Πέμπτη, 27 Δεκεμβρίου 2018

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Βάτραχοι (706-737)

εἰ δ᾽ ἐγὼ ὀρθὸς ἰδεῖν βίον ἀνέρος ἢ τρόπον ὅστις [ἀντ.]
ἔτ᾽ οἰμώξεται,
οὐ πολὺν οὐδ᾽ ὁ πίθηκος οὗτος ὁ νῦν ἐνοχλῶν,
Κλειγένης ὁ μικρός,
710 ὁ πονηρότατος βαλανεὺς ὁπόσοι κρα-
τοῦσι κυκησίτεφροι ψευδολίτρου τε κονί-
ας καὶ Κιμωλίας γῆς,
χρόνον ἐνδιατρίψει· ἰδὼν δὲ τάδ᾽ οὐκ
715 εἰρηνικὸς ἔσθ᾽, ἵνα μή ποτε κἀποδυθῇ μεθύων ἄ-
νευ ξύλου βαδίζων.

πολλάκις γ᾽ ἡμῖν ἔδοξεν ἡ πόλις πεπονθέναι
ταὐτὸν εἴς τε τῶν πολιτῶν τοὺς καλούς τε κἀγαθοὺς
720 εἴς τε τἀρχαῖον νόμισμα καὶ τὸ καινὸν χρυσίον.
οὔτε γὰρ τούτοισιν οὖσιν οὐ κεκιβδηλευμένοις,
ἀλλὰ καλλίστοις ἁπάντων, ὡς δοκεῖ, νομισμάτων
καὶ μόνοις ὀρθῶς κοπεῖσι καὶ κεκωδωνισμένοις
ἔν τε τοῖς Ἕλλησι καὶ τοῖς βαρβάροισι πανταχοῦ
725 χρώμεθ᾽ οὐδέν, ἀλλὰ τούτοις τοῖς πονηροῖς χαλκίοις
χθές τε καὶ πρώην κοπεῖσι τῷ κακίστῳ κόμματι.
τῶν πολιτῶν θ᾽ οὓς μὲν ἴσμεν εὐγενεῖς καὶ σώφρονας
ἄνδρας ὄντας καὶ δικαίους καὶ καλούς τε κἀγαθοὺς
καὶ τραφέντας ἐν παλαίστραις καὶ χοροῖς καὶ μουσικῇ,
730 προυσελοῦμεν, τοῖς δὲ χαλκοῖς καὶ ξένοις καὶ πυρρίαις
καὶ πονηροῖς κἀκ πονηρῶν εἰς ἅπαντα χρώμεθα
ὑστάτοις ἀφιγμένοισιν, οἷσιν ἡ πόλις πρὸ τοῦ
οὐδὲ φαρμακοῖσιν εἰκῇ ῥᾳδίως ἐχρήσατ᾽ ἄν.
ἀλλὰ καὶ νῦν, ὦνόητοι, μεταβαλόντες τοὺς τρόπους
735 χρῆσθε τοῖς χρηστοῖσιν αὖθις· καὶ κατορθώσασι γὰρ
εὔλογον, κἄν τι σφαλῆτ᾽, ἐξ ἀξίου γοῦν τοῦ ξύλου,
ἤν τι καὶ πάσχητε, πάσχειν τοῖς σοφοῖς δοκήσετε.

***
ΧΟΡ. Αν τη ζωή και τη γνώμη να κρίνω μπορώ
κάποιου που η μοίρα τον πάει στα τσακίσματα,
λίγος πια μένει καιρός που θα βρίσκετ᾽ εδώ
τούτ᾽ η μαϊμού μες στα πόδια μας.
Ποιά είν᾽ η μαϊμού; Μα ο Κλειγένης, καλέ, ο κοντοπίθαρος.
710 Μες στους λουτράρηδες, που όλο παλεύουν με στάχτες,
με κιμωλίες, με νοθείας βρομοσάπουνα,
άλλος αχρείος σαν αυτόν δεν υπάρχει· το ξέρει
κι όλο κρατά το ραβδί·
τρέμει, ως βαδίζει πιωμένος, μην πάει και τον γδύσουν.

ΚΟΡ. Το ίδιο που παθαίνει η πόλη με το νόμισμα —παλιό
και καινούριο— το ίδιο πράμα —το σκεφτήκαμε καλά—
720 κάνει και με τους πολίτες, τους καλούς και τους κακούς.
Τα παλιά νομίσματά μας, γνήσια κι όχι κάλπικα,
που πιο ωραία, το ξέρουν όλοι, δεν υπάρχουν πουθενά,
που σωστή η κοπή τους είναι, μόνο αυτή, και που περνούν
και στις χώρες των βαρβάρων κι όπου είν᾽ Έλληνες, εμείς
δεν τα θέλουμε· οι μπακίρες μοναχά κυκλοφορούν
που κοπήκαν τελευταία κι είναι ελεεινή η κοπή.
Και τους καλογεννημένους φρόνιμους πολίτες μας,
άντρες τίμιους κι όπως πρέπει, σε παλαίστρες, μουσική
και Χορούς αναθρεμμένους, τους προπηλακίζουμε,
730 και στις θέσες βάζουμε όλες κάτι μούτρα μπρούντζινα,
κάτι αχρείους και γιους αχρείων, ξένους, ρουσομάλληδες,
που ήρθανε στερνά, που η πόλη μήτε και για φαρμακούς
στα παλιά καλά της χρόνια δε θα τους δεχότανε.
Άμυαλοι! Μα τώρα αλλάξτε τελοσπάντων ταχτική·
βάλτε τους καλούς στις θέσεις· αν πετύχετε, οι σοφοί
θα σας επαινούν· αν πάλι τύχει κάποια αναποδιά
και σκοντάψετε, θα λένε: «Πέσιμο είναι, μα έντιμο.»

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΙΖΟΝΕΣ ΘΕΟΙ - ΠΟΣΕΙΔΩΝ, Οι έρωτες του Ποσειδώνα

Ο Ποσειδώνας πλάγιασε με πολλές γυναίκες, αθάνατες και θνητές, και απέκτησε πολλά παιδιά.
 
Οι έρωτες του Ποσειδώνα με θεές και θεούς
 
Αμφιτρίτη, Αφροδίτη, Δήμητρα, Μέδουσα, Τριτωνίδα, Ναΐδα, Νηρίτης
 
1. Νόμιμη σύζυγος του Ποσειδώνα, βασίλισσα της θάλασσας που περιβάλλει τον κόσμο, ήταν η Νηρηίδα Αμφιτρίτη, κόρη του Νηρέα και της Δωρίδας. Όπως ο Άδης είδε την Περσεφόνη με άλλες Νύμφες μέσα σε λιβάδια και την ερωτεύτηκε, έτσι και ο Ποσειδώνας είδε την Αμφιτρίτη να ηγείται του χορού των αδελφών της κοντά στη Νάξο, την ερωτεύτηκε και την άρπαξε. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, ο θεός αγάπησε τη νέα αλλά εκείνη αρνιόταν να υποταχθεί στον έρωτά του από αιδώ, γι' αυτό κρύφτηκε στα βάθη του Ωκεανού, πέρα από τις Ηράκλειες Στήλες. Τη βρήκε ένας από τους αναζητητές που έστειλε ο Ποσειδώνας στα πέρατα της γης, το δελφίνι, και μαζί με άλλα την οδήγησαν με μεγάλη πομπή στον Ποσειδώνα για τον γάμο τους. Ο θεός τίμησε το δελφίνι καταστερίζοντάς το (Ερατοσθ., Καταστ., 1,31). Λέγεται ότι με αυτή τη νόμιμη γυναίκα δεν απέκτησαν παιδιά, χωρίς όμως αυτό να στερήσει από την Αμφιτρίτη τον τίτλο της κυρίαρχης βασίλισσας της θάλασσας. Σύμφωνα με άλλες εκδοχές απέκτησαν τους θαλάσσιους θεούς Πρωτέα και Τρίτωνα και την κόρη Κυμοπόλεια.
 
2. Από την Αφροδίτη ο θεός απέκτησε τη Ρόδο, που την παντρεύτηκε ο Ήλιος.
 
3. Από την ένωση του Ποσειδώνα με τη Δήμητρα, γεννήθηκε μια κόρη, που ήταν απαγορευμένο να την αποκαλούν με το όνομά της -οι αμύητοι την αποκαλούσαν Δέσποινα-, και το άλογο Αρείονας. Ο περίεργος αυτός απόγονος οφείλεται στο γεγονός ότι η Δήμητρα μεταμορφώθηκε σε φοράδα για να αποφύγει το ερωτικό αγκάλιασμα του Ποσειδώνα· όμως ο θεός πέτυχε τελικά τον σκοπό του, καθώς μεταμορφώθηκε και ο ίδιος σε άτι. Και με την κόρη του Αιόλου Μελανίππη (=μαύρη φοράδα) είναι πιθανόν ότι ενώθηκε έχοντας και πάλι τη μορφή αλόγου.
 
4. Εξάλλου, από τη Μέδουσα απέκτησε, εκτός από τον Γίγαντα Χρυσάορα, και το φτερωτό άλογο Πήγασος.
 
5. Σύμφωνα με μια εκδοχή, είναι πατέρας και της Αθηνάς από την Τριτωνίδα. Όμως πατέρας και κόρη δεν τα πήγαινε καλά, οπότε η Αθηνά προσκολλήθηκε στον Δία σαν κόρη του.
 
6. Από τη Ναΐδα απέκτησε τον θαλάσσιο δαίμονα Γλαύκο.
 
7. Για τον έρωτά του με τον Νηρίτη μυθολογούνται τα εξής: Ο Νηρίτης, ο ωραιότερος γιος του Νηρέα και τη Δωρίδας, ανταποκρινόμενος στο αίσθημα του θεού, τον ακολουθούσε με μια γρηγοράδα πάνω στα κύματα που τη ζήλεψε ο Ήλιος, ίσως και για τα αισθήματα που έτρεφε για τον Ποσειδώνα. Γι' αυτό τον καταδίκασε στην ακινησία του κοχυλιού στο οποίο τον μεταμόρφωσε.
 
Οι έρωτες του Ποσειδώνα με θνητές και θνητούς
 
Αίθρα, Αλία, Αλόπη, Αμυμώνη, Αντιόπη, Αρέθουσα, Αστυπάλαια, Ελάρα, Έλλη, Ευρυάλη, Ευρυκύδα, Ευρυνόμη, Ευρύτη, Ευρώπη, Θεοφάνη, Θόωσα, Θρονία, Ιπποθόη, Ιφιμέδεια, Κανάκη, Κέρκυρα, Κλειτώ, Κορωνίδα, Λυσιάνασσα, Μελανίππη, Μελανθώ, Μήστρα, Μολιόνη, Περίβεια, Πηρώ, Ρόδη, Τριτογένεια, Τυρώ, Χιόνη, Χλωρίδα, Χρυσογόνη.
 
Ο έρωτάς του για την κόρη του Έλατου Καινή έμεινε ανεκπλήρωτος, γιατί η κόρη του ζήτησε να τη μεταμορφώσει σε άνδρα δυνατό και άτρωτο, τον Καινέα, που έγινε βασιλιάς των Λαπιθών. Και αυτός, για την ασέβειά του, καταβαραθρώθηκε από τους Κενταύρους που τον καταπλάκωσαν και με ένα τεράστιο βράχο.
 
Στους ερωτικούς ευνοούμενους του Ποσειδώνα ανήκει και ο Πέλοπας. Μάλιστα μυθολογείται ότι με άρμα που του χάρισε ο θεός, χρυσό και φτερωτό και με άλογα που έτρεχαν σε στεριά και θάλασσα, νίκησε στην Πίσα τον Οινόμαο και μπόρεσε να κερδίσει την κόρη Ιπποδάμεια και το βασίλειο του πατέρα της.

Οι γιοι του Ποσειδώνα
 
· Άβας, Άβδηρος, Άγελος, Αγήνωρ, Αγκαίος, Άζαης, Αίολος, Ακτορίωνες, Άκτωρ, Άλησος, Άλθηπος, Αλιρρόθιος, Άλμωψ, Αλωάδες (Ώτος, Εφιάλτης), Αλωεύς, Άμυκος, Αμφήρης, Αμφίμαρος, Άνθας, Ανταίος, Αρείων, Ασπληδών, Ασωπός, Άτλας, Αυγείας, Αυτόχθων
· Βελλεροφόντης, Βήλος, Βοιωτός, Βούσιρις
· Γάδειρος, Γέργαφος, Γερήν, Γλαύκος
· Δάμαστης, Δελφός, Δέρκυνος, Διαπρεπής, Δίκτυς, Δυρράχιος, Δώρος
· Ελάσιππος, Έλλην, Έλυξ, Επωπεύς, Εργίνος, Εργίσκης, Ερυθρός, Έρυκας, Ευαίμων, Εύμολπος, Ευρύπυλος, Ευρύπυλος, Εύρυτος, Εύσειρος, Εύφημος
· Ηλείος
· Θάσος, Θησεύς
· Ιαλεβίων, Ιάλυσσος, Ίδας, Ίθακος, Ιπποθόων,
· Κάλαυρος, Κάμειρος, Καύκων, Κεγχρίας, Κελαινός, Κερκύονας, Κτέατος, Κορυνήτης, Κύκνος, Κυχρεύς
· Λαιστρυγόνος, Λάμος, Λέλεξ, Λέχης, Λίνδος, Λύκος, Λύκος
· Μαχάων, Μεγαρεύς, Μέλας, Μήστωρ, Μήτος, Μινύας, Μνησεύς, Μύγδων, Μύτων
· Ναύπλιος, Ναυσίθοος, Νηλεύς, Νιρεύς, Νυκτεύς,
· Ογχηστός, Οίοκλος, Οπλεύς
· Παίονας, Παρνασσός, Πελασγός, Πελίας, Περικλύμενος, Ποδαλείριος, Πολύφημος, Προκρούστης
· Σαρπηδών, Σκίρων
· Ταίναρος, Τάρας, Τάφιος, Τελχίνες, Τιτυός, Τρίοπας, Τρίτων
· Υπερήνωρ, Υριεύς
· Φαίαξ, Φθίος, Φινεύς, Φώκος
· Χίος, Χρυσάωρ, Χρύσης
· Ώγυγος, Ωρίων
 
Οι κόρες του Ποσειδώνα

Αίθουσα, Αθηνά, Βενθεσικύμη, Δεσποίνη, Ειρήνη, Εσχατιώτις, Ευάδνη, Κυμοπόλεια, Λάμια, Λευκονόη, Ουρεία, Ρόδη.
 
Ο αριθμός των παιδιών του Ποσειδώνα, πάνω από εκατό, ανταγωνίζεται μόνο του Δία. Ωστόσο, ενώ οι απόγονοι του Δία ήταν άλλοι θεοί και ευεργετικοί ήρωες, του Ποσειδώνα ήταν Γίγαντες και κακοποιά στοιχεία, που εξολοθρεύονται από τον Ηρακλή (Σαρπηδόνας, Ιαλεβίων, Δέρκυνος, Έρυκας, Βούσιρης, Άμυκος, Εύρυτος, Κτέατος…) και τον Θησέα (Σκίρωνας, Προκρούστης, Κερκύονας…) ή ακόμη και από τον ίδιο τον Ποσειδώνα. Για παράδειγμα, έθαψε τα έξι αγόρια που είχε αποκτήσει από την αδελφή των Τελχίνων Αλία, γιατί είχαν διαπράξει κάθε είδους ανομία -θέλησαν ακόμη και τη μάνα τους να βιάσουν. Με ένα χτύπημα της τρίαινας ο πατέρας τους τους καταβαράθρωσε. Ωστόσο, πολλοί από τους γιους του Ποσειδώνα γίνονται επώνυμοι ήρωες και οικιστές πόλεων.

Τα λόγια έχουν γίνει η επιστήμη της απάτης, αλλά και της αυταπάτης

«Η στερνή, η πιο ιερή μορφή της θεωρίας είναι η πράξη». Κάπως έτσι ξεκινάει βιβλίο του ο Νίκος Καζαντζάκης.

Τα λόγια έχουν γίνει η επιστήμη της απάτης, αλλά και της αυταπάτης. Όσο ωραιότερα τόσο πιο ύποπτα. Όσο επιδεξιότερη η ρητορεία, τόσο απειλεί από πίσω η ασυνέπεια.  Άλλωστε, η φλυαρία πρέπει να εξετάζεται και ως αμυντικός μηχανισμός. Εκείνος που μιλάει πολύ προσπαθεί να πείσει πως φανερώνει τις σκέψεις του, ενώ συχνά το κάνει προκειμένου να κρύψει σκέψεις. Προβάλλοντας μπροστά του σαν κουρτίνα τα πολλά λόγια, καλύπτει εκείνο για το οποίο δε θέλει να μιλήσει, δε θέλει να δείξει ή δε θέλει να δει. Η εκμετάλλευση του άλλου έχει απειράριθμες μορφές, τα σχήματα λόγου είναι απ’ τους πιστότερους υπηρέτες εκείνων που ψεύδονται.

Όταν κάποιος μας μιλάει, να προσπαθούμε, πιο πολύ απ’ τα λόγια του, να παρατηρούμε τα μάτια του, τη φόρτιση της φωνής, τις κινήσεις των χεριών. Αυτά τα ανεξέλεγκτα κομμάτια της παρουσίας του είναι κατά πολύ περισσότερο ειλικρινή γιατί ο ίδιος δεν τα παρατηρεί εύκολα. Γι’ αυτό και η επιστήμη της ψυχολογίας δίνει αξία στη «γλώσσα του σώματος».

Αντιγράφω εδώ από το βιβλίο του Άλφρεντ Άντλερ – Οι νευρώσεις και η ερμηνεία τους:

Είναι φυσικό για το άτομο να εκφράζεται με ολόκληρο το σώμα του, κι έτσι μπορούμε, πολλές φορές, να πληροφορηθούμε περισσότερα πράγματα για το άτομο παρακολουθώντας τις κινήσεις του… παρά ακούγοντας αυτά που λέει. Μπορούμε όμως να προχωρήσουμε περισσότερο, και να εφαρμόσουμε αυτή την αντίληψη στην αξιολόγηση των συμπτωμάτων. Ο εμετός, για παράδειγμα, είναι συνήθως ένα σημάδι ότι το πρόσωπο που κάνει εμετό δεν θέλει να συμφωνήσει. Είναι μια επίθεση ενάντια σε κάποιον άλλο ή η απόρριψη μιας προσέγγισης. Η λιποθυμία μπορεί επίσης να είναι η αποτελεσματική απόρριψη μιας κατάστασης στην οποία το άτομο αισθάνεται εντελώς αδύναμο. Έχω πάρα πολλές ενδείξεις ότι ο τραυλός δε θέλει να συμμετέχει με τους άλλους και ότι μπορεί γενικά να μιλά πολύ καλά όταν είναι μόνος.

Άχρονος Χρόνος

Όταν αφοσιώνεσαι, αγγίζεις τα όρια του άχρονου χρόνου. Είναι μαγική αίσθηση μα και «επικίνδυνη» αν δεν έχεις κατακτήσει, σε κάποιο βαθμό, την εσωτερική ισορροπία.

Παρένθεση: έχουν οι ειδικοί εφεύρει τη ΔΕΠΥ, με την οποία έχουν βρει νέο έδαφος κέρδους οι κερδοσκόποι, πείθοντας τους αφελείς (όλους μας ως κάποιο βαθμό) για την «έλλειψη» και την ανάγκη «διόρθωσης». Τέλος παρένθεσης!

Χρειάζεται μια μεγάλη δόση θάρρους και εμπιστοσύνης να αφοσιωθείς και να υπάρξεις στον άχρονο χρόνο, που σε βγάζει από τη γραμμικότητα της υπόλοιπης ζωής γύρω σου. Πέρα από τα λόγια, περιλαμβάνει κόστος ζωής, το οποίο χρειάζεται να παραμένεις συνειδητός ότι θα «πληρώσεις».

Ο «άχρονος χρόνος», χωρίς να στέκομαι στους ορισμούς, αποτελεί μια άλλη, εντελώς διαφορετική κατάσταση ύπαρξης, που δεν αναπαράγεται με 3D εικόνες, δεν περιγράφεται με ακρίβεια με λέξεις, αλλά αλλάζει τα πάντα, όλο το πεδίο αντίληψης, όταν βρίσκεσαι μέσα σε αυτόν συνειδητά (συνειδητά σημαίνει να γνωρίζεις πού/πώς βρίσκεσαι, όσο ταυτόχρονα βιώνεις σε όλα τα επίπεδα το προσωρινό).

Οι φοβικοί αδυνατούν να αφοσιωθούν, αδυνατούν να υπάρξουν στον άχρονο χρόνο. Η ανάγκη ελέγχου, οι ασυνείδητοι ρόλοι που έχουν αναλάβει, η εμμονή με τον τρισδιάστατο κόσμο, τους αφαιρεί την ικανότητα και το δικαίωμα της εισόδου στη μαγεία της ύπαρξης.

Στην άλλη άκρη βρίσκονται ίσως οι «αιώνιοι καλλιτέχνες» που χάνονται, τρελαίνονται μέσα σε επίπεδα φαντασίας, αψηφώντας τη γραμμικότητα της ζωής, στην οποία αδυνατούν να υπάρξουν ισότιμα, συνειδητά.

Όμως, ο άχρονος χρόνος δεν σε βγάζει από τη ζωή. Αντίθετα, ενώνει όλα τα κομμάτια της, τους ρόλους σου, τα θέματα, τους τομείς, σε μια σύνθεση πολύπλευρης, ταυτόχρονης ύπαρξης, που επιτρέπει τη σφαιρική, διεισδυτική αντίληψη. Ξεπερνιούνται τα μετρήσιμα όρια της έκτασης και τους βάθους, του ύψους και του μερικού, και τότε η καταγραφή γίνεται ένας αγώνας, που συχνότερα χάνεις.

Χρειάζεται να βρίσκεσαι σε «επιφυλακή» καθώς χάνεσαι στα πέρατα της αιωνιότητας. Χρειάζεται να είσαι κυρίαρχος της παρόρμησης του Έρωτα, που πλέον βιώνεται συνειδητά και απόλυτα.

Δεν τα αντιλαμβάνεται κανείς γύρω σου όλ' αυτά, παρά μόνο όσοι μπορούν να μετέχουν ισότιμα στον Έρωτα που δεν ιδιοποιείται.  Συχνότερα φοβίζει! Συχνότερα, γίνεται προσπάθεια να βγεις από τα πεδία που δεν ανήκουν στη γήινη κατανόηση της ύπαρξης, είτε από άλλους είτε από τον ίδιο σου τον εαυτό, που δεν είναι έτοιμος και απελευθερωμένος αρκετά ακόμα, ώστε ν' αντέξεις την υπέρβαση, σε όλα τα επίπεδα.

Πρέπει να έχεις εξασκηθεί στην πειθαρχία...την αυτοπειθαρχία! Πρέπει να έχεις ψάξει αρκετά, ώστε να έχεις διαπιστώσει, πέρα κάθε αμφιβολίας και φόβου, τον σκοπό της ύπαρξής σου και να είσαι πρόθυμος να τον Υπηρετείς με ταπεινότητα, σιγουριά και δέος για την κάθε στιγμή της γραμμικής ύπαρξής σου.

Τότε, κατανοείς τον άχρονο χρόνο γιατί τότε βρίσκεσαι κατ' επιλογήν εντός του και διαμορφώνεις τις λέξεις και τα νοήματα σύμφωνα με τη δική σου, ανώτερη ερμηνεία, που η μόνη βαρύτητα και καθαρότητά της βρίσκεται μέσα στα πλαίσια της συνεχιζόμενης, δικής σου αντίληψης, μέσω ισότιμης διεύρυνσης/συρρίκνωσης, εστίασης/διάσπασης.

Γιατί τότε όλα αλλάζουν... η αντοχή σου, η δύναμη, η διαύγεια, η φυσιολογία, οι προτεραιότητες, η αντίληψη, η δράση... όλα είσαι Εσύ, στο κέντρο της ύπαρξής σου, παρέα με το θάνατο, το προσωρινό, το άσκοπο, το ψεύτικο. Διαχωρίζεις και ενώνεις το αληθινό, το διαχρονικό, την ουσία, σε ένα αόρατο και ορατό χορό αντιθέτων, που τώρα γίνονται συμπληρωματικά.

Όταν η αγάπη σε καλεί

Η αγάπη δεν αντέχει να παραμένει ζωντανή όταν ακόμα κυβερνά ο νους.

Αργοπεθαίνει και σβήνει – τόση είναι η τεράστια δύναμη της υπομονής και της αντοχής της.

Υπάρχει μεγάλος κίνδυνος να συμβεί ξανά, γιατί όσο ωριμάζεις, τόσο δυσκολότερα βλέπεις τα πλοκάμια του διαχωρισμού σου. Είναι αστείο… ωριμάζουμε, μαθαίνουμε, εξελισσόμαστε για να τα αναγνωρίζουμε ευκολότερα και να επιλέγουμε σοφότερα. Αλλά μαζί μεγαλώνει και η αλαζονεία ότι γνωρίζουμε, ότι νικήσαμε, ότι ξεπεράσαμε. Και το παράδοξο είναι ότι "τα χτυπήματα του θηρίου" γίνονται απαλά σαν μετάξι, ανάλαφρα σαν το φύσημα του ανέμου, αόρατα σαν αύρα που σε χαϊδεύει στο πέρασμά της, αλλά ο πόνος διαπεραστικός και αδυσώπητος ξεσκίζει ταυτόχρονα πολλά επίπεδα της ψυχής σου.

Θα νικήσουμε; Θα τολμήσουμε να εμπιστευτούμε την αγάπη όταν όλα φαίνονται μάταια και επικίνδυνα άγνωστα;

Δεν επιλέγει ο νους την αγάπη. Δεν την αναγνωρίζει και την πολεμά. Θα το κάνει με κάθε τρόπο για να διατηρήσει την τάξη, την ψεύτικη αίσθηση απουσίας αισθητού πόνου και φανερού κινδύνου. Όμως η καρδιά έχει τις δικές της διαδρομές, τους δικούς της κώδικες αναγνώρισης και σύνδεσης. Η ορμή και η στιγμιαία αυθεντικότητά της, πιάνουν συχνά το νου στον ύπνο, ακριβώς όταν αυτός νομίζει ότι κατάφερε την επίκτητη γαλήνη που έψαχνε να πετύχει. Τότε η καρδιά φουντώνει, παθιάζεται και ορμά, να ζήσει το μεγαλείο της ανύψωσής της σε θεϊκά μονοπάτια, όπου δεν περπατάνε απλοί άνθρωποι.

Μα ο νους καραδοκεί. Πώς μπορεί να δει τα φτερά που δεν έχει; Πώς μπορεί να υπάρξει στον άχρονο χρόνο που δεν αντιλαμβάνεται; Πώς να καταλάβει όλα όσα δεν περιγράφονται και πώς να επιτρέψει το "χάος" να κλονίσει την "τάξη" που τόσο μεθοδικά επέβαλε;

Και τότε ξεκινά μια αθόρυβη, κρυφή μάχη. Γιατί να ξέρεις: δεν πεθαίνεις από αρρώστια ή γηρατειά. Πεθαίνεις όταν πεθαίνει η αγάπη, όταν κλειδώνεις και σφραγίζεις την καρδιά σου. Ο νους δεν το γνωρίζει αυτό. Του είναι άγνωστα τα μονοπάτια της πανίσχυρης αγάπης. Ως πιστός και καλά εκπαιδευμένος "προστάτης", θα σε προστατεύσει από τη θύελλά της, θα σε απαλλάξει από τις απρόβλεπτες φουρτούνες της, θα σε προειδοποιήσει για την απεραντοσύνη της θεϊκής γαλήνης της... για να επιζήσεις, για να μη γευτείς το απειλητικό νερό της αθανασίας της. Και είναι τόσο πειστικός!

Θα σου δείξει το αίμα που βλέπεις να κυλά, θα σου πει τα λόγια που τ’ αυτιά σου φοβούνται και μπορούν να ακούσουν. Θα σου επισημάνει τον πόνο που ξεσκίζει τα σωθικά σου. Θα σε φοβίσει για το καλό σου. Για να κάνεις πίσω έγκαιρα, μην πέσεις στην άβυσσο που διαφαίνεται μπροστά σου.

Και εσύ έχεις μάθει να υπακούς. Κοντοστέκεσαι για να μετρήσεις την πατημασιά σου και αυτό είναι το θανάσιμο αμάρτημά σου. Έχεις ήδη ηττηθεί απλά δεν το γνωρίζεις ακόμα. Είτε κάνεις πίσω είτε τολμήσεις το πήδημα στο κενό, έχεις ήδη χάσει. Για άλλη μια φορά… συλλογή στις άπειρες φορές που διάλεξες το γνώριμο μονοπάτι της πίστης στο νου σου.

Αλλά η αγάπη είναι αθάνατη και θα ξαναεμφανιστεί. Εκεί που δεν την περιμένεις, όταν νομίζεις ότι σε ξέχασε, όταν όλα μοιάζουν γνώριμα και ασφαλή, σου θυμίσει με τον δικό της μαγικό τρόπο ότι ΕΧΕΙΣ φτερά, ότι ΜΠΟΡΕΙΣ να πετάξεις. Έρχεται πάντα απρόσκλητη γιατί θέλει να σε ενώσει. Και εσύ προσπαθείς να διαχωρίζεσαι για να ανακαλύπτεις πώς είναι μακριά της. Θα απειλεί τα ίδια τα όριά σου γιατί εσύ νομίζεις ότι δεν υπάρχεις χωρίς αυτά.

Κι όταν κάποια στιγμή αποφασίσεις να ανοιχτείς αληθινά στο κάλεσμά της, όλα όσα είχες προηγούμενα κατακτήσει, πρέπει να τα αφήσεις πίσω σου. Όλα όσα έμαθες, πρέπει να τα ξεχάσεις και να εμπιστευτείς χωρίς όρους την μοναδικότητα που είσαι, στα πολλά ταξίδια σου. Μην ψάχνεις γνώριμα περάσματα, δεν υπάρχουν. Μην νομίζεις ότι αναγνωρίζεις ή κατανοείς τη μοναδική χιλιοαντιγραφόμενη γλώσσα της.

Όλα όσα έχεις ζήσει πριν από αυτό έχουν απόλυτη σημασία και δεν σημαίνουν απολύτως τίποτα. Όσο μεγαλόπρεπα ορθώνεται το ανάστημα από τις ρίζες σου, άλλο τόσο άγνωστο παραμένει το τελείωμα τα κλαδιών σου, που φαίνεται να χάνεται στον ορίζοντα του πιο ψηλού ουρανού της φαντασίας σου.

Έχεις κάθε στιγμή την επιλογή είτε να πας μπροστά είτε να οπισθοχωρήσεις. Μέχρι την ιερή, μοναδική εκείνη στιγμή που θα συνειδητοποιήσεις με ταπεινότητα και ανεπανάληπτη σταθερότητα, ότι δεν έχεις καμία επιλογή. Τότε... μόνο τότε, θα τολμήσεις να ξεγυμνωθείς, να φανερωθείς με θάρρος και σθένος μπροστά της, για να καείς στην ιερή φλόγα της.

Πώς να προσφέρετε υποστήριξη σε κάποιον με ψυχολογικά προβλήματα

Πολλές φορές θα θέλατε να βρίσκεστε κοντά σε κάποιον που αντιμετωπίζει ψυχολογικές δυσκολίες, αλλά δεν είστε σίγουροι τι να πείτε ή πώς να το πείτε. Το να θέλετε να στηρίξετε κάποιον αλλά να μην ξέρετε πώς να προχωρήσετε είναι κάτι το συνηθισμένο. Δοκιμάστε λοιπόν αυτές τις πέντε ιδέες για να υποστηρίξετε κάποιον που αντιμετωπίζει προβλήματα ψυχικής υγείας.
  1. Είμαι εδώ για να μιλήσεις όταν χρειάζεσαι κάποιον να ακούσει . Αυτό ανοίγει την πόρτα χωρίς να πιέσετε κάποιον ώστε να μοιραστεί το πρόβλημα του αμέσως.
  2. Δεν είχαμε την ευκαιρία να διασκεδάζουμε μαζί το τελευταίο διάστημα. Ας πάμε ______. Αυτό δείχνει ότι εξακολουθείτε να περνάτε καλά αν είστε μαζί με αυτό το άτομο παρόλο το πρόβλημα του.
  3. Ίσως μπορούμε να είμαστε μαζί σε αυτό το πρόβλημα . Δεν χρειάζεται να προσπαθήσετε να διορθώσετε τίποτα. Το να είσαι εκεί με κάποιον είναι χρήσιμο και από μόνο του.
  4. Είσαι σημαντικός για πολλούς ανθρώπους . Η ειλικρινής υπενθύμιση σε κάποιον ότι αυτός ή αυτή είναι ένα θετικό κομμάτι της ζωής των άλλων είναι ισχυρό κίνητρο.
  5. Πιστεύω σε σένα. Θέλω να σε βοηθήσω να πιστέψεις πάλι στον εαυτό σου . Αυτό βοηθάει στην βελτίωση ενός ατόμου χωρίς να ελαχιστοποιείται αυτό που περνάει.
Η απλή εμφάνιση στη ζωή κάποιου για να είσαι μαζί του είναι ένας από τους καλύτερους δυνατούς τρόπους για να δείξεις υποστήριξη.  Αυτές οι πέντε απλές φράσεις θα ενισχύσουν την ψυχική υγεία κάποιου αλλά και τη δική σας. Η μέθοδος αυτή εφαρμόζεται πάντα σε μία σχέση που περιέχει ασφάλεια και εμπιστοσύνη. Μην χάνετε την ελπίδα σας ότι δεν θα σας ακούσει και εμπιστευτεί.

Ίρβιν Γιάλομ: Αυτό που είμαστε

Ποιός από μας δεν έχει γνωρίσει κάποιον άνθρωπο (ίσως τον ίδιο μας τον εαυτό) που να είναι τόσο στραμμένος προς τα έξω, τόσο απορροφημένος στη συσσώρευση αγαθών ή στο τι σκέφτονται οι άλλοι, ώστε να χάνει κάθε αίσθηση του εαυτού του; Ένας τέτοιος άνθρωπος, όταν του τίθεται κάποιο ερώτημα, αναζητεί την απάντηση προς τα έξω κι όχι προς τα μέσα. Διατρέχει δηλαδή τα πρόσωπα των άλλων, για να μαντέψει ποιά απάντηση επιθυμούν ή περιμένουν.

Για έναν τέτοιον άνθρωπο θεωρώ χρήσιμο να συνοψίσω μια τριάδα δοκιμίων που έγραψε ο Σοπενάουερ προς το τέλος της ζωής του. (Για όποιον έχει φιλοσοφικές τάσεις είναι γραμμένα σε γλώσσα σαφή και προσβάσιμη στον μη ειδικό). Βασικά τα δοκίμια τονίζουν ότι το μόνο που μετράει είναι αυτό που το άτομο είναι.
 
Ούτε ο πλούτος ούτε τα υλικά αγαθά ούτε η κοινωνική θέση ούτε η καλή φήμη φέρνουν την ευτυχία. Αν και οι σκέψεις αυτές δεν αφορούν συγκεκριμένα τα υπαρξιακά θέματα, παρ’ όλ’ αυτά μας βοηθούν να μετακινηθούμε από ένα επιφανειακό επίπεδο προς βαθύτερα ζητήματα.
 
1. Αυτό που κατέχουμε. Τα υλικά αγαθά είνα απατηλά. Ο Σοπενάουερ υποστηρίζει πολύ κομψά ότι η συσσώρευση πλούτου και αγαθών είναι ατελείωτη και δεν προσφέρει ικανοποίηση. Όσο περισσότερα κατέχουμε, τόσο πολλαπλασιάζονται οι απαιτήσεις μας. Ο πλούτος είναι σαν το νερό της θάλασσας: όσο περισσότερο πίνουμε, τόσο πιο πολύ διψάμε. Στο τέλος δεν κατέχουμε εμείς τα αγαθά μας – μας κατέχουν εκείνα.
 
2. Αυτό που αντιπροσωπεύουμε στα μάτια των άλλων. Η φήμη είναι το ίδιο εφήμερη όσο και τα υλικά πλούτη. Ο Σοπενάουερ γράφει: “Οι μισές μας ανησυχίες και αγωνίες έχουν προέλθει από την έγνοια μας για τις γνώμες των άλλων… πρέπει να βγάλουμε αυτό το αγκάθι απ’ τη σάρκα μας”. Είναι τόσο ισχυρή η παρόρμηση να κάνουμε μια καλή εμφάνιση, ώστε για μερικούς φυλακισμένους, την ώρα που βαδίζουν προς τον τόπο της εκτέλεσής τους, αυτό που κυρίως απασχολεί τη σκέψη τους είναι το ντύσιμο και οι τελευταίες τους χειρονομίες.

Η γνώμη των άλλων είναι ένα φάντασμα που μπορεί ανά πάσα στιγμή ν’ αλλάξει όψη. Οι γνώμες κρέμονται από μια κλωστή και μας υποδουλώνουν στο τι νομίζουν οι άλλοι, ή, ακόμα χειρότερα, στο τι φαίνεται να νομίζουν – γιατί ποτέ δεν μπορούμε να μάθουμε τι σκέφτονται πραγματικά.
 
3. Αυτό που είμαστε. Μόνο αυτό που είμαστε έχει πραγματική αξία. Μια καλή συνείδηση, λέει ο Σοπενάουερ, αξίζει περισσότερο από μια καλή φήμη. Ο μεγαλύτερος στόχος μας θα έπρεπε να είναι η καλή υγεία κι ο πνευματικός πλούτος, ο οποίος οδηγεί σε ανεξάντλητα αποθέματα ιδεών, στην ανεξαρτησία και σε μια ηθική ζωή. Η ψυχική μας γαλήνη πηγάζει από τη γνώση ότι αυτό που μας αναστατώνει δεν είναι τα πράγματα, αλλά η ερμηνεία μας για τα πράγματα.
 
Αυτή η τελευταία σκέψη – ότι η ποιότητα της ζωής μας προσδιορίζεται από το πως ερμηνεύουμε τις εμπειρίες μας, όχι από τις ίδιες τις εμπειρίες – είναι ένα σημαντικό θεραπευτικό δόγμα που ανάγεται στην αρχαιότητα. Κεντρικό αξίωμα στη σχολή του στωικισμού, πέρασε από τον Ζήνωνα, τον Σενέκα, τον Μάρκο Αυρήλιο, τον Σπινόζα, τον Σοπενάουερ και τον Νίτσε κι έφτασε να γίνει θεμελιώδης έννοια τόσο στην ψυχοδυναμική όσο και στη γνωστική-συμπεριφορική ψυχοθεραπεία.
 
Irvin Yalom, Στον κήπο του Επίκουρου: αφήνοντας πίσω τον τρόμο του θανάτου

Οι ανοησίες περί θετικής σκέψης

Ή για να το θέσουμε καλύτερα: Οι ανοησίες περί θετικής σκέψης... και μόνο!

«Απλώς σκέψου θετικά και όλα τα προβλήματα σου θα εξαφανιστούν. Μην σε απασχολούν οι πράξεις που πρέπει να κάνεις για να δημιουργήσεις την ζωή που θες- απλώς κάτσε εκεί που είσαι και οραματίσου με θετικές προθέσεις ότι όλα θα πάνε καλά.»

Αυτή είναι η φιλοσοφία που κηρύττουν πολλοί συγγραφείς, ομιλητές και οι αποκαλούμενοι πνευματικοί δάσκαλοι αυτοβοήθειας. Έχει ονομαστεί «θετική σκέψη» και πωλείται αρκετά καλά, δεδομένου ότι η βιομηχανία της θετικής σκέψης είναι μια βιομηχανία πολλών δισεκατομμύρια δολαρίων.

Αλλά τι θα κάνατε αν σας λέγαμε πως όλα αυτά είναι ανοησίες;

Πιθανώς να σκεφτόσασταν: «Τι στο καλό, έχετε τρελαθεί;» Ολόκληρη η σελίδα σας σχετίζεται με το πώς να ξεπεράσουμε τις ταλαιπωρίες και να ζήσουμε μια καλύτερη ζωή- με άλλα λόγια, σχετίζεται με το πώς να αφήσουμε την αρνητικότητα και να βιώσουμε την θετικότητα- και τώρα μας λέτε πως η φιλοσοφία περί θετικής σκέψης είναι μια ανοησία;

Ναι, αυτό ακριβώς σας λέμε. Αλλά πριν βιαστείτε να κρίνετε, αφήστε μας να σας εξηγήσουμε.

Το να κλείσετε τα μάτια σας δεν θα κάνει τα προβλήματα να εξαφανιστούν

Αν κοιτάξετε την ζωή χωρίς να επηρεάζεστε από ιδεολογίες, θα δείτε ότι περιέχει τόσο θετικές όσο και αρνητικές πραγματικότητες: υπάρχει ευχαρίστηση και πόνος, αγάπη και μίσος, ειρήνη και πόλεμος κτλ.

Ωστόσο, σύμφωνα με την φιλοσοφία της θετικής σκέψης, δεν πρέπει να σκεφτόμαστε την αρνητική πλευρά της ζωής και βασικά, πρέπει να προσποιούμαστε ότι δεν υπάρχει καν. Με αυτόν τον τρόπο, μας λέει ότι δεν θα επηρεαστούμε από αυτή. Αλλά όχι μόνο αυτό. Αν δεν την σκεφτόμαστε και αντιθέτως εστιάζουμε στην θετική πλευρά, η αρνητική απλώς θα εξαφανιστεί.

«Μην ανησυχείς για τα παιδιά που πεινούν στην Αφρική. Απλώς προσευχήσου γι' αυτά και θα είναι μια χαρά.»

«Μην ανησυχείς για την άνοδο της στάθμης στις θάλασσες, για την μόλυνση του περιβάλλοντος και για την απώλεια της βιοποικιλότητας. Απλώς να σκέφτεσαι θετικά και ο πλανήτης μας θα ανακάμψει από την καταστροφή που υπέστη.»

«Μην ανησυχείς για την δουλειά σου, που την μισείς, ή για την σχέση σου που είναι τόσο μπερδεμένη. Απλώς οραματίσου πως ήδη ζεις την ζωή των ονείρων σου και σύντομα θα βρεις τον ιδανικό σύντροφο και την τέλεια καριέρα.»

Περιττό να πω ότι η θετική σκέψη δεν θα λύσει τίποτα από τα παραπάνω. Τα παιδιά στην Αφρική θα συνεχίσουν να πεθαίνουν από την πείνα, ο πλανήτης μας θα συνεχίσει να καταστρέφεται και η ζωή σας θα εξακολουθεί να είναι χάλια. Βασικά, τα πράγματα θα γίνουν ακόμα χειρότερα. Με το να μην δίνουμε προσοχή στα προβλήματα μας και χωρίς να κάνουμε τίποτα για να τα λύσουμε όσο περνά ο καιρός, θα γίνονται όλο και πιο σύνθετα και επομένως θα επηρεάζουν όλο και περισσότερο εμάς και τον κόσμο στον οποίο ζούμε.

Για παράδειγμα, η θετική σκέψη είναι σαν να βρίσκεστε σε ένα σπίτι που έχει πιάσει φωτιά και προσπαθείτε να πείσετε τον εαυτό σας πως όλα είναι εντάξει πιστεύοντας ότι έτσι η φωτιά θα εξαφανιστεί. Φυσικά, η φωτιά θα συνεχίσει να καίει και θα μεγαλώνει περισσότερο μέχρι να καταστρέψει όλο το σπίτι και εσάς μαζί.

Γι' αυτό λέω ότι η φιλοσοφία της θετικής σκέψης είναι μια βλακεία. Όχι μόνο δεν δουλεύει, αλλά είναι και αντιπαραγωγική- δηλαδή δημιουργεί τα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα από αυτά που θέλατε. Το ερώτημα λοιπόν είναι, γιατί τόσοι πολλοί άνθρωποι την χάφτουν;

Η έλξη της θετικής σκέψης

Κάπου είχα διαβάσει τα παρακάτω βαθυστόχαστα λόγια:

«Μην φοβάσαι να αποδεχτείς τις άσχημες αλήθειες, και ποτέ μην φοβάσαι να απορρίψεις τα όμορφα ψέματα.»

Δυστυχώς, η πλειοψηφία των ανθρώπων δεν διστάζει καθόλου να αποδεχθεί ψέματα που είναι όμορφα και να απορρίψει άσχημες αλήθειες. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι άσχημες αλήθειες μας υπενθυμίζουν τα σοβαρά προβλήματα της ζωής που πρέπει να λύσουμε και για να το καταφέρουμε αυτό πρέπει να περάσουμε από δυσκολίες και πόνο. Και σε ποιον αρέσει να βιώνει κακουχίες και πόνο;

Σε κανέναν.

Έτσι, τείνουμε να αποφεύγουμε να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματα μας. Και ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος για να το κάνουμε; Να μην τα κοιτάξουμε καθόλου, σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να ξεγελάσουμε τον εαυτό μας και να τον κάνουμε να πιστέψει πως δεν υπάρχουν.

Δεν είναι περίεργο επομένως πως τόσοι πολλοί άνθρωποι έλκονται από την φιλοσοφία της θετικής σκέψης. Θέλουν να ακούσουν όμορφα ψέματα που θα τους κάνουν να νιώσουν πως όλα είναι εντάξει και ότι δεν χρειάζεται να ανησυχούν για τίποτα. Και αφού ζούμε σε έναν κόσμο όπου τα χρήματα είναι η κυρίαρχη δύναμη, φυσικά θα υπάρχουν μερικά πονηρά άτομα που θα είναι πρόθυμα να πουλήσουν την θετική σκέψη και να εκμεταλλευτούν τις ανασφάλειες των άλλων για το οικονομικό τους κέρδος.

Προσωπικά, θέλω να λέω την αλήθεια όπως είναι, ακόμα και αν είναι απίστευτα άσχημη και σκληρή. Ξέρω ότι πολλοί αποθαρρύνεστε αλλά επίσης γνωρίζω ότι είναι ο μοναδικός τρόπος να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματα μας και να τα διαχειριστούμε σε προσωπικό και συλλογικό επίπεδο. Οπότε, θα ήθελα να επαινέσετε τον εαυτό σας που είστε τόσο καλοί αναγνώστες και αποφασισμένοι να βρείτε την αλήθεια.

Από την θετική σκέψη στην ρεαλιστική και βασισμένη-στις-πράξεις νοοτροπία

Φανταστείτε ότι είστε χρόνιοι ασθενείς που πάσχετε από μια οδυνηρή και εξουθενωτική ασθένεια. Μπορείτε να προσποιείστε ό, τι θέλετε, πως η ασθένεια σας δεν είναι τόσο σοβαρή και να πιστεύετε ότι σύντομα θα αναρρώσετε χωρίς να κάνετε τίποτα για να βελτιώσετε την κατάσταση σας. Ωστόσο, στην πραγματικότητα αυτό δεν θα σας βοηθήσει να θεραπευτείτε- η ασθένεια σας θα συνεχίσει να υπάρχει και οι πιθανότητες είναι πως θα επιδεινώνεται καθώς μεγαλώνετε.

Τώρα φανταστείτε ότι αντί γι' αυτό, αποφασίζετε να πάτε στον γιατρό και να σας πει ποια είναι η αιτία της ασθένειας και πώς να την θεραπεύσετε. Ο γιατρός, θα σας πει πως η θεραπεία πιθανόν να είναι οδυνηρή, μπορεί να χρειαστείτε χειρουργική επέμβαση, ή πολλά φάρμακα με πιθανές παρενέργειες. Αλλά ξέρετε, ότι ανεξάρτητα από τον επιπλέον πόνο που μπορεί να υποστείτε κατά την διάρκεια της θεραπείας, στο τέλος θα αξίζει τον κόπο. Θα αξίζει επειδή έπειτα θα απαλλαγείτε από τον χρόνιο πόνο που προκαλούνταν από την ασθένεια σας, ενώ ο επιπρόσθετος πόνος που οφείλεται στην θεραπεία θα είναι προσωρινός. Έτσι, αποφασίζετε να θεραπεύσετε την ασθένεια σας και να ξαναγίνετε υγιείς.

Όπως και στο παραπάνω παράδειγμα, αν θέλουμε να ξεπεράσουμε τα προβλήματα της ζωής μας, τότε πρέπει να κάνουμε κάτι γι' αυτά. Με αυτό δεν θέλω απλώς να επαναλάβω τις θετικές επιβεβαιώσεις του μυαλού σας και να ευχηθώ ότι όλα είναι μια χαρά. Αντίθετα, εννοώ να σηκωθείτε από την καρέκλα σας, να σηκώσετε τα μανίκια σας και να αναλάβετε δράση. Αλλά πρώτα, χρειάζεται να αποδεχθείτε τα προβλήματα σας αντί να τα αρνείστε, όπως σας ζητά να κάνετε η φιλοσοφία της θετικής σκέψης. Πρέπει να τα κοιτάξετε κατάματα, να βρείτε για ποιο λόγο βρίσκονται εδώ και να αναζητήσετε τρόπους για να τα αντιμετωπίσετε αποτελεσματικά.

Φυσικά, αυτό μπορεί να είναι πολύ δύσκολο. Το να ομολογήσετε ότι κάτι δεν πάει καλά δεν είναι εύκολη υπόθεση. Και το να το αλλάξετε μπορεί να απαιτεί σκληρή δουλειά. Αλλά, είτε μας αρέσει είτε όχι, δεν υπάρχει άλλος τρόπος. Είτε λύνουμε τα προβλήματα μας και υποφέρουμε για λίγο, είτε τα αγνοούμε και υποφέρουμε για όσο ζούμε.

Αλλά εσύ είσαι η θλίψη σου· δεν είσαι διαφορετικός από τη θλίψη σου – είσαι;

Εκείνο που λέμε είναι ότι όπου υπάρχει διαίρεση δεν μπορεί παρά να υπάρχει και σύγκρουση. Αυτό είναι νόμος, ένας αιώνιος νόμος. Όπου υπάρχει ξεχώρισμα, διαίρεση, κομμάτιασμα σε δύο μέρη δεν μπορεί παρά να υπάρχει σύγκρουση. Κι αυτή η σύγκρουση σε ένα εξωτερικό επίπεδο καταλήγει σε πόλεμο, στο να σκοτώνεις ανθρώπους. Όπως γίνεται τώρα στον κόσμο, όλοι βρίσκονται σε σύγκρουση.

Το να κατανοήσει, λοιπόν, κανείς τη σύγκρουση κι έτσι να ελευθερωθεί απ’ αυτή είναι το να κατανοήσει γιατί ο παρατηρητής κυριαρχεί τόσο πολύ ώστε να χωρίζεται από εκείνο που παρατηρεί.

Σε ψυχολογικό επίπεδο, εάν το παρατηρήσω, όταν είμαι παντρεμένος ή παντρεμένη ή έχω μια σχέση θα δω ότι υπάρχει μια διαίρεση ανάμεσά μας, μια πραγματική διαίρεση, όχι μόνο σωματική, αλλά και εσωτερική διαίρεση παράδοσης, διαμόρφωσης, αυθεντίας των γονιών, αυθεντίας κάποιου δασκάλου και λοιπά.

Έτσι, υπάρχει πάντα διαίρεση στις σχέσεις μας κι επομένως υπάρχει πάντα σύγκρουση ανάμεσα στα ανθρώπινα πλάσματα. Υπάρχουν πάρα πολύ λίγα ανθρώπινα πλάσματα στον κόσμο που έχουν μια σχέση στην οποία δεν υπάρχει σύγκρουση.

Τώρα: Αυτή η σύγκρουση υπάρχει επειδή έχουμε χωρίσει τον παρατηρητή από το παρατηρούμενο, όχι μόνο εξωτερικά, αλλά και μέσα μας: Είμαι διαφορετικός από τον θυμό μου, είμαι διαφορετικός από τη ζήλια μου, είμαι διαφορετικός από τη θλίψη μου, οπότε όντας διαφορετικός υπάρχει σύγκρουση. Δηλαδή, «πρέπει να ξεφορτωθώ τη θλίψη»· «πείτε μου πώς θα ξεπεράσω τη θλίψη μου» ή «πείτε μου τι να κάνω με τους φόβους μου». Έτσι, υπάρχει σύγκρουση όλη την ώρα. Αλλά εσύ είσαι η θλίψη σου· δεν είσαι διαφορετικός από τη θλίψη σου – είσαι; Δεν είσαι διαφορετικός από τον θυμό σου – είσαι; Δεν είσαι διαφορετικός από τις σεξουαλικές σου επιθυμίες – είσαι; Δεν είσαι διαφορετικός από τη μοναξιά που νιώθεις- είσαι μόνος σου. Αλλά λέμε: «Ναι, νιώθω μοναξιά, αλλά πρέπει να ξεφύγω απ’ αυτή». Πηγαίνω, σε διάφορες διασκεδάσεις ή σε σχέσεις και λοιπά. Αλλά δεν είσαι διαφορετικός απ’ ό,τι είσαι και νιώθεις- όλα αυτά είσαι εσύ. Όταν το δεις αυτό λες: «Εγώ είμαι ο θυμός»· «εγώ είμαι η θλίψη»· «εγώ είμαι η μοναξιά»…

Τώρα: Πριν, όταν ξεχώριζα εμένα από τη θλίψη μου, προσπαθούσα να κάνω κάτι γι’ αυτή: Προσπαθούσα να ξεφύγω από τη μοναξιά μου, προσπαθούσα να την ξεπεράσω ή να την αναλύσω και προσπαθούσα να γεμίσω τη μοναξιά μου με κάθε είδους διασκέδαση ή θρησκευτική δραστηριότητα. Αλλά αν εγώ νιώθω μοναξιά δεν μπορώ να κάνω τίποτα γι’ αυτό. Πριν προσπαθούσα να κάνω κάτι γι’ αυτό. Τώρα δεν μπορώ να κάνω τίποτα γι’ αυτό γιατί είμαι αυτό. Τι συμβαίνει, λοιπόν, όταν ο παρατηρητής είναι το παρατηρούμενο; Καταλαβαίνετε; Όταν ο θυμός είμαι εγώ, τότε τι συμβαίνει; Το έχετε ερευνήσει αυτό ή απλώς λέτε: «Ναι, είμαι ο παρατηρητής και το παρατηρούμενο»; Αυτό δεν έχει κανένα νόημα. Αλλά όταν δεις, όταν συνειδητοποιήσεις, ότι εσύ είσαι ο θυμός, τότε τι συμβαίνει; Πρώτα απ’όλα, σταματάει η σύγκρουση. Κάθε σύγκρουση σταματάει όταν συνειδητοποιείς ότι είσαι αυτό που παρατηρείς. Είμαι ζηλιάρης. Τέλος.

Αυτό είναι το γεγονός. Έτσι, σβήνεις εντελώς τη διαφορετική διαδικασία που φέρνει σύγκρουση μέσα σου.

«Και γιατί», ρωτάει εκείνος που έκανε την ερώτηση, «γιατί φτιάχνουμε μια αφηρημένη ιδέα από ένα γεγονός;». Το γεγονός είναι ότι εγώ είμαι ο θυμός, εγώ είμαι ζηλιάρης, εγώ νιώθω μοναξιά. Γιατί, λοιπόν, κάνουμε απ’ αυτό μια ιδέα, μια αφηρημένη έννοια; Μήπως είναι ευκολότερο να κάνω μια ιδέα από το να αντιμετωπίσω το γεγονός, επειδή μπορώ να παίξω με την ιδέα; Μπορώ να συνεχίσω να είμαι αυτό που βλέπω; Χωρίζω τον εαυτό μου από αυτό που βλέπω και λέω: «Πρέπει να κάνω κάτι γι’ αυτό». Αλλά όταν δεν υπάρχει ιδέα, δεν υπάρχει αφηρημένη έννοια, είμαι υποχρεωμένος να αντιμετωπίσω το γεγονός. Όταν συνειδητοποιείς ότι δεν υπάρχει διαχωρισμός ανάμεσα σ’ εσένα και σ’ αυτό που είσαι, όταν βλέπεις ότι είσαι άθλιος, βίαιος, φθονερός, ότι νιώθεις μοναξιά και λοιπά, έχεις σβήσει εντελώς την αίσθηση της διαίρεσης μέσα σου κι επομένως δεν υπάρχει σύγκρουση. Ξέρετε πώς είναι ο εγκέφαλος, το μυαλό, όταν βρίσκεται σε αδιάκοπη σύγκρουση; Είναι τραυματισμένο, πληγωμένο.

Πιθανόν να έχετε ζήσει πολύ καιρό μέσα στη σύγκρουση, στον πόνο, στη θλίψη, στον φόβο και να λέτε «η σύγκρουση είναι μέρος της ζωής μου» και να συνεχίζετε έτσι. Αλλά δεν έχετε ερευνήσει ποτέ τι κάνει η εσωτερική σύγκρουση στον εγκέφαλο, στον άνθρωπο, στην ψυχή. Όταν κάποιον τον δέρνουν διαρκώς σωματικά, ξέρετε τι του συμβαίνει. Αλλά όταν ο εγκέφαλος βομβαρδίζεται συνέχεια με σύγκρουση, τι του συμβαίνει; Ζαρώνει. Γίνεται πολύ μικρός, περιορισμένος, άσχημος. Αυτό συμβαίνει σε όλους μας. Τότε ένας άνθρωπος με αρκετή νοημοσύνη αναρωτιέται: «Γιατί θα πρέπει να ζήσω μέσα στη σύγκρουση την υπόλοιπη ζωή μου;». Κι έτσι, αρχίζει να ερευνά τι είναι η σύγκρουση. Σύγκρουση πρέπει να υπάρχει όπου υπάρχει διαίρεση, τόσο μέσα μας όσο και εξωτερικά. Και αυτή η διαίρεση είναι βασικά, βαθιά, θεμελιακά, το «εγώ», ο παρατηρητής και εκείνο που παρατηρεί. Όταν, λοιπόν, φτάσεις στο σημείο να συνειδητοποιήσεις ότι ο παρατηρητής είναι το παρατηρούμενο, τότε γίνεται μια εντελώς διαφορετική δραστηριότητα.

Αν μπορούσαμε να δούμε και μόνο για μία μέρα ή για μία ώρα τι είναι η σύγκρουση, γιατί εμείς οι άνθρωποι είμαστε παγιδευμένοι στη σύγκρουση, με όλο τον πόνο, την ανησυχία, τη μοναξιά κι όλα αυτά, τότε – ίσως- να μπορούσαμε να ζήσουμε μια ζωή έχοντας έναν εγκέφαλο που δεν έχει ποτέ τραυματιστεί, δεν έχει καμιά πληγή, δεν έχει περάσει κανένα σοκ, κι έτσι είναι ένας ελεύθερος εγκέφαλος. Και μόνο τότε ίσως ο νους- που είναι αγάπη- να μπορεί να έρθει σε επαφή με τον εγκέφαλο, με το μυαλό.

Πρέπει να αφήνουμε τα συναισθήματά μας να εκδηλώνονται

Δεν πρέπει να καταπιέζουμε, ούτε να καταπίνουμε διάφορα πράγματα.

Πρέπει να τα στρέφουμε προς το σημείο στο οποίο κατευθύνονται.

Δεν πρέπει να καταπιέζουμε, ούτε να καταπίνουμε διάφορα πράγματα.

Δεν πρέπει να στρέφουμε εναντίον μας ούτε τα καλά ούτε τα κακά, ούτε τα θετικά ούτε τα αρνητικά, ούτε τα καλύτερα ούτε τα χειρότερα.

Δεν πρέπει να ζούμε χαρίζοντας ψυχαναγκαστικά διάφορα πράγματα όταν, στην πραγματικότητα, θα θέλαμε κάποιος να χαρίσει κάτι και σ’ εμάς.

Δεν πρέπει να ζούμε θυμώνοντας με τον εαυτό μας, για να μη θυμώσουμε μ’ αυτούς που μας φόρτωσαν στην πλάτη τις δικές τους προσδοκίες.

Πρέπει να αναλαμβάνουμε πλήρως την ευθύνη για ό,τι κάνουμε, για ό,τι λέμε και για ό,τι αποφασίζουμε να μην κάνουμε και να μην πούμε.

Αν φερόμαστε έτσι, δεν θα έχουμε πια ανάγκη ούτε και λόγο για να ζήσουμε με ενοχές.

Και χωρίς ενοχές, η ζωή θα είναι πολύ, μα πολύ πιο ευχάριστη.

Σκεπτικισμός και Αγνωστικισμός

Η δυνατότητά μας να γνωρίζουμε την πραγματικότητα προέρχεται από αυτήν την ίδια, στην οποία είμαστε σαν ένα από τα μέρη της και η γνώση μας έχει αρχίσει -με την πρώτη αντίληψή μας- πριν αναρωτηθούμε αν την έχουμε.

Όπως δεν είναι αναγκαίο να διανοηθούμε ποιο είναι γενικά το Σύμπαν για να μπορούμε να διαπιστώνουμε ποια από εκείνα που αντιλαμβανόμαστε υπάρχουν πραγματικά. Η ίδια η αντίληψη είναι ένας τρόπος εννόησης δημιουργημένη έμμεσα από τα ίδια τα πράγματα και γι’ αυτό είναι απ΄ όλους αυτονόητη και χρησιμεύει στις δραστηριότητές μας σαν βάσιμη, υπο­λογίσιμη και αξιόπιστη αλήθεια.

Τα πράγματα έχουν κοινά και σταθερά στοιχεία, δεν είναι τελείως άσχετα, διαφορετικά ή απροσδιόριστα το ένα από το άλλο και εμείς μπορούμε να τα αντιλαμ­βανόμαστε, με πρώτα αφηρημένα γνωστικά στοιχεία τα αισθήματα. Από τους συνδυασμούς των αισθημάτων προσέχουμε, ξεχωρίζουμε και διαμορφώνουμε τις έννοιες του λόγου. Η αντίληψη πρέπει να αρχίζει από κάποια αφαίρεση, που γίνεται μόνη της (απρόσεκτα), γιατί αν όχι, τότε δε θα υπήρχαν μη αντιληπτά μέρη της πραγμα­τικότητας.

Θα ήταν όλα αμέσως αντιληπτά. Αν ο προ­σδιορισμός της αντίληψης γινόταν μόνο από τα εξωτερικά πράγματα, τότε αυτή θα έπρεπε να μας δείχνει πολύ περισσότερα, αν όχι το σύνολο τους. Εξαρτάται από τους δυνατούς τρόπους, με τους οποίους μπορεί να επηρεάζεται η ελλιπής πραγ­ματικότητα του εαυτού μας. Δηλαδή δεν είμαστε τα πάντα και δεν επη­ρεαζόμαστε ταυτόχρονα με όλους τους δυνατούς τρόπους.

Χωρίς την ύπαρξή μας, βεβαίως θα ήταν αδύνατο να έχουμε κάποια αντίληψη ή εμπειρία και επομένως, αυτή δεν μπορεί ποτέ να είναι ανεξάρτητη από την ποιότητα και τις δυνατότητες της ύπαρξής μας. Η ποιότητα της αντί­ληψης δεν είναι ανεξάρτητη από τον εαυτό μας στο σύνολό του. Αυτό μπορούμε να το πούμε, χωρίς να χρειάζεται να ανα­φερθούμε ειδικότερα σε κάποια από τα μέρη του εαυτού μας ή για μερικές ιδιότητές του. Όπως λ.χ. στον εγκέφαλο, στο νευρικό σύστημα, στα αισθητήρια όργανα.

Ο επηρεασμός ή η αλλαγή στην ποιότητα, στις δυνατότητες και στις σχέσεις του εαυτού μας με τα εξωτερικά πράγματα επηρεάζει (άμεσα ή πιο έμμεσα) ποια πράγματα, που και πότε τα αντιλαμβανόμαστε, όπως και τη δυνατότητα της αντίληψης. Για τον ίδιο λόγο, ένας άλλος, ο οποίος δεν είναι με την ίδια ποιότητα, δυνατό­τητες και σχέσεις δεν αντιλαμβάνεται τα ίδια πράγματα ή στην ίδια στιγμή.

Η αντίληψη των εξωτερικών πραγμάτων είναι πάντοτε ένα αποτέλεσμα από τη σχέση ανάμεσα σ’ εκείνα και στον εαυτό μας. Αυτή η σχέση μας με τα πράγματα (η θέση, η στιγμή, η κατεύθυνση, η απόσταση, η γωνία, η βιολογική και η ψυχική κατάσταση κ.λπ.) αλλάζει με διάφορους τρόπους και δείχνει πάντοτε ένα μέρος από την πραγματικότητα, ποτέ το σύνολό της.

Η αντίληψη του συνόλου δε θα μπορούσε να διαφοροποιηθεί. Έτσι, η ίδια η αντίληψη (η πληροφορία μας, εάν προτιμάτε) είναι απο­σπασματική γνώση της πραγμα­τικότητας, όπως είναι οι έννοιες του λόγου και δεν δείχνει τα πράγματα, όπως ακριβώς είναι μόνα τους (και με όλους τους δυνατούς τρόπους). Το ότι η αντίληψη δεν είναι άμεσα τα πράγματα και δεν μας τα δείχνει ακριβώς όπως είναι (δηλαδή ανεξάρτητα από τον εαυτό μας), αυτό δεν σημαίνει ότι τα πράγματα δεν υπάρχουν. Αντιθέτως σημαίνει, ότι εκείνα δεν είναι τελείως διαφορετικά από εμάς και ακόμα, ότι τα πράγματα δεν είναι χωρίς σχέσεις, αλληλεπιδράσεις και κοινά στοιχεία.

Δεν είναι δυνατό ν’ αντιλαμβανόμαστε όλα τα πράγματα στην ίδια στιγμή (ή όλα τα μέρη τους) και η αντίληψη πρέπει ν’ αποτελείται από μερικά σταθερά γνωρίσματα, ανεξάρτητα από το αν αντιστοιχούν σε κάποια στοιχεία των πραγμάτων. Αυτά τα «ασύνθετα» γνωρίσματα στη σύσταση μιας πολυσήμαντης αντίληψης, τα οποία ονομάζουμε «αισθήματα», είναι και αυτά έννοιες, δηλαδή κοινά και σταθερά γνωρίσματα με αφηρημένη σημασία.

Τα αισθήματα, όπως λ.χ. ένα χρώμα ή το αίσθημα της θερμοκρασίας είναι έννοιες υπό την αισθητικότητα (με εξωτερική επίδραση), διότι είναι κοινά και σταθερά γνωρίσματα. Γνωρίσματα από κάποια αφαίρεση, η οποία γίνεται μόνη της και μας δείχνουν χωρίς διαφορές (και λεπτομέρειες) ακόμα και όταν τα πράγματα δεν είναι διαρκώς τα ίδια.

Η “παρανόηση” αρχίζει άμεσα από την αντίληψη, όπως και η εννόηση, από την οποία αφαιρούνται αναγκαία κάποια γνωρίσματα των πραγμάτων και τα ίδια τα αισθήματα συνταυτίζονται με ανύπαρκτα πράγματα ή ουσίες. Έτσι εξηγείται, γιατί η αντίληψη δε μας δείχνει ακριβώς όπως είναι τα πράγματα. Εάν η αφαιρετική δυνατότητα ονομάζεται διάνοια ή είναι μια διανοητική δραστηριότητα, τότε το ίδιο πρέπει να πούμε και για τη δυνατότητα της αντίληψης.

Η αισθητικότητα και η νοητικότητα δεν είναι δύο αντίθετες ιδιότητες και η μία δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς την άλλη. Η διαφορά τους είναι, ότι η πρώτη πραγμα­τοποιείται έμμεσα, από έξω, ενώ η άλλη άμεσα, από το έσω. Στην ίδια την αντίληψη μπορούμε να προσθέτουμε ή να αφαιρούμε γνωρίσματα (όπως κάνουμε στις γλωσσικά εξω­τερικευμένες έννοιες) και τότε λέμε, ότι στρέφουμε την προσοχή μας ή ότι συγκεν­τρωνόμαστε.

Μία αντίληψη, την οποία συν­ταυτίζουμε με μία ή περισσότερες άλλες, όταν δεν δια­πιστώνουμε ή δεν προσέχουμε τις διαφορές τους, μπορεί να θεωρηθεί σαν έννοια. Η ανα­σύνθεση μίας αντίληψης μέσα στην αυτο­συγκέντρωση δεν έχει τη σαφήνεια και τη λεπτομέρεια, που διαπιστώνουμε σ’ εκείνη. Δηλαδή, μερικά από τα γνωρίσματά της δεν υπάρχουν στην εσωτερική ανα­σύνθεσή της και επο­μένως μπορούμε να τη θεωρήσουμε σαν έννοια, αντί για ασαφή και ανακριβή αντίληψη.

Σκεπτικισμός
“Σκεπτικισμός είναι η ικανότητα να βρίσκει κανείς, με οποιοδήποτε τρόπο, αντιθέσεις ανάμεσα στα φαινόμενα και στις κρίσεις μας με τον σκεπτικισμό, εξαιτίας της ισοσθένειας που χαρακτηρίζει τα αντίθετα μεταξύ τους πράγματα και επιχειρήματα, φτάνουμε πρώτα στην εποχή και μετά στη αταραξία”. Έτσι περιγράφει τον σκεπτικισμό ο Σέξτος Εμπειρικός στις αρχές του 3ου αιώνα μ.κ.ε, όταν δηλαδή έχει από καιρό τελειώσει η περίοδος της ελληνιστικής φιλοσοφίας και οι Σκεπτικοί έχουν εκθέσει και αναπτύξει τις απόψεις τους για τουλάχιστον 5 αιώνες.

Μπορεί λοιπόν το απόσπασμα αυτό να συνοψίζει σε γενικές γραμμές τα βασικά χαρακτηριστικά των σκεπτικών, αλλά θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο σκεπτικισμός, όπως ακριβώς και στην περίπτωση της επικούρειας και στωικής φιλοσοφίας, αλλάζει από την μία γενιά Σκεπτικών στην άλλη σε σημαντικό βαθμό.

Πιο συγκεκριμένα, ο σκεπτικισμός στην αρχαιότητα παρουσιάζει κυρίως δύο κατευθύνσεις, οι εκπρόσωποι των οποίων θεωρούν ότι ανήκουν σε διαφορετικές παραδόσεις. Οι δύο κατευθύνσεις του αρχαίου σκεπτικισμού είναι ο ακαδημεικός και ο πυρρώνειος σκεπτικισμός.

Οι γνωσιολογικές προσεγγίσεις των Σκεπτικών τοποθετούνται στους αντίποδες των χαρακτηριζομένων ως δογματικών προσεγγίσεων, σύμφωνα με τις οποίες η γνώση ως θεωρητική κατάκτηση του εξωτερικού κόσμου ανήκει στην περιοχή των ανθρώπινων δυνατοτήτων και βρίσκεται σε διηνεκή εξέλιξη. Οι αισιόδοξες αυτές εκτιμήσεις είναι διάχυτες στον αρχαίο ελληνικό στοχασμό.

Οι Σκεπτικοί διατυπώνουν αμφιβολίες, άλλοτε μετριοπαθείς και άλλοτε ακραίες, για την αντικειμενική ισχύ των γνώσεων. Ως βασικό κριτήριό τους έχουν το ότι η γνώση είναι ένα αυστηρά υποκειμενικό γεγονός τελούμενο υπό τους όρους της ανθρώπινης προσληπτικότητας και κατά συνέπεια οι αισθήσεις και η νόηση είναι ενδεχόμενο να οδηγήσουν στην απάτη.

Η προέκταση είναι προφανής. Η αλήθεια δεν ανήκει στον ορίζοντα των ανθρώπινων δυνατοτήτων, διότι απουσιάζει το κύριο εχέγγυό της που είναι η αντικειμενικότητα ή η αμεσότητα της προδηλότητας των μέσων με τα οποία προσεγγίζεται.

Οι αρχαιότεροι των Σκεπτικών, ο Πύρρων και ο Τίμων δεν είναι γνωσιολογικά νόμιμο να αναφερόμαστε σε «είναι» των όντων αλλά στο «φαίνεσθαί» τους, υποστηρίζουν ότι όχι δηλαδή στο οντολογικό υπόστρωμά τους αλλά στον τρόπο με τον οποίο υποπίπτουν στην ανθρώπινη αντιληπτικότητα ως παρουσίες. Αυτός ο περιορισμός είναι δεσμευτικός. Εφόσον δεν έχουμε τις προϋποθέσεις να κατακτήσουμε γνωστικά με εδραία βεβαιότητα τα αντικείμενα του εξωτερικού κόσμου, γι’ αυτό είμαστε υποχρεωμένοι να μην εκφέρουμε κρίσεις για το περιεχόμενό τους.

Στους μεταγενέστερους Σκεπτικούς ανήκουν ο Αινησίδημος, ο Αγρίππας και ο Σέξτος ο Εμπειρικός, οι οποίοι μάλιστα αποπειρώνται να στηρίξουν συστηματικά τις απόψεις τους. Υποστηρίζουν και αυτοί ότι καμιά γνώση δεν έχει κύρος, διότι οι υποκειμενικοί και οι αντικειμενικοί παράγοντες που συμμετέχουν στη διαδικασία της διαφοροποιούνται τόσο καθεαυτοί όσο και μεταξύ τους.

Από τη μια πλευρά, το κάθε γνωστικό υποκείμενο στηρίζεται στις ιδιαιτερότητές του, ενώ επίσης δεν διαθέτει μια γνωστική ενότητα, αλλά προσεγγίζει τα αντικείμενά του με μια ποικιλία γνωστικών μέσων, όπως είναι ο νους και οι αισθήσεις. Παράλληλα, δεν πρέπει να παραθεωρείται ότι το ίδιο το υποκείμενο δεν είναι σταθερό, αλλά λόγω ειδικών περιστάσεων αλλάζει καταστατική θέση, ερμηνείες και αξιολογήσεις και άρα ερευνητικά κριτήρια.

Από την άλλη πλευρά, ο άνθρωπος δεν έχει μια κατευθείαν και μονοσήμαντη επικοινωνία με τα αντικείμενα, αλλά τα κατανοεί στη σχέση τους με το περιβάλλον τους, το οποίο υπόκειται σε μεταβολές. Η σχετικιστική ή δυναμική λειτουργική παρουσία τους αποτελεί εμπόδιο στο να εξασφαλίζεται και η αυθεντική σε βάθος γνώση τους.

Στα γνωσιολογικά επίσης εμπόδια τοποθετούνται η διαφορά συγκρότησης των αντικειμένων από χωρο–χρονική σε χωρο-χρονική συνθήκη, καθώς και η συχνότητα της εμφάνισής τους.

Τέλος, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας κοινωνικούς και ιστορικούς παράγοντες, το χαρακτηριστικό των οποίων είναι η εξέλιξη. Κάθε κοινωνία έχει τα οικεία της κριτήρια, τα οποία μάλιστα διαφοροποιούνται από εποχή σε εποχή, υπόκειται δηλαδή και η ίδια σ’ έναν εσωτερικό σχετικισμό.

Ο όρος “σκεπτικισμός” χρησιμοποιείται ευρύτερα, σε κάθε περίπτωση που είναι δύσκολο να παρθεί μια απόφαση και να βρεθεί η λύση στο πρόβλημα που έχει τεθεί και συζητιέται. Σε αντίθεση με τον “δογματισμό” χαρακτηρίζει ακόμα, την τάση αμφισβήτησης της αξιοπιστίας και την απαίτηση να δοθούν περισσότερες αποδείξεις και εξηγήσεις προκειμένου να χαρακτηριστεί η γνώση.

Ο σκεπτικισμός είναι μία σημαντική και αξιοπρόσεκτη τάση στην Φιλοσοφία, που ασχολείται κυρίως με την γνώση και την πηγή της αντίστοιχα. Αμφισβητεί την πιστότητα και την ορθότητα της γνώσης, πιστεύει ότι ο άνθρωπος είναι μερικώς ανίκανος στο να αποκτήσει έγκυρη και σωστή γνώση, γιατί γίνεται ασυνείδητα θύμα των αισθήσεών του. Δηλαδή ο άνθρωπος, κατά τον Σκεπτικισμό, σχηματίζει μια ψευδή αντίληψη για τον κόσμο που τον περιβάλλει και δημιουργεί γνώσεις που δεν μπορούν να έχουν γερά θεμέλεια.

Σκεπτικιστικές αμφιβολίες είχαν εκφραστεί ήδη από την εποχή των προσωκρατικών σοφιστών αλλά κι από τον ίδιο το Σωκράτη. Ωστόσο ο σκεπτικισμός, ως συστηματική φιλοσοφική στάση εκφράστηκε κυρίως από τους “πυρρώνειους” (οπαδοί του Πύρρωνα από την Ηλεία) και είχε πρακτικό χαρακτήρα. “Στην Χορεία Των Στωικών”

Αγνωστικισμός
Ο “αγνωστικισμός” είναι ένας νεότερος όρος που η επινόησή του αποδίδεται στον ένθερμο υποστηρικτή της θεωρίας της εξέλιξης του Κάρολου Δαρβίνου, στον Άγγλο φυσιοδίφη Τόμας Χάξλεϋ (Thomas Henry Huxley 1825-1895). Ο τελευταίος χρησιμοποίησε αυτό τον όρο για να συνοψίσει τις απόψεις απέναντι στα μεταφυσικά και θρησκευτικά ζητήματα, που εκείνη την εποχή δέχονταν ακόμα ένα πλήγμα από την επιστημονική θεωρία της φυσικής επιλογής.

Όπως προδίδει η ετυμολογία της λέξης αγνωστικισμός, πρόκειται για μία φιλοσοφική θεώρηση και κατεύθυνση που αποκλείει τη δυνατότητα να γνωρίσουμε σωστά τον κόσμο και την αλήθεια, υποβαθμίζοντας τη γνώση σε απλή πληροφορία που λαμβάνουν οι άνθρωποι από τα αισθητήρια όργανά τους με σκοπό να σκεφτούν και να δράσουν όπως εκείνοι νομίζουν και βολεύονται. Ο αγνωστικισμός δεν χαρακτηρίζει (μόνο) τις φιλοσοφικές απόψεις και τα επιχειρήματα που καλλιεργούν την αμφιβολία ή αξιώνουν αποδείξεις, αφού αυτές τις απόψεις πρέπει να τις εντάξουμε κάτω από τον όρο “σκεπτικισμός”.

Πηγαίνει ένα βήμα πίσω και καταλήγει στις απόψεις που αποκλείουν τη γνώση και ενισχύουν την άποψη ότι είμαστε θύματα αυταπάτης και ανίκανοι από τη φύση να κατανοήσουμε τους φυσικούς νόμους. Έτσι, αφήνει το πεδίο ανοιχτό για να συζητηθούν και για να αντιμετωπιστούν το ίδιο σοβαρά οι πιο απίθανες και παράλογες απόψεις… Τη φιλοσοφική θεώρηση του Αγνωστικισμού ενίσχυσαν οι απόψεις νεότερων στοχαστών και επιστημόνων, ιδιαίτερα με αφορμή την αναστάτωση που προκάλεσαν στις αρχές του 20ου αιώνα στη φυσική, οι νέες επιστημονικές θεωρίες της κβαντομηχανικής.

Από τους αρχαίους φιλόσοφους, ο Πύρρων ο Ηλείος (360-270 π.κ.ε.), ο ιδρυτής της Σκεπτικής Φιλοσοφικής Σχολής, θεωρείται βασικός εκφραστής αυτής της φιλοσοφικής κατεύθυνσης προς τον Αγνωστικισμό. Σύμφωνα με τον Πύρρωνα, ούτε οι αισθήσεις ούτε ο νους δίνουν ασφαλή γνώση. Οι αισθήσεις πληροφορούν διαφορετικά τον κάθε άνθρωπο και οι απόψεις (γνώμες, δόξες) που σχηματίζουμε με τη σκέψη μας μπορούν να είναι αντίθετες και αντικρουόμενες, χωρίς να αναιρούν η μια την άλλη.

Έτσι, όπως ο Σωκράτης υποστήριζε τη δυνατότητα να βασιστεί η Ηθική στη λογική γνώση, που ήταν επίσης εφικτή, ο Πύρρων αμφισβητούσε την αξιοπιστία όλων των απόψεων που σχημάτιζαν οι άνθρωποι περί του καλού και του κακού, αφού οι απόψεις τους εκφράζουν τις προσωπικές επιθυμίες τους και τι αρέσει στον καθένα και όχι τους νόμους του κόσμου.

Το ίδιο πράγμα μπορεί να είναι ευχάριστο ή δυσάρεστο, καλό ή κακό και να είναι διαφορετικό μεταξύ των ανθρώπων και μεταξύ των λαών. Η μόνη ηθική είναι να σταματήσουμε να κάνουμε γενικές κρίσεις για το καλό και το κακό και αντί να προσπαθούμε μάταια και διχαστικά, να επιδιώκουμε την αταραξία και την ψυχική ηρεμία. “Σωκρατική θεώρηση για τον άνθρωπο”.

Η διάσημη ρήση που αποδίδεται στον Σωκράτη “εν οίδα ότι ουδέν οίδα” και η φιλοσοφική διδασκαλία του που εισαγάγει λογικά την αμφιβολία στη σκέψη με σκοπό τη γνώση και τη βεβαιότητα, ήδη αποτελούν μία αφετηρία για τον αγνωστικισμό. Αλλά, ο Σωκράτης (470~399 π.κ.ε.) θεωρούσε δυνατή την απόκτηση της γνώσης. Με τη διδασκαλία του, όπως περιγράφεται από τον Πλάτωνα, περισσότερο ενδιαφερόταν να βοηθήσει τον άνθρωπο να σκέφτεται και να μην πέφτει θύμα πλάνης, με ότι αυτό συνεπάγεται.

Ο Σωκράτης παρατηρούσε τους κανόνες με τους οποίους η ανθρώπινη σκέψη επιτυγχάνει λογικά τη γνώση και είχε εφεύρει το διάλογο (επικουνωνία) σαν απαραίτητο εργαλείο της λογικής σκέψης. Ο Σωκράτης είδε πιο μακριά και συνέδεσε την ικανότητα της γνώσης και τη λογική του ανθρώπου με την προοπτική του ελέγχου της συμπεριφοράς και αντιλήφθηκε την ανάγκη να βασιστεί η Ηθική επάνω στη Λογική, ανεξάρτητα από τις προσωπικές απόψεις, που μπορούσαν να είναι διαφορετικές.

Αντιθέτως, ο Πρωταγόρας από τα Άβδηρα της Θράκης (490 ~ 411π.κ.ε.) πέρα από τη διαπίστωση των ελλιπών στοιχείων για να αποφανθεί σχετικά με ορισμένα ζητήματα, δίδασκε και την αδυναμία του ανθρώπου να γνωρίσει ουσιαστικά τον κόσμο, αφού συμφωνούσε με τη βασική παρατήρηση του Ηράκλειτου για την αέναη μεταβολή όλων των πραγμάτων. Από αυτή την παρατήρηση έβγαζε το συμπέρασμα, ότι δεν μπορούμε να πούμε για τα πράγματα τι είναι ή δεν είναι, αλλά μόνο πως μας φαίνονται.

Ο κόσμος είναι αυτός που φαίνεται από τις αισθήσεις μας, διαφορετικός για τον καθένα και η αλήθεια σχετική, όπως και εκείνος είναι ρευστός. Αυτή τη φιλοσοφική θεώρηση του Πρωταγόρα συνοψίζει το γνωστό απόφθεγμά του “Πάντων χρημάτων μέτρον εστίν άνθρωπος, των μεν όντων ως έστιν, των δε ουκ όντων, ως ουκ έστιν”. Δηλαδή: ” Όλων των πραγμάτων κριτήριο είναι ο άνθρωπος ο ίδιος, για τα όσα μεν υπάρχουν, ότι υπάρχουν, για όσα δεν υπάρχουν, ότι δεν υπάρχουν”.

Όταν του ζήτησαν να τοποθετηθεί σχετικά με την ύπαρξη των θεών, έδωσε την παρακάτω απάντηση όπως αποδίδεται σε σύγχρονα ελληνικά: “Για τους θεούς δεν μπορώ να γνωρίζω τίποτα: ούτε ότι υπάρχουν, ούτε ότι δεν υπάρχουν, ούτε τι λογής μορφή έχουν. Γιατί είναι πολλά όσα μας εμποδίζουν να γνωρίζουμε. Από τη μία το άδηλο του ζητήματος και από την άλλη η συντομία της ανθρώπινης ζωής” (Απόσπ. 4 ). Για αυτή τη δήλωση ο Πρωταγόρας καταδικάστηκε για αθεϊα και τα βιβλία του ρίχτηκαν στη φωτιά. Αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Αθήνα και το πλοίο που τον μετέφερε στη Σικελία ναυάγησε και ο ίδιος πνίγηκε. Ο Πρωταγόρας ήταν διάσημος σοφιστής και παιδαγωγός και άσκησε μεγάλη επίδραση στην εποχή του και σε πολλούς από τους μεταγενέστερούς του, αναζήτησε τα άρθρα: Πρωταγόρας: Πάνσοφος Αηδόνα των Μουσών και Σοφιστές: Αρχαίοι Έλληνες Διαφωτιστές.

Στην Ινδική μυθολογία και στις αρχαίες θρησκευτικές διδασκαλίες του Ινδοϊσμού, αποτελεί κεντρική ιδέα υψίστης σημασίας για τον προορισμό του ανθρώπου, να καταλάβει ή να αναγνωρίσει πως ο κόσμος των αισθήσεων είναι απατηλές εικόνες και μεταμορφώσεις μιας και της ίδιας πραγματικότητας, την οποία τελικά μπορούμε να γνωρίσουμε με ορισμένους ιδιαίτερους τρόπους ζωής και όχι με τη σκέψη ούτε από τις αισθήσεις. Κοντά σε αυτή την κεντρική ιδέα της πλούσιας Ινδικής μυθολογίας, πολλούς αιώνες αργότερα πλησίασε με λογικά επιχειρήματα και με καθαρές φιλοσοφικές σκέψεις, ο επίσκοπος Τζωρτζ Μπέρκλεϋ (Georg Berkeley 1685-1753).

Η αδυνατότητα να επιλυθούν τα κοσμολογικά προβλήματα, να επαληθευτούν οι θεωρίες στην εμπειρία και οι δυσκολίες να βρεθούν οι απαντήσεις μέσα από τις εξειδικευμένες επιστήμες, συντηρούσαν το γνωσιολογικό πρόβλημα, σχετικά με το οποίο οι φιλόσοφοι ήταν εξίσου διχασμένοι και τροφοδοτούν ακόμα τις αγνωστικιστικές θέσεις.

Στην καθημερινή ζωή όλοι οι άνθρωποι έχουν τη δυνατότητα να γνωρίζουν και πράττουν επηρεασμένοι από τη γνώση, ενώ συγχρόνως αγνοούν, γιατί κανένας δεν είναι παντογνώστης. Όταν η προσοχή και η αναζήτηση της αλήθειας συγκεντρώνεται στα βασικά κοσμολογικά ζητήματα, τότε η αμφιβολία, η δυσπιστία, η διαφωνία και το λάθος είναι συνηθισμένα και οι πιο ψύχραιμοι γίνονται επιθετικοί.

Οι φιλόσοφοι αιτιολογούσαν την αρνητική θέση τους για τη δυνατότητα της βέβαιης γνώσης με τις γνωστές θεωρίες και διαπιστώσεις τους όπως λ.χ. ο Ντέιβιντ Χιούμ (David Hume 1711-1776), ο οποίος αμφισβήτησε την αρχή της αιτιότητας, βασισμένος σε μία εμπειρική προσέγγιση του κόσμου με τρόπο υπερβολικό, αφού υποβάθμισε το ρόλο των ομοιοτήτων και των κοινών γνωρισμάτων στο πλήθος των διαφορετικών πραγμάτων και δεν εξήγησε την ύπαρξή τους.

Στο μεγαλύτερο μέρος τους, οι βασικές σκέψεις και τα επιχειρήματα για τη δυσκολία του ανθρώπου να γνωρίσει το κόσμο έχουν εκφραστεί στην αρχαία Ελληνική φιλοσοφία. Πολλούς αιώνες μετά, σημαντική συμβολή για την επιστημονική έρευνα της λογικής και της σκέψης υπήρξε το φιλοσοφικό έργο του Τζων Λοκ (John Locke 1632 -1704).

Το δοκίμιο για την ανθρώπινη νόηση του Λοκ είναι ένας αληθινός θησαυρός για κάθε άνθρωπο που θα ήθελε να γίνει προσεκτικός στις σκέψεις του και απαραίτητος σταθμός για κάθε στοχαστή που διατυπώνει σκέψεις και απόψεις σχετικά με τα φιλοσοφικά ζητήματα. Και φυσικά, όταν σκεφθούμε ότι αυτό το μεγάλο δοκίμιο είναι γραμμένο σαν ένα σύγχρονο επιστημονικό σύγγραμμα -με την παρατήρηση των ιδεών που αντιλαμβάνεται όλος ο κόσμος, – με την ακρίβεια των νοημάτων, – με συγκρατημένο λεξιλόγιο, – με την εύστοχη σειρά των σκέψεων, – χωρίς να χρησιμοποιήσει αμφισβητήσιμες σκέψεις για την ανάπτυξη του θέματός του, – συμπεριλαμβάνει το σύνολο των δεξιοτήτων και λειτουργιών του ανθρώπινου πνεύματος, – και με την προοπτική να συμπεριλάβει τα ψυχικά φαινόμενα, – και όλα αυτά στον 17ο αιώνα με ένα πνευματικό χάσμα προς το παρελθόν τότε δεν θα φανεί υπερβολική η εκτίμηση, ότι το δοκίμιο για την ανθρώπινη νόηση του Τζων Λοκ είναι ένα από τα λίγα κορυφαία πνευματικά έργα για την ανθρώπινη έρευνα, από την εποχή του Αριστοτέλη μέχρι τον 17ο αιώνα.

Όμως τελικά, η άμεση χρησιμότητα της γνώσης για μία κοινή για όλους και σταθερή πραγματικότητα (η ανάγκη να πατήσουμε σε σταθερά πράγματα για να επιβιώσουμε, να σκεφτούμε με προοπτική και με συνέπεια, να προδιαγράψουμε το μέλλον, να βασιστούμε στη βέβαιη γνώση και να συνεργαστούμε κ.λπ.) σε τελική ανάλυση, η ανάγκη αυτής της γνώσης για την αξιοποίηση και τον προσανατολισμό της ζωής παρασύρει όλους τους ανθρώπους να πιστέψουν, να συμφωνήσουν και να εκφράσουν απόψεις σχετικά με τα ζητήματα, για τα οποία έχουν διαβεβαιώσει ότι οι απαντήσεις είναι αδύνατες.

Αυτή τη φυσική ανάγκη και το αδιέξοδο του Αγνωστικισμού, οι άνθρωποι το αντιλαμβάνονται από την ασυνέπεια μεταξύ σκέψης και πράξης, αφού στην πραγματικότητα χρειάζεται να συμπεριφερθούμε με λιγότερες αμφιβολίες, με πρόνοια, με περισσότερη και γρηγορότερη συνέπεια και με σταθερές αξίες. “Όχι μόνο υπάρχει αλήθεια και σταθερή γνώση, αλλά και είναι αξιοθαύμαστη στιγμή της ζωής να πράττουμε σύμφωνα με την αλήθεια, ενώ γνωρίζουμε ότι έτσι θα χάσουμε μια ευκαιρία ή θα πληγώσουμε τον εαυτό μας”.

Ξεχωριστή προσοχή χρειάζεται η πρωτότυπη θεωρία του Καντ (Immanuel Kant 1724-1804), η οποία αν και περιγράφει λεπτομερώς και εξαντλητικά τον τρόπο δημιουργίας της γνώσης μας, από μία αβάσιμη άποψη – ότι η εμπειρία δεν προσφέρει έννοιες, με τις οποίες μπορούν να γίνουν οι πιο γενικές διαπιστώσεις- προσέφερε στον αγνωστικισμό σημαντικά και δυσύλληπτα θεωρητικά στηρίγματα. Η γενική δυσπιστία, ο λεγόμενος σκεπτικισμός και η ειδικότερη άρνηση έχουν τη θετική χρησιμότητα ενός δοκιμαστικού μέσου ν’ αναδεικνύει την αβασιμότητα, την ασάφεια, τα λάθη και την ανεπάρκεια στη γνώση μας.

Με τα προβλήματα που δημιουργεί μας κάνει πιο προσεκτικούς, γελοιοποιεί τις παράλογες και εξωπραγματικές θεωρίες, τη φαντασιοκοπία και προτρέπει να στοχαστούμε, για να περιορίσουμε στο ελάχιστο τις γνωστικές ατέλειες.

Η δυνατότητά μας να γνωρίζουμε την πραγματικότητα προέρχεται από αυτήν την ίδια, στην οποία είμαστε σαν ένα από τα μέρη της και η διαμάχη για την αρχή της γνώσης δε χρησιμεύει, για να γνωρίσουμε αν την έχουμε. Γιατί, απ’ όπου και να προερχόταν, όπως και να την εξηγήσουμε, δε θα μπορούσαμε να είμαστε βέβαιοι για την ορθότητά της γνώσης παρά μόνο από την αντιστοιχία της με την εμπειρική (μέσα κι έξω) πραγματικότητα και από τη διαπίστωση των συνεπειών της στην τελευταία.

Το πρόβλημα να γνωρίσουμε αν υπάρχει θεός, τι είναι η ζωή και αν η ζωή τελειώνει θα ήταν οριστικά άλυτο και άσκοπο να το θέτουμε, αν ο θεός και η αρχή της ζωής ήταν έξω από την πραγματικότητα, μέρος της οποίας είμαστε, αντιλαμβανόμαστε και γνωρίζουμε ή αν η πραγματικότητα ήταν κάτι απροσδιόριστο: Θέση, η οποία ήταν δεδομένη αλήθεια για τον Καντ, όπως ήταν για πολλούς φιλόσοφους και είναι μέχρι το δικό μας αιώνα και πέρα των φιλοσόφων.

Εξάλλου, έχουμε απαντήσει σχετικά με αυτό το ζήτημα ότι η αισθητικότητα είναι στην ουσία η περιορισμένη -σε εξωτερικές επιδράσεις- διανοητικότητα και όχι το αντίθετό της, είναι άμεσες και ταυτόχρονες διαπιστώσεις σταθερών ή κοινών στοιχείων στα πράγματα που μας επηρεάζουν πιο έμμεσα, με πρώτα αφηρημένα γνωστικά στοιχεία τα αισθήματα. Η αφαίρεση γνωρισμάτων και η περιληπτική άποψη των πραγμάτων ξεκινάνε από τα ίδια τα αισθητηριακά δεδομένα και αυτό δείχνει, ότι οι αισθήσεις είναι νοητικές ενέργειες με “πρώτη ύλη” από έξω της διάνοιας.

Τα πρώτα δεδομένα των αισθήσεών μας ήδη είναι αποσπασμένα γνωρίσματα και “σύντομες” απόψεις των πραγμάτων. Από την άλλη, η διανοητικότητα είναι μία σύνθετη δυνατότητα που δημιουργείται και εξελίσσεται σαν εσωτερική από τα εξωτερικά πράγματα, όταν εκείνα συνδυαστούν με ορισμένους τρόπους και αποτελέσουν ένα οργανικό σύνολο. Γι’ αυτό, η διάνοια επηρεάζεται διαρκώς από τα υλικά πράγματα και μπορεί να “αντανακλάει” μερικά από τα στοιχεία τους, αφού τα υλικά πράγματα αφήνουν κατά κάποιο πολύπλοκο τρόπο τα αποτυπώματά τους με επίδραση στο οργανικό σύνολο της ύλης που απόκτησε διανοητική αυτενέργεια.

Κάθε γνώση και δυνατότητα αντίληψης, η οποία δεν προήλθε από τη δική μας εμπειρία, προήλθε από την εμπειρία των άλλων έμβιων υπάρξεων, και από εκείνες τις οποίες εμείς προήλθαμε -άμεσα και πιο έμμεσα, με τη φυσική διαδικασία της γέννησης, όπου αποκτάμε την υλική και την ψυχολογική ύπαρξή μας μαζί. Έπειτα, επειδή υπάρχουν κοινά και σταθερά στοιχεία σε μία ενιαία πραγματικότητα, η ίδια η εμπειρία επιτρέπει τη διατήρησή της και ν’ ανακαλύπτουμε κοινά στοιχεία και εμπειρίες σε πράγματα άλλου χώρου και χρόνου και τα πιο έμμεσα αποτελέσματά τους.

Μπορούμε να μιλάμε για κάποια εμπειρία την οποία δεν έχουμε και αυτή η δυνατότητά μας προέρχεται από την εμπειρία, με το διάμεσο ορισμένων εννοιών, οι οποίες μπορεί να προήλθαν από έναν ελάχιστο αριθμό αντιλήψεων, αλλά να αναλογούν και να βρίσκονται σε πολύ μεγαλύτερο. Διάνοια χωρίς εμπειρία δεν υπάρχει, αλλά ούτε καμία εμπειρία χωρίς τη διάνοια. Επομένως, ο ορθολογισμός (ή νοησιαρχία και ρασιοναλισμός) και ο εμπειρισμός (ή αισθησιαρχία) είναι σχετικά δύο μονόπλευρες θεωρήσεις, και καμία άμεση αυθόρμητη νοητική σύλληψη δε θα μπορούσε να γίνει χωρίς καμία προηγούμενη σκέψη και χωρίς τις πληροφορίες των αισθήσεων, που η νόηση επεξεργάζεται ακόμα και χωρίς τη δική μας σκόπιμη προσπάθεια.

Το πρόβλημα για την αρχή της γνώσης και η θέση, που υποστήριξαν οι φιλόσοφοι, δεν ήταν πάντοτε καθοριστική για τη θέση τους στα βασικά κοσμολογικά ζητήματα (ή αντιστρόφως) ούτε πάντοτε μονομερής. Έτσι υπήρξαν εμπειριστές και ορθολογιστές φιλόσοφοι στη μία και στην άλλη κατεύθυνση. Επίσης να μη ξεχνάμε, η διαίρεση σε σχολές και σε ρεύματα δεν είναι μια εύκολη υπόθεση, αφού οι φιλοσοφικές θεωρίες αρχίζουν και τελειώνουν με προσωπικές επιλογές των θεμάτων, δεν περιλαμβάνουν μόνο τις συνεπείς σκέψεις, δεν διατυπώνονται με κοινά πρότυπα και δεν χαρακτηρίζονται από τη σαφήνεια τους.

Σε γενικές γραμμές, βρίσκουμε ακραίους εμπειριστές, όπως είναι ο Πύρρωνας, ο Πρωταγόρας, ο Λοκ, ο Μπέρκλεϋ, ο Ντιντερό, ο Χόλμπαχ (1723-1789), ο Χιουμ, ορθολογιστές, όπως ο Παρμενίδης, ο Πλάτων, ο Ντεκάρτ, ο Σπινόζα, ο Σέλλινγκ, ο Χέγκελ, και πιο περιορισμένους ή συνδυαστικούς, όπως ο Αριστοτέλης, ο Φράνσις Μπέικον (Bacon 1561-1626), ο Χομπς (Hobbes 1588-1679), ο Λάιμπνιτς.

Ο ιδεαλισμός του Καντ, ο ονομαζόμενος -από τον ίδιο- υπερβατικός, παρά την ίση απόστασή του στις δύο μονόπλευρες θεωρήσεις για την αρχή της γνώσης, δεν αποκάλυψε την άμεση και εσωτερική σύνδεση ανάμεσα στην αίσθηση και στη διάνοια. Διατήρησε το διχασμό τους, δεν εξήγησε εκ των πραγμάτων τη δυνατότητα της διάνοιας να διασυνδέει και να διαπιστώνει σχέσεις ή κοινά στοιχεία και μετά από τέτοια απόσπασή της από την πραγματικότητα έφθασε ν’ απλουστεύσει την ποιότητά της και να περιορίσει τις δυνατότητές της σε κάτι, το οποίο θεωρούσε μόνο εξωτερικά προς αυτήν.

Τονίζεται, αυτός είναι ένας γρήγορος και ενδεικτικός διαχωρισμός μερικών φιλοσοφικών θεωριών σύμφωνα με τον προσανατολισμό της σκέψης για την παρατήρηση και την περιγραφή των πραγμάτων όπως αυτά φαίνονται (εμπειρισμός) ή για την παρατήρηση της ίδιας της σκέψης και της εξαγωγής συμπερασμάτων που δεν περιορίζονται στα συγκεκριμένα πράγματα όπως αυτά παρατηρήθηκαν (ορθολογισμός). Υπάρχει και μια τρίτη διαδεδομένη άποψη σε όλους τους ανθρώπους, για τη δυνατότητα να γνωρίσουμε διαισθητικά, με αυτοσυγκέντρωση ή με αιφνίδιο τρόπο, κάτω από ανεπανάληπτες ψυχολογικές καταστάσεις.

Σύμφωνα, όμως, με τη θεωρία που υποστηρίζουμε, ακόμα και τα πρώτα αισθήματα, τα οποία μπορούμε να ανιχνεύσουμε στις απλούστερες μορφές ζωής, είναι τρόποι με τους οποίους γνωρίζει η νόηση και θεωρούμε ότι η ψυχή δεν είναι κάτι διαφορετικό από τη διανοητική δραστηριότητα. Στον άνθρωπο ιδιαίτερα, η ψυχή είναι διαμορφωμένη με την επεξεργασία που έχει κάνει η σκέψη στο πλήθος των παρατηρήσεων και των πληροφοριών και η γνώση δεν βρίσκεται πάντα μέσα στην επίγνωσή μας ή μέσα στις λέξεις της γλώσσας. Κυνισμός

Συνήθως, χρησιμοποιούμε την απλή λέξη “μνήμη” για να θυμόμαστε σύντομα, ότι υπάρχουν πληροφορίες, σκέψεις, παρατηρήσεις, γνώσεις μέσα στο κεφάλι μας που πολλές φορές δεν τα βρίσκουμε καθόλου και που πολλές άλλες φορές τα βρίσκουμε μετά από δική μας διανοητική προσπάθεια ή μετά από τυχαίες παρατηρήσεις, ακόμα και στον ύπνο μας, κάπως πιο απρόσμενα.

Σύμφωνα, λοιπόν, με αυτή τη θεώρηση για τη σχέση της ψυχής με το πνεύμα και τη νόηση σαν ένα και το ίδιο πράγμα με ουσία την πληροφορία, δεν θα δεχτούμε ότι υπάρχει η δυνατότητα γνώσης από κάποια διαφορετική πηγή, ή από μια άγνωστη εγκεφαλική λειτουργία ή από την άυλη μεσολάβηση ενός θεού και γενικά από οποιαδήποτε άλλη πηγή που δεν βρίσκεται μέσα στη διαμορφωμένη εμπειρία μας και χωρίς τις δικές μας σκέψεις.

«Δογματισμός και σκεπτικισμός είναι και οι δυο, από μια άποψη, απόλυτες φιλοσοφίες» έλεγε ο Μπέρτραντ Ράσσελ στα «αντιδημοφιλή δοκίμιά» του. «Ο οπαδός του πρώτου είναι βέβαιος ότι γνωρίζει και ο οπαδός του δεύτερου ότι δεν γνωρίζει. Εκείνο ακριβώς που πρέπει να εξαλείψει η φιλοσοφία είναι η βεβαιότητα, η βεβαιότητα είτε της γνώσης είτε της άγνοιας».

“Με τα φιλοσοφικά τερτίπια, όχι τόσο του σκεπτικισμού όσο του αγνωστικισμού, ο άνθρωπος κατάφερε να φρενάρει τη δυνατότητά του να γνωρίσει τον κόσμο και με πρόσχημα την αδυναμία του αυτή, φτωχαίνει ο ίδιος, πλουτίζοντας αυτούς που υποτίθεται ότι πολεμά”. Ηράκλειτος ο Μέγας

Μην ξεχνάμε πως Αγνωστικ-ισμός, Σκεπτικ-ισμός, Θε-ϊσμός αμφότερα είναι -ισμοί δηλ. παγιωμένες-παγωμένες καταστάσεις του Νου δηλ. ΝΕΚΡΕΣ. Τι γνώση και τι αποτέλεσμα ή αιτία, μπορεί να εξαχθεί από την νέκρα …παρά μονάχα ο θάνατος.

Θέτις, Θέμις και Ηω Αρχέτυπη Θεϊκή Προστασία

Αποτέλεσμα εικόνας για ερεβοκτονοσ ΘέμιςΗ Θέτις ήταν μία από τις Νηρηίδες της ελληνικής μυθολογίας

Η Θέμις ανήκε στους Τιτάνες, τα παιδιά της Γαίας και του Ουρανού. Αποτελούσε την ανθρωπόμορφη προσωποποίηση της φυσικής και της ηθικής τάξης καθώς και της εθιμοτυπίας. Η λέξη θέμις παράγεται από το ρήμα τίθημι και δηλώνει αυτό που έχει τεθεί, το ισχύον.

Ο Δίας την επιθύμησε, αλλά εκείνη απέρριψε τις προσφορές του. Η θεά Θέμις αποκάλυψε κατόπιν πως η Θέτις θα έφερνε στον κόσμο έναν γιο που θα ήταν δυνατότερος από τον πατέρα του. Φοβούμενος για την εξουσία του, ο Δίας έδωσε στην Θέτιδα ως σύζυγο ένα θνητό, τον Πηλέα.

Στους γάμους του Πηλέα και της Θέτιδας παρευρέθηκαν όλοι οι θεοί, εκτός από την Έριδα, εκείνη που έριξε το μήλο της προτίμησης ανάμεσα στις θεές και στάθηκε η ουσιαστική αιτία για να εκτυλιχθεί το νήμα του Τρωικού πολέμου.

Η Θέτις σύμφωνα με το μύθο γέννησε ένα γιο, τον Αχιλλέα, τον οποίο προσπάθησε ανεπιτυχώς να καταστήσει αθάνατο. Σε μια άλλη εκδοχή του μύθου άλειψε το σώμα του νηπίου με αμβροσία και το έβαλε επάνω στη φωτιά, προκειμένου να καούν τα θνητά μέρη. Όταν διακόπηκε από τον τρομαγμένο πατέρα του παιδιού, εγκατέλειψε οργισμένη την εστία της. Σε μια μεταγενέστερη εκδοχή φέρεται να βυθίζει το παιδί στον ποταμό της Στύγας, κρατώντας το από τη φτέρνα. Όλα τα σημεία που άγγιξε ο ποταμός έγιναν άτρωτα. Η φτέρνα όμως έμεινε στεγνή και ο Αχιλλέας απέκτησε το τρωτό σημείο του, έμβλημα της θνητότητάς του.

Οι Θεές της Αυγής
Τα συγκριτικά στοιχεία δείχνουν ότι υπάρχει μια σύνδεση διάφορων θεαινών, διακριτών στην ελληνική και ινδουϊστική μυθολογία, με το πρωτότυπο μιας πρωτο-ινδοευρωπαϊκής θεάς της Αυγής, την Αουσός μία από τις πολλές θηλυκές θεότητες της άνοιξης. Αντιπρόσωποι αυτής της σημαντικής ινδοευρωπαϊκής μορφής που περισσότερο από οποιεσδήποτε άλλες εκπροσωπούν τις λειτουργίες της στις αντίστοιχες ποιητικές παραδόσεις τους είναι η ινδουϊστική Ούσας και η ελληνική Ηώς.

Οι ιδιότητες αυτών των θεαινών, οι οποίες τους συνδέουν με το πρωτότυπό τους, παράγουν μια ακόμα μεγαλύτερη κληρονομιά στο ελληνικό έπος, έως ότου επικεντρώνονται και πάλι στην Αφροδίτη. Αναλύοντας τα στοιχεία που μοιράζονται μεταξύ τους η Αφροδίτη και η Ηώς ως απογόνοι της ινδοευρωπαϊκής θεάς της Αυγής, αναγνωρίζουμε μοτίβα σημαντικά στην ιστορία της Θέτιδας.

Κυρίαρχη ανάμεσά τους είναι η ένωση της αθάνατης θεάς με ένα θνητό εραστή. Όπως και η Ούσας στους βεδικούς ύμνους, η Ηώς ενώνεται με διάφορους εραστές, μεταξύ των οποίων ο Τιθωνός, που είναι και προεξέχων στην επική ποίηση. Η Αφροδίτη σχετίζεται με πολλούς, ιδιαίτερα τον Αγχίση και η Θέτις ενώνεται με τον Πηλέα. Αν και η έκβαση μιας σχέσης αγάπης μεταξύ μιας αθάνατης και ενός θνητού μπορεί να είναι εν τέλει αγαθοεργή, το χαρακτηριστικό του εξαιρετικού πάθους σε μια τέτοια ιστορία είναι ξεκάθαρο.

Σε αυτές τις περιπτώσεις στην εγγενή ένταση που προκαλείται ως αποτέλεσμα της αντιπαράθεσης μεταξύ των αθανάτων και των θνητών περιλαμβάνεται και μια συγκεκριμένη και θεμελιώδης σχέση μεταξύ των άχρονων θεών και του χρόνου. Η λειτουργία της θεάς της Αυγής στις ινδοευρωπαϊκές θρησκευτικές παραδόσεις, και συνεπώς η εγγενής λειτουργία της Ηούς, είναι το πρότυπο για αυτή τη σύνδεση.

Η ΗΩ ελέγχει τον ΧΡΟΝΟ

Η Ηώς φέρνει την ημέρα σε ύπαρξη, από μία άποψη δημιουργεί το χρόνο.
Όπως στην Οδύσσεια 5.390.

Καθώς φέρνει την ημέρα σε ύπαρξη, στην πραγματικότητα ελέγχει το χρόνο. Ο χρόνος, όμως, ελέγχει τις ζωές των ανθρώπων, γερνώντας τους. Ωστόσο, η θεά η ίδια είναι πάντα εκείνη που ανανεώνεται. Το επίθετο της Ηούς (ηριγένεια, «πρωτο-γέννητη») εκφράζει την αντίθεση μεταξύ των συνεπειών που προκαλεί στους ανθρώπους η δραστηριότητά της, και την ελευθερία της σε σχέση με αυτές τις συνέπειες. Από την ανθρώπινη άποψη δεν είναι απλά αθάνατη, είναι ο φορέας της διαδικασίας μέσω της οποίας εκπληρώνεται η έννοια της θνητότητας.

Στην Ιλιάδα, η σύγκριση των δραστηριοτήτων της Θέτιδας με την πρώτη αυγή απεικονίζει το πνεύμα της συσχέτισής της με την Ηώ και τη σχέση της με το χρόνο, με ιδιότητες δηλαδή που κληρονόμησε από την ινδοευρωπαϊκή παράδοση. Στην Ιλιάδα, η Θέτις λέγει στον Αχιλλέα ότι θα ζητήσει την πανοπλία του από τον Ήφαιστο κατά την Αυγή: «γιατί θα επιστρέψω την Αυγή, με την ανατολή του ήλιου». Επίσης, όταν η Θέτις ταξιδεύει στον Όλυμπο για να ζητήσει από τον Δία χάρη για τον Αχιλλέα, χρησιμοποιείται το επίθετο (ηερίη) για την περιγραφή της:

Εγέρθηκε από της θάλασσας το κύμα
νωρίς το πρωί ανέβηκε στον μέγα ουρανό
και στον Όλυμπο.

Το έργο της Ηούς
Η θεότητα αυτή κατά την Ελληνική Μυθολογία ήταν καθημερινή πρόδρομος του Ήλιου στον οποίον και άνοιγε κάθε αυγή με τα ρόδινα χέρια της τη «Θύρα της Ανατολής». Έπειτα στεφανοφορούνταν με άνθη που την εφοδίαζαν πτηνά και με πολύπτυχο πέπλο ανέβαινε στο τέθριππο άρμα της ρίχνοντας άνθη και με υδρίες σκορπούσε ροδόσταμο στη Γη («πρωινή δρόσος»), της οποίας οι σταγόνες άστραφταν σαν διαμάντια στις πρώτες ακτίνες του Ήλιου που την ακολουθούσε.

Αυτό ήταν το καθημερινό έργο της Ηούς, της πανέμορφης αυτής θεότητας που εξύμνησαν αρχαίοι Έλληνες ποιητές, που με θαυμασμό περιέγραψαν τα ροδόχροα δάκτυλά της, τον χιονόλευκο λαιμό της, τους θαυμαστούς οφθαλμούς της, το απαστράπτοντα πέπλο της (εικόνα λυκαυγούς) συνοδεύοντας το όνομά της με πλήθος θαυμαστικών επιθέτων ή επιφωνημάτων, όπως φάενναν, βοώπιν, ευπλόκαμον, κροκόπεπλον, λευκόπτερον, ροδόπηχυν (Αιολική διάλεκτος: βροδόπαχυν), ροδοστεφή, ροδόσφυρον, ροδοδάκτυλον, χρυσήνιον, χρυσόθρονον, χρυσοπέδιλον κ.ά..

Όπως διαφαίνεται σε κάθε καλοπροαίρετο ερευνητή της Ελληνικής Μυθολογίας, όλοι οι ελληνικοί μύθοι είναι αλληγορική και εκλαϊκευμένη αναφορά σε πρώιμες παρατηρήσεις. Και εν προκειμένω οι μύθοι της Ηούς το επιβεβαιώνουν. Το όνομά της ως «ηριγένεια θεά» (γεννημένη το πρωί) έχει την ίδια ετυμολογία με την λατινική Aurora, απόγονη του Υπερίονα, (=εκείνου που πορεύεται πάνω από τη Γη), και της «Ευρυφάεσσας» (= η διαχέουσα τη λάμψη της μακριά), ή της «Θείας» (= η τρέχουσα στον ουρανό) και οι συγγένειές της με τον Ήλιο, τη Σελήνη, τον Φαέθοντα, τον αρχαίο Εωσφόρο που ως πτερωτός «δαίμων» προηγείται του άρματος του Ηλίου, αλλά και τα επίθετά της, ομολογούν την ταύτισή της με την ανθρωπόμορφη ιδεατή αντίληψη της αυγής.

«Ροδοδάκτυλος» και «χρυσοδάκτυλος» είναι οι πρώτες ακτίνες του Ηλιου, χρυσόθρονος, χρυσήνιος, κροκόπεπλος, τα πρώτα χρώματα του ουρανού λίγο πριν τη ανατολή του Ήλιου. Αλλά και το «ερωτόληπτον» των μύθων της σε συνδυασμό με τη βραχεία απόλαυση παντός ωραίου τον οποίον αγάπησε δεν ξεφεύγει της πραγματικότητας. Οι ήρωες και οι κυνηγοί που φεύγουν από τα «άγρια χαράματα», που θα λέγαμε σήμερα, στους μύθους φαίνονται να απάγονται από τη θεά και να ερωτοτροπούν μ΄ αυτή! Ενώ εκείνη συνεχίζει μέχρι σήμερα να σκορπά γύρω της την παρατηρούμενη πρωινή δρόσο και θα συνεχίζει.

Απεικονίσεις στην τέχνη
Εικόνα επάνω: Η Ηώς εικονίζεται στην τέχνη ως μία ωραιότατη νέα, άλλοτε με φτερά και άλλοτε πάνω σε χρυσό άρμα που το σέρνουν άσπρα άλογα, να ραίνει τη Γη με δροσιά. Στις παραστάσεις που σώζονται (αγγεία κυρίως), εμφανίζεται να έχει φτερά, κάτι που είναι λογικό, ως θεότητα που ακολουθεί τον Ήλιο και ταξιδεύει στον ουρανό. Ο αστεροειδής 221 Ηώς (221 Eos), που ανακαλύφθηκε το 1882, πήρε το όνομά του από το πρόσωπο αυτό της ελληνικής μυθολογίας.

Η Ήρα επιπλήττει το Δία για τη συναίνεσή του στις παρακλήσεις της Θέτιδας λέγοντας:

Μα τώρα πολύ φοβάμαι πως σε κέρδισε,
η αργυρόποδη Θέτις,
η κόρη του αρχαίου θαλασσινού,
γιατί νωρίς το πρωινό κάθησε μαζί σου
κι αγκάλιασε τα γόνατά σου.

Εκτός από το γεγονός ότι χρησιμοποιείται για τη Θέτιδα, το ιερίη απαντάται στην Ιλιάδα μόνο μία φορά (3.7). Όπως και το επίθετο της Ηούς (ηριγένεια, «πρωτο-γέννητη»), σχετίζεται πιθανώς με το (ήρι=ενωρίς). Η χρήση του ιερίη και το ταξίδι της Θέτιδας νωρίς την αυγή υποδεικνύουν τη σχέση της με την Ηώ ηριγένεια και συνεπώς τη σχέση της δύναμής τους με το χρόνο, τον καθοριστικό παράγοντα της ανθρώπινης ζωής.

Βέβαια, ορισμένα στοιχεία κοινών μοτίβων των θεοτήτων που μοιράζονται τη μυθολογία της θεάς της Αυγής διατηρούνται και στην Ιλιάδα; Έτσι και το αρχέτυπο της προστασίας του θνητού ήρωα αντιπροσωπεύει ένα κεντρικό χαρακτηριστικό που μοιράζονται οι θείες μητέρες ή ερωμένες, οι οποίες κληρονομούν τη μυθολογία της θεάς της Αυγής ή αφομοιώνονται σε αυτήν με το πέρασμα του χρόνου. Στις διάφορες παραλλαγές του εκτός από την Ηώ και τη Θέτιδα στο Αιθιοπίς, περιλαμβάνει την Καλυψώ στην Οδύσσεια και την Αφροδίτη στον Ομηρικό Ύμνο στην Αφροδίτη και στην Ιλιάδα. Τούτη η παράδοση είναι πολύ γνωστή στην Ιλιάδα, όπου σε δύο δραματικά επεισόδια η Αφροδίτη παρεμβαίνει για να προστατέψει τους αγαπημένους της από τον άμεσο κίνδυνο, αρπάζοντάς τους από τη μάχη στην κρίσιμη στιγμή. Στη Γ’ Ραψωδία σώζει τον Πάρη, τη στιγμή που πρόκειται να νικηθεί από τον Μενέλαο.

Η ανακάλυψη της ταυτότητας
Η απομάκρυνση του ήρωα από τον κίνδυνο, όμως, και η προστασία του από το θάνατο, δημιουργεί ένα παράδοξο εμφανές τόσο στην Ιλιάδα όσο και στην Οδύσσεια. Προστατεύοντας έναν ήρωα από το θάνατο, τού αφαιρείς τη δυνατότητα για μια ηρωική ζωή. Κατά τον ίδιο τρόπο η Καλυψώ, η οποία συγκρίνει την πρόθεσή της προς τον Οδυσσέα με την απαγωγή του Ωρίωνα από την Ηώ, θέλει να σαγηνεύσει τον Οδυσσέα και να του προσφέρει την αθανασία.

Αλλά αυτό θα σήμαινε αναπόφευκτα την απώλεια του στόχου του, την άρνηση του ταξιδιού, εν τέλει την άρνηση της ταυτότητάς του. Από μία άποψη -εγγενή στην Οδύσσεια και την Ιλιάδα- κάτι τέτοιο θα σήμαινε εξάλειψη της ηρωικής αναζήτησης, άρνηση του έπους. Η Καλυψώ «η συγκαλύπτρια», χρησιμοποιεί πειστικά επιχειρήματα στην προσπάθειά της να κρύψει τον Οδυσσέα από τη θνητότητα. Η έσχατη αποτυχία της υποδεικνύει τη δέσμευση του ήρωα με τη θνητή ύπαρξή του, την ηρωική του ταυτότητα αλλά και τη συμμετοχή των θεών στις ανθρώπινες αξίες.

Η Θέτις ενεργεί εξ ονόματος του Αχιλλέα στην Ιλιάδα μόνον αφού επιβεβαιώνει επανειλημμένα τη γνώση ότι πρέπει να πεθάνει και τελικά, στη Σ΄ ραψωδία εκφράζει τη βεβαιότητα ότι αυτό πρόκειται να συμβεί σύντομα. Γνωρίζοντας την αδυναμία του Αχιλλέα, κατανοεί ότι δεν μπορεί να σωθεί και τότε προσπαθεί να τον προστατέψει. Ζητά από τον Ήφαιστο να του φτιάξει νέα πανοπλία, για να αντικαταστήσει την παλιά που φορούσε ο Πάτροκλος και χάθηκε εξαιτίας του Έκτορα.

Αντίθετα από τις προσπάθειες διάσωσης με τις οποίες η Αφροδίτη απομακρύνει τον προστατευόμενό της από τον κίνδυνο, η Θέτις «προστατεύει» τον Αχιλλέα παρέχοντάς του τα μέσα να επιστρέψει στη μάχη, από την οποία δεν πρόκειται να γυρίσει ζωντανός. Η ασπίδα, ύψιστο σύμβολο «της ασφάλειας», γίνεται όργανο του πεπρωμένου του. Τούτη η χάρη από τον Ήφαιστο αντιστοιχεί στην αρχική χάρη που ζήτησε η θεά από το Δία. Όπως η συναίνεση του Δία προς τη Θέτιδα δεσμεύει τον Αχιλλέα στην Τροία και στο θάνατό του, έτσι και η εκπλήρωση των όσων οφείλει ο Ήφαιστος στη Θέτιδα γίνεται όργανο της καταστροφής του γιου της και τον φέρνει πλησιέστερα στο θάνατο.

Ο ημίθεος ήρωας συνδέεται πλέον αξεδιάλυτα με τη μη ανθρώπινη τελειότητα και τα θεϊκά επίπεδα, αλλά αντί να προβάλλει την ανύψωσή του στη σφαίρα της θεότητας, η Ιλιάδα αναδεικνύει την οδυνηρή θνητή πτυχή του, που ασκεί μια σχεδόν ισοπεδωτική επιρροή στις προσδοκίες του ήρωα για αθανασία. Τούτη η πτυχή διατηρεί την ανθρώπινη αυθεντικότητά της, αλλά δεν είναι πλέον εγγυήτρια για την επίτευξη της αθανασίας. Άλλωστε, πριν από την επίτευξη της αθανασίας, προβάλλει απαιτητικά η ανάγκη της αυτογνωσίας.

Με αυτόν τον τρόπο προβάλλει μια επιπρόσθετη διάσταση στην επίκληση και την προσαρμογή των πτυχών της μυθολογίας της Θέτιδας στο έπος της Ιλιάδας, καθώς και των διαφορετικών μοτίβων που αναγνωρίσαμε πιο πάνω. Η «παραβίαση των προσδοκιών», η όποια είναι τόσο αποτελεσματική σε ατομικό επίπεδο, παρέχει το υλικό της εμπειρίας του Αχιλλέα, όπως το απεικονίζει το ποίημα. Σύμφωνα με το χαρακτηρισμό της Ιλιάδας, ο Αχιλλέας ζει την παραβίαση των προσδοκιών του, εκείνων που προκύπτουν από τη θέση του, το γεγονός δηλαδή ότι είναι γιος της θεάς.

Οι προσδοκίες στην προκειμένη περίπτωση θέλουν το γιο μιας θεάς να κινείται πέρα απο τους κοινούς συμβιβασμούς των θνητών. Όμως η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Ο Αχιλλέας δεν μπορεί να κατακτήσει την Τροία μόνος του μαζί με τον φίλο του τον Πάτροκλο και επιπλέον υφίσταται την οδύνη της απώλειας και τη γνώση της θνητότητάς του. Το έπος βέβαια χρησιμοποιεί τη Θέτιδα για την καταγραφή τούτης της αναγνώρισης, καθώς ρωτά στο θρήνο του Αχιλλέα για τον Πάτροκλο:

Γιατί κλαίς παιδί μου;
Ποια θλίψη την καρδιά σου πλάκωσε;
Μίλα και μη την κρύβεις. Πραγματικά, για σένα
εκπληρώθηκαν όλα τούτα από τον Δία,
όπως προσευχήθηκες νωρίτερα,
τα χέρια σου υψώνοντας.
Σε τούτα τα λόγια απαντά ο Αχιλλέας:
Μητέρα μου, όλα αυτά εκπλήρωσε ο Ολύμπιος,
αλλά τι το καλό έχουν για μένα, αφού ο σύντροφός μου
Ο αγαπημένος είναι νεκρός;

Η θλίψη για την οποία μιλά εδώ ο Αχιλλέας -και που αποτελεί τη μερίδα του βασάνου και της ηθικής του πρόκλησης- αντιστοιχεί στη μεγαλύτερη εμπειρία του ίδιου του ποιήματος, σύμφωνα με την οποία οι άνθρωποι αναγκάζονται συχνά να αναθεωρούν δραστικά τις σκέψεις και τις ενέργειές τους. Η ανακάλυψη της ταυτότητας από μέρους του Αχιλλέα –των αξιών, της ηθικής με την ευρύτερη έννοια- είναι αδιαχώριστη από την κατανόηση της θνητότητας. Τούτη η ανακάλυψη γίνεται απαραίτητη και αποκτά νόημα μόνο αν αποκλειστεί η αθανασία.

Η μάχη ως πλαίσιο αναφοράς για τα γεγονότα που αφηγείται το έπος είναι πολύ πιθανό να προήλθε ως ρύθμιση για τις περιγραφές των εξαιρετικών άθλων που περιλαμβάνουν τη φυσική ανδρεία και που υποδεικνύουν μια ιεραρχία των ηρώων. Αλλά εκεί όπου η εισαγωγή της αντίθεσης ζωής και θανάτου σε άλλα έπη διατηρεί έναν λίγο-πολύ φιλολογικό χαρακτήρα ή χρησιμεύει ως πλαίσιο αναφοράς για την καταγραφή κάποιων ιδεών, στην Ιλιάδα γίνεται αφεαυτής υποκείμενο.

Ο ηρωισμός του Αχιλλέα προκύπτει όχι τόσο επειδή τον διακρίνουν οι άθλοι του, αλλά γιατί η μάχη εξυπηρετεί ως ρύθμιση στην οποία κάθε επιλογή, κάθε δράση, γίνεται ιδιαίτερα σημαντική — ένα πεδίο στο οποίο η ζωή του είναι περισσότερο συνδεδεμένη με τη ζωή των άλλων και συνεπώς είναι απόλυτα αναγκαίος ο ορισμός του εαυτού.

Η δύναμη της Θέτιδας
Καθορίζοντας τη Θέτιδα μέσω μιας επιλεκτικής παρουσίασης της μυθολογίας της, η Ιλιάδα κάνει τη ρητή, εμφατική χρήση των ιδιοτήτων της ως μητέρας τροφού –κουροτρόφου- και προστάτιδας. Για να το θέσουμε διαφορετικά, αυτή η όψη της μυθολογίας της Θέτιδας -η μητρική, προστατευτική της δύναμη- έτσι όπως προσαρμόζεται στην Ιλιάδα, αναδεινύει μία από τις κεντρικές ιδέες του έπους, την αδυναμία ακόμα και του μέγιστου των ηρώων.

Ημίθεος όπως είναι ο Αχιλλέας, δεν μπορεί να αποφύγει το θάνατο. Ταυτόχρονα, η Ιλιάδα στρέφει την προσοχή μας στο ρόλο της Θέτιδας στο θεογονικό μύθο της διαδοχής. Με αυτόν τον τρόπο βέβαια το έπος αυτο-καθορίζεται, προβάλλοντας και έναν από τους σκοπούς του, που είναι η αφήγηση του θεογονικού μύθου και των λεπτομερειών της διαδικασίας διαδοχής στο θεϊκό πάνθεο.

Ο Πίνδαρος στην Ισθμιακή Ωδή 8 του αποκαλύπτει τη Θέτιδα ως μορφή με κοσμικές δυνατότητες, της οποίας η ύπαρξη και μόνον υπόσχεται βαθύτατες συνέπειες για τους Θεούς. Όχι μόνο παράγει τη σύγκρουση μεταξύ του Δία και του Ποσειδώνα εξαιτίας της αγάπης τους για εκείνην, αλλά η δυνατότητά της να φέρει ένα γιο μεγαλύτερο από τον πατέρα του απειλεί ολόκληρη τη θεία τάξη. Ο ανταγωνισμός που ξεσηκώνει ανάμεσα στο Δία και τον Ποσειδώνα λόγω της αγάπης τους για εκείνη δεν έχει προηγούμενο, αλλά η μεγαλύτερη δύναμή της δε βρίσκεται εκεί.

Η Θέμις συμβουλεύει το Δία και τον Ποσειδώνα να μην παντρευτούν τη Θέτιδα, όχι γιατί θεωρεί ότι ο ανταγωνισμός τους μπορεί να αποβεί επικίνδυνος, αλλά μάλλον γιατί ένας τέτοιος γάμος μεταξύ της Θέτιδας και οποιουδήποτε Ολύμπιου «ανάμεσα στους αδελφούς του Δία» θα ήταν αφεαυτού καταστροφικός. Αν το θέμα ήταν απλά να τελειώσει η σύγκρουση μεταξύ των αδελφών, τότε η λύσις θα ήταν να αποδοθεί η Θέτις στον έναν από τους δύο. Αν παντρευόταν τον έναν η Θέτις τότε ο άλλος δε θα μπορούσε να την πλησιάσει και η σύγκρουση θα σταματούσε και η πιθανότητα να υτπάρξει ένας δεύτερος ανταγωνισμός δε θα υπήρχε ούτε ως δυνατότητα.

Όμως αυτό που φοβάται η Θέμις είναι περισσότερο η «εξορία» του Δία από έναν πιθανό διάδοχο, ισχυρότερο του πατέρα του, τα αποτελέσματα δηλαδή ενός πεταλισμού. Η Θέμις, φύλακας της κοινωνικής τάξης, προσπαθεί προφανώς όχι απλά να αποτρέψει μια φιλονικία που προκαλείται από κάποια ερωτική αντιζηλία μεταξύ αδελφών (φιλονικία πάντα αναστρέψιμη), αλλά ένα καταστροφικό νείκος (φιλονικία) σε κλίμακα διαδοχής γενεών. Αυτό είναι που η Θέτις έχει τη δύναμη να προκαλέσει και εδώ θεμελιώνεται και η δύναμή της έναντι των θεωρητικά υπέρτερων Ολύμπιων.

Η συντριπτική υπεροχή της Θέτιδας, όπως αποκαλύπτει ή 8η Ισθμιακή Ωδή, αποτελεί τον πυρήνα του Προμηθέα Δεσμώτου του Αισχύλου. Στην τραγωδία η Γαία (προσδιορισμένη ως Θέμις) γνωστοποιεί στο γιο της Προμηθέα το μυστικό της μελλοντικής συντριβής του Δία, ότι δηλαδή η Θέτις, με την οποία ο Δίας σχεδιάζει «να ενωθεί», πρόκειται να γεννήσει ένα παιδί που θα είναι δυνατότερο από τον πατέρα του. Είναι αυτή η απειλή την οποία υπαινίσσεται ο Προμηθέας, με αυξανόμενη σαφήνεια, σε ολόκληρη την τραγωδία.

Τούτη η γνώση είναι παράλληλα, η ασφάλειά του στην προσπάθειά του να δεσμεύσει τον Δία. Αν και δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι πώς ακριβώς η κατοχή αυτής της γνώσης μπορεί να είχε εξυπηρετήσει τον Προμηθέα στην τριλογία συνολικά, μπορούμε να πούμε ότι η πλοκή και η δραματική ένταση του Προμηθέως Δεσμώτου οργανώνεται γύρω από τη γνώση των Τιτάνων ότι η Θέτις είναι η απάντηση στη μόνη ερώτηση που απασχολεί τον Δία. Το μυστικό της Θέτιδας παρουσιάζεται στο Προμηθεύς Δεσμώτης ως αναπόφευκτα συνδεδεμένο με την επιβίωση του Δία, η διακυβέρνησή του και το μέλλον του είναι εγκλωβισμένα στη μοιραία δύναμή της.

Παρόλο που ο κίνδυνος ενάντια στον Δία από την απόπειρα της Ήρας, της Αθηνάς και του Ποσειδώνα (1.396) αποτράπηκε από τη Θέτιδα, είναι η ίδια που παρουσιάζεται ως μέγιστη πρόκληση ενάντια στην υπεροχή του, σύμφωνα με το μύθο όπως συναντάται στον Πίνδαρο και τον Αισχύλο. Η φράση της Ιλιάδας (1.404) περιγράφει τον Αχιλλέα μέσα στα πλαίσια αυτής της παράδοσης της πάλης των επερχόμενων γενεών με τις προηγούμενες.

Ήρωες Ημίθεοι
Η Ιλιάδα, λοιπόν, μας δίνει μια φαινομενικά ασυμβίβαστη εικόνα. Πώς μπορεί να συμφιλιωθεί η κοσμική δυνατότητα της Θέτιδας με το περιορισμένο status της στην Ιλιάδα; Η αρχική μας εντύπωση είναι πως πρόκειται για θεότητα δεύτερης τάξης, της οποίας η θέση είναι κατώτερη από εκείνη των σημαντικότερων θεοτήτων του έπους. Η εκφρασμένη θλίψη της και η επαναλαμβανόμενη αδυναμία της μποστά στην οδύνη του γιου της την κάνουν να φαίνεται ευάλωτη με έναν τρόπο που δεν προσιδιάζει στους θεούς. Σε σύγκριση με την αγωνία της Θέτιδας, ένα επεισόδιο όπως το πλήγωμα της Αφροδίτης στην Ραφωδία Ε’ (334ff.) είναι παροδικό, και χρησιμεύει για να διευκρινίσει απλώς ότι οι Ολύμπιοι βρίσκονται πέρα από τον φευγαλέο ανθρώπινο πόνο. Δεν υπάρχει τίποτα, οπουδήποτε στην αθάνατη σφαίρα της Ιλιάδας, συγκρίσιμο με την περίλυπη απομόνωση της Θέτιδας.

Η λύση που υπονοείται στη μυθολογία της Θέτιδας, προϋποθέτει μια σχέση μεταξύ της σταθερότητας της θείας τάξης και της μεταβλητότητας της ανθρώπινης τάξης, όπου κάθε γενεά πρέπει να δημιουργεί την επόμενη. Νύξεις που υπενθυμίζουν την εχθρότητα και τον ανταγωνισμό μεταξύ των Θεών, λοιπόν –ακόμα και αν υπογραμμίζουν απλά το ρόλο των Θεών ως θεατών στα ανθρώπινα πάθη- συνδέουν τη θεία και την ανθρώπινη φύση με μια βαθιά αμοιβαία σχέση.

Ο καρπός της σχέσης του θεϊκού με το ανθρώπινο είναι σχεδόν πάντα στην παγκόσμια μυθολογία ο ημίθεος ήρωας, δηλαδή ο άνθρωπος που αναζητά μέσω της ανάληψης και της εκπλήρωσης του ηρωικού προτύπου τη θεϊκή του φύση. Είναι λοιπόν αδύναμη η Θέτις στην προστασία της ή απλά επιζητώντας την πραγματική αθανασία του γιου της τον ρίχνει ξανά στη μάχη; Η ουσία εδώ δεν είναι να αποφύγει ο ήρωας το θάνατο, αλλά να ζήσει σύμφωνα με τους κανόνες της ηρωικής ζωής. Τότε μόνο το αναπόφευκτο τέλος γίνεται ανάληψη στους μεγάλους ουρανούς των Ολύμπιων.

Η Θέμις στη μυθολογία είναι εκείνη που θεσμοθετεί

Ο Ησίοδος δεν θα μπορούσε διαφορετικά μια τέτοια τιτάνια αλληγορικής σημασίας θεότητα να μη τη συμπεριλάβει στους πρώτους θεούς κόρη του πρώτου θεϊκού ζεύγους του Ουρανού και της Γαίας η οποία στη συνέχεια εμφανίζεται ως η δεύτερη σύντροφος του Δία. Ο γάμος του μαζί της σηματοδότησε, μετά την κατάποση της πρώτης του συζύγου Μήτιδος, τη σταθεροποίηση της βασιλείας του πιο δυνατού από όλους τους θεούς. Μια βασιλεία που από εκείνη τη στιγμή ήταν εγγύηση σταθερών κανόνων που ισχύουν για θνητούς και θεούς.

Το δίκαιο που αντιπροσωπεύει είναι ιερό και ισχύει και για τους θεούς και είναι ανώτερο ακόμη και από τη βούλησή τους. Ως θεά είχε τρισυπόστατη εκπροσώπηση ως θεά φυσικής τάξης, θεά της ηθικής τάξης και προφήτις θεά, ιδιότητα που την κληρονόμησε από την μητέρα της Γαία.

Έτσι σύμφωνα με τα παραπάνω θυγατέρες της Θέμιδος ως εκπροσωπούσα τη φυσική τάξη φέρονταν οι Ώρες (= οι εποχές με το τυπικό της ακριβούς εναλλαγής των,), ως εκπροσωπούσα την ηθική τάξη φέρονταν η Ευνομία, η Δίκη, και η Ειρήνη, που αποτελούν τα υπέρτατα αγαθά μιας κοινωνίας, καθώς και οι Μοίρες, (η Κλωθώ, η Λάχεση και η Άτροπος) που προσωποποιούσαν το πεπρωμένο κάθε ανθρώπου και στις οποίες ο πατέρας τους Δίας τις είχε αναθέσει να διανέμουν στους ανθρώπους τα αγαθά, και τέλος ως εκπροσωπούσα την προφητεία φέρονταν οι Νύμφες καθώς και η παρθένα Αστραία, επίσης προσωποποίηση της δικαιοσύνης.

Αρχικά η Θέμις έχοντας κληρονομήσει την μαντική ικανότητα από την μητέρα της αντικατέστησε εκείνη πρώτη στο Μαντείο των Δελφών. Όταν όμως γεννήθηκε ο Απόλλωνας επέδειξε προς αυτόν ιδιαίτερη αγάπη και στοργή και σύμφωνα με τη μυθολογία αυτή πρώτη του πρόσφερε τροφή, θεωρούμενη έτσι και τροφός του Απόλλωνα παραδίδοντάς του αργότερα το εν λόγω Μαντείο.

Ο Όμηρος σύμφωνα με τα έπη του τονίζει ότι η Θέμις εκτελεί παρά τον Δία καθήκοντα κήρυκος και ότι εξ ονόματός του συγκαλούσε τα συμβούλια των ολυμπίων θεών και ότι επόπτευε την τάξη κατά τις τελετές των συμποσίων τους. Επίσης ότι αυτή κάθε φορά εξαγγέλλει τις αποφάσεις του Δία εξ ου και αποκαλούνταν “Διός θέμιστες” όπως έτσι λέγονταν οι νόμοι και οι αποφάσεις που δημιουργούσαν οι άνθρωποι κατ΄ εικόνα της δικαιοσύνης του Ολύμπου.

Με αυτές τις αντιλήψεις ο Ησίοδος έπλασε στη Θεογονία του την Θέμιδα, ως σύζυγο του Δία, αφού η ιδέα της τάξης είναι συνυπάρχουσα ιδιότητα του υπέρτατου θεού. Έτσι παρουσιάζεται η Θέμις προστάτιδα του δικαίου και της φιλοξενίας και τιμωρός κάθε παράβασης επ΄ αυτών, ιδιαίτερα κατά του Πάριδος που καταπάτησε τις αρχές, με τον Τρωικό πόλεμο που συναποφάσισε με τον Δία.

Η Θέμις προσαγορεύονταν άλλοτε Ιχναία θεά, δηλαδή θεά που αναζητεί ίχνη αδικοπραξιών, καθώς και Πανδερκής θεά εκ του γεγονότος ότι τίποτε δεν της διέφευγε. Επί του τελευταίου κάποιοι μυθογράφοι θεώρησαν την Θέμιδα κόρη του Ήλιου υπό το φως του οποίου ουδέν αποκρύπτεται. Μάλιστα λεγόταν πως η Θέμις έβλεπε τα πάντα πριν ακόμα τα δουν οι άνθρωποι. Από αυτό κρινόταν επίσης και ως μάντης θεά. Επ΄ αυτού ο Αισχύλος αναγνωρίζει την Θέμιδα μητέρα του προορατικού Προμηθέα.

Ιερά της Θέμιδος υπήρχαν στη Θεσσαλία, Αττική, Βοιωτία και Ολυμπία.