Τρίτη, 20 Αυγούστου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Ὄρνιθες (1058-1087)

ΧΟ. ἤδη ᾽μοὶ τῷ παντόπτᾳ [στρ.]
καὶ παντάρχᾳ θνητοὶ πάντες
1060 θύσουσ᾽ εὐκταίαις εὐχαῖς.
πᾶσαν μὲν γὰρ γᾶν ὀπτεύω,
σῴζω δ᾽ εὐθαλεῖς καρποὺς
κτείνων παμφύλων γένναν
θηρῶν, ἃ πάντ᾽ ἐν γαίᾳ
1065 ἐκ κάλυκος αὐξανόμενον γένυσι παμφάγοις
δένδρεσί τ᾽ ἐφημένα καρπὸν ἀποβόσκεται.
κτείνω δ᾽ οἳ κήπους εὐώδεις
φθείρουσιν λύμαις ἐχθίσταις·
ἑρπετά τε καὶ δάκετα ‹πάνθ᾽› ὅσαπερ
1070 ἔστιν, ὑπ᾽ ἐμᾶς πτέρυγος ἐν φοναῖς ὄλλυται.

τῇδε μέντοι θἠμέρᾳ μάλιστ᾽ ἐπαναγορεύεται·
«ἢν ἀποκτείνῃ τις ὑμῶν Διαγόραν τὸν Μήλιον,
λαμβάνειν τάλαντον, ἤν τε τῶν τυράννων τίς τινα
1075 τῶν τεθνηκότων ἀποκτείνῃ, τάλαντον λαμβάνειν.»
βουλόμεσθ᾽ οὖν νῦν ἀνειπεῖν ταῦτα χἠμεῖς ἐνθάδε·
«ἢν ἀποκτείνῃ τις ὑμῶν Φιλοκράτη τὸν Στρούθιον,
λήψεται τάλαντον, ἢν δὲ ζῶντ᾽ ἀπαγάγῃ, τέτταρα,
ὅτι συνείρων τοὺς σπίνους πωλεῖ καθ᾽ ἑπτὰ τοὐβολοῦ,
1080 εἶτα φυσῶν τὰς κίχλας δείκνυσι καὶ λυμαίνεται,
τοῖς τε κοψίχοισιν εἰς τὰς ῥῖνας ἐγχεῖ τὰ πτερά,
τὰς περιστεράς θ᾽ ὁμοίως ξυλλαβὼν εἵρξας ἔχει,
κἀπαναγκάζει παλεύειν δεδεμένας ἐν δικτύῳ.»
ταῦτα βουλόμεσθ᾽ ἀνειπεῖν· κεἴ τις ὄρνιθας τρέφει
1085 εἱργμένους ὑμῶν ἐν αὐλῇ, φράζομεν μεθιέναι.
ἢν δὲ μὴ πείθησθε, συλληφθέντες ὑπὸ τῶν ὀρνέων
αὖθις ὑμεῖς αὖ παρ᾽ ἡμῖν δεδεμένοι παλεύσετε.

***
ΧΟΡ. Είμαι του κόσμου αγναντευτής
κι εξουσιαστής· εδώ κι εμπρός
σ᾽ εμένα κάνουν οι θνητοί
1060 ταξίματα και προσφορές.
Γιατί βιγλίζω εγώ παντού,
φυλάω και θρέφω τους καρπούς
σκοτώνοντας λογής λογής
ζούδια που μέσα στο χώμα κι απάνω στα δέντρα
βόσκουν και τρώνε με λαίμαργο στόμα
κάθε καρπό, πριν να δέσει.
Κι όσα ρημάζουν και χαλούν
τους κήπους που μοσκοβολούν
κι εκείνα τα σκοτώνω εγώ·
ό,τι δαγκάνει και σέρνεται, κάτω
1070 απ᾽ τη δικιά μου φτερούγα σκοτώνεται αμέσως.

ΚΟΡ. Διαλαλούνε σήμερα, όσο δεν το κάμανε ποτέ:
«Αν κανένας σας σκοτώσει το Διαγόρα το Μηλιό,
ένα τάλαντο θα παίρνει, κι όποιος έναν τύραννο
...πεθαμένο θα σκοτώσει, παίρνει τάλαντο κι αυτός.»
Νά κι εμείς τί διαλαλούμε: «Δίνουμε ένα τάλαντο
σ᾽ όποιον σας το Φιλοκράτη θα σκοτώσει το Στρουθιό,
κι όποιος ζωντανό τον πιάσει, θα ᾽χει τέσσερα· γιατί
βάζει σε αρμαθιές τους σπίνους κι έτσι εφτά στον οβολό
1080 τους πουλά· τις τσίχλες πάλι τις πηγαίνει φουσκωτές
στο παζάρι· φτερά χώνει στα ραμφιά των κοτσυφιών,
πιάνει και τα περιστέρια, τα κρατά στη φυλακή
και, δετά σε δίχτυ, κράχτες τ᾽ αναγκάζει να σταθούν.»
Νά τί διαλαλούμε· κι όποιος από σας πουλερικά
θρέφει στην αυλή του, λέμε να τ᾽ αφήσει ελεύθερα.
Αν κανένας παρακούσει, τα όρνια θα τον πιάσουνε
και δεμένο θα τον βάλουν κράχτης να σταθεί κι αυτός.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΔΑΦΝΗ

ΔΑΦΝΗ
(φυτό, Δάφνη)
 
Η νύμφη Δάφνη είναι η αγαπημένη του θεού της μαντικής Απόλλωνα, το ομώνυμο φυτό στο οποίο μεταμορφώθηκε και υπήρξε αναπόσπαστο στοιχείο του φυσικού τοπίου των Δελφών, προϋπόθεση για την εκεί μαντική διαδικασία.
 
Και στη Δάφνη, όπως και σε πολλά πρόσωπα της μυθολογίας, αποδίδονται διαφορετικοί γονείς. Άλλοτε είναι κόρη του ποταμού Λάδωνα της Πελοποννήσου και της Γης, άλλοτε του θεσσαλικού ποταμού Πηνειού, άλλοτε του βασιλιά Αμύκλα της Λακωνίας.
 
Η Δάφνη είναι το αντιπρότυπο της κόρης που υπόκειται στους κοινωνικούς κανόνες του γάμου. Σαν θηλυκός Ιππόλυτος και αγαπημένη νύμφη της Άρτεμης, αδελφής του Απόλλωνα, περνούσε τον χρόνο της στα βουνά, αποφεύγοντας τη συναναστροφή των ανδρών και κυνηγώντας. Και γι' αυτή την παρθένο νύμφη τα προβλήματα ανακύπτουν με τον έρωτα. Την ερωτεύτηκε ο Λεύκιππος, ο γιος του βασιλιά της Ήλιδας Οινόμαου. Ο νέος γρήγορα παραιτήθηκε από την προσπάθεια να την κάνει γυναίκα του, επινόησε όμως ένα τέχνασμα για να βρίσκεται κοντά της: Έπλεξε κοτσίδα τα μαλλιά του, που τα άφησε να μακρύνουν για να τα προσφέρει στον ποταμό Αλφειό, ντύθηκε σαν κόρη, παρουσιάστηκε στη Δάφνη ως κόρη του πατέρα του και την παρακάλεσε να τον/την αφήνει να κυνηγά μαζί της.
 
Η φιλία που αναπτύχθηκε μεταξύ τους ξύπνησε τη ζήλια του Απόλλωνα που, θέλοντας να εκδικηθεί, εμφύσησε στις κοπέλες την επιθυμία να κάνουν μπάνιο στα νερά του ποταμού. Εκείνες υποχρέωσαν τον διστακτικό Λεύκιππο να ξεντυθεί, ανακάλυψαν το πραγματικό του φύλο και τον σκότωσαν με τα ακόντια και τα μαχαίρια τους. Σύμφωνα με άλλες εκδοχές, οι θεοί τον έκαναν αόρατο.
 
Ο Απόλλωνας τότε όρμηξε να αρπάξει τη Δάφνη. Κυνηγημένη η κόρη, έτρεχε ως τη στιγμή που, καθώς θα την έπιανε, ζήτησε από τον πατέρα της Πηνειό να τη μεταμορφώσει.
 
Μεταμορφώθηκε σε δάφνη, το αγαπημένο φυτό του θεού, το οποίο θα έφερε στο εξής στην κεφαλή του. Η δαφνηφορία θα έφτανε μέχρι την κεφαλή της πολιτικής εξουσίας στη Ρώμη. (Οβ., Μετ. 1.452-567*)
--------------------------------
*Η μεταμόρφωση της Δάφνης στις «Μεταμορφώσεις» του Οβιδίου. Έρως και πολιτική.
 
Η Δάφνη, θυγατέρα του Πηνειού, η πρώτη του Απόλλωνα αγάπη -
δεν το 'φερε η τύχη στα τυφλά, μόνο του Έρωτα θυμός αγριεμένος.
Ήταν οι μέρες κείνες που ο θεός καμάρωνε σα νικητής του δράκου·
της Αφροδίτης σύντυχε το γιο, που τάνυζε χορδή πάνω στο τόξο,
και «τι μπερδεύεσαι με τ' άρματα εσύ, παλιόπαιδο», του είπε, «τ' αντριωμένα;
Τέτοια μονάχα οι άντρες τα φορούν και στις δικές μου πρέπουνε τις πλάτες.
Έχω σημάδι αλάθευτο - εχτρούς λαβώνω και θεριά αγριεμένα·
να τώρα δα τον Πύθωνα αυτόν, που σπειρωτός εμόλευε τον τόπο,
με σαϊτιές αμέτρητες εγώ τον έστρωσα στη γη τουμπανιασμένο.
Μόνη δουλειά σου εσένα το δαδί - ν' ανάβεις τις καρδιές, κι αυτό σου φτάνει!
Μη θες απ' τα δικά μου μερτικό, κι εκεί που δε σε σπέρνουν μη φυτρώνεις!»
Είπε της Αφροδίτης το παιδί «ρίξε σαϊτιές στους πάντες και στα πάντα,
κι εγώ σ' εσένα, Απόλλωνα. Θεού κατώτερα τα ζωντανά της πλάσης,
κι η δόξα στο δικό σου μερτικό κατώτερη απ' τη δικά μου δόξα».
Τέτοια τα λόγια του Έρωτα. Μετά χτυπώντας τα φτερά του ανελήφθη
και με σβελτάδα στήθηκε ψηλά στου Παρνασσού τη δασωμένη ράχη.
Μες στη φαρέτρα βέλη δυο λογιώ, γι' άλλη δουλειά φκιαγμένο το καθένα:
φέρνει τον έρωτα το ένα στις καρδιές, τον έρωτα τον αποδιώχνει τ' άλλο.
Αυτό που φέρνει έρωτα χρυσό κι αστραφτερή στην άκρια του η μύτη,
το δεύτερο δεν είναι σουβλερό κι η αιχμή του στομωμένη με μολύβι.
Το στομωμένο το 'ριξε ο θεός στην Πηνειάδα κόρη, και το άλλο
τον Φοίβο βρήκε, κι η λαβωματιά πήγε βαθιά, ως μέσα στο μεδούλι.
Εκείνος νιώθει έρωτα, αυτή για έρωτες μήτε ν' ακούσει στέργει,
για τα βαθιά ρουμάνια έχει καημό, για τα θεριά που αγρεύει λάφυρά της,
και της παρθένας Άρτεμης πιστή, της Άρτεμης παθαίνεται να μοιάσει,
με την κορδέλα πιάνοντας ψηλά τ' ανάκατα κι αχτένιστα μαλλιά της.
Άντρες τη Δάφνη γύρεψαν πολλοί, μα σε πολλούς εγύρισε την πλάτη·
μακριά απ' των αντρών τη συντροφιά σε απάτητα λημέρια τριγυρνούσε,
Υμέναιος, αγάπες, παντρειά τι πα' να πει δεν έβαζε στο νου της.
Κι όλο ο γονιός της έλεγε «γαμπρό θα καρτερώ να φέρεις, θυγατέρα»,
κι όλο ο γονιός της έλεγε «ξεχνάς που μου χρωστάς εγγόνια, θυγατέρα».
 
Της φαίνονταν βαριά η παντρειά κι απόδιωχνε τη σκέψη της σα κρίμα
και της ντροπής μια ρόδινη χροιά απλώνονταν στην όμορφη θωριά της.
Σφίγγονταν στου πατέρα το λαιμό, τον χάιδευε με λόγια μελωμένα:
«Μια χάρη, πατερούλη, σου ζητώ, κόρη να μείνω πάντα και παρθένα·
το γύρεψε κι η Άρτεμη παλιά, κι είδε τέτοια χάρη απ' τον γονιό της».
Της έκανε κι εκείνος την καρδιά - μόνο που εσένα η ομορφιά σου, Δάφνη,
εμπόδιο θα σταθεί σ' αυτό που θες· είσαι ωραία, δε θα πιάσει η ευχή σου.
Την είδε ο Φοίβος και τη λαχταρά και θέλει για γυναίκα του τη Δάφνη -
ό,τι ποθεί το ελπίζει ο θεός, κι αν είναι ο ίδιος μάντης ξεγελιέται.
Πώς καίγονται οι καλαμιές μετά που οι θεριστές μαζώνουνε τα στάρια,
πώς καίγονται στους φράχτες τα ξερά από δαδί που άφηκε διαβάτης
ή στρατοκόπος που άναψε φωτιά και κίνησε χαράματα να φύγει,
παρόμοια και του Φοίβου η πυρκαγιά, ολάκερη η καρδιά του ένα καμίνι.
Από μακριά προσώρας την ποθεί κι η αγάπη του κρεμιέται στην ελπίδα.
Βλέπει τ' αχτένιστά της τα μαλλιά - «αν χτενιζόταν κιόλας», συλλογιέται,
«τι όμορφη θα φάνταζε!» Θωρεί τα δυο μεγάλα φωτεινά της μάτια
που λάμπουν σαν τ' αστέρια τ' ουρανού· το στόμα της θωρεί, τα δυο της χείλη
που δε χορταίνει μόνο να κοιτά. Τα χέρια της, κι εκείνα τα παινεύει,
δάχτυλα σαν τα κρίνα και καρποί και μπράτσα γυμνωμένα ως απάνω,
και πιο πολύ παινεύει τα κρυφά. Όλα καλά, μόνο που εκείνη φεύγει
γρήγορη σαν τον άνεμο - θεού δεν την κρατούν τα χίλια παρακάλια:
«Νύμφη ωραία, κόρη ποταμού, δεν είμαι εχτρός για να σε κυνηγήσω!
Μακριά απ' τον λύκο τρέχουνε τ' αρνιά, τα ελάφια μακριά απ' το λιοντάρι,
οι περιστέρες τρέμουν στο φτερό όταν πλακώσει άρπαγας γεράκι -
τρέχουνε να ξεφύγουν τον εχτρό· εγώ σ' ακολουθώ από αγάπη.
Πόσο φοβάμαι, πόσο ανησυχώ μη πέσεις καταγής, βάτοι κι αγκάθια
αναίτια μη σου βλάψουν τα σφυρά, να μην πονέσεις κι είμαι εγώ η αιτία.
Δύσβατος είναι ο τόπος και τραχύς· χαλάρωσε, μη παίρνεις τόση φόρα,
για φρέναρε κομμάτι το φευγιό, κι εγώ ξοπίσω αγάλια ακολουθάω.
Στάσου και ρώτα ποιος σ' αποζητά. Δεν είμαι εγώ χοντράνθρωπος βουνίσιος,
μήτε τσομπάνης άξεστος· εγώ δε σαλαγάω κοπάδια με γελάδες.
Αστόχαστο κορίτσι, βιαστικό, ποιος είναι αυτός που αρνιέσαι, δεν το ξέρεις·
αν ήξερες δε θα 'φευγες μακριά. Εγώ είμαι εκείνος που η Κλάρος,
η Τένεδος, τα Πάταρα, οι Δελφοί με ξέρουνε θεό και άρχοντά τους.
Γονιός μου ο Δίας· όσα έχουν συμβεί, συμβαίνουνε και μέλλουν να συμβούνε
όλα τα φανερώνω - μουσική, τραγούδι, λύρα εγώ τα συνταιριάζω.
Σκοπεύω κι έχω σίγουρη σαϊτιά, μόνο που τώρα αλλουνού σαΐτα
πιο σίγουρη με πήρε στην καρδιά που έγνοια δεν τη βάραινε ως τα τώρα.
Εφεύρημα δικό μου η γιατρική, όλος ο κόσμος για γιατρό με ξέρει,
και τα βοτάνια τα ξαρρωστικά, όπου της γης όλα στους ορισμούς μου.
Όμως, για της αγάπης τον καημό, αλίμονο, δεν βρίσκεται βοτάνι,
κι εκείνος που γιατρεύει αλλουνούς, τον εαυτό του δεν μπορεί να γιάνει».
 
Ήθελε κι άλλα να της πει· εκείνη σκιάχτηκε και το 'βαλε στα πόδια,
άφηκε πίσω τον θεό, και του θεού ημιτελή παράτησε τα λόγια.
Πιο όμορφη απάνω στο φευγιό: ο άνεμος φαινόταν να τη γδύνει,
φυσώντας τη λεπτή της φορεσιά κατάσαρκα στου τρέξιμου τη δίνη,
κι οι αύρες από πίσω μαλακές ανέμιζαν της κεφαλής την κόμη -
όμορφη κόρη, έτρεχε γοργά και γίνονταν πιο όμορφη ακόμη.
Στέρεψε του θεού η υπομονή, «χάνω τα λόγια μου», είπε, «κι είναι κρίμα»,
κι όπως του έδινε το πάθος του ορμή εχύμηξε και άνοιξε το βήμα.
Πώς το ζευγάρι το γαλατικό σβέλτο λαγό στο ίσιωμα ξανοίγει,
κι ενώ τρεχάτο τον ακολουθεί, εκείνος πολεμάει να ξεφύγει·
του πλάκωσε τα πισινά, θαρρείς, λίγο ακόμα και τον έχει φτάσει,
τανύζει τη μουσούδα του μπροστά, λίγο ακόμα και θα τον δαγκάσει.
Τρέχει ο λαγός - ξεφεύγει απ' το σκυλί για πιάστηκε, δεν το γνωρίζει ακόμα,
τραβιέται απ' τα σαγόνια του εχθρού και ξεμακραίνει απ' τ' ανοιχτό του στόμα.
Όμοια τρέχαν κόρη και θεός - με πόθο αυτός, εκείνη από τρόμο,
μόνο που ο Φοίβος τρέχει πιο καλά με τα φτερά του Έρωτα στον ώμο.
Δε βρίσκει πια η κόρη ανασασμό, ξοπίσω αυτός κι αυτή ξεθεωμένη
τον νιώθει πως στη ράχη της σιμά και τα λυτά μαλλιά βαριανασαίνει.
Η δύναμή της σώθηκε, χλομή, κατάκοπη απ' της φυγής το μόχθο
έβγαλε απ' τα στήθια της φωνή στρεφόμενη στου Πηνειού τον όχτο:
«Πατέρα, βόηθα. Αν οι ποταμοί λογιάζονται μες στων θεών την τάξη,
απ' τη μορφή που άρεσε πολύ απάλλαξέ με, καν' την να χαλάσει!»
Το λόγο αυτό δεν πρόκανε να πει και λήθαργος τα μέλη της πλακώνει,
λεπτή δεντρίσια φλούδα τρυφερά τύλιξε το κορμάκι της σα ζώνη.
Γίνεται τώρα η κόμη φυλλωσιά, μπράτσα και χέρια γίνονται κλωνάρια,
κι ασάλευτα ριζώνουν μες στη γη τα δυο της γοργοκίνητα ποδάρια.
Η κεφαλή της έγινε κορφή, η λάμψη της επέρασε στο φύλλο.
Δεν παύει ο Φοίβος να την αγαπά, και ακουμπώντας του κορμού το ξύλο,
κάτω απ' τη φρέσκια φλούδα του κορμού νιώθει καρδιά που χτύπαγε ακόμα.
Τους κλώνους τότε αγκάλιασε σφιχτά, σα να 'τανε τ' αλλοτινό της σώμα
κι έκανε να της δώσει ένα φιλί· κι όπως το ξύλο αποτραβιόταν πίσω,
«σ' αγάπησα», της είπε ο θεός, «κι αφού γυναίκα δε θα σ' αγαπήσω,
το δέντρο που 'χεις γίνει θ' αγαπώ, κι έτσι, σα δάφνη, πάντοτε δικιά μου,
θα στεφανώνεις πάντα εν τιμή κιθάρα και φαρέτρα και μαλλιά μου.
Όπου του Λάτιου οι άρχοντες, κι εσύ, κι όπου κραυγή της νίκης βακχεμένη
με δάφνινο στεφάνι ο νικητής στο Καπιτώλιο πάντα θ' ανεβαίνει.
Σύμβολο και πιστός φρουρός εσύ θα σημαδεύεις του Αύγουστου το θρόνο,
του ηγεμόνα θα 'σαι θυρεός αγκαλιαστής με της δρυός τον κλώνο.
Σαν το μακρύ κι ακούρευτο μαλλί στου Απόλλωνα το αγέραστο κεφάλι,
όμοια της φυλλωσιάς σου η ομορφιά παντοτινή κι ολόφρεσικα θα θάλλει!»
Σειώντας αυτή στα λόγια του θεού κλαριά που ήταν νιόβγαλτα ακόμη
της φυλλωσιάς της νεύει την κορφή σα να 'στερξε του Απόλλωνα τη γνώμη.
(Οβ., Μετ. 1. 452-567)

Μήπως να έδινες μια ευκαιρία;

Η ζωή είναι ένας χάρτης. Ένας χάρτης που παίρνει μορφή απ’ τα «όχι» και τα «ναι» που ξεστομίζουμε. Μια άρνηση στιβαρή. Μια άρνηση αμφιταλαντευόμενη. Μια αποδοχή σίγουρη. Μια αποδοχή διστακτική. Φράζουμε διόδους, ανοίγουμε άλλες. Κι εκεί που έχεις χαράξει πορεία και κινείσαι με σταθερή ταχύτητα, αλλάζεις γνώμη, λοξοδρομείς και βρίσκεσαι σε αχαρτογράφητη περιοχή. Μπορεί και να βρεθείς σε λεωφόρο. Ίσως και να βρεθείς στο χείλος του γκρεμού. Ένα «όχι» σε πάει από ‘δώ, ένα «ναι» από ‘κεί. Σε καράβι απάνω βρίσκεσαι. Το «ναι» σου μπορεί να σε οδηγήσει σε ξέρα και το «όχι» στο λιμάνι. Ή και το αντίθετο.

«Όχι» και «ναι», λοιπόν. «No» και «yes». «No» και«Sì». «Nein» και «Ya». Σε όλες τις γλώσσες λέξεις μικρές, γρήγορες, στακάτες. Ίσα που ανοίγεις το στόμα. Δύο είναι οι πιθανές εξηγήσεις για τούτο το φαινόμενο. Είτε πρέπει να προηγείται της απόφασης πολλή σκέψη -έτσι, αφού έχει καταναλωθεί πολλή ενέργεια πριν, να μη χρειάζεται να καταναλώσεις κι άλλη μετά για να το εκφράσεις. Είτε η σκέψη πρέπει να ‘ναι γρήγορη. Το σκέφτεσαι, το λες. Τσακ μπαμ. Χωρίς πολλά-πολλά. Ποιο είναι πιο σωστό απ’ τα δυο, θα σε γελάσω. Ουδείς γνωρίζει.

Όποια και να ‘ναι η διαδικασία για να παρθεί η απόφαση, οι λέξεις παραμένουν οι ίδιες. Το «ναι» είναι τόσο δα πιο τολμηρό. Ενέχει ρίσκο. Αποδέχεσαι κάτι το οποίο ενδέχεται να βγει, τελικά, σκάρτο. Το «όχι» ίσως να σε γλυτώσει από τρεχάματα κι από χάσιμο χρόνου. Βέβαια, ίσως και να σου στερήσει κάτι που άξιζε τον κόπο. Το «ναι» ίσως σε οδηγήσει σε δρόμους ασφαλτοστρωμένους. Μα ίσως και γεμάτους λακκούβες. Το «όχι» τα ίδια. Μα σε οδηγεί και σε αμφιβολίες. Πώς θα ‘ταν αν έλεγα «ναι»; Ποιος ξέρει; Μήπως να το πεις για να μάθεις;

Έχουμε απορρίψει πολλές φορές. Και καλώς. Το «όχι» υπάρχει για να το λέμε. Ας μην το φοβόμαστε, λοιπόν. Άνθρωποι θα περάσουν πολλοί από μπροστά μας. Δεν είναι δυνατόν να μας ταιριάξουν όλοι και δεν είναι δυνατόν να χάνουμε χρόνο με ανθρώπους που δε μας κάνουν. Μα, ξέρεις, καμιά φορά η κρίση μας ίσως και να κάνει λάθος. Αν αποδεχθείς έναν άνθρωπο κι αποδειχθεί σκάρτος, απλώς τον διώχνεις. Ναι, έχασες χρόνο κι ενέργεια, μα όλο και κάτι θα κέρδισες από αυτή την εμπειρία. Απ’ την άλλη, αν απορρίψεις κάποιον ο οποίος τελικά άξιζε, πώς θα το ξέρεις; Τι μπορείς να κάνεις γι’ αυτό;

Μήπως να έδινες, τελικά, μια ευκαιρία; Σίγουρα θα ‘χεις βρεθεί στη θέση κάποιος να σε θέλει πολύ. Να πεθαίνει. Να λιώνει ο δόλιος. Να στέλνει μηνύματα. Να ψάχνει αφορμές να σου μιλά. Μα εσένα, βρε παιδί μου, δε σε ενδιαφέρει. Δεκτό. Μα, κάποιος που μας έχει επιλέξει κι επιμένει για μας, μήπως απλά αξίζει λίγη απ’ την προσοχή μας; Γιατί άνθρωποι είμαστε, μπορεί να κάναμε και λάθος, βρε αδερφέ. Να τον κρίναμε επιφανειακά, να μην τον αφήσαμε να μας δείξει όσα έχει μέσα του, να είδαμε μόνο τη μία του πλευρά. Μπορεί ακόμα να τον γνωρίσαμε σε μια κακή μας στιγμή. Αν δώσουμε μια ευκαιρία σε μια άλλη φάση, ίσως τα πράγματα να μας φανούν αλλιώς.

Δε σου λέει κανείς να ξεστομίζεις τα «ναι» αβέρτα. Και δε σου λέει ούτε να δέχεσαι όποιον έρχεται. Σου λέει απλά να αναθεωρείς. Να σκέφτεσαι. Να δοκιμάζεις. Έχεις βρεθεί απ’ την άλλη μεριά; Να ζητάς εσύ μια ευκαιρία; Λυτρωτικό δε θα ‘ταν να στην έδιναν; Τη δίνεις τη ρημάδα καμιά φορά κι αν ο άλλος δεν την αξίζει, ας την πάρεις πίσω.

Φτιάξε τον χάρτη σου με θάλασσες, βουνά, ασφάλτους, χωματόδρομους, λακκούβες, πεδιάδες, χωράφια, λασπότοπους, αμμουδιές. Βάλε τα πάντα. Και τα πιο πολλά από αυτά τα «ναι» σου θα στα δώσουν. Πάμε κι όπου βγει!

Αλμπέρ Καμύ: Για τη βία

Ο καθένας για να δικαιωθεί επικαλείται το έγκλημα του άλλου.

Κυριαρχεί δηλαδή, ο νόμος του αίματος, έτσι ώστε το μόνο που απομένει στον διανοούμενο είναι να πάρει και αυτός στα χέρια του τα όπλα.

Όταν στη βία απαντάς με βία, και μέσα σ' ένα τέτοιο παραλήρημα καταργείται η γλώσσα της λογικής, ο ρόλος των διανοουμένων δεν μπορεί να είναι εκ του μακρόθεν, όπως το τονίζουμε καθημερινά, να δικαιολογεί τη μία από τις δύο πλευρές και να καταδικάζει την άλλη, πράγμα που έχει διπλό αντίκτυπο, να εξοργίζει μέχρις εσχάτων τον καταδικασμένο τρομοκράτη και να ωθεί σε περισσότερη βία τον εξιλεωμένο τρομοκράτη.

Αν δεν ενωθούν οι ίδιοι οι αγωνιστές, ο ρόλος τους πρέπει να είναι η δουλειά προς την κατεύθυνση του κατευνασμού, έτσι ώστε να ξαναδοθούν στη λογική οι ευκαιρίες της.

Μηδενιστής δεν είναι αυτός που δεν πιστεύει σε τίποτα, αλλά εκείνος που δεν πιστεύει στον εαυτό του. Πολιτική της ισχύος σημαίνει προετοιμασία για πόλεμο. Η προετοιμασία για τον πόλεμο και ακόμη περισσότερο ο ίδιος ο πόλεμος κάνουν ανήμπορη την απελευθέρωση της κοινωνίας.

Μιλώ για ειρήνη. Αυτό σχετίζεται με τη δική μου αισιοδοξία. Κάτι πρέπει να γίνει γι' αυτήν. Και είναι δύσκολο. Εκεί εντοπίζεται η απαισιοδοξία μου. Έτσι κι αλλιώς, μόνο στα παγκόσμια κινήματα ειρήνης προσχωρώ σήμερα. Σε αυτά βρίσκονται οι πραγματικοί οι ρεαλιστές. Και είμαι μαζί τους.

Το δίκαιο δεν νοείται χωρίς το δικαίωμα, και δεν νοείται δικαίωμα χωρίς την ελευθερία στην έκφραση. Αυτό το δίκαιο, για το οποίο πεθαίνουν ή θανατώνονται οι άνθρωποι, το διακηρύσσουμε σήμερα με τόσο ηχηρό τρόπο ακριβώς επειδή μια χούφτα ελεύθερων πνευμάτων κατέκτησε διαμέσου της ιστορίας, το δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης.

Απολογούμαι εδώ εκ μέρους εκείνων τους οποίους αποκαλούν περιφρονητικά διανοούμενους. Ο μακρύς διάλογος ανάμεσα στους ανθρώπους μόλις σταμάτησε. Και φυσικά κάποιον που δεν μπορούμε να τον αντιληφθούμε ως παρουσία, τον φοβόμαστε.

Ισχυρίζεστε ότι για να πάψει να υπάρχει πόλεμος, πρέπει να εξαλειφθεί ο καπιταλισμός. Είμαι μαζί σας. Ωστόσο, για να εξαλειφθεί ο καπιταλισμός, πρέπει να τον πολεμήσετε. Αυτό είναι το παράλογο, και συνεχίζω να σκέπτομαι ότι δεν πολεμάς το κακό με το χειρότερο αλλά με το λιγότερο κακό.

Ο τεχνολογικός πολιτισμός φτάνει στα όρια της κτηνωδίας.

Τι θα επιλέξουμε για το προσεχές μέλλον; Την ομαδική αυτοκτονία, ή τη σωστή χρήση των επιστημονικών ερευνών;

Εδώ και έναν αιώνα περίπου, ζούμε σε μια κοινωνία, που δεν είναι καν κοινωνία του χρήματος, αλλά κοινωνία των αφηρημένων συμβόλων του χρήματος.

Μη φοβάστε αυτό που συμβαίνει. Τα πάντα είναι τέλεια

Ενώ είμαστε όλοι σε ένα μοναδικό μονοπάτι, πολλές από τις ιστορίες σας έχουν πολλά κοινά χαρακτηριστικά γνωρίσματα: πολλοί από εσάς κοιτάζετε το χάος στο οποίο η ανθρωπότητα έχει μπει και αναρωτιέστε πώς θα μπορέσουμε να βρούμε το πέρασμα για μια νέα ακτή. Για μένα, όλα πηγαίνουν τέλεια, σύμφωνα με το θείο σχέδιο. Ναι, σίγουρα υπάρχει περισσότερη αστάθεια, και το σύστημα μοιάζει όλο και πιο τρελό και παράξενο με το κάθε λεπτό που περνάει. Αλλά τα πράγματα θα πρέπει να καταρρεύσουν για να αναδυθεί το καινούριο…

Το καρότο και το ραβδί:

Οφείλω να ομολογήσω, μερικές φορές κοιτάζω το τεράστιο έργο που εμείς οι πολεμιστές του φωτός έχουμε αναλάβει, και αυτό με κάνει να κοντοστέκομαι λίγο, να κάνω ένα βήμα πίσω για να πάρω μια ανάσα. Κοιτάζω τον τρόπο που η κοινωνία μας ακόμα καταστρέφει ανεξέλεγκτα το φυσικό μας περιβάλλον, παρατηρώ την δυσαρμονία και την διχόνοια μεταξύ των ανθρώπων, και παρατηρώ την φανερή αδικία των πλουσίων που γίνονται υλικά πλουσιότεροι, ενώ οι φτωχοί γίνονται όλο και φτωχότεροι (κάτι που έχει γίνει ακόμη πιο ακραία από την τελευταία πολιτική ηγεσία).

Ωστόσο, καθώς κοιτάζω πιο βαθιά, βλέπω τις τέλειες συνθήκες να συγκεντρώνονται. Γνωρίζουμε ότι η κοινωνία στην πραγματικότητα δεν μας υπηρετεί, έτσι δεν είναι; Γνωρίζουμε ότι οι ελεγχόμενοι, συνηθισμένοι, και διαμερισματοποιημένοι τρόποι ζωής μόνον στερούν τους ανθρώπους από την ανθρώπινη φύση τους και την θεία ευαισθησία τους. Αλλά παρ’ όλα αυτά, υπάρχει ακόμα το δέλεαρ, εξακολουθεί να υπάρχει η προφανής εξάρτηση – το καρότο και το ραβδί – που κάνει τους ανθρώπους να συνεχίζουν να είναι επιφυλακτικοί και κολλημένοι στο συνηθισμένο. Έτσι, αν η κατάσταση αποκαλύπτει πιο έντονα την σκοτεινή της πλευρά, για μένα αυτό είναι σίγουρα κάτι καλό.

Η ζωή αλλάζει, εμείς αλλάζουμε. Η Αντίθετη Συνειδητότητα που στηρίζει την παλιά πραγματικότητα, μπορεί να το αισθανθεί, και έχει ξεχυθεί προσκολλώντας απεγνωσμένα, με δόντια και με νύχια, στους παλιούς τρόπους. Να θυμάστε ότι φαίνεται πάντα ισχυρή στο τέλος – αλλά είναι ως επί το πλείστον νταηλίκι και μπλόφα.

Με δύναμη η παλιά πραγματικότητα αποκαλύπτει τώρα την συγκλονιστική σκοτεινή πλευρά της και η νέα γίνεται όλο και περισσότερο φανερή. Αλλά δεν μπορείτε κατ’ ανάγκη να δείτε τη Νέα Πραγματικότητα με τα μάτια των τριών διαστάσεων (εκτός από μεταφορικά). Πρέπει να κοιτάξουμε πέρα από το εξελισσόμενο υλικό δράμα και να διαισθανθούμε την ιστορία μέσα στην ιστορία, και στις δικές μας ζωές και στην παγκόσμια σκηνή.

Για κάθε τι υπάρχει ένας λόγος

Η κάθε στιγμή έχει ένα λόγο, ένα σκοπό, άσχετα από το πόσο προκλητική ή δύσκολη η στιγμή αυτή μπορεί να είναι. Χάνουμε τη δουλειά μας για παράδειγμα, οι σχέσεις μας γίνονται δύσκολες ή διαλύονται, αντιμετωπίζουμε δυσκολίες με τα υπάρχοντα μας, όπως με το αυτοκίνητο, τον υπολογιστή ή την τηλεόραση. Φαίνεται ότι η ζωή μας είναι γεμάτη με ταλαιπωρίες. Αλλά υπάρχει πάντα η αλήθεια μέσα στην ταλαιπωρία.

Όταν οι άνθρωποι έρχονται στα Πνευματικά Μαθήματα για Προχωρημένους που κάνουμε, τα οποία στοχεύουν πάντα στο να ευθυγραμμιστούν και να ακολουθήσουν το μονοπάτι της ψυχής, λίγο-πολύ τα ολοκληρώνουν πάντα με μια βαθιά εσωτερική επιθυμία να ακολουθήσουν πραγματικά το μονοπάτι της ζωής για την οποία προορίζονται. Έτσι, κάποια στιγμή αφού το μάθημα έχει ολοκληρωθεί, κάτι απρόσμενο συχνά συμβαίνει που θα τους βγάλει από το παλιό μονοπάτι.

Ο στοχασμός και η εσωτερική διερεύνηση θα αποκαλύψουν σίγουρα τις ενέργειες του ανώτερου εαυτού που ψάχνουμε να εντάξουμε. Αλλά είναι η άμεση πρακτική εφαρμογή τους στην καθημερινή ζωή όπου επιτυγχάνουμε την αληθινή γνώση του εαυτού. Ποιες είναι οι προκλήσεις των διαπροσωπικών σχέσεων ή της καριέρας σας; Πάνω απ’ όλα, τι σας συμβαίνει όταν τα πράγματα πάνε στραβά; Τα χάνετε, τα παρατάτε; Ή μήπως το βλέπετε σαν μια ευκαιρία για να μαλακώσετε και να πάτε ακόμα πιο βαθιά;

Επεκταθείτε σε αυτή τη στιγμή:

Έτσι, όταν (δήθεν) «αρνητικά» πράγματα μου συμβαίνουν αυτές τις ημέρες, αντιστέκομαι στον πειρασμό να σφιχτώ, πέφτω βαθύτερα στο συναίσθημα της στιγμής μέσα στο σώμα μου και επεκτείνομαι μέσα σε αυτή. Συχνά ένα ειρωνικό χαμόγελο προκύπτει αυθόρμητα από μέσα μου: «Εν τάξει, τι μου έχει στείλει το σύμπαν αυτή τη φορά;» «Τι υποτίθεται ότι πρέπει να πάρω, τι μπορώ να μάθω;»

Εγκαταλείπω οποιαδήποτε υποτιθέμενη ανάγκη για ένα αποτέλεσμα, και αντ’ αυτού ψάχνω για το βαθύτερο νόημα. Δεν αντιστέκομαι στην ροή, τη φυσική οργανωτική ενέργεια της στιγμής. Αντ’ αυτού εργάζομαι με ακριβώς αυτό που συμβαίνει, κάνοντας χρήση ολοένα και αυξανόμενης επίγνωσης να διαισθανθώ τα νέα μαθήματα, τις νέες δυνατότητες: Μόλις έχασα ένα αληθινά ακριβό ζευγάρι ακουστικά – αμέσως γνωρίζω ότι πρέπει να συντονιστώ με την υψηλότερων διαστάσεων ομάδα μου περισσότερο (αν και πρέπει να πω ότι νευρίασα λίγο!)

Πάντα μα πάντα λειτουργεί – μια απάντηση ακολουθεί. Μπορεί να μας δυσκολεύει ναι, αλλά δεν θα αναπτυσσόμασταν ποτέ χωρίς την δυσκολία – αν αυτές τις καταστάσεις δεν τις νιώθαμε πολύ πραγματικές (όπως το να έχουμε οικονομικές δυσκολίες, για παράδειγμα), τότε δεν θα είχαμε κίνητρο για να αλλάξουμε. Και έχω μάθει να εμπιστεύομαι, στα πολύ βαθύτερα επίπεδα. Έχω μια ιδέα για το τι είμαι εδώ να κάνω. Αν κι αυτό που συμβαίνει σήμερα αρχικά δεν φαίνεται να με πηγαίνει προς αυτήν την κατεύθυνση, συνειδητοποιώ ότι το ταξίδι των χιλίων μιλίων δεν θα ολοκληρώνονταν χωρίς το κάθε ένα βήμα, χωρίς κάθε στροφή και γωνία.

Όλο και πιο βαθιά στην παρουσία:

Έχω συνειδητοποιήσει ότι το ένα αληθινό πράγμα που μπορεί να λύσει όλα τα προβλήματα μας, να χαλαρώσει όλους του κόμπους μας και να ισορροπήσει όλες τις εξισώσεις μας είναι η αυξανόμενη παρουσία. Η στιγμή σκόπιμα αποκαλύπτει τα τυφλά σημεία σας – όπου ταυτίζεστε, όπου μπορεί και να γίνετε κτήμα της ψευδαίσθησης. Έτσι, ψάχνω για τα μέρη εκείνα και πέφτω βαθύτερα μέσα τους…

Αγαπητοί φίλοι η δυσφορία είναι ένα ανεκτίμητο δώρο! Η κοινωνία τόσο συχνά θέλει να μας το αφαιρέσει, να μας πετάξει το χάπι, να μας κάνει να γίνουμε αναίσθητοι, αλλά ο πόνος είναι το πέρασμα μας στην ελευθερία και την εξελικτική ανάπτυξη.

Κάθε φορά που κτυπάτε στο «τυφλό σημείο» και λυγίζετε αυτή είναι ακριβώς η κατάσταση η οποία παρέχει μια ανεκτίμητη ευκαιρία να εξελιχθείτε και να αναπτυχθείτε. Έτσι μην το φοβάστε και μην το σπρώχνετε μακριά, αντ’ αυτού αγκαλιάστε το, δείτε το σαν μέρος της διαδρομής, στη συνέχεια διεκδικήστε εκ νέου το ανεκτίμητο ενδυναμωτικό δώρο που είναι κρυμμένο μέσα στο βήμα.

Όταν το κάνω αυτό, οι πύλες ανοίγουν και πλημμυρίζω, η συνειδητότητα της ενότητας κυλάει σαν χείμαρρος μέσα από τον προηγούμενο περιορισμό. Το μονοπάτι κυλάει και πάλι. Στην πραγματικότητα, συνειδητοποιώ ότι δεν θα είχα γνωρίσει αυτήν την επέκταση και την υπέροχη ελευθερία της ροής αν δεν είχα πρώτα γνωρίσει τον περιορισμό που την μπλοκάρει.

Μην διστάζετε να μοιραστείτε τις δικές σας προκλήσεις και την προσέγγιση με την οποία τις ξεπερνάτε. Θα εκπλαγείτε με το πόσο πολύ μπορεί να φέρει τα πράγματα στο φως.

Τίποτε δεν υπάρχει στ’ αλήθεια, αλλά η ανθρώπινη ζωή κυβερνάται από τις συμβάσεις

Ο Πύρρων ο Ηλείος γεννήθηκε περίπου το 365π.Χ. και ασχολήθηκε με τη φιλοσοφική σκέψη από πολύ μικρή ηλικία. Τον φαντάζομαι ως φοιτητή τέχνης, ο οποίος εκτέθηκε σε ριζοσπαστικές ιδέες στα νιάτα του, και ενθαρρύνθηκε να πειραματιστεί με την πρακτική τους εφαρμογή. «Η Ζωή μιμείται την Τέχνη πολύ περισσότερο από ό,τι η Τέχνη μιμείται τη Ζωή», έγραψε ο Όσκαρ Γουάιλντ στην πραγματεία του Παρακμή του Ψεύδους. Ο Πύρρων μπορεί να συμφωνούσε μ’ αυτό.

Αρχικά, εντυπωσιάστηκε από τον Στίλπωνα τον Μεγαρέα και, στη συνέχεια, από τον Ανάξαρχο τον Αβδιρίτη. Και οι δύο αυτοί φιλόσοφοι ήσαν γνωστοί για την αδιαφορία τους προς τα υλικά πράγματα, όπως δείχνουν κάποιες δραματικές ιστορίες. Ο Στίλπων λέγεται ότι άφησε ληστές να λεηλατήσουν το σπίτι του χωρίς να διαμαρτυρηθεί ούτε μία φορά. Η σοφία του ήταν το μοναδικό πολύτιμο κτήμα του, έλεγε, κι αυτό δεν μπορούσαν να του το πάρουν. Ο Ανάξαρχος, επίσης γνωστός ως «ευδαιμονικός», καταδικάστηκε σε θάνατο από έναν Κύπριο τύραννο που τον φθονούσε και επρόκειτο να εκτελεστεί με έναν αποτρόπαιο τρόπο: θα τον κοπανούσαν σε ένα τεράστιο γουδί. Απάντησε ότι αυτό που θα κοπανούσαν θα ήταν το γουδί και όχι ο Ανάξαρχος.

Ο Ανάξαρχος ταξίδεψε και στην Ινδία, ακολουθώντας τα στρατεύματα του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ο Πύρρων, πλέον τριάντα πέντε περίπου ετών, τον συνόδευσε, και το ταξίδι αυτό άλλαξε τη ζωή του. Ως νεαρός άνδρας, είχε επιθυμήσει τη δόξα και αναζητούσε απελπισμένα την έγκριση των άλλων, μία δίψα για αναγνώριση που δημιούργησε ένα ανήσυχο πνεύμα κι έναν ορμητικό χαρακτήρα – τον μαθητή της τέχνης που επιδιώκει να αφήσει το αποτύπωμά του στον κόσμο. Όμως, στην Ινδία, ο Πύρρων φαίνεται ότι είχε κάποια εμπειρία μεταστροφής ή, τουλάχιστον, το μέρος αυτό τον βοήθησε να κατανοήσει ότι οι επιθυμίες του θα τον κατέστρεφαν, αν δεν τις χρησιμοποιούσε με σύνεση.

Έμεινε εκεί για περίπου δεκαοκτώ μήνες, ένα μέρος του διαστήματος αυτού το πέρασε στα Τάξιλα, στο σημερινό Πακιστάν, κοντά στους λόφους Μουρέ και κατά μήκος του ποταμού Τάμρα-Νάλα. Εδώ ζούσαν οι περίφημοι «γυμνικοί φιλόσοφοι», οι Γυμνοσοφιστές, οι οποίοι αποκαλούνται έτσι προφανώς επειδή κυκλοφορούσαν χωρίς ρούχα. Κάποια ημέρα άκουσε έναν από αυτούς να μαλώνει τον δάσκαλό του, τον Ανάξαρχο, επειδή δίδασκε την καλή ζωή, ενώ έκανε ελάχιστη προσπάθεια να καλλιεργήσει το καλό μέσα του. «Δεν θα μπορέσεις ποτέ να διδάξεις στους άλλους τι είναι καλό, όσο υπηρετείς δουλικά τους βασιλείς και τις αυλές τους», είπε ο σοφός. Αυτό έθιξε κάποια ευαίσθητη χορδή του Πύρρωνος. Ήταν κι ο ίδιος ένοχος, αφού κολάκευε κάποιον άλλον με δουλοπρέπεια. Από κείνη τη στιγμή και μετά, συνειδητοποίησε ότι έπρεπε να προσπαθήσει να εφαρμόσει τη φιλοσοφία του, αντί απλώς να τη διατυπώνει ή να την εκφράζει. Αποφάσισε να ξεχάσει τους παιδιάστικους τρόπους του και να μάθει να είναι σοβαρός και ήρεμος.

Κατά τη διάρκεια της επόμενης περιόδου της ζωής του, ανέπτυξε διάφορες τεχνικές που είχαν ως στόχο τον αναπροσανατολισμό των νεανικών του τάσεων. Ίσως, η προφανέστερη ήταν να αποσυρθεί προσωρινά από τις υποθέσεις του κόσμου, να βρει ένα καταφύγιο και να περάσει κάποιο διάστημα απομονωμένος. Επίσης, υιοθέτησε κι ένα μάντρα, έναν στίχο του Ομήρου: «Όπως τα φύλλα στα δέντρα, έτσι και η ζωή του ανθρώπου». Τον επαναλάμβανε διαρκώς, σαν προσευχή: να, μία συμβουλή για να ανακτήσουμε κάποια ισορροπία, όσον αφορά την ηρεμία και τη βεβαιότητα.

Επίσης, έμαθε να δίνει αξία στις συζητήσεις με οποιονδήποτε συναντούσε, σημαντικό και ισχυρό ή συνηθισμένο και απλό. Δεν υποτιμούσε πλέον κανέναν και. επιπλέον, αισθανόταν απολύτως ήρεμος όταν οι ακροατές του δεν τον πρόσεχαν και απομακρύνονταν, αφήνοντάς τον μόνο του. Ολοκλήρωνε με ηρεμία αυτό που έλεγε και συνέχιζε την πορεία του.

Όταν επέστρεψε στην Ελλάδα, πήγε να ζήσει με την αδελφή του, και δεν ντρεπόταν να κάνει γυναικείες δουλειές – να ξεσκονίζει το σπίτι, να πηγαίνει τα γουρούνια και τα πουλερικά στην αγορά. Είχε ανακαλύψει την αταραξία. Υπάρχει μία ιστορία που αναφέρει ότι ενώ ταξίδευε στη θάλασσα, παρέμεινε ατάραχος κατά τη διάρκεια μιας καταιγίδας, η αγριότητα της οποίας κατατρόμαξε όλους τους υπόλοιπους επιβάτες.

Ο Πύρρων, επίσης, ανακάλυψε την ικανότητα να γελά με τον εαυτό του. Κάποια ημέρα, τον είδαν να πέφτει κάτω τρομαγμένος, όταν ένα άγριο σκυλί του επιτέθηκε. Ένας περαστικός, και επικριτής του, σκέφθηκε ότι έπιασε τον ασυγκίνητο στα πράσα. Ο Πύρρων, έχοντας ξαναβρεί την ψυχραιμία του, γέλασε. «Δεν είναι πάντα εύκολο να παραμένεις ήρεμος», παραδέχθηκε. «Πρέπει να προσπαθούμε να εφαρμόζουμε αυτά που διδάσκουμε».

Ο Πύρρων έμοιαζε με τον Σωκράτη, από την άποψη ότι δεν έγραψε τίποτε. Είχε εσωτερικεύσει πλήρως το μάθημα του:

Η πρακτική εφαρμογή είναι το πάν, το προσωπικό παράδειγμα είναι ισχυρότερο από τα λόγια. Δεν είναι μόνο ότι αυτό που έχει σημασία είναι η πρακτική, αλλά και το ταξίδι που πραγματοποιείται. Μόνο όταν διατηρεί κάποιος την πορεία του, μπορεί να κατανοήσει την αλήθεια, αντίθετα από όταν απλώς μιλά γι’ αυτήν. Το δόγμα τείνει να είναι στατικό. Οι τύποι αυτοί εμφανίζονται μετά από περίσκεψη, αποτελούν προϊόν έρευνας και αν οι άνθρωποι απλώς επαναλαμβάνουν τους τύπους, τότε μπορεί ποτέ να μην βασανιστούν από την περίσκεψη, την εμπειρία της αβεβαιότητας που είναι τόσο πολύτιμη στην πραγματικότητα. Διότι, πάνω απ’ όλα, ο Πύρρων ήθελε να μάθουν ένα πράγμα: πως να αναστέλλουν τη δυσπιστία, να είναι ευτυχείς στην άγνοιά τους, να καλλιεργούν την αρνητική ικανότητα. Αυτή ήταν η στάση και το πνεύμα που χαρακτήριζαν την ώριμη πίστη του.

Μπορούμε να εξετάσουμε περισσότερα του τι θα μπορούσε να σημαίνει αυτό αναλύοντας κάποιες ρήσεις του. Σώζονται κάποιες από αυτές και είναι συναρπαστικές. Για να τις λάβετε σοβαρά υπ’ όψιν, πρέπει να διαπεράσετε αυτά που υποτίθεται ότι λένε επιφανειακά και να φθάσετε σε αυτό που μπορεί να υπονοούν βαθύτερα, δηλαδή να είστε προετοιμασμένοι από την αρχή να μην αναρωτηθείτε απλώς αν είναι αλήθεια ή ψέματα. Ορίστε μία από αυτές:

Τίποτε δεν υπάρχει στ’ αλήθεια, αλλά η ανθρώπινη ζωή κυβερνάται από τις συμβάσεις.

Αυτή είναι μία λίαν υπερβολική δήλωση. Φαινομενικά υπονοεί ότι ο κόσμος της εμπειρίας και των γεγονότων αποτελεί παραίσθηση και ότι όλα όσα κάνουμε και σκεπτόμαστε είναι ένα είδος συμφωνίας ή συνθήκης και όχι αληθινά από μόνα τους.

Πύρρων ο Ηλείος, περί αναστολής της δυσπιστίας

Ο δυσκολότερος άνθρωπος να τα πάτε καλά σε ολόκληρο τον κόσμο είναι, στην πραγματικότητα, ο εαυτός σας

Πριν μιλήσουμε για το πως τα πηγαίνουμε με τους άλλους, πρώτα πρέπει να τα έχουμε καλά με τους εαυτούς μας. Μου φαίνεται ότι όλες οι εξωτερικές διαμάχες μεταξύ των ανθρώπων είναι εκδηλώσεις εσωτερικών διαμαχών στους ανθρώπους. Αν υποφέρετε από μια άλυτη εσωτερική διαμάχη, τότε δεν τα πάτε τόσο καλά με τον εαυτό σας όσο θα μπορούσατε. Και αν δεν τα πάτε τόσο καλά με τον εαυτό σας όσο θα μπορούσατε, δεν θα τα πάτε όσο καλά θα μπορούσατε και με τους άλλους.

Όποτε παρατηρώ ανθρώπινα πλάσματα να φέρονται άσχημα, να κακομεταχειρίζονται ή να τραυματίζουν το ένα το άλλο, είτε σε άμεση αντιπαράθεση ή με ύποπτους ή με πισώπλατους τρόπους, πάντα παρατηρώ ότι οι δράστες δεν φαίνονται πολύ ευχαριστημένοι με τους εαυτούς τους. Οι άνθρωποι που κάνουν πόλεμο στους άλλους δεν έχουν καταφέρει να κατακτήσουν τους εαυτούς τους. Ο διάσημος χαρακτήρας κόμικ του Γουόλτ Κέλι, ο Πόγκο, το συνόψισε κάπως έτσι: “Έχουμε συναντήσει τον εχθρό και είμαστε εμείς”. Ο δυσκολότερος άνθρωπος να τα πάτε καλά σε ολόκληρο τον κόσμο είναι, στην πραγματικότητα, ο εαυτός σας.

Από την άλλη μεριά, οι άνθρωποι που φέρονται στους άλλους με αυθεντική καλοσύνη, ευαισθησία και σεβασμό – αν όχι με αγάπη και συμπόνια – σχεδόν σίγουρα τα πάνε καλά με τον εαυτό τους, κατ’ αρχάς. Η επίλυση των δικών σας εσωτερικών μαχών συγκρούσεων, έτσι ώστε να μαίνονται μέσα σας λιγότερες θύελλες, θα επιδράσει κατευναστικά στις αλληλεπιδράσεις με τους άλλους επίσης.

Ακόμη κι αυτοί που προσπαθούν να σας προκαλέσουν με τις δικές τους καταιγίδες θα είναι ανίκανοι να το κάνουν. Αφού κατακτήσετε τον εχθρό έσωθεν, δεν θα έχετε περισσότερους εχθρούς έξωθεν. Γι’ αυτό ο Γκάντι έλεγε ότι στο “λεξικό” του της μη βίαιης αντίστασης στην καταπίεση “δεν υπάρχει λέξη για τον εχθρό”.

Βεβαίως, όλοι μας βιώνουμε προσωρινές εσωτερικές αναστατώσεις – είτε λόγω της κακής μέρας, του συνδρόμου των εμμήνων, της έλλειψης ύπνου, του ότι βρισκόμαστε στο κατώφλι του εκνευρισμού ή απλώς επειδή “ξυπνήσαμε στραβά” – και μπορεί περιστασιακά να ξεσπάσουν.

Αλλά πρέπει να είμαστε ικανοί να ξεπερνάμε τις κακές διαθέσεις γρήγορα. Είναι η εξαίρεση, και όχι ο κανόνας, του κώδικα συμπεριφοράς μας.

Όταν είστε κακοδιάθετοι, ακόμη και για μερικά λεπτά ή ώρες, δεν τα πάτε καλά με τον εαυτό σας και βιώνετε δυσαρέσκεια. Αν μπορείτε να ξεχάσετε τη δυσαρέσκειά σας ακόμη και για ένα λεπτό – αφήνοντας κάποιον άλλο να σας χαροποιήσει ή να σας αποσπάσει την προσοχή ή να σας κάνει να γελάσετε – τότε επιτρέπεται σε κάθε πιθανό είδος ευχαρίστησης να εισέλθει, στη στιγμή.

Αλλά αν κολλάτε πεισματικά στη δυστυχία σας, αποτρέπετε κάθε είδους χαρά να εισέλθει.

Ακόμη και ο Νίτσε, ο οποίος δεν ξεχείλιζε ακριβώς από ανθρώπινη καλοσύνη, συνειδητοποίησε τη σημασία που έχει να ξεχνάμε τις αιτίες της δυσαρέσκειάς μας.

Αυτός ο οποίος ξεχνά είναι θεραπευμένος. – ΦΡΙΝΤΡΙΧ ΝΙΤΣΕ

Όπως γνώριζε ο Νίτσε, αυτό ισχύει τόσο σε ομάδες όσο και σε μεμονωμένα άτομα: “Ένας χαρούμενος λαός δεν έχει ιστορία”.

Αντιθέτως, άτομα ή ομάδες που κουβαλούν πολλή ιστορία είναι πιθανόν να είναι αναστατωμένες για μεγάλες περιόδους.

Το επιτρέπετε στο παρελθόν να καταλαμβάνει το παρόν σας και να εμποδίζει το μέλλον σας είναι ένας σίγουρος τρόπος για να μην τα πηγαίνετε καλά με τον εαυτό σας.

Αν έχετε κακή διάθεση, σίγουρα θα σταματήσει, αν είστε πρόθυμοι να ξεχάσετε τι την προκάλεσε.

Όλοι έχουμε τη δύναμη να το κάνουμε αυτό, αν και μερικοί χρειάζεται να μάθουν να εξασκούν αυτή τη δύναμη και να εξασκηθούν στο να την ασκούν πιο ολοκληρωμένα.

ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ: Ατέλειωτες ανησυχίες προκαλούν μόνον οι ματαιοδοξίες

Ο Επίκουρος υπαγορεύει μια πιο μελετημένη προσέγγιση των ηδονών, τέτοια που να μην παραγνωρίζει τις ενδεχόμενες αρνητικές τους συνέπειες. Μας υπενθυμίζει σε μια «δόξα» του:

«Καμιά ηδονή δεν είναι από μόνη της κάτι κακό. Αλλά κάποιες ηδονές παράγονται με τρόπους και μέσα που επιφέρουν διαταραχές, οι οποίες ξεπερνούν κατά πολύ τις ίδιες τις ηδονές».

Κατηγορίες απολαύσεων

 Με βάση τις αρχές της φιλοσοφίας του ο Επίκουρος εξειδίκευσε τις προτάσεις του για την αναζήτηση της ευτυχίας. Αντιλήφθηκε ότι οι άνθρωποι αποφεύγουν να μπαίνουν σε σύνθετες διαδικασίες λήψης αποφάσεων και προτιμούν έτοιμες συνταγές. Γι' αυτό σύστηνε να επιδιώκουν συγκεκριμένες απολαύσεις, που ικανοποιούν τις βασικές τους επιθυμίες και απομακρύνουν τις ανησυχίες τους και παράλληλα να αποφεύγουν τις απολαύσεις, που προκαλούν περισσότερους πόνους από ότι χαρές.

Ι. Φυσικές Απολαύσεις

α) Αναγκαίες ή υποχρεωτικές: Αυτές ικανοποιούν εκείνες τις φυσικές επιθυμίες, που αν παραμείνουν ανεκπλήρωτες, οδηγούν κατ’ ανάγκη σε μεγαλύτερο πόνο. Οι σημαντικότερες είναι:

1. Η τροφή
2. Η στέγη
3. Η υγεία
4. Η ασφάλεια και
5. Η φιλία

Σε κανονικές συνθήκες μπορούν να ικανοποιηθούν μάλλον εύκολα. Έλεγε μια «δόξα» (δηλαδή «γνώμη», από το ρήμα δοκώ= νομίζω): «Ας ευγνωμονούμε την ευλογημένη φύση, που όλα τα αναγκαία τα έκανε εύκολο-απόκτητα και τα μη αναγκαία δύσκολο-απόκτητα». Τις φυσικές και αναγκαίες ηδονές θα τις αναπτύξουμε στο τρίτο μέρος.

β) Μη Αναγκαίες ή Προαιρετικές: Είναι εκείνες οι φυσικές επιθυμίες, που ακόμα κι αν δεν ικανοποιηθούν, δεν οδηγούν αναγκαστικά σε μεγαλύτερο πόνο. Τέτοιες συνήθως είναι οι επιθυμίες για ψυχαγωγία, οι αισθητηριακές απολαύσεις, οι αισθησιακές, οι δραστηριότητες στη φύση, η άθληση, οι τέχνες, κ.λ.π. Τα’ ακριβά φαγητά, τα ποτά, οι καφέδες και τα παρόμοια, καλύπτουν τις φυσικές ανάγκες της πείνας της δίψας και της ψυχαγωγίας, για αυτό οι σύγχρονοι επικούρειοι δεν τα απορρίπτουν. Τα θεωρούν όμως μη αναγκαία και προτείνουν να τα απολαμβάνουμε, εάν είναι εύκολα διαθέσιμα, σε καμιά περίπτωση όμως δεν θα πρέπει να τα συνηθίσουμε και να εξαρτάμε την ευτυχία μας από αυτά. Οι ανάγκες που καλύπτουν είναι μεν πραγματικές, αλλά δεν είναι απαραίτητες για την επιβίωση και την ισορροπία της ψυχής μας.

Μια άλλη σύγχρονη ομάδα μη αναγκαίων φυσικών επιθυμιών έχει να κάνει με τη φροντίδα της εξωτερικής εμφάνισης. Τα στερεότυπα της τέλειας ομορφιάς ωθούν πολλούς ανθρώπους, κυρίως τους νέους και τις γυναίκες σε επικίνδυνες διατροφικές συνήθειες, υπερβολική προσωπική φροντίδα και δαπάνη. Η επικούρεια άποψη, που εκφράζεται από τον Λουκρήτιο, είναι να αποδεχθούμε το σώμα μας όπως είναι και να προστατεύσουμε την υγεία μας. Η εξωτερική μας εμφάνιση δεν είναι σημαντική, γιατί κατά τον Λουκρήτιο, υπάρχουν πολλοί άνθρωποι εξ ίσου ωραίοι με εμάς, οι ωραίοι δεν συμπεριφέρονται καλύτερα από τους άσχημους και επί πλέον, ζούμε μια χαρά όπως είμαστε μέχρι σήμερα. Δεν χρειάζεται ομορφιά για να είναι κανείς ευτυχισμένος. Η εμμονή στη φυσική ομορφιά είναι παθολογική, γιατί επικεντρώνεται σε ένα μόνο μέρος της ανθρώπινης φύσης, που μάλιστα δεν δείχνει το χαρακτήρα του και για αυτό μπορεί ναι είναι απατηλή.

ΙΙ. Γνωστικές απολαύσεις

α) Απολαύσεις απαλλαγής από πόνους, που προκαλούν οι υπέρμετρες υπαρξιακές φοβίες: Πηγή ηδονής για τον Επίκουρο είναι το ξαλάφρωμα από φόβους. Ο τρομερότερος από τους φόβους είναι ο φόβος του θανάτου και ακολουθούν οι φόβοι της τιμωρίας του Θεού και των φυσικών φαινομένων. Τους φόβους αυτούς τους αντιμετώπιζαν οι επικούρειοι ακολουθώντας την τετραφάρμακο: «Ο θεός δεν είναι επίφοβος, ο θάνατος δεν προκαλεί ανησυχία. Το καλό αποκτάται εύκολα και το κακό αντέχεται εύκολα».

β) Απολαύσεις απαλλαγής από πόνους, που προκαλούν οι υπέρμετρες ανησυχίες της καθημερινότητας: Απαλλαγμένοι από τους εφιάλτες που προκαλούν οι υπαρξιακές φοβίες, οι επικούρειοι τιθάσευσαν στη συνέχεια τις αδικαιολόγητες καθημερινές ανησυχίες, που προέρχονται από μη φυσικές και μη αναγκαίες επιθυμίες. Έλεγαν ότι μόνον οι παράλογες επιθυμίες ταράζουν τον άνθρωπο. Ατέλειωτες ανησυχίες προκαλούν μόνον οι ματαιοδοξίες. Είναι λυπηρό που οι άνθρωποι δεν χαίρονται όσα έχουν, παρά θρηνούνε για όσα δεν έχουν. Τη φύση δεν πρέπει να τη βιάζουμε, αλλά να την υπακούμε. Υπακοή στη φύση σημαίνει να απολαμβάνουμε πρώτα τις φυσικές αναγκαίες ηδονές και τις μη αναγκαίες στη συνέχεια, αν δεν βλάφτουν.

ΙΙΙ. Μη φυσικές και μη αναγκαίες απολαύσεις

Είναι εκείνες οι απολαύσεις, που δεν είναι εύκολα πραγματοποιήσιμες, απαιτούν βαρύ αντίτιμο για να τις αποκτήσουμε και δεν οδηγούν κατ’ ανάγκη σε μεγαλύτερη ηδονή. Η φήμη, η κοινωνική θέση, η πολιτική εξουσία, ο πλούτος και άλλες υπέρμετρες φιλοδοξίες για την απόκτηση γοήτρου, ανήκουν σε αυτήν την κατηγορία. Έλεγε ο Επίκουρος: «Την ευδαιμονία και τη μακαριότητα δεν τη φέρνουν τα μεγάλα πλούτη, ούτε η πληθωρική δραστηριότητα, ούτε οι εξουσίες, ούτε η ισχύς, αλλά η αλυπία, η πραότης των συναισθημάτων και η ψυχική διάθεση, που αναγνωρίζει τα όρια που έχει θέσει η φύση».

ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ

Αγάπη - Έλξη - Εμπιστοσύνη

“Στενή σχέση” λέμε μια συναισθηματική σχέση που ξεφεύγει από την πεπατημένη γιατί ξεκινάει από μια σιωπηρή συμφωνία: ακυρώνουμε μέσα μας το φόβο μήπως εκτεθούμε και δεσμευόμαστε να είμαστε αυτοί που είμαστε. Μια σχέση γίνεται δεσμός ανάλογα με το πόσο σέβομαι όσα έχουμε πει και με το πόσο ξέρω, εκ των προτέρων, ότι μπορώ να υπολογίζω σε σένα. Η στενή σχέση μου επιτρέπει, όπως καμία άλλη, την απόλυτη έκφραση αυθεντικότητας.

Η ευθύτητα, η ειλικρίνεια και η εμπιστοσύνη είναι πραγματικά εξαιρετικά σημαντικά για να τα χαρίσει κανείς στον πρώτο τυχόντα. Το δίχως άλλο, η στενή σχέση ΕΙΝΑΙ εξ ορισμού ευάλωτη και συνεπώς αναπόφευκτα επικίνδυνη. Με την καρδιά μου ορθάνοιχτη, το κακό που μπορεί να μου κάνει αυτός που είναι δίπλα μου και έχω μαζί του μεγάλη οικειότητα, είναι πολύ μεγαλύτερο απ' ότι σε οποιαδήποτε άλλη σχέση. Η αφοσίωση συνεπάγεται ότι βγάζω την πανοπλία και μένω εκτεθειμένος, ευαίσθητος και απροστάτευτος.

Έχω στενή σχέση με κάποιον, σημαίνει ότι του δίνω τα εργαλεία και το κλειδί για να μπορέσει να με βλάψει, είμαι όμως βέβαιος πως δεν πρόκειται να το κάνει. Γι' αυτό η στενή σχέση είναι κάτι που δεν παραχωρείται γρήγορα, αλλά πλάθεται μέσα σε μια συνεχή διαδικασία εξέλιξης και αλλαγής.

Παίρνουμε όλα τα ρίσκα στη σειρά, γινόμαστε αφοσιωμένοι, και όσο περισσότερο μας αποδέχονται, τόσο αποκαλύπτουμε τα μυστικά μας και κάνουμε εκμυστηρεύσεις.

Μια στενή σχέση θα προκύψει μόνο αν σταθώ ικανός να παρακάμπτω τις δυσκολίες, να χαίρομαι και να στηρίζομαι στις ομοιότητες και τα κοινά μας σημεία, ενώ δέχομαι και σέβομαι τις διαφορές μας.

Οι ομοιότητες μας φέρνουν κοντά.

Οι διαφορές μας επιτρέπουν να επωφελούμαστε από την σχέση μας.

Το θέμα είναι: μπορώ να έχω μια στενή σχέση με κάποιον που δεν μου αρέσει;

Η απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα είναι: ΟΧΙ

Για να δημιουργηθεί μια στενή σχέση υπάρχουν κάποια πράγματα που ΠΡΕΠΕΙ να συμβαίνουν.

Είναι οι τρεις πλευρές του ανθρώπινου δεσμού στο οποίο στηρίζονται όλα όσα αποτελούν μια στενή σχέση:

-Αγάπη
-Έλξη
-Εμπιστοσύνη

JEAN-PAUL SARTRE: Μια παιδική αυταπάτη: την αυταπάτη πως ένας άνθρωπος μπορεί να βελτιώσει τον εαυτό του

«Η ΚΟΛΑΣΗ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΑΛΛΟΙ»: Οι άλλοι άνθρωποι αποτελούν την κόλαση από την άποψη ότι από την στιγμή που γεννιέστε βρίσκεστε σε μια κατάσταση στην οποία είστε αναγκασμένος να υποταχτείτε. Γεννιέστε σαν γιος ενός πλουσίου, ή ενός Αλγερινού, ή ενός γιατρού, ή ενός Αμερικανού. Και το μέλλον σας είναι αυστηρά προσχεδιασμένο, ένα μέλλον που έφτιαξαν άλλοι για σας. Δεν το δημιούργησαν άμεσα, αλλά αποτελούν ένα μέρος μιας κοινωνικής τάξεως που κάνουν αυτό που είσθε. Όλα αυτά σωριάστηκαν πάνω σας από άλλους ανθρώπους. Κι η σωστή περιγραφή της υπάρξεως αυτής είναι κόλαση.

Η ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ το έργον ανθρώπων που βλέπουν ξεκάθαρα και που παίρνουν υπόψη τους το σύνολο της ανθρωπότητας. Η λογοτεχνία θα πρέπει να παραδεχτεί ότι υπάρχει σ’ ένα κόσμο όπου παιδιά πεθαίνουν της πείνας. Η λογοτεχνία θα πρέπει να καταλάβει ότι είναι μέσα στο μέτρο των δυνατοτήτων μας, σαν συγγραφέων και ανθρώπων, να κάνουμε κάτι για τους άλλους και οι άλλοι μπορούν να κάνουν κάτι για μας.

ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΝΟΜΙΖΟΥΝ ΠΩΣ ΜΙΑ ΩΡΑΙΑ ΠΡΩΙΑ μπορεί κανείς, τη στιγμή που θα φοράει τις κάλτσες του, ν’ αποφασίσει: «Χμ! σήμερα θ’ ανακαλύψω έναν κώδικα ηθικής». Μα ένας κώδικας ηθικής δεν είναι δυνατό να «εφευρεθεί». Σήμερα δεν υπάρχει ένα αληθινό ηθικό σύστημα, κι αυτό γιατί λείπουν οι συνθήκες που θα έκαναν έναν ηθικό κώδικα άξιο του ονόματός του. Οι άνθρωποι δεν μπορούν να δουν ο ένας τον άλλον. Πάρα πολλές μηχανές, όπως έλεγα, και κοινωνικά οικοδομήματα παρεμποδίζουν την ορατότητα. Είναι αδύνατο να μιλάμε σήμερα για ένα αληθινό ηθικό σύστημα: Μπορούμε να μιλάμε μόνο για ηθικούς κώδικες συγκεκριμένων τάξεων που αντανακλούν τις ειδικές τους συνήθειες και συμφέροντα. Λείπουν οι βασικοί όροι που θα ‘καναν τους ανθρώπους  ικανούς να έχουν μια νέα κοινωνική τάξη. Σε μια κοινωνία σαν τη δική μας είναι αναπόφευκτο το πλήθος των κοινωνικών οικοδομημάτων -για να μην αναφέρουμε τις προσωπικές υποχρεώσεις, την ατομική μοίρα- να δημιουργούν εμπόδια στην αμοιβαία κατανόηση. Κι έτσι βαδίζετε μαζί με την προσωπική σας μοίρα και συναντάτε ένα Νέγρο, ή έναν Άραβα, που ο καθένας του έχει τη δική του τύχη και οποιαδήποτε πραγματική σχέση μαζί τους γίνεται εξαιρετικά δύσκολη. Ή θα πρέπει να ανήκετε σε κάποια «κίνηση» στην οποία αποξενώνεστε ολοκληρωτικά, με οτιδήποτε βρίσκεται έξω απ’ αυτήν, για να συνδεθείτε, ας πούμε με τον αγώνα των Αλγερινών. Και σ’ αυτή όμως την περίπτωση -παρ’ όλες τις καλές προθέσεις- δεν θα πετύχετε την πλήρη αλληλεγγύη. Ο άνθρωπος με τον οποίο θα έρθετε σ’ επαφή δεν θα είναι γα σας ένας εντελώς άνθρωπος, θα είναι ένα «πράγμα». Το να μεταχειριστούμε όμως έναν άνθρωπο σαν άνθρωπο, σαν μια ανθρώπινη ύπαρξη, αυτό αποτελεί ζήτημα αρχής, μιας αρχής που δεν πρέπει ποτέ να εγκαταλείψουμε.

ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΚΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΥΤΑΠΑΤΕΣ ΤΗΣ ΝΙΟΤΗΣ ΜΟΥ, από την αυταπάτη πως ένας αστός συγγραφέας είναι υποχρεωμένος να είναι απαισιόδοξος, ότι είναι καταδικασμένος στη μοναξιά από το γεγονός ότι σήκωσε κάποτε τα όπλα κατά της κοινωνίας. Στις «Λέξεις» περιγράφω πώς έφθασα στο σημείο να είμαι μέλος της κοινωνίας – μιας κοινωνίας που βρίσκεται σε κίνηση. Κι επειδή έχω απαλλαγεί από τις αυταπάτες της νιότης πιστεύω πως έχω γίνει αισιόδοξος.

ΕΧΩ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΑΡΚΕΤΑ ΜΕΓΑΛΑ ΠΟΣΑ χρημάτων για ξόδεμα. Αλλά έχω και πολλές υποχρεώσεις. Και είναι γεγονός πως το αίσθημα της κατοχής μού είναι μισητό. Μου φαίνεται πως μας κατέχουν τα πράγματα που έχουμε στη διάθεσή μας. Είτε είναι αυτά χρήματα ή πράγματα τα οποία μπορούμε ν’ αγοράσουμε μ’ αυτά. Όταν κάτι μού αρέσει, θέλω πάντα να το δίνω σε κάποιον άλλον. Δεν πρόκειται για γενναιοδωρία. Είναι γιατί θέλω μόνο και μόνο να σκλαβωθούν άλλοι από τα αντικείμενα, κι όχι εγώ. Κι ευχαριστιέμαι από τη σκέψη πως κάποιος άλλος θα ευχαριστηθεί από το αντικείμενο που θα του δώσω.

ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΩ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΟΥ ΟΤΙ ΕΧΩ ΓΡΑΨΕΙ μερικά βιβλία, αλλά το θεωρώ καθήκον μου να υπερασπιστώ τις ιδέες που εκφράζονται στα βιβλία αυτά, κι αν ακόμη τα πράγματα αλλάξουν, και τότε πια δεν είμαι ο εαυτός μου, θα γινόμουν το θύμα των βιβλίων μου. Δεν νομίζω πως θα έπρεπε κανένας να κάνει αυτό που έκανε ο Ζιντ, να ξεκόβει συστηματικά από το παρελθόν του. Θέλω όμως να είμαι πάντα προσιτός στην αλλαγή. Δεν νιώθω τον εαυτό μου δεσμευμένο από οτιδήποτε έχω γράψει. Από την άλλη όμως πλευρά και δεν αποκηρύττω ούτε μια λέξη απ’ αυτά.

ΠΑΝΤΑ ΤΟ ΕΔΩ ΚΑΙ ΤΟ ΤΩΡΑ είναι ένας όρος που τον θεωρώ προσωρινό και που επιθυμώ να τον αφήσω πίσω. Επιμένω σε μια παιδική αυταπάτη: την αυταπάτη πως ένας άνθρωπος μπορεί να βελτιώσει τον εαυτό του.

ΕΡΩΤΗΣΗ: ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΔΕΧΘΗΚΑΤΕ ΤΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΝΟΜΠΕΛ; – Σαρτρ: Καλύτερα να μη μιλήσω γι’ αυτό. – Γιατί; -Σαρτρ: Γιατί δεν νομίζω πως μία ακαδημία ή ένα βραβείο μπορεί να έχει καμιά σχέση μαζί μου. Εκείνο που θεωρώ για μεγαλύτερη τιμή είναι να με διαβάζουν.

JEAN-PAUL SARTE, Ο ΥΠΑΡΞΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟΣ

Λεονάρντο της Πίζας ή Φιμπονάτσι

Πρόκειται για τον μεγαλύτερο ευρωπαίο μαθηματικό του μεσαίωνα (γεννήθηκε γύρω στο 1175), που μεγάλωσε και σπούδασε στην σημερινή αλγερινή πόλη Béjaïa κάτω από τους Μαυριτανούς. Αργότερα που ταξίδεψε εκτενώς γύρω από τις ακτές της Μεσογείου είχε συναντηθεί με πολλούς εμπόρους και έμαθε για τα αριθμητικά συστήματα τους. Σύντομα συνειδητοποίησε τα πολλά πλεονεκτήματα του «ινδουαραβικού» αριθμητικού συστήματος έναντι όλων των άλλων.

Έτσι ο Λεονάρντο της Πίζας έμεινε στην ιστορία για την περίφημη Ακολουθία Φιμπονάτσι αλλά και για την εισαγωγή στην Ευρώπη του αραβικού δεκαδικού συστήματος αρίθμησης καθώς και άλλων μαθηματικών καινοτομιών σε μια σκοτεινή εποχή για τις επιστήμες στην Ευρώπη. 

Αυτά τα πρώτα του ταξίδια τελειώνουν γύρω στο 1200 και τότε επιστρέφει στην Πίζα όπου γράφει τα μαθηματικά κείμενα τα οποία είμαστε και τυχεροί να κατέχουμε καθώς την εποχή του δεν είχε εφευρεθεί η τυπογραφία. Το 1202 δημοσιεύει το liber abaci ή βιβλίο των υπολογισμών, γεμάτο με τις μαθηματικές γνώσεις που είχε περισυλλέξει στα ταξίδια του. Έδειχνε την πρακτικότητα του αραβικού αριθμητικού συστήματος στην τήρηση εμπορικών βιβλίων, στις χρηματικές συναλλαγές, τις μετατροπές των μέτρων και σταθμών, στον υπολογισμό των επιτοκίων και άλλες εφαρμογές. Το βιβλίο έτυχε θερμής υποδοχής ανάμεσα στους λογίους της Ευρώπης και τους επηρέασε σημαντικά αν και το σύστημα έγινε ευρέως γνωστό μετά την εφεύρεση της τυπογραφίας.

Ο Λεονάρντο, ένας από τους μεγαλύτερους μαθηματικούς του Μεσαίωνα, έχει θέση δίπλα στον Κοπέρνικο, τον Κέπλερ και τον συμπατριώτη του Γαλιλαίο.

Για τους πυθαγόρειους, οι μη ποσοτικές ιδιότητες των αριθμών σήμαιναν ότι μπορούσαν να χρησιμεύσουν ως ηθικά αρχέτυπα, και έτσι η μελέτη των μαθηματικών μπορούσε να ρίξει φως στην ανθρώπινη συμπεριφορά. Έτσι, αναπόφευκτα, ο μαθηματικός ήταν ένας σπουδαστής της ηθικής. Ο νεότερος διαχωρισμός ανάμεσα στα μαθηματικά και την ηθική, που τόσο δεδομένο τον θεωρούμε, θα είχε κάνει τον Πυθαγόρα να διαφωνεί.

Η ακολουθία Φιμπονάτσι

Η ακολουθία Φιμπονάτσι εμφανίζεται στα Μαθηματικά των Ινδών και συγκεκριμένα σε Σανσκριτικές Προσωδίες. Στην Σανσκριτική προφορική παράδοση, δίνονταν μεγάλη έμφαση κατά πόσο οι μακρόσυρτες συλλαβές (Μ) συνέπιπταν με τις σύντομες (Σ), και μετρούσαν τα διαφορετικά πρότυπα των Μ και των Σ μέσα σε ένα προκαθορισμένο διάστημα, κάτι που οδήγησε στους αριθμούς Φιμπονάτσι. Ο αριθμός των προτύπων που γίνονται m σύντομες συλλαβές μακρόσυρτες είναι ο αριθμός Φιμπονάτσι Fm+1.

Η ανάπτυξη τη ακολουθίας Φιμπονάτσι αποδίδεται στον Pingala (200 π.Χ.), αλλά η πρώτη ξεκάθαρη αναφορά στην Ακολουθία γίνεται στα έργα του Virahanka (700 μ.Χ.), τα έργα του οποίου δε σώζονται, αλλά μεταφέρθηκαν αυτούσια στα έργα του Gopala (1153 μ.Χ.). Σε μία από τις σελίδες του βιβλίου Liber Abaci του Φιμπονάτσι περιέχεται η συγκεκριμένη ακολουθία.

Στη Δύση, όπως είπαμε πιο πάνω, οι αριθμοί Φιμπονάτσι εμφανίζονται για πρώτη φορά στο βιβλίο Liber Abaci (1202) του Λεονάρντο της Πίζας. Ο Φιμπονάτσι παίρνει ως δεδομένο ένα ιδανικό πληθυσμό κουνελιών και κάνει τις εξής υποθέσεις: έχουμε ένα νεογέννητο ζευγάρι κουνελιών (αρσενικό και θηλυκό) σε ένα χωράφι, τα κουνέλια είναι σε θέση να ζευγαρώσουν σε ηλικία ενός μήνα από τη γέννησή τους, έτσι ώστε στο τέλος του δεύτερου μήνα το θηλυκό να μπορεί να γεννήσει ένα ζευγάρι κουνελιών, τα κουνέλια δε πεθαίνουν ποτέ και κάθε ζευγάρι κουνελιών γεννάει ένα νέο ζευγάρι (ένα αρσενικό και ένα θηλυκό) κάθε μήνα από τον δεύτερο μήνα και μετά. Το ερώτημα που έθεσε ο Φιμπονάτσι ήταν: πόσα ζεύγη κουνελιών θα έχουν γεννηθεί μέσα σε ένα έτος;

Στο τέλος του πρώτου μήνα, ζευγαρώνουν, αλλά ακόμη υπάρχει μόνο ένα ζεύγος.

Στο τέλος του δεύτερου μήνα το θηλυκό γεννάει ένα νέο ζεύγος, οπότε στο χωράφι υπάρχουν δύο ζεύγη κουνελιών.

Στο τέλος του τρίτου μήνα, το πρώτο θηλυκό γεννάει και δεύτερο ζεύγος, οπότε έχουμε τρία ζεύγη κουνελιών.

Στο τέλος του τέταρτου μήνα, το πρώτο θηλυκό γεννάει ακόμη ένα ζεύγος, το θηλυκό που γεννήθηκε δύο μήνες πριν γεννάει το πρώτο της ζεύγος, οπότε έχουμε πέντε ζεύγη κουνελιών στο χωράφι.
Στο τέλος του νιοστού μήνα, το πλήθος των ζευγών των κουνελιών είναι ίσος με το πλήθος των νέων ζεύγων (n-2) προσθέτοντας το πλήθος ζευγών που υπήρχαν στο χωράφι τον προηγούμενο μήνα (n-1). Αυτός είναι ο νιοστός αριθμός Φιμπονάτσι.

Το αποτέλεσμα είναι η ακολουθία 0, 1, 1, 2, 3, 5, 8, 13, 21, 34, 55, 89, 144, 233, 377, 610, 987, 1597, 2584, 4181, 6765, 10946 … (ο Φιμπονάτσι παρέλειψε τον πρώτο όρο στο Liber abaci). Εδώ λοιπόν κάθε νέος όρος είναι το άθροισμα των δύο προηγουμένων όρων. Η ακολουθία έχει αποδειχθεί εξαιρετικά χρήσιμη στην Επιστήμη. 

Ο λόγος δύο διαδοχικών αριθμών της ακολουθίας όσο οι αριθμοί μεγαλώνουν προσεγγίζει όλο και περισσότερο τον γνωστό «χρυσό λόγο» που είναι ίσος με τον άρρητο αριθμό φ=1,61803…(φ προς τιμήν του Έλληνα γλύπτη Φειδία). Όπως παρατηρείτε: 2/1=2 , 3/2=1.5 , 5/3=1,666… , 8/5=1.6 , 13/8=1.625 , 21/13=1.615… , … , 10946/6765=1,61803…

Μια πρόσφατη μαθηματικο-ιστορική ανάλυση της περιόδου και της περιοχής στην οποία έζησε ο Fibonacci προτείνει ότι στην πραγματικότητα οι μελισσοκόμοι της Bejaia και οι γνώσεις τους σχετικά με την αναπαραγωγή των μελισσών αποτέλεσαν την πηγή έμπνευσης της ακολουθίας Fibonacci και όχι το ευρύτερα ίσως γνωστό μοντέλο της αναπαραγωγής κουνελιών.

Ο Fibonacci πίστευε ότι αυτοί οι αριθμοί μπορούν να ξεκλειδώσουν τα μυστικά της Φύσης. Αυτό μπορούμε να το αντιληφθούμε αν λάβουμε υπόψη πως η ακολουθία του, καθώς και η λογαριθμική σπείρα που δημιουργείται σε σχέση με τον αριθμό Φ, απαντώνται σχεδόν παντού:

1. Βοτανολογία, Βιολογία:
Στην ανάπτυξη των φυτών, στο γενεαλογικό δένδρο της αρσενικής μέλισσας, σε κελύφη σαλιγκαριών, στα κέρατα του κριού, στην ανάπτυξη του ανθρώπου, στα σταυροδρόμια της βιολογίας και των μαθηματικών.

2. Φυσικές Επιστήμες:
Στην ατομική σχάση, στην ηλεκτρονική ανάλυση δικτύων, στον προγραμματισμό των Η/Υ, στις διακλαδώσεις των ποταμών, στα κύματα των ωκεανών, στους ανεμοστρόβιλους, στο ηλιακό σύστημα, στους γαλαξίες και άλλα.

3. Οικονομία, Εκπαίδευση, Ποίηση, Μουσική:
Στους κύκλους των χρηματαγορών, στην εκπαίδευση μαθητών με δυσκολίες στη μάθηση, στην ανάλυση της ποίησης, σε μουσικά αριστουργήματα.

4. Αρχαιολογία, Αρχιτεκτονική, Τέχνη:
Στη Μεγάλη Πυραμίδα του Χέοπα, στη Μινωική αρχιτεκτονική, στον Παρθενώνα της Ακρόπολης Αθηνών, σε μωσαϊκά των αρχαίων Ρωμαίων και άλλα.

Ας σημειωθεί πως ο όρος «Ακολουθία Φιμπονάτσι» χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά τον 19ο αιώνα από τον Γάλλο μαθηματικό Εδουάρδο Λούκας.

H δικτατορία της υποχρεωτικής ευτυχίας

Το κίνημα της θετικής ψυχολογίας υποστηρίζει πως η ευτυχία αποτελεί αποκλειστικά ζήτημα προσωπικών επιλογών, ότι ο καθένας μπορεί, με την αρωγή των ειδικών και την επεξεργασία των σκέψεων και των συναισθημάτων του, να γίνει ευτυχισμένος και πως μια φυσιολογική ζωή δεν εξαρτάται από την απουσία δυσκολιών και από το πώς αισθάνεται ο καθένας, αλλά από τη διαρκή επιδίωξη να αισθανόμαστε διαρκώς ολοένα πιο ευτυχισμένοι. Επίσης πως οι υποθέσεις πάνω στις οποίες οικοδομήθηκε η θετική ψυχολογία είναι περισσότερο ιδεολογικές παρά επιστημονικές. Αυτό, ωστόσο, δεν εμπόδισε να μετατραπεί η αναζήτηση της ευτυχίας σε βιομηχανία.
 
Σημαντικό ρόλο στην περαιτέρω ανάπτυξη της θετικής ψυχολογίας διαδραμάτισε η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, γιατί έπειτα από περισσότερα από δέκα χρόνια από την εκδήλωσή της, πολλές από τις αρνητικές συνέπειες κατέληξαν να είναι χρόνιες. Η αίσθηση ανασφάλειας, η απουσία δυνατοτήτων, η αγωνία για το μέλλον έθεσαν τις βάσεις ενώ οι συνθήκες ήταν κατάλληλες ώστε η προτροπή για απόσυρση στον εαυτό μας να κυριαρχήσει στα μυαλά των ανθρώπων. Οπότε η αυξανόμενη ζήτηση και προσφορά θεραπειών, υπηρεσιών και προϊόντων της ευτυχίας θα πρέπει να εκλαμβάνεται ως αιτία και συγχρόνως σύμπτωμα μιας πολιτισμικής τάσης να αναζητάμε εντός μας τα ψυχολογικά κλειδιά και την απαραίτητη θέληση με στόχο να ξεπεράσουμε τις ανασφάλειες.
 
Σε αυτήν την τάση ανήκει και πρακτική της ενσυνειδητότητας (mindfulness) σύμφωνα με την οποία η εσωτερίκευση των προτεραιοτήτων μας αποτελεί τον πιο αποτελεσματικό τρόπο ώστε να κερδίσουμε την ευημερία και να εδραιώσουμε τους εαυτούς μας στη φρενήρη πραγματικότητα. Αλλά «όπως συμβαίνει και με πολλά άλλα προϊόντα που κυκλοφορούν στην αγορά και προβάλλονται από τους ειδικούς της ευτυχίας, η πρακτική της ενσυνειδητότητας αντλεί τη δύναμή της από την υπόσχεση ότι αποτελεί πανάκεια για όλα τα ενδημικά προβλήματα του νεοφιλελευθερισμού. Και επιμένει πως οι ρίζες των προβλημάτων πρέπει να αναζητηθούν στους ανθρώπους και όχι στην κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα».
 
Ποιος είναι, όμως, ο αντίκτυπος της διαρκούς επιδίωξης της ευτυχίας; Στους χώρους εργασίας «κατέληξε να αποτελεί μια χρήσιμη στρατηγική για την αιτιολόγηση κεκαλυμμένων οργανωτικών ιεραρχιών και την υποταγή των εργαζόμενων στην επιχειρηματική κουλτούρα». Μέσω της επίκλησης της ευτυχίας οι επιχειρήσεις μπόρεσαν να μεταθέσουν τις όποιες ευθύνες στους εργαζομένους τους, καταλογίζοντάς τους ακόμα περισσότερες για τις όποιες αποτυχίες, όχι μόνον τις προσωπικές αλλά και της επιχείρησής τους. Μπορεί να έγιναν πιο αποδοτικοί αλλά «ό,τι καθιστά ευτυχισμένες τις επιχειρήσεις δεν καθιστά απαραίτητα ευτυχισμένους και τους εργαζομένους».

Σε ψυχολογικό επίπεδο, η διαρκής αναζήτηση της ευτυχίας επέφερε τη δημιουργία μιας νέας τυπολογίας ανθρώπων, των «κυνηγών» ή «υποχόνδριων» της ευτυχίας. Πρόκειται για ανθρώπους που καταλήγουν να έχουν εμμονή με τον εαυτό τους και να επιθυμούν να ακυρώσουν πάση θυσία κάθε μελανό στοιχείο της ζωής τους.
 
Αλλά η δικτατορία της ευτυχίας υπονομεύει και τη σταθερότητα των ανθρώπινων και κοινωνικών δικτύων καθώς, αναζητώντας διαρκώς την προσωπική μας ευτυχία, οι άνθρωποι παύουμε να βλέπουμε και να υπολογίζουμε και να συναισθανόμαστε τους συνανθρώπους μας. Γιατί η προσωπική ευτυχία «είναι μια ατομιστική έννοια και η αναζήτησή της δημιουργεί ένα εμμονικό πλαίσιο διαβίωσης, εντός του οποίου η μοναδική μας έγνοια είναι η ψυχική μας ζωή».
Και αυτό αποτελεί μια άσχημη είδηση και για την ψυχική μας υγεία και για την κοινωνία, προειδοποιούν η Εύα Ιλούζ και ο Εντγκαρ Καμπάνας και εξηγούν τους λόγους. «Στην πρώτη περίπτωση γιατί ο εσωτερικός κόσμος δεν αποτελεί έναν τόπο όπου θα θέλουμε να ζούμε διαρκώς. Μελέτες έχουν αποδείξει πως η υπερβολική προσήλωση στον εαυτό μας σχετίζεται με υψηλά επίπεδα άγχους, κατάθλιψης, δυσαρέσκειας, ανησυχίας και ναρκισσισμού».
 
Σε ό,τι αφορά την κοινωνία, «ο εσωτερικός κόσμος δεν αποτελεί το μέρος όπου μπορούν να επιτευχθούν σημαντικές κοινωνικές αλλαγές. Η ευτυχία δεν είναι μόνον κομφορμιστική καθώς προωθεί επίσης την επικίνδυνη αντίληψη πως όταν οι περιστάσεις είναι δύσκολες, ο καθένας θα πρέπει να ανησυχεί μόνον για τον εαυτό του και ότι ο καθένας παθαίνει ότι του αξίζει. Η ευτυχία μάς καθιστά υπεύθυνους για την ύπαρξή μας, κάνοντας μας να πιστεύουμε πως αποτελεί επιλογή, αλλά η πεποίθηση αυτή εμπεριέχει μια αρνητική πλευρά. Εάν η ευτυχία αποτελεί επιλογή, αυτό συνεπάγεται πως επιλογή αποτελεί και η δυστυχία. Εάν οι καταθλιπτικοί, οι αποτυχημένοι, οι ναρκομανείς, οι άνεργοι δεν είναι ευτυχισμένοι, αυτό οφείλεται στο ότι δεν προσπάθησαν αρκετά».
 
Η επιδίωξη της ευτυχίας αλλά και η κυριαρχία των social media συχνά οδηγεί και στην παραποίηση της πραγματικότητας αλλά και της απώλειας του εαυτού μας, φαινόμενο που πλέον παρατηρείται σε όλον τον κόσμο και ειδικά μεταξύ της νεολαίας. «Για τους έφηβους η ευτυχία κατέληξε να αποτελεί υποχρέωση. Πρέπει με κάθε κόστος να δείχνουν ευτυχισμένοι και αυτό ξεπερνά κάθε πολιτισμικό, κοινωνικό και φυλετικό πλαίσιο. Αφορά αδιακρίτως όλες τις νέες γενιές. Υφίσταται ένα καταπιεστικό αίτημα για τη δημιουργία και την κοινοποίηση στη συνέχεια, μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, μιας αποκλειστικά θετικής εκδοχής του εαυτού».
 
Οσον αφορά την ποινικοποίηση των αρνητικών συναισθημάτων, «η επιστήμη της ευτυχίας προώθησε την ιδέα σύμφωνα με την οποία τα συναισθήματα μπορούν να χωριστούν σε θετικά (καλά) και σε αρνητικά (κακά). Αυτός είναι ένας αυστηρός διαχωρισμός ο οποίος παραβλέπει πως σε ό,τι αφορά τα συναισθήματα, εάν θέλουμε να τα κατανοήσουμε πραγματικά δεν μπορούμε να τα διαχωρίζουμε. Η οργή μπορεί να οδηγήσει σε καταστροφικές επιλογές και να επιφέρει ταπεινώσεις, αλλά καθιστά δυνατή την εναντίωση στην εξουσία και ενισχύει τις διαπροσωπικές σχέσεις ενώπιον συλλογικών αδικιών και απειλών. Οι επιστήμονες της ευτυχίας παρουσιάζουν την απογοήτευση, τη δυσαρέσκεια και το μίσος ως αποτυχίες κατά το σχηματισμό της ψυχής. Αποτελούν, ωστόσο, θεμελιώδη συναισθήματα για τη δημιουργία κοινωνικών δυναμικών όπως τα συλλογικά κινήματα και η συνοχή των ομάδων. Η ιδεολογία της θετικότητας καταλήγει έτσι να αποτελεί ένα συντηρητικό πολιτικό εργαλείο».

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ἠθικὰ Νικομάχεια (1099b-1100a)

[IX] Ὅθεν καὶ ἀπορεῖται πότερόν ἐστι μαθητὸν ἢ ἐθιστὸν ἢ καὶ ἄλλως πως ἀσκητόν, ἢ κατά τινα θείαν μοῖραν ἢ καὶ διὰ τύχην παραγίνεται. εἰ μὲν οὖν καὶ ἄλλο τί ἐστι θεῶν δώρημα ἀνθρώποις, εὔλογον καὶ τὴν εὐδαιμονίαν θεόσδοτον εἶναι, καὶ μάλιστα τῶν ἀνθρωπίνων ὅσῳ βέλτιστον. ἀλλὰ τοῦτο μὲν ἴσως ἄλλης ἂν εἴη σκέψεως οἰκειότερον, φαίνεται δὲ κἂν εἰ μὴ θεόπεμπτός ἐστιν ἀλλὰ δι᾽ ἀρετὴν καί τινα μάθησιν ἢ ἄσκησιν παραγίνεται, τῶν θειοτάτων εἶναι· τὸ γὰρ τῆς ἀρετῆς ἆθλον καὶ τέλος ἄριστον εἶναι φαίνεται καὶ θεῖόν τι καὶ μακάριον. εἴη δ᾽ ἂν καὶ πολύκοινον· δυνατὸν γὰρ ὑπάρξαι πᾶσι τοῖς μὴ πεπηρωμένοις πρὸς ἀρετὴν διά τινος μαθήσεως καὶ ἐπιμελείας. εἰ δ᾽ ἐστὶν οὕτω βέλτιον ἢ τὸ διὰ τύχην εὐδαιμονεῖν, εὔλογον ἔχειν οὕτως, εἴπερ τὰ κατὰ φύσιν, ὡς οἷόν τε κάλλιστα ἔχειν, οὕτω πέφυκεν, ὁμοίως δὲ καὶ τὰ κατὰ τέχνην καὶ πᾶσαν αἰτίαν, καὶ μάλιστα ‹τὰ› κατὰ τὴν ἀρίστην. τὸ δὲ μέγιστον καὶ κάλλιστον ἐπιτρέψαι τύχῃ λίαν πλημμελὲς ἂν εἴη.

Συμφανὲς δ᾽ ἐστὶ καὶ ἐκ τοῦ λόγου τὸ ζητούμενον· εἴρηται γὰρ ψυχῆς ἐνέργεια κατ᾽ ἀρετὴν ποιά τις. τῶν δὲ λοιπῶν ἀγαθῶν τὰ μὲν ὑπάρχειν ἀναγκαῖον, τὰ δὲ συνεργὰ καὶ χρήσιμα πέφυκεν ὀργανικῶς. ὁμολογούμενα δὲ ταῦτ᾽ ἂν εἴη καὶ τοῖς ἐν ἀρχῇ· τὸ γὰρ τῆς πολιτικῆς τέλος ἄριστον ἐτίθεμεν, αὕτη δὲ πλείστην ἐπιμέλειαν ποιεῖται τοῦ ποιούς τινας καὶ ἀγαθοὺς τοὺς πολίτας ποιῆσαι καὶ πρακτικοὺς τῶν καλῶν. εἰκότως οὖν οὔτε βοῦν οὔτε ἵππον οὔτε ἄλλο τῶν ζῴων οὐδὲν εὔδαιμον λέγομεν· οὐδὲν γὰρ αὐτῶν

[1100a] οἷόν τε κοινωνῆσαι τοιαύτης ἐνεργείας. διὰ ταύτην δὲ τὴν αἰτίαν οὐδὲ παῖς εὐδαίμων ἐστίν· οὔπω γὰρ πρακτικὸς τῶν τοιούτων διὰ τὴν ἡλικίαν· οἱ δὲ λεγόμενοι διὰ τὴν ἐλπίδα μακαρίζονται. δεῖ γάρ, ὥσπερ εἴπομεν, καὶ ἀρετῆς τελείας καὶ βίου τελείου. πολλαὶ γὰρ μεταβολαὶ γίνονται καὶ παντοῖαι τύχαι κατὰ τὸν βίον, καὶ ἐνδέχεται τὸν μάλιστ᾽ εὐθηνοῦντα μεγάλαις συμφοραῖς περιπεσεῖν ἐπὶ γήρως, καθάπερ ἐν τοῖς Τρωικοῖς περὶ Πριάμου μυθεύεται· τὸν δὲ τοιαύταις χρησάμενον τύχαις καὶ τελευτήσαντα ἀθλίως οὐδεὶς εὐδαιμονίζει.

***
[9] Αυτός είναι επίσης και ο λόγος που τίθεται το ερώτημα αν η ευδαιμονία είναι κάτι που αποκτιέται με τη σπουδή, με τον εθισμό ή με κάποια άλλη μορφή άσκησης, ή μήπως έρχεται στον άνθρωπο σαν ένα είδος δώρου των θεών ή και της τύχης. Αν δεχτούμε —γενικά— ότι υπάρχουν δώρα των θεών στους ανθρώπους, θα είναι λογικό να συμπεράνουμε ότι και η ευδαιμονία είναι ένα δώρο των θεών, και μάλιστα περισσότερο αυτό από οποιοδήποτε άλλο από τα ανθρώπινα πράγματα, αφού είναι το καλύτερο από όλα. Ίσως όμως το ερώτημα θα εντασσόταν καλύτερα σε μιαν άλλη, μελλοντική μας έρευνα. Εν πάση περιπτώσει, φαίνεται ότι η ευδαιμονία, ακόμη και αν δεν είναι δώρο των θεών αλλά έρχεται στους ανθρώπους ως αποτέλεσμα της αρετής και κάποιας σπουδής ή άσκησης, είναι, πάντως, ένα από τα πιο θεϊκά πράγματα· γιατί το βραβείο και το τέλος της αρετής είναι —ολοφάνερα— το καλύτερο πράγμα στον κόσμο: είναι κάτι το θεϊκό και μακάριο.

Θα πρέπει, επίσης, να δεχτούμε ότι η ευδαιμονία είναι ένα κοινό αγαθό, που μπορεί να αποκτηθεί από πολλούς ανθρώπους, αφού είναι δυνατό να υπάρξει σε όλους όσοι δεν είναι ανάπηροι ως προς την αρετή: το μόνο που χρειάζεται είναι κάποιο είδος σπουδής και προσωπικής προσπάθειας. Αν όμως είναι καλύτερο με αυτόν τον τρόπο να γίνεται κανείς ευδαίμων παρά με την επενέργεια της τύχης, είναι εύλογο έτσι να έχει το πράγμα, αφού τα πάντα στη φύση γίνονται πάντοτε με τον τελειότερο δυνατό τρόπο — το ίδιο ισχύει και στην περιοχή της τέχνης και, γενικά, της κάθε αιτίας, πολύ περισσότερο, φυσικά, στην περιοχή της καλύτερης από όλες τις αιτίες. Να αφήσουμε όμως στην τύχη το πιο μεγάλο και το πιο ωραίο πράγμα θα ήταν ένα πολύ μεγάλο σφάλμα.

Το θέμα όμως που συζητούμε διαφωτίζεται και από τον ορισμό που δώσαμε. Είπαμε δηλαδή ότι η ευδαιμονία είναι ένα είδος ενέργεια της ψυχής σύμφωνη με την αρετή. Από τα υπόλοιπα αγαθά μερικά πρέπει απαραιτήτως να υπάρχουν, ενώ άλλα είναι —από τη φύση τους— βοηθητικά και χρήσιμα σαν εργαλεία.

Αυτά βρίσκονται σε απόλυτη συμφωνία και με όσα είπαμε στην αρχή αρχή. Εκεί ορίσαμε ότι το τέλος της πολιτικής τέχνης/επιστήμης είναι το υπέρτατο τέλος. Αυτό λοιπόν για το οποίο κυρίως φροντίζει αυτή η τέχνη/επιστήμη είναι το να προσδώσει μια συγκεκριμένη ποιότητα στους πολίτες: να τους κάνει καλούς και ικανούς να πράττουν ωραίες πράξεις. Πολύ δικαιολογημένα, άρα, δεν χαρακτηρίζουμε ποτέ ευδαίμονα ούτε το βόδι ούτε το άλογο ούτε οποιοδήποτε άλλο ζώο, αφού κανένα τους

[1100a] δεν μπορεί να έχει συμμετοχή σε τέτοιου είδους ενέργειες. Για τον ίδιο λόγο ούτε και σ᾽ ένα παιδί μπορεί να αποδοθεί ο χαρακτηρισμός αυτός, για τον λόγο ότι το παιδί δεν έχει ακόμη την ικανότητα —λόγω ηλικίας— να κάνει τέτοιου είδους ενέργειες· και όσα παιδιά τα χαρακτηρίζουμε έτσι, είναι γιατί τρέφουμε γι᾽ αυτά καλές ελπίδες. Γιατί, όπως το είπαμε ήδη, δεν χρειάζεται μόνο τέλεια αρετή· χρειάζεται και μια τέλεια ζωή. Γιατί στη ζωή συμβαίνουν πολλές μεταβολές και λογιών λογιών τύχες, και είναι ενδεχόμενο ακόμη και ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος να περιπέσει στα γηρατειά του σε μεγάλες δυστυχίες, όπως διηγούνται για τον Πρίαμο τα ποιήματα του Τρωικού κύκλου. Έναν τέτοιο όμως άνθρωπο, έναν άνθρωπο που τον βρήκαν τέτοιες δυστυχίες και τέλειωσε άθλια τη ζωή του, κανένας δεν τον λέει ευδαίμονα.