Κυριακή 30 Ιουλίου 2023

O Σχηματισμός των λέξεων στην Αρχαία Ελληνική γλώσσα

2. Τα ρήματα σε -εῖν

§ 187. Ό,τι εκθέσαμε στις § 175 κεξ. για την ανάμειξη πολλών πρωτογλωσσικών σχηματιστικών τύπων της ελληνικής ισχύει κατά κύριο λόγο για την ομάδα των ρημάτων σε -εῖν. Αυτή περιλαμβάνει ειδικότερα: 1. Μετονοματικά σε *- e - i ̯ ó- από θέματα σε ο, όπου το -e - έχει προκύψει με μετάπτωση του θέματος -ο-· τυπικό παράδειγμα το φιλεῖν από το φίλο-ς. 2. Μεταρηματικά σε *-é -i̯o-με (αρχική) θαμιστική ή προκλητική σημασία· τυπικά τα τρομεῖν = τρέμειν 'τρέμω', σοβεῖν 'διώχνω' από το σέβειν, σέβεσθαι '(υποχωρώ >) σέβομαι', πρβ. λατ. mon ē re 'θυμίζω' από το θέμα men - 'θυμάμαι' (me - min - isse). Στα ελληνικά υπάρχουν ακόμη μερικά λείψανα αυτού του τύπου, όπως φανερώνει ο "ανώμαλος" θεματικός σχηματισμός: δοκεῖν - ἔδοξα, ῥιγεῖν - ἔρριγα κτλ. Η μεγάλη μάζα έχει αποκλίνει προς την ομάδα των μετονοματικών, καθώς ανέπτυξε στενότερη σχέση με τα ουσιαστικά με θέμα σε ο ίδιας μεταπτωτικής βαθμίδας: τρομεῖν από το τρόμος αντί από το τρέμειν, φορεῖν από το φόρος αντί από το φέρειν κτλ. Κατά συνέπεια η διάκριση της πρώτης από τη δεύτερη ομάδα είναι, από τη σκοπιά της ιστορίας των ελληνικών επιθημάτων, περιττή [1].

3. Μόνο για λόγους πληρότητας αξίζει να επισημάνουμε τα ελάχιστα πρωτογενή ρήματα σε -εῖν: πνεῖν, πλεῖν κτλ.· πρέπει επιπλέον να εξαιρεθούν, και επειδή για τα περισσότερά τους η υπόθεση σχηματισμού χωρίς το -i̯o-είναι πιθανότερη: *πλέϜ-ειν (> πλεῖν) : *πλόϜ-ος (> πλοῦς) = φέρ-ειν : φόρ-ος.

§ 188. 4. Στα ρήματα σε -εῖν της ελληνικής ανήκουν επίσης τα μετονοματικά σε *- es -i̯o- από θέματα σε s: τελεῖν, τελέ(σ)-σαι, τελεσ-θῆναι από το τέλος. Αυτά συγκεκριμένα αναμείχθηκαν σε μεγάλο βαθμό με τους αρχικούς σχηματισμούς σε *- e -i̯o- (με τους χρόνους -ῆ-σαι, -η-θῆναι)· πάντως δεν ενσωματώθηκαν ποτέ απόλυτα σε αυτά: Ο Όμηρος συνεχίζει να χρησιμοποιεί συχνά τύπους σε -είειν [2] (τελείεται κτλ.) από το *-εσ- ι̯ - πλάι στους νεότερους σε -έειν (τελέει κτλ.), και ακόμη και μετά την πλήρη σύμπτωση των ενεστωτικών τύπων (τελῶ, τελεῖς κτλ. όπως φιλῶ, φιλεῖς κτλ.) διατηρήθηκε ο παλιός χρονικός σχηματισμός μερικών παλιών ενεστώτων σε *- es -i̯o-: το τελέσαι (Όμ. τελέσσαι) ισχύει σε όλες τις περιόδους της ιστορίας της ελληνικής γλώσσας. Αλλά φυσικά τον κανόνα αποτελούσε η ανάμειξη στο σχηματισμό των εξωενεστωτικών χρόνων: ήδη ο Όμηρος έχει π.χ. το μισῆσαι από τὸ μῖσος με βάση την αντίθεση του φιλῆσαι με το φίλος. Σχετικά με το ἀμελής - ἀμελεῖν κτλ.

§ 189. Αν αρχίσουμε να ομαδοποιούμε το υλικό για το -εῖν από το σύνολο της ελληνικής παράδοσης με βάση τη συχνότητα και τη σημασία, καταρχή ξεχωρίζουν αναμφίβολα τα παράγωγα από σύνθετα (του τύπου οἰνοχοεῖν 'είμαι οἰνοχόος')· αυτά υπερκαλύπτουν τα άλλα. Η εξέταση όμως κατά γλωσσικές περιόδους αλλάζει ριζικά την εικόνα: Μαρτυρούνται (σύμφωνα με τον Sütterlin σ. 63)

                    καινούρια παράγωγα από σύνθετα / καινούρια παράγωγα από απλά
Όμηρος                                 20                                                   50
κλασική εποχή                     450                                                   30
μετακλασική εποχή              600                                                   10

Άλλωστε η αύξηση των παράγωγων από σύνθετα είναι μόνο επιφανειακή· όσο πιο πολύ αυξάνονται, τόσο πιο μονότονα ακούγονται, μέχρι που στο τέλος σχεδόν όλα πνίγονται από τα -φορεῖν, -ποιεῖν, -λογεῖν, -εργεῖν και μερικά άλλα.

Τα ομηρικά δεδομένα επιδέχονται μόνο την ακόλουθη ερμηνεία: Αρχικά από κάθε θέμα σε ο, σύνθετο ή όχι, μπορούσε να παραχθεί ένα ρήμα σε -εῖν, ακριβώς όπως στην ινδοευρωπαϊκή. Πρέπει λοιπόν να θέσουμε το ερώτημα: Γιατί ως βάση προτιμάται όλο και περισσότερο το σύνθετο;

§ 190. Προς το παρόν δεν μπορεί να δοθεί κατηγορηματική, ασφαλής και εμπεριστατωμένη απάντηση. Η βαθύτερη αιτία εντοπίζεται μάλλον στη συνάντηση δύο γενικών τάσεων γλωσσικής εξέλιξης: 1. Επιδιώκεται η απλούστευση της δύσχρηστης ποικιλίας κλιτικών ομάδων [3]· λόγω της πολλαπλής σημασίας των σύνθετων σε -ος, το παραγόμενο από αυτά -εῖν ήταν κατάλληλο τόσο για αμετάβατα (ἀελπτεῖν 'είμαι απελπισμένος, ἄελπτος') όσο και για ενεργητικά (ἀνθρωποφαγεῖν = είμαι ἀνθρωποφάγος = ἀνθρώπους φαγεῖν) μαζί με το παθητικό τους (ζωοποιεῖσθαι = ζωὸν ποιεῖσθαι). 2. Η ελληνική μοιράζεται με όλες τις γλώσσες πολιτισμού την υποχώρηση της απλής ρηματικής έκφρασης, που αποδίδει λιτά την αντίληψη, έναντι της πιο αφηρημένης, ψυχολογικά ταξινομητικής περιφραστικής χρήσης ουσιαστικών και κοινόχρηστων ρημάτων γενικής χρήσης· πρβ. πορείαν ποιεῖσθαι = πορεύεσθαι κτλ., επίσης από τη γλώσσα των εφημερίδων "gelangte zur Verlesung" [κατέληξε σε παρανόηση] = "wurde verlesen" [παρανοήθηκε] κ.τ.ό. 3. Η αντίθεση μεταξύ απλών σε -εύειν και παρασύνθετων σε -εῖν.

§ 191. Ένα ακόμη ερώτημα συνδέεται με τη σημασία του -εῖν. Τα παράγωγα απλών ονομάτων δεν παρουσιάζουν, σύμφωνα με την κληρονομημένη συνήθεια (§ 180), καμιά ακριβέστερα προσδιορισμένη σχέση με τις βάσεις τους· μόνον οι εκφράσεις που δηλώνουν ήχους, όπως κτυπεῖν, ῥοιζεῖν, ψοφεῖν, αναπτύχθηκαν στα ελληνικά σε μια διακριτή ομάδα, αλλά ήδη στον Όμηρο είχαν φτάσει το ανώτατο σημείο της εξέλιξής τους. Αντίθετα τα παράγωγα σύνθετων σημαίνουν σχεδόν πάντα "είμαι αυτό που δηλώνει η βάση". Από πού προέρχεται αυτός ο περιορισμός; Τα σύνθετα σε -ος είναι στη συντριπτική πλειονότητά τους nomina agentis ή δηλωτικά άλλης ιδιότητας, και επιπλέον η κοντινότερη ρηματική σχέση είναι η κατοχή της ιδιότητας, η αυτουργία. Έτσι η έννοια "είμαι έτσι ή αλλιώς" συνδυάστηκε με το σύνθετο· στο απλό υπάρχουν φυσικά ανάλογες περιπτώσεις (φιλεῖν 'είμαι φίλος', τυραννεῖν 'είμαι τύραννος' κτλ.), αλλά χάθηκαν μέσα στο πλήθος των άλλων πιθανών σχέσεων και επιπλέον υπέκυψαν στον ανταγωνισμό με το -εύειν.

§ 192. Τη ρηματική σχέση 'εφοδιάζω κάποιον άλλον με την ιδιότητα, δραστηριοποιώ', που a priori μπορεί να περάσει από το μυαλό μας, αλλά στην πράξη δεν είναι τόσο απαραίτητη, αναλαμβάνει το νεόπλαστο -οῦν. Έτσι η ενεργητική μεταβατική σημασία των παρασύνθετων σε -εῖν είναι σχεδόν εξολοκλήρου φαινομενική· στηρίζεται στην ενεργητική σημασία της βάσης: το διχοτομεῖν σημαίνει, ωστόσο 'χωρίζω σε δύο μέρη', αλλά δεν παράγεται από το διχότομος 'διχοτομημένος' παρά από το διχοτόμος 'διχοτομών'. Ασφαλώς δεν πρέπει ν' αρνηθούμε την πιθανότητα, στη μετακλασική εποχή να υπερπηδήθηκε ορισμένες φορές η επιτελεστική βάση και από τον παθητικό παράλληλο σχηματισμό να δημιουργήθηκε απευθείας ένα ενεργητικό ρήμα σε -εῖν.

§ 193. Αυτή φαίνεται να είναι η περίπτωση π.χ. του ἀθετεῖν 'ακυρώνω', εὐθετεῖν 'τακτοποιώ' (επίσης 'είμαι τακτοποιημένος'), που οι βάσεις τους ἄθετος, εὔθετος μαρτυρούνται μόνο με παθητική σημασία = 'που δεν έχει την ισχύ νόμου, άκυρος', 'τακτοποιημένος, εύτακτος'· αν όμως σκεφτούμε τους πολλούς σχηματισμούς σε -θετεῖν (από το -θέτης· πρβ. § 195) (π.χ. ἀγωνο-θετεῖν, νομο-θετεῖν, θεσμο-θετεῖν) και την ευκολία με την οποία τα ελληνικά συχνά ταλαντεύονται μεταξύ των δύο σημασιών των ρηματικών επιθέτων σε -τος, εύκολα μπορούμε να συμπληρώσουμε τα ενεργητικά ἄθετος, εὔθετος και ακριβώς γι' αυτό το λόγο να μην τα θεωρήσουμε άκρως απαραίτητα ενδιάμεσα μέλη.

§ 194. Η αναλογική εξάπλωση του -εῖν χωρίζεται αυστηρά σε δύο κατηγορίες, ανάλογα με το αν αφορά παράγωγα απλών λέξεων ή σύνθετων. Η πρώτη κατηγορία περιλαμβάνει αποκλειστικά εντελώς μεμονωμένες περιπτώσεις· στο βαθμό που είναι διαφανείς, πρόκειται για ειδικές αναλογίες όπως λυπεῖν (λύπη) κατά το ἀλγεῖν (ἄλγος), ἡγεμονεῖν (ἡγεμών) κατά το στρατηγεῖν (στρατηγός)· ακόμη και οι λέξεις που δηλώνουν ήχο (§ 191) έχουν ελάχιστους απογόνους: πρβ. π.χ. φωνεῖν 'μιλώ' (φωνή), ἀϋτεῖν 'φωνάζω' (ἀϋτή).

§ 195. Εντελώς διαφορετική είναι η θέση των σύνθετων· ήταν τόσο διαδεδομένη η συνήθεια να σχηματίζονται από σύνθετα σε -ος ρήματα σε -εῖν με τη σημασία 'είμαι αυτό και εκείνο', ώστε να χρησιμοποιείται η ίδια παραγωγή ακόμη και σε σύνθετα από διαφορετικά θέματα, χωρίς να απαιτείται κάποιο πρόσθετο ενωτικό στοιχείο [4]. Κατά κύριο λόγο, όμως μόλις μετά τον Όμηρο, συνδυάστηκαν με τα σύνθετα σε -ος τα nomina agentis σε -ας, -ης (§ 98 κεξ.) και σε -της (§ 100 [5]): ἱππηλατεῖν 'είμαι αλογολάτης (ἱππηλάτης)', μυροπωλεῖν' είμαι πωλητής μύρου (μυροπώλης)' και πολλά άλλα. Ως διευκόλυνση μπορούσαν να λειτουργήσουν οι διπλοί σχηματισμοί όπως -αρχος και -άρχης (ἑκατόνταρχος και ἑκατοντάρχης· § 99), με τους οποίους μπορούσε να συσχετιστεί το -αρχεῖν· μπορούμε επίσης να αναλογιστούμε το -ήλατος δίπλα στο -ηλάτης, μια σχέση που μπορεί να συγκριθεί με τη διπλή σημασία του ρηματικού επιθέτου ἄθικτος ('που δεν θίγεται' και 'που δεν θίγει')· δες επίσης.

Στα παράγωγα σε -εῖν από σύνθετα με συμφωνόληκτο β΄ συνθετικό κυριαρχούν τα -φυλακεῖν, -γνωμονεῖν, -φρονεῖν και μερικές ακόμη απολήξεις. Ο Όμηρος από συμφωνόληκτα θέματα γνωρίζει μόνο το -φρονεῖν (ἀλλο-, ἀ-, ὁμο-, χαλι-), που πάντως συνδέθηκε πολύ στενά με το απλό φρονεῖν· σχετικά με το *- e i ̯ o - στο φρονεῖν πρβ. φρόνι-ς 'σύνεση', φρόνι-μος, Φρόνιος.

§ 196. Ιδιαίτερη μνεία αξίζουν τα παράγωγα σε -εῖν από σύνθετα θέματα σε s: του τύπου ἀμελεῖν από το ἀμελής. Θα τείναμε μάλιστα να τα αναγάγουμε φωνητικά στο *- es -i̯o- (σύμφωνα με την § 188)· η απουσία όμως οποιουδήποτε κατάλοιπου της κλίσης sαπό αυτήν την κατηγορία δηλώνει καθαρά ότι αυτά ήδη στον Όμηρο έχουν συγχωνευτεί απόλυτα με τον τύπο οἰνοχόος - οἰνοχοεῖν (σε αντίθεση με τα παράγωγα από μη σύνθετα θέματα σε s, § 188). Εξάλλου για την επιτελεστική σημασία ισχύουν εδώ όσα εκτέθηκαν στις § 192 κεξ.· π.χ. για το δυσμαθής μαρτυρούνται και οι δύο σημασίες 'που δύσκολα μαθαίνει' και 'που είναι δύσκολο να τον μάθεις', άρα και για το δυσμαθεῖν μπορούμε να σκεφτούμε και τις δύο· τυχαίνει όμως να μαρτυρείται μόνο το 'δυσκολεύεται να μάθει κανείς'.

§ 197. Σχετικά με τη διάθεση των ρημάτων σε -εῖν. Μερικά ρήματα σε -εῖν φαίνεται ότι απέκτησαν στην κλασική και ιδίως στη μετακλασική περίοδο καταχρηστικούς (μέσο-) παθητικούς τύπους. Γι' αυτό ευθύνεται κατά κανόνα ένα τυχαία ομοιοκατάληκτο απλό: πνευματο-φορεῖσθαι 'κατευθύνομαι από το πνεύμα' αντί για *πνευματο-φορεῖν 'έχω κατεύθυνση από το πνεύμα (πνευματόφορος)', γιατί ήταν ταυτόσημο με το πνεύματι φορεῖσθαι. Με τον ίδιο τρόπο εξαιτίας του κρατεῖσθαι λέγεται δημοκρατεῖσθαι 'κυβερνιέμαι δημοκρατικά' και στη συνέχεια αὐτονομεῖσθαι 'είμαι αυτόνομος > απολαμβάνω αυτονομία'. Αλλιώς με το φιλοτιμεῖσθαι 'είμαι φιλότιμος ', που είναι μέσο ή μεσο-παθητικό αποθετικό και χρωστά τη διάθεσή του μάλλον στην επίδραση των βούλεσθαι, ὀρέγεσθαι και άλλων συνώνυμων.
---------------------------
[1] Συγκυριακές διεισδύσεις εξωενεστωτικών θεμάτων σε e στον ενεστώτα ανήκουν στο πεδίο του σχηματισμού των χρόνων: ἐπιμελεῖσθαι αντί για το ἐπιμέλεσθαι κατά το ἐπιμελήσεσθαι κτλ.

[2] Εντελώς διαφορετικής προέλευσης αλλά όχι απόλυτα ξεκαθαρισμένα είναι τα εφετικά σε -σείειν, που αρχικά χρησιμοποιούνταν μόνο στη μετοχή (ὀψείων 'που θέλει να δει' Όμ., αρκετά στο Θουκυδίδη).

[3] Πρβ. το αγγλικό "βοηθητικό ρήμα" to do 'κάνω' και το "er t ä t sich zu ihm setzen" της γερμανικής ποίησης· κλασικοί συγγραφείς της σανσκριτικής έφτασαν στο σημείο ν' αποφεύγουν εντελώς παρεμφατικούς ρηματικούς τύπους.

[4] Γι' αυτό και ορισμένες φορές χρησιμοποιείται το -εῖν σε υποστάσεις· δες § 149.

[5] Είναι αδιάφορο αν το -τεῖν συνδυάστηκε με το παλιό θέμα σε τ ή μόνο με το νεότερο -της· και στις δύο περιπτώσεις υπόκειται αναλογική μεταφορά του -εῖν .

Η Ελληνική Αρχαιότητα: Πόλεμος - Πολιτική - Πολιτισμός 3. Από τους Περσικούς Πολέμους στον Πελοποννησιακό

3.3. Αγαπούμε το ωραίο διακριτικά


Ορισμένα από τα επιφανέστερα πολιτιστικά επιτεύγματα της Αθήνας συντελέστηκαν στην Πεντηκονταετίαν. Τότε άκμασε ο Σοφοκλής και ο Φειδίας, η ποιητική και η εικαστική ολοκλήρωση της κλασικής εποχής. Ο λόγος και η μορφή απέκτησαν δυναμισμό και κίνηση, σαν να ήταν πράγματα ζωντανά. Η διογκωμένη αυτοπεποίθηση των Αθηναίων μετατράπηκε σε δημιουργικό οργασμό προς όλες τις κατευθύνσεις. Μεγάλο μέρος αυτής της ενέργειας διοχετεύτηκε στον πολιτισμό.

Κάποιοι μεταγενέστεροι Έλληνες έβλεπαν τη ζωή όχι πια ως αγώνα αλλά ως θεατρικό έργο, στο οποίο καθένας έχει έναν προκαθορισμένο ρόλο, που οφείλει να υποδυθεί με επιτυχία. Αυτή η σύλληψη θα ήταν αδιανόητη χωρίς την τραγωδία. Από όλα τα πολιτιστικά επιτεύγματα για τα οποία μπορεί να καυχηθεί η Αθήνα κανένα άλλο δεν αποτελεί δική της επινόηση. Η τραγωδία είναι το κατεξοχήν βλάστημα της αττικής γης: εκεί γεννήθηκε και ωρίμασε, με τους συνθετικούς χυμούς ενός πνεύματος που είχε ζήσει πολιτικές αλλαγές και πολεμική κινητοποίηση σε ευρεία κλίμακα.

Αντιλαμβανόμενοι τη σημασία των Περσικών Πολέμων στην ανάπτυξη της τραγικής τέχνης, ορισμένοι μεταγενέστεροι συγγραφείς διηγούνται ότι την επαύριο της ελληνικής νίκης στη Σαλαμίνα βρέθηκαν, με έναν συμβολικό τρόπο, μαζί οι τρεις μεγάλοι τραγωδοποιοί του αιώνα: ο Αισχύλος, που είχε πολεμήσει με αξιοθαύμαστη ανδρεία· ο νεαρός Σοφοκλής, που πρωτοστατούσε ως όμορφος έφηβος στον επινίκιο χορό· και ο Ευριπίδης, που γεννιόταν την ίδια ακριβώς ημέρα.

Η τραγωδία δημιουργήθηκε στο μέσον του 6ου αιώνα από τη σύνθεση της επικής αφήγησης με τη λυρική έκφραση. Ένας ποιητής διθυράμβων, ο θρυλικός Θέσπις, είχε την ιδέα να αποσπαστεί από τον πολυμελή χορό και να του απευθυνθεί διαλογικά. Με την κίνηση αυτή δόθηκε για πρώτη φορά η δυνατότητα στη μυθική πλοκή να παρασταθεί ενώπιον θεατών, αντί να αποτελεί το αντικείμενο μιας τριτοπρόσωπης αφήγησης ενώπιον ακροατών. Επειδή ο διθύραμβος περιλάμβανε μουσική και χορό, η νεογέννητη τραγωδία κληρονόμησε αυτά τα χαρακτηριστικά. Η αθηναϊκή σύνθεση ήταν το πληρέστερο ποιητικό είδος που ανέπτυξε η αρχαιότητα: ικανοποιούσε τόσο την όραση όσο και την ακοή, τόσο τη λογική όσο και το συναίσθημα, και τις εκλεπτυσμένες αισθήσεις όχι λιγότερο από τον απαιτητικό νου.

Από το σύνολο των υποψήφιων ποιητών επιλέγονταν τρεις που θα διαγωνίζονταν στο πλαίσιο μιας διονυσιακής εορτής (Λήναια, Μεγάλα Διονύσια). Αυτοί έπαιρναν στη συνέχεια χορό, τη δαπάνη του οποίου αναλάμβαναν πλούσιοι πολίτες, που γίνονταν κυριολεκτικά χορηγοί. Η επιλογή των ποιητών και η οργάνωση του εορταστικού διαγωνισμού βρίσκονταν στη δικαιοδοσία δύο αρχόντων της Αθήνας: του βασιλέως και του ἐπωνύμου. Οι θεατρικές παραστάσεις αποτελούσαν το σύνθετο προϊόν της δημιουργικής ενέργειας του ποιητή, της πολιτικής εξουσίας, που μπορούσε να αποδεχθεί ή να αρνηθεί το ανέβασμα ενός έργου, και της ιδιωτικής πρωτοβουλίας των πλουσίων, που υποχρεώνονταν μεν από το κράτος σε δημόσιες δαπάνες για το κοινό καλό (λειτουργίας), αλλά είχαν το ελεύθερο να επιλέξουν ποιο δημόσιο αγαθό θα χρηματοδοτούσαν.

Ολόκληρο τον 5ο αιώνα οι παραστάσεις γίνονταν σε ξύλινα παραπήγματα που στήνονταν στη νοτιοανατολική παρυφή της Ακρόπολης, εκεί όπου βρισκόταν, από την εποχή του Πεισίστρατου, το ιερό του Διονύσου. Κάθε ποιητής ήταν ταυτόχρονα σκηνοθέτης των έργων του, μουσικός συνθέτης των λυρικών μερών τους και, συχνότατα, υποκριτής ο ίδιος. Διαγωνιζόταν με μια σειρά τεσσάρων δραμάτων, μια τετραλογίαν, από τα οποία τα τρία πρώτα ήταν τραγωδίες και το τελευταίο ένα σατυρικό δράμα - θεατρικό είδος με έντονα διονυσιακά και κωμικά χαρακτηριστικά, που εισήγαγε μάλλον στην Αθήνα ο Πρατίνας από τον Φλειούντα για να απαλύνει την ένταση των τραγωδιών.

Ορισμένοι από τους πρώτους τραγικούς ποιητές είναι γνωστοί μόνο ως ονόματα. Για τον Φρύνιχο, ωστόσο, υπάρχει η πληροφορία ότι τιμωρήθηκε με πρόστιμο από τους Αθηναίους, επειδή το 493 ανέβασε την τραγωδία Μιλήτου ἅλωσις, όπου περιέγραφε την κατάληψη της Μιλήτου από τους Πέρσες και θύμισε στους συμπολίτες του οἰκεῖα κακά, τις δικές τους συμφορές. Το γεγονός δείχνει τη διαπλοκή πολιτικής και πολιτισμού διπλά. Η θεματολογία της τραγωδίας του Φρυνίχου είχε αντληθεί από την πολιτική επικαιρότητα, στην οποία η Αθήνα είχε άμεση εμπλοκή με τις παραλείψεις των διπλωματικών και πολεμικών χειρισμών της. Από την άλλη μεριά, η οργισμένη αντίδραση του κοινού και των αρχόντων βασιζόταν σε κριτήρια περισσότερο πολιτικά παρά αισθητικά. Είναι πιθανό ότι ο Φρύνιχος θέλησε να ψέξει τη φιλοπερσική πτέρυγα των Αθηναίων και αυτή πήρε την εκδίκησή της τιμωρώντας τον. Λιγότερο από 20 χρόνια αργότερα, πάντως, και συγκεκριμένα το 476, ο ίδιος ποιητής τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο για το έργο του Φοίνισσες, όπου δοξαζόταν η ελληνική νίκη στη Σαλαμίνα. Η καλλιτεχνική αρτιότητα δεν ήταν φυσικά το μοναδικό κριτήριο του ενθουσιασμού που αισθάνθηκε το κοινό για την τραγωδία αυτή.

Ο πρώτος βεβαιωμένα μεγάλος τραγικός ποιητής και αληθινός δεύτερος δημιουργός της τραγωδίας υπήρξε ο Αισχύλος από την Ελευσίνα (περ. 525-456). Αυτός ο ευσεβής πολίτης εισήγαγε ορισμένες καθοριστικής σημασίας καινοτομίες στην τραγωδία: πρόσθεσε τον δεύτερο υποκριτή, μείωσε την έκταση των λυρικών μερών προς όφελος των επεισοδίων και εισήγαγε νέους τύπους όρχησης. Οι καινοτομίες του είχαν ως αποτέλεσμα να αυξηθούν σημαντικά οι δραματικές δυνατότητες της τραγωδίας. Ο Αισχύλος κατόρθωσε επίσης να πραγματευτεί μακροσκελή μυθικά θέματα με την τριλογική σύνθεση, που πιθανότατα αποτελεί επίσης δική του επινόηση. Ενώ οι προγενέστεροι ποιητές συνέθεταν τρεις τραγωδίες με διαφορετικό θέμα, ο Αισχύλος συνέθεσε τριλογίας, δηλαδή τραγωδίες με ενιαία και συνεχή πλοκή από την πρώτη έως την τελευταία. Αυτή ήταν η μοναδική καινοτομία που δεν έγινε αποδεκτή από τους μεταγενέστερους ποιητές.

Στην αρχαιότερη σωζόμενη τραγωδία ο Αισχύλος ακολούθησε το παράδειγμα του Φρυνίχου και συνέθεσε έργο με θεματολογία αντλημένη από τα σύγχρονα πολεμικά συμβάντα - αυτά στα οποία είχε λάβει μέρος ο ίδιος. Οι Πέρσες ἐδιδάχθησαν (δηλαδή παραστάθηκαν) το 472, με χορηγό τον Περικλή, που έκανε τότε την πρώτη δημόσια εμφάνισή του, και αφηγούνται την ελληνική νίκη στη ναυμαχία της Σαλαμίνας. Η παρουσίαση του θέματος γίνεται από την πλευρά του ηττημένου Ξέρξη και των υπηκόων του, με τρόπο τόσο χαρακτηριστικά οικουμενικό, ώστε ο μεγάλος βασιλιάς μετατρέπεται σε πανανθρώπινο σύμβολο των συνεπειών που έχει η καταστροφική ὕβρις. Η συμπάθεια του Αισχύλου για την προσωπικότητα και την πολιτική οξύνοια του Θεμιστοκλή βρίσκεται πίσω από αυτή την τραγωδία, που παρουσιάστηκε για δεύτερη φορά στις Συρακούσες, όταν ο Αισχύλος ήταν προσκεκλημένος του τυράννου Ιέρωνα και πέρασε αρκετό χρόνο στην αυλή του. Τότε έγραψε μάλλον και μια χαμένη τραγωδία με τίτλο Αιτναίες, για να τιμήσει την επανίδρυση της κατεστραμμένης Κατάνης.

Αρκετά χρόνια αργότερα ο Αισχύλος επισκέφθηκε και πάλι τη Σικελία. Μάλιστα, πέθανε στη Γέλα, την πόλη καταγωγής και κατοικίας του Ιέρωνα πριν αναλάβει την τυραννία στις Συρακούσες. Στο επιτύμβιο επίγραμμα που συνέθεσε για να τον συνοδεύσει στον τάφο, ο ποιητής μνημόνευσε όχι την τέχνη του και την επιτυχία που είχε στο αθηναϊκό ή το σικελικό κοινό, αλλά τη συμμετοχή του στην ηρωική αντιμετώπιση των Περσών. Ο αδελφός του είχε σκοτωθεί στη μάχη του Μαραθώνα με τρόπο τόσο θρυλικό, ώστε να απαθανατιστεί στην Ποικίλη Στοά και να αποτελεί αντικείμενο θαυμασμού για αιώνες. Σε αυτή την ένδοξη μάχη αναφερόταν και ο ίδιος με το επιτύμβιο επίγραμμά του.

Η Ποικίλη Στοά, στο βορειοδυτικό τμήμα της αθηναϊκής αγοράς, κτίστηκε στο δεύτερο τέταρτο του 5ου αιώνα με πρωτοβουλία του Κίμωνα και πήρε το όνομά της από τις ζωγραφικές παραστάσεις πολεμικών συγκρούσεων που τη διακοσμούσαν: Αμαζονομαχία, Τρωικός Πόλεμος, Αθήνα εναντίον Σπάρτης, μάχη του Μαραθώνα. Οι Αθηναίοι ζούσαν το παρόν ως μια συνέχεια του ηρωικού παρελθόντος, μυθικού και ιστορικού. Εγγράφοντας τον εαυτό του σε αυτή την παράδοση, ο Αισχύλος ήθελε να τον θυμούνται ως έναν Αθηναίο οπλίτη. Εξάλλου, το κυρίαρχο θέμα που διέπνεε τα έργα του ήταν το πρόβλημα των σχέσεων του ατόμου με την οικογένεια και του οἴκου με την πόλιν. Ενώ διέθετε μια αρχαϊκού τύπου εμπιστοσύνη στη δικαιοσύνη του Δία, ο Αισχύλος αφουγκραζόταν ταυτόχρονα τα ζητήματα που έθετε η εποχή του.

Ο δεύτερος μεγάλος τραγικός ποιητής, ο Σοφοκλής (περ. 496-406) από τον δήμο του Κολωνού, αποτελεί το πνευματικό σύμβολο του αθηναϊκού μεγαλείου. Ο Σοφοκλής υπήρξε, όπως και ο προκάτοχός του, μεγάλος καινοτόμος. Εισήγαγε τον τρίτο υποκριτή -προσθήκη που αποδέχθηκαν όλοι οι τραγικοί ποιητές-, αύξησε τον αριθμό των μελών του χορού από 12 σε 15 και ανέπτυξε τη σκηνογραφία με την εγκατάσταση περιστρεφόμενων πινάκων ζωγραφικής στα δύο άκρα της σκηνής. Το δραματικό σύμπαν του Σοφοκλή ήταν γνήσια τραγικό. Ο Οἰδίπους τύραννος (που διδάχθηκε στη δεκαετία του 420), η πρότυπη τραγωδία κατά τον Αριστοτέλη, δείχνει με μεγάλη ενάργεια τις αρετές και τον κεντρικό άξονα προβληματισμού του Σοφοκλή, που υπήρξε, όσο ζούσε, ο δημοφιλέστερος τραγικός ποιητής των Αθηναίων.

Ο Σοφοκλής δραματοποίησε το τεράστιο πρόβλημα της σχέσης της ανθρώπινης ευφυΐας με την ευδαιμονία. Διερεύνησε ειδικά την εξαιρετικά περίπλοκη κατάσταση που δημιουργείται ανάμεσα στην περιορισμένη ανθρώπινη κατανόηση και την υπέρτερη σοφία των θεών. Η τραγικότητα της ζωής παρουσιάστηκε ως το αποτέλεσμα μιας γνώσης που δεν μπορεί να είναι ποτέ ασφαλής και που έρχεται όχι με αναστοχασμό αλλά μέσα από την οδύνη και τη βιωμένη συμφορά, όταν είναι ήδη αργά. Οι επτά σωζόμενες τραγωδίες του χαρακτηρίζονται από έναν αποτελεσματικό χειρισμό των δραματικών τεχνικών, και ιδίως της ηθογραφίας και της τραγικής ειρωνείας, σε σκηνές εξαιρετικής έντασης και πάθους.

Ο Ευριπίδης δεν εισήγαγε καινοτομίες στη μορφή της τραγωδίας. Πρωτοτύπησε όμως στο περιεχόμενό της. Επηρεασμένος από το νέο πνεύμα των φυσικών φιλοσόφων και σοφιστών τόνισε την αυθαιρεσία πολλών κοινωνικών συμβάσεων και την τάση της ανθρώπινης φύσης να κατακλύζεται από δυνατά συναισθήματα και να χάνει κάθε λογικό έλεγχο. Τέτοια ισχυρά πάθη, κατά τη γνώμη του, γεννούν και ανακυκλώνουν τις μεγαλύτερες συμφορές. Ειδικά σε δύο έργα με θέμα τη μυθική άλωση της Τροίας (Εκάβη, Τρωάδες) ο Ευριπίδης είδε τα δεινά του πολέμου μέσα από τα μάτια αιχμαλωτισμένων γυναικών που έχουν χάσει συζύγους και γιους και βρίσκονται σε κατάσταση απελπισίας. Ο αντιπολεμικός τόνος των δύο αυτών τραγωδιών, που παραστάθηκαν κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου, δείχνει τη δύναμη των ποιητών να ασκούν έμμεση κριτική στις πολιτικές αποφάσεις των συμπολιτών τους. Δείχνει όμως επίσης γιατί ο Ευριπίδης δεν υπήρξε δημοφιλής κατά τη διάρκεια του βίου του, αλλά θαυμάστηκε ιδιαιτέρως μετά τον θάνατό του: οι μεταγενέστεροι μπορούσαν να διακρίνουν καθαρότερα και αντικειμενικότερα το ανθρωπιστικό μήνυμά του. Αν και η οικονομία της μυθικής δράσης στα έργα του δεν είναι πάντοτε συνεπής ή εύλογη, οι τραγωδίες του παρουσιάζουν μεγάλη δραματικότητα και χαρακτηριστική αληθοφάνεια στη διαγραφή του ψυχισμού γυναικών, παιδιών και δούλων. Λέγεται μάλιστα ότι κάποιοι Αθηναίοι αιχμάλωτοι σώθηκαν επειδή μπορούσαν να τραγουδήσουν λυρικά άσματα του Ευριπίδη ή να εκθέσουν την υπόθεση κάποιων τραγωδιών του.

Μετά τον Σοφοκλή έπαυσαν οι μορφολογικές αλλαγές στην τραγική ποίηση, διότι η τραγωδία είχε βρει, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, την οἰκείαν φύσιν. Η ανάπτυξή της ήταν όμοια με αυτή ενός υπεραιωνόβιου δέντρου δίχως σημαντικούς απογόνους. Όταν προς το τέλος του αιώνα πέθαναν, με διαφορά λίγων μηνών, οι Σοφοκλής και Ευριπίδης, η τραγική τέχνη πρακτικά έσβησε μαζί τους. Η αδιανόητη ήττα της Αθήνας από τη Σπάρτη προκάλεσε τον πρόωρο θάνατο μιας τέχνης που είχε τόσο στενά συνδεθεί με την πολιτική δύναμη της πόλης στην οποία αναπτύχθηκε. Από τον επόμενο αιώνα, τα έργα των τριών τραγικών ποιητών ανέβαιναν ετησίως στη σκηνή, παράλληλα με τις νέες παραγωγές, ως συντελεσμένα αριστουργήματα. Ο Αισχύλος, ο Σοφοκλής και ο Ευριπίδης είχαν καταστεί, ήδη κατά την ύστερη κλασική εποχή, οι κλασικοί τραγωδοποιοί.

Αν η τραγωδία ήταν μια αθηναϊκή επινόηση, η κωμωδία είχε, όπως αναγνώριζε ήδη ο Αριστοτέλης, δωρική καταγωγή. Τόσο οι Μεγαρείς και οι Κορίνθιοι στην Πελοπόννησο όσο και οι Δωριείς της Σικελίας γνώριζαν το θέατρο στην εύθυμη και σκωπτική μορφή του. Οι μῖμοι ήταν ένα θεατρικό είδος σε πεζό λόγο που αναπτύχθηκε στις Συρακούσες και έμελλε να επηρεάσει τόσο την αττική πεζογραφία (στο λογοτεχνικό είδος των σωκρατικών διαλόγων) όσο και τη μεταγενέστερη ελληνιστική ποίηση (στο βουκολικό ειδύλλιο). Στις Συρακούσες έδρασε και ο Επίχαρμος, κωμικός ποιητής με ιδιαίτερα φιλοσοφημένη στάση ζωής, που είχε μάλλον γεννηθεί σε άλλη δωρική πόλη. Κατά τον 5ο αιώνα, η Κάτω Ιταλία και η Σικελία βρίσκονταν μόνο από γεωγραφική άποψη στην περιφέρεια του ελληνισμού. Από την άποψη του πολιτισμού ήταν ήδη σπουδαία κέντρα.

Στην αυλή του Ιέρωνα βρέθηκαν κατά καιρούς οι πιο διάσημοι ποιητές της μητροπολιτικής Ελλάδας, όπως ήταν οι Κείοι Σιμωνίδης και Βακχυλίδης (θείος και ανεψιός), ο Θηβαίος Πίνδαρος και ο Αθηναίος Αισχύλος. Ο Πίνδαρος ειδικά, αναντίρρητα ο πιο βαθύνους και ποικίλος λυρικός ποιητής της αρχαιότητας, εξύμνησε τον πλούτο και την αίγλη τυράννων, οι οποίοι, κάνοντας επίδειξη της οικονομικής και πολιτικής ισχύος τους, άλλοτε κέρδιζαν το πιο πολυδάπανο αγώνισμα της Ολυμπίας, το τέθριππον, και άλλοτε αφιέρωναν πολυτελή έργα τέχνης στους πανελλήνιους Δελφούς. Ο διάσημος Ηνίοχος που εκτίθεται στους Δελφούς αποτελεί μια τέτοια αναθηματική προσφορά του αδελφού του Ιέρωνα, που ήταν τύραννος της Γέλας. Αλλά και πολλές από τις σωζόμενες ωδές του Πινδάρου αποτελούν το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα μισθωμένων παραγγελιών από σημαντικούς πολιτικούς άνδρες της Κάτω Ιταλίας και της Σικελίας. Επειδή ο Πίνδαρος ήταν, κατά κοινή ομολογία, ο σπουδαιότερος λυρικός ποιητής της εποχής, η αμοιβή που απαιτούσε και εισέπραττε δεν ήταν διόλου ευκαταφρόνητη. Η πολιτική αποζητούσε τον υψηλό πολιτισμό για να δοξάσει τα δικά της, ειρηνικά ή πολεμικά, επιτεύγματα, όπως και ο πολιτισμός επωφελούνταν από τις επιτυχίες και φιλοδοξίες της πολιτικής σκηνής.

Αυτή την εποχή οι κατοικίες των Ελλήνων, ακόμη και των πλουσίων, ήταν πλίθινες και αρχιτεκτονικά ασήμαντες. Οι καλύτερες διέθεταν εσωτερική αυλή για φωτισμό -αφού δεν είχαν παράθυρα στις εξωτερικές πλευρές- και δύο πατώματα. Όλες οι πολυτελείς κατασκευές (ναοί, στοές, γυμνάσια, αρχεία) ήταν δημόσια κτίρια.

Αντίθετα από την ποίηση, η μνημειώδης αρχιτεκτονική απαιτούσε μεγάλα κονδύλια και ήταν αδιανόητη χωρίς ακμαία οικονομία και αντίστοιχη πολιτική βούληση. Τέτοια ήταν η δημοσιονομική πολιτική του Περικλή. Η ανακάλυψη των αργυρωρυχείων του Λαυρίου το 483, που αύξησε απρόσμενα τον πλούτο της πόλης, η αφθονία σε κοντινή απόσταση από το άστυ του πεντελικού μαρμάρου και η παρουσία στην Αττική ενός πολυπληθούς εργατικού δυναμικού αποτελούμενου από μέτοικους, δούλους και ελεύθερους πολίτες ήταν αναγκαίες προϋποθέσεις για το μεγαλόπνοο σχέδιο ανανέωσης της αθηναϊκής Ακρόπολης. Το σχέδιο όμως δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί χωρίς την πολιτική απόφαση της μεταφοράς του ταμείου της Αθηναϊκής Συμμαχίας από τη Δήλο στην Αθήνα και τη διάθεση των συμμαχικών πόρων σε δημόσια έργα για τον εξωραϊσμό της πόλης.

Όταν οι Πέρσες κατέλαβαν την Αθήνα, ο τότε ανεγειρόμενος ναός της Αθηνάς -στην τοποθεσία που επρόκειτο να οικοδομηθεί αργότερα ο νεότερος Παρθενώνας- βρισκόταν ακόμη σε πρώιμο στάδιο: δύο ή το πολύ τρεις σειρές σπονδύλων είχαν ανεγερθεί πάνω στον στυλοβάτη, και η απαιτητικότερη εργασία των κιονόκρανων και του θριγκού φάνταζε ακόμη μακρινή. Ο ναός καταστράφηκε από τους κατακτητές, όπως και πολλά άλλα οικήματα θεών στην αθηναϊκή Ακρόπολη και την ελληνική επικράτεια συνολικά. Μετά τις Πλαταιές, οι Έλληνες ορκίστηκαν να μην τα ανακατασκευάσουν, για να θυμούνται την περσική πράξη και να πάρουν στο μέλλον εκδίκηση. Μάλιστα, ορισμένοι σπόνδυλοι του κατεστραμμένου ναού της Αθηνάς ενσωματώθηκαν συμβολικά στη βόρεια πλευρά της Ακρόπολης, για να δείχνουν την περσική βαρβαρότητα. Τα χρόνια όμως περνούσαν και η αρχική οργή εξασθενούσε. Δεν μπορούσαν ούτε οι άνθρωποι ούτε οι θεοί να ζουν επί μακρόν μέσα σε συντρίμμια. Λίγο μετά το μέσον του αιώνα η απόφαση για την κατασκευή ενός νέου Παρθενώνα είχε ήδη ληφθεί.

Το έργο ανατέθηκε συνολικά στον Φειδία, ενώ ο Ικτίνος και ο Καλλικράτης ήταν υπεύθυνοι για τον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό του. Για την ολοκλήρωση του απαιτήθηκαν 15 χρόνια εντατικής δουλειάς (447-432), χρόνος ελάχιστος αν αναλογιστεί κανείς το μέγεθος του εγχειρήματος και την τεχνολογία της εποχής. Μέσα σε αυτά τα 15 χρόνια θα πρέπει να φανταστούμε ένα πλήθος ανθρώπων να δουλεύουν πυρετωδώς, όχι μόνο στην Ακρόπολη, αλλά επίσης στην Πεντέλη και στον Πειραιά καθώς και σε διάφορα εργαστήρια της αγοράς. Έναν χρόνο πριν από την έναρξη του πολέμου με τη Σπάρτη, η Αθήνα είχε στεγάσει και πάλι την προστάτιδα θεά της και είχε κατασκευάσει μια ιδιαίτερα πολυτελή είσοδο στον ιερό βράχο.

Ο Παρθενώνας είναι, από πολλές απόψεις, ένας μη τυπικός ελληνικός ναός. Ενώ είναι δωρικός, έχει ωστόσο περίτεχνη ιωνική ζωοφόρο στο εσωτερικό, πίσω από το περιστύλιο, κρυμμένη στη σκιά. Αντί για έξι κίονες στις μικρές πλευρές, αυτός έχει οκτώ - για μείζονα μεγαλοπρέπεια. Αντί για ευθείες γραμμές, έχει μόνο καμπύλες. Η προοπτική διόρθωση της οφθαλμαπάτης, που είχε ήδη τεθεί σε εφαρμογή σε άλλους ναούς, οδηγήθηκε σε ακραία τελειότητα. Αν προεκτείνει κανείς τις γραμμές των κιόνων προς το ουράνιο διάστημα, αυτές θα συναντηθούν περίπου δύο χιλιόμετρα πάνω από το έδαφος. Το έργο αυτό ήταν το σύμβολο της ενότητας των Ελλήνων υπό την ηγεσία της Αθήνας, την οποία οραματιζόταν ο Περικλής.

Ομοίως, μη τυπικά και εντελώς πρωτότυπα ήταν επίσης τα Προπύλαια, που σχεδίασε ο αρχιτέκτονας Μνησικλής. Κατασκευάστηκαν στη διάρκεια των ετών 436-432 για να υπογραμμίσουν το μεγαλείο της δύναμης της Αθήνας, το οποίο συμβόλιζαν τα μνημειώδη έργα της Ακρόπολης και ειδικά ο νέος Παρθενώνας. Τα Προπύλαια, που έμειναν ημιτελή από την απορρόφηση των αθηναϊκών δυνάμεων στα νέα έργα του πολέμου, βασίζονταν σε μια λιγότερο πολυτελή κατασκευή, κατεστραμμένη από τους Πέρσες, και αποσκοπούσαν στον εντυπωσιασμό του επισκέπτη κατά την είσοδό του στον χώρο λατρείας. Η βορειοδυτική πλευρά του Παρθενώνα χάριζε μέσα από αυτή τη μεγαλοπρεπή κιονοφόρο είσοδο θέαμα αλησμόνητο.

Οι μετόπες του Παρθενώνα αφηγούνταν συμβολικά τη νίκη του πολιτισμού επί της βαρβαρότητας: άνθρωποι εναντίον Αμαζόνων και Κενταύρων, θεοί εναντίον Γιγάντων και Έλληνες εναντίον Τρώων αποτελούσαν συμβολικές απεικονίσεις της πρόσφατης νίκης των Αθηναίων κατά των Περσών. Τα αετώματα, από την άλλη, παρουσίαζαν την επικράτηση της Αθηνάς επί του Ποσειδώνα, που διεκδικούσε επίσης τη χώρα της Αττικής (δυτικό αέτωμα), και την ίδια τη γέννηση της θεάς (ανατολικό αέτωμα, στην κυρίως είσοδο του ναού), με μια θεματική εκζήτηση και ανεπανάληπτη προσοχή στη λεπτομέρεια. Το θέμα της σύγκρουσης Ελλήνων και βαρβάρων επανήλθε λίγο αργότερα στο κομψοτέχνημα της αθηναϊκής Ακρόπολης, τον μικρό ναό της Αθηνάς Νίκης, που κατασκευάστηκε μέσα στην τριετία 427-424.

Τελευταίο από τα έργα της Ακρόπολης ήταν το Ερεχθείο (όπως ονομάστηκε αργότερα), μια ιδιαίτερα πολύπλοκη και πρωτότυπη κατασκευή προς τιμήν της Αθηνάς και των πρώτων, αυτόχθονων όπως πίστευαν, βασιλέων της Αττικής. Ξεκίνησε με το τέλος της πρώτης φάσης του πολέμου με τη Σπάρτη και ολοκληρώθηκε λίγο πριν από την οριστική ήττα της Αθήνας (περ. 421-406). Από επιγραφές μαθαίνουμε ότι στην κατασκευή του εργάστηκαν όλες οι κατηγορίες κατοίκων της Αθήνας μαζί. Κατά τη φάση αποπεράτωσης του ναού εργάζονταν 44 κτίστες, 19 ξυλουργοί, 9 γλύπτες και πολλοί άλλοι τεχνίτες διαφορετικών ειδικοτήτων. Από τους κτίστες ένα ποσοστό 36% ήταν δούλοι, 27% μέτοικοι και 20% ελεύθεροι πολίτες. (Οι υπόλοιποι παραμένουν άγνωστης προέλευσης.) Στους ξυλουργούς τα αντίστοιχα ποσοστά ήταν 21% δούλοι, 36% μέτοικοι και 26% πολίτες. Στους γλύπτες, αντίθετα, δεν συγκαταλεγόταν κανένας δούλος: τα 2/3 απαρτίζονταν από μέτοικους. Οι περισσότεροι ειδικευμένοι τεχνίτες στην Αθήνα προς το τέλος του αιώνα ήταν άνθρωποι με ελευθερία στην οικονομική δραστηριότητα, αλλά δίχως πολιτικά δικαιώματα.

Ένα άλλο αρχιτεκτονικό έργο, στη δυτική πλαγιά της Ακρόπολης αυτό, δείχνει από μια διαφορετική προοπτική τη σύμπραξη πολέμου, πολιτικής και πολιτισμού. Το λεγόμενο Ωδείο του Περικλέους ήταν ένα στεγασμένο κτίριο τεράστιων διαστάσεων για μουσικές παραστάσεις και άλλες καλλιτεχνικές εκδηλώσεις. Η ιδέα της κατασκευής του ανήκε στον Αθηναίο πολιτικό. Αλλά αξιοσημείωτη υπήρξε η στέγη του: κατασκευάστηκε έτσι ώστε να θυμίζει τη σκηνή εκστρατείας του Μεγάλου Βασιλιά και κοσμήθηκε με κατάρτια περσικών πλοίων που αλώθηκαν στη ναυμαχία της Σαλαμίνας. Εδώ τα λάφυρα και οι εικόνες του πολέμου μετασχηματίστηκαν σε υλικό για τον πολιτισμό.

Η τραγωδία και η γλυπτική του 5ου αιώνα διέθεταν έντονα τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν την αρχαιοελληνική καλλιτεχνική παραγωγή στο σύνολό της: αδρή ενότητα περιεχομένου και σημασία στη λεπτομέρεια, έμφαση στο καθολικό και το καίριο δίχως απομάκρυνση από τη γοητεία του ζωντανού και του συγκεκριμένου, βαθιά αίσθηση της σωστής αναλογίας, καθαρότητα στη μορφή που κρύβει τεράστια τεχνική εκζήτηση, εμμονή στην αληθοφάνεια και αίσθηση της πραγματικότητας - ό,τι οι αρχαίοι ονόμαζαν μίμησιν.

Η λάμψη του ηρωικού μεγαλείου και η οδύνη της απρόσμενης αλλά ποτέ αδικαιολόγητης πτώσης, η ανθρώπινη μεγαλοσύνη και η ανθρώπινη ασημαντότητα, αποτελούσαν το υφάδι και το στημόνι του τραγικού και γλυπτικού ρεπερτορίου. Παρόμοια θέματα επεξεργάστηκε με τον αφηγηματικό και όχι αναπαραστατικό τρόπο που είχε στη διάθεση του ο Όμηρος. Δεν είναι διόλου άξιο απορίας που ορισμένοι θεωρούσαν ως αρχηγέτη της τραγωδίας αυτόν ακριβώς τον πρώτο ποιητή της ελληνικής ιστορίας. Ούτε ξαφνιάζουν ιστορίες που αποδίδουν την έμπνευση του Φειδία για τη δημιουργία του χρυσελεφάντινου αγάλματος του Δία στην αντίστοιχη ομηρική περιγραφή του πατέρα των θεών. Αν ο Αθηναίος γλύπτης που εργάστηκε στην Ολυμπία δημιούργησε ένα από τα Επτά Θαύματα της Αρχαιότητας, ο πανέλλην Όμηρος έπρεπε να έχει το δικό του μερίδιο στη δόξα.

Η μεγάλη τεχνική κατάρτιση των καλλιτεχνών της κλασικής εποχής και η συνειδητοποίηση τόσο των πρακτικών δυσκολιών όσο και των πολύπλοκων κανόνων της τέχνης τους φαίνονται από το γεγονός ότι κάποιοι δεν αρκέστηκαν μόνο στην καλλιτεχνική δημιουργία, αλλά συνέγραψαν επίσης θεωρητικές πραγματείες. Ο Σοφοκλής, για παράδειγμα, συνέγραψε ένα (χαμένο σήμερα) θεωρητικό έργο Περὶ χοροῦ, και ο διάσημος γλύπτης του Άργους Πολύκλειτος, ο μεγαλύτερος ανδριαντοποιός του αιώνα, συνέγραψε θεωρητική μελέτη περί αναλογιών - τον περίφημο Κανόνα, από τον οποίο σώζονται ελάχιστα πολύτιμα, όσο και αινιγματικά, αποσπάσματα. Οι καλλιτέχνες παρουσίαζαν επιστημονικές εξηγήσεις των μεθόδων ορθής σύλληψης, σύνθεσης και εκτέλεσης των έργων τους. Με παρόμοιο τρόπο, οι ιπποκρατικοί γιατροί περιέγραφαν τις μεθόδους διάγνωσης και θεραπείας των ασθενειών. Η ποιητική και η γλυπτική αποτελούσαν συνειδητοποιημένα και εν μέρει συστηματοποιημένα είδη γνώσης. Το αντίστοιχό τους βρίσκεται στην ορθολογική μεθοδολογία της επιστήμης της εποχής.

Η ουσία και το περιεχόμενο της θρησκευτικής εμπειρίας

Οι θρησκευτικές εμπειρίες είναι βαθιά προσωπικές, ωστόσο είναι επίσης κοινά φαινόμενα που αγγίζουν τις ζωές δισεκατομμυρίων ανθρώπων στη Γη. Αντιπροσωπεύουν μια ζωτική πτυχή του τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος, προσφέροντάς μας γνώσεις για τις πιο βαθιές ελπίδες, τους φόβους και τις φιλοδοξίες μας. Ενώ οι θρησκευτικές εμπειρίες διαφέρουν πολύ από άτομο σε άτομο και πολιτισμό σε πολιτισμό, συχνά μοιράζονται ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά. Ας εμβαθύνουμε στην ουσία και το περιεχόμενο των θρησκευτικών εμπειριών.

Η ουσία της θρησκευτικής εμπειρίας

Η ουσία της θρησκευτικής εμπειρίας βρίσκεται στην υπερβατική φύση της. Αναφέρεται σε μια συνάντηση ή αλληλεπίδραση με μια δύναμη ή μια πραγματικότητα που είναι πέρα από τον συνηθισμένο, εγκόσμιο κόσμο. Αυτή η συνάντηση αφήνει ένα βαθύ και διαρκές αντίκτυπο στο άτομο, συχνά με αποτέλεσμα μεταμορφωτικές αλλαγές στην κατανόησή του για τον εαυτό του και τη θέση του στο σύμπαν.

Το Υπερβατικό

Το υπερβατικό είναι κεντρικό χαρακτηριστικό της θρησκευτικής εμπειρίας. Αναφέρεται σε αυτό που είναι πέρα ή πάνω από το εύρος της κανονικής ανθρώπινης εμπειρίας ή κατανόησης. Σε θρησκευτικά πλαίσια, το υπερβατικό συχνά περιλαμβάνει μια αίσθηση σύνδεσης με μια θεϊκή ή υπερφυσική οντότητα.

Σύνδεση και Μεταμόρφωση

Οι θρησκευτικές εμπειρίες συχνά περιλαμβάνουν μια βαθιά αίσθηση σύνδεσης με κάτι μεγαλύτερο από τον εαυτό μας. Αυτό μπορεί να είναι μια θεότητα, μια πνευματική αλήθεια ή μια αίσθηση του ιερού που είναι εγγενής σε όλη την ύπαρξη. Αυτή η σύνδεση οδηγεί συχνά σε σημαντικούς μετασχηματισμούς στην αυτοαντίληψη, τις αξίες και την οπτική του ατόμου για τη ζωή.

Το Περιεχόμενο της Θρησκευτικής Εμπειρίας

Το περιεχόμενο των θρησκευτικών εμπειριών μπορεί να ποικίλλει πολύ, αλλά ορισμένα κοινά στοιχεία συχνά επαναλαμβάνονται.

Μυστικές Εμπειρίες

Οι μυστικιστικές εμπειρίες αναφέρονται σε στιγμές βαθιάς ενόρασης ή φώτισης, που συχνά συνοδεύονται από μια αίσθηση ενότητας με το θείο ή το σύμπαν. Αυτές οι εμπειρίες χαρακτηρίζονται συχνά από απώλεια εαυτού, αίσθημα διαχρονικότητας και βαθιά αίσθηση γαλήνης.

Πολυάριθμες εμπειρίες

Επινοημένη από τον Rudolf Otto, η έννοια του "numinous" αναφέρεται στο αίσθημα δέους και γοητείας που αναμιγνύεται με φόβο και τρόμο στην παρουσία του θείου. Αποτυπώνει το παράδοξο της έλξης και της απώθησης ταυτόχρονα από το "mysterium tremendum et fascinans" - το μυστήριο που προκαλεί δέος και συναρπάζει.

Αποκαλυπτικές Εμπειρίες

Οι αποκαλυπτικές εμπειρίες περιλαμβάνουν την αίσθηση της λήψης γνώσης ή ενόρασης από μια θεϊκή πηγή. Αυτό μπορεί να πάρει τη μορφή οραμάτων, ονείρων ή ξαφνικής διαισθητικής κατανόησης και συχνά παίζει βασικό ρόλο στη διαμόρφωση και ανάπτυξη θρησκευτικών δογμάτων και πεποιθήσεων.

Θαυματουργές εμπειρίες

Οι θαυματουργές εμπειρίες περιλαμβάνουν αντιληπτές υπερφυσικές παρεμβάσεις στον φυσικό κόσμο. Συχνά χρησιμεύουν για να επιβεβαιώσουν την πίστη του πιστού και παρέχουν στοιχεία της δύναμης και της καλοσύνης του θείου.

Συμπέρασμα

Οι θρησκευτικές εμπειρίες, με την πλούσια ποικιλία και τον βαθύ αντίκτυπό τους, προσφέρουν ένα παράθυρο στην ανθρώπινη αναζήτηση για νόημα και σύνδεση. Καταδεικνύουν την ικανότητά μας για δέος, θαυμασμό και μεταμόρφωση, και τη βαθιά μας λαχτάρα για το υπερβατικό. Αν και αυτές οι εμπειρίες είναι βαθιά προσωπικές, μας θυμίζουν επίσης την κοινή μας ανθρωπιά, καθώς όλοι παλεύουμε με τα μεγάλα υπαρξιακά ζητήματα της ζωής, του θανάτου και του σκοπού.

Συμβουλές για την κατανόηση της θρησκευτικής εμπειρίας

1. Ανοιχτό μυαλό: Προσεγγίστε τις θρησκευτικές εμπειρίες με ανοιχτό μυαλό. Αν και είναι καλό να έχετε τις δικές σας πεποιθήσεις και προοπτικές, προσπαθήστε να κατανοήσετε τις εμπειρίες των άλλων χωρίς κρίση ή προκαταλήψεις.

2. Ενσυναίσθηση: Προσπαθήστε να συμπάσχετε με τις εμπειρίες των άλλων. Ακόμα κι αν δεν μοιράζεστε τις πεποιθήσεις ή τις εμπειρίες τους, μπορείτε να προσπαθήσετε να κατανοήσετε και να εκτιμήσετε τις προοπτικές τους.

3. Μελέτη: Μάθετε για διαφορετικές θρησκείες και θρησκευτικές εμπειρίες. Αυτό μπορεί να σας βοηθήσει να κατανοήσετε την ποικιλομορφία των θρησκευτικών εμπειριών και τα κοινά στοιχεία που μοιράζονται πολλές από αυτές.

4. Προσωπικός προβληματισμός: Αναλογιστείτε τις δικές σας θρησκευτικές ή πνευματικές εμπειρίες, αν τις έχετε. Αυτό μπορεί να σας βοηθήσει να κατανοήσετε βαθύτερα τις δικές σας πεποιθήσεις και εμπειρίες, και μπορεί επίσης να σας δώσει ένα σημείο αναφοράς για να κατανοήσετε τις εμπειρίες των άλλων.

Το βαθύτερο νόημα για την ανθρωπότητα

Οι θρησκευτικές εμπειρίες μπορούν να προσφέρουν βαθύ νόημα και σκοπό στη ζωή, δίνοντας απαντήσεις σε υπαρξιακά ερωτήματα όπως "Γιατί είμαστε εδώ;" «Ποιος είναι ο σκοπός μας;» και "Τι συμβαίνει αφού πεθάνουμε;"

Μέσα από θρησκευτικές εμπειρίες, τα άτομα βρίσκουν συχνά παρηγοριά, καθοδήγηση και την αίσθηση ότι ανήκουν κάπου. Μπορούν να εμπνεύσουν ηθική και ηθική συμπεριφορά, ενθαρρύνοντας τη συμπόνια, την καλοσύνη, τη συγχώρεση και την κοινωνική αρμονία.

Εποικοδομισμός ή κονστρουκτιβισμός

Ο εποικοδομισμός ή κονστρουκτιβισμός (Constructivism) είναι μια θεωρία γνώσης που υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι δημιουργούν γνώση και νοήματα από μια αλληλεπίδραση μεταξύ των εμπειριών τους και των ιδεών τους. Ο εποικοδομισμός δεν είναι μια συγκεκριμένη παιδαγωγική, αλλά μια εκπαιδευτική θεωρία που αναπτύχθηκε από τον μαθηματικό, επιστήμονα της πληροφορικής και της εκπαίδευσης Σέυμουρ Παπέρτ (1928 – 2016), που ήταν ένας από τους πρωτοπόρους της τεχνητής νοημοσύνης, ενώ επινόησε τη γλώσσα προγραμματισμού Logo.

Η θεωρία αυτή που ήταν εμπνευσμένη από τις ιδέες του Ζαν Πιαζέ υποστηρίζει ότι η μάθηση είναι μια ενεργητική διαδικασία κατά την οποία οι άνθρωποι ενεργητικά κατασκευάζουν τη γνώση μέσα από τις εμπειρίες τους για τον κόσμο. Για το Παπέρτ η γνώση δεν μεταφέρεται από τον εκπαιδευτικό προς τους μαθητές αλλά κατασκευάζεται ενεργητικά από τους ίδιους τους μαθητές. Οι άνθρωποι γενικά δεν δέχονται έτοιμες ιδέες αλλά τις κατασκευάζουν, δεν είναι παθητικοί ακροατές και δεν απομνημονεύουν αλλά πειραματίζονται και διερευνούν.

Οι μαθητές κατασκευάζουν τη νέα γνώση αποτελεσματικά όταν ασχολούνται με την κατασκευή πραγμάτων. Οι μαθητές εμπλέκονται συνειδητά σε δραστηριότητες που έχουν νόημα για τους ίδιους όπως το να κατασκευάσουν ή να αλλοιώσουν πχ ένα δημιούργημα όπως είναι ένα πρόγραμμα στον υπολογιστή ή μια ρομποτική κατασκευή. Έτσι επεξεργάζονται και μοιράζονται με τους άλλους και ιδιαίτερα τους συνομηλίκους τους και δημιουργούν καινούργιες ιδέες και οι καλύτερες εμπειρίες μάθησης.

Τους περασμένους αιώνες, οι εποικοδομιστικές ιδέες δεν είχαν αξιολογηθεί ευρέως λόγω της αντίληψης ότι το παιχνίδι των παιδιών φαινόταν ως χωρίς σκοπό και μικρής σημασίας. Ο Ζαν Πιαζέ δεν συμφωνούσε, όμως, με αυτές τις παραδοσιακές απόψεις. Είδε το παιχνίδι ως ένα σημαντικό και απαραίτητο μέρος της γνωστικής ανάπτυξης (cognitive development) των σπουδαστών και έδωσε επιστημονικές αποδείξεις για τις αντιλήψεις του. Σήμερα, οι θεωρίες του εποικοδομισμού επηρεάζουν μεγάλο μέρος του μη τυπικού τομέα μάθησης.

Ένα καλό παράδειγμα της οικοδομιστικής μάθησης με μη τυπική ρύθμιση είναι το Κέντρο Έρευνας στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Λονδίνου. Εδώ οι επισκέπτες ενθαρρύνονται να εξερευνήσουν μια συλλογή από αληθινά είδη φυσικής ιστορίας, να εξασκήσουν κάποιες επιστημονικές ικανότητες και να κάνουν ανακαλύψεις για τους εαυτούς τους. Μεταξύ των συγγραφέων που επηρέασαν τον εποικοδομισμό περιλαμβάνονται οι: Τζων Ντιούι (1859–1952), Μαρία Μοντεσόρι (1870–1952), Ζαν Πιαζέ (1896–1980) κλπ.

Θεωρία εποικοδομισμού

Η επισημοποίηση της θεωρίας του (επ)οικοδομισμού αποδίδεται γενικά στον Ζαν Πιαζέ, ο οποίος συνέδεσε τους μηχανισμούς με τους οποίους κατακτάται η γνώση από τους μαθητές. Πρότεινε ότι μέσα από τις διαδικασίες της προσαρμογής και της αφομοίωσης, οι μαθητές οικοδομούν νέες γνώσεις από τις εμπειρίες τους.

Όταν οι μαθητές αφομοιώνουν, ενσωματώνουν τη νέα εμπειρία στο ήδη υφιστάμενο πλαίσιο χωρίς να το αλλάζουν. Αυτό μπορεί να συμβεί όταν οι εμπειρίες των ατόμων ευθυγραμμίζονται με τις εσωτερικές τους αναπαραστάσεις για τον κόσμο, αλλά μπορεί επίσης να συμβεί ως μια αποτυχία αλλαγής μιας εσφαλμένης κατανόησης· για παράδειγμα, μπορεί να μην σημειώνουν τα συμβάντα, μπορεί να παρανοούν την εισαγωγή πληροφοριών από άλλους, ή μπορεί να αποφασίζουν ότι ένα συμβάν είναι τυχαίο και συνεπώς ασήμαντο ως πληροφορία για τον κόσμο. Αντίθετα, όταν οι εμπειρίες των ατόμων αντικρούουν τις εσωτερικές τους αναπαραστάσεις, μπορεί να αλλάξουν τις αντιλήψεις των εμπειριών για να προσαρμόσουν τις εσωτερικές τους αναπαραστάσεις.

Σύμφωνα με τη θεωρία, η προσαρμογή είναι η διαδικασία επανασχεδίασης της νοητικής αναπαράστασης κάποιου για τον εξωτερικό κόσμο ώστε να προσαρμοστεί σε νέες εμπειρίες. Η προσαρμογή μπορεί να γίνει κατανοητή ως ο μηχανισμός με τον οποίον η αποτυχία οδηγεί σε μάθηση: όταν δρούμε με την προσδοκία ότι ο κόσμος λειτουργεί με έναν τρόπο και παραβιάζει τις προσδοκίες μας, αποτυγχάνουμε συχνά, αλλά προσαρμόζοντας αυτήν τη νέα εμπειρία και επανασχεδιάζοντας το πρότυπό μας για τον τρόπο που δουλεύει ο κόσμος, μαθαίνουμε από την εμπειρία της αποτυχίας μας, ή της αποτυχίας των άλλων.

Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι ο εποικοδομισμός δεν είναι μια συγκεκριμένη παιδαγωγική. Στην πραγματικότητα, ο εποικοδομισμός είναι μια θεωρία που περιγράφει πώς συμβαίνει η μάθηση, ανεξάρτητα από το αν οι μαθητές χρησιμοποιούν τις εμπειρίες τους για να κατανοήσουν μια διάλεξη ή για να ακολουθήσουν τις οδηγίες για την κατασκευή ενός μοντέλου αεροπλάνου. Και στις δυο περιπτώσεις, η θεωρία του εποικοδομισμού προτείνει ότι οι μαθητές κατασκευάζουν γνώση από τις εμπειρίες τους.

Όμως, ο εποικοδομισμός συσχετίζεται συχνά με παιδαγωγικές προσεγγίσεις που προάγουν την ενεργή μάθηση (active learning), ή βιωματική μάθηση. Υπάρχουν πολλές κριτικές της “βιωματικής μάθησης” (αλλιώς “ανακαλυπτικής μάθησης”) ως μια εκπαιδευτικής στρατηγικής.

Η φύση της μάθησης

Ο κοινωνικός εποικοδομισμός όχι μόνο αναγνωρίζει την μοναδικότητα και συνθετότητα του ατόμου, αλλά στην πραγματικότητα την ενθαρρύνει, τη χρησιμοποιεί και την ανταμείβει ως ένα ολοκληρωμένο μέρος της διαδικασίας μάθησης. Eνθαρρύνει τον μαθητή να φτάσει στην δικιά του έκδοση της αλήθειας, επηρεασμένο από το υπόβαθρό του, τον πολιτισμό του ή την ενσωμάτωσή του στην κοσμοθεωρία.

Ιστορικές αναπτύξεις και συστήματα συμβόλων, όπως η γλώσσα, η λογική και τα μαθηματικά συστήματα, κληρονομούνται από τον μαθητή ως μέλους μιας συγκεκριμένης παιδείας και αυτά μαθαίνονται για όλη τη ζωή του ατόμου. Αυτό, επίσης, τονίζει τη σημασία της φύσης της κοινωνικής αλληλεπίδρασης του ατόμου με μέλη της κοινωνικής γνώσης. Χωρίς την κοινωνική αλληλεπίδραση με άλλα μορφωμένα άτομα, είναι αδύνατο να αποκτηθεί το κοινωνικό μήνυμα των σημαντικών συστημάτων συμβόλων και να μάθει κανείς πώς να τα χρησιμοποιεί. Τα νεαρά παιδιά αναπτύσσουν τις δικές τους ικανότητες σκέψης αλληλεπιδρώντας με άλλα παιδιά, ενήλικες και τον φυσικό κόσμο.

Από την άποψη του κοινωνικού εποικοδομισμού, είναι συνεπώς σημαντικό να ληφθεί υπόψη το υπόβαθρο και ο πολιτισμός του ατόμου μέσα από τη μαθησιακή διαδικασία, επειδή αυτό το υπόβαθρο επίσης βοηθά στη σχηματοποίηση της γνώσης και την αλήθεια που δημιουργεί το άτομο, ανακαλύπτει και πετυχαίνει στη μαθησιακή διαδικασία(Wertsch 1997).

Ο ρόλος του εκπαιδευτή ως διευκολυντής

Σύμφωνα με την κοινωνική εποικοδομιστική προσέγγιση, οι εκπαιδευτές πρέπει να προσαρμοστούν στον ρόλο των διευκολυντών (facilitators) όχι των δασκάλων. Ενώ ένας δάσκαλος δίνει μια διδακτική (Didacticism) διάλεξη που καλύπτει το υλικό του θέματος, ένας διευκολυντής βοηθά τον μαθητή στη δικιά του κατανόηση του περιεχομένου. Στο πρώτο σενάριο ο μαθητής παίζει έναν παθητικό ρόλο και στο δεύτερο σενάριο ο μαθητής παίζει έναν ενεργό ρόλο στη διαδικασία της μάθησης. Η έμφαση συνεπώς απομακρύνεται από τον εκπαιδευτή και το περιεχόμενο, και προωθείται στον μαθητή.

Αυτή η δραματική αλλαγή του ρόλου υποδηλώνει ότι ένας διευκολυντής χρειάζεται να εμφανίσει ένα ολότελα διαφορετικό σύνολο ικανοτήτων από αυτό του δασκάλου. Ένας δάσκαλος λέει, ένας διευκολυντής ρωτά· ένας δάσκαλος δίνει μια διάλεξη σε πρώτο πλάνο, ενώ ένας διευκολυντής υποστηρίζει από το παρασκήνιο· ένας δάσκαλος απαντά σύμφωνα με ένα σύνολο σχολικών προγραμμάτων, ένας διευκολυντής παρέχει οδηγίες και δημιουργεί το περιβάλλον ώστε ο μαθητής να φτάσει στα συμπεράσματά του· ένας δάσκαλος δίνει κυρίως έναν μονόλογο, ένας διευκολυντής είναι σε συνεχή διάλογο με τους μαθητές. Ένας διευκολυντής πρέπει επίσης να μπορεί να προσαρμόσει τη μαθησιακή εμπειρία ‘ενδιάμεσα’ παίρνοντας την πρωτοβουλία να οδηγήσει τη μαθησιακή εμπειρία όπου οι μαθητές θέλουν να δημιουργήσουν αξίες.

Το μαθησιακό περιβάλλον πρέπει επίσης να σχεδιαστεί για να υποστηρίξει την πρόκληση της σκέψης του μαθητή. Ενώ υποστηρίζεται να δοθεί στον μαθητή η κυριότητα του προβλήματος και της διαδικασίας λύσης, δεν σημαίνει ότι κάθε δραστηριότητα ή κάθε λύση είναι επαρκής. Ο κρίσιμος στόχος είναι η υποστήριξη στον μαθητή να γίνει ένας αποτελεσματικός στοχαστής. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί αναλαμβάνοντας πολλούς ρόλους, όπως ως σύμβουλος και προπονητής.

Μερικές στρατηγικές για συνεργατική μάθηση περιλαμβάνουν:
  • Αμοιβαίες ερωτήσεις : οι σπουδαστές δουλεύουν μαζί για να ρωτήσουν και να απαντήσουν ερωτήσεις
  • Τάξη αλληλοδιδακτικής (Jigsaw Classroom): οι σπουδαστές γίνονται “ειδικοί” σε ένα μέρος του έργου μιας ομάδας και το διδάσκουν στους άλλους στην ομάδα τους
  • Δομικές αντιπαραθέσεις (Structured Controversies): Οι σπουδαστές δουλεύουν μαζί για για να ερευνήσουν μια συγκεκριμένη αντιπαράθεση
Δυναμική αλληλεπίδραση μεταξύ εργασίας, δασκάλου και μαθητή

Ένα παραπέρα χαρακτηριστικό του ρόλου του διευκολυντή στην άποψη του κοινωνικού εποικοδομισμού είναι ότι ο δάσκαλος και οι μαθητές εμπλέκονται εξίσου μεταξύ τους. Αυτό σημαίνει ότι η εμπειρία της μάθησης είναι ταυτόχρονα υποκειμενική και αντικειμενική και απαιτεί ο πολιτισμός του δασκάλου, οι αξίες και το υπόβαθρο να γίνουν ένα βασικό κομμάτι της αλληλεπίδρασης μεταξύ μαθητών και εργασιών με τη μορφή του νοήματος. Οι μαθητές συγκρίνουν την δική τους έκδοση της αλήθειας με την αντίστοιχη του δασκάλου και των συμμαθητών τους για να πάρουν μια νέα, κοινωνικά δοκιμασμένη έκδοση της αλήθειας. Η εργασία ή το πρόβλημα είναι συνεπώς η διεπαφή μεταξύ του δασκάλου και του μαθητή (McMahon 1997). Αυτό δημιουργεί μια δυναμική αλληλεπίδραση μεταξύ εργασίας, δασκάλου και μαθητή. Αυτό επιβάλλει ότι οι μαθητές και οι δάσκαλοι πρέπει να αναπτύξουν μια συνειδητοποίηση όλων των απόψεων και έπειτα να κοιτάξουν τις δικές τους πεποιθήσεις, πρότυπα και αξίες, όντας συνεπώς υποκειμενικοί και αντικειμενικοί ταυτόχρονα.

Κάποιες μαθησιακές προσεγγίσεις που θα μπορούσαν να τρέφουν αυτήν τη διαδραστική μάθηση περιλαμβάνουν την αμοιβαία διδασκαλία, την ομότιμη συνεργασία, γνωστική μαθητεία (cognitive apprenticeship), τη διδασκαλία μέσα από επίλυση προβλημάτων, τη διαδικτυακή αναζήτηση, την διδασκαλία με σύνδεση και άλλες προσεγγίσεις που περιλαμβάνουν μάθηση με άλλους.

Συνεργασία μεταξύ μαθητών

Οι μαθητές με διαφορετικές ικανότητες και υπόβαθρα πρέπει να συνεργάζονται στις εργασίες και στις συζητήσεις για να φτάσουν σε μια κοινή κατανόηση της αλήθειας σε ένα συγκεκριμένο πεδίο.

Τα περισσότερα πρότυπα κοινωνικού εποικοδομισμού τονίζουν επίσης την ανάγκη για συνεργασία μεταξύ των μαθητών, σε άμεση αντίθεση με τις παραδοσιακές ανταγωνιστικές προσεγγίσεις.

Επίδραση στην επιστήμη των υπολογιστών

Ο εποικοδομισμός έχει επηρεάσει το μάθημα του προγραμματισμού και της επιστήμης των υπολογιστών. Μερικές διάσημες γλώσσες προγραμματισμού έχουν δημιουργηθεί, ολικώς ή μερικώς, για εκπαιδευτική χρήση, για να υποστηρίξουν την θεωρία του δομισμού του Σέυμουρ Παπέρτ. Αυτές οι γλώσσες έχουν επίσης δυναμικούς τύπους και Ανάκλαση (υπολογιστές). Η Logo είναι η πιο γνωστή από αυτές.

Τα πλεονεκτήματα της πλουραλιστικής νοημοσύνης

Το ακανθώδες ερώτημα «τι μας ενώνει και τι μας διαφοροποιεί ως μέλη του είδους μας;» απασχολούσε ανέκαθεν την ανθρώπινη σκέψη. Ωστόσο μόνο σχετικά πρόσφατα άρχισε να διαφαίνεται η δυνατότητα να βρεθούν, επιτέλους, κάποιες διυποκειμενικές και διαφυλετικές επιστημονικές απαντήσεις· και αυτές οι απαντήσεις ελπίζουμε να αποδειχτούν περισσότερο αυστηρές και λιγότερο ιδεολογικά φορτισμένες από εκείνες που δόθηκαν κατά το παρελθόν.

Σήμερα η έρευνα των προϋποθέσεων της έλλογης σκέψης και της έκφρασης των συναισθημάτων μας συνδέεται τόσο στενά με τη μελέτη της λειτουργίας του ανθρώπινου εγκεφάλου, ώστε να μιλάμε για «συναισθηματικό» και «κοινωνικό» εγκέφαλο που, μαζί με τον «γνωσιακό εγκέφαλο», συναπαρτίζουν τη νοητική μηχανή μας. Ποτέ άλλοτε ο ενιαίος ανθρώπινος νους δεν εμφανιζόταν τόσο πολύμορφος, πολύτροπος και πολυφυής. Και η αποδοχή αυτής της πλουραλιστικής νοημοσύνης των ανθρώπων, εκτός από κοινωνικά αναγκαία, ίσως αποδειχτεί και επωφελής… οικολογικά

Όλα τα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα υποδεικνύουν σαφώς ότι ο ανθρώπινος νους δεν είναι προϊόν θεϊκής ή κοινωνικής δημιουργίας, αλλά αντίθετα ένα πολύτιμο βιολογικό «όργανο» που επιλέχτηκε και διαμορφώθηκε εξελικτικά επειδή εξασφάλιζε και εξασφαλίζει την επιβίωση του είδους μας. Υπό αυτή την έννοια, όλες οι ανώτερες νοητικές λειτουργίες μας -έλλογη σκέψη, γλώσσα, συναισθήματα κ.ο.κ.- δεν θεωρούνται πλέον αιθέριες ή άυλες οντότητες αλλά τα προϊόντα της λειτουργίας και της αλληλεπίδρασης του εγκεφάλου μας.

Αυτή η φαινομενικά «υλιστική» προσέγγιση των νοητικών φαινομένων προκαλούσε ανέκαθεν έντονες αντιδράσεις και δικαιολογημένα συναντούσε τη σθεναρή αντίσταση όχι μόνο των θρησκόληπτων, αλλά και των πιο ανοιχτόμυαλων στοχαστών και επιστημόνων. Οι τελευταίοι, μάλιστα, αντέτειναν ότι οι διαθέσιμες επιστημονικές εξηγήσεις και κυρίως τα ελλιπή πειραματικά ή παρατηρησιακά δεδομένα δεν μπορούν να τεκμηριώσουν τη νομιμότητα ενός τέτοιου γιγάντιου άλματος από τον ανθρώπινο εγκέφαλο στις ανώτερες νοητικές λειτουργίες.

Αυτά μέχρι πρόσφατα· γιατί τις τελευταίες δεκαετίες η εκρηκτική ανάπτυξη των επιστημών του εγκεφάλου και του νου, δηλαδή των Νευροεπιστημών και των Γνωσιακών Επιστημών, έχουν καταστήσει εντελώς ανεπίκαιρες και καταχρηστικές τέτοιες επιφυλάξεις. Σήμερα κανένα νοητικό φαινόμενο -από τις πιο αφηρημένες σκέψεις μας μέχρι τις πιο στοιχειώδεις συναισθηματικές ανάγκες μας – δεν μπορεί να θεωρηθεί ανεξάρτητο ή αυτόνομο από τη δομή και τη λειτουργία του εγκεφάλου μας!

Ο συναισθηματικός εγκέφαλος

Επί δύο χιλιετίες η κυρίαρχη πολιτισμική αντίληψη επέβαλε τη συστηματική υποτίμηση και απαξίωση των συναισθημάτων ως βασική προϋπόθεση για την ανάπτυξη της έλλογης σκέψης. Ακόμη και ένας βαθύτατος στοχαστής των ανθρώπινων πραγμάτων όπως ο Πλάτων θεωρούσε πως για την ανάπτυξη του «Λογιστικού» (δηλαδή του ανθρώπινου λόγου-νου) ήταν απαραίτητη η απελευθέρωση από τον εξαιρετικά περιοριστικό και βλαπτικό κλοιό των συναισθημάτων (του «Θυμοειδούς», όπως το αποκαλούσε). Από πολύ νωρίς η οικογένεια και το σχολείο μάς διδάσκουν να απαξιώνουμε τα συναισθήματά μας και να τα ελέγχουμε.

Η καθημερινή μας εμπειρία αλλά και σωρεία νευρολογικών μελετών αποδεικνύουν βέβαια το ακριβώς αντίθετο: δεν μπορούμε ποτέ να απελευθερωθούμε εντελώς από τα συναισθήματά μας. Αν μάλιστα σε έναν άνθρωπο συμβεί να αποκοπούν -εξαιτίας π.χ. της ευνουχιστικής διαπαιδαγώγησης, ενός ατυχήματος ή μετά μια νευροχειρουργική επέμβαση- οι δίαυλοι επικοινωνίας μεταξύ των συναισθημάτων και της έλλογης σκέψης, τότε συμπεριφέρεται σαν ζόμπι ή σαν βραχυκυκλωμένο ρομπότ.

Οι πιο σημαντικές μελέτες της παθολογίας και της βιολογικής λειτουργίας των συναισθημάτων πραγματοποιήθηκαν στις ΗΠΑ στο εργαστήριο του περίφημου Πορτογάλου νευροεπιστήμονα Antonio Damasio. Μελετώντας κάποιες διάσημες πια κλινικές περιπτώσεις ατόμων με βλάβη στον προσθιομετωπιαίο φλοιό, που βρίσκεται στο πρόσθιο τμήμα του εγκεφάλου, κατάφερε να αποσαφηνίσει τις νευροβιολογικές προϋποθέσεις της συναισθηματικής συμπεριφοράς.

Το ερώτημα που έθεσε ο Α. Damasio ήταν: πώς γίνεται τα ίδια άτομα, τα οποία πριν υποστούν κάποια βλάβη σε αυτή την περιοχή ήταν αξιαγάπητα και κοινωνικότατα, να μεταμορφώνονται σε βίαια και αντικοινωνικά «τέρατα», παντελώς ανίκανα να βιώσουν ενδιαφέρον, αγάπη και στοργή ή να σχεδιάσουν ή να πράξουν οτιδήποτε στο άμεσο μέλλον; Η έρευνα αυτών των περιπτώσεων οδήγησε στον ακριβή εντοπισμό ενός σημαντικού εγκεφαλικού κυκλώματος, μιας βασικής νευρικής οδού επικοινωνίας που συνδέει την έλλογη σκέψη με το συναίσθημα. Πιο συγκεκριμένα, τα ανώτερα κέντρα του μετωπιαίου φλοιού με την αμυγδαλή, μια αρχέγονη δομή που ρυθμίζει τις απαντήσεις του εγκεφάλου στις συναισθηματικές καταστάσεις.

Οι έρευνες τού Damasio καθώς και άλλων νευρολόγων απέδειξαν ότι όταν διακόπτεται (από κάποια βλάβη ή χειρουργική επέμβαση) αυτό το σταυροδρόμι που συνδέει τον «ανώτερο» ορθολογικό εγκέφαλο με τον «κατώτερο» συναισθηματικό εγκέφαλο, τότε οι ασθενείς μεταμορφώνονται σε απαθή ζόμπι: πλάσματα ικανά να κάνουν έλλογες σκέψεις, αλλά παντελώς ανίκανα να τις χρωματίζουν ή να τις εμπλουτίζουν με συναισθήματα.

Η ανάγκη, όμως, επανένταξης και αναβάθμισης της σημασίας των συναισθημάτων δεν προέκυψε αποκλειστικά από τη μελέτη νευρολογικών παθήσεων αλλά και από πλήθος ψυχολογικών ερευνών σε φυσιολογικά άτομα. Μολονότι κατά το δεύτερο ήμισυ του εικοστού αιώνα οι ψυχολόγοι αγνοούσαν τις νευροεγκεφαλικές προϋποθέσεις των συναισθημάτων, κατάφεραν να αποκαλύψουν τη σημαντική επιρροή τους στη ζωή των ανθρώπων. Ετσι, το 1990 οι Αμερικανοί ψυχολόγοι Ρ. Salovey και J. Mayer εισάγουν για πρώτη φορά τον όρο «συναισθηματική νοημοσύνη», για να περιγράψουν την ικανότητά μας να διακρίνουμε, να αναγνωρίζουμε και να χρησιμοποιούμε τα συναισθήματα των άλλων ή τα δικά μας για να καθοδηγούμε τις σκέψεις και τις πράξεις μας. Λίγα χρόνια νωρίτερα, το 1983, ένας άλλος Αμερικανός ψυχολόγος, ο Howard Gardner, είχε προτείνει τον όρο «διαπροσωπική νοημοσύνη» για να περιγράψει κάτι ανάλογο.

Όμως ο όρος «συναισθηματική νοημοσύνη» θα γίνει ευρύτατα γνωστός μόνο μετά το 1995, όταν θα εκδοθεί το ομώνυμο μπεστ σέλερ του Daniel Goleman (στα ελληνικά κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα). Στο πασίγνωστο αυτό βιβλίο ο Goleman, ένας παντελώς άγνωστος τότε συγγραφέας, κατάφερε να συνοψίσει και να εκλαϊκεύσει, με τρόπο εύπεπτο και μάλλον απλοϊκό, τις πιο ετερογενείς κατακτήσεις της νευροεπιστήμης και της γνωσιακής ψυχολογίας της εποχής. Εκτοτε, και ως διά μαγείας, όλοι θα ανακαλύψουν ότι διαθέτουν μια μέχρι τότε υποβαθμισμένη «συναισθηματική νοημοσύνη». Ισως γι’ αυτό αρκετοί ειδικοί μιλάνε για αυτήν υποτιμητικά, θεωρώντας ότι πρόκειται μόνο για μια μόδα της Νέας Εποχής, για μια εύπεπτη και παρηγορητική «new age» ιδέα.

Και ασφαλώς δεν έχουν καθόλου άδικο όσοι ασκούν αυτή την κριτική: η επιστημονική ιδέα της «συναισθηματικής νοημοσύνης» είναι η πρώτη σοβαρή προσπάθεια να κατανοηθούν οι περίπλοκες σχέσεις ανάμεσα στις φλοιικές και υποφλοιώδεις δομές του εγκεφάλου ή, αν προτιμάτε, ανάμεσα στον λογικό και τον συναισθηματικό μας εγκέφαλο. Οφείλει συνεπώς να είναι κανείς ιδιαίτερα επιφυλακτικός όταν βλέπει αυτή την ιδέα να μετατρέπεται σε αντικείμενο μαζικής εκμετάλλευσης ή και χυδαίας εμπορευματοποίησης από κάποιους επιτήδειους «ψυχοθεραπευτές».

Η ικανότητα κάθε ανθρώπου να αντιλαμβάνεται και να βιώνει τα συναισθήματα του άλλου αποτελεί ασφαλώς την απαραίτητη προϋπόθεση κάθε ουσιαστικής ανθρώπινης σχέσης (φιλικής ή ερωτικής). Αποτελεί όμως επίσης και προϋπόθεση για την πιο στυγνή χειραγώγηση και εκμετάλλευση των ανθρώπινων συναισθημάτων. Το ότι διαθέτει κάποιος συναισθηματική νοημοσύνη δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη πως τη χρησιμοποιεί για καλό σκοπό.

Ο κοινωνικός εγκέφαλος

Μια δεκαετία μετά τη δημοσίευση του πρώτου πολύ επιτυχημένου βιβλίου του για τη συναισθηματική νοημοσύνη, ο Daniel Goleman θα επιχειρήσει ένα πολύ πιο φιλόδοξο συγγραφικό εγχείρημα: να συνοψίσει ό,τι γνωρίζουμε σχετικά με τις νευροβιολογικές, τις ψυχολογικές και τις κοινωνικές προϋποθέσεις της ανθρώπινης νοημοσύνης, νοούμενης πλέον όχι ως ατομικό-υποκειμενικό φαινόμενο αλλά ως συλλογικό-κοινωνικό φαινόμενο. Το βιβλίο κυκλοφόρησε το 2006 με τίτλο «Social Intelligence: The New Science of Social Relationships» και σχεδόν αμέσως μεταφράστηκε και στη χώρα μας από τις εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα: «Κοινωνική νοημοσύνη: Η νέα επιστήμη των ανθρώπινων σχέσεων»

Με τυπικά αμερικανική αισιοδοξία, που ένας Ευρωπαίος θα περιέγραφε μάλλον ως αφέλεια, ο συγγραφέας επιχειρεί σε αυτό το νέο του πόνημα να «εξηγήσει» το σύνολο σχεδόν της κοινωνικής συμπεριφοράς μας ως το προϊόν της απρόσκοπτης αλληλεπίδρασης και του αρμονικού συντονισμού κάποιων κατώτερων νευρωνικών κυκλωμάτων του μεταιχμιακού συστήματος του εγκεφάλου με τα ανώτερα νευρωνικά κυκλώματα του νεοφλοιού. Στην αλληλεπίδραση αυτή μεταξύ δύο εγκεφάλων, καθοριστικό ρόλο παίζουν ήδη από την βρεφική ηλικία οι λεγόμενοι «νευρώνες-καθρέπτες» που καταγράφουν λεπτομερώς τις κινήσεις που βλέπουμε και συνεπώς ιδιοποιούνται μιμητικά κάθε αντίδραση ή κίνηση του άλλου προσώπου.

Όσο για τον ίδιο τον «κοινωνικό εγκέφαλο», αυτός περιγράφεται μάλλον αόριστα ως «ένα σύνολο κυκλωμάτων που λειτουργούν ενορχηστρωμένα όταν δύο άτομα σχετίζονται μεταξύ τους». Παρά τις φιλότιμες προσπάθειες που καταβάλλει ο Goleman σε αυτό το βιβλίο, δεν καταφέρνει τελικά να μας προσφέρει έναν ικανοποιητικό ή έστω χρηστικό ορισμό τού «κοινωνικά νοήμονος ατόμου». Αυτή η αποτυχία δεν θα πρέπει να χρεωθεί αποκλειστικά στον Goleman, έναν εξαιρετικό εκλαϊκευτή της επιστημονικής γνώσης αλλά καθόλου πρωτότυπο ερευνητή. Αντίθετα, αφορά το σύνολο τον ερευνών στο ερευνητικό πεδίο της κοινωνικής νοημοσύνης. Πράγματι, μέχρι σήμερα οι ψυχολόγοι δεν έχουν καταλήξει σε έναν σαφή και κοινά αποδεκτό ορισμό της κοινωνικής νοημοσύνης και των τυπικών διακριτικών γνωρισμάτων της που τη διαφοροποιούν από τις άλλες μορφές νοημοσύνης. Υπάρχουν τόσοι ορισμοί και τρόποι καταμέτρησης της κοινωνικής νοημοσύνης -δηλαδή κατάλληλα ψυχομετρικά εργαλεία ή τεστ για την αναγνώριση και την καταμέτρησή της- όσοι και οι βασικοί ερευνητές που μελετούν αυτό το πολύπλοκο βιο-κοινωνικό φαινόμενο! Τώρα σε ό,τι αφορά τον περιβόητο και πολυδιαφημιζόμενο «κοινωνικό εγκέφαλο», τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα. Οι πιο επιφανείς ειδικοί, ενώ συνήθως διαφωνούν για τα επιμέρους ζητήματα, συμφωνούν απολύτως στο ότι οι σημερινές έρευνες σχετικά με τις νευρολογικές και βιολογικές προϋποθέσεις της κοινωνικής συμπεριφοράς μας βρίσκονται ακόμη σε νηπιακό στάδιο. Επομένως θα πρέπει να θεωρείται πρόωρο και εξαιρετικά επισφαλές κάθε συμπέρασμα το οποίο μας αποκαλύπτει, υποτίθεται, τους εγκεφαλικούς ή γενετικούς «ενδογενείς παράγοντες» που καθορίζουν ή απλώς επηρεάζουν την κοινωνική συμπεριφορά μας.

Επιστήμονες επανέφεραν στη ζωή προϊστορικό σκουλήκι- Μετά από 46.000 χρόνια

Επιστήμονες επανέφεραν στη ζωή ένα σκουλήκι που είχε παγώσει πριν από 46.000 χρόνια και ζούσε σε μια εποχή όπου τα μαμούθ και τα γιγάντια ελάφια δεν είχαν εξαφανιστεί από τον πλανήτη.

Το σκουλήκι, ενός άγνωστου προηγουμένως είδους, επέζησε 40 μέτρα κάτω από την επιφάνεια του πάγου της Σιβηρίας σε μια αδρανή κατάσταση, γνωστή ως κρυπτοβίωση, σύμφωνα με τον Teymuras Kurzchalia, ομότιμο καθηγητή στο Ινστιτούτο Μοριακής Κυτταρικής Βιολογίας και Γενετικής Max Planck στη Δρέσδη και έναν από τους επιστήμονες που συμμετείχαν στην έρευνα.

Σύμφωνα με την έρευνα οι επιστήμονες πίστευαν πως αυτή η κατάσταση μπορούσε να επιτευχθεί μέχρι και 40 χρόνια, αλλά μετά από την χρονολόγηση φυτών με ραδιενεργό άνθρακα μέσα στον παγετώνα που βρέθηκαν τα σκουλήκια, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι βρίσκονται εκεί για περίπου 46.000 χρόνια.

Οι οργανισμοί σε κρυπτοβιοτική κατάσταση μπορούν να αντέξουν την πλήρη απουσία νερού ή οξυγόνου και να αντέξουν σε υψηλές θερμοκρασίες, καθώς και σε συνθήκες παγετού ή εξαιρετικά αλμυρές. Παραμένουν σε μια κατάσταση «μεταξύ θανάτου και ζωής», στην οποία οι μεταβολικοί ρυθμοί τους μειώνονται σε μη ανιχνεύσιμο επίπεδο, εξήγησε ο Kurzchalia.

Πώς επιβίωσε το σκουλήκι

Η γενετική ανάλυση που πραγματοποίησαν επιστήμονες στη Δρέσδη και την Κολωνία έδειξε ότι τα σκουλήκια αυτά ανήκαν σε ένα νέο είδος, το οποίο οι ερευνητές ονόμασαν Panagrolaimus kolymaenis.

Οι ερευνητές διαπίστωσαν επίσης ότι το P. kolymaenis μοιράζεται με το C. elegans - έναν άλλο οργανισμό που χρησιμοποιείται συχνά σε επιστημονικές μελέτες - «μια μοριακή εργαλειοθήκη»που θα μπορούσε να του επιτρέψει να επιβιώσει στην κρυπτοβίωση. Και οι δύο οργανισμοί παράγουν ένα σάκχαρο που ονομάζεται τρεχαλόζη, που ενδεχομένως τους επιτρέπει να αντέχουν την κατάψυξη και την αφυδάτωση.

«Εξετάζοντας και αναλύοντας αυτά τα ζώα, μπορούμε ίσως να προστατεύσουμε και άλλα είδη ή τουλάχιστον να μάθουμε τι μπορούμε να κάνουνε για να τα προστατεύσουμε από ακραίες καιρικές συνθήκες» δήλωσε ο Philipp Schiffer, επικεφαλής της ερευνητικής ομάδας του Ινστιτούτου Ζωολογίας του Πανεπιστημίου της Κολωνίας και ένας από τους επιστήμονες που συμμετείχαν στη μελέτη.

ΟΛΥΜΠΙΟΙ ΘΕΟΙ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΠΝΕΥΜΑ

Οἱ ση­με­ρι­νοί Εὐ­ρω­παῖ­οι εἴναι σέ τε­λευ­ταί­α ἀ­νά­λυ­ση δη­μι­ουρ­γή­μα­τα τῶν ὀ­λύμ­πι­ων θε­ῶν

Ὁ ἄν­θρω­πος ἀν­τι­με­τω­πί­ζει το φό­βο καί τό μυ­στή­ρι­ο ἀρ­χι­κά με τη μορ­φή τοῦ θε­ϊ­κοῦ και δαι­μο­νι­κοῦ στοι­χεί­ου, πού οἱ πρω­τό­γο­νοι προ­σπα­θοῦν να το θέ­σουν ὑ­πό ἔ­λεγ­χο και να το ἐ­ξορ­κί­σουν με τη θρη­σκεί­α. Ὑ­περ­νί­κη­ση τοῦ φό­βου ση­μαί­νει συγ­χρό­νως και με­τα­βο­λή τῶν θρη­σκευ­τι­κῶν πα­ρα­στά­σε­ων. Με την πί­στη στους ὀ­λύμ­πι­ους θε­ούς, ὅ­πως πα­ρου­σι­ά­ζε­ται στην Ἰ­λι­ά­δα και την Ὀ­δύσ­σει­α, πραγ­μα­το­ποι­εί­ται αὐ­τή ἡ με­τα­βο­λή, και μά­λι­στα τό­σο ρι­ζι­κά, ὥ­στε δυ­σκο­λευ­ό­μα­στε να κα­τα­νο­ή­σου­με αύ­τή τη θρη­σκευ­τι­κό­τη­τα, ἀ­πό την ὁ­ποί­α λεί­πει σε με­γά­λο βαθ­μό ὁ φό­βος γι­α τις μυ­στη­ρι­α­κές δυ­νά­μεις…

Γι­α τον Ἕλ­λη­να οἱ θε­οί εἶ­ναι κά­τι τό­σο φυ­σι­κό και αὐ­το­νό­η­το, ὥ­στε πο­τέ του δεν ἀ­να­ρω­τή­θη­κε ἄν ἄλ­λοι λα­οί θα μπο­ρού­σαν να ἔ­χουν δι­α­φο­ρε­τι­κή πί­στη ἤ δι­α­φο­ρε­τι­κούς θε­ούς…

Οἱ θε­οί τῶν Ἕλ­λή­νων ἀ­νή­κουν στη φυ­σι­κή τά­ξη τοῦ κό­σμου, και γι’ αὐ­τό δεν πε­ρι­ο­ρί­ζον­ται σε ἐ­θνι­κά σύ­νο­ρα οὔ­τε συν­δέ­ον­ται με ὁ­ρι­σμέ­νες ὁ­μά­δες…

Οἱ δί­κες γι­α ἀ­θε­ΐ­α δεί­χνουν με ποι­ο νό­η­μα μπο­ροῦ­με να μι­λοῦ­με γι­α θρη­σκευ­τι­κή πί­στη ἤ ἀ­πι­στί­α στην ἀρ­χαί­α Ἑλ­λά­δα…Κα­νείς δεν κα­τα­δί­ω­κε «ἀλ­λό­θρη­σκους», δη­λα­δή ὁ­πα­δούς μι­ᾶς ἄλ­λης θρη­σκεί­ας ἤ μι­ᾶς ἄλ­λης πί­στης, ἀλ­λά φι­λο­σό­φους. Δεν τους κα­τη­γο­ροῦ­σε γι­α­τί ἀμ­φι­σβη­τοῦ­σαν ἕ­να ὁ­ρι­σμέ­νο δόγ­μα - ἡ ἑλ­λη­νι­κή θρη­σκεί­α δεν εἶ­χε κα­νέ­να δόγ­μα και δεν γνω­ρί­ζου­με να κλή­θη­κε πο­τέ κα­νέ­νας ἕλ­λη­νας φι­λό­σο­φος γι­α να ἀ­να­κα­λέ­σει την αἱ­ρε­τι­κή δι­δα­σκα­λί­α του· τους κα­τη­γο­ροῦ­σε γι­α ἀ­σέ­βει­α, γι­α προ­σβο­λή τῶν θε­ῶν, ὅ­πως θα μπο­ρού­σα­με να με­τα­φρά­σου­με την ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κή λέ­ξη…Ὁ Σω­κρά­της δεν χα­ρα­κτη­ρί­στη­κε, ἑ­πο­μέ­νως, αἱ­ρε­τι­κός ἀλ­λά ἄ­θε­ος…Μό­νο σε μί­α σύν­το­μη πε­ρί­ο­δο, την πε­ρί­ο­δο τοῦ Δι­α­φω­τι­σμοῦ πού δη­μι­ούρ­γη­σε ἡ φι­λο­σο­φί­α, ὁ­πό­τε φά­νη­κε ὅ­τι κιν­δύ­νευ­ε να δι­α­τα­ραχ­τεί ἡ στα­θε­ρή κοι­νω­νι­κή τά­ξη, ἔ­γι­ναν δι­ώ­ξεις ἀ­θέ­ων, και μά­λι­στα μό­νο στην Ἀ­θή­να…

Σύμ­φω­να με την κλα­σι­κή ἑλ­λη­νι­κή ἀν­τί­λη­ψη καί οἱ ἴ­δι­οι οἱ θε­οί ὑ­πο­τάσ­σον­ται στην κο­σμι­κή τά­ξη…Ἡ ἑλ­λη­νι­κή θε­ό­τη­τα δεν εἶ­ναι σε θέ­ση να δη­μι­ουρ­γή­σει κά­τι ἀ­πό το μη­δέν, γι’ αὐ­τό και ὁ μύ­θος τῆς Δη­μι­ουρ­γί­ας τοῦ κό­σμου εἶ­ναι ἄ­γνω­στος στους Ἕλ­λη­νες· …Ὑ­πάρ­χουν κα­νό­νες σύμ­φω­να με τους ὁ­ποί­ους οἱ θε­οί ἐ­πεμ­βαί­νουν ἤ κα­λύ­τε­ρα πρέ­πει να ἐ­πεμ­βαί­νουν στην ἐ­πί­γει­α δρά­ση…

Ἡ ἀν­ρώ­πι­νη δρά­ση δεν εἶ­ναι πραγ­μα­τι­κή και αὐ­τό­νο­μη. ὅ,τι σχε­δι­ά­ζει και ἐ­κτε­λεῖ ὁ ἄν­θρω­πος ὀ­φεί­λε­ται σε θε­ϊ­κό σχέ­δι­ο και έ­νέρ­γει­α…Ἔτ­σι ὁ­τι­δή­πο­τε κά­νουν οἱ ἄν­θρω­ποι με ἐ­πι­μέ­λει­α και μό­χθο ἀ­πό την ἀρ­χή τῆς ζω­ῆς τους, το κα­τευ­θύ­νουν χω­ρίς κό­πο οἱ θε­οί…

Στο Ὅ­μη­ρο ὅ­μως ὁ ἄν­θρω­πος δεν αἰ­σθά­νε­ται ἀ­κό­μη τον ἑ­αυ­τό του ὡς πη­γή τῶν ἀ­ο­φά­σε­ών του· αὐ­τό συμ­βαί­νει γι­α πρώ­τη φο­ρά στην τρα­γω­δί­α. Στον Ὅ­μη­ρο ὅ­ταν ἕ­νας ἄν­θρω­πος με­τά ἀ­πό σκέ­ψη κα­τα­λή­γει σε κά­ποι­α ἀ­πό­φα­ση, αἰ­σθά­νε­ται ὅ­τι κα­θο­ρί­ζε­ται ἀ­πό τους θε­ούς… Στον Ὅ­μη­ρο δεν ὑ­πάρ­χει ἡ συ­νεί­δη­ση τῆς αὐ­θορ­μη­σί­ας τοῦ ἀν­θρώ­πι­νου πνεύ­μα­τος, ἡ συ­νεί­δη­ση δη­λα­δή ὅ­τι ὁ ἄν­θρω­πος φέ­ρει στον ἐ­σω­τε­ρι­κό του κό­σμο την πη­γή τῶν ἀ­πο­φά­σε­ών του, κα­θώς και τῶν πα­ρορ­μή­σε­ων και συ­ναι­σθη­μά­των του. Ὅ, τι ἰ­σχύ­ει γι­α τά γε­γο­νό­τα στο ἔ­πος ἰ­σχύ­ει και γι­α τά αἰ­σθή­μα­τα, τη σκέ­ψη και τη βού­λη­ση τοῦ ἀν­θρώ­που: ὅ­λα αὐ­τά συν­δέ­ον­ται ἄ­με­σα με τους θε­ούς…

Κά­θε πρω­τό­γο­νος ἄν­θρω­πος νι­ώ­θει δε­μέ­νος με τους θε­ούς, και δεν ἔ­χει ἀ­φυ­πνι­στεῖ, ὥ­στε να ἀ­πο­κτή­σει συ­νεί­δει­ση τῆς προ­σω­πι­κῆς του ἐ­λευ­θε­ρί­ας. Οἱ Ἕλ­λη­νες κα­ταρ­γοῦν αὐ­τή τη δε­σμευ­τι­κή σχέ­ση με τους θε­ούς και ἔτ­σι θε­με­λι­ώ­νουν το δυ­τι­κό πο­λι­τι­σμό…

Ὁ ἑλ­λη­νι­κός θε­ός δεν χρη­σι­μο­ποι­εῖ τη θύ­ελ­λα και τον κα­τα­κλυ­σμό γι­α να κα­τα­κε­ραυ­νώ­σει τον ἄν­θρω­πο, και ὁ ἄν­θρω­πος δεν αἰ­σθά­νε­ται, γε­μά­τος δέ­ος, την ἀ­δυ­να­μί­α του στο ἀν­τί­κρυ­σμα τοῦ θε­οῦ…Στον Ὅ­μη­ρο ἡ πα­ρου­σί­α τοῦ θε­οῦ δεν κο­νι­ορ­το­ποι­εῖ πο­τέ τον ἄν­θρω­πο…Το αἴ­σθη­μα πού νι­ώ­θει ὁ ἄν­θρω­πος μπρός στο θε­ό δεν εἶ­ναι ρί­γος, οὔ­τε δέ­ος ἤ φό­βος ἤ ἀ­κό­μη θρη­σκευ­τι­κή εὐ­λά­βει­α και σε­βα­σμός. Ὅ­λα αὐ­τά προ­ϋ­πο­θέ­τουν το φό­βο πού ἐμ­πνέ­ει μι­α μυ­στη­ρι­α­κή θε­ό­τη­τα, πράγ­μα πού γε­νι­κά εἶ­ναι ἄ­γνω­στο στον Ὅ­μη­ρο. Ἡ τα­πει­νο­φρο­σύ­νη και ἡ ἀ­γά­πη προς το θε­ό εἶ­ναι φυ­σι­κά ἐ­πί­σης ἄ­γνω­στες· πα­ρό­μοι­α αἰ­σθή­μα­τα ἐμ­φα­νίζ­νται γι­α πρώ­τη φο­ρά στο χρι­στι­α­νι­σμό…

Ἡ ἔκ­πλη­ξη και ὁ θαυ­μα­σμός δεν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά θρη­σκευ­τι­κά αἰ­σθή­μα­τα οὔ­τε γε­νι­κά οὔ­τε και στον Ὅ­μη­ρο εἰ­δι­κό­τε­ρα…Θαυ­μα­σμός ση­μαί­νει το γε­μά­το ἔκ­πλη­ξη βλέμ­μα…Ὅ­ταν λοι­πόν το δέ­ος μπρός στο /γνω­στο ἀν­τι­κα­θί­στα­ται ἀ­πό το θαυ­μα­σμό τοῦ ὡ­ραί­ου, το θεῖ­ο γί­νε­τα γι­α τον ἄν­θρω­πο πι­ο ξέ­νο και συγ­χρό­νως πι­ο οἰ­κεῖ­ο, δεν κα­τα­πι­έ­ζει τον ἄν­θρω­πο οὔ­τε τον δε­σμεύ­ει ἄ­με­σα με μα­γι­κό τρό­πο, και πα­ρά ταῦ­τα γί­νε­ται γι­α τον ἄν­θρω­πο φυ­σι­κό­τε­ρο…Κι ὅ­ταν ὁ ἄν­θρω­πος πρέ­πει να ὑ­πο­φέ­ρει ἐ­ξαι­τί­ας ἑ­νός θε­οῦ, ὅ­πως ὁ Ὀ­δυσ­σέ­ας ἐ­ξαι­τί­ας τοῦ Πο­σει­δώ­να, δεν τα­πει­νώ­νε­ται οὔ­τε ὑ­πο­κύ­πτει, ἀλ­λά ὑ­πο­μέ­νει θαρ­ρα­λέ­α αὐ­τή την ἐ­χθρό­τη­τα δι­α­τη­ρών­τας μι­α ἰ­σορ­ρο­πί­α ἀ­νά­με­σα στην τα­πει­νο­φρο­σύ­νη και την ἀ­λα­ζο­νεί­α, ἰ­σορ­ρο­πί­α πού δεν εἶ­ναι εὔ­κο­λο να δι­α­τη­ρη­θεῖ. Ἡ ἑλ­λη­νι­κή θε­ό­τη­τα σε ἀν­τί­θε­ση με την ἑ­βρα­ϊ­κή, την ἰν­δι­κή ἤ την κι­νε­ζι­κή προ­κα­λεῖ τον ἄν­θρω­πο να την μι­μι­θεῖ. Γι’ αὐ­τό οἱ Ἕλ­λη­νες δι­έ­τρε­χαν πάν­τα τον κίν­δυ­νο να γί­νουν αὐ­τά­ρε­σκοι και ἀ­λα­ζό­νες ὑ­περ­βαί­νον­τας τά ἀν­θρώ­πι­να ὅ­ρι­α. Αὐ­τή την κε­νο­δο­ξί­α, πού οἱ Ἕλ­λη­νες την ὀ­νο­μά­ζουν ὕ­βρη, κλη­ρο­νό­μη­σε ἡ εὐ­ρω­πα­ϊ­κή σκέ­ψη πα­ρ’­ὅ­λο τον ἐκ­χρι­στι­α­νι­σμό της, ἤ ἴ­σως ἐ­ξαι­τί­ας τοῦ ἐκ­χρι­στι­α­νι­σμοῦ της, σε ἀ­κό­μη με­γα­λύ­τε­ρο βαθ­μό ά­πό τους Ἕλ­λη­νες…

Ἡ κα­θα­ρό­τη­τα και ἡ δι­αύ­γει­α τῆς ὁ­μη­ρι­κῆς πί­στης πρέ­πει να ἀ­πο­δο­θοῦν στους ρι­ζο­σπά­στες ά­ρι­στο­κρά­τες τῶν πό­λε­ων τῆς Μι­κρα­σί­ας πού ἔ­φυ­γαν ἀ­πό την Ἑλ­λά­δα ἀ­φή­νον­τας πί­σω τους τις σκο­τει­νές δυ­νά­μεις τῆς γῆς, και τί­μη­σαν τον οὐ­ρά­νι­ο θε­ό Δί­α ὡς ἄρ­χον­τα θε­ῶν και ἀν­θρώ­πων. Αὐ­τοί οἱ θε­οί δεν προ­ήλ­θαν ἀ­πό τη λα­τρεί­α και δεν ὀ­φεί­λουν τήν ὕ­παρ­ξή τους σε θε­ο­λο­γι­κά συ­στή­μα­τα ἱ­ε­ρέ­ων, ἀλ­λά δη­μι­ουρ­γή­θη­καν με το ἐ­πι­κό τρα­γού­δι μα­ζί με τους ά­χαι­ούς ἥ­ρω­ες. Τους ἥ­ρω­ες αὐ­τούς τους δη­μι­ούρ­γη­σε ἡ ἀ­νά­μνη­ση τῆς μυ­κη­να­ϊ­κῆς ἡ­ρω­ϊ­κῆς ἐ­πο­χῆς, πού δι­α­τη­ρή­θη­κε ζων­τα­νή στους σκο­τει­νούς αἰ­ῶ­νες, και ἡ νο­σταλ­γί­α γι­α μι­α χα­μέ­νη ἐ­πο­χή και γι­α την ἐγ­κα­τα­λειμ­μέ­νη πα­τρί­δα…

Και ἐ­πει­δή ὁ Ὅ­μη­ρος εἶ­ναι ὁ δη­μι­ουρ­γός μι­ᾶς λο­γο­τε­χνι­κῆς γλώσ­σας κα­τα­νο­η­τῆς ἀ­πό ὅ­λους τούς Ἕλ­λη­νες, αὐ­τό ση­μαί­νει ὅ­τι ὁ Ὅ­μη­ρος – το ὄ­νο­μα το χρη­σι­μο­ποι­οῦ­με με την ἀ­ο­ρι­στί­α πού κα­θι­ε­ρώ­θη­κε στη φι­λο­λο­γι­κή ἔ­ρευ­να – δη­μι­ούρ­γη­σε τον πνευ­μα­τι­κό κό­σμο, την πί­στη και τη σκέ­ψη τῶν Ἑλ­λή­νων…

Ἐ­πει­δή οἱ θε­οί αὐ­τοί δεν ἐ­πεμ­βαί­νουν στη ζω­ή τοῦ ἀν­θρώ­που με μι­α ἄ­λο­γη και τρο­μα­κτι­κή ἐ­πί­δει­ξη τῆς δύ­να­μής τους, εἶ­ναι δυ­να­τόν ἡ ζω­ή του να δι­α­μορ­φω­θεῖ ἄ­νε­τα σύμ­φω­να με τους δι­κούς της ἄ­γρα­φους νό­μους. Κα­θώς οἱ Ἕλ­λη­νες ἀν­τί­κρυ­σαν ἀ­προ­κα­τά­λη­πτα και με θαυ­μα­σμό ἕ­ναν ἔλ­λο­γο και τα­κτο­ποι­η­μέ­νο κό­σμο, θε­ώ­ρη­σαν ὅ­τι ἄ­ξι­ζε να θέ­σουν σε κί­νη­ση τά χέ­ρι­α τους, να ἀ­νοί­ξουν τά μά­τι­α τους και προ­παν­τός να δρα­στη­ρι­ο­ποι­ή­σουν το πνεῦ­μα τους. Ὁ ὄ­μορ­φος κό­σμος, πού ἑλ­κυ­στι­κά ἀ­πλω­νό­ταν γύ­ρω τους, τους ὑ­πο­σχό­ταν να ἀ­πο­κα­λύ­ψει το νό­η­μα και τη δι­άρ­θρω­σή του. Ἀ­πό το θαυ­μα­σμό και την ἀ­πο­ρί­α, με μι­α ση­μα­σί­α πλα­τύ­τε­ρη ἀ­πό αὐ­τήν πού ἔ­δι­νε στη λέ­ξη ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης, γεν­νή­θη­κε ἡ φι­λο­σο­φία.

Και το σπου­δαι­ό­τε­ρο ἀ­πό ὅ­λα εἶ­ναι ὅ­τι ἡ ἐ­πι­στή­μη γεν­νή­θη­κε στην Ἑλ­λά­δα ἀ­πό την πί­στη ὅ­τι ὁ κό­σμος εἶ­ναι ἔλ­λο­γος και πώς μπο­ρεῖ να ἀ­πο­κα­λυ­φθεῖ στην ἀν­θρώ­πι­νη νό­η­ση. Ἔτ­σι οἱ ση­με­ρι­νοί Εὐ­ρω­παῖ­οι εἴ­μα­στε σε τε­λευ­ταί­α ά­νά­λυ­ση δη­μι­ουρ­γή­μα­τα τῶν ὀ­λύμ­πι­ων θε­ῶν…

Οἱ ὀ­λύμ­πι­οι θε­οί πέ­θα­ναν ἐ­ξαι­τί­ας τῆς φι­λο­σο­φί­ας, ἀλ­λά ἐ­ξα­κο­λού­θη­σαν να ζοῦν στην τέ­χνη.

Οἱ ὀ­λύμ­πι­οι θε­οί ἔ­χουν ὅ­λα τά πά­θη, χω­ρίς αὐ­τό να τους ἀ­φαι­ρεῖ τί­πο­τε ἀ­πό την ὀ­μορ­φι­ά τους. 

Σ’ ἐ­μᾶς φαί­νε­ται ἀ­δι­α­νό­η­το πῶς μπο­ρεῖ κά­ποι­ος να σα­τι­ρί­ζει με ἀ­ρι­στο­φα­νι­κά ἀ­στεῖ­α τους θε­ούς στούς ὁ­ποί­ους πι­στεύ­ει. Ἀλ­λά το γέ­λι­ο ἀ­νή­κει και αὐ­τό στην ἔλ­λο­γη, γό­νι­μη και θε­τι­κή πλευ­ρά τῆς ζω­ῆς, και γι­α τους Ἕλ­λη­νες εἶ­ναι θε­ϊ­κό­τε­ρο ἀ­πό τη βλο­συ­ρή ἐ­πι­ση­μό­τη­τα πού μᾶς φαί­νε­ται ὅ­τι ται­ρι­ά­ζει στην εὐ­σέ­βει­α. Τρί­α πράγ­μα­τα λοι­πόν συν­δι­ά­ζουν οἱ ὀ­λύμ­πι­οι θε­οί: ζω­τι­κό­τη­τα, ὀ­μορ­φι­ά και πνευ­μα­τι­κή δι­αύ­γει­α.

Αὐ­τόν τον κά­πως εὐ­τε­λή ἀλ­λά πνευ­μα­τώ­δη και λαμ­πρό κό­σμο τα­ῶν ἀρ­χαί­ων θε­ῶν γνώ­ρι­σε κυ­ρί­ως ἡ Ἀ­να­γέν­νη­ση, και ἦ­ταν φυ­σι­κό το εἰ­δω­λο­λα­τρι­κό στοι­χεῖ­ο με την ἰ­δι­αί­τε­ρη ση­μα­σί­α τῆς λέ­ξης να ἀ­σκή­σει ἐ­πί­δρα­ση πά­νω της, γι­α­τί οἱ χα­ρού­με­νοι θε­οί ἔρ­χον­ταν σε ἀν­τί­θε­ση με τις ἀ­σκη­τι­κές τα΄σεις τοῦ Χρι­στι­α­νι­σμοῦ. Στις μορ­φές τῶν ὀ­λύμ­πι­ων θε­ῶν και τῶν κλα­σι­κῶν μύ­θων χρω­στᾶ ἡ Ἀ­να­γέν­νη­ση ὄ­χι λί­γα, γι­α­τί χά­ρη σ’ αὐ­τούς ἔ­μα­θε να βλέ­πει και να θαυ­μά­ζει την ό­μορ­φι­ά καί το με­γα­λεῖ­ο τοῦ κό­σμου.

ΔΕΣ:

Ο άνθρωπος και οι θεοί

Η ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΔΙΟΓΕΝΩΝ-ΚΡΟΝΙΩΝ

Οι ανθρωποθυσίες της Κρόνιας λατρείας και η εγκατάστασή της στα (Ιερο)Σόλυμα

Στην αυγή της “επίσημης” καταγεγραμμένης ιστορίας (δηλ. περίπου στην τέταρτη χιλιετία π.Χ.) οι Έλληνες -αφού συνήλθαν από τις καταστροφές που τους προξένησε ο μεγάλος κατακλυσμός (ο οποίος εξαφάνισε στο βυθό του Αιγαίου τον εξελιγμένο πανάρχαιο Ελληνικό πολιτισμό της Αιγηίδος)-

εμφανίστηκαν ξανά στο προσκήνιο. Διοικητικό και πολιτισμικό κέντρο αναδείχθηκε τότε η Κρήτη, η οποία, στηριζόμενη στην ναυτική της υπεροπλία, επανένωσε μέσω των θαλασσίων οδών τους διεσπαρμένους σε Ευρώπη, Ασία και Β. Αφρική εναπομείναντες Έλληνες, δίνοντας ταυτόχρονα μέσω του εμπορίου την ευκαιρία για πολιτισμική αναγέννηση και των υπολοίπων λαών.

Ο ηγέτης της Κρήτης Μίνωας αναγνωρίστηκε πρώτος μεταξύ των Ελλήνων βασιλέων και ηγεμόνων. Παράλληλα ο ίδιος φρόντισε για την επέκταση της εξουσίας του και σε εδάφη μη Ελληνικά, δημιουργώντας νέες αποικίες κοντά στις πληγείσες και αδύναμες πλέον προκατακλυσμιαίες Ελληνικές εστίες της Μικράς Ασίας, της μέσης Ανατολής και της Αιγύπτου, φθάνοντας ακόμα και μέχρι την Ιρλανδία σύμφωνα με Ιρλανδικές παραδόσεις των Δρυΐδων.

Παρά την προσπάθεια του Μίνωα να ενδυναμώσει τον Ελληνισμό, από νωρίς εκδηλώθηκε έντονη συνωμοτική αντίδραση και αντίσταση στο έργο του. Αυτή προέρχονταν από τους οπαδούς της παλαιάς Κρόνιας τυραννίας, η οποία είχε ηττηθεί στον πόλεμο του Δία κατά των υιών του Κρόνου Τιτάνων (Τιτανομαχία). Οι Κρόνιοι μεταξύ άλλων ευθύνονται και για τον παγκόσμιο-εμφύλιο πόλεμο Αιγαίων και Ατλάντων το 9.500 π.Χ. (η χρονολογία αυτή δίνεται από τον Πλάτωνα στον “Τίμαιο”). Ο πόλεμος αυτός είχε λήξει με την ήττα και καταστροφή της Κρόνιας Ατλαντίδος.

Αν και είχαν νικηθεί κατά κράτος από τις Διογενείς δυνάμεις, οι λειτουργοί και οπαδοί του Κρόνου συνέχισαν να αντιμάχονται “υπογείως” όσους βίωναν και εξάπλωναν την κοσμοθεωρία που είχε εγκαθιδρύσει ο Ζευς ως οικουμενικός βασιλέας. Η ιδεολογία του Διός κατά την πάροδο των αιώνων εξελίχθηκε, για να καταλήξει σε ότι ονομάζουμε σήμερα Ελληνισμός.

Ο Μίνως λοιπόν σύμφωνα με τα αρχαία κείμενα ήταν ένας ηγέτης που άνηκε στο στρατόπεδο των Διογενών, όπως μαρτυρεί και ο Όμηρος (Οδύσσεια, ραψωδία τ, στοίχος 179): “Πόλη μεγάλη είναι η Κνωσός της Κρήτης, όπου ο Μίνωας, του Δία συνομιλητής, βασίλευε εννέα χρόνια“. Άρα ο Μίνως, και λόγω αξιώματος, ήταν ο κυριότερος εχθρός των Κρονίων. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι εκείνη η περίοδος θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως η εποχή της μεγάλης σύγχυσης, εφ' όσον ο κόσμος είχε προέλθει από μία παγκόσμια καταστροφή. Φυσικά στο επίκεντρο του προβλήματος βρίσκονταν η ανθρωπότητα, που προσπαθούσε να σταθεί στα πόδια της μετά από περίπου 4 χιλιετίες ημιάγριας κατάστασης. Ωστόσο καθ΄ όλη τη μακρά αυτή περίοδο βαρβαρότητας η απαραίτητη σπερματική γνώση (μαγιά) για την παλινόρθωση του πολιτισμού είχε σωθεί από τα ιερατεία του Διός στις βιβλιοθήκες των ναών, όπως ομολογεί στον Τίμαιο του Πλάτωνας ο αιγύπτιος ιερέας Σόγχιτος απευθυνόμενος στον Σόλωνα.

Οι Κρόνιοι από την άλλη μεριά δεν παρέδωσαν τα όπλα. Προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν το χάος που επικράτησε εξαιτίας του κατακλυσμού, ώστε να επιβάλουν δια της πλαγίας οδού (δηλ. μέσω της θρησκείας) την τυραννία τους στους δυστυχείς ανθρώπους. Το κυριότερο χαρακτηριστικό της Κρόνιας λατρείας ήταν οι ανθρωποθυσίες, και αυτή είναι μία πληροφορία που την αντλούμε από τον Πλούταρχο. Βεβαίως τα ιερατεία του Διός δεν έμειναν αδρανή. Οι τιμωρίες για τους οπαδούς του Κρόνου ήταν υποδειγματικές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι του Λυκάωνος, βασιλιά της Αρκαδίας. Ο Παυσανίας στα “Αρκαδικά” του καταγράφει το περιστατικό: “Κατά τη γνώμη μου ο Λυκάων ήταν σύγχρονος με τον βασιλιά των Αθηναίων Κέκροπα, όμως οι δύο τους δεν υπήρξαν εξίσου συνετοί στην αναζήτηση του καλύτερου τρόπου λατρείας: ο Κέκρωψ ονόμασε πρώτος τον Δία ύπατο (ύψιστο θεό) και έκρινε, πως δεν είναι σωστό να θυσιάσει ζωντανή ύπαρξη και πρόσφερε στο βωμό γλυκίσματα του τόπου, που τα ονομάζουν πελάνους ακόμα και τώρα οι Αθηναίοι. Ο Λυκάων όμως έφερε πάνω στο βωμό του Λύκαιου Δία ανθρώπινο βρέφος και θυσίασε το βρέφος, για να βρέξει το βωμό με αίμα”
(Παυσανίας, Ελλάδος Περιήγησις, “Αρκαδικά”,VIII, 2, 3-3.1).

Μετά την βεβήλωση του βωμού ο Ζευς τιμώρησε τον Λυκάωνα και τον μεταμόρφωσε σε λύκο. Ο Παυσανίας, όπως φαίνεται και από το κείμενο, επιδοκιμάζει τον Διογενή Κέκρωπα τον οποίο αποκαλεί συνετό στην αναζήτηση του σωστότερου τρόπου λατρείας. Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν, ότι η αντιπαράθεση Κρονίων και Διογενών συνεχίστηκε με την μορφή σύγκρουσης ιερατείων που πρέσβευαν την μία ή την άλλη κοσμοθεωρία.

Η ίδρυση των (Ιερο)Σολύμων από Κρόνιους

Η άνοδος του Μίνωα στον θρόνο της Κρήτης σήμανε την αντίστροφη μέτρηση για τους οπαδούς του Κρόνου, οι οποίοι συσπειρώθηκαν γύρω από τον Σαρπηδόνα, αδερφό του Μίνωα. Ο Ηρόδοτος αναφέρει: “Όταν τα παιδιά της Ευρώπης, ο Σαρπηδών και ο Μίνως, μάλωσαν για την βασιλεία και επικράτησε ο Μίνωας, ο Σαρπηδών έφυγε μαζί με τους συντρόφους του. Οι εξόριστοι έφθασαν στην Μιλυάδα της Ασίας, όπου σήμερα κατοικούν οι Λύκιοι. Τότε λέγονταν Μιλυάδα και οι Μιλύες λέγονταν Σόλυμοι. Βασιλιάς ήταν ο Σαρπηδών…” (“Κλειώ”, 173).

Όπως λεει ο Ηρόδοτος, η εξέγερση των Κρονίων με ηγέτη των Σαρπηδόνα απέτυχε. Ο Μίνωας τους εξόρισε στην Μέση Ανατολή όπου και πήραν το όνομα Σόλυμοι, ίδρυσαν την πόλη Σόλυμα και ανακήρυξαν τον Σαρπηδόνα βασιλιά τους. Ότι οι Σόλυμοι, ο λαός του Σαρπηδόνα, ήταν λάτρες του Κρόνου, μας το λέει ο Πλούταρχος: “Πράγματι πληροφορούμαι, ότι οι Σόλυμοι, οι γείτονες των Λυκίων, τιμούσαν ιδιαίτερα τον Κρόνο….” (Πλούταρχος, “Hθικά”, “Περί των Εκλελοιπότων Χρηστηρίων”, 421D).

Ότι ίδρυσαν εκείνοι την πόλη Σόλυμα το πληροφορούμαστε από τον Ιουδαίο ιστορικό και ραβίνο Ιώσηπο: “….επειδή επί της εποχής του Αβραάμ, του προγόνου μας, η πόλη λέγονταν Σόλυμα. Πολλοί λένε, ότι και ο Όμηρος την αποκαλεί Σόλυμα. Την δε προσωνυμία “Ιερο-” οι Εβραίοι έβαλαν αργότερα. Ήταν κατά την εποχή που με τη στρατιά του Ιησού (του Ναυή) κατά των Χαναναίων και του πολέμου, κατά τον οποίο οι Χαναναίοι κράτησαν (την πόλη), που (ο Ιησούς) κατένειμε στους Εβραίους, οι οποίοι όμως δεν κατάφεραν να διώξουν (τους Χαναναίους) από τα Ιεροσόλυμα, μέχρι που την πολιόρκησε ο Δαυίδ….” (Ιώσηπος, “Ιουδαϊκή Αρχαιολογία”, Ζ,3,10-25).

Οι Κρόνιοι με ηγέτη τον Σαρπηδόνα δεν ξέχασαν ποτέ το μίσος για τους Διογενείς. Σύντομα απώλεσαν και κάθε στοιχείο Ελληνικής εθνικής συνείδησης. Η επόμενή τους κίνηση ήταν, να αναζητήσουν συμμάχους ομοϊδεάτες ανάμεσα στα βαρβαρικά φύλα που τους περιτριγύριζαν. Αυτοί βρέθηκαν στο σημιτικό βασίλειο των Ακαδίων, στην Μεσοποταμία, που είχε δημιουργηθεί πάνω στα ερείπια της Μινωικής Σουμερίας. Οι Ακάδιοι είχαν δύο κυρίαρχους αρσενικούς θεούς: τον “Ένκυ” και τον “Ενλίλ”. Αμφότεροι άνηκαν στο πάνθεον των Αννουνάκι. Ο Ένκυ σύμφωνα με τον σερ Λώρενς Γκάρντνερ είναι ο θεός που οι Εβραίοι ονόμαζαν “Άδον” ή “Κύριο”, δηλαδή “ο καλός θεός”, ο Ενλίλ ήταν ο θεός Τυφών, που κατάστρεψε τις Ελληνικές πολιτείες των Σοδόμων και των Γομόρρων, και τον γνωρίζουμε ως Γιαχβέ, δηλαδή “ο κακός θεός”. Ο τελευταίος, ο Ενλίλ-Γιαχβέ, ταυτιζόταν με τον Σεθ ή Σετ των Αιγυπτίων, δηλαδή τον Τιτάνα Τυφώνα των Ελλήνων.

Σύμφωνα με τα Διονυσιακά του Νόννου, όταν ο Κρόνος και οι Τιτάνες νικήθηκαν από τους Ολύμπιους, ο Τυφών αντεπαναστάτησε κατά του Διός. Ο πόλεμος θεών και Τιτάνων επαναλήφθηκε σε δεύτερο γύρο. Τελικά οι Έλληνες Ολύμπιοι στέφθηκαν ξανά νικητές. Ο Τυφών-Ενλίλ-Γιαχβέ-Σεθ, όπως αντιλαμβανόμαστε ήταν ο διάδοχος του Κρόνου στην ηγεσία των Τιτάνων. Στην ουσία όμως Κρόνος και Τυφών ταυτίζονται, γεγονός που θα αποδειχθεί παρακάτω από τα αρχαία κείμενα.

Η συμμαχία Κρονίων και σημιτικών φυλών

Οι Χαλδαίοι-Ακάδιοι πρέπει να καλοείδαν την συμμαχία με τους Σολυμίτες. Είναι η εποχή, που ο μάγος Αβραάμ από την πόλη Ουρ της Μεσοποταμίας περιφέρεται στην περιοχή της Φιλισταίας (Παλαιστίνης) κατασκοπεύοντας τις Μινωικές αποικίες, ενώ η δράση του φθάνει και μέχρι την Αίγυπτο, όπου υπήρχε κρυφό μεν αλλά ισχυρό ιερατείο του Τυφώνος. Ο Αβραάμ και οι δικοί του ονομάστηκαν Εβραίοι, λέξη που σημαίνει “περιπλανώμενοι”. Πράγματι σκοπός της ομάδος αυτής δεν ήταν να στεριώσει κάπου, αλλά να αναγνωρίσει το έδαφος για την εισβολή που θα επακολουθούσε, και γι' αυτό το λόγο έπρεπε να βρίσκονται συνεχώς σε κίνηση.

Στα χρόνια που ακολούθησαν η Κρόνια παράταξη ετοιμαζόταν πυρετωδώς για την αντεπίθεσή της. Σκοπός ήταν να καταληφθεί πρώτα η Αίγυπτος και κατόπιν η Παλαιστίνη-Φιλισταία. Παράλληλα η επιμειξία Κρονίων Ελλήνων και σημιτικών φυλών δημιούργησε τον πειρατικό λαό των Φοινίκων οι οποίοι, σύμφωνα με τον Πλούταρχο (“Περί Δεισιδαιμονίας” 171Β) ήταν Κρόνιοι. Η ναυτική ικανότητα του λαού αυτού επρόκειτο να χρησιμοποιηθεί για την εισβολή στην κυρίως Ελλάδα, πράγμα που το είδαμε να γίνεται πράξη αιώνες μετά, κατά την διάρκεια των Μηδικών πολέμων.

Η Αίγυπτος λοιπόν δεν ήταν εύκολος στόχος. Η χώρα αυτή την εποχή εκείνη ήταν ιδιαίτερα ισχυρή και σύμμαχος της Μινωικής ομοσπονδίας. Αποφασίστηκε λοιπόν να αλωθεί από τα μέσα. Η εβραϊκή βίβλος με γλαφυρές περιγραφές αναφέρει, ότι οι Αιγύπτιοι είχαν αιχμαλωτίσει τους Εβραίους που ζούσαν εντός της επικράτειάς τους, επειδή τους φοβούνταν.

Η εξέγερση του ιερέα Οσαρσήφ, δηλαδή του Μωυσή (σύμφωνα με τα “Αιγυπτιακά” του Μανέθωνα), είχε ως σκοπό την επιβολή της Κρόνιας (Τυφών-Σεθ) λατρείας στην Αίγυπτο. Οι ταραχές ξέσπασαν, μόλις αποκαλύφθηκε ότι ο Οσαρσήφ ήταν ένας “μεμιασμένος” ιερέας (με την λέξη αυτή να σημαίνει, ότι ο Μωυσής είχε τελέσει ανθρωποθυσία εντός του ναού: βλ. Και Ι.Φουράκη, “η πρώτη σύγκρουση Ελλήνων-Εβραίων”, σελ.80). Η ανθρωποθυσία έχει ήδη αναφερθεί ότι ήταν χαρακτηριστικό της Κρόνιας λατρείας. Ο φόνος αυτός επιβεβαιώνεται και στο κεφάλαιο β' της ” εξόδου”, στα χωρία ια-ιε, όπου διαβάζουμε: “Αμέσως εφόνευσεν (ο Μωησής) αυτόν (τον Αιγύπτιο) και τον έχωσε εις την άμμον“.

Τα γεγονότα από εδώ και μετά είναι πολύ-λίγο γνωστά. Οι Αιγύπτιοι οπαδοί του Οσαρσήφ-Μωυσή έχασαν τον πόλεμο και εξορίστηκαν από την Αίγυπτο. Πέρασαν στη χερσόνησο του Σινά και ονομάστηκαν Ισραήλ, δηλαδή: “Ο λαός του θεού” (Ηλ). Όχι όμως οποιουδήποτε θεού, αλλά του Κρόνου, εφ' όσον ξέρουμε, ότι: “Κρόνον τοίνυν οι Φοίνικες Ηλ προσαγορεύουσιν…” (Ερενίου Φίλωνος, “φοινικική ιστορία”, απόσπασμα καταχωρημένο στο Δ΄ βιβλίο, κεφάλαιο Ζ΄, του έργου “Ευαγγελική προπαρασκευή” του Ευσέβιου Καισαρείας).

Η αποτυχία στην Αίγυπτο δεν πτόησε το Κρόνιο ιερατείο. Οι Αιγύπτιοι εξόριστοι (Ισραηλίτες) συμμάχησαν με τους Έλληνες Σόλυμους (Ιουδαίους) και υπό το γενικό όνομα Εβραίοι (έτσι τους ήξεραν οι Κρήτες της Φιλισταίας) ξεκίνησαν το θεάρεστο έργο της γενοκτονίας των Διογενών Ελλήνων: “Δια τούτο τάδε λέγει ο κύριος. Ιδού εγώ εκτείνω την χείρα μου επί τους αλλοφύλους και εξολοθρεύσω Κρήτας και απολώ τους καταλοίπους τους κατοικούντας την παραλίαν” (Ιεζεκιήλ, ΚΕ΄, στ΄).

Η Κρόνια λατρεία στον Πλούταρχο

Ο Πλούταρχος ο Χαιρωνεύς ήταν αρχιερέας του Απόλλωνα στους Δελφούς. Από την θέση του αυτή συχνά καταφέρθηκε κατά της δεισιδαιμονίας και των υπολοίπων της Κρόνιας λατρείας. Ο ίδιος θεωρούσε την Κρόνια λατρεία βάρβαρη, ανθελληνική και επικίνδυνη για την ανθρωπότητα. Από τον Πλούταρχο γνωρίζουμε, ότι οι Φοίνικες λάτρευαν τον Κρόνο και του πρόσφεραν ανθρωποθυσίες: “Πέρασε πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα στην Καρχηδόνα, επειδή ο Κρόνος δέχεται μεγάλες τιμές…” (Πλούταρχος, “Ηθικά”, “Περί του Εμφαινομένου προσώπου τω Κύκλω της Σελήνης”, 942C).

“Δεν θα ήταν πιο ωφέλιμο για τους Καρχηδόνιους να πάρουν εξ αρχής ως νομοθέτη τον Κριτία ή τον Διαγόρα και να μην πιστεύουν στην ύπαρξη κανενός θείου πνεύματος ή θεού, από το να κάνουν θυσίες σαν και αυτές που πρόσφεραν στον Κρόνο; Δεν θα ήταν αυτά, όπως αναφέρει ο Εμπεδοκλής, μιλώντας για εκείνους που θυσίαζαν ζωντανά πλάσματα: “σηκώνει ο πατέρας τον αγαπητό του γιο, που έχει αλλάξει στη μορφή, και κάνοντας προσευχή τον σφάζει, ο ανόητος”, αλλά με γνώση και συνείδηση πρόσφεραν οι ίδιοι θυσία τα παιδιά τους, ενώ οι άτεκνοι αγόραζαν από τους φτωχούς παιδιά και τα έσφαζαν σαν αρνιά ή σαν μικρά πουλιά, ενώ η μητέρα στέκονταν πλάι αυστηρή και χωρίς να θρηνεί. Αν όμως στέναζε ή δάκρυζε, στερούνταν την τιμή, αλλά και το παιδί της δεν γλίτωνε την θυσία. Μπροστά μάλιστα από το άγαλμα όλη η περιοχή γέμιζε από θορύβους, καθώς άρχιζαν να παίζουν τους αυλούς και να χτυπούν τα τύμπανα, για να μην ακούγεται η βοή των θρήνων. Αν ωστόσο γίνονταν άρχοντές μας οι Τυφώνες ή οι Γίγαντες, διώχνοντας τους θεούς, με ποιες άραγε θυσίες θα ευχαριστούνταν ή ποιες άλλες ιεροτελεστίες θα απαιτούσαν;” (Πλούταρχος, “Ηθικά”, “Περί Δεισιδαιμονίας”, 171Β -Α).

Η περιγραφή της ανθρωποθυσίας των Φοινίκων προς τιμή του Κρόνου, που μας δίνει ο Πλούταρχος, είναι κάτι παραπάνω από ανατριχιαστική. Στην τελευταία πρόταση μάλιστα ταυτίζει την λατρεία του Κρόνου με εκείνη του Τυφώνος. Μάλιστα στο “Περί Ίσιδος και Οσίριδος” (365 Α) ο ίδιος θεωρεί τον Τυφώνα υιό του Κρόνου: “Είναι δε τέκνα ο Τυφών και ο Νέφθυς του Κρόνου“.

Ο Τυφών κατά τον Πλούταρχο είναι ο γενάρχης των Ιουδαίων: “Ορισμένοι πάλι, που λένε ότι εφτά μέρες κράτησε η φυγή του Τυφώνος πάνω σε γάιδαρο μετά την μάχη και, όταν αυτός σώθηκε, γέννησε τον Ιεροσόλυμο και τον Ιουδαίο, είναι ολοφάνερο με βάση αυτό, ότι ανάμειξαν στο μύθο Ιουδαϊκά στοιχεία” (“Περί Ίσιδος και Οσίριδος”, 363C).

Ο Τυφών είχε ως σύμβολό του τον γάιδαρο: “Νομίζουν επίσης, ότι ο γάιδαρος, όπως είπαμε, είναι όμοιος με τον Τυφώνα…“. Γνωρίζουμε από τον Απίωνα, ότι μέσα στα “Άγια των Αγίων” του ναού του Σολομώντα υπήρχε ένα ομοίωμα του γαϊδάρου, στο οποίο οι ιερείς του Ισραήλ πρόσφεραν θυσίες. Φυσικά ο γάιδαρος αυτός ήταν ο Σεθ ή Σετ (Τυφών). Ο Ιουδαίος ιστορικός Ιώσηπος προσπάθησε να διαψεύσει τις καταγγελίες του Απίωνος: “Μέσα στον ναό αυτόν ο Απίων είχε το θράσος να υποστηρίζει, ότι οι Ιουδαίοι διατηρούν το κεφάλι ενός γαϊδάρου, ότι λατρεύουν αυτό το ζώο και υποκλίνονται μπροστά του με μεγάλο σεβασμό. Το γεγονός που αναφέρει έχει σχέση με την λεηλασία του ναού από τον Αντίοχο τον Επιφανή, όταν ανακαλύφθηκε ένα κεφάλι φτιαγμένο από χρυσό μεγάλης αξίας. Για το θέμα αυτό ήθελα πρώτα να πω, ότι, ακόμα και αν είχαμε ένα τέτοιο λατρευτικό αντικείμενο, ένας Αιγύπτιος είναι ο τελευταίος που θα μπορούσε να μας κατηγορήσει. Γιατί ο γάιδαρος δεν είναι χειρότερος από τις γάτες, τα τραγιά και τα υπόλοιπα πλάσματα, που στη χώρα του περνιούνται για θεοί” (Ιώσηπος, “Κατ' Απίωνος”, λόγος Β', 80-82). Επίσης στο ίδιο έργο ο Ιώσηπος απαντά στις κατηγορίες του Απίωνα ότι οι Ιουδαίοι θυσίαζαν Έλληνες και μετά τους έτρωγαν, ορκιζόμενοι αιώνιο μίσος προς τον Ελληνισμό.

Στα “Συμποσιακά” του Πλουτάρχου γίνεται δια στόματος Λαμπρία αναφορά σε τιμές που αποδίδουν οι Ιουδαίοι στον γάιδαρο: “Όχι βέβαια, είπε ο Λαμπρίας παίρνοντας τον λόγο, αλλά κρατιούνται οι Ιουδαίοι μακριά από το λαγό λόγω της ομοιότητάς του με το ζώο που τιμούν περισσότερο απ' όλα… πράγματι ο λαγός μοιάζει με γάιδαρο…” (Πλούταρχος “Συμποσιακά”, βιβλίο τέταρτο, πρόβλημα Ε, 670 Ε).

Αλλά και η μέρα λατρείας του Γιαχβέ, το Σάββατο, ήταν η μέρα αφιερωμένη στον Κρόνο. Οι μέρες έπαιρναν το όνομά τους από το όνομα του πλανήτη της πρώτης ώρας τους σύμφωνα με τάξη αντίστροφη αυτής των πλανητών. Για παράδειγμα, εάν η πρώτη ώρα μιας μέρας ήταν η ώρα του Ήλιου, η πρώτη ώρα της δεύτερης μέρας σύμφωνα με τον χωρισμό σε 12 ώρες θα ήταν της Σελήνης κ.ο.κ. Στις λατινογενείς ονομασίες ακολουθείται η αρχή αυτή. Έτσι η Κυριακή είναι η “Sun-day”, μέρα του Ήλιου. Η δική μας Δευτέρα είναι η μέρα της Σελήνης (Luna): Lunedi και στα Αγγλικά M(o)on-day. Έτσι φθάνουμε στο Σάββατο, την έβδομη ημέρα, που είναι αφιερωμένη στον Κρόνο (Saturnus): στα Αγγλικά “Satur-day”. Ένα ακόμα αποδεικτικό στοιχείο είναι το πρώτο συνθετικό “Σατ-” στην λατινική ονομασία του Κρόνου, το οποίο είναι πολύ κοντά στην Αιγυπτιακή ονομασία του Τυφώνος, δηλαδή του “Σετ”. Τέλος και στις σύγχρονες Σατ-ανιστικές τελετές, όπου η μαγεία ασκείται και μέσω της “Σολομωνικής”, η ανθρωποθυσία αποτελεί κεντρικό στοιχείο της τελετής.

Απομεινάρι σήμερα αυτής της αισχρής ανθρωποθυσίας είναι η περιτομή.

ΠΛΑΤΩΝ ΚΑΙ ΣΟΦΙΣΤΕΣ – ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΑΡΧΑΙΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Βασική προϋπόθεση γιά τήν πνευματική ἀνάπτυξη στήν ἀρχαία Ἑλλάδα εἶναι βέβαια αὐτό πού λέμε: δημοκρατία. Σέ χῶρες μέ καθεστῶτα δεσποτικά δέν ὑπάρχουν περιθώρια οἱ ἄνθρωποι νά σκέφτωνται καί νά κουβεντιάζουν. Ἀπ’ τήν Ἱστορία τουλάχιστον ξέρουμε ὅτι δέν ἀφέθηκαν τέτοια περιθώρια οὔτε στούς λαούς τῆς περσικῆς αὐτοκρατορίας, οὔτε στήν Αἴγυπτο τῶν Φαραώ. Φυσικά, κι αὐτοί οἱ πολιτισμοί ἔχουν νά παρουσιάσουν κάποιες πνευματικές ἀναπτύξεις· εἶν’ ὁμως ἀπόρροιες καί δημιουργήματα κρατουσῶν τάξεων - κι ὄχι κἄν τάξεων ὁλοκλήρων, παρά κύκλων ἁπλῶς. Γιατί, φυσικά, ὁταν ἔχῃ κανείς σκυμμένο τό κεφάλι καί παλεύει γιά νά ζής, μεροδούλι-μεροφάι, συνήθως καιρό δέν ἔχει νά σκεφτῇ καί νά καλλιεργής τίποτ’ ἄλλο πέραν τοῦ σταριοῦ ἡ τοῦ ρυζιοῦ πού θά τόν θρέψη. Σ’αὐτούς τους κύκλους, λοιπόν, προέκυψαν πνευματικά ἐπιτεύγματα, μπορεῖ καί σπουδαίων ποιοτήτων, πού δέν προέρχονται πάντως ἀπό εὐρύτερα λαϊκά στρώματα.

Ἀντιθέτως, στήν Ἑλλάδα ἔχουμε τρεῖς αἰῶνες μιᾶς καταπληκτικῆς ἀνάπτυξης πνευματικῆς, καλλιτεχνικῆς, πούχε σάν προϋπόθεση ἐλευθερώτερες κοινωνικές συνθῆκες. Δέ λέω δημοκρατικές, διότι δέν ἦταν ὁλες δημοκρατικές...

Κρατῆστε τοῦτο: Προϋπόθεση τοῦ πνεύματος εἶναι κοινωνίες πούχουν καταφέρει νά σηκώσουν κεφάλι ἀπ’ τήν ἀνάγκη, ἀπ’ τήν τρομερά πιεστική ἀνάγκη!.. Ὡστόσο, τοῦτο τό σχῆμα - μήν κάνετε λάθος! – δέν λειτουργεῖ ἀμφίδρομα! Σέ κοινωνίες, δηλαδή, μέ οἰκονομική ἄνεση, δέ σημαίνει ἀναγκαίως ὅτι θά παραχθῇ (καί πότε;) πνευματική καλλιέργεια καί σκέψη. Ὄχι! Ὑπάρχουν καί κοινωνίες πάμπλουτες - ὁπως ἡ ἀραβική – οἱ ὁποῖες ἀγοράζουν δυτική παιδεία, γιατί ἔχουν λεφτά νά τήν ἀγοράσουν, πλήν δέν τήν παράγουν οἱ ἴδιες!..

Τί συμβαίνει ἐδῶ; Δέν ὑπῆρχαν τά μέσα;

Ἀπ’ τήν ἄλλη, πάρτε τή Ρωσία ἐπί τσάρων: διόλου ἰδανικές οἱ συνθῆκες, κι ὁμως ἡ Ρωσία παρήγαγε τά κορυφαία μυθιστορήματα τῶν αἰώνων! Ὑπέρ τῶν μυθιστορημάτων ἦταν ὁ τσαρισμός, ἡ ἀπολυταρχία κ’ ἡ λογοκρισία; Δέ φαντάζομαι! Ὁπότε δέν ἐξηγεῖται ὑλιστικά καί μόνο...

Ἡ Γερμανία τοῦ 19ου αἰώνα ἦταν χίλια κομμάτια, καταδιασπασμένη! Ἀλληλοτρώγονταν! Κι ὁμως εἶχε τή μεγαλύτερη μουσική στόν κόσμο, καί μαζί τή σπουδαιότερη φιλοσοφία!.. Βλέπετε, τά πράγματα δέν εἶναι τόσο ντετερμινιστικά. Μακάρι νάταν!..

Στήν οὐσια μές στίς κοινωνίες γίνεται διαρκῶς ἕνα «παζάρι»: Δώσ’ μου δουλειά – πᾶρε μέσα γιά νά ζήσῃς. Συλλάβετε αὐτή τήν ἐξίσωση. Δῶσ’ μου τό χρόνο σου καί τόν κόπο σου, κ’ ἐγώ θά σοῦ δώσω γιά τόν ὑπόλοιπο χρόνο σου νά κάθεσαι σέ μιά πολυθρόνα, νά ’χῆς καί τηλεόραση νά βλέπῆς, νά πηγαίνῃς καί καμμιά ἐκδρομούλα, νάχῃς καί περίθαλψη. Δηλαδή: δῶσ’ μου τίς οὐσιαστικώτερες ὧρες σου, ἕνα ὀχτάωρο, καί γιά τίς ρέστες θά σοῦ δώσω γῶ ἄνεση... Στίς ἀρχαιοελληνικές κοινωνίες ὑπῆρχε ἕνα ποσοστό ἐλευθερίας κι αὐτό ἦταν ἡ βασική προϋπόθεση τῆς πνευματικῆς, καλλιτεχνικῆς ἡ ὁποιας ἄλλης ἀνάπτυξης...

Στήν ἀθηναϊκή κοινωνία, τώρα, ὑπάρχει διάλογος· φυσικά θά ὑπάρξῃ καί Σοφιστική, καί Ρητορική, διότι θά χρειαστῇ νά ξετυλίξουμε τά ἐπιχειρήματά μας ὑπέρ αὐτοῦ πού πιστεύουμε. αὐτοῦ πού νομίζουμε σωστό, αὐτοῦ πού θέλουμε νά πείσουμε καί τούς ἄλλους - τούς ἄλλους πούχουν κι αὐτοί γνώμη, ἡ πού μᾶς χρειάζεται κ’ ἡ ψῆφος τους τελοσπάντων (ἡ ὁποία, ὑποτίθεται ἐκφράζει τή γνώμη τους). Βέβαια, δέν πᾶνε τά πράγματα μπουρδουκλωτά ἔτσι ἀναγκαίως, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε – σοῦ λέει - γιά νά κερδίσουμε αὐτή τήν ψῆφο, πρέπει ν’ ἀρχίςῃ ἡ γλώσσα μας νά μιλάῃ, νά παραθέτῃ ἐπιχειρήματα, νά πούμε, ν’ ἀκούσουμε, νά μᾶς ἀντιλέξουν, ν’ ἀντιλέξουμε, κι αὐτό ὁλο τί ἄλλο εἶναι παρά ἕνα συνεχές ὄργωμα τῆς συνείδησης; Ἑπομένως, ὁ,τι λέμε Σοφιστική, μά καί Ρητορική ἐπίσης, ἀναπτύχθηκε ἐκεῖ ὁπου ἐγεννᾶτο ζήτημα λόγου-ἀντίλογου, θέσεων-ἀντιθέσεων. Θά μπορούσαμε νά λέμε: σκέψη ἁπλᾶ, ἀντί Σοφιστική, λόγος, ἀντί Ρητορική. Διότι, Ρητορική δέν εἶναι μόνο οἱ δημόσιοι λόγοι μέ πολιτικό περιεχόμενο! Εἶναι κ’ ἡ ἀνάπτυξη θέσεων μές στόν Πλάτωνα! Ρητορική, ἀλλά μ’ ἕνα ἱστορικό πνεῦμα...

Ἡ κριτική πού ἀσκεῖ ὁ Ἡράκλειτος δέν ἀποσκοπεῖ νά γυρίςῃ πίσω τά πράγματα τῆς σκέψης ἤ τῆς συνείδησης· ἁπλῶς ρωτάει ἄν τό λογικό ὄργανο εἶν’ ἐπαρκές γιά νά σοῦ γνωρίςῃ τόν κόσμο.

Ἕνας νεώτερος φιλόσοφος, ὁ Bergson, λέει ὅτι αὐτό πού ὀνομάζουμε πνεῦμα εἶναι περίπου ἕνας σκληρός πυρήνας, καί γύρω του ὑπάρχουν κάτι σάν κροσσώματα..- σά μιά μέδουσα... Ὁ σκληρός πυρήνας εἶν’ ἡ συνείδηση, τό διανοητικό ὄργανο (ratio στά Λατινικά, raison στά Γαλλικά, Λόγος στ’ Ἀρχαῖα)· θέλει νά πῇ: τό πνεῦμα δέν εἶναι μόνο ἡ διάνοια - εἶναι κι ἄλλες πολλές δυνάμεις, ἄλλου χαρακτήρα, πού πηγαίνουν μᾶλλον πρός αὐτό πού τό βαφτίσαμε ἔνστικτο...

Τί σημαίνει ἔνστικτο; Ἀπό τό λατινικό ἄπω- τέρως instinguo - δηλαδή: κεντρίζω, παρορμῶ. Ἄρα: ἐκεῖνο πού σέ ὠθεῖ ἄπ' τό ὑποτιθέμενο ὑπέδαφος τῆς συνείδησης. Σε ἀντίθεση δέ πρός τή συνείδηση, πού θά πῇ: ἐπίγνωση, ξέρω. βλέπω, γνωρίζω ὅτι - ἐκεῖνο πού σέ ὠθεῖ θά δοῦμε ἄν τό γνωρίζῃς ἤ ὄχι...

Εἶν’ ἕνας τρόπος θεώρησης αὐτός. Δέν εἶναι ὅτι ἔτσι εἶναι τά πράγματα! Πῶς εἶναι τά πράγματα, δέν τό ξέρουμε!.. Σάμπως μπορεῖς νά τήν πιάςῃς τή λογική ἡ τό ἔνστικτο, ὅπως μπορεῖς νά πιάςῃς ἕνα δέντρο, ἄς ποῦμε; Εἴπαμε ἁπλῶς: ὑπάρχουν ἀπάνω αὐτά πού ξέρουμε ὅτ’ εἶναι μέσα μας, ἐνῶ ὑπάρχουν κι ἄλλα πράγματα ἀπό κάτω, πού προσδιορίζουν τό πῶς συλλογιζόμαστε - ἐντέλει θέτουν σέ κίνηση ἤ ἀναστέλλουν μία κίνηση, ἤ δημιουργοῦν μία παρόρμηση - , τά ὁποῖα δέν γνωρίζουμε, σά νάναι στό σκοτάδι,., τά θεωροῦμε ὑπέδαφος· τά λέμε: ὑποσυνείδητο. Ἐμεῖς τ’ ὤνομάσαμε! Τρόπος θεώρησης εἶναι - τίποτα παραπάνω!

Στή Γεωγραφία, ὅταν λέω: ξηρά ἤ θάλασσα, δέν εἶναι «τρόπος θεώρησης» - εἶναι ξηρά ἤ θάλασσαι Τουλάχιστον στόν ἐμπειρικό χῶρο: τό βλέπω! τό ἀγγίζω! Ἐνῶ τί βλέπω ἤ ἀγγίζω ὡς πρός συνείδησιν ἤ ὑποσυνείδητο; Ἔννοιες εἶναι!..

Τώρα, ἐκεῖνο πού σπρώχνει ἀπ’ τό ὑπέδαφος τῆς συνείδησης - ἀπό τί, κι ἀπό πότε ἔχει τεθῆ; Ἡ μία ἐκδοχή λέει: «ἀπ’ τό θεό»· ἡ ἄλλη: «ἀπ’ τήν ἐμπειρία τοῦ εἴδους». Ἡ πρώτη εἶναι ἰδεαλιστική: ἕνας παντοδύναμος θεός πού τάχα δημιούργησε τό πᾶν, χάραξε μέσα μας αὐτά πού ἀποτελοῦν τό ἔνστικτό μας. Καί γιατί τά χάραξε; Μᾶς ἔδωσε τάση αὐτοσυντήρησης. λέει, γιά νά ὑπάρχουμε καί ν’ ἀναπαραγόμαστε - δηλαδή ὁ ἔρωτας δέν εἶναι παρά μιά μάσκα, ἕνα δόλωμα πού μᾶς τραβάει γιά νά γεννᾶμε καί νά ζῇ, ἔτσι. τό Εἶδος...

Ἡ ἄλλη ἐκδοχή δέν εἶναι ἀπαραιτήτως ὑλιστική. παρά πού τείνει βέβαια πρός τά κεῖ - εἶν’ ἐμπειρική: τά ζωικά καί φυτικά εἴδη (καί πάλι δική μας ἡ διάκριση: δέν φαντάζομαι μιά μιμόζα, μιά γαζία ἡ ἕνα τριαντάφυλλο νά αἰσθάνεται ὅτι ἀποτελεῖ εἶδος διαφορετικό ἀπό μιά ἀκακία.. - ἐμεῖς τά χωρίζουμε γιά νά τά γνωρίσουμε!), ζώντας μές σ’ ἕνα περιβάλλον, παλεύοντας διαρκῶς νά ζήσουν, προσλαμβάνουν ἐμπειρίες. Οἱ ἐμπειρίες συνιστοῦν χαράγματα. Τά χαράγματα αὐτά μένουν καί κληροδοτοῦνται στούς ἀπογόνους (ἔχει ἀποδειχτῆ καί βιολογικά), καί σιγά-σιγά ἀποτελοῦν ἕνα εἶδος συγκεκριμένης σοφίας, γνώσης τοῦ κόσμου. Ποιοῦ κόσμου; Τοῦ συγκεκριμένου περιβάλλοντος ὅπου ζῆς! Ἔχεις στό ἔνστικτό σου γραμμένα πάρα πολλά πράγματα σχετικά μέ τήν ἐπίθεση, τήν ἄμυνα, τήν πράξη, τήν ἀποφυγή, τήν πονηριά κ.λ.

Αὐτό εἶναι τό περιρρέον τοῦ σκληροῦ πυρήνα, πού λειτουργεῖ ἐπίσης γνωστικά, μ’ αὐτό «πιάνουμε» ἄλλα πράγματα πού δέν προκύπτουν ἀπό δεδομένα λογικά. Ὅπως στά ζῶα ἤ τά βρέφη! Ὅταν πρωτογεννιοῦνται οἱ ἄνθρωποι - ἀλλ’ ὄχι μόνον οἱ ἄνθρωποι, παρά ὅλα τά εἴδη στίς πρῶτες φάσεις τους - βρίσκονται πάρα πολύ κοντά στήν ἀρχή τοῦ εἴδους αὐτοῦ, κ’ ἔχουν ἐξ ἀνάγκης τόν ὁπλισμό του... Τό βρέφος εἶναι ὡπλισμένο ὡς τή στιγμή πού ἀρχίζει νά καλλιεργῆται καί ν’ ἀναπτύσσεται ἡ δυνατότητα λογικῆς...

Γι’ αὐτό κ’ ἡ Τέχνη κατεβαίνει στίς πηγές τοῦ ἐνστίκτου γιά νά «πιάσῃ» βαθύτερα πράγματα... Ἡ Λογική εἶν’ ἀνεπαρκές ὄργανο... Ἕνα θηριῶδες ἔνστικτο εἶν’ ὁ Μπάχ ἡ ὁ Μπετόβεν, πού μές ἀπ’ τό «μέσον» της μουσικῆς καί τί δέ σοῦ δίνουν! Μέ τή Λογική τά δίνουν; Ἡ Λογική εἶν’ ἕνα παιδάκι ἀνήμπορο μπροστά σ’ αὐτό τό τερατῶδες ἔνστικτο πού κατεβαίνει στά βάθη τῆς ὕπαρξης κι ἀνεβάζει πάνω ὅ,τι μᾶς ἀποτελεῖ καί μᾶς προσδιορίζει!..

Δῆτε, λ.χ., τήν ὁδήγηση: λογικά κατ’ ἀρχάς τά μαθαίνετε - διότι ὑπάρχει τό σχῆμα τό λογικό! Αὐτό εἶναι τό βολάν, αὐτό τό ντεμπραγιάζ, αὐτές οἱ ταχύτητες. Κατόπιν, ἀφοῦ τά συνηθίσατε ὅλα τοῦτα, πέρασαν στ’ ἀντανακλαστικά σας. Τί εἶναι τ’ ἀντανακλαστικά; Ἐκεῖνα πού προσδιορίζουν τήν ἁπλῆ μας κίνηση - τό περπάτημα, τήν κίνηση τῆς ἄμυνας, τῆς ἔπιθεσης. Δηλαδή: πέρασαν στό χῶρο τοῦ ἐνστίκτου!

Ὅταν λοιπόν ὁ Ἠράκλειτος βάζει ἕνα ἐρωτηματικό στή λογική ὡς παντοδύναμο ὄργανο γνώσης τοῦ κόσμου, θέτει τίς βάσεις γιά ὄλ’ αὐτά - τῶν ὁποίων συνείδηση βεβαίως δέν ἔχει! - ἐμεῖς ὅμως μποροῦμε νά τά συναρτήσουμε...—, οὐ μήν ἀλλά καί γιά τή Σοφιστική!

Ὅταν λοιπόν ὑπομοχλεύουμε τό κύρος τοῦ Λόγου, τοῦ ὀργάνου τῆς ἀπελευθέρωσης δηλαδή, τή στιγμή πού γκρεμίζονται οἱ μῦθοι, οἱ θεοί. Οἱ ἥρωες - κάτι τό ἄκρως ἐπικίνδυνο, ὅμως καί σωστό —, ὅταν ἀρχίζουμε νά βάζουμε ἐρωτηματικά, τά ὁποῖα ὁλοένα πληθαίνουν κι ἀλληλοσυναρτῶνται, δημιουργεΐται ἕνας γενικώτερος κλονισμός. Τί εἶναι τό δίκαιον; Τί εἶναι τό σωστό; Ποιά εἶν’ ἡ ἀλήθεια; Κι ἄν αὐτό τ’ ὄργανο κουβαλάῃ κι ἀμφισημία καί πολυσημία, κάθε λέξη μπορεῖ νά σημαίνῃ τό Α, ἀλλά καί τό -Α. Εἶν’ ἕνα τρομερό ὄργανο, κι ἄν δέν ὑπάρχῃ ἀγαθή προαίρεση ἀπ’ τόν ἑκάστοτε φορέα του, μπορεΐ νά γίνῃ καί σατανικό! Ἀπό μόνο του τ’ ὄργανο δέν παράγει ἀλήθεια. Εἶναι ἱκανό νά ὑπηρετα ή σ ῃ γνήσιο ἐνδιαφέρον, γνήσια ἐπιθυμία γι’ ἀλήθεια. Ἄν ὅμως ἀρχίσουμ’ ὅλοι ν’ ἀσκούμαστε στό νά τό ὑπονομεύουμε ἡ νά κάνουμε πλήρη διάγνωση τῶν δυνατοτήτων καί τῶν ἀδυναμιῶν του, τότε ἀκριβῶς καλλιεργεῖται αὐτό πού λέγεται: Σοφιστική.

Ἡ Σοφιστική δέν εἶναι μία μασκαροσύνη, ὅπως ἡθελε νά τή σερβίρῃ ὁ Πλάτων, περσότερο ἴσως στά προφορικά του μαθήματα στήν Ἀκαδημία ἀπ’ ὅ,τι στούς σωζόμενους διαλόγους του. Παρουσιάζει τούς σοφιστές ὅλους ὡς περίπου ἀπατεῶνες, οἱ ὁποῖοι ἀναποδογυρίζουν τά πράγματα, ἐμφανίζουν τό δίκαιο ἄδικο κ.λ. Εἶν’ ἡ συνεχής διερεύνηση τοῦ χώρου τοῦ Λόγου ὡς πρός τή στερεότητα, τήν ἀκρίβεια καί τήν ἀπολυτότητα τῶν λεγομένων. Εἶν’ ἡ Ἐπιστήμη τῆς διάγνωσης τῶν δυνατοτήτων του.

Προσέξτε τώρα πῶς ἔχει παραχθῆ αὐτή ἡ καταφορά κατά τῆς Σοφιστικῆς - ὄχι μοναχά ἀπ’ τόν Πλάτωνα, παρά κι ἀπ’ ὅλο τόν ἀρχαῖο κόσμο: Οἱ κοινωνίες κ’ οἱ κρατοῦντες δέ θέλουν ποτέ ἐρωτήσεις ὑπονομευτικές. Ποτέ δέ θέλουν ἀμφισβητήσεις τοῦ ἀπολύτου κύρους τοῦ λόγου τους. Ἐκεῖνος λοιπόν πού ἀρχίζει νά λέῃ: «—Γιά νά τό δοῦμε αὐτό πού λέτε! Ἐξαρτᾶται ἀπ’τό πῶς τό κρίνει ὁ καθένας...» Ἀλλ’ ἄν ἀφήνῃ ὁ κάθε κύριος Τάδε νά ἐξαρτᾶται τό κάθετί ἀπ’ τό πῶς τό κρίνει ὁ καθένας, ποιό νόμο θά ἐπιβάλω; Ὁ νόμος δέν μπορεῖ παρά νάναι μ’ ἐπιβολή! - κ’ ἡ ἐπιβολή εἶν’ ἀκριβῶς ἡ ἀπολυτοκρατία τῆς σκέψεως πού ὑπαγορεύει τό νόμο αὐτόν. Δέν δέχεται ἀμφισβήτηση! Ἄν δεχτῇ, πῶς θά παραχθῇ νόμος; Ἄν δέν παραχθῇ νόμος, πῶς θά λειτουργήση ἡ ἐξουσία;

Ἑπομένως οἱ κρατοῦντες διόλου εὐχαριστημένοι δέν εἶναι ἄν ὑπάρχουν κάποιοι σκεπτόμενοι οἱ ὁποῖοι συνεχῶς βαστᾶνε κατσαβίδια μ’ ἐρωτηματικά καί ξεβιδώνουν ὑπονομεύοντας: «—Δέν ξέρω ἄν αὐτό εἶν’ ἔτσι... Μπορεῖ καί νάν’ τ’ ἀνάποδο,., μπορεῖ νάν’ κ’ ἔτσι κι ἀλλιῶς!..»

Ὁπότε λογικό κ’ οἱ κρατοῦντες, ἀπ’ τή μεριά τους, νά μαίνωνται ἐνάντιον ὅλων αὐτῶν: «Μασκαράδες, δικολάβοι! Κλονίζουν τίς κοινωνίες, τήν πόλη, κ.λ.» Ἀπ’ τήν πλευρά τῆς Σοφιστικῆς, τώρα, πρός τούς νέους, ἐκπέμπεται ἡ ἑξῆς γραμμή: «Μεταξύ μας, παλληκαράκι, θές νά γίνῃς ἱκανός νά τά βγάζῃς πέρα μ’ αὐτούς πού λένε κάτι κ’ ἐπιμένουν στό ἀπόλυτο κύρος τους; Ἔλα δῶ, καί θά σέ μάθω νά ξεβιδώνῃς αὐτές τίς φράσεις, τίς σκέψεις - θά σέ μάθω νά τούς μπερδεύῃς ὅλους αὐτούς, ὅποια στιγμή θές! Ὁπουδήποτε! Στό δικαστήριο, στήν ἀγορά, στό βῆμα, ὁπουδήποτε!.. Εἶναι θέμα γνώσης καί τεχνικῆς, παιδείας πρῶτα, καί περαιτέρω τεχνικῆς ἀναλυτικῆς του λόγου. Ἔλα δῶ νά στά μάθω ἐγώ, νά μή σοῦ κάνουνε τόν ἔξύπνο! Ἄσε τώρα τί λέν οἱ ἄρχοντες κ’ οἱ νόμοι! Ἐσύ σ’ αὐτόν τόν κόσμο θά ζήσῃς, γι’ αὐτό πρέπει νά ὁπλιστῇς μόνος σου μ’ ἕνα τρομερό σπαθί!..»

Ἑπομένως, οἱ σοφιστές δέν ἦταν μονάχα «προβληματιστές» ὡς πρός τά θέματα τοῦ λόγου, παρά ἦταν καί κατά τοῦ πνεύματος τοῦ κοινοῦ, καλλιεργοῦσαν πνεῦμα προσωπικό, δίναν τ’ ὅπλο, τό μέσο γιά τήν καλλιέργεια τῆς προσωπικῆς συνείδησης.

Ὁ Πλάτων, κι ὁ Σωκράτης πίσω ἀπ’ αὐτόν, ἦταν κατά βάσιν ὑπέρ της πολιτείας, ὑπέρ τῶν νόμων. Ἄς κάνω μιάν ἀνάλυση, μέ πᾶσαν ἐπιφύλαξη... Ὁ Πλάτων, κι ὄλ’ ἡ παρέα, ἀνῆκαν στό ἀθηναϊκό κατεστημένο. Μά κ’ οἱ συνομιλητές του: ὁ Ἀλκιβιάδης, οἱ γιοί τοῦ Κέφαλου (ὁ Κέφαλος εἶχε μεγάλη ὁπλοβιομηχανια, ἦταν πάμπλουτος)!.. Δηλαδή; εἶναι ὑπέρ της πόλεως καί τῶν νόμων - ὑπέρ τῶν κρατούντων ἄρα! Πῶς ὄχι; Ἀφοῦ ἐσεῖς εἶστε οἱ φορεῖς του! (Τό λέει ὁ Θρασύμαχος ὠμά στήν Πολιτεία, ὅπου κι ὅλες οἱ σχετικές θέσεις...)

Ἤτανε λοιπόν καί φορεῖς τοῦ κρατοῦντος! Ὁπουδήποτε, κι ἄν ὄχι τοῦ κρατοῦντος, πάντως τοῦ κατεστημένου! Θά μοῦ πῆτε: Τότε πῶς ἔγινε τό λαθάκι τῆς καταδίκης τοῦ Σωκράτη;.. Βλέπετε, ἡ διδασκαλία τοῦ Σωκράτη ἄνοιγε σέ τέτοια κλίμακα, ἀπό ἕνα ἄκρως συντηρητικό Α ὡς ἕνα ἄκρως ἐπαναστατικό Ω!.. Ὡστόσο ὑπῆρχαν κ’ οἱ ἀκραῖοι σάν τόν Κριτία καί τόν Θηραμένη, οἱ ὁποῖοι λέγαν: «Ἄστα αὐτά, γέρο! Πίσω πάλι! Θέλουμε μία ἰσχυρή πολιτεία! Δέ θέλουμε ἀμφισβητήσεις!» Καί αὐτό περιείχετο στίς σωκρατικές θέσεις... Ὅμως πάνω κεῖ τόν φάγανε τό γέρο - ὡς τί; Ὡς κλονίζοντα! Τί κλονίζοντα; Τούς νόμους; Μά αὐτός κατεξοχήν εἶναι ὑπέρ τῶν νόμων - γι’ αὐτό καί πίνει τό κώνειο! Ναί, ναί! - ὡστόσο ἐκλόνισε μέ τό κριτικό του πνεῦμα. Γιατί ὅλο τό κριτικό πνεῦμα τώρα τῆς Σοφιστικῆς, ὅ,τι συγκόμισε ἐδῶ κ’ ἔναμισυ αἰώνα πού πρωταρχίζει, ἐντέλει τό κλείνει καί τ’ ὁλοκληρώνει ὁ Πλάτων! Ναί μέν χτυπάει τούς σοφιστές, ἀλλά στήν οὐσία ὁλοκληρώνει τή Σοφιστική κι ὅλη της τή μέθοδο. Εἶν’ ὁ κατεξοχήν διαλεκτικός.

Ἔ, λοιπόν, ἀφοῦ «κλονίζει», πάρτον κάτω τό δάσκαλο, τή στιγμή πού ἐπικράτησαν οἱ ἀκραῖοι ἀντιδημοκρατικοί. Κι ὁ δάσκαλος; Μένει καί πεθαίνει, καί γίνεται ἔμβλημα τῆς θέσεώς του... (Οἱ προβληματισμοί αὐτοί, ὅπως βλέπετε, οἱ ἴδιοι εἶναι καί μές στή σύγχρονη συνείδηση. Τά προβλήματα εἶναι τά ἴδια. Ἁπλῶς ἐκεῖ εἶναι τεθειμένα στίς μέγιστες διαστάσεις, γι’ αὐτό κ’ ἔχουν ἀπόλυτη ἀξία ὁ Πλάτων κ’ οἱ σοφιστές.)

Ὅποτε προκύπτει, τό ἑξῆς ζήτημα: λέμε ὅτι ἡ δημοκρατία δέχεται ὅλές τίς γνῶμες:

—Όλες; Καί τίς ἀντιδημοκρατικές;

—Βεβαίως νά ἔχετε τάς ἄποψείς σας...

—Δέν θά τίς «ἔχω» μονάχα, ἀλλ’ ὅπως καί σεῖς ἔχετε τίς δικές σας κ’ ἐνεργεῖτε σύμφωνα μ’ αὐτές, θάχω κ’ ἔγω, ἄρα, τίς δικές μου ἀντιδημοκρατικές, καί θά ἐνεργῶ ἀντιδημοκρατικά!

—Ά, ὄχί κ’ ἔτσι!..

—Μήπως τότε ἀκριβῶς ὅμως, ἔχοντας τόσες δυνατότητες ἀνοχῆς ἀπό τά πράγματα, θάδειχνε καί τή δύναμή της - ὥστε νά μή μπορῶ νά τήν τινάξω στόν ἀέρα;.. Τέτοια δημοκρατία - γίνεται;..

—Ἅμα ἔχετε τέτοιες ἰδέες, νά πάτε νά ζήσετε μόνος σας!

—Ἀλήθεια, εἶναι δικό σου ἀμπελοχώραφο ἡ κοινωνία; Ποιός εἶσαι σύ πού κυριαρχικά ἀποφασίζεις τί εἶναι ἤ ὄχί ἐπιτρεπτό, τί εἶναι ἤ ὄχί δημοκρατικό, πατριωτικό, σωστό ἡ λάθος; Ποιός τό κρίνει; Δημοκρατία θάτανε ἄν ὅλοι τό κρίνουν, με ἴση δυνατότητα κρίσεως! Τό νά πῆς: «Ἐγω εἶμαι μορφωμένος, πιάνω πουλιά στόν ἀέρα, κ’ ἐσύ ’σαι κακομοίρης, ξύλο ἀπελέκητο, δέν ξέρεις τί σοῦ γίνεται!», πάλι δέν εἶναι ἴση! Ἄς μή μιλᾶμε λοιπόν γι’ ἀπόλυτες δημοκρατίες, οὔτε γι’ ἀπόλυτες ἐλευθερίες... Ἄς εἴμαστε μετρημένοι μ’ ὄλ’ αὐτά.

Στόν Ἐπιτάφιο ὁ Περικλῆς ὑποτίθεται ὅτι λέει: Χρώμεθα γάρ πολιτείᾳ οὐ ζηλούσῃ τούς τῶν πέλας νόμους... Ὄχι φουσκώματα, κομπασμοί - «Τί σπουδαῖο πολίτευμα ἔχουμ’ ἐμεῖς!» κ.τ.τ.—, ἁπλᾶ: χρησιμοποιοῦμε (γιά τή ζωή μας) αὐτόν τόν τρόπο αὐτοδιοικήσεως πού μᾶς προέκυψε ἀπ’ τά πράγματα, τό δικό μας τρόπο ζωῆς - ρεαλιστικά δηλαδή, πρακτικά!

Και ὄνομα μέν διά τό μή ἐς ὀλίγους ἀλλ’ ἐς πλείονας οἰκεῖν δημοκρατία κέκληται.

Τί λέει ἡ φράση αὐτή; Καί κατά τ’ ὄνομα μέν... ἐπειδή ὄχι σέ λίγους ἀλλά σέ περισότερους βασίζεται. καλεῖται δημοκρατία... Ὅπου, προσέξτε: ἔχουμε πρῶτα-πρῶτα μιά ἔντιμη τοποθέτηση. Λέει: κέκληται. Δέν εἶπε: εἶναι! Σημασία ἔχει καί τό οἰκεῖν. Σπίτι μας εἶν’ ἡ Δημοκρατία. Καί κέντρο τοῦ κάθε σπιτιοῦ: ἡ ἑστία, τό τζάκι - ὅπου ζεσταινόμαστε ὅλοι μαζί, καί μαγειρεύουμε, καί τρῶμε γύρα-γύρα (θυμηθῆτε τό: ὁμόκαπνοι[1]), δηλαδή: μαζί. μᾶς ἑνώνει ἡ κοινή φωτιά! Σάν ἄνθρωποι ἑ ν ό ς σπιτιοῦ. Τό σπίτι μᾶς εἶν’ ἡ πόλις - καί ἡ Πολιτεία! Παρακάτω τώρα: ἀναλύει τή δημοκρατία ἤ γενικῶς τήν ὀρθή πολιτεία; Θά τό δοῦμε. Ὁ τρόπος νά συνεννοούμεθα ἐν δημοκρατίᾳ, πάντως, προσδιορίζεται βάσει τοῦ συστήματος τῶν περισσότερων, τῆς πλειονότητας - βασίζεται δηλαδή στούς «κατά περίσταση», σ’ ὅσους τυχαίνει, ἀπ’ ὅποιους ἄσχετους λόγους, νά ’ναι περσότεροι.Ὄχι ἀξιώτεροι ἀναγκαία, ἔ;

Κατά δέ τήν ἀξίωσιν, ὡς ἕκαστος ἐν τῷ εὐδοκιμεῖ, οὐκ ἀπό μέρους τό πλέον ἐς τά κοινά ἤ ἀπ’ ἀρετῆς προτιμᾶται, οὐδ’ αὖ κατά πενίαν, ἔχων δέ τί ἀγαθόν δρᾶσαι τήν πόλιν, ἀξιώματος ἀφανείᾳ κεκώλυται. Αὐτός εἶν’ ὁ ὁρισμός τῆς ἀξιοκρατίας: δέν παίρνει ἀξίωμα κάποιος στήν πολιτεία γιατί ἀνήκει σέ κάποια παράταξη (οὐκ ἀπό μέρους), παρά γιά τήν ἀρετή του, πού προκύπτει ἀπ’ τήν ποιότητα, τήν ἀξία στή δουλειά του! Καί δέν ἐμποδίζεται, γιατ’ εἶναι τυχόν φτωχός, ἤ δέν εἶν’ «ἐπώνυμος», ἄν κάτι καλό ἔχῃ νά κάνῃ στήν πόλη (κι ἄλλο βέβαια «πόλις», ἄλλο «σύνολο», ἔτσι;)... Ἀντικομματική λοιπόν ἡ Δημοκρατία! Ἀντιπολιτική! Ἀντιπλουτοκρατική (ἡ, ὁπωσδήποτε: ὄχι κατά τῶν φτωχότερων...) καί, φυσικά, ἀξιοκρατική! Ναί; Ἀξιοκρατική; Μήπως ἀκριβώς τό: «ἀξιοκρατία» σημαίνει: «ἀντίδημοκρατία»; Τό σκεφτήκατε; Ὡς δημοκρατικό αἴτημα ἐμφανίζεται ἡ ἀξιοκρατία. Μήπως εἶναι ὁμως ἀντιδημοκρατικό; Τί θά πῇ ἀξιοκρατία; Νά κρατοῦν οἱ ἄξιοι, ὄχι ὁ δῆμος! Ἔ, τότε πῶς δημοκρατικό, ἀφοῦ κατά τοῦ δήμου;

Ἀλλά γιά νά δοῦμε καί τό ἄλλο: αὐτό πού 'ναι πολίτευμα, εἶν’ ἡ ἰδέα ἡ ἴδια, ἤ διέπεται ἁπλῶς ἀπ’ αὐτήν; Ἡ ἰδέα εἶν’ ἕνα ἰδανικό. τ’ ὁποῖο κινητοποιεῖ τίς συνειδήσεις πρός τό πολίτευμα ἐκεῖνο πού ὑποτίθεται κατατείνει πρός τήν ἰδέα αὐτήν. Εἶναι, δηλαδή, μία ὑπόσχεση, τίποτα παραπάνω... Ἑπομένως, ἄλλο τό πολίτευμα τό ἐφαρμοσμένο, κι ἄλλο ἡ ἰδέα πού τό διέπει, ἤ ἐν ὀνόματί ταῆς ὁποίας ἔχει στηθῆ... Ὅταν λοιπόν λέμε τί εἶναι δημοκρατία, δέ λέμε τί εἶναι πολίτευμα.

Ποιός ὅμως τόπε ὅτι ἡ προσωπική συνείδηση εἶν’ ὑποχρεωμένη νά ἐγκαταλείπῃ τήν προσωπική της πεποίθηση καί τήν προσωπική της πράξη διότι, λέει, ἀποτελεῖ μειοψηφία ! Δέν εἴμαστε καλά! Ἐπειδή ἔτσι τούς ἀρέσει νά μετρᾶνε κεφάλια προβάτων; Ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι πρόβατο - εἶναι πρόσωπο! Ἐγώ δέν τό κουνάω ἀπ’ αὐτη τή θέση· κι ἄν ἀνέχωμαι τή δημοκρατία, τήν ἀνέχομαι ἁπλῶς γιατί βολεῖ περσότερο τή συγκεκριμένη θέση - ὄχι γιατ’ εἶμαι δημοκράτης. Στό βαθμό πού ἡ δημοκρατία εἶναι μαζισμός, εἶμ’ ἐνάντιος!

Λέει ἕνας ὁρισμός τῆς δημοκρατίας - ὄχι πολύ ἐλεύθερος, ἐνῶ παριστάνει ὅτ’ εἶναι -, πού σκαρώσανε οἱ Γάλλοι: ἡ ἐλευθερία κάθενός τελειώνει ἐκεῖ πού ἀρχίζει ἡ ἐλευθερία τοῦ ἄλλου. Πῶς εἴπατε; Ἡ ἐλευθερία... «τελειώνει»; Ἄν τελειώνῃ, δέν εἶναι ἐλευθερία! Ποιά εἶν’ αὐτά τά ὅρια. καί ποιός τά χαράζει; Ὁ Νόμος;.. δηλαδή ἡ μἡ ἐλευθερία; Ἄν πῶ: «Δέ θά κουνηθῇ κανείς σας!», δί’ οἱονδήποτε λόγο - ἀκόμα καί γιά τό σοφώτερο! -, ἡ προσταγή αὐτή δέν παρέχει ἐλευθερία - ἀφαιρεῖ!.. Ἔπειτα, τί θά πῇ: «ἐκεῖ πού ἀρχίζει ἡ ἐλευθερία τοῦ ἄλλου»; Δηλαδή, ἔτσι καί μπῇς στό χῶρο ἐλευθερίας τοῦ ἄλλου, εἶσαι δοῦλος; Κι αὐτό εἶναι, ὑποτίθεται, ἡ βάση τῆς δημοκρατίας; Ὁρίζεις πότε δέν εἶν’ ἐλεύθερος κανείς, καί θεσμοθετεῖς ἔτσι τόν ὁρισμό της... ἐλευθερίας!.. Τί λανθάνει κάτω ἀπ’ αὐτή τήν κουβέντα;: ἡ βεβαιότητα ὅτι οἱ ἐλευθερίες ἀντιτίθενται - γι’ αὐτό καί τοῦτος ὁ «ὁρισμός» δίνει τάχα τή λύση... Θά πῇς: πάντως, ρυθμίζει! Ναί, ἀλλά τό «ρυθμίζει» ἀφορᾶ στα πράγματα, ὄχι στήν ἔννοια, στή φύση, στήν ποιότητα τῆς ἔννοιας ἐλευθερία καί στήν ὑποκειμενική ἐκδοχή της!

Ὁπωσδήποτε, αὐτοί οἱ προβληματισμοί, ἡ συζήτηση κι ὁ τσακωμός γιά τέτοια ζητήματα γίνονται μέ τίς ἀνώτερες ποιότητες μές στήν Πολιτεία καί σ’ ἄλλους διαλόγους τοῦ Πλάτωνα, ὅπου ἐξετάζονται κ’ οἱ θέσεις ἄλλων φιλοσόφων, τοῦ Δημόκριτου, τοῦ Πρωταγόρα... Κ’ ἐκφράζονται μέν οἱ ἀπόψεις τους, πλήν ὅμως κακουργοῦνται κιόλας, ἐνίοτε ἀλλοιώνονται, γιά νά βγῇ πάντοτε «ἀπάνω» ὁ Σωκράτης κ’ οἱ πλατωνικές θέσεις - ὡστόσο κακουργοῦνται ὅσον ἀφορᾶ στη δύναμη τῶν ἐπιχειρημάτω ν τους, ὄχι ὅσον ἀφορᾶ στίς θέσεις πού ’χαν. Ὁ Πλάτων τίς θέσεις θέλει νά χτυπήσῃ, κ’ ἑπομένως εἶν’ ὑποχρεωμένος νά τίς δώσῃ πρῶτα...

Ὁ Πλάτων δέν ὑπῆρξε παρά τό κορύφωμα τῆς Σοφιστικῆς, ἡ δέ Σοφιστική δέν ὑπῆρξε παρά ἡ κριτική τοῦ λόγου. Δηλαδή: ἀφοῦ σκέφτήκαμε, βρήκαμε, ἐρευνήσαμε, εἴπαμε, ἀντείπαμε, συζητήσαμε, λοιπόν νά τά βάλουμε τώρα κάτω, νά κρίνουμε ὅλο αὐτό τ’ ὄργανο μέ τ’ ὁποῖο σκεφτήκαμε, συζητήσαμε καί διαφωνήσαμε. Αὐτό εἶν’ ἡ Σοφιστική. Κι ἀπορρέει ἄμεσα, ὅπως καταλαβαίνετε, ἀπ’ τήν ἀρχική διαλεκτική ἡρακλείτεια θέση.

Μετά ἀπ’ ὅλη τήν κριτική τοῦ Λόγου, ὁ Ἀριστοτέλης τά κάνει ὅλ’ αὐτά παιδεία ἐν κύκλῳ: τά συναρτᾶ, οὕτως ὥστε νά μπορῇς νά προσλάβῃς τό σύνολο τῆς ἀρχαιοελληνικῆς σκέψης κ’ Ἐπιστήμης, κ’ ἑπομένως νά μπορέςῃς νά τά διαβάςῃς καί νά μπῇς μές στά προβλήματα, δηλαδή ἀκριβῶς: νά μορφωθῇς! Ἔτσι γίνεται ὅλη ἡ συγκομιδή τῆς ἀρχαίας σκέψης παιδεία, ὄχι ἁπλῶς ἐλευθέρα σκέφις...

Ὁ Πλάτων ἦταν ὁ ἱκανώτερος σοφιστής, οὐ μήν ἀλλά κι ὁ μεγαλύτερος ἐπικριτής τους. Ἄλλωστε, ποιητής ὁ ἴδιος, ἐξορίζει τούς ποιητές ἀπ’ τήν ἰδανική πολιτεία του! Γιατί; Γιατί οἱ ποιητές δέν κάνουν γιά πολίτες! Σ’ ἕναν ποιητή ὑπάρχει τό στοιχεῖο τοῦ ἀπροσδιόριστου μέσα του, καί τοϋ ἀνυπότακτου. Οἱ πολιτεῖες βασίζονται στ’ ὅτι ὅλοι θέλουν μερικά βασικά πράγματα... θέλουν τή ζωή τους... ἐνῶ οἱ ποιητές εἶν’ ἱκανοί νά ποῦν ὅτι δέ θέλουν κἄν τή ζωή τους ἐξαιτίας αὐτοῦ πού κυνηγοῦν! Τί νά τούς κάνῃ αὐτούς ἡ πολιτεία; Γι’ αὐτό λέει πολύ σωστά: «Ἔξω οἱ ποιητές!» Δηλαδή; ἔξω κι ὁ Πλάτων!..

Κατά τοῦτο εἶναι τραγικός: φτάνει στήν ἄρνηση τοῦ ἑαυτοῦ του, ὑπέρ ἑνός κοινοῦ καλοῦ!..

Ὁ Πλάτων μετατόπισε τό ἐνδιαφέρον τῆς συνείδησης ἀπ’ τήν κοσμολογία - δηλαδή τά ἀφορῶντα στόν κόσμο, τί εἶν’ αὐτό πού μᾶς περιέχει - στό ἠθικολογικό. Σά νά λέῃ: «Δέ μᾶς ἐνδιαφέρουν αὐτά! Ἄς εἶναι ὅ,τι θέλῃ ὁ κόσμος! Ἄς εἶν’ αὐτοδημιούργητος! Ἄς εἶν’ ἄπειρος! Ὅ,τι κι ἄν εἶναι, ἐμεῖς ζοῦμε μέσα σ’ αὐτόν! Τό ζήτημα εἶναι, ἄρα, πῶς ζοῦμε! Τί κάνουμε μεταξύ μας!..»

Αὐτό θά πῇ ἠθικολογικό στό χῶρο τῆς φιλοσοφίας. Ἄλλο ἡ κοινή ἀντίληψη τῆς λέξης «ἠθικολογικό», στήν σημασία τῆς τρέχουσας ἡθικῆς. Ἔθος θά πῇ συνήθεια, ἐκεῖνο πού γίνεται συχνά, τ’ ὁποῖο γίνετ’ ἐντέλει κανόνα ς. Συνηθίζεις, καί μετά λειτουργεῖς αὐτόματα. μηχανικά. Ἔθος εἶν’ αὐτό. Ἑπομένως, καί κανόνας - ἄρα κ’ ἡθική: ἕνα σύνολο κανόνων πού ἐκφράζουν ἐκεῖνο πού κατέστη συνήθεια κοινή. Ἀλλ’ ὅ,τι εἶναι συνήθεια κοινή, δέν μπορεῖ νά γεννηθῇ ἐκτός κοινωνίας! Ἡ ἡθικη εἶν’ ἀποτέλεσμα τῆς ἐν κοινωνίᾳ ζωῆς. Ἄλλωστε, στήν Ἀθήνα τήν ἀνεπτυγμένη τοῦ αἰώνα ἐκείνου, τό μεγαλύτερο μέρος τῆς ζωῆς εἶν’ ἀστικό! Δέ μιλάει βέβαια μόνο γιά την ἀθηναϊκή κοινωνία ὁ Πλάτων... Δέν εῖν’ ἐθνικιστής! Κι ὁ Σωκράτης δέν πεθαίνει, γυρεύοντας πειθαρχία στήν ἀθηναϊκή πολιτεία, ἀλλα στήν Πολιτεία γενικῶς...

Μές στήν ὅποια κοινωνία, λοιπόν, ὅλα τά προβλήματα ἔχουν σχέση μέ τή συμπεριφορά τοῦ ἑνός πρός τόν ἄλλον. Τό ἐνδιαφέρον ἐντοπίζεται στήν «ἠθική»: τί εἶναι καλό, κακό, τίμιο, δίκαιο κ.λ. Ἀλλά δέν εἶναι μόνο τ’ ὅτι ἀποδίδει σ’ αὐτά πρώτιστη σημασία, ὅτι «ἡθικολογικοποιεῖ» τό στοχασμό, ἀλλά τοῦτο καθίσταται καί καθολικό πρίσμα θεώρησης τῶν πραγμάτων! Γιά τόν Πλάτωνα, ὅλα πρέπει νά κριθοῦν καί νά ἰδωθοῦν μές ἀπ’ αὐτό τό πρίσμα! Ὁπότε ἀρχίζει μιά γενική ἀναθεώρηση τοῦ συνόλου τῆς προηγούμενης ἑλληνικῆς σκέψης. Τά πάντα - ἀκόμα καί τά ὀντολογικά, καί τά κοσμολογικά! - θέλει νά τά δῇ τώρα καί νά τά ἐντάξῃ σ’ αὐτό τόν τρόπο θεώρησης.

Φυσικά, πρόκειται γιά ἕναν ὁλοκληρωτισμό στή σκέψη - μή σᾶς ξεφεύγῃ! Κάθε σύστηματισμός εἶν’ ὁλοκληρωτισμός κι ἀνελευθερία!.. Τήν εἶχε κι ὁ Πλάτων,.. γι’ αὐτό κ’ οἱ τόσες ἐκδοχές γιά τήν Πολιτεία του... Γι’ ἄλλους, ἡ πλατωνική Πολιτεία εἶν’ ἡ ἰδανική πολιτεία ἐλευθερίας, γι’ ἄλλους εἶναι μιά κομμουνιστική καί γι’ ἄλλους ὁλοκληρωτική πολιτεία...

—«Σιγά πού θά μοῦ βάλῃς ἐσύ νόμο σ’ ὅλα! Σώπα καλέ, πού θά ὑπάρχω ἐγώ πρωτίστως ὡς πολίτης! Δέ μέ παρατᾶς! Πολίτης εἶμαι γῶ τήν ὥρα πού ἀγαπάω τήν τάδε; Στά παλιά μας τά παπούτσια οἱ πολιτεῖες ὅλες ἐκείνη τή στιγμή! Ποιά πολιτεία - τί γυρεύει ἐδῶ; Ἔξω!» Εἶναι μία ἄποψη. Κ’ ἡ ἀντίστροφη εἶναι: - «Στά παλιά μου τά παπούτσια τί κάνεις ἐσύ μέ τήν ὁποιαδήποτε! Ἐγώ θέλω καλούς πολίτες, θέλω καλούς στρατιῶτες - θέλω νά ὑπάρχω ἔτσι συγκροτημένη! Δέ μέ νοιάζει ἄν ἐσύ τήν ἀγαπᾷς ἤ δέν τήν ἀγαπᾷς! Φέρε δῶ τά παιδιά σου στρατιῶτες! - γιά νά ὑπάρξουμ’ ἐμεῖς καί τό μέλλον μας...»

—«Σιγά, ρέ Πλάτωνα, πού θά μοῦ τά ὀργανώςῃς ὅλα! Δέν πά’ νάσαι μεγαλοφυής! - ἐγώ θά σού πῶ ὄχι!» - «Μά ὑπέγραψες συμβόλαιο!, λέει στόν Κρίτωνα. Ἐμεῖς οἱ Νόμοι σέ γεννήσαμε, σ' ἀναθρέφαμε...» —«Τόν κακό σου τόν καιρό! Δέ μέ γέννησαν οἱ νόμοι! Ὁ ἔρωτας τοῦ πατέρα μου καί τῆς μάνας μου μέ γέννησε! Καί σιγά μη μ’ ἔθρεψαν οἱ Νόμοι! Μέ τάισαν ψωμί κ’ ἐλιά, ἔτσι; Καί μετά μεγάλωσα!..» - «Μά δέχτηκες νᾶσαι μέσα δῶ!» - «Μπά; Δικό σου εἶναι τ’ ἀμπελοχώραφο; καί μένα μου ’πεφτε μόνο τό δικαίωμα νά δεχτῶ ἡ νά μή δεχτῶ; Ἐγώ για πρώτη φορά ζῶ στόν κόσμο! - καί σᾶς βρῆκα ἐσᾶς ἐδῶ! Ποιοί εἶστε σεῖς πού μέ περίστροφα μοῦ λέτε: ἤ συμφωνεῖς σ’ αὐτό τό «κοινωνικό συμβολαιο»[2] ἤ σ’ ἐκτελοῦμε; Ποιό «συμβόλαιο» ὑπέγραψα; Κι ἄν ὑπέγραψα συμβόλαιο - ἔστω! Ὑπέγραψα κάποτε πού ἔτσι νόμιζα! Τώρα ὅμως δέν νομίζω πιά ἔτσι! Ἀληθινά ἄλλαξα γνώμη! Θάμαι τώρα δοῦλος γι’αὐτό; Ἐπειδή ἄλλαξα γνώμη; Θά μέ κρατᾶς ἐσύ μ’ ἕνα χαλκά; Ποῦναι τό συμβόλαιο αὐτό; Τό σκίζω! Εἶμαι, ἤ δέν εἶμαι ἐλεύθερος; Δέ σέ βολεύει ἐσένα, ἔ; οὔτε τήν κοινωνία σου...»

Ἔφαγα μιάν ἀποβολή κάποτε, ἀπ’ αὐτα! Γιατ’εἶπα ὅτι διαφωνῶ μ’ ὅ,τι λέει ὁ Σωκράτης στόν Κρίτωνα! Διαφωνῶ μέ τοῦτο, μ’ ἐκεῖνο - καί μέ τήν ἰδέα τοῦ Νόμου! Τί θά πῃ νόμος; Κάτι πούναι τεθειμένο ἀπό μένα; Γιατί ἐγώ δέν ἀναγνωρίζω τίποτα πού δέν τό λέει ἡ συνείδησή μου! —«Βρέ ἀμάν! Μά τό λένε ὅλοί!» - «Δέν πά’ νά λένε!..»

Κι ἀκόμα χειρότερα: - «Τί εἴπατε; Νόμος τεθειμένος ἀπό μένα; Πού τόν ἔβαλα πότε; χτές; προχτές; Καί τώρα πού ἄλλαξα - τί θά γίνη τώρα; Ἐν ὀνόματι συνέπειας, λέει, δέν θ’ ἀλλάξῃς! Μ’ ἀφοῦ ἄλλαξα! Θά ζῶ μιά ψεύτικια ζωή. δηλαδή;»

Μά, θά πῆς, αὐτό μπορεῖ νά τό πῇ κι ὁ κάθε ἀπατέωνας! Ἀσφαλῶς! Ἀλλ’ ἐπειδή μπορεῖ νά τό πῇ ὁ κάθε ἀπατέωνας, ὁ καθένας πού τό λέει εἶναι ἀπατέωνας; Θά τό δοῦμε... Μπορεῖ νά τό λέῃ ἕνας τιμιώτατος ἄνθρωπος! Δέν εἶναι τόσο ἁπλᾶ τά πράγματα!..

Ἡ κριτική πού θά μποροῦσε ν’ ἀσκηθῇ στίς πλατωνικές θέσεις δέν εἶναι τυχαία... Καί βέβαια ἀσκεῖται - αὐτό εἶναι πρός τιμήν τοῦ Πλάτωνα - μέσα στό ἔργο του! Ἔρχετ’ ὁ Θρασύμαχος καί τά κάνει γυαλιά-καρφιά μέ τίς θέσεις του! Σάν κι αὐτά πούλεγα προηγουμένως! Κι ὁ Πλάτων τά παραθέτει! Τοῦτο χρωστιέται στήν πνευματική ποιότητά του! Ὁ Πλάτων δέ λέει ὅ,τι θέλει, κι ὅ,τι τόν συμφέρει μονάχα. Δέ χώνει τή μύτη στήν ἄμμο, ὅπως κάνουν σήμερα. Εἶναι μιά τίμια σκέψη - δέ λέω ὅτ’ εἶναι θεός! Ἐντάξει, ἔχει κι αὐτός τίς προτιμήσεις του: τόν ἕναν συμπαθεῖ περσότερο, τόν ἄλλον λιγώτερο, κι ἄρα δέ δίνει αὐτουνοῦ τίς ἀπόψεις σέ μεγάλη ἔκταση, ναί! - , ἀλλ’ εἶναι μιά τίμια συνείδηση, κ’ ἔτσι διδάσκει, ἀκριβῶς, ἐλευθερία! Γιατί ὅταν σέβομαι στό χῶρο τῆς σκέψης τήν ἄποψη τοῦ ἄλλου, αὐτό εἶναι ἐλευθερία!

Τώρα, ἡ ἰδέα τῆς ἐλευθερίας - γιά νά σᾶς μπάσω λίγο στή φύση τοῦ πλατωνικοῦ ἔργου -, σάν ἰδέα, εἶναι ἀπόλυτη μέσα μας. Ὁ καθένας σας θέλει ὅλη τήν ἐλευθερία - χωρίς κανένα κλάδεμα! Σά νά ὑπάρχῃ, δηλαδή, αὐτό πού ὅλοί θέλουμε κάπου ἀπόλυτο, σ’ ἕνα χῶρο ἀπρόσιτο... Κάθε πραγμάτωση ἐλευθερίας στόν κόσμο ἐμπνέεται, ὑποτίθεται, ἀπ’ τήν ἀπόλυτη ἐκείνη Ἰδέα... (Τό ἴδιο καί μέ πλεῖστες ἄλλες.)

Οἱ ἰδέες εἶν’ ἀπόλυτες, ἀλλ’ ὁ κόσμος ἔχει τριβές, ἐμπόδια! Δέν μπορεῖ καμμιά νά πραγματωθῇ ἐντελῶς! Ὡς ροπή, ὡς τάση μέσα μας ἤ ἐκεῖ πάνω, ναί! Ἄλλ’ ὡς πραγμάτωση, ὄχι! Τό ποσοστό πραγμάτωσης τῆς ἐλευθερίας μου εἶναι μία σχετικοποίηση μιᾶς ἀπόλυτης ροπῆς ἤ μίας καθαρῆς ἰδέας.

Βέβαια τό σχῆμα εἰν’ εὐφυές - πλήν ὅμως δέν ὑπάρχει κανένας «χῶρος» πού νά πᾶμε καί νά βροῦμε τίς Ἰδέες, παρά μονάχα μέ τή φαντασία μας! Τοῦτο ἀκριβῶς εἶν’ ὁ ἰδεαλισμός! Ὅτι, δηλαδή, οἱ Ἰδέες διέπουν τόν κόσμο. Κ’ ἡ ἀντίστροφη ἄποψη: ὅτι δέν προϋπάρχουν οἱ Ἰδέες, δέν διέπουν τόν κόσμο - παράγονται ἀπ’ αὐτόν. Ὁ ὑλισμος!

Αὐτή εἶναι λοιπόν, βασικῶς, ἡ πλατωνική ἀντίληψη: ὁ κόσμος ὁ πραγματικός ἀπορρέει ἀπ’ τόν κόσμο τῶν Ἰδεῶν. Κατά τοῦτο ὁ Πλάτων εἶναι σύμφωνος καί μέ τό θεϊστικό ἰδεαλισμό. Δέ λέει μέν ὅτι ἕνας εἶν’ ὁ θεός κι’αὐτός ἔφτειαξε τόν κόσμο· λέει ὅτι ὑπάρχει τό ἀρχικό Ἕν τ’ ὁποῖο παράγει ἐδῶ τά πολλά πού ζοῦμε... Τό ἴδιο ὁμως λέει! Ἰδεαλισμός καί θεϊσμός ταυτίζονται... Ἰδεαλιστικά εἶναι καί τά θρησκευτικά συστήματα, ἄρα καί τό πλατωνικό ἰδεαλιστικό σύστημα εἶδος θρησκείας ἀποτελεῖ, εἶδος πίστης!.. Γι’ αὐτό κάποιοι σάν τό Θρασύμαχο τοῦ ἀντιτείνουν: «Κ’ ἐσύ πιστός εἶσαι, Πλάτωνα! Θρησκεία κηρύττεις! Μόνο πού δέ μιλᾶς γιά θεούς - μιλᾶς γιά Ἰδέες! Μοῦ τή στήνεις πάλι! Βάζεις κάτι ψηλά, καί λές ὅτι ὀφείλω νά πειθαρχῶ! Ἔ, δέ θέλω νά πειθαρχῶ! Θέλω νάμαι ἡ φύση μου! Ἐγώ παρήγαγα τίς ἰδέες, Πλάτωνα! Κ’ ἐσύ παρήγαγες τίς ἰδέες πού λές ὅτι σέ διέπουν! Τά πράγματα εἶν’ ἀνάποδα!», λέει ὁ ἀντίπαλος. Ὁ Πλάτων ὅμως τό φιλοξενεῖ κι αὐτό στό ἔργο του! Πολύ λίγα πνεύματα στόν κόσμο εἶχαν αὐτή τή δύναμη ἀντικειμενικότητας, αὐτή τήν ἱκανότητα νά δώσουν την ἄλλη θέση, ὄχι μόνον σωστά, ἀλλά καί συναπαστικά!

Καί στό τέλος, ὅταν, ἄς ποῦμε, θολώνῃ κι ὁ Πλάτων.. - γιατί ὅταν μπορῇς νά τά βλέπῃ ὅλα, ἀπ’ ὅλες τίς πλευρές, φτάνει καί μιά στιγμή πού λές: εἶμαι βέβαιος γιά τό δικό μου; Ἐκείνη τή στιγμή, δέν ὑπάρχει καμμιά παρηγοριά! Δέ σοῦ μένει παρά να πιστέψῃς σέ κάτι - ἤ να φανταστῇς κάτι. Νά κάνῃς Τέχνη, δηλαδή... Γι’αὐτό ξαφνικά στούς πλατωνικούς διαλόγους, καί δή στούς μεγάλους, ὅταν φτάνἡ ἡ στιγμή τοῦ θολώματος.. - θά πρέπει νά τήν ξέρετε αὐτή τή στιγμή, ὅσοί σκέφτεστε: σκέφτεστε αὐτό, σκέφτεστε τ’ ἀνάποδο καί κάποιοι στιγμή δέν ξέρεις τί γίνεται!.. Ἐκεῖ εἶσαι τελείως ἐγκαταλελειμμένος, σάν στό κέντρο ἑνός ὠκεανοῦ... Τί εὐτυχία, ἐκεῖ, θάταν νά μποροῦσες νά πιστέψῃς - νά μποροῦσες νά πῇς: ἐν σοφίᾳ ἐποίησας!...

Ἄν δέ μπορῇς; Θά πᾶς νά φτειάχνῃς φαντασίες. μερικές τους πολύ ὡραῖες, θά συγκινοῦν κι ἄλλους..- δηλαδή, τί κάνει ἡ Τέχνη; Πετυχαίνει ὅ,τι κάνουν κ’ οἱ θρησκεῖες! Μόνο πού δέν τό κάνει μέ μιά πίστη. Γιατί στό ἔργο τέχνης ποτέ κανείς δέν ξεχνᾶ ὅτι αὐτό εἶναι φαντασία, ὄχι ἀλήθεια. Ἐνῶ στό χῶρο τῆς πίστης, ἡ πίστη ἀξιώνει πώς εἶναι ἡ μόνη ἀλήθεια!..

Ὁ Ντοστογέβσκι λέει πώς θά μᾶς διηγηθῇ τά πράγματα πούγιναν στή μικρή μας πόλη. Ποιά πράγματα, σέ ποιά πόλη; Σέ καμμιά πόλη δέν ἔγιναν ὅλ’ αὐτά. Ναί, ἀλλά δέν ἰσχυρίζεται ὅτι ἔγιναν πραγματικά. Ἰσχυρίζεται πώς εἶν’ ἀληθινά! Προσέξτε τή διαφορά... Δηλαδή, ὅτι κάτω ἀπ’ ὅλα τά πραγματικά, εἶναι τό ἀληθινό... Τά «πραγματικά» μπορεῖ κάποτε νά μή δίνουν το ἀληθινό... Τί λέει ὁμως ἡ θρησκεία; Ὅτι ὁ θεός εἶναι πραγματικός στόν οὐρανό, ἤ δέν ξέρω ποῦ! Καί τί λέει ὁ ἄπιστος; Ὅτι ἐκεῖνο πού ὀνομάζεις ἐσύ θεό, πάει νά ἔκφραση κάτι «ἀληθινό», ἀλλά, δυστυχῶς, δέν μπορῶ νά πιστέψω πώς εἶναι καί πραγματικό. Περί αὐτοῦ πρόκειται! Ὑπάρχει τό ἀληθινό, ἀλλ’ ἐγώ δέν τό πιστεύω γιά πραγματικό. Τό ἀληθινό εἶναι ἴδιο γιά ὅλους ὅσοι σκέφτονται. Ἄλλοι ὅμως ἔχουν τή δύναμη - ἤ τήν ἀδυναμία, λέω γώ - νά πιστεύουν, κι ἄλλοι ὄχι... Δέν μποροῦν νά νοιώθουν φυλαγμένοι μές σέ μιά χούφτα... Εἶν’ ὑποχρεωμένοι νά παλεύουν καί νά ξέρουν ὅτι εἶναι πάντα ξεκρέμαστοι στό χάος...

Γράφει ὁ Μίλτων στόν Ἀπολεσθέντα παράδεισο τί λέει ὁ πρῶτος ἄγγελος πούπεσε - ὁ Ἄρχων τοῦ Σκότους, ὁ Ἐωσφόρος - στά τάγματα τῶν διαβόλων. Λέει ὅτι ἔκανε ἕνα λάθος αὐτός ἀπό ψηλά ὅπως μᾶς ἔριξε στά Τάρταρα· ἔκανε τό λάθος ν’ ἀφήςῃ νά φτειαχτῇ μές σέ τοῦτο τό χάος ὅλο φωτιά, μία ἐσχάρα πυρός, κ’ ἐμεῖς προλάβαμε νά πατήσουμε κεῖ, σταθήκαμε, κ’ ἐδῶ λοιπόν ἱδρύουμε τό κράτος ἐναντίον τοῦ θεοῦ! Λόγος ἀπερίγραπτος! Ποιητής μεγάλος ὁ Μίλτων! Εἶναι τυφλός δε, ὅταν τό γράφῃ... Γενικός γραμματέας τοῦ Κρόμβελ! Καί τί εἶν’ ὁ Κρόμβελ; Εἶν’ ἡ Ἀγγλία πού ἀρνιέται νά ὑποταχτῇ στόν Καθολικισμό! Τό κράτος πού θέλει νά ἱδρύσῃ ὁ Κρόμβελ εἶν’ ἡ ἀνατροπή τοῦ Καθολικισμοῦ! Γι’ αὐτό κι ὅταν ὁ Μίλτων περιγράφῃ τή χώρα ἐκείνη, τοῦ Ἑωσφόρου, νομίζεις ὅτι περιγράφει τήν Ἀγγλία!

Γι’ αὐτό εἶναι σπουδαῖο πρᾶγμα τά μεγάλα κείμενα!..

Τά μεγάλα κείμενα δέν εἶναι λόγια!.
------------------------------------
[1] Τοῦ Ἐπιμενίδη

[2] [Ὑπόκειται κριτική καί στόν Ρουσσῶ, βέβαια...]