Παρασκευή, 6 Ιουλίου 2018

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Ἑπτὰ ἐπὶ Θήβας (961-1004)

ΗΜΙΧΟΡΙΟΝ Α’
παιθεὶς ἔπαισας.

ΗΜΙΧΟΡΙΟΝ Β’
σὺ δ᾽ ἔθανες κατακτανών.
― δορὶ δ᾽ ἔκανες. ― δορὶ δ᾽ ἔθανες.
― μελεοπόνος ― μελεοπαθής
― ἴτω γόος, ― ἴτω δάκρυ,)
965 ― πρόκεισαι, ― κατακτάς.

― ἠέ. ― ἠέ. [στρ. α]
― μαίνεται γόοισι φρήν.
― ἐντὸς δὲ καρδία στένει.
― ἰωιὼ πανδάκρυτε σύ.
970 ― σὺ δ᾽ αὖτε καὶ πανάθλιε.
― πρὸς φίλου ἔφθισο. ― καὶ φίλον ἔκτανες.
― διπλόα λέγειν. ― διπλόα δ᾽ ὁρᾶν.
― † ἀχέων τοίων τάδ᾽ ἐγγύθεν.
― πέλας δ᾽ αἵδ᾽ ἀδελφαὶ ἀδελφεῶν. †

975 ΧΟ. ἰὼ Μοῖρα βαρυδότειρα μογερά,
πότνιά τ᾽ Οἰδίπου σκιά·
μέλαιν᾽ Ἐρινύς, ἦ μεγασθενής τις εἶ.

― ἠέ. ― ἠέ. [ἀντ. α]
― δυσθέατα πήματα—
― ἐδείξατ᾽ ἐκ φυγᾶς ἐμοί.
980. οὐδ᾽ ἵκεθ᾽ ὡς κατέκτανεν.
―σωθεὶς δὲ πνεῦμ᾽ ἀπώλεσεν.
― ὤλεσε δῆθ᾽ ‹ὅδε› ― καὶ τὸν ἐνόσφισεν.
― ὀλοὰ λέγειν. ― ὀλοὰ δ᾽ ὁρᾶν.
― † δύστονα κήδε᾽ ὁμώνυμα.
985 ― δίυγρα τριπάλτων πημάτων. †

ΧΟ. ἰὼ Μοῖρα βαρυδότειρα μογερά,
πότνιά τ᾽ Οἰδίπου σκιά·
μέλαιν᾽ Ἐρινύς, ἦ μεγασθενής τις εἶ.

― σὺ τοί νιν οἶσθα διαπερῶν,
990 ― σὺ δ᾽ οὐδὲν ὕστερος μαθών,
― ἐπεὶ κατῆλθες ἐς πόλιν,
―δορός γε τῷδ᾽ ἀντηρέτας.
― τάλαν γένος, ― τάλανα παθόν.
― ἰὼ πόνος, ― ἰὼ κακά,
995 ― δώμασι, ― καὶ χθονί,
― πρὸ πάντων δ᾽ ἐμοί.
― καὶ τὸ πρόσω γ᾽ ἐμοί.
― ἰὼ ἰώ, δυστόνων κακῶν ἄναξ,
Ἐτεόκλεις ἀρχαγέτα
1000 ― ἰώ, πάντων πολυπονωτάτω.
― ἰώ, δαιμονῶντ᾽ ἐν ἄτᾳ.
― ἰώ, ποῦ σφε θήσομεν χθονός;
― ἰώ, ὅπου τιμιώτατον.
― ἰὼ ἰώ, πῆμα πατρὶ πάρευνον.

***
ΗΜΙΧΟΡΙΟ Α’
Πληγήν έδωσες, πληγήν έλαβες.

ΗΜΙΧΟΡΙΟ Β’
Τονέ σκότωσες και σκοτώθηκες.
Α’ ― Με κοντάρι τον σκότωσες.
Β’ ― Με κοντάρι σκοτώθηκες.
Α’ ― Ω κακόπραγος.
Β’ ― Ω κακόπαθος.
Α’ ― Χυθείτε θρήνοι μου.
Β’ ― Χυθείτε δάκρυά μου.
Α’ ― Νεκρός κείτεσαι.
Β’ ― Αφού σκότωσες.

Α’ ― Οϊμένα μου!
Β’ ― Οϊμένα μου!
Α’ ― Σαλεύει ο νους μου απ᾽ το κακό
Β’ ― Βαθειά από την καρδιά βογγώ.
Α’ ― Ω πολυθρήνητέ μου, εσύ.
970 Β’ ― Πάλι τρισάμοιρε και συ.
Α’ ― Σκοτώθηκες από δικό.
Β’ ― Και πάλι σκότωσες δικό.
Α’ ― Διπλά να πεις.
Β’ ― Διπλά να δεις.
Α’ ― Διπλές που στέκουν συμφορές
Β’ ― Αδερφικές τις αδερφές.

Α’ ― Β’ ― Ω μοίρα μεγαλόδωρη πόνων πικρών
και σεβαστή του Οιδίποδα σκιά
τρανή σου, αλήθεια, η δύναμη,
μαύρη Ερινύα.

Α’ ― Οϊμένα μου!
Β’ ― Οϊμένα μου!
Α’ ― Συμφορές κακοθώρητες
Β’ ― Ήρθε πίσω και μου ᾽φερε.
980 Α’ ― Μα δεν ήρθε, κι αν σκότωσε
Β’ ― Τη ζωή μόνο πὄχασε.
Α’ ― Την έχασεν αλήθεια αυτός
Β’ ― Και τηνέ στέρησε κι αυτού
Α’ ― Αλί, βαριόμοιρη γενιά
Β’ ― Αλί, τρισάθλια συμφορά
Α’ ― Δίπονα πάθη αδερφικά
Β’ ― Φριχτά που επλάκωσαν κακά.

Α’ ― Β’ ― Ω μοίρα μεγαλόδωρη πόνων πικρών
και σεβαστή του Οιδίποδα σκιά
τρανή σου, αλήθεια, η δύναμη.
μαύρη Ερινύα.

Α’ ― Δοκίμασες κι έχεις να πεις.
990 Β’ ― Πίσω δεν έμεινες και συ.
Α’ ― Αφού στην πόλη γύρισες
Β’ ― Του κονταριού του αντίμαχος.
Α’ ― Φριχτά να δεις.
Β’ ― Φριχτά να πεις.
Α’ ― Οϊμέ κακά.
Β’ ― Οϊμέ δεινά.
Α’ ― Στα σπίτια και στη χώρα μας
Β’ ― Κι ακόμε πιότερο σε με.
Α’ ― Αλί κι αλί σου, βασιλιά, στις συμφορές.
1000 Β’ ― Αλί και συ, πολύκλαυτε χίλιες φορές.
Α’ ― Οϊμέ, που ετυφλωθήκατε
απ᾽ των θεών τη βλάβη.
Β’ ― Οϊμένα τα κορμάκια σας
ποιός τόπος γης θα λάβει.
Α’ ― Σε ποιό θενα τα θάψομε
χώμα πιο τιμημένο;
Β’ ― Ω μνήμα, στου πατέρα σας
το πλάι ετοιμασμένο!

Να λάμπεις δια της απουσίας σου

Να λάμπεις δια της απουσίας σου από όλα όσα σε μειώνουν και σε φθείρουν. Να ξεμακραίνεις από ότι σε αλλοιώνει και σε καταστρέφει ως προσωπικότητα.

Να φεύγεις εκπέμποντας σεβασμό και εκτίμηση από κάθε ανθρώπινή σου σχέση. Να απομακρύνεσαι με την αξιοπρέπεια και τον αυτοσεβασμό που σε χαρακτηρίζει. Να στιγματίζεις κάθε φυγή σου με το ήθος και τις αρχές που σε διακρίνουν.

Να απομακρύνεσαι από ό,τι υποτιμά τη νοημοσύνη σου. Από εκεί που μειώνεται η προσωπικότητά σου. Από ό,τι καταδυναστεύει και προσβάλλει την ανθρώπινη υπόστασή σου. Να μην αφήνεις την ύπαρξή σου να γίνεται έρμαιο ανάρμοστης συμπεριφοράς. Μην επιτρέπεις στην οντότητά σου να γίνεται βορά στις τοξικές και νοσηρές προθέσεις κάθε άγριου θηρίου, που χρίζεται άνθρωπος. Να αποβάλλεις τις αμφιβολίες και τις ανασφάλειες που σου προκαλούν και να αναχωρείς για γαλήνια λιμάνια.

Να αποφεύγεις τα ανταριασμένα πέλαγα και τους άπατους βυθούς τους, που θέτουν σε κίνδυνο την σωματική και πνευματική σου ακεραιότητα. Και να κινάς πάντα για τις ασφαλείς θάλασσες της ψυχικής σου ηρεμίας.

Μην αφήνεις χώρο στη ζωή σου για ότι δε σε αντιπροσωπεύει σαν άνθρωπο και δεν σε εκφράζει σαν χαρακτήρα. Να διαγράφεις τις μικροαστικές συμπεριφορές στο πρώτο σημάδι τους. Τις θρασύδειλες πράξεις στα πρώιμα στάδια τους. Και να αποβάλλεις από τον περίγυρό σου κάθε στίγμα εκμετάλλευσης και φθόνου. Να κυνηγάς εκείνα που είναι φτιαγμένα από το δικό σου κράμα. Και να πηγαίνεις πάντα εκεί που αντανακλά η λάμψη της ψυχής σου.

Να μάθεις να μη ζητιανεύεις ποτέ χώρο και χρόνο από εκείνους που αδιαφορούν για την ύπαρξή σου. Να μην επιζητάς αναγνώριση από τους ανάξιους και επικρότηση τους ανίκανους. Να μην γυρεύεις επίμονα σημασία από εκείνους που κωφαίνουν στην φωνή σου. Να μην αγνοείς τα θέλω σου και να μην αφήνεις τις δικές σου επιθυμίες να γίνονται οδόστρωμα για να περάσουν οι στόχοι και οι φιλοδοξίες των άλλων.

Να υψώνεις τον αυτοσεβασμό σου πάνω από τούτο τον κόσμο. Την αυτοεκτίμηση σου πάνω από τα συμφέροντα και την ιδιοτέλεια του. Και να λάμπεις δια της απουσίας σου από ότι σε φθείρει και σε μειώνει.

Εραστής ή σύζυγος; Επιλέγοντας συντρόφους

Κάθε σχέση φέρει ποιότητες. Ένας άντρας και μια γυναίκα(1), όταν έρχονται σε επαφή, αναπτύσσουν σιγά σιγά τον κώδικα επικοινωνίας με τον οποίο θέλουν να ταξιδέψουν ως ζευγάρι. Ο ένας σιγά σιγά ενσωματώνεται μέσα στον άλλο, προσπαθώντας να δημιουργήσει έτσι ένα "όλο", μια μονάδα η οποία θα εξαλείψει με το πέρας του χρόνου το φόβο και τη μελαγχολία που φέρει η μοναξιά.

Δεν υπάρχει πια "εγώ", αλλά "εμείς". Βέβαια, είναι σίγουρο πως ένας άνθρωπος εξοικειωμένος με τη μοναχικότητά του δε θα μεταπηδούσε τόσο εύκολα και με τόσο μεγάλη αφέλεια σε αυτή τη "σύζευξη". Θα προφύλασσε τη μοναδικότητα του και αντί να ενσωματωθεί με το "όλο" θα αποτελούσε μια από τις δυο κολώνες της σχέσης - και ο σύντροφος του την άλλη. Η δομή αυτή σίγουρα θα ήταν πιο σταθερή από το "όλο", το οποίο κινδυνεύει να σκιστεί και να ρημαχτεί με κάθε αντιπαράθεση και δυστροπία στο ζευγάρι.

Οι τύποι των συντρόφων που επιλέγουμε:

Προχωρώντας, λοιπόν, και υποθέτοντας πως κάποιος τολμά να αντικρύσει τη μοναξιά του και να προχωρήσει στην πραγματοποίηση μιας ερωτικής σχέσης από επιλογή, και όχι από ανάγκη ή κοινωνική υποχρέωση, καλούμαστε να κατανοήσουμε πως υπάρχουν τύποι συντρόφων. Εδώ, η έννοια του "τύπου" δε χρησιμοποιείται πεζά, σίγουρα δεν μπορούμε να χωρέσουμε όλο τον ανθρώπινο πληθυσμό μέσα σε δυο ή τρία χαζά κουτάκια. Σε αυτό το άρθρο, θα γίνει αναφορά επιλεκτικά σε δυο γενικευμένους τύπους συντρόφων: τους εραστές και τους συζύγους. Αυτό δε σημαίνει πως δεν υπάρχουν άλλοι τύποι συντρόφων εκεί έξω ή ότι ο καθένας χωράει σε κάποια κατηγορία. Ο όρος "τύπος" χρησιμοποιείται συμβολικά για ευκολία και δεν αποτελεί κανόνα ή πράξη κατηγοριοποίησης. Επίσης, οι 2 τύποι αναφέρονται και στα δυο φύλα.

Χαρακτηριστικά του εραστή:

Ένας άντρας ή μια γυναίκα που ανήκει στην κατηγορία του εραστή, δραστηριοποιείται έντονα στη σεξουαλική επαφή, τα εκκεντρικά ραντεβού, το παιχνίδι, το φλερτ, τα ταξίδια και γενικώς την καλοπέραση. Οι συναισθηματικές εκφράσεις είναι πιο επιφανειακές, αλλά εξαιρετικά έντονες, και χαρακτηρίζονται από πάθος. Συχνά, σε μια σχέση με έναν εραστή υπάρχει μόνιμα ένα αίσθημα ανολοκλήρωσης, σαν ο άλλος να μην μπορεί να μας καταλάβει απόλυτα, η συνεννόηση πάσχει ή υπάρχει μια έντονη αίσθηση ανασφάλειας - σαν να μην μπορούμε να βασιστούμε στον άλλο ή να καταλάβουμε πως σκέφτεται.

Χαρακτηριστικά του/της συζύγου:

Ένας άντρας ή μια γυναίκα που ανήκει στην κατηγορία του συζύγου, προβάλλει έντονα στοιχεία, όπως: συναισθηματική υποστήριξη, ικανότητα ανάληψης ευθυνών και διεκπεραίωσης καθημερινών καθηκόντων, υπομονή, σκέψη ως προς τις ανάγκες του άλλου, ικανότητα λήψης αποφάσεων και συζήτησης με τον σύντροφο κ.ά. Οι συναισθηματικές εκδηλώσεις, συνήθως, ηχούν πιο βαθιά και μοιάζουν να έχουν περισσότερο νόημα. Υπάρχει μια αίσθηση ότι ο άλλος μας καταλαβαίνει και ότι μπορούμε να τον εμπιστευθούμε ως συνταξιδιώτη.

Τώρα, υπάρχει μια λανθασμένη πεποίθηση πως κάποιος που ανήκει στην κατηγορία του εραστή απλώς χρειάζεται να "ωριμάσει" ή "να μεγαλώσει", ώστε να αντιληφθεί κάποια θέματα πιο βαθιά και έτσι να αποκτήσει ποιότητες συζύγου. Αυτό, όμως, σπάνια συμβαίνει. Στους εραστές λείπουν πολλά βασικά στοιχεία που τους μπλοκάρουν από το να μπορέσουν να κατανοήσουν και να ασχοληθούν με κάτι πέρα από τους εαυτούς τους, για να προχωρήσουν σε βαθύτερες σχέσεις. Γι’ αυτό και πολλοί εραστές έχουν ναρκισσιστικές τάσεις, διατηρώντας το βλέμμα τους πάντα στον εαυτό τους, γοητεύοντας έτσι και τον σύντροφό τους που τους θεωρεί τρανούς και σπουδαίους. Ένας σύζυγος, όμως, επίσης μειονεκτεί στη δημιουργικότητα και τη σεξουαλική δραστηριότητα που θα είχε ένας εραστής.

Καμία από τις δυο κατηγορίες δεν είναι καλή ή κακή, λάθος ή σωστή. Αυτούς τους χαρακτηρισμούς τους δίνουμε εμείς, κάνοντας λάθος επιλογές. Για παράδειγμα, μια γυναίκα(2) που αναζητά σύντροφο για τη δημιουργία οικογένειας, μπορεί να γοητευθεί από έναν εραστή σκεπτόμενη πως στην πορεία εκείνος θα ωριμάσει και θα χωρέσει στο μοντέλο του πατέρα. Η απογοήτευση της, αργότερα, γι’ αυτή την λάθος της επιλογή θα την κάνει να αποκτήσει αποστροφή γι’ αυτόν τον τύπο άντρα - όμως λανθασμένα. Αν ήταν συνειδητή στην επιλογή της, θα διάλεγε έναν καταλληλότερο σύντροφο. Με το ίδιο σκεπτικό, μια γυναίκα που ψάχνει να γιορτάσει την σεξουαλικότητα της και να δημιουργήσει εμπειρίες, θα νιώσει άκρως απογοητευμένη στα χέρια ενός συζύγου. Ο δεσμός θα της φανεί βαρετός και ο σύντροφός της ελλιπής και τραγικά σταθερός - προβλέψιμος.
-------------------
1. Η αναφορά δεν περιορίζεται μόνο σε ετεροφυλόφιλα ζευγάρια ή στα δυο φύλα.
2. Όπου "γυναίκα" = "άντρας" και αντίστροφα.

Αμφιφυλοφιλία- Υφίσταται ως σεξουαλικός προσανατολισμός;

Τελικά, πόσο υφίσταται η αμφιφυλοφιλία στους ανθρώπους; Υπάρχει στα αλήθεια ως ένας ξεχωριστός σεξουαλικός προσανατολισμός ή απλώς είναι μία δίοδος, ώστε κάποιος να μην αισθάνεται εντελώς διαφορετικός από τη σεξουαλική νόρμα της πλειοψηφίας;

Ο ορισμός της αμφιφυλοφιλίας

Η λέξη αμφιφυλοφιλία χρησιμοποιείται για να περιγράψει την κατάσταση του ατόμου το οποίο έλκεται συναισθηματικά και σεξουαλικά από άτομα και των δύο φύλων. Ως σεξουαλικός προσανατολισμός, η αμφιφυλοφιλία είναι ένας από τους τρεις κύριους, με τους άλλους δύο να είναι η ομοφυλοφιλία και η ετεροφυλία. Ως παγκόσμιος όρος, χρησιμοποιείται η λέξη bisexuality και τα άτομα που ανήκουν σε αυτό το σεξουαλικό προσανατολισμό χαρακτηρίζονται ως bisexuals ή bi.

Η αμφιφυλοφιλία ως σεξουαλικός προσανατολισμός είχε απορριφθεί πολλές φορές από το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας, καθώς οι περισσότεροι άνθρωποι έλκονται συναισθηματικά από ένα φύλο, είτε το έτερο, είτε το δικό τους, και αυτό γεννά αμφιβολίες για το πόσο κάποιος μπορεί να αισθάνεται ισότιμη έλξη και για τα δύο φύλα. Η επιστημονική, ωστόσο, έρευνα έχει καταδείξει πως είναι ένας ξεχωριστός και αυτόνομος σεξουαλικός προσανατολισμός και τον περιγράφει ως ένα "συνεχές συναισθηματικό μοτίβο που περιλαμβάνει την αδιάλειπτη σεξουαλική έλξη και δραστηριότητα με άτομα του ίδιου και διαφορετικού φύλου".

Οι κατηγορίες που επιρρίπτονται στα αμφιφυλόφιλα άτομα

Όπως κάθε σεξουαλικός προσανατολισμός που διαφέρει από τη σεξουαλική νόρμα της πλειοψηφίας και αποκλίνει από αυτό που θεωρείται ‘’φυσιολογικό’’, έτσι και η αμφιφυλοφιλία δε θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση και να μην έχει δεχτεί διάφορες κατηγορίες κατά καιρούς.

Μια από τις κυριότερες κατηγορίες αμφισβητεί ακόμα και την ύπαρξή της, θεωρώντας πως αφορά ανθρώπους που είναι καθαρά ομοφυλόφιλοι, επιθυμώντας, βέβαια, να μην αντιμετωπίσουν την έντονη ομοφοβία της κοινωνίας. Έτσι, καταφεύγουν σε αυτή ώστε να μη δεχτούν έντονη κατάκριση, αφού θα δείχνουν στους άλλους πως νιώθουν σεξουαλικά συναισθήματα και για το αντίθετο απόαυτούς φύλο. Η έντονη αρνητική στάση απέναντι στο  συγκεκριμένο σεξουαλικό προσανατολισμό, ονομάζεται biphobia (αμφιφυλοφοβία).  

Η αλήθεια είναι πως αυτό δεν υφίσταται πάντοτε, παρά το γεγονός πως υπάρχουν άτομα που καταφεύγουν σε αυτή, προκειμένου να "ελαφρύνουν’’ το κλίμα και να αποφύγουν τις έντονες ομοφοβικές αντιδράσεις. Άτομα που είναι αμφιφυλόφιλα στ' αλήθεια, δηλώνουν πως αυτό που τους έλκει πραγματικά είναι η προσωπικότητα του συντρόφου και όχι τόσο το φύλο στο οποίο μπορεί να ανήκει. Κατά διαστήματα, εκφράζουν ερωτικό ενδιαφέρον και για άτομα των δύο φύλων, επειδή πραγματικά αισθάνονται έλξη και όχι για να ελαφρύνουν τους ίδιους από τον ετεροσεξισμό της κοινωνικής καταπίεσης.

Μία ακόμα κατηγορία που δέχονται τα bisexual άτομα είναι πως έχουν ασταθείς σχέσεις, επιθυμούν να αλλάζουν ερωτικούς συντρόφους σε τακτά χρονικά διαστήματα και είναι σεξουαλικά "αχόρταγοι". Οι bisexuals, παρόλα αυτά, δεν αποδέχονται αυτές τις κατηγορίες, υποστηρίζοντας πως μπορούν και επιθυμούν να δένονται το ίδιο συναισθηματικά, εκτός από σωματικά, με τους συντρόφους τους, απλά πολλές φορές επιθυμούν να αποκτήσουν και άλλες πιο ανάλαφρες εμπειρίες, όπως άνθρωποι όλων των σεξουαλικών προσανατολισμών.

Η καταπολέμηση των στερεοτύπων συνδράμει στην έρευνα για τη σεξουαλικότητα 

Η άρση των διακρίσεων που αφορά ανθρώπους με διαφορετικό σεξουαλικό προσανατολισμό από τη νόρμα της πλειοψηφίας, βοηθάει στο να διευρυνθεί η έρευνα σχετικά με την ανθρώπινη και πολυδιάστατη ανθρώπινη σεξουαλικότητα, η οποία έχει διάφορους τρόπους έκφρασης.

Ίσως ο πολιτισμός του 21ου αιώνα να αφήσει περιθώριο στο να υπάρχουν πολλοί τρόποι έκφρασης της σεξουαλικότητας, δίνοντας περισσότερη έμφαση στην ποιότητα του εκάστοτε συντρόφου, παρά στο φύλο στο οποίο ανήκει. Αυτή είναι και η απαραίτητη κόλλα που ενώνει δύο ανθρώπους αληθινά και ουσιαστικά.

Ο φόβος της γνώσης

Από τη δική μας οπτική γωνία, η μεγαλύτερη ανακάλυψη του Freud είναι ότι η μεγάλη αιτία πολλών ψυχολογικών ασθενειών είναι ο φόβος να γνωρίσει κανείς τον εαυτό του, τα συναισθήματα, τις παρορμήσεις, τις αναμνήσεις, τις ικανότητες, τις δυνατότητες, το πεπρωμένο του....
 
Γενικά, αυτού του είδους ο φόβος είναι αμυντικός, με την έννοια ότι είναι μια προστασία της αυτοεκτίμησης μας, της αγάπης και του σεβασμού που τρέφουμε για τον εαυτό μας. 
 
Τείνουμε να φοβόμαστε οποιαδήποτε γνώση θα μπορούσε να μας κάνει να απεχθανόμαστε τον εαυτό μας ή να μας κάνει να νιώθουμε κατώτεροι, αδύναμοι, ανάξιοι, κακοί, επονείδιστοι.
 
Προστατεύουμε τον εαυτό μας και την ιδανική εικόνα του εαυτού μας με την απώθηση και παρόμοιους αμυντικούς μηχανισμούς, οι οποίοι είναι κυρίως τεχνικές μέσω των οποίων αποφεύγουμε να συνειδητοποιήσουμε δυσάρεστες ή επικίνδυνες αλήθειες.
 
Και στην ψυχοθεραπεία, τις μανούβρες με τις οποίες εξακολουθούμε να αποφεύγουμε αυτή τη συνειδητοποίηση της οδυνηρής αλήθειας, τους τρόπους με τους οποίους πολεμάμε τις προσπάθειες του θεραπευτή να μας βοηθήσει να δούμε την αλήθεια, τους ονομάζουμε «αντίσταση».
 
Όλες οι τεχνικές του θεραπευτή αποκαλύπτουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο την αλήθεια, ή είναι τρόποι για να δυναμώσει ο ασθενής έτσι ώστε να μπορεί να αντέξει την αλήθεια. («Το να είναι απόλυτα ειλικρινής με τον εαυτό του, είναι η σπουδαιότερη προσπάθεια που μπορεί να κάνει ένας άνθρωπος» S. Freud).
 
Αλλά υπάρχει ένα άλλο είδος αλήθειας το οποίο τείνουμε να αποφεύγουμε. Όχι μόνο μένουμε προσκολλημένοι στην ψυχοπαθολογία μας, αλλά επίσης τείνουμε να αποφεύγουμε την προσωπική ανάπτυξη γιατί και αυτή, επίσης, μπορεί να επιφέρει ένα άλλο είδος φόβου, δέους, αισθημάτων αδυναμίας και ανεπάρκειας. Κι έτσι, χρησιμοποιούμε ένα άλλο είδος αντίστασης, μια άρνηση της καλύτερης πλευράς μας, των ταλέντων μας, των καλύτερων ενορμήσεών μας, των ανώτερων δυνατοτήτων μας, της δημιουργικότητας μας. Με δυο λόγια, αυτή είναι η μάχη με το δικό μας μεγαλείο, ο φόβος της ύβρεως.
 
Αυτό μας θυμίζει ότι ο μύθος μας του Αδάμ και της Εύας, με το επικίνδυνο δέντρο της Γνώσης που πρέπει κανείς να αγγίξει, έχει το αντίστοιχό του σε πολλές άλλες κουλτούρες, οι οποίες πιστεύουν επίσης ότι η ύψιστη γνώση είναι προνόμιο των θεών.
 
Οι περισσότερες θρησκείες έχουν μια τάση αντί-νοησιαρχίας (μαζί με διάφορες άλλες τάσεις, φυσικά), κάποιο ίχνος προτίμησης για την πίστη και όχι τη γνώση, ή το αίσθημα ότι ορισμένες μορφές γνώσης είναι υπερβολικά επικίνδυνες για να ανακατεύονται οι άνθρωποι με αυτές και καλό είναι να απαγορευτούν ή να διαφυλαχτούν με τους λίγους εκλεκτούς.
 
Στις περισσότερες κουλτούρες, οι επαναστάτες εκείνοι που αψήφησαν τους θεούς αναζητώντας τα μυστικά τους, τιμωρούνταν αυστηρά, όπως ο Αδάμ και η Εύα, ο Προμηθέας και ο Οιδίποδας και έμειναν στην μνήμη των ανθρώπων σαν προειδοποιήσεις ότι δεν πρέπει να προσπαθούν να μοιάσουν στον Θεό.
 
Και, αν μου επιτρέπετε να το θέσω πολύ συνοπτικά, είναι ακριβώς αυτό το κομμάτι μας, που έχει κάτι το θεϊκό, για το οποίο έχουμε αντιφατικά συναισθήματα, το οποίο μας γοητεύει αλλά και μας φοβίζει, μας προσελκύει αλλά και μας κάνει να παίρνουμε αμυντική στάση. Αυτή είναι μια όψη του ανθρώπινου πεπρωμένου, ότι είμαστε ταυτόχρονα σκουλήκια και θεοί.
 
Όλοι οι μεγάλοι δημιουργοί μας, οι άνθρωποι που πλησιάζουν περισσότερο στο Θείο, πιστοποιούν ότι χρειάζεται τρομερό κουράγιο στη μοναχική στιγμή της δημιουργίας, της επιβεβαίωσης ενός καινούριου πράγματος (που είναι αντιφατικό με το παλιό).
 
Αυτό είναι ένα είδος τόλμης, να βγαίνεις μπροστά, να ξεχωρίζεις από τους άλλους, να στέκεσαι ολομόναχος, μια πράξη περιφρόνησης, μια πρόκληση. 
 
Η στιγμή του φόβου είναι αρκετά κατανοητή αλλά πρέπει παρόλα αυτά να ξεπεραστεί αν πρόκειται να υπάρξει δημιουργία.
 
Έτσι, το να ανακαλύψει κανείς στον εαυτό του ένα μεγάλο ταλέντο μπορεί αναμφίβολα να φέρει ευφορία αλλά φέρνει επίσης και ένα φόβο των κινδύνων, των ευθυνών και των καθηκόντων του να είσαι ηγέτης και του να είσαι μόνος σου.
 
Η υπευθυνότητα φαίνεται κάποτε βαρύ φορτίο και τότε προσπαθεί το άτομο να την αποφύγει όσο περισσότερο είναι δυνατό.

Ρωτάς γιατί σε πατάνε. Γιατί τους αφήνεις

Ρωτάς γιατί δεν μπορείς. Μπορείς, αλλά δεν θέλεις.
Ρωτάς γιατί σε πατάνε. Γιατί τους αφήνεις.

Ρωτάς γιατί πονάς. Γιατί ξέχασες πως στο τέλος νικάς.
Ρωτάς γιατί κλαις. Δεν πειράζει που κλαις.

Ρωτάς γιατί απογοητεύεσαι. Γιατί έχεις προσδοκίες.
Ρωτάς γιατί δεν πας μπροστά. Γιατί κοιτάς πίσω.

Ρωτάς γιατί δεν έχεις. Κι όμως, έχεις.
Ρωτάς γιατί είναι όλα στοιβαγμένα μέσα σου. Γιατί δεν μιλάς.

Ρωτάς γιατί φοβάσαι. Γιατί δεν πιστεύεις.
Ρωτάς γιατί δεν ζεις τα όνειρά σου. Ζεις ένα όνειρο.

Ρωτάς γιατί δεν αλλάζεις. Γιατί έχεις συνηθίσει.
Ρωτάς γιατί κάνεις λάθη. Γιατί ακόμα μπορείς.

Ρωτάς γιατί να πονάει η αγάπη. Τότε αυτό δεν είναι αγάπη.

Σχέσεις αγάπης ή σχέσεις ανάγκης;

Πόσες φορές παραμείναμε φίλοι με ανθρώπους που δεν είχαμε τίποτα κοινό πέρα από το να περνάμε το χρόνο μας μαζί τους; Που δεν ακούγαμε την ίδια μουσική, που δεν αγαπούσαμε το διάβασμα εξίσου, που ο ένας έβλεπε Δύση και ο άλλος Ανατολή;

Περνάμε χρόνια με ανθρώπους που γνωρίσαμε πολλά χρόνια πριν, με ανθρώπους που ίσως και να μεγαλώσαμε στην ίδια γειτονιά. Οι πορείες μας ωστόσο δεν είχαν καμία κοινή τροχιά, εκτός από μία. Το να περνάμε χρόνο μαζί. Στην πορεία, επειδή η σχέση αυτή δεν στηρίζεται σε καμία αυθεντικότητα και σε καμία πνευματική σύνδεση, αρχίζουμε να κατηγορούμε ο ένας τον άλλον για το ποιο είναι το σωστό και ποιο το λάθος. Το πρόβλημα στις περισσότερες σχέσεις είναι πως λείπει ο ποιοτικός χρόνος. Δηλαδή, ο κοινός νους.

Γιατί όμως δυσκολευόμαστε να φύγουμε από αυτές τις σχέσεις; Γιατί δυσκολευόμαστε να βάλουμε νέους ανθρώπους στη ζωή μας; Εδώ, έρχεται το ζήτημα του φόβου της μοναξιάς και η ανάγκη της αποδοχής. Είναι στη φύση μας η ανάγκη να νιώσουμε πως κάπου ανήκουμε. Όταν δεν γνωρίζουμε όμως τον εαυτό μας, δεν μπορούμε να βρούμε τη θέση μας μέσα στον κόσμο.

Το να μην γνωρίζεις ποια είναι η θέση σου μέσα στον κόσμο, προκαλεί τον φόβο της μοναξιάς. Δεν θες να είσαι μόνος σου, δεν νιώθεις άνετα με την μοναξιά, δεν ξέρεις τι να την κάνεις. Προτιμάς λοιπόν να είσαι με τους ανθρώπους που νιώθεις άνετα και ας μην έχετε τίποτα κοινό. Ο χρόνος περνάει άσκοπα και δεν καταλαβαίνεις πως γίνεται άνθρωποι που ενίοτε θαυμάζεις, να καταπιάνονται με τόσα πολλά, να τα προλαβαίνουν όλα.

Ένας ακόμα λόγος που παραμένουμε με ανθρώπους που δεν έχουμε τίποτα κοινό, είναι γιατί μας είναι πιο εύκολο να νιώσουμε συμβουλάτορες απέναντι στον τρόπο ζωής τους. Διαφωνώντας για τον τρόπο που ζει ο άλλος και προσπαθώντας να «του βάλουμε μυαλό», αφήνουμε στην άκρη δικά μας κενά, δικά μας προβλήματα, δικές μας ανασφάλειες και αδυναμίες.

Ο πιο βασικός λόγος που οι σχέσεις μας είναι σχέσεις ανάγκης και όχι σχέσεις αγάπης, είναι ότι στρεφόμαστε στην εξωστρέφεια, πριν περάσουμε από το στάδιο της εσωστρέφειας. Πριν αναρωτηθούμε δηλαδή, μέσα στο διάστημα που βρισκόμαστε μόνοι, πώς μας αρέσει να περνάμε τον χρόνο μας.

Ωστόσο, επειδή πάντα ακούμε τη φράση «κάνε αυτά που αγαπάς», αλλά δεν έχουμε βρει ποια είναι αυτά που αγαπάμε, μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τη μέθοδο της «περιέργειας». Να αναρωτηθούμε δηλαδή, γράφοντας σε ένα χαρτί, δέκα πράγματα για τα οποία είμαστε περίεργοι. Μέσα σε αυτά τα δέκα πράγματα βρίσκεται και η απάντηση στην ερώτηση «Τι αγαπώ».

Για να δημιουργήσουμε σχέσεις αγάπης και ουσιαστικής φιλίας, αρκεί να βγάλουμε από τη μέση τις προβολές, τις αυταπάτες και την επιθυμία. Όχι, δεν είναι όλοι αυτό που περιμένεις από εκείνους να είναι. Ούτε να δικαιολογείς συμπεριφορές χρειάζεται, ούτε να εμμένεις στην ανάγκη σου να εξηγήσεις γιατί ο κάθε άνθρωπος φέρεται όπως φέρεται.

Το μόνο που μπορείς και συχνά σου διαφεύγει, είναι να δεις πώς νιώθεις εσύ μέσα στην κάθε σχέση. Τι προκαλεί στον δικό σου ψυχισμό. Η ουσιαστική φιλία έχει μέσα της εξέλιξη. Σε πάει ένα βήμα πιο κοντά στον εαυτό σου. Η ουσιαστική φιλία έχει μέσα της συμπόρευση, ανιδιοτέλεια και ποτέ κακοπροαίρετη κριτική.

Με τους ανθρώπους που είναι λιμάνια σου, τίποτα δεν είναι δύσκολο και δίπλα τους ανθίζεις. Με τους ανθρώπους που είναι κόμβοι, τίποτα δεν είναι εύκολο και δίπλα τους μαραίνεσαι. Είναι τόσο απλό, μα τόσο αχώνευτο. Γιατί αν το αποδεχτείς, είναι σαν να παραδέχεσαι την εξαπάτηση.

Η παραμυθία της φιλοσοφίας

ΒΟΗΘΙΟΣ
Ο Ανίκιος Μάνλιος Σεβερίνος Βοήθιος (475-525 μ.Χ.), αυτό είναι το πλήρες όνομά του, ήταν ένας από τους τελευταίους Ρωμαίους φιλοσόφους. Πέθανε είκοσι χρόνια προτού η Ρώμη πέσει σε χέρια βαρβάρων. Αλλά και όσο ζούσε, η Ρώμη είχε ήδη πάρει τον κατήφορο. Όπως οι επίσης Ρωμαίοι Κικέρων και Σενέκας, ο Βοήθιος θεωρούσε τη φιλοσοφία ένα είδος αυτοβοήθειας, έναν πρακτικό τρόπο για να βελτιώνει κανείς τη ζωή του, καθώς και έναν κλάδο αφηρημένης σκέψης. Συνδέθηκε επίσης με τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, το έργο των οποίων μετέφρασε στα λατινικά, διατηρώντας ζωντανές τις ιδέες τους σε μια εποχή που υπήρχε κίνδυνος να χαθούν για πάντα. Καθώς ήταν χριστιανός, η γραφή του άρεσε στους θρησκόληπτους φιλοσόφους που διάβαζαν τα βιβλία του κατά τον Μεσαίωνα. Η φιλοσοφία του γεφύρωσε λοιπόν τους Έλληνες και Ρωμαίους στοχαστές με τη χριστιανική φιλοσοφία που θα επικρατούσε στη Δύση για πολλούς αιώνες μετά τον θάνατό του.

Η ζωή του Βοήθιου ήταν ένα μείγμα τύχης και ατυχίας. Ο Θεοδώριχος, ο Οστρογότθος βασιλιάς που κυβερνούσε εκείνη την εποχή τη Ρώμη, του έδωσε το ανώτατο αξίωμα του ύπατου. Έκανε και τους γιους του Βοήθιου ύπατους για να τους τιμήσει, παρ’ ότι ήταν πολύ νεαροί για να αξίζουν αυτήν τη θέση. Όλα έμοιαζαν να βαίνουν καλώς για αυτόν. Ήταν πλούσιος, καταγόταν από καλή οικογένεια και κολυμπούσε στους επαίνους. Κατόρθωνε μάλιστα να βρίσκει χρόνο για να μελετά φιλοσοφία παράλληλα με τα κυβερνητικά του καθήκοντα, γράφοντας και μεταφράζοντας πολλά έργα. Πέρναγε υπέροχα. Ύστερα όμως η τύχη του άλλαξε. Αφότου κατηγορήθηκε ότι συνωμοτεί ενάντια στον Θεοδώριχο, στάλθηκε από τη Ρώμη στη Ραβέννα, όπου φυλακίστηκε, βασανίστηκε και έπειτα εκτελέστηκε με στραγγαλισμό και ταυτόχρονο ξυλοκόπημα μέχρι θανάτου. 0 ίδιος επέμενε πως είναι αθώος, αλλά οι κατήγοροί του δεν τον πίστευαν.

Ενώ βρισκόταν στη φυλακή, ξέροντας πως σύντομα θα πέθαινε, ο Βοήθιος έγραψε ένα βιβλίο που, μετά τον θάνατό του, έγινε ένα μεσαιωνικό μπεστ σέλερ, την Παραμυθία της φιλοσοφίας. Αρχίζει με τον Βοήθιο να μετανιώνει μες στο κελί της φυλακής του. Ξαφνικά συνειδητοποιεί πως μια γυναίκα τον κοιτάζει από ψηλά. Το ύψος της μοιάζει να αλλάζει από κανονικό σε ψηλότερο κι από τον ουρανό. Φορά ένα σκισμένο φόρεμα διακοσμημένο με μια σκάλα που ξεκινά από το ελληνικό γράμμα «Π» στον ποδόγυρο και να φτάσει μέχρι το γράμμα «Θ». Στο ένα χέρι κρατά ένα σκήπτρο, στο άλλο βιβλία. Αυτή η γυναίκα αποκαλύπτεται πως είναι η Φιλοσοφία. Όταν μιλά, λέει στον Βοήθιο τι πρέπει να πιστεύει. Είναι οργισμένη μαζί του επειδή την ξέχασε, και έχει έρθει να του θυμίσει πώς πρέπει να αντιδράσει σε όσα συμβαίνουν. Το υπόλοιπο του βιβλίου είναι η συζήτηση τους, που αφορά την τύχη και τον Θεό. Είναι γραμμένο πότε σε πρόζα και πότε σε ποίηση. Η γυναίκα, η Φιλοσοφία, του δίνει συμβουλές.

Λέει στον Βοήθιο πως η τύχη αλλάζει συνέχεια και ότι δεν πρέπει να εκπλήσσεται. Αυτή είναι η φύση της τύχης. Είναι άστατη. Ο τροχός της τύχης γυρνά. Άλλες φορές βρίσκεσαι στην κορυφή, άλλες φορές στον πάτο. Ένας πλούσιος βασιλιάς μπορεί να γίνει πάμφτωχος μέσα σε μια μέρα. 0 Βοήθιος πρέπει να καταλάβει πως έτσι είναι τα πράγματα. Η τύχη είναι συμπτωματική. Κανείς δεν εγγυάται ότι επειδή έχετε τύχη σήμερα θα έχετε και αύριο.

Οι θνητοί, εξηγεί η Φιλοσοφία, είναι ανόητοι όταν αφήνουν την ευτυχία τους να εξαρτάται από κάτι τόσο ευμετάβλητο. Η αληθινή ευτυχία μπορεί να έλθει μόνο από μέσα, από τα πράγματα που οι άνθρωποι ελέγχουν, όχι απ’ όσα η ατυχία μπορεί να καταστρέφει. Αυτή είναι η στωική θέση. Όταν οι άνθρωποι λένε ότι «φιλοσοφούν» τα άσχημα πράγματα που τους συμβαίνουν, αυτό εννοούν: προσπαθούν να μην επηρεάζονται από πράγματα που δεν ελέγχουν, όπως ο καιρός ή το ποιοι είναι οι γονείς τους. Τίποτα, λέει η Φιλοσοφία στον Βοήθιο, δεν είναι τρομερό αυτό καθαυτό όλα βασίζονται στο πώς τα σκεφτόμαστε. Η ευτυχία είναι μια κατάσταση του νου, όχι του κόσμου· αυτή είναι μια ιδέα που ο Επίκτητος θα αναγνώριζε ως δική του.

Η Φιλοσοφία θέλει ο Βοήθιος να επιστρέφει σε αυτήν. Του λέει ότι μπορεί να είναι πραγματικά ευτυχισμένος παρ’ ότι βρίσκεται στη φυλακή και περιμένει να εκτελεστεί. Εκείνη θα τον γιατρέψει από τη δυστυχία του. Το μήνυμα είναι ότι τα πλούτη, η εξουσία και οι τιμές δεν αξίζουν, αφού έρχονται και παρέρχονται. Κανείς δεν πρέπει να βασίζει την ευτυχία του σε τόσο εύθραυστα θεμέλια. Η ευτυχία πρέπει να πηγάζει από κάτι πιο στέρεο, κάτι που δεν μπορεί να μας το πάρει κανείς.

Η Φιλοσοφία θυμίζει στον Βοήθιο όσα ήδη γνωρίζει. Και αυτό προέρχεται από τον Πλάτωνα, αφού ο Πλάτων πίστευε πως όλη η μάθηση είναι ουσιαστικά ανάμνηση ιδεών που ήδη έχουμε. Ποτέ δε μαθαίνουμε κάτι νέο, απλώς υποβοηθούμε τις αναμνήσεις μας. Η ζωή είναι ένας αγώνας να θυμηθούμε όσα γνωρίζαμε πρωτύτερα. Αυτό που ο Βοήθιος ήδη γνωρίζει ως έναν βαθμό είναι ότι δε χρειαζόταν να ανησυχεί για την απώλεια της ελευθερίας του και της δημόσιας εκτίμησης. Αυτά δεν τα ελέγχει. Σημασία έχει η στάση του απέναντι στην κατάστασή του, κάτι που μπορεί να επιλέγει.

Ο βλάκας δεν κάνει απλώς βλακείες

Τα άνθη της βλακείας δεν είναι μόνο οι εμφανείς ανοησίες, γκάφες, λάθη και αρλούμπες, αυτά είναι η ορατή και αναμενόμενη πλευρά· τα σοβαρά, όπως συμβαίνει πάντα, είναι τα κρυφά, τα ύπουλα και δηλητηριώδη.

Η ατιμία του βλάκα είναι δεδομένη- πίσω από τη μνησικακία, την κακοήθεια, τον φθόνο, τη συκοφαντία, τη ρουφιανιά, την εμπάθεια, τη χυδαιότητα, τη χολή, την κολακεία, τη δουλικότητα, την έπαρση, τη μικροπρέπεια κρύβεται πάντα ένα μεγάλο κουσούρι· αν δεν είναι κάτι εμφανές σωματικό ή ψυχικό, τότε πρόκειται ασφαλώς για την ηλιθιότητα που μετέρχεται τα μόνα μέσα που διαθέτει.

Αν γυρίσουμε το μέσα έξω του παλιάνθρωπου, κατά πάσα πιθανότητα θα βρούμε κρυμμένο έναν άξεστο ηλίθιο· η παρατήρηση του Λεμπέση έχει προηγηθεί: «η ανηθικότης είναι αποκλειστικόν προϊόν των βλακών». Γι’ αυτό, όταν λένε «να φοβάσαι τον βλάκα άνθρωπο» δεν εννοούν μόνο τις ανοησίες του, που δεν είναι πάντα για φόβο, αλλά επειδή είναι τόσο μοχθηρός και ιδιοτελής που μπορεί «να σου κάψει το σπίτι για να τηγανίσει δυο αβγά».

Μόνο ακίνητος γλιτώνεις απ’ τα φίδια. Είναι γνωστό ότι τη φήμη και την επιτυχία ακολουθεί η συκοφαντία- έτοιμοι είναι οι άλλοι, στημένη την έχουν να ρίξουν το δηλητήριο, να πάρουν το κεφάλι που ξεχώρισε, να αφήσουν αισχρά υπονοούμενα- «η ανθρώπινη φύση μισεί καθετί που υπερέχει» (Θουκυδίδης).

Για το φθονερό ζωντόβολο η συκοφαντία είναι ακατανίκητη έξη- προσφέρει μια αυταπάτη μεγάλης ανακούφισης, καθώς του δίνει την ψευδαίσθηση ότι έτσι εξισώνεται με αυτόν που βρίζει: «ο φθόνος είναι συντετριμμένος θαυμασμός» (Κίρκεγκορ).

Κατά κανόνα οι βλάκες και οι ελλειμματικοί λυσσάνε και βγάζουν αφρούς ιδίως γι’ αυτό που τραβάνε προσωπικό ζόρι, που τρώει τα δικά τους σωθικά: ο πολιτικός θάβει τον πολιτικό, ο συγγραφέας κακολογεί τον συγγραφέα, ο πρώην εραστής τον νυν και οι εξ επαγγέλματος παντογνώστες δημοσιογράφοι δεν αφήνουν κανέναν ακουσκουσούρευτο. Πίσω από κάθε δηλητηριώδη επίθεση και αισχρό υπονοούμενο κραυγάζει το πληγωμένο εγώ του ανεπαρκούς ηλίθιου: «Μπορώ να συγχωρήσω τα πάντα, εκτός από το να είσαι αυτό που είσαι – εκτός από το να μην είμαι αυτό που είσαι εσύ» (Σέλερ)

Φανταστείτε…

Φανταστείτε ότι σας έχει δοθεί η άδεια να είστε ευτυχισμένοι και να απολαμβάνετε την κάθε στιγμή. Η ζωή σας δεν επιφυλάσσει πια την παραμικρή σύγκρουση με τον εαυτό σας ή με τους άλλους.

Φανταστείτε ότι ζείτε χωρίς να φοβάστε να εκφράσετε τις επιθυμίες σας. Γνωρίζετε τι δεν θέλετε, γνωρίζετε τι θέλετε και πότε το θέλετε. Είστε ελεύθεροι να αλλάξετε τη ζωή σας και να της δώσετε τη μορφή που πραγματικά επιθυμείτε. Δεν φοβάστε να ζητήσετε αυτό που έχετε ανάγκη, δεν φοβάστε να πείτε ναι ή να πείτε όχι.

Φανταστείτε ότι ζείτε δίχως την αγωνία της κρίσης των άλλων. Δεν προσαρμόζετε πια τη συμπεριφορά σας σύμφωνα με το τι πιθανόν να πιστεύουν οι άλλοι για σας. Δεν αισθάνεστε πια υπεύθυνοι για τις γνώμες των άλλων. Δεν νιώθετε την ανάγκη να ελέγξετε κανέναν, ούτε κανείς ελέγχει εσάς.

Φανταστείτε ότι ζείτε δίχως να κρίνετε τους ανθρώπους γύρω σας. Μπορείτε εύκολα να συγχωρήσετε και να ξεχάσετε τις κρίσεις που κάνατε στο παρελθόν. Δεν αισθάνεστε πια την ανάγκη να έχετε δίκιο, ούτε την ανάγκη να αποδεικνύετε ότι οι άλλοι κάνουν λάθος. Σέβεστε τον εαυτό σας και τους άλλους και, σε αντάλλαγμα, σας σέβονται κι εκείνοι.

Φανταστείτε ότι ζείτε αγαπώντας ακόμα κι όταν δεν σας αγαπούν. Δεν σας τρομάζει πια η απόρριψη και δεν νιώθετε την ανάγκη της αποδοχής. Μπορείτε να πείτε «σ’ αγαπώ» χωρίς ντροπή και χωρίς να υπάρχει συγκεκριμένος λόγος. Μπορείτε να προχωρήσετε μπροστά με την καρδιά ορθάνοιχτη, δίχως να φοβάστε μήπως πληγωθείτε.

Φανταστείτε ότι ζείτε χωρίς να φοβάστε να διακινδυνεύσετε ή να εξερευνήσετε τη ζωή. Δεν έχετε την αγωνία της απώλειας. Δεν φοβάστε να ζείτε μέσα στον κόσμο και δεν φοβάστε να πεθάνετε.

Φανταστείτε ότι αγαπάτε τον εαυτό σας ακριβώς όπως είναι. Αγαπάτε το σώμα σας ακριβώς όπως είναι και το ίδιο αγαπάτε και τα συναισθήματά σας. Ξέρετε ότι είστε τέλειος/α ακριβώς όπως είστε.

Κάποιοι άνθρωποι ενίοτε νιώθουν μέσα στην κοινωνία όπως ο χορευτής που προσήλθε σ’ έναν χορό και δεν συνάντησε παρά μόνο παράλυτους˙ με ποιόν τώρα να χορέψει;

Κανείς δεν μπορεί να βλέπει πέρα από τα όρια του εαυτού του. Με τούτο εννοώ ότι ο καθένας μπορεί να συλλάβει και να κατανοήσει τον άλλον μόνον ανάλογα με την δική του ευφυΐα. Εάν κάποιος έχει ευφυΐα του πλέον χαμηλού είδους, τότε όλα τα πνευματικά χαρίσματα, ακόμη και τα πλέον έκτακτα, δεν θα του κάνουν καμία εντύπωση˙ σ’ έναν άνθρωπο προικισμένο μ’ αυτά, δεν θα προσέξει παρά τα χαμηλότερα στοιχεία της ατομικότητάς του, όλες του δηλ. τις αδυναμίες, τα ελαττώματα της ιδιοσυγκρασίας και του χαρακτήρα.

Τούτα τα στοιχεία είναι αυτά που, κατά την αντίληψή του, συνθέτουν την προσωπικότητα του άλλου, ενώ οι υπέρτερες πνευματικές ικανότητες είναι γι’ αυτόν τόσο αντιληπτές όσο τα χρώματα για τον τυφλό˙ διότι το πνεύμα είναι αόρατο για όποιον δεν έχει και ο ίδιος πνεύμα, κάθε δε αξιολόγηση είναι το γινόμενο της αξίας του αξιολογουμένου επί την γνωστική ικανότητα του αξιολογούντος.

Από τούτα προκύπτει ότι, όποτε συνομιλούμε με κάποιον, καταβιβάζουμε τον εαυτό μας στο επίπεδό του, καθότι όλα εκείνα στα όποια υπερτερούμε αυτού εξαφανίζονται, απαρατήρητη δε περνά ακόμη και η απάρνηση του εαυτού μας που απαιτείται για την ισοπέδωση αυτή. Εάν αναλογισθεί κανείς πόσο χαμηλά είναι το φρόνημα και τα προσόντα των περισσότερων ανθρώπων, δηλ. πόσο ποταποί είναι, θα συνειδητοποιήσει ότι δεν είναι δυνατόν να μιλά μαζί τους χωρίς να γίνει και ο ίδιος, στην διάρκεια της συνομιλίας, ποταπός (κατ’ αναλογία με το φαινόμενα της πτώσεως της ισχύος κατά την διανομή του ηλεκτρικού ρεύματος)˙ θα κατανοήσει τότε σε βάθος το νόημα και το εύστοχον της εκφράσεως sich gemein machen, αλλά και θ’ αποφεύγει κάθε συναναστροφή στην όποια δεν μπορεί να επικοινωνήσει παρά με την parlie honteuse (επονείδιστο μέρος] της φύσης του.

Θα κατανοήσει επίσης ότι, απέναντι σε ηλίθιους και μουρλούς, δεν υπάρχει παρά ένας και μόνον τρόπος να καταστήσει εμφανή την φρόνηση του, κι αυτός δεν είναι άλλος από το να μην μιλά μαζί τους. Όμως, ενεργώντας έτσι, κάποιοι άνθρωποι ενίοτε θα νιώθουν μέσα στην κοινωνία όπως ο χορευτής που προσήλθε σ’ έναν χορό και δεν συνάντησε παρά μόνο παράλυτους˙ με ποιόν τώρα να χορέψει;

Arthur Schopenhauer, Εγχειρίδιο πρακτικής σοφίας

Έτσι προσπαθεί ο καθένας να ξεφύγει από τον εαυτό του

Αν μπορούσαν οι άνθρωποι, εκεί που νιώθουν ένα βάρος να τους πλακώνει την ψυχή και να τους εξουθενώνει, να συλλάβουν τα αίτιά του και να μάθουν από τι προέρχεται τούτος ο όγκος του κακού που τους έχει κάτσει στο στήθος, τότε δεν θα έκαναν τη ζωή που τόσο συχνά τους βλέπουμε να κάνουν τώρα, όπου δεν ξέρουν τι θέλουν, και πάντα αναζητούν ν’ αλλάξουν τόπο, θαρρείς και μπορούν έτσι να ρίξουν χάμω το φορτίο τους.

Να, κάποιος που βαριέται να μένει μες στο σπίτι και βγαίνει έξω συχνά. Ξαφνικά κάτι τον πιάνει και ξαναγυρνάει σπίτι, γιατί έξω δε νιώθει καλύτερα. Ξεκινάει μετά για την εξοχική του βίλα, με την άμαξα και τα’ αλογάκια του, τρέχοντας σαν τρελός θαρρείς κι έχει πιάσει φωτιά η έπαυλη και πάει να προλάβει. Με το που φτάνει στο κατώφλι, αρχίζει να χασμουριέται ή πέφτει βαρύς να κοιμηθεί ζητώντας λησμονιά στον ύπνο` ή πάλι, δεν βλέπει την ώρα να επιστρέψει στην πόλη.

Έτσι προσπαθεί ο καθένας να ξεφύγει από τον εαυτό του` μα παρά τις προσπάθειες, ξέρουμε ότι δεν κατορθώνει ποτέ να δραπετεύσει, μένει δεμένος με τον εαυτό του και τον μισεί` κι αυτό γιατί είναι ένας άρρωστος που δεν ξέρει την αιτία της αρρώστιας του.

Λουκρήτιος, Για τη φύση των πραγμάτων

Ω, κακόμοιρα ανθρώπινα μυαλά και τυφλωμένες καρδιές

Σου δίνει τέρψη το να κάθεσαι να παρακολουθείς από τη στεριά τις σκληρές δοκιμασίες του άλλου που παραδέρνει μες στην απέραντη θάλασσα, την ώρα που οι άνεμοι σηκώνουν τα κύματα και την κάνουν να λυσσομανά. Όχι βέβαια γιατί ευχαριστιέσαι με τα ξένα βάσανα, μα γιατί είναι γλυκό να βλέπεις από τι κακά έχεις γλυτώσει εσύ ο ίδιος. Όπως κι είναι ευχάριστο να βλέπεις τις σκληρές μάχες να μαίνονται πέρα στους κάμπους, χωρίς να σε αγγίζει ο κίνδυνος.

Τίποτε όμως δεν είναι πιο γλυκό από το να είσαι θρονιασμένος στα ύψη τα οχυρωμένα από τις γνώσεις και τη διδασκαλία των σοφών, κι από τις γαλήνιες αυτές κατοικίες σκύβοντας να ρίχνεις το βλέμμα στους άλλους και να τους βλέπεις να τρέχουν πέρα δώθε, ψάχνοντας στα τυφλά το δρόμο της ζωής, να συναγωνίζονται σε εξυπνάδα, να μαλώνουν για την ευγενή τους καταγωγή, να μοχθούν μέρα και νύχτα και να τσακίζονται να σκαρφαλώσουν στην κορυφή του πλούτου ή να κατακτήσουν την εξουσία.

Ω, κακόμοιρα ανθρώπινα μυαλά και τυφλωμένες καρδιές! Σε τι σκοτάδια, σε τι κινδύνους κυλάει ο λίγος χρόνος της ζωής σας! Δεν ακούτε λοιπόν την κραυγή της φύσης που διαλαλεί την επιθυμία της, από το κορμί να φύγει κάθε πόνος, και το πνεύμα να νιώσει ευδαιμονία ελεύθερη από έγνοιες και αγωνίες;

Λουκρήτιος, Για τη φύση των πραγμάτων
 

Η ιστορία της λέξης ευθύνη

Η ευθύνη παράγεται από το θέμα του ρήματος είμι.

Το ρήμα είμι, που σημαίνει πορεύομαι, θα έλθω, θα πάω, είναι από τα πιο δύσκολα της γλώσσας μας.
Όλοι οι τύποι της οριστικής -είμι, εί, είσι, ίμεν, ίτε, ίασιν- χρησιμοποιούνται πάντοτε ως μέλλων του ρήματος έρχομαι και από εκεί το θα έλθω θα πάω του είμι. Τα θέματά του είναι δύο: ει- (ισχυρό) και κατά μετάπτωση ι (ασθενές).

Οι παράγωγες λέξεις είναι πολλές:
Ι-τός, λ.χ., είναι αυτός που μπορείς να τον διαβείς, ο αμαξιτός (ο βατός σε άμαξες) ο προσ-ιτός και ο απρόσ-ιτος. Επίσης:
Εισ-ι-τήριο, εξ-ι-τήριο, ί-της (τολμηρός), ι-ταμός (θρασύς), εξ-ί-τηλος, ανεξ-ι-τηλος και ι-θύς. Σ’ αυτή τη λέξη θα μείνουμε.
Ι-θύς είναι ο ιωνικός και επικός τύπος του επιθέτου ευ-θύς που είναι ο ίσιος, ο ντόμπρος, ο ευθύς χαρακτήρας, σε αντίθεση προς τον στρεψόδικο.
Ιθύς, ευθύς είναι αυτός που μιλάει χωρίς περιστροφές ή υπεκφυγές, δηλαδή ευθέως. Ευθύνη σημαίνει ιθύνω, δηλαδή ισιάζω, διευθύνω, εις λογοδοσίαν φέρω και από κει και η ευθύνη του ιθύνοντος νου.
Ι-θύς, λοιπόν (από το είμι, το θα έλθω, θα πάω, θα πορευτώ) ονομάζεται ο κατευθείαν στραμμένος, ο κατευθείαν βαίνων, ο ευθύς, δίκαιος, ορθός και ειλικρινής. Ι-θύς –ύος είναι η κατευθείαν γραμμήν πορεία.

Ιθύνω σημαίνει καθιστώ τι ευθύ, ευθυγραμμίζω, διευθύνω, διοικώ, κυβερνώ ως υπεύθυνος πλοηγός.
Ευθυντηρία ονόμαζαν τη γέφυρα του πλοίου, ώστε το κατευθείαν πορευόμενο πλοίο να καταπλέει ευθέως, δηλαδή ταχέως στον προορισμό του και κατά τρόπο υπεύθυνο. Έχει ευθύνη ο ευθυντήριος πλοηγός, ο ευθυντήριος κυβερνήτης, ο ευθυντήριος πρόεδρος.

Η ευθύνη του έγκειται στο να επιλέγει σωστά ανάμεσα από ξέρες, από υφάλους, από ρηχά νερά και από ρουφήχτρες, ώστε το πλοίο του ή το πλοίο της πόλης να φθάνει στον προορισμό του. Αν το βουλιάξει, αν δεν αποφύγει κακοκαιρίες, αν δεν υπολογίσει το φορτίο, την ηλικία του σκάφους και τόσες άλλες παραμέτρους, τότε, μόνο υπεύθυνος δεν είναι…

Το ι-θύς λοιπόν, παράγεται από το ρήμα είμι και από το επίθετο ευ-θύς παράγεται η ευθύνη· η δυνατότητα επιλογών μέσα στο κράτος της ανάγκης, που άγχει και πνίγει.

Ο άνθρωπος πνίγεται μέσα σε μια κουταλιά νερό όσο πορεύεται στα τυφλά, ανεύθυνα, χωρίς ευ-θύνη, χωρίς δυνατότητα επιλογής.

Οτιδήποτε κάνεις, κάνε το με πλήρη επίγνωση

Υπήρχε ένας σπουδαίος βουδιστής δάσκαλος, ο Ναγκαρτζούνα.

Κάποτε ήρθε και τον βρήκε ένας κλέφτης, που τον είχε αγαπήσει, γιατί ποτέ του δεν είχε δει πιο όμορφο άνθρωπο, με τόσο απέραντη χάρη.
Ρώτησε λοιπόν τον Ναγκαρτζούνα: “Υπάρχει καμία πιθανότητα να φτάσω κι εγώ εκεί που έφτασες εσύ; Πρέπει όμως να σου ξεκαθαρίσω ένα πράγμα: Εγώ είμαι κλέφτης. Και κάτι ακόμη: Εγώ δεν μπορώ να σταματήσω να κλέβω, γι’ αυτό μη μου το βάλεις σαν όρο. Θα κάνω ό,τι μου πεις, αλλά δεν μπορώ να σταματήσω να κλέβω. Το προσπάθησα πολλές φορές και απέτυχα, γι’ αυτό κι έχω εγκαταλείψει την όλη προσπάθεια. Έχω αποδεχτεί το πεπρωμένο μου, ότι είμαι κλέφτης. Ας μη μιλήσουμε λοιπόν γι’ αυτό. Σου το ξεκαθαρίζω από την αρχή.”
Ο Ναγκαρτζούνα είπε: “Γιατί φοβάσαι ότι θα σου μιλήσω γι’ αυτό;”
Ο κλέφτης είπε: “Μα όποτε πηγαίνω σε έναν καλόγερο, σε έναν ιερέα, σε έναν άγιο άνθρωπο, πάντοτε μου λέει: “Πρώτα πρέπει να σταματήσεις να κλέβεις.”
Ο Ναγκαρτζούνα γέλασε και είπε: “Τότε, θα πρέπει να είχες πάει σε κλέφτες, αλλιώς γιατί να τους νοιάζει; Εμένα δεν με νοιάζει καθόλου!”
Ο κλέφτης γέλασε και είπε: “Τότε, εντάξει. Μου φαίνεται ότι μπορώ να γίνω μαθητής σου. Είσαι ο σωστός δάσκαλος.”
Ο Ναγκαρτζούνα τον δέχτηκε για μαθητή και του είπε: “Τώρα μπορείς να φύγεις και να κάνεις ό,τι σου αρέσει, αλλά με έναν όρο: Να το κάνεις με επίγνωση. Πήγαινε, άνοιξε σπίτια, πάρε πράγματα, κλέψε, κάνε ό,τι σου αρέσει, εμένα δεν με νοιάζει, δεν είμαι κλέφτης. Οτιδήποτε κάνεις όμως, κάνε το με πλήρη επίγνωση, με πλήρη επίγνωση.”
Ο κλέφτης δεν κατάλαβε ότι έπεφτε στην παγίδα. Είπε:
“Εντάξει, θα προσπαθήσω.”
Μετά από τρεις εβδομάδες, γύρισε πίσω και του είπε:
“Δάσκαλε, εσύ είσαι επικίνδυνος! Όταν έχω επίγνωση, δεν μπορώ να κλέψω. Αν κλέβω, η επίγνωση εξαφανίζεται. Είμαι καθηλωμένος.”
Ο Ναγκαρτζούνα είπε: “Αρκετά με τις κλεψιές σου! Εμένα δεν με ενδιαφέρουν. Εγώ δεν είμαι κλέφτης για να με ενδιαφέρουν. Τώρα εσύ αποφασίζεις! Αν θέλεις να έχεις επίγνωση, τότε εσύ αποφασίζεις. Αν δεν θέλεις, τότε πάλι εσύ αποφασίζεις.”
Ο άνθρωπος είπε: “Τώρα όμως είναι δύσκολο. Έχω πάρει μια μικρή γεύση από την επίγνωση και είναι τόσο όμορφη! Τίποτε άλλο δεν αξίζει στη ζωή!”
“Χθες βράδυ,” συνέχισε ο κλέφτης, “κατάφερα για πρώτη φορά να μπω μέσα στο παλάτι του βασιλιά. Άνοιξα το θησαυροφυλάκιο. Θα μπορούσα να είχα γίνει ο πλουσιότερος άνθρωπος του κόσμου, με ακολουθούσες όμως εσύ κι έπρεπε να έχω επίγνωση. Όταν είχα επίγνωση, ξαφνικά δεν υπήρχε κανένα κίνητρο, καμία επιθυμία. Όταν είχα επίγνωση, τα διαμάντια έμοιαζαν πέτρες, με συνηθισμένες πέτρες. Όταν έχανα την επίγνωση, ο θησαυρός βρισκόταν και πάλι εκεί. Κι εγώ περίμενα και το έκανα αυτό πολλές φορές και γινόμουν σαν βούδας και δεν μπορούσα ούτε να τον αγγίξω, επειδή το όλο πράγμα έμοιαζε ανόητο, βλακώδες – πέτρες, συνηθισμένες πέτρες! Τί πάω να κάνω; Να χάσω τον εαυτό μου για σκέτες πέτρες; Ύστερα όμως έχανα την επίγνωση και τότε τα διαμάντια γινόταν πάλι όμορφα – ξανά η όλη αυταπάτη.
Τελικά, αποφάσισα ότι δεν άξιζαν.”

Από τη στιγμή που έχεις γνωρίσει την επίγνωση, τίποτα δεν αξίζει. Έχεις γνωρίσει τη μεγαλύτερη ευδαιμονία της ζωής.

Τότε, ξαφνικά, πολλά πράγματα σταματούν. Γίνονται ανόητα, βλακώδη. Δεν υπάρχει το κίνητρο, δεν υπάρχει η επιθυμία, τα όνειρα έχουν τελειώσει.

Ανακαλύφθηκε αρχαία σύγκρουση του γαλαξία μας με ένα μικρότερο γαλαξία «λουκάνικο»

Ο γαλαξίας μας κι ένας μικρότερος γαλαξίας με το ευφάνταστο όνομα «Λουκάνικο» συγκρούσθηκαν μετωπικά πριν από οκτώ έως δέκα δισεκατομμύρια χρόνια.

Από την κοσμική σύγκρουση, ένα συμβάν καθοριστικό στην προϊστορία του γαλαξία μας, ο τελευταίος πήρε το σημερινό σχήμα του, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των αστρονόμων.

Ο νάνος γαλαξίας «Λουκάνικο» δεν επέζησε από το γεγονός, καθώς γρήγορα διαλύθηκε και τα απομεινάρια του βρίσκονται σήμερα διάσπαρτα ολόγυρα στο γαλαξία μας. Αλλά και ο δικός μας γαλαξίας φέρει τα ίχνη εκείνης της δραματικής σύγκρουσης τόσο στο κέντρο όσο και στην εξωτερική άλω του.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον Βασίλι Μπελοκούροφ του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ και του Κέντρου Υπολογιστικής Αστροφυσικής του Ινστιτούτου Flatiron της Νέας Υόρκης, έκαναν σχετικές δημοσιεύσεις στα περιοδικά «Monthly Notices» της βρετανικής Βασιλικής Αστρονομικής Εταιρείας και "Astrophysical Journal Letters".

 Οι νέες εκτιμήσεις βασίσθηκαν στη μελέτη των στοιχείων του δορυφόρου Gaia (Γαία) του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Διαστήματος (ESA), που καταγράφει με ακρίβεια τις τροχιές των άστρων, καθώς ταξιδεύουν μέσα στο γαλαξία μας. Με τους κατάλληλους μαθηματικούς υπολογισμούς, οι αστρονόμοι πιστεύουν ότι μπορούν να βγάλουν βάσιμα συμπεράσματα για το μακρινό παρελθόν του γαλαξία μας.

 Το σχήμα που έχουν οι σημερινές τροχιές των άστρων του νάνου γαλαξία, τα οποία σήμερα περιφέρονται πια μέσα στο δικό μας γαλαξία, προσέδωσαν στον πρώτο το παρατσούκλι «το Λουκάνικο της Γαίας». Αυτός ο νάνος γαλαξίας ήταν η τελευταία μεγάλη συγχώνευση άλλου γαλαξία με τον δικό μας.

 Ο γαλαξίας μας συνεχίζει να συγκρούεται με άλλους γαλαξίας, όπως με τον μικροσκοπικό «Τοξότη», αλλά το «Λουκάνικο» ήταν πολύ πιο μεγάλος, με εκτιμώμενη συνολική μάζα (άστρων, αερίων και σκοτεινής ύλης) τουλάχιστον δέκα δισεκατομμύρια φορές μεγαλύτερη του Ήλιου μας. Όταν έπεσε πάνω στο γαλαξία μας, ο τελευταίος έπεσε σε μια χαώδη κατάσταση και εκτιμάται ότι ο δίσκος του υπέστη ρωγμές και χρειάσθηκε να ανασυσταθεί στην πορεία.

 Μεταξύ άλλων, οι αστρονόμοι βρήκαν ότι τουλάχιστον οκτώ μεγάλα σφαιρωτά αστρικά σμήνη του γαλαξία μας αποτελούν «κληρονομιά» από το «Λουκάνικο».

Οι κιρκάδιοι ρυθμοί και ο εγκέφαλος: μερικές τελευταίες εξελίξεις από τις έρευνες

Σε ένα εξειδικευμένο εργαστήριο στο Νοσοκομείο των Brigham και των Γυναικών (BWH), περίπου 25 εθελοντές πέρασαν ένα μήνα σε ένα χώρο χωρίς παράθυρα και ηχητικά απομονωμένο, ελεύθερο από εξωτερικές ενδείξεις σχετικές με χρόνο. Έζησαν σε κύκλους 28 ωρών, με την τροφή και τον ύπνο τους να μετατοπίζεται τέσσερις ώρες αργότερα κάθε μέρα, ενώ οι ερευνητές έλεγχαν τη γλυκόζη τους, την ινσουλίνη και άλλα επίπεδα στο αίμα μετά από ελεγχόμενα γεύματα.

Οι επιστήμονες που διεξάγουν αυτή την πολυετή μελέτη θέλουν να γνωρίσουν πώς οι παρατεταμένες αλλαγές στους κιρκάδιους ρυθμούς – η εσωτερική διαδικασία που ακολουθεί έναν περίπου 24-ωρο κύκλο – μπορεί να επηρεάσουν το μεταβολισμό και το βάρος του σώματος σε ανθρώπους που έχουν αντισυμβατικά προγράμματα ύπνου-έγερσης, όπως οι νοσηλευτές, οι φρουροί ασφαλείας και οι πιλότοι. «Γνωρίζουμε ότι οι εργαζόμενοι σε νυχτερινές βάρδιες είναι περισσότερο επιρρεπείς να κερδίζουν βάρος και να αναπτύσσουν ασθένειες όπως ο διαβήτης», ανέφερε η Jeanne Duffy, νευροεπιστήμονας του BWH, συμμετέχουσα στη μελέτη και αναπληρώτρια καθηγήτρια ιατρικής στο Harvard Medical School (HMS).

Σε ένα κοντινό εργαστήριο ιατρικού κέντρου ο Clifford Saper, καθηγητής νευρολογίας και νευροεπιστήμης στο Harvard Medical School, ηγείται ενός σχετικού με μεταβολισμό πειράματος για να παρατηρηθεί πώς τα ποντίκια προσαρμόζονται σε ένα 20-ωρο πρόγραμμα εναλλαγής φωτός και σκοταδιού – τέσσερις ώρες συντομότερο από μια κανονική ημέρα. Ο Saper και η Duffy είναι μεταξύ των 60 μελών του προσωπικού στο Τμήμα Ιατρικής Ύπνου του HMS συνεισφέροντας στην αύξηση της γνώσης σχετικά με τον ύπνο, τους κιρκάδιους ρυθμούς και την υγεία.

Μαζί με το μεταβολισμό και τα μοτίβα ύπνου, το κιρκάδιο σύστημα επηρεάζει πολλές σημαντικές λειτουργίες, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται οι καρδιακοί ρυθμοί, η πίεση αίματος, η θερμοκρασία του σώματος, τα επίπεδα ορμονών και η παραγωγή ούρων. Οι κιρκάδιες διαταραχές και η έλλειψη ύπνου συνδέονται με σοβαρά προβλήματα υγείας που εκτείνονται από τον καρκίνο στην παχυσαρκία στην κατάθλιψη. Η πρόσφατη έρευνα του Saper επίσης συνδέει τους κιρκάδιους ρυθμούς με επιθετική συμπεριφορά. «Οι κιρκάδιοι ρυθμοί διεισδύουν σε κάθε διάσταση της ζωής», ανέφερε.

Στοιχεία από τη φυσιολογία του κιρκάδιου κύκλο
Υπάρχοντες στους περισσότερους ζωντανούς οργανισμούς, οι κιρκάδιοι ρυθμοί ρυθμίζονται από το φως, τη συμπεριφορά και ένα μηχανισμό βιολογικού ωρολογίου – ένα σύνολο γονιδίων-ωρολογίων που βρίσκονται στα κύτταρα μέσα στο σώμα. Το κύριο βιολογικό ρολόι, που βασίζεται στον υποθάλαμο του εγκεφάλου, είναι ένα σμήνος από περίπου 20000 νευρικά κύτταρα που αποκαλούνται υπερχιασματικός πυρήνας (επειδή βρίσκεται επάνω από το οπτικό χίασμα). Τα κύτταρα αυτά λαμβάνουν εισιόντα από τα μάτια και στέλνουν σήματα σχετικά με το χρόνο της ημέρας «έτσι ώστε όλα τα ωρολόγια του σώματος να τρέχουν με ένα ομοιόμορφο πρόγραμμα», λέει ο Saper, του οποίου η ομάδα μελετά την εγκεφαλική δικτύωση του εμπλέκεται σε αυτή τη σύνθετη διεργασία.

Ακόμη και καθημερινές συνήθειες, όπως το διάβασμα των κινητών μας πριν πέσουμε για ύπνο, μπορεί να παρέμβουν στους βιολογικούς μας ρυθμούς. Σε πρόσφατες μελέτες, για παράδειγμα, η Duffy και οι συνεργάτες της στο HMS βρήκαν ότι επαναλαμβανόμενη βραδινή χρήση του tablet, που εκπέμπει φως, καταστέλλει την απελευθέρωση της ορμόνης που συμβάλει στον ύπνο, της μελατονίνης και μετατοπίζει το κιρκάδιο ρολόι αργότερα, καθυστερώντας την ώρα του ύπνου και μειώνοντας την εγρήγορση το επόμενο πρωί. Ρυθμίζοντας τη φωτεινότητα και τους χρωματικούς τόνους στις e-συσκευές μπορούμε να ελαχιστοποιήσουμε αυτά τα φαινόμενα.

Ο έμφυτος κύκλος μας δεν είναι ακριβώς 24 ώρες, έτσι τα βιολογικά μας ωρολόγια πρέπει να επαναρυθμίζονται καθημερινά για να συγχρονίζονται με την περιστροφή της Γης. Εξαιτίας αυτού και επειδή η έκθεση κάθε προσώπου στην εναλλαγή φως-σκοτάδι είναι διαφορετική εξαρτώμενη από τις συνήθειες και την τοποθεσία, ο χρονισμός του βιολογικού μας ωρολογίου είναι δύσκολο να μετρηθεί. «Προσπαθούμε να φθάσουμε στο σημείο», λέει η Duffy, «όπου να μπορούμε εύκολα να λέμε τον βιολογικό χρόνο στο σώμα σας, σε σύγκριση με το βιολογικό χρόνο στο δικό μου». Με αυτό τον τρόπο, η κιρκάδια επιστήμη υπόσχεται για προτεινόμενη υγιεινή και αλλαγές συμπεριφοράς που προσαρμόζονται στην ατομική μας σύσταση.

Ο δημόσιος χαρακτήρας της αριστοτελικής Παιδείας ως βασική προϋπόθεση εφαρμογής της δικαιοσύνης στην εκπαίδευση και κατάκτησης της ευδαιμονίας

Σχετική εικόναΤο έβδομο και το όγδοο βιβλίο των Πολιτικών του Αριστοτέλη συγκεντρώνουν τις προτάσεις που ο φιλόσοφος είχε καταθέσει σχετικά με τον θεσμό της Εκπαίδευσης, οι οποίες, ασφαλώς, φωτίζονται ακόμη περισσότερο από σημεία άλλων αριστοτελικών κειμένων (με σημαντικά τα Ηθικά Νικομάχεια). Η αύξηση της παρεχόμενης ιδιωτικής εκπαίδευσης, εκτός από την απαξίωση απέναντι στον οίκοθεν αμειβόμενο δάσκαλο, συνιστούσε για τον Σταγειρίτη βασικό διασπαστικό στοιχείο για την πόλη –κράτος, στο πλαίσιο που αποπροσανατόλιζε από τον κοινό σκοπό. Η ενδυνάμωση του πολιτειακού καθεστώτος, η κοινή προετοιμασία για την επίτευξη του στόχου της ευδαιμονίας και το γεγονός ότι το μέρος δεν μπορεί να υπάρχει, αν καταστραφεί το όλον αποτελούν τα βασικά επιχειρήματα με τα οποία ο φιλόσοφος στηρίζει την ανάγκη για δημόσια παιδεία, που σταθεροποιείται και διασφαλίζεται μέσω νόμων. Ωστόσο, η παιδεία, αν και παρέχεται από δημόσιο φορέα, εξατομικεύεται με βάση τις ικανότητες του καθενός, συμβάλλει στη διαμόρφωση πολυσχιδών προσωπικοτήτων διατρανώνοντας τη δικαιοσύνη και όχι την ισότητα στην εκπαίδευση. 
 
Ο Αριστοτέλης ως υπέρμαχος του δημόσιου χαρακτήρα της Παιδείας
Η αρχή του όγδοου βιβλίου των Πολιτικών με τη φράση «κανένας δεν αμφισβητεί ότι ο νομοθέτης πρέπει να φροντίσει ιδιαίτερα την εκπαίδευση των νέων στις πόλεις» καταδεικνύει την απόλυτη εμπιστοσύνη του Αριστοτέλη στον δημόσιο χαρακτήρα της παιδείας των νέων. Σε μια εποχή κατά την οποία στην Αθήνα η ιδιωτική Εκπαίδευση είναι πολύ διαδεδομένη, ο Αριστοτέλης στηρίζει τη δημόσια Εκπαίδευση, αιώνες πριν από τον Διαφωτισμό, καθώς όπως αναφέρει ο Σταγειρίτης η παιδεία καθορίζει το παρόν και προδιαγράφει το μέλλον τόσο του ατόμου όσο και της πόλης. Σαφώς το προτεινόμενο εκπαιδευτικό του μοντέλο υποστασιοποιείται μόνο στο πλαίσιο της πόλης –κράτους: η εκπαίδευση νοηματοδοτείται μόνο μέσα σε αυτό το κοινό πλαίσιο, καθώς διαμορφώνει τις προϋποθέσεις της ενάρετης πόλης, και σχηματοποιεί ένα σύνολο σε κοινωνική ενότητα. Διαφωτιστικά ως προς την απόλυτη σύνδεση της αριστοτέλειας φιλοσοφίας με την πόλη –κράτος  αναφέρονται ότι: «η πρακτική φιλοσοφία του Αριστοτέλη είναι προσαρμοσμένη στα δεδομένα της ελληνικής πόλης-κράτους και απευθύνεται σε έναν μόνο τύπο ανθρώπου: στον μέσο ελεύθερο πολίτη. Η αρετή του πολίτη επηρεάζεται καταρχήν από τη βούλησή του να συμμετέχει στα κοινά. Δεν υπάρχει δικαίωση του ανθρώπου έξω από την κοινωνική και πολιτική ζωή – γι᾽ αυτό άλλωστε ο άνθρωπος ορίζεται ως «ζώο πολιτικό» (Πολιτικά 1253a9-11).Ο ελεύθερος λοιπόν πολίτης θα επιζητήσει την ευδαιμονία μέσα στους θεσμούς της πόλης».
 
Μπορεί για τον Αριστοτέλη η πόλις να είναι φύσει ύπαρξη (ἐκ τούτων οὖν φανερὸν ὅτι τῶν φύσει ἡ πόλις ἐστί, καὶ ὅτι ὁ ἄνθρωπος φύσει πολιτικὸν ζῷον, καὶ ὁ ἄπολις διὰ φύσιν καὶ οὐ διὰ τύχην ἤτοι φαῦλός ἐστιν, ἢ κρείττων ἢ ἄνθρωπος, Πολιτικά, 1253 a 1-5), ωστόσο η συντήρηση και η εξέλιξή της δεν επαφίεται στην τύχη, αλλά στη γνώση και τον σκοπό που εγγυώνται τη σταθερότητά της και σε αυτό το εγχείρημα η Παιδεία διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο. Έτσι, γίνεται για πρώτη φορά λόγος για κοινή νομοθετημένη παιδεία (Ὅτι μὲν οὖν νομοθετητέον περὶ παιδείας καὶ ταύτην κοινὴν ποιητέον, φανερόν, Πολιτικά VIII, 1337, a 33), γιατί μέσω αυτής μπορεί το άτομο να αντεπεξέλθει στον ρόλο του πολίτη, να «μετέχει κρίσεως και αρχής» (Πολιτικά, 1275 a 20-25), καθώς καθίσταται «ἁγαθός, σπουδαίος και φρόνιμος». Ιδιαίτερα σημαντική η έννοια του «σπουδαίου πολίτη» αφορά στο να κρίνει τα πάντα ορθά (ἕκαστα κρίνει ὀρθῶς), να διακρίνει σε καθετί την αλήθεια (ἐν ἑκάστοις τὸ ἀληθές, Πολιτικά, 1113 a 30) και στο να κατακτά τελικά την αρετή. Οι σπουδαίοι πολίτες αποτελούν όρο sine qua non για την ευδαιμονία της πόλης, μια στέρεη βάση, για την οικοδόμηση της συλλογικής ευδαιμονίας, αφού ἡ επιμέλεια πέφυκεν ἑκάστου μορίου βλέπειν πρὸς τὴν τοῦ ὅλου ἐπιμέλειαν (Πολιτικά, 1337 a 30).
 
Τα βασικά επιχειρήματα του Αριστοτέλη υπέρ του δημόσιου χαρακτήρα της Παιδείας Συνοψίζοντας τα επιχειρήματα που επικαλείται ο φιλόσοφος υπέρ του δημόσιου χαρακτήρα της παιδείας κατηγοριοποιώντας τα σε τέσσερις άξονες: α) αφού το όλον προηγείται από το μέρος και κάθε πολίτης αποτελεί μέρος ενός συνόλου, η διάσπασή του συνόλου με την εφαρμογή διαφορετικών εκπαιδευτικών επιλογών προσυπογράφει την προσεχή διάλυσή του  (επιχείρημα του αδιαχώριστου – inseparability), β) αφού οι πολίτες μοιράζονται έναν κοινό σκοπό, μια κοινή ανησυχία, είναι εύλογο να ακολουθηθεί ένας κοινός δρόμος για την «τελείωση» (επιχείρημα περί κοινού τέλους – common end) γ) αφού ο εθισμός είναι απαραίτητος για την κατάκτηση της κοινής αρετής είναι χρέος του νομοθέτη να ενθαρρύνει από κοινού τις ορθές έξεις (επιχείρημα σχετικά με τις απαρχές της αρετής – origins of virtue) και τέλος, δ) το κοινό εκπαιδευτικό σύστημα ενδυναμώνει το πολιτειακό καθεστώς, αφού διαμορφώνεται έτσι ώστε να αποτελεί ασφαλιστική δικλείδα για αυτό ( αποτελεί θεσμικό προαπαιτούμενο -constitutional requirement).
 
Όλα τα παραπάνω επιχειρήματα συνοψίζονται ουσιαστικά στις δυο βασικές θεωρίες με τις οποίες ο Αριστοτέλης τάσσεται υπέρ της δημόσιας Παιδείας, αυτές α) του τέλους και β) του όλου. Μέσα στο πλαίσιο της τελεολογικής του Ηθικής υποστηρίζει ότι όλες οι ανθρώπινες δραστηριότητες έχουν ένα ορισμένο «τέλος», κάποιο τελικό σκοπό, δηλαδή στοχεύουν σε κάποιο αγαθό. Όλα τα επιμέρους αγαθά, εκτός από την ευδαιμονία, δεν είναι παρά μόνο τα μέσα για την κατάκτησή της. Ο Αριστοτέλης υποστηρίζει τον ένα και μοναδικό σκοπό που επιδιώκουν οι άνθρωποι με τις πράξεις τους. Η ευδαιμονία αποτελεί τον τελικό σκοπό, το τελικό «τέλος» του ανθρώπου, το υπέρτατο αγαθό που το επιδιώκουμε για αυτό καθ’ εαυτό και όχι ως μέσο απόκτησης άλλων αγαθών. Πρόκειται για τον ανώτερο σκοπό που επιδιώκεται για αυτόν καθ’ εαυτόν, το άριστον και αυτός ο σκοπός είναι κοινός και για το άτομο και για το σύνολο και ολοκληρώνεται μόνο μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της οργανωμένης πολιτείας. Είναι φανερό ότι ο φιλόσοφος δέχεται την απόλυτη σύμπτωση του υπέρτατου για το άτομο αγαθού με το υπέρτατο για την πόλη αγαθό -και αντίθετα: πότερον δὲ τὴν εὐδαιμονίαν τὴν αὐτὴν εἶναι φατέον ἑνός τε ἑκάστου τῶν ἀνθρώπων καὶ πόλεως ἢ μὴ τὴν αὐτήν, λοιπόν ἐστιν εἰπεῖν. φανερόν δέ καί τοῦτο. πάντες γὰρ ἂν ὁμολογήσειαν εἶναι τὴν αὐτὴν (Πολιτικά, 1324 a 5-7) . Οι πράξεις των ατόμων ως πολιτών έχουν πολιτικές συνέπειες και ως εκ τούτου καθορίζουν μεν την προσωπική τους ευτυχία, αλλά κυρίως συμβάλλουν στην ευδαιμονία της πόλης. Για την επίτευξη, λοιπόν, ενός κοινού και τόσο υψηλού και άξιου στόχου, τα μέσα, τα εκπαιδευτικά εχέγγυα οφείλουν να είναι κοινά.
 
Κατά δεύτερον, από τη στιγμή που η πόλις αποτελεί όλον και ο καθένας δεν είναι παρά ένα μόνο μόριο της πόλης, η φροντίδα για κάθε μόριο πρέπει να είναι σε απόλυτο συνταίριασμα με τη φροντίδα για το σύνολο. Η πόλη εξαρτάται από την ποιότητα των μερών της και η κοινωνία συνδέεται με την παιδεία διαλεκτικά και αμφίδρομα: «ταυτόχρονα, οι πολίτες δεν πρέπει να νομίζουν ότι ανήκουν μόνο στον εαυτό τους, αλλά ότι ανήκουν όλοι στην πόλη και η επίβλεψη κάθε μέρους είναι φυσικό να στοχεύει στην επίβλεψη του όλο» (Πολιτικά, 1337 b 26-31). Η επιμονή του Αριστοτέλη με την προτεραιότητα του όλου σε σχέση με το μέρος διαπερνάει ολόκληρη τη φιλοσοφία του: τὸ γὰρ ὅλον πρότερον ἀναγκαῖον εἶναι τοῦ μέρους (Πολιτικά, I, 1253 a 20-24). Η προτεραιότητα αυτή είναι α) οντολογική: απαραίτητη προϋπόθεση για να υπάρξει το μέρος είναι να υπάρχει το όλον, δηλαδή η πόλις, γιατί έξω απ’ αυτή τα μέρη μένουν ανολοκλήρωτα και β) αξιολογική, καθώς ιεραρχικά, το όλον, δηλαδή η πόλη, ως ολοκληρωμένο σύνολο, βρίσκεται πιο ψηλά από το μέρος αφού αποτελεί την ολοκλήρωση της οικογένειας, του χωριού και επομένως, την τελειότερη μορφή κοινωνίας: ἡ δ᾽ ἐκ πλειόνων κωμῶν κοινωνία τέλειος πόλις, ἤδη πάσης ἔχουσα πέρας τῆς αὐταρκείας ὡς ἔπος εἰπεῖν, γινομένη μὲν τοῦ ζῆν ἕνεκεν, οὖσα δὲ τοῦ εὖ ζῆν (Πολιτικά, 1252b27-30). Βέβαια, τα επιχειρήματα περί τέλους και περί όλου δεν είναι δυο διακριτά επιχειρήματα, τα οποία μπορεί να λειτουργήσουν και να εξεταστούν ως προς τη λειτουργικότητά τους χωριστά το ένα από το άλλο, αλλά υπάρχουν και ενεργοποιούνται μόνο σε απόλυτη αλληλεξάρτηση: αν είναι κοινός ο σκοπός για όλους, τότε προϋποτίθεται ότι όλοι ανήκουν σε ένα όλο την ενότητα του οποίου διατηρεί η κοινή στοχοθεσία.
 
Η δημόσια Παιδεία ως ασφαλιστική δικλείδα για τη διατήρηση του πολιτεύματος
Ένας πρακτικός ακόμη λόγος για τον οποίο η παιδεία πρέπει να είναι κοινή και προσαρμοσμένη στο εκάστοτε πολίτευμα είναι γιατί έτσι θα λειτουργήσει ως ασφαλιστική δικλείδα για τη διατήρησή του, συμβάλλοντας εν μέρει στην πολιτική ομαλότητα του τόπου, η διασάλευση της οποίας λειτουργεί παρακωλυτικά και στην εκπαίδευση των νέων. Συγκεκριμένα στα Πολιτικά αναφέρεται: η ασφαλέστερη εγγύηση για τη σταθερότητα ενός κράτους… είναι η αγωγή των πολιτών σύμφωνα με το πνεύμα του πολιτεύματος (μέγιστον δὲ πάντων τῶν εἰρημένων πρὸς τὸ διαμένειν τὰς πολιτείας, οὗ νῦν ὀλιγωροῦσι πάντες, τὸ παιδεύεσθαι πρὸς τὰς πολιτείας, Πολιτικά,1310 a, 12-14). «Ο Αριστοτέλης φέρνει στο προσκήνιο τη συλλογική ευθύνη της Πολιτείας, που πρέπει να καθορίσει τι είδους πολίτες θέλει». Κατά συνέπεια, οι νέοι πρέπει να μορφωθούν με τρόπο τέτοιο που να αναπαράγουν το υπάρχον καθεστώς, για να μπορέσουν να λειτουργήσουν και ως φορείς ανανέωσής και βελτίωσής του κατευθύνοντας με επιλογές και πράξεις την πολιτική κοινωνία στην αρετή. Η εκπαίδευση, λοιπόν, σύμφωνα με το πολίτευμα διαπαιδαγωγεί τους πολίτες με σκοπό τη συντήρηση του πολιτεύματος και την αποφυγή ανατροπών. Αν και ασφαλώς η ανωτέρω πραγματικότητα οφείλει να χαρακτηρίζει κυρίως τις δημοκρατίες, όπου οι πολίτες είναι συνδιαμορφωτές του πολιτεύματος, ο Αριστοτέλης εμφανίζεται θιασώτης του σπαρτιατικού εκπαιδευτικού συστήματος, στο πλαίσιο που αυτό επιβάλλει τη δημόσια παιδεία (όχι, όμως, και του περιεχομένου της σπαρτιατικής εκπαίδευσης): Ἐπαινέσειε δ´ ἄν τις κατὰ τοῦτο Λακεδαιμονίους· καὶ γὰρ πλείστην ποιοῦνται σπουδὴν περὶ τοὺς παῖδας καὶ κοινῇ ταύτην (Πολιτικά, 1337a 30). Πάντως, το αίτημα του Αριστοτέλη για δημόσια παιδεία υλοποιείται κατά τους ελληνιστικούς χρόνους, «κατά την περίοδο αυτή το κράτος θεσπίζει σχολικούς νόμους που επιβάλλουν την υποχρεωτική φοίτηση όλων των παιδιών στα σχολεία… η εκπαίδευση αρχίζει να αποτελεί υπόθεση της τοπικής αυτοδιοίκησης».
 
Η δημόσια Παιδεία ως ενθάρρυνση ορθών έξεων με στόχο τη διοχέτευσή τους στην πολιτική κοινωνία
Είναι προφανές ότι ο δημόσιος χαρακτήρας της εκπαίδευσης αποτελεί προέκταση της στενής σχέσης που συνδέει την ηθική του Αριστοτέλη με την πολιτική αρετή. Η σημασία της κοινής παιδείας για την εξέλιξη του ατόμου έχει επισημανθεί από τα Ηθικά Νικομάχεια, από τη στιγμή που η ηθική, ως έξις προαιρετική και άρα ατομική, βρίσκει τον στόχο της και λόγο ύπαρξης μόνο μέσα σε ένα ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο, όταν και εφόσον συμμορφώνεται με τους κοινωνικά αποδεκτούς παράγοντες υλοποίησής της. Η Παιδεία νοείται ως α)άσκηση στη συνειδητή επιλογή και άσκηση στην επανάληψη ορθών έξεων (προαίρεσις), β) άσκηση στην απόλαυση από την εφαρμογή της ηθικής πράξης (χαίρειν τε καὶ λυπεῖσθαι οἷς δεῖ) και γ) κατάκτηση της αρετής ως μόνιμου τρόπου συμπεριφοράς (σταθερώς και αμετακινήτως). Η μετάβαση από το ατομικό στο συλλογικό επίπεδο με το πέρασμα από τα Ηθικά στα Πολιτικά είναι σαφής. Στα Ηθικά Νικομάχεια η Παιδεία συνδέεται με την ευδαιμονία και την αρετή μέσω του έθους «οὐ μικρὸν οὖν διαφέρει τὸ οὕτως ἢ οὕτως εὐθὺς ἐκ νέων ἐθίζεσθαι, (25) ἀλλὰ πάμπολυ, μᾶλλον δὲ τὸ πᾶν (Ηθικά Νικομάχεια, 1103 b 24-25). Εκεί, «περισσότερο βρίσκουμε απαντήσεις ή απόπειρες ορισμού της παιδείας σε σχέση με την προσωπική κατάκτηση της αρετής και την ηθική στον ρόλο του νομοθέτη», ενώ στα  Πολιτικά η Παιδεία ανάγεται σε θεσμό και το βιβλίο πραγματεύεται την πολιτική διάστασή της και καταλήγει υπέρ της δημόσιας παιδείας, με κοινή διδασκαλία, από δασκάλους της Πολιτείας και σε κοινόχρηστους χώρους. Η ηθική του απλού πολίτη αποτελεί βασικό ποιοτικό παράγοντα για το πολίτευμα, καθώς υποστηρίζει ο φιλόσοφος ότι «ἀεὶ δὲ τὸ βέλτιον ἦθος βελτίονος αἴτιον πολιτείας» (Πολιτικά, 1337 a 18-19). Αν, λοιπόν, η ηθική φιλοσοφία του Αριστοτέλη είναι μέρος της πολιτικής του φιλοσοφίας, τότε η παιδεία ως μέσο προσωπικής κατάκτησης της αρετής μπορεί να ευοδωθεί μόνο μέσα σε ένα ευρύτερο συλλογικό μόρφωμα με βαθιά πολιτική πλαισίωση. Η συμπληρωματικότητα των δυο έργων είναι προφανής στο πλαίσιο που η ηθική αρετή και ο εθισμός σε αυτήν επιτυγχάνεται μέσω της Παιδείας και η ποιότητα της Παιδείας καθορίζει την ποιότητα της συμμετοχής του πλήθους στην εξουσία, η οποία συμμετοχή καθορίζει την ποιότητα του πολιτεύματος (Πολιτικά, 1337 a 18). Η παιδεία είναι τελικά αυτή που οφείλει να καλλιεργήσει ατομικά την ηθική αρετή, με απώτερο σκοπό τη διοχέτευσή της στο κοινωνικό σύνολο. Ως εκ τούτου, η κοινωνική διάσταση της ηθικής αρετής επιβάλλει την παροχή δημόσιας εκπαίδευσης.
 
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, o Αριστοτέλης μέμφεται τους γονείς και την πολιτεία για τον θεσμό της ιδιωτικής Εκπαίδευσης: ἐπεὶ δ´ ἓν τὸ τέλος τῇ πόλει πάσῃ, φανερὸν ὅτι καὶ τὴν παιδείαν μίαν καὶ τὴν αὐτὴν ἀναγκαῖον εἶναι πάντων, καὶ ταύτης τὴν ἐπιμέλειαν εἶναι κοινὴν καὶ μὴ κατ´ ἰδίαν, ὃν τρόπον νῦν ἕκαστος ἐπιμελεῖται τῶν αὑτοῦ τέκνων ἰδίᾳ τε καὶ μάθησιν ἰδίαν, ἣν ἂν δόξῃ, διδάσκων (Πολιτικά, 1336 b 22-26), καθώς πιστεύει ότι αν η αγωγή αφεθεί στην ιδιωτική πρωτοβουλία, τότε αφενός δεν υπάρχει ομοιογένεια στην αγωγή και άρα απορρίπτεται η ύπαρξη ενός κοινού στόχου, αφετέρου η ανομοιογένεια αυτή λειτουργεί διασπαστικά και συχνά αποτρεπτικά σχετικά με τον στόχο της αρετής, καθώς τα παιδιά που μεγαλώνουν με δικό τους δάσκαλο αναπτύσσουν ιδιαίτερη σχέση με την πολυτέλεια και το χρήμα και δεν μαθαίνουν να υπακούν. Η δυνατότητα του δάσκαλου ή του κηδεμόνα να αναπληρώνει το κενό της πολιτείας ασκώντας «κυκλώπεια εξουσία», κυρίως στην περίπτωση παιδιών εύπορων οικογενειών που τύγχαναν «κατ΄ οίκον διδασκαλίας», είχε ως αποτέλεσμα την έλλειψη σεβασμού και την απαξίωση του δασκάλου, γεγονός που λειτουργούσε καταδικαστικά για την δυνατότητα πειθαρχίας στο κοινωνικό πλαίσιο.
 
Ανάγκη συνταγματικής κατοχύρωσης εκπαιδευτικών θεμάτων
Παράλληλα με τη λογική της κοινής παιδείας η αριστοτέλεια σκέψη είναι προσανατολισμένη σε μια παιδεία συνταγματικά κατοχυρωμένη. Οι πολιτικοί νομοθέτες οφείλουν να προασπίσουν το πολίτευμα εθίζοντας τους πολίτες σε μια κοινή αρετή, η πορεία προς την οποία περνάει αναμφίβολα μέσα από την εκπαίδευση: οἱ γὰρ νομοθέται τοὺς πολίτας ἐθίζοντες ποιοῦσιν ἀγαθούς, … καὶ διαφέρει τούτῳ πολιτεία πολιτείας ἀγαθὴ φαύλης, (Ηθικά Νικομάχεια, 1103 b 1-6). ΄Αρα, πρέπει να ορίζονται με νόμους τα θέματα της παιδευτικής διαδικασίας (διὸ νόμοις δεῖ τετάχθαι τὴν τροφὴν καὶ τὰ ἐπιτηδεύματα, Ηθικά Νικομάχεια 1179 b 34) με τέτοιο τρόπο, ώστε μέσα από την ατομική άσκηση στις πράξεις και στα συναισθήματα που συνάδουν με την αρετή (χαίρειν τε καὶ λυπεῖσθαι οἷς δεῖ, Ηθικά Νικομάχεια, 1104, b 12), να οδηγείται με ασφάλεια το κοινωνικό σύνολο στην ευδαιμονία. Ο φιλόσοφος τονίζει ότι κύρια και πρωταρχική επιδίωξη του ἀγαθοῦ πολιτικού πρέπει να είναι η ηθική αρτίωση των πολιτών μέσω του σεβασμού και της υπακοής στους θεσπισμένους νόμους: δοκεῖ δὲ ὁ κατ’ ἀλήθειαν πολιτικὸς περὶ ταύτην μάλιστα πεπονῆσθαι· βούλεται γὰρ τοὺς πολίτας ἀγαθοὺς ποιεῖν καὶ τῶν νόμων ὑπηκόους» (Ἠθικὰ Νικομάχεια, 1102a 7-10).
 
Το τρίπτυχο πολιτική –ηθική –παιδαγωγική αποτελεί την πυξίδα κάθε νομοθέτη, ο οποίος οφείλει μέσα σε όλα τα άλλα να γνωρίζει την ψυχή και να συνυπολογίζει την ψυχολογία των πολιτών, ώστε να διαμορφώνει ανάλογο παιδαγωγικό σύστημα. Στο άρθρο μου «Ο Αριστοτέλης και το παιδαγωγικό χρέος του νομοθέτη» είναι αποκαλυπτικό σχετικά με τον ρόλο του νομοθέτη για την επικράτηση του ηθικού στοιχείου στην κοινωνία: «Αυτός είναι και ο ρόλος του νομοθέτη, που πρέπει όχι μόνο να ορίσει επακριβώς τη σημασία της ηθικής πράξης μέσα στα δεδομένα της εκάστοτε κοινωνίας, αλλά και να μεριμνά – μέσα από τα αρμόδια όργανα –για την εφαρμογή των ηθικών επιταγών από τους πολίτες, δηλαδή για την τήρηση του νόμου». Οι νόμοι οφείλουν να ρυθμίζουν όλα όσα αφορούν στην ισορροπημένη ανάπτυξη του παιδιού, από την εποχή της σύλληψής του και την ηλικία εκείνη των γονιών που θα εξασφαλίσει ιδανικές συνθήκες ανατροφής για το παιδί, μέχρι και το αναλυτικό πρόγραμμα διδασκαλίας μαθημάτων, αλλά και την τιμωρία όσων θα θέσουν σε κίνδυνο τη σωματική και ηθική του ακεραιότητα: ὅλως μὲν οὖν αἰσχρολογίαν ἐκ τῆς πόλεως, ὥσπερ ἄλλο τι, δεῖ τὸν νομοθέτην ἐξορίζειν (ἐκ τοῦ γὰρ εὐχερῶς λέγειν ὁτιοῦν τῶν αἰσχρῶν γίνεται καὶ τὸ ποιεῖν σύνεγγυς): μάλιστα μὲν οὖν ἐκ τῶν νέων, ὅπως μήτε λέγωσι μήτε ἀκούωσι μηδὲν τοιοῦτον, (Πολιτικά,1336, b, 4-8).
 
Ειδικά στην περίπτωση των νέων στους οποίους η συμμόρφωση και η πειθαρχία αποτελεί στοιχείο που δημιουργεί αποστροφή, είναι αναγκαία η επιβολή του ορθού μέσα από νόμους. Χαρακτηριστικά «πρέπει να διδάσκονται οι πολίτες, από νωρίς, να υπακούν στους νόμους. Γιατί υπακοή στους νόμους είναι όρος σωτηρίας της δημοκρατίας. Δεν αρκεί συνεπώς το εὖ κεῖσθαι των νόμων απαιτείται και το πείθεσθαι τοῖς νόμοις. Η παιδεία των πολιτών τείνει συνεπώς στο να συνειδητοποιήσουν οι πολίτες ότι το να έχεις διδαχθεί να ζεις σύμφωνα με τους νόμους δεν είναι δουλεία, αλλά σωτηρία του πολιτεύματος. Η ευθύνη, συνεπώς, όχι μόνο των πολιτών αλλά και των πολιτικών είναι μεγάλη για τη σωτηρία της δημοκρατίας. Εθισμένοι στην αρετή και πεπαιδευμένοι πρέπει να είναι οι πολίτες, οι ώριμοι πολίτες, αλλά και οι πολιτικοί». Έτσι, είτε από ανάλογη ποιότητα είτε ακόμη και από φόβο, το παιδί μαθαίνει να ζει σύμφωνα με τους κανόνες δικαίου και ενταγμένο σε μια ανάλογη διά βίου εκπαίδευση ανελλιπούς τήρησής τους επιλέγει τον ενάρετο τρόπο ζωής και διαφυλάσσει τη δικαιοσύνη.
 
Ο δημόσιος χαρακτήρας της εκπαίδευσης σε συνδυασμό με τον εξατομικευμένο χαρακτήρα της και την καλλιέργεια πολύπλευρων προσωπικοτήτων
Η επιμονή του Αριστοτέλη σε ένα κοινό σύστημα εκπαίδευσης θα μπορούσε, ίσως, να πυροδοτήσει συνειρμούς σχετικούς με μια παιδεία που αποσκοπεί σε εξομοίωση των εκπαιδευόμενων και των μέσων- τεχνικών διδασκαλίας τους. Η θεώρηση, ασφαλώς, περί της κοινής παιδείας δεν αποβλέπει σε ισοπεδωτική ομοιομορφία, όπου δε λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαίτερες ανάγκες και ικανότητες του καθενός, αλλά στη χρήση του θεσμού της εκπαίδευσης ως ενός ακόμη συνεκτικού δεσμού που θα δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για την επίτευξη της ευδαιμονίας. Όπως και ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης πιστεύει ότι μέσα από την εκπαίδευση δίνεται στον καθένα η δυνατότητα να καταστήσει ενεργεία τις ικανότητες και αρετές που δυνάμει φέρει, ότι μόνο μέσα στο εκπαιδευτικό πλαίσιο ωριμάζει ηθικά και πετυχαίνει την ειδολογική τελείωσή του, καθώς ενεργοποιούνται τα εγγενή γνωρίσματα του είδους του, οι δυνατότητες που από τη φύση διέθετε. Είναι, πράγματι, εκπληκτικός ο τρόπος με τον οποίο ο Αριστοτέλης συνταιριάζει την κοινή παιδεία αρχικά με την εξατομικευμένη παροχή αυτής, ανάλογα με τις δεξιότητες και τις ανάγκες του εκάστοτε μαθητή, και έπειτα με τη διαμόρφωση πολύπλευρων προσωπικοτήτων, με βαθιά καλλιέργεια σε ποικίλους τομείς της γνώσης, αλλά και σε προσωπικές και κοινωνικές δεξιότητες, που θα μπορούν να εξασφαλίσουν σε αυτούς την ευδαιμονία, μακριά από κάθε είδους ισοπέδωση της σκέψης. Η δικαιοσύνη στην Εκπαίδευση, που κακώς νοούμενη σήμερα στηρίζεται στην παροχή όμοιων γνώσεων και «ίσων» ευκαιριών, για τον Αριστοτέλη στηρίζεται σε μια Παιδεία που εξατομικεύεται μέσα στον δημόσιο χαρακτήρα της. Ο καθένας πρέπει να εκπαιδεύεται ανάλογα με τις ανάγκες, τη διανοητική του ικανότητα και τις δεξιότητές του, η αγωγή πρέπει να είναι κοινή, αλλά να προσαρμόζεται στις αντιληπτικές ικανότητες και στην ατομικότητα του μαθητή. Άλλωστε, αυτό καταφαίνεται και από το τελευταίο κομμάτι των Πολιτικών που διασώθηκε: «δῆλον οὖν ὅτι τούτους ὅρους τρεῖς ποιητέον εἰς τὴν παιδείαν, τό τε μέσον καὶ τὸ δυνατὸν καὶ τὸ πρέπον» (Πολιτικά, 1342, b, 34).
 
Αρχικά, το μέσον που σχετίζεται με την αρετή είναι το πρὸς ἡμᾶς μέσον, το υποκειμενικό μέσον και κατά συνέπεια η Παιδεία οφείλει να οδηγήσει τον καθένα στην κατάκτηση της δικής του προσωπικής μεσότητας. Παράλληλα, εξαρτά τα δυο τελευταία από την ηλικία. Από τη στιγμή που το δυνατόν είναι αυτό που μπορεί να επιτευχθεί από τον καθένα ανάλογα με τις ηλικιακές του δυνατότητες, η Εκπαίδευση οφείλει να διαφοροποιείται κατά περίπτωση, αλλά και στην κοινή ηλικιακή ομάδα να συνυπολογίζει την ύπαρξη ή την απουσία σωματικής και πνευματικής συμπόρευσης του παιδιού με την ηλικία του. Όσο για το πρέπον, άπτεται τόσο της ατομικής όσο και της κοινωνικής πραγματικότητας. Ως προς την πρώτη, το τι πρέπει και τι δεν πρέπει να κάνει κάποιος ορίζεται και διαφοροποιείται αναμφίβολα από ατομικούς παράγοντες, όπως η ηλικία, οι ικανότητες, η ψυχολογία, οι σωματικές και πνευματικές ιδιαιτερότητες, η χρονική στιγμή, οι περιβαλλοντικοί παράγοντες, κ.α. Μόνο στην κοινωνική του διάσταση το πρέπον μοιάζει να παγιώνεται, ανεπηρέαστο από ατομικούς παράγοντες, καθώς στοιχειοθετείται από την αρετή του φρόνιμου ανθρώπου, από συμπεριφορές που αποδέχεται ως ορθές το κοινωνικό σύνολο ανάγοντάς τες σε πρότυπο συμπεριφορών και εδώ προκύπτει ξανά ως αναγκαία προϋπόθεση η παροχή κοινού εκπαιδευτικού προγράμματος. Κατά, συνέπεια, πράγματα που πρέπει να μάθει ή στα οποία πρέπει να εξασκηθεί ένας μαθητής ορίζονται από παράγοντες τόσο εσωτερικούς (ηλικία, ικανότητες, ψυχολογία), όσο και εξωτερικούς – κοινωνικούς (ὅτε δεῖ καὶ ἐφ’ οἷς καὶ πρὸς οὓς καὶ οὗ ἕνεκα καὶ ὡς δεῖ, Ηθικά Νικομάχεια, Β6, 10-13), προκειμένου να τηρηθεί το μέσο και να κατακτηθεί η αρετή. Καθίσταται, λοιπόν, σαφές ότι αυτοί οι τρεις παράγοντες, το μέσον, το δυνατόν και το πρέπον, αδιαχώριστοι, αλληλένδετοι και συμπληρωματικοί καταφάσκουν σε ένα κοινό εκπαιδευτικό σύστημα που εδράζεται στην εξατομίκευση της παρεχόμενης παιδείας ανάλογα με την προσωπικότητα, τον χαρακτήρα, την ψυχολογία και τις δυνατότητες του εκάστοτε μαθητή και υποτάσσεται στην εξυπηρέτηση ενός κοινωνικού μοντέλου προσαρμοσμένου στο πρότυπο του φρόνιμου ανθρώπου.
 
Το διακύβευμα της κοινής παιδείας, δηλαδή τη διάπλαση του «καλού και αγαθού πολίτη», παραπέμποντας στις αριστοτελικές θέσεις για την αρετή: «η τριπλή αυτή βάση της Παιδείας σε συνδυασμό με τον σκοπό της, να καλλιεργήσει, δηλαδή, στο άτομο την αρετή, ώστε να κατακτήσει τον άριστο βίο, υπαγορεύουν ένα πρόγραμμα Σπουδών που οδηγεί στην πολυμέρεια και αποκλείει τη μονομέρεια στη συγκρότηση της προσωπικότητας». Από τη στιγμή που η αρετή είναι έξις προαιρετική και από τη στιγμή που η Παιδεία οφείλει να αποβλέπει στην κατάκτηση της αρετής, τότε είναι απαραίτητο να στρέψει τους μαθητές σε έξεις που συνταιριάζουν με τις τρεις αρχές που προαναφέρθηκαν: το μέσον, το δυνατόν και το πρέπον. Για την επίτευξη ενός τέτοιου στόχου είναι απαραίτητο ένα πρόγραμμα σπουδών που εμπεριέχει σε σωστή αναλογία και την ωφελιμιστική και την νοησιαρχική, αλλά και την ηθικοπλαστική διάσταση της γνώσης και το οποίο κατά συνέπεια προτάσσει την πολυμέρεια στη συγκρότηση της προσωπικότητας με πυξίδα και απαραίτητο εχέγγυο για την επίτευξή της τον ηθικό της προσανατολισμό.

Προσπαθώντας, λοιπόν, να συγκεράσει τις υπάρχουσες τάσεις σχετικά με το περιεχόμενο της Παιδείας τονίζει ότι καὶ τἀναγκαῖα καὶ τὰ χρήσιμα δὲ πράττειν, τὰ δὲ καλὰ δεῖ μᾶλλον Πολιτικά (1333 b, 1-5). Αναλυτικότερα, βαθιά πεποίθησή του είναι ότι η εκπαίδευση οφείλει να διαμορφώνει πολυσχιδείς προσωπικότητες, καθώς θεωρεί απαραίτητη τόσο τη χρήσιμη και την επιστημονική, αλλά και την ηθικοπλαστική γνώση, απορρίπτοντας έντονα τον μονοδιάστατο χαρακτήρα αυτής, κυρίως εκείνον που αφορά σε εξειδικευμένη επαγγελματική κατάρτιση, η οποία τίθεται στην υπηρεσία των άλλων με σκοπό την υλική αμοιβή: ὁ δὲ αὐτὸ τοῦτο πράττων δι’ ἄλλους πολλάκις θητικὸν καὶ δουλικὸν δόξειεν ἂν πράττειν (εκείνος όμως που καταγίνεται μ’ αυτό το ίδιο για χατήρι άλλων, θα μπορούσε να νομισθεί ότι ασκεί έργο βάναυσο και άξιο δούλου, Πολιτικά, VIII, 1337 b, 5-20). Ως εκ τούτου, η αριστοτελική Παιδεία οφείλει να οδηγεί τους νέους μακριά από υλικές εξαρτήσεις, ώστε απρόσκοπτα να διαμορφώνουν ελεύθερες προσωπικότητες
 
Είναι, τέλος, άξιο αναφοράς ότι αιώνες πριν ο Αριστοτέλης υπερασπίζεται τον διά βίου χαρακτήρα της εκπαίδευσης ως αναπόσπαστο στοιχείο προσωπικής εξέλιξης και κοινωνικής ευδαιμονίας. Αν και δεν έχουμε σαφείς αναφορές για την ενήλικη μάθηση, στα Ηθικά Νικομάχεια επισημαίνεται ότι «δεν είναι αρκετό να πάρουν στη νιότη τους σωστή ανατροφή και παρακολούθηση ∙ θα πρέπει και μεγάλοι να ασκούν και να εθίζονται… θα χρειαστούμε νόμους και για αυτό και για να καλύψουν όλη τη ζωή» (Οὐχ ἱκανὸν δ’ ἴσως νέους ὄντας τροφῆς καὶ ἐπιμελείας τυχεῖν ὀρθῆς, ἀλλ’ ἐπειδὴ καὶ ἀνδρωθέντας δεῖ ἐπιτηδεύειν αὐτὰ καὶ ἐθίζεσθαι, καὶ περὶ ταῦτα δεοίμεθ’ ἂν νόμων, καὶ ὅλως δὴ περὶ πάντα τὸν βίον·, Ηθικά Νικομάχεια, 1180 a, 1-4). Άλλωστε, για τον φιλόσοφο το σώμα πλησιάζει στην ωριμότητα στα 30 -35 χρόνια, ενώ η ψυχή ολοκληρώνεται κοντά στα 49 και αυτά τα τρία χρονικά σημεία (30, 35, 49) αποτελούσαν σταθμούς στην άποψη που είχε για την εκπαίδευση: ἀκμάζει δὲ τὸ μὲν σῶμα ἀπὸ τῶν τριάκοντα ἐτῶν μέχρι τῶν πέντε καὶ τριάκοντα, ἡ δὲ ψυχὴ περὶ τὰ ἑνὸς δεῖν πεντήκοντα (Ρητορικά, 1390b9- 10).
 
Συμπεράσματα
Καταλήγοντας, είναι εμφανές ότι η δημόσια παιδεία αποτελεί αδιαπραγμάτευτη αναγκαιότητα για την κατάκτηση του τελικού στόχου, της ευδαιμονίας. Σε αυτόν τον στόχο πρέπει να στρατεύονται όλοι όσοι εμπλέκονται στην εκπαιδευτική διαδικασία. Ωστόσο, ο φιλόσοφος απορρίπτει κάποια κοινωνικά στρώματα από την εκπαίδευση, λόγω του ότι είναι ταγμένα στη μισθωτή εργασία και άρα αποκλείονται από την κατάκτηση της ευδαιμονίας. Κατά συνέπεια δεν μπορούμε να μιλούμε για απόλυτο εκδημοκρατισμό της εκπαίδευσης αλλά, «για μια δημοκρατική αντίληψη της πολιτικής, με αριστοκρατική, όμως θεώρηση». Σε γενικές γραμμές, η πόλις του είναι μια εκπαιδευτική πόλις, ένα συνεχές «σχολείο», καθώς μέσα στο πλαίσιό της οι πολίτες διαδραματίζουν διάφορους ρόλους: υπακούουν, διατάζουν, κρίνουν, υπηρετούν θεούς, μετέχουν σε μυστήρια, παρακολουθούν τραγωδίες, με λίγα λόγια εκπαιδεύονται συνεχώς μέσα από άτυπες διαδικασίες και άρα ωριμάζουν ηθικά και γνωστικά μέσα από την ιδιότητά και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την ιδιότητά τους ως πολιτών.