Κυριακή, 25 Αυγούστου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Ὄρνιθες (1230-1268)

ΙΡ. ἐγώ; πρὸς ἀνθρώπους πέτομαι παρὰ τοῦ πατρὸς
φράσουσα θύειν τοῖς Ὀλυμπίοις θεοῖς
μηλοσφαγεῖν τε βουθύτοις ἐπ᾽ ἐσχάραις
κνισᾶν τ᾽ ἀγυιάς. ΠΙ. τί σὺ λέγεις; ποίοις θεοῖς;
ΙΡ. ποίοισιν; ἡμῖν, τοῖς ἐν οὐρανῷ θεοῖς.
1235 ΠΙ. θεοὶ γὰρ ὑμεῖς; ΙΡ. τίς γάρ ἐστ᾽ ἄλλος θεός;
ΠΙ. ὄρνιθες ἀνθρώποισι νῦν εἰσιν θεοί,
οἷς θυτέον αὐτοῖς, ἀλλὰ μὰ Δί᾽ οὐ τῷ Διί.
ΙΡ. ὦ μῶρε, μῶρε, μὴ θεῶν κίνει φρένας
δεινάς, ὅπως μή σου γένος πανώλεθρον
1240 Διὸς μακέλλῃ πᾶν ἀναστρέψῃ Δίκη,
λιγνὺς δὲ σῶμα καὶ δόμων περιπτυχὰς
καταιθαλώσῃ σου Λικυμνίαις βολαῖς.
ΠΙ. ἄκουσον, αὕτη· παῦε τῶν παφλασμάτων·
ἔχ᾽ ἀτρέμα. φέρ᾽ ἴδω, πότερα Λυδὸν ἢ Φρύγα
1245 ταυτὶ λέγουσα μορμολύττεσθαι δοκεῖς;
ἆρ᾽ οἶσθ᾽ ὅτι Ζεὺς εἴ με λυπήσει πέρα,
μέλαθρα μὲν αὐτοῦ καὶ δόμους Ἀμφίονος
καταιθαλώσω πυρφόροισιν αἰετοῖς,
πέμψω δὲ πορφυρίωνας εἰς τὸν οὐρανὸν
1250 ὄρνις ἐπ᾽ αὐτὸν παρδαλᾶς ἐνημμένους
πλεῖν ἑξακοσίους τὸν ἀριθμόν; καὶ δή ποτε
εἷς Πορφυρίων αὐτῷ παρέσχε πράγματα.
σὺ δ᾽ εἴ με λυπήσεις τι, τῆς διακόνου
πρώτης ἀνατείνας τὼ σκέλει διαμηριῶ
1255 τὴν Ἶριν αὐτήν, ὥστε θαυμάζειν ὅπως
οὕτω γέρων ὢν στύομαι τριέμβολον.
ΙΡ. διαρραγείης, ὦ μέλ᾽, αὐτοῖς ῥήμασιν.
ΠΙ. οὐκ ἀποσοβήσεις; οὐ ταχέως; εὐράξ, πατάξ.
ΙΡ. ἦ μήν σε παύσει τῆς ὕβρεως οὑμὸς πατήρ.
1260 ΠΙ. οἴμοι τάλας. οὔκουν ἑτέρωσε πετομένη
καταιθαλώσεις τῶν νεωτέρων τινά;

ΧΟ. ἀποκεκλῄκαμεν διογενεῖς θεοὺς [ἀντ.]
μηκέτι τὴν ἐμὴν διαπερᾶν πόλιν,
1265 μηδέ τιν᾽ ἱερόθυτον ἀνὰ δάπεδον ‹ἕν᾽› ἔτι
τῇδε βροτῶν θεοῖσι πέμπειν καπνόν.

***
ΙΡΙ. Εγώ; Σταλμένη απ᾽ τον πατέρα Δία,
1230 στους ανθρώπους πετώ, να πω ότι πρέπει
προβάτων και βοδιών θυσίες να κάνουν
στου Ολύμπου τους θεούς, και να γεμίσουν
κνίσα τους δρόμους. ΠΙΣ. Τί μας λες; Σε τί είδους
θεούς; ΙΡΙ. Σ᾽ εμάς που ζούμε εκεί στα ουράνια.
ΠΙΣ. Θεοί ᾽στε εσείς; ΙΡΙ. Και βέβαια· ποιός είν᾽ άλλος;
ΠΙΣ. Πουλιά οι θεοί ᾽ναι τώρα των ανθρώπων·
σ᾽ αυτά χρωστούνε να θυσιάζουν, κι όχι
στο Δία· ναι, μά το Δία. ΙΡΙ. Τρελέ κι ανόητε,
τρόμος η θεία οργή, μην την ταράζεις,
συθέμελο μην πάει και σου γκρεμίσει
1240 το σόι η Δίκη με τσαπί του Δία
κι η ασβολερή του κεραυνού του φλόγα
σε κάμει στάχτη με το σπίτι σου όλο.
ΠΙΣ. Άκου, μωρή· τις μπουρμπουλήθρες άσ᾽ τες
και ησύχασε. Λυδός ή Φρύγας είμαι,
των λόγων σου ο μπαμπούλας να με σκιάξει;
Ο Δίας, να ξέρεις, αν με παρασφίξει,
φλογοφόρους αϊτούς θα στείλω αμέσως
και στάχτη θα του κάμω το παλάτι,
το βασιλόσπιτό του· και θα ρίξω
απάνω του, στα ουράνια εκεί, κάτι όρνια,
πορφυροπούλια, πάνω από εξακόσια,
1250 σε λεόπαρδων τομάρια τυλιγμένα.
Κάποτε κι ένας Πορφυρίωνας μόνο
τον τάραξε. Και πρώτα πρώτα, εσένα
της Ίριδας, κυρά-μαντατοφόρα,
τα σκέλια θα σου ανοίξω, αν με θυμώσεις,
που θ᾽ απορήσεις πώς, ενώ είμαι γέρος,
για τρεις ριξιές τα κότσια μου βαστάνε.
ΙΡΙ. Άκου τί λόγια ο πρόστυχος! Να σκάσεις.
ΠΙΣ. Στρίβε από δω, τσακίσου, μη σε πιάσω...
ΙΡΙ. Ο πατέρας γι᾽ αυτή σου την αυθάδεια
θα δεις τί θα σε κάμει. ΠΙΣ. Τρέμω ο δόλιος.
1260 Βρε δεν τραβάς αλλού με τα φτερά σου,
κάποιο νεαρό να πας να κάμεις στάχτη;
Η Ίριδα ανοίγει τα φτερά της και φεύγει.

ΧΟΡ. Τους θεούς μπλοκάραμε του Ολύμπου,
δεν περνούνε πια απ᾽ τη χώρα τούτη,
κι απ᾽ τη γη θνητός κανένας τώρα
δε θα στέλνει απάνω
στους ολύμπιους τον καπνό της ιερής θυσίας.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΔΙΟΣΚΟΥΡΟΙ

ΔΙΟΣΚΟΥΡΟΙ
(αστερισμός)
 
ἂφθιτοὶ τε καὶ φθιτοὶ, τεθνᾶσι κοὐ τεθνᾶσι
 

Καταγωγή

Στην Ιλιάδα η Ελένη, περπατώντας στα τείχη της Τροίας και αναγνωρίζοντας τους Αχαιούς πολέμαρχους, αναρωτιέται γιατί δεν διακρίνει ανάμεσά τους και τα αδέλφια της και κάνει διάφορες υποθέσεις για την απουσία τους. Εκείνο που δεν γνωρίζει είναι αυτό που μαρτυρεί ο ποιητής, ότι από καιρόν τους είχε η γη σκεπάσει /εκεί στην Λακεδαίμονα, στην ποθητήν πατρίδα (Γ 243-244). Αλλά ενώ η ομηρική παράδοση θέλει τους Διόσκουρους θνητούς που υφίστανται και αυτοί τον θάνατό τους, μεθομηρικές παραδόσεις αλλά και προομηρικές ενδείξεις εμφανίζουν τους Διόσκουρους αθάνατους ή με μοιρασμένη αθανασία.
 
Ήδη από τον 7ο αι. π.Χ. ο ένας από τους διδύμους, ο Πολυδεύκης, θεωρούνταν αθάνατος, ενώ ο Κάστορας θνητός. Έτσι, δημιουργήθηκε ο μύθος της διπλής ταυτότητας και της διπλής γέννας:
 
Ψάλε μου, Μούσα καλλίφωνη, Κάστορα και Πολυδεύκη,
τους Τυνδαρίδες, που προήλθαν από τον Ολύμπιο Δία·
αυτούς τους γέννησε κάτω απ' του Ταΰγετου η αφέντρα
Λήδα σμίγοντας κρυφά με τον μαυροσύννεφο Κρονίδη.
Έχετε γεια, Τυνδαρίδες, αναβάτες γρήγορων αλόγων
(Ομ. Ύμνος, Εις Διοσκούρους)
 
Όταν ο Δίας πλάγιασε με τη Λήδα παίρνοντας τη μορφή του κύκνου, την ίδια νύχτα που εκείνη βρέθηκε ερωτικά με τον Τυνδάρεω, από τον Δία γεννήθηκε ο Πολυδεύκης και η Ελένη, από τον Τυνδάρεω ο Κάστορας <και η Κλυταιμνήστρα>. (Απολλόδ. 3.10)
 
Άλλη παράδοση θέλει τη Λήδα να γεννά ένα αυγό και από αυτό να βγαίνουν τα δύο ζευγάρια των διδύμων. Ή δύο αυγά και από το ένα να βγαίνουν οι αθάνατοι Ελένη και Πολυδεύκης και από το άλλο οι θνητοί Κλυταιμνήστρα και Κάστορας. Ή τα δίδυμα αγόρια να έχουν γεννηθεί νωρίτερα και να παρίστανται στη γέννηση της Ελένης· σε αυτή την περίπτωση, οι κωνικοί πίλοι που φέρουν στην αγγειογραφία είναι το ανοιγμένο στα δύο κέλυφος του αυγού. Όπως και να έχει, δύο από τα παιδιά της Λήδας είχαν θνητό πατέρα και δύο αθάνατο. Γι' αυτό και τα δύο αγόρια ονομάζονται και Διόσκουροι, γιοι του Δία, αλλά και Τυνδαρίδες, γιου του Τυνδάρεου, όπως και οι δύο αδελφές τους. Ως τόπος της γέννησής τους ορίζεται ο Ταΰγετος της Λακεδαίμονος χώρας ή, σύμφωνα με τον Αλκμάνα, η βραχονησίδα Πέφνος στη δυτική πλευρά του Ταΰγετου ή η Θεράπνη, ΝΑ της Σπάρτης, που υπήρξε και ο παλαιότερος τόπος της λατρείας τους. Ως τόπος της ανατροφής τους ορίζεται η Πελλάνα, Β της Σπάρτης.
 
Θεωρούνται κατ' εξοχήν Δωριείς ήρωες, που ανταγωνίζονται τον Ίωνα Θησέα, ικανοί πολεμιστές και αθλητές: Από τα παιδιά της Λήδας ο Κάστορας ασκούνταν στην πολεμική τέχνη και ο Πολυδεύκης στην πυγμαχία, και για την ανδρεία τους ονομάστηκαν και οι δυο Διόσκουροι (Απολλόδ. 3. 11.1). Ο Πλάτωνας συγκαταλέγει τον Πολυδεύκη στους περιφημότερους μυθικούς παλαιστές (Νόμ. 7.796a).
 

Αργοναυτική εκστρατεία

Δύο φορές οι Αργοναύτες σώθηκαν από τους κινδύνους στη θάλασσα χάρη στους Διόσκουρους που συμμετείχαν στην εκστρατεία και στον Ορφέα που ήταν μυημένος στα μυστήρια της Σαμοθράκης. Την πρώτη φορά, μετά την αναχώρηση των Αργοναυτών από το ακρωτήριο Σίγειο της Τρωάδας, δυο αστέρια έπεσαν στα κεφάλια των Διοσκούρων· τη δεύτερη, στη μέση του Εύξεινου Πόντου, σταμάτησαν κατά προτροπή του Ορφέα, ώστε με τη μύηση όλων στα Μυστήρια του ιερού νησιού να πετύχουν ευνοϊκό ταξίδι -σωότεροι ναυτίλλοιντο.

Στην αρχαιότερη, ως τις μέρες μας, απεικόνιση του Ορφέα και των Αργοναυτών στη μετόπη του μονόπτερου των Σικυωνίων στους Δελφούς, οι Διόσκουροι μέσα στην Αργώ πλαισιώνουν τον Ορφέα και έναν άλλο μουσικό, όρθιους με λύρες στα χέρια τους (560 π.Χ. Δελφοί, Αρχαιολογικό Μουσείο). Ο ερυθρόμορφος κρατήρας με ελικωτές λαβές του ζωγράφου του Τάλου μαρτυρεί το πέρασμα των Αργοναυτών από την Κρήτη, καθώς στη μία πλευρά του κρατήρα παριστάνονται οι Διόσκουροι να συγκρατούν τον ετοιμοθάνατο Τάλο (αριστερά η Μήδεια, δεξιά ο Ποσειδώνας και η Αμφιτρίτη παρακολουθούν), ενώ στην άλλη πλευρά παριστάνονται τρεις Αργοναύτες μέσα και γύρω από την Αργώ σε ακρογιάλι της Κρήτης (400-390 π.Χ., Ruvo, Museo Jatta, 1501).
 
Οι Διόσκουροι διακρίθηκαν ιδιαίτερα στη χώρα των Βεβρύκων:
 
[Οι Αργοναύτες] Άφησαν τη Μυσία για τη χώρα των Βεβρύκων, όπου βασιλιάς ήταν ο Άμυκος, γιος του Ποσειδώνα και της <νύμφης> Βιθυνίδας [ευρετής της πυγμαχίας]. Ρωμαλέος άνδρας, ανάγκαζε τους ξένους που προσέγγιζαν τη χώρα του να πυγμαχούν μαζί του και με αυτόν τον τρόπο τους εξουδετέρωνε. Ανέβηκε λοιπόν και τότε στην Αργώ και προκαλούσε τον πιο γενναίο απ' όλους σε πυγμαχία. Ο Πολυδεύκης δέχτηκε την πρόκληση να παλέψει μαζί του και, χτυπώντας τον στον αγκώνα, τον σκότωσε. Τότε όρμησαν εναντίον του Βέβρυκες, αλλά οι γενναίοι άρπαξαν τα όπλα και σκότωσαν πολλούς την ώρα που το έβαζαν στα πόδια. (Απολλόδωρος 1.119)
 
Καλυδώνιος κάπρος
 
Μαζί με άλλους διαλεχτούς νέους οι Διόσκουροι πήραν μέρος στο κυνήγι του Καλυδώνιου κάπρου. Ο Απολλόδωρος παραδίδει τα ονόματά τους:
 
Ο Μελέαγρος, γιος του Οινέα, ο Δρύας, γιος του Άρη, και οι δυο από την Καλυδώνα, ο Ίδας και ο Λυγκέας, γιοι του Αφαρέα, από τη Μεσσήνη, ο Κάστορας και ο Πολυδεύκης, γιοι του Δία και της Λήδας, από τη Σπάρτη, ο Θησέας, γιος του Αιγέα, από την Αθήνα, ο Άδμητος, γιος του Φέρητα, από τις Φερές, ο Αγκαίος και ο Κηφέας, γιοι του Λυκούργου, από την Αρκαδία, ο Ιάσονας, γιος του Αίσονα, από την Ιωλκό, ο Ιφικλής, γιος του Αμφιτρύωνα, από τη Θήβα, ο Πειρίθους, γιος του Ιξίονα, από τη Λάρισα, ο Πηλέας, γιος του Αιακού, από τη Φθία, ο Τελαμώνας, γιος του Αιακού, από τη Σαλαμίνα, ο Ευρυτίωνας, γιος του Άκτορα, από τη Φθία, η Αταλάντη, κόρη του Σχοινέα, από την Αρκαδία, ο Αμφιάραος, γιος του Οϊκλή, από το Άργος· μαζί τους ήταν και οι γιοι του Θέστιου.
 

Απαγωγές αδελφών


Οι δύο αδελφές, η Κλυταιμνήστρα και η Ελένη, έπεσαν θύματα απαγωγών. Και στις δύο περιπτώσεις οι αδελφοί Διόσκουροι κυνηγούν τους απαγωγείς, τον Αγαμέμνονα και τον Θησέα:
 
Για τον γάμο του Αγαμέμνονα με την Κλυταιμνήστρα παραδίδεται ότι την πόθησε και ότι, για να την αποκτήσει, σκότωσε τον πρώτο σύζυγό της και γιο του Θυέστη Τάνταλο, καθώς και το παιδί τους χτυπώντας το στο έδαφος. Τα αδέλφια της Κλυταιμνήστρας, ο Κάστορας και ο Πολυδεύκης, οι Διόσκουροι, καταδίωξαν το ζεύγος θέλοντας να απαλλάξουν την αδελφή τους από τον ανεπιθύμητο γάμο, μέχρι που ο Αγαμέμνονας κατέφυγε στον πατέρα τους και πεθερό του, τον Τυνδάρεο, ο οποίος και αποδέχθηκε τον γάμο (Ευρ., Ιφιγένεια εν Αυλίδι 1148-1156· Απολλόδ., Επιτομή 2.15 κ.ε.).
 
Με την αρπαγή της Ελένης από τον Θησέα και την εκστρατεία των Διοσκούρων εναντίον του απαγωγέα εκδηλώνεται η εχθρότητα των Δωριέων με τους Ίωνες. Οι Διόσκουροι όχι μόνο διεκδίκησαν πίσω την αδελφή τους αλλά και παρενέβησαν στη δυναστική διαμάχη της Αθήνας ανάμεσα στον Θησέα και τον διεκδικητή της δυναστείας Μενεσθέα, εγγονού του Ερεχθέα, υπέρ του δεύτερου. Πιο συγκεκριμένα: Όταν η Ελένη ήταν μόλις δώδεκα χρονών, την απήγαγαν ο πενηντάχρονος Θησέας και ο φίλος του Πειρίθοος, την ώρα που το κορίτσι τελούσε λατρευτικό χορό στον ναό της Ορθίας Αρτέμιδος στη Σπάρτη. Στον κλήρο που έριξαν οι δυο φίλοι, την κέρδισε ο Θησέας που την πήγε στις Αφίδνες της Αττικής, γιατί οι Αθηναίοι δεν ήθελαν να δεχτούν την Ελένη στην πόλη από τον φόβο πολέμου με τους Σπαρτιάτες. Εκεί την εμπιστεύτηκε στη μητέρα του Αίθρα. Όσο όμως ο Θησέας έλειπε στον Κάτω Κόσμο μαζί με τον Πειρίθοο για να απαγάγουν την Περσεφόνη, τα αδέλφια της, οι Διόσκουροι, οργάνωσαν εκστρατεία με σώμα Αρκάδων και Λακεδαιμονίων. Στην αρχή ζήτησαν ειρηνικά την αδελφή τους από τους Αθηναίους. Όταν όμως εκείνοι αποκάλυψαν ότι δεν είχαν το κορίτσι ούτε ήξεραν πού βρισκόταν, τότε ο Κάστορας και ο Πολυδεύκης κινήθηκαν επιθετικά εναντίον τους. Οι παραδόσεις λένε ότι οι κάτοικοι της Δεκέλειας τους πληροφόρησαν πού ήταν κρυμμένη η αδελφή τους ή ο Ακάδημος· γι' αυτό και οι Σπαρτιάτες στις πολυάριθμες επιδρομές τους στην Αττική, κατά τα ιστορικά χρόνια, σέβονταν την Ακαδημία, όπου ήταν θαμμένος ο ήρωας. Επιτέθηκαν στην Άφιδνα, κατέλαβαν την πόλη και ξαναβρήκαν την αδελφή τους. Αιχμαλώτισαν και την Αίθρα, τη μητέρα του αττικού ήρωα, που έγινε δούλα της Ελένης. Έπειτα επανέφεραν από την εξορία τον Μενεσθέα, έναν εγγονό του Ερεχθέα, που συγκέντρωσε τους δυσαρεστημένους από τις μεταρρυθμίσεις του Θησέα ευγενείς και τον εγκατέστησαν στον θρόνο της Αττικής.
 

Τρωικός πόλεμος


Οι Διόσκουροι δεν συγκαταλέγονται στους μαχητές του Τρωικού πολέμου, αν και αδέλφια της Ελένης, γιατί νωρίτερα είχαν πεθάνει (Όμ., Ιλ. Γ 234-244*). Αποθεωμένοι εμφανίζονται στο τέλος του έργου Ελένη του Ευριπίδη και προφητεύουν τη συνέχεια της ζωής της αδελφής τους -θα ζήσει με τον Μενέλαο- και προαναγγέλλουν το «τέλος» της -την αποθέωσή της μετά τον θάνατό της (στ. 1813-1845**).
 
Διόσκουροι και Λευκιππίδες. Γάμος και «θάνατος»

Για τον γάμο τους με τις Λευκιππίδες οι μυθογράφοι παραδίδουν δύο εκδοχές.
 
1. Ο θνητός πατέρας τους Τυνδάρεος είχε δυο αδέλφια, τον Αφαρέα και τον Λεύκιππο. Οι γιοι του Αφαρέα, ο Ίδας και ο Λυγκέας, παντρεύτηκαν τις κόρες του θείου τους και ξαδέλφες τους, τη Φοίβη και την Ιλάειρα. Προσκεκλημένοι στον γάμο ήταν και οι Διόσκουροι που όμως άρπαξαν τις νύφες. Στη σύγκρουση που ακολούθησε σκοτώθηκαν ο Κάστορας και ο Λυγκέας.
 
2. Οι Διόσκουροι παντρεύτηκαν τις Λευκιππίδες και απέκτησαν παιδιά -από τον Πολυδεύκη και τη Φοίβη γεννήθηκε ο Μνησίλεως, από τον Κάστορα και την Ιλάειρα ο Ανώγων. Με τα ξαδέλφια τους όχι μόνο δεν συγκρούστηκαν αλλά οργάνωσαν και εκστρατεία στην Αρκαδία, με σκοπό να κλέψουν ζώα. Στην επιστροφή συγκρούστηκαν για τη μοιρασιά της λείας. Ο Απολλόδωρος διηγείται:
Όταν κάποτε, μαζί με τα παιδιά του Αφαρέα, τον Ίδα και τον Λυγκέα, έκλεψαν μερικά βόδια από την Αρκαδία, παραχώρησαν στον Ίδα το δικαίωμα να τα διαμοιράσει· και αυτός, αφού τεμάχισε ένα βόδι σε τέσσερα μέρη, είπε ότι όποιος έτρωγε πρώτος το ένα κομμάτι θα έπαιρνε τη μισή λεία και ο δεύτερος το υπόλοιπο. Αλλά πρόφτασε και κατανάλωσε πρώτος το δικό του μέρος ο Ίδας, καθώς και του αδελφού του, και μαζί έφεραν το σύνολο της λείας στη Μεσσήνη. Τότε οι Διόσκουροι εκστράτευσαν εναντίον της Μεσσήνης και πήραν πίσω και εκείνη τη λεία και πολλή άλλη ακόμη. Και παραμόνευαν και για τον Ίδα και για τον Λυγκέα. Ο Λυγκέας, μόλις είδε τον Κάστορα, ειδοποίησε τον Ίδα, κι εκείνος τον σκοτώνει. Ο Πολυδεύκης όμως τους κατεδίωξε και σκότωσε τον Λυγκέα ρίχνοντας το δόρυ του· την ώρα όμως που κυνηγούσε τον Ίδα, εκείνος τον χτύπησε με πέτρα στο κεφάλι, και τραυματίστηκε (ή πέθανε) [=πίπτει σκοτωθείς). Και τότε ο Δίας κατακεραύνωσε τον Ίδα και ανέβασε τον Πολυδεύκη στον ουρανό. Επειδή όμως ο Πολυδεύκης δεν δεχόταν να γίνει αθάνατος τη στιγμή που ο Κάστορας κείτονταν νεκρός, ο Δίας παραχώρησε και στους δυο το δικαίωμα να είναι μία μέρα στους θεούς και μία μέρα ανάμεσα στους ανθρώπους. Όταν οι Διόσκουροι πέρασαν στους θεούς, ο Τυνδάρεος έστειλε και κάλεσε τον Μενέλαο στη Σπάρτη και του παρέδωσε τη βασιλεία. (Απολλόδ. 11.2)
 
Μια τρίτη εκδοχή θέλει τους Διόσκουρους να έχουν αρπάξει τις Λευκιππίδες στον γάμο τους αλλά και τα κοπάδια των Αφαρητιδών, γιατί τους είχαν προσβάλει δημόσια για τον γάμο τους.
Πάντως, σε όλες τις εκδοχές η αιτία της σύγκρουσης είναι η αρπαγή γυναικών ή/και κοπαδιών.
 
Αποθέωση, λατρεία, επιφάνειες
 
Η εκτεταμένη λατρεία των Διοσκούρων δεν μπορούσε να εξηγηθεί μόνο από την ηρωική τους υπόσταση. Γι' αυτό και λογίσθηκαν για θεοί και εξομοιώθηκαν με τα άστρα και τοποθετήθηκαν στον ουρανό από τον Δία σχηματίζοντας τον αστερισμό των Διδύμων. Η αποθέωσή τους έγινε σαράντα χρόνια μετά τον αγώνα τους με τους Αφαρητίδες. Λατρεύτηκαν σε διάφορα μέρη, στην Αρκαδία***, στην Άμφισσα**** κ.α. και θαυμάστηκαν οι επιφάνειές τους στους ανθρώπους είτε πάνω στα άσπρα φτερωτά τους άλογα είτε φτερωτοί οι ίδιοι.
 
Θεωρούνται θεοί προστάτες και σωτήρες από διάφορους κινδύνους, στον πόλεμο, στην ασθένεια, στη θάλασσα. Η παρέμβασή τους προϋπέθετε θυσία ή προσευχή από τον ναυαγό ή τον απειλούμενο με ναυάγιο. Τότε κατέφθαναν αστραπιαία, η θύελλα σταματούσε, το ίδιο και η τρικυμία.
 
Λεγόταν ότι εμφανίζονταν στους θνητούς ως ξενιζόμενοι και ανάλογα με τη συμπεριφορά τους τους αντάμειβαν ή τους τιμωρούσαν. Ευεργέτησαν, για παράδειγμα, τον Αρκάδα Ευφορίωνα που δέχτηκε να τους φιλοξενήσει και από τότε φίλευε όλους τους περαστικούς. Αντίθετα, τιμώρησαν τον Σπαρτιάτη Φορμίωνα που ναι μεν τους δέχτηκε στο σπίτι του και τους το παραχώρησε ολόκληρο όχι όμως ένα συγκεκριμένο δωμάτιο που ζήτησαν οι μεταμφιεσμένοι σε ταξιδιώτες από την Κυρήνη Διόσκουροι. Το σπίτι αυτό ήταν παλιά του Τυνδάρεου και το δωμάτιο που ζήτησαν να μείνουν οι Διόσκουροι ήταν το δωμάτιο των παιδικών τους χρόνων. Εκεί όμως έμενε η κόρη του φιλόξενου, κατά τα άλλα, Φορμίωνα που αρνήθηκε να τους το παραχωρήσει. Τη νύχτα η κόρη εξαφανίστηκε μαζί με τις δούλες της και τους ξένους. Αντί γι' αυτήν στο δωμάτιο βρέθηκαν τα ξόανα των Διοσκούρων και ένα τραπέζι όπου οι ξένοι είχαν τοποθετήσει το αρωματικό και φαρμακευτικό φυτό σίλφιον, κύρια παραγωγή της Κυρήνης.
 
Αποθεωμένοι προανήγγειλαν την τύχη της Ελένης από το θεολογεῖον στην έξοδο της ομώνυμης τραγωδίας του Ευριπίδη και συμβούλευσαν τον Θεοκλύμενο σε ένα κείμενο που ο ποιητής περιγράφει και τη δικαιοδοσία των Διδύμων αδελφών:
 
Της χώρας βασιλιά, Θεοκλύμενε, άκου·
συγκράτησε τον άπρεπο θυμό σου·
οι Διόσκουροι μιλούν, οι γιοι της Λήδας,
τ' αδέλφια της Ελένης που 'χει φύγει
απ' το παλάτι σου· γραφτό δεν ήταν
γυναίκα σου να γίνει· μη θυμώνεις.
Η κόρη της Νηρηίδας, η αδελφή σου
Θεονόη, δε σ' αδικεί που δείχνει σέβας
στους νόμους των θεών και στου γονιού σου
τις δίκαιες εντολές. Όριζε η μοίρα
στο σπίτι σου να μείνει ως τώρα μόνο·
όταν συθέμελα την Τροία γκρεμίσαν,
τ' όνομα της Ελένης δε χρειαζόταν
στους θεούς άλλο· πρέπει αυτή να ζήσει
με τον παλιό της άντρα και μαζί του
στο σπιτικό της να γυρίσει πίσω.
Λοιπόν στην αδελφή σου μην υψώσεις
το μαύρο σου σπαθί και να το ξέρεις
πως φρόνιμα έχει πράξει. Την Ελένη,
αφού θεούς μας έκαμεν ο Δίας,
θα 'χαμε σώσει από καιρό· όμως στέκουν
άλλοι θεοί κι η Μοίρα πάνωθέ μας
κι έτσι το θέλησαν· αυτά για σένα·
στην αδελφή μας τούτα προφητεύω:
Πήγαινε με τον άντρα σου και πρίμος
αγέρας θα φυσάει· από κοντά σας,
εμείς, τα δυο σου αδέλφια, θα βοηθούμε,
στο κύμα καβαλάρηδες, να φτάσεις
στη Σπάρτη. Κι όταν πια θα τελειώσουν
οι μέρες της ζωής σου και πεθάνεις,
θεά θα ονομαστείς κι απ' τους ανθρώπους,
μαζί με μας, θα δέχεσαι θυσίες
και δώρα, όπως έχει ορίσει ο Δίας.
(Ευρ., Ελένη 1813-1845, μετ. Τ. Ρούσσος)
 
Όσο για τον καταστερισμό τους από τον Δία στον αστερισμό των Διδύμων, αυτός, σύμφωνα με τον Ερατοσθένη (1.10*****), οφείλεται στη φιλαδελφία τους και στο γεγονός ότι δεν μάλωσαν ποτέ ούτε για θέματα εξουσίας και ηγεμονίας ούτε για κανέναν άλλον λόγο.

Οι Διόσκουροι για τους Διόσκουρους


Οι Διόσκουροι είναι θεότητες ουράνιες και χθόνιες, στενά δεμένες με τον θάνατο και τη ζωή, το φως και το σκοτάδι. Οι ίδιοι μιλούν για τον εαυτό τους από το θεολογεῖον στην Έξοδο της τραγωδίας Ηλέκτρα του Ευριπίδη. Εξ ονόματος και του Πολυδεύκη ο θνητός στη ζωή του Κάστορας απευθύνθηκε στον Ορέστη:
 
Βλαστάρι του Αγαμέμνονα, άκουσέ μας·
σου μιλούνε της μητέρας σου τ' αδέλφια
οι Διόσκουροι, ο Κάστορας και τούτος
ο αδελφός μου ο Πολυδεύκης. Μόλις
εγαληνέψαμε τρανή φουρτούνα
για το καλό ενός καραβιού και στο Άργος
ήρθαμε, καθώς είδαμε το φόνο
της αδερφής μας που μητέρα σου είναι.
Ετούτη δίκαια τιμωρήθηκε, μα δίκαια
δεν έπραξες εσύ.
 
Στης Σικελίας το πέλαγο εμείς τώρα
πηγαίνουμε γοργά, κάτι καράβια
να σώσουμε απ' το κύμα. Στον αιθέρα
όταν ψηλά περνούμε, δε βοηθάμε
τους άνομους· εκείνους που αγαπήσαν
τα όσια στη ζωή τους και το δίκιο,
εκείνους απ' τα βάσανα γλιτώνοντας
τους σώζουμε. Και τ' άδικο έτσι πάντα
κανένας να μη θέλει να το πράξει
μήτε να ταξιδεύει με ορκοπάτες.
Θεός εγώ τα λέγω στους θνητούς.
(Ευρ., Ηλ. 1238-1244, 1347-1356)
 
Ο ναυτικός χαρακτήρας των Διόσκουρων
 
Ήδη αναφερθήκαμε στη ιδιαίτερη σχέση των Διοσκούρων με τα θαλασσινά ταξίδια. Την πρώτη φορά, μετά την αναχώρηση των Αργοναυτών από το ακρωτήριο Σίγειο της Τρωάδας, τα πλοία και οι επιβαίνοντες σώθηκαν χάρη στα δυο αστέρια που έπεσαν στα κεφάλια των Διοσκούρων και φώτισαν τον δρόμο. Και σήμερα οι ηλεκτρικές λάμψεις στα ιστία των πλοίων σε καιρό τρικυμίας ονομάζονται διόσκουροι. Οι Ρωμαίοι σμίλευαν στα ακρόπρωρα των καραβιών τους ομοιώματα Διοσκούρων. Τέτοια ομοιώματα είχε και το πλοίο που μετέφερε τον Απόστολο Παύλο στη Δύση για να κηρύξει τη νέα θρησκεία (Πράξεις, κη' 11)· νωρίτερα είχε περάσει από το νησί των Μυστηρίων των Μεγάλων Θεών, τη Σαμοθράκη (Πράξεις, ιστ' 11), των οποίων οι Διόσκουροι, όπως και άλλες ελάσσονες και ομαδικές θεότητες, θεωρούνταν συνοδοί θεοί και μεσολαβητές των ανθρώπων προς αυτούς.
 
Άλλη εκδοχή
 
Σε διάφορα βιβλία δίνεται η πληροφορία ότι το ζευγάρι των Διδύμων που καταστερίστηκε ήταν τα αδέλφια Αμφίονας και Ζήθος. Η πηγή αυτής της αντίληψης δεν δίνεται, δεν βρίσκεται σε κείμενα της ελληνορωμαϊκής αρχαιότητας. Ίσως ο συσχετισμός των δύο αδελφών με τον αστερισμό των Διδύμων να οφείλεται στο γεγονός ότι τα δύο αδέλφια είναι δίδυμα, ότι είναι παιδιά του Δία, Διὸς κοῦροι, Διόσκουροι. Μπορεί η απαρχή να βρίσκεται στην πληροφορία που δίνει ο Παυσανίας (9.17.4-7) ότι οι κάτοικοι της Τιθορέας στη Φωκίδα είχαν σε καλό να παίρνουν λίγο χώμα από τον τάφο των διδύμων αδελφών στην πόλη τους και να το ρίχνουν στον τάφο της μητέρας τους Αντιόπης κάθε που ο ήλιος περνούσε από τον αστερισμό του Ταύρου. Οι Θηβαίοι, που κι αυτοί γνώριζαν την πορεία του ήλιου, έβαζαν φρουρούς την ίδια περίοδο στον τάφο της Αντιόπης, για να διώχνουν τους Φωκείς· γιατί αυτό που ήταν καλό για τους Φωκείς δεν ήταν καλό για τους ίδιους.
-------------------------------
*Οι θνητοί Διόσκουροι
 
Η Ελένη, περπατώντας στα τείχη της Τροίας και αναγνωρίζοντας τους Αχαιούς πολέμαρχους, αναρωτιέται γιατί δεν διακρίνει ανάμεσά τους και τα αδέλφια της και κάνει διάφορες υποθέσεις για την απουσία τους:
 
κι όλους τους άλλους Αχαιούς και βλέπω και γνωρίζω
και θα ημπορούσ΄ αλάθευτα να ειπώ τα ονόματά τους,
και δύο μόνον βασιλείς να ιδώ δεν κατορθώνω
τον Κάστορα ιπποδαμαστήν, τον πύκτην Πολυδεύκην·
κι είναι αδελφοί μου, από μια μητέρα γεννημένοι·
μήπως στην Λακεδαίμονα την ποθητήν εμείναν,
ή με τους άλλους έφθασαν κι εκείνοι στην Τρωάδα,
αλλά δεν θέλουν να φανούν στες μάχες των ανδρείων,
μην πάρουν από τ΄ όνειδος και από την εντροπή μου »;
Αυτά 'λεγε και από καιρόν τους είχε η γη σκεπάσει
εκεί στην Λακεδαίμονα, στην ποθητήν πατρίδα.
(Όμ., Ιλ. Γ 234-244)
 
**Η ρήση των Διόσκουρων
 
Της χώρας βασιλιά, Θεοκλύμενε, άκου·
συγκράτησε τον άπρεπο θυμό σου·
οι Διόσκουροι μιλούν, οι γιοι της Λήδας,
τ' αδέλφια της Ελένης που 'χει φύγει
απ' το παλάτι σου· γραφτό δεν ήταν
γυναίκα σου να γίνει· μη θυμώνεις.
Η κόρη της Νηρηίδας, η αδελφή σου
Θεονόη, δε σ' αδικεί που δείχνει σέβας
στους νόμους των θεών και στου γονιού σου
τις δίκαιες εντολές. Όριζε η μοίρα
στο σπίτι σου να μείνει ως τώρα μόνο·
όταν συθέμελα την Τροία γκρεμίσαν,
τ' όνομα της Ελένης δε χρειαζόταν
στους θεούς άλλο· πρέπει αυτή να ζήσει
με τον παλιό της άντρα και μαζί του
στο σπιτικό της να γυρίσει πίσω.
Λοιπόν στην αδελφή σου μην υψώσεις
το μαύρο σου σπαθί και να το ξέρεις
πως φρόνιμα έχει πράξει. Την Ελένη,
αφού θεούς μας έκαμεν ο Δίας,
θα 'χαμε σώσει από καιρό· όμως στέκουν
άλλοι θεοί κι η Μοίρα πάνωθέ μας
κι έτσι το θέλησαν· αυτά για σένα·
στην αδελφή μας τούτα προφητεύω:
Πήγαινε με τον άντρα σου και πρίμος
αγέρας θα φυσάει· από κοντά σας,
εμείς, τα δυο σου αδέλφια, θα βοηθούμε,
στο κύμα καβαλάρηδες, να φτάσεις
στη Σπάρτη. Κι όταν πια θα τελειώσουν
οι μέρες της ζωής σου και πεθάνεις,
θεά θα ονομαστείς κι απ' τους ανθρώπους,
μαζί με μας, θα δέχεσαι θυσίες
και δώρα, όπως έχει ορίσει ο Δίας.
(Ευρ., Ελένη 1813-1845)
 
***Η λατρεία των Διοσκούρων στην Αρκαδία
 
Κλειτορίοις δὲ καὶ Διοσκούρων, καλουμένων δὲ θεῶν Μεγάλων ἐστὶν ἱερὸν ὅσον τέσσαρα ἀπέχον στάδια ἀπὸ τῆς πόλεως· καὶ ἀγάλματά ἐστιν αὐτοῖς χαλκᾶ.
Οι Κλειτόριοι [στην Αρκαδία] έχουν και ιερό αφιερωμένο στους Διόσκουρους, που αποκαλούνται και Μεγάλοι Θεοί, σε απόσταση τεσσάρων περίπου σταδίων από την πόλη· μέσα σε αυτό υπάρχουν και χάλκινα αγάλματά τους. (Παυσανίας, 8, 21, 4)
 
****Η λατρεία των Διοσκούρων στην Άμφισσα
 
ἄγουσι δὲ καὶ τελετὴν οἱ Ἀμφισσεῖς Ἀνάκτων καλουμένων παίδων· οἵτινες δὲ θεῶν εἰσιν οἱ Ἄνακτες παῖδες, οὐ κατὰ ταὐτά ἐστιν εἰρημένον, ἀλλ᾽ οἱ μὲν εἶναι Διοσκούρους, οἱ δὲ Κούρητας, οἱ δὲ πλέον τι ἐπίστασθαι νομίζοντες Καβείρους λέγουσι.
Οι Αμφισσείς τελούν και μυστήρια προς τιμή των Βασιλόπαιδων, όπως αποκαλούνται. Οι υποθέσεις ποιοι από τους θεούς είναι οι Βασιλόπαιδες δεν συμφωνούν μεταξύ τους· μερικοί λένε ότι είναι οι Διόσκουροι, άλλοι οι Κουρήτες και άλλοι, που ισχυρίζονται ότι γνωρίζουν καλύτερα, θεωρούν ότι είναι οι Κάβειροι. (Παυσανίας, 10, 38, 7)
 
*****Ο αστερισμός των Διδύμων
 
Οὗτοι λέγονται Διόσκουροι εἶναι· ἐν δὲ τῇ Λακωνικῇ τραφέντες ἐπιφάνειαν ἔσχον, φιλαδελφίᾳ δὲ ὑπερήνεγκαν πάντας· οὔτε γὰρ περὶ ἀρχῆς οὔτε περὶ ἄλλου τινὸς ἤρισαν· μνήμην δὲ αὐτῶν Ζεὺς θέσθαι βουλόμενος τῆς κοινότητος, Διδύμους ὀνομάσας εἰς τὸ αὐτὸ ἀμφοτέρους ἔστησεν ἐν τοῖς ἄστροις.
(Ερατ., Καταστερισμοί 1.10)

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΠΛΙΤΙΚΗ ΦΑΛΑΓΓΑ

Η ιστορία της ελληνικής πολεμικής μηχανής (ΜΕΣΑ ΤΟΥ 7ου ΑΙΩΝΟΣ π.χ)
 
Στη στρατιωτική  μεταρρύθμιση  της  οπλιτικής  φάλαγγας  κατά  την  αρχαϊκή  εποχή  οδήγησαν :
 
            1.  Η χρήση  του  σιδήρου.
 
      2.  Η μεταβολή  της  πολεμικής  τακτικής  στην  οποία  προέχει  πλέον  το  σύνολο  κι  όχι   
           το άτομο. (Cl. Mosse,   «Αρχαϊκή  κοινωνία»)
 
      3.  Οι τεχνικές  καινοτομίες  που  ακολούθησαν  τη  χρήση  του  σιδήρου.
 
      4.  Κυρίως  οι  κοινωνικές  μεταβολές  που  οδήγησαν  στον  υποσκελισμό  των  ευγενών  στρατιωτών
 
      5.  Η εμφάνιση  της  πόλεως.  Το  γεγονός  αυτό  σημαίνει  ιδιοποίηση  μιας  εδαφικής  περιοχής  και  επομένως καθορισμένα σύνορα,  με  τη συνακόλουθη  ανάγκη  υπερασπίσεώς  των.  Το  καθήκον  αυτό  των  πολιτών θα  οδηγήσει  στην  επινόηση της φάλαγγας  και  στη συμμετοχή  σ’ αυτή  όλων  όσων  μπορούν  ν’ αποκτήσουν πανοπλία.  
 
    «Το  φαινόμενο  της  οπλιτικής  φάλαγγας  συνιστά  ένα  νέο  τρόπο  διεξαγωγής  του  πολέμου, όπου  η  μάχη  δεν  είναι  μια  σειρά  μονομαχιών,  αλλά  σύγκρουση  δύο  πειθαρχειμένων  κι  ενοποιημένων  συνόλων  από  οπλίτες  και  προεκτείνεται  στον  πολιτικό  χώρο  ως  ένα  υπόβαθρο  για  την  εμφάνιση  της  δημοκρατίας.  Το  φαινόμενο  αυτό  όμως δεν  προέρχεται  κατά  βάθος  απ’ την  εφαρμογή  κάποιας  τεχνολογικής  ανακάλυψης, αλλά  έχει  κοινωνικό  και  πολιτικό  περιεχόμενο».  
 ( Κ. Καστοριάδης )
  
        Απ’ την  ισοτιμία  των  οπλιτών  της  φάλαγγας, που  ήταν  αποτέλεσμα  του  τρόπου  λειτουργίας  της, προέκυψε  και  η  απαίτηση  για  ίση  συμμετοχή  στη  λήψη  των  πολιτικών  αποφάσεων. 
 
    «Το  άτομο  αποτελεί  αναπόσπαστο  τμήμα  της  πόλης, και  για  να  έχει  ή  για  να  απαιτήσει  μια  θέση  στον  πολιτικό  της  κόσμο  πρέπει  να  συνεργάζεται  και  να  συμπάσχει  με  το  υπόλοιπο  τμήμα  των  πολιτών. Αυτό  το  πνεύμα  εκφράζεται  στη  νέα  τακτική  του  πολέμου  που  εισάγεται  κατά  τον  7ο  αιώνα  π.χ. ,την  οπλιτική  φάλαγγα.  Ενώ  παλαιότερα  οι  μάχες  έπαιρναν  τη  μορφή  συμπλοκών  μεταξύ  ευγενών  των  δύο  παρατάξεων, η  νέα  τακτική  απαιτεί  τις  μαχητικές  ικανότητες  του  συνόλου  των  πολεμιστών  προς  διατήρηση  αδιάσπαστης  της  πολεμικής  παράταξης. Η  πολεμική  ανδρεία  που  στα  ομηρικά  έπη  χαρακτήριζε  τους  ευγενείς  «καθίσταται  τώρα  καθήκον  προς  το  κράτος, καθήκον  στο  οποίο  όλοι  οι  πολίτες  είναι  χρεώστες.»
(Jaeger, «ΠΑΙΔΕΙΑ»)
 
     «Η  οικονομική  ανάπτυξη  και  οι  τεχνικές  πρόοδοι  που  συντελούνται  στη  μεταλλοτεχνία  καθιστούν  δυνατή  την  αλλαγή  που  πραγματοποιείται  τον  7ο  αιώνα  π. χ.  στον  οπλισμό  και  την  τακτική  του  πολέμου.  Ενώ  μέχρι  τότε  οι  έφιπποι  ιππείς  οπλισμένοι  με  ξίφος  και  λόγχη, και  προφυλαγμένοι  από  μεγάλη  σε  μέγεθος  ασπίδα  και  πανοπλία  έκριναν  την  έκβαση  της  μάχης, με  την  τακτική  της  αγωνιζόμενης  σε  συμπαγή  παράταξη  φάλαγγας  ο  ρόλος  του  ιππικού  μειώθηκε.» 
( «ΑΠΟ  ΤΗ  ΦΥΛΕΤΙΚΗ  ΚΟΙΝΩΝΙΑ  ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ»,  Άννα  Ραμού-Χαψιάδη )         
 
     «Στην εποχή των τυράννων συντελέστηκαν πολλές αλλαγές. Μία από τις σημαντικότερες ήταν η σύσταση της φάλαγγας των οπλιτών, συνέπεια της οποίας υπήρξε ένα νέο είδος οπλισμού και τακτικής και κυρίως η προσέλκυση των μεσαίων τάξεων στον στρατό. Η παρεπόμενη ανέλιξη αυτών των τάξεων ίσως έπαιξε ρόλο στον σφετερισμό της εξουσίας από τους πρώτους τυράννους. Σε αυτή τη στρατιωτική καινοτομία αποδίδεται συνήθως καίριος ρόλος, ως παράγοντας προστασίας της δημοκρατίας.» 
( «Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ»,  Christian Meier)
 
           «Κατ’ αρχάς ένας παράγοντας που έπαιξε αποφασιστικό ρόλο ήταν ο στρατιωτικός παράγοντας. Η νεοσχηματιζόμενη πόλη, όπως την ορίσαμε πιο πάνω, αποτελείτο από μία αριστοκρατία πολεμιστών που κατείχαν άλογα και όπλα και εξασφάλιζαν την κοινή άμυνα. Όμως, με την ανάπτυξη των πόλεων, η ανάγκη κάθε πόλης να υπερασπίζεται τα εδάφη της από τις καταπατήσεις των γειτονικών πόλεων οδήγησε στη διεύρυνση της ιδιότητας του πολεμιστή.
 
Η ιδιότητα αυτή χαρακτήριζε όλους εκείνους που ήταν σε θέση να προμηθευτούν πανοπλία, δηλαδή τον βαρύ εξο­πλισμό του οπλίτη. Έτσι, αναφέρεται συχνά ο όρος «επανάσταση των οπλιτών», όπου οι άτακτες μάχες και οι ηρωικές μονομαχίες των επών αντικαταστάθηκαν από τον σχηματισμό σε φάλαγγα, στην οποία όλοι οι μαχόμενοι παρατάσσονταν σε γραμμές και σχημάτιζαν μια συμπαγή μάζα πίσω από την προστασία της περίφημης στρογγυλής ασπίδας που κρατούσαν στο αριστερό χέρι. Και μάλιστα, περισσότερο και από τη δημιουργία της φά­λαγγας, αυτό που είχε σημαντικές συνέπειες ήταν το άνοιγμά της σε όλο και μεγαλύτερο αριθμό μαχητών. Διότι μέσα στη φάλαγγα κανένας από τους μαχητές δεν ήταν αναντικατάστατος, ήταν συνεπώς όλοι ίσοι, και η νίκη συνεπαγόταν ίση κατανομή των λαφύρων, είτε επρόκειτο για όπλα, ζώα ή γαίες.
 
 Η διεύρυνση των στοίχων της φάλαγγας συνέβαλε στην ανάπτυξη της ιδέας της ισότητας. Και από την ισότητα στη διανομή των λαφύρων κα­τέστη δυνατό το πέρασμα στην ισότητα κατά τη διανομή της πολιτικής εξουσίας. Είναι ευνόητο ότι τα πράγματα δεν εξελί­χθηκαν τόσο απλά ούτε και με τον ίδιο τρόπο παντού. Στη Σπάρ­τη, για παράδειγμα, η ιδιότητα του πολίτη ταυτίζεται από πολύ νωρίς με την πολεμική ιδιότητα, καθώς οι Σπαρτιάτες ήταν κατ' αρχήν και πάνω απ' όλα στρατιώτες, εφόσον η υποδούλωση των ειλώτων τούς εξασφάλιζε πλήρη οικονομική ανεξαρτησία. Αλ­λού, μόνο εκείνοι που μπορούσαν να αποκτήσουν τον εξοπλισμό του οπλίτη είχαν τη δυνατότητα να συμμετέχουν στις συνελεύ­σεις, και ο δήμος ταυτιζόταν με τους ένοπλους πολίτες. Αυτό τουλάχιστον αφήνει να εννοηθεί ο φιλόσοφος Αριστοτέλης, που θεωρούσε αυτή την «πόλη των οπλιτών» ως την καλύτερη δυνατή». 
                                                             
Ἡ ὁπλιτική ἐπανάσταση
    
Σέ ἕνα μεγάλο καί πλούσια διακοσμημένο κορινθιακό ἀγγεῖο τῶν μέσων του 7ου αἰώνα, τήν οἰνοχόη Chigi, ὑπάρχει στό πάνω μέρος, ἀκριβῶς κάτω ἀπό τό λαιμό, μία σκηνή μάχης, ὅπου ἀντιπαρατάσσονται δυό ὁμάδες στρατιωτῶν. Ἴσως βέβαια νά πρόκειται γιά κάποια τελετουργική σκηνή. Ἐκεῖνο ὅμως πού μᾶς ἐντυπωσιάζει εἶναι ἡ διάταξη τῶν στρατιωτῶν καί στίς δυό ὁμάδες: προχωρώντας μέ κοινό βηματισμό κρατοῦν τίς ἀσπίδες τους ἔτσι ὥστε νά ἐφάπτονται καί νά σχηματίζουν ἕνα ἀδιαπέραστο τεῖχος. Πρόκειται γιά τήν παλαιότερη ἀναπαράσταση στρατιωτικῆς φάλαγγας, πράγμα πού ἐνισχύει τήν ἄποψη ὅτι ἀπό τόν 7ο αἰώνα αὐτή ἡ μέθοδος ἄρχισε νά χρησιμοποιεῖται σέ ὅλες τίς ἑλληνικές πόλεις.
 
Αὐτή ὅμως ἡ «ἐπανασταση» στή στρατιωτική τακτική δέν ἐμφανίστηκε ἀπό τή μία στιγμή στήν ἄλλη. Πρέπει λοιπόν νά ἐρευνήσουμε σέ ποιές συνθῆκες δημιουργήθηκε ἡ φάλαγγα καί ποιές ἦταν οἱ ἐπιπτώσεις της στήν ἐξέλιξη τῆς ἀρχαϊκῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας. Στήν ἔρευνα αὐτή θά μᾶς βοηθήσουν τά κείμενα καί τά ἀρχαιολογικά δεδομένα. Χάρη σ’αὐτά τά τελευταῖα μποροῦμε νά διακρίνουμε τίς καινοτομίες στόν τομέα τῆς τεχνικῆς, πού ὁδήγησαν στήν ὁλοκλήρωση τῆς πανοπλίας τῶν ὁπλιτῶν. Πρῶτα ἀπ’ ὅλα τήν ἀντικατάσταση τοῦ χαλκοῦ ἀπό τόν σίδηρο: ἀπό τόν 11ο αἰώνα ἐμφανίζονται σιδερένια ἀντικείμενα καί ὄπλα. Σιδερένια ξίφη τοῦ 10ου αἰώνα βρέθηκαν στίς νεκροπόλεις τῆς Κύπρου, στόν Κεραμεικό τῆς Ἀθήνας καί στό Ἄργος, καθώς καί δόρατα κοντότερα καί ἐλαφρότερα ἀπό τά μυκηναϊκά χάλκινα, τά ὁποῖα εἶναι πλέον ὅπλα ἑκηβόλα καί ὄχι ἀγχέμαχα. Κυρίως ὅμως ἡ ἀνακάλυψη τοῦ τάφου ἕνος πολεμιστῆ στό Ἄργος, πού περιεῖχε ὁλόκληρη τήν πανοπλία του, μαρτυρεῖ ὅτι εἶχε ἤδη ἀρχίσει ἀπό τόν 9ο αἰώνα νά διαμορφώνεται ἡ μελλοντική πανοπλία τοῦ ὁπλίτη: κράνος μέ λοφίο σέ σχῆμα πέταλου, χάλκινος θώρακας, ζωστήρας κτλ. Ἡ ἀσπίδα μέ τή διπλή λαβή παρουσιάζεται μόνο στό τέλος τοῦ 8ου αἰώνα. ΙΙράγματι, ἐκεῖνο πού χαρακτηρίζει τήν ἀσπίδα τοῦ ὁπλίτη πέρα ἀπό τό κυκλικό της σχῆμα, γνωστό ἤδη ἀπό τό τέλος τῆς μυκηναϊκῆς ἐποχῆς, εἶναι ἡ δεύτερη λαβή, ἡ ἀντιλαβή, πού προστίθεται πλάι στήν κεντρική λαβή, τόν πόρπακα, γιά νά τήν κρατᾶ κάνεις πιό σταθερά, πράγμα πού μαρτυρεῖ μιά νέα λειτουργία τοῦ ὅπλου, ἄρα καί μιά ἀλλαγή τῆς πολεμικῆς μεθόδου. Ἐνῶ, δηλαδή, τήν ὁμηρική ἐποχή ὁ νικημένος πολεμιστής πετοῦσε τήν ἀσπίδα του καί τρεπόταν σέ φυγή, ὁ ὁπλίτης κρατᾶ ὡς τό τέλος τήν ἀσπίδα του, πού ἐξασφαλίζει ὄχι μόνο τήν ἄμυνά του, ἀλλά καί τήν προστασία τοῦ ὁπλίτη πού στέκεται ἀριστερά του.
 
Ἔτσι, ἡ ἰδιαιτερότητα τῶν «ἐπαναστατικῶν» ἐξελίξεων στόν στρατιωτικό τομέα δέν ἔγκειται τόσο στά στοιχεῖα τοῦ ὁπλισμοῦ, τά ὁποῖα ἄλλωστε, μέ ἐξαίρεση τήν ἀντιλαβή, ἦταν ἤδη γνωστά ἀπό τό τέλος τῆς μυκηναϊκῆς ἐποχῆς, ὅσο στήν υἱοθέτηση μιᾶς πολεμικῆς τακτικῆς ὅπου προέχει τό σύνολο καί ὄχι τό ἄτομο, καί ὅπου ἐκεῖνο πού ἔχει κυρίως σημασία εἶναι «νά κρατοῦν [οἱ ὁπλίτες] τή θέση τους στή γραμμή, νά ὁρμοῦν μέ ἕνα βῆμα ἐναντίον τοῦ ἐχθροῦ, νά μάχονται μέ τίς ἀσπίδες ἑνωμένες καί νά ἐκτελοῦν ὅλους τούς ἑλιγμούς σάν ἕνας ἄνθρωπος». Ὁ αὐλητής πού ὑπάρχει στήν παράσταση τῆς οἰνοχόης Chigi ἀποδεικνύει τή σπουδαιότητα τῆς ρυθμικῆς κίνησης τῶν στρατιωτῶν, ἐκφράζοντας, θά ἔλεγε κανείς, τή σωφροσύνη, δηλαδή τήν αὐτοκυριαρχία, σέ ἀντίθεση μέ τή λύσσα, τή μανία πού κυριαρχοῦσε στή μάχη κατά τήν ὁμηρική ἔποχη.
 
Ὁ ἱστορικός ὅμως ἀντιμετωπίζει τό ἑξῆς πρόβλημα: Τί ὁδήγησε ἄραγε στήν ἐπινόηση τῆς φάλαγγας; Οἱ διάφορες τεχνικές ἐξελίξεις, πού κατέληξαν στή δημιουργία τῆς πανοπλίας, ἤ οἱ κοινωνικοί μετασχηματισμοί πού συμβαίνουν στόν ἑλληνικό κόσμο τήν αὐγή τῆς ἀρχαϊκῆς ἔποχης;
 
Οἱ σύγχρονοι ἐπιστήμονες ἔχουν ἀπαντήσει μέ διάφορους τρόπους. Ἄλλοι δέχονται ὡς αἴτια τίς τεχνικές καινοτομίες, ἄλλοι τίς κοινωνικές ἀλλαγές πού ὁδήγησαν στόν ὑποσκελισμό τῶν εὐγενῶν στρατιωτῶν ἀπό τους μικροεισοδηματίες ἀγρότες, οἱ ὁποῖοι μποροῦσαν τώρα νά προμηθευτοῦν μιά πανοπλία, μιά καί δέν στοίχιζε πιά τόσο ἀκριβά, θά ἔπρεπε ἴσως νά δεχτοῦμε καί τίς δυό προτάσεις, ἔτσι ὅμως τό πρόβλημα γίνεται ἀκόμα πιό περίπλοκο. Πρῶτα πρῶτα, ἐπειδή ὑπάρχουν διαφορές ἀνάμεσα στίς πόλεις. Ἀντίθετα ἀπό ὅ,τι ὑποστηρίχτηκε συχνά, τό σύστημα τῆς φάλαγγας δέν υἱοθετήθηκε, ὅπως φαίνεται, παντοῦ ταυτοχρόνως, ἔστω καί ἄν ἡ υἱοθέτησή του ἀπό μιά πόλη εἶχε ἀργά ἤ γρήγορα ὡς ἀποτέ-λεσμα τή διάδοσή του καί στίς γειτονικές. Κυρίως ὅμως ἐπειδή, ὅπως ἀποδεικνύουν καί πρόσφατες μελέτες, δέν ὑπῆρξε ἀρχικά ὁλοκληρωτική διαφοροποίηση τῆς πολεμικῆς τακτικῆς, πλήρης δηλαδή ἀντικατάσταση τῶν ἀριστοκρατικῶν πολεμικῶν μεθόδων ἀπό τή φάλαγγα τῶν πολιτῶν ὁπλιτῶν. Πράγματι, εἶναι φανερό ὅτι οἱ ἀριστοκράτες ἦταν ἐκεῖνοι πού ἐφάρ-μοσαν πρῶτοι στήν πράξη τή συλλογική αὐτή πολεμική μέθοδο. Πρέπει ἐπίσης νά ὑπογραμμίσουμε ὅτι οἱ ἀριστοκρατικές παραδόσεις ἑξακολουθούσαν νά ἰσχύουν καί γιά τούς ὁπλίτες μέ τή μορφή τῶν κανόνων τοῦ ἀγῶνος, στόν ὁποῖο ἐπιβάλλεται ἡ ἀνωτερότητα τῶν ἀρίστων: ἡ διατήρηση τῆς ὑπεροχῆς στό πεδίο τῆς μάχης, ἡ ἀνέγερση τροπαίου μέ τά ὅπλα τοῦ ἡττημένου ἐχθροῦ, μαρτυροῦν τήν ἐπιβίωση τῶν ἀριστοκρατικῶν ἐθίμων, πού ἐκδηλώνεται κυρίως στή διατήρηση, ὡς τήν κλασική ἐποχή, σωμάτων ἐπίλεκτων πολεμιστῶν στίς τάξεις τοῦ στρατοῦ τῶν πολιτῶν, τά ὁποῖα μάχονται κατά φάλαγγα, ὅπως οἱ «Τριακόσιοι» στή Σπάρτη ἤ στή Θήβα καί οἱ «Ἱππεῖς» στήν Ἀθήνα.
 
Ἡ διαπίστωση ὅμως τῆς ἐπιβίωσης τῶν ἀριστοκρατικῶν παραδόσεων δέν ἀρκεῖ γιά νά ἑρμηνεύσει τήν ἐμφάνιση τῆς φάλαγγας, οὔτε, κατά μείζονα λόγο, τή συμμετοχή σ’αὐτήν καί μελῶν τοῦ δήμου. Ἐδῶ πρέπει νά παρεμβληθεῖ ἕνα οὐσιαστικό στοιχεῖο: ὅπως ὑποστήριξε ὁ Μ. Detienne, ἡ πόλη καί ἡ φάλαγγα «παρουσιάζουν ὁμόλογη δομή». Ἡ φάλαγγα, ὅπως καί ἡ πόλη, ἀπαρτίζεται ἀπό «ἀλληλομετάθετες μονάδες», καί καθώς ἡ πόλη συγκροτεῖται βαθμηδόν ὡς πολιτικό σχῆμα, οἱ ἀριστοκράτες τοῦ στρατεύματος, ἡ ἐλίτ τῶν πολεμιστῶν, παύουν πιά νά ἐπιδιώκουν ἀνδραγαθίες στό ἀτομικό ἐπίπεδο καί πολεμοῦν «σέ πυκνή παράταξη». Ὅπως λοιπόν ἐμφανίζονται στά ὁμηρικά ἔπη τά πρῶτα σημάδια τῆς ἀστι-κῆς ζωῆς, ἔτσι κι ἐδῶ παρουσιάζονται οἱ πρῶτες μορφές συλλογικοῦ ἀγώνα.
 
Ἡ γέννηση ὅμως τῆς πόλης συνδέεται, ὅπως προαναφέραμε, μέ τήν ἰδιοποίηση μίας ἐδαφικῆς περιοχῆς καί τόν καθορισμό τῶν συνόρων της. Ἡ ὑπεράσπιση αὐτων τῶν συνόρων ἀποτελεῖ γιά τήν κοινότητα τῶν πολιτῶν ἐπιτακτικό καθῆκον καί ὁδηγεῖ στήν υἱοθέτηση τῆς φάλαγγας καί τή συμμετοχή σ’αὐτήν ὅλων ὅσοι μποροῦν νά ἀποκτήσουν πανοπλία. Νά λοιπόν ποιά εἶναι ἡ οὐσία: πέρα ἀπό τίς ἀντιστοιχίες μεταξύ πολεμιστή καί πολίτη παρατηροῦμε καί τή διεύρυνση τοῦ στρατεύματος, πού εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τή διεύρυνση τῆς κοινότητας τῶν πολιτῶν. Ἡ προσχώρηση «ἀνθρώπων τοῦ λαοῦ» στή φάλαγγα πλάι σέ «μέλη τοῦ δήμου» ἐπιφέρει βαθιές κοινωνικές ἀλλαγές, πού ἀρκετές φορές εἶναι τό ἀποτέλεσμα συγκρούσεων. Ὅπως ἀναφέρει ὁ Μ. Detienne, οἱ «ἄνθρωποι τοῦ λαοῦ» ἐπωφελήθηκαν ἀπό τή συμμετοχή τους στόν πόλεμο, ἐνῶ γιά τά «μέλη τοῦ δήμου» ἦταν μόνο πηγή δεινῶν. Ἐπιπλέον ἡ φάλαγγα, ἐπιβάλλοντας ἀναγκαστικά ἕνα πνεῦμα ἰσότητας, ἀπέβαινε τελικά εἰς βάρος τους, ἐπειδή θά ἀνέκυπταν διεκδικήσεις γιά ἴση κατανομή τῶν λαφύρων καί τῶν ἐδαφῶν πού εἶχαν κατακτηθεῖ, καθώς καί γιά δίκαιη κατανομή τῆς γῆς τῶν πόλεων, πράγμα πού συνέβη, ὅπως θά δοῦμε, στή Σπάρτη καί τήν Ἀθήνα. Τέλος, ἀπό αὐτή τήν ἰσοτιμία τῶν ὁπλιτῶν τῆς φάλαγγας προέκυψε καί ἡ ἀπαίτηση για ἴση συμμετοχή στή λήψη τῶν πολιτικῶν ἀποφάσεων.
 
Ἡ ἐμφάνιση λοιπόν τῆς φάλαγγας εἶναι ἕνας ἀπό τους κυριότερους παράγοντες τῆς κρίσης πού συνταράζει ἀπό τόν 8ο αἰώνα τήν ἑλληνική ἀριστοκρατική κοινωνία. Ὄντας γέννημα τῶν ἀναγκῶν τῆς ἴδιας της ἀριστοκρατικῆς πόλης, ἡ φάλαγγα ἄνοιξε τό δρόμο γιά τό καθεστώς ἰσονομίας στήν πόλη τοῦ 6ου αἰώνα. Αὐτή ἡ μετάβαση δέν ἔγινε παντοῦ μέ τόν ἴδιο τρόπο. Ἐκεῖ ὅπου ὑπῆρχε ἰσχυρή ἐλεύθερη ἀγροτική τάξη γίνεται χωρίς μεγάλες ἀπώλειες, καί κυρίως χωρίς συγκρούσεις. Ὅπου ὅμως κατέχει τήν ἐξουσία μιά ἰσχυρή ἀριστοκρατία, ἀπό τήν ὁποία ἐξαρτᾶται μεγάλος ἀριθμός ὑποτελῶν, κυριαρχεῖ ἡ βία. Στήν πρώτη περίπτωση ὑπάρχουν οἱ «νομοθέτες», πού ἐξισορρόπησαν τίς δυό δυνάμεις, τούς ἀγαθούς καί τούς κακούς, καί γιά τούς ὁποίους μιλοῦν μέ σεβασμό ἀκόμα καί τήν κλασική ἐποχή. Στή δεύτερη περίπτωση ἐμφανίζονται οἱ τύραννοι, πού ἀνατρέπουν τήν κοινωνική ἰσορροπία, γύρω ἀπό τους ὁποίους δημιουργεῖται μέ τήν πάροδο τῶν αἰώνων μιά πλούσια παράδοση μέ θέματα πού ἐπαναλαμβάνονται μέ ζῆλο. Νομοθέτες καί τύραννοι ὑπῆρξαν σύγχρονοι. Καμιά φορά μάλιστα ἡ τυραννίδα παρεμβάλλεται ἀνάμεσα σέ δυό «νομοθεσίες», ὅπως στήν Ἀθήνα μεταξύ Σόλωνα καί Κλεισθένη. Γιά νά διευκολυνθεῖ ἡ ἀνάλυση, εἴμαστε ἀναγκασμένοι νά ἐξετάσουμε τίς δύο περιπτώσεις χωριστά, μολονότι ἀναγνωρίζουμε ὅτι τέτοιοι διαχωρισμοί εἶναι αὔθαιρετοι.
 
Η ΟΠΛΙΤΙΚΗ ΦΑΛΑΓΓΑ ΣΕ ΣΥΡΡΑΞΗ (Οπλιτικές τακτικές)
 

Η επίθεση της οπλιτικής παράταξης διενεργείτο με τους πολεμιστές των τριών ή των τεσσάρων πρώτων στοίχων να κρατούν τα δόρατα τους σε οριζόντια θέση, προτεταμένα προς τον εχθρό. Τρεις ή τέσσερις αιχμές δοράτων εμπόδιζαν τον εχθρό να φτάσει στον πρώτο στοίχο της φάλαγγας. Οι πολεμιστές των γραμμών που ακολουθούσαν, είχαν τα δόρατα τους σε κεκλιμένη θέση προκειμένου να μην τραυματίσουν με τις αιχμές τους οπλίτες των εμπρόσθιων στοίχων και για να έχουν τους σαυρωτήρες (Σαυρωτήρ: ορειχάλκινη αιχμή της πίσω απόληξης του οπλιτικού δόρατος) με κατεύθυνση προς τα κάτω, έτσι ώστε να σκοτώνουν τους τραυματισμένους εχθρούς όταν περνούσαν από πάνω τους. Ο κύριος σκοπός της κλίσης των δοράτων ήταν να ανακόπτουν τα βλήματα που δέχονταν από τους ψιλούς του εχθρού (ακόντια, βέλη, πέτρες, κ.α.).
 
Η μάχη ξεκινούσε με τις δύο αντίπαλες φάλαγγες να κινούνται η μια εναντίον της άλλης. Η είσοδος στο πεδίο της σύρραξης συνοδευόταν είτε από πολεμικά άσματα, τους παιάνες –όπως συνήθιζαν οι στρατοί των Σπαρτιατών και των άλλων Δωριέων – είτε από πολεμικές ιαχές. Όταν οι οπλιτικοί στρατοί πλησίαζαν μεταξύ τους σε απόσταση περίπου μισού έως ενός σταδίου (89-177 μέτρα), οι πολεμιστές άρχιζαν να τρέχουν με σκοπό να επιπέσουν ορμητικά επί του εχθρού. Αυτό έπραξαν οι Αθηναίοι και οι Πλαταιείς εναντίον των Περσών στον Μαραθώνα. Εξαίρεση σε αυτόν τον γενικό κανόνα αποτελούσαν οι Σπαρτιάτες οι οποίοι βάδιζαν μέχρι την εκ του συστάδην σύρραξη, με οργανωμένο σχηματισμό και συγχρονισμένο βηματισμό, τον ρυθμό του οποίου έδιναν οι ήχοι αυλών. Στόχευαν στην τρομοκράτηση του εχθρού με την ψυχραιμία και την «απάθεια» τους. Μερικοί ερευνητές έχουν υποθέσει ότι και άλλοι στρατοί δωρικών πόλεων ακολουθούσαν αυτήν την τακτική εισόδου στη μάχη.
 
Το πρώτο στάδιο της σύρραξης των οπλιτών ήταν ο «δορατισμός», η ανταλλαγή πληγμάτων με τα δόρατα ανάμεσα στους πρώτους στοίχους των αντιμαχόμενων φαλαγγών. Τα ξύλινα στελέχη αρκετών δοράτων έσπαζαν κατά τη σφοδρή συμπλοκή. Οι αντίπαλοι πλησίαζαν τόσο πολύ ο ένας τον άλλον ώστε οι ασπίδες τους ακουμπούσαν. Το δόρυ ήταν πλέον δύσχρηστο σε τόσο περιορισμένο χώρο για αυτόν τον λόγο ο οπλίτης συχνά το εγκατέλειπε και ξιφουλκούσε. Επρόκειτο για την φάση της συμπλοκής που ονομαζόταν «ωθισμός». Κύριο στοιχείο της ήταν η διαρκής καταπόνηση της εχθρικής φάλαγγας με την επιφάνεια των ασπίδων των προμάχων (των οπλιτών των εμπρόσθιων στοίχων), με τα ξίφη τους καθώς και με τις λόγχες των οπλιτών των πίσω γραμμών οι οποίοι έπλητταν τους αντιπάλους χάρη στα μακριά ξύλινα στελέχη των δοράτων τους. Οι πολεμιστές των πίσω στοίχων ωθούσαν τους μπροστινούς τους προκειμένου να ενδυναμώσουν την προσπάθεια. Η σωματική δύναμη είχε μεγάλη σημασία κατά την διάρκεια αυτού του αγώνα.
 
Επιδίωξη του ωθισμού ήταν η «παράρρηξις», δηλαδή η επίτευξη ρήγματος στον εχθρικό σχηματισμό. Το ρήγμα οδηγούσε στη διάλυση της εχθρικής φάλαγγας και στην άτακτη οπισθοχώρηση των πολεμιστών της. Στο προηγούμενο σχετικό άρθρο (βλ. στην αρχή) αναφερθήκαμε στον έτερο τρόπο διάλυσης μιας οπλιτικής παράταξης, την πλαγιοκόπηση και την περικύκλωση της. Ειδικά ο πανίσχυρος σπαρτιατικός σχηματισμός οπλιτών ήταν ικανός να επιτύχει ταυτόχρονα ρήγμα και υπερκέραση της αντίπαλης παράταξης. Έως την εποχή των «Μηδικών», οι Σπαρτιάτες επιτύγχαναν συχνά τη νίκη χωρίς καν να χρειαστεί να πολεμήσουν αγχέμαχα με τον εχθρό. Η θρυλική μαχητικότητα τους ενίοτε οδηγούσε τον αντίπαλο στο να διαλύσει την παράταξη του πριν αυτοί προλάβουν να πλησιάσουν. Εντούτοις, όταν οι αντίπαλοι οπλίτες είχαν την τόλμη να συμπλακούν με τους Σπαρτιάτες, δεν επιτύγχαναν τίποτα περισσότερο από μια ηθική νίκη θάρρους. Σύντομα οι οπλίτες της Σπάρτης επικρατούσαν και τους νικούσαν χάρη στο υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης και αντοχής τους. Είναι χαρακτηριστικό πως επί τρεις αιώνες –από τη μάχη των Υσιών (669/8 π.Χ.) έως τη μάχη των Λεύκτρων (371)– οι Σπαρτιάτες δεν βίωσαν την ήττα σε καθαυτό μάχη οπλιτών. Η σπαρτιατική φάλαγγα έφερε τον οπλιτικό πόλεμο στον κολοφώνα του.
 
Οι νότιοι Έλληνες δεν κατεδίωκαν τον ηττημένο εχθρό προκειμένου να μη διασπάσουν τις τάξεις της φάλαγγας τους. Γενικά οι νότιοι Έλληνες θεωρούσαν ότι η μάχη τελείωνε όταν η μια από τις δύο αντιμαχόμενες φάλαγγες κατελάμβανε το πεδίο της. Αντίθετα, οι βόρειοι Έλληνες, ειδικότερα οι Μακεδόνες, φρονούσαν ότι νίκησαν πραγματικά μόνο αν κατεδίωκαν και εξόντωναν ή αιχμαλώτιζαν σημαντικό μέρος του εχθρικού στρατεύματος, μια αποστολή που εξεπλήρωναν το ιππικό και οι υπασπιστές. Αυτός ήταν ο λόγος που οι μακεδονικές νίκες κατέληγαν συνήθως στη γενική σφαγή των αντιπάλων.
 
Η νοτιοελληνική πρακτική έναντι του ηττημένου εχθρού ενείχε το χαρακτηριστικό της μεγαλοψυχίας αλλά η βορειοελληνική ήταν ορθότερη, διότι επιτύγχανε την αποτροπή της ανάκαμψης του εχθρού για σημαντικό χρονικό διάστημα. Στην πραγματικότητα ο άτυπος «κανόνας» της μεγαλοψυχίας έναντι του νικημένου τηρείτο μόνο μεταξύ Ελλήνων επειδή αυτοί φρονούσαν ότι δεν έπρεπε να χύνεται άδικα ελληνικό αίμα. Αν ο αντίπαλος ήταν βάρβαρος, μάλλον δεν μπορούσε να ελπίζει στο έλεος του νικητή. Οι νότιοι Έλληνες κατακρεούργησαν τους Ασιάτες πολεμιστές κατά τους Περσικούς πολέμους. Περίπου ενάμιση αιώνα αργότερα, οι Μακεδόνες του Αλεξάνδρου σφαγίασαν με τον ίδιο μαζικό τρόπο τους πολεμιστές του Δαρείου, του Πώρου, των Μαλλών, κ.α. Οι ίδιες συνήθειες επικρατούσαν στην μεταχείριση των αιχμαλώτων, τουλάχιστον μέχρι τα «Μηδικά». Αν επρόκειτο για Έλληνες, κατά κανόνα ανταλλάσσονταν μεταξύ των δύο εμπολέμων ή απελευθερώνονταν με το τέλος των εχθροπραξιών. Αν οι αιχμάλωτοι δεν ήταν Έλληνες, κατέληγαν στα σκλαβοπάζαρα.
 
Η επίσημη παραδοχή της ήττας ήταν το αίτημα των νικημένων για σπονδές από τον νικητή, προκειμένου να τους επιτραπεί η συλλογή των νεκρών τους από το πεδίο. Αλλά πριν από αυτό, οι νικητές διενεργούσαν τη «σκύλευση», δηλαδή την συλλογή των όπλων των νεκρών αντιπάλων ως λάφυρα. Ένα μέρος τους χρησιμοποιείτο προκειμένου να κατασκευαστεί τρόπαιο στο σημείο της νίκης. Το τρόπαιο δεν αποτελούσε μόνιμο μνημείο, κάτι που οφειλόταν στην προαναφερόμενη πολιτική σεβασμού μεταξύ Ελλήνων. Το τρόπαιο μπορούσε να είναι μόνιμο σε περιπτώσεις που ο ηττημένος ήταν μη-Ελληνας.
 
Η άνοδος και η πτώση της οπλιτικής φάλαγγας
 
Από την εμφάνισή τους κατά τα μέσα του 8ου αιώνα π.Χ και μέχρι τα μέσα του 4ου οι Έλληνες οπλίτες αποτελούσαν χωρίς αμφιβολία το φοβερότερο βαρύ πεζικό της αρχαιότητας. Οι Ελλαδίτες ειδικότερα ήταν περιζήτητοι μισθοφόροι σε ανατολή και δύση, καθώς είχαν αποκτήσει τεράστια πολεμική εμπειρία χάρη στις συνεχείς πολεμικές συγκρούσεις της περιόδου.
 
Ο σχηματισμός μάχης τους ήταν η φάλαγγα, ένας συμπαγής σχηματισμός κρούσης. Αν και σύμφωνα με κάποιους συγγραφείς ο οπλιτικός τρόπος του μάχεσθαι σε φάλαγγα φέρεται να επινοήθηκε στην Μικρά Ασία και συγκεκριμένα από τους Κάρες (υπόθεση που αμφισβητείται), ο οπλίτης «γεννήθηκε» σίγουρα στον ελλαδικό χώρο αποτελώντας εξέλιξη του μυκηναϊκού και υστερομυκηναϊκού επέτη, του βαριά οπλισμένου με πανοπλία ευγενούς πολεμιστή που πλαισίωνε πάνω σε άρμα ή πεζός τους Αχαιούς άνακτες. Με την κατάρρευση του ανακτορικού συστήματος διοίκησης και με την σταδιακή ανάδειξη της πόλεως-κράτους ως τον πυρήνα της πολιτικής ζωής στην Ελλάδα, στο πλευρό των φατριών των αριστοκρατών πολεμιστών για την υπεράσπιση της πατρώας γης στάθηκαν και οι έως τότε παρίες της πολιτικής ζωής αγρότες. Καθώς ο οπλιτικός τρόπος μάχης σε φάλαγγα δεν απαιτούσε ιδιαίτερη δεξιοτεχνία στα πολεμικά, παρά μόνο καλή φυσική κατάσταση, πειθαρχία και καρτερία, αρετές που οι αγρότες-πολίτες των ελληνικών πόλεων-κρατών διέθεταν και με το παραπάνω, τα στρώματα των μεσαίων και μικρών ιδιοκτητών γης κυριάρχησαν στις τάξεις της φάλαγγας της πόλης τους. Σταδιακά και με διαφορετικό βαθμό επιτυχίας ανά περιοχή, κατάφεραν κεφαλαιοποιήσουν πολιτικά αυτήν την πραγματικότητα μειώνοντας την ισχύ των παλαιών αριστοκρατικών οικογενειών που αποτελούσαν την έως τότε στρατιωτική και πολιτική ελίτ.
   
Τα κριτήρια στρατολόγησης ήταν κυρίως περιουσιακά και διέφεραν από πόλη σε πόλη. Συνήθεις προϋποθέσεις ήταν η ιδιοκτησία γης και η δυνατότητα αγοράς του βασικού οπλιτικού εξοπλισμού, δηλαδή της ασπίδας (στρογγυλή «αργολική», γνωστή και ως «όπλον», ή οκτώσχημη «βοιωτική») και στιβαρού δόρατος, με ίδια έξοδα. Η στρατιωτική υπηρεσία θεωρείτο προνόμιο κατά την πρώιμη εποχή, καθώς συνδεόταν άμεσα με την δυνατότητα άσκησης των πολιτικών δικαιωμάτων. Έτσι συμμετείχαν μόνο οι πολίτες που πληρούσαν συγκεκριμένα οικονομικά και κοινωνικά κριτήρια που διέφεραν ανά περιοχή.
 
Κατά την αρχαϊκή και κλασική περίοδο (8ος-5ος αιώνας π.Χ.) δεν υπήρχε κάποιο θεσμοθετημένο σύστημα εκπαίδευσης. Οι πλουσιώτεροι πολίτες εκπαιδεύονταν στα όπλα από ιδιώτες οπλοδιδάσκαλους, ενώ οι φτωχότεροι λάμβαναν στοιχειώδη μόνο κατάρτιση όποτε καλούνταν για υπηρεσία και αναλόγως της διάθεσης του στρατηγού να ασχοληθεί.

Εξαίρεση αποτελούσε η Σπάρτη με την περίφημη Αγωγή, ενώ οι Αθηναίοι αναφέρεται πως είχαν αποκτήσει μεγάλη εμπειρία στα πολεμικά χάρη στις συγκρούσεις που είχαν λάβει χώρα κατά την διάρκεια ολόκληρου του 5ου αιώνα π.Χ.
 
Κατά την ύστερη περίοδο τα ελληνικά κράτη άρχισαν να ανθούν οικονομικά και να αποκτούν σημαντικό κρατικό ταμείο. Παράλληλα, χρειάζονταν όσο το δυνατόν περισσότερους στρατιώτες, ώστε να ανταπεξέλθουν στις μαζικές πολεμικές συγκρούσεις της εποχής. Τα περισσότερα κατέφυγαν στην πρόσληψη μισθοφόρων. Στην Αθήνα του ύστερου 4ου αιώνα π.Χ. από την άλλη, μετά την ήττα στην Χαιρώνεια από τους Μακεδόνες του Φιλίππου Β’, η πολιτεία επένδυσε στην εκπαίδευση των πολιτων της. Οι έφηβοι διεκπεραίωναν την «εφηβεία» τους, δηλαδή βασική στρατιωτική εκπαίδευση δύο χρόνων που αναλάμβανε να παρέχει η ίδια η πόλη στους πολίτες της. Με την επιτυχή περάτωση της εκπαίδευσης ο πολίτης-οπλίτης παραλάμβανε ως δωρεά από την πολιτεία την πανοπλία του.
 
     Η φάλαγγα διαιρείτο σε τακτικές υποδιαιρέσεις που διευκόλυναν την διοίκησή της. Μεγαλύτερη τακτική υποδιαίρεση της φάλαγγας ήταν η τάξις, που μπορούσε να περιλαμβάνει από 300 μέχρι και 1000 περίπου άνδρες και αντιστοιχούσε πολιτικά σε μία φυλή, η οποία μπορούσε να αποτελείται από αρκετές φατρίες/λόχους. Μικρότερες μονάδες ήταν η πεντηκοστύς/γένος (72-50 άνδρες) και η ενωμοτία (ομοσκηνία των 36 ανδρών που αποτελούνταν συνήθως από «αδελφότητες» πολεμιστών, συνήθως της ίδιας ηλικίας, που τους συνέδεαν συγγενικοί δεσμοί αίματος ή εξ αγχιστείας). Με την σταδιακή ένταξη όλο και περισσότερων πολιτών στην φάλαγγα που δεν άνηκαν στις παραδοσιακές φατρίες, η ένταξη στις τάξεις άρχισε να γίνεται με βάση γεωγραφικά κριτήρια παρά με τους οικογενειακούς δεσμούς, η ανάδειξη της ηγεσίας να γίνεται με διορισμό από το κράτος ή με εκλογές απευθείας από τους οπλίτες-πολίτες και να παρακάμπτει τις επιταγές της παραδοσιακής φυλετικής οργάνωσης και η ιεραρχία όλο και πιο καθετοποιημένη και με μεγαλύτερη έμφαση στο σώμα των υπαξιωματικών (στοιχιάρχης, ουραγός, σαλπιγκτές).
 
Κατά τη παράταξη σε μάχη η φάλαγγα αρχικά είχε βάθος 8 ζυγών, ενώ κατα τη περίοδο της μεγάλης ακμής της, στις αρχές του 4ου αιώνα π.Χ. είχε βάθος 12-16 ζυγών. Η φάλαγγα διακρινόταν στο «δεξιό» και το «αριστερό κέρας» και το «μέσον» που αποκαλούνταν «ομφαλός».
Η κύρια τακτική που εφαρμοζόταν ήταν ο ωθισμός, η άσκηση, δηλαδή, πιέσεως στην αντίπαλη παράταξη. Πιο συγκεκριμένα, οι πίσω γραμμές έσπρωχναν (ωθούσαν) τις μπροστινές, οι οποίες με την σειρά τους, έσπρωχναν τις πρώτες γραμμές του εχθρού. Έτσι, στις πρώτες 2-4 γραμμές της αντίπαλης παράταξης, ασκείτο τρομερή πίεση, με αποτέλεσμα πολλοί πολεμιστές, μην αντέχοντας, να πέφτουν στο έδαφος και να ποδοπατούνται από την προελαύνουσα αντίπαλη παράταξη. Κατά αυτόν τον τρόπο κρίνονταν, κυρίως, οι μάχες μεταξύ οπλιτών, για αυτό και οι νεκροί της σύγκρουσης ήταν λίγοι. Εκεί όπου υπήρχαν οι περισσότερες απώλειες, ήταν η καταδίωξη, κατά την οποία οι ηττημένοι οπλίτες διέλυαν τον σχηματισμό τους και υποχωρούσαν άτακτα.
 
Αν και ανυπέρβλητη έναντι οποιουδήποτε σύγχρονου πεζικού, η φαλαγγα των οπλιτών μπορούσε να βρεθεί σε εξαιρετικά δύσκολη θέση αν αφηνόταν χωρίς υποστήριξη από αλλα σώματα έναντι ελαφρού πεζικού ή ιππικού. Γι’αυτό οι ελληνικοί στρατοί της ύστερης περιόδου αποτελούσαν καλά οργανωμένες δυνάμεις συνδυασμένων όπλων, όπου φάλαγγα, ακροβολιστές και ιππικό συνεργάζονταν αρμονικά. Σύμφωνα με τον Αθηναίο στρατηγό του 4ου αιώνα Ιφικράτη, ένας στρατός λειτουργούσε όπως το ανθρώπινο σώμα: ο στρατηγός αποτελούσε το μυαλό, η φάλαγγα τον κορμό, το ιππικό τα πόδια και οι ακροβολιστές τα χέρια. Μια καλά εκπαιδευμένη φαλαγγα οπλιτών όπως η σπαρτιατική ή αυτή των περίφημων Μυρίων, μπορούσε να επιδείξει μεγάλη ευελιξία στο πεδίο της μάχης χάρη στις τακτικές υποδιαιρέσεις της και, σε συνεργασία με τα τμήματα ιππικού και ελαφρού πεζικού που την συνόδευαν, να ανταπεξέλθει σχεδόν σε οποιαδήποτε πρόκληση.
 
Η ένδεια των ΑΘηναίων πολιτών των αρχών του 4ου αιώνα π.Χ, καθώς και η ανάγκη ύπαρξης ενός αξιόπιστου πεζικού πολλαπλών ρόλων που θα αναλάμβανε αποστολές που δύσκολα θα μπορούσαν να φέρουν σε πέρας οι κλασικοί βαριά οπλισμένοι οπλίτες, οδήγησε τον στρατηγό Ιφικράτη στην επινόηση ενός πεζικού μέσου τύπου που, αναλόγως της αποστολής του, θα μπορούσε να πολεμήσει αποτελεσματικά τόσο σε παράταξη, όσο και σε ακροβολισμό
 
Έφερε μικρότερη, ελαφρύτερη ασπίδα, την πέλτη, και μακρύτερο δόρυ για να διαθέτει το πλεονέκτημα του πρώτου πλήγματος έναντι του αντιπάλου. Από αυτόν τον τύπο πεζικού θεωρείται από κάποιους μελετητές πως εμπνεύστηκε ο Φίλιππος Β’ της Μακεδονίας τους σαρισοφόρους φαλαγγίτες του.
 
Χάρη στη μεγαλη επιτυχία του, ιδιαίτερα κατά την περίοδο των Μηδικών, ο οπλιτικός τρόπος μάχης ξεπέρασε τα όρια του ελληνικού κόσμου και υιοθετήθηκε σύντομα και από τους στρατούς σημαντικών δυνάμεων της εποχής, όπως η Καρχηδόνα. Άλλες δυνάμεις όπως οι Αχαιμενίδες Πέρσες και η Αίγυπτος στρατολόγησαν αθρόα οπλίτες από την Ελλάδα και την Μικρά Ασία ελλείψει ιθαγενούς βαρέος πεζικού, ενώ η Ρώμη υιοθέτησε, εξέλιξε και βελτίωσε το ελληνικό υπόδειγμα, δημιουργώντας την σπειροειδή λεγεώνα της μέσης δημοκρατικής περιόδου.
 
Η οπλιτική φάλαγγα παρήκμασε κατά τα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ με την εμφάνιση της περίφημης μακεδονικής φάλαγγας που σταδιακά κυριάρχησε στον ελληνικό κόσμο, αλλά και με την ραγδαία φτωχοποίηση της Ελλάδας λόγω των συνεχών πολέμων και της αλλαγής των γεωοικονομικών δεδομένων που έφεραν η κατάκτηση της ανατολής από τον Μέγα Αλέξανδρο και η δημιουργία των ελληνιστικών βασιλείων.
 
Παράλληλα, οι εισβολές των Κελτών των αρχών του 3ου αιώνα π.Χ στον ελληνικό κόσμο, έφεραν τους Έλληνες πολεμιστές σε επαφή με τον «θυρεό», μια παραλλαγή της κελτικής ασπίδας του πολιτισμού Λα Τεν σαφώς φθηνότερης και ελαφρύτερης από το παραδοσιακό «όπλον». Μέχρι το τέλος του αιώνα οι Έλληνες πολίτες των μικρότερων πόλεων-κρατών, που δεν διέθεταν την δυνατότητα οργάνωσης στρατών συνδυασμένων όπλων σαρισοφόρων-ακροβολιστών-ιππικού ελληνιστικού τύπου, εγκατέλειψαν σταδιακά τις βαριές οπλιτικές τους εξαρτήσεις και υιοθέτησαν τον νέο «θυρεό» μετατρεπόμενοι σε μέσο πεζικό πολλαπλών ρόλων, ώστε να μπορούν να ανταποκριθούν στις προκλήσεις του σύγχρονού τους πεδίου μάχης. Οι αγέρωχοι πολεμιστές που σε παλαιότερες εποχές ταπείνωσαν τους Πέρσες σε Μαραθώνα και Πλαταιές, τον 3ο αιώνα π.Χ αποτελούσαν πλέον παρελθόν…
 

Η ιστορική συνέχεια Πρωτοελλήνων και Ελλήνων (Μέρος ΣΤ΄)


Σε αυτό το έκτο μέρος, θα δούμε τα κάτωθι…

Επιμέρους ενότητες του έκτου μέρους: 

 
Πίνακας περιεχομένων
 
 
  • 1. Τρωικά· μαρτυρίες ότι οι Αχαιοί είναι Έλληνες
  • 2. Μαρτυρίες ότι οι Τρώες είναι Έλληνες
  • 3. Οι σύμμαχοι των Τρώων
  • 4. Έλληνες-Πανέλληνες και εθνική συνείδηση αρχαίων Ελλήνων

1.Τρωικά· μαρτυρίες ότι οι Αχαιοί είναι Έλληνες


Ο Όμηρος στα έπη του, μας δίνει πολύτιμες πληροφορίες για την έρευνά μας. Ειδικά στην Ιλιάδα. Όπως είναι γνωστό, το θέμα της Ιλιάδος είναι η εκστρατεία που έγινε από τους Αχαιούς (που λέγονται επίσης Δαναοί και Αργειοί), κατά των Τρώων, με αίτιο την προσβολή της φιλοξενίας που έδειξε ο Πάρης προς τον Μενέλαο. Ο Πάρης, εκμεταλλεύθηκε τον ιερό θεσμό της φιλοξενίας, φεύγοντας με την Ελένη (την σύζυγο του Μενελάου) και κλέβοντας από τα υπάρχοντά τους.

Δέκα χρόνια κράτησε η προετοιμασία των Ελλήνων της μητροπολιτικής Ελλάδος εναντίον των Ελλήνων της Μικράς Ασίας και των συμμάχων τους. Άλλα δέκα χρόνια κράτησε η εκστρατεία, ενώ ο Όμηρος μας περιγράφει τις τελευταίες 51 μέρες, πριν την άλωση της Τροίας. Το θέμα είναι τεράστιο και οι σχετικές μελέτες των ειδικών, πολυάριθμες. Εμείς θα επικεντρωθούμε στα όσα σχετίζονται με το θέμα μας.

Αχαιοί
Οι εκστρατεύσαντες κατά της Τροίας, καλούνται από τον Όμηρο είτε ως Αχαιοί, είτε ως Δαναοί, είτε ως Αργειοί. Ο Όμηρος, στην δεύτερη ραψωδία, από τον στίχο 494 μέχρι και τον 762, αναφέρει ποιοι έλαβαν μέρος στην εκστρατεία κατά της Τροίας. Συμμετείχε στρατός από την Βοιωτία, την σημερινή Στερεά Ελλάδα, την Εύβοια, την Χαλκίδα, την Ερέτρια, την Αθήνα, την Πελοπόννησο -που είχε και την αρχιστρατηγία δια του Αγαμέμνονος-, τα νησιά του Ιονίου, την Κρήτη, την Ρόδο, την Σύμη, την Νίσυρο, την Κάσο, την Κάρπαθο, την Κω, την Φθία, το Πελασγικό Άργος, την Θεσσαλία, την Λήμνο, την Ήπειρο, κ.ά. Ο αναγνώστης μπορεί να τα δει αυτά αναλυτικά, διαβάζοντας τους συγκεκριμένους στίχους. Είναι πραγματικά συγκινητικό το γεγονός ότι οι ονομασίες είναι ίδιες με τις σημερινές.

Όπως έχουμε αναφέρει σε προηγούμενα μέρη, την εποχή των Τρωικών, η ονομασία Έλληνες δεν είχε επικρατήσει ακόμα οριστικά. Σύμφωνα με όσα αναφέρει ο Όμηρος, ο όρος «Έλληνες» χρησιμοποιούνταν για τους κατοίκους της Φθιώτιδας, και ο όρος «Πανέλληνες» για τους κατοίκους της Βόρειας Ελλάδας. Διότι στην ραψωδία Β΄, στ. 530, διαχωρίζει τους Έλληνες του Βορρά από τους Έλληνες του Νότου με τις ονομασίες «Πανέλληνες» και «Αχαιοί». Οι αρχαίοι συγγραφείς, οι μεταγενέστεροι του Ομήρου, τους ονομάζουν όλους Έλληνες, διότι είχε πλέον επικρατήσει η κοινή αυτή ονομασία.

Ο Ησίοδος αναφέρει…
Ου γαρ πω ποτέ νηί γ’ επέπλων ευρέα πόντον, ει μη ες Εύβοιαν εξ Αυλίδος, η ποτ’ Αχαιοί μείναντες χειμώνα πολύν συν λαόν άγειραν Ελλάδος εξ ιερής Τροίην ες καλλιγύναικα.
(«Έργα και ημέραι», στ. 650-653)
Δηλαδή, ποτέ δεν ταξίδεψε στην θάλασσα ο Ησίοδος, παρά μόνο από την Αυλίδα στην Εύβοια, που κάποτε οι Αχαιοί συνάθροισαν πολύ λαό από την Ιερή Ελλάδα ενάντια στην Τροία. Ιερή η Ελλάδα, λοιπόν.

Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι οι Έλληνες, εξ αιτίας της Ελένης, μάζεψαν μέγα στόλο για να καταλύσουν την δύναμη του Πριάμου…
Έλληνας δε Λακεδαιμονίης είνεκεν γυναικός στόλον μέγαν συναγείραι, και έπειτα ελθόντας ες την Ασίην, την Πριάμου δύναμιν κατελείν.
(Βιβλίο Α΄, 4.3)
Ο Αρριανός, γράφει ότι ο «Πρωτεσίλαος πρώτος εδόκει εκβήναι ες την Ασίαν των Ελλήνων των άμα Αγαμέμνονι ες Ίλιον στρατευσάντων» («Αλεξάνδρου Ανάβασις», βιβλίο Α΄, 11).

Τα φύλα που έλαβαν μέρος στα Τρωικά από την σημερινή Ελλαδική περιοχή, καλούνται επίσης Έλληνες και από τον Θουκυδίδη: «Από πάσης της Ελλάδος κοινή πεμπομένοι» (βιβλίο Α΄, 10), «η τε γαρ αναχώρησις των Ελλήνων εξ Ιλίου χρονία γενομένη πολλά ενεόχμωσε» (βιβλίο Α΄, 12).

Ο Παυσανίας αναφέρει, ότι «Ότε Έλληνες αμαρτόντες Ιλίου το πεδίον ελεηλάτουν το Μήιον ως γην Τρωάδα» («Αττικά», 4,6).
Σε άλλο βιβλίο του, ότι «Περί Φιλοκτήτου μεν εν νεων καταλόγω ποιήσας ως απολίποιεν αυτόν οι Έλληνες εν Λήμνω ταλαιπωρούντα υπό του έλκους»(«Αρκαδικά», 8.5).

Ο Ευριπίδης, «επεί το Τροίας είλον Έλληνες πέδον» («Ανδρομάχη», στ. 11).

Ο Σοφοκλής, βάζει τον Αίαντα τον Τελαμώνιο να λέει ότι τον μίσησε ο στρατός των Ελλήνων: «Και νυν τι χρη δραν; Όστις εμφανώς θεοίς εχθαίρομαι, μισεί δε μ’ Ελλήνων στρατός, έχθει δε Τροία πάσα και πεδία τάδε» («Αίας», στ. 457-479).

Σύμφωνα με τα παραπάνω, οι Αχαιοί ή Δαναοί ή Αργειοί, είναι Έλληνες. Σημειωτέον, ότι τα Τρωικά τοποθετούνται πολύ πριν το 1100, και δείχνουν ήδη συγκροτημένη συνείδηση, με κοινή γλώσσα, θρησκεία, ήθη, έθιμα, παραδόσεις.

2 Μαρτυρίες ότι οι Τρώες είναι Έλληνες


Ας δούμε τώρα τι πληροφορίες έχουμε για τους αντιπάλους και αμυνόμενους, τους Τρώες.

Το γενεαλογικό δέντρο του βασιλιά της Τροίας, Πριάμου, έχει ως εξής…

Ο Δάρδανος γέννησε τον Εριχθόνιο, και εκείνος τον Τρώα. Ο Τρώας είχε τρείς γιούς, τον Ίλο, τον Ασσάρακο, και τον Γανυμήδη. Από τον Ασσάρακο γεννήθηκε ο Αγχίσης, και από εκείνον ο Αινείας που έλαβε μέρος στα Τρωικά. Ο Ίλος γέννησε τον Λαομέδοντα, ο οποίος απέκτησε πέντε παιδιά· τον Τίθωνα, τον Λάμπο, τον Κλύτιο, τον Ικετάονα, και τον Πρίαμο, που γέννησε τον Έκτορα, που έλαβε επίσης μέρος στα Τρωικά. Αυτά αναφέρονται στην ραψωδία Υ΄ στην Ιλιάδα, στίχοι 215- 240. Το γενεαλογικό δέντρο του Τρώα έχει την ρίζα του στον Δία, όπως συμβαίνει με όλους τους βασιλικούς ελληνικούς οίκους, εφόσον ο παππούς του ο Δάρδανος γεννήθηκε από τον Δία.

Ο Δάρδανος, σύμφωνα με την «Μυθολογική βιβλιοθήκη», ξεκίνησε από την Σαμοθράκη…
Δάρδανος δε επί τω θανάτω του αδελφού λυπούμενος, Σαμοθράκην απολιπών εις την αντίπερα ήπειρον ήλθε». Εκεί βασίλευε ο Τεύκρος, στον ποταμό Σκάμανδρο. Αφού τον υποδέχτηκε και αφού έλαβε μερίδιο από την περιοχή, πήρε την κόρη του βασιλιά, την Βάτεια. Τότε έκτισε την πόλη Δαρδανία. Όταν πέθανε ο Τεύκρος, μετονόμασε την περιοχή σε Δαρδανία. «Τελευτήσαντος δε Τεύκρου την χώραν άπασαν Δαρδανίαν εκάλεσε.
(βιβλίο Γ΄, 12.1)
Η περιοχή μετονομάστηκε από Δαρδανία σε Τροία, επί βασιλείας του ομώνυμου βασιλιά, γιού του Δάρδανου. Ο γιος του Τρώα, ο Ίλος, πήγε κάποτε σε αγώνες στην Φρυγία. Σύμφωνα με τον μύθο, δέχτηκε την συμβουλή του βασιλιά να ακολουθήσει μια αγελάδα που θα του έδινε, και όπου αυτή σταματήσει, εκεί να κτίσει μια πόλη. Η αγελάδα σταμάτησε σε έναν λόφο, και εκεί έκτισε πόλη, που την ονόμασε Ίλιον. Ο Δίας τότε του έδωσε το Παλλάδιο, δηλαδή ένα ξύλινο άγαλμα της Αθηνάς, για να δείξει την έγκρισή του. Αυτή η πόλη αργότερα θα μετονομαστεί σε Τροία. Βασίλευσε ο Λαομέδων, και έπειτα ο Πρίαμος. Ο Πρίαμος δεν λέγονταν έτσι αρχικά, αλλά Ποδάρκης. Όταν εκστράτευσε ο Ηρακλής κατά της Τροίας και τον αιχμαλώτισε, επειδή εξαγοράστηκε κλήθηκε Πρίαμος. Αυτά αναφέρονται αναλυτικά στην «Μυθολογική βιβλιοθήκη», στο τρίτο βιβλίο, κεφάλαιο 12, παράγραφοι 1-5.

3. Οι σύμμαχοι των Τρώων


Ο Όμηρος αναφέρει επίσης και τους συμμάχους των Τρώων, στην δεύτερη ραψωδία. Οι Δάρδανοι με αρχηγούς τον Αινεία, τον Ακάμα, και τον Αρχέλοχο. Οι Τρώες της περιοχής Ζέλεια, με αρχηγό τον Πάνδαρο. Οι κάτοικοι της Πιτύειας με αρχηγούς τον Άδραστο και τον Άμφιο. Οι κάτοικοι από την Περκώτη, το Πράκτιο, και την Σηστό με αρχηγό τον Άσιο. Οι Πελασγοί της Λάρισας, με αρχηγούς τον Ιππόθοο και τον Πύλαιο, παιδιά του Τέταμου. Οι Θράκες με αρχηγούς τον Πείροο και τον Ακάμαντα. Οι Κίκονες με τον Εύφημο. Οι Παίονες με αρχηγό τον Πυραίχμη. Οι Παφλαγόνες με αρχηγό τον Πυλαιμένη. Οι Μυσσοί με αρχηγό τον Χρόμη και τον Έννομο. Οι Φρύγες με τον Φόρκη. Οι Ασκανοί με τον Ασκάνιο. Οι Μαίονες με τον Μέσθλη και τον Άντιφο. Οι Κάρες (που καλούνται βαρβαρόφωνοι από τον ποιητή) με τον Νάστη και τον Αμφίμαχο. Και οι Λύκιοι με τον Σαρπηδόνα. Αυτά αναφέρονται στους στίχους 806- 877.

Οι σύμμαχοι των Τρώων ανήκουν ως επί το πλείστον γεωγραφικά στην Μικρά Ασία. Αλλά και από τον Ευρωπαϊκό χώρο, μνημονεύει τους Θράκες, τους Παίονες, και τους Κίκονες.

Τα ονόματα των Τρώων είναι ελληνικά, όπως Έκτωρ, Πολίτης, Πάρης (ο οποίος λέγεται και Αλέξανδρος), Ανδρομάχη, Δηίφοβος, Αστυάνακτας, Πολύδωρος, και πολλά ακόμα που μπορεί να ανιχνεύσει ο αναγνώστης του έπους.

Άξιον προσοχής είναι το γεγονός, ότι οι αρχηγοί των Αχαιών με τους αρχηγούς των Τρώων επικοινωνούν χωρίς διερμηνέα. Για παράδειγμα, ο Αίαντας της Σαλαμίνας, με τον Έκτορα των Τρώων, ή ο Πρίαμος όταν ικετεύει τον Αχιλλέα να του αποδοθεί το νεκρό σώμα του Έκτορα για τα δέοντα. Επίσης, σε ένα σημείο, ο Τρώας Αντήνορας μιλώντας με την Αργειά Ελένη, της είπε ότι είχε έρθει ο Μενέλαος και ο Οδυσσέας και μίλησαν στην συνέλευση των Τρώων ως αντιπρόσωποι των Αχαιών.
Τρώεσσιν εν αγρομένοισιν έμιχθεν στάντων μεν Μενέλαος υπερείχεν ευρέας ώμους, άμφω δ’ εζομένω γεραρώτερος ηεν Οδυσσεύς· αλλ’ ότε ήδη μύθους και μήδεα πάσιν ύφαινον ήτοι μεν Μενέλαος επιτροχάδην αγόρευε, παύρα μεν αλλά μάλα λιγέως, επεί ου πολύμυθος ουδ’ αφαμαρτοεπής· η και γένει ύστερος ηεν.
(Ραψωδία Γ΄, στ. 209- 215)
Αυτό έγινε χωρίς διερμηνέα, επίσης. Αν επρόκειτο απλά για ένα πολεμικό φανταστικό ποίημα, ο Όμηρος δεν θα χρειάζονταν να αναφερθεί σε λεπτομέρειες όπως αυτή.

Οι Τρώες έχουν κοινά πράγματα με τους Αχαιούς. Η μοναρχία είναι κληρονομική, υπάρχει συμβούλιο γερόντων, λατρεύονται οι ίδιες θεότητες, κοινά ταφικά έθιμα.

Ο Σαρπηδόνας των Τρωικών, σύμφωνα με τον ιστορικό Διόδωρο Σικελιώτη, είχε καταγωγή από την Κρήτη. Ο παππούς του (πάλι) Σαρπηδόνας, ήταν αδελφός του Ραδάμανθυ και του Μίνωα. Αυτός πήγε στην Ασία, κατέκτησε τους τόπους της Λυκίας, και εγκατέστησε βασιλεία. Τον διαδέχτηκε ο γιος του ο Εύανδρος, ο οποίος γέννησε από την Δηιδάμεια τον Σαρπηδόνα.
τον δε τρίτον αδελφόν Σαρπηδόνα φασί μετά δυνάμεως εις την Ασίαν διαβάντα κατακτήσασθαι τους περί Λυκίαν τόπους. Εύανδρον δε γενόμενον υιόν αυτού διαδέξασθαι την εν Λυκία βασιλείαν, και γήματα Δηιδάμειαν την Βελλεροφόντου τεκνώσαι Σαρπηδόνα τον επί Τροίαν μεν στρατεύσαντα.
(«Ιστορική βιβλιοθήκη», βιβλίο Ε΄, 79)
Ο Γλαύκος έχει καταγωγή από το Άργος, καθώς κρατά από τον Σίσυφο. Ο Σίσυφος γέννησε τον Γλαύκο, αυτός τον Βελλεροφόντη. Ο Βελλεροφόντης γέννησε τον Ίσανδρο, την Λαοδάμεια, και τον Ιππόλοχο. Από τον Ιππόλοχο ο Γλαύκος περί του οποίου ο λόγος (Ραψωδία Ζ΄). Ο Γλαύκος και ο Διομήδης είναι Αιολείς (ελληνικό φύλο).

Εκτός από τις παραπάνω αποδείξεις για το ότι οι Τρώες ήταν Έλληνες, υπάρχει και η μαρτυρία του Νέστορος. Κάποια στιγμή, οι Αχαιοί βρέθηκαν σε πάρα πολύ δύσκολη θέση. Οι Τρώες φάνηκε να υπερτερούν, ενώ ταυτόχρονα ο καλύτερος Έλληνας πολεμιστής, ο Αχιλλέας, λόγω της προσβολής του από τον Αγαμέμνονα, είχε αποσυρθεί καιρό, χωρίς να εγκαταλείψει ολότελα την εκστρατεία. Κανένας δεν μπορούσε να τον πείσει να επιστρέψει στις μάχες. Βλέποντας όλα αυτά, και όντας στο δέκατο έτος της εκστρατείας, ο αρχιστράτηγος Αγαμέμνων, πρότεινε να γυρίσουν πίσω στην μητροπολιτική Ελλάδα. Όταν πήρε τον λόγο ο Διομήδης, διαφώνησε και δήλωσε ότι εκείνος δεν θα γύριζε πίσω ντροπιασμένος, αλλά θα κάθονταν μέχρι το τέλος. Έστω και εάν έμενε μόνος του με τον Σθένελο και τον στρατό τους. Στο άκουσμα αυτών των λόγων, συμφώνησαν μαζί του οι υπόλοιποι αρχηγοί. Ο σοφός Νέστορας, όταν πήρε τον λόγο, επαίνεσε τον πολύ νεότερό του Διομήδη, μα του είπε έναν λόγο που αφορούσε αυτό που είπε, ότι δεν θέλει να γυρίσει πίσω στην πατρίδα ντροπιασμένος, εγκαταλείποντας τον αρχικό σκοπό.
Αφρήτωρ αθέμιστος ανέστιος εστίν εκείνος ος πολέμου έραται επιδημίου οκρυόεντος.
(«Ιλιάδα», ραψωδία Ι΄, στ. 63-64)
Δηλαδή, «όποιος πάει σε εμφύλιο πόλεμο, δεν έχει ούτε συγγένεια, ούτε νόμο, ούτε σπιτικό πίσω».

Η λέξη «επιδήμιος», σημαίνει «ο εμφύλιος» («Λεξικό Δ. Δημητράκου», τ. ΣΤ΄, σ. 2762). Μάλιστα, στο λεξικό παρατίθεται το παραπάνω χωρίο του Ομήρου. Συνεπώς, Αχαιοί και Τρώες ανήκουν στην ίδια φυλή, την ελληνική. Οι μεν είναι κάτοικοι της μητροπολιτικής Ελλάδος, οι δε της Μικράς Ασίας. Στο «Ομηρικό λεξικό» του Κωνσταντινίδη, αναφέρεται το ίδιο, παραπέμποντας μάλιστα στο παραπάνω χωρίο της Ιλιάδος στο οποίο αναφερθήκαμε. «Επιδήμιος, πόλεμος εμφύλιος, Ι΄ 64» (σ. 232).

4. Έλληνες-Πανέλληνες


Εδώ, θα παραθέσουμε ενδεικτικά επιπλέον μαρτυρίες περί του ότι οι αρχαίοι Έλληνες είχαν εθνική συνείδηση. Ο Ζεύς, ο βασιλιάς των δώδεκα, λέγονταν «Ελλάνιος» και «Πανελλάνιος».

Ο Ησίοδος στο «Έργα και ημέραι», στ. 528, χρησιμοποιεί τον όρο «Πανελλήνεσσι» (Πανέλληνες). Αυτή η μαρτυρία είναι η αρχαιότερη που υπάρχει ως δηλωτικό του γενικού ονόματος όλων των Ελλήνων. Αλλά και η λέξη Ελλάς, που είδαμε παραπάνω, χρησιμοποιείται με την ευρεία έννοια.

Διόδωρος Σικελιώτης:
Ομοίως δε και της εις τον πόλεμον παρασκευής εποιούντο πολλήν φροντίδα, προσδοκώντες μέγαν και πολυχρόνιον αυτοίς έσεσθαι τον Βοιωτικόν πόλεμον, συμμαχούντων τοις Θηβαίοις των Αθηναίων και των άλλων Ελλήνων των κοινωνούντων του συνεδρίου.
(«Ιστορική βιβλιοθήκη», βιβλίο ΙΕ΄, 28)
Αριστοτέλης:
Το δε των Ελλήνων γένος, ώσπερ μεσεύει κατά τους τόπους, ούτως άμφοιν μετέχει. Και γαρ ένθυμον και διανοητικόν εστί· διόπερ ελεύθερον τε διατελεί και βέλτιστα πολιτευόμενον και δυνάμενον άρχειν πάντων, μιας τυγχάνον πολιτείας. Την αυτήν δ’ έχει διαφοράν και τα των Ελλήνων έθνη προς άλληλα.
(«Πολιτικά», 1327b)
Πλάτων:
Πρώτον μεν ανδραποδισμού πέρι, δοκεί δίκαιον Έλληνας Ελληνίδας πόλεις ανδραποδίζεσθαι, ή μηδ’ άλλη επιτρέπειν κατά το δυνατόν και τούτο εθίζειν, του Ελληνικού γένους φείδεσθαι, ευλαβουμένους την υπό των βαρβάρων δουλείαν; Όλω και παντί, έφη, διαφέρει το φείδεσθαι. Μηδέ Έλληνα άρα δούλον εκτήσθαι μήτε αυτούς, τοις τε άλλοις Έλλησιν ούτω συμβουλεύειν; Πάνυ μεν ουν, έφη. Μάλλον γ’ αν ουν ούτω προς τους βαρβάρους τρέποιντο, εαυτών δ’ απέχοιντο.
(«Πολιτεία», βιβλίο Ε΄, 469b- 469c)
Ο Ισοκράτης μιλάει για «άπαν το των Ελλήνων γένος» («Πανηγυρικός», 68).

Ο Πλούταρχος αναφέρει, «και πολυπλανής εν γράμμασι και ου βάρβαρος αλλ’ Έλλην γένος ην» («Περί των εκλελοιπότων χρηστηρίων», 23).

Ο Γοργίας εκθειάζει την ελληνική εθνική συνείδηση κατά τους Ολυμπιακούς αγώνες, όπως μας παραδίδεται από τον Φιλόστρατο, «Το ξύμπαν Ελληνικόν, εν οις Ολυμπίασι διελέχθη κατά των βαρβάρων από της του νεώ βαλβίδος» (Επιστολή 73).

Μετά την νικηφόρα μάχη στον Γρανικό ποταμό, με παραγγελία του Αλέξανδρου, κατασκευάστηκαν χάλκινοι αδριάντες προς τιμήν των εικοσιπέντε πεσόντων Μακεδόνων. Τους άλλους ιππείς που σκοτώθηκαν, τους έθαψε και απάλλαξε τις οικογένειές τους από την φορολογία. Επισκέφτηκε τους τραυματίες και τους άφησε να διηγούνται τα ανδραγαθήματα της μάχης. Έθαψε και τους αρχηγούς των Περσών καθώς και τους Έλληνες μισθοφόρους που πολέμησαν στο πλάι των εχθρών. Τους αιχμαλώτους, τους έστειλε στην Μακεδονία να εργαστούν. Όπως σημειώνει ο Αρριανός
Όσους δε αυτών αιχμαλώτους έλαβε, τούτους δε δήσας εν πέδαις εις Μακεδονίαν απέπεμψεν εργάζεσθαι, ότι παρά τα κοινή δόξαντα τοις Έλλησιν Έλληνες όντες εναντία τη Ελλάδι υπέρ των βαρβάρων εμάχοντο.
(«Αλεξάνδρου ανάβασις», βιβλίο Α΄, 16)
Έστειλε ανάθημα στην Αθήνα τριακόσιες περσικές πανοπλίες, με το εξής επίγραμμα…
Αλέξανδρος Φιλίππου και οι Έλληνες πλην Λακεδαιμονίων από των βαρβάρων των την Ασία κατοικούντων.
(ο.π.)
Η αιτία φυσικά που εξαιρεί τους Λακεδαιμονίους, δεν είναι ότι δεν τους θεωρεί μέρος του Ελληνισμού. Αλλά το κάνει επί τούτου, διότι αρνήθηκαν να συμμετάσχουν στην εκστρατεία, διότι ήθελαν εκείνοι να ηγούνται.

Σε λόγο του προς τους στρατηγούς του, τους ιλάρχους και τους αρχηγούς των υπόλοιπων Ελλήνων συμμάχων, λέει –ανάμεσα στα άλλα- και τα εξής…
Μακεδόνας τε γαρ και Πέρσαις και Μήδοις, εκ πάνυ πολλού τρυφώσιν, αυτούς εν τοις πόνοις τοις πολεμικοίς πάλαι ήδη μετά κινδύνων ασκουμένους, άλλως τε και δούλοις ανθρώποις ελευθέρους, εις χείρας ήξειν· όσοι Έλληνες Έλλησιν, ουχ υπέρ των αυτών μαχείσθαι, αλλά τους μεν ξυν Δαρείω επί μισθώ και ουδέ τούτω πολλώ κινδυνεύοντας, τους δε ξυν σφισίν υπέρ της Ελλάδος εκόντας αμυνομένους.
(«Αλεξάνδρου ανάβασις», βιβλίο Β΄, 7)
Δηλαδή, αφ’ ενός θεωρεί τους Μακεδόνες Έλληνες, εφ’ εταίρου ασκεί κριτική στους Έλληνες μισθοφόρους που πολεμούν υπέρ των Περσών. Αυτοί πολεμούν για έναν μισθό, ενώ οι Έλληνες με τον Αλέξανδρο για την εκούσια υπεράσπιση της Ελλάδος.

Σε άλλο σημείο, ο Αρριανός διασώζει μια απαντητική επιστολή του Αλεξάνδρου προς τον Δαρείο. Εκεί, του υπενθυμίζει το μεγάλο κακό που έκαναν οι Πέρσες στους Έλληνες κατά το παρελθόν, του δηλώνει ότι οι δολοφόνοι του πατέρα του υποκινήθηκαν από τους Πέρσες και τις διασπαστικές επιστολές που έστειλε προς τους υπόλοιπους Έλληνες, δωροδοκώντας τους μάλιστα ώστε να πολεμήσουν τον Αλέξανδρο. Καμία πόλη όμως δεν δέχτηκε, με εξαίρεση τους Λακεδαιμονίους. Στην επιστολή, ο Αλέξανδρος απαιτεί από τον Δαρείο, να μην του απευθύνεται ως ίσος προς ίσο, αλλά ως κύριό του. Στην επιστολή δηλώνει ξεκάθαρα ότι…
Εγώ δε των Ελλήνων ηγεμών κατασταθείς και τιμωρήσασθαι βουλόμενος Πέρσας διέβην ες την Ασίαν, υπαρξάντων υμών.
(ο.π. 14)

 ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ:
  • Η ιστορική συνέχεια Πρωτοελλήνων και Ελλήνων (Μέρος Α’)
  • Η ιστορική συνέχεια Πρωτοελλήνων και Ελλήνων (Μέρος Β’)
  • Η ιστορική συνέχεια Πρωτοελλήνων και Ελλήνων (Μέρος Γ’) 
  • Η ιστορική συνέχεια Πρωτοελλήνων και Ελλήνων (Μέρος Δ’)
  • Η ιστορική συνέχεια Πρωτοελλήνων και Ελλήνων (Μέρος Ε’)
  • Η ιστορική συνέχεια Πρωτοελλήνων και Ελλήνων (Μέρος Ζ’ -τελευταίο)