Πέμπτη 22 Ιουλίου 2021

Ο Λόγος είναι η πράξη

«Η αληθινή προδοσία είναι να ζεις σ’ έναν τέτοιο κόσμο και να χρησιμοποιήσεις το πνεύμα σου για να τον δικαιολογήσεις.» -Jean Guehenno

Παρ’ όλες τις οπισθοδρομήσεις που καταγράφει η ιστορία, παρά την άνοδο και την πτώση των πολιτισμών, παρά τον αφανισμό φυλών και ηπείρων, υπάρχει κάποιο αήττητο και κραταιό οικοδόμημα που είναι το αληθινό ενδιαίτημα του ανθρώπου.

Όταν το συνειδητοποιήσουμε, θα πάμε να το κατακτήσουμε. Δεν θα είναι ανάγκη να σωριάσουμε τον κόσμο σε ερείπια προηγουμένως.

Όπως ακριβώς οι ποταμοί χύνονται και γίνονται ένα με τον ωκεανό, έτσι όλοι οι ελάσσονες τρόποι πρέπει εντέλει να ενδώσουν στον μείζονα τρόπο, βαφτίστε τον όπως θέλετε.

Ήθη, έθιμα, νόμοι, συνήθειες, πεποιθήσεις, δόγματα – όλα αυτά είναι ήσσονος σημασίας.

Το μόνο που ενδιαφέρει είναι να γίνει κανόνας το θαυμαστό. Ακόμα και σήμερα, όσο ματαιωμένοι και απογοητευμένοι κι αν είμαστε, το θαυμαστό δεν είναι ολότελα απόν.

Αλλά πόσο γκροτέσκες, πόσο σπασμωδικές και αδέξιες είναι οι προσπάθειές μας να το αναδείξουμε.

Όλη η ευφυία, όλος ο σπαραξικάρδιος μόχθος που ξοδεύεται στις επινοήσεις, τις οποίες εκλαμβάνουμε ως εξαίσια θαύματα, δεν πρέπει να αντιμετωπιστούν ως νέτες σκέτες σπατάλες αλλά και ως ασυναίσθητες προσπάθειες εκ μέρους του ανθρώπου ώστε να προβλέψει και να αποφύγει το θαυμαστό.

Γεμίζουμε ακατάσχετα τον κόσμο με τις επινοήσεις μας, δίχως ποτέ να διανοούμαστε μήπως είναι αχρείαστες – ή και επιζήμιες.

Μηχανευόμαστε εκπληκτικά μέσα επικοινωνίας, αλλά επικοινωνούμε, άραγε, ο ένας με τον άλλο;

Μετακινούμε εδώ κι εκεί τα κορμιά μας με απίστευτες ταχύτητες, αλλά αφήνουμε ποτέ όντως το σημείο από όπου ξεκινήσαμε;

Διανοητικά, ηθικά, πνευματικά, είμαστε αλυσοδεμένοι.

Τι έχουμε πετύχει με το να εξαφανίσουμε ολόκληρες οροσειρές, με το να τιθασεύσουμε την ενέργεια πανίσχυρων ποταμών, ή με το να μετακινήσουμε ολόκληρους πληθυσμούς εδώ κι εκεί σαν πιόνια στη σκακιέρα, αν εμείς οι ίδιοι παραμένουμε τα ίδια νευρικά, ελεεινά, απογοητευμένα πλάσματα που ήμασταν και πριν;

Το να αποκαλείς πρόοδο μια τέτοια δραστηριότητα είναι η απόλυτη αυταπάτη.

Μπορεί να πετυχαίνουμε στο να αλλοιώνουμε το πρόσωπο της γης ώσπου να γίνει αγνώριστο ακόμα και στον ίδιο τον Δημιουργό, αλλά αν αυτό δεν έχει επίδραση και σ’ εμάς, τότε ποιο το νόημα;

Οι έλλογες, εννοηματωμένες πράξεις δεν χρειάζονται σάλο. Όταν τα πράγματα είναι έτοιμα να σωριαστούν σε ερείπια και να καταστραφούν, ίσως η πιο μεστή νοήματος στάση είναι να μείνεις ασάλευτος.

Ο άνθρωπος που επιτυγχάνει να συνειδητοποιήσει και να εκφράσει την αλήθεια που βρίσκεται εντός του μπορούμε να πούμε ότι προβαίνει σε μια δραστηριότητα πολύ πιο ισχυρή απ’ ό,τι το ρήμαγμα μιας αυτοκρατορίας.

Δεν είναι, επιπλέον, πάντοτε απαραίτητο να εκφέρεις την αλήθεια.

Όσο κι αν καταρρέει και αποσυντίθεται ο κόσμος, πάντα η αλήθεια εμμένει.

Εν αρχή ην ο Λόγος.

Ο άνθρωπος τον κάνει πράξη ασυναίσθητα.

Αυτός είναι η πράξη, και όχι ο πράττων.

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΣΟΦΟΚΛΗΣ - Ἠλέκτρα (1126-1173)

ΗΛ. ὦ φιλτάτου μνημεῖον ἀνθρώπων ἐμοὶ
ψυχῆς Ὀρέστου λοιπόν, ὥς ‹σ᾽› ἀπ᾽ ἐλπίδων
οὐχ ὧσπερ ἐξέπεμπον εἰσεδεξάμην.
νῦν μὲν γὰρ οὐδὲν ὄντα βαστάζω χεροῖν,
1130 δόμων δέ σ᾽, ὦ παῖ, λαμπρὸν ἐξέπεμψ᾽ ἐγώ.
ὡς ὤφελον πάροιθεν ἐκλιπεῖν βίον,
πρὶν ἐς ξένην σε γαῖαν ἐκπέμψαι χεροῖν
κλέψασα τοῖνδε κἀνασώσασθαι φόνου,
ὅπως θανὼν ἔκεισο τῇ τόθ᾽ ἡμέρᾳ,
1135 τύμβου πατρῴου κοινὸν εἰληχὼς μέρος.
νῦν δ᾽ ἐκτὸς οἴκων κἀπὶ γῆς ἄλλης φυγὰς
κακῶς ἀπώλου, σῆς κασιγνήτης δίχα·
κοὔτ᾽ ἐν φίλαισι χερσὶν ἡ τάλαιν᾽ ἐγὼ
λουτροῖς σ᾽ ἐκόσμησ᾽ οὔτε παμφλέκτου πυρὸς
1140 ἀνειλόμην, ὡς εἰκός, ἄθλιον βάρος,
ἀλλ᾽ ἐν ξένῃσι χερσὶ κηδευθεὶς τάλας
σμικρὸς προσήκεις ὄγκος ἐν σμικρῷ κύτει.
οἴμοι τάλαινα τῆς ἐμῆς πάλαι τροφῆς
ἀνωφελήτου, τὴν ἐγὼ θάμ᾽ ἀμφὶ σοὶ
1145 πόνῳ γλυκεῖ παρέσχον. οὔτε γάρ ποτε
μητρὸς σύ γ᾽ ἦσθα μᾶλλον ἢ κἀμοῦ φίλος,
οὔθ᾽ οἱ κατ᾽ οἶκον ἦσαν ἀλλ᾽ ἐγὼ τροφός,
ἐγὼ δ᾽ ἀδελφὴ σοὶ προσηυδώμην ἀεί.
νῦν δ᾽ ἐκλέλοιπε ταῦτ᾽ ἐν ἡμέρᾳ μιᾷ
1150 θανόντι σὺν σοί. πάντα γὰρ συναρπάσας,
θύελλ᾽ ὅπως, βέβηκας. οἴχεται πατήρ·
τέθνηκ᾽ ἐγώ σοι· φροῦδος αὐτὸς εἶ θανών·
γελῶσι δ᾽ ἐχθροί· μαίνεται δ᾽ ὑφ᾽ ἡδονῆς
μήτηρ ἀμήτωρ, ἧς ἐμοὶ σὺ πολλάκις
1155 φήμας λάθρᾳ προύπεμπες ὡς φανούμενος
τιμωρὸς αὐτός. ἀλλὰ ταῦθ᾽ ὁ δυστυχὴς
δαίμων ὁ σός τε κἀμὸς ἐξαφείλετο,
ὅς σ᾽ ὧδέ μοι προύπεμψεν ἀντὶ φιλτάτης
μορφῆς σποδόν τε καὶ σκιὰν ἀνωφελῆ.
1160 οἴμοι μοι.
ὦ δέμας οἰκτρόν. φεῦ φεῦ.
ὦ δεινοτάτας, οἴμοι μοι,
πεμφθεὶς κελεύθους, φίλταθ᾽, ὥς μ᾽ ἀπώλεσας·
ἀπώλεσας δῆτ᾽, ὦ κασίγνητον κάρα.
1165 τοιγὰρ σὺ δέξαι μ᾽ ἐς τὸ σὸν τόδε στέγος,
τὴν μηδὲν ἐς τὸ μηδέν, ὡς σὺν σοὶ κάτω
ναίω τὸ λοιπόν. καὶ γὰρ ἡνίκ᾽ ἦσθ᾽ ἄνω,
ξὺν σοὶ μετεῖχον τῶν ἴσων· καὶ νῦν ποθῶ
τοῦ σοῦ θανοῦσα μὴ ἀπολείπεσθαι τάφου.
1170 τοὺς γὰρ θανόντας οὐχ ὁρῶ λυπουμένους.
ΧΟ. θνητοῦ πέφυκας πατρός, Ἠλέκτρα, φρόνει·
θνητὸς δ᾽ Ὀρέστης· ὥστε μὴ λίαν στένε·
πᾶσιν γὰρ ἡμῖν τοῦτ᾽ ὀφείλεται παθεῖν.

***
ΗΛΕ. Ω λείψανο του πιο μου αγαπημένου
απ᾽ τους ανθρώπους και το μόνο τώρα
που μ᾽ απομένει απ᾽ τη ζωή σου, Ορέστη·
πώς, παρά κάθ᾽ ελπίδα μου, όχι όπως
σ᾽ έστελνα σε υποδέχομαι, μα τώρα
ό,τι κρατώ στα χέρια, τίποτα είναι,
ενώ σαν άστρο μού έλαμπες, παιδί μου,
1130 σα σ᾽ έστελνα μακριά απ᾽ αυτά τα σπίτια·
άμποτε να ᾽χα εγώ πεθάνει πρώτα,
πρι σε στείλω στα ξένα, πρι σε κλέψω
με τα χέρια μου αυτά, για να σε σώσω
από το φόνο· γιατί θα ᾽χες πέσει
και συ νεκρός εκείνη την ημέρα
και θα ᾽βρισκες μέρος και συ στον ίδιο
τον τάφο του πατέρα σου, ενώ τώρα
μακριά απ᾽ το σπίτι σου κι εξόριστος
σ᾽ άλλη χώρα, κακό θάνατο βρήκες·
κι ουδ᾽ είχες καν την αδερφή σου εμένα
να λούσει και να σου νεκροστολίσει
το κορμί με τα χέρια της και απάνω
απ᾽ την πυρά το πένθιμό σου βάρος,
1140 όπως χρωστούσε, να μαζέψει η δόλια.
Μ᾽ αφού από χέρια ξένων, άμοιρε,
κηδεύτηκες, μας έρχεσαι μια φούχτα
στάχτη, σ᾽ ένα μικρό λεβέτι μέσα·
αλίμον᾽ όλες οι ανωφέλευτες
εκείνες μου οι παλιές για σε φροντίδες,
κι η κούραση η γλυκιά να σ᾽ αναθρέψω·
γιατί ουδέ της μητέρας σου δεν ήσουν
πιότερο η αγάπη παρά και δική μου
κι ούτ᾽ άλλου μες στο σπίτι, μα εγώ πάντα
άκουα από σένα κι αδερφή και βάγια.
Τώρ᾽ αυτά τέλειωσαν μες σε μια μέρα
1150 που πέθανες εσύ κι όλα σαν μπόρα
μαζί σου τα παράσυρες και πήγες·
πάει ο πατέρας, πέθανα κι εγώ
για σένα, ο ίδιος πας και πας χαμένος,
γελούν οι εχθροί, τα ᾽χασε απ᾽ τη χαρά της
η κακομάνα η μάνα μας, που τόσες
φορές μού μήνυσες κρυφά πως θά ᾽ρθεις
να την εκδικηθείς· μα νά, τα πήρε
όλ᾽ αυτά ο δαίμονας της δυστυχίας
εμάς των δυο, που μου έστειλ᾽ έτσι, αντίς σου
τη μυριοπόθητη μορφή, μια στάχτη
1160 και μια κούφια σκιά· ω αλίμονό μου!
Ω κακορίζικο κορμί, οϊμέ,
ω η άραχλη κι ασβολερή, αλί,
στράτα που πήρες και με θανατώνεις
και μένα! Ναι, με σκότωσες, καλέ μου,
μυριάκριβ᾽ αδερφέ μου· λοιπόν δέξου
και μένα στο στερνό σου αυτό το σπίτι,
το τίποτα στο τίποτα, για πάντα
κάτω στη γη να κατοικώ μαζί σου.
Γιατί όπως και σαν ήσουν εδώ πάνω
την τύχη σου είχα κάμει και δική μου,
έτσι ποθώ και τώρα, αφού πεθάνω,
να μη μου λείψει απ᾽ το δικό σου τάφο
το μέρος μου και μένα· γιατί βλέπω
1170 πως μόνον οι νεκροί δεν υποφέρουν.
ΧΟΡ. Από θνητό γεννήθηκες πατέρα,
σκέψου το, Ηλέκτρα, και θνητός κι ο Ορέστης·
δεν ωφελούν οι άμετροι θρήνοι· αυτό
θα το πληρώσομε όλοι μας το χρέος.

Αρχαϊκή Επική Ποίηση: Από την Ιλιάδα στην Οδύσσεια

1.5. Σύνθεση, εκφορά, μετάδοση


Στον διαλεκτικό, εν μέρει τεχνητό, χαρακτήρα της γλώσσας των επών, μαζί με την τυπολογία και το μέτρο, συνέβαλε καθοριστικά και το γεγονός ότι η Ιλιάδα και η Οδύσσεια ανήκουν στον κορμό της παραδοσιακής προφορικής ποίησης. Προφορικότητα στη συγκεκριμένη περίπτωση σημαίνει ότι ένα παραδοσιακό τραγούδι συντίθεται, απαγγέλλεται και μεταδίδεται προφορικά. Ως προς την προφορική απαγγελία και τη μετάδοση των δύο ομηρικών επών δεν τίθεται μάλλον ζήτημα, εφόσον το σχετικό αποδεικτικό υλικό που διαθέτουμε σήμερα δείχνει ότι το σύνολο της πρώιμης, επικής και λυρικής, ποίησης εκτελείται και κυκλοφορεί προφορικά έως και τον 5ο αι. π.Χ. Σήματα εξάλλου προφορικής εκτέλεσης ενός τραγουδιού συντηρούνται κυρίως μέσα στην Οδύσσεια με τις συνοπτικές αοιδές του Φήμιου στην Ιθάκη και του τυφλού Δημοδόκου στη Σχερία. Παραμένει ωστόσο το ερώτημα της προφορικής σύνθεσης των δύο ομηρικών επών, το οποίο και περιπλέκεται, δεδομένου ότι το αλφάβητο εγκαινιάζεται στον ελλαδικό χώρο το νωρίτερο στις αρχές του 8ου αι. π.Χ.

Την άποψη ότι τα ομηρικά έπη έχουν συντεθεί προφορικά, δίχως την οποιαδήποτε υποστήριξη της γραφής, εισηγήθηκε γύρω στα τέλη με αρχές της δεκαετίας του 1930 ο αμερικανός ερευνητής Μίλμαν Πάρυ (Milman Parry, 1902-1935), ο οποίος συγκρότησε τη λεγόμενη «θεωρία της προφορικής σύνθεσης». Σύμφωνα μ᾽ αυτή τη θεωρία, η σύνθεση ενός προφορικού τραγουδιού γίνεται τη στιγμή που αυτό εκφέρεται από τον αοιδό μπροστά στο ακροατήριο, με βάση τον απομνημονευτικό αυτοσχεδιασμό, πάνω σ᾽ ένα πλούσιο, παραδοσιακό και τυπικό υλικό σε λέξεις, φράσεις, στίχους και θέματα. Καθοριστικό ρόλο στη διαδικασία της προφορικής σύνθεσης παίζει ο δακτυλικός εξάμετρος, καθώς στις μετρικές του υποδοχές προσαρμόζονται κατάλληλα οι παραδοσιακοί λογότυποι, κοινό κτήμα των ποιητών που δρουν σε μια δεδομένη παράδοση. Από τη στιγμή που το μεγαλύτερο μέρος του έργου του αοιδού προορίζεται για ακροατές και στηρίζεται στον αυτοσχεδιασμό, οι έτοιμες φράσεις, με τα ποικίλα διαλεκτικά τους χαρακτηριστικά που προσαρμόζονται σε συγκεκριμένες μετρικές υποδοχές, αποδεικνύονται χρήσιμες και άκρως λειτουργικές στη διαδικασία της σύνθεσης. Η όλη προφορική διαδικασία σύνθεσης εφαρμόστηκε σε έρευνες που έκανε ο Πάρυ και στη συνέχεια ο μαθητής του Άλμπερτ Λορντ (Albert B. Lord), σε ομάδες βάρδων σε περιοχές της πρώην Γιουγκοσλαβίας· από εκεί μεταφέρθηκε ως ερμηνευτικό σχήμα που θα μπορούσε να εξηγήσει τη σύνθεση των ομηρικών επών.

Η θεωρία της προφορικής σύνθεσης συνέβαλε καθοριστικά στη μελέτη της φύσης της γλώσσας των επών. Εξήγησε σε πολλά σημεία τον διαλεκτικό και ειδικό της χαρακτήρα, διαφώτισε τη λειτουργία του μέτρου, και φάνηκε, στην αρχή τουλάχιστον, ότι έλυσε και το περίφημο ομηρικό ζήτημα, καθώς λεξιλογικά στοιχεία των επών, που αποδίδονταν σε διαφορετικούς ποιητές ή σε διαφορετικά στρώματα της Ιλιάδας και της Οδύσσειας, θεωρήθηκαν ότι προέρχονται από το πλούσιο υλικό της προφορικής παράδοσης.

Στα μεταγενέστερα χρόνια η θεωρία της προφορικής σύνθεσης συστηματοποιήθηκε, αλλά και τροποποιήθηκε σε σημαντικό βαθμό, με αποτέλεσμα να υιοθετούνται τάσεις πιο σύνθετες ή συνδυαστικές. Ο πλήρης, κατ' αρχάς, διαχωρισμός ανάμεσα στην προφορική και στη γραπτή σύνθεση των ομηρικών επών θεωρείται σήμερα κάπως μηχανιστικός ή απλουστευτικός. Υποστηρίζεται, για παράδειγμα, ότι ένας πεπειραμένος και δεξιοτέχνης αοιδός μπορούσε, εκτός από το να αυτοσχεδιάζει, να συνθέτει ατομικά, λίγο πριν από την απαγγελία, το παραδοσιακό του τραγούδι. Μπορούσε ακόμη να στοχάζεται και να απομνημονεύει όχι μόνο τυπικές λέξεις, φράσεις και στίχους, αλλά και τεχνικές, θέματα και σχέσεις μεταξύ φράσεων, στίχων και θεμάτων, ώστε το αποτέλεσμα της σύνθεσής του να τρέπεται από εφήμερο ψυχαγωγικό έργο σε μνημειακή, ολοκληρωμένη ποιητική σύνθεση. Ακόμη, η παρουσία ενός κεντρικού σχεδίου (με αρχή, μέση και τέλος), αλλά και οι σύνθετες τεχνικές που εφαρμόζονται στα ομηρικά έπη μάς υποχρεώνουν να δεχθούμε ότι δεν θα μπορούσαν να θεωρηθούν προϊόντα απρόσωπων απαγγελιών και, προπάντων, να συντεθούν σε περιβάλλον όπου δεν υπήρχε η γραφή. Με δεδομένη μάλιστα την άποψη ότι, στην αρχή τουλάχιστον της εμφάνισής της, η γραφή όχι μόνο δεν εξαφανίζει τον προφορικό λόγο, αλλά υποστηρίζει την κυκλοφορία του, το ενδεχόμενο τα δύο ομηρικά έπη να έχουν συντεθεί με την υποστήριξή της είναι εξαιρετικά πιθανό. Κρίνεται έτσι φρονιμότερη η υιοθέτηση της άποψης ότι η Ιλιάδα και η Οδύσσεια μόνον ως προς την καταγωγή τους είναι προφορικά έπη.

Στο ζήτημα του χρόνου της καταγραφής των επών και πάλι οι γνώμες διχάζονται: οι πιστοί οπαδοί της προφορικής σύνθεσης υποστηρίζουν ότι ο Όμηρος δεν γνώριζε γραφή, υπαγόρευσε όμως τα έργα του σε εγγράμματους ομοτέχνους του ή γραφείς, ώστε το έργο του να αποκτήσει διαχρονική σημασία. Άλλοι υιοθετούν την πιο ελκυστική υπόθεση ότι το αλφάβητο λειτούργησε, νωρίς ήδη, ως μέσο διατήρησης της μνημειακής επικής ποίησης. Αυτό πάντως που έχει σημασία είναι ότι, ανεξάρτητα από την πρώιμη ή μεταγενέστερη καταγραφή τους, τα δύο ομηρικά έπη συνέχισαν να μεταδίδονται προφορικά. Μέχρι που τον 6ο αι. π.Χ., σύμφωνα με μεταγενέστερες πηγές, την εποχή του Σόλωνα, του τυράννου Πεισιστράτου ή του γιου του Ίππαρχου, δημιουργείται το πρώτο «κλασικό» γραπτό κείμενο του Ομήρου, προκειμένου να χρησιμοποιείται από τους ραψωδούς που απήγγελλαν τα δύο έπη στα Παναθήναια.

Ως προς το παραδοσιακό υλικό των επών, τους λογοτύπους, σήμερα γίνεται δεκτό ότι, εκτός από τη μετρική τους χρησιμότητα, που διευκολύνει αναμφισβήτητα το έργο της σύνθεσης, διαθέτουν ποιητικό νόημα και σημασία ανάλογα με τα εκάστοτε συμφραζόμενα. Όταν, για παράδειγμα, ο γέροντας Πρίαμος γονυπετής φιλάει τα αντροφόνα χέρια του Αχιλλέα, η φράση χεῖρας | ἀνδροφόνους (Ω 478-479) δεν είναι μόνο μετρικά χρήσιμη και τυπική, αλλά διαθέτει ιδιαίτερη λειτουργική σημασία. Επομένως, το ποιοι λογότυποι θα χρησιμοποιηθούν σε μια δεδομένη αφηγηματική περίσταση δεν καθορίζεται μόνο από τους μετρικούς λόγους αλλά και από το παραδοσιακό νόημα των λογοτυπικών συνδυασμών, που έρχονται από τη μακρά προφορική παράδοση. Ένα ακόμη χαρακτηριστικό παράδειγμα: οι τυπικές ονοματικές φράσεις πόδας ὠκὺς Ἀχιλλεύς και πολύμητις Ὀδυσσεύς έχουν την ίδια μετρική αξία. Κι όμως, τα δύο ονόματα δεν ανταλλάσσουν ποτέ τους οικείους προσδιορισμούς τους: το πολύμητις δηλαδή δεν εμφανίζεται ποτέ δίπλα στον Αχιλλέα, ούτε το πόδας ὠκὺς ως συνοδευτικό χαρακτηριστικό του Οδυσσέα.

Τέλος, την ίδια αντιστοιχία και ευελιξία προς το περιεχόμενο παρουσιάζουν και οι θεματικοί τύποι (οι τυπικές σκηνές και τα θέματα), που χρησιμεύουν στη σύνθεση των επών στο σύνολό τους. Παρατηρείται δηλαδή ότι, ανάλογα με τα εκάστοτε συμφραζόμενα, οι τυπικές σκηνές και τα θέματα μπορεί να παραλλάσσονται, να συμπτύσσονται ή να επεκτείνονται, ενώ απόμακρες τυπικές δραστηριότητες (για παράδειγμα, οι ικεσίες του Χρύση και του Πριάμου στην αρχή και στο τέλος της Ιλιάδας) μπορεί να συνδέονται μεταξύ τους με ποικίλους τρόπους. Γενικότερα, μορφή και νόημα στα ομηρικά έπη βρίσκονται σε στενή σχέση και συνεχή επικοινωνία.

Οι ευαίσθητοι άνθρωποι είναι άγγελοι με σπασμένα φτερά που πετούν όταν αγαπηθούν

Οι ευαίσθητοι άνθρωποι είναι οι πιο γνήσιοι και ειλικρινείς που θα συναντήσεις ποτέ. Δεν υπάρχει κάτι που δε θα σου πουν για τον εαυτό τους αν εμπιστευτούν την καλοσύνη σου.

Ωστόσο, την στιγμή που θα τους προδώσεις, θα τους απορρίψεις ή θα τους υποτιμήσεις, γίνονται ο χειρότερος τύπος ανθρώπου. Δυστυχώς, καταλήγουν να πληγώνουν τον εαυτό τους. Δε θέλουν να πληγώσουν τους άλλους. Είναι ενάντια στην φύση τους. Θέλουν να κάνουν τροποποιήσεις και να αναιρέσουν το λάθος που έκαναν.

Η ζωή τους είναι κύμα με τα πάνω και τα κάτω. Ζουν με ενοχές και ένα συνεχή πόνο για τα άλυτα ζητήματα και τις παρεξηγήσεις. Είναι βασανισμένες ψυχές που δεν μπορούν να ζήσουν μισώντας τους άλλους ή με το να τους μισούν οι άλλοι.

Αυτά τα άτομα χρειάζονται όση αγάπη μπορεί κάποιος να τους δώσει επειδή η ψυχή τους βασανίζεται συνεχώς από τους άλλους.

Όμως, παρά την τραγωδία από αυτά που έχουν περάσει, παραμένουν τα πιο συμπονετικά άτομα που αξίζει να γνωρίσεις και αυτοί που συχνά γίνονται ακτιβιστές για τους πληγωμένους, τους ξεχασμένους και τους παρεξηγημένους.

Είναι άγγελοι με σπασμένα φτερά που πετούν μόνο όταν αγαπηθούν.

Ήμαστε στραμμένοι προς τα έξω

Η θάλασσα με περιέβαλε με την δροσερή της απαλότητα. Ο μικρός κόλπος όπου κολυμπούσα έμοιαζε να σχηματίζει μια αγκαλιά γύρω μου. Ο ήλιος είχε κρυφτεί πίσω από τα δέντρα. Το νερό ήταν διαυγές και μπορούσα να κοιτώ μέσα του σε μεγάλο βάθος. Παρατηρούσα το σώμα μου καθώς έπλεε απαλά, την επιφάνεια του νερού που ήταν ελαφρά ρυτιδωμένο, τα βράχια γύρω από τον μικρό κολπίσκο, τα δέντρα του λόφου και το φως της Δύσης που μπλεκόταν μέσα από τα φύλλα τους.

Η κατασκευή του σώματος μας είναι τέτοια ώστε να μην μπορούμε να δούμε το ίδιο μας το πρόσωπο παρά μόνο στον καθρέφτη. Γιατί άραγε;

Είμαστε εξ ολοκλήρου φτιαγμένοι για να αντικρίζουμε τον κόσμο κάθε στιγμή. Είμαστε κατασκευασμένοι έτσι ώστε η επικοινωνία να είναι η πλέον φυσική μας σχέση. Η επικοινωνία με κάθε τι που εκτείνεται μπρος μας, πίσω μας αλλά και μέσα μας. Από την ώρα που ξυπνάμε, αντικρίζουμε τον κόσμο γύρω μας και την στιγμή που το συνειδητοποιούμε αυτό, η επαφή μας με αυτόν τον κόσμο, παίρνει την ουσιαστική της μορφή.

Κάθε στιγμή, είμαστε στραμμένοι προς τον κόσμο των γεγονότων. Με τον φυσικότερο τρόπο. Ακούγοντας, βλέποντας και γευόμενοι τις μυριάδες απολήξεις του δέντρου της ζωής. Είμαστε κατασκευασμένοι για να επικοινωνούμε με το κάθε τι χωρίς διάκριση. Το μόνο γεγονός που μπορεί να μας απομονώσει είναι η συνεχής ενασχόληση μας με τις εξηγήσεις για το πως θα έπρεπε να είναι ο κόσμος. Οι σκέψεις μας μοιάζουν να βράζουν σε ένα καζάνι και κάνουν πολύ θόρυβο. Όσο πιστεύουμε πως αυτό το καζάνι που βράζει είναι η πραγματικότητα και όσο συνεχίσουμε να ζούμε μέσα του δεν θα σηκώσουμε ποτέ το βλέμμα έξω απ΄ αυτό. Το καζάνι αυτό έχει την ιδιότητα να ανακατεύει τις πιο πρακτικές μας σκέψεις με άλλες που περιέχουν τοξικά συναισθήματα και άγονες προσδοκίες. Καθώς είναι όλα μπερδεμένα μέσα στο ίδιο δοχείο, οι τοξικές σκέψεις ανακατεύονται με τις πρακτικές. Τότε μοιάζουν όλα να πλέουν στην ίδια σούπα και δύσκολα μπορεί κανείς να αποστασιοποιηθεί και να δει τον κόσμο όπως εκτείνεται έξω από το καζάνι του νου του.

Στην πραγματικότητα έχουμε πλαστεί και είμαστε στραμμένοι, εξ ολοκλήρου, προς την επικοινωνία. Ο κόσμος είναι μπροστά μας, κάθε στιγμή, όπου κι αν στραφούμε. Ο μόνος λόγος που μας κάνει να μην το αντιλαμβανόμαστε είναι επειδή είμαστε χαμένοι στο κλειστό θέατρο των εξηγήσεών μας και ερμηνεύουμε τις εκδηλώσεις του, από κάποιο θεωρείο. Άπαξ και κατανοήσουμε το που πραγματικά βρισκόμαστε, ανοίγει μία πόρτα προς τα έξω.

Κάθε στιγμή που εκτυλίσσεται ένα γεγονός, είναι η ευκαιρία μας να το αντιληφθούμε και να του επιτρέψουμε να μας πει την δική του ιστορία, χωρίς τις παρεμβολές από τον κόσμο του δοχείου που έχουμε στο κεφάλι μας. Τότε δημιουργείται ένας χώρος μέσα μας όπου είναι ανάλογος με την ευρύτητα του γεγονότος που αντιλαμβανόμαστε.

Οι άνθρωποι που επιτρέπουν στα γεγονότα να υπάρξουν αυτούσια μέσα τους, χωρίς χρονικές, κοινωνικές, πολιτικές ή πολιτιστικές κωδικοποιήσεις, αυτοί οι άνθρωποι παίρνουν σιγά σιγά την διάσταση του κόσμου. Μεγαλώνουν για να τον χωρέσουν και μεγαλώνοντας αποταυτίζονται από εκείνον τον μικρό στενό κόσμο που θεωρούσαν παλαιότερα εαυτό τους. Καθρεφτίζουν σιγά σιγά τον κόσμο των γεγονότων και καθώς καθαρίζει ο νους τους ξεθολώνει και ο καθρέφτης όπου επάνω του αποτυπώνεται στιγμιαία το διαρκώς κινούμενο ποτάμι της ύπαρξης.

Η ευχαρίστηση έρχεται όταν μοιραζόμαστε, όχι όταν αρπάζουμε

Όσο λιγότερο στοργικό είναι ένα άτομο τόσο περισσότερο μίσος έχει- όσο λιγότερο στοργικό είναι ένα άτομο, τόσο περισσότερη εμπάθεια θα υπάρχει μέσα του.

Και όσο λιγότερη αγάπη γεμίζει τη ζωή ενός ατόμου τόση περισσότερη ζήλια, ανταγωνιστικότητα, ανησυχία και μίσος θα υπάρχει στη ζωή του. Όσο περισσότερο ένα άτομο περικλείεται από ανησυχία, ζήλια, μίσος, κακεντρέχεια τόσο στάσιμες γίνονται μέσα του οι ενέργειές του.

Η αγάπη γίνεται μια διέξοδος για την ενέργεια, είναι μια ροή. Είναι δημιουργική και γι’ αυτό ρέει και φέρνει ευχαρίστηση. Και αυτή η ευχαρίστηση είναι πολύ πιο βαθιά και πολύ πιο πολύτιμη. Εκείνος που γνωρίζει αυτή την ευχαρίστηση δεν θα ψάξει ποτέ για κάποιο υποκατάστατο, όπως ακριβώς ένα άτομο στο οποίο δίδονται πολύτιμα πετράδια δεν θα ψάξει για χαλίκια και πέτρες.

Όμως, ένα άτομο που είναι γεμάτο με μίσος δεν μπορεί να βρει ποτέ ευχαρίστηση. Στο μίσος, το άτομο διαχωρίζει, καταστρέφει πράγματα. Και η καταστροφή δεν φέρνει ποτέ ευχαρίστηση· η ευχαρίστηση έρχεται μέσα από τη δημιουργία. Ένα άτομο που ζηλεύει προσπαθεί, αλλά αυτό δεν φέρνει ποτέ ευχαρίστηση. Η ευχαρίστηση έρχεται όταν δίνουμε, όταν μοιραζόμαστε όχι όταν αρπάζουμε.

Ένα άτομο που παλεύει, που πολεμά αρπάζει πράγματα. Με το να παίρνουμε δεν έχουμε ποτέ το είδος της ευχαρίστησης που νιώθουμε όταν δίνουμε, όταν μοιραζόμαστε. Ένα φιλόδοξο άτομο τρέχει από τη μία θέση στην άλλη αλλά δεν καταφέρνει ποτέ να επιτύχει τη γαλήνη.

Η γαλήνη έρχεται σε εκείνους που κάνουν το ταξίδι της αγάπης, που πηγαίνουν από το ένα προσκύνημα της αγάπης στο άλλο κι όχι σε εκείνους που κάνουν το ταξίδι της ισχύος και της θέσης. Όσο πιο γεμάτος με αγάπη είναι κάποιος, τόσο πιο πολλή ευχαρίστηση, βαθιά ικανοποίηση, χαρά, αίσθηση πληρότητας ρέει μέσα σε κάθε κύτταρο του είναι του. Μια απολαυστική ευχαρίστηση και μακαριότητα περικλείει το άτομο.

Ένα τόσο ικανοποιημένο άτομο δεν κινείται προς τη διάσταση του σeξ, και δεν χρειάζεται να κάνει μια προσπάθεια για να μην μετακινηθεί σε αυτή τη διάσταση. Απλά δεν μετακινείται εκεί επειδή η ικανοποίηση που λάμβανε για μερικές στιγμές μέσω του σeξ τώρα είναι διαθέσιμη αδιάκοπα μέσω της αγάπης.

Έτσι το επόμενο βήμα είναι ότι το είναι μας μεγαλώνει περισσότερο προς την κατεύθυνση της αγάπης. Αγαπάμε, δίνουμε αγάπη, ζούμε στην αγάπη. Και για να μυηθούμε στην αγάπη δεν πρέπει να αγαπάμε μόνο τα ανθρώπινα όντα. Η μύηση στην αγάπη είναι μια μύηση που εκπέμπει στοργή. Είναι η μύηση στο πώς να γινόμαστε στοργικοί.

Μπορείτε να σηκώσετε μια άψυχη πέτρα, με τόση χάρη και στοργή σαν να σηκώνετε έναν φίλο κι επίσης, μπορείτε να κρατάτε τα χέρια κάποιου σαν αυτός να είναι εχθρός σας. Ένα άτομο μπορεί να είναι ικανό να φροντίζει υλικά πράγματα με αγάπη, ενώ ένα άλλο μπορεί να συμπεριφέρεται στους ανθρώπους με έναν τρόπο με τον οποίον δεν θα έπρεπε να φέ­ρεται κανείς ούτε στα αντικείμενα.

Ένα άτομο που είναι γε­μάτο μίσος αντιμετωπίζει τα ανθρώπινα όντα σαν πράγματα- ένα άτομο γεμάτο αγάπη δίνει μια ζωντανή προσωπικότητα ακόμη και στα άψυχα αντικείμενα.

Ένας Γερμανός ταξιδιώτης κάποτε πήγε να δει έναν φημι­σμένο μυστικιστή. Ο άνδρας θα πρέπει να ήταν οργισμένος για κάποιον λόγο. Έλυσε θυμωμένα τα κορδόνια του, πέταξε τα πα­πούτσια του σε μια γωνία, και άνοιξε την πόρτα με δύναμη.

Όταν κάποιος είναι θυμωμένος, θα βγάλει τα παπούτσια του λες και είναι ο χειρότερός του εχθρός. Θα ανοίξει μέχρι και μια πόρτα σαν να υπάρχει κάποια εχθρότητα ανάμεσα σε εκείνον και στην πόρτα.

Ο άνδρας άνοιξε την πόρτα, μπήκε μέσα, και εξέφρασε τον σεβασμό του στον μυστικιστή.

Ο μυστικιστής είπε, «Όχι, δεν μπορώ να απαντήσω στον χαιρετισμό σου ακόμη. Πρώτα πήγαινε να ζητήσεις συγγνώμη από την πόρτα και τα παπούτσια».

«Έχεις τρελαθεί;» ρώτησε ο άνδρας. «Να ζητήσω συγγνώ­μη από μια πόρτα; Και από ένα ζευγάρι παπούτσια; Γιατί; Είναι ζωντανά;»

Ο μυστικιστής απάντησε: «Αυτό δεν το σκέφτηκες καν όταν ξέσπασες την οργή σου σε αυτά τα άψυχα αντικείμενα Πέταξες τα παπούτσια κάτω σαν να ήταν έμψυχα όντα που έφταιξαν σε κάτι, και άνοιξες την πόρτα με τέτοια επιθετικό­τητα λες και ήταν εχθρός σου. Εφόσον αναγνώρισες την προ­σωπικότητά τους ξεσπώντας την οργή σου επάνω τους, τώρα πρέπει να πας να τους ζητήσεις συγγνώμη. Μόνο τότε θα σου μιλήσω, διαφορετικά όχι».

Ο ταξιδιώτης σκέφτηκε ότι είχε έρθει από τη Γερμανία για να συναντήσει αυτόν τον μυστικιστή, και ότι αυτό το ασήμαντο πράγμα ίσως να διέλυε την πιθανότητα της συνάντησης. Έτσι πήγε στα παπούτσια και με διπλωμένα χέρια, είπε, «Φίλοι μου, συγχωρήστε τη συμπεριφορά μου». Στην πόρτα είπε, «Συγ­γνώμη. Ήταν λάθος να σε σπρώξω έτσι οργισμένα».

Στα απομνημονεύματά του ο ταξιδιώτης έγραψε ότι ένιω­σε πολύ γελοίος στην αρχή, αλλά όταν τελείωσε την απολο­γία του έμεινε έκπληκτος: Ένιωσε τέτοια γαλήνη, τέτοια ηρε­μία. Ούτε στα πιο τρελά του όνειρα δεν είχε φανταστεί ότι θα μπορούσε κανείς να νιώσει ηρεμία, γαλήνη και ησυχία ζητώντας απλά συγχώρεση από μια πόρτα και από ένα ζευ­γάρι παπούτσια.

Μετά την απολογία του, μπήκε μέσα και κάθισε δίπλα στον μυστικιστή, ο οποίος άρχισε να γελάει.

«Τώρα είναι εντάξει», είπε ο μυστικιστής. «Τώρα μπορεί να λάβει χώρα ένας διάλο­γος. Τώρα έδειξες λίγη αγάπη, τώρα μπορείς να μιλήσεις. Τώρα μπορείς μέχρι και να καταλάβεις, επειδή τώρα είσαι ελαφρύς και χαρούμενος, είσαι μακάριος».

Το ζήτημα δεν είναι να είμαστε στοργικοί μόνο στους ανθρώπους, το ζήτημα είναι να είμαστε στοργικοί.

Αποτελεί παρανόηση να λέμε ότι κάποιος πρέπει να αγα­πάει τη μητέρα του. Αν μια μητέρα ζητήσει από το παιδί της να την αγαπάει απλά και μόνο επειδή είναι η μητέρα, είναι μια λάθος διδασκαλία. Μια αγάπη που πρέπει να έχει λόγο για να υπάρχει, μια αγάπη που ξεκινάει από «αφού» για να ολοκλη­ρωθεί σε «επομένως», είναι μια αγάπη ψεύτικη. Το να ζητάτε να αγαπηθείτε επειδή είστε ο πατέρας δίνει λάθος εκπαίδευση. Φέρνει έναν λόγο για την αγάπη.

Η αγάπη δεν έχει λόγο- η αγάπη δεν εξαρτάται ποτέ από ένα λόγο. Αν μια μητέρα πει στο παιδί της, «Σε πρόσεχα για τόσον καιρό. Σε μεγάλωσα, επομένως αγάπησέ με», δίνει έναν λόγο για την αγάπη – και αυτό είναι το τέλος της αγάπης. Ανα­γκασμένο, το παιδί ίσως ακούσια προσποιηθεί ότι την αγαπάει επειδή είναι η μητέρα.

Η διδασκαλία της αγάπης δεν σημαίνει να δίνεις λόγους για την αγάπη· σημαίνει μόνο να δημιουργείς ένα περιβάλλον, μια ευκαιρία κατά την οποία το παιδί μπορεί να νιώσει αγάπη.

Μια μητέρα που λέει στο παιδί, «Αγάπησέ με επειδή είμαι η μητέρα σου» δεν διδάσκει αγάπη στο παιδί. Πρέπει να πει: «Είναι ζωτικό για τη ζωή σου, το μέλλον σου, την ευτυχία σου να δείχνεις αγάπη σε οποιονδήποτε ή οτιδήποτε εμφανιστεί στο μονοπάτι σου, είτε αυτό είναι μια πέτρα, ένα λουλούδι, ένας άνθρωπος, ένα ζώο, οτιδήποτε.

Το ζήτημα δεν είναι να δώσεις αγάπη στο ζώο, στο λουλούδι ή στη μητέρα ή σε κάποιον άλλον, το ζήτημα είναι να νιώθεις αγάπη. Το μέλλον σου εξαρτάται από το πόση αγάπη έχεις. Η πιθανότητα της ευτυχίας στη ζωή σου εξαρτάται από το πόσο γεμάτος αγάπη είσαι».

Οι άνθρωποι πρέπει να εκπαιδεύονται να νιώθουν αγάπη, και μετά μπορούν να απελευθερωθούν. Όμως δεν εκπαιδεύουμε τους ανθρώπους να αγαπάνε. Δεν δημιουργούμε κάποιο συναίσθημα αγάπης. Αντίθετα, οτιδή­ποτε συζητάμε και παρουσιάζουμε στο όνομα της αγάπης εί­ναι ψεύτικο.

Πιστεύετε ότι μπορείτε να αγαπάτε ένα άτομο και να μισεί­τε κάποιο άλλο; Όχι, είναι αδύνατον. Ένα στοργικό ανθρώπινο ον είναι ένα στοργικό ανθρώπινο ον το ότι είναι στοργικό δεν έχει καμία σχέση με κάποιο συγκεκριμένο άτομο, δεν γεν­νιέται η στοργή μέσα του εξαιτίας κάποιου ατόμου. Ακόμη και όταν κάθεται μόνο του, αυτό το άτομο, είναι στοργικό. Είναι η φύση αυτού του ατόμου να είναι στοργικό’ αυτή η στοργικότητα δεν αφορά τη σχέση σας με το άτομο, απλώς υπάρχει και θα υπάρχει γιατί το άτομο, αυτό έχει μέσα του τη στοργή κι αυτή ξεχειλίζει σε όλες του τις σχέσεις ανεξαιρέτως.

Τα λουλούδια που ανθίζουν στη μοναξιά μιας ζούγκλας απλώνουν το άρωμά τους είτε υπάρχει κάποιος εκεί για να το εκτιμήσει είτε όχι, είτε περνάει κάποιος από εκεί είτε όχι. Είναι στη φύση ενός λουλουδιού να είναι ευωδιαστό. Μην έχετε την ψευδαίσθηση ότι ένα λουλούδι εκπέμπει το άρωμά του μόνο για εσάς!

Η στοργή θα πρέπει να γίνει η κατάσταση της ύπαρξής σας· δεν πρέπει να εξαρτάται από το «ποιός».

Όσο περισσότερο φως εκπέμπεις, τόσο πιο πολύ σε πολεμούν

Μην γίνεστε ένα με αυτόν τον κόσμο, και γίναμε όλοι ένα με αυτόν!

Πρέπει να κατανοήσουμε ότι το καλό θα φέρει πάντα την αντίδραση του κακού, όπως και το ότι δεν φτάνει να είμαστε μόνον καλοί, διότι οι αντιδράσεις μας απέναντι σε ότι διαφορετικό σχεδόν πάντα προέρχονται από το κακό.

Για τον λόγο αυτόν πρέπει να κατανοήσουμε όλοι μας τι είναι ο ανώτερος μας εαυτός ο πνευματικός, κάτι που σήμερα φαντάζει ως αστείο, αφού σχεδόν όλοι οι άνθρωποι ζουν σύμφωνα με τον νόμο της δυαδικότητας αυτού του κόσμου, της δράσης και αντίδρασης μέσα από το “εγώ” τους.

Πως θα επιφέρουμε την αρμονία όμως; Διότι η αρμονία επιφέρει την πλήρη αδράνεια μας σε αυτόν τον κόσμο.

Η πνευματική αναγέννηση του ανθρώπου επιτυγχάνεται με την αγαθή σκέψη για τα πάντα, δεν νιώθεις ποτέ μέσα σου ότι πρέπει να εκμεταλλευθείς τους συνανθρώπους σου! Όποιος το κάνει ηθελημένα ενώ το γνωρίζει, άρα δρα εκούσια, και όχι ακούσια, ζει σύμφωνα με τους νόμους της σάρκας, και όχι του πνεύματος, και η σάρκα ανήκει στην ύλη άρα και θα υποστεί τον νόμο της δικαιοσύνης!.

Και δικαιοσύνη είναι όλες οι δυστυχίες αυτού του κόσμου! Ότι δώσεις αυτό θα πάρεις! Είτε ατομικά ο καθένας, είτε συλλογικά ως ανθρωπότητα.

Όταν κατανοήσουμε ότι ποτέ δεν πρέπει να κάνουμε σκέψεις προς εκμετάλλευση του εγώ μας, έναντι των άλλων, τότε θα πιάσουμε την βάση της αρμονίας! Και η αρμονία δεν επιφέρεται με την αδράνεια, αλλά κατανοώντας τον ανώτερο εαυτό μας, ούτε το καλό ούτε το κακό, μα το αγαθό μέσα μας.

Με το αγαθό οδηγό μας συμμετέχουμε στον κόσμο με την ομορφιά των σκέψεων μας! Και όταν οι άνθρωποι κατανοήσουν την αλήθεια, τότε και μόνον αυτός ο κόσμος θα γίνει φως!

Οι άνθρωποι που εκπέμπουν φως, έλκουν όλες τις σκοτεινές οντότητες, ανθρωποειδή, όπου τρέχουν να απορροφήσουν την φωτεινή ενέργεια για να τονώσουν το εγώ τους! Και όχι για να μάθουν και κατανοήσουν το φως.

Ζούμε όμως ακόμη σε έναν κόσμο του εγώ, των κατώτερων ενστίκτων ενός κατώτερου κόσμου, όπου οι άνθρωποι δεν μπορούν να συλλάβουν το φως, και βλέπουν τον ενάρετο συνάνθρωπο τους ως γεύμα προς δικήν τους τέρψην.

Τι είναι όμως αυτό που αναγκάζει κάποιον, να σκέφτεται και να πράττει αγεληδόν;

Καμιά φορά μας απογοητεύει «αυτό που είμαστε». Ποθούμε να γίνουμε καλύτεροι απ’ όσο είμαστε. Αλλά δεν ξέρουμε τι ακριβώς σημαίνει αυτό. Ο Νίτσε κατανοεί την ανησυχία μας. Δε μας επιπλήττει λέγοντάς μας πως θα έπρεπε να νιώθουμε ευλογημένοι και να θυμόμαστε πως τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι πολύ χειρότερα˙ ή να λέμε πως με βάση τη γενική κατάσταση του κόσμου είμαστε πολύ τυχεροί και άρα θα πρέπει να νιώθουμε βολεμένοι. Απεναντίας, μας καλεί να ενδιαφερθούμε για το τι συμβαίνει όταν δεν είμαστε ευχαριστημένοι με τον εαυτό μας. Αυτό το θεωρεί σημάδι καλής ψυχικής υγείας. Ο Νίτσε θέλει να γνωρίσουμε αυτή τη δυσαρέσκεια, να την λάβουμε σοβαρά υπόψη και να κάνουμε κάτι γι’ αυτήν.

Μερικές πρώτες ιδέες για το πώς θα ήταν μια καλύτερη εκδοχή του καθενός από μας είναι ίσως οι εξής: να βγάζουμε περισσότερα χρήματα, να κάνουμε πιο συναρπαστικά πράγματα, να έχουμε μια δουλειά που να μας αρέσει, να μετακομίσουμε, να φύγουμε από μια απογοητευτική σχέση, να βρούμε καινούριους φίλους, να κάνουμε ένα μεταπτυχιακό. Αυτοί θα ήταν πολύ καλοί στόχοι. Προσέξτε όμως πως είναι όλοι τους εξωτερικοί. Αφορούν πράγματα που θα μπορούσαμε να κάνουμε ή να έχουμε. Τι συμβαίνει όμως με τον εαυτό μας; Ποιοι είμαστε πραγματικά, αυτοί καθ’ εαυτοί; Και γιατί δε στοχεύουμε προς τα εκεί; Γιατί δε γινόμαστε οι άνθρωποι που θέλουμε να είμαστε; Μήπως είμαστε πολύ τεμπέληδες;

Αυτό το ερώτημα θέτει ο Νίτσε σε ένα δοκίμιο με τίτλο «Ο Σοπενχάουερ ως παιδαγωγός»:

Ο ταξιδευτής εκείνος, που είχε δει πολλές χώρες και λαούς και κάμποσες ηπείρους, και τον ρώτησαν ποια ιδιότητα των ανθρώπων συνάντησε παντού, έλεγε: «έχουν μια κλίση στην οκνηρία» . Σε μερικούς θα φανεί ότι θα μιλούσε σωστότερα και πιο έγκυρα αν έλεγε: «είναι όλοι δειλοί». Κρύβονται κάτω από ήθη και απόψεις. Κατά βάθος, κάθε άνθρωπος ξέρει καλά πως βρίσκεται στον κόσμο για μία φορά και μόνο, ως κάτι μοναδικό, και πως καμιά άλλη τόσο παράξενη σύμπτωση δε θα συνταιριάξει, για δεύτερη φορά, μια τόσο θαυμάσια πολλαπλότητα σε ενότητα, όπως είναι αυτός: το ξέρει αυτό, αλλά το κρύβει σαν μια κακή συνείδηση – για ποιο λόγο; Από φόβο μπρος στον γείτονα ο οποίος απαιτεί τη σύμβαση, τη στιγμή που και ο ίδιος καλύπτεται με αυτή. Τι είναι όμως αυτό που αναγκάζει κάποιον να φοβάται τον γείτονα, να σκέφτεται και να πράττει αγεληδόν, και να μην είναι ευχαριστημένος με τον ίδιο του τον εαυτό; Η ντροπαλοσύνη, ίσως, για λίγους και σπάνιους. Για τους περισσότερους, όμως, είναι η νωθρότητα, η φυγοπονία, δηλαδή εκείνη η ροπή στην οκνηρία, για την οποία μίλησε ο ταξιδιώτης.

Έχει δίκιο: οι άνθρωποι είναι περισσότερο οκνηροί απ’ ότι δειλοί και φοβούνται περισσότερο τους κόπους που θα τους επέβαλε μια απόλυτη εντιμότητα και γύμνια. Μόνο οι καλλιτέχνες μισούν αυτή την αμέριμνη πορεία, με τα ιδανικά φερσίματα και τις αταίριαστες γνώμες , και φανερώνουν το μυστικό, την κακή συνείδηση του καθενός, την πρόταση πως κάθε άνθρωπος είναι ένα μοναδικό θαύμα. Τολμούν να μας δείξουν τον άνθρωπο˙ πως αυτός, ως και στην κάθε κίνηση των μυών, είναι μόνος του˙ ακόμα περισσότερο πως αυτός, με την αυστηρή συνέπεια της μοναδικότητάς του, είναι όμορφος και αξιοθαύμαστος, καινοφανής και απίστευτος, όπως κάθε έργο της φύσης, και βέβαια καθόλου βαρετός. Όταν ένας μεγάλος στοχαστής περιφρονεί τους ανθρώπους, περιφρονεί την οκνηρία τους˙ διότι εξαιτίας της οι άνθρωποι εμφανίζονται ως βιομηχανικά προϊόντα, ως αδιάφοροι, ανάξιοι για συναναστροφή και νουθεσία. Ο άνθρωπος που δε θέλει να ανήκει στη μάζα χρειάζεται μόνο να πάψει να είναι νωθρός απέναντι στον εαυτό του και θα πρέπει να ακολουθεί τη συνείδησή του η οποία του φωνάζει: «να είσαι ο εαυτός σου! Όλα αυτά δεν είσαι εσύ, αυτά που τώρα κάνεις, σκέφτεσαι και λαχταράς.

Κάθε νεανική ψυχή ακούει αυτή τη φωνή μέρα νύχτα και τρέμει˙ γιατί νιώθει αιωνίως σίγουρη την επιτυχία, όταν συλλογίζεται την πραγματική της απελευθέρωση˙ για τούτη την ευτυχία όμως όσο καιρό βρίσκεται στις αλυσίδες των γνωμών και του φόβου, κανείς και με κανένα τρόπο δεν μπορεί να τη βοηθήσει. Και δίχως την απελευθέρωση εκείνη, πόσο απελπισμένη και παράλογη μπορεί να γίνει η ζωή! Δεν υπάρχει πιο βαρετό και αντιπαθητικό πλάσμα από τον άνθρωπο που παραμερίζει το πνεύμα του δεξιά και αριστερά, πίσω και παντού. Σε έναν τέτοιο άνθρωπο δεν πρέπει τελικά να εναντιωνόμαστε, γιατί είναι φλοιός δίχως πυρήνα, ένα σάπιο, ζωγραφιστό, διογκωμένο ένδυμα, ένα καλλωπισμένο φάντασμα το οποίο δεν μπορεί να προκαλέσει φόβο, ούτε ασφαλώς συμπόνια. Και αν δικαίως λέμε πως ο τεμπέλης σκοτώνει το χρόνο, τότε πρέπει να ανησυχούμε σοβαρά, μήπως μια εποχή που στηρίζει την ευτυχία της στις κοινές γνώμες, δηλαδή στις ατομικές νωθρότητες, σκοτωθεί στ’ αλήθεια: εννοώ ότι θα σβηστεί από την ιστορία της πραγματικής απελευθέρωσης της ζωής.

Πόσο μεγάλη πρέπει να είναι η απέχθεια κατοπινών γενεών που θα ασχολούνται με την κληρονομιά εκείνης της εποχής, στην οποία βασίλευαν όχι οι ζωντανοί άνθρωποι αλλά ανθρωποειδή της κοινής γνώμης. Γι’ αυτό τον λόγο, η εποχή μας, για κάποιους μακρινούς απογόνους μπορεί να είναι η πιο σκοτεινή και πιο άγνωστη, καθότι πιο απάνθρωπη, περίοδος της ιστορίας. Διασχίζω τις καινούριες οδούς των πόλεων μας σκέφτομαι πως από όλα τα φριχτά σπίτια, που έχτισε για λογαριασμό της η γενιά της κοινής γνώμης, δε θα υπάρχει τίποτα σε μια εκατονταετία και πως επίσης, τότε, οι γνώμες αυτών των οικοδόμων πιθανώς θα έχουν διαλυθεί. Πόσο γεμάτοι ελπίδα πρέπει απεναντίας να είναι όλοι εκείνοι που δε νιώθουν πολίτες εκείνης της εποχής. Γιατί, αν ήταν κάτι τέτοιο, τότε θα συνεργάζονταν για να σκοτώσουν την εποχή τους και μαζί με την εποχή τους να βουλιάξουν – ενώ αυτοί, μάλλον, θέλουν να χαρίσουν στην εποχή τους ζωή για να εξακολουθήσουν, οι ίδιοι, να ζουν σε αυτή τη ζωή. Αλλά ακόμα κι αν το μέλλον δε μας επιτρέπει να ελπίζουμε τίποτα, η αλλόκοτη ύπαρξή μας ακριβώς σε αυτό το Τώρα μας ενθαρρύνει πειστικότατα να ζήσουμε σύμφωνα με έναν ιδιαίτερο νόμο και μέτρο: είναι αυτό το ανεξήγητο, το ότι ζούμε ακριβώς σήμερα, ενώ είχαμε άπειρο χρόνο για να υπάρξουμε, το ότι δεν κατέχουμε τίποτε άλλο από μια σπιθαμή σήμερα και πρέπει να δείξουμε γιατί και προς τι γεννηθήκαμε τώρα ακριβώς.

Και  γι’  αυτό  βαδίζουν  με  κεφάλι  σκυφτό

Τίποτα  δεν  κουράζει,  δεν  απογοητεύει,  δεν  μαραζώνει  τον  άνθρωπο  (των εξελιγμένων κοινωνιών, σαν τη δική μας) όσο η διάσταση και η δυσαρμονία ανάμεσα στις ικανότητες, στα  αισθήματα και στις ιδέες του από το ένα μέρος, και στο επάγγελμα που ασκεί για βιοπορισμό  ή στο ρόλο που παίζει μέσα στον κοινωνικό βίο από το άλλο μέρος. Εάν δώσομε σ’ αυτή την  πρόταση  τη  θετική  της  διατύπωση,  θα  έχομε  μιαν  άλλη  όψη  της  αλήθειας.  Όταν  ένας  άνθρωπος, στην επαγγελματική και κοινωνική του ζωή, εργάζεται σύμφωνα με τις δυνάμεις, τις  διαθέσεις  και  τις  βλέψεις  του,  όταν  επομένως  ό,τι  λέγει  και  ό,τι  πράττει  βρίσκεται  σε  αρμονία με τον εσώτερο εαυτό του και με τους (μικρούς ή μεγάλους) σκοπούς που έχει τάξει  στη ζωή του, αυτός και στον κάματο αντέχει και στη φθορά: δεν αρρωσταίνει, δεν λυγίζει, δεν  γερνάει — είναι πάντοτε ακμαίος, εύθυμος, νέος.

Για  να  βεβαιώσομε  αυτή  τη  γνώμη,  δεν  χρειάζονται  μεγάλες  αναλύσεις.  Αρκεί  η  απλή  παρατήρηση των περιπτώσεων που μας προσφέρονται κάθε μέρα στο άμεσο περιβάλλον μας, για να μας πείσει. Ποιοι άνθρωποι απ’ αυτούς που μας τριγυρίζουν, είναι πιο δραστήριοι, πιο  αισιόδοξοι, πιο ζωντανοί; — Εκείνοι που βρήκαν το δρόμο τους. Δηλαδή εκείνοι που πέτυχαν  να δώσουν σ’ αυτό  το μέρος  της ύπαρξης που καλύπτεται από  την κοινωνική  ζωή   περιεχόμενο  σύμφωνο  με  τον  εσωτερικό  τους  κόσμο:  με  τις  επιθυμίες,  τις  προσδοκίες, τις φιλοδοξίες τους. Τους βλέπεις να τσακίζονται στη δουλειά όλη την ημέρα, να  περιορίζουν στο ελάχιστο τον ύπνο, την ανάπαυση, την ψυχαγωγία τους, και όμως ποτέ να μη  δυσανασχετούν,  να  μη  καταπονούνται,  να  μην  αποθαρρύνονται  από  τα  εμπόδια  ή  να  απελπίζονται από τις μικροαποτυχίες, αλλά να έχουν πάντα το χαμόγελο στα χείλη, τη χαρά  και την πίστη στην καρδιά, έτοιμοι, κάθε φορά που δυσκολεύεται η πορεία τους από κάποιαν  ατυχία, να  ξαναρχίζουν  το έργο  τους με κέφι, με ενθουσιασμό, με αυτοπεποίθηση. Απορείς  που βρίσκουν οι άνθρωποι αυτοί τα αποθέματα της δραστηριότητας, και ιδίως τα κεφάλαια  της  αισιοδοξίας,  που  ξοδεύονται  χωρίς  να  λιγοστεύουν.  Και  θαυμάζεις  την  ευθυμία,  τη  φρεσκάδα,  τα  νιάτα  τους —  ακόμη  και  σε  προχωρημένη  ηλικία.  Το  μυστικό  τους (χάρισμα  ακριβό  και  αναντικατάστατο)  είναι  η  εσωτερική  τους  αρμονία:  λέγουν  και  πράττουν  εκείνα  που  έχουν  μέσα  στην  ψυχή  τους,  μικρό  ή  μεγάλο,  αδιάφορο.  Δεν  φορούν  μάσκα,  δεν  υποκρίνονται, δεν πιστεύουν άλλα απ’ αυτά που λέγουν, ούτε κάνουν εκείνα που μέσα τους  αποστρέφονται ή αντιπαθούν. Μαραγκοί είναι; Την αγαπούν την τέχνη τους και την ασκούν  με όρεξη. Παπάδες είναι; Πιστεύουν στο λειτούργημά τους και το υπηρετούν με ευχαρίστηση. Γιατροί  είναι; Τους  εμπνέει  η  εργασία  τους,  την  προσέχουν,  τη  χαίρονται.  Πολιτικοί  είναι; Βρίσκονται στην παράταξη που μάχεται για τα ίδια ιδανικά, μιλούν την ίδια γλώσσα με τους  συμπολεμιστές  τους,  και  για  τούτο  είναι  πάντα  έτοιμοι  για  κόπους  και  θυσίες.  Πώς  να  λυγίσουν, πώς να φθαρούν, πώς να γεράσουν τέτοιοι άνθρωποι;

Κοιτάξετε  έπειτα  τους άλλους,  τους  δυσαρμονικούς, εκείνους  που κουβαλούν  μέσα  τους  τη  διάσταση, την αντίφαση, την ασυναρτησία. Για αλλού ξεκίνησαν, και αλλού βρέθηκαν. Καλώς  ή κακώς πίστεψαν ότι ήσαν καμωμένοι για κάτι άλλο, ότι είχαν τις ικανότητες που χρειάζονται  για  να  κερδίσουν  χρήματα,  ν’  αποκτήσουν  υπόληψη,  να  διακριθούν  στην  τέχνη,  στην  επιστήμη,  στην  πολιτική,  αλλά  ο  δρόμος  που  πήραν  (αιτία  η  ολιγωρία,  η  ανάγκη  ή  και  η  σύμπτωση) τους απομάκρυνε από τις επιθυμίες και τα όνειρά τους. Και τώρα, υποχρεωμένοι  να βγάλουν το ψωμί τους ή να κρατήσουν μια δαπανηρή θέση κοινωνική που δεν μπορούν να  την εγκαταλείψουν, αναγκάζονται να ασκούν ένα επάγγελμα που τους ενοχλεί, ή να παίζουν  ένα  ρόλο  που  δεν  τους  πάει,  ή  να  διακηρύττουν  πράγματα  που  δεν  τα  πιστεύουν.  Αυτή  η  δυσαρμονία  έχει  σαν  αποτέλεσμα  να  χάνουν  τα  αντιστύλιά  τους,  τον  άξονα  της  υπόστασής  τους,  και  να  γίνονται  μεμψίμοιροι,  βαρύθυμοι,  κακεντρεχείς.  Αρρωσταίνουν.  Και  αρρωσταίνουν  όχι  μόνο  ψυχικά,  αλλά  και  σωματικά. (Πολύ  συχνά  λησμονούμε  ότι  τα  δύο  αυτά  στοιχεία  πάνε  μαζί).  Και  γι’  αυτό  βαδίζουν  με  κεφάλι  σκυφτό,  με  καρδιά  κλειστή, σκοτεινή, δίχως χαρά, δίχως καλοσύνη (και αυτά πάνε μαζί). Θέλγητρα δεν έχει γι’ αυτούς η  ζωή,  κουράζονται  εύκολα,  γερνάνε  γρήγορα.  Γιατί  μέσα  τους  δεν  υπάρχει  δύναμη,  φως, αρμονία. Αλλά διχασμός, τύψεις, ερημία.

Ανέκαθεν θεωρήθηκε αρχή αναμφισβήτητη ότι όχι η βαρειά, η δύσκολη, η αδιάκοπη, αλλά η  εργασία η ασυμβίβαστη με το χαρακτήρα, με τη φιλοτιμία, με τις πραγματικές ικανότητες και  επιδιώξεις του ανθρώπου τον φθείρει και τον εξευτελίζει. Για τούτο και επιβάλλεται ως ποινή. Τιμωρείσαι  να κάνεις  εκείνο  που  δεν  σου  ταιριάζει,  που  δεν  μπορείς  να  θέλεις,  που  δεν  το  ανέχεσαι. Από την ώρα που αναγκάζεσαι να υποστείς αυτή τη δεινή κατάσταση, έχεις χάσει  μαζί με την ελευθερία και τη χαρά της ζωής. Και για να εξακολουθήσεις ακόμη να δέχεσαι να  ζεις,  ένας  τρόπος  υπάρχει:  να  αναιρέσεις  σιγά  ‐  σιγά  την  ανθρωπιά  σου  και  να  γίνεις  υποζύγιο. Αυτή είναι η έννοια του δούλου. Ο δούλος δεν εργάζεται — δουλεύει∙ γι’ αυτό ό,τι  κάνει  δεν  είναι  έργο,  είναι  δουλειά,  επειδή  δεν  το  εκλέγει  ελεύθερα,  ούτε  το  πράττει  με  ευχαρίστηση,  αλλά  αναγκάζεται  να  το  εκτελεί  με  όλο  που  είναι  ασυμβίβαστο  προς  τον  εσωτερικό  του  κόσμο —έως  τη  στιγμή  που  θα  έχει  ψυχικά  εξουθενωθεί,  θα  έχει  χάσει  την  αίσθηση και την υπερηφάνεια των ανθρώπινων ιδιοτήτων και των ανθρώπινων δικαιωμάτων  του,  και  δεν  θα  υποφέρει  πια  απ’  αυτό  τον  εξευτελισμό.  Αλλά  τότε  δεν  θα  ξεχωρίζει  πλέον  από το ζώο. — Υπάρχουν «δουλειές» που δεν είναι καταπονητικές ή επαίσχυντες∙ που κάποτε  μάλιστα φαίνονται «απ’ έξω» λαμπρές και αξιοζήλευτες. Να «κοσμείς» λ.χ. με το παράστημα  και την εορταστική σου εμφάνιση το παλάτι ενός ισχυρού, ή να διασκεδάζεις με το «πνεύμα» σου τους συνδαιτημόνες του. Να έχεις (χάρη στις παραχωρήσεις, στην υποτακτικότητα, στους  συμβιβασμούς που καταδέχτηκες να κανείς) περιβληθεί υψηλά αξιώματα που εξασφαλίζουν  στον κάτοχο τους τιμές και πλούτη. Αν όλα αυτά τα αισθάνεσαι σαν ξένα και αντίθετα προς  τον βαθύτερο εαυτό σου, ασυμβίβαστα προς ό,τι θα μπορούσες και θα έπρεπε να επιδιώξεις  και να επιτύχεις στη ζωή, είσαι ένας δυστυχής, ένας τραγικός άνθρωπος, καταδικασμένος να  λυγίσεις κάτω από το βάρος του εικονικού θριάμβου σου.

Η νεώτερη Ψυχολογία πρόσεξε ιδιαίτερα τις βαθειές αλλοιώσεις που προκαλεί στην ψυχική  και στη σωματική κατάσταση του ανθρώπου η δυσαρμονία που γεννιέται στον αισθηματικό  του  κόσμο,  στους  χώρους  της  ερωτικής  ζωής.  Οι  αναλύσεις  της  υπήρξαν  πραγματικά  αποκαλυπτικές∙  άνοιξαν  δρόμους  απροσδόκητους  για  την  ανίχνευση  του  λαβύρινθου  της  ανθρώπινης  ψυχής.  Γρήγορα  όμως  έγινε  αντιληπτό  ότι  ο  άνθρωπος  έχει  και  μια  κοινωνική  διάσταση  που  πρέπει  να  εξερευνηθεί. (Ιστορικά  η  πρόοδος  αυτή  πραγματοποιήθηκε  με  το  πέρασμα  από  τον  Freud  στον Adler).  Ζει  μέσα  στην  κοινωνία,  για  την  κοινωνία  και  από  την  κοινωνία. Και με τις σχέσεις αυτές υφαίνεται ο οικονομικός και ο πολιτικός ιστός που τυλίγει  όλους  μας.  Εδώ  έχει  τη  θέση  του  σαν  παράγων  (που  προσδιορίζει  και  προσδιορίζεται)  το  επάγγελμα,  κατά  τη  γενικότερη  έννοιά  του. Το  τι  πράττομε,  όχι  μόνο  για  να  ποριστούμε  τα  μέσα της ζωής αλλά και για να «γεμίσομε» κατά κάποιο τρόπο αυτή τη ζωή, έχει πολύ μεγάλη  σημασία.  Σημασίαν  αποφασιστική  για  τη  διαμόρφωση  της  προσωπικότητας  και  της  μοίρας  μας. Άλλοτε  ταυτιζόμαστε εσωτερικά  με  την κοινωνική  διάσταση  της  ύπαρξής  μας, και  τότε  πορευόμαστε  ομαλά∙  άλλοτε  πάλι  δεν  κατορθώνομε  να  βρούμε  ή  να  αποκαταστήσομε  την  αρμονία ανάμεσα στο τι λέγομε και πράττομε, και στο τι γίνεται ή πάει να γίνει μέσα μας, και  τότε καταστρέφεται μαζί με την ψυχική και η σωματική μας επάρκεια και αντοχή — μια τριβή  προκαλείται  επικίνδυνη  και  ανυπόφορη  και  σιγά  ‐  σιγά  ρημάζομε,  αρρωσταίνομε, δυστυχούμε. Γινόμαστε μίζεροι, βάναυσοι, μισαλλόδοξοι, κακοί. Έχομε χάσει μαζί με τη χαρά  της  ζωής  και  την  αγάπη  προς  τον  συνάνθρωπο.  Όλοι  μας  φταίνε,  επειδή  είμαστε  βαθιά  δυσαρεστημένοι  με  τον  εαυτό  μας.  Πικραμένοι,  απογοητευμένοι,  κουρασμένοι,  επειδή  δεν  μπορούμε  να  υπερνικήσομε  την  αντίφαση  που  μας  φθείρει,  τα  βάζομε  με  τους  άλλους  (προπάντων  με  όσους  έχουν  πραγματοποιήσει  στη  ζωή  τους  εκείνο  που  εμείς  δεν  κατορθώσαμε)  με  μιαν  επιθετικότητα,  με  μια  κακεντρέχεια,  με  ένα  μίσος  που  μένουν  ανεξήγητα  για  τον  κοινό  παρατηρητή.  Κατά  βάθος,  αντιπαθούμε  τους  άλλους  —  επειδή αντιπαθούμε  τον  εαυτό  μας.  Μας  έχει  γίνει  ανυπόφορος  (με  τη  δειλία,  τις  προδοσίες,  την  υποκρισία του), και για τούτο δεν υποφέρομε κανένα. Όταν μάλιστα τους βλέπομε ακμαίους, αισιόδοξους, ευτυχείς, η δυστυχία μας πολλαπλασιάζεται. Καθώς και η κακότητά μας.

ΠΟΛΥΒΙΟΣ: ΠΕΡΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

ΠΟΛΥΒΙΟΣ, 204-122 π.Χ

Β’ 38

Δεν θα μπορούσε να βρει κανείς διοικητικό σύστημα ισότητας λόγου, ελευθερίας και γενικά αληθινής δημοκρατίας και διάθεση ειλικρινέστερη από αυτή που υπάρχει στους Αχαιούς. Αυτό βρήκε μερικούς Πελοποννήσιους πρόθυμα να το επιλέγουν και πολλούς τους κέρδισε με τη δύναμη να πείθει και με τον λόγο. Και μερικούς που τους εξανάγκασε, τους έκανε κι αυτούς, με το πέρασμα του καιρού, από εξαναγκασμένους αρχικά, να το στέρξουν στη συνέχεια. Διότι, χωρίς να χάνει κανένα από τα πλεονεκτήματα που εξαρχής είχε, αλλά δίνοντας τα πάντα με ισότητα σε όσους κάθε φορά έμπαιναν στη συμπολιτεία αυτή, έφτανε γρήγορα στον σκοπό που είχε θέσει χρησιμοποιώντας δύο μέσα πολύ δυνατά: την ισότητα και την ανθρωπιά.

ΣΤ’ 9

Όσο βέβαια ζουν ακόμη μερικοί από αυτούς που έχουν δοκιμάσει την υπεροψία και τη δυναστική εξουσία, ευχαριστημένοι με την κατάσταση που έχουν, δίνουν πολύ μεγάλη αξία στην ισονομία και στην ελευθερία του λόγου· όταν όμως έρθει η νέα γενιά και η δημοκρατία παραδοθεί πάλι στα παιδιά των παιδιών τους, τότε, εξαιτίας της συνήθειας, επειδή πια δεν δίνουν μεγάλη αξία στην ισονομία και στην ελευθερία του λόγου, επιδιώκουν να έχουν περισσότερα πλεονεκτήματα από τους πολλούς. Στην κατάσταση αυτή φτάνουν προπάντων όσοι υπερέχουν από άποψη περιουσιακή.

ΙΑ’ 13

Τα πλήθη που ζουν σε καθεστώς δημοκρατίας έχουν μεγαλύτερη προθυμία στους πολέμους απ’ ό,τι οι πολίτες που ζουν υπό καθεστώς τυραννίας· άλλο τόσο είναι φυσικό, οι μισθοφόροι της μοναρχίας να ξεπερνούν και να ξεχωρίζουν από τους μισθοφόρους της δημοκρατίας. Διότι, όπως στην πρώτη περίπτωση οι μεν πολεμούν για την ελευθερία τους και οι δε για τη δουλεία τους, έτσι και στην περίπτωση των μισθοφόρων, οι πρώτοι πολεμούν για αδιαμφισβήτητο πλεονέκτημα και οι δεύτεροι για ολοφάνερη βλάβη. Πραγματικά, η δημοκρατία, όταν εξοντώσει όσους την επιβουλεύτηκαν, δεν χρησιμοποιεί πια μισθοφόρους για να διατηρήσει την ελευθερία της- η τυραννία όμως, όσο περισσότερα επιθυμεί τόσο περισσότερο έχει ανάγκη από μισθοφόρους. Διότι αφού βλάπτει πολλούς, έχει και πολλούς εχθρούς.

Ω, ΚΑΚΟΜΟΙΡΑ ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ ΜΥΑΛΑ

Δεν ακούτε λοιπόν την κραυγή της φύσης που διαλαλεί την επιθυμία της, από το κορμί να φύγει κάθε πόνος, και το πνεύμα να νιώσει ευδαιμονία ελεύθερη από έγνοιες και αγωνίες; Το βλέπουμε πως δε χρειάζεται το κορμί πολλά πράγματα. Κάθε τι που διώχνει τον πόνο, μπορεί και πολλές απολαύσεις να προσφέρει.

Η ίδια η φύση τότε δεν ζητά μεγαλύτερη ευχαρίστηση. Αν το σπίτι δεν έχει χρυσά αγάλματα εφήβων να κρατούν στο δεξί το χέρι αναμμένες δάδες και να φωτίζουν τα νυχτερινά φαγοπότια, αν το σπίτι δεν αστραποβολά από ασήμια και χρυσάφια, αν δεν αντιλαλούν κιθάρες μες στα στολισμένα σαλόνια, εμάς μας είναι αρκετό να ξαπλώνουμε στο τρυφερό χορτάρι, φίλοι με φίλους στην ακροποταμιά, κάτω από τα σκιερά κλαδιά ενός μεγάλου δέντρου.

Μας είναι αρκετό να μπορούμε να διασκεδάζουμε με λίγα έξοδα, ιδίως αν μας χαμογελά ο καιρός, κι η εποχή ραίνει το καταπράσινο χορτάρι με λουλούδια.

Ο καυτός πυρετός δεν αφήνει γρηγορότερα το κορμί που ξαπλώνει πάνω σε κεντητά στρώματα και σε άλικες πορφύρες, απ’ ό,τι το κορμί που ‘ναι ξαπλωμένο σ’ ένα φτωχικό στρωσίδι.

Τίτος Λουκρήτιος Κάρος

Μερικές φορές το πεπρωμένο...

Μερικές φορές το πεπρωμένο είναι σαν μια μικρή αμμοθύελλα που αλλάζει συνεχώς κατεύθυνση. Κι εσύ μπορεί να αλλάξεις κατεύθυνση αλλά η αμμοθύελλα σε κυνηγάει. Στρίβεις ξανά, η αμμοθύελλα όμως σ’ ακολουθεί και συνεχίζεις ακατάπαυστα, σαν να χορεύεις έναν δυσοίωνο χορό με τον θάνατο, λίγο πριν ξημερώσει. Γιατί; Επειδή αυτή η αμμοθύελλα δεν ήρθε από κάπου μακριά, δεν είναι κάτι που δεν έχει σχέση με σένα.

Αυτή η αμμοθύελλα είσαι εσύ. Βρίσκεται μέσα σου. Έτσι, δεν έχεις παρά να της παραδοθείς, να μπεις μέσα της, να κλείσεις τα μάτια σου και να βουλώσεις τα αυτιά σου, για να μην περάσει μέσα σου η άμμος, και βήμα βήμα να τη διασχίσεις. Δεν υπάρχει ήλιος εκεί, ούτε φεγγάρι, ούτε πυξίδα, καμία αίσθηση του χρόνου. Μόνο η υπέροχη λευκή άμμος που στροβιλίζεται και υψώνεται ψηλά στον ουρανό σαν σκόνη από κονιορτοποιημένα οστά. Μια τέτοια αμμοθύελλα πρέπει να φανταστείς.

Και πρέπει στ’ αλήθεια να περάσεις μέσα από αυτή την άγρια, μεταφυσική, συμβολική αμμοθύελλα. Ανεξάρτητα από το πόσο μεταφυσική ή συμβολική είναι, εσύ μην κάνεις το λάθος και την παραβλέψεις: θα σε χαρακώσει βαθιά, σαν χίλια ξυραφάκια. Εκεί πολλοί θα ματώσουν, αλλά θα ματώσεις κι εσύ. Καυτό κόκκινο αίμα. Το αίμα τούτο θα βάψει τα χέρια σου, αίμα δικό σου και των άλλων.

Και μόλις η θύελλα κοπάσει, δε θα θυμάσαι πώς κατάφερες να τη διασχίσεις, πώς κατάφερες να επιζήσεις. Στην πραγματικότητα δεν γνωρίζεις πως η θύελλα κόπασε. Ένα όμως είναι βέβαιο. Όταν βγεις από κει μέσα, δε θα είσαι το ίδιο άτομο με εκείνο που μπήκε. Περί αυτού πρόκειται.

Αν δεν τελειώσεις με το παρελθόν, ζεις μια ζωή φαντάσματος

Χρειάζεσαι χώρο. Το παρελθόν είναι τόσο πολύ μέσα σου, ένας σκουπιδότοπος νεκρών πραγμάτων. Δεν υπάρχει καθόλου χώρος για να μπει το παρόν. Εκείνος ο σκουπιδότοπος συνεχίζει να ονειρεύεται το μέλλον, οπότε ο μισός χώρος είναι γεμάτος με αυτό που δεν υπάρχει πια κι ο άλλος μισός με αυτό που δεν υπάρχει ακόμη.
Και το παρόν;
Απλώς περιμένει έξω από την πόρτα.
Γι’ αυτό το παρόν δεν είναι παρά ένα πέρασμα – ένα πέρασμα από το παρελθόν στο μέλλον – ένα στιγμιαίο πέρασμα.
Τελείωνε με το παρελθόν.
Αν δεν τελειώσεις με το παρελθόν, ζεις μια ζωή φαντάσματος. Η ζωή σου δεν είναι αληθινή, δεν είναι υπαρξιακή.
Το παρελθόν ζει μέσα από σένα, το νεκρό εξακολουθεί να σε καταδιώκει. Πήγαινε προς τα πίσω.
Όποτε έχεις την ευκαιρία, όποτε κάτι συμβαίνει μέσα σου – ευτυχία, δυστυχία, στεναχώρια, θυμός, ζήλια – κλείσε τα μάτια και πήγαινε προς τα πίσω. Σύντομα θα γίνεις ικανός να ταξιδεύεις προς τα πίσω στο χρόνο και τότε θα ανοίξουν πολλές πληγές.
Όταν εκείνες οι πληγές ανοίξουν μέσα σου, μην προσπαθήσεις να κάνεις τίποτα. Εσύ δεν χρειάζεται να κάνεις τίποτα. Απλώς, παρατήρησέ τις, κοίταξέ τις. Κοίταζέ τις χωρίς καμία κριτική. Αν κρίνεις και λες, “αυτό είναι κακό, αυτό δεν θα έπρεπε να είναι έτσι”, τότε η πληγή θα κρυφτεί και πάλι.
Όποτε επικρίνεις, ο νους προσπαθεί να κρύψει πράγματα.
Μ’ αυτόν τον τρόπο δημιουργείται το συνειδητό και το ασυνείδητο.
Διαφορετικά ο νους είναι ένας. Δεν υπάρχει ανάγκη για κανένα διαχωρισμό.
Εσύ όμως επικρίνεις.
Τότε ο νους πρέπει να διαχωρίσει και να βάλει πράγματα στο σκοτάδι, στο υπόγειο, για να μην μπορείς να τα βλέπεις και να μη χρειάζεται να τα επικρίνεις.
Μην επικρίνεις και μην επιβραβεύεις. Εσύ να είσαι απλώς ένας παρατηρητής, ένας αμερόληπτος παρατηρητής.
Μην αρνείσαι τίποτα. Μη λες, “αυτό δεν είναι καλό”, επειδή αυτό είναι άρνηση και τότε έχεις αρχίσει να καταπιέζεις.
Μένε ανεπηρέαστος. Απλώς να βλέπεις και να παρατηρείς.
Βλέπε με συμπόνια και η θεραπεία θα συμβεί.
Μη με ρωτήσεις γιατί συμβαίνει αυτό, επειδή αυτό είναι απλώς ένα φυσικό φαινόμενο, όπως το νερό βράζει στους εκατό βαθμούς. Ποτέ δεν ρωτάς, “γιατί δεν βράζει στους ενενήντα εννέα βαθμούς και δεν βράζει στους ενενήντα οκτώ;”
Κανένας δεν μπορεί να το απαντήσει αυτό. Απλώς έτσι συμβαίνει – το νερό βράζει στους εκατό βαθμούς. Το ίδιο συμβαίνει και με την εσωτερική φύση.
Όταν μια συμπονετική συνειδητότητα έρχεται σε μια πληγή, η πληγή εξαφανίζεται. Δεν υπάρχει “γιατί” σ’ αυτό. Είναι απλώς κάτι φυσικό. Έτσι είναι, έτσι συμβαίνει. Όταν το λέω αυτό, το λέω από την εμπειρία μου.
Δοκίμασέ το και η εμπειρία είναι εφικτή και για σένα επίσης.
Αυτός είναι ο τρόπος.

Νίτσε: Ματαιοδοξία

Ενδιαφερόμαστε για την καλή γνώμη των άλλων πρώτο επειδή είναι ωφέλιμοι για μας, και δεύτερο επειδή θέλουμε να δώσουμε στους άλλους χαρά (τα παιδιά θέλουν να δώσουν χαρά στους γονείς τους, οι μαθητές στους δασκάλους τους, και οι καλοκάγαθοι άνθρωποι σ’ όλους τους άλλους).

Μόνο όταν η καλή γνώμη των άλλων είναι σημαντική για κάποιον, ανεξάρτητα από το όφελος του ή από την επιθυμία του να δώσει χαρά, μιλάμε για ματαιοδοξία. Στην περίπτωση αυτή, ο άνθρωπος θέλει να δώσει χαρά στον εαυτό του, αλλά σε βάρος των συνανθρώπων του, επειδή είτε τους παραπλανά και τους οδηγεί σε μια λαθεμένη γνώμη γι’ αυτό, είτε αποβλέπει σ’ έναν βαθμό «καλής γνώμης», που θα αποβεί οδυνηρή στους άλλους (προκαλώντας το φθόνο τους).

Συνήθως, το άτομο θέλει να επιβεβαιώσει τη γνώμη που έχει για τον εαυτό του μέσω της γνώμης των άλλων και να ενισχύσει τον εαυτό του μπροστά στα μάτια του· αλλά η ισχυρή εξοικείωση με την αυθεντία (που είναι τόσο παλιά όσο ο άνθρωπος) οδηγεί επίσης πολλούς να στηριχτούν στην αυθεντία για την ίδια τους την πίστη καθεαυτή, δηλαδή να τη δεχτούν μόνο από τα χέρια των άλλων. Εμπιστεύονται περισσότερο τη δύναμη της κρίσης των άλλων παρά τη δική τους.

Στο ματαιόδοξο άνθρωπο, το ενδιαφέρον για τον εαυτό του, η επιθυμία του να ευχαριστήσει τον εαυτό του, φτάνει σε τέτοιο ύψος που παραπλανά τους άλλους και τους οδηγεί σε μια λαθεμένη, υπερβολικά υψηλή κατάταξη αξιολόγησης του εαυτού του, και ύστερα υποτάσσεται στην αυθεντία τους· δηλαδή, προκαλεί την πλάνη και μετά την πιστεύει.

Πρέπει να παραδεχτούμε λοιπόν ότι οι ματαιόδοξοι άνθρωποι επιθυμούν να ευχαριστήσουν όχι τόσο τους άλλους όσο τους εαυτούς τους, και ότι μπορούν να φτάσουν στο σημείο να παραβλέψουν το όφελός τους κάνοντας το αυτό· γιατί κάνουν συχνά τους συνανθρώπους τους κακόβουλους, εχθρικούς, φθονερούς και επιβλαβείς απέναντί τους, επειδή απλώς θέλουν να δίνουν στους εαυτούς τους ευχαρίστηση, αυτοϊκανοποίηση.

Φρειδερίκος Νίτσε, Ανθρώπινο πολύ ανθρώπινο

ΑΡΡΙΑΝΟΣ - Ἀλεξάνδρου Ἀνάβασις (3.18.10-3.19.8)

[3.18.10] Ἀλέξανδρος δὲ σπουδῇ αὖθις ἦγεν ὡς ἐπὶ τὸν ποταμὸν καὶ καταλαμβάνει ἤδη πεποιημένην ἐπ᾽ αὐτοῦ γέφυραν καὶ διαβαίνει ξὺν τῇ στρατιᾷ εὐπετῶς· ἐντεῦθεν δὲ αὖθις σπουδῇ ἤλαυνεν ἐς Πέρσας, ὥ‹σ›τε ἔφθη ἀφικέσθαι πρὶν τὰ χρήματα διαρπάσασθαι τοὺς φύλακας. ἔλαβε δὲ καὶ τὰ ἐν Πασαργάδαις χρήματα ἐν τοῖς Κύρου τοῦ πρώτου θησαυροῖς. [3.18.11] σατράπην μὲν δὴ Περσῶν κατέστησε Φρασαόρτην τὸν Ῥεομίθρου παῖδα· τὰ βασίλεια δὲ τὰ Περσικὰ ἐνέπρησε, Παρμενίωνος σώζειν ξυμβουλεύοντος, τά τε ἄλλα καὶ ὅτι οὐ καλὸν αὑτοῦ κτήματα ἤδη ἀπολλύναι καὶ ὅτι οὐχ ὡσαύτως προσέξουσιν αὐτῷ οἱ κατὰ τὴν Ἀσίαν ἄνθρωποι, ὡς οὐδὲ αὐτῷ ἐγνωκότι κατέχειν τῆς Ἀσίας τὴν ἀρχήν, ἀλλὰ ἐπελθεῖν μόνον νικῶντα. [3.18.12] ὁ δὲ τιμωρήσασθαι ἐθέλειν Πέρσας ἔφασκεν ἀνθ᾽ ὧν ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα ἐλάσαντες τάς τε Ἀθήνας κατέσκαψαν καὶ τὰ ἱερὰ ἐνέπρησαν, καὶ ὅσα ἄλλα κακὰ τοὺς Ἕλληνας εἰργάσαντο, ὑπὲρ τούτων δίκας λαβεῖν. ἀλλ᾽ οὐδ᾽ ἐμοὶ δοκεῖ σὺν νῷ δρᾶσαι τοῦτό γε Ἀλέξανδρος οὐδὲ εἶναί τις αὕτη Περσῶν τῶν πάλαι τιμωρία.
[3.19.1] Ταῦτα δὲ διαπραξάμενος προὐχώρει ἐπὶ Μηδίας· ἐκεῖ γὰρ ἐπυνθάνετο εἶναι Δαρεῖον. γνώμην δὲ πεποίητο Δαρεῖος, εἰ μὲν ἐπὶ Σούσων καὶ Βαβυλῶνος μένοι Ἀλέξανδρος, αὐτοῦ προσμένειν καὶ αὐτὸς ἐν Μήδοις, εἰ δή τι νεωτερισθείη τῶν ἀμφ᾽ Ἀλέξανδρον· εἰ δ᾽ ἐλαύνοι ἐπ᾽ αὐτόν, αὐτὸς δὲ ἄνω ἰέναι τὴν ἐπὶ Παρθυαίους τε καὶ Ὑρκανίαν ἔστε ἐπὶ Βάκτρα, τήν τε χώραν φθείρων πᾶσαν καὶ ἄπορον ποιῶν Ἀλεξάνδρῳ τὴν πρόσω ὁδόν. [3.19.2] τὰς μὲν δὴ γυναῖκας καὶ τὴν ἄλλην τὴν ἔτι ἀμφ᾽ αὑτὸν κατασκευὴν καὶ τὰς ἁρμαμάξας ἐπὶ τὰς Κασπίας καλουμένας πύλας πέμπει, αὐτὸς δὲ ξὺν τῇ δυνάμει, ἥτις ἐκ τῶν παρόντων ξυνείλεκτο αὐτῷ, προσέμενεν ἐν Ἐκβατάνοις. ταῦτα ἀκούων Ἀλέξανδρος προὐχώρει ἐπὶ Μηδίας. καὶ Παρ‹α›ιτάκας μὲν εἰς τὴν χώραν αὐτῶν ἐμβαλὼν κατεστρέψατο καὶ σατραπεύειν ἔταξεν αὐτῶν Ὀξ[ο]άθρην τὸν Ἀβουλίτου τοῦ [πρότερον] Σούσων σατράπου παῖδα. [3.19.3] αὐτὸς δὲ ὡς ἠγγέλθη κατὰ τὴν ὁδόν, ὅτι ἐγνωκὼς εἴη Δαρεῖος ἀπαντᾶν τε αὐτῷ ὡς ἐς μάχην καὶ αὖθις διακινδυνεύειν, Σκύθας τε γὰρ αὐτῷ ἥκειν καὶ Καδουσίους συμμάχους, τὰ μὲν ὑποζύγια καὶ τοὺς τούτων φύλακας καὶ τὴν ἄλλην κατασκευὴν ἕπεσθαι ἐκέλευσε, τὴν στρατιὰν δὲ τὴν ἄλλην ἀναλαβὼν ἦγεν ἐσταλμένους ὡς ἐς μάχην. καὶ ἀφικνεῖται δωδεκάτῃ ἡμέρᾳ ἐς Μηδίαν. [3.19.4] ἔνθα ἔμαθεν οὐκ οὖσαν ἀξιόμαχον δύναμιν Δαρείῳ οὐδὲ Καδουσίους ἢ Σκύθας αὐτῷ συμμάχους ἥκοντας, ἀλλ᾽ ὅτι φεύγειν ἐγνωκὼς εἴη Δαρεῖος· ὁ δὲ ἔτι μᾶλλον ἦγε σπουδῇ. ὡς δὲ ἀπεῖχεν Ἐκβατάνων ὅσον τριῶν ἡμερῶν ὁδόν, ἐνταῦθα ἀπήντα αὐτῷ Βισθάνης ὁ Ὤχου παῖς τοῦ πρὸ Δαρείου βασιλεύσαντος Περσῶν· [3.19.5] καὶ οὗτος ἀπήγγειλεν, ὅτι Δαρεῖος ἐς πέμπτην ἡμέραν εἴη πεφευγὼς ἔχων τά τε χρήματα ‹τὰ› ἐκ Μήδων ἐς ἑπτακισχίλια τάλαντα καὶ στρατιὰν ἱππέας μὲν ἐς τρισχιλίους, πεζοὺς δὲ ἐς ἑξακισχιλίους.
Ἐλθὼν δὲ ἐς Ἐκβάτανα Ἀλέξανδρος τοὺς μὲν Θετταλοὺς ἱππέας καὶ τοὺς ἄλλους ξυμμάχους ἀποπέμπει ὀπίσω ἐπὶ θάλασσαν, τόν τε μισθὸν ἀποδοὺς αὐτοῖς ἐντελῆ τὸν ξυντεταγμένον καὶ δισχίλια παρ᾽ αὑτοῦ τάλαντα ἐπιδούς· [3.19.6] ὅστις δὲ ἰδίᾳ βούλοιτο ἔτι μισθοφορεῖν παρ᾽ αὐτῷ, ἀπογράφεσθαι ἐκέλευσε· καὶ ἐγένοντο οἱ ἀπογραψάμενοι οὐκ ὀλίγοι. Ἐπόκιλλον δὲ τὸν Πολυειδοῦς ἔταξε καταγαγεῖν αὐτοὺς ὡς ἐπὶ θάλασσαν, ἱππέας ἄλλους ἔχοντα ἐς φυλακὴν αὐτῶν· οἱ γὰρ Θεσσαλοὶ τοὺς ἵππους αὐτοῦ ἀπέδοντο. ἐπέστειλε δὲ καὶ Μένητι, ἐπειδὰν ἀφίκωνται ἐπὶ θάλασσαν, ἐπιμεληθῆναι ὅπως ἐπὶ τριήρων κομισθήσονται ἐς Εὔβοιαν. [3.19.7] Παρμενίωνα δὲ προσέταξε τὰ χρήματα τὰ ἐκ Περσῶν κομιζόμενα εἰς τὴν ἄκραν τὴν ἐν Ἐκβατάνοις καταθέσθαι καὶ Ἁρπάλῳ παραδοῦναι· Ἅρπαλον γὰρ ἐπὶ τῶν χρημάτων ἀπέλιπε καὶ φυλακὴν τῶν χρημάτων Μακεδόνας ἐς ἑξακισχιλίους καὶ ἱππέας καὶ ψιλοὺς ὀλίγους· αὐτὸν δὲ Παρμενίωνα τοὺς ξένους ἀναλαβόντα καὶ τοὺς Θρᾷκας καὶ ὅσοι ἄλλοι ἱππεῖς ἔξω τῆς ἵππου τῆς ἑταιρικῆς παρὰ τὴν χώραν τὴν Καδουσίων ἐλαύνειν ἐς Ὑρκανίαν. [3.19.8] Κλείτῳ δὲ τῷ τῆς βασιλικῆς ἴλης ἡγεμόνι ἐπέστειλεν, ἐπειδὰν ἐκ Σούσων εἰς Ἐκβάτανα ἀφίκηται, κατελέλειπτο γὰρ ἐν Σούσοις ἀρρωστῶν, ἀναλαβόντα τοὺς Μακεδόνας τοὺς ἐπὶ τῶν χρημάτων τότε ὑπολειφθέντας ἰέναι τὴν ἐπὶ Παρθυαίους, ἵνα καὶ αὐτὸς ἥξειν ἔμελλεν.

***
[3.18.10] Ο Αλέξανδρος κατευθύνθηκε γρήγορα και πάλι προς τον ποταμό, όπου βρήκε κατασκευασμένη ήδη τη γέφυρα και την πέρασε χωρίς δυσκολία μαζί με τον στρατό του. Από εκεί συνέχισε να προχωρεί με την ίδια ταχύτητα προς την Περσέπολη, και πρόλαβε να φθάσει εκεί πριν διαρπάσουν τα χρήματα οι φύλακες. Έγινε επίσης κύριος των χρημάτων που υπήρχαν στο θησαυροφυλάκιο του Κύρου του πρώτου στις Πασαργάδες. [3.18.11] Διόρισε σατράπη της Περσίδας τον Φρασαόρτη, τον γιο του Ρεομίθρη. Πυρπόλησε τα περσικά ανάκτορα, αν και ο Παρμενίων τον προέτρεψε να τα διατηρήσει και για άλλους λόγους, άλλα κυρίως επειδή δεν ήταν σωστό να καταστρέψει περιουσία που τώρα πια ήταν δική του και επειδή οι ασιατικοί λαοί δεν θα του είναι τόσο αφοσιωμένοι, γιατί θα νομίσουν ότι δεν έχει σκοπό να διατηρήσει την εξουσία της Ασίας, αλλά να διατρέξει απλώς τη χώρα ως νικητής. [3.18.12] Ο Αλέξανδρος όμως απαντούσε ότι θέλει να τιμωρήσει τους Πέρσες για όσα έπραξαν κατά την εισβολή τους στην Ελλάδα, οπότε και την Αθήνα κατέστρεψαν και τους ναούς της πυρπόλησαν, και για όσα άλλα κακά προξένησαν στους Έλληνες. Για όλα αυτά, έλεγε, θέλει να τους τιμωρήσει. Και εγώ όμως νομίζω ότι δεν ενήργησε με σύνεση ο Αλέξανδρος, τουλάχιστον ως προς αυτό, ούτε ότι θα μπορούσε να τιμωρήσει έτσι τους παλαιούς Πέρσες.
[3.19.1] Αφού τακτοποίησε τα ζητήματα αυτά, προχώρησε προς τη Μηδία, γιατί πληροφορήθηκε ότι εκεί βρισκόταν ο Δαρείος. Ο Δαρείος είχε αποφασίσει, αν ο Αλέξανδρος παρέμενε στα Σούσα και στη Βαβυλώνα, να περιμένει και αυτός στη Μηδία, με την ελπίδα μήπως και εκδηλωθεί καμιά ανταρσία στον στρατό του Αλεξάνδρου· αν όμως ο Αλέξανδρος βάδιζε εναντίον του, τότε αυτός να προχωρήσει στο εσωτερικό της χώρας του, προς την Παρθία και Υρκανία μέχρι τα Βάκτρα, ερημώνοντας ολόκληρη την περιοχή και καθιστώντας έτσι αδύνατη την προέλαση του Αλεξάνδρου. [3.19.2] Έστειλε λοιπόν τις γυναίκες και ό,τι άλλο του έμενε ακόμη καθώς και τις αρμάμαξες στις λεγόμενες πύλες της Κασπίας, ενώ ο ίδιος περίμενε στα Εκβάτανα μαζί με τις δυνάμεις που είχε συγκεντρώσει εκ των ενόντων. Όταν πληροφορήθηκε αυτά ο Αλέξανδρος προχώρησε προς τη Μηδία. Υπέταξε τους Παραιτάκες εισβάλλοντας στη χώρα τους και όρισε σατράπη τους τον Οξάθρη, τον γιο του Αβουλίτη, ο οποίος προηγουμένως ήταν σατράπης των Σούσων. [3.19.3] Επειδή έμαθε στο δρόμο ότι ο Δαρείος ήταν αποφασισμένος να τον αντιμετωπίσει σε μάχη διακινδυνεύοντας και πάλι —γιατί του είχαν έρθει ως σύμμαχοι οι Σκύθες και οι Καδούσιοι— διέταξε να ακολουθούν πίσω από τον στρατό του τα μεταγωγικά μαζί με τους φρουρούς τους καθώς και οι άλλες του αποσκευές, ενώ ο ίδιος παρέλαβε το υπόλοιπο στράτευμα και το οδηγούσε συνταγμένο για μάχη. Ο Αλέξανδρος έφθασε στη Μηδία μέσα σε δώδεκα μέρες. [3.19.4] Εκεί έμαθε ότι οι δυνάμεις του Δαρείου δεν ήταν αξιόμαχες και ότι δεν του είχαν έρθει ως σύμμαχοι οι Καδούσιοι ή οι Σκύθες, καθώς και ότι ο Δαρείος είχε αποφασίσει να φύγει. Αυτό τον έκαμε να προχωρήσει με ακόμη μεγαλύτερη ταχύτητα. Ενώ όμως απείχε τριών μόλις ημερών πορεία από τα Εκβάτανα, ήρθε και τον συνάντησε εκεί ο Βισθάνης, ο γιος του Ώχου, που ήταν βασιλιάς των Περσών πριν από τον Δαρείο. [3.19.5] Αυτός τον πληροφόρησε ότι ο Δαρείος είχε φύγει πριν πέντε μέρες από τα Εκβάτανα παίρνοντας μαζί του επτά περίπου χιλιάδες τάλαντα από τη Μηδία και στρατιωτική δύναμη τριών χιλιάδων περίπου ιππέων και έξι χιλιάδων πεζών.
Όταν ο Αλέξανδρος έφθασε στα Εκβάτανα, έστειλε πίσω στην παραλία τους Θεσσαλούς ιππείς καθώς και τους άλλους Έλληνες συμμάχους, αφού τους πλήρωσε στο ακέραιο τον συμφωνημένο μισθό και τους έδωσε ως δώρο άλλα δύο χιλιάδες τάλαντα. [3.19.6] Διέταξε όμως να δώσουν τα ονόματά τους για στρατολογία όσοι ήθελαν να εξακολουθήσουν να τον υπηρετούν ως μισθοφόροι· και στρατολογήθηκαν πολλοί. Ανέθεσε στον Επόκιλλο, τον γιο του Πολυειδή, να τους οδηγήσει στην παραλία και του έδωσε άλλους ιππείς για να τους προστατεύουν, επειδή οι Θεσσαλοί είχαν πουλήσει σε εκείνο το μέρος τα άλογά τους. Παρήγγειλε επίσης στον Μένητα να φροντίσει, μόλις φθάσουν στην παραλία, να μεταφερθούν με πλοία στην Εύβοια. [3.19.7] Διέταξε ακόμα τον Παρμενίωνα να καταθέσει στην ακρόπολη των Εκβατάνων τα χρήματα που είχαν μεταφερθεί από την Περσία και να τα παραδώσει στον Άρπαλο· γιατί τον Άρπαλο άφησε διαχειριστή των χρημάτων δίνοντάς του για τη διαφύλαξή τους έξι περίπου χιλιάδες Μακεδόνες, ιππείς και λίγους ελαφρά οπλισμένους. Διέταξε επίσης τον ίδιο τον Παρμενίωνα να παραλάβει τους μισθοφόρους και τους Θράκες καθώς και όλο το άλλο ιππικό, εκτός από το ιππικό των εταίρων, και, περνώντας από την χώρα των Καδουσίων, να προχωρήσει προς την Υρκανία. [3.19.8] Παρήγγειλε επίσης στον Κλείτο, τον αρχηγό της βασιλικής ίλης, μόλις φθάσει στα Εκβάτανα από τα Σούσα, όπου είχε μείνει γιατί ήταν άρρωστος, να παραλάβει τους Μακεδόνες που είχε αφήσει πίσω για τη διαφύλαξη των χρημάτων και να προχωρήσει στην Παρθία, όπου και ο ίδιος σκόπευε να πάει.