Κυριακή 10 Ιουλίου 2022

ΟΜΗΡΟΣ: Ὀδύσσεια (5.228-5.290)

Ἦμος δ᾽ ἠριγένεια φάνη ῥοδοδάκτυλος Ἠώς,
αὐτίχ᾽ ὁ μὲν χλαῖνάν τε χιτῶνά τε ἕννυτ᾽ Ὀδυσσεύς,
230 αὐτὴ δ᾽ ἀργύφεον φᾶρος μέγα ἕννυτο νύμφη,
λεπτὸν καὶ χαρίεν, περὶ δὲ ζώνην βάλετ᾽ ἰξυῖ
καλὴν χρυσείην, κεφαλῇ δ᾽ ἐφύπερθε καλύπτρην·
καὶ τότ᾽ Ὀδυσσῆϊ μεγαλήτορι μήδετο πομπήν.
δῶκέν οἱ πέλεκυν μέγαν, ἄρμενον ἐν παλάμῃσι,
235 χάλκεον, ἀμφοτέρωθεν ἀκαχμένον· αὐτὰρ ἐν αὐτῷ
στειλειὸν περικαλλὲς ἐλάϊνον, εὖ ἐναρηρός·
δῶκε δ᾽ ἔπειτα σκέπαρνον ἐΰξοον· ἄρχε δ᾽ ὁδοῖο
νήσου ἐπ᾽ ἐσχατιῆς, ὅθι δένδρεα μακρὰ πεφύκει,
κλήθρη τ᾽ αἴγειρός τ᾽, ἐλάτη τ᾽ ἦν οὐρανομήκης,
240 αὖα πάλαι, περίκηλα, τά οἱ πλώοιεν ἐλαφρῶς.
αὐτὰρ ἐπεὶ δὴ δεῖξ᾽ ὅθι δένδρεα μακρὰ πεφύκει,
ἡ μὲν ἔβη πρὸς δῶμα Καλυψώ, δῖα θεάων,
αὐτὰρ ὁ τάμνετο δοῦρα· θοῶς δέ οἱ ἤνυτο ἔργον.
εἴκοσι δ᾽ ἔκβαλε πάντα, πελέκκησεν δ᾽ ἄρα χαλκῷ,
245 ξέσσε δ᾽ ἐπισταμένως καὶ ἐπὶ στάθμην ἴθυνεν.
τόφρα δ᾽ ἔνεικε τέρετρα Καλυψώ, δῖα θεάων·
τέτρηνεν δ᾽ ἄρα πάντα καὶ ἥρμοσεν ἀλλήλοισι,
γόμφοισιν δ᾽ ἄρα τήν γε καὶ ἁρμονίῃσιν ἄρασσεν.
ὅσσον τίς τ᾽ ἔδαφος νηὸς τορνώσεται ἀνὴρ
250 φορτίδος εὐρείης, εὖ εἰδὼς τεκτοσυνάων,
τόσσον ἐπ᾽ εὐρεῖαν σχεδίην ποιήσατ᾽ Ὀδυσσεύς.
ἴκρια δὲ στήσας, ἀραρὼν θαμέσι σταμίνεσσι,
ποίει· ἀτὰρ μακρῇσιν ἐπηγκενίδεσσι τελεύτα.
ἐν δ᾽ ἱστὸν ποίει καὶ ἐπίκριον ἄρμενον αὐτῷ·
255 πρὸς δ᾽ ἄρα πηδάλιον ποιήσατο, ὄφρ᾽ ἰθύνοι.
φράξε δέ μιν ῥίπεσσι διαμπερὲς οἰσυΐνῃσι
κύματος εἶλαρ ἔμεν· πολλὴν δ᾽ ἐπεχεύατο ὕλην.
τόφρα δὲ φάρε᾽ ἔνεικε Καλυψώ, δῖα θεάων,
ἱστία ποιήσασθαι· ὁ δ᾽ εὖ τεχνήσατο καὶ τά.
260 ἐν δ᾽ ὑπέρας τε κάλους τε πόδας τ᾽ ἐνέδησεν ἐν αὐτῇ,
μοχλοῖσιν δ᾽ ἄρα τήν γε κατείρυσεν εἰς ἅλα δῖαν.
Τέτρατον ἦμαρ ἔην, καὶ τῷ τετέλεστο ἅπαντα·
τῷ δ᾽ ἄρα πέμπτῳ πέμπ᾽ ἀπὸ νήσου δῖα Καλυψώ,
εἵματά τ᾽ ἀμφιέσασα θυώδεα καὶ λούσασα.
265 ἐν δέ οἱ ἀσκὸν ἔθηκε θεὰ μέλανος οἴνοιο
τὸν ἕτερον, ἕτερον δ᾽ ὕδατος μέγαν, ἐν δὲ καὶ ᾖα
κωρύκῳ, ἐν δέ οἱ ὄψα τίθει μενοεικέα πολλά·
οὖρον δὲ προέηκεν ἀπήμονά τε λιαρόν τε.
γηθόσυνος δ᾽ οὔρῳ πέτασ᾽ ἱστία δῖος Ὀδυσσεύς.
270 αὐτὰρ ὁ πηδαλίῳ ἰθύνετο τεχνηέντως
ἥμενος· οὐδέ οἱ ὕπνος ἐπὶ βλεφάροισιν ἔπιπτε
Πληϊάδας τ᾽ ἐσορῶντι καὶ ὀψὲ δύοντα Βοώτην
Ἄρκτον θ᾽, ἣν καὶ ἄμαξαν ἐπίκλησιν καλέουσιν,
ἥ τ᾽ αὐτοῦ στρέφεται καί τ᾽ Ὠρίωνα δοκεύει,
275 οἴη δ᾽ ἄμμορός ἐστι λοετρῶν Ὠκεανοῖο·
τὴν γὰρ δή μιν ἄνωγε Καλυψώ, δῖα θεάων,
ποντοπορευέμεναι ἐπ᾽ ἀριστερὰ χειρὸς ἔχοντα.
ἑπτὰ δὲ καὶ δέκα μὲν πλέεν ἤματα ποντοπορεύων,
ὀκτωκαιδεκάτῃ δ᾽ ἐφάνη ὄρεα σκιόεντα
280 γαίης Φαιήκων, ὅθι τ᾽ ἄγχιστον πέλεν αὐτῷ·
εἴσατο δ᾽ ὡς ὅτε ῥινὸν ἐν ἠεροειδέϊ πόντῳ.
Τὸν δ᾽ ἐξ Αἰθιόπων ἀνιὼν κρείων ἐνοσίχθων
τηλόθεν ἐκ Σολύμων ὀρέων ἴδεν· εἴσατο γάρ οἱ
πόντον ἐπιπλώων· ὁ δ᾽ ἐχώσατο κηρόθι μᾶλλον,
285 κινήσας δὲ κάρη προτὶ ὃν μυθήσατο θυμόν·
«Ὢ πόποι, ἦ μάλα δὴ μετεβούλευσαν θεοὶ ἄλλως
ἀμφ᾽ Ὀδυσῆϊ ἐμεῖο μετ᾽ Αἰθιόπεσσιν ἐόντος,
καὶ δὴ Φαιήκων γαίης σχεδόν, ἔνθα οἱ αἶσα
ἐκφυγέειν μέγα πεῖραρ ὀϊζύος, ἥ μιν ἱκάνει·
290 ἀλλ᾽ ἔτι μέν μίν φημι ἅδην ἐλάαν κακότητος.»

***
Μόλις επήρε να χαράζει, φάνηκε ροδοδάχτυλη η Αυγή.
Εκείνος φόρεσε αμέσως χλαμύδα και χιτώνα, ο Οδυσσέας·
230 εκείνη, η νεράιδα, ντύθηκε ρούχο κάτασπρο, μακρύ, χαριτωμένο,
αραχνοΰφαντο, και ζώστηκε στη μέση της ζώνη χρυσή
κι ωραία, ρίχνοντας στο κεφάλι της μαντίλα.
Κι ευθύς πήρε να σκέφτεται τον γυρισμό του μεγαλόψυχου Οδυσσέα.
Του δίνει ένα διπλό πελέκι κοφτερό, χάλκινο και μεγάλο,
καλάρμοστο στο χέρι, οπλισμένο μ᾽ όμορφο στειλιάρι,
τέλεια στεριωμένο, από ξύλο ελιάς.
Του ᾽δωσε και σκερπάνι ακονισμένο, και πρώτη
βγήκε στον δρόμο που τραβά στην άκρη του νησιού,
όπου και τα μεγάλα δέντρα υψώνονταν:
σκλήθρες και λεύκες, ουρανομήκη έλατα — στεγνά, κατάξερα,
240 για να μπορούν ανάλαφρα να πλέουν.
Τα δέντρα τα ψηλά τού δείχνει, και ξαναγύρισε
προς τη σπηλιά η Καλυψώ θεόμορφη.
Εκείνος άρχισε να κόβει τους κορμούς (γρήγορα πήγαινε η δουλειά),
συμπλήρωσε τους είκοσι κομμένους
και τους πελέκησε με τον χαλκό τους κλώνους,
τους έξυσε μετά και τους εστάθμισε, για να ᾽ναι ίσοι.
Στην ώρα της, θεόμορφη κι η Καλυψώ φέρνει τα τρύπανα.
Κι αυτός τα ξύλα τρύπησε και τα σοφίλιασε,
ταιριάζοντάς τα με ξύλινα καρφιά κι αρμούς.
Όσο φαρδύ τορνεύει μάστορης που κατέχει την τέχνη του άριστα
250 τον πάτο καραβιού για φόρτωμα,
τόσο φαρδιά κι ο Οδυσσέας την έφτιαξε την πλάβα,
στεριώνοντας τα ίκρια με πολλά στραβόξυλα,
ώσπου απλώνοντας μακριές σανίδες τέλειωσε την κουβέρτα.
Τότε και το κατάρτι το έμπηξε στη μέση μ᾽ αντένα ταιριασμένη,
και το τιμόνι το μαστόρεψε, να ᾽ναι ο κυβερνήτης του.
Ύστερα τη σχεδία περίφραξε, στο κύμα για ν᾽ αντέχει,
με κλωνάρια ιτιάς, ρίχνοντας από πάνω φύλλα.
Και ξαναφτάνει η Καλυψώ θεόμορφη με το λινό για τα πανιά·
καλά κι αυτά τα μαστορεύει.
260 Τα ξάρτια και τα κάτω καραβόσχοινα της έδεσε,
και με φαλάγγια τη σχεδία τη σέρνει και τη ρίχνει
στο θείο κύμα της θαλάσσης.
Είχε πια συμπληρώσει μέρες τέσσερις, ώσπου τα τέλειωσε όλα.
Στην πέμπτη μέρα η Καλυψώ θεόμορφη τον ξεπροβόδισε
απ᾽ το νησί της, αφού τον έλουσε η ίδια και του φόρεσε
ρούχα που μοσχομύριζαν.
Του έβαλε μέσα κι ένα ασκί, μαύρο κρασί γιομάτο·
και δεύτερο, ακόμη πιο μεγάλο, με νερό· κι ένα δισάκι
με τα τρόφιμα και τα προσφάγια, νόστιμα όλα και πολλά.
Του στέλνει και τον ούριο άνεμο, άβλαβο και γλυκό.
Όλος χαρά ο θείος Οδυσσέας κι αγαλλίαση,
με πρίμο αγέρι σήκωσε τα πανιά, κάθησε στο τιμόνι
270 και το κυβέρνησε με τέχνη.
Ύπνος δεν έπεσε στα βλέφαρά του, αλλά κοιτούσε συνεχώς την Πούλια,
τον Βουκόλο που δύει αργά, την Άρκτο που τη λεν κι Αμάξι·
δεν φεύγει από τη θέση της γυρίζοντας, μόνο παραμονεύει
τον Ωρίωνα, και μόνη αυτή δεν λέει να πέσει στα λουτρά του Ωκεανού.
Η Καλυψώ η θεόμορφη τον είχε ορμηνέψει,
αυτό το αστέρι πάντοτε να το ᾽χει ποντοπορώντας
στο ζερβό του χέρι.
Και ποντοπόρησε μέρες δεκαεφτά· στη δέκατη όγδοη
πήραν να φαίνονται, στο μέρος του νησιού που πρόβλεψε,
280 βαθύσκιωτα της Φαιακίδας τα βουνά·
έμοιαζαν σαν ασπίδα, στο πέλαγο το αχνό αφημένη.
Όμως τον είδε ανεβαίνοντας απ᾽ τους Αιθίοπες
ο μέγας Ποσειδών που σείει τη γη· από μακριά το μάτι του τον πήρε,
από τα όρη των Σολύμων, ν᾽ αρμενίζει στο ανοιχτό το πέλαγος·
χολώθηκε βαριά, και το κεφάλι του κουνώντας είπε μόνος του:
«Αλίμονο. Έτσι λοιπόν και τόσο οι θεοί άλλαξαν γνώμη,
όσο εγώ βρισκόμουν στους Αιθίοπες;
Και να τος τώρα ο Οδυσσέας, τόσο κοντά
στη χώρα των Φαιάκων, όπου του μέλλεται πως θα ξεφύγει
από το δίχτυ της μεγάλης που τον βρήκε συμφοράς.
290 Όμως κι εγώ το λέω, θα χορτάσει για καλά τη μαύρη μοίρα του.»

Η Ρώμη και ο κόσμος της: 8. Εγώ, ο Κλαύδιος

8.12. Από τη Μεσσαλίνα στην Αγριππίνα ή Ανάμεσα στη Σκύλλα και τη Χάρυβδη


Γνωρίζω καλύτερα από πολλούς άλλους ότι η Ιστορία γράφεται και με λάθη - κάποτε, μάλιστα, κυρίως με λάθη. Μερτικό σε λάθη έχω κι εγώ. Δεν θα πω αν είναι μεγάλο ή μικρό· θα πω όμως ότι είναι στενόκαρδο από τη μεριά ορισμένων ιστορικών να απαριθμούν επιμελώς, και να μεγεθύνουν, τα σφάλματα, ενώ ταυτόχρονα σχετικοποιούν ή ελαχιστοποιούν τα επιτεύγματα της πολιτικής μου. Αναγνωρίζω σήμερα ότι ορισμένα από τα πρόσωπα που περιέβαλα με την εμπιστοσύνη μου εκμεταλλεύτηκαν τις συγκυρίες για προσωπικό όφελος και συχνά για αδιάντροπο χρηματισμό. Παρηγοριέμαι με τη σκέψη ότι σε άλλες επιλογές μου υπήρξα κατά κοινή ομολογία πολύ πιο εύστοχος.

Πολύς λόγος έγινε για τις γυναίκες του καίσαρα. Κατηγορήθηκα επανειλημμένως ότι απλώς υπέγραφα αποφάσεις που είχε διαμορφώσει κάποια από τις αυτοκρατορικές συζύγους. Δεν θα πω τίποτε εδώ για τις δυο πρώτες γυναίκες που παντρεύτηκα πριν διαδεχθώ τον Καλιγούλα. Στο κάτω κάτω η συμπεριφορά τους δεν είχε αντίκτυπο στη δημόσια ζωή. Ξέρω πως είναι πολύ πιο δύσκολο να απολογηθώ για τη γυναίκα που είχα στο πλευρό μου όταν οι καταστάσεις μού ανέθεσαν την ύψιστη ευθύνη της ρωμαϊκής πολιτείας. Η Μεσσαλίνα μού χάρισε δυο μεγάλα δώρα, την κόρη μου την Οκταβία και τον γιο μου τον Βρεταννικό - και σε αντάλλαγμα μου ζήτησε να καταπίνω προσβολές και να κλείνω τα μάτια στα παρορμητικά αίσχη της. Τα πάθη της σαν τις εκρήξεις της Αίτνας, οι ανομολόγητες ορέξεις της κοινό θέμα κουτσομπολιού στα σοκάκια και τις πιάτσες της Ρώμης, ο τρόπος που σκεφτόταν ήταν ο ορισμός της συνωμοσίας. Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες μεγάλωσα με έκαναν ανεκτικό μέχρις αναισθησίας, και για πολύν καιρό, πασχίζοντας να κρατήσω τα προσχήματα που εκείνη δεν νοιάστηκε ποτέ να κρατήσει, περίμενα τη στιγμή που ο φυσικός κορεσμός θα έφερνε τη μεταμέλεια που δεν μπορούσε να φέρει η αξιοπρέπεια. Όταν πείστηκα ότι ηθικά είχε γίνει ολόκληρη ένα μολυσματικό απόστημα, έδωσα τελικά την έγκρισή μου και το απόστημα έσπασε.

Τη θέση της πήρε η ανεψιά μου, κόρη του Γερμανικού, η νεότερη Αγριππίνα. Ήταν χήρα όταν την παντρεύτηκα, με έναν γιο από τον πρώτο της γάμο, τον Νέρωνα, που είναι σήμερα στα δεκαέξι, πέντε χρόνια μεγαλύτερος από τον Βρεταννικό. Η Αγριππίνα προκάλεσε αντιδράσεις όταν, αμέσως μετά τον γάμο, έδωσε εντολή σε όλους να την αποκαλούν Αυγούστα. Ο κόσμος είπε ότι ο Κλαύδιος αντικατέστησε έναν τύραννο μ᾽ έναν δεσπότη. Θεωρώ ότι το βασικό πρόβλημα της Αγριππίνας ήταν πάντα η παθολογική προσήλωση στον γιο της. Ο νεαρός δείχνει κλίση στα γράμματα και τις τέχνες, πράγμα που επικροτώ· φοβούμαι, ωστόσο, ότι η ασφυκτική λατρεία της μητέρας του και η προθυμία με την οποία αυτή υπηρετεί τις εφηβικές του ιδιοτροπίες δεν του κάνει καλό. Η συμπεριφορά του απέναντι σε τρίτους είναι συχνά αδιάκριτη και κάποτε προσβλητική· και έχω την εντύπωση ότι κύρια φιλοδοξία του είναι να συντομεύει όλο και περισσότερο τον χρόνο που μεσολαβεί ανάμεσα στις επιθυμίες του και την εκπλήρωσή τους. Αναρωτιέμαι τι έχει να πει γι᾽ αυτό ο προσωπικός του δάσκαλος, ο πολύς Σενέκας, ο οποίος, ως στωικός φιλόσοφος, θα έπρεπε προ καιρού να του έχει επισημάνει ότι με τέτοια νοοτροπία δύσκολα θα κερδίσει την ψυχική αταραξία και τα υπόλοιπα αγαθά που επαγγέλλεται ο στωικισμός.

Τον υιοθέτησα πριν από τρία χρόνια κάτω από την πίεση της Αγριππίνας αλλά και με την ελπίδα ότι θα μπορούσε να παίξει τον προστατευτικό ρόλο του μεγαλύτερου αδελφού για τον Βρεταννικό. Συχνά σκέφτομαι ότι αυτό μπορεί να ήταν ένα από τα πραγματικά μεγάλα λάθη μου. Προσεύχομαι στους θεούς να με κρατήσουν γερό μέχρι να ενηλικιωθεί ο Βρεταννικός και να προετοιμαστεί για τη διαδοχή, και προσπαθώ να κλείσω τα αφτιά μου σε όσους μου ψιθυρίζουν ότι η Αγριππίνα κάνει στο παρασκήνιο ό,τι μπορεί για να δει τον δικό της γιο αυτοκράτορα. Στα δεκατρία χρόνια της εξουσίας μου έμαθα, ή νομίζω ότι έμαθα, να ξεχωρίζω τη στείρα καχυποψία από την τεκμηριωμένη προαίσθηση· μόνο που για να επιβιώσει κανείς και να εξασφαλίσει ένα ελάχιστο ηρεμίας, συχνά προτιμάει να πιστεύει ότι αυτό που είναι τεκμηριωμένη προαίσθηση θα μπορούσε στην πραγματικότητα να αποδειχτεί στείρα καχυποψία. Είτε πρόκειται για το ένα είτε για το άλλο, είναι επώδυνο για μένα να σκέφτομαι ότι ο νεαρός Νέρων θα μπορούσε κάποτε να παραγκωνίσει τον Βρεταννικό και να εκφωνήσει τον επικήδειο μου ως διάδοχός μου - επώδυνο για μένα, ίσως καταστροφικό για τη Ρώμη. Περισσότερα για το ζήτημα αυτό δεν θα πω.

* * *
Εγώ, ο Κλαύδιος, ένα παιδί με ειδικές ανάγκες που το είχε ξεγράψει η ίδια η μάνα του και που κανένας δεν περίμενε να στεφθεί καίσαρας της ένδοξης και μεγάλης αυτοκρατορίας μας μέχρι τη μέρα εκείνη του Γενάρη, πριν από δεκατρία χρόνια - έγραψα αυτές τις γραμμές για να υπερασπιστώ επιλογές και αποφάσεις που μου κόστισαν μέρες αγωνίας και νύχτες ξαγρύπνιας. Έχω συνείδηση ότι παρέλειψα πολλά και ότι άλλα δεν τα τόλμησα στην προσπάθειά μου να κρατήσω μια δύσκολη ισορροπία ανάμεσα σ᾽ αυτό που κληρονόμησα και σ᾽ αυτό που οραματίστηκα. Δεν θα μπορέσω ίσως να πω ποτέ αν ήταν καλύτερα να με είχαν αφήσει να ξεχαστώ και να ασκητέψω στη βιβλιοθήκη μου παρά να με ρίξουν στη δίνη της Ιστορίας. Δέχτηκα και τα δυο μου πεπρωμένα· κοίταξα και τις δυο όψεις της μοίρας, κράτησα και το σκήπτρο του αρχηγού και τη γραφίδα του στοχαστή. Έμαθα πολλά από τη διπλή μου περιπέτεια, ίσως επειδή κατάφερα και να ασκώ και να στοχάζομαι την εξουσία. Δεν ξέρω αν οι θεοί επιφυλάσσουν στη Ρώμη αυτό που επιθύμησε ο μεγάλος Αύγουστος. Ο Βιργίλιος παρουσιάζει τον Δία να υπόσχεται στο ρωμαϊκό έθνος «εξουσία δίχως τέλος». Εγώ όμως ξέρω ότι η Ιστορία μπορεί να επηρεαστεί σοβαρά από το μήκος μιας κουρτίνας και δεν είναι τόσο προβλέψιμη. Αν ήταν, δεν θα είχα γίνει ποτέ καίσαρας.

Η Ανώτερη Επίγνωση

Όλοι οι μεγάλοι ιδρυτές θρησκειών, αλλά και μεγάλοι φιλόσοφοι κι άλλοι άνθρωποι στον χώρο της μεταφυσικής βίωσαν την Πραγματικότητα σαν Μία Διεύρυνση της συνείδησής τους (της απλής ανθρώπινης συνείδησης) προς Μία Ανώτερη Κατάσταση, σαν ένα ξεπέρασμα των στενών ορίων του εγώ προς Μία Αχανή Συνειδησιακή Κατάσταση που βρίσκεται στην βάση όλων των συνειδήσεων σαν ένα βύθισμα στην Άπειρη Συνείδηση.

Ο «Λαβύρινθος» της Συνειδητότητας (της Επίγνωσης): Φαίνεται (για όποιον γνωρίζει να «διαβάζει»):

1) Η Μοναδικότητα της Συνείδησης,

2) Η Ολότητα, η Ενότητα κι η «Συνέχεια» της Συνειδητότητας,

3) Η Φαινομενική Διάκριση των Επιπέδων Επίγνωσης (των κοσμικών πεδίων, των κόσμων),

4) Η Εσωτερική Οδός της Ανάδυσης της Επίγνωσης στην Ολότητά της,

5) Τα Εννέα Επίπεδα της Κοσμικής Συνείδησης (Υλικό, Δυναμικό, Νοητικό, Μη-Δυαδικό, Παγκόσμιο, Ενοποιημένο, Κοσμικό, Ολικό, Μοναδικό).

Παραδείγματα: 1) Ο Βούδας βίωσε την Φώτιση σαν ένα σβήσιμο (νιρβάνα) της υπαρξιακής ροής (των σκάντα), σαν Μία Κατάσταση που χαρακτήρισε σαν Ασαμσκρίτα.

2) Ο Σανκάρα κι άλλοι οπαδοί της Βεδάντα βίωσαν το Μόκσα σαν ξεπέρασμα όλων των περιφερειακών εκδηλώσεων του όντος, της νόησης, πέρα από τις εσωτερικές καταστάσεις του άτμαν, σαν συνειδητοποίηση του Απολύτου Υπόβαθρου, του Βράχμαν.

3) Ο Πανταζάλι κι οι οπαδοί του Σαμκύα Γιόγκα βίωσαν την Απελευθέρωση (Καϊβαλγία), σαν το σταμάτημα όλης της δραστηριότητας του νου (σιττά), σαν την συγκράτηση του νου από του να παίρνει διάφορες μορφές (βρίττις).

4) Οι χριστιανοί νηπτικοί κι άλλοι χριστιανοί μυστικιστές βίωσαν την Θέωση σαν το τελικό στάδιο κάθαρσης του νου μέχρι που ο νους να γίνει άμορφος: τότε μόνο ο νους μπορεί να αντιληφθεί το Άπειρο Θείο Είναι, να Ενωθεί με τον Θεό, να Θεωθεί.

5) Όλοι οι μεγάλοι σούφι στον χώρο του ισλαμισμού βιωσαν την Τελική Πραγματικότητα (Αλ-Χακ) σαν σβήσιμο της απατηλής προσωπικότητας, σαν διεύρυνση της συνείδησης ως το Άπειρο (Φανά Φι’ λλαχ).

6) Ο Πλάτωνας και οι πλατωνικοί βίωσαν την Πραγματικότητα σαν ανύψωση ως το «καθολικό είναι» (πέρα από τις νοητικές διεργασίες) και πέρα από αυτό ως το «τελείως είναι» (όραση του Αγαθού).

7) Ο Πλωτίνος που κωδικοποίησε την πλατωνική θεωρία και οι νεοπλατωνικοί βίωσαν την Ανύψωση ως το Ένα σαν «άπλωσι» (απλούστευση, συστολή σε απόλυτη απλότητα του καθολικού νου), σαν «έκστασι» (έξοδος εκ του «εαυτού»).

Όλοι αυτοί που ήταν άνθρωποι σαν όλους τους ανθρώπους (σαν όλους εμάς) μετέφεραν το Βίωμα με απλό και καθαρό τρόπο (οι μετέπειτα σχολιαστές τους μπέρδεψαν τα πράγματα). Μίλησαν λοιπόν για τα εξής:

1) Μίλησαν για την Υπέρτατη Πραγματικότητα που βρίσκεται στην βάση κάθε συνείδησης, σαν Ένα Υπερσύνολο της συνείδησης, σαν την Πραγματική Ουσία μας.

2) Προσδιόρισαν έτσι την σχέση μεταξύ Πραγματικότητας και της δοσμένης συνείδησης, αυτό που αντιλαμβανόμαστε σαν εαυτό, σαν εγώ (ένα σύμπλεγμα αντιλήψεων, συμπεριφορών και εμπειριών).

3) Καθόρισαν ακόλουθα τον τρόπο που μπορούμε να βιώσουμε την Εσώτερη Πραγματικότητα, που είναι η υπέρβαση των περιφερειακών εκδηλώσεων, των δράσεων του εγώ. Περιέγραψαν αναλυτικά τα στάδια, από το χαμηλότερο, τον έλεγχο του σώματος, ως το υψηλότερο, τον έλεγχο της εξωτερικής νοητικής δραστηριότητας, τον έλεγχο των εσωτερικών καταστάσεων του νου... ως την Ολοκλήρωση.

Σε όλες τις παραδόσεις λένε πάνω-κάτω τα ίδια. Το βουδιστικό ντυάνα (σαμαπάττι), το αστάνγκα γιόγκα του Πανταζάλι, η χριστιανική «νήψις» και το σουφικό «αμάλ» και η «ξεχασμένη» διαλεκτική του Πλάτωνα, όλα περιγράφουν (στα πλαίσια βέβαια μίας ιδιαίτερης κουλτούρας και με μία ιδιαίτερη ορολογία) τον ίδιο δρόμο και δείχνουν προς την Ίδια Πραγματικότητα.

Η Πραγματικότητα Είναι Μία, Όχι μόνο γιατί το λένε όλες οι εσωτερικές παραδόσεις αλλά γιατί είναι η Βάση όλων των ανθρώπινων όντων, όλων των όντων, Μία Αντικειμενική Πραγματικότητα.

Βέβαια οι οπαδοί των θρησκειών πρεσβεύουν ο καθένας για λογαριασμό του την απόλυτη αλήθεια. Αν ρίξουμε μία ματιά στις στατιστικές όλος ο πλανήτης «θρησκεύεται». Αλλά δείξτε μας ένα βουδιστή που έφτασε στην φώτιση, ένα χριστιανό που έφτασε στην θέωση, ένα σούφι που έφτασε στο φανά φι’ λλαχ. Πάντως δεν βρίσκονται μέσα στις επίσημες εκκλησίες και οργανώσεις.

Μπορούμε, αν θέλουμε να ακολουθήσουμε κάποια εσωτερική παράδοση (όχι τις επίσημες εκκλησίες που συγκεντρώνουν μόνο σχολαστικούς, εύπιστους κι ανόητους), η να χαράξουμε τον δικό μας δρόμο. Η Αλήθεια, αφού κατακτήθηκε μία φορά από τον άνθρωπο (τον Βούδα, τον Λάο Τσε, τον Ιησού, τον Σανκάρα, τον Πλάτωνα, τον Πλωτίνο, τον Έκχαρτ κι άλλους) μπορεί να κατακτηθεί ξανά και ξανά, από τον κάθε άνθρωπο. Η Αλήθεια δεν είναι ιδιοκτησία κανενός, είναι δυνατότητα, δικαίωμα και υποχρέωση όλων. Θρησκευτικά συστήματα μπορούμε να δημιουργήσουμε ξανά και ξανά (όπως για παράδειγμα η Θεοσοφική Διδασκαλία τον 19ο και τον 20ο αιώνα).

Το βασικό ερώτημα που προκύπτει και μας αφορά όλους, τον καθένα μας είναι το εξής: Η ίδια μας η φύση που Εδράζεται στην Άπειρη Συνείδηση μας δημιουργεί την υποχρέωση να βιώσουμε την Αλήθεια. Το τι σημαίνει αυτό και τι συνέπειες έχει πρέπει να το ανακαλύψουμε στην πράξη. Μπορούμε να το κάνουμε; Μπορούμε να βιώσουμε τον Αληθινό Εαυτό μας; το Άπειρο; το Απόλυτο;

Η «ανώτερη επίγνωση» που πραγματοποιούμε είναι μία άμεση, υπερνοητική, εξωδιανοητική, αντίληψη της Πραγματικότητας.

Αυτό που λέμε είναι τελείως απλό και φυσικό. Ξεκινάμε από αυτό που είμαστε, διευρύνουμε αυτό που είμαστε, βιώνουμε αυτό που είμαστε στο Βάθος. Δεν μιλάμε ούτε για θεωρίες, ούτε για εκκλησίες και σκοπιμότητες, ούτε για εκμετάλλευση, είτε ιδεολογική, είτε οικονομική, ούτε για τίποτα άλλο.

Ο καθένας πρέπει μόνος του, μέσα του να βρει την Αλήθεια. Κι αν υπάρχει ανάγκη να συζητήσουμε ας συζητήσουμε. Αλλά ας το κάνουμε σε καθαρά πρακτικό επίπεδο, πέρα από θεωρίες, πέρα από προσωπικές συγχίσεις και μέσα σε ένα ευπρεπές κλίμα.

Λοιπόν αγαπητοί φίλοι: Μπορούμε να δούμε την μεταφυσική σαν προσωπικό βίωμα; Μπορούμε να βιώσουμε τον Αληθινό Εαυτό μας; Το Απόλυτο;

Ηλίας Πετρόπουλος: Αγαπώ τα τσογλάνια.

«Δυστυχώς οι μικροαστοί χαράσσουν την μοίρα της Ελλάδος. Αυτά τα αήττητα κνώδαλα ήταν, είναι και θα είναι ανεπίδεκτα αισθητικής διαπαιδαγωγήσεως»

«Στο καιρό μας πια πιστεύουν ότι όλα γράφονται, αφού όσο καθαρότερα βλέπουμε τόσο αγνότερα ζούμε. Οι μετριοπαθείς είναι ψεύτες. Οι ριζοσπαστικές ιδέες οι μόνες ιδέες. Κατέχω σημαίνει ψυχορραγώ. Εκείνοι, που λόγω αρμοδιότητος, διώκουν τους συγγραφείς ας μάθουν, επιτέλους, να τους βλέπουνε με προοπτική μερικών δεκαετιών. Εξάλλου, ποιος συγγραφεύς δέχεται άλλην εξουσίαν έξω από την εξουσία της καρδιάς του; Οι συγγραφείς γνωρίζουν κάλλιστα πως θεωρούνται περιττοί. Ακριβώς γι' αυτό ταυτίζουν τα ιδεώδη με τα πεπρωμένα τους. Εκάς οι ηθικολόγοι».

«Οι συγγραφείς, τώρα πια, δεν πρέπει να γράφουν όμορφα, αλλά σκληρά. Δυστυχώς οι μικροαστοί χαράσσουν την μοίρα της Ελλάδος. Αυτά τα αήττητα κνώδαλα ήταν, είναι και θα είναι ανεπίδεκτα αισθητικής διαπαιδαγωγήσεως. Κι έτσι στην αλλοπρόσαλλη χώρα μας, ων Έλλην, πρέπει διαρκώς να πείθεις ότι είσαι όντως Έλλην. Οι άνθρωποι με τα επίχρυσα μανικετόκουμπα ωθούν τους συγγραφείς στην αυτοκτονία. Των μικροαστών το πνεύμα διέβρωσε την πατρίδα. Η φύτρα και η φύση του Έλληνος απέβη ολοκληρωτική. Φασίστριες πρωταρχικές οι μανάδες μας. Οι Έλληνες αγνοούν την κριτικήˑ άρα τον διάλογο. Ανέκαθεν ο λαός υφίσταται για να χρησιμοποιείται.

Ο κυνισμός δεν αποκλείει την αγάπη. Επιζείς στην Ελλάδα μόνον αν σε κατέχει ο διάβολος. Οι συμπατριώτες μου καθεύδουν όταν η χώρα δημοπρατείται. Επαγγελματίες Έλληνες υπεραμύνονται της ιδέας του ελληνισμού. Λησμονούν πως ο ελληνισμός είναι η ευρύτερη έννοια της Ελλάδος, εδώ και αιώνες. Στον καιρό μας, περισσότερο από ποτέ, είναι χρήσιμα τα πλήγματα κατά των Ελλήνων, όπου μόνο βρίζουν ή χειροκροτούν και ποτέ δεν σκέφτονται.. Δέξου αυτό το γεγονός και ήδη έκανες ένα βήμα. Όποιος μαχαιρώνει τους ρομιούς εκδήλως τους ευεργετεί. Πάντως, επί του παρόντος, προτιμώ να μένω φιλέλλην, παρά Έλλην.»

«Εμείς, όλοι μας, από του παρελθόντος αιώνος, υφιστάμεθα έναν ασταμάτητο και εντεινόμενο πνευματικό βιασμό. Η γνώση σώζει. Αλλά ακόμη δεν εγράφη η ιστορία της νεοελληνικής τέχνης. Ούτε της νεοελληνικής μουσικής. Η δε τιμή του Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη επιμόνως διασύρεται. Ευλογητή η ιερή αλήθεια.

Οι Έλληνες, σαν λαός γνησίων χατζαϊβάτηδων, είθισται να πρεσβεύουν αλλότριες ιδέες. Παιδιόθεν, συμπιέζουν στην κεφαλή μας τους ενάριθμους Λουδοβίκους και Ερίκους και Ναπολέοντες. Τίποτα, όμως, δεν μας εδίδαξαν για τους σουλτάνους, που, χθες ακόμη, τύποις και ουσία, εβασίλευαν στον τόπο μας. Και τίποτα δεν μάθαμε για τον μαγικό περσικό πολιτισμό και τον ισάξιό του πολιτισμό των αράβων. Η λεγόμενη εθνική παιδεία είναι πλέον αναγκασμένη να καθιερώσει την εδελεχή διαδασκαλία της τουρκικής ιστορίας. Αν, φυσικά, επιθυμούμε να εφαρμόσουμε το δελφικό γνώθι σεαυτόν. Ή, τουλάχιστον, να μάθουμε να ξεχωρίζουμε έναν αναρχικό από έναν χαφιέ.»

Ηλία Πετρόπουλου, Καλιαρντά

Αττικό θέατρο, θρησκεία και πολιτική

Στο τέλος της αρχαϊκής εποχής η λατρεία του Διονύσου πήρε μεγάλες διαστάσεις. Στο γεγονός αυτό συνέβαλαν καθοριστικά δύο παράγοντες. Από την μία πλευρά, οι τελετουργίες του Διόνυσου (θεού της βλάστησης και της γονιμότητας), με τα ξέφρενα γλέντια και τον άκρατο ενθουσιασμό τους, βρήκαν πρόσφορο έδαφος στην αγροτική παράδοση «των χαρούμενων εορτών που ακολουθούσαν τις σκληρές δουλειές του καλοκαιριού και του φθινοπώρου»[1]. Από την άλλη, η διονυσιακή λατρεία ενισχύθηκε σημαντικά από την πολιτική των τυράννων, οι οποίοι ήθελαν να αποδυναμώσουν τις παλαιότερες λατρείες των ηρώων, που βρίσκονταν υπό τον έλεγχο των αριστοκρατών, και να ανεβάσουν την δημοτικότητά τους.

Η δραματική ποίηση ξεκίνησε από τις διονυσιακές τελετές και διατήρησε πάντα τον θρησκευτικό της χαρακτήρα, αφού παρουσιαζόταν στο πλαίσιο των εορτών προς τιμήν του Διονύσου. Έντονο, όμως, ήταν και το πολιτικό στοιχείο, το οποίο εκφράζεται όχι μόνο στο περιεχόμενο των έργων, αλλά και στις διαδικασίες που ακολουθούνταν στην προετοιμασία της διεξαγωγής των δραματικών αγώνων. Αυτός ο διττός χαρακτήρας της δραματικής ποίησης θα αποτελέσει το σημείο αναφοράς και το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα διανύσουμε ένα οδοιπορικό, το οποίο θα ξεκινάει με την γένεση και την εξέλιξη του αττικού δράματος, θα προχωράει στην οργάνωση των δραματικών παραστάσεων, θα συνεχίζει με τα τεχνικά χαρακτηριστικά και θα τελειώνει με την θεματολογία των δραματικών έργων. Μετά το τέλος της διαδρομής θα επιχειρήσουμε να καταλήξουμε σε ορισμένα συμπεράσματα αναφορικά με τον βαθμό αυτής της διαπλοκής της θρησκευτικής παράδοσης και της πολιτειακής οργάνωσης.

Επιχειρώντας να ανατρέξουμε στις απαρχές της γένεσης και των πρώτων σταδίων ανάπτυξης του αττικού δράματος, ερχόμαστε αντιμέτωποι με ένα σημαντικό πρόβλημα: την έλλειψη των άμεσων μαρτυριών. Την πρώτη μαρτυρία για την καταγωγή του δράματος βρίσκουμε στο έργο του Αριστοτέλη Περί Ποιητικής, ο οποίος όμως απέχει από τα γεγονότα πάνω από δύο αιώνες. Το κείμενο αυτό άρχισε να αμφισβητείται ήδη από την ελληνιστική εποχή. Η διαμάχη των μελετητών, ιδιαίτερα μετά την είσοδο της επιστήμης της εθνολογίας στο προσκήνιο, οδήγησε στην δημιουργία δύο σχολών[2]: την «αριστοτελική», η οποία αποδέχεται πλήρως το κείμενο του Αριστοτέλη, και την «αντιαριστοτελική», η οποία, απορρίπτοντας το σκεπτικό του Σταγειρίτη φιλοσόφου, βασίζεται στις εθνολογικές θεωρήσεις για την καταγωγή του δράματος από πρωτόγονες θρησκευτικές τελετές για την βλάστηση και τη γονιμότητα. Οι νεώτερες μελέτες, ωστόσο, τείνουν να δώσουν περισσότερο βάρος στην αριστοτελική μαρτυρία, προβάλλοντας ως βασικό επιχείρημα την χρονική εγγύτητα του φιλοσόφου με την υπό μελέτη περίοδο, καθώς και το γεγονός ότι τα στοιχεία που επισημαίνουν οι εθνολόγοι δεν είναι αρκετά για να δικαιολογήσουν την δημιουργία του δράματος[3].

Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, οι ρίζες της τραγωδίας βρίσκονται στην εξέλιξη του διθυράμβου, ενός λατρευτικού ύμνου προς τιμήν του θεού Διονύσου. Θεωρεί ως αφετηρία της εξέλιξης της τραγωδίας την στιγμή κατά την οποία ο επικεφαλής του χορού που εκτελούσε τον διθύραμβο, ο εξάρχων, άρχισε να συνδιαλέγεται με τον χορό. Ο Αριστοτέλης αναφέρει, επίσης, ότι η διαμόρφωση της τραγωδίας έγινε από το σατυρικόν. Με αυτόν τον όρο δεν εννοεί το διαμορφωμένο σατυρικό δράμα – όπως το γνωρίζουμε μετά τις ανανεωτικές αλλαγές που επέφερε σε αυτό ο Πρατίνας – αλλά «τις σατυρόμορφες προβαθμίδες του» (Lesky 1981, 328). Η σύνδεση μεταξύ του διθυράμβου και του σατυρικού θα πρέπει να αναζητηθεί στην αυλή του τυράννου της Κορίνθου Περίανδρου, όταν ο Αρίωνας (τον οποίο η παράδοση αναφέρει ως ευρετή του τραγικού τρόπου) έδωσε λογοτεχνική μορφή στους αυτοσχέδιους μέχρι τότε διθυράμβους και τους παρουσίασε με σατύρους[4]. Στο σημείο αυτό βρίσκει και την ετυμολογική της προέλευση η λέξη τραγωδία = τράγων ωδή. Ως ιδρυτής, τελικά, του αττικού δράματος θεωρείται από την παράδοση ο Θέσπης, ο οποίος «σκέφτηκε να βάλει έναν ηθοποιό να ανοίξει διάλογο με τον χορό και τον κορυφαίο του, και να εισαγάγει, έτσι, στον λυρικό ύμνο του διθυράμβου, ένα δραματικό στοιχείο που γρήγορα εξελίχθηκε»[5]. Οι αρχαίοι τού απέδιδαν, επίσης, την εισαγωγή των κυριότερων τυπικών στοιχείων της τραγωδίας: του προλόγου, του διαλόγου και της χρήσης των προσωπείων. Η κωμωδία, από την άλλη πλευρά, σύμφωνα με την άποψη του Αριστοτέλη, έχει τις ρίζες της στα φαλλικά τραγούδια και τους σκωπτικούς αστεϊσμούς που συνόδευαν τις πομπές προς τιμήν του θεού Διόνυσου. Όσον αφορά, τέλος, στο σατυρικό δράμα, εξελίχθηκε σε αυτόνομο είδος, όταν η τραγωδία αποσυνδέθηκε τελείως από τον θείο προστάτη της, έτσι ώστε να τιμήσει ξανά τον Διόνυσο (με τον χορό των σατύρων) και να ξαναζωντανέψει την κωμική ατμόσφαιρα του αρχικού διθυράμβου[6].

Η πρώτη παράσταση αρχαίου δράματος μαρτυρείται το 534 ΠΚΕ υπό την διακυβέρνηση του τυράννου Πεισίστρατου, στο πλαίσιο της πολιτικής του για αντικατάσταση των ηρωικών λατρευτικών παραδόσεων, από τις οποίες αντλούσε νομιμοποίηση η αριστοκρατία, με την λαϊκή λατρεία του Διόνυσου. Την ίδια πολιτική ασκούσαν και άλλοι τύραννοι, όπως ο Κλεισθένης στην Σικυώνα, ο οποίος αντικατέστησε την λατρεία του ήρωα Άδραστου με αυτή του Μελάνιππου και αφιέρωσε τους τραγικούς χορούς, με τους οποίους τιμούσαν τον ήρωα, στον Διόνυσο[7]. Οι θεατρικές παραστάσεις ενσωματώθηκαν, έτσι, στις μεγάλες εορτές προς τιμήν του Διόνυσου: τα Μεγάλα Διονύσια ή εν άστει Διονύσια την άνοιξη και τα Λήναια τον χειμώνα[8]. Όπως συνέβαινε σε πολλές θρησκευτικές εορτές, έτσι και εδώ το αγωνιστικό στοιχείο – χαρακτηριστικό του πνεύματος των αρχαίων Ελλήνων – ήταν παρόν, καθώς οι παραστάσεις δίδονταν στο πλαίσιο δραματικών αγώνων.

Οι δραματικοί αγώνες στα Μεγάλα Διονύσια διαρκούσαν από τις 11 ως τις 14[9] του αττικού μήνα Ελαφηβολιώνα (τέλη Μαρτίου). Λίγο μέρες νωρίτερα, ωστόσο, στις 8 του Ελαφηβολιώνα, λάμβανε χώρα ο προάγων. Πρόκειται για την τελετή παρουσίασης των δραμάτων και των συντελεστών τους (ποιητές, χορηγοί, ηθοποιοί, χορευτές) σε γιορτινή ατμόσφαιρα. Την επόμενη ημέρα εξασφαλιζόταν η παρουσία του θεού στον ιερό του χώρο, με την μεταφορά του αγάλματός του σε ναΐσκο έξω από τα τείχη της πόλης και την επαναφορά του, μετά τη δύση του ηλίου, με συνοδεία πυρσών. Η πρώτη ημέρα της γιορτής άρχιζε με μεγάλη πομπή που κατέληγε στον ναό του Διονύσου Ελευθερέα. Εκεί τελούνταν θυσίες και κατόπιν το πλήθος κατευθυνόταν προς το θέατρο, που βρισκόταν μέσα στο τέμενος του θεού. Συνέχεια είχαν ορισμένες τελετές δημόσιου χαρακτήρα, όπως η απονομή τιμητικών διακρίσεων στους πολίτες, η δωρεά πανοπλίας στους ενήλικους γιους όσων είχαν χαθεί στη μάχη κ.λπ. Η ημέρα αυτή έδινε μια καλή αφορμή στο αθηναϊκό κράτος «για να υπογραμμίσει την ηγετική θέση του στην Ελλάδα με μια όσο το δυνατόν εντυπωσιακότερη επίδειξη μεγαλείου»[10]. Σε αυτό βοηθούσε και η εποχή του εορτασμού των Μεγάλων Διονυσίων, η οποία επέτρεπε την έλευση πλήθους ανθρώπων από άλλες πόλεις, καθιστώντας έτσι την εορτή ένα πανελλήνιο γεγονός. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας γίνονταν οι διθυραμβικοί αγώνες. Οι επόμενες ημέρες ήταν αφιερωμένες στους δραματικούς αγώνες.

Η διοργάνωση των δραματικών αγώνων αποτελούσε κρατική υπόθεση. Μετά την ανάληψη των καθηκόντων τους, οι αρμόδιοι άρχοντες για τις εορτές (ο επώνυμος για τα Μεγάλα Διονύσια και ο βασιλεύς για τα Λήναια) εξέλεγαν τους ποιητές που θα διαγωνίζονταν: τρεις για τους τραγικούς αγώνες (ο καθένας έπρεπε να παρουσιάσει τρεις τραγωδίες και ένα σατυρικό δράμα) και πέντε για τους κωμικούς αγώνες[11]. Η διαδικασία επιλογής των ποιητών δεν μας είναι ακριβώς γνωστή. Το πιθανότερο είναι ότι οι άρχοντες λάμβαναν γνώση τουλάχιστον ενός μέρους του περιεχομένου των έργων. Πέραν όμως από την τυχούσα αισθητική ή καλλιτεχνική αξία των έργων, φαίνεται πως έπαιζε σημαντικό ρόλο και η προσωπικότητα των υποψηφίων. Αυτό σημαίνει πως αν ένας ποιητής ήταν ήδη γνωστός με το έργο του και είχε κερδίσει την επιδοκιμασία του κοινού με παλαιότερες επιτυχίες του, είχε περισσότερες πιθανότητες επιλογής. Γεγονός που μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο ποιητής συμμετείχε στις πολιτικές και ιδεολογικές ζυμώσεις της δημοκρατικής Αθήνας, «αφού και η συμμετοχή του στους αγώνες σχετιζόταν σε μεγάλο βαθμό με την κρατική εξουσία και τους πολίτες-θεατές»[12].

Το επόμενο καθήκον των αρχόντων ήταν να επιλέξουν τους υποκριτές που θα υποδύονταν τους βασικούς ρόλους και τους χορηγούς[13] που θα αναλάμβαναν τα έξοδα του κάθε χορού. Οι χορηγοί ήταν υπεύθυνοι για την συντήρηση και την οικονομική αποζημίωση των συντελεστών της παράστασης καθ’ όλη την διάρκεια των δοκιμών. Επιβαρύνονταν, επίσης, με τα έξοδα της σκευής (= προσωπεία και κοστούμια) των ηθοποιών και των χορευτών. Με κλήρωση καθοριζόταν ποιος χορηγός θα αναλάμβανε την κάθε παράσταση. Πρώτη μέλημα του χορηγού ήταν να επιλέξει τους πολίτες που θα συμμετείχαν στον χορό. Όλοι οι ελεύθεροι πολίτες μπορούσαν να λάβουν μέρος και η συμμετοχή των επιλεχθέντων ήταν υποχρεωτική. Ο χορηγός ήταν υπεύθυνος και για τον διορισμό χοροδιδασκάλου, ενός επαγγελματία δηλαδή που θα εκπαίδευε τον χορό, σε περίπτωση που ο ποιητής δεν επιθυμούσε να αναλάβει αυτό το καθήκον. Ως αντάλλαγμα για την γενναιοδωρία τους, η πόλη προσέφερε στους χορηγούς τιμές και δημόσια αναγνώριση, όπλα αποτελεσματικά στην πολιτική αρένα. Εξάλλου, «η ανάληψη μιας χορηγίας θα αποτελούσε ένα από τα πρώτα συστατικά που θα παρουσίαζε ένας Αθηναίος πολίτης, για να πείσει ένα ακροατήριο ότι η αφοσίωσή του προς το κράτος ήταν ξεχωριστή»[14].

Αρμοδιότητα του κράτους ήταν και η επιλογή των ανθρώπων που θα αξιολογούσαν τα δράματα. Αρχικά το συμβούλιο της καθεμιάς από τις δέκα φυλές πρότεινε ορισμένους υποψήφιους. Οι κάλπες με τα ονόματα των υποψηφίων σφραγίζονταν και φυλάσσονταν στην Ακρόπολη. Την ημέρα της γιορτής κληρωνόταν ένα όνομα από κάθε κάλπη και έτσι σχηματιζόταν το σώμα των δέκα κριτών. Οι κριτές, μετά την ορκωμοσία τους – και αφού είχαν τελεστεί οι θυσίες, που υπογράμμιζαν τον θρησκευτικό χαρακτήρα της εκδήλωσης[15]– καταλάμβαναν τις τιμητικές τους θέσεις και οι παραστάσεις μπορούσαν να αρχίσουν. Μετά το τέλος των παραστάσεων οι κριτές έγραφαν σε μια πινακίδα τα ονόματα των ποιητών κατά σειρά προτίμησής τους. Μια ακόμη κάλπη δημιουργούνταν με τις πινακίδες των κριτών, από την οποία κληρώνονταν πέντε πινακίδες που έδιναν και το τελικό αποτέλεσμα. Το βραβείο ήταν ένα στεφάνι από κισσό, το οποίο απονέμονταν στον ποιητή, στον χορηγό και αργότερα και στον ηθοποιό. Επίσης, ένα μνημείο στηνόταν στην οδό των Τριπόδων, κοντά στο θέατρο του Διόνυσου, προς τιμήν του χορηγού. Τέλος, την επομένη των Μεγάλων Διονυσίων συγκεντρωνόταν η εκκλησία του δήμου για να εξετάσει εάν η γιορτή διεξήχθη με τον προσήκοντα τρόπο[16].

Πριν προχωρήσουμε στην εξέταση της θεματολογίας του αττικού δράματος θα πρέπει να γίνει μια μικρή αναφορά στα τεχνικά χαρακτηριστικά των παραστάσεων, την σκηνογραφία και την ενδυματολογία. Η σκηνογραφία, μέχρι και τα τέλη του 5ου ΠΚΕ αιώνα, δεν έχει να επιδείξει θεαματική ανάπτυξη. Όπως έχουμε ήδη αναφέρει, το θέατρο βρισκόταν μέσα στον ιερό χώρο του θεού Διόνυσου, οπότε μπορούμε με ασφάλεια να υποθέσουμε ότι αρχικά ο ναός του θεού επιτελούσε αρχικά έναν ρόλο υποτυπώδους ‘σκηνικού’[17]. Σύμφωνα με τα αρχαιολογικά δεδομένα, ένα χαμηλό ξύλινο πατάρι, που χρησιμοποιούταν ως αποθήκη και αποδυτήριο, αποτέλεσε την πρώτη σκηνή. Ο Αισχύλος ήταν ο πρώτος που ενσωμάτωσε αυτό το ξύλινο κατασκεύασμα στην παράσταση και το μετέτρεψε «σε μόνιμο φόντο της δράσης των υποκριτών, η οποία θα εκτυλίσσεται πλέον στο λογείο»[18].

Η σκευή, από την άλλη μεριά, των υποκριτών και των χορωδών, αποτελούσε δομικό συστατικό των δραματικών παραστά­σεων. Το βασικότερο μέρος της ήταν η μάσκα, την οποία φορούσαν τόσο οι υποκριτές όσο και τα μέλη του χορού. Η χρήση προσωπείου εξυπηρετούσε δύο ρόλους: α) διευκόλυνε «την εξαφάνιση της φυσιογνωμίας του ηθοποιού, ώστε να αναδειχθούν τα τυπικά γνωρίσματα του υποδυόμενου ρόλου»[19], β) έδινε την δυνατότητα στον ηθοποιό να αλλάζει ρόλους σε ελάχιστο χρόνο χωρίς να αλλάζει αμφίεση. Μπορούμε να καταλάβουμε την σημασία του δεύτερου ρόλου αν λάβουμε υπόψη μας το γεγονός ότι, μέχρι και το τέλος της κλασικής εποχής, οι υποκριτές που υποδύονταν όλους τους ρόλους – συμπεριλαμβανομένων των γυναικείων – ήταν το μέγιστο τρεις. Η χρήση της μάσκας έλκει, βέβαια, την καταγωγή της από τις τελετουργίες της λατρείας του Διόνυσου. Ο ρόλος της, όμως, στην εξελιγμένη τραγωδία δεν είναι πλέον ιερουργικός αλλά αισθητικός και συμβολικός[20]. Συμβολικό χαρακτήρα είχε και το ένδυμα της τραγωδίας, με τα διονυσιακά του χαρακτηριστικά[21] και την «ιερατική του μεγαλοπρέπεια»[22]. Η σύνδεση του δράματος με τις θρησκευτικές του καταβολές είναι πιο εμφανής στο σατυρικό δράμα με τον χορό των μεταμφιεσμένων σατύρων, και στην κωμωδία με τα φαλλικά στοιχεία και τον υπερτονισμό των γεννητικών οργάνων.

Η σύνδεση, ωστόσο, αυτή γίνεται πιο χαλαρή όταν εισερχόμαστε στην θεματολογία του αττικού δράματος. Από την μια πλευρά, όλες οι «συνυποδηλώσεις του Διόνυσου – το ανορθολογικό, η τρέλα, οι γυναίκες, ο δαιμονικός χορός και η δαιμονική μουσική, τα ασαφή όρια ανάμεσα στο ζωώδες, το ανθρώπινο και το θεϊκό – συνδέονται με την τραγωδία»[23]. Από την άλλη, όμως, η υπόθεση των δραμάτων αποκτούσε όλο και λιγότερη σχέση με την διονυσιακή λατρεία, όσο εξελισσόταν η τραγωδία, γεγονός που οδήγησε στον χαρακτηρισμό των θεμάτων της ως απροσδιόνυσα (ουδέν προς Διόνυσον, έλεγαν οι αρχαίοι). Τα θέματα της τραγωδίας αντλούνταν από τους μύθους. Ο χειρισμός τους, όμως, από τον ποιητή εξέφραζε τα προβλήματα και τις ανησυχίες που απασχολούσαν την αθηναϊκή κοινωνία και που προέκυπταν από τον τρόπο οργάνωσης της πολιτικής και κοινωνικής ζωής της πόλης[24]. Το υλικό, δηλαδή, της τραγωδίας προέρχεται από τον κοινωνικό προβληματισμό, τον προβληματισμό σχετικά με την ανθρώπινη δράση. Ειδικότερα, ο Vernant προσδιορίζει αυτόν τον προβληματισμό στην διαμάχη που βιώνει ο τραγικός ήρωας ανάμεσα στους άγραφους νόμους της θρησκευτικής παράδοσης και τους νέους κανόνες του δικαίου της πόλης[25], κάτι που εντοπίζει και ο Segal[26]. Στο πλαίσιο του κοινωνικού προβληματισμού εγγράφεται και η στροφή, ορισμένες φορές, των τραγικών ποιητών σε σύγχρονα ιστορικά θέματα (λ.χ. Αισχύλου Πέρσες), υπό την επίδραση, κατά τον Lesky, των πολιτικών ανδρών, «που ήθελαν να συμβουλεύουν τους Αθηναίους για τα λάθη του παρελθόντος, ή να τους εξυψώνουν με μεγάλες αναμνήσεις»[27].

Ακόμα και το σατυρικό δράμα, το είδος με την μεγαλύτερη συγγένεια με την διονυσιακή λατρεία, αντλούσε το υλικό του από τον ίδιο μυθικό κύκλο με την τριλογία τραγωδιών που είχε προηγηθεί. Πολλές φορές, μάλιστα, οι ποιητές των σατυρικών δραμάτων παρωδούσαν συγκεκριμένες σκηνές από τις προηγηθείσες τραγωδίες[28], ελαφρώνοντας έτσι το βαρύ κλίμα που δημιουργούσαν κατά περίσταση. Στην κωμωδία, τέλος, έβρισκαν εύφορο έδαφος οι ποιητές για να ασκήσουν κοινωνική κριτική, να σατιρίσουν τους νέους θεσμούς, όπως τα δικαστήρια ή η εκκλησία του δήμου (Σφήκες, Εκκλησιάζουσαι), ή να παρωδήσουν δημόσια πρόσωπα, όπως ο Κλέων (Ιππής). Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Neselrath, «με την παρρησίαν και το ονομαστί κωμωδείν οι κωμικοί στρέφονταν εναντίον τόσο του δημοκρατικού κατεστημένου όσο και κάθε κοσμοθεωρητικού και πολιτιστικού νεωτερισμού»[29].

Στην αντίληψη των αρχαίων Ελλήνων η θρησκευτική και η πολιτική ζωή ήταν άρρηκτα συνδεδεμένες. Όπως χαρακτηριστικά το θέτει ο Μπιργάλιας: «Η θρησκεία αποτελούσε μια λειτουργία της πόλης. Στο πλαίσιο αυτό η πόλη ήταν ο αποκλειστικός υπεύθυνος για όλα τα θέματα που την αφορούσαν (όριζε τον ρόλο και το εύρος επιρροής των ιερέων, οργάνωνε τις θρησκευτικές εορτές και προσδιόριζε ποιοι και πώς θα συμμετέχουν σ’ αυτές κ.λπ.)»[30]. Αυτή η σχέση φαίνεται πως αντανακλάται και στο αρχαίο ελληνικό θέατρο.

Χάρη στο πολιτικό πλαίσιο, την διαλεκτική δομή και τις ευμετάβλητες σχέσεις ανάμεσα στον ήρωα-άτομο και την κοινότητα (που αντιπροσωπεύεται από τη χορωδία), η τραγωδία καθίσταται η ιδιάζουσα μορφή τέχνης της δημοκρατίας, η οποία με τη γέννησή της με τον Πεισίστρατο όφειλε λογικά να την θέσει υπό την προστασία της. Η όλη οργάνωση των διονυσιακών εορτών αντανακλούσε τους στόχους και το μηχανισμό του δημοκρατικού συστήματος, αποσκοπώντας, αφενός, στην ενδυνάμωση της πολιτικής συμμετοχικότητας και, αφετέρου, στην επίδειξη της κοινωνικής ευμάρειας στους ξένους που κατέκλυζαν την Αθήνα. Πάνω από όλα όμως η τραγωδία είναι δημιουργός συλλογικών συναισθημάτων. Οι πολίτες θεατές παρά τις διαφορές τους αποκτούν συνείδηση της αλληλεγγύης τους μέσα στα πολιτικά πλαίσια και το δημόσιο χώρο που είναι συγκεντρωμένοι. Όπως αναφέρει ο Baldry, «υπάρχουν φανερές αναλογίες ανάμεσα στις συναθροίσεις της εκκλησίας του δήμου επάνω στην Πνύκα και στις θεατρικές παραστάσεις, χίλια περίπου μέτρα πιο πέρα: πρόκειται για τη μαζική συμμετοχή των πολιτών, την ενεργό συμμετοχή τους, την ευφράδεια ρητόρων και ηθοποιών»[31]. Εξάλλου, το ότι ακόμη και η παρακολούθηση των παραστάσεων συνιστούσε χρέος του πολίτη, όπως η συμμετοχή του σε άλλες πολιτικές δραστηριότητες, αποδεικνύει η παροχή οικονομικής ενίσχυσης, του θεωρικού, ανάλογης με την αποζημίωση για τη θητεία στην Ηλιαία, για όσους δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν στην δαπάνη αγοράς εισιτηρίων.

Κλείνοντας τη συνοπτική αυτή μελέτη παραθέτουμε την πολύ εύστοχη περιγραφή που κάνει ο Nesselrath για το αρχαίο ελληνικό θέατρο: «Στην Αθήνα του 5ου αι. το θέατρο δεν ήταν σε καμία περίπτωση απλή ψυχαγωγία, αλλά αντιμετωπιζόταν και ως παιδαγωγικός θεσμός ιδιαίτερης σημασίας. Τα θέματα των τραγωδιών προέρχονται κυρίως από τον μύθο, που τώρα όμως εξετάζεται κριτικά στο φως νέων ηθικών και κοσμοθεωρητικών επιταγών. Το τραγικό δράμα δεν εξυμνεί μεγάλες οικογένειες, δεν προβάλλει τις αριστοκρατικές παραδόσεις, αλλά θέτει το πρόβλημα του ανθρώπου και της μοίρας του και αποκαλύπτει τα λάθη, την ενοχή και τον πόνο του θέτοντάς τα αντιμέτωπα με ένα θεϊκό σύμπαν που μπορεί να είναι προπύργιο της δικαιοσύνης αλλά και ακατανόητα εχθρικό. Η τραγωδία εξετάζει επίσης τις πράξεις του ατόμου στο πλαίσιο αξιών που είναι κοινές στο κοινωνικό σύνολο. Το θέατρο είναι επομένως ουσιαστικά «πολιτικό», μια διαδικασία κατανόησης και αυτοπροσδιορισμού μιας κοινωνίας που είχε αναγάγει τον λόγον σε ακρογωνιαίο λίθο του τρόπου ζωής της»[32].
-------------------------------
Παραπομπές-σημειώσεις

[1] Chamoux 1999, 202.
[2] Χουρμουζιάδης 1972, 352.
[3] Ανδριανού-Ξιφαρά 2001, 30.
[4] Lesky 1981, 329.
[5] Chamoux 1999, 203.
[6] Lesky 1981, 355.
[7] Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Lesky 1981, 332, αναφορικά με αυτήν την μαρτυρία «μας δείχνει με υποδειγματικόν τρόπο εκείνην την σύνδεση του λατρευτικού άσματος για τους ήρωες, με την λατρεία του Διόνυσου, που έγινε αποφασιστικό στοιχείο για το περιεχόμενο της εξελιγμένης τραγωδίας. Τραγούδια για ήρωες υπήρχαν σε πολλούς τόπους, και τις περισσότερες φορές πρέπει να ήταν νεκρικοί θρήνοι. Ο μεγάλος ρόλος του θρήνου στην τραγωδία βρίσκει από εδώ την εξήγησή του».
[8] Στις μεγάλες εορτές του Διόνυσου συμπεριλαμβάνονται τα Ανθεστήρια και τα κατ’ αγρούς Διονύσια. Κατά τη διάρκεια των Ανθεστηρίων δεν γίνονταν δραματικοί αγώνες. Τα κατ’ αγρούς Διονύσια διεξάγονταν στις αγροτικές περιοχές της Αττικής έξω από την πόλη των Αθηνών. Σε αυτά θα πρέπει να τελούνταν δραματικές παραστάσεις, αλλά οι πληροφορίες που έχουμε δεν μας επιτρέπουν μια πιο εκτενή αναφορά.
[9] Η αρχική διάρκεια ήταν από τις 11 ως τις 13 του Ελαφηβολιώνα, αλλά μετά την είσοδο της κωμωδίας στους αγώνες, το έτος 486 ΠΚΕ, το τέλος μετατέθηκε κατά μία ημέρα. Βλ. Blume 1986, 40.
[10] Blume 1986, 36.
[11] Κατά την περίοδο του πελοποννησιακού πολέμου, όταν ήταν αναγκαίες κάποιες περικοπές στο πρόγραμμα της εορτής, οι κωμωδίες που διαγωνίζονταν ήταν τρεις και η καθεμία παρουσιαζόταν μετά το τέλος κάθε τετραλογίας.
[12] Ανδριανού-Ξιφαρά 2001, 20.
[13] Η χορηγία αποτελούσε μία από τις σημαντικότερες λειτουργίες του αθηναϊκού κράτους. Αποτελούσε ένα είδος έμμεσης φορολογίας και ήταν υποχρέωση κάθε ελεύθερη πολίτη που μπορούσε να ανταποκριθεί οικονομικά. Στα Λήναια μάλιστα ήταν καθήκον και των μετοίκων. Βλ. Blume 1986, 49.
[14] Χουρμουζιάδης 1972, 362.
[15] Blume 1986, 40.
[16] Χουρμουζιάδης 1972, 361.
[17] Χουρμουζιάδης 1991, 48.
[18] Εμμανουήλ-Φεσσά 1999, 128.
[19] Εμμανουήλ-Φεσσά 1999, 365.
[20] Εμμανουήλ-Φεσσά 1999, 128.
[21] Δύο παραδείγματα μάς δίνει ο Lesky 1981, 331: τον «χειριδωτό» (=με μανίκια) χιτώνα και τον κόθορνο, που μόνο στην ελληνιστική εποχή έγινε χοντροκομμένο ξυλοπάπουτσο, ενώ αρχικά ήταν ένα μαλακό πόδημα που σκέπαζε λίγο και την γάμπα, όπως το φορά και ο ίδιος ο Διόνυσος».
[22] Εμμανουήλ-Φεσσά 1999, 128.
[23] Segal 1996, 453.
[24] Όπως, για παράδειγμα, το θέμα του περιορισμού της εξουσίας του Αρείου Πάγου στις Ευμενίδες του Αισχύλου. Βλ. Segal 1996, 465.
[25] Vernant & Naquet 1988, 19-20.
[26] Segal 1996, 468: «αυτό που ενδιαφέρει την τραγωδία δεν είναι ο εντοπισμός των ενόχων και η τιμωρία τους, αλλά γενικότερα το πρόβλημα της λήψης μιας απόφασης».
[27] Lesky 1981, 337.
[28] Χουρμουζιάδης 1972, 356.
[29] Vernant & Naquet 1988, 18.
[30] Μπιργάλιας 2000, 359.
[31] Baldry 1992, 31.
[32] Nesselrath 2001, 226.

Το «τώρα» είναι η μεγαλύτερη απειλή για τον ανθρώπινο πολιτισμό

Tο 2100 αναφέρεται συχνά ως ένα έτος ορόσημο. Ένα έτος ορόσημο για την κλιματική αλλαγή, τις μελλοντικές τεχνολογίες και την επιστημονική φαντασία. Είναι όμως τόσο μακριά ακόμη, και οι πιθανότητες είναι τόσο πολλές, που η διαδρομή που θα ακολουθήσουμε για να φτάσουμε μέχρι εκεί είναι πολύ δύσκολο να προβλεφθεί.

Πόσο συχνά όμως εμείς, οι σημερινοί ενήλικες, μπορούμε πραγματικά να πούμε ότι σκεφτόμαστε την ευημερία αυτών των μελλοντικών γενεών; Πόσο συχνά εξετάζουμε τον αντίκτυπο των αποφάσεών μας καθώς αυτές θα έξακολουθούν να έχουν επιδράσεις στις δεκαετίες και τους αιώνες που έπονται; Όλες οι αποφάσεις που παίρνουμε εμείς σήμερα, καλές ή κακές, θα είναι εκεί το 2100 – ακόμη κι αν εμείς οι ίδιοι δεν είμαστε – και θα αποτελούν την κληρονομιά με την οποία θα ζήσουν τα παιδιά μας και οι άνθρωποι που θα γεννηθούν μετά από αυτά.

Μέρος του προβλήματος είναι ότι το «τώρα» είναι πιο επείγον στην προσοχή μας. Στην πολιτική το κυρίαρχο χρονικό πλαίσιο είναι μια θητεία, στη μόδα και στον πολιτισμό είναι μια εποχή, στο διαδίκτυο είναι λίγα λεπτά, και στις χρηματιστηριακές αγορές μόνο χιλιοστά του δευτερολέπτου.

Η σύγχρονη κοινωνία πάσχει από το σύνδρομο της «χρονικής εξάντλησης», είπε κάποτε η κοινωνιολόγος Elise Boulding. «Αν κάποιος δεν αναπνέει διανοητικά όλη την ώρα από την αντιμετώπιση του παρόντος, δεν υπάρχει ενέργεια για να φανταστεί το μέλλον», έγραψε το 1978. Θα μπορούσαμε να μαντέψουμε την αντίδρασή της στην αμείλικτη, τροφοδοτούμενη από το Twitter πολιτική του 2019. Δεν είναι, λοιπόν, περίεργο ότι τα άσχημα προβλήματα, όπως η κλιματική αλλαγή ή η ανισότητα, είναι τόσο δύσκολο να αντιμετωπιστούν αυτή τη στιγμή.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι ερευνητές, οι καλλιτέχνες, οι τεχνολόγοι και οι φιλόσοφοι συγκλίνουν στην ιδέα ότι ο βραχυπρόθεσμος χαρακτήρας της εποχής μας μπορεί να είναι η μεγαλύτερη απειλή που αντιμετωπίζει το είδος μας. Και σε αυτούς περιλαμβάνονται οι φιλόσοφοι που επισημαίνουν την ηθική διάσταση της κληρονομιάς στους απογόνους μας, οι ερευνητές που καταγράφουν τη μακροπρόθεσμη πορεία του Homo Sapiens, οι καλλιτέχνες που δημιουργούν πολιτιστικά έργα που παλεύουν με το χρόνο και οι μηχανικοί της Silicon Valley που κατασκευάζουν ένα γιγαντιαίο ρολόι που θα χτυπάει για 10.000 χρόνια.

Σε αυτό που συγκλίνουν αυτοί οι στοχαστές από κάθε πλευρά του κόσμου είναι μια απλή ιδέα: ότι η μακροζωία του πολιτισμού μας εξαρτάται από το να επεκτείνουμε το πλαίσιο αναφοράς μας εγκαίρως - λαμβάνοντας υπόψη τον κόσμο και τους απογόνους μας μέσω ενός πολύ ευρύτερου πρίσματος. Τι θα συμβεί αν μπορούσαμε να είμαστε αρκετά αλτρουιστές για να φροντίσουμε για τους ανθρώπους που ποτέ δεν θα ζήσουμε για να γνωρίσουμε;

Οι άνθρωποι δεν είχαν πάντα τη δυνατότητα να σκέφτονται με αφηρημένο τρόπο για το μακροπρόθεσμο μέλλον. Σήμερα, μπορούμε να ζήσουμε εντελώς τη στιγμή ή μπορούμε να ταξιδέψουμε διανοητικά στο χρόνο για να φανταστούμε σενάρια στο παρελθόν ή στο μέλλον.

Στην πραγματικότητα, ορισμένοι ερευνητές υποστηρίζουν ότι αυτό το διανοητικό ταξίδι στο χρόνο είναι μια ζωτική προσαρμογή που οδήγησε στην επιτυχία του είδους μας. Σύμφωνα με τον Thomas Suddendorf του Πανεπιστημίου του Queensland, οι άνθρωποι μπορεί να είναι τα μόνα ζώα με αυτήν την ικανότητα: μπορούμε να δημιουργήσουμε στο μυαλό μας μια πολύπλοκη «θεατρική σκηνή» σαν να είμασταν παράλληλα ο συνθέτης, ο θεατρικός συγγραφέας, ο σκηνοθέτης και οι ηθοποιοί και στη συνέχεια να περιγράψουμε αυτές τις φανταστικές σκηνές σε άλλους ανθρώπους. Έχουμε επίσης την έμφυτη ικανότητα να φανταστούμε τις συνέπειες των ενεργειών μας σε βαθύτερο χρονικό διάστημα, αλλά δυστυχώς δεν είναι πάντα στη βούληση μας να ξεφύγουμε από το παρόν και να σκεφτούμε την κληρονομιά του στο μέλλον. Μερικοί ψυχολόγοι έχουν χρησιμοποιήσει τη μεταφορά του αλόγου και του αναβάτη για να περιγράψουν αυτή την ένταση μεταξύ της ορθολογικότητάς μας και των παρορμήσεων μας: ο αναβάτης γνωρίζει ότι είναι έξυπνο να σκέφτεται πιο μακροπρόθεσμα, αλλά το άλογο έχει την δική του άποψη.

Αυτό είναι πιο εμφανές από οπουδήποτε, στον κόσμο της πολιτικής και της οικονομίας.

Για να καταλάβουμε καλύτερα γιατί η βραχυπρόθεσμη σκέψη και δράση έχει τόσο μεγάλη σημασία στην κοινωνία μας και στο πώς κυβερνάται, φανταστείτε μια νεοεκλεγείσα πολιτικό - ας την αποκαλούμε Clarissa - η οποία έχει ένα δίλημμα. Ζυγίζει αν θα δαπανήσει μερικά δισεκατομμύρια δολάρια για τον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής, την προετοιμασία για μια επικείμενη πανδημία και τη μείωση των πυρηνικών αποβλήτων.

Όλα θα έχουν τεράστια αξία για τα δισέγγονα της Clarissa. Αλλά τα άμεσα οφέλη θα είναι αόρατα και το κόστος θα είναι μεγάλο. Υπάρχει λοιπόν σύγκρυση. Τα στελέχη στη βιομηχανία ορυκτών καυσίμων χρειάζονται θέσεις εργασίας, ο στρατός θέλει χρηματοδότηση για την εθνική ασφάλεια και εκλέχτηκε υποσχόμενη φορολογικές περικοπές. Ένας από τους οικονομικούς συμβούλους της Clarissa έχει μια απάντηση. Επισημαίνει ότι κάτι που ονομάζεται «επιτόκιο αναφοράς και προεξόφλησης» μπορεί να εφαρμοστεί σε αυτά τα πολύ σημαντικά ζητήματα για τα μελλοντικά οφέλη. Είναι συνήθης πρακτική σε όλο τον κόσμο.

Πρόκειται για μια τεχνική που χρησιμοποιούν οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής στις αναλύσεις κόστους-οφέλους, για να εκτιμήσουν εάν θα πραγματοποιήσουν επενδύσεις με μακροπρόθεσμες επιπτώσεις. Το μέτρο αυτό ζυγίζει τις προσδοκίες για τους μελλοντικούς ανθρώπους ενάντια στο υφιστάμενο κόστος και προτείνει ότι η υπολογιζόμενη αξία των οφελών για τις μελλοντικές οικονομίες και τους ανθρώπους θα πρέπει σταθερά να μειώνεται με την πάροδο του χρόνου. Για παράδειγμα, εάν μελετάτε αν θα χτίσετε μια ακριβή θαλάσσια γέφυρα για να προωθήσετε το εμπόριο μια αύξηση 5% στην οικονομική ανάπτυξη σε 12 μήνες είναι καλύτερη από μια αύξηση 5% σε 12 χρόνια.

Υπάρχουν διάφοροι λόγοι για τους οι αποφάσεις λαμβάνονται με αυτό τον τρόπο. Η μία είναι η παραδοχή ότι η οικονομική ανάπτυξη με την πάροδο του χρόνου θα σημαίνει ότι οι μελλοντικές γενιές θα είναι πλουσιότερες. Από την άλλη όμως οι άνθρωποι ενδιαφέρονται για το εισόδημά τους σήμερα παρά αύριο. Κι όπως το άτομο σκέφτεται μεροληπτικά με βάση το παρόν έτσι και πολλοί πολιτικοί, όπως και οι κοινωνίες που κυβερνούν, έχουν ένα όριο στο κόστος που είναι συλλογικά πρόθυμοι να αντέξουν προς όφελος ανθρώπων που δεν υπάρχουν ακόμη.

Για να επιστρέψουμε στην Clarissa, ένεκα του ότι οι επενδύσεις αυτές θα «αποπληρωθούν» δεκαετίες ή ίσως και αιώνες αργότερα θα προτιμήσει να αφήσει τον διάδοχό της να αποφασίσει.

Η κλιματική αλλαγή είναι ένα τέτοιου είδους ζήτημα που απασχολεί τους σημερινούς πολιτικούς. Όλοι λένε πόσο επιτακτική είναι η λήψη μέτρων για το μετριασμό του φαινομένου. Πολλοί πολίτες θα δέχονταν ότι υπάρχει ανάγκη να επιβαρυνθούν με κάποιο κόστος για να αποφευχθεί η μελλοντική κλιματική καταστροφή. Αλλά ποιο είναι αυτό το κόστος που θα ήταν αποδεκτό και πόσο άμεσα διατεθειμένη θα ήταν για να το επωμιστούν; Ποιο μέρος του εισοδήματός μας θα είμασταν σήμερα διατεθειμένοι να διαθέσουμε προς όφελος των μελλοντικών γενεών;

Είναι σαν να είμαστε σε μια ζυγαριά. Από τη μία όλοι εμείς που βρισκόμαστε σήμερα εν ζωή κι από την άλλοι αυτοί που μέλλεται να γεννηθούν. Ο σημερινός πληθυσμός των 7,7 δισεκατομμυρίων είναι μεγάλος - αλλά είναι μικρός όταν το συγκρίνουμε με όλους τους ανθρώπους στη Γη, που πέρασαν ή θα έρθουν και μαζί με όλα τα επιτεύγματά τους. Εάν ο Homo sapiens εξελίσσεται για δεκάδες ή εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια, αυτό καταλήγει σε έναν τεράστιο αριθμό όντων που πρέπει να εξετάσουμε. Τρισεκατομμύρια οικογένειες, σχέσεις, γεννήσεις. αμέτρητες στιγμές δυνητικής χαράς, αγάπης, φιλίας και τρυφερότητας.

Σύμφωνα με τον κοινωνικό φιλόσοφο Roman Krznaric, η αποτυχία να εκτιμηθεί η ζωή όλων αυτών των απογόνων μας, η απόφαση δηλαδή ότι οι μελλοντικές γενιές δεν έχουν κανένα δικαίωμα ιδιοκτησίας στο μέλλον ή κάποιο λόγο για το πώς εξελίσσεται, είναι παρόμοια με την «αποικιοποίηση» του μέλλοντος. «Αντιμετωπίζουμε το μέλλον ως κενό χρόνο, όπου δεν υπάρχουν γενιές», λέει.

Μερικές κυβερνήσεις προσπαθούν, με σιγουριά, να αλλάξουν τους τρόπους σκέψης τους. Για παράδειγμα, η Φινλανδία και η Σουηδία έχουν κοινοβουλευτικές συμβουλευτικές ομάδες για την προώθηση του μακροπρόθεσμου σχεδιασμού και η Ουγγαρία έχει έναν διαμεσολαβητή για τις μελλοντικές γενιές. Υπάρχουν επίσης διάφοροι οργανισμοί, οι οποίοι τώρα ασκούν πιέσεις στους πολιτικούς για να εξετάσουν τις μελλοντικές γενιές από την προοπτική των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ιδιαίτερα σε σχέση με την κλιματική αλλαγή. Είναι όμως ακόμη πολύ νωρίς και αν και αυτά τα παραδείγματα είναι ενθαρρυντικά, είναι επίσης μεμονωμένα.

Πολλοί επιστήμονες προειδοποιούν ότι η αμέλεια ή η ηλιθιότητα του σήμερα, μπορούν να απειλήσουν ακόμη και τον ίδιο τον πολιτισμό.

Στις αρχές Σεπτεμβρίου του 2017, η προσοχή του κόσμου είχε διασπαστεί σε διάφορες ειδήσεις: Ο τυφώνας Irma βρισκόταν στην Καραϊβική, η διοίκηση του Donald Trump ανακοίνωνε τα σχέδια για τη διάλυση της μεταναστευτικής πολιτικής του Ομπάμα και οι φωτογράφοι κατέγραφαν την πρώτη μέρα του πρίγγιπα George της Βρετανάις στο σχολείο.

Την ίδια εποχή, μια μικρή κι ελάχιστα γνωστή ομάδα ερευνητών συναντήθηκαν σε ένα εργαστήριο στο Γκέτεμποργκ της Σουηδίας, όπου με γνώμονα την ηθική ανησυχία για τους απογόνους μας έβαλαν στόχο να συζητήσουν τους υπαρξιακούς κινδύνους που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα.

Η ομάδα «Trajectories» ξεκίνησε με την παραδοχή ότι, αν και το μέλλον είναι αβέβαιο, δεν είναι άγνωστο. Μπορούμε να προβλέψουμε πολλά πράγματα με εύλογη εγκυρότητα, μέσω παρατηρημένων προτύπων, επαναλαμβανόμενων γεγονότων και καθιερωμένων συμπεριφορών σε όλη την ανθρώπινη ιστορία. Η προβολή αυτών των μοτίβων και των συμπεριφορών στο μέλλον τους επέτρεψε να χαρτογραφήσουν τέσσερις πιθανές μακροπρόθεσμες τροχιές για το είδος μας:

1. Ο ανθρώπινος πολιτισμός θα παραμείνει σε ένα παρόμοιο status quo στο απώτερο μέλλον.
2. Μια καταστροφική πορεία όπου ένα ή περισσότερα γεγονότα θα προκαλέσουν σημαντική βλάβη στον ανθρώπινο πολιτισμό.
3. Μια τεχνολογική τροχιά όπου ριζοσπαστικές τεχνολογικές ανακαλύψεις θα βάλουν τον ανθρώπινο πολιτισμό σε μια θεμελιωδώς διαφορετική πορεία.,
4. Μια αστρονομική τροχιά όπου ο ανθρώπινος πολιτισμός θα επεκταθεί πέρα από τον πλανήτη Γη και στα προσβάσιμα τμήματα του κόσμου.

Το συμπέρασμά τους ήταν τελικά πως το πρώτο σενάριο είναι σχεδόν απίθανο και η καταστροφή ή η υπερδιαστολή του πολιτισμού είναι πιο πιθανές. Οι επιλογές είναι όμως πολλές κι ακόμη έχουμε χρόνο για να αλλάξουμε την πορεία αυτή.

Τον χρόνο αυτό θα μετράει ένα ρολόι, ύψους 60 μέτρων, που στήνεται σε ένα σπήλαιο στα βουνά του δυτικού Τέξας. Το ρολόι προορίζεται να είναι ένα μνημείο που θα ξεπεράσει τους δημιουργούς του, καθώς θα είναι προγραμματισμένο να χτυπά για τις επόμενες 10 χιλιετίες. Το ρολόι έχει σχεδιαστεί για να προκαλεί στους επισκέπτες του να σκέφτονται την προσωπική τους θέση μέσα στο χρόνο. Ενώ λογικά μπορούμε να κατανοήσουμε το βαθύτερο μέλλον και το πώς επηρεάζουν οι πράξεις μας αύριο, οι δημιουργοί του πιστεύουν ότι θα είναι μια εντελώς διαφορετική να στέκεσαι μέσα σε ένα αρχαίο σπήλαιο κοιτάζοντας ένα ρολόι που θα μετρήσει εκατοντάδες ζωές.

Σε 10.000 χρόνια, ίσως όλες αυτές οι λεπτομέρειες να έχουν ξεχαστεί ούτως ή άλλως. Ίσως το ρολόι να σημαίνει κάτι εντελώς διαφορετικό για τους απογόνους μας, αποκαλύπτοντας μια αλήθεια της εποχής μας που δεν μπορούμε ακόμα να φανταστούμε. Όπως και οι κάψουλες του χρόνου, συχνά όταν η ανθρωπότητα δημιουργεί μνημεία, αυτά τα σύμβολα συνεχίζουν να λένε περισσότερα από αυτά που έλεγαν την εποχή που χτίστηκαν για τις αξίες των ανθρώπων.

Πρέπει να ξέρεις να διαλέγεις, να ξεχωρίζεις τις στιγμές, να τις ζεις ανάλογα με την αξία της καθεμιάς

Πόσο δίκιο έχει ο Oscar Wilde, όταν λέει: «Ηθικά ή ανήθικα βιβλία δεν υπάρχουν. Τα βιβλία είναι καλογραμμένα ή κακογραμμένα. Τίποτ’ άλλο».

Δεν πιστεύω στην ηθική. Δεν πιστεύω, επειδή δεν υπάρχει.

Ό,τι κι αν κάνει ο άνθρωπος, αναγκαστικά θα βάλει κάτι βρώμικο μέσα του. Αλλά απ΄ τη βρωμιά μπορεί κανείς να βγάλει αριστουργήματα.

Πρέπει να ξέρεις να βρίσκεις την ομορφιά στο καθετί. Πρέπει να βλέπεις παντού την ομορφιά, γιατί κατά βάθος όλα είναι όμορφα.

Τα πάντα κρύβουν κάτι όμορφο και πρέπει να μπορείς να το ανακαλύψεις

Εκείνοι που μπορούν είναι οι «καλλιτέχνες». Αυτή είναι η δουλειά τους, ο σκοπός τους. Να ψάχνουν, να βρίσκουν, να ομορφαίνουν, να δείχνουν.

Και η καθημερινότητα κρύβει πράγματα μικρά, θαυμάσια, που τα εκχυδαΐζουμε.

Υπάρχουν στιγμές τελειότητας που μας αποζημιώνουν για όλες τις μέρες.

Πρέπει να ξέρεις να διαλέγεις, να ξεχωρίζεις τις στιγμές, να τις ζεις ανάλογα με την αξία της καθεμιάς. Δεν υπάρχει τίποτα πιο όμορφο.

Πρέπει να ξέρεις να κοιτάς ένα δέντρο, πρέπει να ξέρεις να κοιτάς τα πράσινα φύλλα του ή τα γυμνά κλαδιά του.

Τίποτα δε πρέπει να το κοιτάμε βιαστικά, γιατί στο τέλος μας γίνεται συνήθεια και η ζωή καταντάει μια φευγαλέα εικόνα, μια εικόνα στον άνεμο...

Πρέπει να ‘χεις γνωρίσει την πλήξη. Για να εκτιμήσεις έπειτα τις πράξεις∙ πρέπει να ‘χεις μάθει στη δουλειά, για ν’ απολαύσεις στη συνέχεια μια βόλτα, μια ταινία.

Πρέπει να ξέρεις να ξεχωρίζεις τα πράγματα, αυτό είναι το μυστικό, το μεγάλο μυστικό.

Δε πρέπει να τ’ αφήσεις να χάνονται, πρέπει να κρατάς όσα μπορείς περισσότερα.

Αυτές είναι οι δέκα Εντολές μου.

Επίκτητος: Είναι καλύτερα να πεθάνεις από λιμό, έχοντας γίνει άλυπος και άφοβος, παρά να ζεις στην αφθονία, όντας ταραγμένος

Εάν θέλεις να προκόψεις, άφησε τους συλλογισμούς αυτού του είδους, «εάν αμελήσω τις υποθέσεις μου, δε θα έχω τρόφιμα», «εάν δεν τιμωρήσω τον δούλο μου, θα γίνει πονηρός».

Είναι καλύτερα να πεθάνεις από λιμό, έχοντας γίνει άλυπος και άφοβος, παρά να ζεις στην αφθονία, όντας ταραγμένος.

Καλύτερα να είναι κακός ο δούλος σου, παρά εσύ κακοδαίμονας.

Άρχισε λοιπόν, από τα μικρά. Χύνεται το λαδάκι, κλέβεται το κρασάκι.

Λέγε, λοιπόν, ότι «τόσο πωλείται η απάθεια, τόσο η αταραξία».

Χαριστικά τίποτα δεν παίρνεις.

Όταν καλείς τον δούλο σου, να θυμάσαι ότι δύναται να μην υπακούσει και –εάν υπακούσει- να μην κάνει τίποτε από όσα θέλεις.

Δεν είναι όμως και τόσο σπουδαία η υπόστασή του, ώστε από αυτόν να εξαρτάται η αταραξία σου.

Αν κατέχεσαι από επιθυμία για τη φιλοσοφία, να είσαι από τα πριν ετοιμασμένος ότι θα σε περιγελάσουν, ότι πολλοί θα σε πάρουν στο ψιλό, ότι θα πουν: «Να που μας ξεφύτρωσε έτσι ξαφνικά φιλόσοφος» ή «Από πού κι ως πού τούτο το φρύδι;».

Εσύ ωστόσο να μην έχεις έπαρση, να είσαι όμως σταθερός σ᾽ εκείνα που θεωρείς απόλυτα αγαθά, σαν να ᾽χες ταχθεί από τον θεό να σταθείς εκεί.

Και να μην ξεχνάς ότι αν μείνεις σταθερός στα αυτά πράγματα, οι ίδιοι άνθρωποι που πρωτύτερα σε περιγελούσαν θα σε κοιτάζουν έπειτα με θαυμασμό, ενώ αν λυγίσεις θα γελοιοποιηθείς διπλά.

Από εμάς εξαρτάται η αντίληψη, η ορμή, η όρεξη, η έκκλιση και -μ´ έναν λόγο- όσα είναι έργα δικά μας.

Από εμάς δεν εξαρτάται το σώμα, τ’ αποκτήματα, οι δοξασίες, τ’ αξιώματα και -μ´ έναν λόγο- όσα δεν είναι έργα δικά μας.

Όσα εξαρτώνται από εμάς είναι φύσει ελεύθερα, ακώλυτα, ανεμπόδιστα, ενώ όσα δεν εξαρτώνται από εμάς είναι ασθενή, υποδουλωμένα, κωλυτά, αλλότρια.

Να θυμάσαι, λοιπόν, ότι εαν θεωρήσεις ως ελεύθερα τα φύσει υποδουλωμένα, και ως δικά σου τα αλλότρια, θα εμποδιστείς, θα πενθήσεις, θα ταραχτείς, θα μεμφθείς και Θεούς και ανθρώπους…

Όπως σ᾽ ένα θαλασσινό ταξίδι, όταν το πλοίο ρίξει άγκυρα κάπου και βγεις στη στεριά για να πάρεις νερό, μπορείς, πηγαίνοντας, να σκύψεις να μαζέψεις κι ένα κοχύλι ή έναν βολβό, τον νου σου όμως πρέπει να τον έχεις καρφωμένο στο πλοίο και να στρέφεις πίσω διαρκώς το βλέμμα σου, προσέχοντας μήπως κάποια στιγμή σε φωνάξει ο καπετάνιος, κι άμα φωνάξει, θα τα παρατήσεις αμέσως όλα, μήπως και σε πετάξουν δεμένο στο καράβι, σαν τα πρόβατα· έτσι και στη ζωή σου, αν αντί για ένα κοχύλι κι ένα βολβό σου ᾽χει δοθεί γυναίκα και παιδί, δεν πρέπει αυτά να σου γίνουν εμπόδιο.

Κι άμα σε φωνάξει ο καπετάνιος, να τα παρατήσεις όλα και να τρέξεις αμέσως στο πλοίο, κι ούτε να γυρίσεις να κοιτάξεις πίσω σου.
Κι αν συμβαίνει να είσαι γέροντας, να μην απομακρυνθείς ποτέ από το πλοίο, μήπως και είσαι απών, όταν κάποτε εκείνος σε καλέσει.

Τους ανθρώπους ταράζουν όχι τα πράγματα, αλλά οι δοξασίες τους για τα πράγματα.

Δηλαδή: ο θάνατος δεν είναι δεινοπάθημα, γιατί και στον Σωκράτη έτσι θα φαινόταν, αλλά είναι δεινοπάθημα εκείνη η δοξασία η οποία θεωρεί τον θάνατο ως δεινοπάθημα.

Όταν, λοιπόν, εμποδιζόμαστε ή ταραζόμαστε ή λυπόμαστε, κανέναν άλλον να μη θεωρούμε ως υπαίτιο, παρά τους εαυτούς μας, δηλαδή τις δοξασίες μας.

Μη ζητάς τα γινόμενα να γίνονται όπως θέλεις, αλλά να θέλεις τα γινόμενα όπως γίνονται, και θα ευροήσεις.

Ποτέ και για τίποτε να μην πεις ότι «αυτό το έχασα», αλλά ότι «αυτό το απέδωσα».

Πέθανε το παιδί; Αποδόθηκε. Πέθανε η γυναίκα; Αποδόθηκε. «Μου αφαιρέθηκε το χωράφι;» Και τούτο, λοιπόν, αποδόθηκε.» Αυτός, όμως που μου το αφαίρεσε, είναι κακός».

Τι σε μέλει, λοιπόν, μέσω ποιού ανθρώπου σου απαίτησε εκείνος που σου το είχε δώσει;

Όσο σου το δίνει, να το επιμελείσαι ως αλλότριο, όπως οι περαστικοί το πανδοχείο.

Αν κάποτε σου συμβεί να στραφείς προς τα εξωτερικά, επειδή επιθυμείς ν´ αρέσεις σε κάποιον, γνώριζε ότι απώλεσες την εσωτερική στάση σου.

Άρα, όποιος επιμελείται όπως πρέπει την όρεξη και την έκκληση, ταυτόχρονα επιμελείται και την ευσέβεια.

Αν κάποιος σου αναγγείλει ότι ο δείνα σε κακολογεί, μην απολογείσαι για τα λεχθέντα, αλλ´ αποκρίσου ότι «το κάνει επειδή αγνοεί τα υπόλοιπα ελαττώματα μου, αλλιώς δεν θα έλεγε μόνο αυτά».

Και όταν κάποιος σου πει ότι έχεις αρχίσει το έργο, επειδή και τα πρόβατα δεν φέρνουν χόρτο στους ποιμένες για να επιδείξουν πόσο έφαγαν, αλλά όταν μέσα τους χωνέψουν τη νομή, φέρνουν έξω το μαλλί και το γάλα.

Κ´ εσύ, λοιπόν μην επιδεικνύεις στους κοινούς ανθρώπους τα θεωρήματα αλλά τα έργα που προκύπτουν από την πέψη τους.

Μην αγκαλιάζεις τους αδριάντες αλλά, όταν κάποτε διψάσεις, πάρε νερό στο στόμα σου, μετά φτύσε το, και μην το πεις σε κανένα.

Να μην ξεχνάς ότι είσαι ηθοποιός σ᾽ ένα δράμα - που ξετυλίγεται όπως θέλει ο ποιητής: Αν το θέλει σύντομο, σε σύντομο δράμα· αν το θέλει μεγάλο, σε μεγάλο.

Αν ο ποιητής θέλει να υποκριθείς ένα ζητιάνο, εσύ κι αυτόν τον ρόλο πρέπει να τον παίξεις καλά· το ίδιο έναν ανάπηρο, έναν άρχοντα ή έναν απλό άνθρωπο.

Γιατί η δική σου δουλειά είναι να παίξεις καλά τον ρόλο που σου δώσανε· η επιλογή του ρόλου είναι δουλειά αλλουνού.

Επίκτητου, Εγχειρίδιον

Η τραγωδία του ανθρώπου που δεν είναι προετοιμασμένος για την τραγωδία – αυτή είναι η τραγωδία του καθενός

Ποιος είναι προετοιμασμένος για το αφόρητο που του μέλλεται;

Ποιος είναι προετοιμασμένος για την τραγωδία και το ακατανόητο του πόνου;

Κανείς.

Η τραγωδία του ανθρώπου που δεν είναι προετοιμασμένος για την τραγωδία – αυτή είναι η τραγωδία του καθενός.

Ουδέποτε στη ζωή του είχε την ευκαιρία να αναρωτηθεί: «Γιατί τα πράγματα είναι όπως είναι;»

Γιατί να μπει στον κόπο, αφού, έτσι όπως ήταν, ήταν τέλεια;

Γιατί τα πράγματα είναι όπως είναι;

Ιδού το ερώτημα στο οποίο δεν υπάρχει απάντηση· και ως τότε ήταν τόσο τυχερός που δεν ήξερε καν ότι το ερώτημα υπήρχε.

Κοινωνική οκνηρία

Η Κοινωνική οκνηρία (Social loafing) ή γιατί στις ομάδες οι άνθρωποι δεν δουλεύουν όπως όταν είναι μόνοι τους.

Το 1913 ένας αγρονόμος μηχανικός, μελέτησε την απόδοση των αλόγων και παρατήρησε ότι, η απόδοση δύο ζεμένων αλόγων δεν είναι διπλάσια του ενός. Ξαφνιασμένος από το αποτέλεσμα, επέκτεινε τις μελέτες του και στους ανθρώπους. Ζήτησε λοιπόν από πολλούς ανθρώπους, να τραβήξουν ένα σχοινί και μέτρησε τη δύναμη που έβαζε ο καθένας, με το ξεκίνημα της διαδικασίας.

Κατέληξε στο συμπέρασμα του ότι, δύο άτομα που τραβάνε το σχοινί μαζί, ενεργοποιούν το 93% της δύναμης που ενεργοποιεί ένα άτομο, όταν μόνο του τραβάει το σχοινί. Το εν λόγω φαινόμενο, που πιθανώς να μην εκπλήσσει τους ψυχολόγους, ονομάζεται κοινωνική τεμπελιά. Εμφανίζεται συνήθως, εκεί όπου οι προσπάθειες του ατόμου δεν είναι εμφανώς ορατές και συγχέονται με αυτές της ομάδας.

Πρόκειται για ένα φυσιολογικό φαινόμενο…αφού μπορώ να καταβάλω τη μισή προσπάθεια και μάλιστα δίχως να γίνει αντιληπτό, για ποιον λόγο να καταβάλω το 100% των δυνάμεών μου;;

Είναι μια μικρή μορφή απάτης, που οι περισσότεροι διαπράττουμε και συνήθως συμβαίνει, χωρίς να το συνειδητοποιούμε, όπως συμβαίνει και στα ζεμένα άλογα.

Το εκπληκτικό είναι ότι, η ατομική επίδοση μειώνεται ανάλογα με τον αριθμό των ατόμων που τραβάνε το σχοινί και δεν φτάνει στον εκμηδενισμό.

Γιατί λοιπόν δεν φτάνουμε στην ολοκληρωτική οκνηρία;; Διότι, η μηδενική επίδοση συνήθως γίνεται αντιληπτή, με όλες τις συνέπειες όπως π.χ. ο αποκλεισμός της ομάδας ή η μείωση της υπόληψής μας.

Αναπτύσσουμε λοιπόν κι ένα ακόμη χαρακτηριστικό: γνωρίζουμε έως ποιο σημείο μπορούμε να τεμπελιάσουμε, δίχως να γίνουμε αντιληπτοί.

Φυσικά η κοινωνική οκνηρία δεν παρατηρείται μόνο στη σωματική προσπάθεια, αλλά και στη διανοητική. Η γνωστή μεταβίβαση ευθύνης, που παρατηρείται σε διάφορα συμβούλια μάνατζμεντ ή όχι. Έχει παρατηρηθεί επίσης ότι, αυτή η πνευματική οκνηρία, αυξάνεται όσο μεγαλύτερη είναι η ομάδα.

Φτάνει έως ένα βαθμό, κι από εκεί κι έπειτα δεν μειώνεται άλλο, ανεξάρτητα από τον αριθμό των ατόμων που συμμετέχουν. Σε αυτό το σημείο, δεν έχει σημασία πόσα άτομα θα συμμετέχουν. Το αποτέλεσμα είναι ίδιο, άσχετα από εάν συμμετέχουν 20 ή 100 άτομα.

Για ποιον λόγο όμως ακούμε ότι, οι ομάδες αποδίδουν καλύτερα από τους μοναχικούς πολεμιστές;; Ίσως αυτή η πληροφορία να προήλθε από την Ιαπωνία και το βιομηχανικό της θαύμα. Μελετώντας οι οικονομολόγοι αυτό το θαύμα, διαπίστωσαν ότι τα εργοστάσια ήταν οργανωμένα σε ομάδες. Βέβαια, οι Ιάπωνες δεν γνωρίζονται και τόσο καλά με την κοινωνική οκνηρία.

Το ίδιο μοντέλο λοιπόν, δεν λειτούργησε τόσο αποτελεσματικά στην Ευρώπη και την Αμερική, καθώς εκεί οι νοοτροπίες των ανθρώπων άρα και των ομάδων είναι διαφορετικές. Σ’ αυτές τις γεωγραφικές περιοχές, έχει παρατηρηθεί ότι οι ομάδες λειτουργούν καλύτερα όταν αποτελούνται από άτομα με διαφορετικές ικανότητες και διαφορετική εξειδίκευση, πράγμα λογικό μια και η συμβολή του καθενός αναγνωρίζεται ευκολότερα με τον τρόπο αυτόν!

Η κοινωνική οκνηρία, έχει ενδιαφέρουσες συνέπειες. Αποδεικνύει και εξηγεί, το γιατί οι ομάδες παίρνουν ευκολότερα ένα ρίσκο, από ότι ένα μεμονωμένο άτομο. Οι ομαδικές συζητήσεις οδηγούν σε πιο ριψοκίνδυνες αποφάσεις, από ότι εάν σκέφτεται το άτομο μόνο του.

Οι άνθρωποι λοιπόν, έχουμε διαφορετική συμπεριφορά όταν βρισκόμαστε σε ομάδα, και διαφορετική όταν είμαστε μόνοι. Είναι δυνατόν να διορθώσουμε τα μειονεκτήματα των ομάδων, βελτιώνοντας την ορατότητα των ατομικών προσπαθειών.

Ζήνωνας

Ο πρόλογος του πλατωνικού διαλόγου Παρμενίδης παρέχει αρκετές από τις ελάχιστες, κατά τα άλλα, πληροφορίες που διαθέτουμε για τη ζωή του Ζήνωνα. Η πλειονότητα των μελετητών αποδέχεται τη δήλωση του Πλάτωνα σύμφωνα με την οποία, όταν ο Σωκράτης «ήταν πολύ νέος» [Σωκράτη δέ είναι τότε σφο­δρά νέον (Παρμενίδης, 127b)] και μολονότι αρκετά μεγάλος πια για να συμμε­τέχει σε φιλοσοφικές αντιπαραθέσεις, ο Ζήνωνας ήταν περίπου σαράντα ετών και ο Παρμενίδης εξήντα πέντε. Ο διάλογος διεξάγεται ενώ στην Αθήνα τελεί- ται η τετραετής γιορτή των Μεγάλων Παναθηναίων και ο πιο πιθανός δραματικός χρόνος που μπορούμε να εικάσουμε είναι το διάστημα μεταξύ του 454 π.Χ., όταν ο Σωκράτης είναι 15 ετών και του 450 π.Χ. όταν ο φιλόσοφος είναι 19 ετών.[1] Προβάλλει, επίσης, εξαιρετικά πιθανή, αν και δεν επιβεβαιώνεται από άλλες πηγές, η μαρτυρία του Πλάτωνα (Παρμενίδης 127b) ότι ο Ζήνωνας «ήταν ψηλός και ευπαρουσίαστος και φημολογούνταν ότι υπήρξε ερωμένος του Παρ­μενίδη» [εὐμήκη δέ καί χαρίεντα ἰδεῖν καί λέγεσθαι αὐτόν παιδικά τοῦ Παρμενίδον γεγονέναΙ]. Ακόμη και αν από ιστορική άποψη η σκηνοθεσία[2] του πλατωνικού Παρμενίδη κρίνεται ευλογοφανής, η κραυγαλέα έλλειψη αξιοπι­στίας που χαρακτηρίζει τις αναφορές του Πλάτωνα στους πρώιμους φιλοσό­φους επιβάλλει να σκεφτούμε ότι δεν είναι φρόνιμο να υιοθετούμε αβασάνιστα οποιαδήποτε δήλωσή του. Είναι βέβαιο ότι η συζήτηση των προσώπων του πλα­τωνικού Παρμενίδη δεν διεξήχθη ποτέ, και έχουμε κάθε λόγο να αμφιβάλουμε αν ο Σωκράτης συνάντησε ποτέ τους φιλοσόφους από την Ελέα. Επιπλέον, ο Πλάτωνας επισημαίνει ότι η πραγματεία του Ζήνωνα παρέμενε άγνωστη στην Αθήνα πριν από τον δραματικό χρόνο του Παρμενίδη (127c)· υπονοεί, ωστόσο, ότι ο στοχαστής τη συνέγραψε πολλά χρόνια πριν και υποστηρίζει ότι κυκλο­φόρησε (προφανώς αμέσως μετά την ολοκλήρωσή της) δίχως την έγκριση του Ζήνωνα (128d)· οι παραπάνω ισχυρισμοί, αν και δεν είναι στην ουσία αντιφα­τικοί, δεν συμφωνούν απόλυτα μεταξύ τους.[3]

Ο Πλάτωνας μας πληροφορεί ότι ο Ζήνωνας με το βιβλίο του αποσκοπούσε στην υπεράσπιση του Παρμενίδη έναντι εκείνων οι οποίοι επιχειρούσαν να καταδείξουν τις παράλογες συνέπειες της παρμενίδειας αντίληψης περί μονι­σμού. Το βιβλίο περιείχε επιχειρήματα που έδειχναν ότι ακόμη και οι πιο ακραίοι παραλογισμοί προκύπτουν από την αντίπαλη ακριβώς υπόθεση περί πολλαπλότητας παρά από την άποψη των οπαδών του μονισμού (128c-d). Επι­βάλλεται, ωστόσο, να διατηρούμε τις επιφυλάξεις μας απέναντι στο ζήτημα. Πράγματι, όλες μας οι πληροφορίες για τον Ζήνωνα επιβεβαιώνουν ότι στην πραγματεία του ανέπτυσσε μια σειρά αποδεικτικούς συλλογισμούς. Ίσως το βιβλίο άφησε αδιευκρίνιστο τον στόχο των επιχειρημάτων του· ο Σωκράτης τον συμπεραίνει αφού έχει ακούσει την ανάπτυξη του συνόλου των επιχειρημάτων (128a-b). Αν ισχύει αυτό, τότε οι ισχυρισμοί του Πλάτωνα συνιστούν ερμηνεία που απαιτεί εξονυχιστική εξέταση.

Στην πραγματικότητα, η πλατωνική ερμηνεία αμφισβητείται από πολλές απόψεις. Η πρώτη και πιο καταφανής απόδειξη είναι η εξής: παρόλο που κατά τον Πλάτωνα ο σκοπός του Ζήνωνα είναι να αποδείξει με το βιβλίο του «αντί­θετα προς κάθε παραδοχή ότι τα πράγματα δεν είναι πολλά... και ότι αυτό απο- δεικνύεται από κάθε επιχείρημά του» (127e), πολλά από τα επιχειρήματα στρέ­φονται όχι κατά της πολλαπλότητας αλλά κατά της κίνησης, ενώ άλλα τείνουν προς άλλους στόχους.

Επιπλέον, ακυρώνεται ο φιλοσοφικός δεσμός που υποτίθεται ότι συνδέει τον Παρμενίδη και τον Ζήνωνα, το γεγονός δηλαδή ότι ενώ ο Παρμενίδης επι­χειρηματολόγησε θετικά υπέρ ενός ριζοσπαστικού μονισμού, ο Ζήνωνας υπε­ρασπίστηκε την ίδια θέση βάλλοντας κατά της πολλαπλότητας. Ορισμένοι, μάλιστα, διατύπωσαν μια ακόμη πιο ακραία άποψη, ότι ορισμένα από τα επι­χειρήματα του Ζήνωνα στην ουσία στρέφονται όχι μόνο εναντίον των αντιπά­λων του αλλά και εναντίον του Παρμενίδη. Η ερμηνεία που επιχειρεί ο Πλά­τωνας, αν ισχύουν όλες αυτές οι κατηγορίες, αποδεικνύεται μοιραία ανεπαρ­κής, και ό,τι απομένει από τον Ζήνωνα είναι μια σειρά επιχειρήματα άνισης αξίας καθένα από τα οποία αξίζει να υποβληθεί σε αυτόνομη διερεύνηση, καθώς η συνεξέτασή τους συνολικά δεν προσθέτει τίποτε.[4]

Στη συνέχεια, θα επιχειρήσω να αντιπαρατεθώ με την τρέχουσα αυτή ερμη­νεία. Αν λάβουμε ως δεδομένο πως ό,τι έχει σημασία από τον Ζήνωνα έγκειται κυρίως στα μεμονωμένα επιχειρήματά του, και αν επίσης λάβουμε υπόψη μας ότι το σημείο επαφής Ζήνωνα και Παρμενίδη απαιτεί διερεύνηση, είναι πολλά αυτά που απομένουν να ειπωθούν αναφορικά με τον ισχυρισμό του Πλάτωνα ότι ο σκοπός του Ζήνωνα ήταν να πληρώσει με το ίδιο νόμισμα εκείνους που αποτόλμησαν να γελοιοποιήσουν την ελεατική φιλοσοφία.

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΠΑΡΑΔΟΞΟ ΤΟΥ ΖΗΝΩΝΑ

Το βιβλίο του Ζήνωνα που μνημονεύει ο Πλάτωνας περιείχε σαράντα επι­χειρήματα κατά της πολλαπλότητας.[5] Δεν είναι πάντοτε σαφές τι θεωρείται Ζηνώνειο επιχείρημα· από μια εύλογη, ωστόσο, μέτρηση προκύπτει ότι σώζο­νται δώδεκα περίπου επιχειρήματα[6] εκ των οποίων μόνο τα μισά στρέφονται άμεσα κατά της πολλαπλότητας.

Κατά τον Πλάτωνα, το πρώτο επιχείρημα περιγράφεται ως εξής: «Αν τα όντα είναι πολλά, πρέπει τότε να είναι όμοια και συνάμα ανόμοια· αυτό, όμως, είναι αδύνατο, καθώς ούτε τα ανόμοια μπορούν να είναι όμοια ούτε τα όμοια ανόμοια» (Παρμενίδης 127e) [Εί πολλά έστι τά όντα, ώς άρα δει αυτά δμοιά τε είναι καί άνόμοια, τοϋτο δέ δή άδύνατον · οϋτε γάρ τά ανόμοια δμοια οϋτε τά δμοια άνόμοια οιόν τε είναι]. Σύμφωνα με την πλατωνική ερμηνεία, το επιχείρημα του Ζήνωνα συνίσταται στην εξής υπόθεση: αν τα όντα ήσαν πολλά, θα είχαν άτοπα γνωρίσματα· συνεπώς τα όντα δεν είναι πολλά. Διευρύ­νει, μάλιστα, το επιχείρημα καθώς θεωρεί ότι ο Ζήνωνας προασπίζεται τον παρμενίδειο μονισμό.

Θα επιχειρήσω να προσεγγίσω τα παραπάνω σημεία ακολουθώντας αντί­στροφη σειρά. Καταρχήν, όσον αφορά τον μονισμό, ορισμένοι θεωρούν ότι ο Παρμενίδης δεν ήταν καν μονιστής[7] και συνεπώς η πλατωνική ερμηνεία του Ζήνωνα αποδεικνύεται απολύτως εσφαλμένη. Δεν αποδέχομαι την εν λόγω αντιμετώπιση του Παρμενίδη αλλά ο διαθέσιμος χώρος δεν μου επιτρέπει να εκφράσω την αντίθεσή μου αναλυτικά.[8] Έχει, επίσης, διατυπωθεί η άποψη ότι ο μονισμός και η πολλαπλότητα δεν εκπροσωπούν τις μόνες πιθανές θεωρίες· η απόρριψη της μιας δεν συνεπάγεται την αποδοχή της άλλης. Τον 5ο αι. π.Χ. ο Γοργίας προτείνει μια τρίτη πιθανή εκδοχή, ότι δεν υπάρχει τίποτε.[9] Θεωρώ ότι πρόκειται για άποψη λογικά ορθή αλλά όχι πειστική. Σημασία δεν έχει αν με τυπικά κριτήρια ισχύουν και άλλες πιθανές απόψεις, αλλά ποιες ιδέες κυκλοφορούσαν την εποχή αυτή και ποιες αποτελούσαν στόχο του Ζήνωνα. Όσον αφορά τη χρονολόγηση είναι δύσκολο να πιστέψουμε ότι ο Γοργίας πρότεινε τη θεωρία του πριν ο Ζήνωνας συγγράψει το βιβλίο του και δεν συντρέχει κανένας λόγος για να υποθέσουμε ότι όταν ο στοχαστής ξεκίνησε τη συγγραφή του βιβλίου του, η θεωρία του μηδενισμού ήταν ήδη διαδεδομένη. Επιπλέον, αν οι αντίπαλοι του Ζήνωνα ήσαν «υποστηρικτές της πολλαπλότητας» (128d) [οί πολλά λέγοντες] δεν αποτελεί αθέμιτη στρατηγική το εγχείρημα του στοχαστή να αποδείξει ανυπόστατη την άποψή τους. Από τη στιγμή που θα τους αποκό­ψει από τη θεωρία περί πολλαπλότητας θα φανούν πιο πρόθυμοι να υιοθετή­σουν τα επιχειρήματα του Παρμενίδη υπέρ του μονισμού. Πράγματι, ο Πλάτω­νας καθιστά σαφές ότι τα επιχειρήματα του Ζήνωνα δεν ισοδυναμούν με από­πειρα να αποδειχθεί ότι ισχύει ο μονισμός- όταν ο Σωκράτης υποθέτει ότι ισο- δυναμούν με υπεράσπιση του μονισμού, ο Ζήνωνας απαντά ότι δεν συμβαίνει αυτό, αλλά ότι απλώς και μόνο στρέφονται κατά της πολλαπλότητας (128b-d).

Έπειτα, ο Πλάτωνας αποκαλύπτει ότι το επιχείρημα του Ζήνωνα αποδεικνύεται από τυπική άποψη ατελές. Ο Ζήνωνας πρεσβεύει ότι αν (α) τα όντα εί­ναι πολλά, τότε (β) είναι συνάμα όμοια και ανόμοια· η δεύτερη, ωστόσο, προκείμενη δεν ισχύει. Στη συνέχεια, όχι ο Ζήνωνας αλλά ο Σωκράτης συνάγει το συ­μπέρασμα ότι εφόσον αποκλείεται να ισχύει η δεύτερη προκείμενη αυτό συνε­πάγεται ότι δεν ισχύει ούτε η πρώτη προκείμενη. Ο τελικός αυτός συλλογισμός συνιστά αντιπροσωπευτικό γνώρισμα των επιχειρημάτων εκείνων που είναι γνωστά ως επιχειρήματα της εις άτοπον απαγωγής. Για να αποδείξουμε ότι το x δεν ισχύει, αρκεί να δείξουμε ότι το x συνεπάγεται το ψ, το οποίο δεν ισχύει ή εί­ναι αδύνατο· και καθώς το ψ δεν ισχύει ή είναι αδύνατο, συνάγεται το συμπέρα­σμα ότι και το x δεν ισχύει. Καθώς όλα τα σωζόμενα επιχειρήματα με τον τρόπο που αναπτύσσονται δείχνουν ότι μια υπόθεση καταλήγει σε ένα συμπέρασμα παράλογο ή άτοπο αλλά ούτε ένα δεν περιέχει την παραπάνω χαρακτηριστική κίνηση, υποστηρίχθηκε ότι ο Ζήνωνας «δεν χρησιμοποιεί την τεχνική της εις άτοπον άπαγωγής ως μέθοδο για την ανασκευή που επιχειρεί».[10] Και αυτός, επίσης, ο ισχυρισμός, μολονότι από λογική άποψη ορθός, δεν είναι ωστόσο πει­στικός. Ο Πλάτωνας επισημαίνει με κάθε επιθυμητή σαφήνεια ότι το επιχείρημα αποσκοπεί στην ανασκευή της πρώτης προκείμενης. Αν πράγματι ο Ζήνωνας δεν επιδιώκει να συναγάγει το συμπέρασμα ότι η πρώτη προκείμενη δεν ισχύει, τα συμφραζόμενα του συλλογισμού του φανερώνουν με σαφήνεια ότι αυτό εί­ναι το συμπέρασμα που συνάγεται (ποια άλλη σημασία θα μπορούσε να έχει το επιχείρημα;)· και από τη στιγμή που διαπιστώνουμε ότι η δεύτερη προκείμενη δεν ισχύει, ο Ζήνωνας προσδοκά ότι μόνοι μας εμείς θα φτάσουμε στο συμπέρα­σμα πως δεν ισχύει η πολλαπλότητα. Το επιχείρημα, αν όχι με τυπικά κριτήρια, υπό ρητορική τουλάχιστον έννοια συνιστά απαγωγή.

Ας έρθουμε στο τρίτο ζητούμενο· ο Πλάτωνας δεν περιγράφει με ποιόν τρόπο ο Ζήνωνας μεταβαίνει από την πρώτη προκείμενη («αν τα όντα είναι πολλά») στη δεύτερη προκείμενη («πρέπει τότε να είναι όμοια και συνάμα ανό­μοια»). Επιπλέον, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τι ακριβώς εννοούσε ο στοχα­στής με τους όρους «όμοια» και «ανόμοια». Ο λόγος, μάλιστα, για τον οποίο η δεύτερη προκείμενη θεωρείται αδύνατη, όπως αυτός διατυπώνεται στο τρίτο σκέλος του συλλογισμού του («ούτε τα ανόμοια μπορούν να είναι όμοια ούτε τα όμοια ανόμοια») επιδέχεται περισσότερες από μια ερμηνείες. Η κατάσταση της σωζόμενης μαρτυρίας δεν επιτρέπει την αξιόπιστη ανασύνθεση του επιχει­ρήματος. Σύμφωνα με μια εκδοχή ο συλλογισμός διατυπώθηκε ως εξής: Αν υπάρχουν πολλά πράγματα, τότε υπάρχουν τουλάχιστον δύο. Ας επιλέξουμε, λοιπόν, δύο από αυτά, το Α και το Β. Το Α δεν είναι όμοιο με το Β, καθώς το Α διαφέρει από το Β σε ένα τουλάχιστον σημείο. (Το Α διαφέρει από το Β, αλλά το Β δεν διαφέρει από το Β). Παρόμοια, το Β διαφέρει από το A. Το Α, όμως, είναι όμοιο με το Α (καθώς το Α με κανέναν τρόπο δεν μπορεί να είναι διαφο­ρετικό από το Α), και το Β όμοιο με το Β. Κατά συνέπεια, τα Α και Β είναι συνάμα και όμοια και ανόμοια. Αν αυτό είναι το σκεπτικό του Ζήνωνα, το επι­χείρημά του δεν ευσταθεί, καθώς τα Α και Β μπορούν να είναι όμοια και ανό­μοια με τον τρόπο που υποδείξαμε. Το υποτιθέμενο άτοπο θα προέκυπτε μόνο αν τα ίδια πράγματα ήταν συνάμα όμοια και ανόμοια με τα ίδια πράγματα από την ίδια άποψη, την ίδια χρονική στιγμή κ.ο.κ.[11] Ίσως ο Ζήνωνας κατέληξε βάσιμα στο συμπέρασμά του· αλλά και αν η υπόθεση ευσταθεί, δεν διαθέτουμε καμία ένδειξη για το πώς κατέληξε στο εν λόγω συμπέρασμα.

Η τέταρτη παρατήρησή μας είναι ότι το επιχείρημα του Ζήνωνα αποτελεί μορφή αντινομίας. Σύμφωνα με αυτήν την ιδιαίτερη μορφή της εις άτοπον απαγωγής το άτοπο προκύπτει από την προκείμενη του συλλογισμού, πράγμα που συνιστά αντίφαση της μορφής «χ και όχι χ». Πρόκειται για μια τυπική μορφή Ζηνώνειου επιχειρήματος. Σύμφωνα με άλλα επιχειρήματα, τα ίδια πράγματα είναι εν και πολλά, κινούνται και αδρανούν (Πλάτωνα, Φαιδρός261d). Σε ένα σωζόμενο επιχείρημά του, ο Ζήνωνας διατείνεται ότι αν υπάρχουν πολλά όντα, τότε τα ίδια όντα είναι πεπερασμένα και άπειρα (DK29B3). Ένα άλλο επιχεί­ρημά του καταλήγει στο συμπέρασμα ότι καθένα από τα πολλά όντα είναι συνά­μα και μικρό και μεγάλο (εν μέρει το επιχείρημα απαντά στα αποσπάσματα DK29B1-2). Ως αντινομίες, επίσης, μπορούν να ερμηνευθούν τα επιχειρήματα του Ζήνωνα για την κίνηση.

ΕΝΑ ΕΠΙΠΛΕΟΝ ΠΑΡΑΔΟΞΟ ΤΗΣ ΠΟΛΛΑΠΛΟΤΗΤΑΣ

Ο Σιμπλίκιος (Εις τό τής Άριστοτέλους Φυσικής Άκροάσεως Υπόμνημα 97.12-13) παραθέτει την ακόλουθη μαρτυρία του Ευδήμου (DK29A16): «ο Ζή­νωνας ισχυριζόταν ότι, αν κάποιος του εξηγούσε τι είναι το ένα, τότε θα ήταν σε θέση να κάνει λόγο για αυτά που υπάρχουν» [καί Ζήνωνά φάσι λέγειν, εϊ τις αντφτό εν άποδοίη τί ποτέ έστιν, εξειν τά όντα λέγειν]. Η πρόκληση που έθε­τε ο Ζήνωνας στους εκπροσώπους της πολλαπλότητας ήταν η εξής: «Δώστε μου μια συνεπή ερμηνεία ενός από τα πολλά όντα που πρεσβεύετε, και εγώ θα ανα­γνωρίσω τη θεωρία σας περί πολλαπλότητας». Στη συνέχεια παρουσίαζε τα ά­τοπα που προκύπτουν από τις διάφορες εκδοχές της πολλαπλότητας.[12]

Ένα από τα επιχειρήματα αυτά,'που προφανώς στρεφόταν εναντίον της άποψης ότι υπάρχουν τρισδιάστατα σώματα, καταλήγει στην αντιφατική θέση ότι αν τα όντα είναι πολλά, τότε είναι συνάμα και μικρά και μεγάλα, και συγκε­κριμένα (α) τόσο μικρά σε βαθμό που να μην έχουν κανένα μέγεθος (μικρά μέν, ώστε μή εχειν μέγεθος) και (β) τόσο μεγάλα ώστε να είναι άπειρα (μεγάλα δέ ώστε άπειρα είναι). Ο Ζήνωνας θεωρεί όχι μόνο ότι οι δύο προκείμενες (α, β) αλληλοαποκλείονται αλλά ότι η καθεμιά από αυτές παρουσιάζει τις δικές της σοβαρές δυσκολίες.

Η αιτιολόγηση της πρώτης προκείμενης μας παραδίδεται ατελώς. Πληροφο­ρούμαστε μόνο πως ο Ζήνωνας υποστήριζε ότι καθένα από τα πολλά όντα «ταυτίζεται με τον εαυτό του και με το εν» και με βάση τη θέση αυτή συμπε­ραίνει ότι κανένα ον δεν έχει μέγεθος. Ισχυρίζεται ότι «κάτι που δεν έχει ούτε μέγεθος ούτε πυκνότητα ούτε όγκο δεν θα μπορούσε να υπάρξει» [οὗ μήτε μέγεθος μήτε πάχος μήτε ὄγκος μηθείς ἔστιν, οὐδ’ ἄν εἴη τοῦτο], Το επιχεί­ρημά του αναπτύσσεται ως εξής:

εἰ γάρ ἄλλῳ ὄντι (...) προσγένοιτο, οὐδέν ἄν μεῖζον ποιήσειεν μεγέθους γάρ μηδενός ὄντος, προσγενομένου δέ, οὐδέν οἷόν τέ εἰς μέγεθος ἐπιδοῦναι. Καί οὕτως ἄν ἤδη τό προσγινόμενον οὐδέν εἴη. εἰ δέ ἀπογινόμενου τό ἕτερον μηδέν ἔλαττον ἔσται μηδέ αὗ προσγινομένου αὐξήσεται, δῆλον ὅτι τό προσγενόμενον οὐδέν ἦν οὐδέ τό ἀπογενόμενον (DK29B2)

[«Γιατί αν το πρόσθετε κανείς σε κάτι άλλο που υπάρχει, δεν θα έκανε αυτό το άλλο μεγαλύτερο· γιατί αν το πρόσθε­τε χωρίς να έχει κανένα μέγεθος, το προστιθέμενο δεν θα μεγάλωνε καθόλου σε μέγεθος. Και, επομένως, αυτό που θα προσθέταμε δεν θα ήταν στην πραγματικότητα τίποτε. Αν, όμως, όταν αυτό αφαιρείται, το άλλο σώμα δεν μικραίνει ούτε μεγαλώνει από την πρόσθεση, είναι φανερό ότι αυτό που προστέθηκε δεν ήταν τίποτε, όπως τίποτε δεν ήταν και αυτό που αφαιρέθηκε»]

Στη συνέχεια ο Ζήνωνας υπερασπίζεται τη δεύτερη προκείμενη:

εἰ δέ ἔστιν, ἀνάγκη ἕκαστον μέγεθος τί ἔχειν καί πάχος καί ἀπέχειν αὐτοῦ τό ἕτερον ἀπό τοῦ ἑτέρου. Καί περί τοῦ προὔχοντος ὁ αὐτός λόγος. Καί γάρ ἐκεῖνο ἕξει μέγεθος καί προέξει αὐτοῦ τί. ὅμοιον δή τοῦτο ἅπαξ τε εἰπεῖν καί ἀεί λέγειν οὐδέν γάρ αὐτοῦ τοιοῦτον ἔσχατον ἔσται οὔτε ἕτερον πρός ἕτερον οὐκ ἔσται. οὕτως εἰ πολλά ἔστιν, ἀνάγκη αὐτά μικρά τέ εἶναι καί μεγάλα μικρά μέν ὥστε μή ἔχειν μέγεθος, μεγάλα δέ ὥστε ἄπειρα εἶναι. (DK29B1)

[«Αν, όμως, υπάρχει (ή: αν αυτά, τα πολλά όντα υπάρχουν), είναι ανάγκη να έχει το καθένα κάποιο μέγεθος και κάποια πυκνότητα και το ένα μέρος του να απέχει από το άλλο. Και το ίδιο σκεπτικό ισχύει για το μέρος του που προεξέχει- γιατί και εκείνο επίσης θα έχει μέγεθος και ένα μέρος του θα προεξέχει επίσης από αυτό. Και μάλιστα είναι το ίδιο πράγ­μα αν το πούμε αυτό μία φορά και αν το λέμε συνεχώς· για­τί κανένα κομμάτι του αυτής της μορφής δεν θα είναι το τε­λευταίο ούτε θα υπάρχει κανένα κομμάτι του αυτής της μορφής που να μη συνδέεται με ένα άλλο. Συνεπώς, αν υ­πάρχουν πολλά όντα, πρέπει αυτά να είναι συνάμα και μι­κρά και μεγάλα· τόσο μικρά ώστε να μην έχουν μέγεθος και τόσο μεγάλα ώστε να είναι άπειρα»]

Αν υπάρχουν πολλά όντα, τότε σύμφωνα με το απ. Β2 το καθένα από αυτά έ­χει μέγεθος. Επιλέγοντας οποιοδήποτε από αυτά μπορούμε να διακρίνουμε ένα μέρος του από το υπόλοιπο. Αυτό το μέρος έχει μέγεθος (διαφορετικά, σύμφω­να με το απ. Β2, δεν θα υπήρχε)· άρα μπορούμε να διακρίνουμε ένα μέρος αυτού του μέρους από το υπόλοιπο. Και αυτό το μέρος, επίσης, έχει μέγεθος. Η διαδι­κασία αποβαίνει αέναη: ποτέ δεν φτάνουμε σε ένα τελικό υποσύνολο.

Ο Ζήνωνας καταλήγει στην εξής διατύπωση: «αν υπάρχουν πολλά όντα, πρέ­πει αυτά να είναι τόσο μεγάλα, ώστε να είναι άπειρα». Είναι κοινά παραδε­κτή η θέση ότι το επιχείρημα έχει την εξής έννοια: καθετί που έχει πεπερασμένο μέγεθος, περιέχει άπειρα μέρη και καθένα από αυτά έχει πεπερασμένο μέγεθος. Ο Ζήνωνας έσφαλλε όταν υπέθετε ότι το σύνολο ενός άπειρου αριθμού πεπερα­σμένων μεγεθών πρέπει να είναι άπειρο.[13] Το επιχείρημα όμως δεν στρέφεται προς αυτήν την κατεύθυνση και το συμπέρασμα μπορεί να είναι διαφορετικό. Το πρόβλημα δεν έγκειται στο πώς θα ανασυνθέσουμε το αρχικό ον από τη στιγμή που αυτό κατατμήθηκε σε άπειρα μέρη, αλλά στο πώς θα ολοκληρωθεί η κατά­τμηση. Αν η κατάτμηση παύει σε κάποιο σημείο, έτσι ώστε έως έναν βαθμό να εγγίζουμε τα ελάχιστα δομικά μέρη από τα οποία συναπαρτίζεται το αρχικό ον, τό­τε η επάνοδος στην αρχική του μορφή γίνεται ανέφικτη· αυτά τα δομικά μέρη εί­ναι εκείνα από τα οποία συντίθενται όσα εμείς αποκαλούμε «πολλά». Ο Ζήνω­νας, όμως, αποδεικνύει ότι δεν υφίσταται κανένας επαρκής λόγος, ώστε να στα­ματήσει η κατάτμηση. Οτιδήποτε εκτείνεται στον χώρο μπορεί να κατατμηθεί σε μέρη που και αυτά εκτείνονται στον χώρο· κατά συνέπεια, ποτέ δεν θα είμαστε σε θέση να σταματήσουμε την κατάτμηση. Το συμπέρασμα του Ζήνωνα είναι ότι καθένα από τα πολλά όντα είναι τόσο μεγάλο, ώστε να περιέχει άπειρα μέρη· δεν α­ναλαμβάνει, ωστόσο, να τοποθετηθεί πάνω στο ζήτημα αν το καθετί που έχει ά­πειρα μέρη μπορεί να έχει πεπερασμένο μέγεθος.

Αξίζει να σημειώσουμε ότι το επιχείρημα του Ζήνωνα δεν προϋποθέτει την άπειρη διαιρετότητα της ύλης. Είναι σαφές ότι, αν υφίστανται ελάχιστες ενό­τητες ύλης (όπως για παράδειγμα πρέσβευε η αρχαία Ατομική θεωρία), η διαί­ρεση των σωμάτων του φυσικού κόσμου λήγει σε ένα συγκεκριμένο σημείο. Το επιχείρημα, όμως, έχει την εφαρμογή του ακόμη και στα μεμονωμένα άτομα. Μπορούμε νοερά να διακρίνουμε το δεξιό από το αριστερό ήμισυ ενός ατόμου και παρόμοια να διακρίνουμε το δεξιό ήμισυ του δεξιού ημίσεως από το αρι­στερό ήμισυ του δεξιού ημίσεως· έτσι, αυτή η διαδικασία της νοερής ή «θεωρη­τικής» κατάτμησης αποδεικνύεται ατελεύτητη.[14] Η μόνη προϋπόθεση που προ­βάλλει το επιχείρημα είναι η υπόθεση ότι η επέκταση στον χώρο είναι συνεχής.[15]

ΤΟ ΑΠΕΙΡΟΝ

Ο τρόπος που αναπτύσσει ο Ζήνωνας την έννοια του απείρου και κάθε σχε­τικού όρου στο επιχείρημα που μόλις αναλύσαμε και σε ορισμένα προπαντός από τα περίφημα παράδοξό του για την κίνηση στάθηκε η κύρια αιτία του ενθουσιασμού που προκάλεσαν τα παράδοξά του ιδιαίτερα κατά τον εικοστό αιώνα.[16] Σε συγκεκριμένα συμφραζόμενα το άπειρον έχει τη συνήθη για μας σημασία και πολλά από τα επιχειρήματα του Ζήνωνα συνεπάγονται άπειρες αναγωγές στο άπειρο. Επιπλέον, κάποια συγκεκριμένα επιχειρήματα του στο­χαστή, όπως η «Διχοτομία», «ο Αχιλλέας», και το «Βέλος», εγείρουν ερωτήμα­τα τα οποία δεν θα μπορούσαν να απαντηθούν πριν από την ανάπτυξη της θεω­ρίας του μαθηματικού απείρου κατά τον 19ο αι. Το πιο μεγάλο μέρος της έρευ­νας που συντελέσθηκε κατά τον 20ο αιώνα πάνω στα Ζηνώνεια παράδοξα έχει επικεντρωθεί στην ερμηνεία τους η οποία βασίζεται στην αξιοποίηση της εν λόγω μαθηματικής θεωρίας και των πιθανών φυσικών της εφαρμογών. Θα επιστρέψω σε αυτά τα ζητήματα· στο σημείο αυτό, ωστόσο, πρόθεσή μου είναι να αποδείξω ότι η έρευνα που συντελέσθηκε υπήρξε από μια άποψη αναχρονιστι­κή και στράφηκε προς λάθος κατεύθυνση.

Υπάρχει διαφορά ανάμεσα σε αυτό που εννοούσε ο ίδιος ο Ζήνωνας ή κάθε άλλος φιλόσοφος με τις διατυπώσεις του και σε αυτό που εμείς αντιλαμβανό­μαστε με βάση τις διατυπώσεις του. Παρόμοια, ίσως αυτό που εμείς θεωρούμε πρόβλημα ή λύση του προβλήματος δεν ταυτίζεται με ό,τι ο Ζήνωνας θεωρούσε πρόβλημα ή λύση του προβλήματος. Το έργο του φιλοσόφου που αντιμετωπίζει με σοβαρότητα τα Ζηνώνεια παράδοξα και καταδεικνύει τα προβλήματα που ανακύπτουν είναι διαφορετικό από το έργο του ιστορικού της φιλοσοφίας ο οποίος προσπαθεί να κατανοήσει τι εννοούσε ο Ζήνωνας με τα παράδοξα του και ποιες λύσεις θα ήταν ικανοποιητικές για τον ίδιο. Από την εποχή τουλάχι­στον του Αριστοτέλη, οι φιλόσοφοι αντιμετώπιζαν τα παράδοξα ως γρίφους που επιζητούσαν λύση και οι λύσεις που πρότειναν κατά κανόνα συνεπάγονταν άγνωστες στον Ζήνωνα θεωρίες, εννοιολογικές συλλήψεις και διακρίσεις. Αξί­ζει να σημειώσουμε ότι ο Ζήνωνας ήταν σε θέση να διατυπώνει γρίφους που αφορούν τον πυρήνα των εννοιολογικών συλλήψεων του χώρου, του χρόνου και της κίνησης, πράγμα που συνιστά επαρκή λόγο για να εξετάσουμε τις Ζηνώνειες διατυπώσεις υπό το φως των δικών μας θεωριών. Επιβάλλεται, επίσης, να λαμβάνουμε υπόψη τις διακρίσεις που θέσαμε παραπάνω· η συχνή παράλειψη των ιστορικών της φιλοσοφίας και των φιλοσόφων να το πράξουν, κατέστησαν τον Ζήνωνα τον πλέον παρερμηνευμένο στοχαστή.

Όσον αφορά τον αξονικής σημασίας όρο άπειρον, είναι βέβαιο ότι στα χρό­νια του Ζήνωνα δεν είχε την προφανή σημασία που έχει σήμερα. Πρόκειται για σύνθετη λέξη με α' συνθετικό το στερητικό α- και β' συνθετικό είτε το ουσια­στικό πέρας (=«όριο», «σύνορο»), οπότε στην περίπτωση αυτή σημαίνει «απε­ριόριστο», «δίχως όρια», «άπειρο», είτε τη ρίζα περ- («διά μέσου», «πέρα από», «προς τα εμπρός»), οπότε σημαίνει «αυτό που δεν διανύεται» ή «αυτό από το ένα άκρο του οποίου είναι αδύνατο να μεταβεί κάποιος στο άλλο». Ο Ζήνωνας αντιπαραθέτει στο άπειρον το πεπερασμένον (Β3)· στον Αριστοτέλη οι όροι έ­χουν τη σημερινή σημασία. Ο Αριστοτέλης ανέπτυξε μια θεωρία περί απείρου με ορισμένες τεχνικές λεπτομέρειες, και την έστρεψε εναντίον του Ζήνωνα· ο πέ­μπτος αιώνας, όμως, δεν ήταν εξοικειωμένος με τεχνικές λεπτομέρειες αυτού του τύπου. Στον αιώνα αυτόν, με τον όρο άπειρον, οι άνθρωποι εννοούσαν το «ανεξάντλητο», το «αχανές», το «ατελεύτητο», όπως τον «άπειρο ψηλό αιθέρα» [τόν ύψοϋ τόνδ’ άπειρον αιθέρα] (Ευριπίδη απ. 941) ή «την απέραντη πεδιάδα που απλώνεται μέχρι εκεί που μπορεί να φτάσει το μάτι του ανθρώπου» (Ηρο­δότου 1.204). Συγκεκριμένα, εξ ορισμού ό,τι είναι άπειρον δεν έχει κανένα

όριο· από την άποψη αυτή, ό,τι ο Ζήνωνας θεωρεί άπειρον είναι ριζικά διαφο­ρετικό από αυτό που εμείς αντιλαμβανόμαστε ως άπειρον και ειδικότερα από ορισμένες άπειρες ακολουθίες. Συνηθίζουμε να θεωρούμε ότι η άπειρη ακολου­θία 1/2,1/4,1/8 ... δεν έχει κανέναν τελικό όρο· έχει όμως ένα όριο, το μηδέν (0)· από την άλλη, συνήθως θεωρούμε κατά παρόμοιο τρόπο ότι η άπειρη ακολουθία των μερικών αθροισμάτων 1/2, 3/4, 7/8 δεν έχει κανέναν τελικό όρο· έχει όμως ένα πεπερασμένο όριο, τη μονάδα (1). Σύμφωνα με τον Ζήνωνα, οι αντίστοιχες σκέψεις που πλαισιώνονται με όρους του απείρου θα αποδεικνύονταν αντιφα­τικές. Ο στοχαστής υποστηρίζει ότι είναι αδύνατο να εκτελεσθεί μια άπειρη σει­ρά πράξεων, μια σειρά που εξ ορισμού δεν έχει κανένα όριο. Στην άποψη ότι οι μαθηματικοί αποδεικνύουν ότι αυτό είναι δυνατό αν ορίσουμε το άθροισμα της αρχικής άπειρης ακολουθίας ως το όριο των μερικών αθροισμάτων, χρειάζεται να δοθεί η εξής απαξιωτική απάντηση: «Η θέσπιση ενός ορισμού δεν καθιστά τί­ποτε δυνατό, ιδιαίτερα μάλιστα όταν ο ορισμός συνιστά αντίφαση! Ό,τι χαρα­κτηρίζεται ως άπειρον, δεν έχει κανένα όριο. Η απλή διακήρυξη ότι ορισμένα ά­πειρα πράγματα έχουν όρια, δεν τα καθιστά πεπερασμένα».

Δεν πρόκειται, ασφαλώς, για οριστική διευθέτηση του ζητήματος· γίνεται, ωστόσο, φανερό ότι από τη στιγμή που η Ζηνώνεια σύλληψη του απείρου δεν συμπίπτει με τη δική μας, η διατύπωση του παραδόξου με όρους του απείρου και η επίλυσή του με βάση τους όρους αυτούς ισοδυναμεί με διατύπωση και επί­λυση ενός διαφορετικού παραδόξου. Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι τελείως ανέ­φικτη η προσέγγιση που περιγράφουμε- χρειάζεται μόνο να επιδεικνύουμε προ­σοχή σε κάθε μας βήμα όταν πραγματευόμαστε αρχαία παράδοξα με σύγχρονες μεθόδους. Πράγματι, η σύλληψη του απείρου από τους ειδικούς της εποχής μας υπερέχει έναντι της Ζηνώνειας σύλληψης. Για παράδειγμα, η σύγχρονη έρευνα, αντίθετα από τον Ζήνωνα, διακρίνει διαφορετικά μεγέθη απείρου, μας επιτρέ­πει να προχωρούμε σε μαθηματικές πράξεις με άπειρες ποσότητες, αυτές να τις συγκρίνουμε με ακρίβεια και να προσδιορίζουμε διαφορετικές παραμέτρους από τις οποίες κάτι ενδέχεται να θεωρηθεί άπειρο. Ενώ ο Ζήνωνας διακήρυσ­σε απερίφραστα ότι είναι αδύνατο να εκτελεσθεί μια άπειρη σειρά πράξεων, σήμερα εμείς γνωρίζουμε ότι ορισμένες άπειρες σειρές πράξεων εκτελούνται ενώ άλλες όχι και είμαστε και σε θέση να εξηγήσουμε το φαινόμενο. Στην ενό­τητα που ακολουθεί επιχειρούμε να δείξουμε πώς οι παραπάνω παρατηρήσεις εφαρμόζονται στα παράδοξα της κίνησης.

ΤΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΚΙΝΗΣΗΣ

Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη (Φυσικά 6 9. 239b9, DK29A25) «τέσσερα είναι τα επιχειρήματα του Ζήνωνα για την κίνηση που προκαλούν δυσκολίες σε όσους προσπαθούν να τα ερμηνεύσουν» [τέτταρες δ' είσίν οί λόγοι περί κινή- σεως Ζήνωνος οί παρέχοντες τάς δυσκολίας τοΐς λύουσιν]. Ο συγγραφέας των Φυσικών παραθέτει την τετράδα των πλέον δυσερμήνευτων έως τις μέρες μας παραδόξων, τα οποία, όπως όλα δείχνουν, θα παραμείνουν δυσερμήνευτα. Δεν είναι βέβαιο αν τα επιχειρήματα αυτά συγκαταλέγονταν στα σαράντα επι­χειρήματα κατά της πολλαπλότητας. Αν δεν συγκαταλέγονταν, τότε το βιβλίο του Ζήνωνα που μνημονεύει ο Πλάτωνας δεν περιείχε το σύνολο των Ζηνώνειων παραδόξων· αν συγκαταλέγονταν, τότε κρίνεται αμφίβολη η αναφορά του Πλάτωνα ότι όλα τα παράδοξα του βιβλίου στρέφονταν κατά της πολλαπλότη­τας, αν και όχι τόσο αμφίβολη όσο θεωρούν ορισμένοι, καθώς η έννοια της κίνησης συνεπάγεται μια πολλαπλότητα χωρικών και χρονικών σημείων. Όπως είδαμε, μάλιστα, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ένα από τα παράδοξα βάλλει κατά της πολλαπλότητας και βασίζεται σε υποθέσεις που αφορούν τον χώρο.

Από τυπική άποψη ο Αριστοτέλης αντιμετωπίζει τα παράδοξα ως αινίγματα που επιζητούν λύση· δεν σκοπεύει να τα κατανοήσει με κριτήριο τους όρους που θέτει ο Ζήνωνας. Τα συνοψίζει επιγραμματικά και προτείνει τις δικές του λύσεις, οι περισσότερες από τις οποίες βασίζονται σε έννοιες που ανέπτυξε ο ίδιος και τις οποίες δεν γνώριζε ο Ζήνωνας. Θα πραγματευθώ τρία από τα τέσ­σερα παράδοξα,[17] αρχίζοντας με τη «Διχοτομία» και τον «Αχιλλέα», με τους συλλογισμούς που ο Αριστοτέλης θεωρεί ταυτόσημους (DK29A26) [δεύτερος δ’ ὁ καλούμενος Ἀχιλλεύς… ἔστι δέ καί οὗτος ὁ αὐτός λόγος τῷ διχοτομεῖν].

«Η Διχοτομία»

«Ο πρώτος συλλογισμός απορρίπτει την ύπαρξη κίνησης, γιατί το κινούμε­νο πρέπει πρώτα να φτάσει στο μέσο της διαδρομής, πριν φτάσει στο τέρμα (Φυσικά 6. 9 239b 11, DK29A25) [πρῶτος μέν ὁ περί τοῦ μή κινεῖσθαι (ενν. λόγος) διά τό πρότερον εἰς τό ἥμισυ δεῖν ἀφικέσθαι τό φερόμενον ἤ πρός τό τέλος]. Είναι κάθε φορά απαραίτητο να διασχίσει κανείς το ήμισυ της διαδρο­μής, αλλά το ήμισυ αυτό είναι άπειρον και δεν είναι δυνατόν να διέρχεται κανείς από άπειρα πράγματα» (Φυσικά 8. 8 263a5).

«Ο Αχιλλέας»

«Ο πιο γρήγορος δρομέας δεν μπορεί ποτέ να ξεπεράσει τον πιο αργό· γιατί ο διώκτης πρέπει πρώτα να φτάσει στο σημείο από όπου ξεκίνησε ο διωκόμε­νος, και επομένως ο βραδύτερος δρομέας έχει κάθε στιγμή κάποιο προβάδισμα» (Φνσικά 6. 9 239b 14). [τό βραδύτατον ουδέποτε καταληφθήσεται θέον υπό τοϋ ταχίστου· έμπροσθεν γάρ όναγκαϊον έλθεΐν τό διωκον, δθεν ωρμησε τό φεΰγον, ωστ’ άεί τι προέχειν άναγκαϊον τό βραδύτερον],

Ο Αριστοτέλης θεωρεί ότι ο «Αχιλλέας» συνιστά συλλογισμό ταυτόσημο με τη «Διχοτομία» αλλά διαφέρει από αυτή στο γεγονός ότι το διαιρούμενο μέγε­θος δεν διχοτομείται (Φυσικά 6. 239Μ8-20) [έστι δέ καί οϋτος ό αυτός λόγος τω διχοτομεΐν, διαφέρει δ’ έν τφ διαιρειν μή δίχα τό προσλαμβανόμενον μέγεθος], Ο Αριστοτέλης επιλύει και τα δύο παράδοξα με βάση τη διάκριση που θέτει μεταξύ του απείρου στην έκταση ή στην ποσότητα και του απείρου που προκύπτει από τη διαίρεση:

«δεν μπορεί ένα πράγμα σε πεπερασμένο χρόνο να έρθει σε επαφή με πράγ­ματα που είναι ποσοτικά άπειρα· μπορεί όμως σε πεπερασμένο χρόνο να έρθει σε επαφή με πράγματα άπειρα από την άποψη της διαιρετότητας· γιατί υπό την έννοια αυτή [υπό την έννοια της διαιρετότητας] και ο χρόνος είναι άπειρος. Προκύπτει, συνεπώς, ότι το άπειρο διανύεται σε άπειρο και όχι σε πεπερασμέ­νο χρόνο και η επαφή με τα άπειρα συντελείται σε άπειρους και όχι πεπερα­σμένους χρόνους» (Φυσικά 6. 2 233a26-31) [των μέν ούν κατά ποσόν άπειρων ούκ ένδέχεται άψασθαι έν πεπερασμένα) χρόνω, των δέ κατά διαίρεσιν ενδέ­χεται· καί γάρ αυτός ό χρόνος οϋτως άπειρος, ώστε έν τφ άπείρω καί ούκ έν τφ πεπερασμένα) συμβαίνει διιέναι τό άπειρον, καί απτεσθαι των άπειρων τοϊς άπείροις, ου τοϊς πεπερασμένοις].

Και τα δύο παράδοξα, παρόλο που μπορούμε να τα πραγματευθούμε κατ’ αυτόν τον τρόπο, εμφανίζουν σημαντικές διαφορές ακόμα και στο πλαίσιο της συνοπτικής αριστοτελικής έκθεσής τους. Η «Διχοτομία» βασίζεται ρητά σε μια υποτιθέμενη ιδιότητα του απείρου, ενώ ο «Αχιλλέας» δεν περιέχει αναφορά στο άπειρο αλλά βασίζεται στους προσδιορισμούς άεί και ουδέποτε- με τη μορφή που παραδίδονται τα παράδοξα, επιδέχονται και διαφορετικές αναλύσεις· θα επιχειρήσω να τα πραγματευθώ ξεχωριστά.

Η ΔΙΧΟΤΟΜΙΑ

Ό,τι ακολουθεί είναι μια ανεπτυγμένη εκδοχή της «Διχοτομίας»:

«Δεν υφίσταται κίνηση υπό καμία έννοια. Η κίνηση προϋποθέτει τη μετάβα­ση από έναν τόπο σε έναν άλλον. Ας εξετάσουμε, για παράδειγμα, την κίνηση κατά μήκος ενός σταδίου. Για να διατρέξουμε την απόσταση από το σημείο εκκίνησης (A) έως το σημείο τερματισμού (Β), πρέπει, πρώτα να φτάσουμε στο σημείο Α,, στο μέσο του διαστήματος ΑΒ. Για να μεταβούμε, όμως, από το Α, στο Β πρέπει πρώτα να φτάσουμε στο σημείο Α2, στο μέσο του διαστήματος Α,Β κ.ο.κ. Κάθε φορά που φτάνουμε στο μέσο ενός διαστήματος απομένει να διανύσουμε ακόμη ένα διάστημα που και αυτό με τη σειρά του έχει μέσο. Συνε­πώς, προκύπτει άπειρος αριθμός διαστημάτων που πρέπει να διανύσουμε. Δεν είναι, όμως, εφικτό να διανύσουμε άπειρο αριθμό διαστημάτων. 'Αρα, δεν μπο­ρούμε ποτέ να καταλήξουμε στο σημείο τερματισμού».

Σύμφωνα με μια εναλλακτική ερμηνεία, ο Ζήνωνας υποστηρίζει ότι για να φτάσουμε στο σημείο Α,, πρέπει πρώτα να φτάσουμε στο μέσο του διαστήμα­τος ΑΑ, κ.ο.κ. Η διαφορά μεταξύ των δύο προτεινόμενων ερμηνειών μπορεί να διατυπωθεί με ρητορικό τρόπο ως εξής: βάσει της πρώτης εκδοχής η κίνηση είναι αδύνατο να ολοκληρωθεί, ενώ βάσει της δεύτερης είναι αδύνατο να ξεκι­νήσει. Σε κάθε περίπτωση, το συμπέρασμα παραμένει το ίδιο: η κίνηση αποδεικνύεται αδύνατη, καθώς κάθε κίνηση συνεπάγεται την εκτέλεση μιας άπειρης ακολουθίας πράξεων.

Ο Ζήνωνας απορρίπτει την ιδέα ότι υπάρχει κίνηση. Ίσως δεν είναι άτοπο να εικάσουμε ότι η «Διχοτομία» συνιστούσε μέρος μιας αντινομίας: α) Αν υπάρχει κίνηση, τότε η κίνηση από το σημείο Α στο σημείο Β υποδιαιρείται σε έναν πεπερασμένο αριθμό βαθμιδών (Αυτή είναι η άποψη που προκύπτει από την καθημερινή μας εμπειρία. Για παράδειγμα η απόσταση των 100 μέτρων καλύπτεται αφού γίνουν 100 βήματα του ενός μέτρου), β) Αν υπάρχει κίνηση, τότε η κίνηση από το σημείο Α στο σημείο Β περιέχει άπειρο αριθμό βαθμιδών (Η άποψη αυτή προκύπτει από την περιγραφή της κίνησης στον συλλογισμό της «Διχοτομίας»).[18]

Είτε συσταθεί είτε όχι η παραπάνω υποθετική ανασύνθεση, ο Ζήνωνας, με το επιχείρημα της «Διχοτομίας», πρεσβεύει ότι μια πεποίθηση αντίθετη προς την παρμενίδεια άποψη για την ακινησία του όντος, συνεπάγεται από λογική άποψη κάτι το άτοπο. Όποιος πιστεύει ότι υπάρχει κίνηση, πιστεύει υποχρεω­τικά ότι είναι δυνατό να φτάσει στο τέρμα μιας ατελεύτητης ακολουθίας επιμέρους κινήσεων· με άλλα λόγια, ότι είναι σε θέση να ολοκληρώσει μια μη ολο­κληρώσιμη ακολουθία, να φτάσει στο έσχατο όριο μιας άπειρης ακολουθίας. Αυτό όμως κρίνεται απολύτως ανέφικτο. Αν η ακολουθία είναι ατελεύτητη ή μη ολοκληρώσιμη ή άπειρη, τότε δεν έχει κανένα τέλος, κανένα όριο κ.ο.κ.· επομέ­νως, σε καμία περίπτωση δεν μπορούμε να φτάσουμε στο τέρμα της.

Για να αντικρούσουμε το συμπέρασμα του Ζήνωνα, πρέπει να δείξουμε ότι δεν ισχύει το αδύνατο της κίνησης. Μια απάντηση είναι αυτή του Αντισθένη του κυνικού, ο οποίος σύμφωνα με μαρτυρία του Ηλία (Έξήγησις των δέκα κατηγοριών τής φιλοσοφίας τον θεοφιλεστάτου Φιλοσόφου 109. 20-22) «επειδή αδυνατούσε να ανασκευάσει τα επιχειρήματα του Ζήνωνα κατά της κίνησης, σηκώθηκε όρθιος και έκανε ένα βήμα με το σκεπτικό ότι η παρουσία­ση του προφανούς ήταν πιο ισχυρή από κάθε αντιπαράθεση επιχειρημάτων»· πρόκειται για κωμικό και ανεπαρκές εγχείρημα ανασκευής του παραδόξου, αφού ο Ζήνωνας δεν αρνιόταν ότι οι αισθήσεις παρέχουν την πληροφορία πως υπάρχει κίνηση. (Συνεπώς, οι Ελεάτες απέρριπταν τη μαρτυρία των αισθήσεων ως αναξιόπιστη.) Η απλή προσαγωγή ενός ακόμη προφανούς παραδείγματος για την ύπαρξη της κίνησης, παραδείγματος που ο Ζήνωνας θα αποδείκνυε ότι στην πραγματικότητα δεν ισχύει, σημαίνει ότι ο Αντισθένης είτε παρερμήνευσε παντελώς τη θέση του Ζήνωνα είτε ένιωσε την ανάγκη να αποδείξει (στον εαυτό του τουλάχιστον αν όχι στον Ζήνωνα) ότι ακόμη μπορούσε να κινείται.

Το συμπέρασμα του Ζήνωνα για το αδύνατο της κίνησης αντικρούεται, επί­σης, αν αποδείξουμε ότι η περιγραφή του στοχαστή είναι παραπλανητική. Το παράδοξο ισχύει μόνο αν αληθεύει το γεγονός ότι πρέπει να φτάσουμε στο μέσο του διαστήματος προτού φτάσουμε στο τέλος του ή ότι κάθε φορά που φτά­νουμε στο μέσο, αυτό που απομένει είναι ένα διάστημα στο μέσο, επίσης, του οποίου πρέπει να φτάσουμε προτού διανύσουμε πάλι το διάστημα που απομέ­νει. Η περιγραφή, ωστόσο, του Ζήνωνα δεν επιδέχεται καμία ένσταση: για να διανύσουμε τη συνολική απόσταση, πρέπει να διανύσουμε το ήμισύ της, τα 3/4 κ.ο.κ. Όσο ο χώρος παραμένει συνεχής, όσο εμείς (ενδεχομένως μαζί με τους αντιπάλους του Ζήνωνα) γνωρίζουμε από διαίσθηση, και όσο η σύγχρονη φυσι­κή επιστήμη δεν προβάλλει καμία αντίρρηση, η ακολουθία αυτή θα παραμένει ατελεύτητη.

Το συμπέρασμα του Ζήνωνα αντικρούεται, επίσης, αν δείξουμε ότι, μολονό­τι η περιγραφή του στοχαστή δεν είναι στην ουσία παραπλανητική, δεν είναι ωστόσο διαφωτιστική· θα ήταν περισσότερο διαφωτιστική αν όριζε ότι για να φτάσουμε στο τέρμα του διαστήματος πρέπει να διανύσουμε έναν συγκεκριμέ­νο αριθμό βημάτων - έργο που περατώνεται χωρίς δυσκολία. Στην ένσταση αυτή υπόκειται η ιδέα ότι η κίνηση είναι δυνατή αν ισχύει κάποια περιγραφή που να μην συνεπάγεται το αδύνατο της κίνησης. Η προσέγγιση, όμως, αυτή χρεώνει άδικα στον Ζήνωνα σκέψεις που ο ίδιος δεν έκανε. Ο στοχαστής δεν ισχυρίζεται ότι κάθε ορθή περιγραφή της κίνησης οδηγεί σε αντίφαση, αλλά μόνο ότι μία τουλάχιστον ορθή περιγραφή καταλήγει πράγματι σε αντίφαση.

Επιπλέον, όταν επισημαίνουμε ότι μπορεί η περιγραφή της κίνησης να είναι ορθή χωρίς να καταλήγει σε αντίφαση, στην πραγματικότητα συνυπογράφουμε την εκδοχή του Ζήνωνα. Τώρα πλέον ο στοχαστής είναι σε θέση να υποστηρίξει ότι η ύπαρξη της κίνησης περιέχει την αντινομία που περιγράψαμε παραπάνω: είναι εξίσου δυνατό (σύμφωνα με την επισήμανσή μας) όσο και αδύνατο (σύμ­φωνα με το επιχείρημα της «Διχοτομίας») να διανυθεί κάθε δεδομένη απόστα­ση. Πρόκειται για αντίφαση η οποία ανασκευάζει την προκείμενη που πρεσβεύ­ει την ύπαρξη της κίνησης.

Σε κάθε περίπτωση, ο Ζήνωνας αποδέχεται την εναλλακτική αυτή περιγρα­φή. Αν απαιτούνται 100 βήματα για να φτάσουμε στο σημείο τερματισμού, πρέ­πει πρώτα να καλύψουμε μια απόσταση 50 βημάτων, έπειτα 25, στη συνέχεια 12'/2 κ.ο.κ. Ο αντίπαλός του θα αντέτεινε την εξής σκέψη: η περιγραφή του Ζήνωνα δεν προβλέπει κλασματικά βήματα. Ο Ζήνωνας, ωστόσο, μπορεί να συμφωνήσει ότι ένα κλασματικό βήμα δεν συνιστά βήμα (τα 12‘Λ βήματα δεν είναι 12 πλήρη βήματα συν ένα βραχύτερο, 13 δηλαδή στο σύνολό τους βήματα) αλλά μπορεί παράλληλα και να υποστηρίζει ότι ένα βήμα σημαίνει πως μετα­κινούμε το πόδι μας από το σημείο Α στο σημείο Β, και ότι κατά την μετακίνη­ση αυτή το πόδι κινείται πρώτα προς το μέσο του διαστήματος ΑΒ κ.ο.κ. με αποτέλεσμα το φάσμα της αναγωγής στο άπειρο να προβάλει ακόμα πιο απει­λητικό. Στο σημείο αυτό βρίσκει εφαρμογή η πρόκληση που έθετε ο Ζήνωνας στους εκπροσώπους της πολλαπλότητας να καταθέσουν μια συνεπή ερμηνεία ενός από τα πολλά όντα που πρέσβευαν. Δεν αρκεί να ισχυρίζεται κανείς ότι η κίνηση μπορεί να περιγράφει ως απόσταση 100 βημάτων, όπου ως βήμα νοείται η μονάδα κίνησης. Όταν ο Ζήνωνας επικεντρώνει τη θεώρησή του εναντίον αυτής της μονάδας κίνησης, κάθε αντίθετο επιχείρημα καταρρέει.

Μπορούμε, επίσης, να δεχθούμε ότι πρέπει να διασχίσουμε άπειρα διαστή­ματα για να μεταβούμε από το σημείο Α στο σημείο Β, αντιτείνοντας, ωστόσο, ότι ο Ζήνωνας σφάλλει όταν υποθέτει πως απαιτείται άπειρος χρόνος για να διανυθούν όλα αυτά τα διαστήματα. Θα μπορούσαμε ίσως, χωρίς να αλλοιώνε­ται το περιεχόμενο του επιχειρήματος, να αντικαταστήσουμε τον προσδιορισμό «άπειρο» με τον προσδιορισμό «απεριόριστο». Είναι σαφές ότι αν απαιτείται ο ίδιος χρόνος για να διασχίσει κανείς καθένα από τα άπειρα διαστήματα, τότε ο συνολικός χρόνος θα είναι άπειρος. Έτσι ερμήνευσε το παράδοξο ο Αριστο­τέλης και το έλυσε με τη διάκριση ανάμεσα στο άπειρο από την άποψη της διαιρετότητας και στο άπειρο από την άποψη της έκτασης. Η «Διχοτομία» θεμε­λιώνεται πάνω στην άπειρη διαιρετότητα της απόστασης και της κίνησης και δεν υποδηλώνει ότι η συνολική απόσταση είναι άπειρη στην έκταση. Ούτε συντρέχει κανένας λόγος να υποθέτουμε ότι ο απαιτούμενος χρόνος είναι άπει­ρος από την άποψη της διαιρετότητας. Αν απαιτείται μισό λεπτό για να διανυθεί το ήμισυ της απόστασης, τότε ο απαιτούμενος χρόνος για την κάλυψη του 1/4 της απόστασης θα είναι το 1/4 του λεπτού κ.ο.κ. Συνεπώς, όταν η συνολική απόσταση που διανύθηκε είναι πεπερασμένη, τότε και ο συνολικός χρόνος που παρήλθε είναι επίσης πεπερασμένος. Ωστόσο, η «Διχοτομία» δεν προϋποθέτει ότι απαιτείται άπειρος χρόνος για την κάλυψη της απόστασης. Ο συλλογισμός βασίζεται στην υπόθεση ότι είναι αδύνατο να διέλθει κανείς από άπειρα σημεία (DK29A25) [τά άπειρα διελθεϊν], όχι να διέλθει από αυτά σε πεπερασμένο χρόνο. Ως εκ τούτου, η ένσταση που εγείρει ο Αριστοτέλης αλλά και η λύση που προτείνει αποδεικνύονται ανεπιτυχείς καθώς χρεώνουν στον Ζήνωνα ένα σφάλμα στο οποίο δεν συντρέχει κανένας λόγος να υποθέσουμε ότι υπέπεσε ο στοχαστής.

Αφού παραμερίσαμε τις παραπάνω ενστάσεις, ας εξετάσουμε το σκεπτικό του Ζήνωνα. Σύμφωνα με την αριστοτελική μαρτυρία το επιχείρημα περιέχει τρεις προκείμενες:

1. Είναι πάντοτε απαραίτητο να διανύεται το ήμισυ της απόστασης.

2. Τα ημίσεα των αποστάσεων είναι άπειρα.

3. Είναι αδύνατο να διανυθούν άπειρα διαστήματα.

Συνεπώς:

4. Δεν είναι δυνατόν να διανυθεί η συνολική απόσταση.

Η εκτενής ερμηνεία που προτάξαμε στην αρχή της παρούσας ενότητας απο- τελεί επαναδιατύπωση των προκείμενων κατά τρόπο που να συνάγεται εύλογα το παραπάνω συμπέρασμα (4). Θεωρώ ότι οι αντίπαλοι του Ζήνωνα θα συμ­φωνήσουν με τις προκείμενες (1) και (2). Το ερώτημα όμως είναι αν θα συμφω­νήσουν και πάλι με την προκείμενη (3).

Στο σημείο αυτό χρήσιμο είναι να συναγάγουμε στην ανάλυσή μας την έννοια του μαθηματικού απείρου. Ο λόγος είναι ότι η Ζηνώνεια εκδοχή του προβλήματος, που από λογική άποψη δεν καταλήγει σε κανένα άτοπο, αποκα­λύπτει ορισμένα γνωρίσματα του απείρου που ενδέχεται να μας προξενήσουν εντύπωση ως παράδοξα αντίπαλα προς τη διαίσθησή μας, τα οποία δεν ισχύ­ουν όσον αφορά τα πεπερασμένα σύνολα, αλλά συνιστούν αναπόφευκτες συνέ­πειες της περιγραφής που ορίζει ότι το πεπερασμένο διάστημα ΑΒ απαρτίζεται από άπειρα μικρότερα διαστήματα.

Υπάρχει μια άπειρη ακολουθία φυσικών αριθμών: 1,2, 3... Στη «Διχοτομία» η ακολουθία των διαστημάτων που απαιτείται να διανυθούν μπορεί να τεθεί σε απόλυτη αντιστοιχία με την ακολουθία των φυσικών αριθμών. Το πρώτο διά­στημα, το ΑΑ, (το ήμισυ της απόστασης από το Α στο Β) αντιστοιχεί στον αριθ­μό 1, το δεύτερο διάστημα Α1 Α2 (το ήμισυ της απόστασης από το Α, στο Β) αντιστοιχεί στον φυσικό αριθμό 2 κ.ο.κ. Για κάθε διάστημα υπάρχει ένας φυσι­κός αριθμός και για κάθε φυσικό αριθμό υπάρχει ένα διάστημα. Όσους φυσικούς αριθμούς και αν μετρήσουμε, πάντοτε θα υπάρχουν και άλλοι· αντίστοι­χα, όσα διαστήματα και αν διανύσουμε, πάντοτε θα υπάρχουν και άλλα. Δεν υφίσταται κανένας έσχατος αριθμός και κανένα τελικό διάστημα. Αν η μέτρηση 1,2...κ. ο. κ. συνιστά πράξη αρίθμησης, τότε δεν υφίσταται καμία τελική πράξη αρίθμησης που να εξαντλεί τους φυσικούς αριθμούς. Παρόμοια, καμία διάνυση διαστήματος δεν συνιστά οριστική διάνυση του διαστήματος ΑΒ. Είναι αδύ­νατο να διανύσουμε τη μια ή την άλλη ακολουθία διασχίζοντας ένα προς ένα τα επιμέρους μέλη της.

Επιπλέον, σε ορισμένες περιπτώσεις το άθροισμα μιας άπειρης ακολουθίας αριθμών αποδεικνύεται πεπερασμένο. Συγκεκριμένα, ας εξετάσουμε την ακο­λουθία που προκύπτει από τη Διχοτομία 1/2,1/4,1/8..., και ας ονομάσουμε αυτή την ακολουθία Τ. Πρόκειται για άπειρη ακολουθία, καθώς περιέχει άπειρο αριθμό όρων. Οι όροι αυτοί αντιστοιχούν στα μήκη των διαστημάτων που απαιτείται να διανυθούν για να διανυθεί το στάδιο. Ας ορίσουμε το σύνολο των ν πρώτων όρων της ακολουθίας Τ ως το νιοστό μερικό σύνολο του Τ και αυτό το νιοστό μερικό σύνολο του Τ ας το ονομάσουμε Sv. Τότε θα είναι S,=l/2, S2=3/4 κ.ο.κ. Ας θεωρήσουμε ότι το S είναι η ακολουθία S,, S2, S3... Οι όροι του S αντιστοιχούν στη συνολική απόσταση που διανύεται ύστερα από κάθε κίνη­ση: το 1/2 του σταδίου διανύεται μετά την πρώτη κίνηση, τα 3/4 μετά τη δεύτε­ρη κ.ο.κ. Δεν υπάρχει κανένας τελικός όρος του Τ ή (συνεπώς) του S. Καθώς όλοι οι όροι του Τ είναι μεγαλύτεροι του μηδενός, όσο αυξάνεται το ν εξακο­λουθεί να αυξάνεται και το Sv. Εφόσον, όμως, κάθε όρος του Τ αποτελεί το ήμισυ μόνο του αμέσως προηγούμενου, το μέτρο στο οποίο αυξάνεται κάθε φορά το Sv αποτελεί το ήμισυ του μέτρου στο οποίο αυξήθηκε την αμέσως προηγούμενη στιγμή. Πράγματι, όλα τα μερικά αθροίσματα είναι μικρότερα της μονάδας. Μια ακριβώς παρόμοια κατάσταση περιγράφει ο Ζήνωνας. Όσο μεγάλο αριθμό διαστημάτων και αν διανύσουμε, δεν έχουμε ακόμη φτάσει στο σημείο τερματισμού (αυτό σημαίνει ότι για κάθε ν ισχύει Sv<l). Επίσης, όσο το ν αυξάνεται, το Sv πλησιάζει τη μονάδα στον επιθυμητό βαθμό (υπό την έννοια ακριβώς ότι για κάθε χ, όσο μικρό και αν είναι αυτό, υπάρχει ένα ψ ώστε να ικανοποιείται η σχέση l-x<S\p. Υπό τις συνθήκες αυτές, οι μαθηματικοί ορίζουν τη μονάδα ως το όριο του Sv όσο το ν πλησιάζει στο άπειρο. Αυτό ακριβώς σημαίνει ότι όσο το ν μεγαλώνει όλο και περισσότερο (ή όσο το ν πλησιάζει στο άπειρο), το Sv πλησιάζει τη μονάδα στον επιθυμητό βαθμό. Αυτό δεν συνεπά­γεται ότι το ν φτάνει ποτέ το άπειρο ή ότι το Sv φτάνει ποτέ τη μονάδα, και, συνεπώς, δεν απαιτείται να μιλούμε για εκτέλεση μιας άπειρης ακολουθίας πράξεων.

Η παραπάνω περιγραφή έχει άμεση εφαρμογή στην κίνηση κατά μήκος του σταδίου: όσο μεγάλο αριθμό διαστημάτων και αν διατρέξουμε, δεν φτάνουμε στο σημείο τερματισμού. Από τη στιγμή, όμως, που τα μερικά αθροίσματα αντι­στοιχούν στη συνολική απόσταση που καλύπτεται αφού διανύσουμε κάθε δια­δοχικό διάστημα, το όριο των μερικών αθροισμάτων αντιστοιχεί προς τη συνο­λική απόσταση που πρέπει να διανυθεί, το συνολικό δηλαδή μήκος του σταδί­ου. Όσο περισσότερα διαστήματα διανύουμε, τόσο προσεγγίζουμε το σημείο τερματισμού. Προσεγγίζουμε όσο επιθυμούμε το σημείο τερματισμού υπό την έννοια ότι, για κάθε δεδομένη απόσταση από το σημείο αυτό - δεν έχει σημασία πόσο μικρή είναι αυτή η απόσταση - υπάρχει ένας ορισμένος αριθμός διαστη­μάτων τέτοιος, ώστε αφού τα διανύσουμε, να βρισκόμαστε σε απόσταση μικρό­τερη από τη δεδομένη απέναντι στο σημείο τερματισμού, ακόμη και αν δεν υπάρχει κανένα διάστημα το οποίο αφού το διανύσουμε να φτάσουμε στο σημείο τερματισμού.

Ας επιστρέψουμε στην τρίτη προκείμενη. Η ορθότητα ίου ισχυρισμού του Ζήνωνα ότι είναι αδύνατο να διανύσουμε έναν άπειρο αριθμό διαστημάτων έγκειται στη διαπίστωση ότι είναι αδύνατο να διανύσουμε άπειρα διαστήματα ένα προς ένα. Στην άπειρη ακολουθία διαστημάτων δεν υπάρχει ένα τελικό διά­στημα. Με άλλα λόγια, στην άπειρη ακολουθία δεν υπάρχει κανένα διάστημα του οποίου η διάνυση να ολοκληρώνει τη διάνυση του σταδίου. Αυτό, όμως, δεν συνεπάγεται ότι δεν μπορούμε σε καμία περίπτωση να διασχίσουμε το στάδιο. Η ψευδαίσθηση ότι αδυνατούμε να το διανύσουμε προέρχεται από την τάση μας να σκεφτόμαστε με όρους του πεπερασμένου. Αν απαιτούνται 100 βήματα για να διατρέξουμε το στάδιο, τότε η διάνυση του σταδίου προϋποθέτει τη διάνυση και των 100 βημάτων. Η διάνυση του σταδίου ολοκληρώνεται με τη διάνυση και του εκατοστού βήματος. Προσδοκούμε, επομένως, ότι αν διασχίζοντας το στά­διο διασχίζουμε μια άπειρη σειρά διαστημάτων, τότε η διαδρομή ολοκληρώνε­ται με τη διάνυση και του τελικού διαστήματος. Καθώς, όμως, τελικό διάστημα δεν υπάρχει, φαίνεται να προκύπτει πως αδυνατούμε να διανύσουμε το στάδιο. Κατά παρόμοιο τρόπο, η διαδρομή 100 βημάτων ολοκληρώνεται με τη διάνυση και του εκατοστού βήματος, με αποτέλεσμα να προσδοκούμε ότι η διάνυση μιας άπειρης σειράς διαστημάτων ολοκληρώνεται όταν διανύουμε και το τελευταίο από τα άπειρα διαστήματα. Εφόσον, όμως, δεν είμαστε σε θέση να εκτελέσουμε άπειρες πράξεις μία προς μία, εύλογα συνάγεται το συμπέρασμα ότι δεν μπο­ρούμε να διασχίσουμε το στάδιο.

Συμπεράσματα, ωστόσο, αυτού του τύπου δεν προκύπτουν. Στο παράδειγμα που εξετάζουμε, το στάδιο διανύεται με την ολοκλήρωση 100 βημάτων. Από τη στιγμή που το στάδιο μπορεί να ορισθεί ως μια άπειρη σειρά διαστημάτων, η διάνυσή του επιβάλλει να διανυθεί το σύνολο των διαστημάτων. Κατά συνέ­πεια, αφού διανύσουμε το στάδιο με την ολοκλήρωση 100 βημάτων, έχουμε διανύσει την άπειρη σειρά των διαστημάτων. Πρόκειται για απλό συμπέρασμα που απορρέει από τη Ζηνώνεια περιγραφή της κίνησης. Δεν υποδηλώνει, ωστόσο, ότι διανύσαμε το (ανύπαρκτο) τελικό διάστημα. Με άλλα λόγια: για να εκτελέ­σουμε μια πεπερασμένη ή άπειρη σειρά κινήσεων, πρέπει να εκτελέσουμε όλες τις κινήσεις. (Όταν φτάνουμε στο σημείο τερματισμού, έχουμε διανύσει την απόσταση των 100 βημάτων και έχουμε διανύσει άπειρα διαστήματα). Ενώ, όμως, η ολοκλήρωση μιας πεπερασμένης σειράς κινήσεων σημαίνει ότι εκτελέσθηκε και η τελική κίνηση (το εκατοστό βήμα), δεν ισχύει το ίδιο στην περί­πτωση της άπειρης σειράς. Αυτό σημαίνει ότι είναι αδύνατο να εκτελέσουμε μια άπειρη σειρά κινήσεων εκτελώντας αυτές τις κινήσεις μία προς μία. Ίσως, όμως, είναι δυνατό αν εκτελέσουμε τις κινήσεις με κάποιον άλλον τρόπο. Επο­μένως, η προκείμενη (3) ισχύει για τις περιπτώσεις στις οποίες διανύουμε τα άπειρα διαστήματα ένα προς ένα αλλά όχι απαραίτητα για περιπτώσεις στις οποίες διανύουμε τα άπειρα διαστήματα με άλλους τρόπους. Στο παράδειγμά μας, διανύουμε την άπειρη ακολουθία διαστημάτων διανύοντας την απόσταση των 100 βημάτων άρα η προκείμενη (3) δεν ισχύει.

Η «Διχοτομία» αποτυγχάνει. Επιχειρεί να αποδείξει ότι η κοινή θεώρηση της κίνησης καταλήγει σε αντίφαση: έχουμε την πεποίθηση ότι μπορούμε να διανύσουμε το στάδιο αλλά από τις προκείμενες (1) (2) (3) έπεται το αντίθετο. Η κοινή θεώρηση της κίνησης μας υποχρεώνει να αποδεχθούμε τις προκείμενες (1), (2). Η ευλογοφάνεια, ωστόσο, της προκείμενης (3) βασίζεται σε έναν συγκε­κριμένο τρόπο εκτέλεσης απείρων κινήσεων. Αν υπάρχουν άλλοι τρόποι, και, συγκεκριμένα, αν υπάρχει κάποιος τρόπος που προκύπτει από τη διάνυση του σταδίου με έναν πεπερασμένο αριθμό (πεπερασμένων) βημάτων, δεν συντρέχει λόγος να αποδεχθούμε την άποψη του Ζήνωνα. Πράγματι, υπάρχει τέτοιος τρό­πος. Μπορούμε αποδεχόμενοι την Ζηνώνεια ανάλυση της κίνησης στις προκεί­μενες (1) και (2) να δείξουμε ότι η ανάλυση αυτή όχι μόνο δεν αποκλείει την ύπαρξη της κίνησης αλλά είναι απόλυτα συμβατή με αυτήν. (Το ευπρόσδεκτο αυτό συμπέρασμα ισχύει). Όταν διανύουμε το στάδιο με 100 βήματα, ολοκλη­ρώνουμε τη διάνυση του πρώτου διαστήματος ύστερα από 50 κατά τη Ζηνώνεια εκδοχή βήματα (βλ. προκείμενη 1). Ύστερα από 25 ακόμη βήματα διανύουμε το δεύτερο κατά τη Ζηνώνεια εκδοχή διάστημα. Με 13 ακόμη βήματα ολοκληρώ­νουμε τη διάνυση και του τρίτου διαστήματος. (Έχουμε καλύψει απόσταση 88 μέτρων και το τρίτο διάστημα έχει ως τελικό όριο τα 87,5 μέτρα). Παρόμοια, θα έχουμε διανύσει το 4ο, 5ο, και 6ο διάστημα από τη στιγμή που θα έχουμε ολο­κληρώσει 94,97 και 99 βήματα αντίστοιχα. Όταν θα έχουμε ολοκληρώσει τα 100 βήματα, θα έχουμε διανύσει όλα τα εναπομείναντα διαστήματα - έναν άπειρο δηλαδή αριθμό διαστημάτων. Η διάνυση άπειρων διαστημάτων είναι εφικτή με αυτόν τον τρόπο που απαιτείται για την ανασκευή της «Διχοτομίας». Αντίθετα, μάλιστα, από την προηγούμενη απόπειρα εξεύρεσης λύσης, η οποία χρέωσε στον Ζήνωνα σκέψεις που ο ίδιος δεν έκανε, η λύση που προτείνουμε δεν προ­σφέρει απλώς μια εναλλακτική περιγραφή της κίνησης που δεν οδηγεί σε παρά­δοξα. Αντίθετα, αποδεικνύει ότι η ανάλυση της κίνησης από τον Ζήνωνα όχι μόνο δεν συνεπάγεται ότι η κίνηση είναι αδύνατη αλλά και οδηγεί σε συμπερά­σματα συμβατά με την ύπαρξη της κίνησης - συμπεράσματα που θα ήταν ιδιαί­τερα προβληματικά αν δεν προέκυπταν από τις δύο πρώτες προκείμενες του Ζήνωνα.

Ο ΑΧΙΛΛΕΑΣ

Παραθέτουμε την ακόλουθη διεξοδική ερμηνεία του «Αχιλλέα»:

«Ο Αχιλλέας ποτέ δεν θα φτάσει τη χελώνα ακόμη και αν τρέχει ταχύτερα από αυτήν. Τη στιγμή που ο Αχιλλέας φτάνει στο σημείο (Α) από όπου ξεκίνη­σε η χελώνα, αυτή έχοντας καλύψει κάποια απόσταση, έστω και μικρή, θα έχει φτάσει σε ένα νέο σημείο (Α,). Τη στιγμή που ο Αχιλλέας φτάνει στο σημείο ΑΡ η χελώνα θα έχει μετακινηθεί σε ένα άλλο σημείο Α2 κ.ο.κ. Κάθε φορά που ο Αχιλλέας φτάνει στο σημείο στο οποίο είχε φτάσει η χελώνα, η χελώνα δεν βρί­σκεται πια εκεί- η χελώνα πάντοτε προπορεύεται με αποτέλεσμα ο Αχιλλέας ποτέ να μην την φτάνει».

Όπως σημείωσα παραπάνω, το παράδοξο αυτό βασίζεται στους προσδιορι­σμούς άεί και ουδέποτε, και όχι στις ιδιότητες των άπειρων σειρών, παρόλο που σύμφωνα με την περιγραφή του Ζήνωνα ο αγώνας δρόμου συνίσταται στη διάνυση απείρως πολλών διαστημάτων. Το παράδοξο διατυπώνεται από τη σκοπιά του Αχιλλέα. Ο Αχιλλέας ποτέ δεν θα διανύσει όλες τις επιμέρους απο­στάσεις που απαιτείται να διανυθούν για να ολοκληρώσει τη διαδρομή, με την έννοια ότι, όσες επιμέρους αποστάσεις και αν έχει διανύσει σε κάθε στιγμή, πάντοτε θα είναι περισσότερες αυτές που απομένουν να διανυθούν. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν ωφελεί να επισημάνουμε ότι ο Αχιλλέας πλησιάζει τη χελώνα στο μέτρο που επιθυμεί (με την έννοια που ορίσαμε στη σ. 229) ή ότι θα φτάσει τη χελώνα αφού διατρέξει μια απόσταση ίση με τον λόγο ΧΨ/ (Ψ-Ζ) και αφού τρέξει για χρόνο ίσο με τον λόγο X/ (Ψ-Ζ), όπου X είναι το αρχικό αφετηριακό σημείο, Ψ είναι η ταχύτητα του Αχιλλέα και Ζ η ταχύτητα της χελώνας. Το πρόβλημα δεν έγκειται στο γεγονός ότι δεν υπάρχει καμία στιγμή κατά την οποία ο Αχιλλέας θα φτάσει τη χελώνα ή κανένα σημείο στο οποίο τη φτάνει, αλλά στη διαπίστωση ότι η άφιξη στο σημείο αυτό (και στη συγκεκριμένη στιγ­μή) προϋποθέτει ότι ο δρομέας θα επιτύχει κάτι ανέφικτο.

Σύμφωνα με μια εύλογη ερμηνεία των προσδιορισμών άεί και ουδέποτε η φράση «η χελώνα πάντοτε προπορεύεται» σημαίνει ότι «η χελώνα προπορεύε­ται σε κάθε χρονική στιγμή» και η φράση «ο Αχιλλέας ποτέ δεν φτάνει τη χελώνα» σημαίνει ότι «δεν υπάρχει καμία στιγμή κατά την οποία ο Αχιλλέας φτάνει τη χελώνα». Το παράδοξο, ωστόσο, δεν δικαιώνει αυτούς τους ισχυρισμούς αλλά μας καλεί να εκλάβουμε τις δύο προτάσεις διαφορετικά: η πρόταση «η χελώνα πάντοτε προπορεύεται» ισοδυναμεί με τον ισχυρισμό ότι «σε κάθε χρο­νική στιγμή κατά τη διάρκεια του αγώνα (δηλαδή ενώ ο Αχιλλέας προσπαθεί να φτάσει τη χελώνα) η χελώνα προπορεύεται»· η πρόταση, επίσης, «ο Αχιλλέας ποτέ δεν φτάνει τη χελώνα» ισοδυναμεί με τον ισχυρισμό ότι «δεν υπάρχει καμία χρονική στιγμή όσο διαρκεί ο αγώνας κατά την οποία ο Αχιλλέας φτάνει τη χελώνα». Γίνεται σαφές ότι η διατύπωση «η χελώνα πάντοτε προπορεύεται ενώ ο Αχιλλέας προσπαθεί να τη φτάσει» δεν συνεπάγεται ότι η χελώνα πάντο­τε προπορεύεται· και όμως, ό,τι αποδεικνύει το παράδοξο είναι ο πρώτος ανώ­δυνος ισχυρισμός· με το παράδοξο αυτό, ωστόσο, ο στοχαστής αποσκοπεί στην απόδειξη του δεύτερου ισχυρισμού· ο δεύτερος ισχυρισμός, και όχι ο πρώτος, είναι που έρχεται σε αντίθεση με την κοινή θεώρηση της κίνησης. Θα νιώθαμε κατάπληξη αν διαβάζαμε ότι ο Αχιλλέας ποτέ και σε καμία περίπτωση δεν θα φτάσει τη χελώνα· θα ήταν πιο ευπρόσδεκτη και πράγματι δεν θα προκαλούσε έκπληξη η ταυτολογική στην ουσία άποψη ότι ο Αχιλλέας δεν φτάνει τη χελώ­να σε καμία χρονική στιγμή πριν από τη λήξη του αγώνα, δηλαδή προτού τη φτάσει.

Ο «Αχιλλέας» δεν ισχύει διότι εκμεταλλεύεται την αμφισημία. Επιπλέον, προϋποθέτει μια άπειρη σειρά πράξεων που υπόκειται στην ίδια ανάλυση στην οποία υπόκειται και η σειρά των διαστημάτων που συναντήσαμε στον συλλο­γισμό της «Διχοτομίας». Η σειρά δεν έχει κανέναν τελικό όρο και δεν μπορεί να ολοκληρωθεί με την εκτέλεση των πράξεων μια προς μια (όπως το παράδο­ξο παρουσιάζει τον Αχιλλέα να ενεργεί). Σύμφωνα με την προηγούμενη παρου­σίασή μας, το εκατοστό μη διαιρετό βήμα που κάνουμε για τη διάνυση του στα­δίου μάς τοποθετεί σε μια θέση όπου έχουμε διανύσει πλήρως την άπειρη σειρά διαστημάτων που σύμφωνα με τη «Διχοτομία» πρέπει να διανύσουμε· κάτι παρόμοιο ισχύει και εδώ: όταν ο Αχιλλέας ολοκληρώσει το τελικό μη διαιρετό βήμα, θα έχει διανύσει πλήρως την άπειρη σειρά των διαστημάτων που, όπως δείχνει το παράδοξο, πρέπει να διανύσει. Πρόκειται και πάλι για μια ευπρόσ­δεκτη κατάσταση που μάλλον ενισχύει παρά υποσκάπτει την κοινή θεώρηση της κίνησης.

ΤΟ ΒΕΛΟΣ (ὀιστός φερομένη)

«Αν καθετί βρίσκεται πάντοτε σε κατάσταση ηρεμίας, όταν καταλαμβάνει χώρο ίσο με τον εαυτό του και αν καθετί που κινείται βρίσκεται πάντα σε ένα «χρονικό παρόν», τότε το κινούμενο βέλος είναι ακίνητο» (Αριστοτέλη, Φυσι­κά 6. 9 239b5-7) [εἰ γάρ ἀεί, φησίν, ἠηρεμεῖ πᾶν [ἤ κινεῖται], ὅταν ᾖ κατά τό ἴσον, ἔστι δ’ ἀεί τό φερόμενον ἐν τῷ νῦν, ἀκίνητον τήν φερομένην εἶναι ὀιστόν].

Το επιχείρημα μπορεί να αναλυθεί ως εξής:

1) Όταν κάτι καταλαμβάνει χώρο ίσο με τον εαυτό του στον χρόνο t, τότε βρίσκεται σε ηρεμία στον χρόνο t.

2) Σε κάθε στιγμή («τώρα») της κίνησής του, το βέλος καταλαμβάνει χώρο ίσο με τον εαυτό του.

3) Σε κάθε στιγμή («τώρα») της κίνησής του, το βέλος βρίσκεται σε ηρεμία (όπως προκύπτει από τις προκείμενες 1 και 2).

4) Το κινούμενο βρίσκεται πάντοτε σε μία χρονική στιγμή· αυτό σημαίνει ότι η συνολική διάρκεια της κίνησής του αποτελείται από επιμέρους στιγμές («τώρα»).

5) Το βέλος, καθ’ όλη τη διάρκεια της κίνησής του, ηρεμεί (όπως προκύπτει από τις προκείμενες 3 και 4).

Ορισμένες από τις παραπάνω προτάσεις χρειάζονται περαιτέρω διευκρίνι­ση. Η πρώτη πρόταση προσφέρει τον όρο που απαιτείται για να θεωρήσουμε ότι κάτι ηρεμεί· δύσκολα, ωστόσο, γίνεται αντιληπτή η αντίστοιχη άποψη για την κίνηση. Σύμφωνα με την πρώτη πρόταση, όταν κάτι δεν βρίσκεται σε κατά­σταση ηρεμίας, όταν δηλαδή κινείται, τότε δεν καταλαμβάνει χώρο ίσο με τον εαυτό του αλλά προφανώς μεγαλύτερο.[19] Αν θεωρήσουμε τον χρόνο t ως στιγ­μή («χρονικό παρόν»), τότε ο Ζήνωνας ισχυρίζεται ότι τα κινούμενα αντικεί­μενα «διαστέλλονται», με αποτέλεσμα να αποκλείει το ενδεχόμενο της κίνησης ενός αντικειμένου ως ελαστικού σώματος που εκτείνεται από το Α έως το Β, έπειτα εκτείνεται καλύπτοντας την απόσταση από το Α έως το Δ, και στη συνέ­χεια επανέρχεται στο αρχικό του μήκος καλύπτοντας την απόσταση από το Γ έως το Δ. (Έτσι, η απόσταση μεταξύ Α και Β ισοδυναμεί με την απόσταση μετα­ξύ Γ και Δ και είναι μικρότερη από την απόσταση ΑΔ). Αν σε χρονική στιγμή t το ελαστικό σώμα εκτείνεται από το Α έως το Δ, τότε κατά τη χρονική στιγμή t κινείται υπό την έννοια ότι παύει να καταλαμβάνει το διάστημα ΑΒ και κατα­λαμβάνει το διάστημα ΓΔ. Με γνώμονα την ερμηνεία αυτή, η (3) προκύπτει βάσιμα από τις (1) και (2)· δεν γίνεται, ωστόσο, σαφές γιατί θα έπρεπε ο Ζήνω­νας να θεωρεί ότι η κίνηση συνεπάγεται αναπόφευκτα τη διαστολή του κινού­μενου σώματος. Μια άλλη δυνατότητα είναι η θεώρηση του χρόνου t ως δια­στήματος· στην περίπτωση αυτή ο Ζήνωνας υποστηρίζει ότι αν το X, του οποίου οι διαστάσεις παραμένουν αμετάβλητες, κινείται κατά το διάστημα t καθώς, ενώ καταλάμβανε το διάστημα ΑΒ, καταλαμβάνει τώρα το διάστημα ΓΔ, τότε κατά το διάστημα t, το X καταλαμβάνει το συνολικό διάστημα ΑΔ, το οποίο είναι μεγαλύτερο από το X (από τον χώρο δηλαδή ΑΒ). Αυτό δεν σημαίνει ότι σε οποιαδήποτε στιγμή του t το X καταλαμβάνει το συνολικό διάστημα ΑΔ ή οποιονδήποτε άλλο χώρο με τον οποίο δεν είναι ίσο. Με βάση την ερμηνεία αυτή, (η οποία δύσκολα εξάγεται από το κείμενο) συνάγουμε μια πιο ευλογοφανή εξήγηση του τι συμβαίνει κατά τη διάρκεια της κίνησης, και ο ισχυρισμός ότι, αν το X καταλαμβάνει διάστημα ΑΒ σε όλη τη διάρκεια του χρόνου t, τότε το X ηρεμεί στον χρόνο t, είναι αληθής. Η μετάβαση, ωστόσο, από την προκείμενη (2) στην προκείμενη (3) είναι αδύνατη καθώς οι προκείμενες (2) και (3) αφορούν την κίνηση σε μια στιγμή και όχι σε ένα χρονικό διάστημα.

Έχω προσθέσει τις προκείμενες (2) και (3), οι οποίες δεν περιέχονται στο αριστοτελικό κείμενο αλλά συνιστούν τον πιο εύλογο τρόπο για να ολοκληρω­θεί το επιχείρημα.[20] Η μετάβαση από την προκείμενη (4) στην προκείμενη (5) απαιτεί μια επιπλέον προκείμενη που αφορά χρονικά σημεία (και όχι διαστή­ματα). Στην προκείμενη (4) η φράση εν τφ νϋν μεταφράζεται συνήθως «στο παρόν», δηλαδή «σε μια στιγμή».

Αυτό το παράδοξο γεννά δυσεπίλυτα προβλήματα σχετικά με τη φύση της κίνησης. Θα επιχειρήσω να εκθέσω δύο από αυτά. Στην προκείμενη (1) ο Ζήνωνας υποθέτει ότι ένα πράγμα ενδέχεται να ηρεμεί σε μια στιγμή, κάτι που σύμ­φωνα με τον Αριστοτέλη είναι αδύνατο. Ο Αριστοτέλης υποστηρίζει ότι η κίνη­ση συμβαίνει όχι σε ένα σημείο του χρόνου αλλά σε ένα διάστημα χρόνου. Επι­πλέον, εφόσον η ηρεμία είναι η απουσία κίνησης, παρατηρείται, επίσης, σε χρο­νικά διαστήματα. Όσο δυνατό είναι να ηρεμεί κάτι σε μια στιγμή, τόσο δυνατό είναι και να κινείται σε μια στιγμή (Φυσικά 6. 3 234a24-b9). Ο Αριστοτέλης, όμως, σφάλλει όπως αποδείχτηκε όταν τελικά η μαθηματική ανάλυση θεμελιώ­θηκε στον 19° αιώνα. Πράγματι, δεν έχουμε άδικο όταν κάνουμε λόγο για κίνη­ση και ηρεμία σε μια στιγμή: «3 ακριβώς λεπτά και 12 δευτερόλεπτα μετά τις 8:00 μ.μ. οδηγούσα με 65 km/h. Έπεσα σε κυκλοφοριακή συμφόρηση από τις 8:10 περίπου έως τις 8:20, με αποτέλεσμα για 15 λεπτά ακριβώς και π δευτερό­λεπτα μετά τις 8:00 το αυτοκίνητό μου να μένει ακίνητο». Ακόμη και αν η κύρια σημασία της κίνησης (και της ηρεμίας) προϋποθέτει ένα διάστημα χρόνου στο οποίο συμβαίνει η κίνηση, είναι δυνατό να αναφερθούμε σε κάτι ως κινούμενο ή ακίνητο σε μια στιγμή- δεν εννοούμε ότι το σώμα διανύει οποιαδήποτε απόσταση σε μια στιγμή, αλλά ότι ενδέχεται να έχει ταχύτητα σε μια στιγμή, εφό- σον, όταν η ταχύτητά του είναι μηδενική, τότε βρίσκεται σε ηρεμία, ενώ όταν η ταχύτητά του είναι διάφορη του μηδενός κινείται. Η ταχύτητα σε ένα χρονικό διάστημα ορίζεται ως ο λόγος της απόστασης που καλύπτεται στο εν λόγω διά­στημα χρόνου προς το μήκος του χρονικού διαστήματος:



Αντίστοιχα, η ταχύτητα στη στιγμή t ισοδυναμεί με το όριο (κατά τον ίδιο τρόπο που ορίσαμε παραπάνω, σ. 229) του λόγου της απόστασης που διανύεται στα χρονικά διαστήματα που περιέχουν το t προς το μήκος αυτών των δια­στημάτων που τείνει στο μηδέν. Αν το t, προηγείται του t2 και το χρονικό διά­στημα tjt2 περιέχει το t, τότε, η ταχύτητα στον χρόνο t είναι το όριο του λόγου της απόστασης που διανύεται μεταξύ t, και t2 προς το μήκος του χρονικού δια­στήματος μεταξύ t, και t2 που τείνει στο μηδέν:[21]



Ακόμη και αν ο Ζήνωνας δέχεται τα παραπάνω, η προκείμενη (4) γεννά ένα ακόμη πρόβλημα. Σε διαφορετικές στιγμές το κινούμενο βέλος βρίσκεται σε δια­φορετικά σημεία της τροχιάς του- πώς, όμως, κινείται από το ένα σημείο στο άλλο; Ο Αριστοτέλης υποστηρίζει ότι το συμπέρασμα του Ζήνωνα απορρέει από την υπόθεση ότι ο χρόνος αποτελείται από στιγμές- αν η υπόθεση δεν ευσταθεί, το συμπέρασμα απορρίπτεται (Αριστοτέλη Φυσικά 6. 9 239b30-33) [συμβαίνει δέ παρά τό λαμβάνειν τον χρόνον συγκεΐσθαι εκ των νϋν μή δίδομένον γάρ τούτον ούκ έσται ό συλλογισμός]. Το πρόβλημα κατά τον Αρι­στοτέλη έχει ως εξής: αν ο χρόνος είναι ζήτημα ατομικής αίσθησης, τότε υφίστανται διαδοχικές χρονικές στιγμές. Αν κάτι κινείται, καταλαμβάνει σε δια­φορετικές χρονικές στιγμές διαφορετικούς χώρους. Αν οι χρόνοι t, και t2 συνιστούν διαδοχικές χρονικές στιγμές, αυτό που κινείται στο χρονικό διάστημα t,t2 καταλαμβάνει διαφορετικούς χώρους d (t,) και d (t2) στα χρονικά διαστή­ματα t, και t2 αντίστοιχα. Πότε, όμως, κινείται από το d (t,) στο d (t2); Απάντη­ση δεν μπορεί να δοθεί, καθώς για να πραγματοποιηθεί η κίνηση δεν υπάρχει καθόλου χρόνος, καμία χρονική στιγμή μεταξύ t, και t2.

Ο Αριστοτέλης επιλύει το παράδοξο απορρίπτοντας την υπόθεση του Ζήνωνα ότι ο χρόνος αποτελείται από στιγμές. Αν ο χρόνος είναι συνεχής, δεν υφίστανται διαδοχικές στιγμές. Μεταξύ δύο οποιωνδήποτε στιγμών t, και t2 υπάρ­χει μια στιγμή t3. Καθώς και η κίνηση, επίσης, είναι συνεχής, υφίσταται απόλυ­τη αντιστοιχία ανάμεσα στις στιγμές της κίνησης του βέλους και στις θέσεις που αυτό καταλαμβάνει κατά την κίνησή του. Το βέλος κινείται από το σημείο d (t,) στο σημείο d (t2) στο διάστημα που ορίζεται από το t, και το t2· για κάθε σημείο d (t3) που καταλαμβάνει το κινούμενο βέλος ανάμεσα στα σημεία d (t,) και d (t2) υπάρχει μια στιγμή t3 μεταξύ των στιγμών t, και t2 κατά την οποία το βέλος βρίσκεται στο σημείο d (t3)· για κάθε, επίσης, στιγμή t3 μεταξύ των στιγ­μών t, και t2, υπάρχει στην πορεία του βέλους και μεταξύ των σημείων d (t,) και d (t2) ένα σημείο d (t3) που καταλαμβάνει το βέλος τη στιγμή t3. Έτσι, η κίνηση δεν συνεπάγεται στιγμικά άλματα από το ένα σημείο του χώρου στο άλλο ή από τη μια στιγμή στην άλλη.

Η παραπάνω απάντηση δεν είναι εντελώς ικανοποιητική. Αν ο χώρος, ο χρό­νος και η κίνηση είναι συνεχή μεγέθη, τότε δεν αποτελούνται, όπως αποδεικνύει το απ. Β1 (σ. 217-218), από ελάχιστες μονάδες με συγκεκριμένο μέγεθος. Ούτε αποτελούνται από μονάδες μηδενικού μεγέθους, όπως υποθέτει το απ. Β2 (σ. 217). Κατά τον Αριστοτέλη, αποτελούνται από διαστήματα, και όχι από σημεία· σύμφωνα με τα παραπάνω, ο Αριστοτέλης θεωρεί ότι κίνηση είναι η διάνυση μιας ορισμένης απόστασης σε ένα χρονικό διάστημα. Η επίλυση, ωστόσο, του προηγούμενου προβλήματος, σύμφωνα με την οποία υπάρχει κίνηση σε μια χρονική στιγμή, υποδηλώνει ότι υπό μια έννοια τα συνεχή μεγέθη του χρόνου, του χώρου και της κίνησης αποτελούνται από σημεία. Μπορούμε με συνέπεια να κάνουμε λόγο όχι μόνο για ταχύτητα σε μια στιγμή t αλλά και για κίνηση κατά το χρονικό διάστημα από το ^ έως το t2 σαν να πρόκειται για το άθροι­σμα των κινήσεων που συντελούνται σε κάθε στιγμή μεταξύ t, και t2. Αν γνωρί­ζουμε ποια είναι η τιμή της ταχύτητας σε κάθε σημείο, μπορούμε να προσδιο­ρίσουμε την κίνηση επί του συνολικού διαστήματος μέσω του ορισμένου ολο­κληρώματος της ταχύτητας στο διάστημα από το t, έως το t2.

Στο σημείο αυτό, ωστόσο, προκύπτει ένα πρόβλημα παρόμοιο με το αρχικό. Καθώς η κίνηση προϋποθέτει ότι ένα σώμα βρίσκεται σε διαφορετικά σημεία σε διαφορετικές στιγμές, παραμένει το εξής πρόβλημα: πώς το βέλος μεταβαίνει από ένα σημείο σε ένα άλλο ή πώς μεταβαίνει από τη μια στιγμή στην άλλη. Το βέλος δεν κινείται με άλματα από ένα χωρικό ή χρονικό σημείο στο επόμενο, διότι, καθώς το διάστημα είναι συνεχές, κανένα σημείο του δεν νοείται ως επό­μενο κάποιου προηγούμενου. Πρέπει όμως να μεταβεί τόσο από το σημείο d (t,) στο σημείο d (t2) διανύοντας όλα τα ενδιάμεσα σημεία όσο και από το σημείο t, στο t2 περνώντας από όλα τα ενδιάμεσα σημεία.

Η μετάβαση του βέλους από το ένα σημείο του χώρου στο άλλο και από τη μια στιγμή στην άλλη εξηγούνται ως εξής: Το βέλος για να κινηθεί συνεχώς από το σημείο d (t,) στο σημείο d (t2) κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της στιγμής t, και της στιγμής t2 πρέπει συνεχώς να καταλαμβάνει διαφορετικές θέσεις από το d (t,) έως το d (t2) σε κάθε διαφορετική στιγμή του διαστήματος t,-t2, χωρίς να ηρεμεί και χωρίς να αλλάζει τη φορά της κίνησής του. Παρόμοια, όταν το βέλος κινείται σε όλη τη διάρκεια του διαστήματος από τη στιγμή t, έως τη στιγ­μή t2, κινείται στη διάρκεια όλων των υποδιαστημάτων από τη στιγμή t, έως τη στιγμή t2. Η κίνηση ορίζεται αυστηρά σε ένα διάστημα του χώρου και του χρό­νου διαστημάτων και μόνο δευτερευόντως σε ένα σημείο του χώρου ή σε μια στιγμή. Συνεπώς, αν το βέλος κινείται συνεχώς από το σημείο d (t,) έως το σημείο d (t2), τότε διασχίζει όλα τα ενδιάμεσα σημεία. Κατά τον ίδιο τρόπο, αν πραγματοποιεί συνεχή κίνηση κατά το χρονικό διάστημα από τη στιγμή t, έως τη στιγμή ΐ2, τότε περνά από όλες τις ενδιάμεσες χρονικές στιγμές.

Όσον αφορά τα σημεία του χώρου και τις στιγμές, η απάντηση είναι ότι το βέλος κινείται (έχει δηλαδή ταχύτητα διάφορη του μηδενός) όταν βρίσκεται σε ένα σημείο d(t), με την έννοια ότι διανύει ένα ορισμένο διάστημα του χώρου που περιέχει το d(t). Κινείται, επίσης, κατά τη στιγμή t, με την έννοια ότι κινεί­ται στη διάρκεια ενός χρονικού διαστήματος που περιέχει τη στιγμή t. Η απά­ντηση στο ερώτημα πώς το βέλος μεταβαίνει από ένα σημείο του χώρου σε ένα άλλο ή περνά από μια στιγμή σε μια άλλη κατά την κίνησή του, προκύπτει από τη θέση ότι αυτή ακριβώς η μετάβαση συνιστά την κίνηση του βέλους.

ΤΑ ΠΑΡΑΔΟΞΑ: ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Ορισμένα από τα παράδοξα του Ζήνωνα τα επέλεξα λόγιο της ιστορικής τους αξίας και της φιλοσοφικής τους σημασίας- άλλα επιλέχθηκαν επειδή προ­δίδουν χαρακτηριστικά γνωρίσματα του τρόπου σκέψης του στοχαστή. Σώζο­νται και άλλα παράδοξα, το καθένα από τα οποία εμφανίζει τη δική του πολυ- πλοκότητα. Ήδη, όμως, παρουσιάσαμε μεγάλο μέρος του υλικού και, συνεπώς, μπορούμε να συναγάγουμε τα συμπεράσματα της επισκόπησής μας.

Τα επιχειρήματα που εξετάσαμε στο παρόν κεφάλαιο στρέφονται κατά της πολλαπλότητας και της κίνησης. Ένα άλλο επιχείρημα απορρίπτει την αξιοπι­στία της αίσθησης της ακοής, ενώ ένα τρίτο στρέφεται εναντίον της άποψης ότι τα πράγματα έχουν θέσεις. Εφόσον οι άνθρωποι της καθημερινότητας (αντίθε­τα, ενδεχομένως, από ορισμένους φιλοσόφους) αποδέχονται την πολλαπλότη­τα και την κίνηση, βασιζόμενοι (σε κάποιον τουλάχιστον βαθμό) στη μαρτυρία των αισθήσεων και θεωρώντας ότι ορισμένα πράγματα έχουν θέσεις, συμπε­ραίνουμε ότι δικαιούμαστε να πιστεύουμε πως ο Ζήνωνας στράφηκε με τα παράδοξά του εναντίον των καθιερωμένων κοσμοαντιλήψεων, και αυτό αποτέλεσε το κριτήριο για τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάσαμε τα παράδοξα του στοχαστή. Η μαρτυρία του Πλάτωνα ότι το βιβλίο του Ζήνωνα «συνιστά υπε­ράσπιση της παρμενίδειας θεωρίας έναντι εκείνων οι οποίοι επιχειρούν να τη διακωμωδήσουν ισχυριζόμενοι ότι, αν υφίσταται το "Εν, τότε η θεωρία κατα­λήγει σε κωμικά αποτελέσματα και υποπίπτει σε αντιφάσεις» (Παρμενίδης 128c-d), δεν έρχεται σε αντίθεση με την άποψη που πρέσβευε ο Ζήνωνας. Οι καθημερινοί και χωρίς φιλοσοφικές ανησυχίες άνθρωποι που άκουσαν το ποί­ημα του Παρμενίδη, θα διακωμωδούσαν τις απόψεις του Ζήνωνα κατά τον ίδιο τρόπο και για τους ίδιους ακριβώς λόγους.

Υπήρξε εποχή κατά την οποία οι μελετητές πρέσβευαν την ευρέως αποδεκτή άποψη ότι ο Ζήνωνας συνέθεσε τα παράδοξό του έχοντας υπόψη του συγκε­κριμένους φιλοσόφους και μαθηματικούς και κατά κύριο λόγο τους Πυθαγο­ρείους. Άλλοι μελετητές υποστηρίζουν ότι ο Ζήνωνας επιχείρησε να ανασκευάσει κάθε πιθανή θεωρία για τον χώρο, τον χρόνο και την κίνηση και θεωρούν ότι η επιδίωξη του στοχαστή δεν ήταν να απορρίψει τις ιδέες των ανθρώπων της καθημερινότητας ή συγκεκριμένων φιλοσόφων αλλά να ορθώσει εμπόδια σε κάθε πιθανή θεωρία σχετικά με τη φύση του χώρου, του χρόνου, και της κίνη­σης. Για παράδειγμα, η «Διχοτομία» και ο «Αχιλλέας» στρέφονται κατά των θεωριών που πρεσβεύουν ότι ο χώρος και ο χρόνος επιδέχονται άπειρη διαίρε­ση. Το «Βέλος» αντιτίθεται στις θεωρίες που πρεσβεύουν ότι ο χώρος και ο χρόνος δεν είναι απείρως διαιρετά μεγέθη.[22] Οι μαρτυρίες, ωστόσο, για τις από­ψεις αυτές είναι από πενιχρές έως ανύπαρκτες και θεωρούνται παρωχημένες. Η αίσθηση που απομένει είναι ότι ο Ζήνωνας στρέφεται κατά του κοινού νου, που δεν αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο των φιλοσόφων.

Η μαρτυρία του Πλάτωνα για τον Ζήνωνα εξακολουθεί να αποτελεί ικανο­ποιητική ερμηνεία της σκέψης του στοχαστή. Δεν συντρέχει κανένας λόγος ώστε να θεωρήσουμε ότι είναι αμφίβολη η μαρτυρία πως σκοπός του Ζήνωνα ήταν να υπερασπισθεί, με τον τρόπο που είδαμε, τον Παρμενίδη (σσ. 211-214,224 και 216 σημ. 12). Και αν ακόμη ο Πλάτωνας αναφέρει ότι όλα τα επιχειρήματα του Ζήνωνα στρέφονται κατά της πολλαπλότητας, αυτό δεν σημαίνει υποχρεωτικά ότι ο Πλάτωνας δεν γνώριζε ορισμένα από τα σωζόμενα παράδοξα, μεταξύ των οποίων και εκείνα που απορρίπτουν την κίνηση. Προτείνω την εύλογη σκέψη ότι ο Πλάτωνας χρησιμοποίησε τη φράση «τα πάντα είναι ένα» ως έμβλημα της συνολικής φιλοσοφίας των Ελεατών. Συνεπώς, ο ισχυρισμός ότι ο Ζήνωνας επιχειρηματολόγησε κατά των υποστηρικτών της πολλαπλότητας απλώς αναδεικνύεται σε μέσο έκφρασης της αλήθειας: Τα επιχειρήματα του Ζήνωνα στρά­φηκαν κατά των απόψεων που έρχονταν σε αντίθεση με τις αρχές του Ελεατισμού. Αν αυτό ισχύει, τότε όλα τα σωζόμενα παράδοξα είναι πιθανό να προέρ­χονται από το βιβλίο που μνημονεύει ο Πλάτωνας.[23]
-----------------------------------
[1] Όσον αφορά τις επιφυλάξεις απέναντι σε αυτές τις χρονολογήσεις, βλ. Mansfeld [32] 64-68.

[2] Δεν είναι, ωστόσο, βέβαιο αν ο Ζήνωνας επισκέφθηκε ποτέ την Αθήνα. Σύμφωνα με τον Διογένη τον Λαέρτιο (9.28) δεν εγκατέλειψε ποτέ την Ελέα. Ο Πλούταρχος, όμως, αναφέρει ότι ο Ζήνωνας καθοδηγούσε με τις συμβουλές του τον Περικλή (Περικλής 4. 3) και ο Πλάτω­νας (Αλκιβιάδης 1. 119α) μας πληροφορεί ότι ο στοχαστής απέκτησε πολλά χρήματα από τη διδασκαλία του στην Αθήνα, μαρτυρία που συνεπάγεται μία τουλάχιστον μακρά παραμονή του εκεί.

[3] Πόσα βιβλία συνέγραψε ο Ζήνωνας; Ο Πλάτωνας αναφέρει μόνο ένα και μάλιστα με τρόπο που μας αποθαρρύνει από τη σκέψη ότι υπήρχαν και άλλα. Το λεξικό της Σούδας δια­σώζει έναν κατάλογο τεσσάρων τίτλων που δεν εμπνέει καμία εμπιστοσύνη· αδιευκρίνιστο ακόμα παραμένει ποιο από τα τέσσερα έργα είναι αυτό που περιγράφει ο Πλάτωνας. Βλ. Lee [324] 8.

[4] Για την εν λόγω ερμηνεία του Ζήνωνα, βλ. Barnes [14] 234-35.

[5] Πρόκλος, Εις τον Πλάτωνος Παρμενίδην 694.23-25 · Ηλίας, Έξήγησις των δέκα κατη­γοριών τής Φιλοσοφίας τοϋ θεοφιλεστάτου φιλοσόφου 109.17-30.

[6] Ο αριθμός αυτός συμπεριλαμβάνει τα δύο επιχειρήματα (που δεν περιέχονται στους D- Κ) τα οποία ο Πρόκλος στο Υπόμνημά του στον πλατωνικό Παρμενίδη (769.22 κ. εξ., 862.25 κ. εξ.) αποδίδει στον Ζήνωνα. Για τη μετάφρασή τους, όπως και για τη σχετική συζήτηση βλ. αντίστοιχα Dillon [327] και Dillon [326].

[7] Barnes [14] 207.

[8] Βλ. McKirahan [10] 169.

[9] Barnes [14] 235.

[10] Barnes [14] 236.

[11] Την ανασύνθεση αυτή επιχειρεί, ουσιαστικά, ο Comford [285] 68. Όσον αφορά άλλες απόπειρες ανασύνθεσης που συνιστούν ωστόσο εσφαλμένες θεωρήσεις, βλ. Barnes [14] 237- 38, McKirahan [10] 182-83.

[12] Ακολουθώ την ερμηνεία της μαρτυρίας του Ευδήμου που προτείνει ο Owen [338] 46. Άλλοι μελετητές διακρίνουν στη μαρτυρία μια απόπειρα απόρριψης του παρμενίδειου μονι­σμού.

[13] Ο Σιμπλίκιος (Σιμπλικίου Φιλοσόφου Εις τό Δ τής Άριστοτέλους Φυσικής Άκροάσεως Υπόμνημα 140.34) αναφέρει ότι ο Ζήνωνας υποστήριζε πως αυτά είναι «άπειρα ως προς το μέγεθος», δηλαδή άπειρα ως προς το μεγάλο μέγεθος. Το παράθεμα, όμως, από τον Ζήνωνα δεν περιέχει τη διευκρίνιση «ως προς το μέγεθος»· αν εμμείνουμε στο κείμενο που πα­ραθέσαμε, μπορούμε να ανασπνθέσουμε το επιχείρημα ώστε να αποφευχθεί κάθε παρερμηνεία.

[14] Η συμβολή του εν λόγω επιχειρήματος στη διαμόρφωση των απαρχών της Ατομικής θεωρίας του 5ου αι. κρίθηκε θεμελιώδης. Βλ. σχετικά Furley [400] κεφ. 6 και Taylor στον παρόντα τόμο σ. 272. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του Επίκουρου ότι τα άτομα έχουν σε θεω­ρητικό επίπεδο ελάχιστα αδιαίρετα μέρη, βλ. Επίκουρου, Επιστολή Προς Ηρόδοτον 56-59 και Furley [400] κεφ. 1 και 8.

[15] Ορισμένοι θεωρούν ότι το επιχείρημα στρέφεται, επίσης, κατά του παρμενίδειου μονισμού αφού αποδεικνύει ότι το "Εν μπορεί να κατατμηθεί και συνεπώς δεν είναι στην ουσία "Εν. Το συμπέρασμα ισχύει μόνο στην περίπτωση που ο Παρμενίδης συνελάμβανε το "Εν ως εκτεινόμενο στον χώρο· η υπόθεση συνιστά λόγο για να υιοθετήσουμε μια ερμηνεία του Παρ­μενίδη σύμφωνα με την οποία το "Εν δεν εκτείνεται στον χώρο. Βλ. McKirahan [10] 172-73- ο Sedley, ωστόσο, (στον παρόντα τόμο σ. 194) επιλέγει την πρώτη ερμηνεία.

[16] Η σχετική βιβλιογραφία είναι δυσεπισκόπητη. Για τις αντιδράσεις των φιλοσόφων απέ­ναντι στα παράδοξα του Ζήνωνα βλ. ενδεικτικά Russell [339] και [340]· Kyle [341]· Griinbaum [334]· και Salmon [328]. Μπορεί, κανείς, μάλιστα όσον αφορά τα παράδοξα της κίνησης, να συμβουλευθεί το πλήθος των σημειωμάτων που φιλοξένησε το περιοδικό Analysis στο διά­στημα των ετών 1951-1954 (βλ. βιβλιογραφία [348]-[355]). Ο Barnes [14] θέτει το κριτήριο για μια προσεκτική και λογική ανατομία των επιχειρημάτων.

[17] Δεν θα αναπτύξω το τέταρτο παράδοξο, γνωστό ως «Το Στάδιο» και «οι Κινούμενες σει­ρές», παράδοξο που έχει γίνει αντικείμενο ριζικά διαφορετικών ερμηνειών σύμφωνα με μια ερμηνεία, το εν λόγω παράδοξο αποτελεί ισχυρό επιχείρημα κατά της σύλληψης του χρόνου από τους Ατομικούς φιλοσόφους (βλ. Tannery [131]· Lee [324]· Kirk και Raven [4] 1η έκδοση και Owen [338])· σύμφωνα με άλλη ερμηνεία, δεν αφορά καθόλου την περί χρόνου αντίληψη και διαπράττει ένα κατάφωρο σφάλμα λογικής (βλ. Furley [400], KRS [4] και Barnes [14]).

[18] Δεν διαθέτουμε καμία μαρτυρία που να βεβαιώνει ότι η «Διχοτομία» αποτελούσε το πρώτο σκέλος μιας αντινομίας, αλλά και αν αυτό συνέβαινε δεν θα είχε αποφασιστική σημα­σία· το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του Αριστοτέλη για το παράδοξο θα τον οδηγούσε σε αγνόηση του δεύτερου σκέλους της αντινομίας.

[19] Το αξίωμα της σχετικιστικής μηχανικής ότι ένα κινούμενο αντικείμενο συρρικνώνεται, προφανώς δεν βρίσκει καμία εφαρμογή σε μια ιστορικού τύπου ερμηνεία του επιχειρήματος του Ζήνωνα.

[20] Για μια εναλλακτική ανασύνθεση του επιχειρήματος χωρίς τη χρήση των προκειμένων που προσθέσαμε, βλ. Vlastos [344] 3-18.

[21] Ο τύπος ισχύει παρά το γεγονός ότι ο συνήθης μαθηματικός ορισμός προϋποθέτει ότι το t αποτελεί ένα από τα τελικά όρια του διαστήματος.

[22] Για την ιστορία αυτών των ερμηνειών του Ζήνωνα, βλ. ειδικότερα Tannery [131]· Comford [285]· Raven [226]· Owen [338], καθώς και τις κριτικές που περιέχονται στα έργα τα οποία μνημονεύει ο Bames [14] 617 σημ. 5 και 618 σημ. 6.

[23] Παρουσίασα εκδοχές του παρόντος κεφαλαίου στο California State University του San Francisco και στο Πανεπιστήμιο του Texas στο Austin. Το κείμενο στην οριστική του μορφή οφείλει πολλά τόσο στη ζωηρή συζήτηση που και στις δύο περιπτώσεις ακολούθησε την ανα­κοίνωση, όσο και στις υποδείξεις των Jim Bogen και Sandy Grabiner· εξαιρετικά σημαντική στάθηκε η συμβολή του δεύτερου όσον αφορά μαθηματικά ζητήματα.