Κυριακή, 26 Απριλίου 2020

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Ἑλένη (1337-1368)

ἐπεὶ δ᾽ ἔπαυσ᾽ εἰλαπίνας [στρ. β]
θεοῖς βροτείωι τε γένει,
Ζεὺς μειλίσσων στυγίους
1340 Ματρὸς ὀργὰς ἐνέπει·
Βᾶτε, σεμναὶ Χάριτες,
ἴτε, τὰν περὶ παρθένωι
Δηὼ θυμωσαμέναν
†λύπαν ἐξαλλάξατ᾽† ἀλαλᾶι
1345 Μοῦσαί θ᾽ ὕμνοισι χορῶν.
χαλκοῦ δ᾽ αὐδὰν χθονίαν
τύπανά τ᾽ ἔλαβε βυρσοτενῆ
καλλίστα τότε πρῶτα μακά-
ρων Κύπρις· γέλασεν δὲ θεὰ
1350 δέξατό τ᾽ ἐς χέρας
βαρύβρομον αὐλὸν
τερφθεῖσ᾽ ἀλαλαγμῶι.

ὧν οὐ θέμις οὔθ᾽ ὅσια [ἀντ. β]
ἐπύρωσας ἐν θαλάμοις,
1355 μῆνιν δ᾽ ἔχεις μεγάλας
Ματρός, ὦ παῖ, θυσίας
οὐ σεβίζουσα θεᾶς.
μέγα τοι δύναται νεβρῶν
παμποίκιλοι στολίδες
1360 κισσοῦ τε στεφθεῖσα χλόα
νάρθηκας εἰς ἱεροὺς
ῥόμβου θ᾽ εἱλισσομένα
κύκλιος ἔνοσις αἰθερία
βακχεύουσά τ᾽ ἔθειρα Βρομί-
1365 ωι καὶ παννυχίδες θεᾶς.
εὖ δέ νιν ἄμασιν
ὑπέρβαλε σελάνα
μορφᾶ μόνον ηὔχεις.

***
Όταν ανθρώπων και θεών
σταμάτησαν τα φαγοπότια,
για να γλυκάνει ο Δίας
της Μάνας τον πικρό θυμό,
1340 στις Χάριτες μιλάει. «Εμπρός,
καλές μου, εσείς πηγαίντε
και με φωνές ολόχαρες
της Δήμητρας σκορπίστε την οργή·
κι εσείς οι Μούσες με χορούς
και με πασίχαρα τραγούδια».
Η Κύπριδα η πεντάμορφη
πρωτόπιασε ένα τύμπανο
κι έναν βαθύλαλο χαλκό·
γέλασε τότες η θεά
και απ᾽ τους αχούς χαρούμενη
1350 την ηχερή στα χέρια της
πήρε βαριά φλογέρα.

Ελένη, όσα δεν έπρεπε
ν᾽ αγγίζεις , πράγματα ιερά,
δοκίμασες στο σπίτι σου
κι οργίστηκε η θεά Μητέρα
που δεν σεβάστηκες τις άγιες
θυσίες της. Δύναμη τρανή
τα παρδαλόχρωμα κατέχουν
ελαφοτόμαρα κι ο θύρσος,
1360 στεφανωμένος με κισσό,
κι ο μαγικός ο δίσκος, όταν
γοργόδρομα στριφογυρνάει
μες στον αιθέρα, τα μαλλιά
που ορθοσηκώνονται, τιμή
στον Διόνυσο, κι οι τελετές
οι ολονύχτιες της θεάς.
Πάνω από το μέτρο η ομορφιά σου,
μα όλα καλά να σου έρθουν τώρα.

Μελέτες για την Αρχαία Μακεδονία, Ζητήματα αποικισμού Ι. Ο αρχαίος ελληνικός αποικισμός με έμφαση στον περευξείνιο χώρο: σύγχρονοι προβληματισμοί και θεωρητικές τάσεις

Το θέμα του αρχαίου ελληνικού αποικισμού αποτελεί ένα πολύ σημαντικό επιστημονικό πεδίο αναζήτησης στη σύγχρονη έρευνα. Αυτό αποδεικνύεται από τις εκδοτικές προσπάθειες των τελευταίων ετών. Ιδιαίτερη θέση στο θέμα αυτό καταλαμβάνει το ζήτημα του αποικισμού στον Παρευξείνιο χώρο. Δυστυχώς, στην Ελλάδα, αλλά και γενικότερα στη Δύση, το ζήτημα αυτό για μεγάλο χρονικό διάστημα είχε παραμείνει εκτός επιστημονικού ενδιαφέροντος, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένα μεγάλο κενό. Είναι ευτυχές το γεγονός ότι κατά τα τελευταία χρόνια -τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια περίπου, δηλαδή μετά από τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης κυρίως- το εν λόγω κενό άρχισε σταδιακά να εξαφανίζεται χάρη στις πολύ σημαντικές εκδόσεις και τις φιλότιμες προσπάθειες από πλευράς ερευνητών διεθνώς. Ανάμεσα σ' αυτές, θα πρέπει να συμπεριλάβουμε και την ελληνική δίτομη, ξενόγλωσση, έκδοση του Ελληνικού Υπουργείου Πολιτισμού «Ancient Greek Colonies in the Black Sea», Θεσσαλονίκη, 2003 [1]. Κατ' αυτόν τον τρόπο, φαίνεται πως η μελέτη και η καταγραφή της αρχαίας ιστορίας των Ελλήνων του Ευξείνου Πόντου, καθώς και οι σχέσεις τους με τους γηγενείς λαούς, άρχισαν πλέον να αποκτούν ευρύτερο ενδιαφέρον, ξεπερνώντας κατά πολύ τα στενά γεωγραφικά όρια της Παρευξείνιας ζώνης, στα οποία μέχρι πρότινος ήταν περιορισμένες και σχεδόν αποκλειστικές.

Δίχως αμφιβολία, η συνεισφορά και η συμβολή των Παρευξεινίων αρχαιολόγων και ιστορικών είναι ανεκτίμητη. Ακόμη και σήμερα, παρά τις αντίξοες συνθήκες που επικρατούν σε ορισμένες χώρες της Παρευξείνιας λεκάνης, αρχαιολόγοι και ιστορικοί καταβάλλουν πολύ μεγάλες προσπάθειες ώστε να μην ανασταλεί η ανασκαφική δραστηριότητα και γενικότερα η μελέτη στις ουκ ολίγες αρχαιολογικές θέσεις κατά μήκος των ακτών του Ευξείνου Πόντου αλλά και στην ενδοχώρα. Θα μπορούσε να θεωρηθεί ηρωισμός αυτή η φιλότιμη διάθεση και αυτό το ατέρμονο μεράκι των ερευνητών.

Στο παρόν άρθρο διεξάγεται μία σύντομη περιγραφή του ιστορικού πλαισίου της εμφάνισης και εγκατάστασης των αρχαίων Ελλήνων στον Εύξεινο Πόντο και εν συνεχεία διατυπώνονται ορισμένες παρατηρήσεις που σχετίζονται με την αποικιακή πολιτική των πρώτων μεταναστών, όχι μόνο στις ακτές του Πόντου, αλλά και σε ολόκληρη τη Μεσόγειο. Έχει φθάσει πλέον η στιγμή και έχουν δημιουργηθεί οι απαραίτητες προϋποθέσεις για μία σφαιρική και συνολική μελέτη του φαινομένου που ονομάζεται αρχαίος ελληνικός αποικισμός στην πλήρη του γεωγραφική διάσταση: από τις Στήλες του Ηρακλέους έως τις εσχατιές του Ευξείνου Πόντου. Η αποικιακή εμπειρία της Μαύρης Θάλασσας, συγκρινόμενη με τις προσπάθειες εγκατάστασης των Ελλήνων στην υπόλοιπη αρχαία οικουμένη, είναι πια απαραίτητη και αναγκαία. Η συνολική μελέτη του αποικισμού βοηθά να γίνουν πληρέστερα κατανοητές σε μας οι συνθήκες υπό τις οποίες γονιμοποιήθηκε στη μητέρα πατρίδα η ανάγκη για αποδημία, καθώς και οι κοινωνικές ανησυχίες που επικρατούσαν σ' αυτήν καθ' όλο το χρονικό διάστημα της εξέλιξης του φαινομένου. Θα ήταν αρκετό να αναφερθεί το γεγονός ότι με την εκκίνηση του μεταναστευτικού κινήματος -διότι όντως πρόκειται για γενική ελληνική αναστάτωση η ξεσηκωμό- κάπου στα μέσα του 8ου αι. π.Χ. αρχίζει παράλληλα και η ζύμωση και η εφαρμογή θεμελιωδών θεσμών της ελληνικής κοινωνίας, όπως η πόλις-κράτος, για να καταλήξουμε τελικά στη δημοκρατία. Για παράδειγμα, μπορεί κάποιος να αναφερθεί στο θέμα της συνειδητοποίησης της κοινής ελληνικής ταυτότητας μέσω της διαφορετικότητας, το οποίο σήμερα είναι πολύ ελκυστικό: «I propose that overseas colonization informed and strengthened the nascent idea of Greekness primarily because of the newly perceived differences from various 'Others' and because of the similarities of the initial colonial experiences» (Malkin Ι., 2005: 59, Polignac F. de, 2000: 131-209).

Μέσα στις σελίδες του πονήματός του περί γεννήσεως της αρχαίας πόλεως, ο F. de Polignac προσπαθεί να δείξει την πραγματική διάσταση της σχέσης αλληλεξάρτησης ανάμεσα στο μεταναστευτικό κίνημα των Ελλήνων από το 750 π.Χ. και στη δημιουργία και τη σύλληψη της έννοιας της αρχαίας πόλεως (Polignac F. de, 2000, Woolf G., 2005: 129). Ο Ι. Malkin, μάλιστα, υποστηρίζει ότι δίχως τον αρχαίο ελληνικό αποικισμό της νοτίου Ιταλίας, δεν θα ήταν δυνατή η ίδρυση πόλεων-κρατών στον ελλαδικό χώρο, τουλάχιστον για την περίπτωση της Αχαΐας. Κι αυτό, διότι οι πρώιμες αποικίες στην Ιταλία από την πρώτη κιόλας στιγμή οργανώθηκαν ως πόλεις-κράτη, ενώ οι οικισμοί της πελοποννησιακής μητρόπολης δεν είχαν ακόμη εξελίξει αυτόν τον θεσμό (Malkin Ι., 2005: 66). Όπως θα διαπιστώσουμε παρακάτω, στον Εύξεινο Πόντο οι οικισμοί που κτίσθηκαν στις αρχές του 6ου αι. π.Χ., σύμφωνα με τα πορίσματα των αρχαιολογικών ερευνών των τελευταίων ετών, αποτελούσαν πόλεις κατά την πλήρη διάσταση του αρχαίου όρου.

Βασική πηγή για τη μελέτη των πρώιμων χρόνων της ζωής των ελληνικών εγκαταστάσεων στην Παρευξείνια παραλία είναι τα αρχαιολογικά ευρήματα. Σε δεύτερη θέση, δυστυχώς, κατατάσσονται οι πενιχρές μνείες της αρχαίας, κυρίως ελληνικής, γραμματείας, οι οποίες συχνά είναι αντιφατικές και ενίοτε τυχαίες (παρουσίαση και αναλυτική επεξεργασία των αρχαίων ελληνικών, κυρίως γραπτών πηγών, με έμφαση στην βόρεια Παρευξείνια παραλία, επεχείρησε πρόσφατα ο Α. I. Ivantchik, 2005). Η επικράτηση των αρχαιολογικών έναντι των γραπτών πηγών δημιουργεί ένα μεγάλο πρόβλημα εξάρτησης από την ένταση και το εύρος των αρχαιολογικών ανασκαφικών δραστηριοτήτων. Πολύ συχνά ένα νέο αρχαιολογικό εύρημα είναι ικανό να ανατρέψει προηγούμενες θεωρίες και απόψεις. Για τον λόγο αυτό τα συμπεράσματα και οι διαπιστώσεις δεν μπορούν ποτέ να έχουν χαρακτήρα απόλυτο και γενικευμένο.

Στο σημείο αυτό εντοπίζεται η πρώτη μεγάλη σύγκρουση μεταξύ αρχαιολόγων και ιστορικών. Οι μεν πρώτοι βασίζονται σχεδόν αποκλειστικά στα αρχαιολογικά ευρήματα, τη στιγμή που οι ιστορικοί έχουν ως σχεδόν απόλυτο γνώμονα προσανατολισμού τα στοιχεία και τις αναφορές των αρχαίων γραπτών πηγών. Έχει μάλιστα γίνει λόγος και για «τυραννία των κειμένων» (Papadopoulos J. Κ., 1999: 383, 1997: 203-206). Μέσα στην αναζήτηση αυτή, θα μπορούσε κάποιος να αντιπροτείνει μία πιο ήπια στάση, την αριστοτέλειο χρυσή τομή, δηλαδή έναν συνδυασμό πολλών πηγών, για μία πιο νηφάλια και αντικειμενική κρίση (για πρόσφατες εκτιμήσεις του θέματος αυτού, βλ. Eberhard W. S., 2004). Έτσι, στο ζήτημα που αφορά στη χρονολόγηση της πρώτης έλευσης και εγκατάστασης των Ελλήνων στη Μαύρη Θάλασσα, αν και ορισμένες γραπτές πηγές προτείνουν τα μέσα του 8ου αι. π.Χ., η μέχρι στιγμής αρχαιολογική έρευνα δεν μπορεί να τεκμηριώσει μία χρονολογία πριν από τα μέσα του 7ου αι. π.Χ. (για παράδειγμα, Daragan M. N., 2005: 257, όπου για μία ακόμη φορά φανερώνεται ότι η πρώιμη ελληνική επείσακτη κεραμική χρησιμοποιείται ως βάση για τη χρονολόγηση των πρώιμων σκυθικών τύμβων στην ευρύτερη περιοχή της Ουκρανικής δασοστέπας). Ορισμένοι μάλιστα αρχαιολόγοι, αν και δίχως επαρκή επιχειρηματολογία, δεν δέχονται καν τον 7ο αι. π.Χ., αντιπροτείνοντας μία χρονολογία μεταγενέστερη, δηλαδή γύρω στις αρχές του 6ου αι. π.Χ. Μία τέτοια χρονολόγηση των πραγμάτων δεν είναι δυνατόν σήμερα να ευσταθεί. Θα γίνει αναφορά σε ένα μόνο αποδεικτικό και το πλέον χαρακτηριστικό στοιχείο (Για περαιτέρω στοιχεία και αναφορά σε άλλα ανάλογα πρώιμα αρχαία ελληνικά αγγεία από τη Μαύρη Θάλασσα: Petropoulos E. Κ., 2005: 15-74, πίνακες σελ. 61, 65-68).

Η αρχαιολογική σκαπάνη στον οικισμό της Οργάμης, κοντά στην Ιστρία (Ρουμανική ακτή), έχει φέρει στο φως έναν τάφο καθαρά ελληνικό, ο οποίος χρονολογικά ανάγεται στα μέσα του 7ου αι. π.Χ. (Lungu V., 2000: 67-79, 2002: 3-17, 2004: 91-92, Avram A., 2003: 286-287, Manuçu-Adamesteanu M., 2003: 344). Θεωρείται ότι ο εν λόγω τάφος ανήκει σε κάποιον Έλληνα μετανάστη στον χώρο αυτό. Ίσως μάλιστα στον αρχηγέτη -αρχηγό δηλαδή- της μεταναστευτικής ομάδας. Η συγκεκριμένη χρονολογία επαληθεύει τις πληροφορίες που μας παρέχουν ορισμένοι αρχαίοι συγγραφείς για την ίδρυση του οικισμού της Οργάμης, στις εκβολές του ποταμού Δούναβη. Συνεπώς, δεν είναι δυνατόν να γίνεται κανένας πλέον λόγος για τον 6ο αι. π.Χ.

Όμως το αναφερθέν πρόβλημα δεν εξαντλείται με τα παραπάνω. Στη βιβλιογραφία έχει διατυπωθεί η άποψη ότι οι Έλληνες μετανάστες ή εξερευνητές δεν ήταν πάντοτε δυνατόν να εγκατέλειπαν στο πέρασμά τους κάποια δικά τους ίχνη. Ίσως, επίσης, όποια από αυτά τυχόν παρέμειναν να ήταν προγενέστερα των μέσων του 7ου αι. π.Χ., αλλά να μην άντεξαν στον χρόνο. Με τον τρόπο αυτό τεκμηριώνεται ως ένα βαθμό η πρώιμη χρονολογία ίδρυσης της Σινώπης, που σύμφωνα με αρχαίες γραπτές μαρτυρίες, ανάγεται στα μέσα του 8ου αι. π.Χ. Πιθανόν να υπάρχει κάποια αλήθεια στην άποψη αυτή (Maslennikov A. A., 2005: 155). Δυστυχώς, όμως προς το παρόν είναι αδύνατη οποιαδήποτε τεκμηρίωσή της βάσει αρχαιολογικών ενδείξεων. Μία άλλη προσέγγιση του θέματος τούτου είναι ακόμη πιο ακραία και κατηγορηματική: δεν αξίζει τον κόπο να καταβάλλεται καμία προσπάθεια για την επίλυση παρόμοιων προβλημάτων. Βέβαια, με την τελευταία άποψη πολλοί δεν συμφωνούν. Υπενθυμίζω ότι σύμφωνα με τον Ηρόδοτο (Δ, 66), το βασικό μενού των εισαγωγών στη Σκυθία περιελάμβανε οίνο, κρατήρες και κύλικες. Οι αρχαιολογικές έρευνες αποδεικνύουν σήμερα την εισαγωγή κυλίκων στη Σκυθία, αλλά σε κάπως μεταγενέστερη περίοδο από αυτήν που εξετάζουμε εδώ (Gavrilyuk N. A., 2005: 282-293).

Ένα άλλο σκέλος της ίδιας προβληματικής έχει σχέση με το ποιος μετέφερε όλα τούτα τα αρχαϊκά επείσακτα προϊόντα (κυρίως κεραμική) και ποια η σκοπιμότητα και η ερμηνεία της παρουσίας τους στον προς αποίκιση χώρο. Το πιο εκπληκτικό όμως είναι ότι, τουλάχιστον όσον αφορά στο βόρειο Παρευξείνιο τμήμα, τη Σκυθία δηλαδή, ελληνική επείσακτη κεραμική του 7ου αι. π.Χ. έχει ανακαλυφθεί όχι μόνο στους ελληνικούς οικισμούς -οι οποίοι ως τα τέλη του αιώνα ήταν μόνο 2 συνολικά- αλλά και σε οικισμούς γηγενών που απέχουν πολλές εκατοντάδες χιλιόμετρα βορείως της παράλιας περιοχής. Πάνω στο θέμα αυτό έχουν διατυπωθεί αρκετές απόψεις, οι οποίες υπάρχουν στη βιβλιογραφία (Petropoulos E. Κ., 2003: 17-92, εκτενέστερα Petropoulos E. Κ., 2005: 2949). Το συμπέρασμα που εξάγεται τελικά είναι ότι μεταφορείς των ελληνικών κεραμικών ήταν μόνο Έλληνες -σε αντίθεση με άλλες περιοχές της Μεσογείου όπου μαρτυρείται παρουσία Ανατολιτών- και ότι οι Έλληνες μεταφορείς είλκυαν την καταγωγή τους από τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου και τη δυτική Μικρασιατική ακτή. Είναι προφανές ότι στον αποικισμό του Ευξείνου Πόντου συμμετείχαν αντιπρόσωποι από όλη την ανατολική επικράτεια της Ελλάδας και ότι τον συντονιστικό ρόλο στην όλη εκστρατεία πρέπει να κατείχε η Μίλητος. Πώς αναδύθηκε όμως η πόλη αυτή ξαφνικά;

Όπως είναι γνωστό, από το 700 π.Χ. περίπου, χρονολογία κατά την οποίαν παύει για άγνωστους ακόμη λόγους η αποικιακή και, ως εκ τούτου, η υπερπόντια εμπορική εξάπλωση της Ευβοίας (Luke J., 2003: 58 και στην ίδια σελίδα υποσημείωση 145), νέες ελληνικές πόλεις, μεταξύ των οποίων πρωτεύοντα ρόλο κατείχε η Μίλητος, αναλαμβάνουν δράση και συνεχίζουν επάξια το μοναδικό και σπουδαίο έργο που άφησε ως παρακαταθήκη πίσω της η Εύβοια. Η μεταλαμπάδευση της σκυτάλης από την Εύβοια στη Μίλητο είναι χαρακτηριστικά πρόδηλη στην περίπτωση της αρχαίας Σάνης (περισσότερα στοιχεία εμβριθέστερα), στη Χαλκιδική, όπου το ερετριακό-νησιωτικό στοιχείο διαφαίνεται ότι προηγείται χρονολογικά από το ιωνικό, ενώ το τελευταίο κυριαρχεί στο δεύτερο μισό του 7ου αι. π.Χ. (Βοκοτοπούλου Ι., 1993α: 186). Το ίδιο φαινόμενο συμβαίνει και σε πολλές άλλες αρχαιολογικές θέσεις, όπως για παράδειγμα στην πρόσφατα ανασκαφείσα θέση στο παλιό τσιφλίκι Γκόνα (η Γόνα), στα νότια της Θεσσαλονίκης (Σκαρλατίδου Ε., Κωνσταντινίδου Ε., 2003: 218 κ.ε.) και στη θέση στο Καραμπουρνάκι (Τιβέριος Μ., Μανακίδου Ε., Τσιαφάκη Δ., 2003: 192-195).

Σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα στα εμπορικά και αποικιακά σχέδια των Μιλησίων ενδιαφερομένων, αρχίζουν να περιλαμβάνονται όλες οι μεγάλες αρχαίες, ελληνικές και μη, πόλεις. Αλλά και διάφορες περιοχές που μέχρι εκείνη την περίοδο παρέμεναν ακόμη άγνωστες, αρχίζουν να προστίθενται η μία μετά την άλλη στους χάρτες των αρχαίων Ελλήνων της Ανατολικής Ελλάδας. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο το γεγονός ότι από την περιοχή αυτή και κυρίως από τη Μίλητο άρχισε το έργο των λογογράφων και των περιηγητών. Ορισμένοι μάλιστα μελετητές θεωρούν ότι «la colonisation phocéeenne peut être considérée comme une sorte de deuxième vague de la colonisation eubéenne, moins puissante, certes, mais, qui trouvant la place prise en Italie, serait allée plus loin que cette dernière et l'aurait en quelque sorte prolongée, affrontant souvent les mêmes périls et portant les mêmes dons, l'olivier, l'alphabet, des pratiques, des cultes…» (Morel J.-P., 1998: 43).

Χαρακτηριστικό παράδειγμα του μιλησιακού επεκτατισμού αποτελεί η διείσδυση των Μιλησίων στα σκουρόχρωμα και δυσπρόσιτα θαλάσσια ύδατα του Ευξείνου Πόντου. Από την προσοχή τους δεν ξέφυγε ούτε και η Αίγυπτος, η οποία προσέφερε στους Έλληνες πολλές δυνατότητες στον επαγγελματικό τομέα. Αλλά ακόμη και στη Δύση δεν δίστασαν οι Μιλήσιοι να επεκτείνουν τις μεγαλεπήβολες δραστηριότητες και τις τολμηρές τους προσπάθειες, όπου ως γνωστόν, υπήρχαν ήδη πολλές ελληνικές αποικίες, ιδρυμένες από τις μεγαλύτερες πόλεις της ηπειρωτικής Ελλάδας του 8ου αιώνα π.Χ. Πολλές μάλιστα από τις αποικίες αυτές είχαν κιόλας φθάσει σε μεγάλη ακμή και πρόοδο ως τα μέσα του 7ου αι. π.Χ., όπου σηματοδοτείται η έναρξη της ακμής της πόλεως της Μιλήτου και ιδρύεται η Οργάμη στον Δυτικό Εύξεινο Πόντο. Όλα αυτά τα στοιχεία αποδεικνύουν την υπεροχή της Μιλήτου στη θάλασσα κατά την περίοδο που εξετάζουμε έναντι των άλλων ελληνικών πόλεων της Ιωνίας. Η υπεροχή αυτή φαίνεται πως ήταν προϊόν της εμπειρίας των Μιλησίων θαλασσοπόρων, διότι όπως αναφέρεται στη βιβλιογραφία, «on the whole, long-distance navigation was not an affair for casual adventures but for experienced, reasonably well informed shippers» (Bakhuizen S., 1990: 60).

Μία πόλη, όμως, που ξεχώριζε για τις έντονες σχέσεις και εμπορικές επαφές της με τη Μίλητο ήταν η Σύβαρις, χτισμένη στην ανατολική ακτή της Ιταλίας από Αχαιούς κατοίκους της Πελοποννήσου μεταξύ του 730 και 720 π.Χ. (Greco E., 2001: 56). Ήταν τόσο αγαστή η συνεργασία μεταξύ Μιλήτου και Συβάρεως, ώστε ο Ηρόδοτος με πολύ έκπληξη αναφέρει ότι «πόλιες γὰρ αὗται μάλιστα δὴ τῶν ἡμεῖς ἴδμεν ἀλλήλῃσι ἐξεινώθησαν» (VI, 21). Ανάμεσα, λοιπόν, στη Σύβαρη και τη Μίλητο φαίνεται ότι υπήρχε έντονη εμπορική σχέση και επικοινωνία (Pedley J. G., 1990: 28, Skele M., 2002: 20, 24, 36-38), στην οποία βέβαια μεγάλη συμμετοχή είχε και η Κόρινθος, εκμεταλλευόμενη τη στρατηγική γεωγραφική θέση που κατείχε επί του ισθμού (Thomas C. G., Conant C., 1999: 125-134). Από την πόλη της Κορίνθου περνούσε η θαλάσσια οδός, η οποία ένωνε την Ανατολή με την απόμακρη Δύση (Papadopoulos J. Κ., 2002: 44, Skele M., 2002: 37). Γύρω στο 600 π.Χ. ιδρύεται ο οικισμός της Ποσειδωνίας από Συβαρίτες αποίκους, κοντά στις εκβολές του ποταμού Sele. Από τα στοιχεία που υπάρχουν σήμερα και είναι γνωστά από τις αρχαιολογικές έρευνες στην περιοχή αυτή, γίνεται αντιληπτός ο ρόλος της Μιλήτου στην κίνηση αυτή της Συβάρεως (Skele M., 2002: 24, 36, 38). Ο σπουδαιότερος λόγος που οδήγησε στην ίδρυση της πόλεως φαίνεται ότι ήταν η δυνατότητα εμπορικών συναλλαγών με τους Ετρούσκους της ενδοχώρας (αυτόθι: 24). «The critical point in the traditional view of Poseidonia as the agent of long range East-West trade is that it is really Sybaris which lies at the centre of this commerce» (αυτόθι: 38). Εν συντομία, δηλαδή, μέσα σ' αυτόν τον εμπορικό δίαυλο επικοινωνίας ανάμεσα στη Μίλητο (Ανατολική Ελλάδα) και τους Ετρούσκους, πολύ σημαντικό ρόλο έπαιζαν η Σύβαρις και η θυγατρικής της Ποσειδωνία.

Αξιοσημείωτο είναι επίσης το γεγονός ότι κατά την ίδια περίπου εποχή, αν όχι την ίδια σχεδόν χρονολογική στιγμή, ιδρύεται και ένας άλλος σπουδαίος οικισμός, αυτή τη φορά στη νότια ακτή της Γαλλίας. Πρόκειται για την πόλη της Μασσαλίας, η ίδρυση της οποίας φαίνεται αρχικά ότι ήταν προϊόν άρρηκτης συνεργασίας και πρωτοβουλίας πολλών ιωνικών πόλεων με επικεφαλής την πόλη των Μιλησίων, ενώ μόνο στη συνέχεια πρέπει να είχαν αναλάβει δράση στον χώρο αυτό Φωκαείς αποικιστές (Hermary A., 2002: 64). Άρα, λοιπόν, καταλαβαίνουμε πολύ εύκολα την επεκτατική αποικιακή πολιτική και δυναμικότητα της Μιλήτου ήδη από τις αρχές του 7ου αι. π.Χ. και κυρίως από το δεύτερο τέταρτό του. Μέσα σε αυτό το ευρύ σύμπλεγμα αποικιών στη βορειοδυτική ακτή της Μεσογείου, ο ρόλος της Ποσειδωνίας, προσφέροντας ένα «convenient pied-à-terre» στους Μιλησίους, αλλά και γενικότερα, στους Έλληνες εμπόρους, είναι αρκετά προφανής και εύλογος. Η μεγάλη αυτή επεκτατική δραστηριότητα της Μιλήτου αρχίζει να φθίνει από τα μέσα του 6ου αι. π.Χ. και μάλιστα προς τα τέλη του αιώνα λόγω της περσικής απειλής. Ως γνωστόν, την εποχή αυτή ενεργό δράση αναλαμβάνει μία νέα δύναμη, η Αθήνα, της οποίας τα υπέροχα ερυθρόμορφα κεραμικά αγγεία αρχίζουν να κατακλύζουν τις διεθνείς αγορές και να γίνονται ισχυροί ανταγωνιστές των μέχρι τότε διαδεδομένων αγγειοπλαστικών εργαστηρίων (Scheibler I., 1992: 208-214). Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η εικόνα που σκιαγραφείται από τις εισαγωγές αττικών κεραμικών στον Εύξεινο Πόντο. Λανθασμένες εκτιμήσεις πάνω στο θέμα της ποσοτικής παρουσίας αττικών κεραμικών και ως εκ τούτου του εμπορικού ενδιαφέροντος των Αθηνών στον Εύξεινο Πόντο διετυπώθησαν πρόσφατα στη βιβλιογραφία (Tsetskhladze G. R., 1998: 53-54). Η έρευνα απέδειξε ότι από την πρώτη κιόλας στιγμή που η Αθήνα αναλαμβάνει καθήκοντα αποικιακής δύναμης, ο Παρευξείνιος χώρος ενσωματώνεται στα σχέδιά της (Brashinskiy B., 1963: 24 κ.ε., de Boer J., 1994: 92, Molev Ye. A., 1997: 56-58, Bouyskikh A. V., 2002: 202-203, Marinovitch L. P., 1998: 4-30, 2003: 62-65, Vdovitchenko I. I., 2003: 13-15, Lazarov M., 2003: 36, Morgan C., Tsetskhladze G. R., 2004: 234, Reho M., 2005: 30-32).

Έπειτα από τα όσα αναφέρθηκαν, μπορεί κάποιος να διαπιστώσει την εξής ιστορική αλληλουχία στην ελληνική επεκτατική δράση ανά την αρχαία οικουμένη: από τους Μυκηναίους θαλασσοπόρους, η σκυτάλη βλέπουμε να περνά μέσω της προφορικής παράδοσης, η οποία διατηρήθηκε κατά την υπομυκηναϊκή και την πρωτογεωμετική περίοδο και γονιμοποίησε τα ομηρικά έπη, στους Ευβοείς (Soueref Κ., 1998: 237). Οι τελευταίοι σε σύντομο χρονικό διάστημα παραδίδουν τη σκυτάλη στους Μιλησίους, για να ακολουθήσουν τελικά οι Αθηναίοι έπειτα από 100 περίπου χρόνια. Αυτό, θα μπορούσε κάποιος να θεωρήσει ότι είναι το ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα πρέπει να κινείται η έρευνα και η αναζήτηση των αιτιών[2] και του χαρακτήρα του μεγάλου ελληνικού αποικισμού από τον 8ο αι. π.Χ., ο οποίος αποτελεί εν πολλοίς συνέχεια του πρώτου, του λεγομένου Ιωνικού, αποικισμού. Ως ένα δηλαδή ενιαίο ιστορικό σύνολο επιμέρους γεγονότων και όχι κατακερματισμένο σε αποκομμένες ιστορικές περιόδους και απομονωμένα γεωγραφικά διαμερίσματα. Πρέπει, όμως, να καταστεί σαφές το γεγονός ότι αναντίρρητα το φαινόμενο του αποικισμού καθ' όλη τη μακρόχρονη και πολυαίωνη εξέλιξή του δεν υπήρξε ομοιογενές, αλλά ήταν πολυδιάστατο και πολυσχιδές ως προς τον χαρακτήρα και τη δομική υπόστασή του.

Στο σημείο αυτό ανακύπτει ένα άλλο ζήτημα: πώς πραγματοποιήθηκε η εγκατάσταση των μεταναστών στον Εύξεινο Πόντο; Υπήρχε, άραγε, κάποιο πρόγραμμα ή συγκεκριμένο σχέδιο δράσης που συντόνιζε τις κινήσεις και κατηύθυνε τόσο στη μητρόπολη, όσο και στη νέα γη, τόσες χιλιάδες ανήσυχες ψυχές;

Δυστυχώς οι μαρτυρίες που έχουν διασωθεί στις αρχαίες γραπτές πηγές είναι φειδωλές και οποιαδήποτε προσπάθεια αναζήτησης στοιχείων και επιχειρημάτων πάνω σ' αυτές μπορεί να αποβεί άσκοπη και ίσως απατηλή. Για τον λόγο αυτό καταφεύγει κάποιος στις αρχαιολογικές έρευνες και στα πορίσματα που αυτές έχουν δώσει ούτως ώστε να μπορέσει να οδηγηθεί σε κάποια συμπερασματική κατάληξη. Έτσι, είναι δυνατόν σήμερα να διακρίνουμε δύο σημαντικές ιστορικές περιόδους της πορείας των αρχαίων Ελλήνων μεταναστών με σκοπό την οικειοποίηση και ομαλή διαβίωση στη Μαύρη θάλασσα. Η πρώτη, όπως προαναφέρθηκε, εκκινεί κάπου στα μέσα του 7ου αι. π.Χ. και κατά πάσα πιθανότητα διαρκεί έως το πρώτο τέταρτο του 6ου αι. π.Χ., δηλαδή γύρω στο 590 με 580 π.Χ. Κατά το διάστημα αυτό των περίπου εξήντα ετών, διεξάγεται μία προπαρασκευαστική περίοδος με λίγους αλλά μόνιμους ως προς τον χαρακτήρα οικισμούς, συνολικά επτά τον αριθμό, διάσπαρτους σε όλη την παράλια επικράτεια του Πόντου[3]. Οι οικισμοί αυτοί ιδρύονται σε διαφορετικές μεταξύ τους στιγμές (εκτενέστερα, βλ. Petropoulos E. Κ., 2005). Με τον τρόπο αυτό η μητρόπολη κατορθώνει να διατηρεί συνεχή επαφή με ολόκληρη την Παρευξείνια παραλία. Η περίοδος αυτή θα μπορούσε να ονομασθεί δοκιμαστική ή καλύτερα προσαρμοστική. Κι αυτό διότι, βάσει μίας πάντοτε λογικής συλλογιστικής ερμηνείας των πραγμάτων, έπρεπε να μελετηθεί η βιωσιμότητα των νέων εδαφών και η αντοχή των ανθρώπων στις νέες κλιματολογικές συνθήκες. Για τον λόγο αυτό, οι οικισμοί που ιδρύθηκαν κατά την περίοδο αυτή θα μπορούσαν συμβατικά να ονομάζονται «πρωτο-πόλεις» ή ακόμη «πρωτο-οικισμοί», δηλαδή, εγκαταστάσεις με μόνιμο χαρακτήρα και όχι απλά προσωρινές (Πετρόπουλος Η., 2001: 125-135, Petropoulos E.K., 2005: 207-232). Θεωρείται ότι στις εγκαταστάσεις αυτές λειτουργούσαν βασικοί θεσμοί μίας ολοκληρωμένης πόλεως, όπως κοινή λατρεία, πολιτική και κοινωνική οργάνωση κ.ά., αλλά σε κάποια υποτυπώδη κατάσταση. Κι όλα αυτά συμβαίνουν λόγω του δοκιμαστικού χαρακτήρα τους (εκτενέστερα, βλ. Petropoulos E. Κ., 2005: 75 κ.ε. Για την περίπτωση των «πρωτο-πόλεων» στην περιοχή του Ανατολικού Ευξείνου Πόντου, βλ. Braund D., 1994: 84 κ.ε., Vysokiy M. F., 2004: 399 κ.ε.).

Μόλις ολοκληρώνεται επιτυχώς και τελεσφορεί η πρώτη -δοκιμαστική- φάση, γύρω στο 590-580 π.Χ. περίπου εγκαινιάζεται μία νέα περίοδος (Πετρόπουλος Η., 2001/2002: 289-302, Petropoulos E. Κ., 2004: 33-37). Τώρα αρχίζουν οι Έλληνες να καταφθάνουν κατά συρροή από τη μητροπολιτική Ελλάδα και να ιδρύονται νέοι οικισμοί, ανάμεσα στους οποίους είναι το Παντικάπαιον (γύρω στο 590 π.Χ., Tolstikov V. P., 2003: 711-717) και η Ολβία (η Ολβία γύρω στο 590 π.Χ.: Ilyina Yu. I., 2004: 81), το Μυρμήκιον (σύμφωνα με νέες μελέτες γύρω στο 580-570 π.Χ. και όχι αργότερα: Lebedeva Ye. V., 2004: 124) και το Νυμφαίον (Sokolova Ο. Yu., 2003: 765-766). Η ολοκλήρωση της δεύτερης φάσης έρχεται γύρω στις αρχές του επόμενου αιώνα, του 5ου π.Χ. αι., όταν οι Έλληνες της Ιωνίας, έπειτα από την αποτυχία της επανάστασής τους εναντίον των Περσών, αναγκάζονται ομοθυμαδόν να εγκαταλείψουν τα πατρώα εδάφη και να τραπούν σε φυγή, για να αποφύγουν περαιτέρω ταπείνωση και ατίμωση. Από τις αρχές της περιόδου αυτής κτίζονται πόλεις το κατά δύναμη ολοκληρωμένες, γεγονός που αποδεικνύεται πλέον και αρχαιολογικά.

Έτσι, θα μπορούσε κάποιος να αναφέρει ως αποδεικτικό στοιχείο την κοπή νομισμάτων -πρόκειται για τα γνωστά νομίσματα υπό μορφή βέλους- στην Ολβία ήδη στο πρώτο τέταρτο του 6ου αι. π.Χ., τα οποία είχαν ταυτόχρονη κυκλοφορία στην Ιστρία και την Απολλωνία Ποντική (Rousyaeva A. S., 1998: 17). Την ίδια χρονική στιγμή φαίνεται ότι ιδρύεται και στις τρεις αυτές πόλεις μία κοινή λατρεία, η λατρεία του Ιητρού Απόλλωνος (αυτόθι: 14). Προς τιμήν του θεού αυτού, κτίζεται στην Ολβία και ένα σύγχρονο με την κοπή του εν λόγω νομίσματος τέμενος, το λεγόμενο «Δυτικό» (βλ. εμβριθέστερα). Η σχέση ανάμεσα στην ίδρυση της λατρείας του Ιητρού Απόλλωνος και την κοπή του νομίσματος, είναι προφανής. Το τέμενος που κτίσθηκε στην Ολβία αποτελούσε τον βασικό λατρευτικό χώρο του κοινού των Ολβιοπολιτών, η παρουσία του οποίου εξασφάλιζε κατά τα φαινόμενα την ομόνοια και την ειρήνη στους μετανάστες. Ταυτόχρονα, τους υπενθύμιζε την κοινή, ελληνική καταγωγή στην ξένη γη, διατηρώντας έντονο και σε ενάργεια το αίσθημα της διαφορετικότητας από τους γηγενείς, μη Έλληνες, με τους οποίους έρχονταν σε επικοινωνία καθημερινά.

Εκτός αυτών των στοιχείων για την απόδειξη της εκ των θεμελίων αστικοποίησης του οικισμού της Ολβίας, η οποία εξ αρχής είχε τον χαρακτήρα πόλεως, θεωρώ σκόπιμο να αναφέρω άλλη μία ένδειξη, εντελώς πρόσφατη και πάρα πολύ σημαντική για το γενικότερο θέμα του ελληνικού αποικισμού και της πρώιμης εγκατάστασης των Ελλήνων στην Παρευξείνια περιφέρεια, αλλά και για το γεγονός ότι έρχεται εκ νέου να ανατρέψει την καθεστηκυία άποψη στο πρόβλημα της σχέσης Ολβίας και οικισμού στο Berezan, σχέσης δηλαδή «εμπορίου-πόλης». Πρόκειται για την ανακάλυψη ενός νέου λάκκου -υπόγειου σκάμματος 2,7 x 3.1 μ. και βάθους 2,10-2,15 μ. (βλ. εμβριθέστερα)- στον οποίον βρέθηκαν ίχνη οργανωμένου εργαστηρίου κεραμικής. Η χρονολόγηση του εργαστηρίου, σύμφωνα με τους αρχαιολόγους, ξεκινά στο δεύτερο τέταρτο του 6ου αι. π.Χ. -δηλαδή σχεδόν αμέσως μετά την ίδρυση του ίδιου του οικισμού- και καταλήγει γύρω στη δεκαετία του 540 π.Χ. (Bouyskikh A. V., 2005β: 183-186). Η σπουδαιότητα της ανακάλυψης του εν λόγω εργαστηρίου έγκειται στο γεγονός ότι για πρώτη φορά στα χρονικά των αρχαιολογικών ερευνών στον οικισμό της Ολβίας έρχεται στην επιφάνεια ένα αρχαϊκό κεραμοποιείο, τόσο πρώιμο, όσο και η ίδρυση της πόλης. Μέχρι τώρα, παρόμοια εργαστήρια κεραμοποιίας και μεταλλουργίας της ίδιας και μεταγενέστερης εποχής στην περιοχή αυτή ήταν γνωστά μόνο στον οικισμό του Berezan (Nazarov V. V., Kouzmistchev A. G., 2005: 178-180, Kroutilov V. V., 2005: 180-182).

Ορισμένοι μελετητές, στην προσπάθειά τους να χρονολογήσουν το χρονικό διάστημα που διήρκεσε η προσαρμογή των μεταναστών, θεωρούν ως ορόσημο όχι το 590-580 π.Χ. (όπως αναφέρθηκε ανωτέρω), αλλά εκείνη τη χρονική στιγμή, κατά την οποία στις ιδρυθείσες ελληνικές αποικίες του Βορείου Ευξείνου Πόντου πραγματοποιείται η μετάβαση από τις υπόγειες η ημι-υπόγειες κατοικίες στις επίγειες (για παράδειγμα, Kryzhytskyy S. D., Krapivina V. V., Lejpunskaja N. A., Nazarov V. V., 2003: 428-430). Σύμφωνα με την αρχαιολογική έρευνα, τα πρώτα δείγματα της μετάβασης αυτής αρχίζουν να γίνονται εμφανή από το τελευταίο τέταρτο του 6ου αι. π.Χ. (Zinko V. N., 2004: 17). Το πρόβλημα που σχετίζεται με την οικιστική των αρχαίων Ελλήνων αποίκων στην περιοχή αυτή είναι πολύ ενδιαφέρον και εξακολουθεί να απασχολεί έντονα τους ερευνητές. Επειδή, όμως, στην παραπάνω άποψη για τη χρονολόγηση των πρώτων υπέργειων οικιών και κτισμάτων και, ως εκ τούτου, για τη χρονολόγηση της προσαρμοστικής περιόδου των μεταναστών υπάρχουν τρωτά σημεία, δεν είναι δυνατόν να γίνεται αυτή προς το παρόν ευρύτερα αποδεκτή. Ένα από τα σημεία αυτά είναι το γεγονός ότι πρόσφατα σε ορισμένους ελληνικούς οικισμούς έχουν ανακαλυφθεί κτίσματα, τα οποία χρονολογούνται στα μέσα του 6ου αι. π.Χ. (Petropoulos E. Κ., 2003: 62-65, 2005: 37-41 με βιβλιογραφία της προβληματικής), δηλαδή σε μία χρονική στιγμή που προηγείται αρκετά από το τελευταίο τέταρτο του ιδίου αιώνα.

Για την πληρέστερη εικόνα του προβλήματος που έχει να κάνει με τις υπόγειες η ημι-υπόγειες κατασκευές και τον προορισμό τους, θα ήταν χρήσιμο να προβεί κάποιος σε έναν συσχετισμό με τα πορίσματα των πρόσφατων αρχαιολογικών ερευνών στη θέση Καραμπουρνάκι της Θεσσαλονίκης. Συγκεκριμένα, η παλαιότερη και σύγχρονη αρχαιολογική σκαπάνη έφερε στο φως ορισμένους ημιυπόγειους, συνήθως κυψελόμορφους και σπανιότερα ορθογώνιους χώρους, οι οποίοι είναι λαξευμένοι μέσα στο κιτρινωπό, αργιλώδες και σκληρό φυσικό έδαφος (Τιβέριος Μ., 1995-2000: 304, με παραπομπές σε προγενέστερη βιβλιογραφία, Τιβέριος M., Μανακίδου E., Τσιαφάκη Δ., 2001: 256-258, 2002: 260, 2003: 192 κ.ε.). Ορισμένα από τα ημιυπόγεια αυτά αποτελούνται από δύο χώρους που επικοινωνούν μεταξύ τους με μικρό άνοιγμα (Τιβέριος M., Μανακίδου E., Τσιαφάκη Δ., 1999: 170-171, με παραπομπές σε προγενέστερες εργασίες τους). Η ανωδομή τους συνεχιζόταν πιθανόν πάνω από την επιφάνεια του εδάφους με λίθους και πλίνθους. Μέσα σ' αυτούς τους χώρους βρέθηκαν ίχνη από πήλινες εστίες και αποθηκευτικά αγγεία, μαγειρικά σκεύη κ.ά. (Τιβέριος Μ., 1995-2000: 304-305).

Ο καθηγητής Τιβέριος προβαίνει σε έναν παραλληλισμό των κτισμάτων αυτών με εκείνα που βρέθηκαν σε μεταγενέστερα χρόνια και είναι γνωστά ως κατοικίες των Σλάβων. Αυτά τα κτίσματα είναι γνωστά από τα θαύματα του Αγίου Δημητρίου ως «κάσαι» (Τιβέριος M., Μανακίδου, Τσιαφάκη Δ., 1998: 225), οι οποίες ήταν ημιυπόγειες καλύβες κατασκευασμένες από ξύλο και χώμα. Η μαρτυρία ότι πρόκειται για κατοικίες, οδηγεί τον Καθηγητή στη σκέψη ότι με τον τρόπο αυτό επαληθεύονται ορισμένες αρχαίες γραπτές αναφορές, σύμφωνα με τις οποίες οι αρχαίοι Φρύγες κατοικούσαν κάτω από τη γη, ενώ είναι βεβαιωμένο ότι οι Φρύγες ζούσαν στον χώρο της Μακεδονίας ακόμη και κατά τον 5ο αι. π.Χ. (Τιβέριος Μ., 1995-2000: 305. Για τις πολιτισμικές επαφές μεταξύ Θρακών και Φρυγών κατά τον 8ο ως τον 6ο αι. π.Χ.: Vassileva M., 1997: 193-198). Από ορισμένα εισηγμένα κεραμικά αγγεία που ήλθαν στο φως στον αρχαιολογικό χώρο στο Καραμπουρνάκι, φαίνεται ότι η παρουσία των Φρυγών αποδεικνύεται εδώ και αρχαιολογικά (Τιβέριος Μ., 1995-2000: 309-311). Από άλλες αρχαίες γραπτές πηγές μαθαίνουμε ότι ανάλογες κατοικίες υπήρχαν στον χώρο της Μακεδονίας και ονομάζονταν «ἀργίλλαι» (Τιβέριος M., Μανακίδου E., Τσιαφάκη Δ., 2000: 212). Με την ίδια ονομασία, ως γνωστόν, χαρακτηρίζοντο από τον Στράβωνα και οι υπόγειες κατοικίες των Κιμμερίων (V, 4, 5: «ἀργίλλαι»).

Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι, σύμφωνα με τα μέχρι σήμερα γνωστά αρχαιολογικά δεδομένα, τα ημιυπόγεια σπίτια στο Καραμπουρνάκι προηγούνται χρονολογικά των υπεργείων οικιών. Βεβαίως, δεν αποκλείεται σε ορισμένες περιπτώσεις να υπήρχε και ταυτόχρονη χρήση τους ή ακόμη κάποιοι από τους ημιυπόγειους χώρους να ξαναχρησιμοποιήθηκαν και από τους ενοίκους των «λίθινων» οικιών (Τιβέριος M., Μανακίδου E., Τσιαφάκη Δ., 2002: 263). Από τις παρατηρήσεις των αρχαιολόγων γίνεται φανερό ότι ο χρόνος χρήσης και των δύο αυτών κατασκευαστικών ομάδων πρέπει να εμπίπτει στον 7ο και 6ο αι. π.Χ. (Τιβέριος M., Μανακίδου E., Τσιαφάκη Δ., 2000: 212), χρονολογία η οποία συμπίπτει με την αποικιακή δράση των Ελλήνων από την Ιωνία. Η πρόσφατη αρχαιολογική έρευνα έδειξε ότι η φάση με τους παλαιότερους λίθινους τοίχους πρέπει να χρονολογηθεί μετά τα τέλη του 8ου αι. π.Χ. (Τιβέριος M., Μανακίδου E., Τσιαφάκη Δ., 2002: 263). Δηλαδή εν ολίγοις, θα μπορούσε κάποιος να διαπιστώσει ότι στα παράλια του Θερμαϊκού παρουσιάζεται η ίδια ακριβώς εικόνα με αυτήν που είναι σήμερα γνωστή σε εμάς από τα αρχαιολογικά δεδομένα των ελληνικών εγκαταστάσεων του Βορείου Ευξείνου Πόντου από τα μέσα του 7ου αι. έως το 530 π.Χ. περίπου και περιγράφηκε εν συντομία πιο πάνω.

Εντύπωση προκαλεί το αρχαίο υλικό που αποκαλύφθηκε στην ημιυπόγεια κατασκευή της τομής «27-79δ» στο Καραμπουρνάκι, διότι οδηγεί στο συμπέρασμα ότι στον οικισμό λειτουργούσε ένα κεραμικό εργαστήριο (Τιβέριος M., Μανακίδου E., Τσιαφάκη Δ., 2003: 192, 195). Το εργαστήριο αυτό, όπως δείχνουν τα πράγματα, ευθυνόταν για την κατασκευή της επωνομαζομένης «ιωνίζουσας ωοκέλυφης κεραμικής», σύμφωνα με την ορολογία των αρχαιολόγων (Τιβέριος M., Μανακίδου E., Τσιαφάκη Δ., 2001: 257). Παρόμοια κεραμική έχει βρεθεί ως γνωστόν σε πολλούς γειτονικούς οικισμούς στον μυχό του Θερμαϊκού κόλπου (αυτόθι: 258). Η γενική διαπίστωση των αρχαιολόγων σχετικά με τον χαρακτήρα του οικισμού στη θέση Καραμπουρνάκι της Θεσσαλονίκης είναι ότι «τα εισαγμένα αγγεία, είτε πρόκειται για αποθηκευτικά-χρηστικά είτε για σκεύη "πολυτελείας", μαρτυρούν με τον καλύτερο τρόπο τις έντονες εμπορικές σχέσεις του οικισμού με πολλές περιοχές του αρχαίου ελληνικού κόσμου, γεγονός που ενισχύει τις υποψίες μας ότι έχουμε να κάνουμε εδώ με ένα σημαντικό διαμετακομιστικό κέντρο» (Τιβέριος M., Μανακίδου E., Τσιαφάκη Δ., 2000: 211, 2001: 259, 2003: 196). Η ανεύρεση στον χώρο αυτό ενός τριφυλλόσχημου στομίου μίας αρχαϊκής φοινικικής οινοχόης, θα μπορούσε να φανερώνει εμπορικές και πολιτιστικές επαφές των κατοίκων του οικισμού αυτού και με μη ελληνικά κέντρα της Μεσογειακής λεκάνης (Τιβέριος M., 1999: 1175 κ.ε., Τιβέριος M., Μανακίδου E., Τσιαφάκη Δ., 2001: 262, εικ. 8, 2002: 263, 2003: 196). Χωρίς αμφιβολία, φαίνεται πως κατά τους αρχαϊκούς χρόνους το λιμάνι αυτό ήταν το σημαντικότερο στον μυχό του Θερμαϊκού κόλπου, από όπου κεραμική «πολυτελείας» και άλλα προϊόντα που κατέφθαναν εδώ από όλα τα μεγάλα κέντρα του αρχαίου ελληνικού κόσμου καθώς και από την Ανατολή, προωθούνταν προς την ενδοχώρα (Τιβέριος M., Μανακίδου E., Τσιαφάκη Δ., 2002: 263).

Από τις παρατηρήσεις αυτές προκύπτει αβίαστα το πολύ ουσιώδες συμπέρασμα ότι τελικά οι Έλληνες της Ανατολικής Ελλάδας και ειδικότερα οι Ίωνες, που πριν μεταναστεύσουν στον Βόρειο Εύξεινο Πόντο και αρχίσουν να ιδρύουν εδώ τις αποικίες τους από τα μέσα του 7ου αι. π.Χ. διατηρούσαν, όπως προαναφέρθηκε, επαφές ή ίσως και εγκαταστάσεις στην Κεντρική Μακεδονία από τις απαρχές του 7ου αι. π.Χ. ή από τα τέλη ακόμη του 8ου αι. π.Χ., πρέπει να ήταν ήδη εξοικειωμένοι με τις ημιυπόγειες ή υπόγειες κατασκευές, οι οποίες μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν και ως κατοικίες. Η προσφυγή σε τέτοιες λύσεις για προσωρινή ή έκτακτη εγκατάσταση φαίνεται πως ήταν στο έθος των αρχαίων Ελλήνων αποικιστών σε μέρη που είχαν ψυχρότερο κλίμα από αυτό του οικείου περιβάλλοντος, διευκολύνοντας με τον τρόπο αυτό τη διαβίωσή τους κατά την πρώτη περίοδο της παρουσίας τους στη νέα γη. Όμως, όπως διαπιστώσαμε, και στην περιοχή του Θερμαϊκού αλλά και στον Βόρειο Εύξεινο Πόντο, οι ημιυπόγειες κατοικίες σε εύθετο χρονικό διάστημα αντικαθίστανται από υπέργειες κατασκευές, δίχως σε ορισμένες περιπτώσεις να παύει η χρήση των πρώτων. Αυτό το συμπέρασμα είναι πλέον σε θέση να ανατρέψει την κρατούσα άποψη ότι οι Έλληνες που μετοίκησαν στον βορρά του Ευξείνου Πόντου είδαν και έμαθαν για πρώτη φορά να χρησιμοποιούν παρόμοιες κατασκευές από τους γηγενείς της περιοχής αυτής (Shramko I. B., 2004: 34, οι αυτόχθονες κάτοικοι της Σκυθίας εξακολουθούσαν να χρησιμοποιούν παρόμοιες ημι-υπόγειες κατασκευές και αργότερα: Malyukevitch A. Ye., 1995: 32-34). Κατ' επέκταση, το ζήτημα της πρώιμης αποικιακής δραστηριότητας των Ανατολικών Ελλήνων στον Εύξεινο Πόντο τίθεται πια σε μία νέα βάση δεδομένων, ενώ παράλληλα αποκαλύπτεται για άλλη μία φορά η σπουδαιότητα των αρχαιολογικών ερευνών και η συμβολή τους στην κάλυψη του κενού που υπάρχει στην πληροφόρησή μας από τις αρχαίες γραπτές πηγές σχετικά με την αποικιακή πολιτική των αρχαίων.

Συναφές με το αντικείμενο αυτό, αν και ομολογουμένως πολύ μεταγενέστερο παράδειγμα, είναι και η περίπτωση του αποικισμού της Αμερικανικής ηπείρου από Ευρωπαίους μετανάστες κατά τον 17ο αι. Σύμφωνα με υπάρχουσες ενδείξεις, οι Ολλανδοί μετανάστες που έφθασαν και κατοίκησαν στη θέση του σύγχρονου Manhattan «disembarked and stood defenceless before the towering pines. For shelter initially they dug square pits in the ground, lined them with wood, and covered them with bark roofs (a minister who arrived a few years later, when proper houses were being built, sneered at the "hovels and holes" in which the first arrivals "huddled rather than dwelt")» (Shorto R., 2004: 44). Φαίνεται τελικά ότι οι ημι-υπόγειες ή υπόγειες κατοικίες ήταν μία πανανθρώπινη εφεύρεση που διευκόλυνε πρακτικά τη ζωή των πρώτων μεταναστών στη νέα πατρίδα έως ότου αισθανθούν έτοιμοι για να κτίσουν νέες, επίγειες κατοικίες και να μετακομίσουν πλέον σ' αυτές. Κατ' αναλογία, μπορεί κάποιος να ισχυρισθεί σήμερα ότι σύμφωνα με τη μεταμοντέρνα αντίληψη της ιστορίας που προάγει ένα μοντέλο παγκοσμιοποιημένο και σφαιρικό (Horden P., Purcell N., 2000, Purcell N., 2005: 10-25, Morris I., 2005: 3151), τυχόν κοινά σημεία ανάμεσα σε αποικιακές πρακτικές και τεχνικές πριν ακόμη από την εποχή των Φοινίκων και των Ελλήνων, μέχρι φερ' ειπείν τους Ολλανδούς που αναφέραμε ανωτέρω, δεν δικαιολογούνται βάσει μίας απλής αντιγραφής ή απομίμησης. Πρόκειται μάλλον για μία πανανθρώπινη, κοινή αντίληψη της πραγματικότητας να δοθεί μία απλή και εύκολη λύση σε παρόμοιες καταστάσεις, αν και σε πολύ διαφορετικές μεταξύ τους χρονικές συγκυρίες (Malkin I., 2005: 5).

Εδώ ολοκληρώνεται μία μεγάλη ιστορική εκστρατεία των Ελλήνων προς τις ποντικές ακτές που διήρκεσε περισσότερο από 150 χρόνια. Πολλές οι «Σκύλλες» και οι «Χάρυβδες», οι οποίες έπρεπε να αντιμετωπισθούν στο νερό και στη στεριά που απλώνονταν πέρα από τις Συμπληγάδες. Άλλο κλίμα, «δυσχείμερον» και ασύνηθες για τους Μεσόγειους Έλληνες, αν και η σύγχρονη έρευνα δεν είναι απολύτως σίγουρη περί αυτού[4]. Νέοι γείτονες, πολλές φορές μη δεκτικοί, και νέες προκλήσεις. Όμως παρ' όλα ταύτα μέχρι σήμερα σε πολλές περιοχές του Ευξείνου Πόντου κατοικούν ελληνικής καταγωγής άνθρωποι, οι οποίοι μάλιστα ομιλούν και τη δική τους ελληνική διάλεκτο.

Συνεχίζοντας με την επίλυση του προβλήματος που αφορά στην πρώιμη παρουσία Ιώνων μεταναστών στη Σκυθία, θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθούμε σε ένα αρχαιολογικό στοιχείο πάρα πολύ σημαντικό και εξαιρετικό για την ευρύτερη ζώνη του παρευξείνιου χώρου, το οποίο ξεφεύγει από το στενό πλαίσιο των κεραμικών αρχαιολογικών τεκμηρίων. Πρόκειται για τους επονομαζόμενους πήλινους διακοσμημένους βωμούς (Melyukova A. I., 1989: 24), η ερμηνεία της προέλευσης των οποίων ποικίλει: κάποιοι θεωρούν ότι κατάγονται από την κρητομυκηναϊκή περίοδο, άλλοι ότι είναι αποτέλεσμα επιρροής ελληνικών δοξασιών και εθίμων, ενώ κάποιοι άλλοι ανακαλύπτουν επιδράσεις από τον πολιτισμό βορείων θρακικών φύλων (Pokrovskaya Ye. F., 1962: 76 κ.ε., Makiewicz T., 1987: 38-64, Bezsonova S. S., 1996: 35-36). Όσον αφορά στη θρακική προέλευση, είναι γνωστό ότι οι θρακικοί βωμοί χρονολογούνται στην ελληνιστική περίοδο (Tchitchikova M., 1975: 190-194) και κατά συνέπεια η εκδοχή αυτή εκπίπτει από τον κατάλογο των πιθανοτήτων. Ένας τέτοιος πήλινος διακοσμημένος επίγειος βωμός ανακαλύφθηκε στην περιοχή του οικισμού Tarasova Gora κοντά στο χωριό Zhabotin της Ουκρανίας και χρονολογείται στο πρώτο μισό του 7ου αι. π.Χ. (Rousyaeva A. S., 1999: 87). Το σχήμα του βωμού ήταν ορθογώνιο και οι διαστάσεις του μεγάλες. Το δάπεδο ήταν κατασκευασμένο από όψιμο πηλό. Πάνω στο δάπεδο αυτό υπήρχε ο διακοσμημένος «βωμός» που έφερε ένα άνοιγμα, μέσα στο οποίο βρέθηκαν τα απομεινάρια ενός ξύλινου πασάλου (Pokrovskaya Ye., 1962: 73-81, Bezsonova S. S., 1996: 25-27). Ορισμένοι αρχαιολόγοι υποθέτουν ότι εδώ θα πρέπει να ήταν η θέση ενός ξοάνου (Rousyaeva A. S., 1999: 96, n. 64).

Η επιμελής, καθαρά ελληνική διακόσμηση του βωμού, σε συνδυασμό με τη μεγάλη ποσότητα πρώιμης ιωνικής κεραμικής του γνωστού «ανατολίζοντος» ρυθμού που βρέθηκε στον οικισμό Tarasova Gora, η οποία θεωρείται ότι εισήχθη κατά την προαποικιακή περίοδο (Zouev V. Yu., 1993: 43), οδηγούν στο ακόλουθο συμπέρασμα. Ο εν λόγω βωμός κατασκευάσθηκε και ανήκε σε Έλληνες, οι οποίοι έφθασαν σε τούτα τα μέρη με ορισμένους στόχους και επιδιώξεις. Εξίσου σημαντικό και συναφές με αυτό είναι και το πόρισμα ότι γενικότερα στην εξέλιξη ορισμένων παραλλαγών του γνωστού σκυθικού «ζωομορφισμού» ή του στυλ των «άγριων ζώων» στην περιοχή της δασοστέπας, σημαντική υπήρξε η επίδραση της ιωνικής παράδοσης (αυτόθι: 42 κ.ε., Kouzmina Ye. Ye., 1983: 92, με παραπομπές σε προγενέστερη βιβλιογραφία, Bessonova S. S., 1983: 77-120, Ostroverkhov A. S., 1996: 98-101, Treister M. J., 1998: 189-191, ορισμένες παρατηρήσεις στο Malyshev A. A., Ravitch I. G., 2001: 109, Bongard-Levin G. M., Koshelenko G. A., 2004: 58-69). Αυτό γίνεται εμφανές και από τις διάφορες καλλιτεχνικές δημιουργίες στο νησί Berezan και στην αγροτική χώρα της Ολβίας (Rousyaeva A. S., 1999: 96, cf. Son N. A., 1987: 120-122, Ostroverkhov A. S., 1993: 66, Ostroverkhov A. S., Otreshko V. M., 1994: 107-115).

Από τα παραπάνω γίνεται αντιληπτό το γεγονός ότι πρόκειται για μια σπουδαία αρχαιολογική ανακάλυψη. Επειδή η χρονολογία που δίνεται από τους αρχαιολόγους είναι σε προαποικιακούς χρόνους, θα μπορούσε κάποιος να υποθέσει ότι ο βωμός χτίσθηκε πριν από τα μέσα του 7ου αι. π.Χ., όταν ακόμη δεν υπήρχε κανένας ελληνικός οικισμός στη βόρεια παραλία του Ευξείνου Πόντου. Συνεπώς, λόγω της κατασκευής του σε προαποικιακά χρόνια ο βωμός θα πρέπει να συμπεριληφθεί μαζί με εκείνα τα αρχαιολογικά ευρήματα που χρονολογούνται στο δεύτερο τέταρτο του 7ου αι. π.Χ. ή ίσως ακόμη και νωρίτερα. Άρα, λοιπόν, υπάρχει ένα ακόμη στοιχείο που διατρανώνει την εξ αρχής διείσδυση των αρχαίων Ελλήνων στη σκυθική δασοστέπα και το ζωηρό ενδιαφέρον τους για τούτα τα μέρη. Αυτό αποτελεί το σπουδαιότερο πόρισμα και το αδιάψευστο τεκμήριο της πρώιμης παρουσίας εδώ των Ελλήνων εξερευνητών -υποψηφίων μεταναστών- και ίσως και εμπόρων, αν και για το δεύτερο δεν μπορούμε να είμαστε απολύτως σίγουροι.

Μπορούμε πλέον να διαπιστώσουμε την πρώιμη παρουσία εδώ μιας ελληνικής ομάδος, η οποία για να τιμήσει και να ευχαριστήσει προφανώς τον θεό ή τους θεούς για τα επιτυχή αποτελέσματα των εξερευνητικών τους περιπετειών, ανεγείρει έναν καθαρά ελληνικού τύπου βωμό για λατρεία και θυσίες. Ίσως η ανέγερση του βωμού αυτού, καθώς και οι συνακόλουθες θρησκευτικές τελετές να αποτελούσαν μέρος της κοινής αποικιακής πολιτικής των Ελλήνων και για τον λόγο αυτό ο βωμός να ήταν πιθανόν αφιερωμένος στον θεό του αποικισμού Απόλλωνα (Καραδημητρίου Α. Κ., 2002: 81-91, Rousyaeva A. S., 2002: 275). Στο συμπέρασμα αυτό μας οδηγεί και η αναφορά του Ηροδότου στο τέταρτο βιβλίο του, στο σημείο που περιγράφει την ευρεία λατρευτική διάδοση της συγκεκριμένης θεότητας σε λαούς πέρα από τα βόρεια η βορειοανατολικά σύνορα της Σκυθίας, στους Υπερβορείους (Ηροδότου IV, 13-16, 32-35). Άλλωστε, ο Απόλλωνας θεωρείται ότι υπήρξε ο θεός που νίκησε και κατέκτησε τον Σκυθικό βορρά, και έτσι οι Έλληνες κατόρθωσαν να συνάψουν ομαλές σχέσεις με τους λαούς της δασοστέπας, αλλά και βορειότερα (Rousyaeva A. S., 1992: 18-20, 48-49, 196 κ.ε., 1999: 92). Με τον τρόπο αυτό κατόρθωναν, πέραν των θρησκευτικών και λατρευτικών τους αναγκών, να γοητεύουν τους ξένους λαούς και να προκαλούν ίσως ακόμη και το ενδιαφέρον τους (Malkin 2002: 165, Polignac de F., 2000: 149 κ.ε.).

Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι και στα κατοπινά χρόνια και συγκεκριμένα από τον 6ο αι. π.Χ. σε οικισμούς της δασοστέπας, όπως για παράδειγμα στον οικισμό του Belsk (κοντά στο σημερινό Κίεβο), ανακαλύπτονται ελληνικοί βωμοί και ιερά, πλησίον των οποίων υπάρχουν αποθεματικοί λάκκοι με ανδρικά, γυναικεία και ζωόμορφα ειδώλια, τα οποία αναπαριστούν γνωστές ελληνικές θεότητες, όπως ο γενειοφόρος Διόνυσος, ο Ερμής κ.α. (Shramko B. A., 1987: 128-137: 1996: 67-87, Melyukova A. I., 1989: 75). Για την παρουσία ιερών και βωμών, καθώς και ελληνικών θρησκευτικών τελετών στον οικισμό του Belsk, υπάρχει και η μαρτυρία του Ηροδότου (IV, 108). Η μαρτυρία αυτή σήμερα φαίνεται ότι επαληθεύεται από τα πορίσματα της αρχαιολογικής έρευνας των τελευταίων χρόνων στους οικισμούς της σκυθικής δασοστέπας (Murzin V. Yu., 2005: 36-37).

Κάτι ανάλογο με βωμό ή ιερό βρέθηκε και στην περιοχή της Χαλκιδικής. Χρονολογείται γύρω στον 12ο αι. π.Χ. και αποτελεί αδιάψευστη μαρτυρία της πρώιμης παρουσίας εδώ των Ελλήνων της Νοτίου Ελλάδος. Η ανακάλυψή του έγινε πριν από λίγα χρόνια, στην παραθαλάσσια περιοχή που έχει το όνομα Ποσείδι κοντά στη Μένδη της Χαλκιδικής. Στο φως της ημέρας ήλθαν τα ερείπια ενός σημαντικού ιερού, το οποίο, σύμφωνα με τις σχετικές αναθηματικές επιγραφές, ήταν αφιερωμένο στον Ολύμπιο θεό Ποσειδώνα (Βοκοτοπούλου Ι., 1989: 416-417, 1990α: 402-403, 1991: 309-310, 1992: 443-446, 1993β: 401-402, 1994: 269-270, Moschonissioti S., 1998: 260-261, Γραμμένος Δ. Β., 2004: 79, εικόνα στην σελίδα 71. Σχετικά με άλλα ιερά στον Θερμαίο κόλπο Σουέρεφ Κ., 2000: 49-62). Από την ανασκαφική δραστηριότητα που διεξήχθη στο ακρωτήριο αυτό υπό την επίβλεψη της Ι. Βοκοτοπούλου, κατέστη φανερό ότι η αρχή της λατρευτικής του λειτουργίας ανάγεται στην Υστερομυκηναϊκή Εποχή και εξακολουθεί δίχως διακοπή μέχρι τους ύστερους ελληνιστικούς χρόνους (Βοκοτοπούλου Ι., 1990,: 125). Υπάρχει μόνο ένα ασαφές χρονολογικό κενό κάπου στον 9ο αι. π.Χ. Η έρευνα έδειξε ότι τα λείψανα ενός μεγάλου βωμού από στάχτες χρονολογικά ανάγονται στον 12ο αι. π.Χ. Το πρώτο, μεγάλων διαστάσεων, λατρευτικό κτίριο στον χώρο ανεγείρεται γύρω στον 10ο αι. π.Χ. και σύμφωνα με τα μέχρι σήμερα γνωστά στοιχεία είναι το παλαιότερο σε ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο (Moschonissioti S., 1998: 265 κ.ε.). Η κεραμική, τροχήλατη και χειροποίητη, που ανακαλύφθηκε στο ιερό του Ποσειδώνος, χρονολογείται στους υστερομυκηναϊκούς και υπομυκηναϊκούς χρόνους και βρίσκεται σε άμεση σχέση με αντίστοιχη κεραμική από το Λευκαντί, την Τορώνη και την Τούμπα της Θεσσαλονίκης (αυτόθι: 267).

Το συμπέρασμα που συνάγεται από την παρουσία του βωμού που βρέθηκε στο ακρωτήριο Ποσείδι της Χαλκιδικής είναι η αναμφισβήτητη και απαγκιστρωμένη από μεροληψίες -και όχι βασισμένη αποκλειστικά σε κεραμική και άλλα επείσακτα μυκηναϊκά αντικείμενα- υπόθεση για μια τόσο πρώιμη παρουσία και εγκατάσταση των Ελλήνων στα μέρη αυτά (Τιβέριος M., προσεχώς)[5]. Αυτό τελικά αποδεικνύει περίτρανα ότι η υστερομυκηναϊκή και πρωτογεωμετρική κεραμική που βρέθηκε εδώ μεταφέρθηκε από τους ίδιους τους κατασκευαστές και όχι από διαφόρους μεσάζοντες, προερχομένους από τις ανατολικές ακτές της Μεσογείου όπως παρουσιάζεται στην έρευνα τελευταία από κάποιους μελετητές, δίχως βεβαίως αυτό να αποκλείει την αποδεδειγμένη πλέον παρουσία τους στο Αιγαίο. Ίσως έτσι να έχουμε τελικά μία μαρτυρία της γενικότερης αποικιακής πολιτικής των Ελλήνων, την οποία θα πρέπει να λάβουμε υπ' όψιν και να αναζητήσουμε και σε άλλες περιοχές της Μεσογείου όπου αναπτύχθηκε ελληνική αποικιακή δραστηριότητα.

Κατά συνέπεια η παρουσία των Ελλήνων (όχι απαραίτητα αποικιστών ή εμπόρων, αλλά ίσως αρχικά εξερευνητών) και στη βόρεια παραλία της Μαύρης θάλασσας μπορεί πλέον να θεωρείται επίσης αναμφισβήτητη για τον ίδιο ακριβώς λόγο. Προφανώς, ήδη κατά τον 8ο αι. π.Χ. τουλάχιστον, οι Έλληνες ήταν σε θέση να πλέουν στα νερά του Πόντου -αν και δίχως επαρκή ακόμη αρχαιολογική τεκμηρίωση- αποκτώντας έτσι τη δυνατότητα πρόσβασης σε οικισμούς Παρευξείνιων αυτοχθόνων λαών και άμεσης κοινωνίας και επικοινωνίας με αυτούς (Lordkipanizde Ο. D., 2003: 1315, Gabelia A N., 2003: 1218, Fol A., 1998: 10). Πρόκειται μάλλον για τη λεγομένη «πρωτο-αποικιακή» περίοδο ('proto-colonization', Malkin I., 1998α: 6, 1998β: 13-14). Με τον τρόπο αυτό συμπλήρωναν τις γνώσεις τους για τη δημογραφία, τη γεωγραφία και τη λαογραφία των Παρευξεινίων λαών (Rousyaeva A. S., 1999: 87). Στους λαούς αυτούς δώριζαν ή ίσως αντάλλασσαν με δικά τους τα διάφορα αντικείμενα που βρέθηκαν σε γηγενείς οικισμούς και τάφους (μία από τις πιο σημαντικές μορφές ανταλλαγής: Crielaard J.-P., 2000: 57-58, d'Agostino B., Soteriou A., 1998: 365). Λογικά, λοιπόν, μπορεί κάποιος να συμπεράνει ότι με τη χρήση παρόμοιων τεχνασμάτων, οι ενδιαφερόμενοι ξεπερνούσαν το γλωσσικό εμπόδιο, μιας και οι Παρευξείνιες γλώσσες ήταν ακόμη άγνωστες στους αρχαίους Έλληνες και αντιστρόφως, η ελληνική γλώσσα άγνωστη στους Παρευξείνιους λαούς. Η μόνιμη παρουσία του θεού, η οποία εξασφαλιζόταν με την ίδρυση του ιερού προς τιμήν του, προσέδιδε μεγαλύτερη βαρύτητα στις σχέσεις μεταξύ των δύο λαών.

Ένα άλλο ιερό, πάλι από την περιοχή της Χαλκιδικής, ανακαλύφθηκε κατά τις ανασκαφικές δραστηριότητες στην αρχαία θέση της Σάνης. Οι ανασκαφές που διεξήγε η Ιουλία Βοκοτοπούλου έδωσαν πολύ σπουδαία αποτελέσματα, τα οποία μάλιστα σχετίζονται άμεσα με την προβληματική που εξετάζεται στο παρόν κείμενο για τον ρόλο των ιερών στον προς αποίκιση χώρο και τη μεταξύ αποίκων και γηγενών επικοινωνία. Από τις εκτιμήσεις της ανασκαφέως μαθαίνουμε ότι το υπαίθριο ιερό που υπήρχε εδώ ήταν, κατά πάσα πιθανότητα, αφιερωμένο στη θεά Αρτέμιδα, της οποίας η λατρεία ήταν κοινή και στην Ιωνία. Εντύπωση και ενδιαφέρον προκαλεί η έντονη παρουσία ιωνικών αγγείων στην πρώιμη φάση του ιερού, υποδηλώνοντας κάποια ιδιαίτερη σχέση με τα Ιώνια παράλια. Η Ι. Βοκοτοπούλου υπέθεσε την παρουσία ενός εμπορίου στον χώρο αυτό κατά τον 7ο αι. π.Χ. Σκοπός του εμπορίου φαίνεται πως ήταν η διευκόλυνση των συναλλαγών με τους παράλιους οικισμούς του Θερμαϊκού κόλπου και της Χαλκιδικής, αλλά και με τους γηγενείς κατοίκους της ευρύτερης περιοχής (Βοκοτοπούλου Ι., 1993α: 185-186). Ίσως τον ίδιο σκοπό να εξυπηρετούσε και το ιερό, λείψανα του οποίου έχουν έρθει στο φως από τις ανασκαφές στον χώρο της αρχαίας Οισύμης. Σύμφωνα με τη χρονολόγηση των αρχαιολόγων, το ιερό πρέπει να κτίσθηκε στα τέλη του 7ου αι. π.Χ. (Κουκούλη-Χρυσανθάκη Χ., 1993: 687).

Σε επίρρωση της σοβαρότητας και σπουδαιότητας, την οποία ενέχει η παρουσία των προαποικιακών ιερών-βωμών στο φαινόμενο του αποικισμού κατά την πρώιμη φάση του, και μάλιστα ειδικότερα στον τρόπο, με τον οποίο οι αρχαίοι Έλληνες μετανάστες προσέγγιζαν διάφορους λαούς, αγνώστους ακόμη στους ίδιους, με σκοπό κατά βάση την εμπορία και τη συναλλαγή διαφόρων προϊόντων και πιθανόν στο μέλλον την ίδρυση ενός οικισμού τους, θα μπορούσαμε να αναφέρουμε άλλο ένα παρεμφερές αρχαιολογικό τεκμήριο, αυτή τη φορά από την ενδοχώρα της Θράκης. Πριν από ορισμένα χρόνια, στα πλαίσια του Symposium «Thracia Pontica III», έγινε μία ανακοίνωση σχετικά με τις ανασκαφές στη θέση «Kostantin Tchesma» του οικισμού Debelt, κοντά στο σημερινό Burgas της Παρευξείνιας Βουλγαρικής ακτής. Σε ένα από τα τρία σημεία του υπό ανασκαφή ιερού, βρέθηκε άφθονη αρχαϊκή ελληνική κεραμική, κυρίως χιακοί και ιωνικοί αμφορείς, ξεκινώντας από το δεύτερο μισό του 7ου αι. π.Χ. (Balabanov P., 1986: 228-229). Η κεραμική ανακαλύφθηκε σε λάκκους με τελετουργικό χαρακτήρα. Εδώ ανακαλύφθηκε και ένα μικρών διαστάσεων επίγειο κυλινδρικό κτίσμα. Κατά πάσα πιθανότητα πρόκειται για έναν αρχαϊκό βωμό (αυτόθι: 224-225). Η λειτουργία του αρχαϊκού ιερού παύει στα τέλη του 6ου αι., γεγονός που ίσως να σχετίζεται με την εκστρατεία του Δαρείου στη Σκυθία. Το εν λόγω ιερό ανήκε μάλλον στους Θράκες που κατοικούσαν στην ευρύτερη περιοχή, αν και υπάρχουν ίχνη ποικίλων θρησκευτικών τελετών με διαφορετική μεταξύ τους εθνολογική υπόσταση. Οι Έλληνες από την πρώτη κιόλας στιγμή της λειτουργίας του αντελήφθησαν τη σπουδαιότητα της περιοχής της Δεβελτού, μιας και στο λιμάνι του Burgas εκβάλουν πολλοί μεγάλοι ποταμοί της Θράκης (για τον σπουδαίο ρόλο των ποταμών, βλ. Bouzek J., 1994: 43, Boardman J., 1998: 203). Έτσι, είχαν την ευκαιρία να ανταλλάξουν τα προϊόντα τους με αυτά των Θρακών, η κοινωνία των οποίων φαίνεται ότι ήταν αρκετά ανεπτυγμένη για τέτοιου είδους δραστηριότητα, σε αντίθεση με αυτή της σκυθικής στέπας και ίσως και της δασοστέπας (Porozhanov Κ., 2002: 377-389, Nedev D., Panayotova Κ., 2003: 100-101, 116117 με παραπομπές σε σχετική βιβλιογραφία).

Κοντά στο ιερό βρέθηκε και ένας μεγάλος αποθηκευτικός χώρος με αμφορείς και άλλη κεραμική. Μπορεί κάποιος να αντιληφθεί ότι πλησίον του ιερού λειτουργούσε και ένα σημαντικό εμπορικό κέντρο, το οποίο διευκόλυνε τις συναλλαγές μεταξύ Ελλήνων και Θρακών (Balabanov P., 1986: 226-227). Ίσως ένας από τους λόγους που στα κατοπινά χρόνια (γύρω στο 610 π.Χ.) οι Μιλήσιοι έκτισαν εκεί κοντά την Απολλωνία Ποντική, ήταν ακριβώς η παρουσία ενός τόσο σημαντικού χώρου, ο οποίος προσέφερε τεράστιες δυνατότητες επικοινωνίας με την πλούσια ενδοχώρα της Θρακικής γης (de Boer J., 1994: 93-94, Nedev D., Panayotova Κ., 2003: 100-101, 116-117). Αυτό το γεγονός αποδεικνύει για άλλη μια φορά ότι ο ελληνικός αποικισμός πρέπει να αντιμετωπίζεται και να μελετάται μέσα από το σύνθετο πρίσμα των αμφίδρομων πολιτικών, πολιτιστικών, οικονομικών και άλλων επαφών ανάμεσα στους μετανάστες και σε γηγενείς λαούς (Iessen A. A., 1947, Malkin I., 2002: 152-159, Skele M., 2002: 1, 24, 30, 33, 45).

Ένα άλλο ελληνικό ιερό ή βωμός, αφιερωμένος στη θεά Ήρα, φαίνεται πως είχε κτισθεί στην Graviska, στην Tarquinia της Ιταλίας (Torelli M., 1971: 55-60, 1986: 46-48, Tronchetti C., 1988: 66). Στον χώρο αυτό βρέθηκε πρόσφατα από τους αρχαιολόγους ένας μεγάλος αριθμός ελληνικών αποθηκευμένων αμφορέων (Scheibler I., 1992: 196-197). Επιπρόσθετα, σύμφωνα με τους μελετητές, ένα παρόμοιο ιερό είχε κτισθεί στη Θέρμη της Θεσσαλονίκης κατά τη διάρκεια της Γεωμετρικής εποχής. Το ιερό αυτό εξασφάλιζε την ειρηνική συμβίωση ανάμεσα στους Έλληνες και τους Θράκες της περιοχής (Tiverios M., 1990: 79-80). «On peut donc se demander si la naissance des sanctuaires en certains de ces lieux ne résulta pas de la formalisation, lors de la fondation d'une cité à proximité, de pratiques indécelables de prises de contacts temporaires entre navigateurs grecs et populations autochtones sous la protection de la divinité, le même lieu de culte assumant ainsi, du fait de l'ambivalence de la divinité, un rôle primordial simultanément ou successivement dans les échanges et dans la prise de possession territoriale» (de Polignac F., 1998: 28).

Το φαινόμενο αυτό, βεβαίως, είναι γενικότερο: «La colonizzazione greca non è un' entità riducibile ad unum, cosi come differenti sono le 'risposte' degli autoctoni ed i modelli di esperienza civile che essi realizzarono sul continente italico» (Greco E., 2002: 207, Bonfante L., 2002: 44-46). Ο αρχαιολόγος Peter van Dommelen, μελετώντας τον αποικισμό και τις τοπικές εθνότητες στη Σαρδηνία, κατέληξε στο γενικό συμπέρασμα ότι «the Sardinian case study underscores the complexity of colonial situations in much the same way as theoretical considerations and ethnographic observations have undercut the colonial divide as an absolute opposition. They effectively undermine conventional dualist representations of colonialism» (van Dommelen P., 2002: 141). O Irad Malkin πιστεύει ότι το θεωρητικό μοντέλο του «Middle Ground» (διατυπωμένο από τον Richard White) είναι προτιμότερο και μπορεί ικανώς να εφαρμοσθεί κατά τη μελέτη του πρώιμου ελληνικού αποικισμού (Malkin I., 2002: 151 κ.ε.).

Ένα άλλο εξίσου χαρακτηριστικό παράδειγμα της μεγάλης σημασίας που είχε η παρουσία ενός βωμού ή ιερού λίγο πριν από την εμφάνιση του μόνιμου οικισμού, είναι και η περίπτωση της Ποσειδωνίας (σύγχρονη Paestum), στη Δυτική Ιταλική ακτή, κοντά στον αρχαίο οικισμό της Κύμης, στον κόλπο του Salerno (αρκετές λεπτομέρειες σχετικά στο Pugliese Carratelli G., 1996: 148-149). Συγκεκριμένα, πρόκειται για ένα ιερό, αφιερωμένο στη θεά Ήρα, δηλαδή για ένα Ηραίο, το οποίο ήταν κτισμένο στην εκβολή του ποταμού Sele (κατά την αρχαιότητα «Σίλαρος»). Ως γνωστόν, η ίδρυση του οικισμού της Ποσειδωνίας στην περιοχή αυτή χρονολογείται στο 600 π.Χ. περίπου, από Έλληνες της Συβάρεως (Greco E., 2001: 103, Skele M., 2002: 1, 28). Οι αρχαιολογικές έρευνες που διεξήχθησαν στη θέση του αρχαίου ιερού, αλλά και σε ένα άλλο, σύγχρονο με το προηγούμενο, ιερό στην περιοχή Fonte di Roccadaspide, επίσης αφιερωμένο στην Ήρα, έφεραν στο φως αρκετά πρώιμα κεραμικά ευρήματα, μεταξύ των οποίων και ένα υπομυκηναϊκό όστρακο (Skele M., 2002: 20). Από την ανάλυση της κεραμικής, κατέστη φανερό ότι η λειτουργία των ιερών προηγείται της άφιξης των Συβαριτών αποικιστών στην περιοχή του κόλπου του Salerno κατά 30 περίπου χρόνια (όπ. πρ.: 23-24, 32). Αξίζει να αναφερθεί το γεγονός ότι το μεν πρώτο Ηραίο βρισκόταν στην εκβολή του ποταμού και κάπου 7 χμ μακριά από τη θέση του κατοπινού οικισμού της Ποσειδωνίας, το δε Ηραίο στη θέση Fonte di Roccadaspide ήταν κτισμένο μέσα στην ενδοχώρα της πεδιάδας του ποταμού Sele (Skele M., 2002: 84). Τα δύο αυτά ιερά είχαν παίξει τον σπουδαιότερο ρόλο στις εμπορικές συναλλαγές πριν από την εμφάνιση του ελληνικού οικισμού εδώ, μεταξύ των Ελλήνων, μάλλον Συβαριτών, και Ετρούσκων, οι οποίοι κατοικούσαν στην πεδιάδα του ποταμού και στο Pontecagnano. «The deltaic Plain was a meeting place for a variety of peoples, especially considering the increasing role of trade during the period under discussion, and its position at the end of a mountain pass giving access to maritime trade routes to East» (αυτόθι: 17).

Γίνεται λόγος και για παρουσία ενός πρώιμου εμπορίου (trading post) στην περιοχή, βάσει των υπαρχουσών αρχαιολογικών ενδείξεων (αυτόθι: 18-19). Όταν οι Συβαρίτες πείσθηκαν για τη σπουδαιότητα της τοποθεσίας αυτής και για τις προοπτικές μίας μεγαλύτερης και επίσημης πλέον ελληνικής μόνιμης εγκατάστασης, η οποία θα κατείχε βασικό ρόλο στις εμπορικές σχέσεις με την Ανατολή (κυρίως τη Μίλητο και την Κόρινθο: αυτόθι: 36), έστειλαν εκεί αποίκους. Βέβαια, όπως αναφέρει και ο Skele, «there is little doubt that Sybaris and the famous trade route were important for Poseidonia at the beginning, and were even an important consideration in its foundation, but undoubtedly an equally powerful motivation was simply that life around the Plain of Sybaris was getting crowded, and there was land available at the doorstep of the friendly Etruscans» (όπ. πρ.: 37). Η διαπίστωση αυτή δείχνει την πραγματική ουσία του ελληνικού αποικισμού και τον ή τους σκοπούς, τους οποίους αυτός εξυπηρετούσε κατά την αρχαιότητα.

Επιστρέφοντας στον Εύξεινο Πόντο θα ήταν παράλειψη να μην γίνει έστω και μία σύντομη αναφορά σε κάποια ιερά που είχαν άμεση σχέση με την παρουσία των Ελλήνων και τις αποικιακές τους δραστηριότητες στο βορειοδυτικό τμήμα του. Συγκεκριμένα, στον χώρο της Ολβίας και στην ευρύτερη περιοχή του ποταμού Κάτω Μπουγκ (κατά την αρχαιότητα Ύπανις), υπάρχουν ενδείξεις -μέσα στην αρχαία ελληνική γραμματεία αλλά και από τις αρχαιολογικές έρευνες- ότι με την ίδρυση της πόλης αυτής αρχίζει ταυτόχρονα και η λειτουργία ορισμένων αμιγώς ελληνικών ιερών, εντός και εκτός άστεως. Προηγουμένως έγινε αναφορά στο λεγόμενο «Δυτικό» τέμενος της Ολβίας, η ίδρυση του οποίου ανάγεται στο τέλος του πρώτου τετάρτου του 6ου αι. π.Χ., δηλαδή όταν κτίζεται και το ίδιο το άστυ (Rousyaeva A. S., 1986: 51-52, 1998: 13-17, Kryzhytskyy S. D., Krapivina V. V., Lejpunskaja N. A., Nazarov V. V., 2003: 399, Bouyskikh S. B., 2004: 83, Bouyskikh A. V., 2005α: 33 κ.ε.). Εκτός από το τέμενος στην Ολβία, την ίδια χρονική στιγμή -στο δεύτερο τέταρτο του 6ου αι. π.Χ.- ιδρύονται και άλλα ιερά εκτός άστεως, όπως το ιερό στην περιοχή Beykoush (Bouyskikh S. B., 2004: 85) και το ιερό στη νήσο Λεύκη, που αν και πανελληνίου εμβελείας, φαίνεται πως είχε ιδρυθεί από τους ίδιους τους Ολβιοπολίτες (Okhotnikov S. B., Ostroverkhov A. S., 1993: 106 κ.ε., Okhotnikov S. B., 1998: 38 κ.ε.). Για την παρουσία άλλων ιερών στην περιοχή αυτή, Bouyskikh S. B., 2004: 83-86).

Αυτό, όπως και κάποια άλλα στοιχεία (για περισσότερες πληροφορίες Petropoulos E. Κ., 2005), φανερώνει και ταυτόχρονα αποδεικνύει για άλλη μία φορά το γεγονός ότι το μεταναστευτικό κίνημα των αρχαίων Ελλήνων τουλάχιστον προς τον Εύξεινο Πόντο δεν ήταν ούτε τυχαίο και αυθόρμητο όπως πίστευαν μέχρι πρότινος οι μελετητές, αλλά ούτε και εστερείτο οργανωτικού σχεδιασμού. Όλες πλέον οι ενδείξεις καταδεικνύουν ότι από τα πρώτα κιόλας χρόνια της εμφάνισης και εγκατάστασής τους στον ευρύτερο Παρευξείνιο χώρο, οι μετανάστες δρούσαν βάσει ενός καλά οργανωμένου και καταρτισμένου σχεδίου.[6] Το πλάνο αυτό κατά πάσα πιθανότητα είχε σχεδιασθεί στη μητρόπολη -ή στις μητροπόλεις- πριν ακόμη ξεκινήσουν οι πρώτες ομάδες των αποδήμων να καταφθάνουν στην περιοχή από την Ιωνία (αυτόθι). Βάσει παρόμοιου σχεδίου θα πρέπει να είχε αρχικά πραγματοποιηθεί και η εγκατάσταση Ελλήνων από διάφορες ελληνικές πόλεις στη Ναύκρατη της Αιγύπτου, γεγονός που εμμέσως πλην σαφώς φανερώνεται από τα τέσσερα τεμένη που υπήρχαν στο οικιστικό της συγκρότημα (Ηροδότου ΙΙ, 178), η παρουσία των οποίων τεκμαίρεται (πλην του τεμένους του Διός) σήμερα και από τα πορίσματα της αρχαιολογικής σκαπάνης στον αρχαιολογικό χώρο (Möller A., 2000: 94-113).

Έπειτα από τα όσα αναφέρθηκαν, είναι εύκολο για κάποιον να αντιληφθεί τη μεγάλη σημασία που έχει η διεξοδική και συγκριτική μελέτη του αποικισμού για την αρχαία ελληνική ιστορία και ειδικότερα για την κατανόηση των κοινωνικών και πολιτικών ζυμώσεων στον αρχαίο ελλαδικό χώρο. Ανάμεσα στους μηχανισμούς της μεταναστευτικής πολιτικής η παρουσία των ιερών και των βωμών στον προς αποίκηση χώρο φαίνεται πως υπήρξε καθοριστική και άκρως αναγκαία. Αλλά, σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία της έρευνας, ακόμη και στις ίδιες τις μητροπόλεις, όπως για παράδειγμα στην Κόρινθο, η ίδρυση περιφερειακών ιερών και βωμών αποτελούσε μέρος της γενικότερης πολιτικής τους, που ως απώτερο στόχο είχε την περαιτέρω επέκταση των συνόρων τους και οικειοποίηση νέων εδαφών που βρίσκονταν πέρα από αυτά (Thomas C. G., Conant C., 1999: 124: «Corinth is an excellent early example of the practice of announcing territorial claims through the construction of a sanctuary»). Όπως δείχνουν τα πράγματα, οι ανασκαφικές έρευνες έχουν πάρα πολλά ακόμη να μας προσφέρουν και ευελπιστούμε να εξακολουθήσουν με αμείωτο ενδιαφέρον στις διάφορες αρχαίες θέσεις τόσο στη Μεσόγειο, όσο και στον Εύξεινο Πόντο.
------------------------------
1 Μέσα στο 2007, είναι σχεδιασμένη η δημοσίευση ενός νέου συλλογικού έργου με τον ίδιο τίτλο (Ancient Greek Colonies in the Black Sea - 2), το οποίο θα εκδοθεί από τις έγκριτες βρετανικές αρχαιολογικές σειρές British Archaeological Reports, International Series. Με τη συλλογική αυτή προσπάθεια, ολοκληρώνεται η αρχαιολογική παρουσίαση των υπό ανασκαφή αρχαίων ελληνικών οικισμών του Παρευξείνιου χώρου. Μία άλλη πρόσφατη έκδοσηείναι του University of Exeter Press, Scythians and Greeks: Cultural Interactions in Scythia, Athens, and the early Roman Empire (sixth century B.C. - first century A.D.), edited by D. Braund, Exeter, 2005. Βιβλιοκρισία του έργου υπάρχει στον διαδικτυακό τόπο τουBryn Mawr Classical Review: http://ccat.sas.upenn.edu/bmcr/2005/2005-12-19.html, reviewed by Elias K. Petropoulos.
2 Ως γνωστόν, μία από τις κύριες αιτίες του αποικισμού που συνήθως προβάλλονται στην έρευνα αποτελεί η έλλειψη γης στη μητροπολιτικη Ελλάδα (π.χ., βλ. Thomas C. G., Conant C., 1999: 125-134). Οι πρόσφατες μελέτες, ωστόσο, υποστηρίζουν ότι μάλλον δεν πρέπει να υφίστατο παρόμοιο πρόβλημα, εφόσον στη Ν. Ελλάδα υπήρχαν άφθονες ελεύθερες εκτάσεις (Cherry J. F., Davis J. L., 1998: 220-221, de Angelis F., 1994: 95 κ.ε., Foxhall L., 2005: 78 κ.ε.).
3 Το πρόβλημα που είχε προκύψει από τη νέα ταύτιση του οικισμού που βρέθηκε στο Primorskiy Boulvar της Οδησσού της Ουκρανίας με το «Βορυσθενεϊτέων εμπόριον» του Ηροδότου (Δ, 17) -το οποίο ως γνωστόν είναι ταυτισμένο στην έρευνα με τον οικισμό στο νησάκι Berezan-, φαίνεται ότι τελικά διευθετήθηκε και μάλιστα από τους ίδιους τους υποστηρικτές της, οι οποίοι ισχυρίζοντο ότι ανεκάλυψαν μιλησιακή κεραμική του δευτέρου μισού του 7ου αι. π.Χ. (εκτενέστερα, βλ. Petropoulos E. Κ., 2005: 108). Σήμερα κατέστη σαφές ότι ο οικισμός στο Primorskiy Boulvar είναι κτίσμα Ιστριανών και χρονολογείται στα μέσα του 6ου αι. π.Χ. (Dobrolyubskiy A. Ο., Krasnozhon A. V., 2005: 172-178).
4 Συγκεκριμένα για την περιοχή του Κιμμερικού Βοσπόρου ο Ηρόδοτος αναφέρει: «Δυσχείμερος δὲ αὕτη ἡ καταλεχθεῖσα πᾶσα χώρη οὕτω δή τί ἐστι, ἔνθα τοὺς μὲν ὀκτὼ τῶν μηνῶν ἀφόρητος οἷος γίνεται κρυμός, ἐν τοῖσι ὕδωρ ἐκχέας πηλὸν οὐ ποιήσεις, πῦρ δὲ ἀνακαίων ποιήσεις πηλόν· ἡ δὲ θάλασσα πήγνυται καὶ ὁ Βόσπορος πᾶς ὁ Κιμμέριος, καὶ ἐπὶ τοῦ κρυστάλλου οἱ ἐκτὸς τάφρου Σκύθαι κατοικημένοι στρατεύονται καὶ τὰς ἁμάξας ἐπελαύνουσι πέρην ἐς τοὺς Σίνδους» (IV, 28). Τα στοιχεία που μας παρέχει στο χωρίο αυτό ο αρχαίος ιστορικός για την επί οκταμήνω κρυστάλλωση των υδάτων του Κιμμερικού Βοσπόρου σε βαθμό ώστε να είναι δυνατή η διαπεραίωση από την ανατολική όχθη στη δυτική και το αντίστροφο, σήμερα αμφισβητούνται από τους μελετητές: Maslennikov A. A., 2001: 309-317. Επίσης, επί του θέματος αυτού πρόσφατα διατυπώθηκαν νέες αμφιβολίες: Paromov Ya. M., 2005: 247-250. Περισσότερα και πιο πρόσφατα δεδομένα για την οικολογία της ευρύτερης περιοχής του Κιμμερικού Βοσπόρου, βλ. Gorlov Yu. V., Kaytamba M. D., Poromov A. V., 2005: 97-101.
5 Θερμές ευχαριστίες στον Καθηγητή Κλασικής Αρχαιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, κο Μ. Τιβέριο, για την ευγενική παραχώρηση του χειρογράφου.
6 Σε αντίθεση με ό,τι πιστεύουν ορισμένοι μελετητές: J.MHajte, 2007.

Προς την Θεογνωσία

Στην πραγματικότητα, σαν «πνευματικές οντότητες» υπάρχουμε ήδη αυτόνομα μέσα στην ''Θεία'' Πραγματικότητα, στον Υπερβατικό Χώρο, στον Χώρο της Αιωνιότητας...

Όταν διερευνούμε ένα φαινόμενο, θα πρέπει να εξετάζουμε το φαινόμενο, σε όλες τις λειτουργίες του... διαφορετικά η «αντίληψη» που αποκομίζουμε είναι περιορισμένη, αποσπασματική, και σε τελευταία ανάλυση μη-αληθής...

Πως θα «ορίσουμε» τον άνθρωπο; Συνείδηση, οργανισμός (ύλη). Τι είναι αυτά; Πως συσχετίζονται;... Όλοι οι μεγάλοι στοχαστές διερεύνησαν βιωματικά τα φαινόμενα αυτά και μετά «διατύπωσαν» θεωρίες... Οι άλλοι υιοθέτησαν ή διατύπωσαν θεωρίες, για να ερμηνεύσουν την πραγματικότητα...

Ποια είναι όμως η αλήθεια; η λογική αλήθεια;... Έτσι καταλήγουμε σε τρία πολύ βασικά συμπεράσματα (κατ’ αρχήν)…

Πρέπει να διερευνούμε το φαινόμενο άνθρωπος σε όλη την «έκτασή» του...

Πρέπει να διερευνούμε σε μία «πραγματική βάση» τα φαινόμενα κι όχι μέσα από θεωρίες...

Η αλήθεια είναι προσωπική κατάκτηση, πράξη, του καθενός... στην οποία καλούμαστε να κατακτήσουμε την ίδια την ύπαρξή μας, την ζωή, την δραστηριότητά μας...

Τι είναι τελικά ο άνθρωπος; Μήπως θα έπρεπε να ορίσουμε τον άνθρωπο σαν μία «Δυναμική Ύπαρξη», «Εξελισσόμενη Ύπαρξη», που μπορεί να «είναι» και να «βιώνει» πολλές καταστάσεις;

Ο άνθρωπος είναι:

1. Καθαρή Συνείδηση (πνεύμα) και μπορεί να επιβιώνει σαν καθαρά συνείδηση, αυτόνομα, (στο τέλος μίας πνευματικής εξέλιξης, ολοκλήρωσης...).
2. Συνείδηση σε «σύνδεση» με ένα βιολογικό οργανισμό... οπότε έχει εμπειρία ενός «ψυχοβιολογικού όλου»...
3. Συνείδηση που μπορεί να «απορροφιέται» μέσα στην υλική δραστηριότητα... και να αντιλαμβάνεται («ψευδώς») ότι «είναι» επιφαινόμενο της ύλης, που την κυβερνά και την παρασέρνει μέσα στην «υλική ύπαρξη».

Ο άνθρωπος είναι και μπορεί να είναι όλα αυτά, και ταυτόχρονα και ξεχωριστά... ανάλογα με το «που» στρέφεται κι αποροφιέται η συνειδητότητα (ανάλογα δηλαδή από το από «που» παίρνει η Συνείδηση πληροφορίες...).

Η πνευματική άνοδος, η πνευματική γέννηση στους Κόλπους της ''Θείας'' Πραγματικότητας, οδηγεί στην «αντίληψη μίας νέας πνευματικής ύπαρξης»... Όσο «πλαταίνει η συνειδητότητα», τόσο αντιλαμβανόμαστε την ύπαρξή μας σαν «πνευματική οντότητα» (χωρίς να αποκοβόμαστε από την σύνδεσή μας με το σώμα, με την αντίληψη του ψυχοβιολογικού όλου και της υλικής ύπαρξης... που όμως «υποβαθμίζονται σαν πηγές βιώματος και πληροφόρησης... αφού «ζούμε σαν «πνεύμα» μέσα στο σώμα, κι όχι σαν «ψυχοβιολογικό όλο» μέσα από τις ψυχονοητικές λειτουργίες και τις αισθήσεις...). Στην πραγματικότητα, σαν «πνευματικές οντότητες» υπάρχουμε ήδη αυτόνομα μέσα στην ''Θεία'' Πραγματικότητα, στον Υπερβατικό Χώρο, στον Χώρο της Αιωνιότητας... Η «ύπαρξή» μας έχει μετατεθεί στην Συνείδηση και δεν στηρίζεται πιά στην «σύνδεσή» μας με το σώμα (Αυτή είναι η «πνευματική μεταμόρφωση», η «πνευματοποίηση» του ανθρώπου)…

Η «πνευματική ύπαρξη», στην οποία αναδυόμαστε όταν ανυψωνόμαστε ως την Καθαρή Συνείδηση, είναι «ύπαρξη μέσα στην ''Θεία'' Πραγματικότητα». Η πνευματική οντότητα είναι «ο άνθρωπος Εντός του Θεού», στους Κόλπους του όλου... Αυτή η Κατάσταση Είναι η Αληθινή Ζωή, η Αιώνια Ζωή... Θα πρέπει κάποιος, μόνος του, να βιώσει αυτή την Κατάσταση, για να βγάλει μόνος του τα συμπεράσματά του... κι όχι να βασίζεται είτε σε ιδέες που παρουσιάζονται εδώ, είτε σε θεωρίες κι απόψεις...

Κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να φτάσει στην Αληθινή Αυτογνωσία, «της Ύπαρξής του, σαν πνευματικής οντότητας μέσα στους Κόλπους του όλου», αν δεν «ανυψωθεί» ως την Καθαρή Ουσία του. Η πνευματική ύπαρξη, η πνευματική ζωή μέσα στην ''Θεία'' Πραγματικότητα, η αντίληψη ότι ζούμε αυτόνομα μέσα στον πνευματικό χώρο κι ότι θα ζούμε για πάντα (ακόμα κι όταν πάψει να υπάρχει το σώμα) δεν είναι απλά το πέρασμα στην Αληθινή Ζωή, στην Αιώνια Ζωή ενόσω είμαστε ζωντανοί (πέρα από την ζωή και τον θάνατο του σώματος)... είναι και η μόνη αληθινή «σωτηρία» που υποσχέθηκε ο Ιησούς στους μαθητές του (και σε όσους θα γίνονταν μαθητές του).

Τι Είναι Ζωή; Το να Γνωρίσουμε το όλον, να Ανυψωθούμε ως στο όλον... Κι αυτό μπορούμε να το κάνουμε μόνο «εν πνεύματι», όταν μεταμορφωθούμε πνευματικά, όταν γίνουμε πνευματικές οντότητες, όταν αρχίσουμε να υπάρχουμε σαν πνευματικές οντότητες στους Κόλπους του όλου (πνευματική μεταμόρφωση, που εξαγιάζει και τις κατώτερες ψυχονοητικές λειτουργίες και το σώμα)... Διαφορετικά, χωρίς πνευματική γέννηση μέσα στη ''Θεία'' Πραγματικότητα, ο ''Θεός'' που φτιάχνουν οι άνθρωποι «Μένει» Μακριά και Ξένος...

Μέσα στις θρησκείες δεν ακολουθούν όλοι την γραμμή των ιδρυτών τους, των μαθητών, των μυστικών πατέρων... Κάποιοι, ανήμποροι να ανυψωθούν ως το Πνεύμα, ως την πνευματική γέννηση, υποστηρίζουν ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να είναι «παρά μόνο ψυχοβιολογικό όλο»... Αυτό δεν το είπε ποτέ ο Ιησούς, οι μαθητές του, οι μυστικοί πατέρες, η αληθινή ορθοδοξία... Αυτοί λοιπόν οι κάποιοι (που θέλουν να ονομάζονται πιστοί, και αυτοπροσδιορίζονται σαν οι μόνοι εκφραστές της «ορθοδοξίας») υποστηρίζουν ότι ο άνθρωπος μπορεί να διασωθεί μόνο σαν ψυχοβιολογικό όλο... Έτσι πιστεύουν, ότι μέσω της «πίστης» τους και της εσχατολογικής ανάστασης (οπότε θα λάβουν άφθαρτα σώματα), θα διασωθούν... Γι’ αυτούς, αυτή είναι η αληθινή σωτηρία... Αλλά η «εσχατολογική μεταμόρφωση» του κόσμου, πέρα από τις όποιες ερμηνείες της, είναι κάτι που Γνωρίζει μόνο ο ''Θεός'', και για μας τους ανθρώπους, έχει ελάχιστη πρακτική σημασία...

Αν κάποιος δεν Γνωρίσει Αληθινά το όλον, εν ζωή... αν μένει «πνευματικά» ξένος... πως θα το γνωρίσει σε μία εσχατολογική ανάσταση;... Η «πνευματική ένωση με τον όλον», η «πνευματική μεταμόρφωση του ανθρώπου», πρέπει να γίνει Τώρα, Εδώ, ενόσω ζούμε... Αλλιώς...

To «εσωτερικό παιδί» που κουβαλάμε πάντα εντός μας

«Όλοι κρύβουμε τελικά ένα παιδί μέσα μας». Μια φράση την οποία σίγουρα κι εσύ έχεις πει ή έχεις ακούσει να τη λένε άλλοι για σένα ή για άλλους γύρω σου.

Οι ειδικοί χρησιμοποιούν -όπως πάντα άλλωστε- λίγο πιο προσεγμένο λεξιλόγιο και στην περίπτωση αυτή μιλούν για ένα «εσωτερικό παιδί». Πρόκειται για μια ψυχική οντότητα, έναν ψυχικό οργανισμό, ο οποίος υπάρχει σε όλους τους ανθρώπους, είναι συνήθως καλά κρυμμένος στην ψυχή μας κι αποτελεί ένα μέρος της προσωπικότητάς μας, το οποίο παραμένει παιδί. Ένα παιδί με τα καλά, αλλά και με τα αδύναμα σημεία του, ένα μικρό (από λίγων μηνών εως και κάποιων λίγων χρόνων) πλασματάκι που φωλιάζει μέσα μας και το οποίο δίνει το παρόν του στην ενήλικη ζωή μας, με άμεσο ή έμμεσο τρόπο.

Αλλά ας τα πάρουμε από την αρχή τα πράγματα. Αυτό το παιδί μπορεί να έχει τρεις εκδοχές: να είναι ανεύθυνο ή ιδιότροπο, να είναι πληγωμένο και τέλος να είναι μαγικό. Όποια μορφή κι αν έχει, το εσωτερικό μας παιδί, ακόμα κι αν δεν αναγνωρίζουμε την ύπαρξή του, κάνει αισθητή την παρουσία του, με χίλιους δυο τρόπους, όπως είναι τα όνειρα, οι ψυχολογικές μεταπτώσεις, ακόμα και οι ψυχοσωματικές ενοχλήσεις.

Πόσες φορές άλλωστε, δεν έχεις ακούσει από φίλους σου για επίμονους πονοκεφάλους ή πόσες φορές δεν έχει ξυπνήσει, έχοντας δει κάποιο όνειρο το οποίο, από τη μια δε μπορείς να εξηγήσεις, αλλά από την άλλη, αν το καλοσκεφτείς, εκφράζει μια βαθύτερη παιδική σου επιθυμία;

Ας ξεκινήσουμε, όμως, με τα θετικά νέα και ας αναλύσουμε λίγο το «μαγικό» εσωτερικό παιδί. Όλοι μας ζήσαμε τα πρώτα χρόνια της ζωής μας, αυτή τη μαγική περίοδο χάριτος. Παίζαμε ατελείωτες ώρες με τα αγαπημένα μας παιχνίδια, βάζαμε τη μαμά ή το μπαμπά να μας διηγηθούν ό, τι παραμύθι γνώριζαν, μασουλούσαμε ό, τι ώρα μας ερχόταν η επιθυμία για φαγητό και κοιμόμασταν όποτε θέλαμε και για όσο θέλαμε. Μονοπωλούσαμε το ενδιαφέρον όλων στην οικογένεια κι ακόμη και στην περίπτωση που αυτό δε συνέβαινε πάντα, ένα κλάμα μας αρκούσε για να κινητοποιηθούν όλοι.

Κι επειδή για όλα τα ωραία υπάρχει κι ένα τέλος, ήρθε και η ώρα που κληθήκαμε όλοι, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, να εγκαταλείψουμε αυτόν τον παράδεισο και να ενσωματωθούμε σιγά-σιγά στον πραγματικό κόσμο των μεγάλων. Στην περίπτωση λοιπόν που η μετάβαση αυτή έγινε ομαλά και αρκετά στοιχεία από την παιδική μας ηλικία, μπόρεσαν να διασωθούν και να ενταχθούν αρμονικά στην ενήλική μας προσωπικότητα, έχουμε την εμφάνιση του μαγικού παιδιού, όπου η αίσθηση του θαυμασμού μας για τα πάντα, η αγάπη μας για το παιχνίδι, ο ενθουσιασμός μας, ο απλός τρόπος σκέψης μας, η δημιουργικότητα και ο αυθορμητισμό μας, πλαισιώνουν κι εμπλουτίζουν τη ζωή μας, την κάνουν πιο ενδιαφέρουσα, πιο αυθεντική και λιγότερο προβλέψιμη. Άλλωστε, όλοι οι ειδικοί συμφωνούν ότι είναι απαραίτητο να μείνουμε κατά κάποιο τρόπο παιδί, όσο και αν μεγαλώνουμε.

Είναι από την άλλη κι αυτό το «ανεύθυνο» εσωτερικό παιδί. Η ιστορία του και πάλι -όπως φαντάζεσαι κι εσύ- έχει αφετηρία την παιδικότητα και την ανεμελιά των πρώτων του χρόνων στη ζωή, με τη διαφορά ότι εδώ η προσγείωση στον κόσμο των μεγάλων, ίσως να έγινε κάπως ανώμαλα και στην ουσία η πραγματική ενηλικίωσή μας δεν έγινε ποτέ. Έτσι, το τμήμα της παιδικότητας το οποίο συνδέεται με την ικανοποίηση κάθε μας ανάγκης στο εδώ και τώρα ή με την ανάγκη προστασίας μας από κάποιον, παίρνει τη μορφή παλιμπαιδισμού και μας κάνει να παραμένουμε οκνηροί κι ανεύθυνοι, δραπετεύοντας από τα προβλήματα και τις ευθύνες της ενήλικης ζωής.

Kαι τώρα ήρθε η ώρα για το «πληγωμένο» και πολυσυζητημένο εσωτερικό μας παιδί. Επιστρέφουμε και πάλι σε εκείνα τα ονειρεμένα χρόνια που ήμασταν μικροί. Ενώ μεγαλώναμε σιγά σιγά, τα στοιχεία του χαρακτήρα μας άρχισαν να αχνοφαίνονται κι αυτό που οι ψυχολόγοι ονομάζουν προσωπικότητα (ή αλλιώς προσωπείο ή μάσκα), άρχιζε να χτίζεται από μικρά πετραδάκια. Θωρακιστήκαμε, χωρίς να το πολυκαταλαβαίνουμε με διάφορα συστήματα και μηχανισμούς άμυνας, γιατί πώς αλλιώς θα μπορούσαμε να τα βγάλουμε πέρα σε έναν δύσκολο και απαιτητικό κόσμο;

Καταλάβαμε κάπου στην πορεία ότι το τίμημα για να γίνουμε αποδεκτοί στον κόσμο των μεγάλων ήταν ακριβό κι αυτό έγινε, χάνοντας την επαφή μας με το (μαγικό) εσωτερικό μας παιδί. Άλλωστε, ένα μικρό παιδί για να επιβιώσει χρειάζεται την αγάπη και την αποδοχή των γονιών του και για το σκοπό αυτό μπορεί να θυσιάσει μεγάλο μέρος του αυθορμητισμού και της αυθεντικότητάς του. Μπορεί λοιπόν να αρχίζει ν’ αποθηκεύει με τον καιρό εμπειρίες που σχετίζονται με τον φόβο, την απόρριψη, την ανικανότητα, την απογοήτευση ή την απουσία και με αυτό τον τρόπο να αρχίζει να χτίζει τις άμυνές του και τις λαθεμένες του αντιδράσεις πάνω στα καθημερινά ζητήματα της ζωής.

Έτσι, περνώντας τα χρόνια, πολλοί από εμάς κρύβονται πίσω από την καλοφτιαγμένη τους μάσκα, αρνούνται να βγάλουν από πάνω τους αυτό το στενό κουστούμι που τους έκαναν δώρο κάποιοι άλλοι και νιώθουν πίεση στο στενό καλούπι που μπήκαν μια μέρα. Είναι μια φυγόκεντρη πορεία, η οποία μπορεί να συνεχιστεί για πολλά χρόνια, ίσως και για μια ολόκληρη ζωή, αφού δεν είναι λίγοι αυτοί που δεν αντέχουν τις ριζικές αλλαγές και θεωρούν λιγότερο οδυνηρή την δυσάρεστη τωρινή τους πραγματικότητα.

Η τελευταία περίπτωση, είναι μια κατάσταση στην οποία η προσοχή κι η ενέργεια του πληγωμένου εσωτερικού παιδιού, περιστρέφεται μονότονα γύρω από αυτές τις δυσάρεστες εμπειρίες. Η ζωή του ατόμου που κουβαλάει αυτό το παιδί είναι ένα ψυχόδραμα, με διαφορετικούς ίσως πρωταγωνιστές, αλλά με το ίδιο πάντα φινάλε. Έχει αποχωριστεί ο ενήλικας πλέον άνθρωπος από την παιδικότητά του και το εσωτερικό παιδί μέσα του νιώθει εγκαταλελειμμένο. Δυστυχώς, το άτομο αδυνατεί να κατανοήσει τις ανώριμες αντιδράσεις του κρυμμένου αυτού παιδιού, νιώθοντας απέχθεια και ενοχές γι’ αυτήν την πλευρά του χαρακτήρα του, ενώ το παιδί διαμαρτύρεται ασταμάτητα, όχι μόνο για τα χρόνια που χάθηκαν, αλλά και για την ολοκληρωτική αδιαφορία από τον ενήλικο συγκάτοικό του.

Όλα δείχνουν ότι ενήλικας και εσωτερικό παιδί, πρέπει να δημιουργήσουν μια αληθινή σχέση, να μάθουν να επικοινωνούν με αγάπη, αμοιβαία εμπιστοσύνη κι ειλικρίνεια. Κι όλα αυτά, χάρη στη συνειδητή ωριμότητα του ενήλικα. Ο ενήλικας, δε θα πανικοβάλλεται πια από την αδυναμία και τα ξεσπάσματα του παιδιού, αλλά θα το ακούει και θα το συμπεριλάβει στη ζωή του, ούτε θα κατηγορεί τον εαυτό του για απαράδεκτη συμπεριφορά, που δε συνάδει με την «ώριμη» προσωπικότητά του. Το παιδί απ’ την πλευρά του, δε θα χρειάζεται πια να τραβάει την προσοχή με τις ψυχοσωματικές αντιδράσεις του, αλλά θα μπορεί να χαίρεται τη στιγμή, να διασκεδάζει τον ενήλικα με τα παιχνίδια του, να απολαμβάνει τις πρωτότυπες εμπνεύσεις του, να τον αναζωογονεί με την αστείρευτη ενέργειά του, να τον εμπνέει με το αθώο και καθαρό του βλέμμα.

Τα Βαλκάνια και οι Αλβανοί

The Balkans And The Albanians.
 
Τον 19ο αιώνα, η Ευρώπη γνώρισε την άνοδο του ρομαντικού εθνικισμού, ο οποίος δημιούργησε σύγχρονα έθνη. Πολλά ευρωπαϊκά κράτη ιδρύθηκαν τότε, βασισμένα στην έννοια της εθνικότητας (κοινή καταγωγή, πολιτισμός, ιστορία, γλώσσα και παράδοση), συμπεριλαμβανομένων των λαών που ζουν στα εδάφη της Σερβίας, του Μαυροβουνίου, της Βουλγαρίας, της Κροατίας, της Σλοβενίας και της Ρουμανίας. Ωστόσο, αρκετά σύγχρονα περιφερειακά έθνη παρέμειναν την εποχή εκείνη χωρίς εθνικά κράτη όπως οι Σλοβένοι, Κροάτες, Σκοπιανοί και οι Αλβανοί. Μερικά από αυτά τα έθνη έλυσαν προσωρινά τον 20ο αιώνα τις εθνικές φιλοδοξίες τους μέσω της δημιουργίας κοινών κρατών, όπως οι Κροάτες, οι Σλοβένοι και οι πολίτες των Σκοπίων (εντός διαφόρων τύπων πολιτικών οντοτήτων της Γιουγκοσλαβίας).
 
Οι Αλβανοί των Βαλκανίων, οι οποίοι δεν είχαν ποτέ εθνικό κράτος πριν τους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912-1913, ξεκίνησαν τον αγώνα τους για εθνικό κράτος σχετικά αργά, συγκριτικά με άλλα έθνη της περιοχής, για κατανοητούς λόγους. Σε αντίθεση με άλλες εθνικότητες που αναφέρθηκαν, οι Αλβανοί έπρεπε πρώτα να πλαστογραφήσουν την ιδέα του αλβανικού έθνους, προτού επιχειρήσουν να ιδρύσουν ένα αντίστοιχο εθνικό κράτος. Καθώς η πατρίδα τους στα Βαλκάνια ήταν πολύ καθυστερημένη και οπισθοδρομική από κάθε άποψη, η πρωτοβουλία για το πρώτο στάδιο που αναφέρθηκε προήλθε από τους Αλβανούς που ζουν εκτός της «σωστής χωροταξικά» Αλβανίας.
 
Η πρώτη συγκεκριμένη ενέργεια προς αυτή την κατεύθυνση έγινε στην Πρίζρεν, η οποία βρίσκεται στην παραδοσιακή Σερβική γη του Κοσσυφοπεδίου-Μετόχια (Κω – Μετ) και η οποία εκείνη την εποχή κατοικούνταν με σαφή Σερβική πλειοψηφία (70%). Το λεγόμενο Πρώτο (Αλβανικό Ισλαμικό) Πρωτάθλημα Πρίζρεν ιδρύθηκε το 1878, το ίδιο έτος όπου η Σερβία, η Ρουμανία και το Μαυροβούνιο οριστικά αναγνωρίστηκαν από τις Ευρωπαϊκές Μεγάλες Δυνάμεις ως κυρίαρχα και ανεξάρτητα κράτη στο Συνέδριο του Βερολίνου το 1878.
 
Η πόλη Prizren και η Α’ Αλβανική Οργάνωση (Οργάνωση της Πρίζρεν)
Το ερώτημα είναι γιατί οι Αλβανοί επέλεξαν ακριβώς την πόλη Πρίζρεν για να οργανώσουν εκεί την πρώτη αλβανική πολιτική ένωση και να προωθήσουν το πρώτο παν-αλβανικό εθνικό πρόγραμμα της «Μεγάλης Αλβανίας».
 
Η Πρίζρεν δεν βρισκόταν απλά στην Σερβία, αλλά ήταν και η πρωτεύουσά της κατά την διάρκεια της βασιλείας του Στεφάν Ντούσαν, ενός Σέρβου Βασιλιά και Αυτοκράτορα (1331-1355). Ανέλαβε τον τίτλο του Αυτοκράτορα των Σέρβων και των Ελλήνων και δημιούργησε μια μεγάλη Σερβική Αυτοκρατορία, η οποία έφτανε από την Μεσογειακή ακτή απέναντι από την Λευκάδα έως τον ποταμό Δούναβη και έλεγχε ολόκληρη την Βουλγαρία. Η γεωγραφική θέση, η πολιτική, πολιτιστική και εκκλησιαστική κατάσταση στο Πρίζρεν δείχνει ότι η πόλη βρισκόταν στον πυρήνα της Σερβικής επικράτειας, ακόμη και ως αυτόνομη επισκοπική επικράτεια.
 
Η πόλη του Πρίζρεν αναφέρθηκε για πρώτη φορά τον 11ο αιώνα όταν εγέρθει το φρούριο πάνω από την πόλη, από τις Βυζαντινές αρχές. Η Πρίζρεν έπεσε στην Βουλγαρική κυριαρχία το 1204 και το 1282 συμπεριλήφθηκε στην Σερβία (Rascia). Η ιστορία της πόλης συνδέεται στενά με την προσωπικότητα του Βασιλιά της Σερβίας και του Αυτοκράτορα Στέφαν Ντούσαν του Παντοδύναμου, ο οποίος έλεγχε την πόλη και έχτισε μια διάσημη χριστιανική Ορθόδοξη Εκκλησία των Ss. Archangels που αργότερα καταστράφηκε από μουσουλμάνους Αλβανούς και Τούρκους που χρησιμοποίησαν τα δομικά υλικά της για να κατασκευάσουν το Τέμενος Σινάν Πασά στην Πόλη.
 
Η Πρίζρεν καταλήφθηκε από τον Οθωμανικό στρατό το 1455 και το 1570 έγινε το διοικητικό κέντρο του οθωμανικού σανζάκ (διοικητική μονάδα). Από την εποχή των Οθωμανών, μια μαζική εισροή γειτονικών Αλβανών από την Βόρεια Αλβανία στην Πρίζρεν και την Κω-Μέτ συνέβη σε τέτοιο βαθμό που ήδη το 1878, το 1/3 του πληθυσμού της πόλης ήταν μουσουλμάνοι Αλβανοί, ενώ τα 2/3 ήταν χριστιανοί ορθόδοξοι Σέρβοι και καθολικοί Ρωμαίοι. Σύμφωνα με την Οθωμανική απογραφή του 1878, η πόλη κατοικούνταν από 43,922 κατοίκους και αποτελούσε μια από τις μεγαλύτερες πόλεις των Οθωμανικών Βαλκανίων.
 
Σήμερα, υπάρχουν τρία πολύ σημαντικά πολιτιστικά-ιστορικά κτίρια στην Πρίζρεν μεταξύ άλλων:
 
1) Η Σερβική χριστιανική ορθόδοξη εκκλησία της Μπογκοροντίτσα Λιεβίσκα, η οποία κατασκευάστηκε από τον Βασιλιά της Σερβίας Μιλουτίν το 1307-1309 (υπέστη σοβαρές ζημιές από τον Μουσουλμανικό Αλβανικό όχλο τον Μάρτιο του 2004).
 
2) Το τέμενος Σινάν Πασά του 1615.
 
3) Το μουσείο της Ένωσης της Πρίζρεν του 1878.
 
Κατά την διάρκεια του Πολέμου του Κοσσυφοπεδίου 1998-1999, ενώ η Πρίζρεν δεν υπέστη ολοκληρωτική καταστροφή, αλλά ένα μεγάλο μέρος της πόλης με τα παραδοσιακά σερβικά σπίτια της σε ασιατικό στυλ, κάηκαν από Αλβανούς το καλοκαίρι του 1999 υπό την προστασία του ΝΑΤΟ και πολλά περισσότερα καταστράφηκαν από τον Αλβανικό όχλο κατά την διάρκεια της οργανωμένης εθνικής κάθαρσης. Οι Σέρβοι εκδιώχθηκαν από την πόλη Πρίζρεν τον Ιούνιο του 1999 με πολύ λίγους εναπομείναντες ηλικιωμένους και βρήκαν καταφύγιο στο ορθόδοξο ιεροδιδασκαλείο Μπογκοσλόβια, οι οποίοι αργότερα εγκαταστάθηκαν αλλού.
 
Ωστόσο, στις 17 Μαρτίου του 2004, ο οίκος της Μπογκοσλόβια κάηκε ολοσχερώς από ένα Αλβανικό φανατικό μουσουλμανικό όχλο, όπως συνέβη και με το γειτονικό Σερβικό χριστιανικό ορθόδοξο μοναστήρι του Αγίου Αρχαγγέλου Μάικλ. Αυτό είναι το ιστορικό πεπρωμένο της πόλης Πρίζρεν – «Σερβική Κωνσταντινούπολη» η οποία σύμφωνα με την γιουγκοσλαβική απογραφή του 1991, είχε πληθυσμό 178,723. Σήμερα, δεν υπάρχουν πλέον καθόλου Σέρβοι στην Πρίζρεν.
 
Στις 10 Ιουνίου του 1878, μουσουλμάνοι Αλβανοί αντιπρόσωποι συγκεντρώθηκαν στο τέμενος της Πρίζρεν με σκοπό την δημιουργία μιας κοινής πολιτικής πλατφόρμας για την αντιμετώπιση τόσο της Ρωσο-Οθωμανικής Συνθήκης του Σαν Στέφανο που υπεγράφη στις 3 Μαρτίου του ίδιου έτους, όσο και των επερχόμενων ψηφισμάτων του Κογκρέσου του Βερολίνου (από 10 Ιουνίου έως 10 Ιουλίου 1878). Αυτή η πλατφόρμα αγνοεί τις εθνικιστικές αξιώσεις των Αλβανών μουσουλμάνων και επιθυμεί να δημιουργήσει μια «Μεγαλύτερη Αλβανία» στα Βαλκάνια.
 
Αρχικά, η «Κοινότητα» είχε την πλήρη πολιτική στήριξη των οθωμανικών αρχών, οι οποίες ουσιαστικά ξεκίνησαν την δημιουργία και λειτουργία της υπό την ηγεσία του αλβανικού δημόσιου προσώπου Abdul bey Frashëri (1839-1892). Η «Οργάνωση» στις 13 Ιουνίου υπέβαλε Μνημόνιο στον Βρετανό εκπρόσωπο στο Συνέδριο του Βερολίνου – Μπέντζαμιν Ντιζραέλι. Τα ψηφίσματα της (Kararname), έχουν υπογραφεί από 47 Μουσουλμάνους Αλβανούς φεουδάρχες (beys) στις 18 Ιουνίου του 1878, όπου αρνήθηκαν να αποδώσουν την οποιαδήποτε γη στην Σερβία, το Μαυροβούνιο και την Ελλάδα, την οποία θεωρούσαν «Αλβανική» απαιτώντας την επιστροφή όλων των «Αλβανικών» εδαφών που προσαρτήθηκαν από την Σερβία και το Μαυροβούνιο ενώ απαιτούσαν και αυτονομία εντός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με την μορφή της ενωμένης αλβανικής επαρχίας, αποτελούμενης από «αλβανούς» βιλάντες (Μεγάλη Αλβανία). Τέλος, δεν χρειαζόταν πλέον υποχρεωτική επιγραφή και φορολόγηση από την κεντρική Οθωμανική κυβέρνηση στην Κωνσταντινούπολη.
 
Μετά την συνάντηση στην Πρίζρεν, ο Αμπντούλ μπέη Φρασέρι, ο οποίος εκπροσωπούσε την Κεντρική Επιτροπή από την Κωνσταντινούπολη και ενώ είχε και την εναρκτήρια ομιλία στην πρώτη συνεδρίαση της Οργάνωσης της Πρίζρεν, επέστρεψε στην Νότια Αλβανία για να διοργανώσει μια Επιτροπή της Οργάνωσης και να συγκεντρώσει αλβανική πολιτοφυλακή για να αντιταχθεί στην προσάρτηση αυτού του τμήματος της Αλβανίας από την Ελλάδα. Ταξίδεψε επίσης στο Βερολίνο, την Βιέννη, την Ρώμη και το Λονδίνο για να ζητήσει στήριξη για την δημιουργία μιας «Μεγάλης Αλβανίας» σύμφωνα με τα ψηφίσματα της Οργάνωσης της Πρίζρεν.
 
Ωστόσο, η Οθωμανική κυβέρνηση απέστειλε τον Απρίλιο του 1881 στρατιωτικές αποσπάσεις για να κατευνάσει την αλβανική αντιοθωμανική εξέγερση και ως άμεση συνέπεια της επέμβασης, η «Οργάνωση» κατεστάλη. Ο Abdul bey Frashëri τότε συνελήφθη από τους Οθωμανούς στρατιώτες και στην συνέχεια καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη, αλλά έπειτα, το 1885 του δόθηκε χάρη. Πέθανε στην Ιστανμπούλ έπειτα από μακρά ασθένεια. Παρ’ όλα αυτά, η Οργάνωση της Πρίζρεν πρέπει να θεωρηθεί ως η επίσημη αρχή της Αλβανίας για την δημιουργία μιας μουσουλμανικής «Μεγάλης Αλβανίας», η οποία σαν πρόγραμμα δημιουργήθηκε στην πράξη κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, από τους Μουσολίνι, Χίτλερ και Στάλιν. Μετά τον Πόλεμο του Κοσσυφοπεδίου το 1998-1999 βρίσκεται σε διαδικασία αναβίωσης υπό την αιγίδα του ΝΑΤΟ και της ΕΕ.
 
Η Peć και η Δεύτερη Αλβανική Οργάνωση (Η Οργάνωση της Πέγια)
 
Η περιοχή του Kos-Met βρίσκεται στο κέντρο της Σερβικής εθνικής ταυτότητας, πολιτισμού, ιστορίας και πνευματικής ζωής για πολλούς λόγους. Βρισκόταν στον πυρήνα του Σερβικού μεσαιωνικού κράτους όπου η πρωτεύουσά της βρισκόταν στην πόλη Πρίζρεν και τα κεντρικά γραφεία μιας ανεξάρτητης Σερβικής ορθόδοξης εκκλησίας – του Πατριαρχείου Πέιτς, που βρίσκεται στις εκβολές του Γκόργκε Ρουγκόβα, στα δυτικά προάστια της πόλης Πέιτς. Το μοναστήρι, το οποίο ιδρύθηκε σε αυτό το μέρος την εποχή του Σέρβου Αγίου Σάββα (Ραστκο) Νεμάνιτς τον 13ο αιώνα, ήταν το αρχηγείο του Σερβικού Ορθόδοξου Πατριαρχείου από το 1346 και μετά.
 
Εδώ είναι θαμμένοι οι μεσαιωνικοί Σέρβοι αρχιεπίσκοποι και πατριάρχες, αλλά το 1455 η οθωμανική κατάκτηση του Kos-Met έθεσε τέλος στην εξουσία του Πατριαρχείου του Πέτς. Το πατριαρχείο δεν καταργήθηκε επίσημα, ωστόσο η δύναμη της Σερβικής ορθόδοξης εκκλησίας έπεσε όλο και περισσότερο στην Ελληνική Αρχιεπισκοπή της Οχρίδας. Παρ’ όλα αυτά, το Πατριαρχείο του Πέτς αποκαταστάθηκε το 1557 με διάταγμα του Σουλτάνου λόγω της επιρροής του Μεγάλου Vizier Mehmed Pasha Sokolović (Ισλαμιστές Σέρβοι από την Ανατολική Βοσνία) και στην συνέχεια κατάφερε να ασκήσει την εξουσία του στους Σέρβους εντός των βαλκανικών επαρχιών του Οθωμανικού Σουλτανάτου.
 
Μετά την πρώτη μεγάλη σερβική μετανάστευση του 1690 από την Kos-Met και την Κεντρική Σερβία υπό τον πατριάρχη Arsenije III Crnojević (Μαυροβούνιας καταγωγής), η Σερβική ορθόδοξη εκκλησία χωρίστηκε σε δύο μέρη: 1) το Πατριαρχείο του Πέτς που ήταν υπεύθυνο για τους Οθωμανούς Σέρβους, 2) το νεοσυσταθέν Μητροπολιτικό του Σρέμσκι Καρλόβσκι που είχε δικαιοδοσία στους Σέρβους των Αψβούργων. 'Ενας Έλληνας πατριάρχης της Κωνσταντινούπολης παρόλα αυτά, κατάργησε το Πατριαρχείο του Πέτς στις 11 Σεπτεμβρίου 1766, όπου απέμενε μόνο ένα μικρό «νησάκι» της χριστιανικής ορθοδοξίας εντός μιας μουσουλμανικής θάλασσας.
 
Στον περίγυρο του Πατριαρχείου του Πέτς, υπάρχουν όμορφες και εξαιρετικά πολύτιμες σερβικές χριστιανικές ορθόδοξες εκκλησίες, αληθινά κοσμήματα της μεσαιωνικής σερβικής τέχνης. Η Εκκλησία των Αγίων Αποστόλων (περίπου το 1253), η εκκλησία του Αγίου Δημητρίου η οποία χτίστηκε από τον Αρχιεπίσκοπο Νικοντίμ το 1321-1324 και η Εκκλησία της Μητέρας του Θεού (Hodegetria), που χτίστηκε από τον Αρχιεπίσκοπο Danilo II γύρω στο 1330. Ωστόσο, σύμφωνα με τις αρχές του Αλβανικού Κοσσυφοπεδίου σήμερα, όλα στην πραγματικότητα τα Σερβικά χριστιανικά ορθόδοξα μνημεία στο Κω-Μετ κατασκευάζονται από Αλβανούς ή από τις Βυζαντινές αρχές αλλά όχι από τους Σέρβους. Οι Σέρβοι υπήκοοι εγκατέλειψαν την πόλη Πέιτς τον Ιούνιο του 1999 μετά την απόσυρση των γιουγκοσλαβικών στρατευμάτων σύμφωνα με την Συμφωνία του Κουμανόβο.
 
Η πόλη Πέτς (στα αλβανικά, Πέγια, στα τουρκικά Ιπέκ) είχε εξαιρετική σημασία για την αλβανική εθνικιστική ιδεολογία και τα προγράμματα σχετικά με την δημιουργία μιας Μεγάλης Αλβανίας. Η Δεύτερη Αλβανική εθνικιστική οργάνωση – η Οργάνωση της Πέγια ιδρύθηκε σε συνάντηση Αλβανών ηγετών (Μουσουλμάνων φεουδαρχών) στις 23-29 Ιανουαρίου 1899 από τον Μουσουλμάνο Αλβανό κληρικό και εθνικιστή, Χατζί Ζέκα, με σκοπό την αναδημιουργία και μεταρρύθμιση της Πρώτης Αλβανικής Οργάνωσης Πρίζρεν (1878-1899). Στην Οργάνωση της Πέγια (γνωστή ως Δέσμευση για Δέσμευση) παρευρέθηκαν περίπου 500 αντιπρόσωποι από τους οποίους ο μεγαλύτερος αριθμός αφίχθη από την Κω-Μετ, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι οι προσκλήσεις εστάλησαν στους ηγέτες όλων των αλβανικών εδαφών.
 
Υπήρχαν δύο σημαντικοί πολιτικοί-εθνικοί στόχοι της Οργάνωσης της Πέγια:
 
1. Ο κεντρικός σκοπός της Αλβανικής Οργάνωσης της Πέγια ήταν να δημιουργήσει μια «besa» — μια γενική ανακωχή για την βεντέτα και τον πόλεμο, ώστε οι μουσουλμάνοι Αλβανοί να μπορούν να κατευθύνουν τις εθνικές τους προσπάθειες για τη δημιουργία μιας Μεγάλης (μουσουλμανικής) Αλβανίας εντός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και όχι για τις μεταξύ τους συγκρούσεις. Η Μεγάλη Αλβανία έπρεπε να ιδρυθεί από φερόμενες τέσσερις «Αλβανικές» περιφέρειες (Οθωμανικές διοικητικές περιφέρειες), όπως είχε ήδη ιδρυθεί από την Πρώτη (μουσουλμανική) Αλβανική Ένωση Πρίζρεν το 1878.
 
2. Ο δεύτερος στόχος ήταν η διατήρηση των μουσουλμάνων Αλβανών από τις δυτικοπροσανατολισμένες μεταρρυθμίσεις του σουλτάνου, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν στην Κωνσταντινούπολη υπέρ των Οθωμανών χριστιανών και της δημοκρατικής απελευθέρωσης του οθωμανικού σουλτανάτου. Το τελικό πρόγραμμα της Οργάνωσης της Πέγια συγκέντρωσε 12 βαθμούς για την εδαφική δημιουργία μιας Μεγάλης Αλβανίας εντός του οθωμανικού κράτους με μια έκφραση πλήρους πίστης προς τις οθωμανικές αρχές. Παρ’ όλα αυτά, το κύριο μήνυμα ήταν να διατηρηθούν και να προστατευθούν οι μουσουλμάνοι Αλβανοί από τις φιλοδυτικές μεταρρυθμίσεις του σουλτάνου και να διαφυλαχθεί η δημόσια τάξη μέσω επιβολής του νόμου της Σαρία.
 
Εδώ, πρέπει να σημειωθεί ότι από την Οργάνωση της Πρίζρεν το 1878 και μετά, οποιοδήποτε αλβανικό πρόγραμμα για την δημιουργία μιας «Μεγάλης Αλβανίας» υποστηρίχθηκε από αναπόδεικτους ισχυρισμούς, ότι οι Αλβανοί είναι άμεσοι απόγονοι των αρχαίων Ιλλυριών των Βαλκανίων και το οποίο είναι προπαγανδιστικό ψεύδος.
 
Ποιοι ήταν οι Ιλλυριοί;
 
Ενώ οι Σέρβοι που ζούσαν στα εδάφη της σημερινής Σερβίας είχαν ήδη επιτύχει την εθνική συναίνεση για την ταυτότητά τους, άλλες νοτιοσλαβικές εθνικότητες συνέχιζαν να αγωνίζονται ακόμη γι’ αυτόν το σκοπό. Συγκεκριμένα, ένας σλαβόφωνος λαός που ζούσε στην τότε Αυστρία-Ουγγαρία έλαβε μέτρα για να αυτοπροσδιοριστεί και να αποκτήσει έτσι κάποιο είδος αυτονομίας ή ακόμα και ανεξαρτησίας. Οι προσπάθειες αυτές ήταν εν μέρει σύμφωνες με τους στόχους των Σέρβων, τόσο από τη Σερβία όσο και και εκτός, αλλά σε πολλά σημεία υπήρχε σύγκρουση με αυτές.
 
Συγκεκριμένα, οι Κροάτες ήταν πολύ πρόθυμοι να συνεισφέρουν την δική τους εθνικότητα, για αυτό που χρησιμοποιούσαν μερικές φορές σε μια σειρά ακραίων επιχειρημάτων και μέσων. Ο διάσημος Σέρβος γλωσσολόγος, εθνολόγος και ιστορικός Vuk Stefanović-Karadžić συνήθιζε να λέει ειρωνικά, πως οι Κροάτες είχαν τα πάντα, εκτός από γη, λαό και γλώσσα.
 
Η σημερινή Κροατία ήταν υπό την αυστροουγγρική κυριαρχία, με γη αποτελούμενη από την Κροατία, την Σλαβονία και την Δαλματία, με αόριστο προσδιορισμό της εθνικότητας των ανθρώπων που ζουν σε αυτές τις περιοχές. Η γλώσσα ήταν επίσης ελάχιστα προσδιορισμένη και μεταξύ αρκετών διαλεκτικών επιλογών, ενώ οι Κροάτες πολιτιστικοί ηγέτες επέλεξαν την λεγόμενη διάλεκτο Štokavina, την παραλλαγή της σλαβικής γλώσσας που ομιλείται στην Σερβία, την Σλαβονία, την Δαλματία, το Μαυροβούνιο και την Βοσνία-Ερζεγοβίνη. Αυτός ο εθνικισμός συχνά δεν έχει καμία σχέση με την ανθρωπολογία και την φυλή και δείχνει την περίπτωση του πιο εξέχοντος ηγέτη. Ο ηγέτης αυτός, ο Ljudevit Gaj (Ludwig Gay), ήταν γερμανικής καταγωγής (και οι δύο γονείς του ήταν αμιγώς Γερμανοί). Ωστόσο, ο όρος Ιλλυρικό αξίζει την ιδιαίτερη προσοχή μας.
 
Στην προσπάθεια καθορισμού της εθνικής τους ταυτότητας, ο κύριος στόχος των εθνικιστών ηγετών είναι συνήθως να επιδείξουν τεκμαιρόμενη αρχαιότητα του υποτιθέμενου έθνους τους. Οι πολιτικοί-πολιτιστικοί ηγέτες του κινήματος των Ιλλυριών (στην πραγματικότητα, οι Κροάτες) δεν αποτελούν εξαίρεση. Είναι γνωστό, ότι αυτός ο παθιασμένος αγώνας για την καταχώρηση της αρχαιότητας δεν ήταν ρομαντική εφεύρεση της εποχής. Για παράδειγμα, γύρω από την Νέα Εποχή, οι διαμάχες μεταξύ της εβραϊκής κοινότητας στην Αλεξάνδρεια και τους Έλληνες και τους Αιγυπτίους για την «πολιτιστική υπεροχή» έλαβαν την μορφή εβραϊκών αξιώσεων για την υπέρτατη αρχαιότητα τους.
 
Ο Εβραίος συγγραφέας Ιωσήφ Φλάβιους έγραψε το βιβλίο με τίτλο Εβραϊκή Αρχαιότητα (ένα είδος αναπαράστασης της Παλαιάς Διαθήκης) και αφιέρωσε μια άλλη συνθήκη ειδικά αφιερωμένη στην αμφισβητούμενη «Εβραϊκή υπεροχή» σχετικά με την αρχαιότητα των εθνών στην περιοχή. Αυτοί οι ισχυρισμοί φαίνονται εμφανείς απόπειρες υποκατάστασης της σημερινής (συναισθηματικής) μειονότητας από το φερόμενο παρελθόν και ανωτερότητα. (όπως, για παράδειγμα, στην περίπτωση της Κροατίας και της Αλβανίας από τον 19ο αιώνα μέχρι σήμερα).

Δεύτερος Ιλλυρικός Πολεμικός χάρτης
 
Τώρα, τι ήταν οι «Ιλλυριοί» σε αυτούς τους ισχυρισμούς των Κροατών; Πιστεύεται γενικά ότι η προσπάθεια αυτή είχε ως στόχο να συγκαλύψει μια πραγματική πολιτική φιλοδοξία (ως μέρος ενός γενικού εθνικιστικού κινήματος) στα πολιτιστικές ενδυμασίες. Αλλά μια πιο διεξοδική ανάλυση αποκαλύπτει ότι το θέμα απέχει πολύ από τακτικές και απλές τέτοιες κινήσεις. Οι πειρασμοί του «κάλεσμα του απομακρυσμένου παρελθόντος» ήταν τόσο ελκυστικοί, που κάποιοι ιστορικοί πήραν την «υπόθεση των Ιλλυριών» στα σοβαρά, ισχυριζόμενοι ότι όλοι οι Σλάβοι έχουν ιλλυρική καταγωγή. Αυτοί οι ισχυρισμοί ήταν ιδιαίτερα δημοφιλείς μεταξύ των Νότιων Σλάβων από τον 16ο έως τις αρχές του 19ου αιώνα, και ακόμα και κάποιοι συγγραφείς από την Πολωνία και τη Ρωσία τους δέχτηκαν για αληθινή ιστορική αλήθεια, αλλά, ωστόσο, οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν, στην πραγματικότητα, εδραιωθεί και στηριχθεί σε διάφορες αυθεντικές ιστορικές πηγές.
 
Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς και τις πηγές αυτές, οι Νότιοι Σλάβοι ήταν απόγονοι των Ιλλυριών των Βαλκανίων και, ως εκ τούτου, αυτόχθονες πληθυσμοί στην περιοχή. Αυτοί οι Σλάβοι αναγνωρίστηκαν από τα γύρω έθνη, όπως από τους Έλληνες, ως Ιλλυριοί. Στις αρχές του Μεσαίωνα, μια ομάδα από αυτούς τους Σλάβους μετανάστευσε στην Κεντρική Ευρώπη (Δυτικοί Σλάβοι), ενώ μια ομάδα μετανάστευσε στην Ανατολική Ευρώπη (Ανατολικοί Σλάβοι). Σύμφωνα με κάποιους μεσαιωνικούς συγγραφείς, οι Νότιοι Σλάβοι κατεβαίνουν από τους Ιλλυριούς, τους Θρακιώτες και τους πολίτες των Σκοπίων.  Ως εκ τούτου, ο Μέγας Αλέξανδρος, ο Κωνσταντίνος ο Μέγας, ο Διοκλητιανός και ο Άγιος Ιερώνυμος δεν ήταν παρά Ιλλυριοί Σλάβοι.
 
Αυτή η γραμμή σκέψης ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής μεταξύ των Νότιων Σλάβων της Αναγέννησης, της Μεταρρύθμισης και της Αντιμεταρρυθμιστικής. Ο Vinko Pribojević από το Χβαρ (το νησί στην Αδριατική Θάλασσα) έγραψε ότι όλοι οι Σλάβοι μιλούν μια κοινή «δική» μας», «Ιλλυρική», «Σλαβική» γλώσσα. Ο Mavro Orbini από το Ντουμπρόβνικ (Ραγκούσα), ένας διακεκριμένος συγγραφέας της εποχής του (De Regno Sclavorum, 116 01) και ο Bartol Kašić από τη Δαλματία (Institutionem Linguae Illyricae, 1604), τάχθηκαν επίσης υπέρ της διατριβής της ιλλυρικής καταγωγής όλων των Νότιων Σλάβων.
 
Ο κόμης Đorđe Branković (1645-1711), ένας Σέρβος ευγενής από την Τρανσυλβανία, ο οποίος έγινε για πρώτη φορά αποδεκτός από την Αυστρία ως κληρονόμος των Despot Branković της Σερβίας. Όταν όμως προσπάθησε να βρει ένα ανεξάρτητο σερβικό κράτος σε αυστριακό έδαφος, απολύθηκε ως απατεώνας. Ο Μπράνκοβιτς έγραψε το 1688 ένα πολιτικό πρόγραμμα για την ενοποίηση της Νότιας Σλαβίας σε ένα ημι-ανεξάρτητο κράτος το οποίο ονόμασε Ιλλυρικό Βασίλειο. Είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι η πορεία του Κ. Orbini μεταφράστηκε στα ρωσικά το 1722. Τέλος, όπως προαναφέρθηκε, το κροατικό κίνημα εθνικής ανανέωσης στα μέσα του 19ου αιώνα ξεκίνησε με το όνομα «Ιλλυρικό Κίνημα».
 
Πριν συνεχίσουμε με την «Ιλλυρικότητα των Βαλκανίων», λίγα λόγια για ορισμένα χαρακτηριστικά της υπόθεσης «Ιλλυρικά». Ποιο είναι το κοινό χαρακτηριστικό των ισχυρισμών που μόλις αναφέρθηκαν; Πρώτον, οι προσπάθειες για το χαρακτηρισμό των Νότιων Σλάβων όχι μόνο ως αυτόχθονο πληθυσμό των Βαλκανίων, αλλά και ως προγονικό σώμα όλων των Σλάβων. Ένα άλλο σημαντικό σημείο πρέπει να επισημανθεί. 'Ολοι οι συγγραφείς που αναφέρθηκαν δεν ανήκαν στον πυρήνα των σλαβικών εδαφών εκείνη την εποχή, αλλά προέρχονταν από τα περίχωρα αυτών. Ολ’ αυτά, στην πραγματικότητα, αποτελούν μέρος των πιο πολιτιστικά προηγμένων περιοχών, μερικές από τις οποίες είναι τουλάχιστον εν μέρει ξένες προς τους πραγματικούς σλαβικούς πληθυσμούς. Όπως θα δούμε αμέσως, αυτό το πρότυπο «Ιλλυρισμού» θα ακολουθηθεί στενά από τους Αλβανούς υπηκόους, στην προσπάθειά τους να ιδρύσουν το αλβανικό έθνος και να του παράσχουν, επικράτεια και εθνική γλώσσα.
 
Ο ινδο-ευρωπαϊκός πληθυσμός των Ιλλυριών κατοικούσε στα Δυτικά Βαλκάνια και σε ορισμένες περιοχές στα βορειοδυτικά της Βαλκανικής Χερσονήσου. Δεν ανέπτυξαν ποτέ γραφή και έτσι δεν εισήλθαν ποτέ στην ιστορία με τα δικά τους μέσα. Σχεδόν όλα όσα γνωρίζουμε γι’ αυτούς προέρχονταν από ελληνικές και ρωμαϊκές μαρτυρίες – ονόματα φυλών, ηγεμόνων, Βασιλέων και Βασιλισσών. Θεωρήθηκαν σκληρά και βίαια άτομα, τα οποία συμμετείχαν κυρίως στην λεηλασία πεδιάδων και στην πειρατεία της Αδριατικής Θάλασσας.
 
Οι Ρωμαίοι ξεκίνησαν πολλάκις μαζικές επιθέσεις για να καταστείλουν την πειρατεία. 'Οταν κατέκτησαν τους Ιλλυριούς, οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες συνήθιζαν να τους χρησιμοποιούν ως στρατιωτικό εμπόδιο εναντίον άλλων βαρβάρων. Στο εξής, ολόκληρο το Ιλλυρίκουμ (Ρωμαϊκή Νομαρχία στα Βαλκάνια) χρησίμευσε ως προπύργιο εναντίον επιθέσεων από λαούς της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Επειδή διαδραμάτισαν εξέχοντα ρόλο στο στρατιωτικό τομέα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (για παράδειγμα, απασχολούνταν ως φρουροί), κατά την διάρκεια των ταραχών, όταν στρατιωτικοί ηγέτες κατέλαβαν την εξουσία, αρκετοί από αυτούς τους αυτοκράτορες, όπως ο Διοκλήτιος, ήταν ιλλυρικής καταγωγής.
 
Οταν στον 6ο και 7ο αιώνα μ.κ.ε. σύμφωνα με την κυρίως πλαστογραφημένη επίσημη ιστοριογραφία των Σλάβων, εισέβαλαν στην Βαλκανική Χερσόνησο από τον βορρά, πίεσαν τον τοπικό πληθυσμό προς ορεινές περιοχές που σήμερα την αποκαλούμε διναρική περιοχή. Οι σημερινοί «δηναρίων» (Γιουγκοσλάβοι και Δυτικοί Βαλκάνιοι ορεινοί πληθυσμοί), Σλαβόφωνοι και Αλβανόφωνοι, υποτίθεται ότι έχουν ιλλυρική καταγωγή, αν και αυτό οφείλεται κυρίως σε υποδείξεις και θεωρίες αλλά όχι σε άμεσες αποδείξεις. Ελλείψει τεχνουργήματος το οποίο μπορεί να αποδοθεί με βεβαιότητα στους Ιλλυριούς, ό,τι απομένει για να δημιουργηθούν δεσμοί με αυτόν τον αρχαίο φυλετικό πληθυσμό φαίνεται αναπόφευκτο και μόνο αποτέλεσμα φανταστικών υποθέσεων.
 
Συγκεκριμένα, η νοητική δομή των σύγχρονων Δηναρίων ταιριάζει στενά με τα ανθρωπογενή χαρακτηριστικά που αποδίδεται στους Ιλλυριούς. Οι γλωσσικές και θρησκευτικές διαφορές μεταξύ των Βαλκανικών Δινοριών είναι ήσσονος σημασίας, σε σύγκριση με τα βασικά κοινά χαρακτηριστικά που μόλις αναφέρθηκαν. Ένα από αυτά τα χαρακτηριστικά είναι το περιβόητο πείσμα και η νοητική ακαμψία τους. Όπως μαρτυρούν πολλοί ψυχίατροι, συγκεκριμένα, όσοι ασχολούνται με κατάδικους, φαίνεται πρακτικά αδύνατο να «φτάσουν στο μυαλό τους», σε αντίθεση με άλλους ασθενείς.
 
Εκφυλισμός της πραγματικότητας κατά το δοκούν. Ένα από τα επακόλουθα αποτελέσματα ήταν πολυάριθμες απαιτήσεις στην πολιτική και αλλού, βασισμένες σε εσφαλμένες εικόνες της ιστορίας ή της πραγματικής πολιτικής κατάστασης. Η έλλειψη εκτίμησης του κράτους ως θεσμού. Αυτό έχει προκύψει ως συνέπεια της πολύχρονης ζωής τους στο περιθώριο των υφιστάμενων κρατών, ξένων ή μη. Ποτέ δεν βίωσαν τα κράτη ως δικά τους και πάντα προσπαθούσαν να εκμεταλλευτούν την περιθωριακή τους θέση και το κέρδος σε μέγιστο βαθμό, χωρίς να αισθάνονται καμία ευθύνη για την κοινή ευημερία.
 
Υπάρχει μια ακραία παρόρμηση για να αγωνιστούμε για την εξουσία μεταξύ όλων των Βαλκανικών Διναρίων, συμπεριλαμβανομένων και των Αλβανών. Δεδομένου ότι ο ανδρικός πληθυσμός τους, ως ο κυρίαρχος οικείος και κοινωνικός παράγοντας, δεν ασχολήθηκε ποτέ με την παραγωγή και συνήθιζε να επιδίδεται σε λεηλασίες και κλοπές, αισθάνονται ισχυρή απέχθεια προς την χειρωνακτική εργασία και προσπαθούν πάντα να κυβερνήσουν το περιβάλλον αντ’ αυτού. Η λατρεία του οπλισμού είναι ισχυρή μεταξύ αυτών και φαίνεται ιδιαίτερα διακεκριμένη με τους Αλβανούς υπηκόους. Αυτή η λατρεία των όπλων αξίζει ιδιαίτερη προσοχή, διότι θα διαδραματίσει αποφασιστικό ρόλο στα επερχόμενα ιστορικά γεγονότα.
 
Μπορούμε να παραθέσουμε μερικά παραδείγματα ως παράδειγμα του σημείου αυτού. Για παράδειγμα, όταν ο σερβικός στρατός, στην κατάβαση του από την Σερβία το φθινόπωρο του 1915, πριν από την διέλευση από την Αλβανία των ισχυρών Γερμανών, Αυστροουγγρικών και βουλγαρικών στρατών, πολλοί εξ αυτών έχασαν την ζωή τους επειδή οι Αλβανοί ήταν οπλισμένοι. Όχι μόνο σκοτώθηκαν από Αλβανούς, ενώ οι εξαντλημένοι στρατιώτες διέσχιζαν τα Αλβανικά βουνά, αλλά κάποιοι από αυτούς δολοφονήθηκαν ενώ φιλοξενούνταν σε Αλβανικά σπίτια.
 
Η τελευταία περίπτωση έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, λαμβάνοντας υπόψη την παραδοσιακή φιλοξενία της Αλβανίας, ιδιαίτερα την λατρεία τους για την προστασία των καλεσμένων. Όταν οπλίζονται στην αρχή της στρατιωτικής θητείας τους στο Γιουγκοσλαβικό Λαϊκό Στρατό (YPA), πολλοί Αλβανοί στρατευμένοι συνήθιζαν να φιλούν τα τουφέκια τους. Το τουφέκι θεωρείται από τους Αλβανούς ως πολύτιμο εργαλείο και σχεδόν ο καλύτερος τους φίλος. Η ίδια παράδοση υπήρχε και μεταξύ των Μαυροβούνιωτων, όπως μαρτυρούν οι πολλές περιπτώσεις στο δραματικό ποίημα στα μέσα του 19ου αιώνα, «το Ορεινό Στεφάνι» (Γκόρσκι βιενάκ) του ηγέτη του Μαυροβουνίου Πέταρ Β’ Πέτροβιτς Νιέγκος.
 
Όταν το σκάνδαλο της λεγόμενης πυραμιδικής τραπεζικής υπόθεσης έλαβε χώρα στην Αλβανία το 1997, προκάλεσε μια τέτοια εξέγερση των εξαπατημένων Αλβανών που η κυβέρνηση του Σαλί Μπερίσα βρισκόταν στο χείλος της κατάρρευσης. Η κυβέρνηση αποφάσισε να ανοίξει τις στρατιωτικές αποθήκες και το πλήθος έσπευσε να πάρει όλα τα όπλα έξω. Το καθεστώς διασώθηκε και η πλειονότητα του οπλισμού βρήκε τον δρόμο του προς την ΚωΜετ όπου χρησιμοποιήθηκε εναντίον των αρχών της Σερβίας από την διαβόητη τρομοκρατική οργάνωση -τον Απελευθερωτικό Στρατό του Κοσσυφοπεδίου.
 
Κατά την διάρκεια αυτών των ταραχών, η Αλβανία ουσιαστικά στερήθηκε το κράτος ως θεσμό για αρκετές ημέρες. Μετά το τέλος των ταραχών, το κράτος επανεγκαταστάθηκε επίσημα, αλλά πρακτικά δεν έχει αναρρώσει ποτέ ξανά από τότε. Καταρχήν, μια κοινωνία με ένοπλους πολίτες δεν μπορεί να έχει πραγματικό κράτος, όπως συμβαίνει με τις ΗΠΑ για παράδειγμα, για τον ίδιο λόγο που η κυβέρνηση σε τέτοιες περιπτώσεις δεν έχει πραγματικό έλεγχο στους ένοπλους πολίτες της.
 
Οσον αφορά την εξέγερση των τραπεζικών «παικτών» απέναντι στις αρχές, ήταν εν μέρει δικαιολογημένη. Αυτό που αφορά τις αρχές, όχι μόνο γνώριζαν τι συνέβαινε με αυτές τις τράπεζες, αλλά κατά πάσα πιθανότητα οι αρχές ενεπλάκησαν άμεσα στην οργανωμένη ληστεία των αφελών πολιτών τους. Αυτό ισχύει οπωσδήποτε με το καθεστώς του Μιλόσεβιτς στην Σερβία, το οποίο διαδραμάτισε τον ρόλο του εταίρου τόσο της Dafina Milanović’s Dafiment Bank όσο και της Γιουγκοσκανδικής Τράπεζας του Jezdimir Vasiljević.
 
Η γκρίζα υπεροχή πίσω από την Νταφίνα Μιλάνοβιτς αποδείχτηκε ότι είναι η Κλάρα Μάντιτς, μια σκοτεινή προσωπικότητα με στενές σχέσεις με την οικογένεια του Μιλόσεβιτς. Έκανε μια εταιρεία στον Μάρκο Μιλόσεβιτς, γιο του Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς, όταν αυτός επισκεπτόταν το Ισραήλ. Ήταν σίγουρα μέρος του συνολικού σχεδίου, καθώς τόσο η Νταφίνα Μιλάνοβιτς όσο και ο Τζεζντίμιρ Βασιλίεβιτς διέφυγαν από την Σερβία στο Ισραήλ, φυσικά με τα χρήματα.
 
Οι Αλβανοί: Γη, άνθρωποι, γλώσσα.
 
Οι Αλβανοί υπήκοοι εισήλθαν στην ιστορία των Βαλκανίων το 1043, όταν ήρθαν από την Ανατολική Σικελία και εγκαταστάθηκαν στην σημερινή Κεντρική Αλβανία από τις Βυζαντινές αρχές. Η εθνική τους καταγωγή παραμένει πολύ αόριστη και δεν έχει επιτευχθεί μέχρι σήμερα ιστορική συναίνεση επί του θέματος. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, οι Αλβανοί συνειδητοποίησαν την σημασία του να είναι «έθνος» αργά, σε σύγκριση με άλλες Βαλκανικές εθνικότητες. Αυτό το μειονέκτημα, ωστόσο, οι Αλβανοί εθνικιστές ηγέτες προσπάθησαν να το μετατρέψουν σε πλεονέκτημα. Δεδομένου ότι ορισμένοι Ευρωπαίοι ιστορικοί προσέφεραν διάφορες (υποθετικές) θεωρίες επί του θέματος, θα μπορούσαν να υιοθετήσουν εκείνες που ταιριάζουν καλύτερα στους πολιτικούς και εθνικιστικούς σκοπούς τους. Όπως αναφέρθηκε και προηγουμένως, σχετικά με παρόμοια προβλήματα που οι Κροάτες εθνικιστές του 19ου αιώνα αντιμετώπισαν με την οξεία έλλειψη σχετικών «συστατικών» για την σφυρηλάτηση του έθνους, αυτό που χρειάζονταν ήταν: γη, άνθρωποι και γλώσσα. Ας αναλύσουμε τώρα ξεχωριστά όλα αυτά τα θέματα.
 
Γη. Η σημερινή αλβανική γη ήταν μέρος αρκετών αυτοκρατοριών και Βασιλείων κατά την διάρκεια των προηγούμενων ιστορικών περιόδων, από την ρωμαϊκή και την βυζαντινή αυτοκρατορία, μέχρι τους Σέρβους κυβερνήτες, την βενετική δημοκρατία, το οθωμανικό σουλτανάτο, μέχρι που το ανεξάρτητο αλβανικό κράτος ιδρύθηκε (πρακτικά) από την Αυστρία-Ουγγαρία το 1912, ως εμπόδιο μεταξύ Σερβίας και Αδριατικής ακτής. Οι Αλβανοί εθνικιστές έπρεπε να καταφύγουν στην απόκτηση κάποιου ιστορικού κράτους ως προκάτοχό τους.
 
Οι Ιλλυριοί των Βαλκανίων και τα κράτη τους φάνηκαν να αποτελούν την καλύτερη λύση και για καλούς λόγους. Εξαφανίστηκαν από την ιστορική σκηνή πριν από πολύ καιρό, και έτσι δεν μπορούσαν να διαμαρτυρηθούν οι ίδιοι. Δεύτερον, η γλώσσα τους εξαφανίστηκε και μπορούσε να δηλωθεί με ασφάλεια ως πρωτοαλβανική. Το κύριο αρχαιολογικό εύρημα το οποίο υποτίθεται ότι υποστηρίζει τους ισχυρισμούς για την Ιλλυρική-Αλβανική συνέχεια είναι ο λεγόμενος Πολιτισμός Κομάν, ο οποίος εκτείνεται από το Σκαντάρ (Σκόντερ) μέχρι την Λίμνη Οχρίδα.
 
Για να απορρίψει τους ισχυρισμούς Γιουγκοσλάβων αρχαιολόγων ότι ο πολιτισμός αυτός από τον 7ο-8ο αιώνα είναι Σλαβικός ή Ρωμαϊκού Βυζαντινού χαρακτήρα, οι Αλβανοί απλά αφάνισαν όλα τα ίχνη της σλαβικής παρουσίας στην περιοχή, κυρίως μέσω της πολιτικής της Αλβανοποίησης του τοπικού Σλαβικού πληθυσμού και τα τοπωνύμια στην περιοχή της Βόρειας Αλβανίας, κατά την διάρκεια της διακυβέρνησης του Ενβέρ Χότζα (1945-1985). Παρόμοια με αυτή την περίπτωση πολιτιστικής κάθαρσης, αυτό ακριβώς συμβαίνει στο ΚωΜετ τα τελευταία 20 χρόνια υπό την «προστασία» της UNMIK και της KFOR (Δύναμη του Κοσσυφοπεδίου).
 
Πληθυσμό. Οι αλβανόφωνοι των Βαλκανίων παρουσίαζαν από το 1043 έναν πληθυσμό που συγκεντρώνονταν κυρίως στις περιοχές της σημερινής Αλβανίας. Ο σημερινός αριθμός αυτού του πληθυσμού δεν θα πρέπει να εξαπατά τους σύγχρονους ιστορικούς και δημογράφους, για τους τουλάχιστον ακόλουθους λόγους:
 
1. Έχει σημειωθεί δημογραφική έκρηξη των αλβανοφώνων, ξεκινώντας από τις αρχές του 20ού αιώνα, η οποία έχει αλλάξει δραματικά τις σχετικές αναλογίες των υφιστάμενων εθνοτικών κοινοτήτων στην περιοχή που κατοικείται από τους Αλβανούς και άλλες εθνοτικές ομάδες: Σλαβικός και Ελληνικός (το ΚωΜετ είναι, στην περίπτωση αυτή, το καλύτερο παράδειγμα).
 
2. Από την εποχή της οθωμανικής κυριαρχίας στα Βαλκάνια, έχει πραγματοποιηθεί μια αξιοσημείωτη Αλβανοποίηση του σλαβόφωνου λαού, η οποία ακολούθησε επιπλέον μια εκτεταμένη μετατροπή του πληθυσμού της Αλβανίας στην μουσουλμανική θρησκεία, εν μέρει με την βία, εν μέρει με την θέλησή της.
 
Ωστόσο, αυτή η ιστορική εξέλιξη κατέστησε τελικά τους μουσουλμάνους Αλβανούς τους πιο πιστούς κι άξιους εμπιστοσύνης Οθωμανούς υπηκόους, οι οποίοι κατείχαν μια προνομιακή θέση έναντι του χριστιανικού πληθυσμού, της ελληνορθόδοξης και της ρωμαιοκαθολικής θρησκείας αντίστοιχα. Στις παραγράφους που ακολουθούν, θα παρουσιαστεί μια τέτοια περίπτωση. Στις αρχές του 20ου αιώνα, εντάθηκε η αναγκαστική μετατροπή των Σέρβων της Κω Μέτ. Οι Σέρβοι παραπονέθηκαν στο Ρωσικό προξενείο στην Πρίστινα και ζήτησαν βοήθεια από την Ρωσία. Η τελευταία παρενέβη στο Οθωμανικό Πατριαρχείο στην Κωνσταντινούπολη και η με το ζόρι μουσουλμανοποίηση και αλβανοποίηση διακόπηκε αμέσως. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, για παράδειγμα, το μισό χωριό να είναι Σερβικό και το μισό Αλβανικό, αν και στην πραγματικότητα ολόκληρο το χωριό ήταν Σερβικό. Ακόμα και μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, υπήρχαν αλβανικές οικογένειες όπου οι παππούδες δεν μιλούσαν αλβανικά, αλλά μόνο σερβικά. Ωστόσο, η ισχυρότερη και πιο επιτυχημένη αλβανοποίηση των Σέρβων της Κω Μετ ήταν τον 19ο αιώνα.
 
Τα απομεινάρια αυτής της μετάβασης από σλαβική σε αλβανική εθνικότητα εμφανίζονται σε παράξενα φαινόμενα. Πολλές νωπογραφίες σε σερβικές χριστιανικές ορθόδοξες εκκλησίες και μοναστήρια στο Κω Μετ έχουν υποστεί ζημιές με παράξενο τρόπο. Συγκεκριμένα, τα μάτια των αγίων και των Σέρβων βασιλέων σκάφτηκαν. Οι μελετητές το έχουν ερμηνεύσει αυτό ως περιπτώσεις της άγριας φύσης και βανδαλισμού των μουσουλμάνων Αλβανών, αλλά η εξήγηση της υπόθεσης είναι απλούστερη. Οι απλοί άνθρωποι πιστεύουν ευρέως ότι το χρώμα από τα βαμμένα στις αγιογραφίες, μάτια των αγίων βοηθάει στην θεραπεία της τύφλωσης. (sic)
 
Ταυτόχρονα, οι πιστοί δεν διαπράττουν ποτέ τέτοιες πράξεις βανδαλισμού σε ιερά μέρη. Μόνο εκείνοι που πιστεύουν την μαγική δύναμη των νωπογραφιών, αλλά δεν είναι αφοσιωμένοι στην σχετική εκκλησία, τολμούν να διαπράξουν μια τέτοια προκατάληψη, βλασφημία, ανιερότητα. Είναι οι πρόσφατες μουσουλμανικές προσμίξεις, πρώην χριστιανοί ορθόδοξοι Σέρβοι, αλλά, ωστόσο, οι περιπτώσεις της αλβανικής εμπλοκής στην υπόθεση δεν μπορούν να αποκλειστούν. Οι Αλβανοί υπήκοοι, οι οποίοι είχαν μετατραπεί από τον χριστιανισμό στον μουσουλμανισμό πριν από δεκαετίες, ακόμα και αιώνες (από τις αρχές του 15ου αιώνα), εξακολουθούν να διατηρούν την μνήμη της προηγούμενης πίστης τους, ως είδος αρχέτυπου.
 
Η κατάσταση που μόλις περιγράφηκε παραπάνω μοιάζει πολύ με την κατάσταση των Κροατών και την προσπάθειά τους να σχηματίσουν ένα έθνος από το πουθενά. Κατά την διάρκεια του αποκαλούμενου Ανεξάρτητου Κράτους της Κροατίας, μιας μαριονέτας του οικοδομήματος κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο κροατοβόσνιος ναζιστής και εθνικιστής Ουστάσι είχε ένα σχέδιο για το πως θα ενισχύσει το αφήγημα για το ανύπαρκτο κροατικό έθνος και να δημιουργήσει το κράτος της Μεγαλύτερης Κροατίας. Το σχέδιο συνίστατο, όπως το έθεσε ο Δρ. Mile Budak, Υπουργός Θρησκείας και Παιδείας του Ανεξάρτητου Κράτους της Κροατίας, στην μετατροπή του ενός τρίτου των Σέρβων στην ρωμαιοκαθολική πίστη (ως προκαταρκτικό στάδιο της πλήρους Κροατικής Ενοποίησης). Το δεύτερο τρίτο θα εξοριστεί από την Κροατία και το ένα τρίτο θα εξολοθρευτεί (με τον πιο βάναυσο τρόπο). Το σχέδιο υλοποιήθηκε με μεγάλη επιτυχία.
 
Η πολιτική των Αλβανών στο Kos Met ακολούθησε στενά αυτή την τακτική του Β’ Παγκοσμίου-Βοσνιακού Ουστάσι, ειδικά κατά την διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν το μεγαλύτερο μέρος του Κω Μετ ήταν μέρος της Μεγάλης Αλβανίας η οποία προστατεύεται αρχικά από την φασιστική Ιταλία και από τον Σεπτέμβριο του 1943 και από την ναζιστική Γερμανία. Η ειρωνεία στο εγχείρημα αυτό ήταν ότι πολλά από τα σερβικά θύματα της σφαγής και της βίας Ουστάσι, ήταν στην πραγματικότητα απόγονοι των Σέρβων που κατέφυγαν από το Κω Μετ αιώνες πριν και εγκαταστάθηκαν στα δυτικά Βαλκάνια, στην επικράτεια της αυστριακής αυτοκρατορίας με πολυάριθμα εκκλησιαστικά κι εθνικά προνόμια που τους είχαν παραχωρήσει οι αυστριακές αρχές.
 
Και όταν το 1995 ένας Κροάτης νέο-Ουστάσι εξόρισε τους Σέρβους της Κράινα περίπου 250.000 εξ’ αυτών, από την Κροατία, έφθασαν ξανά στην Σερβία. Η συντριπτική πλειονότητα των μελών εγκαταστάθηκε στην Βοΐβοντίνα, μικρότερος αριθμός στην κεντρική Σερβία και ένα μικρό μέρος στην Κω Μετ. Η αντίδραση των ντόπιων Αλβανών ήταν τόσο βίαιη, που σχεδόν όλοι οι πρόσφυγες έπρεπε να αποσυρθούν από την επαρχία Κω Μετ και να εγκατασταθούν κάπου αλλού στην Σερβία.
 
Γλώσσα: Η αλβανική γλώσσα φαίνεται να αποτελεί διακριτό μέρος της αποκαλούμενης ινδοευρωπαϊκής οικογένειας, ως ένα από τα ανατολικά παραρτήματα, μαζί με τις ινδο-ιρανικές, αρμενικές και βαλτικές-σλαβικές γλώσσες (η ομάδα Satem). Έχει δύο διαλέκτους, την Gheg (ομιλούμενη στα βόρεια) και το Tosk (πρακτική στην κεντρική και νότια Αλβανία). Είναι ένα μείγμα μιας αυθεντικής γλώσσας και των εκφυλισμένων λατινικών, ιταλικών, τουρκικών και σλαβονικών (κυρίως σερβικών). Οι φαντασιακοί ισχυρισμοί των Αλβανών εθνικιστών ότι η γλώσσα τους προέρχεται απευθείας από την αρχαία ιλλυρική γλώσσα δεν υποστηρίχθηκαν ποτέ από τα κατάλληλα και υπάρχοντα γλωσσικά στοιχεία και είναι ευσεβείς πόθοι στην ανάγκη τους να δημιουργήσουν για τον εαυτό τους ταυτότητα που δεν έχουν. Οπως το έθεσε ο Βρετανός γλωσσολόγος Potter:
 
«Κάποιοι θα το συσχετίσουν με τον εξαφανισμένο Ιλλυρικό, ωστόσο με αυτό τον τρόπο προχωρούν από τα ελάχιστα γνωστά στο τελείως άγνωστο. Όπως παρατήρησε συχνά ο Andre Martinet, οι σύγχρονοι ερευνητές των Πρωτο-Ινδο-Ευρωπαίων είτε είναι υπέρ της θεωρίας των Ιλλυριών είτε των Λαρυγγαίων και ούτε εμείς γνωρίζουμε πολλά για αυτό. Τα αλβανικά έχουν δύο διαλέκτους: Gheg στο βορρά και Tosk στο νότο. Ως αποτέλεσμα της διαδοχικής κυριαρχίας από Βενετσιάνους και Τούρκους, το λεξιλόγιό της είναι ανάμεικτο. Δυστυχώς, γνωρίζουμε ελάχιστα για την ιστορία της, διότι εκτός από διασωζόμενα νομικά έγγραφα, καμία λογοτεχνία δεν έχει διασωθεί που να είναι μεταγενέστερη του δέκατου έβδομου αιώνα. Από την άποψη αυτή, τα αλβανικά παρουσιάζουν έντονη αντίθεση, π.χ. με τα ελληνικά, τα οποία δίνουν μάχη με τα Σανσκριτικά για το ποια είναι η παλαιοτέρα γλώσσα. Η πρόσφατη απόφαση της Γραμμικής Β’ Μυκηναϊκής γραφής έχει επιβεβαιώσει την αρχή της Ελληνικής κατά τρεις αιώνες πριν από τον πόλεμο της Τροίας (1183 π.κ.ε.) που περιέγραψε ο Όμηρος στην Ιλιάδα του.»
 
Καθώς οι αρχαίοι Ιλλυριοί ποτέ δεν άφησαν ίχνος αλφαβήτου, η γλώσσα τους φαίνεται και είναι, εντελώς άγνωστη. Ο ισχυρισμός των σύγχρονων Αλβανών ότι έχουν κληρονομήσει την ιλλυρική γλώσσα δεν μπορεί ούτε να αποδειχθεί ούτε να διαψευσθεί. Εδώ, η φράση ενός άλλου (Αλβανού) συγγραφέα για το θέμα είναι: «Η εικόνα που σχηματίζει η Αλβανική επιστήμη για την πρώιμη ιστορία του έθνους της είναι απλοποιημένη μη επικριτική και φαίνεται περίπλοκη. Γλωσσικές αποδείξεις για την Ιλλυρική-Αλβανική συγγένεια είναι απούσες  κι ανύπαρκτες».
 
Τα σχόλια του Πότερ προκλήθηκαν από διάφορες υποθέσεις που ξεκίνησαν Δυτικοί συγγραφείς. 'Ετσι, στα τέλη του 19ου αιώνα ο Αυστριακός φιλόλογος Γκούσταβ Μάγιερ υποστήριξε χωρίς καμία απόδειξη, ότι η σύγχρονη αλβανική γλώσσα ήταν διάλεκτος της ιλλυρικής γλώσσας, της τελευταίας μορφής της. Αν μπορεί κανείς να μην γελάσει με το εθνικιστικό κίνητρο των Αλβανών να προβάλουν την προσφάτως αποκτηθήσα ενημέρωσή τους για την εθνική αλβανική ταυτότητα, παρόμοιοι ισχυρισμοί από μη αλβανούς συγγραφείς δεν μπορούν να εξαιρεθούν από διανοητικές υπερβολές, έως και γελοιότητες.
 
'Ετσι, ο ένθερμος Γιουγκοσλάβος Μαυροβούνιος κομμουνιστής ηγέτης, ο Milovan Đilas, έγραψε: «Οι Αλβανοί είναι οι πιο αρχαίοι Βαλκάνιοι άνθρωποι, παλαιότεροι από τους Σλάβους, ακόμα και τους αρχαίους Έλληνες». (LOL). Ωστόσο, αυτές οι κουβέντες από έναν κομμουνιστή Μαυροβούνιο, ο οποίος βολεύεται να θεωρεί τον εαυτό του Ιλλυρικής καταγωγής, μπορούν να γίνουν κατανοητές ως ισχυρισμοί για την αρχαιότητά τους, λόγω της διατριβής του Andre Marlaux, ο οποίος έγραψε: «Η Αθήνα ήταν, δυστυχώς όχι περισσότερο από ένα αλβανικό χωριό» (LOL). Ο προπαγανδιστής συγγραφέας μπορεί να έχε πρόθεση να σοκάρει τους αναγνώστες του και να πουλήσει κάνα βιβλίο παραπάνω στα αμόρφωτα αγελαία ανθρωπόζωα, όπως επιβεβαιώνει κάθε τίτλος του βιβλίου του, αλλά μπορεί να σκεφτεί κανείς πιο σοβαρά κίνητρα και καθαρά προπαγανδιστικά.
 
Η Αρχαία Αθήνα είναι φλογερός φάρος Πνεύματος  εναντία στην βαρβαρότητα και τον εκχυδαϊσμό του ανθρώπινου κοπαδιού, σήμαινε και σημαίνει κάτι πολύ σημαντικό για τον ευρωπαϊκό και παγκόσμιο πολιτισμό, που ενοχλεί τα μάλα τους χριστιανούς διανοούμενους, ιδίως τους φανατικούς, αλλά και τα παραπαίδια τους τους κομμουνιστές – σοσιαληστές και δημοκράτες. Η ιδέα μιας αναλφάβητης και βαρβαρικής Βαλκανικής φυλής ως προγονική του Ευρωπαϊκού πολιτισμού δεν θα μπορούσε να είναι πιο κυνική κι εξωφρενική, αλλά σίγουρα όχι σε όποιους αντιλαμβάνονται τις τεχνικές προπαγάνδας, συνειδητής και υποσυνείδητης.
 
Το πρόβλημα είναι ότι στα χέρια ηλιθίων ή εγκάθετων από την εξουσία διανοούμενων αυτές οι υπερβολές κι ανοησίες θεωρούνται σοβαρές. Και ο συλλογισμός τους πάει σαν το «λαλάει ο κόκορας και βγαίνει ο ήλιος, άρα ο κόκορας βγάζει τον ήλιο» και με αυτή την ηλίθια συλλογιστική πάει το «εάν οι Αλβανοί είναι απόγονοι των αρχαίων Ιλλυριών των Βαλκανίων, γιατί όχι και ορισμένων ακόμη πιο αρχαίων κατοίκων της Βαλκανικής Χερσονήσου;» Καθώς θεωρείται γενικά ότι οι πιο αρχαίοι Βαλκανικοί ήταν οι Πελασγοί, κάποιοι Αλβανοί συγγραφείς ξεκίνησαν την βολική υπόθεση ότι τόσο οι Ιλλυριοί όσο και οι σύγχρονοι Αλβανοί κατάγονται από αυτούς. Αυτός ο ισχυρισμός ταιριάζει ωραία με την εικασία του Marlaux (sic) για την Αθήνα, καθώς κάποιοι μελετητές πιστεύουν ότι οι Αθηναίοι ήταν Πελασγικού αίματος, καθώς οι τελευταίοι ήταν ο αυτόχθων πληθυσμός της Αττικής.
 
Η «αναδρομική αισιοδοξία» της Αλβανίας, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, δεν αποτελεί μοναδικό Αλβανικό φαινόμενο. Είδαμε παραπάνω το ίδιο κροατικό «project» του κροατικού κινήματος-Ιλλυριών κατά το πρώτο μισό του 19ου αιώνα. Με παρόμοιο τρόπο, κάποιοι Σέρβοι εθνικιστές συγγραφείς τάχθηκαν υπέρ της Σερβικής εθνικής αρχαιότητας. Το βιβλίο με τίτλο «Σέρβοι: Οι αρχαιότεροι» ήταν γνωστό κατά την εποχή του Μιλόσεβιτς αλλά έγινε διάσημο μετά το 1999. 'Ενας συγγραφέας από το Σικάγο, ο Δρ. Jovan Deretić, (για να μη συγχέεται με τον καθηγητή Jovan Deretić από το Πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου) ισχυρίστηκε στο βιβλίο του για το ίδιο θέμα, ότι οι Σέρβοι υπήκοοι ήταν στην πραγματικότητα η ελίτ δύναμη στον Μακεδονικό στρατό του Μεγάλου Αλεξάνδρου, υπεύθυνου για την νικηφόρα κατάκτησή του. Το σκεπτικό όλων αυτών των ευσεβών πόθων ήταν η δήθεν ομοιότητα μεταξύ σύγχρονων σερβικών και αρχαίων λεξικών, όπως τα ελληνικά, τα σανσκριτικά κ.λ.π. Αλλά όλα αυτά φαίνονται μετριοπαθή σε σύγκριση με τις φαντασιώσεις ορισμένων Αλβανών συγγραφέων. Σύμφωνα με αυτούς, ο Αλέξανδρος και τα Σκόπια, ήταν οι Ιλλυριοί και συνεπώς αυτόματα Αλβανοί. Ούτε η Αφροδίτη δεν γλύτωσε (το όνομά της φαίνεται να είναι συμφωνικό με το Αλβανικό μιριτάτα, Ντρίτα, κλπ.). Έτσι δημιουργείται από το βαρβαρικό τίποτε ένα κάτι. Είναι σαν να βάλεις σ’ έναν γύφτο μεταξωτό κοστούμι, αν δεν το κάνουν για να γελάσουν τουλάχιστον ας μας το πουν να γελάσουμε κι εμείς.
 
Η γελοία υπόθεση της Ιλλυρικής καταγωγής των σύγχρονων Αλβανών έχει αμφισβητηθεί σοβαρά από όλους τους σύγχρονους σοβαρούς και ιδιαίτερα γλωσσομαθείς συγγραφείς. Η πιο πειστική είναι αυτή της Δακικής εθνικής καταγωγής των σύγχρονων Αλβανών. Σύμφωνα με αυτήν οι πρόγονοι των Αλβανών ήρθαν στην σημερινή Αλβανία από την Ρωμαϊκή Επαρχία Μοϊσία (σημερινή Σερβία), γύρω από τον Ποταμό Μοράβα γύρω στο 1000 π.κ.ε. Στα αρχαία χρόνια, αυτή η περιοχή ήταν η ζώνη της Δακικής εθνότητας. Ως εκ τούτου, οι σύγχρονοι Αλβανοί μπορεί, ίσως, πιθανόν, να είναι Δακιανοί, αλλά όχι Ιλλυρικής καταγωγής. Η γλωσσική υποστήριξη για την υπόθεση αυτή προέρχεται από την ορολογία της αλβανικής γλώσσας που αναφέρεται σε παράκτιους όρους, η οποία δανείζεται από τους γύρω πληθυσμούς, γεγονός που αποδεικνύει ότι οι Αλβανοί δεν ήταν αρχικά παράκτιοι πληθυσμοί όπως ούτε οι Dacians ήταν, αλλά οι Ιλλυριοί ήταν.
 
Το ίδιο σκεπτικό ισχύει και για τους Νότιους Σλάβους, οι οποίοι δανείστηκαν περισσότερα από τα λατινικά (mare). 'Οσο για την πανάρχαια Ελληνική γλώσσα, υπάρχουν εκπληκτικά ελάχιστες αρχαίες ελληνικές λέξεις στην σύγχρονη αλβανική γλώσσα. Ως εκ τούτου, η αρχική πατρίδα των Αλβανών πρέπει να ερευνηθεί στην σημερινή Ρουμανία ή την Σερβία. Σύμφωνα με κάποιες έρευνες, η σύγχρονη αλβανική γλώσσα είναι μια ημι-Ρουμανικη Δακική-Moesian γλώσσα, όπως και η ρουμανική γλώσσα είναι η Ρωμαική Δακική-Moesian.
 
Οι Αλβανοί, ο πατριωτισμός και το οργανωμένο έγκλημα.
 
Γιατί είναι τόσο σημαντικό να πείσουν τον κόσμο ότι η σημερινή αλβανική γλώσσα είναι η Ιλλυρική, ή τουλάχιστον προέρχεται από αυτήν; Όπως είναι γνωστό, ολόκληρη η περιοχή του Δηναρίου των Βαλκανίων φαίνεται να είναι καταγωγής των Ιλλυριών, τουλάχιστον σε μεγάλο βαθμό. Καθώς οι αρχαίοι Ιλλυριοί εξαπλώθηκαν σε μια τεράστια περιοχή των σημερινών Δυτικών Βαλκανίων, δεν είναι μόνο οι Αλβανοί υπήκοοι που ενδέχεται να διεκδικήσουν το καθεστώς του «αυτόχθονου πληθυσμού». Υπάρχει, ωστόσο, διαφορά μεταξύ σλαβόφωνων και αλβανόφωνων ως προς αυτό το θέμα. Στην πρώτη οπτική, υπερίσχυσε το στοιχείο των Σλαβικών, ενώ στην δεύτερη η αλβανική γλώσσα παραμένει διαφορετική από τους γύρω πληθυσμούς. Η κατάσταση μοιάζει με την περίπτωση των Βάσκων, των οποίων η γλώσσα είναι μοναδική στην Ευρώπη, καθώς η γεωργιανή γλώσσα αποδεικνύεται μοναδική στην ήπειρο της Ευρασίας.
 
Οσον αφορά τον ίδιο τον όρο Ιλλυρικό, θα πρέπει να σημειωθεί ότι κατά την περίοδο του Ρωμαίου Αυτοκράτορα Διοκλητιανού (284-305), όλα τα Δυτικά Βαλκάνια οργανώθηκαν ως Praefectura Illyricum. Κυρίως λόγω αυτής της διοικητικής ονομασίας διατηρήθηκε ο όρος Ιλλυριοί και δόθηκε σε ανθρώπους που ζουν εκεί συμπεριλαμβανομένων των Νότιων Σλάβων και των Αλβανών. Το όνομα αυτό εξαφανίστηκε τον 7ο αιώνα, κατά την επιστροφή της σλαβικής μετανάστευσης στα Βαλκάνια από την βορειοανατολική Ευρώπη. Οσο για τον όρο αλβανική, σύμφωνα με τις επίσημες φιλοαλβανικές προπαγάνδες, προέρχεται από το όνομα μιας από τις ιλλυρικές φυλές Αλμπανάι, η οποία στην συνέχεια αποδόθηκε σε όλες τις φυλές των Ιλλυριών αλλά στην ουσία, το όνομα αυτής της Ιλλυρικής φυλής και της ίδιας της φυλής δεν έχουν διασυνδέσεις με Αλβανούς που κατάγονται από τον Καύκασο. Η αλβανική γλώσσα, ως ομιλούμενη γλώσσα, αναφέρεται για πρώτη φορά σε χειρόγραφο από το Ντουμπρόβνικ, ως lingua albanesesca, μόνο το 1285.
 
Ορισμένες βυζαντινές πηγές του 13ου αιώνα ονόμασαν την περιοχή μεταξύ του ποταμού Δρίμ και της λίμνης Σκαντάρ, Αρμπάνων (Arber). Τόσο οι Τούρκοι όσο και οι Σέρβοι χαρακτήρισαν τους κατοίκους της Αλβανίας: Αρμπανάσι. Οσο για τους Αλβανούς, αυτοαποκαλούνταν, πριν υποταχθούν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία τον 15ο αιώνα: Arbësh/Arbësh.
 
Η αλβανική γλώσσα πουθενά δεν συνδέεται με την ιλλυρική και το γεγονός ότι δεν είναι καθόλου ευφυείς ως λαός, συγκριτικά με άλλους γειτονικούς πληθυσμούς, έχει οδηγήσει αυτή την ορεινή κοινότητα σε περαιτέρω απομόνωση. Η απομόνωση αυτή ενίσχυσε ακόμη περισσότερο την διατήρηση του παραδοσιακού κοινωνικού χαρακτήρα των ορεινών περιοχών των Αλβανόφωνων. Αξίζει να αναφερθεί εδώ ότι η διάλεκτος τους, η Gheg, είναι κατανοητή από τους υπόλοιπους Αλβανούς, οι οποίοι μιλούν Τόσκ, αλλά με δυσκολίες.
 
Η μοναδικότητα της αλβανικής γλώσσας έχει προαγάγει αρκετά χαρακτηριστικά αυτού του πληθυσμού:
 
1. Δεδομένου ότι πολύ λίγοι άνθρωποι εκτός της αλβανικής κοινότητας είναι πρόθυμοι να μάθουν την σύγχρονη αλβανική γλώσσα, η επικοινωνία με τον εξωτερικό κόσμο έπρεπε να γίνει μέσω των Αλβανών που μιλούσαν άλλες γλώσσες, όπως η σερβική, η ελληνική, η ιταλική, η αγγλική κλπ. Αυτό έδωσε στους Αλβανούς το πλεονέκτημα της κατοχής ενός δήθεν «μυστικού κώδικα», χρήσιμο σε υποθέσεις, όπως το τα ναρκωτικά, το λαθρεμπόριο, οι εγκληματικές δραστηριότητες τύπου μαφίας, το πολιτικό κίνημα, κτλ και αποδείχθηκε κρίσιμης σημασίας. Εν μέρει γι’ αυτό η αλβανική μαφία φαίνεται τόσο αποτελεσματική, ανταγωνίζεται δε επιτυχώς την ιταλική μαφία, την κινεζική και άλλες εταιρείες οργανωμένου εγκλήματος. Δεν δείχνει δε να τους ενδιαφέρει ιδιαίτερα το γεγονός ότι στο παγκόσμιο γίγνεσθαι διαπρέπουν ως μαφιόζοι.
 
2. Το άλλο σημαντικό χαρακτηριστικό που απαιτείται από το οργανωμένο έγκλημα για να είναι αδιάρρηκτο είναι η αιματολογική σύνδεση των μελών μιας μαφιόζικης εταιρίας. Αυτή η προϋπόθεση έχει καλυφθεί πλήρως από την «φις» εν τύποις φυλή της αλβανικής κοινότητας. Ενα «φις» μπορεί να αποτελείται από εκατό μέλη, τα οποία μπορούν να προμηθεύουν δεκάδες όπλα σε λαθρεμπόρους ναρκωτικών, όπλων, ανθρώπων κλπ. Μπορούν να επικοινωνούν ελεύθερα μεταξύ τους, χωρίς να φοβούνται ότι η επιχείρηση αν παρακολουθείται, θα γίνει εύκολα αντιληπτή. Είναι αλήθεια ότι παρόμοια κατάσταση εμφανίζεται μεταξύ των Σικελιανών, αλλά οι Ιταλοί στην Αμερική έχουν ενσωματωθεί πλήρως στην αμερικανική κοινωνία και πολλά από τα μέλη του FBI είναι ιταλικής καταγωγής, συν ότι τα Ιταλικά εκπαιδεύονται σαν γλώσσα αντίθετα με τα άχρηστα Αλβανικά.
 
Αν παρατηρήσεις ότι αυτή η εγκληματική επιχείρηση συνδέεται αναπόφευκτα με τους πολιτικούς στόχους κι έχει έτσι μια ψευδεπίφαση πατριωτισμού, τότε η εχθρότητα της μαφιόζικης οργάνωσης της αλβανικής διασποράς φαίνεται φυσική και κατανοητή, με την τελική αποστολή για την υλοποίηση του προγράμματος του 1878 Prizren League – μια Μεγάλη Αλβανία (εθνικά απαλλαγμένη από όλους τους ΜΗ Αλβανούς).

ΔΕΣ: Το σλαβικό πρόβλημα στην Ελλάδα