Τετάρτη, 4 Δεκεμβρίου 2013

Οι κυνοκέφαλοι στην Αρχαία Ελλάδα

Οι κυνοκέφαλοι στην Αρχαία Ελλάδα
«Ο αέρας κινεί τα καράβια στις θάλασσες και καθαρίζει την ατμόσφαιρα από τα κακά. Αυτός κτυπά και την καμπάνα, που ο Μέγας Αλέξανδρος έβαλε επάνω από τους λόφους, όπου είναι, κλεισμένοι οι σκυλοκέφαλοι, που θα βγουν έπειτα από καιρούς».

Μία από τις πλέον παράδοξες επιβιώσεις από την αρχαιότητα μέχρι τη σύγχρονη εποχή είναι αυτή που αφορά τους κυνοκέφαλους, πλάσματα ανθρώπινα που έχουν όμως κεφάλι σκύλου, πλάσματα που αναφέρονται συχνά και των οποίων -παραδόξως- έχουμε πολλές απεικονίσεις. Φυσικά έχουν διατυπωθεί πολλές απόψεις, αλλά… επειδή ποτέ και σε καμία περίπτωση δεν εμφανίστηκε πάνω στη γη φυλή ανθρώπων με κεφάλι σκύλου, θα πρέπει να στραφούμε στο χώρο του μύθου και του συμβολισμού για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε την παράξενη αυτή, όσο και τερατώδη φιγούρα.  
Και το πιο περίεργο είναι ότι ως κυνοκέφαλο λάτρευαν οι αρχαίοι Αιγύπτιοι τον θεό Άνουβι (θεό του θανάτου), οι αρχαίοι Έλληνες τον ταύτιζαν με τον ψυχοπομπό Ερμή, ενώ ένας χριστιανός άγιος, ο Άγιος Χριστόφορος, εμφανίζεται στις πηγές ως κυνοκέφαλος και ως τέτοιος απεικονίζεται σε πολλές αναπαραστάσεις του.

Στην προχριστιανική εποχή μπορούμε να ανιχνεύσουμε δύο διαύλους που αφορούν τους κυνοκέφαλους. Ο πρώτος ξεκινά σε άγνωστη εποχή, με μυθολογικές ρίζες στο απώτατο ελληνικό προϊστορικό παρελθόν, ενσωματωμένος σε αρχέγονες θυσιαστικές τελετουργίες και χρονολογικά φτάνει μέχρι τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ο δεύτερος δίαυλος είναι ο ίδιος με τον προηγούμενο, αλλά επεκτείνεται δεχόμενος επιδράσεις από τη ζωή και τα έργα του μεγάλου στρατηλάτη καθώς σε αυτόν εντάσσεται η μυθιστορία του Αλέξανδρου και αποκτά μεγάλες φιλολογικές και κατ’ επέκταση λαογραφικές διαστάσεις.
Η τεράστια αποδοχή της προσωπικότητας του Αλέξανδρου από πλήθος λαών -φαινόμενο μοναδικό στην παγκόσμια ιστορία- και οι πραγματικές ή μυθολογικές περιγραφές των κατορθωμάτων του, όπως εξιστορούνται στη Φυλλάδα του Μεγάλου Αλεξάνδρου από τον ψευδο-Καλλισθένη συνέβαλλαν στην όλη υπόθεση. Μέσω αυτής της φιλολογίας οι κυνοκέφαλοι «πέρασαν» στη βυζαντινή εικονογραφία ενώ η αρχέγονη, ιδιότυπη μορφή του κυνός ή και του λύκου (λυκ = φως) αποδόθηκε στον Άγιο Χριστόφορο.
Η αρχαία ελληνική μυθολογία έχει διασώσει πολλές πληροφορίες για τους σκυλόμορφους των προϊστορικών χρόνων, στοιχεία τα οποία φυσικά δεν μπορούν να επαληθευτούν. Π.χ. ο τρικέφαλος σκύλοςΚέρβερος, φύλακας του Άδη, τον οποίο οι Δωριείς συσχέτιζαν με τον κυνοκέφαλο αιγυπτιακό θεό Άνουβι, τον ψυχοπομπό. Πίστευαν ότι ο Κέρβερος, επειδή είχε τρία κεφάλια ήταν αρχικά η θεά του θανάτου Εκάτη ή Εκάβη.

Η θεά, που και αυτή ήταν τριπλής φύσης, εικονιζόταν σαν σκύλα, επειδή τα σκυλιά τρώνε σάρκες πτωμάτων και αλυχτούν στο φεγγάρι. Όταν ο Ηρακλής κατεβαίνει στον Τάρταρο για να αιχμαλωτίσει τον Κέρβερο (12ος άθλος), ήταν η τρικέφαλη Εκάτη που τον υποδέχθηκε ως Κέρβερος. Θεωρούνταν θανατηφόρα η επαφή με τον Κέρβερο αφού όταν γαύγιζε ράντιζε με το σάλιο του τα πράσινα λιβάδια και έκανε να φυτρώνει το δηλητηριώδες φυτό στριγγλοβότανο, που το ονόμαζαν και φυτό της Εκάτης.

Η Εκάτη ή Αγριόπης (=αγριοπρόσωπη), μια πανάρχαια θεά του μητριαρχικού κύκλου, ταυτισμένη εν πολλοίς και με τη Σελήνη ή την Άρτεμη, δύο άλλες φεγγαροθεές, είχε κόρες τις Έμπουσες (= αυτές που παραβιάζουν), θηλυκούς δαίμονες της αποπλάνησης, οι οποίες μεταμορφώνονταν (ανάμεσα σε άλλα) και σε σκύλες.

Η Εκάτη, όμως, εκτός από τη μορφή της Σκύλας (= αυτή που σκίζει), θεωρείται ότι θήλαζε τον Ασκληπιό, τον ημίθεο της Ιατρικής και γι’ αυτό από τότε τον συνοδεύει σε κάθε αναπαράσταση ή απεικόνιση του. Άλλη σημαντική εκδοχή για την Εκάτη είναι ότι γέννησε μια κληματόβεργα και έφερε το αμπέλι στην Ελλάδα, και αυτή η εκδοχή είναι ο αρχαιότερος ελληνικός μύθος για την πρώτη παρουσία του κρασιού στον ελληνικό χώρο. Η ταύτιση φαίνεται και από άλλο γεγονός- μια μεταμόρφωση της Εκάτης ήταν σε Μαίρα (η άλλη ήταν σε «Σκύλα»), που αποτελούσε το σύμβολο της Σκύλας στον ουρανό, δηλαδή ήταν ο αστερισμός του Μικρού Κυνός.
Η εξήγηση γι’ αυτό ήταν η εξής: όταν ο Διόνυσος θέλησε να εξαπλώσει την καλλιέργεια της αμπέλου στην Αττική έπεισε τον βασιλιά Ικάριο να το κάνει. Όταν ο τελευταίος έφτιαξε κρασί πρόσφερε από αυτό σε βοσκούς της Αττικής για να τους κάνει να το συνηθίσουν.
Το κρασί, όμως, ήταν άκρατος οίνος (δεν ήταν δηλαδή κρασί ήτοι ανακατεμένο με νερό), οπότε γρήγορα τους ζάλισε και νιώθοντας άσχημα, νόμισαν ότι ο Ικάριος προσπάθησε να τους δολοφονήσει.
Τότε, μέσα στη ζάλη τους, τον σκότωσαν και τον έθαψαν σ’ ένα μέρος που κράτησαν μυστικό. Όμως την ταφή είδε η σκύλα του Ικάριου η Μαίρα, η οποία οδήγησε εκεί την κόρη του Ηριγόνη που τον ξέθαψε και τον έθαψε αλλού με τις ανάλογες τιμές.
Η συνέχεια είναι γνωστή και ταυτίζεται με την κατάρα της Ηριγόνης στους Αθηναίους. Λόγω της πράξης της αυτής η Μαίρα κέρδισε μια θέση στον ουρανό και έγινε το άστρο Μικρός Κύων, που όταν έβγαινε στον ουρανό οι βοσκοί του Μαραθώνα Αττικής του πρόσφεραν ανθρωποθυσίες.
Άλλη μεταμόρφωση της Εκάτης ήταν στη γνωστή Σκύλλα του ομηρικού έπους Οδύσσεια. Ο θρύλος διηγείται ότι η Σκύλλα ήταν κάποτε μια πανέμορφη κοπέλλα. κόρη της Εκάτης Κραταιΐδας από τονΦόρκυνα ή τον Φόρβαντα -ή της Έχιδνας από τον Τυφώνα, τον Τρίτωνα ή τον Τυρρηνό- αλλά ύστερα μεταμορφώθηκε σ’ ένα φοβερό σκυλάμορφο τέρας, με έξι κεφάλια και δώδεκα πόδια. Η Σκύλλα γαύγιζε σαν μικρό κουτάβι και ταυτιζόταν με τα κόκκινα σκυλιά του ψυχοπομπού Άνουβι.

Άλλη πληροφορία για κυνοκέφαλα όντα προέρχεται από τον Ιωάννη Τζέτζη (Εις τον Λυκόφρονα, 45 και 50), ο οποίος «…αναφέρει κάτι που φαίνεται να έχει εσφαλμένα συναχθεί από αρχαία αγγειογραφία, όπου η Αμφιτρίτη στέκεται δίπλα σε μια πηγή που την έχει καταλάβει ένα κυνόμορφο τέρας- από την άλλη πλευρά του αγγείου είναι ένας πνιγμένος ήρωας που περιβάλλεται από δύο τριάδες κυνοκέφαλες θεές στην είσοδο του Κάτω Κόσμου». Με κυνοκέφαλες θεές που τη συνοδεύουν απεικονίζεται η Εκάτη, τα γνωστά στη φιλολογία ως «κυνοκέφαλα φάσματα της Εκάτης», απεικονίσεις που διασώζονται ακόμα και σε χριστιανικά χειρόγραφα και κώδικες, όπως π.χ. αυτός του Παναγίου Τάφου” ή της Εθνικής Βιβλιοθήκης του Παρισιού”.

Από το χώρο της μυθολογίας και περνώντας στο χώρο της ιστορίας και της φιλολογικής παράδοσης είναι φανερό ότι όσα στοιχεία διαθέτουμε προέρχονται από καταγραφές εκστρατειών των διαφόρων ηρώων και μυθικών (;) προσώπων σε άγνωστους τόπους μακρινούς, όπως π.χ. του Ηρακλή, του Περσέα, του Θησέα, του Ιάσονα κ.α. Ειδικά για τους σκυλόμορφους («Ημίκυνες»), πλάσματα ανθρώπινα με κεφάλι σκύλου, γράφει πρώτος ο Ησίοδος και κατόπιν ο Αισχύλος, που μιλά για «κυνοκέφαλους», ενώ άλλοι περιγράφουν τέτοια τέρατα που συναντώνται στα ταξίδια των Ελλήνων ανατολικά, κυρίως στην Ινδία, σε εποχές ακόμα πριν την άφιξη εκεί του Αλέξανδρου.

Η επαφή των Ελλήνων με την Ινδία είναι πολύ παλιά.

Σύμφωνα με το θρύλο, τη χώρα αυτή είχε επισκεφτεί ο θεός Διόνυσος και η ακολουθία του και είχε διδάξει στους κατοίκους της την καλλιέργεια της αμπέλου και την παραγωγή κρασιού.

Πέρα από το μύθο, όμως, η ιστορία έχει διασώσει πραγματικές επαφές με αυτή τη χώρα και πρώτος, από όλους όσους την αναφέρουν, είναι ο Σκύλαξ ο Καρυανδεύς (520 π.Χ.) στο έργο του Γης περίοδος. Ο πρώτος αυτός Σκύλαξ, γιατί υπάρχει και ένας νεότερος με το ίδιο όνομα γύρω στο 350 π.Χ., κατ’ εντολή του Δαρείου του Κοδομανού είχε διαπλεύσει τον Ινδό ποταμό και εκτέλεσε περίπλου από τις εκβολές του έως την Αραβία και το Σουέζ”. Δυστυχώς ο Σκύλαξ δεν αναφέρεται σε Κυνοκέφαλους, κάτι που κάνει εκτεταμένα ο Κτησίας.

Ο Κτησίας ο Κνίδιος (5ος-4ος αι. π.Χ.) είναι ο πρώτος Έλληνας συγγραφέας που έγραψε βιβλίο ειδικά για την Ινδία, τα Ινδικά, το οποίο απωλέσθηκε, όπως και το άλλο περίφημο έργο του τα Περσικά. Όμως τα γνωρίζουμε διότι, εκτός των λίγων αποσπασμάτων που έχουν διασώσει διάφοροι συγγραφείς -όπως ο Αιλιανός-, τα περιλαμβάνει ο Φώτιος στην περίφημη «Βιβλιοθήκη» του, γνωστή και ως «Μυριόβιβλος». Ο Φώτιος, μια από τις μεγάλες πνευματικές προσωπικότητες του Βυζαντίου, διετέλεσε Οικουμενικός Πατριάρχης τις περιόδους 857-867 και 877-886.

Κάποτε με απόφαση της Βυζαντινής Γερουσίας διορίσθηκε «πρέσβης στους Ασσυρίους». Προτού αναχωρήσει, συνέγραψε τη «Βιβλιοθήκη» που είναι ουσιαστικά περίληψη 279 ακριβώς βιβλίων από όσα είχε διαβάσει ο ευρυμαθής Πατριάρχης, στα οποία αναφέρθηκε από μνήμης (!). Αυτό φυσικά είναι και καλό και κακό. Το καλό είναι αυτονόητο- ο Πατριάρχης διέσωσε -έστω και περιληπτικά- το περιεχόμενο βιβλίων που έχουν χαθεί, ενώ το κακό είναι ότι «από μνήμης» δεν ήταν δυνατόν να θυμάται ακριβώς ό,τι είχε διαβάσει. Και επί του προκειμένου, το έργο του Κτησία Ινδικά σαφέστατα είναι διαφοροποιημένο και όχι ακριβές. Αντιπαρέρχομαι τα όσα «θαυμαστά» αναφέρει ο Κτησίας στο έργο του Ινδικά και περιορίζομαι στα όσα έγραφε για τους κυνοκέφαλους:
«Στα βουνά του Ινδού ποταμού ζουν άνθρωποι που έχουν κεφάλι σκύλου. Τα ρούχα τους είναι από δέρμα άγριων ζώων. Δεν μιλούν καμμιά γλώσσα αλλά γαυγίζουν σαν τα σκυλιά και συνεννοούνται με τον τρόπο αυτό. Οι Ινδοί τους αποκαλούν “Καλύστριους” που σημαίνει “κυνοκέφαλοι”. Τα δόντια τους είναι ισχυρότερα από εκείνα των σκύλων. Τους βρίσκει κανείς μέχρι και του Ινδού ποταμού. Είναι μαύροι και έχουν βαθύ το αίσθημα της δικαιοσύνης όπως και οι άλλοι Ινδοί με τους οποίους άλλωστε είναι σε επαφή. Καταλαβαίνουν την γλώσσα των άλλων αλλά δεν μπορούν να τους μιλήσουν. Συνεννοούνται με νοήματα όπως οι κωφάλαλοι.Το έθνος τους αριθμεί 120.000.»

Οι κυνοκέψαλοι που κατοικούν στα βουνά δεν κάνουν καμμιά δουλειά. Ζουν από το κυνήγι, το κρέας του οποίου ξηραίνουν στον ήλιο. Έχουν πρόβατα, κατσίκες και όνους. Πίνουν γάλα και ξυνόγαλα. Τρώνε επίσης τον καρπό του “σιπταχόρου” που είναι γλυκό και που οι Ινδοί ξεραίνουν όπως οι Έλληνες τη σταφίδα.

»Οι κυνοκέφαλοι κατασκευάζουν σχεδία στην οποία φορτώνουν τους ξερούς αυτούς καρπούς, το άνθος της πορφύρας καθαρισμένο και το ήλεκτρο, τα οποία ανταλλάσονν με τους Ινδούς έναντι άρτων, αλευριού και βαμβακερών ρούχων. Αγοράζουν από αυτούς τα ξίφη που χρησιμοποιούν για να κυνηγήσουν άγρια θηρία, ακόμη δε και τόξα και ακόντια, στη χρήση των οποίων είναι εξαιρετικά ικανοί. Είναι αήττητοι γιατί ζουν στα ψηλά βουνά που είναι απρόσιτα. Κάθε τρία χρόνια ο βασιλιάς τους χαρίζει 300.000 βέλη, 120.000 ασπίδες και 500.000 ξίφη.

»Οι κυνοκέφαλοι δεν ζοuν σε σπίτια. Ζουν σε σπήλαια, κυνηγούν θηρία με τόξα και ακόντια. Είναι τόσο γρήγοροι ώστε ξεπερνούν τα θηρία αυτά στο τρέξιμο.

»Οι γυναίκες τους λούζονται μια φορά το μήνα όταν έλθει η περίοδο τους -ποτέ άλλοτε. Οι άνδρες δεν λούζονται αλλά τρίβονται με κάποιο λάδι που βγάζουν από το γάλα και σκουπίζονται με δέρματα. Ντύνονται με λεπτά δέρματα, άνδρες και γυναίκες.

Οι πλουσιότεροι φορούν λινά αλλά είναι λίγοι. Δεν έχουν κρεβάτια. Κοιμούνται σε στρώματα από φύλλα δέντρου. Ο πλούτος υπολογίζεται με βάση τον αριθμό των προβάτων. Κατά τα λοιπά όμως είναι αρκετά ισόνομα κατανεμημένος.

»Όλοι τους, άνδρες και γυναίκες έχουν ουρά όπως τα σκυλιά.

Οι άνδρες ενώνονται με την γυναίκα “τετραποδιστί”, όπως και πάλι τα σκυλιά. Είναι δίκαιοι και ζουν μέχρι 200 χρόνια».

Αφήνοντας το Φώτιο και το θαυμαστό έργο του, πρέπει να σημειώσω ότι οι αναφορές του Κτησία σε μια φυλή κυνοκέφαλων ανθρώπων θεωρούνται φανταστικές, και είναι λογικό.
Άνθρωποι με κεφάλι σκύλου δεν υπήρξαν ποτέ, γι’ αυτό και νεότεροι μελετητές προσπάθησαν να διερευνήσουν το θέμα πιο διεξοδικά, όπως ο Ο C. Lassen, που υποστήριξε ότι ο Κτησίας δεν επινόησε όσα φανταστικά διηγείται. Όπως αναφέρει ο Δ.Κ. Βελισσαρόπουλος, που παραθέτει τα σχετικά στοιχεία: «Όσον αφορά τους Κυνοκέφαλους ή τους Κυναμολγούς, κατά τον Lassen ο Κτησίας αναφερόταν, χωρίς ο ίδιος να το ξέρει, σε φυλή που έτρεφε μεγάλα κοπάδια ζώων. Η φυλή αυτή είχε πελώρια σκυλιά για να φυλάγουν τα ζώα. Και στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για πρωτόγονη φυλή που είχε αποσυρθεί στα απρόσιτα βουνά της Νότιας Ινδίας. Κατ’ ανάγκην συναλασσόταν ειρηνικά με τους Ινδούς κατακτητές που περιφρονούσαν τα μέλη της και της έδωσαν το περιφρονητικό όνομα που έφτασε στ’ αυτιά του Κτησία. Η φυλή αυτή αντιστοιχούσε κατά τον Lassen προς τη γνωστή από την ινδική παράδοση φυλή των cunamukta».

Η άποψη αυτή είναι πιθανότατα πολύ λογική και μπορεί να γίνει αποδεκτή. Αλλά για να δικαιολογήσουμε λίγο τον Κτησία, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι στην ελληνική μυθολογία, ιστορία ή φιλολογία, συχνά εμφανίζονται τέρατα, ανθρωπόμορφα ή όχι, που έχουν διαδραματίσει σημαντικό ρόλο. Όπως σημειώνει και ο Jacquew Heers;, βιογράφος του Κολόμβου, «Ο βάρβαρος ξένος, οι μυθοπλασμένοι άνθρωποι πάντοτε έλκυσαν τη φαντασία από την εποχή των Ελλήνων ως τον Πάπα Πιο τον Β’. Μερικοί συγγραφείς ή καλλιτέχνες περιέγραψαν ή απεικόνισαν τέρατα, που αναπαριστούσαν άλλωστε και τα γλυπτά της ρωμαϊκής εποχής.

Πολύ συχνά πράγματι παρίσταναν ανθρώπους με κεφάλια σκύλων, με μακριά αυτιά, ανθρώπους φυτά, κενταύρους και ανθρώπους κατά το ήμισυ ζώα». Άρα ήταν φαινόμενο που παρουσιάστηκε και αλλού εκτός Ελλάδος. Ο Ηeers αναφέρει ονομαστικά κάποιον Οderic De Paderne «…πού είχε επισκεφθεί ωρισμένες περιοχές της Ασίας και που διηγείται ότι συνάντησε πυγμαίους τριών σπιθαμών και κυνοκέφαλους και άλλα τερατόμορφα όντα…», ενώ προσθετικά σημειώνεται και ο Μάρκο Πόλο, που αναφέρει ότι κυνοκέφαλοι ζούσαν στο αρχιπέλαγος του Αdaman.

Όμως δεν πρέπει να μας διαφεύγει κάτι. Από την εποχή του Κτησία (5ος αι. π.Χ.) έως το 1500 μ.Χ. (Κολόμβος) μεσολαβούν 2000 χρόνια και δεδομένου ότι το έργο του Κτησία Ινδικά απωλέσθηκε, πρέπει να βρούμε από ποια πηγή αντλήθηκε αυτή η παράδοση για την ύπαρξη κυνοκέφαλων ανθρώπων. Αλλά πριν φτάσουμε στον ενδιάμεσο κρίκο, πρέπει να δούμε κάτι άλλο: τη σχέση του «κυνοκέφαλου» με αντίστοιχα αιγυπτιακά πρότυπα.

Πράγματι δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη η ταύτιση και η ονομασία. Η ελληνική λέξη Κυνοκέφαλος σαφέστατα αναφερόταν στον ιερό μπαμπουΐνο της αιγυπτιακής θρησκείας, που είχε μορφή σκύλου, και ο Reau στο θαυμαστό έργο του συνδέει τον Κυνόμορφο Άγιο Χριστόφορο με τον Αιγύπτιο θεό Άνουβι που είχε κεφάλι τσακαλιού. Ωστόσο η μεταγενέστερη ευρωπαϊκή παράδοση για τους κυνοκέφαλους δεν οφείλεται σε ελληνικής προέλευσης πηγή, αλλά στον Πλίνιο και στο έργο του Φυσική Ιστορία (βιβλ. 7, 2.), στο οποίο φυσικά προστέθηκαν και όσα αναφέρονται στη σχετικά με τον Μ. Αλέξανδρο φιλολογία, η οποία έγινε αποδεκτή και από Άραβες λόγιους μεταγενέστερων εποχών. Και βέβαια αυτή η αλληλουχία είναι μια θαυμάσια απεικόνιση της διάδοσης των ιδεών (και ιδεοληψιών) από τον έναν πολιτισμό στον άλλο.

Η μυθιστορία του Αλέξανδρου
Στη γνωστή παραλλαγή του μυθιστορήματος του Ψευδο-Καλλισθένη Το Μυθιστόρημα του Αλέξανδρου, που γνωρίζουμε και ως Φυλλάδα τον Μεγ’ Αλέξανδρου, θέμα στο οποίο έχω αναφερθεί σε σχετικό άρθρο, αναφέρεται η συνάντηση του στρατηλάτη με τους κυνοκέφαλους: «…Απ’ αυτού ημέρας δέκα εδιάβη εις ένα τόπον, όπου ήτον οι Σκυλοκέφαλοι. Τούτων το κορμί ήτον ανθρώπινον, το κεφάλι σκύλινον, και η φωνή τους ανθρώπινη και επεριπατούσαν ωσάν σκυλιά. Εσκότωσεν ο Αλέξανδρος πολλούς και από εκείνους, και μετά δέκα ημέρας αφήνοντας τον τόπον τους, επήγε εις ένα χωρίον…».

Αυτή η σύντομη αναφορά φαινομενικά δεν είναι αρκετή ώστε να δικαιολογήσει την έκταση της παρουσίας κυνοκέφαλων στους μεταγενέστερους χρόνους και την τόσο έντονη επιρροή τους στη βυζαντινή αγιογραφία και στο Χριστιανισμό εν γένει. Όπως φαίνεται, όμως, η μυθιστορία του Αλέξανδρου είχε άλλη, πολύ μεγαλύτερη διεισδυτική ικανότητα και δεν υπήρξε ένα ακόμη ελληνικό μυθιστόρημα ανάμεσα στα πολλά άλλα της ελληνιστικής εποχής.

Αυτή η υπέρ τα όρια μυθοποίηση και αποδοχή του Μ. Αλεξάνδρου δεν συνέβη φυσικά αμέσως. Κάθε αιώνας που περνούσε, από το θάνατο του και πέρα, συσσώρευε υλικό μυθοπλασίας και φαντασίωσης σε τέτοιο σημείο ώστε ο μύθος να είναι ζωντανός έως πρόσφατα. Φυσικά, η διαδικασία μυθοποίησης του Αλέξανδρου δεν είναι τόσο εύκολα εξηγήσιμη, αλλά μάλλον πρέπει να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή και να δούμε εν τη γενέσει του το θέμα.

Από όλους τους ιστορικούς, ερευνητές και μελετητές της λογοτεχνίας είναι σήμερα αποδεκτή η άποψη ότι το λογοτεχνικό είδος που γνωρίζουμε ως μυθιστόρημα αποτελεί μια ελληνική συνεισφορά στην παγκόσμια λογοτεχνία. Και αυτό επινοήθηκε στην Ελλάδα, στη διάρκεια των ελληνιστικών χρόνων (330-30 π.Χ.) όχι με την ονομασία «μυθιστόρημα», αλλά με την ονομασία «Δραματικός λόγος». Την άποψη αυτή διασώζει ο Πατριάρχης Φώτιος στην περίφημη Βιβλιοθήκη του. Τα έργα παρόμοιας μορφής τα αποκαλούσαν ακόμη με τις ονομασίες δράμα, βιβλίον ή βιβλία, ενώ στη μεσαιωνική περίοδο τα γνωρίζουμε ως διηγήσεις. Σαφέστατα λοιπόν η ονομασία «μυθιστόρημα» είναι πολύ μεταγενέστερη. Ο Τοmas Hagg στο θαυμάσιο έργο του σημειώνει τα εξής:

«Η λέξη μυθιστορία (mythistoria) εμφανίζεται για πρώτη φορά σε λατινικό κείμενο τέταρτου αιώνα μ.Χ., για να δηλώσει βιογραφίες που περιέχουν ασήμαντα γεγονότα ή ψεύδη ανάμεικτα με αλήθειες. Τον όρο αυτόν προτείνει το 1804 ο Κοραής για το αρχαίο ελληνικό μυθιστόρημα, αντί του “βάρβαρου” romance (που ο ίδιος αποδίδει: “ρωμανόν”), με το εξής επιχείρημα: “τοιούτον όνομα σύντομον και κατάλληλον κρίνω το ΜΥΘΙΣΤΟΡΙΑ, το οποίον όχι μόνον εναργώς σημαίνει την φύσιν του πράγματος, αλλά είναι και μια λέξις [...] προς τούτοις Ελληνικότατη”».

Από την προηγούμενη κατάταξη βλέπουμε ότι το Μυθιστόρημα του Αλέξανδρου ανήκει στις μυθιστορίες της εποχής εκείνης, συγκροτημένη αρκετούς αιώνες μετά το θάνατο του στρατηλάτη, από ανώνυμο συγγραφέα του 300 μ.Χ. Επειδή το έργο αποδόθηκε, λανθασμένα, στον ιστορικό Καλλισθένη από την Όλυνθο, που συνόδευε τον Αλέξανδρο στις εκστρατείες του, αποκαλούμε το συγγραφέα του Ψευδο-Καλλισθένη. Η αρχική απόδοση του έργου στον ιστορικό Καλλισθένη έγινε από το βυζαντινό λόγιο Ιωάννη Τζέτζη τον 12ο αιώνα και την ξανασυναντούμε σε διάφορα χειρόγραφα του έργου κατά τον 14ο και 15ο αιώνα. Ακόμα το γνωρίζουμε ως Το παραμύθι τον Μεγ’ Αλέξανδρου, ή ο Μύθοςτον Αλεξάνδρου, ή Βίος του Αλεξάνδρου τον Μακεδόνος και πράξεις. Τέλος το γνωρίζουμε και ως Ψευδό-Καλλισθένης, λόγω των όσων αναφέρθηκαν. Μια άλλη ονομασία του έργου, βυζαντινή διασκευή σε πεζό λόγο (επειδή υπάρχουν και έμμετρες διασκευές), φέρει τον τίτλο Ιστορία Αλεξάνδρου του Μακεδόνος. Βίος, Πόλεμοι και Θάνατος αυτού και ως βιβλίο τυπώθηκε στη Βενετία στα 1699, με αρκετές μεταγενέστερες επανεκδόσεις. Η διασκευή αυτή είναι η πιο γνωστή, κυκλοφορούσε σε φτηνή έκδοση σε κακότεχνα φυλλάδια και έμεινε γνωστή με τη λαϊκή έκφραση Φυλλάδα του Μεγ’ Αλέξανδρου. Από όσα γνωρίζω, νομίζω ότι η «Φυλλάδα» είναι η πιο διαδεδομένη μορφή αφήγησης των περιπετειών του Αλέξανδρου.

Παρά τις τερατώδεις αναλήθειες και τις κατά κόρον φανταστικές περιγραφές του έργου, ο συγγραφέας του ο Ψευδο-Καλλισθένης (γνωστός και ως Αίσωπος) κάπου στηρίχθηκε για να αφηγηθεί το μύθο του, κάποια πρότυπα χρησιμοποίησε. Φυσικά χρησιμοποίησε το έργο του ιστορικού Καλλισθένη Πράξεις Αλεξάνδρου, που έμεινε ατελές λόγω θανάτου του συγγραφέως του. Το έργο περιλαμβάνει γεωγραφική περιγραφή των χωρών της Μ. Ασίας, Συρίας, Φοινίκης κ.λπ. απ’ όπου πέρασε ο Αλέξανδρος, χωρίς να παραθέτει ιστορικές υπερβολές και μυθοπλασίες, δεδομένου ότι ως ιστοριογράφος του Αλέξανδρου ήταν σαφώς ακριβολόγος και καθόλου κόλαξ. Ακριβώς επειδή δεν ανήκε στους αυλοκόλακες που περιστοίχιζαν τον Αλέξανδρο, έπεσε στη δυσμένεια του. Άρα ως ιστορική πηγή ήταν αξιόλογη.

Άλλη πηγή του Ψευδο-Καλλισθένη ήταν οι Βασίλειοι Εφημερίδες, που συντάσσονταν από τον αρχιγραμματέα της Αυλής, διαδικασία που συμφωνούσε με τα έθιμα της Περσικής Αυλής. Υποθέτουμε ότι οι Βασίλειοι Εφημερίδες ήταν η επίσημη συγκέντρωση στοιχείων που αφορούσαν το κράτος και τη βασιλεία γενικά, παρά το γεγονός ότι η λέξη «εφημερίδες» σημαίνει κάτι εντελώς πρόχειρο. Δεν μπορώ να φανταστώ κάποια άλλη χρήση τους, παρά ως επίσημο αρχείο του Βασιλείου, εκτός αν ήσαν μια μορφή εφημερίδας, φυσικά χειρόγραφης, που ετοιχοκολλείτο στο χώρο του Παλατιού και είχε διάφορες ειδήσεις.

Μια τρίτη και τελευταία πηγή του Ψευδο-Καλλισθένη πρέπει να ήταν η Ιστορία Μεγάλου Αλεξάνδρου του Πτολεμαίου Α’, ο οποίος τόσο πολύ εκμεταλλεύτηκε το μύθο του Αλέξανδρου για να εδραιώσει τη θέση του στο θρόνο της Αιγύπτου. Ο Άγγελος Φουριώτης σημειώνει επ’ αυτού:

«Δεν είναι απίθανο η ιστορία του (έργο του Πτολεμαίου Α’) ν’ αποτέλεσε τη βάση των αντιγράφων που κυκλοφόρησαν τον Β’ μ.Χ. αιώνα, που ίσως ν’ αποτέλεσαν, συνέχεια, τη βάση της παραλλαγής του Γ’ μ.Χ. αιώνα. Η δεύτερη παραλλαγή πρέπει νά’γινε τον Β’ μ.Χ. αιώνα, γιατί ένα στοιχείο βασικό ευνοεί την τότε σύνταξη της: η παρεμβολή, μέσα στο μυθιστόρημα, της εκστρατείας του ήρωα στην Ιταλία και η κατάκτηση της Ρώμης. Είναι τούτο μια έμμεση εκδίκηση του συγγραφέα εναντίον της Ρωμαϊκής κατοχής. Όσο για την πλήρη συγκρότηση της όλης μυθιστορίας, αυτή είναι έργο του Γ’ μ.Χ. αιώνα, όπως φανερώνουν: η μνημόνευση του φιλόσοφου Favorins, η πληθώρα των ασιατών αυτοκρατόρων της Ρώμης που ακούνε στ’ όνομα Αλέξανδρος, η χρονολογία των μύθων και των παραδόσεων για τον Αλέξανδρο, οι στίχοι που έχουν παρεμβληθεί στο μυθιστόρημα, και οι επιβιώσεις σ’ αυτό Πτολεμα’ίκών στοιχείων και στοιχείων του Β’ μ.Χ. αιώνα, με κυριώτερο την παρεμβολή επιστολών (Αλεξάνδρου: προς Αριστοτέλη, προς Ολυμπιάδα) και αλληλογραφίας (Αλεξάνδρου-Δινδίμου, βασιλέα των Βραχμάνων), μέσο για να γίνεται περισσότερο εκλαϊκευμένη και περισσότερο πλούσια σε δράση η διήγηση, όπως συνηθιζόταν κατά τη διάρκεια των αυτοκρατορικών Ρωμαϊκών χρόνων».

Η παράθεση ή ενσωμάτωση των διαφόρων επιστολών στο βίο του Αλέξανδρου αποτελεί, σύμφωνα με τους μελετητές, μια αξιόλογη καινοτομία. Από τη μια δίνει τη δυνατότητα να αναδειχθεί η προσωπικότητα του επιστολογράφου, να γίνει σαφής η υποκειμενική ικανότητα κρίσης, να δώσει τις οπτικές γωνίες υπό τις οποίες αξιολογούσε τα διάφορα γεγονότα, και από την άλλη να εμπεδώσει το βαθμό αντικειμενικότητας των όσων περιγράφονται, ώστε να θεωρηθούν ως πραγματικά. Και δεν είναι τυχαίο ότι ακριβώς σ’ αυτή την ακατάσχετη επιστολογραφία εμπεριέχονται τα περισσότερα των φανταστικών στοιχείων του έργου.

Μια πλούσια ακατάσχετη φαντασία που δεν αφήνει τίποτα να χαθεί. Εκμεταλλεύεται κάθε συμβάν, καθετί που είναι γνωστό στο συγγραφέα, οτιδήποτε υπέπεσε στην αντίληψη του ή άκουσε ή διάβασε έτσι ώστε το μυθιστόρημα αυτό να αποτελεί ένα κράμα ιστορικής αλήθειας και φαντασίας. Τα δύο αυτά στοιχεία είναι τόσο αδιαχώριστα, τόσο στέρεα ενσωματωμένα το ένα στο άλλο, ώστε χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια να διαχωριστούν.

Στην παράδοση για την επαφή του Αλέξανδρου με τους κυνοκέφαλους ανήκει μια λαογραφική αναφορά από τη Ρουμανία, και είναι ενδιαφέρουσα από την άποψη της διάστασης αλλά και παραμόρφωσης του μύθου:
«Ο Θεός έστειλε τον μέγαν Αλέξανδρο να τιμωρήσει τους κακούς. Όταν ο Αλέξανδρος ενίκησε τον Βασιλέα Πώρο, τον έπιασε και τον εφυλάκισε μέσα στα σκοτεινά κοιλώματα μιας λοφοσειράς, που έκλεινε τους σκυλοκέφαλους. Από εκεί ο Πώρος δεν ημπορεί να βγεί παρά στον κατοπινό καιρό. Πάνω από τους λόφους αυτούς ο Μέγας Αλέξανδρος έμπηξε μια φούρκα (δίκρανο) και του έβαλε μια καμπάνα που κτυπά μονάχη της με το φύσημα του αέρα. Οι σκυλοκέφαλοι, όταν ακούνε την καμπάνα, ξέρουν πως ο Αλέξανδρος είναι εκεί και τους φυλάει. Αυτοί θα βγουν στον κατοπινό καιρό και θα αρχίσουν τη δουλειά που γι’ αυτούς τους προώρισε ο θεός. Οι σκυλοκέφαλοι έχουν ένα μάτι στο μέτωπο κι ένα στον τράχηλο. Είναι βίαιοι και υπερβολικά κακοί. Η ομιλία τους είναι άσχημη. Πιάνουν τους ανθρώπους και, αφού τους λιπαίνουν, τους ψήνουν στο φούρνο και τους τρώνε».

Τα ίδια περίπου αναφέρει και η επόμενη παράδοση: «Ο αέρας κινεί τα καράβια στις θάλασσες και καθαρίζει την ατμόσφαιρα από τα κακά. Αυτός κτυπά και την καμπάνα, που ο Μέγας Αλέξανδρος έβαλε επάνω από τους λόφους, όπου είναι, κλεισμένοι οι σκυλοκέφαλοι, που θα βγουν έπειτα από καιρούς».

Οι δύο αυτές παραδόσεις που σαφέστατα ανήκουν στον κύκλο περί Μ. Αλεξάνδρου, παρουσιάζουν μια νέα εκδοχή- εισβάλλουν στην όλη μυθιστορία των μονόφθαλμων-ανθρωποφάγων (κύκλωπες;), τους επονομαζόμενους και μονομμάτηδες, ενώ ένας μονομμάτης δράκος αναφέρεται σε παραμύθι από την Κερασούντα. Ακόμα μιλούν ή υπαινίσσονται όντα με τρία μάτια, γνωστούς ως Τριαμμάτες, που και αυτοί σχετίζονται με τους κύκλωπες σύμφωνα με δημώδεις παραδόσεις.
Όπως υποστηρίζει ο Αnsbacher, ο μύθος των κυνοκέφαλων υπάρχει και στην αραβική φιλολογία, κάτι που είναι φανερό στο έργο του άραβα λόγιου Αl-Qazwini, ο οποίος αναφέρεται σε μια φυλή κυνοκέφαλων που είχαν πρόσωπο σκύλου, σώμα ανθρώπινο και φτερά(!), μια παραλλαγή του μύθου που δεν συναντάμε πουθενά αλλού. Μια δεύτερη παραλλαγή θέλει τους κυνοκέφαλους με δύο σώματα(!) και υπάρχουν σχετικά απεικονίσεις τους στα έργα του Wolfhardt ή του Aldrovandi.

Ως όντα με διπλή σωματική εμφάνιση -ανθρώπου και σκύλου- οι κυνοκέφαλοι εμφανίζονται κυρίως στους σλαβικούς λαούς, όπου η λαϊκή φιλολογία τους θεωρεί καννίβαλους και μερικές φορές τους ταύτιζαν με τους Τάρταρους (236), και στην Ελλάδα έχουμε σχετικές αναφορές, όπως αναφέρει ο Οικονομίδης: «Εν Θράκη διηγούνται ότι “οι κυνοκέφαλοι απ’ εμπρός είναι άνθρωποι και από πίσω σκύλοι απ’ εμπρός μιλούν και από πίσω γαυγίζουνε απ’ εμπρός σε καλοπιάνουνε και από πίσω σε τρώνε”. Εν Λακεδαίμονι παραδίδονται ότι ούτοι κατοικούσαν παρά την Βουρλιάν και έτρωγαν ανθρώπους. Εις ελληνικά τινά παραμύθια οι κυνοκέφαλοι είναι παραπλήσιοι προς δράκους, που καταπολεμεί ο παραμυθιακός ήρωας και γίνεται κύριος των θησαυρών αυτών».
Ομοιότητα προς τους κυνοκέφαλους έχουν η συκιένεζα των Αλβανών, ο psoglavi των Βουλγάρων και οι capcani ή catsuni (κατσαούνοι) των Ρουμάνων, έτσι για να πάρουμε μια γενικότερη βαλκανική ιδέα περί κυνοκέφαλων. Υποθέτω ότι σε αδρές γραμμές αυτή είναι μια συνολική σκιαγράφιση του ιστορικού προβλήματος που αφορά στους κυνοκέφαλους, τουλάχιστον μέχρι το τέλος του Μεσαίωνα, οπόταν έχουμε και πάλι μια ιδιάζουσα «έξαρση» πληροφοριών γύρω από το θέμα, όπως έχω αναφέρει ήδη.

Εκτός του Οderic de Paderne, του Φραγκισκανού καλόγερου, που άλλοι ονομάζουν Oderico of Pordenone, τις ίδιες θεωρίες πρέσβευε και ο John Mandeville, ενώ η όλη ιστορία (αναφορά δηλ. σε τερατόμορφους ανθρώπους) επιτάθηκε με τις ανακαλύψεις και εξερευνήσεις τον 15ου αιώνα. Όμως όσο τα όρια του γνωστού κόσμου επεκτείνονταν λόγω αυτών ακριβώς των εξερευνητικών ταξιδιών, οι φήμες για την ύπαρξη κάποιας φυλής κυνοκέφαλων ανθρώπων υπεχώρησαν και οι πληροφορίες περιορίστηκαν στο μυθολογικό παρελθόν.
Προφανώς αυτό το μυθολογικό παρελθόν επέζησε μέσω μιας άλλης διαδικασίας: της παρουσίας στη χριστιανική ιστορία και εικονογραφία ενός αγίου με κυνοκέφαλη εμφάνιση, του Αγίου Χριστόφορου, του προστάτη των αυτοκινητιστών.

Πώς συνέβη το καθόλα παράδοξο αυτό φαινόμενο;

Όταν ο Χριστιανισμός εδραιώθηκε ως επίσημη θρησκεία του Ανατολικού Ρωμαϊκού κράτους, που γνωρίζουμε ως Βυζάντιο, ειδικά από τον 4 έως τον 6ο αιώνα, οι λεγόμενοι παγανιστές, δηλαδή οι Εθνικοί, οι Έλληνες Δωδεκαθεϊστές υπέστησαν δεινούς διωγμούς και η θρησκεία τους απαγορεύθηκε τουλάχιστον επισήμως διότι εν κρυφώ αυτή επέζησε για πολλούς αιώνες ακόμη.

Και όχι μόνο επέζησε, αλλά διέτρησε τις λαϊκές δοξασίες περί χριστιανισμού και αγίων εμβολιάζοντας τες με διάφορα παγανιστικά έθιμα, όπως τα χελιδονίσματα, τα λιθοβολία κ.λπ. Στο επίπεδο της τέχνης, μεταξύ των άλλων, αυτό υλοποιήθηκε κυρίως με την παρουσία του κυνοκέφαλου Αγίου Χριστόφορου, μοναδικού (με την έννοια τους παράδοξου) χαρακτηριστικού της βυζαντινής τέχνης.

Ο Ημίθεος ήρωας Περσέας και η Ανδρομέδα

Ο Ακρίσιος, ο Βασιλιάς του Άργους, είχε μία μοναχοκόρη, τη Δανάη, αλλά δεν είχε γιους ώστε να κληρονομήσουν το βασίλειο του. Η επιθυμία του να αποκτήσει ένα γιο ήταν τόσο μεγάλη, που αποφάσισε να ταξιδέψει μέχρι το μαντείο των Δελφών για να συμβουλευτεί την Πυθία.
«Όχι εσύ, Ακρίσιε, αλλά η κόρη σου Δανάη θα αποκτήσει ένα γιο. Κι αυτό το παιδί θα είναι η αιτία του θανάτου σου!» του είπε η ιέρεια του μαντείου.
Για να εμποδίσει την πραγματοποίηση του χρησμού, ο Ακρίσιος έδωσε εντολή να κατασκευαστεί μια υπόγεια φυλακή, στο κέντρο της αυλής του παλατιού του, όπου έκλεισε την όμορφη Δανάη. Μόνο η τροφός της Δανάης μπορούσε να την επισκέπτεται καθημερινά σ' αυτό το παράξενο κελί που έμοιαζε με τάφο, για να της πηγαίνει φαγητό και να τη φροντίζει.
Όμως το σχέδιο του Ακρίσιου δε στάθηκε ικανό να εμποδίσει το Δία να δει την κοπέλα και να την ερωτευτεί. Για να καταφέρει να την πλησιάσει, ο πατέρας των θεών μεταμορφώθηκε σε χρυσή βροχή που μπήκε μέσα στην υπόγεια φυλακή από μια σχισμή στη μεταλλική σκεπή της.
Έτσι, έπειτα από λίγο καιρό η Δανάη έφερε στον κόσμο ένα γιο, τον Περσέα, και με τη βοήθεια της τροφού της τον κράτησε κρυφό από τον κόσμο.
Η οργή του Ακρίσιου
Είχαν περάσει τρία με τέσσερα χρόνια, όταν μια μέρα, περπατώντας στην αυλή του παλατιού του, ο Ακρίσιος άκουσε μια παιδική φωνή κάτω από το έδαφος. Ήταν η φωνή του Περσέα, που γέλαγε χαρούμενος παίζοντας. Οργισμένος ο βασιλιάς που εξαπατήθηκε, καταδίκασε σε θάνατο την τροφό της κόρης του και ανάγκασε τη Δανάη να ομολογήσει μπροστά στο ιερό του Δία το όνομα του πατέρα του παιδιού της.
«Το όνομα του είναι Δίας» ομολόγησε η Δανάη, αλλά ο Ακρίσιος θύμωσε ακόμα περισσότερο, πιστεύοντας πως η κόρη του έλεγε ψέματα.
«Κλείστε μητέρα και παιδί σε μια λάρνακα, σφραγίστε την και πετάξτε την στη θάλασσα» διέταξε ο βασιλιάε. Έτσι κι έγινε, αλλά η λάρνακα δεν βούλιαξε. Παρασυρμένη από τα θαλάσσια ρεύματα, ταξίδεψε στο πέλαγος και έφτασε έπειτα από καιρό στη Σέριφο, ένα από τα νησιά των Κυκλάδων.
Εκεί βασιλιάς ήταν ο Πολυδέκτης. Ένας ψαράς που τον έλεγαν Δίκτη είδε τη λάρνακα να επιπλέει στο νερό και με τη βοήθεια μερικών συντρόφων του πέταξε στη θάλασσα ένα δίχτυ και την τράβηξε στη στεριά. Έτσι η Δανάη και ο Περσέας σώθηκαν από βέβαιο πνιγμό, αλλά όχι και από τις συμφορές που ήταν γραφτό να τους βρουν στο μέλλον.
Στο νησί της Σερίφου
Ο Περσέας μεγάλωσε στο νησί και έγινε ένα δυνατό παλικάρι που φρόντιζε τη μητέρα του, η οποία στο μεταξύ είχε γοητεύσει το βασιλιά Πολυδέκτη. Μια μέρα, ο βασιλιάς κάλεσε τον Περσέα σε ένα από τα συμπόσια του παλατιού ζητώντας του, όπως και με τους υπόλοιπους καλεσμένους, να του φέρει δώρο ένα άλογο.
Βέβαιος πως ο Περσέας, που είχε μεγαλώσει δίπλα σε έναν απλό ψαρά, δε θα μπορούσε να εκπληρώσει την επιθυμία του. Ο νέος, όμως, δεν πτοήθηκε και ανακοίνωσε στο Βασιλιά πως θα ερχόταν στο συμπόσιο, αλλά αντί για άλογο θα του έφερνε το κεφάλι της Μέδουσας.
Οι Γοργόνες
Η Μέδουσα ήταν μία από τις Γοργόνες, τις τρείς τρομακτικές αδελφές με μορφή τεράτων. Στα χέρια τους είχαν νύχια αρπακτικού, στο κεφάλι τους αντί για μαλλιά ζωντανά φίδια και στην πλάτη χρυσά φτερά που τους επέτρεπαν να πετούν. Τα μάτια τους, με βλέμμα ανατριχιαστικό, μεταμόρφωναν σε πέτρα όποιον θνητό τα κοιτούσε. Από τις τρείς αδελφές η μόνη θνητή ήταν η Μέδουσα.
Όταν ο Περσέας ξανασκέφτηκε την υπόσχεση που τόσο απερίσκεπτα είχε δώσει στο βασιλιά, ρίγησε. Ήταν υποχρεωμένος να τηρήσει την υπόσχεση του, αλλά δεν είχε ιδέα πώς θα τα κατάφερνε! Σκεπτικός, άρχισε να περπατά κατά μήκος της ακτής του νησιού. Είχε φτάσει στην άκρη της ακτής, αλλά ακόμα δεν είχε βρει τη λύση. Αποκαμωμένος, κάθισε σ' ένα βράχο και έβαλε τα κλάματα.
«Αλίμονο, πώς θα βρω τις Γοργόνες; Και με τι τρόπο θα καταφέρω να πιάσω την τρόμερή Μέδουσα;» αναρωτιόταν. Ο πρώτος από τους θεούς που βοήθησε τον Περσέα ήταν ο Ερμής, ο αγγελιαφόρος των θεών. «Οι Γοργόνες ζουν στην άλλη άκρη του Ωκεανού, κοντά στους κήπους των Εσπερίδων, εκεί όπου αρχίζει το Βασίλειο της Νύχτας» είπε ο Ερμής προσφέροντας στον Περσέα ένα κοφτερό ξίφος.
Μόλις έφυγε ο Ερμής, μπροστά στα έκπληκτα μάτια του Περσέα εμφανίστηκε η Αθηνά, που τον οδήγησε στις Ναιάδες, τις Νύμφες του υγρού στοιχείου, που κατοικούσαν στο νησί, σε μια σπηλιά εκεί κοντά. «Μόνο εσείς μπορείτε να βοηθήσετε τον Περσέα» τις παρακάλεσε η Αθηνά.
Αμέσως, οι Ναιάδες έσπευσαν να βοήθησουν το νέο. Η μία του έδωσε ένα ζευγάρι φτερωτά σανδάλια, η άλλη του φόρεσε στο κεφάλι το κράνος του Άδη που έκανεαόρατο όποιον το φορούσε, ενώ η τρίτη του έδωσε ένα σακί μέσα στο οποίο θα έπρεπε να βάλει το κομμένο κεφάλι της Μεδούσας.
Ο θάνατος της Μέδουσας
Ο Περσέας ξεκίνησε αμέσως το ταξίδι του. Ελαφρύς σαν πούπουλο χάρη στα φτερωτά του σανδάλια, μπορούσε να πετάει ψηλά στον αέρα. Διέσχισε με ευκολία τον Ωκεανό και έφτασε γρήγορα στα σύνορα του βασιλείου της Νύχτας. Εκεί, στις υπόγειες στοές μιας μυστηριώδους σπηλιάς, που τη φυλούσαν οι Γραίες, κρύβονταν οι εφιαλτικές Γοργόνες.
Οι Γραίες, κόρες κι αυτές, όπως και οι Γοργόνες, του θαλασσινού θεού Φόρκη, ήταν τρεις θεές με μορφή γερασμένων γυναικών. Φαλακρές από τότε που γεννήθηκαν, είχαν ένα μόνο δόντι και ένα μόνο μάτι, που το δανείζονταν με τη σειρά. Για το λόγο αυτό, φυλούσαν την είσοδο της σπηλιάς μία κάθε φορά και ποτέ όλες μαζί.
Τη στιγμή, μάλιστα, που η μία από τις Γραίες έβγαζε το μάτι για να το παραδώσει στην επόμενη ήταν και οι τρεις τους τυφλές. Ο Περσέας φόρεσε το κράνος του Άδη που τον έκανε αόρατο, πλησίασε τις θεές και, τη στιγμή που το μοναδικό τους μάτι άλλαζε χέρια, το άρπαξε σαν αστραπή. «Θα σας επιστρέψω το μάτι σας, αν μου δείξετε πού κρύβονται οι Γοργόνες» απάντησε αποφασιστικά ο Περσέας στις τρεις γριές που άρχισαν να διαμαρτύρονται.
Αφού πήρε την απάντηση που ήθελε, ξεκίνησε το ταξίδι του μέσα στη σπηλιά, με την προστασία της Αθηνάς, που τον ακολουθούσε σιωπηρά. Περπάτησε αρκετή ώρα μέσα στο λαβύρινθο με τις υπόγειες σήραγγες, ώσπου έφτασε στην κρυψώνα των Γοργόνων, που κοιμόνταν ανυποψίαστες.
Πλησίασε τη Μέδουσα και, κοιτάζοντας την αντανάκλαση της στην ασπίδα της Αθηνάς, ώστε να αποφύγει το θανατηφόρο βλέμμα της, σήκωσε το σπαθί του και με μια γρήγορη κίνηση έκοψε το φοβερό κεφάλι.
Πήγασος, το φτερωτό άλογο
Από το άψυχο σώμα της τερατώδους Μέδουσας δεν έτρεξε μόνο αίμα. Από τον ακέφαλο λαιμό της πετάχτηκε ένα φτερωτό άλογο, ο Πήγασος, και ένας γίγαντας, ο Χρυσάορας. Ο Περσέας, αφού έβαλε το κομμένο κεφάλι της Μέδουσας στο σακί του, ανέβηκε στη ράχη του φτερωτού Πήγασου και πέταξε μακριά από τη σπηλιά.
Οι άλλες δύο Γοργόνες, που στο μεταξύ είχαν ξυπνήσει, Βλέποντας το ακέφαλο σώμα της αδελφής τους, πήραν στο κυνήγι τον Περσέα. Έτρεξαν οργισμένες έξω από τη σπηλιά και συνέχισαν την καταδίωξη στον ουρανό. Όμως ο Περσέας, φορώντας το κράνος του Αδη, έγινε αόρατος και κατάφερε να τους ξεφύγει και να εξαφανιστεί.
Ανδρομέδα
Στον δρόμο της επιστροφής του από την Σέριφο, ο Περσέας πέρασε από την Αιθιοπία. Εκεί, αντίκρισε μια πανέμορφη κοπέλα αλυσοδεμένη πάνω σε ένα βράχο, την Ανδρομέδα, κόρη του βασιλιά Κηφέα και της Κασσιόπειας. Η μητέρα της κοπέλας, περήφανη για την ομορφιά της, είχε τολμήσει να ανταγωνιστεί τις Νηρηίδες.
Εκείνες, θυμωμένες, έτρεξαν στον πατέρα τους, τον Ποσειδώνα, για να εκδικηθεί την προσβολή. Ο θεός, οργισμένος, έστειλε ένα φοβερό δράκο που γεννήθηκε από τα αφρισμένα κύματα, για να καταστρέψει την Αιθιοπία. Ο βασιλιάς της χώρας, απελπισμένος, έτρεξε στο μαντείο του Άμμωνα για να ζητήσει βοήθεια.
«Η κόρη του Κηφέα και της Κασσιόπειας, η Ανδρομέδα, πρέπει να θυσιαστεί για να σταματήσει η συμφορά» ήταν ο τρομερός χρησμός που έδωσε το μαντείο.
Έτσι, η κοπέλα δέθηκε πάνω στο βράχο για να την κατασπαράξει το θαλάσσιο τέρας του Ποσειδώνα, και εκεί την είδε για πρώτη φορά ο Περσέας. «Θα ελευθερώσω την κόρη σας, αν μου υποσχεθείτε ότι θα μου δώσετε το χέρι της» είπε ο Περσέας στους γονείς της κοπέλας.
Έχοντας ακόμα μαζί του τα θεϊκά όπλα που του είχαν δώσει οι Νύμφες, δε δυσκολεύτηκε καθόλου να σκοτώσει το δράκο. Όμως ο Φινέας, αδελφός του Κηφέα, που είχε βάλει σκοπό να παντρευτεί εκείνος την Ανδρομέδα, επιτέθηκε στον Περσέα για να τον εξοντώσει.
Εκείνος, όμως, χρησιμοποιώντας το κεφάλι της Μέδουσας με το θανατηφόρο βλέμμα, μεταμόρφωσε σε πέτρα το Φινέα και τους στρατιώτες του. Ελεύθερος και με την όμορφη Ανδρομέδα στο πλευρό του, ο Περσέας μπορούσε πλέον να επιστρέψει στη Σέριφο.
Η επιστροφή στη Σέριφο
Όταν έφτασε στο νησί, ο Περσέας χρησιμοποίησε για άλλη μια φορά τις μαγικές δυνάμεις της Μέδουσας ώστε να γλιτώσει τη μητέρα του Δανάη από την ενοχλητική πολιορκία του βασιλιά Πολυδέκτη. Ο ήρωας έβγαλε από το σακί του το κομμένο κεφάλι της Γοργόνας και το κράτησε μπροστά στα μάτια του βασιλιά, ο οποίος μεταμορφώθηκε αμέσως σε πέτρα.
«Από εδώ και μπρος βασιλιάς τηε Σερίφου θα είναι ο Δίκτης» ανακοίνωσε ο Περσέας, ανταμείβοντας έτσι τον άνθρωπο που του είχε σώσει κάποτε τη ζωή και τον είχε μεγαλώσει σαν πατέρας. Ο Ερμής, που είχε τόσο βοηθήσει τον Περσέα στις περιπέτειες και τα κατορθώματα του, ανέλαβε να επιστρέψει στις Ναϊάδες τα μαγικά αντικείμενα που τους ανήκαν: τα φτερωτά σανδάλια, το σακί και το κράνος του Άδη. Ο Περσέας εμπιστεύτηκε στην Αθηνά το κεφάλι της Μέδουσας, το οποίο η θεά τοποθέτησε στο κέντρο , της ασπίδας της.
Οι περιπέτειες του Περσέα, όμως, δεν είχαν φτάσει στο τέλος τους. Ο χρησμός που τόσα χρόνια πριν είχε προβλέψει το χαμό του παππού του Ακρίσιου δεν είχε ακόμα επαληθευτεί.
Η επιστροφή στο Άργος
Ο Περσέας φλεγόταν από την επιθυμία να επιστρέψει στην πατρίδα του, το Άργος. Ο βασιλιάς Ακρίσιος, μαθαίνοντας τις προθέσεις του εγγονού του, εγκατέλειψε την πόλη και κατέφυγε στη Λάρισα ελπίζοντας να αποφύγει την εκπλήρωση του φοβερού χρησμού.
Ο Περσέας, που ήταν ήδη στο δρόμο για το Άργος ταξιδεύοντας με τη γυναίκα του, την Ανδρομέδα, αποφάσισε να πάει στη Λάρισα, για να λάβει μέρος στους αγώνες που διοργάνωνε ο βασιλιάς της πόλης προς τιμήν του πατέρα του. Επέλεξε τη δισκοβολία, πήρε θέση στον αγωνιστικό χώρο και έριξε με όλη του τη δύναμη το δίσκο όσο πιο μακριά μπορούσε.
Το βαρύ αντικείμενο, όμωε, ξέφυγε από την πορεία του και χτύπησε έναν από τους θεατές στο κεφάλι σκοτώνοντάς τον στη στιγμή. Ο άτυχος θεατής δεν ήταν άλλος από τον Ακρίσιο. Έτσι, ο ηλικιωμένος γεμόνας του Αργους σκοτώθηκε από το χέρι του εγγονού του, όπως ακριβώς είχε προβλέψει το μαντείο των Δελφών χρόνια πριν.
Ανάμεσα οτ' αστέρια του ουρανού
Ο Περσέας δε δέχτηκε να στεφθεί νέος βασιλιάς του Άργους. Ο πόνος του για το χαμό του παππού του, που ο ίδιος προκάλεσε άθελα του, ήταν αβάσταχτος. «Θα γίνω βασιλιάς της Τίρυνθας, στη θέση του εξαδέλφου μου Μεγαπένθη, ο οποίος με τη σειρά του θα γίνει Βασιλιάς του Άργους.» αποφάσισε ο Περσέας.
Από τον ευτυχισμένο γάμο του με την Ανδρομέδα, ο Περσέας απέκτησε πολλά παιδιά, από τα οποία ήταν γραφτό να γεννηθούν πολλοί και σημαντικοί ήρωες, ανάμεσα τους και ο Ηρακλής. Στο τέλος της επίγειας ζωής τους, οι δύο σύζυγοι τιμήθηκαν ως ημίθεοι και έγιναν αστερισμοί.
Ο Περσέας και η Ανδρομέδα στέλνουν πλέον τη λάμψη τους στον κόσμο από τον ουρανό, διατηρώντας ζωντανές στη μνήμη των ανθρώπων τις θαυμαστές τους περιπέτειες.

Ποιός ήταν πραγματικά ο Ορφέας;

Η Εικόνα που έχουν για την Ελληνική Αρχαιότητα οι σοβαροί μελετητές της Αρχαίας Ελλάδας είναι τελείως διαφορετική από την επίσημη εικόνα που επιβάλλεται από την "χριστιανική εκπαίδευση".

Όσοι σπουδάζουν Αρχαιολογία βλέπουν να τους αποκαλύπτεται ένας κόσμος που κρύβεται επιμελώς από την επίσημη εκπαιδευτική κοινότητα και την επικρατούσα αντίληψη.
Για τους Αρχαίους Έλληνες ο Ορφέας ήταν πραγματικό πρόσωπο για το οποίο υπάρχουν συγκεκριμένες ιστορικές αναφορές, πέρα από τους μύθους που δημιουργήθηκαν για τον Ορφέα, για διαφόρους λόγους.
Η Παραλία του Βορείου Αιγαίου, από τον Όλυμπο μέχρι τον Ελλήσποντο, ήταν γνωστή στους αρχαίους σαν Θράκη, εδώ και 35 αιώνες. Αργότερα οι δυτικές περιοχές κατοικήθηκαν από Μακεδόνες.
Έχει πολύ λίγη σημασία ποιοι πληθυσμοί κατοίκησαν σε όλες αυτές τις περιοχές. Προέλληνες, Έλληνες, Εξωέλληνες, (Πίερες Θράκες, Μινύες, Μάγνητες, Κίκονες, Πιεριώτες Μακεδόνες, κλπ.) όλοι αυτοί οι λαοί έχουν κοινή φυλετική και πολιτιστική καταγωγή που ανάγεται στην παλαιολιθική εποχή.
Η στενή εύφορη λουρίδα γης ανάμεσα στον Όλυμπο και την θάλασσα ήταν η Αρχαία Πιερία(από τον Μακεδόνα γενάρχη Πίερο). Στους πιερικούς πρόποδες του Ολύμπου υπήρχαν πόλεις που αρχαιολογικές ανασκαφές ιχνηλατούν 35 αιώνες πίσω. Τα Λείβηθρα, η Πίμπλεια, το Δίον, κι άλλες πόλεις.
Ο Όλυμπος είναι το ψηλότερο βουνό της Ελλάδας, ιερό βουνό, παγκόσμια γνωστό στους αιώνες, γιατί σχετίζεται με την ελληνική θρησκεία, αλλά και τον Ορφέα και την Ορφική Παράδοση. Ο Ορεινός Όγκος στην νοτιοανατολική πλευρά σχίζεται από την χαράδρα της Ζηλιάνας (αρχαίος χείμαρρος Συς, σήμερα Ζηλιάνα) χωρίζοντας το Βουνό σε Άνω Όλυμπο και Κάτω Όλυμπο.
Οι πολλές χαράδρες και ρεματιές δίνουν μια σπάνια ομορφιά στο τοπίο ακόμα και σήμερα. Σε αυτό το Τοπίο, που προκαλεί ιερό δέος, ηρεμία και περισυλλογή, και συγκίνηση που σου κόβει την ανάσα (τουλάχιστον σε αυτούς που κρατούν τους δεσμούς τους με την φύση), μπροστά στην πτυχή που χωρίζει τον Άνω Όλυμπο από τον Κάτω Όλυμπο, ήταν χτισμένα τα Λείβηθρα, η πόλη που γεννήθηκε ο Ορφέας.Λείβηθρα (= ρείθρο, ρέμα, χείμαρρος και υγρός τόπος) σημαίνει ακριβώς τα ρείθρα και τις ρεματιές που μεταφέρουν τα νερά από το Ιερό Βουνό προς την θάλασσα.
Τα Λείβηθρα, καθώς κυκλώνονταν από παντού από τα νερά που κυλούσαν έμοιαζαν σαν νησί στους πρόποδες του Βουνού. Ο οικισμός βρισκόταν στα υψώματα βορειοδυτικά της Ακρόπολης.Εκεί που βρίσκονται σήμερα τα ερείπια της Ακρόπολης υπήρχε Αρχαίο Ιερό που σχετίζεται με τον Ορφέα.
Σύμφωνα με την Ορφική Παράδοση ο Ορφέας γεννήθηκε από την Μούσα Καλλιόπη, Παρθένα, που έμεινε έγκυος όταν λούστηκε στον θεό-ποταμό Οίαγρο, σε μία από τις σπηλιές του Ολύμπου κοντά στα Λείβηθρα και την Πίμπλεια.
Αν και ο Οίαγρος σχετίζεται με τον Ζαγρέα, και μέσω του πατέρα του Χάροπα, με τα σκοτεινά βασίλεια, το πιθανότερο είναι πως ο Οίαγρος ήταν τοπικός άρχοντας (που έλαβε αυτό το όνομα καθώς σχετίστηκε με την Λατρεία του Διονύσου Ζαγρέα). Η μητέρα του Ορφέα ήταν κατά πάσα πιθανότητα κάποια ντόπια αρχοντοπούλα.
Την εποχή που γεννήθηκε ο Ορφέας, πριν από 29 αιώνες, η Διονυσιακή Λατρεία ήταν γνωστή σε όλο το μεσογειακό κόσμο, και στην ευρύτερη περιοχή της Θράκης. Ο Ορφέας ανατράφηκε μέσα σε αυτό το θρησκευτικό περιβάλλον.Ο νεαρός άρχοντας όμως, δεν έλαβε απλά ιδιαίτερη μόρφωση, είχε από την φύση του ιδιαίτερα χαρίσματα. Αντιλαμβάνονταν το Θείο με ένα ιδιαίτερο τρόπο:
Ο Ορφέας αντιλαμβάνεται την ΘΕΟΤΗΤΑ σαν ΜΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ με την Οποία σχετίζεται άμεσα, υπαρξιακά, και βιωματικά… όχι με ένα τρόπο εξωτερικό, σαν μια Βαθύτερη Απροσπέλαστη Πραγματικότητα που αποτυπώνεται σαν εξωτερική πίστη και λατρεία και μέσα από τελετουργικές πράξεις…
Για τον Ορφέα η ΘΕΟΤΗΤΑ Είναι η Πηγή και το Βάθος της Ύπαρξης κι η Ουσία των πάντων, που Βιώνουμε Μέσα μας με ένα τρόπο άμεσο, εσωτερικό και βιωματικό.
Αυτή η ΜΙΑ ΟΥΣΙΑ (μεταφυσικά και σε ανώτερους κόσμους) διαχωρίζεται σε πολλές, ατομικές οντότητες, παραμένοντας στην Ουσία Μία. Ουσιαστικά και Μυστικά το Ένα είναι μέσα στα πολλά, στο καθένα και το καθένα ταυτίζεται με το Ένα, με το Όλο.Από Αυτή την Κατάσταση στους Ανώτερους Κόσμους η περαιτέρω εξέλιξη στο Όλο και στο καθένα οδηγεί στην διαφοροποίηση από το Ένα και στην ίδια την ξεχωριστή ατομικότητα.
Από εδώ αντλείται η έννοια της ψυχής (σαν το σύνολο της πνευματικής οντότητας) που πηγάζει κι εξαρτάται από την Θεότητα, όποιο δρόμο εξέλιξης κι αν πάρει.Κι από τον Φωτεινό Κόσμο του Νου η Ψυχή πέφτει στον Κόσμο της Απλής Ψυχής που εκφράζει την φύση της με την βούληση και το συναίσθημα.Είναι αυτή η διαφοροποιημένη ψυχή που ενσωματώνεται στο υλικό σώμα που αποτελεί μεταφυσικά και κυριολεκτικά ένα «τάφο» για την ψυχή.
Από τους Φωτεινούς Κόσμους του Υπερπέραν, της Εξωπραγματικότητας του ανθρώπου η Ψυχή πέφτει στον Μεταφυσικό Άδη, στον «Κάτω Κόσμο», που είναι ο «υλικός κόσμος».Η Ψυχή με όλες τις πνευματικές, νοητικές, και ψυχικές, λειτουργίες δένεται κυριολεκτικά μέσα στις ψυχοσωματικές διαδικασίες, και τις λειτουργίες του σώματος, και τον εξωτερικό κόσμο της ύλης.
Από την ένωση της Ψυχικής Οντότητας με το σώμα, δημιουργείται η υλική ψυχή, ο ψυχοσωματικός οργανισμός, η ζωή, το ζωτικό σώμα (που πρέπει να διακρίνεται από την Καθαρή Ψυχή).
Αυτή η θρησκευτική αντίληψη δεν ήταν κάτι καινούργιο στην Εποχή του Ορφέα. Στην πραγματικότητα είναι η ίδια η Ουσία της Διονυσιακής Λατρείας (με την μορφή του Ζαγρέα) που ανιχνεύεται σε ολόκληρο τον μεσογειακό κόσμο, στην Κρήτη, στην Ελλάδα, στην Εγγύς Ανατολή, στην Κάτω Ιταλία, τουλάχιστον 35 αιώνες πίσω.
Οι Λάτρες του Διονύσου με την αντίληψη της Βαθύτερης Ενότητας του Όντος και του κόσμου, και με τα ιερά όργια (που σημαίνει ιερά έργα) Βιώνουν μυστικά την Ενότητα με το Θεό, το Ον, ταυτίζονται μαζί Του, συμμετέχουν έτσι στην Ουσία Του.Ο Ορφέας δεν το αρνείται αυτό.
Πίστευε όμως ότι η Θεία Δημιουργία κι η Εξέλιξη, γίνεται στους μεταφυσικούς κόσμους κι όχι εξωτερικά σε ένα «αντικειμενικό» κόσμο. Έτσι μόνο εσωτερικά, βιωματικά, μπορεί να γίνει Κατανοητή η Ουσία της Θεότητας, και να επιτευχθεί η Ένωση με τον Θεό.
Εσωτερικεύοντας την Διονυσιακή Αντίληψη, προσεγγίζοντας βιωματικά (εσωτερικά) την Θεότητα ανοίγει τους Εσωτερικούς Ορίζοντες της Ύπαρξης προς τον Απέραντο Εσωτερικό Κόσμο και την ΘΕΟΤΗΤΑ.
Τι Διδάσκει στην ουσία ο Ορφέας; Ότι εφόσον η Ψυχή διαφοροποιείται (στους ανώτερους κόσμους) από το Ένα, το Όλον, και πέφτει στον υλικό κόσμο, και δένεται στο σώμα, ο μόνος δρόμος λύτρωσης είναι η λύσις της ψυχής από το σώμα.
Αυτό μπορεί να γίνει εσωτερικά, μέσα στον καθένα, με την περισυλλογή των δυνάμεων της ψυχής και τον «αποχωρισμό» από το σώμα. Η ΛΥΣΙΣ, ο «αποχωρισμός» από το σώμα, έχει πολλά επίπεδα εμβάθυνσης:Μπορεί να σημαίνει την εξωτερική αποχή από μιασμένα αντικείμενα κι ανίερες πράξεις που οδηγεί στην ηθική στάση και στην ηρεμία.
Μπορεί να σημαίνει τον βαθύτερο ψυχικό (βουλητικό και συναισθηματικό) αποχωρισμό από την υλική ζωή που καλλιεργεί την αδιαφορία για τα εγκόσμια και την ησυχία.Μπορεί να σημαίνει τον βαθύτερο αποχωρισμό του νου από την ενασχόλησή του με τον εξωτερικό κόσμο.Μπορεί να σημαίνει το Εκστατικό Βύθισμα στην Ενότητα της Ύπαρξης, πίσω από όλες τις διαφοροποιήσεις.Μπορεί να σημαίνει την Πλήρη Ταύτιση με την Θεότητα.
Μπορεί ακόμα να σημαίνει τον συνειδητό αποχωρισμό από το σώμα και την μετάβαση στους κόσμους του υπερπέραν (αυτό που κάποιοι ονομάζουν αστρικό ταξίδι).Μπορεί να σημαίνει τον φυσικό αποχωρισμό από το σώμα, που γνωρίζουμε σαν θάνατο. Έτσι ο Ορφέας μιλά για μια ανοδική πορεία της ψυχής προς την Θεότητα, για μια εισέλιξη.
Δεν αρνείται την εξωτερική λατρεία και τελετουργία, αλλά θεωρεί πως η εξωτερική λατρεία δεν είναι παρά ένα εξωτερικό πρώτο στάδιο στην πορεία προς τον Θεό. Στην πραγματικότητα ο Ορφέας με την Διδασκαλία του δίνει ένα απέραντο βάθος στην Διονυσιακή Λατρεία. Η Διδασκαλία του είναι Εσωτερικός Διονυσιασμός. Από την άλλη μεριά χωρίς την ερμηνεία του Ορφέα ο Διονυσιασμός θα παρέμεινε μια εξωτερική, ιερή μεν, αλλά βάρβαρη θρησκεία.
Έτσι ο Διονυσιασμός, όπως τον αντιλαμβάνεται ο Ορφέας δεν είναι παρά Εξωτερικός Ορφισμός.Η μεταρρύθμιση του Ορφέα, της Διονυσιακής Λατρείας πρόσφερε στους Έλληνες (και στην ανθρωπότητα) μια από τις βαθύτερες μυστικές ερμηνείες της Πραγματικότητας.
Ενέπνευσε τους μεγαλύτερους φιλοσόφους του κόσμου (δηλαδή τους Έλληνες Φιλοσόφους, από τον Ηράκλειτο και τον Πυθαγόρα, μέχρι τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, και τους Κυνικούς, τους Στωικούς, τους Επικούρειους, τους Σκεπτικούς, τους Νεοπλατωνικούς…) Ο Πυθαγόρας δεν έκανε τίποτα άλλο από το να μεταφέρει την Διδασκαλία του Ορφέα στον Κρότωνα, στη Κάτω Ιταλία.
Η πολύ σημαντική του προσφορά, πέρα από την Βασική Ορφική Διδασκαλία είναι η χρήση των μαθηματικών εννοιών στην περιγραφή της Πραγματικότητας.Η Ορφική Διδασκαλία ανανέωσε την Δελφική Λατρεία, αναζωογόνησε τα Ελευσίνια Μυστήρια, κι άνοιξε τελείως τους Ορίζοντες στην Φιλοσοφική Σκέψη.
Ο Πλάτωνας είναι Ορφικός από όλες τις απόψεις, και συχνά αναφέρεται στην Διδασκαλία του Ορφέα στους διαλόγους του.
Όταν αναφέρεται στον Φαίδωνα (Φαίδων, 67,c, d) στον «παλαιό λόγο» («παλαιά παράδοση») και στην «λύσιν της ψυχής», στην πραγματικότητα απλά μεταφέρει την Ορφική Διδασκαλία:
«Πάνυ μεν ούν, έφη ο Σιμμίας. – Κάθαρσις δέ είναι άρα ου τούτο ξυμβαίνει, όπερ πάλαι εν τώ λόγω λέγεται, το χωρίζειν ότι μάλιστα από τού σώματος τήν ψυχήν, καί εθίσαι αυτήν καθ’ αυτήν πανταχόθεν εκ τού σώματος συναγείρεσθαί τε καί αθροίζεσθαι καί οικείν κατά τό δυνατόν, καί εν τώ νύν παρόντι καί εν τώ έπειτα, μόνην καθ’ αυτήν, εκλυομένην ώσπερ εκ δεσμών εκ τού σώματος; - Πάνυ μέν ούν, έφη, - Ουκούν τούτο γε θάνατος ονομάζεται, λύσις καί χωρισμός ψυχής από σώματος; Παντάπασί γε, ή δ’ ός. – Λύειν δέ γε αυτήν, ώς φαμεν, προθυμούνται αεί μάλιστα καί μόνοι οι φιλοσοφούντες ορθώς, καί τό μελέτημα αυτό τούτό εστι των φιλοσόφων, λύσις καί χωρισμός ψυχής από σώματος. ή ού; - Φαίνεται».
Ο Ορφισμός επηρέασε την Ελλάδα για τουλάχιστον 15 αιώνες και κατάλοιπα αυτής της θρησκευτικής αντίληψης υπάρχουν ακόμα και σήμερα στην σκέψη, στην γλώσσα, στην ζωή, στις γιορτές. Ήταν στην εποχή του Πεισίστρατου που ο Ορφισμός έγινε επίσημη θρησκεία της Αθήνας και καθιερώθηκαν (επίσημα) οι Γιορτές του Διονύσου (χωρίς να «ποδοπατηθούν» οι πατροπαράδοτες αντιλήψεις κι η λατρεία των άλλων θεών).
Ο Ορφισμός, η ορφική αντίληψη για την κοινή θεϊκή καταγωγή, την ισότητα, και την ισονομία, όλων των ανθρώπων, γέννησε ουσιαστικά την Δημοκρατία (αν και δεν εξάλειψε το θεσμό της δουλείας) στην Αθήνα.Αν δεν υπήρχε το Ορφικό Ιδεολογικό Υπόστρωμα στην αντίληψη των Αθηναίων, για την Φύση, την ζωή, και την «πολιτεία», δεν θα είχε γεννηθεί η Δημοκρατία.
Όταν τελείωσε ο αρχαίος κόσμος, κι η ελληνική θρησκεία, κι επιβλήθηκαν με την βία άλλα θρησκεύματα στον Ελλαδικό Χώρο, έσβησε κι η Δημοκρατία.
Οι σύγχρονες αντιπροσωπευτικές κοινοβουλευτικές δημοκρατίες είναι παρωδίες δημοκρατίας. Τα κόμματα είναι πολιτικές συμμορίες, που ονομάζουν «δημοκρατίες» αυταρχικά άδικα και βίαια καθεστώτα. Αυτό συμβαίνει γιατί όλες αυτές οι ψευτοδημοκρατίες δεν έχουν υγιές ιδεολογικό υπόβαθρο, όπως συνέβαινε με την Αληθινή Αθηναϊκή Δημοκρατία.
Ήταν φυσικό, οι θρησκευτικές αντιλήψεις κι εμπειρίες του Ορφέα (η εσωτερίκευση της αντίληψης, κι η εσωτερική άμεση βιωματική προσέγγιση της Πραγματικότητας του Θεού), να φέρουν τον νεαρό άρχοντα, στην αρχή της δημόσιας δράσης του, σε «αντίθεση» με το περιβάλλον του.
Ήταν δύσκολο να κατανοήσουν χωρίς προσπάθεια το μήνυμα τουΕμπνευσμένου. «Αποσύρθηκε» νωρίς από τα δημόσια πράγματα, για να ασχοληθεί με την «θρησκευτική εμπειρία» του, να την κωδικοποιήσει, να την κάνει πράξη και ζωή.Ο «μύθος» λέει πως ο Ορφέας ταξίδεψε στην Αίγυπτο. Δεν είχε λόγο να το κάνει.
Ο Ορφέας βρήκε στην Πατρίδα του όλη την θρησκευτική παράδοση πάνω στην οποία βασίστηκε για να αναπτύξει τις δικές του θρησκευτικές αντιλήψεις. Η Διονυσιακή Λατρεία διαδεδομένη στην Ελλάδα, στην Κρήτη, και στον Ευρύτερο Μεσογειακό Χώρο, δεν είναι Αιγυπτιακό Φαινόμενο (και διαφέρει αρκετά από την Λατρεία του Όσιρι και τα μυστήριά του).
Αλλά ακόμα κι αν ο Ορφέας ταξίδεψε στην Αίγυπτο, δεν έγινε σε τίποτα πιο σοφός από αυτό το ταξίδι. Κατά την δική μας αντίληψη η δράση του εξελίχθηκε εξ’ ολοκλήρου στην Πιερία, και ιδιαίτερα στην Πατρίδα του τα Λείβηθρα και την γύρω περιοχή, στους πρόποδες του Ολύμπου.
Ο Ορφέας δημιούργησε γρήγορα ένα κύκλο ανθρώπων με τους οποίους μοιράστηκε τις εμπειρίες του. Η δημιουργία θρησκευτικών κύκλων είναι παγκόσμιο, διαχρονικό, και διαθρησκευτικό φαινόμενο. Στην Ελλάδα οι θρησκευτικοί κύκλοι ονομάζονται θίασοι(ιδιαίτερα οι ομάδες πιστών του Διονύσου).
Ο Ορφέας δημιούργησε ένα συμπαγή κύκλο μυημένων που είχαν ορισμένη αντίληψη του Θείου (Ορφική Θεολογία), και ιδιαίτερο τρόπο ζωής (ορφικό βίος), και συμπεριφορά.Σύμφωνα με τις μαρτυρίες πολλών αρχαίων φιλοσόφων, ιστορικών και συγγραφέων, στα Λείβηθρα ,όπως σε όλες τις πόλεις της Ελλάδας,υπήρχε Ιερό, σε ένα λόφο νοτιοανατολικά του οικισμού που κυκλωνόταν από χείμαρρους, πολύ πριν τον Ορφέα. Εκεί γινόταν η δημόσια λατρεία, εκεί ασκούσαν την λατρεία τους οι πιστοί του Διονύσου, κι εκεί ιερούργησε κι ο ίδιος ο Ορφέας.
Οι ορφικές τελετές συμπεριλάμβαναν τελετουργική χρήση ιερής φωτιάς, χρήση ύμνων, μουσικής, και χορού. Οι ορφικές τελετές διέφεραν αρκετά από την δημόσια Διονυσιακή Λατρεία, και τις τελετουργίες των βάκχων και των μαινάδων.
Οι ορφικές τελετές θα διατηρηθούν σε διάφορους ορφικούς θιάσους, ενώ η δημόσια Διονυσιακή Λατρεία θα μεταφερθεί στις Διονυσιακές Γιορτές, ενώ οι τελετές των μαινάδων θα διατηρηθούν στην Δελφική Λατρεία.
Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει καμιά αντίθεση ανάμεσα στις ορφικές αντιλήψεις και την συνηθισμένη Λατρεία του Διονύσου και τις Διονυσιακές Γιορτές που καθιερώθηκαν γύρω από την λατρεία. Στην ουσία όλες οι αντιλήψεις είναι σωστές κι απευθύνονται σε ανθρώπους με διαφορετικό βαθμό κατανόησης της θρησκείας του Διονύσου.
Ο Ορφισμός, κι η εξωτερική Διονυσιακή Λατρεία λειτουργούν όχι ανταγωνιστικά αλλά συμπληρωματικά. Αυτό αποδεικνύεται από τον σεβασμό που είχαν όλοι οι Έλληνες για τον Ορφέα, την Δελφική Λατρεία, τα Ελευσίνια Μυστήρια, ακόμα κι όταν δεν ήταν μυημένοι και δεν γνώριζαν το περιεχόμενο της μύησης, αλλά και από την αποδοχή της εξωτερικής λατρείας σαν ένδειξης σεβασμού προς τον Θεό με εξωτερικές πράξεις.
Ακόμα και η Ωμοφαγία που θα διατηρηθεί σε ορισμένους θιάσους (αλλά θα καταργηθεί από τις δημόσιες γιορτές στην Κλασσική Αθήνα) είναι μια ιερή πράξη, όσο κι αν φαίνεται αποτρόπαιη.
Οι υποκριτές άνθρωποι θεωρούν αποτρόπαιη μια θρησκευτική πράξη, αλλά μπορούν να αδικούν τους συνανθρώπους τους, να αδιαφορούν για τους δυστυχισμένους, και να καταστρέφουν το πλανήτη.Θρησκευτικοί θίασοι ανάλογοι με αυτόν του Ορφέα θα υπάρχουν τουλάχιστον 15 αιώνες μετα.
Ακολουθώντας το πρότυπο του Ορφέα θρησκευτικούς θιάσους, ή συγκροτημένους συλλόγους, με συγκεκριμένους χώρους λατρείας και διδασκαλίας, θα δημιουργήσουν όλοι οι Μεγάλοι Έλληνες Φιλόσοφοι, ο Πυθαγόρας στον Κρότωνα (ομακοείο), ο Πλάτωνας στην Αθήνα (ακαδημία), ο Αριστοτέλης (λύκειο ή περιπατητική σχολή), οι Στωικοί (στοά), ο Επίκουρος (κήπος)…
Ο Ορφέας έζησε κι έδρασε, δίδαξε κι έγραψε, στην Πατρίδα του, στους Πρόποδες του Ολύμπου. Έζησε βιώνοντας το θρησκευτικό του όραμα κι αφιερώνοντας το χρόνο του στην διδασκαλία και την υπηρεσία των ανθρώπων.Ο μύθος λέει ότι ο Ορφέας νυμφεύτηκε την Αγριόπη ή Ευρυδίκη.
Στην πραγματικότητα ο Ορφέας ήταν τόσο αφιερωμένος στο έργο του που δεν νυμφεύτηκε ποτέ. Ο μύθος του «έρωτα» του Ορφέα με την Ευρυδίκη ήταν μια διήγηση που κατασκευάστηκε για να διδάξει κάτι (την σχέση της Καθαρής Ψυχής με την υλική ψυχή). Ήταν μια διήγηση σαν τις παραβολές του Βούδα, ή του Ιησού.Ο Ορφέας πέθανε σχετικά νέος, από φυσικά αίτια μάλλον.
Ο μύθος λέει ότι κατασπαράχτηκε από τις μαινάδες της Πιερίας. Ο μυθικός διασπαραγμός του Ορφέα δεν κάνει τίποτα άλλο από το να επαναλαμβάνει τον μύθο του Ζαγρέα,τον τελετουργικό διασπαραγμό του ταύρου) στο πρόσωπο του Ορφέα. Μετά οι δικαιολογίες για τον διασπαραγμό είναι ανόητες.Λένε ότι ο Ορφέας τιμούσε τον Απόλλωνα κι έτσι ο Διόνυσος καθοδήγησε τις μαινάδες να σκοτώσουν τον Ορφέα. Για τον Ορφέα και τους άλλους μυημένους ο Διόνυσος κι ο Απόλλωνας είναι ο Ίδιος Θεός (που συμβολίζεται στον Χειμερινό Ήλιο και τον Θερινό Ήλιο).
Έτσι δεν θα μπορούσε να προκαλέσει την μήνη κανενός Θεού, ούτε των οπαδών του Διονύσου. Αυτά τα λένε οι αμαθείς.Μετά την ίδια ιστορία διηγούνται για τον Λυκούργο, στην Θράκη, τον Πενθέα στην Θήβα, κι άλλους. Υπάρχει πολύ λίγη αλήθεια σε όλα αυτά…
Ούτε εξ’ άλλου ο Ορφέας ήταν αντίθετος προς την εξωτερική λατρεία του Διονύσου που ακολουθούσαν οι απλοί άνθρωποι. Αντίθετα έβλεπε την εξωτερική λατρεία σαν συμπληρωματική των δικών του αντιλήψεων.
Βεβαίως μιλούσε για την ανάγκη εμβάθυνσης της θρησκευτικής δραστηριότητας, αλλά ο σεβασμός του για τον άνθρωπο δεν θα του επέτρεπε ποτέ να πολεμήσει ή να ειρωνευθεί τις απλοϊκές αντιλήψεις των συνανθρώπων του. Ούτε βέβαια στερούσε τους άνδρες από τις γυναίκες τους κι έτσι προκάλεσε την εκδίκηση των γυναικών.
Ο Ορφέας ήταν Οραματιστής του Φωτός, Υπέρμαχος της Δικαιοσύνης κι Εργάτης της Συμπόνιας και της Βοήθειας στον άνθρωπο.Το μόνο βέβαιο είναι ότι όταν πέθανε, άφησε πίσω του ένα τεράστιο πνευματικό έργο, αλλά και πολύ πόνο για τον χαμό του. Αλλά όπως δίδασκε ο ίδιος, ο Ορφέας, έλυσε τα δεσμά του με το σώμα κι ανυψώθηκε στους Ανώτερους Κόσμους του Φωτός.
Οι άνθρωποι που τον αγαπούσαν και τον ακολουθούσαν τον έθαψαν στην Ακρόπολη των Λειβήθρων, κοντά στο Ιερό που δίδασκε και ιερουργούσε, και ύψωσαν προς τιμήν του Ηρώο, που το είδαν με τα μάτια τους πολλοί αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς και το κατέγραψαν.
Τα Λείβηθρα καταστράφηκαν σύμφωνα με τον Παυσανία όταν πλημμύρισε ο χείμαρρος Συς. Τα ιερά, τα κτήρια και τα τείχη της καταστράφηκαν. Σήμερα οι αρχαιολογικές έρευνες έχουν εντοπίσει τον Οικισμό, και την Ακρόπολη, αλλά δεν έχει εντοπισθεί κτίσμα στην Ακρόπολη, μόνο μερικά τμήματα του τείχους.Αυτή είναι λίγο-πολύ η αλήθεια για τον Ορφέα.
Το ερώτημα όμως είναι το εξής: Αν ο Ορφέας ήταν πραγματικό πρόσωπο (κι αυτό δεν μπορεί να το αμφισβητήσει κανένας σοβαρός μελετητής της Αρχαιότητας) και μάλιστα τόσο σημαντικό πρόσωπο, τότε γιατί κάποιοι προσπάθησαν με λύσσα να αποδείξουν ότι είναι μυθικό πρόσωπο, μύθος.
Αυτό έγινε από εμπαθείς χριστιανούς, που δεν τους ενδιέφερε η ιστορική,θρησκευτική και θεολογική αλήθεια, αλλά τους ενδιέφερε να αποκρύψουν ότι πήραν τα πάντα από τον Ορφισμό. Έτσι όμως το μόνο που αποδεικνύεται είναι ότι ο χριστιανισμός όπως εφαρμόστηκε είναι μια ιστορική απάτη.
Ο Ορφέας υπήρξε ένας Μεγάλος Άνθρωπος, το ίδιο μεγάλος με τον Βούδα, τον Λάο Τσε, τον Ιησού.Αυτό που πρόσφερε ο Ορφέας στον άνθρωπο και στην ιστορία είναι το Υπέρτατο Μυστικό της Ύπαρξης:Η Ίδια η Ύπαρξη που εκδηλώνεται στον καθένα, η Συνείδηση, η Αντίληψη, είναι η Ανεξάντλητη Πηγή της Ενότητας και της διαφοροποίησης, των αντιλήψεων, των προσανατολισμών, και των πράξεων. Όλα προέρχονται από Μέσα.
Δεν χρειάζεται να ψάξουμε να βρούμε «έξω», ούτε εξηγήσεις, ούτε δικαιολογίες, ούτε πράγματα να «αρπαχθούμε» από αυτά. Η Ύπαρξη από μόνη της είναι η Ανεξάντλητη Πηγή, κάθε βιώματος και εμπειρίας, η Λαλέουσα Πηγή, το Λάλον Ύδωρ… η Πηγή της Ζωής. Η Ψυχή Είναι Απέραντη, Χωρίς Όρια, Ελεύθερη, Αγνή, Αιώνια. Η δέσμευση στο σώμα, ακόμα κι όταν επαναλαμβάνεται με την μετενσωμάτωση, είναι προσωρινή.Η Μόνη Οδός Λύτρωσης είναι η Λύσις της Ψυχής από τα δεσμά του σώματος.
Αυτό είναι το πραγματικό περιεχόμενο της Ορφικής Θεολογίας, και το αντικείμενο των Μυστηρίων.Η Αληθινή Κατοικία της Ψυχής είναι τα Φωτεινά Βασίλεια του Υπερπέραν, της «Εξωπραγματικότητας», κι όχι ο κάτω κόσμος της γης.

Διαφορετική η «καλωδίωση» γυναικείου και ανδρικού εγκεφάλου


Νέα μελέτη εξηγεί γιατί οι άνδρες διαβάζουν καλύτερα τους χάρτες ενώ οι γυναίκες έχουν ανώτερη μνήμη και συναισθηματική νοημοσύνη

Σημαντικές διαφορές ως προς την «καλωδίωση» του εγκεφάλου ανδρών και γυναικών εντοπίζει αμερικανική μελέτη, ενισχύοντας παλαιά στερεότυπα για τα δυνατά και αδύνατα σημεία των δύο φύλων, σύμφωνα με άρθρο που δημοσιεύεται στην επιθεώρηση  «Proceedings of the National Academy of Sciences».
Οι ερευνητές, με επικεφαλής την καθηγήτρια Ραγκίνι Βέρμα του Τμήματος Ακτινολογίας της Ιατρικής Σχολής Πέρελμαν του Πανεπιστημίου της Πενσιλβάνια, μελέτησαν τη «συνδεσμολογία» σχεδόν 1.000 εγκεφάλων (521 γυναικών και 428 ανδρών), ηλικίας 8 - 22 ετών.
Μια από τις μεγαλύτερες συγκριτικές απεικονίσεις
Η συγκριτική απεικόνιση -μια από τις μεγαλύτερες που έχουν γίνει ποτέ μεταξύ των δύο φύλων- έδειξε ότι στον εγκέφαλο των ανδρών υπάρχουν περισσότερες νευρικές συνάψεις μεταξύ του μπροστινού και του οπίσθιου μέρους κάθε ημισφαιρίου ξεχωριστά.
Αυτό σημαίνει ότι ο ανδρικός εγκέφαλος είναι δομημένος έτσι ώστε να διευκολύνει τη διασύνδεση ανάμεσα στην αντίληψη και στη συντονισμένη δράση των κινήσεων.
Από την άλλη, ο εγκέφαλος των γυναικών έχει σαφώς μεγαλύτερη «καλωδίωση» μεταξύ του αριστερού και του δεξιού ημισφαιρίου, πράγμα που διευκολύνει την επικοινωνία ανάμεσα στη λογική ανάλυση και στη διαίσθηση.
Σύμφωνα με τη δρα Βέρμα, «η χαρτογράφηση του ανθρωπίνου εγκεφάλου δείχνει μια ξεκάθαρη διαφορά -και συμπληρωματικότητα- στην αρχιτεκτονική του και αυτή η διαφορετική νευρωνική βάση εξηγεί γιατί οι άνδρες υπερέχουν σε ορισμένα πράγματα και οι γυναίκες σε άλλα».
Σε αυτήν την εικόνα φαίνονται οι διαφορές στην καλωδίωση μεταξύ ανδρών (μπλε χρώμα) και γυναικών (πορτοκαλί) Credit: Proceedings of the National Academy of Sciences
Τα πλεονεκτήματα ανδρών και γυναικών
Για παράδειγμα, σύμφωνα με τους ερευνητές, κατά μέσο όρο οι άνδρες μαθαίνουν και εκτελούν καλύτερα μια μεμονωμένη εργασία, όπως να κάνουν ποδήλατο ή να προσανατολίζονται στον χώρο (π.χ. διαβάζοντας χάρτες). Από την άλλη, οι γυναίκες έχουν καλύτερη προσοχή, ανώτερη μνήμη και συναισθηματική νοημοσύνη, καθώς και μεγαλύτερες κοινωνικές δεξιότητες, με αποτέλεσμα να είναι καλύτερα εφοδιασμένες για εργασίες που απαιτούν να γίνουν πολλά πράγματα ταυτόχρονα ή να βρεθούν λύσεις μέσα από ομαδική εργασία.
Όσον αφορά την «καλωδίωση» μεταξύ των δύο ημισφαιρίων, κατ' εξαίρεση στους άνδρες αυτή είναι μεγαλύτερη μόνο στην παρεγκεφαλίδα, που αφορά τον έλεγχο των κινήσεων, ενώ αντίθετα σε αυτή την περιοχή οι γυναίκες έχουν περισσότερες συνδέσεις μέσα σε κάθε ημισφαίριο ξεχωριστά.
Αυτό δίνει ένα πλεονέκτημα στους άνδρες αναφορικά με τον έλεγχο των μυών τους και τη συντονισμένη αισθητικοκινητική αντίληψη, κάτι που τους επιτρέπει για παράδειγμα να μάθουν ευκολότερα να κάνουν καλό σκι.
Όσο μεγαλώνουν τα αγόρια και τα κορίτσια, τόσο οι διαφορές στους εγκεφάλους τους γίνονται πιο αισθητές, ενώ πριν την ηλικία των 13 ετών είναι πολύ λιγότερες, δηλαδή οι εγκέφαλοι των δύο φύλων στην παιδική ηλικία μοιάζουν περισσότερο μεταξύ τους.
Σημαντικές γενετικές διαφορές
Την ύπαρξη βιολογικών διαφορών δείχνει και μια άλλη πρόσφατη έρευνα, που διαπίστωσε ότι τα γονίδια εκφράζονται με διαφορετικό τρόπο στον ανδρικό εγκέφαλο από ό,τι στον γυναικείο. Μια σειρά από, μετά θάνατον, αναλύσεις σε 100 άτομα έδειξε σημαντικές γενετικές διαφορές μεταξύ των δύο φύλων.
Αυτό μπορεί να εξηγεί γιατί παρατηρούνται διαφορές μεταξύ ανδρών-γυναικών, όσον αφορά τις νευροψυχικές διαταραχές, όπως ο αυτισμός, ο οποίος πλήττει περίπου πενταπλάσια αγόρια σε σχέση με τα κορίτσια.
Μια θεωρία μάλιστα υποστηρίζει ότι, στην ουσία ο αυτισμός είναι μια έκφραση του «ακραίου αρσενικού εγκεφάλου», ο οποίος αποτυγχάνει πλήρως να ανοιχτεί συναισθηματικά στους γύρω του.
Οι αμερικανοί ερευνητές, που έκαναν την παρούσα έρευνα τόνισαν ότι η μελέτη των διαφορών στην εγκεφαλική «συνδεσμολογία» μεταξύ των δύο φύλων μπορεί όντως να ρίξει φως στις ρίζες διαφόρων νευρολογικών παθήσεων.