Σάββατο 23 Ιανουαρίου 2021

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Τρῳάδες (1-47)

ΠΟΣΕΙΔΩΝ
ἥκω λιπὼν Αἰγαῖον ἁλμυρὸν βάθος
πόντου Ποσειδῶν, ἔνθα Νηρῄδων χοροὶ
κάλλιστον ἴχνος ἐξελίσσουσιν ποδός.
ἐξ οὗ γὰρ ἀμφὶ τήνδε Τρωϊκὴν χθόνα
5 Φοῖβός τε κἀγὼ λαΐνους πύργους πέριξ
ὀρθοῖσιν ἔθεμεν κανόσιν, οὔποτ᾽ ἐκ φρενῶν
εὔνοι᾽ ἀπέστη τῶν ἐμῶν Φρυγῶν πόλει·
ἣ νῦν καπνοῦται καὶ πρὸς Ἀργείου δορὸς
ὄλωλε πορθηθεῖσ᾽. ὁ γὰρ Παρνάσιος
10 Φωκεὺς Ἐπειός, μηχαναῖσι Παλλάδος
ἐγκύμον᾽ ἵππον τευχέων ξυναρμόσας,
πύργων ἔπεμψεν ἐντὸς ὀλέθριον βρέτας·
ὅθεν πρὸς ἀνδρῶν ὑστέρων κεκλήσεται
δούρειος ἵππος, κρυπτὸν ἀμπισχὼν δόρυ.
15 ἔρημα δ᾽ ἄλση καὶ θεῶν ἀνάκτορα
φόνῳ καταρρεῖ· πρὸς δὲ κρηπίδων βάθροις
πέπτωκε Πρίαμος Ζηνὸς ἑρκείου θανών.
πολὺς δὲ χρυσὸς Φρύγιά τε σκυλεύματα
πρὸς ναῦς Ἀχαιῶν πέμπεται· μένουσι δὲ
20 πρύμνηθεν οὖρον, ὡς δεκασπόρῳ χρόνῳ
ἀλόχους τε καὶ τέκν᾽ εἰσίδωσιν ἄσμενοι,
οἳ τήνδ᾽ ἐπεστράτευσαν Ἕλληνες πόλιν.
ἐγὼ δέ —νικῶμαι γὰρ Ἀργείας θεοῦ
Ἥρας Ἀθάνας θ᾽, αἳ συνεξεῖλον Φρύγας—
25 λείπω τὸ κλεινὸν Ἴλιον βωμούς τ᾽ ἐμούς·
ἐρημία γὰρ πόλιν ὅταν λάβῃ κακή,
νοσεῖ τὰ τῶν θεῶν οὐδὲ τιμᾶσθαι θέλει.
πολλοῖς δὲ κωκυτοῖσιν αἰχμαλωτίδων
βοᾷ Σκάμανδρος δεσπότας κληρουμένων.
30 καὶ τὰς μὲν Ἀρκάς, τὰς δὲ Θεσσαλὸς λεὼς
εἴληχ᾽ Ἀθηναίων τε Θησεῖδαι πρόμοι.
ὅσαι δ᾽ ἄκληροι Τρῳάδων, ὑπὸ στέγαις
ταῖσδ᾽ εἰσί, τοῖς πρώτοισιν ἐξῃρημέναι
στρατοῦ, σὺν αὐταῖς δ᾽ ἡ Λάκαινα Τυνδαρὶς
35 Ἑλένη, νομισθεῖσ᾽ αἰχμάλωτος ἐνδίκως.
τὴν δ᾽ ἀθλίαν τήνδ᾽ εἴ τις εἰσορᾶν θέλει,
πάρεστιν Ἑκάβη κειμένη πυλῶν πάρος
δάκρυα χέουσα πολλὰ καὶ πολλῶν ὕπερ·
ᾗ παῖς μὲν ἀμφὶ μνῆμ᾽ Ἀχιλλείου τάφου
40 οἰκτρὰ τέθνηκε τλημόνως Πολυξένη,
φροῦδος δὲ Πρίαμος καὶ τέκν᾽· ἣν δὲ παρθένον
μεθῆκ᾽ Ἀπόλλων δρομάδα Κασάνδραν ἄναξ,
τὸ τοῦ θεοῦ τε παραλιπὼν τό τ᾽ εὐσεβὲς
γαμεῖ βιαίως σκότιον Ἀγαμέμνων λέχος.
45 ἀλλ᾽, ὦ ποτ᾽ εὐτυχοῦσα, χαῖρέ μοι, πόλις
ξεστόν τε πύργωμ᾽· εἴ σε μὴ διώλεσε
Παλλὰς Διὸς παῖς, ἦσθ᾽ ἂν ἐν βάθροις ἔτι.

***
ΣΚΗΝΗ: Στην ακρογιαλιά της Τροίας, η άκρη του στρατοπέδου των Αχαιών· μερικές καλύβες. Στο βάθος η Τροία· φαίνονται τα τείχη της και πίσω απ᾽ αυτά σκεπές ναών και σπιτιών· από την πόλη βγαίνει καπνός, που φανερώνει πυρκαϊά.
Έξω από μια καλύβα, η Εκάβη ξαπλωμένη, σκεπασμένη και ασάλευτη· παρουσιάζεται ο Ποσειδώνας, κρατώντας την τρίαινά του.


ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ
Ο Ποσειδώνας είμαι. Εδώ ήρθα τώρα
απ᾽ τ᾽ αρμυρά του Αιγαίου πελάγου βάθη,
όπου χορούς κυκλόσυρτους κι ωραίους
οι νεροκόρες στήνουν του Νηρέα.
Γιατί από τον καιρό που εγώ κι ο Φοίβος
ζώσαμε αυτή την Τροία με καστροπύργια
πέτρινα και μ᾽ ακρίβεια σταφνισμένα
ούτε στιγμή δεν έλειψε η αγάπη
για των Φρυγών την πόλη απ᾽ την καρδιά μου·
τώρα ο καπνός την πνίγει, το κοντάρι
την έριξε το αργίτικο και πάει.
Ένας τεχνίτης, πέρα απ᾽ τη Φωκίδα,
10 του Παρνασσού τη χώρα, —τ᾽ όνομά του
Επειός— απ᾽ την Παλλάδα ορμηνεμένος,
έν᾽ άλογο έφτιαξε, άρματα γεμάτο,
κι αυτό το ομοίωμα, σύνεργο του ολέθρου,
μέσα στης Τροίας ξαπόστειλε το κάστρο·
δόρατα κρύβει στην κοιλιά του, δούρειο
θα το λένε οι μελλούμενες γενιές.
Έρμα είναι τ᾽ άλση τα ιερά, μες στο αίμα
πλένε οι ναοί· κι ο Πρίαμος, σκοτωμένος,
πλάι στα σκαλιά του σπιτικού βωμού του.
Στα πλοία των Αχαιών πολύ χρυσάφι
κουβαλούνε και λάφυρα απ᾽ την Τροία·
20 και πρίμο αέρα καρτερούν, να φύγουν,
οι Έλληνες που τον πόλεμο εδώ φέραν
και με χαρές μετά από δέκα χρόνια
να δούνε τις γυναίκες, τα παιδιά τους.
Κι εγώ —μια και με νίκησαν εκείνες
που ενώθηκαν την Τροία για να χαλάσουν,
η Αργίτισσα Ήρα κι η Παλλάδα— αφήνω
την Τροία την ξακουστή και τους βωμούς μου·
ερμιά και θλίψη σε μια πόλη αν πέσουν,
καλά οι θεοί δεν παν, λατρεία δε βρίσκουν.
Ο Σκάμαντρος βουίζει από τις κλάψες
των σκλάβων γυναικών, που τις μοιράζουν
στους αφέντες με κλήρο. Άλλες λαχαίνουν
30 στους Θεσσαλούς και στους Αρκάδες άλλες
ή στου Θησέα τους γιους, τους βασιλιάδες
των Αθηναίων. Κι εδώ μες στις καλύβες
είναι όσες μείνανε έξω από τον κλήρο,
γυναίκες απ᾽ την Τροία, ξεδιαλεγμένες
για του στρατού τους πρώτους· και μαζί τους
είναι κι η Ελένη, η κόρη του Τυνδάρεου,
από τη Λακωνία· μ᾽ όλο το δίκιο
για σκλάβα τους κι αυτή τη λογαριάζουν.
Και νά, στην πόρτα μπρος πεσμένη —αν θέλει
κανείς την έρμη αυτή να δει— η Εκάβη
χύνει πολλά και για πολλούς τα δάκρυα·
40 σκληρά την Πολυξένη της σκοτώσαν
κοντά στον τάφο του Αχιλλέα· χαθήκαν
ο Πρίαμος, τα παιδιά τους· την Κασσάντρα,
που παρθένα στην έκσταση δοσμένη
την άφησε ο Απόλλωνας, την παίρνει
στανικώς ο Αγαμέμνονας, κι ευσέβεια
και το θεό αψηφώντας, να την έχει
συντρόφισσα κρυφή του κρεβατιού του.
Τώρα έχε γεια, πελεκητό εσύ κάστρο
κι ω πόλη, που καλότυχη άλλοτε ήσουν·
αν η Αθηνά δε σε χαλούσε, η κόρη
του Δία, γερή κι ολόρθη ακόμη θα ήσουν.
Ενώ ετοιμάζεται να φύγει, έρχεται η Αθηνά.

Ιστορία της αρχαίας Ελληνικής γλώσσας: Η αρχιτεκτονική της γλώσσας και η αρχαία Ελληνική γλώσσα

7.9 Και πάλι για το ρήμα


Η μορφή του ρήματος δεν αλλάζει μόνο ανάλογα με τον χρόνο που εκφράζει, αλλά και με το πρόσωπο και τον αριθμό . Όπως ξέρουμε, το ρήμα στα νέα ελληνικά έχει καταλήξεις που δηλώνουν το πρόσωπο και τον αριθμό:

(εγώ) φεύγ-ω
(εσύ) φεύγ-εις
(αυτός, -ή, -ό) φεύγ-ει
(εμείς) φεύγ-ουμε
(εσείς) φεύγ-ετε
(αυτοί, -ές, -ά) φεύγ-ουν

Τί είναι οι καταλήξεις; Όπως και στην περίπτωση του ε, της αύξησης (π.χ. έ-φυγε), είναι «παλιές» λέξεις που έγιναν «ένα» με το ρήμα - αυτή τη φορά στο τέλος του και όχι στην αρχή του. Αλλά τί είδους λέξεις ήταν; Δεν μπορεί παρά να ήταν «παλιές» προσωπικές αντωνυμίες (προσέξτε την ομοιότητα του πρώτου προσώπου (φεύγ-ω) με την αντωνυμία του πρώτου προσώπου εγ-ώ), που «μίκρυναν» και «κόλλησαν» στο ρήμα - ενσωματώθηκαν σ' αυτό.

Δύο λόγια για τον αριθμό. Αν το σκεφτείτε λίγο, θα καταλάβετε ότι ο αριθμός «περιττεύει» στο ρήμα. Ας δούμε ένα παράδειγμα:

Τα παιδιά έφυγαν.

Ο αριθμός «ανήκει» στο ουσιαστικό παιδί, γιατί αναφέρεται σε κάτι που μπορεί να μετρηθεί. Δεν ισχύει όμως το ίδιο και για την πράξη στην οποία αναφέρεται το ρήμα. Αυτό φαίνεται καθαρά αν παραφράσουμε την πρόταση Τα παιδιά έφυγαν σε φυγή των παιδιών. Λέμε η φυγή και όχι οι φυγές των παιδιών. Ο αριθμός λοιπόν δεν χρειάζεται στο ρήμα, γιατί το ρήμα δεν αναφέρεται σε κάτι «μετρήσιμο». Γιατί όμως εμφανίζεται και στο ρήμα; Ή, αλλιώς, γιατί, όπως λέμε, το ρήμα συμφωνεί με το υποκείμενο του ως προς τον αριθμό; Αυτό είναι ένα από τα μυστικά της γλώσσας. Συχνά επαναλαμβάνονται πλεοναστικά πληροφορίες, όπως στην περίπτωση του αριθμού στο ρήμα, για να εξασφαλιστεί η σαφήνεια του μηνύματος που στέλνουμε στον συνομιλητή μας.

Πριν αφήσουμε το ρήμα θα πρέπει να συζητήσουμε μερικά ακόμα ζητήματα. Το «κομμάτι» του ρήματος που «κουβαλάει» τη σημασία του ρήματος είναι η ρίζα του. Έτσι, στο ρήμα φεύγ-ω η ρίζα είναι το «κομμάτι» φευγ-. Αλλά η ρίζα αυτή δεν είναι «σταθερή»: έ-φευγ-ε, φεύγ-ει αλλά έ-φυγ-ε, θα φύγ-ει, να φύγ-ει. Ο τύπος φευγ- εμφανίζεται στον ενεστώτα, στον χρόνο που δηλώνει ότι κάτι γίνεται ταυτόχρονα με τη στιγμή της εκφώνησης (ο Γιάννης φεύγει) ή συνήθως (ο Γιάννης φεύγει κάθε φορά που θυμώνει). Εμφανίζεται επίσης όταν δηλώνεται η διάρκεια (θυμηθείτε την όψη του ρήματος που συζητήσαμε νωρίτερα): έφευγε, θα φεύγει, να φεύγει. Σε ορισμένα ρήματα (ονομάζονται συνήθως ανώμαλα) αυτή η αλλαγή είναι ακόμα πιο δραστική, π.χ. βλέπω, είδα. Εδώ το ρήμα γίνεται «αγνώριστο» στον αόριστο. Γιατί συμβαίνει αυτό; Απλά, γιατί ο αόριστος κατασκευάζεται από ένα άλλο, ξέχωρο ρήμα με συγγενική σημασία, που συγχωνεύθηκε με αυτό που δίνει τον ενεστώτα βλέπω. Έχουμε δηλαδή την ένωση δύο ξεχωριστών ρημάτων που μοιράζονται τους διάφορους τύπους .

Προσδοκίες στις σχέσεις

Αποτέλεσμα εικόνας για Ερωτικά είναι αδύνατο να ζήσουμε μαζί, απέναντι στο δύσκολο να μείνουμε μόνοιΕσύ ο απογοητευμένος, ο θλιμμένος, ο θυμωμένος με εμένα, είσαι άραγε έτοιμος να αναλάβεις το κομμάτι της ευθύνης που σου αναλογεί; Γιατί, ξέρεις, δεν είναι δικό μου το φταίξιμο όπως διατυμπανίζεις στα μέσα και τα έξω σου. Δεν είμαι εγώ που σε απογοήτευσα, που σε στεναχώρησα, που σε εξόργισα. Δεν έχω τέτοια γιγάντια δύναμη -αν και πολύ θα το ήθελα.

Ένας διάλογος με τις προσδοκίες στη σχέση

Το πώς επιλέγεις να πάρεις τα πράγματα είναι δική σου επιλογή όπως δική σου επιλογή είναι να φροντίσεις τον εαυτό σου και τη σχέση μας συνετά. Εσύ που τόσες προσδοκίες έχεις και καταλήγεις κατακλυσμένος από όλα εκείνα τα δυσάρεστα συναισθήματα, έχεις άραγε σκεφτεί ποτέ εμένα;

Με έχεις κάνει Θεό δίχως να το καταλάβεις, δίχως να καταφέρεις να το αρθρώσεις. Σε προκαλώ, λοιπόν, να το κάνεις. Να αποδεχθείς πως είμαι παντοδύναμος, πως είμαι γνώστης των πάντων και ικανός για να σε διαλύσω αν το επιθυμώ. Όχι; δεν εννοείς αυτό; Τότε πως ακριβώς σκέφτεσαι για εμένα;

Περιμένεις να γνωρίζω όλες τις επιθυμίες, όλες τις σκέψεις σου, όλα τα πιστεύω σου και να συμβαδίζω με αυτά και αν πέσω σε κάποιο παράπτωμα είμαι εκείνος που θα σε απογοητεύσει. Αναλογίσου, όμως, ποια είναι η δική σου θέση σε όλο αυτό, ποια είναι η συμβολή σου στη σχέση μας, πόσο ξεκάθαρος είσαι μαζί μου.

Δε θυμάμαι να μου έχεις μιλήσει για τις αξίες που σε διέπουν, για το πως επιθυμείς να είναι τα πράγματα, για το τι σου αρέσει και τι απεχθάνεσαι, για το τι σε κάνει να νιώθεις άνετα και τι όχι, για το πώς θα ήθελες να είναι η σχέση μας. Δεν μου μίλησες ποτέ για τις προσδοκίες σου και οι προσδοκίες σου έγιναν φαντάσματα που σε καταδιώκουν και αναθέτεις τις ευθύνες σε εμένα.

Πώς μπορώ να γνωρίζω τι έχεις στο νου σου; Πώς μπορώ να γνωρίζω τις επιθυμίες σου; Πώς μπορώ να σε κάνω να νιώσεις άνετα αν δεν μου έχεις μιλήσει ποτέ; Πώς μπορώ να ξέρω αν είμαι σε θέση να ικανοποιήσω τις προσδοκίες σου όταν τις κρατάς για τον εαυτό σου;

Το πάρε δώσε και οι προσδοκίες στις σχέσεις

Σκέψου πώς θα ήταν τα πράγματα μεταξύ μας αν η σχέση μας ήταν διάφανη, αν μου μίλαγες ξεκάθαρα, αν ήξερα τι περιμένεις από εμένα για να νιώσεις αρμονικά. Σκέψου τι θα γινόταν αν έκανα κι εγώ το ίδιο. Οι προσδοκίες μας θα είχαν υπόσταση, δε θα ήταν πια φαντάσματα, θα αποκτούσαν ζωή. Τότε θα μπορούσαμε να μιλάμε για προσδοκίες που δεν ικανοποιούνται -αν και δε νομίζω να φτάναμε ως εκεί.

Αν ήξερα τι ζητάς θα ήξερα και τι μπορώ να σου δώσω.

Θα το συζητούσαμε εξ αρχής και βλέπαμε αν οι συχνότητές μας είναι ταιριαστές. Θα αποφεύγαμε απογοητεύσεις, θλιμμένες και θυμωμένες εικόνες, θα γνωρίζαμε αν μπορούμε να συνυπάρξουμε αρμονικά.

Τα πράγματα είναι απλά όταν είναι ξεκάθαρα. Μια θολή εικόνα προκαλεί θολές καταστάσεις, Οι θολές καταστάσεις γίνονται ανάκατα συναισθήματα για τα οποία ποτέ δεν μίλησες γιατί και πάλι περίμενες από εμένα να γνωρίζω.

Η σπουδαιότητα της αποδοχής

Είμαι πρόθυμος να σε ακούσω, είμαι πρόθυμος να στηρίξω τη σχέση μας, είμαι πρόθυμος να κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ αρκεί να μου μιλήσεις. Να μου μιλήσεις ακόμα και αν πιστεύεις πως δεν καταλαβαίνω, να μου μιλήσεις από την καρδιά σου. Ίσως και να έχεις δίκιο. Ίσως και να μην καταλαβαίνω πραγματικά. Ξέρεις, δεν είναι και τόσο κακό, δεν είμαι δύσκολος, ούτε επιθυμώ να σε ταλαιπωρώ. Απλά, δεν ταιριάζουμε.

Αν δεν ταιριάζουμε όμως είναι καλό να το γνωρίζουμε γιατί αν το γνωρίζουμε, αν το αποδεχθούμε, αν εσύ με αποδεχθείς όπως είμαι και εγώ σε αποδεχθώ όπως είσαι, χωρίς κριτικές, τότε η απογοήτευση, η θλίψη, ο θυμός θα πάψουν και εμείς θα αποφασίσουμε για το πως θα πορευτούμε.

Να επιλέγεις να καταναλώνεις την πολύτιμη ενέργειά σου επιλεκτικά. Να μιλάς για τις προσδοκίες σου πριν σε στοιχειώσουν. Να είσαι διάφανος. Να είσαι δίκαιος. Να αναλαμβάνεις το μερίδιο των ευθυνών που σου αναλογούν. Να αποδέχεσαι τους άλλους. Να είσαι σε θέση να επιλέγεις εσύ την οπτική γωνία των καταστάσεων γιατί όπως ξέρεις οι οπτικές γωνίες είναι πολλές. Στάσου εκεί που σου αρμόζει και νιώσε την αλήθεια.

Η ψευδαίσθηση των φανταστικών προσδοκιών θα εξαφανιστεί και το βάρος των γκρίζων συναισθημάτων θα χαθεί. Τότε θα νιώσεις ελεύθερος και θα απελευθερώσεις και εμένα που μέχρι σήμερα ερωτηματικά έχω γεμίσει που με ταλαιπωρούν αναπάντητα.

Να έχεις προσδοκίες μα οι προσδοκίες σου να ζουν στο φως, να είναι αναγνώσιμες από όλους όσους είναι δίπλα σου και αν καμιά φορά δεν ικανοποιούνται να μάθεις να συγχωρείς. Να συγχωρείς και να προχωράς στο δρόμο σου.

Σκέψου τώρα ποιος από τους δυο μας είναι ο Θεός. Ούτε εγώ, ούτε εσύ. Συνειδητοποίησε πως είμαστε απλά δυο μικρά πλάσματα που κάνουν λάθη, μαθαίνουν, εξελίσσονται, προσπαθούν να βρουν το δικό τους δρόμο και αναζητούν συνοδοιπόρους στο ταξίδι τους. Συνοδοιπόρους που τραβούν κοινές διαδρομές και διασκεδάζουν αυτές τις διαδρομές, τα τοπία που αντικρίζουν, τους ήχους που ακούν, το κρύο και τη ζέστη.

Μίλα μου. Σε ακούω. Σε ακούω με τα αυτιά, τα μάτια, την ψυχή και το νου. Ας επιτρέψουμε στους εαυτούς μας να προχωρήσουμε όπως μας αξίζει -μαζί ή χώρια.

Μπαλτάσαρ Γκρασιάν: Περί της τήρησης αποστάσεων

Η απόσταση ΑΠΟ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ, ψυχή κάθε ιδιότητας, ζωή κάθε τελειότητας, ευπρέπεια των πράξεων, γλαφυρότητα του λόγου και γοητεία κάθε καλού γούστου, κολακεύει τη νοημοσύνη και αποξενώνει την εξήγηση.

Είναι η λάμψη αυτών των ίδιων των λάμψεων και είναι κάλλος της μορφής. Οι υπόλοιπες ιδιότητες καλλωπίζουν τη φύση, αλλά η τήρηση απόστασης εξαιρεί αυτές τις ίδιες τις ιδιότητες. Συμβαίνει να είναι η τελειότητα της ίδιας της τελειότητας, μια ομορφιά που υπερβαίνει [όλες τις ομορφιές] με οικουμενική χάρη.

Έγκειται σε κάτι το αέρινο, σε μιαν άφατη ευπρέπεια, τόσο στο λέγειν όσο και στο πράττειν, ακόμα και ως προς το σκέπτεσθαι.

[Αυτό το χαρακτηριστικό] είναι έμφυτο κατά το πλείστον και κατά το υπόλοιπο είναι αποτέλεσμα της παρατήρησης. Ως τώρα, ποτέ δεν υποτάχθηκε σε αυθεντίες, ανώτερο πάντα από πάσα τέχνη.

Ως σφετεριστής του γούστου, ονομάστηκε παγιδευτής- επειδή είναι αδιόρατο, ονομάστηκε ύφος· για την περηφάνεια του, ονομάστηκε μπρίο· για την ευπρέπεια του, απόσταση από τα πράγματα- για την ευκολία του, αταραξία. Όλες αυτές οι απαριθμήσεις ενίσχυσαν την επιθυμία της απόκτησής του και τη δυσκολία να οριστεί το περιεχόμενό του.

Υποτιμάται, όταν συγχέεται με την ευκολία. Αφήνει το εύκολο πολύ πίσω του και προχωρεί ως το παράτολμο. Παρ’ όλο που κάθε τήρηση απόστασης προϋποθέτει απαλλαγή [από δυσκολίες και υποχρεώσεις], στην ουσία προσθέτει τελειότητα.

Οι πράξεις έχουν τη δική τους Ειλείθυια- και οφείλεται στην τήρηση αποστάσεων το γεγονός ότι βλέπουν με επιτυχία το φως του κόσμου, επειδή αυτή η απόσταση τις γεννάει για να λάμψουν.

Δίχως [την απόσταση από τα πράγματα], η καλύτερη υλοποίηση μιας πράξης είναι νεκρή, η καλύτερη τελειότητα ανούσια. Επειδή ούτε εκ του μακρόθεν δεν πρόκειται για παρελκόμενο, ορισμένες φορές δεν είναι άλλο από το ουσιώδες. Δεν εξυπηρετεί μόνο το στολισμό [μιας πράξης], αλλά επιπλέον υπογραμμίζει τη σημασία της.

Γιατί αν είναι η ψυχή του ωραίου, είναι το πνεύμα της φρόνησης. Αν είναι η πνοή της λαμπρότητας, είναι η ζωή της ευψυχίας.

Η τήρηση αποστάσεων συνοδοιπορεί εξίσου στην περίπτωση ενός στρατηγού όταν βαδίζει στο πλευρό της αξιοσύνης του, όπως και στην περίπτωση ενός βασιλιά, βαδίζοντας παράλληλα προς τη φρόνησή του.

Δεν διακρίνεται λιγότερο την ώρα της μάχης από την ανέμελη ατρομησία απ’ ό,τι από τη δεξιότητα και την ανδρεία. Η τήρηση αποστάσεων καθιστά πρωτίστως έναν αρχηγό άρχοντα του εαυτού του- και στη συνέχεια, αφέντη των πάντων.

Δεν φτάνει στο επίπεδο της ισοστάθμισης· έτσι, δεν υπάρχει τρόπος να εκτιμήσει κανείς την αδιατάρακτη απόσταση από τα πράγματα που διατηρούσε εκείνος ο μέγας νικητής βασιλέων, ο καλύτερος ανταγωνιστής του Ηρακλή, ο δον Φερνάντο δε Αβάλος. Αυτό [το πλεονέκτημα] κατακραύγασε η επιδοκιμασία στο θέατρο της Παβίας.

Είναι τόσο περήφανη η τήρηση αποστάσεων όταν πηγαίνει κανείς καβάλα όσο είναι μεγαλοπρεπής όταν κανείς κάθεται στο θρόνο. Ως και επί καθέδρας ακόμα, προσφέρει [συμπλήρωμα] τόλμης στην οξύνοια.

Ηρωική υπήρξε η απαλλαγή εκείνου του Γάλλου Θησέα, [εννοώ] τον Ερρίκο Δ', αφού με τον χρυσό μίτο της απόστασης από τα πράγματα κατάφερε να ξεγλιστρήσει από τέτοιο πολύπλοκο λαβύρινθο.

Η τήρηση αποστάσεων έχει επίσης εφαρμογή στην πολιτική. Και προς επίρρωση αυτού, εκείνος ο πνευματικός μονάρχης της οικουμένης έφτασε να πει: «Υπάρχει άλλος κόσμος προς διακυβέρνηση;»

Μπαλτάσαρ Γκρασιάν, Ο Ήρωας

Ο έρωτας στην επικούρεια φιλοσοφία

Πολλά έχουν ειπωθεί και γραφεί για τον έρωτα. Κάποιοι φιλόσοφοι του έχουν αποδώσει μία θεϊκή υπόσταση, ένα εσωτερικό δαιμόνιο που μεσολαβεί ανάμεσα στους θεούς και στους ανθρώπους. Εάν απομυθοποιήσουμε όμως αυτή την άποψη θα δούμε ότι δεν είναι τίποτα άλλο παρά μόνο ένα ανθρώπινο δυνατό συναίσθημα, μία «ερωτική τέχνη». Η τέχνη που απεικονίζει την πιο τρυφερή και εκστατική ανθρώπινη στιγμή και που έχει δώσει χιλιάδες αριστουργήματα σε πολλούς πολιτισμούς: τον αρχαίο ελληνικό, τον ινδικό, τον κινεζικό τον ιαπωνικό και σε αρκετούς ακόμη.

Ο Ρωμαίος ποιητής Λουκρήτιος γράφει σχετικά:

"Έτσι λοιπόν, όποιος χτυπηθεί απο τα βέλη της Αφροδίτης, είτε τα εκτοξεύει κάποιο αγόρι με γυναικεία μέλη, είτε μια γυναίκα που το κορμί της ολάκερο αποπνέει έρωτα, σπρώχνεται στο σημείο απο όπου του ήρθε το χτύπημα και θέλει να συνουσιαστεί, και το υγρό απο το σώμα του να χύσει στο άλλο σώμα. Γιατί ο βουβός του πόθος προμηνύει την ηδονή" (Λουκρήτιος, Περί Φύσης των Πραγμάτων).

Ας σταθούμε στην τελευταία φράση του Λουκρήτιου: "Γιατί ο βουβός του πόθος προμηνύει την ηδονή". Ο Λουκρήτιος αναγνωρίζει ότι η αρχική αιτία που κινεί τα νήματα του έρωτα είναι ο πόθος απ' τον οποίο προσδοκούμε να γευτούμε ως αποτέλεσμα την ηδονή, την χαρά, την ευχαρίστηση. Από τον πόθο όμως γεννιούνται και πολλά κακά που συχνά μας οδηγούν ή μπορεί να μας οδηγήσουν στον πόνο.

"Όλα μάταια όμως: μέσα απο την πηγή της ευφορίας, μια πίκρα ξεπροβάλλει και του σφίγγει το λαιμό, κι ας είναι τριγύρω λουλουδιασμένος ο τόπος. Είτε γιατί τον βασανίζουν τύψεις που περνά την ζωή του άπραγος, χαμένος μες τη διαφθορά, είτε γιατί του πέταξε μια κουβέντα διφορούμενη η οποία καρφώθηκε στην παθιασμένη του καρδιά και τον καίει σαν φωτιά, είτε γιατί του φάνηκε πως έριχνε αλλού το βλέμμα της και κοίταξε άλλον άντρα, και πως στο πρόσωπό της είδε μια υποψία χαμόγελου. Και να σκεφτείς πως τούτα τα κακά τα βρίσκουμε σ' ενα δεσμό ερωτικό που έχει ευοδωθεί. Όμως σ' έναν άτυχο και ανεκπλήρωτο έρωτα τα δεινά είναι αναρίθμητα, και τα βλέπεις και με κλειστά τα μάτια. Γι' αυτό καλύτερα να φυλαχτείς από τα πρίν όπως σου είπα. Το νου σου, μην παρασυρθείς, Αφροδίτη, αφού έχει πέσει θύμα, λέει μιας αγάπης χυδαίας και δεν βλέπει ο δύστυχος τα χάλια τα δικά του."
(Λουκρήτιος Περί Φύσης των Πραγμάτων Usener H., οπ.π. 483, p. 308)

Με βάση όλα αυτά που μας λέει ο Λουκρήτιος είναι εύκολο να καταλάβουμε γιατί ο Επίκουρος κάποιες εκατοντάδες χρόνια πρίν κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το πάθος επιφέρει τον πόνο και την ηδονή στο πέρασμά του, και απειλεί την ασφάλεια και την γαλήνια κατάσταση που είναι ο στόχος του σοφού ανθρώπου. (Επίκουρου Προσφώνησις, οπ.π. 34 και J. Bollack, Les Maximes de L' Amitie στο ACGB, pp. 221-236, Paris 1969)

Η ορμή αυτή το πάθος δηλαδή που νιώθουμε, αλλά και οι ηδονές που προσδοκούμε για να μην βλάψουν την ψυχική μας γαλήνη πρέπει να υιοθετηθούν μέσα στα χρηστά ήθη και τις απαιτήσεις της υγιεινής όπως έγραψε σε μία συμβουλευτική επιστολή:

"Αν δεν παραβείς τους νόμους, αν δεν καταπατήσεις τα καλά ήθη, αν δεν λυπήσεις κανέναν απο τους κοντινούς σου, κι αν ούτε το σώμα σου βλάψεις, ούτε περιττές ανάγκες τις ζωής σπαταλήσεις, τότε μπορείς να ικανοποιείς τις επιθυμίες σου όπως σ' ευχαριστεί." (Επίκουρου Προσφώνησις οπ.π 87)

Τα πάθη ή αλλιώς τα συναισθήματα σύμφωνα με τον Επίκουρο είναι δύο, η ηδονή δηλαδή η τέρψη, η ευχαρίστηση που είναι και ο φυσικός τελικός σκοπός των όντων που μας οδηγεί στην ευτυχισμένη ζωή και η αλγηδόνα ή αλλιώς ο πόνος. Πάνω σ’ αυτά κρίνουμε τις προτιμήσεις και τις αποφυγές στην ζωή μας. Μια ηδονή, για τον Επίκουρο, είναι ηθικώς θεμιτή και πρέπει να την επιδιώκουμε, εφόσον αποτελεί μέσο διασφάλισης της ψυχικής μας ηρεμίας, ενώ πρέπει να αποφεύγουμε όσες μας πονούν, όταν επιμένουμε να τις ικανοποιήσουμε και μας φέρνουν πόνο και ταραχή, είτε αμέσως είτε αργότερα.

"ΠΑΘΗ ΔΕ ΛΕΓΟΥΣΙΝ ΕΙΝΑΙ ΔΥΟ, ΗΔΟΝΗΝ ΚΑΙ ΑΛΓΗΔΟΝΑ, ΙΣΤΑΜΕΝΑ ΠΕΡΙ ΠΑΝ ΖΩΟΝ ΚΑΙ ΤΗΝ ΜΕΝ ΟΙΚΕΙΟΝ, ΤΗ ΔΕ ΑΛΛΟΤΡΙΟΝ. ΔΙ’ ΩΝ ΚΡΙΝΕΣΘΑΙ ΤΑΣ ΑΙΡΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΦΥΓΑΣ". (Διογένης Λαέρτιος- Βίοι Φιλοσόφων - Βιβλίο 10ο,Επίκουρος)

Ποιά είναι όμως τελικά η θέση του Επίκουρου για τον έρωτα και κατά πόσο o έρωτας συνεπικουρεί στην εσωτερική μας ανάγκη για μιά ευτυχισμένη ζωή;

Όλες οι παραπάνω διαπιστώσεις και επισημάνσεις που κάνει ο Επίκουρος δεν σημαίνει ότι απορρίπτει τον έρωτα και τις χαρές που απορρέουν από αυτόν αφού ο ίδιος μας λέει: "Δεν ξέρω τι πρέπει να σκεφθώ ως αγαθό, όταν παραμερίσω της απολαύσεις της γεύσης, του έρωτα, της ακοής ακόμη και τις ευχάριστες κινήσεις που προκαλούνται απο τη θέα μιάς μορφής, και όποια ακόμη αισθήματα ηδονής γεννιώνται σε ολόκληρο τον άνθρωπο με οποιοδήποτε αισθητήριο όργανο... Ρώτησα συχνά αυτούς που συνήθως ονομάζουν σοφούς τι θα απέμενε απο το αγαθό, αν αφαιρούσαν οτι ανέφερα, αλλά δεν μπόρεσα να μάθω τίποτα απο αυτούς. ("ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ Περί τέλους")

Η ερωτική πράξη από μόνη της έλεγε ο Επίκουρος δεν έχει τίποτα το επιλήψιμο, όμως πολύ πιο σημαντική από το σεξ ή τον έρωτα είναι η φιλία, που “χορεύει ολόγυρα στην οικουμένη καλώντας μας να ξυπνήσουμε για χάρη της ευτυχίας“.

Φιλία είναι το ουσιαστικό του ρήματος φιλώ που σημαίνει αγαπώ. Φιλία λοιπόν είναι η Αγάπη και Φίλοις να βοηθούμε τους φίλους, αυτούς δηλαδή που αγαπάμε. Σαφώς και είναι διαφορετική η αγάπη ανάμεσα στον σύντροφο μας και στους φίλους μας, όμως η Φιλία που επικαλείται ο Επίκουρος έχει ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό που δεν τον βρίσκουμε στον έρωτα. Απαιτεί την αυτοβελτίωση, την δική μας, του συντρόφου μας, και των Φίλων μας.

Η ευδαιμονία λοιπόν δεν υφίσταται στις ιδιαίτερες εκείνες ερωτικές-φιλοσοφικές εκφάνσεις της ένωσης με το "θείο", όπου ο έρως είναι απαραίτητος, αλλά στην φυσική και συνετή επίτευξης στόχων πρακτικής σημασίας που επιτυγχάνουν μια σταθερή κατάσταση ήρεμης ζωής. (Επίκουρος, κείμενα-πηγές της επικούρειας φιλοσοφίας και τέχνης του ζην, οπ.π. XL)

Εν κατακλείδι καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι για να μπορέσουμε να γευτούμε τις χαρές του έρωτα και να αποφύγουμε εκείνες που μας προκαλούν πόνο είναι απαραίτητο να καταφέρουμε να ελέγξουμε τον πόθο, από το πηγάδι του οποίου ξεπηδούν τα κακά και προκαλούν την ψυχική και σωματική ταραχή. Έτσι θα απολαύσουμε στο ακέραιο τις αναμενόμενες ηδονές έχοντας πάντα στο μυαλό μας ότι θα πρέπει να παίρνουμε τις αποφάσεις με κριτήριο την φρόνηση από την οποία πηγάζουν όλες οι αρετές και η οποία μας διδάσκει ότι δεν είναι δυνατόν να ζεις ευχάριστα χωρίς σύνεση, ομορφιά και δικαιοσύνη, ούτε μπορείς να ζεις με σύνεση, ομορφιά και δικαιοσύνη, χωρίς να ζεις ευχάριστα. Γιατί οι αρετές είναι από τη φύση τους συνυφασμένες με την ευχάριστη ζωή, και η ευχάριστη ζωή είναι αχώριστη σύντροφός τους. (Επίκουρος επιστολή προς Μενοικέα).

Ν. Καζαντζάκης: Οι πιο καλοί πεινούν κι αδικιούνται, οι πιο κακοί τρων και πίνουν και κυβερνούν

Αποτέλεσμα εικόνας για Το αλάνθαστο λάθος. Σκέφτηκες ποτέ ότι είναι λάθος να φοβάσαι το λάθος;Άτιμος είναι ο κόσμος τούτος Αγά μου, άδικος τιποτένιος. Οι πιο καλοί πεινούν κι αδικιούνται, οι πιο κακοί τρων και πίνουν και κυβερνούν, χωρίς πίστη, χωρίς ντροπή, χωρίς αγάπη. Δεν μπορεί πια το άδικο να βαστάξει!

Θα βγω στους γύρω δρόμους, θα σταθώ στις πλατείες, θ' ανέβω στις στέγες και θα φωνάξω: Ελάτε όλοι οι πεινασμένοι κι οι αδικημένοι κι οι τίμιοι να σμίξουμε, να βάλουμε φωτιά, να καθαρίσει η γης από δεσποτάδες κι αφεντάδες κι αγάδες.

Θά 'θελα Αγά μου, νάχα τη δύναμη να σηκωθώ, να κηρύξω σε όλο τον κόσμο επανάσταση. Να ξεσηκώσω όλους τους ανθρώπους, άσπρους, μαύρους, κίτρινους, να γίνουμε ένας στρατός της πείνας παντοδύναμος και να μπούμε στις μεγάλες σαπισμένες πολιτείες και στα άτιμα παλάτια και στα ξετσίπωτα σεράγια της Πόλης και να βάλουμε φωτιά!

Νίκος Καζαντζάκης, Ο Χριστός ξανασταυρώνεται

Κοίταξα τους εσωτερικούς δαίμονες μου στα μάτια

Κοίταξα τους εσωτερικούς δαίμονες μου στα μάτια και ανακάλυψα τι ήταν ο φόβος. Αυτός ο παραλυτικός πόνος που προέρχεται από μέσα και παίρνει τον έλεγχο τόσο έντονα που ακόμα και η αναπνοή φαίνεται δύσκολη. Αυτή η κατάσταση που σε κάνει να νιώθεις πως τα πόδια σου είναι κολλημένα στο έδαφος και δεν μπορείς να περπατήσεις.

Να θυμάστε πως είστε πιο ευάλωτοι όταν γνωρίζετε τι φοβάστε. Ωστόσο, μέσα σε αυτή την αδυναμία, μπορείτε επίσης να βρείτε την δύναμη σας επειδή ανακαλύπτετε αυτό που πραγματικά θέλετε.

Γι' αυτό κοίταξα τους δαίμονες μου στα μάτια, για να αντιμετωπίσω τους φόβους μου με ψηλά το κεφάλι. Ο στόχος ήταν να τα σταματήσω όλα αυτά, τον φόβο της αποτυχίας, της μοναξιάς, της αβεβαιότητας και της απόρριψης. Αντιθέτως, ο στόχος είναι να μετατρέψουμε όλα αυτά σε πυλώνες πάνω στους οποίους θα χτίσουμε τα ισχυρά θεμέλια για το παρόν και το μέλλον.

Δεν συνάντησα ποτέ κανέναν που να είναι απόλυτα σίγουρος για όλα όσα κάνει. Αντιθέτως, συνάντησα όλων των ειδών ανθρώπων που απλώς προσποιούνται ότι είναι. Πάντα ζήλευα αυτούς τους ανθρώπους επειδή είναι αυτοί που είχαν επιτυχίες.

Κοίταξα τους δαίμονες στα μάτια και γνώρισα τον εαυτό μου

Συνηθίζουμε να αποφεύγουμε την πραγματικότητα και να υποκρινόμαστε ότι είμαστε δυνατοί. Συνηθίζουμε επίσης να πιστεύουμε ότι το να κρύβουμε την πραγματικότητα πίσω από ένα χαμόγελο θα εξοντώσει τα τέρατα που μας βασανίζουν στην καθημερινότητα μας. Αλλά με αυτή την συμπεριφορά, προσπαθώντας να ξεφύγουμε από τους φόβους μας αντί να τους αντιμετωπίσουμε, καταλήγουμε να τους κάνουμε δυνατότερους. Αν συνεχίσουμε έτσι, οι φόβοι μας δεν θα μας αφήσουν να προχωρήσουμε. Στο σκοτάδι, οι δαίμονες μεγαλώνουν και ελέγχουν την ζωή μας.

Ξέρω ότι δεν είμαι τέλειος και ότι δεν μπορώ να τα κάνω όλα σωστά. Αλλά εξακολουθώ να προσπαθώ να είμαι τέλειος. Ίσως εγώ είμαι αυτός που κάνει τους δαίμονες να εμφανίζονται επειδή δεν γνωρίζω την διαφορά ανάμεσα στο να είσαι άνθρωπος και στο να είσαι τέλειος.

Όταν κοίταξα τους δαίμονες μου στα μάτια, γνώρισα τον εαυτό μου και συνειδητοποίησα τους ενδοιασμούς μου. Έτσι ανακάλυψα ότι όλοι μας έχουμε τους ίδιους δαίμονες. Επίσης ανακάλυψα πως ο φόβος της αβεβαιότητας, του να μην ελέγχεις τα πάντα είναι ο μεγαλύτερος φόβος. Μετά από αυτό, αποφάσισα να σταματήσω να τρέφω τις ανασφάλειες μου υπολογίζοντας κάθε κατάσταση που θα μπορούσε να πάει λάθος ή να με κάνει να αποτύχω. Αποφάσισα να αναγεννηθώ από τις στάχτες και να πετάξω, πιστεύοντας ότι μπορώ να κάνω κάτι καλό και ευχάριστο.

Κοίταξα τους δαίμονες στα μάτια και αναγεννήθηκα από τις στάχτες μου

Έτσι μπόρεσα να κοιτάξω τους δαίμονες μου στα μάτια και να αναγεννηθώ από τις στάχτες. Από εκεί και πέρα, εγώ έλεγχα όλα όσα ένιωθα. Τελικά αποδέχτηκα το ότι δεν μπορούσα να έχω τον έλεγχο όσων συμβαίνουν γύρω μου. Έμαθα πως η ζωή είναι μια διαδοχή από ανεξέλεγκτα και απρόβλεπτα γεγονότα.

Ο φόβος συνήθως δεν είναι τίποτα περισσότερο από την ερμηνεία που δίνετε σε αυτό που βιώνετε και δεν μπορείτε να ελέγξετε. Αφού το μάθετε αυτό, θα είστε ζωντανοί. Θα αρχίσετε να ζείτε ότι έχει η ζωή για σας και να απολαμβάνετε τα πάντα. Θα το κάνετε χωρίς να αφήνετε προηγούμενες αρνητικές εμπειρίες να θρέψουν τους εσωτερικούς δαίμονες σας.

Ξέρω ότι δεν χρειάζεται να είμαι τέλειος και να ζήσω μια παραμυθένια ζωή. Γνωρίζω επίσης ότι δεν πρέπει να τα παρατήσω ή να αφήσω τον εαυτό μου να παρασυρθεί από τους φόβους ή τις αδυναμίες μου. Εν τέλει, έμαθα ότι μπορώ να είμαι ευτυχισμένος παρόλο που δεν είμαι τέλειος.

Ο ουτοπικός μύθος του έρωτα

Υπάρχει ένας ουτοπικός μύθος. Μια ωραιοποιημένη θεωρία που αγγίζει δειλά την πραγματικότητα και μεταφέρεται από γενιά σε γενιά, μέσα από τα παραμύθια. Ο μύθος του ιδανικού έρωτα.

Μεγαλώνουμε πιστεύοντας πως σαν βρούμε το ταίρι μας, τα προβλήματα μας θα λυθούν σχεδόν δια μαγείας. Η ευτυχία θα μας κατακλύσει, η ψυχή μας θα ηρεμήσει και η καθημερινότητα μας θα γαληνέψει.. Ζώντας αυτοί καλά και εμείς καλύτερα…

Περνάμε μεγάλο μέρος της ζωής μας αναζητώντας εκείνον τον άνθρωπο που θα μας λυτρώσει. Τον πρίγκιπα με το λευκό άλογο, που θα μας πάρει μακριά από τη μιζέρια μας. Ή την πριγκίπισσα που είναι φυλακισμένη στο κάστρο και περιμένει κάποιον να την σώσει, ώστε να ζήσουν μια ζωή ονειρεμένη.

Η ανυπομονησία υποσυνείδητα μας ωθεί να εναποθέτουμε εύκολα τις ελπίδες μας, σχεδόν σε όποιον βρεθεί μπροστά μας. Σε κάποιον που τηρεί φαινομενικά έστω και λίγες από τις προϋποθέσεις μας. Εθελοτυφλώντας, βλέποντας ότι η ανάγκη μας προστάζει.

Με την πάροδο του χρόνου όταν η γύμνια των ψυχών επικρατεί και η ύλη αδυνατεί να θαμπώνει άλλο πια, συχνά βλέπουμε ποσό μακριά είμαστε ο ένας από τον άλλον.. Αλλά κυρίως, πόσο μακριά είμαστε από τον ίδιο μας τον εαυτό.

Καταλήγοντας μετά από καιρό και πάλι μόνοι. Μόνοι, όντας ακόμα και μέσα σε δεσμά σχέσης ή γάμου. Η μοναξιά άλλωστε δεν διστάζει να κυριαρχήσει ακόμα και στις πιο «γεμάτες», φαινομενικά ευτυχισμένες εικόνες.

Συναντάμε κάπου στο μέλλον, τον εαυτό μας κουλουριασμένο σε μια γωνιά του χρόνου, προδομένοι από τα όνειρα μας, πληγωμένοι. Μαζεύοντας τα συντρίμμια μας, μόνο και μόνο για να βρούμε το κουράγιο να ψάξουμε τον επόμενο σύντροφο. Γυρεύοντας με ατέρμονη ελπίδα την αλήθεια του μύθου..

Ανασηκώνουμε τους ώμους, φοράμε με ευκολία την μάσκα που μαγικά καλύπτει όσα θέλουμε να κρύψουμε. Τον πόνο, την θλίψη, τα άλυτα θέματα που κουβαλάμε, αλλά σπάνια θυσιάζουμε τον χρόνο μας ή εκμηδενίζουμε το εγώ μας, για να τα αντιμετωπίσουμε. Ό,τι μας βαραίνει, το θάβουμε μέσα μας. Αγνοώντας πως κάποια στιγμή, όλα θα φανερωθούν, όμως γιγαντωμένα και θα μας στοιχειώσουν.

Πεπεισμένοι πως σύντομα θα βρούμε τον άνθρωπο που η ζωή μας χρωστάει, μετά από τόσες δυσκολίες. Εκείνον που επιτέλους, όπως θέλουμε να πιστεύουμε, θα μπορέσει να μας φέρει την λησμονημένη ευτυχία και να εξαγνίσει μια για πάντα όλο όσα μέσα μας καταχωνιάσαμε.

Ο φαύλος κύκλος όμως αυτός θα επαναλαμβάνεται εωσότου λάβουμε το μάθημα που υποβόσκει μέσα από τις πληθώρες παρεμφερείς εμπειρίες. Το δίδαγμα που διάπλατα φωνάζει πως πρέπει να αφοσιωθούμε κυρίως σε ένα ταξίδι αυτογνωσίας και όχι σε μια διαρκή αναζήτησή συντρόφων ή συλλογή εραστών, εμμονικά καλύπτοντας κενά που η ματαιοδοξία και η παροδικότατα ανοίγει.

Όλα όσα χρειαζόμαστε βρίσκονται μέσα μας. Η ολοκλήρωση μας και η ευτυχία μας, δεν υποβόσκουν σε κάποιον άλλον. Κανείς δεν μπορεί να μας σώσει, μονάχα εμείς τον ίδιο μας τον εαυτό.

Με τον σωστό για εμάς άνθρωπο δίπλα μας, η πορεία μας θα γίνει πιο εύκολη, εφόσον ο ένας θα βρίσκεται δίπλα στον άλλον ουσιαστικά. Εφόσον θα υπάρχει ένα χέρι να μας αγγίζει τρυφερά, ένας ωμός να ακουμπάμε τις πίκρες μας, ένα κορμί να υπερασπίζεται την έξαψη μας..

Όμως, όσο ιδανικός για εμάς και αν τύχει να είναι ο άνθρωπος με τον οποίο θα συναντηθούμε…

Αν εμείς δεν είμαστε καλά με τον εαυτό μας…

Αν εμείς δεν έχουμε βρει τον δρόμο μας… Αν δεν έχουμε ισορροπήσει μέσα μας..

Αν δεν γνωρίζουμε ποιοι πραγματικά είμαστε και τι η ψυχή μας αναζητάει… Αργά ή γρήγορα οι σκιές μας θα προφτάσουν να καλύψουν την πλάνη μας. Και οι μπόρες από τα μαύρα αυτά σύννεφα θα ξεπλύνουν τα ψεύτικα στολίδια.

Καλούμαστε να δούμε ξάστερα μέσα μας. Να κοιτάξουμε την υπόσταση μας. Να ξεγυμνωθούμε από την ύλη που μας περιβάλει και μας ντύνει, παραπλανώντας. Να μάθουμε τους εαυτούς μας. Να μην δειλιάζουμε, όσο δύσκολο και να είναι, να μην τρομάξουμε.

Η μεγαλύτερη αρετή, «γνώθι σαυτόν».

Μονάχα όταν πλησιάσουμε τον εαυτό μας, ίσως καταφέρουμε να επιλέξουμε σωστά τον άνθρωπο που θα μπορέσει να σταθεί δίπλα μας ή θα μπορέσουμε αν τον έχουμε βρει, να τον κρατήσουμε κοντά μας. Μονάχα τότε θα νιώσει το αγνό κάλεσμα μας και οι ψυχές θα μπορέσουν με καθαρότητα να σμίξουν.

Καταλήξαμε να μας ελέγχουν τα πάθη μέσα από όσα η κοινωνία προστάζει και παραγκωνίσαμε την φωνή της καρδιάς και της ψυχής.

Ας πάψουμε να θυσιάζουμε ψυχές στον βωμό των παθών…

Δεν υπάρχει πάθος που να ταράζει τόσο τη διαύγεια της κρίσης μας όσο η οργή

Μέσα από την οργή, τα λάθη μας φαίνονται μεγαλύτερα, όπως τα αντικείμενα στην ομίχλη. Όποιος πεινάει, ας φάει φαΐ· ποτέ όμως δεν πρέπει να πεινάει ούτε να διψάει, αν έχει σκοπό να επιβάλει τιμωρία.

«Ὡς γάρ δι’ ὁμίχλης τα σώματα, καί δι’ ὀργῆς τα πράγματα μείζονα φαίνεται. Τροφῇ μέν γάρ ὁ πεινῶν κατά φύσιν χρῆται, τιμωρία δέ ὁ μή πεινῶν μηδέ διψῶν αὐτῆς, μηδέ ὥσπερ ὄψου πρός τό κολάσαι τοῦ θυμοῦ δεόμενος, ἀλλ’ ὅταν πορρωτάτω τοῦ ὀρέγεσθαι γένηται, προσάγων τόν λογισμόν ἀναγκαίως». (Πλούταρχος, Περί ἀοργησίας, ΧΙ)

Ο Αρχύτας ο Ταραντίνος, επιστρέφοντας από έναν πόλεμο όπου ήταν στρατηγός, βρήκε τα πάντα άνω κάτω στο σπιτικό του και τα χωράφια του χέρσα από την κακή διαχείριση του επιστάτη του· και αφού έβαλε να τον φωνάξουν, του είπε: “Πήγαινε! Αν δεν ήμουν οργισμένος, θα σου άργαζα το τομάρι”!

Το ίδιο και ο Πλάτων: καθώς είχε κορώσει εναντίον ενός δούλου του, επιφόρτισε τον Σπεύσιππο να τον τιμωρήσει, με τη δικαιολογία πως δεν ήθελε να ασχοληθεί αυτός ο ίδιος με κάποιον που τον είχε θυμώσει.

Ο Χάριλλος ο Λακεδαιμόνιος είπε σε έναν είλωτα, που φερόταν με υπερβολική θρασύτητα κι αυθάδεια απέναντί του: «Μα τους Θεούς, αν δεν ήμουν θυμωμένος, θα σε έκανα να πεθάνεις ετούτη τη στιγμή κιόλας». (ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ)

Ο θυμός είναι πάθος αυτάρεσκο και κολακεύει τον εαυτό του. Πόσες φορές, όταν είμαστε ταρακουνημένοι από λαθεμένη αιτία, αν έρθει κανείς να μας παρουσιάσει κάποια καλή απολογία ή δικαιολογία, χολωνόμαστε εναντίον της ίδιας της αλήθειας και της αθωότητας;

Συγκράτησα σχετικά ένα θαυμάσιο παράδειγμα της αρχαιότητας.

Ο Πίσων, άτομο κατά τα άλλα αξιοσημείωτης αρετής, εκνευρισμένος εναντίον ενός στρατιώτη του από το γεγονός ότι, όταν επέστρεψε μόνος από την κοπή χόρτου [για ζωοτροφές], δεν ήξερε να του δώσει λογαριασμό που είχε αφήσει ένα σύντροφό του, θεώρησε βέβαιο πως τον είχε σκοτώσει και μεμιάς τον καταδίκασε σε θάνατο. Την ώρα που ήταν στην κρεμάλα, να που φτάνει εκείνος ο χαμένος σύντροφος. Όλο το στράτευμα έκαμε μεγάλες χαρές και ύστερα από πλήθος χάδια και αγκαλιές των δύο συντρόφων, ο δήμιος οδηγεί τον έναν και τον άλλο μπροστά στον Πίσωνα, περιμένοντας όλη η ομήγυρη με βεβαιότητα πως αυτό θα του ήταν και εκείνου του ίδιου μεγάλη ευχαρίστηση. Συνέβη το ακριβώς αντίθετο: γιατί από αμηχανία και δυσαρέσκεια, η μανία του, που ήταν ακόμα ισχυρή, διπλασιάστηκε· και με ένα εύστροφο εύρημα, που το πάθος του του πρόσφερε ξαφνικά, όρισε και τους τρεις ένοχους, επειδή ένας τους είχε βρεθεί αθώος και έβαλε να τους στείλουν και τους τρεις στον άλλο κόσμο· τον πρώτο στρατιώτη, επειδή υπήρχε καταδικαστική απόφαση εναντίον του· τον δεύτερο που είχε χαθεί, επειδή ήταν αιτία του θανάτου του συντρόφου του· και τον δήμιο επειδή δεν είχε υπακούσει στη διαταγή που του είχε δοθεί.

Εκείνοι που έχουν να διαπραγματευθούν με γυναίκες ξεροκέφαλες, μπορεί να έχουν δοκιμάσει σε τι λύσσα πέφτουν, όταν αντιπαραθέτει κανείς στην ταραχή τους τη σιωπή και την κρυάδα και απαξιοί να συνδαυλίσει το θυμό τους.

Ο Φωκίων, μπροστά σε κάποιον που διέκοπτε τον λόγο του εκστομίζοντας τις χειρότερες ύβρεις, δεν έκαμε άλλο παρά να σωπαίνει και να του δίνει όλο το χρόνο να εξαντλήσει την οργή του· όταν αυτό έγινε, δίχως να αναφέρει αυτή τη διατάραξη, ξανάρχισε το λόγο του από το σημείο όπου τον είχε διακόψει. Δεν υπάρχει απόκριση τόσο δηκτική όσο μια τέτοια περιφρόνηση. (ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ)

Κατά τη γνώμη μου, δεν είναι καλή διαχείριση των υποθέσεών σου να τρώγεσαι εσωτερικά.
Η οργή χώνεται στο σώμα, όταν την κρύβουμε, όπως είπε ο Διογένης στον Δημοσθένη, ο οποίος, από φόβο μήπως τον δουν σε μια ταβέρνα, πήγαινε στο βάθος:

«Όσο πιο πολύ πηγαίνεις κατά πίσω, τόσο περισσότερο μπαίνεις βαθύτερα» (ΔΙΟΓΕΝΗΣ ΛΑΕΡΤΙΟΣ)

Και θα προτιμούσα να φέρω στο φως τα πάθη μου παρά να τα κλωσάω σε βάρος μου· ατονούν, όταν ξεθυμαίνουν και όταν εκφράζονται· αξίζει περισσότερο η αιχμή τους να χώνεται προς τα έξω παρά να τη στρέφουμε εναντίον μας.

«Όλα τα κακά είναι ελαφρότερα, όταν είναι φανερά· και πιο ολέθρια, όταν κρύβονται υπό το μανδύα υγείας». (ΣΕΝΕΚΑΣ)

Νουθετώ τα μέλη της οικογένειάς μου που έχουν δικαίωμα να δείχνουν το θυμό τους: πρώτον, να είναι φειδωλοί στην οργή τους και να μην την σκορπίζουν όπως λάχει, γιατί αυτό εμποδίζει την αποτελεσματικότητά της και το βάρος της· η απερίσκεπτη και συνεχής φωνασκία γίνεται συνήθεια και κάνει τον καθένα να την περιφρονεί. Δεύτερον, να μην θυμώνουν καθόλου στον αέρα και να κοιτάζουν η επίπληξή τους να φτάνει σε εκείνον για τον οποίο παραπονούνται· γιατί συνήθως φωνάζουν πριν εκείνος βρεθεί μπροστά τους και συνεχίζουν να φωνάζουν έναν αιώνα μετά που έχει φύγει:

«Η οξύθυμη παραφροσύνη κατά του εαυτού της στρέφεται». (ΚΛΑΥΔΙΑΝΟΣ)

Τα βάζουν με τη σκιά τους και μεταφέρουν αυτή τη τρικυμία σε μέρη που ούτε τιμωρείται κανείς ούτε υποφέρει τις συνέπειες της, εκτός από όποιον δεν μπορεί να αντέξει το σαματά της φωνής τους. Ομοίως μέμφομαι εκείνους που προκαλούν και φουρτουνιάζουν σε καβγάδες, όπου δεν έχουν αντίπαλο.

Όταν θυμώνω, αυτό γίνεται όσο πιο σφοδρά, αλλά επίσης όσο πιο σύντομα και μυστικά μπορώ· χάνω για τα καλά την ψυχραιμία μου ταχύτατα και βίαια, όχι όμως με τέτοια ταραχή, ώστε να φτάνω στο σημείο να πετάω δώθε κείθε και δίχως επιλογή κάθε λογής υβριστικές λέξεις και να μην εξετάζω αν ρίχνω επιτήδεια τα βέλη μου, όπου κρίνω πως τραυματίζουν περισσότερο (γιατί δεν χρησιμοποιώ συνήθως παρά τη γλώσσα μου).

Η θύελλα προκαλείται μόνο από τη συρροή των θυμών, από τους οποίους ο ένας πρόθυμα γεννάει τον άλλο, ενώ και οι δυο τους δεν γεννιούνται την ίδια στιγμή.

Αφήνοντας κάθε οργή να πάρει το δρόμο της, τότε θα έχουμε πάντα ειρήνη. Χρήσιμη συνταγή, δύσκολη όμως να γίνει στην πράξη.

Είναι αδύνατο να τακτοποιήσει τα κομμάτια (του εαυτού του και της ζωής του), όποιος δεν έχει μια εικόνα του συνόλου στο κεφάλι του

Ντροπαλός, αυθάδης· αγνός, ακόλαστος· πολυλογάς, λιγόλογος· σκληρός, λεπτός· έξυπνος, αποβλακωμένος· βαρύθυμος, εύθυμος· ψεύτης, αληθινός· γνώστης, αμαθής και απλόχερος και τσιγκούνης και άσωτος: όλα αυτά τα βλέπω διαδοχικά μέσα μου, ανάλογα κατά που στρίβω· και όποιος πολύ προσεκτικά μελετάει τον εαυτό του βρίσκει μέσα του, ακόμα και σε αυτή την ίδια του την κρίση, παρόμοιο ανεμοδούρι και τέτοια παραφωνία. Τίποτα δεν έχω να πω για τον εαυτό μου ολοκληρωτικά, απλά και σταθερά, χωρίς μπέρδεμα και χωρίς ανακάτεμα. Αν και είμαι πάντα της γνώμης να λέω καλό για το καλό και ευνοϊκά μάλλον να ερμηνεύω τα πράγματα που έτσι μπορούν να ερμηνευθούν, ωστόσο το περίεργο της κατάστασης μάς κάνει συχνά να σπρωχνόμαστε από το ίδιο το κακό σε καλή πράξη – αν η καλή πράξη δεν κρινόταν από τη διάθεσή μας και μόνο. Οπότε ένα τολμηρό κατόρθωμα δεν πρέπει να οδηγεί στο συμπέρασμα πως ένας άντρας είναι παλικάρι· όποιος θα ήταν παλικάρι, πάντα θα ήταν έτσι και σε όλες τις περιπτώσεις. Αν η ανδρεία ήταν συνήθης αρετή και όχι σκίρτημα, θα καθιστούσε έναν άνθρωπο εξίσου αποφασιστικό σε όλα τα ενδεχόμενα, είτε ήταν μόνος του είτε με συντροφιά, το ίδιο αν βρισκόταν σε περιχαρακωμένο στρατόπεδο ή στο πεδίο της μάχης· γιατί, ό,τι κι αν λέγετε δεν υπάρχει άλλη παλικαριά στα καλντερίμια [της πόλης] και άλλη στη μάχη. Με την ίδια τόλμη θα ανεχόταν μια αρρώστια στο κρεβάτι του, όπως μια πληγή στη μάχη και δεν θα φοβόταν το θάνατο, ούτε στο σπίτι του ούτε στην επίθεση.

Οι πράξεις μας δεν είναι παρά ψηφίδες ετερόκλητες –
την ηδονή περιφρονούν, στον πόνο λιποψυχούν· για την δόξα αδιαφορούν, η δυσμένεια τους καταβάλλει (ΚΙΚΕΡΩΝ),

και θέλουμε να αποκτήσουμε τιμή με ψεύτικα πιστοποιητικά. Η αρετή δεν θέλει να την ακολουθούμε παρά μόνο για αυτή την ίδια· και αν καμιά φορά δανειζόμαστε το προσωπείο της για άλλο σκοπό, μας το αποσπά αμέσως από τα μούτρα.

Να γιατί, για να κρίνουμε έναν άνθρωπο, πρέπει να ακολουθήσουμε για καιρό και με προσοχή τα ίχνη του· αν σε αυτά η σταθερότητα δεν στέκεται στα ίδια της τα θεμέλια,
έχοντας έναν τρόπο ζωής που εξέτασε και προετοίμασε (ΚΙΚΕΡΩΝ),

αν η ποικιλία των περιστάσεων τον κάνει να αλλάζει βηματισμό (“μονοπάτι”, εννοώ, γιατί το βήμα μπορεί να ταχύνει ή να βραδύνει), αφήστε τον να τρέχει· αυτός ο άνθρωπος πάει κατά πως φυσάει ο άνεμος.

Δεν μας εκπλήσσει, λέει ένας αρχαίος, που το τυχαίο έχει τόση ισχύ πάνω μας, αφού ζούμε κατά τύχη. Όποιος δεν κατηύθυνε τη ζωή του ως σύνολο προς έναν ορισμένο στόχο, είναι αδύνατο να βάλει τις μεμονωμένες πράξεις του στη σειρά. Είναι αδύνατο να τακτοποιήσει τα κομμάτια, όποιος δεν έχει μια εικόνα του συνόλου στο κεφάλι του. Ποιος ο λόγος να προμηθευτεί χρώματα, όποιος δεν ξέρει τι πρέπει να ζωγραφίσει; Κανείς δεν φτιάχνει ορισμένο σχέδιο της ζωής του· και σε αυτό το ζήτημα αποφασίζουμε κομματιαστά. Ο τοξότης πρέπει κατ’ αρχάς να ξέρει που στοχεύει και ύστερα να ταιριάξει το χέρι, το τόξο, τη χορδή, το βέλος και τις κινήσεις. Τα σχέδια μας εκτρέπονται, γιατί δεν έχουν κατεύθυνση και στόχο. Κανένας άνεμος δεν βολεύει όποιον δε έχει λιμάνι προορισμού.

Δεν συμφωνώ με την κρίση που βγήκε υπέρ του Σοφοκλή, που τον αποδείκνυε επαρκή για το χειρισμό των υποθέσεων του σπιτικού του και απέρριπτε την κατηγορία του γιου του περί του αντιθέτου, αφού προηγουμένως οι κριτές είχαν δει μια τραγωδία του. (ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ)

Ούτε βρίσκω πως όσα στοχάστηκαν οι Πάριοι, σταλμένοι για να διορθώσουν τους Μιλήσιους, είναι αρκετά για το συμπέρασμα που έβγαλαν.

Επισκεπτόμενοι το νησί, παρατήρησαν τα πιο καλοκαλλιεργημένα χωράφια και τα πιο νοικοκυρεμένα αγροτόσπιτα· και αφού κατέγραψαν τα ονόματα των κατόχων αυτών των πραγμάτων, όταν συνάθροισαν τους πολίτες της πόλης, ονόμασαν εκείνα εκεί τα αφεντικά νέους κυβερνήτες και άρχοντες, κρίνοντας ότι, προσεκτικοί στις ιδιωτικές τους υποθέσεις, θα ήταν προσεκτικοί και στις δημόσιες. (ΗΡΟΔΟΤΟΣ)

Είμαστε ολόκληροι καμωμένοι από κομμάτια και κομματάκια, ραμμένα μαζί τόσο διαφορετικά και τόσο κακόσχημα, έτσι που κάθε κομμάτι, κάθε στιγμή, παίζει το δικό του παιχνίδι. Και βρίσκεται τόση διαφορά ανάμεσα σε εμάς και στους εαυτούς μας, όση ανάμεσα σε εμάς και στους άλλους.

Άφησέ με να σε πείσω πως είναι σπουδαία υπόθεση να είσαι πάντα ο ίδιος άνθρωπος. (ΣΕΝΕΚΑΣ)

Δεν είναι αρκετό για μυαλό κατακαθισμένο να μας κρίνει απλώς και μόνο από τις εξωτερικές πράξεις· πρέπει να βυθομετρήσουμε ως τα κατάβαθα και να δούμε μέσα από ποια ελατήρια δίνεται κίνηση στα πράγματα. Δεδομένου όμως ότι πρόκειται για ριψοκίνδυνη και δεινή επιχείρηση, θα ήθελα λιγότεροι άνθρωποι να ανακατεύονταν με αυτή.

Διότι οι αληθινοί ηλίθιοι ασπάζονται ένα σύστημα αξιών διαφορετικό από το δικό σας

Διότι οι αληθινοί ηλίθιοι –εκείνοι που δεν είναι και δε θα γίνουν ποτέ φίλοι σας ασπάζονται ένα σύστημα αξιών διαφορετικό από το δικό σας, σύμφωνα με το οποίο τη συμπεριφορά που εσείς κρίνετε απαράδεκτη εκείνοι τη βρίσκουν απολύτως σωστή, ενώ η δική σας συμπεριφορά αντίθετα είναι εκείνη που… κ.λπ. Να ίσως η αλήθεια που είναι πιο δύσκολο να αποδεχτούμε, η πιο σκληρή, η πιο αφόρητη απ’ όλες τις αλήθειες που οφείλει να αποκαλύψει το βιβλίο αυτό, τα ανθρώπινα όντα δεν είναι πάντοτε ηλίθια κατά λάθος, κατά τύχη, λιγότερο ή περισσότερο, λόγω συνθηκών και ως εκ τούτου παρά τη θέλησή τους. Υπάρχουν συστημικοί ηλίθιοι.

Θλίβομαι που οι μοίρες μου ανέθεσαν το έργο της αποκάλυψης της εν λόγω αλήθειας, αλλά μια και όλοι μας υποφέρουμε εξαιτίας της, καλύτερα να δούμε τα πράγματα ως έχουν. Αυτό που αποκαλούμε γενικά ετερότητα δεν προσδιορίζει μόνο τις σωματικές, γλωσσικές και πολιτισμικές διαφορές που εμπλουτίζουν την ανθρωπότητα. Ετερότητα σημαίνει, επίσης, ότι υπάρχουν σε κάθε κοινωνία και σε κάθε κοινωνική διαστρωμάτωση, άτομα –όχι μόνο ένα, μεμονωμένο, αλλά έχει ακόμα και φίλους που συμφωνούν μαζί του τα οποία δε νοιάζονται καθόλου για τη συνοχή και τα οποία, αντί να έχουν ένα σύστημα αξιών διαφορετικό από το δικό σας, πράγμα που θα ήταν ενδιαφέρον, έχουν υιοθετήσει ως αξία την απουσία κάθε λογικής, δηλαδή, την απόλυτη ασυναρτησία. Αυτούς αποκαλώ συστημικούς ηλίθιους. Εάν αμφιβάλλετε για την ύπαρξή τους (πράγμα που έκανα μέχρι πρόσφατα), είμαι σε θέση να σας παρουσιάσω έναν απ’ αυτούς που δεν είναι ούτε βλάκας, ούτε τρελός, ούτε κακός, αλλά ξεχωρίζει στη δουλειά του (οι αληθινοί ηλίθιοι είναι σπάνια χαζοί). Αυτό το γνήσιο διαμάντι που είχα κάποτε την ευκαιρία να προσεγγίσω-δε θέλει να καταλάβει, παρόλο που διαθέτει τα μέσα, με άλλα λόγια εμμένει ηρωικά στην ίδια του την ηλιθιότητα.

Έτσι, η μεγάλη δυσκολία που συναντά ο ηθικοπλαστικός λόγος όταν απευθύνεται σε έναν ηλίθιο, όποιος κι αν είναι αυτός, είναι ότι προϋποθέτει μια ελάχιστη κοινή βάση πάνω στην οποία θα μπορούσαμε να συζητήσουμε προκειμένου να αξιολογήσουμε μαζί τις συμπεριφορές μας. Όμως, αντίθετα με αυτό που συμβαίνει με τα παιδιά και γενικότερα με εκείνους που συνδέονται μαζί μας μέσω κάποιων δεσμών αγάπης, οι ηλίθιοι δεν έχουν κανέναν λόγο ούτε να αποδεχτούν το σύστημα αξιών σας ούτε να κάνουν μια προσπάθεια για να το κατανοήσουν ώστε να το αμφισβητήσουν. Όταν υπάρχει απέναντί μας κάποιος που αρνείται ακόμα και την ιδέα της θέσπισης κοινών κανόνων, είναι αδύνατο να υπάρξει συνεννόηση, πράγμα που βυθίζει όλο τον κόσμο σε μια κατάσταση απόλυτης αδυναμίας. Γιατί οι ηλίθιοι δε θέλουν τη διαπραγμάτευση;

Η εν λόγω καταστροφή απορροφά κάθε προσπάθεια προκειμένου να υπάρξει ένας κάποιος διάλογος, διότι δεν υπάρχει πλέον ούτε εμπιστοσύνη ούτε καμία κοινή επιθυμία ανάμεσα στον ηλίθιο και σ’ εσάς. Συνεπώς, δεν υπάρχει περίπτωση να γίνει διαπραγμάτευση, διότι δεν υπάρχει πλέον συνεννόηση ανάμεσα στους δύο κόσμους. Να γιατί η εξουσία (της λογικής, της ηθικής, του Θεού ή του ξέρω 'γω ποιου απόλυτου) έρχεται σε σύγκρουση με τον εαυτό της: παρόλο που συνιστά μια απέλπιδα απόπειρα για την επιδίωξη ενός άλματος, καταρρέει στο πεδίο της αλληλεπίδρασης. Ούτως ή άλλως, όταν κάνετε μάθημα ηθικής σε έναν ηλίθιο, του μιλάτε σε μια διάλεκτο την οποία δεν καταλαβαίνει. Οι δυσκαμψίες και οι αμφισημίες των γλωσσών καθιστούν τις παρεξηγήσεις μόνιμες μεταξύ των ανθρώπων. Από, τη στιγμή του δράματος, η έλλειψη επικοινωνίας αποκτά κολοσσιαίες διαστάσεις.

Αλίμονο, υπάρχει και συνέχεια. Διότι οι αλληλεπιδράσεις μας δεν είναι μόνο γλωσσικές, περιλαμβάνουν μια ολόκληρη σειρά από αισθητηριακές εντυπώσεις (τόνος της φωνής, χειρονομίες, στάση σώματος, εξωτερική εμφάνιση, αλλά και διαδικασία της πέψης, επίδραση παλαιότερων εμπειριών κ.λπ.) τις οποίες καθένας ερμηνεύει προς κάθε κατεύθυνση, αντίθετη και αντιφατική ανάλογα το άτομο. Αυτή η γενική σημειωτική καθιστά, ας πούμε, ανεξέλεγκτη την πορεία που ακολουθούν τα άτομα εφόσον χάσουν το αίσθημα της κοινής ανθρώπινης υπόστασής τους. Τρέμω την ώρα που το γράφω: δεν υπάρχει τίποτε, υπό τις συνθήκες αυτές, που να μην είναι ικανοί να κάνουν.

Ο Αριστοτέλης, οι ψευδείς ισχυρισμοί και πώς να τους αποφύγουμε

«Τα αληθή και τα δίκαια είναι από τη φύση τους ανώτερα από τα αντίθετά τους» Αριστοτέλης, Ρητορική 1355a 22[1]

Οι ψευδείς ισχυρισμοί σίγουρα δεν είναι σημείο των καιρών μας. Η διάκριση αλήθειας – ψεύδους έχει απασχολήσει την Αριστοτελική σκέψη σε πολλά έργα (Αναλυτικά, Τοπικά, Ρητορική, Μετά τα φυσικά, Περί ψυχής κ.ά.) και αποβαίνει καίριας σημασίας όχι μόνο για την θεμελίωση μιας επιστημονικής θεωρίας αλλά και για την αποφυγή του ψεύδους. Το «κυνήγι της αλήθειας»[2] ή η αναζήτηση της αλήθειας και της φύσης των όντων αποτέλεσε και το αντικείμενο των πρώτων φιλοσόφων[3] και από τότε δεν έπαψε να απασχολεί τη σκέψη όλων όσοι ακολούθησαν. Δεν είναι περίεργο λοιπόν ότι ο Αριστοτέλης επιθυμεί να θέσει σε ορθή βάση τον συλλογισμό και το συμπέρασμα.[4]

Στα Τοπικά, ήδη από τις πρώτες γραμμές, ο συγγραφέας ορίζει τον συλλογισμό ως «ένα είδος λόγου όπου, όταν τεθούν ορισμένα πράγματα, κάτι άλλο από αυτά που έχουν τεθεί συμβαίνει αναγκαστικά λόγω αυτών που έχουν ήδη τεθεί»[5]. Είναι εμφανές ότι στον συλλογισμό απαραίτητη προϋπόθεση είναι η λογική αναγκαιότητα που προκύπτει από τις προκείμενες. Ωστόσο, το να είναι οι προκείμενες αληθείς είναι χαρακτηριστικό της απόδειξης και όχι του συλλογισμού. Ο ορισμός της απόδειξης ακολουθεί ευθύς, προκειμένου ο Αριστοτέλης να τονίσει τη διαφορά μεταξύ των δύο. Έτσι, η απόδειξη αφορά την περίπτωση όπου «ένας συλλογισμός αποτελείται από αληθή και πρωταρχικά πράγματα, ή τέτοιου είδους που έχουμε εξαγάγει την αρχική μας γνώση για αρχές μέσω άλλων προκείμενων που είναι πρωταρχικές και αληθείς».[6] Ένας συλλογισμός μπορεί επίσης να προέρχεται από κοινές αντιλήψεις, τα λεγόμενα «ένδοξα». Σε αυτή την περίπτωση πρόκειται για διαλεκτικό συλλογισμό.[7]

Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, ό,τι πιστεύουμε είναι προϊόν συλλογισμού ή επαγωγής.[8] Πώς αναγνωρίζουμε όμως έναν ψευδή ισχυρισμό;

Ο Αριστοτέλης απαντά στο ερώτημα στο 12ο κεφάλαιο των Τοπικών, απαριθμώντας τους τέσσερις τρόπους με τους οποίους εμφανίζεται ένας ψευδής ισχυρισμός (ψευδὴς λόγος):

-Όταν δεν υπάρχει συμπέρασμα. Φαίνεται δηλαδή να συμπεραίνει κάποιος χωρίς να συμπεραίνει.[9]
-Όταν καταλήγει σε συμπέρασμα, χωρίς σχέση με το προκείμενο, όπως στις περιπτώσεις της αναγωγής στο αδύνατον.[10]
-Όταν το συμπέρασμα δεν έχει σχέση με το θέμα που έχει προταθεί. Για παράδειγμα ένας μη ιατρικός ισχυρισμός να παρουσιάζεται ως ιατρικός.[11]
Τέλος, όταν το συμπέρασμα εξάγεται από ψευδείς προκείμενες.[12]

Για τον Αριστοτέλη, είναι σαφές ότι το ψεύδος αποτελεί λάθος εκείνου που το ισχυρίζεται και όχι του καθαυτού ισχυρισμού. Επομένως, οφείλουμε, κατ΄ αρχάς να διερευνήσουμε αν ο ισχυρισμός έχει συμπέρασμα. Δεύτερον αν το συμπέρασμα αυτό είναι αληθές ή ψευδές. Τρίτον, οφείλουμε να εξετάσουμε τις προκείμενές του, καθώς μπορεί το συμπέρασμα να εξάγεται λογικά, αλλά αν οι προκείμενες είναι ψευδείς, τότε είναι και αυτό ψευδές.

Ο Αριστοτέλης δεν συγγράφει απλώς, διδάσκει τη θεωρία του, ώστε να έχει πρακτική εφαρμογή. Απευθύνεται σε μαθητές, όχι μόνο για να αντιλαμβάνονται τους ψευδεῖς λόγους αλλά, επιπλέον, για να τους αντικρούουν. Πώς μπορούν όμως να εξασκηθούν;

Ένας πρώτος τρόπος είναι να αντιστρέψει κάποιος τον ισχυρισμό και να αναιρεί τις ψευδείς προκείμενες. Αν έχουν γίνει ήδη αποδεκτές οι προκείμενες, τότε θα πρέπει να προβεί στην αναίρεση του συμπεράσματος. Κάτι τέτοιο δεν είναι εύκολο να γίνει εξαρχής, χρειάζεται εξάσκηση. Αν δεν έχουμε κάποιον με τον οποίο να εξασκηθούμε, ο Αριστοτέλης προτείνει να το κάνουμε μόνοι μας, με τον εαυτό μας.[13]

Προϋπόθεση τόσο για τη γνώση όσο και για την «φιλοσοφική φρόνηση» είναι η ικανότητα του ατόμου να συνοψίζει και να εποπτεύει[14] τις λογικές συνέπειες που προκύπτουν από τις αρχικές θέσεις, ώστε να κάνει τις σωστές επιλογές. Η «κατ᾿ ἀλήθειαν εὐφυΐα» είναι απαραίτητη:

«Πρέπει όμως για κάτι τέτοιο να υπάρχει ευφυΐα, και αυτή είναι η ευφυΐα ως προς την αλήθεια, το να μπορεί κανείς ορθά να επιλέγει το αληθές και να αποφεύγει το ψεύδος˙ το οποίο αυτοί που το κατέχουν από τη φύση τους το κάνουν καλά˙ διότι αυτοί που είτε αγαπούν είτε μισούν αυτό που τους προσφέρεται, μπορούν να διακρίνουν ορθά πιο είναι το καλύτερο.»[15] (Τοπικά ΧΙΙΙ 14)

Η εξάσκηση λοιπόν είναι βασική, προκειμένου να είναι σε θέση κάποιος να κατέχει επιχειρήματα, γιατί δεν είναι λίγοι εκείνοι που αποθαρρύνονται και εγκαταλείπουν την προσπάθεια. Επιπλέον, ο ενδιαφερόμενος θα πρέπει να «εθίζεται στη μετατροπή του ενός επιχειρήματος σε πολλά»,[16] και να εξετάζει αν τα επιχειρήματα στηρίζονται σε κοινές αρχές, καθώς όλα τα επιμέρους επιχειρήματα πρέπει να ισχύουν καθολικά.

Ο Αριστοτέλης προβαίνει σε μία σημαντικότατη τελευταία συμβουλή που αφορά στους συνδιαλεγόμενους:

«Δεν πρέπει να συνδιαλέγεται κανείς με όλο τον κόσμο, ούτε να εξασκεί τη διαλεκτική με τον πρώτο τυχόντα˙ διότι με μερικούς η συζήτηση γίνεται φαύλη˙ επειδή εναντίον εκείνου, ο οποίος προσπαθεί να διαφύγει, έχει δίκιο κάποιος να προσπαθήσει να καταλήξει σε ένα συμπέρασμα, αλλά δεν είναι ωραίο. Για τον λόγο αυτό, δεν πρέπει κάποιος να συγκρούεται απερίσκεπτα με τον πρώτο τυχόντα˙ διότι αναγκαστικά θα υπάρξει μία άθλια συζήτηση.»[17]
-------------------------
[1] τὸ φύσει εἶναι κρείττω τἀληθῆ καὶ τὰ δίκαια τῶν ἐναντίων

[2] «τἀληθὲς θηρεύειν» Μετά τα φυσικά, Κ 6

[3] «ζητοῦντες γὰρ οἱ κατὰ φιλοσοφίαν πρῶτοι τὴν ἀλήθειαν καὶ τὴν φύσιν τῶν ὄντων» Φυσικά Α 8

[4] Στους Σοφιστικούς ελέγχους, όπου παρέχονται πρακτικές συμβουλές όσον αφορά την επιχειρηματολογία, ο Αριστοτέλης νιώθει ιδιαίτερη περηφάνια για το κατόρθωμα του, όπως φαίνεται από τον επίλογο, καθώς πρωτύτερα δεν υπήρχε απολύτως τίποτε: «Ὅτι μὲν οὖν ἔχει τέλος ἱκανῶς ἃ προειλόμεθα, φανερόν», «Ταύτης δὲ τῆς πραγματείας οὐ τὸ μὲν ἦν τὸ δ᾿ οὐκ ἦν προεξειργασμένον, ἀλλ᾿ οὐδὲν παντελῶς ὑπῆρχεν» και «Καὶ περὶ μὲν τῶν ῥητορικῶν ὑπῆρχε πολλὰ καὶ παλαιὰ τὰ λεγόμενα, περὶ δὲ τοῦ συλλογίζεσθαι παντελῶς οὐδὲν εἴχομεν πρότερον λέγειν ἢ τριβῇ ζητοῦντες πολὺν χρόνον ἐπονοῦμεν.» Σοφιστικοί έλεγχοι 34

[5] Ἔστι δὴ συλλογισμὸς λόγος ἐν ᾧ τεθέντων τινῶν ἕτερόν τι τῶν κειμένων ἐξ ἀνάγκης συμβαίνει διὰ τῶν κειμένων. Τοπικά Ι 1

[6] Ἀπόδειξις μὲν οὖν ἐστιν, ὅταν ἐξ ἀληθῶν καὶ πρώτων ὁ συλλογισμὸς ᾖ, ἢ ἐκ τοιούτων ἃ διά τινων πρώτων καὶ ἀληθῶν τῆς περὶ αὐτὰ γνώσεως τὴν ἀρχὴν εἴληφεν .Τοπικά Ι 1

[7] διαλεκτικὸς δὲ συλλογισμὸς ὁ ἐξ ἐνδόξων συλλογιζόμενος. Τοπικά Ι 1

[8] ἅπαντα γὰρ πιστεύομεν ἢ διὰ συλλογισμοῦ ἢ ἐξ ἐπαγωγῆς. Αναλυτικά πρότερα ΙΙ, 23

[9] ἕνα μὲν τρόπον ὅταν φαίνηται συμπεραίνεσθαι μὴ συμπεραινόμενος, ὃ καλεῖται ἐριστικὸς συλλογισμός.

[10] Ἄλλον δὲ ὅταν συμπεραίνηται μέν, μὴ μέντοι πρὸς τὸ προκείμενον (ὅπερ συμβαίνει μάλιστα τοῖς εἰς ἀδύνατον ἄγουσιν).

[11] ἢ πρὸς τὸ προκείμενον μὲν συμπεραίνηται, μὴ μέντοι κατὰ τὴν οἰκείαν μέθοδον. Τοῦτο δ᾿ ἐστίν, ὅταν μὴ ὢν ἰατρικὸς δοκῇ ἰατρικὸς εἶναι, ἢ γεωμετρικὸς μὴ ὢν γεωμετρικός, ἢ διαλεκτικὸς μὴ ὢν διαλεκτικός, ἄν τε ψεῦδος ἄν τ᾿ ἀληθὲς ᾖ τὸ συμβαῖνον.

[12] Ἄλλον δὲ τρόπον ἐὰν διὰ ψευδῶν συμπεραίνηται.

[13] Πρὸς ἅπασάν τε θέσιν, καὶ ὅτι οὕτως καὶ ὅτι οὐχ οὕτως, τὸ ἐπιχείρημα σκεπτέον, καὶ εὑρόντα τὴν λύσιν εὐθὺς ζητητέον· οὕτω γὰρ ἅμα συμβήσεται πρός τε τὸ ἐρωτᾶν καὶ πρὸς τὸ ἀποκρίνεσθαι γεγυμνάσθαι, κἂν πρὸς μηδένα ἄλλον ἔχωμεν, πρὸς αὑτούς. Τοπικά ΧΙΙΙ 14

[14] πρός τε γνῶσιν καὶ τὴν κατὰ φιλοσοφίαν φρόνησιν τὸ δύνασθαι συνορᾶν καὶ συνεωρακέναι. Τοπικά ΧΙΙΙ 14

[15] Δεῖ δὲ πρὸς τὸ τοιοῦτον ὑπάρχειν εὐφυᾶ, καὶ τοῦτ᾿ ἔστιν ἡ κατ᾿ ἀλήθειαν εὐφυΐα, τὸ δύνασθαι καλῶς ἑλέσθαι τἀληθὲς καὶ φυγεῖν τὸ ψεῦδος· ὅπερ οἱ πεφυκότες εὖ δύνανται ποιεῖν· εὖ γὰρ φιλοῦντες καὶ μισοῦντες τὸ προσφερόμενον εὖ κρίνουσι τὸ βέλτιστον.

[16] Ἔτι τὸν ἕνα λόγον πολλοὺς ποιεῖν ἐθιστέον

[17] Οὐχ ἅπαντι δὲ διαλεκτέον, οὐδὲ πρὸς τὸν τυχόντα γυμναστέον. Ἀνάγκη γὰρ πρὸς ἐνίους φαύλους γίνεσθαι τοὺς λόγους· πρὸς γὰρ τὸν πάντως πειρώμενον φαίνεσθαι διαφεύγειν δίκαιον μὲν πάντως πειρᾶσθαι συλλογίσασθαι, οὐκ εὔσχημον δέ. Διόπερ οὐ δεῖ συνεστάναι εὐχερῶς πρὸς τοὺς τυχόντας· ἀνάγκη γὰρ πονηρολογίαν συμβαίνειν. Τοπικά ΧΙΙΙ 14

Hegel: το Απόλυτο στη ζωή μας

Γκέοργκ Χέγκελ: 1870–1831

Το Απόλυτο είναι η ενύπαρξή μας

§1: Ουσιαστικό: Das Absolute. Επίθετο/επίρρημα: absolut. Ο Χέγκελ κάνει συχνή χρήση του επιθέτου: απόλυτος/η/ο και λιγότερο συχνά του ουσιαστικού: το Απόλυτο. Μια πρώτη γενική διαπίστωση για αμφότερες τις χρήσεις του όρου: παρατηρείται μεγάλη σύγχυση σχετικά με το τι είναι το Απόλυτο και με ποιο νόημα το χρησιμοποιεί ο Χέγκελ. Χρησιμοποιώντας το ως επίθετο το βρίσκουμε στις φράσεις, μεταξύ άλλων: απόλυτη Γνώση (absolutes Wissen), απόλυτη Ιδέα (absolute Idea), απόλυτο πνεύμα (absoluter Geist), απόλυτη ελευθερία (absolute Freiheit) κ.λπ. Ο Schelling εννοούσε το Απόλυτο ως μια αδιαφοροποίητη ταυτότητα, η οποία βρίσκεται εκείθεν κάθε διάκρισης υποκειμένου – αντικειμένου και οποιασδήποτε άλλης διάκρισης. Τουτέστιν, το Απόλυτο αποτελεί για τον Schelling μια υπερβατική ενότητα όλων των πραγμάτων. Ο Χέγκελ απορρίπτει αυτή τη σύλληψη του Απόλυτου. Γράφει χλευαστικά στη Φαινομενολογία του πνεύματος:

«το να θεωρούμε το απόλυτο ως τη νύχτα, όπου, όπως συνηθίζουν να λένε, όλες οι αγελάδες είναι μαύρες, αυτό είναι η γνώση απλοϊκά υποβιβασμένη σε κενότητα» (Χέγκελ: ποιος σκέπτεται αφηρημένα; Εκδ. Gutenberg, σ. 283).

§2: Τι στηλιτεύει ο Χέγκελ στο παραπάνω απόσπασμα; Τη σύλληψη του απόλυτου ως μιας αφηρημένης ενότητας ή ταυτότητας, στερημένης κάθε συγκεκριμένου περιεχομένου, κάθε εσωτερικής διαφοράς ή διάκρισης και ως εκ τούτου εισαγόμενης στη ζωή μας ως φαντασιακής οντογένεσης, ως εξωπραγματικής, φορμαλιστικής και όχι λιγότερο βίαιης, αλλότριας, υπερβατικής δύναμης. Ο Εαυτός τότε περιθωριοποιείται: τίθεται υπό την κυριαρχία ή την εξουσία αυτής της δύναμης, την οποία δεν γνωρίζει ούτε μπορεί να γνωρίσει, άρα δεν ταυτίζεται μαζί της και δεν μιλά το λόγο της. Θα περίμενε κανείς από τον Χέγκελ πως με τούτη την απόρριψη θα απέρριπτε συλλήβδην το απόλυτο: ωστόσο δεν το απορρίπτει από πλευράς γενικής αρχής, αλλά μόνο την ορισμένη τούτη σύλληψή του. Το ζητούμενο έτσι είναι πώς πρέπει να εννοούμε και να συλλαμβάνουμε το Απόλυτο. Από εδώ εκπορεύεται και η ανάγκη μας για φιλοσοφία. Το περιεχόμενο της τελευταίας δεν ορίζεται από τον Χέγκελ, αλλά επαναπροσδιορίζεται ή επανεξετάζεται από τον φιλόσοφο, σύμφωνα με την επικρατούσα πραγματικότητα στις αρχές του 19ου αιώνα. Ο φιλοσοφικός αγώνας/πόλεμος λοιπόν, που διεξάγεται εκείνη τη χρονική στιγμή, αποβλέπει στην άρση του απόλυτου διχασμού, της απόλυτης διχοστασίας ανάμεσα στην υποκειμενικότητα και την αντικειμενικότητα.

§3: Με οδηγό την ως άνω φιλοσοφική απόβλεψη, ο Χέγκελ συμφωνεί με τον Schelling κατά τούτο: το απόλυτο συνιστά μια αντικειμενική πραγματικότητα, την οποία εμείς μπορούμε, ως σκεπτόμενη συνείδηση/ υποκείμενο, να γνωρίσουμε μόνο, όταν είμαστε ενταγμένοι/ενσωματωμένοι στην εν λόγω πραγματικότητα. Τούτο υποδηλώνει πως η αντικειμενική μας ύπαρξη συνυφαίνεται με την αντικειμενική πραγματικότητα του απόλυτου. Γι’ αυτό, ο Χέγκελ, που βλέπει την ολοκλήρωση του ανθρώπου ως τέτοιου στην πνευματικότητά του, προτίμησε να μιλάει περισσότερο για απόλυτο πνεύμα παρά για ένα σκέτο απόλυτο. Πώς το κατανοεί; Ως το έσχατο θεμέλιο και πηγή των όντων. Η γνώση του σημαίνει ότι πρέπει να το γνωρίσουμε ως αυτό το θεμέλιο ή την πηγήˑ να γνωρίσουμε το θεμέλιο, το οποίο δεν βρίσκεται ούτε στο υπερπέραν ούτε σε κάποιο σημείο του μέλλοντος. Πού βρίσκεται; Πρώτα-πρώτα είναι παρ-όν στη συνθήκη της ύπαρξής μας ως του Εαυτού μέσα στο χρόνο.

§4: Πώς νοείται αυτή η παρ-ουσία; Ως η ουσία, ήτοι η υπόσταση (Substanz), που συνέχει τα πράγματα και προς της οποίας τη γνώση τείνει ο άνθρωπος. Ανήκει στην οντολογική μας κατασκευή, μας ειδοποιεί ο Χέγκελ, να θέλουμε να γνωρίσουμε αυτή την Ουσία, το Απόλυτο, καθώς ετούτη/ο δεν υπερβαίνει την υπαρκτική μας οντότητα, δεν είναι δηλαδή κάποιο υπερβατικό Ον, αλλά το Όλο αυτής της οντότητας: το περιδινούμενο Όλο απάντων των ιδεατών, ήτοι Λογικών, και ρεαλιστικά υπαρκτών, ήτοι φυσικών και πνευματικών, προσδιορισμών, από τους πιο αφηρημένους και ενδεείς, όπως η γυμνή ύπαρξη, μέχρι τους πιο συγκεκριμένους και πλούσιους, όπως το αυτοδιάφανο πνεύμα. Ο κάθε άνθρωπος, με το δικό του τρόπο και τη δική του εμβέλεια σκέπτεται και πράττει, θετικά ή αρνητικά, υπό τον ορίζοντα του Απόλυτου. Π.χ. ποιος Απόλυτος ορίζοντας ενώνει όλους τους επαγγελματίες πολιτικούς και τους οπαδούς τους; Ο απόλυτος ορίζοντας του βοσκού, του Φύρερ [=πολιτικός] και του προβάτου [=οπαδός]. Ο πρώτος είναι το αδιαμφισβήτητο Ον που οδηγεί τις μάζες, ο δεύτερος είναι το Ον που συγκροτεί την αγελαία μάζα. Άρρηκτη και αμοιβαία οντολογική ενύπαρξη. Γι’ αυτό βλέπουμε τεράστιες αγελαίες μάζες να εκλέγουν/επιλέγουν ξανά και ξανά τους Φύρερ που τους αξίζουν, που ιδιάζουν στην οντολογική τους ιδιοσυστασία: αιμοσταγείς φυσιογνωμίες/Φύρερ, που χαίρονται να καταστρέφουν τα οντολογικά ριζώματα της ανθρώπινης υπόστασης: υγεία, εργασία, παιδεία κ.α. Και όλα τούτα στο όνομα της βελτίωσης της ζωής των μαζών.

§5: Η ύπαρξη της μιας οντολογικής κατασκευής προϋποθέτει την ύπαρξη της άλλης. Ποτέ, μέσα στην ιστορία, δεν έπαψε να λειτουργεί αυτή η απόλυτη οντολογική σχέση. Απλώς εναλλάσσονται οι μάσκες: Ο Φύρερ άλλοτε εμφανίζεται με τη μάσκα του δικτάτορα, άλλοτε με εκείνη του «δημοκράτη» ή του «σοσιαλιστή». Παρόμοια και ο οπαδός: σήμερα οπαδός του ενός Φύρερ-κόμματος, αύριο του άλλου κ.λπ. Τι απαντά ο Χέγκελ σε όλα αυτά; Πως ο κεντρικός στόχος της φιλοσοφίας είναι η Γνώση του Απόλυτου. Τουτέστι, όχι η Γνώση κάποιου θεϊκού όντος –κυριολεκτικά και αλληγορικά–έξω και μακριά από τον άνθρωπο, που θα του δώσει το εξ ουρανού μάννα, αλλά η Γνώση του θείου, του θετικού Απόλυτου, που ο άνθρωπος φέρνει δυνάμει μέσα του και μπορεί, δια της Φαινομενολογικής κίνησης του Εαυτού [του] ως πνεύματος, ήτοι της μεταστοχαστικής πρόσληψης ή πλησίασης της ιστορικότητάς του, να το καταστήσει ενεργό αυθυποστασία ή αυτοπροσδιοριστία, συνειδητή δηλαδή και επίπονη κίνηση αυθυποστασίας/αυτοπροσδιοριστίας: Διαλεκτική Υπόστασης και Υποκειμένου (Χέγκελ: ό.π.). Τούτη η διαλεκτική σημαίνει εσωτερική διαφοροποίηση, δηλαδή μετα-Μόρφωση και συνάντηση του εμπράγματου Εαυτού με τον αληθινά πνευματικό –όχι τον πολυμήχανο ή μηχανορράφο διανοούμενο– εαυτό του. Είναι η ίδια διαλεκτική εσωτερικού και εξωτερικού, σχετικού και απόλυτου, περατού και απείρου, που κονιορτοποιεί τη δουλόφρονη απολυτοποίηση της εξωτερικής αντίθεσης, σαν την παραπάνω αντίθεση: Φύρερ – οπαδού, ή οποιαδήποτε άλλη σχετική αντίθεση: δεν υπάρχει π.χ. απόλυτα παγιωμένη αντίθεση «δεξιού» και «αριστερού» «θεού», παρά μόνο το ενεργό και ενεργά σκεπτόμενο υποκείμενο, που αυτοκατανοείται και αυτοπροσδιορίζεται, με το να ξανασκέπτεται [=μεταστροχάζεται] ό,τι καθόριζε ως τώρα την υπόστασή του, ως άτομο και ως είδος-γένος. Να τι είναι το Απόλυτο: το σχετικό, που θέτει ως περιεχόμενο, κατά τον εαυτό του, την ολότητα του σχετικού.

ΠΛΑΤΩΝ: Πρωταγόρας (337a-338b)

[337a] Εἰπόντος δὲ αὐτοῦ ταῦτα, ὁ Πρόδικος, Καλῶς μοι, ἔφη, δοκεῖς λέγειν, ὦ Κριτία· χρὴ γὰρ τοὺς ἐν τοιοῖσδε λόγοις παραγιγνομένους κοινοὺς μὲν εἶναι ἀμφοῖν τοῖν διαλεγομένοιν ἀκροατάς, ἴσους δὲ μή — ἔστιν γὰρ οὐ ταὐτόν· κοινῇ μὲν γὰρ ἀκοῦσαι δεῖ ἀμφοτέρων, μὴ ἴσον δὲ νεῖμαι ἑκατέρῳ, ἀλλὰ τῷ μὲν σοφωτέρῳ πλέον, τῷ δὲ ἀμαθεστέρῳ ἔλαττον. ἐγὼ μὲν καὶ αὐτός, ὦ Πρωταγόρα τε καὶ Σώκρατες, ἀξιῶ ὑμᾶς συγχωρεῖν καὶ ἀλλήλοις περὶ τῶν λόγων ἀμφισβητεῖν μέν, [337b] ἐρίζειν δὲ μή —ἀμφισβητοῦσι μὲν γὰρ καὶ δι᾽ εὔνοιαν οἱ φίλοι τοῖς φίλοις, ἐρίζουσιν δὲ οἱ διάφοροί τε καὶ ἐχθροὶ ἀλλήλοις— καὶ οὕτως ἂν καλλίστη ἡμῖν ἡ συνουσία γίγνοιτο· ὑμεῖς τε γὰρ οἱ λέγοντες μάλιστ᾽ ἂν οὕτως ἐν ἡμῖν τοῖς ἀκούουσιν εὐδοκιμοῖτε καὶ οὐκ ἐπαινοῖσθε—εὐδοκιμεῖν μὲν γὰρ ἔστιν παρὰ ταῖς ψυχαῖς τῶν ἀκουόντων ἄνευ ἀπάτης, ἐπαινεῖσθαι δὲ ἐν λόγῳ πολλάκις παρὰ δόξαν ψευδομένων— [337c] ἡμεῖς τ᾽ αὖ οἱ ἀκούοντες μάλιστ᾽ ἂν οὕτως εὐφραινοίμεθα, οὐχ ἡδοίμεσθα — εὐφραίνεσθαι μὲν γὰρ ἔστιν μανθάνοντά τι καὶ φρονήσεως μεταλαμβάνοντα αὐτῇ τῇ διανοίᾳ, ἥδεσθαι δὲ ἐσθίοντά τι ἢ ἄλλο ἡδὺ πάσχοντα αὐτῷ τῷ σώματι.

Ταῦτα οὖν εἰπόντος τοῦ Προδίκου πολλοὶ πάνυ τῶν παρόντων ἀπεδέξαντο· μετὰ δὲ τὸν Πρόδικον Ἱππίας ὁ σοφὸς εἶπεν, Ὦ ἄνδρες, ἔφη, οἱ παρόντες, ἡγοῦμαι ἐγὼ ὑμᾶς συγγενεῖς τε καὶ οἰκείους καὶ πολίτας ἅπαντας εἶναι [337d] —φύσει, οὐ νόμῳ· τὸ γὰρ ὅμοιον τῷ ὁμοίῳ φύσει συγγενές ἐστιν, ὁ δὲ νόμος, τύραννος ὢν τῶν ἀνθρώπων, πολλὰ παρὰ τὴν φύσιν βιάζεται— ἡμᾶς οὖν αἰσχρὸν τὴν μὲν φύσιν τῶν πραγμάτων εἰδέναι, σοφωτάτους δὲ ὄντας τῶν Ἑλλήνων, καὶ κατ᾽ αὐτὸ τοῦτο νῦν συνεληλυθότας τῆς τε Ἑλλάδος εἰς αὐτὸ τὸ πρυτανεῖον τῆς σοφίας καὶ αὐτῆς τῆς πόλεως εἰς τὸν μέγιστον καὶ ὀλβιώτατον οἶκον τόνδε, μηδὲν τούτου τοῦ [337e] ἀξιώματος ἄξιον ἀποφήνασθαι, ἀλλ᾽ ὥσπερ τοὺς φαυλοτάτους τῶν ἀνθρώπων διαφέρεσθαι ἀλλήλοις. ἐγὼ μὲν οὖν καὶ δέομαι καὶ συμβουλεύω, ὦ Πρωταγόρα τε καὶ Σώκρατες, συμβῆναι ὑμᾶς ὥσπερ ὑπὸ διαιτητῶν ἡμῶν συμβιβαζόντων [338a] εἰς τὸ μέσον, καὶ μήτε σὲ τὸ ἀκριβὲς τοῦτο εἶδος τῶν διαλόγων ζητεῖν τὸ κατὰ βραχὺ λίαν, εἰ μὴ ἡδὺ Πρωταγόρᾳ, ἀλλ᾽ ἐφεῖναι καὶ χαλάσαι τὰς ἡνίας τοῖς λόγοις, ἵνα μεγαλοπρεπέστεροι καὶ εὐσχημονέστεροι ἡμῖν φαίνωνται, μήτ᾽ αὖ Πρωταγόραν πάντα κάλων ἐκτείναντα, οὐρίᾳ ἐφέντα, φεύγειν εἰς τὸ πέλαγος τῶν λόγων ἀποκρύψαντα γῆν, ἀλλὰ μέσον τι ἀμφοτέρους τεμεῖν. ὣς οὖν ποιήσετε, καὶ πείθεσθέ μοι ῥαβδοῦχον καὶ ἐπιστάτην καὶ πρύτανιν ἑλέσθαι ὃς ὑμῖν [338b] φυλάξει τὸ μέτριον μῆκος τῶν λόγων ἑκατέρου.

***
β) Παρέμβαση του Πρόδικου και του Ιππία.
[337a] Πάνω σ᾽ αυτά είπε ο Πρόδικος: Σα να μη μας τα λες και άσχημα, Κριτία· γιατί όσοι παρακολουθούν τέτοιες συζητήσεις πρέπει να είναι αμερόληπτοι, όχι όμως ίσοι απέναντι στους δυο συζητητές· γιατί άλλο το ένα κι άλλο το άλλο. Πρέπει δηλαδή να τους ακούνε αμερόληπτα, αλλά να μη δίνουν την ίδια αξία στον καθένα τους, παρά μεγαλύτερη στο σοφότερο, μικρότερη στον κατώτερο. Πάντως και ο ίδιος σας ζητώ τη χάρη, Πρωταγόρα και Σωκράτη, να μας κάνετε μια παραχώρηση — να διαφωνείτε βέβαια πάνω στη συζήτηση μεταξύ σας, [337b] αλλά να μην καβγαδίζετε· γιατί διαφωνούν οι φίλοι με τους φίλους και από αγάπη, καβγαδίζουν όμως αυτοί που έχουν διαφορές και έχθρα ανάμεσά τους. Μ᾽ αυτό τον τρόπο η συγκέντρωσή μας θα είχε μια ομορφιά μοναδική. Γιατί από μέρους σας εσείς οι συζητητές θα κερδίζατε έτσι την εκτίμηση όλων μας που σας ακούμε, κι όχι τα παινέματα, αφού εκτίμηση είναι κάτι που δημιουργείται μες στην ψυχή του ακροατή και δεν έχει σκοπό το ξεγέλασμα· τα παινέματα όμως προέρχονται πολλές φορές από ανθρώπους που λένε ψέματα, ενώ έχουν διαφορετική γνώμη. [337c] Απ᾽ τη μεριά μας πάλι εμείς οι ακροατές τότε θα νιώθουμε τη μεγαλύτερη ευφροσύνη — δε λέω απόλαυση· γιατί ευφροσύνη νιώθουμε όταν μαθαίνουμε κάτι, όταν η διάνοιά μας δέχεται μια καινούρια ιδέα, ενώ απόλαυση όταν τρώμε κάτι ή το σώμα μας δοκιμάζει κάποιο άλλο ηδονικό αίσθημα.
Πάρα πολλοί από τη συντροφιά παινέσανε τα λόγια αυτά του Προδίκου. Μετά τον Πρόδικο πήρε το λόγο ο Ιππίας ο σοφός και είπε: Άνθρωποι της συντροφιάς, εγώ σας θεωρώ όλους συγγενείς και φίλους και συμπολίτες — [337d] μας συνδέει η φύση, όχι ο νόμος· γιατί η φύση συνδέει με συγγένεια το όμοιο με το όμοιο, ενώ ο νόμος, των ανθρώπων ο δυνάστης, συχνά επιβάλλει με τη βία σχέσεις, που δεν τις ανέχεται η φύση. Εμείς λοιπόν και τη φύση των πραγμάτων γνωρίζουμε και των Ελλήνων οι σοφότατοι είμαστε — κι αυτός ακριβώς είναι ο λόγος που τώρα βρισκόμαστε συγκεντρωμένοι εδώ, στο πρυτανείο της σοφίας της Ελλάδας, και μάλιστα σ᾽ αυτό το αρχοντικό, το λαμπρότατο και πλουσιότατο της πολιτείας. Ντροπή μας λοιπόν να μην παρουσιάζουμε τίποτα [337e] αντάξιο της τιμής αυτής που μας γίνεται, αλλά να λογοφέρνουμε μεταξύ μας, όπως οι τιποτένιοι των τιποτένιων. Λοιπόν, Πρωταγόρα και Σωκράτη, σας παρακαλώ και σας συμβουλεύω να βρείτε μια συμβιβαστική λύση ανάμεσά σας, την ώρα που εμείς σαν διαιτητές προσπαθούμε να σας συμβιβάσουμε. [338a] Εσύ μην επιμένεις σ᾽ αυτή την αυστηρή μορφή του διαλόγου —η συντομία της ξεπερνά τα όρια— μια και αυτό εκνευρίζει τον Πρωταγόρα, αλλά δώσε ελευθερία, χαλάρωσε τα χαλινάρια του λόγου, για να ξεδιπλωθεί με περισσότερη μεγαλοπρέπεια και ομορφιά μπροστά στα μάτια μας· κι ο Πρωταγόρας απ᾽ τη μεριά του να μην απλώνει στον άνεμο όλα τα πανιά του —ο πρίμος τιμονιέρης— και να μη χύνεται σε πέλαγα απεραντολογίας, χάνοντας τη στεριά από τα μάτια του. Ας συμφωνήσουν και οι δυο τους σε μια ενδιάμεση γραμμή πορείας. Αυτό να κάνετε, κι αν δέχεστε τη συμβουλή μου, διαλέξτε ένα διαιτητή, έναν επόπτη, έναν ελλανοδίκη που να ᾽χει το νου του, [338b] ώστε και του ενός και του άλλου τα λόγια να έχουν το μάκρος που ταιριάζει.