Κυριακή, 1 Απριλίου 2018

ΑΙΣΩΠΟΣ - Μῦθοι (226.1-230.1)

226. ΠΟΙΜΗΝ ΠΑΙΖΩΝ [226.1] ποιμὴν ἐξελαύνων αὐτοῦ τὴν ποίμνην ἀπό τινος κώμης πορρωτέρω διετέλει τοιαύτῃ παιδιᾷ χρώμενος. ἐπιβοώμενος γὰρ τοὺς κωμήτας ἐπὶ βοήθειαν ἔλεγεν, ὡς λύκοι τοῖς πρόβασιν ἐπῆλθον. δὶς δὲ καὶ τρὶς τῶν ἐκ τῆς κώμης ἐκπλαγέντων καὶ ἐκπηδησάντων, εἶτα μετὰ γέλωτος ἀπαλλαγέντων, συνέβη τὸ τελευταῖον λύκον ἐπελθεῖν τῇ ἀληθείᾳ. ἀποτεμνομένης δὲ αὐτοῦ τῆς ποίμνης καὶ αὐτοῦ ἐπὶ βοήθειαν βοῶντος ἐκεῖνοι ὑπολαβόντες αὐτὸν παίζειν κατὰ τὸ ἔθος ἧττον ἐφρόντιζον. καὶ οὕτως συνέβη αὐτὸν ἀπολέσαι τὰ πρόβατα.
ὁ λόγος δηλοῖ, ὅτι τοῦτο κερδαίνουσιν οἱ ψευδόμενοι τὸ μηδέ, ὅταν ἀληθεύωσι, πιστεύεσθαι.

227. ΟΔΟΙΠΟΡΟΙ ΚΑΙ ΚΟΡΑΞ
[227.1] πορευομένοις τισὶν ἐπὶ πρᾶξίν τινα κόραξ ὑπήντησε τὸν ἕτερον τῶν ὀφθαλμῶν πεπηρωμένος. ἐπιστραφέντων δὲ αὐτῶν καί τινος ὑποστρέψαι παραινοῦντος —τοῦτο γὰρ σημαίνειν τὸν οἰωνόν— ἕτερος ὑποτυχὼν εἶπεν· «καὶ πῶς οὗτος ἡμῖν δύναται τὰ μέλλοντα μαντεύεσθαι, ὃς οὐδὲ τὴν ἰδίαν πήρωσιν προεῖδεν, ἵνα φυλάξηται;»
οὕτω καὶ τῶν ἀνθρώπων οἱ ἐν τοῖς ἰδίοις ἄβουλοι καὶ εἰς τὰς τῶν πέλας συμβουλίας ἀδόκιμοί εἰσιν.

228. ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ
[228.1] Προμηθεὺς κατὰ πρόσταξιν Διὸς ἀνθρώπους ἔπλασε καὶ θηρία. ὁ δὲ Ζεὺς θεασάμενος πολλῷ πλείονα τὰ ἄλογα ζῷα ἐκέλευσεν αὐτὸν τῶν θηρίων τινὰ διαφθείραντα ἀνθρώπους μετατυπῶσαι. τοῦ δὲ τὸ προσταχθὲν ποιήσαντος συνέβη τοὺς ἐκ τούτων πλασθέντας τὴν μὲν μορφὴν ἀνθρώπων ἔχειν, τὰς δὲ ψυχὰς θηριώδεις.
πρὸς ἄνδρα σκαιὸν καὶ θηριώδη ὁ λόγος εὔκαιρος.

229. ΠΗΡΑΙ ΔΥΟ
[229.1] Προμηθεὺς πλάσας ἀνθρώπους δύο πήρας ἐξ αὐτῶν ἀπεκρέμασε, τὴν μὲν ἀλλοτρίων κακῶν, τὴν δὲ ἰδίων. καὶ τὴν μὲν τῶν ὀθνείων ἔμπροσθεν ἔταξε, τὴν δὲ ἑτέρων ὄπισθεν ἀπήρτησεν. ἐξ οὗ δὴ συνέβη τοὺς ἀνθρώπους τὰ μὲν ἀλλότρια κακὰ ἐξ ἀπόπτου κατοπτάζεσθαι, τὰ δὲ ἴδια μὴ προσορᾶσθαι.
τούτῳ τῷ λόγῳ χρήσαιτο ἄν τις πρὸς ἄνδρα πολυπράγμονα, ὃς ἐν τοῖς ἑαυτοῦ πράγμασι τυφλώττων τῶν μηδὲν προσηκόντων κήδεται.

230. ΠΑΙΣ ΛΟΥΟΜΕΝΟΣ
[230.1] παῖς ποτε λουόμενος ἔν τινι ποταμῷ ἐκινδύνευσεν ἀποπνιγῆναι· ἰδὼν δέ τινα ὁδοιπόρον τοῦτον ἐπὶ βοήθειαν ἐφώνει. ὁ δὲ ἐμέμφετο τῷ παιδὶ ὡς τολμηρῷ. τὸ δὲ μειράκιον εἶπε πρὸς αὐτόν· «ἀλλὰ νῦν μοι βοήθει, ὕστερον δὲ σωθέντι μέμφου».
ὁ λόγος εἴρηται πρὸς τοὺς ἀφορμὴν καθ᾽ ἑαυτῶν διδόντας †ἀδικεῖσθαι.

***
226. Ο βοσκός που έκανε φάρσες.
[226.1] Ήταν ένας βοσκός που συνήθως σαλαγούσε το κοπάδι του έξω από το χωριό και το πήγαινε κάπου πιο μακριά. Αυτουνού, που λέτε, του άρεσε να διασκεδάζει ολοένα με το εξής χωρατό. Έβαζε τις φωνές στους συγχωριανούς του να τρέξουν σε βοήθεια, με το πρόσχημα ότι τάχα είχαν επιτεθεί λύκοι στο κοπάδι του. Τούτο συνέβη δυο και τρεις φορές — οι χωριανοί σήμαιναν συναγερμό και ορμούσαν έξω από το χωριό, και μετά βέβαια τον άφηναν και επέστρεφαν γελώντας. Ώσπου στο τέλος ήρθε η μοιραία ώρα και ο λύκος έπεσε στα αλήθεια πάνω στο κοπάδι του χωρατατζή. Καθώς το θηρίο κατασπάραζε τα ζωντανά του, ο βοσκός έβαλε τις φωνές κράζοντας βοήθεια. Έλα όμως που οι άλλοι νόμισαν ότι τους έκανε πάλι φάρσα, κατά τη συνήθειά του, και συνεπώς δεν έδωσαν ιδιαίτερη σημασία. Καταλαβαίνετε λοιπόν τί συνέβη: ο χιουμορίστας βοσκός έχασε όλα τα πρόβατά του.
Το δίδαγμα του μύθου: Ο ψεύτης ένα μόνο κέρδος βγάζει — να μην τον πιστεύει ο κόσμος ούτε όταν λέει αλήθεια.

227. Οι ταξιδιώτες και ο κόρακας.
[227.1] Μια φορά κάτι άνθρωποι ταξίδευαν για δουλειές, όταν ξάφνου απάντησαν στον δρόμο τους κάποιο κοράκι με το ένα του μάτι βγαλμένο. Τούτο, βέβαια, τους κίνησε την προσοχή, και μάλιστα ένας τους πρότεινε να γυρίσουν πίσω — αυτό, βλέπετε, θεωρείται πως σημαίνει ο συγκεκριμένος οιωνός. Κάποιος άλλος όμως σάρκασε: «Σιγά και μην είναι σε θέση τούτο το συφοριασμένο να προμαντέψει το δικό μας μέλλον. Αν είναι έτσι, γιατί δεν προέβλεψε το δικό του στράβωμα, ώστε να το γλιτώσει;».
Έτσι συμβαίνει και με τους ανθρώπους: Όποιος είναι απερίσκεπτος στις δικές του υποθέσεις δεν είναι κατάλληλος να δίνει συμβουλές ούτε στους άλλους.

228. Ο Προμηθέας και το ανθρώπινο γένος.
[228.1] Μια φορά και έναν καιρό ο Προμηθέας, με εντολή του Δία, δημιούργησε τους ανθρώπους και τα ζώα. Εκ των υστέρων, που λέτε, ο Δίας διαπίστωσε ότι τα άλογα ζώα είχαν βγει πολύ περισσότερα. Γι᾽ αυτό διέταξε τον Τιτάνα να ξεπαστρέψει μερικά θηρία και να μεταπλάσει το υλικό τους σε ανθρώπους. Ο Προμηθέας φυσικά υπάκουσε στη διαταγή. Κοιτάξτε λοιπόν ποιό ήταν το αποτέλεσμα: Όσοι κατασκευάστηκαν από αυτά τα πλάσματα έχουν ανθρώπινη μορφή, αλλά η ψυχή τους είναι ψυχή θηρίου.
Τούτος ο μύθος ταιριάζει για άνθρωπο άγριο και ανήμερο σαν θεριό.

229. Τα δύο δισάκια.
[229.1] Μια φορά και έναν καιρό ο Προμηθέας δημιούργησε την ανθρωπότητα. Πάνω σε κάθε άνθρωπο, που λέτε, κρέμασε δύο δισάκια: το ένα περιείχε τα ελαττώματα των άλλων, το άλλο εκείνα του ίδιου του φορέα. Μόνο που ο Προμηθέας τοποθέτησε το σακούλι με τα ξένα κακά από τη μπροστινή μεριά, ενώ το άλλο το ανάρτησε από πίσω από την πλάτη μας. Καταλαβαίνετε λοιπόν το αποτέλεσμα: Κάθε άνθρωπος αντιλαμβάνεται τα μειονεκτήματα των άλλων από μίλια μακριά. Τα δικά του όμως δεν τα έχει μπροστά του για να τα δει.
Αυτόν τον μύθο ταιριάζει να τον απευθύνουμε σε άνθρωπο κουτσομπόλη και αδιάκριτο, ο οποίος δεν έχει μάτια για τις δικές του υποθέσεις, παρά κοιτάζει να ανακατώνεται σε όσα δεν τον αφορούν.

230. Το αγόρι που έκανε μπάνιο.
[230.1] Ήταν μια φορά ένα αγόρι που έκανε μπάνιο μέσα στο ποτάμι και κινδύνευσε να πνιγεί. Βλέποντας λοιπόν έναν περαστικό, του έβαλε φωνή: «Βοήθεια, βοήθεια!». Αμέσως ο διαβάτης άρχισε να κατσαδιάζει το παιδί για την παράτολμη πράξη του. Όμως ο μικρός έκραξε: «Βρε μπάρμπα, δώσε μου ένα χέρι τώρα, και μετά, άμα σωθώ, με μαλώνεις με την άνεσή σου».
Τούτος ο μύθος απευθύνεται σε όσους δίνουν από μόνοι τους αφορμή για κατάκριση.

Μη συμβιβάσεις τη μοναξιά σου με τίποτα λιγότερο από τον έρωτα

Πάει καιρός απο τη τελευταία σου σχέση. Κάθεσαι και μετράς τους μήνες.
Έκλεισες ένα χρόνο και κάτι μόνος σου.
Το αστείο είναι οτι το πρώτο καιρό, μετά απο αυτή,τη τελευταία σου σχέση, ήθελες να βρεις κάποιον.Θες απο αντίδραση,για να πείσεις τον εαυτό σου οτι το ξεπέρασε,θες γιατί πιστεύεις οτι έτσι θα το ξεπεράσεις,θες ακόμα γιατί απλά σου λείπει το να έχεις κάποιον στο πλάι σου; Ίσως-και το χειρότερο είναι αυτό-για να μπεις στο μάτι του πρώην ή της πρώην.

Δεν έχει σημασία. Σημασία έχει πως ξαφνικά διαπιστωνεις ότι έχεις καιρό να σκεφτείς το ενδεχόμενο μιας σχέσης. Νιώθεις καλά με τον εαυτό σου κι είσαι περήφανος γι’αυτό! Δεν είναι πλέον κάτι που σε αγχώνει και το αναζητάς.
Και όχι, δεν σκοπεύεις να μείνεις μόνος για την υπόλοιπη ζωή σου! Πως να το κάνουμε όμως, περνάς καλά!
Με τους φίλους σου,την οικογένεια σου,με τον εαυτό σου τον ίδιο. Τα βρήκες μαζί του και νιώθεις καλά. Νιώθεις πλήρης.

Δεν καταλαβαίνω γιατί το αίσθημα της πληρότητας μπορεί να πηγάζει μόνο μέσα απο μια σχέση…
Εξάλλου προσωπικά πιστεύω πως μια σχέση πρέπει να απαρτίζεται απο ανθρώπους ολόκληρους. Είναι λάθος να αναζητάς το άλλο σου μισο.
Το άλλο σου ολόκληρο να ψάχνεις! Έναν άνθρωπο που θα μπορεί χωρίς εσένα αλλά δεν θα θέλει.
Εκείνον που δεν ψάχνει απλά κάποιον να του γεμίσει τα κενά αλλά κάποιον να τον εμπνέει!
Ενώ λοιπόν εσύ είσαι στα καλύτερα σου και το απολαμβάνεις, θα έρθει κάποιος, που με ένα βλέμμα γεμάτο συμπόνια,θα σε ρωτήσει, γιατί είσαι ακόμα μόνος σου. Προφανώς αυτός ο άνθρωπος σε νοιάζεται αλλά ο τόνος στη φωνή και το βλέμμα του,σου λένε ότι κάτι δεν πάει καλά με`σενα… Γιατί δε σε ρωτάει, πως και δεν έχεις σύντροφο στη ζωή σου αυτή τη περίοδο;

Πάνω κάτω είναι η ίδια ερώτηση. Μπορεί και να μου πείτε στη διατύπωση θα κολλήσουμε;
Ναι, στη διατύπωση! Αυτή η μικρή διαφορά αλλάζει όλο το νόημα. Ο προσδιορισμός μόνος,δείχνει μια κατάσταση. Κάτι που εσύ ανέχεσαι παθητικά. Η ερωτηση πως και δεν έχεις σύντροφο, δείχνει επιλογή!
Γιατί ολοφάνερα είναι επιλογή σου. Επίσης αυτό δεν σημαίνει ότι είσαι φανατικός εργένης. Για να προχωρήσεις όμως ξανά σε μια σχέση και να παραχωρήσεις σε κάποιον άλλο τη μοναξιά σου, θέλεις να νιώσεις κάτι.

Αυτό το κατι που θα πεις, ναι τώρα αξίζει να μοιραστώ τη μοναξιά μου.
Και δεν είναι ότι δεν έχεις ευκαιρίες αλλά δεν έχεις συναντήσει, αυτό που πλέον ξέρεις ότι θέλεις.
Δεν έχεις φτιάξε το ιδανικό στο μυαλό σου και το κυνηγάς, γιατί πολλοί θα βιαστούν να σε κατηγορήσουν, απλά δεν έχεις συναντήσει ακόμα τα μάτια που θα σε κεντρίσουν. Το χαμόγελο που θα σε παρακινούσε να κάνεις τα πάντα για να το προκαλείς.
Αυτό θες και δεν έχεις σκοπό να συμβιβαστείς! Γιατί να συμβιβαστείς άλλωστε. Ποιος σε πιέζει και τι.
Η κοινωνία που αν φτάσεις τα τριάντα και δεν έχεις παντρευτεί, σου περνάει πως πρέπει να βιαστείς; Βγες τότε λοιπόν.

Ξαμολήσου να βρεις την τέλεια νύφη ή τον τέλειο γαμπρό.
Αν ο έρωτας περάσει κι εκτίμηση δεν υπάρχει, μην στεναχωριέσαι, υπάρχουν και οι παράλληλες σχέσεις.
Μήπως θα σε πιέσουν οι φίλοι κι οι γνωστοί που θέλουν να σε δουν ευτυχισμένο; Γιατί είμαι δυστυχισμένος και δεν το ξέρω;
Σε μια σχέση με κάποιον, λιγότερο απο αυτό που,ας πουμε, έχεις φανταστεί θα σε κάνει λιγότερο δυστυχισμενο;
Όλα αυτά σου τριβελίζουν το μυαλό και θέλοντας και μη, θα μπεις κι εσύ στο τρυπάκι.Θα ψαχτείς σε σχέσεις εφήμερες, θα συμβιβαστείς με εκείνες που δεν βγάζουν πουθενά. Τελικά θα καταλήξεις εκεί απ’όπου ξεκίνησες.
Θες απλά να ερωτευτείς…

Μη συμβιβαστείς με τίποτα λιγότερο απ’τον έρωτα!

O ψυχαναγκασμός πηγάζει από συναισθηματικό κενό

Ψυχαναγκασμοί. Από πού πηγάζουν; Ποιος τους δημιουργεί και τι μας προκαλούν; Περίεργη λέξη, περίεργα και τα συμπτώματα. Λίγο πολύ όλοι μας έχουμε κάποιου είδους ψυχαναγκασμό. Ίσως είναι κάτι απλό, ίσως κάτι πιο σύνθετο. Είναι αυτή η ιδέα, η επιθυμία να κάνουμε κάτι, να πραγματοποιηθεί κάτι με το δικό μας τρόπο σε καθημερινή βάση. Για να το προσαρμόσουμε και λίγο πιο επιστημονικά, ο ψυχαναγκασμός ανήκει στις αγχώδεις διαταραχές και χαρακτηρίζεται από την παρουσία ιδεοληψιών ή έμμονων ιδεών.

Το άτομο που εμφανίζει συμπτώματα ψυχαναγκασμού ουσιαστικά διακατέχεται από την ιδέα ότι πρέπει να κάνει κάτι άμεσα, γρήγορα, ότι αν δε γίνει αυτό που επιθυμεί ακριβώς όπως το έχει σχεδιάσει στο μυαλό του ή όπως νομίζει ότι είναι το ορθό, κυριεύεται από άγχος και δεν μπορεί να λειτουργήσει. Ο ψυχαναγκασμός μας οδηγεί στην πραγματοποίηση κινήσεων και πράξεων, οι οποίες αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητάς μας πλέον και επιβάλλουμε στον εαυτό μας να τις πραγματοποιήσει, διαφορετικά νιώθουμε ότι είμαστε έξω από τα νερά μας. Ότι κάτι δεν ταιριάζει, κάτι λείπει. Δημιουργείται ένα κενό, ένα αίσθημα ανικανοποίητου, και μόνο όταν προβούμε στις ενέργειες που θέλαμε, το άγχος αρχίζει να καταλαγιάζει.

Φυσικά, όλα αυτά δεν είναι τόσο τρομακτικά, όσο μπορούμε να τα έχουμε υπό έλεγχο και να μη μας επηρεάζουν. Στις περισσότερες περιπτώσεις, ο ψυχαναγκασμός δεν είναι ανησυχητικός κι απλώς συνδυάζεται με την ιδιοσυγκρασία και την καθημερινότητα κάθε ατόμου. Συχνά είδη ψυχαναγκασμού είναι το τελετουργικό πλύσιμο των χεριών κάθε φορά που θα αγγίξουμε κάτι για να αποφύγουμε τα μικρόβια, το κλείδωμα της πόρτας και ο επανέλεγχος αυτού, το κλείσιμο των ηλεκτρικών συσκευών και η ταξινόμηση με συγκεκριμένο τρόπο.

Όλοι μας βιώνουμε στην καθημερινότητά μας τέτοιου είδους ψυχαναγκασμούς κι αυτό πηγάζει από τα συναισθηματικά κενά που βιώνουμε. Όταν νιώθουμε ανασφάλεια για τον εαυτό μας σε οποιοδήποτε τομέα ή αν μας κατακλύζουν συναισθήματα θλίψης, στενοχώριας, δεν υπάρχει ισορροπία στον ψυχικό και συναισθηματικό μας κόσμο. Αυτό αυτόματα δίνει τα δικά του σήματα στον εγκέφαλο με αποτέλεσμα να εξωτερικεύεται τελικά με κινήσεις ανούσιες και πράξεις επαναλαμβανόμενες κι ανώφελες, που εκφράζουν το άγχος μας.

Σε κάθε περίπτωση όσο πιο πλήρεις αισθανόμαστε και πιο συναισθηματικά ικανοποιημένοι, αποφεύγουμε να αναλωνόμαστε σε ψυχαναγκαστικές κινήσεις οι οποίες μας προκαλούν άγχος και στρες. Τα προβλήματα δυστυχώς στον επαγγελματικό τομέα, στις διαπροσωπικές μας σχέσεις και η προσπάθεια μου καταβάλουμε για την αντιμετώπιση τους, τελικώς οδηγούν στη δημιουργία συναισθηματικών κενών και σε έναν πλήρη αποσυντονισμό του εαυτού μας.

Το ζητούμενο στην παρούσα φάση και σε τέτοιες περιπτώσεις, είναι ο ψυχαναγκασμός που εκδηλώνουμε να μην έχει ακραία συμπτώματα. Γιατί όταν ξεφύγει από τον έλεγχο μας οδηγεί τις περισσότερες φορές σε κατάθλιψη και συναισθηματικά προβλήματα που αντιμετωπίζονται δύσκολα. Στην ήπια μορφή του, αυτήν που εμφανίζεται σχεδόν σε όλους μας, και που προκαλείται από την ανισορροπία του ψυχικού μας κόσμου, είναι ακίνδυνος. Παραμένει στη ζωή μας χωρίς να μας επηρεάζει σημαντικά, απλώς μας «πονοκεφαλιάζει» λίγο.

Το μυστικό σίγουρα είναι η συναισθηματική πληρότητα και γαλήνη. Ο μικρόκοσμος μας να αποτελείται από ανθρώπους που μας αγαπούν πραγματικά και μας γεμίζουν. Να εξωτερικεύουμε την ενέργεια μας σε καθετί που μας κάνει χαρούμενους κι ευτυχισμένους. Να παίρνουμε και να δίνουμε αγάπη. Να αποφεύγουμε καταστάσεις τοξικές. Όταν φύγει το συναισθηματικό κενό, είμαστε ισορροπημένα άτομα. Γι’ αυτό πρέπει να αγαπάμε τον εαυτό μας και να μην αφήνουμε κανένα να μας υποτιμά και να μας πληγώνει.

Γήρας αμήχανο

Η γενιά των γονιών μας γέρασε, και γερνά ακόμα, ξαφνιασμένη από τη μοναξιά, για την οποία δεν είχε προετοιμαστεί καταλλήλως.

 
Κι όμως, ήταν εκείνη που αγωνίστηκε πολύ για την αξιοπρεπή καθημερινότητα της πυρηνικής οικογένειας, για την ανεξαρτησία της από τα μεγάλα σόγια, από τους πατριάρχες και τις βασιλομήτορες που είχαν λόγο σε όλα κι ανακατεύονταν στη μοίρα και την καθημερινότητα των νέων ζευγαριών.
 
Η γενιά των γονιών μας χώρισε τα τσανάκια της όσο μπόρεσε, έδωσε τη μάχη της, πλήρωσε χρυσά τα τριάρια και τα δυάρια της ελευθερίας της κι όταν τα χρόνια πέρασαν, άρχισε να νοσταλγεί τα σπίτια του χωριού με τις προσθήκες και τα πανoπτικά που θα τους επέτρεπαν, αφού πια είχαν γεράσει, να έχουν εκείνοι την εποπτεία ή, έστω, τη θέα των κατιόντων. Αλλά είναι αργά πια να γκρεμιστούν οι τοίχοι και να ξαναχτιστεί η οικογένεια, να ξαναδεθεί με όλα τα δεσμά που μάτωσε να αποτινάξει.
 
Βέβαια, υπάρχουν πάντα μερικοί που δεν χρειάστηκε να περάσουν τέτοιες δοκιμασίες. Από παιδιά βολεύτηκαν εύκολα στις καταστάσεις που τους έλαχαν, θα έλεγε μάλιστα κανείς, κρίνοντας από την οικοδομική δραστηριότητα των προαστίων, πως υπάρχει ειδική μεσογειακή ευκολία στην προσαρμογή των μελών της οικογένειας στον σύγχρονο γενικό οικοδομικό κανονισμό με τα πανταχόθεν ελεύθερα οροφοδιαμερίσματα εσωτερικής γενεακής εξάρτησης, αλλά δεν παύουν να είναι λίγοι.
 
Ισως υπήρξαν οι πιο προνοητικοί, αυτοί που ήξεραν το μέτρο, ζύγισαν τις κερδισμένες αποστάσεις και τη χαμένη επιτήρηση και βρήκαν τη χρυσή τομή ή έστω κάτι που της μοιάζει. Οι πιο πολλοί πέρασαν το μεγάλο ξάφνιασμα, πώς ερημώνει έτσι το σπίτι όταν μεγαλώνουν τα παιδιά κι αργούν να κάνουν εγγόνια, πώς να τα προσελκύσεις πίσω, τι να μαγειρέψεις, πώς να καλλιεργήσεις την ανάγκη που ήδη ξεπεράστηκε. Δύσκολα ζητήματα για γέρους ανθρώπους, συχνά αναπάντητα για όποιον δεν προνόησε από νωρίς να τα λύσει.
 
Καθώς γερνούν οι άνθρωποι που θυμούνται ακόμα κάποιον παππού τους να περιλαμβάνεται στο τοπίο του πατρικού σπιτιού, παραξενεύονται που δεν υπάρχει γύρω τους κόσμος, που δεν έχουν τη θέση εκείνου.
 
Η δική μας γενιά, που μεγάλωσε χωρίς πολύ κόσμο γύρω της, στην εξασφαλισμένη ανεξαρτησία της πυρηνικής οικογένειας, θα πρέπει να επινοήσει κάτι πρωτότυπο για τα γεράματά της, έναν καινούργιο τρόπο ζωής. Μόνο που οι πρωτοτυπίες ταιριάζουν στη νεότητα, κι εκεί θα ξανασυναντήσει την αμηχανία.

Καρτέσιος: η κορυφαία μορφή του ορθολογισμού

Ο Ρενέ Ντεκάρτ ή Καρτέσιος (René Descartes) γεννήθηκε στις 31 Μαρτίου του 1596 στην μικρή πόλη La Haye en Touraine της Γαλλίας. Ήταν φιλόσοφος, μαθηματικός και επιστήμονας φυσικών επιστημών. Θεωρείται σταθμός στην ιστορία της φιλοσοφίας, καθώς φέρεται ως δάσκαλος και ταυτόχρονα θύμα του Διαφωτισμού. Αναφέρεται συχνά ως εκείνος που συνέλαβε την πιο ακραία μορφή σκεπτικισμού.

Ο Ρενέ Ντεκάρτ έφερε τις θεωρίες του στον κόσμο, αλλάζοντας την πορεία της φιλοσοφίας και των επιστημών. Από τον ίδιο, έχουμε να θυμόμαστε το περίφημο “σκέφτομαι άρα υπάρχω”. Από την ύπαρξη και άλλων φιλοσόφων της εποχής, αρχίσαμε να σκεφτόμαστε διαφορετικά τη σύντομη “επίσκεψή” μας σε αυτόν τον κόσμο.
 
Προσπάθησε και κατόρθωσε να απεγκλωβίσει τη φιλοσοφία από τον σχολαστικισμό, να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη στις νοητικές δυνάμεις του ανθρώπου και να απελευθερώσει το ανθρώπινο πνεύμα από την αυθεντία του παρελθόντος.
 
Υπήρξε μια από τις σημαντικότερες μορφές του ηπειρωτικού-ευρωπαϊκού ορθολογισμού. Οι ιδέες του, όμως, έγιναν στόχος του εμπειρισμού που επικράτησε μακροπρόθεσμα. Αλλά και οι βασικές ιδέες του λειτούργησαν σε πείσμα των προθέσεών του. Θέτοντας τα όρια μεταξύ πνευματικού και υλικού κόσμου και αντιμετωπίζοντάς τον ως επαρκές και αυτόνομο αντικείμενο μελέτης, βοήθησε στην επικράτηση του υλισμού έναντι της πνευματοκρατίας.
 
Υλιστές του 18ου αιώνα όπως ο Ντήτριχ Χόλμπαχ (Dietriech von Holbach, 1723-89) και ο εγκυκλοπαιδιστής Ντενί Ντιντερό, χρησιμοποίησαν τη γεωμετρική αντίληψη του Θεού που αποσύρεται μετά τη δημιουργία. Συνδυάζοντας την άποψή του με τη μηχανιστική ερμηνεία του ζωικού βασιλείου, προώθησαν την υλιστική θεώρηση του κόσμου.
 
O Καρτέσιος – ή Renatus Cartesius, στην λατινική απόδοση τον ονόματος του, πράγμα που συνηθιζόταν στον Μεσαίωνα και την Αναγέννηση, οπότε τα λατινικά ήταν η διεθνής γλώσσα των λογίων – γεννήθηκε το 1596 σε μια μικρή πόλη της κεντροδυτικής Γαλλίας.
 
O Καρτέσιος, του οποίου η συμβολή στα μαθηματικά υπήρξε άκρως σημαντική θεωρείται ως ο πατέρας της νεότερης φιλοσοφίας, μια και ήταν εκείνος που πέτυχε να απελευθερώσει τον στοχασμό από τον σχολαστικισμό, τη διδασκαλία που επί αιώνες διαμορφώθηκε στις σχολές των πανεπιστημίων της δυτικής Ευρώπης και κρατούσε δέσμια την εξέλιξη της γνώσης.
 
Σε αντίθεση, δηλαδή, προς τη διδασκαλία του σχολαστικισμού, σύμφωνα με την οποία η γνώση, για να είναι έγκυρη, θα έπρεπε να συνάδει προς την πίστη στον θεό και τις θεωρίες τον Αριστοτέλη, ο Καρτέσιος υποστήριξε ότι ο άνθρωπος όφειλε, για να βρει την αλήθεια, να βασιστεί αποκλειστικά στις δυνάμεις του νου.
 
Προς τούτο, κατά τον Καρτέσιο, έπρεπε να απαλλαγεί κανείς από κάθε προκατάληψη, από κάθε συμπέρασμα που στηρίζεται σε θεωρίες και αντιλήψεις άλλων, όσο αξιόλογοι κι αν συμβαίνει να είναι αυτοί, και να μην διακατέχεται από τη βιασύνη να φτάσει άρον-άρον στην αλήθεια, αλλά υπομονετικά και συστηματικά να ελέγχει το κάθε βήμα του προς τη γνώση χωρίς να αφήνει κενά, να κάνει παλινδρομήσεις και να προβαίνει σε περιττές συλλήψεις ή εκδοχές, και να μην δέχεται τίποτε σαν σωστό, αν δεν διαπιστώσει ότι, τελικά, αυτό παρουσιάζεται στον νου με τόση σαφήνεια και ευκρίνεια, ώστε να είναι αδύνατον να το αμφισβητήσει οποιοσδήποτε.
 
O Καρτέσιος, θέλοντας να βρει μια τέτοια πέραν πάσης αμφιβολίας αλήθεια, πάνω στην οποία θα μπορούσε στη συνέχεια να θεμελιώσει με ασφάλεια τη διδασκαλία του, αποφάσισε να ακολουθήσει την τακτική των οπαδών του σκεπτικισμού : να αμφισβητεί, δηλαδή, όπως εκείνοι, το καθετί. Ναι, λέει ο Καρτέσιος, μπορώ, πράγματι, να αμφιβάλλω για όλα. Για να αμφιβάλλω, όμως, σχετικά με κάτι, θα πρέπει να έχω βάλει το μυαλό μου να σκεφτεί ότι αυτό που μου προβάλλεται έτσι ενδέχεται να είναι κι αλλιώς, γιατί, διαφορετικά, αν ήμουν ένας παθητικός δέκτης, ένα υποκείμενο που δεν σκέφτεται, θα υιοθετούσα χωρίς καμιά διάθεση αντίστασης εκείνο που προβάλλεται σαν πραγματικό. Κατά συνέπεια, η δυνατότητα μου να αμφιβάλλω υποδηλώνει το γεγονός ότι σκέφτομαι, το οποίο, με τη σειρά του, συνεπάγεται κατ’ ανάγκην το γεγονός ότι υπάρχω. Γιατί, πώς θα μπορούσα να αμφιβάλλω, αν δεν υπήρχα; Σκέφτομαι, άρα υπάρχω.
 
Αυτή είναι η προφανής αλήθεια, κατά τον Καρτέσιο, που ουδείς έχει τη  δυνατότητα  να αμφισβητήσει. Έτσι ο Καρτέσιος μεταχειρίζεται μεν, όπως οι οπαδοί του σκεπτικισμού, την αμφιβολία, με διαφορετικό, όμως, σκοπό από αυτούς. Αντί για τη στείρα άρνηση, στην οποία στοχεύουν οι οπαδοί του σκεπτικισμού, ο Καρτέσιος επιχείρησε μέσω της αμφιβολίας να κατοχυρώσει μια πέραν πάσης αμφισβήτησης αλήθεια, την βεβαιότητα για την ύπαρξη του εαυτού του.
 
Έχοντας, λοιπόν, εξασφαλίσει τη βεβαιότητα της ύπαρξης του εαυτού του ο Καρτέσιος προχωρεί στη συνέχεια στην ανατροπή της αμφιβολίας για τα πράγματα γύρω του. Οτιδήποτε παρατηρούμε στον κόσμο, το αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις μας, οι οποίες είναι γεγονός ότι μας εξαπατούν. Για παράδειγμα, μια ράβδος μισοβυθισμένη σε ένα δοχείο με νερό έχομε την εντύπωση πως πρόκειται για μία λυγισμένη ράβδο, ενώ είναι ίσια.
 
Επειδή η σύνεση απαιτεί να μην εμπιστεύεται κανείς εκείνους που τον εξαπατούν, ο Καρτέσιος, ως εχέφρων άνθρωπος που ήθελε να λογίζεται, υπέθεσε ότι όλα όσα παρατηρεί γύρω του μπορεί, επειδή τα συλλαμβάνει μέσω των αισθήσεων, να είναι απατηλά. Το χειρότερο δε, υποστήριξε, είναι να πιστεύει ότι όσα του προσφέρουν οι αισθήσεις είναι όπως υπάρχουν στην πραγματικότητα – σαν να υπήρχε μέσα του ένας κακόβουλος δαίμονας που ήθελε να τον παραπλανά.
 
Μοναδική ελπίδα του για να αντιμετωπίσει τον κακόβουλο αυτόν δαίμονα δεν θα μπορούσε να είναι παρά κάποιος με μεγαλύτερη δύναμη από τον ίδιο, ήγουν ο Θεός, ο οποίος, ένεκα της άπειρης καλοσύνης που διαθέτει, δεν θα ήταν διατεθειμένος να τον αφήνει να ζει σε μια ολοκληρωτική πλάνη.
 
Το ζήτημα, βέβαια, είναι αν υπάρχει πράγματι ο Θεός. O Καρτέσιος, ακολουθώντας την αρχή που ο ίδιος έβαλε σαν κανόνα στη ζωή του, να μην υιοθετεί, δηλαδή, τίποτε αν δεν το έχει ερευνήσει ο ίδιος έτσι, που να του παρουσιάζεται τόσο ολοφάνερο στον νου, ώστε να μην μπορεί να το αμφισβητήσει κανείς, ήταν επόμενο να μην συναινέσει στην άποψη ότι ο Θεός υπάρχει μόνο και μόνο επειδή μια τέτοια πεποίθηση του παραδόθηκε, αλλά να αποδεχθεί την ύπαρξη^ του Θεού εφόσον μπορούσε να την αποδείξει. Προσπάθησε, λοιπόν, να σκεφτεί ένα επιχείρημα για την ύπαρξη του Θεού, το οποίο, κατά τη γνώμη του, δεν θα άφηνε κανένα περιθώριο αμφισβήτησης. Και πιο ήταν αυτό;
 
Μέσα στη ψυχή μας, παρατήρησε ο Καρτέσιος, μεταξύ των ιδεών και των εννοιών υπάρχουν και ορισμένες που δεν τις σχηματίσαμε μόνοι μας – σε αντίθεση, ας πούμε, με την ιδέα του κόκκινου χρώματος, που την αποκτήσαμε κοιτώντας διαφορά κόκκινα αντικείμενα – αλλά υπήρχαν εξαρχής μέσα μας, πριν από τη γέννηση μας, είναι, δηλαδή, έμφυτες, όπως η ιδέα της τελειότητας, την οποία εμείς, ως πεπερασμένα και ατελή πλάσματα, δεν θα μπορούσαμε να την έχομε σχηματίσει.
 
H ιδέα της τελειότητας θα πρέπει να έχει εμφυτευτεί μέσα μας από κάποιο τέλειο ον. Και ως τέλειο ον ορίζεται ο Θεός, Ακόμη και τον άθεο, αν τον ρωτήσεις τι σημαίνει η λέξη «Θεός”, θα σου πει ότι είναι ένα τέλειο ον, το οποίο, απλώς, ο ίδιος θεωρεί οτι δεν υπάρχει στην πραγματικότητα. Έτσι, όμως, ο άθεος φαίνεται να αντιφάσκει. Γιατί, κατά τον Καρτέσιο, τέλειο είναι ένα ον που δεν του λείπει τίποτε. Έτσι, ο Θεός, ως τέλειο ον, θα πρέπει να διαθέτει και άπειρη καλοσύνη και παντοδυναμία και τέλεια σοφία και … και… και ύπαρξη. Γιατί αν ο Θεός δεν υπήρχε, θα ήταν ένα τέλειο ον το οποίο δεν είναι τέλειο, πράγμα αντιφατικό και, ως εκ τούτου, αδύνατον υποστηριχθεί πουθενά και ποτέ.
 
Όπως, δηλαδή, δεν μπορεί, επειδή είναι αντιφατικό, να υπάρξει πουθενά και ποτέ ένα τρίγωνο που δεν έχει τρεις γωνίες, έτσι δεν μπορεί να υποστηριχθεί πουθενά και ποτέ ότι ο Θεός δεν υπάρχει, αφού ένας τέτοιος ισχυρισμός θα ισοδυναμούσε με το να προβεί κανείς στην αντιφατική διατύπωση ότι ένα τέλειο ον δεν είναι τέλειο. Άρα, ο Θεός υπάρχει κατ' ανάγκην.
 
Έτσι, κατά τον Καρτέσιο, από τη στιγμή που είμαστε υποχρεωμένοι να δεχτούμε ότι ο Θεός υπάρχει, έχομε κάθε δικαίωμα να υποθέτομε ότι, όσο κι αν ο κακόβουλος δαίμονας μέσα μας θέλει να μας εξαπατά, δεν είμαστε καταδικασμένοι να ζούμε μέσα σε ολοκληρωτική πλάνη.
 
O Θεός, ο οποίος, ως εκ της παντοδυναμίας του, έχει την ικανότητα να επιβληθεί στον κακόβουλο δαίμονα και να περιορίσει τη δράση τον, δεν θα ήθελε ποτέ, ένεκα της άπειρης καλοσύνης του, να πλανιόμαστε σε κάθε περίπτωση. Τούτο απλά σημαίνει ότι δεν μπορεί όλες οι παραστάσεις που μας προσφέρουν οι αισθήσεις για τα πράγματα γύρω μας να είναι απατηλές. Το ζητούμενο, βέβαια, είναι ποιες από ης παραστάσεις των αισθήσεων μας είναι απατηλές και ποιες ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Αυτό είναι ένα ζήτημα που καλείται ο καθένας μας να το ξεδιαλύνει, να κρίνει, δηλαδή, μόνος τον ποιες από τις παραστάσεις των αισθήσεων του είναι απατηλές και ποιες αντιστοιχούν στην πραγματικότητα.
 
O Καρτέσιος, απλώς, υποδεικνύει στον καθένα μας ποια είναι τα κριτήρια που θα πρέπει να χρησιμοποιήσει, για να διακρίνει τις μεν από ης δε. Και τα κριτήρια της αλήθειας δεν είναι άλλα από τη σαφήνεια και την ευκρίνεια.
 
Αν, για παράδειγμα, βλέποντας μια σκιά μέσα στο μισοσκόταδο υποθέσω ότι είναι άνθρωπος, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για ένα καλόγερο των ρούχων, η αιτία της πλάνης μου είναι πως δεν μπορώ να δω σαφώς και ευκρινώς. Από τη στιγμή, όμως, που θα ανάψω το φως και η εικόνα που βλέπω θα αποκτήσει σαφήνεια και ευκρίνεια, μπορώ βάσιμα να ισχυριστώ ότι υπάρχει απέναντι μου ένας καλόγερος ρούχων, και όχι ένας άνθρωπος.
 
Αυτή, λοιπόν, σε γενικές γραμμές, είναι η θεωρία τον Καρτέσιου για την πραγματικότητα, στην οποία διέκρινε τρεις κατηγορίες όντων: τον Θεό που, ως άυλος  είναι καθαρό πνεύμα, τον κόσμο των ανόργανων σωμάτων, των φυτών και των ζώων, τα οποία συνίστανται σε σώματα, και τους ανθρώπους, που συντίθενται από σώμα και από ψυχή.
 
O Καρτέσιος διέκρινε ριζικά τους ανθρώπους από τα ζώα θεωρώντας ότι τα τελευταία αυτά είναι όπως οι μηχανές –  σώματα, δηλαδή, που επιτελούν ορισμένες λειτουργίες, όπως η αναπνοή, η κυκλοφορία τον αίματος, η θρέψη κ.τ.λ, χάρη στις οποίες συντηρούνται αυτά στη ζωή – χωρίς τη δυνατότητα να έχουν σκέψεις ή αισθήματα που δεν συνδέονται με το σώμα , σε αντίθεση με τους ανθρώπους, στους οποίους πίσω από το σώμα, τη μηχανή που επιτελεί τις απαραίτητες για να συντηρηθούν στη ζωή λειτουργίες, υπάρχει και η ψυχή, μια άυλη οντότητα, που συνιστά, σε τελευταία ανάλυση, και την ουσία τους.
 
Είναι γνώρισμα των μεγάλων φιλοσόφων, πέρα από την αναμφισβήτητη συμβολή τους στην εξέλιξη των ιδεών, οι θεωρίες των να αποτελούν αντικείμενο συζητήσεων, αντιπαραθέσεων και αμφισβήτησης. Έτσι, μπορεί μεν ο Καρτέσιος να θεωρείται ο πατέρας της νεότερης φιλοσοφίας, καθόσον με τη μέθοδο που υπέδειξε απεγκλώβισε τον στοχασμό από το δίχτυ της διδασκαλίας του σχολαστικισμού, παράλληλα, όμως, οι θεωρίες του, όπως εκείνες για την ύπαρξη έμφυτων ιδεών, για τη σχέση σώματος και ψυχής ή για την ύπαρξη του Θεού, δημιούργησαν έντονο προβληματισμό, συνεχίζοντας ως σήμερα να αποτελούν αφορμή για συζητήσεις και αντιπαραθέσεις και να κρατούν, έτσι, ζωντανή την παρουσία του στη μνήμη μας.
 
Τα τελευταία λόγια που ο Καρτέσιος πεθαίνοντας ψιθύρισε ήταν: «ψυχή μου πρέπει να φύγεις».
 
O σκεπτικισμός σαν συστηματική άρνηση της αλήθειας και της γνώσης εμφανίζεται στο πλαίσιο της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας με δυο μορφές: ως ακαδημαϊκός σκεπτικισμός, σύμφωνα με τον οποίο δεν υπάρχει αλήθεια και, ως εκ τούτου, είναι μάταιο να προσπαθεί κανείς να τη γνωρίσει και ως πυρρωνισμός, σύμφωνα με τον οποίο οποία άποψη κι αν υιοθετήσει κανείς, μπορεί να ανατραπεί από κάποια άλλη, η οποία, με τη σειρά της, μπορεί να ανατραπεί από κάποια άλλη άποψη και ούτω καθεξής στο διηνεκές. Έτσι ώστε, αν θα ήθελε κανείς να έχει την ησυχία του, το καλύτερο είναι να μπει μην στο παιχνίδι αυτό της αναζήτησης της αλήθειας, να επέχει.
 
Πέθανε στις 11 Φεβρουαρίου του 1650 στην Στοκχόλμη.
------------------
Αποφθέγματα Καρτέσιου: 
  • Γεννιόμαστε ελεύθεροι και έλλογοι, όχι όμως με την έννοια ότι εξαρχής ασκούμε αυτές τις δύο ιδιότητες: η ηλικία που φέρνει τη μία, φέρνει και την άλλη”. Με άλλα λόγια, “ο άνθρωπος γεννιέται, όπως αποδείχθηκε με το δικαίωμα της τέλειας ελευθερίας
  • Από όλα τα πράγματα, η ορθοφροσύνη είναι αυτή που είναι διανεμειμένη πιο ακριβοδίκαια, γιατί ο καθένας βρίσκει πως είναι τόσο καλά εφοδιασμένος με ορθοφροσύνη, ώστε κι εκείνοι ακόμα που ικανοποιούνται δυσκολότατα σε κάθε άλλο πράγμα, δεν έχουν τη συνήθεια να ποθούν περισσότερη απ’ όση έχουν.
  • Δεν αρκεί να έχει κανείς καλό μυαλό, το κυριότερο είναι να το χρησιμοποιεί καλά.
  • Οι μεγαλύτερες ψυχές είναι ικανές για τις μεγαλύτερες κακίες όσο και για τις μεγαλύτερες αρετές.
  • Εκείνοι που περπατούν πάρα πολύ σιγά μπορούν, αν ακολουθούν πάντα τον ίδιο δρόμο, να προχωρήσουν πολύ περισσότερο από εκείνους που τρέχουν, μα που απομακρύνονται από αυτόν.
  • Το να συναναστρέφεται κανείς ανθρώπους των περασμένων αιώνων είναι περίπου το ίδιο με το να ταξιδεύει.
  • Σαν ένας άνθρωπος που περπατεί μόνος και μέσα στο τρισκόταδο, αποφάσισα να πηγαίνω τόσο αργά και να χρησιμοποιώ σε όλα τόση περίσκεψη ώστε, κι αν ακόμα προχωρούσα πολύ λίγο, τουλάχιστον θα φυλαγόμουν καλά από τα πεσίματα.
  • Διαιρώ την καθεμιά από τις δυσκολίες που εξετάζω σε όσα τεμάχια είναι δυνατόν και χρειάζεται για να λυθεί καλύτερα.
  • Καθώς η ενέργεια της σκέψης, με την οποία πιστεύουμε κάτι, διαφέρει από εκείνη με την οποία γνωρίζουμε πως το πιστεύουμε, υπάρχουν συχνά η μία χωρίς την άλλη.
  • Σκέπτομαι, άρα υπάρχω. ~ Αρχές της Φιλοσοφίας (1644)  
    • Cogito, ergo sum.
  • Μπορώ να αμφιβάλλω για όλα τα πράγματα που με περιβάλλουν και για όλα όσα σκέφτομαι, Οι άνθρωποι συχνά σφάλλουν στους συλλογισμούς τους ακόμα και σε απλά θέματα και δεν υπάρχει λόγος να πιστεύω ότι οι αισθήσεις μου δεν με ξεγελούν ή ότι οι σκέψεις μου δεν είναι παρά σαν τα όνειρά μου όταν κοιμάμαι. Μπορώ να αμφιβάλλω λοιπόν για όλα όσα σκέφτομαι και πιστεύω, αλλά για ένα πράγμα σε καμία περίπτωση δεν μπορώ να αμφιβάλλω, δηλαδή για το ότι αμφιβάλλω.

Nα συνυπάρχεις με άτομα που σε βοηθούν να γίνεις καλύτερος άνθρωπος

Ο κάθε άνθρωπος ανάλογα με το περιβάλλον και τις συνθήκες στις οποίες έχει μεγαλώσει διαμορφώνει το χαρακτήρα του! Κάποιοι από αυτούς εμπνέουν σεβασμό ενώ ταυτόχρονα τους χαρακτηρίζει η ευγένεια και το ήθος!

Μια άλλη κατηγορία ανθρώπων , διακρίνεται από τον χειμαρρώδη χαρακτήρα τους, τους μη εκλεπτυσμένους τρόπους τους, οι οποίοι όμως εντάσσονται με μεγαλύτερη ευκολία στο κοινωνικό σύνολο λόγω του ότι φαίνονται πιο προσιτοί και λιγότερο σνομπ! Κάποιες φορές, προκαλούν φόβο με το δυναμισμό τους και κατά συνέπεια τον σεβασμό αφού με τον τρόπο τους δηλώνουν άμεσα ότι’’ δεν σηκώνουν και πολλά’’.

Τι γίνεται όμως όταν ένας άνθρωπος από πρώτη κατηγορία βρεθεί μόνος αντιμέτωπος σε μια συζήτηση που υπερτερεί ως προς την δεύτερη κατηγορία και το αντίστροφο;

Σαφώς θα βρίσκεται σε μειονεκτική θέση αν λάβουμε υπόψιν ότι είτε θα τον θεωρήσουν σνομπ και διανοούμενο είτε αναιδή και χειμαρρώδη και θα προκαλέσει άθελα του την αντιπάθεια! Για να αποφύγουμε αυτές τις δυσάρεστες συνέπειες πρέπει να κρατάμε ουδέτερη στάση στην όποια συζήτηση χωρίς να γινόμαστε απόμακροι και αντιπαθητικοί! Και θα θυμόμαστε ότι δεν υπάρχει καλύτερη απάντηση από την σιωπή όταν διαφωνούμε σε κάτι αφού το σίγουρο είναι ότι η συζήτηση θα παρεκτραπεί εις βάρος μας!

Σε κάθε περίπτωση πρέπει να συναναστρεφόμαστε με άτομα τα οποία μας βοηθούν να γινόμαστε καλύτεροι και με αυτό τον τρόπο να μπορέσουμε ανεβάσουμε το επίπεδο μας! Η συναναστροφή μας με άτομα τα όποια δεν ταιριάζουν στον χαρακτήρα μας μόνο κακό μπορούν να μας κάνουν αφού μας βγάζουν έναν «κακό εαυτό», ο οποίος βγαίνει ασυναίσθητα ως μια προσπάθεια άμυνας ώστε να προστατεύσουμε τον εαυτό μας από την δυσαρέσκεια την οποία έχουμε αισθανθεί.

Το κλειδί για την θεραπεία των ψυχολογικών τραυμάτων

Αποτέλεσμα εικόνας για Το κλειδί για την θεραπεία των ψυχολογικών τραυμάτωνΗ τοξική ντροπή και άλλοι συναισθηματικοί μηχανισμοί προσαρμογής από βαθιά τραύματα της παιδικής ηλικίας συχνά κάνουν τους ανθρώπους να αισθάνονται πως δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν τον πόνο που βίωσαν όταν ήταν μικρά και αθώα ανθρώπινα όντα. Η τραυματική κακοποίηση-είτε είναι σεξουαλική, φυσική ή συναισθηματική- προκαλεί μόνιμες αλλαγές στο νευρικό σύστημα και στη χημεία του εγκεφάλου. Δεν είναι περίεργο το ότι βρίσκουμε δύσκολο να αλλάξουμε την κοσμοθεωρία μας και να θεραπευτούμε. Υπάρχει ένας τρόπος για να το κάνουμε, αν και μπορεί να μην είναι όπως τον φαντάζεστε.

Όταν κάποιος βιώνει ένα τραύμα σε μικρή ηλικία, η φυσιολογική αναπτυξιακή διαδικασία αλλάζει πολύ. Τείνει να διαμερίζει και να αποθηκεύει τα συναισθήματα που νιώθει όταν είναι μικρός επειδή είναι πολύ επίπονα για να τα αποδεχτεί τη στιγμή που συμβαίνουν. Ενώ αυτό μπορεί να οδηγήσει σε όλων των ειδών προβλήματα αργότερα στη ζωή από φυσικές αρρώστιες έως ψυχολογικές δυσκολίες που απομακρύνουν το συναισθηματικό φορτίο είναι ένας μηχανισμός προσαρμογής. Είναι επίσης ένας καλός γιατί μας βοηθά να επιβιώσουμε.

Δυστυχώς, μέχρι να νιώσουμε, να συγχωρήσουμε και να ενσωματώσουμε το τραύμα θα προκαλέσει στη γνωστική και στη φυσιολογική λειτουργία του ατόμου μεγάλες δυσκολίες.

Τείνουμε να μην μπορούμε να επεξεργαστούμε συγκεκριμένες εμπειρίες όταν είμαστε μικροί, για το πως λειτουργεί ο κόσμος, γιατί κάποιοι άνθρωποι συμπεριφέρονται με τέτοιο τρόπο και αντίθετα επανερχόμαστε σε μια πρωτόγονη κωδικοποίηση. Μπορείτε να σκεφτείτε αυτή την κωδικοποίηση σε μορφή συμβόλων και φυσικών αισθήσεων ως στενογραφία για τον εγκέφαλο και για το σώμα.

Όταν αυτά τα σημάδια ενεργοποιούνται κάπως πολύ αργότερα, αφού έχει συμβεί το αρχικό τραύμα τα νιώθουμε στο σώμα ως άγχος, πονοκέφαλοι, ταχυπαλμίες, εφιάλτες και άλλες μορφές κωδικοποιημένης μνήμης.

Ενώ αυτές οι αναμνήσεις μένουν σε μη επεξεργασμένη, κωδικοποιημένη μορφή, πιθανώς να βιώσουμε ξαφνικά ενοχλητικά συναισθήματα, πανικό υψηλού επιπέδου και άγχος. Δεν γνωρίζουμε συνειδητά το γιατί αισθανόμαστε έτσι αλλά οι φυσικές αισθήσεις και οι συμβολισμοί στα όνειρα είναι πραγματικά και όχι ευχάριστα.

Τότε είναι που ίσως πρέπει να δράσουμε ενάντια σε αυτόν τον φυσικό και συναισθηματικό πόνο που νιώθουμε, όπου δεν καταλαβαίνουμε τις αντιδράσεις μας. Ίσως να απελευθερώσουμε οργή ή να φωνάξουμε ανεξέλεγκτα σε κάποιον αθώο γύρω μας ή να προκαλέσουμε ένα μικρό καβγά με έναν αγαπημένο μας. Νιώθουμε πως πρέπει να προστατεύσουμε αυτά τα πληγωμένα μέρη βιαίως, επειδή δεν είχαν θεραπευτεί ποτέ. Θα είναι σαν να ξανά-ανοίγουμε μια πληγή και να επιτρέπουμε στο αναβλύζων αίμα να ρεύσει προς τα έξω ξανά.

Αν και υπάρχει πιθανόν ένας μικρός αληθινός κίνδυνος, αισθανόμαστε κίνδυνο και επιθυμούμε να απομακρυνθούμε από τον πόνο- αλλά αυτό είναι ένα από τα παράδοξα του πόνου. Όσο προσπαθούμε να απομακρυνθούμε από αυτόν, εκείνος θα γίνεται δυνατότερος μέχρι να μπορέσουμε να αποδεχτούμε αυτό που μας συνέβη και να το δούμε στο λαμπερό φως της πλήρους συνείδησης, θα ελέγχει τις συναισθηματικές επαναλαμβανόμενες πράξεις μας στο παρόν. Αν παρατηρήσατε είπα επαναλαμβανόμενες πράξεις και όχι σκέτες πράξεις. Αυτό γιατί δεν αντιδρούμε στο τώρα όπως συμβαίνει αλλά μέσω των τραυμάτων του παρελθόντος.

Σε κάποιους ανθρώπους, το τραύμα που βίωσαν ήταν τόσο δριμύ που πραγματικά διαχωρίστηκαν από το σώμα τους. Νιώθουν παράλυτοι ή «ανύπαρκτοι» για να αντιμετωπίσουν τον πόνο. Αυτή η «παράλυση» μπορεί να είναι ένα αίσθημα αποκοπής από την αγάπη ή από την οικειότητα στις σχέσεις ή ένα διανοητικό «χώρισμα» για να μην είναι παρόντες στον πόνο που εμφανίζεται στην επιφάνεια. Άλλοι καταφεύγουν στα ναρκωτικά, στο αλκοόλ, στα ψώνια, στο σεξ, σε φυσικές δραστηριότητες ή στη δουλειά τους για να αγνοήσουν τον πόνο που κρύβεται κάτω από την επιφάνεια.

Ωστόσο, καμία από αυτές τις τακτικές δεν λειτουργούν. Μπορεί να παρέχουν μια προσωρινή ανακούφιση αλλά δεν επιτρέπουν στον πόνο να απελευθερωθεί και έτσι με τον καιρό, το σώμα μας καταρρέει, το μυαλό γίνεται αδύναμο και τελικά αρχίσουμε να ζούμε με τρόπους που δεν βγάζουν νόημα επειδή είναι αυτοκαταστροφικοί. Πρέπει ριζικά να αποδεχτούμε αυτόν τον πόνο προτού μας κυριεύσει.

Ο εγωισμός όπως και ο νους μας, μπορεί να μας εξαπατήσει. Μπορεί να χειραγωγήσει τα συναισθήματα μας. Μπορεί να μας πει ότι δουλεύουμε 60 ώρες την εβδομάδα ή ότι χρεώνουμε το 30ο ζευγάρι παπούτσια στην πιστωτική κάρτα επειδή «αξίζουμε να έχουμε ωραία πράγματα.» Ο εγωισμός μπορεί να μας πει ότι χρειαζόμαστε αλκοόλ και ναρκωτικά για να διασκεδάσουμε αλλά εγκαίρως το σώμα θα αποκαλύψει την αλήθεια που ο εγωισμός προσπαθεί να κρύψει.

Μπορούμε επίσης να καλύψουμε τα συμπτώματα του πόνου με φαρμακευτική αγωγή, ή με δίαιτες αλλά αυτά τα «κόλπα» επίσης θα αποτύχουν όσο δεν αποδεχόμαστε αυτό που μας συνέβη και θα εξυπηρετήσουν μόνο στο να ναρκώσουν τα συναισθήματα που δε θέλουμε να νιώθουμε.

Μέσα μας βρίσκεται αυτό το αθώο παιδί που περιμένει να είμαστε αρκετά δυνατοί, θαρραλέοι και συγχωρητικοί ώστε να αντιμετωπίσουμε όποιο τρομερό τραύμα υπομείναμε. Δε θα δεχτεί συμβιβασμούς ή δικαιολογίες αλλά περιμένει υπομονετικά την μέρα που θα είμαστε ξανά ελεύθεροι-να αγαπάμε χωρίς επιφυλάξεις και να ζούμε στην απόλυτη ελευθερία.

Μαθαίνουμε να παρατηρούμε όλες τις σκέψεις καθώς εμφανίζονται χωρίς να τις κρίνουμε. Δεν έχει σημασία αν είναι η κλασική πρακτική, ή η πνευματική- η μέθοδος είναι η ίδια. Επιτρέπουμε σε όλα τα συναισθήματα, στις φυσικές αισθήσεις, στις διανοητικές εικόνες ακόμα και στις μυρωδιές ή στα ψυχικά φαινόμενα να εμφανιστούν στην επιφάνεια και να χαθούν. Σε αυτή τη πρακτική μαθαίνουμε, με ένα βήμα τη φορά, να επιτρέπουμε σε όλα τα συναισθήματα μας να υπάρχουν χωρίς άρνηση.

Ίσως δεν θυμόμαστε τι ήταν αυτό ακριβώς που μας έκανε να μαζευτούμε στον εαυτό μας αλλά μπορούμε να νιώσουμε τον πόνο, ένα αίσθημα πανικού στη καρδιά ή να δούμε παράξενα πολύχρωμα φώτα να εμφανίζονται όταν συγκεκριμένες αναμνήσεις εγείρονται από τα σκοτεινά βάθη του υποσυνείδητου. Σιγά σιγά ο φόβος, ο θυμός, η θλίψη και το τραύμα αρχίζουν να «αφαιρούνται» από το σώμα μας καθώς επιτρέπουμε στον εαυτό μας να τα γνωρίσει. Περιέργως με το να επιτρέψουμε σε αυτούς τους φόβους και στους πόνους να υπάρχουν, τους απελευθερώνουμε. Όπως και ο ποιητής Rumi έγραψε κάποτε: «Η θεραπεία για τον πόνο είναι μέσα στον πόνο.»

Πώς θεραπεύουμε τον εαυτό μας από τα τραύματα του παρελθόντος που κάνουν την ζωή μας να βρίσκεται σε αδράνεια στο τώρα; Ριζικά αποδεχόμαστε τον πόνο. Με αυτόν τον τρόπο, αφήνει το σώμα, το μυαλό και την καρδιά μας και γινόμαστε ελεύθεροι.

Έμπνευση, εφαρμογή και διάδοση της τεχνολογίας στην κοινωνία

Η τεχνολογία αυτοτροφοδοτείται. Η τεχνολογία δημιουργεί πιο προωθημένη τεχνολογία, κι αυτό το διαπιστώνουμε αν ρίξουμε μια ματιά στην εξέλιξη των μεταρρυθμίσεων. Οι τεχνολογικές μεταρρυθμίσεις συντελούνται σε τρία στάδια, αλληλοσυνδεόμενα μέσα σε έναν αυτο-ενισχυόμενο κύκλο. Πρώτα έρχεται η δημιουργική, εφικτή έμπνευση. Δεύτερη, η πρακτική εφαρμογή της. Τρίτο, είναι το στάδιο της διάδοσής της στην κοινωνία.

Η διαδικασία ολοκληρώνεται, ο κύκλος κλείνει, όταν η εξάπλωση της τεχνολογίας που ενσωματώνει τη νέα ιδέα, με τη σειρά της, συμβάλλει στην παραγωγή νέων, δημιουργικών ιδεών. Σήμερα, υπάρχουν ασφαλείς ενδείξεις ότι ο χρόνος που παρεμβάλλεται ανάμεσα στα στάδια αυτού του κύκλου έχει συντομευτεί.

Συνεπώς, δεν είναι μια απλή αλήθεια ότι, όπως συχνά αναφέρεται, το 90% όλων των επιστημόνων που έζησαν στο παρελθόν είναι ακόμα ζωντανοί και νέες επιστημονικές εφευρέσεις επιτυγχάνονται καθημερινά. Αυτές οι νέες ιδέες υλοποιούνται πολύ ταχύτερα σήμερα απ’ ό,τι στο παρελθόν, καθώς ο χρόνος ανάμεσα στην αρχική σύλληψη και στην πρακτική χρήση έχει μειωθεί δραστικά. Πρόκειται για μια χτυπητή διαφορά ανάμεσα σε μας και τους προγόνους μας. Ο Απολλώνιος εκ Πέργης ανακάλυψε τις κωνικές τομές, αλλά χρειάστηκαν 2.000 χρόνια για να εφαρμοστούν στα προβλήματα μηχανικής. Πέρασαν, κυριολεκτικά, αιώνες, από την εποχή που ο Παράκελσος ανακάλυψε ότι ο αιθέρας μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σαν αναισθητικό, μέχρι την εποχή που άρχισε να χρησιμοποιείται γι’ αυτό το σκοπό.

Ακόμα και πιο πρόσφατα, υπάρχουν τα ίδια δείγματα καθυστέρησης. Το 1836 εφευρέθηκε μία μηχανή, που θέριζε, αλώνιζε, έδενε το άχυρο σε δεμάτια και έριχνε σπόρο σε σάκους. Αυτή η μηχανή βασιζόταν σε τεχνολογία τουλάχιστον είκοσι χρόνων παλαιότερη από εκείνης της εποχής. Εν τούτοις, αυτή η αλωνιστική μηχανή δε διοχετεύτηκε στην αγορά, παρά μόνο έναν αιώνα αργότερα, στη δεκαετία του ’30. Η πρώτη Αγγλική πατέντα γραφομηχανής κυκλοφόρησε το 1714, αλλά πέρασαν άλλα 150 χρόνια μέχρι οι γραφομηχανές να διατεθούν στο εμπόριο. Ένας ολόκληρος αιώνας μεσολάβησε από εποχή που ο Νίκολας Άπερτ ανακάλυψε τον τρόπο κονσερβοποίησης της τροφής, μέχρι η κονσερβοποίηση να καταστεί απαραίτητη στη βιομηχανία τροφίμων.

Σήμερα, τέτοιες καθυστερήσεις από την ιδέα μέχρι την υλοποίησή της είναι αδιανόητες. Κι αυτό δε σημαίνει ότι είμαστε πιο ανυπόμονοι ή λιγότερο νωθροί απ’τους προγόνους μας, αλλά ότι με την πάροδο του χρόνου έχουμε επινοήσει όλων των ειδών τα κοινωνικά εργαλεία για να επισπεύδουμε τις εξελίξεις. Έτσι, διαπιστώνουμε ότι ο χρόνος ανάμεσα στο πρώτο και το δεύτερο στάδιο του μεταποιητικού κύκλου —ανάμεσα στην ιδέα και την εφαρμογή- έχει μειωθεί δραστικά. Ο Φρανκ Λυν, για παράδειγμα, μελετώντας είκοσι, μείζονος  σημασίας, μεταρρυθμίσεις, όπως την ψύξη των τροφών, τα αντιβιοτικά, τα κλειστά κυκλώματα και το συνθετικό δέρμα, ανακάλυψε ότι από την αρχή αυτού του αιώνα, ο μέσος χρόνος που απαιτείται ώστε μια πολύ σημαντική εφεύρεση να πάρει χρήσιμη τεχνολογική μορφή, έχει μειωθεί κατά περισσότερο από 60%. Σήμερα, μια μεγάλη και επεκτεινόμενη βιομηχανία έρευνας και ανάπτυξης στοχεύει στην περαιτέρω μείωση αυτής της καθυστέρησης.

Αλλά αν απαιτείται λιγότερος χρόνος για να πλασαριστεί μια νέα ιδέα στην αγορά, απαιτείται επίσης λιγότερος χρόνος για να κατακτήσει την κοινωνία. Έτσι το μεσοδιάστημα ανάμεσα στο δεύτερο και το τρίτο στάδιο του κύκλου —ανάμεσα στην εφαρμογή και την εξάπλωση έχει, με τον ίδιο τρόπο, μειωθεί, και ο ρυθμός εξάπλωσης αυξάνεται με φανταστική ταχύτητα. Αυτό επιβεβαιώνεται από την ιστορία άφθονων συσκευών οικιακής χρήσης. Ο Ρόμπερτ Γιανγκ, στο Ερευνητικό Ινστιτούτο του Στράτφορντ, μελέτησε το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από την πρώτη εμπορική εμφάνιση μιας νέας -ηλεκτρικής συσκευής, μέχρι η κατασκευαστική εταιρεία να αγγίξει το ανώτερο σημείο παραγωγικότητας ως προς το συγκεκριμένο προϊόν.

Ο Γιανγκ. διαπίστωσε ότι για ένα σύνολο συσκευών που παρουσιάστηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες πριν από το 1920 – συμπεριλαμβανομένης και της ηλεκτρικής σκούπας, της ηλεκτρικής κουζίνας και του ψυγείου— το μέσο χρονικό διάστημα από την παρουσίαση μέχρι τη μέγιστη παραγωγή ήταν τριάντα τέσσερα χρόνια. Αλλά για ένα άλλο σύνολο, αποτελούμενο από την ηλεκτρική φριτέζα, την τηλεόραση και τον συνδυασμό πλυντηρίου-στεγνωτηρίου, που παρουσιάστηκε κατά την περίοδο 1939-1959, το χρονικό διάστημα ήταν μόνο οκτώ χρόνια. Η καθυστέρηση είχε μειωθεί περισσότερο από 76%. «Το μεταπολεμικό σύνολο συσκευών», δήλωσε ο Γιανγκ, «κατέδειξε χαρακτηριστικά τη ραγδαία επιταχυνόμενη φύση των σταδίων του σύγχρονου κύκλου».

Ο αυξανόμενος ρυθμός της εφεύρεσης, αξιοποίησης και εξάπλωσης με τη σειρά του, επιταχύνει το σύνολο του κύκλο , ακόμη περισσότερο. Διότι οι νέες μηχανές ή τεχνικές δεν απλώς ένα προϊόν, αλλά μια πηγή νέων, δημιουργικών ιδεών.

Κάθε καινούρια μηχανή ή τεχνική μεταβάλλει, κατά μία έννοια όλες τις υπάρχουσες μηχανές και τεχνικές, επιτρέποντάς μας να τις ενοποιήσουμε μέσα από νέους συνδυασμούς. Ο αριθμός των πιθανών συνδυασμών αυξάνεται γεωμετρικά καθώς ο αριθμός των νέων μηχανών ή μεθόδων αυξάνεται αριθμητικά. Πράγματι, ο κάθε νέος συνδυασμός μπορεί να θεωρηθεί σαν μία νέα υπερ-μηχανή.

Ο υπολογιστής, για παράδειγμα, συνέβαλε στην επιτυχία μιας υψηλού επιπέδου προσπάθειας σε σχέση με το διάστημα. Συνδεδεμένος με συσκευές αντίληψης, με εξοπλισμό επικοινωνιών και πηγές ενέργειας, ο υπολογιστής έγινε τμήμα ενός σχηματισμού που σαν συλλογική μορφή απετέλεσε μια μοναδική νέα υπερ-μηχανή —μια μηχανή που εισβάλλει στο πέραν του ηλιακού συστήματος διάστημα και το εξερευνά. Αλλά μηχανές ή μέθοδοι που προορίζονται να συνδυαστούν με νέους τρόπους, πρέπει να τροποποιηθούν, να προσαρμοστούν, να βελτιωθούν ή, διαφορετικά, να αντικατασταθούν. Κατ ’ αυτόν τον τρόπο, αυτή ακριβώς η προσπάθεια να ενσωματώσουμε τις μηχανές σε υπερ-μηχανές, μας υποχρεώνει να προχωρήσουμε σε ακόμη πιο προωθημένες τεχνολογικές μεταρρυθμίσεις.

Επιπλέον, έχει ζωτική σημασία να κατανοήσουμε ότι η τεχνολογική μεταρρύθμιση δε συνδυάζει και δεν ανασυνθέτει απλώς μηχανές και τεχνικές. Σημαντικές νέες μηχανές —κάνουν πολύ περισσότερα από το να προτείνουν ή να επιβάλλουν αλλαγές σε άλλες μηχανές— προβάλλουν πρωτότυπες λύσεις στα κοινωνικά, φιλοσοφικά, ακόμη και προσωπικά προβλήματα. Μεταλλάσσουν το συνολικό πνευματικό περιβάλλον του ανθρώπου —τον τρόπο που σκέφτεται και αντικρίζει τον κόσμο.

Όλοι διδασκόμαστε από το περιβάλλον μας, ανιχνεύοντάς το συνεχώς —αν και κάπως ασυνείδητα— προκειμένου να υιοθετήσουμε κάποια πρότυποι. Αυτά τα πρότυπα δεν είναι μόνο οι άλλοι άνθρωποι. Είναι, ολοένα και περισσότερο, οι μηχανές. Με την παρουσία τους, ο άνθρωπος υπόκειται διακριτικά σε παράλληλες θεωρήσεις συγκεκριμένων κατευθύνσεων. Έχει παρατηρηθεί, για παράδειγμα, ότι το σύμπαν εμφανίστηκε πριν τη Νευτωνική κοσμική εικόνα, σαν ένας μεγάλος, ομοιάζων με ρολόι μηχανισμός, μια φιλοσοφική αντίληψη που είχε τον απώτατο αντίκτυπο της στην πνευματική ανάπτυξη του ανθρώπου. Από αυτήν την εικόνα του σύμπαντος σαν ένα μεγάλο ρολόι, εμφανίστηκαν και οι ιδέες για την αιτία και το αποτέλεσμα, καθώς και για τη σπουδαιότητα των εξωτερικών έναντι των εσωτερικών ερεθισμάτων, τα οποία διαμορφώνουν την καθημερινή συμπεριφορά όλων μας σήμερα. Το ρολόι επηρέασε επίσης και την αντίληψή μας για το χρόνο, έτσι ώστε η θεώρηση ότι η ημέρα υποδιαιρείται σε είκοσι τέσσερα ίσα μέρη των εξήντα λεπτών το καθένα, έχει γίνει, στην κυριολεξία, ένα κομμάτι από μας.

Πρόσφατα, ο κομπιούτερ συνέτεινε σ’ έναν καταιγισμό ανανεωμένων ιδεών για τον άνθρωπο, σαν ένα τμήμα σε αλληλεπίδραση με μεγαλύτερα συστήματα, για την ψυχολογία του, τον τρόπο που μαθαίνει, που θυμάται, που αποφασίζει. Στην ουσία, κάθε πνευματική διεργασία, από την πολιτική επιστήμη μέχρι την ψυχολογία τη; οικογένειας, έχει κατακλυστεί από ένα κύμα υποθέσεων, που διακρίνονται από φαντασία και που ενεργοποιούνται απ’ την εφεύρεση και εξάπλωση του υπολογιστή, του οποίου η επίδραση ακόμη δεν έχει φανεί. Κι έτσι, ο μεταρρυθμιστικός κύκλος, αυτοτροφοδοτούμενος, επιταχύνεται.

Ωστόσο, εάν η τεχνολογία πρόκειται να θεωρηθεί σαν μία κινητήρια δύναμη, ένας ισχυρός επιταχυντής, τότε η γνώση πρέπει να θεωρηθεί σαν το καύσιμό του. Οπότε φτάνουμε στην ουσία της επιταχυντικής διαδικασίας στην κοινωνία, καθώς ο κινητήρας τροφοδοτείται καθημερινά με ολοένα και πιο πλούσια καύσιμα.

ΑΛΒΙΝ ΤΟΦΛΕΡ, ΤΟ ΣΟΚ ΤΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ

Όποια δοκιμασία κι αν περάσει κανείς, οι δείκτες ικανοποίησης επανέρχονται πολύ γρήγορα στο αρχικό τους επίπεδο

Ένα άλλο θεμελιώδες γνώρισμα της ανθρώπινης φύσης είναι η απίστευτη ικανότητα προσαρμογής. Οι πολικές αρκούδες και οι καφέ αρκούδες αποτελούν δύο διαφορετικά είδη: αν διασταυρωθούν, δεν μπορούν να γεννήσουν. Ο άνθρωπος, αντίθετα, έχει πραγματοποιήσει μακρές μεταναστεύσεις προς Βορρά και Νότο, και κατόρθωσε να προσαρμοστεί- δεν μεταλλάχθηκε. Οι Εσκιμώοι και οι Πυγμαίοι ανήκουν στο ίδιο είδος, το ανθρώπινο, και μπορούν να κάνουν παιδιά αν διασταυρωθούν. Στον τομέα της ανθρώπινης ψυχολογίας, οι ερευνητές έχουν εντοπίσει εδώ και καιρό αυτό το βασικό χαρακτηριστικό, δηλαδή την προσαρμογή στα γεγονότα της ζωής, είτε είναι ευτυχή είτε τραγικά. Όποια δοκιμασία κι αν περάσει κανείς, οι δείκτες ικανοποίησης επανέρχονται πολύ γρήγορα στο αρχικό τους επίπεδο.

Ο άνθρωπος φαίνεται να προσαρμόζεται σε όλες τις καταστάσεις, πράγμα καθησυχαστικό και ταυτόχρονα απελπιστικό. Σε όλες τις εποχές και σε όλους τους τόπους, το ποσοστό των ευτυχισμένων και των δυστυχισμένων ανθρώπων είναι αξιοσημείωτα σταθερό. Η σταθερότητα αυτή οφείλεται, φυσικά, σε μεγάλο βαθμό, στην εκπληκτική ικανότητα του ανθρώπου να προσαρμόζεται και να μιμείται. Κάθε πλούτος, κάθε πρόοδος, είναι σχετικά, και διαλύονται γρήγορα στη σύγκριση με τους άλλους. Όταν τίθεται σε εκατομμυριούχους το ερώτημα σε ποιο επίπεδο πλούτου θα αισθάνονταν «πραγματικά άνετα», όλοι απαντούν με τον ίδιο τρόπο, όποιο κι αν είναι το επίπεδο στο οποίο έχουν φτάσει: ο διπλάσιος πλούτος από αυτόν που ήδη κατέχουν… Ο πυρήνας του προβλήματος έγκειται πάντως στο ότι οι άνθρωποι δεν λαμβάνουν υπόψη την ικανότητα προσαρμογής τους. Νομίζουν ότι θα μπορούσαν να είναι ευτυχισμένοι αν τους έδιναν (λίγα) παραπάνω, ότι στην περίπτωση αυτή θα ήταν χορτάτοι, αλλά κάνουν λάθος. Η ενδεχόμενη αύξηση του πλούτου μάς κάνει πάντα να ονειρευόμαστε, αλλά όταν έρχεται δεν τη θεωρούμε ποτέ αρκετή. Ο λόγος είναι ότι συγκρίνουμε το μελλοντικά μας εισόδημα με τις σημερινές μας προσδοκίες, χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη ότι τούτες οι προσδοκίες μοιραία εξελίσσονται… Αυτό είναι το βασικό κλειδί της (μάταιης) αναζήτησης της ευτυχίας. Για τον Καντ, η ευτυχία είναι ένα «ιδανικό της φαντασίας και όχι της λογικής».

Πίσω από τη μέση σταθερότητα των επιπέδων ευτυχίας, όμως, υπάρχουν ορισμένες ουσιαστικές παράμετροι που την επηρεάζουν με συστηματικό τρόπο. Η πιο παράδοξη είναι η σχέση ανάμεσα στην ευτυχία και την ηλικία. Μοιάζει με την καμπύλη του γράμματος U: οι νέοι και οι ηλικιωμένοι είναι πολύ πιο ευτυχισμένοι από τους μεσήλικες. Από τα 25 ως τα 50 χρόνια , η ευτυχία δεν παύει να υποχωρεί, για να αρχίσει στη συνέχεια να ανεβαίνει… Οι 70χρονοι είναι το ίδιο ευτυχισμένοι με τους 30χρονους. Συναντάμε (κατά μέσο όρο) στους 80χρονους τη χαρά που αισθάνονταν στα 18 τους! Πώς εξηγείται αυτό το παράδοξο αποτέλεσμα; Η εγγύτητα του θανάτου δεν προκαλεί απόγνωση; Οι οικονομολόγοι δεν είναι ασφαλώς οι πιο αρμόδιοι να απαντήσουν σε αυτό το ερώτημα. Η διάκριση που προτείνει ο Bruno Frey μας βοηθά πάντως να κατανοήσουμε τους παράγοντες που παίζουν ρόλο. Τα γηρατειά απελευθερώνουν τον άνθρωπο από ένα βάρος, τη συσσώρευση άχρηστων αγαθών, και αποδίδουν ξανά στα εγγενή αγαθά τη θέση που τους αρμόζει.

Ο Μίλαν Κούντερα εκστασιάζεται, στις Προδομένες διαθήκες, με το «ύστερο» έργο του Μπετόβεν. Προς το τέλος της ζωής του, ο δάσκαλος συνθέτει σονάτες που έρχονται σε ρήξη με τους παραδοσιακούς κώδικες της σύνθεσης. Σύμφωνα με τον Κούντερα, πρόκειται για το έργο μιας ιδιοφυΐας που έχει απελευθερωθεί από το βάρος της υποχρέωσης να είναι ιδιοφυΐα, από την πίεση να αρέσει…

ΝΤΑΝΙΕΛ ΚΟΕΝ, HOMO ECONOMICUS

Μακάρι να είμαστε έτοιμοι να δούμε τη λάμψη στις πέτρες που έχουμε στα χέρια μας

Ένας ψαράς κατεβαίνει κάθε νύχτα στην παραλία για να ρίξει τα δίχτυα του. Ξέρει πως όταν βγαίνει ο ήλιος έρχονται τα ψάρια στην παραλία για να φάνε αχιβάδες, γι’ αυτό πάντα ρίχνει τα δίχτυα του πριν ξημερώσει.

Έχει ένα καλυβάκι στην παραλία και κατεβαίνει μες τη νύχτα με τα δίχτυα στον ώμο.

Με τα πόδια γυμνά και τα δίχτυα μισοαπλωμένα, μπαίνει στη θάλασσα.

Αυτή τη νύχτα, για την οποία μας μιλάει η ιστορία, όπως πάει να μπει στο νερό, αισθάνεται το πόδι του να χτυπάει πάνω σε κάτι πολύ σκληρό στον πάτο της θάλασσας.

Το πασπατεύει και βλέπει πως είναι πράγματι κάτι σκληρό, σαν πέτρες, τυλιγμένες σε μια σακούλα. Εκνευρίζεται και μουρμουρίζει: «Ποιος ηλίθιος πετάει τέτοια πράγματα στην παραλία…»

Και αμέσως διορθώνει: «Στη δική μου παραλία».

«Kι εγώ, έτσι απρόσεκτος που είμαι, κάθε φορά που θα μπαίνω στο νερό, θα σκοντάφτω πάνω στις πέτρες…» Αφήνει λοιπόν κάτω τα δίχτυα, σκύβει, πιάνει τη σακούλα και τη βγάζει από το νερό. Την αφήνει στο ακροθαλάσσι, και ξαναμπαίνει με τα δίχτυα στο νερό. Είναι θεοσκότεινα… Ίσως γι’ αυτό, όπως βγαίνει από τη θάλασσα, πάλι σκοντάφτει πάνω στη σακούλα που είναι τώρα έξω, στην παραλία.

Ο ψαράς σκέφτεται: «Δεν είμαι στα καλά μου».

Βγάζει λοιπόν το σουγιά του, ανοίγει τη σακούλα και ψαχουλεύει. Έχει κάμποσες πέτρες, μεγάλες σαν πορτοκάλια, βαριές και στρογγυλεμένες.

Ο ψαράς ξανά σκέφτεται «μα ποιος να είναι αυτός ο ηλίθιος που τυλίγει πέτρες και τις πετάει στο νερό…»

Ενστικτωδώς, παίρνει μία, τη ζυγίζει στο χέρι του και την πετάει με δύναμη στη θάλασσα.

Μόλις λίγα δευτερόλεπτα μετά ακούει τον θόρυβο της πέτρας που βουλιάζει στα βαθιά. Πλουπ!

Βάζει το χέρι του στη σακούλα, παίρνει άλλη μια πέτρα και την πετάει στο νερό. Ακούει ξανά το πλουπ!

Αυτή την πετάει από την άλλη μεριά, πλαφ! Μετά, αρχίζει να τις εκσφενδονίζει δύο δύο και ακούει πλουπ-πλουπ! Ύστερα προσπαθεί να τις ρίξει πιο μακριά, και με γυρισμένη την πλάτη, και με όλη του τη δύναμη, πλουπ-πλαφ!…

Διασκεδάζει… ακούει τους διαφορετικούς ήχους, πετάει πέτρες, υπολογίζει το χρόνο που κάνουν να πέσουν στο νερό, και δοκιμάζει… πότε με δύο, πότε με μία, και με κλειστά μάτια τώρα, και με τρεις μαζί… και συνεχίζει να πετάει τις πέτρες στη θάλασσα.

Μέχρι που αρχίζει να βγαίνει ο ήλιος.

Ο ψαράς ψαχουλεύει και βρίσκει μονάχα μία πέτρα μέσα στη σακούλα.

Ετοιμάζεται λοιπόν να την πετάξει πιο μακριά από τις άλλες, γιατί είναι η τελευταία κι έχει ήδη βγει ο ήλιος.

Και όπως τεντώνει το χέρι του προς τα πίσω για να την πετάξει με όλη του τη δύναμη, αρχίζει να φωτίζει ο ήλιος και βλέπει στην πέτρα μια χρυσαφένια μεταλλική λάμψη που του τραβάει την προσοχή.

Ο ψαράς συγκρατεί την παρόρμηση να πετάξει την πέτρα και την κοιτάζει προσεκτικά. Η πέτρα αντανακλά τον ήλιο μέσα από τη βρομιά που την καλύπτει. Την τρίβει ο ψαράς λες κι είναι μήλο πάνω στα ρούχα του, και η πέτρα αρχίζει να λάμπει ακόμη πιο πολύ. Έκπληκτος, τη χτυπάει ελαφρά και αντιλαμβάνεται ότι είναι από μέταλλο. Αρχίζει τότε να την τρίβει και να την καθαρίζει με άμμο και με το πουκάμισό του, και συνειδητοποιεί πως η πέτρα είναι από καθαρό χρυσάφι. Μια πέτρα από ατόφιο χρυσάφι σε μέγεθος πορτοκαλιού! Η χαρά του σβήνει, όμως, μόλις σκέφτεται ότι η πέτρα αυτή είναι σίγουρα ίδια με όλες τις άλλες που πέταξε στη θάλασσα.

Και σκέφτεται: «Τι χαζός που ήμουνα!»

Είχε στα χέρια του μια σακούλα γεμάτη πέτρες από χρυσό και τις πετούσε στη θάλασσα γιατί του άρεσε να ακούει τον ηλίθιο θόρυβο που έκαναν όταν έπεφταν στο νερό… Αρχίζει τότε να οδύρεται, να κλαίει και να θρηνεί… να λυπάται για τις χαμένες πέτρες… Και να σκέφτεται πως είναι άτυχος, ένας δυστυχισμένος άνθρωπος… είναι τρελός, είναι ηλίθιος…

Μετά σκέφτεται… Αν έμπαινε στη θάλασσα, αν κατάφερνε να βρει μια στολή δύτη και βούταγε στα βαθιά, αν ήταν μέρα, αν είχε τον εξοπλισμό που έχουν οι δύτες για να ψάξει… Κι όλο κλαίει γοερά και οδύρεται…

Ο ήλιος έχει πια ανατείλει.

Και ξαφνικά συνειδητοποιεί πως έχει ακόμη την πέτρα… συνειδητοποιεί πως ο ήλιος θα μπορούσε να είχε αργήσει ένα δευτερόλεπτο ακόμη, ή εκείνος θα μπορούσε να είχε ρίξει την πέτρα πιο γρήγορα, και τότε δεν θα είχε μάθει ποτέ για τον θησαυρό που έχει τώρα στα χέρια του. Αντιλαμβάνεται τελικά ότι κατέχει έναν θησαυρό, κι ότι ο θησαυρός αυτός είναι από μόνος του μια τεράστια περιουσία για έναν φτωχό ψαρά όπως εκείνος.

Αντιλαμβάνεται πόσο τυχερός είναι που μπορεί να κρατήσει τον θησαυρό που έχει ακόμη στα χέρια του.

Μακάρι να μπορούσαμε να είμαστε πάντοτε τόσο σοφοί ώστε να μην κλαίμε για τις πέτρες, τις ευκαιρίες, που απροετοίμαστοι ίσως τις πετάξαμε, τις χαραμίσαμε, τα πράγματα εκείνα που έφερε η θάλασσα και τα πήρε μετά… Μακάρι να είμαστε έτοιμοι να δούμε τη λάμψη στις πέτρες που έχουμε στα χέρια μας, και να μπορούμε να τις χαιρόμαστε για την υπόλοιπη ζωή μας.

Πάει να σε παρασύρει η επιθυμία για λίγη δόξα;

Πάει να σε παρασύρει η επιθυμία για λίγη δόξα; Παρατήρησε με πόση ταχύτητα ξεχνιούνται τα πάντα` παρατήρησε το χάος της άπειρης αιωνιότητας πριν και μετά από σένα` τον κενό αντίλαλο των επευφημιών, το ευμετάβολον και το άκριτον εκείνων που δείχνουν να σε παινεύουν και τη σμικρότητα του τόπου μες στον οποίο συμβαίνουν όλα τούτα. Η γης ολάκερη δεν είναι παρά ένα σημείο. Και πόσο μικρή δεν είναι ετούτη η γωνίτσα της όπου κατοικούμε; Κι εδώ, ποιοι θα είναι και πόσοι αυτοί που θα σε παινέψουν;

Μη ξεχνάς, λοιπόν, να καταφεύγεις σε τούτο το χωραφάκι του εαυτού σου, και πάνω απ’ όλα, ούτε να παρασύρεσαι ούτε να εντείνεις υπερβολικά τις προσπάθειές σου. Να ‘σαι ελεύθερος και ν’ αντικρίζεις τα πράγματα σαν άντρας, σαν άνθρωπος, σαν πολίτης, σαν θνητό ον. Κι ανάμεσα στα όπλα που θα ‘χεις σε ετοιμότητα, ας είναι και τα εξής δύο: Πρώτον, η πεποίθηση ότι τα πράγματα δεν αγγίζουν την ψυχή αλλά στέκουν ήρεμα έξω απ’ αυτήν, ενώ οι ενοχλήσεις προέρχονται μόνο από τις γνώμες που σχηματίζονται εντός μας. Και δεύτερον, ότι όλα όσα βλέπεις, αλλάζουν στη στιγμή και παύουν πια να υπάρχουν` και να θυμάσαι διαρκώς σε πόσες τέτοιες μεταβολές υπήρξες μάρτυρας εσύ ο ίδιος. Ο κόσμος είναι μεταβολή, η ζωή είναι δοξασίες.

ΜΑΡΚΟΣ ΑΥΡΗΛΙΟΣ, ΤΑ ΕΙΣ ΕΑΥΤΟΝ
 

Το Δαχτυλίδι του Γύγη

Το Δαχτυλίδι του Γύγη είναι μυθικό αντικείμενο που αναφέρεται από τον φιλόσοφο Πλάτωνα, στο Βιβλίο 2 της Πολιτείας (2.359d–2.360d).Το δαχτυλίδι έδινε στον ιδιοκτήτη του την ικανότητα να γίνεται αόρατος με τη θέλησή του. Μέσα από την ιστορία του δαχτυλιδιού, η Πολιτεία αναλύει το αν ένα ιδιοφυές άτομο θα ήταν ηθικό, αν δεν είχε την ανησυχία ότι θα πιαστεί και θα τιμωρηθεί λόγω άδικων πράξεων.

Ο Πλάτων με το στόμα του αδελφού του Γλαύκωνα, επινοεί ένα μύθο.

Ένας βοσκός του βασιλιά της Λυδίας ονόματι Γύγης βρίσκει τυχαία ένα μαγικό δακτυλίδι μετά από δύο καταστρεπτικά φυσικά φαινόμενα.

Την ώρα που έβοσκε τα πρόβατα του άρχοντα του, έπιασε φοβερή καταιγίδα και έγινε τόσο δυνατός σεισμός, ώστε άνοιξε η γη κάτω απ’ τα πόδια του. Κατέβηκε στο χάσμα που δημιουργήθηκε και εκεί μέσα στα σπλάχνα της γης, είδε ένα μεγάλο χάλκινο κούφιο άλογο. Από κάποια ανοίγματα στα πλευρά του κοίταξε μέσα του και διαπίστωσε ότι εκεί ήταν ξαπλωμένος ένας νεκρός με διαστάσεις σχεδόν γιγαντιαίες. Και το σημαντικότερο, φορούσε στο χέρι του ένα χρυσό δακτυλίδι. Ο Γύγης το πήρε και ανέβηκε πάλι στην επιφάνεια.

Κάποια μέρα διαπίστωσε ότι το πολύτιμο εύρημά του είχε μία αξιοπερίεργη μαγική δυνατότητα. Περιστρέφοντας την πέτρα του («σφενδόνην» την ονομάζει ο Πλάτωνας) προς το εσωτερικό της παλάμης του, γινόταν αόρατος και εμφανιζόταν πάλι, γυρίζοντας το δακτυλίδι προς την αντίστροφη φορά.

Ο ταπεινός βοσκός είχε λοιπόν στα χέρια του ένα τεράστιο όπλο. Μπορούσε να κάνει οτιδήποτε επιθυμούσε, χωρίς να γίνεται αντιληπτός και κυρίως, χωρίς να τιμωρείται ή έστω να επιπλήττεται. Έγινε από τη μια στιγμή στην άλλη φορέας μιας τουλάχιστον παράδοξης και απρόσμενης δύναμης, η οποία μπορούσε να λειτουργήσει προς όφελός του, πάντα όμως υπό το βάρος μιας έστω και λανθάνουσας αδικίας, που μπορούσε να φτάσει κι ως το έγκλημα.

Και πραγματικά έτσι έγινε. Ο ασήμαντος μέχρι τότε Γύγης έγινε εραστής της βασίλισσας και με τη βοήθειά της σκότωσε τον αφέντη του και πήρε ο ίδιος την εξουσία. Κατέλαβε λοιπόν μια θέση που του χάρισε η δύναμη ενός χρυσού κρίκου, χωρίς να υπολογίσει τα αθέμιτα μέσα που χρησιμοποίησε, αλλά με μοναδικά κίνητρα – συνηθισμένα στην ανθρώπινη φύση – τη δόξα και τον πλούτο.

Ο Γλαύκωνας, που διηγείται τη φανταστική αυτή ιστορία, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τελικά είναι στη φύση του ανθρώπου να αδικεί, όταν μάλιστα ξέρει εκ των προτέρων ότι δε θα υποστεί τις συνέπειες της αδικίας του. Και αυτό γιατί η κοινή λογική ενός ανθρώπου λέει ότι η δικαιοσύνη δεν είναι τελικά ένα αγαθό στη ζωή μας, αφού η εφαρμογή της προσκρούει στο προσωπικό μας συμφέρον και είναι ανασταλτικός παράγοντας, τις περισσότερες φορές, για τα οποιασδήποτε ποιότητας κέρδη μας. Για όλους μας λοιπόν το βασανιστικό ερώτημα «αδικείν η αδικείσθαι;» γίνεται πολύ απλό. Και η απάντηση στη συνείδησή μας δεν είναι τουλάχιστον μία ανώδυνη ουδετερότητα, αλλά μία συνειδητή επιλογή συμφέροντος: «αδικείν» και μάλιστα αν είναι δυνατόν ατιμώρητα.

Ένα δακτυλίδι λοιπόν έγινε η αιτία να διαφθαρεί ένας απονήρευτος βοσκός και να περάσει από το φως του ενάρετου στη σκιά του εγκληματία. Ένα αντικείμενο γίνεται η φυλακή μιας συνείδησης, ο μοχλός καταστροφής μιας έντιμης ζωής, το παραδεισένιο μήλο, που όμως ως γνωστόν καταδικάζει τον άνθρωπο να ζει αιώνια στο σκοτάδι της αμαρτίας. Αμαρτία που ο Πλάτωνας ονομάζει αδικία, δηλαδή άρση της δικαιοσύνης.

Καταρχήν, θεμελιώνεται ανθρωπολογικά η αξία της αδικίας και ερμηνεύεται ιστορικοκοινωνικά η προέλευση της δικαιοσύνης. Συγκεκριμένα, ο άνθρωπος επιθυμεί εκ φύσεως την αδικία, για τα οφέλη που αυτή του προσφέρει· επειδή όμως σε μια κατάσταση γενικευμένης αδικίας είναι αδύνατο να δρέπει κανείς τους καρπούς της αδικίας του, χωρίς ταυτοχρόνως να υφίσταται τη βλάβη από την αδικία των συνανθρώπων του, η ανθρωπότητα προχώρησε σ’ έναν συμβιβασμό, ένα είδος κοινωνικού συμβολαίου, που ορίζει πως κανείς δεν θα αδικεί, ούτε θα αδικείται. Κατά συνέπεια, η αδικία αποτελεί στοιχείο της ανθρώπινης φύσης, ενώ αντιθέτως η δικαιοσύνη εντάσσεται στην περιοχή των ανθρώπινων συμβάσεων.

Από την παραπάνω παραδοχή του συμβατικού χαρακτήρα της δικαιοσύνης απορρέει αναγκαστικά το επόμενο συμπέρασμα του Γλαύκωνα: κανείς δεν είναι δίκαιος με τη θέλησή του, επειδή αναγνωρίζει την αξία της δικαιοσύνης, αλλά από ανάγκη, γιατί δεν έχει τη δυνατότητα να αδικεί χωρίς να αδικείται. Για να ενισχύσει τον ισχυρισμό του ο Γλαύκωνας , καλεί τους συνομιλητές του να κάνουν ένα διανοητικό πείραμα. Προτείνει να παραχωρήσουν σ’ έναν δίκαιο κι έναν άδικο απεριόριστη εξουσία, ώστε να μπορούν να κάνουν ό,τι επιθυμούν, και στη συνέχεια να παρακολουθήσουν τη συμπεριφορά τους. Θα διαπίστωναν λοιπόν τότε πως και οι δύο θα έπαιρναν τον ίδιο δρόμο προς την αδικία, γιατί η ανθρώπινη φύση επιδιώκει την πλεονεξία, και μόνο με βίᾳ εξαναγκάζεται να παραδεχθεί την ισοτιμία όλων των ανθρώπων.Το διανοητικό πείραμα αποσαφηνίζεται στη συνέχεια με τον μύθο του Γύγη.

Ο Γλαύκωνας προτείνει στους ακροατές του να φανταστούν πως ο δίκαιος και ο άδικος του πειράματός τους κατέχουν ένα δακτυλίδι σαν εκείνο του Γύγη και να αναρωτηθούν πώς θα συμπεριφερόντουσαν. Η πιθανότερη εκδοχή είναι πως κανείς δεν θα μπορούσε να αντισταθεί στους πειρασμούς της αδικίας και να αποφύγει να ενεργεί σαν θεός, εκπληρώνοντας οποιαδήποτε επιθυμία του. Κατά συνέπεια, το διανοητικό πείραμα επιβεβαιώνει πλήρως τη θέση που μεταφέρει ο Γλαύκωνας, χωρίς να την αποδέχεται (όπως φροντίζει να μας υπενθυμίσει: μέγα τοῦτο τεκμήριον ἂν φαίη τις, ὡς φήσει ὁ περὶ τοῦ τοιούτου λόγου λέγων), πως κανείς δεν είναι δίκαιος με τη θέλησή του, αλλά από ανάγκη (οὐδεὶς ἑκὼν δίκαιος, σαφής η αντίθεση με το σωκρατικό δόγμα οὐδεὶς ἑκὼν κακός). Κι αυτό συμβαίνει γιατί ο καθένας θεωρεί την αδικία ωφελιμότερη από τη δικαιοσύνη σε ατομικό επίπεδο. Η θέση την οποία εκθέτει στην Πολιτεία ο Γλαύκωνας επιχειρεί να συνθέσει σε μια ενιαία θεωρία τις αντίθετες αρχές της φύσης και του νόμου ως ρυθμιστών της ανθρώπινης πράξης. Σύμφωνα με την άποψη αυτή, ο άνθρωπος ακολουθεί τη φύση του και προτιμά την αδικία, όταν δεν υπάρχει κίνδυνος να αποκαλυφθεί, και αντιθέτως υποτάσσεται υποχρεωτικά στους κανόνες της δικαιοσύνης, που υπαγορεύουν τον αμοιβαίο σεβασμό, όποτε η συμπεριφορά του γίνεται αντιληπτή. Ο διπλός αυτός καθορισμός της ανθρώπινης πράξης είναι αναγκαστικός· οι άνθρωποι δεν μπορούν να κάνουν διαφορετικά.

Όπως ο Θουκυδίδης, έτσι και ο Γλαύκωνας δεν εισηγείται μια ηθική θεωρία, παρά μόνο περιγράφει τους παράγοντες που ρυθμίζουν την ανθρώπινη συμπεριφορά. Στη συνέχεια της Πολιτείας ο Σωκράτης θα κληθεί να ανασκευάσει τη θεωρία που παρουσίασε ο Γλαύκωνας και να αποδείξει πως η αξία της δικαιοσύνης δεν απορρέει μόνο από τις κοινωνικές συμβάσεις, αλλά και από την ίδια την ανθρώπινη φύση, ότι ταιριάζει στη φύση του ανθρώπου να συμπεριφέρεται δίκαια. Ο Σωκράτης θα πετύχει να θεμελιώσει ανθρωπολογικά τη δικαιοσύνη με τη θεωρία του για την τριμερή διαίρεση της ανθρώπινης ψυχής, που τις σχέσεις των μορίων της θα πρέπει να τις διέπει η δικαιοσύνη. Θα εισηγηθεί, συνεπώς, μια περιγραφή της ανθρώπινης φύσης εντελώς αντίθετη από εκείνη του Γλαύκωνα. Σε ανταπόκριση προς αυτή την πλατωνική ψυχολογία θα οικοδομηθεί στη συνέχεια η δίκαιη πλατωνική πολιτεία.

Η ΠΕΙΡΑΤΕΙΑ ΣΤΟ ΑΙΓΑΙΟ ΤΟ ΜΕΣΑΙΩΝΑ ΕΩΣ ΤΟ 1821

Η ΠΕΙΡΑΤΕΙΑ ΣΤΟ ΑΙΓΑΙΟ

Η Φύση και τα Ιδιαίτερα Χαρακτηριστικά της Πειρατείας στη Θάλασσα του Αιγαίου

Η πειρατεία στο Αιγαίο αποτέλεσε συνεχές ιστορικό φαινόμενο μέσα στους αιώνες που εξετάζουμε, με μεταβαλλόμενη ένταση και διαφορετική φύση κατά περιόδους. Η αναφορά, κατά συνέπεια, στο ιστορικό φαινόμενο της πειρατείας από το 13ο αιώνα ως περίπου και τις παραμονές της Ελληνικής Επανάστασης δεν μπορεί να είναι μονοσήμαντη, αλλά πρέπει να υπολογίζονται όλες οι εκφάνσεις του φαινομένου.

Πιο συγκεκριμένα, η επαρκής ανάλυση προϋποθέτει τη διάκριση της πειρατείας από το κούρσος, δηλαδή τη με συγκεκριμένους στόχους, ελεγχόμενη από μία κρατική εξουσία, κατευθυνόμενη πειρατεία. Επίσης, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η διάκριση ανάμεσα στην πειρατεία με καθαρά κερδοσκοπικά κίνητρα από εκείνη που γινόταν μέσα στο πλαίσιο ναυτικού διακρατικού ή ιερού πολέμου...

Ακόμη και σε αυτές τις περιπτώσεις, η μεταπήδηση από τη μία μορφή πειρατείας στην άλλη ήταν ιδιαίτερα συνηθισμένη, γεγονός που καθιστά ακόμη πιο δύσκολη την έρευνα του φαινομένου. Δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις που απλοί πειρατές μετατρέπονταν σε κουρσάρους μέσα στο πλαίσιο του ιερού πολέμου και στην υπηρεσία μιας κρατικής εξουσίας, όπως συνέβη, για παράδειγμα, με το Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα. Από την άλλη πλευρά, μορφές πειρατείας που γίνονταν στο όνομα της θρησκείας και του ιερού πολέμου εκτρέπονταν πολύ συχνά σε ληστρικές επιδρομές, ανεξάρτητα από τη θρησκεία των θυμάτων, όπως συνέβαινε στην περίπτωση των Ιωαννιτών ιπποτών.

Πρέπει ακόμη να γίνεται διάκριση ανάμεσα στην πειρατεία που προερχόταν από δυνάμεις που βρίσκονταν εκτός Αιγαίου (κυρίως από ευρωπαϊκά και βορειοαφρικανικά Μουσουλμανικά κράτη), και από αυτή, μικρότερης κλίμακας, που προερχόταν από τους ντόπιους νησιωτικούς πληθυσμούς. Αυτό, βέβαια, δε σημαίνει ότι οι δύο αυτές μορφές πειρατείας δεν αλληλοδιαπλέκονταν. Δεν ήταν λίγες οι φορές, ιδιαίτερα από το 17ο αιώνα και μετά, που ντόπιοι ναυτικοί υπηρετούσαν σε ευρωπαϊκούς πειρατικούς στόλους ή ακόμη λειτουργούσαν ως κουρσάροι ξένων ναυτικών δυνάμεων.

Επιπλέον διάκριση πρέπει να γίνεται και στις μορφές της πειρατείας, όσον αφορά τους στόχους της. Αν δηλαδή οι πειρατές ή κουρσάροι κούρσευαν μόνο πλοία ή λεηλατούσαν και παραθαλάσσιες περιοχές. Αν είχαν στόχο κυρίως την πώληση αιχμαλώτων ως δούλων ή αποκλειστικά εμπορεύσιμα αγαθά.
 

Δεν μπορούμε, τέλος, να παραβλέψουμε τις διαφορετικές οπτικές των ανθρώπων της εποχής. Σίγουρα οι απόψεις των πειρατών για τις ενέργειές τους ήταν διαφορετικές από αυτές των θυμάτων τους ή του κράτους το οποίο ζημίωναν. Αν ο Μοροζίνι για τους Βενετούς ήταν ήρωας, για τους Οθωμανούς δεν ήταν παρά ένας πειρατής, ενώ το αντίστροφο ίσχυε για τον Μπαρμπαρόσα. Ακόμη, διαφορετικές θα ήταν οι αντιλήψεις για την πειρατική δράση των κοινοτήτων που έπεφταν θύματα των πειρατών από τις αντιλήψεις των κοινοτήτων που είτε ασκούσαν πειρατεία είτε ωφελούνταν οικονομικά από αυτή.

Οι παραπάνω παράμετροι, καθώς και αρκετές άλλες, με την πολυπλοκότητα και την αλληλοεπικάλυψή τους, διαμορφώνουν το διαχρονικό φαινόμενο της πειρατείας στο Αρχιπέλαγος, με τις διάφορες εκφάνσεις του κατά περιόδους.

Το Γεωγραφικό - Πολιτικό και Οικονομικό Υπόβαθρο της Πειρατείας στο Αιγαίο

Πέρα από τις διάφορες μορφές του φαινομένου της πειρατείας, πρέπει να αναφερθούμε και σε κάποιους συγκεκριμένους παράγοντες οι οποίοι αποτέλεσαν είτε το υπόβαθρο που ευνόησε την εκδήλωση της πειρατικής δράσης είτε τα ίδια τα αίτια που οδήγησαν σε αυτή. Ένας πρώτος παράγοντας είναι η γεωγραφική θέση του Αιγαίου μέσα στον ευρύτερο χώρο της Μεσογείου, όπως επίσης και η ιδιαίτερη γεωμορφολογία του Αρχιπελάγους.

Πιο συγκεκριμένα, το Αιγαίο σε όλη αυτή τη χρονική περίοδο βρισκόταν πάνω στους τρεις βασικούς εμπορικούς άξονες που ένωναν τη Δύση με την Ανατολή και, κατ’ επέκταση, με τους δρόμους του μεταξιού και των μπαχαρικών. Έτσι, το Αιγαίο αποτελούσε μέρος του άξονα από τα λιμάνια της Δύσης προς την Κωνσταντινούπολη και από εκεί στη διαδρομή του μεταξιού προς την Κίνα.
 

Επιπλέον, το νότιο Αιγαίο ήταν πάνω στον άξονα από την Ευρώπη προς τη Συρία και τους Αγίους Τόπους, όπου βρισκόταν η εναλλακτική αφετηρία του δρόμου του μεταξιού. Τέλος, το νοτιοανατολικό Αιγαίο, και συγκεκριμένα τα Δωδεκάνησα, αποτελούσαν τον κόμβο που συνέδεε την πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με το λιμάνι της Αλεξάνδρειας, σταθμό του εμπορίου των μπαχαρικών, ίσως του πιο επικερδούς εμπορίου για μεγάλες χρονικές περιόδους.

Αυτοί οι εμπορικοί άξονες, καθ’ όλη την περίοδο που εξετάζουμε, δεν έχασαν ουσιαστικά την αξία τους παρά την ανακάλυψη του Νέου Κόσμου και των εναλλακτικών διαδρομών προς τις Ινδίες, στα τέλη του 15ου αιώνα. Ήταν λοιπόν επόμενο το Αιγαίο να αποτελεί, ως μέρος της Ανατολικής Μεσογείου, πεδίο σύγκρουσης των μεγάλων ναυτικών και εμπορικών δυνάμεων. Ακριβώς αυτή η πολεμική σύγκρουση, κυρίως της οθωμανικής εξουσίας με τα δυτικά κράτη για τον έλεγχο των εμπορικών αξόνων, η οποία ήταν σχεδόν ακατάπαυστη, ευνόησε την εκδήλωση της πειρατείας με διάφορες μορφές.

Αυτή η σύγκρουση όμως δε σημαίνει ότι αποκλειόταν το εμπόριο της Δύσης με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Οι εμπορικές συμφωνίες, γνωστές ως διομολογήσεις, που ξεκίνησαν από το 16ο αιώνα, με πρώτη αυτή με τη Γαλλία, φανέρωναν τη διάθεση των Οθωμανών για την ανάπτυξη του εμπορίου. Οι Οθωμανοί φρόντιζαν να συνάπτουν εμπορικές συμφωνίες ακόμη και με τη μεγαλύτερη αντίπαλό τους, τη Βενετία, έπειτα από κάθε πολεμική σύγκρουση μαζί της.

Και η ιδιαίτερη μορφολογία του Αιγαίου όμως, σε συνδυασμό με τους τρόπους ναυσιπλοΐας της εποχής, ευνόησε τη δράση πειρατών και κουρσάρων, ντόπιων και ξένων. Χάρη στην πληθώρα μικρών φυσικών λιμανιών και ορμίσκων, οι πειρατές είχαν τη δυνατότητα πρόσβασης σε κρησφύγετα, εναλλακτικά αραξοβόλια και παζάρια, μακριά από οποιαδήποτε κρατική εποπτεία. Παράλληλα, η ναυτική τεχνολογία της εποχής, σε συνδυασμό με τα πολλά νησιά, τις βραχονησίδες και τα ρεύματα στη θάλασσα του Αιγαίου, δημιουργούσε αναπόφευκτες ναυτικές διαδρομές μέσα από τα νησιά, καθιστώντας τα εμπορικά πλοία ευάλωτα σε πειρατικές επιδρομές, ακόμη και από τη στεριά, όπως συνέβαινε με την περίπτωση της Μάνης.
 

Παράλληλα με το γεωγραφικό υπόβαθρο, το πλαίσιο λειτουργίας της πειρατείας διαμορφώθηκε και από τις οικονομικές συνθήκες της εποχής. Ήδη από το 16ο αιώνα η άνοδος του εμπορικού καπιταλισμού στην Ευρώπη δε θα μπορούσε να αφήσει ανεπηρέαστη την Οθωμανική Αυτοκρατορία και κατά συνέπεια το Αρχιπέλαγος του Αιγαίου.

Η συνεχής ανάπτυξη του ναυτικού εμπορίου στην Ανατολική Μεσόγειο, παρά τις όποιες διακυμάνσεις λόγω των ιστορικών συγκυριών, διαμόρφωσε μια ακατάπαυστη ναυτική εμπορική κίνηση στην Ανατολική Μεσόγειο και στο Αιγαίο. Η λειτουργία του εμπορίου όμως ήταν άμεσα συνυφασμένη με την πειρατεία και το κούρσος ως προέκταση της οικονομικής δραστηριότητας. Σύμφωνα με τον F. Braudel, η πειρατεία, κατά τη νοοτροπία της εποχής, λειτουργούσε ως μια καταναγκαστική μορφή ανταλλαγής.

Από την άλλη πλευρά, πρέπει να σημειωθεί ότι η ναυτιλία –και ιδίως η πειρατεία– αποτελούσε κυρίως για τους χριστιανικούς πληθυσμούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μια οικονομική δραστηριότητα που δε συναντούσε σημαντικούς οικονομικούς και κοινωνικούς περιορισμούς, όπως συνέβαινε με άλλες οικονομικές δραστηριότητες, μέσα στο πλαίσιο του Οθωμανικού κράτους. Με αυτό τον τρόπο η πειρατεία και το κούρσος, ή έστω η έμμεση εμπλοκή με την πειρατεία, αποτελούσαν τη μοναδική –πιθανόν– διέξοδο για τα φτωχά σε υλικούς πόρους Αιγαιοπελαγίτικα νησιά.

Τέλος, πρέπει να σημειωθεί και η πολιτική παράμετρος, με την ευρύτερη έννοια του όρου, που διαμόρφωσε και προκάλεσε σε μεγάλο βαθμό την εκδήλωση των διάφορων πειρατικών δραστηριοτήτων. Και αυτή η παράμετρος είναι κυρίως η έλλειψη ικανής κρατικής εποπτείας της θάλασσας του Αιγαίου. Μία βασική αιτία ήταν, όπως προαναφέρθηκε, το πολεμικό κλίμα, το οποίο επικρατούσε για μεγάλο διάστημα στο Αιγαίο. Οι ναυτικοί πόλεμοι, και κυρίως οι επαναλαμβανόμενοι για δύο περίπου αιώνες Βενετο-Οθωμανικοί, οδήγησαν τις αντιμαχόμενες πλευρές στη χρήση πειρατών και κουρσάρων ως μια εναλλακτική και ανεπίσημη μορφή πολέμου.
 

Η Οθωμανική κυριαρχία επεκτάθηκε και σταθεροποιήθηκε στο Αιγαίο ήδη από τα μέσα του 16ου αιώνα. Ο κρατικός έλεγχος ωστόσο ήταν ελλιπής, είτε εξαιτίας της ανεπάρκειας της Πύλης είτε λόγω της έλλειψης κρατικής βούλησης για έναν τέτοιο έλεγχο. Η οθωμανική εξουσία λειτουργώντας αποκεντρωτικά –πολιτική που αποτελούσε και ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της– προτιμούσε να οχυρώνει μόνο τις πιο σημαντικές θέσεις στο Αιγαίο και να δίνει μεγάλα περιθώρια αυτονομίας στις ντόπιες κοινότητες. Αρκούνταν στην ετήσια συλλογή φόρων και στην περιστασιακή καταδίωξη πειρατικών στολίσκων.

Αυτή η τακτική είχε αποτέλεσμα, ακόμη και ύστερα από την κατάληψη των περισσότερων προγεφυρωμάτων των Δυτικών στο Αρχιπέλαγος, να παρέχεται η δυνατότητα εύκολης πρόσβασης στο Αιγαίο στους πειρατές και τους κουρσάρους από τη Δύση, ενώ ταυτόχρονα ευνοήθηκε η ντόπια πειρατεία. Με αυτό τον τρόπο, παράλληλα με το δίκτυο της οθωμανικής εξουσίας και το επίσημο εμπόριο, λειτουργούσε και το πειρατικό δίκτυο, αναπτύσσοντας ιδιαίτερες σχέσεις με κάποιες τοπικές κοινότητες, οι οποίες ουσιαστικά στήριζαν την επιβίωσή τους στην άμεση ή έμμεση εμπλοκή τους με την πειρατεία.

Το Φαινόμενο της Πειρατείας μέσα στο Ιστορικό του Πλαίσιο

Από τις αρχές του 13ου αιώνα ξεκινά η κατάληψη νησιών και παραθαλάσσιων περιοχών του Αιγαίου πελάγους από τους Δυτικούς και κυρίως τους Βενετούς. Το 15ο αιώνα το σύνολο σχεδόν των Κυκλάδων ανήκει στη Βενετία, αποτελώντας το επονομαζόμενο Δουκάτο της Νάξου. Τα νησιά Θάσος, Σαμοθράκη, Ίμβρος, Λήμνος, Χίος, Σάμος, Ικαρία ζουν κάτω από το ιδιόμορφο καθεστώς των Γενοβέζικων εμπορικών εταιρειών. Το μεγαλύτερο μέρος των Δωδεκανήσων ανήκει στους Ιωαννίτες ιππότες με έδρα τη Ρόδο.

Από εκεί εξαπολύουν πειρατικές επιδρομές εναντίον των μουσουλμάνων, ως συνέχεια των Σταυροφοριών. Παρ’ όλα αυτά, την εποχή αυτή η πειρατεία ασκείται κυρίως από Μουσουλμάνους πειρατές, που συνδέονται με τους πασάδες της Μικράς Ασίας. Σε αντίθεση με τους Βυζαντινούς, οι Λατίνοι προσανατολίζουν τη ζωή των νησιών προς τη θάλασσα. Οι οικισμοί εγκαταλείπουν τις παλιές ορεινές τους θέσεις και συνδέονται με το θαλάσσιο δίκτυο. Οι νέοι κυρίαρχοι οχυρώνουν και προστατεύουν τα λιμάνια και τις σκάλες, κυρίως αυτές που βρίσκονται πάνω στους βασικούς άξονες των εμπορικών διαδρομών.
 

Μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453 οι Οθωμανοί περνούν στην επίθεση στο Αιγαίο. Από τις αρχές του 16ου αιώνα και ως το 1537, το Αιγαίο υποφέρει από τις λεηλασίες του Μπαρμπαρόσα, Βορειοαφρικανού Μουσουλμάνου πειρατή Ελληνικής καταγωγής, που είχε μπει στην υπηρεσία του Σουλτάνου. Λεηλατεί περίπου 80 παραθαλάσσιες πόλεις και μεταφέρει στα σκλαβοπάζαρα γύρω στους 30.000 ανθρώπους.

Νησιά όπως η Αίγινα, τα Ψαρά, η Κύθνος, η Ικαρία και η Σάμος δέχονται τεράστια δημογραφικά πλήγματα. Μετά το 1537, όταν δηλαδή καταλαμβάνεται και το Δουκάτο της Νάξου, αρχίζουν οι προσπάθειες επανεποικισμού από την Πύλη. Με αυτή τη νίκη το Αιγαίο γίνεται Τουρκική λίμνη και, ως τη ναυμαχία της Ναυπάκτου το 1571, η πειρατεία είναι σαφώς ηπιότερη και πιο ελεγχόμενη.

Με την ήττα του Τουρκικού στόλου από τους συνασπισμένους χριστιανικούς πληθυσμούς το 1571 αλλάζει πάλι το σκηνικό στο Αιγαίο. Ο Οθωμανικός στόλος για προληπτικούς λόγους αποσύρεται στα Δαρδανέλια, ενώ χριστιανοί πειρατές κάνουν την εμφάνισή τους στην περιοχή, ασκώντας πειρατεία παράλληλα με μουσουλμάνους, Βορειοαφρικανούς και Οθωμανούς πειρατές. Οι χριστιανοί πειρατές βρίσκονται συνήθως στην υπηρεσία του Πάπα, των Ισπανών και των Μεδίκων. Παρά την έντονη πειρατική δράση στα 30 χρόνια που ακολουθούν ως τις αρχές του 17ου, ξεκινούν πιο συστηματικά ο επανεποικισμός, με πρωτοβουλία κατά κύριο λόγο της Πύλης, από χριστιανικούς πληθυσμούς, Ελληνικούς και Αλβανικούς, καθώς και η οικιστική ανοικοδόμηση στο Αιγαίο.

Ο 17ος αιώνας χαρακτηρίζεται από τη μεγάλη Βενετοοθωμανική σύγκρουση, με επίκεντρο πλέον το νησί της Κρήτης. Στο πλαίσιο των Βενετοοθωμανικών πολέμων, πολλοί πειρατές, ανάμεσά τους και ντόπιοι νησιώτες, χρησιμοποιούνται εκατέρωθεν ως ένας διαφορετικός τρόπος ναυτικού πολέμου. Στον αιώνα αυτό τρεις κυριαρχίες λειτουργούν παράλληλα και ανταγωνιστικά στο Αιγαίο: των Οθωμανών, των Βενετών και των πειρατών. Αυτή η ρευστή κατάσταση διαμορφώνει ένα πλαίσιο αυτονομίας για τα νησιά του Αιγαίου. Αναπτύσσεται ένα διανησιωτικό πλέγμα επικοινωνίας και εμπορικής κίνησης, που συνυφαίνεται με την πειρατεία.
 

Με την οριστική λήξη των Βενετοοθωμανικών πολέμων το 1699 με τη συνθήκη του Κάρλοβιτς, αρχίζει και η οικονομική και οικιστική ανάπτυξη του Αιγαίου. Η πειρατεία εξακολουθεί να υφίσταται, φαίνεται όμως να έχει ενταχθεί σε μεγάλο βαθμό στην οικονομική και κοινωνική πρακτική και νοοτροπία των Αιγαιοπελαγίτικων κοινοτήτων. Οι κοινότητες των νησιών και των παραθαλάσσιων περιοχών, αν δεν ασκούν οι ίδιες πειρατεία, συνεργάζονται με πειρατές, λειτουργούν ως πειρατικά καταφύγια ή ως διαμετακομιστικά κέντρα για τους πειρατές και τους κουρσάρους.

Το 18ο αιώνα αντικείμενο πειρατείας των χριστιανικών δυνάμεων, με πρωτοστάτη την Αγγλία, δεν είναι πλέον οι μουσουλμάνοι, αλλά τα Γαλλικά εμπορικά πλοία, τα οποία κυριαρχούν στο εμπόριο με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Για αυτό το σκοπό χρησιμοποιούνται και ντόπιοι νησιώτες ως κουρσάροι. Παράλληλα, και η ίδια η φύση της πειρατείας αλλάζει στις αρχές του 18ου αιώνα. Στόχος πλέον είναι κατά κύριο λόγο τα πλοία εν κινήσει και τα εμπορεύματά τους και όχι οι άνθρωποι με προορισμό την υποδούλωση. Βασικό ρόλο σε αυτό φαίνεται να έπαιξε η διάδοση του ιστιοφόρου, γεγονός που ανέκοψε τη ζήτηση για κωπηλάτες στις γαλέρες.

Από τις αρχές του 18ου αιώνα αναπτύσσεται στις νέες αυτές συνθήκες μια νέα εμπορική και ναυτική τάξη στις Αιγαιοπελαγίτικες κοινότητες, η οποία αναλαμβάνει και τον πολιτικό έλεγχο των κοινοτήτων μέσα στο πλαίσιο της αυτοδιοίκησης. Η εμπορική αυτή τάξη λειτουργεί στα όρια μεταξύ του εμπορίου και της πειρατείας. Εκμεταλλεύεται τις Ρωσοοθωμανικές και Αγγλογαλλικές συγκρούσεις στα τέλη του 18ου αιώνα και με την εμπορική και πειρατική της ιδιότητα μονοπωλεί σχεδόν την εμπορική κίνηση του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου ως το τέλος των Ναπολεόντειων πολέμων το 1815.
 

Συνέπειες της Πειρατικής Δραστηριότητας στη Διαμόρφωση της Ζωής των Κοινοτήτων του Αιγαίου

Η δράση των πειρατών και των κουρσάρων στο Αρχιπέλαγος δεν μπορεί να ιδωθεί μόνο ως αποτέλεσμα των ιδιαίτερων συνθηκών που επικρατούσαν σε όλη τη διάρκεια που εξετάζουμε, αλλά και ως μια σημαντική δυναμική που διαμόρφωσε την οικονομική, κοινωνική και πολιτισμική ταυτότητα των Αιγαιοπελαγίτικων κοινοτήτων.

Μια συνηθισμένη οπτική για την πειρατεία είναι αυτή της λεηλασίας, του εξανδραποδισμού και της ερήμωσης των οικισμών του Αιγαίου, ακόμη και ολόκληρων νησιών. Αυτή η αντίληψη μπορεί ως ένα βαθμό να θεωρηθεί σωστή, είναι όμως σίγουρα ανεπαρκής και μπορεί να λειτουργήσει παραπλανητικά. Πράγματι κατά καιρούς, όπως στην περίπτωση του Βορειοαφρικανού πειρατή Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα, ολόκληρες πόλεις και νησιά λεηλατήθηκαν και ερημώθηκαν.

Από την άλλη όμως θα ήταν υπερβολικό να θεωρήσουμε ότι αυτή η κατάσταση επικρατούσε σε ολόκληρο το Αιγαίο με την ίδια ένταση σε όλη την εξεταζόμενη χρονική περίοδο. Μια τέτοια καταστροφική τακτική θα ήταν αδύνατο να εφαρμόζεται συνεχώς λόγω των περιορισμένων πόρων και των μικρών σχετικά πληθυσμών των περισσότερων νησιωτικών περιοχών. Επίσης, είναι αμφισβητήσιμο το κατά πόσο νησιά με μεγάλη ενδοχώρα θα μπορούσαν να ερημωθούν ολοκληρωτικά, όπως υποστηρίζουν διάφορες πηγές.
 

Η πραγματικότητα είναι πολυδιάστατη. Οι κοινότητες του Αιγαίου, μετά τον επαναπροσανατολισμό τους κατά το 14ο αιώνα προς τη θάλασσα, δε φαίνεται, παρά τις πειρατικές επιδρομές, να απομακρύνονται από αυτή. Σε μακροϊστορικό επίπεδο, παρά τις όποιες ερημώσεις, τουλάχιστον οι σημαντικές οχυρές θέσεις στο Αιγαίο που έλεγχαν τα περάσματα παρέμεναν στραμμένες προς τη ναυτική δραστηριότητα. Αυτή φαίνεται να είναι και η γενικότερη τάση όσων οικισμών επανεποικίζονταν, σύμφωνα με την πολιτική της Πύλης.

Σε οικονομικό επίπεδο, πολλά νησιά και παραθαλάσσιες περιοχές φαίνεται ότι στήριξαν την επιβίωσή τους στην πειρατεία ή στην ειδική σχέση που είχαν με αυτή. Νησιά όπως η Μήλος, η Κίμωλος και η Μύκονος λειτουργούσαν ως αραξοβόλια πειρατών και ως εμπορικοί σταθμοί της λείας τους. Μακροπρόθεσμα η πειρατεία και το κούρσος εντάχθηκαν ως εξωοικονομικός παράγοντας στη ναυτιλιακή δραστηριότητα των νησιών. Λειτούργησαν ως ένας από τους πιο αποτελεσματικούς τρόπους συσσώρευσης κεφαλαίου, το οποίο επενδυόταν στις παράλληλες εμπορικές δραστηριότητες.

Χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της εξέλιξης ήταν η Ύδρα, οι Σπέτσες και τα Ψαρά. Έτσι παρατηρούμε, ήδη από το 17ο αιώνα, τη διαμόρφωση ενός εκτεταμένου διανησιωτικού εμπορικού δικτύου, το οποίο από τις αρχές του 18ου αιώνα επεκτεινόταν και εκτός Αιγαίου. Το αποτέλεσμα ήταν η εμπορική αστική τάξη των Αιγαιοπελαγίτικων κοινοτήτων να ελέγχει τα ¾ της εμπορικής κίνησης στην Ανατολική Μεσόγειο μετά τις ρωσοοθωμανικές συνθήκες του β΄ μισού του 18ου αιώνα και ως το τέλος των Ναπολεόντειων πολέμων.

Αυτή η οικονομική ελίτ θα αναλάβει και την πολιτική διοίκηση των κοινοτήτων μέσα στο πλαίσιο της εκτεταμένης αυτοδιοίκησης και της χαλαρής κρατικής εποπτείας. Το πειρατικό δίκτυο, ιδιαίτερα από το 18οαιώνα, αναπτύσσεται παράλληλα με τα εμπορικά δίκτυα των ευρωπαϊκών στόλων και το διοικητικό δίκτυο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αυτή η πραγματικότητα όμως ενισχύει την οικονομική, πολιτική και πολιτισμική ενότητα του χώρου του Αιγαίου, η οποία λειτουργεί σε παραλληλία ή σε αντίθεση με τις κρατικές κυριαρχίες. Η ενότητα αυτή γίνεται αντιληπτή και από τις ίδιες τις κοινότητες και ιδιαίτερα από τις ιθύνουσες εμπορικές τάξεις.
 

Συνοψίζοντας λοιπόν, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι, παρά τις καταστροφές που υπέφεραν οι κοινότητες του Αιγαίου εξαιτίας της πειρατείας, μακροπρόθεσμα το φαινόμενο αυτό, συμβάλλοντας καθοριστικά στη διαμόρφωση μιας αυτόνομης και ισχυρής ταυτότητας, εξασφάλισε ένα πραγματικό επίπεδο ευημερίας.

Επηρέασε όλες τις πτυχές της ιστορικής πορείας των αιγαιοπελαγίτικων κοινοτήτων, από την οικονομική ανάπτυξη και την πολιτική διοίκηση ως την αρχιτεκτονική και τα πολιτισμικά πρότυπα. Οι οικονομικές και κοινωνικές ελίτ που θα αναδυθούν μέσα από τις κοινότητες αυτές θα παίξουν πολύ σημαντικό ρόλο στην Επανάσταση του 1821, χάρη στη συσσώρευση πλούτου και στην απόκτηση πολεμικής εμπειρίας.

Η ΠΕΙΡΑΤΕΙΑ ΣΤΟ ΑΙΓΑΙΟ ΑΠΟ ΤΑ ΥΣΤΕΡΟΒΥΖΑΝΤΙΝΑ ΧΡΟΝΙΑ ΩΣ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821

Στα Βυζαντινά χρόνια οι πειρατικές επιδρομές απασχολούν συχνά τον Αυτοκρατορικό Στόλο. Ιδιαίτερα τον 9ο αι. το φαινόμενο έχει αναπτυχθεί σε βαθμό ανησυχητικό. Ήδη από τις πρώτες δεκαετίες του αιώνα η Κρήτη αποτελεί ορμητήριο πειρατών ακολουθούν η Σικελία και η Συρία. Η Πελοπόννησος και τα νησιά δεινοπαθούν. Αρκετά νησιά υποχρεώνονται να πληρώνουν φόρο υποτέλειας στους πειρατές.

Η κατάσταση οξύνεται στα τέλη του 9ου αι. και στις αρχές του 10ου. Το 904 μ.Χ. ο Λέων ο Τριπολίτης, χριστιανός εξωμότης, με ισχυρό πειρατικό στόλο επιχειρεί να διεισδύσει στον Ελλήσποντο. Τελικά στρέφεται προς τη Θεσσαλονίκη και τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς την καταλαμβάνει. Ο Ιωάννης Καμενιάτης, αυτόπτης μάρτυρας, αφηγείται με πολύ ενάργεια τις σφαγές, τις λεηλασίες και τις αιχμαλωσίες που ακολούθησαν.


Οι αιχμάλωτοι ανέρχονταν σε 22.000 και ήταν στην πλειοψηφία τους νέοι. Η Αυτοκρατορία προσπαθούσε να αντιμετωπίσει την όλη κατάσταση όχι μόνο με στρατιωτικές επιχειρήσεις αλλά και με διαπραγματεύσεις. Ο Λέων ο Χοιροσφάκτης, εκπρόσωπος του Αυτοκράτορα, καυχιέται ότι κατόρθωσε να εξαγοράσει από τους Άραβες 120.000 αιχμαλώτους. Η πληροφορία αυτή δείχνει το μέγεθος των καταστροφών που υφίστατο το Βυζάντιο την εποχή αυτή από τους πειρατές.

Ο 11ος αι. είναι για την Αυτοκρατορία περίοδος κρίσης. Η αγροτική κοινότητα καταστρέφεται, οι δυνατοί ενισχύονται υπέρμετρα, οι διαμάχες ανάμεσα στις μερίδες της αριστοκρατίας εντείνονται, ενώ οι Δυτικοί, οργανώνοντας τις Σταυροφορίες, λυμαίνονται τα εδάφη του Βυζαντίου. Η Βενετία —θα ακολουθήσουν αργότερα και άλλες ιταλικές πόλεις— αποκτά οικονομικά προνόμια στη βυζαντινή επικράτεια. Οι εξωτερικοί εχθροί πολλαπλασιάζονται και οι Σελτζούκοι Τούρκοι εγκαθίστανται οριστικά στη Μ. Ασία.

Τον 12ο αι. το Αιγαίο δεν παρέχει καμία ασφάλεια στους ταξιδιώτες. Η οικονομική διείσδυση των ιταλικών πόλεων στην Ανατολή και τελικά ο έλεγχος του εμπορίου από τη Δύση καθόρισε και την πορεία της αυτοκρατορίας ως ναυτικής δύναμης. Οι μεταρρυθμίσεις εξάλλου των Κομνηνών που αφορούσαν την χρηματοδότηση του στρατού και του στόλου επιτάχυναν την εξασθένιση των θεμάτων και συνεπώς τη θαλάσσια άμυνα του κράτους. Ουσιαστικά η αυτοκρατορία αδυνατεί να διασφαλίσει τους θαλάσσιους δρόμους, εφόσον δε διαθέτει ισχυρό ναυτικό, πράγμα που επιτρέπει στους πειρατές να δρουν σχεδόν ανενόχλητοι.

Η κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους (1204), ο διαμελισμός των εδαφών της Αυτοκρατορίας και η δημιουργία λατινικών κρατών στην Ανατολή είναι γεγονότα που ευνοούν ακόμη περισσότερο την πειρατική δράση, που συνεχίζεται στην ίδια περίπου έκταση και ένταση ως την Άλωση. Από τον 15ο αι. και μετά οι ελληνικές θάλασσες συχνά μεταβάλλονται σε πεδίο πολεμικών αναμετρήσεων Χριστιανών και Οθωμανών. Η επεκτατική πολιτική των Τούρκων προκάλεσε μόνο με τους Βενετούς επτά πολέμους σε διάστημα τριών αιώνων, που όλοι τους βέβαια είχαν ως στόχο τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου. Η κατά τόπους έκρυθμη κατάσταση που δημιουργούνταν διαιώνιζε και την πειρατική δραστηριότητα.


Εξάλλου από τον 17ο αι. ο οικονομικός ανταγωνισμός μεταξύ Άγγλων και Γάλλων στην Ανατολική Μεσόγειο αποτελεί έναν επιπρόσθετο αρνητικό παράγοντα, με αποτέλεσμα να έχει διαμορφωθεί στις θάλασσες μία κατάσταση σχεδόν ανεξέλεγκτη. Τούρκοι, Φράγκοι και πειρατές επιβάλλουν στους πληθυσμούς του Αιγαίου τον 16ο και 17ο αι. ένα καθεστώς στυγνής τυραννίας και εκμετάλλευσης. Η τούρκικη αρμάδα με τον Kαπουδάν-πασά εμφανίζεται στα νησιά μία φορά το χρόνο για να εισπράξει το χαράτσι. Το υπόλοιπο χρονικό διάστημα οι κάτοικοι είναι εκτεθειμένοι στην αρπακτικότητα των πειρατών.

Οι αρχικουρσάροι σε πολλά νησιά ασκούν εξουσία και εισπράττουν φόρους. Οποιοσδήποτε τολμήσει να αντισταθεί εξοντώνεται. Η ανάγκη για επιβίωση εξωθεί ολόκληρα νησιά σε συνθηκολόγηση με τους πειρατές. Κι αυτή τους η στάση όμως δεν τους λυτρώνει από τα δεινά, γιατί οι Τούρκοι με τη σειρά τους τους κατηγορούν ότι υποθάλπουν την πειρατεία. Οι Κυκλαδίτες αρκετές φορές, διακινδυνεύοντας τη ζωή τους προσπάθησαν να προστατέψουν τις τουρκικές αρχές αναλογιζόμενοι το μένος του Kαπουδάν-πασσά, όταν θα ερχόταν στα νησιά και θα μάθαινε πως αδιαφόρησαν για την τύχη κάποιου εκπροσώπου της εξουσίας στη διάρκεια της πειρατικής επιδρομής.

Έτσι συνέβαινε συχνά —αν και οξύμωρο— να προστατεύουν τους ίδιους τους δυνάστες τους. Ο μοναχός Urbano de Parigi αναφερόμενος στη Σύρο (17ος αι.) δίνει την πληροφορία πως οι κάτοικοι, μόλις αντικρίσουν κάποιο πλοίο, τρέχουν να κρυφτούν στο εσωτερικό του νησιού. Οι Τούρκοι χλευαστικά τους αποκαλούν λαγούς. Επίσης ο περιηγητής Paul Lucas, εκπρόσωπος του βασιλιά της Γαλλίας, κατά την επίσκεψη του στην Ίμβρο διαπιστώνει ότι οι κάτοικοι έχουν εγκαταλείψει τα παράλια και ζουν σε πύργους στα μεσόγεια.

Ο φόβος τους μάλιστα είναι τόσο μεγάλος, ώστε και οι πόρτες των σπιτιών απέχουν πολύ από το έδαφος και ανεβαίνουν με ξύλινες σκάλες που τις νύχτες τις σηκώνουν, για να προστατευθούν από κάποια αιφνιδιαστική επίθεση. Η εγκατάλειψη των παραλιακών περιοχών και η εγκατάσταση σε ασφαλέστερα μέρη είναι φαινόμενο που παρατηρείται συχνά στα χρόνια της σκλαβιάς και ιδιαίτερα σε περιόδους που η πειρατεία ανθεί.


Κατά τον ίδιο τρόπο εγκαταλείφθηκαν σταδιακά οι παραλιακοί συνοικισμοί της Θάσου —σύμφωνα με την άποψη του Απ. Βακαλόπουλου— και οι κάτοικοι μετακινήθηκαν προς το εσωτερικό του νησιού, ενώ άλλοι οικισμοί καταστράφηκαν από τους πειρατές. Ο Θεολόγος και η Παναγία —μεγάλα χωριά— χτίστηκαν σε τοποθεσίες που παρέχουν στους κατοίκους μια σχετική ασφάλεια. Συχνά όμως οι πειρατές—και δεν αναφερόμαστε αποκλειστικά στη Θάσο— δε δίσταζαν να προχωρούν στα μεσόγεια και να ληστεύουν απομακρυσμένους από τη θάλασσα οικισμούς.

Τον 16ο αι. αλλά ιδιαίτερα τον 17ο αι. η πειρατεία φαίνεται πως αποτελεί κανόνα της καθημερινής ζωής. Από τον Θερμαϊκό ως τη Μάνη και το Λιβυκό πέλαγος τα πειρατικά καράβια παραμονεύουν, για να δράσουν την κατάλληλη στιγμή. Οι Ελληνικές ακτές με τους βράχους, τις σπηλιές, τα δάση και τους αθέατους όρμους αναδεικνύονται σε ιδανικά κρησφύγετα. Ο περιηγητής Deshayes συμβουλεύει τους ταξιδιώτες για Κωνσταντινούπολη να αποφεύγουν το ταξίδι με πλοίο, μολονότι στοιχίζει φθηνότερα, γιατί οι πειρατές καραδοκούν ανάμεσα στην Κρήτη και την Πελοπόννησο.

Τα πληρώματα των καραβιών, όταν έπλεαν σε Ελληνικές θάλασσες, ήταν σε συνεχή ετοιμότητα• οποιοδήποτε πλοίο εντόπιζαν στον ορίζοντα επιχειρούσαν να το αποφύγουν, ακόμη κι αν είχε φιλική σημαία. Άλλωστε ήταν γνωστό το τέχνασμα των πειρατών να υψώνουν παραπλανητικά τη σημαία κάποιας γνωστής ναυτικής χώρας.

Πάντως τα πειρατικά πλοία συχνά υπερείχαν από τα άλλα σε δύναμη και σε πλήρωμα. Οι πειρατές χρησιμοποιούσαν μικρά σχετικά σκάφη, με μέσο όρο σαράντα κανόνια αλλά με πλήρωμα πολυάριθμο. Οι «φούστες», μικρά και ευκίνητα πλοία, που εξορμούσαν από τη Β. Αφρική, χαρακτηρίζονται από τον Κ. Σάθα στον πρόλογο του στο Χρονικό του Γαλαζειδίον ως «πλοία του Σατανά».


Σ’ όλα τα νησιά και στις παράκτιες περιοχές υπήρχαν παρατηρητήρια, «βιγλαριά», απ’ όπου οι «βιγλάτορες» παρακολουθούσαν τα καράβια που πλησίαζαν στη στεριά, Μόλις διέκριναν κάποιο πλοίο, την ημέρα ειδοποιούσαν τον πληθυσμό υψώνοντας, συνήθως, κάποια σημαία και τη νύχτα έριχναν αναμμένους δαυλούς. Βέβαια κάτι ανάλογο έκαναν και οι πειρατές στα δικά τους μέρη, αλλά, κατά κανόνα, όχι για να προφυλαχτούν από κάποιον εχθρό παρά για να ληστέψουν κάποιο ανυποψίαστο καράβι.

Είναι γεγονός ότι κατά την περίοδο της τουρκικής κατάκτησης επιδίδονται στην πειρατεία, στο χώρο της Ανατολικής Μεσογείου, άνθρωποι κάθε εθνικότητας και θρησκεύματος’ ανάμεσα τους και οι Έλληνες, Οι πιο φημισμένοι ήταν οι Μανιάτες. Τη Μάνη την ονόμαζαν Μεγάλο Αλγέρι. Τον 18ο αι. η Μάνη αποκλειστικά ζει από τις πειρατικές επιδρομές. Αν και τα πλοία τους κάποιοι σύγχρονοι τους τα χαρακτηρίζουν «σαπιοκάραβα», η δράση τους είναι γνωστή ήδη από τον προηγούμενο αιώνα.

Όταν δεν ταξιδεύουν με τα καράβια τους, ενεδρεύουν κρυμμένοι στους βράχους των ακτών της Μάνης περιμένοντας να παρασυρθεί κάποιο καράβι στην ακτή από την κακοκαιρία. Λέγεται ότι ακόμη και οι Μανιάτες κληρικοί έπαιρναν μέρος σ’ αυτές τις επιχειρήσεις. Στα τέλη μάλιστα του 18ου αι. οργάνωσαν επιδρομή ενάντια στην Αμοργό και την κατέλαβαν.

Μέσα στο 18ο αι. οι Ρωσοτουρκικοί πόλεμοι και οι εξεγέρσεις των Ελλήνων, απόρροια των πολέμων, ώθησαν κι άλλους Έλληνες στην πειρατεία. Μετά τα Ορλωφικά και λίγο αργότερα, όταν ο Λάμπρος Κατσώνης μ’ ένα στολίσκο πειρατικό γίνεται ο εφιάλτης των Τούρκων, πολλά πειρατικά πλοία στο Αιγαίο είναι Ελληνικά.


Όπως φαίνεται, την περίοδο της Τουρκικής κατάκτησης, η πειρατεία στις Ελληνικές θάλασσες είναι μία κατάσταση μόνιμη. Για όσα όμως υπέφεραν οι Ελληνικοί πληθυσμοί ευθύνη έχουν και οι Χριστιανικές δυνάμεις της Ευρώπης. Η στάση που κράτησαν, ως ένα βαθμό, νομιμοποιούσε τη δραστηριότητα των πειρατών, αφού κατά καιρούς είχαν συναλλαγές με τους πειρατές. Η Βενετία φερ’ειπείν κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του Ηρακλείου από τους Τούρκους είχε στρατολογήσει πειρατές για να αμυνθεί.

Οι Ρώσοι, όταν κατέβηκαν στο Αιγαίο (18ος αι.), είχαν επανδρώσει τα πλοία τους και με πειρατές από τη Μάνη, την Πρέβεζα και άλλες περιοχές. Ευρωπαίοι διπλωμάτες φανερά συναλλάσσονταν με ομοεθνείς τους, συνήθως, πειρατές. Ο Π. Ζερλέντης υποστηρίζει ότι Ιησουΐτες και Καπουτσίνοι εμπλέκονταν στην πειρατεία. Καθολικοί ιερείς δέχονται ως προσφορές για τις εκκλησίες πειρατικές λείες και ομόθρησκους τους πειρατές τους ενταφιάζουν στους περιβόλους των ναών.

Σημαντική πτυχή του φαινομένου, που αιτιολογεί εν μέρει και την έκταση που πήρε η πειρατεία στα χρόνια της Τουρκικής κατάκτησης, είναι οι συναλλαγές πειρατών και εμπόρων, ντόπιων και μη. Η εκποίηση της λείας απέφερε τεράστια κέρδη στους εμπόρους, αλλά διατηρούσε σε υψηλά επίπεδα και τις πειρατικές επιδρομές, εφ” όσον υπήρχαν αγοραστές. Η Κίμωλος και η Μήλος ήταν νησιά όπου πραγματοποιούνταν τέτοιου είδους συναλλαγές. Το ίδιο όμως γινόταν και αλλού. Το Αλγέρι τον 16ο αι. είχε πληθυσμό 100.000 που ζούσε αποκλειστικά από την πειρατεία. Ακόμη ήταν μονίμως εγκαταστημένοι εκεί έμποροι από διάφορες Ευρωπαϊκές χώρες.

Ο Ανταγωνισμός Μεταξύ Βενετίας και Γένοβας

Η δράση της Γένοβας στο χώρο του Αιγαίου πελάγους υπήρξε μακρά και συνδέεται με την προσπάθεια της Ιταλικής ναυτικής πόλης να αποκτήσει βάσεις για την ανάπτυξη του θαλάσσιου εμπορίου της και τον έλεγχο των μεγάλων θαλάσσιων διαδρομών αφενός μεν προς την Κωνσταντινούπολη και τον Εύξεινο Πόντο αφετέρου δε προς την Κύπρο και τη Συροπαλαιστίνη.


Η παρουσία της Γένοβας στα εδάφη της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας εδραιώνεται κυρίως στο Β΄ μισό του 12ου αιώνα, όταν ο Αυτοκράτορας Μανουήλ Α΄ Κομνηνός (1143-1180) της παραχώρησε σημαντικά εμπορικά προνόμια, προσπαθώντας να περιορίσει τη δύναμη της ανταγωνίστριας δύναμής της, της Βενετίας.

Λίγα χρόνια πριν από την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους σταυροφόρους το 1204, ένας μεγάλος αριθμός Γενουατών εμπόρων είχε επιδοθεί στην πειρατεία και είχε καταλάβει διάφορες βάσεις στο Αιγαίο. Όταν ο Βενετός στρατιωτικός Μάρκος Σανούδος έσπευσε να καταλάβει με τη συγκατάθεση του Λατίνου αυτοκράτορα και της Βενετίας τα νησιά των Κυκλάδων μεταξύ των ετών 1204 και 1207, αποβιβάστηκε στη Νάξο και επιτέθηκε εναντίον των Γενουατών πειρατών που είχαν οχυρωθεί στο ισχυρό κάστρο του Απαλίρου.

Η Κρήτη επίσης χρησιμοποιούνταν πιθανότατα ως βάση Γενουατών πειρατών πριν από το 1204, ενώ λίγα χρόνια αργότερα, το 1206, ένα σημαντικό τμήμα της καταλήφθηκε από τον Ερρίκο Πεσκατόρε (Pescatore), Γενουάτη κόμη της Μάλτας.

Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους σταυροφόρους το 1204 είχε ως άμεσο αποτέλεσμα την εδραίωση της Βενετίας στον Ελλαδικό χώρο. Η Γένοβα, που είχε επίσης σημαντικά εμπορικά συμφέροντα στον Ελλαδικό χώρο, δεν αποδέχθηκε την κυρίαρχη θέση της Βενετίας και για αρκετά χρόνια επιδόθηκε σε πολεμικές συγκρούσεις μαζί της. Το 1205 συμμάχησε με την επίσης αξιόλογη ναυτική ιταλική πόλη Πίζα και ενεπλάκη σε πόλεμο με τη Βενετία, με την οποία υπέγραψε τελικά συνθήκη ειρήνης το καλοκαίρι του 1206.


Την ίδια περίοδο, ωστόσο, η Βενετία στην προσπάθειά της να επιβάλει τα κυριαρχικά της δικαιώματα στην Κρήτη, που της είχε παραχωρηθεί από τον ηγέτη της Δ΄ σταυροφορίας Βονιφάτιο Μομφερατικό, έστειλε τον στόλο της εναντίον του Γενουάτη Πεσκατόρε, που είχε καταλάβει σημαντικό τμήμα του νησιού. Ο τελευταίος ζήτησε τη βοήθεια της Γένοβας, με αποτέλεσμα να προκληθούν νέες πολεμικές συγκρούσεις ανάμεσα στις δύο ιταλικές πόλεις, μέχρι την τελική επικράτηση της Βενετίας το 1211.

Οι σχέσεις της Γένοβας και της Βενετίας εξακολούθησαν να είναι εχθρικές μέχρι το 1218, οπότε η τελευταία επικύρωσε τα προνόμια που είχαν παραχωρήσει στη Γένοβα κατά τη διάρκεια του 12ου αιώνα οι Βυζαντινοί Αυτοκράτορες και της επέτρεψε να εμπορεύεται στα εδάφη της Λατινικής Αυτοκρατορίας. Την εποχή αυτή αξιόλογη παρουσία Γενουατών εμπόρων σημειώνεται στη Θεσσαλονίκη και στο δουκάτο των Αθηνών.

Ο εμπορικός ανταγωνισμός ωστόσο ανάμεσα στις δύο Ιταλικές πόλεις δε σταμάτησε σχεδόν ποτέ και απέκτησε ιδιαίτερα οξεία μορφή το 1256, οπότε ξέσπασε ο πρώτος μεγάλος Βενετο-Γενουατικός πόλεμος του 13ου αιώνα στις παράλιες πόλεις της Συροπαλαιστίνης. Ο πόλεμος αυτός που έληξε μόλις το 1270 με ήττα της Γένοβας σήμανε την απομάκρυνση της τελευταίας από το επικερδές εμπόριο της Συροπαλαιστίνης και την επικέντρωση του ενδιαφέροντός της στο χώρο του Αιγαίου και του Εύξεινου Πόντου.

Τρεις ακόμη σκληρές αναμετρήσεις ακολούθησαν ανάμεσα στη Βενετία και τη Γένοβα κατά τη διάρκεια του 13ου και 14ου αιώνα (1294-1299, 1350-1351 και 1375-1381), επισφραγίζοντας το σφοδρό ανταγωνισμό των δύο αντιμαχόμενων ιταλικών πόλεων.


Κτήσεις των Γενουατών στο Βορειοανατολικό Αιγαίο

Η διείσδυση της Γένοβας στον Ελλαδικό χώρο θα προχωρήσει με πολύ γρήγορο ρυθμό κυρίως μετά την υπογραφή της συνθήκης του Νυμφαίου στις 10 Ιουλίου του 1261 με τον Αυτοκράτορα της Νίκαιας Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγο (1259-1282), ο οποίος της παραχώρησε σημαντικά εμπορικά προνόμια ως αντάλλαγμα για τη βοήθεια που θα του παρείχε στην προσπάθειά του να ανακαταλάβει την Κωνσταντινούπολη. Μετά την ανακατάληψη της Βυζαντινής πρωτεύουσας στις 25 Ιουλίου του ίδιου έτους, οι Γενουάτες εγκαταστάθηκαν στο Γαλατά, στην ανατολική ακτή του Κεράτιου κόλπου, ο οποίος λόγω της προνομιακής του θέσης εξελίχθηκε γρήγορα στο σπουδαιότερο εμπορικό κέντρο της Γένοβας στην Ανατολή.

Σημαντικές εμπορικές εγκαταστάσεις απέκτησε επίσης η Γένοβα στον Εύξεινο Πόντο, με σημαντικότερη εκείνη του Καφφά (Θεοδοσία) στην Κριμαία, που ιδρύθηκε το 1266. Οι Γενουάτες επωφελούμενοι από τη συνθήκη του Νυμφαίου εμφανίζονται στα τέλη του 13ου αιώνα σε πολυάριθμα λιμάνια του Αιγαίου: Ραιδεστό, Θεσσαλονίκη, Λήμνο, Χίο, Φώκαια, Σμύρνη, Αδραμύττιο, Ρόδο κ.ά.

Ο Μιχαήλ Η΄ προκειμένου να αντιμετωπίσει τους εχθρούς της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας δε δίστασε να προχωρήσει στη σύναψη συμμαχιών όχι μόνο με ισχυρά κράτη, αλλά και με μεμονωμένα άτομα, τα οποία ήταν ικανά να του παρέχουν τις στρατιωτικές τους υπηρεσίες. Γενουάτης ήταν ο πειρατής Ιωάννης ντε λο Κάβο (de lo Cavo), στον οποίο παραχωρήθηκαν περίπου το 1278 η Ανάφη και η Ρόδος λόγω των στρατιωτικών του επιτυχιών εναντίον των αντιπάλων της αυτοκρατορίας. Μετά τον Ιωάννη ντε λο Κάβο η Ρόδος παραχωρήθηκε το 1282/1283 στον επίσης Γενουάτη πειρατή Αντρέα Μορέσκο (Andrea Moresco) μέχρι την κατάκτηση του νησιού από το τάγμα των Ιωαννιτών Ιπποτών μεταξύ των ετών 1306 και 1309.

Το 1267 ή το 1275 ο Μιχαήλ Η΄ παραχώρησε σε δύο ακόμη Γενουάτες, τα αδέλφια Βενέδικτο και Μανουήλ Ζακαρία (Zaccaria), τη Φώκαια της Μικράς Ασίας, με την προϋπόθεση να τον υπηρετούν ως έμπιστοι απεσταλμένοι του σε κράτη της Δύσης. Οι αδελφοί Ζακαρία έχτισαν μεταξύ των ετών 1286 και 1296 τη Νέα Φώκαια στα βόρεια της παλιάς πόλης (που πήρε το όνομα Παλαιά Φώκαια), ενώ στις αρχές του 14ου αιώνα επιδίωξαν να επεκτείνουν τις κτήσεις τους στο γειτονικό νησί της Χίου. Το 1304 ο Βενέδικτος Ζακαρία βρήκε την ευκαιρία και κατέλαβε τη Χίο υπό περιστάσεις που δεν είναι γνωστές με σαφήνεια, αναγνωρίζοντας την επικυριαρχία του βυζαντινού αυτοκράτορα Ανδρόνικου Β΄ Παλαιολόγου (1282-1328), ο οποίος του παραχώρησε το νησί με συνθήκη για δέκα χρόνια.


Οι Ζακαρία απέκτησαν επιπλέον ερείσματα στα απέναντι Μικρασιατικά παράλια, καθώς, εκτός από τη Φώκαια, φαίνεται πως το 1326 κατείχαν και το λιμάνι της Σμύρνης. Παράλληλα, κατείχαν για ορισμένο χρονικό διάστημα τα νησιά Σάμο και Ικαρία, καθώς επίσης την Κω. Η ενίσχυση της θέσης τους στο βορειοανατολικό Αιγαίο είχε ως αποτέλεσμα η επικυριαρχία του αυτοκράτορα να καταλήξει τελείως τυπική.

Το 1329 ο Αυτοκράτορας Ανδρόνικος Γ΄ Παλαιολόγος (1328-1341) έδιωξε μετά από μια σύντομη ναυτική εκστρατεία τους Γενουάτες Ζακαρία από τη Χίο και τη Φώκαια αποκαθιστώντας τη βυζαντινή κυριαρχία, η οποία όμως δεν έμελλε να διαρκέσει για μεγάλο χρονικό διάστημα. Το 1346 ο Γενουάτης Σιμόνε Βινιόσο (Simone Vignoso), επωφελούμενος από τη συγκεχυμένη κατάσταση που είχε επικρατήσει στο Αιγαίο με τη σταυροφορία των συνασπισμένων δυτικών δυνάμεων για την κατάληψη της Σμύρνης το 1344, στην οποία συμμετείχε και η Γένοβα, κατέλαβε μετά από τρίμηνη πολιορκία τη Χίο, ενώ λίγο αργότερα τη γειτονική Φώκαια.

Το 1347 τη διοίκηση της Χίου και της Φώκαιας ανέλαβε ένας Γενουατικός οικονομικός οργανισμός εφοπλιστών που ονομαζόταν Μaona ή Mahona. Η Γένοβα αρκέστηκε στην επικυριαρχία της Χίου και της Φώκαιας, η οποία εκδηλωνόταν κυρίως με τον διορισμό του ποτεστάτου, του ανώτερου δηλαδή διοικητή. H Μaona, τα μέλη της οποίας ανήκαν στην οικογένεια των Ιουστινιάνι (Giustiniani), εκμεταλλευόταν τις προσόδους και το εμπόριο των δύο αυτών περιοχών και ήταν υπεύθυνη για την άμυνά τους μέχρι το 1566, οπότε η Χίος καταλήφθηκε από τους Οθωμανούς (η Φώκαια είχε κατακτηθεί ήδη το 1455).

Η Χίος κατά το διάστημα της κυριαρχίας των Γενουατών (1347-1566) εξελίχθηκε σε ανθηρό εμπορικό κέντρο, καθώς το λιμάνι της βρισκόταν στο σταυροδρόμι της θαλάσσιας οδού από τη Γένοβα προς την Κωνσταντινούπολη και τον Εύξεινο Πόντο, καθώς επίσης των άλλων μικρότερων οδών που συνέδεαν τα λιμάνια του Βόρειου Αιγαίου με τη Μικρά Ασία.


Η πόλη της Χίου με τη μνημειώδη αρχιτεκτονική, ανάλογη με εκείνη της Γένοβας, το επιβλητικό της κάστρο, τα εντυπωσιακά παλάτια και τις μεγαλόπρεπες εκκλησίες της προκαλούσε το θαυμασμό των πολυάριθμων περιηγητών που επισκέπτονταν το νησί. Στην οικονομική ανάπτυξη της Χίου συνέβαλε κυρίως η εκμετάλλευση της μαστίχας, που είχε μεγάλη ζήτηση στη Δύση.

Εκτός από τη Χίο και τις απέναντι μικρασιατικές ακτές, η παρουσία Γενουατών σημειώνεται από τα μέσα του 14ου αιώνα σε ακόμη ένα σημαντικό νησί του βορειοανατολικού Αιγαίου, εκείνο της Λέσβου. Ο ευγενής έμπορος και πειρατής από τη Γένοβα Φραγκίσκος Α΄ Γατελούζος (Francesco Gattelusio, 1355-1384), σε αντάλλαγμα για τη βοήθεια που παρείχε στον Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγο (1341-1391) να ανακτήσει το θρόνο του Βυζαντίου, παντρεύτηκε την αδελφή του αυτοκράτορα Μαρία Παλαιολογίνα και πήρε ως προίκα και ανταμοιβή για τις υπηρεσίες του το νησί της Λέσβου.

Οι Γατελούζοι παρέμειναν στη Λέσβο μέχρι την οριστική κατάληψή της από τους Οθωμανούς το 1462. Κατά τη διάρκεια της παρουσίας τους στο νησί κατάφεραν να αντιμετωπίσουν τους πειρατές που λυμαίνονταν το Αιγαίο και να αποκρούσουν τις συνεχείς τουρκικές επιθέσεις. Παράλληλα, απέκτησαν από τους Βυζαντινούς Αυτοκράτορες, είτε ως δωρεές είτε με αγορά, τη Θρακική πόλη της Αίνου, καθώς επίσης τα νησιά Θάσο, Σαμοθράκη, Ίμβρο και Λήμνο.

Οι κτήσεις αυτές παρέμειναν υπό τη διοίκηση των Γατελούζων μέχρι την οριστική κατάληψή τους από τους Οθωμανούς λίγα χρόνια μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453. Η δράση της Γένοβας στο Αιγαίο καθορίστηκε κυρίως από δύο παράγοντες: το διαρκή ανταγωνισμό της με τη Βενετία και την έντονη δραστηριότητα μεμονωμένων Γενουατών στα νησιά του βορειοανατολικού Αιγαίου και στα απέναντι Μικρασιατικά παράλια.


Η προσπάθεια της Γένοβας να διατηρήσει τον έλεγχο του βορειοανατολικού Αιγαίου δικαιολογείται από τη σημασία που είχαν για την Ιταλική ναυτική πόλη ο Γαλατάς και οι κτήσεις της στον Εύξεινο Πόντο, καθώς επίσης από το γεγονός ότι σημαντικό τμήμα του κεντρικού και νότιου Αιγαίου βρισκόταν υπό τον έλεγχο της ανταγωνίστριας ναυτικής δύναμης, της Βενετίας.

Η ΠΕΙΡΑΤΕΙΑ ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ

Από γενιά σε γενιά οι Κρητικοί πάλεψαν με Ρωμαίους, Άραβες, Βενετούς και Τούρκους για να κρατήσουν το νησί τους ελεύθερο. Στο πέρασμα των αιώνων οι Κρητικοί σφυριλατήθηκαν στο αμόνι του αγώνα και τη φωτιά του πολέμου. Η κάθε εποχή άφησε τη σφραγίδα της στην ιστορία της Κρήτης. Μέσα στη χιλιόχρονη ροή του χρόνου διαδραματίσθηκαν γεγονότα και καθημερινές ιστορίες ανθρώπων και τόπων σχεδόν άγνωστες μέχρι σήμερα.

Μια από τις πιο πολύπαθες περιόδους της Κρητικής Ιστορίας είναι η Αραβοκρατία που διήρκεσε εκατόν σαράντα χρόνια. Από το 824 έως το 961. Η Κρήτη είχε μεταμορφωθεί σ ένα απέραντο σκλαβοπάζαρο θρήνου και μαρτυρίων. Ήταν το φοβερό ορμητήριο των Αράβων πειρατών σε όλη τη Μεσόγειο. Οι Βυζαντινοί χρονικογράφοι της εποχής αποκαλούσαν την Κρήτη ΄΄θεόλετον και βαρβαροτρόφον΄΄ .

Το χρονικό της συμφοράς άρχισε στην Ανδαλουσία της Ισπανίας όταν μια εσωτερική κρίση στις σχέσεις των μουσουλμανικών στοιχείων της περιοχής, ανάγκασε τον αρχηγό της Gordoba Αμπού Χαψ Ομάρ να πάρει το λαό του και να αναζητήσει άλλο τόπο εγκατάστασης. Πήγε αρχικά στην Αίγυπτο το 813 και το 818 κατέλαβε την Αλεξάνδρεια , αλλά οι Αιγύπτιοι κατόρθωσαν να στρέψουν το ενδιαφέρον των πειρατών προς την Κρήτη, για να απαλλαχθούν από τους ανεπιθύμητους επισκέπτες.
 

Οι Ανδαλουσιανοί πειρατές της Gordoba εισέβαλλαν το 824 στην Κρήτη, που ήταν τότε επαρχία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, και την κατέλαβαν. Το Βυζάντιο ύστερα από επανειλημμένες εκστρατείες ανακατέλαβε την Κρήτη στις 7 Μαρτίου 961 με τον Νικηφόρο Φωκά τον μετέπειτα Αυτοκράτορα. Οι πειρατικές επιδρομές στα παράλια της Κρήτης ήταν διαρκείς και στους επόμενους αιώνες ,ακόμη και τότε που κατείχε την Κρήτη η θαλασσοκράτειρα Βενετία.
Μουσουλμάνοι πειρατές των Αφρικανικών παραλίων εξαπέλυαν αιφνιδιαστικές επιδρομές σπέρνοντας την φρίκη και τον όλεθρο στο πέρασμά τους. Χιλιάδες αθώοι άνθρωποι οδηγήθηκαν στα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής και πολλά χωριά και μοναστήρια της Κρήτης μεταφέρθηκαν στην ενδοχώρα του νησιού σε πιο ασφαλείς ορεινές τοποθεσίες. Κατά τον 14ο αιώνα οι επιδρομές των μουσουλμάνων πειρατών αναγκάζουν τον Βενετό Δούκα της Κρήτης Nicola Gianni να ζητήσει από την Δημοκρατία της Βενετίας την συνεχή επαγρύπνηση του Βενετικού στόλου.

Το 1317 Αλγερινοί πειρατές έχουν κάνει ορμητήριό τους το Γαϊδουρονήσι και λυμαίνονται ολόκληρη την περιοχή. Η Βενετία παραχώρησε τότε το νησί στον Andrea Dandolo με την υποχρέωση να εκδιώξει τους πειρατές και να οικοδομήσει πύργο για την προστασία του νησιού. Παράλληλα οι Βενετικές αρχές πήραν μέτρα για την προστασία των ακτών. Χτίστηκαν παρατηρητήρια που έδιναν σινιάλα με καπνό όταν έβλεπαν τα πειρατικά καράβια να πλησιάζουν τις ακτές. Ο τότε Δούκας της Κρήτης Vlassio Zenno επέβαλλε και έκτακτη φορολογία για τον εξοπλισμό δύο γαλερών που θα επιτηρούσαν συνεχώς τα παράλια της Κρήτης.

Οι επιδρομές των πειρατών συνεχίσθηκαν παρά τα μέτρα που έλαβαν οι Βενετοί. Ολόκληρο τον 14ο αιώνα και μέχρι τα μέσα του 15 ουαποτέλεσαν φοβερή μάστιγα. Από την πλευρά του ο Σουλτάνος ενθάρρυνε την πειρατική δραστηριότητα προκειμένου να πλήξει την Βενετία που στηριζόταν στο θαλάσσιο εμπόριο. Οι πειρατικές επιδρομές έγιναν συχνότερες και αγριότερες . Τότε εμφανίστηκαν και οι φοβεροί πειρατές της Μπαρμπαριάς που οδήγησαν χιλιάδες σκλάβους στα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής.


Ένα δημοτικό τραγούδι εκείνης της εποχής εκφράζει τη φριχτή πραγματικότητα.

«Ήλιε που βγαίνεις το πρωί σ όλο τον κόσμο δούδεις
Σ όλο τον κόσμο ανάτειλε σ όλη την οικουμένη
Στων Μπαρμπαρέσων τις αυλές ήλιε μην ανατείλεις
Κι αν ανατείλεις ήλιε μου να γοργοβασιλέψεις
Γιατί έχουν σκλάβους όμορφους πολλά παραπονιάρους
Και θα γραθού οι γιαχτίδες σου πο των σκλαβώ τα δάκρυα…»

Το δουλεμπόριο εκείνη την εποχή είχε πάρει τέτοια έκταση ώστε ακόμη και στα λιμάνια της Κρήτης με την ανοχή των Βενετών γίνονταν αγοραπωλησίες ανθρώπων. Το 1522 οι πειρατές λεηλατούν τα παράλια της Ιεράπετρας και δύο χρόνια αργότερα οι πειρατές εφορμούν στο λιμάνι των Χανίων και αρπάζουν δύο καράβια που ήταν αγκυροβολημένα εκεί.

Τον Ιούνιο του 1538 εμφανίζεται στο Αιγαίο Πέλαγος ο πιο αιμοβόρος και άγριος πειρατής όλων των εποχών, ο Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα μ ένα στόλο ογδόντα πλοίων. Εξαπέλυσε πρωτοφανείς σε αγριότητα επιθέσεις στα νησιά του Αιγαίου και την Κύπρο και στη συνέχεια στράφηκε προς την Κρήτη. Επιτέθηκε στα Χανιά ,το Ρέθυμνο και το Ηράκλειο και κυρίευσε το φρούριο της Σητείας που δεν είχε ισχυρή άμυνα. Λεηλάτησε και έκαψε τα χωριά της περιοχής και οδήγησε χιλιάδες Κρητικούς στα σκλαβοπάζαρα της Συρίας και της Αλγερίας.

Οι πειρατές είχαν αντιληφθεί ότι οι Βενετία δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει τις επιθέσεις τους και αποθρασύνονται. Το 1562 εμφανίζεται ο διάδοχος του Μπαρμπαρόσα , Dragut Reiss ο οποίος λεηλάτησε τα χωριά του Ρεθύμνου και της επαρχίας Αποκορώνου των Χανίων, για να ακολουθήσει τον Ιούνιο του 1571 και η επιδρομή του Αλγερινού Ulouts Ali που αφού έκαψε τα χωριά της επαρχίας Μυλοποτάμου, εισέβαλλε στην πόλη του Ρεθύμνου και την ισοπέδωσε.


Από το 1600 η πειρατεία εξαπλώθηκε στη Μεσόγειο. Εκτός από τους μουσουλμάνους Τούρκους και Άραβες πειρατές, τα εμπορικά πλοία και οι ακτές δέχονταν επιθέσεις και από Μαλτέζους, Ισπανούς ακόμη και Έλληνες πειρατές, όπως έναν Έλληνα από την Πάτμο, ο οποίος αφού ασπάσθηκε το κοράνι άρχισε την πειρατεία μαζί με τον γιο του στα νερά της Ρόδου, όπως αναφέρει σε έκθεσή του ο Βενετός Francesco Morozini.

Η ΠΕΙΡΑΤΕΙΑ ΣΤΟ ΝΗΣΙ ΤΗΣ ΡΟΔΟΥ

Η πειρατεία πρωτοεμφανίστηκε στο Αιγαίο από την εποχή που οι άραβες κατέκτησαν την Κρήτη. Το νησί αυτό έκαναν ορμητήριό τους οι Σαρακηνοί πειρατές, που για πολλά χρόνια αλώνιζαν ανενόχλητοι το πέλαγος. Η παρουσία των πειρατών αυτών στο Αιγαίο ήταν ταραχώδης και καθοριστική σε πολλούς τομείς, άφησαν δε τα ίχνη τους ακόμη και στα γλωσσικά ιδιώματα των διαφόρων λαών.

Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι από τον επικεφαλής των Σαρακηνών πειρατών προέκυψε η λέξη αμηράς (μεσαιωνική κυρίως λέξη) και από αυτήν ο όρος admiral που σημαίνει στις δυτικές γλώσσες Ναύαρχος. Από την ίδια ρίζα προέρχεται η λέξη arsenal (πυριτιδαποθήκη) που πέρασε σε μας σαν «ταρσανάς» δηλαδή αποθήκη ή αποβάθρα του μοναστηριού.

Επιγραμματικά απλώς αναφέρουμε ότι κατά την περίοδο της Αρχαιότητας, η Ρόδος ήταν πρότυπο αγοράς στην οικονομία της Μεσογείου, και αυτό οφειλόταν στην έμφυτη νομιμοφροσύνη και τιμιότητα των κατοίκων της αλλά κυρίως, στην αναμφίβολη ναυτική υπεροχή της. Με τον ισχυρό στόλο μάλιστα που διέθεταν την εποχή εκείνη οι Ρόδιοι, καταπολέμησαν συστηματικά τους πειρατές της μείζονος περιοχής και αποτελούσαν την σταθερή εγγύηση των θαλάσσιων μεταφορών για όλους τους ναυτικούς.


Παρατηρούμε πχ ότι σε κάποιες περιόδους, η πειρατεία που είναι σαφέστατα μια παράνομη και αποτρόπαια συμπεριφορά, έχει σχεδόν ημιεπίσημο χαρακτήρα, αφού τελούσε υπό την κρατική (Οθωμανική) ανοχή. Σε κάποια περίοδο μάλιστα, το ίδιο το Οθωμανικό Κράτος ανέθεσε σε σκληρούς πειρατές την αρχηγία του στόλου του, που στην συνέχεια εξελίχθηκαν σε πραγματικούς δυνάστες του Αιγαίου. Για να ήμαστε όμως αντικειμενικοί, θα πρέπει να αναφέρουμε ότι δεν ήταν βέβαια όλοι οι πειρατές μόνο Οθωμανοί, αφού συγχρόνως με αυτούς «διέπρεψαν» και πολλοί Χριστιανοί, όπως οι Καταλανοί, οι Σικελοί, Γενουάτες κλπ.

Σε άλλες περιπτώσεις πάλι, μεγάλες ναυτικές δυνάμεις της εποχής, ανέθεταν σε καιρό πολέμου σε ικανούς πειρατές την πειρατεία εμπορικών πλοίων των αντιπάλων τους. Στην περίπτωση αυτή όμως, που υπήρχε δηλαδή κάποια «κάλυψη», η πειρατεία γινόταν με ορισμένους κανόνες, όπως πχ δεν επιτρεπόταν να κυριεύονται αγκυροβολημένα στο λιμάνι πλοία, αλλά μόνο ανοικτά στο πέλαγος κλπ.

Μάλιστα στις περιπτώσεις αυτές, οι κουρσάροι ήταν εφοδιασμένοι από την Αρχή που τους προστάτευε και με έγγραφη άδεια καταδρομής, για να μην κινδυνεύουν στις νηοψίες από τα πλοία των συμμαχικών κρατών! Οι επιλεγμένοι αυτοί πειρατές εκαλούντο κουρσάροι ( σε αντιδιαστολή με τους πειρατές) και δρούσαν στις καταδρομές τους με υψωμένη την σημαία του κράτους που τους προστάτευε.

Επί πλέον, υπήρχαν επίσης και πειρατές που ήταν ήρωες για τους λαούς τους, ανάλογα βέβαια από την οπτική γωνία που έβλεπε κανείς τα γεγονότα. ΄Ετσι πχ ο Μοροζίνης που «αλώνιζε» στο Αιγαίο, ήταν ήρωας για τους Βενετούς, που θεωρούσαν τον Οθωμανό «συνάδελφό» του Μπαρμπαρόσα, φρικτό πειρατή. Οι Οθωμανοί πάλι θεωρούσαν με την σειρά τους τον Μοροζίνη βάρβαρο πειρατή, και ήρωα τους τον Μπαρμπαρόσα!!


Τέλος, σε κάποιες περιόδους, η πειρατεία έπαιρνε και τον χαρακτήρα της Ιερής Αποστολής ( Ιερού Πολέμου) όπως πχ των Χριστιανών κατά των Μωαμεθανών και αντίστροφα.

Με την λέξη πάντως πειρατεία, εννοούμε σύμφωνα με ένα παλιό ορισμός της, κυρίως «την κατά θάλασσαν ληστείαν». Εφόσον επομένως στον ορισμό αυτό περιλαμβάνεται η λέξη ληστεία, εξυπακούεται ότι πρόκειται για την απόκτηση (αρπαγή) παράνομου πλούτου με την χρήση βίας μάλιστα. Στην πραγματικότητα όμως η πειρατεία πολλές φορές ξέφευγε από τον στενό αυτό ορισμό της, αφού η ληστεία δεν περιοριζόταν μόνο στα πλοία και τα εμπορεύματά τους « κατά θάλασσαν», όπως αναφέρει ο ορισμός της, αλλά και σε παράλιες πόλεις και νησιά.

 Αυτό συνέβαινε γιατί οι πειρατές κατέπλεαν στα νησιά και λεηλατούσαν ότι έβρισκαν μπροστά τους (περιουσίες, ζώα, καρπούς κλπ), και το χειρότερο από όλα, έπαιρναν και τους κατοίκους των νησιών και των παραλίων για να τους πουλήσουν σαν δούλους στα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής. Ήταν ομολογουμένως πραγματική μάστιγα για τους κατοίκους των νησιών, που έβλεπαν την περιουσία τους και τους κόπους τους να λεηλατούνται από τα στίφη των βαρβάρων και το χειρότερο να οδηγούνται οι ίδιοι ή τα δικά τους πρόσωπα δούλοι σε ξένα μέρη.

Όπως είναι ιστορικά βεβαιωμένο, το πέλαγος στην περιοχή των Δωδεκανήσων και ιδίως της Ρόδου, ήταν ο σπουδαιότερος θαλάσσιος κόμβος που ένωνε μεταξύ τους τις σημαντικότερες πλουτοπαραγωγικές περιοχές, και επομένως από την αιτία αυτή είχε αυξημένη εμπορική θαλάσσια κίνηση. Όπως είναι λογικό, τα εμπορικά πλοία με τον πλούτο και τα αγαθά που μετέφεραν, ήταν ο καλύτερος στόχος για τους πειρατές. Αυτός ήταν ο κύριος λόγος της ανάπτυξης της πειρατείας στο νοτιοανατολικό Αιγαίο.


Η πειρατεία στη περιοχή αυτή γινόταν κατά κύριο λόγο από τους Οθωμανούς πειρατές, γιατί η Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν ήταν σε θέση να προστατεύσει το σύνολο των κατακτήσεών της και άφηνε πολλά περιθώρια σε διάφορους τυχοδιώκτες για παράνομες δράσεις.

Η εμπλοκή του Τάγματος των Ιπποτών του Αγίου Ιωάννη στην πειρατεία στο Αρχιπέλαγος, είχε αρχικά μια κάποια δικαιολογία, μια ιδεολογική βάση θα λέγαμε, αφού έγινε – όπως λέγεται-, σαν αντίβαρο στους άπιστους Οθωμανούς πειρατές… Εκτός όμως από το ιδεολογικό αυτό υπόβαθρο (ιερός πόλεμος), που ωραιοποιεί κάπως την άσκηση πειρατείας εκ μέρους τους, υπήρχε και ένας ρεαλιστικός και ουσιαστικός λόγος που οι Ιππότες έγιναν πειρατές, και αυτός ήταν η ανάγκη να περιφρουρήσουν την βάση τους, την Ρόδο δηλαδή, από τους άρπαγες Οθωμανούς.

Το Τάγμα αυτό δηλαδή, εκτιμώντας την όλη θλιβερή κατάσταση που είχαν δημιουργήσει οι Οθωμανοί πειρατές στο Αιγαίο, αποφάσισαν να μην μείνουν αδρανείς, αλλά αντίθετα αποφάσισαν να στραφούν εναντίον τους αντεπιτιθέμενοι. Μάλιστα, ο Μέγας Μάγιστρος της Ρόδου D΄ Aubusson με ένα δραματικό πράγματι μήνυμά του, κάλεσε όλα τα χριστιανικά πλοία να παρουσιαστούν στην Ρόδο, για να ξεκινήσουν ιερό πόλεμο κατά των απίστων.

Στο κάλεσμα αυτό για Ιερή συμμαχία κατά των Τούρκων, υπήρξε σημαντική ανταπόκριση από τους ξένους (πχ τέσσερις μεγάλες Γαλλικές γαλέρες έφτασαν μετά από λίγο στην Ρόδο και ανέλαβαν αμέσως δράση), ο δε Πάπας όρισε σαν αρχιστράτηγο της συμμαχίας τον Μέγα Μάγιστρο της Ρόδου D΄ Aubusson. Στον συμμαχικό αυτό στόλο, το ροδιακό Τάγμα συμμετείχε με τέσσερα μεγάλα πλοία και τέσσερις γαλέρες. Θα πρέπει πάντως στο σημείο αυτό να αναφέρουμε ότι μετά την πρόσκληση αυτή του Μ.Μάγιστρου, είχαν μαζευτεί στα Δωδεκάνησα, εκτός των άλλων και πολλοί τυχοδιώκτες.


Οι περιπέτειες αυτών και του στόλου τους γενικότερα ήταν πολλές και αποφασιστικές, που όπως είναι φυσικό, δεν θα μας απασχολήσουν στο πρόχειρο αυτό σημείωμα. Θα πρέπει όμως να επισημάνουμε την αγωνιώδη προσπάθεια των Ιπποτών και ιδίως του Μεγάλου Μάγιστρου D΄ Aubusson, που κατάλαβε έγκαιρα τον θανάσιμο κίνδυνο που εγκυμονούσε η Οθωμανική Αυτοκρατορία για την Ρόδο.

Με την δραματική πρόσκλησή του- που αναφέραμε πιο πάνω-, προς όλους τους διασκορπισμένους Ιππότες όπου και εάν ευρίσκοντο, τους καλούσε να φτάσουν άμεσα στην Ρόδο, για να την υπερασπιστούν και εξέφραζε την μεγάλη αγωνία του για την διάσωση του νησιού. Αξίζει τον κόπο να αναφέρουμε κατά λέξη την έγγραφη αυτή έκκληση του μεγάλου πράγματι αυτού Μάγιστρου, για να καταλάβουμε το πνεύμα της εποχής αλλά και την κρισιμότητα της κατάστασης της Ρόδου. Έγραφε μεταξύ των άλλων ο Μάγιστρος:

«Βρισκόμαστε μέσα στην πυρκαγιά και αν δεν σωθούμε γρήγορα, τα πάντα χάνονται τελειωτικά. Αν δεν θέλουμε να χαθούμε, ας αλληλοβοηθηθούμε , και αντί να στηρίξουμε τις ελπίδες μας στους ξένους, ας ζητήσουμε να βοηθήσει ο Θεός την δική μας αξία. Ελάτε χωρίς αναβολή στο κράτος μας (Ρόδος), ή μάλλον στο δικό σας κράτος. Ελάτε να βοηθήσετε το τάγμα που σας έθρεψε και σας ανέπτυξε σαν παιδιά του. Ελάτε να υπερασπιστείτε τους λαούς που ο Θεός τους έχει θέσει υπό την προστασία σας και οι οποίοι θα παραδοθούν στις αλυσίδες των άπιστων αν δεν υπερασπιστούμε την ελευθερία τους. Πρόκειται για την σωτηρίαν και την τιμήν ημών των ιδίων»
(Κ.Σαθά: Ιστορία της Τουρκοκρατούμενης Ελλάδας).

Επισημαίνεται με την ευκαιρία αυτή και το γεγονός ότι, προ του κοινού κινδύνου των Οθωμανών, είχε δημιουργηθεί την περίοδο εκείνη μια ιδιόμορφη μορφή ανεξιθρησκείας, αφού διαπιστώνεται ότι παρά τις θρησκευτικές αντιθέσεις που υπήρχαν μεταξύ των ιπποτών και του ντόπιου πληθυσμού, αφού το μεν Τάγμα των ιπποτών ήταν εξαρτημένο απευθείας από τον Πάπα, οι δε Ρόδιοι ήσαν Ορθόδοξοι, παρόλα αυτά ζούσαν αρμονικά σαν κοινωνία και προσεύχονταν στις ίδιες εκκλησίες κλπ. Το μέγεθος του επιτεύγματος αυτού θα εκτιμηθεί ανάλογα, εάν αναλογιστούμε τις θρησκευτικές διαμάχες και το μίσος μεταξύ ανατολικής και δυτικής εκκλησίας που επικρατούσε τότε (και που οδήγησε και αυτή μεταξύ των άλλων, στην πτώση της Πόλης άλλωστε).


Ο στόλος αυτός της «ιερής συμμαχίας», είχε πολλές εμπλοκές με τους Οθωμανούς (και όχι μόνο) πειρατές με πολλές και σπουδαίες επιτυχίες. Άλλοτε επιτιθέμενος και άλλοτε αμυνόμενος, επέφερε σημαντικές βλάβες στους Οθωμανούς, αλλά ενίοτε και σε μερικούς.. Χριστιανούς! Το σημαντικότερο μάλιστα πειρατικό κατόρθωμα των Χριστιανών της Ρόδου, ήταν η σύλληψη στα ανατολικά της Κρήτης του μεγάλου εμπορικού πλοίου των Μαμελούκων Morgabina (είχε επτά πατώματα) που όπως λέγεται, μετέφερε από την Αλεξάνδρεια στην Κωνσταντινούπολη πολύτιμο φορτίο, όπως μεταξωτά, αποικιακά προϊόντα κλπ. Λέγεται ότι αυτό ήταν το πιο μεγάλο κατόρθωμα του Ροδιακού (πειρατικού) στόλου.

Στην προσπάθειά τους αυτή να εξαφανίσουν τους Οθωμανούς άπιστους, και επειδή ο στόλος τους ήταν μικρός, δεν δίσταζαν οι Ιωαννίτες ιππότες να χρησιμοποιούν και «ανεξάρτητους» πειρατές διαφόρων εθνικοτήτων ( Έλληνες και ξένους), που ασκούσαν μάλιστα πειρατεία με τα εμβλήματα του Τάγματος των Ιπποτών του Αγίου Ιωάννου. Ο στολίσκος όμως των Ιωαννιτών, μπορεί μεν να ήταν ποσοτικά μικρός, εθεωρείτο όμως ιδιαίτερα επιθετικός και αποτελεσματικός στις καταδρομικές επιχειρήσεις του.

Οι συνεχείς δε επιτυχίες του Ροδιακού πειρατικού στόλου, κατέστησαν τους Ιππότες αλαζόνες, με αποτέλεσμα να δημιουργούν σοβαρότατα προβλήματα και σε χριστιανικά ακόμη πλοία. Δεν θα ήταν καθόλου υπερβολή εάν θα λέγαμε ότι ο πειρατικός στόλος των Ιωαννιτών της Ρόδου, ήταν ο κυρίαρχος στόλος του Αρχιπελάγους και μάλιστα με σημαντικές ..«επιτυχίες».

Όπως ήταν φυσικό, η κυριαρχία του στόλου του Τάγματος, ενόχλησε σοβαρά τους πασάδες της Πύλης, που άρχισαν να προτρέπουν τον νέο Σουλτάνο Σουλεϊμάν, να τους επιτεθεί και να καταλάβει την Ρόδο, γεγονός που δυστυχώς δεν άργησε να γίνει. Η πολιορκίες της Ρόδου και η ηρωική αντίσταση των Ιπποτών και των κατοίκων της κατά των Τούρκων, όπως και η περιπετειώδης περιπλάνηση του Τάγματος μετά την ήττα τους και την ταπεινωτική αναχώρηση τους από την Ρόδο μέχρι να καταλήξουν στην Μάλτα.

 
ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΕΙΡΑΤΕΣ ΣΤΟ ΑΙΓΑΙΟ

Στα τέλη του 16ου αιώνα χριστιανοί πειρατές έκαναν την εμφάνισή τους στην ανατολική Μεσόγειο, ασκώντας πειρατεία παράλληλα με μουσουλμάνους, Βέρβερους και Οθωμανούς. Οι χριστιανοί κουρσάροι βρίσκο­νταν συνήθως στην υπηρεσία του πάπα, των Ισπανών αντιβασιλέων της Νάπολης και της Σικελίας, καθώς και των Μεδίκων της Φλω­ρεντίας. Πρέπει να σημειωθεί ότι οι Μέδικοι της Φλωρεντίας χρηματοδότησαν πάρα πολλές κουρσάρικες επιδρομές ενάντια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Κινητήρια δύναμη σε αυτές τις επιδρομές υπήρξε το Τάγμα του Αγίου Στεφάνου, που ιδρύθηκε το 1561 στην Πίζα και το χρημα­τοδοτούσε με προσωπικά του κεφάλαια ο εκάστοτε Δούκας της Φλωρεντίας.

Το 1608 τα λάφυρα μόνο των οκτώ ιστιοφόρων της Φλωρεντίας ανέρχονταν στο α­στρονομικό ποσό του ενός εκα­τομμυρίου δουκάτων. Αξιοσημεί­ωτο είναι το γεγονός ότι η Μεγάλη Δούκισσα Χριστίνα, πριγκίπισσα της Λορένης, χρησιμοποίησε όλα τα χρήματα της προίκας της για την κατασκευή ιστιοφόρων, που θα ταξίδευαν και θα κούρσευαν με τα προσωπικά της εμβλήματα. Η πειρατεία αποτελούσε εκείνη την εποχή εξαιρετικά κερδοφόρα επένδυση.

Την ίδια τακτική ακολούθησαν και οι Ισπανοί αντιβασιλείς της Νάπολης και της Σικελίας. Κύριος εκφραστής αυτής της πολιτικής υπήρξε ο Δον Πέδρο Τελέζ Γκιρόν, ο Δούκας της Οσούνας. Κατά τη δεκαετή θητεία του ως αντιβασι-λέας της Νάπολης δημιούργησε ίσως τον μεγαλύτερο χριστιανικό κουρσάρικο στόλο της εποχής και τον χρηματοδοτούσε ο ίδιος. Στη Νάπολη είχε συγκεντρωθεί η αφρόκρεμα των χριστιανών κουρ­σάρων.

Οι επιδρομές του στο αρ­χιπέλαγος δεν είχαν στόχο μόνο το κέρδος, αλλά και την πρόκλη­ση όσο το δυνατόν περισσότερων ζημιών στην Οθωμανική Αυτο­κρατορία, με την παράλυση του εμπορίου της και την αύξηση του κύρους της Ισπανίας σε ολόκληρη τη Μεσόγειο. Ο Δον Πέδρο Τελέζ Γκιρόν είχε αποκτήσει τόσο με­γάλη δύναμη, που προσπάθησε ακόμα και να καταλάβει την ίδια τη Βενετία· την τελευταία στιγμή όμως τα σχέδιά του αποκαλύφθη­καν. Το γεγονός αυτό αποτέλεσε και την αιτία της πτώσης του.


Αξίζει να σημειωθεί ότι τόσο ο Δούκας της Τοσκάνης όσο και ο αντιβασιλέας της Νάπολης είχαν στενές σχέσεις με το Ελληνικό στοιχείο. Οι εντολές που έδιναν στους καπετάνιους των πλοίων τους ήταν σαφείς: να μην επιτί­θενται σε Ελληνικά πλοία ούτε να πλήττουν τα χωριά και τις περιου­σίες των Ελλήνων. Αντίθετα μάλι­στα, τους παρότρυναν να παρέ­χουν στους Έλληνες κάθε δυνατή βοήθεια και να καλλιεργούν το επαναστατικό πνεύμα τους ενάντια στους Τούρκους.

Δεν είναι λίγες οι καταγραφές που αναφέρουν ότι ισπανικές γαλέρες αλλά και γαλιόνια της Φλωρεντίας εφοδία­σαν τους κατοίκους της Μάνης με μπαρούτι, αρκεβούζια και άλλα πο­λεμοφόδια. Η πολεμική ενίσχυση που πρόσφεραν όμως στη Μάνη έ­κρυβε ένα κρυφό σχέδιο: είχαν την ελπίδα ότι οι Μανιάτες τελικά θα απογοητεύονταν από τις συνεχείς συγκρούσεις και θα μετανάστευαν στην Τοσκάνη και στη Νάπολη.

Στις εν λόγω περιοχές υπήρχε μεγάλη ανάγκη για εργατικά χέρια, προκει­μένου να καλλιεργηθούν τα χωρά­φια και να αρχίσουν να αποδίδουν. Το σχέδιό τους όμως δεν πραγμα­τοποιήθηκε. Εξάλλου, η πολιτική της Βενετίας ήταν αντίθετη, καθώς επιδίωκε την παραμονή των Μα­νιατών στην πατρίδα τους, επειδή οι Βενετοί χρησιμοποιούσαν τα λιμάνια τους για ανεφοδιασμό και ως καταφύγιο. Επίσης, συχνά πυκνά κατέφευγαν στη Μάνη για να επανδρώσουν τις γαλέρες τους.

Παρά την έντονη πειρατική δράση στα επόμενα τριάντα χρόνια μέχρι τις αρχές του 17ου αιώνα, ξεκίνησε πιο συστηματικά ο επανεποικισμός των νησιών από χριστιανι­κούς, Ελληνικούς και Αλβανικούς πληθυσμούς, με πρωτοβουλία κατά κύριο λόγο της Πύλης, καθώς και η οικιστική ανοικοδόμη­ση στο Αιγαίο. Εκείνη την περίοδο οι κάτοικοι των νησιών άρχισαν να παίρνουν κάποια μέτρα προστασίας για να μπορούν να προφυλάσ­σονται από τις πειρατικές επιδρομές
.

Απομακρύνθηκαν από τα παράλια και μετοίκησαν στα βουνά, ώστε να έχουν τη δυνατότητα να διακρίνουν καλύτερα την έλευση πειρατικών πλοίων. Επίσης, για την καλύτερη προστασία τους άρχισαν να χτίζουν κάστρα. Συνήθως ήταν μικρά και μπορούσαν να φιλοξενήσουν περιορισμένο αριθμό κατοίκων. Με την πάροδο του χρόνου όμως έγιναν μεγαλύτερα και μπορούσαν να συντηρήσουν σχεδόν όλους τους κατοίκους του εκάστοτε νησιού για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα.

Λόγω του περιορισμένου χώρου των κάστρων, οι κάτοικοι έχτιζαν ψηλές κατοικίες και οι δρόμοι ήταν στενοί για οικονομία χώρου. Ένα άλλο μέτρο που λάμβαναν οι νησιώτες ήταν ότι έχτιζαν τα χωριά τους με μια ιδιαίτερη αρχιτεκτονική, ώστε οι εξωτερικοί τοίχοι των σπιτιών να σχηματίζουν οχυρωμένα τείχη. Μέσα στον οικισμό υπήρχαν πολλά στενά και δαιδαλώδη δρομάκια, τα οποία οι κάτοικοι γνώριζαν καλά, όχι όμως και οι επιδρομείς. Επίσης, οι κάτοικοι έσκαβαν κρύπτες στα σπίτια τους και έκρυβαν εκεί τα πολύτιμα αγαθά τους ή κρύβονταν και οι ίδιοι για να μη συλληφθούν από τους πειρατές.

Πολλά νησιά του Αιγαίου γνώ­ρισαν πρωτοφανή άνθηση, διότι αναδείχθηκαν ως σταθμοί μετα­πρατικού εμπορίου, καθώς και ορμητήρια για τους πειρατές και τους κουρσάρους που δρούσαν στο αρχιπέλαγος. Οι κοινότητες των νησιών και των παραθαλάσ­σιων περιοχών, αν δεν ασκούσαν οι ίδιες πειρατεία, συνεργάζονταν με τους πειρατές προσφέροντας ασφαλές καταφύγιο, φτηνή δια­σκέδαση και αγορά για τα προϊό­ντα της πειρατείας. Η Μήλος απο­τελεί χαρακτηριστικό παράδειγ­μα.

Ήταν το σημαντικότερο λιμάνι στο Αιγαίο, ένα από τα κυριότερα κέντρα πειρατικού εμπορίου, και χρησιμοποιήθηκε αποκλειστικά από χριστιανούς κουρσάρους και πειρατές. Η Μήλος αποτελούσε ταυτόχρονα και ένα από τα βασικότερα πειρατικά ορμητήρια των Κυκλάδων. Η δύναμη που απέκτησε ήταν τέτοια, ώστε όταν το 1670 ο οθωμανικός στόλος προσπάθησε να αποκαταστήσει την τάξη στο νησί, εκδιώχθηκε από τους ίδιους τους πειρατές.


Δεν είναι τυχαίο ότι η Μήλος κατάφερε να ανακηρυχθεί το μοναδικό πειρατικό κράτος στον κόσμο, υπό την εξουσία του διαβόητου Ιωάννη Καψή. Στις αρχές του 17ου αιώνα έμποροι, μικροτραπεζίτες αλλά και μεγάλες εμπορικές επιχειρήσεις της Ευρώπης έστελναν εκεί αντιπροσώπους για να διαπραγματευτούν την αγορά των προϊόντων της πειρατείας σε εξαιρετικά χαμηλές τιμές.

Τα κυριότερα λάφυρα της πειρατείας ήταν οι άνθρωποι γιατί μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως κωπηλάτες στις γαλέρες, να πουληθούν ως σκλάβοι ή να εξαγο­ραστούν από τους συγγενείς τους, ειδικά εάν ήταν εύπορα πρόσωπα. Πρέπει να τονιστεί ότι η εξαγορά των αιχμαλώτων ήταν μία από τις πιο επικερδείς επιχειρήσεις εκείνη την εποχή. Αυτή ήταν και η αιτία που συγκροτήθηκαν ειδικά ταμεία από τους Έλληνες, για να μπορούν να προσφέρουν το αντίστοιχο χρηματικό ποσό («σκλαβιάτικα») για την εξαγορά των αιχμαλώτων.

Στη δυτική Ευρώπη είχαν δημιουργη­θεί εταιρείες για την εξαγορά αιχμαλώτων από τους πειρατές. Όταν ένας σκλάβος κατάφερνε να πληρώσει τα λύτρα που του ζητούσαν, τότε απελευθερωνόταν και του χορηγούσαν ένα πιστοποιητικό («τεσκερές»), με το οποίο ο ιδιοκτήτης του σκλάβου βεβαίωνε ότι είχε λάβει τα λύτρα.

Σημαντικά λάφυρα επίσης ήταν τα ζώα και οι σοδειές, γιατί μπορούσαν να εκποιηθούν άμεσα και ταυτόχρονα να θρέψουν το πλήρωμα του εκάστοτε πειρατικού πλοίου. Άλλη αξιόλογη λεία ήταν τα εμπορεύματα, ιδιαίτερα τα πολύτιμα, που μετέφεραν τα εμπορικά πλοία. Βέβαια, οι πειρατές που τα άρπαζαν δεν μπορούσαν να αποκομίσουν κέρδος ανάλογο με την αξία τους. Ο κυριότερος λόγος ήταν ότι επιθυμούσαν να βγάλουν το κέρδος της λείας τους γρήγορα, με αποτέλεσμα να εκποιούν τα εμπορεύματα σε πολύ μικρότερη τιμή από την πραγματική τους αξία.


Ο 17ος αιώνας χαρακτηρίζεται από τη μεγάλη Βενετοτουρκική σύγκρουση, με επίκεντρο πλέον την Κρήτη, που βρισκόταν υπό βενετική κατοχή και αποτελούσε την τελευταία μεγάλη κτήση της Βενετίας. Η Κρήτη κατακτήθηκε γρήγορα από τους Οθωμανούς, αλλά η τελευταία ελεύθερη πόλη της, ο περίφημος Χάνδακας, πολι­ορκήθηκε για είκοσι πέντε ολόκληρα χρόνια, μέχρι ο Μοροζίνι να συν­θηκολογήσει και να τον παραδώσει στους Οθωμανούς.

Η πολιορκία του Χάνδακα έγινε για την Ευρώπη σύμβολο της αντίστασης κατά του οθωμανικού επεκτατισμού, ενώ αποτελεί και τη μακροβιότερη πολιορκία στην ιστορία. Στο πλαίσιο των Βενετοτουρκικών πολέμων πολλοί πειρατές και κουρσάροι, ανάμεσά τους και Έλληνες νησιώτες, επετίθεντο και στις δύο αντι­μαχόμενες δυνάμεις, ανάλογα με τα συμφέροντά τους, γεγονός που αποτέλεσε ένα νέο είδος ναυτικού πολέμου στο Αιγαίο.

Το 17ο αιώνα τρεις κυρίαρχες δυνάμεις λειτουργούσαν παράλληλα και ανταγωνιστικά, προσπαθώντας να κερδίσουν το έπαθλο που λεγό­ταν αρχιπέλαγος: οι Οθωμανοί, οι Βενετοί και οι πειρατές. Αυτή η ρευστή κατάσταση διαμόρφωσε ένα πλαίσιο αυτονομίας για τα νησιά του Αιγαίου· αναπτύχθηκε ένα διανησιωτικό πλέγμα επικοινωνίας και εμπορικής κίνησης, που συνυπήρχαν με την πειρατεία. Με την οριστική λήξη των Βενετοτουρκικών πολέμων το 1699 με τη Συνθήκη του Κάρλοβιτς, άρχισε και η οικονομική και οικιστική ανάπτυξη του Αιγαίου. Η πειρατεία εξακο­λουθούσε να υφίσταται, φαίνεται όμως ότι είχε ενταχθεί σε μεγάλο βαθμό στην οικονομική και κοινω­νική πρακτική και νοοτροπία των αιγαιοπελαγίτικων κοινοτήτων.

Τον 18ο αιώνα στόχος των χρι­στιανών κουρσάρων, με πρωτο­στάτη την Αγγλία, δεν ήταν πλέον οι μουσουλμάνοι αλλά τα γαλλικά εμπορικά πλοία, τα οποία συνερ­γάζονταν στο εμπόριο με την Οθωμανική Αυτοκρατορία και κυριαρ­χούσαν. Ταυτόχρονα, η Ρωσία προ­ωθούσε τα επεκτατικά σχέδιά της προς τον Νότο, εις βάρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Γι’ αυ­τόν τον σκοπό χρησιμοποιούνταν και Έλληνες νησιώτες ως κουρσά­ροι. Η Γαλλία βρισκόταν στο μάτι του κυκλώνα, καθώς τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη δημιουργούσαν συμμαχίες προσπαθώντας να δια­κόψουν τη συνεχώς εντεινόμενη επεκτατική πολιτική των Γάλλων.


Παράλληλα, και η ίδια η φύση της πειρατείας άλλαξε· στόχος πλέον ήταν κατά κύριο λόγο τα πλοία εν κινήσει και τα εμπορεύματά τους και όχι οι άνθρωποι με προορισμό την υποδούλωση. Καταλυτικό ρό­λο σε αυτό έπαιξε η διάδοση του ιστιοφόρου, γεγονός που ανέκο­ψε τη ζήτηση για κωπηλάτες στις γαλέρες. Από τις αρχές του 18ου αιώνα, υπό αυτές τις νέες συνθήκες, ανα­πτύχθηκε μια νέα εμπορική και ναυ­τική τάξη που λειτουργούσε στα ό­ρια μεταξύ εμπορίου και πειρατείας στις Αιγαιοπελαγίτικες κοινότητες.

Αυτή ανέλαβε και τον πολιτικό έ­λεγχο των κοινοτήτων στο πλαίσιο της αυτοδιοίκησης. Στα τέλη του 18ου αιώνα εκμεταλλεύτηκε τις Ρωσοτουρκικές και Αγγλογαλλικές συγκρούσεις, και με την εμπορική και πειρατική της ιδιότητα σχεδόν μονοπωλούσε την εμπορική κίνη­ση στο Αιγαίο και στην ανατολική Μεσόγειο μέχρι το τέλος των Να­πολεόντειων Πολέμων. Οι Έλληνες μέσα από την πειρατεία κατόρθωσαν να αποκτήσουν τα απαραίτητα κεφάλαια για να μπορέσουν να κατασκευάσουν μεγάλα ιστιοφόρα, κάτι που δεν τους επέτρεπε η Πύλη.

Αυτά τα πλοία τα χρησιμοποίησαν κυρίως για εμπόριο, δημιουργώντας έναν από τους μεγαλύτερους εμπορι­κούς στόλους της Μεσογείου. Ως έμποροι, ρίσκαραν συνεχώς ανα­λαμβάνοντας μεταφορές που οι ξένοι ανταγωνιστές τους δεν τολ­μούσαν να πραγματοποιήσουν. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι έσπαγαν τον αγγλικό αποκλεισμό των γαλλικών και των ισπανικών α­κτών συνεχώς και τους εφοδίαζαν με τρόφιμα, αποκομίζοντας τερά­στια κέρδη.

Πρέπει να τονιστεί ότι η πειρα­τεία πρόσφερε στους Έλληνες την πολεμική πείρα και τα απαραίτητα κεφάλαια, ώστε να είναι άκρως ε­τοιμοπόλεμοι για την Επανάσταση του 1821. Μέσα από την πειρατεία προέκυψαν η ελληνική ναυτιλία και το ελληνικό εμπόριο. Η σχεδόν μυθιστορηματική πολλές φορές δράση τους δεν παύει να ασκεί μια έντονη γοητεία. Με την πτώση της Κωνσταντινούπολης το 1453, οι Έλληνες έπρεπε να αντισταθούν στους Οθωμανούς κατακτητές για να διασφαλίσουν την ύπαρξή τους, και μια μορφή αντίστασης που επέλεξαν ήταν η πειρατεία.


ΟΙ ΚΟΥΡΣΑΡΟΙ

Στις θάλασσες της Μεσογείου εκτός από τους πειρατές δρούσαν και οι κουρσάροι εκδικητές, που έπαιρναν εκδίκηση για τα όσα δεινά προκαλούσαν οι πειρατές.

Ένας από αυτούς ήταν ο Ιωάννης Γιάοντης από την Κάρπαθο. που όργωνε τις θάλασσες καταδιώκοντας τα πειρατικά καράβια. Όταν αιχμαλώτιζε πειρατές, τους άρπαζε από τα μαλλιά και καθώς ήταν μεγαλόσωμος και χειροδύναμος, τους σήκωνε στον αέρα πάνω από τη θάλασσα και έλεγε: «Γιαόντι έκαμες στους χριστιανούς παίρνω την κεφαλή σου». Έτσι του έμεινε το παρατσούκλι «Καπετάν Γιάοντης». Ένα δημοτικό τραγούδι της Καρπάθου μέχρι σήμερα υπενθυμίζει:

"Ο Καπετάν ο Γιάοντης το βουϊνό τουλούμι
Εφώνιαζε τ΄Αγαρηνού σάλευγε βρέ ουρούνι"

Η πειρατεία είχε δημιουργήσει εκείνα τα χρόνια ένα μεγάλο κοινωνικό πρόβλημα που ήταν η εξαγορά των σκλάβων. Στα νησιά του Αιγαίου οι Βενετοί είχαν επιβάλλει ειδική φορολογία για την εξαγορά των σκλάβων ,το περίφημο τέλος των Τούρκων (τουρκοτέλι), ενώ στα νησιά του Ιονίου πελάγους είχαν συσταθεί ειδικά ταμεία με την φροντίδα των ενοριών.


Στην Κρήτη για την εξαγορά των σκλάβων βοηθούσαν οι συντεχνίες, όπως η Αδελφότητα των Ναυτικών και πολλοί πλούσιοι Κρητικοί. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο άρχοντας Μάρκος Παπαδόπουλος που πέθανε το 1603. Στη διαθήκη του δέσμευε τους κληρονόμους του να εξαγοράζουν κάθε χρόνο δυο χριστιανούς σκλάβους.

ΓΝΩΣΤΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

• Το 18ο και στις αρχές του 19ου αιώνα η πειρατεία οργίαζε κυριολεκτικά. Εδώ θα παρακολουθήσουμε τη σχετική καταστρεπτική δράση της στο Αιγαίο.

• Η Νάξος, ως το μεγαλύτερο Κυκλαδονήσι και σχετικά πλουσιότερο, κυρίως στην κτηνοτροφία, δοκίμασε τις συχνότερες επιθέσεις τους.

• Στην Αστυπάλαια παίχθηκε μια από τις πιο δραματικές σκηνές της ιστορίας της πειρατείας στο Αιγαίο. Σε επιδρομή του Εξωμότη πρώην χριστιανού πειρατή Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα, από την Μυτιλίνη, Ολόκληρος ο πληθυσμός του νησιού, για δεύτερη φορά στην ιστορία του, ολοκληρωτικά αφανίζεται.


• 1724, 24 Οκτωβρίου: «Ερχόμενος ο καραβοκύρης ο Παναγιώτης της Περέτας με την σακολέβαν εις την Αξίαν, έτυχε από ριζικόν ανάμεσα την Μύκονον και την Αξίαν και τους έπιασε και τους σκλάβωσε ο Καπετάν Τζουανίνος με το καράβιν του και καπετάν Αντώνης με μιαν ταρτάνα και τους επήρεν ό,τι κι αν είχαν άσπρα, πράμα και τα ρούχα τους και τους άφησαν το καΐκι με τους ανθρώπους γυμνούς και ήλθαν εδώ εις την Αξίαν καθώς όλοι τους είδασιν».

• 1808, 15 Δεκεμβρίου: «Νύχτα επιτεθήκανε οι σπαντίδοι σ’ ένα άλλο καΐκι του Μιχελή Ρεΐζη, λίγο έξω από την Τήνο, ενώ αρμένιζε για την Αξία. Οι κουρσάροι σέρνοντας κατόπιν το πλεούμενο, φτάσανε στην Αντίπαρο. Εκεί ληστέψανε όλους τους επιβάτες του και δεν τους άφησαν παρά μόνον την ψυχήν και τα παλαιόρουχα που φορούσαν».

• Ναξία, 1816, 2 Απριλίου: «Ένα άλλο κουρσάρικο με Μανιάτες πειρατές σε επιδρομή του στη Σκινούσα αιχμαλωτίζει μια βάρκα με το πλήρωμά της και την οικογένεια του Γιωργάκη Μπαρδάκα, σούδιτου Ρώσου, σαν ετοιμαζόταν να αναχωρήσει για τη Νάξο. Ξεγυμνώνουν τον Μπαρδάκα με τη συντροφιά που έρχεται στη Χώρα της Νάξου» (Bislut, «Archipelagus turbatus», Istanbul 1982).

• Από ανέκδοτο ημερολόγιο του αγγλικού προξενείου στη Νάξο στα 1811 μαθαίνουμε για το Γάλλο κουρσάρο Τζουστινιάνι και τη δράση του στη Νάξο. Ο κουρσάρος Tζουστινιάνι, σύμφωνα με επιστολή τής 30ής Ιουλίου του 1812 κάποιου Αξιώτη, «τρεις μήνες εδώ κατακαθητός με τα αρμαμέντα του και πιάνει και ψηλαφά τα γράμματα -σαν να ήταν κύριος πλέον του τόπου, καθώς θέλετε πληροφορηθεί εις πλάτος από τα γράμματα όπου σας στέλνω με τον κουρσαμένον πραγματευτήν ονόματι Εμμανουήλ Σεργόπουλον και εκ στόματος του Mr Cardrigt, πραγματευτού Εγγλέζου, όπου εκουρσάθη ωσαύτως απ’ έξω από την Μήλον από ένα άλλον κουρσάρικον με παντιέρα Ιτάλικα».


• 1734, Πάρος. Υπήρξαν περιπτώσεις κουρσάρων και πειρατών που βαριεστημένοι από την πειρατική ζωή, αποφάσιζαν, αφού παντρεύονταν στα νησιά, να ζήσουν την υπόλοιπη ζωή τους ήσυχα και ειρηνικά. Για να νομιμοποιήσουν όμως αυτόν τον αποχρωματισμό τους, ιδιαίτερα οι πειρατές, έπρεπε να εφοδιαστούν με κατάλληλο έγγραφο από τη νοταρία του τόπου τους. Τέτοια έγγραφα έχουμε αρκετά των ετών 1734, 1741, 1744 κ.ά.

• Σύρος, 1720. Στα 1720 «οι επιδραμόντες κουρσάροι επέτυχον να συλλάβουν τον παρεπιδημούντα τότε επί της νήσου καδήν και η Κοινότης ηναγκάσθη τους μεν κουρσάρους να ταΐσει και να περιποιηθεί, να εξαγοράσει δε τα ενδύματα του καδή χωρίς όμως να εξαγοράσει και τον ίδιον».

• Στα 1723 οι Συριανοί πιάνουν αιχμαλώτους δύο κακότροπους σπαντίδες (πειρατές) και τους στέλνουν στους Τούρκους, σύμφωνα με τις διαταγές που είχαν. Δεν έστειλαν όμως μαζί και τα όπλα τους και οι Τούρκοι τους απείλησαν να τα στείλουν αμέσως. Πολλές φορές οι Συριανοί βοηθούσαν τους Φράγκους κουρσάρους σε βάρος των Τούρκων κι αυτό φυσικά οι Τούρκοι δεν τ’ άφηναν ατιμώρητο.

• Από έγγραφο της 23ης Ιανουαρίου 1723, μαθαίνουμε ότι ο καραβοκύρης Κωνσταντίνος Βουτζίνος «όπου επήγαινε στο ταξίδι στην Αξιά επιάστηκε από τους αναθεματισμένους τους κουρσάρους και τους έγδυσαν και τους τραβούσαν έως τις Δήλες».

• Σε άλλο έγγραφο αναφέρονται τα ακόλουθα: «Όμως με το να ευρεθούνε οι καταραμένοι οι κουρσάροι στο δρόμο τσ’ επιάσανε και τις εγδύσανε και χαθήκανε και τ’ άσπρα. Παρεκτός είχεν του γράψει η λεγομένη Νικολέττα να μην κακοκαρδίζεται πως εχαθήκανε τ’ άσπρα εωσότις η ζημία είναι δική της. Πολλάκις δε οι συλλαμβανόμενοι εδουλώνοντο και διά την εξαγοράν των εχρεούντο οι οικείοι των μεγάλα ποσά ή παρέμενον σκλάβοι επί έτη. Οι κάτοικοι της πτωχής νήσου μας καθ’ όλην την διάρκειαν της Τουρκοκρατίας εβίωσαν υπό την διαρκήν απειλήν πειρατών, κουρσάρων και πάσης φύσεως κλεπτών, κακοποιών και επιδρομέων καθιστώντας την διαβίωσίν των πολύ περισσότερον δραματικήν παρ’ όσον αυτή αύτη η Τουρκική δεσποτεία».


• Στους πρώτους μήνες του Ρωσοτουρκικού πολέμου παρατηρήθηκε έντονη πειρατική δράση στο Αιγαίο. Οι κυριότεροι πειρατές ήταν την εποχή αυτή οι Σφακιώτες και οι Αλβανοί, που μαζί επιτέθηκαν στα 1770 στη Σύρο. Την επιδρομή αυτή περιγράφει ο ιστορικός της Σύρου, πατέρας Δελλαρόκας.

• Στα 1771 ο τρομερός πειρατής, η φοβερή μάστιγα της εποχής, ο λήσταρχος Μητρομάρας, ο ατρόμητος, με 32 Αλβανούς προέβη σε επιδρομή κατά της Σύρου για να τη λεηλατήσει. Πληγώθηκε όμως από το νέο Αντ. Ρώσση και υποχρεώθηκε να φύγει.

• Το 1772 ο Ρωσικός στόλος καταδίωξε συστηματικά τους πειρατές, που για ένα διάστημα φάνηκε να έχουν εξαφανιστεί…

• Πολλά έγγραφα αναφέρονται σε διάφορες πειρατικές επιδρομές σε απόμερους κάβους. αλλά και μες στο ίδιο το λιμάνι της Σύρου. Διάφοροι πειρατές και κουρσάροι άρπαζαν πλοία με το φορτίο τους και τα μεταπουλούσαν κατόπιν στους κατοίκους του νησιού ή σε διάφορους καραβοκύρηδες, συνελλάμβαναν αιχμαλώτους Τούρκους για να πάρουν κατόπιν λύτρα για την εξαγορά τους και γενικότερα λεηλατούσαν το νησί ανάλογα με τα γούστα τους.

• Με έγγραφο της 28ης Ιουλίου 1781 οι επίτροποι της Σύρου παρακαλούν τον Δημητράκη Μαυρογένη, βοεβόδα της Μυκόνου, να πληροφορήσει τον Καπουδάν Πασά, πως στις 28 Ιουλίου του 1781 Μαλτέζοι πειρατές απήγαγαν από το λιμάνι της Σύρας ένα σαμπίκο Κρητικό, φορτωμένο σαπούνι και λάδι, σε συνεννόηση και με τις πλάτες των Τούρκων.


• Στις 19 Νοεμβρίου 1787, η Σύρος διατρέχει νέο κίνδυνο λεηλασίας και καταστροφής της από Καρυστινούς και άλλους πειρατές. Γι’ αυτό οι κάτοικοί της στέλνουν εσπευσμένα επιστολή προς τους Τούρκους ζητώντας την προστασία του νησιού τους από τους πειρατές.

• Στις 23 Φεβρουαρίου του 1795, ωστόσο, ο Τούρκος καπετάνιος Αλής συγκρούστηκε με Μαλτέζους πειρατές, πάλι μες στο λιμάνι της Σύρου, με αρκετές απώλειες κι από τα δύο μέρη.

• Οι επιδρομές των κουρσάρων στη Σύρο, καθώς και στα γύρω ξερονήσια, ήταν συχνές και καταστροφικές. Άρπαζαν και λεηλατούσαν ό,τι έβρισκαν μπροστά τους, κυρίως ζώα, πλεούμενα, έγδυναν σπίτια, σκότωναν ανθρώπους. Από έγγραφο της 31ης Μαρτίου 1811 μαθαίνουμε πώς «ο Συριανός έμπορος Λινάρδος Βαμβακάρης αγόρασε σε πλειστηριασμό από έναν κουρσάρο στο λιμάνι της Σύρου μια μπομπάρδα φορτωμένη κρασί και πώς στη συνέχεια ένα Εγγλέζικο μπρίκι μπαίνοντας στο λιμάνι της Σύρου και βρίσκοντας την κουρσεμένη μπομπάρδα, την κατέλαβε και τη ρυμούλκησε στη Σμύρνη, όπου παρέπεμψε και το διαμαρτυρόμενο αγοραστή να πάει για να διεκδικήσει τα δικαιώματά του».

• Ο Καπουδάν Πασάς συχνά έκανε την εμφάνισή του στο Αιγαίο για καταδίωξη των πειρατών. Όμως αυτό σήμαινε φορολογία των νησιωτών γι’ αυτό το σκοπό ή και καταστροφές από τους Τούρκους του πασά.

• Πολλές παραδόσεις μιλούν γι’ αυτές τις επιθέσεις και άλλες στη Σύρο. Λένε ακόμη ότι ο Αϊ-Γιώργης ήταν προστάτης της Σύρου, όπως αναφέρεται και σε σχετικό δημοτικό τους τραγούδι.

«Αϊ μου Γιώργη φύλακα, απάντα το νησί μας
έβγα με την κοντάρα σου γιούργιαρε τσι εχθροί μας.
Γύρω τριγύρω στο νησί πλανάρου οι γαλιώτες κι αφνήδια μας προβαίνουσι και μας πατούν οι κλέφτες.
Και μπένου μέσ’ τις μάντρες μας, αρνιά δεν μας αφήνουν,
τα πιο καλά μας πράματα τα τρώσι και τα πίνουν.
Οι Τουρκοκλέφτες είν’ αυτοί που μας εβασανίζουν
και τη ζωή μας πολλωνώ μας τήνε υστερίζουν.
Λυπήσου Αϊ-Γιώργη μας εμάς και τα παιδιά μας
Και γλύτωσέ μας γρήγορα από τα βάσανά μας.
Αϊ-Γιώργη Καππαδόκε αδικοσκοτωμένε
και διά την πίστι του Χριστού σκληρά βασανισμένε.
Λυπήσου ναι και μας που βλέπεις τι τραβάμε
διαφέντεψέ μας Άγιε μας να σε δοξολογάμε».
 

• Η δραματική αυτή επίκληση της βοήθειας του προστάτη της Σύρου Αγίου Γεωργίου για τη σωτηρία των δεινοπαθούντων από τις πειρατικές επιδρομές άτυχων Συριανών δίνει μια καθαρή εικόνα του δράματος, των βασάνων, των μαρτυρίων που υφίσταντο τότε οι γεωργοί της Σύρου.

Η πειρατεία στη Σύρο, όπως και στις άλλες Κυκλάδες, σταμάτησε, όπως προαναφέραμε, στα χρόνια του Καποδίστρια με τη δραστηριότητα εναντίον τους του ναυάρχου Μιαούλη. Το στήσιμο του αγάλματός του στην ομώνυμη πλατεία της Ερμούπολης, μπροστά από το δημαρχείο, ασφαλώς δεν είναι άσχετο και με την προσφορά αυτή του Μιαούλη στη Σύρο.

• Πειρατείες υφίστατο και η Αμοργός, καθώς και τα γύρω νησάκια. Είδαμε έγγραφο της 2ας Απριλίου του 1816, σύμφωνα με το οποίο ένα κουρσάρικο με Μανιάτες πειρατές, σε επιδρομή τους στη Σχοινούσσα, αιχμαλωτίζει μια ναξιώτικη βάρκα του Γιωργάκη Μπαρδάκα.

Διάφορα έγγραφα και παραδόσεις δείχνουν πόσο υπέφερε παλιότερα το νησί της Αμοργού και τα γύρω νησάκια από τους ποικιλώνυμους πειρατές και τις ληστρικές επιδρομές τους. Η ζωή των Αμοργιανών, η τιμή και η περιουσία τους βρίσκονταν, την οποιαδήποτε ώρα, εκτεθειμένες στις άγριες διαθέσεις των ληστρικών κουρσάρων. Μια ζωή μαρτυρική, που σήμερα έμεινε πια στη μνήμη μας σαν θρύλος μακρινός και παραμύθι.

• Η Φολέγανδρος στα 1715, η Κίμωλος, η Μήλος και οι άλλες Κυκλάδες υπέστησαν τα πάνδεινα από μέρους των άπληστων πειρατών και κουρσάρων, των γνωστών την εποχή αυτή ως «κλεφτοσφουγγαράδων».

• «Η ετήσια επίσκεψις του ναυάρχου Καπουδάν Πασά εις τας Κυκλάδας -λέει ο Χ. Μουστάκας- και αι αιφνίδιαι πειρατών τινών αποβάσεις, διετήρουν τα πνεύματα εις ταραχήν τούτου δ’ ένεκεν νύκτα και ημέραν φρουροί εφ’ υψηλών σημείων της νήσου ιστάμενοι εφύλαττον τους κατοίκους, ειδοποιούντες τούτους περί της παρουσίας πειρατικού πλοίου, οπότε οι κάτοικοι έσπευδον να κλεισθώσιν εντός του Κάστρου μετά των ζώων αυτών, κλείοντες και τας πύλας».


• Η Μήλος, εξαιτίας της επίκαιρης θέσης της -πέρασμα για Σμύρνη και Πόλη- αλλά και σαν καλό αραξοβόλι κι ορμητήριο για λεηλασίες, έγινε φωλιά πειρατών τόσο ντόπιων όσο και ξένων, σ’ όλο το διάστημα του 18ου ως το 19ο αιώνα. Στο τέλος του 18ου τόσο η Μήλος όσο και η Κίμωλος είχαν μεταβληθεί σε άντρο των πειρατών οι οποίοι διέτριβον στην Κίμωλο «ως και εν Μήλω καθ’ όλον τον χειμώνα διάγοντες εν ποτοίς και ευωχίαις και πάση άλλη ασωτία και κραιπάλη».

Ο πρόξενος της Ολλανδίας στη Μήλο Ταταράκης σε επιστολές του προς τον πρεσβευτή του στην Πόλη στα 1748, 1751, 1754, 1761, 1787, 1815 διεκτραγωδεί τα βάσανα που υφίστανται οι κάτοικοι της Μήλου και ο ίδιος από τους αδίστακτους πειρατές και κουρσάρους.

Τελικά και στη Μήλο το τελικό κτύπημα εναντίον των πειρατών δόθηκε επί Καποδίστρια από το ναύαρχο Μιαούλη.

Αν στην Τουρκοκρατία η πειρατεία βρισκόταν στο απόγειο της, με την έναρξη της Επανάστασης εξαφανίζεται —τουλάχιστον τα πρώτα χρόνια— όπως μας πληροφορεί ο Σπ. Τρικούπης. Η πειρατεία στα χρόνια του Αγώνα παρουσιάζει έξαρση την περίοδο κατά την οποία ο αιγυπτιακός στρατός και στόλος συμπράττει με τους Τούρκους, για να καταπνίξουν την Επανάσταση.

Ο αριθμός των Ελληνικών πλοίων που επιδίδονται σε πειρατικές επιδρομές αυξάνεται σταθερά εξαιτίας της δυσμενούς τροπής που παίρνει ο Αγώνας. Στις αρχές του 1828 περισσότερα από 1.000 πλοία ασχολούνται συστηματικά με την πειρατεία και λυμαίνονται το Αιγαίο. Από τον Ελλήσποντο ως τη Ρόδο και τα ανατολικά παράλια της Πελοποννήσου οι πειρατές προκαλούν με τη δράση τους πάμπολλα προβλήματα.

Αυτός τελικά που κατόρθωσε να ελέγξει την κατάσταση ήταν ο Καποδίστριας, όταν ήρθε τον Ιανουάριο του 1828 στην Ελλάδα, για να αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας. Η καταστολή της πειρατείας υπήρξε άμεση και εντυπωσιακή. Οι Δυνάμεις βέβαια πίεζαν τον Καποδίστρια σ' αυτό το θέμα, γιατί βλαπτόταν σοβαρά το εμπόριο τους. Ο κυβερνήτης οργάνωσε δύο ναυτικές μοίρες με τον Κ. Κανάρη και τον Ανδρέα Μιαούλη και με την παράλληλη δράση των ξένων στόλων κατέστρεψε τα ορμητήρια του Αιγαίου.


Η δολοφονία του Καποδίστρια (1831) και η αναρχία που ακολούθησε αναζωπύρωσε τη δραστηριότητα των πειρατών, μολονότι η Ελλάδα από το 1930 ήδη άρχισε τον ελεύθερο πολιτικό της βίο, που δεν της εξασφαλίζει όμως και την ανάλογη ευνομία. Ολοκληρώνοντας θα λέγαμε ότι, καθώς προχωρούμε μέσα στον 19ο αι., τα κρούσματα πειρατικών επιδρομών γίνονται σπανιότερα και είναι βέβαια ηπιότερης μορφής απ’ ό,τι σε προγενέστερες εποχές, γεγονός που σχετίζεται με την αρτιότερη κρατική οργάνωση αλλά και με τον εκσυγχρονισμό της ναυτιλίας.

ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ ΤΗΣ ΠΕΙΡΑΤΕΙΑΣ

Η πόλη της Ύδρας μεγάλωνε μέρα με τη μέρα. Οι Υδραίοι πλούτισαν σπάζοντας τον αποκλεισμό της Μασσαλίας, λίγα χρόνια νωρίτερα, μεταφέροντας στάρι από τη Μαύρη Θάλασσα. Άλλοτε πειρατές, άλλοτε λαθρέμποροι, εμποροκαπετάνιοι συνεταίροι με το τσούρμο τους. Κάποιοι από αυτούς προύχοντες, δραγουμάνοι. Οι άλλοι, ναύτες με θητεία του Οθωμανικού στόλου, ναύτες χωρίς θητεία Ελληνικών ή άλλων κουρσάρικων.

Ξεγλιστρούσαν από τους ελέγχους με σημαίες ευκαιρίας και εικονικές ιδιοκτησίες των πλοίων. Τα πλοία τους, στο γύρισμα του αιώνα, μετέφεραν τα πάντα. Πορτοκάλια από τη Μάλτα, αρώματα και καφέδες από την Αραβία, ρύζι από την Αίγυπτο, σταφίδα από το Τζάντε, λάδι από την Ιταλία και την Προβηγκία, χουρμάδες από τη Μικρά Ασία, βιομηχανικά προϊόντα από τη Γαλλία και καθρέφτες και κομψοτεχνήματα από τη Βενετία. Οι περισσότεροι μετά από δύο δεκαετίες ήσαν ναυμάχοι του πολέμου της Ανεξαρτησίας.


Όταν άνθισε η οικονομία του νησιού, άρχισε να συγκεντρώνονται τα κέρδη, έκτισαν τα αρχοντικά τους επάνω στα βράχια της ακτής. Εγκατέλειψαν τα ψηλώματα της Κιάφφας, εκεί που οι κυνηγημένοι Αρβανίτες προπαππούδες τους είχαν στήσει το πρώτο χωριό με τις καλύβες, τρεις αιώνες νωρίτερα. Πριν την επανάσταση, στα 1813 ο πληθυσμός της Ύδρας ανέβηκε στους 22.000 κατοίκους. Πρωτόγνωρο μέγεθος για νησιώτικη πόλη. Τότε φούνταραν τα πλοία τους, λίγα μέτρα από τα παράθυρα των σπιτιών τους. Ο εμπορικός στόλος της Ύδρας εκείνη τη χρονιά διέθετε 120 πλοία με 1.800 ναύτες. Πόλη ανοχύρωτη, ατίθαση. Μετά διεκδίκησε τη μερίδα του λέοντος στην επανάσταση. Έδωσε τα πάντα και έχασε τα πάντα.

Ο ίδιος ο Ανδρέας Μιαούλης, ναύαρχος πλέον του κράτους, κυνηγούσε τους τελευταίους πειρατές του Αιγαίου, στα στενά της Σάμου το 1928 κατ’ εντολή του Καποδίστρια. Οι θαλασσινοί άρχοντες της Ύδρας δεν μπόρεσαν να συμβιβαστούν. Ο βραχότοπος δεν τους χωρούσε πια. Πολλοί εγκατέλειψαν τον τόπο. Έστησαν τον νέο συνοικισμό στον Πειραιά, τα Υδραίικα. Η Ελληνική πειρατεία συμβάδισε με την άνθηση της ναυτιλίας και την μεγέθυνση των παράκτιων νησιωτικών πόλεων. Και τα τρία υπήρξαν φαινόμενα, κυρίως του 18ου αιώνα.

Κατά τον αιώνα αυτόν, αντίθετα με τους προηγούμενους, οι νησιώτες κυριάρχησαν στις θαλάσσιες μεταφορές αλλά και στα «εκτός νόμου» ναυτικά περιστατικά του Αιγαίου. Παρότι, Μαλτέζοι, Αλγερίνοι, Άγγλοι συνέχιζαν να κουρσεύουν τα πλοία στο αρχιπέλαγος, δίπλα τους εμφανίστηκαν οι νησιώτες με κάθε λογής πλοία. Από βάρκες μέχρι μεγάλα τρικάταρτα οπλισμένα ιστιοφόρα, τα οποία επέδραμαν σε εμπορικά, χωρίς τις περισσότερες φορές να ξεχωρίζουν σημαίες, θρησκείες ή φορτίο.

Από το 1703 έως το 1792 σε 277 καταγεγραμμένες επιθέσεις εναντίον Γαλλικών πλοίων, στον ελληνικό θαλάσσιο χώρο, οι 102 πραγματοποιήθηκαν από Έλληνες. Οι πειρατικές επιθέσεις κατά τη διάρκεια εκείνου του αιώνα πρέπει να ήσαν χιλιάδες. Οι μαρτυρίες βρίσκονται στα προξενικά έγγραφα, στα ναυτικά αρχεία των ευρωπαϊκών λιμανιών, στις διηγήσεις των περιηγητών, στα νησιωτικά κοινοτικά και μοναστηριακά αρχεία. Και πιθανόν στα άγνωστα ακόμα αρχεία της Οθωμανικής Πύλης.


Τα πλοία του 18ου αιώνα, ακολουθούσαν κυρίως τη διαγώνιο του αρχιπελάγους. Ο ναυτικός δρόμος συνέδεε τα Δαρδανέλια με το Τσιρίγο, τη Μαύρη Θάλασσα και την Κωνσταντινούπολη, με τη δυτική Μεσόγειο. Ο άλλος μεγάλος ναυτικός δρόμος διέσχιζε τα στενά που χωρίζουν τη μικρασιατική ακτή με τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου και τα Δωδεκάνησα. Από τη Ρόδο και την Κάρπαθο κατευθυνόταν προς την Αλεξάνδρεια και τα λιμάνια της Μέσης Ανατολής. Τους κύριους δρόμους συμπλήρωναν δεκάδες παραλλαγές, όπως και το πυκνό πλέγμα των διανησιωτικών συνδέσεωνv.

Η τεχνολογία των πανιών είχε απελευθερώσει τη ναυτιλία από την σχεδόν υποχρεωτική παράκτια πλεύση του Μεσαίωνα. Τα πλοία απέκτησαν αυτονομία καθώς δεν ήσαν αναγκασμένα κάθε νύχτα να προσορμιστούν σε κάποια ακτή, η καθώς μπορούσαν να ταξιδέψουν με όλους τους ανέμους.
Τα φοβερά σημεία ενέδρας κατά μήκος των ναυτικών δρόμων του αρχιπελάγους, συνέχισαν να σημειώνονται στους Ευρωπαϊκούς πορτολάνους και να αποτελούν τόπους αυξημένης επιφυλακής και κινδύνου για όσους τα διέσχιζαν.

Η νοτιοδυτική πύλη με το Κάβο Ταίναρο και το Πόρτο Κάγιο, τον Κάβο Μαληά, το Τσιρίγο και το Τσιριγότο. Το φουρτουνιασμένο Κάβο Ντόρο, με το Μακρονήσι, το λιμανάκι κάτω από τις Κάβο Κολώνες και το Βουρκάρι της Τζιάς απέναντι. Τα στενά του Τσικνιά, της Μυκόνου και της Δήλου, το στενό της Πάρου με τη Νάξο, της Μήλου με την Κίμωλο. Το Νταρ Μπογκάζ της Σάμου και τα στενά των Φούρνων. Τα στενά της Χίου με τις Οινούσες. Και άλλα πολλά.

Οι ναυτικές κοινότητες των νησιών είναι δημιούργημα εκείνης της εποχής. Εκτός από την Ύδρα, οι Σπέτσες, τα Ψαρά, τα Χανιά, η Μύκονος, η Σκόπελος και η Σκύρος διέθεταν κατά τη δεύτερη δεκαετία του 19ου αιώνα, πολυάριθμους εμπορικούς στόλους. Οι αναφορές του 1813 μιλούν για 615 πλοία, οπλισμένα με 8.878 πυροβόλα, χωρητικότητας 153.580 τόννων, και 37.562 ναύτεςvi.
Κατά μήκος των θαλασσίων δρόμων, ένα μεγάλο δίκτυο οικισμών αναπτύχθηκε και άνθισε, εμπλεκόμενο με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, στο ιδιότυπο παραεμπόριο της πειρατείας και του κοντραμπάντου.


Παλιοί Βενετσιάνικοι οικισμοί ξεπέρασαν τα τείχη τους και απλώθηκαν στις ακτές, άλλοι μετακινήθηκαν από τα υψώματα στα κοντινά τους αγκυροβόλια, νέοι γεννήθηκαν εκ του μηδενός. Λιμάνια, μουράγια, αποθήκες και αγορές, καρνάγια, ανεμόμυλοι και κυρίως οικιστικές συγκροτήσεις ισόγειων και διώροφων σπιτιών με δώματα, σπανιότερα με στέγες. Στενοί δρόμοι, μικρές πλατείες, μέτωπα στις ακτές. Σε εκείνα τα μέτωπα, της Ύδρας, των Σπετσών, της Μυκόνου, της Πάτμου, οι νεόπλουτοι πλοίαρχοι έκτισαν τα αρχοντικά τους. Πιο μέσα οι γειτονιές των ναυτών. Αυτή είναι η εικόνα της πλειοψηφίας των οικισμών του Αιγαίου, η οποία διατηρήθηκε μέχρι το τέλος του 20ου αιώνα.

ΧΑΙΡΕΝΤΙΝ ΜΠΑΡΜΠΑΡΟΣΑ

Ο Χαΐρ αντ Ντιν (Khair ad Din) (περ. 1475–4 Ιουλίου 1546) ήταν ναύαρχος Ελληνικής καταγωγής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και κουρσάρος των ακτών της Μπαρμπαριάς (σημερινής Αλγερίας). Ήταν γενικώς γνωστός ως Μπαρμπαρόσα ("Κοκκινογένης") για τους Ευρωπαίους, και Μπάρμπαρος Χαϊρεντίν (الدين خير) Πασάς ανάμεσα στους Τούρκους. Το όνομά του στην Τουρκική γλώσσα ήταν Χιζίρ Μπιν Γιακούπ από το Αραβικό Χιντρ 'ιμπν Για'κουμπ.


Βιογραφία

Ο Χαϊρεντίν γεννήθηκε στον Παλαιόκηπο Γέρας στη Λέσβο. Ο πατέρας του ήταν σπαχής ονόματι Γιακούπ και η μητέρα του Ελληνίδα χριστιανή από τη Λέσβο, ονόματι Κατερίνα. Αρκετοί ιστορικοί θεωρούν πιθανό ότι και ο πατέρας του ήταν Έλληνας Γενίτσαρος και καταγόταν από τα Γιαννιτσά.
Ο Μπαρμπαρόσα θεωρείται ο κατεξοχήν οργανωτής του Οθωμανικού στόλου, στον οποίο κατείχε τον βαθμό του ναυάρχου. Αργότερα έγινε σουλτάνος του Αλγερίου και τελικά Μπεϊλέρ Μπέης (Αρχιμπέης) του Αιγαίου, ένα από τα μεγαλύτερα Οθωμανικά αξιώματα.

Κατά τη διάρκεια των κατακτητικών και αρπακτικών επιδρομών του ο Μπαρμπαρόσα έστειλε τους Τούρκους και Αλγερινούς πειρατές του ενάντια πολλών νησιών του Αιγαίου, ειδικά στις Κυκλάδες καθώς και στα Κύθηρα, στην περιοχή του Τσιρίγου. Αυτό που επακολούθησε ήταν η ερήμωση του νησιού. Λέγεται ότι σκοτώθηκαν 7.000 άμαχοι και οι υπόλοιποι πουλήθηκαν ως σκλάβοι, ενώ εκείνοι που κατόρθωσαν να διαφύγουν, κρύφτηκαν στα βουνά ή πέρασαν στην Πελοπόννησο. Ακόμα και σήμερα στην πρωτεύουσα του νησιού τον Άγιο Δημήτριο, γνωστή έως Παλαιοχώρα είναι διακριτά τα ίχνη της ερήμωσης από εκείνη την πειρατική λαίλαπα.


Άνοδος και Πτώση της Πειρατείας (1400-1830)

Η διάλυση της Αυτοκρατορίας των Αλμοχάντ δημιούργησε κενό εξουσίας, το οποίο προκάλεσε την άνοδο της πειρατείας στην περιοχή που έγινε αργότερα γνωστής ως Ακτή της Μπαρμπαριάς, εξελληνισμένο όνομα εκ των Μπέρμπερς, Βερβέρων. Οι παράκτιες πόλεις μίσθωναν κουρσάρους να λεηλατούν εμπορικά πλοία, εν όψει του έντονου εμπορικού ανταγωνισμού των θαλασσών.

Η βορειοαφρικανική πειρατεία ώθησε τους Ισπανούς να καταλάβουν και να αποκλείσουν πολλά λιμάνια-ορμητήρια των πειρατών, συμπεριλαμβανόμενου του Αλγερίου, που υποχρεώθηκε να πληρώνει φόρους. Τούτη η χριστιανική κατοχή των βορειοαφρικανικών λιμανιών ώθησε τους Μουσουλμάνους να ζητήσουν βοήθεια από τον Οθωμανό χαλίφη. Ανταποκρινόμενος ο χαλίφης έστειλε στόλο που εκδίωξε τους Ισπανούς από τα περισσότερα λιμάνια των αφρικανικών ακτών.

Το 1518 ο Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα έγινε επίσημος αντιπρόσωπος του Οθωμανού σουλτάνου στην Αλγερία και οι Αλγερινοί κουρσάροι κυριάρχησαν στη Μεσόγειο υπό την Οθωμανική δικαιοδοσία, επί μακρό χρονικό διάστημα. Μόνο στα τέλη του 18ου αιώνα κατόρθωσαν να αντιπαρατεθούν οι Ευρωπαίοι στους πειρατές της Μπαρμπαριάς με ανώτερη ναυτική δύναμη και πυροβολικό. Το 1815 μια ναυτική μοίρα από τις Η.Π.Α. υπό τον πλοίαρχο Στίβεν Ντικάτουρ επιτέθηκε στο Αλγέρι και εξανάγκασε τον κυβερνήτη του να υπογράψει συνθήκη, σύμφωνα με την οποία τα πλοία των Η.Π.Α. εξαιρούνταν των πειρατικών επιθέσεων.


Οι διαρκείς επιδρομές σε Ευρωπαϊκά πλοία ώθησαν τους Βρετανούς και Ολλανδούς να ενώσουν τις δυνάμεις τους ενάντια στους Αλγερινούς και σχεδόν να καταστρέψουν ολοκληρωτικά το στόλο τους το 1816. Αυτή ήταν και η αρχή του τέλους. Το 1830 ο Γαλλικός στρατός εισέβαλε στο Αλγέρι και η Γαλλική κατοχή της Αλγερίας συνεχίστηκε για τα επόμενα 123 χρόνια.

Οι Αδελφοί Μπαρμπαρόσα

Από τους δύο αδελφούς Μπαρμπαρόσα ο μεγαλύτερος, ο Αρούτζ, ήταν ο ο πρώτος που ακολούθησε τον δρόμο της πειρατείας, υπογράφοντας σε μια κουρσάρικη γαλέρα που είχε ως βάση του το νησί, κρησφύγετο για τους Έλληνες και Μουσουλμάνους πειρατές. Αιχμαλωτίστηκε από τους Ιππότες της Ρόδου και υποχρεώθηκε να υπηρετεί ως σκλάβος, μέχρις ότου τον αγόρασε ένας Αιγύπτιος εμίρης. Τα αδέλφια ξανάσμιξαν στην Αλεξάνδρεια και με τη βοήθεια του εμίρη αποδείχθηκαν επιτυχημένοι επιδρομείς.

Οι δύο μετέφεραν τις επιχειρήσεις τους στη δυτική Μεσόγειο το 1505 και επανεγκατεστάθηκαν στην νήσο Ντζέμπρα, στην Τυνησία. Από εκεί ασκούσαν πειρατεία ενάντια στα Χριστιανικά έθνη, συλλαμβάνοντας Παπικές γαλέρες, Ισπανικά πολεμικά πλοία και εμπορικά. Κατόπιν, εξαιτίας μιας διαφωνίας τους με τον Μπέη της Τυνησίας, αναγκάστηκαν να αλλάξουν ορμητήριο, τραβώντας για το Ντζιντζελί, κοντά στο Αλγέρι το 1511.

Το 1512 ο Αρούτζ έχασε το ένα του χέρι σε μια προσπάθεια να καταλάβει ένα Ισπανικό οχυρό στη βορειοαφρικανική ακτή ενώ νικήθηκε πάλι μετά από δύο χρόνια. Από τότε σημειώθηκε αλλαγή στη δραστηριότητα των δύο αδελφών. Οι επιθέσεις τους εστιάζονταν όλο και περισσότερο στον Ισπανικό στόλο και τις παράκτιες εγκαταστάσεις του. Όταν ο σουλτάνος του Αλγερίου απέτυχε να ανταποκριθεί κατάλληλα στην ισπανική απειλή το 1516, ο Αρούτζ του επιτέθηκε με μια κουρσαρική δύναμη και αφού τον σκότωσε, αυτοανακηρύχθηκε σουλτάνος.


Το 1518 οι μάχες με τους Ισπανούς εντάθηκαν. Σε μια επίθεση εναντίον των Ισπανικών εγκαταστάσεων στο Οράν, ο Αρούτζ δέχθηκε αιφνιδιαστική επίθεση και αναγκάστηκε να κλειστεί στην πόλη Τλεμτσέν. Προσπαθώντας να σπάσει τον κλοιό σκοτώθηκε.

Ο Χαΐρεντίν, το Δώρο του Θεού, συμμάχησε με τους Οθωμανούς και ονομάστηκε επίσημα σουλτάνος του Αλγερίου. Συνέχισε της επιθέσεις του ενάντια στα Ισπανικά εμπορικά. Το 1535 έχασε την Τυνησία αλλά κατέλαβε τη Μαγιόρκα και τη Νίκαια, νικώντας παράλληλα τον χριστιανικό στόλο που απειλούσε την ανατολική Μεσόγειο. Πέθανε το 1547, εμφανώς ευνοούμενος της Υψηλής Πύλης και επιτυχημένος ναύαρχος, αφού ονομάστηκε Μπεϊλέρ Μπέης, δηλαδή γενικός διοικητής των Οθωμανικών ναυτικών δυνάμεων.

Χαρακτηρισμός

Η περιγραφή των προσωπικών του Μπαρμπαρόσα μας έρχεται από τον καπετάνιο Μουχλίς Εργκίν του Τουρκικού Ναυτικού Μουσείου (Άγκυρα, Δεκέμβριος 1998). Ο Μπαρμπαρόσα ήταν έξυπνο, φωτεινό μυαλό με τάσεις παρωδίας και είχε εντυπωσιακό τρόπο ομιλίας. Ήταν ευέλικτο μυαλό στη ναυτική δράση και αγαπούσε τους υφισταμένους του, φρόντιζε δε να τους εκπαιδεύει καλά. Κάποτε είχε πει για το μαθητή του Τουργκούτ ότι «ο Turgut είναι καλύτερος από μένα». Πολλοί από τους μαθητές του έγιναν Διοικητές ναυτικών μονάδων αργότερα.

Είχε το χάρισμα να λέει ανέκδοτα. Σωματικά, ο Μπαρμπαρόσα είχε σκούρα όψη, μέσο ύψος και ήταν ευτραφής. Τα μαλλιά, γένια, φρυδιών και των βλεφαρίδων ήταν πλούσια, αρκετά κόκκινα και τα φρύδια του ενωμένα. Η κόρη του καπετάνιου Τουργκούτ Ρέις ήταν παντρεμένη με τον γιο του. Σύμφωνα με τις πληροφορίες αυτές μπορούμε να υποθέσουμε πως ήταν παντρεμένος, αλλά δεν υπάρχει καμία πηγή αναφέροντας τα πραγματικά στοιχεία. Μιλούσε πέντε κύριες γλώσσες της Μεσογείου, την ελληνική, την αραβική, την ισπανική, την ιταλική και τη γαλλική. Αγαπούσε τη μουσική.


Έγινε διάσημος στην ιστορία χάρις στη νίκη του στη Ναυμαχία της Πρέβεζας το 1538, όπου νίκησε τη Χριστιανική εξαεθνική αρμάδα υπό τον Γενοβέζο Αντρέα Ντορία. Το μαυσωλείο του βρίσκεται στο Ναυτικό Μουσείο της Κωνσταντινούπολης, όπως και άγαλμα και πίνακας ζωγραφικής από τη Ναυμαχία. Επίσης πορτρέτο του 16ου αιώνα βρίσκεται στο Μουσείο του Λούβρου στο Παρίσι.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ 

  
(Κάντε κλικ στις φωτογραφίες για μεγέθυνση)