Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2020

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Ἑλένη (253-305)

ΧΟ. ἔχεις μὲν ἀλγείν᾽, οἶδα· σύμφορον δέ τοι
ὡς ῥᾶιστα τἀναγκαῖα τοῦ βίου φέρειν.
255 ΕΛ. φίλαι γυναῖκες, τίνι πότμωι συνεζύγην;
ἆρ᾽ ἡ τεκοῦσά μ᾽ ἔτεκεν ἀνθρώποις τέρας;
γυνὴ γὰρ οὔθ᾽ Ἑλληνὶς οὔτε βάρβαρος
τεῦχος νεοσσῶν λευκὸν ἐκλοχεύεται,
ἐν ὧι με Λήδαν φασὶν ἐκ Διὸς τεκεῖν.
260 τέρας γὰρ ὁ βίος καὶ τὰ πράγματ᾽ ἐστί μου,
τὰ μὲν δι᾽ Ἥραν, τὰ δὲ τὸ κάλλος αἴτιον.
εἴθ᾽ ἐξαλειφθεῖσ᾽ ὡς ἄγαλμ᾽ αὖθις πάλιν
αἴσχιον εἶδος ἔλαβον ἀντὶ τοῦ καλοῦ,
καὶ τὰς τύχας μὲν τὰς κακὰς ἃς νῦν ἔχω
265 Ἕλληνες ἐπελάθοντο, τὰς δὲ μὴ κακὰς
ἔσωιζον ὥσπερ τὰς κακὰς σώιζουσί μου.
ὅστις μὲν οὖν ἐς μίαν ἀποβλέπων τύχην
πρὸς θεῶν κακοῦται, βαρὺ μέν, οἰστέον δ᾽ ὅμως·
ἡμεῖς δὲ πολλαῖς συμφοραῖς ἐγκείμεθα.
270 πρῶτον μὲν οὐκ οὖσ᾽ ἄδικός εἰμι δυσκλεής·
καὶ τοῦτο μεῖζον τῆς ἀληθείας κακόν,
ὅστις τὰ μὴ προσόντα κέκτηται κακά.
ἔπειτα πατρίδος θεοί μ᾽ ἀφιδρύσαντο γῆς
ἐς βάρβαρ᾽ ἤθη, καὶ φίλων τητωμένη
275 δούλη καθέστηκ᾽ οὖσ᾽ ἐλευθέρων ἄπο·
τὰ βαρβάρων γὰρ δοῦλα πάντα πλὴν ἑνός.
ἄγκυρα δ᾽ ἥ μου τὰς τύχας ὤχει μόνη,
πόσιν ποθ᾽ ἥξειν καί μ᾽ ἀπαλλάξειν κακῶν,
ἐπεὶ τέθνηκεν οὗτος, οὐκέτ᾽ ἔστι δή.
280 μήτηρ δ᾽ ὄλωλε καὶ φονεὺς αὐτῆς ἐγώ,
ἀδίκως μέν, ἀλλὰ τἄδικον τοῦτ᾽ ἔστ᾽ ἐμόν.
ἣ δ᾽ ἀγλάισμα δωμάτων ἐμόν τ᾽ ἔφυ,
θυγάτηρ ἄνανδρος πολιὰ παρθενεύεται.
τὼ τοῦ Διὸς δὲ λεγομένω Διοσκόρω
285 οὐκ ἐστόν. ἀλλὰ πάντ᾽ ἔχουσα δυστυχῆ
τοῖς πράγμασιν τέθνηκα, τοῖς δ᾽ ἔργοισιν οὔ.
τὸ δ᾽ ἔσχατον τοῦτ᾽, εἰ μόλοιμεν ἐς πάτραν,
κλήιθροις ἂν εἰργοίμεσθα, τὴν ὑπ᾽ Ἰλίωι
δοκοῦντες Ἑλένην Μενέλεώ μ᾽ ἐλθεῖν μέτα.
290 εἰ μὲν γὰρ ἔζη πόσις, ἀνεγνώσθημεν ἄν,
εἰς ξύμβολ᾽ ἐλθόντες ἃ φανερὰ μόνοις ἂν ἦν.
νῦν δ᾽ οὔτε τοῦτ᾽ ἔστ᾽ οὔτε μὴ σωθῆι ποτε.
τί δῆτ᾽ ἔτι ζῶ; τίν᾽ ὑπολείπομαι τύχην;
γάμους ἑλομένη τῶν κακῶν ὑπαλλαγὰς
295 μετ᾽ ἀνδρὸς οἰκεῖν βαρβάρου, πρὸς πλουσίαν
τράπεζαν ἵζουσ᾽; ἀλλ᾽ ὅταν πόσις πικρὸς
ξυνῆι γυναικί, καὶ τὸ σῶμ᾽ ἐστὶν πικρόν.
θανεῖν κράτιστον· πῶς θάνοιμ᾽ ἂν οὖν καλῶς;
ἀσχήμονες μὲν ἀγχόναι μετάρσιοι,
300 κἀν τοῖσι δούλοις δυσπρεπὲς νομίζεται·
σφαγαὶ δ᾽ ἔχουσιν εὐγενές τι καὶ καλόν,
σμικρὸν δ᾽ ὁ καιρὸς †ἄρτ᾽† ἀπαλλάξαι βίου.
ἐς γὰρ τοσοῦτον ἤλθομεν βάθος κακῶν·
αἱ μὲν γὰρ ἄλλαι διὰ τὸ κάλλος εὐτυχεῖς
305 γυναῖκες, ἡμᾶς δ᾽ αὐτὸ τοῦτ᾽ ἀπώλεσεν.

***
ΧΟΡ. Ξέρω, σε ζώνουν συμφορές· μα πρέπει
με υπομονή τις πίκρες να βαστάζεις.
ΕΛΕ. Καλές μου, με ποιά δέθηκα εγώ μοίρα;
Με γέννησε η μητέρα μου σαν κάτι
παράξενο; Καμιά Ελληνίδα ή ξένη
ποτές αυγό πουλιού δεν έκανε όπως
εμένα η Λήδα από τον Δία, ως λένε.
260 Αλλόκοτη κι ολάκερη η ζωή μου·
δυο οι φταίχτες, η Ήρα και η ομορφιά μου.
Αχ! να σβηνόμουν πάλι σαν εικόνα
κι αντί για την ωραία θωριά μου ετούτη
μεγάλη ασκήμια να ᾽χα, να ξεχνούσαν
την τωρινή μου οι Έλληνες τη φήμη
κι ό,τι καλό δικό μου να κρατούσαν,
όπως θυμούνται τώρα το κακό. Όποιος
έχει μια συμφορά θεοσταλμένη,
το χτύπημα βαρύ, μα το υποφέρει·
όμως πολλά δεινά με ζώνουν. Δίχως
270 να φταίω με κακολογούν· ετούτο
χειρότερο είναι απ᾽ την αλήθεια, πράξεις
να σου φορτώνουν που δεν έχεις κάνει.
Μ᾽ έριξαν οι θεοί απ᾽ την πατρίδα
σε βάρβαρες συνήθειες, χωρίς φίλους,
κι ενώ ήμουν λεύτερη, έχω γίνει σκλάβα·
οι βάρβαροι όλοι δούλοι, εξόν ο αφέντης.
Κι η άγκυρα που μου βάσταε τις ελπίδες,
πως κάποια μέρα ο άντρας μου θα ᾽ρχόταν
να με λυτρώσει απ᾽ τα δεινά μου, πάει,
δεν είναι ζωντανός, το φως δεν βλέπει.
280 Χάθηκε η μάνα μου κι εγώ φονιάς της·
άδικα, μα βαραίνει εμέ το κρίμα·
η κόρη μου, καμάρι του σπιτιού μου,
κακογερνάει ανύπαντρη, παρθένα·
τα δυο μου αδέρφια, οι Διόσκουροι, πεθάναν.
Κι εγώ που συμφορές με ζώνουν τόσες,
ενώ είμαι ζωντανή, νεκρή λογιέμαι.
Και τελευταίο αυτό, στη Σπάρτη αν πάω,
δεν θα μ᾽ αφήσουν να διαβώ τις πύλες,
θαρρώντας πως εχάθηκ᾽ η Ελένη
της Τροίας με τον Μενέλαο. Τι εκείνος
290 αν ζούσε, θα με γνώριζε απ᾽ τα κρύφια
σημάδια, μονάχα γνωστά στους δυο μας.
Δεν γίνεται όμως τούτο, ουδέ θα γίνει.
Γιατί λοιπόν να ζω; Τί με προσμένει;
Για να γλιτώσω από τα βάσανά μου,
να παντρευτώ έναν βάρβαρο και πλούσια
ζωή μαζί του να περνώ; Η γυναίκα
σα θα δεχτεί έναν άντρα που δεν στέργει,
δεν έχει σέβας διόλου στον εαυτό της.
Πιο καλά θάνατος, μα να ᾽ναι ωραίος.
Το κρέμασμα ντροπή, κι οι δούλοι ακόμα
300 τέτοιο χαμό για αισχρό τον λογαριάζουν.
Έχει αρχοντιά κι ευγένεια το μαχαίρι
κι απ᾽ τη ζωή γοργά ξεφεύγεις. Έχω
τόσο βαθιά στη δυστυχία βουλιάξει·
σ᾽ άλλες γυναίκες η ομορφιά χαρίζει
χαρά, τον χαλασμό σε μένα μόνο.

Μακεδονία εν μύθοις φθεγγομένη: Μύθοι επείσακτοι

Μύθοι επείσακτοι, «εξαγόμενοι», σε αλληλεπίδραση

Τοπικοί μύθοι, ονόματα, έργα των τεχνών, συνήθειες κτλ., ως υπόμνηση ενός μακρινού παρελθόντος, καταγράφουν και την παρουσία άλλων λαών στον μακεδονικό χώρο, αλλά και των Μακεδόνων αλλού, άλλοτε αποτυπώνοντας τη διάθεση για ειρηνική συνύπαρξη ανάμεσα σε φορείς διαφορετικών συμφερόντων και πολιτισμών, άλλοτε την αλληοεπιχώρηση ή τη διάθεση για κυριαρχία.

Έτσι, σε διάφορους μύθους (αλλά και από άλλα στοιχεία) μαρτυρείται η παρουσία των Φρυγών και των Φοινίκων στον μακεδονικό χώρο. Άλλοι, πάλι, συνδέουν τη μυθολογία της Μακεδονίας με τη μυθολογία της Βοιωτίας. Μαιναδισμός και διονυσιασμός από τη μια, λατρεία των Μουσών από την άλλη επιχωριάζουν και στις δύο περιοχές.

Η συγκέντρωση των στοιχείων δείχνει ότι η παράδοση κοινών λατρειών και τοπωνυμίων την εποχή των επών του Ησιόδου δικαιολογείται –και συνάμα αποτελεί απόδειξη– από την κίνηση πληθυσμών από βορρά προς νότο, αλλά και από σχέσεις και επαφές που αναπτύχθηκαν.

Εξάλλου, θεωρείται ότι οι Βοιωτοί μετανάστευσαν προς το τέλος της εποχής του Χαλκού από το όρος Βοίον της βόρειας Πίνδου, βορειότερα από τους Μακεδόνες, στη νοτιοδυτική Θεσσαλία και από εκεί στη χώρα που πήρε το όνομά τους.

Λάιαλ Ουάτσον - Ένα μάθημα επίλυσης των διαφορών ενός ζευγαριού από τους πυγμαίους Μπαμπούτι

Τα πρωτεύοντα θηλαστικά είναι πολύ επιδέξια στο να θολώνουν τα νερά. Οι μαϊμούδες και οι μπαμπουίνοι έχουν ταλέντο στο να παριστάνουν ότι ενδιαφέρονται για ανύπαρκτα αντικείμενα ή γεγονότα, κοιτάζοντας οπουδήποτε αλλού εκτός από την πηγή της αμηχανίας, ελπίζοντας ότι αυτή θα εξαφανιστεί.
 
Οι χιμπατζήδες μερικές φορές διανθίζουν αυτό το θέατρο με δυνατές κραυγές επιστρατεύοντας τη βοήθεια τρίτων, δημιουργώντας αντιπερισπασμούς που επιτρέπουν σε δύο εχθρούς να επιλύσουν τη διένεξή τους χωρίς καν να χρειαστεί ο ένας από τους δυο να κάνει πίσω. O ανθρωπολόγος Κόλιν Τέρνμπουλ περιγράφει με λεπτομέρειες έναν από τους πιο διακριτικούς και εμπνευσμένους ελιγμούς αυτού του είδους, τον οποίο παρακολούθησε όταν ζούσε ανάμεσα στους πυγμαίους Μπαμπούτι στο δάσος Ιτούρι του Κονγκό.
 
Η εξασφάλιση στέγης εκεί είναι απλή υπόθεση. Οι γυναίκες της φυλής φτιάχνουν καλύβες χρησιμοποιώντας ξύλα και φύλλα. Οι καλύβες ανήκουν στις γυναίκες οι οποίες μερικές φορές, στους συζυγικούς καυγάδες, εκμεταλλεύονται το γεγονός ότι είναι οι ιδιοκτήτριες. Όταν πιέζονται, θα αρχίσουν μεθοδικά να αποσυναρμολογούν το οικογενειακό σπίτι, ώσπου ο σύζυγος μαλακώνει και τελικά τις σταματά πριν το παρακάνουν.
 
Στο περιστατικό που παρακολούθησε ο Τέρνμπουλ όμως, ο άντρας ήταν ασυνήθιστα πεισματάρης και περίμενε έως ότου η γυναίκα του έβγαλε όλα τα φύλλα, οπότε και ανακοίνωσε σ’ όλο τον καταυλισμό ότι αυτή η γυναίκα θα υπέφερε από το κρύο εκείνη τη νύχτα. Αυτό σήμανε το σημείο χωρίς επιστροφή Ήταν τώρα αναγκασμένη, με τα δάκρυα να κυλούν στα μάγουλά της, να συνεχίσει την κατεδάφιση, ενώ εκείνος καθόταν βουβός, αγκαλιάζοντας τα γόνατά του. Έδειχνε το ίδιο δυστυχής, αλλά ανίκανος να τη σταματήσει, χωρίς ο ένας από τους δυο να ρίξει τα μούτρα του. «Τώρα ο καταυλισμός αδημονούσε», λέει ο Τέρνμπουλ, «γιατί είχαν πολύ καιρό να δουν οικογενειακό καυγά να παρατραβάει τόσο».
 
Τότε ήταν που ήρθε η έμπνευση.
 
«Ξαφνικά το πρόσωπό του φωτίστηκε και γύρισε να δει πόσο είχε προχωρήσει η κατεδάφιση. Μόνο μερικά ξύλα είχαν ξηλωθεί. Φώναξε τη γυναίκα του και της είπε ότι δεν χρειαζόταν να ανησυχεί για τα ξύλα και ότι μόνο τα φύλλα ήταν βρώμικα». Εκείνη τον κοίταξε για λίγο μπερδεμένη αλλά μετά κατάλαβε και του ζήτησε να τη βοηθήσει. Οι δύο τους, με μεγάλη σοβαρότητα, έπλυναν όλα τα φύλλα σ’ ένα ρυάκι εκεί κοντά και μετά τα επανατοποθέτησαν χαρούμενοι στην καλύβα. Κανείς στον καταυλισμό δεν πίστεψε αυτήν την πρόφαση αλλά όλοι χάρηκαν που ο πήρε τέλος ο καυγάς, και για αρκετές μέρες συζητούσαν, από ευγένεια, για το πρόβλημα των βρώμικων φύλλων. Κάποιοι μάλιστα πήραν ένα δύο φύλλα κάτω στο ρυάκι για να τα πλύνουν σε ένδειξη αλληλεγγύης, σαν να επρόκειτο για μια τελείως φυσιολογική διαδικασία. «Κι όμως», λέει ο Τέρνμπουλ, «ποτέ δεν είχω ξαναδεί να κάνουν τέτοιο πράγμα, είτε πριν είτε μετά το περιστατικό».
 
Ο συμβιβασμός είναι αποτελεσματικός, και δεν αφήνει νικητές ή ηττημένους. Είναι η τέχνη της δίκαιης ισοπαλίας - μια περίπλοκη στρατηγική που διαφέρει από την συμφιλίωση στο ότι η αιτία της διένεξης δεν εξετάζεται καν, τουλάχιστον όχι ανοιχτά. Αποτελεί πάντως κομμάτι της επιθετικής συμπεριφοράς όπως και ο καυγάς ή η φυγή.
 
Ο Κόνραντ Λόρενζ, ο νομπελίστας Γερμανός ηθολόγος, είχε δίκιο όταν επισήμανε: «Η επιθετικότητα ασφαλώς μπορεί να υπάρξει χωρίς το αντίστοιχό της, την αγάπη· αντιθέτως, δεν μπορεί να υπάρξει αγάπη χωρίς επιθετικότητα». Το φιλί είναι απλώς μία ντροπαλή δαγκωματιά. Η Διακήρυξη της Σεβίλλης για την Βία, την οποία συνέταξε μια διεθνής επιτροπή πανεπιστημιακών το 1986, ίσως σφάλλει όταν μας βεβαιώνει ότι:
«Είναι επιστημονικά ανακριβής ο ισχυρισμός ότι έχουμε κληρονομήσει από τους προγόνους μας τα ζώα την τάση να κάνουμε πόλεμο- ή ότι ο πόλεμος ή οποιαδήποτε άλλη βίαιη συμπεριφορά είναι γενετικά προγραμματισμένα· ή ότι στην πορεία της ανθρώπινης εξέλιξης έχει επιλεγεί η επιθετική συμπεριφορά- ή ότι οι άνθρωποι έχουν "βίαιο εγκέφαλο"· ή ότι ο πόλεμος προκαλείται από το "ένστικτο" ή από ένα οποιοδήποτε μοναδικό κίνητρο.»
Η Διακήρυξη της Σεβίλλης καταλήγει με την αισιόδοξη πρόταση:
 
«Το ίδιο είδος που ανακάλυψε τον πόλεμο είναι ικανό να ανακαλύψει και την ειρήνη», αλλά η αλήθεια σε σχέση με την εξέλιξη είναι ότι δεν μπορούμε να διεκδικήσουμε τον έπαινο ή την υπαιτιότητα για κανένα από τα δύο. Η διεξαγωγή πολέμου και η ειρήνευση είναι τόσο παλιά όσο τα μυρμήγκια και οι πίθηκοι. Δεν έχει νόημα να υποβαθμίζουμε την πραγματικότητα της γενετικής κληρονομιάς ή να προσπαθούμε να αποκρύψουμε την έκταση της συνέχειας μεταξύ ημών και των άλλων ζώων. Η εικόνα που αναδύεται από την πρόσφατη έρευνα δεν είναι μια εικόνα συνεχούς διαμάχης ή ανελέητου αιματηρού ανταγωνισμού στη φύση.
 
Τα περισσότερα είδη ζουν αρμονικά, έχουν ευχάριστες ζωές, κάνουν μακροπρόθεσμες επενδύσεις τις οποίες προστατεύουν δείχνοντας εντυπωσιακή αυτοσυγκράτηση. Σήμερα αναγνωρίζεται ευρύτατα ότι η μεγαλύτερη απειλή για την επιβίωση προέρχεται όχι από έξω αλλά μέσα από τις κοινωνίες μας. Ξεχάστε τους τεράστιους λευκούς καρχαρίες και τις δολοφόνες μέλισσες. Έχουμε περισσότερα να φοβηθούμε από το δικό μας είδος. Η άφιξη του Παρασκευά ήταν αυτό που έβαλε σε δοκιμασία τις ικανότητες επιβίωσης του Ροβινσώνα Κρούσου. Και αντίστροφα, η κοινωνική επίγνωση ήταν αυτή που άσκησε την επιλεκτική πίεση που υπήρξε απαραίτητη για ν’ αποκτήσουμε τους πολύτιμους, μεγάλους εγκεφάλους μας.
 
Υπάρχουν άφθονες μαρτυρίες που αποδεικνύουν την ύπαρξη ενός είδους ηθικότητας και σε άλλα είδη. Οι χιμπατζήδες, όταν αντιμετωπίζουν μια κατάσταση όπου η τροφή σπανίζει και δεν επαρκεί για όλους, συνηθίζουν να μοιράζονται ό,τι υπάρχει. Σε μια τέτοια περίπτωση αρχίζουν να φιλιούνται, ν’ αγγίζονται και ν’ αγκαλιάζονται πολύ περισσότερο από το σύνηθες - επαφές που θα κατευνάσουν μια ενδεχόμενη επιθετικότητα. Αλλά κι η επιθετικότητα, σ’ αυτό το πλαίσιο, αν εκδηλωθεί, πιθανότατα είναι «ηθική», με την έννοια ότι παίρνει τη μορφή της τιμωρίας εκείνων που είναι απρόθυμοι να μοιραστούν.
Το να μοιράζεσαι υπό πίεση μπορεί να μην είναι ό,τι πιο ευγενές, αλλά προσφέρει ένα καλό παράδειγμα των προσαρμοστικών θετικών κοινωνικών χρήσεων της επιθετικότητας. Είναι λάθος να θεωρούμε την επιθετικότητα σαν κάτι αυστηρά ανταγωνιστικό - όσο και το να θεωρούμε το σεξ απλώς και μόνο αναπαραγωγικό. Η κάθε συμπεριφορά επηρεάζει μια άλλη με τρόπους που γίνονται πιο πολύπλοκοι καθώς συνεχίζεται η εξέλιξη, και που συνεχώς εκπλήσσουν όσους ακόμη αντιστέκονται στις προσπάθειες τις βιολογίας να εξηγήσει την ανθρώπινη συμπεριφορά.
 
Τα δεδομένα είναι απλά. Οι κοινωνίες, και των ανθρώπων και των ζώων, είναι δίκτυα αλληλεπιδρώντων ατόμων. Οι πράξεις ενός ατόμου επηρεάζουν τα άλλα άτομα και η κοινωνική συμπεριφορά ρυθμίζεται έτσι ώστε να βελτιώνεται η αναλογία κόστους-ωφέλειας τέτοιων αλληλεπιδράσεων. Τα άτομα και οι κοινωνίες ανταγωνίζονται για την πιο επικερδή λύση. Οι στρατηγικές ποικίλουν ανάλογα με τις περιστάσεις. Κάποιες φορές η συνεργασία αποδεικνύεται ο πιο επικερδής τρόπος ανταγωνισμού. Άλλες πάλι όχι. Δεν φαίνεται να έχει μεγάλη σημασία αν η εν λόγω κοινωνία είναι μια αποικία χιμπατζήδων ή ένα έθνος-κράτος. Δεν είναι η ιδεολογία αλλά το συμφέρον που κρατά τις συμμαχίες σταθερές

Λάιαλ Ουάτσον, Σκοτεινή Φύση - Φυσική ιστορία του κακού

Ο ΚΥΡΙΟΣ ΚΑΙ Ο ΥΠΗΡΕΤΗΣ

Να το θυμάσαι αυτό. Ο νους δημιουργεί υποκατάστατα. Σου λείπει κάτι; Ο νους προσπαθεί να το υποκαταστήσει. Να έχεις εγρήγορση, επειδή οτιδήποτε μπορεί να δημιουργήσει ο νους, είναι κάλπικο. Ο νους είναι μεγάλος πλαστογράφος. Σε βοηθάει, σε παρηγορεί, σου δίνει κάτι ψεύτικο, ώστε να μη λαχταράς πια το πραγματικό.

Για παράδειγμα, αν στη διάρκεια της ημέρας έχεις νηστέψει, τη νύχτα θα ονειρεύεσαι φαγητά – σπουδαία εστιατόρια ή ότι σε έχουν προσκαλέσει σε παλάτια κι ότι τρως ωραίο φαγητό. Γιατί; Όλη μέρα ήσουν πεινασμένος, τώρα σου είναι δύσκολο να κοιμηθείς από την πείνα, οπότε ο νους δημιουργεί ένα υποκατάστατο, ένα όνειρο. Δεν το έχεις παρατηρήσει; Το υποκατάστατο είναι παρηγοριά. Δεν είναι πραγματικό, βοηθάει όμως για λίγο.

Έχε λοιπόν εγρήγορση σχετικά με τις παρηγοριές τού νου. Αναζήτησε την πραγματικότητα, επειδή μόνο η πραγματικότητα μπορεί να σου δώσει ικανοποίηση. Η παρηγοριά δεν μπορεί ποτέ να σου δώσει ικανοποίηση. Μπορείς να τρως όσο φαγητό θέλεις στα όνειρά σου, μπορείς να απολαμβάνεις τη μυρωδιά, τη γεύση του, δεν πρόκειται όμως να σε θρέψει. Οι πεποιθήσεις μπορούν να σου δώσουν τη μυρωδιά της εμπιστοσύνης, δεν πρόκειται όμως να σε θρέψουν. Μόνο η εμπιστοσύνη μπορεί. Πάντοτε να θυμάσαι: Αυτό που σε θρέφει είναι πραγματικό κι αυτό που σου δίνει απλώς μια παρηγοριά είναι πολύ επικίνδυνο. Εξαιτίας αυτής της παρηγοριάς, δεν θα αναζητήσεις το πραγματικό φαγητό. Αν αρχίσεις να ζεις μέσα στα όνειρα και δεν τρως πραγματικό φαγητό, σιγά-σιγά θα διαλυθείς, θα εξαφανιστείς, θα πεθάνεις.

‘Έχω ακούσει μια αρχαία ιστορία:

Ένας βασιλιάς ήταν πολύ ευχαριστημένος με έναν από τους υπηρέτες του. ‘Ήταν τόσο αφοσιωμένος, τόσο ολοκληρωτικά αφοσιωμένος στο βασιλιά. Πάντοτε ήταν έτοιμος να θυσιάσει την ίδια του τη ζωή για τον βασιλιά. Και πράγματι, πολλές φορές είχε σώσει τον βασιλιά, ρισκάροντας την ίδια του τη ζωή. Ήταν ο προσωπικός φρουρός τού βασιλιά.
Μια μέρα, ο βασιλιάς ήταν τόσο ευχαριστημένος μαζί του, που του είπε: «Αν επιθυμείς οτιδήποτε, αν έχεις οποιαδήποτε επιθυμία, απλώς πες τη μου κι εγώ θα την εκπληρώσω. Εσύ έχεις κάνεις τόσα για μένα κι εγώ δεν σου έχω δείξει ποτέ την ευγνωμοσύνη μου. Θα ήθελα να εκπληρώσω οποιαδήποτε επιθυμία έχεις.»
Ο υπηρέτης είπε: «Μα, δεν χρειάζεται να κάνετε τίποτα για μένα, αφέντη μου. Και μόνο το να βρίσκομαι δίπλα σας και να σας υπηρετώ πιστά, μου είναι αρκετό.»
Ο βασιλιάς όμως επέμεινε: «Πες μου την επιθυμία σου, όποια κι αν είναι -δεν μπορεί, κάποια επιθυμία θα έχεις κι εσύ.»
Και τότε ο υπηρέτης είπε: «Θέλω να με κάνεις βασιλιά για είκοσι τέσσερις ώρες και να γίνεις εσύ ο φρουρός μου.»
Ο βασιλιάς ξαφνιάστηκε, φοβήθηκε. ‘Ήταν όμως άνθρωπος που κρατούσε το λόγο του και έπρεπε να ικανοποιήσει την επιθυμία.
Και ξέρεις τι έκανε ο φρουρός; Το πρώτο πράγμα που έκανε, ήταν να διατάξει τον βασιλιά να σκοτωθεί!
Ο βασιλιάς είπε: «Τι είναι αυτά που λες;»
Ο υπηρέτης είπε: «Σιωπή! Τώρα εσύ είσαι ένας απλός φρουρός και τίποτε άλλο. Αυτή είναι η επιθυμία μου και τώρα εγώ είμαι ο βασιλιάς!»
Έτσι, ο βασιλιάς σκοτώθηκε και ο υπηρέτης έγινε βασιλιάς για πάντα.

Οι υπηρέτες έχουν τους δικούς τους πλάγιους και πονηρούς τρόπους για να γίνονται κύριοι.

Ο νους είναι ένας από τους πιο όμορφους, τους πιο σύνθετους, τους πιο εξελιγμένους μηχανισμούς. Σε έχει υπηρετήσει καλά και συνεχίζει να σε υπηρετεί καλά. Εξαιτίας των υπηρεσιών του, έχεις επαναλάβει κι εσύ την ίδια ιστορία και στη δικιά σου ζωή. Έχεις κάνει το νου αφέντη και τώρα ο αφέντης σου συμπεριφέρεται σαν να είσαι υπηρέτης.

Αυτό είναι το πρόβλημα – όχι ότι ο νους πρέπει να πεταχτεί. Αν πετάξεις τον νου, θα τρελαθείς. Θα χρειαστείς όλο το νου που έχεις, απλώς να είσαι εσύ ο κύριος. Να τον χρησιμοποιείς, αλλά μην τον αφήνεις να σε χρησιμοποιεί.

Η Εξέλιξη του Χρήματος

Κράτος και Ιδιοκτησίες στα χέρια Πολυεθνικών Εταιρειών.
 
Ο τρόπος με τον οποίο οι Πατέρες της Οικονομίας δίδαξαν την οικονομική ιστορία είναι ένα από τα πολλά κακά της μοίρας, μέσα στα οποία ζούμε εγκλωβισμένοι. Σήμερα, που η ιδιωτική ιδιοκτησία ακολουθεί την μοίρα της «δημόσιας» ειναι φανερό πως πρόκειται για Νέα Φεουδαρχία. Εταιρείες – Φεουδάρχες θα είναι ιδιοκτήτες σπιτιών, δημόσιων χώρων και κρατικών επιχειρήσεων. Διαχειριστές όλων των βασικών αγαθών που χρειάζεται ο σύγχρονος άνθρωπος για να ζήσει, όπως το νερό, οι συγκοινωνίες και το ρεύμα. Ο Πρόεδρος της Nestle θεωρεί ακραία την άποψη ότι όλοι οι άνθρωποι πρέπει να έχουν δικαίωμα στο νερό. Για τον φυσικό και ορυκτό πλούτο ούτε λόγος για το πού πρέπει να πάνε. Είναι, όμως, αυτό κάτι «νέο» ή έρχεται από τα παλιά;
 
«Γεννηθήτω Καπιταλισμός» αναφώνησαν οι Πατέρες και νομίζουμε ότι έχουμε Καπιταλισμό, περίπου, από την εποχή της βιομηχανικής επανάστασης του 18ου αιώνα. Είναι η στιγμή που ο Άνταμ Σμιθ ανακάλυψε το «αόρατο χέρι των αγορών» στην θέση του αόρατου Θεού. Κι έκτοτε ζούμε μαζί του. Είναι το χέρι που ενορχηστρώνει την ζωή των ανθρωπομαζών. Βάζει τις νότες, τους κανόνες και τους νόμους σε τάξη και κίνηση. Δίνει τον ρυθμό στον οποίο η ανθρωπότητα οφείλει συμμόρφωση και υπακοή. Οσονούπω λοιπόν η συμμόρφωση περιλαμβάνει την παράδοση του σπιτιού σου στην εφορία ή στην εταιρεία που θα το αγοράσει, κατόπιν νόμιμης διαδικασίας κατάσχεσης.
 
Επειδή χρωστάς, δίχως να έχεις πάρει δάνειο.
 
Επειδή φορολογείσαι, δίχως να έχεις εισόδημα.
 
Η παράδοση του κράτους και των «υπηρεσιών» του σε ιδιώτες και η εκμετάλλευση μιας γεωγραφικής περιοχής από εταιρείες – φεουδάρχες δεν είναι κατάσταση του νεωτερικού φαινόμενου που αποκλήθηκε Καπιταλισμός. Κεφάλαια και Εταιρείες υπήρχαν ανέκαθεν και νόμοι που ρύθμιζαν τις σχέσεις της Πολιτείας και Εταιρειών ήταν σε ισχύ από αρχαιοτάτων χρόνων. Η σχέση τους με την πολιτική εξουσία ήταν, πάντα, σχέση πολιτεύματος και οικονομικά ισχυρών ανθρώπων. Το ποιος, κάθε φορά, είχε το πάνω χέρι ήταν και είναι θέμα Πολιτεύματος. Η εξέλιξη ενός οικονομικού συστήματος ήταν περισσότερο θέμα αποφάσεων και λιγότερο θέμα εξέλιξης και ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων (Μαρξ) ή νόμων της αγοράς (οικονομικός φιλελευθερισμός).
 
Ο Ναυτικός Κώδικας της Ρόδου (479-475 π.κ.ε)
 
Ενσωματώθηκε στην συνέχεια στο Ρωμαϊκό Δίκαιο και στους νόμους της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας είναι η βάση του Ναπολεόντειου Εμπορικού Κώδικα και όλων των μεταγενέστερων νόμων του θαλάσσιου και μη εμπορίου, ως σήμερα. Ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Αντωνίνος Πίος είχε διατάξει όπως κάθε δύσκολο ναυτικό ζήτημα να λύνεται σύμφωνα με το παλιό ροδιακό δίκαιο, μάλιστα λέγεται ότι είπε « εγώ μεν κύριος του κόσμου, ο δε Ρόδιος νόμος, κύριος της θαλάσσης».
 
Το Δίκαιο, η απόφαση κάποιων ανθρώπων να ορίσουν κανόνες στις μεταξύ τους συναλλαγές, καθόρισε τις συναλλαγές, πολύ περισσότερο και πολύ πιο πριν από την εποχή της βιομηχανικής επανάστασης, της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και της «ελευθερίας των αγορών». Η παράδοση καθηκόντων ενός κράτους σε εταιρείες ιδιωτών δεν είναι σημερινό φαινόμενο. Είναι φαινόμενο που απαντάται, για πρώτη φορά στον ύστερο Μεσαίωνα και την περίοδο της Αναγέννησης.
 
Σήμερα, γνωρίζουμε ότι η βασική αρχή του οικονομικού (νέο)φιλελευθερισμού είναι ο χωρισμός Κράτους και Αγοράς και η μέγιστη δυνατή αποδυνάμωση του Κράτους υπέρ της Αγοράς. Κανείς από τους Πατέρες (αριστερούς ή δεξιούς) δεν μας έχει πει ότι αυτό που είναι η αγορά σήμερα είναι δημιούργημα της κρατικής εξουσίας ή της σχέσης κάποιων με την κρατική εξουσία.
 
Ο Μύθος της «ελεύθερης από το κράτος αγοράς» προσπαθεί να επιβιώσει σήμερα που όλοι βλέπουν το κράτος να αποφασίζει ποιον θα «διασώσει» και ποιον θα «καταβαραθρώσει», έξω και πέρα από κάθε λογική «ελεύθερης αγοράς» και «ανεξάρτητου κράτους». Σώζονται οι χρεοκοπημένες τράπεζες, με χρήματα που φορτώνονται ως χρέος στον πολίτη και εξοντώνονται οι πολίτες, επειδή χρωστούν στις «διασωσμένες» με δικά του λεφτά τράπεζες.
 
Θα συντομεύσω την επαφή με την ιστορία, λέγοντας μόνο ότι ο όρος «τράπεζα» προέρχεται από το «τραπέζι» [«τράπεζα» στα αρχαία ελληνικά] ή τον «πάγκο» [εξ ου και οι λατινογενείς όροι banca, banque, bank] που χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι «τραπεζίτες» για να προσφέρουν τις διαμεσολαβητικές υπηρεσίες τους στους πελάτες τους. Τέτοιες απλές τράπεζες υπήρχαν ήδη στην αρχαία Αθήνα, προσφέροντας κυρίως υπηρεσίες ανταλλαγής διαφόρων νομισμάτων αλλά και πιστώσεις για την χρηματοδότηση του τότε «διεθνούς εμπορίου». Μετά την πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας η πείρα των τραπεζικών δεν χάθηκε μαζί με τους τραπεζίτες. Οι επόμενες μορφές τραπεζικών συναλλαγών εμφανίζονται στον Μεσαίωνα όπου οι αργυραμοιβοί, οι χρυσοχόοι και οι έμποροι δέχονταν καταθέσεις για τις οποίες εξέδιδαν πιστοποιητικά – βεβαιώσεις.
 
Η πρώτη τράπεζα του Μεσαίωνα έχει σχέση με τις Σταυροφορίες. «Οι Φτωχοί Συμπολεμιστές του Χριστού και του Ναού του Σολομώντα» γνωστότεροι σε μας ως «Ναΐτες Ιππότες»  ήταν αυτοί που ανασυγκρότησαν μετά την Ρωμαϊκή εποχή το πρώτο ολοκληρωμένο δυτικοευρωπαϊκό τραπεζικό, δανειστικό, προεξοφλητικό και εμβασματικό σύστημα. (1129-1312). Το Τάγμα διαλύεται από την Σύνοδο της Βενετίας και η χρηματοπιστωτικές εργασίες περνούν στους Ενετούς και λοιπούς Βορειοϊταλούς και Εβραίους χρυσοχόους, υπό την σκέπη της Αγίας Έδρας. Το ότι ο τεκτονισμός, η μασονία και οι μυστικιστικές στοές, όπως η Golden Dawn ή η «Εταιρεία της Θούλης», έχουν την ίδια μήτρα με την σύγχρονη τραπεζική και είναι, επίσης, συγγενικές καταστάσεις με ιδεολογίες προσκείμενες σε τραπεζίτες, αυτό είναι μια «παράξενη» ιστορία με σεξομαγικές προεκτάσεις.
 
Η Αρχή της σχέσης Τραπεζών και Κράτους – Χρήματος και Χρέους
 
Το 1407 το αβάσταχτο χρέος της Ρεπούμπλικας της Γένοβας αναχρηματοδοτήθηκε μερικώς με χρεόγραφα και εξαγοράστηκε καθ’ ολοκληρία από την Τράπεζα Αγίου Γεωργίου, μετοχική εταιρεία, η οποία συστάθηκε από τους δανειστές της Ρεπούμπλικας μέσω της αναλογικής μετοχοποίησης των απαιτήσεων τους. Ίσως, είναι η πρώτη Κεντρική Τράπεζα του πλανήτη, γιατί οι ανώνυμες μετοχές της κυκλοφορούσαν στην πιάτσα (πλατεία) παράλληλα με τα χρεόγραφα της Ρεπούμπλικας.
 
Στην Βόρεια Ιταλία εμφανίζεται η πρώτη έκδοση κρατικών χρεογράφων, ομολόγων για την χρηματοδότηση του κράτους. Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα του 14ου-15ου αιώνα, οι μεσαιωνικές πόλεις – κράτη της Τοσκάνης -η Φλωρεντία, η Πίζα και η Σιένα- βρίσκονταν σε πόλεμο μεταξύ τους ή με άλλες ιταλικές πόλεις. Κάθε πόλη προσλάμβανε με σύμβαση στρατιωτικούς, οι οποίοι μάζευαν μισθοφορικό στρατό για να προσαρτήσουν και να λεηλατήσουν γειτονικά εδάφη.Η Ρεπούμπλικα της Φλωρεντίας αναδείχθηκε νικήτρια των πολέμων αυτών, γιατί πλήρωνε περισσότερα, έχοντας την δυνατότητα χρηματοδότησης του πολέμου, μέσω του δανεισμού από τους πολίτες αντί της φορολόγησης των υπηκόων μέθοδο περισσότερο προσφιλή στις Μοναρχίες και τα Δουκάτα.
 
Το χρέος της Φλωρεντίας από 50.000 φιορίνια στις αρχές του 14ου αιώνα, εκτινάχθηκε στα 5.000.000 το 1427. Το χρέος καθόρισε τους νικητές του πολέμου και δημιούργησε την Φλωρεντινή Αναγέννηση, έργα της οποίας θαυμάζουμε ως σήμερα. Οι ίδιοι άνθρωποι που, ως «Δημοκρατία» (Ρεπούμπλικα), εξέδιδαν τα ομόλογα ήταν οι ίδιοι άνθρωποι που τη δάνειζαν. Μαζί με τις νίκες και την Αναγέννηση, χάρις στο δανεικό χρήμα, ήρθε και το τέλος της όποιας «Δημοκρατίας» Η Ρεπούμπλικα, μέσω αυτού του δανεισμού πέρασε στην επιρροή των τραπεζιτών, οι οποίοι είχαν όνομα: Μεδίκοι.
 
Πατριάρχης της οικογένειας ήταν ο Κόζιμο Μέδικος ο Πρεσβύτερος (1389-1464), ο πλουσιότερος άνθρωπος της πόλης, που πέτυχε να εξορίσει τους αντιπάλους του. Από το 1469 ως το 1492, κεφαλή της οικογένειας ήταν ο Λαυρέντιος ο Μεγαλοπρεπής (1449- 1492), τραπεζίτης, πολιτικός, ποιητής και μαικήνας πολλών καλλιτεχνών και επιστημόνων. Το 1494, οι Μέδικοι διώχθηκαν από την Φλωρεντία ύστερα από εξέγερση που προκλήθηκε από την διαφθορά τους και τα φλογερά κηρύγματα του Σαβοναρόλα. Το 1512 ωστόσο επέστρεψαν στην πόλη, ενώ ο Τζοβάνι Ντι Λορέντσο ντε Μέντιτσι έγινε πάπας με το όνομα Λέων Ι΄ το 1513 και ακολούθησε ο Κλήμης Ζ΄. Δύο έγιναν βασίλισσες της Γαλλίας (Αικατερίνη και Μαρία των Μεδίκων). Τρεις έγιναν δούκες της Φλωρεντίας, του Νεμούρ και της Τοσκάνης. Δεν θα γνωρίζαμε τον Γαλιλαίο, τον Μποτιτσέλι, τον Μιχαήλ Άγγελο και τον Μακιαβέλι, αν δεν υπήρχαν οι Μέδικοι.
 
Η ύπαρξη άφθονου χρήματος ήταν αυτή που γέννησε αυτό που λέμε σήμερα «Αναγέννηση» Η ανακάλυψη του εύχρηστου μεταλλικού νομίσματος στην Λυδία, στην θέση κεραμικών υλικών ή βαρέων σιδερικών, ήταν αυτή που γέννησε αυτό που λέμε «Αρχαία Ελλάδα» και ότι μεγάλο αυτή δημιούργησε. Στο «πρόσωπο» των Μεδίκων κάνει την εμφάνιση της η τρομαχτική πολιτική -και όχι μόνο- ισχύς που μπορούν να αποκτήσουν οι τραπεζίτες, ως ιδιοκτήτες και διαχειριστές του χρήματος.
 
«Στον οίκο του διευθετούνται πολιτικά ζητήματα. Ο άνθρωπος που επιλέγει έχει εξουσία. Αυτός είναι που αποφασίζει για την ειρήνη και τον πόλεμο και ελέγχει τους νόμους. Μόνο κατ’ όνομα δεν είναι βασιλιάς». Πάπας Πίος ο Β, για τον Κόζιμο ντε Μέντιτσι.

Το Πιστωτικό Χρήμα και τα «παρακολουθήματα» του
 
Αυτή είναι η περίοδος όπου πρωτοεμφανίζεται το χρήμα χωρίς αντίκρισμα, ένα «κοινό μυστικό» των πρώτων τραπεζιτών, το οποίο χρηματοδότησε αυτό που λέγεται Αναγέννηση στην Βόρεια Ιταλία. Οι Μέδικοι και το ιταλικό τραπεζικό σύστημα έγιναν το παράδειγμα για την ανάπτυξη της τραπεζικής σε όλη τη Βόρεια Ευρώπη. Τα μοντέλα των Συμβουλίων της αριστοκρατίας του χρήματος που διοικούσαν τις Ρεπούμπλικες της Βόρειας Ιταλίας αποτέλεσαν την έμπνευση από την οποία προέρχονται τα μεταγενέστερα και σημερινά παρλιαμέντα (κοινοβούλια) του Βορρά. Κακώς εμείς στην Ελλάδα μεταφράζουμε τις Ρεπούμπλικες ως «Δημοκρατία» και τα παρλιαμέντα (από το ιταλικό παρλάρε, τόπος συζητήσεων) ως «Κοινοβούλια».
 
Τα κοινοβούλια που υποχρεώθηκαν να ιδρύσουν οι Μοναρχίες του βορρά είναι αποτέλεσμα της αύξησης της ισχύος της Αριστοκρατίας των ιδιοκτητών του χρήματος έναντι της αριστοκρατίας των ιδιοκτητών γης. Ήταν οι τόποι διευθέτησης των διαφορών τους. Και τις διαφορές τους τις έλυναν συνασπισμένοι σε φατρίες, που σήμερα τις λέμε κόμματα. Αυτό εμείς το λέμε, ακόμα, «δημοκρατία».
 
Το χρέος – το πιστωτικό χρήμα, μέσα στο οποίο βράζουμε σήμερα, είναι επινόηση του 13ου – 14ου αιώνα στη Βόρεια Ιταλία. Είναι η επινόηση της εποχής της Αναγέννησης, η οποία δεν θα υπήρχε με αυτό το όνομα αν δεν τη χρηματοδοτούσε η αναδυόμενη χρηματιστική – τραπεζική. Είναι η περίοδος της «σιωπηλής αποδοχής» του χάρτινου χρήματος, μιας σύμβασης, δίχως αντίκρισμα σε πολύτιμο μέταλλο. Έπρεπε να περιμένουμε ως το 1694, για να νομιμοποιηθεί το χρήμα δίχως αντίκρισμα με την ίδρυση της Τράπεζας της Αγγλίας.
 
Άνταμ Σμιθ: «Η συνετή λειτουργία του τραπεζικού συστήματος, με τη χρήση του χαρτιού ως υποκατάστατου μιας μεγάλης ποσότητας χρυσού και αργύρου ανοίγει ένα δρόμο στον ουρανό» !!!
 
Για ποιον είναι αυτός ο δρόμος; Οι θεωρίες του Πατέρα της Οικονομικής Επιστήμης επιβεβαιώνονται από την πραγματικότητα. Οι μάζες βαδίζουν, χάρις χρήμα, προς οδυνηρές κατευθύνσεις. Το πιστωτικό χρήμα έχει ως αντίκρισμα την φοροεισπρακτική ικανότητα του κράτους. Έχει ως αντίκρισμα την δική σου ικανότητα να δημιουργείς εισόδημα, μέσω της δουλείας – δουλειάς (επιχειρηματικότητας ή επενδύσεων). Έχει γι’ αντίκρισμα την δική σου δουλεία – δουλειά.
 
Η Εκχώρηση Εξουσίας σε Εταιρείες ιδιωτών. Η Ρεπούμπλικα της Γένοβας, αδυνατώντας να εξυπηρετήσει το χρέος της στην Τράπεζα του Αγίου Γεωργίου (Casa delle Compere di San Giorgio) εκχώρησε στην Τράπεζα την είσπραξη ορισμένων φόρων. Αυτό μοιάζει με την σημερινή διαδικασία διάλυσης των εφοριών και την ανάθεση σε ιδιώτες της είσπραξης φόρων, με σκοπό την εξυπηρέτηση του χρέους. Το παιχνίδι με την προσωρινή μείωση του ΦΠΑ στην εστίαση και την έμφαση στους φορολογικούς ελέγχους για την είσπραξη του, που κάνει πως δεν βλέπει το πραγματικό γεγονός της έλλειψης κύκλου εργασιών, αποτελεί την δικαιολογία, για την παράδοση της φοροείσπραξης σε ιδιώτες. Ήδη προπαγανδίζουν τα μαζικά αποβλακωτήρια για φοροφυγάδες και τον αποτυχημένο κρατικό μηχανισμό φοροείσπραξης.
 
Στην Γένοβα του 15ου αιώνα, παρά την ανάθεση της είσπραξης σε ιδιώτες- δανειστές – τραπεζίτες, η φοροείσπραξη απέτυχε. Το 1453, η Ρεπούμπλικα αποφάσισε να εκχωρήσει στην Τράπεζα την πλήρη διοίκηση ορισμένων κτήσεων της (Κορσική, Cazaria και άλλες). Από το 1453 αυτή η τράπεζα έλεγχε όλες τις κτήσεις στην Μαύρη θάλασσα, ενώ οι Γενουάτες έμποροι, αλλά και όσοι έμποροι αποκτούσαν δικαιώματα πολίτη της Γένουας, τοποθετούσαν τα κεφάλαιά τους σε αυτή. Η Τράπεζα εγκατέλειψε τις ιδιωτικές συναλλαγές δανεισμού κλπ και ασχολιόταν με διοικητικά θέματα και την είσπραξη φόρων. Η Τράπεζα συνέχισε να διοικεί την Κορσική ακόμα και στην περίοδο 1464-1482 κατά την οποία η κτήση περιήλθε στο Δουκάτο του Μιλάνου!
 
Οι κυβερνήσεις αλλάζουν, η Τράπεζα μένει. Η Τράπεζα επέστρεψε την Κορσική στην Ρεπούμπλικα της Γένοβας το 1563 και διαλύθηκε το 1805, μετά την κατάκτηση της Βόρειας Ιταλίας από τον Ναπολέοντα. Η Γένοβα, όμως ίδρυσε και τις «Μαόνες», μετοχικές εταιρείες στις οποίες ανέθετε την διοίκηση κτήσεων της. Η γνωστότερη περίπτωση είναι αυτή της Μαόνας της Χίου, η οποία κατακτήθηκε το 1346, με στρατιωτική επιχείρηση πλοιοκτητών και εμπόρων με αμοιβή! Επειδή η Ρεπούμπλια της Γένοβας δεν μπόρεσε να πληρώσει τους πλοιοκτήτες που έβαλαν τα πλοία και τους εμπόρους που χρηματοδότησαν την εκστρατεία παραχώρησε την διοίκηση της νήσου στην εταιρεία (μαόνα) που συνέστησαν οι 29 δανειστές.
 
Η εταιρεία αυτή, γνωστή και ως εταιρεία των Ιουστινιάνι διατήρησε τον έλεγχο και εκμετάλλευση της Χίου ως το 1566, οπότε κατακτήθηκε από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η εταιρεία αυτή διατήρησε την διοίκηση του νησιού και μετά την ανάκτηση της Χίου από την Βυζαντινή Αυτοκρατορία, το 1363.  Οι κυβερνήσεις αλλάζουν, η Εταιρεία μένει. Η μόνη διαφορά ήταν ότι ο κυβερνήτης διοριζόταν από τον βυζαντινό αυτοκράτορα αντί από τη Γένοβα! Η παρουσία των Γενοβέζων εμπόρων και πλοιοκτητών στην Βυζαντινή Αυτοκρατορία ξεκινά, με εμπορικές συμφωνίες και εκχώρηση προνομίων, το 1155.
 
Αν αυτά μοιάζουν με αυτό που συμβαίνει σήμερα, μη χαλιέσαι. Τυχαίο είναι. Πολύ πιθανά, οι τωρινοί να μην έχουν διαβάσει ιστορία. Ο Κυβερνήτης, σήμερα, λέγεται Κυβέρνηση και δεν διορίζεται από την Τρόικα [ούπς σορυ, Θεσμοί] των δανειστών, αλλά «εκλέγεται». Το ποιος ελέγχει τις εκλογές είναι, επίσης, μια άλλη ιστορία, που έχει να κάμει και με την βασικές αρχές της Δημοκρατίας που είναι: Ισηγορία, Ισονομία και Ισοπολιτεία. Η διευθέτηση της πρώτης βασικής αρχής έχει ανατεθεί στα ΜΜΕ και τις άλλες δύο έχει αναλάβει να τις τηρεί η «Κυβέρνηση».
 
Αν, πάλι, όλα αυτά δεν είναι Κεφαλαιοκρατία, τότε τι είναι; Η χρηματοπιστωτική επανάσταση προηγήθηκε της βιομηχανικής, το εμπορικό κεφάλαιο προηγήθηκε και χρηματοδότησε, μαζί με τους τραπεζίτες, την ανάπτυξη της βιομηχανίας και η εταιρική συγκρότηση του κεφαλαίου είναι μια παλιά ιστορία. Αυτό που παρέμεινε αμετάβλητο είναι η παραμονή της εξουσίας στα χέρια κάποιων λίγων, των οικονομικά ισχυρών. Μήπως η ιστορία της Κεφαλαιοκρατίας πρέπει να ξαναγραφεί, για να ξέρουμε τι μας περιμένει; Όπως κι αν το ονομάσουμε, αυτό που ζούμε, σήμερα, μοιάζει περισσότερο με αυτό που εμφανίστηκε τον 14ο-15ο αιώνα στην Βόρεια Ιταλία, παρά με αυτό που παπαγαλίζεις σήμερα δήθεν ως «Καπιταλισμό».
 
Συμπεράσματα:
 
1. Το χρήμα, με την βοήθεια της κρατικής και πάντα ολιγαρχικής εξουσίας, έφτιαξε την Κεφαλαιοκρατία. (δεν έχει καμία σχέση με Καπιταλισμό)
2. Η παράδοση ιδιωτικής και δημόσιας περιουσίας σε μετοχικές εταιρείες και τράπεζες είναι παλιά ιστορία κι επαναλαμβανόμενη. Οι παλιές ιστορίες και καταστάσεις είναι το παρόν και το μέλλον των ανθρωπομαζών. Η εποχή της φιλελεύθερης ή σοσιαλιστικής ψευδαίσθησης τέλειωσε. Είμαστε τα κρέατα στην κρεατομηχανή τους, σε ρυθμούς fast food, κατά το fast track της εκποίησης της κρατικής περιουσίας. Αντε και «ραντεβού στα φαστφουντάδικα» κατά το «καλή αντάμωση στα γουναράδικα».
 
Απ’ όλα αυτά, αυτό που ξέρεις είναι μόνο ότι ο Ιουστινιάνι (Giustiniani) πολέμησε στο πλευρό του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου και αποχώρησε, τραυματισμένος, λίγο πριν την Άλωση. Το γιατί πολέμησε δεν σου το είπαν ποτέ. Είχες μείνει με την εντύπωση πως το έκαμε γιατί ήταν καλός χριστιανός (sic) κι όχι γιατί το βόρειο τμήμα του Κεράτιου είχε εκχωρηθεί στους Γενοβέζους εμπόρους και τραπεζίτες.
Niall Ferguson*: «Η Εξέλιξη του χρήματος» μια οικονομική ιστορία του κόσμου.
 
Απολογητής των τραπεζιτών και επίσημος βιογράφος του Οίκου Ρόθτσιλντ. Ψωμί, μετρητά, λεφτά, ρευστό, φράγκα, παράδες, μαύρα, διαθέσιμα, τα προς το ζην: όπως και να το πείτε, το χρήμα μετράει. Για τους χριστιανούς, η αγάπη γι’ αυτό είναι η πηγή όλων των κακών. Για τους στρατηγούς, είναι το μέσο διεξαγωγής του πολέμου- για τους επαναστάτες, είναι τα δεσμά της δουλείας. Όμως τι ακριβώς είναι το χρήμα, από πού ήρθε και πώς καταλήξαμε να ζούμε σ’ έναν κόσμο όπου το περισσότερο χρήμα είναι αόρατο; Το πρώτο βήμα για να καταλάβουμε την πολυπλοκότητα των σύγχρονων χρηματοπιστωτικών θεσμών είναι να διαπιστώσουμε την προέλευση τους, πράγμα που προσφέρει αυτή η μοναδική εισαγωγή στα οικονομικά και την οικονομική ιστορία.
 
Αναγνωρίζοντας στην διάδοση του χρήματος μια κινητήρια δύναμη της νεότερης ιστορίας, ο διάσημος οικονομολόγος Νάιαλ Φέργκιουσον ξεδιπλώνει μια σειρά συναρπαστικά σενάρια όπου οι Μέδικοι, οι Ρότσιλντ, η Τράπεζα της Αγγλίας, το χρηματιστήριο του Παρισιού, οι ασφαλιστικές εταιρείες και η Γουόλ Στριτ έχουν συμβάλει με τον τρόπο τους ώστε η ιστορική σημασία του ρευστού χρήματος να απογειωθεί στην στρατόσφαιρα – εκεί όπου δεν είναι απλώς ένα χειροπιαστό κομμάτι χαρτί αλλά μια καθολική αφαίρεση που ονομάζεται πίστωση. Αν και γραμμένο πριν από την τρέχουσα οικονομική κρίση, το βιβλίο αποδεικνύεται εξαιρετικά διορατικό, εντοπίζοντας στην συμβιωτική σχέση Κίνας και Αμερικής «Chimerica», όπου η πρώτη αποταμιεύει και η δεύτερη ξοδεύει, μια οπό τις αιτίες της σύγχρονης κρίσης.
 
Το πιο σημαντικό μάθημα της χρηματοοικονομικής ιστορίας είναι ότι αργά ή γρήγορα κάθε φούσκα σκάει, οι «αρκούδες» -οι απαισιόδοξοι πωλητές- γίνονται περισσότερες από τους «ταύρους» -τους αισιόδοξους αγοραστές- και η απληστία μετατρέπεται σε φόβο. Είτε λοιπόν παλεύει κανείς να τα φέρει βόλτα, είτε πασχίζει να γίνει κυρίαρχος του σύμπαντος, η ανάγκη να κατανοήσει την πορεία του χρήματος και την λειτουργία του στον σύγχρονο κόσμο δεν ήταν ποτέ τόσο επιτακτική όσο σήμερα.
 
Ο πλανήτης Οικονομία εναντίον του πλανήτη Γη. Τα περισσότερα πράγματα στη ζωή, έγραφε ο Τζον Κένεθ Γκαλμπρέιθ στο κλασικό του βιβλίο «Το χρήμα» (Παπαζήσης, 1976), είναι σημαντικά μόνο γι’ αυτούς που τα έχουν, αυτοκίνητα, κ.ά. Αντίθετα, το χρήμα είναι το ίδιο σημαντικό και γι’ αυτούς που το έχουν και για εκείνους που δεν το έχουν. Και οι δύο πλευρές προσπαθούν να κατανοήσουν, «Τι είναι το χρήμα;» Ο Ανταμ Σμιθ είχε τοποθετηθεί στον «Πλούτο των Εθνών»: «Η συνετή λειτουργία του τραπεζικού συστήματος, με την χρήση του χαρτιού ως υποκατάστατου μιας μεγάλης ποσότητας χρυσού και αργύρου, ανοίγει έναν δρόμο προς τον ουρανό». Πώς, όμως, καταλήξαμε να ζούμε στην Γη όπου το περισσότερο χρήμα είναι αόρατο; Ποιος είχε δίκαιο; Ο συγγραφέας που παρομοίαζε την τράπεζα των Ρότσιλντ σαν ένα πελώριο μαύρο χταπόδι που άπλωνε τα πλοκάμια του γύρω από τον κόσμο ή ο Γερμανός ποιητής Χάινριχ Χάινε, ο οποίος την ίδια περίπου περίοδο, το 1841, έγραφε πως «το χρήμα είναι ο θεός της εποχής μας και ο Ρότσιλντ είναι ο προφήτης του»;
 
Το πρώτο βήμα για να καταλάβουμε την πολυπλοκότητα των σύγχρονων χρηματοπιστωτικών θεσμών είναι να διαπιστώσουμε την προέλευσή τους – πράγμα που προσφέρει τούτη η εισαγωγή στην συναρπαστική ιστορία των οικονομικών του χρήματος. Στο έργο που γράφτηκε για τις ανάγκες του σεναρίου των τηλεοπτικών επεισοδίων που παίχτηκαν στο Channel Four (Αγγλία), στο PBS (ΗΠΑ) κ.α. δεν εξιστορείται απλώς το χρήμα, αλλά γίνεται μια υπόθεση για την απελευθέρωση των πιστώσεων. Εδώ, ο Νάιαλ Φέργκιουσον, διάσημος ιστορικός του Χάρβαρντ, εξηγεί την ιστορική εχθρότητα προς τους πιστωτές. Υποστηρίζει ότι το χρήμα, παρά τις βαθιά ριζωμένες προκαταλήψεις εναντίον των «άνομων κερδών» είναι τις περισσότερες φορές η βάση κάθε προόδου και η διάδοσή του μια από τις κινητήριες δυνάμεις της νεότερης ιστορίας.
 
«Η οικονομική καινοτομία δεν είναι το έργο κάποιων βδελλών που απλώς επιδιώκουν να ρουφήξουν το αίμα χρεωμένων οικογενειών, ή να ρισκάρουν οικονομίες που έχουν μαζέψει χήρες και ορφανά. Αντίθετα, έχει καταστεί απολύτως αναγκαίος παράγων για να ανέλθει ο άνθρωπος από τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης στα ιλιγγιώδη ύψη της υλικής ευημερίας, στα οποία τόσοι βρίσκονται σήμερα».
 
Μολονότι κάτι τέτοιο είναι προφανές παρά την κρίση των στεγαστικών δανείων στις ΗΠΑ και μεσούσης της κρίσης χρέους στην Ευρώπη, ο Φέργκιουσον ξεδιπλώνει μια σειρά από τις καλύτερες στιγμές της ιστορίας του χρήματος, που αρχίζουν με τις πλάκες πηλού της Μεσοποταμίας πριν από 5.000 χρόνια, συνεχίζονται με τα δηνάρια των Ρωμαίων, τον χρυσό και τον άργυρο των Ινκας, για να φθάσουν στα σημερινά κερδοσκοπικά hedge funds. Στο ενδιάμεσο διάστημα παρελαύνουν οι Μέδικοι, οι Ρότσιλντ, το χρηματιστήριο του Αμστερνταμ, η Τράπεζα της Αγγλίας και το Σίτι του Λονδίνου, το χρηματιστήριο του Παρισιού, οι ασφαλιστικές εταιρείες και η Γουόλ Στριτ, αλλά και όλοι όσοι έχουν συμβάλει με τον τρόπο τους, από τον Τζον Λω έως τον Σόρος και τον Αλαν Γκρίνσπαν, ώστε η ιστορική σημασία του χρήματος να απογειωθεί στη στρατόσφαιρα – εκεί όπου δεν είναι απλώς ένα χειροπιαστό κομμάτι χαρτί, αλλά μια καθολική αφαίρεση που ονομάζεται πίστωση και μόχλευση.
 
Σε κάθε περίπτωση, και ενάντια στην μικρή μνήμη των αγορών, περιγράφει το πώς μειώνεται η υποτιθέμενη έντονη διαχωριστική γραμμή μεταξύ οικονομίας και ληστείας στο πλάτος μιας τρίχας. Αν και γραμμένο πριν από την τρέχουσα οικονομική κρίση, το βιβλίο αποδεικνύεται εξαιρετικά διορατικό, εντοπίζοντας στην συμβιωτική σχέση της Κιμερικής (Chimerica) της Κίνας και της Αμερικής, μία από τις αιτίες της σύγχρονης κρίσης, με τους Κιναμερικανούς της Ανατολής να αποταμιεύουν και τους Κιναμερικανούς της Δύσης να ξοδεύουν.
 
Οι θέσεις του Φέργκιουσον -ο οποίος επιλεκτικά αναφέρεται σε πολλά επεισόδια της ιδιαίτερης πατρίδας του στην Σκωτία- σίγουρα δεν ξεφεύγουν από την έντονη πολεμική στην ανταλλαγή επιχειρημάτων που αναδεικνύουν την κλασική αντιπαράθεση της κεϊνσιανής σχολής του Πολ Κρούγκμαν, με την σχολή της δημοσιονομικής πειθαρχίας σχετικά με τις επιπτώσεις των οικονομικών πολιτικών στον πληθωρισμό και στην ανάπτυξη.
 
Ομως, ανεξαρτήτως σχολών, η οικονομική κρίση που χτύπησε τον Δυτικό κόσμο το καλοκαίρι του 2007 έφερε στο προσκήνιο μια από τις χρόνιες αλήθειες της οικονομικής ιστορίας, που πάντα παραμένει επίκαιρη: είναι εύκολο από το να είσαι ο Τζον Λω, σωτήρας της γαλλικής αντιβασιλείας, να γίνεις ο Τζον Λω που πεθαίνει κυνηγημένος και ντροπιασμένος στην Βενετία. Αργά ή γρήγορα, κάθε φούσκα σκάει. Οι «αρκούδες» -οι απαισιόδοξοι πωλητές- γίνονται περισσότεροι από τους «ταύρους» -τους αισιόδοξους αγοραστές- και η απληστία μετατρέπεται σε φόβο. Είτε λοιπόν παλεύει κανείς να τα φέρει βόλτα είτε πασχίζει να γίνει κυρίαρχος του σύμπαντος, η ανάγκη να κατανοήσει την πορεία του χρήματος και την λειτουργία του στον σύγχρονο κόσμο δεν ήταν ποτέ τόσο επιτακτική όσο είναι σήμερα.
---------------------- 
*Ο Niall Campbell Douglas Ferguson γεννήθηκε το 1964 στην Γλασκόβη. Σπούδασε στην ιδιωτική Ακαδημία της Γλασκώβης και στο Magdalen College της Οξφόρδης. Είναι καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ και καθηγητής Διοίκησης Επιχειρήσεων στο Harvard Business School. Διδάσκει επίσης Ιστορία και Διεθνείς Υποθέσεις στο LSE. Είναι εταίρος στο Jesus College του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης και στο Ιδρυμα Hoover του Πανεπιστημίου του Στάνφορντ. Ειδικεύεται στην χρηματιστική και οικονομική ιστορία, ιδιαίτερα στον υπερπληθωρισμό και στις αγορές ομολόγων, καθώς και στην ιστορία της αποικιοκρατίας.

Νίτσε: Μου αρέσουν εκείνοι που δεν ξέρουν να ζουν παρά μόνο για να χαθούν

Μου αρέσουν εκείνοι που δεν ξέρουν να ζουν παρά μόνο για να χαθούν – Γιατί είναι αυτοί που περνάνε αντίπερα.

Μου αρέσουν οι μεγάλοι καταφρονητές – Γιατί είναι τα βέλη της επιθυμίας για την απέναντι όχθη.

Μου αρέσει αυτός που σπαταλάει την ψυχή του,
που δεν θέλει να του λένε ευχαριστώ,
που πάντα χαρίζει και δεν θέλει να συντηρηθεί.

Μου αρέσει εκείνος που ντρέπεται όταν τον ευνοούν τα ζάρια
και που όλο ρωτάει “είμαι ένας χαρτοπαίχτης λοιπόν;” –
γιατί θέλει να καταστραφεί.

Μου αρέσει εκείνος που η ψυχή του είναι βαθιά ακόμα
και μέσα στην πληγή του και που μπορεί να καταστραφεί
από ένα παραμικρό βίωμα –

Έτσι διασχίζει πρόθυμα το ποτάμι.

Δείτε τους αγαθούς και τους δίκαιους ποιον μισούν περισσότερο.

Αυτόν που συντρίβει τις πλάκες των αξιών τους –
Τον καταστροφέα –
Τον εγκληματία.

Αυτός όμως είναι εκείνος που δημιουργεί.

Σας το λέω –

Πρέπει να έχει κανείς μέσα του το χάος, για να γεννήσει ένα χορευτικό αστέρι.

Η σοφία των δασκάλων και των σοφών της αρετής λέει να αγρυπνάτε
για να κοιμάστε καλά –

Αυτή είναι η σοφία του δίχως όνειρα ύπνου.

Μακάριοι οι νυσταγμένοι γιατί γρήγορα θα τους πάρει ο ύπνος.

Friedrich Nietzsche, Τάδε έφη Ζαρατούστρας

Το Παιχνίδι της Σφαγής

«Θα ‘θελα να ‘ξερα ποιος μας κάνει αυτό το κακόγουστο αστείο.» (για τον θάνατο)
 
«Το κωμικό είναι η βαθύτερη γνώση του παραλόγου, γι’ αυτό νομίζω ότι προξενεί μεγαλύτερη απόγνωση από το τραγικό. Το κωμικό είναι τραγικό και η τραγωδία του ανθρώπου είναι μια κωμωδία».
 
«Το να σκέφτεσαι αντίθετα από την εποχή σου είναι ηρωισμός. Αλλά το να το λες είναι τρέλα.» -Ευγένιος Ιονέσκο
 
Το παιχνίδι της σφαγής γράφτηκε το 1970. Μια ξαφνική επιδημία αφανίζει μια πόλη. Οι κάτοικοί της έρχονται ο ένας μετά τον άλλον αντιμέτωποι με τον θάνατο. Το παιχνίδι της σφαγής του Ευγένιου Ιονέσκο, θυμίζει έντονα τα παιχνίδια που παίζει η σημερινή κοινωνία στον εαυτό της. Άνθρωποι που πεθαίνουν ή ζουν κατά τύχη, που δεν ξέρουν να ζουν, που δεν ξέρουν γιατί πεθαίνουν. Η ιστορία επαναλαμβάνεται. Σχεδόν καθημερινά ερχόμαστε αντιμέτωποι με το παράλογο. Οργή και απόγνωση όταν ακόμα και η επιστήμη ή η τέχνη σηκώνει τα χέρια ψηλά. Το παιχνίδι της σφαγής μιλάει για το συμβολικό και τον πραγματικό θάνατο, αυτόν που ενώ κάνουμε τα πάντα για να πραγματοποιείται, εκ των υστέρων αναρωτιόμαστε (και όχι όλοι) για τα αίτια.
 
Υπαίθρια ομιλία. Ένας Προεστός της πόλης απευθύνεται στο κοινό.
 
«Συμπολίτες μου και ξένοι επισκέπτες, ένα άγνωστο κακό έχει πρόσφατα χτυπήσει την πόλη μας. Δεν είναι πόλεμος, δεν είναι γενοκτονία και η ζωή συνεχίζεται για πολλούς από σας ανέφελη κι ευτυχισμένη όπως πριν. Όμως πρέπει να ξέρετε πως έτσι, στα ξαφνικά, άνθρωποι αρχίζουν να πεθαίνουν μέσα στα σπίτια, μέσα στις εκκλησίες, στις γωνίες των δρόμων, στις πλατείες, χωρίς να εμφανίσουν συμπτώματα αρρώστιας και χωρίς καμία φανερή αιτία.
 
Άνθρωποι πέφτουν νεκροί απότομα -το καταλαβαίνετε αυτό; Και το χειρότερο: δεν μιλάμε για μεμονωμένες περιπτώσεις, διότι αυτό θα ήταν ένα θέμα που ενδεχομένως θα ρυθμίζαμε. Στην περίπτωσή μας οι θάνατοι αυξάνονται συνεχώς, θα έλεγα με γεωμετρική πρόοδο. Οι γιατροί, οι ιστορικοί, οι θεολόγοι και οι κοινωνιολόγοι μάς πληροφορούν πως πρόκειται για ένα είδος μάστιγας που επανέρχεται σε σπάνια διαστήματα, ένα είδος επιδημίας που είχε χαθεί τους τελευταίους αιώνες, αλλά σίγουρα είχε εμφανιστεί στο παρελθόν σε κάποιο άλλο σημείο του πλανήτη.
 
Αυτή η μάστιγα κάνει τον γύρο της γης και, όταν αποφασίσει να χτυπήσει, επιλέγει την πιο ευημερούσα χώρα ή πόλη στην καλύτερη στιγμή της, όταν δηλαδή όλοι έχουν πιστέψει πως δεν έχουν κανένα λόγο να φοβούνται. Τις τελευταίες δύο φορές που αυτό το φοβερό φαινόμενο χτύπησε ήταν σε δύο πόλεις μακρινές όσο και αρχαίες: στο Παρίσι και στο Βερολίνο. Υπάρχει πιθανότητα να επισκεφτεί κάποτε και την Σικελία, όμως οι ιστορικές πηγές δεν διευκρινίζουν αν πρόκειται για την Σικελία ή την Αργεντινή.
 
Στην δική μας πόλη υπάρχουν σπίτια όπου έχει ξεκληριστεί ολόκληρη η οικογένεια. Άτομα που έχουν μεταξύ τους συγγένεια προσβάλλονται την ίδια ακριβώς στιγμή από την νόσο, παρουσιάζουν ίδια συμπτώματα, ίδιους πόνους και ίδια επιθανάτια αγωνία, παρ’ όλο που ζουν σε διαφορετικές συνοικίες. Κάποια στιγμή θεωρήθηκε πιθανόν ότι επρόκειτο για «ξεκαθάρισμα λογαριασμών», ένα είδος «βεντέτας» που υπήρχε παλιότερα μέσα στις οικογένειες, αλλά τελευταία ατόνησε στις ειρηνικές, σύγχρονες κοινωνίες μας. Όμως ο θάνατος συνέχισε να χτυπάει ανεξάρτητα από οικογένειες, και χτύπησε ανθρώπους που δεν είχαν καμία σχέση μεταξύ τους. Υπήρχε πιθανότητα η βεντέτα να εξαπλώθηκε και μεταξύ αγνώστων; Όχι, διότι τόσο πολλές συμπτώσεις μας κάνουν ν’ απορρίπτουμε την θεωρία του τυχαίου συμβάντος.
 
Οι άνθρωποι πεθαίνουν όποτε και όπου!
 
Σας συγκέντρωσα για τελευταία φορά εδώ, στην πλατεία της πόλης μας, για να σας ενημερώσω: Μας συμβαίνει κάτι εντελώς ανεξήγητο. Δεχτήκαμε επίθεση από ένα λοιμό αγνώστων αιτίων. Οι γειτονικές πόλεις και χώρες μάς έχουν κλείσει τα σύνορά τους. Στρατός έχει κυκλώσει την πόλη μας. Κάθε είσοδος και έξοδος απαγορεύεται. Μέχρι χτες ήμασταν ελεύθεροι, όμως από σήμερα είμαστε σε καραντίνα.
 
Συμπολίτες κι επισκέπτες της πόλης μας, μην επιχειρήσετε να δραπετεύσετε, γιατί θ’ αντιμετωπίσετε τα πυρά των στρατιωτών που καραδοκούν σε κάθε έξοδο της πόλεως.
 
Χρειάζεται να οπλιστούμε με όλο το θάρρος που διαθέτουμε.
 
Επίσης, χρειάζονται γερά χέρια ν’ ανοίγουν τάφους.
 
Τα οικόπεδα, οι ακάλυπτοι χώροι, οι αυλές, τα γήπεδα, όλα επιτάσσονται, γιατί τα νεκροταφεία γέμισαν. Επίσης, ζητώ εθελοντές να επιτηρούν τα μολυσμένα σπίτια, μήπως κάποιος μπει ή βγει.
 
Θα ορίσουμε ορκωτούς επόπτες που θα επισκέπτονται τα σπίτια και θα γνωματεύουν εάν κάθε θάνατος οφείλεται στη μοιραία μάστιγα ή όχι.
 
Θα αναθέσουμε σε γυναίκες εθελόντριες να προσδιορίζουν κάθε αιτία θανάτου, να ανακρίνουν τους επιζώντες σε κάθε σπίτι και να ανιχνεύουν ύποπτα συμπτώματα, δηλαδή ογκίδια, δερματικές κηλίδες, ύποπτα εξανθήματα και τα λοιπά, για να τ’ αναφέρουν στις Αρχές, προκειμένου ν’ απομονωθούν οι πιθανοί φορείς.
 
Όποιος μπαίνει σε μολυσμένο σπίτι θα θεωρείται ύποπτος και θ’ απομονώνεται εκεί μέσα.
 
Φυλαχτείτε από τους υπόπτους.
 
Καταγγείλατέ τους για το καλό του συνόλου!
 
Ζητάμε γιατρούς, νεκροθάφτες, σαβανωτές και κάθε χρήσιμη για την περίσταση ειδικότητα. Κάθε πολίτης οφείλει να προσφέρει στον συνάνθρωπό του: να τον επιτηρήσει ή να του κλείσει τα μάτια.
 
Το σύνθημά μας είναι, «Θάψε τον πλησίον σου, μπορείς»!
 
Αντίδοτο για τον λοιμό δεν έχουμε βρει.
 
Προσπαθούμε να τον περιορίσουμε, μήπως μερικοί τυχεροί επιβιώσουν.
 
Όμως κι αυτό άγνωστο.
 
Πάντως, απαγορεύεται η επαιτεία και η αλητεία.
 
Απαγορεύονται οι συνεστιάσεις και όλα τα θεάματα.
 
Τα καταστήματα, τα εστιατόρια και τα καφενεία θα λειτουργούν ελάχιστες ώρες, για να περιοριστεί η εξάπλωση ψευδών ειδήσεων. Διότι υπάρχει η υποψία πως το κακό που μας βρήκε προέρχεται από κάτι ανώτερο μας, από τον ουρανό, και καθετί από τον ουρανό διαβρώνει σαν αόρατη βροχή τις στέγες, τους τοίχους και τις ψυχές μας.
 
Όπως σας είπα, αυτή είναι η τελευταία δημόσια συγκέντρωση.
 
Ομάδες πάνω από τρία άτομα θα διαλύονται.
 
Επίσης, απαγορεύεται να περιφέρεστε άσκοπα.
 
Όλοι οι πολίτες επιβάλλεται να κυκλοφορείτε ανά δύο, για να επιτηρείτε ο ένας τον άλλο και για να ειδοποιείτε όποτε μένετε ο ένας χωρίς τον άλλο.
 
Τώρα γυρίστε στα σπίτια σας και μείνετε εκεί. Θα βγείτε μόνο σε περίπτωση μεγάλης ανάγκης.
 
Ειδικά συνεργεία θα στιγματίζουν την πόρτα κάθε μολυσμένου σπιτιού: θα κάνουν έναν μεγάλο κόκκινο σταυρό με μπογιά στην πόρτα και θα γράφουν, «Ελέησον με, Κύριε!»
 
ΣΚΗΝΗ ΜΕΣΑ ΣΕ ΣΠΙΤΙ
 
(Ένα άδειο δωμάτιο. Ένας Υπηρέτης με άσπρα γάντια μπαίνει μεταφέροντας μια στρογγυλή πολυθρόνα με μπράτσα. Άλλος Υπηρέτης, επίσης με γάντια, μπαίνει μεταφέροντας ένα μικρό πατάρι. Στην μέση του μεσαίου τοίχου τοποθετούν την πολυθρόνα πάνω στο μικρό πατάρι. Στην μέση του τοίχου που βρίσκεται στο βάθος της σκηνής υπάρχει ένα τεράστιο παράθυρο, από το πάτωμα ως το ταβάνι, που βλέπει στον δρόμο. Στο βάθος του αριστερού τοίχου, μία πόρτα. Οι δύο Υπηρέτες μπαινοβγαίνουν κρατώντας σπρέι. Μπαίνει μια Υπηρέτρια κρατώντας και αυτή σπρέι.
 
Οι τρεις ψεκάζουν τους τοίχους, την πολυθρόνα, το πατάρι, όλα. Από μία πόρτα στο βάθος της σκηνής δεξιά μπαίνει άλλη Υπηρέτρια κουβαλώντας δύο μικρά καθίσματα, που τα τοποθετεί αριστερά και δεξιά της πόρτας. Η Υπηρέτρια βγάζει σπρέι και ψεκάζει τα έπιπλα, το πάτωμα, τους τοίχους, όλα. Από το παράθυρο βλέπουμε τι συμβαίνει στον δρόμο: ένας ημίγυμνος αξύριστος άντρας τρέχει έξω στον δρόμο φωνάζοντας, «Έλεος, έλεος!» και χάνεται. Τον άντρα που είδαμε τον κυνηγούν δύο άντρες ντυμένοι στα μαύρα, με γάντια στα χέρια και μάσκες στο πρόσωπο, για να προστατεύονται από τα μικρόβια. Στο ένα χέρι τους κρατάνε κλομπ.
 
Ο πρώτος διώκτης σηκώνει το κλομπ του, για να αποτελειώσει τον άντρα που κατέρρευσε μόλις χάθηκε από το παράθυρο. Ακούγεται κραυγή. Οι δύο άντρες με τα μαύρα φαίνονται να κουβαλάν ένα σώμα πάνω σε φορείο. Ο ένας φωνάζει, «Χολέρα, χολέρα!» και ο άλλος «Ανοίξτε δρόμο, φύγετε από την μέση!»
 
Μπαίνει ο Οικοδεσπότης. Μελαχρινός, ψηλός, αδύνατος. Φοράει σκουρόχρωμο κοστούμι και από πάνω μεταξωτή ρόμπα. Στο κεφάλι του φοράει ένα είδος σκούφου και στα χέρια γάντια όπως οι Υπηρέτες. Φαίνεται τρομαγμένος και κάθε τόσο βγάζει από την τσέπη του ένα μπουκαλάκι, το ξεβουλώνει, παίρνει εισπνοή, το βουλώνει ξανά. Από το παράθυρο βλέπουμε στον δρόμο μία γυναίκα να τρέχει προς την αντίθετη πλευρά από εκείνη που είδαμε να τρέχει προηγουμένως ο άντρας. Η γυναίκα χάνεται φωνάζοντας, «Λυτρώστε την ψυχή μου, σκότωσα το παιδί μου!» Την καταδιώκουν οι δύο μασκοφόροι και μερικές στιγμές αργότερα την μεταφέρουν πάνω σε ένα φορείο φωνάζοντας πάλι, «Χολέρα, χολέρα!» και «Ανοίξτε δρόμο, φύγετε από την μέση!», αν και δεν υπάρχει κανένας στον δρόμο να τους εμποδίζει.
 
Από το παράθυρο φαίνεται επίσης ένας αστυνομικός που πηγαίνει στο απέναντι πεζοδρόμιο, συμβουλεύεται έναν κατάλογο που κρατάει και γράφει με κιμωλία έναν μεγάλο κόκκινο σταυρό στον τοίχο ενός σπιτιού. Κάποιος από μέσα προσπαθεί να ανοίξει την εξώπορτα, όμως ο αστυνομικός φωνάζει, «Απαγορεύεται να βγείτε από το σπίτι!» και βγάζει το πιστόλι του. Η εξώπορτα κλείνει. Σε λίγες στιγμές βλέπουμε τον ίδιο άνθρωπο που προσπάθησε να ανοίξει την πόρτα να στέκεται μπροστά σε ένα παράθυρο. Ο αστυνομικός τον πυροβολεί και ο άνθρωπος πέφτει προς τα πίσω μέσα στο σπίτι. Όλα όσα συνέβησαν μετά την εμφάνιση της γυναίκας που φώναζε συμβαίνουν παράλληλα με την είσοδο του Οικοδεσπότη, που παρακολουθεί τους Υπηρέτες να ψεκάζουν το σπίτι.)
 
ΟΙΚΟΔΕΣΠΟΤΗΣ
 
-Έχουμε ρύζι, στάρι, ψάρια και κρέατα καπνιστά, αποξηραμένα φρούτα και ξηρούς καρπούς. Και δεν κινδυνεύουμε από αρουραίους.
 
(Στον Πρώτο Υπηρέτη) Πρέπει να ελέγξουμε την στέγη, μην τύχει κι ο αέρας πάρει κάποιο κεραμίδι. Είναι περιττό να σας πω ότι απαγορεύεται η έξοδος όλων μας από το σπίτι, όπως και απαγορεύεται να έρθει ξένος εδώ. Προς το παρόν είμαστε ασφαλείς. Επίσης απαγορεύεται να κοιτάμε έξω από τα παράθυρα -αν δούμε κάτι κακό μπορεί και με το βλέμμα να το κολλήσουμε.
 
(Με το πιρούνι του τρώει μια μπουκιά) Προσοχή, από κάπου νιώθω να έρχεται ένα ελάχιστο ρεύμα. Με τον αέρα μεταφέρονται μικρόβια. Φράξαμε όλες τις χαραμάδες, αλλά μπορεί ν’ άνοιξε κάποια καινούργια τώρα τελευταία. Τα ρεύματα του αέρα ψαχουλεύουν τους τοίχους και τα παραθυρόφυλλα προσπαθώντας να διεισδύσουν. Χρειάζεται μεγάλη προσοχή. Να έχετε στις τσέπες σας κερί και να φράζετε όλες τις τρύπες. Πηγαίνετε τώρα για επιθεώρηση, πηγαίνετε, όλες οι τρύπες να εντοπιστούν και να σφραγιστούν με κερί!
 
(Οι δύο Υπηρέτες και η Πρώτη Υπηρέτρια τριγυρίζουν και φράζουν χαραμάδες ή υποκρίνονται πως το κάνουν. Μεγάλη κινητικότητα σε όλο το προσωπικό. Μόνο η Δεύτερη Υπηρέτρια στέκεται κοντά στον Οικοδεσπότη. Στο μεταξύ, από το παράθυρο στο βάθος βλέπουμε έναν μαυροντυμένο άντρα να κρατάει μια μαύρη σημαία. Πίσω του έρχεται μια άμαξα που κουβαλάει ένα φέρετρο. Ακολουθεί ένας φρουρός με κοντάρι που καταλήγει σε λόγχη. Ο φρουρός φυσάει μια σάλπιγγα και συχνά σταματάει για να φωνάξει, «Ανοίξτε δρόμο!» Εάν υπάρχουν τεχνικά προβλήματα, η άμαξα αντικαθίσταται από δύο μαυροντυμένους, που κουβαλάνε το φέρετρο. Ο Οικοδεσπότης μιλάει καθώς τρώει, ελέγχοντας και μυρίζοντας κάθε μπουκιά προτού την βάλει στο στόμα του. Μερικές μπουκιές δεν τις εμπιστεύεται και τις ξαναφήνει στο πιάτο)
 
-Σφραγίστε τα όλα! Οι χαραμάδες δημιουργούνται μόνες τους κι ο μολυσμένος αέρας κάνει τα πάντα για να μπει. Ψεκάστε τα όλα! Και τα φαγητά, δεν πειράζει να χαλάσει η γεύση τους. Αντισηπτικό παντού, ο βρώμικος αέρας περνάει με μαγικό τρόπο μέσα από τους τοίχους. Το κακό είναι πολύ πονηρό και δεν λογαριάζει ούτε πόρτες ούτε τοίχους.
 
ΠΡΩΤΟΣ ΥΠΗΡΕΤΗΣ

 Μην σκέφτεστε το κακό, κύριε: το μαγνητίζετε κι έρχεται και μπαίνει στο μυαλό σας.
 
ΟΙΚΟΔΕΣΠΟΤΗΣ

(Φωνάζει) Εσείς να σκέφτεστε ότι δεν μπορεί να μπει στο δικό μας το μυαλό! Δεν μπορεί να μπει! Αφού οι τοίχοι γίνονται αδιαπέραστοι, μπορεί και η καρδιά να γίνει απαραβίαστη. Άμα δεν το προσκαλέσετε με την αδυναμία σας, το κακό δεν θα μπει ποτέ σ’ αυτό το σπίτι. Δεν θα μας αγγίξει! Όμως εμείς θα συνεχίσουμε τις απολυμάνσεις μας. Και τον έλεγχο σε όλες τις τρύπες και τις χαραμάδες που έχουμε φράξει. Ο έξω κόσμος δεν υφίσταται πια για το σπίτι αυτό. Είμαστε διασφαλισμένοι! Αυτό πρέπει να το βάλουμε καλά στο μυαλό μας. Είμαστε διασφαλισμένοι; Ακούω.

ΣΚΗΝΗ ΔΡΟΜΟΥ 1
 
(Στη δεξιά πλευρά της σκηνής ένας Πολιτικός είναι ανεβασμένος σε εξέδρα και απευθύνεται με στόμφο στο πλήθος, δηλαδή τρεις ηθοποιούς, και, πέρα από τα κεφάλια των ηθοποιών, στο κοινό του θεάτρου.)
 
ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ
 
Αγαπητοί συμπολίτες, σας κάλεσα εδώ για να σας μιλήσω για το μέλλον της πόλης μας. Παρέβλεψα τις εντολές του δημοτικού συμβουλίου, που απαγορεύουν τις δημόσιες συγκεντρώσεις, και βλέπω ότι κι εσείς κάνατε το ίδιο, γι’ αυτό και μαζεύτηκε μέγα πλήθος, κυριολεκτικά κάτω από τη μύτη των κυβερνώντων. Σκοπός αυτωνών είναι να μας κρατάν εγκλωβισμένους μέσα στα σπίτια μας και μέσα στις φοβίες μας.
 
Χρησιμοποιούν το πρόσχημα μιας άγνωστης επιδημίας που κυκλοφορεί ανάμεσά μας και είν’ έτοιμοι να χρησιμοποιήσουν οποιοδήποτε πρόσχημα, αρκεί να πετύχουν τους σκοπούς τους. Τώρα εφηύραν τον λοιμό για να μας ακινητοποιήσουν, να μας κάνουν υποχείρια τους, να μας παραλύσουν, να μας επιβληθούν και, τέλος, να μας καταστρέψουν. Η άγνωστη αυτή ασθένεια σκοτώνει και μέσα στο σπίτι και στον δρόμο. Και, θα έλεγα, μέσα στο σπίτι ο αέρας δεν ανανεώνεται και τα μικρόβια θεριεύουν πιο εύκολα. Έξω η ασθένεια έχει λιγότερες πιθανότητες να μεταδοθεί. Ή, τουλάχιστον, οι πιθανότητες είναι ίδιες και μέσα κι έξω. Είναι ανώφελο να υποχρεώνονται οι πολίτες σε κατ’ οίκον περιορισμό, αλλ’ αυτό εξυπηρετεί τους σκοπούς των αδίστακτων και ασυνείδητων που μας κυβερνούν.
 
Για να το πω καθαρά, δεν θέλουν να εκφράσει ο λαός μαζικά τα παράπονά του. Επιδιώκουν να μας απομονώσουν και να μας καταστήσουν ανίσχυρους. Θέλουν να μας κάνουν εύκολη λεία για την επιδημία. Αναρωτιέμαι μήπως η μυστηριώδης επιδημία είναι δικό τους κατασκεύασμα. Και γιατί ονομάζεται «μυστηριώδης»; Προφανώς για να κρύψει τα πραγματικά αίτια, τα αίτια που θα σας αποκαλύψω σήμερα.
 
Ποιος επωφελείται από την συνέχιση της επιδημίας; Εμείς; Όχι βέβαια, γιατί εμείς είμαστε τα θύματά της. Αυτή η επιδημία είναι πολιτική! Πεθαίνουμε άδοξα σαν ανώνυμοι στρατιώτες στην σκακιέρα των καταπιεστών μας. Ξέρετε τα στατιστικά στοιχεία; Εκατόν ενενήντα χιλιάδες συμπολίτες μας έχουν πεθάνει από την ημέρα που εμφανίστηκε χωρίς κανένα λόγο η αρρώστια. Μπορεί να έχουν φτάσει και τις διακόσιες χιλιάδες, γιατί οι δημόσιες υπηρεσίες είν’ αργές και μόλις σήμερα ανακοίνωσαν τα προχτεσινά στοιχεία. Τεράστιος αριθμός, σχεδόν το ένα τέταρτο του πληθυσμού της πόλης μας. Και, σύμφωνα με τις πληροφορίες μου, άλλες σαράντα ως εξήντα χιλιάδες άνθρωποι είναι ετοιμοθάνατοι στα σπίτια τους, με τις νεκροφόρες απέξω έτοιμες να τους πάρουν.
 
Σημαντικό ερώτημα: Ποιος κινητοποίησε όλες αυτές τις νεκροφόρες; Μα, φυσικά, η εξουσία! Που σημαίνει πως η εξουσία περίμενε, ή και προγραμμάτισε, τον θάνατο διακοσίων χιλιάδων ανθρώπων. Αν προσθέσουμε και τους ασθενείς και τους ετοιμοθάνατους, φτάνουμε στις τριακόσιες χιλιάδες -το ένα τρίτο του πληθυσμού μας. Τώρα, άλλο ερώτημα: πόσους δημοτικούς συμβούλους έχουμε; Είκοσι έναν, από τους οποίους οι τέσσερις είναι εκτός πόλεως. Ήτανε σε διακοπές όταν ξέσπασε η επιδημία και δεν τους άφησαν να μπουν γιατί η πόλη είναι σε καραντίνα: Κανένας δεν μπαίνει και κανένας δεν βγαίνει.
 
Και ξαναρωτάω εγώ, για τόσο ηλίθιους μας περνάνε; Οι κύριοι αυτοί ξέρανε πολύ καλά τι θα συμβεί και φρόντισαν να εξασφαλίσουν τον εαυτούλη τους πριν ξεσπάσει το κακό. Τέσσερις σύμβουλοι από τους είκοσι έναν, δηλαδή το ένα πέμπτο του δημοτικού συμβουλίου. Θα μου πείτε, και πολλοί κοινοί πολίτες έτυχε να είναι σε διακοπές. Ξέρετε πόσοι; Ελάχιστοι, περίπου το ένα εικοστό του πληθυσμού. Οι κυβερνώντες δεν μπορούσαν ν’ απαγορέψουν την έξοδο στους πάντες, γιατί θα τους υποψιαζόμασταν. Όμως το γεγονός ότι απουσιάζει το ένα πέμπτο του δημοτικού συμβουλίου και μόνο το ένα εικοστό του πληθυσμού δείχνει καθαρά πως κάποιο σατανικό σχέδιο εξυφάνθηκε σε βάρος μας. Από τους δεκαεφτά συμβούλους που απόμειναν στην πόλη πέθαναν μόνο τρεις.
 
Σε σύγκριση με τους χιλιάδες πολίτες που έχουν χάσει τη ζωή τους, ο αριθμός των νεκρών συμβούλων είναι αμελητέος. Και, μάλιστα, ο ένας από τους τρεις υποστήριζε τα δικά μας αιτήματα και ασκούσε σκληρή αντιπολίτευση στον πρόεδρο του συμβουλίου. Οι άλλοι δύο ήταν μάλλον ουδέτεροι: υποστήριζαν τους κυβερνώντες, αλλά χωρίς να πιστεύουν στο έργο τους. Θα μου πείτε, πώς ξέρω εγώ ότι αυτοί οι τρεις δολοφονήθηκαν από τους άλλους συμβούλους; Δεν το ξέρω με αποδείξεις, απλώς το υποπτεύομαι, γιατί αυτοί οι τρεις υπήρξαν πολέμιοι του καθεστώτος ή αδιάφοροι.
 
Με το ίδιο σκεπτικό υποπτεύομαι και την απουσία των άλλων τεσσάρων συμβούλων. Όμως, και πάλι: έχουμε δεκατέσσερις υγιείς συμβούλους, που συνεχίζουν να μας κυβερνάνε. Αν η κατάσταση δεν αλλάξει, σε λίγο οι κύριοι αυτοί θα εκπροσωπούν το ένα δέκατο του πληθυσμού της πόλης. Και είναι πολύ εύκολο να κάνεις ό,τι θέλεις σε μια πόλη που έχει αποδεκατιστεί. Όσοι μείνουν ζωντανοί θα είν’ έρμαια των συμβούλων.
 
ΣΚΗΝΗ ΔΡΟΜΟΥ 2
 
(Στην δεξιά πλευρά της σκηνής, πάνω σε άλλη εξέδρα, ένας άλλος Πολιτικός απευθύνεται με στόμφο στο πλήθος, δηλαδή στους ίδιους τρεις ηθοποιούς και, πέρα από τα κεφάλια των ηθοποιών, στο κοινό του θεάτρου)
 
ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ
 
-Αγαπητοί συμπολίτες, κυρίες και κύριοι, παρ’ όλη την αγωνία που μας βασανίζει, πρέπει να σκεφτούμε το μέλλον μας. Όχι μόνο το μέλλον, αλλά και το παρόν, άρα πρέπει να σκεφτούμε τους ζωντανούς. Ζωντανοί δεν είναι μόνον οι άλλοι, είμαστε κι εμείς. Καθένας από μας έχει πιθανότητες να επιζήσει. Αγαπητοί συμπολίτες, σας κάλεσα εδώ κι ανταποκριθήκατε στο κάλεσμά μου αγνοώντας τις εντολές του δημοτικού συμβουλίου, που απαγορεύει τις δημόσιες συγκεντρώσεις. Το γεγονός ότι μερικοί από μας πεθαίνουν δεν σημαίνει ότι οι υπόλοιποι πρέπει να μείνουμε με τα χέρια σταυρωμένα.
 
Ακόμα και αν οι πιο πολλοί πεθάνετε, θα μείνουμε αρκετοί ζωντανοί για να χτίσουμε έναν άλλο, καινούργιο κόσμο. Η Βασιλεία των Ουρανών πρέπει να δημιουργηθεί εδώ, στην γη, και μάλιστα σε τούτη εδώ την πόλη, όπου θα κατασκευάσουμε έναν παράδεισο, αν όχι τεράστιο και τέλειο, εντούτοις έναν παράδεισο μικρό και με όσο γίνεται λιγότερες ατέλειες. Σας υπόσχομαι κοινωνική δικαιοσύνη και ειρηνική συνύπαρξη. Σκοπός μας δεν είναι ν’ ανατρέψουμε τους υπάρχοντες θεσμούς, γιατί ξέρουμε τις καταστροφές που φέρνουν οι επαναστάσεις. Δεν θα πειράξουμε τίποτα, όμως θ’ αλλάξουμε τα πάντα. Και αν όχι τα πάντα, τα πιο πολλά από τα πάντα.
 
Θα μειώσουμε τους φόρους. Ως τώρα, όσο ‘πεθαίνουν συνάνθρωποι μας, μένουμε οι υπόλοιποι και μοιραζόμαστε τους φόρους τους. Αυτό δεν είναι δίκαιο. Πού πάνε όλα αυτά τα χρήματα; Στους κρατικούς υπαλλήλους, δηλαδή στους υπαλλήλους του δήμου, οι πιο πολλοί από τους οποίους έχουν γίνει νεκροθάφτες. Κι αυτοί έχουν τις καλύτερες αμοιβές. Πάντως, αν εδώ έχετε έρθει και νεκροθάφτες, ένα σας λέω: ψηφίστε με και δεν θα κόψω ούτε δεκάρα από τον μισθό σας. Οι πολίτες, εσείς, θα πληρώσετε λιγότερους φόρους, αλλά εμείς θ’ αυξήσουμε τα μεροκάματα στους εργάτες και θα μειώσουμε τους δασμούς στους μικρεμπόρους.
 
Ταυτόχρονα θα βοηθήσουμε να ορθοποδήσουν οι μεγαλέμποροι, που τώρα στενάζουν κάτω από τη βαριά φορολογία. Όλοι οι πολίτες, όπως και οι εργάτες, οι μικρέμποροι, οι μεσαίοι επιχειρηματίες και οι μεγαλοβιομήχανοι, καθώς και οι νεκροθάφτες, όλοι θ’ απαλλαγείτε από τις δυσβάσταχτες υποχρεώσεις σας. Μόλις υποχωρήσει η επιδημία, θα προσέλθουμε όλοι στις κάλπες, γιατί οι πράξεις μας πρέπει να γίνουν μέσα στο πλαίσιο της νομιμότητας.
 
Δεδομένου ότι μέσα στην πόλη οι αγροτικές εκτάσεις είν’ ελάχιστες, δεν θα είναι δύσκολο να συντρέξουμε τους λίγους αγρότες που θα έχουν απομείνει -και δυστυχώς θα μείνουν λιγότεροι ωσότου υποχωρήσει η αδυναμία. Φυσικά, οι λίγοι αγρότες που θα επιβιώσουν θα είναι και οι πιο τυχεροί. Όπως από κάθε επάγγελμα, επιστήμη, ειδικότητα: όλοι όσοι επιζήσουν θα βγουν κερδισμένοι από την μεγάλη μείωση του πληθυσμού. Μην νομιστεί πως εύχομαι να συμβεί αυτό. Όμως, αν συμβεί, που θα συμβεί, ας εκμεταλλευτούμε το γεγονός. Και σας υπόσχομαι ευτυχία κι ευημερία μέσα σε μια πολύ βελτιωμένη καταναλωτική κοινωνία, η οποία θα έχει όλα τα πλεονεκτήματα της φτώχειας χωρίς να έχει κανένα από τα μειονεκτήματα της. Η ευτυχία είναι προσιτή!
 
«Το Παιχνίδι της Σφαγής» Ευγένιος Ιονέσκο (1970)
 
Ο Ευγένιος Ιονέσκο (Eugen Ionescu, 26 Νοεμβρίου 1909 – 28 Μαρτίου 1994) ήταν Ρουμάνος θεατρικός συγγραφέας, από τους επιφανέστερους εκπροσώπους του Θεάτρου του παραλόγου. Αν κι έγραψε στην γαλλική γλώσσα, θεωρείται από τους πιο αξιόλογους ανθρώπους της διανόησης της Ρουμανίας. Στα έργα του, ο Ιονέσκο διακωμωδεί τις πιο κοινότοπες καταστάσεις, ενώ απεικονίζει την μοναξιά του ανθρώπου και την ασημαντότητα της ύπαρξής του. Τα πρώτα και πιο καινοτόμα έργα του Ιονέσκο ήταν θεατρικά μονόπρακτα: Η Φαλακρή Τραγουδίστρια (1950), Το Μάθημα (1951), Οι Καρέκλες (1952). Τα έργα αυτά εκφράζουν το αίσθημα της αποξένωσης και την αδυναμία και ματαιότητα επικοινωνίας με σουρεαλιστικό και κωμικό τρόπο, παρωδώντας τον κομφορμισμό της αστικής τάξης και τις κοινές θεατρικές φόρμες. Ο Ιονέσκο απεικονίζει έναν αποκτηνωμένο κόσμο με μηχανικούς χαρακτήρες σαν μαριονέτες.
 
Το 1959, παρουσιάζεται το έργο του Δολοφόνος χωρίς αμοιβή, όπου πρωταγωνιστεί για πρώτη φορά ο κεντρικός του ήρωας, Μπερανζέ, ο οποίος εμφανίζεται σε μια σειρά έργων του Ιονέσκο (Ρινόκερος, Ο βασιλιάς πεθαίνει, Ο πεζός στον αέρα). Ο Μπερανζέ αποτελεί μια σχεδόν αυτοβιογραφική φιγούρα, η οποία εκφράζει την απορία και την αγωνία του Ιονέσκο για την παράδοξη πραγματικότητα. Είναι κωμικός κι αφελής, κερδίζοντας έτσι την συμπάθεια του κοινού. Στον Δολοφόνο χωρίς αμοιβή, συναντά τον Θάνατο με την φιγούρα ενός εκτελεστή. Στον Ρινόκερο, παρατηρεί τους φίλους του να προσβάλλονται από τον ιό της ρινοκερίτιδας και να μεταμορφώνονται σε ρινόκεροι, παραμένοντας στο τέλος μόνος ενάντια σε αυτό το κύμα κομφορμισμού. Σε αυτό το έργο, ο Ιονέσκο εκφράζει την απέχθειά του για τον ιδεολογικό κομφορμισμό. (κομφορμισμός αποκαλείται η προσαρμογή ενός υποκειμένου στις απαιτήσεις και στους τύπους συμπεριφοράς της ομάδας στην οποία ανήκει).

B. d' Holbach: ο αυλοκόλακας και η ουσία του

Baron d' Holbach: 1723-1789

Ο άνθρωπος της αυλής χτες και σήμερα

§1: Αχ, αυτός ο αυλοκόλακας! Εξακολουθούν άραγε ακόμη και σήμερα να υπάρχουν άνθρωποι που στηρίζουν τη δύναμη και την αξία της ύπαρξής τους στην αυλοκολακεία, όταν και οι πιο ενδεείς περιοχές της ανθρώπινης ύπαρξης παρουσιάζονται πολύ πλούσιες σε καλλιέργεια και γενική πρόοδο; Κι όμως! Όλη η σχηματοποίηση της προόδου σε ποσοτικά μεγέθη δεν συνιστά ευφορία της ζωής, αλλά παρακμή, εκφυλισμό της σε μια κατάσταση μηδενιστικού ολέθρου, χωρίς δυνατότητες ενός αντίρροπου κινήματος, που να ανταποκρίνεται στην αληθινή τιμή της ανθρώπινης αξίας. Κυρίαρχη παντού είναι η «αξία» του ανθρώπου της αυλής. Θα επιχειρήσουμε να απεικονίσουμε αυτόν τον τύπο ανθρώπου με βάση κάποιες θεμελιώδεις υποτυπώσεις που παρουσιάζει ο Χόλμπαχ στο δοκίμιό του: η τέχνη της κοινωνικής αναρρίχησης. Το ερώτημα που αναφύεται ευθύς εξαρχής είναι: γιατί μας ενδιαφέρει μια τέτοια απεικόνιση; Επειδή η πολιτική εξουσία και πιο ειδικά εκείνη της ελλαδικής πολιτείας βρίθει από τέτοιους ανθρώπους. Αυτές οι κατηγορίες ανθρώπων απηχούν τις αγελαίες ορδές των εντελώς-παντελώς ανυπόληπτων και ανίκανων ανθρώπων, κατά Νίτσε, που συνασπίζονται όλοι μαζί για να καταπνίξουν όποιους και ό,τι τους υπερβαίνει σε ποιότητα, σε δημιουργία, σε ικανότητα σε δύναμη, σε προοπτική.

§2: Αν κανείς ψάξει για την ποιότητα, για την αρετή των αυλοκολάκων της κοινωνικής αναρρίχησης μέσω εξουσίας, συναντά από τη μια άκρη ως την άλλη: μικροπόνηρους ή μεγαλοπόνηρους με βάση το βαθμό ιδιοτέλειας (Αριστοτέλης), κενόδοξους δημαγωγούς, πάμπτωχους κατά το πνεύμα, αλλά υπερπλούσιους στη συκοφαντία και την εργολαβία της παράνομης συναλλαγής, αδίστακτους αμοραλιστές και αληθινούς παρίες, πρόθυμους για δουλική υπηρέτηση αλλότριων και σκοτεινών σκοπών. Πόσα τέτοια ανάλγητα απολιθώματα αυλοκολάκων δεν εμφανίζονται μεταμφιεσμένα στο κοινωνικο-πολιτικό προσκήνιο, γονατιστοί πάντα μπροστά στον εκάστοτε μονάρχη τους; Σύμφωνα με τον Χόλπμαχ, ο άνθρωπος της αυλής είναι αμφίβιο ζώο, έμπλεο αντιφάσεων. Τι συμβαίνει στ’ αλήθεια; Πρόκειται για μια ζωώδη κατάσταση ανθρώπων που παρουσιάζονται με διαφορετικά πρόσωπα.

§3: Βλέπουμε τον αυλικό να εμφανίζει θυμικές μεταβολές και ανάλογες συμπεριφορές. Απέναντι σε κοινούς πολίτες που δεν αισθάνονται την ανάγκη του περιβάλλοντος της αυλής, ο αυλικός συμπεριφέρεται αλαζονικά. Απέναντι όμως στον ηγεμόνα δουλικά. Ό,τι συμβαίνει ακριβώς με τους τρέχοντες γελωτοποιούς της πολιτικής διαχείρισης. Εντός της Ελλάδας καταλύουν αλαζονικά το προσδιορισμένο ιστορικά-Είναι της χώρας: τα σύνορα, τη νομιμότητα τού να είναι κανείς Έλληνας πολίτης, τη συνοχή της κοινωνίας, την αξιοπρέπεια ενός αυτόχθονος λαού κ.λπ. και στις αυλές των έξω ηγεμόνων της κερδοσκοπίας και της πολιτικής βαρβαρότητας είναι οι πιο θλιβεροί επαίτες. Αυτά τα ζώα της αυλής είναι, κατά τον Χόλμπαχ, αποκρουστικά φιλάργυρα –καλή ώρα τα σαρκοφάγα του εδώ βουλευτηρίου– και αχόρταγα άπληστα. Στο σημερινό σύστημα της πολιτικής αντιπροσώπευσης υπάρχει έστω και ένας από τους αυλικούς του, που να μη συγκεντρώνει αυτά τα γνωρίσματα; Αλλά πώς ανθούν και συνεχώς πολλαπλασιάζονται τέτοια σπάνιου είδους ζώα; Φροντίζει ο εκάστοτε πολιτικός άρχοντας και όλο το θεσμικό επιτελείο να τα εξυπηρετούν με πάσα ενδελέχεια. Γιατί; Επειδή χωρίς αυτά δεν μπορεί να υπάρχει ούτε άρχοντας ούτε εξουσία.

§4: Ολόκληρο το κράτος δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς τέτοια «χιλιοκέφαλα τέρατα» (Καστοριάδης). Έχει ανάγκη από στρατιές αυλικών, γιατί μόνο αυτοί μπορούν να κάνουν τη φωνή της συνείδησης και της λογικής να σιγά μέσα τους, έτσι ώστε να ανταποδίδουν την «ευγνωμοσύνη» των πολιτικών τους αφεντικών προς το πρόσωπό τους με φιλοφροσύνες, με τυφλή υποταγή στα κελεύσματά τους, με κολακείες και μικροπρέπειες. Αυτοί μόνο καταφέρνουν να αποστασιοποιούνται από τον εαυτό του ανθρώπου και την πλειονότητα των ανθρώπων, προκειμένου να διατηρήσουν την «αξία» της αυλοκολακείας. Ο αυλοκόλακας δεν είναι απλώς ένα άδειο κέλυφος, χωρίς την παραμικρή αξία, αλλά και οντολογικά ένα τίποτα. Από τη φύση του ο άνθρωπος είναι μπολιασμένος με αυτοσεβασμό, με στοιχειώδη αιδώ, με αξιοπρέπεια, ε ευαισθησία και καλαισθησία. Σχεδόν πάντοτε η ψυχή του εξανίσταται, όταν κάποιος ή κάτι πάει να ταπεινώσει μια τέτοια φύση. Γιατί η ψυχή του αυλικού δεν εξανίσταται, τη στιγμή που καθημερινά εξευτελίζεται; Επειδή έχει υποστεί ειδική εκπαίδευση, για να δαμάζει ή να προλαμβάνει τέτοιες αντιδράσεις της ψυχής του. Μάχες ολόκληρες διεξάγει για να γίνει αυλικός, απαράμιλλο «ηρωισμό» επιδεικνύει για να αναισθητοποιείται, για να φτάνει, καταπώς σημειώνει ο Χόλμπαχ, «στο απαιτούμενο σημείο αναισθησίας που τον οδηγεί στην εξουσία».

§5: Το «γένος» των αυλικών έτσι αποδεικνύεται «ανώτερο» από κάθε φιλόσοφο και σκεπτόμενο άνθρωπο. Ουδείς από τις δύο τελευταίες κατηγορίες μπόρεσε ποτέ να υπερνικήσει τον αυτοσεβασμό του, να συντρίψει την ευαισθησία της ανθρώπινης φύσης του, να κατατροπώσει τα συναισθήματά του. Μόνο ο αυλικός το κατορθώνει αυτό. Αυτός εδώ «είναι όπως το λιωμένο κερί, έτοιμο να πάρει όποιο σχήμα του δώσουν» (Χόλμπαχ). Και όταν ένα τέτοιο «γένος» αυλικών ‒θλιβερών δουλοφρόνων‒ κυβερνά μια χώρα, τότε όχι μόνο την εκχωρεί, με το σχήμα του εθνικού μειοδότη, στα συμφέροντα των ξένων αφεντικών του, αλλά το θεωρεί και τιμή να καταδεικνύεται ως τέτοιος μειοδότης. Έτσι εξηγείται καλύτερα και κάθε «αγέρωχη» δήλωση, εκ μέρους των εκάστοτε αχυρανθρώπων της αυλικής πελατείας, για την αναγκαιότητα να καταλύεται η υποστασιακή ύπαρξη ενός ολόκληρου έθνους-πολιτείας. Πώς θα μπορούσε να συμβαίνει το αντίθετο, όταν «ένας καλός αυλικός είναι τόσο απορροφημένος στην ιδέα του καθήκοντός του, ώστε συχνά να κομπάζει ότι κάνει πράγματα, τα οποία δεν θα ανεχόταν ποτέ ένας έντιμος υπηρέτης» (Χόλπμαχ). Τι μας θυμίζουν αυτά τα λόγια του Χόλμπαχ; Τα λόγια των εγχώριων αυλοκολάκων προς τους ξένους Φύρερ τους: «εμείς μπορούμε να επιβάλουμε τα πιο απάνθρωπα νομοθετήματα, αρκεί να μας επιτρέπετε να σας υπηρετούμε τυφλά». Ένα πολιτικό πρόταγμα με μετασχηματιστικές αξιώσεις της πολιτικής και της συνείδησής της δεν μπορεί, σε καμιά περίπτωση, να προκύψει από τους παντοειδείς αυλοκόλακες. 

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ρητορική (1405b-1406b)

[III] Τὰ δὲ ψυχρὰ ἐν τέτταρσι γίγνεται κατὰ τὴν λέξιν, ἔν τε τοῖς διπλοῖς ὀνόμασιν, οἷον Λυκόφρων «τὸν πολυπρόσωπον οὐρανὸν τῆς μεγαλοκορύφου γῆς», καὶ «ἀκτὴν δὲ στενοπόρον», καὶ ὡς Γοργίας ὠνόμαζεν «πτωχομουσοκόλοκας ἐπιορκήσαντας

[1406a] κατ᾽ εὐορκήσαντος», καὶ ὡς Ἀλκιδάμας «μένους μὲν τὴν ψυχὴν πληρουμένην, πυρίχρων δὲ τὴν ὄψιν γιγνομένην», καὶ «τελεσφόρον» ᾠήθη τὴν προθυμίαν αὐτῶν γενήσεσθαι, καὶ «τελεσφόρον» τὴν πειθὼ τῶν λόγων κατέστησεν, καὶ «κυανόχρων» τὸ τῆς θαλάττης ἔδαφος· πάντα ταῦτα γὰρ ποιητικὰ διὰ τὴν δίπλωσιν φαίνεται. μία μὲν οὖν αὕτη αἰτία, μία δὲ τὸ χρῆσθαι γλώτταις, οἷον Λυκόφρων Ξέρξην «πέλωρον ἄνδρα», καὶ Σκίρων «σίνις ἀνήρ», καὶ Ἀλκιδάμας «ἄθυρμα τῇ ποιήσει», καὶ «τὴν τῆς φύσεως ἀτασθαλίαν», καὶ «ἀκράτῳ τῆς διανοίας ὀργῇ τεθηγμένον». τρίτον δ᾽ ἐν τοῖς ἐπιθέτοις τὸ ἢ μακροῖς ἢ ἀκαίροις ἢ πυκνοῖς χρῆσθαι· ἐν μὲν γὰρ ποιήσει πρέπει «γάλα λευκὸν» εἰπεῖν, ἐν δὲ λόγῳ τὰ μὲν ἀπρεπέστερα· τὰ δέ, ἂν ᾖ κατακορῆ, ἐξελέγχει καὶ ποιεῖ φανερὸν ὅτι ποίησις ἐστίν, ἐπεὶ δεῖ γε χρῆσθαι αὐτοῖς (ἐξαλλάττει γὰρ τὸ εἰωθὸς καὶ ξενικὴν ποιεῖ τὴν λέξιν), ἀλλὰ δεῖ στοχάζεσθαι τοῦ μετρίου, ἐπεὶ μεῖζον ποιεῖ κακὸν τοῦ εἰκῇ λέγειν· ἡ μὲν γὰρ οὐκ ἔχει τὸ εὖ, ἡ δὲ τὸ κακῶς. διὸ τὰ Ἀλκιδάμαντος ψυχρὰ φαίνεται· οὐ γὰρ ὡς ἡδύσματι χρῆται ἀλλ᾽ ὡς ἐδέσματι τοῖς ἐπιθέτοις οὕτω πυκνοῖς καὶ μείζοσι καὶ ἐπιδήλοις, οἷον οὐχ ἱδρῶτα ἀλλὰ τὸν ὑγρὸν ἱδρῶτα, καὶ οὐκ εἰς Ἴσθμια ἀλλ᾽ εἰς τὴν τῶν Ἰσθμίων πανήγυριν, καὶ οὐχὶ νόμους ἀλλὰ τοὺς τῶν πόλεων βασιλεῖς νόμους, καὶ οὐ δρόμῳ ἀλλὰ δρομαίᾳ τῇ τῆς ψυχῆς ὁρμῇ, καὶ οὐχὶ μουσεῖον ἀλλὰ τὸ τῆς φύσεως παραλαβὼν μουσεῖον, καὶ σκυθρωπὸν τὴν φροντίδα τῆς ψυχῆς, καὶ οὐ χάριτος ἀλλὰ πανδήμου χάριτος δημιουργός, καὶ οἰκονόμος τῆς τῶν ἀκουόντων ἡδονῆς, καὶ οὐ κλάδοις ἀλλὰ τοῖς τῆς ὕλης κλάδοις ἀπέκρυψεν, καὶ οὐ τὸ σῶμα παρήμπισχεν ἀλλὰ τὴν τοῦ σώματος αἰσχύνην, καὶ ἀντίμιμον τὴν τῆς ψυχῆς ἐπιθυμίαν (τοῦτο δ᾽ ἅμα καὶ διπλοῦν καὶ ἐπίθετον, ὥστε ποίημα γίνεται), καὶ οὕτως ἔξεδρον τὴν τῆς μοχθηρίας ὑπερβολήν. διὸ ποιητικῶς λέγοντες τῇ ἀπρεπείᾳ τὸ γελοῖον καὶ τὸ ψυχρὸν ἐμποιοῦσι, καὶ τὸ ἀσαφὲς διὰ τὴν ἀδολεσχίαν· ὅταν γὰρ γιγνώσκοντι ἐπεμβάλλῃ, διαλύει τὸ σαφὲς τῷ ἐπισκοτεῖν. οἱ δ᾽ ἄνθρωποι τοῖς διπλοῖς χρῶνται ὅταν ἀνώνυμον ᾖ καὶ ὁ λόγος εὐσύνθετος, οἷον τὸ χρονοτριβεῖν·

[1406b] ἀλλ᾽ ἂν πολύ, πάντως ποιητικόν· διὸ χρησιμωτάτη ἡ διπλῆ λέξις τοῖς διθυραμβοποιοῖς (οὗτοι γὰρ ψοφώδεις), αἱ δὲ γλῶτται τοῖς ἐποποιοῖς (σεμνὸν γὰρ καὶ αὔθαδες), ἡ δὲ μεταφορὰ τοῖς ἰαμβείοις (τούτοις γὰρ νῦν χρῶνται, ὥσπερ εἴρηται). καὶ ἔτι τέταρτον τὸ ψυχρὸν ἐν ταῖς μεταφοραῖς γίνεται· εἰσὶν γὰρ καὶ μεταφοραὶ ἀπρεπεῖς, αἱ μὲν διὰ τὸ γελοῖον (χρῶνται γὰρ καὶ οἱ κωμῳδοποιοὶ μεταφοραῖς), αἱ δὲ διὰ τὸ σεμνὸν ἄγαν καὶ τραγικόν· ἀσαφεῖς δέ, ἂν πόρρωθεν, οἷον Γοργίας «χλωρὰ καὶ ἄναιμα τὰ πράγματα», «σὺ δὲ ταῦτα αἰσχρῶς μὲν ἔσπειρας κακῶς δὲ ἐθέρισας»· ποιητικῶς γὰρ ἄγαν. καὶ ὡς Ἀλκιδάμας τὴν φιλοσοφίαν «ἐπιτείχισμα τῷ νόμῳ», καὶ τὴν Ὀδύσσειαν «καλὸν ἀνθρωπίνου βίου κάτοπτρον», καὶ «οὐδὲν τοιοῦτον ἄθυρμα τῇ ποιήσει προσφέρων»· ἅπαντα γὰρ ταῦτα ἀπίθανα διὰ τὰ εἰρημένα. τὸ δὲ Γοργίου εἰς τὴν χελιδόνα, ἐπεὶ κατ᾽ αὐτοῦ πετομένη ἀφῆκε τὸ περίττωμα, ἄριστα ‹ἔχει› τῶν τραγικῶν· εἶπε γὰρ «αἰσχρόν γε, ὦ Φιλομήλα». ὄρνιθι μὲν γάρ, εἰ ἐποίησεν, οὐκ αἰσχρόν, παρθένῳ δὲ αἰσχρόν. εὖ οὖν ἐλοιδόρησεν εἰπὼν ὃ ἦν, ἀλλ᾽ οὐχ ὃ ἔστιν.

***
[3] Η ψυχρότητα του ύφους προκαλείται από τέσσερις αιτίες. Πρώτον από τις σύνθετες λέξεις. Παραδείγματα: ο Λυκόφρων έλεγε «πολυπρόσωπος ουρανός», «μεγαλοκόρυφη γη», «στενόπορη ακτή», ο Γοργίας χρησιμοποιούσε εκφράσεις όπως «πτωχομουσοκόλακες» ή «επιορκήσαντες και

[1406a] κατευορκήσαντες». Ο Αλκιδάμας επίσης έλεγε «με την ψυχή γεμάτη θυμό και φλογοκόκκινο το πρόσωπο» ή «πίστεψε πως ο ζήλος τους θα αποδεικνυόταν τελεσφόρος»· επίσης «έκανε τελεσφόρα την πειθώ των λόγων του», ή «καταμέλανος της θάλασσας ο πάτος». Όλα αυτά μοιάζουν ποιητικά λόγω της σύνθεσης. Αυτή είναι η μία αιτία για την ψυχρότητα του ύφους. Μια άλλη είναι η χρησιμοποίηση σπάνιων και παράξενων λέξεων. Ο Λυκόφρων, π.χ., ονόμασε τον Ξέρξη πέλωρο άντρα, και ο Σκίρων είναι για τον Λυκόφρονα άνθρωπος-μάστιγα· ο Αλκιδάμας χρησιμοποίησε τις εκφράσεις «ἄθυρμα (= παιχνιδάκι) για την ποίηση» — «ἀτασθαλία (= ατσαλιά) της φύσης (του)» — «τεθηγμένος (= ακονισμένος, παροξυσμένος) από την άκρατη οργή της ψυχής του». Η τρίτη αιτία βρίσκεται στους προσδιορισμούς, όταν αυτοί τους οποίους χρησιμοποιεί κανείς έχουν μεγάλο μήκος ή είναι άσχετοι ή είναι απανωτοί στον λόγο. Ταιριάζει, πράγματι, στην ποίηση να πεις άσπρο γάλα, στον πεζό όμως λόγο οι προσδιορισμοί αυτοί άλλοτε είναι τελείως αταίριαστοι και άλλοτε, αν ξεπερνούν το μέτρο, γίνονται αποκαλυπτικοί και κάνουν φανερό ότι εδώ πρόκειται για ποίηση· δεν λέω ότι δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται (αφού κάνουν τον λόγο να ακούγεται διαφορετικός από τα συνηθισμένα και δίνουν στο ύφος τον αέρα του ασυνήθιστου), πάντοτε όμως πρέπει να έχουμε στο νου μας το μέτρο, γιατί το κακό που προκαλεί η χρήση τους είναι μεγαλύτερο από αυτό που προκαλεί το να μιλούμε στην τύχη και απρόσεκτα: στη δεύτερη περίπτωση δεν υπάρχει, πράγματι, ομορφιά, στην πρώτη όμως υπάρχει ασχήμια. Αυτός είναι ο λόγος που φαίνονται ψυχρές οι εκφράσεις του Αλκιδάμαντα· γιατί τους προσδιορισμούς δεν τους χρησιμοποιεί ως καρυκεύματα, αλλά ως το κύριο φαγητό· τόσο πολλοί είναι οι προσδιορισμοί του, τόσο μεγαλύτερο από το κανονικό το μέγεθός τους και για πράγματα τόσο φανερά. Δεν λέει, π.χ., ιδρώτα αλλά υγρό ιδρώτα, δεν λέει στα Ίσθμια αλλά στη γιορταστική συγκέντρωση των Ισθμίων, δεν λέει οι νόμοι αλλά οι νόμοι, των πολιτειών οι βασιλιάδες, δεν λέει τρέχοντας αλλά με τρεχάτη την ορμή της ψυχής· δεν λέει έδρα των μουσών αλλά έχοντας μέσα του από τη φύση μια έδρα των μουσών· λέει επίσης σκυθρωπή την έγνοια της ψυχής· δεν λέει δημιουργός ευχαρίστησης αλλά δημιουργός πάνδημης ευχαρίστησης· όπως επίσης φροντιστής της ηδονής των ακροατών· δεν λέει έκρυψε με κλαδιά αλλά με κλαδιά του δάσους· δεν λέει κάλυψε το σώμα του αλλά κάλυψε τη γύμνια του σώματός του· ακόμη λέει την επιθυμία αντικαθρέφτισμα της ψυχής (αυτό είναι την ίδια στιγμή σύνθετη λέξη και προσδιορισμός, καθαρή δηλαδή ποίηση)· επίσης την υπερβολική κακία τη χαρακτηρίζει υπερόρια. Μιλώντας λοιπόν ποιητικά με έναν τρόπο αταίριαστο κάνει κανείς τον λόγο του γελοίο και ψυχρό, αλλά και ασαφή λόγω φλυαρίας· όταν, πράγματι, φορτώνει κανείς με λέξεις έναν ήδη κατατοπισμένο ακροατή, καταστρέφει τη σαφήνεια συσκοτίζοντας τα πράγματα. Οι άνθρωποι χρησιμοποιούν βέβαια σύνθετες λέξεις, μόνο όμως όταν ένα πράγμα δεν έχει λέξη που να το δηλώνει και όταν ο σχηματισμός της σύνθετης λέξης είναι εύκολος· παράδειγμα η λέξη χρονοτριβώ.

[1406b] Αν όμως γίνεται κατάχρηση, ο λόγος καταντάει σίγουρα ποιητικός. Αυτός είναι και ο λόγος που: οι σύνθετες λέξεις χρησιμοποιούνται κατά κύριο λόγο από τους ποιητές διθυράμβων (ποιητές ιδιαίτερα θορυβώδεις), οι σπάνιες και ασυνήθιστες λέξεις από τους επικούς ποιητές (είναι ένα στοιχείο μεγαλόπρεπο και τολμηρό), ενώ η μεταφορά από τους ποιητές ιαμβικών στίχων (τέτοιους στίχους χρησιμοποιούν και σήμερα, όπως έχουμε ήδη πει).

Μια τέταρτη αιτία για την ψυχρότητα του ύφους βρίσκεται στις μεταφορές. Υπάρχουν, πράγματι, και μεταφορές ανάρμοστες, άλλες γιατί είναι αστείες (και οι κωμικοί ποιητές χρησιμοποιούν μεταφορές) και άλλες γιατί είναι υπερβολικά μεγαλόπρεπες και τραγικές· αν μάλιστα ξεκινούν από πολύ απόμακρα στοιχεία, δεν είναι καν σαφείς. Παράδειγμα οι φράσεις του Γοργία «πράγματα χλωμά και άναιμα», «συ όμως άσχημα τα έσπειρες, άσχημα τα θέρισες», φράσεις υπερβολικά ποιητικές. Το ίδιο και ο Αλκιδάμας ονόμασε τη φιλοσοφία «οχύρωμα εναντίον των νόμων» και την Οδύσσεια «έναν ωραίο καθρέφτη της ανθρώπινης ζωής»· είπε επίσης «δεν εισήγαγε κανένα τέτοιο παιχνιδάκι στην ποίησή του». Όλα αυτά δεν βοηθούν —για τους λόγους που είπαμε— να γίνει πειστικός ένας ρητορικός λόγος. Όσο για τη φράση που είπε ο Γοργίας, όταν ένα χελιδόνι πετώντας άφησε να πέσει πάνω του η κουτσουλιά του, είναι ένα από τα ωραιότερα δείγματα τραγικού λόγου. Είπε δηλαδή: «Ντροπή σου, Φιλομήλα»: για ένα πουλί μια τέτοια πράξη δεν είναι βέβαια ντροπή, για ένα κορίτσι όμως είναι. Ήταν ωραία λοιπόν η επίπληξή του, καθώς τον λόγο του τον απηύθυνε σε ό,τι ήταν κάποτε, όχι σε ό,τι ήταν τώρα.