Τρίτη, 16 Οκτωβρίου 2018

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Προμηθεὺς δεσμώτης (246-283)

ΠΡ. καὶ μὴν φίλοις ἐλεινὸς εἰσορᾶν ἐγώ.
ΧΟ. μή πού τι προύβης τῶνδε καὶ περαιτέρω;
ΠΡ. θνητούς γ᾽ ἔπαυσα μὴ προδέρκεσθαι μόρον.
ΧΟ. τὸ ποῖον εὑρὼν τῆσδε φάρμακον νόσου;
250 ΠΡ. τυφλὰς ἐν αὐτοῖς ἐλπίδας κατῴκισα.
ΧΟ. μέγ᾽ ὠφέλημα τοῦτ᾽ ἐδωρήσω βροτοῖς.
ΠΡ. πρὸς τοῖσδε μέντοι πῦρ ἐγώ σφιν ὤπασα.
ΧΟ. καὶ νῦν φλογωπὸν πῦρ ἔχουσ᾽ ἐφήμεροι;
ΠΡ. ἀφ᾽ οὗ γε πολλὰς ἐκμαθήσονται τέχνας.
255 ΧΟ. τοιοῖσδε δή σε Ζεὺς ἐπ᾽ αἰτιάμασιν—
ΠΡ. αἰκίζεταί γε κοὐδαμῇ χαλᾷ κακῶν.
ΧΟ. οὐδ᾽ ἔστιν ἄθλου τέρμα σοι προκείμενον;
ΠΡ. οὐκ ἄλλο γ᾽ οὐδέν, πλὴν ὅταν κείνῳ δοκῇ.
ΧΟ. δόξει δὲ πῶς; τίς ἐλπίς; οὐχ ὁρᾷς ὅτι
260 ἥμαρτες; ὡς δ᾽ ἥμαρτες οὔτ᾽ ἐμοὶ λέγειν
καθ᾽ ἡδονὴν σοί τ᾽ ἄλγος. ἀλλὰ ταῦτα μὲν
μεθῶμεν, ἄθλου δ᾽ ἔκλυσιν ζήτει τινά.
ΠΡ. ἐλαφρὸν ὅστις πημάτων ἔξω πόδα
ἔχει παραινεῖν νουθετεῖν τε τοὺς κακῶς
265 πράσσοντας· εὖ δὲ ταῦτα πάντ᾽ ἠπιστάμην.
ἑκὼν ἑκὼν ἥμαρτον, οὐκ ἀρνήσομαι·
θνητοῖς ἀρήγων αὐτὸς ηὑρόμην πόνους.
οὐ μήν τι ποιναῖς γ᾽ ᾠόμην τοίαισί με
κατισχνανεῖσθαι πρὸς πέτραις πεδαρσίοις,
270 τυχόντ᾽ ἐρήμου τοῦδ᾽ ἀγείτονος πάγου.
καί μοι τὰ μὲν παρόντα μὴ δύρεσθ᾽ ἄχη,
πέδοι δὲ βᾶσαι τὰς προσερπούσας τύχας
ἀκούσαθ᾽, ὡς μάθητε διὰ τέλους τὸ πᾶν.
πίθεσθέ μοι, πίθεσθε, συμπονήσατε
275 τῷ νῦν μογοῦντι. ταὐτά τοι πλανωμένη
πρὸς ἄλλοτ᾽ ἄλλον πημονὴ προσιζάνει.
ΧΟ. οὐκ ἀκούσαις ἐπεθώυξας
τοῦτο, Προμηθεῦ. καὶ νῦν ἐλαφρῷ
ποδὶ κραιπνόσυτον θᾶκον προλιποῦσ᾽
280 αἰθέρα θ᾽ ἁγνὸν πόρον οἰωνῶν,
ὀκριοέσσῃ χθονὶ τῇδε πελῶ,
τοὺς σοὺς δὲ πόνους
χρῄζω διὰ παντὸς ἀκοῦσαι.

***
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Αλήθεια, ελεεινός οι φίλοι να με βλέπουν.
ΧΟΡΟΣ
Μα πε μου, μην προχώρησες πιο πέρ᾽ ακόμα;
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Τους έπαυσα στα μάτια εμπρός να ᾽χουν το χάρο.
ΧΟΡΟΣ
Ποιό γιατρικό για την αρρώστια αυτή τους βρήκες;
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
250 Τυφλές ελπίδες θρόνιασα μες στην καρδιά τους.
ΧΟΡΟΣ
Μεγάλο αυτό στον άνθρωπο χάρισες κέρδος.
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Μα έξω απ᾽ αυτά και τη φωτιά του ᾽δωσ᾽ ακόμα.
ΧΟΡΟΣ
Κι έχουν τη λαμπερή φωτιά οι λιγόζωοι τώρα;
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Όπου πολλές μ᾽ αυτήν θα διδαχτούνε τέχνες.
ΧΟΡΟΣ
Λοιπόν για τέτοιες αφορμές και σένα ο Δίας –
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Άγρια παιδεύει, κι ούτε λέει για να λουφάξει.
ΧΟΡΟΣ
Κι εμπρός σου τέλος των βασάνω σου δε βλέπεις;
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Άλλο κανένα, εκτός όταν αυτός το κρίνει.
ΧΟΡΟΣ
Πώς θα το κρίνει; και τί ελπίζεις; δεν το βλέπεις
260 πως έφταιξες; κι ότι έφταιξες, ούτε σε μένα
καρδιά μού κάνει να το λέγω, και σου δίνει
πόνο και σένα. μ᾽ ας αφήσομε αυτά τώρα
κι έλα, κοίτα να βρεις τρόπο για να γλιτώσεις.
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Εύκολο είναι για κείνον πὄχει όξω το πόδι
απ᾽ τα δεινά, να δίνει συμβουλές κι ορμήνιες
στο δυστυχή· μα εγώ τα γνώριζα όλα τούτα·
Ήθελα κι έφταιξα – ήθελα! και δεν τ᾽ αρνιούμαι·
για να βοηθήσω τους θνητούς, βρήκα εγώ πόνους
και πάθια· μα δεν το ᾽λπιζα με τέτοιες παίδειες
πάνω σε γκρίφια ουρανοκρέμαστα να λιώσω
270 του έρημου αυτού κι απόκοσμου πὄλαχα βράχου.
Μα έτσι τα τωρινά μη μου θρηνείτε πάθη
κι ελάτε κάτω εδώ ν᾽ ακούσετε την τύχη
που με προσμένει κι όλα μάθετε ώς το τέλος.
Μη μου αρνηθείτε ό,τι ζητώ κι ελεηθείτε
έναν που πάσχει· η συμφορά όμοια γυρνώντας
πότε στον ένα κάθεται, πότε στον άλλο.
ΧΟΡΟΣ
Με τη γνώμη μας ήταν το κάλεσμα,
Προμηθέα, που μας έκαμες·
και με πόδι ελαφρό τώρ᾽ αφήνοντας
το γοργόδρομο θρόνο μας
280 και τον πάναγνο αιθέρα, το πέραμα
των πουλιών, στην απόκρημνη
θα πεζέψω αυτή γης, για ν᾽ ακούσω
πέρα ώς πέρα τους πόνους σου.

Το ύφος της γραφής του Θουκυδίδη κι η αλήθεια

Ο Θουκυδίδης δεν εξετάζει πουθενά τις επιπτώσεις του ύφους γραφής του στην ακρίβεια και αξιοπιστία του έργου του· είδαμε όμως πως επικρίνει την αξιοπιστία εκδοχών του παρελθόντος στα έργα ποιητών, με βάση ότι οι ποιητές είναι επιρρεπείς στον εξωραϊσμό (1.21.1). Επί πλέον, στο ίδιο τμήμα, τοποθετεί τη δική του περιγραφή για την πρώιμη ελληνική ιστορία μακριά από περιγραφές πεζογράφων, που συνθέτουν τα έργα τους με στόχο το ελκυστικότερο αντί του αληθέστερου.

Αυτή η κριτική άλλων εκδοχών του παρελθόντος συνθέτει έναν παράγοντα που φέρνει αντιμέτωπες περιγραφές μεγάλης δεξιοτεχνίας και σαγήνης με αξιόπιστες περιγραφές που ενδιαφέρονται για την αλήθεια. Αν και πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπόψη μας τη συγκριτική αντιπαράθεση του Θουκυδίδη, είδαμε πως το Εγκώμιο του Γοργία ότι αλήθεια και κόσμος (τόσο «διάταξη» όσο και «εξωραισμός») είναι δύο ξεχωριστά πράγματα ή ότι μπορούν να χωριστούν.

Αν μεταφράσουμε τη δήλωση του Γοργία σε μεταμοντέρνα κριτική, είναι περίπου σαν να λέμε ότι η αλήθεια, σε λεκτικές περιγραφές, θα πάσχει πάντοτε από αφηγηματοτεχνικές επινοήσεις της φανταστικής λογοτεχνίας: δεν μπορούμε να εκφράσουμε την αλήθεια, χωρίς να καταφύγουμε στις διάφορες δυνατότητες της γλώσσας (σύνταξη, γραμματική, ρητορική).

Δικαιολογημένε επομένως ρωτάμε αν η αφηγηματική αλήθεια, που αναγκαστικά περιλαμβάνει αφηγηματοτεχνικές επινοήσεις της φανταστικής λογοτεχνίας, παρουσιάζει πρόβλημα για τη δέσμευση του Θουκυδίδη να προσφέρει αξιόπιστη περιγραφή του παρελθόντος, και αν ο Θουκυδίδης προέβλεψε αυτό το πρόβλημα…
 
Όμως θα έπρεπε  να προβληματίσει τον αναγνώστη ότι και ο Θουκυδίδης προσφέρει λόγον, περιγραφή, που παρόμοια έχει τη δυνατότητα να παραπλανήσει όσους τη διαβάζουν, παρά το γεγονός ότι η πρόθεση εξαπάτησης ομολογουμένως απουσιάζει στην περίπτωση του Θουκυδίδη…
 
Μπορεί να υποστηριχθεί ότι ο Θουκυδίδης, αποφεύγοντας επιμελώς να αναφερθεί στο έργο του ως λόγον, αποστασιοποιεί τον εαυτό του από την παραπλανητικότητα του λόγου, όπως για παράδειγμα σκιαγραφείται στην πραγματεία του Γοργία, και υπερβαίνει του διαγωνισμούς πειθούς, στους οποίους εμπλέκονται οι πρωταγωνιστές της αφήγησής του[1].
-----------------------------
[1] Ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς ερμήνευε τον Θουκυδίδη βάσει αυτών. Δες για παράδειγμα, Περί του Θουκυδίδου κεφ. 6., (όπου δηλώνει ότι ο Θουκυδίδης  «δεν είχε παραδώσει το γράψιμό του στην ἀπάτην και γοητείαν  (μαγεία), σε αντίθεση με τους περισσοτέρους του. Στην παράγραφο 10 του Ελένης εγκώμιον, ο Γοργίας αναφέρεται σε ξόρκια, που χρησιμοποιούν τον λόγο ως μέσο μαγείας.

Ψυχική Ανθεκτικότητα και Σχολικό Πλαίσιο

Στη σημερινή κοινωνία στην οποία ζούμε τόσο οι άνθρωποι γενικότερα όσο και οι μαθητές ειδικότερα πρέπει να είναι εφοδιασμένοι με αρκετά ψυχικά εφόδια, έτσι ώστε να αντεπεξέρχονται στις καθημερινές δυσκολίες τους. Η ψυχική ανθεκτικότητα είναι ο όρος που χρησιμοποιούμε, για να περιγράψουμε την παραπάνω διαδικασία και πώς αυτή εμπλέκεται στην καθημερινότητά μας, ώστε να προστατεύσουμε τον εαυτό μας από γεγονότα που δύνανται να επιφέρουν κίνδυνο σε εμάς και τους γύρω μας.

Τί συνιστά η ψυχική ανθεκτικότητα

Η ψυχική ανθεκτικότητα λοιπόν, αναφέρεται σε όλες εκείνες τις ικανότητες που πρέπει να κατέχουν οι άνθρωποι, για να αντιμετωπίσουν αγχογόνες και απειλητικές για αυτούς καταστάσεις, που ενδέχεται να τους φέρουν σε δύσκολη θέση. Είναι όλα εκείνα τα εφόδια που πρέπει να έχουν πρωτίστως οι μαθητές, για να αντιμετωπίζουν κάθε δυνατό πρόβλημα με τη βέλτιστη λύση. Χρειαζόμαστε λοιπόν, σχολεία και τάξεις που δύναται να προάγουν την ψυχική ανθεκτικότητα τόσο στους μαθητές όσο και τους δασκάλους, ώστε μαζί ως κοινωνική ομάδα να αντιμετωπίσουν κάθε δυσκολία.

Η δυσκολία είτε  ατομική, αφορά δηλαδή ένα μόνο μαθητή, είτε ομαδική, αφορά το σύνολο του σχολείου πρέπει να αντιμετωπίζεται με τη δέουσα ψυχική ανθεκτικότητα, για να μπορεί να εξαλειφθεί. Χρειάζονται, λοιπόν, παράγοντες που μπορούν να προστατέψουν το άτομο και είναι ποικίλοι και πολλαπλοί. Θα πρέπει, στη συνέχεια, να τονίσουμε τη μεγάλη σημασία που αποκτά το σχολείο σε αυτήν τη διαδικασία, αφού μαζί με την οικογένεια είναι αρωγός της προώθησης της ψυχικής ανθεκτικότητας μέσα στο σχολικό πλαίσιο.

Δε θα έχουμε κανένα θετικό αποτέλεσμα αν οι δάσκαλοι δε συμφωνήσουν να εφαρμόσουν κάθε διαδικασία που είναι εφικτή μέσα στο σχολικό περιβάλλον, για να ενδυναμώσουν τις ικανότητες των μαθητών τους, ώστε να προαχθεί η ψυχική τους ανθεκτικότητα.

Η ψυχική ανθεκτικότητα είναι μία ικανότητα του ανθρώπου που όλοι μας πρέπει να κατανοήσουμε ότι ταυτίζεται με το σύγχρονο αποτελεσματικό σχολείο και την άριστη εκπαίδευση. Είναι θα λέγαμε μία από τις προϋποθέσεις, για να εξασφαλίσουν οι μαθητές υψηλού επιπέδου ακαδημαϊκά επιτεύγματα.

Με τον όρο ψυχική ανθεκτικότητα εννοούμε όλα εκείνα τα ατομικά χαρακτηριστικά και τους προστατευτικούς παράγοντες που αποτελούν για τον κάθε άτομο χωριστά το υποστηρικτικό του δίκτυο, ώστε να ανταπεξέλθει σε κάθε δυσκολία και να επαναδομήσει τον εαυτό του.

Ο παραπάνω όρος σχετίζεται με κάθε άτομο ανεξαρτήτως του κοινωνικο-οικονομικό επίπεδο, την εθνότητά του ή το πολιτισμικό πλαίσιο στο οποίο ζει. Με τον όρο "προστατευτικοί παράγοντες" εννοούμε όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά του ατόμου που είναι συνήθως εγγενή ή εκείνα τα χαρακτηριστικά του περιβάλλοντος στο οποίο αναπτύσσεται, που το βοηθούν να έχουν συγκεκριμένες δεξιότητες και να είναι κοινωνικά επαρκή ώστε να αντιμετωπίζουν κάθε αντιξοότητα.

Το θεωρητικό υπόβαθρο για την ψυχική ανθεκτικότητα

Η Benard (1991) θεωρεί ότι τα παιδιά που έχουν αναπτύξει την ψυχική ανθεκτικότητα έχουν συγκεκριμένες δεξιότητες, όπως η κριτική σκέψη, η δυνατότητα να αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες αλλά και η ικανότητα για επίλυση προβλημάτων. Τα παιδιά αυτά έχουν μία αισιοδοξία για το μέλλον ,έχουν ενδιαφέροντα και διαθέτουν πολλά κίνητρα. Επίσης, θέτουν στόχους και είναι καλά προσανατολισμένα σε αυτούς.

Ο Higgins (1994) θεωρεί ότι τα παιδιά με ψυχική ανθεκτικότητα έχουν τα ίδια χαρακτηριστικά με τους ενήλικες που έχουν αναπτύξει ψυχική ανθεκτικότητα. Πιστεύει επίσης, ότι παρόλο που κάποια παιδιά έχουν εγγενή προδιάθεση να αναπτύξουν ψυχική ανθεκτικότητα ,τα περισσότερα από τα χαρακτηριστικά αποτελούν προϊόν της μαθησιακής διαδικασίας. Οι Wolin (1993) μετά από έρευνες που διεξήγαγαν βρήκαν ότι υπάρχουν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά για τα παιδιά με ψυχική ανθεκτικότητα. Τα συγκεκριμένα αυτά χαρακτηριστικά είναι η ικανότητα για ανάληψη πρωτοβουλιών, η ανεξαρτησία, η διαίσθηση, η αίσθηση του χιούμορ, η σύναψη υγιών σχέσεων, η ύπαρξη ηθικών αξιών και η δημιουργικότητα.

Έτσι, οι ενδογενείς παράγοντες που υποβοηθούν την ανάπτυξη της ψυχικής ανθεκτικότητας είναι ατομικά χαρακτηριστικά. Τα άτομα με τα χαρακτηριστικά αυτά θέτουν τον εαυτό τους στην υπηρεσία των άλλων για την επίτευξη κάποιου σκοπού ενώ διαθέτουν κοινωνικές δεξιότητες (διεκδικητικότητα, έλεγχος παρορμητικότητας, ικανότητα επίλυσης προβλημάτων) χρήσιμες στην ζωή τους. Είναι κοινωνικοί, διακρίνονται από αίσθηση του χιούμορ, χαρακτηρίζονται από αυτονομία και ανεξαρτησία και έχουν διαμορφώσει μια αισιόδοξη στάση για προσωπική εξέλιξη. Επιπρόσθετα, διαθέτουν εσωτερικό κέντρο ελέγχου, είναι ευέλικτοι και διαθέτουν κίνητρα για μάθηση. Διαθέτουν επίσης, κίνητρα και ικανότητες για μάθηση που σχετίζονται με την μαθησιακή διαδικασία.

Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν οι περιβαλλοντικοί παράγοντες που είναι αρωγοί στη διαδικασία ανάπτυξης ψυχικής ανθεκτικότητας των μαθητών. Με τη λέξη "περιβάλλον" εννοούμε το οικογενειακό πλαίσιο, το πλαίσιο του σχολείο, όπως και κάθε ομάδα συνομηλίκων που συμβάλλει στην ανάπτυξη της ψυχικής ανθεκτικότητας. Τα χαρακτηριστικά που πρέπει να έχει το περιβάλλον είναι να θέτει σαφή όρια (κανόνες, νόμους, συνήθειες) και να προάγει τον καταμερισμό ευθυνών και της παροχής υπηρεσιών. Ένα καλό υποστηρικτικό περιβάλλον παρέχει πρόσβαση σε πηγές για την ικανοποίηση βασικών αναγκών (στέγη, εργασία, υγεία, διασκέδαση) και αλληλεπιδρά με ζεστές διαπροσωπικές σχέσεις και χαμηλά επίπεδα κριτικής. Παρέχουν ευκαιρίες για ανάληψη ευθύνης, για λήψη αποφάσεων και συμβάλλουν στην ανάπτυξη των αξιών (αλτρουισμός) και των κοινωνικών δεξιοτήτων από την προσχολική ηλικία. Δείχνουν εκτίμηση στα μοναδικά ταλέντα και τις δυνατότητες του κάθε παιδιού και υποστηρίζουν κάθε τέτοια δυνατότητα θέτοντας υψηλούς στόχους και εκφράζοντας ρεαλιστικές προσδοκίες για επιτυχία.

Οι ερευνητές στο χώρο της ψυχικής ανθεκτικότητας υπογραμμίζουν ότι η ψυχική ανθεκτικότητα είναι μια διαρκής και δυναμική διαδικασία και όχι ένα σύνολο από χαρακτηριστικά που έχει ή δεν έχει το άτομο. Είναι φανερό ότι κάποια παιδιά έχουν μερικά χαρακτηριστικά, ενώ άλλα έχουν διαφορετικά. Κάθε άτομο μπορεί να έχει και μόνο ένα στοιχείο ψυχικής ανθεκτικότητας, το οποίο να είναι τόσο επαρκές ώστε να αντιμετωπίσει κάθε δυσλειτουργικό και αγχογόνο πλαίσιο. Ένα λοιπόν, χαρακτηριστικό μπορεί να είναι αρκετό ώστε να δώσει ώθηση στο παιδί να υπερβεί τις δυσκολίες και η εμφάνιση πρόσθετων χαρακτηριστικών μπορεί να είναι αποτέλεσμα ενός μόνον αρχικά διαθέσιμου προστατευτικού παράγοντα. Οι Wolin (1993) εξηγούν ότι τα άτομα, όταν έρχονται αντιμέτωπα με κάποια δυσκολία αντιδρούν σε αυτή με διπλό τρόπο: έχουν μία αρνητική συμπεριφορά και μία συμπεριφορά ψυχικής ανθεκτικότητας ταυτόχρονα. Μπορεί μια συμπεριφορά να χαρακτηρίζεται ακατάλληλη, αλλά στην πραγματικότητα να περιέχει στοιχεία ψυχικής ανθεκτικότητας. Πρέπει το πλαίσιο στο οποίο μεγαλώνει κάθε παιδί να ενισχύει κάθε συμπεριφορά που διακρίνεται από στοιχεία ψυχικής ανθεκτικότητας και να δίνουμε ιδιαίτερη έμφαση σε αυτά.

Η λύση για το παιδί και τον εκπαιδευτικό

Η συνειδητοποίηση ότι οι προστατευτικοί παράγοντες είναι αρωγοί στην ανάπτυξη της ψυχικής ανθεκτικότητας και είναι η λύση τόσο για κάθε παιδί που αντιμετωπίζει δυσκολίες στους τομείς του σχολείου και της κοινωνικής επάρκειας όσο και για κάθε εκπαιδευτικό που είναι ανήσυχος και καταβεβλημένος για τις αλλαγές που συμβαίνουν στην σημερινή κοινωνία.

Στόχος, επομένως, του σχολείου είναι πώς θα αναπτύξει περισσότερους προστατευτικούς παράγοντες, ώστε να μην ανατρέπεται η ισορροπία και να εξοστρακίζεται κάθε αρνητική επίδραση των αγχογόνων γεγονότων της ζωής. Πρέπει να συνειδητοποιήσουν οι σχολικές κοινότητες ότι ο ρόλος τους είναι σημαντικός στην ανάπτυξη της ψυχικής ανθεκτικότητας και να εξασφαλίσουν τόσο κατάλληλες περιβαλλοντικές συνθήκες που προάγουν κατάλληλες συμπεριφορές όσο και να προωθήσουν την εφαρμογή κατάλληλων εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων και προγραμμάτων για την πρόληψη, αλλά και την ανάπτυξη ατομικών προστατευτικών παραγόντων.

Άρα, εκτός από την οικογένεια, το σχολείο αποτελεί το πιο κατάλληλο πλαίσιο προαγωγής της ψυχικής ανθεκτικότητας των παιδιών.

Είναι ευλογία να μπορείς να εκτιμάς όσα έχεις

Είναι ευλογία να μπορείς να εκτιμάς τους ανθρώπους της ζωής σου. Τους ανθρώπους που σε περιβάλλουν, την υγεία, το σπίτι σου, όλα αυτά που αγαπάς, όλα όσα σε πεισμώνουν κι όλα αυτά που συμβάλλουν για να γίνεσαι καλύτερος άνθρωπος.   Αυτούς που σε νοιάζονται πραγματικά. Που στέκονται δίπλα σου στα δύσκολα όταν ο κόσμος σου δείχνει να καταρρέει. Που μιλούν όταν δεν βρίσκεσαι παρών με τα καλύτερα για σένα. Που σε γνωρίζουν αλλά δεν το βάζουν στα πόδια. Σε γουστάρουν έτσι όπως είσαι και χαίρονται το ίδιο που κι εσύ, υπάρχεις στη δική τους ζωή.

Είναι ευλογία να μπορείς να ξεχωρίζεις τους αληθινούς φίλους, αυτούς που μπορεί να μην είναι αίμα σου αλλά στέκονται κοντά σου σαν οικογένεια. Είναι μεγάλη τύχη να έχεις τη δύναμη να βγάζεις από τη ζωή σου αυτούς που σε επηρεάζουν αρνητικά, που ζηλεύουν, που δεν έχουν όμορφο χαρακτήρα.

Είναι ευλογία να μπορείς να ασχολείσαι με τη δουλειά που αγαπάς. Να είναι το πάθος σου.

Είναι ευλογία να έχεις καινούριους λόγους να ξυπνάς κάθε μέρα. Και να μπορείς να εκτιμάς τα απλά, καθημερινά. Αυτά που κάνουν τη ζωή μας πιο εύκολη, πιο όμορφη.

Είναι ευλογία να μπορείς να δίνεις. Για αυτό μην τσιγκουνεύεσαι ούτε τις καλημέρες. Μπορεί χωρίς να το αντιληφθείς, να φτιάξεις τη μέρα κάποιου ανθρώπου. Κι αν όλα αυτά σου ακούγονται κάπως ρομαντικά, αυτό χρειαζόμαστε. Το ρομαντισμό για να γίνεται η κάθε μέρα μας καλύτερη.

Είναι ευλογία να βρίσκεσαι σε ένα μέρος και να μην ταξιδεύει το μυαλό σου κάπου αλλού. Μεγάλη ηρεμία να μπορείς να τιθασεύσεις τα θέλω σου και να τα φέρνεις στα δικά σου μέτρα.

Είναι ευλογία να φτιάχνεις τη ζωή με τους δικούς σου κανόνες. Και όλοι οι δικοί σου άνθρωποι να χωράνε εκεί.

Είναι ευλογία να έχεις αληθινούς φίλους, να ζεις αληθινές στιγμές.

Μην ξεχνάς ποτέ ποιος είσαι, τι θέλεις. Μην ξεχνάς ποτέ πόσο όμορφη είναι η απλότητα των πραγμάτων.

Μάθε να βλέπεις το τώρα, μάθε να συγχωρείς τους ανθρώπους που σε πλήγωσαν. Μάθε να ημερεύεις το μέσα σου και να γεμίζεις τη ζωή σου με αυτά που αγαπάς και σε κάνουν καλύτερο.

Δεν κλείνουν οι κύκλοι τόσο εύκολα

Δεν κλείνουν οι κύκλοι τόσο εύκολα. Ας το υποστηρίζουν όλοι όσοι βιάζονται ν’ αφήσουν το παρελθόν πίσω τους ή όσοι κουράστηκαν να μάχονται στην αρένα της υπομονής.

Δεν κλείνουν οι κύκλοι εύκολα, γιατί τη στιγμή του τελικού κλειδώματος, στην ένωση επάνω, εκεί που η λογική βασιλεύει, εμφανίζεται απροσκάλεστη η αγάπη. Η αγάπη γίνεται η κυρίαρχος τότε και το εμπόδιο μαζί στην ολοκλήρωση των κύκλων.  Η αγάπη ευθύνεται κι όχι η μνήμη, που υγραίνει τα μάτια και κατοικεί στο υπόγειο του μυαλού.

Ζωντανή και παρούσα, ξυπνάει από τον ύπνο της ωραίας κοιμωμένης, όταν ακούει τον συναγερμό του τέλους. Ξυπνάει πιο γιγαντωμένη από ποτέ, για να υπερασπιστεί τον εαυτό της. Συνήθως αυτό συμβαίνει, σε όσους αγαπήθηκαν κι αγαπιούνται βαθιά, πέρα και πάνω από τον χρόνο. Πέρα και πάνω από τις χιλιομετρικές αποστάσεις.  Πέρα και πάνω από τη συνήθεια και τη φθορά της καθημερινότητας.

Κι ας μην είναι πάντοτε μαζί σαν φυσικές οντότητες. Οι δεσμοί που τους ενώνουν καταλύουν όλες τις διαστάσεις. Έτσι, κάποιοι κύκλοι παραμένουν ανοιχτοί, για όσο ο ένας “τραγουδάει στην καρδιά του άλλου”, για όσο τα κύτταρα του ενός παίρνουν οξυγόνο από τα κύτταρα του άλλου, για όσο κατοικεί ο ένας μέσα σε κάθε χιλιοστό των ιστών, των νευρώνων και των οργάνων του άλλου.

Σε σημείο που να μη διαχωρίζεται πια το εγώ από το εσύ. Γιατί την αγάπη στη γεννάει ο άλλος με την χροιά της φωνής του, με τον λόγο, τη σκέψη και την προσωπική του έκφραση. Στην πολλαπλασιάζει με τις κινήσεις και τις πράξεις του. Στην επισφραγίζει με την αμοιβαιότητα και την ταύτιση των ιδίων αισθημάτων και σκοπών.

Κι αν μοιάζει κάποτε το τέλος ότι πλησιάζει όλο και πιο κοντά, τόσο απομακρύνεται τη δεδομένη σκληρή στιγμή. Απομακρύνεται και μετασχηματίζεται σε μια νέα αρχή. Διότι, όσοι αγαπιούνται με τέτοιο τρόπο θα ανανεώνουν κάθε φορά τον χρόνο τους κι οι κύκλοι τους θα μένουν εσαεί ανοιχτοί και γόνιμοι.

Οι άνθρωποι με ιδανικά δυσκολεύονται να δεχθούν τη μετριότητα

Περνώντας τα χρόνια συνειδητοποιούμε ότι λύδια λίθο στη ζωή μας αποτελούν τα ιδανικά. Εκείνοι οι στόχοι, οι πεποιθήσεις, οι αξίες, οι άνθρωποι, που διεγείρουν την ψυχοσύνθεσή μας και μας κάνουν να παλεύουμε καθημερινά για μια καλύτερη ζωή, για ένα μέλλον με όραμα.

Δεν είναι λίγες οι φορές που πιάνεις τον εαυτό σου ν’ αναρωτιέται, μήπως πρέπει να συμβιβαστείς με όσα σου προσφέρονται ή με όσα χρειάζεται ένας μέσος άνθρωπος για να ζήσει. Για να το θέσω πιο ορθά, με όσα μας έχουν συνηθίσει να πιστεύουμε πως είναι αρκετά.

Έχουμε συμβιβαστεί με τη μετριότητα και δεν αναζητούμε πλέον το ιδανικό. Και ποιο είναι το ιδανικό, θα με ρωτήσεις. Εκείνο που σε ολοκληρώνει και σε κάνει ευτυχισμένο. Εκείνο που φανταζόσουν από μικρός ότι κάποια στιγμή θα το αποκτούσες. Εκείνο που ήταν όνειρο, φιλοδοξία κι ανεκπλήρωτος στόχος για σένα. Εκείνο που φέρνει την ευτυχία και την ψυχική αγαλλίαση. Εκείνο είναι το ιδανικό. Όλα τα υπόλοιπα με τα οποία απλώς περνάμε καλά κατατάσσονται στη φάση «κι η ζωή συνεχίζεται».

Ο κόσμος πλέον αρκείται να βρει μια δουλειά που απλώς θα τα φέρνει βόλτα με τις καθημερινές του ανάγκες, δεν ψάχνει να ασχοληθεί μ’ εκείνο που πάντα ήθελε. Θα μου πείτε και τι να κάνουμε, να μείνουμε άνεργοι; Σε καμία περίπτωση. Απλώς, βαθιά μέσα μας πάντα θα πρέπει να έχουμε τις κεραίες μας ανοιχτές κι όταν μας παρουσιαστεί μία ευκαιρία, να την αδράξουμε. Η επανάπαυση σ’ αυτό που έχουμε, χωρίς να κοιτάζουμε το μέλλον, το δικό μας μέλλον, οδηγεί σε ανθρώπους που συμβιβάστηκαν για να ζήσουν, σε ανθρώπους που μέσα τους κυριαρχούν ανεκπλήρωτοι πόθοι και κατακερματισμένα όνειρα.

Στον τομέα της ψυχαγωγίας, προφασιζόμαστε όλοι ότι δεν έχουμε χρόνο. Το καταλαβαίνω, τρέχουμε απ’ τη μια δουλειά στην άλλη, απ’ το πανεπιστήμιο στο φροντιστήριο, απ’ τη δουλειά στο γυμναστήριο και γενικά τρέχουμε για να προλάβουμε όλες τις δραστηριότητες με τις οποίες έχουμε γεμίσει το καθημερινό πρόγραμμά μας.

Μέσα σ’ όλα αυτά, καταλήγουμε να γυρίζουμε σπίτι ν’ ανοίγουμε την τηλεόραση, τον υπολογιστή κι απλώς να χαζεύουμε περνώντας την ώρα μας. Άκουσες σήμερα ένα τραγούδι που να το αγαπάς και να σε ταξιδεύει; Διάβασες ένα ποίημα για να σου θυμίσει τι σημαίνει ψυχική ανάταση; Ταξίδεψες στις σελίδες ενός βιβλίου; Έγραψες, έστω, λίγες αράδες σ’ ένα χαρτί για ν’ αποτυπώσεις τις σκέψεις σου; Η τέχνη σε κάθε μορφή της είναι ένα μέσο ν’ αγγίξουμε για λίγο την ψυχή μας και να μεταμορφώσουμε τη ζωή μας από πεζή σε ενδιαφέρουσα. Να δώσουμε νόημα στην ύπαρξή μας.

Κι ύστερα οι σχέσεις. Μεγάλο κεφάλαιο συμβιβασμού στη μετριότητα. Το βλέπετε γύρω σας, το ζείτε, ίσως το έχετε περάσει κι εσείς. Δεν είναι λίγες οι στιγμές που για να διώξουμε τη μοναξιά μας συμβιβαζόμαστε με μια σχέση που δε μας καλύπτει. Μπορεί να μη μας καλύπτει επικοινωνιακά, συναισθηματικά, μπορεί ούτε και ψυχικά. Μπορεί να διατηρούμε σχέσεις μόνο για τη σεξουαλική εκτόνωση, μπορεί γιατί δε θέλουμε να αισθανόμαστε μόνοι κι έχουμε την ανάγκη να καταφεύγουμε πάντα σ’ ένα λιμάνι-καβάντζα, που πρόθυμο μας δέχεται πάντα στην αγκαλιά του.

Μπορεί να ρίχνουμε τα στάνταρτ μας για να βρεθούμε απλώς σε μία σχέση, μην μπορώντας να παλεύουμε άλλο καθημερινά με τη μοναξιά μας. Ξέρετε, η υπομονή είναι το πιο δύσκολο εγχείρημα για τον άνθρωπο. Να περιμένεις να έρθει ο ιδανικός άνθρωπος για σένα. Να είναι ό,τι έχεις ονειρευτεί, να σε καλύπτει σε όλα.

Κάποιοι ασπάζονται την άποψη «μπορεί να μην είναι ο τέλειος σύντροφος, αλλά θα τον κάνω εγώ». Κι η τελειότητα είναι καθαρά υποκειμενικό γνώρισμα. Αντί λοιπόν ν’ αναζητάς το τέλειο κι ιδανικό ταίρι, συμβιβάζεσαι μ’ ένα μέτριο με την πεποίθηση ότι θα το τελειοποιήσεις. Δε λέω στόχος είναι κι αυτός, αλλά όταν έχεις τη δυνατότητα να έχεις δίπλα σου έναν ιδανικό για σένα άνθρωπο χωρίς προσπάθεια, αλλά με αυθεντικότητα, αυτό δεν είναι τελειότερο;

Μεγαλώνουμε σε μια χώρα που η οικογένεια αποτελεί ίσως το σημαντικότερο ιδανικό για έναν άνθρωπο. Η τιμιότητα, η αξιοπρέπεια, ο σεβασμός στην προσωπικότητα και στη ζωή των άλλων, όπως κι η παιδεία αποτελούν εξίσου ιδανικά. Εκείνο όμως που πολύ συχνά ξεχνάμε είναι το όραμα. Πάντα θα συμβιβάζεσαι με κάτι μέτριο, αν δεν ονειρεύεσαι κάτι μεγάλο. Πάντα θα είσαι ευχαριστημένος με κάτι λιγότερο απ’ το επιθυμητό, αν δε στοχεύεις σε κάτι καλύτερο.

Τα ιδανικά στον άνθρωπο είναι η περιουσία του. Να ερωτεύεστε ανθρώπους με ιδανικά, ανθρώπους που μισούν τη μετριότητα και πασχίζουν με χίλιες δυο δυσκολίες για ένα καλύτερο αύριο. Αυτοί είναι το μέλλον αυτού του τόπου. Αυτοί θα έπρεπε να είναι το μέλλον σου.

Μη συμβιβάζεστε λοιπόν με τη μετριότητα. Κι όπως είπε κι ο Goethe: «Στο βασίλειο των ιδεών, όλα εξαρτώνται από τον ενθουσιασμό. Στον πραγματικό κόσμο, όλα στηρίζονται στην επιμονή». Να παλεύετε για τα όνειρά σας.

Ο Ρομπέν των Δασών πρέπει να σκεφτεί ποιες αρετές προσπαθεί να προστατέψει μέσω των πράξεών του

ΗΘΙΚΗ ΑΡΕΤΗ. Ο Σωκράτης, ο Αριστοτέλης, ο Επίκουρος, ο Βούδας και ο Κομφούκιος αποτελούν το “αλφαβητάρι” της ηθικής αρετής, έτσι οι ρίζες της πηγαίνουν πολύ πίσω στο παρελθόν. Και οι τρεις αυτοί σοφοί άνθρωποι κήρυτταν ένα είδος μετριοπάθειας, διδάσκοντας, με ξεχωριστούς τρόπους, ότι η αγαθότητα απλά προέρχεται από την άσκηση των αρετών και την αποφυγή των φαυλοτήτων. Οι αρετές και τα ελαττώματα (όχι πολύ διαφορετικά από τους ιούς) είναι πράγματα που τα αποκτούμε από άλλους και τα μεταδίδουμε σε άλλους.

Είναι σαν τις καλές και τις κακές συνήθειες.

Έτσι αν στόχος μας είναι να δούμε καλούς ανθρώπους να ενεργούν σωστά σε μια δίκαιη κοινωνία, πρέπει να δημιουργήσουμε και να διατηρήσουμε ενάρετα περιβάλλοντα – στο σπίτι, στο σχολείο, στη δουλειά, στην κυβέρνηση και ούτω καθεξής.

Αυτοί που ακολουθούν την ηθική αρετή θα υποστήριζαν ότι η κλοπή γενικά είναι λάθος, αλλά επίσης θα παραδέχονταν ότι οι άνθρωποι όντως χρειάζονται να φροντίζουν τους εαυτούς τους.

Εάν μια κυβέρνηση καταχράται την εξουσία της κλέβοντας την τροφή των πολιτών, υπερφορολογώντας τον πλούτο τους και στερώντας τους τη δικαιοσύνη, ίσως θα είναι αναγκαίο να αποκατασταθούν αυτές οι αδικίες. Ίσως να χρειαστείτε έναν Ρομπέν των Δασών.

Η ηθική αρετή επικροτεί το να είναι οι άνθρωποι πιο ανεξάρτητοι, και να μη χρειάζονται συνέχεια να κυβερνιούνται από άλλους, πράγμα το οποίο ελαττώνει το ρίσκο να γίνουν θύματα της αναρχίας στο ένα άκρο και του δεσποτισμού στο άλλο.

Στον καιρό του Ρομπέν των Δασών, οι κοινοί άνθρωποι ήταν στο έλεος των μοναρχών, πολλοί εκ των οποίων ήταν διεφθαρμένοι δεσπότες. Αν ένας πρίγκιπας επέλεγε να γίνει ένας δοξασμένος κλέφτης και συστηματικά καταλήστευε τους υποτελείς του, οι υποτελείς του το μόνο που μπορούσαν να κάνουν ήταν να επιδοθούν σε αντι-κλοπή και οι ίδιοι, απλώς και μόνο για να επιβιώσουν.

Δεν είναι ηθικά αρεστό, αλλά είναι πρακτικά αναγκαίο.

Έτσι ο Ρομπέν θα μπορούσε να πάρει την έγκριση της ηθικής αρετής, λόγω των ειδικών καταστάσεων. Σε αυτή την περίπτωση, η ηθική αρετή καταδεικνύει το φαύλο σύστημα σαν ένοχο. Ο Ρομπέν θα θεωρούνταν σαν ένα θύμα του ανήθικου περιβάλλοντός του.

Όπως μια καλή “κατάσταση” είναι η κατάσταση στην οποία κανένας πολίτης δεν θα αναγκαζόταν να καταπατά τους νόμους, έτσι ένα άτομο που αναγκάζεται να γίνει παράνομο λόγω της πολιτικής κατάχρησης δεν πέφτει σε ατόπημα επειδή ζει εκτός νόμου.

Ακόμη κι ένας παράνομος μπορεί να είναι καλός και σωστός και δίκαιος.

Το κύριο προτέρημα της ηθικής αρετής είναι η έμφασή της στην εκπαίδευση και στη διαμόρφωση συνηθειών, οδηγών και δρόμων προς την καλή ζωή.

Βλέπει αισιόδοξα τον άνθρωπο σαν ένα κομμάτι πηλό, το οποίο μπορεί να πλαστεί με πολλούς τρόπους, από την οικογένεια και την κοινωνία, από την κούνια ως τον τάφο. Ακόμη και αν είναι κακοσχηματισμένο, μπορεί να επανασχηματιστεί. Σε αυτό το σύστημα, σχεδόν κανένας δε θεωρείται αδιόρθωτος. Την ίδια στιγμή, το σύστημα αναγνωρίζει ότι διαφορετικά άτομα έχουν και διαφορετικές ικανότητες. Με την ίδια ευκαιρία σε ένα ενάρετο περιβάλλον, οι άνθρωποι θα εκφράσουν την τελειότητα διαφορετικά. Με την ίδια ευκαιρία σε ένα αδιάφορο περιβάλλον, θα εκφράσουν την απάθεια διαφορετικά. Με την ίδια ευκαιρία σε ένα φαύλο περιβάλλον, θα εκφράσουν την φαυλότητα διαφορετικά.

Οι αδυναμίες της ηθικής αρετής είναι διπλές.

Στο ένα άκρο, στην Ασία, η κομφουκιανή έμφαση στην οικογένεια, σαν τον ακρογωνιαίο λίθο της κοινότητας, της κοινωνίας και της πολιτείας, μπορεί να οδηγήσει – και έχει οδηγήσει – στη διαφθορά και τη μεροληψία με τη μορφή της ρουσφετολογίας και συναφών αδυναμιών.

Στο άλλο άκρο, όπου η μοντέρνα δυτική έμφαση στην ατομική ελευθερία έχει υποβαθμίσει την πυρηνική οικογένεια, και εκεί όπου η πολιτική δύναμη είναι ένα αγαθό που πρέπει να αγοραστεί, δίνεται συνολικά ελάχιστη προσοχή στην αρετή.

Όταν οι άνθρωποι αφήνονται στην τύχη τους και ποτέ δεν ενθαρρύνονται – ή υποχρεώνονται – να υιοθετήσουν ηθικά συστήματα, συχνά επιλέγουν την φαυλότητα αντί της αρετής.

Όπως και ο φυσικός κόσμος, έτσι και ο ηθικός κόσμος δεν είναι τέλεια αποδοτικός. Το χάσιμο απόδοσης ή το κέρδος εντροπίας – κίνηση από την τάξη προς το χάος – εμπεριέχεται στον φυσικό κόσμο. Κάθε διαδικασία είναι λιγότερο από 100% αποδοτική.

Ομοίως είναι ευκολότερο να αποκτήσεις κακές συνήθειες αντί για καλές και είναι δυσκολότερο να απαλλαγείς από τις κακές αντί από τις καλές. Βραχυπρόθεσμα, και από ατομική οπτική γωνία, τα ελαττώματα φαίνεται να είναι πιο ευχάριστα από τις αρετές.

Αλλά μακροπρόθεσμα, και από μια κοινωνική οπτική γωνία, μια ελαττωματική κοινωνία γίνεται δυσλειτουργική και εχθρική προς την ευημερία των μελών της· ενώ μια ενάρετη παραμένει λειτουργική και ενισχυτική για την ευημερία των μελών της.

Έτσι ο Ρομπέν πρέπει να σκεφτεί ποιες μακροπρόθεσμες αρετές προσπαθεί να προστατέψει μέσω των βραχυπρόθεσμων πράξεών του.

«Όλοι οι άνθρωποι πρέπει να πασχίζουν να ακολουθούν αυτό που είναι το σωστό και όχι αυτό που είναι καθιερωμένο». -ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ

Νέα σωματίδια μισό φως μισό ύλη μπορεί να κρατούν το κλειδί για μια επανάσταση στην πληροφορική

Οι επιστήμονες έχουν ανακαλύψει νέα σωματίδια που θα μπορούσαν να βρίσκονται στην καρδιά μιας μελλοντικής τεχνολογικής επανάστασης που βασίζεται σε φωτονικά κυκλώματα, οδηγώντας σε πολύ γρήγορους υπολογιστές με βάση το φως.
 
Η τρέχουσα τεχνολογία υπολογιστών βασίζεται σε ηλεκτρονικά συστήματα, όπου τα ηλεκτρόνια χρησιμοποιούνται για την κωδικοποίηση και τη μεταφορά πληροφοριών. 
 
Λόγω ορισμένων θεμελιωδών περιορισμών, όπως η απώλεια ενέργειας μέσω της θέρμανσης με την αντίσταση, αναμένεται ότι τα ηλεκτρόνια τελικά θα χρειαστεί να αντικατασταθούν από φωτόνια, οδηγώντας σε φουτουριστικούς υπολογιστές με φως που είναι πολύ πιο γρήγοροι και πιο αποδοτικοί από τους ηλεκτρονικούς.
 
Οι φυσικοί στο Πανεπιστήμιο του Έξετερ έχουν κάνει ένα σημαντικό βήμα προς την κατεύθυνση αυτού του στόχου, καθώς έχουν ανακαλύψει νέα σωματίδια μισά φως μισή ύλη, που κληρονομούν μερικά από τα αξιοσημείωτα χαρακτηριστικά του γραφένιου.
 
Αυτή η ανακάλυψη ανοίγει την πόρτα για την ανάπτυξη των φωτονικών κυκλωμάτων χρησιμοποιώντας αυτά τα εναλλακτικά σωματίδια, γνωστά ως άμαζα πολαριτόνια Dirac, για να μεταφέρουν πληροφορίες παρά ηλεκτρόνια.
 
Τα πολαριτόνια είναι ψευδο-σωματίδια με μοναδικές ιδιότητες, μεταξύ των οποίων η συμπύκνωσή τους, όταν πολλά από αυτά συνυπάρχουν στον ίδιο μικρό χώρο, με τον ίδιο τρόπο που συμπυκνώνονται οι σταγόνες του νερού, όταν υπάρχει πολλή υγρασία (εξ ου και ο όρος «υγρό» φως). Το ρευστό αυτό φως μπορεί να κινηθεί προς τη φορά των δεικτών του ρολογιού ή αντίστροφα.
 
Τα πολαριτόνια είναι δέκα χιλιάδες φορές ελαφρύτερα από τα ηλεκτρόνια και σχηματίζουν μια κατάσταση της ύλης γνωστή ως συμπύκνωμα Bose-Einstein. Σε αυτήν, οι κβαντικές φάσεις των πολαριτονίων συγχρονίζονται και δημιουργούν ένα μακροσκοπικό κβαντικό αντικείμενο, ανιχνεύσιμο μέσω μετρήσεων φωτοφωταύγειας. Η δυνατότητα ανίχνευσης των πολαριτονίων, αν συνδυασθεί με την υπολογιστική διαδικασία, επιτρέπει την εύρεση της καλύτερης δυνατής λύσης σε ένα πολύπλοκο πρόβλημα.  
 
Τα πολαριτόνια του Dirac εμφανίζονται σε μεταεπιφάνειες με κηρήθρες, οι οποίες είναι εξαιρετικά λεπτά υλικά που έχουν σχεδιαστεί ώστε να έχουν δομή στη νανοκλίμακα, πολύ μικρότερη από το μήκος κύματος του φωτός.
 
Ένα μοναδικό χαρακτηριστικό των σωματιδίων Dirac είναι ότι μιμούνται σχετικιστικά σωματίδια χωρίς μάζα, επιτρέποντάς τους να ταξιδεύουν πολύ αποτελεσματικά. Το γεγονός αυτό καθιστά το γραφένιο ένα από τα πιο αγώγιμα υλικά που είναι γνωστά στον άνθρωπο.
 
Ωστόσο, παρά τις εξαιρετικές ιδιότητές τους, είναι πολύ δύσκολο να τα ελέγξουμε. Για παράδειγμα, στα γραφένια είναι αδύνατο να ενεργοποιήσετε/απενεργοποιήσετε τα ηλεκτρικά ρεύματα χρησιμοποιώντας απλά ηλεκτρικά δυναμικά, εμποδίζοντας έτσι την πιθανή εφαρμογή του γραφένιου σε ηλεκτρονικές συσκευές.
 
Αυτό το βασικό μειονέκτημα – η έλλειψη συντονισιμότητας – έχει ξεπεραστεί επιτυχώς με μοναδικό τρόπο από τους φυσικούς στο Πανεπιστήμιο του Exeter.
 
Ο Charlie-Ray Mann, ο κύριος συγγραφέας της δημοσίευσης στο Nature Communications, εξηγεί: «Για το γραφένιο, κάποιος συνήθως πρέπει να τροποποιήσει αυτό το πλέγμα σαν κηρήθρα, για να αλλάξει τις ιδιότητές του που είναι εξαιρετικά δύσκολο να το ελέγξετε.»
 
«Η βασική διαφορά εδώ είναι ότι τα πολαριτόνια του Dirac είναι υβριδικά σωματίδια, ένα μείγμα φωτός και ύλης. Αυτή η υβριδική φύση μας παρουσιάζει έναν μοναδικό τρόπο για να συντονιστούν οι θεμελιώδεις ιδιότητές τους, χειριζόμενοι μόνο το φωτεινό συστατικό τους, κάτι που είναι αδύνατο να γίνει στο γραφένιο.»
 
Οι ερευνητές καταδεικνύουν ότι με την ενσωμάτωση της μεταεπιφάνειας κηρήθρας ανάμεσα σε δύο ανακλαστικούς καθρέφτες και την αλλαγή της απόστασης μεταξύ τους μπορεί κανείς να συντονίσει τις θεμελιώδεις ιδιότητες των πολαριτονίων του Dirac με απλό, ελεγχόμενο και αναστρέψιμο τρόπο.
 
«Η εργασία μας έχει κρίσιμες συνέπειες για τους ερευνητικούς τομείς της φωτονικής και των σωματιδίων Dirac», προσθέτει ο Eros Mariani, κύριος ερευνητής στη μελέτη.
 
«Έχουμε δείξει την ικανότητα να επιβραδύνουμε ή και να σταματάμε τα σωματίδια του Dirac και να τροποποιήσουμε την τεχνική τους εσωτερική δομή, τη χειρότητά τους, κάτι που είναι αδύνατον να γίνει στο ίδιο το γραφένιο.»
 
«Τα επιτεύγματα της δουλειάς μας θα αποτελέσουν ένα βασικό βήμα στην επερχόμενη επανάσταση των  φωτονικών κυκλωμάτων».

Ο Επικούρειος Άνθρωπος

Ποιος είναι ο Επικούρειος Άνθρωπος; Φυγόπονος, πνευματικά ρηχός, άθεος, διεφθαρμένος ηδονοθήρας, απόμακρος και αντικοινωνικός, εγωπαθής και αδιάφορος για τους άλλους, δειλός και μόνιμα κρυπτόμενος, οπαδός μιας ανήθικης παρωδίας της Ελληνικής Φιλοσοφίας, αυτή είναι σε γενικές γραμμές η αντίληψη που καλώς ή κακώς επικρατεί σήμερα.

Όχι ανεξήγητα άλλωστε αφού από την εποχή ακόμα του Επίκουρου η φιλοσοφία του συνάντησε λυσσαλέες αντιδράσεις, συκοφαντήθηκε, κάποιες φορές πλαστογραφήθηκε και διαστρεβλώθηκε άγρια από τους αντιπάλους της, αρχικά από τους Ακαδημικούς αργότερα από τους Στωικούς και τέλος από τους Χριστιανούς που όλοι περιέργως είχαν διαχρονικά άριστες σχέσεις με τις εκάστοτε εξουσίες.
 
Ο αντίπαλος και σύγχρονος του Επίκουρου, διευθυντής της Ακαδημίας Αρκεσίλαος για να εξηγήσει γιατί έχανε σε μόνιμη βάση μαθητές προς τον Κήπο ενώ σπανίως γινόταν το αντίθετο έλεγε περιφρονητικά πως «τον άνδρα μπορείς να τον κάνεις ευνούχο, τον ευνούχο όμως δεν μπορείς να τον κάνεις άνδρα».
 
Ο Διότιμος ο στωικός συκοφαντούσε τον Επίκουρο αποδίδοντάς του πενήντα αισχρές επιστολές, που ήταν φυσικά πλαστές, όπως μας πληροφορεί ο Διογένης ο Λαέρτιος και που πιθανότατα έγραψε ο ίδιος ο Διότιμος. Το ίδιο έγινε και από τους μαθητές του Ποσειδώνιου του Στωικού, Νικόλαο και Σωτίωνα. Ο Επίκτητος επίσης τον αποκαλούσε κιναιδολόγο και τον λοιδορούσε με τον χειρότερο τρόπο.
 
Ο Επικουρισμός με τον υλισμό του και την αθεοφοβία του έγινε το κόκκινο πανί για την Χριστιανική Θρησκεία που αισθάνθηκε ότι απειλείται η πνευματική κυριαρχία της και τον πολέμησε με λύσσα. Ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς έλεγε: «Εάν ο Απόστολος Παύλος χτύπησε τους φιλοσόφους είχε υπ’ όψιν του μονάχα τους Επικούρειους».
 
Γιατί όμως όλη αυτή η αντίδραση στο συγκεκριμένο φιλοσοφικό ρεύμα που κάνει τους ανθρώπους να αντιμετωπίζουν τουλάχιστον με αμηχανία κάποιον όταν δηλώνει Επικούρειος;

Ποιος είναι τελικά ο Επικούρειος Άνθρωπος;
Η φιλοσοφία του Επίκουρου αποβλέπει στην επίτευξη της καταστηματικής ηδονής δηλαδή της κατάστασης εκείνης που συνδυάζει έλλειψη σωματικού πόνου και ψυχική αταραξία και αποτελεί προϋπόθεση για την Ευδαιμονία που είναι και το ζητούμενο.
 
Οι αρετές όπως η φρόνηση – η μέγιστη αρετή κατά τον Επίκουρο – η δικαιοσύνη, η ανδρεία, η εγκράτεια, η φιλία δεν αποτελούν αυτοσκοπό, αλλά μέσο για την επίτευξη του ηδονικού βίου και επομένως έχουν ωφελιμιστική βάση και δεν επιβάλλονται έξωθεν από κάποια θεότητα.
 
Για να επιτευχθεί η ψυχική αταραξία ο άνθρωπος πρέπει:
  • α) να απαλλαγεί από τον αρχέγονο φόβο για τα φυσικά φαινόμενα τους θεούς και τον θάνατο με την νηφάλια μελέτη της Φύσης με βάση τις αισθήσεις και τα συναισθήματά του και σύμφωνα πάντα με τα επιστημονικά δεδομένα και όχι με αστήριχτους μύθους και αυθαίρετες δοξασίες που οδηγούν σε άχρηστες μεταφυσικές αγωνίες, δεισιδαιμονίες και παραλογισμούς που μιζερεύουν και ταλαιπωρούν την σύντομη ζωή του.
  • β) να ιεραρχήσει με φρόνηση τις επιθυμίες του και να επιδιώξει να ικανοποιήσει τις πιο φυσικές από αυτές, που του εξασφαλίζουν την επιβίωση, και έπειτα εκείνες που αφενός είναι μέσα στις δυνατότητές του και αφετέρου θα του προσφέρουν περισσότερο ευχαρίστηση παρά πόνο.
  • γ) Να αποφύγει να επιδιώξει την ικανοποίηση πλασματικών μη φυσικών επιθυμιώνόπως Δόξα, Πλούτο, Επιρροή, Εξουσία, που είναι ακόρεστες, δύσκολα ικανοποιούνται και ακόμα πιο δύσκολα διατηρούνται και βυθίζουν τον άνθρωπο σε ανασφάλεια, καχυποψία, αγωνία, πόνο και δυστυχία χωρίς τέλος. «Τίποτα δεν είναι αρκετό γι εκείνον που θεωρεί λίγο το αρκετό» σημειώνει ο Δάσκαλος.
  • δ) Να επιδιώξει την ειλικρινή φιλία και να αναζητήσει την προσωπική του ευδαιμονίακαι ασφάλεια, μέσω της ευδαιμονίας και ασφάλειας της κοινότητας των φίλων.
Η πορεία των πραγμάτων στο Επικούρειο Σύμπαν είναι συνισταμένη τριών παραγόντων: Της αναγκαιότητας (αίτιο – αιτιατό), του τυχαίου (αστάθμητος παράγων) και της παρέγκλισης που αποτελεί φαινομενικά αναίτια, μη προβλέψιμη, και σε μη καθορισμένο χρόνο ενέργεια που μπορεί να μεταβάλλει την πορεία των πραγμάτων και να οδηγήσει σε απρόβλεπτες διεργασίες.
 
Η παρέγκλιση είναι ενδογενής ιδιότητα της ύλης και σ’ αυτήν εδράζεται η συνειδητότητα και η ελεύθερη βούληση του Ανθρώπου. Η ύπαρξη της παρέγκλισης επιβεβαιώνεται σήμερα από την αρχή της απροσδιοριστίας, βασικής αρχής της κβαντικής φυσικής. Με την παρέγκλιση ουσιαστικά αποσυνδέεται το αίτιο από το αποτέλεσμα και έτσι τίποτα δεν μπορεί να προβλεφθεί εκ των προτέρων.
 
Ο άνθρωπος λοιπόν δεν είναι έρμαιο καμιάς μοίρας. Είναι αυτός που αποφασίζει ελεύθερα για την πορεία της ζωής του λαμβάνοντας κάθε φορά υπ’ όψιν του τα δεδομένα της συγκυρίας, όπου εκεί βέβαια παίζουν ρόλο και οι αναγκαιότητες και το τυχαίο.
 
Η ιδέα όμως της ελεύθερης βούλησης και της ανάληψης της ευθύνης των αποφάσεων για την ζωή τους δεν κάνει όλους τους ανθρώπους ευτυχισμένους. Οι περισσότεροι έχουν την τάση να αποποιούνται το δικαίωμα αλλά και την ευθύνη να αποφασίζουν οι ίδιοι για την ζωή τους και αρέσκονται να τα αναθέτουν σε άλλους, στον αρχηγό της οικογένειας, τον ηγεμόνα, τον πολιτικό, στην μοίρα, στον θρησκευτικό ηγέτη, στον ίδιο τον θεό. Έτσι έχουν την ψευδαίσθηση ότι απαλλάσσονται από την ευθύνη των επιπτώσεων από μία πιθανή αποτυχία, που κάλλιστα μπορούν να φορτώσουν στις πλάτες αυτών που εμπιστεύθηκαν.
 
Ο Επίκουρος λοιπόν φαίνεται ότι στην προσπάθειά του να απαλλάξει τους ανθρώπους από τον φόβο των θεών και του θανάτου και να πολεμήσει τις δεισιδαιμονίες και τον παραλογισμό, τους φόρτωσε τον φόβο της προσωπικής ευθύνης για την ζωή τους. Φόβο που ανά τους αιώνες βρέθηκαν πολλοί καλοθελητές να εκμεταλλευτούν.
 
Σε άλλους όμως ανθρώπους η συνειδητοποίηση της ελεύθερης βούλησης και της ευθύνης των επιλογών, τους γεμίζει μ’ ένα αίσθημα αυτάρκειας ανεξαρτησίας και δημιουργικότητας. Τους κάνει ηγέτες του εαυτού τους. Τους ωθεί να ζήσουν την «αυθεντική Ζωή» όπως παρατηρεί ο υπαρξιστής φιλόσοφος Jean – Paul Sartre ο οποίος συμπληρώνει: «Χωρίς δυσκολίες δεν υπάρχει ελευθερία. Τόσο αυθεντικότερη είναι η ελευθερία όσο μεγαλύτερες είναι οι δυσκολίες». Στην κατηγορία αυτή ανήκουν και οι Επικούρειοι.
 
Ο Επικούρειος λοιπόν είναι ο δυνατός άνθρωπος.
Γιατί χρειάζεται εσωτερική δύναμη, νηφαλιότητα και φρόνηση για να ελέγξει κανείς τους αρχέγονους φόβους του, να υποτάξει την απληστία και τις άλογες παρορμήσεις του και να ιεραρχήσει τις επιθυμίες του επιλέγοντας να ικανοποιήσει εκείνες που θα του εξασφαλίσουν πρώτιστα την επιβίωση έπειτα την ασφάλεια, την σωματική υγεία και την ψυχική ισορροπία.
 
Ο Επικούρειος δεν είναι μετριόφρων.
Η μετριοφροσύνη αφορά τους μέτριους και ο Επικούρειος δεν είναι μέτριος αλλά ξεχωριστός άνθρωπος. Δεν είναι επίσης ταπεινόφρων γιατί η ταπεινοφροσύνη αφορά τους ταπεινούς και καταφρονεμένους και ο Επικούρειος δεν είναι ούτε ταπεινός ούτε καταφρονεμένος, αλλά άνθρωπος σοβαρός, με προσωπικότητα αξίες και αυτοπεποίθηση, που παίρνει στα χέρια του το τιμόνι της ζωής του για να την οδηγήσει εκεί που αυτός έχει αποφασίσει.
 
Ο Επικούρειος δεν βασίζεται ποτέ στην τύχη.
Η τύχη λέει ο Δάσκαλος δεν είναι θεά όπως πολλοί πιστεύουν γιατί είναι άστατη και αλλοπρόσαλλη και από ένα τυχαίο γεγονός μπορεί να προκύψουν τα μεγαλύτερα καλά όπως και τα χειρότερα κακά, αλλά αυτό εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το αν θα το διαχειριστεί ο άνθρωπος με φρόνηση ή όχι. Στο τέλος της γραφής προσθέτει είναι καλύτερα να πάρουμε με φρόνηση μια απόφαση που θα αποδειχτεί λάθος παρά στην τύχη μία απόφαση που θα αποδειχτεί σωστή.
 
Ο Επικούρειος είναι άνθρωπος αυτάρκης.
Γνωρίζει ότι όσες λιγότερες εξωτερικές εξαρτήσεις έχει τόσο πιο ελεύθερος είναι. «Μέγιστος καρπός της αυτάρκειας η Ελευθερία» λέει ο Δάσκαλος « Αυτός που ζει ελεύθερα και ανεξάρτητα δεν μπορεί να αποχτήσει μεγάλα πλούτη, γιατί αυτό απαιτεί δουλοπρέπεια είτε προς τον όχλο είτε προς την εξουσία, μπορεί όμως να έχει όσα χρειάζεται σε συνεχή επάρκεια». Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι ο Επικούρειος είναι ολιγαρκής από πεποίθηση όπως π.χ. ο Κυνικός.
 
Θα απολαύσει λοιπόν την πολυτέλεια όποτε του τύχει, γιατί την πολυτέλεια την απολαμβάνουν ηδονικότερα όσοι την έχουν λιγότερο ανάγκη. Άλλωστε και η λιτότητα έχει τα όριά της, όπως παρατηρεί ο σοφός μας Παππούς και όποιος το παραβλέπει αυτό παθαίνει κάτι αντίστοιχο με εκείνον που δεν βάζει όρια στις επιθυμίες του. Η αυτάρκεια λοιπόν των επικούρειων ουδέποτε φτάνει στα όρια του ασκητισμού όπως έχει υποστηριχτεί από κάποιους.
 
Ο Επικούρειος δεν είναι ο άνθρωπος του καθήκοντος.
Οι πράξεις του καθορίζονται από την ελεύθερη βούλησή του και όχι από κάποιο ακαθόριστο ομιχλώδες αίσθημα καθήκοντος προς κάποιον θεό η κάποια ηγεσία. Αυτό σημαίνει ότι είναι δύσκολα διαχειρίσιμος από την Εξουσία. Ο Επικούρειος θα επιλέξει να ακολουθήσει το μονοπάτι του πόνου αν αυτό τον οδηγεί στην λεωφόρο της ηδονής. Έτσι θα υποστεί τον πόνο και τον κίνδυνο του πολέμου επιδιώκοντας την κατά πολύ σημαντικότερη ηδονή της απόλαυσης της Ελευθερίας και της Ασφάλειας της προσωπικής του, της οικογενείας του και των φίλων του, αλλά αυτό θα είναι συνειδητή δική του απόφαση και όχι καθήκον, όπως ακριβώς έκαναν οι Έλληνες στις Θερμοπύλες, τον Μαραθώνα και την Σαλαμίνα.
 
Η στωική έννοια του καθήκοντος που πέρασε στον Χριστιανισμό και τις άλλες μονοθεϊστικές θρησκείες μπορεί να οδηγήσει σε επικίνδυνα μονοπάτια. Το δήθεν καθήκον στον θεό οδήγησε στην φρίκη της Ιερής Εξέτασης τον Μεσαίωνα αλλά και αποτέλεσε το πρόσχημα για τις τυχοδιωκτικές Σταυροφορίες της Δύσης με τα τραγικά τους αποτελέσματα την ίδια ιστορική Εποχή. Το καθήκον προς την ηγεσία, την φυλή και την κακώς εννοούμενη πατρίδα, οδήγησε στο πρόσφατο παρελθόν ένα ολόκληρο Έθνος υψηλής πολιτισμικής στάθμης, να προκαλέσει το μακελειό του Β Παγκόσμιου Πολέμου και τα πρωτοφανή εγκλήματα γενοκτονίας εναντίον άλλων λαών που χαρακτηρίστηκαν σαν Ολοκαύτωμα.
 
Ο Επικούρειος είναι ένας αισιόδοξος και χαρούμενος άνθρωπος.
Να γελάς και να φιλοσοφείς την ώρα που ασχολείσαι με τις καθημερινές σου υποθέσεις συμβουλεύει ο Δάσκαλος. Να μην αναβάλλεις την χαρά αλλά να γεύεσαι την κάθε πολύτιμη στιγμή της θνητής ζωής σου. Να απολαμβάνεις αυτά που έχεις και να μην σκοτίζεσαι γι' αυτά που δεν έχεις. Να απολαμβάνεις να φιλοσοφείς γιατί η φιλοσοφία είναι η μόνη ενασχόληση που μπορείς να γευθείς τους ηδονικούς καρπούς της άμεσα. Ποτέ μην πεις ότι είναι νωρίς ή ότι είναι πλέον αργά για φιλοσοφία. Είναι σαν να λες ότι είναι νωρίς η αργά για ευδαιμονία.
 
Ο Επικούρειος είναι άνθρωπος χαμηλών τόνων.
Δεν κάνει θόρυβο γύρω από το όνομά του, δεν επαίρεται για τον εαυτό του, τις γνώσεις του τις ικανότητές του, τα υλικά του αγαθά, δεν ζητά επιβεβαίωση από τους άλλους γιατί δεν την χρειάζεται. Είναι υπερήφανος γι' αυτό που είναι, γι' αυτό που αξίζει ο ίδιος. Αυτή είναι και η σημασία του περίφημου λάθε βιώσας και όχι ο αναχωρητισμός όπως κακώς πολλές φορές υποστηρίζεται από ορισμένους.
 
Ο Επικούρειος είναι κοινωνικό ον.
Πιστεύει στην ανάγκη της κοινωνικής συμβίωσης των ανθρώπων η οποία βασίζεται στο κοινωνικό συμβόλαιο, του να μην βλάπτει δηλαδή ο ένας τον άλλο και να επιδιώκουν μαζί την επίτευξη κοινών στόχων που θα διευκολύνουν την ζωή όλων.
«Το της Φύσεως δίκαιον εστί σύμβολον του συμφέροντος εις το μη βλάπτειν αλλήλους μηδέ βλάπτεσθαι». (Επίκουρος – Κύριες Δόξες)
Είναι δίκαιος και νομοταγής.
Στην δικαιοσύνη και τον νόμο εδράζεται το κοινωνικό συμβόλαιο. «Η αταραξία είναι ο μέγιστος καρπός της δικαιοσύνης». Ο δίκαιος απολαμβάνει την ψυχική γαλήνη, ενώ ο άδικος είναι πάντοτε γεμάτος ταραχή, αφού ζει με τον φόβο της τιμωρίας και της εκδίκησης. Ο Επίκουρος θεωρούσε πως δεν ταιριάζει στον φιλόσοφο ακόμα και όταν αδικηθεί, να συγκρουσθεί ή να εκδικηθεί. (Φιλόδημος Γαδαρινός : περί Επίκουρου)
 
Είναι επίσης Δημοκρατικός.
Γιατί μόνο στην δημοκρατία το δίκαιο και ο νόμος απορρέει από τους πολίτες και αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση της ομαλής κοινωνικής συμβίωσης και αλλάζει πάλι από τους πολίτες όταν πάψει να την εξυπηρετεί. Γι’ αυτόν τον λόγο ο Επικούρειος στέκεται πάντα απέναντι στην Τυραννία. Είναι ξεκάθαρη θέση του Κήπου πως ο Επικούρειος δεν θα γίνει ποτέ Τύραννος.
«Νόμος που δεν εξυπηρετεί το κοινωνικό συμφέρον δεν είναι δίκαιος νόμος» (Επίκουρος-Κύριες Δόξες).
Την προτροπή του Επίκουρου περί αποφυγής ενασχόλησης με την πολιτική, προκειμένου να διαφυλάξει ο σοφός την προσωπική του γαλήνη, θα πρέπει να την δούμε σαν παραίνεση και όχι σαν δογματική θέση, με φόντο την πολιτική κατάσταση των Ελληνιστικών χρόνων, όπου ο αποδυναμωμένος Δήμος είχε χάσει κάθε δυνατότητα να επηρεάσει τις τύχες της Πόλης και ο πολιτικός είτε είχε μετατραπεί σε χειροκροτητή του ηγεμόνα (Στρατοκλής) είτε είχε εξοριστεί από την Πόλη (Δημοχάρης). Ο ίδιος ο Επίκουρος άλλωστε διευκρινίζει:
«Όσοι φλέγονται από φιλοτιμία και φιλοδοξία, και δεν μπορούν να κάνουν διαφορετικά, ας ακολουθήσουν τη φυσική τους ορμή για πολιτική. Γιατί η απραγμοσύνη θα τους ταράξει περισσότερο και θα τους πληγώνει, όσο δεν τους γίνεται εκείνο που ορέγονται…» (από Θ 245. Επικ. 555)
Οι Επικούρειοι τιμούν τους θεούς – θεσμούς της Πόλης
Συμμετέχουν και χαίρονται περισσότερο απ’ όλους τις γιορτές και τις εκδηλώσεις της, γιατί αυτές δένουν τους ανθρώπους μεταξύ τους και ανεξάρτητα από την περιουσία τους και την κοινωνική τους θέση, τους κάνουν να αισθάνονται μέλη του ίδιου κοινωνικού συνόλου. Η κοινωνικότητα είναι λοιπόν για τους Επικούρειους φυσική ανάγκη. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να νοηθεί έξω από τον κοινωνικό του περίγυρο όχι μόνο στον Επικουρισμό αλλά στο σύνολο της Ελληνικής φιλοσοφίας αντίθετα με τις ανατολικές φιλοσοφίες.
 
Η Επικούρεια φιλία και παρρησία
Η εξωστρέφεια των Επικούρειων επιβεβαιώνεται από τον κεντρική θέση που κατέχει στην φιλοσοφία τους η φιλία. Δεν αρνούνται ότι η επιδίωξη της φιλίας όπως άλλωστε και της δικαιοσύνης, ξεκινά από ωφελιμιστικούς λόγους, καταλήγει όμως από μόνη της αρετή. Γιατί ο Επικούρειος θα επιδιώξει την προσωπική του ασφάλεια και ευδαιμονία μέσω της προαγωγής της ασφάλειας και ευδαιμονίας του συνόλου. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια γίνεται κατανοητό, γιατί το αίσθημα της προσφοράς στους άλλους αποτελεί για τους επικούρειους ηδονή και όχι καθήκον.
«το εύ ποιείν ήδιόν εστι του εύ πάσχειν» (Το να ευεργετείς είναι ηδονικότερο από το να ευεργετείσαι).
Η ελευθερία του λόγου, η παρρησία των Επικούρειων, είναι βασικό στοιχείο της κοινωνικής τους συμπεριφοράς. Η άσκηση ελεύθερης αλλά καλοπροαίρετης κριτικής, με ευγένεια και νηφαλιότητα, συνδυάζεται πάντα με προσεκτική αποδοχή αντίστοιχης κριτικής από τους άλλους. Αυτό προϋποθέτει ελεύθερη δημοκρατική κοινωνία χωρίς διαχωρισμούς με βάση το φύλο την περιουσία και την κοινωνική θέση. Αυτό είναι και το μεγάλο πείραμα που γίνεται στον Κήπο μέσα στην καρδιά της καθημαγμένης παρακμάζουσας Αθηναϊκής κοινωνίας των Ελληνιστικών χρόνων.
 
Με την προώθηση της φιλίας δημιουργούν οι Επικούρειοι ένα στενότερο κοινωνικό κύκλο από ειλικρινείς φίλους, πάντα πρόθυμους να στηρίζουν και να συμπαρίστανται ο ένας στον άλλο, μεταξύ των οποίων η δικαιοσύνη είναι αυτονόητη και δεν χρειάζεται νόμους για να επιβληθεί και σχηματίζουν έτσι ένα πλέγμα προστασίας και ασφάλειας για τον καθένα που συμμετέχει σε αυτόν, ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης της κοινωνίας και των θεσμών.
 
Η Φιλία είναι η Ακρόπολη της Ανθρώπινης Αξιοπρέπειας που παραμένει ελεύθερη ακόμα και όταν το Κάστρο της κοινωνίας και των θεσμών έχει αλωθεί όπως συνέβαινε στην εποχή του Επίκουρου στην Ελληνιστική Αθήνα και όπως δυστυχώς κινδυνεύει να συμβεί στην σημερινή Ελλάδα.
 
Οι Επικούρειοι δεν φοβούνται τον θάνατο.
Γιατί όσο εμείς είμαστε ζωντανοί αυτός δεν υπάρχει και όταν αυτός είναι παρών δεν υπάρχουμε εμείς για να τον αντιληφθούμε. Πέρα από τον θάνατο δεν υπάρχει τίποτα να φοβηθούμε ή να ελπίζουμε. Και ούτε την ανυπαρξία πρέπει να φοβάται κανείς γιατί ανύπαρκτος ήταν και πριν γεννηθεί. Ο θάνατος είναι αυτός που δίνει νόημα στην ζωή και κάνει κάθε στιγμή της πολύτιμη και ανεπανάληπτη. Γι' αυτό πρέπει ο άνθρωπος να ζει την κάθε μέρα του σαν να ήταν η τελευταία της ζωής του.
 
Καρπώσου την μέρα όπως έλεγε χαρακτηριστικά ο Ρωμαίος ποιητής Βιργίλιος. Αυτός που αναβάλλει την χαρά λέει ο Επίκουρος πεθαίνει πνιγμένος στις ασχολίες χωρίς να έχει ζήσει. Και όπως παρατηρεί ο Σενέκας το πολυτιμότερο αγαθό που μπορεί να προσφέρει ο άνθρωπος στους συνανθρώπους του είναι ο χρόνος του.
 
Οι Επικούρειοι δεν φοβούνται τους θεούς.
Οι θεοί των Επικούρειων είναι πρότυπα ευδαιμονίας και μακαριότητας για τους ανθρώπους. Δεν είναι φορείς παράλογων ηθικών κανόνων που επιβάλλουν με την αυθεντία τους στους ανθρώπους. Ούτε εξευμενίζονται από κανένα ούτε οργίζονται, ούτε μνησικακούν εναντίον κανενός, ούτε τιμωρούν και εκδικούνται, γιατί όπως λέει ο Δάσκαλος αυτό αντίκειται στην μακαριότητά τους και χαρακτηρίζει κατώτερα όντα.
 
Επομένως οι θεοί δεν παρεμβαίνουν στην πορεία της ζωής των ανθρώπων, αλλά ούτε και αποτελούν αιτία των φυσικών φαινομένων τα οποία υπακούν σε φυσικούς νόμους είτε τους γνωρίζουμε είτε όχι. Οι θεοί είναι φίλοι των ανθρώπων και όχι δυνάστες. Και οι άνθρωποι δεν έχουν κανένα λόγο να τους φοβούνται, αλλά ούτε και να ελπίζουν τίποτα από αυτούς. Στις δυσκολίες της ζωής ο άνθρωπος πρέπει να στηρίζεται στους συνανθρώπους του και όχι στους αμέτοχους θεούς.
 
Γι αυτό το λόγο ο Διογένης ο Οινοανδέας προτείνει να αποδίδονται γελαστά τα πρόσωπα των θεών στα αγάλματα. Για τους Επικούρειους οι θεοί αντιπροσωπεύουν το πρότυπο της ψυχικής γαλήνης που πρέπει να επιδιώκει ο άνθρωπος. Γι' αυτό και έχουν όλο το δικαίωμα όπως διακηρύσσει ο Δάσκαλος στον επίλογο της προς Μενοικέα επιστολής του, να ισχυρίζονται ότι ζουν σαν θεοί ανάμεσα σε ανθρώπους.

Αρχαία Ελληνική Τραγωδία: Κάθαρσις

Ι.
Ένα από τα χρονίζοντα και ακανθώδη προβλήματα της λογοτεχνικής θεωρίας αποτελεί η ακροτελεύτια πρόταση του ορισμού της τραγωδίας στο έκτο κεφάλαιο της αριστοτελικής Ποιητικής. Δύο λόγοι προκαλούν σημαντικές δυσκολίες, ένας γενικός και ένας ειδικός. Ο γενικός συνίσταται στην υπόσχεση του Αριστοτέλη στο όγδοο βιβλίο των Πολιτικών(1341b 32-1342a 30) ότι θα πραγματευθεί αναλυτικότερα το θέμα της καθάρσεως στην Ποιητική, υπόσχεση όμως που ο φιλόσοφος αθετεί, αφού στο σωζόμενο τουλάχιστον βιβλίο της ποιητολογικής του πραγματείας δεν προβαίνει σε κάποια συζήτηση, αλλά θεωρεί τον όρο δεδομένο. Έχουν διατυπωθεί ποικίλες υποθέσεις για την προηγούμενη ανακολουθία, οι οποίες κυμαίνονται από την παραδοχή ότι ο Αριστοτέλης λησμόνησε την πραγματοποίηση της υπόσχεσής του έως την πρόταση ότι ο όρος αναλύθηκε στο χαμένο έργο του Περί ποιητών. Άλλοι μελετητές υπέθεσαν ότι μια εκτενέστερη πραγμάτευση της καθάρσεως θα περιλαμβανόταν είτε σε κάποιο χωρίο που έχει εκπέσει από το σωζόμενο βιβλίο της Ποιητικής είτε θα υπήρχε στο δεύτερο χαμένο βιβλίο του ίδιου έργου.[1] Τέλος, μερικοί ερευνητές θεώρησαν την ακροτελεύτια πρόταση του ορισμού της τραγωδίας κατάλοιπο από μια προγενέστερη εκδοχή της πραγματείας ή μεταγενέστερη προσθήκη στην Ποιητική, ενώ δεν αποκλείστηκε και το ενδεχόμενο η ανάλυση του όρου να πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο των Πολιτικών σε κάποιο εκπεσόν χωρίο σχετικό με την ποίηση.[2]
 
Ο ειδικός λόγος αναφέρεται στην προβληματική διατύπωση της ακροτελεύτιας πρότασης του ορισμού της τραγωδίας στην Ποιητική. Ενώ είναι προφανές ότι η κάθαρσις ή η πρόκληση της οικείας ηδονής της τραγωδίας πραγματοποιείται χάρη στη διέγερση του ελέου και του φόβου, δεν είναι εξίσου προφανές τι σημαίνει η αντωνυμία τοιούτων και η λέξη παθημάτων. Συγκεκριμένα, αν τα παθήματα δηλώνουν συναισθήματα, τότε η αντωνυμία είτε σημαίνει τα παρόμοια ή συγγενικά συναισθήματα, τα οποία απομένει να προσδιοριστούν ακριβέστερα,[3] ενώ και σε άλλα χωρία της θεωρητικής του πραγματείας ο Αριστοτέλης μνημονεύει τον έλεον και τον φόβον ως τα ειδοποιά συναισθήματα που διεγείρει η τραγωδία, είτε δηλώνει συναισθήματα τέτοιου τύπου, τέτοιας ποιότητας, τα οποία ταυτίζονται με τα προαναφερθέντα συναισθήματα, δηλαδή παθήματα ελεεινά και φοβερά.[4] Η εναλλακτική δυνατότητα έγκειται στη σημασία της λέξης παθήματα (=καταστροφικά γεγονότα).[5] Και στις δύο περιπτώσεις το τελικό νόημα δεν μεταβάλλεται ουσιαστικά, όπως αποδεικνύει και η αγγλική απόδοση της επίμαχης πρότασης από τον Sifakis, ο οποίος κάνει λόγο για τα συναισθήματα του ελέου και του φόβου που διεγείρονται από την πλοκή, άρα από τα καταστροφικά γεγονότα που αυτή παριστάνει.[6] Η ιατρική ερμηνεία της καθάρσεως, που την καθιέρωσε η μελέτη του Bernays (1880),[7] βασίζεται στο όγδοο βιβλίο των Πολιτικών (1342a 5 κ.ε.)[8] όπου ο Αριστοτέλης κάνει λόγο για άτομα με ευπαθή ψυχική υγεία, τα οποία ηρεμούν ακούγοντας οργιαστικές μελωδίες που προκαλούν έντονη ταραχή στην ψυχή τους, και έτσι με ομοιοπαθητικό τρόπο τα επαναφέρουν σε ισορροπία. Ωστόσο, αξίζει να παρατηρήσουμε ότι ο Αριστοτέλης δεν αναφέρεται στο χωρίο αυτό μόνο σε προβληματικά από ψυχική άποψη άτομα αλλά και σε φυσιολογικά, που είναι επιρρεπή στον έλεον, τον φόβον ή και σε άλλα συναισθήματα, διαβαθμισμένα ανάλογα με την έντασή τους στο καθένα.
 
Πριν προβούμε στην ανάλυση και ερμηνεία του πολυσυζητημένου αποσπάσματος θεωρούμε σκόπιμο να παραθέσουμε το αρχαίο κείμενο και μια ενδεικτική μετάφρασή του:
 
ἐπεὶ δὲ τὴν διαίρεσιν ἀποδεχόμεθα τῶν μελῶν ὡς διαιροῦσί τινες τῶν ἐν φιλοσοφίᾳ, τὰ μὲν ἠθικὰ τὰ δὲ πρακτικὰ τὰ δ᾽ ἐνθουσιαστικὰ τιθέντες, καὶ τῶν ἁρμονιῶν τὴν φύσιν <τὴν> πρὸς ἕκαστα τούτων οἰκείαν, ἄλλην πρὸς ἄλλο μέλος, τιθέασι, φαμὲν δ᾽ οὐ μιᾶς ἕνεκεν ὠφελείας τῇ μουσικῇ χρῆσθαι δεῖν ἀλλὰ καὶ πλειόνων χάριν (καὶ γὰρ παιδείας ἕνεκεν καὶ καθάρσεως -τί δὲ λέγομεν τὴν κάθαρσιν, νῦν μὲν ἁπλῶς, πάλιν δ᾽ ἐν τοῖς περὶ ποιητικῆς ἐροῦμεν σαφέστερον- τρίτον δὲ πρὸς διαγωγὴν πρὸς ἄνεσίν τε καὶ πρὸς τὴν τῆς συντονίας ἀνάπαυσιν), φανερὸν ὅτι χρηστέον μὲν πάσαις ταῖς ἁρμονίαις, οὐ τὸν αὐτὸν δὲ τρόπον πάσαις χρηστέον, ἀλλὰ πρὸς μὲν τὴν παιδείαν ταῖς ἠθικωτάταις, πρὸς δὲ ἀκρόασιν ἑτέρων χειρουργούντων καὶ ταῖς πρακτικαῖς καὶ ταῖς ἐνθουσιαστικαῖς. ὃ γὰρ περὶ ἐνίας συμβαίνει πάθος ψυχὰς ἰσχυρῶς, τοῦτο ἐν πάσαις ὑπάρχει, τῷ δὲ ἧττον διαφέρει καὶ τῷ μᾶλλον, οἷον ἔλεος καὶ φόβος, ἔτι δ᾽ ἐνθουσιασμός· καὶ γὰρ ὑπὸ ταύτης τῆς κινήσεως κατοκώχιμοί τινές εἰσιν, ἐκ τῶν δ᾽ ἱερῶν μελῶν ὁρῶμεν τούτους, ὅταν χρήσωνται τοῖς ἐξοργιάζουσι τὴν ψυχὴν μέλεσι, καθισταμένους ὥσπερ ἰατρείας τυχόντας καὶ καθάρσεως· ταὐτὸ δὴ τοῦτο ἀναγκαῖον πάσχειν καὶ τοὺς ἐλεήμονας καὶ τοὺς φοβητικοὺς καὶ τοὺς ὅλως παθητικούς, τοὺς δ᾽ ἄλλους καθ᾽ ὅσον ἐπιβάλλει τῶν τοιούτων ἑκάστῳ, καὶ πᾶσι γίγνεσθαί τινα κάθαρσιν καὶ κουφίζεσθαι μεθ᾽ ἡδονῆς. ὁμοίως δὲ καὶ τὰ μέλη τὰ πρακτικὰ παρέχει χαρὰν ἀβλαβῆ τοῖς ἀνθρώποις· διὸ ταῖς μὲν τοιαύταις ἁρμονίαις καὶ τοῖς τοιούτοις μέλεσιν ἐατέον <χρῆσθαι> τοὺς τὴν θεατρικὴν μουσικὴν μεταχειριζομένους ἀγωνιστάς. (Πολιτικά 1341b 32-1342a 18).
 
«Αν υιοθετήσουμε τη διαίρεση των μελωδιών που προτείνουν μερικοί ειδικοί στη φιλοσοφία, θεωρώντας ότι άλλες αφορούν τον χαρακτήρα, άλλες την πράξη και άλλες την έκσταση, και τη φύση των αρμονιών την αντίστοιχη προς την καθεμιά τους, διαφορετική για διαφορετική μελωδία, και υποστηρίζουμε ότι η μουσική χρησιμοποιείται όχι για μία και μόνο ωφέλεια αλλά για χάρη πολλών (για παράδειγμα για την επίτευξη παιδείας και κάθαρσης -σχετικά με το τί εννοούμε με την κάθαρση, ας περιοριστούμε εδώ σε απλή αναφορά της, θα επανέλθουμε όμως με μεγαλύτερη σαφήνεια στην πραγματεία για την ποιητική- και τρίτον με στόχο τη διασκέδαση, την άνεση και την ανάπαυση από την κοπιώδη εργασία), είναι φανερό ότι πρέπει να χρησιμοποιούμε όλες τις αρμονίες, δεν πρέπει όμως να τις χρησιμοποιούμε όλες με τον ίδιο τρόπο, αλλά για την παιδεία τις πιο ξεχωριστές για τον χαρακτήρα, ενώ για την ακρόαση των υπόλοιπων χειρωνάκτων τόσο τις μελωδίες για την πράξη όσο και τις μελωδίες για την έκσταση. Το συναίσθημα που για μερικές ψυχές είναι ισχυρό, αυτό υπάρχει σε όλες, αλλά διαφέρει ως προς την έντασή του, π.χ. ο οίκτος και ο φόβος και επιπλέον η έκσταση. Μερικοί λοιπόν καταλαμβάνονται από αυτήν την (εκστατική) κίνηση της ψυχής, και τους βλέπουμε χάρη στις ιερές μελωδίες, όταν ακούσουν τις οργιαστικές για την ψυχή μελωδίες, να ηρεμούν σαν να έχουν υποστεί θεραπεία και κάθαρση. Το ίδιο είναι απαραίτητο να υφίστανται όσοι νιώθουν οίκτο και φόβο και συναισθήματα κάθε είδους, καθώς και οι υπόλοιποι στο μέτρο που καθένας τους είναι δεκτικός αυτών των συναισθημάτων, και σε όλους συμβαίνει ένα είδος κάθαρσης και ανακούφιση συνοδευμένη από απόλαυση. Με παρόμοιο τρόπο και οι καθαρτικές μελωδίες προσφέρουν στους ανθρώπους άβλαβη ευχαρίστηση. Για τον λόγο αυτόν αυτές οι αρμονίες και αυτές οι μελωδίες πρέπει να επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται από όσους διαγωνίζονται εκτελώντας μουσική στο θέατρο».
 
ΙΙ.
Με τον τρόπο αυτόν προκαλείται μια ευχάριστη ανακούφιση, που παραβάλλεται με ιατρική θεραπεία και με ένα είδος κάθαρσης, η οποία όμως διαφοροποιείται με την αόριστη αντωνυμία (τινά κάθαρσιν), που δηλώνει ομοιότητα ανάμεσα στην ψυχή και το σώμα, διατηρεί όμως τη μεταφορική της σημασία, αφού, σύμφωνα με μια διαδεδομένη αναλογία, ο λόγος είναι για την ψυχή ό,τι το φάρμακο για το σώμα (Γοργίας, Ελένης εγκώμιον 14).[9] Η μεταφορά, πάντως, δεν αφορά αποβολή των συναισθημάτων του ελέου και του φόβου, όπως συμβαίνει με την ιατρική θεραπεία, όπου η κάθαρση συντελείται με τη βοήθεια του εμετού ή της κένωσης, της αποβολής δηλαδή από το σώμα των επιβλαβών ουσιών. Όταν στην Ποιητική χρησιμοποιείται ο όρος κάθαρσις, δικαιούμαστε να υποθέσουμε ότι η λέξη λειτουργεί ως συνώνυμο αυτής της ευχάριστης ανακούφισης, όχι όμως με ιατρικό περιεχόμενο. Η κάθαρσις, επομένως, είναι μια ευφρόσυνη ανακουφιστική ψυχική διαδικασία,[10] η οποία επέρχεται μετά τη θέαση οδυνηρών γεγονότων, που καταλήγουν στην καταστροφή. Πρέπει, πάντως, να τονιστεί ότι η έμφαση αφορά την ψυχολογική διεργασία, όχι το ηθικό αποτέλεσμα, όπως πίστευε ο Lessing, ο οποίος υποστήριζε ότι η κάθαρση συνίσταται στη μετατροπή επικίνδυνων παθών σε αρετές.[11] Ο Schadewaldt αμφισβήτησε την απόδοση στη γερμανική γλώσσα από τον Lessing του ελέου και του φόβου ως Furcht και Mitleid, γιατί οι λέξεις αυτές ανακαλούν ηθικοθρησκευτικούς συνειρμούς του Χριστιανισμού, και, συμφωνώντας με τον Wilamowitz, πρότεινε οι δύο έννοιες να ταυτιστούν με στοιχειώδεις σωματικές αντιδράσεις, όπως ο δακρύβρεκτος θρήνος ή η συγκίνηση (έλεος) και το ρίγος που προκαλεί στο ανθρώπινο σώμα ο τρόμος (φόβος). Ωστόσο, προτιμότερη θεωρείται μια συνδυαστική αντιμετώπιση των δύο εννοιών, γιατί δεν είναι υποχρεωτικό όποιος αισθάνεται οίκτο για κάποιον αναξιοπαθούντα ήρωα να αναλύεται σε δάκρυα. Με άλλα λόγια, τα ψυχικά συναισθήματα μπορούν να βρουν επιπλέον και τη σωματική τους έκφραση, χωρίς αυτό να αποτελεί απαράβατη αρχή ή μοναδική δυνατότητα.[12] Η επιμονή όμως του Schadewaldt στον αποσυσχετισμό των εννοιών αυτών από την ηθική τους διάσταση βρίσκει σημαντικό έρεισμα στη διαπίστωση του ίδιου του Σταγειρίτη ότι η ποίηση είναι περιοχή ανεξάρτητη από άλλους τομείς του επιστητού, άρα και από τους στόχους της ηθικής φιλοσοφίας. Ο θεατής, ωστόσο, αισθάνεται ανακουφισμένος, γιατί, χάρη σε αυτά τα συναισθήματα, ταυτόχρονα μαθαίνει από το μιμητικό έργο πώς και γιατί προκλήθηκαν αυτά τα οδυνηρά γεγονότα. Η κάθαρση είναι το συνδυαστικό αποτέλεσμα της γνωστικής και της συναισθηματικής λειτουργίας της τραγωδίας.[13] Με άλλα λόγια, μολονότι ο έλεος και ο φόβος είναι καθαυτά δυσάρεστα συναισθήματα, σύμφωνα με την αριστοτελική Ρητορική, διευκολύνουν τη γνωστική λειτουργία του θεατή. Αν στην πραγματική ζωή οι αγορεύσεις των ομιλητών επιδιώκουν να προκαλέσουν τα συναισθήματα όσων συμμετέχουν στην εκκλησία του δήμου ή στο δικαστήριο, όπως έδειξε ο Αριστοτέλης στη Ρητορική του, ώστε τα μέλη αυτών των συλλογικών σωμάτων να λάβουν συγκεκριμένες αποφάσεις, προβαίνοντας σε συγκεκριμένες επιλογές, στο θέατρο τα συναισθήματα βοηθούν τον θεατή να ταυτιστεί με τον τραγικό ήρωα και να κατανοήσει τη συμπεριφορά του, χωρίς αυτό να έχει άμεση επίπτωση στην καθημερινή ζωή της πόλης.[14] Τελικά, δικαιούμαστε να προτείνουμε, με βάση τις προηγούμενες σκέψεις, το εξής συλλογιστικό σχήμα: (α) Η οικεία ηδονή της τραγωδίας έγκειται στη μίμηση που διεγείρει τα συναισθήματα του ελέου και του φόβου (Ποιητική 1453b 10-14). (β) Το μιμητικό έργο προσφέρει μάθηση, σύμφωνα με το τέταρτο κεφάλαιο της Ποιητικής, και η μάθηση, με τη σειρά της, προκαλεί ηδονή. Άρα (γ) η οικεία ηδονή της τραγωδίας προκύπτει από τον συνδυασμό των γνωστικών και των συναισθηματικών στοιχείων. Με άλλα λόγια, η κάθαρση είναι το μέσο της μετατροπής επώδυνων συναισθημάτων σε γνωστικό, και επομένως ευχάριστο, περιεχόμενο. Ένα παράδειγμα προς αυτήν την κατεύθυνση προσφέρει ο ίδιος ο Αριστοτέλης στο χωρίο 1453b 34 κ.ε., όπου περιγράφεται ο φόνος μεταξύ συγγενών, ο οποίος όμως την τελευταία στιγμή αποφεύγεται χάρη στην αναγνώριση.[15]
 
Ότι έτσι έχει το πράγμα το δείχνουν ορισμένα τυχαία παραδείγματα. Ο θεατής μαθαίνει, παρακολουθώντας τη Μήδεια, γιατί η ηρωίδα σκοτώνει τα ίδια τα παιδιά της. Η εκδίκηση ίσως μας φαίνεται σήμερα αποτρόπαιη, αλλά η Μήδεια δεν μπορούσε να περιοριστεί μόνο στον θάνατο της θυγατέρας του βασιλιά της Κορίνθου, του Κρέοντα, και υποψήφιας συζύγου του Ιάσονα, γιατί κάτι τέτοιο δεν θα προκαλούσε στον τελευταίο ιδιαίτερα μεγάλο πόνο. Από την άλλη πλευρά, η δολοφονία του συζύγου της δεν θα την ικανοποιούσε, γιατί ο άπιστος Ιάσων θα περνούσε στην ανυπαρξία, η οποία καταργεί τον πόνο. Ο μόνος τρόπος, για να πονέσει ο Ιάσων βαθιά, είναι η παιδοκτονία, πράξη που επαναλαμβάνει η μυθική Πρόκνη, για να εκδικηθεί τον άπιστο Τηρέα, ενώ ανάλογη είναι και η σκληρή εκδίκηση της Εκάβης στην ομώνυμη ευριπίδεια τραγωδία, όπου η υπόδουλη πλέον βασίλισσα της Τροίας φονεύει τα παιδιά του Πολυμήστορα και τυφλώνει τον ίδιο τον βασιλιά της Θράκης. Πρόκειται, πράγματι, για αποτρόπαια γεγονότα, αλλά, αν αναλογιστούμε την πλήρη απομόνωση της Μήδειας, αφού δεν μπορεί να επιστρέψει στην πατρίδα της, μετά τη δολοφονία του αδερφού της, του Άψυρτου, καθώς στην Ελλάδα είναι ανεπιθύμητη ως επικίνδυνη μάγισσα, κατανοούμε, ακόμη και αν διαφωνούμε με την πράξη της, τη μοναξιά και την απόγνωσή της, όπως και την επιλογή της εκδίκησής της.
 
Διαφορετική είναι η περίπτωση του Οιδίποδα στον Οιδίποδα Τύραννο του Σοφοκλή, όπου ο ήρωας μετατρέπεται σε θύμα της ανυπακοής του πατέρα του στον χρησμό του Απόλλωνα, που απαιτούσε από τον Λάιο να μείνει άτεκνος, αν ήθελε να μη χάσει τη ζωή του από το χέρι του παιδιού του. Η προσπάθεια του Οιδίποδα να αποφύγει με κάθε τρόπο την πατροκτονία και την αιμομιξία, εγκλήματα που προέβλεπε ο χρησμός, καταλήγει στην πραγματοποίησή τους, καθώς τα ελλιπή στοιχεία που διαθέτει ο ήρωας τον οδηγούν σε εσφαλμένες εκτιμήσεις. Ο θεατής θα αισθάνθηκε, ασφαλώς, οίκτο για έναν άνθρωπο που δεν άξιζε αυτήν την τύχη, αφού υπήρξε άξιος βασιλιάς της Θήβας και καλός οικογενειάρχης, ενώ οι προθέσεις του απέναντι στους γονείς του ήταν αγαθές. Ο Οιδίπους θα αποκατασταθεί στην Αθήνα στο τελευταίο έργο του Σοφοκλή, τον Οιδίποδα επί Κολωνώ. Τα παραδείγματα θα μπορούσαν εύκολα να πολλαπλασιαστούν, αλλά δεν κρίνεται απαραίτητο, γιατί ο αναγνώστης είναι σε θέση να προβεί σε ανάλογες προσεγγίσεις των υπόλοιπων σωζόμενων τραγωδιών.
 
ΙΙΙ.
Το τελευταίο ερώτημα αφορά τον δέκτη των συναισθημάτων που διεγείρει η τραγωδία. Συγκεκριμένα, τίθεται το ερώτημα αν ο φόβος αναφέρεται στην τύχη του τραγικού ήρωα ή τον ίδιο τον θεατή. Με άλλα λόγια, το ρίγος που, κατά τον Schadewaldt, διατρέχει τον θεατή προέρχεται από τον κίνδυνο της καταστροφής που απειλεί τον ήρωα ή από τον φόβο του θεατή για τον ίδιο του τον εαυτό; Ο Kerkhecker επιχείρησε να δείξει ότι ισχύει μόνο η τελευταία περίπτωση, ερμηνεία που υποστηρίζει και ο Lessing. Μολονότι ο Αριστοτέλης έχει, ασφαλώς, υπόψη του τα συναισθήματα του θεατή, προσωπικά πιστεύω ότι ο φόβος λειτουργεί αμφίδρομα, και προς τον θεατή και προς τον ήρωα. Αν ευσταθεί αυτός ο ισχυρισμός, τότε το επόμενο ερώτημα έγκειται στην απορία πώς είναι δυνατόν ο θεατής του Οιδίποδα Τυράννου να φοβάται ότι θα διαπράξει πατροκτονία και αιμομιξία ή πώς η σύζυγός του θεατή, σε περίπτωση εγκατάλειψής της, ενδέχεται να επιχειρήσει παιδοκτονία. Μια εύλογη απάντηση μπορεί να αναζητηθεί στη διαπίστωση ότι η τραγωδία λειτουργεί σαν μεγεθυντικός φακός, παριστάνοντας ακραίες καταστάσεις, που ο θεατής ίσως δεν πρόκειται να γνωρίσει ποτέ στη ζωή του. Ωστόσο, η υπερβολή τους κρύβει μια αλήθεια. Ο θεατής δεν θα διαπράξει τα αδικήματα του Οιδίποδα, αλλά ενδέχεται να προβεί σε σφάλματα διαφορετικής κλίμακας, τα οποία επίσης ανάγονται σε άστοχες εκτιμήσεις λόγω έλλειψης κρίσιμων δεδομένων.[16] Από την άποψη αυτή οι περιπτώσεις του Αίαντα και του Ηρακλή στις ομώνυμες τραγωδίες του Σοφοκλή και του Ευριπίδη παρουσιάζουν αρκετές ομοιότητες. Οι δύο ήρωες μέσα στη μανία τους δεν έχουν συνειδητοποιήσει ποιούς έχουν φονεύσει. Την ίδια κατεύθυνση υποδεικνύει και η Άλκηστη του Ευριπίδη, ένα έργο που πλαισιώνεται από δύο μη ρεαλιστικά γεγονότα: τη θυσία της βασίλισσας, για να επιβιώσει ο Άδμητος, και την αναβίωση της ηρωίδας. Το μήνυμα του δράματος όμως είναι σαφές: δεν αρκεί η όμαιμη συγγένεια, για να προστατευθεί κάποιος από έναν μεγάλο κίνδυνο. Η συνδρομή μπορεί να προέλθει και από έναν «ξένο», αρκεί να υπάρχει γνήσια και βαθιά αγάπη. Το ίδιο υπογραμμίζει και η συμπεριφορά του Πυλάδη απέναντι στον Ορέστη, τον οποίο σε μια κρίσιμη στιγμή της ζωής του εγκαταλείπει ο θείος του, ο Μενέλαος, στον Ορέστη του Ευριπίδη. Όσο για την περίπτωση της Μήδειας, το ομώνυμο έργο προσφέρει την αφορμή για σκέψεις που αφορούν ενδεχόμενες, αν και όχι υποχρεωτικά ταυτόσημες, συνέπειες ενός χωρισμού.
 
Ο έλεος και ο φόβος είναι ανεξάρτητα αλλά και ταυτόχρονα αλληλένδετα συναισθήματα, καθώς ο οίκτος του θεατή μπορεί να προέλθει από τον φόβο του ότι δεν αποκλείεται κάποτε να βρεθεί και ο ίδιος σε παρεμφερή θέση. Έτσι, ενώ ο οίκτος είναι ένα αλτρουιστικό συναίσθημα, μπορεί τελικά να ανάγεται σε εγωιστικά κίνητρα, αν και αυτό δεν ισχύει πάντοτε. Επιπλέον, ο οίκτος δεν εκφράζεται μόνο από τον θεατή αλλά και από τα δραματικά πρόσωπα. Για παράδειγμα, η συνειδητοποίηση εκ μέρους του Νεοπτολέμου ότι η υπεξαίρεση του τόξου του Φιλοκτήτη ενδέχεται να καταδικάσει σε θάνατο τον εγκαταλελειμμένο εδώ και δέκα χρόνια στην ερημική Λήμνο ήρωα, καθώς και η οξεία κρίση της ασθένειας του τελευταίου, προκαλούν τη μεταστροφή του νεαρού γιου του Αχιλλέα και την απόφασή του να επιστρέψει το τόξο στον κάτοχό του. Από την άποψη αυτήν ο Φιλοκτήτης θα μπορούσε να θεωρηθεί εμβληματικό έργο για την πρόκληση οίκτου. Και ο φόβος όμως δεν περιορίζεται μόνο στον θεατή, αλλά επεκτείνεται και στα δραματικά πρόσωπα. Στους Πέρσες του Αισχύλου, το αρχαιότερο σωζόμενο έργο, ο Χορός ήδη στην αρχή της τραγωδίας εκφράζει την ανησυχία του γιατί εδώ και καιρό απουσιάζουν ειδήσεις από το ελληνικό μέτωπο. Το δυσοίωνο προαίσθημά του ενισχύεται από το ανησυχητικό όνειρο της Άτοσσας και το επακόλουθο δυσάρεστο γεγονός κατά τη θυσία.[17] Οι φόβοι αυτοί σύντομα θα επαληθευθούν από την είσοδο του αγγελιαφόρου. Στους Επτά ο Χορός εισβάλλει στην ορχήστρα έντρομος εξαιτίας της επίθεσης των Αργείων και της ενδεχόμενης υποδούλωσής του. Ο φόβος εκδηλώνεται σημειολογικά με την είσοδο του Χορού κατά μεμονωμένα μέλη, και όχι ως συγκροτημένο σώμα. Τελικά η πόλη θα σωθεί, αλλά τα δύο αδέρφια θα χάσουν τη ζωή τους, ο ένας από το χέρι του άλλου. Οι χοές που στέλνει η Κλυταιμήστρα στον τάφο του Αγαμέμνονα στις Χοηφόρες θυμίζουν τις χοές που προσφέρει η Άτοσσα στον τάφο του Δαρείου, αφού στο μεταξύ έχει γίνει γνωστή η περσική ήττα στη Σαλαμίνα, συμφορά που θα οδηγήσει στην εμφάνιση του φαντάσματος του Δαρείου, ο οποίος θα συμβουλεύσει τον λαό του σχετικά με το μέλλον του. Στις Χοηφόρες την αφορμή προσφέρει πάλι ένα δυσοίωνο όνειρο, που έχει τρομοκρατήσει τη βασίλισσα. Και εδώ όνειρο και πραγμάτωσή του συμπίπτουν με την κρίσιμη ημέρα του δράματος. Στον Αγαμέμνονα ο Χορός εκφράζει ένα αυθόρμητο προαίσθημα φόβου που πηγάζει από την καρδιά του (979 κ.ε.). Είναι αξιοσημείωτη η συσσώρευση των επιθέτων που χαρακτηρίζουν τον θρήνο του: ἀκέλευστος, ἄμισθος, αὐτοδίδακτος, ενώ το ρήμα μαντιπολῶ μεταθέτει τη μαντική έδρα από τον χρησμικό θεό, τον Απόλλωνα, στο εσωτερικό του ανθρώπου[18] και ο φόνος του βασιλιά, πράγματι, θα εκτελεστεί λίγο αργότερα. Ωστόσο, ο φόβος δεν προοιωνίζεται πάντοτε μια συμφορά, αλλά διαδραματίζει και θετικό ρόλο. Στις Ευμενίδες οι Ερινύες αναλαμβάνουν την αποστολή να εμπνέουν φόβο στους πολίτες, προκειμένου να επιτευχθεί η επιθυμητή ισορροπία ανάμεσα στην αναρχία και την τυραννίδα χάρη στον σεβασμό και την εφαρμογή των δημοκρατικά ψηφισμένων νόμων. Στον Αισχύλο έδρα του φόβου είναι η καρδιά, οι φρένες, ο θυμός και το ήπαρ. Χαρακτηριστικός είναι ο στίχος 785 των Ικετίδων: κελαινόχρως δὲ πάλλεταί μου καρδία (785), όπου το μαύρο χρώμα δηλώνει τον φόβο για τη δυσάρεστη εξέλιξη που αναμένεται.
 
Ενώ στις προηγούμενες περιπτώσεις ο φόβος αφορά μια επικείμενη συμφορά, στον Σοφοκλή ένα πρόσωπο μπορεί να ζει μέσα στον φόβο στο προδραματικό παρελθόν, που εκβάλλει στο κρίσιμο παρόν. Στις Τραχίνιες ο Ηρακλής απουσιάζει διαρκώς, για να εκτελέσει τους άθλους του, κάτι που προκαλεί τον φόβο στη Δηιάνειρα. Ο φόβος όμως για την τύχη του ήρωα έχει αυτή τη φορά μεγιστοποιηθεί, γιατί, σύμφωνα με έναν χρησμό, αν ο Ηρακλής επιβιώσει, τον περιμένει μια ευτυχισμένη ζωή. Ενώ δεν φαίνεται να διαγράφεται κανένας απολύτως κίνδυνος, η εμφάνιση της Ιόλης θα σηματοδοτήσει το τέλος του. Ο φόβος για την τύχη του ήρωα θα αντικατασταθεί από τον φόβο για την τύχη του γάμου της Δηιάνειρας και θα οδηγήσει στην αποστολή του μοιραίου χιτώνα του χρισμένου με το αίμα του Νέσσου.
 
Στον Ευριπίδη απουσιάζει αυτή η αντίληψη του φόβου. Συνήθως είναι ένα συγκεκριμένο γεγονός εντός του δράματος που διεγείρει τον φόβο. Στον Ηρακλή, για παράδειγμα, η εμφάνιση της Λύσσας και της Ίριδας προκαλεί τον φόβο του Χορού (815 κ.ε.), ενώ στον Ίωνα η ύπαρξη του υποτιθέμενου γιου του Ξούθου δημιουργεί στον Χορό φόβους για τις απρόβλεπτες αντιδράσεις της Κρέουσας (670 κ.ε.).
 
Η προηγούμενη συζήτηση επιχείρησε να πραγματευθεί με κάθε δυνατή συντομία το σύνθετο πρόβλημα της κάθαρσης και να παρουσιάσει τα συναισθήματα του ελέου και του φόβου, καθώς και τον δέκτη τους. Το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε συνίσταται στην άποψη ότι η κάθαρση συντελείται χάρη στο μιμητικό έργο, χάρη δηλαδή στη μετατροπή των οδυνηρών συναισθημάτων του ελέου και του φόβου σε μάθηση, μετατροπή που είναι εξ ορισμού ευχάριστη. Ακριβώς σε αυτήν την ευχαρίστηση οφείλεται η ανακούφιση που αισθάνεται ο θεατής με το τέλος του έργου, κατά τη διάρκεια του οποίου όχι μόνο βιώνει τα συναισθήματα αυτά σιωπηρά ή και με τη σωματική αντίδραση του θρήνου και του ρίγους, αλλά και διαπιστώνει ως φορείς τους τα ίδια τα πρόσωπα του έργου.
---------------------------
1 Βλ. Sifakis 2001, 166, σημ. 1.
2 Τη σχετική δοξογραφία συγκεντρώνει ο Χρονόπουλος 2000 στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου του.
3 Για μια προσπάθεια προσδιορισμού τους βλ. Χρονόπουλος 2000, 80-81. Πρβ. Επίσης Κοκολάκης 1998-2000, 267.
4 Έτσι κατανοεί την αντωνυμία ο Sifakis 2001, 93, προσάγοντας παραδείγματα αυτής της χρήσης. Πρβ. von Fritz 1962, 38, και Flashar 1991, 292, σημ. 2.
5 Για τη σημασία των λέξεων πάθημα και πάθος στον Αριστοτέλη βλ. Χρονόπουλος 2000, 93, σημ. 72, όπου και σχετική βιβλιογραφία, καθώς και Sifakis 2001, 179, σημ. 64.
6 Βλ. Sifakis 2001, 94 και 133. Για τη σημασία του όρου παθήματα ως «φοβερά και ελεεινά γεγονότα» βλ. Χρονόπουλος 2000, 46, σημ. 20, ο οποίος στο δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου του προσφέρει μια ευσύνοπτη επισκόπηση των ερμηνειών της καθάρσεως από τον δέκατο έκτο αιώνα έως το τέλος του εικοστού. Για τις αντιθετικές ερμηνείες της λέξης πάθημα από τους αδελφούς Δημήτριο και Γρηγόριο Βερναρδάκη βλ. Κοκολάκης 1998-2000, 79.
7 Την ιατρική ερμηνεία επανέφερε στο προσκήνιο με αναλυτική πραγμάτευση ο Flashar 1991. Για την ανασκευή της θέσης του Bernays βλ. Sifakis 2001, 75 κ.ε. Ο Sutton 1994, 73, ορθά επισημαίνει ότι η Ποιητική προϋποθέτει ένα υγιές και φυσιολογικό θεατρικό κοινό και ότι, εκτός από πολύ συγκεκριμένες περιπτώσεις, κανείς δεν παρακολουθεί ένα καλλιτεχνικό έργο για ιατρικό λόγο.
8 Για την ανάλυση του πολυσυζητημένου κειμένου βλ. Sifakis 2001, 88 κ.ε.
9 Πρβ. Κοκολάκης 1998-2000, 292.
10 Ο Bernays, όπως παρατίθεται από τον Κοκολάκη 1998-2000, 269, σημ. 37, κάνει λόγο για «ανακουφιστική εκτόνωση», αλλά εννοεί τη θεραπεία νοσηρών και σφοδρών συναισθημάτων όπως ο έλεος και ο φόβος.
11 Για τη σχέση του Lessing με την αριστοτελική Ποιητική βλ. Kommerel 1940.
12 Πρβ. Schadewaldt 1991, κυρίως 254-255, και Κοκολάκης 1998-2000, 293 κ.ε. Για μια νηφάλια συζήτηση των επίμαχων όρων βλ. Pohlenz 1991 και πρβ. Kerkhecker 1991.
13 Ο Sutton (1994, 51) στη μονογραφία του για την κωμική κάθαρση επισημαίνει μια παρόμοια διαδικασία: ο θεατής της κωμωδίας διασκεδάζει καταρχήν με τη γελοιογραφική παραμόρφωση ενός προσώπου, επειδή είναι από μόνο του κωμικό. Η κάθαρση όμως, υποστηρίζει, θα επέλθει, μόνο όταν ο θεατής αναγνωρίσει ποιον υποκαθιστά το κωμικό πρόσωπο, μόλις δηλαδή, θέτοντας σε λειτουργία τη γνωστική του ικανότητα, ταυτίσει τον πραγματικό στόχο που διακωμωδείται. Πρβ. και 1994, 89.
14 Βλ. Sifakis 2001, 136-137. Πρβ. Κοκολάκης 1998-2000, 287 κ.ε.
15 Ο Pohlenz (1991, 342) επισημαίνει ότι για τη ζωή του ανθρώπου συνολικά αξία έχει η κυριαρχία του ορθού λόγου επί των παθών, τα οποία όμως έχουν και αυτά τη θέση τους. Ο θεατής, παρακολουθώντας τις ξένες συμφορές στο θέατρο, τους παραχωρεί κάποια παρουσία στη ζωή, η οποία πρέπει κατά τα άλλα να διέπεται από τον ορθό λόγο. Ότι στη βάση των συναισθημάτων υπόκειται μια γνωστική λειτουργία υποστηρίζει και ο Kerkhecker 1991, 299 με τη σημ. 19. Ο ίδιος (1991, 300, σημ. 20) παραπέμπει στον Taplin 1978, 169-170, για τον συνδυασμό γνωστικού και συναισθηματικού τομέα στην τραγωδία. Τη γνωστική διάσταση της καθάρσεως υπογραμμίζει και ο Golden 1991 με παραπομπή στον Lain-Entralgo 1970. Τη συμβολή του Golden συζητά αναλυτικά ο Wagner 1991, 437, ο οποίος πιστώνει στον μελετητή τη μαθησιακή διαδικασία της καθάρσεως και το γεγονός ότι αυτή η διαδικασία αφορά κυρίως την τραγωδία. Για εργασίες του Golden σχετικά με την κάθαρση, εκτός από αυτήν που μνημονεύεται στο παρόν δοκίμιο, βλ. Wagner 1991, 323, σημ. 1. Η πρόταση του Wagner συνίσταται στην άποψη ότι η κάθαρση δεν έγκειται στη «διανοητική διαφώτιση», όπως υποστηρίζει ο Golden, αλλά στην «ηθική διαφώτιση». Πρόκειται, επομένως, για επιστροφή στον Lessing. Για πρόσθετη βιβλιογραφία σχετικά με την κάθαρση βλ. Ιακώβ 2004, 34, σημ. 35, και γενικά για το πρόβλημα 2004, 34-36, όπου θα έπρεπε να είχε αποφευχθεί η υιοθέτηση της ερμηνείας της Belfiore 1992, την οποία ανασκεύασε ο Sifakis 2001 στο παράρτημα του βιβλίου του, στο οποίο συζητά και άλλες προσπάθειες κατανόησης του αινιγματικού όρου. Βλ. επίσης Τσιτσιρίδης 2010.
16 Πρβ. von Fritz 1962, 13-15.
17 Στην ευριπίδεια Εκάβη (69) η ηρωίδα μόλις έχει δει το ανησυχητικό όνειρο, ενώ στους Πέρσες το όνειρο γίνεται αντικείμενο μεταγενέστερης αφήγησης εκ μέρους της Άτοσσας.
18 Βλ. Romilly 1958, 61.