Κυριακή, 15 Νοεμβρίου 2015

Η Ρώμη και ο κόσμος της, Δώρο χριστουγεννιάτικο, ποίημα.

<«Ο Απόλλων και η Δάφνη» του Μπερνίνι (1598-1680). Ο γλύπτης απαθανάτισε την κρίσιμη στιγμή της μεταμόρφωσης — στον επόμενο τόνο ο Απόλλων θα έχει μόνο τη … δάφνη.

Οι Έλληνες έβαλαν τους μύθους…

Όταν ο κόσμος μιλάει για τους μύθους και τη μυθολογία της αρχαιότητας, έχει στο μυαλό του κυρίως τους μύθους και τη μυθολογία της Ελλάδας. Στους ελληνικούς μύθους πρωταγωνιστούν θεοί, ημίθεοι, ήρωες, φανταστικά πλάσματα και κοινοί άνθρωποι. Οι σχετικές ιστορίες άλλοτε μοιάζουν να είναι εντελώς φανταστικές και απομακρυσμένες από τις κοινές ανθρώπινες εμπειρίες, άλλοτε πάλι μπορεί να έχουν κάποια σχέση με ιστορικά γεγονότα, όπως, για παράδειγμα, ο μύθος του Τρωικού Πολέμου. Ωστόσο, αυτό που χαρακτηρίζει πάντα τους ελληνικούς μύθους (τουλάχιστον στις αφηγήσεις που μας άφησαν οι μεγάλοι ποιητές της ελληνικής αρχαιότητας, με πρώτο και σημαντικότερο τον Όμηρο) είναι η πλαστική σύλληψη και επεξεργασία των μορφών. Γι᾽ αυτό οι ελληνικοί μύθοι έγιναν αντικείμενο επεξεργασίας όχι μόνο από τους τεχνίτες του λόγου αλλά και από τις εικαστικές τέχνες, κυρίως τη γλυπτική και τη ζωγραφική. Το σύνολο της λογοτεχνικής και εικαστικής μυθολογικής κληρονομιάς που μας άφησαν οι Έλληνες χαρακτηρίζεται από δημιουργική και ποικίλη φαντασία, από πλαστικότητα, από την υπερίσχυση του ανθρώπινου μέτρου και της ανθρώπινης μορφής ακόμη και σε ιστορίες που εμπλέκουν τερατόμορφα όντα ή υπερφυσικές δυνάμεις. Όταν ορισμένοι υποστηρίζουν ότι, σε αντίθεση με τις μυθολογίες ορισμένων βόρειων λαών, η ελληνική μυθολογία είναι «φωτεινή», έχουν σίγουρα κατά νου όλα ή ορισμένα από αυτά τα χαρακτηριστικά που μόλις αναφέραμε.
 
… και οι Ρωμαίοι τον παραμυθά

Και με τους Ρωμαίους τι γίνεται; Υπάρχουν ρωμαϊκοί μύθοι;
Το πρώτο που πρέπει να πούμε είναι ότι κάθε λαός και κάθε φυλετική ομάδα παράγει και αφηγείται μύθους - ακόμη και κοινότητες που θεωρούνται πολιτισμικά πρωτόγονες, με τα σημερινά μέτρα, ανέπτυξαν περίπλοκα μυθολογικά συστήματα. Οι Ρωμαίοι δεν αποτελούν εξαίρεση σ᾽ αυτό τον ανθρωπολογικό κανόνα. Η μυθολογία τους, όπως και των Ελλήνων, έχει άμεση σχέση με τους θεούς τους και με τις διάφορες θρησκευτικές τελετές και τελετουργίες, αλλά οι θεοί και οι θεότητες των Ρωμαίων για πολύν καιρό δεν ήταν τίποτε περισσότερο από γενικές έννοιες και ιδέες που αντιστοιχούσαν σε φυσικά φαινόμενα και ανθρώπινες δραστηριότητες (για παράδειγμα, στη γονιμότητα της φύσης και του ανθρώπου, στη σπορά των αγρών κ.ά.), και δεν είχαν επεξεργασμένη ανθρώπινη υπόσταση, όπως οι ελληνικοί θεοί. Με άλλα λόγια, επειδή οι ρωμαϊκές θεότητες υπήρξαν εξαρχής λιγότερο ανθρωπόμορφες και πλαστικές από τις αντίστοιχες ελληνικές, παρέμειναν καθηλωμένες στο πρακτικό επίπεδο της θρησκευτικής τελετής (όπου οι άνθρωποι συνήθως επικαλούνταν μια «γενική και αόριστη» θεϊκή παρουσία και συνδρομή) και δεν έγιναν πρωταγωνιστές σε μυθολογικές ιστορίες που διέθεταν συγκεκριμένη πλοκή. Γιατί, βέβαια, οι ιστορίες για να ξετυλιχθούν χρειάζονται ανθρωπόμορφους πρωταγωνιστές, ανθρώπινη ψυχολογία και ανθρώπινα κίνητρα. Από την άποψη αυτή οι ρωμαϊκές θεότητες (που ήταν, όπως είπαμε, περισσότερο σύμβολα φυσικών δυνάμεων και ανθρώπινων δραστηριοτήτων παρά ανθρωπόμορφα όντα) παρουσίαζαν σημαντικές ελλείψεις.
 
Το ένα είναι αυτό· το άλλο είναι ότι ακόμη και οι παλιοί εκείνοι ρωμαϊκοί μύθοι (πολύ λιγότεροι, βέβαια, από τους ελληνικούς) που εμφάνιζαν κάποια πλοκή δεν διακρίνονταν από τη φαντασία, την ποικιλία και την πλαστικότητα των ελληνικών. Να κάνουμε μια παρομοίωση: η ελληνική μυθολογία είναι σαν έγχρωμη κινηματογραφική υπερπαραγωγή, η ρωμαϊκή μυθολογία μοιάζει περισσότερο με ασπρόμαυρη ταινία μικρού μήκους - κάτι βέβαια που ελάχιστα απασχολούσε τους παλιούς, παραδοσιακούς Ρωμαίους, οι οποίοι νοιάζονταν κυρίως να πάει καλά η σοδειά της χρονιάς, να είναι σε καλή κατάσταση τα γεωργικά εργαλεία και να μη βρει καμιά αρρώστια τα ζωντανά. Η ρωμαϊκή «Δήμητρα» είναι ένα σεβαστό πνεύμα, χωρίς ξεκάθαρο πρόσωπο· βρίσκεται εκεί για να ακούσει τις προσευχές του γεωργού και να φροντίσει για την προκοπή του· και ο ρωμαίος γεωργός δεν έχει ούτε καιρό ούτε διάθεση για ιστορίες, όπου η θεϊκή του συνεταίρισσα και βοηθός χάνει, λέει, την κορούλα της, την Περσεφόνη, που την έκλεψε ο βασιλιάς του Κάτω Κόσμου, και η θεά μάνα της τρώει τον κόσμο για να τη βρει… Οι παλιοί Ρωμαίοι, πρακτικοί άνθρωποι καθώς ήταν, έκαναν με τους θεούς τους ένα συμβόλαιο: «δώσε μου αυτό που σου ζητώ για να σου προσφέρω τον σεβασμό μου» - δεν ήθελαν να ακούν ιστορίες για τα οικογενειακά των θεών τους, για τους οποίους, όπως είπαμε, δεν ήξεραν σχεδόν τίποτε, ούτε καν με τι ακριβώς έμοιαζαν.
 
Αυτό όμως, όπως και τόσα άλλα, άλλαξε όταν οι Ρωμαίοι, μαζί με τον ελληνικό πολιτισμό, συνάντησαν και την ελληνική μυθολογία. Καθώς ξεφύλλιζαν το ελληνικό μυθολογικό «άλμπουμ» γοητεύονταν όλο και περισσότερο από εκείνους τους ωραίους, δυνατούς, παθιασμένους ελληνικούς θεούς και ήρωες που εμπλέκονταν σε ένα σωρό περιπέτειες σε κάμπους, σε βουνά και σε θάλασσες, ακόμη και στους ουρανούς. Γοητεύτηκαν από τις ελληνικές ζωγραφιές και τα γλυπτά που απαθανάτιζαν αυτές τις περιπέτειες, και διάβαζαν άπληστα τους έλληνες ποιητές που διέδιδαν με τις ιστορίες τους τα μυστικά της ζωής θεών και ημιθέων. Και έτσι βαθμιαία ταύτισαν τις δικές τους αόριστες και ασπρόμαυρες θεότητες με τους αστέρες από το ελληνικό πάνθεο. Η ρωμαϊκή θεά της γεωργίας, που λεγόταν Ceres, ταυτίστηκε με την ελληνική Δήμητρα και, μαζί με την ολοφώτεινη ανθρώπινη όψη της Δήμητρας, «υπεξαίρεσε» και όλους τους μύθους όπου πρωταγωνιστούσε η ελληνίδα θεά. Ο ρωμαϊκός θεός των μαχών και της ένοπλης βίας, που λεγόταν Mars, ζήλεψε τον ελληνικό Άρη και δανείστηκε από αυτόν όλο τον στρατιωτικό του εξοπλισμό - περικεφαλαία, ασπίδα, κοντάρι κλπ.· και ο ρωμαϊκός θεός που είχε να κάνει με τη φωτιά και τα έργα της φωτιάς έβγαλε άδεια σιδηρουργού, σαν τον ελληνικό Ήφαιστο, και άρχισε να φτιάχνει ασπίδες και άλλα στρατιωτικά είδη κατόπιν παραγγελίας. Η Ρώμη ξέχασε τις ασπρόμαυρες ταινίες μικρού μήκους και έβλεπε τώρα σε δεύτερη προβολή την έγχρωμη ελληνική υπερπαραγωγή. Άλλωστε, οι Ρωμαίοι ήξεραν ότι ο καλός παραμυθάς πρέπει να έχει πλούσια φαντασία· και αναγνώριζαν ότι οι Έλληνες είχαν πλουσιότερη φαντασία από τους ίδιους. Το περίεργο και το παράδοξο είναι ότι ο πιο συστηματικός και διάσημος παραμυθάς της αρχαιότητας δεν ήταν τελικά Έλληνας, αλλά Ρωμαίος.

Ποιο ήταν το «μπεστ σέλερ» του 9 μ.Χ.;
 
Οι αδελφοί Σώσιοι είναι ιδιοκτήτες του μεγαλύτερου βιβλιοπωλείου της Ρώμης. Είναι 17 Δεκεμβρίου του έτους 9 μ.Χ., πρώτη μέρα της μεγάλης ρωμαϊκής γιορτής του χειμώνα, των Σατουρναλίων, στη διάρκεια της οποίας ο κόσμος συνηθίζει να ανταλλάσσει δώρα. Έξω από το βιβλιοπωλείο μια μεγάλη πινακίδα διαφημίζει το μεγαλύτερο εκδοτικό γεγονός της χρονιάς που φεύγει. Οι βιβλιοπώλες ελπίζουν ότι, χρονιάρες μέρες που είναι, όσοι έχουν την οικονομική δυνατότητα δεν θα παραλείψουν να μπουν στο κατάστημα για να κάνουν ένα δώρο σε κάποιο αγαπημένο πρόσωπο - ή στον εαυτό τους.

Αναγγέλλουμε τη δημοσίευση και των δεκαπέντε τόμων του σημαντικότερου ποιητικού έργου του ποιητή Οβιδίου. Δεκαπέντε παπύρινοι κύλινδροι, σε πολυτελή επεξεργασία, εκθέτουν για πρώτη φορά το συνολικό πανόραμα της ελληνικής μυθολογίας, αλλά και τους γνωστότερους ρωμαϊκούς μύθους, σε μια συνεχή αφήγηση από τη Δημιουργία του Κόσμου μέχρι και την Αποθέωση του Ιουλίου Καίσαρα. Πάνω από διακόσιες μυθολογικές ιστορίες, ορισμένες από τις οποίες παρουσιάζονται για πρώτη φορά σε ποιητική μορφή, σας ξεναγούν στα ειδυλλιακά τοπία του ελληνικού μύθου, στους έρωτες και τα πάθη θεών, ηρώων και θνητών. Τολμηρές αφηγήσεις, φανταστικές περιγραφές, απροσδόκητες τροπές και ανατροπές, όπου άνθρωποι μεταμορφώνονται σε φυτά, ζώα και πουλιά, κορίτσια αλλάζουν φύλο και γίνονται αγόρια, στοιχεία της φύσης μιλούν με ανθρώπινη λαλιά - όλα δοσμένα με την απαράμιλλη γραφή, το λεπτό πνεύμα και το ανεξάντλητο χιούμορ που χαρακτηρίζουν τον Οβίδιο. Περάστε μέσα για να μάθετε περισσότερες λεπτομέρειες για το μεγαλύτερο εκδοτικό γεγονός της χρονιάς και για το σημαντικότερο μυθολογικό έπος όλων των εποχών.

Ο Μάριος είναι σήμερα 29 χρόνων, έχει σπουδάσει ρητορική, κάνει πολιτική καριέρα (κάτι που ενθουσιάζει τον πατέρα του) και είναι φανατικός αναγνώστης της ποίησης του Οβίδιου (κάτι που δεν ενθουσιάζει καθόλου τον πατέρα του). Είναι εξαιρετικά προβληματισμένος με την απόφαση του αυτοκράτορα, που έστειλε τον μεγάλο ποιητή σε εξορία τόσο μακριά από τη Ρώμη, και στο ζήτημα αυτό έχει βαθύτατη διαφωνία με τον συγκλητικό πατέρα του ο οποίος, χωρίς ποτέ να έχει διαβάσει τον ποιητή, δεν έχει καμιά αμφιβολία ότι «πολύ καλά του έκανε ο Αύγουστος, και μάλιστα με μεγάλη καθυστέρηση». Αλλά σήμερα ο Οβίδιος «κυκλοφορεί» πανηγυρικά στη Ρώμη, και ο Μάριος έχει αρκετά χρήματα για να αγοράσει τη δεκαπεντάτομη μυθολογική εγκυκλοπαίδεια.
 
Οβιδίου Μεταμορφώσεις
 
Εν αρχή ην το χάος - και τα στοιχεία του κόσμου ανάκατα, άμορφα μάχονταν μεταξύ τους. Κατόπιν ο θεϊκός Νους και η συνετή Φύση όρισαν στο καθένα τον τόπο του κι από το χάος δημιούργησαν την τάξη. Φυτά, ζώα και η πρώτη ανθρώπινη γενιά αναφάνηκαν τότε στον ολοκαίνουργιο κόσμο. Ήταν ωραία, τίμια και ειρηνική η πρώτη ανθρώπινη γενιά· αλλά με τον καιρό η αθωότητα χάθηκε και τα κρίματα πλήθαιναν, ώσπου ο Δίας βουλήθηκε να αφανίσει την ξεπεσμένη ανθρωπότητα και έστειλε κατακλυσμό μεγάλο. Μόνο ο Δευκαλίωνας και η Πύρρα σώθηκαν εξαιτίας της ευσέβειάς τους· κι απ᾽ αυτούς καινούργια φύτρα ανθρώπων αναστήθηκε και γέμισε την οικουμένη.

Ο Μάριος έχει απορροφηθεί. Η χειμωνιάτικη μέρα είναι μικρή, αλλά η αφήγηση είναι απέραντη και σαγηνευτική, και το διάβασμα θα συνεχιστεί με το φως του λυχναριού. Στον μεγάλο αυτό κόσμο που δημιουργούν ο Θεός και η γραφίδα του Ποιητή, πρώτος μεγάλος έρωτας ο έρωτας του θεού Απόλλωνα για την κόρη του Πηνειού ποταμού, την πανέμορφη νύμφη Δάφνη: Μια φορά κι έναν καιρό, στην καταπράσινη κοιλάδα των Τεμπών, ο θεός είδε τη νύμφη και την αγάπησε μεμιάς, όμως εκείνη τρομαγμένη κίνησε να φύγει…

«Στάσου» ικέτευε ο Απόλλωνας. Εκείνη το έβαλε στα πόδια,
άφηκε πίσω τον θεό - και του θεού ανώφελα τα λόγια.
Ξοπίσω εκείνος έτρεξε. «Δάφνη, σταμάτα, σ᾽ αγαπώ - κι εξάλλου
δεν είμαι ο οποιοσδήποτε: είμαι ο γιος του Δία του μεγάλου.
Είμαι προφήτης, ξέρω τα μελλούμενα, ξέρω τα περασμένα·
υπόψιν είμαι και γιατρός - κι ας μην μπορώ να γιατρευτώ από σένα.»
Του κάκου· δεν τον άκουγε. Σαν άνεμος ξεχύθηκε στα όρη,
ανέμιζαν στις αύρες τα μαλλιά και φάνταζε πιο όμορφη η κόρη.
Δεν άντεξε άλλο ο θεός του πόθου στην καρδιά του το δρολάπι -
γρήγορη από φόβο αυτή, πιο γρήγορος εκείνος από αγάπη.
Την πρόφτασε· η κοπελιά εσήκωσε τα χέρια στον αγέρα:
«Η ομορφιά με κάνει ποθητή· άλλαξε τη μορφή μου, ω πατέρα!»
Δεν πρόκανε το λόγο της να πει, πάγωσε η κίνησή της,
φυτρώνει φλούδα ολόγυρα και φυλλωσιά ψηλά στην κεφαλή της·
σαν γιασεμί τα χέρια της, όμως τα χέρια είναι τώρα κλώνοι,
έγινε το κορμάκι της κορμός και σαν κορμός μέσα στη γης ριζώνει.
Εκείνος την αγκάλιασε· φιλούσε ξύλο, δε φιλούσε στόμα
κι αφουγκραζόταν μέσα στον κορμό μία καρδιά που χτύπαγε ακόμα.
«Οι μοίρες δεν το έστερξαν· δε σ᾽ έκανε γυναίκα του ο Απόλλων·
αλλά σα δάφνινο στεφάνι στα μαλλιά θα ᾽σαι δική του
ΣΤΟΥΣ ΑΙΩΝΕΣ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ.»

Ο Μάριος δεν χόρταινε αυτό τον απαράμιλλο οβιδιακό συνδυασμό χαριτωμένης ειρωνείας, άνετου «καλαμπουριού», τρυφερότητας και πάθους που χαρακτήριζε αυτές τις ιστορίες.
 
Ακούστηκε χτύπημα στην πόρτα και στο δωμάτιο μπήκε η μητέρα του. «Μάριε, σε φωνάζω και δεν παίρνω απάντηση. Το τραπέζι είναι σχεδόν έτοιμο και σε περιμένουμε. Μην αργήσεις, σε παρακαλώ.» Στο γιορτινό δείπνο ήταν προσκεκλημένοι και τέσσερις πέντε πρώην συγκλητικοί, από αυτούς που εκτιμούσε πολύ ο πατέρας του και που σπανίως σχολίαζαν οτιδήποτε πέρα από την τρέχουσα πολιτική επικαιρότητα. «Εντάξει, μητέρα, δε θ᾽ αργήσω.»
 
Αλλά θα αργούσε γιατί, καθώς ξετύλιγε τον όγδοο τόμο, έπεσε πάνω στην ιστορία του Φιλήμονα και της Βαυκίδας - δυο γερόντια που ζούσαν τίμια, φτωχικά και αρμονικά κάπου στη Φρυγία και που κάποτε φιλοξένησαν, χωρίς να τους αναγνωρίσουν, τον Δία και τον Ερμή, και φυσικά τους έκαναν και το τραπέζι, που ο Μάριος το έβρισκε πολύ πιο ενδιαφέρον από εκείνο που μόλις είχε αναγγείλει η μητέρα του.

Στους φρυγικούς τους λόφους κάποτε έφτασαν ο Ερμής κι ο Δίας,
τη θεϊκή θωριά τους κρύβοντας. Τους βρήκε εκεί το βράδυ.
Χίλιες χτύπησαν πόρτες και κατάλυμα γυρέψανε·
χίλιοι αρνήθηκαν και σύραν τις αμπάρες.
Ένα μονάχα σπιτικό τούς δέχτηκε, μικρό και ταπεινά φτιαγμένο.
Γερόντοι οι νοικοκύρηδες, Φιλήμων και Βαυκίδα,
όμοιοι στα χρόνια, όμοιοι στην ψυχή,
ζούσαν αντάμα από τα νιάτα τους, και δίχως βαρυγκόμια
τα πάντα μοιραστήκαν στη ζωή,
κι αντάμα βάσταγαν την τίμια φτώχεια.
Την κεφαλή χαμήλωσαν στο χαμηλό πορτάκι
και στην καλύβα καταδεχτικοί πέρασαν οι Ολύμπιοι.
Έβαλε ο Φιλήμονας ευθύς σκαμνί, τα πόδια τους να ξεκουράσουν,
κι ένα σκουτί η Βαυκίδα έριξε από πάνω.
Τη χόβολη στο τζάκι ανακάτεψε η γριά, έριξε ξύλα
και τη γεροντική εξόδευε ανάσα της για να σηκώσει φλόγα.
Τη χύτρα έβαλε μετά στην πυροστιά και μέσα
χορτάρια και λαχανικά απ᾽ τον μικρό μπαχτσέ φρεσκοκομμένα
επήρε να τα βράζει για το δείπνο τους.
Πολλά δεν ήταν. Κρεμότανε στης στέγης το δοκάρι
κι ένα κομμάτι κρέας χοιρινό. Άλλο δεν είχαν,
μα το κατέβασαν κι εκείνο για τους ξένους.
Τρεμάμενη απ᾽ τα γηρατειά και ανασκουμπωμένη
τραπέζι έστησε καταμεσίς η γραία·
ήταν το ένα το ποδάρι του κοντό, κι ένα σπασμένο κεραμίδι
στα ίσια το ᾽φερε. Απάνω βάζει λιγοστές ελιές,
τυρόγαλο κι αβγά στη χόβολη ψημένα,
λίγα σταφύλια και δαμάσκηνα - κι αυτό ήταν όλο.
Λιτή η τράπεζα και λιγοστό κρασί,
όμως περίσσευε καλή καρδιά κι όψη καλοσυνάτη.
Σώθηκε στην κανάτα το κρασί· κι έξαφνα οι γερόντοι
τη βλέπουν πάλι να γιομίζει μοναχή της.
Άφωνοι απόμειναν κι οι δυο· θαρρούνε πως θύμωσαν οι θεοί
που είναι το δείπνο φτωχικό και στέλνουνε σημάδι.
Ζητούν συχώρεση, παρακαλάν και σαστισμένοι
μια χήνα που είχαν στην αυλή εκίνησαν να σφάξουν,
των αθανάτων να καλμάρουν την οργή.
Άπιαστη η χήνα, έκρωζε και ξέφευγε καθώς
τρεμάμενοι τη γυροφέρναν οι γερόντοι·
τέλος στα πόδια φάνηκε των ξένων να κουρνιάζει
σα να ζητούσε από θεούς βοήθεια.
Τότε μίλησαν Δίας και Ερμής: «Αφήστε την! Φιλέψατε θεούς.
Οι ασεβείς γειτόνοι σας αμάρτησαν και θα πληρώσουν.
Εσείς μονάχα απείραχτοι θα μείνετε· μόνο ξοπίσω μας ελάτε
ψηλά στου λόφου την κορφή, κι αφήστε το καλύβι.»
Παίρνουνε καταπόδι τους θεούς και στο ραβδί σκυμμένοι
ανηφορίζουν την πλαγιά ψηλά τραβώντας.
Κάποτε στρέψανε τα βλέμματά τους πίσω:
ολούθε βλέπουνε νερό, η λαγκαδιά πνιγμένη
και μοναχά το ταπεινό καλύβι τους φαινόταν.
Κι όπως το ριζικό των άλλων κλαίγανε, θωρούνε
ναός περίλαμπρος να γίνεται το φτωχικό τους σπίτι:
οι πάσσαλοι κολόνες από μάρμαρο, η στέγη, καλαμιές και άχυρο,
τώρα από χρυσάφι κιτρινίζει
κι οι πόρτες θύρες τώρα σκαλιστές από τεχνίτη χέρι.
Κι εκεί απάνω μίλησε ο θεός, ο μέγας Δίας:
«Σεβάσμιε γέροντα κι εσύ γερόντισσα αντάξιά του,
ποια η επιθυμία σας; Μιλήστε και θα γίνει!»
Λίγες κουβέντες άλλαξαν παράμερα οι δυο
κι ευθύς κοινή τη βούλησή τους φανερώνουν:
«Σε τούτο το ναό φύλακες να γενούμε και ιερείς·
κι όταν τα μονοιασμένα χρόνια μας φτάσουν το πλήρωμά τους,
ομάδι να τελειώσουμε, μη δει το ξόδι μου αυτή
μήτε κι εγώ το ξόδι το δικό της.»
Είπανε, κι έτσι έγινε, και τον ναό φυλάγαν όσο ζούσαν.

Μια μέρα όπου κάθονταν κι οι δυο μπρος στου ναού τη θύρα
και μολογούσαν τη ζωή και την κοινή τους μοίρα,
φύλλωμα στον Φιλήμονα τον γέροντα ολόγυρα φουντώνει
κι όμοια στης Βαυκίδας το κορμί φύλλο πυκνό φυτρώνει.
Κι όπως η πρασινάδα θέριευε κι απλώνονταν το θάμα
το «χαίρε» πρόκαναν να πουν - και το ᾽πανε αντάμα.
Κι οι ντόπιοι ίσαμε σήμερα στης λαγκαδιάς το κέντρο
δείχνουν τον τόπο που ανθεί το δίδυμο το δέντρο.

Η μια ιστορία έφερνε την άλλη. Με τα μάτια του ποιητή ο Μάριος παρακολουθούσε μιαν ατέλειωτη, πολύχρωμη παρέλαση θεών, ημιθέων, ηρώων και θνητών στα μήκη και τα πλάτη της οικουμένης. Ο αστόχαστος νεαρός Φαέθων, γιος του Φοίβου-Ήλιου, που ζητάει να οδηγήσει το άρμα του πατέρα του (χωρίς φυσικά να διαθέτει το απαραίτητο δίπλωμα), κι εκείνος, το ίδιο αστόχαστα, του το δίνει - ο Φαέθων που απογειώνεται και μεσουρανεί ευτυχισμένος αλλά γρήγορα νιώθει ίλιγγο, χάνει τα χαλινάρια από τα χέρια του και, καθώς το άρμα του Ήλιου πλησιάζει τη γη, προκαλεί πυρκαγιά οικουμενικών διαστάσεων. Ύστερα διαβάζει και για την άλλη μοιραία πτήση, του Δαίδαλου και του Ίκαρου - πώς πέταξαν με τα φτερά που είχε επινοήσει ο μέγας τεχνίτης από την Κρήτη με κατεύθυνση την Αθήνα και πώς από ψηλά ο νεαρός Ίκαρος μετρούσε μια μια τις όμορφες Κυκλάδες, πώς τέλος πλησίασε τον ήλιο κι εκείνος έλιωσε τους κέρινους συνδέσμους των φτερών κι ο κόσμος ονομάτισε Ικάριο το πέλαγος που έγινε ο τάφος του παλληκαριού.
 
Ήταν εκεί και ο ανόητος βασιλιάς Μίδας, που πόθησε χρυσάφι να γίνεται ό,τι άγγιζε με το σώμα του και το μετάνιωσε στο τέλος πικρά· εκεί ήταν κι εκείνος ο Πυγμαλίων, που κατασκεύασε άγαλμα κοριτσιού από φίλντισι και, όταν έπεσε σε έρωτα βαθύ για το δημιούργημα των ίδιων των χεριών του, παρακάλεσε την Αφροδίτη να δώσει πνοή ζωντανής γυναίκας στο άγαλμα· εκεί και ο πανέμορφος νεαρός Νάρκισσος, που μια μέρα καθρεφτίστηκε στο νερό της λίμνης και ερωτεύθηκε το είδωλό του· ο Ορφέας, ο αρχιλυράρης και αρχιμουσικός, που όταν κατέβηκε στον Άδη για να φέρει πίσω στους ζωντανούς την Ευρυδίκη, την αγαπημένη του γυναίκα, οι θεοί τον λυπήθηκαν και του την έδωσαν, αλλά με έναν όρο: να μη γυρίσει πίσω να τη δει μέχρι να φτάσουν στον απάνω κόσμο.

Πήραν το μονοπάτι το έρημο κινώντας από τ᾽ άραχλα του Άδη·
ορθή ανηφόρα κι άφεγγη πνιγμένη στο σκοτάδι.
Σίμωναν τώρα της ζωής το φως, λίγες οργιές ακόμα,
κι εκείνος από φόβο μη χαθεί το λατρεμένο σώμα
λησμόνησε τον λόγο των θεών. Στρέφει το βλέμμα. Φρίκη!
Ξοπίσω γλίστραγε στη μαύρη γης, άφαντη η Ευρυδίκη…
Την αγκαλιά του ορέγονταν και άπλωνε τα χέρια της με πάθος·
κι αγέρα μόνο άδραχνε ως χάνονταν στης άβυσσος το βάθος.
Πέθαινε δεύτερη φορά, μα δεν παραπονιόταν στον καλό της:
πως την αγάπησε πολύ, αυτό μονάχα το παράπονό της.
Πέθαινε δεύτερη φορά, κι ως γύριζε στα μέρη του θανάτου,
το «χαίρε» που έκραξε στερνά σβησμένο έφτανε στ᾽ αφτιά του.

Διάβαζε ο Μάριος για ποτάμια που ποθούσαν όμορφες νύμφες και τις πλημμύριζαν από έρωτα, για κορίτσια σαν τα κρύα τα νερά που μεταμορφώνονταν σε κρήνες και πηγές, για βασιλιάδες που πέτρωναν· για τον βασιλιά Κήυκα, που πνίγηκε σε ναυάγιο και ο θεός Ύπνος έστειλε όνειρο στη γυναίκα του την Αλκυόνη για να της φανερώσει την ακτή όπου το κύμα είχε ξεβράσει το άψυχο σώμα του άντρα της.

Ο θεός Ύπνος
 
Ο Μάριος σταμάτησε στην περιγραφή της σπηλιάς αυτού του αλλόκοτου θεού. Διάβαζε σχεδόν για τρεις ώρες και το λάδι στον λύχνο είχε λιγοστέψει. Ήταν γοητευμένος, ναι, αλλά είχε αρχίσει να νιώθει βαριά τα μάτια του. «Αυτό το κομμάτι ακόμα, και συνεχίζω αύριο με το φως της μέρας. »

Μακριά στης Δύσης τα βουνά, στων Κιμμερίων τα μέρη,
στα τρίσβαθα θεοσκότεινης σπηλιάς, του Ύπνου το λημέρι.
Μηδέ ξημέρωμα μηδέ και δειλινό φως ήλιου δεν τα βρίσκει
τα μέρη τα ανήλιαγα - εκεί οι αιώνιοι ίσκιοι.
Νέφη κι αντάρα σμίγουν, κι απ᾽ της γης τη μόνη χαραμάδα
κάτι σα φως αχνό του δειλινού σκορπάει μια χλομάδα.
Τάφου απέραντη σιγή και βουβαμάρα πέρα ως πέρα·
το πετεινάρι δε λαλεί, δεν ξημερώνει η μέρα.
Μόνο στου βράχου τα ριζά, της Λησμονιάς ακούς τη βρύση
κελαρυστή - σα να ζητεί την ερημιά να νανουρίσει.
Μπρος στη σπηλιά μυριάδες βότανα· η Νύχτα τα μαζώνει,
την οικουμένη ραίνει ολάκερη, και τη ναρκώνει.
Τρίξιμο στρόφιγγας ποτέ δε σπάει τη γαλήνη·
φύλακας στη σπηλιά κανείς και θύρα δεν την κλείνει.
Κι εκεί, στη μέση της σπηλιάς, αργοσαλεύει κάτι:
είναι ο θεός στον θρόνο του - ή μάλλον στο κρεβάτι.

Αυτός ο ποιητής σε κάνει να αισθάνεσαι ότι είσαι εκεί, μέσα στα τοπία και τις σκηνές που περιγράφει. Είναι λαμπρά παραστατική η αφήγησή του. Είναι ο πιο παραστατικός και πειστικός παραμυθάς ανάμεσα σε Έλληνες και Ρωμαίους, σκέφτεται συνεχώς ο Μάριος. Σε κάνει να νιώθεις ότι πετάς μαζί με τον Ίκαρο πάνω από το Αιγαίο· ότι ταξιδεύεις μαζί με τον Ορφέα στις κάμαρες με τα μυστικά του Κάτω Κόσμου.
 
Και φυσικά όταν περιγράφει τον Ύπνο… «Μάριε, είσαι απαράδεκτος. Το δείπνο έχει σχεδόν τελειώσει και ο κόσμος είναι έτοιμος να φύγει… Μάριε, τι έπαθες; Για όνομα των θεών, Μάριε, σε πήρε ο ύπνος;»

* * *
Τους μύθους τους γέννησε η πλούσια ελληνική φαντασία· αλλά η Ευρώπη και ο κόσμος όλος τους έμαθε διαβάζοντας τις Μεταμορφώσεις του Οβίδιου. Οι μεγάλοι ζωγράφοι της Αναγέννησης, όταν καταπιάνονταν με μυθολογικά θέματα, είχαν δίπλα στο καβαλέτο, ή βαθιά μέσα στο μυαλό τους, την ιστορία που αφηγήθηκε ο ρωμαίος ποιητής. Οι μεγάλοι μουσικοί συνθέτες, κυρίως αυτοί που έγραψαν όπερες με μυθολογικά θέματα, πάλι τις Μεταμορφώσεις είχαν για αφετηρία τους. Είπαμε ότι, σε σύγκριση με την ασπρόμαυρη και λιγοστή ρωμαϊκή μυθολογία, η ελληνική μοιάζει με έγχρωμη κινηματογραφική υπερπαραγωγή. Αλλά ο μεγαλύτερος σκηνοθέτης της ελληνικής μυθολογίας είναι Ιταλός.

Στο τέλος του χρόνου

Η σκέψη είναι μνήμη. Αν δεν υπάρχει μνήμη δεν μπορεί να υπάρξει σκέψη. Τι είναι η μνήμη; Η μνήμη είναι μια νοητική ικανότητα με την οποία αποθηκεύουμε, αναγνωρίζουμε και ανακαλούμε, αλλά και αναπλάθουμε πληροφορίες ή εμπειρίες που συσσωρεύσαμε στο διάβα του χρόνου. Οπότε η σκέψη είναι αποτέλεσμα του παρελθόντος, του χρόνου∙ δεν είναι ποτέ καινούργια, ποτέ φρέσκια. Η σκέψη είναι το αποτέλεσμα του περιβάλλοντος, των κοινωνικών και θρησκευτικών επιδράσεων που ανήκουν όλα στο χρόνο. Το κύριο ερώτημά μας λοιπόν είναι : «Μπορεί η σκέψη που είναι αποτέλεσμα του χρόνου να σταματήσει και να ελευθερωθεί από το χρόνο; Μπορεί ο νους που είναι αποτέλεσμα πολλών χιλιάδων χθες να ελευθερωθεί από αυτό το περίπλοκο υπόβαθρό του;»

Μπορεί, ο νους να απελευθερωθεί μόνο στο τώρα όταν συνειδητοποιήσουμε που είναι το λάθος. Το λάθος βρίσκεται στη διαδικασία της ανάλυσης που είναι και ο μόνος τρόπος με τον οποίον έχουμε μάθει να λειτουργούμε. Αν σταματήσει η αναλυτική διαδικασία του νου, όχι με τη βία διότι τότε υπάρχει σύγκρουση, αλλά με την κατανόηση του προφανούς αδιεξόδου της, τότε ο νους μας αποκόπτεται εντελώς από το παρελθόν του. Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι σβήνει η μνήμη μας. Δε σημαίνει ότι δε θυμόμαστε πρακτικά το παρελθόν μας αλλά ότι ο νους μας δεν είναι πια δεμένος μαζί του. Ο νους λοιπόν μπορεί να ελευθερωθεί από το παρελθόν αμέσως, τώρα, και αυτή η αποσύνδεση από το παρελθόν, αυτή η πλήρης ελευθερία από το χθες, όχι χρονολογικά αλλά ψυχολογικά είναι ο μόνος τρόπος να κατανοήσουμε την αλήθεια. Η αλήθεια είναι το απόλυτο άγνωστο. Και τίποτα δεν μπορεί να ανοίξει την πόρτα του αγνώστου πέρα από την ολοκληρωτική καταστροφή του γνωστού. Αυτός είναι ο αληθινός διαλογισμός. Μια σφοδρή έκρηξη κατανόησης που καταστρέφει κάθε διαμόρφωση του νου.

Ένα παράδειγμα: Όταν υπάρχει μεγάλη ανάγκη να καταλάβουμε έναν άνθρωπο που αγαπάμε, -το παιδί μας ας πούμε-, δεν αναλύουμε, δεν κριτικάρουμε, δεν καταδικάζουμε αυτό που μας λέει, απλώς ακούμε με απόλυτη προσοχή. Ο νους μας είναι σε μια κατάσταση όπου η σκέψη δεν είναι σε δράση, αλλά βρίσκεται σε μεγάλη εγρήγορση. Αυτή η εγρήγορση δεν ανήκει στο χρόνο. Υπάρχει πλήρης επίγνωση χωρίς κριτική διάθεση. Μόνο σ’ αυτή την κατάσταση μπορεί να υπάρξει πραγματική κατανόηση. Όταν ο νους είναι αναστατωμένος, όταν αμφισβητεί, ανησυχεί, αναλύει, κρίνει δεν υπάρχει κατανόηση. Όταν υπάρχει αληθινή πρόθεση για κατανόηση ο νους είναι ήσυχος. Αν πειραματιστούμε με τον εαυτό μας θα δούμε ότι όσο περισσότερο αναλύουμε τελικά τόσο λιγότερο κατανοούμε.

Μπορεί διαβάζοντας τα παραπάνω να πούμε : «Ωραία για να ελευθερωθώ από τον ψυχολογικό χρόνο πρέπει να απαλλαγώ από το παρελθόν μου. Αυτό δεν μπορούμε να το πετύχουμε ποτέ! Μπορούμε όμως μέσω της αυτοπαρατήρησης να αποκτήσουμε επίγνωση του υπόβαθρου του παρελθόντος και να μην το αφήνουμε να αντιδρά και να επεμβαίνει στην αντίληψη της παρούσας στιγμής. Όταν καταφέρουμε να δούμε το ψέμα ως ψέμα τότε αρχίζουμε να βιώνουμε εκείνο που είναι αληθινό∙ και η αλήθεια είναι εκείνη που θα μας ελευθερώσει από το υπόβαθρο του νου και τον ψυχολογικό χρόνο.

Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή

Η Μεταφυσική στον Κ.Π. Καβάφη

Ο άνθρωπος γεύεται την πεμπτουσία της εσωτερικής του εργασίας, όταν αποφασίσει να βιώσει την αγάπη, αυτή που στρέφεται προς τους εχθρούς όσο και προς τους φίλους. Εχθρός, δεν είναι βέβαια αυτός που επιβουλεύεται τα συμφέροντά μας, αυτός απλά προσπαθεί να μας βλάψει. Εχθρός, είναι αυτός που μας κάνει και πονάμε ψυχικά, χωρίς καν να έχει πρόθεση τέτοια ο ίδιος - αυτόν ονομάζουμε υποσυνείδητα εχθρό μας, ακόμα κι αν έχει τυπικά την ταυτότητα αγαπημένου μας προσώπου.

Η συνειδητοποίηση αυτή θα φέρει τον άνθρωπο μπροστά στη μεγαλύτερη ίσως αντίφασή του: διαπιστώνει ότι ενώ έδινε αγώνες εξωτερικούς και ομαδικούς για να «αλλάξει» τον κόσμο, να τον «σώσει» από τους εκάστοτε κατ' αυτόν εχθρούς, ταυτόχρονα, επί σειρά εμπειριών ή ζωών, επιστράτευε όλες του τις δυνάμεις για να «νικήσει», να αφοπλίσει ένα συγκεκριμένο αγαπημένο του άνθρωπο, στραγγαλίζοντας την αγάπη!

Εστιάζει, τότε, τον αγώνα της αγάπης στους «εχθρούς» του, εκείνους τους ανθρώπους που ο ίδιος επέλεξε - γονείς, παιδιά, αδέλφια, συντρόφους, φίλους - ώστε μέσα από το έλλειμμα αγάπης και τον πόνο, να τον οδηγήσουν στη λύτρωση και την ευτυχία⋅ γιατί κανείς δεν βρίσκεται δίπλα μας τυχαία.
Οι συγκεκριμένοι άνθρωποι βρίσκονται στη ζωή μας αυτή τη στιγμή, γιατί αυτό είναι απαραίτητο για την εξέλιξή μας σ' αυτό το στάδιο. Όταν οι συνθήκες δεν μας επιτρέπουν να ξεφύγουμε εύκολα, αλλά έχουμε την εντύπωση ότι μας «δένουν» με μία συγκεκριμένη κατάσταση, τότε το μήνυμα του Σύμπαντος είναι πως μπορούμε να λύσουμε το πρόβλημα και να ελευθερωθούμε οριστικά απ' αυτό. Μην αγανακτούμε όταν δεν μπορούμε να ξεφύγουμε: ας αναλογιστούμε αντίθετα την ευκαιρία που μας προσφέρεται να ελαφρώσουμε το κάρμα μας από ένα φορτίο, και ας το θεωρήσουμε ως σημάδι ότι το Σύμπαν μάς αξιολογεί ως ικανούς για να χειριστούμε τη δύσκολη αυτή υπόθεση.

Κάθε σχέση είναι μοναδική και πρέπει έτσι να την αντιμετωπίζουμε.
Ο αγώνας για να αποτινάξουμε και το τελευταίο τέχνασμα φόβου που ασυνείδητα χρησιμοποιούμε στις σχέσεις μας, να αλλάξουμε συνήθειες, κώδικες συμπεριφοράς παγιωμένους και αντανακλαστικές αντιδράσεις, να απεκδυθούμε δηλαδή την εξαίρετη πανοπλία, είναι μεγάλος.
Σε κάθε εμπειρία εγκατάλειψης, απόρριψης, προδοσίας, ο άνθρωπος υφίσταται μία βίαιη άντληση ενέργειας. Η απορρόφηση της ενέργειας είναι φαινόμενο καθοριστικής ισχύος για την ψυχή, απώλεια Φωτός που στιγματίζει τη ζωή μας. Έχουμε όμως ανάγκη να τη ζήσουμε΄ τα κενά που αφήνει γίνονται σπόροι για τη μετέπειτα εξέλιξή μας. Όταν αντιληφθούμε το τίμημά της και μπορέσουμε να το μετουσιώσουμε σε δύναμη εσωτερική, συνειδητοποιούμε ότι η απορρόφηση δεν αφήνει μόνο κενό: αφήνει και τις ρίζες που θα οδηγήσουν σ' ένα νέο μονοπάτι εξέλιξης.

Η αγάπη είναι μία ενέργεια αμφίδρομη και αλληλεπιδρώσα. Η ένωση των ενεργειών αποτελεί λειτουργία διπλής κατευθύνσεως. Στην προσπάθειά του, λοιπόν, ο άνθρωπος να κατανοήσει τα προβλήματα στις σχέσεις του ώστε να επουλώσει τα τραύματά του, αναζητά καταρχήν τη δική του ευθύνη και αναγνωρίζει πόσες φορές ο ίδιος, για λόγους αναγκαιότητας, άντλησε βίαια ενέργεια από τον άλλον, μετατοπίζοντάς του τους φόβους του.

(...) υβρίζωνως ανακούφησιν τινά κ' εκδίκησιν δι' όσαυβρίζεται ο ίδιος παρά ισχυροτέρων.

Το ταξίδι γίνεται λοιπόν ωραίο, όταν προσπαθήσουμε να απλώσουμε την αγάπη μας σ' αυτούς που είναι αδύναμοι και τη χρειάζονται, και αυτοί είναι εκείνοι που άθελά τους, ή και εγωιστικά, μας πληγώνουν. Ο πολεμιστής της αγάπης ακόμα κι όταν πληγώνεται από την αγάπη, χρησιμοποιεί τον Λόγο με εντιμότητα και θάρρος και δε φοβάται να εκφράζει στον άλλον την αλήθεια του, αψηφώντας τα «κέρδη» που μερικές φορές φαίνεται πως φέρνει η υποχώρηση. Για εκείνους όπου στη ζωή των ώρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες της αγάπης, κανένα κέρδος δεν είναι αποδεκτό, όταν είναι προϊόν δειλίας.

πάντοτε την αλήθεια ομιλούντες, πλην χωρίς μίσος για τους ψευδομένους.

Συχνά στις σχέσεις, η συσσωρευμένη ένταση καθιστά την επικοινωνία δύσκολη, κάποιες φορές αδύνατη. Η εναντίωσις μας κάμνει επιμονωτέρους και η πίεση που ασκούν τα υλικά μας λόγια μεγαλώνει τον κυκεώνα, φορτώνει την κατάσταση με περισσότερη ταραχή και ανησυχία, που διώχνουν το φως ακόμα πιο μακριά. Έτσι, είναι σκόπιμο να σιωπούμε, όταν αισθανόμαστε ότι ο άλλος δεν είναι έτοιμος και να προσπαθούμε να τον προετοιμάσουμε εσωτερικά, με προσευχή και σιωπηλή αποκάλυψη⋅ η προσευχή δεν είναι μόνο προς το Θεό αλλά και προς τον Άνθρωπο.
Οι άνθρωποί μας είναι ευαίσθητοι δέκτες της νοητικής μας ενέργειας⋅ ακούν τη φωνή μας, ακόμα και όταν είναι σιωπηλή, και την αναγνωρίζουν στο σκοτάδι, σαν φάρο που τους δείχνει το δρόμο της επιστροφής. Τα τείχη των ψυχών πέφτουν με τον ίδιο τρόπο που υψώθηκαν, χωρίς ν' ακουσθεί κρότος κτιστών ή ήχος. Η αγάπη είναι ικανή να θαυματουργήσει, «να μετακινήσει τα όρη», να διαβρώσει τα τείχη του φόβου, να νικήσει τις τριβές της ύλης μέσα μας. Αρκεί να προσφέρουμε σιωπηλά κι αθόρυβα, αυτό που υπάρχει άφθονο στην ψυχή μας. Η αγάπη δίνει πάντα τους καρπούς της και οι ψυχές γεφυρώνουν την απώλεια και ξαναβρίσκουν το δρόμο της Αλήθειας.

Είθε. Γιατί αγκαλά κ' εχθρός, ήσανε μια φυλή.Όμως ένα «είθε» είν' αρκετό. Ίσως κιόλας πολύ.

Το «είθε», λοιπόν, δεν είναι απαραίτητο να εκφέρεται στο χαμηλό επίπεδο των κατώτερων σωμάτων, ιδιαίτερα όταν οι αποδέκτες είναι αποσυντονισμένοι από τον ανώτερο εαυτό τους. Η βοήθεια προσφέρεται στον Ανώτερο Εαυτό, καθοδηγείται άμεσα προς αυτόν, και τα αποτελέσματά της είναι σημαντικά, όσο και αν σε ανθρώπινο επίπεδο δεν εμφανίζονται.

Η ενέργεια δεν χάνεται ποτέ, είναι τόση ακριβώς όση μεταβιβάζουμε και παραμένει στο συνολικό Εγώ του άλλου έως ότου γίνει δυνατή η καθέλκυσή της από τα κατώτερα στρώματα. Όλοι οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται την ενέργεια που στέλνει η ψυχή μας⋅ αν συνεχίσουμε, με πίστη και υπομονή, κάποια στιγμή θα αναγνωρίσουμε τα σημάδια που δηλώνουν ότι η ενέργεια έχει φτάσει στον προορισμό της.

Ο άνθρωπος λυτρώνεται όταν καταφέρει να νοιώσει τη στάση των Λακεδαιμονίων της ζωής του, όλων όσοι δεν θέλησαν ή δεν μπόρεσαν να του προσφέρουν αυτό που ζήτησε, και γίνει ικανός να αποκαταστήσει στην καρδιά του όλους τους ανθρώπους που τον αγαπούν, αλλά επέλεξαν να ακολουθήσουν διαφορετικές διαδρομές και ξεχωριστές εμπειρίες.

Είναι κι αυτή μια στάσις. Νοιώθεται.

Άλλωστε, τώρα γνωρίζει, και γι' αυτό είναι πιο ικανός να αντέξει αυτό που του φαίνεται αδικία. Η ύλη του έχει εκλεπτυνθεί, ο εγωισμός έχει αποδυναμωθεί. Και κάθε φορά που στα βάσανά των τον μπλέκουν οι άνθρωποι και στις πρόσκαιρες συμφορές που τους τυραννούν, η καρδιά του του υπαγορεύει να ξεφύγει από τον εαυτό του και να ασχοληθεί με τα προβλήματα και τις εμμονές τους, όσο κι αν του φαίνεται κουραστικό. Καθοδηγεί το φως εκεί που κρίνει φρόνιμο και αναγκαίο. Χαίρεται με τις χαρές, λυπάται με τις λύπες, μοιράζεται την αγωνία και τον πόνο. Η αταραξία εκείνου, που περιεπάτει αφηρημένος και ρεμβάζων, στρέφων προς τα πέριξ το τυφλόν βλέμμα της αδιαφορίας, είναι προσπάθεια αποτίναξης των ευθυνών και υποχρεώσεων της παρούσας ενσάρκωσης. Το έργο της δημιουργίας είναι εκεί όπου οι λιγότερο φωτισμένοι ακόμα υποφέρουν. Ο Θεός δέχεται κάθε προσφορά πόνου για τους συνανθρώπους με αγαλλίαση και τιμά τους προσφερόμενους.

γενναίοι οσάκις είναι πλούσιοι, κι όταν είναι πτωχοί, πάλ' εις μικρόν γενναίοι, πάλι συντρέχοντες όσο μπορούνε.

Ο φόβος της εγκατάλειψης είναι κυρίως αυτός που εγκλωβίζει την αγάπη μας προς τους άλλους ανθρώπους. Όπως οι άνθρωποι συνδέουν το συναίσθημα του γήινου έρωτα με την Ένωση, έτσι συνδέουν και τον ανθρώπινο χωρισμό με τον θάνατο, κι αυτό τους πονά, ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι παρά χωρο-χρονική απομάκρυνση.

Ο φόβος της απώλειας ή, αλλιώς, του χωρισμού, είναι το πρωταρχικό συναίσθημα της αποκόλλησης της ψυχής από το θείο Εν, όταν ξεκίνησε τη διαδρομή της συνειδητοποίησής της. Είναι, λοιπόν, πρωταρχική θύμηση, αίσθηση ταυτισμένη με τις απαρχές της ύπαρξης και αφορά, όμως, την κάθε ψυχή χωριστά όσο εκείνη κινείται προς την επαν-ένωση, οπότε αδίκως αποδίδεται στις σχέσεις με τους συνανθρώπους.

Η γνώση αντισταθμίζει το φόβο. Γι' αυτό πρέπει να «μαθαίνουμε» αυτά που φοβόμαστε. Κάθε σχέση και κάθε εμπειρία μάς φέρνει πιο κοντά στον Εαυτό μας γιατί διώχνει ένα μέρος του φόβου. Και είναι απαραίτητο να αγαπήσει κανείς βαθιά και χωρίς όρους έναν τουλάχιστον άνθρωπο - τον πιο μεγάλο «εχθρό» του - γιατί μόνο όταν πραγματώσει την Αγάπη στη Γη με έναν τουλάχιστον συνάνθρωπό του θα μπορέσει να ανοίξει τα κανάλια του προς τον Θεό και τη συμπαντική Αγάπη. Ο άνθρωπος ολοκληρώνει την πορεία της εξέλιξης όταν αγαπήσει το Δημιούργημα⋅ και μόνο τότε γίνεται ικανός να εμπιστευτεί την Αλήθεια και να αγαπήσει τον Δημιουργό του. Αν δεν βιώσει πλήρως το μερικό δεν είναι δυνατόν να αρχίσει τη διεύρυνσή του προς το Όλον. «Εκ μέρους γαρ γινώσκομεν».

Αυτή είναι η διαδρομή για την κατάκτηση της άνευ όρων αγάπης⋅ γιατί ακόμα και στην ύψιστη ψυχική ένωση, οι άνθρωποι θέτουμε όρους και αγαπούμε εφόσον αυτοί οι όροι ικανοποιούνται.

Έχουν οι τοίχοι μου πιο καλούς τρόπους΄και για τα δώρα μου δεν μ' αγαπούν.Εκείνοι δεν ομοιάζουν τους ανθρώπους.

Ο κόσμος γύρω λειτουργεί ως καθρέφτης του κόσμου μέσα μας⋅ αυτό το έχουν πει πολλοί δάσκαλοι. Αυτό σημαίνει πως «προβάλλεται» ως πραγματικότητα περιβάλλουσα τον εαυτό μας εκείνο που παράγουμε εσωτερικά. Οι εξωτερικές συνθήκες θα προσαρμόζονται πάντοτε σ' αυτό.

Το κάτοπτρον δεν μ' απατά, είν' αληθής η θέα

Κάθε φορά που αισθανόμαστε ότι ο άνθρωπός μας δεν μας αγαπά, αυτό σημαίνει ότι εμείς τον έχουμε αγαπήσει υπό όρους, μερικώς, και αυτό που τώρα λαμβάνουμε, είναι η πραγμάτωση προηγούμενων δικών μας εκπομπών. Με κάθε όρο στην αγάπη μας, ακόμα και τον φαινομενικά αθώο συναισθηματικό όρο «αγαπώ αυτόν τον άνθρωπο αρκεί να μ' αγαπά κι αυτός», ενεργοποιούμε έναν απλό μηχανισμό: θέτουμε φραγμό στη δική μας εκπόρευση συναισθημάτων και αρχίζουμε να την αλλοιώνουμε ως το σημείο που κάποια στιγμή λαμβάνουμε ως πραγματικότητα. Αυτό που νιώθουμε, το δυσάρεστο συναίσθημα που μας βαραίνει, είναι η εξασθένηση της δικής μας αγάπης. Όταν συμβαίνει αυτό, όταν δηλαδή δεν αγαπάμε με πληρότητα, τότε νιώθουμε σαν να το λαμβάνουμε, ενώ στην πραγματικότητα το εκπέμπουμε.

Η μόνη λύση είναι να παράγουμε εσωτερικά την αγάπη⋅ να σταματήσουμε να σκεφτόμαστε με συνθήκες και να αρχίσουμε να δουλεύουμε μέσα μας την αγάπη χωρίς περιορισμούς. Αρκεί να οδηγήσουμε τον εαυτό μας στο να αισθανθεί, να βιώσει συναισθηματικά αυτό που θέλει - έρωτα ας ψάλλουμε και χαράν - και αυτό θα είναι η σωστή πράξη, η αληθινή δράση. Κανείς δεν μπορεί να μας αναγκάσει να μην παράγουμε το συναίσθημα που θέλουμε.

Μέσα απ' αυτή την εσωτερική διαδρομή θα οδηγηθούμε σ' ένα άλλο είδος αγάπης, πιο ποιοτικό και πιο απρόσωπο⋅ γιατί πρέπει να αποταυτίσουμε την αγάπη από τα πρόσωπα. Η αγάπη που διαχέουμε στον κόσμο ως α-πρόσωπο συναίσθημα σημαίνει καταρχήν κατανόηση, έπειτα απουσία αξιολόγησης και τελικά αποδοχή. Έτσι θα αγγίξουμε εσωτερικά την α-πάθεια ως απομάκρυνση από τα συναισθήματα απόρριψης και καταδίκης, που έχουν ως αποτέλεσμα να απορρυθμίζουν τις δικές μας δονήσεις και να μας υποβιβάζουν σε μία ψυχική κατάσταση ταραχής και θλίψης.

Όσο η γνώση προχωρεί, τόσο υποχωρεί η αίσθηση του φόβου. Ο φόβος περιορίζει την οπτική γωνία και αντί να ευρύνει τους ορίζοντες όπως η γνώση, μας εγκλωβίζει σε αναγκαστική διαδρομή. Η γνώση είναι ελευθερία γιατί καθιστά τον άνθρωπο ικανό να προχωρεί, να επιλέγει, να ξεφεύγει από αναγκαστικές πορείες. Για τον άνθρωπο που έφτασε εκεί, η απίθανος ηώς έχει ξημερώσει. Ο αγώνας έχει κερδηθεί και ο μαχητής των Νόμων ανταμείβεται με τη χαρά να βλέπει γύρω του τα αποτελέσματα της αγάπης.

Αυτή είναι η πραγματική εξαίρετη πανοπλία της αληθινής Δύναμης, της εσωτερικής: η αγάπη άνευ όρων, αυτή που τόσο μας θορυβεί, διότι μάθαμε να ζούμε χωρίς αυτήν. Την πανοπλία αυτή δεν την κάνουμε με λόγια, με φυσιογνωμία και με τρόπους, αλλά όταν δεν απαρνιόμαστε τον εαυτό μας και την ψυχή μας και δεν ξεφεύγουμε, σε καμία περίπτωση, απ' την Αγάπη.

Η άνευ όρων αγάπη - η μόνη εξαίρετη πανοπλία - κατεδαφίζει όσα ο φόβος συσσωρεύει ως δήθεν ασπίδα⋅ «η τελεία αγάπη έξω βάλλει τον φόβον». Είναι το μοναδικό πλοίο, η μοναδική οδός και ευκαιρία για την ψυχή ώστε να απελευθερωθεί από τα τείχη της απώλειας. Τότε ο άνθρωπος κατοικεί σ' άλλη γη, σ' άλλη θάλασσα, αφού έχει δημιουργήσει μια πόλι άλλη καλλίτερη από αυτή, μπορεί «να δει ουρανόν καινόν και γην καινήν, και να εγκατασταθεί μόνιμα σ' αυτήν. Έχει τότε επανενωθεί στην Αγάπη και κανένας φόβος δεν τον εμποδίζει να νιώθει πως ζει στο θείο Σώμα.

ΕΙΛΙΚΡΙΝΕΙΑ

Μερικοί άνθρωποι νομίζουν ότι ειλικρίνεια είναι το να εκφράζουμε τα αισθήματα και τις σκέψεις όπως είναι σε μια δοσμένη στιγμή, αλλά πρέπει να λάβουμε υπόψη μας:

1) Εκείνον προς τον οποίο εκφραζόμαστε,
2) τα αισθήματα μας,
3) τις σκέψεις που περιλαμβάνουν τις ιδέες και τα σχέδιά μας,
4) τη μονάδα της συvείδησης ή το «εγώ» που θέλει να εκφραστεί.
Στις περισσότερες περιστάσεις ο άνθρωπος εκφράζεται σύμφωνα με αυτό που είναι τη δοσμένη στιγμή και επειδή δεν είναι πάντα ο ίδιος, οι εκφράσεις του αλλάζουν, δίνοντας την εντύπωση ότι δεν είναι ειλικρινής αλλά η ειλικρίνεια έχει σχέση με το κ ί ν η τ ρ ο.

Δεν είναι εύκολο να ξεχωρίσουμε αν μια πράξη είναι ειλικρινής ή ανειλικρινής αλλά όταν διακρίνεται το κίνητρο, μπορεί τότε κάποιος να δει την πραγματικότητα πίσω από την έκφραση.

Κανένας μας δε μπορεί να είναι πραγματικά ειλικρινής αν δεν εισέλθει στην περιοχή του μόνιμου «εγώ» μέσα μας.

Αυτό απαιτεί πρόοδο με δύο τρόπους.
Από τη μια μεριά το σώμα, τα συναισθήματα και η νοητική φύση πρέπει να πειθαρχήσουν και να εξαγνιστούν, ώστε να εκφράζουν με ακρίβεια τη θέληση του εσωτερικού ανθρώπου.

Από την άλλη μεριά ο άνθρωπος πρέπει προοδευτικά να γίνει ο αληθινός Εαυτός του.

Η ανώτερη ειλικρίνεια στον άνθρωπο αρχίζει τη στιγμή που γίνεται Κύριος του εαυτού του και μπορεί να χρησιμοποιεί τους φορείς του για να εκφράσει τον εαυτό του όπως είναι.

Η ειλικρίνεια είναι η ακριβής εξωτερίκευση του εσωτερικού ανθρώπου μέσω των λόγων, των αισθημάτων, των σκέψεων, των ιδεών και των κινήσεων του.

Το να είστε ειλικρινείς σημαίνει να είστε ο ουσιαστικός εαυτός σας και να εκφράζετε αυτή την ουσία με τη μεγαλύτερη απλότητα.

Υποκριτές είναι οι άνθρωποι που αλλάζουν συνεχώς τις εκφράσεις τους, όπως τα κίνητρά τους τα ενδιαφέροντά τους και την εστία της συνείδησης τους, εξαιτίας της προσκόλλησής τους στο σώμα, στα αισθήματα και στις σκέψεις τους, είναι ασταθείς και μηχανιστικοί άνθρωποι.

Ένας πιο προχωρημένος υποκριτής είναι εκείνος που έχει ένα ύποπτο κίνητρο σε ένα από τα επίπεδα της προσωπικότητάς του και κρύβει σε αυτό τις διάφορες εκφράσεις του, δίνοντας την εντύπωση ότι είναι ένας ολοκληρωμένος, ένας αυτοπραγματωμένος άνθρωπος.

Η ειλικρίνεια είναι η ακτινοβολία του ανθρώπου που έχει πετύχει την ταύτιση με τον αληθινό του Εαυτό και που αυτός ο Εαυτός είναι τώρα ικανός να εκφραστεί, ανεμπόδι­στα, μέσα από όλoυς τους φορείς Του.

Η ειλικρίνεια είναι ένα άμεσο άγγιγμα από τον Εσωτερικό Σπινθήρα.

Ο συμβολισμός του Καπετάνιου στον Giordano Bruno

"...κάλεσε με την ηχώ της σάλπιγγας τον καπετάνιο, όλοι οι πολεμιστές σου κάτω από ένα έμβλημα. Έτσι η ψυχή, τα σχέδια που δεν εγκρίνει Κάτω από ένα έμβλημα ή τα σκοτώνει ή τα περιφρονεί... Σε μία μόνο ομορφιά μένω προσηλωμένος Ότι με έχει σημαδέψει στην καρδιά μου είναι μόνο Ένα βέλος, Μία μόνο φωτιά με φλογίζει Και δεν ξέρω πια άλλο παράδεισο"

Ο μεγάλος νεοπλατωνιστής φιλόσοφος του μεσαίωνα, Giordano Bruno πίστευε ότι ο άνθρωπος είναι μία μικρογραφία του σύμπαντος. Ένας μικρόκοσμος και ένας μακρόκοσμος που εμπεριέχονται ο ένας μέσα στον άλλο. Έτσι οι έννοιες που διέπουν το σύμπαν αντιστοιχούν αναλογικά και στον άνθρωπο. Στο έργο του "Gli eroici furori" αναφέρεται σε μία τριάδα κοσμικών τελειοτήτων, που είναι η αλήθεια, η σοφία και η ομορφιά. Αυτές στον άνθρωπο εκφράζονται ως βούληση, αγάπη και διάνοια. Η συμβολική εικόνα (εικόνα εκ του έοικα = μοιάζω, παρομοιάζομαι) που χρησιμοποιεί ο Giordano Bruno για την Βούληση είναι ο Καπετάνιος, ο οποίος κρατά γερά το τιμόνι του ανθρώπου, κυβερνώντας την ψυχή.

Ο "ηρωικά ενθουσιώδης" καπετάνιος καλεί όλους τους πολεμιστές κάτω από ένα έμβλημα. Οι πολεμιστές αυτοί είναι οι ενεργητικές δυνάμεις του ανθρώπου, που καλούνται να υπερνικήσουν τις κατώτερες επιθυμίες και τα πάθη του. Είναι βέβαια εμφανής η ομοιότητα με τον άρχοντα Αρτζούνα στην Μπαγκαβάντ Γκίτα, του αρχαίου έπους Μαχαμπαράτα των Ινδών. Ο καπετάνιος στον Bruno έχει σπαθί, το οποίο είναι ένα σύμβολο για την ηρωική εσωτερική πορεία προς το φως, ενώ είναι ερασιθάνατος, διότι προς την κατάκτηση της θείας σοφίας το ταξίδι είναι που έχει σημασία και οι δοκιμασίες, περισσότερο από μία ανάξια νίκη. Επιθυμεί μέσα από ένα μυητικό ταξίδι να υπερνικήσει ό,τι κατώτερο τον εμποδίζει από την επανάκτηση του βασιλείου του, που εσωτερικά είναι το κέντρο του.

Οι Βίκινγκς είχαν ένα γνωμικό για τους ανθρώπους. Σύμφωνα με αυτό τους χώριζαν σε τρία είδη: "Στους Ζωντανούς, στους Νεκρούς και σε αυτούς που παίρνουν τις Θάλασσες". Αυτοί οι τελευταίοι, είναι και οι "ηρωικά ενθουσιώδεις" ψυχές του Giordano Bruno, ο οποίος λέει ότι ενώ φαίνονται ψυχροί, φλέγονται από ηρωικό πάθος, ένα πάθος που υπερβαίνει κάθε άλλο και νικά κάθε άλλο τους έρωτα.

Αναλογικά και στο ανώτερο επίπεδο Πόλις, ο Πλάτων παρομοιάζει την πολιτεία με πλοίο και τον κυβερνήτη της πολιτείας με καπετάνιο ("Πολιτεία", 488 Β΄- 489 Α΄). Ο κυβερνήτης της Πολιτείας, ακριβώς όπως και ο εσωτερικός μας κυβερνήτης, πρέπει να έχουν τα ίδια φιλοσοφικά χαρακτηριστικά. Οι ίδιες δυνάμεις - αρετές που υπάρχουν στην ψυχή κάθε ανθρώπου, υπάρχουν και στην κοινωνία, το λογικό, το θυμοειδές και το επιθυμητικό. Όπως η βούλησή μας πρέπει να εναρμονίζει αυτούς τους τρεις κύκλους, έτσι και ο κυβερνήτης της πολιτείας πρέπει να εναρμονίζει την ιδανική πολιτεία μαζί με την Τάξη των Πολεμιστών και να ορίζει το υπόλοιπο πλήρωμα. (Μάλιστα ο Πλάτων φθάνει ακόμη πιο πέρα και λέει ότι ο Κυβερνήτης πρέπει να πετά έξω από το πλοίο τους ναύτες που τον αμφισβητούν, γιαυτό και πολλοί σύγχρονοι ανίδεοι της φιλοσοφίας του, τον αποκαλούν "φασίστα".) "Διότι δεν είναι φυσικό ένας κυβερνήτης να παρακαλεί τους ναύτες να τον κάνουν αρχηγό τους κι ούτε οι σοφοί να πηγαίνουν να χτυπούν τις πόρτες των πλουσίων" λέει ο Σωκράτης. Γι'αυτό και στην Ιδανική πολιτεία ο κυβερνήτης πρέπει να είναι Φιλόσοφος. Διότι η φιλοσοφία απελευθερώνει, αγαπά την διδασκαλία και την υπηρεσία, οδηγεί πρώτα στην εσωτερική κατάκτηση.

Ταξιδεύοντας σε φουρτουνιασμένους καιρούς...

Είμαστε απελπισμένοι και απογοητευμένοι. Μείναμε λίγοι. Το υπόλοιπο πλήρωμα μας εγκατέλειψε. Δεν άντεξε. Δεν πίστεψε ότι υπάρχει το νησί του χάρτη. Είπαν είναι παραμύθι. Άλλοι τρελάθηκαν. Άλλοι βρήκαν μια στεριά. Άλλοι πήγαν με τους πολλούς που νικούσαν. Χάσαμε μάχες αλλά το πλοίο μας άντεξε. Χάσαμε συντρόφους, αλλά μείναμε εμείς. Εμείς που πιστέψαμε στο μικρό μας πλοίο.

Και τώρα εδώ.
Ταξιδεύουμε ακόμα. Στη μέση της πιο μανιασμένης θύελλας. Όλα δείχνουν χαμένα. Οι δυνάμεις μας, μας εγκαταλείπουν. Μέρες τώρα μαστιγώνουν τεράστια κύματα το μικρό μας πλοίο. Μα είμαστε ακόμα εδώ. Συνηθισμένοι. Το πλοίο μας είναι φτιαγμένο για την περιπέτεια.
Είναι ένα... πειρατικό! Υψώσαμε μαύρες σημαίες και ορκιστήκαμε σ' αυτές. Αποφασισμένοι για ένα μεγάλο και δύσκολο ταξίδι. Μας είπανε τρελούς που φεύγουμε με τέτοιους καιρούς. Μα είμαστε γεννημένοι πειρατές. Μας αρέσει η περιπέτεια.

Τα πανιά μας σκίζονται από τους ανέμους κόντρα. Μα εμείς σηκώνουμε άλλα.

Τα κατάρτια πέφτουν. Μα εμείς γινόμαστε κατάρτια.
Μας σκεπάζουν τα κύματα. Ο καιρός τα βάζει με μανία εναντίον μας. Όλα εναντίον μας. Όλα θέλουν να πνίξουν το μικρό μας καράβι. Μα εμείς πιάνουμε τα κουπιά. Το σκαρί σπάει. Μα κλείνουμε τις τρύπες με τα σώματά μας τα ίδια. Το πλοίο είμαστε εμείς.

Ουρλιάζουν δαιμονισμένα οι Σκύλες. Τραγουδάνε οι Σειρήνες...
Κλείνουμε τα αυτιά μας στις μάζες. Τραβάμε μόνο κουπί. Μόνο κουπί! Όσοι είναι σ' αυτό το πλήρωμα είναι ακούραστοι. Δεν βλέπουν τίποτα. Δεν ακούν τίποτα. Δεν υπάρχει τίποτα. Μόνο κουπί. Πόνος. Μόνο το πλοίο μας. Όλα για το πλοίο μας! Προσηλωμένοι σ' έναν σκοπό. Το πλοίο πρέπει να σωθεί.

Ζούμε μόνο για αυτό το διαλυμένο πειρατικό. Για μας δεν υπάρχει γυρισμός. Δεν υπάρχει άλλη στεριά. Πρέπει να σώσουμε το πλοίο έστω κι αν χαθούμε όλοι. Ενάντια στη φουρτούνα. Ενάντια στα μανιασμένα κύματα.

Να φανούμε δυνατοί. Το πλοίο πρέπει να σωθεί. Να φτάσει στο νησί. Υπάρχει!

Ο Καπετάνιος κρατά γερά το τιμόνι. Φωνάζει στους απελπισμένους. Ενθαρρύνει τους κουρασμένους. Βρίζει τους δειλούς. Δίνει κουράγιο όταν όλα φαίνονται χαμένα. Ο Καπετάνιος φωνάζει στους πολεμιστές να μην εγκαταλείψουν. Να μείνουν στις θέσεις τους. Να μην εγκαταλείψει κανείς το πλοίο. Το πλοίο πρέπει να σωθεί. Πρέπει να φτάσει.

Η βούλησή μας κρατά γερά το τιμόνι της ψυχής μας και την κατευθύνει προσηλωμένη σε έναν προορισμό.

Ναι. Το πλοίο μας αυτό δεν είναι άλλο από την Ψυχή μας και Καπετάνιος στο τιμόνι της δεν είναι άλλος από τη Βούλησή μας. Αυτή κρατά το τιμόνι της Ψυχής μας. Το πλοίο μας αυτό πρέπει να φθάσει στην "Ιθάκη" μας. Στο μυθικό νησί των πειρατών. Στο δικό μας βασίλειο! Όσο χρόνο κι αν χρειαστεί, όσα εμπόδια κι αν παρουσιαστούν, όσες φουρτούνες και θαλασσοταραχές. Εμείς το πλοίο μας δεν το εγκαταλείπουμε ποτέ.

Το πλοίο είναι η Ψυχή. Το πλοίο πρέπει να σωθεί. Ένας για όλους και όλοι για έναν! Κρατάτε γερά στους ανέμους. Είμαστε πειρατές! Γεννημένοι για άγριους καιρούς.

Οι Βίκινγκς είχαν ένα γνωμικό για τους ανθρώπους. Σύμφωνα με αυτό τους χώριζαν σε τρία είδη: Στους Ζωντανούς, στους Νεκρούς και σε αυτούς που πάνε στη Θάλασσα...

Περί τόλμης ο λόγος…

Όταν ο άνθρωπος τολμάει
η ζωή τον ανταμείβει πάντα.
Οι λύσεις εμφανίζονται με μαγικό τρόπο.
Γιατί η τόλμη,
βάζει τη στατική ενέργεια,
σε κίνηση.

Τολμώ σημαίνει υπερβαίνω.
Τολμώ σημαίνει επιτρέπω.
Τολμώ σημαίνει διακινδυνεύω.
Τολμώ σημαίνει εκτίθεμαι.
Τολμώ δε σημαίνει δε φοβάμαι,
αλλά ότι παίρνω από το χέρι το φόβο μου και προχωρούμε μαζί παρέα.
Τολμώ σημαίνει
μπαίνω στη φωτιά των φόβων μου
κι εμπιστεύομαι τη Σοφία της Αβεβαιότητας.

Υπάρχει κι άλλη μια διάσταση του Τολμώ.
Η διάσταση του Αφήνομαι.
Τολμώ να αφεθώ χωρίς να γνωρίζω,
να έχω εξασφαλίσει,
χωρίς να ξέρω εκ των προτέρων,
χωρίς δίκτυ ασφαλείας.

Τολμώ ν’ αλλάξω,
τολμώ να αφεθώ,
παραιτούμενος από κάθε προσπάθεια να ελέγξω
ή να καθορίσω την έκβαση,
αλλά ωστόσο είμαι σίγουρος ότι
ό,τι έρθει
θα είναι το καλύτερο για μένα.
Ίσως δε θα είναι πάντα αυτό που θέλω
αλλά Πάντα θα είναι αυτό που χρειάζομαι!

Αλλά το θέμα είναι
ότι σπάνια οι άνθρωποι τολμάνε
να τολμήσουν…

Απο καρδιάς

Όλοι οι δρόμοι είναι ίδιοι. Αυτός ο δρόμος έχει καρδιά;

Πρόσφατα είχα μια απίστευτη εμπειρία. Μιλούσα σε μια ομάδα προικισμένων παιδιών. Μιλούσα με πάθος έτσι καθώς συνηθίζω, και τα παιδιά κάθονταν εκεί σαν αποσβολωμένα παρακολουθώντας με, – οι δονήσεις ανάμεσά μας ήταν απίστευτες. Όταν τελείωσα το πρωινό πρόγραμμα, ο διευθυντής του σχολείου με πήρε έξω για φαγητό. Γυρίζοντας το απόγευμα, τα παιδιά έτρεξαν κοντά μου και μου είπαν, “Ω, κάτι τρομερό έγινε. Θυμόσαστε το αγόρι που καθόταν στο πρώτο θρανίο ακριβώς μπροστά σας;” Κι εγώ είπα, “Ω, ναι, δεν θα το ξεχνούσα ποτέ, ήταν έτσι κι έτσι, κι έτσι…” “Ε, λοιπόν τον έδιωξαν από το σχολείο για δυο εβδομάδες”. Είπα, “Γιατί;”

Φαίνεται ότι στην ομιλία μου αναφέρθηκα στον τρόπο που πρέπει να μαθαίνουμε κάτι, να το γνωρίζουμε πραγματικά, να το βιώνουμε απόλυτα. Και τους είχα πει, “Αν θέλετε πραγματικά να γνωρίσετε ένα δέντρο, πρέπει να σκαρφαλώσετε στο δέντρο, να το νιώσετε, να κάτσετε στα φύλλα του. Και τότε θα μπορέσετε να πείτε, “Το ξέρω αυτό το δέντρο”. Κι ακόμη φαίνεται πως εκείνο το αγόρι είχε πει, “Μάλιστα, κύριε, αυτό θα το θυμάμαι. Γιατί έτσι είναι πραγματικά”. Κι έτσι, την ώρα του μεσημεριανού φαγητού, εκείνο το αγόρι είδε ένα δέντρο και σκαρφάλωσε πάνω του. Ο επόπτης των παιδιών περνούσε από εκεί, είδε το αγόρι πάνω στο δέντρο, το κατέβασε με το ζόρι και το έδιωξε από το σχολείο.

Είπα τότε στα παιδιά, “Ω, θα πρέπει να μιλήσω εγώ στον επόπτη”. Δεν ξέρω γιατί συμβαίνει αυτό, αλλά συνήθως οι επόπτες αυτοί είναι συνταξιούχοι πρώην δάσκαλοι. Πήγα να τον βρω στο γραφείο όπου καθόταν αναπαύοντας τους μυς του κι είπα. Γύρισε και με κοίταξε αγριεμένος. Είπε, “Ώστε εσείς είσαστε που ήρθατε σ’ αυτό το σχολείο για να πείτε στα παιδιά να σκαρφαλώνουν στα δέντρα; Είσαστε μια απειλή, κύριε!” Κι εγώ του είπα, “Ε, καλά, τώρα, δεν καταλάβατε. Νομίζω ότι έγινε μια μικρή παρεξ…” Δεν μ’ άφησε να τελειώσω και ούρλιαξε, “Είσαστε μια απειλή” Ακούς εκεί, να λέτε στα παιδιά να σκαρφαλώσουν στα δέντρα! Και τι θα γίνει αν πέσουν; Αρκετά προβλήματα μας δημιουργούν!” Ε, ναι, δεν θα μπορούσα ποτέ να του δώσω να καταλάβει, ήταν αδύνατο να συνεννοηθώ μαζί του. Έτσι πήγα στο σπίτι εκείνου του αγοριού, που τώρα θα είχε δυο ελεύθερες εβδομάδες να σκαρφαλώνει στα δέντρα, κάθισα κοντά του, και εκείνο μου είπε, “Νομίζω ότι αυτό που έμαθα απ’ όλ’ αυτά είναι το πότε πρέπει να σκαρφαλώνεις σε δέντρα και πότε όχι. Υποθέτω ότι διάλεξα τη λάθος στιγμή, έτσι δεν είναι;” Είχε ακούσει, και θα υποχρεωνόταν να προσαρμοστεί με την άποψη του επόπτη, – αλλά πάντα σκαρφαλώνει σε δέντρα. Υπάρχουν πολλοί τρόποι να προσαρμοστείς στις απαιτήσεις της κοινωνίας, και πάντα να κάνεις το δικό σου. Φτάνει να ξέρεις το πότε και το πως.

Ο καθένας έχει τον δικό του τρόπο και πρέπει να του παραχωρήσουμε την ελευθερία να τον ακολουθεί. Υπάρχουν χιλιάδες δρόμοι προς την αγάπη. Κι ο καθένας θα βρει το δικό του δρόμο, αν ακούσει τον εαυτό του. Μην αφήνετε κανένα να σας επιβάλει το δικό του τρόπο. Υπάρχει ένα θαυμάσιο βιβλίο με τίτλο Διδάγματα σύμφωνα με τον Δον Ζουάν, γραμμένο από κάποιον ανθρωπολόγο που ονομάζεται Κάρλος Καστανιέντα. Αναφέρεται στους Ινδιάνους της φυλής Γουάκι, που τους μελέτησε. Και στις σελίδες βιβλίου υπάρχει ένας άνθρωπος που τον λένε Δον Ζουάν και που λέει, “Ο κάθε δρόμος είναι μόνο ένας μέσα από ένα εκατομμύριο δρόμους. Γι’ αυτό, θα πρέπει πάντα να’ χετε στο μυαλό σας ότι ένας δρόμος είναι μόνο ένας δρόμος. Αν νιώθετε ότι πρέπει τώρα να τον ακολουθήσετε, δεν είναι ανάγκη να μείνετε σ’ αυτό το δρόμο κάτω από τις οποιεσδήποτε περιστάσεις. Ο κάθε δρόμος είναι μόνο ένας δρόμος. Δεν υπάρχει κανένα εμπόδιο από σας ή από άλλους για να τον παρατήσετε αν αυτό είναι που η καρδιά σας σας λέει να κάνετε. Αλλά η απόφασή σας να μείνετε σ’ αυτό το δρόμο, ή να τον αφήσετε, πρέπει να παρθεί ελεύθερα, χωρίς φόβο ή φιλοδοξία. Σας προειδοποιώ: εξετάστε τον κάθε δρόμο από κοντά και σχολαστικά. Δοκιμάστε τον όσες φορές νομίζετε ότι είναι αναγκαίο. Ύστερα, κάνετε στον εαυτό σας και μόνο σ’ αυτόν μια ερώτηση. Τούτη: Αυτός ο δρόμος έχει καρδιά; Όλοι οι δρόμοι είναι ίδιοι. Δεν οδηγούν πουθενά. Υπάρχουν δρόμοι που περνούν μέσα από θάμνους, ή πλάι σε θάμνους, ή κάτω από θάμνους. Το αν αυτός έχει καρδιά, είναι το μοναδικό ερώτημα. Αν έχει, τότε ο δρόμος σας είναι η αγάπη, ο αντικειμενικός σκοπός δεν έχει σημασία, μόνο η διαδικασία να έχει καρδιά.

Μόνο “πραγματικοί” μπορείτε να είσαστε στο δρόμο σας. Το πιο δύσκολο πράγμα στον κόσμο είναι να είσαι κάτι που δεν είσαι. Έχοντας απομακρυνθεί από τον εαυτό σας, πρέπει να έρθετε όλο και πιο κοντά, πιο κοντά και πιο κοντά σ’ αυτό που είσαστε. Θ’ ανακαλύψετε ότι είναι ένας εύκολος δρόμος. Το πιο εύκολο πράγμα στον κόσμο είναι να είσαστε εσείς. Και το πιο δύσκολο είναι να γίνετε αυτό που οι άλλοι θέλουν να είσαστε. Μην τους αφήνετε να σας φέρουν σ’ αυτή τη θέση. Βρείτε το “εσείς”, το ποιοι είσαστε και να είσαστε αυτό που είσαστε. Τότε μπορείτε να ζήσετε απλά. Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε όλη την ενέργεια που κρατεί “μακριά τα φαντάσματα”. Και δεν θα έχετε πια τα φαντάσματα να σας κρατούν μακριά από τον εαυτό σας. Δεν θα παίζετε πια το παιγνίδι των άλλων. Θα τους σαρώσετε πέρα και θα πείτε, “Εδώ είμαι εγώ. Δεχτείτε με όπως είμαι, μ’ όλες τις αδυναμίες μου, τις βλακείες μου, κ.τ.λ. Κι αν δεν το μπορείτε, παρατάτε με ήσυχο”.

Το πείραμα του διαλόγου - Μια αιρετική άποψη για το ΧΑΟS στην καθημερινή μας ζωή

Ας τον ονομάσουμε Εντ Μπράουν. Φυσικά, δεν είναι αυτό το πραγματικό του όνομα και ορισμένες από τις λεπτομέρειες της ιστορίας του έχουν αλλαχθεί, επειδή μας το ζήτησε. Το όνομά του δεν είναι σημαντικό έτσι κι αλλιώς, γιατί όπως λέει: “Στην όλη ιστορία διαπίστωσα μεταξύ άλλων ότι δίνουμε μεγάλη σημασία σε αυτόν που διεκδικεί την προβολή. Στην ουσία πρόκειται μόνο για μια εξελικτική πορεία. Αυτή έχει σημασία και όχι ποιος προβάλλεται και για ποιο λόγο”.

Η ιστορία του Εντ αρχίζει όταν αποφάσισε να ενταχθεί σε μια “ομάδα διαλόγου” πριν από μερικά χρόνια. Σε ολόκληρο τον κόσμο, οι άνθρωποι οργανώνονται σε ομάδες για να εξερευνήσουν τη φύση των ομαδικών σχέσεων. Δεν πρόκειται για ομάδες θεραεπίας, αλλά για μια προσπάθεια κατανόησης του τρόπου με τον οποίο οι ατομικές και συλλογικές μας προϋποθέσεις ελέγχουν την αλληλεπίδραση που ασκούμε και δεχόμαστε, αλλά και μια προσπάθεια εξερεύνησης των δυνατοτήτων για ανάπτυξη συλλογικής δημιουργικότητας.

Ο φυσικός Ντέιβιντ Μπομ, ο οποίος έχει αφιερωθεί τα τελευταία χρόνια στην έρευνα του διαλόγου, τον περίεγραψε ως εξής: “Ο διάλογος δεν είναι μια ανταλλαγή απόψεων, ούτε συζήτηση. Συζήτηση σημαίνει χτύπημα πέρα δώθε, σαν να παίζεις πινγκ πονγκ. Βέβαια, έχει και αυτό την αξία του, αλλά στο διάλογο προσπαθούμε να πάμε πιο βαθιά να δημιουργήσουμε μια κατάσταση όπου βάζουμε στην άκρη τις απόψεις και τις κρίσεις μας, προκειμένου να μπορέσουμε να ακούσουμε ο ένας τον άλλο”. Αυτή η προσωρινή αναστολή συχνά είναι μάλλον αποτέλεσμα του ίδιου του διαλόγου και λιγότερο μια εκούσια πράξη από μέρους των μελών της ομάδας. Επειδή σε ένα διάλογο είναι πάρα πολλές οι απόψεις που ακούγονται, κάποια στιγμή οι θέσεις και οι κρίσεις των ατόμων που ακούγονται, κάποια στιγμή οι θέσεις και οι κρίσεις των ατόμων καταλήγουν να αναστέλλονται προσωρινά. Ένας άλλος θιασώτης του διαλόγου, ο ζωγράφος και ψυχίατρος Ντέιβιντ Σάινμπεργκ, αποκάλεσε το διάλογο “μια ανοικτή διαδικασία δημιουργίας σχημάτων”.

Μια από τις βασικές ιδέες του διαλόγου είναι πως οι άνθρωποι παραμένουν δεμένοι σε αυτό που ο Μπομ αποκάλεσε “μη διαπραγματεύσεις” πεποιθήσεις, οι οποίες ενυπάρχουν και στις πιο απλές διαφωνίες. Αυτές οι “μη διαπραγματεύσιμες” ιδέες δεν μπορούν να ερμηνευτούν. Μπορούν, όμως, να μείνουν για λίγο στην άκρη και να αλλάξουν, όπως διαπίστωσε ο Εντ, κατά τη διαδικασία της συλλογικής δημιουργικότητας.

Η ομάδα του Εντ αποτελείτο από είκοσι άτομα, τα οποία συναντιόντουσαν μια φορά το μήνα σε ένα διαμέρισμα μιας μεγάλης πόλης. Συμφώνησαν να μην έχουν αρχηγό, ούτε συγκεκριμένο πρόγραμμα, ούτε συγκεκριμένα θέματα για συζήτηση. Αυτή η συμφωνία αφαίρεσε τα συνηθισμένα ερεθίσματα στα οποία στηρίζονται οι ομάδες και άφησε γυμνό το θέμα τού πώς τα οποία σχετίζονται με την ομάδα.

“Ένα πράγμα που διαπίστωσα ευθύς αμέσως ήταν πως χρειαζόμασταν αρχηγό. Αισθανόμασταν άβολα χωρίς αυτόν. Κανείς, όμως, δεν ήθελε να αναλάβει, αλλά και αν ακόμη κάποιος το ήθελε δεν θα τον αφήναμε. Ταυτοχρόνως, όλοι αναζητούσαμε κάποια δομή, αλλά δεν μπορούσαμε να συμφωνήσουμε σε καμία. Ήταν πολύ απογοητευτικό. Νομίζω ότι έτσι αισθάνονται πολλοί άνθρωποι μέσα στις ομάδες. Να θέλουν πάντα να ακουστούν, να θέλουν η ομάδα να συμμεριστεί τις απόψεις και τις ιδέες τους, πράγμα που δεν μπορεί να γίνει”.

Η ομάδα ηχογραφούσε τις συναντήσεις της και ο Εντ έμαθε ότι, πέρα από το χάος της απογοήτευσης, υπήρχε μια τάξη σε εξέλιξη. “Είδα πως, μολονότι πίστευα πως δεν άλλαζα τις απόψεις κανενός, στην πραγματικότητα τις άλλαζα, όπως άλλαζαν και οι δικές μου. Ήταν πολύ αδιόρατο. Αν κάποιος παρακολουθούσε τη συζήτηση, θα του φαινόταν σε κάποιο επίπεδο χαοτική θα μπορούσε, ωστόσο, να δει πως οι άνθρωποι προσλαμβάνουν τα λόγια και τις ιδέες των άλλων και κατά κάποιο τρόπο τις αφομοίωναν. Ήταν φανερό ότι αλληλο-επηρεαζόμασταν.

>>Μερικές φορές διαφωνούσαμε με κάποιον, αλλά ύστερα από λίγο αρχίζαμε να συνειδητοποιούμε ότι στην ουσία δεν είχαμε καταλάβει τι ακριβώς ήθελε να πει. Απλώς αντιδρούσαμε στις λέξεις. Μόλις ξεπερνούσαμε τις λέξεις, καταλαβαίναμε ότι έλεγαν κάτι σημαντικό. Διαπίστωσα ακόμη ότι και εγώ δεν καταλάβαινα πραγματικά τα δικά μου λόγια, μέχρις ότου οι άλλοι έφερναν στην επιφάνεια το ουσιαστικό τους νόημα. Προς το τέλος της συνάντησης, και ενώ είχαμε μιλήσει για ένα σωρό διαφορετικά πράγματα, οι περισσότεροι από την ομάδα έδειχναν σαν να είχαν κατορθώσει κάτι. Έμοιαζε σαν να είχαμε δημιουργήσει ή ανακαλύψει κάτι κοινό, που για τον καθένα μας ήταν διαφορετικό. Ήταν πράγματι πολύ παράξενο”.

Ένα από τα θέματα που ανέκυπταν πολύ συχνά στις συζητήσεις της ομάδας ήταν αν όλα αυτά που συνέβαιναν στο διάλογο θα μπορούσαν να έχουν κάποια πρακτική εφαρμογή. Ο Εντ αποφάσισε να ελέγξει το θέμα συμμετέχοντας στα κοινά της περιοχής όπου κατοικούσε και να συνεχίσει το πείραμα του διαλόγου σε ένα χώρο “πραγματικό”.

Προσφέρθηκε εθελοντικά να εργαστεί σε μια επιτροπή που θα ασχολούνταν με την ανακαίνιση της βιβλιοθήκης της περιοχής όπου έμενε εκλέχτηκε μάλιστα πρόεδρος της επιτροπής. Από την πρώτη κιόλας συνεδρίαση κατάλαβε ότι τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά. Υπήρχαν δύο παρατάξεις στην επιτροπή και η καθεμιά είχε να προτείνει μια διαφορετική λύση για την ανακαίνιση. Κάποια από τα μέλη της επιτροπής είχαν από παλιά προβλήματα μεταξύ τους· υπήρχαν ακόμη άνθρωποι που κατοικούσαν χρόνια εκεί και μερικοί που είχαν μετακομίσει πρόσφατα. Στην επιτροπή, λοιπόν, εκπροσωπούνταν πολλές από τις αντιζηλίες και τις αντιπαραθέσεις των ανθρώπων της κοινότητας.
“Η καθεμιά από τις κλίκες ήθελε να με πάρει με το μέρος της. Ένα από τα πράγματα, όμως, που είχα μάθει από την ομάδα διαλόγου ήταν να αποφεύγω την πόλωση. Διακινδύνευα να προκαλέσω την έχθρα και των δύο πλευρών, αλλά θεώρησα σωστό να ακούσω και τις δύο και να προσπαθήσω να τις βοηθήσω να εκθέσουν τις απόψεις τους όσο καλύτερα μπορούσαν. Έπειτα θα προσπαθούσα να παρουσιάσω τη μια πλευρά στην άλλη με όσο το δυνατό πιο κατανοητό τρόπο. Η ουδετερότητά μου δεν θα ήταν αρκετή. Υπήρχαν πολλές τάσεις στις συνεδριάσεις μας – εξάρσεις των διαφόρων “εγώ” και παιχνίδια εξουσίας. Το γεγονός, όμως, ότι υπήρχε κάποιος στην αίθουσα που όχι μόνο δεν έπαιρνε το μέρος κανενός, αλλά άκουγε προσεχτικά αυτά που είχαν να πουν οι άνθρωποι, αρχικά προκάλεσε μια σύγχυση στα μέλη της επιτροπής, ταυτοχρόνως όμως τους απελευθέρωσε. Ύστερα από λίγο άρχισαν να μετακινούνται από τις αρχικές τους θέσεις και οι ιδέες απλώνονταν διαρκώς, ώσπου φτάσαμε να υπάρχουν όχι μόνο δύο προτάσεις αλλά ολόκληρη σειρά επιλογών. Σύντομα, ακόμη και οι πιο σκληροπυρηνικοί άρχισαν να αλλάζουν στάση.

>>Έπειτα, όμως, ξανακολλήσαμε και δημιουργήθηκαν ξανά τα παλιά σχήματα. Ήταν πολύ απογοητευτικό. Η κατάσταση έμοιαζε απελπιστική, ώσπου κάποιο βράδυ ένα από τα πιο ουδέτερα μέλη πρότεινε μια λύση που ήταν λίγο διαφορετική απ’ ό,τι είχαμε κουβεντιάσει ώς τότε. Προς μεγάλη μας έκπληξη – θα μπορούσε κανείς, μάλιστα, ακόμα και να δει την έκπληξή μας, αφού όλοι γουρλώσαμε τα μάτια – άρεσε σε όλους μας. Εξετάζοντάς το εκ των υστέρων, διαπιστώνουμε ότι ίσως θα μπορούσαμε να είχαμε δει αυτή τη λύση από την αρχή, όμως δεν την είδαμε. Πριν δεν μπορούσαμε να την δούμε, τώρα όμως μπορέσαμε. Ίσως μπορέσαμε επειδή περάσαμε μέσα από όλη αυτή τη διεργασία. Οι συνθήκες άλλαξαν εντελώς. Ξαφνικά, αποκτήσαμε ομοφωνία και καταλήξαμε σε μια λύση ιδανική για την περιοχή μας”.

Η λύση δεν αποτελούσε συμβιβασμό. “Ο συμβιβασμός είναι χειρότερος από την ήττα. Σημαίνει ότι όλοι αισθάνονται λίγο εξαπατημένοι, ότι υποτάχτηκαν στην ιδέα της εξουσίας, χωρίστηκαν σε νικητές και ηττημένους. Αυτό που καταφέραμε ήταν πολύ πιο συναρπαστικό και ικανοποιούσε τον καθένα περισσότερο από την όποια συμβιβαστική λύση”.

Το πραγματικό ενδιαφέρον του Εντ για τις αρετές και των δύο πλευρών και ο σκεπτικισμός του για την έτοιμη λύση που παρουσίαζε η κάθε πλευρά από τη σκοπιά της προκάλεσαν μια “σύνθετη επίδραση”, που βοήθησε τα μέλη της επιτροπής να εγκαταλείψουν την πόλωση και τις μη διαπραγματεύσιμες απόψεις τους για όσο χρόνο χρειαζόταν, προκειμένου να προκύψει κάποια καινούργια πρόταση.

Η ιστορία του Εντ θυμίζει αρκετά τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν πολλές κοινότητες ιθαγενών, τον τρόπο που η κοινότητα του Γουίλφρεντ Πελετιέ έφτιαξε τη στέγη της αίθουσας του συμβουλίου. Στους Ιροκουά, για παράδειγμα, το παραδοσιακό συμβούλιο των αρχηγών έπρεπε να παίρνει αποφάσεις με τις οποίες θα συμφωνούσαν όλα τα μέλη του συμβουλίου. Οι Ιροκουά δεν πίστευαν στην πλειοψηφία. Το συμβούλιό τους συνεδρίαζε όσο χρόνο ήταν απαραίτητος για να βρεθεί μια λύση που θα ήταν αποδεκτή από όλους. Συχνά, οι συζητήσεις ήταν έντονες και γεμάτες πάθος. Μερικές φορές το συμβούλιο διαρκούσε μέρες, εβδομάδες. Σε μερικές περιπτώσεις δεν λαμβάνονταν αποφάσεις, γιατί δεν μπορούσαν να καταλήξουν σε μια κοινά αποδεκτή συμφωνία. Όταν, όμως, κατέληγαν σε μια απόφαση, ήταν εκείνη που ήθελαν όλοι και αισθάνονταν δεσμευμένοι απένταντί της. Ήταν η δική τους απόφαση, τόσο συλλογική όσο και ατομική.

Στην πολύπλοκη και προβληματική μαζική μας κοινωνία πρέπει να αναπτύξουμε ταχύτατα και δραστικά νέους τρόπους κατανόησης της συλλογικής δράσης. Είναι φανερό ότι κανένας ηγέτης και κανένα σύστημα δεν μπορεί να επιλύσει τα προβλήματα του συλλογικού μας κόσμου. Στην ουσία, η όποια προσπάθεια εξεύρεσης λύσης προς αυτή τη δοκιμασμένη και ξεπερασμένη κατεύθυνση θα οδηγήσει αναμφίβολα σε περαιτέρω περιπλοκές.

Το λυπηρό είναι πως οι οργανισμοί, όσο μας ενώνουν, άλλο τόσο μας απομονώνουν και μας κρατούν μακριά τον ένα από τον άλλο. Καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι, επειδή τα άτομα αποτελούν ουσιαστικά ξεχωριστά μόρια, η συλλογική δράση πρέπει να συντονίζεται μέσα από αυτές τις εξωτερικές δομές που μας έχουν επιβάλει. Τι θα γινόταν, όμως, να ξεχνούσαμε τελείως αυτές τις απόψεις και επιτρέπαμε στην αυτο-οργάνωση να δημιουργήσει τις κοινότητές μας; Αν σκόπιμα σφυρηλατούσαμε τις κοινωνικές μας λύσεις στη φωτιά του δημιουργικού χάους;

ΠΕΡΙ ΑΜΦΙΒΟΛΙΑΣ....

ΑΜΦΙΒΑΛΩ-ΑΜΦΙΒΑΛΕΙΣ-ΑΜΦΙΒΑΛΕΙ…..ΑΜΦΙΒΑΛΟΥΜΕ-ΑΜΦΙΒΑΛΕΤΕ-ΑΜΦΙΒΑΛΟΥΝ
(Αμφιβολίες…το μυαλό μου βασανίζουνε πολλές….αμφιβολίες τρελές…..)
Από την στιγμή που μεγαλώνουμε και υποτίθεται….ότι αρχίζουμε να κατανοούμε τα όσα συμβαίνουν γύρω μας….ήδη όμως έως τότε χωρίς να το έχουμε πολυκαταλάβει έχουμε γαλουχηθεί και ανάλογα….πρώτα από το οικογενειακό μας περιβάλλον, τον τόπο μας (γειτονιά-συνοικία-χωριό ή πόλη, χώρα), το κλίμα της εκάστοτε περιοχής που ζούμε, τη σχολική εκπαίδευση ή όχι, την πολιτική και θρησκευτική επιβουλή, τα μέσα ενημέρωσης (εφημερίδες, περιοδικά, ραδιόφωνο, τηλεόραση, διαδίκτυο, κινηματογράφος κλπ) την κοινωνία γενικότερα, αν είμαστε κορίτσια ή αγόρια, αν είμαστε πλούσιοι ή φτωχοί, αν είμαστε λαός ή εξουσία…
Oλα αυτά μας έχουν επηρεάσει σ’ ένα μεγάλο βαθμό ως προς τις αντιλήψεις που έχουμε βιώσει και συνάμα τις διάφορες πεποιθήσεις και δοξασίες τις οποίες ο άνθρωπος τις έχει ενσωματώσει ως περίβλημα της επίγνωσης….ώστε να καταστεί ένα εύκολο θύμα κάθε φορά μιας διαφορετικής επίγνωσης….από αυτή που είναι στην πραγματικότητα. Για φανταστείτε πόσα ψέματα μας έχουν πει…οι γονείς μας, οι δάσκαλοί μας, οι πολιτικοί μας, οι παπάδες, και οι συνάνθρωποί μας…πότε εν αγνοία τους αναμασώντας το τι είχε πει ο προηγούμενος ή εσκεμμένα και μεθοδευμένα για να κερδίσουν κάτι …οπότε όλοι αυτοί λειτουργούν ως «αρπακτικά»….μιας και μας παρουσιάζουν την γνώση ως επίγνωση ως μια αυτοανάκλαση….δηλαδή (το φαινόμενο της αλλαγής διεύθυνσης διάδοσης της αντίληψής μας), όπου εγκλωβίζεται συνεχώς και μάταια ο άνθρωπος… όπου ζει τελικά συνεχώς μέσα σ’ ένα παραμύθι.

Ο επιδέξιος χειρισμός της αυτοανάκλασης, της μοναδικής λάμψης επίγνωσης που του αφήνουν τελικά όλα αυτά τα «αρπακτικά» όντα…. του δημιουργούν και τις αναλαμπές της επίγνωσης, τις οποίες στη συνέχεια τις καταναλώνουν με όποιον αδίστακτο και ληστρικό τρόπο μπορούνε καταληστεύοντας την ίδια τους την ύπαρξη. Τους φορτώνουν δηλαδή με διάφορα ανόητα προβλήματα και τους αναγκάζουν να ζούνε με τις αναλαμπές της επίγνωσης μιας και κατορθώνουν μ’ αυτό τον τρόπο να τους κρατούν ζωντανούς, ώστε να μπορούν να τρέφονται από την ενεργειακή αναλαμπή των ψευδοανησυχιών τους.

Οπότε στην προκειμένη περίπτωση όταν κατορθώσουμε και πετάξουμε το «κουκούλι» από επάνω μας…και σίγουρα δεν είναι εύκολο πράμα….μιας και ανατρέπονται επ’ ουδενί όλα όσα ξέραμε ή νομίζαμε ότι τα ξέραμε…τότε αρχίζει να κλονίζεται το «εγώ» μας….μιας και οφείλουμε να αμφισβητήσουμε τα όσα ξέρουμε που θα μας οδηγήσουν….φτου και από την αρχή…σε μια νέα αναζήτηση της «δικιάς» μας αλήθειας.

Πως είσαι τόσο σίγουρος λοιπόν….ότι ξέρεις ή ότι γνωρίζεις για τα πράγματα που γνωρίζεις;
Αν λοιπόν δεν απαντήσεις «απλά τα ξέρω» αυτό που σου απομένει τι είναι;
Πως ξέρεις το οτιδήποτε αν στην πραγματικότητα….δεν γνωρίζεις το οτιδήποτε;

Οπότε μια πρώτη προσέγγιση ασφαλώς είναι η πηγή της «λογικής», αντί της θεϊκής πηγής ή της Ουράνιας γνώσης….όπου κάνοντας απλά αυτή την απλή διαπίστωση….εκφράζεις την αμφιβολία μέσα σου και αρχίζεις να ανακαλύπτεις ερευνώντας αν υπήρχε κάτι άλλο. Αρχίζεις πρώτα αμφισβητώντας κατ’ αρχάς τον εαυτό σου. Φυσικά για να μην αμφιβάλει κάποιος σε ότι σκέφτεται…οφείλει και πρέπει πρώτα-πρώτα να μην αμφιβάλει ότι υπάρχει.

Διότι αν πάρουμε σαν δεδομένο το «αμφιβάλω άρα υπάρχω» ελάχιστοι άνθρωποι στον πλανήτη μας «υπάρχουν» και αυτό διότι ελάχιστοι άνθρωποι στον πλανήτη μας «αμφιβάλλουν» σχετικά με το οτιδήποτε, Έτσι με περισσή «εγωπάθεια» ο άνθρωπος, δεν αμφιβάλλει καθόλου για τίποτα και χωρίς σκέψη, αναφέρει το ένα ή το άλλο απόφθεγμα, αφορισμό ή κείμενο, φιλοσοφική θέση ή θεωρία και το αποδίδει συνήθως με σιγουριά χωρίς σκέψη ή έστω αμφιβολία, στον ένα ή στον άλλο φιλόσοφο, ενώ δεν γνωρίζει στην ουσία καν αν αυτός που το είπε έτσι ή αλλιώς….

Διότι σαν πρόσωπο δεν είναι και σίγουρο ότι πράγματι υπήρξε και τα υποτιθέμενα λεγόμενα του είναι λόγια άλλων ανθρώπων, σκέψεις άλλων ανθρώπων….ποιος ξέρει λοιπόν αν τελικά είναι καν ανθρώπων…που απλώς επαναλαμβάνουν παπαγαλίζοντας κατά πως τους βολεύει, διαιωνίζοντας σωστά και λάθη, ανάκατα μέχρι σήμερα. Φανταστείτε αφού τα μάτια μας, μας κοροϊδεύουν…ειδικά αν δεν έχεις καλλιεργήσει τον εγκέφαλο σου…διότι με τον εγκέφαλο βλέπεις και όχι με τα μάτια σου….σκέψου λοιπόν σε τι πέλαγος άγνοιας κολυμπάς συνέχεια….όταν αυτά που καλλιεργούν το εγκέφαλό μας δεν είναι και τόσο σίγουρο … ότι είναι έτσι όπως λέγονται…!

Πολλές φορές μέσα στην τύφλα μας γινόμαστε ανόητοι λέγοντας ότι…«φίλε….αν δεν το δω με τα μάτια μου….δεν το πιστεύω» και άλλες τέτοιες μπούρδες και μεγαλοστομίες αφού συνήθως παπαγαλίζουμε τα λόγια των άλλων….που δεν τους είδαμε ποτέ και δεν μπορούμε να είμαστε καν σίγουροι, πως αυτοί που τα είπαν ή αν καν υπήρξαν με σιγουριά….!

Φυσικά ως βασική αρχή και μέτρο ενός (υγιούς) ψυχικά ανθρώπου είναι ο τρόπος που επιλέγει να επικοινωνεί και ειδικά με την αναμετάδοση της επικοινωνίας του. Είναι σαν το παιχνίδι που παίζαμε μικροί…και το λέγαμε ….( σπασμένο τηλέφωνο….)….λες κάτι στον Κωστάκη…να τα πει στον Γιωργάκη κλπ κι αυτός άλλο κατάλαβε κι άλλο του είπε, με αποτέλεσμα … να υπάρχει μια σύγχυση, μια αταξία και οι καθημερινές παρεξηγήσεις να υπάρχουν ανάμεσα στις ζωές όλων των συνανθρώπων μας.

 Όλη λοιπόν αυτή η αταξία δημιουργείται από μια απλή αναμετάδοση επικοινωνίας στον παρόντα χρόνο και τόπο κι όχι μετά από πολλά χρόνια ….1.000+ χρόνια και βάλε….! ….αλλά αυτό που χρήζει σημασίας είναι ότι…..είναι σχετικά ξεκάθαρο αυτή την στιγμή, μετά την επόμενη χρονικά στιγμή παύει να βγάζει νόημα ή αλλοιώνεται το νόημα του εντελώς…ειδικά όταν οι ορισμοί των λέξεων και οι τονισμοί αλλάζουν … και αλλάζουν φυσικά σε 5 ή 10 χρόνια…..πόσο μάλλον σε 1.000+ και βάλε…!

Έτσι πόσο σίγουροι νομίζουμε ότι μπορούμε να είμαστε…..για την σιγουριά μας, όταν αναφερόμαστε σε λόγια και σκέψεις ανθρώπων που έζησαν…..αν έζησαν…..πολλές χιλιάδες χρόνια πριν;

 Αν αρχίζεις λίγο να το ψάχνεις και όχι επιφανειακά…θα ανακαλύψεις πως κάθε τι που θεωρείς σταθερό και δεδομένο … δεν είναι καν δεδομένο και πόσο βέβαιος λοιπόν θα μπορείς να είσαι για όλες αυτές τις εικασίες;

Το «Είναι» ταυτίζεται με το «Αντιλαμβάνεσθε»……που σημαίνει ότι όλος ο επονομαζόμενος «αντικειμενικός κόσμος» βρίσκεται μέσα στο νου μας. Στην ουσία η γνώση γι’ αυτό που μας περιβάλλει πηγάζει από την ίδια μας την νόηση, ερχόμενη μέσα από τις «αισθήσεις» μας. Οι φιλόσοφοι την ονόμασαν αυτήν την γνώση «Αισθητηριακή Εμπειρία».

Τώρα αν πέσεις στην πλάνη….και συμπεράνεις ότι αυτά τα αισθητηριακά δεδομένα πρέπει να προέρχονται από κάπου….επομένως αυτό το «κάπου» πρέπει να είναι ο θεός….τότε καταλαβαίνεις ότι αυτόματα έχει μπει ως «αρνί» εις σφαγήν…..στην όποια θρησκεία…που σου επιβάλλει «φύκια με μεταξωτές κορδέλες….» και σε κοροϊδεύει ασύστολα…..αφού σου «πουλάει»…τσάμπα «πίστη»…μέσω των ενδιάμεσων ιερέων…οι οποίοι χρίζονται….από μόνοι τους…ως οι διαμεσολαβητές της παπαρολογίας…..και πως καταφέρνουν πάντα με έντεχνο τρόπο να σε αρμέγουν….αφού μια μάζα σέρνεται συνεχώς πίσω τους και μάλιστα φανατίζεται κιόλας….και πολλές φορές δυστυχώς αυτό έχει και άσχημα αποτελέσματα.

Νομίζουμε ότι υπάρχει κάτι από την στιγμή που εμείς το βλέπουμε ως παρατηρητές και παρατηρούμε το παρατηρούμενο. Ναι αλλά αν δεν το παρατηρήσουμε αυτό δεν σημαίνει πως δεν υπάρχει, απλά δεν υπάρχει μόνο για τον συγκεκριμένο παρατηρητή. Επομένως προσέχετε το τι παρατηρείτε αν δεν θέλετε να του δώσετε υπόσταση.

Πιστεύεις ότι κάτι δεν υπάρχει, επειδή δεν το βλέπεις; Άρα δεν υπάρχει;

Η παρατήρηση σ’ αυτό μας δείχνει…ότι αυτό που δεν υπάρχει στον Νου μας δεν το βλέπουμε…διότι μέσα στον εγκέφαλο μας, στον Νου μας δεν παίζεται αυτό το έργο, αλλά κάποιο άλλο έργο κι αυτό εμφανίζεται, στην προβολή της ζωής μας.

 Ο Νους του Ανθρώπου και ειδικά ο Νους του μορφωμένου και εκπαιδευμένου ανθρώπου από την κάθε πολιτεία, είναι προγραμματισμένος από ένα σύστημα -ισμών σε μια συγκεκριμένη σειρά λέξεων, που βασίζεται πάνω σε μία απόλυτα κατευθυνόμενη και ελεγχόμενη αντίληψη για τη φύση του κόσμου. Του δίνουν με τρομακτικά απόλυτη ακρίβεια ένα σύστημα αξιών για να σκεφτούν και αυτές οι σκέψεις …του δημιουργούν τον κόσμο που «βλέπει».

Τώρα το ερώτημα είναι ποιοι είναι αυτοί που του δίνουν αυτές τις ιδέες….τόσα χρόνια….σαν να είναι οι υπέρτατες αλήθειες;

Τις περισσότερες φορές οι άνθρωποι σκέφτονται και επικοινωνούν με έννοιες και όρους που έχουν αποδειχθεί ως ψευδείς, από την εποχή της ύπαρξης τους, όποια κι αν είναι αυτή. Οι άνθρωποι σκέφτονται και θεωρούν το χρόνο και το χώρο ως κάτι ξεχωριστό και ανεξάρτητο. Πιστεύουν πως ζούμε σε τρεις διαστάσεις παρ’ όλο που η επιστήμη -και η λογική- έχει αποδείξει πως ο χρόνος είναι η τέταρτη διάσταση και ο χώρος η πέμπτη. Εξακολουθούν να πιστεύουν πως η ύλη είναι κάτι το διαρκές, όταν οι επιστήμονες ήδη γνωρίζουν πως η ύλη δεν είναι παρά μία άλλη εκδήλωση ενέργειας και όχι μόνο οι επιστήμονες….αλλά και οι φιλόσοφοι όλων των εποχών αυτό μας λένε…..ότι η ύλη είναι ενέργεια.

Σ’ αυτή λοιπόν τη μεθόδευση υπάρχει ο τρόπος να ορίσουμε εμείς τα στοιχεία, να κοιτάξουμε μόνοι μας και να συμπεράνουμε ότι εμείς θέλουμε …αμφισβητώντας για λογαριασμό μας επιτέλους, έστω και για μια φορά, ακόμα κι αν είναι μπερδεμένα πολλά μέσα μας…..διότι ΑΔΕΛΦΙΑ η μεθοδευμένη από την εξουσία επιστημονική κοινότητα….μας δίνει πολλές φορές μια γνώση που δεν είναι αντικειμενική.

Με αποτέλεσμα όλες οι βάσεις στις οποίες είναι στηριγμένα τα θεόρατα οικοδομήματά της είναι αυθαίρετες. Είναι, όπως ακριβώς και ο πολιτισμός μας, μια Συνωμοσία, ένα πονηρό συμβόλαιο.

Αν πάρουμε π.χ. κάποιον που δεν έχει ερευνήσει το θέμα και από αυτήν την στιγμή του πούμε μιαν αλήθεια ότι το φεγγάρι δεν είναι πλανήτης…και ότι είναι ένα διαστημικό σκάφος….τότε καταλαβαίνετε ότι ξαφνικά βρίσκεται μετέωρος…

Διότι πρώτον καταλαβαίνει ότι δεν ήξερε αυτήν την γνώση…οπότε βρίσκεται σε μειονεκτική θέση, δεύτερον θα προσπαθήσει να την αρνηθεί…λέγοντας ότι οι επιστήμονες και τα βιβλία λένε το αντίθετο….τρίτον όταν του τραβάς κάποιου το χαλί….μένει μετέωρος στον αέρα….και θέλει να πατάει κάπου σίγουρα…γι’ αυτό και οι περισσότεροι είναι συντηρητικοί …σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής τους….τέταρτο αν είναι λίγο ανήσυχος και πει ...βρε λες να έχει δίκαιο….θα σε πλακώσει στις ερωτήσεις που θα του κάνουν να πεισθεί σίγουρα….λες και δεν του είναι του ίδιου η αναζήτηση, την οποία οφείλει να κάμει….για να βρει ο ίδιος την άκρη…..μιας και τα περιμένουμε όλα έτοιμα στο πιάτο….οπότε και να τον πείσουμε κάποιον ότι το φεγγάρι είναι σκάφος με την πρώτη ευκαιρία όταν βρει κάποιον άλλον που θα του πει και θα του εξηγήσει ότι είναι πλανήτης και πάλι….θα γυρίσει πίσω στην αρχική του ιδέα για το φεγγάρι…και θα αναπαυτεί….πάντα επειδή του τα λένε οι άλλοι και όχι δηλαδή να ψάξει από μόνος του….να ανακαλύψει το τι ακριβώς συμβαίνει.

Όταν σας παρουσιάζω λοιπόν όλα αυτά τα χρόνια γνώσεις…..ασφαλώς και ξέρω πολύ περισσότερα από αυτά που σας γράφω…και αρκετές φορές γίνομαι κοινωνός ….και μοιράζομαι ορισμένες γνώσεις που κατέχω μαζί σας…στον βαθμό πάντα που κάποιος μπορεί να αντιληφθεί και να μετουσιώσει μέσα του... αλλά είναι και πολλά που δεν τα έχω ακόμη ξεστομίσει ή γράψει….για κάποιους λόγους….αφού αποτελούν τις εμπειρίες της ζωής μου.

Το γράφω αυτό διότι τα βιώματα του καθενός είναι μοναδικά και φιλτράρονται από τον καθένα μας ξεχωριστά, αρκεί να υπάρχει μέσα μας μία ισορροπία…..για να μην καβαλάμε το καλάμι….όταν ανακαλύψουμε κάτι….το οποίο θα μας εντυπωσιάσει.

Οπότε να κρατάμε μικρό καλάθι…είναι πολλές φορές σώφρων. Εξάλλου να ξέρετε δεν μπορούμε να αλλάξουμε τους άλλους…αλλά μόνον τον ΕΑΥΤΟ μας…απλά με την επαφή μας και την ανταλλαγή γνώσεων μπορούμε να ανοίξουμε νέους δρόμους αναζήτησης για τον καθένα μας που μπορεί να μας πάει πιο μακριά….

Με λίγα λόγια τα γεγονότα που ζούμε για να μην κινδυνεύουν…..υπάρχουν οι διάφορες αιτιολογίες που ζούμε υπό το καθεστώς μιας αυστηρής έρευνας και εγκαθίδρυσης αυθαίρετων συμπερασμάτων που επηρεάζουν δυστυχώς άμεσα όλους τους ανθρώπους και το όπλο που χρησιμοποιούμε πιο συχνά ενάντια σ’ αυτό το καθεστώς είναι η αμφισβήτηση.

Ο λαός μας….ως ΕΛΛΗΝΕΣ….δείχνει ότι έχουμε ανεπτυγμένο το χιούμορ σε υψηλό βαθμό….μιας και είναι υγιής αντίδραση….και ειδικά όταν καταπνίγεται το δίκαιό μας…. προσπαθούμε ως άμυνα να βρούμε τρόπους και μορφές προσέγγισης της ελευθερίας μας….λέγοντας παροιμίες, ανέκδοτα, γνωμικά, γλωσσοδέτες.

Οπότε : Παίδες ΕΛΛΗΝΩΝ….δεν έχουμε και άλλη επιλογή: ΑμφισβητΩ και ΣατυρίζΩ. Μα προπαντός πράττω…..!

Έτσι μια ημέρα που τράβηξα την «κουρτίνα»…..ο συμβατικός κόσμος που είχα γύρω μου…έπεσε μονομιάς και μια νέα προέκταση του οπτικού μου πεδίου….έγινε το πεδίο παρατήρησης και έρευνας μέσα από την Αρχαία μας Ελληνική Φιλοσοφία….που υπήρξε ο οδηγός αφύπνισης μου και ενεργοποίησης μου.

Δεν αποδέχτηκα αυτά που διάβασα….αλλά τα έψαξα και τα ψάχνω συνεχώς, τα ερευνώ σε βάθος και αμφισβητώ….αμφισβητώ…ανακαλύπτοντας νέα δεδομένα…και αφήνοντας πίσω μου κάθε τι που πλέον δεν μου είναι ωφέλιμο.

ΦΙΛΟΙ (-ΕΣ)…χρειαζόμαστε νέους τρόπους αντίληψης και κατανόησης και νέους τρόπους μετάδοσης των πραγμάτων που θα αντιληφθούμε και θα κατανοήσουμε.

Χρειαζόμαστε μία νέα δημιουργική σκέψη και γλώσσα για νέους θριάμβους, νέες τραγωδίες και νέα έπη, νέες δεισιδαιμονίες και καινούργιες επιστήμες, νέες λογοτεχνίες και μια ελεύθερη ποίηση.

Η διανοητική μας επαναγέννηση….έρχεται όταν ο λαός μας συνειδητοποιήσει το τι θέλει.

Αυτό θα σημαίνει μια ριζική αναθεώρηση ενός μεγάλου μέρους των γνώσεων μας και των πραγμάτων που θεωρούνται δεδομένα. Μια τέτοια αναθεώρηση δεν συμφέρει κανέναν ασφαλώς από αυτούς που χειρίζονται τις λειτουργίες των καθημερινών συστημάτων και επιπλέον οι περισσότεροι άνθρωποι δεν είναι καν διατεθειμένοι να εγκαταλείψουν το μικρό, το σίγουρο και το ασφαλές, για να εξερευνήσουν τα αβέβαια νερά ενός νέου απέραντου Ωκεανού.

Έτσι ο «κλήρος» πέφτει πάντα στους γενναίους……που κάποιοι ανήσυχοι συνάνθρωποί μας θα αναλάβουν και πάλι αυτή την εξερεύνηση, χωρίς καμία υποστήριξη, χωρίς σύμμαχο, χωρίς καμία αναγνώριση του έργου τους, χωρίς ίσως την εξιστόρηση των περιπετειών τους.

Μπορώ…Μπορείς…Μπορούμε… Ούτε που μπορεί να φανταστεί κανείς τι Μπορεί…αν πρώτα το έχει Θελήσει και Αγαπήσει…

Θα ήταν πολύ εύκολα τα πράγματα στην Ζωή μας, αν μπορούσαμε να παγώνουμε τα στιγμιότυπά της και να μην υπήρχαν πουθενά μέσα μας...
Όμως και παγωμένα και θαμμένα, πάλι είναι μέσα μας...
Και τούτα τα παγωμένα και θαμμένα στιγμιότυπα, γίνονται πέτρες κάποια στιγμή και θέλουν να αποβληθούν από το φυσικό μας σώμα...

Μακάρι όλα τούτα τα αρνητικά συναισθήματα, με το που τα θάβουν οι άνθρωποι και τα ξεχνάνε, να πηγαίνανε στο ασυνείδητο του γείτονα...
Όταν προχωράμε στην ζωή μας και απομακρυνόμαστε από την παιδική κατάσταση, νομίζουμε ότι έχουμε λύσει όλα τα προβλήματά μας, ότι τώρα αποφασίζουμε εμείς για την ζωή μας και τις πράξεις μας, αλλά δυστυχώς δεν είναι έτσι πάντα...

Υπάρχουν μέσα μας ξεχασμένες εντάσεις, ξεχασμένες ανάγκες και προσδοκίες, τις οποίες, ασυνείδητα, θα θέλουμε να καλύψουμε και θα πολεμάμε διαρκώς γι' αυτά τα ξεχασμένα...

Οι βασικές ανάγκες του παιδιού που δεν καλύφτηκαν ποτέ…οι αναμνήσεις μας που κλέβουν τις Μνήμες μας…
Οι βασικές ανάγκες ενός παιδιού είναι η επιβίωση, η ασφάλεια, η αγκαλιά, η αποδοχή, η καθοδήγηση, η στήριξη, ο σεβασμός στην προσωπικότητά του, το δικαίωμα να πενθήσει οποιαδήποτε απώλεια, η εμπιστοσύνη, η αίσθηση ότι το ακούνε, τα απαλά όρια…
Πολλες από αυτές, για να μην πω οι περισσότερες, δεν καλύφτηκαν…
Οι περισσότεροι γονείς είναι και οι ίδιοι εσωτερικά ανεπαρκείς στο να καλύψουν αυτές τις βασικές ανάγκες του παιδιού και να το οδηγήσουν σε μια αυτάρκη ζωή, γιατί ούτε οι δικές τους ανάγκες είχαν καλυφτεί...

Έτσι την μόνη ανάγκη που μπορούν να καλύψουν στο παιδί τους είναι η επιβίωση...Όλες τις άλλες ανάγκες τις καλύπτουν με υλικά αγαθά και σιγά σιγά το παιδί μαθαίνει να καλύπτει τις ανάγκες του με αυτόν τον παράδοξο τρόπο...
Ποτέ όμως δεν γίνεται αυτάρκης άνθρωπος

Πολλές φορές, ίσως και τις περισσότερες, δεν συνειδητοποιούμε τι μας φταίει στην ζωή μας, αν έχουμε όλα όσα οφείλαμε να έχουμε...
Αυτό το "οφείλαμε" δεν αφορά παρά την κάλυψη παιδικών αναγκών, που ενώ είχαμε θάψει και παγώσει, βγαίνουν βίαια να απαιτήσουν μερίδιο από την ζωή μας...
Και τότε αρχίζει η ζωή να βιώνεται από το στομάχι...
Και τότε μας λείπουν τα πάντα...

Τα πάντα είναι εκείνα τα ανθρώπινα στοιχεία που μας δίνουν δύναμη, σθένος, θάρρος και ευγνωμοσύνη...Ανθρώπινα στοιχεία Καλοσύνης...
Μα εκείνα τα ξεχασμένα μέσα μας, μας κάνουν αδύναμους, ασθενείς, δειλούς και αχάριστους...
Πως να περάσει η Ζωή έτσι?

Θα κοιτάς πότε θα τελειώσει...

Η Ζωή χωρίς Καλοσύνη, είναι μισή...είναι μόνο φυσιολογική και μόνο ένας συνεχής πόλεμος...

Τούτα τα θαμμένα και παγωμένα ψυχολογικά περιεχόμενα, είναι διαρκώς μέσα μας και πιέζουν από ένα μη συνειδητό επίπεδο ζωής, παρ' όλα αυτά τόσο αληθινό, όσο εσύ και εγώ...

Το ασυνείδητο δεν είναι κάτι που βρίσκεται μακριά μας, κάπου στον ουρανό...Είναι ενεργό μέσα στην ζωή μας και γίνεται το τέρας που αποσκοπεί στην Καρδιά μας...Εμείς το δημιουργήσαμε, κανείς άλλος...Εμείς και το συντηρούμε και κανείς άλλος….

Είναι γιατί οι πράξεις μας δεν έχουν συνέπεια με τα λόγια μας, είναι γιατί τα συναισθήματά μας δεν έχουν συνέπεια με τις σκέψεις μας, είναι γιατί ή ανθρώπινη Φύση μας δεν έχει συνέπεια με την αληθινή μας Φύση, που δημιουργεί όλες αυτές τις ανάγκες, χωρίς κρίση και σκοπό.

Ναι υπάρχουν οι φυσικοί γονείς, όπως υπάρχουν και τα φυσικά παιδιά, αυτό κανείς δεν μπορεί να το αμφισβητήσει...
Όμως υπάρχει ένας Δρόμος μόνο, που μπορεί να περπατήσει ένας άνθρωπος...
Δεν μπορείς να καβαλάς δύο άλογα συγχρόνως, γιατί στο τέλος θα σε σχίσουν στα δύο...

Χρειάζεται να καβαλικέψεις το ένα και να ελευθερώσεις το άλλο...

Σκοπός του κάθε ανθρώπου είναι να επιλέξει ποιο άλογο θα ιππεύσει…
Και να συνεχίσουμε τον Δρόμο μας καλπάζοντας στο άλογο του Πνεύματος ή να συνεχίσουμε την φυσιολογική ζωή που μάθαμε…

Λευκό, θαρραλέο, δυνατό, όπως είναι η αληθινή μας Φύση...

Χρειάζεται να δώσουμε χώρο μέσα μας στο πένθος όταν ένας κύκλος κλείνει και ανοίγει ένας άλλος...Το πένθος δεν είναι οδυρμός, αλλά σεβασμός σ’ αυτό που μετασχηματίζεται μέσα μας, όταν αφηνόμαστε στην διαδικασία της Αλχημείας που μεταβάλλει το πραγματικό σε αληθινό…

Μπορώ…Μπορείς…Μπορούμε…
Ούτε που μπορεί να φανταστεί κανείς τι Μπορεί…αν πρώτα το έχει Θελήσει και Αγαπήσει…

Ο Ήλιος και το Νερό

Μια φορά κι έναν καιρό, τότε που όλα πάνω στη γη ήταν αλλιώτικα, ο ήλιος και το νερό ζούσαν μαζί κι έκαναν παρέα. Ο ήλιος πήγαινε συχνά επίσκεψη στο νερό, μα το νερό ποτέ δεν τον είχε επισκεφτεί.

-"Γιατί δεν έρχεσαι και συ στο παλάτι μου;" ρώτησε μια μέρα ο ήλιος το νερό.
-"Δεν μπορώ, ήλιε μου", απάντησε το νερό.
"Γιατί, αν έρθω, πρέπει να φέρω μαζί μου όλους τους συγγενείς μου".
-"Και γι' αυτό, καλό μου νερό, ανησυχείς;" είπε ο ήλιος.
"Το παλάτι μου είναι μεγάλο. Έχει χώρο για όλους σας. Ελάτε και μη νοιάζεστε καθόλου", είπε αποφασιστικά ο ήλιος.

Έτσι, το νερό μάζεψε όλους τους συγγενείς του και κίνησαν για το λαμπρό παλάτι του ήλιου. Ήταν το νερό της θάλασσας, το νερό των ποταμών, το νερό των πηγών και των λιμνών, ήταν οι βροχές, οι θύελλες κι οι καταιγίδες, ήταν και τι δεν ήταν...

Όταν έφτασαν στο παλάτι του ήλιου, εκείνος κατέβηκε να τους υποδεχτεί.
-"Καλώς τους", πρόφτασε να πει, μα πριν αποσώσει τα λόγια του, το νερό χύθηκε μέσα στο παλάτι και πλημμύρισε τα πρώτα πατώματα.

Ο ήλιος, ξαφνιασμένος, έτρεξε κι ανέβηκε στα τελευταία πατώματα, μα σε λίγο, έβλεπε, με τρόμο, το νερό να γεμίζει το παλάτι του.

-"Σου το είπα πως είμαστε πολλοί", του είπε το νερό, καθώς έβλεπε τον ήλιο να χλομιάζει όλο και περισσότερο.
"Τώρα όμως, δεν μπορούμε να κάνουμε πίσω".

Ο ήλιος έβλεπε το νερό να προχωρά και ,σιγά σιγά, να ανεβαίνει και να γεμίζει και τα υπόλοιπα πατώματα του παλατιού. Αναγκάστηκε να ανέβει στη στέγη. Το νερό όμως, στα γρήγορα, σκέπασε και τη στέγη.

Τότε ο ήλιος, μη ξέροντας πως αλλιώς να αντιδράσει, κάνει ένα άλμα και ανεβαίνει στον ουρανό.

Από τότε, άρχισε να μένει εκεί. Κι εκεί είναι ακόμα μέχρι και σήμερα.

Είθε, ο Ερεβοκτόνος ήλιος ολόλαμπρος να φωτίζει πάντα τον ουρανό της ζωής σας!