Τετάρτη 29 Μαρτίου 2023

Αρχές Σύνταξης της Αρχαιοελληνικής Γλώσσας: 2α ΟΙ ΑΝΤΩΝΥΜΙΕΣ

(ix) Αναφορικές αντωνυμίες


§12.1. "Αναφορικές" ονομάζονται οι υπό συζήτηση προτάσεις επειδή εισάγονταιμε αναφορικές αντωνυμίες (ὅς, ἥ, ὅ, ὅστις, ἥτις, ὅτι, οἷος κ.λπ.) ή αναφορικά επιρρήματα (οὗ, ὅπου, ὅθεν, ὅστις, ὡς, ὅπως, κλπ.), και μέσω αυτών "αναφέρονται", δηλαδή αποδίδονται, προσδιορίζοντάς τον, σε κάποιον, ρητό ή υπόρρητο (εννοούμενο), όρο μιας άλλης, κύριας ή και δευτερεύουσας πρότασης. Από τις αναφορικές αντωνυμίες:

• Το ὅς δηλώνει ένα ορισμένο, μεμονωμένο αντικείμενο∙ ως η γενικότερη αναφορική αντωνυμία χρησιμοποιείται όμως ενίοτε και αντί του οἷος και του ὅστις.

• Το ὅστις (από το ὅς και την αόριστη αντωνυμία τις) δηλώνει ένα αντικείμενο από τη άποψη του γένους στο οποίο ανήκει, του είδους και της ουσίας του, της δύναμης ή της ικανότητάς του ("τέτοιος είδους"). Με τη σημασία του αυτή συνδέεται προφανώς και η χρήση του σε εξαρτημένες αναφορικές προτάσεις που περιέχουν μιαν αιτία ή έναν λόγο για την ενέργεια που δηλώνει το ρήμα της κύριας πρότασης, όπως π.χ.:

ΞΕΝ ΚΑναβ 2.6.6 ταῦτα οὖν φιλοπολέμου μοι δοκεῖ ἀνδρὸς ἔργα εἶναι, ὅστις ἐξὸν μὲν εἰρήνην ἄγειν ἄνευ αἰσχύνης καὶ βλάβης αἱρεῖται πολεμεῖν || αυτά βέβαια είναι, κατά τη γνώμη μου, έργα φιλοπόλεμου ανθρώπου, ο οποίος, μολονότι μπορεί να ζει ειρηνικά χωρίς ντροπή και ζημία, προτιμά να κάνει πόλεμο.

Ήδη από τον Όμηρο, ωστόσο, το ὅστις χρησιμοποιείται και για ένα ορισμένο αντικείμενο και αργότερα παύει να γίνεται αισθητή η διαφορά μεταξύ ὅς και ὅστις, για να επικρατήσει τελικά το ὅστις.

Από τις υπόλοιπες αναφορικές αντωνυμίες:

• Το οἷος και το ὁποῖος δηλώνουν έναν αντικείμενο από την άποψη του ποιού του.

• Το ὅσος και ὁπόσος από την άποψη της ποσότητάς του, ενώ ο πληθυντικός ὅσοι είτε από την άποψη της ποσότητας εν γένει είτε, ειδικότερα, από την άποψη της αριθμητικής ποσότητας.

• Το ἡλίκος και ὁπηλίκος από την άποψη του ποιού μιας ιδιότητας σε σχέση προς το μέγεθος, την ισχύ, την ηλικία κλπ.

• Οι σύνθετοι τύποι ὁποῖος, ὁπόσος, ὁπηλίκος εμπεριέχουν, όπως και το ὅστις, την έννοια της αοριστίας και τη συναφή προς αυτήν καθολικότητα ή γενικότητα.

§12.2. Τα αναφορικά επιρρήματα όπως το ἔνθα, ᾗ (σπάνια και μόνο ποιητ. ὅπου), ὅθεν, οἷ χρησιμοποιούνται συνήθως τοπικά, σπάνια προσωπικά:

ΟΜ Ιλ 2.852 ἐξ Ἐνετῶν, ὅθεν [= ἐξ ὧν] ἡμιόνων γένος ἀγροτεράων || από τη χώρα των Ενετών, από όπου προέρχονται τα άγρια μουλάρια.

ΟΜ Οδ 4.220 εἰς οἶνον βάλε φάρμακον, ἔνθεν [= ἐξ οὗ] ἔπινον || έριξε στο κρασί, από όπου έπιναν, ένα βότανο.

ΣΟΦ Αντ 892 οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι || κατοικία αιώνια φυλαγμένη, όπου πορεύομαι.

ΣΟΦ Φιλ 456-458 ὅπου [= ἐν οἷς, το συσχετικό είναι το τούτους που ακολουθεί] θ' ὁ χείρων τἀγαθοῦ μεῖζον σθένει κἀποφθίνει τὰ χρηστὰ χὠ δειλὸς κρατεῖ, τούτους ἐγὼ τοὺς ἄνδρας οὐ στέρξω ποτέ || και όπου ο κακός είναι ανώτερος από τον καλό, και η αρετή μαραίνεται και επικρατεί ο δειλός, αυτούς τους άνδρες εγώ ποτέ δεν θα τιμήσω.

ΞΕΝ Ιερ 2.4 [ἡ τυραννὶς] τὰ χαλεπὰ ἐν ταῖς ψυχαῖς τῶν τυράννων κέκτηται ἀποκεκρυμμένα, ἔνθαπερ καὶ τὸ εὐδαιμονεῖν καὶ τὸ κακοδαιμονεῖν τοῖς ἀνθρώποις ἀπόκειται || η τυραννίδα κρατά κρυμμένα τα δυσάρεστά της μέσα στις ψυχές των τυράννων, όπου φωλιάζει και η ευτυχία και η δυστυχία των ανθρώπων.

ΞΕΝ ΚΑναβ 4.2.20 ἤρξαντο καταβαίνειν ἀπὸ τοῦ μαστοῦ πρὸς τοὺς ἄλλους ἔνθα τὰ ὅπλα ἔκειτο || άρχισαν να κατεβαίνουν από τον λόφο προς τους άλλους [στο μέρος] όπου είχαν παραταχθεί οι ένοπλοι.

§12.3. Το ουσιαστικό στο οποίο αναφέρεται ή αποδίδεται η αναφορική πρόταση, από τη μια, και η ίδια η αναφορική πρόταση, από την άλλη, συνδέονται με μια σχέση αμοιβαίας παραπομπής. Ο αμφίδρομος αυτός συσχετισμός ενδέχεται, προπαντός σε περιπτώσεις έμφασης, να εκφράζεται με μια δεικτική αντωνυμία ή το άρθρο ὁ, ἡ, τό στην κύρια πρόταση, τα οποία παραπέμπουν σε μια αναφορική αντωνυμία της εξαρτημένης αναφορικής πρότασης, ενώ η αντωνυμία αυτή με τη σειρά της παραπέμπει αντίστροφα στο συσχετικό της στην κύρια πρόταση:

ΣΟΦ Αντ 1025-1027 κεῖνος οὐκέτ' ἔστ' ἀνὴρ ἄβουλος οὐδ' ἄνολβος, ὅστις ἐς κακὸν πεσὼν ἀκεῖται μηδ' ἀκίνητος πέλῃ || δεν λείπει αποφασιστικότητα και τύχη από εκείνον τον άνδρα, ο οποίος αφού πέσει στο κακό σηκώνεται ξανά όρθιος και δεν μένει αδρανής.

Μερικές φορές ωστόσο το απλό αναφορικό συσχετίζεται με ένα προηγούμενο τοιοῦτος, όπως π.χ.:

ΠΛ Γοργ 473e ὅταν τοιαῦτα λέγῃς, ἃ οὐδεὶς ἂν φήσειεν ἄνθρώπων || όταν λες τέτοια πράγματα τα οποία κανείς άλλος άνθρωπος δεν θα τα έλεγε.

Συχνά η εξαρτημένη αναφορική πρόταση προηγείται για λόγους έμφασης της κύριας πρότασης και της συσχετικής δεικτικής αντωνυμίας:

ΠΛ Ευθυδ 285c ὅ τι βούλεται, τοῦτο ποιείτω || ό,τι νομίζει, αυτό ας κάνει.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το άρθρο ὁ, ἡ, τό είχε αρχικά δεικτική σημασία και λειτουργία, και μάλιστα όχι μόνον όταν εκφερόταν μόνο του, αλλά και όταν συνόδευε ένα ουσιαστικό. Επειδή το δεικτικό άρθρο ὁ, ἡ, τό και η αναφορική αντωνυμία ὅς, ἥ, ὅ συμπλέκονται μεταξύ τους με σχέση αμφίδρομης παραπομπής όντας, έτσι, αλληλένδετα, οι αρχαίοι Γραμματικοί τα αποκαλούσαν ἄρθρα, και ειδικότερα το πρώτο, επειδή προτασσόταν του ουσιαστικού, ἄρθρον προτακτικόν, το δεύτερο, επειδή επιτασσόταν, ἄρθρον ὑποτακτικόν.

§12.4. Πολύ συχνά, ωστόσο, απουσιάζει από την κύρια πρόταση μια δεικτική αντωνυμία που υποκαθιστά ένα ουσιαστικό, προς την οποία θα μπορούσε να συσχετίζεται η αναφορική. (Η απουσία αυτή παρατηρείται συνήθως όταν γίνεται λόγος για ένα αόριστο αντικείμενο ή όταν η εξαρτημένη αναφορική πρόταση προηγείται της κύριας). Στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται για έλλειψη της δεικτικής αντωνυμίας, αλλά η ίδια η αναφορική πρόταση είναι ισοδύναμη με την έννοια ενός ουσιαστικού ή με την "ουσιαστικοειδή" δεικτική αντωνυμία που θα μπορούσε να το υποκαθιστά, πράγμα που προκύπτει και από τον συχνό παραλληλισμό και τη συμπαράταξη της εξαρτημένης αναφορικής πρότασης με ουσιαστικά (βλ. το δεύτερο παράδειγμα):

ΣΟΦ Φιλ 957-958 θανὼν παρέξω δαῖθ' ὑφ' ὧν ἐφερβόμην, καί μ' οὓς ἐθήρων πρόσθε θηράσουσι νῦν [ενν. τούτοις ὑφ' ὧν, ἐκεῖνοι οὓς] || πεθαμένος [από την πείνα] θα γίνω τροφή σε εκείνα από τα οποία τρεφόμουν, και εκείνα που πριν κυνηγούσα εγώ τώρα θα κυνηγούν εμένα.

ΘΟΥΚ 2.41.4 οὐδὲν προσδεόμενοι οὔτε Ὁμήρου ἐπαινέτου οὔτε [ενν. τοιούτου ή ἄλλου τινός κτλ.] ὅστις ἔπεσιν μὲν τὸ αὐτίκα τέρψει, τῶν δ' ἔργων τὴν ὑπόνοιαν ἡ ἀλήθεια βλάψει || χωρίς να έχουμε ανάγκη ούτε κανέναν Όμηρο να μας υμνήσει ούτε κανέναν άλλον που με τους στίχους του θα προκαλέσει στιγμιαία ευχαρίστηση, αλλά που η αλήθεια θα καταστρέψει την εντύπωση που υποβάλλει για τις πράξεις μας.

ΞΕΝ Συμπ 4.42 οἷς γὰρ μάλιστα τὰ παρόντα ἀρκεῖ [ενν. οὗτοι] ἥκιστα τῶν ἀλλοτρίων ὀρέγονται || όσοι αρκούνται σε όσα έχουν δεν επιθυμούν καθόλου τα ξένα.

Εδώ ανήκουν και οι συνάψεις του τύπου (οὐκ) ἔστιν ὅς ή, συχνότερα, (οὐκ) ἔστιν ὅστις:

ΟΜ Ιλ 21.103 νῦν δ' οὐκ ἔσθ' ὅς τις θάνατον φύγῃ || τώρα όμως δεν υπάρχει αυτός που θα γλιτώσει τον θάνατο.

ΘΟΥΚ 2.62.2 καὶ οὐκ ἔστιν ὅστις τῇ ὑπαρχούσῃ παρασκευῇ τοῦ ναυτικοῦ πλέοντας ὑμᾶς οὔτε βασιλεὺς οὔτε ἄλλο οὐδὲν ἔθνος τῶν ἐν τῷ παρόντι κωλύσει και με το ναυτικό που έχετε τώρα δεν υπάρχει κανείς που να μπορεί να σας εμποδίσει να πάτε όπου θέλετε, ούτε ο Μεγάλος Βασιλιάς ούτε κανένας λαός από όσους υπάρχουν σήμερα.

ΞΕΝ Ελλ 4.4.3 σπασάμενοι τὰ ξίφη ἔπαιον τὸν μέν τινα συνεστηκότα ἐν κύκλῳ, τὸν δὲ καθήμενον, τὸν δέ τινα ἐν θεάτρῳ, ἔστι δ' ὅν καὶ κριτὴν καθήμενον || βγάζοντας τα σπαθιά χτυπούσαν αδιάκριτα άλλον όρθιο μέσα σε μια ομάδα ανθρώπων, άλλον καθισμένο, άλλον στο θέατρο και άλλον που καθόταν ως κριτής των αγώνων.

ΠΛ Απολ 27b ἔσθ' ὅστις δαιμόνια μὲν νομίζει πράγματ' εἶναι, δαίμονας δὲ οὐ νομίζει; || υπάρχει κανένας που πιστεύει σε δαιμόνια πράγματα, αλλά όχι σε δαίμονες;

Παγιωμένες είναι οι συνάψεις ἔστιν (εἰσὶν, ἦσαν) οἵ, ἔστιν ὧν, ἔστιν οἷς, ἔστιν οὕς (= ἔνιοι "μερικοί"):

ΘΟΥΚ 7.44.8 ὅσοι ἦσαν τῶν προτέρων στρατιωτῶν ἐμπειρίᾳ μᾶλλον τῆς χώρας ἐς τὸ στρατόπεδον διεφύγγανον, οἱ δὲ ὕστερον ἥκοντες εἰσὶν οἳ διαμαρτόντες τῶν ὁδῶν κατὰ τὴν χώραν ἐπλανήθησαν || όσοι από τους στρατιώτες ανήκαν στην προηγούμενη αποστολή διέφευγαν, γνωρίζοντας καλύτερα τον τόπο, στο στρατόπεδο, μερικοί όμως από αυτούς που είχαν έρθει αργότερα έχασαν τον δρόμο και τριγύριζαν στην πεδιάδα.

ΘΟΥΚ 7.11.2 ἦλθε Γύλιππος Λακεδαιμόνιος στρατιὰν ἔχων ἔκ τε Πελοποννήσου καὶ ἀπὸ τῶν ἐν Σικελίᾳ πόλεων ἔστιν ὧν || ήρθε ο Γύλιππος ο Λακεδαιμόνιος έχοντας μαζί του στρατό τόσο από την Πελοπόννησο, όσο και και από μερικές πόλεις της Σικελίας.

ΠΛ Αλκ2 143c εἴ γε μὴ προσθείημεν τὴν ἔστιν ὧν τε ἄγνοιαν καὶ ἔστιν οἷς καὶ ἔχουσί πως ἀγαθόν, ὥσπερ ἐκείνοις κακόν || αν δεν προσθέσουμε την άγνοια ορισμένων πραγμάτων και εκείνων που εμπεριέχουν κατά κάποιον τρόπο το καλό όπως τα άλλα το κακό.

§12.5. Τόσο στην συνήθη μορφή τους όσο και στις περιπτώσεις που οι εξαρτημένες αναφορικές πρότασεις υποκαθιστούν τον όρο της πρότασης, τον οποίον θα αντιπροσώπευε η απουσιάζουσα δεικτική αντωνυμία, οι πρώτες (δηλαδή οι αναφορικές προτάσεις) ισοδυναμούν με γνήσια ή ουσιαστικοειδή επίθετα και μετοχές και μπορούν, όπως άλλωστε διαφαίνεται και από τα προηγούμενα παραδείγματα, να λειτουργούν συντακτικά με ανάλογο τρόπο, δηλαδή:

Αφενός ως κύριοι όροι της πρότασης, π.χ.:

• ως υποκείμενο:

ΛΥΣ 31.23 ὅστις γὰρ περὶ τοὺς ἑαυτοῦ ἀναγκαίους τοιαῦτα ἁμαρτάνει ἁμαρτήματα, τί ἂν περί γε τοὺς ἀλλοτρίους ποιήσειεν; || όποιος διαπράττει τέτοια αδικήματα σε βάρος συγγενών του, τι θα ήταν άραγε ικανός να κάνει στους ξένους;

ΠΛ Πολ 352e ἔσθ' ὅτῳ ἂν ἄλλῳ ἴδοις ἢ ὀφθαλμοῖς; [= ἔστιν τι ἄλλον, ὅτῳ κ.λπ.] || υπάρχει κάτι, με το οποίο μπορείς να βλέπεις, διαφορετικό από τα μάτια;

• ως κατηγορούμενο:

ΞΕΝ Ελλ 2.3.32 οὗτος δε τοί ἐστιν ὃς καὶ ταχθεὶς ἀνελέσθαι ὑπὸ τῶν στρατηγῶν τοὺς καταδύντας Ἀθηναίων ἐν τῇ περὶ Λέσβον ναυμαχίᾳ αὐτὸς οὐκ ἀνελόμενος ὅμως τῶν στρατηγῶν κατηγορῶν ἀπέκτεινεν αὐτούς || και είναι βέβαια ο ίδιος άνθρωπος ο οποίος, αν και διατάχτηκε από τους στρατηγούς να περισυλλέξει αυτούς τους Αθηναίους που ναυάγησαν στη ναυμαχία κοντά στη Λέσβο, όχι μόνο δεν τους περισυνέλεξε αλλά και σκότωσε τους στρατηγούς με τις κατηγορίες του.

Αφετέρου (οι εξαρτημένες αναφορικές προτάσεις μπορούν να λειτουργούν) και ως συμπληρωματικοί προσδιορισμοί των κύριων όρων της πρότασης, και ειδικότερα: είτε:

(α) ως προσδιορισμοί που συνοδεύουν το ρήμα, π.χ.:

• ως αντικείμενο:

ΠΛ Πρωτ 324c τιμωροῦνται δὲ καὶ κολάζονται οἵ τε ἄλλοι ἄνθρωποι οὓς ἂν οἴωνται ἀδικεῖν, καὶ οὐχ ἥκιστα Ἀθηναῖοι, οἱ σοὶ πολῖται || έτσι και οι άλλοι άνθρωποι και πρώτα πρώτα οι Αθηναίοι, οι συμπολίτες σου, διώκουν και τιμωρούν αυτούς που νομίζουν ότι τους αδικούν.

ΣΟΦ Αι 967-968 ὧν γὰρ ἠράσθη τυχεῖν [ενν. ταῦτα] ἐκτήσασθ' αὐτῷ, θάνατον ὅνπερ ἤθελεν || αυτό που επιθυμούσε να του τύχει το απόκτησε: τον θάνατο που ήθελε.

• ως προσδιορισμός σε γενική (αφαιρετική):

ΘΟΥΚ 2.41.4 οὐδὲν προσδεόμενοι οὔτε Ὁμήρου ἐπαινέτου οὔτε [ενν. τοιούτου ή ἄλλου τινός κτό.] ὅστις ἔπεσιν μὲν τὸ αὐτίκα τέρψει, τῶν δ' ἔργων τὴν ὑπόνοιαν ἡ ἀλήθεια βλάψει || χωρίς να έχουμε ανάγκη ούτε κανέναν Όμηρο να μας υμνήσει ούτε κανέναν άλλον που με τους στίχους του θα προκαλέσει στιγμιαία ευχαρίστηση, αλλά που η αλήθεια θα καταστρέψει την εντύπωση που υποβάλλει για τις πράξεις μας.

• ως προσδιορισμός σε δοτική ("οργανική της κοινωνίας"):

ΞΕΝ Απομν 1.2.6 τοὺς δὲ λαμβάνοντας τῆς ὁμιλίας μισθὸν ἀνδραποδιστὰς ἑαυτῶν ἀπεκάλει διὰ τὸ ἀναγκαῖον αὐτοῖς εἶναι διαλέγεσθαι [τούτοις] παρ' ὧν λάβοιεν τὸν μισθόν || αυτούς που έπαιρναν αμοιβή για τη διδασκαλία τους αποκαλούσε υποδουλωτές του εαυτού τους, διότι ήταν υποχρεωμένοι να συζητούν με εκείνους από τους οποίους θα έπαιρναν την αμοιβή.

• ως επιρρηματικός προσδιορισμός (του τόπου):

ΞΕΝ ΚΑναβ 3.1.3 ἐπὶ δὲ τὰ ὅπλα πολλοὶ οὐκ ἦλθον ταύτην τὴν νύκτα, ἀνεπαύοντο δὲ ὅπου ἐτύγχανεν ἕκαστος || πολλοί δεν πήγαν αυτή τη νύχτα στο στρατόπεδο, αλλά πλάγιαζαν όπου τύχαινε ο καθένας.

είτε πάλι:

(β) ως προσδιορισμοί που συνοδεύουν το όνομα, π.χ.:

• ως παράθεση:

ΞΕΝ Ελλ 4.1.29 ἦν δε τις Ἀπολλοφάνης Κυζικηνός, ὃς καὶ Φαρναβάζῳ ἐτύγχανεν ἐκ παλαιοῦ ξένος ὢν καὶ Ἀγησιλάῳ κατ' ἐκεῖνον τὸν χρόνον ἐξενώθη || ήταν και κάποιος Απολλοφάνης από την Κύζικο, ο οποίος και του Φαρνάβαζου φίλος ήταν από παλιά και του Αγησίλαου φίλος έγινε εκείνη την εποχή.

• ως επεξήγηση:

ΔΗΜ 7.38 φησὶ δὲ καὶ τοὺς αἰχμαλώτους ἡμῶν, ὅσοι ἐν τῷ πολέμῳ ἑάλωσαν, ἀποδεδωκέναι || ισχυρίζεται επίσης ότι έχει επιστρέψει και τους δικούς μας αιχμάλωτους, όσοι συνελήφθηκαν στον πόλεμο.

• ως επιθετικός προσδιορισμός:

ΞΕΝ ΚΠαιδ 3.1.33 χρήματα […] σὺν τοῖς θησαυροῖς οἷς πατὴρ κατέλιπεν [= τοῖς ὑπὸ τοῦ πατρὸς καταλειφθεῖσι] ἔστιν εἰς ἀργύριον λογισθέντα τάλαντα πλείω τῶν τρισχιλίων || χρήματα μαζί με τους θησαυρούς που μας άφησε ο πατέρας, αν τα υπολογίσουμε σε ασημένιο νόμισμα, υπάρχουν περισσότερα από τρεις χιλιάδες τάλαντα.

• ως προσδιορισμός σε γενική ("του διαιρεμένου όλου", "κτητική"):

ΠΛ Απολ 37b ἀντὶ τούτου δὴ ἕλωμαι [τι] ὧν εὖ οἶδ' ὅτι κακῶν ὄντων, τούτου τιμησάμενος; || και αντί γι' αυτό να προτιμήσω κάτι από όσα γνωρίζω πως είναι κακά, προτείνοντάς το ως ποινή μου;

ΞΕΝ Ελλ 3.1.3 ἐπεὶ μέντοι Τισσαφέρνης […] σατράπης κατεπέμφθη ὧν τε αὐτὸς πρόσθεν ἦρχε καὶ ὧν Κῦρος, εὐθὺς ἠξίου τὰς Ἰωνικὰς πόλεις ἁπάσας ἑαυτῷ ὑπηκόους εἶναι || όταν ο Τισσαφέρνης στάλθηκε [από τον Αρταξέρξη] σατράπης τόσο των χωρών που εξουσίαζε πριν ο ίδιος όσο και εκείνων που εξουσίαζε ο Κύρος, απαιτούσε αμέσως να είναι υπήκοοί του όλες οι Ιωνικές πόλεις.

Η ΕΛΞΗ ΤΟΥ ΑΝΑΦΟΡΙΚΟΥ

§12.6. Η έλξη του αναφορικού παρουσιάζεται υπό δύο μορφές: ως προς την πτώση και ως προς τη θέση. Η έλξη του αναφορικού ως προς την πτώση εμφανίζεται με τη σειρά της επίσης σε δύο μορφές, αφενός σε μια "κανονική", που είναι η κύρια και η συχνότερη, και σε μια "αντίστροφη", που είναι σπανιότερη.

§12.7. Το φαινόμενο της κανονικής "έλξης του αναφορικού" ως προς την πτώση πρωτοπαρουσιάζεται ήδη στον Όμηρο, και μάλιστα σε δύο τύπους:

• Ο πρώτος περιλαμβάνει αναφορικές προτάσεις που εισάγονται με το οἷος και δεν έχουν ρήμα. Σε τέτοιες περιπτώσεις η αναφορική αντωνυμία δεν εκφέρεται στον τύπο που απαιτεί η "εσωτερική" σύνταξη της εξαρτημένης αναφορικής πρότασης, αλλά στην πτώση της λέξης της κύριας πρότασης, στην οποία αναφέρεται και την οποία προσδιορίζει, π.χ.:

ΟΜ Ιλ 1.262-263 οὐ γάρ πω τοίους ἴδον ἀνέρας οὐδὲ ἴδωμαι, οἷον Πειρίθοόν τε Δρύαντά τε || γιατί ποτέ μέχρι τώρα δεν είδα τέτοιους άνδρες ούτε πρόκειται να δω, όπως τον Πειρίθοο και τον Δρύαντα.

Εδώ το οἷος"έλκεται" ως προς την πτώση από το ουσιαστικό στο οποίο αναφέρεται (ἀνέρας) και εξομοιώνεται προς αυτό, έτσι ώστε αντί οἷος Πειρίθοός τε Δρύας τε ἦσαν εμφανίζεται το οἷον Πειρίθοόν τε Δρύαντά τε. Η εξομοίωση οφείλεται εδώ στην απουσία του ρήματος, το οποίο αν υπήρχε θα προέβαλε, κατά κάποιον τρόπο, αντίσταση στην "έλξη" εκ μέρους του ἀνέρας. Το ρήμα όμως λείπει, και αντί των ονομαστικών οἷος Πειρίθοός τε Δρύας τε που δεν υποστηρίζονται από κανένα ρήμα χρησιμοποιείται, υπό την πίεση του ἀνέρας, η αιτιατική.

• Ο δεύτερος τύπος της έλξης του αναφορικού στον Όμηρο είναι ο κύριος και ο πιο συχνός στην μεθομηρική ΑΕ:

ΟΜ Ιλ 5.265-268 τῆς […] γενεῆς, ἧς Τρωΐ περ εὐρύοπα Ζεὺς δῶχ' υἷος ποινὴν Γανυμήδεος, […] τῆς γενεῆς ἔκλεψεν ἄναξ ἀνδρῶν Ἀγχίσης απ' τη γενιά κρατούν, την οποία χάρισε ο Δίας που βλέπει μακριά στον Τρώα, αντάλλαγμα για τον γιο του Γανυμήδη, απ' αυτή τη γενιά τα έκλεψε ο αρχηγός των ανδρών Αγχίσης.

Στο χωρίο αυτό, που θεωρείται το αρχαιότερο ―και το μόνο ομηρικό― παράδειγμα έλξης του αναφορικού στην ΑΕ, η εξαρτημένη αναφορική πρόταση εκφέρεται σε γενική, επειδή περιβάλλεται από τη διπλή γενική γενεῆς, στην οποίαν και αναφέρεται το ἧς.

§12.8. Δύο κυρίως είναι οι συνθήκες, οι οποίες πρέπει να πληρούνται για να εμφανιστεί το υπό συζήτηση φαινόμενο:

• Σε έλξη υπόκειται, πρώτον, συνήθως εκείνη η αναφορική αντωνυμία που υπό κανονικές συνθήκες θα εκφερόταν σε αιτιατική. Η πτώση αυτή παρουσιάζεται ως η πιο ευάλωτη στην έλξη επειδή είναι, σε σύγκριση με τις άλλες, η πιο γενική ως προς τη σημασία της και εκφράζει την πιο αόριστη σχέση. Με την έλξη η αιτιατική μετατρέπεται σε μια από τις πλάγιες πτώσεις, δηλαδή σε γενική ή δοτική, ποτέ όμως σε ονομαστική.

• Για να συμβεί η έλξη πρέπει, δεύτερον, η κύρια πρόταση να απαιτεί ως συμπλήρωμά της την εξαρτημένη αναφορική πρόταση, η σχέση μεταξύ των δύο να είναι δηλαδή πολύ στενή και εσωτερική, έτσι ώστε να τείνουν να σχηματίσουν μία ενιαία έννοια∙ κατά κανόνα η εξαρτημένη αναφορική πρόταση που υπόκειται σε έλξη έχει τον χαρακτήρα επιθετικού προσδιορισμού, ο οποίος "ενσωματώνεται", κατά κάποιον τρόπο, στην έννοια του ουσιαστικού που προσδιορίζει.

Παραδείγματα:

ΗΡΟΔ 1.29 Σόλων […] Ἀθηναίοισι νόμους κελεύσασι ποιήσας ἀπεδήμησε ἔτεα δέκα, κατὰ θεωρίης πρόφασιν ἐκπλώσας, ἵνα δὴ μή τινα τῶν νόμων ἀναγκασθῇ λῦσαι τῶν ἔθετο [= τῶν νόμων τῶν τεθειμένων] || ο Σόλων μετά τους νόμους που έβαλε στους Αθηναίους, επειδή του το είχαν ζητήσει, αποδήμησε για δέκα χρόνια, με την πρόθεση να γνωρίσει τον κόσμο, και γιατί ήθελε βέβαια να μην αναγκαστεί να ακυρώσει κάποιον από τους νόμους που έβαλε.

ΘΟΥΚ 7.21.1 ἐν δὲ τῇ Σικελίᾳ ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς χρόνους τούτου τοῦ ἦρος καὶ ὁ Γύλιππος ἧκεν ἐς τὰς Συρακούσας, ἄγων ἀπὸ τῶν πόλεων ὧν ἔπεισε [= τῶν πεισθεισῶν] στρατιὰν ὅσην ἑκασταχόθεν πλείστην ἐδύνατο || στην Σικελία κατά την ίδια περίπου περίοδο εκείνης της άνοιξης επέστρεψε και ο Γύλιππος στις Συρακούσες, φέρνοντας μαζί του από τις πόλεις που κατάφερε να πείσει όσους στρατιώτες μπορούσε να συγκεντρώσει από την κάθε μια.

ΞΕΝ ΚΑναβ 1.7.3 ὅπως οὖν ἔσεσθε ἄνδρες ἄξιοι τῆς ἐλευθερίας ἧς κέκτησθε [= τῆς κεκτημένης ἐλευθερίας] || κοιτάξτε να φανείτε άξιοι της ελευθερίας που έχετε κτήμα σας.

ΠΛ Φαιδ 70a εἴπερ [ἡ ψυχὴ] εἴη […] ἀπηλλαγμένη τούτων τῶν κακῶν ὧν σὺ νυνδὴ διῆλθες πολλὴ ἂν ἐλπὶς εἴη καὶ καλή, ὦ Σώκρατες, ὡς ἀληθῆ ἔστιν ἃ σὺ λέγεις || αν βέβαια η ψυχή υπάρχει απαλλαγμένη από αυτά τα κακά που περιέγραψες προηγουμένως, τότε θα υπήρχαν πολλές και ωραίες ελπίδες, Σωκράτη, ότι όσα λες είναι αληθινά.

ΙΣΟΚΡ 4.113 αὐτοὶ πλείους ἐν τρισὶ μησὶν ἀκρίτους ἀποκτείναντες ὧν ἡ πόλις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ἁπάσης ἔκρινεν || αυτοί που σε διάστημα τριών μηνών σκότωσαν χωρίς δίκη περισσότερους από όσους δίκασε η πολιτεία μας σε όλο το διάστημα που ασκούσε την εξουσία.

ΔΗΜ 37.2 ὑπόλοιπόν ἐστι παρ' ὑμῖν, ὦ ἄνδρες δικασταί, ἐπιδείξανθ' ὡς οὐδ' ὁτιοῦν ἀδικῶ, καὶ μάρτυρας ὧν ἂν λέγω παρασχόμενον, πειρᾶσθαι σῴζειν ἐμαυτόν || δεν μένει τίποτα άλλο, δικαστές, παρά να αποδείξω σε σας ότι δεν έχω διαπράξει οποιοδήποτε αδίκημα, να φέρω μάρτυρες για όσα υποστηρίζω, και να προσπαθήσω να σώσω τον εαυτό μου.

§12.9. Σπανιότερα είναι τα παραδείγματα με έλξη, στα οποία η σχέση της αναφορικής αντωνυμίας με τον όρο που προσδιορίζει δεν εμφανίζεται τόσο στενή. Το παράδειγμα που ακολουθεί είναι αξιοσημείωτο και επειδή πρόκειται για έλξη του εκφερόμενου σε αιτιατική υποκείμενου του απαρεμφάτου (ενώ συνήθως έλκεται το αντικείμενο του ρήματος της αναφορικής πρότασης):

ΛΥΣ 12.27 τίνα γὰρ εἰκὸς ἦν ἧττον ταῦτα ὑπηρετῆσαι ἢ τὸν ἀντειπόντα οἷς ἐκεῖνοι ἐβούλοντο πραχθῆναι; [αντί: τούτοις, ἃ ἐβούλοντο πραχθῆναι] ποιος ήταν λιγότερο πιθανό να εκτελέσει τις εντολές παρά εκείνος που πρόβαλε αντιρρήσεις σε εκείνα τα οποία σχεδίαζαν να κάνουν οι Τριάντα;

§12.10. Έλξη του αναφορικού εμφανίζεται και σε ελλειπτικές προτάσεις:

ΣΟΦ Φιλ 1227 ἔπραξας ἔργον ποῖον ὧν οὔ σοι πρέπον; [αντί: τούτων, ἃ οὒ σοι πρᾶξαι πρέπον ή: ἐκείνων ἃ πρᾶξαι οὐκ ἦν σοι πρέπον] || ποια πράξη έκανες που δεν σου ταίριαζε να κάνεις;

ΞΕΝ Απομν 4.1.4 τῶν ἀνθρώπων τοὺς […] ἐξεργαστικωτάτους ὧν ἂν ἐπιχειρῶσι, παιδευθέντας μὲν καὶ μαθόντας, ἃ δεῖ πράττειν, ἀρίστους καὶ ὠφελιμοτάτους γίγνεσθαι [αντί: τούτων, ἃ ἂν ἐξεργάζεσθαι ἐγχειρῶσι] || εκείνοι από τους ανθρώπους που είναι οι πιο ικανοί να πραγματοποιούν εκείνα με τα οποία ενδεχομένως θα καταπιάνονταν, αν εκπαιδευθούν και μάθουν όσα πρέπει να πράττουν θα γίνουν οι πιο καλοί και οι πιο χρήσιμοι.

ΞΕΝ Π.ιππ 1.2 ὥσπερ οἰκίας οὐδὲν ὄφελος ἂν εἴη, εἰ τὰ ἄνω πάνυ καλὰ ἔχοι μὴ ὑποκειμένων οἵων δεῖ θεμελίων [αντί: οἷα δεῖ ὑποκεῖσθαι] όπως ακριβώς ένα σπίτι θα ήταν ανώφελο, αν το πάνω μέρος φαινόταν καλό ενώ τα θεμέλια δεν στηρίζονταν όπως πρέπει [και εδώ, όπως στο προηγούμενο παράδειγμα από τον Λυσία, υπάρχει έλξη του υποκειμένου του απαρεμφάτου].

§12.11. Έλξη συμβαίνει ακόμη και όταν στην κύρια πρόταση υπάρχει, αντί ουσιαστικού, μια δεικτική αντωνυμία, η οποία, ωστόσο, όταν δεν δηλώνει έμφαση αποσιωπάται:

ΞΕΝ ΚΑναβ 3.1.45 ἐπαινῶ σε ἐφ' οἷς λέγεις τε καὶ πράττεις [αντί: ἐπὶ τούτοις, ἃ λέγεις] || σε επαινώ γι' αυτά που λές και πράττεις.

ΠΛ Απολ 22c οὗτοι [οἱ χρησμῳδοὶ] λέγουσι μὲν πολλὰ καὶ καλὰ, ἴσασιν δὲ οὐδὲν ὧν λέγουσι [αντί: οὐδὲν τούτων, ἃ λέγουσιν] || αυτοί λένε πολλά και ωραία πράγματα, δεν καταλαβαίνουν όμως τίποτα από όσα λένε.

§12.12. Αρκετές φορές εμφανίζεται η έλξη και σε αντωνυμίες που συνοδεύονται από πρόθεση, η οποία επαναλαμβάνεται στην εξαρτημένη πρόταση:

ΘΟΥΚ 3.64.2 καὶ νῦν ἀξιοῦτε, ἀφ' ὧν δι' ἑτέρους ἐγένεσθε ἀγαθοί, ἀπὸ τούτων ὠφελεῖσθαι || και τώρα έχετε την απαίτηση να επωφεληθείτε από εκείνα τα κατορθώματα τα οποία κάνατε για χάρη των γειτόνων σας.

ΔΗΜ 8.23 οἱ γὰρ ἤδη τοσαύτην ἐξουσίαν τοῖς αἰτιᾶσθαι καὶ διαβάλλειν βουλομένοις διδόντες, ὥστε καὶ περὶ ὧν φασι μέλλειν αὐτὸν ποιεῖν, καὶ περὶ τούτων προκατηγορούντων ἀκροᾶσθαι, ―τί ἄν τις λέγοι; [αντί: ἃ ἄν φασι κ.λπ.] || γιατί όταν δίνετε τόση κιόλας εξουσία σε όσους θέλουν να κατηγορούν και να διαβάλλουν, ώστε να τους ακούτε και γι' αυτά που λενε ότι σχεδιάζει ο Διοπείθης να κάνει και γι' αυτά ακόμη, προκαταβολικά, να τον καταγγέλλουν, ― τι να πει κανείς;

Σε αρκετές περιπτώσεις, μολονότι η εξαρτημένη αναφορική πρόταση ισοδυναμεί με έναν επιθετικό προσδιορισμό, βρίσκεται δηλαδή σε στενή σχέση με τη λέξη στην οποία αποδίδεται, δεν υπάρχει έλξη, π.χ.:

ΕΥΡ Ορ 1078-1079 γάμων δὲ τῆς μὲν δυσπότμου τῆσδ' ἐσφάλης, ἥν σοι κατηγγύησ' ἑταιρίαν σέβων || δεν κατάφερες να παντρευτείς τη δύστυχη την αδελφή μου, που στην υποσχέθηκα εκτιμώντας τη φιλία σου.

ΘΟΥΚ 2.70.4 καὶ τὸ δεύτερο ἔτος ἐτελεύτα τῷ πολέμῳ τῷδε ὃν Θουκυδίδης ξυνέγραψεν || και έκλεισε ο δεύτερος χρόνος του πολέμου αυτού που τον εξιστορεί ο Θουκυδίδης.

ΞΕΝ ΚΑναβ 4.7.17 ὥστε μηδὲν λαμβάνει αὐτόθεν τοὺς Ἑλληνας, ἀλλὰ διετράφησαν τοῖς κτήνεσιν ἃ ἐκ τῶν Ταόχων ἔλαβον || έτσι οι Έλληνες δεν μπορούσαν να πάρουν τίποτα από αυτή τη χώρα, αλλά τρέφονταν από τα ζώα που είχαν αρπάξει από τη χώρα των Ταόχων.

ΠΛ Φαιδρ 262c βούλει οὖν, ἐν τῷ Λυσίου λόγῳ, ὃν φέρεις, καὶ ἐν οἷς ἡμεῖς εἴπομεν ἰδεῖν τι ὧν φαμὲν ἄτεχνόν τε καὶ ἔντεχνον εἶναι; || θέλεις λοιπόν να δούμε στο λόγο του Λυσία που κρατάς και σε αυτόν που εκφώνησα εγώ τί από όσα είπαμε είναι καμωμένο με τέχνη και τί χωρίς τέχνη;

ΙΣΟΚΡ 6.89 πολὺ γὰρ κρεῖττον ἐν ταῖς δόξαις αἷς ἔχομεν τελευτῆσαι τὸν βίον μᾶλλον ἢ ζῆν ἐν ταῖς ἀτιμίαις, ἃς ληψόμεθα ποιήσαντες ἃ προστάττουσιν ἡμῖν || διότι είναι προτιμότερο να τελειώσει η ζωή μας με τη δόξα που έχουμε παρά να ζούμε μέσα στην περιφρόνηση που θα μας βαραίνει αν εκτελέσουμε αυτά που μας διατάζουν.

§12.13. Σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις έλξη υφίστανται και η ονομαστική και η γενική της αναφορικής αντωνυμίας:

ΘΟΥΚ 7.67.3 ἐν ὀλίγῳ γὰρ πολλαὶ [νῆες] ἀργότεραι μὲν ἐς τὸ δρᾶν τι ὧν βούλονται ἔσονται, ῥᾷσται δὲ ἐς τὸ βλάπτεσθαι ἀφ' ὧν ἡμῖν παρεσκεύασται [αντί: τούτων, ἃ ἡμῖν κ.λπ.] || γιατί τα πολλά πλοία στον μικρό χώρο θα είναι πιο αργοκίνητα για τους ελιγμούς που θέλουν, και πιο εύκολα να προσβληθούν με τα μέσα που έχουμε ετοιμάσει.

ΠΛ Πρωτ 361e περὶ σοῦ πρὸς πολλοὺς δὴ εἴρηκα ὅτι ὧν ἐντυγχάνω πολὺ μάλιστα ἄγαμαι σέ [αντί: τούτων οἷς ἐντυγχάνω] || το έχω πει ήδη σε πολλούς ότι σε θαυμάζω πολύ περισσότερο από όλους όσους συναντώ.

ΑΙΣΧΙΝ 2.117 παρ' ὧν βοηθεῖς οὐκ ἀπολήψῃ χάριν [αντί: παρὰ τούτων, οἷς] από αυτούς που βοηθάς δεν πρόκειται να δεχτείς ευγνωμοσύνη.

§12.14. Σε μεμονωμένες περιπτώσεις το φαινόμενο της έλξης παρουσιάζεται, εκτός από τους πτωτικούς τύπους των αναφορικών αντωνυμιών, και σε εκείνα τα αναφορικά επιρρήματα που συγγενεύουν ως προς τη σημασία τους με τις πτώσεις:

ΣΟΦ Τρ 701-702 ἐκδὲ γῆς ὅθεν προύκειτ' ἀναζέουσι θρομβώδεις ἀφροί [αντί: οὗ ή ὅπου] || από τη γη όπου κείτονταν, αναδύονται θρόμβοι αφρού.

Το ὅθεν (= "από όπου") χρησιμοποιείται εδώ επειδή έλκεται από το ἐκ γῆς και την κατεύθυνση της κίνησης που προδιαγράφει αυτή η έκφραση. Πρβ. επίσης:

ΘΟΥΚ 1.89.3 Ἀθηναίων δὲ τὸ κοινὸν, ἐπειδὴ αὐτοῖς οἱ βάρβαροι ἐκ τῆς χώρας ἀπῆλθον, διεκομίζοντο εὐθὺς [ενν.: ἐντεῦθεν] ὅθεν ὑπεξέθεντο παῖδας καὶ γυναῖκας καὶ τὴν περιοῦσαν κατασκευήν [αντί: οἷ ὑπεξέθεντο κ.λπ.] || ο λαός της Αθήνας, αμέσως μόλις έφυγαν οι βάρβαροι από τη χώρα τους, μετέφεραν από τα μέρη όπου τα είχαν στείλει τα παιδιά και τις γυναίκες τους καθώς και όλα τα πράγματα που είχαν περισώσει.

ΠΛ Πολιτ 263c τὸ τῆς ἀποπλανήσεως ὁπόθεν ἡμᾶς δεῦρ' ἤγαγεν. οἶμαι μὲν γὰρ μάλιστα, ὅθεν ἐρωτηθεὶς σὺ τὴν ἀγελαιοτροφίαν ὅπῃ διαιρετέον εἶπες […] δύ' εἶναι ζῴων γένη [αντί: ἐκεῖθεν, οὗ … εἶπες] || από πού μας οδήγησε η παρέκβαση σε αυτό το σημείο∙ νομίζω πως βρισκόμασταν εκεί, όπου εσύ όταν ρωτήθηκες πως πρέπει να διαιρέσουμε την αγελαδοτροφία, είπες ότι δύο είναι τα γένη των έμβιων όντων.

§12.15. Σε μιαν ιδιότυπη έλξη υπόκειται η αναφορική αντωνυμία οἷος (καθώς και οι ὅσος, ἡλίκος, ὁποιοστισοῦν, ὁπόσος, δή, ὅστις, ὅστις δή, ὁστισοῦν, ὁποιοσοῦν, ὁπότερος, ὁποτεροσοῦν). Η έλξη αυτή παρουσιάζεται όταν στην εξαρτημένη αναφορική πρόταση αποσιωπάται το ρήμα, καθώς τότε τα προαναφερθέντα αναφορικά παρατίθενται δίπλα στο υποκείμενο της πρότασης και εκφέρονται στην πτώση του ουσιαστικού που προσδιορίζουν. π.χ.:

ΘΟΥΚ 7.21.3 καὶ πρὸς ἄνδρας τολμηρούς, οἵους καὶ Ἀθηναίους, τοὺς ἀντιτολμῶντας χαλεπωτάτους ἂν [αὐτοῖς] φαίνεσθαι [αντί: οἷοι Ἀθηναῖοι εἰσιν] || και σε άντρες τολμηρούς, όπως είναι οι Αθηναίοι, όσοι τολμούσαν να αντιπαραταχθούν θα τους φαίνονταν πολύ επίφοβοι.

ΞΕΝ Απομν 2.9.3 οὐχ ὁρᾷς ὅτι πολλῷ ἥδιόν ἐστι χαριζόμενον οἵῳ σοὶ ἀνδρὶ ἢ ἀπεχθόμενον ὠφελεῖσθαι; [αντί: τοιούτῳ ἀνδρὶ, οἷος σὺ εἶ] δεν βλέπεις ότι είναι πολύπιο ευχάριστο να ωφελείσαι ευεργετώντας έναν άντρα σαν εσένα παρά να του είσαι απεχθής;

ΠΛ Συμπ 220b καί ποτε ὄντος πάγου οἵου δεινοτάτου [αντί: τοιούτου, οἷός ἐστι δεινότατος] || ιδίως κάποτε που είχε πολύ διαπεραστική παγωνιά.

Οι περιπτώσεις όπου δεν συμβαίνει αυτή η έλξη και η πρόταση εμφανίζεται πλήρης είναι σπάνιες, π. χ:

ΞΕΝ ΚΠαιδ 6.1.45 εὖ οἶδ' ὅτι ἄσμενος ἂν πρὸς ἄνδρα οἷος σὺ εἶ ἀπαλλαγείη || ξέρω καλά ότι με ευχαρίστηση θα τον εγκαταλείψει και θα έρθει σε έναν άνδρα σαν εσένα.

§12.16. Στην πρώτη και κύρια, στην "κανονική" δηλαδή μορφή έλξης, όπως αναπτύχθηκε προηγουμένως, η αναφορική αντωνυμία εξομοιώνεται ως προς την πτώση προς τη λέξη που προσδιορίζει. Κατά τη λεγόμενη "αντίστροφη έλξη" συμβαίνει, όπως υποδηλώνει και το όνομά της, το αντίθετο: η λέξη που προσδιορίζεται από αυτήν εξομοιώνεται ως προς την πτώση προς την αναφορική αντωνυμία.

§12.17. Η δεύτερη αυτή μορφή έλξης δεν είναι τόσο συχνή όσο η πρώτη και όρος για να συμβεί είναι το εξής: Η αναφορική πρόταση ακολουθεί ύστερα από την εκφορά ενός μόνο τμήματος της ανολοκλήρωτης ακόμη κύριας πρότασης, από το οποίο δεν προδιαγράφονται τα συντακτικά συμφραζόμενα στα οποία πρόκειται να ενσωματωθεί. Η προσωρινή αυτή συντακτική απροσδιοριστία του τμήματος εκείνου της κύριας πρότασης, το οποίο προηγείται της παρεμβαλλόμενης εξαρτημένης αναφορικής πρότασης, προκαλεί την εξομοίωση του όρου της κύριας πρότασης προς την αναφορική αντωνυμία.

Η αντίστροφη έλξη εμφανίζεται συνήθως στις περιπτώσεις εκείνες, κατά τις οποίες το ουσιαστικό της κύριας πρότασης που έλκεται από το αναφορικό θα εκφερόταν, αν δεν υπήρχε έλξη, σε ονομαστική ή αιτιατική. Και αυτή η μορφή έλξης παρουσιάζεται ήδη στον Όμηρο:

ΟΜ Ιλ 14.75-75 νῆες ὅσαι πρῶται εἰρύαται ἄγχι θαλάσσης, ἕλκωμεν [αντί: νῆας] τα πλοία, όσα ανασύρθηκαν πρώτα στη στεριά δίπλα στη θάλασσα, να τα σύρουμε στο νερό.

ΣΟΦ ΟΤ 449-451 τὸν ἄνδρα τοῦτον, ὃν πάλαι ζητεῖς ἀπειλῶν κἀνακηρύσσων φόνον τὸν Λαΐειον, οὗτός ἐστιν ἐνθάδε [αντί: ὁ ἀνήρ] || αυτός ο άνθρωπος που τον αναζητάς από καιρό και τον απειλείς διαλαλώντας τον φόνο του Λαΐου ― αυτός λοιπόν είναι εδώ.

ΗΡΟΔ 2.106 τὰς δὲ στήλας τὰς ἵστα κατὰ τὰς χώρας ὁ Αἰγύπτου βασιλεὺς Σέσωστρις, αἱ πλεῦνες οὐκέτι φαίνονται περιεοῦσαι [αντί: αἱ στῆλαι] || όσο για τις στήλες που έστηνε ο βασιλιάς της Αιγύπτου Σέσωστρις στους διάφορους τόπους, οι πιο πολλές δεν φαίνεται να σώζονται πια.

ΞΕΝ ΚΑναβ 3.1.6 ἀνεῖλεν αὐτῷ ὁ Ἀπόλλων θεοῖς οἷς ἔδει θύειν [αντί: θεούς] || του χρησμοδότησε ο Απόλλων σε ποιους θεούς έπρεπε να προσφέρει θυσίες.

ΞΕΝ ΚΑναβ 5.5.19 Κοτυωρίτας δέ, οὓς ὑμετέρους φατὲ εἶναι, εἴ τι αὐτῶν εἰλήφαμεν, αὐτοὶ αἴτιοί εἰσιν [αντί: Κοτυωρῖται] || όσο για τους Κοτυωρίτες, για τους οποίους λέτε ότι είναι υπήκοοί σας, αν πήραμε κάτι από αυτούς, φταίνε οι ίδιοι.

ΙΣΟΚΡ 6.48 πολιτείαν οἵαν εἶναι χρή, παρὰ μόνοις ἡμῖν ἐστιν [αντί: πολιτεία] πολίτευμα τέτοιο, όπως πρέπει να έχουν οι άνθρωποι, υπάρχει μόνο σε εμάς.

§12.18. Πολύ συνηθισμένη είναι η αντίστροφη έλξη στην περίπτωση του οὐδεὶς ὅστις (σπάνια ὅς) οὔ όταν παραλείπεται το ἐστί:

ΠΛ Μεν 70c αὐτὸς παρέχων αὑτὸν ἐρωτᾶν τῶν Ἑλλήνων τῷ βουλομένῳ ὅτι ἄν τις βούληται, καὶ οὐδενὶ ὅτῳ οὐκ ἀποκρινόμενος || έθετε ο ίδιος τον εαυτό του στη διάθεση κάθε Έλληνα που το επιθυμούσε να τον ρωτήσουν ό,τι ήθελαν, και δεν υπήρχε κανένας στον οποίον να μην απαντούσε.

ΠΛ Πρωτ 317c οὐδενὸς ὅτου οὐ πάντων ἂν ὑμῶν καθ' ἡλικίαν πατὴρ εἴην δεν υπάρχει κανένας ανάμεσά σας, του οποίου δεν θα μπορούσα να ήμουν πατέρας.

ΔΗΜ 18.200 εἰ γὰρ ταῦτα προεῖτο ἀκονιτί, περὶ ὧν οὐδένα κίνδυνον ὅντιν' οὐχ ὑπέμειναν οἱ πρόγονοι, τις οὐχὶ κατέπτυσεν ἂν σοῦ; || γιατί αν τα εγκατάλειπε χωρίς αγώνα αυτά, για τα οποία δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος που να μην τον υπέμειναν οι πρόγονοι, ποιος δεν θα σε έφτυνε κατάμουτρα;

Εδώ ανήκουν και οι φράσεις θαυμαστὸς ὅσος, θαυμαστοῦ ὅσου, θαυμασίως ὡς κ.λπ. αντί του θαυμαστόν ἔστιν, ὅσος, ὅσου, θαυμάσιόν ἐστιν, ὡς κ.λπ.:

ΠΛ Πολ 350c-d ὁ Θρασύμαχος ὡμολόγησε πάντα ταῦτα[…] οὐχ ῥᾳδίως, ἀλλ' ἑλκόμενος καὶ μόγις, μετὰ ἱδρῶτος θαυμαστοῦ ὅσου, ἅτε και θέρους ὄντος [αντί: θαυμαστόν ἐστι, μεθ' ὅσου] || ο Θρασύμαχος τα ομολόγησε όλα αυτά όχι έτσι εύκολα, αλλά με δυσκολία και συρόμενος, χύνοντας ποτάμι τον ιδρώτα, γιατί είναι και καλοκαίρι.

ΠΛ Πολ 331a εὖ οὖν λέγει θαυμαστῶς ὡς σφόδρα [αντί: θαυμαστόν ἐστι, ὡς] καλά τα λέει, με πολύ αξιοθαύμαστο τρόπο.

ΠΛ Συμπ 220b εἴ τις ἐξίοι, ἠμφιεσμένων τε θαυμαστὰ δὴ ὅσα [αντί: θαυμαστὸν ἦν, ὅσα ἠμφιεσμένοι ἐξῇσαν] || αν έβγαινε κανείς έξω, φορούσαν όλοι περίεργα χοντρά [ή: ένα σωρό πρόσθετα] ρούχα.

ΠΛ Γοργ 471a [Ἀρχέλαος] θαυμασίως ὡς ἄθλιος γέγονεν [αντί: θαυμάσιόν ἐστι, ὡς ἄθλιος γέγονε] || έγινε με πολύ παράξενο τρόπο δυστυχισμένος.

§12.19. Σε μεμονωμένες περιπτώσεις η αντίστροφη έλξη εμφανίζεται και σε συνάρτηση με τοπικά επιρρήματα, π.χ.:

ΣΟΦ ΟΚ 1224-1227 μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον∙ τὸ δ' ἐπεὶ φανῇ, βῆναι κεῖσ' ὁπόθεν περ ἥκει πολὺ δεύτερον ὡς τάχιστα || το καλύτερο από όλα είναι να μην γεννηθεί κανείς∙ αλλά αφού γεννηθεί, δεύτερο καλό είναι να πάει το γρηγορότερο εκεί, από όπου ήρθε.

Το κεῖθεν τίθεται στην προηγούμενη πρόταση διότι έλκεται από το ὅθεν∙ κανονικά θα έπρεπε να υπάρχει εδώ το ἐκεῖσε αφού προηγείται ένα ρήμα (βῆναι), το οποίο απαιτεί μιαν έκφραση που να απαντά στο ερώτημα "προς τα που;". Άλλο παράδειγμα:

ΠΛ Κριτ 45b-c πολλαχοῦ γὰρ καὶ ἄλλοσε ὅποι ἂν ἀφίκῃ, ἀγαπήσουσί σε [αντί: ἀλλαχοῦ, ὅποι] || σε πολλά άλλα μέρη, όπου κι αν πας, θα σε υποδεχτούν φιλικά.

§12.20. Η θέση του αναφορικού ("έλξη του αναφορικού ως προς τη θέση", "μετάθεση" ή "μετατόπιση"): Εκτός από την προηγούμενη, "πτωτική έλξη", στην ΑΕ απαντάται και το φαινόμενο της "έλξης του αναφορικού ως προς τη θέση" του. Συχνά, δηλαδή, παρατηρείται, λ.χ., η μετατόπιση ή μετάθεση του συσχετικού με την αναφορική αντωνυμία ουσιαστικού από την κύρια στην εξαρτημένη αναφορική πρόταση. Αυτή η μορφή έλξης είναι ένα ακόμη μέσο για να δηλωθεί η στενή σχέση της αναφορικής με την κύρια πρόταση ή με έναν όρο της τελευταίας. Ενώ όμως μέσω της "πτωτικής" έλξης η σχέση αυτή παρουσιάζεται ως "συνένωση" και "συγχώνευση" της αναφορικής και της κύριας πρότασης σε μία έννοια, με τον υπό συζήτηση τύπο έλξης αναφορική και κύρια πρόταση συμπλέκονται υπό τη μορφή του αναγκαίου καθορισμού της μιας από την άλλη.

Οι εξαρτημένες αναφορικές προτάσεις αντιστοιχούν, όπως ήδη αναφέρθηκε, στα επίθετα, τα οποία ως επιθετικοί προσδιορισμοί πολύ συχνά ακολουθούν το ουσιαστικό που προσδιορίζουν, όπως π.χ.:

ΞΕΝ ΚΠαιδ 4.6.9 ἔστι μοι θυγάτηρ παρθένος ἀγαπητὴ γάμου ἤδη ὡραία || έχω κόρη παρθένα μονάκριβη σε ηλικία γάμου.

Λογικά η θέση της αναφορικής πρότασης είναι, όπως και του επιθετικού προσδιορισμού, μετά το ουσιαστικό στο οποίο αναφέρεται και το οποίο προσδιορίζει. Η εξαρτημένη πρόταση έχει στην περίπτωση αυτήν τη σημασία και τη λειτουργία ενός επιθέτου, π.χ.:

ΞΕΝ ΚΑναβ 1.1.2 Κῦρον μεταπέμπεται ἀπὸ τῆς ἀρχῆς, ἧς αὐτὸν σατράπην ἐποίησε τον Κύρο έστειλε [ο Δαρείος ανθρώπους] και τον προσκάλεσε από την επαρχία, στην οποία τον είχε διορίσει σατράπη.

Όπως όμως μπορεί να συμβαίνει και στο συνημμένο με ένα ουσιαστικό επίθετο, έτσι και στη σχέση κύριας και εξαρτημένης αναφορικής πρότασης ενδέχεται να υπάρξει ανακατανομή του βάρους και της έμφασης, έτσι ώστε φορέας της "ουσιαστικής" σημασίας να είναι η εξαρτημένη αναφορική και όχι η κύρια πρόταση. Στην περίπτωση αυτή αντιστρέφονται οι λειτουργίες: η δευτερεύουσα αναφορική πρόταση λειτουργεί ως "ουσιαστικό" και η κύρια επιθετικά, ως "επίθετο". Την αντιστροφή αυτήν η ΑΕ την δηλώνει "μεταθέτοντας" ή "μετατοπίζοντας" το ουσιαστικό της κύριας πρότασης, στο οποίο αναφέρεται η αναφορική, σε αυτήν την τελευταία και υποτάσσοντάς το στη σύνταξη του ρήματος της εξαρτημένης πρότασης. Το ουσιαστικό παραμένει κατά την "μετάθεση" ή "μετατόπιση" αυτή, όπως αποκαλείται το υπό συζήτηση φαινόμενο, χωρίς άρθρο. Παραδείγματα:

ΣΟΦ Αντ 1156-1157 οὐκ ἔσθ' ὁποῖον στάντ' ἂν ἀνθρώπου βίον οὔτ' αἰνέσαιμ' ἂν οὔτε μεμψαίμην ποτέ [αντί: οὐκ ἔστιν τοιοῦτος ἀνθρώπου βίος, ὁποῖον κ.λπ.] || δεν υπάρχει καμιά ανθρώπινη ζωή, όποια και αν είναι η κατάστασή της, που θα μπορούσα να την εξυμνήσω ή να την επικρίνω.

ΣΟΦ Ηλ 809-810 ἀποσπάσας γὰρ τῆς ἐμῆς οἴχῃ φρενὸς αἵ μοι μόναι παρῆσαν ἐλπίδων ἔτι [αντί: τὰς ἐλπίδας ή έκείνας τῶν ἐλπίδων, αἵ μοι μόναι κ.λπ.] || γιατί έφυγες και ξερίζωσες από μέσα μου τις μόνες ελπίδες που μου απόμεναν πια.

ΕΥΡ Ιππ 388-390 ταῦτ'οὖν ἐπειδὴ τυγχάνω φρονοῦσ' ἐγὼ οὐκ ἔσθ' ὁποίῳ φαρμάκῳ διαφθερεῖν ἔμελλον, ὥστε τοὔμπαλιν πεσεῖν φρενῶν [αντί: οὐκ ἔστι φάρμακον, ὁποίῳ κ.λπ.] || αφού λοιπόν αυτά είναι όσα πιστεύω δεν υπάρχει γιατρικό που να μπορεί να μου τα διώξει ώστε να μου αλλάξει τα μυαλά.

ΕΥΡ Ανδρ 91-93 χώρει νῦν∙ ἡμεῖς δ', οἷσπερ ἐγκείμεσθ' ἀεὶ θρήνοισι καὶ γόοισι καὶ δακρύμασι, πρὸς αἰθέρ' ἐκτενοῦμεν [αντί: ἡμεῖς δὲ θρήνους καὶ γόους καὶ δακρύματα, οἷς ἐγκ. ἀεί, ἐκτενοῦμεν] || πήγαινε τώρα∙ όσο για μένα τους θρήνους, τα κλάματα και τα δάκρυα που είμαι βουτηγμένη σε όλη μου τη ζωή θα τα φτάσω μέχρι τον αιθέρα.

ΘΟΥΚ 2.92.5 ἔστησαν οἱ Πελοποννήσιοι τροπαῖον ὡς νενικηκότες τῆς τροπῆς, ἃς πρὸς τῇ γῇ διέφθειραν ναῦς [αντί: τροπαῖον ὡς νενικηκότες τῆς τροπῆς τῶν νεῶν, ἃς κ.λπ.] || έστησαν και οι Πελοποννήσιοι μνημείο καθώς βγήκαν νικητές κατά την καταδίωξη των πλοίων που κατέστρεψαν κοντά στην ακτή.

ΘΟΥΚ 6.30.1 τῶν μὲν οὖν ξυμμάχων τοῖς πλείστοις καὶ ταῖς σιταγωγοῖς ὁλκάσι καὶ τοῖς πλοίοις καὶ ὅση ἄλλη παρασκευὴ ξυνείπετο πρότερον εἴρητο ἐς Κέρκυραν ξυλλέγεσθαι [αντί: καὶ τῇ ἄλλῃ παρασκευῇ, ἣν ξυνείπετο κ.λπ.] || στα περισσότερα καράβια των συμμάχων, και στα φορτηγά που μετέφεραν σιτάρι και στα άλλα πλεούμενα και σε όλη την υπόλοιπη νηοπομπή που ακολουθούσε, είχε δοθεί νωρίτερα η εντολή να συγκεντρωθούν στην Κέρκυρα.

ΞΕΝ Απομν 1.1.1 ἀδικεῖ Σωκράτης οὓς μὲν ἡ πόλις νομίζει θεοὺς οὐ νομίζων [αντί: οὐ νομίζων θεούς, οὓς κ.λπ.] || ο Σωκράτης διαπράττει αδίκημα επειδή δεν πιστεύει στους θεούς που αποδέχεται η πόλη.

ΞΕΝ ΚΑναβ 1.9.14 οὓς ἐώρα ἐθέλοντας κινδυνεύειν, τούτους καὶ ἄρχοντας ἔποίει ἧς κατεστρέφετο χώρας [αντί: τῆς χώρας, ἣν κτλ.] || όσους από τους άνδρες του τους έβλεπε να είναι πρόθυμοι να ριψοκινδυνεύσουν, αυτούς διόριζε ηγεμόνες στις χώρες που υπέτασσε.

ΞΕΝ Ελλ 4.1.23 [Ἡριππίδας] ἐπορεύετο σὺν ᾗ εἶχε δυνάμει [αντί: σὺν τῇ δυνάμει, ἣν εἶχε] || ο Ηριππίδας ξεκίνησε με τη δύναμη που είχε.

ΠΛ Λαχ 188d τῷ ὄντι [ζῆν ἡρμοσμένος οὗ] αὐτὸς αὑτοῦ τὸν βίον σύμφωνον τοῖς λόγοις πρὸς τὰ ἔργα, ἀτεχνῶς δωριστὶ ἀλλ' οὐκ ἰαστί, οἴομαι δὲ οὐδὲ φρυγιστὶ οὐδὲ λυδιστί, ἀλλ' ἥπερ μόνη Ἑλληνική ἐστιν ἁρμονία [αντί: ἀλλὰ τῇ ἁρμονίᾳ, ἥπερ κ.λπ.] || αυτός ζει πραγματικά σε αρμονία, καθώς εναρμονίζει στη ζωή του τα λόγια με τα έργα, σε ανεπιτήδευτα δωρική, όχι σε ιωνική κλίμακα, ούτε σε φρυγική ή λυδική, θαρρώ, αλλά σε εκείνη ακριβώς που είναι η μόνη ελληνική.

ΠΛ Πρωτ 318d Ἱπποκράτης ὅδε Πρωταγόρᾳ συγγενόμενος, ᾗ ἂν αὐτῷ ἡμέρᾳ συγγένηται, βελτίων ἄπεισι γενόμενος [αντί: τῇ ἡμέρᾳ, ᾗ κ.λπ.] || τούτος εδώ ο Ιπποκράτης με το να συναναστρέφεται τον Πρωταγόρα, στην κάθε μέρα που θα τον συναναστρέφεται, θα φεύγει καλύτερος.

§12.21. Όταν το ουσιαστικό της κύριας πρότασης συνοδεύεται από έναν επιθετικό προσδιορισμό ή έναν προσδιορισμό σε γενική, τότε υπάρχουν τα εξής ενδεχόμενα "μετατόπισης", από τα οποία προκύπτει ότι η λέξη και η έννοια που είναι φορέας της έμφασης ενσωματώνεται στην εξαρτημένη αναφορική πρόταση:

(α) Το ουσιαστικό μετατοπίζεται μαζί με το επίθετο στην εξαρτημένη αναφορική πρόταση, ενώ η δεικτική αντωνυμία παραμένει στην κύρια:

ΟΜ Ιλ 19.326 ἠὲ [εἴ κεν πυθοίμην] τὸν ὃς Σκύρῳ μοι ἔνι τρέφεται φίλος υἱός, εἴ που ἔτι ζώει γε Νεοπτόλεμος θεοειδής || ή ακόμη [αν μάθαινα] γι' αυτόν που μου μεγαλώνει στη Σκύρο, τον ίδιο μου το γιο, αν ζει ακόμη ο όμοιος με θεό στην όψη Νεοπτόλεμος.

ΔΗΜ 52.12 ὧν ἐγὼ ἤθελον τούτῳ ταύτην ἥτις εἴη μεγίστη πίστις δοῦναι για τα οποία προσφέρθηκα να ορκιστώ στον ενάγοντα με εκείνον που είναι ο πιο βαρύς όρκος.

(β) Το ουσιαστικό παραμένει στην κύρια πρόταση, ενώ στην αναφορική πρόταση μετατίθεται μόνο το επίθετο ή η επιθετική αντωνυμία:

ΟΜ Ιλ 6.452 οὔτε κασιγνήτων [τόσσον μέλει ἄλγος ὀπίσσω], οἵ κεν πολέες τε καὶ ἐσθλοὶ ἐν κονίῃσι πέσοιεν ὑπ' ἀνδράσι δυσμενέεσσιν || ούτε και ο πόνος για τα αδέλφια μου θα με στεναχωρήσει τόσο, που πολλά και γενναία θα κυλιστούν στη σκόνη χτυπημένα από άντρες εχθρικούς.

ΘΟΥΚ 2.45.1 παισὶδ' αὖ ὅσοι τῶνδε πάρεστε ἢ ἀδελφοῖς ὁρῶ μέγαν τὸν ἀγῶνα || για τα παιδιά όμως και τα νεώτερα αδέρφια όσων παρευρίσκεστε εδώ βλέπω μεγάλο τον αγώνα.

ΘΟΥΚ 2.48.3 καὶ τὰς αἰτίας [λεγέτω] ἅστινας νομίζει τοσαύτης μεταβολῆς ἱκανὰς εἶναι δύναμιν ἐς τὸ μεταστῆσαι σχεῖν || και ας αναφέρει τις αιτίες που νομίζει ότι είναι αρκετά ισχυρές για να προκαλέσουν τόσο μεγάλη μεταβολή ώστε να αποτρέψουν τον θάνατο.

ΘΟΥΚ 4.113.3 οἱ δὲ ἐς τὰς ναῦς, αἳ ἐφρούρουν δύο, καταφυγόντες διασῴζονται || άλλοι βρίσκοντας καταφύγιο στα δύο πλοία τους που φρουρούσαν το μέρος σώθηκαν.

ΘΟΥΚ 7.43.3 καὶ προσβάντες τὸ τείχισμα ὃ ἦν αὐτόθι τῶν Συρακοσίων αἱροῦσι καὶ ἄνδρας τῶν φυλάκων ἀποκτείνουσιν || και αφού ανέβηκαν κατέλαβαν το οχύρωμα των Συρακουσίων που βρισκόταν εκεί και σκότωσαν μερικούς από τους φρουρούς.

(γ) Το επίθετο (ή η μετοχή) διατηρείται στη κύρια πρόταση και στην αναφορική πρόταση ενσωματώνεται μόνο το ουσιαστικό:

ΕΥΡ Ελ 306-307 Ἑλένη, τὸν ἐλθόνθ', ὅστις ἐστὶν ὁ ξένος, μὴ πάντ' ἀληθῆ δοξάσῃς εἰρηκέναι [αντί: τὸν ἐλθόντα ξένον, ὅστις ἐστί κ.λπ.] || Ελένη, όποιος και αν είναι ο ξένος που ήρθε, μη τα θεωρήσεις αληθινά όλα όσα είπε.

ΞΕΝ ΚΑναβ 7.1.17 ἄλλοι δὲ οἳ ἐτύγχανον ἔνδον ὄντες τῶν στρατιωτῶν, ὡς ὁρῶσι τὰ ἐπὶ ταῖς πύλαις πράγματα, διακόπτοντες ταῖς ἀξίναις τὰ κλεῖθρα ἀναπεταννύουσι τὰς πύλας || άλλοι πάλι από τους στρατιώτες, οι οποίοι βρίσκονταν μέσα στα τείχη, μόλις είδαν αυτά που συνέβαιναν στις πύλες, σπάζοντας με τις αξίνες τις κλειδαριές ανοίγουν διάπλατα τις πύλες.

ΔΗΜ 19.203 οὐ μὲν ἀλλ' ἔγωγ' οἶμαι μοι προσήκειν ἀμφότερ' ὑμῖν ἐπιδεῖξαι, καὶ ὅτι ψεύσεται, ταῦτ' ἐὰν λέγειν, καὶ τὴν δικαίαν, ἥτις ἐστὶν ἀπολογία || νομίζω ωστόσο ότι οφείλω να σας καταδείξω και τα δύο, και ότι θα πει ψέμματα εάν τα ισχυριστεί αυτά, και το τί είναι μια ορθή υπεράσπιση.

(δ) Εάν το ουσιαστικό συνοδεύεται από περισσότερα του ενός επίθετα, ενδέχεται το ένα από αυτά να παραμένει μαζί με το ουσιαστικό στην κύρια πρόταση, ενώ τα άλλα μετατοπίζονται στην εξαρτημένη αναφορική πρόταση:

ΟΜ Ιλ 2.763-764 ἵπποι μὲν μέγ' ἄρισται ἔσαν Φηρητιάδαο, τὰς Εὔμηλος ἔλαυνε ποδώκεας ὄρνιθας ὥς || καλύτερα με διαφορά αναδείχτηκαν τα άλογα του Φέρητα που τα οδηγούσε ο Εύμηλος, γοργόποδα σαν πουλιά.

ΟΜ Ιλ 13.339-340 ἔφριξεν δὲ μάχη φθισίμβροτος ἐγχείῃσι μακρῇς, ἃς εἶχον ταμεσίχροας || και έβριθε η μάχη που ρημάζει τους άντρες από μακριά κοντάρια που τα κρατούσαν, από κείνα που τρυπούν τα σώματα.

§12.22. Η παράθεση στο ουσιαστικό, στο οποίο αναφέρεται η εξαρτημένη αναφορική πρόταση, έλκεται ενίοτε από αυτήν την τελευταία όταν πρόκειται να καταλάβει εδώ μια πιο κατάλληλη και πιο εμφαντική θέση:

ΟΜ Οδ 1.68-70 Ποσειδάων γαιήοχος ἀσκελὲς αἰὲν Κύκλωπος κεχόλωται, ὃν ὀφθαλμοῦ [Ὀδυσσεύς] ἀλάωσεν, ἀντίθεον Πολύφημον || ο Ποσειδώνας που σείει τη γη είναι διαρκώς και αγύριστα οργισμένος εξαιτίας του Κύκλωπα, τον οποίον ο Οδυσσέας τύφλωσε στο μάτι, τον ισόθεο Πολύφημο.

ΠΛ Απολ 41a εἰ γάρ τις ἀφικόμενος εἰς Ἅιδου, ἀπαλλαγεὶς τουτωνὶ τῶν φασκόντων δικαστῶν εἶναι, εὑρήσει τοὺς ὡς ἀληθῶς δικαστάς, οἵπερ καὶ λέγονται ἐκεῖ δικάζειν, Μίνως τε καὶ Ῥαδάμανθυς καὶ Αἰακὸς καὶ Τριπτόλεμος καὶ ἄλλοι ὅσοι τῶν ἡμιθέων δίκαιοι ἐγένοντο ἐν τῷ ἑαυτῶν βίῳ || αν κανείς, φτάνοντας στον Άδη και έχοντας γλυτώσει από αυτούς εδώ που ισχυρίζονται πως είναι δικαστές, βρει τους αληθινούς δικαστές, οι οποίοι όπως λέγεται δικάζουν εκεί, τον Μίνωα, τον Ραδάμανθυ, τον Τριπτόλεμο και άλλους ημίθεους που στάθηκαν δίκαιοι στη ζωή τους.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Συχνά ένα ―κατά κανόνα έναρθρο― ουσιαστικό ενσωματώνεται, ομοιόπτωτο με την αναφορική αντωνυμία, στην εξαρτημένη αναφορική πρόταση ως επεξήγηση της έννοιας που περιγράφεται με την ίδια αυτή πρόταση:

ΣΟΦ Αντ 404-405 ταύτην γ' ἰδὼν θάπτουσαν ὃν σὺ τὸν νεκρὸν ἀπεῖπας || αυτή είδε να θάβω αυτόν τον νεκρό που εσύ μου το απαγόρεψες.

ΞΕΝ ΚΠαιδ 1.4.26 τέλος δὲ καὶ ἣν εἶχε στολὴν τὴν Μηδικὴν ἐκδύντα δοῦναί τινι || και τέλος ότι έδωσε σε κάποιον, αφού το έβγαλε, και το φόρεμα που είχε το Μηδικό.

ΠΛ Θεαιτ 167b ἐποίησε δοξάσαι ἕτερα τοιαῦτα, ἃ δή τινες τὰ φαντάσματα ὑπὸ ἀπειρίας ἀληθῆ καλοῦσιν || κάνουν κάποιον να σχηματίζει παρόμοιες δοξασίες, τις οποίες παραστάσεις μερικοί τις ονομάζουν από άγνοια αληθινές.

§12.23. Ως ένας είδος έλξης μπορεί να χαρακτηριστεί και το φαινόμενο του "εγκιβωτισμού" στην εξαρτημένη αναφορική πρότασης μιας άλλης, υποταγμένης σε αυτήν δευτερεύουσας πρόταση: Όταν, δηλαδή, στην εξαρτημένη αναφορική πρόταση ενσωματώνεται μια άλλη, υποταγμένη σε αυτήν δευτερεύουσα πρόταση (ή μια μετοχή που υποκαθιστά μια τέτοια δευτερεύουσα πρόταση), τότε οι δύο εξαρτημένες προτάσεις συνδέονται με τον ακόλουθο τρόπο: Η αναφορική αντωνυμία δεν ακολουθεί τη σύνταξη της αναφορικής πρότασης, αλλά "έλκεται" και εναρμονίζεται συντακτικά με την υποταγμένη σε αυτήν δευτερεύουσα πρόταση, η οποία έτσι "εγκιβωτίζεται" στην πρώτη. Κατά τη διεργασία τούτη η αναφορική αντωνυμία της αναφορικής πρότασης λαμβάνει τη μορφή εκείνη που θα είχε η δεικτική ή προσωπική αντωνυμία της υποταγμένης σε αυτήν δευτερεύουσας πρότασης, η οποία δεικτική ή προσωπική αντωνυμία όμως τώρα εκπίπτει επιφέροντας τον "εγκιβωτισμό" αυτής της τελευταίας πρότασης στην αναφορική:

ΘΟΥΚ 5.103.2 ὅ ὑμεῖς […] μὴ βούλεσθε παθεῖν μηδὲ ὁμοιωθῆναι τοῖς πολλοῖς, οἷς παρὸν ἀνθρωπείως ἔτι σῴζεσθαι, ἐπειδὰν πιεζομένους αὐτοὺς ἐπιλίπωσιν αἱ φανεραὶ ἐλπίδες, ἐπὶ τὰς ἀφανεῖς καθίστανται μαντικήν τε καὶ χρησμοὺς καὶ ὅσα τοιαῦτα μετ' ἐλπίδων λυμαίνεται [αντί: τοῖς πολλοῖς οἵ,παρὸν αὐτοῖς ἔτι σῴζεσθαι, ἐπειδὰν κ.λπ.] || μη θελήσετε εσείς να το πάθετε αυτό και μη γίνετε όμοιοι με τους πολλούς που ενώ είναι στο χέρι τους να σωθούνε με ανθρώπινα μέσα, μόλις, καθώς βρίσκονται υπό πίεση, τους εγκαταλείψουν οι χειροπιαστές ελπίδες, στρέφονται στις θολές, τη μαντεία, τους χρησμούς και όλα τα παρόμοια που ρημάζουν τον άνθρωπο δίνοντάς του ελπίδες.

ΘΟΥΚ 6.11.1 ἀνόητον δ' ἐπὶ τοιούτους ἰέναι ὧν κρατήσας μὴ κατασχήσει τις [αντί: οὓς, ἐπειδὰν αὐτῶν κρατήσῃ, μὴ κατασχήσει τις] || είναι όμως άτοπο νε επιτεθεί κανείς σε τόσους πολλούς, τους οποίους όταν τους νικήσει δεν θα μπορέσει να τους κρατήσει υποταγμένους.

ΠΛ Γοργ 492b <τί ἂν> τῇ ἀληθείᾳ αἴσχιον καὶ κάκιον εἴη σωφροσύνης καὶ δικαιοσύνης τούτοις τοῖς ἀνθρώποις, οἷς ἐξὸν ἀπολαύειν τῶν ἀγαθῶν καὶ μηδενὸς ἐμποδὼν ὄντος, αὐτοὶ ἑαυτοῖς δεσπότην ἐπαγάγοιντο τὸν τῶν πολλῶν ἀνθρώπων νόμον τε καὶ λόγον καὶ ψόγον; [αντί: τούτοις τοῖς ἀνθρώποις οἵ, ἐξὸν αὐτοῖς ἀπολαύειν…, αὐτοὶ ἑαυτοῖς ἐπαγάγοιντο κ.λπ.] || τί θα ήταν πιο αισχρό και πιο κακό γι' αυτούς τους ανθρώπους οι οποίοι, μολονότι έχουν τη δυνατότητα να απολαμβάνουν τα αγαθά και κανείς δεν τους στέκεται εμπόδιο, θα ανήγαγαν οι ίδιοι σε εξουσιαστή του εαυτού τους τον νόμο, τα λόγια και τις επικρίσεις του πλήθους.

ΙΣΟΚΡ 8.44 ἀλλ' ἄρχειν μὲν ἁπάντων ζητοῦμεν, στρατεύεσθαι δ' οὐκ ἐθέλομεν, καὶ πόλεμον μὲν μικροῦ δεῖν πρὸς ἅπαντας ἀνθρώπους ἀναιρούμεθα, πρὸς δὲ τοῦτον οὐχ ἡμᾶς αὐτοὺς ἀσκοῦμεν, ἀλλ' ἀνθρώπους τοὺς μὲν ἀπόλιδας, τοὺς δ' αὐτομόλους, τοὺς δ' ἐκ τῶν ἄλλων κακουργιῶν συνερρυηκότας, οἷς ὁπόταν τις διδῷ πλείω μισθόν, μετ' ἐκείνων ἐφ' ἡμᾶς ἀκολουθήσουσιν [αντί: οἵ, ὁπόταν τις αὐτοῖς (…) διδῷ, (…) μετ' ἐκείνων (…) ἀκολουθήσουσιν] || ενώ επιδιώκουμε την αρχηγία όλων των άλλων, δεν θέλουμε οι ίδιοι να εκστρατεύουμε, και ενώ κηρύσσουμε πόλεμο εναντίον όλων σχεδόν των ανθρώπων, δεν ασκούμαστε εμείς οι ίδιοι για να πολεμήσουμε, αλλά χρησιμοποιούμε εξόριστους, λιποτάκτες και φυγάδες για άλλα παραπτώματα που μαζεύτηκαν εδώ, οι οποίοι, αν άλλοι τους δώσουν μεγαλύτερο μισθό, θα πάνε με το μέρος τους και θα πολεμήσουν εναντίον μας.

§10.20. Οι πλάγιες ερωτήσεις μερικής άγνοιας εισάγονται:

1. με ερωτηματικές αντωνυμίες και επιρρήματα, όπως ακριβώς και οι ευθείες ερωτήσεις διατηρώντας έτσι κάτι από τον αρχικό χαρακτήρα της ευθείας ερώτησης (τίς, πότερος, πόσος, ποῖος, πηλίκος, ποδαπός, πῶς, ποῦ, πόθεν, πότε, ποσάκις).

2. με αναφορικές αντωνυμίες και επιρρήματα (ὅστις, ἥτις, ὅ,τι) και αντωνυμίες και επιρρήματα που αρχίζουν με το ὁπ- (ὁποῖος, ὁπότερος, ὁπόσος, ὅπου, ὅποι, ὅπη, ὁπόθεν, ὅπως, κ.ά.).

Οι ενδοψυχικές αλληλεπιδράσεις ανάμεσα στον ώριμο ενήλικα γονιό και στο αδιαμόρφωτο ακόμη παιδί του

Ο γονιός... Είναι άραγε ξεκάθαρος ο ρόλος ενός γονιού; ...έχει διαπραγματευτεί μέσα του και έχει λύσει οριστικά τα παιδικά του αιτήματα πριν βρεθεί απέναντι στα αιτήματα του δικού του παιδιού, που είναι και τα μόνα που δικαιούνται να προεξάρχουν;

Γιατί αν δεν έχει λυθεί το παραπάνω ζήτημα, τότε πολλά μπερδέματα θα προκύψουν στην πορεία της νέας αυτής σχέσης. Και αναφέροντας τον ορισμό «αιτήματα», δεν αναφέρομαι σε στοιχεία βασικής φροντίδας, μα κυρίως σε ενδοψυχικές αλληλεπιδράσεις ανάμεσα στον ώριμο ενήλικα γονιό και στο αδιαμόρφωτο ακόμη παιδί του.

Θα μπορούσα για παράδειγμα να αναφέρω, την εσωτερική ανάγκη για αγάπη και αποδοχή που κουβαλά ένας ενήλικας, ο οποίος όμως ξαφνικά βρίσκεται απέναντι σε έναν νέο οργανισμό με τα ίδια ακριβώς αιτήματα. Και έτσι η ανάγκη για αγάπη και αποδοχή, υπάρχει ταυτόχρονα προς δυο κατευθύνσεις και που να πρωτοκοιτάξει κανείς;...

Ο ενήλικας γονιός ασυνείδητα ή και λιγότερο ασυνείδητα, απαιτεί ή πιέζει το παιδί του να του δείξει αγάπη, λόγω θεμάτων της παιδικής του ηλικίας και την ίδια στιγμή το παιδί, απορημένο στέκεται απέναντι μην ξέροντας πώς να ανταποκριθεί σε ένα αίτημα που υπάρχει εκ φύσεως και μέσα στο ίδιο.

Ακόμη κι αν είναι η δική του σειρά να ζητήσει τα παραπάνω, ο υποτιθέμενος ολοκληρωμένος ενήλικας, του ζητά τα ίδια ακριβώς πράγματα. Και γίνεται ο γονιός παιδί και το παιδί γονιός. Οι ρόλοι ήδη έχουν μπερδευτεί εις το διηνεκές, και ένα ενοχικό παιδί με πολλές εσωτερικές συγκρούσεις, είναι πιθανόν ήδη να αναπτύσσεται, επειδή ο γονιός του δεν είναι ώριμος αρκετά και παραμένει καθηλωμένος στη σχέση του με τους δικούς του γονείς.

Ο γονιός αδυνατεί να παραμείνει ψύχραιμος, τις στιγμές όπου αισθάνεται αμφιβολία για το αν το παιδί του τον αποδέχεται ή όχι. Ζητά επιτακτικά την αγάπη άνευ όρων, την ίδια στιγμή που αδυνατεί να παράσχει αυτή την άνευ όρων αγάπη σε κείνον που πραγματικά την έχει ανάγκη τη δεδομένη χρονική στιγμή της παιδικής του ηλικίας.

Ένα ασυνείδητο φανταστικό παιδί του παρελθόντος αντιμάχεται με το πραγματικό παιδί του παρόντος. Διαβλέπει την ανωριμότητα του παιδιού του, αδυνατώντας να εντοπίσει τα δικά του ανώριμα στοιχεία και τελικά μια αδικία γεννιέται και εγκαθίσταται.

Και στη συνέχεια ακολουθεί ο θυμός και η σχέση αρχίζει να πλήττεται. Και στην πορεία, η εξέλιξη μοιάζει σαν αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Ο γονιός φοβάται ότι το παιδί του δεν τον αγαπά όπως θα ήθελε ο ίδιος, κάνει λάθη στον τρόπο που το προσεγγίζει και τελικά η αγάπη μοιάζει αμφίβολη, με τον ίδιο τρόπο που το βίωνε ίσως ο ίδιος ο γονιός από τους δικούς του γονείς όταν ήταν παιδί.

Μεγάλο το θέμα και θα το συνεχίσουμε σε επόμενα κείμενα. Και είναι τόσο μεγάλο, που αυτή η αρχική αναφορά μοιάζει να μπερδεύει πολύ τον αναγνώστη ίσως.

Αν χρειάζεται να βρούμε μια άκρη στο νήμα, θα πρότεινα να εστιάσει κανείς στο να ανακαλύπτει το παιδί του με τρόπο που να κάνει το παιδί αυτό να νοιώθει μη-μόνο σε αυτό τον κόσμο.

Να εστιάσει στο «σ’αγαπώ ανεπιφύλακτα» και όχι στο «εγώ σ’αγαπώ. Εσύ μου δείχνεις αγάπη;».

Και όσο κι αν μοιάζει υπερβολή αρχικά, μια τέτοια ερώτηση, ας ψάξουμε ίσως μέσα μας για τα παιδικά εγωιστικά μας αιτήματα, ενός παιδιού που έχει τις ανάγκες του και ζητά επιτακτικά να ικανοποιηθούν, ακόμη κι αν το αίτημα προορίζεται προς ένα παιδί που βλέπει το γονιό του σαν τον βασικό ήρωα της ζωής του και ξαφνικά βρίσκεται εμπρός σε ένα αδύναμο παιδί με εγωιστικά κίνητρα.

Συλλογικός ναρκισσισμός: Όταν η κουλτούρα μιας ομάδας μπορεί να γίνει επικίνδυνη

Κοινωνικές ομάδες υπάρχουν σε πολλούς τομείς της ζωής, από λέσχες αναψυχής και αθλητικές ομάδες μέχρι ομάδες ακτιβιστών και πολιτικά κόμματα. Είναι φυσικό να θέλουμε να απολαμβάνουμε την παρέα άλλων ανθρώπων που μοιράζονται τις σκέψεις και τα ιδανικά μας. Η κοινωνική σύνδεση είναι σημαντική και θρεπτική για τους περισσότερους ανθρώπους. Όμως, μερικές φορές, η υποστήριξη μιας κοινωνικής ομάδας μπορεί να εξελιχθεί σε μια μορφή υπεροχής με αρνητικές συνέπειες που ονομάζεται συλλογικός ναρκισσισμός.

Τι συνιστά συλλογικό ναρκισσισμό

Ο συλλογικός ναρκισσισμός, γνωστός και ως ομαδικός ναρκισσισμός, δεν είναι απλώς μια χούφτα ανθρώπων με ναρκισσιστικά χαρακτηριστικά που ομαδοποιούνται. Περιγράφει καταστάσεις κατά τις οποίες ομάδες ανθρώπων έχουν τη συλλογική πεποίθηση ότι η ομάδα ή ο οργανισμός τους είναι ανώτερος από τους άλλους. Επιπλέον, το φαινόμενο αυτό συχνά συνοδεύεται από την κοινή παραδοχή ότι η ανωτερότητα της ομάδας αγνοείται άδικα ή δεν αναγνωρίζεται από τους ξένους. Ο συλλογικός ναρκισσισμός μπορεί να παρατηρηθεί σχεδόν σε κάθε είδους συνεργατικό ομαδικό περιβάλλον, όπως:

– θρησκευτικές ομάδες

– ομάδες ακτιβιστών

– πολιτικά κόμματα

– φιλανθρωπικές οργανώσεις

– ακαδημαϊκές ομάδες

– κοινωνικοί σύλλογοι

– ομάδες αναψυχής

– οπαδοί

– πολιτιστικές ομάδες.

Αν και είναι δυνατόν άτομα με ναρκισσιστική διαταραχή προσωπικότητας ή ναρκισσιστικά χαρακτηριστικά να ομαδοποιούνται, δεν εμφανίζουν όλα τα μέλη μιας ναρκισσιστικής ομάδας ναρκισσιστικές συμπεριφορές. Ο συλλογικός ναρκισσισμός αφορά την κουλτούρα ενός κοινωνικού κύκλου, όχι τα άτομα.

Ο ρόλος της θετικότητας εντός της ομάδας

Η αίσθηση του ανήκειν σε μια ομάδα μπορεί να είναι ένα υπέροχο συναίσθημα, ακόμη και όταν η ομάδα αυτή επιδεικνύει συλλογικό ναρκισσισμό. Αυτό έχει να κάνει με τη «θετικότητα εντός της ομάδας», αλλά δεν είναι όλοι οι τύποι ίσοι.

Ο συλλογικός ναρκισσισμός υπονοεί ότι μια ομάδα αισθάνεται ανώτερη σε σύγκριση με άλλες ομάδες. Θεωρείται μια μορφή αμυντικής θετικότητας εντός της ομάδας, η οποία επικεντρώνεται σε εξωτερική επικύρωση, ευαισθησία στην απειλή και αρνητικές συνέπειες για τις εξωτερικές ομάδες. Η ασφαλής θετικότητα εντός ομάδας, που εμφανίζεται σε ομάδες χωρίς ναρκισσιστικές τάσεις, προέρχεται από την αυτοϊκανοποίηση του ατόμου εντός της ομάδας. Είναι συνήθως ανθεκτική στις απειλές χωρίς το άτομο να επιδιώκει να ανταποκριθεί σε αυτές.

Παραδείγματα συλλογικού ναρκισσισμού

Μερικά παραδείγματα συλλογικού ναρκισσισμού θα μπορούσαν να είναι το σαμποτάρισμα των προσπαθειών μιας άλλης ομάδας με ψευδή διαφήμιση ή ο βανδαλισμός της περιουσίας μιας άλλης ομάδας για να αποδείξει τη δύναμή της. Ο συλλογικός ναρκισσισμός μπορεί επίσης να γίνει αισθητός σε σχόλια όπως:

– «Αν ο κόσμος μας άκουγε, δεν θα υπήρχαν τέτοιου είδους προβλήματα».

– «Αντιλαμβάνεστε τι προσπαθούμε να κάνουμε εδώ; Είμαστε οι μόνοι που προσπαθούμε να αλλάξουμε τον κόσμο».

– «Δεν μας νοιάζει γι’ αυτούς. Δεν είναι καν άνθρωποι».

Αιτίες του συλλογικού ναρκισσισμού

Δεν ξεκινούν όλες οι ναρκισσιστικές ομάδες με μια συλλογική πεποίθηση ή με μια αμυντική θετικότητα εντός της ομάδας. Μπορεί να αρκεί μόνο ένα άτομο με ναρκισσιστικά χαρακτηριστικά ή ναρκισσιστική διαταραχή προσωπικότητας σε θέση επιρροής για να αλλάξει τη δυναμική.

Ένα άτομο με ναρκισσιστικές συμπεριφορές μπορεί να φαίνεται ενσυναισθητικό και αφοσιωμένο στους στόχους μέσα σε μια ομάδα. Μπορεί ακόμη και να επιλέξουν έναν ευγενή σκοπό για να τον υπερασπιστούν ως τρόπο διατήρησης μιας αλτρουιστικής εικόνας. Συχνά, η διατήρηση αυτής της προσωπικότητας σε ένα ομαδικό περιβάλλον εξασφαλίζει τη συμμόρφωση των άλλων και μπορεί τελικά να μετατρέψει την ομάδα σε ναρκισσιστική προέκταση.

Καθώς η ομάδα ή η ιδεολογία της ομάδας βυθίζεται στην αίσθηση ανωτερότητας, οι φαινομενικά φιλανθρωπικοί στόχοι μπορεί να γίνουν μέσο για την απόκτηση χρημάτων, δύναμης και φήμης. Από τη στιγμή που η κουλτούρα της ομάδας γίνεται ναρκισσιστική, η έρευνα αναφέρει τέσσερις βασικούς παράγοντες που διατηρούν αυτή την κουλτούρα ζωντανή:

– Πεποίθηση ότι έχουν περισσότερα δικαιώματα και εκμετάλλευση,

– κυριαρχία και αλαζονεία,

– απάθεια,

– λατρεία.

Κοινωνικές συνέπειες

Σύμφωνα με τους θεωρητικούς, οι κοινωνικές συνέπειες του συλλογικού ναρκισσισμού μπορούν μερικές φορές να χαρακτηριστούν από επιβλαβείς ενέργειες, όπως:

– εμπρηστικές επιθέσεις

– αβάσιμες κατηγορίες ή ενοχοποίηση αποδιοπομπαίου τράγου

– ψέματα

– ρητορική μίσους

– εκστρατείες σπίλωσης

– απόπειρες δολοφονίας χαρακτήρα

– Ακραία σκέψη άσπρου-μαύρου.

Πώς μπορούμε να σταματήσουμε τον συλλογικό ναρκισσισμό

Ένας τρόπος για να μειωθεί ο ομαδικός ναρκισσισμός μπορεί να ξεκινήσει από το άτομο. Ενθαρρύνοντας κάποιον να ταυτιστεί με μια άλλη ομάδα, πιθανώς να μπορέσουμε να βοηθήσουμε στη μετατόπιση της αίσθησης του εαυτού του. Για παράδειγμα, αν κάποιος είναι μέλος μιας διαδικτυακής ομάδας γνωστής για τον συλλογικό ναρκισσισμό και τη βία προς τις γυναίκες, η υποστήριξη της συμμετοχής σε ένα ομαδικό άθλημα, όπως το ποδόσφαιρο ή το θέατρο, μπορεί να βοηθήσει στη μετατόπιση της κεντρικής ταυτότητας του ατόμου.

Μια άλλη επιλογή είναι να δίνουμε μεγάλη προσοχή στις δομές εξουσίας και στην ίδια την εξουσία και να τις αμφισβητούμε. Η αξιολόγηση της δομής του χαρακτήρα των υπευθύνων είναι ένα χρήσιμο εργαλείο για τον εντοπισμό πιθανής διαφθοράς και εξαπάτησης.

Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι τα κακόβουλα κίνητρα συχνά καλύπτονται από ευγενείς ιδεολογίες. Μπορεί να είναι χρήσιμο να παραμένουμε προσεκτικοί σε πιθανές εναλλακτικές ατζέντες. Η ανοιχτή επικοινωνία είναι επίσης μια επιλογή για να σταματήσει ο συλλογικός ναρκισσισμός. Η τήρηση μιας στάσης ψυχραιμίας και ενός περιεκτικού κριτικού διαλόγου διασφαλίζει ότι δεν θα παρασυρθούμε και δεν θα εθελοτυφλούμε.

Η ευτυχία σαν πανούργα δραπετεύει

Όλοι ψάχνουμε την ευτυχία σαν πολύτιμο και σπάνιο θησαυρό. Κάθε φορά που νομίζουμε πως την έχουμε στα χέρια μας, αυτή, η πανούργα, σαν να δραπετεύει.

Όσο πιο άπιαστη μοιάζει, τόσο πιο έντονα γίνεται σκοπός μας να την κατακτήσουμε. Μέχρι που καταλήγουμε να νιώθουμε εξαντλημένοι από το χωρίς διέξοδο κυνηγητό. «Νίπτουμε τας χείρας μας» κι έτσι μαθαίνουμε να ζούμε δίχως αυτήν. Γιατί συχνά η ελπίδα της προσμονής της ευτυχίας μοιάζει μάταιη.

Ο πόνος και η απελπισία όμως έγκειται στο ότι δεν την βλέπουμε ενώ αυτή στέκει κοντά μας και προσμένει ένα μας νεύμα για να φανερωθεί. Η ευτυχία κρύβεται στα απλά καθημερινά πράγματα που δεν εκτιμάμε τόσο γιατί μοιάζουν εύκολα και προσβάσιμα στον κάθε έναν.

Μας προστάζει κάτι μέσα μας, να βγούμε στα ανοιχτά, σε θάλασσες που μοιάζουν άπιαστες στα μάτια. Αυτή η κινητήριος δύναμη, μας προκαλεί να φύγουμε μακρυά από όσα μας δίνουν δειλά την γεύση της. Μόνο και μόνο για να μπορέσουμε να δούμε καθαρά, αποστασιοποιημένοι πια, πως αυτή που αναζητούμε βρίσκεται εκεί κοντά, στον εαυτό μας, εκεί από όπου ξεκινήσαμε.

Έτσι σαν τις κατακτήσουμε τις «θάλασσες» αυτές, σαν αγγίξουμε πολλά από όσα ονειρευτήκαμε, η μαγεία τους, η χρυσόσκονη που τα περιβάλει στον νου μας, ξάφνου χάνεται. Σβήνει μαζί με τα σύννεφα στον απέραντο ουρανό, που μας έκαναν να ονειρευτούμε. Στο τέλος όλα εξομοιώνονται. Γίνονται γήινα στην όψη μας, φθηνά, κοινά, ίσως για τον κάθε έναν.

Ακόμα και όσα πολλοί δεν μπορούν να αγγίξουν, όσο και αν πασχίσουμε, όσοι τα κατακτήσουμε, αν δεν μιλούν στην ψυχή, αν δεν τα προστάζει η καρδιά, αν δεν χαρίζουν γαλήνη, αδυνατούν να προσφέρουν οποιονδήποτε πλούτο. Παρά μονάχα επιφανειακή, παροδική ικανοποίηση.

Και σαν πλησιάσουμε την πηγή, σαν επιστρέψουμε στον εαυτό μας, ώριμοι πλέον, γεμάτοι γνώση, ξέρουμε καλά, πως ευτυχία είναι όλα τα φευγαλέα φτερουγίσματα της καρδιάς, όλα τα χαμόγελα που σκορπάμε ανέμελα, όλα όσα μας αγγίζουν την καρδιά και μιλάνε στην ψυχή μας. Ό,τι κρατάει λίγο.. γιατί η ζωή κρατάει λίγο.

Έρχονται και φεύγουν οι στιγμές ευτυχίας, αλλά συνάμα κρατάνε για πάντα.. όταν έχουμε αληθινούς ανθρώπους να κοιτάμε στα μάτια και αγνή αγάπη στην καρδιά.

Αποκάλυψη του εγώ

Αν φοράς μια μάσκα για πολύ καιρό
αρχίζεις να ξεχνάς
ποιος κρύβεται πίσω απ’ αυτή.

Όταν φέρνουμε στο μυαλό μας κάποιον εγωκεντρικό τύπο, συνήθως σκεφτόμαστε ένα επηρμένο, αλαζονικό, εγωπαθές άτομο που κοιτάζει υποτιμητικά όλους τους άλλους γύρω του. Ωστόσο είναι σίγουρο πως το «εγώ» μπορεί να εμφανιστεί σε όλα τα σχήματα και τα μεγέθη. Στην πραγματικότητα, ο καθένας μας έχει ένα «εγώ» που το μόνο στο οποίο διαφέρει από το εγώ του πλησίον του είναι κάποιες μικρές ή μεγαλύτερες λεπτομέρειες. Το «εγώ» μας δεν είναι παρά η αίσθηση του εαυτού μας, η ιδέα που έχουμε για το ποιοι είμαστε.

Για παράδειγμα, ένα άτομο που λέει: «είμαι πολύ θρησκευόμενος, συμπεριφέρομαι πάντα ευγενικά στους συνανθρώπους μου, είμαι έξυπνος, είμαι ενάρετος» λειτουργεί εξίσου εγωκεντρικά με ένα άτομο που ισχυρίζεται πως: «εγώ εργάζομαι σκληρά και δεν ανέχομαι τους τεμπέληδες» ή «εγώ πάντα πετυχαίνω τους στόχους μου γιατί είμαι πειθαρχημένος».

Και οι δύο παραπάνω τύποι ανθρώπων λειτουργούν από μια ψευδαίσθηση για την εικόνα που έχουν για τον εαυτό τους. Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η ψευδαίσθηση την οποία όχι μόνο μαθαίνουμε να πιστεύουμε αλλά προσπαθούμε να πείσουμε και τους γύρω μας ότι είναι αληθινή, γίνεται τελικά η στενή φυλακή μας. Για παράδειγμα ένα άτομο που είναι δογματικά προσκολλημένο στη θρησκεία του δε θα είναι πρόθυμο να εξετάσει ιδέες ή έννοιες από άλλες θρησκείες επειδή ήδη έχει στο μυαλό του ότι αυτές οι ιδέες δεν ταιριάζουν με την εικόνα που έχει οικοδομήσει για τον εαυτό του.

Από την άλλη, αυτός που βλέπει τον εαυτό του σαν ένα σκληρά εργαζόμενο και φιλόδοξο άτομο θα πέσει σε κατάθλιψη αν ξαφνικά χάσει τη δουλειά του ή αν η εταιρεία του πτωχεύσει γιατί η πεποίθησή του γι’ αυτό που νομίζει ότι είναι αναπάντεχα θα καταρρεύσει. Αυτό που ονομάσαμε «εγώ» βασίζεται πάντα σε έννοιες και συστήματα πίστης και όχι σε κάτι πραγματικό ή απτό. Έτσι, τι συμβαίνει όταν σταματήσουμε να πιστεύουμε σ’ αυτό; Όταν αρχίσουμε να εναρμονιζόμαστε περισσότερο με τον αληθινό εαυτό μας, ο οποίος είναι το εσωτερικό εκείνο κομμάτι μας που μπορεί να παρατηρεί το «εγώ», όχι το ίδιο το εγώ, αντιλαμβανόμαστε ότι κάτω από την επιφάνεια της ύπαρξής μας υπάρχει πάντα εκείνη η γλυκύτατη κατάσταση της ειρήνης. Αυτή η αΐδιος ειρήνη ξεπερνά όλες τις έννοιες και ιδέες που μέχρι τώρα πιστεύαμε ότι θα πρέπει να είμαστε.

Όσο περισσότερο λοιπόν ένα άτομο έρχεται σε επαφή με την Αλήθεια του, τόσο περισσότερο αντιλαμβάνεται ότι όλα όσα πίστευε για τον εαυτό του, για τους άλλους ή για τη ζωή γενικότερα ήταν βασισμένα σε μια μεγάλη παραίσθηση. Οι πεποιθήσεις του αυτές δημιουργούσαν ισχυρότατους περιορισμούς που τον κρατούσαν φυλακισμένο σε ένα ασφυκτικά στενό και ανήλιαγο κελί. Πως λοιπόν θα διαπιστώσουμε τελικά αν λειτουργούμε από τον εγωκεντρισμό ή από τον αληθινό εαυτό; Παρακάτω παραθέτουμε κάποιες ερωτήσεις που μπορείτε να θέσετε στον εαυτό σας και να λάβετε μόνοι σας την απάντηση.

Νιώθω συχνά προσβεβλημένος;

Ο αληθινός εαυτός δεν μπορεί να προσβληθεί. Δεν έχει κάποια προκατάληψη για το πώς οι άλλοι άνθρωποι θα πρέπει να του συμπεριφέρονται και για το τι θα πρέπει να αποφεύγουν να του κάνουν. Δέχεται τα πράγματα κυριολεχτικά έτσι όπως ακριβώς είναι. Οι άνθρωποι που λειτουργούν από τον εγωισμό τους προσβάλλονται συχνά από τους άλλους όταν ο τρόπος που τους φέρονται δεν συμφωνεί με τις προκαταλήψεις τους. Συνεπώς δε μπορούν να δεχτούν τις καταστάσεις όπως τους εμφανίζονται στη ζωή.

Έχω άποψη για τα πάντα;

Το εγώ εκλιπαρεί για προσοχή. Θέλει να νιώθει σημαντικό με κάθε τρόπο. Ακόμα και λέγοντας ανοησίες. Όσο πιο εγωκεντρικό είναι ένα άτομο τόσο περισσότερο θέλει να επιβάλει τη γνώμη του για οποιοδήποτε θέμα άσχετα αν είναι ή όχι της ειδικότητάς του. Δεν έχει σημασία αν η συζήτηση περιστρέφεται γύρω απ’ τις καλύτερες γαρνιτούρες για μια πίτσα, απ’ τα σπουδαιότερα έργα της όπερας ή τις τελευταίες ανακαλύψεις της αστροφυσικής, το ριζωμένο στο εγώ άτομο θα έχει άποψη για τα πάντα.

Έχω βάλει στον εαυτό μου πολλές ταμπέλες;

Από τη στιγμή που το εγώ βασίζεται στην πίστη σ’ αυτό για να επιβιώσει, μεταμφιέζεται με διάφορες ταμπέλες έτσι ώστε να επιβάλει τη νομιμότητά του. Ταμπέλες που μπορεί να λένε οτιδήποτε, όπως: «είμαι ντροπαλός», «είμαι αστείος», «είμαι δυνατός» ή «είμαι αδύναμος», «είμαι μορφωμένος» ή «είμαι πνευματικό άτομο», ότι τέλος πάντων μπορεί να ισχυριστεί ένα άτομο για τον εαυτό του. Όταν ένα άτομο ταυτίζεται με την ταμπέλα του τότε νιώθει να απειλείται από οποιονδήποτε αμφισβητεί αυτή την ταμπέλα. Φανταστείτε να πείτε σε ένα άτομο που ισχυρίζεται πως είναι πνευματικό (κανένα πραγματικά πνευματικό άτομο δε θα τολμούσε να ισχυριστεί κάτι τέτοιο) πως έχει σημαντικά ελαττώματα. Το εγώ του θα πληγωνόταν βαθύτατα κι ίσως να εξοργιζόταν μαζί σας παρότι η ψευδαίσθηση της πνευματικότητάς του θα προσπαθούσε να πνίξει αυτή την οργή. Ο αληθινός εαυτός δεν πιστεύει ποτέ πως είναι κατηγορηματικά κάτι ιδιαίτερο κι έτσι δεν μπορεί να νιώσει προσβολή επειδή κάποιος αμφισβήτησε μια ανύπαρκτη ταμπέλα.

Μήπως ασχολούμαι υπερβολικά με το τι σκέφτονται για μένα οι άλλοι;

Όταν οι άλλοι άνθρωποι δεν επικυρώνουν την πίστη μας για το ποιοι είμαστε, το εγώ νοιώθει επίσης να απειλείται. Αυτός είναι ο λόγος που οι περισσότεροι προσπαθούν να έχουν κοντά τους κόλακες και όχι πραγματικούς φίλους που να θέλουν το καλό τους και να τους λένε την αλήθεια. Αυτά τα άτομα βασίζονται στην γνώμη των άλλων για να τονώσουν την μοναδικότητά τους και την δήθεν εξαιτερικότητά τους σε κάποιους τομείς κι έτσι όταν κάποιος άλλος άνθρωπος ή κάποιο γεγονός δεν ενισχύει αυτή τους την ανάγκη τότε το εγώ τους νοιώθει απογοητευμένο γιατί αντιλαμβάνεται πως δεν είναι τόσο μοναδικό όσο ήθελε να πιστεύει. Ο αληθινός εαυτός, χωρίς να έχει την ανάγκη να αποδείξει κάτι, δρα πάντα με απόλυτη φυσικότητα, είτε όλοι οι υπόλοιποι τον επιβραβεύουν είτε τον κατηγορούν γι’ αυτή του τη δράση.

Μήπως έχω την τάση να χαρακτηρίζω εύκολα τους συνανθρώπους μου;

Το εγώ ενισχύεται όταν κρίνει και όταν συγκρίνει. Έτσι, όπως ακριβώς οι θεατές μιας ταινίας, το εγώ κατηγοριοποιεί τους ανθρώπους αλόγιστα σε καλούς ή κακούς. Και μόλις αξιολογήσει κάποιον, σχεδόν ποτέ δεν αλλάζει τη γνώμη που έχει γι’ αυτόν. Ωστόσο, όλοι κάποτε στη ζωή μας, έχουμε πράξει κάτι που κάποιος άλλος θα μπορούσε να το θεωρήσει κακό ή ακόμη και διαβολικό. Είναι όμως αλήθεια αυτό που θα πρέπει να μας χαρακτηρίζει για το υπόλοιπο της ζωής μας; Όταν λειτουργούμε από τον αληθινό μας εαυτό είναι ευκολοδιάκριτο ότι ο καθένας μας ενεργεί κάθε στιγμή από το επίπεδο της συνειδητότητας που βρίσκεται εκείνη ακριβώς την στιγμή και που μπορεί ανάλογα με τις συνθήκες που θα του παρουσιαστούν να αναδιαμορφωθεί.

Συμπερασματικά θα καταλήξουμε ότι το να προσπαθήσουμε να ξεφορτωθούμε το εγώ μας ίσως να είναι τελικά μια μάταιη προσπάθεια. Δεν μπορούμε να το διώξουμε με τη βία παρά μόνον να αποκτήσουμε επίγνωση της ύπαρξής του και να αρχίσουμε να γελάμε μαζί του κάθε φορά που το ανακαλύπτουμε. Όταν θα καταφέρουμε να αρχίσουμε να το παρατηρούμε χωρίς να το κρίνουμε αυστηρά, όταν καταφέρουμε να αποκαλύπτουμε τους ύπουλους τρόπους με τους οποίους συμπεριφέρεται, τότε θα μπορέσουμε να χαλαρώσουμε την προσκόλλησή μας επάνω του. Όταν πάψουμε επιτέλους να πιστεύουμε σε οτιδήποτε το εγώ μας επιμένει πως είμαστε υποχρεωμένοι να πιστέψουμε τότε αντιλαμβανόμαστε ότι τελικά εμείς και μόνον εμείς κατέχουμε το κλειδί που ανοίγει την καγκελένια πόρτα του στενάχωρου κελιού μας. Τότε γινόμαστε λίγο πιο ελεύθεροι, πιο συνειδητοί και πιο χαρούμενοι σ’ αυτόν αφιλόξενο κόσμο που ζούμε κι όχι ισοβίως κρατούμενοι από τον ίδιο μας του νου.

ΓΟΡΓΙΑΣ: Ο λόγος είναι ένας μεγάλος δυνάστης

Ο λόγος είναι ένας μεγάλος δυνάστης, που ενώ έχει το πιο μικρό και αφανές σώμα, επιτελεί τα έργα τα πιο θεϊκά· γιατί μπορεί και το φόβο να σταματήσει και τη λύπη να διώξει και χαρά να προκαλέσει και τον οίκτο να αυξήσει. Και θα δείξω ότι έτσι είναι αυτά.

Αλλά πρέπει να το δείξω στους ακροατές μου και μέσω της πεποίθησης· θεωρώ και ονομάζω όλη την ποίηση λόγο που έχει μέτρο· όποιοι την ακούν, εισχωρεί μέσα τους φρίκη γεμάτη φόβο, οίκτος όλο δάκρυα, πόθος όλο λαχτάρα, και η ψυχή, με τα λόγια, παθαίνει η ίδια αυτά που ξένα πράγματα και σώματα παθαίνουν στις ευτυχίες και στις δυστυχίες τους.

Ας στραφώ τώρα από τον ένα λόγο στον άλλο. Και οι θεϊκές επωδές που λέγονται με λόγια προξενούν ηδονή και διώχνουν τη λύπη· γιατί όταν η δύναμη της επωδής αναμιχθεί με την πίστη της ψυχής, την θέλγει, την πείθει και τη μεταβάλλει με τη μαγεία της.

Και έχουν εφευρεθεί δύο ειδών τέχνες, η γοητεία και η μαγεία, οι οποίες συνίστανται σε σφάλματα της ψυχής και εξαπατήσεις της πίστης. Πόσοι δεν έχουν πείσει ή δεν πείθουν τόσους και τόσους για τόσα πράγματα, πλάθοντας έναν ψευδή λόγο! Γιατί αν οι πάντες είχαν για τα πάντα, μνήμη για τα περασμένα, συνείδηση για τα παρόντα και πρόγνωση για τα μελλοντικά, ο λόγος δεν θα εξαπατούσε έτσι· στην πραγματικότητα όμως δεν είναι εύκολο ούτε να θυμόμαστε το παρελθόν, ούτε να έχουμε γνώση του παρόντος, ούτε να μαντεύουμε το μέλλον· έτσι, για τα περισσότερα ζητήματα οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν σύμβουλο της ψυχής τους την πίστη. Επειδή όμως η πίστη είναι σφαλερή και αβέβαιη, οδηγεί όσους τη χρησιμοποιούν σε σφαλερές και αβέβαιες επιτυχίες.

Και για να αντιληφθεί κανείς ότι η πειθώ, όταν προστεθεί στον λόγο, προκαλεί και στην ψυχή την εντύπωση που θέλει, πρέπει να μελετήσει, πρώτον, τα λόγια των κοσμολόγων, οι οποίοι, αντικαθιστώντας τη μια πεποίθηση με την άλλη, απορρίπτοντας τη μια και εφαρμόζοντας την άλλη, καθιστούν τα απίστευτα και άδηλα φανερά στα μάτια της πίστης· δεύτερον, τους υποχρεωτικούς στους δικαστικούς αγώνες λόγους, όπου ένας με τέχνη γραμμένος λόγος τέρπει και πείθει ένα μεγάλο πλήθος, κι ας μη λέει την αλήθεια· και τρίτον, τους διαγωνισμούς των φιλοσοφικών λόγων, στους οποίους φανερώνεται, μεταξύ άλλων, ότι η ταχύτητα της σκέψης κάνει ευμετάβλητη την πίστη σε μια πεποίθηση.

Και η δύναμη του λόγου είναι για την ψυχή ό,τι τα φάρμακα για τη φύση των σωμάτων. Γιατί όπως κάθε φάρμακο εξάγει από το σώμα διαφορετικούς χυμούς, και άλλα σταματούν την αρρώστια ενώ άλλα τη ζωή, έτσι και οι λόγοι, άλλοι προκαλούν λύπη, άλλοι ευχαρίστηση, άλλοι φόβο, άλλοι δίνουν στους ακροατές τους θάρρος, και άλλοι φαρμακώνουν και μαγεύουν την ψυχή με ένα είδος δόλιας πειθούς.

ΓΟΡΓΙΑΣ, ΕΛΕΝΗΣ ΕΓΚΩΜΙΟΝ

Οι ηθικές στάσεις που η εποχή μας ζητάει είναι η αυτοσυγκράτηση και η συμπόνια.

Σε ποιους παράγοντες οφείλεται η αποτυχία ανθρώπων με υψηλό δείκτη νοημοσύνης και η αναπάντεχη και εντυπωσιακή επιτυχία άλλων με πιο μέτριο δείκτη; Θα μπορούσα να υποστηρίξω ότι πολύ συχνά η διαφορά βρίσκεται στις δεξιότητες που εδώ αποκαλούνται «συναισθηματική νοημοσύνη», στις οποίες περιλαμβάνονται ο αυτοέλεγχος, ο ζήλος, η επιμονή και η ικανότητα να βρίσκει κανείς κίνητρα για τον εαυτό του. Και αυτές οι δεξιότητες, όπως θα δούμε, μπορούν να διδαχθούν στα παιδιά και να τους προσφέρουν έτσι μια καλύτερη ευκαιρία να αξιοποιήσουν οποιοδήποτε νοητικό δυναμικό μπορεί να τους χάρισε ο γενετικός τροχός της τύχης.

Πίσω από αυτή τη δυνατότητα αναπτύσσεται μια πιεστική ηθική επιταγή. Ζούμε σε μια εποχή στην οποία όπου ο εγωισμός, η βία και η μοχθηρία καταστρέφουν καθετί καλό υπάρχει στην κοινωνική μας ζωή. Εδώ το ζήτημα της σημασίας της συναισθηματικής νοημοσύνης είναι ο συνδετικός κρίκος μεταξύ συναισθηματικού κόσμου, χαρακτήρα και ηθικών ενστίκτων. Γίνεται ολοένα και πιο σαφές ότι θεμελιώδεις ηθικές στάσεις ζωής προκύπτουν από ουσιαστικές συναισθηματικές ικανότητες.

Πρώτα πρώτα, η παρόρμηση είναι το διάμεσο του συναισθήματος. Ο σπόρος κάθε παρόρμησης είναι ένα συναίσθημα που ξεσπάει θέλοντας να εξωτερικευθεί στην πράξη. Αυτοί που βρίσκονται στο έλεος της παρόρμησής τους, αυτοί που δεν έχουν αυτοέλεγχο, πάσχουν από έλλειψη ηθικών κρίσεων. Η ικανότητα ελέγχου της παρόρμησης είναι η βάση της θέλησης και του χαρακτήρα. Κατά τον ίδιο τρόπο, η ρίζα του αλτρουισμού βρίσκεται στην ενσυναίσθηση, στην ικανότητα να αντιλαμβανόμαστε σωστά τα συναισθήματα των άλλων.

Αν δεν έχουμε αίσθηση της ανάγκης ή της απόγνωσης του άλλου, δεν μπορούμε να νοιαστούμε γι’ αυτόν. Κι αν υπάρχουν δύο ηθικές στάσεις που η εποχή μας ζητάει απεγνωσμένα, αυτές δεν είναι άλλες από την αυτοσυγκράτηση και τη συμπόνια.

Αριστοφάνης: Πλούτος

Ο Πλούτος του Αριστοφάνη.

Υπόθεση.

Ο γερο – αγρότης Χρεμύλος πνιγμένος στα χρέη, μηχανεύεται τρόπους για να εξαπατήσει τους δανειστές του, όνομα επινόηση του Αριστοφάνη (από τις λέξεις χρέος + αιμύλω = απατώ), απογοητευμένος από την φτώχεια του, αναχωρεί για το Μαντείο των Δελφών για να συμβουλευτεί τον θεό Απόλλωνα πώς να αναθρέψει τον γιο του: τίμια για να πεθάνει φτωχός ή ως κλέφτης και απατεώνας για να πνιγεί στα πλούτη. Η Πυθία με τον χρησμό της του απαντά : “Να παραλάβεις στην οικία σου τον πρώτο άνθρωπο που θα συναντήσεις αναχωρώντας από το ναό μου”.

Ο Χρεμύλος, συνοδευόμενος από τον… δούλο του Καρίωνα (το όνομα Καρίωνας, είναι λόγω της καταγωγής του, από την Καρία της Μ. Ασίας), συναντούν ένα τυφλό ρακένδυτο και εριστικό γέροντα χωρίς να αναφέρει ποιος είναι και όπως διατείνεται. Αρχίζουν να τον χλευάζουν και να τον υποτιμούν, τον λένε παλιόγερο και ζητιάνο, και αρχίζουν να τον ρωτούν το όνομα του. Είναι ο θεός Πλούτος, τον οποίο κατά τον Αριστοφάνη τον έχει τυφλώσει ο Δίας, για να μην βλέπει που μοιράζει τα πλούτη του. Ο θεός Πλούτος φοβάται πως αν γιατρευτεί και αρχίσει να βλέπει ο κορυφαίος των θεών Δίας θα θυμώσει και θα προξενήσει καταστροφές στην ανθρωπότητα. Ο Αριστοφάνης που θέλει προστάτη όλων των αδικιών τον Δία, ίσως θέλει να σαρκάσει το επίσημο ιερατείο για τους συμβιβασμούς του. Αυτό επιβεβαιώνεται και από την συνέχεια του έργου, όπου η απουσία του Δία είναι εμφανής.

Μόλις μαθαίνουν ποιος είναι αυτός ο ρακένδυτος τυφλός ζητιάνος τον οποίο προηγουμένως χλεύαζαν αρχίζουν τις κολακείες (Το γλείψιμο λαϊκά) και διατείθεται να τον πάρει σπίτι του ο Χρεμύλος με σκοπό να τον πάει στην συνέχεια για γιατρειά να βρεί το φως του ώστε να τον κάνει πλούσιο. Ο Χρεμύλος δεν διστάζει να του προσφέρει ακόμα και την γυναίκα του. Ο φιλοξενούμενος θεός μεταπείθεται και ο Χρεμύλος αποφασίζει να τον γιατρέψει για να πλουτίζουν οι καλοί άνθρωποι και όχι όπως τώρα οι άτιμοι, οι πονηροί, οι ρήτορες και διάφοροι θρησκειοκάπηλοι. Ο θεός Πλούτος αποκαλύπτει την πραγματική του ιδιότητα. Ο Χρεμύλος και ο Καρίωνας του ανοίγουν με όλη την δύναμή τους τα βλέφαρά του και σύμφωνα με τις θρησκευτικές συνήθειες τον παραδίδουν για μία νύχτα στο ιερό του Ασκληπιού για να επανέλθει το φως των ματιών του. Αυτό το ιαματικό προσκύνημα στο Ασκληπιείο μας το ζωγραφίζει ο Αριστοφάνης με τα λόγια του δούλου Καρίωνα. Είναι μια σπάνια περιγραφή, ασυναγώνιστη σε σαρκασμό για τις λαϊκές προλήψεις.

Ο Πλούτος θεραπεύεται. Εδώ όμως παρεμβαίνει η θεά Πενία (Η πείνα) η οποία προσπαθεί με διάφορα επιχειρήματα να πείσει τους φτωχούς πως αν γιατρευτεί ο Πλούτος θα γίνουν οκνηροί, δεν θα έχουν ζήλο για εργασία. Η σύγκρουση στην κωμωδία είναι ανάμεσα στον χωρικό Χρεμύλο και την Πενία, μία αποκρουστική γριά που εισβάλλει έξαλλη στην κωμωδία και αντιδρά για την αποκατάσταση του Πλούτου. Ο γερο – αγρότης της Αττικής την καθησυχάζει με την δική του επιχειρηματολογία. Έπειτα από την γιατρειά του ο Πλούτος επιστρέφει στους ανθρώπους.

Τώρα όμως οι διάφοροι επιτήδειοι καταχραστές, ιερείς και θεοί οδύρονται επειδή χάνουν την απασχόλησή τους. Χαριτωμένα επεισόδια ακολουθούν με τους «αδικημένους» της νέας κατάστασης, τα οποία κορυφώνονται με την κατάπτωση του ψυχοπομπού Ερμή που παραπονείται σφόδρα επειδή τώρα οι πολίτες δεν του προσφέρουν θυσίες γιατί όλοι έγιναν πλούσιοι και δεν παρακαλούν τους θεούς για κέρδη. Ανάμεσα στα δύο πρόσωπα, τον ξεπεσμένο θεό Ερμή και τον δούλο Καρίωνα γίνεται μια στιχομυθία, όπου εκείνος που ήταν κάποτε φοβερός και απρόσιτος να εκλιπαρεί αυτόν που τώρα έχει την εύνοια του θεού Πλούτου. Ο Ερμής τελικά τακτοποιείται, σαν κοινός θνητός απασχολούμενος στην κατοικία του Χρεμύλου. Στο τέλος ο Πλούτος οδηγείται πανηγυρικά στο ταμείο της πολιτείας, όνειρα θερινής αττικής νύκτας σε μια χρεοκοπημένη Αθήνα.

Το μόνο που ήταν δυνατόν να προσφέρει ο κωμικός στους συμπατριώτες του, σαν ένα προβληματισμό στην άδικη κατανομή του πλούτου και την έκρηξη της διαφθοράς. Πάντως ο Αριστοφάνης είναι πάντα επίκαιρος απολαυστικός και με μηνύματα για τον σύγχρονο θεατή. Εκτός του Ερμή που αποκαθηλώνεται απότομα στην κωμωδία, συντρίβονται από την πένα του Αριστοφάνη η γριά τεκνατζού, που την απορρίπτει ο αγαπημένος της ζιγκολό, αφού εφ’ όσον ο Πλούτος μοιράστηκε πια, δεν την έχει ανάγκη, ο κλασσικός τύπος του λαμόγιου – μιζαδόρου. Ακόμα και ο ιερέας του ναού του Δία θα συντριβεί και θα έρθει εκλιπαρών για λίγο φαγητό!!! Σύμμαχοι και συνοδοιπόροι του φτωχού Χρεμύλου, θα υπάρξουν ο πονηρός πλην τίμιος Βλεψίδημος, ο αγαθιάρης και η ταλαιπωρημένη γυναίκα του Φυσικά δεν είναι δυνατόν, από μιας Αριστοφανική κωμωδία να λείπει ο Χορός επικουρώντας τους ήρωες στη νίκη τους εναντίον της Πενίας αλλά και όλων των “κακών” που καταφθάνουν διαμαρτυρόμενοι για τη νέα αυτή κατάσταση.

Η μόνη αξία που νιώθω, και είναι από την ψυχή και όχι από το νου

Ίσως να ‘τανε σπλαχνικότερος ο κόσμος αν πρώτα δεχόμασταν το ερπετό που κατοικεί στα σωθικά μας, και μετά, χωρίς μεγάλες αγιαστούρες, πηγαίναμε να βρούμε μέσα μας λίγο από εκείνο που μοιάζει θεϊκό. Δεν με ενδιαφέρουν οι «καλοί» άνθρωποι, γιατί αυτοί δεν προσπαθούν, αλλά οι «κακοί» που προσπαθούν να είναι καλοί.

Κάνοντας μία τακτοποίηση στην περισυλλογή μέχρι εδώ, ξεδιαλύνω τρία κρίσιμα φιλοσοφικά ερωτήματα:

Το Οντολογικό. Τί είναι ο άνθρωπος; Είναι κάτι παραπάνω από πίθηκος με σιαγμένο το κοκαλάκι του λαιμού; Ώστε να παράγει έναρθρη κραυγή, να συνενογιέται και να εξελίσσεται με φόρα, αυτό που λέει «πρόοδο»; Υπάρχει αιτία; Υπάρχει σκοπός;

Το Γνωσιοθεωρητικό. Υπάρχει αλήθεια; Και αν υπάρχει μπορούμε ποτέ να την βρούμε; Είναι μία Αλήθεια ή πολλές τοπικές πραγματικότητες που όση αξία έχουν, έχει να κάνει με την τοπολογική, γεωμετρική, πρόσκαιρη «ισχύ» τους, δηλαδή την λειτουργικότητά τους;

Το Αξιακό. Υπάρχει ηθικό, σωστό, δίκαιο, αληθινό, άξιο; Ή έτσι βαφτίζουμε τις ψυχικές προδιαθέσεις, τα κοινωνικά άλλοθι και ότι βολεύει την χωροταξία της οργανωμένης ομάδας ώστε να μην αλληλοσκοτώνεται περισσότερο απ’ ότι χρειάζεται;

Εγώ, τώρα, δίνω τούτες τις απαντήσεις:

Δεν πιστεύω ότι ο άνθρωπος είναι κάτι ανώτερο. Το «έγκλημα» των άλλων ειδών είναι ότι τον άφησαν, το πιο φονικό είδος από όσα πέρασαν, να κερδίσει τον εξελικτικό πόλεμο – για τώρα, τουλάχιστον (τα τελευταία κανά δύο δισεκατομμύρια χρόνια) – οπότε εύλογα αρμενίζει στον ναρκισσισμό και στην αυτοσπουδαιότητα, για όσο καιρό κουμαντάρει ακόμα ετούτο τον πλανήτη.

Αν υπάρχει Αλήθεια, εγώ δεν θα μπορέσω να την βρω ποτέ. Όλα τα άλλα έχουν να κάνουν με την οίηση των μορφωμένων, την ανάγκη και το «δικαίωμα» που νομίζουν ότι τους δόθηκε, να μάθουν και να ξέρουν.

Η μόνη αξία που νιώθω, και είναι από την ψυχή και όχι από το νου, είναι η χαρά, η γλύκα του ωραίου χαμόγελου, το φως του καλοσυνάτου ματιού. Και η χειρότερη απαξία είναι η δυστυχία και ο πόνος

Οι διονυσιοκόλακες

Ο Διονύσιος ο γιος του Ερμοκράτη, που για να τον ξεχωρίζουμε από τον ομώνυμο γιο και διάδοχό του, η ιστορία τον αναφέρει ως Πρεσβύτερο, ύστερα από μεγάλες περιπέτειες κατόρθωσε να γίνει τύραννος των Συρακουσών και εν συνεχεία δημιούργησε ένα πολύ μεγάλο κράτος, που περιλάμβανε ολόκληρη σχεδόν τη Σικελία, εκτός από τη δυτικότατη γωνία της, που την κρατούσαν οι Καρχηδόνιοι, την χερσόνησο της Καλαβρίας και πολλές πόλεις της Μεγάλης Ελλάδας και της Αδριατικής, ενώ η χερσόνησος της Απουλίας και εκτεταμένες περιοχές της Ιλλυρίας και της Ηπείρου, ήταν τρόπον τινά προτεκτοράτα του.

Μολονότι ξεκίνησε ως εκλεκτός του λαού, όταν πήρε την εξουσία την άσκησε απολυταρχικά και με μεγάλη σκληρότητα. Είχε γεμίσει τις Συρακούσες με χαφιέδες και πληροφοριοδότες, που καθώς του μετέφεραν ό,τι άκουγαν είχαν ονομαστεί «Διονύσου ώτα». Ταυτόχρονα όντας καχύποπτος και νοιώθοντας συνεχώς ανασφάλεια, όποιον υποπτευόταν ως μέλλοντα ή ενδεχόμενο αντίπαλο, είτε τον εξόριζε από την επικράτειά του, είτε τον έστελνε στα διαβόητα λατομεία των Συρακουσών, όπου τρεις δεκαετίες πιο μπροστά είχαν βασανιστεί πολλοί Αθηναίοι αιχμάλωτοι της άτυχης εκστρατείας του 415.

Από την άλλη πλευρά ο Διονύσιος είχε την πετριά πως ήταν μεγάλος καλλιτέχνης και σπουδαίος δραματικός ποιητής. Έγραψε μάλιστα και τέσσερις τραγωδίες, «λύτρα Έκτορος», για την ποιότητα των οποίων δεν μπορούμε να σχηματίσουμε γνώμη, καθώς τα κείμενά τους έχουν χαθεί και τα όσα ξέρουμε γι΄ αυτές προέρχονται από έναν ορκισμένο εχθρό του, τον Τίμαιο και από έναν γλοιώδη κόλακά του, τον Φίλιστο. Το γεγονός είναι πως η παρουσίαση μιας τραγωδίας του στην Ολυμπία, στα πλαίσια των Ολυμπιακών αγώνων του 384, γνώρισε παταγώδη αποτυχία, σε σημείο που οι αγανακτισμένοι θεατές έδειραν τους τραγωδούς και έκαψαν τις σκηνές της «θεωρίας» του Διονύσιου.

Καθώς ισχυριζόταν πως ήταν πνευματικός άνθρωπος, άκουσε τον συγγενή του τον Δίωνα και κάλεσε στις Συρακούσες τον Αθηναίο φιλόσοφο Πλάτωνα, αλλά πολύ σύντομα διαφώνησε μαζί του και τον ξαπόστειλε πίσω με σπαρτιατική τριήρη. Συνεννοήθηκε όμως με τον πλοίαρχο του πλοίου, τον Πόλλι και εκείνος αντί να μεταφέρει φιλόσοφο στην Αθήνα, τον παράδωσε σε Αιγινήτες δουλεμπόρους, που τον πούλησαν δούλο στην Αίγινα. Ευτυχώς το μάθανε οι μαθητές του και ο Κυρηναίος Αννίκερις, ήρθε στην Αίγινα και εξαγόρασε την ελευθερία του αγαπημένου του δασκάλου.

Ανεξαρτήτως αυτού ο Διονύσιος συνήθιζε να καλεί στο παλάτι του τους γνωστότερους ποιητές, συγγραφείς και καλλιτέχνες της Σικελίας και να τους απαγγέλλει ποιήματά του. Φυσικά όλοι χειροκροτούσαν με θαυμασμό τα αριστουργήματα του αφεντικού τους και γι΄ αυτό ονομάστηκαν «διονυσιοκόλακες». Διασημότεροι τέτοιοι κόλακες ήταν ο μιμογράφος Ξέναρχος, ο ηδονιστής φιλόσοφος Αρίστιππος και ο Δαμοκλής, ο οποίος κάποτε είπε στον Διονύσιο πως μόνο κοντά του ένοιωθε ασφαλής και πως θα προτιμούσε να πεθάνει παρά να χαθεί έστω και μία τρίχα του Διονύσιου. Εκείνος τότε έκοψε από τα μαλλιά του μερικές τρίχες και μ΄ αυτές κρέμασε πάνω από το ανάκλιντρο του Δαμοκλή ένα σπαθί. Από το επεισόδιο αυτό βγήκε η έκφραση «Δαμόκλειος σπάθη».

Μια φορά όμως, σε μια τέτοια σύναξη, ο Διονύσιος παρατήρησε πως ένας από τους προσκεκλημένους του ο ποιητής Φιλόξενος ο Κυθήριος, γνωστός «διθυραμβοποιός» δεν χειροκροτούσε. Του ζήτησε να πει τη γνώμη για την ποιότητα των ποιημάτων που άκουσε και εκείνος με παρρησία είπε απερίφραστα πως δεν άξιζαν τίποτα. Ο Διονύσιος έξω φρενών τον έστειλε αμέσως στα λατομεία. Επενέβησαν όμως κάποιοι φίλοι του Φιλόξενου και ο Διονύσιος ανακάλεσε λίγες μέρες μετά την απόφασή του. Και όχι μόνο συγχώρησε τον ποιητή, αλλά τον κάλεσε στην επόμενη φιλολογική συγκέντρωσή, στο παλάτι του.

Όπως ήταν επόμενο άρχισε πάλι να απαγγέλλει στους καλεσμένους του ποιήματά του και τότε είδε πως ο Φιλόξενος σηκώθηκε και τράβηξε προς την έξοδο.

«Πού πας Φιλόξενε» τον ρώτησε

«Στα λατομεία» απάντησε αυτός και βγήκε από το παλάτι.

Διόδωρος τον Σικελιώτης, Ιστορική βιβλιοθήκη 15.6 - Ανθολόγιο του Στοβαίου 13.3

Ο Αριστοτέλης και η ηδονή ως επισφράγιση της αρετής

Συνεχίζοντας στην διερεύνηση της ηδονής ο Αριστοτέλης θα αναφερθεί σε έναν ακόμη λόγο που επικαλούνται όσοι υποστηρίζουν ότι η ηδονή δεν πρέπει να συγκαταλέγεται στα αγαθά: «Η ηδονή συναντάται στους πάντες· και στον ενάρετο και στον κακό, και στα άγρια θηρία και στα εξημερωμένα ζώα· αλλά το αγαθό δεν αναμειγνύεται με το κακό και δεν ανήκει στους πάντες και τα πάντα» (1204a 7.3).

Απέναντι σε αυτή την άποψη ο Αριστοτέλης προτάσσει το ερώτημα: «Μήπως όμως δεν είναι έτσι, αλλά μπορεί ακόμα και το αντίθετο να προκύψει, δηλαδή η ηδονή να αποτελεί αγαθό ακριβώς για το λόγο ότι τα πάντα την ποθούν;» (1205b 7.20). Και εξηγεί αμέσως: «Διότι η φύση επιβάλλει στα πάντα να ποθούν το αγαθό· ώστε, αν τα πάντα ποθούν την ηδονή, αυτή θα ανήκει στο γένος του αγαθού» (1205b 7.20).

Η αντίληψη ότι η τάση προς την εκπλήρωση του αγαθού οφείλεται στη φύση είναι απόρροια της τελεολογικής αριστοτελικής οπτικής, αφού κάθε πλάσμα έχει μέσα του την έμφυτη προδιάθεση να φτάσει στην πιο τέλεια κατάστασή του και να εκπληρώσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το έργο για το οποίο είναι πλασμένο. Η εκπλήρωση της τελεολογικής αποστολής για κάθε ον αποτελεί το υπέρτατο αγαθό, δηλαδή το βαθύτερο νόημα της ύπαρξής του.

Αν το γεγονός ότι όλοι ποθούν κάτι αναιρεί την ιδιότητά του ως αγαθό, τότε και η ίδια η έννοια του αγαθού θα στερούνταν νοήματος, αφού και αυτή υπόκειται στον ίδιο κανόνα της κοινής επιθυμίας. Εξάλλου, θα μπορούσαν να ειπωθούν κι άλλα αγαθά που τα ποθούν όλοι (όπως για παράδειγμα η υγεία), και που (ασφαλώς) η καθολική τους απήχηση δεν αναιρεί το γεγονός ότι αναμφισβήτητα αποτελούν αγαθά.

Με τον ίδιο τρόπο, η παραδοχή ότι την ηδονή την επιθυμούν όλοι, ακόμη και τα άγρια θηρία, δεν αναιρεί τη συμπερίληψή της στα αγαθά, αφού και τα άγρια θηρία θα επιθυμούν επίσης την υγεία και την αρτιμέλειά τους. Αντίθετα, επειδή όλα τα αγαθά έχουν καθολική απήχηση (κανείς δε θα ήθελε να είναι δειλός ή άρρωστος ή ακρατής ή άφρων κλπ), το γεγονός ότι και η ηδονή έχει καθολική απήχηση αποτελεί περισσότερο στοιχείο ότι «ανήκει στο γένος του αγαθού» (1205b 7.20) παρά ότι «δεν αποτελεί αγαθό» (1205b 7.19).

Το επόμενο επιχείρημα που χρησιμοποιείται ως απόδειξη ότι η ηδονή δε συγκαταλέγεται στα αγαθά έχει ως εξής: «Η ηδονή λειτουργεί ως εμπόδιο για τις καλές πράξεις, αλλά οτιδήποτε εμποδίζει τις καλές πράξεις δεν μπορεί να είναι αγαθό» (1204b 7.3).

Η άποψη που θέτει την ηδονή ως εμπόδιο του αγαθού δεν πείθει τον Αριστοτέλη: «φαίνεται πως αυτοί τη θεώρησαν εμπόδιο» (εννοείται την ηδονή) «επειδή δεν εξέτασαν σωστά το πράγμα. Αποκλείεται να αποτελεί εμπόδιο η ηδονή που προκύπτει άμεσα από κάτι που γίνεται· εμπόδιο μπορεί να αποτελεί μια άλλη ηδονή· παράδειγμα: η ηδονή της μέθης μπορεί να αποτελεί εμπόδιο στο να πραχθεί κάτι άλλο. Αλλά έτσι μπορεί να αποτελέσει εμπόδιο και η μία επιστήμη-τέχνη στην άλλη, αφού δε γίνεται να ενεργεί κανείς τόσο σύμφωνα με τη μία όσο και με την άλλη» (1206a 7.21-22).

Στην ουσία, η άποψη που θέλει την ηδονή να εμποδίζει την εκπλήρωση των καλών πράξεων εξετάζει το θέμα μονομερώς εστιάζοντας μόνο στην αρνητική εκδοχή των ηδονών. Αναμφισβήτητα, το ότι κάποιοι αντλούν ηδονή από τη μέθη αποτελεί αρνητικό, αφού εκτός από την προσβολή της υγείας τους (και την ενδεχόμενη αμαύρωση της δημόσιας εικόνας τους), η μέθη (κυρίως αν αποτελεί συχνό φαινόμενο) τους εμποδίζει να ασχοληθούν με άλλα εποικοδομητικότερα πράγματα που θα συνέβαλαν θετικά τόσο στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς τους (ατομικό επίπεδο), όσο και την προσφορά τους στην κοινωνία (πολιτικό επίπεδο).

Ωστόσο, η ύπαρξη αρνητικών ηδονών δεν μπορεί να αποκλείσει και τη θετική πλευρά τους. Η ηδονή, ως ευχαρίστηση που αντλείται από τις πράξεις, αποτελεί κινητήριο δύναμη της ανθρώπινης συμπεριφοράς όχι μόνο προς το κακό, αλλά και προς το καλό. Κι η εκπλήρωση της αρετής συνδέεται με την ηδονή, κι αυτή είναι η ηδονή του ενάρετου ανθρώπου. Το ζήτημα είναι η ποιότητα των πράξεων που την επιφέρουν.

Το ίδιο ισχύει και στις τέχνες-επιστήμες: «Μα γιατί να μην είναι αγαθό μια επιστήμη-τέχνη, αν γίνεται πρόξενος της ηδονής που προσφέρουν οι επιστήμες-τέχνες; Και πώς άραγε λειτουργεί ως εμπόδιο; Μήπως συμβαίνει το αντίθετο, και η ηδονή ενισχύει την πράξη από την οποία προξενείται; Διότι η ηδονή παρωθεί τον άνθρωπο να πράττει ακόμα περισσότερο αυτό που την προξενεί· για παράδειγμα, βάλε τον ενάρετο να πράττει τα έργα της αρετής, και θα τα πράττει με ηδονή· άραγε δε θα ενισχύσει η ηδονή κατά πολύ αυτή του την πράξη;» (1206a 7.22-23).

Σε τελική ανάλυση, η ηδονή είναι το κριτήριο που θα καθορίσει τον ενάρετο άνθρωπο. Αυτός που ασκεί την αρετή και χαίρεται (αντλεί ηδονή) είναι πράγματι ενάρετος, ενώ αυτός που την ασκεί με το ζόρι κι αισθάνεται δυσφορία ή λύπη γι’ αυτό όχι. Η χωρίς ηδονή πραγμάτωση της αρετής ταυτίζεται με την παροδικότητα.

Εκείνος που πράττει το καλό με λύπη είναι θέμα χρόνου το πότε θα πάψει να το πράττει, γιατί δρα εξαναγκασμένος. Όταν νιώσει ότι δεν υπάρχει πια εξαναγκασμός θα πράξει το αντίθετο της αρετής, αφού έτσι θα νιώσει χαρά. Δεν είναι αρκετό να αρνηθεί κάποιος να τον δωροδοκήσουν, για να χαρακτηριστεί ενάρετος. Πρέπει να νιώσει και χαρά με αυτό. Αν δε νιώσει χαρά, αλλά αντίθετα σκέφτεται διαρκώς τα χρήματα που αρνήθηκε και τις ηδονές που θα απολάμβανε αν τα δεχόταν, είναι βέβαιο ότι την επόμενη φορά θα ενδώσει. Το συναίσθημα της χαράς (ηδονή) είναι η επισφράγιση της αρετής στην πλήρη έννοιά της, δηλαδή της μόνιμης κατάστασης. Από αυτή την άποψη, είναι αδύνατο να αρνηθεί κανείς ότι η ηδονή συμπορεύεται με το αγαθό, αφού η αρετή αναντίρρητα αποτελεί αγαθό.

Ο Αριστοτέλης είναι σαφής: «αν αυτός πράττει με ηδονή τα έργα της αρετής, θα είναι πράγματι άνθρωπος ενάρετος· αν, αντίθετα, τα πράττει με λύπη, δε θα είναι ενάρετος. Διότι η λύπη προξενείται όταν ενεργεί κανείς εξαναγκασμένος, οπότε, αν κανείς λυπάται που πράττει κάτι το καλό, αυτό είναι δείγμα ότι ενεργεί εξαναγκασμένος· και αυτός που πράττει το καλό εξαναγκασμένος, δεν είναι άνθρωπος ενάρετος» (1206a 7.23).

Κι όχι μόνο αυτό: «αποκλείεται η περίπτωση να πράττει κανείς τις ενάρετες πράξεις χωρίς να συνοδεύεται η ενέργειά του αυτή είτε από ηδονή είτε από λύπη· μέση λύση δεν υπάρχει. Γιατί; Διότι η αρετή έχει να κάνει με το πάθος, και το πάθος συνοδεύεται πάντα είτε από λύπη είτε από ηδονή· το ενδιάμεσο δεν υπάρχει προφανώς, λοιπόν, και η αρετή θα συνοδεύεται από λύπη ή ηδονή» (1206a 7.24).

Το δεδομένο ότι η άσκηση της αρετής έχει να κάνει με το επιθυμητικόν (λόγον-άλογον) μέρος της ψυχής καταδεικνύει ότι είναι αδύνατο να τεθεί ως κάτι ανεξάρτητο από τα συναισθήματα, που επίσης εδράζονται εκεί. Γι’ αυτό η αρετή έχει να κάνει με το πάθος, γιατί ξεπηδά από το ίδιο πεδίο της ψυχής.

Το τελικό συμπέρασμα είναι έτοιμο να ειπωθεί: «Συνεπώς, η ηδονή όχι μόνο δε λειτουργεί ως εμπόδιο, αλλά αποτελεί και κίνητρο να πράττει κανείς το καλό· και γενικώς αποκλείεται να υπάρχει αρετή ξεκομμένη από την ηδονή που προκύπτει από το να πράττει κανείς το καλό» (1206a 7.25).

Και το ίδιο ισχύει και για τις επιστήμες-τέχνες: «Έχει ειπωθεί και το εξής: ότι από καμία επιστήμη-τέχνη δεν προξενείται ηδονή. Αυτό δεν ισχύει. Για παράδειγμα, οι δημιουργοί ενός δείπνου ή ενός στεφανιού ή ενός αρώματος γίνονται πρόξενοι ηδονής. Αλλά βέβαια στις υπόλοιπες επιστήμες-τέχνες η ηδονή δεν υπάρχει ως ο σκοπός στον οποίο αποβλέπουν, αλλά πραγματώνονται συγχρόνως με την ηδονή χωρίς να μπορούν να ξεκοπούν από αυτήν. Άρα υπάρχει επιστήμη-τέχνη που προξενεί ηδονή» (1206a 7.26).

Θα έλεγε κανείς ότι η ηδονή είναι αλληλένδετη με την ανθρώπινη δράση. Η οικοδομική είναι αλληλένδετη με την ηδονή που προσφέρει η άνεση και η ασφάλεια του σπιτιού τις κρύες νύχτες του χειμώνα. Η ναυπηγική με την ηδονή της πλεύσης και της εξερεύνησης άλλων τόπων, καθώς και την ευχαρίστηση των νέων προϊόντων που θα προκύψουν από το εμπόριο. Το ίδιο κι όλες οι άλλες τέχνες-επιστήμες.

Αυτό που μένει είναι η κατάρριψη του τελευταίου επιχειρήματος που προβάλλεται προκειμένου η ηδονή να θεωρηθεί ως κάτι αποκομμένο από το αγαθό: «Το άριστο δεν είναι ηδονή· το άριστο είναι το αγαθό» (1204b 7.3).

Η απάντηση του Αριστοτέλη έχει ως εξής: «… με το σκεπτικό αυτό και με ανάλογα επιχειρήματα θα ακυρώσεις και τις λεγόμενες επιμέρους αρετές. Για παράδειγμα, η ανδρεία δεν είναι κάτι το άριστο· αυτό άραγε συνεπάγεται ότι δεν είναι και αρετή; Δεν είναι άτοπο αυτό; Και το ίδιο συμβαίνει και με τις υπόλοιπες αρετές. Άρα το σκεπτικό ότι η ηδονή δεν είναι κάτι το άριστο δεν μπορεί να στερήσει από αυτήν την ιδιότητα του αγαθού» (1206a 7.27).

Η τελική κατάδειξη ότι οι ηδονές συσχετίζονται με το αγαθό αποτελεί την αποκατάστασή τους. Η αντίληψη που θέλει την ηδονή συνυφασμένη (θα λέγαμε από θέση αρχής) με το κακό αντικρούεται οριστικά θέτοντας σε ορθή βάση τη σημασία της. Δε χρειάζεται να ντρέπεται κανείς απολαμβάνοντας τις ηδονές. Κι ο λόγος γίνεται κυρίως για τις σωματικές ηδονές, αφού αυτές είναι που δέχονται τις επικρίσεις. (Τις πνευματικές ηδονές δε χρειάζεται να τις αποκαταστήσει κανείς).

Φυσικά, το κριτήριο είναι το μέτρο που τίθεται από τις επιταγές της λογικής. Ούτε οι απολαύσεις του φαγητού ούτε οι ερωτικές απολαύσεις αξίζει να επικρίνονται. Οι επικρίσεις ξεκινούν από την κατάλυση του μέτρου που οδηγεί στην ακράτεια και την ακολασία.

Η λογική πρέπει πάντοτε να βρίσκεται σε ισορροπία με τα πάθη εξασφαλίζοντας το πλαίσιο της ορθής συμπεριφοράς: «Διότι τότε λέμε ότι υπάρχει αρετή, όταν το λογικό είναι σε καλή κατάσταση και είναι σύμμετρο με τα πάθη που και αυτά έχουν τη δική τους αρετή, και όταν παράλληλα τα πάθη είναι σύμμετρα με το λογικό· όταν συμβαίνουν αυτά, τότε το λογικό και τα πάθη θα συμφωνούν μεταξύ τους» (1206b 7.29).

Η σύμπλευση της λογικής με τα συναισθήματα είναι η επισφράγιση της ψυχικής ισορροπίας που θα επιφέρει την ευτυχία. Όταν η λογική αντικρούεται από το συναίσθημα, το άτομο δεν μπορεί παρά να μείνει διχασμένο ανάμεσα σε δύο αντιμαχόμενες δυνάμεις. Αυτή είναι η απαρχή της δυστυχίας, αφού εν τέλει αυτό που θα επέλθει είναι η ανισορροπία και οι συγκρούσεις. Ένα τέτοιο άτομο ή θα ικανοποιήσει τη λογική καταπνίγοντας το συναίσθημα ή θα ακολουθήσει το δρόμο των παθών ακυρώνοντας τη λογική.

Και οι δύο δρόμοι είναι αδιέξοδοι. Η ζωή που καταπνίγει τα συναισθήματα είναι αβίωτη, αφού η εκμηδένιση της χαράς σηματοδοτεί την πιο επαίσχυντη καταπίεση. Από την άλλη, η άρνηση της λογικής είναι η επίγνωση του λάθους, που τελικά θα ακολουθηθεί, ακυρώνοντας κάθε έννοια αυτοεκτίμησης.

Κατά κανόνα οι άνθρωποι αυτοί ενδίδουν στα πάθη τους και ταυτόχρονα προσπαθούν να τα εκλογικεύσουν θέλοντας να συνταιριάσουν τα ασυνταίριαστα. Είτε διαστρεβλώνουν τις έννοιες προκειμένου να αποδείξουν ότι ενεργούν σύμφωνα με τη λογική (ο θρασύς θα παραστήσει τον ανδρείο) είτε επινοούν αληθοφανή επιχειρήματα για να αποδείξουν ότι οι ενέργειές τους είναι λογικές, ακόμη κι αν δεν ακολουθούν τη μεσότητα. Και οι δύο περιπτώσεις είναι καταδικασμένες σε αποτυχία.

Τα άτομα που βιώνουν αυτό το χάσμα είναι αδύνατο να συμφιλιωθούν με τον εαυτό τους. Θα παραμείνουν δυστυχισμένα, ακόμη κι αν πείσουν όλους τους άλλους ότι έχουν δίκιο. Όσο για εκείνον που θα φέρει αντιρρήσεις αρνούμενος να πεισθεί στη δήθεν εκλογίκευσή τους θα γίνει αντικείμενο μίσους, ακριβώς επειδή θα χτυπήσει στο πιο ευαίσθητο σημείο τους. Η ανισορροπία της ψυχής είναι αδύνατο να μην εκφραστεί και στον κοινωνικό περίγυρο.

Γι’ αυτό τα πάθη και η λογική πρέπει να είναι σύμμετρα: «Αν το λογικό είναι σε άσχημη κατάσταση ενώ τα πάθη σε καλή, δεν πρόκειται να υπάρξει αρετή με το λογικό απόν (διότι η αρετή προϋποθέτει τόσο το λογικό όσο και τα πάθη)» (1206b 7.30).

Όμως, όσο κι αν η λογική κρίνεται απολύτως απαραίτητη για την επίτευξη της αρετής, τα συναισθήματα παίζουν τον πρωτεύοντα ρόλο: «Γενικώς, πάντως, και αντιθέτως από ό,τι φαντάζονται οι πολλοί, αρχή της αρετής και μπροστάρης δεν είναι το λογικό αλλά τα πάθη» (1206b 7.30).

Ο Αριστοτέλης θα εξηγήσει: «Διότι είναι καταρχήν αναγκαίο να ενυπάρχει μια άλογη ορμή προς το καλό (πράγμα που συμβαίνει), και μετά να έρχεται το λογικό και να επικυρώνει αυτή την ορμή προβαίνοντας σε διάκριση του καλού από το κακό. Μπορεί κανείς να το δει αυτό στα παιδιά και σε όσους ζουν χωρίς να χρησιμοποιούν το λογικό τους· σε αυτούς, λοιπόν, ενυπάρχουν καταρχήν άλογες ορμές των παθών προς το καλό, ενώ το λογικό έρχεται μετά και με ομοφωνία προς τα πάθη τούς κάνει να πράττουν το καλό» (1206b 7.30 και 7.31).

Το κατά πόσο ισχύει αυτή η «άλογη ορμή προς το καλό» εναπόκειται στην κρίση του καθενός. Το βέβαιο είναι ότι παρατηρώντας κανείς τα παιδιά μπορεί να βρει άλογες ενέργειες που αρμόζουν και στο καλό και στο κακό. Ο Αριστοτέλης, πάντως, φαίνεται πεπεισμένος για το πρόταγμα των παθών στον εντοπισμό και την επίτευξη της αρετής.

Γι’ αυτό και θα συμπληρώσει αμέσως: «εάν την αρχή προς το καλό την κάνει το λογικό, τότε τα πάθη δεν το ακολουθούν με ομοφωνία προς αυτό, αλλά πολλές φορές τού εναντιώνονται· αυτή είναι και η αιτία που το πάθος μοιάζει να είναι μάλλον η αρχή προς την αρετή και όχι το λογικό» (1206b 7.31).

Αριστοτέλης, Ηθικά Μεγάλα