Κυριακή, 25 Αυγούστου 2013

Αίτηση διορισμού στο δημόσιο (Καρυωτάκης)



Αίτηση διορισμού στο δημόσιο (Καρυωτάκης)






Η ιστορία του Μπιορν

Η ιστορία του Μπιορν The Saga Of Biorn – delightful animation
Ο Μπιορν είναι ένας ηλικιωμένος Βίκινγκ που είναι αποφασισμένος να φτάσει στην Βαλχάλα, τον μετά θάνατο προορισμό ενός πολεμιστή. Για να κερδίσει όμως μια θέση εκεί, πρέπει να πεθάνει έντιμα στη μάχη, κάτι που ανακαλύπτει πως δεν είναι και τόσο εύκολο. — Ένα χιουμοριστικό animation από το Animation Workshop (www.animwork.dk)



Κύριε ελέησον – κομποσχοίνι. «Τό κινητό μου τηλέφωνο» Το απαύγασμα της χριστιανικής παιδείας



381101-02 Aν ζητήσετε κάτι στ΄ όνομά μου, εγώ θα το κάνω (Ιωάννης, 14, 14)
Zητάτε και θα σας δοθεί (Ματθαίος 7, 7)
Αν έχετε πίστη … τίποτε δε θα είναι αδύνατο για σας (Ματθαίος 17, 20)
Όλα όσα ζητάτε όταν προσεύχεστε, να πιστεύετε ότι τα λαβαίνετε και θα σας δοθούν(Μάρκος 11, 24)

Ο Εσπερινός με κομποσχοίνι ή με το ρολόι χωρίς κομποσχοίνι ( κομποσχοίνι των 300 κόμπων=τριακοσάρι, κομποσχοίνι των 100 κόμπων=εκαστοστάρι).
Τρία τρακοσάρια του Χριστού ή 15 λεπτά με το ρολόι.
Ένα τρακοσάρικο της Παναγίας ή 5 λεπτά με το ρολόι.
Ένα εκατοστάρι του Αγίου της ημέρας ή 5 λεπτά με το ρολόι.
Ένα εκατοστάρι του Αγίου της ενορίας ή 2 λεπτά με το ρολόι.
Ένα εκατοστάρι του Αγίου της εβδομάδος ή 2 λεπτά με το ρολόι.


ΠΡΟΣΟΧΗ – ΠΡΟΣΟΧΗ
Επειδή ο κάθε άνθρωπος διαπράττει εκατοντάδες αμαρτίες καθημερινά, δυο τρεις χιλιάδες κυριελέησον το εικοσιτετράωρο συνιστώνται ανεπιφύλακτα. Αρκούν μάλλον – παρ’ όλο που για τα του θεού τίποτα δεν είναι σίγουρο - για να συγκινηθεί ο Κύριος και να παράσχει το έλεός του.


***************************************************************
Η ΜΑΓΕΙΑ ΤΟΥ ΠΛΕΞΙΜΑΤΟΣ ΩΣ ΑΝΔΡΙΚΗ ΕΝΑΣΧΟΛΗΣΗ:

Η θηλυπρεπής χροιά της φωνής οφείλεται σε σπάνιας μορφής κρυολόγημα.
Η βελουδένια επιδερμίδα της παλάμης και των δακτύλων είναι η ατόφια του δίποδου κηφήνα καλόγερου της Ορθοδοξίας.
************************************************************
Ανάγνωσμα ευεργετικόν:

Οδηγίες για προσευχή με κομποσχοίνι

Αγαπητοί μας αδελφοί. Σαλπίζουμε εγερτήριο σάλπισμα.
Οι εχθροί μας δαίμονες δεν κοιμούνται και εργάζονται ακατάπαυστα να μας ρίξουν στις αμαρτίες και εξαιτίας αυτών και των παθών μας στα βάθη της κόλασης. Με άλλο τρόπο δεν μπορούμε να τους αντιμετωπίσουμε παρά μόνο με την προσευχή. Η ανάγνωση πνευματικών βιβλίων είναι καλή και ωφέλιμη˙ η ανάγνωση ή παρακολούθηση των ακολουθιών της Εκκλησίας μας βοηθούν όσους έχουν τη δυνατότητα να τα κάνουν.
Για τους πολλούς όμως ένας τρόπος που μπορεί να αντικαταστήσει τους άλλους τρόπους προσευχής είναι με το κομποσχοίνι. Σε κάθε κόμπο επικαλείσαι το όνομα του Κυρίου Ιησού λέγοντας τη σύντομη ευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησον με» ή απλώς «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με». Θα αρχίσεις με το: Δι’ ευχών των αγίων πατέρων ημών, Κύριε Ιησού Χριστέ, ο Θεός ημών, ελέησον ημάς. Αμήν. Δόξα σοι ο Θεός, Βασιλεύ ουράνιε, Τρισάγιον, Παναγία Τριάς, Πάτερ ημών. Τον Ν΄ ψαλμόν. Μια σύντομη αυτοσχέδια προσευχή μια φορά την ημέρα με σύντομη δοξολογία, ευχαριστία, εξομολόγηση, αίτηση αφέσεως των αμαρτιών σου, ενισχύσεως σου και των εν Χριστώ αδελφών σου στον αγώνα τον καλό, και προσευχή με κομποσχοίνι όπως παρακάτω:
Α΄. Ο Εσπερινός με κομποσχοίνι ή με το ρολόι χωρίς κομποσχοίνι ( κομποσχοίνι των 300 κόμπων=τριακοσάρι, κομποσχοίνι των 100 κόμπων=εκαστοστάρι).
Τρία τρακοσάρια του Χριστού ή 15 λεπτά με το ρολόι.
Ένα τρακοσάρικο της Παναγίας ή 5 λεπτά με το ρολόι.
Ένα εκατοστάρι του Αγίου της ημέρας ή 5 λεπτά με το ρολόι.
Ένα εκατοστάρι του Αγίου της ενορίας ή 2 λεπτά με το ρολόι.
Ένα εκατοστάρι του Αγίου της εβδομάδος ή 2 λεπτά με το ρολόι.
Β΄. Το Απόδειπνον, το ίδιο ως ο Εσπερινός με επιπλέον 2 τρακοσάρικα της Παναγίας ή 10 λεπτά με το ρολόι.
Γ΄. Μεσονυκτικόν, τέσσερα τρακοσάρικα του Χριστού σε 15 λεπτά με το ρολόι και ένα τρακοσάρι της Παναγίας ή 5 λεπτά με το ρολόι.
Δ΄. Όρθρος, εννέα τρακοσάρικα του Χριστού ή 1 ώρα με το ρολόι, τρία τρακοσάρικα της Παναγίας ή 15 λεπτά με το ρολόι. Από ένα εκατοστάρι του αγίου της ημέρας, της ενορίας και της εβδομάδος ως στον εσπερινό, ή από δύο λεπτά, και επιπλέον ένα τρακοσάρι των Αγίων Πάντων ή 5 λεπτά με το ρολόι.
Ε΄. Θεία Μετάληψις, τέσσερα τρακοσάρικα του Χριστού ή 15 λεπτά. Ένα τρακοσάρικο της Παναγίας ή 5 λεπτά.
ΣΤ΄. Παράκλησις στον Χριστό, την Παναγία ή σε Άγιο. Δύο τρακοσάρικα ή δέκα λεπτά.
Ζ΄. Ώραι 1η, 3η, 6η και 9η, έξι τρακοσάρικα του Χριστού ή ½ ώρα, δύο τρακοσάρικα της Παναγίας ή 10 λεπτά.
Αν έχεις πολλή ελεύθερη ώρα ταξιδεύοντας στο λεωφορείο, ή οπουδήποτε βρίσκεσαι, αντί να πιάσεις κουβέντα με τον ένα ή τον άλλο, κοίταξε το ρολόι σου, κλείσου στον εαυτό σου και λέγε την ευχή όπως είπαμε πιο πάνω.
Με την συνήθεια, την ασταμάτητη προσοχή και την αδιάλειπτη προσευχή γίνεσαι δύσκολος στόχος του πονηρού. Μαζί με αυτά, η καλλιέργεια της αγάπης, της ευσπλαχνίας, της πίστης, της συμπόνοιας, της κατάνυξης, της αυτοκατηγορίας, της ελπίδας στον Θεό, της τακτικής εξομολόγησης και Θείας Κοινωνίας, αποκτάς ένα γερό οπλοστάσιο και καθιστάς τον εαυτό σου θωρακισμένο με την χάρη του Θεού και σχεδόν απρόσβλητον από τα θανατηφόρα βέλη του διαβόλου. Ο Κύριος είπε: «Άνευ εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν». Γι’ αυτό γνωρίζοντας την ασθένεια σου ταπεινώσου, και έχε εις τον Θεό την ελπίδα σου ίνα μη καταισχυνθής και δόξαζε κατά πάντα τω Πατρί και τω Υιώ και τω Αγίω Πνεύματι νυν και αεί και εις τους αιώνας. Αμήν.
Στα κομποσχοίνια:
Του Χριστού λέμε: Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με.
Της Παναγίας λέμε: Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον με.
Του Αγίου της ημέρας: Άγιε… πρέσβευε υπέρ εμού.
Του Αγίου της ενορίας: Άγιε… πρέσβευε υπέρ εμού.
Του Αγίου της εβδομάδος: Άγιε… πρέσβευε υπέρ εμού.
Δευτέρα: Άγιοι Αρχάγγελοι, πρεσβεύσατε υπέρ εμού.
Τρίτη: Βαπτιστά του Χριστού, πρέσβευε υπέρ εμού.
Τετάρτη και Παρασκευή: Σταυρέ του Χριστού, σώσον με τη δυνάμει σου.
Πέμπτη: Άγιοι Απόστολοι, πρεσβεύσατε υπέρ εμού και, Άγιε Νικόλαε, πρέσβευε υπέρ εμού.
Σάββατο: Άγιοι Πάντες, πρεσβεύσατε υπέρ εμού.
Κυριακή: Παναγία Τριάς (ο Θεός), ελέησον με.
Για τον Άγγελο Φύλακα: Άγιε Άγγελε μου, φύλαξε με.
Από το βιβλίο ανώνυμου Αγιορείτη μοναχού «Αδιαλείπτως προσεύχεσθε: 31 εντρυφήματα για την προσευχή» (έκδοση «Ορθόδοξος Κυψέλη», Θεσσαλονίκη).
Όπως μπορεί να διαπιστώσει ακόμη κι ο πιο κακόπιστος αναγνώστης, οι Ιουδαιοχριστιανοί ουδεμία χρείαν έχουν τών άθεων, αιρετικών, αλλόπιστων κ.ά. για να γελοιοποιήσουν την πίστη τους. Τα καταφέρνουν μια χαρά κι από μόνοι τους…
Τελικά ο Χριστιανισμός, τα έχει όλα και συμφέρει. Ακόμη και προσευχή με…ογκοχρέωση ή…χρονοχρέωση…
*******************************************************

Τηρουμένων των αναλογιών, περί του κοντέρ της μαλακίας, ας πούμε για την Εσπερινήν: 300 παλινδρομήσεις της χείρας με τα πέντε ορφανά ή 5 λεπτά με το ρολόι.

***************************************************************

ΟΙ ΟΡΘΟΔΟΞΕΣ ΜΟΥΣΙΚΕΣ ΕΚΤΕΛΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΖΗΤΙΑΝΙΑΣ ΤΟΥ ΘΕΪΚΟΥ ΕΛΕΟΥΣ

Ορθόδοξη κυρελέ

Ορθόδοξη λαϊκή

Ορθόδοξη ροκοσκυλέ

Από ανθρώπινο πλάσμα αγνώστου φύλου

Μαϊμουροκάδικη


**********************************

Κομποσχοίνι: «Τό κινητό μου τηλέφωνο»

Τα πλεονεκτήματά του είναι ότι μιλάς με τον ίδιο τον θεό, δεν χρειάζεται μπαταρία και δουλεύει εφ’ όρου ζωής!
Τα μειονεκτήματα, ότι δεν μπορείς να μιλήσεις με ανθρώπους διότι η εμβέλειά του είναι μόνο πέντε περίπου μέτρα και ότι σαπίζει την φαιά ουσία του εγκεφάλου.

Κομποσχοίνι: «Τό κινητό μου τηλέφωνο». Πρωτοπρ.Διονύσιος Τάτσης

Κομποσχοίνι: «Τό κινητό μου τηλέφωνο»
Τοῦ Πρωτοπρεσβυτέρου Διονυσίου Τάτση
 
Στην ἐποχή μας μόνο τὰ μωρὰ δὲν ἔχουν κινητὸ τηλέφωνο.Ὅλοι οἱ ἄλλοι ἔχουν τὸ κινητό τους καὶ συνεχῶς μιλοῦν καὶ ἐπικοινωνοῦν μεταξύ τους. Ὅπου καὶ νὰ βρίσκονται παίρνουν τηλέφωνο. Παντοῦ ἀκούγονται ποικίλες μουσικές, ποὺ εἶναι ἐπιλογὴ τῶν κατόχων τῶν τηλεφώνων. Ἀκόμα καὶ μέσα στοὺς Ἱεροὺς Ναοὺς χτυποῦν τηλέφωνα.Θὰ ἔλεγα ὅτι καὶ οἱ ἀναχωρητὲς ἔχουν κινητὸ τηλέφωνο, παρόλο, ποὺ ἔχουν ἐπιλέξει τὴν ἀπόκοσμη ζωὴ καὶ ἔχουν ἀπαρνηθεῖ συγγενεῖς καὶ φίλους. Ἐλάχιστοι εἶναι πιὰ ἐκεῖνοι, ποὺ συνειδητὰ ἀρνοῦνται τὸ κινητὸ τηλέφωνο καὶ περιορίζονται μόνο στὸ σταθερὸ τοῦ σπιτιοῦ τους.
Θεωροῦν πολὺ ἐνοχλητικὸ ὁποιαδήποτε ὥρα καὶ σὲ ὁποιοδήποτε τόπο νὰ τοὺς ἀναζητοῦν καὶ νὰ γίνονται κοινωνοὶ τῶν προβλημάτων τῶν ἄλλων, περισπώντας τους ἀπὸ πνευματικὲς ἐνασχολήσεις, ποὺ προϋποθέτουν περισυλλογή, ἀφοσίωση καὶ ἀπόθεση βιοτικῶν μεριμνῶν. Πολλοὶ ἀδελφοὶ ἴσως νὰ θεωρήσουν παραδοξολογία τὰ ὅσα σημειώνω ἐδῶ.Ὅμως ἐπιμένω, γιατὶ πιστεύω ὅτι τὰ ὅσα λέγονται μέσῳ τῶν κινητῶν εἶναι περιττά, ἂν ὄχι καὶ ἐπιβλαβῆ. Λίγες εἶναι οἱ περιπτώσεις ὅπου ἔχουν κάποια ἀξία καὶ διευκολύνουν τὴ ζωή τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ γι᾽ αὐτὲς τὶς περιπτώσεις εἶναι τὸ σταθερὸ τηλέφωνο τοῦ σπιτιοῦ, τοῦ γραφείου, τῆς πλατείας κ.λπ.
Ἡ συνεχὴς τηλεφωνικὴ ἐπικοινωνία προκαλεῖ περισπασμὸ τοῦ νοῦ σὲ χίλιες δυὸ ὑποθέσεις, γεγονός ποὺ δυσκολεύει στὴν προσευχὴ καὶ γενικότερα στὴν πνευματικὴ ζωή. Πῶς νὰ ἐργαστεῖς κατὰ Θεόν, ὅταν γιὰ «ψύλλου πήδημα» τηλεφωνεῖς ἢ δέχεσαι τηλεφωνήματα;Ὅταν σὲ καταπονοῦν οἱ ἄλλοι μὲ ἄχρηστα θέματα καὶ ζητοῦν τὴ γνώμη σου γιὰ γελοῖα θέματα, λὲς καὶ ἔχουν χάσει τὴ λογικὴ ἢ βρίσκονται στὴν παιδικὴ ἡλικία; Ἀναφερόμενος στὴν κινητὴ τηλεφωνία, δὲν πρέπει νὰ ξεχάσω ὅτι ὁ συνειδητὸς χριστιανὸς ἐπιθυμεῖ πρωτίστως τὴν ἐπικοινωνία μὲ τὸ Θεὸ καὶ δευτερευόντως μὲ τοὺς ἀνθρώπους.
Μὲ τὸ τηλέφωνο συνομιλεῖ μὲ τοὺς ἀνθρώπους. Μὲ τὸ Θεὸ ὅμως πῶς θὰ συνομιλεῖ; Ἕνας μοναχὸς μοῦ εἶχε πεῖ κάποτε ὅτι καὶ αὐτὸς ἔχει κινητὸ τηλέφωνο καὶ μάλιστα μὲ πολλὲς δυνατότητες, καὶ μοῦ ἔδειξε τὸ πολυδουλεμένο κομποσχοίνι του! «Μὲ αὐτό, μὲ διαβεβαίωσε, συνομιλῶ μὲ τὸν Κύριο ἀνὰ πᾶσα στιγμή!
Στὸ κινητὸ τηλέφωνο ὑπάρχουν τὰ πλῆκτρα, ἐνῶ ἐγὼ περνῶ τοὺς κόμπους καὶ ζητῶ τὸ ἔλεος τοῦ Κυρίου. Αὐτὸ τὸ τηλέφωνο πρέπει νὰ χρησιμοποιοῦμε συνεχῶς, ἰδίως στὴν ἐποχή μας ὅπου οἱ πειρασμοὶ εἶναι πολλοὶ καὶ οἱ ἄνθρωποι ἔχουν ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὸ Θεό, καθὼς εἶναι ἀπορροφημένοι ἀπὸ τὶς βιοτικὲς μέριμνες».
Μακάριοι εἶναι ἐκεῖνοι, ποὺ δὲν αἰχμαλωτίστηκαν ἀπὸ τὴ σύγχρονη τεχνολογία καὶ μποροῦν ἐλεύθερα νὰ ἐπικοινωνοῦν μὲ τὸ Θεὸ μέσῳ τῆς ἀπερίσπαστης προσευχῆς, ἡ ὁποία δὲν χρειάζεται συσκευές, κεραῖες, ἀκουστικά, καλώδια κ.λπ.
Ὀρθόδοξος Τύπος ἀρ. φύλ. 1952, 30 Νοεμβρίου 2012

Η Τιμία Ζώνη της Παναγίας. Η απάτη με τις… καμηλότριχες

Αποτέλεσμα εικόνας για αγια ζωνη τησ παναγιασΗ παράδοσης τής Τιμίας Ζώνης στον Θωμά, δεν μαρτυρείται σε καμμία βιβλική πηγή και φυσικά σε καμμία ιστορική (πώς θα μπορούσε άλλωστε);
 
Μια αναφορά που γίνεται σε κείμενο του Ιωάννη Δαμασκηνού, σχεδόν 7 αιώνες αργότερα, δεν μιλάει για καμμία παράδοση ζώνης. Βασικά, δεν μιλάει καν για ζώνη, αλλά αναφέρει πως, όταν ανοίχτηκε ο τάφος βρέθηκε άδειος, με τα προσωπικά της αντικείμενα μέσα, χωρίς να διευκρινίζεται ωστόσο τί ήταν αυτά:

 «…ενός δε απολειφθέντος Θωμά, μετά την τρίτην ημέραν ελθόντος και το Θεοδόχον σώμα προσκυνήσαι βουληθέντος, ήνοιξαν την σορόν και το μεν σώμα αυτής το πανύμνητον ουδαμώς ευρείν ηδυνήθησαν, μόνα δε αυτής τα εντάφια κείμενα ευρόντες και της εξ αυτών αφάτου ευωδίας…».

Σύμφωνα με τον «Συναξαριστή» τής Εκκλησίας, στις 31 Αυγούστου εορτάζεται -μεταξύ άλλων- η «Ανάμνησις της εν τη “αγία σορώ” καταθέσεως της τίμιας Ζώνης της υπεραγίας Θεοτόκου».

Τί γνωρίζουμε όμως για την ιστορία της Τιμίας (ή Αγίας) Ζώνης;

Σύμφωνα με την παράδοση (κρατήστε το «παράδοση»), τρεις μέρες μετά τον θάνατό της (ας σημειωθεί η προνομιακή της μεταχείριση, καθώς, άγγελος Κυρίου, την είχε πληροφορήσει για το «ταξίδι» της, 3 ημέρες πριν τον θάνατό της, έτσι ώστε να τακτοποιήσει όλες της τις εκρεμμότητες), η Μαρία ανελήφθη εις τους ουρανούς, ψυχή και σώματι.

Πριν όμως αναληφθεί, παρέδωσε στον απόστολο Θωμά (ναι, τον «άπιστο» η ΔΙΔΥΜΟ), την ζώνη της, την οποία σύμφωνα με την παράδοση (όπα! πάλι η «παράδοση»), την είχε φτιάξει μόνη της από τρίχες καμήλας. Μια μικρή λεπτομέρεια: Ο Θωμάς ο οποίος δεν βρισκόταν εκεί όταν πέθανε η Μαρία, επειδή δεν προλάβαινε την κηδεία της λόγω αποστάσεως (δίδασκε κάπου στην…Ινδία), ένα…σύννεφο ανέλαβε να τον…μεταφέρει εκεί τάχιστα.

Ο Θωμάς, ως «άπιστος» που ήταν, δεν…πείστηκε και πήγε μαζί με τούς άλλους απόστολους και άνοιξε τον τάφο, τον οποίο τελικά βρήκε άδειο. Σύμφωνα με την «παράδοση» και πάλι, ο Θωμάς παρέδωσε την ζώνη σε δύο «ευσεβείς γυναίκες», για να την φυλάξουν. Η δε φύλαξή της στο μέλλον, ανατίθεντο σε κάποια παρθένα με καταγωγή από τις οικογένειες αυτές (θα πρέπει να είχε γεμίσει γεροντοκόρες το σόι τους). Οι δυο γυναίκες δεν κατονομάζονται (δεν θα έπρεπε για «ιστορικούς» λόγους;), σε αντίθεση με τον ιερόσυλο Ιεφονία, ο οποίος σύμφωνα με την «παράδοση», όταν πήγε να αναποδογυρίσει το νεκρικό κρεβάτι της Μαρίας, ένα…αόρατο σπαθί έκοψε τα χέρια του. Και συγκολλήθηκαν δε και πάλι…αυτόματα, μόνο όταν άρχισε να ζητά συγχώρεση από την Μαρία (δεν την ονομάζω Παναγία, γιατί ως τέτοια καθιερώθηκε αιώνες αργότερα, όπως και η ζώνη της).

Ν’ αρχίσουμε το «ψείρισμα» τώρα;

1. Το άνωθεν «γεγονός» της παράδοσης τής Τιμίας Ζώνης στον Θωμά, δεν μαρτυρείται σε καμμία βιβλική πηγή και φυσικά σε καμμία ιστορική (πως θα μπορούσε άλλωστε); Μια αναφορά που γίνεται σε κείμενο του Ιωάννη Δαμασκηνού, σχεδόν 7 αιώνες αργότερα, δεν μιλάει για καμμία παράδοση ζώνης. Βασικά, δεν μιλάει καν για ζώνη, αλλά αναφέρει πως, όταν ανοίχτηκε ο τάφος βρέθηκε άδειος, με τα προσωπικά της αντικείμενα μέσα, χωρίς να διευκρινίζεται ωστόσο τί ήταν αυτά:

«…ενός δε απολειφθέντος Θωμά, μετά την τρίτην ημέραν ελθόντος και το Θεοδόχον σώμα προσκυνήσαι βουληθέντος, ήνοιξαν την σορόν και το μεν σώμα αυτής το πανύμνητον ουδαμώς ευρείν ηδυνήθησαν, μόνα δε αυτής τα εντάφια κείμενα ευρόντες και της εξ αυτών αφάτου ευωδίας…».

Το ίδιο κείμενο αναφέρεται και στην μεταφορά των αντικειμένων αυτών στην Κωνσταντινούπολη το 450 από την αυτοκράτειρα του Βυζαντίου, Πουλχερία η οποία άνοιξε τον τάφο της. Βέβαια, είναι ευνόητο ότι και ο Δαμασκηνός μεταφέρει «πληροφορίες» προηγούμενων απ’ αυτόν, καθώς και οι πληροφορίες για το ποιος και πότε μετέφερε την ζώνη στην Πόλη, ποικίλουν (αναφέρεται και η εκδοχή τής μεταφοράς επί Ιουστινιανού). Παρατηρείτε όμως μια αντίφαση μήπως εδώ; Η Μαρία δίνει την ζώνη στον Θωμά κι αυτός σε δυο γυναίκες. Πως γίνεται να βρίσκεται στον τάφο η ζώνη και μάλιστα αναλλοίωτη; (εντάξει, εντάξει, θαύμα). Εκτός αυτού, η Εκκλησία διαφημίζει σήμερα την Τιμία Ζώνη, ως το μαναδικό διασωθέν εύρημα που σχετίζεται με την Μαρία. Τα υπόλοιπα που βρέθηκαν, τί ήταν και που βρίσκονται τώρα;

2. Παρ’ ότι αναφέρονται λεπτομέρειες όπως το ότι η καμηλότριχη ζώνη ήταν φτιαγμένη από την Μαρία (ποιος το πιστοποιεί αυτό;) και ότι παραδόθηκε στον Θωμά καθ’ οδόν για τα ουράνια (βάσει ποιων μαρτύρων;), εντούτοις μέχρι σήμερα, από την Εκκλησία αγνοούνται πολύ πιο απλές πληροφορίες. Είναι άγνωστο πότε πέθανε η Μαρία (αν και σε χριστιανικές σελίδες «γνωρίζουν» μέχρι και την…ώρα του θανάτου της: 15 Αυγούστου, 9 το πρωί). Μια εικασία είναι ότι πέθανε 10 χρόνια μετά την «ανάσταση» τού Ιησού. Άγνωστη είναι επίσης και η ηλικία της όταν πέθανε.

Σύμφωνα με εικασίες και πάλι, πέθανε μεταξύ 50 και 70 ετών περίπου. Είναι αβέβαιος επίσης και ο τόπος που έζησε, πέθανε κι ενταφιάστηκε, καθώς αυτός διεκδικείται από πολλές πλευρές (Από την Ιταλία μέχρι και την Ινδία) που η κάθε μία προβάλλει τα δικά της πειστήρια και επιχειρήματα (συμπεριλαμβανομένων κι αναφορές «απόκρυφων» κειμένων, όπως οι «Πράξεις του Θωμά»), παρ’ ότι ως επικρατέστερος τόπος προβάλλεται αυτός που πιστεύεται σήμερα, δηλαδή της Γεθσημανής.

3. Συγκεχυμένες είναι κι άλλες ακόμη πληροφορίες, όπως το ποιος την κέντησε με χρυσή κλωστή (αναφέρονται η αυτοκράτειρα Πουλχερία και η αυτοκράτειρα Ζωή, η οποία «θεραπεύτηκε» όταν την άγγιξε) και ποιος την δώρισε στο Άγιον Όρος, όπου φυλάσσεται μέχρι και σήμερα, το μεγαλύτερο από τα τρία κομμάτια στο οποία είχε τεμαχιστεί (απ’ ότι φαίνεται, είχε «ζήτηση» και δεν προλάβαιναν τον «φόρτο εργασίας» με ένα). Αναφέρονται ο Λάζαρος της Σερβίας και ο αυτοκράτορας Ιωάννη Καντακουζηνός.

Όπως μπορεί να διαπιστώσει κάποιος, η υπεραπλουστευμένη «ιστορικότητα» που αποδίδεται στην ζώνη από την Εκκλησία, βρίθει από μύθους, έλλειψη σοβαρών ιστορικών πηγών και αποδείξεων (όταν λέμε αποδείξεις, εννοούμε αποδείξεις και όχι μυθιστορήματα ιουδαιοχριστιανικής φαντασίας) και αντιφάσεων.

Παραπάνω, σημειώθηκε η λέξη «παράδοση». Την λέξη αυτή χρησιμοποιεί η Εκκλησία όταν δεν διαθέτει κανένα απολύτως πειστήριο και λογικό επιχείρημα που να τεκμηριώνει στο ελάχιστο τα όσα φαιδρά και ανεδαφικά υποστηρίζει. Στην συγκεκριμένη δε περίπτωση, η «παράδοση» παίζει τον ρόλο τής συγκάλυψης. Οι αρλούμπες με την δήθεν ανάληψη και την παράδοση της ζώνης, αναφέρονται σε κάποια «απόκρυφα» κείμενα της Εκκλησίας («Εις την Κοίμησιν της Θεοτόκου» και «Η Ανάληψις της Παρθένου» του Ιωάννη Θεολόγου) και διάφορα κοπτικά, αρμενικά, και συριακά θρησκευτικά χειρόγραφα (το κυριότερο: «Apocrypha Syriaka, Studia Sinaitica»). Και γνωρίζουμε πολύ καλά ποια κείμενα θεωρεί «απόκρυφα» η Εκκλησία: Ή αυτά που λένε κάποιες «πικρές» αλήθειες, ή αυτά που λένε ηλιθιότητες. Προφανώς ο όρος «παράδοση» καλύπτει την δεύτερη εκδοχή, καθώς θα ήταν κάπως παράδοξο να επικαλεστεί η Εκκλησία ένα τέτοιο «απόκρυφο» κείμενο, ασχέτως αν την βολεύει αφάνταστα.

Κλείνοντας, δεν θα μπορούσε να μην γίνει αναφορά στην υποτιθέμενη θαυματουργή της ιδιότητα και στην οικονομική εκμετάλλευση που τυγχάνει από την Εκκλησία, η οποία εξαπατά συνειδητά τους αφελείς πιστούς και μάλιστα με την ανοχή της δικαιοσύνης και ακόμα χειρότερα, με την κάλυψη τής πολιτείας.

Παραπάνω αναφέρθηκε το «θαύμα» τής αυτοκράτειρας Ζωής, η οποία ανάρρωσε ευθύς αμέσως μόλις άγγιξε την ζώνη. Το βασικό ερώτημα που προκύπτει είναι το εξής: Γιατί αυτοί οι απατεωνίσκοι (μάλλον «αδικούνται» με το -ίσκοι), όταν την περιφέρουν σαν λατέρνα ανά την Ελλάδα και τον κόσμο και διαφημίζουν τις θαυματουργικές της ιδιότητες (με ειδικότητα μάλιστα, στην στειρότητα και τον καρκίνο), δεν την χρησιμοποιούν μονίμως για να «γιατρεύεται» ο κόσμος (εννοείται με το αζημίωτο βέβαια), αφού αρκεί ένα μόνο άγγιγμα;

Αν κάποιος φτιάξει μια αντίστοιχη ζώνη από γουρουνότριχες και πάει σε μια κεντρική πλατεία, διαλαλώντας ότι είναι θαυματουργή, το πιθανότερο είναι ότι θα τον στείλουν κατ’ ευθείαν, είτε στο αστυνομικό τμήμα για απάτη, είτε στο ψυχιατρείο για παρακολούθηση. Στην περίπτωση όμως της Τιμίας Ζώνης τής Εκκλησίας, η απάτη είναι νόμιμη και καθαγιασμένη, ενώ η πώληση τρέλας και κοπανιστού αέρα, ονομάζεται πίστη στα «ιερά» κειμήλια.

Για να τελειώνει μια και καλή η απάτη με τις καμηλότριχες, θα αρκούσε μόνο μία απ’ αυτές να σταλεί για ανάλυση και χρονολόγηση, για να δούμε τελικά, από πόσο μακριά κρατάει η σκούφια της. Στην θεοκρατούμενη Ελλάδα όμως, όσο συνεχίζουν να υπάρχουν εικόνες σαν τις ακόλουθες, κάτι τέτοιο δεν πρόκειται να γίνει…

ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ, Ο ΕΚΔΟΡΕΑΣ ΠΑΣΗΣ ΠΡΟΛΗΨΗΣ & ΔΕΙΣΙΔΑΙΜΟΝΙΑΣ

 

Το «κυνήγι μαγισσών» κατά το Μεσαίωνα

Η έκφραση «κυνήγι μαγισσών» αναφέρεται σήμερα σε μαζικές διώξεις με ανυπόστατες ή προσχηματικές κατηγορίες. Αυτή η έκφραση προέρχεται όμως από τα χρόνια του Μεσαίωνα, οπότε εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι, κυρίως γυναίκες, κατηγορήθηκαν, βασανίστηκαν, καταδικάστηκαν και εκτελέστηκαν με φρικτό τρόπο! Η κατηγορία ήταν στερεότυπη: καλλιέργεια πνευματικών και σωματικών δεσμών με το σατανά, πρόκληση ασθενειών και οικονομικών προβλημάτων σε άλλους ανθρώπους, επηρεασμός του καιρού κλπ. κλπ. Οι μάγισσες ήταν «υπεύθυνες» για όλα τα κακά που συνέβαιναν στους ανθρώπους και η μόνη λύτρωση ήταν ο θάνατός τους! Αποτέλεσμα αυτών των αντιλήψεων ήταν ένα απίστευτο για τις μέρες μας συλλογικό έγκλημα από την οργανωμένη εξουσία, το κράτος και τον εκκλησιαστικό μηχανισμό.
Η συνήθως κακή οικονομική διαχείριση και αύξηση των χρεών οδηγούσε τους ηγεμόνες στην όλο και βαρύτερη φορολόγηση του λαού, μια που δεν υπήρχε άλλος τρόπος συλλογής χρημάτων. Η απόγνωση των απλών και αγράμματων ανθρώπων ήταν το καλύτερο έδαφος για να ευδοκιμήσουν μάγοι, θαυματοποιοί, αλχημιστές, αστρολόγοι και σωτήρες! Η ιατρική αποτελούσε μυστική τέχνη με αμφίβολα αποτελέσματα και μόνο λίγοι εκλεκτοί και ευνοημένοι μπορούσαν να αξιοποιήσουν τις υπηρεσίες της - πενιχρές μέχρι μηδενικές, όπως μπορούμε να γνωρίζουμε σήμερα.

Με την πάροδο του χρόνου γινόταν η υποψία του κόσμου βεβαιότητα ότι οι ασθένειες ήταν αποτέλεσμα μαγικών και απόκρυφων δραστηριοτήτων. Οι θεολόγοι πρόβαλαν δε προς ενίσχυσή τους το ατράνταχτο επιχείρημα ότι, αν οι ασθένειες οφείλονταν σε θέλημα θεού, δεν θα ασθενούσαν και οι πιστοί χριστιανοί! 'Αρα ορισμένες επιδημικές ασθένειες όπως η χολέρα, η ευλογιά και η πανώλη, μόνο συνέπειες διαβολικής έμπνευσης θα μπορούσαν να αποτελούν.

Οι ρίζες της πίστης σε μαγικές δυνάμεις, μάγους, πνεύματα και δαίμονες βρίσκονται στα βάθη της ιστορίας του ανθρώπινου είδους. Οι χειριστές της φωτιάς, οι άνθρωποι που εξασφάλιζαν τροφή και νερό για τη μεγάλη οικογένεια, οι πολεμιστές που προστάτευαν τους συγγενείς και οπαδούς από εχθρικές επιθέσεις ή από τα στοιχεία της φύσης, έπαιρναν στα μάτια όσων είχαν συμβιώσει μαζί τους και, μέσω μυθοπλασιών, στο μυαλό των επόμενων γενεών διαστάσεις ημίθεων και γιγάντων. Ο χριστιανισμός υιοθέτησε πολλούς από αυτούς του μύθους και τους ενσωμάτωσε στη διδασκαλία του, άλλοτε προσαρμόζοντας τη διδασκαλία και άλλοτε μεταπλάθοντας τους μύθους. Ο ιδρυτής της θρησκείας απέκτησε ιδιότητες και χαρακτηριστικά που είχαν παλιά διάφοροι εθνικοί θεοί (Μίθρας, 'Αττις, Όσιρις, Ορφέας, Ηρακλής κ.ά.) και οι άγιοι αντικατέστησαν τη στρατιά των ημίθεων και εθνικών ηρώων.
Επειδή υπήρχαν δε στην επικράτεια διάδοσης του χριστιανισμού πολλές και διαφορετικές εθνικές θρησκείες και παραδόσεις, οι προσαρμογές ήταν παράλληλες και πολλαπλές και, για ευνόητους λόγους, συχνότατα αντιφατικές. Αυτός είναι ένας από τους λόγους που προέκυψε διαφορά αντιλήψεων στην εφαρμογή της χριστιανικής διδασκαλίας, η οποία πήρε σταδιακά άλλη μορφή κατά την προσαρμογή της στους ανατολικούς λαούς της Μικράς Ασίας και των Βαλκανίων και διαφορετική μορφή στους «βαρβαρικούς» λαούς της βόρειας και δυτικής Ευρώπης.

Έτσι ενσωματώθηκαν στις αντιλήψεις και στο λατρευτικό τυπικό της χριστιανικής θρησκείας απόψεις, χειρισμοί και τελετουργίες, οι οποίες είχαν αμιγώς προχριστιανική προέλευση και, με την πάροδο των αιώνων, υποκατέστησαν με νέα ονόματα και νέα νοηματοδότηση διάφορες εμπεδωμένες εθνικές θρησκευτικές συνήθειες και πρακτικές με ιστορία χιλιετιών. Τα διάφορα «άγια» υγρά, το λεγόμενο τίμιο ξύλο, διάφορες τούφες από μαλλιά αγίων, αλλά και μακάβριες συλλογές από δάκτυλα, πόδια, αυτιά και άλλα λείψανα αγίων της Εκκλησίας έγιναν αναπόσπαστα εξαρτήματα της χριστιανικής ζωής, όπως περίπου χρησιμοποιούνταν ανάλογα μαγικά υγρά και αντικείμενα στις προχριστιανικές εποχές. Από αυτές τις εποχές των ευρωπαϊκών λαών προέρχονταν επίσης οι θρύλοι για γυναίκες που διέσχιζαν τον ουρανό πάνω σε περίεργα ζώα ή σε αντικείμενα, οι οποίοι θρύλοι πέρασαν στα μυαλά των ανθρώπων και μετά τον εκχριστιανισμό τους.

Η πίστη και οι δεισιδαιμονίες ήταν λοιπόν, μετά από πολλούς αιώνες χριστιανισμού, αλληλένδετες και αλληλοτροφοδοτούμενες. Οι εκκλησιαστικοί κήρυκες, εξέδιδαν φυλλάδια και τεύχη (υπάρχουν ακόμα στα ευρωπαϊκά μουσεία) με αναλύσεις για το σατανά, για τα όνειρα και την ερμηνεία τους, για τέρατα, νάνους και μάγισσες, για σημάδια στον ουρανό και στα βουνά που προανήγγειλαν την καταστροφή του κόσμου και άλλες όμοιες ιστορίες. Κύριο μοτίβο σ' αυτές τις διδασκαλίες ήταν το χωρικό της Παλαιάς Διαθήκης (Έξοδος 22,18), επίσης προχριστιανικής προέλευσης, που αναφέρει στη μετάφραση σε ευρωπαϊκές γλώσσες, να μην αφήσετε να ζήσουν οι μάγισσες!
Με αξιοποίηση δε, αφενός κάποιων παραβολών από τα ευαγγέλια, «... (Ματθαίος 13,30) συλλέξατε πρώτον τά ζιζάνια καί δήσατε αυτά εις δέσμας πρός τό κατακαύσαι αυτά, (40) ώσπερ ούν συλλέγεται τά ζιζάνια καί πυρί καίεται, ούτως έσται εν τή συντελεία τού αιώνος τούτου, (42) καί βαλούσιν αυτούς εις τήν κάμινον τού πυρός», αφετέρου δε ενός χωρίου από την προς Κορινθίους επιστολή του Αποστόλου Παύλου «... και εκάστου το έργον οποίον εστί το πυρ δοκιμάσει. ει τινός το έργον μενεί ο επωκοδόμησε, μισθόν λήψεται, ει τινός το έργον κατακαήσεται, ζημιωθήσεται, αυτός δε σωθήσεται, ούτως δε ως δια πυρός» (Α' Κορ. γ', 13-15), ήταν δεδομένο ότι η όποια «εξυγίανση» θα επέλθει με την πυρά. Ο στόχος και η μέθοδος είχαν προκαθοριστεί λοιπόν, χρειαζόταν πλέον η οργάνωση για τη σωστή διεκπεραίωση των εγκλημάτων!

Ήδη στις πρώτους αιώνες της «αληθινής θρησκείας» ο χριστιανός πατέρας Ιερώνυμος (Sophronius Eusebius Hieronymus, 342-420 μ.Χ.) εκπλήσσεται που δεν επεμβαίνει ο θεός να τιμωρήσει τους «αιρετικούς» και προτείνει την εξόντωσή τους για να λήξει το πρόβλημα! Λέει ο «άγιος»: «Μπορούμε να ρωτήσουμε, πώς γίνεται ο Θεός να είναι αγαθός, ο οποίος έδωσε τον νόμο και τους προφήτες, όταν βλέπει τη ζωή των διεφθαρμένων να ευδοκιμεί, και αυτοί να μην υφίστανται τίποτα απ’ αυτόν, σύμφωνα με την τιμωρία που τους αρμόζει. [...] Έχουν γεννήσει γιους, και έχουν προσφέρει καρπούς. [...]».

Επικαλείται λοιπόν ο δάσκαλος της αγάπης ένα χωρίο της Π.Δ. από το βιβλίο του Ιερεμία (12: 1-3) και συνεχίζει επεξηγώντας αυτό το χωρίο, λέγοντας ότι τα βασανιστήριά τους είναι «αγιασμός». Συνεχίζει το μισάνθρωπο εγκληματικό παραλήρημά του με τα λόγια: «Αγίασε αυτούς, όταν φθάσει η ημέρα της σφαγής αυτών”. Δηλαδή, «φονεύοντάς τους τούς αγιάζεις!» (Εργασίες του Ιερωνύμου, Τόμος V, 818).

Σε μια παράλληλη θεολογική γραμμή, ο «άγιος» Αυγουστίνος (Aurelius Augustinus, 354-430) και ο Θωμάς Ακινάτης (Tommaso d’ Aquino, 1225-1274) –σημειωτέον αμφότεροι χριστιανοί πατέρες, στων οποίων τα λόγια και γραπτά στηριζόταν η Ιερά Εξέταση για να εγκληματεί– θεωρούσαν ότι δεν υπάρχει αυτοτελώς το κακό, αλλά αυτό αποτελεί απουσία καλού. Άρα, όσοι παραπονιούνται για στερήσεις, αδικίες κλπ., στην ουσία επιζητούν αυτά που τους λείπουν και, απλώς, ακόμα δεν τα πέτυχαν. Αυτή η αντιμετώπιση επιβλήθηκε σε όλο τον εκκλησιαστικό μηχανισμό και κανείς δεν τολμούσε να ισχυριστεί κάτι διαφορετικό: θα κηρυσσόταν πάραυτα «μάγος» και «αιρετικός», σε Δύση και Ανατολή.
Στην εποχή του Μεσαίωνα καταγράφονται πάντως, αποδεδειγμένα για πρώτη φορά περί τις αρχές του 10ου αιώνα, ιστορίες με μάγισσες που πετάνε πάνω σε σκουπόξυλα και άλλα συναφή. Μέχρι τότε η εξουσία δεν είχε κανένα λόγο να αξιοποιήσει τέτοιες δεισιδαιμονίες και θεωρούσε άπιστους και αιρετικούς, όσους ισχυρίζονταν ότι έβλεπαν τέτοια εξωπραγματικά φαινόμενα. Μέχρι τα τέλη του 12ου αιώνα περίπου ίσχυαν και τιμωρίες για όσους διέδιδαν ιστορίες με μάγισσες, δεν είναι γνωστό όμως αν επρόκειτο για απλές επιπλήξεις ή κάτι αυστηρότερο.

Με την πάροδο των δεκαετιών έκαναν την εμφάνισή τους, όμως, όλο και περισσότεροι μάγοι, αιρετικοί, σωτήρες κ.ά., οι οποίοι δημιουργούσαν κύκλο ακροατών ή μαθητών και διέδιδαν την, υποτίθεται, μαγική ή αιρετική γνώση τους. Έτσι, το έτος 1232 ανατέθηκε στους δομινικανούς μοναχούς η συγκρότηση «'Αγιου δικαστηρίου ενάντια στην αιρετική κακία», το οποίο από το έτος 1542 ονομάστηκε «Ιερά Εξέταση». Στόχος αυτού του δικαστηρίου ήταν να τιμωρεί -με θάνατο- κάθε απόκλιση από τη «σωστή» διδασκαλία, τόσο στα πλαίσια υιοθετημένων προχριστιανικών αντιλήψεων, όσο και στα πλαίσια της έκτοτε συσσωρευόμενης πανεπιστημιακής σοφίας.

Ο γερμανόφωνος χώρος στην κεντρική Ευρώπη αποδέχθηκε την υλοποίηση αυτού του «ιερού» σκοπού με ενθουσιασμό και για την επιτυχία του συσστρατεύτηκαν τα πολιτικά δικαστήρια και οι κρατικές υπηρεσίες αυτών των χωρών. Ο ενθουσιασμός αυτός είναι ευεξήγητος, γιατί η περιουσία των καταδικασμένων θυμάτων της μαζικής υστερίας μοιραζόταν εξ ίσου στις υπηρεσίες που συμμετείχαν και στην Εκκλησία, στην οποία ανήκε ο ιεροεξεταστής!

Όταν με το χρόνο άρχισαν οι ιεροεξεταστές να κατηγορούν και άτομα, κυρίως γυναίκες, από εύπορες οικογένειες, των οποίων η περιουσία ήταν απείρως σημαντικότερη από αυτή των φτωχοδιαβόλων στα χωριά, οι πλούσιοι έμποροι και βιοτέχνες αντέδρασαν και οργάνωσαν ομάδες προστασίας. Κάποια στιγμή συνέλαβαν τον ιεροεξεταστή Konrad von Marburg και τον λιντσάρησαν. Η εκκλησία απαγόρευσε κατόπιν αυτού την απασχόληση των ιερωμένων με αυτά τα θέματα και ο γερμανόφωνος χώρος έμεινε ήρεμος για περίπου 250 χρόνια. Το έτος 1431 κάηκε στην πυρά ως μάγισσα και αιρετική η εικοσάχρονη Ιωάννα της Λωραίνης (Jeanne d'Arc), η οποία ανακηρύχθηκε αργότερα αγία της καθολικής εκκλησίας


Τέλη του 15ου, αρχές του 16ου αιώνα επικρατεί σ' όλη την Ευρώπη και πάλι μια βαθιά πολιτική, κοινωνική, οικονομική και θρησκευτική κρίση. Νέες, άγνωστες μέχρι τότε φρικτές ασθένειες διαδίδονται στην Ευρώπη, οι οποίες φαίνεται να έφτασαν από την Αμερική, μετά τις επισκέψεις του Κολόμβου και των άλλων θαλασσοπόρων. Η πιο φρικτή από αυτές τις «καινούργιες» ασθένειες ήταν η σύφιλις η οποία, μετά από οδυνηρή εξέλιξη 10-20 ετών, παραμόρφωνε τα θύματά της σε απίθανο βαθμό. Μέσα σ' αυτή την ατμόσφαιρα κρίσης, απόγνωσης και υστερίας, άρχισαν στα τέλη του 15ου αιώνα πάλι οι δίκες από την «Ιερά Εξέταση» με βάση κάποια απόφαση του πάπα Ινοκέντιου Η' έτους από το έτος 1484. Οι δομινικανοί μοναχοί ανέλαβαν και πάλι να «εξυγιάνουν» τον κόσμο και φυσικά απαγορευόταν σε οποιονδήποτε να εμποδίσει το έργο τους.

Οι δύο σημαντικότεροι ιεροεξεταστές στη Γερμανία, δομινικανοί μοναχοί Institoris και Sprenger, έγραψαν ένα βιβλίο με τίτλο «Malleus Maleficarum» (Το σφυρί κατά των μαγισσών), το οποίο περιέγραφε με κείμενα και εικόνες τα υποτιθέμενα έργα και τη δράση των μαγισσών! Το βιβλίο αυτό πρέπει να εκδόθηκε αρχικά το έτος 1486 στην πόλη Speyer. Για 2-3 αιώνες έγιναν πολλές επανεκδόσεις -το 17ο αιώνα κυκλοφόρησε ήδη η 29η- και πρέπει να είναι ένα από τα πιο διαδεδομένα βιβλία εκείνης της εποχής!

Λέγεται ότι ο Sprenger είχε αρνηθεί αργότερα ότι συμμετείχε στη συγγραφή και ότι τον είχε συμπεριλάβει ο Institoris (Krammer στο πραγματικό του όνομα) αυθαίρετα. Αυτό φαίνεται λίγο απίθανο, δεδομένου ότι οι συγγραφείς έχαιραν, ως δοκιμασμένοι ιεροεξεταστές, μεγάλης αναγνώρισης. Πιθανότερο είναι να υπήρξε αντιδικία στη διανομή των εσόδων από τις πωλήσεις του βιβλίου και από τις κατασχέσεις περιουσιών σε βάρος των θυμάτων και έτσι να επήλθε διχόνοια στη συμμαχία των «ιερών» δολοφόνων.

Οι δραστηριότητες μιας μάγισσας, σύμφωνα με το «Σφυρί», ήταν συνεργασία, σεξουαλικές σχέσεις και σαββατιάτικες συνεδριάσεις με το σατανά, πτήση στον ουρανό πάνω σε σκούπες, καλάμια κ.ά. Ο σατανάς, εισαγόμενη φιγούρα από την ιουδαϊκή θρησκεία, ανακηρυσσόταν έτσι σε κεντρικό παράγοντα και ρυθμιστή της ζωής των ανθρώπων στην Ευρώπη! Πέρα από αυτά, οι μάγισσες είχαν και διάφορες σατανικές «δυνάμεις», όπως να επηρεάζουν τον καιρό και να προκαλούν καταρρακτώδεις βροχές, χαλάζι, κεραυνούς, παγωνιά και απρόβλεπτες χιονοπτώσεις, να επιφέρουν ξηρασία και πτώση της στάθμης νερού σε ποτάμια και λίμνες, να μεταμορφώνουν ανθρώπους και ζώα και να καταστρέφουν σπίτια με κεραυνούς, να διαδίδουν ασθένειες σε ανθρώπους, να προκαλούν στειρότητα σε άνδρες και γυναίκες και άλλα πολλά. Όλα όσα ταλαιπωρούσαν τους ανθρώπους στην καθημερινή ζωή τους επιρρίπτονταν στους «μάγους» και τις «μάγισσες».

Οι ιεροεξεταστές διαχώρισαν με την πάροδο των δεκαετιών τις υποθέσεις, αφενός σε αμιγώς αιρετικού περιεχομένου που δικάζονταν σε εκκλησιαστικά δικαστήρια και αφετέρου με «μαγικό» περιεχόμενο, για τις οποίες αρμόδια ήταν τα πολιτικά δικαστήρια. Είναι προφανές ότι ένα κατηγορητήριο με τέτοιες φανταστικές παρανομίες δεν ήταν δυνατόν να υποστηριχτεί παρά μόνο με ψευδομάρτυρες και με «ομολογία» των κατηγορουμένων. Διάφοροι ηγεμόνες είχαν εκδώσει διατάγματα, σύμφωνα με τα οποία ήταν υποχρεωμένοι όλοι οι πολίτες να καταγγείλουν μαγικές και συναφείς δραστηριότητες, ακόμα και με απλή υποψία.

Όσοι αμελούσαν να καταγγείλουν «μαγικές» δραστηριότητες, θεωρούνταν συνένοχοι και συνεργοί! Έτσι είχαν ανοίξει οι πύλες για κάθε συκοφαντία που μπορούσε να επινοήσει ένας ιδιοτελής γείτονας. Οι ανακρίσεις σε βάρος κάποιου προσώπου άρχιζαν με απλές προφορικές, ακόμα και ανώνυμες καταγγελίες. Οι μάρτυρες ήταν, είτε κακοί γείτονες που ήθελαν να εκδικηθούν για κάποιο λόγο, είτε μυθομανείς θρησκόληπτοι που εκτελούσαν δήθεν θεάρεστο καθήκον. Οι προδιαγραφές των προβλεπόμενων ποινών δεν έδιναν στους κατηγορούμενους πολλές διεξόδους απαλλαγής:
  • Ο δράστης που επικοινωνεί άμεσα με το σατανά και τον προσκυνά, τιμωρείται με θάνατο στην πυρά.
  • Ο δράστης που επικοινωνεί έμμεσα με το σατανά, αποκεφαλίζεται πριν από την πυρπόλησή του.
  • Ο δράστης που προκαλεί με τα μαγικά του ζημιά στους συμπολίτες του, βασανίζεται με καυτά σίδερα πριν παραδοθεί ολόκληρος στην πυρά.
Τις πρώτες δεκαετίες φαίνεται οι καταγγελίες να αφορούσαν κυρίως περιθωριακές γυναίκες σε αγροτικές περιοχές που ζούσαν μόνες και απροστάτευτες για διάφορους λόγους. Από περιγραφές για το παρουσιαστικό που έχουν διασωθεί, διαπιστώνουμε ότι η τυπική «μάγισσα» έχει περίπου την εμφάνιση που μαθαίνουν τα μικρά παιδιά ακόμα και σήμερα στα παραμύθια. Μια ξεδοντιασμένη ηλικιωμένη γυναίκα, αναμαλλιασμένη και ατημέλητη που βγάζει ακατανόητες κραυγές και δεν επικοινωνεί με τους ανθρώπους γύρω της. Σήμερα θα λέγαμε ότι πρόκειται για άτομα με γεροντική άνοια...

Για την απόσπαση ομολογίας των κατηγορουμένων προβλέπονταν βασανιστήρια! Το «Σφυρί» που προαναφέρθηκε, είχε ειδικό κεφάλαιο για τα βασανιστήρια, από κόψιμο δακτύλων, μέχρι διάτρηση χεριών και ποδιών με πυρακτωμένα σίδερα. Και όταν οι κατηγορούμενοι δεν άντεχαν και δέχονταν να «ομολογήσουν», αυτή η ομολογία τους χρησιμοποιείτο στη δίκη σε βάρος τους, οπότε είχαν σίγουρη καταδίκη. Μάρτυρες ή συνήγοροι υπεράσπισης δεν υπήρχαν, γιατί κατά κανόνα κατηγορούνταν κι αυτοί για συνεργασία με το σατανά. Μάλιστα οι δικαστές, απέφευγαν να συζητούν με το κατηγορούμενο άτομο, μήπως και παρεξηγηθεί κάποια κουβέντα τους ως έκφραση συμπάθειας προς το σατανά!
Οι μάρτυρες κατηγορίας ήταν πολλοί, από κάθε κοινωνική ομάδα και ηλικία, ακόμα και παιδιά. Στις χιλιάδες σελίδες πρακτικών από τέτοιες δίκες που έχουν διασωθεί, αναδύονται φρικιαστικές ιστορίες συκοφαντιών που κατέθεταν ακόμα και επιφανείς πολίτες (συχνά από φόβο), ότι η κατηγορούμενη «μάγισσα» διέσχιζε τον ουρανό καβάλα σε σκούπα (!) πάνω από τα σπίτια τους, ότι η ίδια κατηύθυνε τους κεραυνούς να πέσουν πάνω στο χωριό, ότι πραγματοποιούσε οργιαστικά γλέντια με το σατανά και κάθε άλλη φανταστική ή πραγματική ιστορία, όπου όλα μετρούσαν σε βάρος του κατηγορουμένου! Κάθε σημάδι στο σώμα τους, μια μεγάλη κρεατοελιά, κάποια λεύκη ή άλλοι ασυνήθεις χρωματισμοί στο δέρμα ήταν οφθαλμοφανής απόδειξη για επίδραση του διαβόλου. Τυχόν καλές πράξεις που έκανε ο κατηγορούμενος στο παρελθόν, θεωρούνταν παραπειστικές και δείγμα της διαβολικής του πρόθεσης, τυχόν προστριβές με γείτονες για οικονομικά ή άλλα θέματα, τα οποία σε πολιτισμένες κοινωνίες φτάνουν σήμερα μέχρι τον ειρηνοδίκη, αποτελούσαν τότε χειροπιαστές αποδείξεις σατανικού χαρακτήρα.

Οι κατηγορούμενοι κατέδιδαν συχνά, μέσα στην απόγνωσή τους, ψευδώς κάποιους συγγενείς ή γείτονες για να απαλλαγούν πρόσκαιρα από τα σωματικά και ψυχικά βασανιστήρια. Τότε άρχιζαν νεότερες ανακρίσεις σε βάρος των νέων «υπόπτων» και έτσι διευρυνόταν ο κύκλος των κατηγορουμένων με σχεδόν βέβαιη κατάληξή τους στην πυρά. Κανένας απολύτως πολίτης δεν ήταν εξασφαλισμένος, όποια δημόσια ή προσωπική συμπεριφορά κι αν επέλεγε. Η ζωή των ανθρώπων ήταν απόλυτα παραδομένη στη μοχθηρή βούληση των κληρικών και λαϊκών ιεροεξεταστών.

Σε όσους κατηγορούμενους δεν ομολογούσαν, παρά τα σκληρά βασανιστήρια, επιβάλλονταν δοκιμασίες, οι οποίες οδηγούσαν έτσι ή αλλιώς στο θάνατο! Με δεμένα χέρια και πόδια ριχνόταν το κατηγορούμενο άτομο, με ρούχα και παπούτσια ή γυμνό, σε ένα ποτάμι ή σε μια λίμνη. Αν επέπλεε, πράγμα σπάνιο βέβαια, ήταν αυτό απόδειξη ότι πρόκειται για συνεργάτη του σατανά και οδηγείτο στην πυρά για «εξαγνισμό». Αν βυθιζόταν στο νερό, έδειχνε ότι δεν υπήρχε επιρροή του διαβόλου, αλλά είχε ήδη πνιγεί. Επιτρεπόταν τότε να κηδευτεί χωρίς να καεί προηγουμένως! Επίσης, μια γνωστή δοκιμασία ήταν το πέταμα στο κενό από ύψωμα. Αν η μάγισσα αιωρείτο, το οποίο προφανέστατα δεν μπορεί να συνέβη ποτέ, θα ήταν απόδειξη της σατανικής φύσης της, αν έπεφτε και σκοτωνόταν, αποδιδόταν αθώα ... στο θάνατο!

Το κάψιμο των καταδικασμένων προσφερόταν ως δημόσιο θέαμα στις κεντρικές πλατείες των πόλεων και των χωριών! Όταν τύχαινε δε ο καταδικασμένος σε θάνατο από την «Ιερά Εξέταση» να πεθάνει πριν από την εκτέλεση της ποινής, από φυσικά αίτια ή λόγω των βασανιστηρίων, διατασσόταν και πάλι το κάψιμο του πτώματος για να «εξαγνιστεί ο καταδικασθείς και να παραδοθεί στον Κύριο απαλλαγμένος από αμαρτίες». Αν τυχόν είχε δε ενταφιαστεί κρυφά, διατασσόταν εκταφή και κάψιμο!

Για το πλήθος των δολοφονημένων ανθρώπων από τους πολιτικούς και κληρικούς κυνηγούς μαγισσών, υπάρχουν μόνο εκτιμήσεις, αν και έχουν βρεθεί σε μοναστήρια και υπόγεια φρουρίων πολλές αποθήκες με πρακτικά δικών και εκτελέσεων σε διάφορες ευρωπαϊκές πόλεις. Καταρχάς για το φύλο των εκτελεσμένων εκτιμάται ότι ένα ποσοστό περί το 80% ήταν γυναίκες και το υπόλοιπο άντρες και σε μερικές περιπτώσεις παιδιά. Κατά το 16ο αιώνα εκτελέστηκαν στην πόλη Trier περί τις επτά χιλιάδες, στην Toulouse περί τις τετρακόσιες και στη Βρετανία πάνω από επτακόσιες «μάγισσες»! Ο μεγάλος αριθμός «μαγισσών» στην Trier οφείλεται μάλλον στο γεγονός ότι μεταφέρονταν εκεί κατηγορούμενα άτομα από μια ευρύτερη περιοχή της σημερινής Γερμανίας και Γαλλίας. Το 17ο αιώνα κάηκαν σ' όλη τη Γερμανία περί τις εκατό χιλιάδες «μάγισσες». Μεταξύ 1560 και 1630 κάηκαν ζωντανοί στη Βαυαρία πάνω από 5.000 άνθρωποι.
Οι διαφοροποιήσεις μεταξύ καθολικών και προτεσταντικών περιοχών δεν ήταν σημαντικές. Ο Λούθηρος και ο Καλβίνος ήταν επίσης εμπαθείς εχθροί κάθε «μαγικής» νοοτροπίας και συμφωνούσαν με το κυνήγι «μαγισσών» και «αιρετικών». Ο Ισπανός φυσιοδίφης Michael Servetus, ένας πολυμαθής άνθρωπος με φιλελεύθερο πνεύμα, ο οποίος είχε στο ενεργητικό του διάφορες ανακαλύψεις και μελέτες, απειλήθηκε από την «Ιερά Εξέταση» και κατέφυγε στους Προτεστάντες της Γενεύης, νομίζοντας ότι εκεί θα ήταν ασφαλής. Ο Καλβίνος κατέθεσε ως ειδήμων στο δικαστήριο θρησκευτικών φρονημάτων της πόλης που προσήγαγαν τον Servetus και υπέδειξε να τoν καταδικάσουν σε θάνατο λόγω «αιρετικών απόψεων». ο Ισπανός διανοούμενος είχε αμφισβητήσει την «Αγία Τριάδα» (De trinitatis erroribus, 1531) και είχε επικρίνει το βάπτισμα των νηπίων και γι' αυτό πέθανε στην πυρά το έτος 1553.

Ο βασιλιάς της Αγγλίας James (Τζαίημς, 1566-1625) νομοθέτησε το έτος 1603, μόλις ανήλθε στο θρόνο, το βασανισμό και τη θανάτωση όλων των «αιρετικών και μάγων» της χώρας του. Ως προς τις εθνικές διαφοροποιήσεις, μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι στην Ολλανδία εκτελέστηκαν αναλογικά προς τον πληθυσμό λιγότερα άτομα από ότι στη Γαλλία, τη Γερμανία και την Αγγλία.

Στην ιβηρική χερσόνησο (Ισπανία, Πορτογαλία) δεν δόθηκε μεγάλη σημασία στις διώξεις «μαγισσών» όσο σε αυτές εναντίον «αιρετικών». Μάλιστα, οι Ισπανοί συγκρότησαν σώμα ιεροεξεταστών και στις κτήσεις τους στο Μεξικό και στο Περού, εναντίον των ιθαγενών που δεν έδειχναν προθυμία να προσχωρήσουν στην «αληθινή θρησκεία», επαναλαμβάνοντας εκεί ό,τι έκαναν οι πνευματικοί πρόγονοί τους στο παρελθόν εναντίον των Εθνικών, στηριζόμενοι τότε στο ρωμαϊκό στρατό!

Στα τέλη του 17ου αιώνα
επινοήθηκαν επεισόδια με δαιμονισμένα νεαρά «κορίτσια», τα οποία προκάλεσαν αναταραχή στην αμερικάνικη αποικία της Αγγλίας στην πόλη του Σάλεμ. Οι δίκες που διεξήχθησαν οδήγησαν στην καταδίκη και θανάτωση περίπου 20 ατόμων, τα οποία προηγουμένως είχαν βασανιστεί, μερικά μάλιστα είχαν παραδεχθεί ότι έκαναν παρέα με τον σατανά! Αρκετά χρόνια αργότερα μια από τις αρχικές κατηγορούμενες που δεν είχε εκτελεστεί, παραδέχθηκε ότι τα κορίτσια κορόιδευαν με τις υστερίες τους και παρέσυραν όλη την πουριτανική κοινωνία του Σάλεμ σε μαζική υστερία και σε κυνήγι «μαγισσών». Τα επεισόδια αυτά έμειναν στην ιστορία από τη λογοτεχνική επεξεργασία τους με τον τίτλο «Οι μάγισσες του Σάλεμ» (Άρθουρ Μίλερ).
Στο χώρο του Βυζαντίου είχε «θωρακιστεί» η Εκκλησία με νόμους της αυτοκρατορίας και δεν χρειαζόταν άλλους μηχανισμούς. Οι δίκες και καταδίκες των «αιρετικών» εξελίσσονταν ως γεγονότα της κοινής ποινικής δικαιοσύνης. Ο νόμος 407 του Ιουστινιανού «κατά Μανιχαίων» ορίζει τη θρησκευτική αίρεση ως έγκλημα και προβλέπει για τους παραβάτες θανατική ποινή: «Μαθών δε ο βασιλεύς (εννοεί τον Ιουστινιανό) εκέλευσεν πάντας ... ανακριθήναι και τους εμείναντας τη πλάνη πυρί παραδοθήναι.» (=Πληροφορηθείς ο βασιλιάς τα καθέκαστα διέταξε να ανακριθούν όλοι και όσοι επέμειναν στην πλάνη τους να παραδοθούν στη φωτιά, σύμφωνα με αναφορά του Πέτρου Σικελιώτη). Ο δε Πατριάρχης Φώτιος γράφει επ' αυτού: «Ιουστινιανός δε...τους αμεταμελήτως έχοντας (αιρετικούς)...τον δια πυρός υποστήναι προσέταξε θάνατον» (Ed. Travaux Memoires, κεφ. 4 και 71.)


Εκτός του προαναφερόμενου περιστατικού, γνωρίζουμε ακόμη τη μαζική εξόντωση Βογομίλων, συγκεκριμένα ότι «Ο Αλέξιος Α' θα ανακρίνει το έτος 1118 τον ηγέτη των Βογομίλων Βασίλειο για την πίστη του, με φρικτά βασανιστήρια και θα τον θανατώσει στην πυρά. Την ίδια τύχη έχουν πιθανόν μερικοί μαθητές του Βασιλείου» (Τ.Λουγγή: Επισκόπηση Βυζαντινής Ιστορίας). Ο εκκλησιαστικός μηχανισμός ήταν πολύ κοντά στον αυτοκράτορα, ο οποίος αναλάμβανε με την κρατική διοίκηση τη δίωξη, πέρα από τους κάθε είδους «αιρετικούς», και «μάγους, αστρολόγους, μαθηματικούς» κ.ά., όπως αναφέρεται στην ΞΕ' Νεαρά του Λέοντος Σοφού και στους Κανόνες της ΣΤ' Οικουμενικής Συνόδου. Από διάφορες εποχές του Βυζαντίου υπάρχουν επίσης περιγραφές για σφαγές κατά εθνικών, άθεων ή «αιρετικών» (Κρήτη, Λακωνία κ.ά.), όπως επίσης και γραπτές οδηγίες του Γεώργιου Σχολάριου και μετέπειτα υπότουρκου πατριάρχη Γεννάδιου προς τον κυβερνήτη Πελοποννήσου για την αντιμετώπιση των «Ελληνιστών»: «... τους γουν δυσσεβείς και αλάστορας Ελληνιστάς και πυρί και σιδήρω και ύδατι και πάσι τρόποις εξαγάγετε τής παρούσης ζωής ... ράβδιζε, είργε, είτα γλώτταν αφαίρει, είτα χείρα απότεμνε καν και ούτω μένη κακός, θαλάττης πέμπε βυθώ» («Παλαιολόγια - Πελοποννησιακά» από τον Σ. Λάμπρου).
Από ενέργειες τέτοιου είδους φαίνεται να έλειπε η μαζικότητα που χαρακτηρίζει τις διώξεις στη Δύση ή δεν έχουν διασωθεί στοιχεία που να προδίδουν μια συστηματική μεθοδολογία και, επιπλέον, αυτές είχαν στόχο συγκεκριμένες ομάδες διανοουμένων που αμφισβητούσαν, σε βάθος χρόνου την κεντρική επιλογή του εκκλησιαστικού μηχανισμού για συκοφάντηση και εξαφάνιση του ελληνικού πολιτισμού και, βραχυπρόθεσμα, την επιλογή της εκκλησιαστικής ηγεσίας για υποδούλωση στους Οθωμανούς αντί της συνδιαλλαγής με την καθολική εκκλησία και τη Δύση γενικότερα.

Τέτοιες διαστροφές με κατάληξη μαζικές δολοφονίες δεν είναι βέβαια μοναδικές στην ιστορία. Στη νεότερη εποχή γνωρίζουμε ότι πολλά ολοκληρωτικά καθεστώτα χρησιμοποίησαν ή χρησιμοποιούν ακόμα όμοιες μεθόδους, αν και με πιο συγκεκριμένες κατηγορίες (προδοσία, συνωμοσία, κατασκοπία κ.ά.) Συναφή συστηματικά εγκλήματα με τεχνοκρατική μεθόδευση είναι αναμφισβήτητα,
  • αφενός η δολοφονία Εβραίων, Τσιγγάνων και αριστερών διανοητών κατά τη (σχετικά) σύντομη κυριαρχία των Ναζιστών στην Ευρώπη και
  • αφετέρου, οι σταλινικές και μαοϊκές διώξεις για λόγους πολιτικής επικράτησης στον κρατικό και κομματικό μηχανισμό κατά τα μέσα του 20ου αιώνα.
Η δολοφονία με μεθοδικό τρόπο και με τελείως φανταστικές κατηγορίες εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων για πολλούς αιώνες, όπως πραγματοποιήθηκε από την κοσμική και εκκλησιαστική εξουσία του ύστερου Μεσαίωνα και της Αναγέννησης, μόνο με αυτά τα ναζιστικά και μαο-σταλινικά εγκλήματα θα μπορούσε να συγκριθεί!
Είναι γεγονός ότι μερικά φωτεινά πνεύματα που έζησαν αυτούς τους αιώνες, γιατροί, ερευνητές, φιλόσοφοι και κληρικοί, διαφωνούσαν με τις αντιλήψεις περί «μαγισσών» και με τις δολοφονίες ανύποπτων πολιτών, οι οποίες δολοφονίες είχαν επεκταθεί σε όλη την Ευρώπη. Στο τέλος του 16ου αιώνα κατάσχονται στην Ολλανδία τα έργα του πανεπιστημιακού καθηγητή Cornelius Loos (Λους, 1546-1595), ο οποίος είχε αμφισβητήσει την ύπαρξη «μαγισσών» και «σεξουαλικών σχέσεων» μεταξύ κατηγορούμενων γυναικών και του σατανά και είχε αποκαλέσει «τυράννους» τους ηγέτες της κίνησης κατά των «μαγισσών». Ο Λους κρατήθηκε φυλακισμένος μέχρι να ζητήσει γονατιστός συγγνώμη από τις εκκλησιαστικές αρχές (δήλωση μετανοίας).
Ο συνάδελφος του Λους, καθηγητής Dietrich Flade (Φλάντε, 1534-1589), αρχιδικαστής, θεωρήθηκε ύποπτος για τις ελαφρές ποινές που επέβαλε σε κατηγορούμενες ως «μάγισσες». Συλλαμβάνεται από τις εκκλησιαστικές αρχές με την κατηγορία ότι έχει «πουλήσει την ψυχή του στο σατανά», υποβάλλεται σε βασανιστήρια και αφού «ομολογεί» ότι ήταν πράκτορας του σατανά και όλα όσα ήθελαν να ακούσουν οι ιεροεξεταστές, θανατώνεται με στραγγαλισμό. Στη συνέχεια καίγεται το πτώμα του για εξαγνισμό! Ο Φλάντε θεωρείται ακόμα ένα αντιπροσωπευτικό παράδειγμα εφαρμογής των αρχών της «θρησκείας της αγάπης».

Γνωστότερος από τους κληρικούς αντιπάλους της μεθοδευμένης υστερίας έγινε ο μοναχός Friedrich Spee von Langenfeld (φον Λάνγκενφελτ, 1592-1635), ο οποίος συνόδεψε ως ιερωμένος πάμπολλες φορές καταδικασμένους σε πυρπόληση. Το έτος 1631 δημοσίευσε ο Langenfeld με ψευδώνυμο ένα βιβλίο με τίτλο «Cautio Criminalis», στο οποίο εξιστορούνταν περιστατικά σε δίκες «μαγισσών». Ο πραγματικός συγγραφέας έγινε σύντομα γνωστός και ήταν αναμενόμενη η σύλληψη και καταδίκη του, αλλά προέκυψε απρόβλεπτα ο πόλεμος των γερμανικών χωρών (Wallenstein) με τη Σουηδία, οπότε αναβλήθηκαν οι ιεροεξεταστικές δραστηριότητες στην περιοχή για ευθετότερο χρόνο. Τέσσερα χρόνια μετά την κυκλοφορία του βιβλίου του πέθανε ο Langenfeld από την πανώλη που διαπέρασε για άλλη μια φορά την κεντρική Ευρώπη. Παρ' όλα αυτά, το βιβλίο του Σπεε υπήρξε αφορμή ή πρόσχημα για πολλούς ηγεμόνες του γερμανόφωνου χώρου να απαγορεύσουν οριστικά τη λειτουργία της εγκληματικής «Ιεράς Εξέτασης».
Ήδη από τις αρχές του 18ου αιώνα είχε αρχίσει να υποχωρεί η υστερία, κυρίως με την άνοδο και διάδοση των ιδεών του Διαφωτισμού. Η πίστη υποκαταστάθηκε από την ορθή σκέψη και τον ορθό λόγο, τα βασανιστήρια απαγορεύτηκαν, το ποινικό δίκαιο και η δικονομία εξανθρωπίστηκαν σταδιακά. Πιστεύεται ότι μία από τις τελευταίες εκτελέσεις «μάγισσας», ήταν αυτή της υπηρέτριας Anna Goeldi, που έγινε στην περιοχή Glarus της Ελβετίας το έτος 1782, επτά χρόνια πριν από την κατάληψη της Βαστίλης.

Με τη γαλλική επανάσταση και τις ανακατατάξεις που προκλήθηκαν από τους πολέμους στην Ευρώπη, ανατράπηκαν τα κέντρα εξουσίας, κυρίως οι επισκοπές και τα μοναστήρια, που καθοδηγούσαν και έλεγχαν τους εγκληματικούς μηχανισμούς. Με αυτό ακριβώς το εγκληματικό παρελθόν του εκκλησιαστικού μηχανισμού δικαιολογούσαν οι Γάλλοι επαναστάτες τις σφαγές σε βάρος των κληρικών και μοναχών: ανταπέδιδαν τις δολοφονίες που είχαν γίνει «στο όνομα του θεού» με δολοφονίες «στο όνομα του λαού»!
Η Εκκλησία, ιδίως η καθολική που είχε για αιώνες πρωταγωνιστικό ρόλο στο «κυνήγι των μαγισσών», προβάλλει σήμερα, απολογούμενη, το πάγιο αντεπιχείρημα ότι, δεν επιτρέπεται να κρίνεται μια παρελθούσα εποχή με σημερινά μέτρα και σταθμά. Κατ' αρχάς ισχύει επ' αυτού το απόφθεγμα του καθολικού και ορθόδοξου άγιου Αυγουστίνου: «Εμείς είμαστε οι εποχές. Όπως είμαστε εμείς, έτσι είναι και οι εποχές μας». Πέρα απ' αυτό, όσο σωστή μπορεί να είναι η γενική παρατήρηση περί παρελθουσών εποχών, άλλο τόσο σωστό είναι να ξεκαθαριστεί ότι πρώτον, τα μαζικά αυτά εγκλήματα έγιναν με βάση μία θρησκεία, η οποία διακηρύσσει την «αγάπη προς το συνάνθρωπο» - κατά κύριο λόγο τον «αμαρτωλό συνάνθρωπο», γιατί ο όποιος αναμάρτητος δεν έχει ανάγκη υποστήριξης. Και δεύτερον ότι, σε καμιά περίοδο του ανθρώπινου πολιτισμού δεν ήταν ηθικά αποδεκτό να δολοφονούνται άνθρωποι με ανύπαρκτες, φανταστικές κατηγορίες, άρα για καμία εποχή δεν δικαιολογούνται τέτοια μαζικά εγκλήματα που διαπράχθηκαν σε καιρό ειρήνης.
Όπου και όποτε συνέβησαν τέτοια εγκλήματα, οι απολογητές τους προσπαθούσαν ή προσπαθούν ακόμα σήμερα, είτε να τα διαψεύσουν είτε να ελαχιστοποιήσουν τη σημασία τους, προβάλλοντας τις καλές προθέσεις για κατάκτηση (δια των εγκλημάτων!) ενός δήθεν ανώτερου αγαθού, π.χ. τη σωτηρία της πατρίδας, του έθνους, του πολιτισμού, του λαού, του καθεστώτος κ.ο.κ. Για τις δολοφονίες των «μαγισσών» αναγνωρίζουν όλοι ως μοναδική κινητήρια δύναμη την εγκληματική διαστροφή, δεν συνάγουν όμως τα απαραίτητα προφανή συμπεράσματα για την ιδεολογία και το πνευματικό υπόβαθρο, πάνω στο οποίο αναπτύχθηκαν αυτές οι δολοφονικές δραστηριότητες.

Από εκκλησιαστικούς κύκλους χρησιμοποιείται ενίοτε επίσης το επιχείρημα ότι το «κυνήγι των μαγισσών» γινόταν κατά βάσιν από τον (αγράμματο) λαό και η χριστιανική Εκκλησία μαζί με την κοσμική εξουσία αναγκάζονταν να συμμετέχουν για να μην έρθουν αντιμέτωπες με τη θέληση του κόσμου! Καταρχάς είναι ενδιαφέρον ότι ο «λαός» δεν έχει αξιοποιηθεί σε καμιά άλλη περίπτωση από τον εκκλησιαστικό μηχανισμό, παρά μόνο ως συνένοχος γι' αυτά τα συλλογικά εγκλήματα!

Η ουσία είναι όμως ότι, οι παραδοξολογίες περί μάγων και μαγισσών καλλιεργούνταν στα πλαίσια των προλήψεων για το σατανά και τους διάφορους δαίμονες μόνο από την Εκκλησία, ώστε ο λαός, τον οποίο κρατούσαν συστηματικά στην αγραμματοσύνη και την εξάρτηση, να αποπροσανατολίζεται και να θεωρεί «περίεργους» γείτονες ή άγνωστους διερχόμενους από το χωριό ως υπεύθυνους για όλα τα δεινά που τον έπλητταν. Να σημειώσουμε δε ότι η καλλιέργεια της αμάθειας, της θαυματολαγνείας και των δεισιδαιμονιών εκ μέρους του εκκλησιαστικού μηχανισμού συνεχίζεται μέχρι των ημερών μας.

Από τις αρχές του έτους 1998 έχουν ανοιχτεί τα αρχεία της «Ιεράς Εξέτασης» σ
το Βατικανό για τους ειδικούς μελετητές.


Εκχριστιανισμός με την αγιαστούρα και τα όπλα

Η επιβολή της «θρησκείας της αγάπης» με πολέμους και καταπίεση.
Στα σχολικά βιβλία υποστηρίζεται ότι ο χριστιανισμός έγινε ασμένως δεκτός από τους λαούς της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και οι όποιες βιαιότητες κατά την επιβολή του δεν είχαν σημαντική έκταση. Αυτό το επιχείρημα καταρρίπτεται από μόνο του, αν εξετάσουμε όλες τις ιστορικές περιόδους.
Διαπιστώνεται ότι η επιβολή του χριστιανισμού υπήρξε πάντα βίαιη, όταν ο υπό εκχριστιανισμό λαός είχε συγκροτημένη θρησκεία και εθνικές παραδόσεις, κατά τεκμήριο υψηλότερου πολιτισμικού επιπέδου από τις μεσανατολικές και δεν ενδιαφερόταν να προσχωρήσει σε οποιαδήποτε νέα θρησκεία.
Πέρα από τους λαούς της αρχαίας Ιταλίας, Ελλάδας και Μικράς Ασίας, παραδείγματα αποδοχής ή επιβολής του χριστιανισμού έχουμε στους Αρμένιους και στους Γότθους, μερικούς αιώνες αργότερα στους Σάξονες και στους Σλάβους, επίσης μερικούς αιώνες αργότερα στους ιθαγενείς της Αμερικής και στους λαούς της “Απω Ανατολής.
Η αποδοχή του χριστιανισμού υπήρξε σχετικά ειρηνική, μόνο εκεί που έγιναν συμφωνίες κορυφής και προσχώρησαν στη νέα θρησκεία οι ηγετικές ομάδες κάθε λαού (Πολωνία, Ρωσία). Αυτή η διαδικασία θεσμοποιήθηκε κατά την Αναγέννηση με τον κανόνα «cujus regio, ejus religio», που δηλώνει ότι εκείνος που ελέγχει μια περιοχή, προσδιορίζει και τη θρησκεία των κατοίκων της. Στις περιπτώσεις συμφωνημένης προσχώρησης, προσάρμοζαν σταδιακά τα ιερατεία των αντίστοιχων εθνικών θρησκειών τις ονομασίες των θεοτήτων, τις εθνικές μυθοπλασίες και τις παραδοσιακές ιεροτελεστίες τους, οι περισσότερες από τις οποίες αφομοιώνονταν και ενσωματώνονταν στη νέα, χριστιανική πλέον πρακτική· εξ αυτού προέκυψαν με την πάροδο του χρόνου και διάφορες ιδιαιτερότητες στις αντιλήψεις, στα σύμβολα και στις ιεροτελεστίες των εκχριστιανιζόμενων λαών.
Για τους Έλληνες θα γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε άλλο κείμενο. Οι Σλάβοι και οι Ούγγροι εκχριστιανίστηκαν, όχι πάντα εύκολα και ειρηνικά, από τον 8ο αιώνα και μετά, οι δυτικοί Σλάβοι και οι Ούγγροι από το κράτος των Καρολιδών (Φράγκοι) και οι ανατολικοί Σλάβοι από τους Βυζαντινούς. Οι πολεμικές συγκρούσεις ανατολικών και δυτικών χριστιανικών δυνάμεων με σλαβικούς λαούς αφενός απέβλεπαν στην απώθηση μετακινούμενων πληθυσμών ή στον έλεγχο εδαφών και στην είσπραξη φόρων υποτέλειας κλπ. και, αφετέρου, είχαν προσηλυτιστικούς και κατακτητικούς στόχους (Deschner: «Η εγκληματική ιστορία του χριστιανισμού», Κάκτος). Πάντα, οι εκστρατείες γίνονταν μετά από συνεννόηση κράτους και εκκλησίας και στα (σχεδόν αποκλειστικά μισθοφορικά) στρατεύματα συμμετείχαν κληρικοί και δουλέμποροι, έτοιμοι να μεταφέρουν το «μήνυμα της αγάπης», σε όσους επιβίωναν από τις πολεμικές συγκρούσεις.

Οι Σάξονες που πεισματικά δεν αποδέχονταν στην αλλαγή από τον 8ο στον 9ο αιώνα (772-804), το φράγκικο κράτος και τη νέα θρησκεία, κατασφάγηκαν σε πολλές μάχες από τα στρατεύματα του Καρλομάγνου και προσχώρησαν στο χριστιανισμό ως ηττημένοι και κατακτημένοι. Αργότερα, 9ος-11οςαιώνας, πρωτοστάτησαν οι ίδιοι οι Σάξωνες με τους τρεις αυτοκράτορες Όθωνες και τον «’Αγιο» Ερίκο (Heinrich ΙΙ., «ένας, πριν απ” όλα, εκκλησιαστικός άνδρας») στον εκχριστιανισμό και την υποδούλωση των σλάβικων φύλων μεταξύ του Έλβα και του Όντερ (Σόρβοι, Βένδοι κ.ά.)
Στα σχολικά βοηθήματα παρουσιάζονται αυτοί οι πόλεμοι συνήθως ως ασκήσεις επί χάρτου, με αναφορά των στρατιωτικών κινήσεων και με περιγραφή των προσόντων των ηγετών της φιλικής πλευράς. Η πραγματικότητα είναι προφανώς τελείως διαφορετική. Μία περιγραφή από χρονικογράφους της εποχής, όλοι χριστιανοί ιερωμένοι, είναι πολύ χαρακτηριστική. Στα τέλη του έτους 929 συγκρούστηκε μια στρατιά Σαξόνων στην περιοχή δεξιά του κάτω Έλβα με επαναστατημένους Σλάβους. Αναφέρεται ότι σκοτώθηκαν, μάλλον καθ” υπερβολήν, από 120 μέχρι 200 χιλιάδες Βένδοι (Wenden) από τους σιδηρόφρακτους Σάξονες. Ο επίσκοπος Thiemar αναφέρει ότι «σκοτώθηκαν σχεδόν όλοι οι επαναστάτες και μόνο λίγοι διέφυγαν».
Ο μοναχός Widukind γράφει ότι «από τους πεζοπόρους βαρβάρους (εννοεί τους Σλάβους) δεν σώθηκε κανένας και από τους ιππείς μόνο λίγοι, ενώ στους πολεμιστές του θεού (εννοεί τους Σάξονες) επικρατούσε ευθυμία, επειδή πέτυχαν με τη βοήθεια του θεού μια περίφημη νίκη. Όλα τα μέλη των οικογενειών των Σλάβων σκλαβώθηκαν και διατέθηκαν ως δούλοι». Ανάλογες φρικαλεότητες γίνονταν, φυσικά, και σε περιπτώσεις που νικούσε η άλλη πλευρά, η οποία δεν δήλωσε όμως ποτέ ότι εκπροσωπεί τη «θρησκεία της αγάπης»!

Με τέτοιες και άλλες ανάλογες πολεμικές ενέργειες κράτησε ο εκχριστιανισμός και σταδιακός εκγερμανισμός των Σλάβων αρκετούς αιώνες – των Πρώσων που είναι επίσης σλαβικής προέλευσης, κράτησε μάλιστα μέχρι και το 17ο αιώνα. Η επιβολή του χριστιανισμού στους ιθαγενείς της Αμερικής από τους Ευρωπαίους επιδρομείς θα περιγραφεί σε αυτοτελές κείμενο και γι” αυτό δεν θα γίνει εδώ ιδιαίτερη αναφορά.
Λιγότερο ή καθόλου γνωστά είναι όμως τα γεγονότα κατά τις πολλαπλές προσπάθειες εκχριστιανισμού λαών της “Απω Ανατολής, κυρίως των πολυπληθών λαών των Ινδιών, της Κίνας και της Ιαπωνίας. Αυτά τα γεγονότα, για τα οποία υπάρχουν πολλά στοιχεία, αλλά και περιγραφές αυτοπτών μαρτύρων, δίνουν μια υποψία, τί πρέπει να συνέβη και στον ελληνικό χώρο περίπου 1-1,5 χιλιετία νωρίτερα και τί θα μπορούσε να είχε προκύψει, αν οι ελληνόφωνοι λαοί δεν ήταν εκείνη την εποχή υπόδουλοι στους Ρωμαίους αλλά διέθεταν μία δική τους ισχυρή εθνική ηγεσία. Εκτιμάται ότι αυτή ακριβώς η ηγεσία θα ήταν σε θέση να υπερασπιστεί τον παραδοσιακό πολιτισμό και τα έθιμα του λαού, απέναντι σ’ εκείνους που επέβαλαν κατά την εποχή της ρωμαϊκής παγκοσμιοποίησης μία νέα θρησκεία
Η επόμενη περιγραφή ακολουθεί στα κύρια σημεία της το άρθρο «Χριστιανισμός και Χιντεγιόσι» από το τεύχος «Ο Ναπολέων της Ιαπωνίας» του περιοδικού ΙΣΤΟΡΙΚΑ της Ελευθεροτυπίας, το δεκάτομο έργο του K. Deschner «Η εγκληματική ιστορία του χριστιανισμού», εκδόσεις «Κάκτος», τη μελέτη του Βλ. Ρασσιά, «ΣΑΚΟΚΟΥ: Η αντίσταση των Ιαπώνων στο χριστιανισμό» από το βιβλίο του «Μια ιστορία Αγάπης», εκδόσεις «Ανοιχτή Πόλη» και τη δημοσίευση του Naoji Kimura: «Japans imperialistische Expansion in Asien», από το βιβλίο Herbert Arlt: «The Unifying Aspects of Cultures».
Στα μέσα του 16ου αιώνα είχε επιβληθεί ο χριστιανισμός ήδη στο ινδικό βασίλειο της Goa (Γκόα) που ήταν πορτογαλική αποικία μέχρι τα τέλη του 20ου αιώνα. Η τοπική ινδουϊστική θρησκεία είχε τεθεί υπό απαγόρευση, με απαίτηση για καταστροφή όλων των «ειδώλων». Με βασιλικά διατάγματα είχαν οργανωθεί από Ιησουΐτες δημόσιες διδασκαλίες συκοφάντησης της παραδοσιακής θρησκείας και βαπτίσεις (ράντισμα με νερό) με πανηγυρισμούς για την «ήττα των δαιμόνων» – περίπου όπως γινόταν και στην Ευρώπη παλαιότερα. Οι βασιλείς του Kotte (Κόττε), του Kandy (Κάντυ) και του Trincomalee (Τρινκομαλή) της Κεϋλάνης, υπό τις υποσχέσεις των Πορτογάλων για στρατιωτική υποστήριξή τους, βαπτίσθηκαν χριστιανοί και διέταξαν τον υποχρεωτικό εκχριστιανισμό όλων των υπηκόων τους.
Το έτος 1551, προσηλυτίστηκαν οι πρώτοι Ιάπωνες από τον Ιησουΐτη κληρικό Francisco de Jasu y Xavier (Φραγκίσκο Ξαβέριος, 1506-1552) με το κινέζικο όνομα Fang Jige, που εκμεταλλεύθηκε την ανάγκη για άσυλο ενός καταζητούμενου για φόνο, του Γιαχίρο (Yajiro, Anjiro). Με πυρήνα την οικογένεια και το υπηρετικό προσωπικό του τελευταίου, δημιουργήθηκε η πρώτη χριστιανική κοινότητα στην Καγκοσίμα (Kagoshima) της Ιαπωνίας. Το 1552 προσπάθησε ο Ξαβέριος να εισέλθει κρυφά στην Κίνα, όπου απαγορευόταν ο προσηλυτισμός σε άλλες θρησκείες, αλλά πέθανε, μάλλον από τις κακουχίες της εποχής και της περιοχής.

Στα έτη 1558-1570 και παρ” ότι στην Ιαπωνία έχει ήδη νομοθετηθεί η απαγόρευση του χριστιανικού προσηλυτισμού, οι Πορτογάλοι ιεροκήρυκες διείσδυσαν στην χώρα, εκμεταλλευόμενοι την προσπάθεια του πολέμαρχου ηγεμόνα (daimyo) Oda Nobunaga (Όντα Νομπουνάγκα), από το 1568 υποστηρικτή του Yoshiaki, τελευταίου Σογκούν, δηλαδή Αρχιστράτηγου, της γραμμής των Ashikaga, να εξουδετερώσει τη μεγάλη επιρροή εκείνης της εποχής των πολεμιστών Βουδιστών μοναχών στα πολιτικά πράγματα της χώρας. Από τα ιεραποστολικά κέντρα τους στο Yamaguchi (Γιαμαγκούτσι), το Hirado (Χιράντο) και το Bungo (Μπούνγκο), οι Ιησουΐτες συντόνιζαν μεγάλη δυσφημιστική εκστρατεία κατά του Βουδισμού Ζεν, κυρίως ανάμεσα στους ανθρώπους των κατωτέρων τάξεων και γύρω στο 1562, πέτυχαν τη βάπτιση πολλών ευγενών πολεμιστών του Kyoto (Κιότο), πρωτεύουσας του σογκουνάτου Ashikaga.
Το έτος 1563, οι Ιησουΐτες βάπτισαν χριστιανό το διοικητή της Omura (Ομούρα), Omura Sumitada (Ομούρα Σουμιτάδα), ο οποίος τους παραχώρησε τη διαχείριση του εμπορικού λιμανιού στο Nagasaki (Ναγκασάκι) και πλήρη ελευθερία προσηλυτιστικής δράσης ανάμεσα στους υπηκόους του, ενώ τον Απρίλιο του 1569 ο Πορτογάλος Ιησουΐτης ιεραπόστολος Louis Frois (Φρόις, 1532-1597) εγκαταστάθηκε κανονικά στο Κιότο. Το έτος 1583 είχαν προσηλυτιστεί στο χριστιανισμό ένας ναύαρχος, ένας από τους δύο στρατηγούς της ιαπωνικής εκστρατείας κατά της Κορέας, ένας ανιψιός, καθώς και ο προσωπικός ιατρός του κυβερνήτη Toyotomi Hideyoshi (Τογιοτόμι Χιντεγιόσι). Όλοι αυτοί και πολλοί άλλοι Ιάπωνες ευγενείς, είχαν βαπτισθεί χριστιανοί, ενώ ο τοπικός διοικητής της Arima (Αρίμα) όχι απλώς ασπάσθηκε τη νέα θρησκεία αλλά και διέταξε επιπλέον την υποχρεωτική βάπτιση όλων των κατοίκων τριών πόλεων της δικαιοδοσίας του, συνολικά 3.000 άτομα. Εκείνη την εποχή άρχισε όμως μια αντισυσπείρωση Ιαπώνων γύρω από την παραδοσιακή θρησκεία του Shinto (Σίντο, Shintoism, εκ του shin tao, δηλαδή «ο Τρόπος των Θεών») και το βουδισμό Ζεν.
Τέσσερα χρόνια αργότερα, το 1587, κυκλοφόρησαν στην κοινωνία της Ιαπωνίας πληροφορίες για την καταστροφή πολιτισμών που είχαν προκαλέσει οι Ιησουΐτες σε άλλες χώρες. Τον Ιούλιο αυτού του έτους ενημέρωσε ο γιατρός Σεϊγιακόν Χόιν τον κυβερνήτη για τους στόχους και τις δραστηριότητες των ιεραποστόλων χριστιανών σε παλαιότερες και σύγχρονες εποχές. Λέγεται ότι στην αναφορά του απαρίθμησε ο γιατρός καταστροφές σιντοϊστικών και βουδιστικών ναών από χριστιανούς, τον αναγκαστικό προσηλυτισμό των υποτελών λαών στο χριστιανισμό και τη συμμετοχή των καθολικών κληρικών σε εμπόριο δούλων («Χριστιανισμός και Χιντεγιόσι», ΙΣΤΟΡΙΚΑ) - περίπου αυτά που έγιναν και κατά την επιβολή του χριστιανισμού στους λαούς της Μικράς Ασίας και της Ευρώπης. Σίγουρα θα είχε ο Χιντεγιόσι υπόψη του και διάφορες υπονομευτικές δραστηριότητες των Ιησουϊτών ιεραποστόλων στην Ιαπωνία, οπότε κάλεσε τον επικεφαλής της χριστιανικής ιεραποστολής, Gaspar Coelho (Κοέλιο, 1531-1590) και του έθεσε τέσσερα συγκεκριμένα ερωτήματα, τα οποία έχουν καταγραφεί:
  • Γιατί οι χριστιανοί ιερωμένοι επιζητούν επίμονα τον προσηλυτισμό;
  • Γιατί καταστρέφουν τους εθνικούς ναούς και εκδιώκουν τους ιερείς τους;
  • Γιατί διδάσκουν περί νηστείας αλλά τρώνε κρέας;
  • Γιατί οι Πορτογάλοι «αγοράζουν» Ιάπωνες πολίτες και τους μεταπωλούν σε άλλες χώρες ως σκλάβους;
Οι απαντήσεις του Κοέλιο δεν πρέπει να ήταν επαρκείς, οπότε ο κυβερνήτης εξέδωσε τον Ιούλιο του ίδιου έτους ένα νόμο κατά της «ξένης θρησκείας». Με αυτό το νόμο ανακηρύχθηκε η Ιαπωνία χώρα αγαπητή στους Θεούς («γινκόκου»), η οποία δεν ήταν δυνατόν να ανέχεται όσους καθύβριζαν και συκοφαντούσαν την εθνική θρησκεία των Ιαπώνων ως «ειδωλολατρική». Οι ιεραπόστολοι διατάχθηκαν να εγκαταλείψουν τη χώρα εντός 20 ημερών και ταυτόχρονα απαγορεύθηκε η άφιξη νέων Πορτογάλων εμπόρων, εφόσον συνοδεύονταν από κληρικούς. Συγκεκριμένα το διάταγμα προέβλεπε, όπως κατέγραψε ο Ιησουΐτης Φρόις, στου οποίου τα ωραιοποιημένα γραπτά προς την ιεραποστολή, στηρίζονται έκτοτε όλοι οι Ιστορικοί:
  • Η Ιαπωνία είναι χώρα σιντοϊστικών θεοτήτων («κάμι») και κάκιστα έρχονται εδώ χριστιανοί ιεραπόστολοι,
  • Η καταστροφή σιντοϊστικών και βουδιστικών ναών είναι πράγμα ανήκουστο και οι δράστες αξίζουν κάθε τιμωρία,
  • Οι ιεραπόστολοι δεν επιτρέπεται να παραμείνουν στο ιαπωνικό έδαφος και πρέπει να αποχωρήσουν μέσα σε 20 ημέρες,
  • Οι Πορτογάλοι έμποροι μπορούν να συνεχίσουν ανενόχλητοι τις δοσοληψίες τους.

Είναι αυτονόητο ότι τα αίτια της ρήξης ήταν αμιγώς εθνικά και θρησκευτικά και δεν υπήρχαν εμπορικές υστεροβουλίες, όπως διέδιδαν αργότερα οι Ιησουΐτες και αναφέρεται μέχρι σήμερα σε διάφορα βιβλία.
Ο Κοέλιο αντέδρασε με τον τρόπου που συνηθίζουν οι κατακτητές:ξεσήκωσε τους βαφτισμένους Ιάπωνες εναντίον της εξουσίας, έκανε δηλαδή αυτό εκριβώς που κατηγορούσε τους χριστιανούς ο Χιντεγιόσι και ταυτόχρονα ζήτησε στρατιωτική βοήθεια από τους αποικιακούς στρατούς στις Φιλιππίνες, τη Γκόα και το Μακάο. Και οι δύο αυτές ενέργειες δεν οδήγησαν όμως σε στρατιωτική επιβολή του χριστιανισμού, όπως ήλπιζε ο Κοέλιο!
Ωστόσο, ο Ιάπωνας κυβερνήτης δεν επέμενε πολύ στην αυστηρή εφαρμογή του νόμου, δεχόμενος συνεχείς παρατάσεις ως προς την ημερομηνία που όφειλαν οι ιεραπόστολοι να εγκαταλείψουν τη χώρα, πράγμα που σήμαινε ουσιαστικά ακύρωση του νόμου. Μια εξήγηση γι” αυτή την ήπια στάση του έχει να κάνει με τον κίνδυνο διχασμού του λαού και τις αναπόφευκτες εκδικητικές διώξεις ενάντια στη χριστιανική μειοψηφία των χριστιανών
Η ήπια στάση του Χιντεγιόσι είχε όμως ως αποτέλεσμα να δεχθεί η Ιαπωνία σύντομα ένα νέο κύμα προσηλυτιστών, αυτή την φορά Δομινικανών και Φραγκισκανών, οι οποίοι θεώρησαν ότι το πεδίο ήταν ελεύθερο για τις δραστηριότητές τους. Σημειωτέον ότι στους διαβόητους Δομινικανούς μοναχούς είχε ανατεθεί στην Ευρώπη και αλλού η συγκρότηση της «Ιεράς Εξέτασης» και το εγκληματικό «κυνήγι των μαγισσών»  που κόστισε τη ζωή σε εκατοντάδες χιλιάδες ανύποπτους ανθρώπους.
Για μία περίπου δεκαετία, με ανενεργό το νόμο του Χιντεγιόσι, οι ιεραπόστολοι έδρασαν στην «γινκόκου» Ιαπωνία ουσιαστικά ελεύθερα. Εκείνη ακριβώς την εποχή άλλωστε οι χριστιανοί αλώνουν και την Κίνα και παράλληλα εντατικοποιούν το αφρικανικό δουλεμπόριο. Ενώ οι Πορτογάλοι καταλύουν με την βία των όπλων το βασίλειο της Jaffna και αρχίζουν συστηματική καταστροφή των ινδουϊστικών ιερών και μωαμεθανικών τεμενών, καθώς και κατασχέσεις περιουσιών, τις οποίες ακολούθως αποδίδουν στους Φραγκισκανούς μοναχούς. Παράλληλα έγιναν στην Καντόνα της Κίνας σφαγές βουδιστών ιερέων και υποχρεωτικές μαζικές βαπτίσεις του πληθυσμού – ολόκληρα χωριά βαπτίζονταν μέσα σε λίγες ώρες υπό την απειλή των πορτογαλικών όπλων. Ο κληρικός Matteo Ricci (Ρίτσι, 1552-1610), προσπαθεί να πετύχει εισοδισμό στην κινεζική κοινωνία. Οι Ιησουΐτες συνεργάτες του παρουσιάζονται στους εκεί αξιωματούχους ως εξωτικοί μαθηματικοί και αστρονόμοι και κερδίζουν την εμπιστοσύνη τους, ο δε Ρίτσι περιφέρεται αρχικά ντυμένος ως βουδιστής μοναχός και, αργότερα, όταν αντιλαμβάνεται ότι οι βουδιστές μοναχοί δεν απολαμβάνουν ιδιαίτερα προνόμια, ως κομφουκιανός διδάσκαλος.
Η πληροφόρηση που απέκτησε σταδιακά ο Χιντεγιόσι για τους στόχους και το παρελθόν του χριστιανισμού ως θρησκεία και ως εξουσία, σηματοδότησε το τέλος του προσηλυτισμού το έτος 1596. Ο Χιντεγιόσι, που από το 1590 είχε ενώσει υπό την εξουσία του όλη την Ιαπωνία, διέταξε τώρα την αυστηρή εφαρμογή του νόμου από το έτος 1587. Αφορμή στάθηκε ένα τυχαίο επεισόδιο με το εμπορικό πλοίο San Felippe, το οποίο μετέφερε προϊόντα από τις Φιλιππίνες στο Μεξικό. Ένας τυφώνας έρριξε όμως το πλοίο στις ιαπωνικές ακτές και οι Ιάπωνες αμφιταλαντεύονταν μεταξύ κατάσχεσης του πλοίου και προσφοράς βοήθειας στους Ισπανούς ναυτικούς. Πάνω εκεί έβγαλε ο καπετάνιος του πλοίου Francisco de Ollandia (ντε Ολάντια) ένα εκφοβιστικό λόγο στους Ιάπωνες, αναφέροντας ότι ο πολύ ισχυρός βασιλιάς της Ισπανίας, στέλνει μεν αρχικά ιεραποστόλους, αλλά πίσω τους ακολουθούν πάντα στρατιωτικοί, οι οποίοι και θα τιμωρήσουν οποιαδήποτε εχθρική ενέργεια των Ιαπώνων προς το πλήρωμα του πλοίου. Και για να τεκμηριώσει τις απειλές του, ανέφερε ο ντε Ολάντια τα παραδείγματα της κεντρικής και νότιας Αμερικής, των Φιλιππίνων κ.ά.
Ο πλοίαρχος, του οποίου η μοίρα έμεινε έκτοτε στο σκοτάδι, επιβεβαίωνε αυτά που κυκλοφορούσαν από ετών στην ιαπωνική κοινωνία για τους απώτερους στόχους των ιεραποστόλων. Η αντίδραση της ιαπωνικής εξουσίας ήταν λοιπόν ακαριαία! Είκοσι έξι πρωτεργάτες των χριστιανικών ιεραποστολών συνελήφθησαν, καταδικάσθηκαν σε θάνατο και σταυρώθηκαν δημόσια στο Ναγκασάκι, ενώ διατάχθηκε επίσης η άμεση απέλαση όλων των προσηλυτιστών και το γκρέμισμα των εκκλησιών που είχαν δημιουργήσει. Απαγορεύθηκε δε στους κρατικούς αξιωματούχους να ασπάζονται την «ξένη θρησκεία».
Ο Χιντεγιόσι πέθανε το έτος 1598 και για τη διαδοχή του ακολούθησε μία μικρή περίοδος αναρχίας, στη διάρκεια της οποίας η αντίσταση στον εκχριστιανισμό σταματά εντελώς και οι ιεραπόστολοι βρίσκουν ευκαιρία να αναπτύξουν ξανά τις δραστηριότητές τους. Εκείνη ακριβώς την εποχή θανατώνει η «Ιερά Εξέταση» στην Ινδία περισσότερα από 5.000 άτομα, ενώ στην “Απω Ανατολή καίγονται αμέτρητα τεμένη και δολοφονούνται συστηματικά οι ιερείς των εθνικών θρησκειών.
Στον αγώνα για κατάκτηση της εξουσίας της Ιαπωνίας επικράτησε ως Σογκούν με πρωτεύουσά του το Edo ή Yedo (Έντο, Γιέντο), ο Tokugawa Iyeyasu (Τοκουγιάβα Ιγεγιάσου), του οποίου το γένος (Τοκουγιάβα), θα κυβερνήσει την «Αυτοκρατορία του Ηλίου» περί τα 260 χρόνια, έως το έτος 1867. Ο νέος ηγεμόνας καθοδηγήθηκε στην πολιτική του από τον παραδοσιακό ηθικό κώδικα τιμής και συμπεριφοράς του Bushido (Μπουσίντο, «Ο Τρόπος του Πολεμιστή») και των πολεμιστών Samurai (Σαμουράι). Στα πρώτα έτη της εξουσίας του κήρυξε ο Ιγεγιάσου τον αυτοκράτορα (μικάδο) «απόγονο των Θεών», αθέατο έκτοτε στο ανάκτορά του στο Κιότο και έδειξε ανοχή προς τους Ιησουΐτες που άρχισαν να εισέρχονται πάλι στη χώρα, με αποτέλεσμα να προσχωρήσουν στο χριστιανισμό σε μερικά χρόνια δεκάδες χιλιάδες Ιάπωνες.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1600 κτίσθηκαν εκατοντάδες χριστιανικές εκκλησίες, πολύ συχνά με οικονομική βοήθεια από τον ίδιο τον Σογκούν, ακόμη και στην πρωτεύουσα Έντο, το μετέπειτα ονομαζόμενο Τόκιο, και οικοδομήθηκαν δεκάδες κτήρια για ιεραποστολές, όχι μόνον από τους Ιησουΐτες αλλά και από Αυγουστινιανούς, Φραγκισκανούς και Δομινικανούς, στο δε Ναγκασάκι η μεγάλη πλειοψηφία των κατοίκων ήσαν πλέον βαπτισμένοι χριστιανοί. Χριστιανικά βιβλία άρχισαν να εκδίδονται στην ιαπωνική γλώσσα, ενώ ιδρύθηκαν αρκετά χριστιανικά σχολεία με σκοπό να δημιουργήσουν αντίβαρο στη βουδιστική παιδεία, καθώς και ειδικά κέντρα εκπαιδεύσεως Ιαπώνων προσηλυτιστών στην Μανίλα των Φιλιππίνων. Εντός μόνον δύο ετών, από το 1603 έως το 1605, υπερτετραπλασιάστηκαν οι χριστιανοί της Ιαπωνίας.
Το 1612, έχοντας ήδη επαρκή αριθμό πιστών για ένα τέτοιο εγχείρημα, προσπάθησαν οι χριστιανοί να ανατρέψουν τον Ιγεγιάσου και να κάνουν ανοικτές επιθέσεις κατά των εθνικών παραδόσεων της χώρας. Ο Ιγεγιάσου, αντιλαμβανόμενος πλέον το σφάλμα της ανοχής του απέναντι στους ιεραποστόλους που απέβλεπαν ουσιαστικά στην καταστροφή του ιαπωνικού πολιτισμού, αρχίζει απηνή διωγμό εναντίον τους. Οι προσηλυτιστές συνελήφθησαν και, όσοι δεν εκτελέστηκαν, απελάθηκαν, απαγορεύθηκε το εμπόριο με χριστιανικές χώρες, ισοπεδώθηκαν όλες οι χριστιανικές εκκλησίες και η ιδιότητα του χριστιανού εξισώθηκε πλέον με προδοσία κατά της χώρας. Όπως είναι αναμενόμενο σε τέτοιες περιπτώσεις, οι βαπτισμένοι Ιάπωνες, είτε αποστατούσαν και επανέρχονταν στην παραδοσιακή θρησκεία, είτε εγκατέλειπαν τη χώρα αναζητώντας καταφύγιο κυρίως στις Φιλιππίνες. Μέσα σε δύο μόνον έτη οι εναπομείναντες βαπτισμένοι Ιάπωνες αποστάτησαν για να γλιτώσουν τη θανατική καταδίκη, δεδομένου ότι οι περισσότεροι εξ αυτών είχαν προσχωρήσει στη νέα θρησκεία κατ” απαίτηση κάποιων χριστιανών αρχόντων τους.
Μετά από την Ιαπωνία, αντίστοιχα γεγονότα εξελίχθηκαν και στην Κίνα. Εγκατεστημένος στο Πεκίνο, ο διάδοχος του Ρίτσι Γερμανός προσηλυτιστής Johann Adam Schall von Bel (φον Μπελ, 1592-1666), χρηματοδοτημένος δεόντως από το Δούκα της Βαυαρίας, συνεργάσθηκε με αντικαθεστωτικά στοιχεία στην Κίνα αλλά και χριστιανούς του Μακάο για την ανατροπή της δυναστείας των Μινγκ. οι ηγεμόνες του μεγάλου έθνους δεν φαίνονταν διατεθειμένοι να εγκαταλείψουν την εθνική τους παράδοση και θρησκεία. Με νόμο του έτους αυτού, απαγορεύθηκε εφεξής σε Κινέζους να βαπτίζονται χριστιανοί και απελάθηκαν στο Μακάο όλοι οι προσηλυτιστές.
Στις ασιατικές υποχωρήσεις απάντησαν οι ιεραπόστολοι με ένταση της προσηλυτιστικής δράσης τους. Το έτος 1622 ίδρυσε ο Πάπας τη λεγόμενη «Sacra Congregatio de Propaganda Fide» (Ιερά Σύναξη για τη Διάδοση της Πίστης ή απλά «Προπαγάνδα»). Πρόκειται για έναν άρτιο μηχανισμό εκπαιδεύσεως στελεχών του προσηλυτισμού. Στην Κίνα ωστόσο, νέος νόμος κατά του χριστιανισμού επέβαλε την απέλαση όλων των ξένων προσηλυτιστών που είχαν εισέλθει ξανά και εγκατασταθεί στη χώρα, μετά τα χαλαρά μέτρα εναντίον τους του έτους 1616. Οι εκχριστιανισμένοι Κινέζοι είχαν φθάσει σε 7 επαρχίες της Κίνας τους 13.000, ενώ στην Ιαπωνία, καίγονται στην πυρά οι προσηλυτιστές Sniga (Σνίγκα) και Flores (Φλόρες) που επεχείρησαν να εισέλθουν στη χώρα μεταμφιεσμένοι ως έμποροι. Αποκεφαλίσθηκαν επίσης τα 12 μέλη πληρώματος του πλοίου που τους μετέφερε, ενώ ο Σογκούν Χιντετάντα διέταξε ως αντίποινα την εκτέλεση 50 περίπου φυλακισμένων χριστιανών στο Ναγκασάκι και την Suzuta (Σουζούτα).
Το επόμενο έτος, ο Σογκούν Iyemitsu (Ιγιεμίτσου), διάδοχος του Χιντετάντα, εξάρθρωσε πολλούς παράνομους μηχανισμούς των χριστιανών και οι Ιησουΐτες προσηλυτιστές Angelis (Αντζέλις) και Mondo Hara (Χάρα) θανατώθηκαν μαζί με περίπου είκοσι οπαδούς τους. Δέκα έτη αργότερα, το 1633, ο Ιγιεμίτσου εξέδωσε νόμο με τον οποίο απαγορεύτηκαν τα ταξίδια των Ιαπώνων στο εξωτερικό, όπως και η ανάγνωση ξένων βιβλίων, για να αποφευχθεί η «μόλυνση» του ιαπωνικού έθνους από τα «καταστροφικά χριστιανικά ήθη». Ο πόλεμος κατά των ξένων ιεραποστόλων είχε πάρει πλέον άγριες μορφές, δεδομένου ότι πίσω από τους «αγνούς» προσηλυτιστές καραδοκούσαν στρατιωτικοί επιδρομείς και έμποροι υφασμάτων, μπαχαρικών και ναρκωτικών ουσιών, αλλά και δουλέμποροι.

Το έτος 1637, με αφορμή τη βαριά φορολογία του τοπικού κυβερνήτη της πόλης Arima (Αρίμα), η οποία από το 1583 αποτελούσε κέντρο της χριστιανικής δράσης, κατόρθωσαν οι μυστικές οργανώσεις των χριστιανών, αξιοποιώντας τώρα τη λαϊκή δυσφορία, να εξεγείρουν τον πληθυσμό της περιοχής. Μεγάλος αριθμός από επαναβαπτισμένους χριστιανούς που είχαν «αποστατήσει» και τους οποίους οι προσηλυτιστές είχαν «συγχωρήσει» για το «θανάσιμο αμάρτημα» της αποστασίας, πήραν μέρος σε επανάσταση με ωμότητες και μεγάλες καταστροφές σε κτίρια και μνημεία. Αυτή η εξέγερση που εξελίχθηκε υπό το λάβαρο με χριστιανικά σύμβολα (“Αγιο Δισκοπότηρο) έμεινε στην Ιστορία της Ιαπωνίας ως «Επανάσταση Shimabara» (Σιμαμπάρα).
Για την καταστολή της απαιτήθηκε περίπου ένα έτος και οι τελευταίοι απελπισμένοι οπαδοί της κλείστηκαν στον, εκείνη την εποχή, εγκαταλελειμμένο πύργο Shimabara, όπου εξοντώθηκαν όλοι μετά από πολιορκία περίπου ενός μηνός. Οι διαπραχθείσες από τους επαναστάτες ωμότητες, προκάλεσαν νέους σκληρούς διωγμούς σ” όλη την Ιαπωνία κατά των χριστιανών ή των «εχθρών του ανθρώπινου πολιτισμού», όπως τους αποκαλούσαν οι Ιάπωνες, ενώ ταυτόχρονα ιδρύθηκαν ειδικά αστυνομικά σώματα για τον εντοπισμό και την εξάρθρωση των παράνομων μηχανισμών των προσηλυτιστών.
Ένας εκ των Ιησουϊτών, με χριστιανικό όνoμα Christovao Ferreira (Φερρέϊρα, 1580-1650), όχι απλώς αποστάτησε, αλλά επιπροσθέτως άρχισε να πρωτοστατεί στο διωγμό των πρώην ομοθρήσκων του και συνέγραψε έκτοτε ολόκληρη σειρά βιβλίων, στα οποία κατέρριπτε τις χριστιανικές μυθοπλασίες και αποκάλυπτε τους πραγματικούς σκοπούς των επιδρομέων που ήταν, με πρόσχημα τη θρησκεία, η «καταστροφή του ιαπωνικού έθνους, η υποδούλωση των ανθρώπων του και η δημιουργία αποικιών στην Ιαπωνία», όπως είχε συμβεί και σε άλλες χώρες εξ άλλου. Πέρα από αυτά, ο Φερέιρα κατέδειξε με θεολογική επιχειρηματολογία το ασυμβίβαστο της θρησκείας από τη μεσανατολική έρημο με τις παραδοσιακές θρησκείες της ανατολικής Ασίας.
Από το έτος αυτό άρχισε το λεγόμενο «Sakoku» (σακόκου), η απομόνωση δηλαδή της Ιαπωνίας από όλον τον υπόλοιπο κόσμο, καθώς απαγορεύθηκε επί ποινή θανάτου πλέον στους Ιάπωνες να ταξιδεύουν σε άλλες χώρες και παράλληλα διακόπηκε κάθε εμπορική συναλλαγή όχι μόνον με τους Ευρωπαίους αλλά και την εκχριστιανισμένη ισπανική αποικία των Φιλιππίνων που θεωρείτο πηγή πολιτισμικής μολύνσεως. Ο Σογκούν Ιγιεμίτσου παρίστατο αυτοπροσώπως σε όλες τις δίκες των ανατρεπτικών, ενώ όλοι οι ύποπτοι υποχρεώνονταν να τσαλαπατήσουν εικόνες, σταυρούς και ομοιώματα του Εσταυρωμένου, το λεγόμενο «fumie» (φουμιέ), για να αποδειχτεί η αθωότητά τους. Είναι γνωστό δε ότι ακόμη και στα μέσα του 19ου αιώνα οι κάτοικοι του Ναγκασάκι, της πόλης που είχε φιλοξενήσει το αρχηγείο των προσηλυτιστών, έπρεπε μια φορά κάθε χρόνο να αποδεικνύουν με το «φουμιέ», ότι δεν έχουν μολυνθεί από την «καταστροφική ξένη θρησκεία».
Στα περίπου 250 χρόνια της αυτοαπομόνωσης από κάθε ξένη επιρροή αναπτύχθηκε η Ιαπωνία ειρηνικά, παρά τις σκληρές φεουδαρχικές συνθήκες που επικρατούσαν στη χώρα. Παράλληλα αναπτύχθηκαν τέχνες και γράμματα και, γενικότερα, ένας εντυπωσιακός πολιτισμός. Με αυτή την ευκαιρία είναι ενδιαφέρον να αναφερθεί ότι ο όρος «απομόνωση» προέρχεται από το Γερμανό γιατρό Engelbert Kaempfer (Καίμπφερ, 1651-1716), ο οποίος έζησε στο Ναγκασάκι για κάποιο χρονικό διάστημα και περιέγραψε σε βιβλίο του με τίτλο «Ιστορία και περιγραφή της Ιαπωνίας» που εκδόθηκε μετά θάνατον στα χρόνια 1777-1779, πόσο ειρηνικά και πολιτισμένα ζούσε ο ιαπωνικός λαός χωρίς καμιά επαφή και εξάρτηση από την ευρωπαϊκή Δύση. Ο Καίμπφερ είχε υπόψη του την κατεστραμμένη Ευρώπη του τριακονταετούς πολέμου και η σύγκριση είχε προφανή κατάληξη. Αυτόν ακριβώς τον όρο της απομόνωσης μετέφεραν το έτος 1801 οι Ιάπωνες ως «σακόκου» στην Ιστορία τους.
Το 1639, ο χριστιανισμός έχει πλέον ξεριζωθεί εντελώς στην Ιαπωνία. Από τον Σογκούν Ιγιεμίτσου διατάχθηκε, στα πλαίσια του «Σακόκου», η άμεση καταστροφή όλων των ξένων πλοίων που εισέρχονταν στα χωρικά ύδατα και η εξόντωση όλων ανεξαιρέτως των επιβατών που θεωρούντο φορείς της ξένης θρησκείας. Τα λίγα ολλανδικά πλοία που γίνονταν δεκτά για εμπορικές συναλλαγές, επειδή εκτιμάτο ότι οι Ολλανδοί ήσαν μάλλον αδιάφοροι για προσηλυτισμούς, οδηγούνταν σε ένα μόνο λιμάνι, το Ναγκασάκι, και τα πληρώματά τους παρακολουθούνταν στενά. Οτιδήποτε από τα προσωπικά είδη των ναυτικών θύμιζε χριστιανισμό, κλειδωνόταν σε κιβώτια και επιστρεφόταν πάλι μόνο κατά την αναχώρηση του πλοίου.
Το πρώτο πορτογαλικό πλοίο που προσπάθησε το 1640 να εισδύσει στην Ιαπωνία χωρίς άδεια, μετά την απαγόρευση, αιχμαλωτίσθηκε και πυρπολήθηκε, ενώ εξοντώθηκαν πλήρωμα και επιβάτες. Η τελευταία γνωστή «αποστολή αυτοκτονίας» χριστιανών ιεραποστόλων σημειώνεται ιστορικά το έτος 1642, όταν Ιησουΐτες προσηλυτιστές από την πορτογαλική αποικία του Μακάο που εισήλθαν κρυφά στη χώρα, συνελήφθησαν, φυλακίσθηκαν και στη συνέχεια θανατώθηκαν δημόσια για παραδειγματισμό, μετά από φρικτά βασανιστήρια. Ο ενδιαφερόμενος αναγνώστης θα βρει στον πίνακα των καθολικών «μαρτύρων» και «αγίων» αρκετά ονόματα από αυτούς τους προσηλυτιστές, αλλά και γιαπωνέζικα ονόματα χριστιανών που εκτελέστηκαν από την εξουσία στα πλαίσια της απόκρουσης της ξένης θρησκείας.
Το «Σακόκου» άντεξε σε όλη την διάρκεια του 18ου αιώνα και το πρώτο μισό του 19ου. Δύο νεότερες απόπειρες χριστιανών ιεραποστόλων να διεισδύσουν στο Ναγκασάκι, η πρώτη το έτος 1797 και η δεύτερη το έτος 1799, απέτυχαν οικτρά, ενώ το 1837 βομβαρδίστηκε το αμερικανικό πλοίο «Morrison» που επιχείρησε να αποβιβάσει εμπόρους και χριστιανούς προσηλυτιστές χωρίς την απαραίτητη άδεια. Στις 2 Ιουλίου του 1853 ωστόσο, ο αμερικανός ναύαρχος Matthew Perry (Πέρρυ, 1794-1858) με 4 μεγάλα πολεμικά πλοία («μαύρα πλοία» κατά του Ιάπωνες) και 61 κανόνια, θα φθάσει κατευθείαν στην Uraga της Ιαπωνίας, κοντά στην πρωτεύουσα Έντο, και θα επιδώσει στον 13ο Σογκούν Ιεσάντα (Iesada) μια λίστα με απαιτήσεις, μεταξύ άλλων, να ανοίξει η χώρα δύο λιμάνια της και να παρέχει σωστική βοήθεια σε αμερικανικά ναυάγια. Μετά από διαπραγματεύσεις, οι Ιάπωνες αποδέχθηκαν αυτούς τους δύο όρους που έθεσε ο Πέρρυ.
Λίγο αργότερα, το έτος 1858, πιέζοντας οι χριστιανοί τους επιτρόπους του ανήλικου, μόλις 12χρονου, Σογκούν Iemochi (Ιεμόχι), πέτυχαν την κατάργηση του προσβλητικού για τους Ευρωπαίους, ετήσιου «φουμιέ» του Ναγκασάκι και τη χαλάρωση των απαγορευτικών μέτρων για τη δράση μελών των ιεραποστολών.
Ακολούθησαν διάφορες εξεγέρσεις των Σαμουράι ενάντια στην «έκκληση ηθών» της ιαπωνικής κοινωνίας και στον αυξανόμενο εξευρωπαϊσμό της. Στα μάτια αυτών των συντηρητικών εκπροσώπων της ιαπωνικής παράδοσης είχαν τοποθετηθεί όλες οι ιδέες από τη Δύση στο ίδιο «καλάθι», ο χριστιανικός μυστικισμός και ο ορθολογικός Διαφωτισμός, η εξουσιομανία και φιλαργυρία των κληρικών και η φιλελεύθερη κοινωνία.
Η συγκροτημένη παιδεία του γιαπωνέζικου λαού εξασφάλισε όμως σταδιακά στην κοινωνία μια ισορροπία, κατά καιρούς με διάφορες αποκλίσεις, μεταξύ των ίδιων παραδόσεων της χώρας και των τεχνολογικών αλλαγών. Κατά τη δημιουργική πορεία τους στηρίζονται οι Ιάπωνες, αφενός στον παμπάλαιο, συγκροτημένο πολιτισμό τους και αφετέρου στα υψηλά διανοητικά προσόντα τους, χωρίς να δείχνουν ανάγκη οποιουδήποτε δανείου φιλοσοφίας και θεολογίας από την καθ” ημάς Μέση Ανατολή.