Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2018

ΑΙΣΩΠΟΣ - Μῦθοι (196.1-200.1)

196. ΟΝΟΙ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΔΙΑ [196.1] ὄνοι ποτὲ ἀχθόμενοι ἐπὶ τῷ συνεχῶς ἀχθοφορεῖν καὶ ταλαιπωρεῖν πρέσβεις ἔπεμψαν πρὸς τὸν Δία λύσιν τινὰ αἰτούμενοι τῶν πόνων. ὁ δὲ αὐτοῖς ἐπιδεῖξαι βουλόμενος, ὅτι τοῦτο ἀδύνατόν ἐστιν, ἔφη τότε αὐτοὺς ἀπαλλαγήσεσθαι τῆς κακοπαθείας, ὅταν οὐροῦντες ποταμὸν ποιήσωσι. κἀκεῖνοι αὐτὸν ἀληθεύειν ὑπολαβόντες ἀπ᾽ ἐκείνου καὶ μέχρι νῦν, ἔνθα ἂν ἀλλήλων οὖρον ἴδωσιν, ἐνταῦθα καὶ αὐτοὶ περιιστάμενοι οὐροῦσιν.
ὁ λόγος δηλοῖ, ὅτι τὸ ἑκάστῳ πεπρωμένον ἀθεράπευτόν ἐστι.

197. ΟΝΟΣ ΚΑΙ ΟΝΗΛΑΤΗΣ
[197.1] ὄνος ὑπὸ ὀνηλάτου ἀγόμενος ὡς μικρὸν τῆς ὁδοῦ προῆλθεν, ἀφεὶς τὴν λείαν ἀτραπὸν διὰ κρημνῶν ἐφέρετο. μέλλοντος δὲ αὐτοῦ κατακρημνίζεσθαι ὁ ὀνηλάτης ἐπιλαβόμενος τῆς οὐρᾶς ἐπειρᾶτο μετάγειν αὐτόν. τοῦ δὲ εὐτόνως ἀντιπίπτοντος ἀφεὶς αὐτὸν ἔφη· «νίκα, κακὴν γὰρ νίκην νικᾷς».
πρὸς ἄνδρα φιλόνεικον ὁ λόγος εὔκαιρος.

198. ΟΝΟΣ ΚΑΙ ΛΥΚΟΣ
[198.1] ὄνος ἔν τινι λειμῶνι νεμόμενος ὡς ἐθεάσατο λύκον ἐπ᾽ αὐτὸν ὁρμώμενον, χωλαίνειν προσεποιεῖτο. τοῦ δὲ προσελθόντος αὐτῷ καὶ τὴν αἰτίαν πυθομένου, δι᾽ ἣν χωλαίνει, ἔλεγεν ὡς «φραγμὸν διαβαίνων σκόλοπα ἐπάτησα» καὶ παρῄνει αὐτὸν πρῶτον ἐξελεῖν τὸν σκόλοπα, εἶθ᾽ οὕτως αὐτὸν καταθοινήσασθαι, ἵνα μὴ ἐσθίων περιπαρῇ. τοῦ δὲ πεισθέντος καὶ τὸν πόδα αὐτοῦ ἐπάραντος ὅλον τε τὸν νοῦν πρὸς τὴν ὁπλὴν ἔχοντος ὁ ὄνος λὰξ εἰς τὸ στόμα τοὺς ὀδόντας αὐτοῦ ἐτίναξε. καὶ ὃς κακῶς διατεθεὶς ἔφη· «ἀλλ᾽ ἔγωγε δίκαια πέπονθα. τί γὰρ τοῦ πατρός με μάγειρον διδάξαντος αὐτὸς ἰατρικὴν τέχνην ὑπελαβόμην;»
οὕτω καὶ τῶν ἀνθρώπων οἱ τοῖς μηδὲν προσήκουσιν ἐπιχειροῦντες εἰκότως δυστυχοῦσιν.

199. ΟΝΟΣ ΚΑΙ ΛΕΟΝΤΗ
[199.1] ὄνος ἐνδυσάμενος λέοντος δορὰν περιῄει ἐκφοβῶν τὰ ἄλογα ζῷα. καὶ δὴ θεασάμενος ἀλώπεκα ἐπειρᾶτο καὶ ταύτην δεδίττεσθαι. ἡ δέ, ἐτύγχανε γὰρ αὐτοῦ φθεγξαμένου προακηκουῖα, ἔφη πρὸς αὐτόν· «ἀλλ᾽ εὖ ἴσθι, ὡς καὶ ἐγὼ ἄν σε ἐφοβήθην, εἰ μὴ ὀγκωμένου ἤκουσα».
οὕτως ἔνιοι τῶν ἀπαιδεύτων τοῖς ἔξωθεν τύφοις δοκοῦντές τινες εἶναι ὑπὸ τῆς ἰδίας γλωσσαλγίας ἐλέγχονται.

200. ΟΝΟΝ ΑΓΟΡΑΖΩΝ
[200.1] ὄνον τις ἀγοράζων ἐπὶ πείρᾳ αὐτὸν ἔλαβε καὶ εἰσαγαγὼν εἰς τοὺς ἰδίους ἐπὶ τῆς φάτνης αὐτὸν ἔστησεν. ὁ δὲ καταλιπὼν τοὺς ἄλλους παρὰ τῷ ἀργοτάτῳ καὶ ἀδηφάγῳ ἔστη καὶ ὃς οὐδὲν ἐποίει. δήσας οὖν καὶ ἀπάγων τῷ δεσπότῃ αὐτὸν ἀπέδωκε. τοῦ δὲ διερωτῶντος, εἰ οὕτως ἀξίαν αὐτοῦ τὴν δοκιμασίαν ἐποιήσατο, ὑπολαβὼν εἶπεν· «ἀλλ᾽ ἔγωγε οὐδὲν ἐπιδέομαι πείρας. οἶδα γάρ, ὅτι τοιοῦτός ἐστι, ὁποῖον ἐξ ἁπάντων τὸν συνήθη ἐξελέξατο».
ὁ λόγος δηλοῖ, ὅτι τοιοῦτος εἶναί τις ὑπολαμβάνεται, ὁποίοις ἂν ἥδηται τοῖς ἑταίροις.

***
196. Οι γάιδαροι στέλνουν αντιπροσωπεία στον Δία.
[196.1] Μια μέρα οι γάιδαροι δυσανασχέτησαν με τη μοίρα τους: ακούς εκεί, όλο να κουβαλάνε φορτία και να τραβάνε τέτοια ταλαιπωρία. Έστειλαν λοιπόν αντιπροσωπεία στον Δία και του γύρευαν να τους απαλλάξει με κάποιον τρόπο από τις κακουχίες. Ο θεός, βέβαια, έψαξε τρόπο για να τους δώσει να καταλάβουν ότι το αίτημά τους είναι αδύνατον, και τελικά βρήκε τί να τους πει: τότε μόνο, αποφάνθηκε, θα λυτρωθούν από τα δεινά τους, όταν φτιάξουν ολόκληρο ποτάμι με τα κάτουρά τους. Οι γάιδαροι, ωστόσο, νόμισαν πως τους το έλεγε για αλήθεια. Έτσι, από εκείνη την εποχή μέχρι σήμερα, όπου δούνε κάτουρο που να το έχει κάνει κάποιος από τη φάρα τους, αμέσως πάνε και στέκονται εκεί τριγύρω και κατουρούν με την ψυχή τους.
Το δίδαγμα του μύθου: Καθένας με το πεπρωμένο του, και τούτο δεν έχει γιατρειά.

197. Ο γάιδαρος και ο αγωγιάτης.
[197.1] Ήταν ένας γάιδαρος που το αφεντικό του τον τραβολογούσε στον δρόμο. Εντούτοις, το ζωντανό, αφού προχώρησε για λίγο, άφησε το ομαλό ίσιωμα και όρμησε μέσα στα κατσάβραχα. Στο τέλος, που λέτε, ήταν έτοιμο να γκρεμοτσακιστεί — ο αγωγιάτης το άδραξε από την ουρά και πάσχιζε να το φέρει πίσω σε ασφαλές μέρος. Όμως ο γάιδαρος τραβούσε με δύναμη προς την αντίθετη κατεύθυνση, ώσπου ο άνθρωπος τον αμόλησε πια και αναστέναξε: «Καλά, νίκησες. Τί θαρρείς; Σε κακό θα σου βγει τέτοια νίκη».
Ο μύθος αυτός ταιριάζει σε άνθρωπο εριστικό.

198. Ο γάιδαρος και ο λύκος.
[198.1] Ήταν μια φορά ένας γάιδαρος που έβοσκε στο λιβάδι, όταν ξάφνου αντίκρισε τον λύκο να ορμάει καταπάνω του. Αμέσως ο γάιδαρος καμώθηκε πως κούτσαινε. Ο λύκος, λοιπόν, μόλις πλησίασε, τον ρώτησε για ποιόν λόγο κουτσαίνει έτσι. Νά τί αποκρίθηκε ο γάιδαρος: «Αχ ο καημένος, πήγα να πηδήξω μια συστάδα θάμνων και πάτησα αγκάθι». Και στη συνέχεια έπιασε να ορμηνεύει τον λύκο: «Ξέρεις, καλύτερα να μου βγάλεις πρώτα το αγκάθι, προτού με καταβροχθίσεις, μην τυχόν σε τρυπήσει και σένα καθώς θα μασάς». Πράγματι, ο λύκος το έχαψε: μια και δυο, σήκωσε το ποδάρι του γάιδαρου και καταπιάστηκε να εξετάζει με μεγάλη προσοχή την οπλή του. Πάνω εκεί, που λέτε, ο γάιδαρος του τράβηξε μια γερή κλωτσιά στο στόμα, και τα δόντια του θεριού σκορπίστηκαν τριγύρω. Σε άθλια κατάσταση πλέον, ο λύκος βόγκηξε: «Μωρέ καλά να πάθω. Αφού είμαι χασάπης, αυτό το επάγγελμα μου έμαθε ο πατέρας μου — τί μου ήρθε να παραστήσω τον δόκτορα της ιατρικής;».
Έτσι γίνεται και με τους ανθρώπους: Όσοι καταπιάνονται με ασχολίες που δεν τους ταιριάζουν καθόλου επόμενο είναι να σπάσουν τα μούτρα τους.

199. Ο γάιδαρος και η λεοντή.
[199.1] Μια φορά ο γάιδαρος τύλιξε γύρω του το τομάρι ενός λιονταριού και έτσι τριγυρνούσε κατατρομάζοντας τα ανόητα ζώα. Μέχρι που βρήκε, βέβαια, μπροστά του την αλεπού και επιχείρησε να τη σκιάξει και αυτήν. Έλα όμως που εκείνη τον είχε όλως τυχαίως ακούσει να γκαρίζει λίγο πρωτύτερα. Η παμπόνηρη, λοιπόν, του έκανε: «Άχου καλέ, και εμένα θα με τρόμαζες, να είσαι βέβαιος, αρκεί να μην είχα ακούσει τα γκαρίσματά σου».
Έτσι συμβαίνει και με μερικούς άξεστους: Περνιούνται για σπουδαίοι με τις επιδείξεις και τις παράτες τους. Όμως τους προδίδει η ανόητη φλυαρία τους.

200. Ο γάιδαρος και ο αγοραστής.
[200.1] Ήταν κάποιος άνθρωπος που ήθελε να αγοράσει γάιδαρο. Πήρε λοιπόν έναν για δοκιμή, τον έμπασε στον στάβλο όπου είχε και τα υπόλοιπα γαϊδούρια του, και τον άφησε να στέκει εκεί, μπροστά στο παχνί. Ο γάιδαρος, που λέτε, δεν έδωσε σημασία στους άλλους ομοφύλους του, παρά πήγε και στάθηκε δίπλα στον πιο τεμπέλη και λαίμαργο ανάμεσά τους, εκείνον που δεν έκανε ποτέ καμία δουλειά. Κατά συνέπεια, ο αγοραστής τον έδεσε πάλι και τον πήγε πίσω στο πρώτο αφεντικό του, για να τον επιστρέψει. Απόρησε βέβαια ο πωλητής και ρώτησε: «Καλά, τον δοκίμασες κιόλας όπως πρέπει;». Όμως ο άνθρωπος αποκρίθηκε χωρίς περιστροφές: «Σιγά τώρα, δεν μου χρειάζονται παραπάνω δοκιμές. Σάμπως δεν το ξέρω καλά; Μ᾽ όποιον σύντροφο καθίσει, τέτοιον χαρακτήρα έχει».
Το δίδαγμα του μύθου: Ο κόσμος κρίνει τον χαρακτήρα ενός ανθρώπου από το είδος των ατόμων με τα οποία ευχαριστιέται να κάνει παρέα.

Ανασφάλειες: Από πού προέρχονται και πώς τις ξεπερνάμε;

Για πολλούς ανθρώπους η αίσθηση ότι οι αγαπημένοι τους άνθρωποι, ο/η σύντροφος, οι στενοί φίλοι, οι συνεργάτες θα τους απορρίψουν και θα τους εγκαταλείψουν με την παραμικρή αφορμή είναι μια σκιά στη ζωή τους, ένας φόβος που φωλιάζει βαθιά μέσα τους και χρωματίζει τις πράξεις τους. Η συναισθηματική αυτή ανασφάλεια κάνει τον άνθρωπο να μην πατάει γερά στα πόδια του και να βρίσκεται συνέχεια σε κατάσταση εγρήγορσης. Το άτομο που δε νιώθει ασφάλεια στις σχέσεις του δεν συνειδητοποιεί πάντα ότι αυτή η έλλειψη ασφάλειας είναι η πηγή των δυσκολιών του, αλλά εστιάζει στις εμφανείς εκδηλώσεις του βαθύτερου αυτού προβλήματος.

Η ψυχολογική διάσταση

Έτσι, το άτομο με συναισθηματική ανασφάλεια μπορεί πάντα να αισθάνεται ότι βάλλεται από όλες τις πλευρές, ότι οι άλλοι μονίμως το έχουν κάτω από το μικροσκόπιο και το παρατηρούν, το κριτικάρουν, το κρίνουν και το κατακρίνουν. Το άτομο με συναισθηματική ανασφάλεια βρίσκει ότι στα λόγια των άλλων υπάρχει πάντα μια αιχμή εναντίον του. Πολλές φορές νιώθει ότι οι άλλοι έχουν μόνο προτερήματα και το ίδιο μόνο ελαττώματα. Το αποτέλεσμα είναι ότι «τρέχει και δε φτάνει», με την έννοια ότι διαρκώς προσπαθεί να τα κάνει όλα με τον καλύτερο τρόπο προκειμένου να πάρει θετική κριτική και να μην το απορρίψουν οι άλλοι.

Το άτομο με συναισθηματική ανασφάλεια συχνά προσκολλάται στον λάθος σύντροφο, πείθοντας τον εαυτό του ότι δε θα βρει ποτέ κάτι καλύτερο, ή θεωρώντας ότι τα προβλήματα της σχέσης οφείλονται αποκλειστικά στον δικό του χαρακτήρα και συμπεριφορά, συγχωρώντας έτσι συνέχεια τον σύντροφο του. Βλέπει μόνο τα δικά του λάθη και όχι τα λάθη του συντρόφου του, οπότε διαρκώς αυτοκατηγορείται και περιμένει ότι δικαίως θα «τιμωρηθεί» με εγκατάλειψη κάποια στιγμή.

Στην κυριολεξία «κρεμιέται» από τον άλλον και αισθάνεται ένοχο για τον εαυτό του. Tο αποτέλεσμα είναι ότι συνέχεια προσπαθεί να είναι «τέλειο» στη σχέση του, κάτι που εκδηλώνεται με υποχωρητικότητα, σκύψιμο του κεφαλιού, την μη ανακοίνωση των αναγκών του και την επιθυμία του να είναι διαρκώς αρεστό. Αυτή η έλλειψη αυτοπεποίθησης δεν είναι μόνο ψυχικά οδυνηρή, αλλά αποτελεί τροχοπέδη στην εξέλιξη του ατόμου αυτού. Συχνά το άτομο με συναισθηματική ανασφάλεια νιώθει συναισθηματικά ανήμπορο και τελματωμένο στη ζωή του.

Οι άνθρωποι με συναισθηματική ανασφάλεια συχνά χαρακτηρίζονται από εσωτερική δειλία, ακόμα και αν κάτι τέτοιο δε φαίνεται στη συμπεριφορά τους. Ακόμα, καταπνίγουν τα συναισθήματά τους και προσπαθούν να φαίνονται ήρεμοι και αξιόπιστοι προς τα έξω, με μεγάλο ψυχικό κόστος, όμως. Επίσης, μπορεί να έχουν μέσα τους μεγάλα αποθέματα θυμού, όχι τόσο με τους άλλους όσο με τον ίδιο τους τον εαυτό.

Τι δημιουργεί συναισθηματική ανασφάλεια; 

Πολλοί παράγοντες σε συνδυασμό ευθύνονται για τη δημιουργία της συναισθηματικής ανασφάλειας. Τα άτομα με αυτό το ψυχολογικό προφίλ συχνά έχουν ιστορικό «βεβαρυμένης» παιδικής ηλικίας, με την έννοια ότι έχουν ζοριστεί πολύ συναισθηματικά.

Συχνά προέρχονται από οικογένειες με έντονες απαιτήσεις, μεγάλη πίεση για πρόοδο και υψηλές επιδόσεις, αλλά και συναισθηματική ψυχρότητα. Οι ενήλικες με συναισθηματική ανασφάλεια θυμούνται ότι όταν ήταν παιδιά πολλές φορές η τιμωρία τους ήταν να στερηθούν την αγάπη και τη ζεστασιά των γονιών τους, ή να υποστούν κάποια συναισθηματική μείωση ή ταπείνωση από τους γονείς τους. Ένα ευαίσθητο άτομο δύσκολα μπορεί να ξεπεράσει τέτοιες εμπειρίες, οι οποίες του εντυπώνονται και το παραλύουν συναισθηματικά, διδάσκοντάς του το λάθος μάθημα ζωής.

Σε άλλες περιπτώσεις τα άτομα με συναισθηματική ανασφάλεια έχουν μια σειρά από άτυχες σχέσεις και εμπειρίες, έχουν βιώσει έντονη απόρριψη και έχουν αισθανθεί ότι το λάθος και η ευθύνη της αποτυχίας ήταν όλη δική τους. Το αποτέλεσμα είναι ότι μέσα από τον παραμορφωτικό φακό της προηγούμενης ερμηνείας τείνουν να ερμηνεύουν όλη τους τη ζωή.

Δημιουργώντας συναισθηματική ασφάλεια 

Δεν είναι εύκολο για ένα άτομο που έχει μάθει να ζει μέσα στην συναισθηματική ανασφάλεια να αποκτήσει ξαφνικά, με το γύρισμα ενός κουμπιού, συναισθηματική ασφάλεια. Ωστόσο, κάτι τέτοιο δεν είναι ακατόρθωτο.

Σημαντικό είναι να ξεκινήσει κανείς από μια τίμια και ειλικρινή ανασκόπηση του εαυτού του, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τα ελαττώματα όσο και τα προτερήματά του. Έπειτα, θα πρέπει να εξετάσει τις καλές και θετικές σχέσεις στη ζωή του, να τις αναλύσει και να τους δώσει την πρέπουσα σημασία (κάτι που δεν κάνει, αφού εστιάζει αποκλειστικά στις αρνητικές σχέσεις)

Βασική είναι η συνειδητοποίηση ότι κανείς δεν μπορεί να είναι αρεστός σε όλους, ωστόσο οι φίλοι και οι δικοί μας άνθρωποι μας αγαπάνε με τα ελαττώματά μας, όπως λέει και η παροιμία, και ότι δεν εξαφανίζονται στην παραμικρή αφορμή. Όταν συμβεί κάτι τέτοιο, θα πρέπει κανείς να εξετάσει το δικό του φταίξιμο, αλλά και το μερίδιο ευθύνης του άλλου. Η πορεία για τη δημιουργία συναισθηματικής ασφάλειας δεν είναι εύκολη, ίσως είναι και κοπιαστική, όμως το αποτέλεσμα αξίζει τον κόπο, αφού το άτομο αισθάνεται σίγουρο για τον εαυτό του, νιώθει ασφάλεια στις σχέσεις του, και μπορεί να διαχειριστεί τη ζωή του χωρίς φόβο και αμφιβολία.

Σχέσεις εξάρτησης: γιατί δε μπορούμε να «ξεφύγουμε»;

Τι είναι αυτό που μας κάνει να εξαρτόμαστε τόσο από μία σχέση και να μην μπορούμε να μείνουμε για κάποιο χρονικό διάστημα μόνοι μας; Για κάποιους είναι ζωτικής σημασίας να είναι σε μια σχέση γιατί ουσιαστικά αλλιώς δεν έχουν κάποιο σημείο αναφοράς με βάση το οποίο να προσδιορίζουν τον εαυτό τους, την ίδια τους την ύπαρξη! Χρειάζεται πολλή δουλειά με τον εαυτό για να μάθουμε να αυτοπροσδιοριζόμαστε και να γνωρίσουμε τα όρια μας!

Δυστυχώς η δύσκολη καθημερινότητα με την ρουτίνα και τις υποχρεώσεις μας έχουν κάνει να έχουμε χάσει τον χαμόγελο και την θετική μας ενέργεια. Βλέπουμε το ποτήρι μισο-άδειο και εστιάζουμε μόνο στα αρνητικά της κατάστασης που βιώνουμε. Το παν είναι ο τρόπος και η οπτική που βλέπουμε τα πράγματα…τα “γυαλιά” που φοράμε. Την ίδια κατάσταση, κάτω από άλλες συνθήκες μπορεί να την δούμε τελείως διαφορετικά. Τι επηρεάζει η οπτική που υιοθετούμε; Η καλή μας ψυχολογία και το πόσο έχουμε μάθει να νοηματοδοτούμε θετικά ή να ψάχνουμε το θετικό νόημα της κάθε εμπειρίας που περνάμε. Να βρίσκουμε χαρά ακόμα και στα απλά καθημερινά πράγματα που έχουμε, χωρίς να εστιάζουμε σε όσα δεν έχουμε. Αν καταφέρουμε να αλλάξουμε οπτική και τρόπο σκέψης αυτόματα θα δούμε να αλλάζουν και οι γύρω μας! Είμαστε ένα σύστημα τα μέλη του οποίου επηρεάζουν το ένα το άλλο!

Για να αποδεχτούμε ότι είμαστε σε μια σχέση εξάρτησης, πρέπει να παραδεχτούμε ότι μπει σε ένα μοτίβο λάθος επιλογών. Σύντροφοι που αν προσπαθήσουμε να τους δούμε συνολικά, ίσως διαπιστώσουμε ότι έχουν πολλά κοινά μεταξύ τους. Όλοι σχετίζονταν μαζί μας με έναν τρόπο που μοιάζει με αυτό της αράχνης, όπου φτιάχνει τον ιστό της ώστε να εγκλωβίζει τα έντομα και να μην μπορούν να φύγουν. Πόσο όμως αποδεχόμαστε τα λάθη μας;

Πολλοί άνθρωποι τείνουν να είναι πολύ σκληροί κριτές και να αυτο-τιμωρούνται για τα λάθη που κάνουν. Ακόμα, τείνουν να τα βιώνουν πολύ ενοχικά και να εστιάζουν μόνο στα αρνητικά και όχι στα όσα έχουν ήδη καταφέρει. Πώς όμως να έχεις μια άλλη οπτική όταν τα σημαντικά πρόσωπα αναφοράς σου εστίαζαν στα λάθη και τις αποτυχίες, μην αφήνοντας σου περιθώριο αποτυχίας γιατί αλλιώς κρινόταν η αξία όλης της προσωπικότητας σου; Το παραπάνω, έχει ως αποτέλεσμα ως ενήλικες κουβαλάμε την ίδια στάση ζωής να εμπλεκόμαστε ξανά και ξανά σε σχέσεις εξάρτησης, μη υγιείς!

Ας προσπαθήσουμε από εδώ και πέρα να δούμε με άλλη σκοπιά τα λάθη μας και να μαθαίνουμε από αυτά αντί να κατακρίνουμε τον εαυτό μας και να είμαστε σε έναν συνεχόμενο φαύλο κύκλο! Έτσι, θα αναγνωρίζουμε τις δυσλειτουργικές μας σχέσεις και θα δίνουμε την ευκαιρία στον εαυτό μας να τις αλλάξει.

Έρευνες για τη διεργασία του πένθους

«Ο θάνατος ήταν μαζί μας από πάντα και θα είναι μαζί μας για πάντα» -Elisabeth Kubler – Ross
 
Η διαδικασία του πένθους αποτελεί μια περίπλοκη συναισθηματική απάντηση στην απώλεια. Ένας σημαντικός αριθμός ειδικών δίνει θεωρητικές εξηγήσεις στην απώλεια και άλλοι έχουν προσπαθήσει να διαμορφώσουν ένα μοντέλο απώλειας περιγράφοντας και κατηγοριοποιώντας τις αντιδράσεις του ατόμου στην εν λόγω κατάσταση. Η ψυχολογική διαδικασία που περιλαμβάνεται σ’ αυτή την κατάσταση «ανάρρωσης» είναι ο λεγόμενος «θρήνος» ή, αλλιώς, το λεγόμενο «πένθος». 
 
Πρόκειται για τη διαδικασία κατά την οποία ο πενθών μπορεί να υποστηριχτεί κατάλληλα από έναν επαγγελματία ψυχικής υγείας προκειμένου να την κατανοήσει και να τη διαχειριστεί αποτελεσματικά. Προφανώς, ικανοί και άρτια εκπαιδευμένοι επαγγελματίες ψυχικής υγείας μπορούν να επιτύχουν την καλύτερη έκβαση της πορείας του πενθούντος. Εντούτοις, ο άνθρωπος που βιώνει πένθος συχνά έχει το δικό του κοινωνικό υποστηρικτικό δίκτυο το οποίο δεν πρέπει να παραγκωνίζεται, καθώς ο πενθών αποτελεί μέλος του δικού του κοινωνικού συνόλου. Σε κάποιες περιπτώσεις, η καλύτερη παρέμβαση από τον επαγγελματία ψυχικής υγείας είναι να στηρίξει και να ενημερώσει την ενδιαφερόμενη οικογένεια και το φιλικό περιβάλλον, καθώς «συνταξιδεύουν» με τον πενθούντα.
 
Η Elizabeth Kübler-Ross (1969), στο βιβλίο της On Death and Dying, είναι η πρώτη συγγραφέας που αναφέρθηκε στα στάδια του πένθους από τα οποία, όπως εκτιμά η ίδια,  περνάει κάθε άνθρωπος, είτε πρόκειται για την αποδοχή του δικού του θανάτου, είτε για την αντιμετώπιση του θανάτου ενός αγαπημένου του προσώπου. Τα στάδια του πένθους κατά την Kübler-Ross έχουν ως εξής:
 
(α) σοκ και άρνηση,
(β) οργή και θυμός,
(γ) θλίψη και πόνος,
(δ) διαπραγμάτευση,
(ε) κατάθλιψη και εσωστρέφεια, απομάκρυνση από τον περίγυρο, και
(στ) γαλήνη και αποδοχή.
 
Αναλυτικότερα:
Το σοκ και η άρνηση είναι ο «φυσικός αμυντικός μηχανισμός» του ανθρώπου (Eliot, 1946) για να μπορέσει να αντέξει το δυσάρεστο συμβάν. Ο Parkes (1972) έδωσε έμφαση στον ρυθμιστικό ρόλο της άρνησης στην άμβλυνση του συναισθηματικού αντίκτυπου που έχει ο θάνατος του/της συντρόφου στον πενθούντα. Ο θυμός ξεκινάει με τη συνειδητοποίηση του γεγονότος, όταν πια η άρνηση δεν είναι εφικτή, καθώς ο θάνατος πλέον είναι μια κατάσταση οριστική και αμετάκλητη. Ερωτήσεις του τύπου «Γιατί σε εμένα;» και «Γιατί στον δικό μου άνθρωπο;» είναι σύνηθες φαινόμενο στο στάδιο αυτό. Η οργή ξεσπάει προς διάφορες κατευθύνσεις και έχει ποικίλους παραλήπτες, την οικογένεια, τους γιατρούς, τον Θεό (Parkes, 1972), ακόμα και τον ίδιο τον εκλιπόντα, στον οποίο χρεώνεται η εγκατάλειψη του/της συντρόφου (Lichtenberg, 1990).
 
Η διαπραγμάτευση παίρνει τη μορφή διαλόγου με τον εκλιπόντα (Keane, 2005). Η θλίψη έρχεται ως απόρροια  του πόνου που νιώθει ο επιζών από το κενό που άφησε στη ζωή του ο θάνατος του αγαπημένου του προσώπου. Kατά την περίοδο αυτή, ο πενθών παρουσιάζει ποικίλες αντιδράσεις και βιώνει ανάμεικτα συναισθήματα όπως μοναξιά, άγχος, ενοχή και αγωνία, που πολλές φορές εκφράζονται μέσω σωματικών συμπτωμάτων. Το πέμπτο  στάδιο περιλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα συναισθημάτων που έχουν τα χαρακτηριστικά της κατάθλιψης. Παρατηρείται απώλεια όρεξης, αϋπνίες (Parkes & Brown, 1972), απώλεια ενδιαφέροντος για τα κοινά, καθώς και δυσκολία συγκέντρωσης (Shuchter & Zisook, 1993). Η απομόνωση και η εσωστρέφεια  είναι συχνά το απαραίτητο στάδιο προετοιμασίας, ο προθάλαμος  για την αποδοχή και η αφετηρία ενός νέου ξεκινήματος.
Πέρα από οτιδήποτε άλλο, το πένθος χαρακτηρίζεται ως μια πολύ προσωπική κατάσταση, υπό την έννοια ότι κάθε άνθρωπος το βιώνει διαφορετικά και αντιδρά με τον δικό του ξεχωριστό τρόπο.
Ωστόσο, η βιβλιογραφία εντοπίζει κάποιους παράγοντες που θέτουν συγκεκριμένα  πλαίσια στις επιμέρους αντιδράσεις των ατόμων. Για παράδειγμα, ο Worden (2009), ο Rando (1984) και ο Sanders (1993) έχουν σημειώσει τις κάτωθι μεταβλητές:
  • Τύπος απώλειας
  • Σχέση και σύνδεση με τον εκλιπόντα (π.χ. η εγγύτητα της σχέσης, ζητήματα αμφιθυμίας, εξάρτησης κλπ.)
  • Συνθήκες σχετικές με την απώλεια (π.χ. αιφνίδια, μπορούσε να αποφευχθεί, συγχρονισμός [το λεγόμενο «timing»], ύπαρξη ή μη επιπρόσθετων στρεσογόνων παραγόντων κλπ.)
  • Ύπαρξη προηγούμενων απωλειών και η επίδραση που είχαν στο άτομο
  • Η προσωπικότητα του πενθούντος και η αποτελεσματικότητά του να αντιμετωπίσει την απώλεια
  • Κοινωνικές μεταβλητές (π.χ. ηλικία, φύλο, πολιτιστικές πεποιθήσεις και πρακτικές, κοινωνική τάξη, θρησκευτική πίστη, πνευματικές ανησυχίες, ύπαρξη ή μη στήριξης από το στενό και ευρύτερο περιβάλλον κλπ.)
  • Προσωπικές μεταβλητές (π.χ. υγεία, διαχείριση τρόπου ζωής, κλπ.).
Οι παραπάνω παράγοντες αντικατοπτρίζουν την αξία και το «ειδικό βάρος» που έχει η έννοια της απώλειας κάτω από διαφορετικές συνθήκες και για διαφορετικούς τύπους ανθρώπων.
 
Ο θάνατος, βέβαια, αντιπροσωπεύει την απόλυτη μορφή απώλειας, καθώς σηματοδοτεί την απώλεια της απτής, φυσικής παρουσίας του ατόμου. Αποτελεί την «τομή» στη ζωή του πενθούντα, ανατρέποντας τα μέχρι τότε δεδομένα της ζωής του. Παίρνει μαζί του τη σχέση με ένα παρελθόν που τερματίστηκε τη στιγμή που συνέβη, δημιουργώντας όμως τη δυνατότητα για μεταμόρφωση του Εγώ και για αναζήτηση ενός νέου νοήματος. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η Judith Batler (2009):
 
«Υπάρχει η απώλεια, αλλά υπάρχει και το μεταμορφωτικό αποτέλεσμα της απώλειας, και αυτό δεν μπορεί ούτε να χαρτογραφηθεί ούτε να σχεδιαστεί». Το ψυχικό άλγος που δημιουργεί η απώλεια είναι η «κίνηση της ψυχής», το βασικό συστατικό του πένθους, μέσα στο πλαίσιο του οποίου πραγματοποιείται η αλλαγή. 
 
Μοντέλα της θλίψης
Πολλοί θεωρητικοί έχουν περιγράψει και συστηματοποιήσει τις αντιδράσεις στο πένθος. Ένας από αυτούς ήταν ο Lindermann (1944), ο οποίος περιέγραψε πέντε χαρακτηριστικά της φυσιολογικής αντίδρασης στη θλίψη και στο πένθος. Τα χαρακτηριστικά συνοψίζονται ως εξής:
  1. Σωματική δυσφορία κάποιου τύπου
  2. Ενασχόληση με την εικόνα του νεκρού
  3. Ενοχή που σχετίζεται με τον θανόντα ή με τις συνθήκες/περιστάσεις του θανάτου του
  4. Εχθρικές αντιδράσεις
  5. Η αδυναμία του πενθούντος να λειτουργήσει όπως πριν.
Οποιοσδήποτε έχει ασχοληθεί με τον πενθούντα θα είναι σε θέση να αναγνωρίσει αυτούς τους τρόπους απάντησης στον πόνο, καθώς και το γεγονός ότι αυτές τις αντιδράσεις, τις συνοδεύουν χαρακτηριστικά συναισθήματα, σωματικές αισθήσεις, συμπεριφορές και τρόποι σκέψης. Μια σειρά ειδικών, και ειδικότερα ο Bowlby και ο Parkes, κατηγοριοποίησαν όλες αυτές τις αντιδράσεις/απαντήσεις σε φάσεις. Ο Bowlby προσδιόρισε τρεις φάσεις όταν ένα παιδί αποχωρίζεται τον γονιό του ή κάποιον σημαντικό φροντιστή, οι οποίες είναι ο θυμός, η κατάθλιψη και η απόγνωση, ακολουθούμενα από αποσύνδεση/αδιαφορία, εάν ο γονιός/φροντιστής δεν επιστρέψει αρκετά σύντομα ή καθόλου. Ο Parkes, βασισμένος σε συνεντεύξεις με χήρες του Λονδίνου, πρόσθεσε μια επιπλέον φάση, αυτή του μουδιάσματος. Αυτές οι φάσεις και τα συνδεδεμένα με αυτές συναισθήματα παρουσιάζονται συνοπτικά στον παρακάτω πίνακα:
 
Φάσεις ενήλικου πένθους και συναφών συναισθημάτων
ΦΑΣΕΙΣΚΥΡΙΑΡΧΑ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΑ
ΧΡΟΝΙΚΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΩΛΕΙΑ
 
1η: Μούδιασμα
Σοκ, δυσπιστία
2     εβδομάδες-1 μήνα
2η: Λαχτάρα/επιθυμίαΑναπόληση/ανάμνηση, αναζήτηση, παραισθήσεις, θυμός, ενοχή

6     μήνες

 
 
3η: Αποδιοργάνωση/  απελπισίαΑνησυχία, μοναξιά, αμφιθυμία, φόβος, αβοηθησία, απουσία ελπίδας
1 χρόνος
 
 
 
4η: ΑναδιοργάνωσηΑποδοχή, ανακούφιση2 χρόνια ή  και                         περισσότερο

Μολονότι αυτό το μοντέλο κατασκευάστηκε βάσει γυναικείων μαρτυριών είναι ουσιαστικά το ίδιο και για τους άνδρες. Βέβαια, όσον αφορά τις φάσεις του, δέχτηκε αρνητική κριτική, με την αιτιολογία ότι το πένθος διαγράφεται ως μια γραμμική διαδικασία, κάτι που ποτέ δεν πρότεινε ο Parkes. Η διαδικασία του πένθους είναι σε μεγάλο βαθμό ένα από τα δύο βήματα μπροστά και ένα βήμα πίσω, με αποτέλεσμα οι φάσεις να αλληλεπικαλύπτονται. Τη μια στιγμή ο πενθών βλέπει ότι η ζωή βελτιώνεται και υπάρχουν πράγματα για να απολαύσει ξανά (φάση αποδοχής) και την επόμενη στιγμή βυθίζεται ξανά σε οξεία θλίψη (φάση απόγνωσης/αποδιοργάνωσης).
 
Μια άλλη κριτική που δέχτηκε το συγκεκριμένο μοντέλο είναι ότι οι φάσεις του, συνάδουν με μια χρονική κλίμακα. Ενώ για πολλούς η φάση του μουδιάσματος (σοκ) διαρκεί περίπου δύο εβδομάδες και η λαχτάρα/επιθυμία έξι μήνες, εκεί ακριβώς είναι που υπάρχουν τεράστιες διακυμάνσεις οι οποίες, όταν λαμβάνουν χώρα, δεν θα πρέπει να ερμηνεύονται ως μη φυσιολογικές. Σε αυτό το σημείο αξίζει να σημειωθεί ότι οι φάσεις του Parkes εστιάζουν αποκλειστικά στα συναισθήματα της θλίψης.

Οι Stroebe και Schut (1999) μελέτησαν τη διαδικασία του πένθους σε διαφορετικούς πληθυσμούς και συνειδητοποίησαν ότι υπάρχουν πολλές διαπολιτισμικές διαφορές. Για παράδειγμα, σε κάποιες κουλτούρες, όπως οι μουσουλμανικές κοινότητες στο Μπαλί, το πένθος ούτε αντιμετωπίζεται, ούτε εκδηλώνεται, ούτε υπάρχουν σοβαρές ψυχολογικές συνέπειες. Σε άλλες κουλτούρες, όπως στην Ιαπωνία, ένα οικογενειακό ιερό προσκύνημα στη μνήμη των νεκρών προγόνων είναι φυσιολογικό, ενώ στις Δυτικές κοινωνίες θεωρείται ως σημάδι ένδειξης άλυτου πένθους. Οι παραπάνω διαφορές οδήγησαν τους εν λόγω ερευνητές να προτείνουν το «μοντέλο της διπλής διαδικασίας (dual process model)» του πένθους. Συγκεκριμένα, αναγνώρισαν ότι οι δύο συνιστώσες της θλίψης είναι (α) η προσανατολισμένη απώλεια (loss-oriented), ουσιαστικά το συναισθηματικό μέρος της διαδικασίας που παρατήρησε ο Parkes, και (β) η αποκατάσταση του προσανατολισμού (restoration-orientation), διαδικασία που αφορά στην αναγκαία έμφαση στα νέα καθήκοντα και στην ανάπτυξη νέων δεξιοτήτων, για να είναι σε θέση το άτομο να διαχειριστεί τις βαρυσήμαντες αλλαγές στον τρόπο ζωής που προκύπτει από τον θάνατο ενός προσφιλούς προσώπου. Η ανάκαμψη/αποκατάσταση από το πένθος περιλαμβάνει και τα δύο στάδια που περιγράφηκαν παραπάνω.

Μια περαιτέρω εξέλιξη στο συγκεκριμένο πεδίο υπήρξε η αναγνώριση από τους θεωρητικούς ότι ο πενθών/η πενθούσα πάντα ήξερε ότι ο αποθανών δεν έχει ξεχαστεί, ότι η πληγή, ακόμα κι αν επουλωθεί, είναι πάντα παρούσα και ότι εξακολουθούν να υφίστανται δεσμοί, τόσο υλικοί όσο και άυλοι, με τον θανόντα. Οι υλικοί σχετίζονται με τα αναμνηστικά, όπως επιστολές, προσωπικά αντικείμενα και φωτογραφίες του εκλιπόντος. Τα άυλα είναι οι αναμνήσεις που διατηρούνται στην καρδιά του πενθούντα. Οι Klass et al. (1996) έχουν γράψει εκτενώς για την αναγκαιότητα της συνέχισης των δεσμών και την ακαταλληλότητα των όρων όπως «ας το αφήσουμε στην άκρη» που βρίσκονται συνήθως στη βιβλιογραφία του πένθους. Ο Βucay (2010) θεωρεί ότι είναι αναγκαίο να κατανοήσουμε και να αποδεχτούμε ότι η όλη σχέση μας με το σύμπαν, και ακόμη περισσότερο με τον περιορισμένο κοινωνικό μας κύκλο, είναι εφήμερη. Άλλωστε… όλα έχουν ένα τέλος… Έτσι και η ζωή!

Ο Επίκουρος για την εξέλιξη της ανθρώπινης κοινωνίας

Ο Επίκουρος, στην Επιστολή προς τον Ηρόδοτο, αναφέρει τις τρεις κύριες αιτίες όπου βασίστηκε η ανθρωπότητα για να προοδεύσει δημιουργώντας τον ανθρώπινο πολιτισμό.
   
Οι κοινωνίες δεν προέκυψαν εκ του μηδενός, ούτε είναι δημιουργήματα κάποιων θεών, αλλά προήλθαν μέσα από μια φυσική εξελεγκτική διαδικασία.
 
Αφού προσπάθησε αρχικά να αφαιρέσει τους μύθους που επικρατούσαν μέχρι τότε σχετικά με την ανθρώπινη ύπαρξη, την επαναφέρει σε μια φυσική διάσταση, λέγοντας ότι τα διάφορα όντα, συμπεριλαμβανομένου και του ανθρώπου, έχουν την προέλευσή τους από τον κόσμο όπου κατοικούν και όχι έξω από αυτόν.
 
«Πρέπει να δεχθούμε» λέει ο Επίκουρος,
«ότι στους ανθρώπους η εμπειρία και η αναγκαιότητα ήρθαν συχνά σε βοήθεια στη φύση. Ο λογισμός τελειοποίησε τα δεδομένα της Φύσης και πρόσθεσε νέες ανακαλύψεις, εδώ πιο γρήγορα, εκεί πιο αργά. Πότε διασχίζοντας τις περιόδους του χρόνου από την εποχή του απείρου, πότε σε περιόδους πιο σύντομες».
Η κύρια μαρτυρία μας για τις απόψεις του Επίκουρου σχετικά με την εξέλιξη της ανθρώπινης κοινωνίας είναι το ποίημα του Λουκρήτιου «De Rerum Natura», που, χωρίς καμία αμφιβολία, ακολουθούσε τις απόψεις του ίδιου του Επίκουρου, όπως εκείνος τις καταγράφει στο περίφημο έργο του «Περί Φύσεως» και σε άλλες πραγματείες. Ο Λουκρήτιος, στο ποίημά του, αναλύει και μιλάει για την ανάγκη που μας ωθεί στην αναζήτηση μέσω των αισθήσεων, για την εμπειρία που συσσωρεύει στο πέρασμα του χρόνου τα αποτελέσματα αυτών των διαδοχικών αναζητήσεων, και για τη λογική που επεξεργάζεται ακατάπαυστα τα δεδομένα των αισθήσεων καταλήγοντας σε συμπεράσματα. Ο χρόνος, λέει ο Λουκρήτιος «φέρνει αργά στο φως όλες τις ανακαλύψεις», και η λογική είναι εκείνη που με τη βοήθεια του χρόνου «διδάσκει λίγο-λίγο και βήμα-βήμα τους ανθρώπους».
 
Οι άνθρωποι της πρώτης περιόδου, σύμφωνα με τον Λουκρήτιο, δεν διαθέτουν ούτε τα στοιχειώδη εργαλεία, δεν γνωρίζουν να καλυφτούν το σώμα τους ούτε με δέρματα ζώων, βγάζουν άναρθρες κραυγές τριγυρνώντας σε αγέλες, όπως τα ζώα, πίνουν νερό απ τα ποτάμια και τρώνε κυρίως φρούτα και λαχανικά. Είναι όμως πιο συγκροτημένοι και σκληραγωγημένοι σε σχέση με τον σημερινό άνθρωπο, με δυνατό σκελετό και με μυς για να αντέχουν στις καιρικές συνθήκες, κάτι που τους βοήθησε σημαντικά στον αγώνα για την επιβίωσή τους.
 
Παρ' ότι ήσαν γυμνοί και χωρίς όπλα, με τα δυνατά τους χέρια και με τα επιδέξια πόδια υποστήριζαν και κάλυπταν τα μειονεκτήματά τους στη μάχη που έδιναν καθημερινά για την ίδια τους τη ζωή. Όταν έβλεπαν μεγάλα και δυνατά ζώα, λέει ο Λουκρήτιος, έφευγαν μακριά και τα πετούσαν πέτρες ή ανέβαιναν στα δένδρα να σωθούν, ενώ τα λιγότερα επικίνδυνα τα χτυπούσαν από κοντά με ρόπαλα και άλλα θανατηφόρα αντικείμενα. Το βράδυ ξεκουράζονταν και κοιμόντουσαν στο χώμα, μέσα σε σπηλιές και σε λαγκάδια όπου ένιωθαν προστατευμένοι απ' τους κινδύνους. Συνεχίζοντας την απολαυστική του αφήγηση, ο Λουκρήτιος λέει ότι:
 
«οι άνθρωποι εκείνης της εποχής δεν γνώριζαν την έννοια του κοινού σκοπού ούτε το καλό, δεν ήξεραν από νόμους ούτε από ηθικούς κανόνες στις μεταξύ τους σχέσεις. Ο καθένας άρπαζε από το αυθόρμητο της φύσης του, τη πρώτη λεία που έβρισκε μπροστά του, και το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν η επιβίωσή του, να φροντίζει μονάχα για τον εαυτό του».
 
Σε αυτό το άγριο περιβάλλον όπου επικρατούσε η δύναμη του πιο ισχυρού, σε μια διαρκή κατάσταση πολέμου και καθημερινής μάχης για την επιβίωση, για τον πρωτόγονο άνθρωπο τίποτα άλλο δεν είχε σημασία παρά μόνο η ίδια του η ζωή, ώσπου κάποια στιγμή, με την συνδρομή του χρόνου, και βασιζόμενος αρχικά στις δυο από τις τρεις κύριες αιτίες που αναφέρει ο Επίκουρος, στην ανάγκη και στην εμπειρία, προχώρησε στις πρώτες του σημαντικές ανακαλύψεις. Έμαθε να ντύνεται γδέρνοντας τα ζώα που σκότωνε, να κατασκευάζει καλύβες για να προφυλάσσεται από τη βροχή και το κρύο, αλλά το σημαντικότερο απ' όλα ήταν πως ανακάλυψε να ανάβει φωτιά.
 
Η φωτιά τον έβγαλε από την κτηνώδη κατάσταση στην οποία ζούσε και αποτέλεσε «μέσο, χρησιμοποιώντας και τη λογική πλέον για νέες εφευρέσεις, όπου οι άνθρωποι με το πιο έξυπνο μυαλό και την πιο δυνατή νόηση, εισήγαγαν από μέρα σε μέρα αλλαγές στην τροφή και παλιό τρόπο ζωής». Έτσι, με την ανακάλυψη της φωτιάς, άρχισαν να μαζεύονται γύρω από αυτήν κάτω από κοινή στέγη, και ο άνδρας με τη γυναίκα που μέχρι τότε ενώνονταν κατά τύχη, δημιουργούν οικογένεια και συγκροτούν μια ομάδα, ξεκινώντας μια νέα περίοδο στην Ιστορία της Ανθρωπότητας.
 
Είναι η περίοδος που γεννιέται η κοινωνία με την αμοιβαία αποδοχή ισότητας, ανάμεσα στην γυναίκα και στον άνδρα και η εμφάνιση των πιο ευγενών συναισθημάτων για τα τέκνα. Σε αυτό το στάδιο, προκύπτει και η σύνδεση μεταξύ των οικογενειών που διέπεται από την αρχή της ωφέλειας, μιας και οι άνθρωποι ήταν σε θέση να ενωθούν για να αποτρέψουν φυσικούς κινδύνους, και να μεριμνήσουν συμμετέχοντας από κοινού στις διάφορες ασχολίες, ώστε να εξασφαλίσουν τα βασικά και αναγκαία αγαθά για την ασφαλή επιβίωση, την αναπαραγωγή και την ευθυμία των μελών τους.
 
Παράλληλα, καθώς τα ανθρώπινα όντα βιώνουν διαφορετικές επιδράσεις και λαμβάνουν διαφορετικές παραστάσεις και εικόνες, που ποικίλλουν από τόπο σε τόπο, ομοίως και οι ήχοι που παράγονται ως απάντηση σε οποιοδήποτε δεδομένο ερέθισμα είναι διαφορετικοί, και οι αρχικές κραυγές τους μετατρέπονται σε λέξεις, που είναι λίγο ή πολύ σύμφωνες με τα αρχικά ή τα πρωτόγονα αντικείμενά τους. Οι πρωτόγονες λέξεις δεν αποτελούσαν ακόμη πηγή διανοητικής σύγχυσης, αλλά αυτό άλλαξε μετέπειτα με την πλήρη ανάπτυξη της γλώσσας, πράγμα που εξηγεί και το γεγονός της ύπαρξης πολλών γλωσσών.
 
Η επιστήμη της Ανθρωπολογίας σήμερα υιοθετεί σε αρκετά πράγματα τις υποθέσεις του Λουκρήτιου για την εξέλιξη του ανθρώπινου είδους.

Τα στερεότυπα των συντροφικών σχέσεων

Τα κοινωνικά στερεότυπα που διαποτίζουν την κοινωνία μας θέλουν όλους τους ανθρώπους να ψάχνουν εναγωνίως το έτερόν τους ήμισυ για να ολοκληρωθούν ως υπάρξεις. Τα κοινωνικά στερεότυπα θέλουν όλους τους ανθρώπους να ψάχνουν το έτερόν τους ήμισυ για να ολοκληρωθούν ως υπάρξεις. Από τη νεαρή ηλικία εμφυτεύει μέσα στο μυαλό του κάθε μαθητή, σπουδαστή, νέου πως πρέπει να αγωνιά για να βρει σύντροφο. Μία πίεση η οποία γίνεται πιο εμφανής στις γυναίκα, αφού η πατριαρχική νόρμα ήθελε να τη διαποτίσει με την πίστη πως μόνο μέσα από έναν άνδρα θα μπορούσε να ολοκληρωθεί.

Όμως, πόσο ισχύουν οι στερεότυπες αντιλήψεις που ακούμε; Θα μπορούσαμε να εξετάσουμε μερικές από τις σημαντικότερες.

Αφού δεν έχεις σύντροφο, είσαι μόνος

Όχι, δεν είσαι μόνος. Έχεις οικογένεια, συνεργάτες, φίλους και άλλους ανθρώπους που σε ψάχνουν, ενδιαφέρονται για σένα και θέλουν να σε στηρίζουν. Ο σύντροφος δεν εγγυάται την ευτυχία, υπάρχουν δεσμευμένοι άνθρωποι που ζουν συζυγικές κολάσεις ή βρίσκονται σε σχέσεις εντελώς ψεύτικες και κενές απλά και μόνο για τα μάτια του κόσμου. Η ευτυχία δεν έρχεται από άλλους ανθρώπους έξω από εμάς, αλλά υπάρχει ήδη μέσα μας.

Μόνο η συντροφική σχέση εγγυάται την ευτυχία

Όχι, όχι και πάλι όχι! Υπάρχουν χιλιάδες άνθρωποι που βιώνουν κολάσεις ή σχέσεις εντελώς ψεύτικες που τους δημιουργούν αφόρητη πίεση και δυστυχία και θα ήθελαν να βρίσκονται στη θέση ενός ελεύθερου ανθρώπου. Η ευτυχία μπορεί να έρθει και από άλλα σπουδαία πράγματα όπως τη φιλία, τον αθλητισμό, την εργασία, τη μάθηση, τις σπουδές, τα ταξίδια. Η συντροφική σχέση μπορεί μεν να φέρνει χαρούμενες στιγμές, αλλά μόνο όταν αυτοί που συμμετέχουν είναι ώριμοι, σέβονται την ελευθερία του άλλου και αγαπούν αληθινά. Σε καμία περίπτωση ένας άνθρωπος ελεύθερος είναι λιγότερος ή δυστυχισμένος; αντιθέτως, απολαμβάνει αυτό το σπουδαίο δώρο της ελευθερίας το οποίο θα τον βοηθήσει να ερευνήσει τον εαυτό του ενδελεχώς και να μάθει περισσότερα και για εκείνον αλλά και τα άτομα που θέλει να περιστοιχίζουν τη ζωή του.

Επιπλέον, οι συντροφικές σχέσεις έχουν τόσα πολλά προβλήματα (χωρισμοί, ανασφάλειες, διαζύγια, απιστίες, συναισθηματικοί πόνοι ταλαιπωρούν αβάσταχτα πολλούς ανθρώπους) που δε μπορείς να λες ότι χαρίζουν αποκλειστικά και μόνο ευτυχία. Δε μας υπογράφει κανείς και πουθενά πως η συντροφική σχέση θα μας κάνει ευτυχισμένους, τα χαμόγελα στις φωτογραφίες ή τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν αντικατοπτρίζουν πάντοτε την πραγματικότητα.

Όποιος δεν έχει σύντροφο είναι μίζερος και διώχνει τους υποψήφιους μνηστήρες από δίπλα του

Όποιος δεν έχει σύντροφο, έχει επιλέξει την ελευθερία του από το να μη σπαταλάει τον εαυτό του σε φθηνές συντροφιές. Όχι μόνο δεν είναι μίζερος ένας άνθρωπος που επιλέγει να περιμένει αυτό που πραγματικά του αξίζει, αλλά τουναντίον, είναι αρκετά δυνατός και ώριμος ώστε να μην εξαρτάται σωματικά η συναισθηματικά από ένα άλλο άτομο και να μη βολεύεται σε ψεύτικες συντροφιές.

Μην αγχώνεσαι στην προσπάθειά σου να ικανοποιήσεις τους άλλους και να αισθανθείς κοινωνικά περισσότερο εναρμονισμένος ή αποδεκτός. Μαθαίνοντας από τις στιγμές που περνάμε με τον εαυτό μας και αντικρίζοντάς τον κατάματα, βάζουμε την υποδομή για να έρθει στη ζωή μας κάποια στιγμή και η πληρότητα.

Ευτυχία, η κινητήριος δύναμη του κόσμου

Ευτυχία, η κινητήριος δύναμη του κόσμου αυτού.

Αν το σκεφτούμε καλά η ζωή του ανθρώπου είναι μια ατέρμονη πορεία προς την ευτυχία. Αναζητούμε δυνατές φιλίες, καλές δουλειές, κοινωνικές θέσεις και φυσικά Αγάπη…

Νομίζω όμως ότι επικεντρώνουμε τόσο πολύ το νου και την θέληση μας ψάχνοντας μεγάλες στιγμές ευτυχίας που θέλουμε να διαρκέσουν, έτσι χάνουμε την χαρά τον μικρών απλών καθημερινών στιγμών.

Οι «μεγάλες στιγμές» έρχονται πολύ λίγες φορές στη ζωή μας και διαρκούν ελάχιστα. Αν ζούμε μια ζωή περιμένοντας αυτές τι στιγμές χάνουμε τις τόσο όμορφες απλές στιγμές που ζούμε καθημερινά.

Μια βόλτα στο πάρκο, την ίντριγκα ενός έξυπνου βιβλίου μυστήριου, μια ατέλειωτη συζήτηση περί ανέμων και υδάτων με έναν κοντινό μας άνθρωπο, ακόμα και την απόλαυση ενός φρεσκοχτυπημένου φραπέ μόλις πίνουμε τη πρώτη γουλιά.

Ζήστε αυτές τις στιγμές. Μην τις αφήνετε να περνάν! Ζήστε κάθε δευτερόλεπτο αυτής της όμορφης ζωής απολαμβάνοντας λιτές και συνάμα απίστευτες στιγμές.

Μην επικεντρώνεστε στα μεγάλα η ευτυχία έρχεται στα μικρά να το θυμάστε αυτό αν θέλετε να είστε ευτυχισμένοι.

Νιώστε την ομορφιά των συναισθημάτων που μας γεννάει η καθημερινότητα μας.

Ζήστε!

Εγώ όμως δεν κοροϊδεύομαι

Σχετική εικόναΌταν όμως εξέτασα τη γένεση της ίδιας της οργής, παρατήρησα πως οι άνθρωποι ρέπουν προς την οργή ο καθένας από διαφορετικές αιτίες, όλοι σχεδόν όμως έχουν την πεποίθηση ότι περιφρονούνται ή παραμελούνται. Γι’ αυτό πρέπει να βοηθήσουμε όσους πασχίζουν ν’ αποφύγουν την οργή, απομακρύνοντας όσο γίνεται την πράξη που ξυπνάει την οργή απ’ οποιαδήποτε υποψία περιφρόνησης ή θρασύτητας και αποδίδοντας τη στην άγνοια ή στην ανάγκη ή στο συναίσθημα ή σε ατύχημα.

Όπως λέει ο Σοφοκλής:

ούτε της λογικής το χάρισμα, βασιλιά, μένει
στους δυστυχισμένους, αλλά μακριά τους φεύγει·
έτσι ο Αγαμέμνων αποδίδει την αρπαγή της Βρισηίδας σε θεϊκή τρέλα, και “θέλει να επανορθώσει, λύτρα αμέτρητα δίνοντας”
(ΟΜΗΡΟΣ).

Πραγματικά, η ικεσία είναι πράξη ανθρώπου που δεν περιφρονεί· και όταν εκείνος που έχει αδικήσει φανεί να ταπεινώνεται, διαλύει κάθε εντύπωση περιφρόνησης. Όμως ο οργισμένος δεν πρέπει να περιμένει τέτοια ταπεινότητα, αλλά ν’ ακολουθεί το παράδειγμα του Διογένη, που, όταν κάποιος του είπε: “Σε κοροϊδεύουν, Διογένη”, εκείνος απάντησε: “Εγώ όμως δεν κοροϊδεύομαι”, και δεν πρέπει να νιώθει καταφρονημένος, αλλά να καταφρονεί μάλλον τον άνθρωπο που τον προσβάλλει σαν να ενεργεί από αδυναμία [ή σφάλμα], από προπέτεια ή απερισκεψία ή έλλειψη ελεύθερου φρονήματος, από έλλειψη επίγνωσης επειδή είναι πολύ γέρος ή πολύ νέος. Με κανένα τρόπο, όμως, δεν πρέπει να εκδηλώνεται τέτοια στάση απέναντι στους δούλους ή τους φίλους· και τούτο γιατί οι δούλοι παίρνουν μεγάλο θάρρος από τον ακέραιο χαρακτήρα μας και οι φίλοι από την αγάπη μας, και μας αψηφούν και οι δύο, όχι επειδή είμαστε ανίσχυροι ή αποτυχημένοι αλλά εξαιτίας της επιείκειας ή της φιλικής διάθεσής μας.

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ, ΗΘΙΚΑ

Η εθνική συνείδηση όπως την όριζε ο Πλάτωνας

Η Εθνική συνείδηση είναι η γνώση και το βίωμα της ιδιαίτερης φύσης του Έθνους στο οποίο ανήκουμε, η συνείδηση όλων των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων που αποτελούν το Έθνος, η γνώση του λαϊκού και φυλετικού χαρακτήρα, του πολιτισμού και της ιστορίας του, επιπλέον η συνείδηση του ότι ανήκουμε στο ίδιο Έθνος και των υποχρεώσεών μας προς αυτό.

Η Εθνική συνείδηση των Ελλήνων παρουσιάζεται πολύ πριν τους Περσικούς πολέμους, που αποτελούν ορόσημο στην εξέλιξής της. Πριν από τον 7ο π.Χ. αιώνα οι Έλληνες είχαν χαράξει γύρω τους ένα τείχος, που ξεχώριζε αυτό από τους άλλους λαούς τους ‘βαρβάρους”. Στην αφύπνιση του κοινού Ελληνικού αισθήματος συνετέλεσε και η επαφή των Ελλήνων μέσω των αποικιών, με άλλους λαούς, η οποία είχε ως αποτέλεσμα να γίνουν συνειδητά τα γνωρίσματα της φυλής τους, κοινά σ’ αυτούς και ξένα στους αλλόφυλους. Επίσης οι Πανελλήνιοι Αγώνες, Πύθια, Νέμεα, Ίσθμια, ιδιαίτερα δε τα Ολύμπια, από τους οποίους αποκείονταν οι βάρβαροι, συνέβαλαν στην τόνωση της Πανελλήνιας συνειδήσεως.

Αλλά η Πανελλήνια αυτή Εθνική συνείδηση δεν επέδρασε στην πολιτική ζωή των Ελλήνων, ο πολιτικός τοπικισμός τους δεν υποχώρησε. Η πόλις – κράτος, το κατ’ εξοχήν Ελληνικό πολιτικό πρότυπο, παραμένει ακλόνητο, ως την μεγάλη στιγμή της Μακεδονικής Ορμής. Πάντως το βίωμα των Περσικών πολέμων τόνωσε την συνείδηση των Ελλήνων και δημιούργησε τάσεις πανελλήνιας Εθνικής πολιτικής. Οι τάσεις αυτές απέβλεπαν στην κατάπαυση των εμφυλίων ερίδων, που μάστιζαν την Ελλάδα και την ανάληψη του Εθνικού πολέμου εναντίον των Περσών (Κίμων – Καλλικρατίδας). Δυστυχώς, η διαρχία Σπάρτης – Αθήνας έσυρε την Ελλάδα στον καταστρεπτικό Πελοποννησιακό πόλεμο. Η επαίσχυντος όμως Ανταλκίδειος ειρήνη, συνετέλεσε στην αναβίωση του ιδεώδους των Πανελλήνων. Ο Γοργίας στην Ολυμπία διακήρυξε την ανάληψη κοινού απελευθερωτικού Αγώνα κατά των Περσών, ο Ισοκράτης με Εθνικό παλμό ωθεί την Αθήνα και την Σπάρτη να συνδιαλλαγούν, για προπαρασκευή Πανελλήνιας στρατιάς “υπ’ Αθηναίων μεν και Λακεδαιμονίων στρατηγουμένης, υπέρ δε των συμμάχων ελευθερίας αθροιζομένης, υπό δε της Ελλάδος απάσης εκπεμπομένης, επί δε την των βαρβάρων τιμωρίαν πορευομένης” (Πανηγ. 185).

Ήταν ευτύχημα το γεγονός ότι η πνευματική ηγεσία του Ελληνισμού είχε συναίσθηση της Εθνικής της συνειδήσεως. Η Εθνική συνείδηση του Αριστοτέλη δεν δημιούργησε τον πολιτικό, τον στρατηλάτη Αλέξανδρο; Άς ασχοληθούμε όμως τώρα με την Εθνική συνείδηση του Πλάτωνα.

Ο Πλάτων πιστεύει στην κοινή καταγωγή των Ελλήνων. Οι Έλληνες μεταξύ τους λέει, είναι οικείοι και συγγενείς, ενώ με τους βαρβάρους είναι άσχετοι και ξένοι “φημί γαρ το μεν Ελληνικόν γένος αυτό αυτώ οικείον είναι και συγγενές, τω δε βαρβαρικώ οθνείον τε αλλότριον” (Πολιτεία 470γ).

Αρρώστεια είναι για τον Πλάτωνα, οι εμφύλιοι σπαραγμοι, γι’ αυτό τις συγκρούσεις μεταξύ των Ελλήνων τις ονομάζει “στάσεις”, ενώ τις συγκρούσεις Ελλήνων βαρβάρων τις αποκαλεί “πολέμους”, μια και οι Έλληνες, όπως λέει, είναι φυσικοί πολέμιοι των βαρβάρων. Και συνεχίζει, όσον αφορά την στάση: “Όπου τύχη να ξεσπάση και χωριστή σε δύο η πόλη, αν αρχίσουν να καταστρέφουν ο ένας του άλλου τα κτήματα και βάζουν φωτιά στα σπίτια, τι αποτρόπαιο πράγμα που φαίνεται να είναι και πόσο αφιλοπάτριδες οι δύο μερίδες. Γιατί αλλιώς ποτέ δεν θα τολμούσαν να ρημάζουν έτσι την μητέρα που τους γέννησε και τους ανέστησε” (Πολ. 470 δ,ε) και πιό πάνω (470 α) σημειώνει ότι αποτελεί βεβήλωση να προσφέρουμε στα ιερά μας, λάφυρα Ελλήνων. Για τον Πλάτωνα δεν είναι δίκαιο οι Έλληνες να εξανδραποδίζουν πόλεις Ελληνικές, απεναντίας μάλιστα “του Ελληνικού γένους φείδεσθαι”. Ομοίως δεν επιτρέπει στους Έλληνες να έχουν Έλληνα δούλο.

Την αντίληψη των αρχαίων Ελλήνων περί διαχωρισμού τους απ’ τους βαρβάρους αποδέχεται και ο Πλάτων. Δύο χαρακτηριστικά χωρία όπου η παραδοχή αυτή είναι σαφής: “Δια πάντων ανθρώπων Ελλήνων τε και βαρβάρων” (Επιστ. Ζ 335 α) και “εν ανθρώποις πάσι και Ελλήσι και βαρβάροις” (Νόμοι Γ 687 α).

Ο Πλάτων θεωρούσε τους Έλληνες, ως λαό του λόγου και ουσιώδες γνώρισμα του Ελληνικού ανθρωπίνου τύπου το φιλομαθές και το φιλόσοφο, αντίθετα γνώρισμα των βαρβάρων το θυμοειδές, το επιθυμητικό και το φιλοχρήματο, γνωρίσματα κατά τον ίδιον κατώτερα.

Ο Πλάτων υπερτάσσει το κοινό συμφέρον ολόκληρης της Ελλάδας, από εκείνο των πόλεων – κρατών, ακριβώς λόγω της βαθειάς Εθνικής του συνειδήσεως. Να και η θέση του σ’ ένα διαχρονικό πρόβλημα του Ελληνισμού : Στην Η’ επιστολή (353 ε) εκφράζει έντονα τον φόβο του για την απειλουμένη έκλειψη της Ελληνικής γλώσσας στην Σικελία.

Αλήθεια, σήμερα ποιός πνευματικός άνθρωπος ανησύχησε για τον ίδιο ακριβώς κίνδυνο, που και σήμερα υφίσταται, σε μεγαλύτερο μάλιστα βαθμό, στην Ν. Ιταλία και στην Σικελία; Ο Πλάτων μάλιστα υποδεικνύει το καθήκον των ομογλώσσων και ομοφύλων “τούτων δε χρή πάση προθυμία πάντας τους Έλληνας τέμνειν φάρμακον”.

Την Εθνική συνείδηση του Πλάτωνα μαρτυρά και η προσήλωσή του στην Ελληνική παράδοση. Αναφερόμενος στα Τρωϊκά, όπως και ο Όμηρος, αποκαλεί τους Έλληνες Αχαιούς, σέβεται το Μαντείο των Δελφών, της Δωδώνης και τον “πάτριον θεόν”.

Γνήσια Ελληνικός είναι και ο Νόμος του περί συμμετοχής στους Τέσσερις Πανελλήνιους Αγώνες, που θα αποτελούσαν και σοβαρούς παράγοντες της ηθικής συνοχής του Ελληνισμού. Αλλά η τρανοτέρα εκδήλωση της Εθνικής συνειδήσεως του Πλάτωνος, είναι η παραδοχή του ότι η υπό ίδρυση ιδεώδης ΠΟΛΙΤΕΙΑ του θα είναι ΕΛΛΗΝΙΚΗ:

” Ην συ πόλιν οικίζεις, ούχ Ελληνίς έσται;
Δεί γι’ αυτήν, έφη” (Πολ.470 ε).

Το αστέρι του Scholz εισέβαλε στο Νέφος του Oort πριν 70.000 χρόνια;

Αποτέλεσμα εικόνας για scholz's starΤο αστέρι του Scholz – που ονομάστηκε έτσι από αυτόν που το ανακάλυψε – είναι τώρα 20 έτη φωτός μακριά μας. Αλλά οι αστρονόμοι λένε ότι έχουν επαληθεύσει μια κίνηση του αστεριού αυτού πριν από 70.000 χρόνια που διάταξε τους κομήτες στο Νέφος του Oort.

Καλλιτεχνική άποψη για το ερυθρό νάνο αστέρι γνωστό ως αστέρι του Scholz, ένα δυαδικό σύστημα που σχηματίζεται από ένα μικρό ερυθρό νάνο, με περίπου το 9% της μάζας του ήλιου μας, που γύρω από το οποίο στρέφεται ένα πολύ λιγότερο φωτεινό και μικρότερο καφές νάνος. Σύμφωνα με τους αστρονόμους, οι πρόγονοί μας είδαν το ελαφρύ κοκκινωπό φως αυτού του διερχόμενου δυαδικού συστήματος στις νύχτες της προϊστορίας.

Οι αστρονόμοι ανακοίνωσαν νέα αποδεικτικά στοιχεία για  το πέρασμα του αστεριού του Scholz πριν από 70.000 χρόνια, που προκάλεσε βαρυτική διαταραχή στους κομήτες και τους αστεροειδείς του ηλιακού μας συστήματος. Τα στοιχεία εξακολουθούν να υπάρχουν, λένε αυτοί οι ερευνητές, στις κινήσεις ορισμένων από αυτά τα αντικείμενα του Νέφους Oort που χαρακτηρίζονται από αυτή την αστρική συνάντηση.

Το αστέρι του Scholz μπορεί να είχε φτάσει μόλις ένα έτος φωτός από τη Γη, σε μια εποχή που οι σύγχρονοι άνθρωποι άρχιζαν να φεύγουν από την Αφρική και οι Νεάντερταλ ζούσαν στον πλανήτη μας. 
 
Οι αστρονόμοι είχαν αναρωτηθεί για το αστέρι του Scholz τουλάχιστον από το 2015, όταν μια ομάδα αστρονόμων με επικεφαλής τον Eric Mamajek έδωσε λεπτομέρειες σχετικά με ένα πιθανό αστρικό πέρασμα του, την πιο πρόσφατη τεκμηριωμένη μελέτη μέχρι τώρα, στο The Astrophysical Journal Letters .
 
Η νέα μελέτη έρχεται τώρα από το Πανεπιστήμιο Complutense της Μαδρίτης που εξήγησαν ότι:
Σε μια εποχή που οι σύγχρονοι άνθρωποι άρχιζαν να εγκαταλείπουν την Αφρική και οι Νεάντερταλ ζούσαν στον πλανήτη μας, το αστέρι του Scholz – το οποίο πήρε το όνομά του από τον γερμανό αστρονόμο που το ανακάλυψε – πλησίασε λιγότερο από ένα έτος φωτός από τον ήλιο. Σήμερα απέχει σχεδόν 20 έτη φωτός, αλλά πριν από 70.000 χρόνια εισήλθε στο Νέφος Oort, μια δεξαμενή αντικειμένων που βρίσκονται στα όρια του ηλιακού συστήματος.
Οι αδελφοί de la Fuente Marcos και Aarseth ανέλυσαν τα 340 περίπου αντικείμενα του ηλιακού μας συστήματος με υπερβολικές τροχιές . Αυτές είναι τροχιές πολύ ανοιχτές και σχήματος V.
 
Με αυτόν τον τρόπο οι ερευνητές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η τροχιά ορισμένων μικρότερων σωμάτων του ηλιακού μας συστήματος πρέπει να έχει επηρεαστεί από το πέρασμα του άστρου του Scholz.
 
Ο Carlos de la Fuente Marcos δήλωσε:
Χρησιμοποιώντας αριθμητικές προσομοιώσεις, υπολογίσαμε τις ακτινοβολίες ή τις θέσεις στον ουρανό από τις οποίες φαίνεται ότι έρχονται όλα αυτά τα αντικείμενα με τις υπερβολικές τροχιές..  
Κατ ‘αρχήν, θα περίμενε κανείς ότι οι θέσεις αυτές θα κατανέμονται ομοιόμορφα στον ουρανό, ειδικά εάν αυτά τα αντικείμενα προέρχονται από το Νέφος του Oort. Ωστόσο, αυτό που βρίσκουμε είναι πολύ διαφορετικό: μια στατιστικά σημαντική συσσώρευση ακτινοβολιών. Η έντονη υπερβολική τροχιά φαίνεται να προβάλλεται προς την κατεύθυνση του αστερισμού των Δίδυμων, που ταιριάζει με τη κοντινή συνάντηση τους με το αστέρι του Scholz.
Η στιγμή που το αστέρι μας πέρασε κοντά μας και η θέση του κατά την προϊστορία συμπίπτει με τα δεδομένα της νέας έρευνας και με αυτά του Mamajek και της ομάδας του, σύμφωνα με αυτούς τους επιστήμονες.
 
Ο De la Fuente Marcos δήλωσε:
Θα μπορούσε να είναι σύμπτωση, αλλά είναι απίθανο ότι τόσο η τοποθεσία όσο και ο χρόνος ταιριάζουν..
Οι προσομοιώσεις της τελευταίας ομάδας υποδηλώνουν ότι το αστέρι του Scholz προσέγγισε ακόμη πιο στενά από τα 0,6 έτη φωτός που επισημάνθηκαν στη μελέτη του 2015 ως το κατώτερο όριο. Το Νέφος Oort, σύμφωνα με κάποιες εκτιμήσεις, εκτείνεται κοντά 4 έτη φωτός μακριά μας.
 
Οι ερευνητές λένε ότι η στενή πτήση του αστεριού του Scholz πριν από 70.000 χρόνια δεν ενοχλούσε όλα τα αντικείμενα με υπερβολική τροχιά του ηλιακού συστήματος, μόνο εκείνα που ήταν πιο κοντά σε εκείνη την εποχή. Ο De la Fuente Marcos εξήγησε:
Για παράδειγμα, η ακτινοβολία του διάσημου διαστρικό αστεροειδή Oumuamua βρίσκεται στον αστερισμό της Λύρας πολύ μακριά από τους Διδύμους, επομένως δεν αποτελεί μέρος της ανιχνευθείσας υπερβολικής πυκνότητας των αντικειμένων στο Νέφος Oort..
Η ομάδα εξέφρασε την πεποίθησή της ότι νέες μελέτες και παρατηρήσεις θα επιβεβαιώσουν τη δουλειά τους.

Η εισαγωγή των κουάρκ σαν θεμελιωδών συστατικών της ύλης

Standard_Model_of_Elementary_ParticlesΕισαγωγή

Στις αρχές της δεκαετίας του ’30 οι φυσικοί νόμιζαν ότι είχαν ανακαλύψει όλο τον ατομικό κόσμο. Τα πρωτόνια, νετρόνια,   ηλεκτρόνια καθώς και μερικά ακόμη σωματίδια που είχαν βρει έδιναν την εικόνα ενός τακτοποιημένου, οργανωμένου σχεδίου.  Αλλά 30 χρόνια αργότερα η ειδυλλιακή αυτή εικόνα είχε χαθεί μια για πάντα. Οι φυσικοί βρέθηκαν να έχουν στα χέρια τους ένα τεράστιο πλήθος σωματιδίων, περίπου διακόσια σωματίδια, που είχαν ανακαλυφθεί, και προσπαθούσαν να τα κατατάξουν  σε ομάδες για την καλύτερη εξήγησή τους. Συγχρόνως προσπαθούσαν να βρουν μοντέλα που θα μας έλεγαν   πως αλληλεπιδρούν μεταξύ τους τα θεμελιώδη δομικά υλικά του σύμπαντος. 
 
Το Καθιερωμένο Μοντέλο στοιχειωδών σωματιδίων περιλαμβάνει τα 12 βασικά φερμιόνια και τα 4 βασικά μποζόνια.. Έξι από τα σωματίδια στο Καθιερωμένο Μοντέλο είναι κουάρκ (σε μωβ χρώμα). Έξι σωματίδια είναι λεπτόνια. Κάθε μία από τις τρεις πρώτες στήλες σχηματίζει μια γενιά ύλης. Τα  καφέ τετράγωνα δεξιά δείχνουν ποιό μποζόνιο (κόκκινο) ζευγαρώνει με ποιό φερμιόνιο (μωβ και πράσινο). Σημειώστε ότι οι μάζες ορισμένων σωματιδίων υπόκεινται σε περιοδική επανεκτίμηση από την επιστημονική κοινότητα.
Έτσι τα είχαν χωρίσει:

Πρώτον στα αδρόνια, που είναι όλα τα σωμάτια που αναπτύσσουν τις ισχυρές αλληλεπιδράσεις. Τα αδρόνια χωρίζονται στα μεσόνια (που όλα είναι μποζόνια) και στα βαρυόνια (που όλα είναι φερμιόνια).
 
Δεύτερον στα λεπτόνια που είναι όλα φερμιόνια και που συμμετέχουν σε ασθενείς και ηλεκτρομαγνητικές αλληλεπιδράσεις κι όχι σε ισχυρές.
 
Tρίτον στα μποζόνια βαθμίδας, που είναι οι φορείς της ηλεκτρασθενούς δύναμης (+W, -W, Z).
 
Και τέταρτον στα γκλουόνια (από την ελληνική λέξη γλοιόνια-κολλώδη), που είναι οι φορείς της ισχυρής πυρηνικής δύναμης.
 
Την εποχή όμως αυτή η εισαγωγή των κουάρκ έφερε τέτοια πρόοδο στην Ατομική Φυσική που συγκρίνεται με αυτήν της ανακάλυψης του πυρήνα,  το 1911, από τον Rutherford. 
 
Εάν τα πρωτόνια και τα νετρόνια θεωρηθούν με μήκος 10cm, τότε τα ηλεκτρόνια και τα κουάρκ θα είναι λιγώτερο από 0.1 mm σε μήκος, ενώ το άτομο θα έχει διαστάσεις περίπου 10 km.
 

Η ταξινόμηση των σωματιδίων

Πολλοί θεωρητικοί φυσικοί στις αρχές της δεκαετίας του ’60 στην προσπάθειά τους να ταξινομήσουν τον μεγάλο αριθμό υποατομικών σωματιδίων που ανακάλυψαν είτε στην κοσμική ακτινοβολία είτε στα πειράματα που έκαναν με τους επιταχυντές της εποχής εκείνης, υπέθεσαν ότι αυτά μπορούσαν να αποτελούνται από μικρότερες μονάδες της ύλης, ώστε να υπάρχει κάποια συμμετρία στη Φύση.
 
quarkmodel1Έτσι, οι φυσικοί Murray Gell-Mann (Αμερικανός) και Yuvai Ne’enan (Ισραηλινός), το 1961, πρότειναν ότι κάτω από την πολυπλοκότητα της Φύσης, υπάρχει μία κρυμμένη συμμετρία, μια κρυμμένη απλότητα και έφτιαξαν δύο διαγράμματα, αρχικά, στα οποία τοποθέτησαν οκτώ μεσόνια και οκτώ βαρυόνια αντιστοίχως. Αυτά τα διαγράμματα τα ονόμασαν Eightfold Way (Οκταπλός Δρόμος) που είναι γνωστό και ως SU(3). Το όνομα αυτό λέγεται ότι το πήραν από μια αποφθεγματική ρήση του Βούδα: «Το Αριγιανό Οκταπλό Μονοπάτι».   Αργότερα έφτιαξαν και άλλα διαγράμματα, στο ένα μάλιστα τοποθέτησαν 10 σωματίδια, που είχαν παρόμοιες ιδιότητες.

quarkmodel2
Σε αυτά τα ανωτέρω διαγράμματα τοποθέτησαν τα σωματίδια ανάλογα των κβαντικών τους αριθμών Ισοσπίν και  Υπερφορτίου και πρόσεξαν ότι σχηματίζονταν και στα δύο παρόμοια οκτάγωνα. Στην πάνω εικόνα είχαν τοποθετήσει μεσόνια ενώ στην κάτω βαρυόνια. Αλλά στην περίπτωση, πάνω, των μεσονίων, σωμάτια και αντισωμάτια καταλαμβάνουν αντικρυστές θέσεις ενώ στην περίπτωση, κάτω, των βαρυονίων τα αντισωμάτια τους δεν βρίσκονταν στο ίδιο οκτάγωνο αλλά σε ένα άλλο, παρόμοιο,  οκτάγωνο.
 
Όλα τα σωμάτια που βρίσκονται στην ίδια οκταμελή ομάδα, είχαν τους ίδιους κβαντικούς αριθμούς εκτός βέβαια του Ισοσπίν και του Υπερφορτίου. Επίσης τα μεσόνια είχαν σπιν μηδέν, ενώ τα βαρυόνια σπιν 1/2. Ένα άλλο εντυπωσιακό στοιχείο είναι ότι όλα τα σωματίδια της κάθε ομάδας αλληλεπιδρούσαν με όμοιο τρόπο.
 
Τα αποτέλεσματα όμως αυτά μπορούν να προκύψουν μόνο όταν τα σωμάτια υπακούουν σε μια συμμετρία ταξινόμησης μοναδιαίου χαρακτήρα όπως είναι η Ομάδα SU(3) (Special Unitary 3 διαστάσεων), η οποία προτάθηκε από τον Gell-Mann.
 
Η ταξινόμηση όμως αυτή θυμίζει την ταξινόμηση των χημικών στοιχείων στο Περιοδικό Πίνακα με βάση τον Ατομικό αριθμό, γι΄αυτό και η θεωρία αυτή λέγεται γεωμετρική.   Και όπως ο Mendeleyev πρόβλεψε πολλά στοιχεία, άγνωστα την εποχή εκείνη που βρίσκονταν όμως σε ορισμένες θέσεις στο Π.Σ. , έτσι και στο οκταπλό αυτό σχήμα υπήρχαν σωματίδια άγνωστα την εποχή εκείνη, με γνωστούς όμως κβαντικούς αριθμούς, που αργότερα ανακαλύφθηκαν επιβεβαιώνοντας το μοντέλο του Οκταπλού Δρόμου.
 
Έτσι όταν προτάθηκε αυτή η σχηματική ταξινόμηση, υπήρχε ένα άγνωστο σωματίδιο σε μία θέση με σπιν 3/2, φορτίο -1, παραξενιά (παραδοξότητα) -3 και μάζα ηρεμίας 1.680 MeV. Το άγνωστο, μέχρι τότε, σωματίδιο ονομάστηκε Ω-, και ανακαλύφθηκε στον επιταχυντή του Brookhaven, αργότερα, το 1964, από τον τότε Γενικό Διευθυντή του, Νίκο Σαμίου. 
 
Ομοίως όπως ο Περιοδικός Πίνακας οδήγησε στο συμπέρασμα ότι τα άτομα έχουν δομή, έτσι και οι οικογένειες που προκύπτουν από την  Ομάδα SU(3) οδηγούν στο συμπέρασμα ότι τα στοιχειώδη σωμάτια (μεσόνια, βαρυόνια) πρέπει να έχουν δομή.
 
Ο ρόλος δηλαδή που έπαιξε η συμμετρία SU(3) ήταν να οδηγήσει τον Gell-Mann το 1964, στην εισαγωγή της ιδέας των quarks  (από μια φράση του Ιρλανδού James Joyce, «Three quarks for Mr. Mark») για να δώσει την ένοοια των πιό στοιχειωδών σωματιδίων, των έσχατων δομικών λίθων για τα αδρόνια.
 
Υπήρχε όμως και μια άλλη σκέψη γι’αυτήν την ανακάλυψη. Επειδή η φύση των ισχυρών αλληλεπιδράσεων ανάμεσα στα νουκλεόνια, από το 1930, ήταν μυστηριώδης, απρόβλεπτη και άγνωστη, έπρεπε τα νουκλεόνια να έχουν δομή ώστε η ισχυρή αλληλεπίδραση να αναπτύσσεται όχι στα νουκλεόνια αλλά στα συστατικά τους.
 
Ο δρόμος προς την θεωρητική και πειραματική ανακάλυψή τους ήταν ανοικτός.

 

Τα κουάρκ

Από τη μελέτη αρκετών βαρυονίων όσον αφορά το ισοσπίν I και την παραδοξότητά τους S (ένας άλλος κβαντικός αριθμός), προέκυψε ότι τα βαρυόνια συμπεριφέρονται σαν να αποτελούνται από τρείς νέες οντότητες, δηλαδή τα τρία κουάρκ του Gell-Mann.
 
Αν δεχθούμε ότι ο βαρυονικός αριθμός των βαρυονίων ισούται με 1 θα πρέπει λογικά ο βαρυονικός αριθμός των κουάρκ να είναι 1/3 και με την ίδια λογική μπορούμε να βρούμε ότι το φορτίο τους μπορεί να είναι κλασματικό (+ 2/3 αλλά και αρνητικό -1/3).
 
Στο πρώτο μοντέλο των κουάρκ υπήρχαν μόνο τρία: το πάνω (up), το κάτω (down) και το παράδοξο (strange). Το πάνω κουάρκ έχει συμβολισμό u και φορτίο +2/3, το κάτω κουάρκ έχει συμβολισμό  d και φορτίο -1/3 και το παράδοξο κουάρκ s φορτίο +2/3. Υπήρχαν όμως και τα τρία αντι-κουάρκ τους, που τα συμβόλισαν με μία παύλα από πάνω.
 
Παρόλο που καμιά σχέση δεν έχουν τα ονόματά τους με τις έννοιες αυτές, η ονομασία up και down προέκυψε από την διπλή πολλαπλότητα του ισοσπίν (+1/2, -1/2) στα ανωτέρω διαγράμματα, που αντιστοιχεί στις δύο καταστάσεις του spin του ηλεκτρονίου α και κ.
 
Γρήγορα ο Gell-Mann κατόρθωσε να συνδυάσει τα 3 πρώτα κουάρκ με τέτοιο τρόπο που να δημιουργούνται όλα τα γνωστά βαρυόνια (συνδυασμοί ανά τρία) και όλα τα μεσόνια (συνδυασμοί ενός κουάρκ και του αντικουάρκ του).
 
Για την εργασία του αυτή ο Marray Gell Mann, που γεννήθηκε το 1929, πήρε το Βραβείο Νόμπελ.

 

Τα χρώματα

Αν και η τεχνική αυτή κατάφερε να βρει τα κουάρκ των μεσονίων, υπήρχε ένα βαρυόνιο, το Δ, στο οποίο για να δώσουν τη τιμή του φορτίου του 2e και του σπιν του 3/2, αναγκάστηκαν να χρησιμοποιήσουν 3 όμοια κουάρκ (UUU), αλλά ήλθαν σε αντίθεση με τη στατιστική Fermi, που απαγορεύει σε όμοια φερμιόνια (και στα κουάρκ βεβαίως) να βρίσκονται στην ίδια βασική κατάσταση.
 
Το πρόβλημα αυτό, άλυτο αρχικά, λύθηκε όταν δόθηκε η δυνατότητα στα κουάρκ να υπάρχουν το καθένα σε τρεις ποικιλίες ή «χρώματα». Το «κόκκινο», το «μπλε» και το «πράσινο» που συμβολίζονται με τα γράμματα R, B, και G αντίστοιχα.
 
Η εισαγωγή των χρωμάτων σημαίνει ότι δημιουργείται ένας νέος κβαντικός αριθμός, το φορτίο χρώματος (color charge). Επίσης αναγκαστικά τριπλασιάζεται ο αριθμός των κουάρκ αφού το καθένα υπάρχει πιά σε τρείς ποικιλίες (χρώματα).
 
color carry
Βλέπουμε ότι εκτός από τα τρία φορτία χρώματος, υπάρχουν και τρία αντιχρώματα (συμπληρωματικά χρώματα). Το κάθε κουάρκ έχει είτε κόκκινο είτε πράσινο είτε μπλε χρώμα και κάθε αντικουάρκ έχει ένα από τα τρία φορτία αντιχρώματος. Ακριβώς όπως η μείξη κόκκινου, πράσινου και μπλε φωτός μας δίνει το λευκό φως, ο συνδυασμός του κόκκινου, πράσινου και μπλε φορτίου χρώματος σ’ ένα βαρυόνιο δίνει ουδέτερο (λευκό) συνολικό χρώμα και ο συνδυασμός αντι-κόκκινου, αντι-πράσινου και αντι-μπλέ σ’ ένα αντιβαρυόνιο μας δίνει, επίσης, λευκό-ουδέτερο χρώμα. Αλλά και τα μεσόνια έχουν ουδέτερο χρώμα επειδή αποτελούνται από συνδυασμούς κουάρκ και αντικουάρκ, δηλαδή π.χ. κόκκινο και αντι-κόκκινο κλπ.  
 
Τα γκλουόνια επίσης, κατά περίεργο τρόπο, μπορούν να θεωρηθούν ότι μεταφέρουν ένα χρώμα και ένα αντιχρώμα αφού πάντα αλλάζουν ένα χρώμα στο αντι-χρώμά του. Επειδή, υπάρχουν εννέα δυνατοί συνδυασμοί χρώματος-αντιχρώματος θα περιμέναμε εννέα διαφορετικά είδη γκλουονίων. Τα μαθηματικά, όμως, δίνουν σαν αποτέλεσμα μόνον οκτώ συνδυασμούς. Δυστυχώς δεν υπάρχει απλή εξήγηση γι’ αυτό το αποτέλεσμα.
 
Έτσι στο προβληματικό βαρυόνιο Δ, που αναφέραμε πριν, τα τρία κουάρκ u που το αποτελούν, δεν είναι όμοια αλλά είναι διαφορετικού χρώματος: UR UG UB. ¨Ετσι λύθηκε και το πρόβλημα της απαγορευτικής αρχής στη στατιστική Fermi.
 
Το φορτίο χρώματος όμως αποτελεί μια βασική παραδοχή σε μια άλλη θεωρία την Κβαντική Χρωμοδυναμική (QCD) σε αναλογία με την Κβαντική Ηλεκτροδυναμική (QED) του Feynman. 
 
Η εισαγωγή των χρωμάτων έδωσε τη δυνατότητα να υπάρχουν περισσότερες καταστάσεις βαρυονίων από ό,τι υπάρχουν στην πραγματικότητα. Γι’ αυτό θεωρούμε πως οι καταστάσεις που παρουσιάζονται στη φύση είναι άχρωμες (χωρίς χρώμα) ή λευκές. Για να προκύψει λευκό χρώμα σε ένα αδρόνιο υπάρχει μόνο ένας συνδυασμός των χρωμάτων και των συμπληρωματικών τους. Πχ το πρωτόνιο P (URUGdB) αποτελείται από τρία κουάρκ uud αλλά με τρία διαφορετικά χρώματα.
 
confine quarkΣτα αντικουάρκ, από την άλλη, δίνονται τα τρία αντι-χρώματα (αντικόκκινο, αντιμπλέ, αντιπράσινο).
 
Τα σωματίδια που έχουν φορτίο χρώματος, τα κουάρκ και τα γκλουόνια (φορείς της ισχυρής αλληλεπίδρασης),  δεν μπορούν να βρεθούν μοναχικά. Γι’ αυτό το λόγο, τα σωματίδια αυτά είναι περιορισμένα σε ομάδες (τα αδρόνια) έτσι ώστε να συγκροτούν ένα χρωματικά ουδέτερο σωματίδιο. 
 
Τα διαφορετικά είδη κουάρκ (up, down, strange κλπ) οι φυσικοί τα ονομάζουν γεύσεις (flavor) όπως και τα υπόιπα είδη των φερμιονίων. 
 

Τα υπόλοιπα κουάρκ

Στις αρχές της δεκαετίας του ’70 ορισμένες διασπάσεις σωματιδίων δεν μπορούσαν να δικαιολογηθούν, γι’αυτό και οι Glashow, Maian και Γιάννης Ηλιόπουλος εισήγαγαν ένα τέταρτο κουάρκ, που το ονόμασαν charm (γοητευτικό ή μαγευτικό) και συμβολίζεται με C. Συμβολίζεται με το τετράφυλλο γιατί οι εισηγητές του το θεώρησαν το τυχερό κουάρκ ή μαγευτικό κατά μία έννοια αφού με αυτό μπόρεσαν να λύσουν ένα τεράστιο πρόβλημα.
 
Αργότερα στην παρέα των τεσσάρων, προστέθηκαν δύο ακόμη, το bottom (πυθμένιο) και το top (κορυφαίο). Έτσι έγιναν έξι τα κουάρκ και έξι τα αντι-κουάρκ. Στο παρακάτω σχήμα φαίνονται τα έξι κουάρκ με τα φορτία τους. Το top ανακαλύφθηκε τελευταίο το 1994, στο Fermilab, αφού το έψαχναν επί 20 έτη.
 
Το πεδίο της δύναμης του φορτίου χρώματος
Όπως στα πλαίσια της QED τα ηλεκτρόνια ανταλλάσσουν μεταξύ τους φωτόνια, όταν   αλληλεπιδρούν έτσι και μέσα σ’ ένα αδρόνιο τα κουάρκ ανταλλάσσουν γκλουόνια  συνεχώς. Γι’ αυτό το λόγο οι φυσικοί μιλάνε για το πεδίο της δύναμης του φορτίου χρώματος το οποίο αποτελείται από γκλουόνια που κρατάνε τα κουάρκ ενωμένα. 
 
confine quarkΌταν ένα κουάρκ εκπέμπει ή απορροφά ένα γκλουόνιο, το χρώμα του κουάρκ αλλάζει έτσι ώστε να διατηρεί το φορτίο χρώματος. Για παράδειγμα: ας υποθέσουμε ότι ένα κόκκινο κουάρκ αλλάζει σε μπλε και εκπέμπει ένα quark κόκκινο/αντιμπλέ γκλουόνιο (η εικόνα παρουσιάζει το αντιμπλέ σαν κίτρινο). Το συνολικό φορτίο παραμένει όμως κόκκινο.
 
Τα κουάρκ εκπέμπουν και απορροφούν γκλουόνια πολύ συχνά μέσα σε ένα αδρόνιο σε σημείο που είναι αδύνατο να παρατηρήσει κανείς το χρώμα ενός συγκεκριμένου κουάρκ. Μέσα σ’ ένα αδρόνιο το χρώμα των δύο κουάρκ που ανταλλάσσουν το γκλουόνιο θα αλλάξει με τέτοιο τρόπο που κρατά το σύστημα σε χρωματικά ουδέτερη κατάσταση
 

Γιατί τα κουάρκ δεν μπορούν να παρατηρηθούν μόνα τους;


Όταν ένα κουάρκ που βρίσκεται μέσα σ’ ένα αδρόνιο απομακρύνεται από τα γειτονικά του κουάρκ, τότε το πεδίο της δύναμης του φορτίου χρώματος «τεντώνεται» μεταξύ του κουάρκ και των γειτονικών του κουάρκ.
 
Κατά την διάρκεια αυτού του γεγονότος όλο και περισσότερη ενέργεια προστίθεται στο πεδίο της δύναμης του φορτίου χρώματος. Κάποια στιγμή είναι πιο εύκολο από άποψη ενέργειας το πεδίο της δύναμης του φορτίου χρώματος να «σπάσει» δημιουργώντας ένα νέο ζεύγος κουάρκ – αντικουάρκ.
 
Μ’ αυτό τον τρόπο η ενέργεια διατηρείται επειδή η ενέργεια του πεδίου της δύναμης του φορτίου χρώματος μετατρέπεται σε μάζα του νέου ζεύγους των κουάρκ που προκύπτει και το πεδίο της δύναμης του φορτίου χρώματος μπορεί να «χαλαρώσει» και να επιστρέψει στην πρότερη μη τεντωμένη κατάσταση. 
 
Βλέπουμε δηλαδή ότι τα κουάρκ δεν μπορούν να βρεθούν απομονωμένα επειδή η δύναμη του φορτίου χρώματος αυξάνεται καθώς απομακρύνονται. Κάθε δε προσπάθεια να εισχωρήσουμε στο νετρόνιο με ισχυρές κρούσεις, έχει σαν αποτέλεσμα τα κουάρκ να «συγκολλούνται» ακόμη περισσότερο!
 
ΛΕΞΙΚΟ ΟΡΩΝ
Φερμιόνιοείναι το κάθε σωματίδιο που η ιδιοστροφορμή τους έχει ημιακέραιες τιμές (π.χ.1/2, 3/2, κλπ). Τα κουάρκ, τα λεπτόνια, καθώς και τα περισσότερα σύνθετα σωματίδια, όπως είναι τα πρωτόνια και τα νετρόνια, είναι φερμιόνια.
 
Από την άλλη, μποζόνιαείναι τα σωματίδια που το σπιν τους παίρνει ακέραιες τιμές (0, 1, 2…). Όλα τα σωματίδια που είναι φορείς των δυνάμεων είναι μποζόνια, καθώς και κάθε σύνθετο σωματίδιο με άρτιο αριθμό φερμιονίων (για παράδειγμα τα μεσόνια).
 
Η λέξη «λεπτόνιο» που προέρχεται από την ελληνική λέξη «λεπτός», χαρακτηρίζει έξι σωματίδια, τρία από αυτά είναι ηλεκτρικά φορτισμένα και τρία είναι ουδέτερα. Παρουσιάζονται σαν σημειακά σωματίδια χωρίς εσωτερική υφή. Το πιό γνωστό λεπτόνιο είναι το ηλεκτρόνιο(e). Τ’ άλλα δύο φορτισμένα σωματίδια είναι τό μιόνιο(μ) και το ταυ(τ), που είναι φορτισμένα σαν το ηλεκτρόνιο αλλά με πολύ περισσότερη μάζα. Τ’ άλλα λεπτόνια είναι τα τρία είδη των νετρίνο (ν).   Δεν έχουν ηλεκτρικό φορτίο.

Τα βαρύτερα λεπτόνια, το μιόνιο και το ταυ, δεν τα βρίσκουμε στη συνηθισμένη ύλη καθόλου. Αυτό γιατί όταν παράγονται  διασπώνται πάρα πολύ γρήγορα, ή μετατρέπονται σε ελαφρύτερα λεπτόνια. Μερικές φορές το ταυ διασπάται σε κουάρκ, αντικουάρκ και νετρίνο. Τα ηλεκτρόνια και οι τρείς τύποι νετρίνο δεν διασπώνται και αυτό τα κάνει τα είδη λεπτονίων που συναντάμε πιό συχνά γύρω μας.

Ο Αριστοτέλης, η απόλυτη μοναρχία κι η πορεία προς τον εκδημοκρατισμό

Ο Αριστοτέλης ως απόλυτη μοναρχία ή αλλιώς παμβασιλεία ορίζει τη «βασιλεία σύμφωνα με την οποία ο βασιλιάς εξουσιάζει τους πάντες σύμφωνα με τη δική του αποκλειστική βούληση». Όμως η αποδοχή του απόλυτου μονάρχη ως αποκλειστικού διαχειριστή όλων των ζητημάτων της εξουσίας δεν είναι παρά η αναγνώριση της ανωτερότητάς του έναντι όλων των άλλων που οφείλουν να υπακούν στις αποφάσεις του: «Σχετικά όμως με την απόλυτη μοναρχία – παμβασιλεία – ορισμένοι κρίνουν ότι, όπου η πόλη αποτελείται από όμοιους, δεν είναι φυσικό ένας να είναι ο κυρίαρχος φορέας εξουσίας πάνω σε όλους τους πολίτες. Για τους λόγους αυτούς είναι δίκαιο κανένας να μην εξουσιάζει ή να μην εξουσιάζεται περισσότερο από κάποιον άλλο, αλλά να εναλλάσσονται οι πολίτες ως άρχοντες και αρχόμενοι το ίδιο».
 
Η αποδοχή της απόλυτης μοναρχίας, ως ομολογία της κατωτερότητας των πολλών, προϋποθέτει ότι το επίπεδο του λαού είναι χαμηλό. Αν δεχτούμε ότι το επίπεδο του λαού ανεβαίνει, ότι δηλαδή ο λαός αποκτά κρίση κι ως εκ τούτου πολιτικό ανάστημα, η επιβολή του απόλυτου μονάρχη κρίνεται επίφοβη, αφού είναι δύσκολο να επιβληθεί κάποιος στο σύνολο των πολιτών όταν θεωρείται όμοιος με τους άλλους. Γι’ αυτό και μοιραία τα πρόσωπα της εξουσίας εναλλάσσονται, αφού μόνο η εναλλαγή εξασφαλίζει την ισότητα, δηλαδή τη δικαιοσύνη ανάμεσα σε όμοιους ανθρώπους: «Αυτό είναι ήδη νόμος, γιατί νόμος είναι η πολιτική ευταξία. Συνεπώς είναι προτιμότερο να εξουσιάζει ο νόμος παρά κάποιος πολίτης».
 
Κι ερχόμαστε ξανά στο ίδιο ζήτημα, στο κατά πόσο δηλαδή είναι προτιμότερο να καθορίζεται η δικαιοσύνη από το νόμο ή από τον άριστο πολίτη, αφού ο νόμος από τη μια εξασφαλίζει τη νηφαλιότητα, αλλά ταυτόχρονα είναι αδύνατο να προβλέψει όλες τις πιθανές περιπτώσεις που θα γεννηθούν από τις ανθρώπινες αντιδικίες: «Είναι προτιμότερο να κυβερνά ο άριστος νόμος ή ο άριστος άντρας;». Και το ερώτημα αυτό δεν μπορεί παρά να οδηγήσει στα ίδια αδιέξοδα που οδηγήθηκε και η βασιλεία: «όλοι συμφωνούν ότι άνθρωπος πρέπει να κρίνει και να αποφασίζει για τέτοια ζητήματα, διαφωνούν όμως αν πρέπει να είναι ένας ή πολλοί». Κι όταν τονίζεται ότι «άνθρωπος πρέπει να κρίνει και να αποφασίζει για τέτοια ζητήματα» δεν εννοείται με τρόπο αυθαίρετο σα να πρόκειται για ιδιωτική υπόθεση ή για καθήκον που ορίζεται με καθαρά  προσωπικά δεδομένα, αλλά με την καθοδήγηση των νόμων που σε κάθε περίπτωση χαράσσουν την πορεία της αντίληψης του δικαίου. Με άλλα λόγια ο άνθρωπος που «κρίνει» και «αποφασίζει» για «τέτοια ζητήματα» είναι περισσότερο ερμηνευτής των νόμων που έχει τη νηφαλιότητα να τους αποδώσει ή και να τους συμπληρώσει όπου χρειαστεί, κι όχι ο απόλυτος άρχων που πράττει κατά βούληση: «Πράγματι κάθε άρχοντας κρίνει σωστά με την καθοδήγηση του νόμου, αλλά θα φαινόταν ίσως άτοπη η σκέψη ότι καλύτερα αντιλαμβάνεται τα πράγματα κάποιος με δύο μάτια και με δύο αυτιά και ενεργώντας με δύο χέρια και δύο πόδια παρά οι πολλοί με πολλά τέτοια όργανα, αφού και τώρα οι μονάρχες καθιστούν πολλούς μάτια, αυτιά, χέρια και πόδια δικά τους».
 
Η κατάδειξη ότι ακόμη και ο απόλυτος μονάρχης έχει ανάγκη τα χέρια, τα πόδια και τα μάτια των άλλων είναι η αθροιστική θεωρία που έρχεται και πάλι στο προσκήνιο αποδεικνύοντας ότι το σύνολο των πολιτών είναι ικανότερο στη διαχείριση των δημοσίων ζητημάτων, αφού ενωμένο με πολλά πόδια και χέρια υπερτερεί έναντι του άριστου: «γίνεται σαφές από τα προηγούμενα ότι ανάμεσα στους όμοιους και στους ίσους ούτε συμφέρον είναι ούτε δίκαιο να εξουσιάζει ένας όλους, είτε κυβερνά χωρίς σύνταγμα, οπότε ο ίδιος υποκαθιστά το νόμο, είτε με σύνταγμα είτε κυβερνά ο ίδιος αγαθός αγαθούς ανθρώπους είτε ανήθικος ανήθικους είτε ακόμα και αν είναι ανώτερος στην αρετή, εκτός αν ισχύουν κάποιοι όροι».
 
Αναζητώντας τους όρους που μπορούν να νομιμοποιήσουν την απόλυτη εξουσία του ενός, ο Αριστοτέλης τους καθορίζει μέσα από τη συνισταμένη δύο παραγόντων. Πρώτον ο ίδιος ο λαός να μπορεί από τη φύση του ανεχτεί μια τέτοια εξουσία και δεύτερον ο απόλυτος άρχων να ξεχωρίζει πράγματι ως προς την αρετή από όλους τους άλλους: «Βασιλεία, λοιπόν, μπορεί να εμφανιστεί στο λαό που από τη φύση του ανέχεται την κυριαρχία οικογένειας με υψηλή καταγωγή, η οποία ξεχωρίζει σε ηγετικά πολιτικά προσόντα. Αριστοκρατία μπορεί να έχει ο λαός που από φυσική προδιάθεση ανέχεται να εξουσιάζεται σύμφωνα με τις αρχές της πολιτικής ελευθερίας από οικογένειες ξεχωριστές σε πολιτική αρετή και ηγετικά προσόντα. Τέλος πολιτεία μπορεί να υπάρξει σε λαό που από τη φύση του διαθέτει πλήθος πολιτών ικανό να άρχεται και να άρχει βάσει συντάγματος το οποίο απονέμει αξιοκρατικά τα πολιτικά αξιώματα στους εύπορους πολίτες». Όσο για το δεύτερο παράγοντα που θέλει την ανωτερότητα του άρχοντα έναντι όλων των άλλων που εξουσιάζει, ο Αριστοτέλης ξεκαθαρίζει: «δεν πρέπει ούτε να σκοτώνουν ή να εξορίζουν, ούτε να εξοστρακίζουν τέτοιο ξεχωριστό άντρα, αλλά και ούτε να απαιτούν να εξουσιάζεται από πολίτες τυχαίους και της σειράς. Γιατί δεν μπορεί από τη φύση του το μέρος να υπερέχει του όλου, όμως αυτό συμβαίνει στην περίπτωση κάποιου, ο οποίος υπερέχει τόσο πολύ. Κατά συνέπεια απομένει να πειθαρχούν οι άλλοι σε αυτόν και να είναι αυτός κυρίαρχος όχι στο πλαίσιο εναλλαγής των πολιτών στην εξουσία αλλά απόλυτα».
 
Η αποδοχή του ξεχωριστού άντρα στην απόλυτη ανάληψη της εξουσίας δεν πρέπει να προκαλεί σύγχυση ή να φαίνεται σαν αντίφαση σε σχέση με τα όσα ήδη έχουν τεκμηριωθεί σχετικά με τη λαϊκή κυριαρχία και την υπεροχή των πολλών σύμφωνα με την αθροιστική θεωρία. Εξάλλου, είναι απόλυτα χτυπητή η αντίθεση ανάμεσα στην άποψη που δε θέλει τον εξοστρακισμό του ηγέτη (όπως διατυπώνεται τώρα) και στην άποψη που θεωρούσε σωστό τον εξοστρακισμό για τη διατήρηση της ισορροπίας και της κοινωνικής αρμονίας στα ορθά πολιτεύματα (όπως είχε διατυπωθεί πριν). Οι αντιφάσεις αυτές έχουν να κάνουν με την περίπτωση της παρουσίας του εξαιρετικού άντρα, που ξεπερνά σε πολιτική αρετή όλους τους άλλους, η οποία τίθεται ως απολύτως τραβηγμένη υπόθεση, που πρακτικά είναι αδύνατο να πραγματοποιηθεί. Γι’ αυτό και η φράση «δεν μπορεί από τη φύση του το μέρος να υπερέχει του όλου, όμως αυτό συμβαίνει στην περίπτωση κάποιου, που υπερέχει τόσο πολύ». Γιατί η περίπτωση της εμφάνισης ενός τέτοιου ανθρώπου αντιβαίνει τα ίδια τα όρια της φύσης βάζοντας το μέρος να ξεπερνά το όλο. Ενθυμούμενοι το παράδειγμα που είχε θέσει με το χέρι και το σώμα, προκειμένου να καταδείξει την ανωτερότητα του όλου, είναι σα να βρισκόμαστε μπροστά στην υπόθεση που θέλει την ύπαρξη ενός τόσο ξεχωριστού χεριού, που να ξεπερνά σε σημασία το σώμα στο σύνολό του. Αν πράγματι υπάρχει τέτοιο χέρι τότε αξίζει το άριστο σώμα να υποταχθεί στη θέλησή του. Με την ίδια λογική, αν πράγματι υπάρχει τέτοιος άντρας που ανατρέπει την αθροιστική θεωρία, τότε το άριστο πολίτευμα οφείλει να του δώσει την πρωτοκαθεδρία.
 
Αυτό που προκαλεί εντύπωση όμως είναι η τοποθέτηση του όρου «από τη φύση» όταν αναφέρεται στους λαούς που μπορούν να αποδεχτούν το πολίτευμα της βασιλείας ή της αριστοκρατίας ή της πολιτείας. Αποδίδοντας στη φυσική προδιάθεση την επιλογή ή την ευκολία της εγκαθίδρυσης του ενός ή του άλλου πολιτεύματος είναι σα να αποδέχεται ότι τα πολιτεύματα είναι δοσμένα από τη φύση, αφού ο χαρακτήρας του κάθε λαού που μπορεί να τα αποδεχτεί ή όχι είναι γέννημα της φύσης. Σα να μην παίζει ρόλο το μορφωτικό επίπεδο ενός λαού ή οι ιστορικές συγκυρίες ή η πολιτική ωρίμανση της κοινωνίας ή τα συμφέροντα που συγκρούονται και που θέλουν να επιβάλουν τις πολιτικές τους.
 
Φυσικά δεν έχει και τόση σημασία να καταδείξει κανείς το εσφαλμένο μιας τέτοιας αντίληψης (ότι τα πολιτεύματα σχετίζονται με τη νοοτροπία ενός λαού δε σημαίνει ότι αυτή η νοοτροπία σχετίζεται με τη φύση) όσο την αντίφαση που δημιουργείται μέσα στην ίδια την αριστοτελική θεωρία. Γιατί το δοσμένο από τη φύση δε δείχνει μόνο το αναπόφευκτο, αλλά και το αδύνατο της μεταστροφής του. Από τη στιγμή που ό,τι δίνεται από τη φύση δεν αλλάζει, θα λέγαμε ότι και η νοοτροπία των λαών, ως κάτι που προέρχεται από τη φύση, επίσης δε θα μπορούσε να αλλάξει. Κατ’ επέκταση δε θα μπορούσαν να αλλάξουν και τα πολιτεύματα, αφού οι πολιτειακή αλλαγή δεν είναι παρά η επισφράγιση των κοινωνικών αλλαγών που παίρνουν θεσμική υπόσταση. Η αναγνώριση ότι τα πολιτεύματα αλλάζουν σε έναν τόπο από εποχή σε εποχή ανάλογα με τις ιστορικές και κοινωνικές συγκυρίες είναι η αναγνώριση ότι η νοοτροπία του λαού αλλάζει, αφού η νέα πολιτειακή συνθήκη που θα προκύψει δεν είναι παρά η έκφραση των νέων αντιλήψεων που διαμορφώνουν οι κοινωνικές – οικονομικές διεκδικήσεις.
 
Αν δεχτούμε ότι η κυρίαρχη λαϊκή αντίληψη είναι δοσμένη από τη φύση τότε πρέπει να δεχτούμε ότι και οι νόμοι δεν αλλάζουν, καθώς οι νόμοι είναι αυτοί που εκφράζουν το αίσθημα του δικαίου σε κάθε εποχή. Αν αυτό ήταν αμετάβλητο τότε και οι νόμοι θα έπρεπε να είναι αμετάβλητοι πράγμα που φυσικά δε συμβαίνει και που ο Αριστοτέλης γνωρίζει πολύ καλά. Και μόνο η αναφορά του στις μεταρρυθμίσεις του Σόλωνα καταδεικνύει την πλήρη επίγνωσή του. Η αναγνώριση ότι «ο νόμος είναι πολιτική ευταξία», είναι η συνείδηση ότι ο νόμος είναι το θεμέλιο του πολιτεύματος. Εξάλλου ο ίδιος στο τέταρτο βιβλίο των Πολιτικών του τονίζει: «οι νόμοι πρέπει να προσαρμόζονται στα πολιτεύματα – και έτσι τους θεσπίζουν όλοι γενικά – αλλά όχι τα πολιτεύματα στους νόμους». Η παραδοχή ότι οι νόμοι αλλάζουν δεν είναι παρά η παραδοχή ότι και τα πολιτεύματα αλλάζουν. Η πεποίθηση ότι ο νόμος έχει και παιδαγωγικό χαρακτήρα είναι η αντίληψη ότι ο νόμος όχι μόνο αλλάζει προκειμένου να εκφράσει τις νέες κοινωνικές ανάγκες, αλλά ταυτόχρονα επιφέρει επιπλέον αλλαγές σ’ αυτό που ονομάζουμε κοινωνικές πεποιθήσεις: «Αλλά ο νόμος, αφού μορφώνει και διαπαιδαγωγεί τους πολίτες, αναθέτει τα υπόλοιπα στους άρχοντες να τα κρίνουν και να τα διοικούν σύμφωνα με την πιο δίκαιη γνώμη. Επιπλέον τους επιτρέπει να επεμβαίνουν και να διορθώνουν τις κείμενες διατάξεις κατά την κρίση και την πείρα τους».
 
Το ότι οι νομοθετικές εξελίξεις είναι πολιτειακές εξελίξεις και ότι τελικά όλα διαμορφώνονται από τις κοινωνικές συγκρούσεις είναι η αποδοχή των διαρκών αλλαγών, αφού οι συγκρούσεις δεν μπορούν παρά να είναι ατέρμονες. Η συνείδηση των διαρκών αλλαγών ως ιστορική αναγκαιότητα καθιστά σαφές ότι η φύση δεν έχει καμία σχέση με αυτή την υπόθεση. Ο Ραφαηλίδης στο βιβλίο του «Νεοελληνική Ιστορία της Αρχαίας Ελλάδας» θέτει το ζήτημα απολύτως ξεκάθαρα: «Οι νόμοι δε λειτουργούν αυτονομημένοι απ’ τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες, αφού είναι δημιουργήματα αυτών των συνθηκών. Η πίστη στην αυτόνομη αξία των νόμων είναι καθαρός ιδεαλισμός, κατάλληλος μόνο για αφελείς δικαστές που δύσκολα υποπτεύονται πως είναι και αυτοί υπηρέτες της άρχουσας τάξης».
 
Το ότι ο Αριστοτέλης δε θέτει το ζήτημα σε τόσο ταξική βάση, αν και έχει τεκμηριώσει τις ιδέες του για την πάλη των τάξεων, δε σημαίνει ότι παραβλέπει τις νομοθετικές αλλαγές που υφίστανται μέσα στην πορεία των πολιτευμάτων. Εξάλλου, θέτει ευθέως και την ίδια την εξέλιξη των πολιτευμάτων καθιστώντας σαφές ότι το ένα προήλθε από το άλλο ως ιστορική αναγκαιότητα. Και ξεκαθαρίζει επίσης ότι η αλλαγή πολιτευμάτων θα ήταν αδύνατη αν δε συνοδευόταν κι από την αλλαγή των αντιλήψεων των ανθρώπων: «παλιότερα οι πόλεις είχαν βασιλικό πολίτευμα, επειδή ήταν σπάνιο να βρεθούν πολλοί άντρες να υπερέχουν στην αρετή και για άλλους λόγους βέβαια, αλλά και γιατί οι πόλεις ήταν ολιγάνθρωπες. Επιπλέον οι πόλεις ανακήρυσσαν τους βασιλείς τους κρίνοντάς τους από τις δημόσιες ευεργεσίες τους, κάτι που μόνο τους αγαθούς άντρες χαρακτηρίζει. Όταν όμως συνέβαινε να εμφανίζονται πολλοί ενάρετοι, όμοιοι με το βασιλιά, δεν ανέχονταν πια το βασιλικό θεσμό, αλλά έψαχναν κάποιο πολίτευμα στο οποίο να ασκούν από κοινού την εξουσία κι έτσι προέκυψε το πολίτευμα της πολιτείας».
 
Η άποψη ότι σταδιακά άρχισαν «να εμφανίζονται πολλοί ενάρετοι» που «δεν ανέχονταν πια το βασιλικό θεσμό» είναι εκ διαμέτρου αντίθετη με «τη φύση» που «ανέχεται την κυριαρχία οικογένειας», αφού τελικά η ανοχή αυτή φαίνεται να εξαντλείται όταν αλλάζουν οι κοινωνικές συνθήκες. Η ίδια η εξελικτική πορεία των πολιτευμάτων το αποδεικνύει αυτό, αφού τα πολιτεύματα εξελίσσονται ανάλογα με τις επικρατούσες κοινωνικές συνθήκες που σε καμία περίπτωση δε θα λέγαμε ότι αφορούν τη φύση. Προφανώς ο Αριστοτέλης έχει στο νου του τον τρόπο διοίκησης των Περσών και θεωρεί ότι η βασιλεία αρμόζει σ’ αυτούς που είναι βάρβαροι κι εκ φύσεως δούλοι. Οι πολιτειακές μεταβολές που καταγράφει δε συντελούνται στους Πέρσες, που παραμένουν πολιτειακά σταθεροί.
 
Η εξελικτική πορεία των πολιτευμάτων συνεχίζει με το πέρασμα στην ολιγαρχία: «Αλλά όταν αυτοί, χάνοντας σιγά σιγά την αρετή τους, άρχισαν να καταχρώνται το δημόσιο ταμείο, από εκεί και πέρα εύλογα εμφανίστηκαν οι ολιγαρχίες, αφού ανήγαγαν σε αξία πια τον πλούτο». Μετά την ολιγαρχία ακολουθεί η τυραννία για να φτάσουμε τελικά στη δημοκρατία: «Στην αρχή οι ολιγαρχίες μετέπιπταν σε τυραννίδες και οι τυραννίδες σε δημοκρατία. Γιατί οι ολιγαρχικοί περιορίζοντας την εξουσία συνεχώς σε λιγότερους από αισχροκέρδεια κινούμενοι, έδωσαν την ευκαιρία να γίνει ισχυρότερο το πλήθος, με αποτέλεσμα να τους επιβληθεί και να εμφανιστούν οι δημοκρατίες».
 
Η δημοκρατία εμφανίζεται ως ο τελευταίος κρίκος της πολιτειακής αλυσίδας. Ο Ραφαηλίδης αναφέρει: «Η τυραννίδα ως διοικητικό και κυβερνητικό σύστημα, εμφανίζεται στην Ελλάδα κατά το πρώτο μισό του 7ου π. Χ. αιώνα». Η γέννηση της δημοκρατίας θα επιτευχθεί πολύ αργότερα στην Αθήνα: «Η τυραννίδα στην Αθήνα διαρκεί συνολικά (Πεισίστρατος και Πεισιστρατίδες) 51 χρόνια, αρκετά για να συνειδητοποιήσουν οι Αθηναίοι την αξία και τη σημασία των νόμων του Σόλωνα. Ο Κλεισθένης που θα κάνει τη μεταρρύθμιση του δύο χρόνια μετά την πτώση των Πεισιστρατιδών, έχει ήδη μπροστά του τη σοφία ενός Σόλωνα και το συγκεντρωτικό διοικητικό σύστημα ενός Πεισίστρατου. Από την απάλειψη των σφαλμάτων και των δύο, θα προκύψει δια του Κλεισθένους η δημοκρατία το 508 π. Χ.».
 
Η δημοκρατία δεν προέκυψε από θαύμα ούτε από την επιθυμία κάποιου που ήθελε να την επιβάλλει. Προέκυψε από τις ίδιες τις ιστορικές ανάγκες που υποχρέωσε τις πολιτειακές δομές να προσαρμοστούν. Οι αλλαγές των πολιτευμάτων που γεννιούνται το ένα μέσα από το άλλο καταδεικνύουν τις οικονομικές ανάγκες που διαρκώς εξελίσσονται και το αλληλένδετο με τις θεσμικές διαδικασίες που θα τις εξυπηρετήσουν. Η οικονομική επικράτηση των εμπόρων είναι καθοριστική. Η εξέλιξη της κοινωνίας δε θα μπορούσε παρά να οδηγήσει στον εκδημοκρατισμό της κι οποιαδήποτε δημοκρατική εκτροπή δεν είναι παρά ιστορικό πισωγύρισμα. Ο Αριστοτέλης είναι κατατοπιστικός: «Τώρα όμως που οι πόλεις έγιναν πολυανθρωπότερες, ίσως δεν είναι πια εύκολο να εμφανίζεται άλλο πολίτευμα από τη δημοκρατία».
 
Αριστοτέλης: Πολιτικά