Πέμπτη, 9 Απριλίου 2020

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Ἑλένη (664-697)

ΕΛ. ἀπέπτυσα μὲν λόγον οἶον
οἷον ἐσοισόμεθα.
665 ΜΕ. ὅμως δὲ λέξον· ἡδύ τοι μόχθων κλύειν.
ΕΛ. οὐκ ἐπὶ βαρβάρου λέκτρα νεανία
πετομένας κώπας, πετομένου δ᾽ ἔρω-
τος ἀδίκων γάμων ...
ΜΕ. τίς ‹—› σε δαίμων ἢ πότμος συλᾶι πάτρας;
670 ΕΛ. ὁ Διὸς ὁ Διὸς ὦ πόσι με παῖς ‹Μαίας τ᾽›
ἐπέλασεν Νείλωι.
ΜΕ. θαυμαστά· τοῦ πέμψαντος; ὦ δεινοὶ λόγοι.
ΕΛ. κατεδάκρυσα καὶ βλέφαρον ὑγραίνω
δάκρυσιν· ἁ Διός μ᾽ ἄλοχος ὤλεσεν.
675 ΜΕ. Ἥρα; τί νῶιν χρήιζουσα προσθεῖναι κακόν;
ΕΛ. ὤμοι ἐγὼ κείνων λουτρῶν καὶ κρηνᾶν,
ἵνα θεαὶ μορφὰν ἐφαίδρυναν, εὖτ᾽
ἔμολον ἐς κρίσιν.
ΜΕ. †τὰ δ᾽ εἰς κρίσιν σοι τῶνδ᾽ ἔθηχ᾽ Ἥρα κακῶν;†
680 ΕΛ. Πάριν ὡς ἀφέλοιτο ... ΜΕ. πῶς; αὔδα.
ΕΛ. Κύπρις ὧι μ᾽ ἐπένευσεν ... ΜΕ. ὦ τλᾶμον.
ΕΛ. τλάμονα τλάμον᾽ ὧδ᾽ ἐπέλασ᾽ Αἰγύπτωι.
ΜΕ. εἶτ᾽ ἀντέδωκ᾽ εἴδωλον, ὡς σέθεν κλύω.
ΕΛ. τὰ δὲ ‹σὰ› κατὰ μέλαθρα πάθεα πάθεα, μᾶ-
685 τερ, οἲ ᾽γώ. ΜΕ. τί φήις;
ΕΛ. οὐκ ἔστι μάτηρ· ἀγχόνιον δὲ βρόχον
δι᾽ ἐμὰν κατεδήσατο δύσγαμον αἰσχύναν.
ΜΕ. ὤμοι· θυγατρὸς δ᾽ Ἑρμιόνης ἔστιν λόγος;
ΕΛ. ἄγαμος ἄτεκνος, ὦ πόσι, καταστένει
690 γάμον ἄγαμον †αἰσχύνα†.
ΜΕ. ὦ πᾶν κατ᾽ ἄκρας δῶμ᾽ ἐμὸν πέρσας Πάρις.
ΕΛ. τάδε καὶ σὲ διώλεσε μυριάδας τε
χαλκεόπλων Δαναῶν.
ἐμὲ δὲ πατρίδος ἀπο‹πρὸ› κακόποτμον ἀραῖ-
695 ον ἔβαλε θεὸς ἀπὸ πόλεος ἀπό τε σέθεν,
ὅτε μέλαθρα λέχεά τ᾽ ἔλιπον οὐ λιποῦσ᾽
ἐπ᾽ αἰσχροῖς γάμοις.

***
ΕΛΕ. Σιχαίνομαι τα λόγια που θα πω.
ΜΕΝ. Λέγε· γλυκιά ξαλάφρωσή ᾽ναι
τις περασμένες να σου λένε δυστυχίες.
ΕΛΕ. Δεν πήγα εγώ με γρήγορο καράβι
στην αγκαλιά ενός βάρβαρου, ούτε
σε ντροπιασμένο πλάγιασα κρεβάτι.
ΜΕΝ. Τότε ποιά μοίρα, ποιός θεός σε πήρε;
670 ΕΛΕ. Ο γιος του Δία, καλέ μου, και της Μαίας
στη χώρα μ᾽ έφερε του Νείλου.
ΜΕΝ. Απίστευτο· πούθε σταλμένος; Φοβερά λόγια!
ΕΛΕ. Έκλαψα τότε, ακόμη κλαίω και τώρα·
η ομόκλινη μ᾽ αφάνισε του Δία.
ΜΕΝ. Η Ήρα; Ποιών τάχα το κακό ζητούσε;
ΕΛΕ. Αχ! συμφορά μου, εκείνες οι πηγές
όπου οι θεές λουστήκαν
κι ήρθ᾽ η αμάχη για την ομορφιά τους.
ΜΕΝ. Όμως γιατί να κατατρέξει εσέν᾽ η Ήρα;
ΕΛΕ. Για να μη μ᾽ έχει ο Πάρης…
680 ΜΕΝ. Πώς; Λέγε.
ΕΛΕ. που ήμουν γι᾽ αυτόν της Κύπριδας το δώρο.
ΜΕΝ. Α! δύστυχη.
ΕΛΕ. Ναι, δύστυχη· κι εδώ στην Αίγυπτο ήρθα.
ΜΕΝ. Και του έδωσε το είδωλό σου, ως λες.
ΕΛΕ. Στο σπίτι σου τί θρήνος, μάνα, ω μάνα,
τί πένθος, τί χαμός!
ΜΕΝ. Τί λες;
ΕΛΕ. Χάθηκε η μάνα μου· για τις ντροπές μου
πέρασε βρόχο στον λαιμό της.
ΜΕΝ. Την άμοιρη· η κόρη μας Ερμιόνη ζει;
ΕΛΕ. Ανύπαντρη, άτεκνη, μαραίνεται και κλαίει
690 για τον δικό μου ατιμασμένο γάμο.
ΜΕΝ. Ω! Πάρη, που μου ρήμαξες το σπίτι,
αυτά κι εσένα αφάνισαν και μύριους
Έλληνες χαλκαρματωμένους.
ΕΛΕ. Κι εμένα την καταραμένη,
την κακορίζικη, ο θεός αλάργα
μ᾽ απόδιωξε απ᾽ την πόλη κι από σένα
κι άφησα —που δεν άφησα ποτέ—
τον άντρα μου και τα παλάτια
για ντροπιασμένους έρωτες τραβώντας.

Μακεδονία εν μύθοις φθεγγομένη: Μύθοι πολιτικοί - Ηλιακή μυθολογία

Ο Ήλιος, αν και λατρευόταν από παλιά στην Ελλάδα, δεν εντάχθηκε στο δωδεκάθεο, γιατί, ως ουράνιο σώμα, υπολειπόταν από τη λατρεία των Ολυμπίων. Η λατρεία του θεωρούνταν βαρβαρική συνήθεια, και γι’ αυτό προφανώς, μέσα στα πλαίσια μιας «νομιμοποίησής» της, της ένταξής της δηλαδή στον ελληνικό τρόπο σκέψης, στα κλασικά χρόνια ταυτίστηκε με τους θεούς Απόλλωνα και, στη Μακεδονία και τη Θράκη, με τον Άρη.

Τον 4ο αι. π.Χ., η ανάπτυξη της επιστημονικής και φιλοσοφικής σκέψης τόνισε την κοσμολογική σημασία του ήλιου, αναγνώρισε την κοσμοκρατορία του και ταυτίστηκε με τον Δία αλλά και με άλλους εξωελληνικούς θεούς, όπως τον Μίθρα. Μετά την εκστρατεία του στην Ανατολή, ο Αλέξανδρος θεοποιήθηκε και ταυτίστηκε με τον Ήλιο (Αλέξανδρος-Ήλιος), η λατρεία του Ήλιου υιοθετήθηκε από μονάρχες των ελληνιστικών βασιλείων και εξαπλώθηκε λόγω των νέων συνθηκών.

Ωστόσο, αναρωτιέται κανείς αν η υιοθέτηση της λατρείας του Ήλιου οφείλεται τόσο ή μόνο στην εκστρατεία στην Ανατολή, όπου η λατρεία του ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένη, ή αν θα μπορούσαμε να τη συσχετίσουμε και με εκείνον τον παλιό και τοπικό μύθο για τον Περδίκκα που «έκοψε» από το δάπεδο το κομμάτι του ήλιου που έμπαινε στο σπίτι του τοπικού βασιλιά από την καπνοδόχο. Επομένως, κάτι νεότερο και έξω του μακεδονικού χώρου –η λατρεία του Ήλιου– συσχετίστηκε με κάτι παλαιό και ενδομακεδονικό.

Michel Onfray: Ωφελιμισμός και Ηδονιστικό Σύστημα

Ένας πραγματιστικός ωφελιμισμός. Ποιο είναι το φιλοσοφικό σκηνικό; Δεν είναι η σχολή, ούτε το Πανεπιστήμιο ή ο μυστικός χώρος, αλλά το ανοιχτό θέατρο του κόσμου και της καθημερινής ζωής. Σ’ αυτήν τη δεύτερη ομάδα, η έννοια, η ιδέα, η θεωρία δεν έχουν την ίδια υπόσταση μ’ εκείνη της ιδεαλιστικής πλευράς. Στην υπαρξιακή λογική δεν υπάρχει η λατρεία του λόγου: η λέξη χρησιμεύει στην ανταλλαγή, στην επικοινωνία, στη διατύπωση, και όχι στον διαχωρισμό. Η θεωρία προτείνει μια εφαρμογή, έχει ως στόχο μια πρακτική. Πέραν αυτής δεν έχει κανέναν λόγο ύπαρξης. Σε μια νομιναλιστική λογική οι λέξεις χρησιμεύουν ωφελιμιστικά και δεν είναι τίποτε άλλο από πρακτικά όργανα. Δεν υπάρχει λατρεία του λόγου...

Υποστηρίζω μια ωφελιμιστική και πραγματιστική φιλοσοφία και όχι την αντίπαλο αδελφή της: την ιδεαλιστική και εννοιολογική. Μόνο η πρώτη επιτρέπει το υπαρξιακό σχέδιο. Προτού όμως συνεχίσουμε, πρέπει να εξαγνίσουμε αυτές τις δύο έννοιες, καθώς στην κλασική παράδοση ο ωφελιμισμός και ο πραγματισμός επιδέχονται δύο σημασίες, όπως συμβαίνει συχνά με τις έννοιες της φιλοσοφικής παρόδου: έτσι, οι όροι υλιστής, αισθησιοκράτης, κυνικός, επικούρειος, σοφιστής, σκεπτικός διαθέτουν στο λεξικό ένα φιλοσοφικό λήμμα, αλλά και μια κοινή σημασία. Περιέργως, η δεύτερη αντικρούει την πρώτη, σε σημείο που η μία μοιάζει να αναιρεί την άλλη.

Αυτό συμβαίνει με τον υλιστή: σύμφωνα με τον φιλόσοφο, είναι ο στοχαστής που ισχυρίζεται ότι ο κόσμος ανάγεται σε μια απλή και ξεκάθαρη διάταξη της ύλης· όμως, για τους κοινούς θνητούς, είναι το άτομο που έχει εμμονή με τη συσσώρευση υλικών αγαθών και πλούτου· το ίδιο ισχύει και για τον κυνικό: μαθητής του Διογένη εκ Σινώπης, άρα και οπαδός του ασκητισμού και μιας άκαμπτης ηθικής ευθύτητας, αλλά και χυδαίο άτομο χωρίς πίστη ούτε νόμο· αλλά και με τον επικούρειο, που χαρακτηρίζει τον μαθητή του Επίκουρου, τον οπαδό μιας λιτής ζωής και του ασκητισμού, και ταυτόχρονα ένα πρόστυχο, χυδαίο και φιλήδονο άτομο· ο σοφιστής διακηρύσσει έναν μεθοδολογικό προοπτικισμό, εκφράζει όμως ταυτόχρονα, για την πλειοψηφία του κόσμου, το άτομο που αρέσκεται σε δόλιους συλλογισμούς έχοντας στόχο την επιτυχία με κάθε μέσο· και θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε με πολλά ακόμα παραδείγματα.

Ο ωφελιμιστής, όπως γνωρίζουν οι φιλόσοφοι, προέρχεται απευθείας από τον Τζέρεμι Μπένθαμ, σπουδαίο στοχαστή, και τον Τζον Στιούαρτ Μιλ, για τους οποίους η αρχή της ωφέλειας, δηλαδή η μεγαλύτερη ευτυχία για τον μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων, δρα ως κεντρικό σημείο της ηθικής φιλοσοφίας.

Η δεοντολογία (1834) του πρώτου και ο Ωφελιμισμός (1838) του δεύτερου θέτουν τις βάσεις αυτής της δυναμικής σκέψης, που όμως παραμερίστηκε από τους υποστηρικτές της ιδεαλιστικής παράδοσης. Σ’ αυτούς τους Αγγλοσάξονες δεν υπάρχει νεφελώδης σκέψη, αλλά μια ξεκάθαρη, ακριβής, κατανοητή φιλοσοφία, απαλλαγμένη από οποιαδήποτε μεταφυσική προκατάληψη, και κυρίως, θανάσιμο αμάρτημα για την κυρίαρχη κάστα, μια σοφία ικανή να παραγάγει αποτελέσματα στην καθημερινή ζωή, στην πιο συνηθισμένη πραγματικότητα.

Για τον μέσο άνθρωπο ο ωφελιμισμός στιγματίζει τη συμπεριφορά ενός συμφεροντολόγου ατόμου ως προς τις σχέσεις του με τους άλλους, ανίκανου να φερθεί με γενναιοδωρία και ανιδιοτέλεια. Κάθε πολιτική, σκέψη ή οικονομία που χαρακτηρίζεται μ’ αυτό τον τρόπο θεωρείται ότι είναι εγωιστική, ότι δεν ενδιαφέρεται για τους ανθρώπους, αλλά ότι το μόνο που την απασχολεί είναι τα άμεσα, χειροπιαστά αποτελέσματα. Προστίθεται και μια δόση κυνισμού και μακιαβελισμού: ο ωφελιμιστής έχει ως στόχο και επιθυμεί ό,τι παρουσιάζει οφέλη ηχηρά και εντυπωσιακά, υλικά και απτά, άμεσα και καθημερινά. Βέβαια, όλα αυτά βρίσκονται στον αντίποδα της σκέψης του Μπένθαμ ή του Μιλ. Τι γίνεται δηλαδή σ’ αυτήν τη δεύτερη περίπτωση με τη μεγαλύτερη ευτυχία για τον μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων, εφόσον υπάρχει η άμεση μικρή ικανοποίηση του ενός και μόνο;

Η ίδια παρατήρηση ισχύει και για τον πραγματισμό. Από φιλοσοφική πλευρά, αυτό το ρεύμα δείχνει σε όλες τους τις διαστάσεις τη γνώση και τον ορθολογικό σκοπό. Με άλλα λόγια: αυτός ο νέος θετικισμός προτείνει μια θεωρία της αληθείας που απορρίπτει το απόλυτο των ιδεαλιστών προς όφελος της επιστημολογικής σχετικότητας. Όταν ο Πιρς δημιουργεί το σημείο και το αντικείμενο το 1878, σε ένα άρθρο με τίτλο «Πώς να κάνουμε σαφείς τις ιδέες μας;», θέτει τις βάσεις μιας αυθεντικής φιλοσοφίας της ενδοκοσμικότητας. Καμία σχέση με την αδυναμία αντιμετώπισης των πραγμάτων μόνο από πρακτική πλευρά, ή σε σχέση με το προεξοφλημένο αποτέλεσμα...

Ο πραγματιστικός ωφελιμισμός που προτείνω παραπέμπει στη φιλοσοφική συνεπειοκρατία: δεν υπάρχουν απόλυτες αλήθειες, ούτε καλό, κακό, αληθινό, ωραίο, δίκαιο καθ’ εαυτά, αλλά σε σχέση με ένα σαφές και ξεκάθαρο σχέδιο. Πρόκειται γι’ αυτό που, με μια ιδιαίτερη οπτική -τον ηδονισμό στην προκειμένη περίπτωση- μας επιτρέπει να προχωρήσουμε στην κατεύθυνση του σχεδίου πετυχαίνοντας ηδονιστικά αποτελέσματα. Η ιδέα υπάρχει ήδη στο έργο του Μπένθαμ: να σκεφτόμαστε ανάλογα με την πράξη και να την έχουμε ως στόχο σε σχέση με τα αποτελέσματά της.

Ένα ηδονιστικό σύστημα. Συνοψίζοντας: υποστηρίζω λοιπόν μια αντι-ιστορία της φιλοσοφίας ως εναλλακτική λύση αντί της κυρίαρχης ιδεαλιστικής ιστοριογραφίας· μια σωματική λογική και το αντίστοιχο αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα με μια καθαρά ενδοκοσμική οπτική· μια φιλοσοφία που νοείται ως εγωδικία προς δημιουργία και αποκωδικοποίηση· μια φιλοσοφική ζωή ως αποκάλυψη του λόγου· μια υπαρξιακή οπτική με έναν ωφελιμιστικό και πραγματιστικό στόχο.

Όλα αυτά συγκλίνουν σε ένα εστιακό σημείο: τον ηδονισμό. Συχνά προβάλλω αυτό το απόφθεγμα του Σαμφόρ, καθώς λειτουργεί ως ηδονιστική κατηγορική προσταγή: να απολαμβάνεις και να προσφέρεις απόλαυση, χωρίς να κάνεις κακό ούτε στον εαυτό σου ούτε σε οποιονδήποτε άλλον, αυτό είναι ηθική.

Αυτή η φράση τα λέει όλα: προσωπική απόλαυση, οπωσδήποτε, αλλά κυρίως απόλαυση του άλλου, καθώς χωρίς αυτή δε νοείται καμία ηθική, αφού μόνο η υπόσταση του άλλου τής δίνει αυτές τις ιδιότητες. Αν δεν υπάρχει ο άλλος -όπως στο έργο του Μαρκήσιου ντε Σαντ- δεν υπάρχει ηθική... Το ειδικό βάρος αυτού του αποφθέγματος του Σαμφόρ στον χώρο της συνεπειοκρατίας επιδέχεται άπειρες προεκτάσεις.

Κατ’ αρχάς θα ήθελα να προσδώσω σ’ αυτόν τον όρο μια αξιοπρέπεια που δε διαθέτει. Η υποδοχή της φιλοσοφικής μου πρότασης εδώ και περίπου δεκαπέντε χρόνια θέτει προβλήματα παρόμοια με εκείνα που αντιμετώπισαν οι υποστηρικτές του αρχαίου ηδονισμού: την άρνηση να μελετηθούν νηφάλια οι λεπτομέρειες των λεγομένων στο όνομα της υστερικής ταραχής που προκαλεί το άκουσμα και μόνο της λέξης ηδονή. Έκτοτε ο καθένας τα βγάζει πέρα με τον εαυτό του και την απόλαυσή του κι έπειτα πολύ συχνά αποδίδει στον άλλον, με την απλούστατη μέθοδο της μεταβίβασης, την εντύπωση που έχει σχηματίσει ο ίδιος για την ηδονή.

Έτσι, πολύ συχνά αναγκάστηκα να αντικρούσω ομιλίες που εξομοίωναν ηδονισμό και φασισμό, ηδονισμό και ναζισμό, ηδονισμό και αμοραλισμό, με την υποψία, δεδομένου ότι έχω παραδεχτεί πως είμαι νιτσεϊστής, μιας κρυφής συμπάθειας για ολοκληρωτικά, δικτατορικά και παρόμοια καθεστώτα! Να απολαμβάνεις χωρίς να προσφέρεις απόλαυση στους άλλους, μ’ αυτήν τη φράση πρέπει πραγματικά να εξομοιωθεί αυτή η φιλοσοφική θεωρία και η χειρότερη απάρνηση κάθε φιλοσοφίας· αλλά να απολαμβάνεις "και" να προσφέρεις απόλαυση στους άλλους: τι έχουν να πουν για το "και" οι υποστηρικτές αυτού του σκανδαλώδους, αλλά τόσο συχνού ολισθήματος;

Φυσικά, υπάρχει και η πιο εύκολη εκδοχή: η εξομοίωση του ηδονισμού με την πρόστυχη, συνήθη και σύγχρονη απόλαυση του φιλελεύθερου καταναλωτισμού. Γαστρονομία πολυτελείας - όταν το πρώτο μου βιβλίο, Η κοιλιά των φιλοσόφων, αντικείμενο παρεξήγησης, έδινε την ευκαιρία για μια ειρωνική προσέγγιση, δυστυχώς για τον είρωνα!, αυτών των θεμάτων περί του σώματος που φιλοσοφεί, της σαρκικής λογικής -βλέπε τη Λογική της λαιμαργίας..- της αισθησιοκρατίας, της υπαρξιακής ψυχοβιογραφίας, της φιλοσοφικής ζωής, της εναλλακτικής ιστοριογραφίας -από τότε και πάλι ο Διογένης...- κ.λπ.

Για να ολοκληρωθεί το πορτρέτο του ηδονιστή ως νέου χοίρου του Επίκουρου, η Θεωρία του ερωτικού σώματος ολοκλήρωσε τον πίνακα: εκεί όπου έθετα τους όρους ενός ηλιακού ερωτισμού, είδαν ένα εγχειρίδιο μεταμοντέρνου φλερτ, έναν πανηγυρικό της συλλογής γυναικών, μια διατριβή για την ελευθεριότητα αλά Δον Ζουάν! Όταν αντιπαραθέτω στην πλατωνική θεωρία της επιθυμίας ως έλλειψης μια δημοκρίτεια λογική της υπερβολής με την απειλή της εκτροπής· όταν προτείνω έναν ελευθεριάζοντα φεμινισμό που εξυμνεί τη γυναίκα, σε αντίθεση με την ιουδαιοχριστιανική λατρεία της παρθένου, ή της συζύγου και μητέρας· όταν υπερασπίζομαι το συνεχώς ανανεώσιμο συναλλαγματικό συμβόλαιο αντί του γάμου· όταν προβάλλω την αξία μιας μεταφυσικής τής στειρότητας σε αντίθεση προς το καθήκον της αναπαραγωγής, γίνομαι το σύμβολο του ελευθεριάζοντα - με τη χυδαία σημασία του όρου, φυσικά...

Η ηδονή παραλύει: η λέξη, τα γεγονότα, η πραγματικότητα, οι ομιλίες που γίνονται επ’ αυτής. Παραλύει ή προκαλεί υστερία. Υπάρχουν πάρα πολλά προσωπικά στοιχήματα που χάθηκαν, πολλοί δεσμοί αλλοτριωμένοι, πάσχοντες, δυστυχισμένοι και αξιολύπητοι, πολλές κρυφές, κρυμμένες αποτυχίες, πολλές δυσκολίες για την ύπαρξη, τη ζωή - τη χαρά. Εξ ου και η απόρριψη της λέξης: κακόβουλη, επιθετική, κακόπιστη κριτική· ή απλώς ξεκάθαρη αποφυγή. Ανυποληψία, δυσφήμιση, υποτίμηση, περιφρόνηση, όλα τα μέσα είναι χρήσιμα αρκεί ν’ αποφύγουμε το θέμα.

Επιμένω στη θεωρητική και υπαρξιακή μου θέση: ο ηδονισμός παρά τις παρεξηγήσεις, προσδιορίζει αυτήν τη θεώρηση του κόσμου που προτείνω στα τριάντα μου βιβλία. Μια ανάγνωση της πραγματικότητας, βέβαια αλλά και μια πρόταση ζωής. Κι αυτό γιατί υπερασπίζομαι επίσης μια έννοια που έχει παρέλθει από τη μόδα της φιλοσοφίας: την έννοια της ολοκληρωμένης σκέψης, την έννοια του συστήματος.

Υπερασπίζομαι δηλαδή μια σκέψη δυνατή, στέρεα, δομημένη, συνεπή, και προσπαθώ να εξετάσω το σύνολο των δυνατών γνώσεων. Ο ηδονισμός παρέχει το κεντρικό θέμα και τα διάφορα έργα μου τις παραλλαγές. Έτσι, έχω προτείνει μια ηθική (Η σμίλευση του εαυτού), μια ερωτική θεωρία (Θεωρία του ερωτικού σώματος) μια πολιτική (Πολιτική του επαναστάτη), μια αισθητική (Αρχαιολογία του παρόντος), μια επιστημολογία (Ανατομικές αντιστοίχως), μια μεταφυσική (Πραγματεία περί αθεολογίας). Αντιστοίχως: μια αισθητική ηθική, έναν ηλιακό ερωτισμό, μια ελευθεριακή πολιτική, μια κυνική αισθητική, μια τεχνόφιλη βιοηθική και έναν μεταμοντέρνο αθεϊσμό, προϋπόθεση δυνατότητας του συνόλου.

Michel Onfray, Η δύναμη της ύπαρξης - Ηδονιστικό μανιφέστο

Το Bhagavad Gita και ο δρόμος προς τη μεταμόρφωση

Νωρίς το πρωί, οι πρώτες αχτίδες του ήλιου απαλύνουν την ατμόσφαιρα, η πάχνη αγκαλιάζει τη γη, φέρνοντας μαζί της μια αίσθηση μυστηρίου και προσδοκίας. Ο Arjuna στέκεται στο πεδίο της μάχης της Kukshetra, μια ανατριχίλα διατρέχει το σώμα του, είναι αγχωμένος.

Μπροστά του, λίγα μέτρα μακριά, στην απέναντι πλευρά της πλαγιάς που ήταν ακόμα καλυμμένη από πράσινο χορτάρι, ο πιο περίφημος στρατός που υπήρξε ποτέ ετοιμάζεται για μάχη. Ο Arjuna μπορεί να ακούσει τους ελέφαντες να βρυχώνται καθώς οι σάλπιγγες καλούν τους στρατιώτες· τα τύμπανα αρχίζουν να χτυπούν στο ρυθμό του πολέμου.

Η κληρονομιά του πολιορκείται από τα ξαδέρφια του. Οι δύο πλευρές δεν έφτασαν σε κάποια συμφωνία και έτσι κηρύχθηκε πόλεμος. Ο Krishna προσέφερε τη στήριξή του, θα έδινε τον στρατό του στη μία πλευρά, την καθοδήγησή του στην άλλη.

Οι Kauravas επέλεξαν τον στρατό· ο Arjuna στέκεται πίσω από το άρμα του με τον Krishna. Δεν ανησυχεί για το μέγεθος του στρατού του, είναι ένας Kshatriya, ένας πολεμιστής, και από την παιδική του ηλικία εκπαιδεύεται για να έρθει αντιμέτωπος με τον θάνατο. Είναι νευρικός επειδή οι αντίπαλοί του είναι τα ξαδέρφια του, το αίμα που θα χυθεί από το σπαθί του αργότερα εκείνο το πρωί θα είναι το ίδιο αίμα που τρέχει στις φλέβες του. Στρέφεται στον Krishna και τον ρωτά:

«Πώς να ξεκινήσω αυτό τον πόλεμο και να σκοτώσω μέλη της ίδιας μου της οικογένειας;» Με αυτή την ερώτηση, ξεκινά μια συζήτηση ανάμεσα στον Arjuna και τον Krishna. Αυτή η συζήτηση είναι το Bhagavad Gita (Μπαγκαβάτ Γκιτά), το ιερό κείμενο, αποτελείται από ένα ποίημα 700 στίχων και είναι μέρος του μεγάλου ινδικού έπους Μαχαμπαράτα. Αυτό το ποίημα είναι ένα από τα σημαντικότερα πνευματικά κείμενα του ανθρώπινου πολιτισμού μας. Γραμμένο γύρω στο 200 π.Χ. είναι σήμερα πιο επίκαιρο από ποτέ.

Κατά τη διάρκεια της συζήτησης, ο Krishna που προσωποποιείται ως η θεϊκή αγάπη, θα αποκαλύψει στον Arjuna τις αρχές της γιόγκα. Θα τον διδάξει πώς να ζήσει σε συμφωνία με το θείο. Η Γιόγκα του Bhagavad Gita είναι μια ενοποιητική γιόγκα, συνενώνει σε ένα σύστημα πλευρές του μονοπατιού που συχνά θεωρούνται ξεχωριστές. Η γιόγκα της αγάπης είναι η bhakti yoga, εκείνη της γνώσης είναι η jnana yoga και η γιόγκα της δράσης είναι η karma yoga. Αυτές παρουσιάζονται ως ένα μοναδικό μονοπάτι που οδηγεί στην ελευθερία και την ευτυχία.

Η Γιόγκα της Gita δεν είναι μια γιόγκα απάρνησης του κόσμου. Δεν πρόκειται για τη γιόγκα του ασκητή που απομονώνεται βαθιά σε ένα δάσος ή στη σπηλιά ενός βουνού με στόχο την απελευθέρωση του εαυτού. Σύμφωνα με την Gita, κάθε άτομο χρειάζεται να εκπληρώσει το πεπρωμένο του. Αυτό το πεπρωμένο είναι το dharma, η σωστή πορεία δράσης που πρέπει να ακολουθήσουμε ώστε να βρούμε το νόημα της ύπαρξης. Ο Krishna ενθαρρύνει τον Arjuna να ακολουθήσει το dharma του· αν το dharma του είναι να πολεμήσει για να εγκαθιδρύσει ξανά τη δικαιοσύνη, τότε πρέπει να παλέψει.

Η μάχη, όπως και το πεδίο της μάχης, είναι μεταφορές. Αναπαριστούν τα πολλά εμπόδια και τις προκλήσεις που ένας άνθρωπος συναντά κατά τη διάρκεια της ύπαρξής του στη γη. Το μονοπάτι του ταξιδευτή είναι μια μάχη ενάντια στις δικές του τάσεις. Κι όμως, ο ταξιδευτής έχει επίσης την ευθύνη να διορθώνει το λάθος στην κοινωνία ώστε να ευδοκιμήσει το καλό. Ένα από τα μηνύματα του Gita είναι ότι δεν πρέπει να δεχτούμε το απαράδεκτο, ανεξαρτήτως του πόσο δύσκολη μπορεί να είναι η σύγκρουση με αυτό.

Σε αυτή την ιστορική περίοδο, το μήνυμα του Bhagavad Gita είναι πιο επίκαιρο από ποτέ. Στεκόμαστε μπροστά σε προκλήσεις άνευ προηγουμένου και το Gita μάς δείχνει τον τρόπο να τις ξεπεράσουμε. Μας ζητά να αναλάβουμε την ευθύνη του δικού μας dharma, να λάβουμε δράση ώστε να φέρουμε περισσότερο φως στον κόσμο και να κάνουμε ό,τι μπορούμε για να βελτιώσουμε την κοινωνία μας. Οι συνθήκες μας αναγκάζουν να μείνουμε για λίγο απομονωμένοι, αυτή η κατάσταση όμως δεν θα διαρκέσει.

Αυτός ο χρόνος στο σπίτι μπορεί να γίνει αντιληπτός ως μια περίοδος προετοιμασίας, κατά την οποία έχουμε την ευκαιρία να καταλάβουμε τις προτεραιότητές μας, να συλλογιστούμε πάνω στο είδος της κοινωνίας που θέλουμε να δημιουργήσουμε για το μέλλον της Ανθρωπότητας και να προετοιμάσουμε τον εαυτό μας. Όπως ο Arjuna, έτσι κι εμείς μπορούμε να στραφούμε στην αγάπη και να αναζητήσουμε καθοδήγηση.

Μέσα από το Bhagavad Gita, το θείο μας τραγουδά και η φωνή δεν θα μπορούσε να είναι καθαρότερη. Σε αυτό το τραγούδι, μας καλεί να ανοίξουμε την καρδιά μας στην Αγάπη και στη Δράση ώστε να εκπληρώσουμε το dharma μας. Η κοινωνία μας έχει πείσει ότι είμαστε αδύναμοι μπροστά στις κυριαρχικές δυνάμεις των δομών στις οποίες ζούμε, όπως και μπροστά στα χτυπήματα της μοίρας. Το Gita μας λέει το αντίθετο.

Μας δείχνει ότι αν χρησιμοποιήσουμε την Αγάπη, αν ζητήσουμε με ειλικρίνεια τη στήριξη και την καθοδήγηση από τη Δύναμη που ωθεί τα πάντα προς τη Δημιουργία, από τους γαλαξίες μέχρι τα κύτταρα του σώματός μας, αν ζητήσουμε τη δύναμη και την καθαρότητα του νου που χρειαζόμαστε για να εκπληρώσουμε το δικό μας πεπρωμένο στον κόσμο, αν πραγματικά θρέψουμε τις καρδιές μας την ειλικρινή επιθυμία να βελτιώσουμε την κοινωνία, τότε οι προσευχές μας θα εισακουστούν και η Αγάπη θα κάνει πραγματικότητα τα θαύματα που χρειαζόμαστε για να φτιάξουμε μια δίκαιη και ανθρώπινη κοινωνία.

Ο θησαυρός και ο φόβος

Σου πέρασε ποτέ από το μυαλό ότι πίσω από κάθε φόβο σου κρύβεται ένας θησαυρός;

Αναρωτήθηκες ποτέ γιατί φοβάσαι; Μήπως οι φόβοι σου έχουν κάτι να σου πουν; Μήπως κάθε φορά που φοβάσαι, χάνεις κάτι από τον εαυτό σου; Μήπως ο φόβος σε κάνει πιο μικρό; Τι είναι άραγε ο φόβος και ποιος είναι ο θησαυρός που έχει να μας δώσει;

Ο φόβος είναι οι οδύνες της γέννας. Είναι το τίμημα της δημιουργίας. Είναι το πέπλο της έμπνευσης. Μόνο μέσα από το φόβο γεννιέται το καινούριο. Κάθε φορά που θέλεις να ξεκινήσεις κάτι, φοβάσαι το άγνωστο. Κάθε φορά που θέλεις να πετύχεις κάτι, φοβάσαι την αποτυχία. Κάθε φορά που επιθυμείς να εκπληρώσεις ένα όνειρο, φοβάσαι ότι δε θα τα καταφέρεις. Και όταν έχεις μια ξεχωριστή ιδέα, φοβάσαι ότι θα σε πουν τρελό. Κι αν νιώσεις την ανάγκη να εκφράσεις τα συναισθήματα σου, φοβάσαι ότι θα σε παρεξηγήσουν. Φοβάσαι ακόμη και να χαρείς, να γελάσεις, μήπως και σου βγει σε κακό…

Και τελικά τι; Κάθε φορά που φοβάσαι, απομακρύνεσαι από όνειρα, από επιθυμίες, από χαρές, από την ίδια τη δημιουργική σου δύναμη, από την ίδια τη ζωή. Μένεις ακίνητος και μισός, στερημένος από όλα όσα θα ήθελες, από όλα όσα θα μπορούσες να κάνεις. Ακρωτηριασμένος και δήθεν ανήμπορος. Έχοντας χάσει κομμάτια του εαυτού σου, όλο και πιο αποδυναμωμένος, όλο και πιο λίγος. Και τώρα; Τώρα έτσι μικρός που έγινες, μπορείς να φθονήσεις, να μισήσεις, να κατακρίνεις όσους τα κατάφεραν. Δεν αντέχεις να βλέπεις ανθρώπους να προχωρούν, να βουτάνε στα σκοτάδια και να ανάβουν το φως. Να αγαπούν τον εαυτό τους, να χαίρονται, να δημιουργούν. Δεν αντέχεις την παιδικότητα στα μάτια τους. Γιατί εσύ, κλεισμένος στο μικρόκοσμο σου, έχεις εγκαταλείψει όλα σου τα όνειρα και νομίζεις ότι ζεις. Μα όταν βλέπεις τη ζωή, την αληθινή ζωή στα μάτια των άλλων, τότε, ξεβολεύεσαι και δεν αντέχεις. Δεν αντέχεις την αλήθεια, γιατί σου αποκαλύπτει το ψέμα που ζεις. Και το ψέμα αυτό είναι οι φόβοι σου.. Φόβοι μεγάλοι και μικροί για καταστάσεις που ίσως συμβούν, δεκάδες πιθανά σενάρια, κατασκευάσματα του μυαλού σου. Φοβάσαι. Φοβάσαι κάτι που δεν υπάρχει, κάτι που δε θα μάθεις ποτέ αν θα μπορούσε να υπάρξει.

Και ο μόνος τρόπος να το μάθεις είναι να βουτήξεις μέσα στο φόβο! Ναι, να τον ζήσεις σε όλη του την ένταση, σε κάθε κύτταρο του κορμιού σου. Σήκω όρθιος και στάσου μπροστά στο φόβο. Αγκάλιασε τον. Άφησε τον να σε κατακλύσει. Άφησε τον να σε ταρακουνήσει, να ξεριζώσει όλη τη σιγουριά, όλη την ασφάλεια που σε κρατά δεμένο, που δε σε αφήνει να ανεβείς στο επόμενο σκαλί. Μη μένεις μια ζωή στριμωγμένος στο μικρό σου σκαλάκι, αρνούμενος να δεις ότι έχει και πιο πάνω. Μην κοιτάς μόνο δήθεν περίλυπα τους από κάτω. Έχεις πολύ δρόμο μπροστά σου.

Κάνε αυτό που φοβάσαι. Σκάψε βαθιά μέσα σου και βρες το χρυσάφι. Γιατί εκεί μέσα, κάτω από το φόβο σου, υπάρχει χρυσάφι. Είναι πίσω από εκείνη τη φωνή που σου λέει όχι, εσύ δεν μπορείς, εσύ δεν είσαι άξιος, ποιος νομίζεις ότι είσαι, μην τολμάς, σκέψου τι θα πουν οι άλλοι, κι αν αποτύχεις; Είναι πίσω από τη φωνή που σε γεμίζει απωθημένα και ενοχές. Πίσω από τη φωνή που σου στερεί τη δύναμη σου. Που σου παίρνει την εμπιστοσύνη, την αυτοπεποίθηση, τη χαρά της δημιουργίας. Που σου κρύβει το μεγαλείο της ψυχής σου. Μα ναι, μπορείς, αληθινά μπορείς! Σώπασε αυτές τις φωνές που σου κόβουν τα φτερά. Αυτές οι φωνές κατασκευάζουν φόβους. Και ΔΕΣ ποιος είσαι, ποιος αληθινά είσαι. Πίστεψε ότι μπορείς, βάλε την ανασφάλεια στην άκρη και ύστερα αφέσου να δεις. Και δες ψάχνοντας μέσα σου. Θα βρεις ταλέντα και δημιουργικές ικανότητες. Θα τα βρεις πίσω από αυτά που φοβόσουν να κάνεις, θα τα βρεις σε όλα όσα σου γεμίζουν την ψυχή, σε όλα όσα σου δίνουν χαρά. Θα τα βρεις στη χαρά. Η χαρά σου δείχνει το δρόμο. Είναι το σημάδι που πρέπει να ακολουθήσεις. Πρώτα από όλα μη φοβάσαι ό, τι γεμίζει την ψυχή σου με γνήσια χαρά και παιδικό ενθουσιασμό.

Δες με άλλο μάτι το φόβο. Ο φόβος είναι δημιουργία! Είναι η πυξίδα που σου δείχνει πού να ψάξεις. Είναι το εμπόδιο που πρέπει να ξεπεράσεις, για να φτάσεις στην πηγή. Είναι το πέπλο που πρέπει να σηκώσεις, για να βρεις τον εαυτό σου. Μη φοβάσαι το φόβο. Ανοίξου σε αυτόν. Αγάπησέ τον. Άλλωστε «μέσα στην αγάπη διαλύονται όλα». Κι αν ο φόβος ακινητοποιεί, η αγάπη διαλύει!

Πάντα θα φταίει ο νευρικός, ο εκνευριστικός ποτέ

Υπάρχει, αλήθεια κάποιος άνθρωπος που δεν ένιωσε ποτέ του τα νεύρα του να είναι σπασμένα; Να βρίσκεται σε μια κατάσταση που τα πάντα γύρω του να τον εκνευρίζουν; Αν εξαιρέσουμε το Βούδα, λογικά δε θα βρούμε κανέναν άλλο. Όλοι μας κάποια στιγμή νιώθουμε πως, όχι μόνο έχουμε τα νεύρα μας, αλλά κι αλίμονο σ’ αυτόν που θα τα πληρώσει.

Δε θέλεις να σου μιλήσει κανένας. Ακόμα και μια καλημέρα που θα σου πουν σού τρυπάει τ’ αυτιά κι αντί ανταπόδοσης της ευχής, εσύ αντεύχεσαι να πάει να… καταλαβαίνεις πού. Το μάτι σου γυαλίζει και περιμένεις αυτόν που θα κάνει το λάθος να σε προκαλέσει.

Είναι μαθηματικά αποδεδειγμένο πως τότε είναι που θα ακούσεις και τις πιο εκνευριστικές ατάκες που μπορούν να ειπωθούν. Φτάνεις ας πούμε στη δουλειά σου και τότε θα βρεθεί εκείνος ο συνάδελφος που με εκείνο το ηλίθιο ύφος θα σου κάνει την ακόμα πιο ηλίθια ερώτηση «Ήρθες;». Όχι ρε μεγάλε, σταμάτησα στο περίπτερο για τσιγάρα και θα έρθω σε πέντε λεπτά. Δε χρειάζεται ν’ απαντήσεις. Εκείνο το απότομο γύρισμα του κεφαλιού συνοδευόμενο με το πιο αιμοβόρο βλέμμα στα μάτια σου δίνουν τη δέουσα απάντηση. Και τότε είναι που γίνεται αντιληπτό πως έχεις τα νεύρα σου. Και τότε είναι που αρχίζουν τα σχόλια «Με νεύρα ήρθε αυτός σήμερα. Τι έπαθε μωρέ; Τι του είπα και τσαντίστηκε;».

Έτσι σου κολλάει και η ρετσινιά. Το στίγμα του νευρικού εκείνου ανθρώπου που κανένας όμως δεν μπορεί να καταλάβει γιατί έχει τα νεύρα του. Σαν να μην είχες τι να κάνεις σήμερα, οπότε θεώρησες καλό το να έχεις νεύρα. Λες και γεννήθηκες νευρικός σε έναν κόσμο γαλήνιο και ήρεμο. Κι αντί να σε αφήσουν στην ησυχία σου, για το δικό τους καλό κυρίως, όλο και περισσότερο σε τσιγκλίζουν. Πόσο ν’ αντέξεις πια.

Φυσικά κανένας δεν μπήκε ποτέ στη διαδικασία να σκεφτεί γιατί εσύ μπορεί να έχεις νεύρα. Η περίπτωση, δηλαδή να σ’ εκνεύρισαν αυτοί οι ίδιοι δεν πέρασε ποτέ από το μυαλό τους. Όχι, ρε παιδιά, κανείς δεν ξύπνησε ένα πρωί βάζοντας σκοπό της ημέρας του το να έχει νεύρα. Ούτε και κανένας γεννήθηκε εκνευρισμένος. Αντιθέτως πολλοί είναι εκείνοι που γεννήθηκαν εκνευριστικοί. Που έχουν το χάρισμα, αν θέλεις, να προκαλούν τα νεύρα των άλλων. Γιατί πώς να το κάνουμε, όσο ευγενικός κι αν είσαι, όση υπομονή κι να έχεις δεν μπορείς να μπαίνεις στη διαδικασία του να ανέχεσαι εκνευριστικές συμπεριφορές. Δεν αντέχεις άλλο ν’ απαντάς σε ανόητες ερωτήσεις. Άνθρωπος είσαι με όρια κι αντοχές και κάποτε θα έρθει εκείνη η στιγμή που τα νεύρα σου θα σπάσουν. Κι όσο πιο πολλή υπομονή κάνεις τόσο πιο πολύ τα νεύρα σου χτυπάνε κόκκινο. Και τότε, βρείτε τρύπα να χωθείτε.

Νεύρα. Μια ενέργεια που όσο πιο πολύ συσσωρεύεται, τόσο πιο επικίνδυνη γίνεται. Κάτι σαν σεισμός. Όσο πιο συχνοί, τόσο πιο μικροί. Εκείνος ο ένας ο μεγάλος είναι ο καταστροφικός.

Συμπέρασμα; Μη φοβάσαι τα νεύρα σου και μην τα καταπιέζεις. Ένα τσιγάρο, βαθιές αναπνοές κι ίσως καταλαγιάσουν. Κι αν δεν καταλαγιάσουν, άφησέ τα να εκφραστούν. Θα νιώσεις καλύτερα και θα βάλεις στη θέση τους κι όλους αυτούς που σ’ εκνευρίζουν αλλά ποτέ δε φταίνε. Γιατί τα νεύρα είναι ενέργεια.

Οι αστρονόμοι ανακαλύπτουν τις πρώτες μέρες του Γαλαξία μας

Πριν από περίπου 10 δισεκατομμύρια χρόνια, ο Γαλαξίας συνενώθηκε με έναν άλλο μεγάλο γαλαξία. Τα αστέρια αυτού του άλλου γαλαξία, που ονομάζεται Γαία Εγκέλαδος (Gaia-Enceladus), αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος του φωτοστέφανου (άλως) του Γαλαξία μας, που επίσης σχημάτισαν τον παχύ δίσκο του, δίνοντάς του τη διογκωμένη γνωστή μορφή του. Μια περιγραφή αυτής της μεγα-συγχώνευσης, που ανακαλύφθηκε από μια διεθνή ομάδα υπό την καθοδήγηση της αστρονόμου Amina Helmi του Πανεπιστημίου του Groningen, δημοσιεύεται στο επιστημονικό περιοδικό Nature
 
Καλλιτεχνική απεικόνιση της συγχώνευσης μεταξύ του γαλαξία Γαία-Εγκέλαδος και του δικού μας Γαλαξία (Milky Way), που έλαβε χώρα κατά την διάρκεια του σχηματισμού του πριν 10 δισ. χρόνια. Τα συντρίμμια του γαλαξία Γαία-Εγκέλαδος  μπορούν τώρα να βρεθούν σε όλο τον Γαλαξία. Οι θέσεις και οι κινήσεις των αστεριών αυτών έχουν εξαχθεί από μια υπάρχουσα προσομοίωση μιας συγχώνευσης με παρόμοια χαρακτηριστικά με αυτά που αποκάλυψε η Γaia.

Οι μεγάλοι γαλαξίες, όπως ο δικός μας Γαλαξίας, είναι αποτέλεσμα συγχωνεύσεων μικρότερων γαλαξιών. Μια εξαιρετική ερώτηση είναι αν ένας γαλαξίας όπως ο δικός μας είναι προϊόν πολλών μικρών άλλων συγχωνεύσεων ή μερικών μεγάλων. Η  καθηγήτρια της Αστρονομίας του Πανεπιστημίου του Groningen, Αμίνα Χέλι, πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της σταδιοδρομίας της αναζητώντας «απολιθώματα» στον Γαλαξία μας, που θα μπορούσαν να δώσουν κάποιες εξηγήσεις για την εξέλιξή του. Χρησιμοποιεί τη χημική σύνθεση, τη θέση και την τροχιά των αστεριών στο φωτοστέφανο για να συμπεράνει την ιστορία τους και έτσι να προσδιορίσει τις συγχωνεύσεις που δημιούργησαν τον πρώιμο Γαλαξία.
 
Τα τελευταία δεδομένα της δορυφορικής αποστολής Γαία (Gaia*)
 
Η πρόσφατη δεύτερη αποδέσμευση δεδομένων από τη δορυφορική αποστολή Γαία τον Απρίλιο του 2019 παρείχε στην Helmi στοιχεία περίπου 1,7 δισεκατομμυρίων άστρεων. Η Helmi συμμετέχει στην ανάπτυξη της αποστολής Γαία για περίπου είκοσι χρόνια και ήταν μέρος της ομάδας επικύρωσης δεδομένων για το δεύτερο δελτίο δεδομένων της Γαίας. Και τώρα έχει χρησιμοποιήσει τα δεδομένα αυτά για να αναζητήσει ίχνη συγχωνεύσεων στο φωτοστέφανο – άλως: «Αναμενόταν ότι υπήρχαν αστέρια από συγχωνευμένους δορυφόρους στο φωτοστέφανο. Αυτό που δεν περιμέναμε να βρούμε ήταν ότι τα περισσότερα αστέρια στην άλω έχουν μια κοινή προέλευση σε μια πολύ μεγάλη συγχώνευση».
 
Παχύς δίσκος
 
Κι αυτό πράγματι βρήκε. Η χημική υπογραφή πολλών αστεριών ήταν σαφώς διαφορετική από τα γηγενή αστέρια του Γαλαξίας. “Και είναι μια αρκετά ομοιογενής ομάδα, που δείχνει ότι έχουν κοινή προέλευση”. Σχεδιάζοντας τόσο την τροχιά όσο και τη χημική υπογραφή τους, οι «εισβολείς» ξεχωρίζουν ξεκάθαρα.
 
Όπως λέει η Helmi: “Τα νεώτερα αστέρια του γαλαξία που συγχωνεύτηκε Γαία-Εγκέλαδος είναι στην πραγματικότητα νεότερα από τα  γηγενή άστρα του Γαλαξία στην περιοχή που είναι τώρα ο παχύς δίσκος. Αυτό σημαίνει ότι ο προγονός αυτού του πυκνού δίσκου ήταν ήδη παρών όταν συνέβη η σύντηξη, και η Γαία-Εγκέλαδος , λόγω του μεγάλου μεγέθους της, τα  εκτίναξε και φούσκωσε.».
Σε μια προηγούμενη δημοσίευση η Helmi είχε ήδη περιγράψει μία τεράστια «κηλίδα» από αστέρια που είχαν κοινή προέλευση. Τώρα, δείχνει ότι τα αστέρια από αυτό το πράγμα στο φωτοστέφανο είναι τα συντρίμμια από τη συγχώνευση του Γαλαξία με έναν γαλαξία που ήταν λίγο πιο μαζικός από το Μικρό Μαγγελανικό Νέφος πριν από περίπου δέκα δισεκατομμύρια χρόνια. Ο γαλαξίας αυτός ονομάζεται Gaia-Enceladus, από τον γιγάντιο Εγκέλαδο, ο οποίος στην ελληνική μυθολογία γεννήθηκε από τη Γαία (τη θεά της Γης) και τον Ουρανό (ο θεός του ουρανού).
 
Τα δεδομένα από την κινηματική, τη χημεία, την ηλικία και τη χωρική κατανομή από τα άγρια ​​αστέρια του Γαλαξία και τα κατάλοιπα της Γαίας-Εγκέλαδου υπενθύμισαν στην Helmi προσομοιώσεις που πραγματοποίησε πρώην διδακτορικός φοιτητής πριν από περίπου δέκα χρόνια. Οι προσομοιώσεις του για τη συγχώνευση ενός μεγάλου γαλαξία σε σχήμα δίσκου με τον νεαρό Γαλαξία μας έδωσαν την κατανομή των αστεριών από τα δύο αντικείμενα, η οποία είναι εντελώς σύμφωνη με τα δεδομένα της αποστολής νΓαίας. “Ήταν εκπληκτικό να κοιτάξουμε τα νέα στοιχεία της Γαίας και να συνειδητοποιήσουμε ότι το είχαμε δει πριν,” λέει η αστρονόμος. 
---------------------------
Γαία (Gaia) είναι μια διαστημική αποστολή αστρομετρίας του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Διαστήματος (ESA) που εκτοξεύτηκε επιτυχώς στις 19 Δεκεμβρίου 2013, αρχικά για μια πενταετή αποστολή, ενώ έχει ήδη παραταθεί μέχρι το τέλος του 2020. Έχει ως πρωταρχικό επιστημονικό προϊόν έναν κατάλογο με τη θέση, την κίνηση, τη φωτεινότητα και το χρώμα περισσότερων του ενός δισεκατομμυρίου ουρανίων σωμάτων (αστέρια, αστεροειδείς, γαλαξίες, κλπ) μέχρι το φαινόμενο μέγεθος 20. Το έργο επιλέχθηκε το 2000 ως ακρογωνιαίος λίθος του επιστημονικού προγράμματος Horizon 2000+. Τα δεδομένα που συλλέγονται θα βελτιώσουν τις γνώσεις μας για τη δομή, την δημιουργία και την εξέλιξη του Γαλαξία μας, και θα συνεισφέρουν σημαντικά στους κλάδους των εξωηλιακών πλανητών, του ηλιακού συστήματος, των εξωτερικών γαλαξιών και της θεμελιώδους φυσικής.

Ο Ντέιβιντ Ρικάρντο για το εξωτερικό εμπόριο

Ο Ρικάρντο, αφού έχει καταδείξει ότι η άνοδος του βιοτικού επιπέδου, που επιτυγχάνεται με την ευεργετική χρήση του κεφαλαίου, εν τέλει, επιφέρει την αύξηση του πληθυσμού βλάπτοντας τα κεφαλαιακά κέρδη είναι πρόθυμος να επαναλάβει την άποψη αυτή προκειμένου να γίνει απολύτως κατανοητός στο ζήτημα του εξωτερικού εμπορίου: «Έχουμε δει, λοιπόν, ότι από την ανάγκη να καταφεύγουμε σε εδάφη ολοένα και χειρότερης ποιότητας, για να τρέφουμε έναν αυξανόμενο πληθυσμό, πρέπει να αυξάνει η σχετική αξία του σίτου έναντι των άλλων πραγμάτων. Αν, επομένως, το χρήμα εξακολουθεί να έχει συνεχώς την ίδια αξία, ο σίτος θα ανταλλάσσεται με περισσότερο τέτοιο χρήμα, δηλαδή η τιμή του θα αυξάνεται».
 
Ο κίνδυνος που διατρέχει το κεφάλαιο, το οποίο αναγκάζεται διαρκώς να συρρικνώνει τα κέρδη του προς όφελος του γαιοκτήμονα, δε σηματοδοτεί μονάχα την αδικία του συστήματος που ανταμείβει αυτόν που δε μοχθεί καθόλου (γαιοκτήμονας) πλήττοντας την τάξη που προσφέρει τα πάντα (εργοστασιάρχες), αλλά και την ανάγκη παρέμβασης, ώστε να αποδοθούν στον καθένα αυτά που πράγματι του αξίζουν. Το ζήτημα του εξωτερικού εμπορίου τίθεται αλληλένδετα με τη σύγκρουση των συμφερόντων ανάμεσα στους βιομήχανους και τους γαιοκτήμονες.
 
Ο Robert L. Heilbroner στο βιβλίο του «Οι φιλόσοφοι του οικονομικού κόσμου» θα δώσει εύστοχα το πλαίσιο αυτής της σύγκρουσης: «Στα σαράντα χρόνια από την έκδοση του Πλούτου των Εθνών» (το βιβλίο του Άνταμ Σμιθ που εκδόθηκε το 1776) «η Αγγλία είχε χωριστεί σε δύο αντίπαλες φατρίες: από τη μια τους ανερχόμενους βιομηχάνους, οι οποίοι ασχολούνταν με τα εργοστάσιά τους και τον αγώνα τους για κοινοβουλευτική εκπροσώπηση και κοινωνικό κύρος, και από την άλλη τους γαιοκτήμονες, μια πλούσια, ισχυρή και περιχαρακωμένη αριστοκρατία, η οποία έβλεπε με άσχημο μάτι την επέκταση των αναιδών νεόπλουτων».
 
Η πάλη των δύο αυτών τάξεων θα επικεντρωθεί στην τιμή των τροφίμων, ιδιαίτερα του σίτου που ήταν το κυρίαρχο μέσω συντήρησης και καθόριζε το ύψος των μισθών επηρεάζοντας τα κέρδη του κεφαλαίου: «Αυτό που εξαγρίωνε τους μεγαλοκτηματίες δεν ήταν το ότι πλούτιζαν οι καπιταλιστές. Ήταν το αξιοκατάκριτο γεγονός ότι επέμεναν ότι οι τιμές των τροφίμων ήταν πολύ υψηλές».
 
Ο Heilbroner θα δώσει κι άλλες πληροφορίες: «ο πληθυσμός» [στην Αγγλία εννοείται] «είχε αυξηθεί και η προσφορά σιτηρών είχε υπερκεραστεί από τη ζήτηση με αποτέλεσμα να έχει τετραπλασιαστεί η τιμή ενός μπούσελ σιτηρών. Και καθώς οι τιμές ανέβαιναν, ανέβαιναν και τα κέρδη στην αγροτική παραγωγή. Στην ύπαιθρο γενικά όλοι παραδέχονταν ότι οι γαιοπρόσοδοι είχαν τουλάχιστον διπλασιαστεί στο διάστημα των προηγούμενων 20-25 ετών».
 
Η ραγδαία αύξηση των σιτηρών στη χώρα οδήγησε (μάλλον αναμενόμενα) στο εξωτερικό εμπόριο: «Καθώς τα σιτηρά ανατιμούνταν ραγδαία, οι έμποροι που δεν άφηναν τις ευκαιρίες να πάνε χαμένες άρχισαν να αγοράζουν σιτάρι και καλαμπόκι από το εξωτερικό και να τα φέρνουν στη χώρα. Όπως ήταν φυσικό, οι μεγαλοκτηματίες ανησύχησαν με αυτή την εξέλιξη. Η γεωργική εκμετάλλευση δεν ήταν απλά ένας τρόπος ζωής για την αριστοκρατία, ήταν επιχείρηση – επικερδέστατη επιχείρηση».
 
Οι αντίδραση των γαιοκτημόνων ήταν άμεση: «η εισροή φτηνών σιτηρών από το εξωτερικό δε γινόταν εύκολα ανεκτή. Αλλά, ευτυχώς για τους μεγαλοκτηματίες, υπήρχε άμεσος τρόπος για να καταπολεμηθεί αυτή η ανησυχητική εξέλιξη. Έχοντας τον έλεγχο του Κοινοβουλίου, οι μεγαλοκτηματίες απλώς θεσμοθέτησαν ένα σιδηρούν σύστημα προστασίας. Ψήφισαν τους Νόμους για τα Σιτηρά (Corn Laws), οι οποίοι επέβαλλαν αναλογικούς δασμούς στα εισαγόμενα δημητριακά. Όσο κατέβαινε η τιμή στο εξωτερικό, τόσο ανέβαινε ο δασμός. Στην πραγματικότητα, καθιερώθηκε ένα κατώτατο όριο τιμών που κρατούσε τα φτηνά σιτηρά εκτός αγγλικής αγοράς».
 
Το πράγμα πήρε ανεξέλεγκτες διαστάσεις: «Αλλά το 1813 η κατάσταση είχε πια ξεφύγει από κάθε έλεγχο. Μια σειρά από κακές σοδειές και ο πόλεμος με τον Ναπολέοντα έγιναν αιτία να ανέβουν οι τιμές σε επίπεδα σιτοδείας. Το στάρι πουλιόταν 117 σελίνια το τέταρτο – κάπου 14 σελίνια το μπούσελ. Έτσι ένα μπούσελ σταριού πουλιόταν σε τιμή σχεδόν διπλάσια από ολόκληρο το βδομαδιάτικο ενός εργάτη».
 
Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα η στάση των γαιοκτημόνων ήταν μάλλον προκλητική: «Το κοινοβούλιο μελέτησε την κατάσταση προσεκτικά – και η λύση στην οποία κατέληξε ήταν ότι οι δασμοί στα εισαγόμενα δημητριακά έπρεπε να αυξηθούν κι άλλο! Το σκεπτικό ήταν ότι οι βραχυπρόθεσμα υψηλότερες τιμές θα τόνωναν την παραγωγή αγγλικού σταριού μακροπρόθεσμα». Φυσικά, η τόνωση της παραγωγής θα επιτυγχανόταν με την εκμετάλλευση ακόμη κατώτερης ποιότητας εδαφών αυξάνοντας τις τιμές των σιτηρών και βεβαίως τη γαιοπρόσοδο.
 
Οι βιομήχανοι ήταν έξαλλοι: «Αυτό πια παραήταν βαρύ για τους βιομηχάνους. Αντίθετα από τους μεγαλοκτηματίες, οι καπιταλιστές ήθελαν φτηνά σιτηρά, διότι οι τιμές των τροφίμων καθόριζαν, κατά μεγάλο μέρος, το ποσόν που έπρεπε να πληρώνουν στους εργάτες τους».
 
Ακριβώς εδώ είναι που παίρνει θέση ο Ρικάρντο (το έργο του «Αρχές Πολιτικής Οικονομίας και Φορολογίας» γράφεται το 1815) υποστηρίζοντας ανοιχτά το ελεύθερο εμπόριο που εξυπηρετεί δεόντως τα συμφέροντα της αστικής τάξης. Και μην παρασυρθεί κανείς να πιστέψει ότι το ενδιαφέρον του στρεφόταν και προς τους εντελώς εξαθλιωμένους εργάτες που κυριολεκτικά δεν είχαν να φαν. Ο Ρικάρντο δεν κάνει ούτε την ελάχιστη αναφορά στην εξαθλίωση της εργατικής τάξης όπου «ένα μπούσελ σταριού πουλιόταν σε τιμή σχεδόν διπλάσια από ολόκληρο το βδομαδιάτικο ενός εργάτη».
 
Το ζήτημα είχε να κάνει αποκλειστικά με το ξεκαθάρισμά των λογαριασμών ανάμεσα στην ακόμη κυρίαρχη τάξη (γαιοκτήμονες) και στην δυναμικά ανερχόμενη που φιλοδοξεί να πάρει να ηνία σε όλα τα επίπεδα (βιομήχανοι). Και οι γαιοκτήμονες και οι βιομήχανοι απέβλεπαν κυνικά (και αποκλειστικά) στα δικά τους συμφέροντα. Ο Ρικάρντο στρατεύεται ανοιχτά υπέρ των συμφερόντων της αστικής τάξης επιχειρώντας να τα προβάλλει σαν αδιαπραγμάτευτες αλήθειες που επιβεβαιώνονται από την οικονομική επιστήμη.
 
Ο Heilbroner ξεκαθαρίζει: «Δεν ήταν ανθρωπιστικά τα κίνητρα που έκαναν τους βιομηχάνους να αγωνίζονται για χαμηλότερες τιμές στα τρόφιμα. Ένας μεγάλος τραπεζίτης του Λονδίνου, ο Αλεξάντερ Μπέαρινγκ, δήλωσε στο κοινοβούλιο ότι “ο εργάτης δεν ενδιαφέρεται γι’ αυτό το ζήτημα. Είτε η τιμή είναι 84 σελίνια είτε 105 σελίνια το τέταρτο, εκείνος και στις δύο περιπτώσεις θα φάει ξερό ψωμί”». Ο κυνισμός του Μπέαρινγκ καταδεικνύει την αλήθεια. Το ζήτημα δεν είναι τι θα φάει ο εργάτης, το ζήτημα είναι ποιος θα πληρώσει τη διαφορά στο ξεροκόμματό του.
 
Η αποδυνάμωση της ισχύος των γαιοκτημόνων δεν ήταν και τόσο εύκολη υπόθεση: «Τα επιχειρηματικά συμφέροντα οργανώθηκαν. Το Κοινοβούλιο κατακλύσθηκε από περισσότερες εκκλήσεις από όσες είχε λάβει ποτέ. Καθώς τα πνεύματα είχαν οξυνθεί, ήταν πλέον ασύμφορο να προωθηθούν νέοι υψηλότεροι δασμοί μέσω των Νόμων για τα Σιτηρά χωρίς κάποια ωριμότερη σκέψη. Διορίστηκαν νέες επιτροπές στη Βουλή των Κοινοτήτων και των Λόρδων και το θέμα πάγωσε προσωρινά. Ευτυχώς, την επόμενη χρονιά ήρθε η ήττα του Ναπολέοντα, και οι τιμές των σιτηρών υποχώρησαν πάλι σε πιο φυσιολογικά επίπεδα. Αλλά είναι μια ένδειξη της πολιτικής ισχύος που διέθετε η τάξη των γαιοκτημόνων ότι χρειάστηκε να μεσολαβήσουν τριάντα χρόνια μέχρι να καταργηθούν εντελώς οι Νόμοι για τα Σιτηρά και να επιτραπεί η ελεύθερη εισαγωγή φτηνών σιτηρών στη Βρετανία».
 
Ο Ρικάρντο θα καταδείξει ότι ο πλούτος, ως τελικός σκοπός της οικονομίας που θα επιφέρει την ευημερία σε όλη τη χώρα, έχει να κάνει αποκλειστικά με την ικανοποίηση των συμφερόντων της αστικής τάξης και όχι με τα παρωχημένα ιδεολογήματα των γαιοκτημόνων. Οι γαιοκτήμονες παρουσιάζονται περισσότερο σαν απομυζητές του ξένου μόχθου που οδηγούν την κοινωνία στην οπισθοδρόμηση.
 
Τα συμφέροντα της προσόδου δεν έχουν καμία σχέση με τη γέννηση του πλούτου σε μία χώρα: «Η αύξηση της προσόδου είναι πάντοτε το αποτέλεσμα του αυξανόμενου πλούτου της χώρας και της δυσκολίας στην εξασφάλιση των μέσων διατροφής για τον αυξανόμενο πληθυσμό της. Είναι σύμπτωμα, αλλά ποτέ η αιτία του πλούτου· επειδή ο πλούτος συχνά αυξάνεται πολύ γρήγορα, ενώ η πρόσοδος μένει στάσιμη ή και μειώνεται. Η πρόσοδος αυξάνεται πιο γρήγορα όταν οι παραγωγικές δυνάμεις των διαθέσιμων εδαφών μειώνονται. Ο πλούτος αυξάνει πιο γρήγορα στις χώρες εκείνες όπου τα διαθέσιμα εδάφη είναι πιο εύφορα, όπου οι εισαγωγές είναι ελάχιστα περιορισμένες, όπου, μέσα από γεωργικές βελτιώσεις, η παραγωγή μπορεί να πολλαπλασιαστεί, χωρίς ανάλογη αύξηση της χρησιμοποιούμενης ποσότητας εργασίας, και όπου, για το λόγο αυτό, η αύξηση της προσόδου είναι αργή».
 
Ο Ρικάρντο ζητάει εύφορα εδάφη, βελτιώσεις στη γεωργική παραγωγή και ελεύθερες εισαγωγές. Ο πλούτος θα παραχθεί απρόσκοπτα μόνο όταν εκπληρωθούν όλες οι συνθήκες που θα προξενήσουν ανεπανόρθωτα χτυπήματα στην πρόσοδο. Θα δώσει και συμπληρωματικές  εξηγήσεις: «Σε ένα καθεστώς τέλεια ελεύθερου εμπορίου, κάθε χώρα αφιερώνει, φυσιολογικά, το κεφάλαιο και την εργασία της στις πιο επωφελείς για την ίδια δραστηριότητες. Η επιδίωξη του ατομικού πλεονεκτήματος συνδέεται με τρόπο αξιοθαύμαστο με το γενικό καλό της ολότητας. Η επιδίωξη αυτή, με την ενθάρρυνση της εργατικότητας, με την ανταμοιβή της εφευρετικότητας και με την πιο αποδοτική χρησιμοποίηση των ιδιαίτερων δυνάμεων, με τις οποίες έχει προικίσει η φύση τη χώρα, κατανέμει την εργασία πιο αποδοτικά και πιο οικονομικά: ενώ, με την αύξηση του γενικού όγκου των παραγομένων αγαθών, διαχέει το γενικό όφελος και συνενώνει, με τον κοινό δεσμό του συμφέροντος και της επικοινωνίας, την παγκόσμια κοινωνία των εθνών όλου του πολιτισμένου κόσμου».
 
Στην ουσία προτείνεται ένας άτυπος καταμερισμός εργασίας σε παγκόσμια κλίμακα: «Η αρχή αυτή είναι εκείνη που καθορίζει γιατί το κρασί πρέπει να παράγεται στη Γαλλία και στην Πορτογαλία, τα σιτηρά θα πρέπει να καλλιεργούνται στην Αμερική και στην Πολωνία και τα μεταλλικά βιομηχανικά είδη και άλλα αγαθά να κατασκευάζονται στην Αγγλία». Το ότι τα βιομηχανικά προϊόντα πρέπει να παράγονται κατά κύριο λόγο στην Αγγλία κρίνεται μάλλον αναμενόμενο. Οι άλλοι μπορούν να αρκεστούν στα γεωργικά προϊόντα.
 
Ο κίνδυνος μήπως το ελεύθερο εμπόριο δώσει κίνητρα στο να μεταφερθεί το κεφάλαιο σε άλλες χώρες όπου μπορεί να παράγει φθηνότερα βγάζοντας μεγαλύτερο κέρδος (κατά τον Ρικάρντο πάντα) δεν υφίσταται: «Αν τα κέρδη του κεφαλαίου που χρησιμοποιείται στο Γιορκσάιρ υπερβαίνουν εκείνα του κεφαλαίου που χρησιμοποιείται στο Λονδίνο, τότε θα μετακινηθεί γρήγορα κεφάλαιο από το Λονδίνο στο Γιορκσάιρ και, έτσι, θα επιτευχθεί η ισότητα των κερδών· αν, όμως, ως αποτέλεσμα του μειωμένου ρυθμού παραγωγής στα εδάφη της Αγγλίας, εξαιτίας της αύξησης του κεφαλαίου και του πληθυσμού, οι μισθοί ανέβουν και τα κέρδη πέσουν, δεν συνεπάγεται ότι κατ’ ανάγκη θα κινηθεί κεφάλαιο και εργασία από την Αγγλία στην Ολλανδία ή στην Ισπανία ή στη Ρωσία, όπου τα κέρδη μπορεί να είναι υψηλότερα».
 
Η απροθυμία του κεφαλαίου να μεταβεί σε ξένες χώρες θα δικαιολογηθεί ως εξής: «Η πείρα δείχνει ότι η φανταστική ή πραγματική ανασφάλεια του κεφαλαίου, όταν δε βρίσκεται κάτω από τον άμεσο έλεγχο του ιδιοκτήτη του, μαζί με τη φυσική απροθυμία που έχει κάθε άνθρωπος να εγκαταλείψει τη χώρα στην οποία γεννήθηκε και τους ανθρώπους με τους οποίους συνδέεται και να εμπιστευθεί τον εαυτό του, με όλες τις παγιωμένες συνήθειές του, σε μια ξένη κυβέρνηση και σε νέους νόμους, περιορίζουν τη φυγή κεφαλαίου».
 
Για να συμπληρωθεί αμέσως: «Τα συναισθήματα αυτά, που θα λυπόμουν αν τα έβλεπα να εξασθενούν, πείθουν ανθρώπους που έχουν πλούτο να αρκούνται μάλλον με χαμηλά ποσοστά κερδών παρά να αναζητούν πιο κερδοφόρα τοποθέτηση του πλούτου τους σε ξένες χώρες».
 
Η αντίληψη του Ρικάρντο ότι το κεφάλαιο αρκείται στα χαμηλά ποσοστά κέρδους αρνούμενο να μεταβεί στο εξωτερικό δε φαίνεται να επιβεβαιώνεται. Η σύγχρονη παγκοσμιοποιημένη εποχή θα τον διαψεύσει. Το γεγονός ότι θα λυπόταν αν έβλεπε αυτού του είδους τα τοπικιστικά συναισθήματα του κεφαλαίου «να εξασθενούν» καταδεικνύει ότι κινείται περισσότερο συναισθηματικά παρά ορθολογιστικά. Αν το κεφάλαιο αποσκοπεί μονάχα στο κέρδος, όπως οφείλει, τότε γιατί να μην καταφύγει και στο εξωτερικό, αν λάβει τις πρέπουσες διαβεβαιώσεις της επιπλέον κερδοφορίας;
 
Ο Ρικάρντο δε φαίνεται να μπορεί να δώσει πειστικές απαντήσεις. Περισσότερο προσπαθεί να λειτουργήσει καθησυχαστικά υποτιμώντας ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Γι’ αυτό και τάσσεται υπέρ του ελεύθερου εμπορίου χωρίς την ελάχιστη επιφύλαξη. Ο Άνταμ Σμιθ θα αποδειχθεί διορατικότερος. Οι κίνδυνοι που είχε διαβλέψει και οι προϋποθέσεις που έθεσε για τη σωστή λειτουργία του ελεύθερου εμπορίου τον καθιστούν διαχρονικότερο. Η αστική τάξη θα βρει στο πρόσωπο του Ρικάρντο τον πιο κατάλληλο εκφραστή της.
 
Ο Heilbroner θα κάνει την τελική αποτίμηση: «Και ήταν απόλυτα φυσικό ότι η νέα τάξη των βιομηχάνων βρήκε στα γραφτά του Ρικάρντο, τη θεωρία που ταίριαζε ακριβώς στις ανάγκες της. Ήταν αυτοί υπεύθυνοι για τους χαμηλούς μισθούς; Όχι, διότι έφταιγε η άγνοια του εργάτη που τον έκανε να αυξάνει τον πληθυσμό της τάξης του. Ήταν αυτοί υπεύθυνοι για την πρόοδο της κοινωνίας; Ναι, αλλά σε τι τους ωφελούσε να αναλίσκουν τις δυνάμεις τους και να αποταμιεύουν τα κέρδη τους για να έχουν ακόμη περισσότερες περιπέτειες στην παραγωγή; Το μόνο που αποκόμιζαν για τους κόπους τους ήταν η αμφίβολη ευχαρίστηση να παρακολουθούν τις προσόδους και τους μισθούς να αυξάνονται, και τα δικά τους κέρδη να συρρικνώνονται. Ενώ αυτοί οδηγούσαν την οικονομική μηχανή, ο γαιοκτήμονας, καθισμένος αναπαυτικά στην πίσω θέση, είχε όλες τις απολαύσεις και τις επιβραβεύσεις. Πράγματι, κάθε λογικός καπιταλιστής θα πρέπει να αναρωτιόταν αν αυτή η ιστορία άξιζε τον κόπο».
 
David Ricardo, Αρχές Πολιτικής Οικονομίας και Φορολογίας

Fr. Hölderlin: η ποιητική ελευθερία της ύπαρξης (2)

Friedrich Hölderlin: 1770–1843

«…Να μένουμε άγρυπνοι μες στη νύχτα»

§1 Εισαγωγικές παρατηρήσεις

Όλη σχεδόν η ποίηση του Χαίλντερλιν είναι μια αιώνια περιπλάνηση του ταξιδιώτη ποιητή. Η περιπλάνηση αυτή συμβαίνει μέσα στον κόσμο των ανθρώπων και αισθητοποιείται ως αναζήτηση εντός αυτού του κόσμου ενός άλλου κόσμου: του απέραντου κόσμου της ποίησης ως συμπαντικού κόσμου της ελευθερίας. Το απέραντο, κατ’ αυτόν τον τρόπο, δεν στέκεται κατάντικρυ στο πεπερασμένο ως ένα επέκεινα άλλο, ως η υπερβατική δύναμη που απεργάζεται τη συντριβή του πεπερασμένου, αλλά συνθέτει μαζί με το τελευταίο το αγαπητικό Όλο της ύπαρξής μας· ένα Όλο που ποτέ δεν είναι ένα κλειστό αντικείμενο γνώσης, αλλά ο πλέον «όμορφος κόσμος ηθικός, αγγελικά πλασμένος». Απ’ αυτή την άποψη, ετούτο το Όλο είναι η ωραία μορφή του κόσμου, η οποία εισέρχεται μέσα στη μοναχική ύπαρξη του ποιητή –γενικότερα μέσα στη δυνάμει ποιητική ύπαρξη του ανθρώπου– και τη δονεί σύγκορμη: συνιστά το σκοτεινό θεμέλιο του εαυτού της. Σκοτεινό θεμέλιο με το νόημα ότι είναι η αρχέγονη-υποστασιακή πηγή που αποτελεί συνθήκη της εαυτότητάς μας και αποτρέπει την απέραντη πτυχή του Είναι μας να απονεκρώνεται, να μεταποιείται σε ερήμωση. Αυτό το σκοτεινό θεμέλιο είναι η Νύχτα, γύρω από την οποία θα κινηθεί ο ποιητικός Λόγος της παρακάτω δεύτερης ακολουθίας από τη συλλογή-ελεγεία του Χαίλντερλιν: Άρτος και Οίνος.

§2 Άρτος και Οίνος

                                                        2

Θαυμαστή είναι η εύνοια που από ψηλά η νύχτα μας χαρίζει και κανένας
Δεν ξέρει από πού και τι εξ αιτίας της συμβαίνει σε κάποιον.
Έτσι κινεί τον κόσμο αυτή και την ελπίδα στην ψυχή των ανθρώπων,
Που και ο ίδιος ο σοφός δεν κατανοεί τι αυτή ετοιμάζει, αφού έτσι
Το θέλει ο ύψιστος θεός που πολύ σε αγαπά και γι’ αυτό
Είναι ακόμα πιο αγαπητή, από εκείνη, σε σένα η συνετή Ημέρα.
Καμιά φορά όμως και το διαυγές μάτι αγαπά τη σκιά
Και δοκιμάζει να απολαύσει, προτού η ανάγκη να φτάσει, τον ύπνο,
Ή πρόθυμα κι ένας πιστός άνδρας ρίχνει το βλέμμα του μέσα στη νύχτα,
Ναι, αρμόζει να της αφιερώνουμε στεφάνια και άσματα,
Επειδή ιερή έχει γίνει για τους πλάνητες και τους νεκρούς,
Ενώ η ίδια υπάρχει, αιωνίως, ως το πιο ελεύθερο πνεύμα.
Αλλά κι αυτή πρέπει σε μας, για να ’χουμε στου δισταγμού μας τη στιγμή,
Μέσα στη σκοτεινιά κάτι που να ’ναι σταθερό,
Τη λησμοσύνη να μας χαρίζει και τη μέθη την ιερή,
Τον ρέοντα λόγο να μας χαρίζει, που, σαν τους ερωτευμένους, να ’ναι
Ανύσταχτος, και πιο γεμάτο κύπελλο και τολμηρότερη ζωή,
Και μνήμη ιερή, ώστε να μένουμε άγρυπνοι μες στη νύχτα.  

§3 Σχολιασμός–ερμηνεία

1. Η Νύχτα δεν είναι ούτε φιλική ούτε εχθρική προς εμάς. Απεναντίας είναι ενθρονισμένη ψηλά στον ουρανό και από κει χύνει παντού πάνω στη γη ένα αδιαπέραστο σκότος, που κρατά μέσα στο άδηλο, στο απρόσμενο, στο ερεβώδες τις ανθρώπινες ψυχές. Αυτό όμως συνάμα μας υπενθυμίζει πως ό,τι υπάρχει αλάθητα, αδιάψευστα, είναι η θαυμαστή εύνοια των θεών. Ετούτη η εύνοια είναι ο μοναδικός μας πλούτος.

2. Αυτός ο πλούτος δεν λύνει, αλλά ούτε εξαφανίζει το μυστήριο της ύπαρξης, έτσι όπως κάθε φορά μας το προετοιμάζει η ζοφερή Νύχτα, αυτή τούτη η συμπαντική τάξη. Απλώς μας ομιλεί, μας σαγηνεύει, μας γαληνεύει απέναντι στο μοιραίο –με το νόημα ότι ανήκει στη μοίρα μας– που μας ετοιμάζει η νύχτα και το οποίο βρίσκεται πέρα ακόμη και από τη γνώση των σοφών.

3. Τι μένει τότε στον άνθρωπο; Η συνετή Ημέρα. Η ημέρα ως τέτοια είναι η περατή μας συνθήκη: αυτό που βλέπουμε, που ζούμε, που μαθαίνουμε να αγαπάμε. Είναι εκείνο που δεν μας φοβίζει, αλλά μας επιτρέπει να δινόμαστε στον εαυτό μας ως δωρεά. Με μια πρόταση είναι: η δια-λεκτική του ψεύδους και της αλήθειας μας, των περατών μας ορίων και της απέραντης ιδέας αυτό-υπέρβασης αυτών των ορίων.

4. Η δια-λεκτική τούτη ωθεί τον άνθρωπο όχι απλώς να είναι, αλλά να είναι ο ίδιος και ο συντελεστής, ώστε να υπάρχουν και όλα τα άλλα. Να υπάρχουν, ως κινητήριες δυνάμεις του Είναι του, και η Ημέρα και η Νύχτα, δηλαδή να υπάρχει και ο συνετός βηματισμός της ζωής [=Ημέρα] και το επικίνδυνο μονοπάτι του ακραίου, του ηρωικού, του τρομακτικού [=Νύχτα].

5. Μέσα στη δίνη της ως άνω δια-λεκτικής, εκδηλώνεται και η εσωτερική τάση ή ορμή της ύπαρξής μας να μην αρκείται στο συνετό, στο σίγουρο, στο ασφαλές, όχι πάντοτε όμως φλογερό και ρηξικέλευθο, παρά να επιζητεί και τον ίλιγγο της νύχτας, να κάνει το άλμα προς τις πιο τρομακτικές περιοχές του Είναι της και να θεάται τον θάνατο [= «τους πλάνητες και τους νεκρούς»].

6. Ο άνθρωπος εν τέλει δεν έχει ανάγκη μόνο τον Άρτο [=την ημέρα], αλλά και τον Οίνο [=τη νύχτα]. Ο πρώτος είναι η επιβίωση, ο δεύτερος είναι η βίωση. Στην πρώτη περίπτωση ζητάμε την ασφάλεια, τη σιγουριά τη βεβαιότητα της άμεσης ζωής. Από μόνη της, μια τέτοια βεβαιότητα μας επιφυλάσσει την πιο αβέβαιη, σαθρή, ασταθή μορφή ύπαρξης. Αποκτά ισχύ και νόημα μόνο σε συνδυασμό με τη μέθη που μας χαρίζει η νύχτα. Η συμβολική κατανόηση της τελευταίας περικλείει τόσο την απώλεια, τον χαμό, όσο και τον οραματισμό.

7. Ο οραματισμός είναι η ποιητική εκδήλωση της ύπαρξής μας, η ίδια η κατά φύση ποιητικότητά μας, που ως δημιουργική πνοή ρίχνει στη λήθη καθετί το φαινομενικά ασφαλές, αλλά οντολογικά επισφαλές, και μας κρατά άγρυπνους, ακούραστους, ανυπόταχτους μπροστά στη θέα του Χάους. Συγχρόνως μας προικίζει με τη σταθερή έλξη και άπωση της δύναμης –εσωτερικής και εξωτερικής: έλξη προς αναμέτρηση με το χάος· άπωση ως απομάκρυνση από την αδράνεια και την καθήλωση στο εφήμερο και ψευδές.

ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ: ΜΕΡΟΣ Α', ΜΕΡΟΣ Γ', ΜΕΡΟΣ Δ'

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ρητορική (1412a-1412b)

Καὶ ὃ λέγει Θεόδωρος, τὸ καινὰ λέγειν. γίγνεται δὲ ὅταν παράδοξον ᾖ, καὶ μή, ὡς ἐκεῖνος λέγει, πρὸς τὴν ἔμπροσθεν δόξαν, ἀλλ᾽ ὥσπερ ἐν τοῖς γελοίοις τὰ παραπεποιημένα (ὅπερ δύναται καὶ τὰ παρὰ γράμμα σκώμματα· ἐξαπατᾷ γάρ), καὶ ἐν τοῖς μέτροις· οὐ γὰρ ὥσπερ ὁ ἀκούων ὑπέλαβεν· «ἔστειχε δ᾽ ἔχων ὑπὸ ποσσὶ χίμεθλα»· ὁ δ᾽ ᾤετο πέδιλα ἐρεῖν. τούτου δ᾽ ἅμα λεγομένου δεῖ δῆλον εἶναι. τὰ δὲ παρὰ γράμμα ποιεῖ οὐχ ὃ λέγει λέγειν, ἀλλ᾽ ὃ μεταστρέφει ὄνομα, οἷον τὸ Θεοδώρου εἰς Νίκωνα τὸν κιθαρῳδὸν «θράξει σε», προσποιεῖται γὰρ λέγειν τὸ

[1412b] «Θρᾷξ εἶ σύ» καὶ ἐξαπατᾷ· ἄλλο γὰρ λέγει. διὸ μαθόντι ἡδύ, ἐπεὶ εἰ μὴ ὑπολαμβάνει Θρᾷκα εἶναι, οὐ δόξει ἀστεῖον εἶναι. καὶ τὸ «βούλει αὐτὸν πέρσαι». δεῖ δὲ ἀμφότερα προσηκόντως λεχθῆναι. οὕτω δὲ καὶ τὰ ἀστεῖα, οἷον τὸ φάναι Ἀθηναίοις τὴν τῆς θαλάττης ἀρχὴν μὴ ἀρχὴν εἶναι τῶν κακῶν· ὄνασθαι γάρ. ἢ ὥσπερ Ἰσοκράτης τὴν ἀρχὴν τῇ πόλει ἀρχὴν εἶναι τῶν κακῶν. ἀμφοτέρως γὰρ ὃ οὐκ ἂν ᾠήθη τις ἐρεῖν, τοῦτ᾽ εἴρηται, καὶ ἐγνώσθη ὅτι ἀληθές· τό τε γὰρ τὴν ἀρχὴν φάναι ἀρχὴν εἶναι οὐθὲν σοφόν, ἀλλ᾽ οὐχ οὕτω λέγει ἀλλ᾽ ἄλλως, καὶ ἀρχὴν οὐχ ὃ εἶπεν ἀπόφησιν, ἀλλ᾽ ἄλλως. ἐν ἅπασι δὲ τούτοις, ἐὰν προσηκόντως τὸ ὄνομα ἐνέγκῃ ὁμωνυμίᾳ ἢ μεταφορᾷ, τότε τὸ εὖ. οἷον «Ἀνάσχετος οὐκ ἀνασχετός» ὁμωνυμίᾳ ἀπέφησε, ἀλλὰ προσηκόντως, εἰ ἀηδής. καὶ «οὐκ ἂν γένοιο μᾶλλον ἤ σε δεῖ ξένος»· «ξένος» ‹γὰρ› «οὐ μᾶλλον ἤ σε δεῖ» τὸ αὐτὸ καὶ «οὐ δεῖ τὸν ξένον ξένον ἀεὶ εἶναι»· ἀλλότριον γὰρ καὶ τοῦτο. τὸ αὐτὸ καὶ τὸ Ἀναξανδρίδου τὸ ἐπαινούμενον,

καλόν γ᾽ ἀποθανεῖν πρὶν θανάτου δρᾶν ἄξιον·

ταὐτὸ γάρ ἐστι τῷ εἰπεῖν «ἄξιόν γ᾽ ἀποθανεῖν μὴ ὄντα ἄξιον ἀποθανεῖν», ἢ «ἄξιόν γ᾽ ἀποθανεῖν μὴ θανάτου ἄξιον ὄντα», ἢ «μὴ ποιοῦντα θανάτου ἄξια». τὸ μὲν οὖν εἶδος τὸ αὐτὸ τῆς λέξεως τούτων· ἀλλ᾽ ὅσῳ ἂν ‹ἐν› ἐλάττονι καὶ ἀντικειμένως λεχθῇ, τοσούτῳ εὐδοκιμεῖ μᾶλλον. τὸ δ᾽ αἴτιον ὅτι ἡ μάθησις διὰ μὲν τὸ ἀντικεῖσθαι μᾶλλον, διὰ δὲ τὸ ἐν ὀλίγῳ θᾶττον γίνεται. δεῖ δ᾽ ἀεὶ προσεῖναι ἢ τὸ πρὸς ὃν λέγεται ἢ ὀρθῶς λέγεσθαι, εἰ τὸ λεγόμενον ἀληθὲς καὶ μὴ ἐπιπόλαιον ‹ἔσται›· ἔστιν γὰρ ταῦτα χωρὶς ἔχειν, οἷον «ἀποθνῄσκειν δεῖ μηθὲν ἁμαρτάνοντα» ἀλλ᾽ οὐκ ἀστεῖον, «τὴν ἀξίαν δεῖ γαμεῖν τὸν ἄξιον», ἀλλ᾽ οὐκ ἀστεῖον, ἀλλ᾽ ἐὰν ἅμα ἄμφω ἔχῃ· «ἄξιόν γ᾽ ἀποθανεῖν μὴ ἄξιον ὄντα τοῦ ἀποθανεῖν». ὅσῳ δ᾽ ἂν πλείω ἔχῃ, τοσούτῳ ἀστειότερον φαίνεται, οἷον εἰ καὶ τὰ ὀνόματα μεταφορὰ εἴη καὶ μεταφορὰ τοιαδὶ καὶ ἀντίθεσις καὶ παρίσωσις, καὶ ἔχοι ἐνέργειαν.

***
Και αυτό επίσης που λέει ο Θεόδωρος, να λέμε δηλαδή νέου τύπου εκφράσεις· αυτό γίνεται όταν η έκφραση περιέχει κάτι το αναπάντεχο για τον ακροατή και —για να το πούμε με τα λόγια εκείνου— κάτι που δεν συμφωνεί με την ως εκείνη τη στιγμή γνώμη του ακροατή· μάλλον μοιάζει με τις συνηθισμένες στα αστεία παραποιήσεις (με τον ίδιο τρόπο επενεργούν και τα λογοπαίγνια που γίνονται με την αλλαγή στα γράμματα μιας λέξης, κάτι που ξαφνιάζει και ξεγελάει τον ακροατή) — το ίδιο και στην ποίηση: ο στίχος δεν τελειώνει με τον τρόπο που περίμενε ο ακροατής:

 περπατούσε έχοντας στα πόδια του χιονίστρες

—ο ακροατής φανταζόταν πως θα έλεγε: πέδιλα. Το πράγμα, πάντως, πρέπει να είναι φανερό την ίδια τη στιγμή που λέγεται η λέξη. Τα λογοπαίγνια που βασίζονται στην αλλαγή γραμμάτων κάνουν να μη λέει ο ομιλητής αυτό που λέει, αλλά αυτό που λέει η λέξη που προκύπτει από την παραποίησή της. Αυτό, π.χ., συμβαίνει με το λογοπαίγνιο του Θεόδωρου για τον κιθαριστή Νίκωνα: «θράξει σε» (= «θα σε ταράξει»): ο ομιλητής προσποιείται ότι λέει

[1412b] «Θρᾷξ εἶ σύ» (= «είσαι Θρακιώτης») και ξεγελάει τον ακροατή, γιατί λέει κάτι άλλο. Γι᾽ αυτό και το αστείο είναι ευχάριστο μόνο σ᾽ εκείνον που αντιλαμβάνεται πού βρίσκεται η αιχμή: αν δεν είναι της γνώμης ότι ο Νίκων είναι Θρακιώτης, δεν θα του φανεί καθόλου αστείο. Παρόμοια το «βούλει αὐτόν πέρσαι» (= «θέλεις να τον καταστρέψεις»): και στις δύο περιπτώσεις η λέξη πρέπει να λεχθεί κατά τον προσήκοντα τρόπο. Το ίδιο ισχύει και για τις ευφυείς και κομψές εκφράσεις, όπως το να λέμε ότι για τους Αθηναίους η αρχή της θάλασσας (= η κυριαρχία στη θάλασσα) δεν ήταν η αρχή των δεινών τους, αφού ωφελήθηκαν· ή, όπως το έλεγε ο Ισοκράτης, ότι η αρχή (= η εξουσία) ήταν για την πόλη η αρχή των δεινών της: και στις δύο περιπτώσεις λέχθηκε κάτι που κανείς δεν περίμενε ότι θα λεγόταν, και αυτό αναγνωρίσθηκε ως αληθινό· γιατί το να πει κανείς ότι η αρχή είναι αρχή δεν είναι κάτι το ευφυές, ο ρήτορας όμως δεν το λέει έτσι, αλλά διαφορετικά, και δεν είπε με άρνηση τη λέξη αρχή για την οποία μίλησε, αλλά την είπε με διαφορετική σημασία. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις η επιτυχία βρίσκεται στο να χρησιμοποιήσει ο λέγων τη λέξη κατά τον προσήκοντα τρόπο ή με μια άλλη σημασία ή μεταφορικά. Παράδειγμα: «Ο Ανάσχετος δεν είναι ανασχετός» (= είναι ανυπόφορος): χρησιμοποίησε με άρνηση την ίδια λέξη, κάτι όμως που είναι ταιριαστό, αν ο άνθρωπος αυτός είναι ένα δυσάρεστο άτομο. Επίσης:

 δεν θα ήσουν πιο πολύ απ᾽ ό,τι πρέπει ξένος

«όχι πιο πολύ απ᾽ ό,τι πρέπει» είναι το ίδιο με το «ο ξένος (= ο φιλοξενούμενος) δεν πρέπει να είναι πάντοτε ξένος»· γιατί και εδώ (τη δεύτερη φορά) η λέξη χρησιμοποιείται με άλλο νόημα. Όμοια είναι και η περίπτωση του στίχου του Αναξανδρίδη που βρήκε μεγάλη απήχηση στον κόσμο:

 ωραίο, αλήθεια, να πεθαίνεις πριν κάνεις πράγματα άξια θανάτου·

 γιατί είναι ίδιο με το να πεις: «αξίζει να πεθάνει κανείς, ενώ δεν είναι άξιος να πεθάνει» ή «αξίζει κανείς να πεθάνει, ενώ δεν είναι άξιος θανάτου» ή «ενώ δεν κάνει πράγματα άξια θανάτου». Το είδος του λόγου είναι σε όλες αυτές τις περιπτώσεις το ίδιο, όσο όμως πιο σύντομος και πιο αντιθετικός είναι ο λόγος, τόσο μεγαλύτερη απήχηση βρίσκει. Ο λόγος είναι ότι η νέα γνώση με την αντίθεση εντυπώνεται καλύτερα και με τη συντομία γρηγορότερα. Πρέπει όμως επιπλέον πάντοτε ή να φαίνεται καθαρά το συγκεκριμένο πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται η έκφραση ή να είναι σωστή η διατύπωσή της, αν πρόκειται αυτό που λέγεται να είναι αληθινό και όχι επιφανειακό· γιατί τις δύο αυτές ιδιότητες μπορεί και να μην τις έχει μαζί. Παραδείγματα: «Πρέπει κανείς να πεθαίνει χωρίς να έχει κάνει κανένα σφάλμα», μια έκφραση δίχως καμιά ιδιαίτερη εξυπνάδα και κομψότητα· «Ο άξιος άντρας πρέπει να παντρεύεται άξια γυναίκα», μια έκφραση δίχως καμιά ιδιαίτερη εξυπνάδα και κομψότητα. Αντίθετα είναι ευφυής και κομψή μια έκφραση, αν έχει μαζί και τις δύο αυτές ιδιότητες: «Αξίζει, βέβαια, να πεθαίνει κανείς, όταν δεν του αξίζει να πεθάνει». Σε όσο, πάντως, μεγαλύτερο βαθμό έχει συμμετοχή σε τέτοιου είδους ιδιότητες μια έκφραση, τόσο πιο ευφυής και κομψή φαίνεται, θέλω να πω: αν οι λέξεις που χρησιμοποιούνται περιέχουν μεταφορά, και μάλιστα μεταφορά κάποιου συγκεκριμένου είδους, ή αντίθεση, ή παρίσωση, και αν δηλώνουν ενέργεια.