Τρίτη, 29 Οκτωβρίου 2013

ΟΡΦΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ: Το Έρεβος

Η Ορφική Κοσμογονία (μέρος της Θεολογίας των Ελλήνων) αξιώνει πως από τον πρωτογενή- προχωρικό Χρόνο γεννάται τριπλή γονή, τρία αλληλεπιδραστικά πεδία: το Χάος, ο Αιθήρ και το Έρεβος. Ενδεικτικά, στο μέρος ΙΑ (Ιερωνύμου- Ελλανίκου θεογονία) της Ορφικής Θεολογίας (Συλλογή Otto Kern, μετ.-σχόλια Μ. Σίδερη, Εκδ. Πυρ. Κόσμος 2005), στο απόσπ. 1 (54) Δαμασκίου «Περί των Πρώτων Αρχών», (123) λέγεται: «Και υπολαμβάνω την εν ταις ραψωδίαις (Ιερούς Λόγους Ορφέως) Θεολογίαν....  Χρόνος, ούτος ο δράκων γεννάται τριπλήν γονήν· Αιθέρα, φημί, νοτερόν και χάος άπειρον και τρίτον επί τούτοις Έρεβος ομιχλώδες......» μεταφρ.: «Και θεωρώ ότι η Θεολογία που περιέχεται στις ραψωδίες (τους Ιερούς Λόγους του Ορφέως)....(λέγει) ότι ο Χρόνος, αυτός ο όμοιος με δράκοντα, γεννά τριπλή γονή: τον Αιθέρα, λέγω, τον νοτερό (υγρό), και το άπειρο, ατέρμονο Χάος· και τρίτο, ως αναγκαία φύτρα αυτών, το Έρεβος το ομιχλώδες»· και συνεχίζει «....το τρίτο μέλος της (γεμάτης από αναπαραγωγική δύναμη) υστερογενούς αυτής Τριάδος, είναι  Έρεβος ομιχλώδες, που αναλογεί στην [σ.τ.μ.: συνήθη  (θετική) ή δυνάμει (αρνητική) πάντως ενδοσυμπαντική] ελώδη, πρωτόγονη (= πρωτογενή αλλά όχι μορφοποιημένη, όχι κρυσταλλωμένη) ύλη....».

Η ύλη αυτή, σύμφωνα με το απόσπ. ΙΑ,3 (56)-Απίωνος προς Κλήμεντα, Ρωμ. Ομιλίες VI 5-12[1], ανεδείχθη πολύ αργότερα από το προηγούμενό της Έρεβος κατά θέση, στην κλίμακα της κοσμογονικής διαδικασίας, όχι κατά ποιοτική αξιολόγηση. «Από τις τρείς θεμελιώδεις ουσίες (Αιθέρα, Γη-ύλη, Ύδωρ) της δημιουργίας του πραγματικού Κόσμου, μέσα στον οριοθετημένο, πλέον, καμπύλο (ωοειδή- σφαιρικό) Χωρόχρονο, η ουσία αυτή ως ενδοκοσμικό στοιχείο, υπεχώρησε ως πρωτογενές υλικό πεδίο προς τα κάτω[2], ελκόμενο από το βάρος[3] του  και εκάθησε ως υποστάθμη της Όλης (καθολικής) Ύλης (του Σύμπαντος). Το στοιχείο αυτό, ένεκεν της βαρυτικής έλξεως που κατείχε και για το ζοφερό του μεγαλείο, και επειδή περιείχε μέγιστο ποσόν της ουσίας των κατωτέρων τόπων, ονόμασαν Πλούτωνα. Και έκριναν, ότι αυτός είναι βασιλεύς του Άδη και των νεκρών.......»[4]

Έως εδώ, προκύπτουν τα εξής συμπεράσματα σχετικά με το Έρεβος:

1. Στη φάση της Κοσμογονίας, πριν τη γέννηση του τόπου παραγωγής πραγματικού - οντικού έργου, του Συμπαντικού σφαιρώματος ή Ωού δηλαδή, το Έρεβος είναι ένα ουσιώδες πεδίο σύμμικτο συμπαράγωγο και απόβλητο των δύο άλλων αμιγών και διαχωρισμένων, δυναμικών ουσιωδών πεδίων: του Αιθέρος και του Χάους. Διότι, αν και βέβαια γεννάται- προέρχεται- από το κοινό (γενέθλιο και των τριών πεδίων), δυναμικό Είναι του Χρόνου, εντούτοις προκύπτει ως κατάλοιπο του διαχωρισμού των δύο άλλων. Στο απόσπασμα των Ιερών Λόγων ΙΒ 13 (66), (ως άνω) λέγεται πως το Ωόν (Συμπαντική Σφαίρα) είναι έκγονο του Αιθέρος και του Χάους.

2. Στο χωροχρονικό πεδίο, το Έρεβος δεν συμμετέχει στην όλη διαδικασία ποιήσεως των πραγματικών, θετικών υλικών διακόσμων. Εν τούτοις, συμπεριλαμβάνεται, ως πεδίο αδρανές ως προς τη Ζωή, αλλά και ως προς τη μεταθανάτια, τελεσφόρα διαδικασία αναμόρφωσης- αναγέννησης της ψυχής. Είναι ένα μέρος του όλου Πλουτωνείου βασιλείου, μια ενδιάμεση ζώνη, που το παρεμβάλλεται μεταξύ των τόπων Ζωής και Θανάτου στους οποίους εκτείνεται βασίλειο του «Κάτω Κόσμου». Αυτοί οι τόποι είναι α) Το φυτικό βασίλειο και ακόμη πιο σχολαστικά θεωρούμενη η σπερματική χθόνια ζώνη, εκεί που ο «θάνατος», η σήψη ενός υγιούς, άγονου καθ' εαυτόν, οργανισμού, του σπόρου, είναι ο λόγος της γεννήσεως πολλών, μεγάλων και γόνιμων όντων. Στην ίδια ζώνη και στο ίδιο βασίλειο, το Πλουτώνειο, υφίσταται και ενεργεί ο ριζωματικός πλούτος. Αλλά ότι αναφύεται στην επιφάνεια του εδάφους, ο πλούτος της χλωρίδας και των καρπών ανάγεται πλέον στο βασίλειο της Γής, της Ρέας και της Δήμητρας, όπως και στου Ήλιου και της Σελήνης. Δηλαδή ό, τι ασκεί τη δύναμή του (αναπαραγωγική, πολλαπλασιαστική ή θεμέλια-ερεισματική)  στο αθέατο ζωτικό μέρος του χοϊκού (χωμάτινου) μανδύα, καταλέγεται στο Πλουτώνειο βασίλειο. Δύναμη αναπαραγωγική, πολλαπλασιαστική και θεμελιώδη- ερεισματική. β) Ένα δεύτερο μέρος- έργο αυτού του βασιλείου, του Πλουτώνειου, βρίσκεται «κάπου αλλού», πέρα από τον πλανήτη, πέρα από την συνήθη ύλη η οποία δομείται και εξελίσσεται με τις δυνάμεις του φωτός και του Αιθέρος.

3. Ο δεύτερος αυτός τόπος (εκτός, πάντως, από τα Ηλύσια Πεδία και τα Νησιά των Μακάρων, όπου βασιλεύουν ο Αχιλλεύς ως σύζυγος της Ελένης -Λευκής- και η Ρέα με τον Κρόνο) είναι τα διάφορα πεδία του Αϊδίου βασιλείου, οι μεταθανάτιοι τόποι όπου βασιλεύει ο Πλούτων και η Περσεφόνη, Κόρη και Ψυχή της Δήμητρος, δηλαδή της εντελεχούς, εύφορης Γης και χθονίας Νοήσεως. Τα πεδία αυτά είναι τα Αϊδου Μέλαθρα (στα οποία συμπεριλαμβάνεται και ο Τάρταρος) και τα Αγνά Άλσεα της Περσεφόνης (που περιλαμβάνουν και τον Ασφοδελό Λειμώνα). Είναι  τόποι μεταθανάτιου προορισμού, κρίσεως, εγκατοικήσεως και προετοιμασίας των ανθρώπινων ψυχών ως την επαναγέννησή τους, αλλά, μερικές φορές και τόποι αιώνιας τιμωρίας, όταν η συμπαντική δικαιοσύνη το απαιτεί.   

Το συμπέρασμα είναι πως τόσο στον χθόνιο, όσο και  στον πέραν και έξω του κόσμου των όντων τόπο του Πλουτωνείου βασιλείου, συντελείται μεγάλη και εντατική δραστηριότητα. Κατά το ένα μέρος θεατή, κατά το άλλο αθέατη. Αντίθετα, το Έρεβος, δεν είναι τόπος δράσεως αλλά αδρανείας. Δεν είναι τόπος παραμονής, αλλά είναι τόπος διαβάσεως ή καταστροφής - εκμηδενισμού των ψυχών. Πάντως, είναι μεταθανάτιος τόπος. Ό, τι συμβαίνει εκεί και αφορά στα όντα, συμβαίνει μετά τον θάνατό τους, συμβαίνει στην ψυχή τους. Και τα όντα αυτά είναι αποκλειστικά και μόνον οι άνθρωποι. Οι διαβάτες του Ερέβους έχουν φύγει από τα πεδία των μορφών της ζωής· είναι νεκροί, που σαν ψυχές, σαν πνεύματα, κατευθύνονται στον Άδη - στον «άλλο κόσμο» της μεταθανάτιας ζωής.

Εκτός από τα αποσπάσματα των Ιερών Λόγων που ενδεικνύουν αυτό το αξίωμα έχομε την σχετικά ρητή διευκρίνιση του άλλου θεολόγου, του «επομένου τω Ορφεί» Ομήρου. Στην Ιλιάδα, (ραψ. Θ. 368) το Έρεβος αναφέρεται σαν τόπος σκότους μεταξύ της Γής και του Άδη. Στην Ιλιάδα επίσης (ραψ. Π 327) όπως και στη Οδύσσεια (ραψ. κ 528, λ. 564, μ 81 και αλλού) λέγεται ευθέως πώς «από το Έρεβος έπρεπε να διέλθει κάποιος, είτε εάν πήγαινε στον Άδη είτε αν ανήρχετο από αυτόν στη ζωή».

Στον Ησίοδο, τον επίσης θεολόγο και «τω Ορφεί επομένω», το Έρεβος φαίνεται να ταυτίζεται με τον Τάρταρο. Έτσι, στους στίχους 514-515, λέγει «τον ασεβή Μενοίτιο ο Δίας γκρέμισε στον βυθό του Ερέβους» και στους στίχους 668-669, λέγει ότι «και οι Τιτάνες, οι θεοί και όσοι γεννήθηκαν από τον Κρόνο κι αυτοί που ο Δίας ανέβασε από το υποχθόνιο Έρεβος στο φως του κόσμου πάλι.......» δίνεται έντονα η εντύπωση πως ο Ησίοδος ονομάζει και θεωρεί Έρεβος ό, τι οι Ιεροί Λόγοι παραδίδουν ως Τάρταρο.

Πάντως πρόκειται για επιπόλαιη εντύπωση. Διότι όσοι Τιτάνες καταταρταρώθηκαν, απλώς επαναφέρθηκαν στο πεδίο παραγωγής έργου που εξ αρχής άρμοζε στις θείες και πρωτογενείς, στα όρια του χωροχρονικού Σύμπαντος, δυνάμεις και ιδιότητές τους. Γι' αυτό και λέγεται στους  Ιερούς Λόγους: «Ο Ζεύς, που εξιλέωσε τους Τιτάνες» (ΙΒ, απ. 86 (143) τομ. 1ος ως άνω) και «....ο Ζεύς....προώθησε και τους Τιτάνες σ΄αυτόν, τον δικό του κόσμο....» (ΙΒ, απ. 153 (210) τομ. 2ος ως άνω) και: «(τους Τιτάνες) κατεκεραύνωσε ο Ζεύς, οργισμένος· και από την ύλη που παρήχθη, από την αιθάλη των καπνών που ανεδόθησαν από αυτούς, καθώς κατεκαίοντο, έγιναν λέγουν, οι άνθρωποι» (ΙΒ, απ. 162 (220)  τομ. 2ος ως άνω). Βέβαια η κατακεραύνωση κάθε άλλο παρά αφανισμό και εκμηδενισμό των θεϊκών (εδώ των Τιτάνων) σημαίνει. Αλλά αυτό, προφανώς, είναι άλλο μεγάλο ζήτημα.

Τέλος στον Ορφικό Ύμνο ΧΧΧVII  (Τιτάνων) λέγεται: «Τιτάνες, ωραία παιδιά της Γης και τ' Ουρανού,/ πρόγονοι των πατέρων μας,/κάτω από τα τρίσβαθα της Γης, σ' απόκρυφες σπηλιές της ύλης/ στ' άδυτα του Ταρτάρου κατοικείτε·/ πηγές κι αρχές Εσείς των θνητών όλων,/..../και των θαλασσινών πουλιών,/ κι όλων εκείνων που έχουν σπίτι τους τη Γη./ Από σας έρχεται στον κόσμο κάθε γέννημα·/ κι εσάς παρακαλώ, τη φοβερή οργή σας διώξτε,/ αν κάποιος από τους γήϊνους προγόνους ήρθε στ' άδυτά σας/ σαν πορθητής εχθρός».

Είναι, λοιπόν, φανερό, πως κάθε μυθολογική- αλληγορική έμφαση στο καθ' ημάς «καλό και κακό» απέχει πολύ από τις καθαρές έννοιες. Εν πάση περιπτώσει, και οι Τιτάνες και οι Γίγαντες και οι φρουροί Εκατόγχειρες, όσοι είναι στον Τάρταρο (γιατί δεν βρίσκονται όλοι εκεί αφού Τιτάνες είναι π.χ. και ο Άτλας,, ο Ωκεανός, η Μήτις, η Θέτις, η Θέμις, ο Κρόνος, η Ρέα, ο Ήλιος, αλλά και από τους Ολυμπίους η Αφροδίτη. Όλοι Τιτάνες πρώτης γενεάς παράγουν έργο που αποδίδεται  στον Αιθερικό - Ηλιακό  κόσμο. Αυτά και για την αποκατάσταση της λογικής και ηθικής τάξεως στις δικές μας συνειδήσεις, στις δικές μας «στοχαστικές προσαρμογές». Ας σημειωθεί και σαν κατακλείδα της- απαραίτητης πάντως- παρεκβάσεως, πως  στην Ελληνική Θεολογία δεν υφίσταται Οντολογικό - Αντικειμενικό κακό, αλλά τα πάντα έγιναν κατά Θεόν. Αυτόν,  που ο Πλάτων χαρακτηρίζει «της τ' αγαθού Φύσεως Αιτία».

Όλοι λοιπόν οι Τιτάνες παράγουν έργο από τον Τάρταρο, τον τόπο τους. Εκτός από τον Μενοίτιο. Διότι αυτός που ιδιαιτέρως χαρακτηρίζεται «ασεβής» ρίχτηκε στον βυθό του Ερέβους.

Ο βυθός του Ερέβους, είναι το τελματώδες τέρμα αυτού του στοιχείου, που το χαρακτηρίζει η οριακή βαρυτική και μαγνητική, θα λέγαμε, έλξη προς τα «κάτω». Αναλογία του Ερέβους είναι εκείνα τα (ελώδη) τενάγη που καραδοκούν ακίνητα να τραβήξουν ό, τι πατήσει στην επιφάνειά τους, κάτω στον παχύ βούρκο, παραλύοντας κάθε δυνατότητα κίνησης, άνωσης, αντίδρασης, εξόδου. Μοιάζει, ακόμη, με τις σκοτεινές φασματικές περιοχές της φωτεινής χρωματικής ακτινοβολίας, (π.χ. στην υπέρυθρο περιοχή του φάσματος, όπου σημειώνεται θερμότητα, παρεμβάλλεται μια σκοτεινή («ομιχλώδης») ζώνη, η οποία δεν παρουσιάζει καμμία θερμική ιδιότητα. Είναι απολύτως ψυχρή. Θυμίζει, ακόμη, το Έρεβος, εκείνον τον λόγο του Ησιόδου: «Μα εκείνους που αμάρτησαν βαρειά και είχαν περίσσεια αλαζονεία, αλλοίμονό τους! Κάτω απ' το Σείριο ρίχνονται, στη εκεί πέρα γη, και λιώνουνε οι σάρκες τους.....» (Ασπίς Ηρακλέους στ.150-4).

Ακόμη, περισσότερο απ' όλα, το Έρεβος, μοιάζει με κάθε Λαβύρινθο, αφού, όπως προαναφέρθηκε, το Έρεβος είναι τόπος διαβάσεως, εξαιρετικά επικίνδυνης, γεμάτος παγίδες και δυνάμεις που μπορούν να αποκλείσουν κάθε διέξοδο, είτε προς τον Άδη είτε προς την (κάθε) Γη!

Μπορεί, λοιπόν, να χαρακτηρισθεί ως το Μηδέν του Τίποτε - το απόλυτο Μηδέν -  και τόπος εκμηδενισμού, απώλειας, αδρανοποίησης. Είναι, όμως, η περιοχή την οποία αναγκαστικά πρέπει να διανύσουν οι ψυχές, είτε πηγαίνοντας στον Άδη, είτε γυρίζοντας από εκεί......

Το όνομα «Έρεβος», μας βοηθά να ενισχύσουμε όλα τα παραπάνω, δίνοντας και μερικές επιπλέον σημάνσεις κατά το έτυμον.

Η λέξη αυτή, στα κλασσικά χρόνια, σημαίνει, πλέον, «χάλαζα» (όροβος) και ερέβινθος (ρεβίθι, ρεβιθιά). Το φυτό αυτό διακλαδίζεται άτακτα και απρόβλεπτα, με τρόπο λαβυρινθώδη. Στη Λατινική, όμως, σώζονται οι πρωταρχικές σημασίες της λέξης. Έτσι: errabuntus = πολυπλανής, πλανώμενος, και erro-erravi-erratum-errare = πλανώμαι. Επίσης erro, erroris= πλάνη, αβεβαιότητα, άγνοια, αμάρτημα (=σφάλμα). Έτσι, από τους λατινικούς τύπους οδηγούμαστε στην ελληνική ρίζα FΕΡΓ. Από εδώ σχηματίζονται δύο ρήματα:  Α) έρδω και β) έργω. Οι σημασίες τους:                          α) έρδω = 1. κακοποιώ, βλάπτω, 2. τελώ μαγεία («φάρμακα έρδειν»), 3. δίδω, αποδίδω, «ερδόμενον μέρος» = το διδόμενον μέρος, 4. τελώ ή προσφέρω θυσία,                       β) Έργω = 1. κωλύω, εμποδίζω κάποιον, εγκλείω, αποκλείω, συγκλείω, 2. Αποσοβώ, απομακρύνω, 3. αμύνω, αποκρούω, 4. απέχω τινός, αποφεύγω κάτι, 5. εμποδίζω κάποιον από του να πράξει κάτι.

Το Έρεβος είναι τόπος διαβάσεως των ψυχών. Οι ψυχές, όμως, διαβαίνοντας τον ενδιάμεσο τόπο του Ερέβους, κινδυνεύουν· κάτι περισσότερο: έχουν ελάχιστες πιθανότητες να διέλθουν χωρίς βοήθεια, εκτός από κάποιες, ελάχιστες, πολύ ελαφρές, πολύ «ξηρές» (αύες κατά τον Ηράκλειτο) που μπορούν να περάσουν δίχως να χαθούν στην ομίχλη και τη λάσπη του Ερέβους.

Για τις άλλες ψυχές, τις πολλές, αυτό (δηλαδή το να χαθούν μέσα στο Έρεβος) θα συνέβαινε οπωσδήποτε, αν δεν υπήρχε ως οδηγός και βοηθός ο Κυλλήνιος Ερμής, (ο Χθόνιος Ερμής του Ορφ. Υμν. LVII), ο ψυχοπομπός θεός, «σαν αφήσει ο άνθρωπος το ηλιόφωτο/ ψυχές αλύτρωτες παίρνει ο Κυλλήνιος Ερμής/ και στον πελώριο, απόκρυφο θόλο της γης (τον Άδη) τις κατεβάζει» ( Ορφ. Θεολογία, Μ. Σίδερη, Συλλ. OTTO KERN ΙΒ, απ. 165 /223 τομ. 2ος).

Για τη ολοκλήρωση του εξεταζόμενου θέματος, σκόπιμο είναι να δούμε ποιες είναι οι σημασίες του ονόματος του Ερμού. Οι συγκριτικοί συνειρμοί προς τις σημασίες του ονόματος «Έρεβος» είναι άμεσοι και σαφείς, δίνοντας το στίγμα της αντίθεσης, αφ' ενός, προς τις ιδιότητες και την επικινδυνότητα αυτού του τρομερού τόπου· αφ' ετέρου, δείχνοντας τους τρόπους που ενεργεί ο θεός ως χθόνιος Λόγος και Ποιμήν των περιπλανωμένων ψυχών (όρα και ερμές=οδοδείκτες). Ρίζα του ονόματος Ερμής: √ΗΕΡΜ από όπου -> α) ερμάζω= στηρίζω, στερεώνω β) έρμα:= 1, στήριγμα, υποστήριγμα, 2, δεσμός, ταινία, σπείρα όφεως, νήμα. Και 3) επικουρικά: μίτος, χορδή λύρας, νήμα της Μοίρας. Επίσης οι ορφικές σημασίες: σπέρμα, σπόρος, τάξη, τόνος.

Στα προηγούμενα κεφάλαια της Ορφικής Θεολογίας εκτέθηκαν αναλυτικά μερικές σημαντικές έννοιες όπως: Έρως, Λόγος, Ύδωρ, Ύλη που απαντώνται σ' αυτήν και των οποίων η γνώση  είναι απαραίτητη για την ορθή κατανόησή της. Λεπτομερέστερη ανάλυση έγινε στο παρόν κεφάλαιο στη λέξη Έρεβος διότι είναι  έννοια που περιγράφει πλήρως, τόσο πραγματικές φυσικές καταστάσεις του Κοσμικού Γίγνεσθαι, όσο και τις απόψεις των Ελλήνων Θεολόγων για το «επέκεινα». Μεταξύ των πρωτογενών ουσιωδών υποστάσεων το Έρεβος παρουσιάζει την μεγαλύτερη έως και απόλυτη μεταφυσική διάσταση και χαρακτήρα.

Ένας πρόσθετος λόγος είναι  διότι υπάρχουν ελάχιστες αξιόπιστες αναφορές στη σύγχρονη διεθνή και ελληνική βιβλιογραφία για το θέμα αυτό.

[1] Ορφική Θεολογία όπως ανωτέρω

[2] Το «κάτω» το «μέσον» και το «άνω» που αναφέρεται εδώ, του συνόλου της διακεκριμένης σε στοιχεία ύλης μέσα στο συμπαντικό-κοσμικό σφαίρωμα (χωροχρονικό συνεχές) νοούνται ως ποιόν, τρόπος εκδήλωσης της ύλης και πεδία ενεργειών συμμετοχικών ή/ και παραγωγικών του Γίγνεσθαι και όχι ως θέση ή τόπος.

[3] Το «βάρος» του Ερέβους αναφέρεται καθαρά στη δύναμη που το χαρακτηρίζει εντόνως, την βαρυτική-μαγνητική.

[4] Ορφική Θεολογία όπως ανωτέρω

Η καταδίκη της Ελληνικής Παιδείας από τον Πατριάρχη Γρηγόριο Ε’

H Μεγάλη Εκκλησία (Πατριαρχείο) της Νέας Ρώμης (Κωνσταντινουπόλεως) ουδέποτε υπήρξε ελληνική ή φιλελληνική ως οργάνωση. Ωστόσο, οι απολογητές της ρωμιοσύνης και του βυζαντινισμού επιμένουν να διαδίδουν, ψευδόμενοι ασυστόλως, ότι χάρη σε αυτήν την Εκκλησία διασώθηκε όχι μόνο η εθνική μας συνείδηση και ταυτότητα αλλά και η εθνική μας παιδεία και γλώσσα.
Τότε όμως, αλήθεια, τι έχουν να απαντήσουν όλοι αυτοί στην πατριαρχική εγκύκλιο που εκδόθηκε τον Μάρτιο του 1819 και στην οποία ο «Γρηγόριος ελέω Θεού Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως Νέας Ρώμης και Οικουμενικός Πατριάρχης», ο δήθεν «εθνομάρτυρας», καταδίκασε την Ελληνική Παιδεία, τις θετικές επιστήμες και αναθεμάτισε τους διαφωτιστές δασκάλους που δίδασκαν το υπόδουλο έθνος;

Αξίζει, λοιπόν, να δούμε σε ποια σημεία στάθηκε ο Πατριάρχης και με ποιο αιτιολογικό έστειλε στο πυρ το εξώτερον τους ακούραστους κήρυκες της Ελληνικής Γνώσης, της παιδευτικής και εθνικής μας αφύπνισης και συνείδησης, που ως αποτέλεσμα είχε την εθνική μας Επανάσταση του 1821.

Το Πατριαρχείο παραδέχεται ότι δεν υπήρξε «Κρυφό Σχολείο»

Οι απολογητές της ρωμιοσύνης και του βυζαντινισμού προπαγανδίζουν την δήθεν λειτουργία του «κρυφού σχολείου» ως το μέγιστο ευεργέτημα της Εκκλησίας στο υπό οθωμανική κατοχή έθνος μας. Βεβαίως οι φιλίστορες γνωρίζουν ότι «κρυφό σχολείο» ουδέποτε υπήρξε, αφού με άδεια του ίδιου του Μωάμεθ του πορθητή η προ της αλώσεως «Πατριαρχική Σχολή», ευθύς αμέσως μετά την πτώση της Πόλης λειτούργησε ξανά, ως «Μεγάλη του Γένους Σχολή», με πρώτο σχολάρχη τον Ματθαίο Καμαριώτη (1), ο οποίος διορίστηκε υπό τον πρώτο κατοχικό πατριάρχη και ορκισμένο εχθρό των πλατωνικών του Μιστρά, Γεννάδιο Σχολάριο. Η Εκκλησία αναλαμβάνοντας από τους Οθωμανούς την ευθύνη της εκπαίδευσης των υπόδουλων χριστιανών συνέστησε όπου είχε τη δυνατότητα ιεροδιδασκαλεία (κατηχητικά), τα οποία λειτουργούσαν σε εκκλησίες και μοναστήρια, πάντα με επίσημη άδεια από τις κατοχικές αρχές, και εκεί δίδασκε μόνο τα απολύτως απαραίτητα για την παραγωγή κρατικών και εκκλησιαστικών υπαλλήλων.
Η περιορισμένη αυτή εκκλησιαστική εκπαίδευση, η σχολαστική, απευθυνόταν σε λίγους «εκλεκτούς», συνήθως μέσα από την κάστα των Φαναριωτών, και ως βάση και κορμό της είχε αποκλειστικά και μόνο τα θρησκευτικά, βασική αριθμητική, γραμματική και πολύ θεολογία. Ούτε λόγος δεν γίνεται σε αυτό το μεσαιωνικό σύστημα για θετικές επιστήμες και φιλοσοφία, φυσικά!
Διότι οι θετικές - λογικές επιστήμες και η Ελληνική φιλοσοφία, διαμορφώνουν ελευθερόφρονες ανθρώπους, πράγμα που ούτε οι Οθωμανοί, ούτε η ρωμαίικη Εκκλησία επιθυμούσαν!
Στην επίμαχη πατριαρχική εγκύκλιο λοιπόν, στη δεύτερη παράγραφο, οι ίδιοι οι συνοδικοί μητροπολίτες ευλογούν τα γένια τους αναφερόμενοι στα ιεροδιδασκαλεία (φροντιστήρια) που λειτουργούσαν υπό την αιγίδα τους στις οθωμανικές επαρχίες, τα οποία φυσικά αν ήταν «κρυφά σχολεία» ούτε θα διανοούνταν να τα αναφέρουν σε επίσημο φιρμάνι:

«...επειδή και εν ταις προλαβούσαις Πατριαρχίαις μας εφιλοτιμήθημεν να εκτελέσωμεν εκκλησιαστικώς όλον εκείνο το απαραίτητον χρέος εις απόδειξιν των εκ της παιδείας παντοίων αγαθών, και εις προστασίαν κατάλληλον των επί κοινή ωφελεία φροντιστηρίων...». (2)

Και αμέσως μετά αναφέρουν:

«...και ήδη βλέπομεν, χάριτι Θεού, αναβάσεις Χριστιανικών αρετών εν ταις καρδίαις των απανταχού φιλοκάλων ομογενών μας, και ζήλον θερμότατον, ου μόνον εις επισύστασιν των ακμαζόντων σχολείων, αλλά και εις σύστασιν νέων άλλων εις τα μέρη εκείνα...».
Άρα και σχολεία, δηλαδή ιεροδιδασκαλεία, υπήρχαν και λειτουργούσαν κανονικά και η Εκκλησία υπερηφανευόταν για τα «φροντιστήρια» αυτά!

Ύστερα ήρθαν οι... σατανάδες(!)

Το σχολαστικισμό, τη στείρα γνώση και τη θεοκρατική εκπαίδευση που είχαν ως αποτέλεσμα την καθολική αμορφωσιά του έθνους, την κυριαρχία των δεισιδαιμονιών και τη διαιώνιση της οθωμανικής κατοχής, ήρθαν να ανατρέψουν οι μέτοχοι της Ελληνικής Παιδείας και θιασώτες του Ορθού Λόγου, οι διδάσκαλοι διαφωτιστές. Με μεγάλους κόπους και την υποστήριξη της ελληνικής αστικής τάξης (έμποροι, εφοπλιστές) οι φορείς της λογικής άρχισαν να ιδρύουν τα δικά τους σχολεία, απέναντι στα ιεροσκοταδιστήρια και να διαδίδουν τις θετικές επιστήμες και την Ελληνική φιλοσοφία, προετοιμάζοντας έτσι το έθνος για το μεγάλο απελευθερωτικό αγώνα!
Το Πατριαρχείο ταρακουνήθηκε! Αυτοί οι «δυτικοφερμένοι» που διέδιδαν τις νέες ιδέες αποτελούσαν απειλή τόσο για τους ίδιους και τη θεοκρατία τους, όσο και για τον θεόσταλτο βασιλέα και προστάτη τους, όπως αποκαλούσαν τον σουλτάνο (3).
Έτσι ο πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε΄, αρχίζει την ανένδοτη επίθεσή του κατά των πατριωτών διαφωτιστών με. πατρικές νουθεσίες, κινητοποιώντας τους εγκαθέτους του:

«...προαγόμεθα εις το να συμβουλεύσωμεν πατρικώς, όσα είναι ανάγκη και οι διδάσκαλοι και οι μαθηταί των σχολείων να εγκολποθώσι, και οι επιστάται των τοιούτων κοινών πραγμάτων να ενεργώσι με όλης της ακρίβειας και προσοχής των την έκτασιν. Επειδή δεν είναι δυνατόν να παρασιωπήσωμεν, ότι αντιπίπτοντα εις την ευχάριστον αυτήν ψυχικήν μας διάθεσιν μερικά συμβαίνοντα ανοικείως, διακόπτουσι την συνέχειαν των ελπίδων μας, τα οποία και εις τας εν τω αγιωνύμω Όρει του Άθωνος ησυχίους διατριβάς μας ηκούομεν, και ήδη μετά την επανάκλησιν μας, και τρίτην επί του αγιωτάτου Πατριαρχικού Αποστολικού και Οικουμενικού θρόνου ενίδρυσιν, προσέβαλον πολλαχόθεν εις τας ακοάς μας». (4)

Ποια ήταν λοιπόν αυτά τα μαντάτα που προσέβαλον πολλαχόθεν την ακοή του Πατριάρχη και δεν τον άφησαν ούτε τον... διαλογισμό του στο Άγιο Όρος να χαρεί; Μα φυσικά τα νέα, ότι «μερικά προσκόμματα σατανικά (πάντοτε η επιστήμη, η λογική και οι διδάσκαλοί τους θα είναι «σατανικά» για το ορθόδοξο ιερατείο), παρεμποδίζοντα τας προόδους των νέων εις την επιτυχίαν της αληθούς παιδείας (δηλαδή των θρησκευτικών και σχολαστικών γραμματικών μαθημάτων), και εις την εκπλήρωσιν του τέλους αυτής, ήτοι των χριστιανικών έργων την κατόρθωσιν».
Με λίγα λόγια, η πατριαρχική εγκύκλιος λέει ότι κάποιοι «σατανάδες» παρεμποδίζουν τους μαθητές από την κατήχηση (αληθή παιδεία)που οδηγεί στην επίτευξη χριστιανικών έργων(!) Και εξηγεί:

«Επιπολάζει ενιαχού μια καταφρόνησις περί τα Γραμματικά μαθήματα, και διόλου παράβλεψις περί τας Λογικάς (εννοεί την τέχνη του λόγου ως ομιλία και όχι ως Ορθού Λόγου = Επιστήμη) και Ρητορικάς τέχνας, και περί αυτήν επί πάσι (τώρα μπαίνουμε στο «ζουμί») την διδασκαλίαν της υψηλοτάτης Θεολογίας, προερχόμενη εκ της ολοτελούς αφοσιώσεως μαθητών ομού και διδασκάλων εις μόνα τα Μαθηματικά και τας επιστήμας, και μία ψυχρότης περί τα της αμωμήτου ημών Πίστεως, και αδιαφορία εις τας παραδεδομένας νηστείας, προκύπτουσα εκ τινών διεφθαρμένων ανδραρίων, τα οποία καθώς τα ζιζάνια μεταξύ του καθαρού σίτου, ούτω και αυτά μεταξύ των πεπαιδευμένων του Γένους ανεφύησαν, πλανώμενα υφ' αυτών, και πλανώντα τους αφελεστέρους και απεριφράκτους την διάνοιαν». (5)

Θα σταθούμε εδώ, διότι οι βαρύτατες κατηγορίες και ύβρεις του Πατριάρχη εις βάρος των διαφωτιστών και των θετικών επιστημών απαιτούν τις εξηγήσεις τους.

Το μίσος κατά των θετικών επιστημών

Τα μαθηματικά και οι θετικές επιστήμες εν γένει, επειδή προάγουν την έρευνα και την αμφισβήτηση είχαν απαγορευτεί δια νόμου από τους ρωμαιοχριστιανούς ήδη από τον Δεκέμβριο του 370 από τους αυτοκράτορες Βάλη (Valens) και Βαλεντιανό, οι οποίοι είχαν διατάξει «...να σταματήσουν οι δραστηριότητες των αστρολόγων [mathematici]... δημόσιες ή ιδιωτικές, ημερήσιες ή νυχτερινές» (6). Ο κανόνας ΞΑ΄ της ΣΤ΄ Οικουμενικής Συνόδου (691 μ.Χ.) στη συμφωνία του θα επαναλάβει την καταδίκη των μαθηματικών και της αστρονομίας, που οι φωτοσβέστες τα συκοφαντούσαν ως μαγικές τέχνες: «...και εμποδίζει να μη γίνωνται οι Κληρικοί και Ιερείς μάγοι, ή επαοιδοί, ή μαθηματικοί, ή αστρολόγοι.» (7). Μάλιστα οι μαθηματικοί και οι αστρονόμοι (αστρολόγοι όπως λέγονταν τότε) είχαν γνωρίσει πολλές φορές διώξεις ανάλογες με εκείνες των υπολοίπων Ελλήνων επιστημόνων και φιλοσόφων που αντιστέκονταν στο ρωμαιοχριστιανικό σκότος. Ο ιστορικός Προκόπιος, στην «Απόκρυφη Ιστορία ή Ανέκδοτά» του, περιγράφει πώς ο Ιουστινιανός (527-565) δίωκε με μανία τους αστρονόμους (αστρολόγους), ανθρώπους εντελώς αθώους, όπως παραδέχεται ο ίδιος ο Προκόπιος:

«Αλλά και για τους αστρολόγους είχαν μεγάλο μίσος. Γι' αυτό και ο αξιωματούχος που ήταν αρμόδιος για τους κλέφτες τους βασάνιζε χωρίς κανέναν άλλο λόγο και, αφού τους μαστίγωνε αλύπητα στη ράχη, τους έβαζε πάνω σε καμήλες και τους διαπόμπευε σ' όλη την πόλη, γέρους ανθρώπους και γενικά αξιοσέβαστα πρόσωπα, κι ας μην είχε να τους προσάψει καμιά άλλη κατηγορία, παρά μόνο ότι ήθελαν να καλλιεργούν την επιστήμη των άστρων σ' έναν τόπο σαν κι αυτόν». (8)

Το ζητούμενο της Μεγάλης Εκκλησίας και της όποιας μοναρχίας με την οποία αγαστά συμπορευόταν, αδιάφορο αν ήταν η ομόδοξη Ρωμαϊκή (Βυζαντινή) ή η διάδοχος αυτής αλλόθρησκη Οθωμανική, ήταν οι υπήκοοι να παραμένουν πειθήνιοι και υπάκουοι. Και αυτό πετυχαίνεται μόνο με τη διάδοση της δεισιδαιμονίας, η οποία κατακυριεύει με παράλογους φόβους τους ανθρώπους και τους κρατά δούλους και ποίμνια στις βουλές των ελέω θεού κοσμικών αφεντάδων τους. Και όπως γράφει ο Ανώνυμος διαφωτιστής στην «Ελληνική Νομαρχία» (Βενετία 1806), «...οι ιερείς αγαπητοί μου, φυλάττοντες ένα σκοπόν, καθόλου διάφορον από τους λοιπούς συμπολίτας, πάντοτε επροσπάθησαν με το μέσον της θεότητος να καταδυναστεύσουν τους συμπολίτας των καθώς μέχρι της σήμερον με την αμάθειαν και κακομάθησιν επέτυχον του σκοπού των. Αυτοί, καλύπτοντες με τίτλον αγιότητος τα πλέον φανερά ψεύματα, εγέμισαν τους αδυνάτους νόας του λαού από μίαν τοσαύτην δεισιδαιμονίαν, ώστε οπού αντί να ονομάσουν ψεύμα το αδύνατον, το ονομάζουν άγιον» (9). Αλλά μήπως και ο υπέροχος Πλούταρχος δεν είναι εκείνος που πριν 20 αιώνες μας προειδοποίησε ποιο εξουσιαστικό παιχνίδι εξυπηρετεί η δεισιδαιμονία:

«Άλλοι, τέλος, διηγούνται ότι κάποιος από τους φοβερούς και πανούργους εκείνους βασιλείς, καταλαβαίνοντας πως οι Αιγύπτιοι έχουν χαλαρό φρόνημα και είναι επιρρεπείς στις μεταβολές και τις επαναστάσεις κι ότι, πολυπληθείς καθώς είναι, είναι δύσκολο ν' αντιμετωπιστούν και να κατασταλούν όταν ομογνωμούν και δρουν από κοινού, εγκατέσπειρε με τις διδαχές του δεισιδαιμονία, αιώνια αφορμή για ακατάπαυστη διχόνοια». (10)

Για το ορθόδοξο ιερατείο λοιπόν, το πλήρως καθοδηγούμενο από τους τυράννους και κατακτητές του έθνους μας, τα μαθηματικά και η αστρονομία, που θα διέλυαν τις δεισιδαιμονίες και τις ά-λογες μεταφυσικές δοξασίες που είχε καλλιεργήσει στο λαό για να τον κρατά υποταγμένο, υποδουλωμένο και φοβισμένο, παρέμεναν (και παραμένουν) οι βασικοί του ιδεολογικοί αντίπαλοι, που υποχρεούται να αναχαιτίσει με αφορισμούς, αναθέματα και συκοφαντίες περί... μαγείας!

Μέγιστο αμάρτημα: «...αδιαφορία εις τας παραδεδομένας νηστείας...»

Εκ πρώτης αναγνώσεως μοιάζει κωμικό το επιχείρημα ότι το μέγιστο αμάρτημα των διαφωτιστών ήταν ότι καλλιεργούσαν στη νεολαία της προεπαναστατικής περιόδου «...αδιαφορία εις τας παραδεδομένας νηστείας...», και μάλιστα τόσο μεγάλο που ο ίδιος ο Πατριάρχης εγκαταλείπει το μειλίχιο ύφος του για να αποκαλέσει τους πατριώτες, «εκ τινών διεφθαρμένων ανδραρίων, τα οποία καθώς τα ζιζάνια μεταξύ του καθαρού σίτου...».

Και όμως οι νηστείες, που τόσο πολέμησαν και περιόρισαν οι διαφωτιστές, είχαν (και έχουν) την εξουσιαστική τους αιτία ύπαρξης! Να τι παρατήρησε ο Άγγλος λοχαγός Γουίλιαμ Μάρτιν Λέικ (William Martin Leake), ο οποίος περιηγήθηκε στις ελληνικές χώρες μεταξύ του 1804 και 1810 ως πράκτορας της Μεγάλης Βρετανίας:

«Τα πανηγύρια των Ελλήνων, οι νηστείες και ο φόβος τους, είναι μεγάλα βάσανα για τον ταξιδιώτη. Στις γιορτές δεν δουλεύουν. Όταν κρατούν νηστεία, και μάλιστα σκληρή, σαράντα ολόκληρες μέρες, είναι εξαντλημένοι και ανίκανοι για κάθε σοβαρή προσπάθεια. Ο φόβος, τέλος, αποτελεί αναγκαία συνέπεια του τουρκικού ζυγού που ακολούθησε τη μακραίωνη εξουθενωτική τυραννία και τις δεισιδαιμονίες της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Ωστόσο, κάτω απ' αυτή την πικρή κρούστα, προβάλλει έντονα ο εθνικός χαρακτήρας ενός αρχαίου λαού». (11)

Οι παρατηρήσεις του Άγγλου στρατιωτικού και κατασκόπου κατεξοχήν εύστοχες. Με τόσες αυστηρές νηστείες, οι πρόγονοί μας ήταν «εξαντλημένοι και ανίκανοι για κάθε σοβαρή προσπάθεια», πόσο μάλλον για επανάσταση. Γι' αυτό και οι διαφωτιστές, που με τις διδαχές τους προετοίμαζαν τη νέα γενιά για τον μεγάλο εθνικό ξεσηκωμό, φρόντιζαν στην παύση, ή έστω στον περιορισμό των νηστειών, μήπως και οι υπόδουλοι καταφέρουν και σταθούν πρώτα στα πόδια τους, πριν καταφέρουν να σηκώσουν τα άρματα κατά των τυράννων τους. Και η Εκκλησία, που γνώριζε πολύ καλά γιατί είχε επιβάλλει όλες αυτές τις νηστείες, είχε κάθε λόγο να ανησυχεί, να απειλεί και να υβρίζει. Η Επανάσταση θα ερχόταν δύο χρόνια μετά.

«Ναι» στην Ελληνική γλώσσα, αλλά για να διαβάζουμε μόνο τα Ευαγγέλια(!)

Στη συνέχεια της πατριαρχικής εγκυκλίου έκπληκτοι διαβάζουμε έναν ύμνο για την Ελληνική γλώσσα, όπως για παράδειγμα, «απειρέσιος είναι τω όντι ο πλους και αχανές το πέλαγος της Ελληνικής αυτής γλώσσης...». Όμως τα εγκώμια του Πατριάρχη δεν αποσκοπούν στη γνώση της Ελληνικής ως κώδικα κατανόησης της φιλοσοφίας και μετοχής στην Ελληνική Παιδεία. Αλλά, «...είναι αναγκαία η γνώσις της Ελληνικής γλώσσης, και κατά πόσους τρόπους εις τον βίον επωφελής, μάλιστα τον ορθόδοξον, είναι και τοις τυφλοίς αυτής δήλον, καν λέγωμεν ημείς, καν μη λέγωμεν, επειδή κατ' αυτήν όντων συγγεγραμμένων όλων των θεοσόφων βιβλίων των πνευματεμφόρων Πατέρων και διδασκάλων της Εκκλησίας μας, και όλων των ιερών νόμων και κανόνων, δι' αυτής μόνης εις την αληθή κατανόησιν εκείνων διαπορθμευόμεθα, και δι' αυτής τα προς Θεόν όσια και τα προς ανθρώπους δίκαια διδασκόμεθα» (12). Η Ελληνική στην υπηρεσία της θρησκείας και της Εκκλησίας, υπάλληλός της και... δούλη της. Ή αλλιώς, η γλώσσα των σοφών στη δούλεψη της θεοκρατίας! Ο σχολαστικισμός στο απροκάλυπτο... μεγαλείο του(!).

Η γραμματική «επωφελέστερη» των θετικών επιστημών!

Εκεί όμως που ο Πατριάρχης θα κηρύξει κάθετο ανάθεμα κατά των μαθηματικών και εν γένει των θετικών επιστημών, είναι όταν θα διακηρύξει, ότι:

«Και κατά σύγκρισιν δε και παράθεσιν ευρίσκεται επωφελεστέρα τω Γένει, και αναγκαιοτέρα η παράδοσις των Γραμματικών από την διδασκαλίαν των μαθηματικών και επιστημονικών» (13).

Και αμέσως μετά, αφήνεται στο να ξετυλίξει το λίβελο του σκοταδισμού του:

«...επειδή εκείνη (η Γραμματική) συμβάλλει γενικώς εις όλα, ή τα περισσότερα επαγγέλματα, της δε, εις άλλα θεωρείται το χρήσιμον, διο και όσον απαιτεί η προκειμένη του Γένους κατάστασις πρέπει να παραδίδηται εις τα σχολεία, και όχι το έργον να γίνεται πάρεργον, και το πάρεργον (οι επιστήμες) έργον, και να λαμβάνη το χρήσιμον του αναγκαίου την προτίμησιν επειδή τις ωφέλεια προσκολλώμενοι οι νέοι εις τας παραδόσεις αυτάς, να μανθάνωσι αριθμούς, και αλγέβρας, και κύβους, και κυβοκύβους, και τρίγωνα, και τριγωνοτετράγωνα, και λογαρίθμους, και συμβολικούς λογισμούς, και τας προβαλλομένας ελλείψεις, και άτομα, και κενά, και δίνας, και δυνάμεις και έλξεις και βαρύτητας, και φωτός ιδιώματα, και βόρεια σέλα, και οπτικά τινα, και ακουστικά, και μυρία τοιαύτα, και άλλα τερατώδη, ώστε να μετρώσι την άμμον της θαλάσσης, και τας σταγόνας του υετού και να κινώσι την γην εάν αυτοίς δοθή πη στώσι κατά τον Αρχιμήδην, έπειτα εις τας ομιλίας των βάρβαροι, εις τας γραφάς των σόλοικοι, εις τας θρησκείας ανίδεοι, εις τα ήθη παράφοροι και διεφθαρμένοι, εις τα πολιτεύματα επιβλαβείς, και άσημοι πατριώται, και ανάξιοι της προγονικής κλήσεως;». (14)

Ας αρχίσουμε από το τέλος. Τι θεωρούνται οι θετικοί επιστήμονες και όσοι διδάσκουν τις θετικές επιστήμες για την Ορθόδοξη Εκκλησία; Είναι, «...εις τας ομιλίας των βάρβαροι, εις τας γραφάς των σόλοικοι, εις τας θρησκείας ανίδεοι, εις τα ήθη παράφοροι και διεφθαρμένοι, εις τα πολιτεύματα επιβλαβείς, και άσημοι πατριώται, και ανάξιοι της προγονικής κλήσεως». Βάρβαροι, ανίδεοι, παράφοροι, διεφθαρμένοι, επιβλαβείς, άσημοι και ανάξιοι! Αυτή είναι η γνώμη του Γρηγόριου του Ε΄, και επίσημη θέση της Εκκλησίας σε όλη της την ιστορική διαδρομή, σε ό,τι αφορά τους επιστήμονες. Γιατί; Το είπαμε ήδη, να το επαναλάβουμε: Διότι η επιστημονική έρευνα καταλύει τις «θεόπνευστες» ασυναρτησίες, τις μεταφυσικές ανοησίες, διαλύει τις δεισιδαιμονίες και απελευθερώνει τους ανθρώπους! Άνθρωποι που οδηγούνται από τον Ορθό Λόγο δεν δύνανται να διαβιούν ως δούλοι ξεσηκώνονται, επαναστατούν και ανατρέπουν τους τυράννους τους! Η Εκκλησία έχει μία αποστολή: να αναχαιτίσει την επανάσταση που πλησιάζει, και δίχως καν σουλτανική εντολή, αποφασίζει για μια ακόμη φορά να παίξει το ρόλο για τον οποίο δημιουργήθηκε εξ αρχής: του οπίου του λαού! Οι διαφωτιστές είναι επικίνδυνοι, είναι επαναστάτες, διδάσκουν «άχρηστα» πράγματα (αυτά που σήμερα μας ταξιδεύουν στα άστρα και βρίσκουν θεραπείες σε ό,τι μας αποδεκατίζει) και αντί να ασχολούμαστε με την... Γραμματική, την τόσο ωφέλιμη για. μανδαρίνους, θέλουμε να κατανοήσουμε τη βαρύτητα που είναι από μόνη της σκέτο... θαύμα!

Ήταν 1818, ένα έτος πριν από την έκδοση της εν λόγω πατριαρχικής εγκυκλίου, που ο διαφωτιστής και διδάσκαλος Βενιαμίν ο Λέσβιος, βροντοφώναζε από το ελληνικό Λύκειο του Βουκουρεστίου:

«Βλέπομεν το ημέτερον γένος να δαπανά ολόκληρον την ζωήν αυτού εις ουδέν άλλο, ή εις μίαν διάλεκτον τουτέστιν εις σημεία των ημετέρων ιδεών και άπασα η αγωγή αυτού και παιδεία να επικεντρώνεται εις μόνην την γραμματικήν. Ω! αθλιότης». (15)

Ωστόσο, το Πατριαρχείο είχε χάσει το παιχνίδι. «Κι όσο ο ελληνικός διαφωτισμός ανδρώνεται», επισημαίνει ο Φωτιάδης, «τόσο η εκκλησία και μαζί μ' αυτή ο σκοταδισμός περιορίζονται στη γραμματική. «Το μεγάλο οχυρό», γράφει επιγραμματικά ο Παπανούτσος, «είναι ανέκαθεν η Γραμματική αυτή «εξασφαλίζει» ανέκαθεν την ορθοφροσύνη και την ορθοδοξία.»» (16).

Ο Κοραής, ατρόμητος μπροστά στις κραυγές του Γρηγορίου του Ε΄, θα απαντήσει: «Περισσότερον ήθελεν ωφελήσει το γένος σήμερον όστις καίει, παρά όστις γράφει Γραμματικάς». Το απελευθερωτικό πνεύμα των διαφωτιστών εναρμονιζόταν με την πολιτική και παιδευτική σκέψη του Πλάτωνα:

«Ο άνθρωπος είναι ήμερο ζώο, όπως λέμε, κι αν πάρει σωστή ανατροφή και τύχει να έχει έμφυτα χαρίσματα θα γίνει το πιο θείο και ευγενικό πλάσμα της γης. Αν όμως η ανατροφή του είναι μέτρια ή κακή, θα γίνει το πιο άγριο (17). (...) Ο άνθρωπος βέβαια κάθε άλλο παρά θείος μπορεί να γίνει αν δεν μάθει τους αριθμούς -τα μονά και τα ζυγά γενικά- αν δεν ξέρει να μετρά, αν δεν ξεχωρίζει τις ημέρες και τις νύχτες ή αν αγνοεί την περιστροφή του ήλιου, της σελήνης και των άλλων ουράνιων σωμάτων. Είναι πολύ ανόητο να πιστεύει κανείς ότι, οποιοσδήποτε θέλει να προοδεύσει στα ανώτερα στρώματα της γνώσης, μπορεί να αγνοεί κάποιο απ' αυτά τα θέματα» (18).

Ένας Πατριάρχης σε αφοριστικό παραλήρημα

Ο Γρηγόριος ο Ε΄ κηρύττει πόλεμο κατά του «κόμματος» των διαφωτιστών, όπως ο ίδιος το αποκαλεί, κατά δηλαδή της εθνικοαπελευθερωτικής πατριωτικής παράταξης! Έντρομος από την ευρύτατη διάδοση των Ορθών Λογικών ιδεών αρχίζει να απειλεί και να φοβερίζει: «Εις τοιούτους παραλογισμούς περιπίπτουσιν οι του κόμματος εκείνου...», γράφει και συνεχίζει: «Αυτοί οι πονηροί άνθρωποι και γόητες είναι προφανείς λυμεώνες, και ψυχικώς και σωματικώς γίνονται εις τους αφυλάκτους και νωθρούς επιζήμιοι είναι πεπαρρησιασμένοι παραβάται των θείων και ιερών κανόνων, και αποστολικών διατάξεων» (19). Για να πάρουν σειρά οι προειδοποιήσεις ότι θα ακολουθήσουν αφορισμοί:

«...και αν δεν προλάβωσι να σωφρονισθώσι και να αφεθώσιν από τας σαθράς και αντιθέους διδασκαλίας των, θέλει επέλθη κατ' αυτών η οργή του Θεού, ως υιών απειθείας, και θέλουν πειραθή της αποτομωτάτης Εκκλησιαστικής παιδείας, θεατριζόμενοι και στηλιτευόμενοι πανταχού, και ως μέλη σεσηπότα αποκοπτόμενοι της ολομελείας των πιστών, ίνα μη η λύμη αυτών γίνηται διαδόσιμος εις τα λοιπά υγιαίνοντα μέλη του Χριστωνύμου πληρώματος. (...) Αυτούς προς το παρόν τους Εκκλησιαστικούς ελέγχους και περί της μιας, και περί της άλλης των καινοτομούντων φατρίας ποιούμεθα, άμα μεν περιμένοντες την επιστροφήν αυτών και μεταμέλειαν, άμα δε και δίδοντες νύξιν εις τους αληθείς του Γένους πεπαιδευμένους, και γνησίους της ευσεβείας λατρευτάς και θεράποντας, δια να διαλύωσι τας σατανικάς αυτών πλεκτάνας, ως αραχνιώδη υφάσματα» (20). Μετά, απευθύνεται στα «γνήσια και ευπειθή τέκνα της κοινής μητρός αγίας του Χριστού Εκκλησίας», κατονομάζοντας τους διορισμένους ανθρώπους του, που είχαν λόγο στα εκπαιδευτικά πράγματα της εποχής, και τους υπαγορεύει «πατρικώς» να αναλάβουν δράση για άμεση αναχαίτιση του διαφωτισμού και των επιστημονικών διδασκαλιών:

«...τας βεβήλους κενοφωνίας, και τας σαθράς αντιθέους διδασκαλίας των ειρημένων, να μισήτε, και να αποστρέφησθε, διακρίνοντες αυτούς, ως εκ του καρπού το δένδρον και το πυρ μακρόθεν εκ του καπνού. Ιός ασπίδος υπό τα χείλη αυτών είναι κεκρυμμένος, έτοιμος να διαφθείρη τους αστηρίκτους περί την ευσέβειαν, και την άλλην ευμάθειαν και κατά τον θείον Απόστολον: Βλέπετε και προσέχετε όσον το δυνατόν, ίνα μη συλλαγωγήσθε υπό της κενής απάτης αυτών, και τερατολογίας, και εκτραχηλίζεσθε κατά μικρόν από τα όργια της αληθούς παιδείας, ην και οι γνήσιοι του Θεού θεράποντες και πνευματέμφοροι Πατέρες μυηθέντες, διαλάμπουσιν ως αστέρες πολύφωτοι εις το νοητόν στερέωμα της Εκκλησίας επειδή η επαπειλουμένη εκ της ψευδοδισκαλίας ζημία, δεν είναι μόνον η της προγονικής διαλέκτου κατάργησις, αλλά και η περί την αμώμητον Πίστιν ψυχρότης, η λεληθότως προξενούμενη εκ της ακαταληψίας όλων επίσης των Εκκλησιαστικών συγγραμμάτων, και η διαφθορά των ηθών. Αναγκαιότατον είναι ένθα και ο τόπος και ο τρόπος ευχερής και αρμόδιος να διαιρεθώσι τα Γραμματικά σχολεία από τα των Επιστημονικών και Μαθηματικών, και να γίνωνται κεχωρισμένως εν μέρει αι παραδόσεις, δια να μη λαμβάνωσιν εκ του προχείρου αφορμήν οι νέοι, και φεύγοντες από τας τάξεις των Γραμματικών, προσκολλώνται εις τας άλλας» (21). Και σε ό,τι αφορά τη διάπλαση των ελληνοπαίδων, η εντολή του Πατριάρχη είναι κάτι παραπάνω από ξεκάθαρη:

«...και απλώς άλατι πνευματικώ να είναι ηρτημέναι αι διδασκαλίαι των διδασκάλων, και αιχμαλωτίζουσαι παν νόημα εις την υποταγήν του Χριστού, κατά τον θείον Απόστολον, να αναδεικνύωσι τους μαθητιώντας, Χριστιανούς ελληνίζοντας τας φράσεις, και Έλληνας χριστιανίζοντας τα δόγματα, τα ήθη, και τους τρόπους. Ταύτα πατρικώς συμβουλεύομεν...» (22).

Όπως ξεκάθαρη είναι η θέση του για το πώς πρέπει να αντιμετωπισθούν πάραυτα οι ελληνίζοντες διαφωτιστές:

«...αν δεν μεταπεισθώσι και δεν θελήσωσι να μεταβάλωσιν ήθη και φρονήματα, πρέπει να αποβληθώσιν εξάπαντος, ως προσκόμματα και πέτραι σκανδάλων, κατά την περί αυτών απόφασιν του Παναγίου Πνεύματος» (23).

Και αναθεματισμός των ελληνικών ονομάτων!

Επειδή η διάδοση του διαφωτισμού, των επιστημών και της Ελληνικής Παιδείας είχαν ως αποτέλεσμα την αφύπνιση της εθνικής συνείδησης των υποδούλων, πολλοί ήταν εκείνοι που αποφάσιζαν να δώσουν στα παιδιά τους αρχαία ελληνικά ονόματα, αντί για χριστιανικά (δηλαδή, εβραϊκά και ρωμαϊκά). Αυτή η «μόδα» («καινοτομία» την αναφέρει η εγκύκλιος) ανησύχησε σφόδρα τον Πατριάρχη. Για τους εξής λόγους: α) Ότι οι Ρωμιοί ήθελαν πλέον να έχουν ελληνικά ονόματα, σήμαινε ότι επιθυμούσαν διακαώς να είναι Έλληνες, ταυτότητα που για την Ορθοδοξία ήταν συνυφασμένη με την αρχαία αντίληψη περί του Θείου (αρχαία Ελληνική «θρησκεία»), άρα εχθρική και ανταγωνιστική ως προς την ίδια την υπόσταση της Εκκλησίας, β) ως απότοκο του διαφωτισμού, η πατρώα και μητρώα ελληνική ονοματοθεσία, σήμαινε ότι το Κίνημα στεριωνόταν και στην επόμενη γενιά και, φυσικά, ότι γ) αφού οι ραγιάδες Ρωμιοί ξαναγίνονταν Έλληνες σίγουρα είχαν στο νου τους εθνική επανάσταση κατά των Οθωμανών και της Ρωμαίικης Εκκλησίας, στα βήματα και των άλλων εθνικών επαναστάσεων της εποχής (Γαλλική και Ισπανική) που δεν στράφηκαν μόνο κατά των κοσμικών τυράννων αλλά και κατά της θεοκρατίας.

Εξάλλου, ο ίδιος ο Αλή Πασάς, ο τύραννος της Ηπείρου, είχε υποψιαστεί ότι κάτι ετοίμαζαν οι υπόδουλοι Έλληνες, μόνο και μόνο από το γεγονός ότι βάφτιζαν τα παιδιά τους με αρχαία ελληνικά ονόματα. Μάλιστα, ο ίδιος φέρεται να έχει πει: «Εσείς οι Ρωμιοί, μπρε, κάτι μεγάλο έχετε στο νου σας. Δεν βαφτίζετε πια τα παιδιά σας Γιάννη, Πέτρο, Κώστα, παρά Λεωνίδα, Θεμιστοκλή, Αριστείδη. Σίγουρα κάτι μαγειρεύετε» (24).

Και πώς άραγε η Εκκλησία υποδέχτηκε τον πόθο για εθνική ελληνική ελευθερία της προεπαναστατικής γενιάς, όπως αυτή διαμορφώθηκε από τους άφοβους ελληνίζοντες διαφωτιστές, και όπως την υποδέχθηκαν οι διψασμένοι για επανάσταση πρόγονοί μας;

Η Εκκλησία απαγόρευσε στους Έλληνες να δίνουν στα παιδιά τους ελληνικά ονόματα, για να αποδείξει ακόμα μια φορά τον... φιλελληνισμό της: «Και η κατά καινοτομίαν παρά ταύτα εισαχθείσα των παλαιών Ελληνικών ονομάτων επιφώνησις εις τα βαπτιζόμενα βρέφη των πιστών, ως ηκούσαμεν, λαμβανομένη ως μια καταφρόνησις της Χριστιανικής ονοματοθεσίας, είναι διόλου απροσφυής και ανάρμοστος όθεν ανάγκη η Αρχιερωσύνη σας να διαδώσητε παραγγελίας εντόνους... (...), δια να λείψη τουντεύθεν και η κατάχρησις αυτή...» (25). Έτσι, αφού νόμισε ότι με πατριαρχικές εγκυκλίους, φοβέρες, ύβρεις, συκοφαντίες και αφορισμούς θα μπορούσε να αναχαιτίσει την επανελλήνιση που κήρυτταν παντού οι διαφωτιστές, τις θετικές επιστήμες, την Ελληνική Παιδεία και τον πόθο για ελευθερία ενός έθνους υπόδουλου επί 20 αιώνες, ο Γρηγόριος ο Ε΄, ο αντιβασιλέας του σουλτάνου και Οικουμενικός Πατριάρχης των Ρωμαίων της ανατολής (Ρωμιών), πίστεψε ότι έθαψε την επανάσταση. Και όταν δύο χρόνια μετά, οι εθνικές φωτιές του '21 θα ανάψουν από άκρη σε άκρη της πατρίδας, και ένα σύνθημα θα εμπνέει όλους, «ελευθερία ή θάνατος», αυτός, ο πιστός φίλος του σουλτάνου, θα αφήσει την τελευταία του πνοή στην αγχόνη ως ανίκανος και άχρηστος πλέον για τον κατακτητή, παρά τους τρεις αφορισμούς που είχε εξαπολύσει κατά των επαναστατών! Ο διαφωτισμός είχε επιτελέσει πλέον το έργο του, οι κατάρες των παπάδων δεν φόβιζαν άλλο τους ραγιάδες που είχαν επιλέξει πια να ζήσουν και να πεθάνουν ως ελεύθεροι και ως Έλληνες.

Στέφανος Μυτιληναίος

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ - ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

(1) Ματθαίος Κ. Παρανίκας, «Σχεδίασμα», σελίδα 15, Κωνσταντινούπολη 1867. (2) Γρηγόριος ελέω Θεού Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως Νέας Ρώμης και Οικουμενικός Πατριάρχης, Πατριαρχική Εγκύκλιος, αωιθ΄ κατά μήνα Μάρτιον. Πηγή: Κ. Θ. Δημαράς, «Ο Κοραής και η Εποχή του», σελίδα 300, εκδόσεις «Ιωάννη Ν. Ζαχαρόπουλου», Αθήνα 1958.

(3) Βλέπε σχετικά: Πατριάρχη Ιεροσολύμων Άνθιμου, «Πατρική Διδασκαλία», Κωνσταντινούπολη 1798.

(4) Γρηγόριος ελέω Θεού Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως Νέας Ρώμης και Οικουμενικός Πατριάρχης, Πατριαρχική Εγκύκλιος, αωιθ΄ κατά μήνα Μάρτιον. Πηγή: Κ. Θ. Δημαράς, «Ο Κοραής και η Εποχή του», σελίδα 300, εκδόσεις «Ιωάννη Ν. Ζαχαρόπουλου», Αθήνα 1958.

(5) Γρηγόριος ελέω Θεού Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως Νέας Ρώμης και Οικουμενικός Πατριάρχης, Πατριαρχική Εγκύκλιος, αωιθ΄ κατά μήνα Μάρτιον. Πηγή: Κ. Θ. Δημαράς, «Ο Κοραής και η Εποχή του», σελίδα 300, εκδόσεις «Ιωάννη Ν. Ζαχαρόπουλου», Αθήνα 1958.

(6) Pierre Chuvin, «Οι τελευταίοι Εθνικοί», σελίδες 66-67, εκδόσεις «Θύραθεν» - Harvard University Press, Θεσσαλονίκη 2003.

(7) «Πηδάλιον», ήτοι άπαντες οι ιεροί και θείοι κανόνες, υπό Αγαπίου ιερομόναχου και Νικόδημου μοναχού, κανών ΞΑ΄ της ΣΤ΄ Οικουμενικής Συνόδου, συμφωνία, σελίδα 274, εκδόσεις «Παπαδημητρίου», δωδέκατη έκδοση, Αθήνα 1998.

(8) Προκόπιος, «Ανέκδοτα ή Απόκρυφη Ιστορία», 11. 35-41, σελίδα 87, εκδόσεις «Άγρα».

(9) Ανωνύμου του Έλληνος «Ελληνική Νομαρχία», 95, Βενετία 1806, ανατύπωση από τις εκδόσεις «Βαγιονάκη», σελίδα 75.

(10) Πλούταρχος, Ηθικά, «Περί Ίσιδος και Οσίριδος», 380A, εκδόσεις «Κάκτος», Αθήνα 1995.(11) Κυριάκος Σιμόπουλος, «Ξένοι Ταξιδιώτες στην Ελλάδα», τόμος Γ1, σελίδες 333-334, εκδόσεις «Στάχυ», έκτη έκδοση, Αθήνα 1999.

(12) Γρηγόριος ελέω Θεού Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως Νέας Ρώμης και Οικουμενικός Πατριάρχης, Πατριαρχική Εγκύκλιος, αωιθ΄ κατά μήνα Μάρτιον. Πηγή: Κ. Θ. Δημαράς, «Ο Κοραής και η Εποχή του», σελίδα 301, εκδόσεις «Ιωάννη Ν. Ζαχαρόπουλου», Αθήνα 1958.

(13) Γρηγόριος ελέω Θεού Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως Νέας Ρώμης και Οικουμενικός Πατριάρχης, Πατριαρχική Εγκύκλιος, αωιθ΄ κατά μήνα Μάρτιον. Πηγή: Κ. Θ. Δημαράς, «Ο Κοραής και η Εποχή του», σελίδες 301-302, εκδόσεις «Ιωάννη Ν. Ζαχαρόπουλου», Αθήνα 1958.

(14) Γρηγόριος ελέω Θεού Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως Νέας Ρώμης και Οικουμενικός Πατριάρχης, Πατριαρχική Εγκύκλιος, αωιθ΄ κατά μήνα Μάρτιον. Πηγή: Κ. Θ. Δημαράς, «Ο Κοραής και η Εποχή του», σελίδα 302, εκδόσεις «Ιωάννη Ν. Ζαχαρόπουλου», Αθήνα 1958.

(15) Βενιαμίν ο Λέσβιος, «Λόγος του κατά την έναρξιν των μαθημάτων του εν Βουκουρεστίω Λυκείου», «Ερμής ο Λόγιος», έτος 1818, σ. 202, 205. Πηγή: Δημήτρης Φωτιάδης, «Η Επανάσταση του 21», τόμος πρώτος, σελίδα 174, εκδόσεις «Μέλισσα», Αθήνα 1971.

(16) Δημήτρης Φωτιάδης, «Η Επανάσταση του 21», τόμος πρώτος, σελίδα 170, εκδόσεις «Μέλισσα», Αθήνα 1971.

(17) Πλάτων, «Νόμοι», ΣΤ΄, 766a, εκδόσεις «Κάκτος».

(18) Πλάτων, «Νόμοι», Ζ΄, 818c, εκδόσεις «Κάκτος».

(19) Γρηγόριος ελέω Θεού Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως Νέας Ρώμης και Οικουμενικός Πατριάρχης, Πατριαρχική Εγκύκλιος, αωιθ΄ κατά μήνα Μάρτιον. Πηγή: Κ. Θ. Δημαράς, «Ο Κοραής και η Εποχή του», σελίδα 302, εκδόσεις «Ιωάννη Ν. Ζαχαρόπουλου», Αθήνα 1958.

(20) Γρηγόριος ελέω Θεού Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως Νέας Ρώμης και Οικουμενικός Πατριάρχης, Πατριαρχική Εγκύκλιος, αωιθ΄ κατά μήνα Μάρτιον. Πηγή: Κ. Θ. Δημαράς, «Ο Κοραής και η Εποχή του», σελίδα 302, εκδόσεις «Ιωάννη Ν. Ζαχαρόπουλου», Αθήνα 1958.

(21) Γρηγόριος ελέω Θεού Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως Νέας Ρώμης και Οικουμενικός Πατριάρχης, Πατριαρχική Εγκύκλιος, αωιθ΄ κατά μήνα Μάρτιον. Πηγή: Κ. Θ. Δημαράς, «Ο Κοραής και η Εποχή του», σελίδα 303, εκδόσεις «Ιωάννη Ν. Ζαχαρόπουλου», Αθήνα 1958.

(22) Γρηγόριος ελέω Θεού Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως Νέας Ρώμης και Οικουμενικός Πατριάρχης, Πατριαρχική Εγκύκλιος, αωιθ΄ κατά μήνα Μάρτιον. Πηγή: Κ. Θ. Δημαράς, «Ο Κοραής και η Εποχή του», σελίδα 303, εκδόσεις «Ιωάννη Ν. Ζαχαρόπουλου», Αθήνα 1958.

(23) Γρηγόριος ελέω Θεού Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως Νέας Ρώμης και Οικουμενικός Πατριάρχης, Πατριαρχική Εγκύκλιος, αωιθ΄ κατά μήνα Μάρτιον. Πηγή: Κ. Θ. Δημαράς, «Ο Κοραής και η Εποχή του», σελίδα 304, εκδόσεις «Ιωάννη Ν. Ζαχαρόπουλου», Αθήνα 1958.

(24) Δημήτρης Φωτιάδης, «Η Επανάσταση του 21», τόμος πρώτος, σελίδα 182, εκδόσεις «Μέλισσα», Αθήνα 1971.

(25) Γρηγόριος ελέω Θεού Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως Νέας Ρώμης και Οικουμενικός Πατριάρχης, Πατριαρχική Εγκύκλιος, αωιθ΄ κατά μήνα Μάρτιον. Πηγή: Κ. Θ. Δημαράς, «Ο Κοραής και η Εποχή του», σελίδα 304, εκδόσεις «Ιωάννη Ν. Ζαχαρόπουλου», Αθήνα 1958.

Κομπογιαννίτες και Καλογιατροί

«Συνήθως ούτοι ελάμβανον το ήμισυ της αμοιβής των προκαταβολικώς, προκειμένου δε περί κήλης παρελάμβανον κατά την εγχείρησιν τον κηλικόν θύλακον, ον διατείνοντες έφερον επί καλάμου δίκην τεχνοσήμου. Ο αριθμός των θυλάκων τούτων, ον διελάλουν κατά τας διαφόρους περιοδείας, εθεωρείτο ως δείγμα της χειρουργικής αυτών δεξιότητος… Και τον μεν καταρράκτην εθεράπευον δια καταβυθίσεως του φακού, την δε κήλην δι’ αποφράξεως του βουβωνικού κρίκου δια του όρχεως, κατατασσομένου εκείσε δίκην πώματος»

ΚΟΜΠΟΓΙΑΝΝΙΤΗΣ
Ο εμπειρικός ιατρός, ψευτογιατρός, ψευδεπιστήμων, αμαθής, αγύρτης. Εκ του κομπώνω = απαιτώ [κομπώνω: δένω με μάγια, εξαπατώ (ποντιακή)< ελληνιστική κοινή κομβόω: δένω] και Γιαννίτης = Γιαννιώτης = Ιωαννιώτης, ως εξ Ιωαννίνων προερχομένων των τοιούτων, οι οποίοι και Ζαγορήσιοι ελέγοντο, ως από του Ζαγορίου.
Του ΑΡ. Π. Κουζή, από την ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ
Το όνομα εδίδετο υπό του ελληνικού λαού κατά τους χρόνους της δουλείας, εις τους  λυμαινομένους την Ελλάδα αγύρτας, ων εικόνα δίδει ο Σάθας («Κλειώ» Τεργέστης ΚΒ’, ΑΡ. 1146, «Εστία» 1889, σελ. 458).
Προήρχοντο δε ούτοι κυρίως εκ χωρίων του Ζαγορίου, Λιασκοβετσίου, Τσεπελόβου, Φραγκάδων, Παπίγκου, Σκαμνελίου, Καλωτάς, Δόλιανης, Μανασσή, Τζονδήλας, Νεγάδων, Μονοδενδρίου, καπετσόβου κτλ.
Ήσκουν  δε το επάγγελμα κυρίως εν Θράκη, Μακεδονία, Στερεά Ελλάδι, Πελοποννήσω, και μικρά Ασία, αλλά και εν Βουλγαρία και Σερβία. Αναλόγως της μορφώσεως αυτών διεκρίνοντο ιδία οι από Ζαγορίου, εις  εξοχωτάτους και παρακατιανούς.

Κύρια φάρμακα αυτών, περισυλλεγόμενα υπό των ιδίων ουχί σπανίως εν τη χαράδρα του Βίκου (Σάρρος), διό και «βικοϊατροί» (Λαμπρίδης), ήσαν η κεδρομπόμπολα (καρπός κέδρου), η γαλατσίδα (ευφόρβιον), η κάρφη (ελλέβορος), το πήγανον, η αψιφιά (αψίνθιον), η ματούσιο (μανδραγόρας), η αγριάδα (άγρωστις), το πολυτρίχι και τα λοιπά δημώδη φάρμακα.
Εκτός των βοτάνων τούτων εν χρήσει συνήθως είχον και αλοιφάς εξωτερικώς κατά διαφόρων ελκών χρονίων, εκλείγματα («ματζούνια»), ως τονωτικά, προς παιδοποιίαν, κατά των πυρετών κτλ., και έμπλαστρα. Μη φυτικά φάρμακα ολίγα μόνον μετεχειρίζοντο, οίον το αμμωνιακόν άλας (¨νισαντήρι»), την στυπτηρίαν («στύψη»), κτλ.
Τα φάρμακα ταύτα έφερον εν δισακκίοις  («σακκούλαις»), διο και «σακκουλιαραίοι» εκαλούντο. Εις Κρήτην τινές των τοιούτων εμπειρικών έφερον θήκας μικράς, αναρτωμένας από των ώμων, εν αις δίκην πραγματειών ενέθετον τα φάρμακα ή έφερον ταύτα επί του μεγάλως εξέχοντος γύρου του σκιαδίου των.
Οι κομπογιαννίται ετήρουν προσποιητήν σοβαρότητα, αναλόγου του επαγγέλματος όπερ ήσκουν, εφόρουν δε συνήθως «μαλλιαράν σιγούναν» και περιέδενον την εις «δασείς πλοκάμους κυμαίνουσαν χαίτην των» δια πρασίνης ταινίας (Σάθας).
Εις τας χείρας εκράτουν χονδρήν ράβδον ή ρόπαλον («ματσούκα»), εξ ου και «ματσουκάδες» ή «ματσουκάρηδες» («ματσκάρδες» κατά συγκοπήν), ίνα αφ’ ενός μεν προφυλάσσωνται από των κυνών, αφ’ ετέρου δε αμύνωνται κατά τας περιοδίας αυτών, ιδία δε κατά των μετά τας αποτυχίας αυτών επιθέσεων. Προ τινών ετών (1930) μοι εδωρήθη υπό φίλου ιατρού ράβδος τοιούτου εμπειρικού, ήτις είχεν ως λαβήν σύμπλεγμα δυο όφεων, το έμβλημα, ως εικός, του προγόνου αυτού Ασκληπιού.
Εισερχόμενοι εις τα χωρία ή τας πόλεις διελάλουν είτε αυτοί οι ίδιοι είτε δια κηρύκων την ιδιότητα αυτών ως χειρουργών ή ιατρών («ιατρός καλός, ιατρικά καλά, πουλώ ζωή» ή «ήλθε ο διάσημος χειρούργος τάδε» ή απλώς «βότανα καλά» («βοτανάκηδες»).
Κατ’ ανακοίνωσιν του Φ. Γ. Τριανταφυλλίδου, οι κομπογιαννίται περιώδευον ουχί σπανίως ανά δύο, αλλ’ εκ δύο διαφόρων χωρίων καταγωγής. Συνήθως είχον ένα και μόνον ίππον, ον ίππευε ο εις εισερχόμενος εις την πόλιν ή το χωρίον, παριστών τον ιατρόν, του ετέρου παραμένοντος υπηρέτου ή διαφημιστού.  Εξ υπαμοιβής ο έτερος ιππεύων τον ίππον εισήρχετο εις άλλην πόλιν ή χωρίον ως ιατρός, ιδία δε όπου ην μάλλον γνωστός.
Το θράσος αυτών εμφαίνεται και εκ συζητήσεων, ας προεκάλουν μετά τυχόν επιστημόνων ιατρών προ αγραμμάτων ομίλων ή αμαθών Τούρκων αξιωματούχων ή και ηγεμόνων εν Ρουμανία, καθ’ ας μεθ’ όλους τους εξωφρενισμούς ους ανέπτυσσον, εξελαμβάνοντο υπό των αφελών ως έμπειροι της ιατρικής και σοβαρώς συζητούντες, ενίοτε δε και ως αποστομούντες τους επιστήμονας.
Καλούμενοι ή εξήταζον τους ασθενείς ή συνηθέστερον έδιδον τα αιτούμενα βότανα  («δια την θέρμην», «δια τον πονόμματον», δια το «σπάσιμο», «δια τα χελώνια» κτλ., ή απλώς το προφυλακτικόν  «φειδόχορτον»), είτε αυτούσια (προς παρασκευήν εγωυμάτων, αφεψημάτων ή απλώς επίθεσιν τούτων επί του πάθους), είτε υπό τύπον κόνεως («σκονάκια»). Απήρχοντο δε συνήθως συναποφέροντες γενναίας προσφοράς εις χρήματα ή είδος, (τρόφιμα κτλ.).
Ο Σάρρος αναφέρει εντός 6 μηνών 150 λίρας, αξιολόγους ίππους και ημιόνους, συχνάκις δε ουκ ολίγας ευλογίας. Ως εικός, και γοητείαι («γητιές»), εξορκισμοί («ξόρκια»), και διάφοροι μαγγανείαι ουδέποτε έλειπον, συμπληρούσαι το ιατρικόν αυτών έργον.  Προς δια την «κόμβων» μαγγανείαν αυτών θέτει εις σχέσιν την λέξιν κομπογιαννίτης ο Βιζουκίδης, όστις προσθέτει ότι οι εκ Ζαγορίου εμπειρικοί εκαλούντο και «Βενοϊατροί».
Αγνοούντες την λατινικήν, ή άλλην τινά ξένην γλώσσαν, κατεσκεύασαν ιδίαν κορακιστικήν διάλεκτον (τα «κομπογιαννίτικα»), δι’ ης συνεννοούντο. Κατά ταύτην καταφιανός (καταφυανόςκαταφυγιανός– Legrand εκ του καταφύγιον), καταφαγιανός (ως κατατρώγων τα χρήματα των ευπίστων, Αραβαντινός) εκαλείτο ο ιατρός, κατά Σάρρον δε: αίμα του Χριστού = οίνος, αλοιφή = βούτηρον,βιργώνω = ζυγίζω, κυλιστήρι = ωόν, γνώσ(ι) = το άλας, γυιός της γκαβής = ο ύπνος, δάκρυ της Παναγιάς = το οινόπνευμα, λαμπύρου = ρακή, τα καυτηρά = κρόμμυα, κυραθειά = θέρμη,λιγόδουντα = τα φασόλια, μαζαράκι = κρέας, μαυροζούμι = καφές, μπζιούρι = άρτος,μπζιουζουργιάζω = τρώγω (κυρίως ψωμί), μπλένιου = η κοιλιά, παλαμάρι = η χειρ, πασπάλη = το άλευρον, πλαϊνό = το ύδωρ, πλιούμενο = ο ιχθύς, πουλευτικόν = το καθάρσιον, σιόρους = ο οίνος, φλιτούρι = το ιατροσόφι, φραγκόπουλα = τα δράμια, κ.ο.κ., προφερόμενα πάντα κατά την συνήθη εν τη πατρίδι αυτών συγκοπήν των φωνηέντων.
Επισημότεροι των κομπογιαννιτών, κατά Λαμπρίδην (Ηπειρ. Μελ. Η’ 58) υπήρξαν ο Πανταζής Εξάρχου εκ Λιασκοβετσίου, ο Ι. Περτάλης εκ Σκαμνελίου, ο Δ. Πολύχρονος και ο εξοχώτατος πάντων εκ Καπετσόβου ιατρός των τριών Σουλτάνων Χ. Πασχάλογλους ή Πασχάλης (1823).
Ο Σάρρος αναφέρει επίσης τον ειδικόν οφθαλμίατρον Πατρατσάν, τον Γ. Τσεκούραν, τον Κ. Τσίμαν, τον Κ. Λιονταρήν, τον Φραγκούλην, τον Μπακόλαν, τον Χ. Χρηστίδην, ή κατσουλάτον, τους εκ Μονοδεμδρίου αδελφούς κοντοδήμου, τον Α. Κοντογιάννην και τον εκ Βίτσης Αρ. Ζώνιον.
Τον Φραγκούλην όμως ο Φ. Γ. Τριανταφυλλίδης γνωρίζων καλώς, καθ’ ο καταγόμενος εκ Σκαμνελίου, θεωρεί μη κομπογιαννίτην, αλλ’ ως τοπικόν, μη περιοδεόντα, πρακτικόν ιατρόν, διότι ήτο μεν μη επιστήμων, αλλ’  υπήρξε μαθητής επιστήμονος ιατρού διπλωματούχου της σχολής της Παδούης, του Αδάμ Γοργίδα, όστις επιθυμών ίνα απαλλάξη την χώραν των αγυρτών ίδρυσε εις Σκαμνέλιον πρακτικήν τινάν σχολής, εν η εδιδάχθησαν οι Φερούλης, Γκίμστας (ο γνωστός υπό το όνομα Κωσταγιατρός) και ο Τριαντ. Φυλλίδης, όστις αποκατεστάθη είτα εις Προύσαν ως φαρμακοποιός. Τούτου, αλλά κυρίων των Φερούλη και Γκρίμστα, μαθητής υπήρξεν ο Φραγκούλης, όστις διετέλεσε κατά νεωτέρους χρόνους και κοινοτικός ιατρός μέχρι του 1896, οπότε τω απηγορεύθη τη επεμβάσει επιστήμονος ιατρού η εξάσκησις της ιατρικής. Ούτος απέθανε τω 1927 εν Σκαμνελίω, εις ηλικίαν 100 ετών.
Ο Σ. Λάμπρος αναφέρει Μανιάτην εμπειρικόν χειρουργόν, τον Παπαδάκην, κατά τας αρχάς του ΙΗ’ αιώνος, αλλ’ ούτος καθώς και κατόπιν ο περίδοξος Γιατράκος, ο Ανδ. Πετιμεζάς κ.λ., δεν υπήγοντο εις τους κομπογιαννίτας ή καλογιατρούς, δηλαδή τους τα πολλά περιοδεύοντας, αλλά εις τοπικούς εμπειρικούς ιατρούς, οι οποίοι ειδικώς ησχολούντο εις την χειρουργικήν ή την οφθαλμολογίαν, σπανιώτερον δε και περί την παθολογίαν.
Εκ παραδόσεως γνωρίζω περίπτωσιν εγχειρήσεως καταρράκτου, τελεσθείσης εν Καλάμαις παρ’ επιστήμονος ιατρού επί ευπόρου ατόμου και αποτυχούσης επί του ενός οφθαλμού, μεθ’ ήν ετελέστη εγχείρησις, εκ δυσπιστίας προς τους επιστήμονας ιατρούς, υπό εμπειρικού επί του ετέρου μετ’ επιτυχίας. Τοιαύται βεβαίως περιπτώσεις συνέτεινον προς μεγάλυνσιν της φήμης των εμπειρικών τοιούτων ιατρών.
Ιδέαν των Ζαγοριανών κομπογιαννιτών δύναται να λάβη τις εκ της περιγραφής, ην δίδει ο Αλέξ. Σούτσος εν τη κωμωδία «Άσωτος», ένθα ο ιατρός Ιπεκακούνας λέγει:
«δεν είμ’ εγώ Ζαγοριανός να περπατώ στον δρόμο, με αλοιφάς, με έμπλαστρα, με βότανα στον ώμο,
Και με δοντάγραν, συριγγών και νυστεριών χαρχάλι, με το σαμουροκάλπακο να τρέχω στο κεφάλι
Να σκούζω από το κουτσό και ψόφιο μου μουλάρι, καλός γιατρός πουλώ ζωή, ποιος θέλει, ποιος θα πάρει»
ΚΑΛΟΓΙΑΤΡΟΣ
Διάδοχοι των κομπογιαννιτών υπήρξαν οι καλογιατροί, ονομασθέντες ούτω διότι και ούτοι, ως οι κομπογιαννίται διελάλουν οι ίδιοι ή δια κηρύκων την ιδιότητα αυτών εις τας οδούς δια της φράσεως «καλός γιατρός, γιατρικά καλά». Οι αρειμάνιοι ούτοι αγύρται, γράφει ο Σάθας, ήσαν ως επί το πλείστον Ιταλοί και Επτανήσιοι, περιεβάλλοντο δε πλατύτερα επανωφόρια, ων αι μεν τριγωνοειδής άκραι περιεδινούντο απαύστως ως γλωσσίδες ψαλίδος, αι δε πρόσθεται επωμίδες ανεμιζόμεναι εκροτάλιζον εκ των δίκην παρασήμων επικειμένων πλατέων μεταλλικών κομβίων. Εφόρουν μικρά υποδήματα περισφιγγόμενα δια θεατρικών κροσίων και στενόν πανταλόνιον πεποικιλμένον δι’ οφιοειδώς περιερραμμένων σειρητίων, ομοιάζοντες προς Ισπανούς ταυρομάχους.
Ούτοι ως και οι κομπογιαννίται, ως τα πολλά, ουδ’ άκρω δακτύλω αψάμενοι της ιατρικής και φαρμακευτικής, παρείχον, μαθόντες εκ πατρικής παραδόσεως ή εξ αναγνώσεως ιατροσοφίων, δημώδη τινά φάρμακα και θεραπευτικάς οδηγίας.
Ο Πουκεβίλλ ανεύρε παλαιόν ταμβακοπώλην εν Μονμπελλιέ ως καλογιατρόν εν Τριπόλει, Ενετός δε πρόξενος εν Κορώνη κατά Σάθαν, φυγόδικον τινά συμπατριώτην αυτού, τον Μισέρ Μπατήν, ως διάσημον καλογιατρόν και μυστικοσύμβουλον του σερασκέρη της Πελοποννήσου.
Ωραία είναι η συνέντευξις του Πουκεβίλλ μετά τινος καλογιατρού: «Οι πρόγονοί μου, έλεγεν ούτος, από του μεγάλου θεού της Κω, εξασκούσι το επάγγελμα του ιατρού από πατρός εις υιόν. Είναι περιουσία της οικογενείας ην έχομεν εκ παραδόσεως, χωρίς να αποβλέπωμεν εις το ευτελές μέταλλον, όπερ αναγκάζεταί τις να δεχθή δια να ζήση».
Ο καλογιατρός εξέθηκεν είτα τα της δεξιότητός του περί την στερέωσιν των καταγμάτων, την εγχείρησιν των κηλών και του καταρράκτου, κατέληξε δε να προτείνη ίνα ξυρίσει τον Πουκεβίλλ. Τέλος ωμίλησε περί ανατομίας, ην εγνώριζε περίπου όσον ο Αλκμέων (ο αρχαιότερος των Ελλήνων ανατόμων) και κατώρθωσε, προσθέτει ο Πουκεβίλλ, να με αποκοιμήση.
Τινές όμως των εμπειρικών τούτων, οι εκ των μερών του Ζαγορίου και του Λιασκόβου, όπερ ήτο το κυρίως σχολείον και των καλογιατρών, ως και των κομπογιαννιτών, είχον κατασταθή συν τω χρόνω επιδεξιώτατοι εμπειρικοί εγχειρηταί κηλών, καταρράκτου, ή λίθων της κύστεως. Κατά Πουκεβίλλ μάλιστα η επιτυχία και η δεξιότης τινών τούτων ηδύνατο να καταπλήξη και τους πλέον επιδέξιους χειρουργούς. Συνήθως ούτοι ελάμβανον το ήμισυ της αμοιβής των προκαταβολικώς, προκειμένου δε περί κήλης παρελάμβανον κατά την εγχείρησιν τον κηλικόν θύλακον, ον διατείνοντες έφερον επί καλάμου δίκην τεχνοσήμου. Ο αριθμός των θυλάκων τούτων, ον διελάλουν κατά τας διαφόρους περιοδείας, εθεωρείτο ως δείγμα της χειρουργικής αυτών δεξιότητος. Οι πελάτες όμως ουδέποτε έλειπον, διότι τελείως άγνωστος εν Ελλάδι κατά τους χρόνους εκείνους ήτο ο κηλεπίδεσμος. Άλλωστε και τα θύματα τούτων δεν ήσαν πλειότερα πολλών των εν Παρισίοις καθητών (Πουκεβίλλ). Επιτυχή εγχείρησιν κήλης αναφέρει ο Πουκεβίλλ γενομένην υπό τοιούτων εμπειρικών τω 1798 και επί του εν Αθήναις Γάλλου προξένου Φωβέλ.
Εν Αθήναις ειδικώς γνωστοί ήσαν οι κομπογιαννίται, ουχί δε και οι καλογιατροί, ως και ο Καμπούρογλους, όστις προσθέτει ότι ούτοι δεν είναι άξιοι της επικρατούσης περιφρονήσεως, διότι προς τη αγυρτεία ήσαν ταμίαι ιατρικών κατά παράδοσιν γνώσεων, συνδεομένων προς την φύσιν και τα βότανα. Ο Καμπούρογλους προκειμένου περί της ενεργείας δημοδών εντοπίων φαρμάκων συνιστωμένων υπό κομπογιαννίτου τινός κατά των ελωδών πυρετών εν σχέσει προς την ληξιπύρετον ενέργειαν της κίνας, παραθέτει την γνώμην αυτού, καθ’ ην «ο Θεός δεν είναι μωρός να έχη τους πυρετούς εν Αθήναις και το φάρμακον εν Κίνα».
Κατά τους νεωτέρους δ’ έτι χρόνους εμπειρικοί χειρουργοί καταγόμενοι εκ Χορμόβου και Λιασκόβου, κατερχόμενοι εις Ελλάδα, εξετέλουν τοιαύτας εγχειρήσεις κήλης ή καταρράκτου, πατροπαραδότως διδασκόμενοι ταύτας (Νίδερ). Καταλληλοτέραν εποχήν προς τούτο εθεώρουν την εαρινήν μέχρις Ιουλίου, διέμενον δε και διητώντο κατά το διάστημα της προπαρασκευής και της εγχειρήσεως μέχρις αποθεραπείας εν τη οικία των πασχόντων.
Και τον μεν καταρράκτην εθεράπευον δια καταβυθίσεως του φακού, την δε κήλην δι’ αποφράξεως του βουβωνικού κρίκου δια του όρχεως, κατατασσομένου εκείσε δίκην πώματος. Ο Νίδερ αναφέρει θάνατον δικαστικού τινός εν Μεσολογγίω, εγχειρισθέντος υπό τοιούτου εμπειρικού, παρουσία του ιατρού Βαλασσοπούλου, αλλά και τρεις άλλας περιπτώσεις μετ’ αισίου αποτελέσματος.
Την σήμερον (1930) πλέον σπάνιοι απέμειναν  εν Ελλάδι εμπειρικοί ιατροί. Ως τα πολλά, τινές, ιατροί ή ιάτραιναι, ισχυριζόμενοι ότι γνωρίζουσι δήθεν ειδικόν φάρμακον κατά τινος νόσου, χορηγούσι τούτο δωρεάν εις τους πάσχοντας, άλλοι όμως και νυν έτι χρηματίζονται εις βάρος των αφελεστέρων. Προ τινός έτι παλαιός υπηρέτης ιατρού επεσκέφθη τούτον εν Αθήναις φέρων μελανήν ρεδιγκόταν, λίαν ευχαριστημένος εκ του επαγγέλματος του ιατρού, όπερ ήσκει εν γωνίαν τινί της Ελλάδος.