Σάββατο, 21 Ιουλίου 2018

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Εὐμενίδες (397-435)

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟΝ ΤΡΙΤΟΝ


ΑΘΗΝΑ
πρόσωθεν ἐξήκουσα κληδόνος βοὴν
ἀπὸ Σκαμάνδρου, γῆν καταφθατουμένη,
ἣν δῆτ᾽ Ἀχαιῶν ἄκτορές τε καὶ πρόμοι,
400 τῶν αἰχμαλώτων χρημάτων λάχος μέγα,
ἔνειμαν αὐτόπρεμνον ἐς τὸ πᾶν ἐμοί,
ἐξαίρετον δώρημα Θησέως τόκοις·
ἔνθεν διώκουσ᾽ ἦλθον ἄτρυτον πόδα,
πτερῶν ἄτερ ῥοιβδοῦσα κόλπον αἰγίδος.
405 [πώλοις ἀκμαίοις τόνδ᾽ ἐπιζεύξασ᾽ ὄχον.]
καινὴν δ᾽ ὁρῶσα τήνδ᾽ ὁμιλίαν χθονὸς
ταρβῶ μὲν οὐδέν, θαῦμα δ᾽ ὄμμασιν πάρα.
τίνες ποτ᾽ ἐστέ; πᾶσι δ᾽ ἐς κοινὸν λέγω,
βρέτας τε τοὐμὸν τῷδ᾽ ἐφημένῳ ξένῳ·
410 ὑμᾶς δ᾽ ὁμοίας οὐδενὶ σπαρτῶν γένει,
οὔτ᾽ ἐν θεαῖσι πρὸς θεῶν ὁρωμένας
οὔτ᾽ οὖν βροτείοις ἐμφερεῖς μορφώμασι—
λέγειν δ᾽ ἄμομφον ὄντα τοὺς πέλας κακῶς
πρόσω δικαίων ἠδ᾽ ἀποστατεῖ θέμις.
415 ΧΟ. πεύσῃ τὰ πάντα συντόμως, Διὸς κόρη.
ἡμεῖς γάρ ἐσμεν Νυκτὸς αἰανῆ τέκνα,
Ἀραὶ δ᾽ ἐν οἴκοις γῆς ὑπαὶ κεκλήμεθα.
ΑΘ. γένος μὲν οἶδα κληδόνας τ᾽ ἐπωνύμους.
ΧΟ. τιμάς γε μὲν δὴ τὰς ἐμὰς πεύσῃ τάχα.
420 ΑΘ. μάθοιμ᾽ ἄν, εἰ λέγοι τις ἐμφανῆ λόγον.
ΧΟ. βροτοκτονοῦντας ἐκ δόμων ἐλαύνομεν.
ΑΘ. καὶ τῷ κτανόντι ποῦ τὸ τέρμα τῆς φυγῆς;
ΧΟ. ὅπου τὸ χαίρειν μηδαμοῦ νομίζεται.
ΑΘ. ἦ καὶ τοιαύτας τῷδ᾽ ἐπιρροιζεῖς φυγάς;
425 ΧΟ. φονεὺς γὰρ εἶναι μητρὸς ἠξιώσατο.
ΑΘ. ἄλλης ἀνάγκης οὔτινος τρέων κότον;
ΧΟ. ποῦ γὰρ τοσοῦτο κέντρον ὡς μητροκτονεῖν;
ΑΘ. δυοῖν παρόντοιν ἥμισυς λόγου πάρα.
ΧΟ. ἀλλ᾽ ὅρκον οὐ δέξαιτ᾽ ἄν, οὐ δοῦναι θέλει.
430 ΑΘ. κλύειν δικαίως μᾶλλον ἢ πρᾶξαι θέλεις.
ΧΟ. πῶς δή; δίδαξον· τῶν σοφῶν γὰρ οὐ πένῃ.
ΑΘ. ὅρκοις τὰ μὴ δίκαια μὴ νικᾶν λέγω.
ΧΟ. ἀλλ᾽ ἐξέλεγχε, κρῖνε δ᾽ εὐθεῖαν δίκην.
ΑΘ. ἦ κἀπ᾽ ἐμοὶ τρέποιτ᾽ ἂν αἰτίας τέλος;
435 ΧΟ. πῶς δ᾽ οὔ; σέβουσαί γ᾽ ἀξίαν κἀπ᾽ ἀξίων.

***
ΑΘΗΝΑ
Από μακριά άκουσα φωνή που με καλούσε
πέρ᾽ απ᾽ τις όχθες του Σκαμάντρου, ενώ της χώρας
έπαιρνα κατοχή, που οι αρχηγοί κι οι πρώτοι
των Αχαιών μου χάρισαν απ᾽ του πολέμου
400 τα λάφυρα, πλούσια μερίδα, να την έχω
συθέμελη με όλα της δικιά μου πάντα,
χάρισμα διαλεχτό για του Θησέα τα τέκνα.
Από κει πήρ᾽ ακούραστο το πόδι κι ήρθα
δίχως φτερά, σφυροκοπώντας στον αγέρα
τη φουσκωμένη αιγίδα μου κι έχοντας κάτω
απ᾽ τ᾽ άρμ᾽ αυτό πουλάρια αδάμαστα ζεμένα.
Μα βλέπω επίσκεψη παράξενη εδώ τώρα,
που όχι φοβούμαι, μα μου ξάφνισε το μάτι·
ποιοί τάχα να ᾽στε; σ᾽ όλους σας το λέω στη μέση:
στον ξένο αυτό, που στ᾽ άγαλμά μου έχει προσπέσει,
410 και σε σας, που δε μοιάζετε πλάσμα κανένα
κι ούτε μες στις Θεές ποτέ οι Θεοί σάς είδαν
ούτε μ᾽ ανθρώπινες μορφές παρόμοιες είστε.
Μα να προσβάλλει άλλον κανείς για ελάττωμά του
που ο ίδιος δεν έχει, δίκιο ούτε σωστό δεν είναι.
ΧΟΡΟΣ
Κόρη του Δία, κοντολογίς θα μάθεις όλα·
εμείς της Νύχτας οι φριχτές είμαστε κόρες
και Κατάρες μας λεν μες στον Κατώκοσμό μας.
ΑΘΗΝΑ
Τώρα και τη γενιά και τ᾽ όνομά σας ξέρω.
ΧΟΡΟΣ
Ευθύς θα μάθεις και τ᾽ αξίωμά μου ακόμα.
ΑΘΗΝΑ
420 Αν κανείς βέβαια καθαρά μου το εξηγήσει.
ΧΟΡΟΣ
Απ᾽ τα σπίτια του εμείς το φονιά κυνηγούμε.
ΑΘΗΝΑ
Και πού στο τέλος σταματά το διώξιμό του;
ΧΟΡΟΣ
Εκεί που τί θα πει χαρά ποτέ δε ξέρουν.
ΑΘΗΝΑ
Και με τέτοια λοιπόν σφίγγεις κι αυτόν κυνήγια;
ΧΟΡΟΣ
Ναι, γιατί πήε φονιάς της μάνας του να γίνει.
ΑΘΗΝΑ
Από άλλη ανάγκη, ή από κάποιας οργής φόβο;
ΧΟΡΟΣ
Σε τέτοιο κρίμα, τί μπορεί ένα γιο να σπρώξει;
ΑΘΗΝΑ
Είστε δυο μέρη εμπρός, μα το ένα μόνο ακούω.
ΧΟΡΟΣ
Μα όρκο από μας δε δέχεται κι ούτε αυτός παίρνει.
ΑΘΗΝΑ
430 Ενώ τα δίκια λες πως θες, δίκια δεν κάνεις.
ΧΟΡΟΣ
Πώς λες; δε μου εξηγάς; σοφία δα δε σου λείπει.
ΑΘΗΝΑ
Λέω πως δεν πρέπει τ᾽ άδικο να νικά μ᾽ όρκους.
ΧΟΡΟΣ
Μα ανάκρινέ μας συ και απόφαση ίσια βγάλε.
ΑΘΗΝΑ
Να πάρω λέτε επάνω μου λοιπόν την κρίση;
ΧΟΡΟΣ
Ναι, γιατί σε σεβόμαστε καθώς τ᾽ αξίζεις.

Ο Πλούτος των Εθνών. Το «αόρατο χέρι» της αγοράς

Κατά κοινή παραδοχή, ο Άνταμ Σμιθ είναι ιδρυτής της κλασικής Πολιτικής Οικονομίας, η οποία αποτελεί τη βάση της σύγχρονης οικονομικής επιστήμης. Ο Πλούτος των Εθνών, το magnum opus του Σκοτσέζου διανοητή, είναι το βιβλίο με τη μεγαλύτερη απήχηση σε θέματα οικονομικής θεωρίας και πολιτικής από οποιοδήποτε άλλο οικονομικό σύγγραμμα Συγκαταλέγεται δε στα μεγάλα βιβλία που συγκλόνισαν ή άλλαξαν τον κόσμο, όχι επειδή έκανε κάποια σπουδαία επιστημονική ανακάλυψη ή επειδή ήταν ιδιαίτερα πρωτότυπο. Στην πραγματικότητα, όλες οι βασικές έννοιες που χρησιμοποιεί ο Σμιθ είναι δάνειες και υπάρχουν διάσπαρτες στα κείμενα προγενέστερων ή σύγχρονων φιλοσόφων και οικονομολόγων του 17ου και του 18ου αιώνα, στους οποίους μάλιστα παραπέμπει. Είναι, όμως, πρωτότυπος και αριστοτεχνικός ο τρόπος με τον οποίο χειρίζεται τις έννοιες αυτές. Δεν τις χρησιμοποιεί αποσπασματικά, αλλά συγκροτεί ένα ενιαίο και συνεκτικό θεωρητικό πλαίσιο για να περιγράφει και να ερμηνεύσει στην ολότητά του τον συγκλονιστικό και συναρπαστικό καινούριο κόσμο που παρατηρεί να αναδύεται γύρω του. Τον θαυμαστό καινούργιο κόσμο της επερχόμενης κοινωνικής και βιομηχανικής επανάστασης. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, η συμβολή του Σμιθ στην οικονομική και κοινωνική θεωρία είναι τεράστια, επαναστατική.
 
Θεωρητικός του ελεύθερου εμπορίου
 
Για λόγους ακρίβειας, βέβαια, πρέπει να επισημάνουμε ότι ο Σμιθ δεν είναι θεωρητικός του βιομηχανικού καπιταλισμού. Είναι πρωτίστως θεωρητικός του ελεύθερου εμπορίου και των αυτορρυθμίζόμενων αγορών της προβιομηχανικής εποχής. Ο ίδιος μάλιστα δεν χρησιμοποίησε ποτέ τη λέξη «Καπιταλισμός». Από τη στιγμή όμως που το καπιταλιστικό σύστημα προϋποθέτει την ύπαρξη ενός εκτεταμένου συστήματος αγορών το οποίο καλύπτει όλους σχεδόν τους τομείς της οικονομικής ζωής, νομιμοποιείται κανείς να υποστηρίξει ότι ο Άνταμ Σμιθ είναι ο πρώτος μεγάλος θεωρητικός του Καπιταλισμού. Πουθενά, ωστόσο, στις σελίδες του βιβλίου δεν υπερασπίζεται άμεσα και ρητά τα συμφέροντα της αστικής τάξης ή οποιοσδήποτε άλλης κοινωνικής τάξης, με εξαίρεση τα συμφέροντα των καταναλωτών. Το μόνο που τον ενδιαφέρει, είναι να εντοπίσει τους παράγοντες που συμβάλλουν στην αύξηση του πλούτου της κοινωνίας ως σύνολο, πιστεύοντας ακράδαντα ότι με τον τρόπο αυτό βελτιώνεται η οικονομική κατάσταση όλων των κοινωνικών τάξεων. Σε κάποια σημεία, μάλιστα, επικρίνει δριμύτατα, ακόμη και με ακραίους χαρακτηρισμούς («απάνθρωπη αρπακτικότητα») την ακόρεστη απληστία πολλών επιχειρηματιών, που συχνά συνωμοτούν εναντίον των μισθωτών ή εκμεταλλεύονται την πολιτική επιρροή τους για να διαμορφώσουν υπερβολικά υψηλές τιμές εις βάρος των καταναλωτών.
 
Οι επικρίσεις, όμως, αυτές δεν εμπόδισαν τη δυναμικά ανερχόμενη αστική τάξη να κάνει «σημαία» της τον Πλούτο των Εθνών, για τον απλούστατο λόγο ότι το βιβλίο αυτό τεκμηριώνει θεωρητικά και επιστημονικά το βασικό οικονομικό αίτημα των επιχειρηματιών, που δεν ήταν άλλο από την ανεμπόδιστη διενέργεια του εσωτερικού και εξωτερικού εμπορίου, μέσα από την ελεύθερη επιδίωξη του προσωπικού συμφέροντος (laissez-faire, laissez-passer).
 
Στους προ-νεωτερικούς χρόνους, από την ελληνική αρχαιότητα μέχρι τον ευρωπαϊκό μεσαίωνα και από τον Αριστοτέλη μέχρι τον Άγιο θωμά τον Ακινάτη, ο προσωπικός πλουτισμός εθεωρείτο ηθικά και κοινωνικά επιλήψιμος. Με τον Πλούτο των Εθνών, ο Άνταμ Σμιθ έρχεται να εξαγνίσει το κέρδος και να άρει το στίγμα. Η επιδίωξη του προσωπικού συμφέροντος στις οικονομικές συναλλαγές όχι μόνο δεν οδηγεί σε οικονομικό χάος, αλλά, αντίθετα, προάγει το γενικό συμφέρον και την κοινωνική ευημερία. Δεν αποτελεί ηθικό μειονέκτημα, αλλά κοινωνική αρετή! Πρόκειται για μεγαλειώδη θεωρητική σύλληψη, που προσδίδει τεράστιο ηθικό και κοινωνικό κύρος στους επιχειρηματίες της εποχής του, οι οποίοι από περιφρονημένοι παρίες μετατρέπονται σε βασικούς στυλοβάτες της κοινωνίας. Η κοινωνική αυτή αναβάθμιση νομιμοποιεί και το επαναστατικό εγχείρημα της ανατροπής του παλαιού καθεστώτος. Παράλληλα, στοιχειοθετεί και τον ιστορικά προοδευτικό χαρακτήρα της αναδυόμενης νέας τάξης πραγμάτων, αφού η υποτιθέμενη αρμονική σύνθεση των αντιτιθέμενων ατομικών συμφερόντων κατά την άσκηση της οικονομικής δραστηριότητας είναι ο ασφαλέστερος και ταχύτερος δρόμος για κοινωνική πρόοδο. Δικαιολογημένα, λοιπόν, ο Πλούτος των Εθνών αποτελεί τη Βίβλο του παλαιού και του σύγχρονου καπιταλισμού. Και αυτό αντικειμενικά, πέρα από τα καλά ή κακά αισθήματα που έτρεψε ο συγγραφέας για τους επιχειρηματίες της εποχής του.
 
Έρευνα για τη Φύση και τις Αιτίεs του Πλούτου των Εθνών. Η ακαδημαϊκή και κοινωνική καταξίωση
 
Ο Άνταμ Σμιθ γεννήθηκε στο Κερκώλντυ, μια μικρή επαρχιακή πόλη της Σκοτίας, το 1723. Από μικρός έδειξε ότι είχε έφεση στα γράμματα και γενικά διέθετε όλες τις απαραίτητες προδιαγραφές για να γίνει ένας σπουδαίος καθηγητής. Η μειονεκτική φυσική διάπλαση και η ασθενική του κράση δεν του επέτρεπαν να ασχοληθεί με αθλητικές ή άλλου είδους δυναμικές δραστηριότητες, όπως κάνουν συνήθως τα περισσότερα παιδιά νεαρής ηλικίας. Η μόνη διέξοδος για τον νεαρό Σμιθ ήταν τα βιβλία, που πολύ γρήγορα έγιναν το πάθος του («Είμαι εραστής των βιβλίων», εξομολογήθηκε αργότερα σε κάποιον φίλο του).
 
Γεννήθηκε ορφανός από πατέρα και σε ηλικία τεσσάρων ετών είχε μια ασυνήθιστη περιπέτεια, με αίσιο, ευτυχώς, τέλος: είχε πέσει θύμα απαγωγής πλανόδιων Τσιγγάνων! Σε πολύ νεαρή ηλικία έγινε δεκτός στο Πανεπιστήμιο της Γλασκόβης, γνωστής τότε κοιτίδας του σκοτσέζικου Διαφωτισμού. Σε ηλικία δεκαεπτά ετών είχε ολοκληρώσει τις σπουδές του στη Γλασκόβη και μεταπήδησε στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, απ’ όπου δεν φαίνεται να απεκόμισε ιδιαίτερα καλές εντυπώσεις για τις συνθήκες σπουδών. Έπειτα από έξι χρόνια τελείωσε τις σπουδές στην Οξφόρδη και επέστρεψε στη γενέθλια πόλη. Σε ηλικία είκοσι οκτώ ετών εξελέγη καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Γλασκόβης, καταλαμβάνοντας την έδρα Λογικής και Ηθικής Φιλοσοφίας, ενώ αργότερα έγινε και κοσμήτορας της σχολής.
 
Πολύ γρήγορα, έγινε γνωστός για τις διδακτικές ικανότητές του, την ιδιορρυθμία του, αλλά και για την απίστευτη αφηρημάδα του. Καρπός της πολύχρονης καριέρας του στη Γλασκόβη ήταν το πρώτο από τα δύο μεγάλα έργα που δημοσίευσε εν ζωή, η Θεωρία των Ηθικών Συναισθημάτων (1759). Το βιβλίο αυτό τον έκανε γνωστό και αξιοσέβαστο στους φιλοσοφικούς κύκλους της εποχής του. Αργότερα, δέχτηκε πρόταση να αναλάβει την πνευματική καθοδήγησα ενός νεαρού ευγενούς, με αντάλλαγμα έναν ικανοποιητικό μισθό και μια εφ’ όρου ζωής σύνταξη. Στο πλαίσιο των καθηκόντων του, συνόδευσε τον νεαρό δούκα σε μια περιοδεία στη Γαλλία και στην Ελβετία, για να τον μυήσει στους κύκλους των διανοουμένων της ηπειρωτικής Ευρώπης. Στους δεκαοκτώ μήνες που διήρκεσε αυτό το ταξίδι, είχε την ευκαιρία να συναντήσει γνωστούς φιλοσόφους και οικονομολόγους της εποχής εκείνης, όπως τον Ντ’ Αλαμπέρ (D’ Alembert), τον Τυργκό (Turgot), τον Βολταίρ (Voltaire) και τον Φρανσουά Κενέ (Frangois Quesnay). Η περιοδεία διεκόπη αιφνινιδίως για λόγους ανωτέρας βίας και ο Σμιθ επέστρεψε στην πατρίδα του το 1766. Η σύνταξη που πήρε, του εξασφάλισε άπειρο ελεύθερο χρόνο, τον οποίο διέθεσε εξ ολοκλήρου για τη συγγραφή του δεύτερου μεγάλου βιβλίου του, που τον έκανε παγκοσμίως γνωστό, του Έρευνα για τη Φύση και τις Αιτίες του Πλούτου των Εθνών (1776). Κατά περίεργα ειρωνεία της τύχης, ύστερα από δύο χρόνια, ο θεμελιωτής της ελεύθερης οικονομίας της αγοράς διορίστηκε διευθυντής του τελωνείου του Εδιμβούργου!
 
Ο Σμιθ ήταν ανύπαντρος και ζούσε με τη μητέρα του. Είχε την τύχη να γνωρίσει την ακαδημαϊκή και κοινωνική καταξίωση όσο ακόμα ζούσε, καθώς ο Πλούτος των Εθνών είχε ήδη μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. Βέβαια, χρειάστηκε να περάσει ένας τουλάχιστον αιώνας για να αποκτήσει την τεράστια απήχηση και επιρροή που είχε στην οικονομική επιστήμη. Πέθανε το 1790, σε ηλικία 67 ετών. Στην επιτύμβια στήλη του αναγράφεται ότι εκεί κείται η σορός του συγγραφέα του Πλούτου των Εθνών…
 
Η πηγή του πραγματικού πλούτου
 
Για τον Άνταμ Σμιθ, ο πλούτος ενός έθνους δεν πρέπει να ταυτίζεται με το χρήμα και τα πολύτιμα μέταλλα που υπάρχουν στα κρατικά θησαυροφυλάκια (κάτι που πίστευαν οι μερκαντιλιστές αντίπαλοί του). Ο πραγματικός πλούτος αποτελείται από το σύνολο των αγαθών και υπηρεσιών που παράγει ετησίως η κοινωνία, αυτό που σήμερα οι οικονομολόγοι ονομάζουν «Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν» (ΑΕΠ). Πηγή αυτού του πλούτου είναι η ανθρώπινη εργασία και όχι η γεωργία, όπως υποστήριζε ο φυσιοκράτης φίλος του, Φρανσουά Κενέ (Frangois Quesnay). Κατά συνέπεια, ο πλούτος και η ευημερία μιας κοινωνίας εξαρτώνται από την παραγωγικότητα της εργασίας. Για να αυξηθεί ο πλούτος, πρέπει να αυξηθεί η παραγωγικότητα. Για να αυξηθεί η παραγωγικότητα, πρέπει να αυξηθούν ο καταμερισμός εργασίας και η εξειδίκευση. Όσο μεγαλύτερος είναι ο καταμερισμός και λεπτομερέστερη η εξειδίκευση τόσο απλούστερη και ευκολότερη γίνεται η εργασία, και άρα τόσο περισσότερο βελτιώνεται η παραγωγικότητα των εργαζομένων. Για του λόγου το αληθές, αναφέρει το παράδειγμα μιας παραγωγικής μονάδας που κατασκευάζει καρφίτσες και εφαρμόζει τον καταμερισμό εργασίας και την εξειδίκευση, και, ως εκ τούτου, επιτυγχάνει εντυπωσιακά υψηλότερη παραγωγικότητα.
 
Η άποψη ότι η αύξηση της παραγωγικότητας και του κοινωνικού πλούτου μέσα από την επιδίωξη του προσωπικού συμφέροντος δεν βελτιώνει μόνο το βιοτικό επίπεδο των πλουσίων, αλλά και των φτωχών τάξεων, είναι ρηξικέλευθα για τα δεδομένα της εποχής του. Θεμελιώνει την ιδέα αυτού που θα αποκαλούσαμε σήμερα «οικονομική δυναμική» ή «οικονομική ανάπτυξα», την οποία μάλιστα αντιλαμβάνεται ως παίγνιο θετικού αθροίσματος, μια διαδικασία δηλαδή από την οποία όλοι μπορούν να βγουν κερδισμένοι. Για να αντιληφθούμε πόσο ανατρεπτική ήταν η ιδέα αυτή, αρκεί να τονίσουμε ότι το πρόβλημα που απασχολούσε τις κυρίαρχες τάξεις της εποχής του ήταν πώς θα διατηρήσουν τους μισθούς καθηλωμένους σε αρκούντως χαμηλά επίπεδα, ώστε να είναι υποχρεωμένοι οι μισθωτοί να εργάζονται. Η διατήρηση της φτώχειας των πολλών εθεωρείτο απαραίτητη προϋπόθεση για τη διαιώνιση του πλούτου των ολίγων. Εξίσου επαναστατική ήταν και η ιδέα της ελεύθερης επιλογής επαγγέλματος, στο βαθμό που η εργασία άρχισε να μετατρέπεται σε συντελεστή παραγωγής και αποτελούσε αντικείμενο προσφοράς και ζήτησης στη νεοσύστατη αγορά εργασίας. Στις προβιομηχανικές κοινωνίες, το επάγγελμα ήταν οικογενειακή υπόθεση, αφού τα παιδιά ακολουθούσαν υποχρεωτικά το επάγγελμα του πατέρα.
 
Εν αρχή ήσαν ο καταμερισμός εργασίας και η αγορά
 
Ο καταμερισμός εργασίας κατέχει περίοπτη θέση στο θεωρητικό οικοδόμημα του Σμιθ. Τον χρησιμοποιεί, μάλιστα, και ως εφαλτήριο για το βασικό θεωρητικό του εγχείρημα: τη διατύπωση μιας οικονομικής ερμηνείας της κοινωνικής ζωής, θεωρεί ότι ο καταμερισμός εργασίας είναι αποτέλεσμα της φυσικής ροπής που έχει ο άνθρωπος να διαπραγματεύεται, να εμπορεύεται και να ανταλλάσσει διάφορα πράγματα. Όταν κάποια στιγμή ο καταμερισμός αυτός επεκταθεί στο σύνολο της οικονομίας, τότε κάθε άνθρωπος -επειδή εξειδικεύεται και δεν μπορεί πια να παράγει μόνος του όλη την γκάμα των αγαθών που χρειάζεται- «ζει μέσω της ανταλλαγής ή, κατά κάποιο τρόπο, γίνεται έμπορος, και η ίδια η κοινωνία εξελίσσεται σε μια εμπορική κοινωνία». Οι εμπορικές συναλλαγές διεξάγονται στο πλαίσιο της ελεύθερης αγοράς. Η αγορά συνιστά το μεγάλο «όραμα» του Σμιθ για την κοινωνία Είναι ο μηχανισμός που μεγιστοποιεί τον πλούτο των εθνών και την κοινωνική ευημερία, με την προϋπόθεση ότι οι συναλλασσόμενοι αφήνονται ελεύθεροι να επιδιώξουν το προσωπικό τους συμφέρον. Έχει διπλή αναλυτική υπόσταση. Αφενός είναι μια πραγματικότητα που πιστοποιείται μέσα από την προσεκτική εμπειρική παρατήρηση και αφετέρου ένα ιδανικό πρότυπο προς το οποίο πρέπει να ωθείται π κοινωνία μέσω της οικονομικής πολιτικής. Από αυτή την άποψη, η ανάλυση της αγοράς είναι ταυτόχρονα οντολογική και δεοντολογική.
 
Όπως και κάθε άλλο φιλόσοφο της εποχής του, τον απασχολεί η συγκρότηση της κοινωνίας, δεδομένου ότι θεωρεί τον άνθρωπο κοινωνικό ον. Στο ερώτημα, όμως, πώς προκύπτει η ιεραρχικά δομημένη πολιτική κοινωνία, απαντά με εντελώς διαφορετικό τρόπο. Ενώ οι άλλοι θεωρούν ότι είναι αποτέλεσμα θεϊκής βούλησης ή συνειδητής ανθρώπινης βούλησης («κοινωνικό συμβόλαιο»), αυτός υποστηρίζει πως προκύπτει από την αυθόρμητη φυσική διαδικασία του καταμερισμού εργασίας και των αγορών. Δεν μπαίνει όμως στον κόπο να μας εξηγήσει για ποιο λόγο η διαδικασία αυτή είναι φυσική και αυθόρμητη, θέτει το ζήτημα με εντελώς αξιωματικό τρόπο: εν αρχή ήσαν ο καταμερισμός εργασίας και η αγορά… Και όμως, θα αρκούσε μια πιο διεισδυτική ματιά στο «κίνημα των απαλλοτριώσεων» και των «περιφράξεων» της εποχής του, που μετέτρεπε την κοινόχρηστη γη σε ατομική ιδιοκτησία, για να αντιληφθεί ότι ο καταμερισμός εργασίας και η αγορά είναι αποτέλεσμα κοινωνικών και πολιτικών διεργασιών. Χωρίς γη, οι αγρότες ήταν υποχρεωμένοι να αναζητήσουν αλλού δουλειά και έτσι γη και εργασία μετατράπηκαν σε συντελεστές παραγωγής με τη σημερινή έννοια του όρου. Άρχισαν, δηλαδή, σιγά σιγά να πωλούνται και να αγοράζονται στις νεοσύστατες αγορές γης και εργασίας. Επομένως, η αγορά ως σύστημα εμπορικών συναλλαγών είναι «κοινωνική κατασκευή», κοινωνικός θεσμός. Δεν έχει τίποτα το φυσικό και το αυθόρμητο. Η ιστορία του Καπιταλισμού δείχνει ότι η οικονομία της ελεύθερης αγοράς δεν αποτελεί αυθόρμητη φυσική εξέλιξη, αλλά προϊόν πολιτικού σχεδίου που υλοποιείται μέσα από συνειδητές και συστηματικές κρατικές παρεμβάσεις. Άρα, το βασικό θεωρητικό εγχείρημα του Σμιθ, να διατυπώσει μια οικονομική ερμηνεία της κοινωνίας, μένει μετέωρο. Η ανθρώπινη ιστορία δείχνει ότι η οικονομία εντάσσεται πάντοτε σε ένα ευρύτερο κοινωνικό, πολιτικό και πολιτισμικό πλαίσιο, από το οποίο και εξαρτάται – όχι το αντίστροφο.
 
Το «αόρατο χέρι», θρύλος στην οικονομική βιβλιογραφία
 
Ο μηχανισμός που αλληλοεξουδετερώνει τα αντικρουόμενα ατομικά συμφέροντα των συναλλασσομένων στο πλαίσιο της αγοράς είναι ο ανταγωνισμός. Ο ανταγωνισμός είναι εκείνος που εξασφαλίζει ότι η αγορά θα εφοδιάσει την κοινωνία με τα αγαθά που επιθυμεί, στις ποσότητες που τα επιθυμεί, με το χαμηλότερο δυνατό κόστος. Με άλλα λόγια, ο ανταγωνισμός απαλλάσσει τους καταναλωτές και το κοινωνικό σύνολο από υπερβολικά κόστη και περιττές προσόδους. Για να επιτευχθούν όλα αυτά, δεν χρειάζεται κρατική παρέμβαση. Η ελεύθερη αγορά αυτορυθμίζεται διά μέσου του μηχανισμού των τιμών. Μοιάζει να καθοδηγείται από ένα «αόρατο χέρι», που εναρμονίζει τα ανατιθέμενα συμφέροντα, αποτρέπει το οικονομικό χάος και μεγιστοποιεί τον πλούτο της κοινωνίας. Το «αόρατο χέρι» έγινε θρύλος στην οικονομικά βιβλιογραφία και οι παραπομπές σε αυτό είναι άπειρες. Για τους υπέρμαχους του οικονομικού φιλελευθερισμού, το «αόρατο χέρι» είναι π πεμπτουσία της θεωρίας του Σμιθ και χρησιμοποιείται ως «αιχμή του δόρατος» στη μάχη κατά του κρατικού παρεμβατισμού. Το περίεργο όμως είναι ότι στον Πλούτο των Εθνών υπάρχει μία και μοναδική αναφορά στο «αόρατο χέρι», και μάλιστα όχι στο σημείο όπου ο συγγραφέας αναλύει διεξοδικό τη λειτουργία της αγοράς και του ανταγωνισμού. Σημειωτέον δε ότι η λεκτική αυτή παρομοίωση δεν είναι καν πατέντα του Σμιθ, αφού χρησιμοποιείται κατά κόρον ιδίως σε λογοτεχνικά κείμενα της εποχής του. Διατυπώθηκε, μάλιστα, η άποψη ότι η αναφορά του στο «αόρατο χέρι» γίνεται με καθαρά σκωπτική διάθεση. Ένα, πάντως, είναι βέβαιο: ο ίδιος ο Σμιθ δεν φαίνεται να προσδίδει στον όρο αυτό την κομβική αναλυτική υπόσταση και τη σημασία που του προσδίδουν οι πολύ μεταγενέστεροι ερμηνευτές του. Διότι, αν όντως ήθελε να το κάνει, θα φρόντιζε τουλάχιστον να το εντάξει οργανικά στον φυσικό του χώρο, δηλαδή στην ανάλυση της αγοράς και του ανταγωνισμού, ώστε να καταδείξει άμεσα τον καθοριστικό ρόλο που υποτίθεται ότι διαδραματίζει.
 
Πρώτα φιλόσοφος και μετά οικονομολόγος
 
Αυτό που δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε, είναι ότι ο Σμιθ είναι πρώτα απ’ όλα φιλόσοφος και μετά οικονομολόγος. Όπως και οι άλλοι μεγάλοι φιλελεύθεροι της κλασικής εποχής, αναλύει τα οικονομικά φαινόμενα υπό το πρίσμα μιας πολύ ευρύτερης οπτικής, χρησιμοποιώντας έννοιες που συχνά προέρχονται από το χώρο της ηθικής και πολιτικής φιλοσοφίας. Αυτό ουσιαστικά σημαίνει ότι η Πολιτική Οικονομία είναι παρακλάδι της ηθικής φιλοσοφίας του σκοτικού Διαφωτισμού που διακονεί ο Σμιθ. Αν θέλουμε να κατανοήσουμε τον Πλούτο των Εθνών, πρέπει να δούμε με ποιον ακριβώς τρόπο συνδέεται με το άλλο μεγάλο (φιλοσοφικό) βιβλίο του συγγραφέα, τη Θεωρία των Ηθικών Συναισθημάτων. Το ερώτημα που θέτει σε αυτό – γνωστό στους φιλοσοφικούς κύκλους της εποχής του και ως «Πρόβλημα του Άνταμ Σμιθ»-, είναι για ποιο λόγο ο άνθρωπος, ένα κατά βάση ιδιοτελές ον, αναπτύσσει μια σειρά από ηθικά συναισθήματα και κοινωνικές αρετές, όπως η εντιμότητα, η καλοσύνη, η φιλία, η φιλανθρωπία, η συμπόνια, η ευσπλαχνία, η γενναιοδωρία και, πάνω απ’ όλα, η δικαιοσύνη, τα οποία κωδικοποιεί με τον όρο «συμπάθεια». Τα συναισθήματα αυτά αποδεικνύουν ότι ο άνθρωπος είναι ένα κοινωνικό ον, που υπερβαίνει κατά πολύ τα στενά όρια μιας άκρατης ατομιστικής ιδιοτέλειας και νοιάζεται πραγματικά για τον συνάνθρωπό του.
 
Εκ πρώτης όψεως, η αντίφαση είναι έκδηλη: ο μεν Πλούτος των Εθνών εκθειάζει το προσωπικό συμφέρον (self-interest), δηλαδή την αγάπη για τον εαυτό μας, η δε Θεωρία των Ηθικών Συναισθημάτων υμνεί τη «συμπάθεια» (sympathy), δηλαδή την αγάπη για τον πλησίον. Για να λυθεί ο γρίφος, πρέπει να διευκρινιστεί η σχέση μεταξύ των δύο βιβλίων. Κατά τη γνώμη μου, η ορθή προσέγγιση είναι να εντάξουμε τον Πλούτο των Εθνών στο ευρύτερο πλαίσιο της Θεωρίας των Ηθικών Συναισθημάτων. Ο Σμιθ πιστεύει ακράδαντα ότι ο άνθρωπος οφείλει να επιδιώκει το προσωπικό συμφέρον, στη βάση όμως των ηθικών αξιών, των εθίμων, των συνηθειών και των κανόνων συμπεριφοράς που επικρατούν στην κοινωνία όπου ζει και εργάζεται. Οι ηθικές και πολιτισμικές αυτές αξίες αποτελούν τον συνεκτικό ιστό των εμπορικών συναλλαγών και διαμορφώνουν το κλίμα εμπιστοσύνης που χρειάζεται για την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς. Με το σεβασμό, μάλιστα, αυτών των αρχών στις καθημερινές εμπορικές συναλλαγές, οι αγορές συμβάλλουν έμπρακτα στην παγίωση και στην περαιτέρω διάχυσή τους στην κοινωνία. Αν η ιδιοτέλεια υπερβεί τα καθιερωμένα όρια και αρχίσει να παραβιάζει αυτές τις αρχές, τότε εκλείπει π εμπιστοσύνη και οι αγορές καταρρέουν. Άρα, η επιδίωξη του προσωπικού συμφέροντος υπόκειται σε σαφείς ηθικούς και πολιτισμικούς περιορισμούς. Η αχαλίνωτη ιδιοτέλεια δεν είναι κοινωνική αρετή, αλλά παράγοντας αποσταθεροποίησης της οικονομίας και της κοινωνίας. Γι’ αυτό απαιτούνται έλεγχος και ρύθμιση των αγορών, ώστε να διασφαλίζεται το αναγκαίο κλίμα εμπιστοσύνης, χωρίς το οποίο οι αγορές αδυνατούν να λειτουργήσουν.
 
Από τον μετριοπαθή οικονομικό άνθρωπο στον σκληροπυρηνικό homo economicus
 
Η κυρίαρχη οικονομική επιστήμη του 20ού αιώνα υποβάθμισε ή αγνόησε πλήρως τη Θεωρία των Ηθικών Συναισθημάτων. Με τον τρόπο όμως αυτό, εκρίζωσε την οικονομία της αγοράς από το συγκεκριμένο ιστορικό, πολιτικό, κοινωνικό και πολιτισμικό πλαίσιο εντός του οποίου λειτουργεί, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε μια ακραία εκδοχή οικονομικού φιλελευθερισμού, που είναι άδικο να αποδίδεται στον Άνταμ Σμιθ. Δεν είναι τυχαίο ότι από τις αρχές του 20ού αιώνα η Πολιτική Οικονομία άλλαξε όνομα και συρρικνώθηκε. Έγινε απλώς «Οικονομική» (Economics). Η διολίσθηση από τον μετριοπαθή οικονομικό άνθρωπο του Σμιθ στον σκληροπυρηνικό homo economicus της σημερινής οικονομικής επιστήμης είναι εντυπωσιακή. Από την επιδίωξη ενός γενικού και αόριστου προσωπικού συμφέροντος, περάσαμε σταδιακά στη μεγιστοποίηση του κέρδους, για να φθάσουμε εν τέλει σε ένα μεταμοντέρνο μανιφέστο πλεονεξίας και αχαλίνωτης ιδιοτέλειας («Greed is good!» – «Η απληστία είναι καλή!»). Μερικοί «φιλελεύθεροι» έχουν φθάσει στο σημείο να αναρωτιούνται ευθέως τι το κακό έχουν η ασύστολη κερδοσκοπία και η μανία τού υπερβολικού κέρδους. Βέβαια, η στάση αυτή είναι συνεπής προς την ιδεολογία τους, αφού στο αναλυτικό πλαίσιο που υιοθετούν, η έννοια της κερδοσκοπίας και του υπερβολικού κέρδους είναι ανύπαρκτη και ανυπόστατη. Διατείνονται εν γένει ότι μια κοινωνία, για να είναι υγιής και ισχυρή, πρέπει να αφήνεται εντελώς ελεύθερη να λειτουργεί και να εξελίσσεται μέσα από διαδικασίες φυσικής επιλογής, που εξασφαλίζουν την επιβίωση των πιο ισχυρών, των πιο ανταγωνιστικών.
 
Ο κοινωνικός δαρβινισμός, όμως, δεν είναι φιλελευθερισμός. Μπορεί να στηριχθεί στον Μάντεβιλ (Mandeville) ή στον Σπένσερ (Spencer), όχι όμως στον Σμιθ. Αλλά, αφού στρεφόμαστε στη φύση και στο ζωικό βασίλειο για να ανακαλύψουμε πρότυπα συμπεριφοράς κατάλληλα να εξασφαλίσουν την επιζητούμενη οικονομική και κοινωνική τάξη, τουλάχιστον ας μπούμε στον κόπο να ρίξουμε μια ματιά στα πορίσματα της σύγχρονης βιολογίας, που είναι ιδιαιτέρως ενδιαφέροντα και διαφωτιστικά. θα διαπιστώσουμε τότε ότι η επιβίωση των ειδών (ιδίως των ανώτερων θηλαστικών, στα οποία ανήκει και ο άνθρωπος) μέσα από εξελικτικές διαδικασίες φυσικής επιλογής δεν εξαρτάται μόνο από την ανταγωνιστική ικανότητα των μεμονωμένων ατόμων, αλλά και από το ομαδικό πνεύμα που επιδεικνύουν, την ικανότητα αρμονικής συνεργασίας και συντονισμού των ενεργειών τους και την ικανότητα αλληλεγγύης και αλληλοβοήθειας για την αντιμετώπιση των κινδύνων. Όλα τα ζωικά είδη είναι κοινωνικά όντα και επιβιώνουν μόνο στο πλαίσιο της αγέλης – ποτέ ατομικά. Ο υπερβολικός ατομισμός και η άκρατη ιδιοτέλεια είναι παράγοντες που διαρρηγνύουν την κοινωνική συνοχή και θέτουν σε κίνδυνο την επιβίωση. Η άποψη ότι η οικονομική και κοινωνική ζωή δεν είναι τίποτε άλλο από μια αδυσώπητη μάχη ανταγωνισμού και αλληλοεξόντωσης είναι καθαρός παραλογισμός. Στην πραγματικότητα, συμβαίνει εντελώς το αντίθετο. Η οικονομική ευημερία και η επιβίωση μιας κοινωνίας εξαρτώνται από την ικανότητά της να χαλιναγωγεί και να τιθασεύει ή, ακόμη καλύτερα, να υπερβαίνει την ολέθρια αυτή μορφή ανταγωνισμού, ενισχύοντας τους μηχανισμούς συνεργασίας και συλλογικής δράσης.
 
Ένα άλλο χαρακτηριστικό του μονοδιάστατου οικονομικού φιλελευθερισμού της εποχής μας είναι η πλήρης απόρριψη του κράτους. Αλλά για τους φιλοσόφους του κλασικού φιλελευθερισμού δεν νοούνται κοινωνία χωρίς κράτος, ελευθερία χωρίς κράτος. Το κράτος είναι ο εγγυητής των ατομικών ελευθεριών. Παρεμβαίνει για να εναρμονίσει τα ανατιθέμενα προσωπικά συμφέροντα, διαμορφώνοντας ένα πλαίσιο κανόνων και ρυθμίσεων που επιτρέπει στους πολίτες να απολαμβάνουν έμπρακτα τις ατομικές ελευθερίες τους. Ο Φιλελευθερισμός είναι κατά βάση μια πολιτική φιλοσοφία, που αντιλαμβάνεται την οικονομική ελευθερία ως απαραίτητο συστατικό της ευρύτερης ανθρώπινης ελευθερίας στο πλαίσιο μιας ιεραρχικά δομημένης πολιτικής κοινωνίας. Ωστόσο, ο Μίλτον Φρίντμαν (Milton Friedman) και ο Φρίντριχ Χάγιεκ (Friedrich Hayek) επεχείρησαν την ανασύσταση του κλασικού Φιλελευθερισμού, χρησιμοποιώντας ως βάση τον Σμιθ και δίνοντας απόλυτη προτεραιότητα στην οικονομική έναντι της πολιτικής ελευθερίας. Οδήγησαν στα έσχατα όρια τη λογική της οικονομικής κοινωνίας, της κοινωνίας της αγοράς, όπου οι οικονομικές προτεραιότητες είναι αυτές που κατ’ αποκλειστικότητα υπαγορεύουν τους κανόνες του κοινωνικού παιχνιδιού.
 
Ο Φρίντμαν θεωρεί ότι οι πολιτικοί θεσμοί της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, η οποία στηρίζεται στον κανόνα της πλειοψηφίας, δεν μπορούν εξ ορισμού να διασφαλίσουν τις ατομικές ελευθερίες, τουλάχιστον μιας μερίδας πολιτών (της μειοψηφίας). Μόνο η αγορά είναι σε θέση να εναρμονίσει τα αντικρουόμενα ατομικά συμφέροντα, με τρόπο που να διασφαλίζει στο έπακρο τις ατομικές ελευθερίες όλων ανεξαιρέτως των πολιτών. Στην κοινωνία της απόλυτης ελευθερίας που οραματίζεται, η αγορά έχει υποκαταστήσει όλους τους πολιτικούς θεσμούς σε κάθε τομέα ανθρώπινης δραστηριότητας. Σε μια τέτοια προοπτική, το κράτος αντιμετωπίζεται ως κατάλοιπο της Ιστορίας που πρέπει να εκλείψει το γρηγορότερο δυνατόν, επειδή παντού και πάντοτε οι παρεμβάσεις του περιορίζουν την ανθρώπινη ελευθερία. Αντίθετα, ο Χάγιεκ (Hayek) δεν αποδέχεται μια αγορά πανταχού παρούσα και τα πάντα πληρούσα, αλλά περιορίζει το ρόλο της στην οικονομική σφαίρα. Παρ’ όλα αυτά, η «παράδοση», στην οποία επιφυλάσσει το ρόλο του διαμορφωτή των κοινωνικών σχέσεων (ήθη, έθιμα, πρότυπα συμπεριφοράς και λοιποί προσδιοριστικοί παράγοντες πολιτισμικής προέλευσης), έχει χαρακτηριστικά οιονεί αγοράς. Είναι μια εντελώς «αυθόρμητη» διαδικασία, υπό την έννοια ότι δεν προκύπτει από κάποιο συνειδητό ανθρώπινο σχέδιο που θέτει συγκεκριμένους προς επίτευξη στόχους, κάτι δηλαδή σαν κοινωνικό alter ego του «αόρατου χεριού» της αγοράς.
 
Παρά τις επιμέρους διαφορές, οι στυλοβάτες του σύγχρονου (οικονομικού) φιλελευθερισμού εμφορούνται από δύο κοινές και στενά αλληλένδετες αντιλήψεις. Πρώτον, νιώθουν απέχθεια για κάθε είδους «κοινωνική κατασκευή» (ο όρος υποδηλώνει θεσμούς που προκύπτουν μέσα από διαδικασίες κοινωνικού και πολιτικού σχεδιασμού, με συνειδητή έλλογη δράση των ανθρώπων). Δεύτερον, έχουν μια χαρακτηριστική αντικρατιστική ιδεολογία, που αγγίζει τα όρια του παροξυσμού. Αυτός ακριβώς ο φιλελευθερισμός ήταν που ενέπνευσε τους σφοδρούς πολέμιους του κρατικού παρεμβατισμού τα τελευταία τριάντα χρόνια, πυροδοτώντας ένα έξαλλο κίνημα κατασυκοφάντησης της πολιτικής και των πολιτικών, ιδιαίτερα στις αγγλοσαξονικές χώρες.
 
Ο Σμιθ, όμως, δεν ήταν ποτέ υπέρμαχος ενός τόσο ακραίου οικονομικού Φιλελευθερισμού. Παραβλέποντας το φιλοσοφικό έργο του, όχι απλώς τον συρρικνώνουμε, αλλά τον ακρωτηριάζουμε. Αντίθετα, αν εντάξουμε τον Πλούτο των Εθνών στο ευρύτερο πλαίσιο της Θεωρίαν των Ηθικών Συναισθημάτων, εύκολα θα αντιληφθούμε ότι ποτέ δεν αντιμετώπισε το κράτος ως αντίπαλο που πρέπει πάση θυσία να εξολοθρεύσει. Δεν τον απασχολούσε μόνο η αποτελεσματικότητα της οικονομίας (αυτό που σήμερα ονομάζουμε «ανταγωνιστικότητα»). Καταλάβαινε πολύ καλά ότι η αγορά από τη φύση της δεν είναι σε θέση να λύσει ορισμένα σοβαρά κοινωνικά προβλήματα. Γι’ αυτό τασσόταν αναφανδόν υπέρ της πλήρους κρατικής χρηματοδότησης του στρατού, της αστυνομίας, της Δικαιοσύνης και της Παιδείας, σε όλο της το φάσμα. Ήταν, επίσης, υπέρμαχος της προοδευτικής φορολογίας, της θέσπισης κανονισμών εργασίας προς όφελος των μισθωτών και όχι των εργοδοτών, ενώ ενδιαφερόταν και για την καταπολέμηση της φτώχειας ή την αξιοπρεπή και δίκαιη αμοιβή των μισθωτών, με το σκεπτικό ότι αυτοί παράγουν τον κοινωνικό πλούτο.
 
Γενικά, ο Σμιθ αντιλαμβανόταν πολύ καλά ότι υπάρχει ένα ευρύ φάσμα αγαθών, τα οποία από τη φύση τους είναι δημόσια και πρέπει να τα παρέχει το κράτος. Με σημερινούς όρους, σε έναν τέτοιο κατάλογο δημόσιων αγαθών θα μπορούσαμε εύκολα να συμπεριλάβουμε όλα τα δημόσια έργα και τις υποδομές που χρηματοδοτούνται από τα προγράμματα δημοσίων επενδύσεων (δρόμοι, γέφυρες, λιμάνια, σιδηρόδρομοι, αεροδρόμια, συγκοινωνίες, προστασία του περιβάλλοντος, επιστημονική έρευνα κ.λπ.). Ο λόγος για τον οποίο δεν κάνει οποιαδήποτε ευθεία αναφορά στο κοινωνικό κράτος είναι ότι στην εποχή του δεν υπήρχε κοινωνικό κράτος. Η θεωρία της «συμπάθειας», ωστόσο, εμπεριέχει όλα τα στοιχεία που συνόψιζα ο όρος «κοινωνικό κράτος».
 
Ιδανική στιγμή για να ξαναδιαβάσουμε τον Πλούτο των Εθνών
 
Πολλοί θεωρούν ότι η πρόσφατη διεθνής πιστωτική κρίση είναι πρωτίστως κρίση των ανεξέλεγκτων χρηματοοικονομικών αγορών. Το ερώτημα που τίθεται εν προκειμένω είναι αν η σημερινή «κρίση του αιώνα» οδηγεί σε θεωρητική και ιδεολογική υποστολή του Άνταμ Σμιθ και του Πλούτου των Εθνών. Είδαμε ότι η απάντηση είναι σε μεγάλο βαθμό συνάρτηση του πώς αντιμετωπίζει κανείς τους «δίδυμους πύργους» της θεωρίας του Σμιθ. Η σωστή, όπως τονίσαμε, προσέγγιση είναι να ενταχθεί ο Πλούτος των Εθνών στο ευρύτερο φόντο της Θεωρίας των Ηθικών Συναισθημάτων. Άλλωστε, ο ίδιος ο συγγραφέας ήταν περήφανος για το φιλοσοφικό κυρίως έργο του. Πολλές φορές, όμως, δεν μετράει τόσο η γνώμη του συγγραφέα όσο η υποδοχή και η μεταχείριση του έργου του από τους αναγνώστες. Η κρατούσα άποψη, που προέκυψε μέσα από μια μακροχρόνια διαδικασία… φυσικής επιλογής(Ι), προέκρινε την ουσιαστική αποσύνδεση των δύο έργων και την αποκλειστική ενασχόληση με τη μελέτη του Πλούτου των Εθνών. Η επιλογή αυτή οδήγησε στις στρεβλώσεις της νεοκλασικής οικονομικής θεωρίας και του σημερινού (οικονομικού) φιλελευθερισμού των Φρίντμαν (Friedman) και Χάγιεκ (Hayek). Δεν είναι όμως η πρώτη φορά στην ιστορία των ιδεών που ένα βιβλίο αυτονομείται από τον δημιουργό του, αποκτά δική του ζωή και ακολουθεί μια εντελώς ανεξάρτητη πορεία, πέρα και πάνω από τις προθέσεις του. Βέβαια, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν είναι άμοιρος ευθυνών και ο ίδιος ο συγγραφέας, που δεν φρόντισε να άρει την (υπαρκτή) Μεγάλη Αντίφαση, αλλά την άφησε να αιωρείται ανενόχλητη πάνω από το έργο του. Σε κάθε περίπτωση, το εγχείρημα μιας οικονο- μικήε ερμηνείας του τρόπου συγκρότησης των κοινωνιών είναι εν πρώτοις «έργο Σμιθ» και συνιστά απάντηση στις θεωρίες του «κοινωνικού συμβολαίου». Ο Φρίντμαν και ο Χάγιεκ δεν έκαναν τίποτε άλλο από το να πάρουν την ιδέα αυτή και να την επεκτείνουν αυθαίρετα στα έσχατα όριά της.
 
Ούτως ή άλλως, όμως, η παγκόσμια οικονομική κρίση, με τη θεαματική επιστροφή του κράτους και την ενεργό ανάμιξή του στην οικονομία, δημιουργεί ρωγμές σε ολόκληρο το οικοδόμημα του φιλελευθερισμού (οικονομικού και πολιτικού). Το βασικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει ο οικονομικός φιλελευθερισμός είναι ότι εδράζεται σε μια πολύ στενή αντίληψη της ανθρώπινης ελευθερίας, την οποία μάλιστα ορίζει με αρνητικό τρόπο ως αρχή τής «μη-παρέμβασης» (non-intervention). Από την αρχή αυτή πηγάζει και η πλήρης άρνηση του παρεμβατικού ρόλου του κράτους στην οικονομία. Οι μόνες θεμιτές κρατικές παρεμβάσεις για τους νεοφιλελεύθερους είναι αυτές που στην ουσία επεκτείνουν την αγορά, συρρικνώνουν το κράτος και περιορίζουν τη δυνατότητά του να παρεμβαίνει (χαρακτηριστικό παράδειγμα, η πολιτική των «μεταρρυθμίσεων» των τελευταίων δεκαετιών, που έχει μοναδικό στόχο την απελευθέρωση των αγορών, τις ιδιωτικοποιήσεις και τη συρρίκνωση του κράτους πρόνοιας). Αλλά και στον πολιτικό Φιλελευθερισμό η έννοια τής ελευθερίας παραμένει ιδιαιτέρως στενή και προβληματική. Ο ρυθμιστικός ρόλος του κράτους περιορίζεται κυρίως στη θέσπιση κανόνων δικαίου, που εξασφαλίζουν την τυπική ισότητα όλων των πολιτών έναντι του νόμου (κράτος δικαίου). Έτσι, όμως, δεν επιτυγχάνεται και ουσιαστική ισότητα, δεδομένου ότι ο καταμερισμός εργασίας και η ατομική ιδιοκτησία των επιχειρήσεων δημιουργούν σχέσεις κυριαρχίας που οδηγούν ντε φάκτο σε σοβαρές κοινωνικές ανισότητες (ανισότητα ευκαιριών και ανισότητα αποτελεσμάτων), περιορίζοντας έτσι σε μεγάλο βαθμό την ελευθερία της πλειονότητας των πολιτών. Η φιλελεύθερη αντίληψη για την ελευθερία είναι πολύ φτωχή και μονοδιάστατη. Δεν εμπεριέχει το στοιχείο της κοινωνικής δικαιοσύνης, υπό την έννοια της ουσιαστικής ισότητας. Αλλά η ουσιαστική ισότητα στις κοινωνικές σχέσεις είναι βασικό συστατικό της ανθρώπινης ελευθερίας. Η κοινωνική δικαιοσύνη και ισότητα (όχι μόνο με την τυπική, αλλά και με την ουσιαστική έννοια του όρου) δεν είναι απλώς οργανικό και αναπόσπαστο τμήμα της ανθρώπινης ελευθερίας. Είναι το κυριότερο συστατικό της. Με τον τρόπο, όμως, αυτό αλλάζει εντελώς η αντίληψή μας για το περιεχόμενο της ελευθερίας. Η ελευθερία δεν εξασφαλίζεται με τον περιορισμό των παρεμβάσεων στις ανθρώπινες σχέσεις. Η ελευθερία εξασφαλίζεται με την εξάλειψη της κυριαρχίας των δυνατών επί των αδυνάτων. Η ελευθερία γίνεται αντιληπτή ως «μη-επικυριαρχία» (non-domination). Η επίτευξή της προϋποθέτει τη συστηματική παρέμβαση του κράτους σε όλα τα πεδία όπου μπορούν να εμφανιστούν κοινωνικές ανισότητες. Η ελευθερία δεν επιτυγχάνεται με μείωση, αλλά με αύξηση των κρατικών παρεμβάσεων, που επιπροσθέτως αλλάζουν περιεχόμενο και στόχευση. Οι παρεμβάσεις δεν αποβλέπουν στην εξυπηρέτηση ειδικών συμφερόντων, αλλά γίνονται με γνώμονα το γενικό συμφέρον της κοινωνίας. Όπως αντιλαμβάνεσθε, πρόκειται για μια ελευθερία που υπερβαίνει τα στενά όρια του κλασικού φιλελευθερισμού. Πηγάζει από τη ρωμαϊκή παράδοση του ρεπουμπλικανισμού (res publica) και είναι ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα υπό το πρίσμα των σημερινών εξελίξεων.
 
Η κρίση είναι πάντα περίοδος περισυλλογής. Πολλώ δε μάλλον η σημερινή, που δεν είχε μόνο οδυνηρές επιπτώσεις στην οικονομική πραγματικότητα της καθημερινής μας ζωής, αλλά ανέτρεψε εκ βάθρων και τις καθιερωμένες αντιλήψεις σε θέματα μακροοικονομικής θεωρίας και πολιτικής. Η στιγμή είναι ιδανική για να ξαναδιαβάσουμε την Έρευνα για τη Φύση και τις Αιτίες του Πλούτου των Εθνών και όλους τους κλασικούς της οικονομικής επιστήμης, χωρίς τους παραμορφωτικούς φακούς και τις ιδεολογικές παρωπίδες της νεοκλασικής οικονομικής θεωρίας και του νέου οικονομικού φιλελευθερισμού. Η προσφορά στο ευρύτερο αναγνωστικό κοινό των μεγάλων βιβλίων που άλλαξαν την εικόνα και την πορεία του κόσμου είναι πραγματικά αξιέπαινη.

Εφιάλτης ο Σοφωνίδου: Ο ακραίος δημοκράτης

Αποτέλεσμα εικόναςΤο όνομα Εφιάλτης είναι πασίγνωστο. Είναι το όνομα του προδότη που αποκάλυψε στον Ξέρξη την ύπαρξη του κρυφού μονοπατιού Ανοπέα από το οποίο πέρασε ο Υδάρνης με μια μονάδα του περσικού στρατού που κύκλωσε τον Λεωνίδα στις Θερμοπύλες. Έχει γίνει συνώνυμο τρομακτικού ονείρου και, κατ’ επέκταση, με άλυτο πολιτικό ή κοινωνικό πρόβλημα, κοινώς βραχνάς.
 
Άγχος και τρόμο θα είχε προκαλέσει στους Αθηναίους ολιγαρχικούς (αριστίνδην - πλουτίνδην) των μέσων του 5ου αι. π.Χ. ο Εφιάλτης ο Σοφωνίδου, μεγαλύτερος στα χρόνια από τον Περικλή και καθοδηγητής του, που κατόρθωσε ν’ αφαιρέσει από τον Άρειο Πάγο πολλές από τις αρμοδιότητές του και να αποχρωματίσει οριστικά το δημοκρατικό πολίτευμα από κάθε ολιγαρχική απόχρωση. Η απόγνωση των ολιγαρχικών τούς οδήγησε μέχρι της δολοφονίας του Εφιάλτη από τον Ταναγραίο Αριστόδικο το 461 π.Χ.
 
«Ἐφιάλτην μέν οὖν, φοβερόν ὄντα τοῖς ὀλιγαρχικοῖς καί περί τάς εὐθύνας καί διώξεις ταῶν τόν δῆμον ἀδικούντων ἀπα­ραίτητον, ἐπιβουλεύσαντες οἱ ἐχθροί δ’ Ἀριστοδίκου τοῦ Ταναγρικοῦ κρυφαίως ἀνεΐλον» (Πλουτ. Περικλής, 10).
 
Εκτός του ότι ο Εφιάλτης ήταν ο τρίτος “μεταρρυθμιστής” (η μεταρρύθμισή του δεν είχε βεβαίως το εύρος και το βάθος των δύο πρώτων (Σόλωνος και Κλεισθένους), ξέρομε ελάχιστα πράγματα γι’ αυτόν. Ασφαλώς δεν ανήκε στην τάξη των πλουσίων και ασφαλώς ήταν ισχυρή προσωπικότης. Επίσης ασφαλώς θα είχε παράσχει σημαντικές υπηρεσίες για να αναδειχθεί “προστάτης” του Δήμου. Αναφέρεται ότι “τριάκοντα μόναις (ναυσί) Ἐφιάλτην ἐπέκεινα πλεῦσαι Χελιδονίων” (Πλουτ. Κίμων, 13) και τούτο είναι βεβαίωση ότι αναδείχθηκε στρατηγός. Το γεγονός ότι έπλευσε με πολεμικά πλοία πέρα από τα νησιά Χελιδόνιοι θα θεωρήθηκε επίτευγμα επειδή ήταν πρόκληση προς τον Αρταξέρξη αφού δεν είχε ακόμη συναφθεί η “ειρήνη του Καλλία” (449 π.Χ.).
 
Η μεταρρύθμιση του Εφιάλτη (461 π.Χ.) είχε καθαρά πολιτικό και όχι κοινωνικό χαρακτήρα, αφού μόνο 4 χρόνια αργότερα έγιναν δεκτοί και οι ζευγήτες ως άρχοντες ενώ προηγου­μένως δεν ήσαν εκλέξιμοι παρά μόνο οι πεντακοσιομέδιμνοι και οι ιππείς.
 
Ο Αριστοτέλης (Αθ. Πολ., 25, 1) αναφέρει τα εξής: “...γενόμενος τοῦ δήμου προστάτης Ἐφιάλτης ὁ Σοφωνίδου, δοκῶν καί ἀδωροδόκητος είναι καί δίκαιος πρός τήν πολιτείαν, ἐπέθετο ταῇ βουλῇ (του Αρείου Πάγου)...”, δηλαδή έστρεψε τις ενέργειες του εναντίον του Αρείου Πάγου. Άρχισε από την καθαίρεση πολλών Αρεοπαγιτών προκαλώντας δίκες εναντίον τους όσον αφορά τον τρόπο που είχαν ασκήσει την εξουσία τους. Αφού μείωσε την δημοτικότητα του θεσμού, αφαίρεσε, με απόφαση του Δήμου, όλες τις “πρόσθετες” εξουσίες που καθιστούσαν τον Άρειο Πάγο “φύλακα της πολιτείας” και τις μετέφερε στην Εκκλησία του Δήμου και στην Ηλιαία.
 
Η αοριστία της διατυπώσεως “ἅπαντα περιείλετο τά ἐπίθετα δι’ ὧν ἦν ἡ τῆς πολιτείας φυλακή” (Αριστ. Αθ. Πολ., 25, 2) μας αναγκάζει ν’ αναζητήσομε, ποιες ήσαν αυτές οι “πρόσθετες εξουσίες” του Αρείου Πάγου τις οποίες του αφήρεσε ο Εφιάλτης και τι σήμαινε “ή τής πολιτείας φυλακή”.
 
Ίσως μια ικανοποιητική απάντηση είναι τα ακόλουθα:
 
Όλοι όσοι ασκούσαν δημόσιο λειτούργημα προτού αναλάβουν τα καθήκοντά τους υφίσταντο την “δοκιμασία” και όταν τελείωνε η θητεία τους υφίσταντο λεπτομερή έλεγχο, την “εὐθύνη”. Έπρεπε ν’ αποδώσουν λογαριασμό της διαχειρίσεώς τους και να υποβάλουν γενική έκθεση πεπραγμένων. Είναι πλέον πιθανό ότι την αρμοδιότητα της “δοκιμασίας” και της “εὐθύνης” είχε, πριν από την μεταρρύθμιση του Εφιάλτη, ο Άρειο Πάγος, πράγμα που σήμαινε ότι είχε ένα είδος γενικής επιβλέψεως και ελέγχου επί των δημοσίων λειτουργιών. Επί πλέον κατά την νομοθεσία του Σόλωνος, ο Άρειος Πάγος ήταν αρμόδιος να αποφασίσει επί των “εισαγγελιών” εναντίον εκείνων που ήσαν ύποπτοι συνωμοσίας κατά του πολιτεύματος. Αλλά οι “εισαγγελίες” πέρασαν στην αρμοδιότητα της Βουλής τω 500, η οποία είχε αρμοδιότητα και για την “δοκιμασία” των αρχόντων. Αυτή πρέπει να ήταν η μεταρρύθμιση του Εφιάλτη και ήταν σοβαρό πλήγμα εναντίον των ολιγαρχικών αφού ο Άρειος Πάγος - εξ ορισμού συντηρητικό όργανο αποτελούμενο απ πρώην άρχοντες - στερήθηκε της “δοκιμασίας” και της “ευθύνης”.
 
Η δολοφονία του Εφιάλτη φαίνεται να οφείλεται περισσότερο σε προσωπικούς εκδικητικούς λόγους (αρεοπαγίτου ή αρεοπαγιτών που είχαν εκδιωχθεί από το σώμα ύστερα από καταγγελίες του Εφιάλτη) παρά σε πολιτικούς λόγους για να απαλλαγούν οι ολιγαρχικοί από έναν δραστήριο και επικίνδυνο εχθρό. Ακραίος δημοκράτης, αν είχε ζήσει ίσως θα είχε έρθει σε διάσταση με τον Περικλή που, αριστοκράτης αυτός, και έχοντας ως Αλκμεωνίδης διασυνδέσεις με τους Φιλαΐδες, τον Κίμωνα και την αδελφή του Ελπινίκη, δέχθηκε συμβιβασμούς μαζί τους.
 
Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΕΦΙΑΛΤΗ
 
Αθήνα 462 π.χ....Τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα, κυρίως αυτά που αποζούσαν απο τη θάλασσα, καθώς και τα μεσαία στρώματα που ασχολούνταν με το εμπόριο και τη ναυτιλία, όταν συνειδητοποίησαν τη δύναμη που τους έδινε ο στόλος, άρχισαν να κινούνται για την κατάλυση του καθεστώτος των γαιοκτημόνων ευγενών. Το κίνημά τους απέβλεπε στη ριζική αλλαγή του καθεστώτος και όχι απλώς στην αφαίρεση της διοίκησης από τον Άρειο Πάγο και στην επαναφορά του πολιτεύματος του Κλεισθένη. Απαιτούσαν την κατάργηση των κοινωνικών διακρίσεων σε ευγενείς και λαό, και την πλήρη εξίσωση όλων των πολιτών. Έτσι άρχισε ένα λαϊκό κίνημα για την ανατροπή του καθεστώτος των γαιοκτημόνων ευγενών και την εγκαθίδρυση της εξουσίας του λαού. Ηγέτης του επαναστατικού αυτού κινήματος έγινε ο Εφιάλτης, ο γιος του Σοφωνίδου, με πιθανό συνεργάτη τον Αρχέστρατο, στον οποίο η ιστορία δεν κάνει καμία αναφορά. Αυξανομένου του πλήθους, λέει ο Αριστοτέλης, έγινε ηγέτης του λαού ο Εφιάλτης, ο γιος του Σοφωνίδου, ο οποίος εθεωρείτο πατριώτης αδιάφθορος, και επιτέθηκε στη Βουλή του Αρείου Πάγου. Όταν το λαϊκό κίνημα απόκτησε δύναμη, ο Εφιάλτης χρησιμοποίησε τα δικαστήρια της Ηλιαίας που είχε θεσπίσει ο Σόλων και πέρναγε απ’ αυτά το ένα μετά τον άλλο τους Αρεοπαγίτες με την κατηγορία της κακοδιοίκησης. Κατά πρώτον εξόντωσε πολλούς από τους Αρεοπαγίτες, κινώντας εναντίον τους δίκες σχετικές με τη διοίκησή τους. Ο Εφιάλτης έγινε ο φόβος και ο τρόμος των Αρεοπαγιτών και όλων εκείνων που αδικούσαν το λαό, γιατί έτρεμαν στη σκέψη ότι αργά ή γρήγορα θα πλήρωναν για τις αδικίες τους. Ζούσαν συνεχώς μ' αυτή την αγωνία που τους έκανε να μη μπορούν να κοιμηθούν, γιατί μόλις τους έπαιρνε ο ύπνος, έβλεπαν τον Εφιάλτη να τους καταδιώκει για να τους τιμωρήσει. Έτσι επικράτησε μέχρι σήμερα να λέγεται Εφιάλτης κάθε τρομακτικό όνειρο που καταπιέζει την ψυχή και προκαλεί αγωνία. Η επίσημη ιστορία, από φόβο μήπως τον... αδικήσει, προτίμησε να τον αποσιωπήσει. Έτσι ο μεγάλος αυτός επαναστάτης δεν είναι γνωστός παρά μόνο στους ειδικούς της ιστορίας, ενώ ο συνώνυμός του Εφιάλτης, ο Τραχίνιας, ο προδότης των Θερμοπυλών, είναι γνωστός στους πάντες.

           ΟΙ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΦΙΑΛΤΗ
 
     Από τον Άρειο Πάγο, το ανώτατο όργανο του αθηναϊκού κράτους, που αποτελείτο από πρώην άρχοντες, αφαιρέθηκαν οι πολιτικές και νομικές αρμοδιότητες, εκτός από την εκδίκαση ορισμένων κατηγοριών ανθρωποκτονιών. Αυτές οι εξουσίες, που οι μεταρρυθμιστές Εφιάλτης και Περικλής παρουσίασαν εντέχνως ως «σφετερισμένα προνόμια» μεταφέρθηκαν στη Βουλή των Πεντακοσίων και στα λαϊκά σώματα, δηλ. στην Εκκλησία του Δήμου και στα δικαστήρια. Η ακριβής αναδιανομή αρμοδιοτήτων δεν είναι γνωστή· πάντως είναι σχεδόν βέβαιο πως τότε αφαιρέθηκε απ’ τον Άρειο Πάγο η αρμοδιότητα του προκαταρκτικού ελέγχου των αρχόντων μέσω της διαδικασίας της δοκιμασίας (της εξέτασης των προσόντων που απαιτούνταν για την ανάληψη του αξιώματος) και ίσως και της εκδίκασης των κατηγοριών για αδικήματα εναντίον του κράτους (εισαγγελίαι), εκτός και αν το τελευταίο είχε γίνει ήδη. Επίσης οι εννέα άρχοντες έχασαν τη δικαιοδοσία να εκδικάζουν υποθέσεις σε πρώτο βαθμό, η οποία μεταβιβάστηκε στα λαϊκά δικαστήρια. Τέλος για πρώτη φορά καθορίστηκαν σαφώς οι ποινές που μπορούσε να επιβάλλει η «κλεισθένεια» Βουλή των Πεντακοσίων (Αθ. Πολ. 25 κ.εξ.)
 
Πράγματι η διαδικασία είχε ξεκινήσει πολλά χρόνια ενωρίτερα, με τη μεταρρύθμιση του 487 π.Χ., που εισήγαγε τον κλήρο για την ανάδειξη των αρχόντων. Προφανώς το σκεπτικό ήταν πως ο κλήρος είχε περισσότερο δημοκρατικό χαρακτήρα – αν και σε ορισμένες περιπτώσεις η κλήρωση χρησιμοποιήθηκε και από την κάθε άλλο παρά ένθερμα δημοκρατική Ρώμη -, χωρίς η αλλαγή αυτή να  συνεπάγεται απαραίτητα τη μείωση του κύρους του θεσμού στην Αθήνα. (Ή, ορθότερα, την περαιτέρω μείωσή του: αυτό που μείωσε στην πραγματικότητα την εξουσία των αρχόντων ήταν η εισαγωγή το 501/0 π.Χ. του θεσμού των στρατηγών, ενός δεκαμελούς συμβουλίου που ανέλαβε μεταξύ άλλων τη διοίκηση του στρατού και του στόλου.) Εξάλλου ο νέος περιορισμός των αρχόντων, η αφαίρεση των δικαστικών τους αρμοδιοτήτων, μάλλον δεν αντικατέστησε διαμιάς το παλιό σύστημα· έτσι σε ένα ψήφισμα για τη Φάσηλη (ML 31 = Fornara 68), που χρονολογείται λίγο μετά το 462 π.Χ., όχι όμως πολύ αργότερα, φαίνεται ότι ο αρμόδιος άρχοντας διέθετε ακόμα ουσιαστικές εξουσίες. Πραγματοποιήθηκαν επίσης ένα πλήθος ακόμα αλλαγών, τις οποίες οι γραπτές πηγές δεν συνδέουν άμεσα με τον Εφιάλτη και οι οποίες είναι δύσκολο να προσδιοριστούν χρονολογικά, αλλά είναι βέβαιο ότι αποτελούν μέρος της μεγάλης διαδικασίας εκδημοκρατισμού. Για παράδειγμα καμία πηγή δε μας πληροφορεί σαφώς πότε άρχισε να καταβάλλεται η βουλευτική αποζημίωση στα μέλη της Βουλής των Πεντακοσίων ή πότε αυτά άρχισαν να κληρώνονται από έναν ευρύτερο κατάλογο αντί να εκλέγονται. Το βέβαιο είναι ότι η βουλευτική αποζημίωση δεν είχε καθιερωθεί ακόμα στα τέλη του 6ου αι., όταν ο Κλεισθένης εισήγαγε τη νέα Βουή των Πεντακοσίων (τότε το κυρίαρχο θέμα ήταν η αποζημίωση των ενόρκων, η οποία δεν εισήχθη πριν τη δεκαετία του 460, επομένως τα άλλα είδη πολιτικών αποζημιώσεων θα πρέπει να είναι μεταγενέστερα). Πάντως είναι σίγουρο ότι το έτος 411 π.Χ. οι βουλευτές αποζημιώνονταν: την πρώτη σχετική μαρτυρία συναντάμε σε ένα χωρίο του Θουκυδίδη (8.69.4) που αναφέρει ότι οι ολιγαρχικοί στασιαστές του 411 εξόφλησαν τους μισθούς των δημοκρατικών βουλευτών πριν τους εκδιώξουν από το βουλευτήριο. Στο ίδιο χωρίο του Θουκυδίδη αναφέρεται ότι οι βουλευτές επιλέγονταν με κλήρο (ή μάλλον «από της κυάμου», σύμφωνα με την έκφραση της εποχής). Όμως αυτή δεν είναι η παλαιότερη σχετική μαρτυρία: ανάμεσα στις ρυθμίσεις που επέβαλλαν οι Αθηναίοι στις Ερυθρές το 453 (ML 40 = Fornara 71) ήταν και η κλήρωση των βουλευτών· από αυτό συνάγεται το λογικό συμπέρασμα πως οι Αθηναίοι δεν είναι δυνατό να εξήγαγαν ένα θεσμό περισσότερο δημοκρατικό από αυτούς που  ίσχυαν στην ίδια την πόλη τους. Από την άλλη πλευρά γνωρίζουμε ότι το 508 π.Χ. οι βουλευτές δεν ήταν ακόμα κληρωτοί, αφού κυρίαρχο θέμα συζήτησης εκείνη την εποχή ήταν η καθιέρωση της κλήρωσης για τους άρχοντες, μέτρο που είναι βέβαιο ότι προηγήθηκε χρονολογικά και το οποίο δεν είχε μπει σε εφαρμογή πριν το 487 π.Χ. Επομένως το χρονολογικό φάσμα στο οποίο τοποθετείται η εισαγωγή της αποζημίωσης είναι μεταξύ 508 και 411 π.Χ. ενώ της κλήρωσης μεταξύ 508 και 453 π.Χ. Ασφαλώς και οι δύο αυτές αλλαγές μπορεί να θεωρηθεί ότι εντάσσονται στο πλαίσιο των μεταρρυθμίσεων του Εφιάλτη. Τέλος, ένα πιο θεωρητικό ερώτημα είναι εάν η σημαντική δημοκρατική καινοτομία της ανάληψης της ταφής των πεσόντων του πολέμου από το κράτος εντάσσεται επίσης στο ίδιο γενικό πλαίσιο. Πρόκειται για ένα μέτρο που αποτελεί προέκταση της αρχής του Σόλωνα για αντικατάσταση του οίκου από την πόλη.

Τα απωθημένα μοιάζουν αδιάφορα όταν τελικά τα ζεις

Δεν είναι εύκολη υπόθεση τ’ απωθημένα, όσο κι αν προσπαθούμε να πείσουμε τους εαυτούς μας για το αντίθετο. Έχουν αρχίσει να φθείρονται οι ψευδαισθήσεις που κατάφεραν να μετατρέψουν την πραγματικότητά μας σε μια ιδανική ουτοπία που θα ζήλευε κι ο κάθε πικραμένος. Έχει αρχίσει να ξεθωριάζει ο έρωτας που πιστεύαμε ακράδαντα πως έπρεπε να ζήσουμε, για να σωθούμε απ’ την απόγνωση των επιλογών που τελικά μας οδήγησαν στην παρακμή του.

Σαν αρχαίος πολιτισμός με λίγα λόγια, γιατί αν το καλοσκεφτούμε, ο έρωτας και το συναίσθημα πάνε πολύ πίσω στην ιστορία της ανθρωπότητας. Και χάνεται στη βαβούρα του εκμοντερνισμού και της απάθειας που επικρατεί παντού γύρω μας.

Απομυθοποιήσαμε όλα αυτά που δε ζήσαμε όταν έπρεπε κι έμεινε τ’ όνειρο μισό. Γκρεμίστηκαν τα θεμέλια που προσπαθήσαμε απεγνωσμένα να σώσουμε απ’ την επικείμενη καταστροφή, μπας και καταφέρουμε να εξιλεωθούμε απ’ τις αναμνήσεις που μας στοιχειώνουν. Να συναρμολογήσουμε τα κομμάτια του παζλ που μας οδήγησαν στο κενό και ν’ ακολουθήσουμε επιτέλους το μονοπάτι μιας ευτυχίας που μας ανήκει. Δεν το παλέψαμε όμως ποτέ αρκετά, γιατί συμβιβαστήκαμε στην αβεβαιότητα του «ίσως» και δεν κυνηγήσαμε τη σιγουριά του «επιθυμώ».

Βυθιστήκαμε σ’ έναν ωκεανό ανασφαλειών γιατί πιστέψαμε πως δε θα ‘μασταν αρκετοί για να μας αγαπήσουν. Κι όσο γέμιζε η ψυχή μας μ’ ενδοιασμούς για τις επιθυμίες που ήθελε να πραγματοποιήσει, τόσο αυξάνονταν οι αμφιβολίες στο μυαλό μας για την κατάληξη που θα είχαν σ’ έναν κόσμο που δεν αναγνώρισε ποτέ την αξία τους. Έτσι λειτουργούν τ’ απωθημένα, βλέπεις. Γίνονται αναπόσπαστο κομμάτι σου κι αν δεν τα ζήσεις όταν πρέπει, δε θα το κάνεις ποτέ.

Γι’ αυτό δεν τρέφουμε μεγάλες προσδοκίες γι’ αυτά που αφήσαμε πίσω. Δε θα καταφέρουν ποτέ να επιβιώσουν στην απεραντοσύνη του χρόνου για να μας βρουν όπως μας άφησαν πριν από καιρό. Χάνεται η μαγεία της έντασης που τα ξεχώριζε και το πάθος που κατάφεραν να ξυπνήσουν μέσα μας. Αλλάζουν με τον καιρό τα συναισθήματα και μόνο οι αφελείς συνεχίζουν να πιστεύουν στη δύναμή τους, ακόμη κι αν δεν τα ‘χουν ζήσει ποτέ όπως θα ‘πρεπε. Ίσως το κάνουν ασυνείδητα γιατί έτσι έχουν μάθει, ίσως και να εθελοτυφλούν για να προσφέρουν στους εαυτούς τους μια μικρή διέξοδο απ’ τις σκοτούρες της ζωής που τους έχει βαλτώσει. Τρέφουν ουτοπικά όνειρα για καταστάσεις που έχουν ξεφτίσει με το πέρασμα του χρόνου, σαν πολυφορεμένα πουκάμισα που αλλάζουν χέρια συνεχώς, αλλά πάντα θα παραμένουν άδεια.

Χάνονται τ’ απωθημένα, αργά και βασανιστικά. Σαν φωτιά που σιγοσβήνει μες στη μέση της ερήμου και κανείς δεν έχει το κουράγιο ν’ αναζωπυρώσει με τις πράξεις του τις φλόγες της. Δεν αξίζει να ελπίζουμε στη δύναμή τους ν’ αλλάξουν την πραγματικότητά μας με το μυστήριό τους, γιατί έχει πάψει να υπάρχει.

Αλλάζουν με τον καιρό τα συναισθήματα, όπως αλλάζουν κι οι άνθρωποι. Γι’ αυτό δεν πρέπει να τρέφουμε αυταπάτες πως θ’ αντέξουν μέσα σ’ έναν κόσμο που δε θα σταματήσει ποτέ να αλλοιώνεται. Αν δε ζήσουμε κάτι την ώρα που το νιώθουμε, όταν σιγοβράζει το αίμα μας για τον έρωτα που κρύβει μέσα του, παύει πλέον να έχει την ίδια αξία. Δεν υπάρχει λόγος να το κυνηγήσουμε γιατί μπορεί και να μας έχει ήδη ξεχάσει.

Έπρεπε να είχαμε αρπάξει κάθε ευκαιρία που βρέθηκε στο δρόμο μας απ’ τα μαλλιά, προτού προλάβει να μετατραπεί σ’ απωθημένο. Να ζούσαμε παθιασμένα καθετί που κατάφερε να ξυπνήσει το μυαλό μας απ’ το λήθαργο μιας ρουτίνας που μας έχει κουράσει. Να μη γυρίζαμε την πλάτη σ’ αυτά που θέλαμε με ό,τι είχαμε και δεν είχαμε να ζήσουμε, για να ικανοποιήσουμε επιθυμίες άλλων.

Να ρισκάραμε, να κερδίζαμε, να χάναμε και να ελπίζαμε. Να δημιουργούσαμε αναμνήσεις μιας ζωής που θ’ άλλαζαν τον παρόν μας και θα ομόρφαιναν το μέλλον μας. Που θα νοσταλγούσαμε μόλις έφταναν στο τέλος τους, μόνο και μόνο για να βρεθούμε ξανά σε μια διαφορετική αρχή τους με τους ανθρώπους που κατάφεραν να τους δώσουν ζωή.

Διεκδικείτε στη ζωή σας αυτό που πραγματικά αξίζετε;

Για πολλούς ανθρώπους είναι εξαιρετικά δύσκολο να διεκδικήσουν τα δικαιώματα τους ή να εκφράσουν ανοιχτά και ειλικρινά τα συναισθήματα και τα θέλω τους, με αποτέλεσμα να δημιουργούν προβληματικές προσωπικές, επαγγελματικές αλλά και κοινωνικές σχέσεις. Τα άτομα που δεν αντιδρούν ποτέ σε οποιαδήποτε αδικία  και απλά "στρέφουν και το άλλο μάγουλο", γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης και έυκολος στόχος bullying.

Το κλειδί απέναντι σε αυτές τις συμπεριφορές είναι η διεκδικητικότητα;

Τί είναι η διεκδικητικότητα

Το να είναι κάποιος διεκδικητικός σημαίνει οτι μπορεί να υπερασπίζεται τα δικαιώματα του, να εκφράζει τις απόψεις και τα θέλω του με τρόπο άμεσο και ειλικρινή, χωρίς, όμως, να παραβιάζει τα αντίστοιχα δικαιώματα των άλλων, δίοτι η διεκδικητότητα στηρίζεται στον αμοιβαίο σεβασμό. Αν τα άτομα επικοινωνούν με ένα παθητικό ή επιθετικό τρόπο, στέλνουν λάθος μηνύματα με αρνητικές συνέπειες.

Παθητική συμπεριφορά: Αν η συμπεριφορά σας είναι παθητική, αν δεν αντιδράτε ποτέ για να αποφύγετε τη σύγκρουση, στέλνετε στο περιβάλλον σας το μήνυμα οτι οι επιθυμίες και τα συναισθήματα σας δεν είναι σημαντικά, με αποτέλεσμα να σας αγνοούν. Για παράδειγμα, όταν αναλαμβάνετε υπερβολικά πολλά καθήκοντα στη δουλειά σας σε σχέση με άλλους συναδέρφους για να διατηρηθεί η εργασιακή ειρήνη, διακινδυνεύετε τη δική σας ψυχική ισορροπία η πιθανόν και τις στενές διαπροσωπικές σας σχέσεις. Οι αρνητικές συνέπειες της παθητικής συμπεριφοράς είναι άγχος, αισθήματα πικρίας, μνησικακίας, αισθήματα θυματοποίησης, αλλά και θυμού.

Επιθετική συμπεριφορά: Το επιθετικό άτομο επιδιώκει να επιβάλλει τις απόψεις του αδιαφορώντας για τα δικαιώματα των άλλων, προσπαθώντας, μάλιστα, πολλές φορές να τους εκφοβίσει, να τους ταπεινώσει, ή ακόμα και να τους απειλήσει. Η επιθετικότητα υποσκάπτει την εμπιστοσύνη και τον αμοιβαίο σεβασμό. Τα επιθετικά άτομα δημιουργούν αισθήματα δυσαρέσκειας και ο περίγυρος τους, τους αποφεύγει.

Τί προκαλεί την έλλειψη διεκδικητικότητας;

  • Χαμηλή αυτοεκτίμηση. Τα άτομα με χαμηλή αυτοεκτίμηση έχουν παθητική συμπεριφορά, με αποτέλεσμα να γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης και να νιώθουν ταπεινωμένοι. Δεν διεκδικούν τα δικαιώματα τους διότι πιστεύουν οτι δεν αξιζουν το σεβασμό των άλλων και οτι είναι ανεπαρκείς.
  • Εμπειρίες παιδικής ηλικίας. Πολλά παιδιά δεν έμαθαν να είναι διεκδικητικά τόσο από το οικογενειακό όσο και από το σχολικό τους περιβάλλον. Τους δίδαξαν οτι δεν θα πρέπει  να υπερασπίζονται τον ευατό τους όταν αδικούνται, οτι δεν θα πρέπει να επιχειρηματολογούν με αποτέλεσμα να εξελιχθούν σε παθητικούς ενήλικες.
  • Απολυταρχικοί γονείς. Τα παιδιά που μεγάλωσαν σε ένα αυστηρό οικογενειακό περιβάλλον όπου η υποταγή είχε υπέρτατη αξία δεν έχουν μάθει να διεκδικούν. 

 

Ποια ειναι τα οφέλη της διεκδικητικότητας;

1. Λιγότερη ανησυχία και άγχος. Αν ελεγξετε τους φόβους και τις ανασφάλειες σας και εκφράσετε στους γύρω σας τις ανάγκες και τα θέλω σας, το άγχος σας μειώνεται αισθητά, γιατί θα διαπιστώσετε οτι οι αντιδράσεις των άλλων ατόμων δεν είναι τόσο τρομερές όσο περιμένατε.

2. Μεγαλύτερη ευφορία και ικανοποίηση. Αν διεκδικήσετε με επιτυχή τρόπο τους στόχους και τα όνειρα σας, νιώθετε περισσότερο ικανοί και αποτελεσματικοί, ενισχύεται η επιθυμία σας για δημιουργικότητα και επομένως η ψυχική σας διάθεση είναι ανεβασμένη.

3. Υψηλότερη αυτοεκτίμηση. Μαθαίνοντας να διεκδικείτε τα θέλω σας αποκτάτε τον έλεγχο της ζωή σας, κερδίζετε το σεβασμό του περίγυρου και αντιλαμβάνεστε την πραγματική σας αξία.

4. Πιο υγιείς διαπροσωπικές σχέσεις. Όταν οι άνθρωποι εκφράζουν με ειλικρινή τρόπο και χωρίς φόβο τις ανάγκες και τα θέλω τους, τότε είναι σίγουρο οτι έρχονται πιο κοντά. Οι παθητικές ή επιθετικές συμπεριφορές ποτέ δε βελτιώνουν, αλλά καταστρέφουν τις όποιες σχέσεις υπάρχουν.

Πως να βελτιώσετε τις διεκδικητικές σας ικανότητες;

  • Συνειδητοποιήστε οτι η διεκδικητική συμπεριφορά δεν είναι μια άσχημη συμπεριφορά. Πολλές φορές μπορεί να δυσαρεστήσετε κάποιους ανθρώπους στη προσπάθεια σας να υπερασπίσετε τις ανάγκες σας. Πάντοτε θα υπάρχουν κάποιοι που θα κρίνουν αρνητικά τη συμπεριφορά σας, Το σημαντικό είναι να γνωρίζετε τα δικαιώματα σας και να τα διεκδικείτε με σεβασμό στα δικαιώματα των άλλων. Αυτή είναι μια σωστή και υγιής συμπεριφορά.
  • Μάθετε πως να αντιμετωπίσετε μια καταχρηστική και άδικη συμπεριφορά. Το να διακρίνετε μια άδικη συμπεριφορά είναι το πρώτο βήμα, αλλά το πιο σημαντικό είναι να μπορείτε και να την αντιμετωπίσετε. Είναι, λοιπόν, απαραίτητο να ορίσετε τα δικά σας προσωπικά όρια. Για παράδειγμα, αν κάποιος εκμεταλλεύεται το χρόνο σας και σας ζητά να κάνετε συνεχώς πράγματα γι' αυτόν, θα πρέπει να αρνηθείτε βάζοντας τους δικούς σας κανόνες.
  • Μη φοβάστε να συγκρουστείτε. Πολλές φορές πιστεύετε οτι, αν εκφράσετε τις ανάγκες σας, θα οδηγηθείτε σε έντονους καβγάδες με άσχημες συνέπειες. Αυτό, ωστόσο, δεν είναι ο κανόνας, γιατί μόλις οι αλλοι αντιληφθούν οτι υπερασπίζεστε τα δικαιώματα σας με λογικά επιχειρήματα, υποχωρούν και σταματούν να είναι πιεστικοί.
  • Προσπαθήστε να λειτουργείτε με αυτοπεποίθηση, ακόμα και αν δε το νιώθετε. Μερικές φορές μπορεί να νιώθετε ανασφάλεια και να έχετε αγωνία σχετικά με μια δύσκολη κατάσταση που πρέπει να αντιμετωπίσετε. Κρατήστε το σώμα σας σε όρθια, ευθυτενή στάση, κοιτάξτε τους άλλους στα μάτια και μιλήστε με ήρεμο, άμεσο και ξεκάθαρο τρόπο. Εκφράστε την γνώμη και τα συναισθήματα σας με σταθερότητα.
Κανένας δε θα σας προστατέψει, αν, εσείς, δεν προστατέψετε τον εαυτό σας. Επειδή συνήθως οι άνθρωποι μας συμπεριφέρονται όπως εμείς, τους επιτρέπουμε να το κάνουν, διεκδικείστε στον κοινωνικό, εργασιακό, αλλά και οικογενειακό σας περιβάλλον το χώρο που πραγματικά δικαιούστε.

Η ιστορία της λέξης κάλλος

Σχετική εικόναΚάλλος έχει ο ωραίος (από την ώρα). Ούτε ο πρόωρος, ο ά-ωρος (α στερητικό + ώρα). Ο άγουρος, το αγόρι, το μικρό παιδί το άνηβο, ούτε ο πάρωρος, ο παραγινομένος, αλλά αυτός που γίνεται στην ώρα του ακριβώς. Επειδή ο ωραίος καλλεί, είναι ωραίος κατά το κάλλος του. Καλός είναι ο ωραίος, ο εύ-μορφος: όμορφος είναι αυτός που έχει ωραία μορφή, ωραίο σχήμα, σε αντίθεση με τον άσχημο (α στερητικό + σχήμα).

Το κάλλος σχετίζεται γλωσσικά με την υγεία και με την τέρψη.

Kal-jas στα σανσκριτικά είναι ο υγιής και ο τερπνός.

Kaljanas ονομάζεται ο καλός, ο ωραίος, ο εξαίρετος, αυτός που έχει καθαρό μυαλό, καθαρή ψυχή, καθαρό σώμα.

Από τη λέξη καλός παράγεται η αρχαία καλλύνω και από την καλλύνω η μεταγενέστερη καλλυντής.

Από τον καλλυντή το επίθετο καλλυντικός.

Από τον καλό το κάλλος.

Από το κάλλος + ωψ (-ωπός) = όψη η αρχαία καλλωπίζω, ο καλλωπισμός και το καλλώπισμα.
Καλό είναι το αγαθό (φιλοσ.) το αισθητικά ωραίο (όπως κακό είναι το αισθητικά άσχημο).

Ο πρό-ωρα γηρασμένος έφηβος των ημερών δεν έχει κάλλος.

Το κάλλος του το αφαιρεί η σκληρότητα της εποχής, οι συνθήκες της διαβίωσης και της επιβίωσης.
Το φάσμα της ύβρεως που πλανάται παντού, της υπερβολής σε όλα. Η ύβρις συσχετίζεται με το υπέρ, μέσω το λατινικού super.

Είναι super -> supris -> ypris ->ύβρις.

Η super 550άρα μηχανή του, τα super τσιγάρα, οι super φαντασιώσεις, τα super models, τον κάνουν superman, υπερβολικό σε όλα, υβριστή.

Οι Έλληνες βέβαια έλεγαν: «Ἧλιος οὐχ ὑπερβήσεται μέτρα, εἰδεμή Ἐρινύες ἐπίκουροι ΔΙΚΗΣ ἐξευρίσουσιν».

Ούτε ο Ήλιος θα ξεπεράσει, να υπερβεί τα μέτρα του, ειδεμή θα τον βρουν οι Ερινύες, οι βοηθοί της Δίκης και αλίμονό του.

Τον βρίσκουν:
Στις μετωπικές της εθνικής οδού, στα κιγκλιδώματα των γηπέδων, στα μπαρ αμίλητο, στημένο στα τοκ σόου της TV, ανίσχυρο, ακοινώνητο, επιθετικό, βίαιο.

Πού είναι το κάλλος του;
Το κάλλος με την έννοια της μορφής του.

Παρ’ όλα αυτά, το κάλλος βρίσκει τη μορφή του νέου που: κλείνει την TV ανοίγοντας ένα βιβλίο· απορρίπτει την «ξύλινη γλώσσα» και δέχεται να ομιλεί στον όμιλο, στην κοινωνία· έχει αιδώ. Η Αιδώς «ἄνθος ἐπισπείρει», ρίχνει κάτι σαν λουλούδι στο πρόσωπο του ωραίου, λέει ο Λυκοφρονίδης, αντιστέκεται στην ισοπέδωση, στην αλλοτρίωση, κάνει την καθημερινή επανάσταση, οργίζεται, εκφράζει τη δίκαιη αγανάκτησή του χωρίς επιχαιρεκακία, χωρίς φθόνο.

Όποιος ερωτεύεται, αυτός έχει κάλλος.
 

Το να μάθεις να ζεις με τους άλλους απαιτεί χειρισμούς επιδέξιους και μελετημένους

Στην πραγματικότητα, αυτοί που φαίνεται ότι κατόρθωσαν να αποδεχτούν τη ζωή όπως είναι, προσδοκούν ελάχιστα πράγματα.

Όπως γράφει η Αν Μόροου:

Όταν αγαπάς κάποιους δεν τους αγαπάς όλη την ώρα, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, από στιγμή σε στιγμή. Αυτό είναι αδύνατο. Κι ωστόσο είναι αυτό ακριβώς που οι περισσότεροι αξιώνουμε. Έχουμε ελάχιστη πίστη στο κύμα της ζωής, της αγάπης και των σχέσεών μας. Πηδάμε ορμητικά πάνω στο φουσκωμένο κύμα, αλλά αντιστεκόμαστε με τρόμο όταν υποχωρεί. Φοβόμαστε ότι δεν θα ξαναγυρίσει ποτέ. Επιμένουμε στη σταθερότητα, στη διάρκεια και στη συνέχεια, τη στιγμή που η μόνη δυνατή συνέχεια, στη ζωή όπως και στην αγάπη, βρίσκεται στην ανάπτυξη, στη ρευστότητα – στην ελευθερία.

Δεν πρόκειται για εύκολη δουλειά. Το να μάθεις να ζεις με τους άλλους και να τους αγαπάς απαιτεί χειρισμούς τόσο επιδέξιους και μελετημένους, όπως οι κινήσεις του χειρούργου, όπως του αρχιμάστορα χτίστη και του αρχιμάγειρα μιας πλούσιας κουζίνας. Κανένας απ’ αυτούς δεν θα μπορούσε να διανοηθεί ότι έκανε σωστά τη δουλειά του αν προηγουμένως δεν είχε εφοδιαστεί με τις αναγκαίες γνώσεις. Κι όμως, οι περισσότεροι άνθρωποι, εύθραυστοι και ελάχιστα εξοπλισμένοι, τρέχουμε μπροστά από το άροτρο, δημιουργούμε φιλίες, παντρευόμαστε, κάνουμε οικογένειες, μεγαλώνουμε παιδιά με ελάχιστες ή και καθόλου χειροπιαστές γνώσεις στο ν’ αντιμετωπίσουμε το βαρύ φορτίο αυτών των καταστάσεων. Δεν είναι, λοιπόν, καθόλου περίεργο να βλέπουμε τις σχέσεις μας, που συνήθως αρχίζουν με χαρούμενη διάθεση και αθωότητα, να καταλήγουν πολύ συχνά στην απογοήτευση, την πικρία και την απελπισία. Η πρωταρχική μαγική αύρα φαίνεται να σβήνει σιγά σιγά μέσα στην καθημερινή διαδικασία της ύπαρξης.

Ποια αναγέννηση;

Σχετική εικόναΕΓΩ ΜΙΛΩ ΔΙΑ ΤΟ ΠΡΑΜΜΑ ΠΟΥ ΓΥΡΕΒΟΥΜΕ. Δε ζητούμε την αναγέννησή μας: Και τι η αναγέννηση μιας κοινωνίας, αν δεν είναι η ριζική ηθική καλητέρεψη των ατόμων οπού την συστένουνε;

Αν λοιπόν επιθυμούμε την αναγέννηση της κοινωνίας μας, τέστι την ηθικήν μας καλητέρεψη, δεν είναι τάχα στο χέρι μας ναν την κάμωμ’ εμείς εις τον εαυτό μας, χωρίς να ζητούμε από την Κυβέρνηση να μας κάμη καλήτερους; Αλλέως, αν δεν είναι τούτο που γυρέβουμε, τι λοιπόν εννοούμε με την λέξην Αναγέννηση;

Μήπως ζητούμε της Κυβέρνησής μας να μας στείλη ένα σακκί τάλαρα καθενός εις το σπίτι μας, και να εξακολουθάη να μας τα στέλνη πάντα κάθε φορά που μας χρειάζεται v’ αναγεννηθούμε;

Όχι, όχι˙ δεν ημπορούμε βέβαια να γεληόμαστε τόσο˙ η παιδιαροσύνη μας δεν ημπορεί δα να φτάνη έως εκεί. Άλλο πράμμα εννοούμε και μόνον δεν εκφρασθήκαμε ποτέ παστρικά.

Εμείς βασανίζουμάστε από την διαφθοράν των ηθών μας˙ το αίσθημα του πάθους μας είναι πραγματικό˙ η αιτία είναι ολοφάνερη στα μάτια μας, εμάς των ίδιωνε, όντις καθένας μας εξαιρόντας μόνον τον εαυτόν του, κατηγορεί όλους τους άλλους. Ενστιγματικώς επιθυμούμε την ιατρεία μας, συμφωνούμε διά τη χρεία τού να ηθικευθή η κοινωνία, αλλά καθένας μας αρνείται ηθικέψη τον εαυτό του!…

Εκείνο που εννοούμε με την λέξην Αναγέννηση, αν εξετάσωμε βαθιά μέσα το αίσθημά μας, δεν είναι μήτε τα σακιά με τα τάλαρα, μήτε κανένα τέτοιο˙ είναι η ηθίκεψη της κοινωνίας, και τούτη είναι η ιατρεία εκείνη την οποία ενστιγματικώς γυρέβουμε, μα καθενός μας ζητάει να ηθικεύθούν όλοι οι άλλοι έξω από τον εαυτό του!…

Ιδού εκείνο που καταστένειο αδύνατην την ιατρεία, αδύνατη την αναγέννησην επειδή, «Δεν είναι δυνατόν να γένη καμμία κονωνική καλητέρεψη, εκεί όπου ο καθένας δεν την αρχίζει στον εαυτό του».

ΑΝΔΡΕΑΣ ΛΑΣΚΑΡΑΤΟΣ (1811-1901), ΛΑΟΣ ΚΑΙ ΛΑΟΠΛΑΝΟΙ

Ο μόνος φόβος που θα’θελα να νιώθεις μπροστά σε μια αλλαγή, είναι μήπως δεν μπορείς ν’αλλάξεις

Κατά τον Χέγκελ, ολόκληρη η ιστορία της ανθρωπότητας διαθέτει μια δυναμική διαλεκτική. Η πραγματικότητα είναι ουσιαστικά αντιφατική, και η ανθρώπινη συνείδηση εν μέρει μόνο μπορεί να τη συλλάβει, και αυτό σε διαδοχικές φάσεις, που εγώ ονομάζω “αφυπνίσεις”. Η πραγματικότητα δεν υπάρχει όλη μέσα σ’ έναν δεδομένο χρόνο, ούτε μπορεί κανείς να τη γνωρίσει ολόκληρη σε μια στιγμή μόνο, αλλά εξελίσσεται μέσα στο χρόνο. Κατά βάση, η γνώση και η πραγματικότητα είναι ένα και το αυτό, είναι κίνηση προς ένα τελικό σημείο, το απόλυτο, το οποίο δεν είναι απλώς το τέλος, αλλά το όλον, το ον που ολοκληρώνεται μέσω της εξέλιξής του.

Ο Χέγκελ περιγράφει τη διαλεκτική κίνηση ως μια σειρά διεργασιών οι οποίες διεξάγονται κατά ορισμένες φάσεις- ή, στιγμές διαλεκτικής- που ονομάζονται: θέση, αντίθεση και σύνθεση. Η θέση είναι κατάφαση, επιβεβαίωση κάποιου πράγματος. Η άρνηση- ή αντίθεση-, σημαίνει αντίθεση μαζί και σύγκρουση. Η διαλεκτική ώθηση οδηγεί στο όραμα του συνόλου, σε μια τρίτη στιγμή παρέμβασης ή πρόθεση λύσης της αντίφασης. Όλα αυτά καταλήγουν σε μια νέα θέση, η οποία περιλαμβάνει και συγχρόνως υπερβαίνει το αρχικό σημείο της αφετηρίας, και από κει μπορεί και πάλι ν’ αρχίσει η διαλεκτική διαδικασία.

Η διαδικασία πρέπει να τελειώνει με την πλήρη κατανόηση της πραγματικότητας και του εαυτού μας ως ολοκληρωτικής, απόλυτης γνώσης, χωρίς σύγκρουση. Στο κορυφαίο σημείο, της σύνθεσης (της ευτυχίας;), έχουν ξεπεραστεί οι αντιφάσεις, και οι στιγμές που μας επέτρεψαν να φτάσουμε ως εδώ, σ’ αυτή τη νέα φάση, τώρα πια μας αποκαλύπτονται ως αναγκαίες.

Κοιτάζουμε πίσω και συνειδητοποιούμε πως οι στιγμές εκείνες που θα θέλαμε να μην είχαμε ζήσει ποτέ, μας έκαναν να φτάσουμε στην απόλυτη ικανοποίηση που αισθανόμαστε τώρα.

Θέση: Συνάντηση με τον εαυτό μου και τους άλλους. Αγάπη.
Αντίθεση: Θάνατος, χωρισμός, απώλεια.
Σύνθεση: Ευτυχία, υπέρτατη φάση, ολοκλήρωση του ατόμου.
Οι δυσκολίες, λοιπόν, μας αποκαλύπτονται
ως θετικές φάσεις στη ζωή μας,
αφού αυτές είναι που μας επιτρέπουν
να φτάσουμε στην ευτυχία.

Νομίζουμε συχνά ότι η σύγκρουση και η ματαίωση σηματοδοτούν την απώλεια της ευτυχίας. Το δίχως άλλο, αυτό συμβαίνει μόνο αν ταυτίζει κανείς την ευτυχία με μια παιδαριώδη στάση απέναντι στη ζωή, μια στάση που διέπεται από την επιθυμία της απέραντης ικανοποίησης, λειτουργώντας με την αρχή της ευχαρίστησης.

Οι απώλειες οδηγούν πάντα το άτομο σε συνθήκες κρίσης, όχι όμως αναγκαστικά και στην απώλεια της ευτυχίας.

Η λέξη κρίση- το λέω πάντα- είναι ένας όρος που συνδέεται αδικαιολόγητα με κάτι αρνητικό. Αυτό μπορεί να οφείλεται στο γεγονός ότι “κρίση” σημαίνει, κατά βάση, “αλλαγή”, και η κοινωνία μας φοβάται την αλλαγή- προτιμά να μένει στη σιγουριά της σταθερότητας.

Το διαφορετικό το φοβόμαστε και το απορρίπτουμε.

Ασφαλώς, προχωρώ σημαίνει: “αφήνω πίσω αυτό που δεν υπάρχει πια, κι έρχομαι αντιμέτωπος με κάτι άλλο.”

Ο μόνος φόβος που θα ’θελα να νιώθεις μπροστά
σε μια αλλαγή, είναι μήπως δεν μπορείς ν’ αλλάξεις.

Να νομίζεις πως είσαι δεμένος στο παρελθόν
και να συνεχίζεις όπως παλιά, απαράλλαχτος.

Η Δύση νομίζει πως η ζωή είναι μικρή. Λένε πως από την ώρα που γεννιόμαστε, κάθε λεπτό, ερχόμαστε και λίγο πιο κοντά στον θάνατο, κι αυτό φέρνει ένταση, άγχος, αγωνία.

Όλα τα καλά, κάθε πολυτέλεια, όλα τα πλούτη χάνουν το νόημά τους, αφού δεν μπορούμε να τα πάρουμε μαζί μας.

Στη Δύση, προχωράει κανείς μόνο προς τον θάνατο.

Η Ανατολή, αντίθετα, είναι πιο χαλαρή. Πρώτον, γιατί δεν δίνει τόση σημασία στον θάνατο. Τον θεωρεί, απλώς, μια αλλαγή μορφής. Δεύτερον, μιας και δεν υπάρχει τέλος (παρά μόνο αλλαγή), μπορεί κανείς να ζει χαλαρός, έχοντας συναίσθηση του εσωτερικού του πλούτου που θα τον συνοδεύει όπου κι αν πάει- ακόμη και πέρα απ’ τη ζωή. Ο θάνατος δεν μπορεί να του τον αφαιρέσει.

Μια παροιμία των Σούφι λέει:
Το μόνο που πραγματικά έχεις, είναι αυτό
που δεν μπορείς να χάσεις σ’ ένα ναυάγιο.

Οι σοφοί μιλάνε γιατί έχουν κάτι να πουν.Οι ανόητοι επειδή έχουν ανάγκη να πουν κάτι

Στους καιρούς μας, είναι συνηθισμένο ν’ ακούμε να μιλάνε όλες τις ώρες. Πρόκειται για μια συνήθεια, για ένα σπορ, για μια παρόρμηση, ακόμα και για έναν τρόπο να κερδίζει κανείς τη ζωή του.

Οι πολιτικοί μιλάνε για να τους πιστέψουν, οι δικηγόροι το κάνουν για να πείσουν για την αλήθεια τους.

Ωστόσο, αν είναι σημαντικό το να ξέρουμε να μιλάμε σωστά, άλλο τόσο σημαντικό είναι το να ξέρουμε να σωπαίνουμε.

Για τον Πλάτωνα, το να ξέρει κανείς να σωπαίνει ήταν προτεραιότητα.

Πράγματι, στην Ακαδημία του αυτό ήταν βασικός όρος, όπου συνηθιζόταν όλοι να περνούν κάποιο διάστημα σιωπής, διαλογιζόμενοι.

Όσο περνάν τα χρόνια, γινόμαστε όλο και πιο γρήγοροι σε όλα.

Το στρες μάς κάνει να πηγαίνουμε από το ένα μέρος στο άλλο χωρίς να σταματάμε λεπτό. Αν έχουμε μόλις μερικά λεπτά για να φάμε από τη μια δουλειά ως την άλλη, πώς να καθίσουμε να διαλογιστούμε; Και με τον διαρκή βομβαρδισμό πληροφοριών, την ηχορύπανση γύρω μας και το πλήθος των ανθρώπων με τους οποίους πιάνουμε κουβέντα, είναι σχεδόν αδύνατον να μείνουμε σιωπηλοί και να κατανοήσουμε τη σημασία του αυτοστοχασμού.

Αλλά το να σωπαίνουμε πότε πότε είναι θεμελιώδες για τέσσερις λόγους ζωτικής σημασίας:

Επιτρέπει να ξαναβρίσκουμε τον εαυτό μας και ν’ ακούμε τις εσωτερικές του ανάγκες.

Επιτρέπει όχι απλώς ν’ ακούμε τους άλλους, αλλά να τους ακούμε ενεργητικά.

Μειώνει τον αριθμό διαφωνιών, παρεξηγήσεων και τύψεων.

Βοηθάει στο να καταλαβαίνουμε αυτό που λέει ο άλλος, αντί απλώς ν’ ακούμε εκείνο που νομίζουμε ότι σκέφτεται.

Πολυάριθμες μελέτες διαβεβαιώνουν ότι η ικανότητα προσοχής την ώρα που ακούμε διαρκεί μόνο κάτι δευτερόλεπτα, κι ότι είναι ακόμα μικρότερη αν το θέμα για το οποίο μας μιλάνε δεν μας ενδιαφέρει. Γι’ αυτό και είναι πολύ βασικό να κατακτήσουμε την τέχνη του να σωπαίνουμε ώστε να ακούμε καλύτερα, είτε τη φωνή άλλων ανθρώπων είτε τις σκέψεις μας.

Αν το κάνουμε, θα εκπλαγούμε βλέποντας ως ποιο βαθμό έχουμε ενδιαφέροντα πράγματα να πούμε και μπορούμε να συσφίξουμε τη σχέση μας με τους άλλους.

Την επόμενη φορά που θα μιλήσεις με κάποιον, άκουσέ τον προσεκτικά.

Κι όταν θα έχεις μερικά λεπτά ανάπαυσης, άκου και τον εαυτό σου.

Ρητορεία και ρητορική: Αυτοκρατορικοί χρόνοι

Η αυτοκρατορική περίοδος ξεκινά επί της ουσίας με τον Αύγουστο (27 π.Χ.-14 μ.Χ.), τυπικά όμως με τον αυτοκράτορα Τιβέριο (14-37 μ.Χ.) και φτάνει ως το 476 μ.Χ., χρονιά εκτοπισμού του αυτοκράτορα Ρωμύλου Αυγουστύλου και χρονικό σημείο κατάρρευσης της δυτικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.
 
Σε αντίθεση με τη γενική εντύπωση που αφήνουν τα συγγράμματα του Διονυσίου του Αλικαρνασσέα για τη ρητορική, πως δηλαδή η τέχνη υπηρετείται προς το τέλος του 1ου αι. π.Χ. από εμπνευσμένους διανοητές, η ρητορεία που αναπτύσσεται αυτή την περίοδο φέρει για πολλούς συγγραφείς και λόγιους της εποχής εμφανή σημάδια παρακμής. Στα χρόνια του, γράφει ο Τάκιτος (γενν. περ. το 55 μ.Χ.), ο σπουδαιότερος ιστορικός της αυτοκρατορικής περιόδου, μπορεί κανείς να μιλήσει για ευφραδείς, για δικολάβους, για δικηγόρους, για πάτρωνες και γενικά για οτιδήποτε, όχι όμως για ρήτορες (Dialogus de οratoribus 1).
 
Καθώς η τέχνη του λόγου εγκαταλείπει την πολιτική σκηνή, βρίσκει πια εξέχουσα θέση στην εκπαίδευση - η διαδικασία αυτή έχει προετοιμαστεί το αργότερο από το δεύτερο μισό του 1ου αι. π.Χ. Οι ρητορικοί λόγοι δεν αποβλέπουν πια κατά κανόνα στην εξυπηρέτηση πρακτικών στόχων, όπως το να πείσουν για το δίκιο ή το άδικο μιας συγκεκριμένης πλευράς στο πλαίσιο μιας δίκης, αλλά στην επίδειξη της δεξιοτεχνίας του ομιλητή, της ικανότητάς του να πραγματευτεί με εντυπωσιακή τεχνική ένα θέμα. Άλλωστε δεν θαυμάζει πλέον κανείς σπουδαίους πολιτικούς ρήτορες, αλλά ρητοροδιδάσκαλους και ομιλητές, που επιδεικνύουν τις ρητορικές τους ικανότητες σε κλειστές αίθουσες διαλέξεων με λόγους που συνθέτουν ad hoc, τις λεγόμενες declamationes (μελέται), με άλλα λόγια δικανικούς και συμβουλευτικούς λόγους γύρω από φανταστικά θέματα (controversiae και suasoriae αντίστοιχα).
 
 Ο ρήτορας λειτουργεί πια ως ένα είδος ηθοποιού. Τα θέματα των λόγων του, που στοχεύουν στην προσέλκυση του ενδιαφέροντος και στην τέρψη του κοινού, προκαλούν την εντύπωση με τον εξωπραγματικό τους χαρακτήρα και τη δύναμη φαντασίας που τα διακρίνει. Η πραγμάτευσή τους γίνεται με ασύμμετρο προς το περιεχόμενο του λόγου ρητορικό στόμφο και όγκο. Κάποτε οι λόγοι αυτοί αφορούν πολύπλοκα, επί της ουσίας όμως μόνο κατ' επίφασιν προβλήματα.
 
Φυσική συνέπεια αυτών των συνθηκών είναι η γέννηση αυτή την εποχή μιας γραμματείας με θέμα την corrupta eloquentia, την παρακμή της ρητορείας και τους λόγους αυτής της εξέλιξης (σχετικά κείμενα γράφουν ο Πετρώνιος, ο Κοϊντιλιανός, ο Τάκιτος). Ωστόσο, καθώς οι ασιατικές πόλεις ανθούν και πάλι περίπου από το 50 μ.Χ., αναπτύσσεται σε αυτές μια νέα σοφιστική, που διακρίνεται από την παλαιότερη αντίστοιχη κίνηση καταρχάς μέσω του τίτλου της: η νέα αυτή άνθηση της ρητορείας είναι γνωστή ως «Δεύτερη Σοφιστική».
 
Ως ιστορικά απολύτως δικαιολογημένη και αναμενόμενη θα πρέπει να θεωρήσουμε και την ανάπτυξη και καλλιέργεια μέσα στην ίδια περίοδο του πανηγυρικού (λόγου), που ανήκει στο είδος της επιδεικτικής ρητορείας. Ο Panegyricus (Πανηγυρικός) του Πλίνιου του Νεότερου -προς τιμή του Τραϊανού- ορίζει τον τύπο αυτού του είδους, που έχει ως αντικείμενο την προσωπικότητα, το ήθος και τα επιτεύγματα του ηγεμόνα. Οι καταβολές του συγκεκριμένου έργου εντοπίζονται στο De clementia (Περί επιεικείας) του Σενέκα του Νεότερου (του Φιλόσοφου), ενός κειμένου που ο συγγραφέας συνέταξε με διάθεση συμβουλευτική και ταυτόχρονα εγκωμιαστική, εν είδει «κατόπτρου ηγεμόνος», για τον Νέρωνα.
 
Η ρητορεία, που ανθεί στο πλαίσιο της «Δεύτερης Σοφιστικής», αναπτύσσει από τη μια λογοτεχνικές αξιώσεις και επιδρά από την άλλη δυναμικά στη λογοτεχνία - και αυτή η εξέλιξη έχει διαφανεί κιόλας από τους ελληνιστικούς και τους αυγούστειους χρόνους. Το ύφος που διακρίνεται από εμφατικά σημεία ρητορικής ακμής ("Pointenstil") χαρακτηρίζει το έπος του Λουκανού (Pharsalia), την τραγωδία και τα πεζά κείμενα του Σενέκα του Φιλόσοφου. Εξάλλου η επίδραση της ρητορικής εκπαίδευσης στην ιστοριογραφία, με τις «συνταγές» και τις υποδείξεις της για το δραματικό διήγημα, διαφαίνεται κιόλας στη Ρωμαϊκὴ Ἀρχαιολογία του Διονυσίου του Αλικαρνασσέα.
 
Οι φιλοσοφικές και φιλολογικές τάσεις που άρχισαν να αναπτύσσονται κιόλας από τα τέλη του 2ου αι. π.Χ. στην ελληνόφωνη Ανατολή και συνδέονται πάντοτε κατά κάποιον τρόπο με τη διδασκαλία και τη θεωρία της ρητορικής θα ενισχυθούν και μέσα σε αυτούς τους χρόνους. Η κλασικιστική λογοτεχνική κριτική που ξεκίνησε μέσα στον 1ο αι. π.Χ. με το Διονύσιο τον Αλικαρνασσέα και τον Καικίλιο από την Καλή Ακτή θα καλλιεργηθεί ακόμη περισσότερο από τον ανώνυμο για μας συγγραφέα του έργου Περὶ Ὕψους, του οποίου όμως η χρονολόγηση αμφισβητείται, και από τον Κοϊντιλιανό.
 
Στο πλαίσιο της ρητορικής εκπαίδευσης έχουμε σε αυτούς τους χρόνους την εδραίωση του συστήματος των προγυμνασμάτων, που αφορούν όχι μόνο τους εκπαιδευόμενους ρήτορες αλλά και τους φιλoσόφους, τους ιστορικούς και τους ποιητές. Λόγια και σαφή εικόνα για το περιεχόμενο αυτών των ρητορικών ασκήσεων (τους τύπους κειμένων που καλούνταν να συντάξουν οι μαθητές) προσφέρει ο Αίλιος Θέων από την Αλεξάνδρεια (τέλη του 1ου-αρχές του 2ου αι. μ.Χ.). Ωστόσο, όπως ο ίδιος ομολογεί, μπορούσε να ανατρέξει για τη συγκεκριμένη διδασκαλία στο έργο σημαντικών προδρόμων.
 
Στα χρόνια του αυτοκράτορα Αδριανού (που κυβέρνησε από το 117 έως το 138) εμπίπτει η δράση του ρητοροδιδάσκαλου και πολιτικού Marcus Cornelius Fronto, που ασχολήθηκε με την εκπαίδευση των διαδόχων Μάρκου Αυρηλίου και Λεύκιου Βέρου (Marcus Aurelius, Leucius Verus). Δεν έχουν διασωθεί τα ρητορικά του συγγράμματα, κερδίζουμε όμως από τις επιστολές του μια εικόνα για τις απόψεις του. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η θέση του ότι θα πρέπει να αξιοποιηθεί ως πρότυπο ο τρόπος έκφρασης των προκλασικών συγγραφέων. Γίνεται έτσι ο πιο σημαντικός ρωμαίος εκπρόσωπος του αρχαϊσμού.
 
Ωστόσο, στην περιοχή της ρητορικής θεωρίας ο Ερμογένης από την Ταρσό (γενν. γύρω στα 160 μ.Χ.) θεωρείται ο πιο σημαντικός συγγραφέας της αυτοκρατορικής περιόδου. Σε αυτόν οφείλεται η επεξεργασία της θεωρίας των στάσεων από τον Ερμαγόρα.
 
Μια τελευταία αναλαμπή του είδους της μελέτης (declamatio) έχουμε κατά τον 4ο αι. με τον ρήτορα Λιβάνιο από την Αντιόχεια (314->392). Στον 31ο λόγο του (από τους εξήντα τέσσερις σωζόμενους) (Πρòς τοὺς Ἀντιοχέας ὑπὲρ τῶν ῥητόρων) αναφέρεται στην κατάσταση της τέχνης στην εποχή του. Ο Αφθόνιος από την Αντιόχεια, μαθητής του Λιβάνιου, επεξεργάστηκε εκ νέου το σύστημα του Ερμογένη και άσκησε με την προσωπική του συμβολή μεγάλη επίδραση στους μεταγενέστερους.
 
Η σημασία της χριστιανικής ρητορείας (τόσο απολογητικού όσο και πανηγυρικού χαρακτήρα) αρχίζει να μεγαλώνει από τον 3ο αι. Ωστόσο, η αξία της στο πλαίσιο της χριστιανικής πίστης αποτελεί αμφιλεγόμενο ζήτημα.
 
Σενέκας ο Πρεσβύτερος
 
Ο Σενέκας ο Πρεσβύτερος (Lucius Annaeus Seneca Maior, πιθ. 55 π.Χ.-39/40 μ.Χ.), πατέρας του Σενέκα του Φιλοσόφου, ρήτορας αλλά πιθανότατα όχι δικηγόρος, καταγόταν από πλούσια οικογένεια Ιππέων της Ισπανίας. Έμεινε δύο φορές για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα στη Ρώμη. Γράφει στα χρόνια του Καλιγούλα (37-41). Άκουσε τους μεγαλύτερους ρήτορες της εποχής του. Τη γνώση μας για πολλά από αυτά τα πρόσωπα την οφείλουμε αποκλειστικά στις δικές του καταγραφές.
 
Ο Σενέκας ασχολήθηκε με τη ρητορική και την ιστοριογραφία. Στο έργο Oratorum et rhetorum sententiae, divisiones, colores (Ρητόρων και ρητοροδιδασκάλων γνώμες, διαιρέσεις, αποχρώσεις) κατέγραψε ό,τι είχε συγκρατήσει στη μνήμη του από τους λόγους σπουδαίων ομιλητών που είχε ακούσει ο ίδιος. Το έργο αποτελείται από δέκα βιβλία ἀντιλογιῶν (controversiae) με φανταστικά θέματα από την περιοχή της ρητορικής εκπαίδευσης και ένα βιβλίο παραινετικών-συμβουλευτικών λόγων (suasoriae). Οι αντιλογίες πραγματεύονται εβδομήντα τέσσερα θέματα. Στην πραγμάτευση κάθε θέματος προτάσσονται γνῶμαι (sententiae), που έχουν αποφθεγματικό χαρακτήρα και παρουσιάζουν συνοπτικά τη θέση κάθε ρήτορα. Ακολουθούν οι διαιρέσεις (divisiones), (Ο όρος divisio αποδίδει τη σύνδεση της στάσεως (status) του ζητήματος που τίθεται, με τις αντίστοιχες πίστεις/ἀποδείξεις (probationes) (την κατανομή των ἀποδείξεων στις αντίστοιχες στάσεις) που αναδεικνύουν κατά βάσιν τη δομή κάθε λόγου, πώς δηλαδή ο ρήτορας διέκρινε τα επιμέρους ζητήματα που έθετε η υπόθεση (quaestiones). (Ο τεχνικός όρος color (χρῶμα) μπορεί να σημαίνει την παρουσίαση του θέματος από τον ομιλητή με την κατάλληλη «σκίαση» («ρετουσάρισμα»), ώστε να καλυφθούν πλευρές που δεν είναι ευνοϊκές και να επιφυλαχθεί το κοινό να επιδείξει διάθεση τιμωρίας) Στο τελευταίο τμήμα κάθε αντιλογίας (colores) ο συγγραφέας δίνει ένα δείγμα της ρητορικής ιδιολέκτου του ομιλητή, της τέχνης και της ιδιαίτερης προσπάθειάς του να διαφωτίσει με τη ρητορική σκευή του το ζήτημα που τον απασχολεί, ή να προβάλει πειστικά κάποιες πλευρές του. (Ωστόσο ο όρος μπορεί να σημαίνει και το στολισμό του λόγου (ornatus), τη γλωσσικά ωραία παρουσίαση του θέματος)
 
Κοϊντιλιανός
 
Όπως και ο Σενέκας, έτσι και ο Κοϊντιλιανός (Marcus Fabius Quintilianus, γεννήθηκε ίσως το 35 μ.Χ. και πέθανε πιθανόν το 96) κατάγεται από την Ισπανία. Ο πατέρας του δίδαξε ρητορική στη Ρώμη. Ο ίδιος μαθήτευσε, πριν γυρίσει και πάλι στην πατρίδα του, δίπλα στον διάσημο γραμματικό Παλαίμωνα (Remmius Palaemon) και στον ρήτορα Domitius Afer. Το 68 ακολουθεί τον Γάλβα και επιστρέφει στη Ρώμη. Για είκοσι χρόνια διδάσκει ρητορική εισπράττοντας για τις υπηρεσίες του χρήματα από το δημόσιο ταμείο. Μετά την αποχώρησή του από τη δημόσια διδασκαλία ο Δομιτιανός τού αναθέτει την εκπαίδευση των ανιψιών και κατοπινών θετών γιών του. Έτσι εξηγείται ο γενναιόδωρος έπαινoς του δασκάλου για τον τύραννο.
 
Το έργο του De causis corruptae eloquentiae (Περί των αιτίων παρακμής της ρητορείας) δεν έχει σωθεί, ενώ το έργο Declamationes (Μελέται/Επιδείξεις) που του αποδίδεται δεν είναι γνήσιο. Έχει διασωθεί το βασικό του έργο Institutionis oratoriae libri XII (Δώδεκα βιβλία για την εκπαίδευση του ρήτορα), που συνέταξε, όταν είχε πια αποχωρήσει από την ενεργό διδασκαλία. Το έργο δημοσιεύθηκε το 94 μ.Χ. κάτω από την πίεση του εκδότη του συγγραφέα.
 
Το πρώτο βιβλίο είναι αφιερωμένο στην προβολή της σημασίας της εγκυκλίου παιδείας για τον ρήτορα. Το δεύτερο εισάγει στη ρητορική. Από το τρίτο έως το έβδομο βιβλίο ο συγγραφέας πραγματεύεται την εύρεση (inventio) και την τάξη (dispositio). Τα άλλα τρία έργα του ρήτορα παρουσιάζονται στα επόμενα τέσσερα βιβλία (από το όγδοο έως το ενδέκατο). Το δωδέκατο βιβλίο αναφέρεται στον ρήτορα και στον λόγο. Ιδιαιτέρως σημαντικό είναι το δέκατο βιβλίο, όπου ο Κοϊντιλιανός δίνει μια ιστορία της λογοτεχνίας με ιδιαίτερη έμφαση στη ρωμαϊκή λογοτεχνική παραγωγή, ώστε ο εκπαιδευόμενος ρήτορας να έχει έναν λογοτεχνικό «κανόνα» που ορίζει τα πιο αξιανάγνωστα κείμενα.
 
Το κοινό προς το οποίο απευθύνεται ο Κοϊντιλιανός δεν είναι τόσο οι εκπαιδευόμενοι ρήτορες όσο οι ίδιοι οι δάσκαλοί τους. Σε αυτούς δίνονται κατευθύνσεις για το μάθημά τους, πώς δηλαδή μπορούν οδηγήσουν τους μαθητές τους στην τελειότητα.
 
Καθώς ο Κοϊντιλιανός καταγράφει τις θέσεις παλαιότερων συγγραφέων στους οποίους έχει στηριχτεί, η πραγματεία παρουσιάζει ενδιαφέρον και ως πηγή πληροφοριών για την ιστορία της αρχαίας ρητορικής. Αν και είχε γνώσεις Ελληνικών (τουλάχιστον στοιχειώδεις), επιδεικνύει μια προτίμηση προς τις λατινικές πηγές. Κάποτε παραπέμπει στον Αριστοτέλη και τον Θεόφραστο, δεν φαίνεται όμως να εκτιμούσε ιδιαίτερα την αριστοτελική Ρητορική, ενώ δεν συσχετίζει τη θεωρία του για το ύφος με τον Θεόφραστο, μολονότι θα μπορούσε χάρη στα έργα του Κικέρωνα να αντιληφθεί τις εκλεκτικές συγγένειες των θέσεών του.
 
Η βασική θέση που διατρέχει το έργο είναι ότι η ρητορική είναι η τέχνη της «καλής ομιλίας» (2.15.34: bene dicendi scientia). Κατά την άποψή του μάλιστα μόνο ένας καλός, ηθικά δηλαδή ακέραιος άνθρωπος, μπορεί να είναι καλός ρήτορας (1.pr.9). Δίνει έτσι μια νέα διάσταση στον ορισμό του ρήτορα από τον Μάρκο Πόρκιο Κάτωνα τον Τιμητή (Marcus Porcius Cato Censorius, 234-149 π.Χ.) "vir bonus dicendi peritus" -η ρήση έχει και στωικές καταβολές- συμπληρώνοντας παράλληλα τη σύλληψη του ιδανικού ρήτορα από τον Κικέρωνα: αν ο τελευταίος θεωρούσε πως ο ρήτορας θα πρέπει να συνδυάζει τη σοφία (sapientia) με την ευγλωττία (eloquentia), ο Κοϊντιλιανός πιστεύει πως όποιος θέλει να διεκδικήσει τον τίτλο του ρήτορα, θα πρέπει να συνδυάζει την ευγλωττία με την αρετή, την ηθική ακεραιότητα. Πολύ περισσότερο, ένας κακός άνθρωπος δεν μπορεί να είναι ρήτορας. Ο ρήτορας θα πρέπει πάντοτε να έχει κατά νου το καλό, να αποβλέπει στην προβολή και την υποστήριξή του, να το προτείνει, να το ενισχύει (12.1.25). Είναι προφανές ότι η συγκεκριμένη θέση έχει τη δύναμη να θαμπώσει τη λάμψη πολλών δικανικών ρητόρων και θα μπορούσε να έχει προκύψει από μια πολεμική διάθεση εναντίον συγκεκριμένων δικανικών πρακτικών που στήριζαν την ικανοποίηση ποταπών στόχων και σχεδίων. (γίνεται λόγος για τους delatores, έναν τύπο εισαγγελέων που συχνά στρέφονταν από εμπάθεια ή σκοτεινά κίνητρα εναντίον ρωμαίων πολιτών) Ωστόσο, o Κοϊντιλιανός αναγνωρίζει την ανάγκη του ρήτορα να πει κάποιο ψέμα, αν με αυτή την απάτη επιδιώκει να προφυλάξει τους αδαείς δικαστές από την πλάνη ή να προκαλέσει σε κάποιες περιπτώσεις πάθη στο κοινό του, ώστε να το πείσει. Παραδέχεται εξάλλου ότι η ρητορεία θα περιοριζόταν στη σύνταξη καλαίσθητων λόγων, αν οι ακροατές δεν είχαν τόσο ασταθή κρίση και συνείδηση κι αν η αλήθεια δεν υποτασσόταν συχνά στην κακία και την αθλιότητα των ανθρώπων.
 
Αυτές οι συνθήκες αναγκάζουν συχνά, πιστεύει, τον ρήτορα να καταφύγει σε συγκεκριμένες τεχνικές, αφού «αυτός που έχει εκτοπιστεί από τον ίσιο δρόμο μπορεί να επιστρέψει σε αυτόν μόνο μέσα από μια άλλη παράκαμψη» (Institutio oratoria 2.17.27-29).
 
Τάκιτος
 
Στον Τάκιτο (περ. 55-περ. 120 μ.Χ.), τον μεγαλύτερο ιστορικό των αυτοκρατορικών χρόνων, οφείλουμε τον Dialogus de oratoribus (Διάλογο περί των ρητόρων), που δημοσιεύτηκε μεταξύ του 102 και του 105 μ.Χ.
 
Πρόκειται για έργο βασισμένο στον διάλογο του Κικέρωνα De oratore. Στην αρχή έχουμε έναν «αγώνα λόγων» μεταξύ του ρήτορα M. Aper, που υπερασπίζεται τη ρητορική τέχνη -η τοποθέτησή του θυμίζει απόψεις του Κοϊντιλιανού και του Πλίνιου του Νεότερου (Epistulae 2.11.1, 6.11, 6.21.1, 6.23)-, και του ποιητή Curiatius Maternus - ο τελευταίος προβάλλει την αξία και σημασία της ποίησης. Σε αυτό το σημείο παρεμβαίνει ο Vipstanus Messalla και στρέφει τη συζήτηση προς το θέμα της αντίθεσης μεταξύ της παλαιάς και της νέας ρητορείας. Ο Άπρος υπερασπίζεται τη σύγχρονη ρητορεία και στη συνέχεια ο Ματέρνος ζητά από τον Μεσσάλλα να εξηγήσει τις αιτίες παρακμής της ρητορείας. Ως ένας από τους βασικούς λόγους αυτής της εξέλιξης αναγνωρίζεται η πλημμελής διδασκαλία (ο Μεσσάλας υποστηρίζει ότι η σύγχρονη εκπαίδευση δεν προσφέρει την απαραίτητη γενική παιδεία, όπως είχε οραματιστεί ο Κικέρωνας, ενώ στηρίζεται στην εκμάθηση πλαστών και εξωπραγματικών λόγων, μια που επιδιώκει να καλλιεργήσει κυρίως το ύφος). Η παρακμή της ρητορείας συνδέεται όμως και με την πολιτική κατάσταση και πραγματικότητα (σε αυτό το συμπέρασμα καταλήγει ο Ματέρνος). Στο πλαίσιο του δημόσιου βίου στο παρελθόν, κάτω από τις συνθήκες της ρωμαϊκής δημοκρατίας, ανέκυπτε κάθε τόσο η ανάγκη για τη σύνταξη και εκφώνηση καίριων δημόσιων λόγων. Η ρητορεία, ως κόρη της licentia (της ελευθερίας), είναι το τίμημα της πολιτικής ηρεμίας που στηρίζεται στην καταστολή· ιδεώδεις πολιτικές συνθήκες καθιστούν περιττή τη ρητορική τέχνη.
 
Στο συγκεκριμένο έργο αποτυπώνεται ένας προβληματισμός για την κατάσταση και το μέλλον της ρητορείας και της ρητορικής, που φαίνεται πως είναι διάχυτος αυτή την εποχή: στοιχεία του ανιχνεύονται στο έργο του Πετρώνιου, του Σενέκα του Πρεσβύτερου και του Νεότερου, στον Ψευδο-Λογγίνο, στον Κοϊντιλιανό. Η παρακμή της ρητορείας αποδίδεται άλλοτε στον περιορισμό των ατομικών ελευθεριών στον πολιτικό βίο, που μάλιστα θεωρείται κάποτε αναπόφευκτο τίμημα για το προνόμιο να ζει κανείς σε καθεστώς σταθερότητας και ειρήνης, και άλλοτε στη βαθύτατη διάβρωση της κοινωνίας.
 
Η «Δεύτερη Σοφιστική»
 
Από το 50-60 μ.Χ. οι πόλεις των μικρασιατικών παραλίων αρχίζουν και πάλι να ανθούν. Το ελληνικό τμήμα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας κερδίζει μάλιστα ολοένα σε περιωπή. Στις λαμπρότερες πόλεις της δυτικής Μ. Ασίας, τη Σμύρνη, την Έφεσο, την Πέργαμο, καλλιεργείται μια νέα σοφιστική κίνηση, που θα ανθίσει και στην Αθήνα - βεβαίως οι εκπρόσωποι της νέας αυτής ρητορείας έρχονται και από άλλες πόλεις και μάλιστα όχι μόνο ελληνικές. Πρόκειται για τη «Δεύτερη Σοφιστική», που θα παραμείνει ζωντανή για τουλάχιστον τρεις αιώνες - αυτός είναι ο όρος που χρησιμοποιεί ο Φλάβιος Φιλόστρατος (περ. 165-244/249 μ.Χ.) στους Βίους σοφιστῶν, τη βασική μας πηγή για τη συγκεκριμένη κίνηση, για να διακρίνει τους ρήτορες στους οποίους αναφέρεται από τους σοφιστές του 5ου αι. Ωστόσο, είναι ο Erwin Rohde αυτός που θα χρησιμοποιήσει πρώτος τον όρο -όχι χωρίς να προκαλέσει την κριτική-, για να δηλώσει μια συγκεκριμένη περίοδο (από το 60 έως το 230 μ.Χ.): το διάστημα που ξεκινά με την αναβίωση της ασιανής ρητορείας, πριν από την κυριαρχία του αττικισμού από τα μέσα του 2ου αι. μ.Χ. Κατά τον Αlbin Lesky όμως ο όρος «δεύτερη σοφιστική» «είναι παραπλανητικός, γιατί από τη μια αυτό το κεφάλαιο το χωρίζουν πάρα πολλά από την παλιά σοφιστική, ενώ από την άλλη δεν πρόκειται για εισβολή νέων πραγμάτων, αλλά για μιαν εξέλιξη που από τον Γοργία, με δράση και αντίδραση, μέσω του Ισοκράτη, του Περίπατου και της ελληνιστικής εποχής οδηγεί στην αυτοκρατορική».
 
Στο πλαίσιο αυτής της κίνησης το ασιανό ύφος αναβιώνει· στοιχεία του ανιχνεύονται μέχρι και τουλάχιστον τον 4ο αι. Ωστόσο, αναπτύσσονται παράλληλα κλασικιστικές τάσεις, που διακρίνονται από την αναζήτηση του καθαρού αττικού λεξιλογίου - κυρίως μέσα στο 2ο και τον 3ο αι. Κάποιοι μάλιστα από τους εκπροσώπους της κίνησης κατάφεραν να μιμηθούν τόσο καλά τα πρότυπά τους -τους μεγάλους αττικούς ρήτορες του 5ου και 4ου αι.- ώστε κατά την ύστερη αρχαιότητα και τη βυζαντινή περίοδο να θεωρούνται αυτοί οι ίδιοι πρότυπα άξια προς μίμηση· ο Αίλιος Αριστείδης (117-περ. 185) αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Μάλιστα σε αντιστοιχία με τον κανόνα των δέκα αττικών ρητόρων συντάχθηκε ο κανόνας των δέκα σοφιστών (σε αυτόν ανήκουν μεταξύ άλλων ο Δίων από την Προύσα, ο επονομαζόμενος Χρυσόστομος, ο Νικόστρατος, ο Πολέμων, ο Ηρώδης ο Αττικός, ο Φιλόστρατος, ο Αίλιος Αριστείδης).
 
Η επικράτηση της νέας αυτής κίνησης σημαίνει επικράτηση της ρητορικής πάνω στη φιλοσοφία και στην επιστήμη, που κυριαρχούσαν κατά τους ελληνιστικούς χρόνους. Κάποιοι μάλιστα από τους εκπροσώπους της, όπως ο Αίλιος Αριστείδης, ο Λουκιανός, ακόμη και ο Ηρώδης ο Αττικός, αντιτίθενται απροκάλυπτα στη φιλοσοφία. Το κύρος του επαγγελματία ρήτορα φτάνει αυτή την εποχή στο απόγειό του.
 
Αυτοί οι νέοι σοφιστές κατέχουν στο εκπαιδευτικό «σύστημα» της εποχής εξέχουσα και ηγετική θέση. Παραδίδουν μαθήματα, ενώ παράλληλα περιηγούνται και δίνουν διαλέξεις, μέσα από τις οποίες επιδεικνύουν την τέχνη και τη ρητορική τους δεινότητα. Συνήθως προηγείται του λόγου ως εισαγωγή σε αυτόν μια ανεπίσημη παρουσίαση του θέματος σε απλό και λιτό ύφος, η οποία προϋποθέτει την παρουσία κάποιου παραλήπτη (διάλεξις, λαλιά, προλαλιά). Ακολουθεί ένας επιμελημένος και με ιδιαίτερη προσοχή επεξεργασμένος, κατά κανόνα συμβουλευτικός λόγος πάνω σε ένα φανταστικό θέμα, συνήθως από την περιοχή της ιστορίας των κλασικών χρόνων (μελέτη). Ανάλογα με τις προτιμήσεις του κοινού ο ομιλητής μπορεί ακόμη και να αυτοσχεδιάσει. Δεν λείπουν εξάλλου οι αγώνες μεταξύ δύο σοφιστών. Η παρουσίαση του λόγου έχει θεατρικό χαρακτήρα και μέσα από τη γλώσσα του σώματος οι ομιλητές αποβλέπουν στον εντυπωσιασμό του κοινού, που μπορεί δια βοής να τους επιδοκιμάσει ή να τους αποδοκιμάσει. Οι σοφιστές παρουσίαζαν κάποτε και επιδεικτικούς λόγους (ἐπιδείξεις), όπως επικήδειους ή γενέθλιους λόγους, λόγους για τα εγκαίνια δημοσίων κτιρίων ή εγκώμια πόλεων. Μάλιστα προς τα τέλη του 3ου αι. μ.Χ. ο Μένανδρος, ο επονομαζόμενος Ῥήτωρ, θα συνθέσει το έργο του Περὶ ἐπιδεικτικῶν, όπου πραγματεύεται διάφορους τύπους επιδεικτικού λόγου (μεταξύ άλλων, λόγους προς τιμήν θεών, πόλεων, χωρών, λόγους εγκωμιαστικούς νεκρών (επιτάφιους, επικήδειους), λόγους προς τιμήν του ηγεμόνα).
 
Οι εκπρόσωποι αυτής της κίνησης δεν ασχολούνταν οι ίδιοι με νομικά ή δικανικά θέματα, αλλά πλαισίωναν συνήθως θέσεις διοικητικές, μεταξύ αυτών συχνά και θέσεις πρεσβευτών. Ανήκουν μάλιστα στην υψηλότερη κοινωνική τάξη, ενώ πολλοί από αυτούς είναι ευεργέτες της πόλης τους. Αναλάμβαναν εξάλλου τη σύνταξη και εκφώνηση πανηγυρικών λόγων σε εξέχουσες περιπτώσεις, όπως σε τελετές υποδοχής ή αποχαιρετισμού υψηλών αξιωματούχων. Οι αμοιβές τους, αρκετά υψηλές, προέρχονταν από τους μαθητές τους, ή/και από τον δημόσιο μισθό για τη διδασκαλία τους, όπως και από τις χορηγίες και τα δώρα ισχυρών θαυμαστών τους.
 
Στους εκπροσώπους αυτής της κίνησης οφείλεται από τη μια η διαφύλαξη του κλασικού τμήματος της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας και από την άλλη η απώλεια του μεγαλύτερου μέρους των γραπτών κειμένων της ελληνιστικής περιόδου. Τύποι ρητορικών ασκήσεων όπως η μελέτη, η διάλεξις, η ἔκφρασις αποκτούν λογοτεχνικό χαρακτήρα. Η επιστολή καλλιεργείται πολύ περισσότερο απ' ό,τι στο παρελθόν. Παράλληλα όμως νοθεύονται με μεταγενέστερες συνθέσεις παλαιότερα σώματα κειμένων, όπως το σύνολο των έργων των αττικών ρητόρων ή του Πλάτωνα.
 
Κάποια κείμενα δίνουν την εντύπωση εντελώς νέων, από την άποψη του είδους, συνθέσεων, όπως, για παράδειγμα, οι λόγοι θεών, ο Ὄνος του Λουκιανού, ο Ἡρωικός του Φιλόστρατου ή οι ερωτικές επιστολές που παραδίδονται με το όνομα του τελευταίου. Ο Λουκιανός ανανεώνει τον πλατωνικό και τον μενίππειο διάλογο. Τέλος οι βιογραφίες σοφιστών αποτελούν είδος που καλλιεργείται με ιδιαίτερη θέρμη.
 
Στις διαφορές από τους εκπροσώπους της Αρχαίας Σοφιστικής θα πρέπει να προστεθεί ο διαφορετικός κοινωνικός ρόλος των νέων σοφιστών: πολλοί από αυτούς γίνονται συνεργάτες του αυτοκράτορα και αναλαμβάνουν υψηλά αξιώματα. Έτσι η σημασία τους για τη ρωμαϊκή ιστορία φαίνεται να είναι μεγαλύτερη απ' ό,τι για την ελληνική. Άλλωστε οι αυτοκράτορες ιδρύουν έδρες διδασκαλίας της λατινικής και ελληνικής ρητορικής και προσφέρουν εντυπωσιακά υψηλές αμοιβές στους καθηγητές που τις στελεχώνουν.