Τετάρτη, 13 Αυγούστου 2014

Eσύ και μόνο εσύ θα έχεις τα αστέρια

Eσύ και μόνο εσύ θα έχεις τα αστέρια, όπως κανείς άλλος δεν τα έχει. Σε ένα από αυτά θα ζω. Σε ένα από αυτά θα γελώ. Όταν το βράδυ θα κοιτάς τον ουρανό, θα μοιάζει σαν να γελάνε όλα τα αστέρια. Εσύ και μόνο εσύ, θα έχεις αστέρια που γελούν. Σε αγαπώ. Μου λείπεις. Θα προσπαθώ να συνεχίσω να κοιτάω ψηλά." 

Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ "Ο μικρός πρίγκηπας"

Ο ΕΛΛΗΝ ΛΟΓΟΣ

Ἀλφαβητικός Συλλαβικός καί Λεξιλόγιος Κῶδιξ Θεολόγου Σημαιοφόρου

Η φράσις τού σοφού Ηρακλείτου, ότι "η  Γραμματική, δι' αφώνου και φωνήεντος εδόμησε την πρώτην συλλαβήν" είναι δηλωτική ότι η Ελληνική Γλώσσα, είναι δομημένη βάσει Kώδικος.
 
Μετά από εικοσαετή μελέτη και έρευνα, αξιώθηκα να ανακαλύψω εκ νέου, τον ξεχασμένον από χιλιετίες, πιστεύω, κώδικα, τον οποίον κατέγραψα το έτος 1993 και ο οποίος συνοψίζεται στην διαπίστωσιν ότι:
Κάθε γράμμα της Ελληνικής αλφαβήτου αντιστοιχεί σε μίαν συγκεκριμένην έννοιαν (την ιδίαν πάντα, εξ’ού και κώδιξ), η οποία αποκαλύπτει, αβιάστως, το αρχικόν νόημα της λέξεως, με τρόπον απλούν, ακριβή και κατανοητόν.

Η Ελληνική Γλώσσα, ως προς την δομήν τών λέξεων της, είναι τελεία και Συμπαντική.
Όλαι αι Ελληνίδες λέξεις, οι Μύθοι, αι παραβολαί και πλείστα αρχαία κείμενα της Ελληνικής γραμματείας, με την εφαρμογήν της μεθόδου τού "Κωδικος της Ελληνικής Γλώσσης" υπό τον γενικόν τίτλον "ΕΛΛΗΝ ΛΟΓΟΣ", γίνονται προσιτά στην κατανόησίν μας, και προβάλλουν τα κρυμμένα νοήματα αποκαλύπτοντας πλήθος επιστημονικών πληροφοριών, αλλά και ηθικήν διδασκαλία, περί της αναγωγής του ανθρώπου.
 
Το έργον μου είναι πρωτότυπον και δεν περιλαμβάνει βιβλιογραφίαν, πέραν των αναφορών στην αρχαία Ελληνική γραμματεία, στά θεολογικά κείμενα καί βεβαίως στά Λεξικά μας.
Το όνειρον κάθε ερευνητού, να γίνη μέτοχος τών νοημάτων - μηνυμάτων των αρχαίων κειμένων, είναι πλέον εφικτόν.

Αναμένω, αυτό το μέγιστον δι' εμέ δώρο, το εύχρηστον νοηματικόν εργαλείον, να παραδοθή, πρός χρήσιν παντός ΕΛΛΗΝΟς (= φωτεινού Νοός).

Πρωτοκωδικές Συλλαβές

ΕΛΛΗΝ ΛΟΓΟΣ
Πίναξ Γραμμάτων
Α
Αρχική δύναμις (ΑΛΦΑ = αρχικόν ηλιοφώς)
Β
Ενέργεια πάσης φύσεως (Β-ΗΤΑ = η ενέργεια που φανερώθηκε και στερεώθηκε)
Γ
Τό γαιώδες σωματίδιον (ΓΑΜΑ = η γή - τό γεμά-το)
Δ
Η Δύναμις πού δομεί καί δημιουργεί
Ε
Η εκπορευομένη δύναμις (τού φωτός)
Ζ
Η Ζωή καί η Ζέσις
Η
Η διπλή κάθοδος τής ακτινοβολίας - η φανέρωσις
Θ
Η θέασις - πάν θεώμενον
Ι
Συνεχής κάθοδος τής δυνάμεως (τού φωτός), μικρά ποσότης - αμφίδρομος κίνησις - αφανής
Κ
Τά κάτω
Λ
Γιά τά ουράνια ο φωτισμός ο ηλιακός, γιά τά γήινα τά υγρά
Μ
Η ορατή μας φύσις
Ν
Νούς - Νόμος καί τά Νερά στήν φύσιν
Ξ
Κ+Σ Τό Κάτω σέ έσω χώρον ή ΚΑΣΑ
Ο
Χώρος περιωρισμένος ασχέτως μεγέθους
Π
Τό Πύρ, τό πρώτον στοιχείον - τό άνωθεν - τό πατρικόν
Ρ
Ροή πρωτίστως φωτοενεργειών, υστέρως δέ πάσα άλλη Ροή
Σ
Τό εσωτερικώς θεώμενον
Τ
Η στερέωσις τής Δυνάμεως ή τής θεάσεως
Υ
Μεγάλη συσσώρευσις δυνάμεως (φωτός)
Φ
Τό Φώς
Χ
Τά χοϊκά στοιχεία - η χθών
Ψ
Π+Σ = Τό πύρ σέ έσω χώρον
Ω
Ο πλανήτης - γήινος χώρος

Αλφαβητικός και Συλλαβικός Κώδικας
Ο Αλφαβητικός Κώδικας του Θεολόγου Αναστ. Σημαιοφόρου είναι μία μέθοδος ανευρέσεως των εννοιών των γραμμάτων της Ελληνικής Γλώσσας.

ΕΛΛΗΝ ΛΟΓΟΣ
Πίναξ Συλλαβών
  1234567   
1
ΒΒΑΒΕΒΟΒΥΒΙΒΗΒΩΒΑ
=
Φωνή - βοή - ήχος - ενέργεια με βοήν
2
ΓΓΑΓΕΓΟΓΥΓΙΓΗΓΩΓΑ
=
Η στερέωσις της ροής σε χώμα
3
ΔΔΑΔΕΔΟΔΥΔΙΔΗΔΩΔΑ
=
Δόμησις-δύναμις - δημιουργία
4
ΖΖΑΖΕΖΟΖΥΖΙΖΗΖΩΖΑ
=
Ζωή διά μέσου της δυνάμεως
5
ΘΘΑΘΕΘΟΘΥΘΙΘΗΘΩΘΑ
=
Θέασις
6
ΚΚΑΚΕΚΟΚΥΚΙΚΗΚΩΚΑ
=
Τα υλικά που πορεύονται προς τα κάτω
7
ΛΛΑΛΕΛΟΛΥΛΙΛΗΛΩΛΑ
=
Λευστότητα ηλιακής ακτινοβολίας η υγρής λεύσεως
8
ΜΜΑΜΕΜΟΜΥΜΙΜΗΜΩΜΑ
=
Η ορατή φύσις
9
ΝΝΑΝΕΝΟΝΥΝΙΝΗΝΩΝΑ
=
Νόμος - νούς - υγρόν εις την φύσιν
10
ΞΞΑΞΕΞΟΞΥΞΙΞΗΞΩΞΑ
=
ΚΑ+ΣΑ = κάσα
11
ΠΠΑΠΕΠΟΠΥΠΙΠΗΠΩΠΑ
=
Πατήρ-πύρ
12
ΡΡΑΡΕΡΟΡΥΡΙΡΗΡΩΡΑ
=
Ροή ενεργείας
13
ΣΣΑΣΕΣΟΣΥΣΙΣΗΣΩΣΑ
=
Το κρυμμένον και εσωτερικώς θεώμενον
14
ΤΤΑΤΕΤΟΤΥΤΙΤΗΤΩΤΑ
=
Η στερεά δομημένη ύλη-η πήξις του υγρού
15
ΦΦΑΦΕΦΟΦΥΦΙΦΗΦΩΦΑ
=
Φώς
16
ΧΧΑΧΕΧΟΧΥΧΙΧΗΧΩΧΑ
=
Τα χοϊκά τα έχοντα ελαχίστην ροήν
17
ΨΨΑΨΕΨΟΨΥΨΙΨΗΨΩΨΑ
=
Πύρ εσωτερικόν - Ψυχή

ΦΩΝΗΕΝΤΑ
Τά αναφερθέντα περί φωνηέντων είναι ενδεικτικά. Η λειτουργία των, εντός των Ελληνίδων λέξεων, θά κατανοηθή ολίγον κατ' ολίγον.
  Αι Ελληνίδες Λέξεις μάς μεταφέρουν τά νοήματα τού Έλληνος Λόγου. Τά Άφωνα αποτελούν τόν νοηματικόν ιστόν τής λέξεως, ενώ τά φωνήεντα φωτίζουν πολυτρόπως τά νοήματα των αφώνων.
ΤΑ ΦΩΝΗΕΝΤΑ ΕΙΝΑΙ ΦΩΣ
Η επτάς των φωνηέντων είναι μία ουσία. Είναι η ουσία τού ΑΛΦΑ = Ηλιοφώς = Αρχική δύναμις.
Τό ΑΛΦΑ, ώς αρχική δύναμις ηλιοφωτισμού, όταν θέλει νά εκπορευθή ή νά δηλώση τήν έκτασιν, τρέπεται σέ Έψιλον.πχ. Τρέχω.
Όταν κατέρχεται, ώς ακτίς, γίνεται ΙΩΤΑ. πχ. Βίος.
Όταν η κάθοδος της ακτίνος είναι διπλή, τότε εμφανίζεται ως ΗΤΑ και σημαίνει τήν φανέρωσιν. πχ. Ήλθα.
Όταν η δύναμις του ΑΛΦΑ συσσωρεύεται σέ μεγάλην ποσότητα, τότε σημαίνεται διά τού ΥΨΙΛΟΝ. πχ. Υδρία.
Όταν κλείνεται σέ χώρον ωρισμένον, απροσδιορίστου μεγέθους, τότε εμφανίζεται διά τού ΟΜΙΚΡΟΝ. πχ. Όλον.
Όταν τέλος επικάθηται του γηίνου χώρου, γίνεται ΩΜΕΓΑ. πχ. ώρα(= ο φωτισμός στήν Γή).
Δηλαδή τα φωνήεντα σημαίνουν:
Α = Αρχική δύναμις (ηλιοφωτισμού).
Ε = Εκπόρευσις δυνάμεως (ηλιοφωτισμού), έκτασις.
I  = Ολίγη δύναμις (ηλιοφωτισμού), συνεχώς τροφοδοτούσα.
Η = Διπλή κάθοδος - φανέρωσις (ηλιοφωτισμού).
Υ = Μεγάλη συσσώρευσις (ηλιοφωτισμού).
Ο = Χώρος ωρισμένος ή σώμα, ασχέτως μεγέθους.
Ω = Γήινος χώρος.

Δίφθογγοι
Όταν δύο ή περισσότερα φωνήεντα ενωθούν, εμφανίζουν αθροιστικώς τά Kωδικά τους νοήματα.
ΑΙ: Είναι η αρχική δύναμις συνεχώς κατερχομένη.
ΑΛΦΑ= ηλιοφώς, τό οποίον διά τού ΙΩΤΑ δηλούται δύναμις συνεχώς κατερχομένη. Αυτή η συνεχής τροφοδοσία του φωτός ορίζει τήν έννοιαν τής αιωνιότητος. Τά δύο φωνήεντα Α+Ι δηλούν, κατά τον Κώδικα, τό αιώνιον π.χ. Γαία - Αιγαίον - Αίγλη = Φώς ηλίου κλπ. 
ΑΥ: Είναι η αρχική δύναμις ΑΛΦΑ= ηλιοφώς, η οποία διά τού -Υ- δηλούται συσσωρευμένη σέ μεγάλην ποσότητα π.χ. Αυγή = Τό λαμπρόν Φώς τού ηλίου, Αυξάνω = κάνω τί νά μεγαλώση.
ΕΙ: Διά τού Ε δηλούται η κίνησις καί η έκτασις, διά δέ τού -Ι- η συνεχής τροφοδοσία τής δυνάμεως ή τής ακτινοβολίας. Σέ όσες Ελληνίδες λέξεις υπάρχει η δίφθογγος ΕΙ σημαίνεται η κίνησις ή η έκτασις, η οποία συνεχώς τροφοδοτείται. π.χ. ΕΙΜΙ= Είμαι - υπάρχω. Διά τού Ε εκφράζεται η κίνησις τού όντος καί διά τού -Ι- η συνεχώς κατερχομένη ακτινοβολία, ένεκα τής οποίας υπάρχει.
ΕΥ= Διά τού -Ε- δηλούται η κίνησις καί η έκτασις, διά δέ τού -Υ- η συσσωρευμένη δύναμις. Υπενθυμίζω, ότι όλα τά φωνήεντα είναι η εκδήλωσις τού ΑΛΦΑ, σέ διαφορετικήν πορείαν ή ποσότητα ακτινοβολίας. Επί πλανήτου η πόρευσις καί συσσώρευσις τού φωτός θεωρείται ΕΥ= καλή π.χ. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ = Έννοια γνωστή, η οποία διά τού Κώδικος αναδεικνύει τό ύψιστον νόημα της. Είναι ΕΛ= πορευόμενος φωτισμός, ΕΥ= πού φέρνει καλήν ΘΕΡΙΑ= θωριά ή θεωρία ή θορόν = σπέρμα. Είναι δηλα-δή η Ελευθερία, αυτή πού παράγει τά φωτεινά νοήματα καί γεννά τούς φωτεινούς καί καλώς θεωρούντας Ανθρώπους. Αυτή είναι πηγή πολιτισμού καί ευδαιμονίας.
ΟΙ: Διά τού -Ο- δηλούται ο περιωρισμένος χώρος, διά δέ τού Ι η κατερχομένη δύναμις σέ μικράν ποσότητα. Η δύναμις αυτή, (ώς έχει αναφερθεί στό φωνήεν Ι) είναι συνεχώς κατερχομένη, έχει αμφίδρομον κίνησιν καί η δύναμις της είναι μικρά. Δύναται νά λειτουργή καί αφανώς π.χ. ΚΟΙΛΙΑ= Διά τού -Ο- δηλούται ο περιωρισμένος χώρος καί διά τού -Ι- η συνεχώς κατερχομένη τροφοδοσία. ΟΙΚΙΑ = Διά τού -Ο- δηλούται ο χώρος όπου υπάρχει τό κτίσμα καί διά τού -Ι- τό ύψος αυτού. Ομοίως καί στήν λέξιν ΤΟΙΧΟΣ.
ΟΥ: Διά τού -Ο- δηλούται ο χώρος ο περιωρισμένος ή τό σώμα (ανεξαρτήτως μεγέθους), διά δέ του -Υ- η μεγάλη συσσώρευσις.
Η δίφθογγος ΟΥ, εν συνόλω, δηλώνει τόν γεμάτον χώρον, τόν δομημένον π.χ. ΒΟΥς = Ενέργεια (Β) σέ χώρον ωρισμένον (Ο) συσσωρευμένη (Υ). Η λέξις ΒΟΥς χρησιμοποιείται ως συνθετικόν λέξεων, διά νά εκφράση τό υπερβολικά μεγάλο. ΒΟΥΛΗ= Θέλησις - απόφασις. Είναι η ΒΟΥ= ενέργεια σέ μεγάλην συσσώρευσιν ΛΗ= τού φωτισμού, η οποία παράγει τό αποτέλεσμα, ως θέλησιν - απόφασιν. ΝΟΥΣ= Διά τού Ν δηλούται ο Νούς καί ο Νόμος, διά δέ τού Υ η μεγάλη συσσώρευσις δυνάμεως. Ο Νούς είναι ο αντιλαμβανόμενος τά δρώμενα καί ασφαλώς ο ορθώς κρίνων τά πάντα.

Αποκωδικοποίησις Ελληνίδων Λέξεων
ΑΚΤΙΣ = Αρχική δύναμις (ηλιοφωτισμού) κάτω
ΑΡΑ = Αρχική δύναμις (Α), υπερτάτου φωτισμού (ΡΑ). Είναι τό συμπερασματικόν πού δηλώνει τόν φωτισμόν τού νοήματος
ΓΕΑ: Τό γήινον σώμα (Γ) τό οποίον εκτείνεται (Ε) καί είναι εκ τής αρχικής δυνάμεως (Α). Είναι η Γέα - Γή, η Γή μας.
ΙΚΑΝΟΣ: Ι = συνεχώς τροφοδοτούμενος ΚΑ = κάτω ΝΟς = Νούς.
ΗΒΗ: Η = διπλή κάθοδος δυνάμεως ΒΗ = ενέργεια διπλή καί φανερά. Διά τού Η δηλούται η φανερά ενέργεια πού χαρακτηρίζει τήν ηλικίαν τής ήβης - τής νεότητος
ΗΛΙΟΣ: Η = η διπλή κάθοδος - η φανέρωσις ΛΙΟΣ = τού ηλίου.
ΥΠΝΟΣ: Υ = συσσωρευμένη δύναμις ΠΝΟΣ = Πνοής
ΥΕΤΟΣ: Υ = συσσωρευμένη δύναμις Ε = πού πορεύεται ΤΟΣ = επί τού στερεού σώματος.
Η λέξις ΥΕΤΟΣ εννοιολογεί τήν ραγδαία βροχήν πού είναι δύναμις ασφαλώς Υ = συσσωρευμένη.
ΟΦΘΑΛΜΟΣ: Ο = ο χώρος Φ = τού φωτός ΘΑΛΑΜΟΣ = θάλαμος ή ο χώρος -Ο- διά τού οποίου Φ = τό φώς περνά, ΘΑΛΑΜΟς = στόν θάλαμον.
ΩΡΑ: Ω = επί γής, ΡΑ = ο υπέρτατος φωτισμός.
ΠΑΙΣ: Τό άφωνον Π δηλώνει τό Πύρ. Ώς συλλαβή ΠΑ εννοιολογεί τό πύρ τό αρχικόν. Διά τού Ι αυτό τό αρχικόν πύρ δηλούται κατερχόμενον αλλά καί αιώνιον. Είναι δήλα-δή ο ΠΑΙΣ, ο εκ τού ΠΑτρός κατερχόμενος.
ΝΑΙΩ: Ν = Νούς, Αι = αιωνίας δυνάμεως, Ω = επί γής. Ναίω = κατοικώ. Ο Νούς επί πάντων Ναίει = κατοικεί.
ΚΡΟΝΟΣ : Παρήχθη εκ τής κωδικής ΚΑΡΑΝΑ καί σημαίνει ΚΑ = κάτω, ΡΑ = η ροή, ΝΑ = διά Νοός καί Νόμου.
 
Αποκωδικοποιήσεις Μύθων
Η σελίς αυτή περιέχει αποκωδικοποιήσεις μέρους Ελληνικών Μύθων.
 

   Ο ΗΡΑΚΛΗΣ συνέλαβε την έλαφον ζωντανή στόν Λάδωνα Ποταμόν. Όταν τήν παρέδωσε στόν Ευρυσθέα, εκείνος τήν ελευθέρωσε.
   Ο ΗΡΑΚΛΗΣ είναι τό φανερόν κατερχόμενον (Η), υπέρτατον φώς (ΡΑ), καί η ΚΛΗΙΣ (κλειδί). Η ΕΛΑ-ΦΟΣ είναι το εκπορευόμενον (Ε), ηλιακόν (ΛΑ), φώς (ΦΟς). Αυτήν τήν ΕΛΑ-ΦΟΝ ο ΗΡΑΚΛΗΣ συλλαμβάνει κατόπιν ετησίας αναζητήσεως της στον Ποταμόν ΛΑ-ΔΩΝΑ.
   Η ονομασία του ποταμού είναι ΛΑ= φωτισμός ΔΩΝΑ= διανοίας. Τα άφωνα Δ= δύναμις καί Ν= Νούς δομούν την λέξιν Διάνοια (Δίνη, Δονώ κλπ.). Η ΕΛΑ-ΦΟΣ παραδίδεται στόν ΕΥΡΥΣΘΕΑ= στήν ευρείαν (ΕΥΡΥ), εσωτερικήν (Σ), θέασιν (ΘΕΑΝ) ή αντίληψιν.
   Από τά βάθη λοιπόν του χρόνου οι σοφοί πρόγονοί μας θεωρώντας ημάς ώς ΗΡΑΚΛΕΙΣ= φωτεινές Κληίδες μάς προτρέπουν νά αναζητήσωμεν τό φώς (ΕΛΑΦΟΣ).
   Τό Φώς αυτό θά τό εύρωμεν μόνον στήν φωτισμένην διάνοιαν μας (ΛΑΔΩΝ) καί οφείλομεν νά τό φέρωμεν στήν εσωτερικήν κατανόησίν μας (ΕΥΡΥΣΘΕΥΣ). Εν συνεχεία πρέπει νά το ελευθερώσωμεν, διότι το φώς το διανοητικόν, όταν συλληφθή εντός τής Διανοίας, πρέπει ευθύς νά διασκορπισθή, διά νά φωτίση καί τούς συνανθρώπους μας.
 
 
   Ο ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ παρεχώρησε το Πύρ στούς Ανθρώπους μέ ΤΗΛΕΣΚΟΠΟΝ ΑΥΓΗΝ.
   Ο ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ είναι Π = Πύρ, ΡΟ = Ρέον είς χώρον, ΜΗ = επί τής ορατής φύσεως, ΘΕΥς = η οποία Θεάται καλώς. ΤΗΛΕΣΚΟΠΟΣ σημαίνει ΤΗ = Δύναμις στερεωμένη, ΛΕ = εκ των ηλιακών ακτινοβολιών αί οποίαι Σ = εισέρχονται είς έσω χώρον ΚΟ = Κάτω εδώ ΠΟς = και είναι Πύρ.
   Η λέξις ΤΗΛΕΣΚΟΠΟΣ αποκαλύπτει τόν ΤΗΛΕ = από μακράν ΣΚΟΠΟ = σκοπόν τού δημιουργού Νοός. Εντός της λέξεως ΤΗΛΕΣΚΟΠΟΣ τα άφωνα Σ+Κ, δομούν την λέξιν ΣΑΚΟΣ καί ΣΚΙΑ διά νά δηλωθή ότι η κατερχομένη δύναμις τού ηλιακού Πυρός τίθεται εντός σάκου = φυσικά σώματα, τά οποία ασφαλώς έχουν ΣΚΙΑΝ.
   Τέλος η ΑΥΓΗ είναι η Α = αρχική δύναμις ή ΑΛΦΑ = ηλιοφώς, Υ = είς συσσώρευσιν, ΓΗ = επί γής κατερχομένη. Εν συνόλω η πρότασις ότι ο ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ έδωσε στούς ανθρώπους τό ΠΥΡ μέ ΤΗΛΕΣΚΟΠΟΝ ΑΥΓΗΝ σημαίνει ότι τό ΠΥΡ είναι αυτό πού ώς ΜΗΘΕΥΣ ή ΜΑΘΕΥΣ μεταφέρει πάσαν πληροφορίαν ώς πρός τόν ΣΚΟΠΟΝ της Δημιουργίας του φυσικού κόσμου και της Γής μας ειδικότερον.
(Αποκωδικοποίησις Θεογονίας Ησιόδου, στίχος 565-570, Σημαιοφόρος Θεολόγος).
 

ΠΡΩΤΕΥΣ

   Ο ΜΕΝΕΛΑΟΣ από τήν ΣΠΑΡΤΗΝ προσέρχεται στον ΠΡΩΤΕΑ, διά νά λάβη αλανθάστους χρησμούς. Η Κόρη του Πρωτέως, η ΕΙΔΟΘΕΑ, συνεβούλευσε τόν Μενέλαον νά συλλάβη τόν Πρωτέα, όταν θά ευρίσκετο εις τόν ύπνον και εκείνος θά τού απεκάλυπτε όλα τά μυστικά.

Ο ΠΡΩΤΕΥΣ, κατά τόν Κώδικα τής Ελληνικής Γλώσσης, σημαίνει ΠΡ = Πύρ Ρέον, Ω = επί Πλανήτου, το οποίον Τ = στερεώνει τά σώματα, διά τής Ε = πορευομένης δυνάμεως η οποία Υ = συσσωρεύεται. Ο ΠΡΩΤΕΥΣ δηλαδή είναι τό Πρώτον στοιχείον τού Πυρός, τό οποίον ώς Πυρήν εδόμησε Πάν ό,τι ευρίσκεται επί Πλανήτου. Το Πύρ αυτό μόνον εάν δεσμευθή εντός των σωμάτων δύναται νά εξετασθή από τους επιστήμονας.
   Η δέσμευσις αυτή παραβολικώς στόν Μύθον περιγράφεται ως ύπνωσις. Ο ΜΕΝΕΛΑΟΣ διά τής συλλαβής ΜΕ δηλούται ότι επί τής ορατής φύσεως πορεύεται και ότι είναι ΝΕ = Νούς, ΛΑΟΣ = φωτεινός.
   Φωτεινός Νούς δύναται νά θεωρηθή ασφαλώς ο επιστήμων ερευνητής. Αυτός ο ΜΕΝΕΛΑΟΣ ερευνών τά φυσικά σώματα εντός των οποίων ο ΠΡΩΤΕΥΣ (τό Πυρ) είναι σε ύπνωσιν, μανθάνει όλα τά μυστικά των. Η κόρη τού Πρωτέως - Πυρός είναι η ΕΙΔΟΘΕΑ. Η ονομασία ΕΙΔΟΘΕΑ δηλώνει τά ΕΙΔΗ τα οποία ερχονται εις ΘΕΑν όταν ο Πατήρ - Πρωτεύς ή το Πρώτον στοιχείον του Πυρός δομήσει αυτά. Με απλότητα και σαφήνειαν ο Μύθος, διά τού κώδικος, αποκαλύπτει τά μέχρι τώρα κρυμμένα νοήματά του.
 

ΣΤΑΥΛΟΙ ΤΟΥ ΑΥΓΕΙΟΥ

   Ο ΗΡΑΚΛΗΣ διατάσσεται παρά του ΕΥΡΥΣΘΕΩΣ νά καθαρίση τους ΣΤΑΥΛΟΥΣ του ΑΥΓΕΙΟΥ. Πρός τόν σκοπόν αυτόν χρησιμοποιεί τούς ποταμούς ΑΛΦΕΙΟΝ και ΠΗΝΕΙΟΝ.
ΣΤΑΥΛΟΙ: Σ = έσω θέα, Τ = στερεά δύναμις, ΣΤ = εσωτερική στερεότης - τό αμετακίνητον, ΑΥ = αρχική δύναμις συσσωρευμένη ΛΟς = ο ήλιος σέ χώρον. Διά τής λέξεως ΣΤΑΥΛΟΣ ενοιολογείται τό ΣΤαμάτημα τού ηλιακού φωτισμού ή ΣΤ - ΑΥΛΟΣ = σταμάτησε νά φωτίζη διά τής μελωδίας του ό Αυλός.
   Ο ΑΥ - ΓΕΙΑΣ δηλούται ΑΥ = συσσωρευμένη δύναμις ΓΕΙΑΣ = επί Γής = εξουσία. Αυτή η δύναμις αδιαφόρησε διά τόν φωτισμόν και κατέστη ΣΤ = στερεωμένη δύναμις ή κατεΣΤημένον κάτω - στερεωμενον. Ο ΗΡΑΚΛΗΣ = φωτεινη κληίς, καθαρίζει τους ΣΤ - ΑΥΛΟΥς στρεφοντας τόν ρούν δύο ποταμών: τού ΑΛΦΕΙΟΥ καί τού ΠΗΝΕΙΟΥ.
ΑΛΦΕΙΟΣ = ηλιοφώς.
ΠΗΝΕΙΟΣ = πύρινος νούς.
   Άρα ο καθαρισμός τών σταύλων θά γίνη στά διανοητικά πεδία, διά φωτίσεως καί διά πνευματικής αναγωγής.
(Σημαιοφόρος Θεολόγος Aποκωδικοποίησις Άθλων Ηρακλέους).
 

ΓΑΝΥΜΗΔΗΣ

   Υιός τού Τρωός εκ τής Τρωϊκής φυλής. Μεταμορφωθείς ο Δίας εις ΑΕΤΟΝ ανήρπασε αυτόν καί τόν ωδήγησε εις τόν ΟΛΥΜΠΟΝ, όπου εγένετο ΟΙΝΟΧΟΟΣ τών θεών. Η αποκωδικοποίησις τού ονόματος ΓΑΝΥ-ΜΗΔΗΣ θά μάς αποκαλύψη διατί ήτο υιός τού Τρωός καί τί σημαίνει η αρπαγή αυτού.
   ΓΑΝΥΜΗΔΗΣ διά τού Κώδικος σημαίνεται: ΓΑ = η αρχική ΓΑΙΑ, ΝΥ = Νούς - Νόμος σέ μεγάλην συσσώρευσιν, ΜΗ = η ορατή μας φύσις η φανερά καί ΔΗ = η δημιουργία η φανερά. Διά τών δύο πρώτων αφώνων τού ονόματος ήτοι Γ+Ν αποκαλύπτεται ο Γ = γαιώδης Ν = Νούς. Τά άφωνα αυτά δομούν τίς λέξεις Γάνος = λαμπερός, Γυνή = η γή μας πρωτίστως καί κατόπιν κάθε Γυνή, Γόνος - Γενεά - Γένος κ.α.
   Όλαι αυταί αι λέξεις μέ τά άφωνα Γ+Ν σημαίνουν τόν επί Γής Νούν καί τήν δράσιν του. Διά τών δύο άλλων συλλαβών ΜΗΔΗΣ δηλούται η ορατή μας φύσις η δομημένη. Εν συνόλω δηλαδή τό όνομα ΓΑΝΥΜΗΔΗΣ σημαίνει τόν Γαιώδη Νούν - Νόμον καί τήν φυσικήν Δημιουργίαν. Φυσικόν είναι ο υλικός κόσμος νά είναι τού ΤΡΩΟΣ ή Τ = στερεά Ρ = ροή. Είναι τά άφωνα τής Τέρας = γής μας καί ο Γανυμήδης, ώς τέκνον τού Τρωός, είναι Τρωτός.
   Ο ΔΙΑΣ = η δύναμις πού περί πάντων μεριμνά, ως ΑΕΤΟΣ ή ΑΕ = αιωνία δύναμις, ΤΟΣ = επί τής στερεάς - γής άνω - αρπάζει ή πρός τά Άνω οδηγεί τόν Γανυμήδην ή τήν λαμπράν δημιουργίαν (Γάνος = λαμπρός) όπου εις τόν ΟΛΥΜΠΟΝ = τόν λάμποντα χώρον, γίνεται ΟΙΝΟ-ΧΟΟΣ τών Θεών.
   Ο ΟΙΝΟ-ΧΟΟΣ είναι αυτός πού ΟΙΝΟΝ = διάνοιαν χέει, δεδομένου ότι τό άφωνον Ν σημαίνει τόν Νούν καί τόν Νόμον. Αυτός ο Μύθος κρύβει μίαν υπόσχεσιν, ότι ολόκληρος η φυσική δημιουργία μέλλει νά ανέλθη εις τά διανοητικά πεδία.
 

ΕΡΜΗΣ

   Ο ΕΡΜΗΣ εγεννήθη εντός ΣΠΗΛΑΙΟΥ. Βρέφος ακόμη εχαρακτηρίσθη ΚΛΕΠΤΗΣ. Είναι υιός τού Διός καί τής Μαίας. Κατά τόν Κώδικα, ο ΕΡΜΗΣ σημαίνει τήν ΕΡ = εκπόρευσιν τής Ροής (πρωτίστως τών φωτοενεργειών) ΜΗς = πρός τήν ορατήν μας φύσιν.
   Άρα, ο ΕΡΜΗΣ είναι τό φυσικόν ή ημερήσιον φώς. Ασφαλώς καί γεννάται (καθ' ημέραν) εντός Σπηλαίου, διότι ΣΠΗΛΑΙΟΝ σημαίνει ΣΗ = τό εσωτερικόν Πύρ, ΛΑΙΟΝ = τών ηλιακών αιωνίων δυνάμεων.
Είναι υιός τού ΔΙΟΣ ή τής Δ = δυνάμεως, η οποία Ι = κατέρχεται, Α = εκ τής αρχικής δυνάμεως.
   Η μητέρα του είναι η ΜΑΙΑ ή η Μ = ορατή μας φύσις, η ΑΙ = αιωνία, εκ τής Α = αρχικής δυνάμεως. Αυτή η ΜΑΙΑ είναι η (Μ) ΑΙΑ = η πρώτη Γαία καί σύζυγος τού Πατρός Ουρανού. Στό ερώτημα διατί ως ΒΡΕΦΟΣ ακόμη γίνεται κλέπτης, ο Κώδικας απαντά ικανοποιητικώς.
   ΒΡΕΦΟΣ σημαίνει τήν ΒΡΕ = ενέργειαν πού ρέει εκπορευομένη ΦΩς = τού φωτός σέ χώρον. Ως ΒΡΕΦΟΣ δήλα-δη ο ΕΡΜΗΣ ή τό φυσικόν φώς μάς τρέφει, διότι Β+Ρ-->ΒΟΡΑ = τροφή.

Αλλά ως φώς Κ = πρός κάτω έρχεται, ΛΕ = εκπορεύοντας τήν ηλιακήν ακτινοβολίαν, Π = τήν Πυρίνην καί ΤΟς = στερεώνει τά φυσικά σώματα. Είναι δήλα-δη ΚΛΕ-ΠΤΗΣ.
   Πρωτίστως ΚΛΕΠΤΗΣ δηλούται ο ήλιος μας, διότι χάριν ημών ΚΛΕ = πρός κάτω τό ηλιακόν φώς στέλλει καί ΠΤΗΣ = πατά στήν στερεάν γήν.
 
Αποκωδικοποιήσεις Κειμένων
 
“Δός μοι παρθενίην αιώνιον, Άππα, φυλάσσειν καί πολυωνυμίην”
(στ. 6-7 “ύμνοι Καλλιμάχου εις Δία – Απόλλωνα – Άρτεμιν” Θ. Σημαιοφόρου).
Ο Ύμνος τού Καλλιμάχου εις Άρτεμιν, στούς στίχους 6-7, φέρει τήν Άρτεμιν νά ζητά από τόν Δία πατέρα της, τόν οποίον αποκαλεί ΑΠΠΑ, νά τής εξασφαλίση αιωνίαν παρθενίην.
Η αποκωδικοποίησις τών ανωτέρω στίχων, διά τής χρήσεως τού ΕΛΛΗΝΟΣ ΛΟΓΟΥ, θά μάς δώση λογικές αλλά καί επιστημονικές απαντήσεις.
Η κόρη τού Διός – η Άρτεμις – είναι κατά τόν κώδικα η
 
     ΑΡ = αρχική δύναμις ροής (πρωτίστως τού φωτός)
     ΤΕ = η στερεώνουσα τά σώματα επί τής εκτάσεως
     ΜΙς = τής ορατής φύσεως, η οποία απαύστως τροφοδοτείται καί τροφοδοτεί.

Η τρέφουσα ημάς ορατή φύσις, είναι η Άρτεμις.
Είναι κόρη, ήτοι κάτω ροή, τού Διός = τής δυνάμεως.
Η παράκλησις λοιπόν τής Αρτέμιδος “ΔΟΣ” αποκαλύπτει, διά τού κώδικος, τήν
 
     Δ = δύναμιν – πού δομεί καί δημιουργεί
     Ος = κάθε χώρον ή σώμα.
 
Ασφαλώς ο δυνάμενος νά δώση, είναι ο έχων δύναμιν. Λογικόν λοιπόν είναι η αίτησις “ΔΟΣ”, δώσε μου, νά απευθύνεται στόν Δία.
 
Ο ΠΑΤΗΡ, ο έχων τήν δύναμιν – δήλα-δη ο Δίας, φέρει τό επίθετον ΑΠΠΑΣ.
Κατά τόν Κώδικα τό άφωνον -Π- σημαίνει πρωτίστως τόν πατέρα Δημιουργόν, υστέρως δέ, τό πύρ πού είναι τό πρώτον στοιχείον τής δημιουργίας.
Ο ΑΠΠΑΣ λοιπόν, θεολογικώς, είναι ο Πατήρ Δημιουργός, κοσμογονικώς όμως, είναι τό πύρ τών πυρήνων.
Ο Δίας, ως δύναμις πού δομεί καί δημιουργεί, λογικόν είναι νά αποκαλείται
ΑΠΠΑΣ, ώστε κωδικώς νά δηλωθή
 
     ΑΠ = η αρχική δύναμις τού πυρός
     ΠΑ = πού ως πύρ μεταφέρει τήν αρχικήν δύναμιν.
 
Εως αυτού τού σημείου προκύπτει τό συμπέρασμα, ότι η αίτησις τής μητέρας φύσεως πρός τόν Δημιουργόν είναι νά τής εξασφαλίση ενέργειαν δημιουργού πυρός, ώστε νά τρέφονται όλα τά φυσικά σώματα.
Τήν τροφοδοσίαν αυτήν ο σοφός αοιδός Καλλίμαχος, ονομάζει “παρθενίην αιώνιον”.
Η λέξις ΠΑΡΘΕΝΙΗ μάς αποκαλύπτει τίς έννοιες πού εμπεριέχονται
 
     ΠΑΡ = πύρ αρχικόν πού ρέει
     ΘΕ = καί θεάται επί εκτάσεως
     ΝΙΗ = υπακούον εις τόν Νούν καί Νόμον, ο οποίος καί καθιστά φανεράν τήν δράσιν.
 
Η ΠΑΡΘΕΝΙΗ, είναι τό πύρ τών πυρήνων, τό οποίον τρέφει καί ζωογονεί κάθε σώμα. Αυτό τό πύρ τό θεώμενον – ΠΑΡΘΕΝΙΗ - είναι Αιώνιον, διότι κωδικώς
 
     ΑΙ = σημαίνεται η αρχική δύναμις πού απαύστως τροφοδοτεί = Αιωνίως
     ΩΝ = επί πλανήτου, διά Νοός καί Νόμου
     ΙΟΝ = κάθε Ιόν ή Όν.
 
Η Αιωνία λοιπόν Παρθενίη είναι τό πύρ τής δημιουργίας, τό οποίον αιωνίως εμπυρεί – ως πυρήν κάθε φυσικόν σώμα.
Η έννοια τής αιωνιότητος αφορά εν συνόλω τήν ζωήν τής ύλης, διότι η Θανή ή ο Θάνατος (στήν λέξιν ΠΑΡ-ΘΕΝΙΗ) αφορά τήν φθοράν τών επί μέρους μορφών.
Η επομένη λέξις τού κειμένου “Φυλάσσειν” είναι τό αυτονόητον συμπέρασμα πού προκύπτει, άν συμβούν τά ανωτέρω. Η κωδική ανάλυσις τής λέξεως Φυλάσσειν θά μάς φανερώση τά νοήματα
 
     ΦΥ = φώς σέ μεγάλη ποσότητα
     ΛΑ = ηλιακής αρχικής δυνάμεως
     ΣΣ = σέ έσω χώρον – καλά φυλαγμένη
     ΕΙΝ = διασφαλίζει τό είναι ή ό,τι επί εκτάσεως τροφοδοτείται βάσει Νόμου.
 
Κάθε φυσικόν σώμα, λαμβάνει φώς ηλιακόν, ώστε νά εξασφαλίση τήν τροφήν διά τό υλικόν του μέρος, τό οποίον ασφαλώς φιλοξενεί τόν Νούν, αυτόν πού ορίζει τό Είναι τού Όντος.
Τέλος η λέξις ΠΟΛΥΩΝΥΜΙΗ = πολλά ονόματα είναι αυτή πού μάς οδηγεί στήν κατανόησιν, ότι πάν ό,τι κατά νόμον γεννάται στόν φυσικόν κόσμον φέρει ΟΝΟΜΑ, διότι κωδικώς σημαίνεται ο Νόμος αλλά καί πάν ό,τι έχει Νόημα.
 
Συμπερασματικώς:
Η Μητέρα μας φύσις ΑΡΤΕΜΙΣ, ζητά από τόν Δημιουργόν – ΔΙΑ, ο οποίος είναι πρωτίστως δύναμις πυρός – ΑΠΠΑΣ, νά τής εξασφαλίση ΠΑΡΘΕΝΙΗΝ ήτοι Πύρ θεώμενον κατά Νόμον, ώστε νά σχηματισθή ο Πυρήν τού κάθε όντος.
Η Άρτεμις γνωρίζει ότι αυτό τό Αιώνιον Πύρ θά διασφαλίση τήν διαιώνησιν τών ειδών, τά οποία ευθύς ως γεννηθούν θά λάβουν ΟΝΟΜΑ, τό οποίον θά βεβαιώνη τήν κατά νόμον Γέννησιν καί ύπαρξίν των επί πλανήτου.


“Ἡ ἁρμονία τῶν ἀφανῶν εἶναι μείζων τῶν φανερῶν”.

Ούρσουλα

haplogroup-u5-ursulaH Ούρσουλα γεννήθηκε σ’ έναν κόσμο πολύ διαφορετικό από το δικό μας. Πριν από 45.000 χρόνια έκανε πολύ περισσότερο κρύο απ’ ότι σήμερα, και τις επόμενες χιλιετίες, όσο πλησίαζε η Μεγάλη Εποχή των Παγετώνων, ο κόσμος πάγωνε όλο και περισσότερο. Η Ούρσουλα γεννήθηκε σε μια μικρή σπηλιά στους πρόποδες του Παρνασσού, κοντά στην περιοχή που πολύ αργότερα έμελλε να γίνει γνωστή για το ξακουστό μαντείο των Δελφών.
 
Το άνοιγμα της σπηλιάς έβλεπε σ’ έναν απέραντο κάμπο καμιά τριακοσαριά μέτρα πιο χαμηλά· η θάλασσα απλωνόταν τριάντα χιλιόμετρα νότια. Σήμερα αυτός ο κάμπος είναι ένας σκουροπράσινος ελαιώνας εκείνη την εποχή ήταν ένα τοπίο με σκόρπια δέντρα και λιβάδια. Η ακτή βρισκόταν κάμποσα χιλιόμετρα πιο μακριά από τη σπηλιά απ' ό,τι σήμερα. Αυτό ήταν συνέπεια της χαμηλότερης θαλάσσιας στάθμης, την εποχή που τεράστιες ποσότητες νερού ήταν εγκλωβισμένες στους πάγους και στο χιόνι των πόλεων, ενώ πελώριοι παγετώνες κάλυπταν τις κοιλάδες ανάμεσα στις οροσειρές. Η θερμοκρασία έπεφτε και θα εξακολουθούσε να πέφτει κατά τα επόμενα 25.000 χρόνια, αποτέλεσμα του τακτικού κλιματικού κύκλου που επικρατούσε τουλάχιστον τα τελευταία 400.000 χρόνια.

Η Ούρσουλα βέβαια δεν είχε καθόλου επίγνωση όλων αυτών των μακροπρόθεσμων αλλαγών - όπως άλλωστε και οι περισσότεροι από μας στην καθημερινή μας ζωή. Λυτό που είχε σημασία για κείνη και την εικοσιπενταμελή ομάδα της ήταν το εδώ και τώρα. II Ούρσουλα ήταν το δεύτερο παιδί της μητέρας της. Το πρώτο, ένα αγόρι, το είχε καταβροχθίσει μια λεοπάρδαλη όταν ήταν μόλις δύο χρονών, μια σκοτεινή νύχτα σ’ έναν προσωρινό καταυλισμό. Τραγικό αλλά όχι ασυνήθιστο συμβάν στον κόσμο της Ούρσουλας. Πολλά παιδιά, μα κάπου κάπου και ενήλικες, γίνονταν τροφή για τα λιοντάρια, τις λεοπαρδάλεις και τις ύαινες. Παρότι η απόκλεια του μοναδικού της παιδιού ήταν ένα θλιβερό και σοβαρό χτύπημα για τη μητέρα της Ούρσουλας, σήμαινε ωστόσο ότι τουλάχιστον μπορούσε να ξαναμείνει έγκυος. Όσο θήλαζε το γιο της, η εμμηνόρροια είχε διακοπεί, δεν παρήγαγε ωάρια και συνεπώς δεν μπορούσε να συλλάβει. Αυτή η χρονική απόσταση ανάμεσα στις διαδοχικές εγκυμοσύνες συνιστούσε μια εξελικτική προσαρμογή. Μόνο όταν ένα παιδί ήταν σε θέση να περπατήσει και ν’ ακολουθήσει την ομάδα στις εποχικές της μεταναστεύσεις, μπορούσε η μητέρα του να συλλάβει ξανά. Κι αυτό συνήθως έπαιρνε τρία-τέσσερα χρόνια. Έτσι λοιπόν, ένα χρόνο μετά την απώλεια του γιου της, η γυναίκα γέννησε την Ούρσουλα.
 
seven-daughters-map-495
Ήταν Μάρτιος, οι μέρες μεγάλωναν και η ομάδα είχε εγκαταλείψει τα παράλια όπου είχε περάσει το χειμώνα. Ήταν ωραία εποχή· η μητέρα της Ούρσουλας πάντα περίμενε την άνοιξη. Το χειμώνα, η ζωή στην υγρή παραλία ήταν άθλια. Δεν υπήρχαν σπηλιές, κι έτσι ήταν υποχρεωμένη να βολεύεται σε πρόχειρα καταφύγια φτιαγμένα με ξύλα και δέρματα ζώων. Δεν ήταν ό,τι καλύτερο σαν σπίτι και η ζωή ήταν δύσκολη και στενάχωρη, για να μην πούμε τίποτα χειρότερο. Όμως το χειμώνα ήταν αναγκασμένοι να κατεβαίνουν απ' τα βουνά: έκανε πολύ κρύο εκεί πάνω, κι άλλωστε όλα τα Θηράματα απ’ τα οποία εξαρτιόταν η επιβίωσή τους κατηφόριζαν κι αυτά στα πεδινά. Ζώα υπήρχαν άφθονα, όμως ήταν δύσκολο να τα πιάσεις. Πιο πολύ απ’ όλα της άρεσε το κρέας του βίσωνα, κι αυτή την εποχή του χρόνου συγκεντρώνονταν στην πεδιάδα κοπάδια ολόκληρα. Όμως ήταν σχεδόν αδύνατο να τους κυνηγήσεις με τα πόδια και μάλιστα σε ανοιχτό πεδίο. Ήταν δύσκολη κι επικίνδυνη δουλειά. Ήταν ζώα επιφυλακτικά, πεινασμένα κι αυτά και πολύ δύστροπα. Την περασμένη χρονιά δυο νεαροί άντρες είχαν ποδοπατηθεί από ένα κοπάδι. Από τότε, οι υπόλοιποι αποφάσισαν ότι ήταν ασύμφορο να κυνηγάνε βίσωνες το χειμώνα. Η απώλεια δύο κυνηγών ήταν σημαντικό πλήγμα για τη μικρή ομάδα, γιατί σήμαινε ότι τώρα είχαν να ταΐσουν περισσότερα στόματα, τις χήρες και τα ορφανά. Κι αφού αρχή της επιβίωσης για την ομάδα ήταν η συνεργασία, δεν επρόκειτο να τους εγκαταλείψουν στη μοίρα τους.
 
Αφού το κυνήγι του βίσωνα αποκλειόταν για το χειμώνα, η μόνη τους τροφή προερχόταν είτε από πτώματα ζώων είτε από τις ενέδρες που έστηναν σε ελάφια, πιο ψηλά στις δασωμένες βουνοπλαγιές. Το ψάξιμο για ψοφίμια δεν ήταν ούτε εύκολο ούτε χωρίς κινδύνους για τους κυνηγούς. Περπατούσαν χιλιόμετρα ολόκληρα κοιτάζοντας προσεκτικά να δουν σημάδια κάποιου σκοτωμένου ζώου που είχε πέσει θύμα λιονταριού ή λεοπάρδαλης. Αν ο ουρανός ήταν καθαρός, τότε ίσως στέκονταν τυχεροί κι εντόπιζαν τα όρνια που στροβιλίζονταν πάνω από το κουφάρι. Όμως συνήθως, όταν έφταναν επιτόπου βρίσκονταν αντιμέτωποι μ’ ένα κοπάδι ύαινες που τσακώνονταν ξεσκίζοντας το πτώμα του ζώου. Χρειάζονταν τουλάχιστον πέντε άντρες για να τα βγάλουν πέρα με τις πεινασμένες ύαινες. Κάνοντας όσο το δυνατό περισσότερο θόρυβο, ορμούσαν πάνω στο κουφάρι και σκόρπιζαν τις ύαινες πριν εκείνες καλοκαταλάβουν τι συμβαίνει. Ύστερα, δύο άντρες αναλάμβαναν να τεμαχίσουν όσο κρέας είχε περισσέψει, ενώ οι υπόλοιποι προσπαθούσαν να κρατήσουν μακριά τις ύαινες που ούρλιαζαν και δεν έπαυαν να επιτίθενται στο ψοφίμι και στους κυνηγούς. Έριχναν πέτρες στ’ άγρια ζώα κι έβγαζαν κραυγές για να τα τρομάξουν ώσπου οι «χασάπηδες» ν’ αποτελειώσουν τη δουλειά τους και να πάρουν το κρέας, μαζί με τα πλούσια σε μεδούλι παΐδια. Ύστερα το έβαζαν στα πόδια, εξακολουθώντας να πετά-νε πέτρες και να ουρλιάζουν μέχρι ν’ απομακρυνθούν. Για να ξεγελάσουν τις ύαινες, άφηναν πίσω τους λίγο κρέας, ενώ όσο είχαν μαζέψει το τύλιγαν σ’ ένα τομάρι. Έτσι οι ύαινες δεν τους έπαιρναν στο κατόπι κι επέστρεφαν στο ψοφίμι. Ήταν μια άθλια, εξευτελιστική δουλειά. Οι ύαινες ήταν απαίσιες, σάλιο έσταζε από τα φριχτά τους στόματα κι έβγαζαν τρομακτικές κραυγές. Ήταν ένας κάθε άλλο παρά αξιοζήλευτος τρόπος επιβίωσης κι όλοι τους δεν έβλεπαν την ώρα να εγκαταλείψουν την υγρή πεδιάδα και να ξανανέβουν στα βουνά, όπου τουλάχιστον μπορούσαν να κυνηγάνε.

iceage_village_painting-500Μόλις εμφανίζονταν στον ουρανό τα πρώτα αποδημητικά που είχαν ξεχειμωνιάσει στην Αφρική, η ομάδα μάζευε τα πράγματά της και ξεκινούσε για τα βουνά. Ήθελαν να φτάσουν στα βοσκοτόπια του Παρνασσού πριν από τους βίσωνες· έτσι θα είχαν την ευκαιρία να τους στήσουν ενέδρες, καθώς τα ζώα θα διέσχιζαν τη στενή χαράδρα κάτω από το σπήλαιο. Όμως ούτε αυτό ήταν απλό. Όταν τους άντρες τούς ποδοπατούσαν οι βίσωνες στην ανοιχτή πεδιάδα, φανταστείτε πόσο πιο επικίνδυνο μπορούσε να γίνει το κοπάδι μέσα σ' ένα φαράγγι που στο πιο στενό του σημείο δεν ξεπερνούσε τα δέκα μέτρα. Ως συνήθως, υπήρχαν διαφωνίες για το πώς θα κυνηγούσαν. Κάθε φορά τα ίδια. Κάποιοι επέμεναν να αποκλείσουν το φαράγγι και να αναγκάσουν τα ζώα που θα προπορεύονταν ν’ ακολουθήσουν ένα πλαϊνό μονοπάτι, όπου θα μπορούσαν να τα πετροβολήσουν και να τα σκοτώσουν. Μ’ αυτή την τακτική, το πρόβλημα ήταν ότι μερικοί βίσωνες, που σίγουρα αντιλαμβάνονταν την παγίδα, είχαν την κακή συνήθεια όταν τους στρίμωχναν να γυρνάνε και να ορμάνε ακάθεκτοι. Σε ορισμένους άντρες δεν άρεσε καθόλου η προοπτική να βρεθούν αντιμέτωποι μ’ ένα αφηνιασμένο ζώο που ζύγιζε έναν τόνο και είχε και μυτερά κέρατα. Όταν το ζώο αυτό γύριζε κάθιδρο και ξεφυσώντας πίσω στο υπόλοιπο κοπάδι, έσπερνε τον πανικό σε όλους τους βίσωνες που εφορμούσαν στο φαράγγι με φοβερή ταχύτητα. Οι υποστηρικτές μιας λιγότερο τολμηρής μεθόδου επισήμαναν τους κινδύνους αυτής της άμεσης επίθεσης και πρότειναν να περιμένουν να περάσει ο κύριος όγκος του κοπαδιού και τότε να ριχτούν στα ζώα που θα είχαν ξεμείνει. Δεν ήταν και τόσο παλικαρίσια τακτική, συνήθως όμως ήταν αποτελεσματική. Οι βίσωνες που ακολουθούσαν τελευταίοι ήταν τα πιο γέρικα ζώα του κοπαδιού, ωστόσο το κρέας τους ήταν πιο νόστιμο από τα ψοφίμια που διεκδικούσαν οι άνθρωποί μας από τις ύαινες.
 
Όσο κρατούσε αυτή η αντιδικία, η μητέρα της Ούρσουλας αποσύρθηκε στο ανοιξιάτικο καταφύγιο μες στη σπηλιά. Αν και δεν ήταν ασυνήθιστο να γεννιούνται παιδιά στη διάρκεια των μετακινήσεων της ομάδας, ο τοκετός ήταν πολύ πιο άνετος σ’ έναν καταυλισμό. Η σπηλιά ήταν στεγνή και ζεσταινόταν καθώς ο ήλιος ανέβαινε στον ουρανό. Η μητέρα της Ούρσουλας ήταν πολύ χαρούμενη που έφτασε εκεί πριν γεννήσει. Από τη μυρωδιά στο βάθος της σπηλιάς ήταν φανερό πως είχε ξεχειμωνιάσει εκεί κάποια αρκούδα. Αυτά τα πελώρια κι επίφοβα πλάσματα, μεγαλύτερα κι από τις τεράστιες γκρίζες αρκούδες της Αλάσκας, ήταν μεγάλη απειλή για την ομάδα. Δεν ήταν λίγες οι φορές που είχαν επιτεθεί σε κυνηγούς, και να σκοτώσεις μια αρκούδα ήταν εξαιρετικά δύσκολο. Ωστόσο αυτή η συγκεκριμένη αρκούδα είχε εγκαταλείψει τη φωλιά της χειμέριας νάρκης της εδώ και αρκετό καιρό και δεν υπήρχε φόβος να επιστρέφει πριν από το φθινόπωρο.
 
Ο Ούρσουλα γεννήθηκε χωρίς επιπλοκές· στη μητέρα της παραστάθηκε η μεγαλύτερη αδερφή της, που έκοψε τον ομφάλιο λώρο μ’ ένα αιχμηρό λεπίδι από πυριτόλιθο κι ύστερα τον έδεσε γερά. Όπως όλα τα μωρά πριν και μετά απ’ αυτή, η Ούρσουλα ανακοίνωσε την άφιξή της με μια γοερή κραυγή καθώς ρουφούσε για πρώτη φορά τον αέρα μες στα πνευμόνια της. Μέσα σε δευτερόλεπτα, το οξυγόνο απορροφήθηκε απ’ το αίμα και τροφοδότησε τον εγκέφαλο και τους μυς της, αναπληρώνοντας το μητρικό πλακούντα. Σχεδόν αμέσως η Ούρσουλα άρχισε να θηλάζει, να πίνει το φυσικό και θρεπτικό μητρικό γάλα. Σ’ αυτό το γάλα υπήρχαν τα αντισώματα που θα χρειαζόταν για να καταπολεμήσει τις διάφορες λοιμώξεις ώσπου ν’ αρχίσει να λειτουργεί το δικό της ανοσοποιητικό σύστημα. Αν, όπως συνέβαινε κάποιες φορές, ο τοκετός είχε πάει άσχημα και η μητέρα της είχε πεθάνει, αυτό σήμαινε βέβαιο θάνατο και για το βρέφος, αφού εκείνη την εποχή δεν υπήρχε ακόμη ζωικό γάλα που θα μπορούσε να το κρατήσει στη ζωή.
 
Η Ούρσουλα πέρασε μόνο λίγες μέρες στη σπηλιά, γιατί η μητέρα της έπρεπε να συνεισφέρει ξανά στη βασική απασχόληση της ομάδας - την εύρεση τροφής για την επιβίωση. Ο ανοιξιάτικος καταυλισμός είχε ήδη στηθεί προσεκτικά, υπήρχε μάλιστα κι ένα παρατηρητήριο πάνω από τις δασωμένες πλαγιές, κοντά στο φαράγγι απ’ όπου θα περνούσαν υποχρεωτικά οι βίσωνες για να φτάσουν στα καλοκαιρινά τους βοσκοτόπια στους λόφους. Λυτό το σημείο το είχε εντοπίσει λίγα μόλις χρόνια πριν μια ομάδα κυνηγών που εξερευνούσε την περιοχή προς τ’ ανατολικά. Το πέρασμα το είχαν ήδη καταλάβει όχι κάποιοι από άλλη ομάδα, αλλά κάτι άνθρωποι εντελώς διαφορετικού είδους, οι Νεάντερνταλ. Οι κυνηγοί κράτησαν μια ασφαλή απόσταση. Οι Νεάντερνταλ ήταν πολύ γεροδεμένα πλάσματα, κοντόχοντροι και φτιαγμένοι ν’ αντέχουν στο κρύο· ωστόσο δεν έδειξαν ιδιαίτερη επιθετικότητα απέναντι στους νεοφερμένους.
 
article
Όταν επέστρεψαν τον επόμενο χρόνο, ο καταυλισμός τους ήταν έρημος. Θαρρείς και οι Νεάντερνταλ, παρότι θ’ αποτελούσαν ισάξιο αντίπαλο για τους κυνηγούς αν μπλέκονταν σε μάχη, διαισθάνθηκαν την ανωτερότητα των νεοφερμένων και φοβήθηκαν, προτίμησαν να εγκαταλείψουν την πλεονεκτική θέση τους και να υποχωρήσουν πιο ψηλά στο βουνό παρά να ρισκάρουν να έρθουν σε αντιπαράθεση. Στη συλλογική μυθολογία της ομάδας των κυνηγούν κυκλοφορούσαν πολλές ιστορίες για τους Νεάντερνταλ, ιστορίες που επαναλαμβάνονταν γύρω από τις φωτιές των χειμωνιάτικων καταυλισμών. Στις μέρες τους δεν τους συναντούσαν συχνά, όμως στο παρελθόν η παρουσία τους ήταν πιο συχνή. Σε όλες σχεδόν τις παλιές, εγκαταλειμμένες σπηλιές η ομάδα ανακάλυπτε τους βαρείς χειροπελέκεις που ήταν τα βασικά εργαλεία των Νεάντερνταλ. Για τους συντρόφους της Ούρσουλας, αυτά τα εργαλεία ήταν χοντροκομμένα· εκείνοι κατεργάζονταν τις ίδιες πέτρες με τους Νεάντερνταλ, αλλά πολύ καλύτερα. Για παράδειγμα, έκοβαν λεπτές φέτες πυριτόλιθου και τις ακόνιζαν απολεπίζοντας την κόψη τους. Όλοι οι άντρες έπρεπε να ξέρουν να κατασκευάζουν τα λίθινα μαχαίρια και τα ξυστήρια τους, όπως ήταν φυσικό όμως κάποιοι τα κατάφερναν καλύτερα - είτε επειδή διάλεγαν καλύτερες πέτρες είτε επειδή ήταν πιο επιδέξιοι στο ακόνισμα. Οι Νεάντερνταλ, όπως φαίνεται από τα λίθινα εργαλεία που άφησαν πίσω τους στις σπηλιές, δεν κατείχαν αυτή την τεχνική.
 
Ήταν παράξενα πλάσματα, και γι’ αυτό οι σύντροφοι της Ούρσουλας τους απέφευγαν, όπως άλλωστε τους απέφευγαν κι εκείνοι. Ήξεραν βέβαια να κυνηγούν - υπήρχαν παντού ένα σωρό αποδείξεις. Οι σπηλιές τους ήταν γεμάτες κόκαλα από άλογα και βίσωνες, ενώ σ’ ένα σημείο, λίγο πιο βόρεια, υπήρχε μια χαράδρα γεμάτη κόκαλα άγριων ζώων, που, καθώς φαίνεται, οι Νεάντερνταλ τα στρίμωξαν στην άκρη, τα γκρέμισαν απ’ τα βράχια κι ύστερα τα τεμάχισαν επιτόπου. Πού και πού οι κυνηγοί συναντούσαν στα δάση ή σε μακρινές πλαγιές μικρές ομάδες Νεάντερνταλ. Ήταν πολύ δειλοί και προτιμούσαν να κρυφτούν μες στα δέντρα παρά να αντιμετωπίσουν τους κυνηγούς. Αλλά και οι κυνηγοί δεν έκαναν ποτέ επίθεση στους Νεάντερνταλ. Μερικοί έμπαιναν στον πειρασμό να τους κυνηγήσουν σαν θηράματα, όμως υπήρχε μεγάλη αποστροφή, κάτι σαν ταμπού, για το κυνήγι όντων που ήταν τόσο ανθρώπινα.
 
Την εποχή που γεννήθηκε η Ούρσουλα, σπάνια έβλεπες Νεάντερνταλ. Οι πρόγονοί της είχαν μετακινηθεί πολύ αργά, με το πέρασμα των γενεών, από την Εγγύς Ανατολή μέσω Τουρκίας. Είχαν διασχίσει το Βόσπορο, που χώριζε την τεράστια λίμνη στο βορρά (τη σημερινή Μαύρη Θάλασσα) από το Αιγαίο στο νότο. Στο παρελθόν, όποτε το κλίμα γινόταν πιο ψυχρό, οι νεοφερμένοι αποτραβιούνταν πίσω στη Μέση Ανατολή και οι Νεάντερνταλ ανακτούσαν τις χαμένες περιοχές τους. Όμως αυτή τη φορά η Ούρσουλα και οι σύντροφοί της είχαν διεισδύσει πολύ πιο βαθιά στην Ευρώπη απ’ ότι οι πρόγονοί τους. Κι αντίθετα μ’ εκείνους τους μακρινούς προγόνους, αυτή τη φορά δεν γύρισαν πίσω όταν το κλίμα έγινε πιο ψυχρό.
 
Η Ούρσουλα και οι σύντροφοί της είχαν αρκετά διαφορετικό παρουσιαστικό από τους Νεάντερνταλ. Ήταν λιγάκι. μόνο πιο ψηλοί, όμως το σώμα τους ήταν πολύ πιο λεπτό, πράγμα που φανέρωνε την προσαρμογή τους στα θερμότερα κλίματα της Μέσης Ανατολής και της Αφρικής, όπου ήταν απαραίτητη η ικανότητα να αποβάλλεις τη θερμότητα κι όχι να τη διατηρείς. Πάνω από 250.000 χρόνια προσαρμογής είχαν κάνει το σώμα των Νεάντερνταλ κοντόχοντρο και γεροδεμένο, έτσι ώστε να μειώνεται η απώλεια θερμότητας. Αλλά και το πρόσωπό τους ήταν διαφορετικό, το μέτωπο με κλίση προς τα πίσω, χωρίς μεγάλο πιγούνι και με πολύ έντονα υπερόφρυα τόξα. Κι ενώ η Ούρσουλα και οι σύντροφοί της είχαν μικρές και λεπτοκαμωμένες μύτες, η μύτη των Νεάντερνταλ ήταν πολύ μεγάλη και πεταχτή, λες κι ήταν φτιαγμένη για να ζεσταίνει τον κρύο αέρα προτού φτάσει στους πνεύμονες.
 
Αυτά τα φυσικά χαρακτηριστικά δεν αρκούσαν από μόνα τους για να εξηγήσουν γιατί οι Νεάντερνταλ άρχισαν να αποσύρονται καθώς η ομάδα της Ούρσουλας και άλλοι εξελιγμένοι άνθρωποι άρχισαν σιγά σιγά να διεισδύουν στην ευρωπαϊκή ενδοχώρα. Η σταδιακή εξαφάνιση των Νεάντερνταλ θα κρατούσε δεκαπέντε χιλιάδες χρόνια ακόμη, ώσπου να πεθάνει κι ο τελευταίος της φυλής στη Νότια Ισπανία. Δεν έγιναν σφοδρές μάχες, δεν υπήρξε καταπίεση των Νεάντερνταλ που να συγκρίνεται με την ευρωπαϊκή αποικιοκρατία των πρόσφατων αιώνων. Κι αυτό επειδή την εποχή της Ούρσουλας απουσίαζε παντελώς κάθε είδος πολιτικής οργάνωσης, που ήταν απαραίτητη για την άσκηση παρόμοιας εξουσίας. Δεν υπήρχαν κράτη με εδαφικές βλέψεις ούτε είχαν όπλα στη διάθεσή τους υπήρχαν μονάχα ομάδες ανθρώπων που ζούσαν όπως κι επιβίωναν με δυσκολία. Ούτε η επιδεξιότητά τους στην κατεργασία του πυριτόλιθου ήταν αυτή που έκανε τη διαφορά. Αυτό που έκανε το λαό της Ούρσουλας ικανότερο για επιβίωση ήταν το υψηλότερο επίπεδο επικοινωνίας και κοινωνικής οργάνωσης.
 
Η Ούρσουλα πέρασε τον πρώτο χρόνο με τη μητέρα της, που την κουβαλούσε μαζί της στην καθημερινή αναζήτηση τροφής. Το δάσος κοντά στον καταυλισμό ήταν από τα πιο πρόσφορα μέρη. Η άνοιξη δεν ήταν και τόσο αποδοτική εποχή, επειδή τα δέντρα δεν είχαν ακόμη καρποφορήσει έτσι η ομάδα βασιζόταν στους άντρες, που έπρεπε να σκοτώσουν τουλάχιστον μερικά ελάφια ή κανένα βίσωνα. Η Ούρσουλα, μόλις ήταν σε θέση να περπατήσει, άρχισε να βοηθάει τη μητέρα της στο δάσος. Στα ρυάκια μπορούσες να μαζέψεις βατράχια, στους θάμνους αυγά πουλιών, υπήρχαν ρίζες και βολβοί, που τα έβγαζαν μ’ ένα ξύλο ή μ’ ένα κέρατο ελαφιού. Όμως το φθινόπωρο ήταν η καλύτερη εποχή στο δάσος: τότε μάζευαν κάστανα και βαλανίδια, βατόμουρα και μανιτάρια. Η ομάδα μετακινούνταν από το ένα μέρος στο άλλο καθώς άλλαζαν οι εποχές. Το καλοκαίρι το περνούσαν στο βουνό, κυνηγώντας λαγούς και ελάφια, το φθινόπωρο στα δάση με τις βαλανιδιές, οπότε στρατοπέδευαν στο φαράγγι κι έστηναν ενέδρες στα κοπάδια που γύριζαν απ’ τα βοσκοτόπια. Ύστερα, το χειμώνα, κατηφόριζαν πάλι στα πεδινά, πριν ξαναμετακομίσουν στον ανοιξιάτικο καταυλισμό. Κι αυτή η διαδικασία επαναλαμβανόταν χρόνο με το χρόνο. Μερικές χρονιές ήταν καλές, το κυνήγι άφθονο, οπότε επιβίωναν περισσότερα παιδιά. Άλλες ήταν χειρότερες, με αποτέλεσμα τα παιδιά και τα πιο ηλικιωμένα άτομα να πεθαίνουν από την πείνα στη διάρκεια του μακριού χειμώνα. H ζωή ήταν πάρα πολύ σκληρή και η επιβίωση εξαρτιόταν από το πόσο γερός αλλά και πόσο τυχερός ήταν κανείς.
 
montignac_animals
Η Ούρσουλα ήταν από τους τυχερούς και κατάφερε να επιβιώσει. H  μητέρα της πέθανε σε ηλικία είκοσι εννέα ετών, όταν η Ούρσουλα ήταν δώδεκα. Η μητέρα είχε χάσει κιόλας κάμποσα δόντια και είχε πέσει κι είχε σπάσει το πόδι της. Μ πληγή μολύνθηκε και η γυναίκα πέθανε από σηψαιμία μετά από έξι εβδομάδες. Ο σχετικά πρόωρος θάνατός της δεν είχε μεγάλες επιπτώσεις στη ζωή της Ούρσουλας. Η μικρή είχε πια μεγαλώσει και την υιοθέτησε αμέσως μια θεία της, αδερφή της μητέρας της, που έτσι απέκτησε άλλο ένα ζευγάρι χέρια να τη βοηθάνε στις καθημερινές δουλειές, αρκετά εξαντλητικές εδώ που τα λέμε, αφού είχε ν’ αναθρέψει δυο μικρά παιδιά. Δεν πέρασε πολύς καιρός και η μελαχρινή Ούρσουλα, με την ομορφιά της και με το σώμα της που ωρίμαζε, τράβηξε την προσοχή των νεαρών ανδρών της ομάδας. Προσπαθούσαν να την εντυπωσιάσουν παραβγαίνοντας στο τρέξιμο και παλεύοντας μεταξύ τους. Κάποιος της έκανε δώρο ένα κολιέ φτιαγμένο με κομμάτια από στιλβωμένο κέρατο ζαρκαδιού και δεμένα μεταξύ τους με αλογότριχες. Κάποιος άλλος της χάρισε ένα όμορφο μαχαίρι από πυριτόλιθο, σκαλισμένο τόσο περίτεχνα, που έκανε μόνο για διακοσμητικό. Κι ένας τρίτος την επισκεπτόταν κάθε φορά που γύριζε απ’ το κυνήγι και της έλεγε να διαλέξει πρώτη ότι ήθελε απ’ αυτά που είχε πιάσει εκείνη την ημέρα.
 
Συναγωνίζονταν μεταξύ τους, ο καθένας με τον τρόπο του, για να εντυπωσιάσουν την Ούρσουλα και να την πείσουν ότι θα ήταν καλοί κουβαλητές και θα μπορούσαν να τη συντηρήσουν κι εκείνη και τα παιδιά της αργότερα. Αναγκασμένη να επιλέξει κάποιον από τους υποψήφιους μνηστήρες, η Ούρσουλα διάλεξε το νεαρό που της είχε χαρίσει τα στολίδια, παρά τις πιεστικές προτροπές της θείας της -που είχε καλομάθει να μοιράζεται μαζί της τα καλύτερα κοψίδια απ’ τα θηράματα- να πάρει τον κυνηγό.
 
Την επόμενη άνοιξη, στα δεκαπέντε της, η Ούρσουλα γέννησε την πρώτη της κόρη. Όπως είχε κάνει και η μητέρα της, η Ούρσουλα θήλαζε το μωρό και το κουβαλούσε στην πλάτη της ενώ μάζευε χόρτα στο δάσος. Μετά από τέσσερα χρόνια γέννησε ένα ακόμη κοριτσάκι. Και οι δυο της κόρες αποδείχτηκαν υγιείς και γεροί οργανισμοί, και η Ούρσουλα έζησε αρκετά χρόνια για να δει και τις δυο τους να της χαρίζουν εγγονές. Πέθανε λίγα χρόνια αργότερα σε προχωρημένη ηλικία, τριάντα επτά χρονών. Καθώς έχανε τα δόντια της, αδυνάτιζε όλο και περισσότερο, επειδή δεν μπορούσε να μασήσει το σκληρό κρέας που ήταν το κύριο φαγητό της ομάδας της. Όταν η ομάδα ξεκίνησε γι’ ακόμη μια φορά από τους λόφους για το χειμερινό καταυλισμό, η Ούρσουλα ήξερε ότι δεν θα τα κατάφερνε στο ταξίδι και ζήτησε από τους δικούς της να την αφήσουν να πεθάνει στη σπηλιά όπου είχαν γεννηθεί η ίδια και τα παιδιά της. Η οικογένειά της δεν ήθελε να την εγκαταλείψει, ωστόσο ήξεραν πολύ καλά ότι δεν γινόταν να την κουβαλήσουν στη μακριά πορεία μέχρι τα παράλια. Την τακτοποίησαν λοιπόν όσο καλύτερα μπορούσαν και την τύλιξαν μ’ ένα αρκουδοτόμαρο για να είναι ζεστή. Οι κόρες της, δακρυσμένες, της έδωσαν ένα τελευταίο φιλί κι ακολούθησαν την υπόλοιπη ομάδα που κατηφόριζε ήδη στο φαράγγι. Καθώς η Ούρσουλα κείτονταν στην είσοδο της σπηλιάς αγναντεύοντας την απέραντη πεδιάδα, κατά τη θάλασσα, νόμιζε πως διέκρινε πέρα μακριά, σαν κουκκίδες, τους ανθρώπους της φυλής της. Ή ίσως και να το φαντάστηκε καθώς αποκοιμιόταν. Το πρωί η Ούρσουλα ήταν νεκρή. Μόνο το αρκουδοτόμαρο, κουρελιασμένο κι αιματοβαμμένο, έμεινε να θυμίζει το γρήγορο και βίαιο τέλος της: η αρκούδα είχε επιστρέφει στο λημέρι της.
 
Η Ούρσουλα βέβαια δεν είχε ιδέα πως οι κόρες της, μέσ’ από τα παιδιά τους και τα εγγόνια τους, θα έφταναν να έχουν απογόνους με άρρηκτη μητροπλευρική συγγένεια ως τις μέρες μας. Δεν είχε ιδέα ότι έμελλε να είναι μια φυλετική μητέρα, η μόνη γυναίκα της εποχής της που θα μπορούσε να ισχυριστεί κάτι τέτοιο. Κάθε μέλος της φυλής της συνδέεται με μια ευθεία και αδιάσπαστη γραμμή με την ίδια την Ούρσουλα. Η φυλή της ήταν οι πρώτοι σύγχρονοι άνθρωποι που κατάφεραν να αποικήσουν με επιτυχία την Ευρώπη. Μέσα σε σχετικά μικρό χρονικό διάστημα εξαπλώθηκαν σε ολόκληρη την ήπειρο, υποχρεώνοντας τους Νεάντερνταλ σε εξαφάνιση. Σήμερα, γύρω στο 11 % των σύγχρονων Ευρωπαίων είναι απευθείας μητροπλευρικοί απόγονοι της Ούρσουλας. Βρίσκονται διάσπαρτοι σ’ ολόκληρη την ήπειρο, όμως ο κύριος όγκος της φυλής είναι συγκεντρωμένος στη Δυτική Βρετανία και τη Σκανδιναβία. Ο Άνθρωπος του Τσένταρ είναι ίσως το πιο διάσημο από τα παλιά μέλη της.

ΟΤΑΝ Η ΞΑΝΘΙΠΠΗ ΒΡΟΝΤΑ…


Ο Σωκράτης μάλλον παντρεύτηκε σε μεγάλη ηλικία, διότι στα εβδομήντα του είχε μικρά παιδιά. Επέλεξε ως σύζυγο του την Ξανθίππη- με την όποια μάλλον είχε μεγάλη διαφορά ηλικίας. Στις λίγες αναφορές που έχουμε για αυτήν οι απόψεις είναι αρκετα αντικρουόμενες.

Ο Πλάτωνας στον «Φαίδωνα» κάνει μια μικρή αναφορά σε αυτήν και την χαρακτηρίζει ως συνετή σύζυγο και μητέρα. Όμως οι αναφορές από άλλους συγγραφείς, κυρίως του Διογένη Λαέρτιου και του Ξενοφώντα, είναι αρκετά επικριτικές, και έτσι με τον καιρό κυριάρχησε η εικόνα μιας Ξανθίππης γκρινιάρας και δύστροπης.

Ο Σωκράτης την υπερασπίστηκε σε κάθε περίπτωση, και για την γκρίνια στην οποία υποβαλλόταν καθημερινά απ αυτήν έλεγε «ότι ήθελε να εξασκήσει την υπομονή του». Ούτε όμως το να συμβιώνεις με τον Σωκράτη θα ήταν εύκολη υπόθεση. Φανταστείτε πως είναι να έχεις για σύζυγο κάποιον που πέρνα όλη του την ώρα εκτός σπιτιού, δεν εργάζεται, και άρα τα έσοδα της οικογενείας είναι πενιχρά, και επιπλέον πρέπει να μεγαλώσεις και τρία παιδιά. Για να αποδίδουμε «τα του καίσαρος».

Σε μια λοιπόν από τις γνωστές εκρήξεις της η Ξανθίππη, αφού «έλουσε» το Σωκράτη με διάφορα επίθετα μπροστά στους αθηναίους, κατόπιν τον έλουσε και κυριολεκτικά, χύνοντας στο κεφάλι του ένα κανάτι με νερό. Και ο Σωκράτης, με την φιλοσοφική του απάθεια, γύρισε στους συμπολίτες του και είπε: «Σας το είπα ότι η Ξανθίππη κάνει ότι και ο Δίας, πρώτα βροντά και ύστερα βρέχει»!

Ζεύς ην, Ζεύς εστί, Ζεύς έσεται. Ώ, Μεγάλε Ζεύ!

Σύμφωνα με την παράδοση η Δωδώνη κατοικείται από τους πρώτους Ιεροφάντες του Διός τους Σελλούς, πολύ πιό πριν από τον κατακλυσμό του Δευκαλίωνος και πήρε τ’ όνομά της από την Ωκεανίδα Νύμφη Δωδώνη ή από τον Δώδωνο ποταμό ή απ’ τη λέξη “Δωδώ” που σημαίνει “μπουμπουνητό” ή απ’ το ρήμα δίδωμι, επειδή η πεδιάδα της Δωδώνης ήταν πλούσια και εύφορη. Η πόλη είναι γνωστή από το Μαντείο της, τον χώρο που λατρευόταν η Θεά Γη κι αργότερα καθιερώθηκε η συλλατρεία του Δωδωναίου Διός και της Διώνης.

Όπως λέει ο μύθος δύο τρυγόνια έφυγαν από την Αίγυπτο. Το ένα από αυτά στάθηκε στην έρημο της Λιβύης, όπου χτίστηκε το μαντείο του Άμμωνος Διός,
ενώ το άλλο ήρθε και κάθησε στη γέρικη βελανιδιά της Δωδώνης όπου ιδρύθηκε το Μαντείο της Δωδώνης. Εκεί λατρευόταν ο Ζεύς ο Πελασγικός, Δωδωναίος και Νάϊος και η σύζυγός του Διώνη. Οι ιερείς του Μαντείου στην αρχή ήταν μόνον άνδρες κι αργότερα τρεις ηλικιωμένες γυναίκες οι «Πελειάδες» που τραγουδούσαν τον περίφημο ύμνο «ΖΕΥΣ ΗΝ, ΖΕΥΣ ΕΣΤΙ, ΖΕΥΣ ΕΣΕΤΑΙ. Ω, ΜΕΓΑΛΕ ΖΕΥ !». Οι ιερείς του Μαντείου περπατούν ξυπόλυτοι και κοιμούνται κατά γης, για να είναι σε άμεση επαφή με τη Γή και τον Πατέρα των Θεών και ανθρώπων, ώστε να μπορούν να ερμηνεύουν τα θεϊκά σημάδια. Οι χρησμοί του Μαντείου δίδονταν αφού πρώτα οι ιερείς άκουγαν του θρόϊσμα της Ιεράς Φηγού (βελανιδιά), το κελάρυσμα του νερού της ιεράς Ναϊου Πηγής, το κελάϊδισμα των περιστεριών που φώλιαζαν πάνω στην Φηγό, καθώς και τον ήχο των λεβήτων που ήσαν επάνω σε τρίποδες γύρω από το ιερό δένδρο και αργότερα από τον ήχο του Δωδωναίου Χαλκείου ( μεγάλος λέβητας).

Για πολλούς αιώνες, το Ιερό ήταν υπαίθριο και οι Ιεροπραξίες καθώς και οι μαντείες τελούνταν γύρω από τον χώρο της Ιεράς Φηγού. Τα πρώτα αφιερώματα από τη νότιο Ελλάδα εμφανίζονται στα τέλη του 8ου αιώνος. Τον 5ο αιώνα κατασκευάσθηκε η Ιερά Οικία κι ο πρώτος Ναός των Θεών, που αργότερα έγινε μεγαλύτερος, καθώς προσετέθησαν στοές, οικήματα και περίβολος. Τον 3ο αιώνα ιδρύθηκε ένα μεγάλο θέατρο 18.000 θέσεων, όπου κάθε τέσσερα χρόνια τελούνταν τα «Νάϊα» προς τιμήν του Θεού Ναϊου ή Τμαρίου ( από το όρος Τόμαρος ) Διός. Ανεγέρθησαν επίσης το Βουλευτήριο της Ηπειρώτικης Συμμαχίας, το Πρυτανείο, καθώς και Ναοί των Θεών Θέμιδος, Ηρακλέους και Αφροδίτης.

Σύμφωνα με τον μύθο, από την Ιερά Φηγό του Μαντείου της Δωδώνης πήρε η Θεά Αθηνά το κομμάτι ξύλου που έβαλε στην πλώρη της Αργούς και είχε την ικανότητα να προφητεύει το μέλλον. Επίσης, στο Μαντείο της Δωδώνης είχε έλθει ο Οδυσσέας, για να πάρει χρησμό σχετικά με την επιστροφή του στην Ιθάκη καθώς κι ο ήρωας Αινείας από την Τροία, όταν μετά την καταστροφή της, έλαβε χρησμό για το μέρος που θα έκτιζε τη νέα του πόλη (Ρώμη). Στο Μαντείο της Δωδώνης απευθύνονταν κυρίως οι Ηπειρώτες, οι Μακεδόνες, οι Ακαρνάνες, οι Αιτωλοί και κάποιοι από τους υπόλοιπους μη Δωριείς Έλληνες, που θεωρούσαν ότι το Δελφικό Μαντείο μεροληπτούσε υπέρ των Δωριέων.

Το 219, οι Αιτωλοί κατέστρεψαν το Ναό και τα άλλα κτίρια αλλά δεν πείραξαν το Μαντείο. Το Ναό ανοικοδόμησε τον επόμενο χρόνο ο Φίλιππος Ε’ βασιλιάς της Μακεδονίας . Νέα καταστροφή εγνώρισε το Ιερό το έτος 167, από τον Ρωμαίο Αιμίλιο Παύλο, ανοικοδομήθηκε πάλι το έτος 31 από τον Ρωμαίο αυτοκράτορα Αύγουστο. Το Μαντείο εξακολούθησε να ακμάζει και να εμπνέει τον σεβασμό έως την ύστερη αρχαιότητα. Το έτος 120 μ.Χ, ο αυτοκράτωρας Αδριανός επισκέφθηκε το Μαντείο ως προσκυνητής, το έτος 362 μ.Χ., ο Ιουλιανός είχε ζητήσει την συμβουλή του πριν την εκστρατεία του κατά των Πάρθων.

Μετά την επικράτηση του Χριστιανισμού, τα οικήματα του Μαντείου, τα αγάλματα και ό,τι υπήρχε στην ευρύτερη περιοχή, κατεστράφηκαν ολοσχερώς. Οι μάντεις και οι λοιποί ιερείς του Θεού Διός εκδιώχθηκαν βιαίως από τον Χριστιανό αυτοκράτορα Κωνσταντίνο, ο οποίος βεβήλωσε τον χώρο κατασκευάζοντας μια Χριστιανική εκκλησία και μετέφερε το άγαλμα του Διός σαν τρόπαιο στη Γερουσία της Νέας Ρώμης. Το έτος 391 μ.Χ, επί αυτοκράτορος Θεοδοσίου, κόπηκε από τη ρίζα η πανάρχαια Ιερά Φηγός και κτίσθηκαν στο χώρο του Ιερού δύο Χριστιανικές βασιλικές. Μετά από συνεχόμενους βανδαλισμούς και διώξεις των εκεί Εθνικών, έπαψε να λειτουργεί το Ιερό και ερήμωσε η πόλη της Δωδώνης.

Το Ιερό έμεινε σκεπασμένο από τα χώματα και τη λησμονιά έως τον 19ο αιώνα. Οι πρώτες ανασκαφές από τον Κ. Καραπάνο ( 1875 ), επιβεβαίωσαν τη θέση του Ιερού και απέδωσαν πολυάριθμα ευρήματα.

Πολεμώντας ανεμόμυλους

07a60d255a852413ae4590c15b587eaa_XLΑν έχετε διαβάσει τον Δον Κιχώτη, θα θυμάστε ότι πολεμούσε με ανεμόμυλους. Ο καθένας μας κάνει ακριβώς το ίδιο. Πολεμάει ανεμόμυλους.

Ο Δον Κιχώτης ήταν επινόημα της φαντασίας ενός συγγραφέα. Ένας άνθρωπος που πίστευε ότι είναι ένας μεγάλος πολεμιστής. Φανταζόταν πως κάθε ανεμόμυλος που συναντούσε ήταν και ένας εχθρός και άρχιζε μάχη μαζί του.

Αυτό ακριβώς κάνουμε κι εμείς μέσα στην ψυχή μας. Και γι’ αυτό ακριβώς το λόγο γίνονται συχνά αναφορές σ’ αυτή την ιστορία, γιατί μας θυμίζει τους εαυτούς μας. Οι συγγραφείς και οι ποιητές έχοντας τα προσωπικά τους βιώματα μιλάνε πάντα για την ανθρώπινη ύπαρξη σε σχέση με τον εαυτό τους. Ο περισσότερος κόσμος δεν ακούει, γιατί δεν βοηθάει όταν κάποιος άλλος μας λέει τι είναι λάθος με μας, και λίγη σημασία δίνει σε τέτοια ακούσματα.

Ο καθένας πρέπει να ανακαλύψει μόνος του τον εαυτό του, και ο περισσότερος κόσμος δεν θέλει να το κάνει ούτε κι αυτό. Τι αλήθεια σημαίνει να πολεμάς ανεμόμυλους; Σημαίνει να μην πολεμάς ενάντια σε κάτι το σημαντικό ή πραγματικό, αλλά ενάντια σε φανταστικούς εχθρούς και σε φανταστικές μάχες. Με διάφορες ασήμαντες αφορμές, κατασκευάζουμε στο μυαλό μας κάτι παγιωμένο και φοβερό.

Λέμε: “Δεν μπορώ να το ανεχτώ αυτό,” και έτσι ξεκινάμε μάχη, και “Δεν μου αρέσει αυτός,” και επακολουθεί μάχη, και “Δεν είμαι ευχαριστημένος,” και αρχίζει λυσσαλέος εσωτερικός πόλεμος. Πολύ δύσκολα πάντα καταλαβαίνουμε τι μας φταίει. Ο καιρός, το φαγητό, οι άνθρωποι, η δουλειά, η απραξία, το κράτος, σε οτιδήποτε κάνουμε συνήθως.

Γιατί συμβαίνει αυτό σε μας; Εξ αιτίας της αντίστασης μας να αντιμετωπίσουμε την πραγματικότητα και να αποδεχθούμε αυτό που πραγματικά είμαστε, δηλαδή τίποτα. Κανένας δεν ενδιαφέρεται να είναι τίποτα.

Ο καθένας θέλει να είναι “κάποιος” και “κάτι” ακόμα κι αν αυτό είναι ένας Δον Κιχώτης μαχόμενος ενάντια σε ανεμόμυλους. Κάποιος που ξέρει και ενεργεί και θα μετατραπεί σε κάτι άλλο, σε κάποιον που αποδίδει με σιγουριά απόψεις, γνώμες και ιδέες.

Ακόμα και φανερά λανθασμένες απόψεις δεν αναθεωρούνται επειδή ισχυροποιούν το “εγώ”. Δείχνει αρνητικό και ταπεινωτικό το να μην είσαι κανείς και να μην έχεις τίποτα. Πρέπει να αποκαλύψουμε στους εαυτούς μας ότι αυτό είναι το πιο ευχάριστο και απελευθερωτικό συναίσθημα που θα μπορούσαμε να έχουμε. Αλλά εξ αιτίας του φόβου μας ότι θα μας επιτεθούν οι ανεμόμυλοι δεν θέλουμε να επιτρέψουμε αυτά τα συναισθήματα να επικρατήσουν.

Γιατί πολεμάμε όλους αυτούς τους ανεμόμυλους; Είναι χτισμένοι μόνο στο μυαλό μας και όπως τους χτίσαμε μπορούμε να τους γκρεμίσουμε. Είναι μια εμπειρία που επιβραβεύεται, το να ελέγξει κανείς τι ακριβώς αναστατώνει το μυαλό του και την ψυχή του.

Καθώς ανακαλύπτουμε διαδοχικά συναισθήματα ας μην δημιουργούμε προφάσεις και δικαιολογίες γι’ αυτά, αλλά να αντιληφθούμε ότι αυτά αποτελούν γόνιμο έδαφος για ειλικρινέστερη και θερμότερη προσέγγιση μεταξύ των ανθρώπων.

Αφιερωμένο στους Έλληνες Δον Κιχώτες

Πες μου...

Πες μου, πως γίνεται και ακόμα περιμένεις το αναπάντεχο, όταν έτσι το έχεις βαφτίσει;

Πες μου πως είναι δυνατόν να λες ότι πιστεύεις στο θαύμα, όταν κάθε φορά που ακούς για θαύματα χασκογελάς;

Πες μου σε παρακαλώ, τι περισσότερο περιμένεις από το Θεό σου να σου δώσει, όταν τον θυμάσαι μόνο παραμονές της ανάγκης σου;

Πες μου λοιπόν, πως ποτέ είναι δυνατόν να φτάσεις αυτό που θες, όταν για συμβουλάτορες έχεις αυτούς που ποτέ δεν έφτασαν εκεί;

Πες μου, θέλω να ακούσω, πως θα αποκτήσεις μια καινούργια εικόνα για τη διαδρομή σου, όταν δεν είσαι πρόθυμος να εγκαταλείψεις αυτή που κουβαλάς, και την υπερασπίζεσαι και με τη ζωή σου;

Πες μου, αν δεν γίνεις νερό, να γεμίζεις το δοχείο που σε περιβάλλει, να ξεχειλίζεις από όλες τις χαραμάδες για να ελίσσεσαι, να μην μπορεί τίποτα να σε συμπιέσει, και να αυξάνεται ο όγκος σου με κάθε τι που πέφτει μέσα σου, αλλά μένεις ακλόνητος βράχος πεποιθήσεων και κριτικής, γιατί η ζωή να σου φερθεί σαν να είσαι νερό;

Πες μου, είσαι ποτέ έτοιμος, ή πάντα οχυρώνεσαι πίσω από “αν”;

Πες μου τώρα, ξέρεις ότι ο χρόνος σου κυλάει και το να περιμένεις την ευκαιρία να περάσει αραγμένος πίσω από το παράθυρο, στο τέλος το μόνο που θα σου φέρει θα είναι μια ωραία παραθυρέ κορνίζα για το προφίλ σου με την οποία απλά θα σε θυμούνται!

Θυμήθηκα...

 Θυμήθηκα, τότε που νόμιζα πως το πιο σημαντικό ήταν να σε πείσω πως είχα δίκιο, και σήμερα βλέπω το άδικο που τότε είχα.

Θυμήθηκα, τις νύχτες που από πόνο ψυχής έκλαιγα πιστεύοντας ότι τελείωσε ο κόσμος για μένα, και σήμερα συλλογιέμαι τη γαλήνη της καρδιάς μου.

Θυμήθηκα, τις μέρες που αβίαστα μάτωναν τα δάχτυλά μου στον ανταγωνισμό για μια καλύτερη ζωή, και σήμερα απλόχερα δίνω αυτά τα ώριμα χέρια για μια ζωή που θα σωθεί και θα συνεχιστεί.

Θυμήθηκα, τότε που σε σταύρωσα για τα πιστεύω μου, και σήμερα αναλογίζομαι τις τρύπες από τα καρφιά που έχουν μείνει στο δικό μου το κορμί.

Θυμήθηκα, τότε που αισθανόμουν βασιλιάς γεμάτος υπηκόους, και σήμερα κοιτάζω την ερημιά του βασιλείου μου που με περιγελάει για την τότε ανοησία μου.

Θυμήθηκα, που σε έκρινα για το ήθος σου, και σήμερα μυρίζω τη δυσοσμία του δικού μου κορμιού.

Θυμήθηκα, πως όλα αυτά που θυμάμαι, είναι αυτά που σκοτείνιασαν την αυγή σου, επειδή δεν καταλάβαινα πως η ερεβοκτόνος ανατολή η δική σου, θα φωτίσει τη μέρα τη δική μου, γιατί ζούσα στο σκοτάδι.

Και μένω να θυμάμαι, πως όπου σε χτυπάω εκεί και πονάω, όπου σε πληγώνω εκεί και ματώνω, όπου σε αμφισβητώ εκεί και αμφιβάλω, όπου σε φοβάμαι εκεί δεν με αγαπώ, ότι δεν αγαπώ σε εσένα είναι ότι φοβάμαι πάνω μου, από αυτό που σου δίνω από αυτό θα έχω για να λάβω, αυτό που είμαι αυτό και εσύ θα γίνεις.

Τι σημαίνουν τα "selfies" για την προσωπικότητά μας;


Με την συνεχή εφαρμογή της τεχνολογίας στην καθημερινότητά μας, ολοένα και νέοι όροι ενσωματώνονται στο λεξιλόγιο μας. Ένας διαδεδομένος όρος που απαντάται πολύ συχνά, είναι ο όρος “selfie”, δηλαδή η «αυτοαπεικόνισή» μας στα κοινωνικά δίκτυα. Η διάδοση του όρου είναι τόσο ευρεία, ώστε να μπορεί να παρατηρήσει κανείς κοντινά, επικίνδυνα, αστεία “selfies” και σε διάφορα μέρη.

Ο όρος “selfie” ανακοινώθηκε ως η λέξη της χρονιάς 2013 για το Αγγλικό λεξικό της Οξφόρδης καθώς ήταν αδύνατο να περιηγηθεί κανείς στα κοινωνικά δίκτυα χωρίς να δει τουλάχιστον μία “selfie” φωτογραφία. Ωστόσο, τι λέει αυτός ο τύπος «αυτοαπεικόνισης» για τον άνθρωπο; Η κλινική ψυχολόγος Δρ Lisa Orban και μέλος του British Psychologists Association, είπε στο BBC trending ότι το “selfie” μπορεί να αποκαλύψει πολύ περισσότερα από ό, τι πιστεύουμε.

Εξήγησε ότι τα “selfies” είναι ένα είδος αυτο-εξερεύνησης και κοινωνικού πειραματισμού που παρουσιάζουν τόσο μεγάλη απήχηση, διότι έτσι αισθανόμαστε ασφαλείς, νιώθουμε αυτοπεποίθηση να ξεπεράσουμε οποιοδήποτε εμπόδιο και διατηρούμε τον έλεγχο. Οι φωτογραφίες που παρουσιάζονται, μπορεί να αντιπροσωπεύουν μία πιο αληθινή εικόνα του φωτογράφου από μία τυπική φωτογράφιση που θα του έκανε οποιοσδήποτε άλλος.

Ο συνεργάτης ψυχολόγος Dr. Andrew Przybylski πρόσθεσε ότι η “selfie” μπορεί να θεωρηθεί ως ναρκισσιστική επειδή έχει σχεδιαστεί για να προσελκύσει και να εντυπωσιάσει ένα φανταστικό κοινό, αλλά τόνισε ότι δίνει έμφαση στην έντονη ανάγκη του φωτογράφου για προσωπική ικανοποίηση και την επιθυμία του να ανήκει. Έτσι λοιπόν, καθίσταται ζωτικό κοινωνικό εργαλείο και μία μέθοδος για να συνδεθεί κανείς με τους άλλους.

Αυτός είναι ίσως ο λόγος που τα “selfies” είναι ιδιαίτερα σημαντικά για τους εφήβους, οι οποίοι τα χρησιμοποιούν ως μέρος της διαμόρφωσης της ταυτότητας τους, εξήγησε η Dr. Orban.

Γνωρίζοντας τα παραπάνω, ίσως την επόμενη φορά να σκεφτείτε λίγο περισσότερο πριν να στρέψετε την κάμερα προς το πρόσωπό σας.

ΠΩΣ ΓΙΝΕΤΑΙ Η ΣΥΝΟΥΣΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑΣ ΜΕ ΣΚΥΛΟ!

Αν γράψω «Όρμησε επάνω της και την γάμησε…» θα πουν ότι είμαι χυδαίος. Άσεμνος. Πρόστυχος. Από την άλλη, θα αποφύγω κάθε σχόλιο επικριτικό αν γράψω «Όρμησε επάνω της και της έκανε έρωτα…». Ναι μεν θα είμαι κυριλάτος στην περιγραφή μου, όμως εκτός θέματος. Επειδή ο άνδρας δεν έκανε έρωτα στην κυρία, ούτε η κυρία περίμενε να της κάνει έρωτα. Και οι δυο τους ήθελαν να ξεσκιστούν. Να γαμηθούν. Όχι να ερωτευθούν. Όχι να ξεκινήσουν τελετουργικά τη διαδικασία να σμίξουν τα κορμιά τους και να γευθούν την κορύφωση της οργασμικής συνεύρεσης.
Σοκάρει η λέξη «γαμήσι», το ρήμα «γαμάω». Είναι λέξεις ιερές όμως, αναφέρονται σε υψηλής αξίας πράξεις ανθρώπινες, άσε ότι είναι απαραίτητες. Οι άνθρωποι τις έχουν βρωμίσει αυτές τις λέξεις, έχουν ρίξει σ’ αυτές ατέλειωτη ντροπή. Και γι’ αυτό όποιος τις χρησιμοποιεί θεωρείται πορνογράφος, πεζοδρομιακός.


Δίνω απόσπασμα από το μυθιστόρημα Ο Μέγας Ανατολικός του πολυβραβευμένου Ανδρέα Εμπειρίκου, που άρχισε να γράφεται από το 1945 και δημοσιεύθηκε μετά το θάνατό του. Μ’ αυτό το έργο ο ποιητής οραματίζεται «το μοντέλο ενός ολοκληρωτικά απελευθερωμένου κόσμου».
Φοβερά πράγματα γίνονται στο πλοίο «Ο Μέγας Ανατολικός», μάλλον φοβερά πράγματα γράφονται στο βιβλίο των οκτώ τόμων και 2.104 σελίδων! Οι επιβάτες αποβλέπουν στην απόλυτη και συνεχή ηδονή άνευ ορίων και άνευ όρων. Και στην ερωτική κοινοκτημοσύνη, στην ερωτική κοινοπραξία. Τι θα πει είμαι παντρεμένος, παντρεμένη, είμαι σε σχέση μ’ άλλον, μ’ άλλην;
Ήταν επόμενο να ξεσπάσει σάλος με τον Μέγα Ανατολικό. Ο πνευματικός κόσμος διχάστηκε. Άλλοι κατεδίκασαν τον Εμπειρίκο, άλλοι τον υπερασπίστηκαν, μέσα σ’ αυτούς και ο νομπελίστας Οδυσσέας Ελύτης.

Για κάποιους το έργο του Ανδρέα Εμπειρίκου έχει και πολιτική διάσταση διότι στο μέγα παπόρι επάνω συναναστρέφονται σεξουαλικά, καταμεσής του πελάγους, άτομα όλων των κοινωνικών τάξεων. Καιρός να ρίξουμε μια ματιά στις σελίδες του Μέγα Ανατολικού…

…Η νεαρά Σουηδή αριστοκράτις και αι δυο μικραί Λαπωνίδες υπηρέτριαι συνωθούμεναι και κινούμεναι σπασμωδικώς ή μία επί της άλλης, αναστενάζουσαι και εκβάλλουσαι μικράς οξείας φωνάς από τήν γλύκαν πού εδοκίμαζαν, με εντόνους εκφράσεις λαγνείας εις τά πρόσωπά των, επλησίαζαν πασιφανώς εις τήν τριπλήν υγράν έκβασιν πού θα απεκορύφωνε τήν ερωτοπραξίαν των, όταν κάτι τελείως αδόκητον συνέβη.

Ένας πελώριος σκύλος διερχόμενος εκείθεν καί προχωρών μέ μεγάλους καί ταχείς διασκελισμούς, μόλις είδε τό χαριτωμένον σύμπλεγμα των τριών αλληλομαλακιζομένων κοριτσιών, έσπευσε πρός αυτά.
Αφού δέ τά ωσφράνθη εις τά σημεία των φορεμάτων πού εκάλυπταν τά αιδοία των προσπαθών μέ απεγνωσμένας κινήσεις της κεφαλής του νά ανασηκώση τούς ποδογύρους των, διά νά φέρη τό στόμα του εις επαφήν μέ τά ερωτικά των όργανα, αποτυχών εις τούτο μέ τήν Γκρέτα και τήν Όλαν, κατώρθωσε τελικώς νά θέση τήν κεφαλήν του υπό τό κοντοφούστανον της μικράς Νόλας.

Πάραυτα, μέ λαιμαργίαν καί μέ ηχηρούς πλαταγισμούς της μακροτάτης γλώσσης του, ωσάν νά έπινε βιαστικά νερό, ήρχισε νά γλείφη τό μουνέττον της εις τήν τρυφεράν καί ήδη υγράν σχισμήν του, κάτω από τήν τριβομένην πάντοτε υπ’ αυτής εν στύσει κλειτορίδα της, χωρίς καμμίαν αντίστασιν εκ μέρους της μικράς.

 Αντιθέτως, εις τήν κατάστασιν πού ευρίσκετο η Νόλα, της διαπύρου καύλας, όχι μόνον δέν αντέστη, αλλά εδέχθη ασμένως τό τεράστιον καί θορυβώδες γλείψιμον του μουνιδίου της, εκβάλλουσα, τώρα, ακόμη οξυτέρας φωνάς λαγνείας καί σείουσα σφοδρώς τό κωλαράκι της, ενώ καί αι άλλαι ηρωίδες του συναρπαστικού συμπλέγματος, χωρίς νά έχουν ιδεί τί έκαμνε ο μέγας κύων εις τήν Νόλαν, αλλά καυλοπυρέσσουσαι αφαντάστως, εξηκολούθουν καί αυταί μανιωδώς, καί μέ διαπεραστικά ξεφωνητά, τήν συγκλονιστικήν των λαγνουργίαν.

Τέλος ο Μπόμπ – διότι αυτός ήτο ο πελώριος κύων -, διακόπτων αποτόμως τό γλέιψιμον του νεαρού μουνιού, ύψωσε μέ τό ρύγχος του τό βαρύ φόρεμα της Νόλας, εσηκώθη εις τούς οπισθίους πόδας του καί συγκρατών μέ τούς εμπροσθίους τήν μικράν Λαπωνίδα, μέ τό κατέρυθρον καί μακρότατον σουβλερόν του πέος εκτοξευμένον εις πλήρη καί τρομακτικήν στύσιν, ήρχισε μέ ισχυροτάτας γαμικάς ωθήσεις νά προσπαθή νά εμπήξη τήν τεραστίων διαστάσεων ψωλήν του εις τό τελείως άτριχον μουνέττον της μικράς.
Αδυνατών άλλως νά πράξη τούτο (διότι η επίκυψις της Νόλας δέν ήτο επαρκής διά νά εισέλθη ο αιχμήεις πούτσος του εις τόν ευρισκόμενον πιό εμπρός ή πάρα κάτω τρυφερόν του στόχον) καί μετά 15 έως 20 απεγνωσμένας καί αστοχούσας κρούσεις, ημπόρεσε εν τούτοις, εξακολουθών τάς ισχυράς του γαμικάς κινήσεις, μέ ισαρίθμους ανοικτίρμονας ωθήσεις, νά εμπήξη τήν υπερσφύζουσαν ψωλήν του εις τόν πρωκτόν της κορασίδος, παραβιάζων τόν σφιγκτήρα της ευκόλως, καί ήρχισε νά τήν βατεύη μανιωδώς, πνευστιών, λαγνοϋλακτών ενίοτε, καί έχων σχεδόν συνεχώς τήν γλώσσαν του κρεμασμένην έξω…

Η Νόλα ήτο τόσον καυλωμένη πού ούτε πρός στιγμήν δέν έκαμε τίποτε διά νά αποσείση τόν μέγαν μολοσσόν, ούτε πρός στιγμήν κάν δέν διεμαρτυρήθη. Μόνον μία διαπεραστική κραυγή αιφνιδίου πόνου, καί ίσως καί εκπλήξεως, μία οξυτάτη κραυγή στιγμιαίου μόνον άλγους τής διέφυγε τήν ώραν πού παρεβιάζεται ο μικρός σφιγκτήρ της, καί, χωρίς νά παύση ούτε δι’ έν δευτερόλεπτον τήν αυνάνισιν της Όλας καί τήν τρίψιν του ιδικού της ορθίου κλειτοριδίου, ή Νόλα αφέθη προθύμως καί ευχαρίστως εις ταις γαμιαίς του βατεύοντος αυτήν μετά μανίας εις τόν πρωκτίσκον της κυνός.
Ήτο δέ φανερόν ότι απελάμβανε τήν σκυλογάμευσίν της, σχεδόν ωσάν νά τήν γαμούσε προσφιλής ανήρ, καί έσειε καί έσπρωχνε τό ακάλυπτον κωλαράκι της πρός τά οπίσω, εις προϋπάντησιν των ραγδαίων λογχισμών της σουβλεράς του μολοσσού ψωλής, πού εισέδυε εις τήν στενήν της οπισθίαν σήραγγα, ενώ η γαμουμένη παίς, εκβάλλουσα τώρα πάλιν, χωρίς ίχνος πόνου ή δυσφορίας, οξείας φωνάς καθαράς λαγνείας, έστρεφε τήν κεφαλήν της διά νά απολαύση, εις δυνατόν, καί διά των οφθαλμών, ενώ ό σφίγγων αυτήν μέ τούς προσθίους του πόδας είς τήν μέσην κύων, έλειχεν αυτήν ενίοτε περιπαθώς είς τόν αυχένα, καθώς η Νόλα κύπτουσα ηυνάνιζε τήν αυνανίζουσαν τήν Γκρέταν αδελφήν της.

Η στιγμιαία όμως κραυγή πόνου πού της είχε διαφύγει, η τόσον διαφορετική από τάς φωνάς της ηδονής, είλκυσε τήν προσοχήν της Γκρέτας καί τής Όλας, αι οποίαι, στρέφουσαι τάς κεφαλάς των παρευθύς, διέκριναν κατά μέγα μέρος τί έκαμνε ο σκύλος εις τήν Νόλαν, καί, μέ ενισχυομένην έτι μάλλον εκ του συνταρακτικού θεάματος τήν ήδη φλογεράν των καύλαν, σφαδάζουσαι καί σειόμεναι καί αυταί σφοδρώς, εξηκολούθησαν τήν λαγνικήν των πράξιν, ενώ η βατευομένη μικρούλα Λαπωνίς, μέ τά μάτια της υπερμέτρως ανοικτά καί γουρλωμένα, από τήν πίεσιν των ισχυρών καί ανενδότων, των καυστικών, σχεδόν, εισδύσεων της πελωρίας καί αιχμηράς κυνοψωλής, απελάμβανε τώρα βαθέως τήν υπό του ωραίου ζώου πρωκτογάμευσίν της.

Ακόμη ολίγον καί θά εξεσπερμάτιζε ο Μπόμπ. Όμως πρίν λάβη χώραν τούτο, ενεφανίσθη φέρουσα, υπό πρασίνην εκ βελούδου μπέρταν, μίαν κομψήν έξωμον εσθήτα χρώματος κυκλαμίνου, η νεαρά Αγγλίς ηθοποιός Τζέην Μπόσουελ, καί βλέπουσα μακρόθεν τί έκαμνε τό σύμπλεγμα των αυνανιζομένων νεανίδων, καί, εις τήν μικροτέραν εξ αυτών, ο μέγας Δανέζος μολοσσός της Μπόμπ, έσπευσε πρός τόν θαυμάσιον κύνα της καί δρασσομένη του τεραστίου πέους του, τόν ηνάγκασε, αλλά μετά μεγάλης δυσκολίας, νά διακόψη τήν ηδονικήν του πράξιν, αποσπώσα τήν σχεδόν αιμάσσουσαν ψωλήν του από τό σειόμενον ζωηρώς κωλάκι της μικράς.

Εις τήν σκληράν αυτήν παρέμβασιν προέβη η ωραία Αγγλίς, όχι διότι υπήκουε εις ηθικήν τινα επιταγήν της συνειδήσεώς της, αλλά διότι, γνωρίζουσα τί θά συνέβαινε μετ’ ολίγον καί πόσον αργούν νά αποκολληθούν οι κύνες από τά ερωτικά θηράματά των, καί φοβουμένη ωσαύτως μήπως εκσπάση φοβερόν σκάνδαλον επί του πλοίου, εκθέτον αυτήν καί τά κοράσια, εάν έβλεπε κάποιος τυχαίος περαστικός τήν βάτευσιν της μικράς καί τήν ταυτόχρονον πολλαπλήν λαγνουργίαν των μαλακιζομένων νεανίδων, διά τούς λόγους αυτούς καί μόνον, απέσπασε η Τζέην τόν μολοσσόν της από τό σχεδόν τελείως γαμηθέν κομψόν κωλάκι της χαριέσσης εκ Λαπωνίας παιδός.

Ο μέγας μολοσσός αμέσως έπεσε εις τούς 4 πόδας του, αλλά καί έτσι εξηκολούθησε νά κάμνη κατά τρόπον συνταρακτικόν σπασμώδεις γαμικάς κινήσεις εις τόν αέρα, παρατηρών μέ απόγνωσιν καί τρέμων από τόν έγκαυλον εκνευρισμόν του τά αλληλοαυνανιζόμενα κοράσια, πού ελάχιστα τώρα απείχαν από τήν έκχυσιν του μουνοχύματός των αλληλοτριβόμενα καί ξεφωνίζοντα μέ υστερικήν παραφοράν, μέ τά ευρέως ανοιγμένα μάτια των προσηλωμένα επί του φλογισμένου πελωρίου πέους του παραπλεύρως καυλοπυρέσσοντος μαρτυρικώς κυνός. Αίφνης ή Γκρέτα, ή Όλα καί η Νόλα εξέβαλαν συγχρόνως διαπεραστικάς, καί αι τρεις, κραυγάς ερωτικής αγαλλιάσεως, καί σειόμεναι κατά τρόπον φρενήρη η μία επί της άλλης, κατέβρεξαν τά κινούμενα εις τά αιδοία των δάκτυλά των μέ άφθονον μουνοχυμόν.

Μόλις ετελείωσε ο τριπλούς οργασμός, η Τζέην εξ οίκτου διά τόν λαγνοσφαδάζοντα ανικανοποίητον μολοσσόν της, αλλά ακόμη περισσότερον διά νά ικανοποιήση τήν μεγάλην καύλα πού της ήναψαν αι αλληλομαλακισθείσαι κόραι καί τά όσα είδε νά κάμνη είς τήν μικροτέραν εξ αυτών ο Μπόμπ, η Τζέην αφού συνεχάρη τήν Γκρέταν καί τάς δύο νεαράς υπηρετρίας της, υποσχομένη νά μήν είπη τίποτε εις κανένα περί της λαγνουργίας των (πρός μεγάλην ανακούφισιν καί των τριών), εκάλεσε τόν μολοσσόν νά τήν ακολουθήση, καί πρίν εκκινήση εστράφη πάλιν πρός τάς τρείς κόρας καί είπε: «Γιά νά σας ευχαριστήσω γιά τό όμορφο θέαμα πού μου προσφέρατε, θά σας προσφέρω καί εγώ ένα θέαμα… ένα θέαμα λίγο διαφορετικό καί κάπως, άς πούμε, σπάνιο, φθάνει νά μου υποσχεθήτε καί σεις, ότι δέν θά πήτε τίποτε από αυτά πού θά δήτε σέ κανέναν.»

Αι τρεις νεάνιδες ασθμαίνουσαι ακόμη από τήν σφοδρότητα των οργασμών των, ευρίσκουσαι τήν νεαράν Αγγλίδα ηθοποιόν όχι μόνον πολύ ωραίαν, αλλά καί πολύ συμπαθή, υπεσχέθησαν νά τηρήσουν εχεμύθειαν καί εδέχθησαν τήν πρότασιν ευχαρίστως.
Αμέσως η Τζέην, ακολουθουμένη από τήν Γκρέταν καί τάς δύο Λαπωνίδας, ωδήγησε τόν βαδίζοντα εις τό πλευρόν της παραδόξως καί μετά μεγάλης δυσκολίας ένεκα της τελείως εκτοξευμένης ψωλής του Μπόμπ, όπισθεν ενός ουχί μακράν ευρισκομένου κλειστού σπιραγίου σημείου, καί αφού παρεκάλεσε τάς τρεις νεάνιδας νά τήν ειδοποιήσουν εγκαίρως, εάν κατά κακήν τύχην επλησίαζε κανείς, απέβαλε εις τό φώς των μακρινών φανών τήν μπέρταν της, εσήκωσε τήν εσθήτα της έως τήν μέσην καί κάμνουσα μεγάλην επίκυψιν επί ενός σπειροειδώς τυλιγμένου εις τό κατάστρωμα χονδρού σχοινίου, ετούρλωσε πολύ τόν γυμνωμένον κώλον της, καί ανοίγουσα τά σκέλη της τόσον, ώστε αμέσως νά φανή τό εν τω μέσω των αραιών καί ως μέταξα απαλών τριχών του ωραιότατον ημιανοικτόν εκ της διεγέρσεως μουνί της, εκάλεσε η Τζέην τόν σκύλον της νά τήν βατεύση.

Περιχαρής ο Μπόμπ, μέ εκτοξευμένον πάντοτε τό φλογισμένον πέος του, ώρμησε καί αφού έγλειψε επ’ ολίγον μέ λαιμαργίαν τό αιδοίον της κυρίας του, ωρθώθη εις τούς οπισθίους πόδας του, καί σφίγγων αυτήν μέ τούς προσθίους εις τήν μέσην, όπως σφίγγουν πάντοτε οι επιβήτορες κύνες τά θηλυκά των, ήρχισε νά ωθή μέ μεγάλην δύναμιν καί ζέσιν τήν αιματηράν ψωλήν του πρός τό προσφερόμενον εις αυτόν ωραίον μουνί, ωσάν νά ήθελε όχι μόνον νά το γαμήση μά καί διαμπερώς νά τό τρυπήση. Καί όπως όταν εβάτευσε τό απόγευμα εις τό αιδοίον την Τζέην καί πρό ολίγου, σχεδόν μέχρι τέλους, καί τήν Νόλαν εις τόν κώλον, ούτω καί τώρα, μέ τήν ψωλήν του τύπτουσαν εδώ καί εκεί, αλλά μή ευρίσκουσαν αρχικώς τήν μουνότρυπαν της νεαράς Αγγλίδος, ο καυλωμένος μολοσσός πάλιν ηστόχησε κατ’ αρχάς 8 ή 9 φοράς εις τάς περιπαθείς του προσπαθείας νά εμπήξη τήν ερυθράν λόγχην του εις τό μουνί της. Εις τήν 9ην όμως ή την 10ην κρούσιν, επέτυχε καί η μακρά ψωλή του εισέδυσε εις τήν αναμένουσαν αυτήν γλυκείαν οπήν.

Αι γαμικαί κινήσεις του κυνός εξηκολούθησαν μανιωδώς καί η σουβλερά ψωλή εμπεπηγμένη βαθειά εντός του ανοικτού αιδοίου ελόγχιζε γοργά τόν τρυφερόν της στόχον καί η βάτευσις της Τζέην ήρχισε αισίως, υπό τά ευρέως ανοιγμένα όμματα της Γκρέτας καί των δύο μικρών θεραπαινίδων, πού άναυδοι καί μέ σφοδρόν παλμόν καρδίας εκοίταζαν εμβρόντητοι τήν συγκλονιστικήν σκηνήν.

Ο μέγας μολοσσός, κύττων επί της ράχεως της νεαράς κυρίας του καί συγκρατούμενος μέ τούς προσθίους πόδας του καλώς από τήν μέσην της, εγάμευε μέ πάθος καί δύναμιν ενθέου λέοντος ή πλάσματος μυθικού.

Η Αγγλίς ηθοποιός εξέβαλλε διαπεραστικάς φωνάς οξείας λαγνείας. Ο ευτυχής τετράπους γαμέτης, βατεύων αυτήν μέ οίστρον φλογερόν, εξέπεμπε από καιρού εις καιρόν συντόμους αλλά εξάλλους υλακάς ηδονής καθώς εκέντριζε μέ τό αιχμήεν πέος του τό εξαίσιον γυναικείον μουνί εις τό οποίον είχε πλέον λυσιτελώς εισδύσει.

 Καί ενώ η εκ του πόντου αύρα εδρόσιζε τούς καυλοπυρέσσοντας συνουσιαζομένους, χωρίς ουδόλως νά ελαττώνη τήν φλόγα του ερωτικού των οίστρου, καί έκαμνε να κυματίζουν αι κόμαι των τεσσάρων επί σκηνής θηλέων, η τελουμένη ενώπιον των τριών νεανίδων σχεδόν μυθική καί μεγαλειώδης μεταξύ της ωραίας γυναικός καί του πελωρίου κυνός λαγνοπραξία, προεκάλει εις τά σώματα καί τάς ψυχάς της Γκρέτας καί των δύο Λαπωνίδων νέαν πυράκτωσιν των αισθήσεών των, νέαν ταχείαν καύλωσιν, ενώ η περιέχουσα εντόνως στοιχεία οργιαστικής τελετουργίας καί μυστηρίου ιμερικού ηδονική ατμόσφαιρα, σχεδόν ορατά (τουτέστιν μέ σχεδόν ορατούς τους κραδασμούς της) έσφυζε καί εδονείτο, μέ υπόκρουσιν τόν γδούπον της έλικος καί τόν αφρώδη παφλασμόν των πλευρικών τροχών του τεραστίου πλοίου.