Τετάρτη, 10 Οκτωβρίου 2018

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Προμηθεὺς δεσμώτης (1-35)

ΠΡΟΛΟΓΟΣ


ΚΡΑΤΟΣ
Χθονὸς μὲν ἐς τηλουρὸν ἥκομεν πέδον,
Σκύθην ἐς οἷμον, ἄβροτον εἰς ἐρημίαν.
Ἥφαιστε, σοὶ δὲ χρὴ μέλειν ἐπιστολὰς
ἅς σοι πατὴρ ἐφεῖτο, τόνδε πρὸς πέτραις
5 ὑψηλοκρήμνοις τὸν λεωργὸν ὀχμάσαι
ἀδαμαντίνων δεσμῶν ἐν ἀρρήκτοις πέδαις.
τὸ σὸν γὰρ ἄνθος, παντέχνου πυρὸς σέλας,
θνητοῖσι κλέψας ὤπασεν· τοιᾶσδέ τοι
ἁμαρτίας σφε δεῖ θεοῖς δοῦναι δίκην,
10 ὡς ἂν διδαχθῇ τὴν Διὸς τυραννίδα
στέργειν, φιλανθρώπου δὲ παύεσθαι τρόπου.

ΗΦΑΙΣΤΟΣ
Κράτος Βία τε, σφῷν μὲν ἐντολὴ Διὸς
ἔχει τέλος δὴ κοὐδὲν ἐμποδὼν ἔτι·
ἐγὼ δ᾽ ἄτολμός εἰμι συγγενῆ θεὸν
15 δῆσαι βίᾳ φάραγγι πρὸς δυσχειμέρῳ.
πάντως δ᾽ ἀνάγκη τῶνδέ μοι τόλμαν σχεθεῖν·
εὐωριάζειν γὰρ πατρὸς λόγους βαρύ.
τῆς ὀρθοβούλου Θέμιδος αἰπυμῆτα παῖ,
ἄκοντά σ᾽ ἄκων δυσλύτοις χαλκεύμασι
20 προσπασσαλεύσω τῷδ᾽ ἀπανθρώπῳ πάγῳ,
ἵν᾽ οὔτε φωνὴν οὔτε του μορφὴν βροτῶν
ὄψῃ, σταθευτὸς δ᾽ ἡλίου φοίβῃ φλογὶ
χροιᾶς ἀμείψεις ἄνθος· ἀσμένῳ δέ σοι
ἡ ποικιλείμων νὺξ ἀποκρύψει φάος,
25 πάχνην θ᾽ ἑῴαν ἥλιος σκεδᾷ πάλιν·
αἰεὶ δὲ τοῦ παρόντος ἀχθηδὼν κακοῦ
τρύσει σ᾽· ὁ λωφήσων γὰρ οὐ πέφυκέ πω.
τοιαῦτ᾽ ἐπηύρου τοῦ φιλανθρώπου τρόπου.
θεὸς θεῶν γὰρ οὐχ ὑποπτήσσων χόλον
30 βροτοῖσι τιμὰς ὤπασας πέρα δίκης·
ἀνθ᾽ ὧν ἀτερπῆ τήνδε φρουρήσεις πέτραν
ὀρθοστάδην, ἄυπνος, οὐ κάμπτων γόνυ·
πολλοὺς δ᾽ ὀδυρμοὺς καὶ γόους ἀνωφελεῖς
φθέγξῃ· Διὸς γὰρ δυσπαραίτητοι φρένες·
35 ἅπας δὲ τραχὺς ὅστις ἂν νέον κρατῇ.

***
ΠΡΟΛΟΓΟΣ

ΚΡΑΤΟΣ
Νά μας, στα πέριορα τ᾽ αλαργινά του κόσμου
στους έρημους κι απάτητους Σκυθικούς δρόμους.
Τώρα δουλειά σου, ω Ήφαιστε, όσα ο πατέρας
πρόσταξε, να γνοιαστείς, και τον άνομο τούτο
στα βράχια, στους ψηλούς γκρεμνούς να πεδικλώσεις
μ᾽ αλυσίδων ασύντριφτα δεσμά ατσαλένια,
γιατί έκλεψε της πάντεχνης φωτιάς τη φλόγα,
– τ᾽ άνθος σου εσένα – και το χάρισε του ανθρώπου.
Τέτοιο κρίμα λοιπόν χρωστάει να μας πλερώσει,
10 για να μάθει του Δία την εξουσία να στρέγει
και τους φιλάνθρωπους τους τρόπους του ν᾽ αφήσει.

ΗΦΑΙΣΤΟΣ
Κράτος και Βία, για σας η προσταγή του Δία
τέλειωσε και πια τίποτε δε στέκει μπόδιο·
μα εμέ, δε μου βαστά η ψυχή θεό συγγενή μου
στ᾽ άγριο τούτο ποροφάραγγο να δέσω.
Όμως να σφίξω την καρδιά μου ανάγκη πάσα,
γιατί βαρύ ᾽ναι ν᾽ αψηφώ του Δία το λόγο.
Ω εσύ, με τα υψηλά φρονήματά σου, τέκνον
της ορθόβουλης Θέμιδας, θέλεις δε θέλω,
20 σ᾽ αυτή την έρμη την κορφή θα σε καρφώσω,
π᾽ ούτε φωνή και κανενός την όψη ανθρώπου
θα βλέπεις, μ᾽ απ᾽ του ήλιου τη φωτιά ψημένος
τ᾽ άνθος της όψης σου θ᾽ αλλάξεις και τη νύχτα
θα λαχταράς την πολυξόμπλιαστη να φτάσει,
να σκεπάσει το φως, ως νά ᾽βγει ο ήλιος πάλι
τη αυγινή την πάχνη να σκορπίσει· κι έτσι
κάποιο θα ᾽χεις κακό να τυραγνιέσαι πάντα,
χωρίς να βρίσκεται ψυχή να σ᾽ αλαφρώσει.
Τέτοιο έλαβες μιστό γι᾽ αγάπη των ανθρώπων·
γιατί, θεός εσύ, δε σκιάχτηκες των άλλων
την οργή των θεών και πήγες να προσφέρεις
30 στους ανθρώπους χαρίσματα πέρ᾽ από το δίκιο,
που αντίς γι᾽ αυτά, στον άχαρο το βράχο τούτο
ολόρθος κι άγρυπνος φρουρός θενα φυλάγεις,
δίχως τα γόνατά σου να λυγάς και θρήνους
πολλούς κι ανώφελα θα σκούζεις μοιρολόγια·
γιατί εύκολα δεν τη γυρνάς του Δία τη γνώμη
κι είναι πάντα σκληρός ο κάθε νέος αφέντης.

ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ: Η ΙΔΕΑ ΚΑΙ ΤΟ ΤΙΜΗΜΑ ΤΗΣ ΔΥΝΑΜΗΣ

Ἐ­ξι­στο­ρών­τας τά Κερ­κυ­ραϊ­κά ὁ Θου­κυ­δί­δης στό τρί­το βι­βλί­ο τῆς ἱ­στο­ρί­ας του, γρά­φει με­τα­ξύ ἄλ­λων καί τά πα­ρα­κά­τω[1]: ... Καί ἔ­πε­σαν πολ­λές καί με­γά­λες συμ­φο­ρές ἀ­πό τούς ἐμ­φύ­λιους πο­λέ­μους στίς πό­λεις, συμ­φο­ρές πού συμ­βαί­νουν καί θά συμ­βαί­νουν πάν­το­τε, ὅσο ἡ ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση θά πα­ρα­μέ­νει ἴδια, καί πού μπο­ρε­ΐ νά εἶ­ναι ἠ­πι­ό­τε­ρες καί μέ δι­α­φο­ρε­τι­κή μορ­φή, ἀ­νά­λο­γα μέ τίς ἀλ­λα­γές τῶν πε­ρι­στά­σε­ων. Για­τί σέ και­ρό εἰ­ρή­νης καί εὐ­η­με­ρί­ας, καί οἱ πό­λεις καί τά ἄ­το­μα ἔ­χουν κα­λύ­τε­ρες δι­α­θέ­σεις, ἀφοῦ δέν ἀ­ναγ­κά­ζον­ται νά κά­νουν πράγ­μα­τα πού δέν τά θέ­λουν. Ὁ πό­λε­μος ὁ­μως, ἀ­πο­μα­κρύ­νον­τας τήν κα­θη­με­ρι­νή εὐ­η­με­ρί­α, γί­νε­ται βί­αι­ος δά­σκα­λος καί ἐ­ξο­μοι­ώ­νει τίς δι­α­θέ­σεις τῶν ἀν­θρώ­πων μέ τίς συν­θῆ­κες πού τούς πε­ρι­βάλ­λουν. Ἔ­πε­σαν λοι­πόν σέ ἐμ­φύλιους πο­λέ­μους οἱ πό­λεις, καί, ὅσες τυ­χόν κα­θυ­στέ­ρη­σαν, ἐ­πει­δή μά­θαι­ναν τά ὅσα γί­νον­ταν ἀλ­λοῦ προ­η­γου­μέ­νως, προ­σπα­θοῦ­σαν νά φα­νοῦν ἀ­νώ­τε­ρες σέ ἐ­φευ­ρετι­κό­τη­τα, τό­σο στήν πο­νη­ριά τῶν ἐ­νερ­γει­ῶν τους, ὅσο καί στούς πρω­το­φα­νεῖς τρό­πους τι­μω­ρί­ας. Καί τή συ­νη­θι­σμέ­νη ση­μα­σί­α τῶν λέ­ξε­ων τήν ἄλ­λα­ξαν μέ ἄλ­λη πού τούς συ­νέ­φε­ρε. Ἡ ἀ­συλ­λό­γι­στη τόλ­μη θε­ω­ρή­θη­κε ἀν­δρεί­α ἀ­πό ἀ­γά­πη γιά τούς συν­τρό­φους, ἡ προ­νο­η­τι­κή δι­στα­κτι­κό­τη­τα εὔ­σχη­μη δει­λί­α, ἡ σω­φρο­σύ­νη πρό­σχη­μα ἀ­ναν­δρί­ας καί ἡ σύ­νε­ση γιά τό κά­θε τί θε­ω­ρή­θη­κε πλή­ρης ἀ­δρά­νεια. Καί ἄν κά­που δί­νον­ταν ὅρκοι γιά ἐ­πικύ­ρω­ση συμ­φω­νί­ας, οἱ ὅρ­κοι ἴ­σχυ­αν μό­νον ἐ­φό­σον κά­ποι­ος ἀ­π’ αὐ­τούς πού ὁρ­κί­στη­καν δέν εἶ­χε ἀ­πό που­θε­νά δύ­να­μη. Ἀλ­λά μέ τήν πρώ­τη εὐ­και­ρί­α, ἐ­κεῖϊ­νος πού πρῶ­τος ἀ­πο­κτοῦ­σε θάρ­ρος, ἄν ἔ­βλε­πε τόν ἀν­τί­πα­λό του ἀ­προ­φύ­λα­κτο, ἔ­παιρ­νε ἐκ­δί­κη­ση μέ πε­ρισ­σό­τε­ρη εὐ­χαρί­στη­ση για­τί ἐκ­με­ταλ­λευ­ό­ταν τήν πί­στη τοῦ ἀν­τι­πά­λου του στόν ὁρ­κο, πα­ρά ἄν τόν τι­μω­ροῦ­σε φα­νε­ρά. Καί αὐτό για­τί σκε­φτό­ταν καί ὅτι ἐ­ξα­σφα­λι­ζό­ταν ἀ­πό ἕ­ναν ἐ­χθρό, ἀλ­λά καί ὅτι θά τόν θε­ω­ροῦ­σαν ἔ­ξυ­πνο ἀφοῦ ἐ­πιβλή­θη­κε στόν ἀν­τί­πα­λό του μέ ἀ­πά­τη. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἄν­θρω­ποι προ­τι­μοῦν νά εἶ­ναι κα­κοί καί νά ὀ­νο­μά­ζον­ται ἐ­πι­τή­δει­οι, πα­ρά νά εἶ­ναι ἐ­νά­ρε­τοι καί νά θε­ω­ροῦν­ται ἀ­νό­η­τοι, για­τί γιά τό δεύ­τε­ρο ντρέ­πον­ται ἐ­νῶ γιά τό πρῶ­το πε­ρη­φα­νεύ­ον­ται. Καί αἰ­τί­α γιά ὅλα αὐτά ἡ δί­ψα τῆς ἐ­ξου­σί­ας τήν ὁποία γεν­νᾶ ἡ πλε­ο­νε­ξί­α καί ἡ φι­λο­δο­ξί­α.
 
Δι­α­βά­ζου­με τίς πιό πά­νω γραμ­μές καί μᾶς κυ­ρι­εύ­ει θλί­ψη καί ἀ­παι­σι­ο­δο­ξί­α, κα­θώς ὑ­στε­ρ’ ἀ­πό δυ­ό­μι­σι χι­λιά­δες χρό­νια πεί­ρας, προ­ό­δου καί παι­δεί­ας δι­α­πι­στώ­νου­με πώς τά ὅσα γρά­φει ὁ Θου­κυ­δί­δης σκι­α­γρα­φοῦν τό πορ­τρέ­το ὄ­χι μό­νο τῶν ἄν­θρω­πών της ἐ­πο­χῆς του ἀλ­λά καί τῆς ἐ­πο­χῆς μας. Καί σή­με­ρα -ἴσως πε­ρισ­σό­τε­ρο πα­ρά πο­τέ - ἡ κοι­νω­νι­κή, ἡ οἰ­κο­νο­μι­κή καί ἡ πο­λι­τι­κή μας ζω­ή εἶ­ναι στε­νά δε­μέ­νες μέ τή φι­λο­πρω­τί­α, τήν πλε­ο­νε­ξί­α καί τή φι­λο­δο­ξί­α, καί μο­λο­νό­τι οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἄν­θρω­ποι κα­τα­δι­κά­ζουν τούς πο­λέ­μους, οἱ τε­λευ­ταῖ­οι συ­νε­χί­ζον­ται μέ ἀ­μεί­ω­τη ἔν­τα­ση καί ἀ­γρι­ό­τη­τα ἀ­πο­δει­κνύ­ον­τας ὅτι ἡ ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση στό πέ­ρα­σμα τῶν αἰ­ώ­νων κα­τά βά­ση πα­ρα­μέ­νει ἴδια.
 
«Πι­στεύ­ω», ἔ­γρα­ψε ὁ Νήλ, «ὅτι σκο­πός τῆς ζω­ῆς εἶ­ναι ἡ ἀ­να­ζή­τη­ση τῆς εὐ­τυ­χί­ας. Ἡ μόρ­φω­ση ἔ­πρε­πε νά εἶ­ναι μιά προ­ε­τοι­μα­σί­α γιά τή ζω­ή. Ἀλ­λά ἡ παι­δεί­α μας ἀ­πέ­τυ­χε σ’ αὐτή τήν πε­ρι­ο­χή. Ἡ ἀ­γω­γή μας, τό­σο ἡ πο­λι­τι­κή ὅσο καί ἡ οἰ­κο­νο­μι­κή, δέ μᾶς ὁ­δη­γοῦν πα­ρά στόν πό­λε­μο. Ἡ ἰ­α­τρι­κή μας δέ μᾶς ἀ­πάλ­λα­ξε ἀ­πό τήν ἀρ­ρώ­στια. Ἡ θρη­σκεί­α μας δέν κα­τάρ­γη­σε τήν ἐκ­με­τάλ­λευ­ση καί τήν κλο­πή. Πα­ρά τίς ἀν­θρω­πι­στι­κές μας δι­α­κη­ρύ­ξεις, ἡ κοι­νή γνώ­μη πα­ρα­δέ­χε­ται ἀ­κό­μη τό βάρ­βα­ρο σπόρ τοῦ κυ­νη­γιοῦ. Οἱ πρό­ο­δοι τοῦ αἰ­ώ­να μας δέν εἶ­ναι πα­ρά πρό­ο­δοι μη­χα­νι­κῆς - ρα­δι­ό­φω­νο, τη­λε­ό­ρα­ση, ἠ­λεκτρο­νι­κή, ἀ­ε­ρο­πλά­να. Νέ­οι παγ­κό­σμιοι πό­λε­μοι μᾶς ἀ­πει­λοῦν, για­τί ἡ συ­νεί­δη­ση τοῦ κό­σμου δι­α­τη­ρεῖ­ται ἀ­κό­μα πρω­τό­γο­νη.
 
Ἄν θέ­λου­με νά ἐ­λέγ­ξου­με τήν παι­δεί­α μας, ἄς θέ­σου­με με­ρι­κές ἐ­νο­χλη­τι­κές ἐ­ρώ­τη­σεις: Για­τί ὁ ἄν­θρω­πος ἔ­χει πε­ρισ­σό­τε­ρες ἀρ­ρώ­στι­ες ἀ­πό τά ζῶ­α; Για­τί μι­σεῖ καί φθεί­ρε­ται σέ πο­λέ­μους, ἐ­νῶ τά ζῶ­α δέν τό κά­νουν; Για­τί ὁ καρ­κί­νος ἐ­ξα­πλώ­νε­ται; Για­τί τό­σες αὐ­το­κτο­νί­ες; Για­τί τό­σα σε­ξου­α­λι­κά ἐγ­κλή­μα­τα; Για­τί ἡ ἐκ­δι­κη­τι­κό­τη­τα καί ἡ ἐμ­πά­θεια; Πρός τί ἡ ἐ­πι­βι­ώ­ση τῶν θρη­σκει­ῶν, πού ἀ­πό και­ρό ξέ­χα­σαν τήν ἀ­πο­στο­λή τῆς ἀ­γά­πης, τῆς ἔλ­πι­δας καί τῆς ἐ­λε­η­μο­σύ­νης;
 
Πό­σα για­τί σ’ ἕ­ναν κομ­πά­ζον­τα πο­λι­τι­σμό, πού ὁ­μως αἰ­σθά­νε­ται θρι­αμ­βευ­τής…»
 
Εἶ­ναι φα­νε­ρό ὅτι σκο­πός τῆς ζω­ῆς μας θά ἔ­πρε­πε νά εἶ­ναι ἡ ἀ­να­ζή­τη­ση τῆς εὐ­τυ­χί­ας καί ἡ ἀ­γω­γή μας θά ὄφειλε νά ἀ­πο­βλέ­πει σέ μιά προ­ε­τοι­μα­σί­α γιά τή ζω­ή. Ὡ­στό­σο, ἀν­τί γι’ αὐτά, κύ­ρια συμ­πτώ­μα­τα τῆς ἐ­πο­χῆς μας ἀ­πο­τε­λο­ϋν ἡ λα­τρεί­α γιά τά πρω­τεῖ­α καί τό κυ­νή­γι τῆς ἐ­πι­τυ­χί­ας, καί φαί­νε­ται πώς σ’ αὐτά κυ­ρί­ως πολ­λοί ἀ­πό ἐ­μᾶς βρί­σκου­με τή δι­καί­ω­ση τῆς ὕ­παρ­ξής μας. Ἀρ­χί­ζον­τας «ἐξ ἁ­πα­λῶν ὀ­νύ­χων», με­τα­φέ­ρου­με στά μα­θη­τι­κά θρα­νί­α καί ἀρ­γό­τε­ρα στήν κοι­νω­νί­α τῶν με­γά­λων ἕ­να μό­νι­μο ἄγ­χος μέ ἀ­πο­τέ­λε­σμα, τό­σο στά ἄ­το­μα ὅσο καί στά κρά­τη, νά ἐ­πι­κρα­τεῖϊ ἕ­νας συ­νε­χής ἀνταγωνισμός γιά τόν πλοῦ­το, τή δό­ξα καί τή δύ­να­μη, καί πολ­λα­πλα­σι­ά­ζον­τας ἐ­π’ ἄ­πει­ρον τίς ἀ­παι­τή­σεις καί τίς ἀ­νάγ­κες μας νά νι­ώ­θου­με συ­χνά δυ­στυ­χεῖς, ὄ­χι για­τί ἡ ζω­ή μας καί ἡ θέ­ση μας στό κοι­νω­νι­κό σύ­νο­λο δέν εἶ­ναι κα­λή, ἀλ­λά δι­ό­τι κά­ποι­ος ἄλλος εἶ­ναι κα­λύ­τε­ρός μας.
 
«Ὅ­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο προ­βλη­μα­τί­ζο­μαι πά­νω στούς με­γά­λους πο­λέ­μους τῆς Ἱστορίας», γρά­φει ὁ Ἀ­με­ρι­κα­νός γε­ρου­σια­στής Fulbright, «τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο τεί­νω νά δε­χθῶ τήν ἄ­πο­ψη ὅτι τά αἴ­τια πού τούς ἀ­πο­δί­δον­ται - ἐ­δά­φη, ἀ­γο­ρές, πλου­το­πα­ρα­γω­γι­κοί πό­ροι, ἡ ὑ­πο­στή­ρι­ξη ἤ ἡ δι­αι­ώ­νι­ση ὑ­ψη­λῶν ἀρ­χῶν- δέν ἦ­ταν κα­θό­λου τά βα­σι­κά αἴ­τια πού τούς προ­κά­λε­σαν, ἀλ­λά αἰ­τί­ες ἤ προ­φά­σεις γιά ὁ­ρι­σμέ­νες ἀ­νε­ξι­χνί­α­στες ὁρ­μές της ἀν­θρώ­πι­νης φύ­σε­ως. Δε­δο­μέ­νου ὅτι δέν ὑ­πάρ­χει ξε­κα­θα­ρι­σμέ­νη καί ἀ­κρι­βής γνώ­ση τοῦ ποι­ά εἶ­ναι αὐτά τά κί­νη­τρα, ἀ­να­φέ­ρο­μαι σ’ αὐτά μέ τόν ὅ­ρο “ἀ­λα­ζο­νεί­α τῆς δυ­νά­με­ως”, ἐν­νο­ών­τας τήν ψυ­χο­λο­γι­κή ἀ­νάγ­κη πού φαί­νε­ται νά ἔ­χουν τά ἔ­θνη ν’ ἀ­πο­δεί­ξουν ὅτι εἶ­ναι με­γα­λύ­τε­ρα, κα­λύ­τε­ρα ἤ δυ­να­τό­τε­ρα ἀ­πό ἄλ­λα ἔ­θνη. Στήν ἀν­τί­λη­ψη αὐ­τή γί­νε­ται σι­ω­πη­ρά δε­κτή ἡ ὑ­πό­θε­ση, ἀ­κό­μη καί ἀ­πό ἔ­θνη πού εἶ­ναι συ­νή­θως φι­λει­ρη­νι­κά, ὅτι ἡ βί­α ἀ­πο­τε­λε­ϊ τήν τε­λι­κή ἀ­πό­δει­ξη ἀ­νω­τε­ρό­τη­τας, ὅτι, ὅταν ἕ­να ἔ­θνος δεί­χνει ὅτι ἔ­χει ἰ­σχυ­ρό­τε­ρο στρα­τό, ἀ­πο­δει­κνύ­ει ταυ­τό­χρο­να ὅτι ἔ­χει κα­λύ­τε­ρο λα­ό, κα­λύ­τε­ρους θε­σμούς, κα­λύ­τε­ρες ἀρ­χές καί γε­νι­κά ἕ­ναν κα­λύ­τε­ρο πο­λι­τι­σμό»[2].
 
            Ἀν­τί­θε­τα μέ τό Marx καί τό Freud, οἱ ὁ­ποι­οι τά ἀ­ϊ­τια τῆς ἱ­στο­ρι­κῆς ἐ­ξέ­λι­ξης τά βρῆ­καν στίς οἰ­κο­νο­μι­κές σχέ­σεις ὁ πρῶ­τος καί στή γε­νε­τή­σια ὁρ­μή ὁ δεύ­τε­ρος, ὁ Bertrand Russell, με­γά­λος φι­λό­σο­φος καί ὑ­πέρ­μα­χος τῆς εἰ­ρή­νης, στό πε­ρί­φη­μο βι­βλί­ο τοῦ Power θε­ω­ρεῖ κλει­δί στήν πο­ρεί­α τῆς ἀν­θρώ­πι­νης κοι­νω­νί­ας τή δύ­να­μη καί τή δί­ψα πού ἔ­χει ὁ ἄν­θρω­πος γι’ αὐτήν. Κα­θώς πα­ρα­τη­ρεῖ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά ὁ Russell, ἀ­πό τόν Ξέρ­ξη - καί ὄ­χι μό­νο ἀ­πό τόν Ξέρ­ξη - δέν ἔ­λει­παν οὔτε τά τρό­φι­μα οὔ­τε τά ροῦ­χα οὔ­τε οἱ γυ­ναῖ­κες, ὅταν ἐ­πι­χεί­ρη­σε τήν ἐκ­στρα­τεί­α του ἐ­ναν­τί­ον τῆς Ἑλ­λά­δας. Ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α γιά ὑ­λι­κά ἀ­γα­θά ἔ­χει τέ­λος, ἄν ἀ­πο­χω­ρι­στεῖ ἀ­πό τή δύ­να­μη καί τή δό­ξα, γι’ αὐ­τό καί μπο­ρεῖ νά ἱ­κα­νο­ποι­η­θεῖ. Οἱ πραγ­μα­τι­κά ἀ­κρι­βές καί ἀ­νι­κα­νο­ποί­η­τες ἐ­πι­θυ­μί­ες δέν ὑ­πα­γο­ρεύ­ον­ται ἀ­πό τήν ἀ­γάπη γιά τά ὑ­λι­κά ἀ­γα­θά, καί, ὅταν ἐ­ξα­σφα­λι­στεῖ ἕ­νας ἱ­κα­νο­ποι­η­τι­κός βαθ­μός ἀ­πό αὐτά - συ­νε­χί­ζει ὁ Russell - τό­τε καί ἄ­το­μα καί κοι­νό­τη­τες στρέ­φον­ται στήν ἀ­να­ζή­τη­ση τῆς δύ­να­μης μᾶλ­λον πα­ρά τοῦ πλού­του, ἡ ἀ­να­ζη­τοῦν τόν πλοῦ­το ὡς μέ­σο δύ­να­μης καί ἐ­πι­δι­ώ­κουν τήν αὔ­ξη­ση του προ­κει­μέ­νου νά αὐ­ξή­σουν τή δύ­να­μή τους. Πάν­τως, τό βα­σι­κό τους κί­νη­τρο δέν εἶ­ναι οἰ­κο­νο­μι­κό[3].
 
Βέ­βαι­α, ὅταν γί­νε­ται λό­γος γιά δύ­να­μη, ἐν­νο­οῦ­με κυ­ρί­ως τή δύ­να­μη πού ἀ­σκεῖ­ται ἀ­πό ἄν­θρω­πο σέ ἄν­θρω­πο. Ὡ­στό­σο, δέν πρέ­πει νά ξε­χνᾶ­με ὅτι στά νε­ό­τε­ρα χρό­νια οἱ τε­ρά­στι­ες ἀ­να­κα­λύ­ψεις πού ἄλ­λα­ξαν τόν κό­σμο ὀ­φείλον­ται σέ αὐ­ξη­μέ­νη δύ­να­μη πού χρη­σι­μο­ποί­η­σε ὁ ἄν­θρω­πος ἐ­πά­νω στήν ὕ­λη καί στή φύ­ση, προ­φα­νῶς μέ τή βο­ή­θεια τῆς ἐ­πι­στή­μης. Καί ἐ­πει­δή καί ἡ δύ­να­μη πού ἀ­σκεῖϊ­ται ἐ­πά­νω στή φύ­ση ἔ­χει ἄλ­λο­τε ἄ­με­ση καί ἄλ­λο­τε ἔμ­με­ση ἐ­πί­δρα­ση στά ἀν­θρώ­πι­να ὄντα, ὁ Russell μέ πολ­λή ὀ­ξυ­δέρ­κεια ἀλ­λά καί σα­φή­νεια ἐ­πε­σή­μα­νε: «Στά πα­λιά χρό­νια, οἱ ἄν­θρω­ποι που­λοῦ­σαν τόν ἑ­αυ­τό τους στό δι­ά­βο­λο γιά ν’ ἀ­πο­κτή­σουν μα­γι­κές δυ­νά­μεις. Σή­με­ρα ἀ­πο­κτοῦν τίς δυ­νά­μεις αὐ­τές ἀ­πό τήν ἐ­πι­στή­μη καί βρί­σκουν τούς ἑ­αυ­τούς τους ἀ­ναγ­κα­σμέ­νους νά γί­νουν δι­ά­βο­λοι. Δέν ὑ­πάρ­χει ἐλ­πί­δα γιά τόν κό­σμο, ἐ­κτός ἄν στα­θεῖ δυ­νατόν νά δα­μα­στεῖ ἡ δύ­να­μη καί νά μπεῖ στήν ὑ­πη­ρε­σί­α ὄ­χι αὐ­τῆς ἤ τῆς ἄλ­λης ὁ­μά­δας φα­να­τι­κῶν τυ­ράν­νων, ἀλ­λά στήν ὑ­πη­ρε­σί­α ὅ­λης της ἀν­θρώ­πι­νης ρά­τσας, τοῦ λευ­κοῦ καί τοῦ κί­τρι­νου καί τοῦ μαύ­ρου, τοῦ φα­σί­στα καί τοῦ κομ­μου­νι­στῆ καί τοῦ δη­μο­κρά­τη. Δι­ό­τι ἡ ἐ­πι­στή­μη ἔ­χει κά­νει τοῦ­το ἀ­να­πό­φευ­κτο, ὅτι ὁ­λοι πρέ­πει νά ζή­σου­με ἤ ὁ­λοι πρέ­πει νά πε­θά­νου­με»[4].
 
Δι­ά­φο­ρες εἶ­ναι οἱ μορ­φές ὑ­πό τίς ὁ­ποῖ­ες ἐμ­φα­νί­ζε­ται ἡ δύ­να­μη, ὅπως ἡ δύ­να­μη τῶν ὅπλων, ἡ πο­λι­τι­κή δύ­να­μη, ὁ πλοῦ­τος πού ἀ­πο­βλέ­πει σέ δύ­να­μη, ὁ προ­ση­λυ­τι­σμός συ­νει­δή­σε­ων κ.α., καί δι­α­φο­ρε­τι­κοί εἶ­ναι κά­θε φο­ρᾶ οἱ ἀν­θρώ­πι­νοι χα­ρα­κτῆ­ρες πού τήν ἐ­πι­δι­ώ­κουν. Κά­ποι­οι π.χ. προ­τι­μοῦν νά εἶ­ναι ρι­ψο­κίν­δυ­νοι ἀλ­λά ἡ­γέ­τες, ἐ­νῶ ἄλ­λοι ἱ­κα­νο­ποι­οῦν­ται μέ δεύ­τε­ρο ρό­λο ἀλ­λά λι­γό­τε­ρες σκο­τοῦ­ρες καί πε­ρισ­σό­τε­ρη ἀ­σφά­λεια. Ἀκόμη, πολ­λοί ζη­τοῦν πε­ρισ­σό­τε­ρη δό­ξα πα­ρά δύ­να­μη, πολ­λοί ἄλ­λοι τό ἀν­τί­θε­το. Καί ὅ­λοι αὐτοί, μπαί­νον­τας μέ­σα σ’ ἕ­να φαῦ­λο κύ­κλο, καί­γον­ται ἀ­πό τό ἀ­σί­γα­στο πά­θος ν’ ἀ­πο­κτή­σουν αὐτά πού δέν ἔ­χουν ἡ νά δι­α­τη­ρή­σουν - ἀ­κό­μη καί νά αὐ­ξή­σουν - αὐτά πού ἔ­χουν. Για­τί ὁ φό­βος τῆς ἀ­πώ­λειας συγ­κλο­νί­ζει ὅσο καί ὁ πό­θος τῆς ἀ­πό­κτη­σης. Οἱ ἄν­θρω­ποι δέν πι­στεύ­ουν πώς ἔ­χουν ἐ­ξα­σφα­λι­σμέ­να τά κε­κτη­μέ­να πα­ρά ἀ­πο­κτών­τας κι ἄλ­λα, τά ὁποῖα αὐ­ξά­νουν τή δύ­να­μή τους καί τούς δη­μι­ουρ­γοῦν ἕ­να αἴ­σθη­μα ἀ­σφά­λειας, συγ­χρό­νως ὅ­μως τούς ὁ­δη­γοῦν στήν ἀ­λα­ζο­νεί­α, στήν κα­τά­χρη­ση καί σέ σύγ­κρου­ση μέ τούς συ­ναν­θρώ­πους τους.
 
Ὁ Θου­κυ­δί­δης, κα­θώς εἴ­δα­με στήν «Ἀρ­χαι­ο­λο­γί­α» του, ἀ­νέ­δει­ξε τό βα­σι­κό ρό­λο τῆς δύ­να­μης στήν ἐ­ξέ­λι­ξη τῆς ἀρ­χαί­ας Ἑλ­λά­δας, ἐ­ξι­στο­ρών­τας ὅ­μως τά Κερ­κυ­ρα­ϊκά μί­λη­σε μέ δι­α­χρο­νι­κό κύ­ρος καί γιά τήν πα­θο­λο­γί­α αὐτῆς τῆς δύ­να­μης, ἰ­δι­αί­τε­ρα σέ και­ρό πο­λέ­μου. Ἀλ­λά ὁ Θου­κυ­δί­δης, βέ­βαι­α, δέν εἶ­ναι ὁ μο­να­δι­κός. Καί ὁ Πλά­των στήν «Πο­λι­τεί­α» του ἐ­πι­ση­μαί­νει τήν τά­ση πού ἔ­χει ὁ ἄν­θρω­πος νά ὑ­περ­βαί­νει τά ὅ­ρια τοῦ ἀ­πα­ραί­τη­του καί νά ρί­χνε­ται στήν ἱ­κα­νο­ποί­η­ση μιᾶς ὑ­πέρ­με­τρης πλε­ο­νε­ξί­ας, πολ­λα­πλα­σι­ά­ζον­τας ἐ­π’ ἄ­πει­ρον τίς ἀνάγ­κες του[5], ἐ­νῶ στό δέ­κα­το βι­βλί­ο τοῦ ἴ­διου ἔρ­γου πα­ρα­θέ­τει τό μύ­θο τοῦ Ἠρός τοῦ Ἀρ­με­νί­ου, ἑ­νός γεν­ναί­ου πο­λε­μι­στῆ πού σκο­τώ­θη­κε στή μά­χη καί κα­τέ­βη­κε στόν Ἅδη. Ἐκεῖ, σύμ­φω­να μέ τό μύ­θο, τοῦ εἶ­παν νά ἀ­κού­ει καί νά βλέ­πει ὅ,τι δι­α­δρα­μα­τι­ζό­ταν, γιά νά τά δι­η­γη­θε­ῖ ἀρ­γό­τε­ρα στούς ζων­τα­νούς. Κα­τά τή δι­ή­γη­σή του λοι­πόν, μό­λις οἱ ψυ­χές ἔ­φτα­σαν στόν Ἅ­δη, πα­ρου­σι­ά­στη­καν στή Λά­χε­ση, κό­ρη τῆς Ἀνάγκης καί μιά ἀ­πό τίς τρεῖς Μοῖ­ρες, καί ἕ­νας προ­φή­της, παίρ­νον­τας ἀ­πό τά γό­να­τα τῆς Λά­χε­σης κλή­ρους καί πα­ρα­δείγ­μα­τα ἀν­θρώ­πι­νης ζω­ῆς, ἀ­νήγ­γει­λε πώς οἱ ψυ­χές θά ἄρ­χι­ζαν μιά νέ­α ζω­ή σέ σώ­μα­τα θνη­τά. Ὅ­μως τώ­ρα θά δι­ά­λε­γαν οἱ ψυ­χές τήν τύ­χη τους καί ὄ­χι ἡ τύ­χη τίς ψυ­χές. Ἡ ψυ­χή πού θά κλη­ρω­νό­ταν πρώ­τη, θά δι­ά­λε­γε τή ζω­ή πού θά ἀ­κο­λου­θοῦ­σε, καί ἡ ἐ­κλο­γή της θά ἦ­ταν ἀ­με­τάκλη­τη. Κά­θε μιά ψυ­χή θά ἦ­ταν ὑ­πεύ­θυ­νη γιά τήν ἐ­κλο­γή της καί ὁ θε­ός θά ἦ­ταν ἀ­νεύ­θυ­νος.
 
Φυ­σι­κά, ὑ­πῆρ­χαν δι­ά­φο­ρα πα­ρα­δείγ­μα­τα ζω­ῆς, ὅ­που τά πλού­τη, ἡ φτώ­χεια, οἱ ἀρ­ρώ­στι­ες, ἡ ὑ­γεία ἦ­ταν μοι­ρα­σμέ­να. Ἡ ψυ­χή, λοι­πόν, πού κλη­ρώ­θη­κε πρώ­τη, ὅρ­μη­σε καί πα­ρα­συ­ρό­με­νη ἀ­πό ἀ­πε­ρι­σκε­ψί­α καί ἀ­πλη­στία ὅτι μέ­σα στή μοί­ρα τῆς ἦ­ταν νά κα­τα­φά­γει τά ἴ­δια τά παι­διά της, κα­θώς καί ἄλ­λες συμ­φο­ρές. Ὅταν ὅμως πρό­σε­ξε κα­λύ­τε­ρα καί εἶ­δε τί τήν πε­ρί­με­νε, ἄρ­χι­σε νά χτυ­πι­έ­ται καί νά κλαί­ει. Καί γιά τίς συμ­φο­ρές της τώ­ρα κα­τά­κρι­νε τήν τύ­χη καί τούς θε­ούς καί κά­θε ἄλ­λον ἐ­κτός ἀ­πό τόν ἑ­αυ­τό της...[6]
 
Θά κλεί­σου­με τήν ἑ­νό­τη­τα αὐτή μέ Πλού­ταρ­χο, ὁ ὁ­ποῖ­ος στό δο­κί­μιό του «πε­ρί εὐ­θυ­μί­ας» καυ­τη­ριά­ζει τή νο­ο­τρο­πί­α τῶν πλου­σί­ων καί δυ­να­τῶν νά μήν ἀρ­κοῦν­ται στά πλού­τη καί στή δύ­να­μή τους, ἀλ­λά νά ἔ­χουν τήν ἀ­παί­τη­ση καί οἱ ἴ­διοι νά θε­ω­ροῦν­ται λό­γιοι καί μέ ποι­η­τι­κές ἱ­κα­νό­τη­τες, ἀλ­λά καί νά πρω­τεύ­ουν καί τά σκυ­λιά τους καί τά ἄ­λο­γά τους καί τά κο­κό­ρια τους!...
 
Ὅ­πως χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά γρά­φει:
 
«Οὐ γάρ πλού­σιοι μό­νον ὁ­μο­ῦ καί λό­γιοι καί ἰ­σχυ­ροί καί συμ­πο­τι­κοί καί ἡ­δεῖς εἶ­ναι καί φί­λοι βα­σι­λέ­ων καί πό­λε­ων ἄρ­χον­τες ἀ­ξι­οῦ­σιν ἀλλ’ εἰ μή καί κύ­νας ἕ­ξου­σι πρω­τεύ­ον­τας ἀ­ρετῇ καί ἵπ­πους καί ὄρτυ­γας καί­ ἀλε­κτρυόο­νας, ἀ­θυ­μοῦ­σι. Δι­ο­νύ­σιος ὁ πρεσβύ­τε­ρος οὐκ ἡ­γά­πα μέ­γι­στος ὤν τῶν τό­τε τυ­ράν­νων, ἀλ­λ’ ὅτι Φι­λο­ξέ­νου του ποι­η­τοῦ μή βέλ­τιον ᾖ­δε μη­δέ πε- ριῆν ἐν τῷ δι­α­λέ­γε­σθαι Πλά­τω­νος, ὀρ­γι­σθείς και ­πα­ροξυν­θείς, τόν μέν εἰς τάς λα­το­μί­ας ἐ­νέ­βα­λε, τόν δ’ ἀ­πέ­δοτο πέμ­ψας εἰς Αἴ­γι­ναν »[7].
 
Οἱ ἀρ­χαῖ­οι Ἕλ­λη­νες, μέ τήν κρι­τι­κή μα­τιά τοῦ Λό­γου καί τή βα­θιά σο­φί­α τους, φαί­νε­ται πώς ἀν­τι­λή­φθη­καν στίς σω­στές τους δι­α­στά­σεις τίς με­γά­λες δυ­να­τό­τη­τες ἀ­πό τή μιά, ἀλ­λά καί τίς με­γά­λες ἀ­δυ­να­μί­ες καί τά ὅρια τοῦ ἀν­θρώ­που ἀ­πό τήν ἄλ­λη. Κα­τά­λα­βαν πώς ὁ ἄν­θρω­πος, τό μο­να­δι­κό λο­γι­κό ὄν, εἶ­ναι ἰ­σχυ­ρός καί ση­μαν­τι­κός, συγ­χρό­νως ὅ­μως εἶ­ναι καί θνη­τός καί ἀ­δύ­να­μος, ἱ­κα­νός γιά τά με­γα­λύ­τε­ρα ἐ­πι­τεύγ­μα­τα ἀλ­λά καί γιά τά χει­ρό­τε­ρα ἐγ­κλή­μα­τα. Εἶ­δαν πώς ὁ με­γά­λος πλοῦ­τος καί ἡ δύ­να­μη κα­τά κα­νό­να δη­μι­ουρ­γοῦν τήν ὕβριν, τήν ἀ­λα­ζο­νι­κή συμ­πε­ρι­φο­ρά - κά­τι δη­λα­δή ἀ­νά­λο­γο μέ τό ση­με­ρι­νό «σέ σκο­τώ­νω καί σέ πλη­ρώ­νω» - ἡ ὁποία ὅμως φυ­σι­κά ἔ­χει ὡς ἐ­πα­κό­λου­θο τήν τί­σιν, τήν τι­μω­ρί­α.
 
Βέ­βαι­α, θά μπο­ροῦ­σε κά­ποι­ος νά μᾶς πεῖ ὅτι ὁ Μέ­γας ’Ἀλέξανδρος π.χ. ἔ­γι­νε «Μέ­γας» ἐ­πει­δή ξε­πέ­ρα­σε τά ἀν­θρω­πι­νά ὅ­ρια καί δέν ἀ­κο­λού­θη­σε τήν ἡ­θι­κή του μέ­τρου, ἡ ὁποία εἶ­ναι δυ­να­τόν νά ὁ­δη­γή­σει πολ­λούς στή με­τρι­ό­τη­τα. Θά πα­ρα­τη­ρή­σου­με, ὡ­στό­σο, καί ἐ­μεῖς μέ τή σει­ρά μας ὅτι στό πρό­σω­πο τοῦ Μ. Ἀ­λε­ξάν­δρου, «τοῦ θε­οῦ μέ τήν ἀν­θρώ­πι­νη τύ­χη», ἀ­πο­δεί­χτη­κε δυ­στυ­χῶς πό­σο δρα­στι­κά δη­λη­τή­ρια μπο­ροῦν νά εἶ­ναι ἡ ὑ­περ­βο­λι­κή δύ­να­μη καί φι­λο­δο­ξί­α. Για­τί, ἀ­γα­πών­τας τή δό­ξα πε­ρισ­σό­τε­ρο καί ἀ­πό τήν ἴδια του τή ζω­ή, κα­τά τόν Πλού­ταρ­χο[8], ἀ­πό τήν ὑ­ψη­λή ὅσο καί μο­να­χι­κή θέ­ση του ἀ­πόλυ­του μο­νάρ­χη, πού τοῦ πρό­σφε­ρε ἡ τρο­με­ρή του δύ­να­μη, ἀ­ναγ­κά­στη­κε νά βά­ψει τά χέ­ρια του στό αἷ­μα τῶν ἀν­θρώ­πων πού ἀ­γα­ποῦ­σε, αὐ­τός ὁ τό­σο δυ­να­τός καί πλού­σιος σέ ἐκ­πλη­κτι­κές ἰ­δι­ό­τη­τες ὀρ­γα­νι­σμός, πού δέ νι­κή­θη­κε ἀ­πό κα­νέ­να, νι­κή­θη­κε ὁ­μως ἀ­πό τόν ἑ­αυ­τό του.
 
Μά­λι­στα, σύμ­φω­να μέ τά ὅσα ἔ­χουν ἐ­κτε­θε­ΐ ἕ­ως τώ­ρα, φαί­νον­ται κά­πως ἀμ­φί­βο­λες γιά τήν ἀν­θρω­πό­τη­τα οἱ ὠ­φέ­λει­ες πού ἀ­πορ­ρέ­ουν ἀ­πό τό «αἰέν ἀ­ρι­στεύ­ειν καί ὑ­πεί­ρο­χον ἔμ­με­ναι ἄλ­λων», πού ἄλ­λω­στε εἶ­ναι λό­για πα­τέ­ρα πρός τό γιό του[9] καί δύ­σκο­λα θά μπο­ροῦ­σαν ν’ ἀ­ποτε­λέ­σουν κα­θο­λι­κό σύν­θη­μα γιά εἰ­ρη­νι­κή συμ­βί­ω­ση τῶν ἀν­θρώ­πων. Ἀ­σφα­λῶς, ἡ ἅ­μιλ­λα μέ­σα σέ ὁ­ρι­σμέ­να πλαί­σια καί γιά ὁ­ρι­σμέ­νους το­μεῖς εἶ­ναι εὐ­πρόσ­δε­κτη καί χρή­σι­μη, δυ­στυ­χῶς ὅμως οἱ ἄν­θρω­ποι, ἄν τήν ἄρ­χι­σουν, οὔ­τε ξέ­ρουν οὔ­τε μπο­ροῦν - καί ἴσως πολ­λοί δέ θέ­λουν - νά τή στα­μα­τή­σουν, ἔ­στω κι ἄν αὐ­τή ἐ­κτρα­χυν­θεῖΐ καί ἐ­ξε­λι­χθεῖ σέ ἄ­γριο ἀν­τα­γω­νι­σμό, για­τί τούς προ­σφέ­ρει τή γεύ­ση τῆς ἐ­πι­τυ­χί­ας, ἱ­κα­νο­ποι­ών­τας συγ­χρό­νως τίς φι­λο­δο­ξί­ες τους ἡ καί τή μα­ται­ο­δο­ξί­α τους.
 
Ὅ­λα αὐ­τά φαί­νε­ται πώς τά γνώ­ρι­ζαν κα­λά οἱ ἀρ­χαῖ­οι Ἕλ­λη­νες, γι’ αὐτό ὡς ἀ­πό­σταγ­μα τῆς σο­φί­ας τους καί ὁ­δη­γό στή ζω­ή τούς χά­ρα­ξαν στήν προ­με­τω­πί­δα τοῦ μαν­τεί­ου τῶν Δελ­φῶν τά γνω­μι­κά «μη­δέν ἄ­γαν» (=τί­πο­τε τό ὑ­περ­βο­λι­κό), «μέ­τρον ἄρι­στον», «γνώ­θι σαυ­τόν», τά ὁποῖα ἐ­πη­ρέ­α­σαν βα­θιά τους ποι­η­τές καί τούς συγ­γρα­φεῖς τους. Ἔ­τσι, ὁ τρα­γι­κός ποι­η­τής Εὐ­ρι­πί­δη­ς[10] φρο­νεῖ πώς οἱ πλού­σιοι, μέ τήν ἀ­πλη­στί­α τους νά θέ­λουν ὅλο καί πε­ρισ­σό­τε­ρα, τε­λι­κά εἶ­ναι ἀ­νώ­φε­λοι στήν πό­λη, ἐ­νῶ ὁ Σό­λων, νο­μο­θέ­της τῆς Ἀ­θή­νας καί ἕ­νας ἀ­πό τους Ἑ­πτά Σο­φούς, δι­α­κη­ρύσ­σει πώς οἱ δυ­να­τοί εἶ­ναι αὐτόι πού κα­τα­στρέ­φουν τίς πό­λεις: 
Ἐκ νε­φέ­λης πέ­λε­ται χι­ό­νος μέ­νος ἠ­δέ χα­λά­ζης,
βρον­τή δ ’ ἐκ λαμ­πρᾶς γί­γνε­ται ἀ­στε­ρο­πῆς·
 ἀν­δρῶν δ ’ ἐκ με­γά­λων πό­λις ὄλλυ­ται[11].
           Ἀ­κό­μη, ὁ ρή­το­ρας Λυ­σί­ας δι­α­τεί­νε­ται ὅτι ἡ ὕβρις εἶ­ναι γνώ­ρι­σμα τῶν πλου­σί­ων, τῶν νέ­ων καί τῶν σω­μα­τι­κά ρω­μα­λέ­ων, για­τί τά πλού­τη, τά νιά­τα καί ἡ σω­μα­τι­κή ρώ­μη εἶ­ναι δυ­νά­μεις, τῶν ὁ­ποί­ων οἱ κά­το­χοι κά­νουν συ­χνά κα­κή χρή­ση καί κα­τα­χρη­ση[12]. Ἄλ­λα καί ὁ Δι­ό­δω­ρος Σι­κελι­ώ­της, το­νί­ζον­τας ὅτι «ἔμ­φυ­τόν ἐ­στι τό πλε­ο­νε­κτεῖν τοῖς μει­ζό­νων ὀ­ρε­γο­μέ­νοις καί τάς ἐ­πι­θυ­μί­ας ἔχειν ἀ­τερματίστους», μνη­μο­νεύ­ει τόν πε­ρί ἐ­ξο­στρα­κι­σμοῦϋ νό­μο τῶν Ἀ­θη­ναί­ων, μέ τόν ὁ­ποῖ­ο ἀ­πο­μά­κρυ­ναν ἀ­πό τήν πό­λη προ­λη­πτι­κά τους ἐ­πι­κίν­δυ­να δυ­να­τούς, καί αὐτό τό ἔ­κα­ναν ὄ­χι γιά νά ἐ­πι­βά­λουν τι­μω­ρί­α γιά ἀ­δι­κή­μα­τα πού διαπρά­χθη­καν, ἀλ­λά γιά νά μή δο­θεῖ ἡ δυ­να­τό­τη­τα στούς ἰ­σχυ­ρούς νά βλά­ψουν τήν πα­τρί­δα του­ς[13].
 
Οἱ ἀρ­χαῖ­οι πρό­γο­νοί μας πί­στευ­αν πώς ἡ δύ­να­μη διαφθεί­ρει καί ἡ ἀ­πό­λυ­τη ἐ­ξου­σί­α δι­α­φθεί­ρει ἀ­πό­λυ­τα, καί αὐτό φά­νη­κε πο­λύ κα­λά στά πρό­σω­πα τῶν τυ­ράν­νων, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἀ­πο­τε­λο­ῦ­σαν σύμ­βο­λα ὑ­πέρ­με­τρης καί ἀ­νε­ξέ­λεγ­κτης δύ­να­μης. Ὁ Ἡ­ρό­δο­το­ς[14] μᾶς πλη­ρο­φο­ρεῖ ὅτι ὁ Πε­ρία­νδρος, μό­λις ἔ­γι­νε τύ­ραν­νός της Κο­ρίν­θου, ἔ­στει­λε κά­ποι­ον ἔμ­πι­στό του στό Θρα­σύ­βου­λο, ἔμ­πει­ρο καί μα­κρό­βιο τύ­ραν­νο της Μι­λή­του, γιά νά ρω­τή­σει πῶς καί ὁ ἴ­διος θά τυ­ραν­νεύ­σει στήν Κό­ριν­θο μέ ἐ­πι­τυ­χί­α καί ἀ­σφά­λεια. Ὁ Θρα­σύ­βου­λος δέ­χτη­κε τόν ἀ­πε­σταλ­μέ­νο τοῦ Πε­ριά­νδρου, τόν πῆ­γε ἔ­ξω ἀ­πό τήν πό­λη καί, μπαί­νον­τας μέ­σα σ’ ἕ­να χω­ρά­φι σπαρ­μέ­νο μέ σι­τά­ρι, χτυ­ποῦ­σε καί «ἀ­πο­κε­φά­λι­ζε» μέ τό ρα­βδί τοῦ τά πιό κα­λο­θρεμ­μέ­να στά­χυ­α πού προ­ε­ξεῖ­χαν, ἐ­νῶ συ­ζη­τοῦ­σε μέ τόν ἄν­θρω­πο τοῦ Πε­ρια­νδρου δι­ά­φο­ρα «πε­ρί ἀ­νέ­μων καί ὑ­δά­των». Ὕστερα τόν ξε­προ­βό­δι­σε χω­ρίς νά τοῦ πεῖ τί­πο­τε πε­ρισ­σό­τε­ρο. Ὅταν ὁ­μως ὁ Πε­ρία­νδρός πλη­ρο­φορή­θη­κε τά κα­θέ­κα­στα, κα­τά­λα­βε - ἴ­σως για­τί καί ὁ ἴδιος εἶ­χε «φλέ­βα» τυ­ράν­νου - πώς ὁ Θρα­σύ­βου­λος τόν συμ­βού­λευ­ε, ἄν ἤ­θε­λε νά μα­κρο­η­με­ρεύ­σει ὡς τύ­ραν­νος στήν Κό­ριν­θο, θά ἔ­πρε­πε νά βγά­ζει ἀ­πό τή μέ­ση τους κα­λύ­τε­ρους πο­λί­τες. Καί ὕ­στε­ρ’ ἀ­π’ αὐτό, κα­τα­λή­γει ὁ Ἡρόδοτος, ὁ Πε­ρία­νδρος «πᾶ­σαν κα­κό­τη­τα ἐ­ξέ­φαι­νε ἐς τούς πο­λι­ή­τας».
 
Κα­τά τά χρό­νια της εἰ­σβο­λῆς τῶν Περ­σῶν στήν Ἑλ­λά­δα, δι­η­γεῖ­ται καί πά­λι ὁ Ἡ­ρό­δο­το­ς[15], οἱ Ἕλ­λη­νες, τρο­μαγ­μέ­νοι ἀ­πό τό φο­βε­ρό κίν­δυ­νο πού τούς ἀ­πει­λοῦ­σε, ζή­τη­σαν τή βο­ή­θεια τοῦ Γέ­λω­να, τυ­ράν­νου τῶν Συ­ρα­κου­σῶν, ἐ­πει­δή δι­έ­θε­τε ἀ­ξι­ό­λο­γη ναυ­τι­κή δύ­να­μη. Ὁ Γέλων ἔ­κα­νε στήν ἀρ­χή μιά ἐ­πί­δει­ξη τῆς δύ­να­μής του καί ὕ­στε­ρα δή­λω­σε πώς θά βο­η­θοῦ­σε ὑ­πό τόν ὄ­ρο νά τόν δε­χτοῦν ὡς ἀρ­χη­γό στόν πό­λε­μο κα­τά τῶν Περ­σῶν. Οἱ Σπαρ­τιά­τες ὅ­μως ὑ­πῆρ­ξαν κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κοί στήν ἄρ­νη­σή τους. Καί ὅταν ὁ Γέ­λων, ὑ­πο­χω­ρών­τας στήν ἀρ­χι­κή του ἀ­παί­τη­ση, ζή­τη­σε τήν ἡ­γε­μο­νί­α μό­νο τῆς ξη­ρᾶς, ἄν οἱ Σπαρ­τιά­τες προ­τι­μοῦ­σαν ἐ­κει­νη της θά­λασ­σας, ἤ μό­νο τή θα­λάσ­σια ἄν οἱ τε­λευ­ταῖ­οι ἤ­θε­λαν τήν ἡ­γε­μο­νί­α τῆς ξη­ρᾶς, συ­νάν­τη­σε τώ­ρα τή δι­πλή ἄρ­νη­ση Σπαρ­τια­τῶν καί Ἀ­θη­ναί­ων: Ἐ­μεῖς ἤρ­θα­με νά ζη­τή­σου­με στρα­τό, ὄχι ἀρ­χη­γό, θά ποῦν οἱ Ἀ­θη­ναῖ­οι. Ἔ­τσι, μο­λο­νό­τι ἡ Ἑλ­λά­δα βρι­σκό­ταν «ἐ­πί ἀκ­μῆς ξυ­ροῦ», ὁ δυ­να­τός τύ­ραν­νος ἀρ­νή­θηκε νά βο­η­θή­σει, ἀλ­λά, ἀ­πό τήν ἄλ­λη με­ριά, καί οἱ Σπαρ­τιά­τες καί Ἀ­θη­ναῖ­οι προ­τί­μη­σαν νά φύ­γουν ἄ­πρα­κτοι πα­ρά νά χά­σουν τήν ἀρ­χη­γί­α…
 
Ὁ Δι­ό­δω­ρος Σι­κε­λι­ώ­τη­ς[16] μᾶς πλη­ρο­φο­ρεῖ ὅτι ὁ τύ­ραν­νος τῶν Συ­ρα­κου­σῶν Δι­ο­νύ­σιος ὁ πρε­σβύ­τε­ρος, ἄν καί θε­ω­ροῦν­ταν ἀ­πό τούς πιό εὐ­τυ­χι­σμέ­νους δυ­νά­στες, ὅ­μως ἀ­πό φό­βο ἀ­ναγ­κα­ζό­ταν νά φο­ρε­ῖ κά­τω ἀ­πό τό χι­τώ­να του σι­δε­ρέ­νιο θώ­ρα­κα καί τό­σο δυ­σπι­στοῦ­σε πρός ὅ­λους, ὥ­στε συ­νή­θως δέν ἔ­κο­βε τά μαλ­λιά του, γιά νά μήν ἐκ­θέ­σει τό κε­φά­λι του στά ἐρ­γα­λεῖα του κου­ρέ­α. Καί ἄν πο­τέ ἦ­ταν ἀ­ναγ­κα­σμέ­νος νά κό­ψει τά μαλ­λιά του, ἔ­και­γε τίς τρί­χες, θε­ω­ρών­τας τή δυ­σπι­στί­α ἀ­σφά­λεια γιά τήν τυ­ραν­νί­δα του.
 
Τέ­λος, ὁ Ξε­νο­φώ­ν[17], στό ἔρ­γο τοῦ «Ἴ­ε­ρων», μέ ἀρ­κετά γλα­φυ­ρό τρό­πο μᾶς δί­νει κά­ποι­α στιγ­μι­ό­τυ­πα ἀ­πό τήν κα­θη­με­ρι­νή ζω­ή τῶν τυ­ράν­νων, οἱ ὁ­ποῖ­οι, μο­λο­νό­τι θε­ω­ροῦν­ται εὐ­τυ­χεῖς, πα­ρ’ ὅ­λα αὐτά δέν εἶ­ναι: Καί δέν εἶ­ναι εὐ­τυ­χεῖς, για­τί που­θε­νά δέ νι­ώ­θουν ἀ­σφα­λεῖς - οὔ­τε καν στό σπί­τι τους - για­τί ἐ­ξον­τώ­νουν τούς ἰ­κα­νό­τε­ρους πο­λί­τες θε­ω­ρών­τας τους ἐ­πί­φο­βους γιά τήν τυ­ραν­νί­δα τους, κι ἀ­κό­μη, για­τί κα­τ’ ἀ­νάγ­κη συ­να­να­στρέ­φον­ται τούς κό­λα­κες, τούς δου­λο­πρε­πε­ῖς καί γε­νι­κά τους χει­ρό­τε­ρους πο­λί­τες, ἀ­φοῦ ἡ­δη ἔ­χουν βγά­λει ἀ­πό τή μέ­ση τους κα­λύ­τε­ρους. Καί ὅ­λα αὐ­τά τά ὑ­πο­μέ­νουν ἀ­πό ἀ­γά­πη γιά τήν ἐ­ξου­σί­α...
 
Μο­λο­νό­τι οἱ δυ­να­τοί ἔ­χουν με­γα­λύ­τε­ρη εὐ­χέ­ρεια ἀ­πό τους ἀ­δύ­να­μους γιά νά δεί­ξουν με­γα­λο­ψυ­χί­α, καί θά περί­με­νε κα­νείς ἀ­π’ αὐ­τούς, μιά καί ἔ­χουν με­γα­λύ­τε­ρη φυ­σι­κή δύ­να­μη, νά δεί­ξουν καί με­γα­λύ­τε­ρη ἠ­θι­κή, ὡ­στό­σο ἡ κοι­νω­νι­κή Ἱ­στο­ρί­α τοῦ ἄν­θρω­που δι­δά­σκει ὅτι αὐτός στήν πο­ρεί­α του γνώ­ρι­σε πολ­λή ἀ­δι­κί­α μέ τή μορ­φή τῆς πλε­ο­νε­ξί­ας. Ὁ δυ­να­τός πάν­το­τε εἶ­χε τήν ἀ­παί­τη­ση νά παίρ­νει «τή με­ρί­δα τοῦ λέ­ον­τος» ἀ­πό τά ἀ­γα­θά πού ἀ­πκτή­θη­καν μέ τό μό­χθο τῶν συ­ναν­θρώ­πων του, καί ἀ­πό τά πα­νάρ­χαι­α χρό­νια μέ­χρι σή­με­ρα δέν ὑ­πάρ­χει κεί­με­νο τῆς λα­ϊ­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας στό ὁ­ποῖ­ο δέν ἀ­κού­γε­ται ἡ πο­νε­μέ­νη κραυ­γή δι­α­μαρ­τυ­ρί­ας τῶν ἀ­δύ­να­μων, πού πά­σχουν ἀ­πό τήν πλε­ο­νε­ξί­α τῶν δυ­να­τῶν, καί στό ὁ­ποῖο δέν ἐκ­φρά­ζεται ἡ ἀ­σί­γα­στη δί­ψα γιά δι­και­ο­σύ­νη. Καί γεν­νι­έ­ται τό ἐ­ρώ­τη­μα: Ὁ δυ­να­τός, εἴ­τε εἶ­ναι ἄ­το­μο εἴ­τε κρά­τος, ἐ­νερ­γεῖ ἀ­πο­λύ­τως αὐ­θαί­ρε­τα κα­τα­πα­τών­τας κά­θε ἔν­νοι­α ἠ­θι­κῆς καί δι­καί­ου, ἤ ἐμ­φα­νί­ζε­ται κα­λυμ­μέ­νος κά­τω ἀ­πό ἕ­να μαν­δύ­α δι­και­ο­σύ­νης, ἔ­στω καί ὑ­πο­κει­με­νι­κῆς, σέ μιά προ­σπά­θεια νά δι­και­ο­λο­γή­σει τίς πρά­ξεις του στούς ἄλ­λους ἀλ­λά καί στόν ἑαυ­τό του;
 
Ἕ­να ἀ­πό τά θε­με­λι­ώ­δη ἡ­θι­κά θέ­μα­τα, πού συ­ζη­τή­θη­καν ἀ­πό τούς σο­φι­στές κα­τά τόν 5ο π.Χ. αἰ­ώ­να στήν ἀρ­χαί­α Ἀ­θή­να, ἦ­ταν ἡ σχέ­ση ἀ­νά­με­σα στό φυ­σι­κό νό­μο καί στό νό­μο τῆς πό­λης, ἀ­νά­με­σα στό φυ­σι­κό καί θε­τό δί­και­ο. Οἱ σο­φι­στές, μέ εὐ­στρο­φί­α καί ὀ­ξύ­νοι­α πρέ­πει νά πο­ῦ­με, τά ξε­χώ­ρι­σαν με­τα­ξύ τους καί ὑ­πο­στή­ρι­ξαν ὅτι ὁ φυ­σι­κός νό­μος εἶ­ναι σύμ­μα­χος τοῦ ἀ­τό­μου, ἐ­νῶ ὁ νό­μος τῆς πό­λης εἶ­ναι βί­αι­ος τύ­ραν­νο­ς[18]. Ἄς πα­ρα­κο­λου­θή­σου­με τίς σκέ­ψεις τους:
 
Ἡ φύ­ση καί ὁ νό­μος, λέ­νε, εἶ­ναι πράγ­μα­τα ἀν­τί­θε­τα με­τα­ξύ τους· καί γιά μέν τή φύ­ση εἶ­ναι ντρο­πή νά ἀ­δι­κεῖ­σαι, γιά τό νό­μο, ἀν­τί­θε­τα, εἶ­ναι ντρο­πή νά ἀ­δι­κεῖς. Ἄλ­λά τους νό­μους τούς ἔ­κα­ναν οἱ πολ­λοί καί ἀ­δύ­να­μοι, γιά τό συμ­φέ­ρον τους βέ­βαι­α, γιά νά προ­στα­τέ­ψουν τήν ἀ­δυ­να­μί­α τους. Ὅ­μως ἡ ἴδια ἡ φύ­ση τό δη­λώ­νει πώς ὁ δυ­να­τός πρέ­πει νά ἔ­χει πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πό τόν ἀ­δύ­να­μο. Ἔ­τσι, κρί­νε­ται δί­και­ο ὁ δυ­να­τός νά ἐ­ξου­σιά­ζει τόν ἀ­δύ­να­μο καί νά πλε­ο­νε­κτεῖ σέ σχέ­ση μ’ αὐ­τόν. Ἄλλωστε αὐτό τό δί­και­ο χρη­σι­μο­ποι­ών­τας ὁ Ξέρ­ξης ἔ­κα­νε ἐκ­στρα­τεί­α ἐ­νάν­τια στήν Ἑλ­λά­δα, ὅ­πως καί ὁ πα­τέ­ρας του Δα­ρεῖ­ος ἐ­ναν­τίον τῶν Σκυ­θῶν. Αὐ­τοί λοι­πόν οἱ δύ­ο ἐ­νήρ­γη­σαν σύμ­φω­να μέ τό φυ­σι­κό δί­και­ο καί τό νό­μο τῆς φύ­σης, καί ὄ­χι σύμ­φω­να μέ τούς νό­μους πού βά­ζου­με ἐ­μεῖς. Για­τί ἐ­μεῖς, παίρ­νον­τας τούς κα­λύ­τε­ρους καί τούς πιό ρω­μα­λέ­ους πο­λί­τες καί ἐ­ξα­πα­τών­τας τους ἀ­πό τή νε­α­νι­κή τους ἡ­λι­κί­α, τούς ὑ­πο­δου­λώ­νου­με λέ­γον­τάς τους πώς δί­και­ο καί ὡ­ραῖ­ο εἶ­ναι νά ἔ­χουν τά ἴ­σα μέ τούς ἄλ­λους. Ἄν ὁ­μως κά­ποι­ος ἀ­π’ αὐ­τούς συμ­βεῖ νά ἔ­χει φύ­ση ἱ­κα­νή, γκρε­μί­ζει ἀ­πό πά­νω του ὅλα αὐ­τά πού τοῦ φορ­τώ­σα­με, ξε­φεύ­γει καί κα­τα­πα­τών­τας τούς πα­ρά τή φύ­ση νό­μους μᾶς γί­νε­ται ἀ­πό δοῦ­λος ἀ­φεν­τι­κό μας· καί ἔ­τσι θρι­αμ­βεύ­ει τό φυ­σι­κό δί­και­ο[19].
 
Ἐ­ξάλ­λου, οἱ γο­νεῖς καί οἱ κη­δε­μό­νες, ὅταν συμ­βου­λεύ­ουν τούς νέ­ους νά εἶ­ναι δί­και­οι, δέν παι­νεύ­ουν τήν ἴδια τή δι­και­ο­σύ­νη ἀλ­λά τό κα­λό ὄ­νο­μα πού θ’ ἀ­πο­κτή­σουν οἱ νέ­οι ἀ­σκών­τας την. Δη­λα­δή, μο­να­δι­κός λό­γος γιά ἐ­κεῖ­νον πού ὑ­πη­ρε­τεῖ τή δι­και­ο­σύ­νη δέν εἶ­ναι ἡ ἴδια ἡ δι­και­ο­σύ­νη ἀλ­λά ἡ ἐ­πι­τυ­χί­α στή ζω­ή[20].
 
Κα­νείς δέν εἶ­ναι δί­και­ος ἐ­πει­δή τό θέ­λει­[21]. Καί ἄν δί­να­με ἐ­ξου­σί­α στόν δί­και­ο καί στόν ἄ­δι­κο νά κά­νουν ὅ,τι θέ­λουν, γρή­γο­ρα θά βλέ­πα­με τόν δί­και­ο νά παίρ­νει τόν ἴδιο δρό­μο μέ τόν ἄ­δι­κο.
 
Ἀλ­λά καί στίς δι­ά­φο­ρες πό­λεις οἱ ἑ­κά­στο­τε ἄρ­χον­τες κά­νουν νό­μους πού τούς συμ­φέ­ρουν: Στήν δη­μο­κρα­τί­α δη­μο­κρα­τι­κούς, στήν τυ­ραν­νί­α τυ­ραν­νι­κούς καί στά ἄλ­λα πο­λι­τεύ­μα­τα ἀ­νά­λο­γους. Καί ἀφοῦ τούς κά­νουν, λέ­νε ὅτι αὐτό εἶ­ναι τό δί­και­ο γιά τούς ὑ­πη­κό­ους - δη­λα­δή τό δι­κό τους συμ­φέ­ρον - καί αὐτόν πού τό πα­ρα­βαί­νει τόν τι­μω­ροῦν, για­τί τά­χα εἶ­ναι πα­ρά­νο­μος καί ἄ­δι­κος. Δί­και­ο, λοι­πόν, σ’ ὅ­λες τίς πό­λεις εἶ­ναι «τό τῆς κα­θε­στη­κυί­ας ἀρ­χῆς συμ­φέ­ρον» καί ­ἕ­νας πού σκέ­φτε­ται σω­στά ἀ­να­γνω­ρί­ζει ὅτι παν­τοῦ ἐ­πι­κρα­τεῖ τό ἴδιο δί­και­ο, «τό τοῦ κρείτ­το­νος συμ­φέ­ρον »[22] (=τό συμ­φέ­ρον τοῦ δυ­να­τό­τε­ρου). Ἄλ­λω­στε αὐτό τό δί­και­ο χρη­σι­μο­ποι­ών­τας οἱ με­γά­λες πό­λεις βα­δί­ζουν ἐ­νάν­τια στίς μι­κρέ­ς[23].
 
Οἱ πιό πά­νω ἀ­πό­ψεις τῶν σο­φι­στῶν, ἄν δέν εἶ­ναι ὀρ­θές, εἶ­ναι ὁ­πωσ­δή­πο­τε χρή­σι­μες, για­τί ἄν δέν ἀ­παν­τοῦν μέ ὀρ­θό­τη­τα στό ἐ­ρώ­τη­μα τί πρέ­πει νά κά­νουν οἱ ἄν­θρω­ποι, φα­νε­ρώ­νουν ὡ­στό­σο μέ παρ­ρη­σί­α τί συ­νη­θί­ζουν αὐτοί νά κά­νουν, ὁ­πως εὔ­κο­λα μπο­ροῦ­με νά δι­α­πι­στώ­σου­με:
 
Στό συ­νέ­δριο τῆς Σπάρ­της, λί­γο πρίν ξε­σπά­σει ὁ Πε­λο­πον­νη­σια­κός πό­λε­μος, οἱ πρέ­σβεις τῶν Ἀθηναίων ὁ­μο­λο­γοῦν ὅτι ἡ ἀ­θη­να­ϊ­κή ἡ­γε­μο­νί­α ὀ­φεί­λε­ται σέ ἐ­λα­τή­ρια φό­βου, κέρ­δους καί φι­λο­δο­ξί­ας καί προ­βάλ­λουν τή δι­και­ο­λο­γί­α ὅτι ἀ­νέ­κα­θεν ὑ­πῆρ­χε ὁ νό­μος τῆς φύ­σης, σύμ­φω­να μέ τόν ὁ­ποῖ­ο ὁ ἀ­δύ­να­μος πρέ­πει νά ὑ­πο­τάσ­σε­ται στό δυ­να­τό­[24]. ’Ἐπίσης, ὁ Συ­ρα­κού­σιος Ἑρ­μο­κράτης, ἐχθρός τῶν Ἀθηναίων, δη­λώ­νει ὅτι συγ­χω­ρεῖ τούς Ἀ­θη­ναί­ους γιά τήν πλε­ο­νε­ξί­α τους, για­τί εἶ­ναι στή φύ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που νά ἐ­ξου­σιά­ζει ἐ­κεί­νους πού ὑ­πο­χω­ρού­ν[25]. Ἐν­τύ­πω­ση ὁ­μως προ­κα­λεῖ καί ἡ ἄ­πο­ψη τοῦ Δι­ο­δό­του στό δί­λημ­μα ἄν ἔ­πρε­πε ἡ ὄ­χι νά θα­να­τω­θοῦν οἱ Μυ­τι­λη­να­ΐ­οι, οἱ ὁ­ποῖ­οι εἶ­χαν ἀ­πο­στα­τή­σει ἀ­πό τήν ἀ­θη­να­ϊ­κή συμ­μα­χί­α: Ἀποκλείοντας κά­θε ἀ­νά­μει­ξη τῆς δι­και­ο­σύ­νης, τήν κα­τα­δί­κη ἡ τήν ἀ­θώ­ω­ση τῶν Μυ­τι­λη­ναί­ων ὁ Δι­ό­δο­τος τήν ἐ­ξαρ­τᾶ ἀ­πο­κλει­στι­κά καί μό­νον ἀ­πό τό τί συμ­φέ­ρει τούς Ἀθηναίους. Τούς συμ­φέ­ρει νά θα­να­τω­θοῦν οἱ Μυ­τι­λη­ναῖ­οι; Θά θα­να­τω­θοῦν, εἴ­τε ἀ­δί­κη­σαν εἴ­τε ὄ­χι. Δέν συμ­φέ­ρει στήν Ἀ­θή­να ὁ θά­να­τός τους; Θά ζή­σουν...[26]
 
Τέ­λος, ἰ­δι­αί­τε­ρο ἐν­δι­α­φέ­ρον πα­ρου­σιά­ζει ὁ πε­ρί­φη­μος δι­ά­λο­γος τῶν Ἀ­θη­ναί­ων μέ τούς κα­τοί­κους τῆς Μή­λου. Οἱ Ἀ­θη­ναῖ­οι ζη­τοῦν τήν ὑ­πο­τα­γή τῶν Μη­λί­ων καί οἱ ἀ­πό­ψεις τους σκι­α­γρα­φοῦν μιάν ἀ­λα­ζο­νι­κή δύ­να­μη πού δέ γνω­ρί­ζει φραγ­μούς, δέν κά­νει δι­ά­κρι­ση ἀ­νά­με­σα σέ δί­και­ο καί ἄ­δι­κο καί ὡς βά­ση στή συ­ζή­τη­ση δέ θέ­τει τό δί­και­ο ἀλ­λά τό συμ­φέ­ρον. Γιά τό δί­και­ο, θά ποῦν οἱ Ἀ­θη­ναῖ­οι, μπο­ρεῖ νά γί­νει δι­ά­λο­γος μό­νο με­τα­ξύ ἴσων καί ἐ­κεῖ­νοι εἶ­ναι δυ­να­τό­τε­ροι. Τό­σο δυ­να­τό­τε­ροι, ὥ­στε οὔ­τε τή φι­λί­α τῶν Μη­λί­ων χρει­ά­ζον­ται οὔ­τε τό μί­σος τους φο­βοῦν­ται. Οἱ θε­οί, πι­στεύ­ουν, εἶ­ναι μέ τό μέ­ρος τους καί θά τούς εὐ­νο­ή­σου­ν[27]. Ἄλλωστε, κα­τά τή γνώ­μη τους, δεν κά­νουν τί­πο­τε τό ἄ­το­πο· ἁ­πλῶς χρη­σι­μο­ποι­οῦν καί αὐ­τοί τό φυ­σι­κό νό­μο, ὅ­πως τόν ἔ­χουν βρεῖ, ἕ­να νό­μο πού ἀ­να­γνω­ρί­ζουν θε­οί καί ἄν­θρω­ποι: Ὅ­τι ὁ δυ­να­τός πρέ­πει νά ἐ­ξου­σιά­ζει ὁ­που μπορεῖ. Ἑ­πο­μέ­νως, οἱ Μή­λιοι θά ἔ­πρε­πε νά φα­νοῦν λο­γι­κοί καί νά ὑ­πο­τα­χθοῦν, ἄν δέν ἡ­θε­λαν νά κα­τα­στρα­φού­ν[28]...
 
«Αὐτή, πού οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἄν­θρω­ποι ὀ­νο­μά­ζουν εἰ­ρή­νη», δι­α­κή­ρυ­ξε μέ ἀ­παι­σι­ο­δο­ξί­α ὁ Πλά­των, «εἶ­ναι μό­νο ὄ­νο­μα. Στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ὑ­πάρ­χει πάν­το­τε ἕ­νας ἀ­κή­ρυ­κτος πό­λε­μος ἀ­νά­με­σα σ’ ὅλες τίς πό­λεις σύμ­φω­να μέ τή φύ­ση»[29]. Καί πράγ­μα­τι, ἡ πεί­ρα πού ἀ­πο­κό­μι­σε ὁ ἄν­θρω­πος στό δι­ά­στη­μα πού πέ­ρα­σε, δέν ἀ­φή­νει πε­ρι­θώ­ρια δι­α­φω­νί­ας. Ἔχει πλέ­ον ἀ­πο­δει­χθεῖ πώς ἡ ἀ­γά­πη γιά τήν εἰ­ρή­νη δέν μπο­ρε­ῖ ν’ ἀ­πο­τε­λέ­σει δύ­να­μη ἱ­κα­νή γιά τήν πα­γί­ω­σή της στόν κό­σμο, για­τί ὑ­πάρ­χουν ἄλ­λα πού γιά χά­ρη τους ἤ ἐ­ξαι­τί­ας τους ὁ ἄν­θρω­πος εἶ­ναι ἕ­τοι­μος νά θυ­σιά­σει τήν εἰ­ρή­νη. Τό ἰ­δα­νι­κό τοῦ Πλά­τω­να γιά τό βα­σι­λιά-φι­λό­σο­φο, σύμ­φω­να μέ τό ὁ­ποῖ­ο ὑ­πάρ­χει ἐλ­πί­δα νά στα­μα­τή­σουν τά ἀν­θρώ­πι­να δει­νά μό­νο ἄν οἱ φι­λό­σο­φοι κυ­βερ­νή­σουν ἤ οἱ κυ­βερ­νῆ­τες φιλοσοφή­σου­ν[30], σή­με­ρα φαν­τά­ζει σάν οὐ­το­πί­α. Ὡ­στό­σο, ἡ ἱ­στο­ρί­α δυ­στυ­χῶς δεί­χνει ὅτι τή θέ­ση τοῦ βα­σι­λιά-φι­λό­σο­φου παίρ­νει συ­χνά κά­ποι­ος μω­ρο­φι­λό­δο­ξος μέ «ὑ­πε­ρο­ψί­α καί μέ­θη». Καί αὐτός, ἄλ­λο­τε αἰ­σθά­νε­ται σάν παν­το­δύ­να­μος θε­ός -καί φυ­σι­κά ὄ­χι θε­ός τῆς ἀ­γά­πης - ἄλ­λο­τε πά­λι, ἐ­ξο­μοι­ώ­νοντας τή δύ­να­μή του μέ τήν ἀ­ρε­τή καί πι­στεύ­ον­τας πώς εἶ­ναι ὁ ἐ­κλε­κτός τοῦ θε­οῦ, ἀ­να­λαμ­βά­νει τήν «ὑ­πο­χρέ­ωση» νά γί­νει κοι­νω­νι­κός ἀ­να­μορ­φω­τής καί σω­τή­ρας τῆς ἀν­θρω­πό­τη­τας, φυ­σι­κά μέ τή βί­α. Για­τί, βέ­βαι­α, «δέν εἶ­ναι δυ­να­τόν ὁ Κύ­ριος νά σέ δι­α­λέ­γει γιά ἐν­το­λο­δό­χο Του καί ὕ­στε­ρα νά σοῦ ἀρ­νεῖϊ­ται τό ξί­φος μέ τό ὁ­ποῖ­ο θά ἐ­κτε­λέ­σεις τή θέ­λη­σή Του»[31]. Προ­φα­νῶς, ὁ σκο­πός ἁ­γιά­ζει τά μέ­σα. Ἡ μέ­χρι τώ­ρα πο­ρεί­α τοῦ ἀν­θρώ­που δεί­χνει δυ­στυ­χῶς ὅτι ἡ ἀν­θρω­πό­τη­τα πλή­ρω­σε βα­ρύ φό­ρο αἵ­μα­τος στούς ἐ­πι­δό­ξους «σω­τῆ­ρες» της, κα­θώς αὐτοί, ἔ­χον­τας τόν οἶ­στρο τῆς «ἀ­πο­στο­λῆς» καί κι­νού­με­νοι σ’ ἕ­να δι­κό τους πλαί­σιο δι­και­ο­σύ­νης καί ἠ­θι­κῆς, προ­σπά­θη­σαν νά φέ­ρουν στούς συ­ναν­θρώ­πους τους τή «σω­τη­ρί­α» μέ τή βί­α, χτυ­πών­τας τους καί ὑ­πο­τάσ­σον­τάς τους, πάν­το­τε βέ­βαι­α γιά τό κα­λό τους. Καί ἡ ἱ­στο­ρί­α συ­νε­χί­ζε­ται...
 
Πρίν ἀ­πό με­ρι­κά χρό­νια, τό 1961, ἕ­νας Ἰσ­ρα­η­λι­νός ἔ­γρα­ψε στόν Ἄγγλο φι­λό­σο­φο Bertrand Russell, πού ἀ­γωνι­ζό­ταν γιά τήν εἰ­ρή­νη, ὅτι γιά νά δι­α­σφα­λι­στεῖ ἡ παγ­κό­σμια εἰ­ρή­νη, θά ἔ­πρε­πε νά ἀ­φο­πλι­στοῦν ὅ­λα τά κρά­τη ἐ­κτός ἀ­πό τό Ἰσραήλ. Τό Ἰσ­ρα­ήλ θά ἀ­να­λάμ­βα­νε νά ἐ­πτη­ρεῖ τήν εἰ­ρή­νη μέ βά­σεις ἀ­το­μι­κῶν ὁ­πλων καί μέ στρα­τι­ω­τι­κές δυ­νά­μεις δι­κές του. Μιά καί φαί­νε­ται πώς δέν μπο­ρε­ΐ νά ἐ­πι­τευ­χθε­ΐ παγ­κό­σμια εἰ­ρή­νη ἄν δέν ὑ­πάρ­χει κά­ποι­α δύ­να­μη ἐ­πι­τή­ρη­σης, ὁ ρό­λος αὐτός, κα­τά τή γνώ­μη τοῦ Ἰσ­ρα­η­λι­νο­ῦ «φι­λει­ρη­νι­στῆ», θά ἔ­πρε­πε ν’ ἀ­να­τε­θεῖ στούς Ἰσ­ρα­η­λι­νούς πού ἀ­πο­δεί­χτη­καν φί­λοι της εἰ­ρή­νης.
 
Ό Russell ἀ­πάν­τη­σε πώς δι­α­φω­νοῦ­σε ρι­ζι­κά μέ τήν ἀν­τί­λη­ψη ὅτι ἕ­νας ξε­χω­ρι­στός λα­ός ἔ­χει τόν προ­ο­ρι­σμό νά δί­νει λύ­ση στά δει­νά τῶν ἀν­θρώ­πων ἤ νά ἐ­πι­τη­ρε­ΐ τή συμ­πε­ρι­φο­ρά τους, καί ὅτι ἡ ἀ­κλό­νη­τη πί­στη του πῶς μιά τέ­τοι­α πε­ποί­θη­ση μπο­ροῦ­σε ν’ ἀ­πο­βεῖ ὀ­λέ­θρια γιά τήν ἀν­θρω­πό­τη­τα τόν ἔ­κα­νε ν’ ἀν­τι­τα­χθεῖ μέ πά­θος στό να­ζι­σμό, ἀ­πό τήν ἐ­πο­χή πού αὐτός πρω­τοεμ­φα­νί­στη­κε.
 
Ὡ­στό­σο, ἀ­νε­ξάρ­τη­τα ἀ­πό τήν ἀ­φέ­λεια ἤ τό θρά­σος τοῦ Ἰσ­ρα­η­λι­νο­ΰ καί τή βα­θιά δι­ο­ρα­τι­κό­τη­τα τοῦ Ἄγγλου σο­φοῦ - καί πέ­ρα ἀ­πό κά­θε πο­λι­τι­κή συμ­πά­θεια ἡ ἀν­τι­πά­θεια - τό πιό πά­νω πε­ρι­στα­τι­κό δεί­χνει κά­τι βα­θύ­τε­ρο: Ἐ­πι­ση­μαί­νει τόν κίν­δυ­νο πού ὑ­πάρ­χει, κα­θώς τά θύ­μα­τα ἀρ­χί­ζουν νά μι­μοῦν­ται τίς με­θό­δους τῶν θυ­τῶν. Θά πε­ρί­με­νε κα­νείς πώς ἕ­νας λα­ός πού ἔ­χει ὑ­ποστεῖ τό­ση ἀ­δι­κί­α ἀ­πό τό να­ζι­σμό - ἐ­πει­δή ὁ τε­λευ­ταῖ­ος πί­στευ­ε ὅτι ὡς ἐκ­πρό­σω­πος τῆς πιό ἐ­κλε­κτῆς ρά­τσας μπο­ροῦ­σε νά συ­νε­τί­σει τούς ἄλ­λους λα­ούς - πο­τέ δέ θά ἔ­φτα­νε στό ση­μεῖ­ο νά θε­ω­ρεῖ καί ὁ ἴ­διος πῶς εἶ­ναι ἄ­ξιος γιά τήν κη­δε­μο­νί­α τῆς εἰ­ρή­νης καί τοῦ κό­σμου. Ἡ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ὁ­μως δυ­στυ­χῶς δεί­χνει πό­σο εὔ­κο­λα προ­σβάλ­λον­ται καί τά θύ­μα­τα ἀ­πό τήν ἀρ­ρώ­στια τῶν θυ­τῶν...
«Γνώ­θι σαυ­τόν», «Μη­δέν ἄ­γαν», «Μέ­τρον ἄ­ρι­στον»,
ἀ­κού­γον­ται πα­ρή­γο­ρα στήν ἀ­μη­χα­νί­α μας οἱ σο­φές ρή­σεις τοῦ ἀρ­χαί­ου ἑλ­λη­νι­κοῦ κό­σμου, ὁ ὁ­ποι­ος με­τα­βάλ­λον­τας τό μύ­θο σέ κα­θρέ­φτη τοῦ κό­σμου δί­δα­ξε στήν ἀν­θρω­πό­τη­τα τήν τρα­γω­δί­α καί, ἐ­πι­ση­μαί­νον­τας τήν «ὕβριν» μέ τά ἐ­πα­κό­λου­θά της, προ­σπά­θη­σε νά κα­θο­ρί­σει τά θε­μι­τά πλαί­σια μέ­σα στά ὁποῖα ὀ­φεί­λει νά κι­νεῖ­ται ὁ ἄν­θρω­πος.
 
Ὡς ἄν­θρω­ποι ἔ­χου­με ἀ­δυ­να­μί­ες καί ὁρ­μές πού πρέ­πει νά τίς γνω­ρί­σου­με καί νά τίς τι­θα­σεύ­σου­με, δί­νον­τας σ’ αὐ­τές ἡ­με­ρό­τε­ρες δι­ε­ξό­δους. Για­τί μό­νον ἔ­τσι ὑ­πάρ­χει ἐλ­πί­δα νά προ­στα­τεύ­σου­με ἐ­μᾶς ἀ­πό τούς ἑ­αυ­τούς μας, πρίν φτά­σου­με σέ ση­μεῖ­ο πού οὔ­τε πλέ­ον τά ἐ­λαττώ­μα­τά μας θά εἶ­ναι ἀ­νε­κτά ἀλ­λά οὔ­τε καί ἡ θε­ρα­πεί­α τούς δυ­να­τή.
 ------------------------- 
[1] Θούκ. 3,82, 2 κ.ἑ. 
[2] Βλ. J. W. Fulbright, Ἡ ἀλαζονεία τῆς δυνάμεως (μέτ. Θ. Παπαμάργαρη, Ἀθήνα 1970, σ. 17
[3] Β. Russell, Power, London 1971 (ἕκτη ἔκδ.λ σ. 7 καί 9. 
[4] Βλ. Β. Russell, Power, .π.. σ. 24
[5] Πλάτ., Πολιτ. 2, 372e κ. ε. 
[6] Πλάτ., Πολιτ. 10, 617d κ.ε.
[7] Πλούτ., Περί Εὐθυμ. 12. 
[8] Πλούτ., Ἀλεξ. 5 καί 15 καί 42.
[9] Ὁμηρ., Ἰλιαδ. Ζ208, Λ784.
[10] Εὐριπ., Ἰκετ. 238-245.
[11] Βλ. Ε. Diehl, Anthologia Lyrica Graeca, τόμ. I, Lipsiae 10 (9).
[12] Λυσ. Ὑπέρ Ἀδυν. 16. 
[13] «...ὅπως τοῖς δυναμένοις παρανομεῖν ἐξουσία μή γένηται κατά της πατρίδος ἐξαμαρτεῖν»(Διόδ. Σικελ. 19, 1, 3).
[14] Ἡροδ. 5,92ζ1 κ.ἑ.
[15] Ἡροδ. 7,158,1 κ.ε. 
[16] Διόδ. Σικελ. 14, 2, 2 καί 20, 63, 3.
[17] Ξενοφ., Ἱερων 1, 8 κ.ε. Βλ. ὅμως καί Τ. Βουρνᾶ, Ξενοφῶντος Ἱερων, Ἀθήνα 1973, σ. 7 κ.ε., ὅπου ὁ συγγραφέας παραθέτει καί ἄλλες μαρτυρίες γιά τούς τυράννους καί τήν τυραννία. 
[18] Πλάτ., Πρωταγ. 337D.
[19] Πλάτ., Γόργ. 482e-484a.
[20] Πλάτ., Πολιτ. 2, 362e.
[21] Πλάτ., Πολιτ. 2, 360c. 
[22] Πλάτ., Πολιτ. 1, 338e-339a.
[23] Πλάτ., Γοργ. 488c.
[24] Θούκ. 1,76,2.
[25] Θούκ. 4, 61,5.
[26] Θούκ. 3,44,1.
[27] Ἀλήθεια, ποιός καταχτητής δέν πιστεύει πῶς ὁ θεός θά εὐλογήσει τά δικά του ὅπλα; Ό Fulbright σημειώνει ὅτι κατά τόν πρῶτο παγκόσμιο πόλεμο οἱ Γερμανοί στρατιῶτες φοροῦσαν ζωστῆρες, πού στήν πόρπη τούς εἶχαν γραμμένο «μεθ’ ἡμῶν ὁ Κύριος». (Βλ. J. W. Fulbright, δ.π., σ.16). 
[28] Θούκ. 5,87, κ.ε.
[29] Ἥν γάρ καλοῦσιν οἱ πλεῖστοι τῶν ἀνθρώπων εἰρήνην, τοῦτ’ εἶναι μόνον ὄνομα, τῷ δ’ ἔργῳ πάσαις πρός πάσας τάς πόλεις ἀεί πόλεμον ἀκήρυκτον κατά φύσιν εἶναι. (Πλάτ., Νόμ. 1,626α).
[30] Ἐάν μή ἤ οἱ φιλόσοφοι βασιλεύσωσιν ἐν ταῖς πόλεσιν ἤ οἱ βασιλεῖς τέ νῦν λεγόμενοι καί δυνάσται φιλοσοφήσωσι γνησίως τέ καί ἱκανῶς, καί τοῦτο εἰς ταὐτόν ξυμπέςῃ. δύναμις τέ πολιτική καί φιλοσοφία ... οὐκ ἐστιν κακῶν ἀνάπαυλα. (Πλάτ., Πολιτ. 473c).
[31] J. W. Fulbright, δ.π., σ. 15-16.

Μην προσπαθείς σκληρά να αλλάξεις κάτι, προσπάθησε κάτι διαφορετικό

Υπάρχει τρόπος για τις οικογένειες να ξεπεράσουν τον πόνο του οικογενειακού δράματος και των δυσλειτουργικών σχέσεων.
 
Σκέψου το πιο οδυνηρό οικογενειακό δράμα το οποίο έχεις βιώσει, που σου άφησε μια ανεξίτηλη πληγή, η οποία έχει επηρεάσει τις σχέσεις σου, τη σταθερότητα στην εργασία σου και τη δυνατότητα να αντλείς ικανοποίηση από τη ζωή σου.
 
Τώρα, φαντάσου να μαθαίνεις ότι χιλιάδες άνθρωποι ξεπέρασαν παρόμοιες εμπειρίες, «χάρη» στις οποίες ολόκληρη η οικογένεια επαναπροσδιορίστηκε, οι σχέσεις έγιναν πιο δυνατές και κάθε μέλος της ξεχωριστά «μεταμορφώθηκε» σε ένα σταθερό, αγαπητό, ώριμο και αξιόπιστο πρόσωπο, που μπορεί να χαρεί κάθε προσωπική του επιτυχία.

Το μάθημα της δραματικής τριγωνοποίησης
Για κάθε διασώστη, υπάρχει ένα θύμα. Για κάθε θύμα, υπάρχει ένας διώκτης. Οι άνθρωποι που γνωρίζουν από ψυχολογία, μπορεί να γνωρίζουν το δραματικό τρίγωνο του Karpman. Ο Stephen Karpman ανέπτυξε ένα μοντέλο που αποτυπώνει μια από τις πιο κοινές τριγωνικές αλληλεπιδράσεις μεταξύ ανθρώπου: το θύμα, ο διασώστης και ο διώκτης. Το συναρπαστικό που αποκαλύπτει ο Karpman είναι ότι ο κάθε ρόλος έχει και μια εγωιστική ανταμοιβή.
 
- ΘΥΜΑ («είμαι ανήμπορος και χρειάζομαι βοήθεια»): Το θύμα αποφεύγει να αναλάβει την ευθύνη και γίνεται εξαρτημένο, επιτυγχάνοντας την ικανοποίηση των εγωιστικών αναγκών του, κάνοντας τους άλλους ανθρώπους να κάνουν πράγματα για εκείνον. Επιτυγχάνει επίσης να κερδίζει την προσοχή τους, καθώς τόσο ο διασώστης όσο και ο διώκτης εστιάζουν σε εκείνον.
 
- ΔΙΑΣΩΣΤΗΣ («Άσε με να σε βοηθήσω»): Ο διασώστης ορμάει προς όφελος του θύματος και λαμβάνει μια διπλή εγωιστική ανταμοιβή καθώς, πρώτον προσλαμβάνεται από τους άλλους με μία θετική οπτική και δεύτερον, αποφεύγει να διαχειριστεί τα δικά του προβλήματα και συναισθήματα.
 
- ΔΙΩΚΤΗΣ («Είναι όλα δικό σου λάθος»): Κάθε διώκτης χρειάζεται ένα θύμα και η εγωιστική ανάγκη του να αισθάνεται ισχυρός και ανώτερος, εκπληρώνεται όταν κατηγορεί, επιτίθεται και εκφοβίζει ένα θύμα. Όπως και ο διασώστης, έτσι και ο διώκτης, ενεργεί με τέτοιο τρόπο ώστε να αποφεύγει τα πραγματικά συναισθήματα και τους φόβους που έχει.
 
Όταν οι άνθρωποι αναλαμβάνουν έναν πρωταρχικό ρόλο στο τρίγωνο, συχνά μετατοπίζονται και παίρνουν εκ περιτροπής τους ρόλους μεταξύ τους.
 
Έτσι, ο διασώστης μπορεί να ενοχληθεί με τον διώκτη και να αναλάβει το ρόλο του διώκτη και να του επιτεθεί, τοποθετώντας τον στο ρόλο του θύματος.
 
Το θύμα μπορεί τότε να σώσει τον διώκτη. Ή ο διώκτης μπορεί να μεταφερθεί στο ρόλο του διασώστη, με ατελείωτες παραλλαγές της εναλλαγής των ρόλων μεταξύ των παιχτών.
 
Ο στόχος είναι να αναγνωρίσουμε την παγίδα του τριγώνου και να αποστασιοποιηθούμε αντί να παρασυρθούμε σε οποιονδήποτε από τους ρόλους, ειδικά όταν έχει παγιωθεί ότι είναι ο μόνος πολιτισμικά αποδεκτός τρόπος συμπεριφοράς.
 
Η αποφυγή κάποιου ρόλου σε ένα οικογενειακό δράμα ή οργανισμό, είναι αρκετά δύσκολη.
 
Πρώτον, οι περισσότεροι άνθρωποι είναι τόσο απασχολημένοι που δεν σταματούν για λίγο για να αναγνωρίσουν ότι συμμετέχουν σε κάποιο ρόλο. Το δέλεαρ του ρόλου ενισχύεται τόσο πολύ ώστε να είναι τόσο άνετο και ισχυρό όσο η έλξη της βαρύτητας.
 
Οι άνθρωποι δεν είναι σε θέση γνωρίζουν τι δεν ξέρουν, οπότε η έξοδος από το τρίγωνο μοιάζει με τη μετάβαση σε άλλη χώρα, με άγνωστη γλώσσα, έθιμα και περιβαλλοντικές συνθήκες.
 
Ωστόσο, όπως αποδείχθηκε επανειλημμένα από τους γίγαντες της οικογενειακής θεραπείας όπως ο Salvador Minuchin, μια σημαντική αλλαγή μπορεί να ξεκινήσει από μια ξαφνική στροφή. Μην προσπαθείς σκληρά να αλλάξεις κάτι, προσπάθησε κάτι διαφορετικό, υποστηρίζει ο Minuchin.
 
Μία από τις βασικές θέσεις της οικογενειακής θεραπείας είναι ότι όταν μία σχέση υπερ-λειτουργεί, οι άλλες υπολειτουργούν.
 
Οπότε, δοκιμάστε κάτι διαφορετικό. Αν το νιώθετε άβολο, τότε αυτό μπορεί να είναι για καλό.
 
Ένα επαναλαμβανόμενο παράδειγμα στις οικογενειακές θεραπείες με θετικά αποτελέσματα είναι η παύση της κακοποίησης και της επίκρισης.
 
Όταν οι γονείς αντιμετώπισαν τα μεγαλύτερα παιδιά τους με σεβασμό και ήρθαν λίγο πιο κοντά στον δικό τους κόσμο, τα παιδιά ένιωσαν καλύτερα να αποχωρήσουν από το ρόλο του θύματος και να γίνουν πιο αυτόνομα και υπεύθυνα.
 
Μία ακόμη μετατόπιση ήταν όταν οι γονείς σταμάτησαν να επικεντρώνουν την προσοχή τους πάνω στα παιδιά τους και στη συνέχεια επικεντρώθηκαν στη βελτίωση της στενής σχέσης που έχουν μεταξύ τους.
 
Αν διαβάζεις αυτό το άρθρο και επιθυμείς βαθιά να βοηθήσεις την οικογένεια σου, η πρόταση μου είναι να σταματήσεις και να επικεντρωθείς στον εαυτό σου.
 
Νιώσε πλήρως τα συναισθήματα σου. Αναγνώρισε αν προσπαθείς να αποφύγεις τα συναισθήματα σου, αναλαμβάνοντας έναν από τους ρόλους του τριγώνου.
 
Προσπάθησε να βγεις εντελώς από τους ρόλους.
 
Ανάλαβε την ευθύνη για τη ζωή σου και τα συναισθήματα σου και άφησε τους άλλους να αναλάβουν την ευθύνη για τη δική τους ζωή και τα συναισθήματα τους.
 
Σταμάτα να προσπαθείς να διαβάζεις το μυαλό των άλλων ανθρώπων, απόφυγε την επίκριση, να γίνεσαι ο αποδιοπομπαίος τράγος, τη διάσωση, το μαρτύριο και το να είσαι ο στόχος της θυματοποίησης κάποιου άλλου.
 
Χρησιμοποίησε τα όρια και μάθε να σέβεσαι τα όρια των άλλων ανθρώπων.
 
Να είσαι συνεπής.
 
Τόλμησε να ζήσεις το πάθος της ζωής σου χωρίς να χρειάζεσαι πρόσχημα ή δικαιολογία.
 
Γνώρισε ότι η αλλαγή χρειάζεται δέσμευση και χρόνο, γι’ αυτό επίτρεψε στον εαυτό σου να βιώσεις σταθερά και σταδιακά την αλλαγή μέχρι να γίνει η νέα φυσιολογική σου ζωή.

Υπάρχει συνειδητό και μη συνειδητό Φως

Όλα όσα βλέπεις έξω, υπάρχουν μέσα σου. Είναι κομμάτι σου, είναι οι πεποιθήσεις σου, είναι τα πιστεύω σου. Και τι είναι αυτό που βλέπεις; Είναι η τοξικότητα, η αρνητικότητα, η ασχήμια, η φτώχεια ή είναι η ομορφιά, η χαρά, η αφθονία, η αγάπη;

Από ποια εσωτερική οπτική παρατηρείς το εξωτερικό γίγνεσθαι; Την ονομάζεις τοξικότητα και πιστεύεις ότι υπάρχουν τοξικοί άνθρωποι. Υπάρχουν πράγματι άνθρωποι που άγονται και φέρονται από τον εγωιστικό τους εαυτό και την προσωπικότητα, έχουν δηλαδή δυσαρμονική συμπεριφορά. Όμως, δεν είναι απαραίτητο να τους κάνεις παρέα, δεν είναι απαραίτητο να εστιάζεσαι σ’ αυτό.

Σε ό,τι εστιάζεσαι, αυτό και πολλαπλασιάζεται. Aν πιστεύεις στην τοξικότητα με όλα τα μη υγιή συναισθήματα, αυτά και προσελκύεις. Όταν εστιάζεσαι στις περιοριστικές σου πεποιθήσεις και σε ανθρώπους που χαρακτηρίζεις τοξικούς, αναπόφευκτα αυτό μαγνητίζεις στη ζωή σου.

Αν πιστεύεις ότι δεν αξίζεις, θα έρθουν οι άνθρωποι και οι καταστάσεις να σου δείξουν και να τονίσουν αυτό ακριβώς, μέσα από αρνητικές συμπεριφορές τους. Αντίστοιχα, αν πιστεύεις ότι αξίζεις τα καλύτερα, τα καλύτερα θα σου δείχνει και ο εξωτερικός σου κόσμος. Όταν εστιάζεσαι στην ευφορία και την ομορφιά της ψυχής σου, σε φωτεινές σκέψεις, θα προσελκύεις ανθρώπους και καταστάσεις που θα σε ανυψώνουν πνευματικά και ψυχικά.

Αλλά ό,τι βλέπεις στους άλλους, είναι και δικό σου γνώρισμα κι εσύ το έχεις. Όπως σκέπτεσαι και φέρεσαι (αρνητικά – θετικά) για σένα τον ίδιο και τον κόσμο, τα ίδια ακριβώς ελκύεις και μαγνητίζεις . Τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο. Καθώς είμαστε όλοι καθρέφτες, το όμοιο, προσελκύει όμοιο.

Όμως δεν υπάρχει τοξικότητα, Υπάρχει Συνειδητό και μη Συνειδητό Φως. Υπάρχουν άνθρωποι συνειδητοί και μη συνειδητοί. Άνθρωποι αφυπνισμένοι και άνθρωποι σε λήθη, παγιωμένοι στον παλιό τους εαυτό. Οι πρώτοι είναι εκείνοι που πέταξαν τις αλυσίδες από το παρελθόν και ενώθηκαν με τον Ήλιο της Ψυχής τους, αναδυόμενοι και συνειδητοί προχωρούν με το νέο λαμπερό Εαυτό τους.

Είναι και εκείνοι που εξακολουθούν να βιώνουν κάθε μορφή έλλειψης και εγκλωβισμένοι στο φόβο, στο μη Συνειδητό Φως. Κανένας και τίποτα δεν μπορεί να μας επηρεάσει, να μας θυμώσει, να μας απογοητεύσει, παρά μόνο όταν δεν είμαστε σε επίγνωση και διάκριση, τότε βιώνουμε αρνητικές καταστάσεις.

Εν- θυμήσου ότι όλοι είμαστε ενωμένοι, είμαστε ένα ως ψυχές ανεξάρτητα από τα βιολογικά κουστούμια που φοράμε. Από τη άλλη, χρειάζεται ο κάθε νους, να γίνει συνειδητός νους. Προσέξτε πώς μιλάτε, πώς σκέφτεστε, πώς φέρεστε. Η λέξη τοξικότητα δηλώνει δηλητήριο, λέγοντας (τοξικά συναισθήματα, τοξικές σχέσεις κτλ.) υποσυνείδητα δηλητηριάζουμε την ύπαρξή μας, τα κύτταρά μας. Δηλαδή δηλώνουμε ότι πιστεύουμε, ότι υπάρχει η τοξικότητα και μας αρρωσταίνει.

Οι σκέψεις μας και τα λόγια μας έχουν μεγάλη δύναμη και επηρεάζουν το νου μας. Καθώς όλα είναι ενέργεια, οι σκέψεις μαζί με την έκφραση των σκέψεών μας που είναι ο λόγος μας, έχουν ενέργεια και δόνηση (θετική ή αρνητική) ανάλογα την ποιότητά τους. Κάντε τώρα φραγή εισερχόμενων αρνητικών σκέψεων και λέξεων.

Ο Dr Wayne Dyer χαρακτηριστικά είπε: “εμείς οι ίδιοι κινούμε τα νήματα της ζωής μας και αν αλλάξεις τον τρόπο που βλέπεις τα πράγματα, τα πράγματα που βλέπεις θα αλλάξουν”. Ο μόνος δρόμος για την απαλλαγή του παλιού εαυτού είναι ένας. Ένας, ουσιαστικός αλλά και μονόδρομος.

Είναι μονόδρομος να αγαπήσουμε τον εαυτό μας, γιατί η αγάπη του εαυτού μας και για τους άλλους προϋποθέτει αγνό νου, ειρηνικές σκέψεις και όμορφα λόγια, έτσι ώστε να αναδυθεί η καθαρότητα της ψυχής. Να ξαναθυμηθούμε αυτό που ήδη γνωρίζουμε. Ότι είμαστε ένα με τον συμπαντικό Νου, ένα με την αέναη Αγάπη.

Αυτό είναι το μέλημά μας και η υποχρέωση απέναντι σε εμάς, διότι μέσα από τον κρουνό της αγάπης αναπτύσσεσαι και αναγεννιέται η ψυχή του ανθρώπου. Να θυμάστε, όσο αυξάνετε τη συνειδητότητά σας και έρχεστε πιο κοντά στο Φως της αλήθειας σας μέσω των υψηλών δονήσεων, σκέψεων, συναισθημάτων και πράξεων, τόσο θα προσελκύετε όμοιες καταστάσεις.

Ο Αϊνστάιν κάποτε είχε πει ότι πρέπει να αποφασίσουμε αν ζούμε σ ένα φιλικό ή εχθρικό σύμπαν. Ζούμε σ’ ένα σύμπαν που κυριαρχεί η τοξικότητα και η εχθρότητα ή σ’ ένα κόσμο γεμάτο υγεία, ομορφιά, ευημερία και αγάπη; Με όποιον τρόπο ερμηνεύει τον κόσμο κάποιος, τότε δημιουργεί και βιώνει την ανάλογη πραγματικότητα.

Επιλέξτε τι θέλετε να ζείτε και πάρτε συνειδητά την απόφαση. Τα πάντα είναι ενέργεια. Όπως πάνω, έτσι και κάτω. Όπως μέσα, έτσι κι έξω.

Υπάρχουν μόνο δύο είδη δυστυχίας. Η δυστυχία του να έχεις και η δυστυχία του να μην έχεις

Ο Σογκιάλ Ρινπονσέ, ένας μεγάλος Θιβετιανός βουδιστής δάσκαλος, έδωσε μερικά πολύτιμα μαθήματα για τα βάσανα και την αποτροπή τους. Δίδαξε ότι υπάρχουν μόνο δύο είδη δυστυχίας: Η δυστυχία του να έχεις και η δυστυχία του να μην έχεις. Είτε υποφέρεις επειδή έχεις κάτι που δεν το θέλεις, είτε επειδή δεν έχεις κάτι που θέλεις, το βίωμα του βασάνου – που σημαίνει, η αίσθησή του – είναι ακριβώς η ίδια.
Τα βάσανα είναι βάσανα, ασχέτως ποιες είναι οι ιδιαιτερότητές τους. Τα βάσανα κατοικούν στο μυαλό σας, πουθενά αλλού. Όσο νομίζετε ότι τα βάσανά σας προκαλούνται ή μπορούν να θεραπευτούν από εξωτερικές καταστάσεις και μόνο, θα αισθάνεστε σαν μπαλάκι του τένις που το χτυπούν αλλεπάλληλα δύο άριστοι τενίστες που τους λένε “Έχω” και “Δεν Έχω”. Μπορούν να παίζουν όλη μέρα, και ποτέ να μην κουραστούν. Για την ακρίβεια μπορούν να παίζουν περισσότερο: Μπορούν να παίζουν για όλη σας τη ζωή, αν τους επιτρέψετε να το κάνουν.
Το ηθικό δίδαγμα είναι να μάθετε να είστε ευτυχισμένοι με αυτά που έχετε – ή με αυτά που δεν έχετε. Η αληθινή ευτυχία πηγάζει εκ των ένδον, και δεν εξαρτάται από πράγματα εξωτερικά ως προς εσάς.
Είναι οι ιδέες των ανθρώπων που πιο συχνά προκαλούν τα βάσανά τους. Κι όμως οι άνθρωποι θέλουν να αλλάξουν το καθετί κάτω από τον ήλιο, έτσι ώστε να γίνουν χαρούμενοι. Αν και συχνά καταφέρνουν να επιφέρουν αλλαγές, δεν απαγκιστρώνονται αναγκαία από τη δυστυχία.

Πρέπει να κάνουμε μια πολύ σαφή διάκριση ανάμεσα στο ιδιοτελές συμφέρον του εγώ μας και στο ανώτερο συμφέρον μου· όλα τα βάσανά μας προέρχονται από το μπέρδεμα του ενός με το άλλο.


ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΠΟΛΛΟΙ ΤΡΟΠΟΙ ΝΑ ΥΠΟΦΕΡΕΤΕ
Απλώς το να είστε άνθρωπος εμπεριέχει δυνητικά όλα τα είδη πόνου και βασάνων. Καθένας από εμάς υποφέρει αργά ή γρήγορα, και οι περισσότεροι άνθρωποι ξοδεύουν πάρα πολύ από το χρόνο τους προσπαθώντας να αποφύγουν, να δραπετεύσουν ή να μεταμορφώσουν τα βάσανά τους, χωρίς να καταλαβαίνουν ποιες είναι οι πραγματικές τους αιτίες. (Που πιο συχνά αποδεικνύεται ότι είναι η δίδυμη δυστυχία του να έχεις και να μην έχεις).

Έτσι αν θα προτιμούσατε να υποφέρετε αντί να είστε χαρούμενοι, το σύμπαν ευχαρίστως θα σας εξυπηρετήσει.
Μπορείτε πάντα να υποφέρετε, και για οποιουσδήποτε και οσουσδήποτε λόγους.
Μπορείτε να υποφέρετε λόγω του παρελθόντος ή λόγω του μέλλοντος. Μπορείτε να υποφέρετε λόγω του εαυτού σας ή των άλλων.
Μπορείτε να υποφέρετε λόγω αυτών που έχετε ή που δεν έχετε.
Μπορείτε να υποφέρετε λόγω των πεποιθήσεων σας ή των μη πεποιθήσεων σας.
Μπορείτε να υποφέρετε γιατί ο Θεός σας σας κάνει να υποφέρετε ή γιατί Αυτός δεν σταματάει τα βάσανά σας.
Μπορείτε να υποφέρετε επειδή ζείτε ή επειδή πεθαίνετε.
Μπορείτε να υποφέρετε στο όνομα της αγάπης, της φιλοδοξίας ή των βασάνων των ίδιων.
Μπορείτε να υποφέρετε, επειδή υποφέρετε τόσο πολύ ή επειδή δεν υποφέρετε αρκετά.
Και μπορείτε να υποφέρετε επειδή αρνείστε να εξαλείψετε τα βάσανά σας και αντ’ αυτού να κάνετε και άλλους να υποφέρουν επίσης.

Η αρετή είναι ένα τεχνητό ανακάτεμα και δεν είναι ούτε ακέραιη, ούτε ξεκάθαρη, ούτε σταθερή, ούτε εντελώς αθώα

Σε τι χρησιμεύουν αυτές oι ύψιστες κορυφές της φιλοσοφίας, όπου κανένα ανθρώπινο ον δεν μπορεί να φτάσει, και οι κανόνες που ξεπερνούν τη συνήθειά μας και τις δυνάμεις μας; Βλέπω συχνά να μας προτείνουν παραδείγματα ζωής τα οποία ούτε εκείνοι που τα προτείνουν ούτε οι ακροατές τους έχουν ποτέ καμιά ελπίδα να ακολουθήσουν, και προπαντός τη διάθεση. Από το ίδιο χαρτί, στο οποίο μόλις έγραψε την απόφαση καταδίκης εναντίον ενός μοιχού, ο δικαστής κόβει ένα κομμάτι για να γράψει ραβασάκι στη γυναίκα του συναδέλφου του. Η γυναίκα με την οποία μόλις πριν λίγη ώρα βρεθήκατε παράνομα, μετά από λίγο και μπροστά σας μάλιστα, θα βάλει τις φωνές εναντίον μιας φίλης της που έκανε το ίδιο σφάλμα, κι ακόμη πιο άγριες απ’ όσο θα φώναζε η Πόρσια. Και κάποιος άλλος καταδικάζει ανθρώπους σε θάνατο για εγκλήματα που ο ίδιος ούτε καν θεωρεί λάθη.

Έτσι κάνουν οι άνθρωποι. Αφήνουμε τους νόμους και τις εντολές να ακολουθούν το δρόμο τους, εμείς παίρνουμε έναν άλλο- όχι μόνο από χαλάρωση των ηθών, αλλά συχνά και λόγω αντίθετης γνώμης και κρίσης. Παρακολουθήστε την ανάγνωση ενός φιλοσοφικού λόγου: η εφευρετικότητα, η ευγλωττία, η ακρίβεια εντυπωσιάζουν αμέσως το πνεύμα σας και σας συγκινούν- δεν υπάρχει όμως τίποτα που να προκαλεί ή να κεντρίζει τη συνείδησή σας- αλήθεια, σ’ αυτήν δεν απευθύνονται; Ο Αρίστων έλεγε όμως ότι κανένα πλύσιμο και κανένα μάθημα δεν ωφελεί αν δεν καθαρίζει και δεν απομακρύνει τη βρομιά.

Σε όλες τις σχολές της αρχαίας φιλοσοφίας θα βρεις ότι το ίδιο άτομο επεξεργάζεται και δημοσιεύει κανόνες εγκράτειας και συγχρόνως γραπτά έρωτα και ακολασίας. Και ο Ξενοφώντας, στον κύκλο του Κλινία, έγραψε εναντίον της ηδονής εκείνης που εκθείαζε ο Αρίστιππος. Δεν υπάρχει κάποια θαυμαστή μεταλλαγή που τους ταρακουνάει. Όμως στην περίπτωση του Σόλωνα, παρουσιάζεται άλλοτε ως ο εαυτός του κι άλλοτε ως νομοθέτης: άλλοτε μιλάει για το λαό, άλλοτε για το άτομό του- και υιοθετεί για τον εαυτό του τους ελεύθερους και φυσικούς κανόνες, αισθανόμενος τη σιγουριά μιας σταθερής και σιδερένιας υγείας.

Ο Αντισθένης επιτρέπει στο σοφό να αγαπά και να κάνει με τον τρόπο του αυτό που θεωρεί σωστό, χωρίς να δίνει σημασία στους νόμους, δεδομένου ότι είναι πιο συνετός από αυτούς και έχει μεγαλύτερη γνώση της αρετής. Ο μαθητής του ο Διογένης έλεγε να αντιπαραθέτουμε στις ταραχές τη λογική, στη μοίρα το θάρρος, στους νόμους τη φύση.

Για τα ευαίσθητα στομάχια χρειάζονται δίαιτες αυστηρές και μελετημένες. Τα γερά στομάχια ακολουθούν απλά τις οδηγίες της φυσικής τους όρεξης. Έτσι κάνουν οι γιατροί μας που τρώνε το πεπόνι και πίνουν το φρέσκο κρασί ενώ επιβάλλουν στους ασθενείς τους το σιρόπι και το νεροζούμι.

Δεν ξέρω για τα βιβλία τους, έλεγε η εταίρα Λαΐς, για τις γνώσεις τους, για τη φιλοσοφία τους, αλλά αυτοί οι άνθρωποι χτυπάνε εξίσου συχνά την πόρτα μου με οποιονδήποτε άλλον. Από τότε που η ελευθερία των ηθών μάς παρασύρει συνεχώς πέρα από αυτό που είναι νόμιμο και επιτρεπτό, έχουμε συχνά περιορίσει τους κανόνες και τους νόμους της ζωής μας πέρα από κάθε λογική.

Όλος ο κόσμος θεωρεί ότι αυτά τα σφάλματα βρίσκονται μέσα στα όρια του επιτρεπτού.

Θα ήταν ευχής έργον να υπήρχε μεγαλύτερη αντιστοιχία ανάμεσα στην εντολή και την υπακοή και μοιάζει άδικος ο στόχος που δεν μπορούμε να φτάσουμε. Η ανθρώπινη σοφία δεν κατόρθωσε ποτέ να ανταποκριθεί στα καθήκοντα που η ίδια καθόρισε για τον εαυτό της και, αν το είχε καταφέρει, θα όριζε άλλα πιο πέρα, τα οποία πάντα θα επιθυμούσε και θα διεκδικούσε, τόσο εχθρική προς τη σταθερότητα είναι η φύση μας. Ο άνθρωπος ορίζει ότι πρέπει ο ίδιος αναγκαστικά να βρίσκεται στην αμαρτία. Δεν είναι αρκετά επιδέξιος για να κόψει το καθήκον του στα μέτρα μιας διαφορετικής φύσης από τη δική του. Σε ποιόν λοιπόν επιβάλλει κάτι που από κανένα δεν περιμένει να το πράξει; Βρίσκει άδικο να μην κάνει ο άλλος αυτό που του είναι αδύνατο; Οι ίδιοι νόμοι που μας καταδικάζουν στην αδυναμία, είναι οι ίδιοι που μας κατηγορούν γιατί δεν μπορούμε.

Στη χειρότερη περίπτωση, αυτή η κακοφορμισμένη ελευθερία, να παρουσιάζεται δηλαδή κανείς με δυο όψεις, οι πράξεις με έναν τρόπο, τα λόγια με έναν άλλο, ας επιτρέπεται σε εκείνους που μιλούν για τα πράγματα- όμως δεν μπορεί να επιτρέπεται σε εκείνους που μιλούν για τον εαυτό τους, όπως κάνω εγώ: πρέπει να ακολουθώ με την πέννα το βηματισμό των ποδιών μου. Η κοινωνική ζωή πρέπει να σχετίζεται με τις ζωές των άλλων. Η αρετή του Κάτωνα ξεπερνούσε σε σθένος το μέτρο της εποχής του- και για έναν άνθρωπο που ανακατευόταν με τη διακυβέρνηση άλλων, αφιερωμένο στην υπηρεσία της κοινωνίας, θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι νόμοι του ήταν, αν όχι άδικοι, τουλάχιστον μάταιοι και εκτός εποχής. Η ίδια η συμπεριφορά μου, που αν και μόλις που αποκλίνει κατά ένα δαχτυλάκι από τις συνήθεις συμπεριφορές, με κάνει εντούτοις κάπως απρόσιτο και ελάχιστα κοινωνικό για την εποχή μου. Δεν ξέρω αν είναι χωρίς λόγο που αισθάνομαι αηδιασμένος από τον κόσμο που συναναστρέφομαι, αλλά ξέρω καλά ότι θα ήταν αδικαιολόγητο να παραπονιέμαι γιατί ο κόσμος είναι περισσότερο αηδιασμένος από μένα απ’ ό,τι είμαι εγώ από εκείνον.

Η αρετή που αρμόζει στις υποθέσεις των ανθρώπων είναι μια αρετή με πολλές πτυχές, εσωτερικές και εξωτερικές γωνίες, για να μπορέσει να προσαρμοστεί και να ταιριάξει με την ανθρώπινη αδυναμία, είναι ένα τεχνητό ανακάτεμα και δεν είναι ούτε ακέραιη, ούτε ξεκάθαρη, ούτε σταθερή, ούτε εντελώς αθώα.

Η διαιτητική αποχή από τα τρόφιμα μας χαρίζει σωματική υγεία, εκείνη από τους ανθρώπους την ψυχική γαλήνη

Εξάλλου, την κοινωνικότητα μπορεί κανείς να την θεωρήσει επίσης και ως τον τρόπο με τον οποίον οι άνθρωποι ζεσταίνουν πνευματικά ο ένας τον άλλον, όπως ζεσταίνουν και τα σώματά τους συνωστιζόμενοι σε περίπτωση δριμέος ψύχους. Όποιος, όμως, έχει ο ίδιος πολλή θερμότητα πνεύματος δεν χρειάζεται έναν τέτοιο συνωστισμό. Σύμφωνα με όλα τούτα η κοινωνικότητα ενός ανθρώπου βρίσκεται περίπου σε αντίστροφη αναλογική σχέση προς την πνευματική του αξία- η δε απόφανση «ο τάδε είναι πολύ αντικοινωνικός» ισοδυναμεί σχεδόν με την «ο τάδε είναι άνθρωπος με μεγάλα χαρίσματα».

Στον διανοητικά προικισμένο άνθρωπο, η μοναχικότητα παρέχει ένα διττό όφελος: πρώτον, το να είναι με τον εαυτό του και, δεύτερον, το να μην είναι με άλλους. Τούτο το τελευταίο θα το αξιολογήσει κανείς ιδιαίτερα αναλογιζόμενος πόσα βάσανα, πόσους καταναγκασμούς ακόμη και κινδύνους ενέχει κάθε συναναστροφή. Tout notre mal vient de ne pouvoir etre seuls [όλα τα δεινά προέρχονται από το ότι δεν μπορούμε να είμαστε μόνοι μας], λέγει ο La Bruyere. Το να έχει κανείς καθ’ εαυτόν τόσα πολλά ώστε να μην χρειάζεται συναναστροφές συνιστά μεγάλη τύχη και μόνο για το γεγονός ότι όλα σχεδόν τα δεινά μας εκπηγάζουν από αυτές. Για να κατακτήσουν την ευτυχία της ψυχικής γαλήνης, οι κυνικοί φιλόσοφοι απαρνήθηκαν κάθε κτήση αγαθών- όποιος, με τον ίδιο αυτό σκοπό, απαρνείται την κοινωνική συναναστροφή έχει επιλέξει το πλέον σοφό μέσο. Είναι τόσο εύστοχο όσο και ωραίο αυτό που λέγει ο Bernardin de St. Pierre: La diete des aliments nous rend la sante du corps, et celle des hommes la tranquillite de l’ame [Η διαιτητική αποχή από τα τρόφιμα μας χαρίζει σωματική υγεία, εκείνη από τους ανθρώπους την ψυχική γαλήνη].

Συνεπώς, όποιος συνάψει εγκαίρως φιλία με την μοναχικότητα, μάλιστα δε την αγαπήσει, έχει κάνει δικό του ένα χρυσωρυχείο. Τούτο, όμως, δεν το καταφέρνει επουδενί ο καθένας, καθώς όπως κατ’ αρχάς η ανάγκη, έτσι και κατόπιν, μετά την άρση αυτής, η ανία ωθεί τους ανθρώπους τον έναν στον άλλον. Χωρίς την ανάγκη και την ανία, ο καθένας θα έμενε προφανώς μόνος του- τούτο δε θα συνέβαινε και μόνο λόγω του ότι κατά την μοναχικότητα και μόνον αντιστοιχεί το περιβάλλον στην ιδιαίτερη εκείνη σπουδαιότητα, μάλιστα μοναδικότητα που έχει ο καθένας στα μάτια του, η οποία, στον συνωστισμό του κόσμου, συρρικνώνεται μέχρις εξαφανίσεως, καθώς εισπράττει, σε κάθε βήμα, κι ένα dementi [μία διάψευση]. Υπ’ αυτή την έννοια, η μοναχικότητα είναι η φυσική κατάσταση του καθενός: τον επαναφέρει, ως πρώτο Αδάμ, στην πρωταρχική, την αρμόζουσα στην φύση του ευτυχία.

ARTHUR SCHOPENHAUER, ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΠΡΑΚΤΙΚΗΣ ΣΟΦΙΑΣ