Σάββατο, 12 Σεπτεμβρίου 2015

Ο Αριστοτέλης και οι ανατροπές σε δημοκρατία και ολιγαρχία

Με δεδομένο ότι οι δημοκρατίες τάσσονται στην υπηρεσία των φτωχότερων στρωμάτων, ενώ οι ολιγαρχίες υπηρετούν τα συμφέροντα των πλουσίων, είναι φανερό ότι μια δημοκρατία που ανατρέπεται παραδίδοντας τη σκυτάλη στην ολιγαρχία έχει ηττηθεί από τη συσπείρωση των οικονομικά ισχυρών, που βρίσκουν την ευκαιρία και επιβάλλουν τις πολιτικές τους επιδιώξεις. Και βέβαια, ο μόνιμος κίνδυνος για κάθε δημοκρατία είναι οι δημαγωγοί, οι οποίοι παρασύροντας το λαό επιφέρουν στρεβλώσεις κι αδιέξοδα που καθιστούν το πολίτευμα επίφοβο: «Οι δημοκρατίες κυρίως μεταβάλλονται εξαιτίας της ανηθικότητας των δημαγωγών, διότι εξαναγκάζουν τους πλούσιους να συσπειρωθούν (αφού ο κοινός φόβος συνενώνει και τους πιο μισητούς εχθρούς) είτε συκοφαντώντας τους κατ’ ιδίαν είτε δημόσια παρασύροντας το πλήθος εναντίον τους». (σελ. 103).

Ο Αριστοτέλης θα φέρει αρκετά παραδείγματα όπου οι πλούσιοι θα στραφούν οργανωμένα και θα ανατρέψουν τη δημοκρατία μετά από τις προκλήσεις των δημαγωγών: «Και στην Κω, για παράδειγμα, άλλαξε η δημοκρατία εξαιτίας των πονηρών δημαγωγών (γιατί οι επιφανείς πολίτες συνασπίστηκαν). Και στη Ρόδο το ίδιο, γιατί οι δημαγωγοί μισθοδοτούνταν από το δημόσιο, εμπόδιζαν όμως να αποδοθούν οι οφειλές του δημοσίου στους τριηράρχους κι έτσι οι τριήραρχοι, για να αποφύγουν τις δίκες σε βάρος τους που ακολουθούσαν, αναγκάστηκαν συσπειρωμένοι να καταλύσουν το δημοκρατικό πολίτευμα». (σελ. 103). Το κατά πόσο «αναγκάστηκαν να καταλύσουν» τη δημοκρατία, σαν να επρόκειτο για κάτι που δεν επιθυμούσαν αλλά ήταν αδύνατο να γίνει αλλιώς, ή κατά πόσο έφταιγαν οι δημαγωγοί – κυρίως στην περίπτωση της Ρόδου, όπου η υπόθεση των τριηράρχων έφτανε στα δικαστήρια κι επικρεμόταν προφανώς καταδικαστική απόφαση, αφού οι τριήραρχοι είχαν καταχραστεί δημόσιο χρήμα – δεν σχολιάζεται από τον Αριστοτέλη. Αυτό που μένει ως συμπέρασμα είναι η εξασφάλιση της πολιτειακής ισχύος, που οφείλει να εδραιώνεται και στρατιωτικά, αφού το πολίτευμα που αδυνατεί να επιβάλει τη δικαιοσύνη με τον τρόπο που την αντιλαμβάνεται φοβούμενο ότι οι δυσαρεστημένοι μπορούν να το ανατρέψουν είναι από θέση αρχής προβληματικό, καθώς, μοιραία, άγεται και φέρεται από ανθρώπους που θέλουν (και μπορούν) να τεθούν εκτός νόμου. Η αδυναμία εφαρμογής του νόμου είναι η υποθήκη της ανατροπής, που είτε θα γίνει άμεσα και βίαια είτε σταδιακά κι αναίμακτα, πλην ξεκάθαρα.

Το βέβαιο είναι ότι τα πράγματα τίθενται ευθέως. Η δημοκρατία υπερασπίζοντας τα συμφέροντα των φτωχών δυσαρεστεί τους πλούσιους και γι’ αυτό θέλουν να την ανατρέψουν. Από κει και πέρα όλα είναι ζήτημα ισχύος. Η περίπτωση της δημοκρατίας που εξυπηρετεί τα συμφέροντα των οικονομικά ισχυρών δεν αναφέρεται από τον Αριστοτέλη, προφανώς επειδή δεν τη θεωρεί δημοκρατία. Η δημοκρατική εκδοχή αυτού του τύπου θέλει τους δημαγωγούς να αναδεικνύονται και να επιβάλονται στην πολιτική σκηνή μέσα από μηχανισμούς που ελέγχουν οι άνθρωποι του χρήματος. Η σχέση εξάρτησης που δημιουργείται καθιστά σαφές ότι τέτοιου είδους πολιτικοί λειτουργούν περισσότερο σαν υπάλληλοι. Τελικά δεν μιλάμε για δημοκρατική εκδοχή, αλλά εκσυγχρονισμένη ολιγαρχία που καταφέρνει να διαιωνίζει συγκεκριμένα συμφέροντα δίνοντας στο λαό την ψευδαίσθηση της επιλογής, δηλαδή της συμμετοχής, ως απαραίτητη προϋπόθεση για την ανάληψη ευθυνών που θα αποτρέψει πιθανές εξεγέρσεις. Η πολιτική αντιπαλότητα αυτού του είδους αφορά πρωτίστως την αντιπαλότητα των οικονομικών συμφερόντων που μάχονται διεκδικώντας την εξουσία παρά τις πολιτικές διαφωνίες περί δημοσίου συμφέροντος. Το ζήτημα είναι ποιος θα μπορέσει να ελέγξει πιο αποτελεσματικά την κοινή γνώμη, ποιος δηλαδή έχει τον ισχυρότερο προπαγανδιστικό μηχανισμό.

Η ιστορική αναφορά του Αριστοτέλη είναι διαφωτιστική, ώστε να γίνουν κατανοητοί όλοι οι κίνδυνοι που απειλούν τη δημοκρατία: «Στα πολύ παλιά χρόνια, όταν ο δημαγωγός ήταν ο ίδιος και στρατηγός, η δημοκρατία μετέπιπτε σε τυραννίδα, αφού σχεδόν οι περισσότεροι από τους πολύ παλιούς τυράννους προήλθαν από δημαγωγούς… Τώρα όμως που η ρητορική έχει αναπτυχθεί πολύ, οι ικανοί στο λόγο δημαγωγούν, αλλά δεν επιχειρούν βίαιη ανατροπή του πολιτεύματος από άγνοια της πολεμικής τέχνης, εκτός αν συνέβη κάτι τέτοιο σε κάποιες περιπτώσεις για πολύ λίγο χρόνο». (σελ. 105 – 107). Η ανάπτυξη της ρητορικής μετέτρεψε το ζήτημα της πειθούς στον πολιτικό λόγο σε υπόθεση όλο και λιγότερων καθιστώντας σαφές ότι η πολιτική υπεροχή δεν απαιτεί μόνο να είναι κάποιος χαρισματικός, αλλά και συστηματικά εξασκημένος. Με άλλα λόγια η πολιτική αφορά πλέον ανθρώπους ειδικούς που γνωρίζουν τα μυστικά της. Η εξέλιξη αυτή όμως κρίνεται σχεδόν νομοτελειακή, αφού οι ίδιες οι μεταβαλλόμενες κοινωνικές δομές των πόλεων επέβαλαν τις αλλαγές και στην πολιτική δράση: «Επιπλέον επειδή τότε οι πόλεις δεν ήταν μεγάλες, αλλά κι επειδή ο λαός κατοικούσε στην ύπαιθρο χώρα απασχολούμενος με γεωργικές εργασίες, οι προστάτες του λαού, όταν γίνονταν στρατιωτικοί, επιβάλλονταν με τυραννικό πολίτευμα». (σελ. 107).

Η αναγνώριση ότι οι τύραννοι υπήρξαν πρωτίστως προστάτες του λαού, είναι η κατάδειξη της ταξικής πάλης που χάνεται στα χρόνια. Στην Αθήνα η απληστία των πλουσίων αριστοκρατών οδήγησε σε τέτοια εξαθλίωση τα φτωχά στρώματα, που ο κοινωνικός αναβρασμός θα ήταν αναπόφευκτος, αν δε μεσολαβούσε η νομοθεσία του Σόλωνα. Το γεγονός ότι τελικά μείνανε όλοι δυσαρεστημένοι οδηγώντας την κατάσταση σε νέα πόλωση έδωσε την ευκαιρία στον Πεισίστρατο να αναλάβει την εξουσία ως τύραννος. Ο Βασίλης Ραφαηλίδης στο βιβλίο του «Νεοελληνική Ιστορία της Αρχαίας Ελλάδας» σημειώνει: «Ο Πεισίστρατος, που γεννήθηκε στα Βριλήσσια, ήταν συγγενής του Σόλωνα, και ξεπεσμένος αριστοκράτης, όπως και ο Σόλων. Ο Πεισίστρατος, που διακρίθηκε τα μάλα στον κατά των Μεγαρέων πόλεμο για τη Σαλαμίνα, πάνω στην αναμπουμπούλα και τις ζητωκραυγές καταλαμβάνει την εξουσία και γίνεται τύραννος το 561 π. Χ., προφανώς με τις ευλογίες του συγγενούς του Σόλωνα, που έβλεπε να καταρρέει το τιτάνιο έργο του, εξαιτίας των συνεχών καβγάδων ανάμεσα στα τρία “κόμματα”, που αντιπροσώπευαν σαφέστατα τρεις κοινωνικές τάξεις: Τους αριστοκράτες, τους εμπόρους και τους πληβείους». (σελ. 153 – 154). Η μεταφράστρια Πηνελόπη Τζιώκα – Ευαγγέλου παραθέτει στα σχόλια: «Στην Αττική τον 6ο αι. π.Χ. με βάση τη γεωγραφική της διαίρεση σε παραθαλάσσια ζώνη, σε πεδινή και ορεινή, ο πληθυσμός χωριζόταν αντίστοιχα σε τρεις τάξεις και πολιτικά κόμματα συγχρόνως. Οι Πάραλοι ήταν αυτοί που ζούσαν κυρίως με ασχολίες και επαγγέλματα σχετιζόμενα με τη θάλασσα… Οι Πεδιείς ήταν οι ιδιοκτήτες των πεδινών εκτάσεων και οι πλουσιότεροι… Οι Διάκριοι ήταν κάτοικοι των ορεινών περιοχών, υλοτόμοι και κτηνοτρόφοι συνήθως, χαμηλών εισοδημάτων…». (σελ. 340).

Ο Πεισίστρατος ήταν ο αρχηγός των Διακρίων ή Διακριτών (όπως τους ονομάζει ο Ραφαηλίδης), δηλαδή των φτωχότερων στρωμάτων. Κατά το Ραφαηλίδη: «… αντίπαλοί του» (του Πεισίστρατου, εννοείται) «είναι πάντα οι “πεδιακοί”, δηλαδή οι κτηματίες αριστοκράτες, αλλά κάπου κάπου και οι “παράλιοι”, δηλαδή οι έμποροι, για λογαριασμό των οποίων αγωνιζόταν, ο ταλαίπωρος. Πάντως, οι “διακριτοί” δεν τον εγκατέλειψαν σχεδόν ποτέ. Όχι μόνο γιατί ήταν πατριωτάκι, που λεν, αλλά κυρίως διότι ήταν εχθρός των πλουσίων, ιδιαίτερα δε αυτών που δεν καταλάβαιναν πως οι αλλαγμένοι καιροί απαιτούσαν αλλαγμένες μορφές εξουσίας». (σελ. 154 – 155). Κι αυτή ακριβώς είναι η εμπιστοσύνη του λαού, που μόνο ως εμπιστοσύνη της φτωχολογιάς μπορεί να νοηματοδοτηθεί, για την οποία κάνει λόγο ο Αριστοτέλης: «Όλοι το πετύχαιναν αυτό,» (το τυραννικό πολίτευμα, εννοείται) «εφόσον κέρδιζαν την εμπιστοσύνη του λαού, η δε εμπιστοσύνη του λαού αποκτούνταν με την εχθρότητα εναντίον των πλουσίων, όπως στην Αθήνα ο Πεισίστρατος επαναστάτησε κατά των πεδιακών….». (σελ. 107). Ο Πεισίστρατος, αν και ανατράπηκε κι εξορίστηκε δύο φορές από τους πολιτικούς του αντιπάλους, κατάφερε να επιστρέψει στην εξουσία και να τη διατηρήσει για 33 χρόνια, μέχρι το θάνατό του το 528 π. Χ.

Για τον Αριστοτέλη όμως, η μεταβολή της δημοκρατίας δε σημαίνει κατ’ ανάγκη και ολιγαρχία: «Ακόμη το δημοκρατικό πολίτευμα μεταβάλλεται από παραδοσιακό σε νεωτεριστικό. Όπου δηλαδή τα πολιτικά αξιώματα δίνονται με εκλογές και όχι με την προϋπόθεση των οικονομικών εγγυήσεων, αλλά εκλέγει ο λαός, εκεί όσοι επιδιώκουν αξιώματα δημαγωγούν και καταντούν έτσι το πολίτευμα ώστε ο λαός να γίνεται κυρίαρχος ακόμη και των νόμων». (σελ. 107 – 109). Για μια ακόμη φορά καταγγέλλεται η αθηναϊκή πραγματικότητα των δημαγωγών και των ψηφισμάτων που καταλύουν το νόμο οδηγώντας στην πολιτική ασυδοσία. Η απαξίωση του νόμου και η ρητορική των συγκεκριμένων συμφερόντων δεν μπορούν παρά να οδηγήσουν στη θεσμική αποχαλίνωση που θα φέρει στο προσκήνιο την εξαπάτηση και τη διαφθορά. Ο λαός μετατρέπεται σε υποχείριο των δημαγωγών και παρασύρεται σε αποφάσεις που στρέφονται ενάντια στο δημόσιο συμφέρον. Συμπεριφέρεται δηλαδή με τη δυναμική του όχλου.

Κι από δω πηγάζει και η απογοήτευση του Αριστοτέλη, που προτείνει ανοιχτά τον περιορισμό της λαϊκής συμμετοχής στο πολίτευμα: «Φάρμακο για να μη γίνεται αυτό ή να γίνεται σε μικρότερο βαθμό είναι να εκλέγουν τους άρχοντες οι φυλές αλλά όχι όλος ο λαός». (σελ. 109). Η κατοχύρωση της ισχύος του νόμου, το ακμαίο της δημόσιας παιδείας και η εξασφάλιση της ορθής και ανεξάρτητης λειτουργίας των θεσμών είναι σε θέση να προασπίσουν στο ακέραιο την ομαλότητα της δημοκρατικής λειτουργίας. Το ότι ο Αριστοτέλης δεν περιορίζεται σ’ αυτά (όχι βέβαια ότι δεν τα επισημαίνει), αλλά προχωρά σε περαιτέρω προτάσεις περιστολής των δημοκρατικών δικαιωμάτων καταδεικνύει την αγανάκτηση από τον τρόπο που βλέπει να κινείται η αθηναϊκή πολιτική σκηνή. Μην ξεχνάμε ότι τη δημοκρατία την κατατάσσει στα στρεβλά πολιτεύματα.

Από την άλλη οι ολιγαρχίες κρίνονται ακόμη πιο εύθραυστες, αφού δεν κινδυνεύουν μόνο από τις εξεγέρσεις των φτωχών αλλά και από τις ίδιες τις ολιγαρχικές φατρίες, που πολλές φορές συγκρούονται ανατρέποντας η μία την άλλη και προκαλώντας πολιτειακές μεταβολές: «Τα ολιγαρχικά πολιτεύματα μεταβάλλονται με δύο τρόπους, που είναι ολοφάνεροι. Ο ένας αναφέρεται στην περίπτωση κατά την οποία οι ολιγαρχικοί αδικούν το πλήθος, διότι τότε ο κάθε επιτήδειος γίνεται προστάτης, κυρίως μάλιστα όταν ο αρχηγός αυτός συμβαίνει να προέρχεται από την ίδια την ολιγαρχία, όπως ακριβώς στη Νάξο ο Λύγδαμις, ο οποίος αργότερα έγινε τύραννος των Ναξίων». (σελ. 109). Ξεκαθαρίζοντας ότι ο Αριστοτέλης στο πρωτότυπο γράφει «πας ικανός» αντιλαμβανόμαστε ότι η Πηνελόπη Τζιώκα – Ευαγγέλου προτίμησε να αποδώσει τη φράση ως «ο κάθε επιτήδειος» για να διευκρινίσει ότι προφανώς ο Αριστοτέλης αναφέρεται στη στιγμή της πολιτειακής ρευστότητας που αποτελεί ιδανική συνθήκη για τον αδίστακτο. Γιατί αυτού του είδους οι καταστάσεις είναι πάντα επίφοβες και πολλές φορές η αυτοαποκαλούμενη επαναστατική ηγεσία εκμεταλλεύεται τη λαϊκή αγανάκτηση προς ίδιον όφελος «κυρίως μάλιστα όταν ο αρχηγός αυτός συμβαίνει να προέρχεται από την ίδια την ολιγαρχία». Η επισήμανση αυτή του Αριστοτέλη και η αναφορά στο Λύγδαμι κάνει σαφές ότι μάλλον εννοεί τα χειρότερα παρά την ιδανική συνθήκη της επαναστατικής δράσης, που ανατρέπει το πολιτικά σαθρό υπηρετώντας ένα κοινωνικό όραμα – ανεξαρτήτως αν το πετύχει ή όχι. Από αυτή την άποψη η απόδοση της Πηνελόπης Τζιώκα είναι εύστοχη.

Η ολιγαρχία, ως πολίτευμα που επιβάλλει την εξουσία των ισχυρών, δεν μπορεί παρά να δράσει απομονωτικά: «Άλλοτε δηλαδή προκαλούν κατάλυση του πολιτεύματος οι ίδιοι οι εύποροι, που όμως έχουν αποκλειστεί από τα πολιτικά αξιώματα, όταν πολύ λίγοι κατέχουν την εξουσία, όπως συνέβη στη Μασσαλία και στον Ίστρο και στην Ηράκλεια και σε άλλες πόλεις. Σε αυτήν την περίπτωση όσοι δεν είχαν πολιτικά αξιώματα υπονόμευαν το πολίτευμα, ώσπου οι μεγαλύτεροι αρχικά αδερφοί κατόρθωσαν να αποκτήσουν την εξουσία και αργότερα οι νεότεροι… Έτσι στη Μασσαλία η ολιγαρχία προσέγγισε περισσότερο την πολιτεία, στον Ίστρο εξελίχθηκε τελικά σε δημοκρατία και στην Ηράκλεια αυτοί που δικαιούνταν πολιτικά αξιώματα ανήλθαν σε εξακόσιους από πολύ λιγότερους». (σελ. 109 – 111). Η οικονομική δύναμη που μονοπωλεί την εξουσία είναι ο συνασπισμός του πλούτου που προσπαθεί να διαιωνίσει την ισχύ του. Ως εκ τούτου, εξ’ ορισμού, θα δράσει συντεχνιακά. Όμως αυτού του είδους η πολιτική δράση δεν μπορεί παρά να γεννήσει και την αντίδραση. Και η αντίδραση έρχεται πάντα από αυτούς που νιώθουν αδικημένοι και στην περίπτωσή μας αδικημένος είναι ο επίσης εύπορος που όμως δεν έχει πρόσβαση στην εξουσία και που συνήθως είναι πρόθυμος να συμμαχήσει με οποιονδήποτε, αρκεί να βγει απ’ το πολιτικό περιθώριο. Κι όταν λέμε οποιονδήποτε εννοούμε ακόμη και το λαό, ο οποίος συμμετέχει διεκδικώντας το δικό του πολιτειακό μερίδιο. Υπό αυτές τις συνθήκες το δημοκρατικό άνοιγμα (ακόμη κι αν δε γίνει με απόλυτη πληρότητα) είναι προ των πυλών.

Οι ίδιες οι κοινωνικοοικονομικές αλλαγές που θα προκύψουν θα οδηγήσουν σ’ αυτό. Η ανάδειξη μιας νέας ισχυρής τάξης, που απειλεί οικονομικά την παραδοσιακή που προϋπάρχει, δεν μπορεί παρά να την απειλήσει και πολιτικά. Μια μεταβολή που θα φέρει πλούτο στην πόλη δεν μπορεί παρά να φέρει και τις αντίστοιχες πολιτικές διεκδικήσεις. Γι’ αυτό η πολιτεία είναι ίσως το προτιμότερο πολίτευμα (μαζί με την αριστοκρατία που στηρίζεται στην αξία του καθενός κι όχι στον πλούτο ή την καταγωγή). Γιατί δίνει πολιτική προτεραιότητα στη μεσαία τάξη, που και είναι σταθερότερη και προϋποθέτει το πολιτικό άνοιγμα αποτρέποντας το σκηνικό της πολιτικής κάστας: «Αλλά και σε τυχαίες συμπτώσεις οφείλονται οι μεταβολές και του πολιτεύματος που αποκαλείται πολιτεία κι εκείνων των ολιγαρχιών στις οποίες αναλαμβάνουν το βουλευτικό και το δικαστικό αξίωμα, όπως και τα υπόλοιπα αξιώματα, με βάση τα εισοδήματα». (σελ. 119).

Το δεδομένο των εισοδημάτων που καθορίζει την πρόσβαση στα αξιώματα είναι που φέρει και το επίφοβο της πιθανής πολιτειακής ανατροπής. Κι αυτό φυσικά μπορεί να συμβεί και στην πολιτεία, αν και αναδεικνύει τη μεσαία τάξη ως πολιτικό ρυθμιστή, αφού, ανά πάσα στιγμή, οι οικονομικές μεταβολές μπορούν να αναποδογυρίσουν την κατάσταση όχι μόνο προς το καλύτερο, αλλά και προς το χειρότερο. Για παράδειγμα, μια συνθήκη που επιφέρει οικονομική δυσπραγία στην πόλη οδηγώντας στη φτώχεια μεγάλο μέρος του πληθυσμού, είναι ικανή να μετατρέψει τα φτωχά στρώματα σε διεκδικητές της εξουσίας. Ο Αριστοτέλης βέβαια αναφέρεται κυρίως στο αντίθετο: «Πολλές φορές δηλαδή το εισόδημα, που αρχικά ορίζεται ανάλογα με τις εκάστοτε περιστάσεις, ώστε να δικαιούνται πολιτικά αξιώματα στην ολιγαρχία λίγοι, ενώ στην πολιτεία οι μεσαίοι, συμβαίνει να πολλαπλασιάζεται προερχόμενο από τις ίδιες περιουσίες λόγω μεγάλης ευμάρειας που οφείλεται στην ειρήνη ή σε κάποια άλλη ευνοϊκή συγκυρία, με αποτέλεσμα να δικαιούνται όλοι όλα τα πολιτικά αξιώματα. Μια τέτοια μεταβολή σημειώνεται άλλοτε ομαλά, λίγο λίγο και ανεπαίσθητα και άλλοτε με γρηγορότερους ρυθμούς». (σελ. 119 – 121). Δεν μπορεί να υπάρξει τίποτε πιο ξεκάθαρο ότι τα πολιτεύματα που εξαρτούν τα αξιώματα από την περιουσία, ουσιαστικά, εξαρτούν τη διαχείριση της εξουσίας από τις εκάστοτε οικονομικές συνθήκες που διαμορφώνονται. Κι εδώ δε γίνεται λόγος για την αλλαγή των προσώπων που θα αναλάβουν τη διακυβέρνηση, αλλά για πολιτειακές μεταβολές που υφίστανται σταδιακά και που εν τέλει θα διεκδικήσουν και θεσμική υπόσταση.

Και βέβαια, οι ανταγωνιστικές συνθήκες της ολιγαρχίας δε θα μπορούσαν να μη γεννήσουν το δημαγωγό. Γιατί ο δημαγωγός δεν αφορά μόνο τις δημοκρατίες που λειτουργούν στρεβλά, αλλά κάθε στρεβλό πολίτευμα – και μην ξεχνάμε ότι και η ολιγαρχία κατατάσσεται από τον Αριστοτέλη στα στρεβλά πολιτεύματα: «Αυτοϋπονομεύονται ακόμη τα ολιγαρχικά πολιτεύματα, όταν οι ολιγαρχικοί δημαγωγούν στρεφόμενοι ο ένας εναντίον του άλλου από ανταγωνιστικότητα…». (σελ. 111). Η δημαγωγία στις ολιγαρχίες μπορεί να ασκηθεί είτε μέσα στην ίδια την ολιγαρχική κάστα καθορίζοντας τα πρόσωπα που θα αναλάβουν τα αξιώματα είτε όταν οι ολιγαρχικοί είναι αιρετοί οπότε προσπαθούν να απευθυνθούν δημαγωγικά στο λαό προκειμένου να εκλεγούν. Σε κάθε περίπτωση η δημαγωγία είναι υπονόμευση του πολιτεύματος, γιατί από θέση αρχής αναπαράγει την απάτη και τη διαπλοκή επιφέροντας τη γενική δυσαρέσκεια. Είναι ο μηχανισμός που καταλύει κάθε έννοια εμπιστοσύνης και η απώλεια της εμπιστοσύνης δεν είναι παρά η γενική ανασφάλεια, που με το πρώτο ταρακούνημα θα κλονίσει τα πάντα. Ο λαός ανέχεται τους δημαγωγούς μόνο με την προϋπόθεση ότι – τουλάχιστον η πλειοψηφία – ευημερεί. Η ευημερία, ως άλλοθι της πολιτικής αδιαφορίας, επιτείνει την ανοχή, αφού αυτός που ευημερεί νομίζει ότι θα παραμείνει για πάντα ανέγγιχτος. Όταν όμως κινδυνεύει να χάσει αυτά που έχει, αρχίζει να αποδίδει ευθύνες. Κι αυτό πολλές φορές μπορεί να πάρει επικίνδυνες διαστάσεις. Εξάλλου, η δημαγωγία των πολιτικών και η απάθεια του κόσμου είναι ο ασφαλέστερος δρόμος της διαφθοράς, που, αν δε συναντήσει αντίσταση, θα οξύνεται διαρκώς. Κι αυτός είναι ακόμη ένας λόγος για πολιτειακές ανατροπές: «Έτσι, λοιπόν, τέτοιοι άνθρωποι άλλοτε επιχειρούν να μεταβάλουν το πολίτευμα, άλλοτε πάλι κλέβουν το δημόσιο χρήμα, πράγμα για το οποίο προκαλείται ρήξη ανάμεσα στους ίδιους τους ολιγαρχικούς ή όλοι επαναστατούν εναντίον αυτών που κλέβουν, όπως συνέβη στην Απολλωνία του Πόντου». (σελ. 115).

Όμως, σε τελική ανάλυση, κάθε εξουσία είναι επίφοβη, αν δε συνοδεύεται κι από την κατοχύρωση της στρατιωτικής ισχύος. Κι αυτός είναι ο λόγος που οι ολιγαρχίες κινδυνεύουν και στην ειρήνη και στον πόλεμο, αφού σε κάθε περίπτωση δεν έχουν άλλη επιλογή απ’ το να αποταθούν σε άλλους για να ενισχυθούν στρατιωτικά: «Αρχικά στον πόλεμο μεταβάλλονται, επειδή οι ολιγαρχικοί από έλλειψη εμπιστοσύνης προς το λαό αναγκάζονται να χρησιμοποιούν μισθοφορικά στρατεύματα (με άλλα λόγια, γίνεται πολλές φορές τύραννος εκείνος στον οποίο αναθέτουν την αρχηγία των στρατευμάτων, όπως ο Τιμοφάνης στην Κόρινθο. Αν όμως την αναθέσουν σε περισσότερους, τότε αυτοί εγκαθιδρύουν δυναστεία. Άλλοτε πάλι οι ολιγαρχικοί από φόβο γι’ αυτά παραχωρούν πολιτικά δικαιώματα στο λαό, επειδή αναγκάζονται να τον χρησιμοποιούν)». (σελ. 117). Η δυσκολία στον έλεγχο των όπλων καθιστά την εξουσία ευάλωτη. Εξάλλου, οι λίγοι δεν μπορούν να επιβληθούν στους πολλούς, αν δεν έχουν τη δύναμη να τους υποτάξουν. Κι αυτό δεν εξασφαλίζεται ούτε με τη δόξα ούτε με το χρήμα ούτε με την ένδοξη καταγωγή. Αυτοί είναι παράγοντες για να επιφέρουν την ισχύ, όχι η ίδια η ισχύς. Η ίδια η ισχύς είναι η δυνατότητα της επιβολής της τάξης, αν κάποιος επιχειρήσει να την ανατρέψει. Όσο για την περίοδο της ειρήνης, ο Αριστοτέλης παραθέτει: «Αντίθετα στον καιρό της ειρήνης μεταβάλλονται οι ολιγαρχίες, επειδή οι ολιγαρχικοί από δυσπιστία μεταξύ τους αναθέτουν τη φρούρηση της πόλης σε μισθοφόρους, ορίζοντας ως αρχηγό τους πρόσωπο κοινής αποδοχής που μερικές φορές επιβάλλεται και στις δύο παρατάξεις, όπως έγινε στη Λάρισα….». (σελ. 117).

Τελικά για την ολιγαρχία δεν υπάρχει παρά ένας δρόμος, αν θέλει να επιβιώσει: «Όταν όμως η ολιγαρχία διακρίνεται από σύμπνοια, δε φθείρεται εύκολα από εγγενείς παράγοντες. Παράδειγμα γι’ αυτό είναι το πολίτευμα της Φαρσάλου, γιατί οι εκεί ολιγαρχικοί, αν και λίγοι, έχουν διευρυμένες εξουσίες, επειδή συμπεριφέρονται μεταξύ τους σωστά». (σελ. 115). Η προϋπόθεση να «συμπεριφέρονται μεταξύ τους σωστά» είναι η συνείδηση της ταξικής θέσης, που δεν πρέπει να διασπάται προς υπεράσπιση μικροσυμφερόντων. Είναι δηλαδή η αναγνώριση ότι η κατοχύρωση και διατήρηση της εξουσίας αφορά τη σύγκρουση των τάξεων και η καθεμιά πρέπει να παραμείνει ενωμένη, αν θέλει να υπερισχύσει. Η ισχυρή οικονομικά τάξη διασφαλίζοντας τη συνοχή της, διασφαλίζει τη συντεχνιακή αντίληψη για τη διαχείριση της εξουσίας. Υπό αυτό τον όρο ο ανταγωνισμός που θα υπάρξει στους κόλπους της πρέπει να εκδηλώνεται μέσα σε κάποια όρια. Αν τα όρια αυτά ξεπεραστούν δημιουργώντας θανάσιμες αντιπαλότητες, που μοιραία θα βάλουν κι άλλους στο παιχνίδι των συμμαχιών για την τελική επικράτηση, υπάρχει πάντα ο κίνδυνος της ολικής ανατροπής. Γιατί αυτές οι συγκρούσεις δίνουν την ευκαιρία στις άλλες τάξεις να γίνουν παράγοντες στα ξεκαθαρίσματα της οικονομικής ισχύος. Κι αυτός είναι ο δρόμος που οδηγεί στις διεκδικήσεις…
----------------
Αριστοτέλης: «Πολιτικά», τόμος 3ος, μετάφραση Πηνελόπη Τζιώκα – Ευαγγέλου, εκδόσεις ΖΗΤΡΟΣ Θεσσαλονίκη 2005.

Βασίλης Ραφαηλίδης: «Νεοελληνική Ιστορία της Αρχαίας Ελλάδας», ΕΚΔΟΣΕΙΣ του ΕΙΚΟΣΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ, Αθήνα 2010.

Τέχνη και τεχνική της ομηρικής αφήγησης

Αφήγηση και διήγηση

Η Ιλιάδα και η Οδύσσεια είναι αφηγηματικά ποιήματα που ορίζονται ως έπη, εξαιτίας κυρίως της μετρικής τους μορφής - το δακτυλικό εξάμετρο ονομάζεται στην αρχαία μετρική ἔπος. Ως αφηγηματικά ποιήματα τα δύο ομηρικά έπη θεωρούνται κορυφαία παραδείγματα της αρχαϊκής αφηγηματικής ποίησης και, καθώς είναι τα αρχαιότερα κείμενα που μας σώζονται από το σύνολό της, τα εκτιμούμε ως θεμέλια της αφηγηματικής τέχνης και τεχνικής. Μολονότι υπάρχουν σημαντικές ενδείξεις, αν όχι αποδείξεις, ότι προηγήθηκε μακρά προφορική παράδοση του λογοτεχνικού αυτού είδους.
 
Οι όροι «αφήγηση» και «ποίηση» είναι συγγενείς αλλά όχι ταυτόσημοι. Ευρύτερος και ποικιλότερος, σε περιεχόμενο και μορφές, ο όρος «αφήγηση» περιέχει ως ένα σημείο τον όρο «ποίηση», ο οποίος όμως μπορεί και να αυτονομηθεί, περιορίζοντας ή μηδενίζοντας τον αφηγηματικό τρόπο. Αυτό λόγου χάριν συμβαίνει στα λαϊκά τραγούδια, στο σύνολο σχεδόν της προσωπικής λυρικής ποίησης και στο σκηνικό δράμα.
 
Η αφήγηση είναι σύνθετη λέξη από την πρόθεση ἀπό και το ρήμα ἡγοῦμαι, που σημαίνει «πηγαίνω μπροστά οδηγώντας τους άλλους» - ρόλος που ανατίθεται κάθε φορά στον περιστατικό ή στον επαγγελματία αφηγητή. Πρόκειται επομένως για μεταφορά, που προϋποθέτει ότι το αφήγημα μοιάζει με δρόμο και χρειάζεται έναν προπομπό, ο οποίος να οδηγεί όσους το παρακολουθούν ακούγοντας. Απόδειξη: στα ομηρικά έπη η λέξη οἴμη, που σημαίνει αρχικά «δρόμος», χρησιμοποιείται για να δηλώσει και το αφηγηματικό ποίημα, υπογραμμίζοντας το μήκος του και τον ρυθμικό του βηματισμό.
 
Συχνά ο όρος «αφήγηση» αντικαθίσταται από τον όρο «διήγηση», όπου το πρώτο συνθετικό είναι τώρα η πρόθεση διά. Η διαφορά ανάμεσα στις δύο προθέσεις διαφοροποιεί κάπως τους δύο όρους στο εξής σημείο: η πρόθεση ἀπό της αφήγησης εντοπίζει περισσότερο το ξεκίνημα, την αφετηρία του αφηγηματικού λόγου, από την οποία εξαρτάται η πρόοδός του· ενώ η πρόθεση διά της διήγησης επιμένει κυρίως στη διαδρομή της αφήγησης, απαρχής μέχρι τέλους, ανάμεσα στα όποια εμπόδια που καλείται να παραμερίσει ο διηγητής για χάρη του ακροατή.
 
Η αφήγηση ή η διήγηση δεν είναι υποχρεωτικά έμμετρη. Μπορεί κάλλιστα να συντάσσεται και σε πεζό λόγο. Θα έλεγε μάλιστα κάποιος ότι αυτή είναι η συνηθέστερη και η φυσικότερή της μορφή, αν κρίνουμε και από τις νεότερες και σύγχρονες λογοτεχνικές της εφαρμογές, αποτυπωμένες στα διηγήματα, στα μυθιστορήματα και στις νουβέλες. Παρά ταύτα, η αρχαϊκή εποχή φαίνεται να προτιμούσε την έμμετρη αφήγηση, ίσως επειδή το μέτρο βοηθούσε στην απομνημόνευσή της και της έδινε πρόσθετο ρυθμικό και συγκινησιακό βάρος.
 
Πλάι σ᾽ αυτή τη βασική διάκριση (πεζή ή έμμετρη αφήγηση), ισχύουν τουλάχιστον άλλες δύο διαφορές. Θα πρέπει να διακριθεί η ευκαιριακή, καθημερινή αφήγηση, η οποία ευνοεί την ωφέλιμη επικοινωνία ανάμεσα στους ανθρώπους, από την έντεχνη, η οποία προορίζεται για ευρύτερο κοινό, αντιστέκεται στο πέρασμα του χρόνου και σκοπεύει αφενός να τέρψει (τόσο τον αφηγητή όσο και τους ακροατές του), αφετέρου να διεγείρει τη γνωστική περιέργεια (στοιχείο που την καθιστά, με την ευρεία έννοια της λέξης, έμμεση διδαχή). Οι δύο αυτές μορφές αφήγησης διαφέρουν όχι μόνο ως προς τον στόχο τους αλλά και ως προς το περιεχόμενο και τη μορφή τους.
 
Προφορική και γραπτή αφήγηση
 
Η καθημερινή αφήγηση είναι προφορική, πληροφοριακή, σύντομη στην έκτασή της, αυθόρμητη στη διατύπωσή της, με ευκαιριακό περιεχόμενο, το οποίο αφορά άμεσα τόσο τον αφηγητή όσο και τους παρόντες ακροατές. Αντίθετα, η έντεχνη αφήγηση συχνά καταφεύγει στη γραφή, ενώ με το ερεθιστικό της θέμα και με την επιμέλεια της έκφρασης διεγείρει τη φαντασία του ακροατή, τον μεταφέρει σε άλλο χώρο και χρόνο, και τον απομακρύνει από την καθημερινή φορτική φροντίδα, ώστε, για λίγο έστω, να ξεχαστεί. Η δεύτερη αυτή μορφή αφήγησης ανοίγει τον δρόμο στη λογοτεχνία, η οποία όμως κατά περίπτωση μπορεί να ενσωματώνει στα κείμενά της στοιχεία και της καθημερινής αφήγησης, εφόσον αυτά εξυπηρετούν την αφηγηματική σκηνοθεσία.
 
Η αφήγηση, καθημερινή ή έντεχνη, είναι εξ ορισμού αναδρομική· αναφέρεται δηλαδή στο παρελθόν, με σκοπό όμως να μεταφέρει το παρελθόν στο παρόν του αφηγητή και του ακροατή. Το παρόν στην προκειμένη περίπτωση δηλώνεται, όπως θα δούμε, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, στην αρχή της αφήγησης· στο σημείο κυρίως εκείνο όπου ο αφηγητής απευθύνεται (ο τεχνικός όρος είναι «αποστρέφεται») στους ακροατές του ή και στη Μούσα. Όσο για το παρελθόν της αφήγησης, αυτό προσδιορίζεται με ρήματα συντελικού χρόνου (παρατατικού, αορίστου, παρακειμένου και υπερσυντελίκου) και με χρονικά επιρρήματα. Στην καθημερινή αφήγηση ο παρελθοντικός χρόνος ακολουθεί σχεδόν πάντα γραμμική εξέλιξη· προηγείται δηλαδή αφηγηματικά ό,τι και ως περιστατικό προηγήθηκε, και έπεται εκείνο που αμέσως μετά ακολούθησε. Στην έντεχνη όμως αφήγηση ο γραμμικός αυτός κανόνας μπορεί και να ανατραπεί, οπότε ο παρελθοντικός χρόνος πηγαίνει μπρος πίσω. Ή, όπως αλλιώς λέμε, «εγκιβωτίζεται» το πριν μέσα στο μετά. Η τεχνική αυτή εφαρμόζεται με παραδειγματικό τρόπο στην Οδύσσεια, ενώ η Ιλιάδα, φαινομενικά τουλάχιστον, ορίζει τον παρελθοντικό της χρόνο γραμμικά.
 
Η διαφορά ανάμεσα στην πεζή και στην έμμετρη αφήγηση εντοπίζεται, όπως είπαμε ήδη, στον ρυθμό και στο επαναλαμβανόμενο μέτρο της. Μολονότι δεν αποκλείεται να έχει και η πεζή αφήγηση έναν δικό της εναλλασσόμενο ρυθμό, που άλλοτε και αλλού την κάνει ταχύρρυθμη, άλλοτε και αλλού αργόρρυθμη. Η έμμετρη ωστόσο αφήγηση εξελίσσεται σε ποιητική και με άλλα στοιχεία, πέραν του ρυθμού και του μέτρου της. Ειδικότερα, η επική ποίηση προσδιορίζεται: από την ιδιόρρυθμη γλώσσα της, τις επαναλαμβανόμενες τυπικές της εκφράσεις και σκηνές, τα τυπικά της θέματα και μεγαθέματα. Τα στοιχεία αυτά περιορίζουν αλλά δεν εξαφανίζουν την πρωτοτυπία της. Το κυριότερο ωστόσο διακριτικό της επικής αφήγησης, της ποίησης γενικότερα, στην αρχαία Ελλάδα αναγνωρίζεται στη μουσική της εξάρτηση. Οι Μούσες και ο μουσικός και μουσηγέτης θεός Απόλλων όχι μόνο εμπνέουν τον ποιητή, αλλά και του υπαγορεύουν κατά κάποιον τρόπο το περιεχόμενο και τη σύνταξη του ποιήματός του. Η μουσική αυτή εξάρτηση προβάλλεται προγραμματικά ήδη στον πρώτο στίχο της Ιλιάδας (Μῆνιν ἄειδε, θεά) και της Οδύσσειας (Ἄνδρα μοι ἔννεπε, Μοῦσα) και δικαιολογεί την υπόκρουση των απαγγελλομένων επών με την έγχορδη φόρμιγγα, κάτι ανάμεσα στην κιθάρα και στη λύρα.
 
Έντεχνη αφήγηση
 
Οι όροι «τεχνική» και «τέχνη» ανταποκρίνονται σε διαφορετικού βαθμού και επιπέδου αναγνώριση και εκτίμηση των ομηρικών επών, γενικότερα της ποίησης αλλά και της έντεχνης πεζογραφίας. Η τεχνική αφορά περισσότερο τα μέσα κατασκευής ενός κειμένου, ενώ η τέχνη το λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό κατόρθωμα. Η τεχνική προσφέρεται περισσότερο στην περιγραφή, η τέχνη στην αξιολόγηση. Προφανώς η τέχνη ενός ποιήματος, των ομηρικών επών στην προκειμένη περίπτωση, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την αρτιότητα, την προσαρμογή και την αποτελεσματικότητα της τεχνικής, δεν εξαντλείται εντούτοις μ' αυτήν. Κάτι πάντα περισσεύει, το οποίο μεταδίδεται ως αίσθηση και συγκίνηση στον ακροατή, παραμένοντας λίγο πολύ ανεξήγητο. Με άλλα λόγια: η τεχνική είναι μαστορική, επομένως διδάσκεται· η τέχνη όμως περιέχει και κάτι απρόβλεπτο, που αναγνωρίζεται κάθε φορά εξ υστέρου και ορίζεται ως ταλέντο. Αν η καλή τεχνική γεννά θαυμασμό για τη γνώση και την επιδεξιότητα του τεχνίτη, η καλή τέχνη προκαλεί αυτόματη απόλαυση, ένα είδος ηδονής που συναρπάζει και καθηλώνει.
 
Τα δύο ομηρικά έπη, η Ιλιάδα και η Οδύσσεια, περιέχουν στο εσωτερικό τους σήματα τόσο της αφηγηματικής τεχνικής όσο και της αφηγηματικής τέχνης. Τα σήματα μάλιστα αυτά (που αφορούν τον μύθο, το μέτρο, τη γλώσσα και τα επαναλαμβανόμενα τυπικά στοιχεία των επών) παραπέμπουν και στην προηγούμενη επική παράδοση. Από την άποψη αυτή μας βοηθούν να γενεαλογήσουμε λίγο πολύ την επική τεχνική. Με βάση εξάλλου τα στοιχεία αυτά της προηγούμενης επικής παράδοσης, μπορούμε να εκτιμήσουμε καλύτερα τη δική τους πρόοδο και πρωτοτυπία. Πρόκειται επομένως για διπλή αναγνώριση: ακούγοντας και διαβάζοντας την Ιλιάδα και την Οδύσσεια με προσοχή, ανακαλύπτουμε, ως έναν βαθμό τουλάχιστον, τις αρχές της αφηγηματικής τέχνης και τεχνικής, αλλά συγχρόνως διαπιστώνουμε και την εξέλιξή τους, την κορύφωσή τους στα δύο διασημότερα, κατά κοινή ομολογία, επικά ποιήματα.
 
Εκτός από τα ομηρικά σήματα επικής τεχνικής, η σχετική αναζήτηση υποβοηθείται και από άλλα ξένα έπη: γειτονικά και απόμακρα, παλαιά και νεότερα. Γειτονικά, για παράδειγμα, είναι τα νοτιογιουγκοσλαβικά προφορικά έπη. Εξωτικά και μακρινά είναι το βαβυλωνιακό έπος Γκιλγκαμές (Gilgamesh, η σύνθεσή του χρονολογείται στο 2000 π.Χ.) αλλά και το ινδικό Μαχαμπχαράτα (Mahabharata, συνταγμένο το 400 π.Χ. περίπου). Υπάρχουν εξάλλου και άλλα, μεσαιωνικά και νεότερα, προφορικά έπη από την κεντρική και βόρεια Ευρώπη, την Αμερική, την Ασία και την Αφρική, στα οποία διαπιστώνονται συγγενικά σήματα αφηγηματικής τεχνικής. Η σύγκριση πάντως αρχαιοτέρων ξένων επών με την Ιλιάδα και την Οδύσσεια εξηγεί ως έναν βαθμό αρχαϊκά στοιχεία μορφής και περιεχομένου, τα οποία διατηρήθηκαν, αυτούσια ή μεταποιημένα, και στα δύο ομηρικά ποιήματα.
 
Όπως κι αν έχει το πράγμα, ο σύνθετος μηχανισμός της επικής τεχνικής, της ομηρικής ειδικότερα, αναγνωρίζεται καλύτερα, αν διακριθούν οι βασικοί συντελεστές του, που είναι τέσσερις: ο αφηγητής, το αφήγημα, ο ακροατής και οι συνθήκες εκφοράς και πρόσληψης της επικής αφήγησης. Αυτή η ταξινόμηση εφαρμόζεται στη συνέχεια, με κάποια ευλυγισία όμως, ώστε να αναδεικνύεται η συνάφεια των τεσσάρων όρων μεταξύ τους.

Πριν ξεκινήσεις άνθρωπε, σκέψου ποια είναι η δική σου Ιθάκη;

Ένα καράβι άνθρωπε.
Πολύ καλό σκαρί, και με κατάρτια και με πανιά, τα πιο φίνα.
Με ναύτες ψημένους στην αλμύρα, και καπετάνιο, που θάλασσες πολλές έχει γνωρίσει. Με αποθέματα μεγάλα, ικανά, μέρες, βδομάδες, μήνες να αντέχουν.
Μήτε φουρτούνες, μήτε αέρηδες φοβάται.
Τα πάντα, όλα, μπορεί να τα αντέξει.
Αν όμως Άνθρωπε, το καράβι αυτό, προορισμό, καθώς στη θάλασσα θα πέσει, δεν θα έχει, τότε καταδικασμένο θα ναι.
Γιατί και το σκαρί, και τα κατάρτια, και τα πανιά, άδικα θα χτυπιούνται.
Γιατί οι ναύτες του αντάρα, απ΄το μάταιο, θα του φέρουν.
Και ο καπετάνιος δίχως προορισμό, σε ξέρες και σε νερά επικίνδυνα, από κούραση ή από λάθος θα το ρίξει.
Γιατί και τα αποθέματα, σκουλήκια, αν δε σωθούν, θα βγάλουν.
Και οι φουρτούνες και οι αέρηδες, απ΄το πολύ το χτύπημα, κουρέλι θα το κάνουν.
Έτσι και εμείς Άνθρωπε. Και εγώ και εσύ.

Αν από φόβο, ή ματαιότητα, ή κούραση, ή δειλία, τα όνειρα και τους στόχους μας ξεχάσουμε, και μεις σαν το καράβι, το δίχως προορισμό, θα” χουμε το ίδιο τέλος.
Γιατί είναι το όνειρο, είναι ο στόχος, που μας κρατάει ζωντανούς.
Τον Οδυσσέα άλλωστε, χάρη στην Ιθάκη τον θυμάσαι.
Πριν ξεκινήσεις, σκέψου, ψάξε Άνθρωπε και βρες, ποια είναι η δικιά σου η Ιθάκη.

Υπάρχουν Χαμένοι Παράδεισοι;

Δεν υπάρχουνε παράδεισοι χαμένοι
Ο παράδεισος είναι κάτι που χάνεται καθημερνά
Όπως καθημερνά χάνονται η ζωή,
Η αιωνιότητα κι ο έρωτας.
Έτσι επίσης χάνουμε την ηλικία
Που, ενώ φαίνεται ν’ αυξάνει
Λιγοστεύει κάθε μέρα,
Γιατί ειν’ αντίστροφη η μέτρηση.
Ή έτσι χάνεται το χρώμα κάθε όντος, σα γυμνασμένο ζώο κατεβαίνοντας
Σκαλί σκαλί
Ώσπου να μείνουμε άχρωμοι
Και αφού ξέρουμε εξάλλου
Πως δεν υπάρχουνε ούτε μελλοντικοί παράδεισοι
Δεν απομένει πλέον άλλη σωτηρία
Απ’ το να γίνει ο καθένας μας παράδεισος.

Η ανιδιοτελής αγάπη

Υπάρχει ανιδιοτελής αγάπη άραγε; Ένα ερώτημα που απαιτεί ιδιαίτερη περίσκεψη. Στις συντροφικές σχέσεις υπάρχουν πολλά παραδείγματα όπου μοιάζει ο ένας από τους δύο να υπομένει.  Άρα, ανιδιοτελής αγάπη, θα πει κανείς πως είναι κάτι τέτοιο. Είναι όμως έτσι,ή στην πραγματικότητα πρόκειται για κάτι διαφορετικό; Ποιος είναι εκείνος ο άνθρωπος που υπομένει χωρίς να περιμένει κάτι σε ανταπόδωση; Εδώ τίθενται ζητήματα αυτομομφής. Το μέλος μιας σχέσης που υποφέρει μέσα σε αυτήν, αντέχει μόνο γιατί κατά βάθος στην ψυχοσύνθεσή του υπάρχουν έντονα στοιχεία αναξιότητας και αυτοτιμωρίας.

Με άλλα λόγια,χωρίς να το αντιλαμβάνεται,συναινεί στο να υποφέρει, λόγω του ότι κατά βάθος πιστεύει ότι του αξίζει να υποφέρει. Και αυτό φυσικά δεν έχει να κάνει με μια μορφή ανιδιοτελούς αγάπης. Για όποιον διαβάζει αυτό το κείμενο, διαφορετικά θέματα εγείρονται μέσα του,ανάλογα με το τι ήδη προυπάρχει από τη δική του ιστορία. Και ίσως πολλοί αναγνωρίσουν τον εαυτό τους στη θέση του θύματος, αλλά λίγοι θα μπουν στη θέση του θύτη. Η αλήθεια είναι όμως ότι όλοι είμαστε και θύτες και θύματα.

Άρα το θέμα δεν είναι να αναγνωρίζουμε με περισσή ευκολία την ανιδιοτέλεια της δικής μας αγάπης και να θέτουμε τον εαυτό μας, με αυτόματες σχεδόν διαδικασίες, ως τον αδικημένο μιας υπόθεσης. Η εξέλιξη μιας σχέσης βασίζεται στην αμοιβαία αποδοχή της αμφίδρομης συμμετοχής στο πρόβλημα. Το ότι δηλαδή και οι δύο είναι θύτες,την ίδια ώρα που υφίστανται ταυτόχρονα και ως θύματα. Η λυσσαλέα μάχη που συμβαίνει ανάμεσα στους δύο ανθρώπους που αποτελούν τη σχέση, για να αποδείξουν ο καθένας πρώτα στον εαυτό του και μετά στον άλλον, πόσο αδικημένοι ή θύματα έχουν υπάρξει σε αυτή τη σχέση, μόνο σε χειρότερα αδιέξοδα μπορεί να οδηγήσει.

Η εξέλιξη μιας σχέσης απαιτεί από τα μέλη της να βοηθούν... να ζητούν βοήθεια ο ένας από τον άλλον για όλα εκείνα που πιστεύουν ότι τους προκαλούν προσωπικές δυσκολίες και προέρχονται αποκλειστικά και μόνο από τους ίδιους. Αλλά για να γίνει αυτό, πρέπει να υπάρχει διάθεση για αυτοκριτική και αυτοαπραγμάτωση. Αλλιώς θα αναλωθούμε σε έναν ανούσιο αγώνα απόδειξης, του πόσο πιο ανιδιοτελής είναι η δική μας αγάπη σε σχέση με την αγάπη του συντρόφου μας. Τελικά στον αγώνα απόδειξης της τελειότητας, κανείς δε βγαίνει κερδισμένος.

Καμμία αγάπη δεν είναι ανιδιοτελής... ο μόνος δρόμος που μπορεί να οδηγήσει στην επιτυχία, είναι η ταυτόχρονη παραδοχή, της προσωπικής συνεισφοράς στην ιδιοτέλεια της αγάπης. Και για να κλείσω με ένα σχόλιο κάπως θολό…”δεν είναι η σχέση, το πεδίο αποκατάστασης των παιδικών μας καθηλώσεων και ματαιώσεων”

Εσύ τι λες για όλα αυτά;

Τι έχεις να πεις για το γεγονός ότι όλοι σε αυτό τον κόσμο τα ξέρουν όλα; Τι έχεις να υποθέσεις για την ανυπέρβλητη σοφία αυτού του κόσμου, την οποία αν εξετάσεις σε ατομικό επίπεδο, όλοι είναι λίγο πολύ σοφοί, μα σε συλλογικό επίπεδο όλες αυτές οι σοφές ατομικότητες συνθέτουν ένα σύνολο που παραπαίει και συχνά ακροβατεί μεταξύ τρέλας και λογικής;

Υπερβολές, θα πεις ίσως…μπορεί να’χεις και δίκιο. Μπορεί να είναι ακραίος χαρακτηρισμός πως ο ισορροπημένος κόσμος της λογικής συχνά κοντεύει το όριο της τρέλας. Άλλωστε η λογική είναι κάτι αδιαπραγμάτευτο και οι τρελοί αυτού του κόσμου, υπάρχουν ακριβώς για να επιβεβαιώνουν όλους εμάς τους λογικούς. Για να μας καθησυχάζουν πως όλα πηγαίνουν καλά και πως κανένα στοιχείο ανισορροπίας δε μας διέπει. Ακόμη κι αν μέσαvμας έρχονται στιγμές που αμφιβάλλουμε. Που νοιώθουμε μεγάλη την πίεση και την αμφιβολία για το κατά πόσο ισορροπημένοι είμαστε. Που περιφέρουμε εδώ κι εκεί το θεόρατο Εγώ μας, σαν να υπάρχει μόνο αυτό στον κόσμο. Και όλοι οι υπόλοιποι, υφίστανται μόνο για να υπηρετούν το Εγώ μας. Και όλοι έχουμε δίκιο. Σα να μην είναι ο σκοπός να ανακαλύψουμε, να αποκαλύψουμε, να κατανοήσουμε και τελικά να προχωρήσουμε. Λες και δεν είναι το νόημα να μπορέσουμε να εξελιχθούμε σαν οντότητες, αλλά το μόνο που έχει σημασία είναι να αποδείξουμε σε εμάς και τους άλλους, πόσο δίκιο έχουμε εμείς και πόσο άδικο έχουν οι άλλοι.

Δίκιο έχει και η ηλικιωμένη κυρία που πηγαίνει στην εκκλησία και κάνει τον μεγάλο σταυρό της, κατακεραυνώνοντας την ίδια στιγμή τον κάθε ένα που δεν αποδέχεται τη θρησκεία της σαν τη μόνη αλήθεια που υπάρχει σε αυτό τον κόσμο. Δίκιο έχει και ο οργισμένος νέος που καταστρέφει θεωρώντας πως η μόνη αλήθεια που υπάρχει είναι η αντίσταση στο σύστημα και σε κάθε μορφή εξουσίας που καταπιέζει τους ανθρώπους. Ακόμη κι αν την ίδια στιγμή, ο ίδιος αυτός οργισμένος νέος καταπιέζει κάποιους άλλους ανθρώπους. Δίκιο έχει ο απατημένος σύζυγος που θεωρεί πως εξαπατήθηκε, δίκιο έχει και η παραμελημένη γυναίκα που θεωρεί πως παραμελήθηκε. Δίκιο έχει ο πατέρας που καταπιέζει το παιδί του, θεωρώντας πως το κάνει για το καλό του, δίκιο έχει και η μάνα που υπερπροστατεύει το παιδί της, δημιουργώντας μελλοντικούς εξαρτημένους ενήλικες αδύναμους να μπορούν να σταθούν στα πόδια τους στο μέλλον. Δίκιο είχαν οι λευκοί ρατσιστές που μέσα στη στρεβλή τους πραγματικότητα πλανήθηκαν πιστεύοντας ακράδαντα πως το χρώμα του δέρματος ενός ανθρώπου είναι κάτι ιδιαίτερα σημαντικό. Δίκιο έχουν και οι αντιρατσιστές που μέσα στον δικό τους πλανημένο φανατισμό, αδικούν και αυτοί με τη σειρά τους, καθώς κάθε μορφή φανατισμού είναι στρεβλή και φλερτάρει με το όριο της ανισορροπίας. Δίκιο έχει ο πλούσιος που σκέφτεται μόνο τον εαυτό του και το πώς θα πλουτίσει περισσότερο μη αντιλαμβανόμενος πως και αυτός όπως και όλοι μας, κάποια στιγμή θα παρέλθουμε από τον κόσμο αυτό. Δίκιο έχει και ο φτωχός που κατηγορεί τον πλούσιο, αρνούμενος να αναρωτηθεί τη δική του ευθύνη για το πώς έφτασε ή παρέμεινε στη φτώχια.

Όλοι έχουν δίκιο. Όλοι έχουν δίκιο; Εσύ τι έχεις να πεις για όλα αυτά; Ψάχνεις ήδη μέσα σου τα επιχειρήματα που θα σε βοηθήσουν να καταρρίψεις τα λεγόμενα αυτού του κειμένου, δίχως καν μερικές φορές να μπορείς να καταλάβεις από πού προέρχεται η ανάγκη να απορρίψεις πριν προσπαθήσεις να καταλάβεις;

Ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα αυτού του κόσμου και η μεγαλύτερή του σχιζοφρένεια, να είναι αυτό ακριβώς. Η ψευδαίσθηση που δημιουργούμε στον εαυτό μας, ότι υπάρχει μια και μόνη πανανθρώπινη αλήθεια. Ίσως αυτό να είναι η πηγή όλων των δεινών μας. Αν δεν το είχαμε αυτό μέσα μας, ίσως δε θα υπήρχε μίσος, πόλεμος, αντιπαλότητα. Ίσως δε θα υπήρχε τίποτε αρνητικό στις ανθρώπινες σχέσεις. Ίσως θα αποδεχόμασταν ο ένας τον άλλον. Ίσως δε θα βλέπαμε ο ένας τον άλλον σαν απειλή για την αλήθεια μας, αλλά σαν ευκαιρία για να ανακαλύψουμε και άλλες αλήθειες. Όλα θα ήταν ίσως περισσότερο ιδανικά και λιγότερο σχιζοφρενικά. Απαλλαγμένοι από την ανάγκη της μιας και μόνης αλήθειας, θα μπορούσαμε να συμβιώνουμε αρμονικά όχι μόνο ο ένας με τον άλλον, αλλά και με τον ίδιο μας τον εαυτό. Γιατί η ψυχαναγκαστική- και μισότρελη πολλές φορές- ανάγκη να παραμένουμε εγκλωβισμένοι σε μία και μοναδική αλήθεια, μας περιορίζει τόσο πολύ που δεν έχουμε κανένα περιθώριο εξέλιξης. Καταδικασμένοι να παραμένουμε στάσιμοι εις το διηνεκές.

Και η αίσθηση της ατομικής μας στασιμότητας, είναι μια σημαντική μορφή δυστυχίας.

Εσύ τι λες για όλα αυτά;

Εκείνοι που ξέρουν ν' αγγίζουν την ψυχή σου

Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που συναντάς στη ζωή σου και ξέρεις πως διαφέρουν από τους υπόλοιπους. Όχι πολλές φορές, ούτε πολύ συχνά, μα όταν τους συναντάς το καταλαβαίνεις αμέσως.

Είναι εκείνοι που η ζωή τους αδίκησε από νωρίς. Εκείνοι που ο μεγάλος πόνος και η απώλεια τους άγγιξε πριν καν να είναι σε θέση να το αντέξουν. Εκείνοι που έχασαν τα πάντα κάποια στιγμή, σε ένα γύρισμα της μοίρας.

Τους καταλαβαίνεις από το βλέμμα. Είναι βαθύ και φωτεινό. Γεμάτο αγάπη και αποδοχή. Ήρεμο και ακτινοβόλο. Θαρρείς πως όλο το πρόσωπό τους λάμπει μέσα σ αυτό.

Δε φοβούνται να σε κοιτάξουν στα μάτια. Αντίθετα, το επιδιώκουν.

Ξέρουν ότι εκεί θα δουν όλη την αλήθεια σου. Και σε δέχονται όπως είσαι. Γιατί εκείνοι ξέρουν ότι τίποτα πιο ιερό από την ύπαρξη δεν υπάρχει σ αυτή τη ζωή. Σέβονται τα όρια και τους περιορισμούς σου. Κατανοούν.

Και δε χρειάζεται να κάνουν τίποτα άλλο παρά να σε κοιτάξουν μ' εκείνο το δικό τους, μοναδικό τους βλέμμα.

Τα μάτια τους είναι πάντα λαμπερά. Κι ας είναι μαύρα ή καστανά. Έχουν μια λάμψη, το φως που τους έδωσε η δύναμή τους. Η δύναμη που απέκτησαν τότε που η ζωή δεν τους σεβάστηκε. Όμως, τη σεβάστηκαν αυτοί. Την αγκάλιασαν με αγάπη και έδωσαν όλο τους το είναι για να την καλοπιάσουν και να την αλλάξουν.

Έτσι αγκαλιάζουν τώρα κι εσένα. Με τον ίδιο σεβασμό και την ίδια αγάπη. Γιατί αναγνωρίζουν σε σένα ένα κομμάτι του πονεμένου εαυτού τους. Κι αυτοί ξέρουν πώς να φροντίζουν τους πονεμένους.

Τους καταλαβαίνεις κι από το χαμόγελο. Πλατύ, καθαρό, ορίζει τις γραμμές όλου του προσώπου. Αν βρίσκεσαι στον ίδιο χώρο μαζί τους, αποκλείεται να μη σου τραβήξει το βλέμμα το χαμόγελό τους.

Παράξενα όμορφο, θαρρείς μαγικό... Από εκείνα που δε θες να σβήσουν ποτέ. Σα να το κάνουν επίτηδες για να σε αιχμαλωτίσουν και να μη θελήσεις ποτέ να τους πικράνεις. Είναι το όπλο τους; Η άμυνά τους; Το τέχνασμα που έχουν βρει για να τους αγαπάς; Ισως...

Σ' αγγίζουν πολύ, παίζουν με τις μπούκλες σου ενώ πίνουν καφέ το σούρουπο δίπλα στη θάλασσα, αγγίζουν το χέρι σου ενώ οδηγούν, σ' αγκαλιάζουν σφιχτά το βράδυ κι ας έχει ζέστη, σε σκουντάνε παιχνιδιάρικα με τον ώμο τους καθώς μιλούν στο τηλέφωνο για δουλειά.

Δεν αφήνουν καμία στιγμή να πάει χαμένη. Ζουν στο τώρα, ρουφάνε κάθε σταγόνα ζωής. Κολυμπάνε για ώρες, μέχρι να γίνουν ένα με τη θάλασσα. Ξαπλώνουν στο γρασίδι μέχρι να γίνουν ένα με το χώμα. Ενώνονται με τη φύση γιατί ξέρουν ότι είναι κομμάτι τους. Της ανήκουν και τους ανήκει.

Σέβονται τη ζωή μα δεν την παίρνουν ποτέ στα σοβαρά. Γιαυτό και είναι δύσκολο να πεις την ηλικία τους αφού μοιάζουν με ζωηρά παιδιά σε σώμα υπεύθυνου ενήλικα. Είναι πανέμορφοι...μα ίσως πάλι και να μην είναι. Ισως η ομορφιά της ψυχής τους να αντανακλά στην εμφάνιση και μοιάζουν τόσο όμορφοι. Και πάντα, μα πάντα σε κάνουν να γελάς.

Είναι αυτοί που δε θα σε πονέσουν ποτέ. Για κανέναν λόγο. Κι αν αναγκαστούν να το κάνουν, θα διαλέξουν τον πιο απαλό τρόπο για ν' αγγίξουν το συναίσθημά σου, γιατί ξέρουν πως ο πόνος είναι δύσκολο πράγμα. Ξέρουν όμως πως είναι και κομμάτι της ζωής γιαυτό δεν τον φοβούνται πια. Τον αποδέχονται και τον αγκαλιάζουν μέχρι να τον ξεπεράσουν.

Γιαυτό, αν σταθείς τόσο τυχερός και συναντήσεις έναν τέτοιο άνθρωπο, κάνε την τιμή στον εαυτό σου να τον βάλεις στη ζωή σου. Μάθε από αυτόν να εκτιμάς την ομορφιά της ζωής και το δώρο της ύπαρξης. Σεβάσου τον αγώνα του κι ας μη σου το ζητήσει.

Κι αγάπα τον...

Θετική ψυχολογία κάθε μέρα… Γίνεται;

Συχνά ακούμε το «Να έχεις θετική ψυχολογία!», τι σημαίνει τελικά;
Η Θετική Ψυχολογία είναι ένας νέος κλάδος της Ψυχολογίας στην Ελλάδα και το σίγουρο είναι ότι όχι μόνο μπαίνει δυναμικά στη ζωή μας αλλά και ότι ήρθε για να μείνει!
Εδώ και πολλές δεκαετίες επιδιώκουμε την ψυχική υγεία και την ευτυχία αντιμετωπίζοντας ό,τι μας βασανίζει, ό,τι είναι άρρωστο και ψυχοπαθολογικό. Η Θετική Ψυχολογία λοιπόν, ασχολείται με το ακριβώς αντίθετο, δηλαδή με την ενίσχυση των θετικών μας χαρακτηριστικών! Έχουμε όμως όλοι τέτοια χαρακτηριστικά;
Ναι, τα καλά νέα είναι ότι η ευτυχία βρίσκεται μέσα σε όλους μας!!! Καλά διαβάσετε, φτάνει να την ανακαλύψουμε και να της δώσουμε χώρο στη ζωή μας.
Κάποιοι άνθρωποι ξυπνούν με ενθουσιασμό για τη μέρα που έρχεται ενώ κάποιοι άλλοι με κατεβασμένα κεφάλια….Κάποιοι από εμάς γεννιόμαστε περισσότερο τυχεροί, έχοντας στο DNA μας περισσότερη αισιοδοξία, ικανοποίηση από τη ζωή, ευγνωμοσύνη, ανθεκτικότητα στα δύσκολα και ευτυχία. Ευτυχώς πλέον είναι και επιστημονικά αποδεδειγμένο ότι η Θετική Ψυχολογία μπορεί να εκπαιδεύσει και τους λιγότερο «προικισμένους» να αποκτήσουν ή να ενισχύσουν όλα αυτά τα θετικά γνωρίσματα.
Στροφή στο θετικό λοιπόν, αλλάζοντας τον τρόπο που σκεφτόμαστε, το που αποδίδουμε τις αιτίες των γεγονότων, τον τρόπο που σχετιζόμαστε με τους άλλους, το πως αντιμετωπίζουμε τις δυσκολίες κ.α.

Τι κερδίζω στη ζωή μου με τη Θετική Ψυχολογία;
Εκτός από το προφανές, δηλαδή το να νιώθω και να είμαι πιο χαρούμενος, κερδίζω πολλά περισσότερα από όσα νομίζω. Ερευνητικά δεδομένα δείχνουν ότι τα θετικά γνωρίσματα και συναισθήματα προφυλάσσουν την ψυχική μας υγεία, επεκτείνουν το προσδόκιμο ζωής μας, διαφοροποιούν προς το καλύτερο τη στάση μας απέναντι σε κάποια ασθένεια και μας χαρίζουν καλύτερη ποιότητα ζωής. Η στάση μας για τη ζωή έχει τη δυνατότητα να χρωματίζει ο,τιδήποτε κάνουμε. Όσοι έχουν θετική στάση λοιπόν,έχει αποδειχθεί ότι τα πάνε καλύτερα στην εργασία τους, έχουν πιο δυνατές σχέσεις με την οικογένεια και τους φίλους τους και αρρωσταίνουν λιγότερο.
Το κάθε άτομο είναι μοναδικό, αλλά όλα άτομα με θετική στάση τείνουν να έχουν συγκεκριμένα θετικά χαρακτηριστικά. Με το να περιτριγυρίζουν τους εαυτούς τους με θετικούς ανθρώπους, καταφέρνουν να διατηρούν μία νεανική όψη, άσχετα με την πραγματική τους ηλικία.

Ποια είναι τα γνωρίσματα ενός θετικού ανθρώπου;
Αυτό που κάνει έναν άνθρωπο να είναι θετικός είναι η στάση του. Είναι γεμάτος χαρά και εστιάζει στην καλή πλευρά της ζωής. Είναι ο τύπος του ανθρώπου που μπορεί έξω να βρέχει πολύ και εκείνος να σκεφτεί « Τι υπέροχη μέρα σήμερα!». Δεν επιτρέπει τα εμπόδια που συναντά να μένουν στο δρόμο του. Δεν θυμώνει εύκολα και τα πηγαίνει καλά με τους γύρω του. Έχει την ικανότητα να βρει κάτι όμορφο σε κάθε άσχημη κατάσταση που βιώνει και δίνει καλές συμβουλές γιατί πάντα ψάχνει για τη θετική πλευρά στα πράγματα. Έχει ισχυρούς δεσμούς με την οικογένειά του και είναι λιγότερο πιθανό να αρρωστήσει. Είναι ευγνώμων για ό,τι έχει και δεν παραπονιέται για όσα δεν έχει. Εστιάζει στα καλά της ζωής και όχι στα άσχημα.
Ένας θετικός άνθρωπος θα προτιμήσει να μην περάσει πολύ χρόνο κοντά σε αρνητικούς ανθρώπους. Προτιμά να βρίσκεται με ανθρώπους με παρόμοιο τρόπο σκέψης με εκείνον και πολλές φορές επιλέγει τη μοναξιά από το να βρεθεί με αρνητικά σκεπτόμενους ανθρώπους.
Ένα βασικό του χαρακτηριστικό είναι το γέλιο. Μπορεί να βρει κάτι αστείο σε πολλές καταστάσεις ενώ άλλοι δεν μπορούν. Συχνά δίνει ενθάρρυνση στους άλλους αλλά ξέρει να ενθαρρύνει και τον εαυτό του όταν χρειάζεται Οι περισσότεροι θετικοί άνθρωποι αγαπούν τη φύση, έχουν ένα ιδιαίτερο δέσιμο μαζί της και εκτιμούν την ομορφιά της.
Έχει την ικανότητα να χαλαρώνει και αυτό του επιτρέπει να καθαρίζει το μυαλό του και να αναζητά τις απαντήσεις σε ο,τιδήποτε είναι λάθος. Η χαλάρωση μειώνει το άγχος και για ένα θετικό άτομο που ξέρει να χαλαρώνει και να αποφορτίζεται, το άγχος δεν αποτελεί πρόβλημα. Γενικά ζει περισσότερο γιατί δεν επιτρέπει πράγματα να τον δυσκολεύουν και κυρίως αποφεύγει τους διαπληκτισμούς. Είναι γενναιόδωρος και δεν ζητάει ανταλλάγματα γιατί βασικό κίνητρο για αυτόν είναι το ότι απολαμβάνει να βλέπει τους άλλους χαρούμενους. Αναζητά και επιδιώκει τη βελτίωση γιατί ξέρει ότι μπορεί να τον κάνει καλύτερο άνθρωπο.

Ποια είναι τα θετικά χαρακτηριστικά που θέλουμε να αναπτύξουμε;
Θετικά χαρακτηριστικά είναι όσα μας έλκουν και εμάς στους άλλους. Όταν κάποιος είναι ευγενικός, γενναιόδωρος, αισιόδοξος, εκλύει κατά κάποιον τρόπο μία ενέργεια που έλκει όλους τους άλλους. Φυσικά, ποιος δεν θα ήθελε να περνάει χρόνο με έναν ζεστό, ανοιχτό και αξιαγάπητο πρόσωπο;
Τώρα, όταν παρατηρούμε τον εαυτό μας , πολλές φορές βρίσκουμε και κάποια όχι και τόσο θετικά χαρακτηριστικά… όπως ζήλια, εγωισμό, ανωριμότητα, γκρίνια κ.α. Όλα αυτά μπορούν να αλλάξουν. Αν δεν έχουμε τα αποτελέσματα που θα θέλαμε στη ζωή μας, το πρώτο κομμάτι που θα πρέπει να κοιτάξουμε είναι το πώς αλληλεπιδρούμε με τους άλλους.

    Ακολουθήστε την παρακάτω απλή διαδικασία για να ενσωματώσετε ένα νέο θετικό χαρακτηριστικό στη ζωή σας:
1. Εντοπίστε τι θέλετε να αλλάξετε. Έχετε την τάση να κρίνετε τους άλλους? Θυμώνετε εύκολα? Δεν είναι τώρα η στιγμή να τα βάλετε με τον εαυτό σας επειδή έχει αυτά τα χαρακτηριστικά. Αυτό που μπορείτε να κάνετε είναι να παρατηρήσετε πως νιώθετε και συμπεριφέρεστε, έτσι ώστε με ειλικρίνεια να εντοπίσετε το στόχο που θα σας κάνει καλύτερους ανθρώπους.
2. Επιλέξτε να αναπτύξετε ένα θετικό χαρακτηριστικό από τη λίστα σας.
3. Έχετε γνώση, (ενσυνειδητότητα), για τις πράξεις και τις επιλογές που κάνετε καθ’ όλη τη διάρκεια της μέρας. Αν παρατηρήσετε ότι κυλάτε πίσω σε παλιές κακιές συνήθειες, ρωτήστε τον εαυτό σας «Τι θα έκανε κάποιος που θα ήταν……..(βάζουμε το χαρακτηριστικό που επιλέξαμε να αναπτύξουμε π.χ. ανθεκτικός) σε αυτή την περίπτωση;» Μετά ενεργήστε αναλόγως.
Αυτή η σύντομη διαδικασία βασίζεται πάνω στη συνειδητή προσπάθεια να «ξαναγράψουμε» πρότυπα συμπεριφοράς στον εγκέφαλό μας. Ουσιαστικά, μετά την επιλογή να ενεργήσουμε σύμφωνα με το νέο θετικό χαρακτηριστικό που θέλουμε να αποκτήσουμε, αναπτύσσουμε αυτή τη δεξιότητα στην προσωπικότητά μας. Το να ενεργεί κάποιος γενναιόδωρα, ζεστά, αισιόδοξα γίνεται σταδιακά κάτι που δεν χρειάζεται προσπάθεια.

Πως θα εφαρμόσω τη Θετική Ψυχολογία στη ζωή μου;
Η μόνη λύση είναι και η πιο απλή, για να αλλάξουμε την προσωπικότητά μας κάνουμε μικρά βήματα για να γίνουμε αυτό που θα θέλαμε να είμαστε. Για παράδειγμα, το να ξεκινήσουμε ένα χόμπι είναι ένας θαυμάσιος τρόπος να βελτιωθούμε. Ένα άθλημα μπορεί να μας κάνει πιο δυνατούς, η ενασχόληση με την τέχνη μπορεί να μας κάνει πιο υπομονετικούς, ο εθελοντισμός πιο δοτικούς. Ακόμη και το να διαβάσουμε απλά ένα βιβλίο μας ωθεί προς το καλύτερο.
Οι θετικοί άνθρωποι δεν εμπλέκονται σε διαμάχες. Το να αφήνουν απλά να φεύγουν κάποια ασήμαντα πράγματα τους δίνει περισσότερο χρόνο για να δουλέψουν σε πιο σημαντικά πράγματα. Σίγουρα μπορεί κάποια στιγμή να νιώσουν απογοήτευση αν κάποιος συνάδελφος για παράδειγμα πήρε καλύτερη αξιολόγηση αλλά στο τέλος της μέρας πραγματικά αυτό δεν μετράει… Αντί να παραπονιούνται για κάτι που τους ενοχλεί στο χώρο εργασίας οι θετικοί άνθρωποι εστιάζουν στο να βελτιώσουν την επίδοσή τους.

Γίνε ευγνώμων!
Οι θετικοί άνθρωποι γιορτάζουν τις νίκες τους. Νιώθουν ευγνωμοσύνη για όσα ήδη έχουν. Οι άνθρωποι που εστιάζουν σε ό,τι λείπει από τη ζωή τους καταλήγουν να νιώθουν θυμό και ζήλεια για του άλλους. Το να κοιτάζουμε πόσο μακριά έχουμε φτάσει, αντί για το πόσο μακριά πρέπει να πάμε, μας βοηθά να παραμένουμε στο δρόμο προς την επιτυχία. Γιατί όπως είπαμε και πριν, ένα θετικό άτομο επικεντρώνεται στα καλά πράγματα της ζωής ,παρά στα άσχημα.

Ζήσε τη στιγμή!
Το να μένουμε κολλημένοι σε απογοητεύσεις του παρελθόντος μπορεί να μας εμποδίσει από το να προχωρήσουμε μπροστά. Ένα άλλο γνώριμα των θετικών ανθρώπων είναι η ικανότητά τους να αφήνουν το παρελθόν στο παρελθόν. Όλοι θα κάνουμε λάθη στη ζωή, δεν υπάρχει άλλος δρόμος. Εντούτοις, οι θετικοί άνθρωποι μαθαίνουν από τα στραβοπατήματά τους έτσι ώστε να αποφύγουν κάτι παρόμοιο στο μέλλον. Με το να συγχωρούμε τους εαυτούς μας και τους άλλους, αξιοποιούμε την ενέργειά μας στο να προχωρήσουμε μπροστά και όχι στο να κάνουμε όπισθεν.

Γέλα!
Ένα μυστικό για να παραμείνουμε θετικοί είναι το να γελάμε κάθε μέρα. Είναι πολύ σημαντικό το χιούμορ στη ζωή μας. Κανείς δεν πρέπει να παίρνει τα πράγματα στα σοβαρά όλες τις ώρες. Το να καταναλώνουμε κάποιο χρόνο αστειευόμενοι με τους οικείους μας, μας βοηθάει να εστιάσουμε στα καλά πράγματα της ζωής. Οι θετικοί άνθρωποι βρίσκουν τρόπο να γελούν. Αστείες ταινίες, χιουμοριστικά βιβλία, ανέκδοτα μπορούν να βοηθήσουν να παραμείνουμε ευδιάθετοι από το να κατσουφιάζουμε.

Χαλάρωσε!
Όσοι έχουν θετική στάση για τη ζωή εξασφαλίζουν κάποιο χρόνο για τους εαυτούς τους καθημερινά. Η φυσική δραστηριότητα σε εξωτερικό χώρο μας απελευθερώνει από την ένταση και μας ανακουφίζει από το άγχος. Όταν ασχολείται κάποιος με ένα χόμπυ ή με τον εθελοντισμό οικειοποιείται την ευγνωμοσύνη και τις χαρούμενες σκέψεις. Επίσης η γιόγκα είναι γνωστή για το ότι χαλαρώνει το μυαλό και το σώμα. Οι ειδικοί συμφωνούν ότι η καθημερινή εξάσκηση μπορεί να μας βοηθήσει να χαλαρώσουμε ακόμη και αν ανήκουμε σε αυτούς που βιώνουν μεγάλο στρες.

Το να καλλιεργούμε όλα τα μέρη της προσωπικότητάς μας, ώστε να έχουμε θετική στάση, μας χαρίζει όχι μόνο ευτυχία αλλά και τη δύναμη να αντιμετωπίζουμε τις καθημερινές προκλήσεις της ζωής μας.

Τι να σταματήσεις να περιμένεις από τους άλλους για να μην απογοητεύεσαι