Τετάρτη, 29 Ιανουαρίου 2014

Η μυστική ιστορία του Παρθενώνα

 

Ο Παρθενώνας έχει κρυμμένα ακόμα πολλά μυστικά
Η ζωφόρος του Παρθενώνα απεικονίζει τη θυσία της κόρης του Ερεχθέως και όχι την πομπή των Μεγάλων Παναθηναίων, υποστηρίζει μια νέα έρευνα.
Εδώ και 230 χρόνια, η παράσταση που κοσμεί την 160 μέτρων ζωφόρο του Παρθενώνα, ενός κτίσματος με τη μεγαλύτερη επιρροή στην αρχιτεκτονική του δυτικού κόσμου, φαινόταν αρκετά απλή. Όλοι δέχονταν ότι απεικονίζει την πομπή των Μεγάλων Παναθηναίων που γίνονταν κάθε τέσσερα χρόνια προς τιμήν της θεάς Αθηνάς, στην οποία άλλωστε είναι αφιερωμένος ο Παρθενώνας.
Αλλά μια συγκλονιστική ανακάλυψη, σε συνδυασμό με τις μούμιες της Αιγύπτου, μετά από μελέτες που έγιναν πάνω στη ζωφόρο του Παρθενώνα, θέτει υπό αμφισβήτηση τις ιδέες που είχαμε έως τώρα γι’ αυτό το 2.500 ετών αρχιτεκτονικό αριστούργημα.
Αυτό υποστηρίζει η αρχαιολόγος και καθηγήτρια του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης, Τζόαν Κόνελυ στο βιβλίο της The Parthenon Enigma (εκδ. Knopf).
Όπως αναφέρει η Κόνελυ: «Τώρα συνειδητοποιούμε ότι η ζωφόρος αφηγείται μια πολύ πιο τραγική ιστορία».
Η ζωφόρος αφηγείται μια πολύ πιο τραγική ιστορία – τη θυσία της κόρης του Ερεχθέα, προτείνει η καθηγήτρια του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης Τζόαν Κόνελυ.
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.
Στην αρχαία Αίγυπτο, όταν οι φαραώ πέθαιναν ξεκινούσαν το ταξίδι τους στον άλλο κόσμο μέσα σε μια χρυσή σαρκοφάγο. Οι κοινοί θνητοί, πάλι, μουμιοποιούνταν με φθηνότερα υλικά, όπως για παράδειγμα ανακυκλωμένο πάπυρο, στον οποίο προηγουμένως μπορεί να υπήρχαν διάφορα γραπτά, συμπεριλαμβανομένων μεταφρασμένων κειμένων από τα ελληνικά.
Στις αρχές του 20ου αιώνα, ένας Έλληνας μελετητής, εξετάζοντας κομμάτια από πάπυρο σε μια από αυτές τις μούμιες, έκανε μια εκπληκτική ανακάλυψη: 250 σειρές από ένα χαμένο έργο του Ευριπίδη, τον «Ερεχθέα».
«Τελικά οι μούμιες καταλήγουν να είναι η καλύτερη πηγή χαμένων Ελληνικών κειμένων», λέει η Κόνελυ, η οποία σημειώνει ότι η ανακάλυψη της σαρκοφάγου που περιείχε το έργο είχε γίνει το 1901, αλλά η τεχνολογία για να αφαιρεθεί ο  πάπυρος, χωρίς να καταστραφεί η μούμια, δεν υπήρχε μέχρι το 1960.
Το έργο αφηγείται την ιστορία του Ερεχθέα, μυθικού βασιλιά της Αθήνας, ο οποίος «όταν έγινε η πρώτη εισβολή και πολιορκία της πόλης από τους βάρβαρους Θράκες, ζήτησε καθοδήγηση από το μαντείο των Δελφών και πήρε την απάντηση ότι έπρεπε να θυσιάσει τη μικρότερη κόρη του» προκειμένου να κερδίσει τη μάχη.
Η Κόνελυ έμαθε για πρώτη φορά για το έργο αυτό, το οποίο ήταν ιδιαίτερα δύσκολο να διαβαστεί γιατί ήταν σε αποσπασματικά ελληνικά και «οι λωρίδες από πάπυρο ήταν κομμένες σε σχήμα φτερών γερακιού», στη δεκαετία του 1990. Από τότε και με την πάροδο του χρόνου, είχε μια αποκάλυψη.
«Συνειδητοποίησα ότι ο Ευριπίδης μιλούσε γι’ αυτό που βλέπουμε στο μέσον της ζωφόρου του Παρθενώνα», λέει η Κόνελυ. «Απεικονίζει μια οικογένεια –τη  μητέρα, τον πατέρα και τις τρεις κόρες τους– η οποία ετοιμάζεται να θυσιάσει την μικρότερη κόρη. Απεικονίζει τη θυσία μιας παρθένας».
Να σημειωθεί, τέλος, ότι από το σύνολο της ζωφόρου σήμερα σώζονται 50 μέτρα, τα οποία εκτίθενται στο Μουσείο της Ακρόπολης, 80 μέτρα βρίσκονται στο Βρετανικό Μουσείο (Ελγίνεια Μάρμαρα), ένας λίθος στο Μουσείο του Λούβρου και κάποια θραύσματα είναι διασκορπισμένα σε μουσεία στο Παλέρμο, στο Βατικανό, στη Χαϊδελβέργη, στη Βιέννη και στο Μόναχο.
Τα μυστικά του Παρθενώνα - Ντοκιμαντέρ















 

Η ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΑΡΧΗΓΟΥ ΣΙΑΤΛ, ΤΟΝ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟ ΤΟΥ 1854

H ομιλία του Αρχηγού Σιάτλ, τον Ιανουάριο του 1854, αποτελεί αντικείμενο  ιστορικής έρευνας όσο αφορά την αυθεντικότητα  της. Σε κάθε περίπτωση το σίγουρο είναι πως το κείμενο βρίσκεται πολύ κοντά στις πεποιθήσεις των γηγενών αμερικανών. 
Αποτελεί κατ’ αυτόν τον τρόπο ένα από τα πιό σημαντικά οικολογικά μανιφέστα διατυπωμένο από έναν «πρωτόγονο, άγριο»  ινδιάνο.  Σήμερα ίσως πιο επίκαιρο από ποτέ αποδεικνύει ότι μιά πολύ υψηλης στάθμης ολιστική συνείδηση, σε αρμονία με το περιβάλλον, ήταν προ πολλού κατεκτημένη σε πολιτισμούς ξένους από τον δυτικό.
 
Οι ινδιάνοι Suquamish κατοικούσαν στην περιοχή όπου σήμερα βρίσκεται η πολιτεία της Ουάσιγκτον επί πολλούς αιώνες. Ήταν άριστοι ψαράδες, χαράκτες, κατασκευαστές καλαθιών και κανό. Στα μέσα του 19ου αιώνα η τότε κυβέρνηση των αμερικανών αποίκων τους ανακοίνωσε την πρόθεσή της να αγοράσει τη γη τους και να τους μεταφέρει σε έναν άλλο τόπο για να ζήσουν.
 
Εκείνη την εποχή αρχηγός της φυλής Suquamish ήταν ο See-at-la, ο οποίος γεννήθηκε το 1786 και πέθανε στις 7 Ιουνίου του 1866. Από το όνομά του πήρε το όνομά της η πόλη του Σηάτλ.
Στη διάρκεια των διαπραγματεύσεων με την κυβέρνηση της Ουάσινγκτον το 1854, ο αρχηγός See-at-la εκφώνησε έναν λόγο ο οποίος καταγράφηκε και έμεινε στην ιστορία ως μια συγκλονιστική μαρτυρία για τη σχέση του ανθρώπου με τον πλανήτη πάνω στον οποίο ζει. Ο λόγος του αποτελεί μια πραγματική κατάθεση ψυχής που αφυπνίζει τις πλέον ευαίσθητες χορδές της ανθρώπινης φύσης. Μέσα σε αυτά τα λόγια συμπυκνώνεται όλη η σοφία ενός λαού που βίωνε την ομορφιά και τη χαρά της ζωής σε κάθε της έκφραση. Στις μέρες μας ο πλανήτης μας, η Γη μας, έχει φτάσει στα όριά του από την καταστροφή που έχει επιφέρει επάνω του η ασυλλόγιστη δράση του ανθρώπου. Έτσι, τα όσα είπε ο See-at-la σήμερα έχουν ακόμη περισσότερη αξία καθώς τα λεγόμενά του αποκαλύπτουν το όραμα ενός ομορφότερου κόσμου, τον οποίο ο άνθρωπος θα μπορεί να μοιράζεται με κάθε πλάσμα αυτού του πλανήτη.
Στη συνέχεια παρατίθεται ο λόγος αυτός (που δημοσιεύτηκε στις 29 Οκτωβρίου του 1887 στην εφημερίδα Seattle Sunday Star), βασισμένος στην ελεύθερη απόδοση του αγγλικού κειμένου.

«Ο Μεγάλος Αρχηγός μας έστειλε μήνυμα ότι επιθυμεί να αγοράσει τη γη μας. Ο Μεγάλος Αρχηγός στέλνει, επίσης, μηνύματα φιλίας και καλής θέλησης. Αυτό είναι ευγενικό εκ μέρους του, διότι δεν έχει ανάγκη, ως αντάλλαγμα, τη φιλία μας. Θα σκεφθούμε την προσφορά σας. Διότι γνωρίζουμε ότι αν δεν πουλήσουμε τη γη μας, τότε οι λευκοί άνθρωποι θα έρθουν με όπλα και θα την αρπάξουν.
Πως μπορείς όμως να αγοράσεις ή να πουλήσεις τον ουρανό και τη ζεστασιά της γης; Η ιδέα αυτή είναι παράξενη για εμάς. Αφού η φρεσκάδα του αέρα και η λάμψη του νερού δεν μας ανήκουν πως μπορείτε να τα αγοράσετε;
Κάθε κομμάτι αυτής της γης είναι ιερό για τους ανθρώπους της φυλής μου. Κάθε λαμπερή πευκοβελόνα, κάθε παραλία με άμμο, κάθε ομίχλη στα σκιερά δάση, κάθε έντομο που βουίζει, όλα είναι ιερά στη μνήμη και την εμπειρία του λαού μου. Οι χυμοί που ρέουν μέσα από τα δένδρα κουβαλούν τις μνήμες του κόκκινου ανθρώπου. Οι νεκροί του λευκού ανθρώπου λησμόνησαν τη χώρα που γεννήθηκαν όταν πήγαν να περπατήσουν ανάμεσα στα αστέρια. Οι δικοί μας νεκροί ποτέ δε λησμόνησαν αυτή την όμορφη γη, διότι είναι η μητέρα του κόκκινου ανθρώπου. Είμαστε κομμάτι της γης και εκείνη είναι κομμάτι μας.
 
Τα ευωδιαστά λουλούδια είναι οι αδελφές μας, το ελάφι, το άλογο, ο μεγάλος αετός, αυτά είναι τα αδέλφια μας. Οι βραχώδεις βουνοκορφές, οι χυμοί των λιβαδιών, η θερμότητα του σώματος των αλόγων και του ανθρώπου – όλα ανήκουν στην ίδια οικογένεια.
Έτσι όταν ο Μεγάλος Αρχηγός στην Ουάσιγκτον έστειλε μήνυμα πως θέλει να αγοράσει τη γης μας, ζήτησε πολλά από εμάς. Ο Μεγάλος Αρχηγός μας ειδοποίησε πως θα μας φυλάξει ένα μέρος όπου θα μπορούμε να ζούμε άνετα. Θα είναι ο πατέρας μας και θα είμαστε τα παιδιά του. Έτσι θα σκεφθούμε την προσφορά του για να αγοράσει τη γη μας.
Όμως δεν θα είναι εύκολο, διότι αυτή η γη είναι ιερή για εμάς. Αυτό το λαμπερό νερό που κυλάει στα ρέματα και στους ποταμούς δεν είναι απλά νερό αλλά το ίδιο το αίμα των προγόνων μας. Αν σας πουλήσουμε γη θα πρέπει να θυμάστε ότι είναι ιερή και πρέπει να διδάξετε στα παιδιά σας ότι είναι ιερή και ότι κάθε φευγαλέα αντανάκλαση στο καθαρό νερό των λιμνών εξιστορεί γεγονότα και αναμνήσεις για τη ζωή του λαού μου.
Το κελάρυσμα του νερού είναι η φωνή των προγόνων μας. Τα ποτάμια είναι αδέλφια μας, μας δροσίζουν και μας ξεδιψούν. Τα ποτάμια μεταφέρουν τα κανό μας και τρέφουν τα παιδιά μας.
Αν σας πουλήσουμε τη γη μας πρέπει να θυμάστε και να διδάξετε στα παιδιά σας ότι τα ποτάμια είναι αδέλφια μας και επίσης δικά σας αδέλφια. Έτσι από εδώ και πέρα πρέπει να τους δείχνετε την καλοσύνη που αρμόζει σε κάθε αδελφό.

Ο κόκκινος άνθρωπος πάντοτε υποχωρεί μπροστά στην πρόοδο του λευκού ανθρώπου, όπως η ομίχλη του βουνού τρέχει μπροστά από τον πρωινό ήλιο.
Αλλά οι στάχτες των προγόνων μας είναι ιερές. Οι τάφοι τους αποτελούν ιερό έδαφος, όπως και αυτοί οι λόφοι, αυτό το κομμάτι της γης που προσφέρθηκε σε εμάς.
Γνωρίζουμε ότι ο λευκός άνθρωπος δεν καταλαβαίνει τις συνήθειές μας. Κάθε κομμάτι γης για αυτόν είναι το ίδιο με κάθε άλλο, διότι είναι σαν τον ξένο που έρχεται μέσα στη νύχτα και αρπάζει από τη γη ό,τι χρειάζεται.
Για αυτόν η γη δεν είναι αδέλφι του αλλά εχθρός του και όταν τον κατακτήσει συνεχίζει να μετακινείται. Αφήνει πίσω τον τάφο του πατέρα του δίχως να νοιάζεται. Ληστεύει τη γη. Δεν νοιάζεται. Οι τάφοι των προγόνων του και τα δικαιώματα των παιδιών του έχουν ξεχαστεί.
Μεταχειρίζεται τη μητέρα του τη γη και τον αδελφό του τον ουρανό ως πράγματα προς αγορά, προς λεηλασία, προς πώληση, όπως τα πρόβατα η τα φανταχτερά στολίδια. Η λαιμαργία του ρημάζει τη γη και αφήνει πίσω μόνο έρημο.
Δεν ξέρω. Οι τρόποι μας είναι διαφορετικοί από τους δικούς σας. Ο όψη των μεγάλων σας πόλεων πονάει το μάτι του κόκκινου ανθρώπου. Αλλά ίσως αυτό οφείλεται στο ότι ο κόκκινος άνθρωπος είναι πρωτόγονος και δεν καταλαβαίνει…

Δεν υπάρχει ήσυχο μέρος στις πόλεις του λευκού ανθρώπου. Κανένα μέρος για να ακούσεις το θρόισμα των φύλλων την άνοιξη ή το βόμβο από τα φτερά των εντόμων. Αλλά ίσως αυτό το αντιλαμβάνομαι έτσι διότι είμαι ένας πρωτόγονος και δεν καταλαβαίνω. Ο θόρυβος φαίνεται μόνο να προσβάλει τα αυτιά.
Και τι υπάρχει στη ζωή αν ένας άνθρωπος δεν μπορεί να ακούσει το κελάηδισμα των πουλιών του ή το κρώξιμο των βατράχων γύρω από τις λίμνες τα βράδια; Αλλά είμαι ένας κόκκινος άνθρωπος και δεν καταλαβαίνω.
Ο Ινδιάνος προτιμά τον απαλό ήχο του αέρα που ορμά πάνω στην επιφάνεια τη λίμνης και τη μυρωδιά του ίδιου του ανέμου, καθαρισμένου από τη βροχή και αρωματισμένου από το άρωμα του κουκουναριού του πεύκου.
Ο αέρας είναι πολύτιμος για τον κόκκινο άνθρωπο, διότι όλα μοιράζονται την ίδια ανάσα. Το αγρίμι, το δένδρο, ο άνθρωπος, όλα μοιράζονται την ίδια ανάσα.
Ο λευκός άνθρωπος δεν φαίνεται να προσέχει τον αέρα που αναπνέει. Μοιάζει με κάποιον που αργοπεθαίνει. Αν σας πουλήσουμε τη γη μας πρέπει να θυμόσαστε ότι ο αέρας είναι πολύτιμος για εμάς, ότι ο αέρας μοιράζεται το πνεύμα του με όλη τη ζωή που υποστηρίζει.


Ο αέρας που έδωσε στους προγόνους μας την πρώτη τους ανάσα, λαμβάνει και την τελευταία τους πνοή. Και ο άνεμος θα δώσει στα παιδιά μας το πνεύμα της ζωής. Αν πουλήσουμε τη γη μας πρέπει να την κρατήσετε ιερή, ως έναν τόπο όπου ακόμη και ο λευκός άνθρωπος θα μπορεί να πηγαίνει για να νιώσει τον άνεμο που μεταφέρει τη γλυκιά μυρωδιά των λουλουδιών από τα λιβάδια. Έτσι θα σκεφθούμε την προσφορά σας να αγοράσετε τη γη μας.
Αν αποφασίσουμε να δεχτούμε θα θέσω έναν όρο: ο λευκός άνθρωπος πρέπει να συμπεριφέρεται στα αγρίμια αυτής της γης σαν σε αδέλφια του. Είμαι ένας πρωτόγονος και δεν καταλαβαίνω κάποιον άλλο τρόπο. Όμως έχω δει χιλιάδες νεκρούς βούβαλους στις πεδιάδες αφημένους από τον λευκούς ανθρώπους που τους πυροβόλησαν από ένα τραίνο. Πως μπορεί το σιδερένιο άλογο που καπνίζει να είναι ποιο σημαντικό από τον βούβαλο που πρέπει να τον σκοτώνουμε μόνο για να επιβιώνουμε;

Τι είναι ο άνθρωπος δίχως τα αγρίμια; Αν όλα τα αγρίμια πέθαιναν ο άνθρωπος θα πέθαινε από πνευματική μοναξιά. Διότι ό,τι συμβαίνει στα αγρίμια σύντομα συμβαίνει και στον άνθρωπο. Όλα τα πράγματα συνδέονται.
Πρέπει να διδάξετε στα παιδιά σας ότι το έδαφος κάτω από τα πόδια τους είναι οι στάχτες των παππούδων μας. Έτσι, για να σεβαστούν τη γη πείτε στα παιδιά σας ότι είναι ποτισμένη με τις ίδιες τις ζωές των ανθρώπων μας. Διδάξτε στα παιδιά σας ό,τι έχουμε διδάξει στα δικά μας παιδιά: πως η γη είναι η μητέρα μας.
Οτιδήποτε συμβαίνει στη γη συμβαίνει και στα παιδιά της γης. Αν οι άνθρωποι φτύνουν πάνω στο έδαφος φτύνουν επάνω στον ίδιο τους τον εαυτό. Αυτό γνωρίζουμε: πως η γη δεν ανήκει στον άνθρωπο αλλά ο άνθρωπος ανήκει στη γη.
Όλα τα πράγματα συνδέονται όπως το αίμα που ενώνει την οικογένεια. Όλα τα πράγματα συνδέονται. Οτιδήποτε συμβαίνει στη γη συμβαίνει και στα παιδιά της γης. Ο άνθρωπος δεν ύφανε τον ιστό της ζωής. Είναι απλά ένα νήμα του. Οτιδήποτε κάνει στον ιστό το κάνει στον εαυτό του. .


Αλλά θα σκεφθούμε την προσφορά σας να πάμε στην περιοχή που έχετε φυλάξει για τον λαό μου. Θα ζούμε ξεχωριστά και ειρηνικά.
Λίγη σημασία έχει το που θα περάσουμε τις υπόλοιπες μας ημέρες. Τα παιδιά μας έχουν δει τους πατεράδες τους ταπεινωμένους από την ήτα. Οι πολεμιστές μας ένιωσαν ντροπή και μετά την ήτα έγιναν αργόσχολοι και δηλητηριάζουν το σώματά τους με γλυκά φαγητά και δυνατά ποτά. Λίγη σημασία έχει το που περάσουμε τις υπόλοιπες ημέρες μας. Δεν έχουν απομείνει άλλωστε πολλές.
Λίγες ακόμη ώρες, λίγους ακόμη χειμώνες και κανένα από τα παιδιά των μεγάλων φυλών που κάποτε ζούσαν πάνω σε αυτή τη γη ή που περιπλανιόνται τώρα σε μικρές ομάδες στα δάση, δεν θα απομείνουν για να θρηνήσουν τους τάφους ενός λαού που κάποτε ήταν ισχυρός και γεμάτος όνειρα όπως είστε εσείς τώρα.
Αλλά γιατί πρέπει να θρηνώ τον θάνατο του λαού μου; Οι φυλές είναι φτιαγμένες από ανθρώπους και τίποτα παραπάνω. Οι άνθρωποι έρχονται και φεύγουν, όπως τα κύματα της θάλασσας. Ακόμη και ο λευκός άνθρωπος του οποίου ο Θεός του μιλά ως φίλος προς φίλο και περπατά μαζί του, δεν μπορεί να εξαιρεθεί από την κοινή μοίρα. Μπορούμε να είμαστε αδέλφια παρόλα αυτά, θα δούμε.
 
Ένα πράγμα γνωρίζουμε, το οποίο μπορεί κάποια μέρα να το ανακαλύψει ο λευκός άνθρωπος – ο Θεός μας είναι ο ίδιος Θεός με τον δικό σας. Μπορεί να σκέφτεστε ότι είναι δικός σας, όπως εύχεστε να είναι δική σας η γη, αλλά δεν μπορείτε να τον έχετε δικό σας.
Είναι ο Θεός του ανθρώπου και η συμπόνια του είναι ίδια για τους κόκκινους και τους λευκούς ανθρώπους. Η γη είναι πολύτιμη για αυτόν και το να τη βλάπτει κάποιος είναι σαν να περιφρονεί τον ίδιο τον Δημιουργό του.
Οι λευκοί άνθρωποι επίσης θα παρέλθουν, ίσως νωρίτερα από άλλες φυλές. Συνεχίστε να μολύνετε το κρεβάτι σας και μια νύχτα θα πνιγείτε από την ίδια σας τη βρωμιά.
Αλλά μέσα στο χαμό και την παρακμή σας θα λάμψετε έντονα από το φως και από τη δύναμη του Θεού που σας έφερε σε αυτή τη γη και που για κάποιον λόγο σας έδωσε τη δυνατότητα να κυριαρχήσετε πάνω σε αυτήν και στον κόκκινο άνθρωπο.
Αυτή η μοίρα είναι ένα μυστήριο για εμάς, διότι δεν κατανοούμε το γιατί οι βούβαλοι σφαγιάζονται, τα άγρια άλογα εξημερώνονται, οι ιερές γωνιές των δασών μυρίζουν άσχημα από τη μυρωδιά πολλών ανθρώπων και η θέα των λόφων παραμορφώνεται από καλώδια που μεταφέρουν την ομιλία.

Που είναι οι πυκνοί θάμνοι; Χάθηκαν. Που είναι ο αετός; Χάθηκε. Και τι σημαίνει το να αποχαιρετήσεις το γρήγορο άλογο και το κυνήγι; Το τέλος του φυσικού τρόπου ζωής και την απαρχή της σκληρής επιβίωσης.
Θα σκεφθούμε την προσφορά σας για να αγοράσετε τη γη μας. Αν συμφωνήσουμε θέλουμε να είμαστε σίγουροι για τη γη που μας υποσχεθήκατε. Εκεί ίσως ζήσουμε τις σύντομες ημέρες μας όπως το επιθυμούμε. Όταν και ο τελευταίος κόκκινος άνθρωπος θα έχει εξαφανιστεί από τη γη και η μνήμη του θα μοιάζει σαν τη σκιά του σύννεφου που κινείται πάνω από μια πεδιάδα, αυτές οι ακτές και τα δάση ακόμη θα έχουν μέσα τους το πνεύμα του λαού μου. Διότι αγαπούμε τη γη όπως το νεογέννητο αγαπάει τον χτύπο της καρδιάς της μητέρας του.
Έτσι αν σας πουλήσουμε τη γης μας αγαπήστε τη όπως και εμείς την έχουμε αγαπήσει. Φροντίστε την όπως και εμείς την φροντίσαμε. Κρατήστε στον νου σας τη μνήμη αυτής της γης όπως ήταν όταν την πήρατε. Και με όλη σας τη δύναμη, με όλον σας το νου και με όλη σας την καρδιά διαφυλάξτε τη για τα παιδιά σας και αγαπήστε τη όπως ο Θεός μας αγαπάει όλους.

Ένα πράγμα γνωρίζουμε: ο Θεός μας είναι ο ίδιος Θεός με τον δικό σας. Αυτή η γη είναι πολύτιμη για αυτόν. Ακόμη και ο λευκός άνθρωπος δεν μπορεί να ξεφύγει από την κοινή μοίρα. Μπορούμε να είμαστε αδέλφια παρόλα αυτά. Θα δούμε!...»

Ποια επαγγέλματα θα «εξαφανίσουν» τα ρομπότ

Πρόκειται για μια αόρατη δύναμη, που ακούει σε πολλά ονόματα και όρους: αυτοματισμός, τεχνητή νοημοσύνη, τεχνολογία, καινοτομία... και ετοιμαστείτε για το καλύτερο, το πιο αγαπημένο όλων... τα ρομπότ! Όποιο όρο ή λέξη κι αν επιλέξετε, σίγουρα θα έχετε ακούσει να χρησιμοποιείται για να περιγράψει την υποδαύλιση της προόδου και την απώλεια θέσεων εργασίας σχεδόν σε όλους τους επαγγελματικούς τομείς, εδώ και αιώνες. Και η κατάσταση αυτή δε φαίνεται να έχει σταματημό. Σύμφωνα με μια νέα μελέτη που δημοσιεύτηκε πρόσφατα στον Economist και την οποία υπογράφουν οι Benedikt Frey και Michael A. Osborne, σε «μία με δύο δεκαετίες, σχεδόν οι μισές δουλειές στις ΗΠΑ θα έχουν αυτοματοποιηθεί». Το ερώτημα που προκύπτει είναι το εξής: ποιες είναι αυτές οι «μισές»; Ή με άλλα λόγια σε ποιους τομείς οι μηχανές είναι καλύτερες από τους ανθρώπους; Τα τρακτέρ, για παράδειγμα, είναι σίγουρα πιο ισχυρά από τους αγρότες. Τα ρομποτικά χέρια είναι σίγουρα πιο δυνατά και ακούραστα από τους εργάτες στη γραμμή παραγωγής και συναρμολόγησης ενός εργοστασίου. Τα τελευταία 30 περίπου χρόνια, όμως, τα διάφορα λογισμικά που έχουν αναπτυχθεί χάρη στην εξέλιξη της τεχνολογίας, είχαν ως αποτέλεσμα τα ρομπότ και τα μηχανήματα να ξεπεράσουν και να παρακάμψουν ένα συγκεκριμένο τομέα απασχόλησης: εκείνο στον οποίο απασχολούνται εργαζόμενοι μεσαίων δεξιοτήτων, με μέσο μισθό, κυρίως στο μεταποιητικό ή διοικητικό τομέα σε κάποιο γραφείο, ή υπηρεσία. Για την ακρίβεια, όπως υποστηρίζουν οι Frey και Osborne το επόμενο «κύμα προόδου» στους υπολογιστές, θα συνεχίσει να «τεμαχίζει» την ανθρώπινη εργασία, εκεί όπου το κάνει ήδη: δηλαδή στις κατασκευές, τη διοικητική υποστήριξη, το λιανικό εμπόριο και τις μεταφορές. «Οι περισσότερες, εναπομείνασες θέσεις εργασίας στα εργοστάσια, είναι πολύ πιθανό να εξαφανιστούν τις επόμενες δεκαετίες» γράφουν στη μελέτη τους. Κινδυνεύουν ακόμη οι ταμίες, οι υπάλληλοι στα γκισέ των τραπεζών, οι βιβλιοθηκάριοι, οι τηλεπωλητές κ.ά. Στην αντίπερα όχθη, των επαγγελμάτων που δε φαίνεται να κινδυνεύουν και τόσο από την αυτοματοποίηση βρίσκονται οι εργαζόμενοι στον τομέα υγείας (γιατροί διαφόρων ειδικοτήτων, νοσηλευτές, θεραπευτές κ.τ.λ.), οι πυροσβέστες και όσοι εντάσσονται στην πολιτική προστασία, καθώς επίσης και όσοι κατέχουν διευθυντικές θέσεις σε διάφορες υπηρεσίες. Τι ακολουθεί Η πρόβλεψη του μέλλοντος δεν είναι κάτι παραπάνω από την προέκταση του παρελθόντος. Συχνά ωστόσο αποτυγχάνει να προβλέπει μεγάλες ανακαλύψεις. Όμως αυτές οι απρόβλεπτες ανακαλύψεις στην πληροφορική, είναι αυτές που μπορεί να έχουν το μεγαλύτερο αντίκτυπο στο εργατικό δυναμικό. Φανταστείτε απλά πώς ξεκίνησαν τα κινητά τηλέφωνα και σε τι επίπεδο τεχνολογίας έχουν φτάσει σήμερα. Ιστορικά οι υπολογιστές ήταν καλοί στο να εκτελούν εργασίες ρουτίνας, αλλά δεν μπορούσαν να επικοινωνήσουν με τους ανθρώπους και να πάρουν αποφάσεις, κάτι που αφηνόταν στην ευχέρεια των διευθυντικών στελεχών. (Ίσως γι' αυτό ορισμένοι να εκτιμούν ότι αυτές οι θέσεις εργασίας δεν κινδυνεύουν από την τεχνητή νοημοσύνη). Όμως αυτό που είχε πει κάποτε ο Hans Moravec (ότι δηλαδή οι μηχανές μπορεί να είναι σε θέση να κάνουν ατελείωτες μαθηματικές πράξεις σε απίστευτες ταχύτητες, όμως δε μπορούν να απαντήσουν σε μια απλή ερώτηση, ή να ανεβούν μια σκάλα), το οποίο κατά μία έννοια «προστάτευσε» πολλές μεσαίες και χαμηλού επιπέδου θέσεις εργασίας κατά το παρελθόν, ίσως έχει φτάσει στο σημείο καμπής του. Όπως γράφουν στο βιβλίο τους «Race Against the Machine» οι Erik Brynjolfsson και Andrew McAfee, τα ρομπότ και οι μηχανές έχουν φτάσει στο σημείο να κινούνται και να σκέφτονται όπως οι άνθρωποι. Η Amazon έχει τοποθετήσει ρομπότ στις αποθήκες της, οι χρήστες έξυπνων κινητών τηλεφώνων μπορούν πλέον να πουν στη συσκευή τους «Έχω χαθεί, βοήθεια!» και αυτή να τους δείξει το δρόμο για το σπίτι τους! Για να μη μιλήσουμε για τα αυτοκίνητα που κινούνται χωρίς... οδηγό! Πριν από μια δεκαετία κάτι τέτοιο θεωρούνταν αδύνατο, πλέον έχει φτάσει στο σημείο να θεωρείται μέχρι και... βαρετό, σχολιάζει ο Derek Thompson στο The Atlantic! Σε τι υπερέχει ο άνθρωπος Το 19ο αιώνα η νέα τεχνολογία παραγωγής αντικατέστησε αυτό που μέχρι τότε έκανε εξειδικευμένο προσωπικό. Στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, εξελιγμένα λογισμικά συστήματα πήραν τη θέση εργαζομένων μεσαίου εισοδήματος (κάτι που οικονομολόγοι, όπως ο David Autor, ονομάζουν ως «υπονόμευσης της μεσαίας τάξης του εργατικού δυναμικού»). Το πρώτο «κύμα» έδειξε ότι οι μηχανές ήταν καλύτερες στη συναρμολόγηση αντικειμένων. Το δεύτερο, ότι οι μηχανές ήταν καλύτερες στην οργάνωση. Σήμερα, με την ύπαρξη αυτο-κινούμενων... αυτοκινήτων, σε τι είναι άραγε καλύτερος ο άνθρωπος; Ο άνθρωπος θα είναι πάντα ανώτερος σε ό,τι έχει να κάνει με τη φροντίδα των συνανθρώπων του. Υπό αυτό το πρίσμα, η αυτοματοποίηση δεν κάνει τον κόσμο χειρότερο. Αντίθετα, δημιουργεί νέες ευκαιρίες για την ανθρώπινη εφευρετικότητα. Όσο κι αν θα θέλαμε να γνωρίζουμε τι θα γίνει στο μέλλον, θα ήταν εξαιρετικά πιεστικό και στρεσογόνο να ξέρουμε για ποια ακριβώς επαγγέλματα... «έχει έρθει η σειρά τους»! Η αλήθεια άλλωστε είναι πάντα πιο τρομακτική... και αυτή είναι ότι... δεν έχουμε ιδέα τι ακολουθεί!  

Τα παιδιά της Ιοκάστης

Λάιος – Ιοκάστη… Ιοκάστη – Οιδίποδας… Οιδίποδας – Αντιγόνη και Ισμήνη… Αυτή είναι η ελληνική τραγωδία που εξιστορεί το ξεκίνημα και το τέλος του δυστυχισμένου ήρωα που ο Φρόυντ διάλεξε σαν πρότυπο όλης της ανθρώπινης μοίρας. Απ’ την τραγωδία αυτή, πλούσια σε πρωταγωνιστές και κομπάρσους, ο Φρόυντ ξεχώρισε μόνο τον Οιδίποδα, το γιό – εραστή της μητέρας του και φονιά του πατέρα του: μας περιγράφει εκτεταμένα τα αισθήματα, τις ελπίδες και τις τύψεις του. Για τον Οιδίποδα μας μιλάει αδιάκοπα, για την Ιοκάστη όμως, τη συμπρωταγωνίστριά του;

Ποιός νοιάζεται για κείνην; Για κείνην που ο πόθος τη σπρώχνει να κοιμηθεί με τον ίδιο της το γιό, τη σάρκα της σάρκας της, αυτόν που ανήκει στο φύλο στο οποίο η ίδια δεν μπορεί να ανήκει, για κείνην, μια και είναι γυναίκα. Η Ιοκάστη, μυθικό πρόσωπο της ελληνική μυθολογίας –ιστορίας που αναφέρεται στον Όμηρο, είναι η πραγματοποίηση του πανάρχαιου ανδρογυνικού ονείρου όλης της ανθρωπότητας, είναι δυνατόν ποτέ να ξεχαστεί; Εκείνη που ολοκληρώνει το Όν κατορθώνοντας το αδύνατο, εκείνη που αναπληρώνει την Έλλειψη, που αναιρεί τον Ευνουχισμό, μπορεί ποτέ να μείνει στη σκιά;

Τα παιδιά της τα ξέρουμε, είμαστε όλοι εμείς, αλλά ποιά ήταν η Ιοκάστη; Ήταν κόρη του Βοιωτού ήρωα Μενοικέα, αδελφή του Κρέοντα και της Ιππονόμης, σύζυγος του Αλκαίου. Αποτελεί το δεύτερο τραγικό πρόσωπο του «Θηβαϊκού Κύκλου», μετά τον Οιδίποδα. Παντρεύτηκε τον Λάιο, βασιλιά της Θήβας. Επειδή δεν έκαναν παιδιά, αποφασίζει ο Λάιος να πάρει πυθικό χρησμό για το μέλλον του. Το Μαντείο των Δελφών του λέει να μην κάνει παιδιά, γιατί ο γιος, που θα αποκτήσει από την Ιοκάστη, θα τον σκοτώσει. Έτσι, αποκρύπτοντας το χρησμοδότημα, αποφεύγει τη συνεύρεση μαζί της. Η Ιοκάστη όμως, σε ένα από τα μεθύσια του Λαΐου, επιδιώκει την επαφή μαζί του με αποτέλεσμα να γεννήσει αγόρι. Ο Λάιος της αποκαλύπτει το περιεχόμενο του χρησμού που είχε λάβει κάποτε και αποφασίζουν να παρατήσουν το νεογέννητο στο βουνό Κιθαιρώνα.

Έτσι διατάζουν έναν δούλο να δέσει τα πόδια του μωρού και να το αφήσει έκθετο στο βουνό. Ο δούλος, υπακούοντας δένει από τα πόδια το παιδί και το παρατά στο βουνό. Εκεί ένας βοσκός βρίσκει το αγοράκι και το παραδίδει στο βασιλικό ζεύγος της Κορίνθου, Πόλυβο και Μερόπη, που ήταν άτεκνο. Κατά μια άλλη μαρτυρία ο δούλος του Λαΐου ήταν αυτός που παρέδωσε το παιδί. Περνούν τα χρόνια και ο Λάιος αποφασίζει να πάει στην Πυθία, να μάθει τι απέγινε το παιδί του. Σ’ ένα τρίστρατο των Θηβών, την «Σχιστή οδό», συναντά έναν νεαρό και εμπλέκεται μαζί του σε έντονο λεκτικό διάλογο. Αποτέλεσμα ήταν να προκληθεί ο θάνατός του, από τον νεαρό, μετά από μια σύντομη μάχη.

Τα νέα του θανάτου διαδίδονται γρήγορα στην πόλη, από τον μοναδικό διασωθέντα δούλο. Αναλαμβάνει τη ηγεσία της Θήβας, ο αδελφός της Ιοκάστης, ο Κρέοντας. Τότε παρουσιάζεται στο προσκήνιο η Σφίγγα. Η αδυναμία του Κρέοντα να επιλύσει το πρόβλημα, τον οδηγεί να ανακηρύξει πως όποιος σκοτώσει την Σφίγγα θα πάρει ως έπαθλο την βασιλεία της Θήβας και θα παντρευτεί την Ιοκάστη, χήρα του Λαΐου. Η Σφίγγα θανατώνεται από τον Οιδίποδα, ο οποίος ανακηρύσσεται βασιλιάς των Θηβών και σύζυγος της Ιοκάστης. Η Ιοκάστη αποκτά με τον Οιδίποδα τέσσερα παιδιά: τους δίδυμους Ετεοκλή και Πολυνείκη, την Αντιγόνη και την Ισμήνη.

Μετά το φονικό της Σφίγγας, ξεσπά στη Θήβα λοιμός. Για επτά χρόνια η πόλη ταλανίζεται. Η διάνοια του Οιδίποδα δεν μπορεί να επιλύσει το πρόβλημα. Έτσι στέλνεται ο Κρέοντας στο Μαντείο των Δελφών ή, κατά τη συνηθέστερη μορφή του μύθου, πηγαίνει να βρει τον μάντη Τειρεσία για να μάθουν τι φταίει και πώς αυτό θα διορθωθεί. Στο έργο του Σοφοκλή «Οιδίπους Τύραννος» βλέπουμε πως αποκαλύπτεται ο Οιδίποδας ως ο υπαίτιος του λοιμού και ποιες ανόσιες πράξεις έκανε άθελά του. Η Ιοκάστη, όταν έμαθε πως ο άντρας που παντρεύτηκε και έκανε παιδιά, ήταν γιος δικός της και του Λαΐου (ή όταν έμαθε, πως ο Οιδίποδας το ανακάλυψε) και πως ήταν αυτός ο φονιάς του, κλείστηκε στο δωμάτιό της και, αφού αγκάλιασε για τελευταία φορά τα παιδιά της, κρεμάστηκε.

Χαρακτηριστικό αποτελεί, στην ομηρική «Οδύσσεια», πως ο Οδυσσέας, όταν κατέβηκε στον Άδη (με οδηγίες της Κίρκης), της έδωσε να πιει αίμα για να μάθει τη ζωή της, όταν πήγε για να πάρει χρησμό από τον νεκρό Τειρεσία, άρα πιθανολογείται πως η Ιοκάστη το γνώριζε. Πως τώρα ο Φρόυντ καταφέρνει να μας φορτώσει τα ανομήματα της Ιοκάστης και των παιδιών της μόνο το σχιζοφρενές μυαλό ενός εμπαθούς μισογύνη, Επιτυχημένου Ψυχοπαθούς γνωρίζει. !!! Αλλά όχι, δεν είναι οι γυναίκες όπως ο ψυχοπαθής Φρόυντ και οι όμοιοι του που επιδιώκουν να μας επιβάλλουν. Υπάρχει και η άλλη οπτική που εξυψώνει την γυναίκα, αλλά την γυναίκα πολεμίστρια και όχι την κουφιοκέφαλη ανόητη μπιμπο ..

«Τα παιδιά της Ιοκάστης» είναι ένα συναρπαστικό βιβλίο που γράφτηκε το 1980 απ’ την ψυχαναλύτρια Κριστιάν Ολιβιέ η οποία, με πολύ απλό, σαφή και ευανάγνωστο τρόπο αναλύει τον αέναο πόλεμο των δύο φύλων, από πού πηγάζει, πώς διαιωνίζεται από γενιά σε γενιά και πώς μπορούμε να τον αντιμετωπίσουμε. Έχουν περάσει 32 χρόνια από τότε και το βιβλίο παραμένει απίστευτα διαχρονικό και εύστοχο.

Διαβάζοντάς το, πολύ πιθανόν ν’ ανακαλύψετε συμπεριφορές, είτε δικές σας είτε του οικογενειακού περιβάλλοντος και των φίλων σας, οι οποίες ανάγονται υποσυνείδητα στον τρόπο με τον οποίο μεγαλώσατε… Επιλέξαμε κάποια αποσπάσματα απ’ το βιβλίο ώστε να πάρετε μια πρώτη γεύση, όσο για τα υπόλοιπα, δεν έχετε παρά ν’ αποκτήσετε το συγκεκριμένο βιβλίο και πού ξέρετε… ίσως καταφέρετε ν’ απελευθερωθείτε απ’ τη σκιά της Ιοκάστης! Εμείς οι συντάκτες του terrapapers το προτείνουμε ανεπιφύλακτα, πρέπει να διαβαστεί από κάθε άντρα και κάθε γυναίκα που θέλει να γνωρίζει τι στο καλό γίνεται και τι να κάνει…

Τόσο καιρό είχα αφεθεί να με ορίζουν οι άλλοι με το «δικό τους» τρόπο και το «δικό τους» λεξιλόγιο, που εγώ δεν αναγνώριζα και δεν καταλάβαινα. Γιατί άραγε τους άφηνα να μιλούν για μένα τη στιγμή που εγώ δεν έλεγα τίποτα για κείνους; Αποφάσισα να μιλήσω επιτέλους «κι εγώ» γι’ αυτούς και να τους ορίσω με τη σειρά μου μέσα σε μια θεωρία γραμμένη από γυναίκα, με γυναικείες λέξεις και γυναικείες φαντασιώσεις… Τ’ «Όνομα του Πατέρα» τους το χαρίζω, είναι δική τους υπόθεση. Εγώ θ’ ασχοληθώ με τη «Σκιά της Μητέρας». Αν η θεωρία της ψυχανάλυσης γράφτηκε αρχικά στο αρσενικό γένος, δεν ήρθε πια η στιγμή να διαβαστεί στο θηλυκό;

Απ’ τη μια έχουμε την ψυχαναλυτική γλώσσα, επιτηδευμένη, πολύπλοκη, μελετημένη για ν’ αποκλείει, να αποπροσανατολίζει, να μπερδεύει όποιον δεν είναι ψυχαναλυτής. Απ’ την άλλη έχουμε τη φεμινιστική γλώσσα, χρωματισμένη, εικονογραφημένη, «σεξουαλικοποιημένη», φτιαγμένη για να είναι προσιτή και κατανοητή ακόμα και σ’ όποιον δεν είναι φεμινιστής, γιατί ακριβώς ελάχιστοι είναι και έχουμε κι αυτούς που δεν μπορούν να κατανοήσουν ούτε τη μια ούτε την άλλη γλώσσα, γιατί απλούστατα δεν είναι, έτσι και αλλιώς, εξτρεμιστές.

Η Ιοκάστη, μυθικό πρόσωπο της ελληνική μυθολογίας –ιστορίας που αναφέρεται στον Όμηρο, είναι η πραγματοποίηση του πανάρχαιου ανδρογυνικού ονείρου όλης της ανθρωπότητας, είναι δυνατόν ποτέ να ξεχαστεί; Εκείνη που ολοκληρώνει το Όν κατορθώνοντας το αδύνατο, εκείνη που αναπληρώνει την Έλλειψη, που αναιρεί τον Ευνουχισμό, μπορεί ποτέ να μείνει στη σκιά;

Όμως, εκεί την άφησε ο Σοφοκλής (και στη συνέχεια ο Φρόυντ) όχι ολότελα, ωστόσο, γιατί παρόλο που η παρουσία της στην αρχαία τραγωδία είναι σύντομη, τα λίγα λόγια που προφέρει έχουν σαν αποτέλεσμα να βυθίσουν τον Οιδίποδα και τους θεατές στην κατάπληξη: «Μακάρι να μη μάθαινες ποτέ ποιός είσαι!» Ώστε λοιπόν, η Ιοκάστη ήξερε; Είχε μάθει για την καταγωγή του Οιδίποδα και για τον θάνατο του πατέρα του και συνειδητά συνέχιζε να διαιωνίζει το έγκλημα με το γιό της; Η Ιοκάστη πιο ένοχη απ’ τον Οιδίποδα; Ο Οιδίποδας παιχνίδι της Ιοκάστης και του πόθου της; Οι Ιοκάστες έχουν σβήσει; Ο Φρόυντ δεν αναφέρει τίποτα σχετικά μ’ αυτό. Γιατί αυτή η σιωπή σ’ ό’ τι αφορά την Ιοκάστη; Η σιωπή αυτή μπορεί βέβαια να κατάφερε να κάνει πιστευτή την αθωότητα της μητέρας, η μητέρα όμως μπορεί να ξεφύγει από μία μοίρα απ’ την οποία δεν μπορούν να ξεφύγουν τα παιδιά της;

Η απουσία του πατέρα απ’ το πλευρό των παιδιών του, που επιβάλλουν οι άντρες, οι γυναίκες τη δέχονται, με αποτέλεσμα να μονοπωλούν εκείνες την εξουσία πάνω στα παιδιά. Ο Λάιος απών, η Ιοκάστη μόνη έχοντας καταλάβει όλο το χώρο δίπλα στον Οιδίποδα. Δεν είναι το κλασικό σχήμα κι αυτό το σχήμα δεν ανήκει εξίσου στο σύγχρονο δράμα όσο και στην αρχαία τραγωδία; Η Ιοκάστη λοιπόν ήξερε και ήθελε να βιώσει την αιμομικτική σχέση με το γιό της! Οι σημερινές γυναίκες θέλουν και ξέρουν τί κάνουν παίρνοντας την πρώτη θέση στο πλευρό των παιδιών τους;

Αντιλαμβάνονται τί προβλήματα δημιουργούν έτσι στους γιούς και τις κόρες τους; Δεν περνάει άραγε καθόλου απ’ το μυαλό των γυναικών, που λένε με το φυσικότερο τρόπο του κόσμου, μιλώντας για το γιό τους, «περνάει το Οιδιπόδειό του», ότι και αυτές «περνούν το Ιοκάστειό τους»; Αν ο Οιδίποδας αποτελεί το παγκόσμιο πρότυπο του άντρα, η Ιοκάστη δεν αντιπροσωπεύει αντίστοιχα τον αιώνιο μύθο της γυναίκας – μητέρας;

Σαν γυναίκα και σαν ψυχαναλύτρια που είμαι, είναι φυσικό να προσελκύει την προσοχή μου αυτό το πρόσωπο που απουσιάζει απ’ τη φροϋδική θεωρία. Πώς να μην εντυπωσιαστώ απ’ το γεγονός ότι η θεωρία πάνω στην οποία στηρίζομαι σαν ψυχαναλύτρια, δεν περιέχει την παραμικρή αναφορά στη γυναίκα; Πώς μπορώ να μη δώ ότι, αν οι άντρες που συναναστρέφομαι είναι οι γιοί της Ιοκάστης, οι γυναίκες είναι οι κόρες της; Τί κρύβεται κάτω απ ‘αυτό; Τί σημαίνει για κείνες και για μένα; Θα μιλήσουμε λοιπόν κι εκείνες κι εγώ, η καθεμιά με τη σειρά της, έτσι ώστε να μπορέσουμε να ορίσουμε τους εαυτούς μας με διαφορετικό τρόπο από κείνον που χρησιμοποίησε ως τώρα η ψυχανάλυση για να μας ορίσει. Πέρασε πιά ο καιρός που ο άντρας έκοβε τη γυναίκα στα μέτρα του, ή μάλλον στα μέτρα της ανάγκης του για εξουσία.

Είναι φανερό ότι η ψυχαναλυτική θεωρία αποκαλύπτει αυτό που ο άντρας απαιτεί απ’ τη γυναίκα ΝΑ ΕΙΝΑΙ, χωρίς να δείχνει αυτό που εκείνη πραγματικά ΕΙΝΑΙ. Όπως δηλαδή πολύ σωστά γράφει η Luce Irigaray : «Τα κύρια αξιώματα και η όλη θεωρία της ψυχανάλυσης δεν έχουν ως τώρα κάνει γνωστή την επιθυμία της γυναίκας». Λυπούμαστε επομένως μαζί με την Germaine Greere που η ψυχανάλυση «έχει πατέρα αλλά δεν έχει μητέρα».

Ο Φρόυντ υπήρξε ο πρώτος που τόλμησε ένα διάβημα τόσο εγωκεντρικό, αντίθετο δηλαδή πρός οποιοδήποτε επιστημονικό διάβημα: αντί να πάρει ένα αντικείμενο μελέτης μέσα στον κόσμο, πήρε τον εαυτό του σαν αντικείμενο έρευνας και σύγκρινε το αποτέλεσμα με τους μεγάλους μύθους της ανθρωπότητας: τον Οιδίποδα, τον Μωυσή, τον Μιχαήλ Άγγελο. Βλέπουμε ότι συνήθως κυριαρχούν οι αντρικές μορφές. Φυσικό δεν είναι; Ο Φρόυντ άντρας δεν ήταν; Πώς θα μπορούσε να μελετήσει την ψυχολογία της γυναίκας, αφού ο ίδιος ήταν άντρας;

Για να ΤΗΝ ορίσει λοιπόν, αρκέστηκε να παρατηρήσει τη ζωή της γυναίκας του 1880, μικροαστής που ζούσε μέσα σε μια συμβατική οικογένεια, όπου οι ρόλοι ήταν προκαθορισμένοι αιώνες πρίν. Βρισκόμαστε λοιπόν μπροστά σε μια ψυχανάλυση που, στηριγμένη στην απόδειξη την οποία έβγαλε ο Φρόυντ απ’ το δικό του περιβάλλον και τη δική του οικογένεια, δεν παραχωρεί στις γυναίκες παρά μια θέση κατά πολύ υποδεέστερη. Με την εμφάνιση του Φρόυντ η γυναικεία κατωτερότητα, που είχε ήδη επιβληθεί κοινωνικά, απέκτησε επιστημονικό κύρος.

Τί μπορεί να πεί σήμερα μια ψυχαναλύτρια για την απόπειρα του Φρόυντ να προσαρμόσει τη γυναίκα στα μέτρα του άντρα; Προφανώς ότι, όπως ο Θεός έπλασε την Εύα απ’ το πλευρό του Αδάμ, έτσι και ο Φρόυντ έπλασε τη γυναικεία σεξουαλικότητα από την αρσενική λίμπιντο. Δεν πρόκειται για τον ίδιο μύθο; Δεν έχει σαν πυρήνα τις αντρικές φαντασιώσεις σ’ έναν πατριαρχικό πολιτισμό, όπου ο άντρας θεωρείται ανώτερος και η γυναίκα κατώτερη;

Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Φρόυντ διάλεγε πάντα μύθους από τον ελληνικό και το ρωμαϊκό πολιτισμό, που ήταν και οι δύο πατριαρχικοί, γιατί, αν έριχνε μια ματιά και στους άλλους πολιτισμούς, θα ανακάλυπτε τον «άλλο γυναικείο μύθο» με τις μάγισσες, τις αμαζόνες, τις αρχέγονες θεότητες, τις πολεμικές βαλκυρίες. Η εικόνα μας σίγουρα θα είχε επηρεαστεί, ο ρόλος μας θα είχε αντιμετωπιστεί εντελώς διαφορετικά. Προσεγγίζοντας τον άντρα απ’ τη σκοπιά του ήρωα, ο Φρόυντ του έδωσε βέβαια μιαν αιώνια διάσταση.

Ατυχώς όμως το υποσυνείδητο ενός μικροαστού του περασμένου αιώνα, που δεν μπορούσε να φανταστεί περισσότερο απ’ ότι οι άλλοι άντρες της εποχής του κάποιαν άλλη κατάσταση για τη γυναίκα από την κοινωνική κατωτερότητα στην οποία τότε βρισκόταν. Βλέποντάς τη να σωπαίνει μπροστά στον άντρα, έβγαλε το συμπέρασμα πως είναι ανίκανη για πνευματική υπεροχή. Βλέποντάς τη να υπηρετεί τον άντρα, πίστεψε πως είναι μαζοχίστρια. Βλέποντάς τη να ασχολείται με το παιδί, θεώρησε ότι η μητρότητα αναπληρώνει την έλλειψή της (κατά την περίφημη εξίσωση: πέος = παιδί).

Οι γυναίκες αντιλαμβάνονται λοιπόν σήμερα, μετά από ένα μακρύ διάστημα σιωπής, πως αν ο Φρόυντ έστησε για τον άντρα ένα άγαλμα σε ακλόνητο βάθρο, για τη γυναίκα έστησε το άγαλμα της Μητρότητας και της ηλίθιας γονιμότητας, που είναι αδύνατο να τις αντιπροσωπεύει πια, οι οποίες νιώθουν σα να βγαίνουν από μια παράξενη φυλακή όπου τις είχαν περιορίσει οι άντρες. Πραγματικά οι φεμινίστριες, καταγγέλοντας σήμερα το φαλλοκρατικό σύστημα, ρίχνουν όλες τις ευθύνες σ’ έναν μόνο άνθρωπο: τον πατέρα της ψυχανάλυσης.

Με τον ίδιο τρόπο που ο Φρόυντ χρησιμοποίησε το δικό του Οιδιπόδειο για να καταλήξει στο Οιδιπόδειο όλης της ανθρωπότητας, ξεκινάμε τώρα απ’ το «δικό του» Οιδιπόδειο και το «δικό του» μισογυνισμό για να εξηγήσουμε το μισογυνισμό όλης της ανθρωπότητας. Για να ξοφλήσει το λογαριασμό με τη μητέρα του, ο Φρόυντ αναγκάστηκε να επιτεθεί σε όλες τις γυναίκες: όλες αυτές οι γυναίκες έχουν τώρα σκοπό να τον βγάλουν από τον τάφο του και να τον εκδικηθούν – οφθαλμόν αντί οφθαλμού, οδόντα αντί οδόντος.

Η ψυχανάλυση μοιάζει με ένα είδος πανούκλας που προσβάλλει μόνο γυναίκες. Κι αυτό γιατί μέχρι σήμερα μας δίνει μόνο τη μια εκδοχή: ασχολείται μόνο με το αρσενικό, παρόλο που αυτό το αρσενικό έχει ανάγκη, για να επιβεβαιωθεί, από το αντίθετό του που ονομάζεται γυναίκα ή θηλυκό. Η εικόνα μας δεν είναι παρά αυτή που επιβάλλει ο άντρας με στόχο να διατηρήσει τα πρωτεία του. Εμείς, οι γυναίκες, τί σχέση έχουμε με αυτό που φαντάζεται ο άντρας; Δε θα’ πρεπε να είχαμε καθορίσει με τη σειρά μας αυτό που ελπίζουμε να βρούμε στον άντρα; Δεν έχουμε πληρώσει πολύ ακριβά το γεγονός ότι αφήσαμε να μας ορίζει κάποιος άλλος; Ήρθε η ώρα να μιλήσουμε επιτέλους εμείς οι ίδιες για μας!

Αν το αρσενικό έχει σαν σκοπό και λειτουργία να φυλακίζει, να εγκλωβίζει, να πνίγει το θηλυκό, τότε δεν έχουμε καμία σχέση με αυτά που λένε, και πρέπει να ορίσουμε μόνες τον εαυτό μας. Να ποιό είναι το καθήκον των γυναικών – ψυχαναλυτριών: οφείλουν να γράψουν «την άλλη ψυχανάλυση». Και αυτήν την άλλη ψυχανάλυση θα τη γράψουμε ξεκινώντας πάλι απ’ τον Φρόυντ και καταγγέλοντας τον αντιφεμινισμό του. Μόνο ακολουθώντας την πορεία του Φρόυντ σε αντιπαράθεση με τη σεξουαλική ανάπτυξη του κοριτσιού, έχουμε κάποια πιθανότητα να επανορθώσουμε το βασικό του λάθος στο θέμα της γυναικείας σεξουαλικότητας.

Εγώ, σαν γυναίκα, θέλω να ψάξω απ’ την αρχή αυτή τη θεωρία που βασίστηκε σε αντρικές φαντασιώσεις και διατυπώθηκε στην αντρική γλώσσα. Μια γλώσσα η οποία περιέχει λέξεις που σημάδεψαν ανεξίτηλα τη θηλυκότητα και που πολλές απ’ αυτές, εξαιτίας του ιδιόμορφου κώδικα στον οποίο υπάγονται, κατάφεραν ν’ αποκλείσουν τη γυναίκα από τις περιοχές του άντρα. Το καταλαβαίνουν άραγε οι άντρες ότι οι γυναίκες είναι αποκλεισμένες, εν μέρει ή συνολικά, από έννοιες που χρησιμοποιούνται τόσο συχνά στα ψυχαναλυτικά συγγράμματα και εκφράζονται με τις λέξεις: ΥΠΕΡΕΓΩ, ΕΞΙΔΑΝΙΚΕΥΣΗ, ΗΔΟΝΗ, ΦΑΛΛΙΣΜΟΣ;…

Μετά το θάνατο του Φρόυντ οι ψυχαναλυτές δεν έχασαν στιγμή, με αποτέλεσμα αυτή τη στιγμή η εξαιρετική πολυπλοκότητα των ψυχαναλυτικών συγγραμμάτων ν’ αποπροσανατολίζει, αφού στρέφοντας την προσοχή μας στον τύπο (την ορολογία) μας απομακρύνει από την ουσία. Μπλεχτήκαμε στον πόλεμο των ψυχαναλυτικών φωνημάτων παραγνωρίζοντας έτσι τον υπόγειο πόλεμο των φύλων. Εξαιτίας αυτής της παραγνώρισης ο πόλεμος ανάμεσα στα δύο φύλα ξεσπάει τώρα με τόση ορμή.

Δε ρίχνω όλη την ευθύνη στους ψυχαναλυτές, σίγουρα όμως σε κάτι έχουν φταίξει: δεν είναι δυνατό ν’ ασχολείται κανείς καθημερινά με το υποσυνείδητο των δύο φύλων χωρίς να βγάζει μερικά συμπεράσματα για το διαφορετικό τρόπο λειτουργίας και για τις επιθυμίες του καθενός. Δε μπορούμε να έχουμε τον τελευταίο λόγο στη θεραπεία, μπορούμε να βγάλουμε ωστόσο μερικά γενικά συμπεράσματα σχετικά με το αντρικό και το γυναικείο υποσυνείδητο.

Για παράδειγμα, η σχέση εξουσιαστή – εξουσιαζόμενου που καταγγέλλουν οι γυναίκες – τόσο στο οικογενειακό όσο και στο κοινωνικό επίπεδο – πρέπει να μελετηθεί όταν δημιουργείται για πρώτη φορά στη ζωή της γυναίκας. Δεν είναι με τον άντρα που δημιουργείται για πρώτη φορά αυτή η σχέση αλλά με μιαν ΑΛΛΗ γυναίκα: τη ΜΗΤΕΡΑ. Δεν είναι λοιπόν απαραίτητο να ξαναμελετήσουμε τη σχέση μητέρας – κόρης αν θέλουμε να κατανοήσουμε τί ακριβώς συμβαίνει αργότερα στη σχέση με τον άντρα; Γιατί αυτό που βιώνουμε στη σχέση με τον άντρα δεν είναι παρά μια επανάληψη – τί είναι αυτό που επαναλαμβάνεται όμως;

Αν αρχικά ο Φρόυντ ικανοποιήθηκε φτιάχνοντας μια φαινομενικά λογική θεωρία, που μας υποβάθμιζε ιδιαίτερα σαν γυναίκες, δεν ήταν σαν να γκρέμιζε στο τέλος με τα χέρια του ό’ τι είχε με τόσο κόπο οικοδομήσει; Δεν παραδέχτηκε κατά κάποιο τρόπο την ανικανότητά του να κατανοήσει την ανάπτυξη του κοριτσιού; Δεν ήταν σαν να μας υποδείκνυε ο ίδιος τις παραλείψεις του όταν έγραφε στη Marie Bonaparte, ψυχαναλύτρια εκείνης της εποχής, και τη ρωτούσε: «Τί επιθυμεί η γυναίκα;»

Θα σπάσω λοιπόν τη σιωπή που είναι η μοίρα των γυναικών και των ψυχαναλυτών. Ξέρω βέβαια ότι αυτό που θα’ πρεπε κανονικά να γράψω, σαν γυναίκα που είμαι, είναι κάποια μελέτη πάνω στην εκπαίδευση του παιδιού – αυτόν μόνο τον τομέα μας έχουν παραχωρήσει. Αρνούμαι όμως αυτό το παιχνίδι της μητέρας και του παιδιού, γιατί δεν είμαι καθόλου σίγουρη ότι η εκπαίδευση είναι μόνο γυναικεία αποστολή, παρά τη σχετική επιθυμία που εκφράζουν ορισμένες γυναίκες και αντίθετα βέβαια με αυτό που πιστεύουν οι άντρες…

Το Οιδιπόδειο μας έχει παίξει τόσα παιχνίδια, και στους μεν και στους δε, που προτού μιλήσουμε για τους ρόλους μας, είναι πιο φρόνιμο να εξετάσουμε τις ιστορίες μας  …κι οι ιστορίες μας περνούν από το Οιδιπόδειο. Θα χρειαστεί λοιπόν ν’ αναλύσουμε τη λογική του, ν’ ανακαλύψουμε τις παγίδες του και να καταγγείλουμε τα αδιέξοδά του.

Το Οιδιπόδειο που πέρασε ο Φρόυντ και που γι’ αυτό μας μίλησε, δεν ήταν παρά το Οιδιπόδειο ενός μικρού αγοριού που ζούσε μέσα σε μια κοινωνία, όπου ο ρόλος του άντρα ήταν «κοινωνικός» και της γυναίκας «οικογενειακός». Αν οι ρόλοι αυτοί αντιστραφούν ή αν απλά το περιεχόμενό τους μοιραστεί, όπως προτείνουν οι φεμινίστριες, τι θα συμβεί άραγε στο παιδί του κάθε φύλου;

Ήρθε η ώρα να ξαναδώσουμε πίσω στη γυναίκα το δικαίωμα του λόγου που της είχε αφαιρεθεί. Ν’ ακούσουμε τί έχει να πεί αντί να κλείνουμε τα αυτιά μας όπως κάνουν οι περισσότεροι άντρες – που τους χαλάει την «τάξη» των πραγμάτων αυτή η φωνή που έρχεται από μακριά. Τόσο η γυναικεία ψυχαναλυτική σιωπή γύρω από τη γυναικεία σεξουαλικότητα, όσο και η ακατάπαυστη αντρική φλυαρία γύρω απ’ αυτήν μας οδηγεί στο εξής ερώτημα:

Δεν υπάρχει άραγε καμία γυναίκα που θα «τολμήσει» να θυμηθεί την παιδική της ηλικία όπως έκανε ο Φρόυντ; Γιατί οι γυναίκες εξακολουθούν να ορίζονται από τις αντρικές αναμνήσεις; Ως πότε θα δεχόμαστε να κυβερνάει τη ζωή μας το Οιδιπόδειο του άντρα; Ως πότε θ’ ανεχόμαστε να ξεκαθαρίζει με μας ο άντρας τους ανοιχτούς λογαριασμούς του με τη ΜΗΤΕΡΑ;

Γιατί ο Φρόυντ δέχτηκε μια τόσο βίαιη επίθεση απ’ τις γυναίκες; Γιατί αυτός κι όχι κάποιος άλλος; Αφού ξέρουμε καλά πως δεν είναι ο μόνος σεξιστής, ο μόνος φαλλοκράτης, ο μόνος εχθρός των γυναικών. Ναί, αλλά είναι ο μόνος που ανήγαγε τη «δική του» αλήθεια σε αντικειμενική επιστήμη και τη «δική του» σεξουαλικότητα σε πανανθρώπινη.

Στην ψυχανάλυση βρίσκουμε τη μορφή της γυναίκας όπως τη φαντάστηκε ένας άντρας, μορφή που είναι βέβαια αρεστή και στους άλλους άντρες, αλλά που δεν έχει σχεδόν καμία σχέση μ’ αυτό που είναι στ’ αλήθεια «η γυναίκα». Ο Φρόυντ στάθηκε ο πρωταίτιος της παραμόρφωσης της γυναικείας σεξουαλικότητας. Συνειδητοποιώντας ότι η νέα αυτή μορφή της απέχει πολύ απ’ την πραγματική, οι γυναίκες προσπαθούν σήμερα να την αλλάξουν.

Αν στο ξεκίνημα της ψυχανάλυσης δε βρέθηκε καμία γυναίκα να θυμηθεί την ιστορία του μικρού κοριτσιού που υπήρξε κάποτε, βρέθηκε ωστόσο ένας και μόνον άντρας να θυμηθεί τη ζωή που έζησε σαν μικρό αγόρι κοντά στη μητέρα του… Ας μην ξεχνάμε πως τον Φρόυντ τον λάτρευε η μητέρα του: ήταν γυναίκα νέα, όμορφη, επιθυμητή, παντρεμένη μ’ έναν άντρα πολύ μεγαλύτερό της, κι αντλούσε απ’ το γιό της τόση ευχαρίστηση, που βέβαια του δημιουργούσε προβλήματα. Απ’ αυτήν ακριβώς τη συγκεκριμένη σχέση με τη μητέρα του, ο μικρός Σίγκμουντ, όταν έγινε πιά άντρας, έβγαλε τα συμπεράσματά του για την αντρική ανάπτυξη. Το ότι αυτά δεν έχουν μέχρι σήμερα αμφισβητηθεί σημαίνει ότι ήταν σωστά. Δε συμβαίνει όμως το ίδιο σε ό’ τι αφορά τη γυναίκα.

Το γεγονός ότι δε συνάντησε δυσκολίες αναλύοντας την ανάπτυξη του αγοριού, φαίνεται πως έκανε τον Φρόυντ να πέσει σε μια παγίδα «αναλογίας», με αποτέλεσμα να ορίσει αρχικά την ανάπτυξη του κοριτσιού ως συμμετρική πρός εκείνη του αγοριού, πράγμα που τον οδήγησε σε περίεργες αντιφάσεις. Θέλησε να φτιάξει μια συμμετρία πάνω σε μια βασική ασυμμετρία, αυτήν των δύο φύλων. Θεωρούσε αναμφισβήτητη την υπεροχή του αρσενικού φύλου.

Επομένως, έχοντας θέσει αυτό σαν πρώτο σκέλος του συλλογισμού του, ήταν υποχρεωμένος να χαράξει για το κορίτσι μια πολύπλοκη εσωτερική πορεία, τέτοια που να τεκμηριώνει και να δικαιολογεί την «υπεροχή» του αρσενικού φύλου. Φαίνεται λοιπόν πως χρειάστηκε αρκετό κόπο για να επεξεργαστεί τη θεωρία που ανέπτυξε με κάθε λεπτομέρεια το 1905 στο Τρία δοκίμια για τη σεξουαλικότητα, και που σήμερα φαίνεται γεμάτο από απίθανες υποθέσεις. Να οι δύο πιό εντυπωσιακές απ’ αυτές: ο «φθόνος του πέους» και η «παραίτηση από την κλειτορίδα».

Ο φθόνος του πέους, που στηρίζεται στην πεποίθηση ότι το κορίτσι υποφέρει επειδή δεν έχει αρσενικό όργανο, είναι ένα δεδομένο που επαναλαμβάνεται ιδιαίτερα σε όλα τα γραπτά του Φρόυντ που αναφέρονται στην παιδική σεξουαλικότητα του κοριτσιού. Θα πρέπει ο Φρόυντ να είχε πολύ μεγάλη σιγουριά επειδή ανήκε στο μόνο φύλο που άξιζε, όπως πίστευε (ή μήπως ένιωθε την τεράστια ανάγκη να πείσει γι’ αυτό τον εαυτό του), για να ορίσει σαν μοναδικά ελατήρια της ψυχολογικής ανάπτυξης του κοριτσιού το φθόνο και τη ζήλια για το όργανο του αγοριού.

Θα χρειαστεί να περιμένουμε τη δημοσίευση μιας άλλης έρευνας από μια γυναίκα αυτή τη φορά, για ν’ ακούσουμε κάτι το εντελώς διαφορετικό. Η Luce Irigaray αποφασίζει, το 1974, να σπάσει επιτέλους την τυφλή εμπιστοσύνη σ’ ένα φροϋδικό δόγμα.

Με δύο λόγια, η γυναίκα (σύμφωνα με την L. Irigaray) θα δεχόταν να φαίνεται ότι χάνει ή έχει χάσει κάτι προκειμένου ν’ αποφύγει να δεί ο άντρας πως χάνει, πως του αφαιρούν κάτι. Γιατί είναι αλήθεια πως ο άντρας δεν αποτελεί «όλον» περισσότερο απ’ ότι η γυναίκα. Δεν έχει παρά αμυδρά χαρακτηριστικά θηλυκότητας (ατροφικά στήθη, απουσία μήτρας). Κι η ψυχαναλύτρια συνεχίζει με μια λογική αυτή τη φορά αναντίρρητα γυναικεία: «Η επιθυμία της γυναίκας να «το» έχει δίνει στον άντρα την ασφάλεια ότι «το» έχει…

Αλλιώς γιατί να μην αναφερθούμε και σ’ έναν αντρικό ‘φθόνο του κόλπου’, ‘της μήτρας’, ‘του τραχήλου’, κ.τ.λ. στην επιθυμία δηλαδή που νιώθει ο κάθε πόλος της σεξουαλικής διαφοράς ‘να έχει ένα τέτοιο σαν του άλλου’; Στην αγανάκτησή του που είναι ελαττωματικός, ελλειπτικός μπροστά στον ετερόφυλό του, τον άλλον. Στη «μεροληψία» της φύσης, της μητέρας, που δε μας χάρισε παρά μόνον ένα φύλο;»

Τελικά ο φθόνος δεν είναι μόνο γυναικείος, αλλά ανήκει και στα δύο φύλα εξίσου. Έχει σαν αντικείμενο τα σεξουαλικά χαρίσματα του «άλλου». Κάτι τέτοιο αποδεικνύουν άλλωστε και τα σεξουαλικά παιχνίδια των παιδιών, που συνίστανται στο να προσπαθεί το ένα να δεί τα γεννητικά όργανα του άλλου. Σε όλα αυτά τα δοκίμια γύρω απ’ το φθόνο του πέους, ο Φρόυντ δε μας μιλάει τελικά για το «δικό του» φθόνο του στήθους, της θηλυκότητας, της μητρότητας; Για όλα όσα εμείς έχουμε και οι άντρες ανέκαθεν ονειρεύονταν – οι ποιητές πάντα υμνούσαν; Πραγματικά πόσες πασίγνωστες ελεγείες, πόσες αξιόλογες στροφές και πόσες σύγχρονες ωδές δεν αντηχούν στη μνήμη μας υμνώντας το περίφημο στήθος, πηγή τόσων απολαύσεων για τον άντρα, πού, μια και δεν το έχει ο ίδιος, μπορεί να το βλέπει και να το αγγίζει μόνο στον «άλλον»;

Η λογοτεχνία ποτέ δεν έπαψε να πλέκει το εγκώμιο στους λαιμούς, τα στήθη μας, τη λεπτή μας μέση, με δύο λόγια στο καθετί που δεν έχει ο άντρας και το επιθυμεί. Το αντικείμενο του αρσενικού φθόνου είναι ασφαλώς το στήθος, πολυτραγουδισμένο, ωραιοποιημένο, στολισμένο με όλες τις χάρες της τρυφερότητας, της πληρότητας και της γλυκύτητας που χαρακτηρίζουν τη μητέρα. Μπορούμε όμως να καταλήξουμε απ’ τον αντρικό «φθόνο του στήθους» σ’ έναν αντίστοιχο γυναικείο «φθόνο του πέους»;

Πως μπορεί αυτή η καινούργια ψυχαναλυτική άποψη να καταγραφεί αντίθετα σε τόσους αιώνες ποίησης και λογοτεχνίας; Πού μπορώ να διαβάσω εκείνο το άλλο τραγούδι που, απ’ τη μεριά των γυναικών, υμνεί τα αντρικά χαρίσματα; Γιατί σ’ αυτό το αρσενικό όργανο που ο Φρόυντ το θεώρησε αντικείμενο φθόνου των γυναικών, πρέπει να παραδεχτούμε ότι δεν έδωσαν μορφή, τόσο στην τέχνη όσο και στη λογοτεχνία, παρά μόνον άντρες: ελληνική γλυπτική, ετρουσκική αγγειοπλαστική, ζωγραφική του Πικάσο, του Σαγκάλ, του Νταλί, μυθιστορήματα του Ντ. Λώρενς, του Χένρυ Μίλερ κ.α. Κι απ’ την πλευρά των γυναικών; Η σιωπή, η απουσία του λόγου: αυτό το τόσο αγαπημένο, το τόσο επιθυμητό αντικείμενο δε φιγουράρει πουθενά, ούτε στη γυναικεία λογοτεχνία ούτε στη γυναικεία ζωγραφική.

Η Annie Leclerc, απαριθμώντας τα χαρίσματα που ανανεώνονται δίχως τέλος στο γυναικείο κορμί, δε διστάζει να τοποθετήσει το φθόνο στο «αντίθετο στρατόπεδο»… Πραγματικά, ο φθόνος του πέους που μας αποδίδουν, μπορεί να μην είναι παρά το αντίστροφο του «φθόνου του στήθους» που κατέχει τους άντρες. Το στήθος όλοι το γνωρίσαμε αρχικά στην αγκαλιά της μητέρας και μεγαλώνοντας το χάσαμε: από τότε ονειρευόμαστε πάντα να το ξαναβρούμε.

Την απώλεια όμως μόνον η γυναίκα είναι σε θέση να την επανορθώσει, και επειδή το έχει στο ίδιο της το κορμί και επειδή αυτό που της δίνει ο άντρας, το δέχεται ακριβώς όπως δεχόταν εκείνο που της έδινε άλλοτε η μητέρα. Το αντρικό όργανο, που για τον ίδιο τον άντρα αποτελεί μέσο επίθεσης, η γυναίκα το δέχεται σαν γενναιόδωρο στήθος.

«Όταν κάνουμε έρωτα, είμαι γεμάτη από σένα, μαγεμένη από σένα και το τραγούδι των παλμικών σου κινήσεων, δε νιώθω πως με παίρνεις, νιώθω πως είμαι κεί ολοκληρωμένη, περισσότερο ολοκληρωμένη παρά ποτέ…» Έτσι εκφράζονται οι γυναίκες όταν αποφασίζουν να μιλήσουν ανοιχτά για τη σεξουαλικότητά τους. Δεν αναφέρονται σε τίποτα απ’ ότι μπορεί να φαντάζεται πως ισχύει ο άντρας: δε νιώθουν σα να «τις παίρνουν», να τις «κατακτούν», να τις «βιάζουν». Νιώθουν συνεπαρμένες, υπέροχα ολοκληρωμένες, νιώθουν πληρότητα, νά πώς βιώνουν οι γυναίκες τη σεξουαλική σχέση. Για να τα νιώσουν όλα αυτά χρειάζονται βέβαια το αντρικό πέος, δεν το φθονούν όμως.

Ο «αποστερημένος» σ’ αυτή την υπόθεση είναι επομένως ο άντρας, που δεν έχει άλλο τρόπο για ν’ αναπληρώσει την αρχική απώλεια του μητρικού στήθους απ’ το να κοιτάζει και ν’ αγγίζει όσο το δυνατόν πιό πολύ το γυναικείο στήθος. Ο άντρας είναι ο πεινασμένος, αυτός ποθεί το στήθος, άλλο αν κατάφερε να μεταβιβάσει επιδέξια σ’ εμάς την ακόρεστη επιθυμία του ξεγελώντας μας και ξεγελώντας ταυτόχρονα και τον ίδιο του τον εαυτό. Οι άντρες δεν αγαπούν πραγματικά τις γυναίκες. Τις αποζητούν, τις ποθούν, τις κερδίζουν, ωστόσο δεν μπορούν ακόμα να τις αγαπήσουν.

Όσο για τις γυναίκες, αυτές αλληλομισούνται. Να πού ανοίγει ένας καινούργιος δρόμος στην ψυχανάλυση: όχι μόνο πρέπει να επανεξεταστεί η θεωρία για τη γυναικεία σεξουαλικότητα, αλλά πρέπει να εξηγηθεί αυτό το μίσος «της γυναίκας πρός τη γυναίκα». Εκείνο που απαιτεί μιαν εξήγηση δεν είναι ο φθόνος του πέους αλλά η επιθετικότητα απέναντι στη μητέρα, την πρώτη γυναίκα στη ζωή του κοριτσιού.

Η παραίτηση από τη κλειτοριδική ηδονή: το ότι ο αυθεντικός γυναικείος οργασμός είναι αποτέλεσμα της εσωτερικής αρσενικής διείσδυσης (πρός ζημιά των των εξωτερικών κλειτοριδικών αισθήσεων που έχουν θεωρηθεί δευτερεύουσες, εξαρτηματικές ή νευρωτικές) είναι ένα επιχείρημα που οι άντρες δεν έχουν πάψει να χρησιμοποιούν με ευκολία, προκειμένου να ικανοποιήσουν τη δική τους επιθυμία.

Αποκλείουν έτσι οποιαδήποτε απαίτηση απ’ τη μεριά των γυναικών σχετικά με την ίδια τους την ηδονή! Ζούμε όμως στον αιώνα της πληροφόρησης και κανείς δε μπορεί να υποστηρίξει για πολύ μια θέση που δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα. Γιατί αυτό προσπάθησε να κάνει ο Φρόυντ. Μια αληθινή «νοερή κλειτοριδεκτομή», να τί επιχείρησε να κάνει με βάση τη θεωρία του: να πείσει τη γυναίκα να παραιτηθεί από ένα μέρος του κορμιού της που ο άντρας θεωρεί αρσενικό.

Για ν’ αυξήσει τις πιθανότητες να γίνει πειστικός, ο Φρόυντ φαντάζεται μιαν αλλαγή της ερωτογενούς ζώνης: υποστηρίζει πως αυτή μετατοπίζεται από την κλειτορίδα στον κόλπο, που βέβαια έχει δηλωθεί «θηλυκός», αφού είναι χωρίς αμφιβολία χρήσιμος στον άντρα και τον οργασμό του. Η ατυχής παρομοίωση της κλειτορίδας με το αρσενικό όργανο εμπλέκει τον Φρόυντ σε λαθεμένους συλλογισμούς, που οδηγούν τις γυναίκες στην υποχρέωση να περιορίζονται σ’ ένα μόνο μέρος του γεννητικού τους οργάνου: εκείνο που επιτρέπει ο άντρας.

Η γυναικεία ηδονή είναι τελικά υποταγμένη στην ηδονή «του άλλου», περιορισμένη στους τόπους που έχει ορίσει «ο άλλος» ή είναι διπλή και κατορθώνει να ξεφύγει απ’ τον αντρικό έλεγχο; Ο άντρας έχει πραγματικά καταφέρει να κάνει τη γυναίκα δέσμια του πέους του, που αποτελεί την πρώτη αξία του φαλλοκρατικού συστήματος, ή μήπως η γυναίκα μπορεί και δραπετεύει μέσα απ’ τα μυστικά μονοπάτια ενός κρυφού οργασμού;

Η κλειτορίδα σαν αντικείμενο επιστημονικής παρατήρησης – στο επίπεδο συνουσίας κι όχι πιά στη φαντασία μιας φαλλοκρατικής κοινωνίας – αποκαλύπτεται σαν όργανο με πλούσιες νευρώσεις από σωματίδια του Pacini. Έχει αποδειχτεί πως δεν υπάρχει οργασμός χωρίς κάποια, μικρή ή μεγάλη, συμμετοχή της κλειτορίδας. Ο κόλπος, αντίθετα, έχει οριστεί σαν αναίσθητος, εκτός απ’ το κατώτερο τμήμα του. Οι γυναίκες επομένως πασχίζουν να έρθουν σε οργασμό με ένα ακατάλληλο όργανο – εκτός αν, χωρίς να το ομολογούν, χρησιμοποιούσαν από πάντα τις κλειτοριδικές τους αισθήσεις. Αυτό δε θα γίνει γνωστό παρά μόνον όταν οι γυναίκες πάψουν να ντρέπονται να μιλήσουν γι’ αυτό το «καταδικασμένο» από πολλούς όργανο…

Οι γυναίκες μόλις τώρα ξαναρχίζουν να δείχνουν αυτό που είναι κι όχι εκείνο που οι άντρες θέλουν να είναι. Κινδυνεύουν έτσι να πάψουν να είναι αποδεκτές και θα υποχρεωθούν να επιστρέψουν στον εαυτό τους (μοναξιά ή ομοφυλοφιλία;). Είναι ριψοκίνδυνο να στοιχηματίζουμε. Μας έχουν μάθει να μετράμε τις δυνάμεις μας περισσότερο παρά να νικάμε. Οι θανατηφόρες ευχές των αντρών δεν έχουν πάψει να προκαλούν φόβο στις γυναίκες. Γι’ αυτό διαλέγουν συχνά τη σιωπή μπροστά στο θάνατο.

Παρ’ όλα όσα είχε πεί και ξαναπεί, ο Φρόυντ ένιωθε στις τελευταίες του μέρες ότι είχε προχωρήσει ελάχιστα σε ό’ τι αφορά το πρόβλημα της γυναίκας και δε δίστασε να το αναγνωρίσει δημόσια το 1925: «Γνωρίζουμε λιγότερο καλά τη σεξουαλική ζωή του κοριτσιού από του αγοριού. Ας μην ντραπούμε να το πούμε: η σεξουαλική ζωή της ενήλικης γυναίκας είναι ακόμα μια μαύρη ήπειρος (dark continent) για την ψυχολογία».

Να λοιπόν πώς πρωτοπροφέρθηκε αυτός ο περίφημος όρος που προξένησε τόση ανησυχία, μια υποκειμενική αναφορά που κατέληξε να γίνει καταστροφική. Αυτή η ήπειρος είναι ΜΑΥΡΗ μόνο για τον Φρόυντ, γιατί του προκαλεί φόβο, όπως άλλωστε του προκαλούσε φόβο καθετί το άγνωστο. Αρκεί να θυμηθούμε τη φοβία του για τα ταξίδια. Τί να πεί κανείς τότε για το ταξίδι «στην άγνωστη» ήπειρο που αντιπροσωπεύει η ΓΥΝΑΙΚΑ για τον άντρα;

Αυτό το μαύρο χρώμα μας παραπέμπει στη ΝΥΧΤΑ με τα λίγο πολύ τρομαχτικά της φαντάσματα, τα κακοποιά πνεύματα, τα θανατηφόρα οράματα, τους τρομερούς εφιάλτες. Τη νύχτα όλα μπορούν να συμβούν: είμαστε ανυπεράσπιστοι, παραδομένοι στις αόρατες δυνάμεις που με τόση ευκολία αποκρούουμε την ημέρα. Ο Φρόυντ εδώ αποκαλύπτει τον πραγματικό τρόμο του για τη γυναίκα, τόσο καλά καλυμμένο μέχρι τότε κάτω από μια θεωρία που αποσκοπούσε να «την» κρατήσει υποβαθμισμένη. Όλα αυτά αποδεικνύουν πως οι αντιλήψεις του για τη γυναίκα δεν ήταν βασισμένες στη γυναικεία πραγματικότητα αλλά στον αντρικό φόβο.

Ο Φρόυντ είτε φτιάχνει αυθαίρετες θεωρίες είτε πανικοβάλλεται μπροστά σε ό’ τι αφορά τη γυναίκα. Πηγαίνει απ’ το μαύρο στο άσπρο, απ’ το αδιαμόρφωτο σε κείνο που είναι αδύνατο να διαμορφωθεί: «Ό’ τι σχετίζεται με το θέμα του πρώτου δεσμού με τη μητέρα, μου φάνηκε πολύ δύσκολο να το αναλύσω, τόσο θαμπό απ’ το χρόνο, τόσο ξεθωριασμένο, που μόλις είναι σε θέση ν’ αναβιώσει σα να είχε υποστεί μια ιδιαίτερη αμείλικτη άπωση». Γιατί όμως μιλάει μ’ αυτόν τον τρόπο μόνο για ό’ τι αφορά τη γυναίκα; Οι άντρες θυμούνται καλύτερα τη μήτρα και την αγκαλιά που τους κρατούσε;

Όχι, απλούστατα ο Φρόυντ, παρόλο που στις Νέες διαλέξεις παύει να εκμηδενίζει τη γυναίκα όπως συνήθιζε, νιώθει την ανάγκη ωστόσο να την κρατήσει πολύ μακριά: στη σπηλιά (μαύρη) ή στους αγρούς (άσπρη). Εκεί είναι οπωσδήποτε πολύ πιό βολικά τοποθετημένη για κείνον απ’ ότι θα ήταν αν έστεκε απέναντί του. Γιατί πώς ν’ αντιμετωπίσει πρόσωπο με πρόσωπο εκείνην που είχε αρχικά λατρέψει και που την παραμέρισε στη συνέχεια για χάρη μιας άλλης;

Ο Φρόυντ υποχρεώνεται επιτέλους ν’ αντικρύσει εκείνην που είχε προτιμήσει να φανταστεί παρά να δεί στην πραγματικότητα: γι’ αυτήν δεν ισχύει κανένα από τ’ αξιώματα που ισχύουν για το αγόρι, ιδιαίτερα το οιδιπόδειο σύμπλεγμα, πάνω στο οποίο στηρίζεται όλη η αρσενική δομή, δεν ισχύει για το κορίτσι. Η βασική φροϋδική αρχή που λέει ότι «η πρώτη επιλογή ερωτικού αντικειμένου που κάνει το παιδί είναι μια αιμομικτική επιλογή» δε βρίσκει εφαρμογή στο κορίτσι αφού το μεγαλώνει η μητέρα του, που ανήκει στο ίδιο φύλο μ’ εκείνο.

Είναι ολοφάνερο ότι ο Φρόυντ πρός το τέλος της ζωής του θέλησε να ελευθερώσει το πουλί, οι φεμινίστριες όμως τον κατηγορούν ότι προηγουμένως είχε φροντίσει να του κόψει τα φτερά. Οι άντρες ψυχαναλυτές δε θεώρησαν ποτέ κλοπή το ότι παίρνοντας τον λόγο διεκδίκησαν και την αποκλειστικότητά του, κι όμως έτσι κατάφεραν να μιλούν στη θέση μας και αφαιρώντας μας το δικαίωμα του λόγου μας αφαίρεσαν μαζί και το δικαίωμα να ορίζουμε την ίδια μας τη σεξουαλικότητα, που την προσαρμόζουν στα μέτρα των δικών τους φαντασιώσεων.

Η θεωρία της ψυχανάλυσης συνέχισε να διαδίδεται προφορικά και να γράφεται αποκλειστικά από άντρες. Ο λόγος που διακόπηκε η εξέλιξη της επιστήμης της ψυχανάλυσης (με αποτέλεσμα να επαναλαμβάνονται από ένα σημείο και πέρα οι ίδιες πάντα θεωρίες) είναι ότι ακόμα και στον ψυχαναλυτικό κύκλο κυριάρχησε η οιδιπόδεια δομή πατριαρχικού τύπου, σύμφωνα με την οποία ο άντρας σκέφτεται «Δεν θα σκοτώσω τον πατέρα» και η γυναίκα «Δε θα δυσαρεστήσω τον άντρα…»

Στα πρώτα χρόνια της παιδικής ηλικίας εγκαθιδρύεται η σχέση του οιδιπόδειου συμπλέγματος, στο πλαίσιο της οποίας το αγόρι συγκεντρώνει τις σεξουαλικές του επιθυμίες στο πρόσωπο της μητέρας του. Η πρώτη επομένως επιλογή ερωτικού αντικειμένου που κάνει το παιδί είναι αιμομικτικής φύσης. Η μητέρα ήταν το πρώτο του ερωτικό αντικείμενο και συνεχίζει να είναι.

Τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά για το μικρό κορίτσι. Είχε και αυτό σαν πρώτο αντικείμενο τη μητέρα του. Πώς βρίσκει το δρόμο για τον πατέρα; Πώς, πότε και γιατί αποσπάται απ’ τη μητέρα; Το Οιδιπόδειο λοιπόν είναι η ιστορία της υποσυνείδητης σεξουαλικής επιθυμίας, η «αιμομικτική» διασταύρωση των φύλων – επιθυμία του γιού για τη μητέρα του και της μητέρας για το γιό της – υφίσταται μόνο απ’ τη μια πλευρά.

Τί συμβαίνει την ίδια περίοδο στο κορίτσι; Αφού το μεγαλώνει η μητέρα του, δεν έχει πρόσβαση στο αντικείμενο της αιμομικτικής του επιλογής, που είναι ο πατέρας, και δε γνωρίζει τη διασταύρωση των φύλων. Είναι λοιπόν κενός ο αέρας που εισπνέει αυτό το κοριτσάκι – που αργότερα θα παρουσιάζει τόσο συχνά φοβίες για το κενό, εκπληκτική βουλιμία ή ανορεξία;

Στις γυναίκες εμφανίζονται τόσα παρόμοια συμπτώματα (που έχουν να κάνουν με το κενό και το πλήρες), που δεν μπορεί να μην τεθεί το ερώτημα: με τί γεμίζει ψυχικά το κοριτσάκι, εφόσον του δίνει το μπιμπερό μια γυναίκα που βέβαια δεν το επιθυμεί, αφού ανήκει στο ίδιο φύλο μ’ εκείνο; Μπορεί το κορίτσι ν’ «αρκεστεί» στη μητέρα του; Είναι φανερό πως όχι, αφού βλέπουμε πως ύστερα απ’ αυτήν την πρώτη σχέση τους με μιαν άλλη γυναίκα οι περισσότερες γυναίκες στρέφονται πρός τον άντρα.

Ποιά κείμενα λογοτεχνίας, ποιά σκίτσα παρουσιάζουν τον πατέρα να φροντίζει το παιδί του; Να του δίνει το μπιμπερό ή να το καθαρίζει όταν λερώνεται; Κάτι τέτοιο ακόμα δε γίνεται παρά μόνο στο επίπεδο της εξαίρεσης, της αμφισβήτησης. Γιατί απλούστατα ο άντρας δεν το θέλει. Κι ακόμα και αν το ήθελε, θα το ανεχόταν η γυναίκα; Ο άντρας και η γυναίκα παίρνουν μέρος σε μια κοινή συμφωνία που κατά κάποιο τρόπο μοιράζει τους ρόλους: ο άντρας, έχοντας αποκλείσει τη γυναίκα απ’ οποιονδήποτε κοινωνικό ρόλο, της παραχωρεί μόνο τον οικογενειακό. Ο σεξισμός κυριαρχεί στο εσωτερικό της οικογένειας με τον ίδιο και απαράλλακτο τρόπο που κυριαρχεί και στο εξωτερικό της.

Η γυναίκα ασχολείται με το παιδί, ο άντρας με το χρήμα. Ποιός μπορεί να το αρνηθεί; Στις μεσογειακές χώρες ο πατέρας δεν είναι προορισμένος ν’ ασχολείται με το «μικρό», είτε είναι δικό του είτε ξένο παιδί. Απουσιάζει απ’ την ανατροφή του παιδιού κι η αλήθεια είναι πως θα’ πρεπε να έχει μεγάλο πείσμα για να επιμείνει να συμμετέχει σ’ αυτήν! Θα’ πρεπε να πείσει γι’ αυτό τόσο τους συναδέλφους του όσο και τη γυναίκα του, που με δυσκολία θα του ανέθετε την ευθύνη του παιδιού, αφού αυτή είναι η δική της αποστολή, όπως τη λένε, φυσική και έμφυτη στη γυναίκα.

Ο άντρας, αυτός, έχει σαν κύρια αποστολή να φέρνει χρήματα για να τρέφει τους διάφορους πρωταγωνιστές του δράματος που παίζεται κάτω απ’ τη στέγη του σπιτιού και στο οποίο εκείνος τις περισσότερες φορές δεν παίρνει μέρος. Για το παιδί και τις νευρώσεις του μιλάει συνήθως η μητέρα, σπάνια ο πατέρας: αυτό τ’ αφήνει στη γυναίκα του (είναι άλλωστε και το μόνο που της αφήνει). Όλα τα υπόλοιπα τ’ αναλαμβάνει εκείνος και όταν γυρίζει το βράδυ εκείνο που θέλει είναι να απαλλαγεί, θέλει την ειρήνη, τη γαλήνη, δεν μπορεί ν’ ανεχτεί τον πόλεμο, λες και ο πόλεμος είναι το καθημερινό του ψωμί, λες και δεν κάνει τίποτε άλλο απ’ το να πολεμάει, τόσο έξω απ’ την οικογένεια όσο και μέσα σ’ αυτήν.

Ποιά είναι η σχέση του άντρα με τον πόλεμο; Με τον πόλεμο που είχε άλλοτε κηρύξει στη μητέρα του, με τον πόλεμο που τώρα ξαναβρίσκει ανάμεσα στη γυναίκα και το γιό του; Του έχει μείνει λοιπόν μια τόσο κακή ανάμνηση απ’ τη σχέση μητέρας – παιδιού, που δε θα δεχόταν με τίποτα να ξαναμπλέξει σ’ αυτήν; Του είχε αφήσει τόσο βαθιά τραύματα η δική του «αιμομικτική» επιλογή, που δε θα’ θελε με κανέναν τρόπο να επέμβει στη σχέση της γυναίκας και του γιού του; Φοβάται λοιπόν ακόμα τόσο την πανίσχυρη μητέρα, που δεν τολμάει ν’ αντιταχθεί στην εξουσία που αυτή έχει πάνω στο γιό τους; Δεν είναι η ανάμνηση του ΠΟΛΕΜΟΥ που γεννάει τώρα την επιθυμία του για ΕΙΡΗΝΗ;

Έτσι, στ’ όνομα του δικού του Οιδιπόδειου, θα προσπεράσει εκείνο του γιού του και θα καταστήσει αδύνατο εκείνο της κόρης του. Προτιμάει συνήθως την ανάγνωση και τη διήγηση πολέμων και συγκρούσεων που συμβαίνουν έξω απ’ την οικογένεια: βυθίζεται στο διάβασμα της εφημερίδας, απαιτεί ησυχία μπροστά στην τηλεόραση, υποχρεώνει τον καθένα ν’ απωθήσει τις προσωπικές του συγκρούσεις για χάρη των εθνικών και διεθνών δυσκολιών. Τί παράξενος πατέρας είν’ αυτός! Θέλησε να κάνει παιδιά για να μην ασχολείται μαζί τους! Τί παράξενη μητέρα ειν’ αυτή! Είναι ενθουσιασμένη που έχει αναλάβει μόνη της τα παιδιά!

Αυτό το παιδί που το ήθελαν κι οι δύο γονείς γίνεται – εφόσον γεννιέται στον κόλπο μιας πατριαρχικής οικογένειας – «αντικείμενο της μητέρας» και μόνο. Σπανίζουν οι γυναίκες που δε θεωρούν τον εαυτό τους αναντικατάστατο παιδαγωγό και τον άντρα αναρμόδιο! Αλλά ποιός έβαλε αυτές τις ιδέες στο μυαλό των γυναικών; Ο ίδιος ο άντρας βέβαια, που απ’ τη μανία του ν’ αποφύγει τη γυναίκα μοίρασε τα καθήκοντα σε εξωτερικά κι εσωτερικά και, κρατώντας για τον εαυτό του τα εξωτερικά, ανέθεσε τα εσωτερικά στη γυναίκα του, έτσι ώστε να μην ξανασυναντηθούν ποτέ πιά, όπως πίστευε, στον ίδιο χώρο.

Σίγουρα, αλλά ο χώρος που παραχωρήθηκε μ’ αυτόν τον τρόπο στις γυναίκες δεν είναι τεράστιος; Δεν είναι αχανής σε σύγκριση με το χώρο στον οποίο κινείται ο άντρας; Αν οι δικές του ενέργειες έχουν σαν σκοπό την ευμάρεια και την κατανάλωση, το έργο της γυναίκας δεν είναι ν’ ανοίξει την όρεξη και να ξυπνήσει τις επιθυμίες του μελλοντικού καταναλωτή; Ο Φρόυντ παραπλανήθηκε κάπως σ’ αυτό το σημείο, αλλά είτε το θέλει είτε όχι, είτε το ξέρει είτε όχι, η μητέρα είναι που ξυπνάει όλες τις αισθήσεις του μωρού.

Απ’ αυτήν θα μάθει κάθε ηδονή: ο παιδικός αυνανισμός, που αποτελεί τόσο συχνό φαινόμενο, δεν είναι παρά η προσπάθεια του παιδιού να προκαλέσει μόνο του τους ερεθισμούς που του προκαλεί η αθώα, βέβαια, μητέρα. «Οι σχέσεις του παιδιού με τα πρόσωπα που το φροντίζουν αποτελούν πηγή σεξουαλικών ερεθισμών και ικανοποιήσεων, ξεκινώντας από τις ερωτογενείς ζώνες. Κι αυτό ακόμα περισσότερο αφού το πρόσωπο που έχει αναλάβει τη φροντίδα (γενικά, η μητέρα) μαρτυρεί στο παιδί τα συναισθήματα που προέρχονται από τη δική της σεξουαλική ζωή…

Μια μητέρα πιθανόν θα δοκίμαζε ζωηρή έκπληξη, αν της έλεγαν ότι με την τρυφερή συμπεριφορά της αφυπνίζει τα σεξουαλικά ένστικτα του παιδιού της και καθορίζει τη μελλοντική τους ένταση  …κι έπειτα, ακόμα κι αν η μητέρα ήταν καλύτερα πληροφορημένη για τη σημασία των σεξουαλικών ενστίκτων στο σύνολο της διανοητικής ζωής, δε θα δεχόταν να την κατηγορήσουν στο παραμικρό. Γιατί δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να εκπληρώνει το καθήκον της μαθαίνοντας το παιδί ν’ αγαπάει, και το παιδί πρέπει να γίνει ένα ολοκληρωμένο και υγιές όν, προικισμένο με μια σεξουαλικότητα σωστά αναπτυγμένη. Με άλλα λόγια, η μητέρα είναι ο πρώτος άνθρωπος που μυεί το παιδί στο μυστήριο του ερωτισμού κι η ευχαρίστηση του παιδιού έρχεται σαν απάντηση στην ευχαρίστηση της μητέρας.

Αν λοιπόν λάβουμε υπόψη πως η μητέρα – παιδαγωγός είναι μια γυναίκα που δε βρίσκει το συμπλήρωμά της παρά στο αντρικό φύλο, θα γίνει αμέσως φανερό πως ο γιός της αποτελεί γι’ αυτήν «σεξουαλικό αντικείμενο» ενώ η κόρη της όχι. Αυτό βέβαια σημαίνει πως το αγόρι βρίσκει αντίστοιχα στη μητέρα του ένα «ικανοποιητικό σεξουαλικό αντικείμενο» ενώ το κορίτσι όχι αφού το δικό του ερωτικό αντικείμενο είναι ο πατέρας.

Το γεγονός ότι η ίδια η μητέρα – που ανήκει στο γυναικείο φύλο – ασχολείται και με το αγόρι και με το κορίτσι, αρκεί για να γεννηθεί μια βασική ασυμμετρία ανάμεσα στα φύλα: το ένα φύλο, το αρσενικό, έχει ένα επαρκές σεξουαλικό αντικείμενο απ’ τη στιγμή που γεννιέται, ενώ το άλλο φύλο, το θηλυκό, δεν έχει και πρέπει να περιμένει ώσπου να συναντήσει έναν άντρα ώστε να μπορέσει να γνωρίσει την ικανοποίηση. Δε χωράει επομένως αμφιβολία πως ένα αίσθημα ανικανοποίητου γεννιέται και ριζώνει στην ψυχή της γυναίκας.

Η συμμετρία ανάμεσα στα φύλα αποδεικνύεται αρχικά αδύνατη απέναντι στη μητέρα. Αυτή η διαφορά που σχηματίζεται απ’ την κούνια θα εξελιχθεί σε μια ασυμφωνία ανάμεσα στους ενήλικες των δύο φύλων, που θα’ ναι δύσκολο να ξεπεραστεί. Το κοριτσάκι πρέπει να βρεί κάποιον άλλο τρόπο να «διαμορφωθεί» αφού δεν έχει πρόσβαση στο αντίθετο φύλο. Το κορμί του κοριτσιού δεν είναι αρχικά επιθυμητό από κανένα.

Δεν έχει πρωταρχικό ερωτικό αντικείμενο για το λόγο ότι δεν υπάρχουν πολλοί πατεράδες που να μένουν σπίτι για ν’ ασχοληθούν με την κόρη τους. Μπορούμε λοιπόν να πούμε πως οι «οιδιπόδειες» γυναίκες, που να’ χουν σαν πρώτο ερωτικό αντικείμενο τον πατέρα, δεν υπάρχουν, τουλάχιστον όχι ακόμα. Υπάρχουν μόνο κορίτσια που βιώνουν με τη μητέρα τους μια σχέση στερημένη από επιθυμία και που στρέφονται λίγο πολύ όψιμα προς τον πατέρα.

Ο έρωτας είναι η ασθένεια της ψυχής

Πρέπει να εξετάσουμε έναν τελευταίο μύθο που βρίσκουμε μέσα στο Συμπόσιο, ένα μύθο που περικλείνει βαθιές σημασίες σε κρυπτική μορφή. Πρόκειται για μια ειδική εκδοχή περί της γεννήσεως του θεού Έρωτα. Όταν γεννήθηκε η Αφροδίτη, οι θεοί έκαναν ένα συμπόσιο στον κήπο του Δία. Ο Πόρος, ο οποίος συμμετείχε στο συμπόσιο, μέθυσε και αποκοιμήθηκε. Τότε η Πενία, που είχε έρθει για να ζητιανέψει και δεν την είχαν αφήσει να ‘μπει στον κήπο, επωφελήθηκε από την κατάστασή του και έκανε τον Πόρο να συνουσιαστεί μαζί της, σχεδιάζοντας να κάνει ένα παιδί μαζί του. Αυτό το παιδί ήταν ό Ερως. Διάφορες ερμηνείες αυτού του μύθου έχουν επιχειρηθεί.

Η επικρατέστερη άποψη, η οποία ενισχύεται από τα συμφραζόμενα του όλου χωρίου, είναι ότι ο Πόρος εκφράζει την πληρότητα και, ως εκ τούτου, από μία μεταφυσική σκοπιά, το Είναι, ενώ η Πενία εκπροσωπεί την Ενδεια, την Ελλειψη (του Είναι), τη στέρηση, η οποία παίζει τόσο σημαντικό ρόλο στην ελληνική φιλοσοφία και σχετίζεται ουσιαστικά με την έννοια της ύλης. Σε μιαν ατμόσφαιρα όμοια με  εκείνη της γεννήσεως της Αφροδίτης – δηλαδή υπό το έμβλημα αυτής της θεάς – το Είναι ενώνεται με το Μη Είναι σε μια στιγμή τυφλής μέθης. Και αυτή η ανορθολογική ένωση (ο Πόρος, μεθυσμένος, είχε πέσει κάτω από την αληθινή του φύση ως γιού της Μήτιδος, η οποία εκπροσωπεί τη σοφία) χαρακτηρίζει τον ίδιο τον καρπό της, τον έρωτα και την επιθυμία προσωποποιημένα στον Έρωτα.
Από αυτή τη σκοπιά ιδωμένος, ο έρωτας έχει και από άλλες απόψεις αυτή την ενδιάμεση, διφορούμενη φύση για την οποία μιλήσαμε. Είναι την ίδια στιγμή πλούσιος και φτωχός εξαιτίας της διπλής (μητρικής και πατρικής) του κληρονομιάς. Εκτός από «επίφοβος γητευτής» και «οχληρός κυνηγός» κουβαλάει μέσα του την Ενδεια, το Μη Είναι που προέρχεται από την Πενία, και ποτέ δεν αποκτάει περιουσία (ό,τι κερδίζει «από την μια στιγμή στην άλλη, του φεύγει και πάλι χωρίς να το καταλάβει»).
Παρ’ όλο που απ’ τη μαια μεριά είναι θνητός, είναι αθάνατος λόγω της πατρικής του κληρονομιάς. Γι΄ αυτό, πεθαίνει και χάνεται μόνο για να γεννηθεί και πάλι, ατελείωτα. Με άλλα λόγια, είναι μια δίψα για την οποία κάθε εκπλήρωση είναι στιγμιαία και απατηλή. Τέτοια είναι η φύση του Έρωτα, του «πιστού υπηρέτη της Αφροδίτης».

Ερμηνευμένος κατ΄ αυτόν τον τρόπο, και αν παραβλέψουμε ορισμένες καθαρά διανοητικές αναφορές στην εξιστόρηση του Πλάτωνα, ένας τέτοιος μύθος για την προέλευση του έρωτα είναι βαθύς. Φωτίζει το μεταφυσικό νόημα της εξωστρεφούς σεξουαλικής επιθυμίας ως υπόβαθρο του «κύκλου της αναπαραγωγής» και δείχνει τη θεμελιακή, αθεράπευτη αντίφασή της.

Ο μύθος αυτός μπορεί να συσχετιστεί με πολλούς άλλους που αναφέρονται στην Πτώση. Η μέθυσμένη ένωση του είναι (Πόρος) με τη στέρηση (Πενία) είναι βασικά όμοια με το θνητό έρωτα του Νάρκισσου για την αντανάκλαση της εικόνας του στο νερό. Ανατολικές ιδιαίτερα παραδόσεις, βασισμένες στην ιδέα της πεπερασμένης ύπαρξης που κυβερνιέται από την ψευδαίσθηση (μάγια), περικλείνουν το παράδοξο γεγονός της υπερβατικής έλλειψης ή του σκοταδιού (ισοδύναμου με τη μέθη ή τη λιποθυμία του Πόρου) και της επιθυμίας που ωθεί το είναι να ταυτιστεί με το «άλλο» του (την κατάσταση του μη είναι). Ως εκ τούτου, το είναι υπόκειται στο νόμο της δυαδικότητας και του γίγνεσθαι. Ή μάλλον, γεννάει αυτό το νόμο, και η επιθυμία ή δίψα γίνεται η ρίζα της ύπαρξής του μέσα στο χρόνο.

Εδώ μπορούμε να επιστρέψουμε ακόμα μια φορά στην ερμηνεία του Πλωτίνου σχετικά με τη διπλή γέννηση του Έρωτα. Η πρώτη από αυτές τις γεννήσεις σχετίζεται με την Ουρανία Αφροδίτη, η οποία παρουσιάζεται από τον Πλωτίνο να ενσαρκώνει το θηλυκό αντίστοιχο της καθαρά αρσενικής διανοητικής αρχής, του νοός. Γονιμοποιημένη από το νου και αιωνίως ενωμένη μαζί του, γεννάει τον έρωτα. Είναι ο πρωταρχικός έρωτας που γεννιέται ανάμεσα σε δύο πρόσωπα από την ίδια τους την ομορφιά.

Είναι η αμοιβαία επιθυμία του άνδρα και της γυναίκας  που ποθούν ο ένας τον άλλον, βλέποντας ο καθένας τον εαυτό του να αντανακλάται στο πρόσωπο του άλλου, για την γέννηση των πνευματικών όντων. Όσο για τη δεύτερη γέννηση του Έρωτα, ο Πλωτίνος στην πραγματικότητα αναφέρεται στον μύθο του Πόρου και της Πενίας. Ο έρως ο οποίος γεννιέται απ’ αυτό το ζευγάρι είναι η επιθυμία που γεννιέται στην κατώτερη περιοχή, που την χαρακτηρίζει η έλλειψη λογικότητας και η αιώνια έλλειψη, επειδή έχει γεννηθεί εδώ κάτω σ’ αυτόν τον κόσμο από την ένωση του εαυτού του με μια απλή αντανάκλαση ή φάντασμα του αληθινού «αγαθού» (όπως  στο μύθο του Νάρκισσου). Γράφει ο Πλωτίνος:
Λόγος ουν γενόμενος εν ου λόγω αορίστω δε εφέσει και υποστάσει αμυδρά εποίησε το γενόμενον ου τέλεον ουδέ ικανόν, ελλιπές δε, άτε εξ εφέσεως αορίστου και λόγου ικανού γεγννημένον… Εξήρτηται δε [έρως] ψυχής ως εξ εκείνης μεν γενόμενος ως αρχής, μίγμα δε ων εκ λόγου ου μείναντος εν αυτώ, αλλά μιχθέντος αοριστία, ουκ αυτού ανακραθέντος εκείνη [ύλη]… Και έστιν ο έρως οίον οίστρος άπορος τη εαυτού φύσει… ου γαρ έχει πληρούσθαι δια το μη έχειν το μείγμα. Μόνον γαρ πληρούται αληθώς, οτι περ και πεπλήρωται τη εαυτού φύσει. ο δε δια την συνούσαν ένδειαν εφίεται, καν παραχρήμα πληρωθή ου στέγει. επεί και το ευμήχανον αυτώ δια την ένδειαν, το δε ποριστικόν δια την του λόγου φύσιν.
Οι Έλληνες φιλόσοφοι έβλεπαν, ως ουσία και έσχατη σημασία της γενέσεως της ύπαρξης που κλείνεται μέσα στον ατέρμονο κύκλο της αναπαραγωγής, την κατάσταση εκείνου «που είναι και δεν είναι», τη «ζωή αναμεμειγμένη με την ζωή». Και μη ζωή είναι η φύση του έρωτα και της επιθυμίας όπως μας αποκαλύπτεται μέσ’ από τον μύθο του Πόρου και της Πενίας. Οι εραστές, κληρονόμοι της μέθης που κατέλαβε τον Πόρο όταν γεννήθηκε η Αφροδίτη, στην πραγματικότητα παραδίνουν τον εαυτό τους στον θάνατο εκεί που πιστεύουν ότι συνεχίζουν τη ζωή επιθυμώντας και αναπαραγόμενοι. Νομίζουν ότι ξεπερνούν τη δυαδικότητα τη στιγμή που στην πραγματικότητα την επιβεβαιώνουν.

Και αυτό ακριβώς επειδή η επιθυμία, όταν εξωστρέφεται ως πόθος που εξαρτάται από κάποιον «άλλον», όπως συμβαίνει  στις περισσότερες περιπτώσεις, συνεπάγεται την έλλειψη, μια έμφυτη και στοιχειώδη έλλειψη. Και ακριβώς όταν η επιθυμία νομίζει ότι ικανοποιείται, επιβεβαιώνει αυτή την έλλειψη και ενισχύει το νόμο της εξάρτησης, της ανεπάρκειας, της αδυναμίας απέναντί στο «είναι» με μιαν απόλυτη έννοια. Αποδιώχνει την απόλυτη ζωή όταν τη ζητάει από τα έξω, χύνοντάς την και χάνοντάς την μέσα στη γυναίκα. Αυτό είναι το παράδοξο της δίψας όταν αντικρίζεται από μια μεταφυσική σκοπιά. Η ικανοποίηση δεν σβήνει τη δίψα αλλά την επιβεβαιώνει αφήνοντας να εννοηθεί ότι ένα «ναι» έχει ειπωθεί σ΄ αυτήν.
Είναι η αιώνια στέρηση του έρωτα, που ότι κατακτάει πάντα το χάνει. Μέσ’ από τις πολλές του αναγεννήσεις ο Έρως παραμένει στην ίδια στέρηση και την ίδια ανάγκη. Είναι λοιπόν ένας εξωστρεφής και καθολικός έρωτας που ωθεί τους ανθρώπους σε ενώσεις μέσα στις οποίες δεν υπερβαίνεται η δυάδα. Η δυαδικότητα άνδρας και γυναίκα την οποία προϋποθέτει ο ίδιος ο πόθος σφραγίζει μοιραία το αποτέλεσμα: η πράξη τους φέρνει έναν «άλλον», το παιδί, στη ζωή. Το «άλλο» που τη στιγμή της μέθης, της σπασμωδικής έκστασης και της ένωσης εικονίζεται στο πρόσωπο της γυναίκας , εκπροσωπείται εδώ από το «άλλο» που είναι το παιδί, στο οποίο μαζί με τη ζωή μεταδίδεται και το μοιραίο πεπρωμένο του θανάτου (η θνητή αθανασία του Έρωτα).
Με το παιδί θα υπάρξει πράγματι μια διάρκεια, μία συνέχιση, αλλά μια συνέχιση του είδους, αποτελούμενη από πολλές  ξεχωριστές υπάρξεις που η καθεμία επιδιώκει  το «είναι» μάταια – όχι η διάρκεια μιας υπερβατικά ολοκληρωμένης συνείδησης, η οποία σταματά τη ροή. Έτσι θα μπορούσε να ειπωθεί ότι ο γιος σκοτώνει τον πατέρα και ο θεός της γης εξαπατάει εκείνους που πιστεύουν ότι στη γυναίκα έχουν βρει την εκπλήρωση και το τέλος της αγωνίας. Η ζωική γέννηση περικόπτει και θρυμματίζει την αιώνια γέννηση ή αναγέννηση. Η ετερογένεση (η αναπαραγωγή του άλλου, δηλαδή του παιδιού) παίρνει τηθέση της αυτοαναπαραγωγής – της ανδρογυνικής πλήρωσης.

Όλο αυτό μπορεί να μας χρησιμεύσει μια ακόμα συμβολή στη μεταφυσική εκείνου που ονομάσαμε πορεία του έρωτα προς την Πτώση. Σε αυτό ακριβώς αναφέρεται το γεγονός ότι συχνά στον παραδοσιακό κόσμο, τόσο στην Ανατολή όσο και στην αρχαία Δύση, οι θεότητες του έρωτα και της γονιμότητας ήταν την ίδια στιγμή και θεότητες του θανάτου. Είναι γνωστή, για παράδειγμα, αυτή η ταφική επιγραφή για τον Πρίαπο: «Custos sepulcri pene districto deus Priapus ego sum». [Είμαι ο θεός Πρίαπος, φύλακας του τάφου με το πέος ανορθωμένο].

Μπορούμε να υποδείξουμε εδώ μια από τις πιθανές ερμηνείες ενός άλλου πασίγνωστου ελληνικού μύθου, του μύθου της Πανδώρας. Η αλυσόδεση του Προμηθέα (από τον οποίον ο Δίας πήρε πίσω τη φωτιά-ψυχή) βρίσκει το αντίστοιχό της στο δώρο της Πανδώρας, της γυναίκας του πόθου, το «αντικείμενο της ελπίδας που θα ματαιωθεί», το οποίο έδωσαν οι θεοί στον Επιμηθέα, τον αδελφό του Προμηθέα. Ο Επιμηθέας (που σημαίνει, «εκείνος που ανακαλύπτει πολύ αργά») μπορεί στην πραγματικότητα να μην είναι ένα ξεχωριστό ον αλλά μια άλλη όψη του Τιτάνα, φτιαγμένη από την ίδια τιτανική ουσία αλλά πιο βραδυκίνητη.

Εδώ φαίνεται σαν ο θεός να βρήκε έναν τρόπο να ακυρώσει την προμηθεϊκή απόπειρα στη μορφή του έρωτα. Παρ’ όλες τις προειδοποιήσεις του Προμηθέα, ο Επιμηθέας δέχεται το δώρο της Πανδώρας, αφήνεται να μαγευτεί και το απολαμβάνει χωρίς να συνειδητοποιεί την εξαπάτηση από την επιθυμία του, με την οποία οι Ολύμπιοι γελούν. Στο κουτί της Πανδώρας (της δόθηκε αυτό το όνομα επειδή φάνηκε να συγκεντρώνει τα χαρίσματα όλων των θεών) δεν απομένει παρά μόνο η παραπλανητική ελπίδα. Ο μύθος μας λέει ότι με την Πανδώρα τελειώνει μια εποχή. Μές από τη γυναίκα και την επιθυμία έρχεται στον κόσμο ο θάνατος.

Σε αυτό το επίπεδο, μπορούμε επίσης να καταλάβουμε την καταδίκη της γυναίκας και της σεξουαλικότητας από εκείνους που επιζητούν την αιώνια ζωή και την υπέρβαση της ανθρώπινης κατάστασης μές από τη στενή οδό του ασκητισμού. Μόνο υπό  τέτοιες προϋποθέσεις, και όχι τις Πλατωνικές μπορεί ο ένας έρωτας να αντιτεθεί στον άλλον. Σε αντιπαράθεση με τον έρωτα σαν μια θετική μέθη, σε ένα μαγνητικό κύκλο στον οποίον το «άλλο» ον χρησιμεύει μόνο σαν τροφή και η δυάδα έχει εξαρχής λυθεί, στέκει ο σαρκικός έρωτας, η επιθυμία και δίψα, μια τυφλή παρόρμηση για επιβεβαίωση μέσω μιας ψευδαισθησιακής κατοχής, η οποία εκπίπτει στη ζωώδη αναπαραγωγή.

Από αυτή την άποψη το αποφασιστικό στοιχείο έχει ίσως εκφραστεί  καλύτερα σε ορισμένα εδάφια των αποκρύφων Ευαγγελίων που έχουν μια αποκρυφιστική και γνωστικιστική έμπνευση. Στο Ευαγγέλιο τωνΑιγυπτίων διαβάζουμε: «Επειδή λέγουν ότι ο Σωτήρας διακήρυξε, «Έρχομαι να δώσω τέλος στο έργο της γυναίκας, δηλαδή τον πόθο [cupidas, επιθυμία], το έργο της γέννησης και του θανάτου». Αυτή είναι λοιπόν η πρώτη δυνατότητα. Και «Όταν ο Κύριος μίλησε καταλήγοντας όπως έπρεπε, η Σαλώμη ρώτησε, «Μέχρι πότε οι άνθρωποι θα πεθαίνουν;» και ο Κύριος αποκρίθηκε και είπε, «Φάτε απ’ όλους τους καρπούς, αλλά μη φάτε από εκείνον που έχει την πίκρα του θανάτου». Και όταν η Σαλώμη ρώτησε πότε αυτά που ήθελε να μάθει θα της γίνονταν καθαρά, ο Κύριος είπε,
«Όταν θα ποδοπατηθεί ο μανδύας της ντροπής και τα δύο γίνουν ένα και ο άνδρας και η γυναίκα δεν θα είναι πια άνδρας και γυναίκα».
Γι΄ αυτό και ο Πλωτίνος μιλούσε για έναν έρωτα που είναι ασθένεια της ψυχής, «σαν η επιθυμία για το αγαθό να φέρει ένα κακό μέσα της». Με αυτό τον τρόπο έδειχνε ακριβώς την αμφισημία του φαινομένου για το οποίο μιλούσε.

Η Μεταφυσική του Φύλου

«Υπάρχει μια πνευματική και σωματική κατάσταση κατά την οποία τα πάντα εκμηδενίζονται μέσα μας, στη σκέψη μας, στην καρδιά μας και στις αισθήσεις μας. Ονομάζω αυτήν την κατάσταση … έρωτα»P. Bourget

Στον άνθρωπο, η σεξουαλικότητα έχει τη δική της φυσιογνωμία. Είναι ήδη σε μέγαλο βαθμό ελεύθερη – και τόσο πιό ελεύθερη όσο πιό διαφοροποιημένο είναι το άτομο – από τα δεσμά και τους εποχιακούς κύκλους του σεξουαλικού οίστρου που διατηρούνται στη σεξουαλικότητα των ζώων (και πιό πολύ στα θηλυκά απ’ ό,τι στα αρσενικά).
Η έννοια του σεξουαλικού έρωτα ως μια απ’ τις φυσικές ανάγκες του ανθρώπου είναι επίσης προϊόν μιας παρανόησης. Κατά βάσιν, η φυσική σεξουαλική επιθυμία ποτέ δεν υπάρχει στον άνθρωπο. Η επιθυμία του ανθρώπου είναι πάντοτε και ουσιωδώς ψυχική, και η σωματική όψη της επιθυμίας του είναι απλώς μια μετάφραση και μια μεταφορά της ψυχικής του επιθυμίας.
Η αναπαραγωγή είναι μια πιθανή συνέπεια της σεξουαλικής δραστηριότητας αλλά με κανέναν τρόπο δεν περιέχεται στην πραγματική εμπειρία της σεξουαλικής διέγερσης. Ακόμα και στην περίπτωση όπου ένας άνδρας και μια γυναίκα ζευγαρώνουν με σκοπό να φέρουν στον κόσμο ένα παιδί, οπωσδήποτε δεν έχουν αυτήν την ιδέα στο νού τη στιγμή της ένωσής τους, ούτε είναι αυτή που τους ανυψώνει και τους μεταφέρει την ώρα της συνουσίας.

Το πραγματικά θεμελιώδες γεγονός είναι η έλξη που γεννιέται ανάμεσα σε δύο όντα διαφορετικού φύλου, μαζί με όλο το μυστήριο και τη μεταφυσική τα οποία συνεπάγεται αυτή η έλξη. Είναι η επιθυμία του ενός για τον άλλον, η ακατανίκητη παρόρμηση για ένωση και κατοχή, μεσ’ από την οποία ενεργεί σκοτεινά μια ακόμα πιό βαθιά παρόρμηση. Σε τίποτε απ’ όλ’ αυτά η «αναπαραγωγή», ως συνειδησιακό γεγονός, δεν παίζει τον παραμικρό ρόλο.

Σε περιπτώσεις ισχυρού πάθους και αισθησιακής έλξης ανάμεσα στα πιό εξελιγμένα άτομα, σπανίως θα βρούμε ίχνος της «βιολογικής σκοπιμότητας», έστω και εκ των υστέρων. Όταν ένας άνδρας ελκύεται από μια γυναίκα και την επιθυμεί, προσπαθεί μάλλον να φανταστεί την «ηδονή» που μπορεί αυτή να του δώσει και να προβλέψει την έκφραση του προσώπου της και γενικά τη συμπεριφορά της πάνω στην κρίση της συνουσίας, παρά να βεβαιωθεί αν αυτή μπορεί να του εξασφαλίσει τη γέννηση ενός παιδιού που θα ταιριάζει καλύτερα στους σκοπούς του είδους.

Εκείνος που αγαπάει πραγματικά, στην επιθυμία του ν’ αποκτήσει μια γυναίκα δεν ενδιαφέρεται για την ιδέα της ηδονής περισσότερο από ό,τι για εκείνη της τεκνοποίησης. Ωστόσο, σε περιόδους παρακμής, όπως αυτή που διανύουμε, ο ερωτισμός αναπτύσσεται στην αποσχισμένη μορφή της απλής ηδονής. Ως εκ τούτου, η σεξουαλικότητα γίνεται ένα είδος ναρκωτικού, ο εθισμός στο οποίο δεν έχει τίποτα περισσότερο ιερό από τον εθισμό στα κοινά ναρκωτικά.
Δεν υπάρχει τεχνική του έρωτα η οποία να μπορεί, στη σφαίρα της «ηδονής», να οδηγήσει σε μια έντονη και ποιοτικά διαφοροποιημένη ποιότητα δίχως προϋποθέσεις εσωτερικής, ψυχικής τάξεως. Όταν αυτές είναι παρούσες, το άγγιγμα ενός χεριού μπορεί να προκαλέσει μερικές φορές μεγαλύτερη μέθη από ό,τι οποιαδήποτε επιδέξια ενεργοποίηση των ερωτογόνων ζωνών.
Ο έρως δεν μπορεί να εξηγηθεί μέσω της βιολογικής σκοπιμότητας, μέσω της γενετήσιας ενόρμησης ή μέσω της αφηρημένης ιδέας της «ηδονής» ως αυτοσκοπού. Πρέπει να θεωρηθεί ως μια κατάσταση η οποία κυβερνάει την πολικότητα των φύλων όπως ακριβώς η παρουσία του θετικού και αρνητικού πόλου κυβερνάει το φαινόμενο του μαγνητισμού και κάθε τί που συνδέεται με ένα μαγνητικό πεδίο. Στις παραδοσιακές διδασκαλίες της Άπω Ανατολής, όταν ένας άνδρας και μια γυναίκα συναντιούνται, ακόμα και χωρίς την παραμικρή φυσική επαφή, μια ειδική ενέργεια, ή άυλο «ρευστό», το λεγόμενο τσινγκ, εγείρεται από τα βαθύτερα στρώματα της ύπαρξής τους.
Η ενέργεια αυτή αναβλύζει μεσ’ από την πολικότητα του γιν και του γιανγκ, τα οποία μπορούμε προσωρινά να ορίσουμε ως τις καθαρές αρχές της αρσενικής και της θηλυκής σεξουαλικότητας. Αυτή η ενέργεια, το τσινγκ, είναι μια εξειδίκευση της θεμελιώδους ζωτικής δύναμης, του τσι, και αυξάνει σε αναλογία με το βαθμό του γιανγκ και του γιν που υπάρχουν μέσα στον άνδρα και στη γυναίκα. Αυτή η μαγνητικά προκαλούμενη δύναμη έχει ως ψυχολογικό της αντίστοιχο την κατάσταση της δόνησης, της γενικής μέθης και της επιθυμίας που χαρακτηρίζουν τον ανθρώπινο έρωτα. Η δημιουργία αυτής της κατάστασης επιφέρει την πρώτη μετατόπιση του καθημερινού επιπέδου της εγρήγορης συνείδησης, την οποία μπορεί να ακολουθήσουν και άλλα στάδια.

Η απλή παρουσία της γυναίκας μπροστά στον άνδρα διεγείρει την στοιχειώδη ενέργεια τσινγκ και την αντίστοιχη κατάσταση συνείδησης. Αν ένας άνδρας και μια γυναίκα σταθούν μόνοι ο ένας απέναντι στον άλλον, ακόμα και αν καμία επαφή δεν υπάρξει, είναι το ίδιο σαν να υπήρξε. Αυτό συμβαίνει επειδή το πρώτο επίπεδο του τσινγκ, ο στοιχειώδης μαγνητισμός, έχει αφυπνιστεί. Το δεύτερο επίπεδο, ήδη πιό έντονο, εμφανίζεται με τη σωματική επαφή (που κυμαίνεται από την επαφή των χεριών και το αμοιβαίο άγγιγμα μέχρι το φιλί). Το τρίτο επίπεδο κατακτάται όταν ο άνδρας διεισδύει μέσα στη γυναίκα και αγκαλιάζεται απ’ αυτήν. Αυτό είναι και το όριο της μαγνητικής ανάπτυξης για τους περισσότερους σύγχρονους εραστές. Δεν πρόκειται ωστόσο για το αληθινό όριο, αφού υπάρχουν ακόμα στάδια τα οποία κατακτώνται στις ιερές και τελετουργικές μορφές ερωτικής πράξης…

Η ασυνήθιστη κατάσταση της υπεραισθησίας ενός ζευγαριού που το έχει συνεπάρει ο έρωτας και επιβεβαιώνει “την καθημερινή μας εμπειρία ότι η κατάσταση του έρωτα δεν είναι ούτε πνευματική, ούτε σαρκική και ξεφεύγει απ’όλες τις κατηγορίες της τρέχουσας ηθικής φιλοσοφίας” εξηγείται καλύτερα με την μαγνητική υπόθεση του Maclair. Οι μαγνητικές εξηγήσεις είναι οι μόνες αληθινές και παραμένουν κρυφές σ’ εκείνους οι οποίοι είναι πραγματικά ερωτευμένοι. Γιατί ποτέ δεν μπορούν να δικαιολογήσουν ακριβώς τον έρωτά τους και, αν κανείς τους ρωτήσει, θα προβάλλουν ένα σωρό αμήχανους λόγους… που δεν είναι άλλο από κατά προσέγγιση εξηγήσεις, κοντά ίσως στην αληθινή αιτία, η οποία όμως δεν μπορεί να αρθρωθεί.
Ένας άνδρας δεν αγαπάει μια γυναίκα επειδή είναι όμορφη, ευχάριστη, ευφυής ή χαριτωμένη, ούτε επειδή φαίνεται ικανή να του χαρίσει μια εξαιρετικά ισχυρή αισθησιακή απόλαυση. Όλες αυτές οι εξηγήσεις δίνονται μόνο και μόνο για να ικανοποιήσουν την κοινή λογική… Αγαπάει επειδή αγαπάει, πέρα από κάθε λογική και αυτό ακριβώς είναι το αίνιγμα που αποκαλύπτει τον μαγνητισμό του έρωτα.
Ο Lolli έχει ήδη διακρίνει τρείς μορφές έρωτα – του “πλατωνικού έρωτα”, του αισθησιακού και σωματικού έρωτα, και του μαγνητικού έρωτα – όπου παρατηρεί ότι ο μαγνητικός έρωτας είναι ένα μίγμα των άλλων δύο και είναι τρομακτικά ισχυρός, τόσο που κυριεύει κάθε κομμάτι του ανθρώπου αλλά έχει την έδρα του κυρίως στην αναπνοή. Στην πραγματικότητα, όμως, δεν πρόκειται για ένα ξεχωριστό είδος έρωτα αλλά για την απώτατη βάση κάθε έρωτα.

Και όπως ακριβώς δεν υπάρχει έλξη ανάμεσα σ’ εναν άνδρα και μια γυναίκα αν μια ειδική “ροή” δεν έχει εγκατασταθεί ανάμεσά τους, με τον ίδιο τρόπο ο σεξουαλικός έρωτας πεθαίνει όταν ο μαγνητισμός φθίνει. Σε αυτή την περίπτωση όλες οι προσπάθειες να κρατηθεί ζωντανή μια ερωτική σχέση είναι καταδικασμένες σε αποτυχία, όπως εάν προσπαθεί κάποιος να διατηρήσει μια μηχανή σε λειτουργία όταν δεν υπάρχει ενέργεια ή (για να χρησιμοποιήσουμε μια εικόνα που ταιριάζει καλύτερα στον μαγνητικό συμβολισμό) σαν να προσπαθούμε να κρατήσουμε ένα μέταλλο κολλημένο στον ηλεκτρομαγνήτη όταν δεν υπάρχει πλέον ρεύμα για να δημιουργήσει μαγνητικό πεδίο.

Οι εξωτερικές συνθήκες μπορεί να μην έχουν αλλάξει σε τίποτα: νεότητα, όμορφα κορμιά, συμπάθεια, πνευματική συγγένεια, κοκ. αλλά όταν το μαγνητικό πεδίο εξαντλείται, έρωτας και επιθυμία εξαφανίζονται αναπόφευκτα μαζί του. Και αν ακόμα δεν τελειώσουν όλα, αν κάθε ενδιαφέρον του ενός για τον άλλον δεν σβήσει εντελώς, ο έρωτας με την πλήρη και ουσιαστική του έννοια θα έχει οπωσδήποτε μετατραπεί σε μια σχέση βασισμένη στη στοργή, στη συνήθεια, στις κοινωνικές συμβάσεις, κοκ.
Είναι γνωστή η εικόνα του Stendhal γύρω απ’ αυτό που ονόμαζε «αποκρυστάλλωση του έρωτα» Όπως μερικές φορές τα γυμνά κλαδιά ενός δένδρου εμφανίζονται στεφανωμένα με κρύσταλλα μέσα στην αλμυρή ατμόσφαιρα του Στρασβούργου, (εικ. 7. 8.) έτσι και η επιθυμία του εραστή, όταν συγκεντρώνεται στην εικόνα της αγαπημένης του, κρυσταλλώνει, κατά κάποιο τρόπο, μια αύρα αποτελούμενη από κάθε είδους ψυχικά φαινόμενα. Αυτό που από μιαν αντικειμενική σκοπιά ονομάζουμε μαγνητική γοητεία, με ψυχολογικούς όρους μπορεί να αποδοθεί ως “αποκρυστάλλωση”, “μονοϊδεασμός” ή “ενσφηνωμένη εικόνα”.
Αυτή η τελευταία παίζει πολύ ουσιώδη ρόλο σε κάθε ερωτική σχέση. Ο ένας καταλαμβάνεται περισσότερο ή λιγότερο έμμονα απ’ τη σκέψη του άλλου κατά τρόπο που μοιάζει με περιορισμένη σχιζοφρένεια (η οποία εκφράζεται με φράσεις όπως “είμαι τρελός για σένα”, “τρελά ερωτευμένος”, κτλ). Αυτό το φαινόμενο νοητικής συγκέντρωσης, όπως είπε αρκετά εύστοχα ο Pin, “συνιστά ενα σχεδόν αυτοματικό γεγονός, εντελώς ανεξάρτητο από την προσωπικότητα     και τη βούληση. Καθένας ο οποίος ερωτεύεται, με ασθενική θέληση ή ενεργητικός, αργόσχολος ή δραστήριος, ανυποψίαστος ή γνώστης, φτωχός ή πλούσιος, αισθάνεται ότι μια ορισμένη στιγμή η σκέψη του είναι κυριολεκτικά αλυσοδεμένη σ’ ενα συγκεκριμένο πρόσωπο χωρίς καμία δυνατότητα απόδρασης.
Η συνάντηση των μαγνητικών πεδίων ενός άνδρα και μιας γυναίκας οδηγεί σε μια ολοκληρωτική μέθη “αστρικού φωτός”, σημεία της οποίας είναι ο έρωτας και το πάθος σύμφωνα με τον Eliphas Levi. Ο καταρράκτης του αστρικού φωτός είναι το αντικειμενικό σύστοιχο αυτού που αποκαλούμε “ανάταση”. Το “αστρικό φώς” είναι συνώνυμο με το lux naturae (όρο τον οποίο χρησιμοποιούσε ο Παράκελσος), με την ακάσα της ινδουϊστικής παράδοσης, το ορ του Καββαλισμού και το τσι της κινεζικής φιλοσοφίας.
Πολλές άλλες εκφράσεις των εσωτερικών διαδασκαλιών έχουν το ίδιο νόημα αναφερόμενες στο υπερφυσικό θεμέλιο της ζωής και της ίδιας της φύσης, σε έναν ζωτικό αιθέρα” ο οποίος κατανοείται ως η “ζωή της ζωής”. Στους ορφικούς ύμνους ο αιθέρας είναι η “ψυχή του κόσμου” από την οποία πηγάζει κάθε ζωτική δύναμη. Όσον αφορά τον όρο  lux naturae, αξίζει να σημειωθεί ότι η σύνδεση μεταξύ φωτός και ζωής εμφανίζεται στις παραδοσιακές διδασκαλίες πολύ διαφορετικών πολιτισμών και απηχείται ακόμη στα πρώτα λόγια του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου.

Ο Chamfort αγγίζει κάτι ουσιαστικό όταν ορίζει τον έρωτα ως “η επαφή ανάμεσα σε δύο επιδερμίδες και η ανταλλαγή δύο φαντασιών”. Γιατί ενώ η σωματική επαφή εντατικοποιεί ακόμα περισσότερο τη δύναμη που αφυπνίστηκε από την απλή πολικότητα των φύλων, η δράση δύο ενεργοποιημένων φαντασιών, σε ένα επίπεδο ήδη διαφοροποιημένο από την καθημερινή εμπειρία, αποτελεί ουσιώδη παράγοντα για την “ανάταση” ή τη “λεπτή μέθη”. Ένα απ’τα ονόματα που έχουν δοθεί σε αυτό το λεπτό σώμα είναι “αρωματικό σώμα”.

Η οσμή παίζει σημαντικό ρόλο στον μαγνητισμό του σωματικού έρωτα και στη “μεθυστική ροή” ανάμεσα στους εραστές. Το να εισπνέεις τη μυρωδιά και να μεταφέρεις πάντα ενα κομμάτι απ’τα ρούχα του αγαπημένου προσώπου πιστεύεται ότι ενδυναμώνει τη σχέση και την αμοιβαία πίστη. Τέτοιες πρακτικές θα φαίνονταν σαν απλές προλήψεις αν παρέβλεπε κανείς το “ψυχικό” στοιχείο. Η πιό ακραία περίπτωση είναι η ερωτική μέθη  που μπορεί να αφυπνιστεί όχι μόνο από ένα βλέμμα αλλά ακόμη και από μια μυρωδιά.

Προσφάτως, ο Weininger πρότεινε μια πραγματική και κατάλληλη φόρμουλα για το πρώτο θεμέλιο της ερωτικής έλξης. Με βάση το κριτήριο του απόλυτου άνδρα και της απόλυτης γυναίκας, υπάρχει γενικά κάτι το ανδρικό μέσα σε κάθε γυναίκα και κάτι γυναικείο μέσα σε κάθε άνδρα. Αυτός πίστευε πως η μεγαλύτερη έλξη ανάμεσα σ’ εναν άνδρα και μια γυναίκα εγείρεται όταν αθροιζόμενα μαζί τα αρσενικά και τα θηλυκά μέρη και των δύο μας δίνουν τον απόλυτο άνδρα και την απόλυτη γυναίκα.

Έτσι, ο έρωτας ή γεννιέται από την πρώτη στιγμή ή δεν γεννιέται καθόλου, όταν κανείς μιλάει για coup de foudre [ερωτικό κεραυνοβόλημα], αυτό αναφέρεται κυρίως σε περιπτώσεις όπου, κάτω από ειδικές περιστάσεις, εκείνο που ενεργεί είναι το βαθύτερο στρώμα μ’ έναν άμεσο, ανεμπόδιστο, κυριαρχικό τρόπο. Υπάρχει επίσης ένα σύστοιχο στην υπέρβαση του χρονικού στοιχείου, ένα πέρασμα περ’ απ’ τα όρια του παρόντος. Είναι ένα αίσθημα οικειότητας πολύ συχνό ανάμεσα στους εραστές, το αίσθημα ότι γνωρίζουν από πολύ καιρό ο ένας τον άλλον.

Ο έρωτας είναι μια απ’ τις φυσικές μορφές με τις οποίες ο άνθρωπος προσπαθεί να μειώσει και ν’ ανακουφίσει αυτό το αίσθημα της ελλείψεως. Είναι λογικό ορισμένοι άνθρωποι να επιδιώκουν την αυτο-επιβεβαίωση και μια αίσθηση αυταξιώσης μεσ’ από την ερωτική και σεξουαλική κατοχή. Τους παρέχει την αυταπάτη του “είναι” – και από δώ πηγάζει όλη η φαινομενολογία της ζήλειας και της σεξουαλικής καταδυνάστευσης. Αλλά, ας το επαναλάβουμε, τίποτε από αυτά δεν έχει πρωτογενή χαρακτήρα.

Δεν αφορά παρά μόνον σε μετατοπίσεις οι οποίες ανήκουν στη σφαίρα της πλέον περιφερειακής συνείδησης. Ένας άνθρωπος ο οποίος περιορίζει τον εαυτό του σε αυτό το επίπεδο δεν κατανοεί την απώτατη σημασία και τη βαθιά διάσταση των παρορμήσεων στις οποίες υπακούει. Αυτό το αρκετά γελοίο πράγμα που ονομάζεται “ανδρική τιμή”¨ανήκει εξ’ ολοκλήρου σε τούτη τη σφαίρα. Ακόμα πιό εξωτερικό είναι εκείνο που, στην περίπτωση της ζήλειας, ενδέχεται να κατευθύνεται από τον απλό ναρκισσισμό ή από μια κοινωνική ιδέα περί έρωτα.

Μιλάμε για παραπλανητικές μεταθέσεις επειδή, όταν το εγώ ζητάει μέσα στο αίσθημα της κατοχής και στον σεξουαλικό εγωϊσμό μιαν αναπλήρωση ή ένα αναισθητικό για το ίδιο του το ακαθόριστο αίσθημα κατωτερότητας, και όταν το αίσθημα της κατοχής του παρέχει ένα υποκατάστατο για το “είναι”, το πραγματικό αποτέλεσμα είναι σχεδόν πάντα μια ενδυνάμωση του εγωϊσμού του εμπειρικού ατόμου μέσα στα περιορισμένα και εγκλωβιστικά του όρια, και αυτό δρά αντίθετα πρός τη ροπή για αυτοϋπέρβαση, που είναι η υψηλότερη δυνατότητα του έρωτα.

Σε αυτά τα πλαίσια, πρέπει να διερευνήσουμε βαθύτερα ένα γενικό θεμελιώδες στοιχείο της ερωτικής εμπειρίας που είναι η βάση τόσο της κατοχής όσο και κάθε ισχυρής επιθυμίας. Εκείνο που διαχωρίζει τον σεξουαλικό έρωτα από την αγάπη εν γένει όπως στη φιλανθρωπία ή στην καθαρά ανθρώπινη αγάπη είναι η επιθυμία για κατοχή του αγαπημένου προσώπου. Η διαφορά μεταξύ των δύο είναι ολοφάνερη. Η καθαρή αγάπη έλκεται από την αληθινή ύπαρξη του αντικειμένου της κατά έναν ανυστερόβουλο τρόπο: καταφάσκει, λέει ναι οντολογικά στο άλλο πρόσωπο, σαν μια ξεχωριστή ύπαρξη.

Μοντέλο της είναι η αγάπη του προσωποποιημένου χριστιανικού Θεού ο οποίος δωρίζει την ύπαρξη σ’ ένα ελεύθερο πλάσμα και επιθυμεί να ζήσει αυτό τη δική του ζωή χωρίς την παραμικρή τάση να το κυριαρχήσει ή να το απορροφήσει. Στην ακριβώς αντίθετη θέση, ο σεξουαλικός έρωτας συνεπάγεται την επιθυμία ως ανάγκη να απορροφηθεί ή να αναλωθεί η αγαπημένη ύπαρξη.
Πρέπει λοιπόν να μιλήσουμε για μιαν αμφισημία μέσα σε κάθε ισχυρή ερωτική παρόρμηση, γιατί το όν που επιθυμούμε θέλουμε την ίδια στιγμή να το καταστρέψουμε, να το σκοτώσουμε, να το αφομοιώσουμε, να το διαλύσουμε μέσα μας. Γιατί αισθανόμαστε ότι αυτό το όν είναι το συμπλήρωμά μας, και θέλουμε να πάψει να είναι κομμάτι ξεχωριστό.
Ως εκ τούτου, υπάρχει πάντα ένα στοιχείο ωμότητας μεσα στην επιθυμία, και αυτό το στοιχείο εκδηλώνεται συχνά και στην ίδια τη συνουσία. Μπορούμε συνεπώς να μιλήσουμε για “εχθρική παραφορά του έρωτα” (Maeterlinck) ή για “το θανάσιμο μίσος των φύλων” (D’ Annunzio). Τίποτα δεν εξάπτει περισσότερο έναν άνδρα από το να νιώσει τη γυναίκα απόλυτα εξαντλημένη  κάτω απ’τον επιθετικό του παροξυσμό, ενώ η γυναίκα πραγματώνεται ως “εξάρτηση από κάποιον άλλον” στην ηρωϊκή και μεταμορφωτική διάθεση όπου η επιθυμία της για έναν άνδρα δεν εξαρτάται απο το ότι αυτός εμφανίζεται ως “κύριος και σύζυγός της” αλλά από το ότι μπορεί αυτή στο πρόσωπό του να λατρεύει έναν θεό.

Οι Ουπανισάδες αναφέρονται στην εκστατική raptus, την ικανότητα “να περιστέλλεται η συνείδηση τόσο του εξωτερικού όσο και του εσωτερικού κόσμου” όταν “ο άνδρας αγκαλιάζεται από τη γυναίκα”. Κατά έναν ορισμένο τρόπο αυτή η εμπειρία είναι ανάλογη με εκείνη που χαρακτηρίζει την εκδήλωση του άτμαν ή του υπερβατικού εγώ (“έτσι η ψυχή, όταν αγκαλιάζεται από το άτμαν, που είναι η ίδια η γνώση, δεν βλεπει πλέον  εσωτερικά ή εξωτερικά πράγματα).
“Δεν είναι ο έρωτας για τη γυναίκα που κάνει μια γυναίκα επιθυμητή στον άνδρα, αλλά ο έρωτας για το άτμαν (την αρχή που είναι εξ’ ολοκλήρου φώς και αθανασία)”. Από αυτή τη βαθύτερη άποψη ο έρωτας περιέχει την παρόρμηση να κατανικήσει τις συνέπειες της Πτώσεως, να αφήσει πίσω του τον περιοριστικό κόσμο της δυαδικότητας, να επανακτήσει την πρωταρχική κατάσταση, να υπερβεί τη μορφή της ύπαρξης που είναι διχασμένη να καθορίζεται από το “άλλο”. Αυτό είναι το απόλυτο νόημα του έρωτα, αυτό είναι το μυστήριο το κρυμμένο πίσω από την ορμή του άνδρα πρός τη γυναίκα στη στοιχειακή της μορφή. Είναι η βαθύτερη απ’ όλες τις προϋποθέσεις από τις οποίες δείχνει να εξαρτάται ο ανθρώπινος έρωτας στις ατελείωτες παραλλαγές του.
Εδώ βρίσκεται το κλειδί κάθε μεταφυσικής του φύλου: Από τη Δυάδα στο “Ένα”, το Δύο που ποθεί να αναχθεί στο Ένα. Ο σεξουαλικός έρωτας είναι η πιό καθολική μορφή της σκοτεινής παρόρμησης του ανθρώπου να εξαλείψει έστω και για λίγο τη δυαδικότητα, να υπερβεί υπαρξιακά το όριο ανάμεσα στο εγώ και το μη-εγώ, ανάμεσα στον εαυτό και τον μη-εαυτό. Η σάρκα και το φύλο είναι τα εργαλεία για την εκστατική επίτευξη της ενότητας.
Είναι απαραίτητο να διακρίνουμε την περίπτωση της αληθινής ένωσης ανάμεσα στον άνδρα και τη γυναίκα η οποία βασίζεται στον μαγνητισμό που γεννιέται από το πολικά διαφοροποιημένο τους είναι, από την περίπτωση του απλού αμοιβαίου αυνανισμού, ο εγωϊστικός στόχος του οποίου είναι ο οργανικός σπασμός και όχι η αληθινή επικοινωνία ή η αμοιβαία διείσδυση.

Η αρχέγονη εικόνα που κουβαλάμε μέσα μας, στα βαθύτερα στρώματα του είναι μας, ενεργοποιείται από ορισμένα πρόσωπα κάτω από συγκεκριμένες περιστάσεις και μας οδηγεί σε μια πανίσχυρη, εκστατική μέθη. Η εικόνα αυτή που κουβαλάμε είναι επίσης η εικόνα του αιώνιου θηλυκού την οποία προσλαμβάνουμε αντικειμενικά μέσα στο αγαπημένο πλάσμα: και αυτό τότε υφίσταται μια διαδικασία μετουσίωσης και μεταμορφώσεως, σαν ιεροφάνεια ή σαν δραστική παρουσία.

Αυτή η επικίνδυνη επαφή με το υπεραισθητό μπορεί να συμβεί σε μια και μοναδική εξαιρετική στιγμή, αλλά μπορεί και να διαρκέσει για μια ολόκληρη περίοδο περισσότερο ή λιγότερο υψηλής έντασης, ωστόσο, στους συνήθεις εραστές ως επί το πλείστον αναπτύσσεται όχι τόσο στη μορφή μιας αληθινής ενόρασης αλλά κυρίως ως μια αφύπνιση ισχυρών συγκινησιακών καταστάσεων. Στον έρωτα και ειδικά στον λεγόμενο “κεραυνοβόλο” η διαδικασία εμφανίζεται βραχυκυκλωμένη.

Είναι κάτι το οποίο μπορεί επίσης να συμβεί αναπάντεχα σε μια συνάντηση της μιας νύχτας με κάποια άγνωστη. Ένα τέτοιο θαύμα μπορεί να μην επαναληφθεί ποτέ σε ολόκληρη τη ζωή ενός ανθρώπου, παρ’ όλες τις σχέσεις στοργής και ανθρώπινης εγγύτητας που μπορεί να βιώσει με άλλες γυναίκες …

“Η Μεταφυσική του Φύλου” - Julius Evola