Παρασκευή, 10 Ιανουαρίου 2020

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Ἀνδρομάχη (920-956)

920 ΕΡ. ἔγνως· ὀλεῖ γάρ μ᾽ ἐνδίκως. τί δεῖ λέγειν;
ἀλλ᾽ ἄντομαί σε Δία καλοῦσ᾽ ὁμόγνιον,
πέμψον με χώρας τῆσδ᾽ ὅποι προσωτάτω
ἢ πρὸς πατρῷον μέλαθρον· ὡς δοκοῦσί γε
δόμοι τ᾽ ἐλαύνειν φθέγμ᾽ ἔχοντες οἵδε με,
925 μισεῖ τε γαῖα Φθιάς. εἰ δ᾽ ἥξει πάρος
Φοίβου λιπὼν μαντεῖον ἐς δόμους πόσις,
κτενεῖ μ᾽ ἐπ᾽ αἰσχίστοισιν· ἢ δουλεύσομεν
νόθοισι λέκτροις ὧν ἐδέσποζον πρὸ τοῦ.
πῶς οὖν τάδ᾽, ὡς εἴποι τις, ἐξημάρτανες;
930 κακῶν γυναικῶν εἴσοδοί μ᾽ ἀπώλεσαν,
αἵ μοι λέγουσαι τούσδ᾽ ἐχαύνωσαν λόγους·
Σὺ τὴν κακίστην αἰχμάλωτον ἐν δόμοις
δούλην ἀνέξῃ σοι λέχους κοινουμένην;
μὰ τὴν ἄνασσαν, οὐκ ἂν ἔν γ᾽ ἐμοῖς δόμοις
935 βλέπουσ᾽ ἂν αὐγὰς τἄμ᾽ ἐκαρποῦτ᾽ ἂν λέχη.
κἀγὼ κλύουσα τούσδε Σειρήνων λόγους,
σοφῶν πανούργων ποικίλων λαλημάτων,
ἐξηνεμώθην μωρίᾳ. τί γάρ με χρῆν
πόσιν φυλάσσειν, ᾗ παρῆν ὅσων ἔδει;
940 πολὺς μὲν ὄλβος· δωμάτων δ᾽ ἠνάσσομεν·
παῖδας δ᾽ ἐγὼ μὲν γνησίους ἔτικτον ἄν,
ἡ δ᾽ ἡμιδούλους τοῖς ἐμοῖς νοθαγενεῖς.
ἀλλ᾽ οὔποτ᾽ οὔποτ᾽ —οὐ γὰρ εἰσάπαξ ἐρῶ—
χρὴ τούς γε νοῦν ἔχοντας, οἷς ἔστιν γυνή,
945 πρὸς τὴν ἐν οἴκοις ἄλοχον ἐσφοιτᾶν ἐᾶν
γυναῖκας· αὗται γὰρ διδάσκαλοι κακῶν·
ἡ μέν τι κερδαίνουσα συμφθείρει λέχος,
ἡ δ᾽ ἀμπλακοῦσα συννοσεῖν αὑτῇ θέλει,
πολλαὶ δὲ μαργότητι· κἀντεῦθεν δόμοι
950 νοσοῦσιν ἀνδρῶν. πρὸς τάδ᾽ εὖ φυλάσσετε
κλῄθροισι καὶ μοχλοῖσι δωμάτων πύλας·
ὑγιὲς γὰρ οὐδὲν αἱ θύραθεν εἴσοδοι
δρῶσιν γυναικῶν, ἀλλὰ πολλὰ καὶ κακά.
ΧΟ. ἄγαν ἐφῆκας γλῶσσαν ἐς τὸ σύμφυτον.
955 συγγνωστὰ μέν νυν σοὶ τάδ᾽, ἀλλ᾽ ὅμως χρεὼν
κοσμεῖν γυναῖκας τὰς γυναικείας νόσους.

***
ΕΡΜΙΟΝΗ
920 Ναι. Με το δίκιο του θα με σκοτώσει. Τί να πω;
Στ᾽ όνομα του Διός, προστάτη της γενιάς μας,
πάρε με, σ᾽ εξορκίζω, όσο μακρύτερα γίνεται
από τούτο τον τόπο ή στείλε με
στο πατρικό μου. Γιατί εδώ, μου φαίνεται
πως ακόμα και τα σπίτια θα μ᾽ έδιωχναν
αν είχαν φωνή, κι η γη της Φθίας με μισεί.
Αν, πριν με πάρεις, φτάσει ο άντρας μου
απ᾽ το μαντείο του Απόλλωνα,
θα με ντροπιάσει και θα με σκοτώσει, εξόν κι αν γίνω
σκλάβα εκεινής που ήμουνα πριν κυρά της.
Μα θα μου πει κανείς: πώς έπεσες
930 σε τέτοια σφάλματα; Κακές γυναίκες που έμπαιναν
στο σπίτι μου με καταστρέψανε με τέτοια λόγια,
που θολώνουν τον νου: «Πώς δέχεσαι
μια τιποτένια σκλάβα να μοιράζεται
μέσα στο σπίτι το κρεβάτι σου; Στην Ήρα ορκίζομαι
πως, αν εζούσε στο δικό μου σπίτι,
δεν θα τολμούσε στο κρεβάτι μου να γείρει».
Ακούγοντας εγώ τα λόγια ετούτα
από σειρήνες πολύξερες, πανούργες,
φλύαρες, πήραν τα μυαλά μου αέρα.
Τί μου χρειαζόταν να παραφυλάω, αλήθεια,
τον άντρα μου, όταν είχα τα πάντα;
940 Πλούτη πολλά, κι εγώ ήμουνα του παλατιού η κυρά.
Γνήσια παιδιά θα του γεννούσα εγώ κι εκείνη νόθα,
σκλαβάκια των δικών μου. Αλλά ποτέ,
το λέω, το ξαναλέω, πως άνθρωπος με νου,
αν είναι παντρεμένος, δεν αφήνει
να μπαινοβγαίνουνε στο σπίτι του γυναίκες
να βλέπουν τη γυναίκα του· δεν ξέρουν
να δασκαλεύουν άλλο απ᾽ το κακό.
Η μια πληρώνεται να καταστρέψει τον γάμο·
η άλλη, που κακοτύχησε, θέλει την ίδια τύχη
να ᾽χουν κι οι άλλες· άσε που, πολλές,
έχουν αισχρές επιθυμίες. Έτσι, δυστυχούνε
950 πολλές οικογένειες. Κλείνετε, λοιπόν, τις πόρτες σας
με κλειδαριές και με αμπάρες· τίποτα καλό
δεν κάνουνε των γυναικών τα πηγαινέλα,
μονάχα το κακό.
ΧΟΡΟΣ
Ασυγκράτητη
ήταν η γλώσσα σου, καθώς μιλούσες
για το γένος σου. Συχωρεμένη βέβαια,
μα πρέπει, ωστόσο, να σκεπάζουν οι γυναίκες
τα γυναικεία ελαττώματα.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΣΕΛΕΜΝΟΣ

ΣΕΛΕΜΝΟΣ
(ποταμός)
 
Τη μεταμόρφωση του νεαρού βοσκού Σέλεμνου σε ποτάμι από τη θεά Αφροδίτη παραδίδει ο Παυσανίας στα Αχαϊκά του. Παραθέτουμε αυτούσια την αφήγηση που ο περιηγητής δίνει με πολύ όμορφο τρόπο:
 
Μετά τον Χάραδρο [κοντά στην πόλη των Πατρών] φτάνεις στα ερείπια, εντελώς ασήμαντα, της πόλης Αργυράς και στην πηγή Αργυρά, προς τα δεξιά του κεντρικού δρόμου και στον ποταμό Σέλεμνο που κατεβαίνει στη θάλασσα. Υπάρχει μια τοπική παράδοση γι' αυτόν, ότι ήταν ένα ωραίο αγόρι που έβοσκε εκεί το κοπάδι του κι ότι η Αργυρά ήταν μια νύμφη της θάλασσας, που αγάπησε τον Σέλεμνο και συνήθιζε να ανεβαίνει από τη θάλασσα και να τον επισκέπτεται συχνά για να κοιμηθεί πλάι του. Ύστερα από λίγο καιρό ούτε ωραίος φαινόταν ο Σέλεμνος ούτε η νύμφη σκόπευε να τον επισκεφθεί. Έτσι, ο Σέλεμνος, εγκαταλειμμένος από την Αργυρά, πέθανε από έρωτα και η Αφροδίτη τον έκανε ποτάμι. Αυτά ακριβώς διηγούνται οι Πατρείς. Και, καθώς ο Σέλεμνος εξακολουθούσε να αγαπάει την Αργυρά, ακόμη κι όταν μεταβλήθηκε σε ποτάμι, όπως ακριβώς η παράδοση λέει για τον Αλφειό, που εξακολουθούσε να αγαπάει την Αρέθουσα, η Αφροδίτη του έκανε ένα ακόμη δώρο· έκανε τον ποταμό να λησμονήσει την Αργυρά.
 
Άκουσα και μια άλλη ιστορία γύρω από αυτόν, ότι δηλαδή το νερό του Σέλεμνου είναι ένα γιατρικό της αγάπης, αποτελεσματικό και για τους άνδρες και για τις γυναίκες. Όταν λουστούν στο ποτάμι, λησμονούν το πάθος τους. Αν υπάρχει κάποια αλήθεια σ' αυτή την ιστορία, τότε το νερό του Σέλεμνου είναι για τους ανθρώπους πολυτιμότερο από πολλά πλούτη. (Παυσ. 7.23.1-3)

Η ΤΥΡΑΝΝΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΕΠΙ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ

Η Βρετανίδα φιλόλογος Eliza Marian Butler (1885 – 1959) στο βιβλίο της με τίτλο: «Η τυραννία της Ελλάδας επί της Γερμανίας», 1935, αναλύει την παθιασμένη ελληνολατρία των Γερμανών για τον αρχαίο πολιτισμό.

Εκεί αναφέρει χαρακτηριστικά:

«Αν οι Έλληνες είναι τύραννοι, τότε οι Γερμανοί είναι γραμμένο να είναι οι σκλάβοι τους. Η Ελλάδα άλλαξε ριζικά τη συνολική πορεία του σύγχρονου πολιτισμού. Όποτε η Ελλάδα έπαιζε ένα ρόλο, άλλαζε τις σκέψεις, τα μέτρα και τα σταθμά, τις παραστάσεις, τα οράματα και τα όνειρα. Η Γερμανία ωστόσο είναι το καλύτερο παράδειγμα για το πόσο τυραννική μπορεί να καταντήσει αυτή η ελληνική πνευματικότητα. Οι Γερμανοί μιμήθηκαν τους Έλληνες πιο τυφλά από ό,τι το έκανε κάθε άλλη φυλή, οι Γερμανοί υποδουλώθηκαν εσωτερικά στους Έλληνες, τους ενστερνίσθηκαν πιστά χωρίς την παραμικρή αντίσταση. Βεβαίως και δεν είναι εύκολο να προσμετρήσει κανείς την ελληνική επιρροή στην Ευρώπη. Αλλά πουθενά η επιρροή αυτή δεν ήταν τόσο καθοριστική όσο στη Γερμανία. Οι Γερμανοί διακρίνονται από το έντονο πάθος με το οποίο αφοσιώνονται σε διάφορες ιδέες και προσπαθούν να τις μετατρέψουν σε πραγματικότητες. Τα μεγαλύτερα επιτεύγματά τους, οι πιο καταστροφικές αποτυχίες τους, η τραγική πολιτική τους ιστορία διαπνέονται εξ ολοκλήρου από αυτόν τον επικίνδυνο ιδεαλισμό. Αν οι περισσότεροι από εμάς είμαστε θύματα των περιστάσεων, μπορεί κανείς να πει ότι ο γερμανικός λαός ως σύνολο είναι έρμαιο των ιδεών».

Eliza Marian Butler, Η τυραννία της Ελλάδας πάνω από τη Γερμανία: Μελέτη της επιρροής της ελληνικής τέχνης και ποίησης πάνω από τους μεγάλους Γερμανούς συγγραφείς του δέκατου όγδοου, δέκατου ένατου και εικοστού αιώνα (Πανεπιστημιακός Τύπος Cambridge, 1935, Boston: Beacon, 1958 και Cambridge, MA : Cambridge University Press, 2012,
(Η μετάφρασή του βιβλίου απαγορεύτηκε στη Γερμανία.) 


Όπως οι αρχαίοι λαοί ζούσαν την ιστορία του παρελθόντος στη φαντασία τους, στη μυθολογία, έτσι κι εμείς οι Γερμανοί ζούμε τη μέλλουσα ιστορία μας στη σκέψη, στη φιλοσοφία. Είμαστε φιλοσοφικά σύγχρονοι με το παρόν χωρίς να είμαστε ιστορικά σύγχρονοί του.
Καρλ Μαρξ, Συμβολή σε μια κρτική της φιλοσοφίας του δικαίου του Χέγκελ.- Εισαγωγή

Η ιστορία των Γερμανών είναι μια ιστορία των άκρων. Έχει τα πάντα εκτός από μεσότητα, και εδώ και χίλια χρόνια οι Γερμανοί έχουν ζήσει τα πάντα εκτός από την κανονικότητα… Το μόνο κανονικό στοιχείο της γερμανικής ιστορίας είναι οι βίαιες μεταβολές.
A. J. P. Taylor, The Course of German History


«Αποδεδειγμένα σε κάθε περίοδο της εξέλιξής του ο δυτικοευρωπαϊκός πολιτισμός προσπάθησε να απελευθερώσει τον εαυτό του από τους Έλληνες.

Η προσπάθεια αυτή είναι διαποτισμένη με βαθύτατη δυσαρέσκεια, διότι οτιδήποτε κι αν δημιουργούσαν, φαινομενικά πρωτότυπο και άξιο θαυμασμού, έχανε χρώμα και ζωή στη σύγκρισή του με το ελληνικό μοντέλο, συρρικνωνότανε, κατέληγε να μοιάζει με φθηνό αντίγραφο, με καρικατούρα.

Έτσι ξανά και ξανά μια οργή ποτισμένη με μίσος ξεσπάει εναντίον των Ελλήνων, εναντίον αυτού του μικρού και αλαζονικού έθνους, που είχε το νεύρο να ονομάσει βαρβαρικό ότι δεν είχε δημιουργηθεί στο έδαφός του. Κανένας από τους επανεμφανιζόμενους εχθρούς τους δεν είχε την τύχη να ανακαλύψει το κώνειο, με το οποίο θα μπορούσαμε μια για πάντα να απαλλαγούμε απ’ αυτούς. Όλα τα δηλητήρια του φθόνου, της ύβρεως, του μίσους έχουν αποδειχθεί ανεπαρκή να διαταράξουν την υπέροχη ομορφιά τους.

Έτσι, οι άνθρωποι συνεχίζουν να νιώθουν ντροπή και φόβο απέναντι στους Έλληνες.

Βέβαια, πού και πού, κάποιος εμφανίζεται που αναγνωρίζει ακέραιη την αλήθεια, την αλήθεια που διδάσκει ότι οι Έλληνες είναι οι ηνίοχοι κάθε επερχόμενου πολιτισμού και σχεδόν πάντα τόσο τα άρματα όσο και τα άλογα των επερχόμενων πολιτισμών είναι πολύ χαμηλής ποιότητας σε σχέση με τους ηνίοχους, οι οποίοι τελικά αθλούνται οδηγώντας το άρμα στην άβυσσο, την οποία αυτοί ξεπερνούν με αχίλλειο πήδημα».
ΝΙΤΣΕ, Η Γέννηση της Τραγωδίας (1872) κεφ.15

Αλμπέρ Καμύ: Οι άνθρωποι λοιπόν σπεύδουν να κρίνουν για να μην κριθούν οι ίδιοι

«Ξέρετε τι είναι η γοητεία; Ένας τρόπος να ακούς να σου απαντούν ναι, χωρίς να ‘χεις κάνει καμιά συγκεκριμένη ερώτηση»

«Μόνο που, να, η επιβεβαίωση δεν είναι ποτέ οριστική, πρέπει να την κάνεις πάλι απ’ την αρχή με κάθε πλάσμα. Κάνοντάς την πάλι απ’ την αρχή, σου γίνεται συνήθεια. Σύντομα σου ‘ρχονται τα λόγια χωρίς να τα σκεφτείς, κι ακολουθεί η κίνηση αντανακλαστικά: μια μέρα βρίσκεσαι να παίρνεις, δίχως να ποθείς πραγματικά. Πίστεψε με, για μερικά τουλάχιστον πλάσματα, το πιο δύσκολο πράγμα στον κόσμο είναι να μην παίρνεις ό,τι δεν ποθείς»

«Να λοιπόν τι δε μπορεί ν’ ανεχτεί κανείς (εκτός απ’ αυτούς που δεν ζουν, θέλω να πω: τους εγκρατείς). Η μόνη άμυνα βρίσκεται στην κακεντρέχεια. Οι άνθρωποι λοιπόν σπεύδουν να κρίνουν για να μην κριθούν οι ίδιοι. Τι τα θέλετε; Η πλέον φυσική ιδέα στον άνθρωπο, αυτή που του έρχεται αυθόρμητα, σαν από τα βάθη της φύσης του, είναι η ιδέα της αθωότητάς του….Το ουσιώδες είναι να μείνουν αθώοι, να μην μπορούν να τεθούν υπό αμφισβήτησιν οι έμφυτες αρετές τους, και τα σφάλματά τους, αποκυήματα μιας παροδικής δυστυχίας, να είναι πάντοτε προσωρινά.

Σας το ‘πα, το ζήτημα είναι να γλιτώσεις απ’ την κρίση. Επειδή είναι δύσκολο να της γλιτώσεις και απαιτεί μεγάλη επιδεξιότητα να καταφέρεις να θαυμάζουν και να συγχωρούν ταυτόχρονα τη φύση σου, επιδιώκουν όλοι να’ ναι πλούσιοι. Γιατί; Αναρωτιέστε; Για τη δύναμη, φυσικά. Κυρίως όμως γιατί ο πλούτος απαλλάσσει απ’ την άμεση κρίση, σε τραβάει από το πλήθος του μετρό για να σε κλείσει σ’ ένα νικέλινο αμάξι, σε απομονώνει σε απέραντα φυλαγμένα πάρκα, σε βαγκόνλι, σε καμπίνες πολυτελείας. Ο πλούτος, αγαπητέ μου φίλε, δεν είναι ακόμα η αθώωση, αλλά η αναστολή που ‘ναι πάντα καλό να παίρνεις…»

«Καμιά φορά τα χάνεις, αμφιβάλλεις για το ολοφάνερο, ακόμα κι όταν έχεις ανακαλύψει το μυστικό μιας καλής ζωής. Η λύση μου, φυσικά, δεν είναι η ιδανική. Όταν όμως δεν αγαπάς τη ζωή σου, όταν ξέρεις πως πρέπει να αλλάξεις ζωή, δεν έχεις περιθώρια επιλογής, δεν είναι; Τι να κάνεις για να ‘σαι ένας άλλος; Αδύνατο. Θα ‘πρεπε να μην είσαι πια κανένας, να ξεχάσεις τον εαυτό σου για κάποιον, έστω και για μια φορά. Πώς όμως; Μη με παραφορτώνετε. Είμαι σαν εκείνον το γερό-ζητιάνο που δεν ήθελε ν’ αφήσει το χέρι μου, μια μέρα έξω σ’ ένα καφενείο: «Αχ κύριε» έλεγε, «δεν είναι που ‘σαι κακός, είναι που χάνεις το φως σου». Ναι, έχουμε χάσει το φως, τα πρωινά, την άγια αθωότητα εκείνου που συγχωρεί μόνος του τον εαυτό του.»

Albert Camus, La chute (Η πτώση)

Ο Αριστοτέλης και τα γνωρίσματα του δίκαιου ανθρώπου

Ξεκινώντας το δεύτερο βιβλίο από τα «Ηθικά Μεγάλα» ο Αριστοτέλης διευκρινίζει την έννοια της επιείκειας και του επιεικούς ανθρώπου: «Είναι, λοιπόν, η διάκριση» («επιείκεια» στο πρωτότυπο) «και ο άνθρωπος ο διακριτικός» («επιεικής» στο πρωτότυπο) «αυτός που παρουσιάζεται μετριοπαθέστερος των κατά νόμων δικαίων» (1198b 1.1).
 
Το δεδομένο ότι ο νομοθέτης αδυνατεί να προβλέψει επακριβώς όλες τις λεπτές αποχρώσεις της ανθρώπινης συμπεριφοράς, ώστε να έχει κατοχυρώσει εκ των προτέρων τη νομική έκφρασή τους, καθιστά σαφές ότι ο νόμος είναι από θέση αρχής ανεπαρκής, αφού δεν είναι δυνατό να συμπεριλάβει όλα τα ενδεχόμενα των τόσο πολύπλοκων (και πολλές φορές αναπάντεχων) αντιδράσεων του ανθρώπου. Με άλλα λόγια, ο νόμος αναγκαστικά χαράζει το πλαίσιο της παραβατικότητας και αναγνωρίζει τα πιθανά ελαφρυντικά με τρόπο γενικό που είναι αδύνατο να προσαρμοστεί επακριβώς σε όλες τις υποθέσεις.
 
Ο δικαστής είναι το πρόσωπο που θα εγγυηθεί την απονομή της δικαιοσύνης όχι μόνο με το γράμμα αλλά και με το πνεύμα του νόμου. Αυτό ακριβώς το πνεύμα του νόμου είναι η ερμηνεία του δικαστή στις υποθέσεις που το γράμμα δεν τις καλύπτει με απόλυτη ακρίβεια.
 
Σε τελική ανάλυση, ο δικαστής είναι ο ζωντανός εκπρόσωπος του νομοθέτη, αφού έχει ως στόχο να εκφράσει αυτό που εκείνος θα πρότεινε, αν ήταν παρών, ώστε να οριστεί το δίκαιο στις περιπτώσεις που ο νόμος δεν είναι αρκούντως διαφωτιστικός. Η επιείκεια, ως νηφάλια μετριοπάθεια είναι το κλειδί για τη διαχείριση τέτοιων υποθέσεων. Γι’ αυτό ο Αριστοτέλης ορίζει τον επιεική ως «μετριοπαθέστερο των κατά νόμων δικαίων».
 
Και συμπληρώνει: «Ο νομοθέτης αδυνατεί, βέβαια, να καθορίσει τα πάντα με ξεχωριστές διατάξεις και με απόλυτη ακρίβεια, αλλά κάποια τα ορίζει με γενικευτικό τρόπο· όποιος, λοιπόν, ως προς αυτά παρουσιάζεται μετριοπαθής και προκρίνει όσα ο νομοθέτης είχε μεν τη βούληση να καθορίσει με ξεχωριστές διατάξεις αλλά δεν το κατάφερε, αυτός έχει διάκριση» («επιείκεια» στο πρωτότυπο) (1198b 1.1).

Στον πυρήνα της η επιείκεια εμπερικλείει τη συμβιβαστική και διαλλακτική στάση αλληλοκατανόησης μεταξύ των πολιτών. Οι συμπολίτες που θέλουν να προασπίσουν και να προαγάγουν την κοινή ζωή τους συνειδητοποιούν ότι δεν μπορούν να επαφίενται στις νομικές διατάξεις και πολύ μάλλον στο γράμμα του νόμου, αλλά ότι χρειάζεται η ενσυνείδητη συμμετοχή τους για να οδηγηθούν στην επίτευξη των κοινών τους στόχων. Υπ’ αυτό, βέβαια, το πρίσμα πρέπει να κατανοήσουμε και το χαρακτήρα της αμοιβαιότητας που ενέχεται στην αριστοτελική επιείκειαν.
 
Η επιείκεια είναι το συμπλήρωμα του νόμου, όπου αυτό κρίνεται απαραίτητο, καταδεικνύοντας ότι κύριο μέλημα της δικαιοσύνης είναι η ομαλότητα της συνύπαρξης και η κατάδειξη της αμοιβαιότητας των πολιτών. Στο ίδιο πλαίσιο κυμαίνεται και η ευθυκρισία: «Η ευθυκρισία, πάλι, και όποιος χαρακτηρίζεται από ευθυκρισία έχει να κάνει με τα ίδια που έχει να κάνει και η διάκριση» («επιείκεια» στο πρωτότυπο) «με τα δίκαια δηλαδή τα οποία παρέβλεψε ο νομοθέτης λόγω αδυναμίας επακριβούς καθορισμού· και ένας άνθρωπος με ευθυκρισία είναι αυτός που επικρίνει τις παραλείψεις του νομοθέτη γνωρίζοντας ότι μπορεί μεν να τα παράβλεψε αυτός, δεν παύουν όμως αυτά να αποτελούν δίκαια» (1198b 2.1).
 
Η επιείκεια και η ευθυκρισία είναι τα απαραίτητα γνωρίσματα του δίκαιου ανθρώπου, αφού ο νόμος (από μόνος του) δεν μπορεί να είναι αρκετός. Γνώμονας της κρίσης είναι πάντοτε το δίκαιο συμπληρώνοντας το νομοθέτη. Στόχος είναι η εξασφάλιση της αρμονίας στις σχέσεις των πολιτών και του αισθήματος της αμοιβαιότητας ως συνείδηση της αναγκαιότητας του άλλου: «Ευθυκρισία χωρίς διάκριση» («επιείκεια» στο πρωτότυπο) «δε γίνεται· διότι η ορθή κρίση αποτελεί γνώρισμα αυτού που έχει την ευθυκρισία, ενώ η πράξη η σύμφωνη με την κρίση είναι γνώρισμα αυτού που έχει τη διάκριση» («επιείκεια» στο πρωτότυπο) (1199a 2.1).
 
Με τον ίδιο τρόπο που η επιείκεια είναι η πραγμάτωση της ευθυκρισίας, η φρόνηση τίθεται ως πραγμάτωση της ευβουλίας: «Η ευβουλία, τώρα, έχει να κάνει με τα ίδια που έχει να κάνει και η φρόνηση (διότι, πράγματι, έχει να κάνει με το τι πρέπει να πράξει κανείς όταν βρίσκεται μπροστά στο δίλημμα να προχωρήσει σε μία ενέργεια ή να την αποφύγει), αλλά η ευβουλία δε γίνεται να υπάρχει ξεκομμένη από τη φρόνηση. Διότι η φρόνηση έχει την ικανότητα να προβαίνει σε πρακτική εφαρμογή όλων αυτών, ενώ η ευβουλία είναι είτε εκείνη η παγιωμένη στάση της ψυχής είτε κείνη η διάθεση είτε κάτι παρόμοιο που έχει την ικανότητα να επιτυγχάνει το άριστο και συμφερότερο όσων πρέπει κανείς να πράξει ή να μην πράξει» (1199a 3.1).

Και βέβαια, προϋπόθεση αυτών είναι η λογική: «Αυτός είναι και ο λόγος που δε θεωρούνται αποτελέσματα ευβουλίας όσα συμβαίνουν κατά τρόπο μηχανικό· διότι, σε όποιες περιπτώσεις δεν παρεμβάλλεται ο λόγος που στοχεύει στο άριστο, δεν μπορείς πια να χαρακτηρίσεις άνθρωπο με ευβουλία αυτόν στον οποίο συνέβη κάτι τυχαία· αυτός είναι απλά τυχερός, αφού όποια επιτυχία επέρχεται χωρίς τη συνδρομή του λόγου και της κρίσεως αποτελεί απλώς καλή τύχη» (1199a 3.2).
 
Συνεχίζοντας τη διερεύνηση του δίκαιου ανθρώπου ο Αριστοτέλης αναρωτιέται: «Άραγε υπάρχει περίπτωση να γίνεται ο δίκαιος στις κοινωνικές του συναναστροφές ίσος και όμοιος με τον καθένα; (Εννοώ το εξής: όποια συμπεριφορά έχει ο καθένας με τον οποίο συναναστρέφεται ο δίκαιος, αυτήν να παρουσιάζει και ο ίδιος)» (1199a 3.3).
 
Η απάντηση δίνεται αμέσως: «Οπωσδήποτε όχι. Αυτό θεωρείται γνώρισμα ανθρώπου κόλακα και αρεσιάρη. Αλλά το να προσφέρει κάποιος την παρέα του λαμβάνοντας υπόψη την αξία του ανθρώπου με τον οποίο συναναστρέφεται, αυτό κατά κοινή ομολογία είναι χαρακτηριστικό δίκαιου και γενικώς αξιόλογου» (1199a 3.3).
 
Ο δίκαιος άνθρωπος δεν είναι ούτε κόλακας ούτε χαμαιλέοντας, ώστε να προσαρμόζεται επακριβώς στο χαρακτήρα και το πνευματικό επίπεδο του άλλου, προκειμένου να γίνει αρεστός. Πολύ περισσότερο όταν ο άλλος είναι άδικος ή αχαλίνωτος. Μια τέτοια συμπεριφορά ταιριάζει περισσότερο στους ρηχούς ανθρώπους, σε εκείνους που (επί της ουσίας) στερούνται προσωπικότητας – ή σε εκείνους που επιδιώκουν προσωπικά οφέλη και συμπεριφέρονται με δουλοπρέπεια.
 
Από την άλλη, ο δίκαιος δεν είναι ακατάδεκτος. Δεν αποφεύγει τη συναναστροφή με ανθρώπους που (για παράδειγμα) μπορεί να μην έχουν το δικό του μορφωτικό επίπεδο. Κι όταν βρίσκεται σε τέτοια συναναστροφή δεν επιδιώκει την επίδειξη της ανωτερότητάς του. Προσαρμόζεται στα δεδομένα της ομήγυρης, χωρίς όμως να απαρνείται τον εαυτό του. Συμπεριφέρεται δηλαδή με τον τρόπο που πρέπει, όπως αυτό ορίζεται από τη λογική και το μέτρο.
 
Κι όπως το δίκαιο δεν μπορεί να συμπλεύσει με την κολακεία, έτσι το άδικο δε συμπορεύεται με τη φρόνηση: «Με δεδομένα πρώτον ότι η αδικία είναι να προξενεί κανείς βλάβες με τη θέλησή του και γνωρίζοντας ποιον βλάπτει και με ποιο τρόπο και πού αποβαίνουν οι πράξεις του, και δεύτερον ότι η βλάβη και η αδικία σχετίζονται με τα αγαθά, τότε βγαίνει το συμπέρασμα ότι όποιος διαπράττει αδικία και εν γένει ο άδικος θα γνωρίζει τι είναι αγαθό και τι κακό· αλλά βέβαια αυτή η γνώση αποτελεί γνώρισμα του φρόνιμου και της φρονήσεως· και έτσι προκύπτει το άτοπο: η φρόνηση, το μέγιστο αγαθό, να συντροφεύει τον άδικο» (1199a 3.4).
 
Το δεδομένο ότι το άδικο οφείλει να είναι μια εκούσια πράξη (αν είναι ακούσια δεν είναι άδικη αλλά τυχαία) καταδεικνύει ότι ο άδικος οφείλει να γνωρίζει το δίκαιο και συνειδητά να μην το υπηρετεί. Όμως, η δυνατότητα της γνώσης του δικαίου είναι αποτέλεσμα της φρόνησης. Υπό αυτή τη συνθήκη, ο άδικος οφείλει να έχει τη φρόνηση που θα του υποδεικνύει τη δίκαιη πράξη, ώστε να επιλέγει το αντίθετό της.
 
Για τον Αριστοτέλη μια τέτοια εκδοχή είναι αδύνατη: «Διότι ο άδικος δεν εξετάζει και δεν μπορεί να κρίνει ούτε το αγαθό εν γένει ούτε το προσωπικό του αγαθό, αλλά πέφτει σε πλάνες. Αλλά τούτο ακριβώς χαρακτηρίζει τη φρόνηση, να μπορεί ορθά να τα θεωρεί αυτά, κατά τρόπο όμοιο με το εξής παράδειγμα από την ιατρική: όλοι μας γνωρίζουμε και το εν γένει υγιεινό και αυτό που κάνει καλό στην υγεία χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κατέχουμε την επιστήμη της ιατρικής· γιατί δεν έχουμε ακόμα τη γνώση του εξατομικευμένου αγαθού, κατά τον τρόπο που ο γιατρός έχει τη γνώση σε ποιον κάνει καλό κάτι, και σε ποια χρονική στιγμή και σε ποια προσωπική κατάσταση πρέπει να είναι αυτός· αυτά συνιστούν την επιστήμη της ιατρικής» (1199a 3.6).
 
Για να ολοκληρώσει το συλλογισμό: «Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με τον άδικο. Έχει τη γνώση ότι η τυραννική αρχή και η ηγεμονία και η εξουσία αποτελούν εν γένει κάτι το αγαθό· αλλά δεν έχει ακόμα τη γνώση αν αποτελούν και κάτι αγαθό για τον ίδιο ή όχι, και σε ποια χρονική στιγμή και σε ποια προσωπική κατάσταση. Αυτή η γνώση χαρακτηρίζει κατεξοχήν τη φρόνηση, άρα η φρόνηση δε συντροφεύει τον άδικο. Διότι αυτός επιλέγει συνειδητά τα αγαθά χάριν των οποίων προβαίνει στις άδικές του πράξεις – τα εν γένει αγαθά, όχι τα εξατομικευμένα για τον ίδιο αγαθά» (1199b 3.7).

Η αναφορά στην τυραννική αρχή που αποτελεί «εν γένει κάτι το αγαθό» είναι φανερό ότι δεν αφορά τη μεταγενέστερη αρνητική σημασία του τυράννου ραδιούργου, αμοραλιστή, καταπιεστή των πολιτών, αλλά την αρχική σημασία που δήλωνε με θετικό τρόπο τον ηγέτη της πόλης, όπως αποδίδεται και στον Οιδίποδα τύραννο. Ωστόσο, οι (με την αρνητική σημασία) τύραννοι μπορούν να αποτελέσουν ένα ωραίο παράδειγμα σε σχέση με αυτά που διατυπώνει εδώ ο Αριστοτέλης.
 
Αντιλαμβανόμενοι τα θετικά του πλούτου και τη εξουσίας με τον ίδιο γενικό τρόπο που όλοι αντιλαμβάνονται τη σημασία του «εν γένει υγιεινού» ραδιουργούν και ασκούν βία για να τα κατακτήσουν. Στερούμενοι, όμως, φρόνησης αδυνατούν να κατανοήσουν ότι ο τρόπος που τα επιδιώκουν είναι επιζήμιος όχι μόνο για την πόλη, αλλά και για τους ίδιους. Στο όνομα του χρήματος και της εξουσίας περνούν τη ζωή τους με φόβο και καχυποψία, χωρίς να μπορούν να εμπιστευτούν ακόμη και τα πιο κοντινά τους πρόσωπα. Κατά κανόνα έχουν άσχημο τέλος πέφτοντας θύματα προδοσίας. Παρά τον πλούτο και τις ηδονές η ζωή τους δεν είναι αξιοζήλευτη. Ο φρόνιμος άνθρωπος δε θα επιδίωκε ποτέ να γίνει τύραννος.
 
Ο Αριστοτέλης εξηγεί ότι για τον δίχως φρόνηση άνθρωπο, ακόμη και ο πλούτος ή η εξουσία μπορούν να γίνουν επιβλαβή: «Ο πλούτος και η εξουσία αποτελούν εν γένει αγαθά, για τον ίδιο όμως μπορεί να μην είναι αγαθά· διότι με τον πλούτο και την εξουσία που μπορεί να αποκτήσει, ίσως να κάνει πολύ κακό στον εαυτό του και στους δικούς του ανθρώπους· γιατί δε θα μπορέσει να χρησιμοποιήσει σωστά την εξουσία του» (1199b 3.7).
 
Ο πλούσιος άφρων που τελικά με το χρήμα κάνει κακό στα παιδιά του δεν είναι κάτι σπάνιο. Πολύ περισσότερο όταν ένας τέτοιος πλούσιος είναι και κακός κι έχει αποκτήσει τα πλούτη του με ανέντιμο τρόπο. Για τον Αριστοτέλη δεν υπάρχει αδικία απέναντι στον κακό άνθρωπο: «Διότι αν η αδικία συνίσταται σε κάποια βλαβερή πράξη, και η βλαβερή πράξη σε αποστέρηση των αγαθών, τότε απέναντι σε αυτόν δε φαίνεται να υπάρχει πράξη βλαβερή, για τον λόγο ότι όσα ο κακός άνθρωπος θεωρεί ότι αποτελούν αγαθά για τον ίδιο, δεν αποτελούν όντως αγαθά· διότι η εξουσία και ο πλούτος θα βλάψουν τον άνθρωπο τον κακό, που δεν μπορεί να τα χρησιμοποιεί σωστά· αν λοιπόν αποκτήσει εξουσία και πλούτο, και αν αυτά τον βλάψουν, τότε όποιος πάει να του τα στερήσει δε φαίνεται να διαπράττει αδικία» (1199b 3.8).
 
Βέβαια, παραδέχεται και ο ίδιος ότι μια τέτοια σκέψη μπορεί να φανεί παράλογη. Αυτό όμως, δεν τον κάνει να την ανακαλεί: «Πολλοί θα θεωρήσουν το επιχείρημα αυτό παράλογο· η αιτία: όλοι φαντάζονται ότι έχουν τη δυνατότητα να κάνουν ορθή χρήση της εξουσίας και της δύναμης και του πλούτου, μα κακώς το φαντάζονται» (1199b 3.9).
 
Ο δίχως αρετή άνθρωπος δεν μπορεί να διαχειριστεί σωστά ούτε τον πλούτο ούτε την εξουσία. Για τον Αριστοτέλη δεν μπορεί ο καθένας να ασκήσει την εξουσία. Πέρα από την κρισιμότητα του θέματος για όλη την πόλη, την οποία ο άφρων ή ο κακός θα βλάψει στο σύνολό της, εν τέλει θα ζημιωθεί και ο ίδιος, αφού τα πλούτη και η εξουσία χρειάζονται φρόνηση για να είναι εποικοδομητικά. Σε αντίθετη περίπτωση κρίνονται άκρως επικίνδυνα, όπως ένα πολύ χρήσιμο αιχμηρό εργαλείο στα χέρια ενός μικρού παιδιού.
 
Ο Αριστοτέλης διερωτάται: «αν πρόκειται κανείς να επαναφέρει στην υγεία το άρρωστό του σώμα, πρέπει να του προσφέρει καταρχήν νερό και τροφή ελάχιστη· ανάλογα, όποιος έχει ψυχή κακή, άραγε δεν πρέπει, προκειμένου να αποτραπούν οι κακές του πράξεις, να κρατηθεί μακριά από τον πλούτο και από την εξουσία και από τη δύναμη και από όλα γενικά τα παρόμοια;» (1199b 3.11).
 
Κι εδώ βέβαια, δεν επιχειρείται η ηθική απενοχοποίηση της φτώχειας με το σκεπτικό ότι όποιος είναι φτωχός είναι και κακός (ή άφρων) οπότε έχει αυτό που πρέπει. Κάθε άλλο. Το επιχείρημα αφορά μόνο τον κακό που πρέπει να έχει λίγα κι όχι το αντίστροφο: «η αναλογία αυτή» (εννοείται του αρρώστου με την ολιγοφαγία και του κακού με τα λίγα υπάρχοντα) «ισχύει στο βαθμό μάλιστα που η ψυχή είναι πιο ευαίσθητη και ευμετάβολη από το σώμα. Διότι, όπως ακριβώς για τον άνθρωπο με το άρρωστο σώμα ήταν κατάλληλη μια ελαφρά δίαιτα, έτσι και για τον άνθρωπο με την άρρωστη ψυχή είναι κατάλληλος ένας τρόπος ζωής στερημένος από όλα τα προαναφερθέντα {πλούτο, εξουσία, δύναμη}» (1199b 3.11).
 
Το κατά πόσο ο κακός-άδικος πρέπει να είναι φτωχός με το σκεπτικό ότι η φτώχεια θα τον ωφελήσει (όπως η δίαιτα την αρρώστια) είναι κάτι που εναπόκειται στην κρίση του καθενός. Το βέβαιο είναι ότι ούτε η φτώχεια είναι ασφαλής πηγή της αρετής ούτε όλες οι αρρώστιες χρειάζονται δίαιτα. Η αξιοπρεπής ζωή, που προϋποθέτει την οικονομική ευχέρεια για την εκπλήρωση των βιοτικών αναγκών είναι πιο αποτελεσματική στην καλλιέργεια της αρετής.
 
Βεβαίως, όταν ο Αριστοτέλης λέει ότι ο κακός-άδικος πρέπει να κρατηθεί μακριά από τον πλούτο, προφανώς δεν εννοεί την ανέχεια και την εξαθλίωση, όπως η δίαιτα δε σημαίνει τη λιποσαρκία και τον υποσιτισμό. Όταν όμως ο κακός-άδικος αισθάνεται αδικημένος είναι πιθανότερο να γίνει και αδίστακτος παρά ενάρετος.
 
Το σίγουρο είναι ότι για τον Αριστοτέλη ο πλούτος αρμόζει στους ενάρετους. Ομοίως και οι τιμές και τα αξιώματα πρέπει να αποδίδονται αποκλειστικά σε εκείνους που το αξίζουν με κριτήριο πάντα την αρετή. (Η πόλη που δεν το τηρεί αυτό πάσχει από έλλειψη δικαιοσύνης κι εκτίθεται στους μεγαλύτερους κινδύνους). Κι αν είναι πράγματι ενάρετοι δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος να αλλοτριωθούν: «Σίγουρα, ο άνθρωπος ο ενάρετος που τυχόν δέχεται τιμές ή αποκτάει μεγάλη εξουσία και δεν τα χρησιμοποιεί ορθά, δεν μπορεί να εξακολουθήσει να θεωρείται ενάρετος» (1200a 3.16).
 
Όσο για τον προβληματισμό σχετικά με τους κινδύνους που μπορεί να επιφέρει η υπερβολική αρετή, ο Αριστοτέλης θα τον διατυπώσει περισσότερο για λόγους μεθοδολογίας: «Αν κάποιος έχει υπερβολική δικαιοσύνη ή ανδρεία, θα γίνει –έτσι λένε– χειρότερος; Ή μήπως όχι; Αλλά η ανδρεία γίνεται πρόξενος τιμών, και όταν οι τιμές πολλαπλασιαστούν, κάνουν τους ανθρώπους χειρότερους· ώστε είναι φανερό, καταλήγει το επιχείρημα, ότι μια αρετή που συνεχώς αυξάνεται θα κάνει τους φορείς της χειρότερους· διότι αιτία των τιμών είναι ακριβώς η αρετή, άρα και η αρετή η ίδια θα μπορούσε στην υπερβολή της να κάνει τους ανθρώπους χειρότερους» (1200a 3.15).
 
Η απάντηση θα δοθεί αμέσως: «εφόσον οι αρετές είναι μορφές μεσότητας –το έχουμε στην αρχή ξεκαθαρίσει–, τότε και η μεγαλύτερη αρετή θα είναι μεγαλύτερη μεσότητα· συνεπώς, δεν αληθεύει ότι η ενισχυμένη αρετή θα κάνει τον άνθρωπο χειρότερο, αλλά καλύτερο· διότι η μεσότητα είναι η μετρημένη στάση ανάμεσα στην έλλειψη και την υπερβολή όσον αφορά τη σχέση μας με τα πάθη» (1200a 3.17).
 
Τα πράγματα είναι ξεκάθαρα. Κανένας δίκαιος άνθρωπος δεν έχει να φοβηθεί τίποτε από την υπερβολική δικαιοσύνη. Προβληματισμοί τέτοιου είδους μάλλον χρήζουν περιπαικτικής αντιμετώπισης…
 
Αριστοτέλης, Ηθικά Μεγάλα βιβλίο δεύτερο

Επικριτικοί γονείς: Οι συνέπειες στο παιδί

Η πλειοψηφία των γονιών προσπαθούν να δώσουν στα παιδιά τους τα πάντα και κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούν για να καλύψουν τις ανάγκες τους. Παρ’ όλα αυτά, ακόμη και οι γονείς με τις καλύτερες προθέσεις κάνουν λάθη και υιοθετούν συμπεριφορές, όχι και τόσο ωφέλιμες για την ανάπτυξη και την ευημερία των παιδιών τους.

Παρ’ ότι οι περισσότεροι από μας αντιλαμβανόμαστε το «ουδείς τέλειος», προσπαθούμε να μεγαλώσουμε τα παιδιά μας έτσι ώστε να γίνουν τέλεια ή τέλος πάντων να πλησιάσουν αυτό που εμείς θεωρούμε τέλειο. Δυστυχώς, αρκετοί γονείς υιοθετούν τοξικές συμπεριφορές που βλάπτουν σοβαρά την ψυχική υγεία των παιδιών τους, υπονομεύοντας τη συναισθηματική τους ανάπτυξη.

Ας μην ξεχνάμε πόσο σημαντικός είναι ο ρόλος της γονεϊκής φιγούρας στην ωρίμανση ενός ανθρώπου. Για τους γονείς αυτούς, ο τρόπος να μεγαλώσουν τα «τέλεια» παιδιά είναι μέσω της επίκρισης, επισημαίνοντας συνεχώς τις αποτυχίες και υπογραμμίζοντας τα λάθη τους. Πιστεύουν πως έτσι θα καταστείλουν την «κακή» συμπεριφορά, χωρίς να γνωρίζουν ότι τελικά, αυτό που θα επιτύχουν, είναι να ενισχύσουν το «κακό ελάττωμα» που προσπαθούν να εξαλείψουν και να οδηγήσουν τα παιδιά τους στο αντίθετο άκρο.

Ένα άλλο ενδεχόμενο είναι να δημιουργήσουν καταπιεσμένους και φοβισμένους ενήλικες που δεν έχουν επαφή με τον πραγματικό τους εαυτό και προσπαθούν σε όλη τους τη ζωή να προσαρμόζονται στις ανάγκες και τα θέλω των γύρω τους, προκειμένου να αγαπηθούν. Ακόμη και όταν υπάρχουν οι καλύτερες προθέσεις, οι συνέπειες της επικριτικής συμπεριφοράς είναι σοβαρές και δυσκολεύουν τους ανθρώπους στη μετέπειτα ζωή τους.

Η γλώσσα έχει τη δύναμη να δημιουργεί ή να καταστρέφει και όταν χρησιμοποιείται μόνο για να επικρίνει και σχεδόν ποτέ για να να ενθαρρύνει την αλλαγή, μπορεί πολύ εύκολα να αφαιρέσει το κίνητρο και τη διάθεση για ζωή και δημιουργία. Επικρίνω σημαίνει δικάζω, σημαίνει λογοκρίνω και καταδικάζω και τα παιδιά αντιδρούν σε αυτό αμυντικά και απαντούν με εχθρότητα και δυσπιστία.

Τα παιδιά που υφίστανται συνεχώς επίκριση για τη συμπεριφορά τους, μαθαίνουν να μπαίνουν στη θέση του «κατηγορούμενου». Η θέση αυτή έχει τεράστιο βάρος που ένα παιδί αδυνατεί να σηκώσει. Έτσι μαθαίνει να μην αναλαμβάνει τις ευθύνες της ζωής, από φόβο μήπως βρεθεί ξανά σε αυτή τη θέση. Ή αντίθετα, παίρνει την απόφαση ότι θα αναλαμβάνει πάντα όλες τις ευθύνες, ακόμα κι αυτές που δεν του αναλογούν, ώστε αν είναι δυνατόν, να μην κατηγορηθεί ποτέ ξανά. Και οι δύο αυτές τακτικές έχουν στην ουσία το ίδιο αποτέλεσμα: Να εμποδίσουν την υγιή ωρίμανση και ομαλή ενηλικίωση.

Τα παιδιά θα αρχίσουν να σκέφτονται ότι είναι πολύ πιο ασφαλές να μην δοκιμάσουν κάτι που πιθανόν να οδηγήσει σε αποτυχία, οπότε λαμβάνοντας την κριτική, θα κάνουν σκέψεις όπως: Δεν θα καταλάβω ποτέ, δεν θα μάθω, δεν θα το επιτύχω, επηρεάζοντας την αυτοεκτίμησή τους. Μακροπρόθεσμα, αυτά τα παιδιά θα μεγαλώσουν και θα καταλήξουν να είναι ενήλικες που πιστεύουν ότι είναι ανίκανοι, οι οποίοι θα έχουν μάλλον κακές σχέσεις με τους γονείς τους αλλά ταυτόχρονα εξαρτημένες σχέσεις επειδή θα επιδιώκουν συνεχώς την έγκριση των άλλων.

Επιπλέον, ο τρόπος με τον οποίο θα σχετίζονται, θα είναι πιθανόν μέσω της κριτικής. Εν τέλει, μεγαλώνοντας σε μια επικριτική οικογένεια, δεν επηρεάζεται μόνο ο εσωτερικός μας κόσμος αλλά και οι σχέσεις μας με τους άλλους σε όλα τα επίπεδα και τους τομείς της ζωής.
Τι μπορούμε να κάνουμε

Παρακάτω παρουσιάζονται κάποιοι τρόποι αντιμετώπισης των επιδράσεων της επίκρισης κατά την παιδική ηλικία. Φυσικά, ο καθένας από μας έχει τη δική του προσωπική ιστορία και αποτελεί μοναδική περίπτωση. Μόνο ο ίδιος μπορεί να κρίνει και να αποφασίσει τι του ταιριάζει στο πλάνο της δικής του θεραπευτικής πορείας.

1. Αναγνώριση

Το πρώτο βήμα είναι πάντα η αναγνώριση. Είναι εξαιρετικά σημαντικό να αναγνωρίσουμε ότι όλα όσα πήραμε από τους γονείς μας καθώς μεγαλώναμε, είχαν και εξακολουθούν να έχουν άμεση επίδραση στο ποιοι είμαστε σήμερα. Όταν αναγνωριστούν και επισημανθούν οι τοξικές συμπεριφορές που δεχτήκαμε, θα βιώσουμε παράλληλα αντιφατικά συναισθήματα και εσωτερικές συγκρούσεις. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα σταματήσουμε να αγαπάμε τους γονείς μας. Απλώς ανοίγει ένας νέος δρόμος συνειδητοποίησης. Ότι υπάρχει «κάτι» που κινητοποιεί τις τοξικές σκέψεις και τις μη λειτουργικές συμπεριφορές μας.

2. Δεν είχε να κάνει με μας

Πρέπει να καταλάβουμε ότι δεν είμαστε και ποτέ δεν ήμασταν εμείς το θέμα. Συνήθως, όταν επικρίνουμε τους άλλους για κάτι, με τρόπο μη εποικοδομητικό και ωφέλιμο προς εκείνους, πρόκειται για μία «προβολή» αυτού που δεν μας αρέσει στους εαυτούς μας. Μιλώντας για προβολή, αναφερόμαστε στον μηχανισμό άμυνας κατά τον οποίο το άτομο αποδίδει σε κάποιο άλλο πρόσωπο, ιδιότητες και χαρακτηριστικά που το ίδιο αγνοεί ή αρνείται ότι διαθέτει. Δηλαδή με λίγα λόγια, κατά πάσα πιθανότητα οι γονείς μας προέβαλαν σε μας, όλα αυτά που αδυνατούσαν να αποδεχτούν στους ίδιους.

Από την άλλη πλευρά, οι άνθρωποι που είναι εξαιρετικά επικριτικοί, είναι κατά κύριο λόγο άνθρωποι που τραυματίστηκαν στο παρελθόν τους και δεν πήραν την αποδοχή που τόσο είχαν ανάγκη ως παιδιά. Υιοθετώντας στην πορεία της ζωής τους έναν σκληρό και επικριτικό χαρακτήρα, δημιουργούν απόσταση ασφαλείας και αποφεύγουν να εμπλακούν σε υπερβολικό βαθμό με τους άλλους με τον φόβο μήπως πληγώσουν και πληγωθούν.

3. Κατανόηση & Συμπάθεια

Αυτό που πιθανόν ενοχλούσε τους γονείς μας σε μια δεδομένη στιγμή, δεν ήταν η συμπεριφορά μας, αλλά αυτό που τους θύμιζε αυτή η συμπεριφορά. Την πληγή που οι ίδιοι δεν έχουν θεραπεύσει και που ενδεχομένως θα ήθελαν να θεραπεύσουν μέσω των παιδιών τους. Αν οι γονείς μας ήταν εξαιρετικά επικριτικοί, το πιθανότερο είναι να είχαν δεχτεί επίκριση ως παιδιά και οι ίδιοι από τους γονείς τους. Επαναλαμβάνουν λοιπόν με τη σειρά τους, τις περισσότερες φορές ασυνείδητα, το μοναδικό γονεϊκό μοντέλο που γνωρίζουν. Όταν το κατανοήσουμε αυτό, θα μπορέσουμε να ερμηνεύσουμε τις πράξεις τους και τελικά να τους δούμε με μεγαλύτερη συμπάθεια.

4. Επιτρέπουμε στον εαυτό μας να αισθανθεί θυμό

Το γεγονός ότι αισθανόμαστε συμπάθεια και κατανόηση, δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει ή ότι δεν μπορούμε παράλληλα να νιώθουμε θυμό και αρνητικά συναισθήματα για τους γονείς μας. Αυτό είναι κάτι απόλυτα φυσικό και συμβαίνει όταν αρχίζουμε να συνειδητοποιούμε τις σοβαρές επιπτώσεις που είχαν στη ζωή μας, αυτές οι συμπεριφορές. Ο θυμός είναι ένα συναίσθημα όπως κάθε άλλο και είναι υγιές να επιτρέπουμε στον εαυτό μας να το αισθάνεται. Είναι μάλιστα, εξαιρετικά χρήσιμος γιατί είναι αυτός που μας προειδοποιεί ότι κάτι δεν πάει καλά, ότι «κάτι δεν είναι στη θέση του».

Πολλές φορές, τα αρνητικά συναισθήματα για τους γονείς μας, μπορεί να μας προκαλέσουν αισθήματα φόβου ή ενοχής. Αυτό συμβαίνει γιατί μάθαμε ότι «πρέπει» να τους αγαπάμε και να τους σεβόμαστε. Ωστόσο όσο ωριμάζουμε και δουλεύουμε με τον εαυτό μας, μαθαίνουμε ότι η ζωή όπως και οι ανθρώπινες σχέσεις, είναι γεμάτες με αντιφάσεις που συνυπάρχουν. Ο θυμός, είναι λοιπόν απόλυτα αποδεκτός και χρήσιμος, απλά πρέπει να μάθουμε να τον διαχειριζόμαστε.

Επιπλέον, οι γονείς μας δεν θα μάθουν ποτέ πώς μας έκαναν να νιώθουμε ή πώς μας κάνουν να νιώθουμε ακόμα και σήμερα, αν δεν τους το εκφράσουμε. Είναι πολύ σημαντικό και θεραπευτικό για τον ενδοψυχικό μας κόσμο, να μάθουμε να επικοινωνούμε στους άλλους, το πώς νιώθουμε με κάθε συμπεριφορά τους. Αν δε, αυτό το καταφέρουμε σε σχέση με τους γονείς μας, τα οφέλη για μας θα είναι τεράστια.

Με αυτόν τον τρόπο θα έχουμε κάνει ένα βήμα προς το να «σπάσουμε» αυτό το μοντέλο επικριτικής συμπεριφοράς, επικοινωνώντας αυθεντικά και όχι επιστρέφοντας την επικριτική συμπεριφορά που μάθαμε ως παιδιά. Όποιο κι αν είναι το αποτέλεσμα, αξίζει να το προσπαθήσουμε. Υπάρχει όμως και μεγάλη πιθανότητα να βοηθήσουμε τους γονείς μας να αναγνωρίσουν κάτι που αγνοούσαν μέχρι σήμερα και να αρχίσουν και οι ίδιοι τη δική τους αλλαγή. Αν αυτό συμβεί, θα είμαστε σε θέση να απολαύσουμε μια πολύ πιο ουσιαστική σχέση μαζί τους.

5. Η εσωτερική κριτική φωνή μας, δεν είναι δική μας φωνή

Όταν έχουμε εισπράξει έντονη γονεϊκή επίκριση, το πιθανότερο είναι να είμαστε οι ίδιοι εξαιρετικά επικριτικοί απέναντι στον εαυτό μας. Είναι σαν μια μικρή φωνή στο κεφάλι μας που αμφισβητεί κάθε μας βήμα. Αν την παρατηρήσουμε προσεκτικά, θα αναγνωρίσουμε πολλές από τις εντολές που δεχτήκαμε από τους γονείς μας.

Άλλες λέγονταν συχνά και άλλες δεν ειπώθηκαν ποτέ αλλά εννοούνταν. Οι δεύτερες ίσως να ήταν και οι πιο καταλυτικές. Κατανοώντας λοιπόν ότι αυτή η φωνή δεν είναι δική μας, αλλά των γονιών μας που έχει εσωτερικευτεί, θα έχουμε κάνει ήδη ένα μεγάλο βήμα. Μπορεί να μην είμαστε σε θέση να αγνοήσουμε αυτή τη φωνή πλήρως, μπορούμε όμως να δώσουμε χώρο να υπάρξει μέσα μας, η φωνή που έχουμε πραγματικά ανάγκη. Αυτή του φροντιστικού γονιού, του γονιού που θα θέλαμε να είχαμε και που τώρα μπορούμε να γίνουμε εμείς, για τον εαυτό μας.

Η προσπάθεια να θεραπεύσουμε αυτά τα τραύματα είναι μεγάλη πρόκληση αφού τείνουν να είναι πολύ βαθιά ριζωμένα μέσα μας.

Πώς θα ήταν η ζωή μας αν δεν μπορούσαμε να καταφύγουμε στις δικαιολογίες;

Βάζω στοίχημα πως θα προχωρούσατε άμεσα σε δράση τέτοια που να σας εξωθήσει στην εκπλήρωση των ονείρων σας. Θα συζητούσατε με άλλους, που τρέφουν παρόμοια με τα δικά σας όνειρα και στη συνέχεια βρήκαν με επιτυχία τον δρόμο τους προς αυτά. Θα είχατε πολλή ενέργεια και θα επιδιδόσασταν ενεργητικά στη διαδικασία της βίωσης της ζωής που φαντάζεστε.

Θα προσελκύατε τη βοήθεια που χρειάζεστε τη στιγμή που τη χρειάζεστε και θα παρατηρούσατε τους σωστούς ανθρώπους, τα σωστά συμβάντα και τις σωστές συνθήκες να παρουσιάζονται επίμονα μπροστά σας. Γιατί; Επειδή θα δρούσατε όπως δρα η Πηγή όλης της δημιουργίας. Θα είχατε εναρμονιστεί με ένα σύμπαν που λέει «Ναι, μπορείς!» και σας προσφέρει τα σύνεργα που θα σας βοηθήσουν να το αποδείξετε. Δεν θα τρέφατε κανέναν ενδοιασμό ή φόβο για το ότι κάτι θα μπορούσε να είναι δύσκολο ή να πάρει πολύ χρόνο… θα ήσασταν πολύ πιο ευτυχισμένοι δρώντας παρά εξηγώντας ή εκφράζοντας παράπονα.

Χωρίς αυτές τις δικαιολογίες, πώς θα αισθανόσασταν;

Θα διακινδυνεύσω την πρόβλεψη πως, έχοντας πια διαγράψει απόλυτα αυτούς τους περιορισμούς, θα αισθανόσασταν εκστατική χαρά και πως, επιτέλους, έχετε βρει τον σκοπό σας και τον ακολουθείτε. Θα σας συνάρπαζε η αίσθηση της ελευθερίας, αφού δεν θα αποφεύγατε πια το αληθινό σας ντάρμα. Θα νιώθατε μια τεράστια αίσθηση ικανοποίησης, αντί να ανησυχείτε για όσα αποφεύγετε ή για το πού πηγαίνετε.

Δεν θα επικεντρώνατε την προσοχή σας στον προορισμό, αφού το πολύ μακριά δεν θα υπήρχε πια για σας και το τώρα του ταξιδιού θα σας χάριζε την επιτυχία και την ευτυχία που επιθυμείτε. Θα βιώνατε μεγάλη ευδαιμονία, επειδή τα βήματά σας θα οδηγούνταν από τη δημιουργικότητα και την πρωτοβουλία σας αντί τον φόβο της απογοήτευσης⋅ και η χαρά θα κυριαρχούσε τη ζωή σας.

Χωρίς αυτές τις δικαιολογίες, ποιες σκέψεις θα κάνατε εναλλακτικά;

Αντί να επικεντρώνεστε σε όσα δεν μπορείτε να κάνετε, επειδή είναι πολύ δύσκολο και θα πάρει πολύ χρόνο, θα σκεφτόσασταν κάπως έτσι: Αυτό είναι σίγουρα κάτι που μπορώ να δημιουργήσω για τον εαυτό μου και θα το κάνω. Ξέρω πως μπορώ να κάνω οτιδήποτε αποφασίσω. Προσδοκώ ότι αυτό είναι μέσα στα πλαίσια των δυνατοτήτων μου και μπορώ εύκολα να το επιτύχω.

Δεν νιώθω φόβο, επειδή αναγνωρίζω πως, όποια καθοδήγηση και βοήθεια κι αν χρειαστώ, είναι στη διάθεσή μου. Νιώθω έξαψη, συγκίνηση και αγαλλίαση για την εκπλήρωση του ονείρου μου. Συνειδητοποιώ πως οι σκέψεις που κάνω διαπνέονται από ενθουσιασμό και πάθος και πως τίποτα δεν μπορεί να με σταματήσει. Για την ακρίβεια, είμαι βέβαιος πώς ό,τι χρειάζομαι για την υλοποίηση των ονείρων μου βρίσκεται ήδη καθ’ οδόν. Παρατηρώ με αίσθημα ικανοποίησης αυτά που μου στέλνει το σύμπαν.

Όσο πιστεύεις ότι η ζωή δεν πρέπει να είναι δύσκολη, θα υποφέρεις

Υπάρχει ένα ρητό που λέει “όταν ξέρεις ότι η ζωή είναι δύσκολη, τότε η ζωή παύει να είναι δύσκολη”. Τι σημαίνει αυτό;

Ότι η ζωή είναι δύσκολη όσο πιστεύεις ότι δεν πρέπει να είναι δύσκολη.

Όταν πιστεύεις ότι η ζωή δεν πρέπει να είναι δύσκολη, είσαι σε μια συνεχή αντίσταση απέναντι στις καταστάσεις, τους ανθρώπους και τα γεγονότα.

Όταν αποδεχτείς ότι η ζωή περιλαμβάνει και δυσκολίες, όταν εμφανιστεί η επόμενη δυσκολία θα πεις “να η ζωή πάλι με τις δυσκολίες της”.

Με άλλα λόγια, όταν έχεις αυτή τη στάση δημιουργείται μια αποδοχή απέναντι σ’ αυτό που “είναι”.

Αν κουβαλάς στο μυαλό σου την πεποίθηση ότι η ζωή δεν πρέπει να είναι δύσκολη, ότι δεν πρέπει να υπάρχουν δύσκολοι άνθρωποι, εμπόδια και προβλήματα, ότι τα σχέδια δεν πρέπει να χαλάνε, οι άνθρωποι να πεθαίνουν και να αρρωσταίνουν, τότε θα υποφέρεις.

Γενικά όλοι έχουμε λίγο πολύ αυτή την πεποίθηση που λέει ότι τα πράγματα θα έπρεπε να εξελίσσονται ομαλά και άνετα.

Και όντως, κάποιες φορές τα πράγματα εξελίσσονται ομαλά και άνετα.

Αλλά το παράδοξο είναι ότι όταν αναγνωρίσεις ότι η ζωή είναι δύσκολη και ο σκοπός της δεν είναι το να σε κάνει ευτυχισμένο -ούτε δυστυχισμένο- σταματάς να υποφέρεις.

Μπορεί βέβαια να σε κάνει δυστυχισμένο όταν έχεις τη λάθος στάση απέναντί της.

Η ευτυχία έρχεται με το να αποδεχτούμε ότι οι προκλήσεις είναι ένα φυσικό φαινόμενο της εξέλιξης της ζωής και αυτό αφορά όλους τους ζωντανούς οργανισμούς.

Μπορούμε να ονομάζουμε όμως τις δυσκολίες προκλήσεις, αντί να τις ονομάζουμε προβλήματα ή κακά πράγματα.

Η λέξη πρόκληση εμπεριέχει και κάτι το θετικό.

Οι προκλήσεις είναι εδώ για να μας αφυπνίσουν.

Ακόμα και αν έχεις ήδη αφυπνιστεί, η ζωή μπορεί να συνεχίσει να σου δίνει προκλήσεις ώστε να επιταχυνθεί ακόμα περισσότερο η αφύπνισή σου και να γίνει πιο βαθιά.

Αν το αναγνωρίσεις αυτό δεν χρειάζεται πια να έχεις μια στάση αντίστασης και σύγκρουσης απέναντι στη ζωή. Και επίσης δεν θα θυμώνεις συνέχεια με αυτά που σου συμβαίνουν, με τα γεγονότα ή με τους ανθρώπους που συναντάς.

Οι νόμοι της Μαγείας

Ο πιο διάσημος ορισμός –και πιθανώς ο σωστότερος στην αξιωματική του καθαρότητα – για την Μαγεία έρχεται από τον Άλιστερ Κρόουλυ: Μαγεία είναι η Επιστήμη και η Τέχνη του να προκαλείς την Αλλαγή σε συμφωνία με τη Βούληση».

Το πασπαρτού κλειδί για την πρόκληση μαγικών αλλαγών, πριν τις θεωρίες για κβαντικές νομοτέλειες και θαυματουργά συμβάντα, πριν την Chaos Magic, τα κινήματα Wicca, τους νεοπαγανιστές, η αλήθεια που διατυπώνει άμεσα ο Κρόουλυ εμπεριέχει όλα τα συστατικά στοιχεία της μαγικής πράξης. Ο επιδιωκόμενος στόχος της Αλλαγής, η κινητήρια ισχύς της Βούλησης, η γνώση (επιστήμη/know how) της πρόκλησης και εκτέλεσης του μαγικού φαινομένου και η τέχνη, ο τρόπος και η ενέργεια, η επινοητικότητα, η δημιουργικότητα με την οποία αυτό επιτελείται είναι βασικοί πυλώνες του Μαγικού Συστήματος.

Ένας άλλος από τους ορισμούς που της έχουν δοθεί είναι πως «η Μαγεία είναι η κατεξοχήν Τέχνη, που εμπεριέχει όλες τις άλλες τέχνες». Είναι όμως και Επιστήμη-Γνώση και όπως κάθε επιστήμη που σέβεται τον εαυτό της έχει τους νόμους της- αξιωματικές προτάσεις που έχουν παρατηρηθεί, εφαρμοστεί και επαληθευτεί από απανωτά «μαγικά πειράματα» στη διάρκεια του χρόνου.

Αυτούς τους νόμους, 20 τον αριθμό, τους συνοψίζει ένας νεαρός εκπαιδευόμενος(;) σίγουρα πάντως ιστορικός της μαγείας, ο Bill Whitcomb, σε ένα συγκεντρωτικό έργο που τιτλοφορεί «Ο Σύντροφος ενός Μάγου». Τους παραθέτουμε να τους εμπεδώσετε:

1. Ο νόμος της Θέασης του Κόσμου

Ο κόσμος που αντιλαμβανόμαστε είναι η διάδραση, η μίξη, του αντικειμενικά άγνωστου κόσμου και του εαυτού μας. Αλλάζοντας την προσωπική θέαση του κόσμου δεν αλλοιώνεται ο αντικειμενικός, αιώνιος κόσμος αλλά αλλάζει ο κόσμος που αντιλαμβανόμαστε. ΄Ετσι μεταβάλλοντας την δική μας ματιά προκαλούμε αλλαγές οι οποίες είναι πραγματικές για μας. Δεν μπορείς να παρατηρείς ένα φαινόμενο χωρίς να επιφέρεις αλλαγές στη μορφή του.

2. Ο νόμος της Προσοχής

Όσο περισσότερα στοιχεία αναζητεί κάποιος για να υποστηρίξει μια συγκεκριμένη κατάσταση, ένα συμπέρασμα ή μια άποψη, τόσο περισσότερα θα βρει. Επαναπροσδιορίζοντας την προσοχή μας τροποποιούμε τον κόσμο μας. Όπως είπε ο Lewis Carroll “Ό,τι σου λέω τρεις φορές βγαίνει αληθινό”.

3. Ο νόμος της Συγχρονικότητας

Η Συγχρονικότητα είναι όρος που δημιουργήθηκε από τον Καρλ Γιουνγκ για να περιγράψει συμπτώσεις που έχουν κάποιο νόημα και οι οποίες δεν μπορούν να εξηγηθούν από τον νόμο αιτίας-αποτελέσματος. Είναι συμβάντα που συνδέονται περισσότερο από μοτίβα (νόημα) και λιγότερο από τον χρόνο.

4. Ο νόμος της Σχετικής Αλήθειας

Κάθε δήλωση είναι αληθινή από μια άποψη, λανθασμένη από μια άλλη και χωρίς νόημα κατά μία έννοια. Από μια άποψη «Τίποτα δεν είναι αληθινό. Όλα είναι επιτρεπτά».

5. Ο νόμος του Πραγματισμού

Εάν δουλεύει είναι πραγματικό. Μια άποψη για τον κόσμο νομιμοποιείται από τη στιγμή που βοηθά κάποιον να πετύχει τους στόχους του. Από αυτή την άποψη, ελάχιστοι άνθρωποι είναι εντελώς τρελοί. Αλλά και πολύ λίγοι είναι εντελώς υγιείς.

6. Ο νόμος του Παράδοξου

Καμία άποψη ή γνώση δεν εμπεριέχει τον κόσμο ολόκληρο. Δύο μοντέλα (ή νόμοι) μπορεί να αντικρούουν ο ένας τον άλλο και ωστόσο να είναι εξίσου αληθινοί στο δικό τους πλαίσιο. Το κόλπο είναι να γυρίζεις τον διακόπτη και να μετακινείσαι από το ένα μοντέλο στο άλλο όταν χρειάζεται.

7. Ο νόμος της Ενότητας

Τα πάντα (διαμέσω του χωροχρόνου) αλληλοσυνδέονται, άμεσα ή έμμεσα.

8. Ο νόμος της Αντανάκλασης

Όπως πάνω έτσι και κάτω, σύμφωνα με το διάσημο αξίωμα του Ερμή του Τρισμέγιστου. Ο μικρόκοσμος είναι ο μακρόκοσμος. Το μέρος εμπεριέχει το όλον. Κάθε άτομο εμπεριέχει την εικόνα του σύμπαντος. Όταν η εσωτερική εικόνα συντονιστεί με την εξωτερική, η αλλαγή στην πρώτη προκαλεί αλλαγή και στην δεύτερη. Αυτή είναι η βάση όλων των μαντικών συστημάτων όπως το Ι Τσινγκ και τα Ταρώ. Κατά μία έννοια αυτή η αναλογία νομιμοποιεί την ρήση ότι είμαστε φτιαγμένοι κατ’ εικόνα του Θεού. Το σύμπαν είναι εντός μας και έξω από εμάς.

9. Ο νόμος των Συσχετισμών

Εάν δύο πράγματα, Α και Β έχουν κάτι κοινό, αυτό μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να τα επηρεάσει και τα δύο. Ομοίως, το Α και το Β έχουν αμοιβαία επίδραση το ένα στο άλλο. Όσο περισσότερο συσχετίζονται τόσο μεγαλύτερη είναι η αλληλεπίδρασή τους. Ο νόμος των Συσχετισμών μπορεί να σπάσει σε δύο μικρότερους νόμους: Τον νόμο της Ομοιότητας όπου το αίτιο και το αποτέλεσμα μοιάζουν το ένα στο άλλο, π.χ. μια λιτανεία για την πρόκληση βροχής δημιουργεί σταγόνες νερού να πέφτουν από τον ουρανό. Αυτή είναι η βάση της «συμπαθητικής μαγείας». Και τον νόμο της Μετάδοσης που λέει πως κάθε δράση είναι ενεργειακή ανταλλαγή. Το να έχεις δύναμη πάνω σε κάτι σημαίνει πως και αυτό επίσης έχει δύναμη πάνω σε σένα. Με το να αντιστέκεσαι σε αυτό σημαίνει πως το διατηρείς. Δύο αντίθετα, διατηρούν το ένα την ουσία του άλλου.

10. Ο νόμος της Σύνδεσης

Κάθε δράση είναι ανταλλαγή ενέργειας.
Ένας άλλος από τους ορισμούς που της έχουν δοθεί είναι πως «η Μαγεία είναι η κατεξοχήν Τέχνη, που εμπεριέχει όλες τις άλλες τέχνες». Είναι όμως και Επιστήμη-Γνώση και όπως κάθε επιστήμη που σέβεται τον εαυτό της έχει τους νόμους της- αξιωματικές προτάσεις που έχουν παρατηρηθεί, εφαρμοστεί και επαληθευτεί από απανωτά «μαγικά πειράματα» στη διάρκεια του χρόνου.

11. Ο νόμος της Σύνθεσης

Δύο οποιεσδήποτε αντιτιθέμενες δυνάμεις ή ιδέες μπορούν να συνενωθούν σε μια σύλληψη η οποία και θα τις εμπεριέχει ταυτόχρονα.

12. Ο νόμος της Δυαδικότητας

Κάθε ιδέα ή δύναμη μπορεί να διαιρεθεί σε δύο ολότελα αντιθετικές ιδέες ή δυνάμεις που η καθεμιά εμπεριέχει την ουσία της άλλης. Τα αντίθετα ορίζονται μόνο σε σχέση μεταξύ τους.

13. Ο νόμος της Πραγμάτωσης

Κάθε ιδέα, δύναμη, αντικείμενο ή φαινόμενο μπορεί να θεωρηθεί ως ζωντανό, ως έχων προσωπικότητα, ότι είναι μια οντότητα.

Ως Συνέπεια αυτής της πραγμάτωσης ή ζωοποιητικής δυνατότητας όλων των πραγμάτων καθετί μπορεί να παρουσιαστεί ως οντότητα και πρέπει να αντιμετωπίζεται ως τέτοια. Αυτό είναι ένα από τα βασικά αξιώματα της μαγείας και δείχνει πως καθετί που μας περιτριγυρίζει μπορεί να είναι προστατευτικό ή αντίθετα επικίνδυνο για εμάς.

14. Ο νόμος του Χωροχρόνου 

Η δύναμη υφίσταται στους χώρους δύναμης των πραγμάτων. Αυτοί είναι οι ενδιάμεσοι τόποι που δεν απολύτως ούτε ένα πράγμα ούτε ένα άλλο. Παραδοσιακά αυτοί οι τόποι είναι τα σπήλαια, οι πύργοι, τα βουνά, οι ακρογιαλιές, οι πηγές, τα σταυροδρόμια, οι λόφοι.

Επίσης, όλες οι καίριες ώρες αλλαγής της μέρας, αυγή, μεσημέρι, δύση και μεσάνυχτα θεωρούνται ισχυρές. Το ίδιο ισχύει για τα Ηλιοστάσια, τις Ισημερίες, τη Νέα Χρονιά.

15. Ο νόμος των Λέξεων (Συμβόλων) Δύναμης

Υπάρχουν λόγια (σύμβολα) που είναι ικανά να αλλάξουν την εσωτερική και την εξωτερική μας πραγματικότητα. Αυτά τα λόγια, λέξεις/ονόματα/σύμβολα, δεν χρειάζεται να γίνονται αντιληπτά στο συνειδητό επίπεδο για να επιδρούν. Κατά μία άποψη αυτά τα ονόματα έχουν συσσωρεύσει δύναμη από την χρήση (προσοχή) που τους έχει δοθεί στη διάρκεια αιώνων.

16. Ο νόμος των Μαγικών Ονομάτων

Στα μαγικά συμβολικά συστήματα το είναι ΕΙΝΑΙ το πράγμα που ονομάζεται. Υπάρχει μια σύνδεση που δημιουργείται από μια κοινή στο βάθος της δομή. Το να γνωρίζεις το αληθινό όνομα ενός προσώπου, ενός τόπου ή ενός πράγματος σημαίνει ότι έχεις απόλυτο έλεγχο πάνω του γιατί το να το γνωρίζεις σημαίνει πως έχεις και γνώση της πραγματικής, εσωτερικής του φύσης.

17. Ο νόμος της Ετικέττας, του Χαρακτηρισμού

Το να δίνεις μια ταμπέλα, μια ετικέττα, να χαρακτηρίζεις κάτι σημαίνει πως κρύβεις πληροφορίες γι΄ αυτό. Και αυτό γιατί κάτω από μια ταμπέλα, το πράγμα γίνεται αδιαφανές, σκοτεινό από άλλες πληροφορίες που κουβαλάει πάνω του ο χαρακτηρισμός. Για παράδειγμα αν πει κάποιος «Μελετώ τη μαγεία» μπορεί να προκαλέσει σε διάφορους ακροατές μια σειρά από σκέψεις/συνειρμούς. Κάποιος μπορεί να νομίσει ότι πρόκειται για έναν ταχυδακτυλουργό, κάποιος άλλος για έναν σατανιστή, ένας τρίτος θα αντιληφθεί έναν ιστορικό της μαγείας. Ωστόσο, κανένας από αυτούς τους χαρακτηρισμούς που κρύβονται κάτω από την ταμπέλα της μαγείας μπορεί να μην είναι απόλυτα σωστός.

Η ονοματοδοσία είναι ένα πολύ σημαντικό εργαλείο που μπορεί να κρύβει και να φανερώνει ταυτόχρονα.

18. Ο νόμος του Πληροφοριακού Πακέτου

Όση περισσότερη πληροφορία εμπεριέχεται σε ένα σύμβολο τόσο πιο γενικό (κενό) γίνεται.

19. Ο νόμος του Μοτίβου (Γνώση)

Η πληροφορία μπορεί να νοηθεί ως μέτρο για την μη προβλεψιμότητα ενός μηνύματος. Όσο πιο απρόβλεπτο είναι ένα μήνυμα τόσο περισσότερη πληροφορία εμπεριέχει. Ο βαθμός τάξης που έχει ένα σύστημα είναι το ποσό της ενέργειας που διαθέτει. Ισχύουν οι παρακάτω ακολουθίες: Το Μοτίβο είναι Πληροφορία. Η Πληροφορία είναι Ενέργεια. Η Γνώση είναι Δύναμη.

Όσο περισσότερη πληροφορία έχεις τόσο λιγότερη ενέργεια χρειάζεσαι. Κάποιοι ορίζουν την ζωή ως «αρνητική εντροπία» ακριβώς γιατί εξελίσσεται και αναπτύσσει όλο και μεγαλύτερη περιπλοκότητα στα μοτίβα της. Από μια άποψη, το σύμπαν κάθε μέρα γίνεται όλο και πιο ευφυές.

20. Ο νόμος της Ευφυϊας

Κάθε μοτίβο μιας ικανής περιπλοκότητας θα δράσει ευφυώς όταν το αντιμετωπίσουν ως ενότητα. Ένα μοτίβο πιο περίπλοκο από εμάς λογικά θα είναι και πιο ευφυές από εμάς – οποιοδήποτε θεϊκό ον για παράδειγμα. Και ας έχουμε υπόψιν μας πως ο ανθρώπινος εγκέφαλος παραμένει μακράν πιο περίπλοκος από οποιοδήποτε κομπιούτερ έχουμε κατασκευάσει μέχρι στιγμής.

Η δε πλειονότητα των ανθρώπων δεν γνωρίζει άλλο είδος σχέσεων

Ο ευγενούς φύσεως άνθρωπος, στην νεότητά του, πιστεύει πως οι ουσιώδεις και αποφασιστικές σχέσεις και διασυνδέσεις είναι oι ιδεατές, οι βασιζόμενες δηλ. σε ομοιότητα φρονήματος, τρόπου σκέψης, γούστου, πνευματικών δυνάμεων κ.ο.κ.· Αργότερα, εντούτοις, συνειδητοποιεί ότι εκείνες που κατέχουν τα πρωτεία είναι οι πραγματικές, εκείνες δηλ. που έχουν ως βάση τους κάποιο υλικό συμφέρον. Σε τούτες εδράζονται όλες σχεδόν οι διασυνδέσεις, η δε πλειονότητα των ανθρώπων δεν γνωρίζει άλλο είδος σχέσεων.

Κατά συνέπεια, ο καθένας αντιμετωπίζεται βάσει του αξιώματος ή του επαγγέλματος του, της εθνότητας ή των οικογενειακών του καταβολών και όλως βάσει της θέσης και του ρόλου που του έχουν αποδοθεί από τις συμβάσεις: βάσει τούτων καθορίζεται η ταξινόμηση, η διαλογή και η μεταχείρισή του, όπως και στην περίπτωση ενός βιομηχανικού προϊόντος. Αντίθετα, το τι είναι καθ’ εαυτόν, δηλ. ως άνθρωπος, δυνάμει των προσωπικών του ιδιοτήτων, λαμβάνεται υπόψη μόνο περιστασιακά και όπως τύχει, συνεπώς μόνο κατ’ εξαίρεση, ώστε αγνοείται και παραμερίζεται από τον καθένα όποτε τον βολεύει, δηλ. ως επί το πλείστον.

Τώρα, όσο περιεκτικότερο και αξιολογότερο είναι τούτο το καθ’ εαυτόν τόσο λιγότερο θ’ αρέσει στον άνθρωπο τούτο η εν λόγω κοινωνική ρύθμιση, ούτως ώστε θα προσπαθεί να διεκφύγει από την επικράτειά της. Η ρύθμιση αυτή, πάντως, οφείλεται στο γεγονός ότι, σ’ αυτόν τον κόσμο της ανάγκης και της ένδειας, τα μέσα για την αντιμετώπισή τους συνιστούν παντού το πρωταρχικό και, συνεπώς, το κυρίαρχο μέλημα.

Michel de Montaigne: Η ζωή είναι εύθραυστη και μπορεί εύκολα να διαταραχθεί

Η ζωή είναι εύθραυστη και μπορεί εύκολα να διαταραχθεί.
Ασήμαντες μικροενοχλήσεις, μάταιες μερικές φορές, αλλά πάντοτε ενοχλητικές.
Οι πιο μικρές και ασήμαντες είναι και οι πιο έντονες· και όπως τα μικρά γράμματα ενοχλούν και κουράζουν περισσότερο τα μάτια, το ίδιο μας ενοχλούν οι μικροϋποθέσεις.
Πολλά μικρά προβλήματα κάνουν περισσότερο κακό από ένα, όσο μεγάλο κι αν είναι.
Όσο πιο πολλά και ασήμαντα είναι τα προβλήματα του σπιτιού, τόσο πιο έντονα και απροειδοποίητα μας πλήττουν, πιάνοντάς μας εύκολα στον ύπνο.

Οι δυστυχίες με βαραίνουν ανάλογα με τη σοβαρότητά τους· και η σοβαρότητά τους εξαρτάται εξίσου από τη μορφή και την ουσία τους. Έχω μεγαλύτερη εμπειρία από τους κοινούς ανθρώπους· γι’ αυτό έχω και περισσότερη υπομονή.
Τελικά, αν δεν με πληγώνουν, με ενοχλούν.
Η ζωή είναι εύθραυστη και μπορεί εύκολα να διαταραχθεί.

Από τη στιγμή που έχω στραφεί προς τη θλίψη (“ πράγματι κανείς δεν αντιστέκεται στις επιθυμίες του, όταν έχει υποχωρήσει στην πρώτη παρόρμηση” ΣΕΝΕΚΑΣ), όσο βλακώδης κι αν είναι η αιτία που με οδήγησε εκεί, καθοδηγώ τη διάθεσή μου προς αυτή τη κατεύθυνση, κι εκείνη πλέον συντηρείται και ενισχύεται από μόνη της, προσελκύοντας και συσσωρεύοντας το ένα ζήτημα πάνω στο άλλο για να επιδεινώνεται.

“Το νερό που στάλα στάλα τρώει το βράχο” (ΛΟΥΚΡΗΤΙΟΣ)

Αυτές οι συνηθισμένες σταλαγματιές με κατατρώνε. Οι συνηθισμένες αντιξοότητες δεν είναι ποτέ χωρίς σημασία. Είναι συνεχείς και ανεπανόρθωτες, κυρίως όταν δημιουργούνται από λεπτομέρειες της διαχείρισης του οίκου, που εμφανίζονται συνεχώς και είναι αναπόφευκτες.

Όταν εξετάζω τις υποθέσεις μου από κάποια απόσταση και συνολικά, βρίσκω, ίσως γιατί δεν τις θυμάμαι με ακρίβεια, ότι μέχρι τώρα έχουν προοδεύσει πέρα από τις προσδοκίες μου και τους υπολογισμούς μου. Μου φαίνεται ότι έχω περισσότερο κέρδος από αυτό που πραγματικά υπάρχει· η επιτυχία τους με ξεγελάει.

Όταν όμως βρίσκομαι μέσα στο πρόβλημα και παρακολουθώ την εξέλιξη όλων των λεπτομερειών,
[“Τότε η ψυχή μας μοιράζεται σε χίλιες έγνοιες” (ΒΙΡΓΙΛΙΟΣ)]

χίλια πράγματα με κάνουν και να επιθυμώ και να φοβάμαι. Να τα εγκαταλείψω εντελώς μου είναι πολύ εύκολο, να ασχοληθώ με αυτά χωρίς να στεναχωρηθώ, πολύ δύσκολο.

Είναι κρίμα να βρίσκεσαι κάπου όπου εμπλέκεσαι σε ό,τι βλέπεις και το καθετί σε αφορά. Και μου φαίνεται ότι απολαμβάνω με μεγαλύτερη ευχαρίστηση τις χαρές ενός ξένου σπιτιού και τις γεύομαι πιο ξένοιαστα. Ο Διογένης απάντησε, σύμφωνα με τη δική μου άποψη, σε εκείνον που τον ρώτησε ποιο κρασί έβρισκε καλύτερο: “το ξένο”, είπε.

Γιατί όσον αφορά την ιδιαίτερη κλίση μου, ούτε η ευχαρίστηση να κτίζεις, που λένε ότι είναι τόσο ελκυστική, ούτε το κυνήγι, ούτε η κηπουρική, ούτε οι άλλες χαρές κάποιου που έχει αποσυρθεί από τη ζωή, μπορούν να με διασκεδάσουν. Είναι κάτι για το οποίο κακίζω τον εαυτό μου, όπως και για όλες τις άλλες απόψεις που δεν με βολεύουν. Δεν με ενδιαφέρει τόσο να είναι οι απόψεις υγιείς και σοφές, όσο να είναι εύκολες και βολικές για την ζωή, είναι αρκετά αληθινές και υγιείς αν είναι χρήσιμες και ευχάριστες.

Με πεθαίνουν αυτοί που, ακούγοντάς με να διαλαλώ την ανεπάρκειά μου στα θέματα διαχείρισης του σπιτιού, έρχονται και μου ψιθυρίζουν συνεχώς στα αυτιά ότι το κάνω από περιφρόνηση και ότι παραμελώ να μάθω τα εργαλεία του οργώματος, τις εποχές του, τη σειρά του, πως γίνονται τα κρασιά μου, πως γίνεται το μπόλιασμα, το όνομα και το σχήμα των φυτών και των καρπών και πως παρασκευάζονται τα τρόφιμα από τα οποία ζω, το όνομα και την τιμή των υφασμάτων με τα οποία ντύνομαι, γιατί η ψυχή μου ασχολείται με κάποια ανώτερη γνώση.
Αυτό είναι ανοησία και μάλλον βλακεία .
Θα προτιμούσα να ήμουν καλός ιπποκόμος παρά ειδικός της Λογικής.

“Γιατί να μην ασχοληθείς με κάτι χρήσιμο,
να πλέκεις καλάθια με λυγαριά ή με ευέλικτα σχοινιά” (ΒΙΡΓΙΛΙΟΣ)

Φορτώνουμε τη σκέψη μας με γενικότητες και με τις αιτίες και τη συμπεριφορά του σύμπαντος, που και χωρίς εμάς λειτουργεί πολύ καλά, και αφήνουμε πίσω τις υποθέσεις μας και τον Μισέλ, κάτι που μας αφορά πιο άμεσα κι από τον άνθρωπο γενικά.
Κι όμως, μένω στο σπίτι μου συνήθως, τον περισσότερο καιρό, αλλά θα ήθελα να μου αρέσει περισσότερο εκεί παρά αλλού.

” Ας ήταν να ζήσω εκεί τα γειρατειά μου, να τελείωνε εκεί η κούραση
τόσων ταξιδιών σε θάλασσα και σε στεριά και εκείνη
της στρατιωτικής ζωής” (ΟΡΑΤΙΟΣ)

Δεν ξέρω αν θα τα καταφέρω μέχρι το τέλος.
Θα ήθελα ο πατέρας μου, αντί για κάποιο άλλο μέρος της κληρονομιάς του, να μου είχε κληροδοτήσει αυτή την παθιασμένη αγάπη που είχε στα γεράματά του για την διαχείριση του οίκου του. Ήταν πολύ ευτυχής που μπορούσε να προσαρμόζει τις επιθυμίες του στα μέτρα της οικονομικής του δυνατότητας και να ευχαριστιέται με όσα είχε. Η πολιτική φιλοσοφία μπορεί κάλλιστα να κατηγορήσει τη μετριότητα και τη στειρότητα της ασχολίας μου, ποσώς με ενδιαφέρει, αρκεί μια φορά να το απολαύσω, όπως εκείνος.

Είμαι της άποψης ότι η πιο αξιοπρεπής ασχολία είναι να υπηρετείς τα κοινά και να είσαι χρήσιμος σε πολλούς.

“Τους καρπούς της διάνοιας, της αρετής και κάθε χαρίσματος, τους απολαμβάνουμε καλύτερα όταν τους μοιραζόμαστε με τον συνάνθρωπό μας”.

Όσον αφορά εμένα, το αποφεύγω, εν μέρει λόγω συνείδησης (γιατί, όπως το βλέπω το βάρος παρόμοιων ασχολιών, βλέπω επίσης και πόσο λίγα μέσα διαθέτω για να ανταποκριθώ· ο Πλάτωνας, αν και αρχιμάστορας σε κάθε θέμα πολιτικής διακυβέρνησης, το απέφευγε συνεχώς), εν μέρει λόγω τεμπελιάς.

Αρκούμαι στο να χαίρομαι τον κόσμο χωρίς να εμπλέκομαι στα κοινά με ζήλο, να ζω μια ζωή απλά αποδεκτή, που να μην βαραίνει ούτε εμένα ούτε άλλον.

Michel de Montaigne, Περί δόξας και  Περί ματαιότητας

Τίποτε δεν είναι αφ’ εαυτού όμορφο ή δύσμορφο

Αν μπορούμε να βασιστούμε σε κάποια αρχή που μαθαίνουμε από τη φιλοσοφία, αυτή που νομίζω ότι μπορεί να θεωρηθεί ως βέβαιη και αδιαμφισβήτητη είναι ότι τίποτε δεν είναι αφ’ εαυτού αξιόλογο ή καταφρονητέο, επιθυμητό ή απωθητικό, όμορφο ή δύσμορφο· όλα ετούτα τα χαρακτηριστικά πηγάζουν από την ιδιαίτερη σύσταση και την υφή των ανθρώπινων συναισθημάτων και διαθέσεων. Το φαγητό που είναι γευστικό για ένα ζώο είναι αηδιαστικό για κάποιο άλλο. Ό,τι ευφραίνει τις αισθήσεις κάποιου προκαλεί δυσφορία σε κάποιον άλλο. Αυτό ισχύει κατά γενική ομολογία αναφορικά με όλες τις αισθήσεις του σώματος. Αν όμως διερευνήσουμε το ζήτημα πιο προσεκτικά, θα βρούμε ότι το ίδιο ισχύει και όπου το πνεύμα συμπράττει με το σώμα και συμμειγνύει τα συναισθήματά του με τις εξωτερικές ορέξεις.

Παρακαλέστε έναν φλογερό εραστή να σας σκιαγραφήσει τα χαρακτηριστικά της ερωμένης του: Θα σας πει ότι δεν έχει λόγια για να περιγράψει τα θέλγητρά της και θα σας ρωτήσει πολύ σοβαρά αν έχετε ποτέ γνωρίσει μια θεά ή έναν άγγελο. Αν απαντήσετε αρνητικά, τότε θα σας πει ότι είναι αδύνατο να σχηματίσετε μια ιδέα για τόσο θεϊκές ομορφιές, όπως αυτές που διαθέτει η μάγισσά του· πόσο τέλεια είναι η μορφή της· πόσο καλοσχηματισμένα τα χαρακτηριστικά της· πόσο αξιαγάπητο το παρουσιαστικό της· πόσο γλυκιά η διάθεσή της, πόσο πρόσχαρη η συμπεριφορά της. Από την υμνολογία αυτή όμως μπορεί μόνο κανείς να συμπεράνει ότι ο δυστυχής αυτός είναι ερωτευμένος και ότι η γενική προδιάθεση, που η φύση έχει εμφυτέψει σε όλα τα πλάσματα, σ’ εκείνον προσδιορίζεται από ένα συγκεκριμένο αντικείμενο με βάση κάποια χαρακτηριστικά που του δίνουν ευχαρίστηση. Το ίδιο θεϊκό πλάσμα έχει τη μορφή ενός απλού θνητού και αντιμετωπίζεται με άκρα αδιαφορία από κάποιον άλλο.

Το ότι έχουμε συναισθήματα δεν σημαίνει ότι είμαστε συναισθηματικοί

Πρέπει να κατορθώσουμε να εκτονώσουμε την ενέργειά μας, έτσι ώστε να βρούμε το χρόνο ν’ ασχοληθούμε με πιο σημαντικά, εποικοδομητικά και ουσιαστικά σχέδια. Η ενέργεια, για την οποία μιλώ, συνδέεται με τα μικρά εκείνα συναισθήματα που νιώθουμε κατά τη διάρκεια της ημέρας. Συναισθήματα που άλλοτε τα θεωρούμε ασήμαντα για να μας απασχολήσουν ιδιαίτερα και άλλοτε δεν τα αντιλαμβανόμαστε καν. Τι θα συμβεί όμως αν, αντί να εμποδίσουμε τα μικρά αυτά συναισθήματα να εκφραστούν, αντί να τα αφήσουμε να μεγαλώσουν και, ενδεχομένως, να εκραγούν, τα αναγνωρίσουμε και τα απελευθερώσουμε;

Οι δυνατές επιλογές είναι δύο: ή ν’ ακολουθήσουμε το τρομερό και συνεχές ρεύμα των συναισθημάτων μας, τα οποία αποτελούν κομμάτι της ίδιας μας της ζωής, ή να εναντιωθούμε σε αυτό. Καλό είναι να μη λέμε «όχι» στα συναισθήματά μας και να μην τα αγνοούμε. Όταν συμβαίνει αυτό, οι συνέπειες για εμάς, τους φίλους μας, τους συναδέλφους μας, αλλά και τους «εχθρούς» μας, είναι μεγάλες. Εξίσου μεγάλες είναι και οι συνέπειες για τους αθώους ανθρώπους που μας περιβάλλουν, όπως είναι τα παιδιά, για τα οποία οι επιπτώσεις των «τετριμμένων», «παθητικών» συναισθημάτων μοιάζουν μ’ εκείνες του «παθητικού» καπνίσματος.

Αν είμαστε άνθρωποι που αντιστέκονται στα συναισθήματά τους, αν τα αντιμετωπίζουμε μονάχα ορθολογικά ή αν δεν διαθέτουμε ένα συναισθηματικό λεξιλόγιο, τότε κάποιος κάπου θα -κάποιος κάπου πρέπει να- πληρώσει για τα συναισθήματά μας, για τη συσσωρευμένη ενέργεια και για το γεγονός ότι συχνά κάποιος δεν ενδιαφέρεται για το πώς νιώθουμε. Μπορούμε ν’ αποκτήσουμε συνείδηση του τρόπου με τον οποίο μεταβιβάζουμε τα συναισθήματά μας στους άλλους, ανεξάρτητα από το αν είναι ξένοι ή παιδιά. Μπορούμε να μάθουμε να χρησιμοποιούμε τα συναισθήματά μας εποικοδομητικά, έτσι ώστε να παίρνουμε περισσότερα από αυτό που θέλουμε και το ίδιο να συμβαίνει και μ’ εκείνους που μας ξέρουν.

Αν είμαστε άνθρωποι που δεν αντιστέκονται στα συναισθήματά τους, θα έχουμε συνείδηση της ψυχικής μας κατάστασης. Θ‘ αναγνωρίζουμε τα συναισθήματά μας, αλλά και τα μηνύματα που εκείνα μάς στέλνουν. Θ’ απολαμβάνουμε τη σαφήνεια μιας φράσης, όπως αυτή που ακολουθεί: «θυμώνω, όταν κάποιος μου κλείνει το δρόμο με τ’ αυτοκίνητό του και όχι γιατί τα παιδιά μου γελάνε δυνατά, όταν οδηγώ». Όταν νιώθουμε ένα συναίσθημα, το εντοπίζουμε και, αντιλαμβανόμενοι το μήνυμά του, απελευθερώνουμε την ενέργεια που συνδέεται με αυτό. Μπορούμε να μιλάμε στα παιδιά μας χωρίς να φωνάζουμε. Δεν θυμώνουμε κάθε φορά που μας διακόπτουν και δεν λέμε με οργή: «Τι στο καλό συμβαίνει;» Όταν αναλαμβάνουμε την ευθύνη των συναισθημάτων μας, το γεγονός που τα προκάλεσε, η συναισθηματική μας αντίδραση σε αυτό και η απελευθέρωση ενέργειας έχουν τελειώσει σχεδόν πριν ξεκινήσουν. Είναι τόσο απλό; 

Το ότι έχουμε συναισθήματα δεν σημαίνει ότι είμαστε συναισθηματικοί

Το γεγονός ότι είμαστε άνθρωποι σημαίνει ότι έχουμε συναισθήματα. Αλλά αυτό δεν μας κάνει απαραίτητα συναισθηματικούς. Ακόμα κι αν νιώθουμε ότι ταυτιζόμαστε με το θυμό μας, όταν λέμε πως είμαστε θυμωμένοι, αυτό δεν είναι αλήθεια. Πρέπει να καταλάβουμε ότι νιώθουμε διάφορα συναισθήματα στο πλαίσιο όλων των άλλων πραγμάτων που είμαστε. Δεν λέμε «Είμαι παντρεμένος», θεωρώντας ότι αυτό αρκεί για να περιγράψει την ταυτότητά μας. Το ίδιο ισχύει και για τα συναισθήματα, τα οποία απλώς βιώνουμε. Είναι υγιές να έχουμε συναισθήματα, να τα νιώθουμε, να μαθαίνουμε από αυτά και να τα χρησιμοποιούμε για να ξέρουμε ποιοι πραγματικά είμαστε, αλλά και για να συγκεντρώνουμε πληροφορίες για τον κόσμο. Είναι αφύσικο να μην έχουμε συναισθήματα. Αλλά το να έχουμε συναισθήματα και το να ενδίδουμε σε αυτά είναι δυο διαφορετικά πράγματα.

Όταν μας στερούν ή και στερούμε εμείς οι ίδιοι από τον εαυτό μας την ελευθερία να νιώσουμε τα συναισθήματά μας, να τα εκφράσουμε λεκτικά και να αναλάβουμε την ευθύνη γι’ αυτά, συσσωρεύουμε μέσα μας ενέργεια. Η μη αναγνώριση της αληθινής φύσης των συναισθημάτων μας οδηγεί στον εγκλωβισμό τους. Όταν κάποια στιγμή τα συναισθήματα και η ενέργειά τους εκτονώνονται, ορισμένοι άνθρωποι γίνονται βίαιοι και βάναυσοι. Κάποιοι άλλοι γίνονται υβριστές, μετατρέποντας τη συσσωρευμένη ενέργεια σε βαριές κουβέντες. Αυτού του είδους οι αντιδράσεις ούτε λύνουν το πρόβλημα ούτε διοχετεύουν την εγκλωβισμένη ενέργεια προς τη σωστή κατεύθυνση.

Δείτε τη διαφορά ανάμεσα στη λεκτική έκφραση ενός συναισθήματος και την εξωτερίκευσή του μέσω διάφορων ενεργειών και πράξεων. Για να εκφράσουμε ένα συναίσθημα, χρησιμοποιούμε λέξεις και φράσεις, όπως: «Είμαι θυμωμένος» ή «Λυπάμαι». Η εξωτερίκευση όμως ενός συναισθήματος μέσω διάφορων ενεργειών και πράξεων ισοδυναμεί με το να κάνουμε κάτι για ν’ απαλλαγούμε από την ενέργεια που το συνοδεύει. ‘Η λοιπόν θα ενεργήσουμε βάσει του συναισθήματος ή θα παραφερθούμε. Η μη λεκτική εξωτερίκευση ενός συναισθήματος μπορεί να είναι ένα κλάμα, ένας μεγάλος περίπατος, μια συζήτηση, η αλλαγή της συμπεριφοράς μας ή και ολόκληρης της ζωής μας. Απελευθερώνουμε την ενέργεια των συναισθημάτων μας χωρίς να βλάπτουμε ή να μεταβιβάζουμε την ενέργειά μας στους άλλους. Ωστόσο πολλοί νομίζουν ότι τόσο η λεκτική όσο και η μη λεκτική έκφραση των συναισθημάτων μας ταυτίζονται με την παραφορά. Όταν παραφερόμαστε, ενδέχεται να χτυπήσουμε κάποιον, να του βάλουμε τις φωνές ή να τον βρίσουμε και ταυτόχρονα να θεωρήσουμε λογική τη συμπεριφορά μας, λέγοντας ότι έτσι νιώθουμε.

Δεν είμαστε τα συναισθήματά μας. Τα βιώνουμε – αποτελούν κομμάτι του εαυτού μας. Είμαστε υπεύθυνοι για την αναγνώρισή τους, αλλά δεν πρέπει να τα χρησιμοποιούμε ως δικαιολογίες.

Νέα, σταθερή μορφή πλουτωνίου

Μία νέα, στέρεη και σταθερή μορφή πλουτωνίου ανακάλυψε κατά λάθος διεθνής επιστημονική ομάδα υπό την ηγεσία του HZDR (Helmholtz Zentrum Dresden-Rossendorf) στο ESRF (European Synchrotron Radiation Facility)- δυνάμει ανοίγoντας νέους ορίζοντες στη διαχείριση των ραδιενεργών αποβλήτων.

Χώρες ανά τον πλανήτη καταβάλλουν προσπάθειες για τη βελτίωση της αποθήκευσης πυρηνικών αποβλήτων, για την αποφυγή της απελευθέρωσης ραδιενέργειας στο περιβάλλον. Το πλουτώνιο έχει διαπιστωθεί πως μπορεί να μεταφέρεται σε απόσταση χιλιομέτρων από μολυσμένες περιοχές, μέσω εδαφικών υδάτων υπό τη μορφή κολλοειδών, που σχηματίζονται μέσω αλληλεπίδρασης με πηλό, οξείδια του σιδήρου ή φυσική οργανική ύλη. Σημειώνεται πως το πλουτώνιο είναι γνωστό για την αστάθειά του, κάτι που το καθιστά ταυτόχρονα ισχυρή πηγή ενέργειας και μεγάλο περιβαλλοντικό κίνδυνο- δεδομένου πως κάποια ισότοπα πλουτωνίου μπορούν να αντέξουν για δεκάδες εκατομμύρια χρόνια.

Η ομάδα των ερευνητών μελετά τη χημεία που παρατηρείται σε ακτινίδες υπό διάφορες συνθήκες περιβάλλοντος συνθέτοντας τέτοιες ενώσεις και μετά μελετώντας την ηλεκτρονική και δομική συμπεριφορά τους μέσω προηγμένων μεθόδων.

Σε νέο επιστημονικό άρθρο παρουσιάζεται πώς ένα πείραμα το οποίο πήγε στραβά οδήγησε στο συγκεκριμένο επίτευγμα: Μια νέα, σταθερή μορφή πλουτωνίου.

Όλα άρχισαν όταν η Κριστίνα Κβασνίνα, φυσικός του HZDR, και η ομάδα της προσπάθησαν να δημιουργήσουν νανοσωματίδια διοξειδίου του πλουτωνίου μέσω εναλλακτικών μεθόδων. Όταν χρησιμοποίησαν ως πρόδρομο Pu (VI) αντιλήφθηκαν πως λάμβανε χώρα μια περίεργη αντίδραση κατά τη σύνθεση των νανοσωματιδίων.

«Κάθε φορά που δημιουργούμε νανοσωματίδια από τους άλλους προδρόμους...η αντίδραση είναι πολύ γρήγορη, μα εδώ παρατηρήσομε ένα περίεργο φαινόμενο στη μέση της διαδικασίας» είπε η Κβασνίνα. Το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε ήταν πως έπρεπε να πρόκειται για Pu (V), πενταδύναμο πλουτώνιο, μια μορφή του στοιχείου που δεν είχε παρατηρηθεί ξανά.

Οι αρχικές αντιδράσεις στα νέα περί σταθερής φάσης Pu (V) από πλευράς άλλων επιστημόνων ήταν μάλλον δύσπιστες, ωστόσο, όπως σημειώνει η Κβασνίνα, τα αποτελέσματα ήταν ξεκάθαρα- και δεν είχε γίνει λάθος. Περαιτέρω πειράματα το επιβεβαίωσαν.

Όσον αφορά στο τι αλλάζει η συγκεκριμένη ανακάλυψη: Ως προς τις προβλέψεις για τα πυρηνικά απόβλητα, πολλοί επιστήμονες λειτουργούν με βάση το τι συμβαίνει σε ένα εκατ. χρόνια. «Είναι μια δύσκολη δουλειά και μόνο θεωρητικές προβλέψεις είναι δυνατές, αλλά η ύπαρξη αυτής της νέας στερεής φάσης Pu (V), που είναι σταθερή, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψιν από εδώ και στο εξής. Θα αλλάξει, σίγουρα, τις θεωρητικές προβλέψεις της συμπεριφοράς του πλουτωνίου στο περιβάλλον σε βάθος περιόδου ενός εκατομμυρίου ετών» σημείωσε η Κβασνίνα.

Ηράκλειτος: για την αυτοδημιουργία του κόσμου

Ηράκλειτος ο Εφέσιος: Διαλεκτική Κόσμου και Λόγου

§1

Κείμενο ‒ Μετάφραση

Β 30

Κόσμον τόνδε, τὸν αὐτὸν ἁπάντων, οὔτε τις θεῶν οὔτε ἀνθρώπων ἐποίησεν, ἀλλ᾽ ἦν ἀεὶ καὶ ἔστιν καὶ ἔσται πῦρ ἀείζωον ἁπτόμενον μέτρα καὶ ἀποσβεννύμενον μέτρα.

Αυτόν-εδώ τον κόσμο, τον ίδιο για όλα τα όντα, ούτε κανείς από τους θεούς ούτε κανείς από τους ανθρώπους τον έπλασε, αλλά ήταν ανέκαθεν και είναι και θα είναι αείζωο πυρ, που ανάβει με μέτρο και σβήνει με μέτρο.

§2

Ερμηνεία ‒ κατανόηση

κόσμον τόνδε: υποδηλώνει την ολότητα του συμπαντικού και του ανθρώπινου κόσμου, ως δομημένη τάξη ενός ενιαίου, καθολικού κόσμου, πέρα από τον οποίο δεν υπάρχει κανένας άλλος κόσμος. Υπάρχει μόνο το αρμονικά διατεταγμένο όλο του κόσμου και τίποτε άλλο. Κάθε είδους μερικότεροι κόσμοι περιέχονται σ’ αυτόν-εδώ τον κόσμο ως διαλεκτικά τμήματα ή διαβαθμίσεις ‒δηλαδή ως αντιθετικές τάσεις προς την ενιαία οντότητα (απ. 8, 51) ‒ της μιας του ουσίας.

τὸν αὐτὸν ἁπάντων: είναι ο ίδιος όχι απλώς για όλους τους ανθρώπους, αλλά για κάθε ον που έρχεται σε ύπαρξη, δεδομένου ότι μπορεί να υπάρχει μόνο σε κατά Λόγο σχέση εναντίωσης, πολέμου με το άλλο και μαζί με τούτο να αποτελεί ένα και το αυτό όλο. Με βάση τον καθολικό Λόγο, τα πάντα ενώνονται διαλεκτικά στον ένα και τον αυτό κόσμο.

οὔτε τις θεῶν … μέτρα:

Ι. πολλοί επί μέρους κόσμοι επινοούνται, κατασκευάζονται, σχηματίζονται από τους ανθρώπους αλλά και από τους θεούς, έτσι όπως αυτούς τους κόσμους τους συλλαμβάνουν ή τους φαντάζονται π.χ. οι ποιητές. Όμως ο κατά την τάξη του Λόγου δομημένος κόσμος δεν είχε, δεν έχει ούτε θα έχει ποτέ, έξω από τον εαυτό του, κάποιαν αρχή ή ένα τέλος. Είναι ένα περιδινούμενο Όλο, ένα αυτοκινούμενο σύστημα τάξης του κόσμου, του οποίου η τάξη, η ευρυθμία, η εσωτερική αρμονία είναι παντού και πάντα δεδομένη. Την ίδια στιγμή, κάθε άλλο δημιουργικό σύστημα τάξης, σαν αυτά που εκπορεύονται από τους ανθρώπους ή τους θεούς, ανάγει την προϋπόθεσή του σ’ αυτό το σύστημα τάξης του κόσμου. Οι άνθρωποι και οι θεοί συναφώς ανήκουν κι αυτοί, όπως καθετί άλλο ον, σε τούτο τον κόσμο, ανεξάρτητα αν στην παραδοσιακή γλώσσα γίνεται λόγος για τον κόσμο, που συνυφαίνεται με τη συμπαντική τάξη του Δία.

ΙΙ. Ο κατά Ηράκλειτο κόσμος ενοποιεί τα αντίθετα: τον κοσμικό Δία με τον χθόνιο κόσμο. Όσο για τους ανθρώπους, οι κοιμισμένοι φτιάχνουν, με τη φαντασία τους-στα όνειρά τους, τον δικό τους κόσμο, που δεν έχει καμιά πραγματική βάση, ενώ για τους ξυπνητούς «ο κόσμος είναι ένας και κοινός». Αλλά και οι τελευταίοι τούτοι δεν παύουν πολλάκις να συμπεριφέρονται, όπως και οι κοιμισμένοι, με τη διαφορά ότι ονειρεύονται στο ξύπνο τους, ενώ οι τελευταίοι στον ύπνο τους: δηλαδή αντί να βλέπουν τον κόσμο έτσι όπως είναι κατά τη δική του την εσωτερική λογική, χωρίς εξωτερικές προσθήκες, χωρίς να προτάσσουν τις φαντασιώσεις τους, αποσύρονται στους δικούς τους συλλογικούς κόσμους, κατασκευασμένους στα όρια του δικού τους ιδιωτικού κόσμου της κληρονομικής παράδοσης. Σε αντίθεση με όλους αυτούς, ο φιλόσοφος του καθολικού Λόγου βλέπει τον κόσμο, όπως είναι στην αλήθεια του, ανεξάρτητο από ανθρώπινες και θεϊκές παραστάσεις κατασκευής του.  

ΙΙΙ. Ο κόσμος είναι προαιώνιος: είναι αιώνια ζωντανός, όπως το πυρ που ανάβει και σβήνει με μέτρο, και όχι κάτι το νεκρό και αποστεωμένο. Συνάπτεται λοιπόν με το κατά φύσιν γίγνεσθαι και έτσι παραμένει ένας κόσμος στον εαυτό του και για τον εαυτό του. Το πυρ παραπέμπει, κατ’ αυτό το πνεύμα, στον κύκλο των κύκλων των αντιθέτων που συνάπτονται σε Λογική ενότητα ή ολότητα, στον κατά Λόγο εγελιανό κύκλο των κύκλων. Κάθε επί μέρους κύκλος είναι ένα μέρος της κατά Λόγο κίνησης του κόσμου και ως τέτοιο ένα ενδογενές όλο [εντός] του συμπαντικού όλου του κόσμου. Κατά το σημαίνον του Πυρός, αυτή η κίνηση είναι αείζωη με το νόημα ότι δεν πρόκειται για κάποια έξωθεν προερχόμενη κίνηση παρά για αυτή τούτη την ακατάλυτη, ανεξάντλητη ενέργεια της εσωτερικής δομής του κόσμου, με την οποία (ενέργεια) βρίσκεται σε ανταπόκριση, σε συμμετρία ο ικανός Λόγος του φιλοσόφου: «Εάν συμπεριφερθούμε Λογικά [=κατά Λόγο] στην πραγματικότητα», μας λέει ο Χέγκελ, «θα συμπεριφερθεί κι αυτή Λογικά προς εμάς».

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ποιητική (1460b-1461b)

4. Κριτική της ποίησης

[XXV] Περὶ δὲ προβλημάτων καὶ λύσεων, ἐκ πόσων τε καὶ ποίων εἰδῶν ἐστιν, ὧδ᾽ ἂν θεωροῦσιν γένοιτ᾽ ἂν φανερόν. ἐπεὶ γάρ ἐστι μιμητὴς ὁ ποιητὴς ὡσπερανεὶ ζωγράφος ἤ τις ἄλλος εἰκονοποιός, ἀνάγκη μιμεῖσθαι τριῶν ὄντων τὸν ἀριθμὸν ἕν τι ἀεί, ἢ γὰρ οἷα ἦν ἢ ἔστιν, ἢ οἷά φασιν καὶ δοκεῖ, ἢ οἷα εἶναι δεῖ. ταῦτα δ᾽ ἐξαγγέλλεται λέξει ἐν ᾗ καὶ γλῶτται καὶ μεταφοραὶ καὶ πολλὰ πάθη τῆς λέξεώς ἐστι· δίδομεν γὰρ ταῦτα τοῖς ποιηταῖς. πρὸς δὲ τούτοις οὐχ ἡ αὐτὴ ὀρθότης ἐστὶν τῆς πολιτικῆς καὶ τῆς ποιητικῆς οὐδὲ ἄλλης τέχνης καὶ ποιητικῆς. αὐτῆς δὲ τῆς ποιητικῆς διττὴ ἁμαρτία, ἡ μὲν γὰρ καθ᾽ αὑτήν, ἡ δὲ κατὰ συμβεβηκός. εἰ μὲν γὰρ προείλετο μιμήσασθαι ‹ὀρθῶς, ἤμαρτε δὲ δι᾽ ἀδυναμίαν›, αὐτῆς ἡ ἁμαρτία· εἰ δὲ τὸ προελέσθαι μὴ ὀρθῶς, ἀλλὰ τὸν ἵππον ἄμφω τὰ δεξιὰ προβεβληκότα, ἢ τὸ καθ᾽ ἑκάστην τέχνην ἁμάρτημα, οἷον τὸ κατ᾽ ἰατρικὴν ἢ ἄλλην τέχνην, ἢ ἀδύνατα πεποίηται ὁποιαοῦν, οὐ καθ᾽ ἑαυτήν. ὥστε δεῖ τὰ ἐπιτιμήματα ἐν τοῖς προβλήμασιν ἐκ τούτων ἐπισκοποῦντα λύειν. πρῶτον μὲν τὰ πρὸς αὐτὴν τὴν τέχνην· ἀδύνατα πεποίηται, ἡμάρτηται· ἀλλ᾽ ὀρθῶς ἔχει, εἰ τυγχάνει τοῦ τέλους τοῦ αὑτῆς (τὸ γὰρ τέλος εἴρηται), εἰ οὕτως ἐκπληκτικώτερον ἢ αὐτὸ ἢ ἄλλο ποιεῖ μέρος. παράδειγμα ἡ τοῦ Ἕκτορος δίωξις. εἰ μέντοι τὸ τέλος ἢ μᾶλλον ἢ ‹μὴ› ἧττον ἐνεδέχετο ὑπάρχειν καὶ κατὰ τὴν περὶ τούτων τέχνην, ἡμαρτῆσθαι οὐκ ὀρθῶς· δεῖ γὰρ εἰ ἐνδέχεται ὅλως μηδαμῇ ἡμαρτῆσθαι. ἔτι ποτέρων ἐστὶ τὸ ἁμάρτημα, τῶν κατὰ τὴν τέχνην ἢ κατ᾽ ἄλλο συμβεβηκός; ἔλαττον γὰρ εἰ μὴ ᾔδει ὅτι ἔλαφος θήλεια κέρατα οὐκ ἔχει ἢ εἰ ἀμιμήτως ἔγραψεν. πρὸς δὲ τούτοις ἐὰν ἐπιτιμᾶται ὅτι οὐκ ἀληθῆ, ἀλλ᾽ ἴσως δεῖ, οἷον καὶ Σοφοκλῆς ἔφη αὐτὸς μὲν οἵους δεῖ ποιεῖν, Εὐριπίδην δὲ οἷοι εἰσίν, ταύτῃ λυτέον. εἰ δὲ μηδετέρως, ὅτι οὕτω φασίν, οἷον τὰ περὶ θεῶν· ἴσως γὰρ οὔτε βέλτιον [οὔτε] λέγειν οὔτ᾽ ἀληθῆ, ἀλλ᾽ εἰ ἔτυχεν

[1461a] ὥσπερ Ξενοφάνει· ἀλλ᾽ οὖν φασι. τὰ δὲ ἴσως οὐ βέλτιον μέν, ἀλλ᾽ οὕτως εἶχεν, οἷον τὰ περὶ τῶν ὅπλων, «ἔγχεα δέ σφιν ὄρθ᾽ ἐπὶ σαυρωτῆρος»· οὕτω γὰρ τότ᾽ ἐνόμιζον, ὥσπερ καὶ νῦν Ἰλλυριοί. περὶ δὲ τοῦ καλῶς ἢ μὴ καλῶς εἰ εἴρηταί τινι ἢ πέπρακται, οὐ μόνον σκεπτέον εἰς αὐτὸ τὸ πεπραγμένον ἢ εἰρημένον βλέποντα εἰ σπουδαῖον ἢ φαῦλον, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν πράττοντα ἢ λέγοντα πρὸς ὃν ἢ ὅτε ἢ ὅτῳ ἢ οὗ ἕνεκεν, οἷον εἰ μείζονος ἀγαθοῦ, ἵνα γένηται, ἢ μείζονος κακοῦ, ἵνα ἀπογένηται. τὰ δὲ πρὸς τὴν λέξιν ὁρῶντα δεῖ διαλύειν, οἷον γλώττῃ τὸ «οὐρῆας μὲν πρῶτον»· ἴσως γὰρ οὐ τοὺς ἡμιόνους λέγει ἀλλὰ τοὺς φύλακας· καὶ τὸν Δόλωνα, «ὅς ῥ᾽ ἦ τοι εἶδος μὲν ἔην κακός», οὐ τὸ σῶμα ἀσύμμετρον ἀλλὰ τὸ πρόσωπον αἰσχρόν, τὸ γὰρ εὐειδὲς οἱ Κρῆτες τὸ εὐπρόσωπον καλοῦσι· καὶ τὸ «ζωρότερον δὲ κέραιε» οὐ τὸ ἄκρατον ὡς οἰνόφλυξιν ἀλλὰ τὸ θᾶττον. τὸ δὲ κατὰ μεταφορὰν εἴρηται, οἷον «πάντες μέν ῥα θεοί τε καὶ ἀνέρες εὗδον παννύχιοι»· ἅμα δέ φησιν «ἦ τοι ὅτ᾽ ἐς πεδίον τὸ Τρωικὸν ἀθρήσειεν, αὐλῶν συρίγγων τε ὅμαδον»· τὸ γὰρ πάντες ἀντὶ τοῦ πολλοί κατὰ μεταφορὰν εἴρηται, τὸ γὰρ πᾶν πολύ τι. καὶ τὸ «οἴη δ᾽ ἄμμορος» κατὰ μεταφοράν, τὸ γὰρ γνωριμώτατον μόνον. κατὰ δὲ προσῳδίαν, ὥσπερ Ἱππίας ἔλυεν ὁ Θάσιος, τὸ «δίδομεν δέ οἱ εὖχος ἀρέσθαι» καὶ «τὸ μὲν οὗ καταπύθεται ὄμβρῳ». τὰ δὲ διαιρέσει, οἷον Ἐμπεδοκλῆς «αἶψα δὲ θνήτ᾽ ἐφύοντο τὰ πρὶν μάθον ἀθάνατ᾽ εἶναι ζωρά τε πρὶν κέκρητο». τὰ δὲ ἀμφιβολίᾳ, «παρῴχηκεν δὲ πλέω νύξ·» τὸ γὰρ πλείω ἀμφίβολόν ἐστιν. τὰ δὲ κατὰ τὸ ἔθος τῆς λέξεως. τὸν κεκραμένον οἶνόν φασιν εἶναι, ὅθεν πεποίηται «κνημὶς νεοτεύκτου κασσιτέροιο»· καὶ χαλκέας τοὺς τὸν σίδηρον ἐργαζομένους, ὅθεν εἴρηται ὁ Γανυμήδης Διὶ οἰνοχοεύειν, οὐ πινόντων οἶνον. εἴη δ᾽ ἂν τοῦτό γε ‹καὶ› κατὰ μεταφοράν. δεῖ δὲ καὶ ὅταν ὄνομά τι ὑπεναντίωμά τι δοκῇ σημαίνειν, ἐπισκοπεῖν ποσαχῶς ἂν σημήνειε τοῦτο ἐν τῷ εἰρημένῳ, οἷον τῷ «τῇ ῥ᾽ ἔσχετο χάλκεον ἔγχος» τὸ ταύτῃ κωλυθῆναι ποσαχῶς ἐνδέχεται, ὡδὶ ἢ ὡς μάλιστ᾽ ἄν τις ὑπολάβοι κατὰ τὴν καταντικρὺ ἢ

[1461b] ὡς Γλαύκων λέγει, ὅτι ἔνιοι ἀλόγως προϋπολαμβάνουσί τι καὶ αὐτοὶ καταψηφισάμενοι συλλογίζονται, καὶ ὡς εἰρηκότος ὅ τι δοκεῖ ἐπιτιμῶσιν, ἂν ὑπεναντίον ᾖ τῇ αὑτῶν οἰήσει. τοῦτο δὲ πέπονθε τὰ περὶ Ἰκάριον. οἴονται γὰρ αὐτὸν Λάκωνα εἶναι· ἄτοπον οὖν τὸ μὴ ἐντυχεῖν τὸν Τηλέμαχον αὐτῷ εἰς Λακεδαίμονα ἐλθόντα. τὸ δ᾽ ἴσως ἔχει ὥσπερ οἱ Κεφαλλῆνές φασι· παρ᾽ αὑτῶν γὰρ γῆμαι λέγουσι τὸν Ὀδυσσέα καὶ εἶναι Ἰκάδιον ἀλλ᾽ οὐκ Ἰκάριον· δι᾽ ἁμάρτημα δὲ τὸ πρόβλημα εἰκός ἐστιν. ὅλως δὲ τὸ ἀδύνατον μὲν πρὸς τὴν ποίησιν ἢ πρὸς τὸ βέλτιον ἢ πρὸς τὴν δόξαν δεῖ ἀνάγειν. πρός τε γὰρ τὴν ποίησιν αἱρετώτερον πιθανὸν ἀδύνατον ἢ ἀπίθανον καὶ δυνατόν· *** τοιούτους εἶναι οἷον Ζεῦξις ἔγραφεν, ἀλλὰ βέλτιον· τὸ γὰρ παράδειγμα δεῖ ὑπερέχειν. πρὸς ἅ φασιν τἄλογα· οὕτω τε καὶ ὅτι ποτὲ οὐκ ἄλογόν ἐστιν· εἰκὸς γὰρ καὶ παρὰ τὸ εἰκὸς γίνεσθαι. τὰ δ᾽ ὑπεναντίως εἰρημένα οὕτω σκοπεῖν ὥσπερ οἱ ἐν τοῖς λόγοις ἔλεγχοι εἰ τὸ αὐτὸ καὶ πρὸς τὸ αὐτὸ καὶ ὡσαύτως, ὥστε καὶ †αὐτὸν† ἢ πρὸς ἃ αὐτὸς λέγει ἢ ὃ ἂν φρόνιμος ὑποθῆται. ὀρθὴ δ᾽ ἐπιτίμησις καὶ ἀλογίᾳ καὶ μοχθηρίᾳ, ὅταν μὴ ἀνάγκης οὔσης μηθὲν χρήσηται τῷ ἀλόγῳ, ὥσπερ Εὐριπίδης τῷ Αἰγεῖ, ἢ τῇ πονηρίᾳ, ὥσπερ ἐν Ὀρέστῃ ‹τῇ› τοῦ Μενελάου. τὰ μὲν οὖν ἐπιτιμήματα ἐκ πέντε εἰδῶν φέρουσιν· ἢ γὰρ ὡς ἀδύνατα ἢ ὡς ἄλογα ἢ ὡς βλαβερὰ ἢ ὡς ὑπεναντία ἢ ὡς παρὰ τὴν ὀρθότητα τὴν κατὰ τέχνην. αἱ δὲ λύσεις ἐκ τῶν εἰρημένων ἀριθμῶν σκεπτέαι. εἰσὶν δὲ δώδεκα.

***
[25] Όσο, τώρα, για τα προβλήματα και τις λύσεις τους, από πόσων ειδών και από τι λογής σκέψεις ξεκινούν, τα πράγματα θα γίνουν φανερά, αν τα μελετήσουμε με τον ακόλουθο τρόπο:

Με δεδομένο ότι ο ποιητής είναι μιμητής, κάτι σαν τον ζωγράφο ή όποιον άλλο εικονοποιό, δεν μπορεί παρά να αναπαριστάνει τα πράγματα κάθε φορά με έναν από τους εξής τρεις τρόπους: είτε όπως ήταν ή είναι, είτε όπως τα λένε και τα πιστεύουν, είτε όπως πρέπει να είναι. Όλα αυτά εκφράζονται με έναν λόγο που περιέχει και γλώσσες και μεταφορές και ποικίλες μεταβολές σε επιμέρους λέξεις — αυτή την ευχέρεια την αναγνωρίζουμε στους ποιητές.

Προς τούτοις: Το σωστό στην ποίηση δεν είναι το ίδιο με το σωστό στην πολιτική ούτε είναι το ίδιο σε οποιαδήποτε άλλη τέχνη/επιστήμη και στην ποίηση. Στην ποίηση, πάντως, τα ενδεχόμενα λάθη είναι δύο ειδών. Το ένα είδος έχει σχέση με την ποίηση καθεαυτήν, το άλλο έχει συμπτωματική μόνο σχέση με την ποίηση. Δηλαδή: Αν ο ποιητής επέλεξε σωστά το αντικείμενο της μίμησής του, δεν πέτυχε όμως στη μίμησή του από δική του ανικανότητα, το λάθος έχει σχέση με την ποίηση καθεαυτήν. Αν όμως, ενώ η επιλογή του υπήρξε σωστή, έκανε το άλογο να έχει προβάλει και τα δύο δεξιά του πόδια, ή έκανε ό,τι είναι λάθος σύμφωνα με κάποια συγκεκριμένη τέχνη/επιστήμη, π.χ. την ιατρική ή κάποια άλλη τέχνη/επιστήμη, ή παρουσίασε οποιαδήποτε αδύνατα πράγματα, τότε το λάθος δεν έχει σχέση με την ποίηση καθεαυτήν. Τις επικρίσεις λοιπόν που εμπεριέχονται στα προβλήματα πρέπει κανείς να προσπαθεί να τις ανασκευάζει ξεκινώντας από όλα αυτά.

Και πρώτα αυτά που σχετίζονται με την ίδια την ποιητική τέχνη. Λέμε ότι ο ποιητής έβαλε στην ποίησή του πράγματα αδύνατα. Αυτό είναι σφάλμα, σύμφωνοι. Όμως το πράγμα είναι εντάξει, αν η ποίηση πετυχαίνει τον σκοπό της (ποιος είναι ο σκοπός της ποίησης το έχουμε ήδη πει), αν δηλαδή με αυτόν τον τρόπο ο ποιητής κάνει εκπληκτικότερο αυτό ή κάποιο άλλο μέρος του ποιήματος. Παράδειγμα η καταδίωξη του Έκτορα. Αν όμως ο σκοπός ήταν δυνατό να εξυπηρετηθεί ή καλύτερα ή, πάντως, όχι χειρότερα με σεβασμό των κανόνων της σχετικής με αυτά τα πράγματα τέχνης, τότε δεν είναι σωστό που έγινε το σφάλμα· γιατί —στον βαθμό που αυτό είναι δυνατό— ο ποιητής πρέπει να μην κάνει κανένα απολύτως σφάλμα.

Έπειτα: Σε ποια από τις δύο κατηγορίες ανήκει το σφάλμα: έχει σχέση με την ποίηση καθεαυτήν ή μήπως έχει συμπτωματική μόνο σχέση με αυτήν; Γιατί το σφάλμα είναι μικρότερο αν ο ποιητής δεν ήξερε ότι το θηλυκό ελάφι δεν έχει κέρατα παρά αν το ζωγράφισε με τρόπο που αντιβαίνει στους κανόνες της σωστής μίμησης.

Επίσης: Αν ο ποιητής επικρίνεται ότι λέει πράγματα που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, ίσως η απάντηση πρέπει να είναι σαν την απάντηση που έδωσε και ο Σοφοκλής, ότι ο ίδιος παρουσιάζει τους ανθρώπους τέτοιους που πρέπει να είναι, ενώ ο Ευριπίδης τέτοιους που είναι.

Αν όμως η απάντηση δεν μπορεί να είναι ούτε με τον έναν ούτε με τον άλλο από τους δύο αυτούς τρόπους, τότε μπορεί να είναι: «Έτσι λένε οι άνθρωποι» — ενσχέσει, π.χ., με τους θεούς. Ίσως δηλαδή δεν είναι δυνατό ούτε καλά ούτε αληθινά πράγματα να λέμε γι᾽ αυτούς: τα σχετικά με τους θεούς μπορεί να είναι

[1461a] όπως τα είχε πει ο Ξενοφάνης. Εν πάση περιπτώσει όμως αυτά λένε γι᾽ αυτούς οι άνθρωποι.

Είναι επίσης οι περιπτώσεις που τα πράγματα δεν είναι, βέβαια, καλύτερα, έτσι όμως ήταν τότε· όπως, επιπαραδείγματι, στην περιγραφή των όπλων: τα δόρατά τους ήταν μπηγμένα όρθια στο χώμα, με τις αιχμές τους προς τα πάνω· αυτή, πράγματι, ήταν τότε η συνήθεια, όπως και σήμερα ακόμη στους Ιλλυριούς.

Όσο για το αν κάποιο πρόσωπο του ποιήματος μίλησε ή ενήργησε καλά ή κακά, δεν πρέπει κανείς να εξετάζει μόνο να δει αν αυτό που έπραξε ή είπε αυτό το πρόσωπο είναι καλό ή κακό· πρέπει επίσης να ασχολείται και με το ίδιο το πρόσωπο που έκανε την πράξη ή είπε τον λόγο· ακόμη: σε ποιον απευθυνόταν, σε ποια χρονική στιγμή, με ποιο τρόπο ή για ποιο σκοπό (για να γίνει, π.χ., κάποιο μεγαλύτερο καλό ή για να μη γίνει κάποιο μεγαλύτερο κακό).

Άλλα πάλι πρέπει να τα ανασκευάζει κανείς προσέχοντας τη γλώσσα, γενικά, του ποιητή· με την παραδοχή π.χ. ότι έχουμε γλώσσα στη φράση «οὐρῆας μὲν πρῶτον»: ίσως δεν εννοεί τα μουλάρια αλλά τους φύλακες· επίσης στη φράση «ὅς ῥ᾽ ἦ τοι εἶδος μὲν ἔην κακός» ο ποιητής δεν εννοεί ότι ο Δόλωνας είχε κακοφτιαγμένο σώμα, αλλ᾽ ότι είχε άσχημο πρόσωπο: αντί για εὐειδής οι Κρητικοί λένε εὐπρόσωπος· στη φράση, επίσης, «ζωρότερον δὲ κέραιε» δεν εννοεί το άκρατο κρασί, σαν να επρόκειτο να κεράσει μεθύστακες, αλλά το «γρήγορα γρήγορα». Άλλα, πάλι, μπορούν να ανασκευασθούν με την παραδοχή ότι έχουν λεχθεί μεταφορικά· αμέσως ύστερα π.χ. από τη φράση «πάντες μέν ῥα θεοί τε καὶ ἀνέρες εὗδον παννύχιοι» λέει «ἦ τοι ὅτ᾽ ἐς πεδίον τὸ Τρωικὸν ἀθρήσειεν, αὐλῶν συρίγγων τε ὅμαδον»: το πάντες λέχθηκε μεταφορικά αντί για το πολλοί· γιατί το πᾶν είναι ένα είδος του πολύ. Μεταφορικά λέχθηκε επίσης το «οἴη δ᾽ ἄμμορος»: «το πιο γνωστό» έγινε «το μόνο». Άλλα προβλήματα λύνονται με τη βοήθεια του ορθού τονισμού· αυτό έκανε ο Θασίτης Ιππίας στη φράση «δίδομεν δέ οἱ εὖχος ἀρέσθαι», καθώς και στη φράση «τὸ μὲν οὗ καταπύθεται ὄμβρῳ». Άλλα λύνονται με τη διαίρεση, όπως στη φράση του Εμπεδοκλή «αἶψα δὲ θνήτ᾽ ἐφύοντο τὰ πρὶν μάθον ἀθάνατ᾽ εἶναι ζωρά τε πρὶν κέκρητο». Άλλες περιπτώσεις εξηγούνται με τη βοήθεια της αμφισημίας, όπως στη φράση «παρῴχηκεν δὲ πλέω νύξ»: το πλείω έχει δύο σημασίες. Άλλα, πάλι, εξηγούνται με την κοινή χρήση των λέξεων: Το κράμα οίνου και νερού το λένε οίνο· έτσι και ο ποιητής είπε «κνημὶς νεοτεύκτου κασσιτέροιο» (μήπως δεν λένε χαλκέας κι αυτούς που δουλεύουν τον σίδηρο;)· έτσι ειπώθηκε και για τον Γανυμήδη ότι είναι οινοχόος του Δία, μολονότι οι θεοί δεν έπιναν οἶνον — θα μπορούσε, βέβαια, αυτό να ήταν και μεταφορά.

Όταν, επίσης, μια λέξη φαίνεται ότι δηλώνει κάτι που αντιφάσκει προς την κοινή αντίληψη, πρέπει κανείς να εξετάζει να δει πόσες σημασίες μπορεί η λέξη αυτή να έχει στη συγκεκριμένη φράση· στη φράση π.χ. «τῇ ῥ᾽ ἔσχετο χάλκεον ἔγχος» το «εκεί σταμάτησε» πόσες σημασίες μπορεί να έχει: αυτήν ή εκείνην με την οποία θα θεωρούσε κανείς ότι κυρίως μπορεί να αποφύγει το σφάλμα

[1461b] για το οποίο μιλάει ο Γλαύκωνας λέγοντας ότι κάποιοι κάνουν μια παράλογη υπόθεση και, αφού την κάνουν αποδεκτή, προχωρούν σε συλλογισμούς· στη συνέχεια, ωσάν ο ποιητής να είχε πράγματι πει ό,τι τους φαίνεται ότι είπε, τον επικρίνουν, αν αυτό είναι αντίθετο με ό,τι οι ίδιοι νομίζουν. Αυτό συνέβη στην περίπτωση που σχετίζεται με τον Ικάριο. Φαντάζονται δηλαδή ότι ο Ικάριος ήταν Λάκωνας και, άρα, είναι παράξενο που ο Τηλέμαχος δεν τον συνάντησε, όταν πήγε στη Σπάρτη. Ίσως όμως το πράγμα είναι όπως το λένε οι Κεφαλλήνες· λένε δηλαδή ότι ο Οδυσσέας πήρε γυναίκα από το νησί τους και ότι το όνομα ήταν Ικάδιος και όχι Ικάριος· το πρόβλημα, επομένως, αποκτά λογική μόνο εξαιτίας κάποιου λάθους.

Γενικά το αδύνατο πρέπει να το εξηγούμε ή σε αναφορά προς τις απαιτήσεις της ποίησης ή σε αναφορά προς το καλύτερο ή σε αναφορά προς την κοινή αντίληψη/παραδοχή: α) Για την ποίηση το πιθανό αδύνατο είναι προτιμότερο από το απίθανο αλλά δυνατό· β) ‹Από την άλλη είναι ίσως αδύνατο› να υπάρχουν άνθρωποι όπως τους ζωγράφιζε ο Ζεύξης — αυτό όμως είναι έτσι καλύτερο. Γιατί το υπόδειγμα πρέπει να είναι ανώτερο από το πραγματικό. γ) Σε αναφορά προς όσα λένε οι άνθρωποι πρέπει να δικαιολογούνται τα παράλογα· αυτός είναι ο ένας τρόπος· ο άλλος είναι ότι κατά καιρούς το συγκεκριμένο πράγμα δεν είναι παράλογο· γιατί μερικά πράγματα είναι πιθανό να γίνονται και αντίθετα με ό,τι είναι πιθανό. Αν, πάλι, αυτά που λέει ο ποιητής περιέχουν αντιφάσεις, πρέπει να τα εξετάζουμε με τη μέθοδο που χρησιμοποιούμε στις διαλεκτικές ανασκευές· αν δηλαδή πρόκειται για το ίδιο πράγμα, σε σχέση με το ίδιο πράγμα και με τον ίδιο τρόπο, ώστε να συμπεράνουμε ότι ο ποιητής αντιφάσκει ή σε όσα ο ίδιος λέει ή σε όσα τυχόν μπορεί να θέσει ως προϋπόθεση ένας φρόνιμος άνθρωπος. Η επίκριση, πάντως, για τη χρήση του απίθανου και για την ευτέλεια του χαρακτήρα είναι απολύτως δικαιολογημένη, όταν, χωρίς να υπάρχει καμιά ανάγκη, ο ποιητής χρησιμοποιεί το απίθανο, όπως ο Ευριπίδης στη σκηνή με τον Αιγέα, ή την ευτέλεια του χαρακτήρα, όπως στην περίπτωση του Μενέλαου στον Ορέστη.

Τις επικρίσεις λοιπόν τις κάνουν ξεκινώντας από πέντε ειδών σφάλματα: ότι τα πράγματα είναι ή αδύνατα ή παράλογα ή βλαβερά ή αντιφατικά ή αντίθετα με την ορθότητα της μιας ή της άλλης επιμέρους τέχνης. Όσο για τις λύσεις, αυτές πρέπει κανείς να τις βρίσκει στη βάση των σημείων που θίξαμε — και είναι δώδεκα στον αριθμό.