Τετάρτη, 19 Σεπτεμβρίου 2018

Ο Θουκυδίδης και η συστηματική σκέψη - Ο λοιμός της Αθήνας, 430 π.Χ.

Ο Πελοποννησιακός Πόλεμος διήρκεσε 27 χρόνια, από το 431 έως το 404 π.Χ., με την έναρξη των εχθροπραξιών να χρεώνεται στην Πελοποννησιακή πλευρά, αν και όλες οι προηγούμενες πρωτοβουλίες στοχευμένης πολιτικής όξυνσης βάρυναν την πλευρά των Αθηναίων. Γιατί η Αθήνα ήταν βέβαιη ότι, αν κατόρθωνε να εξωθήσει τους γεωστρατηγικούς της αντιπάλους σε ανοιχτή πλέον σύρραξη, θα έβγαινε νικήτρια, εξασφαλίζοντας την ηγεμονία της όχι μόνον στο Αιγαίο, αλλά και σε ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο. Πράγματι, επί σειρά ετών, η Αθήνα κινούσε όλα τα νήματα, είτε εφαρμόζοντας οικονομικούς κι εμπορικούς αποκλεισμούς, είτε επεμβαίνοντας στις εσωτερικές υποθέσεις άλλων πόλεων. Για μεγάλο χρονικό διάστημα χειριζόταν οικείους και αντιπάλους, προβλέποντας τις αντιδράσεις τους ή –για να το θέσουμε ακριβέστερα– προσανατολίζοντας τις αντιδράσεις τους προς την κατεύθυνση που η ίδια επιθυμούσε, έχοντας όμως πάρει γι’ αυτό το σκοπό, εγκαίρως, τα κατάλληλα μέτρα.
 
Και επειδή ο Περικλής, με την εξωτερική πολιτική που ακολουθούσε, το περίμενε πως αργά ή γρήγορα θα εισέβαλλαν οι εχθροί στην Αττική, είχε φροντίσει για την οργάνωση της άμυνας της πόλης με οχύρωση που οι άλλες δεν διέθεταν. Το έργο είχε ξεκινήσει από πολύ νωρίτερα, από την εποχή του Θεμιστοκλή. Ο Περικλής το επεξέτεινε και το ολοκλήρωσε. Οι εχθροί μπορούσαν να ρημάζουν το λεκανοπέδιο, καίγοντας κατοικίες, λεηλατώντας καλλιέργειες. Σε όποιο ενδεχόμενο, ωστόσο, ο πληθυσμός της υπαίθρου θα έβρισκε καταφύγιο πίσω από τα ισχυρά τείχη του άστεως, με την τροφοδοσία του εξασφαλισμένη. Γιατί τα Μακρά Τείχη κάλυπταν μέχρι και το λιμάνι του Πειραιά. Από εκεί και πέρα ξανοιγόταν η θάλασσα με τις απεριόριστες δυνατότητες που παρείχε στο παντοδύναμο αθηναϊκό ναυτικό να προσπορίζεται από τους λεγόμενους συμμάχους –και φόρου υποτελείς στην Αθήνα– κάθε είδους αγαθά.
 
Κατά το δεύτερο έτος του πολέμου, λοιπόν, και  στην αρχή του καλοκαιριού, η Αθήνα βρισκόταν σε αυτήν ακριβώς τη συνθήκη. Με τους Πελοποννησίους να έχουν στρατοπεδεύσει στο έδαφος της Αττικής, πυρπολώντας τα πάντα στο πέρασμά τους. Με τον αθηναϊκό στρατό να τους εμπαίζει, κάνοντας πως αδιαφορεί για την ύπαρξή τους, χωρίς να βγαίνει να τους αντιμετωπίσει σε χερσαία σύγκρουση. Και με τον αγροτικό πληθυσμό να παρακολουθεί αφ’ υψηλού τη δήωση της Αττικής. Γιατί η αθηναϊκή πολιτική έπαιζε τα ρέστα της στη θάλασσα. Και το στοίχημά της, στο επίπεδο του πολέμου των εντυπώσεων, ήταν να αποδείξει ότι εννοούσε την απεδαφικοποιημένη της ηγεμονία. Με όποιο κόστος!
 
Και ενώ το άστυ βρισκόταν καλά θωρακισμένο, σύμφωνα με όλες τις προβλέψεις, απέναντι στον εξωτερικό εχθρό, μια άξαφνη μάστιγα εκδηλώθηκε στην πόλη. Το θανατικό που πήρε διαστάσεις πανδημίας. Κράτησε κοντά τρία χρόνια κι εξολόθρευσε το ένα τέταρτο, ίσως και το ένα τρίτο, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των σύγχρονων μελετητών, του αθηναϊκού πληθυσμού.  Προσέβαλε και τον Περικλή που τελικά πέθανε αφού πιο πριν είχε κηδεύσει τους δυο γιους του. Ο ισχυρός άνδρας της αθηναϊκής δημοκρατίας, αυτός που νόμιζε ότι μπορεί να βλέπει πάνω και πέρα απ’ τα κύματα, πάνω και πέρα από τα ακλόνητα τείχη της πόλης του, πριν τον θάνατό του, είχε ψυχικά καταρρεύσει. Ο πιο απρόβλεπτος και ύπουλος εχθρός αναπτυσσόταν intra muros. Η πανούκλα. Ο λοιμός!
 
Την πιο εμπεριστατωμένη μελέτη πάνω στο θέμα μάς την έχει αφήσει ο Θουκυδίδης, καθώς, όπως εξηγεί, είχε κι ο ίδιος νοσήσει, αλλά κατάφερε να αποθεραπευτεί, κατά τρόπο ανεξιχνίαστο, μαζί με αρκετούς άλλους. Η περί λοιμού πραγματεία περιλαμβάνεται στο Β΄ βιβλίο του ιστορικού και ακολουθεί την εξής δομή.
 
Αρχικά (48), ο Θουκυδίδης αναφέρει ότι επρόκειτο για άγνωστη ασθένεια –με μεγάλη ακτίνα μετάδοσης στην Ανατολική Μεσόγειο, παρ’ όλη την αρχική σκέψη των Αθηναίων ότι το θανατικό οφειλόταν σε δηλητήρια τα οποία οι Πελοποννήσιοι είχαν ρίξει στα πηγάδια του Πειραιά– ασθένεια που σημείωσε τρομακτική έξαρση στην Αθήνα, με τους γιατρούς να μην επαρκούν –και μάλιστα να πεθαίνουν κατεξοχήν αυτοί λόγω της επαφής τους με τους ασθενείς– και με τους ανθρώπους να καταλαμβάνονται από πλήρη απελπισία, εφόσον ούτε η καταφυγή στα ιερά των θεών έφερνε, βεβαίως, κανένα αποτέλεσμα.
 
Στη συνέχεια –και προκειμένου να υπάρχει καταγεγραμμένη γνώση πάνω στο φαινόμενο ώστε, αν ποτέ ξαναεκδηλωθεί, να  το αναγνωρίσουν οι γιατροί, αλλά και οι απλοί άνθρωποι που θα το αντιμετωπίζουν– περιγράφονται αναλυτικά (49-51) τα συμπτώματα της νόσου: πυρετοί, ερυθρήματα και οιδήματα, εμετοί και διάρροιες, σήψη των άκρων, κατάθλιψη, παράνοια ή αμνησία. Περιγράφεται, επίσης, και η κοινωνική απομόνωση και εγκατάλειψη, ακόμη κι απ’ τους πλησιέστερους συγγενείς, που αντιμετώπιζαν τα θύματα της αρρώστιας.
 
Αμέσως μετά (52), ο ιστορικός εστιάζει στις άθλιες συνθήκες υγιεινής που επικρατούσαν στο άστυ λόγω της πολιορκίας του, με την εγκατάσταση του πληθυσμού της Αττικής σε πνιγηρούς καταυλισμούς και τον αναπόφευκτο συνωστισμό του μέσα στα στενά όρια του τειχισμένου χώρου, συνθήκες που επιδεινώνονταν από τις υψηλές θερμοκρασίες του θέρους, οδηγώντας σε εκτός ελέγχου κατάσταση όταν οι θάνατοι άρχισαν να εκδηλώνονται μαζικά, με τα πτώματα να σήπονται διάσπαρτα στους δημόσιους χώρους, στους δρόμους, στις κρήνες, στους ναούς, ενώ την ίδια στιγμή οι ζωντανοί δεν έβρισκαν καν τα μέσα για να τα θάψουν ή, ακόμη καλύτερα, να τα κάψουν.
 
Η διάβρωση των ηθών, κάθε αξίας και έννοιας δικαίου, παράλληλα με την επιδίωξη του εφήμερου κέρδους και τη στροφή προς τις κάθε είδους ηδονές, απασχολεί την επόμενη (53) παράγραφο.
 
Και ο ιστορικός καταλήγει (54) ως εξής στην περί λοιμού πραγματεία του: «Μέσα στη δυστυχία τους θυμήθηκαν, όπως ήταν φυσικό, και τον εξής στίχο που παλαιότερα ψαλλόταν, όταν έλεγαν οι γεροντότεροι “Θα ’ρθει πόλεμος Δωρικός και μαζί μ’ αυτόν λοιμός”. Πάνω στο θέμα αυτό ξέσπασε φιλονεικία ότι στον στίχο αυτό οι παλαιοί δεν μιλούσαν για λοιμό, αλλά για λιμό. Επικράτησε, ωστόσο, στη δεδομένη περίσταση η εκδοχή ότι ο στίχος μιλούσε για λοιμό, γιατί η μνήμη των ανθρώπων προσαρμόζεται στα παθήματά τους. Και νομίζω ότι, αν κάποτε στο μέλλον γίνει άλλος Δωρικός πόλεμος, και τότε συμβεί λιμός, έτσι θα ψάλλουν φυσικά τον στίχο. Και τότε θυμήθηκαν κι ένα χρησμό που δόθηκε στους Λακεδαιμόνιους όταν είχαν ρωτήσει τον Απόλλωνα (των Δελφών) αν έπρεπε να πολεμήσουν και τους απάντησε ότι θα νικήσουν, αν πολεμήσουν με όλες τις δυνάμεις τους, και ότι κι εκείνος θα βοηθήσει. Συμπέραιναν, λοιπόν, (οι Αθηναίοι) ότι αυτά που τους συνέβαιναν ήταν σύμφωνα με τον χρησμό, αφού, εξάλλου, η νόσος είχε ενσκήψει αμέσως μόλις εισέβαλαν οι Πελοποννήσιοι (στην Αττική)».
 
Έτσι αντιμετωπίζει ο Θουκυδίδης, στη σχετική του μελέτη, το φαινόμενο του μεγάλου λοιμού της Αθήνας κατά την έναρξη της σύρραξης με τους Πελοποννησίους. Με τη συστηματική σκέψη του ιστορικού που αναγνωρίζει ότι βασική παράμετρος στη φρικτή υπόθεση των πολέμων είναι η αγωνία των πολιορκημένων πόλεων οι οποίες, την ίδια στιγμή που έχουν να αντιμετωπίσουν την απειλή των εξωτερικών επιθέσεων, γίνονται, εκ των πραγμάτων, περισσότερο ευάλωτες σε ενδημικά καταστροφικά φαινόμενα, σαν τις αρρώστιες. Με την επιστημονική σκέψη του κλινικού γιατρού, που παρατηρεί τα εμπειρικά δεδομένα, καταγράφει τη συμπτωματολογία, μελετά τις συνθήκες εξάπλωσης μιας νόσου, ερευνά τις αντιστάσεις της και αναζητεί τα σημεία υποχώρησής της. Με τον ορθολογισμό του πολιτικού διανοητή, τέλος, που βλέπει ότι οι πανδημίες έχουν ανυπολόγιστης σημασίας ηθικές και κοινωνικές επιπτώσεις: αναλγησία απέναντι στις ευπαθείς πληθυσμιακές ομάδες, γενίκευση των φαινομένων δεισιδαιμονίας, εξάπλωση της κοινωνικής υστερίας και παράκρουσης.
 
Κι έτσι, με την πραγματεία του αυτή –και ειδικά με την ειρωνική του κατακλείδα σχετικά με το πόσο αφελώς επιδιώκουν συνήθως οι άνθρωποι, σε περιόδους κρίσης, κάθε λογής “χρησμούς” και πώς ερμηνεύουν τη λεγόμενη “θεϊκή βούληση”– ο Θουκυδίδης απομακρύνεται πλήρως από την προηγούμενη μαγικο-θρησκευτική σκέψη. Εκείνην που αντιμετώπιζε τις νόσους ως εκδηλώσεις ενός τιμωρητικού θεϊκού παράγοντα και που γνωστό της παράδειγμα βρίσκουμε στην Α ραψωδία της Ιλιάδας, όπου ένας λοιμός στο στρατόπεδο των Αχαιών, οφείλεται στα εκδικητικά βέλη του Απόλλωνα Σμινθέως (Απόλλωνα των Ποντικιών), προκειμένου να πληρώσει ο Αγαμέμνονας για την αλαζονεία του. Ναι, ο Θουκυδίδης έχει βρεθεί πολύ μακριά από όλα αυτά. Μάλιστα, κατά τη γνώμη των σύγχρονων μελετητών, με την περί λοιμού πραγματεία του, ο Θουκυδίδης αποδεικνύεται ένθερμος θιασώτης της ιπποκρατικής ιατρικής που –κακά τα ψέματα– παρ’ όλη την άμεση έκθεση των υποστηρικτών της στους κινδύνους του λοιμού, εκείνην ακριβώς την περίοδο σημείωσε τεράστια πρόοδο λόγω της δυνατότητας που της δόθηκε να κάνει παρατηρήσεις και έρευνα πάνω σε έναν ολόκληρο συγκεντρωμένο πληθυσμό. Ναι, ο Θουκυδίδης γράφει σαν ένας πραγματικός γιατρός! Κι ίσως η ιπποκρατική του συγκρότηση επηρέασε άμεσα τη διαμόρφωση της σκέψης του ως πολιτικού ιστορικού. Στην Ιστορία του, πήρε την έννοια του νοσήματος από το επίπεδο της σωματικής ή ψυχικής εκδήλωσης, για να την χρησιμοποιήσει ως μεταφορά στο πολιτικό επίπεδο, μιλώντας –πρώτος και κατεξοχήν αυτός– για την ανηθικότητα της πολεμοκάπηλης πολιτικής με όρους «νόσου πόλεως».
       
Ο Σοφοκλής και η μυθολογική προσέγγιση
 
Είδαμε ότι ο λοιμός που ξέσπασε στην Αθήνα το 430 π.Χ. μάς είναι γνωστός σε όλες του τις λεπτομέρειες (συμπτωματολογία, φαινόμενα μαζικής δεισιδαιμονίας και υστερίας, ηθικές και κοινωνικές προεκτάσεις) από τη σχετική πραγματεία του Θουκυδίδη, που με ορθολογιστική προσέγγιση –και υπό το φως των καινοτομιών που εισήγαγε η ιπποκρατική ιατρική– αναπτύσσεται στο Β΄ βιβλίο της Ιστορίας του. Ένας λοιμός είχε απασχολήσει και τον Σοφοκλή, σε τραγωδία του με θέμα τον Οιδίποδα. Εκείνος όμως είχε δει το θέμα μέσα από διαφορετικό πρίσμα.
 
            Στην αρχαιότητα, ο μύθος του Οιδίποδα ήταν από τους πλέον γνωστούς. Υπαγόταν στις αφηγήσεις για την καταραμένη γενιά των βασιλέων της Θήβας. Ένας από αυτούς, ο Λάιος, είχε πάρει χρησμό από τον Απόλλωνα των Δελφών ότι το αγόρι που θα γεννιόταν από τη γυναίκα του, Ιοκάστη, θα σκότωνε κάποτε τον ίδιο και θα παντρευόταν τη μάνα του. Έντρομος, σκέφτηκε να απαλλαγεί μόλις το μωρό γεννήθηκε. Τρύπησε κι έδεσε σφιχτά τους αστραγάλους του και το παρέδωσε σε έναν υπηρέτη για να το εγκαταλείψει στο όρος Κιθαιρώνα. Ο υπηρέτης όμως δεν άφησε έκθετο το παιδί, παρά το εμπιστεύτηκε σε γνωστό του βοσκό από την Κόρινθο.  Κι εκείνος, με τη σειρά του, το παρέδωσε στο βασιλικό ζεύγος της πόλης του που ήταν άτεκνο. Το ονόμασαν Οιδίποδα λόγω των πρησμένων του ποδιών. Όταν όμως το αγόρι ενηλικιώθηκε, το αποκάλεσε νόθο κάποιος συνδαιτυμόνας σε γλέντι. Και ο Οιδίποδας ξεκίνησε για τους Δελφούς, για να ζητήσει από τον Απόλλωνα να του φανερώσει την πραγματική καταγωγή του. Ο θεός δεν του έδωσε άλλη απάντηση παρά ότι θα σκοτώσει τον πατέρα του και θα παντρευτεί τη μάνα του. Ο Οιδίποδας, λοιπόν, θέλοντας να αποφύγει το “γραμμένο” και θεωρώντας πως οι γονείς του ήταν όντως Κορίνθιοι, πήρε αντίθετη κατεύθυνση, οδεύοντας προς τη Θήβα. Στο δρόμο σκότωσε, όντας σε άμυνα, έναν γέροντα που επέβαινε σε άμαξα και τον είχε προηγουμένως προσβάλει. Αυτός ήταν ο πατέρας του. Συνεχίζοντας την πορεία του, σκότωσε το τέρας Σφίγγα, λύνοντας με το σοφό μυαλό του το αίνιγμά της για τον άνθρωπο και απαλλάσσοντας κατά τον τρόπο αυτό τη Θήβα από μεγάλο φόβητρο. Όταν, λοιπόν, έφτασε στην πόλη, του έδωσαν ως ανταμοιβή την Ιοκάστη και την εξουσία. Κι έτσι, ο Οιδίποδας έκανε με τη μάνα του τέσσερα παιδιά. Ο χρησμός είχε εκπληρωθεί, χωρίς ο ίδιος ο Οιδίποδας να το γνωρίζει. Την αλήθεια την ανακάλυψε πολύ αργότερα, οπότε αυτοτυφλώθηκε, αυτοεξορίστηκε και κατέληξε να πεθάνει περιπλανώμενος.
 
Τον μύθο τον δραματοποίησε ο Σοφοκλής στην περί Οιδίποδα τριλογία του, με το κρισιμότερο μέρος της υπόθεσης –εκείνο που αφορούσε στο πώς ο ήρωας ανακάλυψε την αλήθεια και αυτοτιμωρήθηκε– να αποτελεί το περιεχόμενο του κεντρικού έργου. Παρουσίαζε τον Οιδίποδα να ασκεί εδώ και πολλά χρόνια την εξουσία στη Θήβα, χωρίς επίγνωση της πραγματικής καταγωγής του, έχοντας σκοτώσει τον πατέρα του –στοιχείο που εξακολουθούσε να αγνοεί– και έχοντας την Ιοκάστη σύζυγο και μητέρα των παιδιών του. Ήταν η τραγωδία Οιδίπους Τύραννος. Ο τίτλος της σχετιζόταν με παλαιότερη πολιτική ορολογία που συνδεόταν άμεσα με το νομικό status –ή μάλλον την εθιμική υπόσταση– ενός απόλυτου άρχοντα: ένας βασιλιάς βασιζόταν στα κληρονομικά δικαιώματα τα οποία ο παραδοσιακός συντηρητισμός διαφύλασσε γι’ αυτόν, ενώ ένας τύραννος αναγορευόταν ως τέτοιος κατόπιν έντονης ποπουλαρίστικης επιθυμίας. Δεν υπάρχει αμφιβολία, ωστόσο, ότι στα αυτιά του αθηναϊκού κοινού, στο διονυσιακό θέατρο του 5ου π.Χ. αιώνα, ο όρος τύραννος ηχούσε ενοχλητικά. Ανεξαρτήτως της ποιότητας, των προθέσεων και του χαρακτήρα του ανδρός, για τύραννο επρόκειτο, δηλαδή για ό,τι πιο μισητό υπήρχε για τους πολίτες της άμεσης δημοκρατίας, που είχαν κάθε λόγο να υπερηφανεύονται για τη γραμμένη με αίμα τυραννοκτονική εποποιία της Αθήνας.
 
Ο Οιδίποδας, βεβαίως, σε όλη την έκταση του συγκεκριμένου έργου σκιαγραφείται ως εξαιρετικά ευφυής άνθρωπος, με ευαισθησίες και αγωνία για τον λαό της Θήβας. Πολύ περισσότερο γιατί, από τους πρώτους κιόλας στίχους του προλόγου του έργου, αντιλαμβανόμαστε ότι την πόλη αυτή την έχει χτυπήσει ανυπολόγιστων διαστάσεων κακό. Μια ομάδα παιδιών και εφήβων, με γέροντα ιερέα επικεφαλής, έχουν προσπέσει ικέτες μπροστά στον Οιδίποδα, με πλήρη εμπιστοσύνη στη φρόνηση και στα έργα του, ζητώντας του, για άλλη μια φορά, να τους βρει σωτηρία, γιατί:
 
«ο υπόλοιπος λαός, κρατώντας ικετευτικά στεφάνια,
στέκει στις αγορές, γύρω από της Αθηνάς Παλλάδας τους δύο
ναούς και τον μαντικό βωμό του Ισμηνού.
Κι η πόλη, όπως βλέπεις, ανυπέρβλητα
ήδη κλυδωνίζεται και να σηκώσει κεφάλι
δεν μπορεί από τα βάθη τρικυμίας φονικής,
καθώς σαπίζουν πρόωρα οι καρποί της γης,
ψοφούν τα κοπάδια των βοδιών, κι οι τοκετοί
των γυναικών αποβαίνουν άκαρποι∙ και μέσα σ’ όλα αυτά, ο φλογοφόρος θεός,
ενσκήπτοντας, η μισητή πανούκλα, αφανίζει την πόλη,
απ’ τον οποίο ρημάζει ο οίκος του Κάδμου∙ κι ο μαύρος
Άδης πλουτίζει από στεναγμούς και θρήνους» (19-30).
 
Ο Οιδίποδας ανταποκρίνεται με ευσυνειδησία στις εκκλήσεις, ώστε να τους καθησυχάσει. Έχει προλάβει τις επιθυμίες τους. Εδώ και μέρες, έχει στείλει τον γυναικάδελφό του, τον Κρέοντα, να ζητήσει χρησμό από τον Φοίβο των Δελφών σχετικά με την αιτία της δυστυχίας. Όταν ο Κρέοντας επιστρέφει, ανακοινώνει:
 
«Ξεκάθαρα ο βασιλιάς Φοίβος μάς διατάζει
το μίασμα της χώρας, που γεννήθηκε στον τόπο
αυτόν εδώ, να διώξουμε και να μην θρέφουμε μέχρι να γίνει αγιάτρευτο» (96-98).
 
Και παρακάτω (100-110) διευκρινίζεται: Καταστρέφει την πόλη το αίμα του προηγούμενου βασιλιά. Πρέπει να βρουν τον φονιά και είτε να τον εξορίσουν είτε να τον σκοτώσουν.
 
Πρόκειται, λοιπόν, για ένα μίασμα, μύσος, άγος – η έννοια επαναλαμβάνεται σταθερά (138, 241, 313). Είναι κάτι καταραμένο και ανίερο, μια ηθικής τάξεως βάναυση παρέκκλιση, που αντικειμενοποιείται σε νόσημα, παίρνει υλική υπόσταση πάνω στο σώμα, προσβάλλει τα κύτταρα σαν λοιμός, θρέφεται σαν απόστημα, απειλεί τα πάντα στο περιβάλλον της, τα κάνει να σαπίζουν. Κι έτσι, ο Οιδίποδας αναλαμβάνει προσωπικά τη διεξαγωγή της έρευνας, με μια προσήλωση που υπερβαίνει τη μεθοδικότητα του ανακριτή και μάλλον προσιδιάζει στην αυταπάρνηση του γιατρού. Αναζητεί «ίαση» (68), «καθαρμό» (99), «υπηρέτες ταγμένους απέναντι στην αρρώστια, για δύναμη κι ανακούφιση από τα δεινά» (217-218), «έκλυση του νοσήματος» (306-307), προκειμένου «να ξεπλυθεί όλη η μόλυνση που προέρχεται από τον νεκρό» (313). Σ’ αυτό τον αγώνα, οφείλει να ψάξει «τον τρόπο με τον οποίο εκδηλώνεται η συμφορά» (99), «το ίχνος ακόμη και το πλέον δυστέκμαρτο» (109). Επιδίδεται σε «ανίχνευση μεγάλης έκτασης, στη βάση σημείων» (220-221). Οφείλει να τα πάρει «όλα απ’ την αρχή για να αποκαλυφθεί η πρωτογενής αιτία» (132).
 
Αυτό που διακυβεύεται στην περίπτωση του Οιδίποδα είναι η αποτελεσματικότητα της συστηματικής και ορθολογικής αναζήτησης της αλήθειας. Και σωστά οι J.-P. Vernant και P. Vidal-Naquet, στο Myth and Tragedy in Ancient Greece, παρατηρούν ότι η προβληματική αυτή είναι σύμφυτη με τον ίδιο τον χαρακτήρα του Οιδίποδα, καθώς το όνομά του ετυμολογείται μεν από το οίδημα, υποδηλώνει όμως και συνάφεια με το ρήμα οἶδα, που σήμαινε γνωρίζω. Ο ήρωας έχει τυφλή εμπιστοσύνη στις δυνατότητες της γνώσης, ενώ υποβλέπει οτιδήποτε αντιλαμβάνεται ως μαγικό, κρυμμένο στα σκοτάδια των υπαινιγμών και στην αχλύ του μυστηρίου. Εξ ου κι η βίαιη αντίδρασή του απέναντι στις σιβυλλικές παρατηρήσεις του μάντη Τειρεσία. Ο ίδιος χτίζει στο φως το οικοδόμημα της έρευνάς του. Λιθαράκι λιθαράκι. Και, σε μια κρίσιμη στιγμή της διαδικασίας, διαισθάνεται ότι, καθώς συμπληρώνει πια το παζλ, με πείσμα και με αστείρευτα αποθέματα θάρρους, βρίσκεται πολύ κοντά στο να ανακαλύψει κυριολεκτικά τα πάντα, ακόμη και την ίδια του τη φύτρα. Ευνοημένος απ’ όλους του οιωνούς, νιώθει «Παιδί της Τύχης» (1080). Ποια ειρωνεία! Η στιγμή της αποκορύφωσης της καλότυχης ευστροφίας του τον καταβαραθρώνει. Βρίσκει τον φονιά κι αυτός δεν είναι άλλος από τον εαυτό του! Ο γιατρός έχει μετατραπεί στην πιο καταραμένη νόσο!  Έχουμε εδώ την πλήρη, την πιο δραματική και εκ θεμελίων αντιστροφή των όρων του παιχνιδιού!
 
Είναι απολύτως βέβαιο ότι στο υπόβαθρο της τραγωδίας αυτής του Σοφοκλή διακρίνεται ο αθηναϊκός λοιμός που ξέσπασε το 430 π.Χ. Ο αιφνιδιασμός και η οδυνηρή εμπειρία των Αθηναίων απηχούνται όχι μόνο στην ομαδική ικεσία του Προλόγου, αλλά και στο τραγούδι του Χορού Γερόντων των στίχων 167-188. Αν συμφωνήσουμε, λοιπόν, μαζί με τους σύγχρονους μελετητές, πως έτσι είχαν τα πράγματα, και πως το έργο αυτό του Σοφοκλή έχασε το πρώτο βραβείο στους δραματικούς αγώνες επειδή μιλούσε στο κοινό για οικεία κακά, ποιοι υπαινιγμοί κρύβονταν –ίσως– πίσω απ’ το προσωπείο και την τραγική μετάπτωση του ρόλου του Οιδίποδα; Μια πρόχειρη απάντηση ενδεχομένως θα υποδείκνυε τους ιπποκρατικούς γιατρούς, που έπεσαν με τα μούτρα, όπως ξέρουμε από τον Θουκυδίδη, στην αντιμετώπιση του λοιμού και κατέληξαν οι ίδιοι να αποτελούν το πιο ευπρόσβλητο τμήμα του πληθυσμού. Μια διεισδυτικότερη ερμηνεία θα υποδείκνυε, ωστόσο, τον Περικλή. Εκείνος, πριν το θάνατό του απ’ την αρρώστια, κατέρρευσε κηδεύοντας τα δυο παιδιά του. Κι επίσης, εκείνος –σίγουρα–  θα είχε ακούσει νωρίτερα ικεσίες σαν αυτές του ιερέα της τραγωδίας που έμμεσα αφήνει αιχμές προς τα μεγαλεπήβολα και συστηματικά οργανωμένα περίκλεια σχέδια για την τοιχοποιία και την ολοκλήρωση της απεδαφικοποίησης της αθηναϊκής ηγεμονίας.
 
«Γιατί, αν μέλλει να κυβερνάς αυτή τη χώρα, όπως το κάνεις τώρα,
καλύτερο είναι να την ορίζεις με λαό κι όχι αδειανή.
Γιατί δεν αξίζει τίποτε ούτε πύργος ούτε καράβι,
αν είναι έρημο, χωρίς ανθρώπους μέσα.» (54-55)
 
Τι άλλο θα είχε να προσάψει, μέσω του Οιδίποδά του, ο Σοφοκλής στον πρώτο του αθηναϊκού δήμου; Η σκιαγράφηση ενός ήρωα μιαρού, που προερχόταν από την καταραμένη βασιλική γενιά των Λαβδακιδών της Θήβας, συμμεριζόταν ενδεχομένως τη δεισιδαιμονική βεβαιότητα πολλών Αθηναίων, την οποία επίσης καταγράφει ο Θουκυδίδης (1. 126. 2), ότι ο Περικλής καταγόταν απ’ την αριστοκρατική γενιά των Αλκμεωνιδών την οποία βάραινε αρχαίο άγος; Όχι απαραίτητα, νομίζω. Ωστόσο, η μαγικο-θρησκευτική προσέγγιση του Σοφοκλή στο θέμα του λοιμού, μέσω της πτώσης του ήρωά του, διαπερνάται μάλλον από τον άξονα εκείνο που είναι κεντρικός στην αρχαία τραγωδία. Κι αυτός είναι ο άξονας της ύβρεως, της καταπάτησης, δηλαδή, και της υπέρβασης των ορίων που αντικειμενικά υπάρχουν στη σκέψη και στη δράση των ανθρώπων. Ο Περικλής έφτασε στα όριά της την πολιτική τέχνη, αυτή την τέχνη που περιγράφεται απ’ τον Οιδίποδα ως «ανώτερη από κάθε άλλη στην πολυζήλευτη ανθρώπινη ζωή» (380-381). Κι αυτά τα όρια τα ξεπέρασε, με τρόπο υπεροπτικό προς τους εχθρούς –και εντέλει αφύσικο. Ποντάροντας στη δυναμική της θαλασσοκρατίας, καταδίκασε την πόλη και τον εαυτό του σε μια παράλογη λοιμώδη στενοχωρία.
 
Τι θα έλεγε ο Θουκυδίδης, που ασφαλώς είχε παρακολουθήσει την παράσταση του Οιδίποδα Τυράννου, για την προσέγγιση του Σοφοκλή στο θέμα; Θα αποτολμήσω να υποθέσω ότι δεν διαφώνησε. Κι εκείνος σκοπίμως τοποθέτησε στην Ιστορία του, ακριβώς πριν την αφήγηση των γεγονότων του λοιμού εκείνο τον περίφημο Επιτάφιο Λόγο του Περικλή, που προκαλεί ερωτήματα. Γιατί για τους νεκρούς κάποιων ασήμαντων αψιμαχιών υποτίθεται ότι εκφωνήθηκε, χρησιμοποιείται όμως από τον Θουκυδίδη για να προβάλλει το ιδεώδες του Περικλή για την αθηναϊκή δημοκρατία και ηγεμονία. Κι έτσι, στο μυαλό του αναγνώστη, προκύπτει ένα καλότυχο πριν (η ακμή της ηγεμονίας) κι ένα οδυνηρό μετά (ο λοιμός). Εντυπωσιακή αντίστιξη –σχολιάζουμε, συνήθως, οι φιλόλογοι. Θα αποτολμήσω να πω: τραγική μετάπτωση! Και με σοφόκλειους όρους….

Αριστοτέλης: το διανεμητικό και το επανορθωτικό δίκαιο

Μετά το ξεκαθάρισμα ότι η δικαιοσύνη της ολικής αρετής αφορά το σύνολο της δίκαιης συμπεριφοράς (όπως υποδεικνύεται από το ευρύτερο πλαίσιο αξιών της κοινωνίας με την τρέχουσα αντίληψη της ηθικής και τους άγραφους νόμους), ενώ της μερικής αναφέρεται αυστηρά στις υποδείξεις του νόμου (που ενδέχεται να μην προβλέπει ποινές για πράξεις που από τους άγραφους νόμους είναι κατακριτέες), ο Αριστοτέλης διευκρινίζει ότι σ’ αυτό το σημείο της έρευνάς του θα ασχοληθεί με τη μερική δικαιοσύνη εστιάζοντας στον τρόπο που οι νομοθετικές ρυθμίσεις αποσκοπούν στη μεσότητα: «Ας αφήσουμε λοιπόν καταμέρος τη δικαιοσύνη που αντιστοιχεί στην ολική αρετή· ας αφήσουμε επίσης καταμέρος και την αντίστοιχη αδικία (η πρώτη αποτελεί πραγμάτωση της ολικής αρετής, η δεύτερη της κακίας, ενσχέσει με τον άλλον)» (1130b 2, 21-24).
 
Η διευκρίνιση ότι η ολική αρετή και η ολική αδικία είναι «ενσχέσει με τον άλλον» δεν υπονοεί ότι η μερική δικαιοσύνη των νομοθετικών αρχών είναι άσχετη με τους άλλους. Κάτι τέτοιο θα ήταν παράλογο, αφού οι νόμοι δεν είναι παρά οι κανόνες της συνύπαρξης, δηλαδή το πλαίσιο που ορίζει το επιτρεπτό ή μη επιτρεπτό μιας πράξης σε σχέση με τις ελευθερίες του άλλου. Γι’ αυτό και οι νόμοι αφορούν τις οργανωμένες κοινωνίες. Κι αυτός είναι ο λόγος που η δικαιοσύνη των νόμων (μερική αρετή) δεν μπορεί να τεθεί με τρόπο αναπόσπαστο από τη δικαιοσύνη της άγραφης ηθικής (ολική αρετή), που υιοθετείται στην καθημερινότητα των σχέσεων.
 
Ο Αριστοτέλης διευκρινίζει αμέσως: «στην πραγματικότητα οι πιο πολλές από τις σύμφωνες με τους νόμους πράξεις συμπίπτουν με αυτά που προστάζει η ολική αρετή· πραγματικά, ο νόμος μάς προστάζει να ζούμε σύμφωνα με την κάθε επιμέρους αρετή και μας κρατάει μακριά από την κάθε επιμέρους κακία. Αλλά και οι πράξεις που πραγματώνουν την ολική αρετή συμπίπτουν με όσα προνοούν οι νόμοι που έχουν νομοθετηθεί για την παιδεία που μας προετοιμάζει για τη ζωή και την κοινωνία» (1130b 2, 25-30).
 
Κι εδώ ξεκαθαρίζεται το πρώτο είδος της μερικής δικαιοσύνης, το διανεμητικό, που έχει να κάνει κυρίως με τον τρόπο που θα μοιραστούν τα κάθε λογής αγαθά: «Της μερικής δικαιοσύνης και του αντίστοιχου σ’ αυτήν μερικού δικαίου ένα είδος είναι αυτό που έχει σχέση με τις διανομές τιμητικών διακρίσεων, χρημάτων ή γενικά αγαθών που μοιράζονται σε όσους ζουν σε ένα συγκεκριμένο πολιτειακό καθεστώς – από όλα αυτά μπορεί, πράγματι, κανείς να λάβει άνισο ή ίσο μερτικό ενσχέσει προς το μερτικό κάποιου άλλου» (1139b 2, 34-38 και 1131a 2, 1).
 
Ο Αριστοτέλης αναπτύσσει τη διανεμητική δικαιοσύνη, με γνώμονα την ισότητα σε πολιτειακό επίπεδο. Είτε σε διενέξεις που μπορεί να έχει κάποιος με το κράτος είτε σε περιπτώσεις που αδικείται από άλλους (σε επίπεδο επαίνου ή και χρηματικά) θα πρέπει να μπορεί να διεκδικεί το δίκιο του –και να αποζημιώνεται– ανεξάρτητα από τις πολιτικές του πεποιθήσεις. Από αυτή την άποψη, είναι φανερό ότι ο νόμος ενδιαφέρεται να έχουν όλοι το ίσο (από οτιδήποτε διανέμεται) σε καθεστώς ισοπολιτείας ή, αν πρέπει να ειπωθεί αλλιώς, να παρέχει ίσες ευκαιρίες σε όλους, χωρίς να αποκλείει ή να υπονομεύει μερικούς ευνοώντας άλλους.
Αυτού του είδους οι αποκλεισμοί από αξιώματα ή επαίνους συνιστούν ανισότητα, που δεν μπορεί παρά να σηματοδοτεί την αδικία: «Με δεδομένο α) ότι ο άδικος άνθρωπος δεν τηρεί την ισότητα και β) ότι “άδικη πράξη” θα πει ανισότητα, γίνεται φανερό ότι υπάρχει επίσης ένα μέσον ανάμεσα στα δύο άκρα της ανισότητας. Αυτό είναι το ίσον. Γιατί σε κάθε πράξη όπου υπάρχει το περισσότερο και το λιγότερο, υπάρχει και το ίσον. Αν λοιπόν το άδικο είναι το άνισο, τότε το δίκαιο είναι το ίσον – κάτι που γίνεται δεκτό από όλους τους ανθρώπους, χωρίς μάλιστα να χρειάζεται γι’ αυτό καμιά αποδεικτική διαδικασία. Από τη στιγμή όμως που το ίσον είναι μέσον, το δίκαιο δεν μπορεί, λέω, παρά να είναι κάποιο μέσον» (1131a 3, 12-17).
 
Όμως, η ισότητα που διεκδικείται στο μοίρασμα ενός αγαθού (οποιασδήποτε φύσης) δεν περιλαμβάνει μόνο τα δύο άτομα που αντιδικούν, αλλά και τις αξιώσεις τους. Περιλαμβάνει δηλαδή τέσσερις όρους, καθώς πέρα από τα δύο άτομα έχουμε άλλους δύο όρους, τις απαιτήσεις τους, οι οποίες δεν εκφράζουν μόνο την υποκειμενικότητα σχετικά με τη διανομή, αλλά τις αντιμαχόμενες οπτικές πάνω στο θέμα της δικαιοσύνης, που πρέπει να αποδώσει ακριβώς το ίσο σε οτιδήποτε μοιράζεται: «Άρα το δίκαιο προϋποθέτει αναγκαστικά τέσσερις τουλάχιστον όρους, αφού τα πρόσωπα για τα οποία είναι δίκαιο είναι δύο και αυτά στα οποία το δίκαιο εκδηλώνεται και συγκεκριμενοποιείται (τα διανεμόμενα δηλαδή πράγματα) είναι δύο» (1131a 3, 21-24).
 
Κι αυτό ακριβώς είναι το καθήκον της ισονομίας και της ισοπολιτείας, που οφείλει να αποδώσει σε όλους αυτά που πράγματι αξίζουν. Ο νόμος πρέπει να λειτουργήσει εξισορροπητικά και για τους τέσσερις όρους (τα δύο αντιμαχόμενα πρόσωπα και τις διεκδικήσεις τους – που βέβαια είναι επίσης δύο), που παρουσιάζουν το δικό τους υποκειμενικό δίκιο.
 
Θα έλεγε κανείς ότι αυτή είναι και μια βασική διαφορά ανάμεσα σ’ αυτό το πρώτο είδος του μερικού δίκαιου (το διανεμητικό) και το ολικό δίκαιο των ευρύτερων ηθικών αρχών, καθώς η ολική δικαιοσύνη, που σχετίζεται με καθολικές κι όχι διεκδικούμενες αξίες, στην ουσία έχει να κάνει μόνο με δύο όρους: τον άνθρωπο και το ηθικό του παράπτωμα. Καμία αξία και κανένα κύρος δεν μπορούν να συνυπολογιστούν προς όφελος αυτού που παραβαίνει τις αρχές της ολικής δικαιοσύνης.

Κι αυτό γιατί η καθολικότητα κάνει το ολικό δίκαιο να λειτουργεί κάθετα. Είναι καθολικά κατακριτέο να φέρεται κανείς αλαζονικά, όπως και το να δείχνει αχαριστία σ’ αυτούς που τον ευεργέτησαν. Ακόμη κι ο πιο επιφανής, αν προβεί σε τέτοιες συμπεριφορές, θα δεχτεί επικριτικά σχόλια. Το ότι υπάρχουν διαβαθμίσεις στην αλαζονεία ή την αχαριστία δεν αλλάζει την ουσία των πραγμάτων. Απλώς μπορεί να αμβλύνει ή να οξύνει τη δριμύτητα των χαρακτηρισμών.
 
Στη διανεμητική μερική δικαιοσύνη όμως, επειδή ακριβώς πρέπει να ληφθούν υπόψη τέσσερεις παράγοντες, η απονομή του ίσου δεν αφορά απλώς την απόλυτη ισότητα των μεριδίων αυτού που μοιράζεται (κάτι τέτοιο θα ήταν απλώς μια αριθμητική πράξη), αλλά το συνυπολογισμό της αξίας των διεκδικητών. Με άλλα λόγια, για να είναι τα μερίδια απόλυτα ίσα πρέπει και οι άνθρωποι που τα διεκδικούν να είναι απόλυτα ίσοι, δηλαδή να έχουν προσφέρει το ίδιο για τη δημιουργία του διεκδικούμενου αγαθού.
 
Αν κάποιος έχει προσφέρει πολλά περισσότερα, τότε το δίκιο υπαγορεύει να πάρει και πολλά περισσότερα. Κι αυτή είναι η αριστοτελική εκδοχή της ισότητας που προϋποθέτει την αξία του καθενός: «Και θα πρέπει να υπάρχει η ίδια ισότητα ανάμεσα στα πρόσωπα και ανάμεσα στα πράγματα· η σχέση δηλαδή που υπάρχει ανάμεσα στα μεν, πρέπει να υπάρχει και ανάμεσα στα δε» (1131a 3, 24-25).
 
Για τον Αριστοτέλη η ισότητα νοηματοδοτείται μόνο σε σχέση με την αξία. Το να θεωρούνται ίσοι ο άξιος με τον ανάξιο δεν είναι ισότητα αλλά ισοπέδωση, δηλαδή αδικία σε βάρος του άξιου. Και φυσικά δεν υπάρχει άνθρωπος που να εκφράζει την απόλυτη αξία σε όλα τα θέματα. Άλλος είναι άξιος σε κάτι κι άλλος σε κάτι άλλο. Το ζήτημα του νόμου είναι να αποδοθεί επακριβώς η ισότητα σε σχέση με την αξία των αντιδίκων πάνω στο απολύτως συγκεκριμένο ζήτημα που γίνεται ο δικαστικός αγώνας: «Αυτό θα πει ότι, αν τα πρόσωπα δεν είναι ίσα μεταξύ τους, δε θα λάβουν ίσα μερτικά – από εδώ, ίσα ίσα, ξεκινούν όλες οι διαμάχες και όλα τα παράπονα: όταν τα άτομα που είναι ίσα μεταξύ τους δε λαμβάνουν και δεν έχουν ίσα μερτικά, ή άτομα που δεν είναι ίσα μεταξύ τους λαμβάνουν και έχουν ίσα μερτικά» (1131a 3, 26-28).
 
Τον παράγοντα της αξίας που τελικά θα κρίνει την ισότητα των διεκδικητών ο Αριστοτέλης θα τον θέσει ευθέως: «Το πράγμα γίνεται φανερό και από την αρχή της διανομής σύμφωνα με την αξία. Όλοι, πράγματι, οι άνθρωποι συμφωνούν ότι στις διανομές το δίκαιο πρέπει να προσδιορίζεται από κάποια αξία, μόνο που όλοι οι άνθρωποι, λέγοντας “αξία”, δεν εννοούν το ίδιο πράγμα: για τους δημοκρατικούς “αξία” είναι η ελευθερία, για τους ολιγαρχικούς ο πλούτος (για μερικούς από αυτούς η ευγενική καταγωγή), ενώ για τους αριστοκρατικούς η αρετή» (1131a 3, 28-33).
 
Η πολιτική διάσταση που δίνεται στην έννοια της αξίας όχι μόνο καταδεικνύει ότι το δίκαιο –ως απονομή αξίας– έχει και ξεκάθαρες πολιτικές διαστάσεις προϋποθέτοντας ισονομία και ισοπολιτεία, αλλά κι ότι τα κριτήρια καθορισμού της αξίας είναι πολλές φορές τόσο υποκειμενικά και δυσδιάκριτα, ώστε να μην μπορούν να αποδοθούν από τους πολίτες στις μεταξύ τους καθημερινές συναλλαγές. Κι αυτός είναι ο ρόλος της διανεμητικής δικαιοσύνης (με την έννοια της μερικής αρετής) που καλείται να διευθετήσει όλες τις υποθέσεις που οι πολίτες αδυνατούν να επιλύσουν μόνοι τους. Με άλλα λόγια, ο νόμος και ο δικαστής είναι οι θεσμοί που θα αποτιμήσουν με ακρίβεια την αξία του καθενός σε οτιδήποτε διεκδικεί και κατ’ επέκταση θα του απονείμουν το ανάλογο μερίδιο.
Το τελικό συμπέρασμα του Αριστοτέλη είναι απολύτως ξεκάθαρο: «Το δίκαιο είναι ένα είδος αναλογίας (η αναλογία δεν είναι, βέβαια, χαρακτηριστικό γνώρισμα μόνο του αριθμού που αποτελείται από αφηρημένες μονάδες, αλλά γενικά του αριθμού). Γιατί η αναλογία είναι ισότητα λόγων, και χρειάζονται τέσσερις τουλάχιστον όροι» (1131a 3, 34-37).
 
Κι αν πρέπει να διατυπωθεί κι αλλιώς, ο Αριστοτέλης θα το επαναδιατυπώσει: «Η σύζευξη του όρου α με τον όρο γ» (δηλαδή του πρώτου προσώπου με το μερίδιο που διεκδικεί) «και του όρου β με τον όρο δ» (δηλαδή του δεύτερου προσώπου και του αντίστοιχου μεριδίου) «είναι το δίκαιο στη διανομή, και αυτό το δίκαιο είναι μέσον, οπότε το άδικο δεν είναι παρά αυτό που βιάζει την αναλογία· γιατί η αναλογία είναι μέσον, και το δίκαιο είναι αναλογία» (1131b 3, 12-15). Και το κριτήριο που καθορίζει την ορθότητα της αναλογίας είναι η αξία των προσώπων που διεκδικούν.
 
Και αυτή την άποψη θα την επαναλάβει: «Αυτό είναι λοιπόν το δίκαιο: αυτό που τηρεί την αναλογία. Το άδικο, πάλι, είναι αυτό που βιάζει την αναλογία. Ο ένας, επομένως, όρος της αναλογίας γίνεται μεγαλύτερος, ο άλλος μικρότερος – όπως συμβαίνει και στην πράξη: ο άνθρωπος που διαπράττει αδικία έχει μεγαλύτερο μέρος του αγαθού» (εννοείται από αυτό που αξίζει), «ενώ αυτός που αδικείται έχει μικρότερο μέρος» (1131b 3, 20-24).
 
Και ισχύει ακριβώς το ίδιο, αν η κατάσταση παρουσιάζεται αντιστρόφως, όπου το διεκδικούμενο δεν είναι μερίδιο σε όφελος, αλλά αποφυγή βάρους σε περίπτωση ζημιάς: «Στην περίπτωση, πάλι, του κακού συμβαίνει το αντίθετο· γιατί το λιγότερο κακό καταντάει να λογαριάζεται αγαθό σε σύγκριση με το περισσότερο κακό, αφού το λιγότερο κακό προτιμάται κι επιλέγεται πιο πολύ από το περισσότερο κακό, και αυτό που προτιμάται και επιλέγεται είναι αγαθό – και, φυσικά, καθετί που προτιμάται και επιλέγεται περισσότερο είναι μεγαλύτερο αγαθό» (1131b 3, 24-28).
 
Κι αν κάποιος αναρωτιέται πώς μπορεί να απονεμηθεί το αναλογικό δίκαιο σε περίπτωση δολοφονίας ή κακοποίησης ή εξύβρισης ή σε οποιαδήποτε δικαστική υπόθεση όπου δεν υπάρχει μερίδιο που πρέπει να μοιραστεί, ο Αριστοτέλης θα αναφερθεί στο δεύτερο είδος της μερικής δικαιοσύνης που αφορά κυρίως τις σχέσεις των πολιτών μεταξύ τους και που το ονομάζει διορθωτικό: «Ένα δεύτερο είδος είναι αυτό που παίζει έναν διορθωτικό ρόλο στις μεταξύ των ατόμων σχέσεις. Το δεύτερο αυτό είδος περιλαμβάνει δύο μέρη, δεδομένου ότι άλλες από τις μεταξύ των ανθρώπων σχέσεις αναπτύσσονται με τη θέληση των ανθρώπων και άλλες χωρίς τη θέλησή τους» (1131a 2, 1-3).
 
Και για να γίνει απολύτως σαφής, ο Αριστοτέλης θα αναφέρει συγκεκριμένα παραδείγματα για το τι εννοεί σχέσεις «με τη θέληση των ανθρώπων» και «άλλες χωρίς τη θέλησή τους»: «Σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ των ανθρώπων με τη θέλησή τους είναι π.χ. η πώληση, η αγορά, ο δανεισμός, η εγγύηση, η παραχώρηση για χρήση, η παρακαταθήκη, η μίσθωση (μιλούμε στην περίπτωση αυτή για “εκούσιες σχέσεις”, επειδή όλες τους έχουν την αρχή τους στη θέληση των ανθρώπων). Από τις σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ των ανθρώπων χωρίς τη θέλησή τους άλλες ενεργούνται κρυφά (π.χ. η κλοπή, η μοιχεία, η δηλητηρίαση, η μαστροπεία, η εξαπάτηση και παραπλάνηση δούλων, η δολοφονία, η ψευδομαρτυρία) και άλλες με τη χρήση βίας (π.χ. οι επιθέσεις και τα χτυπήματα, η φυλάκιση, η θανάτωση, η ληστεία, η πρόκληση αναπηρίας, η δυσφήμιση, ο προπηλακισμός)» (1131a 2, 4-11).
Αυτό το δεύτερο είδος μερικής δικαιοσύνης, το διορθωτικό δίκαιο, έχει βέβαια τις ίδιες αρχές με το διανεμητικό (που αφορούσε τη διανομή οποιουδήποτε πράγματος σύμφωνα με την αξία των διεκδικητών  κατοχυρώνοντας ισοπολιτεία και ισονομία σε όλους τους πολίτες), αλλά δεν μπορεί να εφαρμοστεί με τον ίδιο τρόπο: «Αυτό το δίκαιο έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά από το προηγούμενο. Γιατί το δίκαιο που διανέμει κοινά αγαθά είναι πάντοτε σύμφωνο με την αναλογία για την οποία μιλήσαμε» (1131b 4, 32-34).
 
Και προσθέτει: «Το δίκαιο όμως που σχετίζεται με τις σχέσεις που αναπτύσσουν μεταξύ τους οι άνθρωποι είναι, βέβαια, ένα είδος ισότητας –και το αντίστοιχο άδικο ένα είδος ανισότητας–, όμως δεν ορίζεται σύμφωνα με εκείνο το είδος αναλογίας, αλλά σύμφωνα με την αριθμητική αναλογία» (1131b 4, 38-39 και 1132a 4, 1-2).
 
Με άλλα λόγια, αυτή η δικαιοσύνη δεν έχει να κάνει ούτε με την αξία ούτε με κανένα χαρακτηριστικό των ανθρώπων παρά μόνο με τη διερεύνηση του αδικήματος, αν πράγματι έχει γίνει ή όχι. Φυσικά, η ποιότητα του ανθρώπου που δικάζεται (πρότερος έντιμος βίος, προσφορά στην πόλη ή αντίθετα βεβαρημένο παρελθόν, παλιές καταδίκες κλπ) θα παίξει ρόλο στο μέγεθος της ποινής, αν κριθεί ένοχος. Αλλά το δίκαιο εδώ δεν κινείται με τον ίδιο αναλογικό τρόπο όπως πριν: «Πραγματικά, δεν υπάρχει καμιά διαφορά αν ο καλός ξεγέλασε τον κακό ή ο κακός τον καλό, ούτε αν είναι καλός ή κακός άνθρωπος αυτός που διέπραξε μοιχεία· ο νόμος κοιτάζει μόνο τον ακριβή χαρακτήρα της βλάβης, και αντιμετωπίζει τα δύο μέρη ως ίσα· το μόνο για το οποίο ενδιαφέρεται είναι αν ο ένας έχει διαπράξει αδικία και ο άλλος έχει υποστεί αδικία, αν ο ένας έβλαψε και ο άλλος υπέστη βλάβη» (1132a 4, 2-7).
 
Η ισότητα εδώ ορίζεται με τρόπο απόλυτο. Αυτό που μένει είναι η αποκατάσταση της ισότητας, δηλαδή η αποτίμηση της βλάβης που πρέπει να ξεπληρωθεί: «Καθώς, επομένως, αυτή η μορφή της αδικίας είναι μια καταστρατήγηση της ισότητας, ο δικαστής προσπαθεί να αποκαταστήσει την ισότητα. Στην περίπτωση, πράγματι, που ένας δέχτηκε ένα χτύπημα από κάποιον που τον χτύπησε, ή ένας σκοτώθηκε από κάποιον που τον σκότωσε, το πάθημα και η πράξη έχουν “μοιρασθεί” άνισα· ο δικαστής λοιπόν προσπαθεί να εξισώσει την κερδισμένη πλευρά με τη χαμένη πλευρά, αφαιρώντας κάτι από το κέρδος αυτού που έκανε την άδικη πράξη» (1131a 4, 7-11).
 
Κι αυτός είναι ο ρόλος του δικαστή: «“πηγαίνω στο δικαστή” θα πει “πηγαίνω στο δίκαιο”· γιατί ο δικαστής είναι, στο τέλος τέλος, κάτι σαν το δίκαιο προσωποποιημένο· και ψάχνουν να βρουν το δικαστή σαν να ψάχνουν να βρουν τον άνθρωπο που βρίσκεται στο μέσον –κάποιοι τους λένε μεσιδίους–, πιστεύοντας πως, αν πετύχουν το μέσον, θα πετύχουν το δίκαιο. Είναι λοιπόν το δίκαιο, κατά κάποιον τρόπο, μέσον, αφού είναι μέσον και ο δικαστής. Ο δικαστής αποκαθιστά την ισότητα» (1131a 4, 23-28).
 
Από αυτή την άποψη, θα έλεγε κανείς ότι το δεύτερο είδος της μερικής δικαιοσύνης, το διορθωτικό δίκαιο, προσομοιάζει με την ολική δικαιοσύνη, χωρίς όμως να ταυτίζεται. Προσομοιάζει στον κάθετο τρόπο που εκδηλώνεται (ή έκλεψε ή δεν έκλεψε κανείς), όπως και στην ολική δικαιοσύνη που εξετάζεται αν κάποιος είναι ή δεν είναι αχάριστος. Όμως, εκείνος που παραβαίνει τον κώδικα των αξιών της ολικής δικαιοσύνης σχολιάζεται αναντίρρητα δυσμενώς, σε αντίθεση με τις περιπτώσεις της μερικής δικαιοσύνης, όπου ακόμη και ο αποδεδειγμένα κλέφτης μπορεί να βρει ανθρώπους να τον υποστηρίξουν. Κι εδώ φαίνεται μια μικρή διάσταση που υπάρχει ανάμεσα στη μερική και την ολική δικαιοσύνη, η οποία μπορεί να τις φέρει ακόμη και σε αντιπαράθεση.
 
Αυτό που μένει είναι να ξεκαθαριστούν οι έννοιες του κέρδος και της ζημίας: «Χρησιμοποιούνται, πράγματι, γενικά στις περιπτώσεις αυτές α) η λέξη “κέρδος” –έστω και αν σε κάποιες περιπτώσεις η λέξη αυτή δεν ταιριάζει, π.χ. γι’ αυτόν που έδωσε τα χτυπήματα, και β) η λέξη “ζημιά” γι’ αυτόν που δέχτηκε τα χτυπήματα· εν πάση περιπτώσει, όταν αποτιμηθεί αυτό που έπαθε το θύμα, στη μια περίπτωση ο λόγος είναι για “ζημιά” και στην άλλη για “κέρδος”» (1132a 4, 12-15).
 
Κατόπιν αυτού ο Αριστοτέλης θα προχωρήσει στον ακριβή ορισμό των όρων που σχετίζονται, βέβαια, πρωτίστως με τις ανθρώπινες συναλλαγές: «Οι δύο αυτές λέξεις, “ζημιά” και “κέρδος”, έχουν την αρχή τους στις συναλλαγές των ανθρώπων που γίνονται με τη θέλησή τους: “κερδίζω” θα πει “έχω πιο πολλά από αυτά που είχα”, και “ζημιώνω” θα πει “έχω λιγότερα από αυτά που είχα αρχικά”. Έτσι π.χ. συμβαίνει στις αγορές και στις πωλήσεις, και γενικά σε όλες τις περιπτώσεις που ο νόμος δίνει στον κόσμο το ελεύθερο να κανονίζουν μόνοι τους όρους των συναλλαγών τους. Όταν όμως δεν έχουν ούτε περισσότερα ούτε λιγότερα, αλλά αυτά ακριβώς που είχαν εξαρχής, τότε λένε ότι “έχουν τα δικά τους” και ότι ούτε ζημιώνουν ούτε κερδίζουν» (1132b 4, 13-21).
 
Κι αυτή ακριβώς η ισορροπία ανάμεσα στο κέρδος και τη ζημιά, όπως διαμορφώνεται μέσα από τις ανθρώπινες σχέσεις είναι το έργο της δικαιοσύνης. Γιατί το κέρδος όταν συμβαίνει σε βάρος του άλλου, κυρίως σε περιπτώσεις που δεν υπάρχει συγκατάθεση, είναι η απαρχή της αδικίας: «Το δίκαιο, επομένως, είναι το μέσον ανάμεσα σ’ αυτά που μπορεί κανείς να ονομάσει “κέρδος” και “ζημία”, και μάλιστα στις σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ των ανθρώπων χωρίς τη θέλησή τους· που πάει να πει ότι αυτό που έχει κανείς μετά από τη σχέση/συναλλαγή είναι ίσο με αυτό που είχε πριν από αυτήν» (1132b 4, 21-23).
 
Αριστοτέλης: Ηθικά Νικομάχεια

Τα μάθαμε λάθος

Από μικροί εκπαιδευτήκαμε να ακολουθούμε τα «πρέπει» και τα «θέλω» των άλλων.

Πρώτα των γονιών μας, μετά των δασκάλων, αργότερα των συντρόφων, των φίλων μας, της κοινωνίας και της πολιτείας.

Διαμορφώσαμε τις συμπεριφορές, την προσωπικότητα και τον χαρακτήρα μας, ανάλογα με το περιβάλλον, τις συνθήκες, τους ανθρώπους που συναναστραφήκαμε και όχι σύμφωνα με τις δικές μας ανάγκες, τις δικές μας αξίες και τα δικά μας θέλω.

Γιατί….

Μάθαμε για την ελευθερία από ανθρώπους που ήταν δέσμιοι των συμβάσεων σε προσωπικό και κοινωνικό επίπεδο. Που δεν είχαν την δυνατότητα να δρουν κατά βούληση. Αιχμάλωτοι της ανιδιοτέλειας, της μικροπρέπειας και των συμβιβασμών, προσδοκώντας προσωπικά οφέλη.

Μάθαμε για την δικαιοσύνη από ανθρώπους που την καταπατούσαν που δεν την σέβονταν, που την χρησιμοποιούσαν από την θέση ισχύος που κατείχαν, σαν υποχείριο όργανό τους. Έτσι μάθαμε και εμείς να την αμφισβητούμε και να μην την εμπιστευόμαστε.

Μάθαμε για την δημοκρατία από ανθρώπους που δεν την υπηρέτησαν ποτέ, μόνο την επικαλούνταν. Ο ένας την τράβαγε από εδώ, ο άλλος την τράβαγε από εκεί, την έκαναν κουρελού. Και στο όνομα αυτής της ξεσκισμένης δημοκρατίας διέπρατταν τα μεγαλύτερα εγκλήματα.

Μάθαμε για την αλήθεια από ανθρώπους που δεν ήταν ειλικρινείς, που έκρυβαν πράγματα πρώτα και κύρια από τον εαυτό τους και μετά από τους άλλους. Που το ψέμα ήταν κυρίαρχο στοιχείο του χαρακτήρα τους και η σκάλα αναρρίχησής τους σε αξιώματα.

Μάθαμε το δίκαιο από ανθρώπους που το έκαναν πλαστελίνη στα χέρια τους και το έπλαθαν κατά πως τους βόλευε. Του έδιναν το δικό τους σχήμα, την δική τους μορφή, το δικό τους μπόι, αυτό που τους συνέφερε. Έτσι μάθαμε ότι: «Κανείς δεν πήγε μπροστά με τον σταυρό στο χέρι», έτσι πορευτήκαμε και εμείς.

Μάθαμε για την τιμή από ανθρώπους που δεν είχαν τσίπα και φιλότιμο πάνω τους. Που απαιτούσαν την τιμή από τους άλλους και όχι από τους εαυτούς τους.
Την τιμή δεν την έβλεπαν σαν αξία. Την χλεύαζαν.

Μάθαμε για το καθήκον από ανθρώπους που αγνοούσαν την έννοια της θυσίας και της προσφοράς. Που δεν μπορούσαν να ξεχωρίσουν την διαφορά του από το συμφέρον.

Μάθαμε για την ιδεολογία από ανθρώπους που δεν είχαν οράματα. Που δεν τους ενδιέφερε ένας καλύτερος κόσμος, ένα καλύτερο αύριο. Που σαν μοναδικό στόχο είχαν την δική τους άνοδο με οποιονδήποτε τρόπο, την δική τους επικράτηση και επιβίωση.

Μάθαμε για την επανάσταση από επαναστάτες της πορδής.
Από ανόητους φαφλατάδες που στην πρώτη δυσκολία έβαζαν την ουρά κάτω από τα σκέλια. Που μαζί με τα λάβαρα της επανάστασης είχαν έτοιμη και την τιμή πώλησής της. Που γίνονταν χειρότεροι καθεστωτικοί από εκείνους που ήθελαν να ανατρέψουν.

Μάθαμε για την ευθύνη από ανθρώπους που ελάχιστα τους ενδιέφερε η συμμετοχή, το χρέος απέναντι στον άλλον, στον γείτονα, στην κοινωνία.
Που δεν είχαν πει ποτέ: «Φταίω. Έχω και εγώ ευθύνη».

Μάθαμε για την συνείδηση από ανθρώπους που δεν είχαν ηθικά διλήμματα, που αρνούνταν να υπηρετήσουν αρχές, ανθρώπινες αξίες και το δίκαιο.

Μάθαμε για το ήθος από ανθρώπους που η αρετή ήταν άγνωστη λέξη γι' αυτούς και δεν ήταν μέσα στα στοιχεία του χαρακτήρα τους. Που δεν είχαν αμερόληπτη και τίμια συμπεριφορά.

Μάθαμε για τον πόνο από ανθρώπους που για να κάνουν καριέρες δεν δίσταζαν μπροστά σε τίποτα. Καρδιά από πέτρα. Χωρίς ευαισθησίες και συναισθήματα. Που πατούσαν για να ανέβουν πάνω στην δυστυχία των άλλων, που τις περισσότερες φορές οι ίδιοι είχαν προκαλέσει.

Μάθαμε την χαρά από ανθρώπους που τα έζησαν όλα μισά. Μισή ευτυχία, μισό χαμόγελο, μισή απόλαυση. Όλα μισά, μέσα στην μετριότητα. Νιώσαμε την χαρά σε λάθος πράγματα. Αναδείξαμε το σαχλό, ωραιοποιήσαμε το σάπιο και μετά αναρωτιόμαστε τι μας βρωμάει.
Ξεχνώντας αυτό που έλεγε ο Α. Αϊνστάιν «Μην πασχίζεις να γίνεις άνθρωπος επιτυχίας, αλλά άνθρωπος αξίας.» Και θα καταδειχθεί βεβαίως η γελοιότητά μας, που μάθαμε τα πάντα για τις τιμές, αλλά τίποτε για τις αξίες.

Παγιδευτήκαμε σε θεωρίες, απόψεις και ιδέες που απείχαν πολύ από μας.
Αναγκαστήκαμε να ακολουθούμε το κοπάδι, να μη διαφέρουμε, να μην αντιδρούμε. Ακόμα και τον έρωτα τον μάθαμε από ανθρώπους που δεν τον γνώρισαν, που δεν συστήθηκαν μαζί του ουσιαστικά ποτέ, που τον ταύτισαν με την ανηθικότητα, με το πρόστυχο, το χυδαίο, θεωρώντας τον μέσα στην άγνοια τους ντροπή.
Οι περισσότεροι τον έμαθαν ενοχικά, φοβικά.
Κάποιο άλλοι «φτηνά».
Και λίγοι τον έζησαν πραγματικά.

Έτσι πνίξαμε το παιδί που είχαμε μέσα μας, τον δικό μας εαυτό.
Μέχρι που έρχεται μια στιγμή έστω και αργά και τα φέρνει όλα τούμπα.
Σε βγάζει από το τέλμα και κάνεις την επανάσταση σου.
Αντιστέκεσαι σε όλα αυτά.
Θέλεις πίσω αυτά που έχασες.
Αρνείσαι πια να απορρίψεις την αθωότητα, την χαρά, την ενέργεια και τον ενθουσιασμό του μικρού παιδιού.
Και ξυπνά το παιδί που υπάρχει ακόμα μέσα σου.
Που λαχταρά να πάρει αέρα
Να ζήσει …

Και από απλός θεατής γίνεσαι πρωταγωνιστής στο έργο της ζωής.
Εσύ πια προσπαθείς να ελέγχεις το παιχνίδι.
Γίνεσαι κύριος του εαυτού σου και τους στέλνεις όλους στον διάολο.

Τα τραύματα που κουβαλάς, χρειάζονται γιατρειά;

«Η θεραπεία είναι θέμα χρόνου, αλλά μερικές φορές είναι και θέμα ευκαιρίας». Ιπποκράτης

Η θεραπεία είναι η επαναφορά στην κατάσταση της ψυχικής και σωματικής υγείας και ευεξίας. Παρόλο που σε γενικές γραμμές οι άνθρωποι τη συνδέουν με το σωματικό επίπεδο, ωστόσο η θεραπεία δεν είναι λιγότερο απαραίτητη στο συναισθηματικό ή στο πνευματικό επίπεδο.

Η θεραπεία είναι μια ισόβια διαδικασία που προσπαθεί να ξεθάψει τα θέματα εκείνα που σκιάζουν την ψυχή σου και να γεμίσει τα κενά που υπάρχουν στην καρδιά σου.

Όλοι οι άνθρωποι χρειάζεται να μάθουν τη θεραπεία, και οι ευκαιρίες θα παρουσιαστούν οπωσδήποτε μπροστά τους. Ακόμα κι εκείνοι που η ζωή τους φαίνεται να είναι τέλεια, χωρίς προβλήματα, αυτό το μάθημα δεν θα το αποφύγουν.

Στη θάλασσα της ζωής παρουσιάζονται πάρα πολλά εμπόδια και δοκιμασίες, και κανείς δεν μπορεί να τη διασχίσει και να μείνει ανέπαφος από τα κύματα. Ευτυχώς, ζούμε σε μια κοινωνία που θεωρεί πολύ σημαντική τη θεραπεία κι έτσι έχουμε στη διάθεσή μας ένα ευρύ φάσμα από πηγές.

Δεν έχει σημασία ποια μέθοδο θα ακολουθήσεις. Αυτό που έχει σημασία είναι να αφιερώσεις χρόνο για να φροντίσεις τον εαυτό σου και να τον οδηγήσεις στην ψυχική και σωματική υγεία που οδηγεί στην ευτυχία.

Μπορείς να επιταχύνεις το ταξίδι σου προς αυτή την κατεύθυνση, αν είσαι πρόθυμος να χρησιμοποιείς τις εμπειρίες σου στον εξωτερικό κόσμο σαν εργαλεία για να θεραπεύσεις τις εσωτερικές πληγές σου.

Κάθε αρνητική εμπειρία είναι μια ευκαιρία για να γιατρέψεις κάτι μέσα σου. 

Η θετική στάση που κρατούν οι άλλοι απέναντί μας είναι απόλυτα ικανή να γιατρέψει κάθε ζημιά που έχει υποστεί η αυτοεκτίμησή μας. Αλλά η θεραπεία μέσα από τους καθρέφτες μας μπορεί να γίνει και με διαφορετικό τρόπο. Μπορούμε να γιατρέψουμε παλιές πληγές όταν έρχεται κάποιος και μας τις καθρεφτίζει στο παρόν.

Για να γίνει αυτό, χρειάζεται να αντιμετωπίζουμε τα συναισθήματα που αναδύονται με αφορμή κάποιες δύσκολες καταστάσεις και να ξεμπερδεύουμε έτσι μαζί τους μια και καλή. Οι άνθρωποι που λειτουργούν σαν καθρέφτες σου στο παρόν είναι τα δώρα που μπορούν να σου γιατρέψουν πληγές από το παρελθόν.

Εσύ ποια τραύματα κουβαλάς που χρειάζονται γιατρειά;

Η ρηχή σκέψη, κάνει δυνατή την εξάπλωση του κακού

Για μένα υπάρχει μια σημαντικότατη διαφορά: «κοινοτοπία» είναι ό,τι συμβαίνει συνήθως, κοινώς, παρ' όλα αυτά κάτι μπορεί να είναι αβαθές, και δίχως ακόμη να είναι κοινό…

Εννοώ ότι, αν πάμε μέχρι τη ρίζα, το κακό δεν είναι ριζικό, δεν έχει βαθύτητα, και είναι ακριβώς για το λόγο αυτό που είναι τόσο τρομερά δύσκολο να συλλάβουμε με τη σκέψη, γιατί σκέφτομαι εξ ορισμού, σημαίνει φτάνω μέχρι τις ρίζες.

Το κακό είναι ένα φαινόμενο της επιφάνειας, και αντί να είναι ριζικό, είναι απλώς ακραίο.
Αντιστεκόμαστε στο κακό όχι παρασυρόμενοι από την επιφάνεια των πραγμάτων, αλλά σταματώντας και ξεκινώντας να σκεφτόμαστε – δηλαδή προσεγγίζοντας μια διάσταση διαφορετική από εκείνη του ορίζοντα της καθημερινής ζωής.

Με άλλα λόγια, όσο πιο ρηχός είναι κάποιος τόσο πιο πιθανό είναι να ενδώσει στο κακό.
Σήμερα είμαι της άποψης πως το κακό δεν είναι ποτέ «ριζικό», αλλά μονάχα ακραίο, και ότι δεν έχει ούτε βαθύτητα ούτε κάποια δαιμονική διάσταση.

Το κακό δύναται να κατακυριεύει τα πάντα και να σαρώνει τον κόσμο ολόκληρο, ακριβώς γιατί διασπείρεται σαν μύκητας.

Το κακό «προκαλεί τη σκέψη», όπως είπα, γιατί η σκέψη προσπαθεί ν αγγίξει το βάθος, να φτάσει στις ρίζες του και από τη στιγμή που καταπιάνεται με το κακό, απογοητεύεται, το εγχείρημα αποβαίνει μάταιο, γιατί δεν βρίσκει τίποτε, γιατί δεν υπάρχει τίποτε να βρει. Εδώ έγκειται η «ρηχότητα» του.

Μόνο το καλό έχει βαθύτητα και μόνο το αγαθό μπορεί να είναι ριζικό.

Η υγιεινή της καρδιάς

Η καρδιά μας είναι πολύ ευαίσθητη στα συναισθήματα και τις σκέψεις μας. Πολύ σύντομα, η επιστήμη θα ανακαλύψει ότι η σκέψη μεταβάλλει τη χημεία του αίματος και τη λειτουργία της καρδιάς.

Η Προαιώνια Σοφία πάντα μιλούσε για την καρδιά ως το πιο ευαίσθητο όργανο στο σώμα.

Η σύγχρονη επιστήμη δίδαξε ότι πρέπει να δοθεί καλή φροντίδα στην καρδιά, αλλά απέτυχε να συμβουλέψει τους ανθρώπους για την υγιεινή της καρδιάς.

Σύμφωνα με την Προαιώνια Σοφία, κανείς δεν πρέπει ποτέ να έχει άκαρδες σκέψεις, άκαρδα αισθήματα ή να κάνει άκαρδες πράξεις. Αυτό θα προστατεύσει την καρδιά και δεν θα την δηλητηριάσει μέσα από τη χημεία που παράγεται από τις λάθος σκέψεις, τα λάθος κίνητρα και τις λανθασμένες ενέργειες.

Αυτό που βλάπτει περισσότερο την καρδιά είναι το δηλητήριο που αντλείται στο αίμα μέσω των φόβων μας, του μίσους, του θυμού, της κακίας, της συκοφαντίας, της εκδίκησης, της αλαζονείας, της ματαιοδοξίας, του εγώ, της χωριστικότητας. Οι σκέψεις που βασίζονται σε τέτοιους παράγοντες μολύνουν επίσης το αίμα, εισάγοντας σε αυτό ένα καταστρεπτικό δηλητήριο που σκληραίνει τις αρτηρίες και βλάπτει τις βαλβίδες της καρδιάς.

Η θεραπεία είναι η ψυχική ενέργεια, που συσσωρεύεται μέσα από το σωστό αυτοστοχασμό. Καθώς κάποιος συνεχίζει την τακτική, ρυθμική σκέψη, αποβάλλει σιγά σιγά το δηλητήριο απ’ το αίμα και αναζωογονεί την καρδιά.

Εντοπίστηκε παράξενο Πάλσαρ με απόσταση 1.630 έτη φωτός από τη γή

Σύμφωνα με τους επιστήμονες ο αστέρας νετρονίων βρίσκεται στο σύμπλεγμα «Magnificent Seven» και διαχέει υπέρυθρη ακτινοβολία στον Γαλαξία.

Ένα μοναδικό, όσο και μυστήριο φαινόμενο κατέγραψε ομάδα αστροφυσικών, καθώς εντόπισαν Πάλσαρ σε απόσταση 1.630 ετών φωτός από τη Γη, το οποίο διαχέει υπέρυθρη ακτινοβολία στον Γαλαξία, με τρόπο ο οποίος δεν έχει καταγραφεί έως τώρα και δεν έχει εξηγηθεί και τεκμηριωθεί επιστημονικά.

Ο μοναδικός και μυστήριος αστέρας νετρονίων βρίσκεται στο λεγόμενο σύμπλεγμα «Magnificent Seven». Τα Πάλσαρ είναι οι πυρήνες των άστρων που «εξαφανίστηκαν» μετά από μία έκρηξη σουπερνόβα και διατηρούν υψηλά επίπεδα μαγνητικής ενέργειας. Ο συγκεκριμένος αστέρας νετρονίων διαχέει την υπέρυθρη ακτινοβολία, γεγονός που δεν έχει καταγραφεί σε άλλες περιπτώσεις.

Όπως υποστηρίζουν οι αστροφυσικοί που ανακάλυψαν το συγκεκριμένο Πάλσαρ, η μελέτη του είναι πιθανόν να ανατρέψει τους νόμους της φυσικής που γνωρίζει ό άνθρωπος ότι ισχύουν για τα άστρα νετρονίων. Οι αστροφυσικοί του πανεπιστημίου Penn State ήταν μέλη της ομάδας που μελετούσε το σύμπαν μέσω του τηλεσκοπίου Χαμπλ και σε συνεργασία με τη NASA.

Ποια είναι τα πιθανά σενάρια που εξετάζουν οι επιστήμονες; Το πρώτο σενάριο περιγράφει έναν δίσκο από υλικό, πιθανόν διαστημική σκόνη, αλλά και υλικά που άφησε πίσω της η έκρηξη σουπερνόβα, που περιβάλλουν τον νεκρό αστέρα νετρονίων και στροβιλίζεται μαζί του, προκαλώντας το φαινόμενο. Τα υλικά αυτά με κάποιον τρόπο επιβραδύνουν την κυκλική τους πορεία, με συνέπεια να διαχέονται με τη μορφή κυμάτων.

Το δεύτερο σενάριο περιγράφει ένα φαινόμενο «ανεμόμυλο». Πρόκειται για ανέμους που προκαλούνται από ένα ισχυρό ηλεκτρικό πεδίο, το οποίο έχει δημιουργηθεί από τις δυνάμεις που προκαλούνται στον αστέρα νετρονίων και από ένα ισχυρότατο μαγνητικό πεδίο. Καθώς το αστέρι νετρονίων ταξιδεύει στο διάστημα με ταχύτητα μεγαλύτερη από εκείνη του ήχου, μπορεί να σχηματιστεί κρουστικό κύμα όπου ο χώρος και ο άνεμος αλληλεπιδρούν. Τότε, τα κατεστραμμένα σωματίδια θα προκαλούσαν τις εκτεταμένες εκπομπές υπέρυθρων ακτίνων που έχουν παρατηρηθεί.

Τα μυστικά των ωκεανών του σύμπαντος

Είμαστε μόνοι στο σύμπαν; Αυτό είναι ένα από τα μεγαλύτερα ερωτήματα της ανθρωπότητας. Απάντηση σε αυτό προσπαθούν να δώσουν αστρονόμοι και αστροβιολόγοι ερευνώντας σε περίεργα μέρη του σύμπαντος, όπως κάτω από τα παχιά στρώματα πάγου στους δορυφόρους του Δία και του Κρόνου.

Εκεί, μη επανδρωμένα διαστημόπλοια έχουν εντοπίσει γιγάντιους ωκεανούς κάτω από την επιφάνειά τους, οι οποίοι εικάζεται ότι περιέχουν τεράστιες ποσότητες νερού, που ξεπερνούν τη συνολική ποσότητα νερού που υπάρχει στους ωκεανούς τη Γης. Σε αυτούς τους συμπαντικούς ωκεανούς ενδέχεται να υπάρχουν και ευνοϊκές συνθήκες για την ύπαρξη ζωής. Η μελέτη αυτών των μακρινών ωκεανών βρίσκεται στο επίκεντρο του φετινού ευρωπαϊκού συνεδρίου μελέτης των πλανητών στο Βερολίνο (Εuropean Planetary Science Congress).

Ένα συναρπαστικό ταξίδι στους συμπαντικούς ωκεανούς
Tα «φεγγάρια» του Δία, η Ευρώπη, η Καλλιστώ και ο Γανυμήδης διαθέτουν σύμφωνα με μετρήσεις υπόγειους ωκεανούς, οι οποίοι θα μπορούσαν να φτάνουν σε βάθος ακόμη και τα 100 χλμ. Με το διαστημόπλοιο Juice (Jupiter Icy Moons Explorer) ελπίζει η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Διαστήματος (ESA) να εξερευνήσει αυτούς τους άγνωστους ωκεανούς του ηλιακού συστήματος. «Εάν επιβεβαιώσουμε ότι οι παγωμένοι δορυφόροι θα ήταν δυνητικά κατοικήσιμοι, αυτό ανοίγει νέες οδούς για την ανίχνευση μορφών ζωής στο διάστημα», ανέφερε στο γερμανικό ειδησεογραφικό πρακτορείο dpa o Oλιβιέ Βιτάς από την ESA.

Το Juice αναμένεται να σταλεί στο διάστημα το 2022 και να φτάσει στο πλανητικό σύστημα του Δία το 2029. Στόχος του είναι καταρχήν να επιβεβαιώσει την ύπαρξη ωκεανών και να καταμετρήσει το βάθος, την έκτασή τους αλλά και την περιεκτικότητά τους σε άλατα, αναφέρε ο Ολ. Βιτάς. Στο επίκεντρο των ερευνών θα βρεθεί ο Γανυμήδης, ο μεγαλύτερες φυσικός δορυφόρος του ηλιακού μας συστήματος «Πιθανοί υποψήφιοι είναι επίσης ο Πλούτωνας καθώς και ο δορυφόρος του, ο Χάροντας αλλά και ο Τρίτωνας, ο δορυφόρος του Ποσειδώνα», εξηγεί ο Ολ. Βιτάς συμπληρώνοντας ότι «οι κρυμμένοι ωκεανοί είναι περισσότεροι ενδεχομένως από όσους φανταζόμαστε». Ένας ακόμη «δυνατός» υποψήφιος για την ανίχνευση αντίστοιχων ωκεανών είναι ο Εγκέλαδος, ο δορυφόρος του Κρόνου.

Νέα δεδομένα από το 2005
Αξίζει να σημειωθεί ότι το 2005 το αμερικανικό διαστημόπλοιο Cassini ανακάλυψε ότι οι πίδακες ατμών και πάγου, που περιέχουν μικροσωματίδια πυριτικής φύσης, που παρατηρούνταν στην επιφάνειά του Εγκέλαδου, προέρχονταν από υπόγεια ύδατα. Οι ενδείξεις ύπαρξης μοριακού υδρογόνου (Η2), σύμφωνα με τις αναλύσεις του Cassini, ενισχύουν την υπόθεση ότι στο βάθος των ωκεανών γίνεται οξείδωση πετρωμάτων, από την οποία προέρχονται τα μικροσωματίδια. «Μέχρι στιγμής ο Εγκέλαδος είναι ο μόνος δορυφόρος στο σύμπαν, στον οποίο έχουμε εντοπίσει ωκεανό με υδροθερμική δραστηριότητα», εξηγεί ο Νικόλας Αλτομπέλι από την ESA, που συμμετείχε στις έρευνες του 2005. Βέβαια, όπως σημειώνει, ο ίδιος ο ωκεανός αυτός έχει υψηλή περιεκτικότητα σε άλατα και πολύ υψηλό pH, δυο δεδομένα που δεν ευνοούν την ύπαρξη ζωής.

Ωστόσο, ακόμη και στη Γη έχουν εντοπιστεί σε υδροθερμικές πηγές, που βρίσκονται σε μεγάλα βάθη ωκεανών, μορφές ζωής που ευδοκιμούν χωρίς φως αλλά μόνο με χημικές διεργασίες. Μακρομόρια έχουν εντοπίσει οι ερευνητές και στους πίδακες πάγου του Εγκέλαδου, ωστόσο σύμφωνα με τον Αλτομπέλι αυτό δεν αποτελεί από μόνο του ένδειξη ζωής, παρά μόνο ότι λαμβάνουν χώρα χημικές αντιδράσεις. Κι όπως σημειώνει ο ίδιος «μαζί με άλλους δορυφόρους όπως η Ευρώπη, έτσι και ο Εγκέλαδος αποτελούν τους πιο ελπιδοφόρους δορυφόρους στο δικό μας ηλιακό σύστημα για την αναζήτηση ζωής, με τη μορφή που τη γνωρίζουμε μέχρι σήμερα». Βέβαια μια άμεση και κατηγορηματική επιβεβαίωση για την ύπαρξη ζωής πέρα από τη Γη δεν είναι ακόμη σε θέση να δώσουν αποστολές όπως αυτή του Cassini ή του Juice. Tα στοιχεία όμως και οι ενδείξεις που προσκομίζουν είναι εξίσου σημαντικές για την πρόοδο της έρευνας στο πεδίο αυτό.

Μια νέα θεωρία για ηλεκτροχημικά συστήματα – κάτι που είναι μεγαλύτερο από το άθροισμα των μερών του

Όταν πρόκειται για το σχεδιασμό ή την βελτιστοποίηση μηχανικών συστημάτων, οι επιστήμονες κατανοούν αρκετά καλά τους φυσικούς νόμους που τα διέπουν ώστε να δημιουργήσουν υπολογιστικά μοντέλα που μπορούν να προβλέπουν τις ιδιότητες και τις συμπεριφορές τους. Ωστόσο, οι επιστήμονες οι οποίοι εργάζονται για να σχεδιάσουν καλύτερα ηλεκτροχημικά συστήματα, όπως οι μπαταρίες ή οι υπερπυκνωτές, δεν έχουν ακόμη – ή τουλάχιστον δεν είχαν μέχρι τώρα – ένα κατανοητό μοντέλο των οδηγών δυνάμεων που διέπουν την περίπλοκη ηλεκτροχημική συμπεριφορά.

Μετά από οκτώ χρόνια έρευνας πάνω στην συμπεριφορά αυτών των υλικών και στις ιδιότητές τους, επιστήμονες από Εθνικά Εργαστήρια των ΗΠΑ έχουν αναπτύξει ένα κατανοητό μοντέλο που συνδυάζει υπάρχουσες θεωρίες για να διαμορφώσει μια πιο γενική θεωρία της ηλεκτροχημείας που προβλέπει την προηγουμένως ανεξήγητη συμπεριφορά. Το νέο μοντέλο, που αποκαλείται Πλαίσιο Ενοποιημένου Ηλεκτροχημικού Διαγράμματος Ζωνών (Unified Electrochemical Band-Diagram Framework ή UEB Framework), συνενώνει τη βασική ηλεκτροχημική θεωρία, με θεωρίες που χρησιμοποιούνται σε διαφορετικά πλαίσια, όπως η μελέτη της φωτοηλεκτροχημείας και η φυσική ημιαγωγών, για να περιγράψουν φαινόμενα που συμβαίνουν σε κάθε ηλεκτρόδιο.

Η έρευνα άρχισε με τη μελέτη του άλφα οξειδίου του μαγγανίου [η δομή του στην εικόνα], ένα υλικό που μπορεί να φορτίζεται και να αποφορτίζεται ταχέως, καθιστώντας το ιδεώδες για ορισμένες μπαταρίες. Οι επιστήμονες θέλησαν να κατανοήσουν το μηχανισμό πίσω από τις μοναδικές ιδιότητες του υλικού έτσι που θα μπορούσαν να βελτιωθούν πάνω σε αυτόν. «Δεν υπήρχε μια ικανοποιητική απάντηση για το πώς λειτουργούσε αυτό το υλικό», αναφέρεται από τον Matthias Young, έναν από τους συγγραφείς της μελέτης, «όμως μετά από πολλούς υπολογισμούς στο σύστημα, ανακαλύψαμε ότι συνδυάζοντας θεωρίες μπορούσαμε να αποκτήσουμε την κατανόηση του μηχανισμού».

Εκτεταμένοι έλεγχοι διάφορων άλλων υλικών βοήθησαν τους επιστήμονες να αναπτύξουν το μοντέλο και να αποδείξουν τη χρησιμότητά του στην πρόβλεψη σπάνιων φαινομένων. «Το μοντέλο περιγράφει πώς οι ιδιότητες του υλικού και το περιβάλλον του αλληλεπιδρούν μεταξύ τους και οδηγούν σε μετασχηματισμούς και αποδόμηση. Μας βοηθάει να προβλέψουμε τι θα συμβεί στο υλικό σε ένα ειδικό περιβάλλον. Θα καταρρεύσει; Θα αποθηκεύσει φορτίο;», ανέφερε ο Young.

Τα υπολογιστικά μοντέλα που χρησιμοποιούν το UEB Framework όχι μόνο επιτρέπουν τους επιστήμονες να προβλέπουν τη συμπεριφορά του υλικού, αλλά μπορεί επίσης να τους πληροφορήσει ποιες αλλαγές στο υλικό θα μπορούσαν να βελτιώσουν την απόδοσή του. «Υπάρχουν μοντέλα που κάνουν ορθές προβλέψεις, όμως δεν σου δίνουν τα εργαλεία για να κάνεις το υλικό καλύτερο», δήλωσε ο ίδιος επιστήμονας. «Αυτό το μοντέλο σου δίνει τις εννοιολογικές λαβές που μπορείς να γυρίσεις για να καταλάβεις τι να αλλάξεις για να βελτιώσεις την απόδοση του υλικού».

Επειδή το μοντέλο είναι γενικό και θεμελιακό, έχει τη δυνατότητα να βοηθάει τους επιστήμονες στην ανάπτυξη του κάθε ηλεκτροδίου, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που χρησιμοποιούνται για τις μπαταρίες, την κατάλυση, τους υπερπυκνωτές και ακόμη για την αφαλάτωση. «Κερδίζουμε κάτι που είναι περισσότερο από το άθροισμα των μερών του», ανέφερε ο Young. «Έχουμε πάρει πολύ λαμπρό έργο από πολύ διαφορετικούς ανθρώπους και το ενοποιήσαμε σε κάτι που αποδίδει πληροφορία που δεν υπήρχε προηγουμένως».