Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2026

Αρχαίοι Έλληνες Φιλόσοφοι

10. Καλλιεργώντας τον κήπο και θεραπεύοντας την ψυχή: Οδηγίες για μιαν ατάραχη επικούρεια ζωή

10.1. Από μικρός στα βάσανα και στη φιλοσοφία


Πρέπει, να ήταν δύσκολο να κατάγεσαι από αρχοντική γενιά που έβγαλε έναν Μιλτιάδη και έναν Κίμωνα, κι εσύ να έχεις πατέρα κάποιον Νεοκλή, ασήμαντο και μικρομεσαίο γραμματοδιδάσκαλο. Και μάλιστα να μη γεννιέσαι καν στην Αθήνα αλλά στη μακρινή Σάμο, όπου η ένδοξη ακόμη Αθήνα είχε στείλει πολλούς έμπιστους και φτωχούς πολίτες της ως κληρούχους, για να μην τους έχει στα πόδια της και για να στηρίξει την εξουσία της στο νησί.

Αρχές του 341 π.Χ., μέσα Φεβρουαρίου, γεννήθηκε ο Επίκουρος. Αθηναίος γνήσιος, ό,τι κι αν του καταμαρτύρησαν οι αντίπαλοί του. Αλλά τι νόημα είχε να είσαι αθηναίος πολίτης λίγα χρόνια μετά τη μάχη της Χαιρώνειας και υπό τη μακεδονική κυριαρχία; Και τι νόημα θα είχε να γίνεις φιλόσοφος λίγα χρόνια μετά τον θάνατο του Πλάτωνα, όταν δεν βρίσκεσαι στο κέντρο των φιλοσοφικών εξελίξεων και δεν έχεις σπουδάσει στα καλύτερα σχολεία;

Αυτά όμως ήταν ακόμη πολύ μακρινά ερωτήματα για τον μικρό Επίκουρο. Η οικογένειά του ζούσε μετρημένα σε μια ξένη πόλη που ζούσε τη δική της παρακμή, με πολλούς Σαμίους διωγμένους από την πατρίδα τους και τους κληρούχους Αθηναίους να μοιράζονται τις περιουσίες των ντόπιων. Ο Επίκουρος με τα τρία του αδέλφια έπαιζε στα μισοχαλασμένα τείχη και πήγαινε στον μισοτελειωμένο ναό της Ήρας για να θαυμάσει τα παγόνια της θεάς. Όταν μεγάλωσε και έμαθε γράμματα, βοηθούσε όσο μπορούσε την οικογένειά του: με τη μητέρα του περιφερόταν στα χαμόσπιτα της Σάμου και διάβαζε ευχές και ξόρκια.

Δεκατεσσάρων χρόνων ο Επίκουρος άρχισε να φιλοσοφεί, όπως λέει ο ίδιος. Πώς όμως μπορείς να φιλοσοφείς από τόσο μικρός, στο σχολείο ακόμη; Ο Επίκουρος φαίνεται να το πέτυχε: δεν φλυαρούσε για να εντυπωσιάσει, ούτε έλεγε με σοβαροφάνεια σκέψεις που έμεναν ακατανόητες· απλώς ζητούσε από τον δάσκαλό του να του εξηγήσει περισσότερο αυτά που άκουγε στα μαθήματα. «Στην κοσμογονία του Ησιόδου όλα έγιναν από το Χάος: πρώτα η Γη και μετά οι Θεοί,» διάβαζε ως συνήθως μέσα από το σχολικό εγχειρίδιο ο δάσκαλος. «Και το Χάος πώς έγινε;», «και τι υπήρχε πριν από το Χάος;» πετάχτηκε και ρώτησε ο μικρός Επίκουρος. «Καλή ερώτηση,» απάντησε ο δάσκαλος, «αλλά πού να σου εξηγώ… Εμένα δουλειά μου είναι απλώς να διδάσκω. Για περισσότερα, ειδικοί είναι οι φιλόσοφοι. Άλλη ερώτηση;» Αυτές τις αναπάντητες ερωτήσεις μάζευε ο Επίκουρος και σαν να έδωσε υπόσχεση στον εαυτό του πως όταν έρθει η δική του ώρα, θα έχει να δίνει τις δικές του απαντήσεις στους δικούς του μαθητές.


Κατάλαβε και κάτι άλλο. Ότι αυτοί που ξέρουν την αλήθεια για τα πράγματα, ή τουλάχιστον ψάχνουν να τη βρουν, είναι οι φιλόσοφοι, και ότι σε αυτούς πρέπει να απευθυνθεί. Ίσως και γι᾽ αυτό μετά από χρόνια έγραφε στον μαθητή του Μενοικέα: «όσο κάποιος είναι νέος να μην αργοπορεί να φιλοσοφήσει.» Ξεκινά να φιλοσοφεί από νέος, γι᾽ αυτό και όταν μεγαλώνει βλέπει τη ζωή σαν νέος. Όταν ο Επίκουρος έγινε ο ίδιος δάσκαλος, θυμόταν το δικό του ξεκίνημα στη φιλοσοφία και ήθελε και οι μαθητές του να αρχίσουν να φιλοσοφούν χωρίς το μυαλό τους να είναι κιόλας γεμάτο από όσες αδιάφορες ή και άχρηστες γνώσεις προσφέρει το σχολείο. «Τι τυχερός είσαι Απελλή,» έγραφε στον νεαρό μαθητή του «που πλησίασες τη φιλοσοφία αμόλυντος από κάθε μόρφωση» (Μακαρίζω σε, ὦ Ἀππελῆ, ὅτι καθαρὸς πάσης παιδείας ἐπὶ φιλοσοφίαν ὥρμησας· Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί 3, 588a).

Αριστοκλής: Δική σου αυτή η δύναμη, Δήμητρα, δική σου

Τίποτα δεν είναι γνωστό για το συνθέτη αυτής της σύντομης επίκλησης στη Δήμητρα, τον Αριστοκλή, παρά μόνο ότι υπήρξε παραδοξογράφος και ότι συνέγραψε επίσης βιβλία με τους τίτλους Ιταλικά, Περί μουσικής, Περί χορών και Περί γιγάντων. Το ποίημα παραδίδει ο Αιλιανός (Περί ζώιων ιδ. 11, 4) σε σχέση με τον εορτασμό των κατοίκων της Ερμιόνης προς τιμήν της Δήμητρας, ο οποίος έφερε το όνομα Χθόνια... Είναι ενδιαφέρουσα η περιγραφή της τελετής και του αιτίου της, κατά την αφήγηση του Παυσανία (2, 35, 4-7): 

«Ένα εξαιρετικά αξιόλογο ιερό της Δήμητρας υπάρχει στην περιοχή του Πρώνος. Αυτό το ιερό, λένε οι Ερμιονείς, το ίδρυσαν ο Κλύμενος, γιος του Φορωνέως, και η αδελφή του Κλυμένου Χθονία. Σύμφωνα, πάλι, με τους Αργείους, όταν η Δήμητρα ήρθε στην Αργολίδα, τότε φιλοξένησαν τη θεά ο Αθέρας και ο Μύσιος, ενώ ο Κολόντας ούτε τη δέχτηκε στο σπίτι του, ούτε της απέδωσε κάποια άλλη τιμή. Αυτά τα έκανε χωρίς τη σύμφωνη γνώμη της θυγατέρας του Χθονίας. Για τον Κολόντα, λοιπόν, λένε ότι ως τιμωρία για τη στάση του αυτή κάηκε μαζί με το σπίτι του. Τη Χθονία, όμως, την πήρε μαζί της στην Ερμιόνη η Δήμητρα, όπου ίδρυσε για λογαριασμό των Ερμιονέων το ιερό. Η ίδια η θεά, λοιπόν, από τότε καλείται Χθονία, ενώ η ετήσια εορτή που γιορτάζουν προς τιμήν της, κατά την εποχή του θέρους, Χθόνια. 

Και τη γιορτάζουν ως εξής: επικεφαλής της πομπής είναι οι ιερείς των θεών και όσοι είναι κατά το έτος εκείνο άρχοντες, ενώ ακολουθούν και γυναίκες και άντρες. Πίσω απ’ αυτούς που κάνουν την πομπή ακολουθούν άλλοι που οδηγούν ένα τέλειο βόδι από την αγέλη, περιβεβλημένο με δεσμά και φερόμενο ακόμη με αυθάδεια από την αγριότητά του. Αφού το σύρουν ως το ναό, άλλοι οδηγούν το βόδι στο ιερό και το απελευθερώνουν από τα δεσμά, και άλλοι, που μέχρι εκείνη τη στιγμή κρατούσαν τις θύρες ανοιχτές, μόλις δουν το βόδι μέσα στο ναό, τις κλείνουν. Μέσα στο ναό απομένουν τέσσερις γριές, οι οποίες πρόκειται να ασχοληθούν με το βόδι. Κάποια απ’ αυτές, που τυχαίνει να κρατά δρεπάνι, κόβει από κάτω το φάρυγγα του βοδιού. Μετά οι θύρες ανοίγουν και αυτοί, στους οποίους έχει ανατεθεί, οδηγούν μέσα το δεύτερο βόδι, μετά απ’ αυτό το τρίτο και κατόπιν και άλλο, τέταρτο βόδι. Οι γριές κάνουν την ίδια ενέργεια σε όλα τα βόδια...».

"Πολύκαρπη Δήμητρα, η δύναμή σου και στους Σικελούς είναι ορατή
και στα παιδιά του Ερεχθέα.[1] Το μεγάλο όμως σημάδι της στην Ερμιόνη φανερώνεται. Γιατί τον ταύρο απ’ την αγέλη, τον ανήλεο, που δεν τον συλλαμβάνουν ούτε δέκα άντρες,
αυτόν γριά που μόνη βαδίζει μόνον τον τραβά απ’ τ’ αυτί
προς το βωμό. Κι εκείνος ακολουθεί σαν παιδί τη μητέρα του.
Δική σου αυτή η δύναμη, Δήμητρα, δική σου. Είθε να είσαι ευμενής κι όλων ο κλήρος να θάλλει στην Ερμιόνη."
----------------------
[1] Ενν. οι Αθηναίοι και τα Ελευσίνια Μυστήρια. Στη Σικελία, ευνοημένο τόπο της Δήμητρας για τις εύφορες πεδιάδες της, έγινε η αρπαγή της Περσεφόνης και ο αγώνας ανάμεσα στη Δήμητρα και τον Ήφαιστο για την κατοχή του νησιού.

Ηράκλειτος: Η ψυχή δεν ανέχεται την βλάβη του σώματος

"'Οπως η αράχνη στέκεται στο κέντρο του ιστού της και αισθάνεται αμέσως αν μία μύγα σπάσει κάποιο νήμα, και τρέχει αμέσως εκεί σαν να πονά από το κόψιμο του νήματος...

έτσι και η ψυχή του ανθρώπου, όταν πάθει βλάβη κάποιο μέρος του σώματος, σπεύδει προς τα κει, σαν να μην ανέχεται την βλάβη του σώματος, με το οποίο είναι δεμένη γερά και με ορισμένη αναλογία".

Ηράκλειτος

Κάποτε μόνος του ο Αρκάδας Τήλεφος έτρεψε σε φυγή στρατό Αργείων μέγα

Σχετικά πρόσφατο (2004) παπυρικό απόσπασμα από την Οξύρρυγχο (P. Oxy. 4708) μας χάρισε εκτενές κομμάτι από ελεγεία του Αρχίλοχου (7ος αιώνας π.Χ.). Το απόσπασμα πρέπει να αποτελούσε τμήμα αλεξανδρινής έκδοσης των ελεγειών του. Αποτελεί το αρχαιότερο δείγμα ελεγείας που περιλαμβάνει αφήγηση μυθικών γεγονότων. Το απόσπασμα διακρίνεται σε δύο ενότητες:...

Α) στίχοι 1-3, όπου ο ποιητής απευθύνεται σε κάποιο ανώνυμο ακροατήριο (ίσως συμπολεμιστές του) και προσπαθεί να δικαιολογήσει τη δυνατότητα της υποχώρησης και της φυγής σε μια μάχη. Οι θεοί είναι πολύ δυνατοί. Αν το θέλουν, μπορούν να τρέψουν σε φυγή ακόμη και τους πιο ρωμαλέους πολεμιστές. Μερικές φορές πρέπει να ξέρεις πότε να υποχωρείς στη μάχη.
 
Β) στίχοι 4-25: ο Αρχίλοχος θεμελιώνει την άποψή του με ένα μυθολογικό παράδειγμα: ακόμη και οι Αχαιοί του Αγαμέμνονα, που πολλοί ήταν ήρωες, γιοι και αδερφοί θεών, τράπηκαν σε φυγή από τον Τήλεφο, γιο του Ηρακλή. Το μυθολογικό παράδειγμα δεν αναπτύσσεται με γραμμική αφήγηση: πρώτα γίνεται περιγραφή της φυγής των Αχαιών μπροστά στον Τήλεφο και κατόπιν δίνεται το πώς έφτασαν στη χώρα του Τήλεφου.
 
Για να καταλάβουμε το μυθικό παράδειγμα πρέπει να πούμε δυο λόγια για το μύθο του Τήλεφου: ο Τήλεφος ήταν γιος του Ηρακλή από την Αύγη, κόρη του βασιλιά της Τεγέας στην Αρκαδία (βλ. το χαρακτηρισμό «Αρκάδας Τήλεφος» στο ποίημα). Αργότερα έγινε βασιλιάς της Μυσίας στη Μικρά Ασία, διαδεχόμενος τον ντόπιο βασιλιά Τεύθραντα. Οι Αχαιοί του Αγαμέμνονα, πηγαίνοντας για την Τροία, έχασαν το δρόμο τους κι έφτασαν στην ακτή της Μυσίας, νομίζοντας ότι είχαν φτάσει στην Τροία. Στη μάχη που ακολούθησε υπέστησαν ντροπιαστική ήττα από τον Τήλεφο (γεμίζοντας τον ποταμό Κάικο με πτώματα), τον οποίο ενθαρρύνει με θεϊκή επιφάνεια ο ίδιος ο πατέρας του Ηρακλής.

Αν (τη φυγή που την προκάλεσε) θεού η κρατερή ανάγκη
δεν πρέπει ανανδρία και δειλία να την ονομάζουμε,
τότε σωστά από τα φονικά χτυπήματα τρέξαμε να σωθούμε. Υπάρχει κατάλληλη στιγμή και για την υποχώρηση.

Κάποτε μόνος του ο Αρκάδας Τήλεφος
έτρεψε σε φυγή στρατό Αργείων μέγα, κι εκείνοι, οι ρωμαλέοι,
υποχωρούσανε. Στ’ αλήθεια των θεών η θέληση τόση δύναμη είχε,
κι ας ήταν μαχητές. Στέναζε ο Κάικος με τα πολλά νερά
απ' τους νεκρούς που πέφτανε κι η πεδιάδα
της Μυσίας. Κείνοι στην αμμουδιά της βουερής της θάλασσας,
αφανισμένοι από το χέρι αντρός αμείλικτου,
σκορπίσανε με βιάση, οι Αχαιοί που ‘χουν καλές κνημίδες.

Μετά χαράς μπήκαν στα πλοία τα ταχύπορα,
παιδιά αθανάτων κι αδελφοί που ο Αγαμέμνων
στην Ίλιο έφερνε την ιερή να πολεμήσουνε.

Τον δρόμο τους είχανε χάσει κι έφτασαν στην αμμουδιά,
στου Τεύθραντα παράπεσαν τη θελκτική την πόλη.

Γεμάτοι ορμή, αυτοί και τ’ άλογά τους,
από αστοχασιά πικράθηκαν πολύ μες στην καρδιά τους.

Νόμισαν πως θα μπαίνανε ταχιά στην Τροία που 'χει ψηλές τις πύλες,
πατούσαν όμως μάταια της Μυσίας τη σιτοφόρα γη.

Ο Ηρακλής ήρθε να συναντήσει, με δυνατή φωνή, το γιο του Τήλεφο, τον γενναιόκαρδο.

Κι ήτανε φύλακας αυτός αμείλικτος στη φονική τη μάχη
σηκώνοντας κακιά φυγή στους Δαναούς,
στέκοντας πρόμαχος για χάρη του πατρός του.

Πατέρας και μητέρα του εαυτού του

H ενότητα της γεννητικής δύναμης του ύψιστου Θεού στον Ερμητισμό και τον Ορφισμό

"Εκτός και αν τυχόν φανταστούμε, όπως πίστευε ο Ορφέας, ότι ο Θεός είναι και αρσενικός και θηλυκός, επειδή αλλιώς δεν θα...
μπορούσε να γεννήσει, αν δεν είχε τη δύναμη και των δύο φύλων, ωσάν ο Θεός να συνουσιάστηκε με τον ίδιο του τον εαυτό και χωρίς μια τέτοια συνουσία δεν θα μπορούσε να τεκνοποιήσει. Αλλά και ο Ερμής είχε την ίδια άποψη, όταν αποκαλεί τον Θεό «αυτοπάτορα» και «αυτομήτορα».
Λακτάντιος, Div. Inst. 4.8.4-5

Ερμηνεία:
Το κείμενο υποδεικνύει την υπόγεια αλληλεπίδραση των διάφορων μυστικιστικών παραδόσεων της αρχαιότητας: ο Ορφέας και ο Ερμής συν αναφέρονται εδώ, όντας και οι δύο μέγιστοι μυσταγωγοί, θεμελιωτές αντίστοιχα του Ορφισμού και του Ερμητισμού, ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι και οι ιδέες των Γνωστικών είναι παρόμοιες.

Το ορφικό κείμενο που υπονοείται ως πηγή είναι πιθανότατα ο ορφικός ύμνος στο Δία που μνημονεύει ο Αριστοτέλης (421a27-b7). Η ιδέα της ανδρογυνίας του ύψιστου Θεού διατυπώνεται ήδη σε μια από τις σημαντικότερες ερμητικές πραγματείες, τον Ποιμάνδρη (1.9). Οι λέξεις «αὐτοπάτωρ» και «αὐτομήτωρ» που αποδίδονται από τον Ερμή στο Θεό σημαίνουν «αυτός που είναι πατέρας και μητέρα του εαυτού του».

Αὐτοπάτωρ είναι η Φύση στους ορφικούς ύμνους (10.10). Στον Ιάμβλιχο, Περί Αιγυπτίων μυστηρίων 8.2, ο υπέρτατος θεός που προηγείται των πάντων είναι αὐτοπάτωρ και αὐτόγονος, πατέρας και γιος του εαυτού του.

Τα ερωτήματα στα οποία προσπαθούν να απαντήσουν οι μυστικές παραδόσεις είναι βασικά τα εξής: από πού προκύπτει η ύπαρξη των δύο φύλων στον υλικό κόσμο; Ή γενικότερα από πού προκύπτει η αρσενική και θηλυκή γεννητική αρχή; Ή ακόμη γενικότερα από πού προκύπτει η ενεργητική (αρσενικό) και η παθητική (θηλυκό) γεννητική δύναμη;

Στη συνέχεια: τι ισχύει για την ύψιστη θεότητα; Πρέπει να δούμε όλους τους χαρακτηρισμούς που αποδίδονται στη θεότητα ως συμβολικούς, όχι κυριολεκτικούς. Τότε η λογική είναι η εξής: η ύψιστη θεότητα είναι μία, ενιαία και αδιαίρετη, άρα ενσωματώνει εντός της και την ενεργητική και την παθητική γεννητική δύναμη (=συμβολική «ανδρογυνία»).

Επειδή δεν υπάρχει τίποτα πριν ή πάνω από τον ύψιστο Θεό, άρα ο ίδιος «γεννά» τον εαυτό του αενάως, είναι «μητέρα και πατέρας του εαυτού του», «πατέρας και γιος του εαυτού του». Η δημιουργική δύναμη του Θεού, όμως, δεν εξαντλείται στην αυτογένεση: ο Θεός «γεννά» και τον Κόσμο και όσα υπάρχουν εντός του, τις κατώτερες υποστάσεις ή θεότητες και το υλικό πεδίο. Εδώ για κάποιο λόγο (μια πτώση, ένα αμάρτημα, μια ύβρις από τις κατώτερες οντότητες ή μήπως ένα σχέδιο του ύψιστου Θεού;) η αρχική ενότητα ενεργητικής και παθητικής αρχής διασπάται και έτσι προκύπτει η διάκριση αρσενικού και θηλυκού, άνδρα και γυναίκας.

Ο Ένας που Κοιτάζει: Ο Μη-Εξαρτημένος Εαυτός έναντι του Εγώ-Νου

Μια κριτική φτάνει, και πριν καν ζυγίσεις αν είναι αληθινή, κάτι μέσα σου έχει ήδη σκληρύνει. Ή μια ανάμνηση αναδύεται χωρίς να την καλέσεις, και το στήθος σφίγγεται γύρω της σαν το παρελθόν να συμβαίνει τώρα. Κάτω από αυτές τις μικρές σπασμωδικές αντιδράσεις υπάρχει κάτι πιο ήσυχο, τόσο σταθερό που σχεδόν δεν το αντιλαμβάνεσαι ως πράγμα: η αίσθηση ότι όλα αυτά είμαι εγώ. Αυτή είναι η αντίδρασή μου, η ιστορία μου, η πληγή μου. Αυτός είμαι εγώ.

Σπάνια εξετάζουμε αυτή την πρόταση. Εξετάζουμε τι πιστεύουμε για τον εαυτό μας, αν είμαστε καλοί ή ελαττωματικοί, επιτυχημένοι ή πίσω. Σπάνια εξετάζουμε το «εγώ» προς το οποίο απευθύνονται όλες αυτές οι κρίσεις.

Ας τεθεί λοιπόν η ερώτηση απαλά, χωρίς καμία υπόσχεση απάντησης. Αν όλα όσα έχουν προστεθεί σε μένα παραμερίζονταν (μνήμη, ιστορία, πίστη, ρόλος, αντίδραση), τι θα έμενε; Και ποιος θα ήταν αυτός που θα παρατηρούσε αυτόν τον παραμερισμό;

Δεν μπορεί να λυθεί από απόσταση. Μπορεί να προσεγγιστεί μόνο κοιτάζοντας αυτόν που κοιτάζει.

1 — Το Εγώ που Γράφεται Συνεχώς

Άκου πώς συμπεριφέρεται η λέξη «εγώ» στην καθημερινή ομιλία. Ακούγεται σαν ουσιαστικό, σαν πράγμα που έχει κανείς, σαν χέρι ή σπίτι. Όταν όμως πας να το βρεις, αυτό που βρίσκεις είναι δραστηριότητα. Μια σκέψη για το τι έπρεπε να είχες πει χθες. Ένας μικρός υπολογισμός για το πώς φαίνεσαι. Μια αχνή πρόβα της αυριανής συζήτησης. Ένας συνεχής σχολιασμός, τις περισσότερες φορές απαρατήρητος, στον οποίο ο πρωταγωνιστής είναι πάντα το «εγώ».

Το προσωπικό εγώ μπορεί να είναι πιο κοντά σε ρήμα παρά σε ουσιαστικό. Είναι κάτι που γίνεται, συνεχώς, και το γίγνεσθαι είναι τόσο ρέον που παίρνουμε το προϊόν του για σταθερή ουσία.

Ποια είναι η πρώτη ύλη; Πρώτα η μνήμη. Αλλά η μνήμη δεν είναι ηχογράφηση. Είναι επιλεκτική, επεξεργασμένη σε κάθε ανάκληση, βεβαρημένη από όποιο συναίσθημα υπήρχε όταν συνέβη το γεγονός. Δεν θυμόμαστε τις ζωές μας· θυμόμαστε μια εκδοχή τους, διαμορφωμένη από αυτό που αργότερα χρειαζόμασταν να σημαίνουν. Έπειτα η πίστη: μια τεράστια κληρονομιά παραδοχών για το τι είναι πολύτιμο, τι είναι ντροπιαστικό, τι υποτίθεται ότι θέλει ένας άνθρωπος σαν εμάς. Το μεγαλύτερο μέρος απορροφήθηκε παρά επιλέχθηκε, από οικογένεια, γλώσσα, πολιτισμό. Κοιτάζουμε μέσα από αυτές τις παραδοχές όπως κοιτάζουμε μέσα από τα μάτια μας, και παίρνουμε τον φακό για προσωπική όραση.

Κάτω από τη μνήμη και την πίστη βρίσκεται κάτι παλαιότερο. Κάθε οργανισμός είναι οργανωμένος γύρω από τη συνέχισή του. Το νευρικό σύστημα σαρώνει για απειλή, αναζητά αυτό που συντηρεί, αποφεύγει αυτό που μειώνει. Σε ένα ζώο αυτή η ορμή προσκολλάται στο σώμα. Στον άνθρωπο προσκολλάται, παράξενα, σε μια εικόνα. Φυλάσσουμε τη φήμη μας, τη συνέπειά μας, την ιδέα του εαυτού μας, με την επείγουσα ανάγκη που φέρνει ένα σώμα στην ίδια του την επιβίωση. Η παλιά επιθυμία να μην πεθάνουμε φαίνεται να έχει μεταφερθεί ήσυχα σε μια ιστορία.

Και η ιστορία χρειάζεται χρόνο. Πόσο σπάνια ζει το εγώ στον ενεστώτα. Είναι κυρίως «ποιος ήμουν», με τα επιτεύγματα και τις πληγές του, και «ποιος θα γίνω», με τις ελπίδες και τους φόβους του. Αυτός που απλώς είναι εδώ, τώρα, σχεδόν δεν εμφανίζεται στην αφήγηση. Η συνέχεια που νιώθουμε μέσα στα χρόνια, η αίσθηση ότι το παιδί στη φωτογραφία και το πρόσωπο που διαβάζει αυτό είναι ένα και το αυτό, δεν είναι δεδομένη. Είναι επίτευγμα, μια κλωστή που η σκέψη συνεχίζει να γνέθει από στιγμή σε στιγμή.

Δοκίμασε πόσο γρήγορα ξαναρχίζει η κλωστή. Η προσοχή χαλαρώνει σε μια ουρά, στην κίνηση, στα πρώτα δευτερόλεπτα μετά το ξύπνημα, και πριν καν κληθεί η αφήγηση έχει ήδη αρχίσει πάλι. Πρέπει να της τηλεφωνήσω. Δεν το τελείωσα ποτέ αυτό. Τι θα σκεφτούν. Ο συγγραφέας έχει επιστρέψει στη δουλειά χωρίς να του ζητηθεί.

Να το πρώτο παράδοξο. Τίποτα δεν νιώθεται πιο άμεσο από το «εγώ». Όταν όμως εξεταστεί, αποδεικνύεται ανάμεσα στα πιο συναρμολογημένα και μεταχειρισμένα πράγματα της εμπειρίας, χτισμένο από δανεικές πεποιθήσεις, επεξεργασμένες αναμνήσεις και προβλεπόμενα μέλλοντα. Αυτό που νιώθεται πιο κοντινό είναι το πιο κατασκευασμένο.

Μπορεί κανείς να πιστεύει ότι το εγώ είναι συμπαγές πράγμα, όπως οι περισσότεροι άνθρωποι χωρίς ποτέ να το αποφασίσουν. Μπορεί να παρατηρήσει ότι, στιγμή προς στιγμή, συντίθεται. Και μπορεί να ερμηνεύσει αυτή την παρατήρηση με πολλούς τρόπους. Αλλά η ίδια η παρατήρηση είναι διαθέσιμη σε όποιον είναι πρόθυμος να παρακολουθήσει την ιστορία να ξεκινά μόνη της.

Και μένει μια ερώτηση που αυτή η ενότητα δεν μπορεί να απαντήσει. Αν το εγώ συντίθεται, συντέθηκε κάποτε, από κάποιον, για κάποιο λόγο. Πότε άρχισε η συγγραφή, και γιατί νιώθεται τόσο αδύνατο να σταματήσει;

2 — Η Μάσκα που Έγινε Πρόσωπο

Πριν από την ιστορία υπήρχε κάτι άλλο. Όποιος έχει περάσει χρόνο με ένα πολύ μικρό παιδί το έχει δει: μια προσοχή που δεν έχει ακόμα οργανωθεί γύρω από μια εικόνα του εαυτού της. Το βρέφος κοιτάζει ένα φως, ένα πρόσωπο, μια κινούμενη κουρτίνα, και υπάρχει μόνο το κοίταγμα. Κανείς δεν παρακολουθεί ακόμα αυτόν που κοιτάζει. Κανείς δεν ρωτά αν αυτός που κοιτάζει τα καταφέρνει καλά.

Έπειτα ο κόσμος αρχίζει να απαντά. Ένα χαμόγελο υποδέχεται μια συμπεριφορά και ένα συνοφρύωμα μια άλλη. Καλή κοπέλα. Μην είσαι τόσο δυνατή. Γιατί δεν μπορείς να είσαι περισσότερο σαν τον αδελφό σου. Τι θα πουν οι άνθρωποι. Τίποτα από αυτά δεν είναι σκληρότητα. Το περισσότερο είναι αγάπη εκφρασμένη ως οδηγία, και κάποιο είναι η ασυνείδητη μεταβίβαση της δικής τους εξαρτημένης συμπεριφοράς των γονιών. Αλλά το αποτέλεσμά της συσσωρεύεται και σμιλεύει. Αυτό που επαινείται γίνεται «εγώ». Αυτό που τιμωρείται, ή συναντά απόσυρση, γίνεται «όχι εγώ», ή χειρότερα, «ντροπιαστικό». Το παιδί μαθαίνει όχι μόνο πώς να συμπεριφέρεται αλλά ποιος να είναι, γιατί το να είναι κάποιος συγκεκριμένος είναι ο τρόπος να μένει ασφαλές, χορτάτος και αγαπημένος.

Η μάσκα είναι λοιπόν μια προσαρμογή, και μάλιστα έξυπνη. Ένα παιδί που διαβάζει το δωμάτιο, καταπνίγει το ανεπιθύμητο συναίσθημα και παίζει τον εγκεκριμένο εαυτό λύνει ένα πραγματικό πρόβλημα με τα εργαλεία που έχει. Δεν υπάρχει τίποτα ανόητο σε αυτό. Αυτό έχει σημασία, γιατί οποιαδήποτε διερεύνηση του εγώ που ξεκινά με περιφρόνηση θα παράγει μόνο μια πιο εκλεπτυσμένη περιφρόνηση, που είναι η ίδια μια εγώικη κίνηση.

Το πρόβλημα δεν είναι ότι φοριέται η μάσκα αλλά ότι ξεχνιέται. Φορεμένη αρκετά, σταματά να νιώθεται σαν μάσκα. Γίνεται οικεία, έπειτα συνήθεια, έπειτα αόρατη, μέχρι ο φορέας να μην μπορεί να φανταστεί πρόσωπο από κάτω της. «Έτσι έμαθα να είμαι» γίνεται ήσυχα «Έτσι είμαι».

Το δεύτερο παράδοξο ακολουθεί. Η μάσκα χτίστηκε για προστασία, όμως τώρα είναι το πιο ευάλωτο πράγμα που έχουμε. Ένα σώμα μπορεί να πληγωθεί, και μπορεί επίσης να γιατρευτεί και να αντέξει. Μια εικόνα μπορεί να συντριβεί από μια παρατήρηση. Γι’ αυτό μια κριτική, ακόμη και ήπια, μπορεί να νιώθεται λιγότερο σαν πληροφορία και περισσότερο σαν απειλή ύπαρξης. Κάτι μέσα μας αντιδρά σαν να διακυβεύεται η επιβίωση, γιατί για το κατασκευασμένο εγώ διακυβεύεται. Υπάρχει μόνο όσο κρατά η ιστορία. Ο προστάτης είναι το πράγμα που χρειάζεται περισσότερο προστασία.

Εξηγεί επίσης γιατί υπερασπιζόμαστε ταυτότητες που μας προκαλούν τόσο πόνο. Δεν είναι πείσμα. Το να αφήσουμε την ιστορία νιώθεται, από μέσα από την ιστορία, σαν θάνατος. Ακόμη και μια επώδυνη ταυτότητα (ο αποτυχημένος, το θύμα, αυτός που δεν είναι ποτέ αρκετός) προσφέρει αυτό που το άγνωστο δεν προσφέρει: είναι αναγνωρίσιμη. Καλύτερα ένα οικείο κλουβί, συλλογίζεται ο νους, παρά καθόλου έδαφος.

Θυμήσου μια στιγμή δυσανάλογης αμυντικότητας, όταν η θερμότητα ανέβηκε πιο γρήγορα απ’ ό,τι δικαιολογούσαν τα γεγονότα. Η συνηθισμένη ερώτηση είναι: είχα δίκιο; Μια διαφορετική ερώτηση μπορεί να ανοίξει κάτι: τι ακριβώς ένιωσε ότι απειλείται; Όχι το σώμα, που δεν κινδύνευε ποτέ. Όχι τα πρακτικά συμφέροντα που διακυβεύονταν, που μπορούσαν να ζυγιστούν ήρεμα. Κάτι άλλο, που υπήρχε μόνο ως ιδέα του ποιος είναι κανείς.

Μια δύσκολη σκέψη προκύπτει από αυτό: ο πόνος μπορεί να εξαρτάται λιγότερο από το τι μας συμβαίνει και περισσότερο από το ποιος πιστεύουμε ότι είμαστε όταν συμβαίνει. Η πληγή είναι πραγματική, και τίποτα εδώ δεν αρνείται τον πόνο. Αλλά η πληγή καταγράφεται από το κατασκεύασμα, από αυτόν που έχει συμφέρον να είναι με έναν συγκεκριμένο τρόπο. Η ερώτηση είναι μόνο από πού νιώθεται ο πόνος.

Για να το δούμε αυτό, θα χρειαζόμασταν ένα μέρος να σταθούμε έξω από τη μάσκα αρκετά για να την κοιτάξουμε. Αλλά πού θα μπορούσε να είναι τέτοιο μέρος; Όποια οπτική γωνία κι αν πάρουμε, φαίνεται να την παίρνει το «εγώ», και το «εγώ» είναι ακριβώς αυτό που εξετάζεται.

3 — Αυτός που Βλέπει

Υπάρχει ένα γεγονός τόσο συνηθισμένο που η παραδοξότητά του διαφεύγει της προσοχής: οι σκέψεις μπορούν να παρατηρηθούν.

Μια σκέψη αναδύεται. Ίσως είναι «Δεν είμαι αρκετά καλός γι’ αυτό». Για μια στιγμή δεν υπάρχει τίποτα άλλο από τη σκέψη, και κανείς είναι μέσα της, ζει στον κόσμο της, νιώθει τα συμπεράσματά της ως γεγονότα. Έπειτα, μερικές φορές, κάτι μετατοπίζεται. Κανείς παρατηρεί: υπάρχει η σκέψη ότι δεν είμαι αρκετά καλός. Οι λέξεις είναι οι ίδιες, αλλά η κατάστασή τους έχει αλλάξει. Αυτό που ήταν ετυμηγορία έχει γίνει γεγονός. Έφτασε, έχει σχήμα, μπορεί να παρακολουθηθεί.

Αυτή η μετατόπιση αξίζει περισσότερη προσοχή από το περιεχόμενο της σκέψης. Αν μια σκέψη μπορεί να ιδωθεί, αυτός που τη βλέπει δεν μπορεί να είναι ταυτόσημος με αυτήν. Αυτό δεν είναι δόγμα αλλά απλή συνέπεια της εμπειρίας: ένα πράγμα δεν μπορεί να είναι πλήρως αυτό που κοιτάζει.

Το ίδιο ισχύει για το συναίσθημα. Η ανησυχία ανεβαίνει, σφίγγει το στομάχι, επιταχύνει τη σκέψη. Μπορεί κανείς να είναι η ανησυχία, πλήρως συγχωνευμένος, όπως ένας κολυμβητής συγχωνεύεται με ένα κύμα. Ή μπορεί να παρατηρήσει την ανησυχία παρούσα, με τις αισθήσεις και τις ιστορίες της, να αναδύεται κάπου. Πηγαίνει ακόμη παραπέρα. Ακόμη και οι έννοιες του εαυτού στις οποίες κρατιόμαστε πιο σφιχτά («ο ανήσυχος», «αυτός που απέτυχε», «ο υπεύθυνος») μπορούν να παρατηρηθούν ως εικόνες που εμφανίζονται, παρά ως ο θεατής των εικόνων.

Η διαφορά είναι λειτουργική. Η εγώικη επεξεργασία συγχωνεύεται με την εμπειρία και αντιδρά: αξιολογεί, συγκρίνει, υπερασπίζεται, αφηγείται. Η μαρτυρία δέχεται την εμπειρία, την επιτρέπει και τη βλέπει. Η πρώτη είναι κίνηση μέσα στην ιστορία· η δεύτερη είναι θέαση της ιστορίας. Και οι δύο συμβαίνουν στο ίδιο πρόσωπο, συχνά μέσα σε δευτερόλεπτα η μία από την άλλη.

Στην πράξη η μετατόπιση τείνει να έρχεται κατά βαθμίδες: παρατηρώντας ότι κάτι συμβαίνει, ονομάζοντάς το απλά, επιτρέποντάς το χωρίς εκστρατεία να το απομακρύνει κανείς, και έπειτα, πιο λεπτά, στρέφοντας προς αυτόν που παρατηρεί. Αυτό δεν είναι καταστολή. Η καταστολή είναι πράξη του εγώ, προσπάθεια να καταπιέσει αυτό που αντιπαθεί. Ούτε είναι διαφυγή ή μούδιασμα. Κάποιος που μαρτυρεί τη θλίψη δεν νιώθει λιγότερη θλίψη. Τη νιώθει χωρίς το πρόσθετο στρώμα «τι λέει αυτό για μένα;». Η αποταύτιση είναι αλλαγή θέσης, όχι υποχώρηση από το δωμάτιο.

Ένας κίνδυνος περιμένει εδώ, και θα ήταν ανέντιμο να τον προσπεράσουμε. Ο μάρτυρας μπορεί να γίνει ταυτότητα. Ένας άνθρωπος μπορεί να αρχίσει να κρατά τον εαυτό του σε απόσταση, να παρακολουθεί τη ζωή του με μια ψυχρή, ανώτερη ουδετερότητα, υπερήφανος για το πόσο λίγο διαταράσσεται. Αυτό είναι το πνευματικό εγώ, ο παρατηρητής που κρίνει τον παρατηρούμενο. Είναι το παλιό εγώ με πιο ήσυχο κοστούμι, και εξίσου αμυντικό με οποιοδήποτε άλλο.

Αυτό φέρνει την έρευνα σε ένα πραγματικό αίνιγμα. Αν το εγώ παρατηρείται από το «εγώ», είναι αυτό το «εγώ» απλώς ένα άλλο εγώ; Και αν ο μάρτυρας είναι εξ ορισμού αυτός που παρατηρεί, δεν μπορεί ποτέ ο ίδιος να παρατηρηθεί, γιατί τη στιγμή που ιδωθεί ως αντικείμενο δεν είναι πια ο βλέπων. Πώς, λοιπόν, θα μπορούσε να γίνει γνωστός καθόλου;

Είναι δελεαστικό να το διευθετήσουμε γρήγορα με έναν τύπο. Αλλά το αίνιγμα μπορεί να κάνει τη δουλειά του παραμένοντας ανοιχτό. Ό,τι μπορεί να ιδωθεί δεν είναι ο βλέπων. Αυτό ισχύει για τις σκέψεις, τα συναισθήματα, τις εικόνες του εαυτού και, αν ακολουθηθεί ειλικρινά, για κάθε ιδέα του ίδιου του μάρτυρα. Η έρευνα στρέφεται στον εαυτό της και δεν βρίσκει τίποτα να πιάσει.

Δοκίμασέ το σύντομα. Άφησε μια σκέψη να αναδυθεί, οποιαδήποτε σκέψη, και παρακολούθησέ την. Παρατήρησε την αρχή της, τη σύντομη διάρκειά της, τη διάλυσή της. Έπειτα ρώτα όχι πού πήγε; αλλά τι ήταν ενήμερο για την άφιξή της, και τι είναι ενήμερο ότι έχει φύγει; Όποια απάντηση προσφέρει ο νους θα είναι η ίδια μια άλλη σκέψη. Κι όμως κάτι μένει που είναι ενήμερο ακόμη και γι’ αυτό.

Αν ο μάρτυρας δεν μπορεί να βρεθεί ως αντικείμενο, ίσως δεν είναι το είδος πράγματος που βρίσκεται. Ίσως αναγνωρίζεται μόνο. Και αν ναι, μια μεγαλύτερη ερώτηση πιέζει: ποια είναι η φύση αυτού που βλέπει, και πόσο μακριά εκτείνεται το ανέγγιχτό του;

4 — Το Ανέγγιχτο

Υπόθεσε, για χάρη της έρευνας, ότι υπάρχει μια επίγνωση μέσα στην οποία εμφανίζεται όλη η εμπειρία: σκέψεις, αισθήσεις, διαθέσεις, αναμνήσεις, όλο το μεταβαλλόμενο περιεχόμενο μιας ζωής. Πώς θα ήταν αυτή η επίγνωση;

Θα έπρεπε πρώτα να είναι ελεύθερη από οποιοδήποτε δικό της περιεχόμενο. Η λέξη «χωρίς περιεχόμενο» ακούγεται εύκολα λάθος. Δεν σημαίνει κενό ή θαμπό, ένα είδος νοητικού θορύβου. Ένα καθαρό παράθυρο είναι χωρίς περιεχόμενο ως προς το τοπίο, κι όμως δεν είναι τίποτα· είναι αυτό μέσα από το οποίο φαίνεται το τοπίο. Η επίγνωση, εξεταζόμενη άμεσα, είναι λιγότερο κενό και περισσότερο διαύγεια. Είναι το γνωρίζειν στο γνωρίζειν, χωρίς το οποίο τίποτα δεν θα μπορούσε να βιωθεί καθόλου.

Θα έπρεπε επίσης να είναι σταθερή, και αυτό μπορεί να ελεγχθεί με βάση τη δική σου ζωή. Το σώμα του παιδιού στην παλιά φωτογραφία έχει αντικατασταθεί, κύτταρο προς κύτταρο. Οι πεποιθήσεις έχουν αλλάξει. Οι φόβοι, οι φιλοδοξίες, η ίδια η αίσθηση του να είναι κανείς κάποιος συγκεκριμένος έχουν αναθεωρηθεί πολλές φορές. Κι όμως η επίγνωση με την οποία εκείνο το παιδί κοίταζε προς τα έξω, το απλό γεγονός του να είναι συνειδητό για ό,τι ήταν παρόν, δεν φαίνεται να έχει γεράσει. Δεν ήταν μικρότερη τότε, ούτε πιο αφελής. Ήταν απλώς εκεί. Αυτό που έχει αλλάξει είναι όλα όσα εμφανίζονταν μέσα της.

Αυτό υποδηλώνει ότι η επίγνωση έχει μαρτυρήσει κάθε κατάσταση από την οποία έχουμε περάσει χωρίς να γίνει καμία από αυτές. Η χαρά και η απόγνωση, η σύγχυση και η διαύγεια, έχουν κινηθεί μέσα της όπως ο καιρός κινείται μέσα από τον ουρανό. Ο ουρανός δεν βρέχεται από τη βροχή.

Μια διάκριση γίνεται αναγκαία εδώ. Μια τραυματική ανάμνηση είναι περιεχόμενο: μια εικόνα, ένα σύνολο αισθήσεων, ένα συναισθηματικό φορτίο που μπορεί να αναδυθεί και να επανεμφανιστεί. Αλλά αυτό μέσα στο οποίο εμφανίζεται η ανάμνηση δεν σημαδεύεται από αυτό που εμφανίζεται. Η ανάμνηση έχει βάρος, υφή και ιστορία. Η επίγνωση μέσα στην οποία παρατηρείται δεν έχει τίποτα από αυτά. Δεν κουβαλά την ουλή· βλέπει την ουλή.

Οι παραδόσεις σοφίας έχουν προσεγγίσει αυτό από πολλές κατευθύνσεις και του έχουν δώσει πολλά ονόματα: ο αληθινός εαυτός, ο παρθένος νους, ο αγνός μάρτυρας. Δεν χρειάζεται να αποφασίσει κανείς αν είναι ταυτόσημα ή απλώς όμοια για να παρατηρήσει ότι λειτουργούν ως δείκτες. Δείχνουν κάτι που δεν μπορεί να περιγραφεί ως πράγμα αλλά μπορεί να αναγνωριστεί, όπως αναγνωρίζει κανείς τη δική του φωνή ανάμεσα σε πολλές. Μπορεί κανείς να πιστεύει σε τέτοια επίγνωση επειδή το διδάσκει μια παράδοση. Μπορεί να παρατηρήσει άμεσα κάτι στην εμπειρία που ταιριάζει στην περιγραφή. Και μπορεί έπειτα να ερμηνεύσει αυτό που παρατηρείται ως ψυχή, ως συνείδηση, ως κενότητα, ή ως τίποτα μεταφυσικό καθόλου. Η αναγνώριση έρχεται πριν από την ερμηνεία, και καμία ερμηνεία δεν απαιτείται για να αρχίσει κανείς να κοιτάζει.

Γι’ αυτό δεν μπορεί να επιτευχθεί. Οτιδήποτε επιτυγχάνεται είναι χτισμένο, και οτιδήποτε χτισμένο είναι εξαρτημένο, επιρρεπές σε απώλεια, χρειάζεται συντήρηση. Αυτό που είναι ανέξαρτητο δεν μπορεί να συναρμολογηθεί από εξαρτημένα μέρη. Μπορεί μόνο να παρατηρηθεί, όπως παρατηρεί κανείς ότι στεκόταν σε σταθερό έδαφος από την αρχή. Το να σκέφτεται κανείς για την επίγνωση, να κρατά μια έννοιά της, δεν είναι ακόμη να είναι επίγνωση ως αυτή. Το πρώτο είναι να γνωρίζει την ιδέα. Το δεύτερο είναι να γνωρίζει το πράγμα.

Ίσως αυτή είναι η ήσυχη διαπίστωση: μεγάλο μέρος αυτού που αναζητούσαμε μέσα από την αυτοβελτίωση, τη θεραπεία και τα επιτεύγματα μπορεί να ήταν αναζήτηση για αυτό που δεν έλειψε ποτέ. Η αναζήτηση ήταν η ίδια μια κίνηση μέσα στην ιστορία, το κατασκευασμένο εγώ που προσπαθούσε να βρει το δικό του θεμέλιο. Και αυτό που αναζητούνταν ήταν αυτός που αναζητά.

Κι όμως παραμένει μια ειλικρινής ένσταση. Αν η επίγνωση είναι ανέγγιχτη από την πληγή, γιατί πονάει η πληγή; Ο πόνος δεν είναι ψευδαίσθηση. Η θλίψη για έναν χαμένο γονιό, ο πόνος μιας παλιάς ταπείνωσης, το τρέμουλο ενός ανήσυχου σώματος δεν είναι λάθη που διορθώνονται με έξυπνη αναπλαισίωση. Στο επίπεδο του προσώπου είναι πραγματικά και αξίζουν συμπόνια, όχι απόρριψη. Ο ισχυρισμός δεν είναι ότι ο πόνος είναι μη πραγματικός αλλά ότι συμβαίνει σε κάτι που το ίδιο είναι άθικτο. Και τα δύο μπορούν να είναι αληθινά ταυτόχρονα, και η αλήθεια για το πρόσωπο δεν χρειάζεται να ακυρώσει την αλήθεια για αυτό μέσα στο οποίο εμφανίζεται το πρόσωπο.

Στρέψε την προσοχή, για μια στιγμή, μακριά από οποιοδήποτε αντικείμενο. Όχι προς μια σκέψη για την επίγνωση αλλά προς το γυμνό γεγονός του να είσαι επίγνωση, εδώ, τώρα, καθώς διαβάζονται αυτές οι λέξεις. Παρατήρησε την ανοιχτότητά της, την ακινησία της, την περίεργη ευκολία της. Δεν ζητά τίποτα από σένα. Δεν χρειάζεται να είσαι καλύτερος. Και είναι εδώ μέσα από κάθε εκδοχή σου που έχει υπάρξει ποτέ.

Αλλά αυτό το έδαφος, μόλις το δει κανείς, εγείρει μια ερώτηση που δεν μπορεί να αποφευχθεί. Ένας άνθρωπος εξακολουθεί να έχει νου, ιστορία, όνομα και υποχρεώσεις. Πώς ζει κανείς από αυτό;

5 — Ελευθερία χωρίς Φρούριο

Αν η αναγνώριση είναι πραγματική, δεν καταργεί το εγώ. Το να το πιστεύει κανείς είναι κοινή παρεξήγηση, και άσπλαχνη, γιατί μετατρέπει την έρευνα σε ακόμη μία εκστρατεία αυτοκαταστροφής. Το κατασκευασμένο εγώ παραμένει χρήσιμο. Θυμάται ραντεβού, πλοηγεί συζητήσεις, κρατά δεξιότητες και προτιμήσεις, μιλά τη γλώσσα στην οποία διεξάγεται αυτή η ίδια η έρευνα. Είναι εργαλείο, και μάλιστα αξιοσημείωτο. Το λάθος δεν ήταν ποτέ στο να το έχει κανείς. Το λάθος ήταν στο να το εκλάβει για αυτόν που το κρατά.

Αυτό που αλλάζει δεν είναι η παρουσία της δομής αλλά η εξουσία της. Ένας άνθρωπος που αναπαύεται ως επίγνωση εξακολουθεί να νιώθει ενόχληση, φόβο, επιθυμία. Αυτά αναδύονται όπως πάντα. Αλλά δεν φτάνουν πλέον διεκδικώντας να ορίσουν ποιος είναι. Γίνονται αντιληπτά καθώς έρχονται, και καθώς γίνονται αντιληπτά, χαλαρώνουν. Ο πόνος δεν εξαλείφεται τόσο όσο μεταμορφώνεται: ο πόνος μπορεί να αναδυθεί και να περάσει χωρίς να συγχωνευτεί με μια ταυτότητα που πρέπει τώρα να επισκευαστεί, να δικαιολογηθεί ή να εκδικηθεί.

Σκέψου τι κάνει αυτό στην αμυντικότητα. Μεγάλο μέρος της επιφυλακής μας προστατεύει μια εικόνα. Αν η εικόνα ιδωθεί ως εικόνα, αν γίνει κατανοητό ότι αυτό που είναι πιο ουσιαστικό δεν απειλήθηκε ποτέ, μεγάλο μέρος της φύλαξης χάνει το αντικείμενό της. Αυτό δεν είναι αδυναμία. Μπορεί να είναι το αντίθετο: αυτό που μένει όταν τίποτα δεν χρειάζεται φύλαξη είναι μια δύναμη που δεν εξαρτάται από το να κερδίζει κανείς. Μια κριτική μπορεί να ακουστεί για όποια αλήθεια περιέχει, χωρίς την πρόσθετη ερώτηση αν η αξία κάποιου μόλις ανακλήθηκε.

Οι σχέσεις μετατοπίζονται ανάλογα. Μεγάλο μέρος αυτού που περνά για οικειότητα είναι δύο αμυνόμενες εικόνες που διαπραγματεύονται όρους. Όταν η απαίτηση να προστατεύεται και να επιτελείται μια ταυτότητα μαλακώνει, υπάρχει περισσότερος χώρος για πραγματική συνάντηση. Η αποδοκιμασία ενός άλλου παραμένει ανεπιθύμητη, αλλά δεν είναι πλέον ετυμηγορία για την ύπαρξη κάποιου.

Η αντιδραστικότητα, επίσης, παίρνει διαφορετικό νόημα. Όταν αναδύεται το παλιό σφίξιμο, η θερμότητα της αμυντικότητας ή το βύθισμα της ντροπής, δεν χρειάζεται να αντιμετωπιστεί ως εχθρός ή ως απόδειξη αποτυχίας. Μπορεί να χρησιμεύσει ως σήμα, μια καμπάνα που λέει: έχεις επιστρέψει στην ιστορία. Η προσοχή καλείται πίσω. Η πρακτική, κατανοημένη έτσι, δεν είναι η συσσώρευση επιτευγμάτων αλλά η επαναλαμβανόμενη πράξη αναγνώρισης, ξανά και ξανά, μέχρι να πάψει να νιώθεται σαν πράξη.

Ούτε είναι αυτή η ελευθερία δραματική. Είναι πιο πιθανό να είναι ήσυχη και σχεδόν απαρατήρητη: μια ελαφρά απουσία έντασης σε μια δύσκολη συζήτηση, μια σταθερότητα που παραμένει ενώ αλλάζουν οι περιστάσεις, μια ελαφρότητα σε συνηθισμένες στιγμές. Αυτοί που την περιγράφουν σπάνια περιγράφουν πυροτεχνήματα. Περιγράφουν την ανακούφιση του να μην κουβαλούν πλέον κάτι.

Πρέπει να είναι κανείς προσεκτικός εδώ. Αυτά δεν είναι υποσχέσεις, και κανείς άλλος δεν μπορεί να τις επαληθεύσει για σένα. Μπορεί κανείς να πιστεύει ότι τέτοια ελευθερία είναι δυνατή. Μπορεί να τη γευτεί σε μια σπάνια αφύλακτη στιγμή. Μπορεί να την ερμηνεύσει πνευματικά, ψυχολογικά, ή καθόλου. Η δική σου ζωή είναι το μόνο πεδίο δοκιμής, και η δοκιμή δεν είναι αν μπορείς να κρατήσεις μια ιδέα αλλά αν, στην επόμενη στιγμή τριβής, μπορείς να παρατηρήσεις από πού κοιτάζεις.

Ένα τελευταίο αίνιγμα περιμένει, και πρέπει να τιμηθεί παρά να λυθεί. Αν τίποτα δεν χρειαζόταν να επιτευχθεί, γιατί ήταν αναγκαία η έρευνα; Ίσως γιατί το μονοπάτι ήταν πραγματικό ως κίνηση προσοχής, όπως ένας άνθρωπος που περπατά μέσα σε ένα σπίτι στο σκοτάδι κινείται πραγματικά, ακόμα κι αν το σπίτι ήταν πάντα αυτό στο οποίο ζούσε. Η αναζήτηση ήταν μια στροφή, και ο προορισμός δεν ήταν ποτέ αλλού. Ο αναζητητής και αυτό που αναζητούνταν δεν ήταν δύο.

Ξεκουράσου, λοιπόν, για μια στιγμή, χωρίς προσπάθεια. Όχι ως ένα εγώ που έχει καταλάβει κάτι, αλλά απλώς ως η επίγνωση που διάβαζε αυτές τις λέξεις, παρατηρώντας τις να φτάνουν, παρατηρώντας τις να περνούν.

Και άφησε μια ερώτηση να μείνει, αναπάντητη, σε αυτόν τον ανοιχτό χώρο: Αν αυτό που είμαι πιο ουσιαστικά δεν έχει ποτέ αγγιχτεί από οτιδήποτε μου έχει συμβεί, τι, σε αυτή ακριβώς τη στιγμή, εξακολουθεί να χρειάζεται υπεράσπιση;

Απο το Σεξ στην Υπερενσυναίσθηση

Όλοι θέλουν να αγαπήσουν και να αγαπηθούν. Ποιο είναι το νόημα της αγάπης; Το νόημα είναι αυτό: «Έχω γίνει απομονωμένος, αποκομμένος. Θέλω να επανενωθώ με τη ζωή"

Και μία από τις πιο βαθιές εμπειρίες αυτής της επανένωσης συμβαίνει ανάμεσα σε μια γυναίκα και σε έναν άνδρα στο σεξ. Το σεξ είναι η πρώτη εμπειρία της επανένωσης.

Αυτός που καταλαβαίνει αυτή την εμπειρία της συνάντησης ως δίψα για αγάπη, ως την επιθυμία για επανένωση με την ίδια τη ζωή, με την ίδια την ύπαρξη, μπορεί σύντομα να επιτύχει και μια άλλη εμπειρία.

Ένας μεσολαβητής, ένας πνεύμα ένας αναζητητής, ένας μυστικιστής, ένας διαφωτισμένος, όλοι τους ενώνονται - και ένας άνδρας και μια γυναίκα που προσχωρούν στο σεξ επίσης ενώνονται. Στη σεξουαλική επαφή δυο άτομα ενώνονται, ένα άτομο ενώνεται με ένα άλλο και γίνονται ένα. Στο σαμάντι, στη διαφώτιση, ένα άτομο ενώνεται με το όλον και γίνεται ένα με αυτό.

Η σεξουαλική επαφή είναι μια συνάντηση δύο ατόμων η διαφώτιση είναι μια συνάντηση ανάμεσα σε ένα άτομο και στο άπειρο όλον. Φυσικά μια συνάντηση ανάμεσα σε δύο άτομα μπορεί να είναι μόνο στιγμιαία, αλλά η συνάντηση ενός ατόμου με το όλον είναι για πάντα.

Δύο άτομα είναι πεπερασμένα όντα, επομένως η ένωσή τους δεν μπορεί να είναι άπειρη, δεν μπορεί να είναι για πάντα. Και αυτός είναι ο πόνος, αυτή είναι η δυστυχία όλου του γάμου, όλης της αγάπης - ότι δεν μπορούμε να ενωθούμε με το άτομο για πάντα. Ενωνόμαστε για μια στιγμή αλλά και πάλι απομακρυνόμαστε· μπαίνει το κενό.

Δυο άτομα δεν μπορούν να συναντηθούν στο επίπεδο του «για πάντα». Οι εραστές μπορούν να συγχωνευτούν μόνο στιγμιαία· επειδή το άτομο είναι περιορισμένο, η συγχώνευση των ατόμων θα είναι επίσης περιορισμένη. Η αιώνια συγχώνευση μπορεί είναι μόνο με το θείο, με ολόκληρη την ύπαρξη.

Εκείνοι που φτάνουν στα βάθη του σεξ αισθάνονται ότι αν η συγχώνευση της μιας στιγμής μπορεί να μας δώσει τέτοια ευδαιμονία, αυτό που μπορεί να γίνει με την αιώνια συγχώνευση είναι ανυπολόγιστο. Αν η συγχώνευση μιας στιγμής φέρ­νει μια τόσο εκπληκτική εμπειρία, ποιά, και πόσο πιο εκπλη­κτική θα είναι η εμπειρία της συγχώνευσης με το αιώνιο!

Είναι σαν να κάθεστε μπροστά σε ένα αναμμένο κερί και να προσπαθείτε να φανταστείτε πόσα κεριά ισούνται με το φως του ήλιου. Μοιάζει αδύνατον να προσπαθείτε να συγκρίνετε αυτά τα δύο. Το φως ενός και μόνο κεριού είναι ένα τόσο μικροσκοπικό πράγμα και ο ήλιος τόσο τεράστιος.

Το σεξ είναι μια συγχώνευση δύο μικροσκοπικών ατόμων, πολύ στιγμιαία. Το σαμάντι, η υπερενσυναίσθηση, είναι η συγχώνευση μιας στα­γόνας νερού με τον ωκεανό του απεριόριστου συνόλου. Δεν υπάρχει τρόπος να τα συγκρίνουμε. Δεν υπάρχει καμιά μονάδα, ώστε να μετρήσουμε το μέγεθος αυτής της ένωσης με το όλον.

Όταν λοιπόν αυτό έχει επιτευχθεί... τότε ποιό σεξ, ποιά συνουσία, ποιά επιθυμία; Όταν έχει επιτευχθεί αυτό το άπειρο, ποιός θα σκεφτεί να εξασφαλίσει μια στιγμιαία ευχαρίστηση; Σ’ αυτό το στάδιο, αυτή η ευχαρίστηση μοιάζει με βάσανο, αυ­τή η ευχαρίστηση μοιάζει με τρέλα. Από εδώ, αυτή η ευχαρί­στηση μοιάζει με σπατάλη ενέργειας. Και η αγαμία προκύπτει αυθόρμητα σε ένα άτομο που έχει κατορθώσει κάτι τέτοιο.

Όμως υπάρχει μια γέφυρα, ένα ταξίδι ανάμεσα στο σεξ και στην υπερενσυναίσθηση. Η υπερενσυναίσθηση είναι το τελευταίο σκαλοπάτι, ψηλά στον ουρανό, της ίδιας σκάλας το πρώτο σκαλοπάτι της οποίας είναι το σεξ. Εκείνοι που στρέ­φονται ενάντια στο πρώτο σκαλοπάτι της σκάλας δεν προχωρούν ποτέ. Εκείνοι που αρνούνται το πρώτο σκαλοπάτι της σκάλας δεν μπορούν να ανέβουν ποτέ στο δεύτερο.

Είναι απαραίτητο να πατήσετε σε αυτό το πρώτο σκαλοπάτι με συναίσθηση, κατανόηση, και επίγνωση. Όχι με τέτοιον τρό­πο ώστε να παραμείνετε κολλημένοι στο πρώτο σκαλοπάτι, αλλά έτσι ώστε τοποθετώντας τα πόδια σας επάνω του να μπο­ρείτε να το περάσετε.

Ελεήμων Καρδιά

Κάποτε ζούσαν στην έρημο δυο Βεδουίνοι, ο Νάμπεκ κι ο Ντάγκαρ, που ήταν αχώριστοι φίλοι.

Ο Νάμπεκ είχε ένα άλογο που όμοιό του δεν υπήρχε. Ο Ντάγκαρ θαύμαζε το άλογο του φίλου του, όμως μέρα με τη μέρα άρχισε να το θέλει όλο και περισσότερο, που έφτασε να το βλέπει ακόμη και στον ύπνο του!

Είπε λοιπόν στο φίλο του ότι θα πλήρωνε όσο-όσο για να το αποκτήσει. Ο Νάμπεκ όμως αρνήθηκε, λέγοντας πως δε θα πουλούσε ποτέ το αγαπημένο του άλογο για κανένα τίμημα.

Μη μπορώντας ο Ντάγκαρ να το βγάλει από το μυαλό του, αποφάσισε να κάνει το άλογο δικό του με άλλο τρόπο. Μια μέρα ντύθηκε ζητιάνος και κάθισε σε ένα σημείο του δρόμου, απ’ όπου ήξερε ότι κάθε μέρα περνούσε ο φίλος του καβάλα στο περίφημο άλογο.

Πράγματι, μόλις πλησίασε ο Νάμπεκ, ο Ντάγκαρ με αλλαγμένη και αδύναμη φωνή ζήτησε βοήθεια, λέγοντας ότι είναι ένας διψασμένος και νηστικός φτωχός άνθρωπος. Ο Νάμπεκ, που δεν αναγνώρισε τον φίλο του, θέλοντας να βοηθήσει τον άνδρα που υπέφερε, τον ανέβασε στη σέλα του αλόγου και ξεκίνησε να τον πάει στη σκηνή του ώστε εκεί να τον φροντίσει.

Μόλις όμως ο Ντάγκαρ βρέθηκε πάνω στο άλογο, έριξε με μια δυνατή σπρωξιά κάτω τον Νάμπεκ και ξεκινώντας να καλπάζει, φώναξε στο φίλο του: «Δεν είμαι ζητιάνος! Είμαι ο Ντάγκαρ! Και δε θα πάρεις ποτέ πίσω το άλογό σου!

Ο Νάμπεκ χωρίς να κάνει βήμα, είπε στον Ντάγκαρ:

«Φίλε μου, το μόνο που σου ζητώ είναι να σταματήσεις για ένα λεπτό και να με αφήσεις να σου πω κάτι».

Ο Ντάγκαρ, βλέποντας ότι δεν υπήρχε περίπτωση ο Νάμπεκ να τον φτάσει περπατώντας, σταμάτησε για να ακούσει.

«Συγχαρητήρια!» είπε στον κλέφτη ο Νάμπεκ. «Με τη θέληση του Θεού, είσαι πια ο ιδιοκτήτης αυτού του αλόγου. Όμως για ένα πράγμα προσεύχομαι: σε παρακαλώ, να μην πεις ποτέ σε κανέναν πως το απέκτησες!»

«Γιατί;» Ρώτησε απορημένος ο Ντάγκαρ.

«Γιατί αν οι άνθρωποι μάθουν τον τρόπο με τον οποίο με εξαπάτησες, δεν θα σταματήσουν ποτέ ξανά στη μέση της ερήμου για να βοηθήσουν έναν άνθρωπο που ζητά απεγνωσμένος φαγητό και νερό. Θα φοβούνται να τον πλησιάσουν και θα τον αφήσουν να πεθάνει. Αν η ιστορία αυτή μαθευτεί, το αποτέλεσμα θα είναι ότι στο εξής πολλοί άνθρωποι θα υποφέρουν σε όλο τον κόσμο…»

Ο Ντάγκαρ έμεινε σκεπτικός για λίγο ακούγοντας αυτά τα λόγια. Τελικά κατέβηκε από το άλογο και το επέστρεψε στον Νάμπεκ μετανιωμένος. Η φιλεύσπλαχνη καρδιά του Νάμπεκ τον συγχώρεσε αμέσως για το λάθος του και συμφιλιωμένοι οι δυο παλιοί φίλοι επέστρεψαν στις σκηνές τους. Η αγάπη νίκησε τον φθόνο.

Ελεήμων καρδιά έχει ο άνθρωπος που αναγνωρίζει ότι τα πάντα αλληλοσυνδέονται με ένα αόρατο δίχτυ σε έναν ατέρμονο ιερό χορό και έτσι φλέγεται από αγάπη για ολόκληρη την κτίση χωρίς να ξεχωρίζει το κάθε κτίσμα από τον εαυτό του. Εργάζεται δε αφιλοκερδώς για την μείωση του ανθρώπινου πόνου και την ανύψωση της συλλογικής συνειδητότητας.

Έρως και Ψυχή. Ψήγματα αποσυμβολισμού, πίσω από τον μύθο

Σύμφωνα με τον Ρωμαίο συγγραφέα Απουλήιο, ο οποίος μας παρέδωσε τη γνωστότερη και πληρέστερη σωζόμενη αφήγηση του μύθου του Έρωτα και της Ψυχής, στο έργο του Μεταμορφώσεις (Ο Χρυσός Γάιδαρος), τον 2ο αιώνα μ.Χ., όταν ο Έρωτας πληγώθηκε από το καυτό λάδι που έπεσε επάνω του από τη λυχνία της Ψυχής, εκείνη είχε προσπαθήσει να αντικρίσει το πρόσωπό του, άγνωστο έως τότε σε αυτήν, ενώ εκείνος κοιμόταν. Ο πληγωμένος και απογοητευμένος θεός απομακρύνθηκε.

Ένα φλύαρο και περίεργο πουλί, ένας γλάρος, συνάντησε την Αφροδίτη την ώρα που εκείνη λουζόταν στη θάλασσα. Της αποκάλυψε πως ο γιος της υπέφερε από τον έρωτά του για την Ψυχή. Η θεά εξοργίστηκε, θεωρώντας την κοπέλα αντίζηλό της, και αποφάσισε να την τιμωρήσει.

Πέρα, όμως, από την αφήγηση, ο μύθος ανοίγει έναν δρόμο εσωτερικής αναζήτησης...

Στο πλαίσιο μιας ερμηνευτικής προσέγγισης εμπνευσμένης από την πλατωνική και τη στωική σκέψη, ο Έρωτας θα μπορούσε να συμβολίζει τη δύναμη της έλξης που συνδέει την ψυχή με την ομορφιά, την ύλη και τον αισθητό κόσμο. Η Ψυχή, παρασυρμένη από την επιθυμία να γνωρίσει εκείνον που αγαπά, διαλύει το σκοτάδι της άγνοιας και ανάβει τη λυχνία. Θέλει να δει, να βεβαιωθεί, να κατακτήσει με τη γνώση εκείνο που μέχρι τότε εμπιστευόταν χωρίς να βλέπει. Ωστόσο, το φως που θα μπορούσε να γίνει όργανο αποκάλυψης μετατρέπεται σε αιτία τραυματισμού. Η επιθυμία για απόλυτη βεβαιότητα, όταν δεν συνοδεύεται από ωριμότητα και διάκριση, μπορεί να πληγώσει ακόμη και αυτό που αγαπάμε.

Ο γλάρος, που εμφανίζεται ως αγγελιοφόρος της Αφροδίτης, αναδύεται συμβολικά από τον αχανή κόσμο της θάλασσας, όπου μπορούμε να αναγνωρίσουμε το βάθος του ασυνείδητου και την απεραντοσύνη των συναισθημάτων. Πετά ανάμεσα στο νερό και τον ουρανό, συνδέοντας συμβολικά το βάθος με το ύψος, το συναίσθημα με τη συνείδηση. Φέρνει στην επιφάνεια μια αλήθεια που παρέμενε κρυμμένη, αλλά η αποκάλυψή της δεν οδηγεί αναγκαστικά στη συμφιλίωση. Αντίθετα, μπορεί να ξυπνήσει τη ζήλια, την κτητικότητα και τον φόβο της απώλειας.

Η Αφροδίτη, θεά της ομορφιάς, του έρωτα και της ερωτικής έλξης, μπορεί να συμβολίσει τη μαγνητική δύναμη της φύσης που δημιουργεί δεσμούς ανάμεσα στα όντα. Η ίδια δύναμη που γεννά την ομορφιά, την επιθυμία και τη χαρά της συνάντησης μπορεί, όταν μετατρέπεται σε προσκόλληση, να οδηγήσει στην εξάρτηση και στην οδύνη. Η ομορφιά δεν είναι από μόνη της δεσμά. Δεσμά γίνεται όταν η επιθυμία μετατρέπεται σε ανάγκη κατοχής και η αγάπη συγχέεται με τον φόβο ότι θα χάσουμε εκείνον ή εκείνο που αγαπάμε.

Σε ένα βαθύτερο, μυθαγωγικό επίπεδο, η περιπέτεια της Ψυχής μπορεί να διαβαστεί ως η πορεία της ανθρώπινης συνείδησης μέσα στον κόσμο της ύλης και των παθών. Η ψυχή, γοητευμένη από τις μορφές, τις αισθήσεις και τις απολαύσεις, κινδυνεύει να λησμονήσει την πνευματική της καταγωγή, όπως συμβαίνει και στον μύθο του Νάρκισσου, ο οποίος αιχμαλωτίζεται από την εικόνα του και αδυνατεί να υπερβεί το είδωλό του. Και στις δύο περιπτώσεις αναδύεται το ερώτημα της αυτογνωσίας: μπορούμε άραγε να διακρίνουμε την αλήθεια πέρα από την εικόνα που μας γοητεύει;

Δεν χρειάζεται, ωστόσο, να απορρίψουμε τον κόσμο για να ελευθερωθούμε από τα δεσμά του. Χρειάζεται να τον γνωρίσουμε χωρίς να αιχμαλωτιστούμε από αυτόν, να αγαπήσουμε χωρίς να κατέχουμε και να επιθυμούμε χωρίς να υποδουλωνόμαστε. Η εσωτερική ελευθερία δεν προϋποθέτει την άρνηση της ομορφιάς, αλλά τη συνειδητή σχέση μαζί της.

Ίσως, τελικά, ο γλάρος να μας υπενθυμίζει πως κάθε κρυμμένη αλήθεια που αναδύεται από τα βάθη της ψυχής μπορεί να γίνει είτε αφορμή αφύπνισης είτε αιτία νέας ταραχής. Το κρίσιμο δεν είναι μόνο τι αποκαλύπτεται, αλλά και με ποια συνείδηση υποδεχόμαστε την αποκάλυψη.

Γιατί η αληθινή μύηση δεν βρίσκεται στην απλή αποκάλυψη του προσώπου του Έρωτα, αλλά στη μεταμόρφωση της ίδιας της Ψυχής, ώστε να μπορέσει να αντικρίσει την αγάπη χωρίς να την πληγώνει και να βιώσει την ομορφιά χωρίς να γίνεται δέσμιά της.

Ο Οδυσσέας, η Κίρκη, ο Θεός Ερμής και το φυτό Μώλυ

Στην Οδύσσεια του Ομήρου, η Κίρκη είναι μια μάγισσα νύμφη ή θεά κόρη του Ήλιου και μιας από τις Ωκεανίδες, της Πέρσης, με μεγάλη δύναμη και γνώση, που ζούσε στο νησί Αία. Εκεί, στην Αία, θα τη βρει ο Οδυσσέας και οι σύντροφοι στο ταξίδι αναζήτησης της Ιθάκης, ανάμεσα σε εξημερωμένους λύκους και λιοντάρια, που δεν ήταν παρά οι μαγεμένοι από την ίδια ναυτικοί πλοίων που ο Αίολος είχε σπρώξει στο νησί της.

Η Κίρκη με το μαγικό ραβδί της, μεταμορφώνει και τους συντρόφους του Οδυσσέα σε γουρούνια, μετά από πλούσια συμπόσια και λάγνες υπηρεσίες που είχαν προσφέρει οι υπηρέτριες της, κατόπιν εντολής της . Όλες λέει ο Όμηρος ξανθιές ήταν, από ανεβάλλουσες και δάση γεννημένες κι από ποτάμια αγνά, στις θάλασσες που τρέχουν τα νερά τους. Η Κίρκη μεταμόρφωνε σε χοίρους όσους το φαγητό το ποτό και τον έρωτα αναζητούσαν. Οι χοίροι συμβολίζουν τον λάγνο ερωτικό πόθο, και την εξάρτηση από κάθε είδους πάθη.

Ο Όμηρος έγραψε ότι ο Οδυσσέας δεν τιθασεύτηκε από τα μάγια της Κίρκης, καθώς πριν πάει να σώσει τους άνδρες του, ο θεός Ερμής εμφανίστηκε μπροστά του και του δίνει το βοτάνι «Μώλυ», λέγοντας του:

«Για που τραβάς ξανά, βαριόμοιρε, στ᾿ ακρόβουνα μονάχος, του τόπου ακάτεχος; Οι επίλοιποι σύντροφοι σου στης Κίρκης ως χοίροι κλειδωμένοι βρίσκονται σε στεριές μάντρες μέσα. Να τους γλιτώσεις μήπως έρχεσαι; Κι ατός σου δε διαγέρνεις ξοπίσω λέω᾿ σε λίγο συντροφιά θα κάνεις με τους άλλους!

Ωστόσο θέλω από τα βάσανα να σε γλιτώσω τούτα. Να πάρε αυτό το καλοβότανο και κράτα το, στης Κίρκης σα μπεις, να σκέπει το κεφάλι σου, κακή ώρα να μη σε 'βρει. Τις πονηριές της Κίρκης άκουσε μιαν άκρη ως άλλη τώρα: Πιοτό θα σου ετοιμάσει, βάζοντας κακά βοτάνια μέσα, μα κι έτσι εσένα δε θα πιάσουνε τα μάγια, δε θ᾿ αφήσει το καλοβότανο που σου 'δωκα᾿ να σου τα πω όμως όλα: Μόλις η Κίρκη πάρει το μακρύ ραβδί της και σε κρούσει, γοργά το κοφτερό ξεγύμνωσε σπαθί από το μερί σου κι απά στην Κίρκη χίμα, ως να 'θελες να πάρεις τη ζωή της.

Κι αυτή θα φοβηθεί᾿ σαν έπειτα σου πει να κοιμηθείτε, πια της θεάς εσύ τον έρωτα μην τον αρνιέσαι, αν θέλεις να λευτερώσει τους συντρόφους σου και να γνοιαστεί και σένα. Μα τον τρανό των τρισμακάριστων ν᾿ αμώσει πες της όρκο, πως δε θα βάλει πια άλλο τίποτε κακό για σε στο νου της, να μη σου πάρει αντρεία και δύναμη, σα γυμνωθείς ομπρός της.

Αυτά είπε ο Αργοφονιάς᾿ το βότανο μετά ανασπά απ᾿ το χώμα, κι όπως μου το 'δωκε, μου ξήγησε και ποια τα φυσικά του: η ρίζα μελανιά, μα κάτασπρος ο ανθός του, σαν το γάλα Μώλυ οι θεοί το λένε᾿ δύσκολο θνητός να το ανασπάσει από τη γης, μονάχα αθάνατοι, τι αυτοί μπορούν τα πάντα.
Μετά για τον τρανό τον Όλυμπο κινούσε ο Ερμής να φύγει, το δασωτό νησί διαβαίνοντας᾿ κι εγώ τραβώ στης Κίρκης, και χίλιες μύριες έγνοιες έδερναν, ως όδευα, το νου μου».

Αφού τα μαγικά της απέτυχαν, η Κίρκη εντυπωσιασμένη από την αντίσταση του Οδυσσέα, τον ερωτεύτηκε και συμφώνησε να ξαναδώσει στους συντρόφους την ανθρώπινη μορφή τους. Αυτά ήταν τα λόγια της:

«Σαστίζω! Βότανα σε πότισα κακά και δε μαγεύτης! Άλλος κανείς, κανείς δε γλίτωσε θνητός, τα βότανα μου σαν ήπιε τούτα και του πέρασαν της δοντωσιάς το φράχτη· όμως εσύ κρατάς αγήτευτη ψυχή στα στήθια μέσα».

Στην ιστορία αυτή καταλυτική ρόλο διαδραματίζει ένα παράξενο βότανο – φυτό, το «Μώλυ» (από το ρήμα μωλύω που σημαίνει αδυνατίζω, παραλύω. Επιστημονική ονομασία, «Galanthus reginae-olgae subsp. reginae-olgae». Είναι ένα όμορφο, θρυλικό λουλούδι της χώρας μας που ανθίζει το φθινόπωρο. Το πρώτο συνθετικό της επιστημονικής του ονομασίας οφείλεται στα κάτασπρα σαν το γάλα άνθη γάλα+άνθος ).

Ο Όμηρος αναφέρει χαρακτηριστικά πως οι άνθρωποι είναι δύσκολο «να το ξεριζώσουν από τη Γη». Τι μπορεί να συμβολίζει το φυτό αυτό; Γενικά τα φυτά τα συναντούμε πολύ συχνά σε μυθολογικές αναφορές, και συνήθως έχουν να κάνουν με απαγωγές Θεών, και μεταμορφώσεις Θεών και ανθρώπων.

Ας αποτολμήσουμε μία πιθανή ερμηνεία. Η Γαία και τα φυτά αντιπροσωπεύουν τις πιο χονδροειδείς υλικές δυνάμεις της φύσεως, και τις βασικές αντανακλαστικές φυσικές λειτουργίες. Η Γαία ως πάροχος του υλικού μας φορέα του σώματος μας, αντιπροσωπεύει το ανθρώπινο σώμα και την αντανακλαστική λειτουργία των ενστίκτων, παθών και συναισθημάτων του. Το βότανο «Μώλυ», δίνεται από τον Θεό της γνώσεως ως αντίδοτο στις χθόνιες μαγικές δυνάμεις της φύσεως. Το «Μώλυ» ως Θεϊκό δώρο, άσπρο σαν το γάλα αναφέρει ο Ερμής, αντιπροσωπεύει τις Ουράνιες πνευματικές δυνάμεις, την λάμψη το Θεϊκού σπινθήρα, ο οποίος αφυπνίζεται εντός μας γονιμοποιώντας και εμψυχώνοντας τις χθόνιες υλικές δυνατότητες. Το «Μώλυ», δεν ξεριζώνεται εύκολα από τους ανθρώπους, αναφέρει ο Όμηρος. Χρειάζεται τόλμη, αναζήτηση, και επιμονή. Ο Πλωτίνος στην Εννεάδα Περὶ τοῦ καλοῦ 1, 6, 8-9, επεξηγεί:

«Ας φύγουμε για την αγαπημένη μας πατρίδα!», να η πιο σωστή συμβουλή.

- Ποιος είναι λοιπόν ο δρόμος της φυγής και πώς θα τον ακολουθήσουμε;-Θα ξανοιχτούμε, όπως -καθώς, αλληγορικά μου φαίνεται, λέει ο ποιητής- ο Οδυσσέας από τη μάγισσα Κίρκη ή την Καλυψώ, ο οποίος δεν αρκέστηκε να παραμείνει εκεί, παρ᾽ όλο που είχε ηδονές των ματιών και βρισκόταν ανάμεσα σε πολλή αισθητή ομορφιά. Η πατρίδα μας, απ᾽ όπου ήρθαμε, κι ο πατέρας μας είναι εκεί. - Ποια είναι λοιπόν η ρότα μας κι ο τρόπος για να φύγουμε; - Δεν χρειάζεται να περπατήσουμε· γιατί τα πόδια μάς πάνε μόνο στα διάφορα μέρη της γης, από χώρα σε χώρα. Ούτε χρειάζεται να φτιάξεις κανένα αμάξι με άλογα ή κάποιο θαλάσσιο μέσο, αλλά πρέπει να τα εγκαταλείψεις όλα αυτά και να μην τα βλέπεις· και ‘κλείνοντας τα μάτια’ άλλαξε την όρασή σου και ξύπνα μιαν άλλη, που ενώ την έχουν όλοι, λίγοι τη χρησιμοποιούν.

Τι λοιπόν βλέπει η εσωτερική εκείνη όραση; -Μόλις ξυπνήσει, δεν μπορεί καθόλου ν᾽ αντικρίσει τα λαμπρά όντα. Πρέπει λοιπόν πρώτα η ψυχή αυτή να συνηθίσει να διακρίνει τους ωραίους τρόπους ζωής· κατόπιν τα ωραία, έργα, όχι εκείνα που κατασκευάζουν οι τέχνες, αλλά αυτά που κάνουν οι λεγόμενοι αγαθοί άνδρες· κοίταξε μετά την ψυχή αυτών που κάνουν τα ωραία έργα»!

Μέτα από ένα χρόνο παραμονής του Οδυσσέα και των συντρόφων του στο βασίλειό της, το νησί Αιαία, η Κίρκη τους έδωσε οδηγίες για το πως να γυρίσουν στη πατρίδα τους.

Στην ιστορία του Οδυσσέα και της Κίρκης, υπάρχουν δύο ακόμα γεγονότα που αξίζουν αναφοράς. Η πρώτη αφορά αναφορά του Πλουτάρχου, όπου στον διάλογο του «Γρύλλος», μας παρουσιάζει έναν άνθρωπο, τον οποίο η Κίρκη είχε μεταμορφώσει σε χοίρο, να συζητάει με τον Οδυσσέα και αρνείται να ξαναγίνει άνθρωπος, επειδή ανακάλυψε ότι τα ζώα έχουν αρετές μεγαλύτερες από των ανθρώπων, και λέει:

«Κανένα ζώο δεν εκλιπαρεί, ούτε ζητάει οίκτο, ούτε συνθηκολογεί, ούτε ποτέ λιοντάρι γίνεται δούλος σε λιοντάρι, ούτε άλογο σε άλογο, από ανανδρία, όπως γίνεται ο άνθρωπος σε άλλον άνθρωπο κάνοντας εύκολα τη δειλία δουλεία… Έτσι είναι απόλυτα φανερό ότι τα ζώα έχουν από τη φύση τους προδιάθεση προς τη γενναιότητα. Στους ανθρώπους, αντίθετα, το θάρρος είναι σχεδόν παρά φύσιν. Και θα σου πω από πού μπορείς να το καταλάβεις καλύτερα αυτό, γενναίε μου Οδυσσέα: στα ζώα η φύση έχει μοιράσει ισόρροπα τη δύναμη, και το θηλυκό δεν υστερεί σε τίποτε από το αρσενικό, ούτε στις προσπάθειες που καταβάλλουν για την επιβίωση τους, ούτε στους αγώνες που δίνουν για την προστασία των παιδιών τους...»

Το δεύτερο που αξίζει αναφοράς είναι πως ο Οδυσσέας απέκτησε δίχως να το γνωρίζει ένα γιο απ την Κίρκη, τον Τηλέγονο (δηλαδή αυτόν που γεννήθηκε μακριά-τηλε +γόνος). Όταν ο Τηλέγονος ενηλικιώθηκε, η Κίρκη τον έστειλε να βρει τον πατέρα του Οδυσσέα, που είχε επιστρέψει πια στην Ιθάκη. Σύμφωνα με χρησμό του μάντη Τειρεσία, ο Οδυσσέας θα πέθαινε «εξ Αλός» (που εξηγείται με δύο τρόπους: είτε «θα πεθάνει έξω από τη θάλασσα» είτε «από τη θάλασσα»). Ό Τηλέγονος στο ταξίδι του προς την Ιθάκη, έφθασε δίχως να το γνωρίζει στην Ιθάκη και νομίζοντας πως είχε αποβιβαστεί σε άλλο νησί, (την Κέρκυρα) άρχισε να λεηλατεί με το πλήρωμα του το νησί.

Ο Οδυσσέας και ο γιος του από την Πηνελόπη Τηλέμαχος, έσπευσαν να υπερασπιστούν την πόλη τους, οπότε ο Τηλέγονος σκότωσε τον πατέρα Οδυσσέα με ένα δόρυ το οποίο είχε για αιχμή το κεντρί ενός σαλαχιού, δίχως να το γνωρίζει καθώς το πρόσωπο του δεν το είχε αντικρίσει ποτέ στη ζωή του. Επιβεβαιώνοντας τον χρησμό, ο Tηλέγονος είχε σκοτώσει τον Οδυσσέα με δόρυ που η αιχμή του ήταν το δηλητηριώδες κεντρί («άκανθα») της ουράς ενός σαλαχιού. Όταν ο Τηλέγονος πληροφορήθηκε από τον Tηλέμαχο που ακριβώς βρισκόταν και ποιον είχε σκοτώσει, έκλαψε πικρά μαζί με τον ετεροθαλή αδελφό του.

H θεά Αθηνά, παρηγόρησε τα δυο παιδιά του, λέγοντας τους ότι αυτό ήταν το πεπρωμένο του ήρωα. Διέταξε τότε τον Tηλέγονο να πάρει σύζυγό του την Πηνελόπη με την οποία αργότερα, απέκτησαν ένα γιο, τον Ιταλό και την Kίρκη, να πάρει το σώμα του Οδυσσέα στο νησί της που θα μεταφέρει ο Tηλέμαχος. Εκεί η Kίρκη, αφού πρώτα τους κάνει αθάνατους, παντρεύεται τον Tηλέμαχο και ζουν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα!

Ηράκλειτος: ο φιλόσοφος της αέναης κίνησης και μεταβολής

Ο αινιγματικός Ηράκλειτος από την αρχαιότητα κιόλας είχε κερδίσει το τίτλο ο “σκοτεινός” και “αινικτής“. Τη φιλοσοφία του τη διατύπωσε στο σύγγραμμά του Περί φύσεως, χωρίς ακριβείς αποδείξεις, με χτυπητούς αφορισμούς, σύντομους, που να μοιάζουν σαν χρησμοί. Για το ύφος του αυτό τον ονόμασαν “σκοτεινό”. Οι αρχαίοι τον θεωρούσαν από τους πιο βαθυστόχαστους φιλοσόφους στην εποχή του, αλλά και σήμερα τον κατατάσσουν, μαζί με το Δημόκριτο, στους προδρόμους των σύγχρονων φυσικών επιστημών.

Αν και οι ακριβείς χρονολογίες της ζωής του είναι άγνωστες – θα πρέπει να άκμασε στο μεταίχμιο των αιώνων 60υ και 50υ π.Χ. – η θέση του στην ιστορία της φιλοσοφίας έχει σαφώς καθοριστεί από το γεγονός ότι άσκησε επώνυμη κριτική στον Πυθαγόρα και από το ότι ο Παρμενίδης τον υπαινίσσεται με τρόπο αρκετά σαφή. Είναι ο διασημότερος και βαθύτερος από τους μεγάλους προσωκρατικούς φιλοσόφους.

Τα πάντα ρει και ουδέν μένει.

Αν τον θεωρούμε δυσνόητο, τούτο οφείλεται όχι μόνο στο ότι διαθέτουμε λίγα μόνο αποσπάσματα απ’ ό,τι πράγματι έγραψε. Ήταν σαφώς πνεύμα αλαζονικό και υπεροπτικό και του άρεσε να εξαπολύει μεμονωμένα ρητά που θύμιζαν χρησμούς, παρά να αναπτύσσει μια υπομονετική και συνεχή σειρά επιχειρημάτων. μέθοδος με την οποία επικοινωνούσε με τους άλλους έμοιαζε με του Δελφικού μαντείου, το οποίο, όπως έλεγε, “ούτε λέγει, ούτε κρύπτει, αλλά σημαίνει”.

Η ασάφεια αυτή των λόγων του ίσως να οφείλεται στο γεγονός πως το βιβλίο του γρά­φτηκε στην ιωνική διάλεκτο, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται, όπως το είχε επισημάνει ήδη ο Αριστοτέλης, πολυάριθμα γραμματικά ζητήμα­τα. Πολλοί είναι, ωστόσο, αυτοί που ισχυρίζονται πως το σκοτεινό ύφος του Ηράκλειτου ήταν ηθελημένο, καθώς κι ότι ο Εφέσιος πρέπει να κατέφυγε στον ερμητισμό, ώστε να είναι καταληπτός μόνο από έναν περιορι­σμένο αριθμό μυημένων ο ίδιος ο Σωκράτης άλλωστε ομολογούσε πως, για να διαβάσει τέτοιο βιβλίο δίχως να πνιγεί μέσα του, θα χρειαζόταν τη βοήθεια ενός δεινού «Δηλίου κολυμβητή».

Εάν μη έλπηται ανέλπιστον, ουκ εξευρήσει (δηλαδή “αν δεν ελπίζεις το ανέλπιστο, δεν θα το βρεις”)

Όμως αξίζει τον κόπο να γνωρίσουμε κάποιες από τις ιδέες που σρίσκονται κάτω από τις, ασύνδετες μεταξύ τους, φράσεις του. Αποκαλύπτουν ένα ενδιαφέρον στάδιο της ιστορίας
της σκέψεως.

Ο στόχος της κριτικής του κατά του Πυθαγόρα και άλλων ήταν οι έρευνές τους στην έξω φύση, η αναζήτηση εκ μέρους τους γεγονότων. ‘Ή πολυμάθεια δεν μας βοηθεί στην κατανόηση“, έγραψε. Διαφορετικά θα είχε διδάξει τον Ησίοδο και τον Πυθαγόρα, τον Ξενοφάνη και τον Εκαταίο”

Τέτοια μάθηση μας προσφέρουν οι αισθήσεις, αλλά “Μάτια και αυτιά είναι κακοί μάρτυρες, αν η ψυχή δεν εννοεί“. Οι αισθήσεις μας παρουσιάζουν ένα διαφορετικό κόσμο στον καθένα. Κοίταξε μέσα σου – δηλ. μέσα στο νου σου – και θα βρεις τον “λόγον” δηλαδή την αλήθεια που είναι κοινή για όλα τα πράγματα. Είναι το πρώτο σαφές βήμα για την υπονόμευση των αισθήσεων ως οδηγών προς την αλήθεια.

Ο κρυμμένος νόμος της φύσης, τον οποίο ισχυριζόταν πως είχε ανακαλύψει ήταν – όπως φαίνεται – ότι όλα τα πράγματα βρίσκονται σε σύγκρουση, η οποία είναι ουσιώδης για τη ζωή και επομένως καλή. Το πυθαγόρειο ιδεώδες ενός κόσμου ειρηνικού και αρμονικού το απέρριπτε, ως ιδεώδες θανάτου. “Ο πόλεμος είναι ο πατέρας όλων” και “Η φιλονικία είναι δικαιοσύνη”.

Πόλεμος πάντων μεν πατήρ εστί, πάντων δε βασιλεύς. Και τους μεν θεούς έδειξε, τους δε ανθρώπους, τους μεν δούλους εποίησε, τους δε ελευθέρους.

Τα ρητά αυτά πιθανώς είχαν στόχο τον Αναξίμανδρο που είχε περιγράψει τη συνεχή αλληλοδιείσδυση των αντιθέτων στοιχείων ως αδικία, για την οποία τα στοιχεία αυτά θα έπρεπε με τη σειρά τους να τιμωρηθούν. Ως τώρα οι φιλόσοφοι αναζητούσαν το μόνιμο και το σταθερό. Δεν υπάρχει τέτοιο, λέει ο Ηράκλειτος, ούτε κανείς θα επιθυμούσε έναν κόσμο στάσιμο. Ό,τι ζει, ζει χάρη στο θάνατο κάποιου άλλου. “Ή φωτιά ζει με το θάνατο του αέρα, και ο αέρας ζει με το θάνατο της φωτιάς το νερό ζει με το θάνατο της γης και η γη με το θάνατο του νερού”

Εκ πάντων εν και εξ ενός πάντα.

Ο Ηράκλειτος. διακήρυττε πως όλα μεταβάλλονται, τίποτε δε μένει σταθερό, ακίνητο: “τα πάντα ρει, δις εις τον αυτόν ποταμόν ουκ αν εμβαίης, αεί γίγνεσθαι και μεταβάλλεσθαι και μηδέποτε το αυτό μένειν“. Την αδιάκοπη αυτή κίνηση (ροή), κατά την οποία τα πάντα γίνονται και καταστρέφονται, ο Ηράκλειτος την έβλεπε ως μια αέναη πάλη αντίθετων αρχών, “εναντιοδρομία”: “πάντα κατ’ έριν γίγνεσθαι”. Την κίνηση αυτή και την αλλαγή την υπηρετούν ευεργετικές αντιθέσεις: “το αντίξοον συμφέρον και εκ των διαφερόντων καλλίστην αρμονίην“.

‘Είς εμοί μύριοι, εάν άριστος ήι.’ (Για εμένα ο ένας αξίζει όσο δέκα χιλιάδες, εάν είναι άριστος)

Οι Πυθαγόρειοι μίλησαν για την αρμονία των αντιθέτων, αλλά πώς μπορούν τα αντίθετα
να ζουν αρμονικά, παρά μόνο χωρίς τη θέλησή τους; Πρόκειται, είπε, για συγκερασμό αντίθετων τάσεων, όπως αυτός που συμβαίνει στο τόξο. Θα πρέπει να φανταστούμε, έτσι νομίζω, ένα τόξο μόλις τανυσμένο αλλά ακινητοποιημένο. Καθώς σκοπεύει, δεν αντιλαμβανόμαστε καμιά κίνηση, και το θεωρούμε σαν αντικείμενο στατικό, σε τέλεια ακινησία. Αλλά στην πράξη έχουμε μια συνεχή διελκυστίνδα, που μπορούμε να την αντιληφθούμε, μόλις η χορδή ελευθερωθεί. Το τόξο θα βρεθεί αμέσως σε πλεονεκτική θέση, θα τιναχτεί και θα τεντωθεί στην αρχική θέση. Η βάση της ισορροπίας είναι ο αγώνας, που είναι καθαυτόν καλός, αφού αποτελεί την πηγή της ζωής. Είναι άτοπο να θεωρούμε τη μία του πλευρά ή φάση αγαθή και την άλλη κακή.

“Ο κόσμος“, λέει ο Ηράκλειτος, “είναι μια αιώνια φωτιά, που ανάβει με μέτρο και σβήνει με μέτρο” . Αν υποθέσουμε, όπως για τους Ίωνες, ότι παραδέχονταν μία πρωταρχική ουσία, από την οποία προήλθε εξελικτικά ο κόσμος, τότε η φωτιά είναι κατά τον Ηράκλειτο η πρώτη αρχή. Αλλά ο Ηράκλειτος δεν ήταν σαν τους Ίωνες. Δεν πίστευε σε καμιά κοσμογονία, όπως αυτή του Αναξίμανδρου, σε μια εξέλιξη του κόσμου από μια αρχική απλή κατάσταση. “Υπάρχει, υπήρχε και θα υπάρχει” ό,τι και τώρα, και η φωτιά αποτελεί μάλλον ένα είδος συμβόλου της φύσης του κόσμου. Αποτελεί η φωτιά την καλύτερη υλική έκφραση (και κανένα άλλο είδος εκφράσεως δεν ήταν τότε δυνατό) των δύο του κύριων αρχών: (i) το παν γεννάται από τον αγώνα, και (ίί) το παν βρίσκεται σε συνεχή κίνηση. Γιατί η φωτιά μόνο ζει κατ’ αρχήν καταστρέφοντας και εκμηδενίζοντας, και κατά δεύτερο λόγο συνεχώς μεταβάλλεται ως ύλη, έστω και αν φαίνεται – όπως η φλόγα του κεριού – σταθερή και διαρκής για αρκετό διάστημα. Αν ο όλος κόσμος μοιάζει κάπως έτσι, τότε είναι πετυχημένη η παρομοίωσή του με κάποια μορφή φωτιάς.

Η αντίληψη του Ηράκλειτου για το “λόγο” είναι περίεργη και δυσνόητη. “Ακούστε όχι εμένα, αλλά το “λόγο”, λέει, και ο “λόγος” φαίνεται να έχει εδώ μια από τις συνηθισμένες του σημασίες: “λογαριασμός”, “περιγραφή”, αλλά και ένα είδος ύπαρξης ανεξάρτητης από τον χρησιμοποιούντα τη λέξη, έτσι που τα δύο αυτοί να μπορούμε να τα αντιπαραθέσουμε. Ο “λόγος” ισχύει πάντοτε, όλα τα πράγματα συμφωνούν μαζί του, είναι κοινός για όλα και “πρέπει κανείς να ακολουθεί ό,τι είναι κοινό. Ταυτίζεται, υποθέτουμε, με τη “γνώμη” (=σκέψη), με τη β0ήθεια της οποίας “διευθύνονται όλα τα πράγματα μέσα απ’ όλα“. Ένας κατοπινός φιλόσοφος λέει ότι, σύμφωνα με τον Ηράκλειτο, “ανασαίνovτας προσλαμβάνουμε τον θεϊκό λόγο” δηλ. το θείο πνεύμα που κατευθύνει το παν είναι (α) ταυτόσημο με το πνεύμα μέσα μας, όπως δέχονται και οι Πυθαγόρειοι, (β) είναι επίσης κάτι υλικό. Είναι το ίδιο πράγματι με το κοσμικό πυρ, γιατί σύμφωνα με έναν άλλον αρχαίο σχολιαστή του Ηράκλειτου. “λέει (ο Ηράκλειτος) ότι αυτή η φωτιά έχει νου και αυτός είναι η αιτία της τάξης του σύμπαντος”. Η έννοια της λογικής φωτιάς δείχνει πόσο δύσκολο γίνεται το να εξηγήσει κανείς τα πάντα, χωρίς να προχωρήσει πέρα από την έννοια του υλικού.

Ο Ηράκλειτος έκλινε προς τον ορθολογισμό: “κακοί μάρτυρες ανθρώποισιν οφθαλμοί και ώτα”. Το λογικό, ο λόγος, στον Ηράκλειτο δεν είναι δεμένος με μεταφυσικές, ιδεαλιστικές αντιλήψεις. Για το λόγο έκανε μια έκθεση, που η επίδρασή της φτάνει μέχρι τα χρόνια μας. Όλα στον κόσμο γίνονται λογικά, σύμφωνα μ’ έναν αυστηρό νόμο, αδιάφορα αν δεν το αισθάνονται οι άνθρωποι. Ο λόγος είναι ο κοσμικός νόμος, η δύναμη που βρίσκεται μέσα στα πράγματα. Το ανθρώπινο λογικό είναι ένα κομμάτι, μια συνέπεια του κοσμικού λόγου. Παίρνοντας μέρος σ’ αυτόν οι άνθρωποι γίνονται λογικοί. Γι’ αυτό ο λόγος είναι κοινός και υποχρεωτικός για όλους, μ’ όλο που οι άνθρωποι φαντάζονται και συλλογιούνται και ενεργούν ελεύθερα. Δικαιοσύνη και ηθική την πηγή τους την έχουν στον κοσμικό λόγο. Στον Ηράκλειτο η θεότητα είναι ενδοκοσμικός νους, που δημιουργεί (από μέσα του) τη φύση, την ιστορία, τη θρησκεία, το δίκαιο, την ηθικότητα.

Οι τρεις βασικές έννοιες του πανθεϊσμού του είναι: α) η ενότητα, β) η αιώνια αλλαγή, γ) η αδιάσπαστη νομοτέλεια της κοσμικής τάξης.Η πρώτη ύλη του κόσμου είναι η φωτιά, η θερμότητα, που είναι το πρώτο ευκίνητο στοιχείο μέσα στη φύση. Το πέρασμα από την πρώτη αυτή ύλη σ’ όλες τις άλλες (αέρα, νερό, χώμα) ο Ηράκλειτος το έβλεπε ως μια διαρκή αλλαγή της φωτιάς, δηλ. ως μια αιώνια κίνηση της φωτιάς, που σβήνει και ξανανάβει. Ο πόλεμος (η πάλη) των στοιχείων (“πόλεμος πάντων πατήρ”), η “εναντιοδρομία”, έχει κίνητρο το πυρ. Περίσσευμα θερμότητας σημαίνει περίσσευμα κίνησης και περίσσευμα ψυχρού σημαίνει ακινησία και νέκρα. Ο κόσμος κατά τον Ηράκλειτο. δε δημιουργήθηκε από κανέναν: “κόσμος τόνδε, τον αυτόν απάντων, ούτε τις θεών, ούτε ανθρώπων εποίησεν, αλλ’ ην αεί και έστιν και έσται πυρ αείζωτον“. Ο Ηράκλειτος θεωρείται υλιστής φιλόσοφος και η αντίληψή του για τη σχετική κίνηση και εξέλιξη του κόσμου τον χαρακτηρίζει ως πρόδρομο του διαλεκτικού υλισμού

Η κεντρική ιδέα της φυσικής του είναι αυτή του κύκλου και της αρμονίας των αντιθέτων. Καθοδική κίνηση είναι αυτή της φωτιάς που τίκτει τη θάλασσα, από την οποία πάλι γεννώνται από τη μια η γη κι από την άλλη οι στρόβιλοι του ανέμου. Γιατί είναι αλή­θεια, “όταν πέφτει ο κεραυνός, η βροχή γίνεται βίαια και θυελλώδης”, και, όσον αφορά τη θάλασσα πάλι, ο Ηράκλειτος θα πρέπει να είχε ζήσει από πρώτο χέρι την αργή πρόσχωση του λιμανιού της Εφέσου, που έδιωχνε τη θάλασσα μακριά του. Η αντίθετη, ανοδική κίνηση επαναφέρει τη γη στο νερό και το νερό στη φωτιά μέσω των ξηρών εκπνοών που τρέφουν τα άστρα κι ιδιαίτερα τον ήλιο: γιατί οι εκπνοές αυτές συνιστούν την κατ’ εξοχήν ασώματη αρχή, από την οποία τα πάντα απορρέουν κι η οποία βρί­σκεται σε αέναη ροή. Ανευρίσκουμε λοιπόν και πάλι μέσα σε αυτή τη φυ­σική εξήγηση των ατμοσφαιρικών φαινομένων όχι μόνο ίο θέμα της ανα­κύκλησης και της ενότητας των αντιθέτων αλλά και αυτό του επιμερισμού του Ενός σε πολλά και της επιστροφής του πολλαπλού στο πρωταρχικό Εν.

Στο πεδίο της αστρονομίας τώρα, φαίνεται πως ο Ηράκλειτος γνώριζε την πορεία της Σελήνης και του Ηλίου καθώς και των πλανητών, έχοντας μελετήσει τις τροχιές τους, των οποίων μάλιστα ίσως είχε υπολογίσει την κλίση. Αν κατά παράδοξο τρόπο μας βεβαιώνει πως μέρα και νύχτα είναι ένα και το αυτό, συμβαίνει γιατί καθεμιά τους δίνει ζωή στην άλλη με τον ημερολογιακό ρυθμό, ρυθμό που δίνει υπόσταση στη θεματική της αρμο­νίας των αντιθέτων και της ανακύκλησης.

Ο Ηράκλειτος εκφράζεται με αινίγματα, έλεγαν οι Έλληνες, και υπήρχαν δύο κύριοι λόγοι για κάτι τέτοιο. Πρώτα πρώτα ο χαρακτήρας του ήταν τέτοιος που να τον ευχαριστεί μια γλώσσα εvτυπωσιακή και παραδοξολογούσα. Μπορούσε να μας προσφέρει σαφή παράδοξα, όπως “Καλό και κακό είναι ένα και το αυτό“, ή άλλοτε μια παρομοίωση θελκτική αλλά βασανιστική, όπως: “Ο χρόνος είναι ένα παιδί που παίζει ζάρια· δική του είναι η βασιλεία“· Κατά δεύτερο λόγο ο Ηράκλειτος είναι δύσκολος, γιατί η διανόηση στην περίπτωσή του έφτασε σε στάδιο παράξενα δύσκολο. Δεν μπορούσε να
ανέχεται πια τις αφελείς ιωνικές κοσμογονίες, ούτε να θεωρεί εύκολο και φυσικό να περιορίζει τη ζωή και τη σκέψη στον ζουρλομανδύα της υλικής ουσίας. Ήταν σαφές πώς πολύ γρήγορα θα τον διερρήγνυε.

Η διάρρηξη συνέβη με τρόπο παράξενο και οφειλόταν τελικά στο έργο ενός διανοητή και δυνατού αλλά και περιορισμένου, του οποίου και η δύναμη και οι αυτο-περιορισμοί σχημάτισαν κάτι σαν κοιλάδα στην ελληνική σκέψη. Αυτός ο φιλόσοφος ήταν ο Παρμενίδης, που έζησε το πρώτο μισό του 50υ αιώνα και ήταν το ακριβώς αντίθετο του Ηράκλειτου. Για τον Ηράκλειτο οι μόνες πραγματικότητες ήταν η κίνηση και η μεταβ0λή, για τον Παρμενίδη η κίνηση δεν ήταν δυνατή και τη σύνολη πραγματικότητα αποτελούσε μία και μόνη, ακίνητη και αμετάβλητη ουσία.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ

Γεννήθηκε στην Έφεσο, το 544 π.Χ. και πέθανε το 484 π.Χ. Ο Ηράκλειτος ανήκε σε μια εξαιρετικά διακεκριμένη αριστοκρατική οικογένεια της Εφέσου· φαίνεται, μάλιστα, πως σε όλη του τη ζωή διατήρησε κάποιο αίσθημα περιφρόνησης έναντι των ανθρώπων, λεπτομέρεια έκδηλη σε ορισμένα αποσπάσματα του, όπου στηλιτεύει τα πολιτικά ήθη των συμπολιτών του. Ήταν όμως αντίπαλος τόσο της τυραννίας, όσο και της δημοκρατίας. Πήρε μέρος στους πολιτικούς αγώνες της πατρίδας του, στο πλευρό πάντοτε των αριστοκρατών, καταδικάζοντας την αρχή της ισότητας.

Κάποια παράδοση τον θέλει μελαγχολικό χαρακτήρα ενώ ορισμένοι χριστιανοί, άρα αρκετά μεταγενέστεροι, συγγραφείς ισχυρίζονται πως διώχθηκε για αθεϊσμό. Για τους δασκάλους του δεν γνωρίζουμε και πολλά πράγματα· από ορισμένους μάλιστα θεωρήθηκε μαθητής του Ξενοφάνη: το πιθανότερο, όμως, είναι πως ο τελευταίος είχε ήδη εγκαταλείψει την Ιωνία όταν γεννήθηκε ο Ηράκλειτος. Εν πάση περιπτώσει, όμως, ο Ηράκλειτος θα πρέπει να είχε διαβάσει το ποίημα του και να γνώριζε τις κοσμολογίες των Μιλησίων, εφόσον μας λέει (απ. 38) πως ο Θαλής υπήρξε ο πρώτος αστρονόμος. Μνημονεύει ακόμα τον Πυθαγόρα (απ. 81) και τον Εκαταίο. Είναι πιθανόν, τέλος, ο Παρμενίδης να γνώριζε το έργο του Ηράκλειτου, που πρέπει να ήταν είκοσι πέντε χρόνια μικρότερος του.

Σύµφωνα µε τον Διογένη Λαέρτιο “Όταν του ζήτησαν να θεσπίσει νόµους, αδιαφόρησε τελείως, επειδή είχε ήδη επικρατήσει κακός τρόπος κυβέρνησης της πόλης και πήγε στο ιερό της Αρτέµιδος κι έπαιζε µε τα παιδιά αστραγάλους. Τελικά, µίσησε τους ανθρώπους και έφυγε για να ζήσει στα βουνά τρώγοντας χόρτα και βότανα. Επειδή όµως αυτό έγινε αιτία να αρρωστήσει από υδρωπικία, κατέβηκε στην πόλη και ρωτούσε αινιγµατικά τους γιατρούς αν µπορούσαν µετά από πολλή βροχή να δηµιουργήσουν ξηρασία. Οι γιατροί δεν καταλάβαιναν τι τους έλεγε και αυτός τάφηκε σ’ ένα βουτοστάσιο ελπίζοντας πως η ζεστασιά της κοπριάς θα τραβήξει από µέσα την βλαβερή υγρασία. Όµως ούτε αυτό είχε αποτέλεσµα και έτσι πέθανε.

ΘΕΩΡΙΕΣ

Όπως και ο Ξενοφάνης, ο Ηράκλειτος ξεκινά από την παρατήρηση του κόσμου, τον οποίο θεωρεί και αυτός ως ενιαίο όλο, που ως τέτοιο ούτε γεννήθηκε ούτε και θα χαθεί ποτέ. Και ενώ εκείνος την ουσία του κόσμου τη βρίσκει στη θεότητα, ο Ηράκλειτος τη βλέπει σε μία νοητική αρχή, το λόγο. Η αδιάκοπη αλλαγή, αστάθεια κάθε μερικού, του δημιουργεί τόσο δυνατή εντύπωση, ώστε σ’ αυτό βλέπει τον καθολικό κοσμικό νόμο. Σε αντίθεση με τον Ξενοφάνη και την Ελεατική Σχολή, που πίστευε στην ακινησία του “είναι”, του όντος.

Ο Ηράκλειτος. διακήρυττε πως όλα μεταβάλλονται, τίποτε δε μένει σταθερό, ακίνητο: τα πάντα ρει, δις εις τον αυτόν ποταμόν ουκ αν εμβαίης, “αεί γίγνεσθαι και μεταβάλλεσθαι και μηδέποτε το αυτό μένειν“. Την αδιάκοπη αυτή κίνηση (ροή), κατά την οποία τα πάντα γίνονται και καταστρέφονται, ο Ηράκλειτος την έβλεπε ως μια αέναη πάλη αντίθετων αρχών, “εναντιοδρομία”: πάντα κατ’ έριν γίγνεσθαι. Την κίνηση αυτή και την αλλαγή την υπηρετούν ευεργετικές αντιθέσεις: το αντίξοον συμφέρον και εκ των διαφερόντων καλλίστην αρμονίην. Πηγή για τις σωστές αυτές γνώσεις είναι το λογικό, ο λόγος.

Προς τον ορθολογισμό κλίνει και ο Ηράκλειτος: κακοί μάρτυρες ανθρώποισιν οφθαλμοί και ώτα. Το λογικό, ο λόγος, στον Ηράκλειτο δεν είναι δεμένος με μεταφυσικές, ιδεαλιστικές αντιλήψεις. Για το λόγο έκανε μια έκθεση, που η επίδρασή της φτάνει μέχρι τα χρόνια μας. Όλα στον κόσμο γίνονται λογικά, σύμφωνα μ’ έναν αυστηρό νόμο, αδιάφορα αν δεν το αισθάνονται οι άνθρωποι. Ο λόγος είναι ο κοσμικός νόμος, η δύναμη που βρίσκεται μέσα στα πράγματα. Το ανθρώπινο λογικό είναι ένα κομμάτι, μια συνέπεια του κοσμικού λόγου. Παίρνοντας μέρος σ’ αυτόν οι άνθρωποι γίνονται λογικοί. Γι’ αυτό ο λόγος είναι κοινός και υποχρεωτικός για όλους, μ’ όλο που οι άνθρωποι φαντάζονται και συλλογιούνται και ενεργούν ελεύθερα. Δικαιοσύνη και ηθική την πηγή τους την έχουν στον κοσμικό λόγο. Στον Η. η θεότητα είναι ενδοκοσμικός νους, που δημιουργεί (από μέσα του) τη φύση, την ιστορία, τη θρησκεία, το δίκαιο, την ηθικότητα.

Οι τρεις βασικές έννοιες του πανθεϊσμού του είναι: α) η ενότητα, β) η αιώνια αλλαγή, γ) η αδιάσπαστη νομοτέλεια της κοσμικής τάξης. Η πρώτη ύλη του κόσμου είναι η φωτιά, η θερμότητα, που είναι το πρώτο ευκίνητο στοιχείο μέσα στη φύση. Το πέρασμα από την πρώτη αυτή ύλη σ’ όλες τις άλλες (αέρα, νερό, χώμα) ο Ηράκλειτος το έβλεπε ως μια διαρκή αλλαγή της φωτιάς, δηλ. ως μια αιώνια κίνηση της φωτιάς, που σβήνει και ξανανάβει. Ο πόλεμος (η πάλη) των στοιχείων (“πόλεμος πάντων πατήρ”), η “εναντιοδρομία”, έχει κίνητρο το πυρ. Περίσσευμα θερμότητας σημαίνει περίσσευμα κίνησης και περίσσευμα ψυχρού σημαίνει ακινησία και νέκρα. Ο κόσμος κατά τον Ηράκλειτο. δε δημιουργήθηκε από κανέναν: “κόσμος τόνδε, τον αυτόν απάντων, ούτε τις θεών, ούτε ανθρώπων εποίησεν, αλλ’ ην αεί και έστιν και έσται πυρ αείζωτον“. Ο Ηράκλειτος θεωρείται υλιστής φιλόσοφος και η αντίληψή του για τη σχετική κίνηση και εξέλιξη του κόσμου τον χαρακτηρίζει ως πρόδρομο του διαλεκτικού υλισμού.

Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ ΚΑΙ ΤΟΥ ΞΕΝΟΥ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ

Στην Αρχαία Ελλάδα αναγνώριζαν ως πολίτη αυτόν που συμμετείχε στη θρησκευτική ζωή της πόλης, και με βάση την συμμετοχή του αυτή αποκτούσε τα αστικά και πολιτικά του δικαιώματα. Όποιος όμως απαρνιόταν τη λατρεία, απαρνιόταν κατ' επέκταση και τα δικαιώματά του. Έχουμε ήδη αναφερθεί στα δημόσια γεύματα τα οποία αποτελούσαν την βασική τελετή της τοπικής λατρείας. Στην περίπτωση της Σπάρτης, όταν κάποιος δεν έπαιρνε μέρος στα δημόσια γεύματα αυτόματα διαγραφόταν από την τάξη των πολιτών, ακόμη και αν δεν ευθυνόταν ο ίδιος για την αποχή του. Στην Αθήνα, όποιος δεν συμμετείχε στις γιορτές που γίνονταν προς τιμήν των Θεών της πόλης έχανε τα δικαιώματα του πολίτη.

Στη Ρώμη, η παρουσία στην ιερή τελετή του εξαγνισμού ήταν απαραίτητη προϋπόθεση ώστε να μπορεί κάποιος να απολαμβάνει πολιτικών δικαιωμάτων. Ο άντρας που δεν συμμετείχε στις κοινές προσευχές και θυσίες έχανε τα πολιτικά του δικαιώματα μέχρι την επόμενη τελετή εξαγνισμού.

Αν θέλουμε να δώσουμε μια ακριβή έννοια στον όρο πολίτης, θα λέγαμε ότι ήταν ο άνθρωπος που ασπαζόταν τη θρησκεία της πόλης του. Αντίθετα, ξένος ήταν αυτός που δεν του επιτρεπόταν να παίρνει μέρος στην τελετή της λατρείας, δεν τον προστάτευαν οι θεοί της πόλης και ούτε είχε το δικαίωμα να τους επικαλείται. Έτσι και οι θεοί της πόλης επιθυμούσαν τις προσευχές και τις προσφορές μόνο των πολιτών" δεν δέχονταν τους ξένους, τους απαγόρευαν να εισέρχονται στους ναούς και η παρουσία τους στην τελετή των θυσιών εθεωρείτο ιεροσυλία. Την ίδια τακτική ακολουθούσαν και οι Ρωμαίοι σε μια από τις βασικές τελετουργίες της λατρείας τους. Ο ποντίφικας όταν τελούσε θυσίες στο ύπαιθρο όφειλε, κατά τη διάρκεια της θρησκευτικής πράξης που ήταν αφιερωμένη στους θεούς της πόλης, να σκεπάζει το πρόσωπό του μπροστά από την ιερή φωτιά, ώστε να μην μπορεί να το δεί κάποιος ξένος, διότι οι οιωνοί θα καταστρέφονταν. Θεωρούσαν επίσης βέβηλο το ιερό εκείνο αντικείμενο το οποίο είχε αγγίξει ένας ξένος και μόνο με εξιλεωτική τελετή μπορούσε να αποκτήσει πάλι το θρησκευτικό του χαρακτήρα.
Και αν ο εχθρός εισέβαλλε στην πόλη και οι πολίτες κατάφερναν να την απελευθερώσουν, το πιο σημαντικό μέλημά τους ήταν να εξαγνίσουν όλους τους ναούς και να ξανανάψουν όλες τις σβησμένες φωτιές. Η παρουσία του ξένου, στην προκειμένη περίπτωση του εχθρού, τους είχε βεβηλώσει.

Έτσι, η θρησκεία ήταν εκείνη που διαχώριζε καθοριστικά και ανεξάλειπτα τον πολίτη από τον ξένο.
Οσο καιρό λοιπόν η θρησκεία κυριαρχούσε τα πνεύματα των ανθρώπων, απαγόρευε να δοθεί το δικαίωμα του πολίτη σε έναν ξένο. Την εποχή του Ηρόδοτου, η Σπάρτη παρεχώρησε το δικαίωμα του πολίτη μόνο σε ένα μάντη και ακόμη για αυτή την μοναδική περίπτωση η επίσημη εντολή του μαντείου ήταν απαραίτητη. Η Αθήνα παραχωρούσε μερικές φορές το δικαίωμα του πολίτη, αλλά με έντονες επιφυλάξεις!

Πρώτα, έπρεπε ο λαός να αποφασίσει με μυστική ψηφοφορία για να γίνει δεκτός ένας ξένος.
Το πρώτο αυτό στάδιο δεν ήταν καθοριστικό, διότι 9 ημέρες μετά μια δεύτερη συγκέντρωση των πολιτών έπρεπε να επικυρώσει τα αποτελέσματα της πρώτης ψηφοφορίας με 6 χιλιάδες ψήφους υπέρ, αριθμός που ήταν υπερβολικά μεγάλος, αν αναλογιστούμε ότι ήταν σπάνιο γεγονός μια αθηναϊκή συγκέντρωση να μαζέψει τόσους πολίτες. Στη συνέχεια η απόφαση των δύο συγκεντρώσεων έπρεπε να επικυρωθεί από την ψήφο της συγκλήτου. Τέλος, ο κάθε πολίτης μπορούσε να προβάλει βέτο υποστηρίζοντας ότι το ψήφισμα παραβίαζε τους αρχαίους νόμους. Βέβαια, καμία άλλη απόφαση της συγκέντρωσης των πολιτών δεν δημιουργούσε στο νομοθέτη τόσες δυσκολίες και επιφυλάξεις όσες η απόφαση της απόδοσης σε έναν ξένο τον τίτλο του πολίτη. Ακόμη και οι διαδικασίες για την κήρυξη ενός πολέμου ή την έγκριση ενός καινούργιου νόμου δεν ήταν τόσο σημαντικές. Γιατί όμως οι άνθρωποι αυτοί προέβαλλαν τόσα εμπόδια στον ξένο που επιθυμούσε να γίνει πολίτης; Σίγουρα όχι από φόβο μήπως η ψήφος του ανατρέψει την ισορροπία των πολιτικών συγκεντρώσεων.

Ο Δημοσθένης μάς αποκαλύπτει τα πραγματικά κίνητρα και σκέψεις των Αθηναίων: «Έπρεπε να διατηρήσουν την αγνότητα των θυσιών» και με τον αποκλεισμό του ξένου «προστάτευαν την ιερή τελετή».

Ο ξένος που έπαιρνε τον τίτλο του πολίτη "μπορούσε να συμμετέχει στη θρησκεία και στις θυσίες." Έτσι, οι άνθρωποι δεν θεωρούσαν ότι ήταν πνευματικά εντελώς ελεύθεροι, όπως αρμόζει σε μια τέτοια ιερή πράξη, και θρησκευτικοί ενδοιασμοί γέμιζαν την ψυχή τους, εφόσον γνώριζαν ότι οι Θεοί της πόλης αποστρέφονταν τους ξένους και ότι η παρουσία των νεοφερμένων θα καθιστούσε πιθανότατα τη θυσία ανώφελη.

Η απόδοση των δικαιωμάτων του πολίτη σε έναν ξένο αποτελούσε πραγματική παραβίαση των βασικών αρχών της θρησκείας της πόλης, γι' αυτό το λόγο σε μια πόλη δέχονταν αρχικά πολύ λίγους ξένους.

Πρέπει να αναφέρουμε ότι αυτός που τόσο δύσκολα έπαιρνε τον τίτλο του πολίτη δεν έπρεπε να είναι δικαστής ή ιερέας. Η πόλη όντως επέτρεπε στον ξένο να λαμβάνει μέρος στη λατρεία, αλλά σε καμία περίπτωση δεν θα ήταν αυτός που θα καθοδηγούσε την τελετή. Κανείς δεν μπορούσε να γίνει Αθηναίος πολίτης από τη στιγμή που ήταν πολίτης σε άλλη πόλη, διότι ήταν αδύνατον με βάση τα θρησκευτικά δεδομένα να είναι κάποιος μέλος συγχρόνως σε δύο πόλεις, όπως ήταν εξίσου αδύνατον να ανήκει σε δύο οικογένειες. Κανείς δεν μπορούσε να ασπάζεται συγχρόνως δύο θρησκείες.

Όπως αναφέραμε πιo πάνω, η συμμετοχή στη λατρεία επέτρεπε αυτόματα και την απόκτηση δικαιωμάτων. Από τη στιγμή που ο πολίτης έπαιρνε μέρος στη θυσία η οποία προηγείτο της συγκέντρωσης των πολιτών, μπορούσε επίσης να συμμετάσχει στην ψηφοφορία της συγκέντρωσης.
Εφόσον έκανε θυσίες στο όνομα της πόλης, μπορούσε να προαχθεί σε πρύτανη ή άρχοντα. Ασπαζόμενος τη θρησκεία της πόλης μπορούσε να επικαλείται τα δικαιώματά του με βάση τους νόμους της και να κάνει όλες τις τελετές που του επέτρεπαν οι νομικές διαδικασίες.

Αντίθετα, ο ξένος που δεν συμμετείχε στη θρησκευτική ζωή, δεν συμμετείχε ούτε στη νομοθεσία.
Και αν εισερχόταν στον ιερό χώρο που οι ιερείς είχαν καθορίσει για τη συγκέντρωση, τον τιμωρούσαν με θάνατο. Οι νόμοι της πόλης δεν ίσχυαν γι' αυτόν. Αν διέπραττε έγκλημα τον μεταχειρίζονταν ως σκλάβο και τον τιμωρούσαν χωρίς δικαστική απόφαση, εφόσον η πόλη δεν ήταν υποχρεωμένη να του παράσχει νομική προστασία. Όταν οι άνθρωποι αντιλήφθηκαν την ανάγκη ύπαρξης νομοθεσίας για τους ξένους, ήταν απαραίτητο να εγκαθιδρύσουν ειδικό δικαστήριο. Στη Ρώμη, ο δικαστής όφειλε να «γίνει ο ίδιος ξένος» για να δικάσει έναν ξένο, - preator peregrinus. Στην Αθήνα, δικαστής των ξένων ήταν ο πολέμαρχος, δηλαδή ο υπεύθυνος δικαστής για θέματα πολέμου και διαπραγματεύσεων με τον εχθρό.

Στη Ρώμη και στην Αθήνα δεν επιτρεπόταν στον ξένο να αποκτήσει ιδιοκτησία, δεν μπορούσε να παντρευτεί, και αν παντρευόταν ο γάμος δεν είχε ισχύ και τα παιδιά του θεωρούνταν νόθα. Δεν μπορούσε να υπογράψει συμβόλαιο με έναν πολίτη, διότι ο νόμος σε καμία περίπτωση δεν αναγνώριζε την εγκυρότητα του συμβολαίου. Αρχικά, δεν του επιτρεπόταν να συμμετέχει ούτε στο εμπόριο. Ο ρωμαϊκός νόμος του απαγόρευε να κληρονομήσει έναν πολίτη καθώς επίσης απαγόρευε στον πολίτη να κληρονομήσει τον ξένο. Ο νόμος αυτός έγινε τόσο αυστηρός, ώστε εάν ένας ξένος αποκτούσε το δικαίωμα του πολίτη, ο γιος του, που είχε έρθει στον κόσμο πριν το γεγονός αυτό, δεν έπαιρνε τον τίτλο του πολίτη και εν αντιθέσει με τον πατέρα του τον θεωρούσαν ξένο, μη μπορώντας έτσι να τον κληρονομήσει. Η διάκριση ανάμεσα σε πολίτη και ξένο ήταν πιο δυνατή από τη φυσική σχέση πατέρα και γιου.

Εκ πρώτης όψεως, ο σκοπός φαίνεται να ήταν η καθιέρωση ενός συστήματος που θα δημιουργούσε πολλά προβλήματα στους ξένους. Όμως στην πραγματικότητα δεν ήταν αυτός ο σκοπός. Αντίθετα, στην Αθήνα και στη Ρώμη καλωσόριζαν τους ξένους με ωραίες υποδοχές για εμπορικούς και πολιτικούς λόγους.

Αλλά ούτε οι καλές τους προθέσεις ούτε τα συμφέροντα τους μπορούσαν να επικρατήσουν των αρχαίων νόμων, που είχε εγκαθιδρύσει η θρησκεία. Η θρησκεία δεν επέτρεπε σε έναν ξένο να γίνει ιδιοκτήτης, γιατί δεν ήταν δυνατόν να κατέχει μέρος των ιερών χωμάτων της πόλης. Ο ξένος δεν επιτρεπόταν να κληρονομήσει τον πολίτη ούτε ο πολίτης τον ξένο, διότι κάθε μεταβίβαση περιουσίας συμπεριελάμβανε την μεταβίβαση της λατρείας, και ήταν εξίσου αδύνατο για τον πολίτη να τελεί τη λατρεία του ξένου όσο για τον ξένο τη λατρεία του πολίτη.

Επιτρεπόταν μεν στους πολίτες να καλωσορίσουν έναν ξένο, να του παρέχουν προστασία, ακόμη και να τον εκτιμούν στην περίπτωση που ήταν πλούσιος και αξιότιμος, αλλά δεν του επέτρεπαν να συμμετέχει στις θρησκευτικές τελετές και στη νομοθεσία τους. Ακόμη και οι σκλάβοι σε ορισμένες περιπτώσεις τύχαιναν καλύτερης μεταχείρισης, διότι ο σκλάβος, ως μέλος της οικογένειας που έπαιρνε μέρος στις θρησκευτικές τελετές, συνδεόταν μέσω του κυρίου του με την πόλη και οι Θεοί τον προστάτευαν. Η ρωμαϊκή θρησκεία δίδασκε ότι ο τάφος του σκλάβου ήταν ιερός, ενώ αυτός του ξένου όχι.

Ένας ξένος έπρεπε να βρίσκεται υπό την προστασία ενός πολίτη για να μπορεί να επικαλείται το νόμο, να ασχολείται με το εμπόριο, να υπογράφει συμβόλαια, να απολαμβάνει ήρεμα την περιουσία του και για να έχει το δικαίωμα να τον προστατεύουν οι νόμοι της πόλης. Στην Αθήνα και στη Ρώμη ήταν απαραίτητο κάθε ξένος να έχει έναν προστάτη. Ο ξένος με το να αποδέχεται έναν πολίτη ως προστάτη του, αποκτούσε δεσμούς με την πόλη και από τότε απολάμβανε μερικά ωφελήματα του αστικού νόμου που δεν μπορούσαν να του τα στερήσουν.

ΓΙΑΤΙ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΜΟΝΟ... ΦΙΛΟΝΙΚΟΥΜΕ;

Το "ανέκδοτο" βάλε έναν Έλληνα μόνο του και θα κάνει θαύματα, βάλε δυο και θα σκοτωθούν μεταξύ τους, έχει βαθιά αίτια!

ΦΙΛΟΝΙΚΟΥΜΕ:

ΓΙΑΤΙ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΝΕΧΟΥΣ ΠΟΛΕΜΟΥ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ, (ΞΕ)ΧΑΣΑΜΕ ΕΠΕΙΔΗ ΜΑΣ ΕΠΟΚΟΨΑΝ ΔΙΑ ΤΗΣ ΒΙΑΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΡΧΕΣ ΠΟΥ ΔΙΕΠΟΥΝ ΤΗΝ ΟΝΤΟΛΟΓΙΚΗ ΜΑΣ ΥΠΟΣΤΑΣΗ.

ΑΡΧΕΣ ΠΟΥ ΔΙΝΟΥΝ ΤΗΝ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΝΑ ΦΤΑΣΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΣΤΟ ΜΕΓΙΣΤΟ ΔΥΝΑΤΟ, ΔΗΛΑΔΗ ΣΤΟΝ ΦΥΣΙΚΟ ΤΟΥ ΠΡΟΟΡΙΣΜΟ.

ΣΤΟ ΒΕΛΤΙΣΤΟ, ΣΚΟΠΟ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΟΣΜΟΘΕΑΣΗΣ.

ΑΡΧΕΣ ΠΟΥ Η ΕΛΕΙΨΗ ΤΟΥΣ ΠΑΡΑΓΕΙ ΕΓΩΚΕΝΤΡΙΚΑ, Α-ΝΟΗΤΑ ΚΑΙ ΑΝΕΥΘΥΝΑ ΑΤΟΜΑ...

Η ΑΠΟΤΥΧΙΑ ΤΩΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΩΝ 2 ΧΙΛΙΑΔΩΝ ΕΤΩΝ ΝΑ ΔΩΘΟΥΝ ΣΤΟ ΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΑ ΑΝΑΓΚΑΙΑ ΟΠΩΣ: ΑΡΧΕΣ, ΗΘΟΣ, ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ, ΕΥΝΟΜΙΑ, ΤΡΟΠΟ ΟΝΤΟΛΟΓΙΚΗΣ ΑΥΤΟΒΕΛΤΙΩΣΗΣ, ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΟΡΘΑ ΠΡΟΤΥΠΑ ΜΙΜΗΣΗΣ, Η ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ ΣΩΣΤΗΣ ΣΤΑΣΗΣ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ, ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΕ ΣΕ ΟΝΤΟΛΟΓΙΚΟ ΕΠΙΠΕΔΟ ΚΕΝΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΑΓΚΗ ΓΙΑ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΠΑΡΑΠΑΝΩ ΠΟΥ ΕΛΕΙΠΑΝ...
ΚΑΙ ΩΩΩ! ΤΙ ΕΚΠΛΗΞΗ! ΕΠΙΣΤΡΕΨΑΜΕ ΣΤΙΣ ΑΡΧΕΣ, ΣΤΙΣ ΡΙΖΕΣ ΜΑΣ!
ΑΛΗΘΙΝΕΣ ΚΑΙ ΩΦΕΛΙΜΕΣ...
...ΦΩΤΕΙΝΕΣ!

ΕΠΕΙΔΗ ΚΑΠΟΙΟΙ ΣΥΝΕΧΙΖΟΥΝ ΤΗΝ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ...ΙΣΩΣ ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΕΝΤΟΠΙΣΑΝ ΤΗΝ ΑΙΤΙΑ ΤΟΥ ΚΕΝΟΥ ΤΟΥΣ ΣΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΕΠΙΠΕΔΟ, ΑΛΛΑ ΤΟ ΕΝΤΟΠΙΣΑΝ ΚΑΙ "ΣΤΟΧΕΥΣΑΝ" ΣΕ ΑΛΛΑ ΠΙΟ ΠΕΖΑ... ΓΡΑΦΕΤΑΙ ΑΥΤΟ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ.

ΣΗΜΕΡΑ, ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ ΠΟΥ ΠΑΛΕΥΕΙ ΝΑ ΚΑΛΥΨΕΙ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑ, ΒΙΩΝΟΥΜΕ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΟΠΟΥ Η ΣΥΝΕΝΝΟΗΣΗ ΜΕΤΑΞΥ ΜΑΣ, Ο ΤΡΟΠΟΣ ΠΟΥ ΑΝΤΙΛΑΜΒΑΝΕΤΑΙ Ο ΚΑΘΕΝΑΣ ΜΑΣ ΕΝΝΟΙΕΣ, ΤΡΟΠΟΥΣ, ΣΤΑΣΗ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΕ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΚΑΙ ΤΕΚΤΕΝΟΜΕΝΑ... ΔΙΑΦΕΡΟΥΝ, Ο ΚΑΘΕΝΑΣ ΠΡΑΤΤΕΙ ΚΑΤΑ ΤΟ ΔΟΚΟΥΝ.

ΤΑ ΑΥΤΟΝΟΗΤΑ ΤΟΥ ΚΑΘΕΝΟΣ ΜΑΣ...ΔΕΝ ΣΥΜΠΙΠΤΟΥΝ ΚΑΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥΝ ΠΟΛΩΣΗ ΚΑΙ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΕΠΙΣΤΡΕΦΟΥΝ ΣΕ ΕΜΑΣ ΤΟΥΣ ΙΔΙΟΥΣ.

Η ΔΙΑΥΓΕΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟΥΣΑ!
ΟΠΩΣ ΚΑΙ Ο ΚΟΙΝΟΣ ΝΟΥΣ!

ΟΙ ΑΛΗΘΙΝΕΣ ΑΡΧΕΣ "ΟΔΗΓΙΕΣ ΠΡΟΣ ΝΑΥΤΙΛΟΜΕΝΟΥΣ" ΠΟΥ ΟΙ ΠΡΟΓΟΝΟΙ ΜΑΣ, ΜΑΣ ΚΛΗΡΟΔΟΤΗΣΑΝ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΠΑΡΑΚΑΤΩ.

ΕΙΝΑΙ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΟΙ ΣΗΜΕΡΑ ΠΟΥ Η ΑΝΑΓΚΗ ΑΠΑΙΤΕΙ ΑΠΟ ΜΑΣ ΝΑ ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΝΩΜΕΝΟΙ ΣΑΝ ΜΙΑ ΓΡΟΘΙΑ ΚΑΙ ΠΑΡΟΝΤΕΣ...ΣΤΗΝ ΜΑΧΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ!
ΑΥΤΟΒΕΛΤΙΩΣΗ. ΠΩΣ ΘΑ ΕΛΕΓΧΩ ΤΑ "ΤΟΥ ΕΑΥΤΟΥ ΜΟΥ";

Ο ΕΝΑΣ ΟΔΗΓΟΣ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΕΝ-ΘΥΜΗΘΟΥΜΕ ΤΑ ΔΕΛΦΙΚΑ ΠΑΡΑΓΓΕΛΜΑΤΑ ΚΑΙ ΝΑ ΤΑ ΦΕΡΟΥΜΕ ΩΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΚΑΙ ΣΚΕΨΕΙΣ ΣΤΗΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑ ΜΑΣ.

Ο ΑΛΛΟΣ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΠΥΘΑΓΟΡΕΙΑ ΧΡΥΣΑ ΈΠΗ.

Φενάκες: Οι δαίμονες της παραπλάνησης αφελών και μη

"Καμιά προκοπή. Παντού στάχτη. Παντού φόνοι.
Κάθε μέρα φέρνει μιαν άλλη μέρα και εξαντλείται βαθμηδόν η παρακαταθήκη των στιλβωτηρίων.
Λίγοι γενναίοι ακολουθούν, ξεπετσώνουν τα μπράτσα τους και φορούν μεγάλες ομπρέλες μπρος σε καθρέφτες γαλακτερούς.
Οι νέες που έμειναν ριζωμένες επάνω στα ίχνη τους γονιμοποιούν τις σκιές τους.
Δυο νεράιδες ασθμαίνουν.
Ένας κόλουρος επιμένει.
Οι τρίχες της κεφαλής του απεδείχθησαν τετελεσμένα γεγονότα".

Έτσι μας περιγράφει στην συλλογή ποιημάτων του Υψικάμινος, ο Ανδρέας Εμπειρίκος, την Φενάκη. Τι είναι όμως η Φενάκη και τι οι Φενάκες; Δεν θα είναι δύσκολο θαρρώ να περιγραφεί. Οι εποχές ετούτες κατακλύζονται από αυτούς τους δαίμονες.

Στην αρχαία Ελληνική μυθολογία και λατρεία, με την ονομασία Φενάκες ήταν γνωστοί κάποιοι δαίμονες, τους οποίους επικαλούνταν και ζητούσαν τη βοήθειά τους οι αρχαίοι Αθηναίοι όσες φορές επιθυμούσαν να εξαπατήσουν κάποιον άνθρωπο.

Ο αρχικός τύπος ήταν ο φαίναξ, του φαίνακος, από το ρήμα φαίνω – φαίνομαι, δηλαδή φανερώνω. Ο φαίναξ ήταν ο απατεώνας, που με την σειρά του μας έδωσε το φέναξ, φένακος.

Το αι της φενάκης μονοφθογγίστηκε γλωσσολογικώς, οι δύο φθόγγοι απλοποιήθηκαν και έγιναν ένας, ε. Λέξη πολύ παλιά, οι μαρτυρίες αναφέρουν ότι ο Φαίναξ ήταν κύριο όνομα, το ανθρωπωνύμιο pa-na-ki μια δοτική των μυκηναϊκών χρόνων, που απαντάται στις πινακίδες της μυκηναϊκής Β γραφής.

Με την φενάκη ως πρώτη έννοια εννοούσαν και την περούκα. Η περούκα κρύβει μια ατέλεια, άρα απατά, εξαπατά, φενακίζει. Η φενάκη, η εξαπάτηση, ο φενακισμός είναι η παραπλάνηση αφελών και μη.

Φενάκη, λοιπόν, είναι η απάτη η ψευτιά η πλάνη το ψέμα που λέγεται για εξαπάτηση, η παραπλάνηση. Επικαλούμαστε την Φενάκη για να κρύψουμε ένα μυστικό, μία ιδέα, μία ιδεολογία, ακόμα και μια ιδεοληψία, όπως συνηθίζουμε να αποκαλούμε την εμμονή μας σε συγκεκριμένες πεποιθήσεις, με τελικό σκοπό την εξαπάτηση.

Λέμε ή ακούμε καμιά φορά προτάσεις όπως: "Οι υποσχέσεις του, τα λόγια του αποδείχτηκαν φενάκη" και το μυαλό μας πάει κατευθείαν στους πολιτικούς αυτού του τόπου.

Είναι βέβαιο ότι τους Φένακες τους επικαλούνται αυτή η μερίδα των πολιτών σε καθημερινή βάση. Όμως αυτοί που τους επικαλούνται, δεν είναι ο καθρέφτης αυτών που τους ψηφίζουν; Όπως προαναφέραμε: "ο φενακισμός είναι η παραπλάνηση αφελών και μη". Αφελών και μη...

Οι Φένακες λοιπόν συνεχίζουν να ζουν και ουδέποτε ξεπέσανε στην λήθη. Απόδειξη; Ας κοιτάξουμε γύρω μας. Ετούτος ο τόπος ο πλανεμένος και βαθιά εξαπατημένος, είναι η απόδειξη.

Η Προϊστορία της Αθήνας – Πλάτων, Κριτίας

Πρώτα απ’ όλα, πρέπει να θυμηθούμε ότι πέρασαν συνολικά εννέα χιλιάδες χρόνια από τότε που έγινε ο πόλεμος ανάμεσα σ’ εκείνους που ζούσαν έξω από τις στήλες του Ηρακλή και σ’ όλους εκείνους που κατοικούσαν στο μέσα μέρος. Οφείλω λοιπόν να σας μιλήσω για τον πόλεμο με όλες τις λεπτομέρειες. Στην αρχηγία όσων κατοικούσαν μέσα λέγεται πως είχε αυτή η πόλη μέχρι το τέλος του πολέμου, ενώ των άλλων αρχηγοί ήταν οι βασιλιάδες της νήσου Ατλαντίδας, που, όπως είπαμε, ήταν κάποτε μεγαλύτερη από τη Λιβύη και την Ασία μαζί.Τώρα που βυθίστηκε από σεισμούς, έχει καλυφθεί από λάσπη, η οποία εμποδίζει όσους θέλουν να ταξιδέψουν στονωκεανό που βρίσκεται πιο πέρα. Στα πολυάριθμα βαρβαρικά έθνη και όλα τα Ελληνικά γένη που υπήρχαν εκείνη την εποχή, θα τα φανερώσει ο λόγος σαν να σηκώνει ότι συναντά σε κάθε σημείο πρέπει όμως στην αρχή να πω πρώτα για τους Αθηναίους εκείνης της εποχής και τους εχθρούς, που πολέμησαν μεταξύ τους, για τη στρατιωτική δύναμη και τα πολιτεύματα τους. Από αυτά λοιπόν πρέπει να προτιμήσω ν’ αναφέρω πρώτα τα εξής.

Κάποτε οι θεοί έβαλαν σε κλήρο τις διάφορες περιοχές όλης της γης και τις μοιράστηκαν μεταξύ τους, χωρίς τσακωμούς. Δεν θα ήταν ασφαλώς σωστό να μην ξέρουν τι ανήκει στον καθένα τους ούτε να θέλουν να πάρουν με έριδες κάτι, αν και ξέρουν ότι ανήκει σε κάποιον άλλο. Αφού λοιπόν έγινε η διανομή με κλήρο, πήρε καθένας το μερίδιο του και κατοίκησαν στην περιοχή που κέρδισαν. Κι όταν εγκαταστάθηκαν, μας έτρεφαν σαν κοπάδια, δικά τους αποκτήματα και ζωντανά, χωρίς να χρησιμοποιούν όμως σωματική βία, σαν τους βοσκούς που οδηγούν τα κοπάδια στη βοσκή χτυπώντας τα. Επειδή ο άνθρωπος είναι ευκολοκυβέρνητο πλάσμα, κατευθύνουν, όπως το πλοίο από την πρύμνη με το πηδάλιο, αγγίζοντας την ψυχή με την πειθώ ανάλογα με τις διαθέσεις τους, και δίνοντας κατεύθυνση μ’ αυτό τον τρόπο κυβερνούσαν όλους τους θνητούς. Άλλοι λοιπόν από τους θεούς, αφού πήραν με κλήρο διάφορους τόπους, τους τακτοποίησαν. Tον Ήφαιστο και την Αθηνά όμως, επειδή είχαν κοινή φύση, σαν αδέλφια από τον ίδιο πατέρα, και είχαν την ίδια κατεύθυνση στη σοφία και τις καλές τέχνες, έτυχε να πέσει στον κλήρο αυτή εδώ η περιοχή, η οποία από τη φύση της τους ταίριαζε και ήταν κατάλληλη για την αρετή και τη φρόνηση τους. Έφτιαξαν λοιπόν εκεί καλούς κατοίκους και τους βοήθησαν ν’ αντιληφθούν ποιος ήταν ο σωστότερος τρόπος για τη διακυβέρνηση της πολιτείας τους. Τα ονόματα των ντόπιων εκείνης της εποχής έχουν διατηρηθεί μέχρι σήμερα, έχουν όμως χαθεί τα έργα τους από τις πολλές καταστροφές που έκαναν οι διάδοχοι τους και από τη φθορά του χρόνου. Όπως ήδη έχει αναφερθεί, όσοι επιζούσαν μετά από κάθε καταστροφή ήταν αγράμματοι βουνίσιοι, που είχαν ακούσει μόνο τα ονόματα των παλιών ηγετών αλλά γνώριζαν ελάχιστα πράγματα για τα έργα τους. Έτσι, προτιμούσαν να δίνουν αυτά τα ονόματα στα παιδιά τους, αγνοούσαν όμως τις αρετές και τους νόμους των προγενέστερων, εκτός από κάποιες ασαφείς πληροφορίες που είχε τύχει ν’ ακούσουν για τον καθένα. Και επειδή ακόμα οι ίδιοι και τα παιδιά τους επί πολλές γενιές δεν είχαν τα αναγκαία μέσα για τη συντήρηση τους, σκέφτονταν συνεχώς για τα πράγματα που τους έλειπαν, χωρίς να δίνουν καμιά σημασία σε όσα είχαν συμβεί προηγουμένως τα περασμένα χρόνια. Οι ιστορικές γνώσεις και η έρευνα του παρελθόντος ήρθαν και τα δυο στις πόλεις αργότερα, όταν οι άνθρωποι είχαν εξασφαλίσει τα απαραίτητα για τη ζωή τους, και όχι πριν”. Με αυτό τον τρόπο διατηρήθηκαν τα ονόματα των αρχαίων αλλά όχι και τα έργα τους.

Αναφέρω αυτά συμπεραίνοντας από το ότι ο Σόλωνας είπε πως οι Αιγύπτιοι ιερείς, περιγράφοντας τον πόλεμο εκείνης της εποχής, με αυτά ως επί το πλείστον ονόμαζαν εκείνους, όπως του Κέκροπα, του Ερεχθέα, του Εριχθόνιου, του Ερυσίχθονα, καθώς και πολλά άλλα που αναφέρονταν σε ήρωες παλαιότερους από τον Θησέα. Με τον ίδιο τρόπο διατηρήθηκαν και τα ονόματα των γυναικών. Ακόμα, η εικόνα και το άγαλμα της θεάς δείχνουν ότι εκείνη την εποχή οι πολεμικές ασχολίες ήταν κοινές και για τις γυναίκες και για τους άνδρες. Έτσι, σύμφωνα μ’ εκείνο το έθιμο, η θεά οπλισμένη ήταν αφιέρωμα για τους τότε κατοίκους, απόδειξη ότι όλα τα ζώα, αρσενικά και θηλυκά, που ζουν μαζί, είναι ικανά από τη φύση τους να εξασκούν τις ικανότητες που έχει το γένος του καθενός.

Μ’ εκείνο τον τόπο κατοικούσαν τότε και οι άλλες τάξεις των πολιτών που ασχολούνταν με τις τέχνες και τη γεωργία, υπήρχε επίσης και η τάξη των πολεμιστών από άνδρες που είχαν θεϊκή καταγωγή. Η τάξη αυτή χωρίστηκε από την αρχή και κατοικούσε σε ιδιαίτερη περιοχή, έχοντας ότι χρειαζόταν για την τροφή και την εκπαίδευση της, χωρίς κανένας τους να έχει τίποτα δικό του αλλά όλα τα πράγματα θεωρούνταν κοινά για όλους. Δεν δέχονταν από τους άλλους πολίτες τίποτα πέρα από αρκετή τροφή κι έκαναν όλες τις δουλειές που αναφέραμε χθες, όταν μιλήσαμε για τους διορισμένους φύλακες. Ακόμα, λεγόταν για τη χώρα μας το εξής πιθανό και πιστευτό, ότι δηλαδή τα σύνορα της τότε έφθαναν μέχρι τον Ισθμό, και από το άλλο μέρος της ξηράς μέχρι τον Κιθαιρώνα και την Πάρνηθα, κι ότι κατέβαιναν τα σύνορα μέχρι τον Ασωπό ποταμό έχοντας στα δεξιά την Ωρωπία και στ’ αριστερά τη θάλασσα.

Αυτός ο τόπος ξεπερνούσε κάθε άλλον στη γονιμότητα,γι’ αυτό και μπορούσε τότε να τρέφει πολύ στρατό που προερχόταν από γειτονικά μέρη. Μεγάλη μάλιστα απόδειξη της γονιμότητας του είναι το γεγονός ότι το μέρος που απέμεινε σήμερα από εκείνη την περιοχή ξεπερνάει οποιονδήποτε άλλο τόπο στην παραγωγή και την αφθονία καρπών, ενώ επίσης είναι πλούσιο σε βοσκοτόπια για όλα τα είδη ζώων. Εκείνη την εποχή, εκτός από τις φυσικές καλλονές, αυτά όλα τα είχε σε αφθονία. Πώς όμως μπορούν ν’ αποδειχτούν όλ’ αυτά και για ποιο λόγο πρέπει ο τόπος μας να χαρακτηριστεί αληθινά απομεινάρι εκείνης της πλούσιας γης; Η περιοχή μας ξεχωρίζει από την υπόλοιπη στεριά και χώνεται σαν ακρωτήριο μέσα στο πέλαγος, τυχαίνει μάλιστα όλη η θάλασσα γύρω της να έχει μεγάλο βάθος. Επειδή όμως έγιναν πολλοί μεγάλοι κατακλυσμοί στη διάρκεια των εννέα χιλιάδων ετών (τόσα πέρασαν από τότε μέχρι σήμερα) το χώμα σ’ αυτά τα χρόνια και εξαιτίας αυτών των γεγονότων απομακρυνόταν από τα υψώματα και δεν συγκεντρωνόταν πάνω στο έδαφος, όπως συμβαίνει σε άλλους τόπους, αλλά πάντοτε γλιστρούσε σε μεγάλες ποσότητες και εξαφανιζόταν στα βάθη της θάλασσας. Έτσι, όπως συμβαίνει στα μικρά νησιά, αυτό που έχει απομείνει, συγκρινόμενο με εκείνο που υπήρχε στο παρελθόν, μοιάζει με σκελετό άρρωστου κορμιού, αφού το χώμα, όσο ήταν εύφορο και μαλακό, παρασύρθηκε μακριά κι απέμεινε μόνο ο ρηχός φλοιός της γης.

Εκείνη όμως την παλαιά εποχή ο τόπος μας,επειδή διατηρούσε την ακεραιότητα του, αντί για βουνά και τους σημερινούς ξερότοπους είχε ψηλούς χωμάτινους λόφους, και αυτές οι πεδιάδες που σήμερα ονομάζονται φελλέες ήταν γεμάτες εύφορο χώμα και τα βουνά είχαν πολλά δάση, από τα οποία ακόμα και σήμερα φαίνονται σημάδια. Υπάρχουν δηλαδή μερικά βουνά που παράγουν μόνο τροφή για μέλισσες, ενώ παλαιότερα είχαν τεράστια δέντρα από τα οποία έχουν γίνει οι στέγες πολλών κτιρίων που εξακολουθούν να είναι άθικτες μέχρι τις μέρες μας. Ακόμα, υπήρχαν πολλά άλλα καρποφόρα δέντρα και άφθονα βοσκοτόπια για τα κοπάδια. Πλουτιζόταν επίσης κάθε χρόνο με το νερό που έπεφτε από τον Δία, το οποίο δεν χανόταν όπως σήμερα που κυλάει πάνω στην αποψιλωμένη γη και καταλήγει στη θάλασσα, αλλά έχοντας πολλά χώματα το συγκρατούσε η ίδια, αποθηκεύοντας το κάτω από τη λάσπη που σκέπαζε τη γη, επειδή το άφηνε να τρέχει από τα υψώματα στις λεκάνες που βρίσκονταν πιο χαμηλά έτσι όλα τα μέρη είχαν τρεχούμενα νερά από πηγές και ποτάμια. Οι βωμοί που έχουν απομείνει μέχρι σήμερα στα μέρη όπου υπήρχαν πηγές είναι σημάδια που επιβεβαιώνουν ότι είναι αληθινά όσα λέγονται τώρα γι’ αυτή.

Έτσι λοιπόν φτιάχτηκαν από τη φύση τα υπόλοιπα μέρη, τα οποία, όπως είναι φυσικό, καλλιεργούνταν από πραγματικούς γεωργούς, που ασχολούνταν μόνιμα με τη γη, που αγαπούσαν το ωραίο και ήταν έξυπνοι. Είχαν πλούσιο έδαφος, άφθονα νερά και ακόμα εποχές με εύκρατο το κλίμα. Όσο για την πόλη, είχε οργανωθεί τότε με τον εξής τρόπο: Κατ’ αρχάς, η Ακρόπολη τότε δεν ήταν σαν τη σημερινή. Κάποια νύχτα έτυχε να πέσει ασυνήθιστα δυνατή βροχή που παρέσυρε όλο το χώμα γύρω της και την άφησε γυμνή, ενώ στη συνέχεια ακολούθησαν σεισμοί και τρεις καταστρεπτικές πλημμύρες πριν από τον κατακλυσμό του Δευκαλίωνα. Πιο πριν όμως, σε άλλες εποχές, η έκταση της έφθανε μέχρι τον Ηριδανό και τον Ιλισό, περιλάμβανε την Πνύκα και είχε για σύνορο τον Λυκαβηττό απέναντι από την Πνύκα. Ολόκληρη είχε πλούσιο χώμα και, εκτός από ελάχιστα σημεία, ήταν επίπεδη στο πάνω μέρος της. Στα εξωτερικά της σημεία, κάτω από τις πλαγιές, κατοικούσαν τεχνίτες και αγρότες που καλλιεργούσαν τις γύρω περιοχές. Στο πάνω μέρος, γύρω από το ιερό της Αθηνάς και του Ηφαίστου, κατοικούσε η τάξη των πολεμιστών, περίκλειστη από φράχτη, όπως ο κήπος σπιτιού. Στο βόρειο μέρος βρίσκονταν οι κοινές κατοικίες των πολεμιστών και οι χειμερινές εγκαταστάσεις για τα συσσίτια τους και όσα κτίρια ήταν αναγκαία για τις κοινές ανάγκες της πολιτείας, να κατοικούν οι ίδιοι και οι ιερείς, χωρίς να έχουν χρυσάφι ή ασήμι απ’ αυτά τίποτα και καθόλου δεν χρησιμοποιούσαν, αλλά, επιδιώκοντας το ενδιάμεσο της σπατάλης και της φιλαργυρίας, έχτιζαν όμορφα σπίτια, όπου έμεναν οι ίδιοι και τα παιδιά τους μέχρι να γεράσουν και στη συνέχεια τα έδιναν στις επόμενες γενιές χωρίς ν’ αλλάζουν τίποτα. Όσο για τα νότια σημεία της Ακρόπολης, αυτά χρησιμοποιούνταν ως κήποι, γυμναστήρια και χώροι συσσιτίων. Στο καλοκαίρι, πάντως, τα εγκατέλειπαν. Στο μέρος όπου βρίσκεται σήμερα η Ακρόπολη υπήρχε μια πηγή που καταστράφηκε από τους σεισμούς, και το μόνο που απομένει απ’ αυτή είναι μερικά ρυάκια ολόγυρα. Τότε όλοι έπαιρναν τρεχούμενο νερό απ’ αυτή τη βρύση, που ήταν αρκετά ζεστό τον χειμώνα και δροσερό το καλοκαίρι. Μ’ αυτό τον τρόπο λοιπόν ζούσαν οι πολεμιστές που ήταν φύλακες των συμπολιτών τους και ηγέτες των άλλων Ελλήνων, με τη θέληση των τελευταίων. Φρόντιζαν να κρατούν πάντοτε σταθερό αριθμό ανδρών και γυναικών ικανών να φέρουν όπλα, δηλαδή περίπου ήταν εκείνη την εποχή είκοσι χιλιάδες.

Αυτοί λοιπόν τέτοιοι ήταν οι Αθηναίοι και κυβερνούσαν δίκαια τη γη τους και ολόκληρη την Ελλάδα πάντοτε με τον τρόπο αυτό. Ήταν πασίγνωστοι στην Ευρώπη και την Ασία, όπου τους θαύμαζαν για τα όμορφα κορμιά και τα κάθε είδους ψυχικά τους χαρίσματα.