erevoktonos
Φῶς καὶ Φωνὴ Ἐξυπνισμοῦ ἐν τῷ Αἰῶνι τῆς Νυκτός!
Κυριακή 12 Ιουλίου 2026
Αρχαίοι Έλληνες Φιλόσοφοι
Στην εγκυκλοπαίδεια της γνώσης του Αριστοτέλη κάθε επιστήμη, τέχνη και δεξιότητα έχει τη θέση της. Όλες οι γνώσεις είναι σημαντικές και χρήσιμες, δεν είναι όμως όλες ισότιμες. Ο Αριστοτέλης προτείνει λοιπόν μια τριμερή κατάταξη των γνώσεων: η ανθρώπινη γνώση διακρίνεται σε «ποιητική», «πρακτική» και «θεωρητική».
Στο κατώτερο επίπεδο τοποθετούνται οι «ποιητικές γνώσεις», οι τεχνικές δεξιότητες που αποσκοπούν στην παραγωγή υλικών αντικειμένων και δράσεων. Εδώ εντάσσεται το σύνολο των τεχνών, από τις πιο ταπεινές ως τις πιο πολύπλοκες και αξιοσέβαστες, όπως η ιατρική. Όλες αυτές οι δεξιότητες στηρίζονται στη συσσωρευμένη εμπειρία των ανθρώπων και συνιστούν ένα σύνολο κανόνων, που θα πρέπει κανείς να διδαχθεί και να αφομοιώσει για να τις ασκήσει. Στην κατηγορία της «ποιητικής» γνώσης ο Αριστοτέλης εντάσσει και την καλλιτεχνική δημιουργία, ακολουθώντας την καθιερωμένη πρακτική των αρχαίων Ελλήνων, που με τη λέξη «τέχνη» περιέγραφαν τόσο τις κατασκευαστικές όσο και τις καλλιτεχνικές δραστηριότητες.
Στη δεύτερη κατηγορία τοποθετούνται οι «πρακτικές γνώσεις», οι γνώσεις που έχουν αντικείμενο την ανθρώπινη συμπεριφορά. Ο Αριστοτέλης έχει στον νου του κυρίως την ηθική και πολιτική θεωρία, τη μελέτη δηλαδή της ανθρώπινης «πράξης» είτε σε ατομικό είτε σε συλλογικό επίπεδο - γι᾽ αυτό οι γνώσεις αυτές ονομάζονται «πρακτικές». Αν δει κανείς την «πρακτική» γνώση με γνώμονα την ανθρώπινη συμβίωση και ευδαιμονία, η γνώση αυτή είναι η πιο σημαντική (ο Αριστοτέλης ονομάζει την πολιτική επιστήμη «κυριωτάτη και αρχιτεκτονική», Ηθικά Νικομάχεια 1094a26-27). Αν ωστόσο κριτήριο της έγκυρης γνώσης είναι η αλήθεια, η άμεση σχέση των πρακτικών επιστημών με τη σύνθετη και ευμετάβλητη ανθρώπινη συμπεριφορά δεν μπορεί παρά να επιδρά αρνητικά στην ακρίβεια και στη βεβαιότητα των συμπερασμάτων τους.
Στο ανώτερο τέλος επίπεδο τοποθετούνται οι τρεις «θεωρητικές γνώσεις»: τα μαθηματικά, η φυσική και η «πρώτη φιλοσοφία» (Μετά τα φυσικά 1025b24). Το διακριτικό γνώρισμα της θεωρητικής γνώσης είναι η αυτονομία της, η ανεξαρτησία της από κάθε εφαρμογή ή πρακτική χρησιμότητα. Η αναζήτηση της αλήθειας, η κατανόηση της αντικειμενικής πραγματικότητας είναι το μοναδικό κίνητρο του θεωρητικού επιστήμονα. Για τον Αριστοτέλη η αναζήτηση της άδολης και καθαρής γνώσης χαρακτηρίζει την ίδια τη φύση του ανθρώπου.
Όλοι οι άνθρωποι από τη φύση τους επιζητούν τη γνώση.
Μετά τα φυσικά 980a1
Οι άνθρωποι άρχισαν να φιλοσοφούν από θαυμασμό. Στην αρχή τον θαυμασμό τους προκάλεσαν τα πρόδηλα περίεργα φαινόμενα, και σιγά σιγά, προχωρώντας με αυτό τον τρόπο, άρχισαν να προβληματίζονται και για τα πιο σημαντικά. Αυτός όμως που απορεί και θαυμάζει, αντιλαμβάνεται ότι αγνοεί. Αν λοιπόν οι άνθρωποι φιλοσόφησαν για να αποφύγουν την άγνοιά τους, είναι φανερό ότι επιζήτησαν την επιστήμη χάριν της γνώσης και όχι εξαιτίας της οποιασδήποτε χρησιμότητας.
Μετά τα φυσικά 982b11-21
Από τις θεωρητικές επιστήμες, τα μαθηματικά μάς προσφέρουν χωρίς αμφιβολία την ακριβέστερη γνώση. Η αυστηρή μέθοδος των μαθηματικών λειτουργεί ως υπόδειγμα για κάθε επιστήμη και έχει επηρεάσει την αριστοτελική ανάλυση του αποδεικτικού συλλογισμού. Ο Αριστοτέλης ωστόσο δεν συμμερίζεται τον ανεπιφύλακτο ενθουσιασμό του Πλάτωνα και της Ακαδημίας για τα μαθηματικά και δείχνει να ενοχλείται από την τάση των φιλοσόφων της εποχής του να μετατρέψουν τη φιλοσοφία σε μαθηματικά (Μετά τα φυσικά 992b32-33). Ο ίδιος πιστεύει ότι τα μαθηματικά είναι απλές αφαιρέσεις, κατασκευές του ανθρώπινου μυαλού, αφού, όπως δεν υπάρχουν πλατωνικές Ιδέες, δεν υπάρχουν και αυτόνομες μαθηματικές οντότητες. Επομένως, τα μαθηματικά δεν μας μαθαίνουν κάτι για την πραγματική δομή του κόσμου.
Τον ρόλο αυτό στη φιλοσοφία του Αριστοτέλη τον επωμίζεται η φυσική. Αυτή είναι η βασική επιστήμη, γιατί αυτή μελετά την αντικειμενική πραγματικότητα, το σύνολο δηλαδή των μεταβαλλόμενων, αισθητών, ατομικών ουσιών. Οι διάφοροι κλάδοι της αριστοτελικής φυσικής (από την κοσμολογία ως τη βιολογία και την ανθρώπινη φυσιολογία) βάζουν τάξη στους αντίστοιχους τομείς του επιστητού, προσφέροντας αιτιακές εξηγήσεις των φυσικών φαινομένων.
Και η φυσική επιστήμη όμως δεν είναι απολύτως αυτόνομη. Τις βασικές έννοιες και κατηγορίες με τις οποίες προσεγγίζει την πραγματικότητα (έννοιες όπως «αίτιο», «ουσία», «ύλη», «είδος», «τέλος», «ενέργεια», «δύναμη»), τις βρίσκει κατά κάποιον τρόπο έτοιμες. Ο προσδιορισμός αυτών των εννοιών είναι έργο της αριστοτελικής μεταφυσικής ή «πρώτης φιλοσοφίας». Η πρώτη φιλοσοφία δεν μελετά κάποια συγκεκριμένη πλευρά της πραγματικότητας, αλλά την ολότητα της ύπαρξης και όσα συνδέονται ουσιαστικά με αυτήν - «το ον ως ον», όπως το διατυπώνει ο Αριστοτέλης (Μετά τα φυσικά 1003a21-22). Η πρώτη φιλοσοφία «είναι η θεωρητική γνώση των πρώτων αρχών και αιτίων» της πραγματικότητας (Μετά τα φυσικά 982b9-10).
Λιβάνιος: Και οι ιερείς των ναών είναι υποχρεωμένοι να σωπαίνουν ή να πεθαίνουν
Και οι ιερείς των ναών είναι υποχρεωμένοι να σωπαίνουν ή να πεθαίνουν. Κι αφού κατεδαφίσουν έναν ναό, σπεύδουν στον δεύτερο και στον τρίτο κι ύστερα στοιβάζουν τρόπαια πάνω σε τρόπαια, καταπατώντας τον νόμο.
Τέτοιες πράξεις αποτολμούνται και μέσα σε πόλεις, όμως κυρίως στην ύπαιθρο. Κι είναι πολλοί αυτοί που κάθε φορά επιτίθενται κι ύστερα από τα μύρια κακά που διαπράττουν τα σκορπισμένα πλήθη, συγκεντρώνονται και ζητούν αναμεταξύ τους λογαριασμό των πράξεων τους, και το 'χουν σε ντροπή να μην έχουν διαπράξει τα μεγαλύτερα αδικήματα.
Ξεχύνονται στους αγρούς σαν χείμαρροι και μαζί με τους ναούς ερημώνουν και τους αγρούς. Γιατί όταν ένας αγρός στερηθεί τον ναό του, πάει χαμένος, τυφλώνεται και πεθαίνει.
Οι ναοί, βασιλιά, είναι η ψυχή των αγρών οι ναοί πρωτοέδωσαν ζωή στους αγρούς, και από γενιά σε γενιά παραδόθηκαν στους σημερινούς ανθρώπους.
Σ' αυτούς αποθέτουν τις ελπίδες τους οι αγρότες, για τις γυναίκες ή τους συζύγους, για τα παιδιά τους, για τις αγελάδες, για τη γη που σπέρνουν και φυτεύουν. Κι όταν παθαίνει τέτοιο κακό η ύπαιθρος, μαζί με τις ελπίδες των αγροτών χάνεται κι η προθυμία τους, γιατί πιστεύουν πως θα πάνε οι κόποι τους χαμένοι, αφού στερήθηκαν τους θεούς που θα βοηθήσουν ώστε οι κόποι τους να ευοδωθούν.
Και όπως δεν δουλεύουν τη γη με την ίδια φροντίδα, ούτε κι η σοδειά μπορεί να είναι ίδια με πριν. Έτσι, και ο γεωργός γίνεται φτωχότερος και η είσπραξη φόρων μειώνεται. Γιατί, ακόμα και να είναι κανείς πρόθυμος ν' αποδώσει φόρους, τον εμποδίζει η ίδια η αδυναμία του.
Να τι αντίκτυπο έχουν στις μεγάλες υποθέσεις του κράτους οι βιαιότητες που αποτολμούν ενάντια στον κόσμο της υπαίθρου οι άνθρωποι αυτοί που ισχυρίζονται ότι πολεμούν τους ναούς.
Μόνο που ο πόλεμός τους, είναι γι' αυτούς πηγή εισοδήματος, γιατί αρπάζουν όχι μόνο ό,τι βρίσκεται μες στους ναούς αλλά και τα υπάρχοντα των ταλαίπωρων αγροτών, την παραγωγή τους και τα ζωντανά.
Και αποχωρούν τελικά οι εισβολείς κουβαλώντας τη λεία τους από τα μέρη που εκπόρθησαν. Και δεν τους φτάνει αυτό, αλλά σφετερίζονται και ξένα κτήματα, λέγοντας ότι η γη του τάδε γεωργού είναι περιουσία του ναού, και πολλοί έχουν χάσει έτσι πατρικές περιουσίες, επειδή προβάλλονται ψεύτικοι τίτλοι.
Από τα δεινά των άλλων καλοπερνούν αυτοί, που ισχυρίζονται ότι κάνοντας νηστείες λατρεύουν τον θεό τους.
Κι αν κάποιοι από τα θύματά τους πάνε στην πόλη και βρουν τον «ποιμένα» (έτσι αποκαλούνται κάποιοι άνθρωποι, όχι και τόσο αγαθοί) και κλαίγοντας του διηγηθούν τα όσα έπαθαν, ο «ποιμένας» αυτός επαινεί τους κακοποιούς και ξαποστέλνει τους παθόντες, λέγοντάς τους πως είναι κερδισμένοι κι από πάνω, που δεν έπαθαν χειρότερα.
Κι όμως, βασιλιά, δικοί σου υπήκοοι είναι κι αυτοί και σου είναι πιο χρήσιμοι από τους άλλους που εγκληματούν σε βάρος τους, όσο πιο χρήσιμος είναι ένας εργαζόμενος από έναν άεργο.
Αυτοί είναι οι μέλισσες, ενώ εκείνοι οι κηφήνες.
Κι όταν ακούνε πως σε κάποιο κτήμα υπάρχουν πράγματα προς αρπαγή, αμέσως κατηγορούν τον κτηματία ότι κάνει θυσίες και άλλα κακά, και ότι πρέπει να γίνει ένοπλη επέμβαση, και να σου, καταφθάνουν οι σωφρονιστές.
Έτσι τις βαφτίζουν τις ληστείες τους, αν και η λέξη «ληστεία» είναι ανεπαρκής.
Ο ληστής κοιτάει να ξεφύγει και αρνείται την πράξη του κι αν τον πεις ληστή θα το πάρει για προσβολή. Ενώ αυτοί περηφανεύονται και καμαρώνουν για τα κατορθώματα τους και τα διηγούνται σε όσους δεν τα γνωρίζουν, κι από πάνω έχουν και την αξίωση να ανταμειφθούν γι' αυτά.
Όμως τι άλλο είναι αυτό, αν όχι πόλεμος κατά των γεωργών σε καιρό ειρήνης; Σε τίποτα βέβαια δεν μειώνει τις συμφορές τους το ότι τις παθαίνουν από συμπατριώτες τους, για να μη πω ότι είναι ακόμα πιο τρομερό, όσα περιέγραψα παραπάνω, να τα παθαίνεις σε καιρό ειρήνης απ' αυτούς που θα 'ταν φυσικό να τους έχεις συμμάχους σε ώρες πολέμου.
Κι αν αρχίσουν να μου μιλάνε για τις Βίβλους στις οποίες μένουν πιστοί, όπως ισχυρίζονται, εγώ θα τους αντιπαραθέσω τις φαύλες πράξεις τους. Γιατί αν δεν ήταν φαύλες, οι ίδιοι δεν θα ζούσαν τώρα μες στην πολυτέλεια.
Και ξέρουμε τώρα, ότι όπως περνούν τις μέρες περνούν και τις νύχτες τους. Δεν θα ήταν αφύσικο, όταν τη μέρα δεν έχουν κανέναν ενδοιασμό, να είναι φρόνιμοι τη νύχτα;
Έχουν καταστραφεί τόσοι και τόσοι ναοί στην ύπαιθρο εξ αιτίας της θρασύτητας και της παράνοιάς τους, της δίψας για κέρδος και της έλλειψης αυτοσυγκράτησης, σεβασμού.
Και να μία απόδειξη: Υπήρχε στη Βέροια ένα χάλκινο άγαλμα του Ασκληπιού που είχε τη μορφή του ωραίου Αλκιβιάδη -σε τούτο το άγαλμα η τέχνη εξομοιωνόταν με τη φύση. Τόσο ωραίο ήταν, που ακόμα κι εκείνοι που το έβλεπαν καθημερινά δεν χόρταιναν να το κοιτάζουν. Κανείς δεν είναι τόσο ξεδιάντροπος ώστε να πει ότι γίνονταν θυσίες σ' αυτό το άγαλμα.
Κι ωστόσο, βασιλιά, τούτο το άγαλμα που για να γίνει τόσο τέλειο χρειάστηκε τόσος κόπος αλλά και λαμπρότητα ψυχής, έχει πια γίνει κομμάτια, έχει χαθεί. Το έργο του Φειδία, το μοιράστηκαν αναμεταξύ τους χέρια πολλά.
Για ποια προσφορά αίματος; Για ποια θυσία; Για ποια παράνομη λατρεία;
Κρίνοντας από την περίπτωση αυτή -όπου ενώ δεν είχαν να καταγγείλουν καμιά θυσία έκαναν κομμάτια τον Αλκιβιάδη, ή μάλλον τον Ασκληπιό, στερώντας την πόλη από το στολίδι της-, θα πρέπει να πιστέψουμε ότι οι άνθρωποι αυτοί κινήθηκαν και στην ύπαιθρο κατά τον ίδιο τρόπο.
Καμία θυσία δεν προσφέρθηκε στους ναούς εκείνους, όπου απλώς πήγαιναν και έβρισκαν ανάπαυση οι δουλευτάδες κι ωστόσο γκρεμίστηκαν όλοι, μικροί και μεγάλοι. Κι αυτοί που τους στερήθηκαν μοιάζουν τώρα με ανθρώπους που τους έριξαν από το καράβι στη θάλασσα.
Ποιοι αξίζει λοιπόν να τιμωρηθούν; Αυτοί που τηρούν τους νόμους ή εκείνοι που στη θέση των νόμων βάζουν τις επιθυμίες τους;
Αν είναι κακό πράγμα η ανυπακοή στα διατάγματα σου, βασιλιά, τότε οι άνθρωποι που δεν έκαναν θυσίες υπάκουσαν σ' αυτά, ενώ ακριβώς το αντίθετο έκαναν όσοι λεηλάτησαν περιουσίες που εσύ ο ίδιος όρισες να παραμείνουν στα χέρια των ιδιοκτητών τους.
Κι όσοι αυθαίρετα επέβαλαν τιμωρίες, οφείλουν να τιμωρηθούν γι' αυτό και για το ότι οι τιμωρίες που επέβαλαν ήταν τελείως ανάρμοστες, καθώς άφησαν ζωντανούς ανθρώπους που κατηγορούσαν, και κατέστρεψαν άψυχα πράγματα, τα οποία κανείς δεν είναι δυνατό να κατηγορήσει..."
Λιβάνιος, Υπέρ των Ελληνικών ναών Προς τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο
Θουκυδίδης: Πριν από τα Τρωικά τίποτε δεν επεχείρησεν από κοινού η Ελλάς
Ήταν ιδιοκτήτης χρυσωρυχείων στην παράκτια περιοχή της Θράκης απέναντι από τη Θάσο. Γεννημένος στον δημο Αλιμούντα, το σημερινό Άλιμο, ο Θουκυδίδης είχε συγγενικούς δεσμούς με τον Αθηναίο πολιτικό και στρατηγό Μιλτιάδη και το γιο του Κίμωνα. Ας πάμε να διαβάσουμε ένα σημαντικό απόσπασμα που αναλύει πως ήταν η Ελλάδα και τα Ελληνικά φύλα προ του Τρωικού πολέμου.
"Διότι είναι προφανές ότι η χώρα που καλείται σήμερον Ελλάς δεν ήτο μονίμως κατοικημένη εξ αρχής, αλλ' εγίνοντο εις το παρελθόν συχναί μεταναστεύσεις και οι κάτοικοι χωρίς πολλάς δυσκολίας εγκατέλειπαν τας εστίας των, εξαναγκαζόμενοι εις τούτο από νέους πολυαριθμοτέρους εκάστοτε εποίκους.
Καθόσον ούτε το εμπόριον, όπως σήμερον διεξάγεται, υπήρχε τότε, ούτε ασφαλής διά ξηράς ή διά θαλάσσης συγκοινωνία, και καθένας εξεμεταλλεύετο το έδαφος, το οποίον είχε υπό την κατοχήν του, τόσον μόνον όσον ήρκει διά την συντήρησίν του.
Ούτε πλούτον έσώρευαν, ούτε την γην εφύτευαν, τόσον μάλλον καθόσον αι εγκαταστάσεις των δεν ήσαν ωχυρωμέναι και ως εκ τούτου εφοβούντο μήπως από στιγμής εις στιγμήν άλλοι επιδρομείς επέλθουν και τους αφαιρέσουν κάθε τι που έχουν.
Επειδή, εξ άλλου, επίστευαν ότι οπουδήποτε ημπορούν να εξασφαλίσουν την αναγκαίαν καθημερινήν τροφήν, εμετανάστευαν όχι απροθύμως και δι' αυτό δεν ήσαν ισχυροί ούτε κατά το μέγεθος των πόλεων, ούτε κατά την πολεμικήν γενικώς παρασκευήν. Αλλά τα ευφορώτερα προ πάντων διαμερίσματα υπέκειντο εις διηνεκείς μεταβολάς των κατοίκων - όπως, λόγου χάριν, αι επαρχίαι, αι οποίαι σήμερον ονομάζονται Θεσσαλία και Βοιωτία, και το μεγαλύτερον μέρος της Πελοποννήσου, εκτός της Αρκαδίας, και από την άλλην Ελλάδα τα καλύτερα μέρη.
Διότι η ευφορία της γης έφερεν αύξησιν της δυνάμεως ωρισμένων προσώπων, η οποία επροκάλει εμφυλίους σπαραγμούς, από τους οποίους τα διαμερίσματα αυτά εφθείροντο τόσον μάλλον, καθόσον ήσαν περισσότερον εκτεθειμένα εις εξωτερικάς επιδρομάς.
Η Αττική, εν πάση περιπτώσει, λόγω του ότι το έδαφός της είναι ισχνόν και πτωχόν, υπήρξεν ανέκαθεν απηλλαγμένη από στάσεις και διά τον λόγον αυτόν διετήρησε πάντοτε τους ιδίους κατοίκους.
Και έχομεν εδώ απόδειξιν του ισχυρισμού μου ότι, λόγω της μεταναστεύσεως, τα άλλα μέρη της Ελλάδος δεν ηυξήθησαν εις πληθυσμόν όπως η Αττική. Διότι οι δυνατώτεροι από εκείνους, όσοι, ένεκα εξωτερικών πολέμων ή εσωτερικών στάσεων εξεδιώκοντο από την άλλην Ελλάδα, κατέφευγαν εις τας Αθήνας ως εις τόπον ασφαλή, και, πολιτογραφούμενοι, κατέστησαν την πόλιν, ευθύς από τους παλαιότατους χρόνους, ακόμη πλέον πολυάνθρωπον, εις τρόπον ώστε επειδή η Αττική απέβη ανεπαρκής διά τον πληθυσμόν της πόλεως οι Αθηναίοι απέστειλαν αποικίας εις την Ιωνίαν.
Την αδυναμίαν, άλλωστε, των παλαιών καιρών μου φαίνεται ότι αποδεικνύει και το γεγονός προ πάντων ότι πριν από τα Τρωικά τίποτε δεν επεχείρησεν από κοινού η Ελλάς. Νομίζω μάλιστα ότι το όνομα αυτό ούτε είχε δοθή ακόμη εις όλην την χώραν, ούτε καν υπήρχε προ του Έλληνος, υιού του Δευκαλίωνος, αλλά τα διάφορα φύλα, και εις μεγαλυτέραν έκτασιν το Πελασγικόν, έδιδαν το όνομά των εις τα υπ' αυτών κατοικούμενα διαμερίσματα.
Αλλ' από την εποχήν που ο Έλλην και οι υιοί του απέβησαν ισχυροί εις την Φθιώτιδα, και την βοήθειάν των επεκαλούντο οι κάτοικοι των άλλων πόλεων, τα διάφορα φύλα, συνεπεία της επικοινωνίας αυτής, ωνομάζοντο ήδη επί μάλλον και μάλλον Έλληνες, μολονότι πολύς επέρασε καιρός πριν το όνομα τούτο ημπορέση να επικράτηση γενικώς.
Την καλυτέραν απόδειξιν παρέχει ο Όμηρος. Διότι, μολονότι έζησε πολύ ύστερον και από τα Τρωικά, πουθενά δεν ωνόμασε με το όνομα αυτό όλους, ούτε άλλους εκτός εκείνων που ηκολούθησαν τον Αχιλλέα από την Φθιώτιδα, οι οποίοι ήσαν και οι πρώτοι Έλληνες, αλλ' αποκαλεί αυτούς εις τα ποιήματά του γενικώς Δαναούς και Αργείους και Αχαιούς. Ούτε βαρβάρους, άλλωστε, μνημονεύει διά τον λόγον, ως νομίζω, ότι ούτε οι Έλληνες είχαν ακόμη διακριθή διά κοινού αντιθέτου ονόματος.
Οπωσδήποτε τα διάφορα ελληνικά φύλα, επί των οποίων το όνομα των Ελλήνων, λόγω κοινότητος της γλώσσης, εξηπλώνετο διαδοχικώς από μίαν περιφέρειαν εις άλλην, έως ότου επεξετάθη ακολούθως επί του συνόλου των, δεν έκαμαν καμμίαν κοινήν επιχείρησιν πριν από τα Τρωικά, ένεκα αδυναμίας και ελλείψεως αμοιβαίας επικοινωνίας.
Άλλωστε, και την εκστρατείαν ακόμη κατά της Τροίας τότε μόνον επεχείρησαν από κοινού, όταν είχαν ήδη αποκτήσει αξιόλογον εμπειρίαν της θαλάσσης. "
ΘΟΥΚΥΔΙΔΟΥ ΙΣΤΟΡΙΑΙ
Μαζί του αυτός έφερε στους ανθρώπους, το σέβας και την απαίτηση για δικαιοσύνη
“Κι αφού πια ο άνθρωπος πήρε και κάποιο θεϊκό μερίδιο -πρώτα πρώτα από αυτή τη συγγένεια που έχει με τον θεό- υπήρξε το μόνο πλάσμα που αναγνώρισε θεούς και πάντα νοιαζόταν να στήνει βωμούς και αγάλματα των θεών.
Παράλληλα κατάρτισε νωρίς γλώσσα και πλήθος λέξεις με την τεχνική του ικανότητα κι επινόησε οικοδομήματα και φορέματα και υποδήματα και κλινοσκεπάσματα και τους πόρους διατροφής του από προϊόντα της γης.
Οι άνθρωποι λοιπόν στην αρχή, εφοδιασμένοι με αυτά τα μέσα, ζούσαν διάσπαρτοι και πολιτείες δεν υπήρχαν. Έτσι αφανίζονταν από τα θηρία, γιατί, όπως ήταν παντού σκορπισμένοι, έμεναν παντού πιο αδύναμοι εμπρός σ’ αυτά.
Η παραγωγική τους τεχνική εξάλλου τους ήταν βέβαια εξυπηρετική αρκετά για συντήρηση, αλλά δεν τους εξυπηρετούσε για τον πόλεμο με τα θηρία. Γιατί δεν είχαν ακόμα την πολιτική τέχνη, της οποίας μέρος αποτελεί η πολεμική τέχνη.
Επιδίωκαν λοιπόν να συγκεντρώνονται και να προστατεύονται μέσα σε πόλεις που έκτιζαν.
Έτσι, σε όποια ευκαιρία συγκεντρώθηκαν, έκαναν αδικίες ο ένας στον άλλον, μια και δεν είχαν την τέχνη της πολιτικής οργάνωσης, με αποτέλεσμα πάλι να διασπώνται και να χάνονται.
Ο Δίας τότε ανησύχησε για το είδος μας μήπως και χαθεί ολόκληρο, και στέλνει τον Ερμή.
Μαζί του αυτός έφερε στους ανθρώπους το σέβας και την απαίτηση για δικαιοσύνη, ώστε να αποτελέσουν δυνάμεις συγκρότησης των πολιτειών και συνεκτικούς δεσμούς ανθρώπινης φιλίας.
Τότε ο Ερμής ρωτάει τον Δία να του πει με τι τρόπο τέλος πάντων θα έδινε στους ανθρώπους τη δικαιοσύνη και το σέβας.
“Με ποιον από τους δύο τρόπους;
Έτσι όπως είναι κατανεμημένες οι τέχνες, αυτό τον καταμερισμό να κάνω κι εδώ;
Κι ο καταμερισμός είναι ο εξής: ένας έχει για ειδικότητα του την ιατρική και εξυπηρετεί πολλούς μη ειδικούς. Έτσι κάνουν και όσοι άλλοι προσφέρουν στο κοινό την εργασία τους.
Ώστε και τη δικαιοσύνη και τον σεβασμό με τέτοιον τρόπο να θεσμοθετήσω ανάμεσα στους ανθρώπους ή να κάνω τη μοιρασιά σε όλους;”
“Σε όλους”, είπε ο Δίας, “και όλοι να πάρουν μέρος.
Γιατί πολιτείες δε θα μπορούσαν να σχηματιστούν, αν στους θεσμούς αυτούς μετείχαν λίγοι, όπως γίνεται σε άλλες τέχνες.
Και θέσπισέ τους ακόμα έναν νόμο από μένα: όποιος δεν είναι ικανός να συμμετέχει στην τήρηση του σεβασμού και της δικαιοσύνης, να θανατώνεται ως νοσηρό στοιχείο της πολιτείας”.
***
«ἐπειδὴ δὲ ὁ ἄνθρωπος θείας μετέσχε μοίρας, πρῶτον μὲν διὰ τὴν τοῦ θεοῦ συγγένειαν ζῴων μόνον θεοὺς ἐνόμισεν, καὶ ἐπεχείρει βωμούς τε ἱδρύεσθαι καὶ ἀγάλματα θεῶν: ἔπειτα φωνὴν καὶ ὀνόματα ταχὺ διηρθρώσατο τῇ τέχνῃ, καὶ οἰκήσεις καὶ ἐσθῆτας καὶ ὑποδέσεις καὶ στρωμνὰς καὶ τὰς ἐκ γῆς τροφὰς ηὕρετο. οὕτω δὴ παρεσκευασμένοι κατ᾽ ἀρχὰς ἄνθρωποι ᾤκουν σποράδην, πόλεις δὲ οὐκ ἦσαν: ἀπώλλυντο οὖν ὑπὸ τῶν θηρίων διὰ τὸ πανταχῇ αὐτῶν ἀσθενέστεροι εἶναι, καὶ ἡ δημιουργικὴ τέχνη αὐτοῖς πρὸς μὲν τροφὴν ἱκανὴ βοηθὸς ἦν, πρὸς δὲ τὸν τῶν θηρίων πόλεμον ἐνδεής πολιτικὴν γὰρ τέχνην οὔπω εἶχον, ἧς μέρος πολεμική ἐζήτουν δὴ ἁθροίζεσθαι καὶ σῴζεσθαι κτίζοντες πόλεις: ὅτ᾽ οὖν ἁθροισθεῖεν, ἠδίκουν ἀλλήλους ἅτε οὐκ ἔχοντες τὴν πολιτικὴν τέχνην, ὥστε πάλιν σκεδαννύμενοι διεφθείροντο. Ζεὺς οὖν δείσας περὶ τῷ γένει ἡμῶν μὴ ἀπόλοιτο πᾶν, Ἑρμῆν πέμπει ἄγοντα εἰς ἀνθρώπους αἰδῶ τε καὶ δίκην, ἵν᾽ εἶεν πόλεων κόσμοι τε καὶ δεσμοὶ φιλίας συναγωγοί. ἐρωτᾷ οὖν Ἑρμῆς Δία τίνα οὖν τρόπον δοίη δίκην καὶ αἰδῶ ἀνθρώποις: πότερον ὡς αἱ τέχναι νενέμηνται, οὕτω καὶ ταύτας νείμω; νενέμηνται δὲ ὧδε: εἷς ἔχων ἰατρικὴν πολλοῖς ἱκανὸς ἰδιώταις, καὶ οἱ ἄλλοι δημιουργοί: καὶ δίκην δὴ καὶ αἰδῶ οὕτω θῶ ἐν τοῖς ἀνθρώποις, ἢ ἐπὶ πάντας νείμω; ἐπὶ πάντας, ἔφη ὁ Ζεύς, καὶ πάντες μετεχόντων: οὐ γὰρ ἂν γένοιντο πόλεις, εἰ ὀλίγοι αὐτῶν μετέχοιεν ὥσπερ ἄλλων τεχνῶν: καὶ νόμον γε θὲς παρ᾽ ἐμοῦ τὸν μὴ δυνάμενον αἰδοῦς καὶ δίκης μετέχειν κτείνειν ὡς νόσον πόλεως».
Τι ’ναι θεός, τι μη θεός, και τι ’ναι ανάμεσά τους;
Η πραγματική του σύζυγος ήταν κρυμμένη στην Αίγυπτο καθ' όλη τη διάρκεια του πολέμου και ο καταστροφικός πόλεμος της Τροίας είχε βασιστεί σε ένα ψέμα.
ΧΟΡΟΣ:
"Τι ’ναι θεός, τι μη θεός,
και τι ’ναι ανάμεσά τους;
Ποιος θα το πει θνητός πως το ’βρε, καιρό πολύ εξετάζοντας τα πάντα,
μια και το βλέπει, εδώ κι εκεί
των θεών οι γνώμες να πηδούν και πάλι στο ενάντιο να γυρνάνε
ανέλπιστα κι αλόγιαστα;
Ελένη, είσαι του Δία θυγατέρα, σαν άσπρος κύκνος ο γονιός σου στον κόρφο σ’ έσπειρε της Λήδας.
Ύστερα σ’ όλη την Ελλάδα σε είπαν άδικη, άπιστη, άθεη, προδότρα
μες στους ανθρώπους δεν υπάρχει
τίποτα σίγουρο, στων θεών μόνο
τα λόγια βρήκα την αλήθεια.
Ανέμυαλοι όσοι αποζητούν τη δόξα με λόγχες και με δυνατά στον πόλεμο κοντάρια,
λογιάζοντας αστόχαστα πως έτσι θα πάψουν των θνητών τις συμφορές
γιατί, αν το δίκιο σου ζητάς με το αίμα, η αμάχη δε θα λείψει από τον κόσμο
γι’ αυτήν οι Πριαμίδες πήγαν
κάτω στη γης, ενώ μπορούσαν μονάχα με τα λόγια, Ελένη,
τέλος να δώσουνε στην έχθρα.
Τώρα στον Άδη ’ναι βαθιά χωμένοι,
τα κάστρα τους φωτιά τα ’χει σαρώσει
σαν κεραυνός του Δία κι εσύ
πέρασες βάσανα και βάσανα
που αβάσταχτους σηκώσαν θρήνους."
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ, Ελένη, Δραματική Ποίηση
Σανκάρα — Η Άποψη της Ανατολής
Κεφάλαιο Ι: Η Σιωπή Πίσω από Όλα τα Πράγματα
Υπάρχει μια σιωπή παλαιότερη από τον ήχο, ένα φως που προηγείται της αυγής, μια ακινησία που παρακολουθεί την περιστροφή κάθε κόσμου. Οι σοφοί της Ανατολής, και ανάμεσά τους ο φωτεινός Σανκάρα, έδωσαν σε αυτή τη σιωπή ένα όνομα — Μπράχμαν — αν και η ίδια η ονομασία είναι μόνο ένα δάχτυλο που δείχνει το φεγγάρι, ποτέ το ίδιο το φεγγάρι. Διότι το Μπράχμαν δεν μπορεί να ειπωθεί, μόνο να προσεγγιστεί, όπως προσεγγίζει κανείς μια τεράστια και άνεμη θάλασσα τα μεσάνυχτα: όχι περιγράφοντάς τα νερά της, αλλά μπαίνοντας μέσα μέχρι να εξαφανιστεί η ακτή πίσω μας.
Λέγεται ότι το Μπράχμαν δεν είναι ένα πράγμα ανάμεσα στα πράγματα, δεν είναι ένας θεός που θρονιάζεται πάνω από άλλους θεούς, δεν είναι μια δύναμη που ανταγωνίζεται άλλες δυνάμεις. Το Μπράχμαν είναι το Φόντο — ο καμβάς πάνω στον οποίο ζωγραφίζεται κάθε χρώμα, η σιωπή πάνω στην οποία παίζεται κάθε νότα, το κενό μέσα στο οποίο γίνεται δυνατή κάθε πληρότητα. Αν αφαιρέσουμε όλες τις μορφές του κόσμου — τα βουνά, τα ποτάμια, τις φευγαλέες χαρές και θλίψεις της περιπλανώμενης καρδιάς — αυτό που απομένει δεν είναι τίποτα. Αυτό που απομένει είναι το Μπράχμαν, ήσυχο και ολοκληρωμένο, που δεν χρειάζεται τίποτα, που δεν στερείται τίποτα, ο αιώνιος μάρτυρας που ποτέ δεν ανοιγοκλείνει.
Κι όμως — εδώ βρίσκεται το μυστήριο που αποδομεί κάθε προσπάθεια λογικής — αυτό το ίδιο το Μπράχμαν δεν είναι μακριά. Δεν κατοικεί πέρα από το πιο μακρινό αστέρι, ούτε κρύβεται πίσω από κάποιο παραπέτασμα του ουρανού. Κατοικεί ως η ίδια η ανάσα στο στήθος, ως η λάμψη της συνειδητότητας πίσω από τα μάτια, ως το «Εγώ» που παρακολουθεί τον νου να σκέφτεται τις σκέψεις του. Αυτή η εσωτερική φλόγα ονομάζεται Άτμαν, και το πιο τολμηρό, πιο τρεμάμενο μυστικό των Ουπανισάδων ψιθυρίζεται ξανά και ξανά σαν άνεμος μέσα από καμπάνες ναού: Άτμαν είναι Μπράχμαν. Το σταγόνι, κοιταγμένο αρκετά προσεκτικά, ανακαλύπτεται ότι είναι ο ωκεανός.
Πώς μπορεί το πεπερασμένο να χωρέσει το άπειρο; Η λογική απομακρύνεται τρομαγμένη από τον ισχυρισμό. Αλλά η λογική είναι ένας λυχνοστάτης φτιαγμένος για φωτεινά δωμάτια, και αυτή η αλήθεια ανακαλύπτεται μόνο στο σκοτάδι, στο εσωτερικό δωμάτιο όπου η συλλογιστική σιωπά και κάτι άλλο — πες το ενόραση, πες το χάρη, πες το άνοιγμα ενός εσωτερικού ματιού — αρχίζει να βλέπει.
Κάτω από τις πολλές μάσκες που φορά η ψυχή σε αυτόν τον κόσμο — το εμπειρικό εγώ που ονομάζεται τζίβα, ανήσυχο με μνήμες και επιθυμίες· η ανάσα της ζωής που ονομάζεται πράνα, που κυκλοφορεί αόρατα μέσα σε κάθε ζωντανό ον· η λεπτή ουσία που ονομάζεται άκασα, η μήτρα του χώρου από την οποία λέγεται ότι συμπυκνώνεται όλη η ύλη — κάτω από όλα αυτά τα πέπλα, μία Πραγματικότητα αναπνέει. Οι μάσκες αλλάζουν· ο Φορέας δεν αλλάζει.
Αφορισμός: Πίσω από κάθε κύμα, η ίδια αδιάσπαστη θάλασσα· πίσω από κάθε εγώ, το ίδιο ανείπωτο Εαυτό.
Κεφάλαιο ΙΙ: Το Όνειρο που Μπερδεύουμε με την Εγρήγορση
Αν μόνο το Μπράχμαν είναι πραγματικό, γιατί ο κόσμος φαίνεται τόσο στέρεος, τόσο ποικίλος, τόσο επίμονα πολυάριθμος; Γιατί η χαρά και η θλίψη, η γέννηση και ο θάνατος, φαίνονται τόσο αναμφισβήτητα αληθινοί;
Ο Σανκάρα απαντά όχι με ένα επιχείρημα αλλά με μια εικόνα, και οι εικόνες, σε αντίθεση με τα επιχειρήματα, δεν χρειάζεται να πιστευτούν — μόνο να φανταστούν. Φανταστείτε έναν άνθρωπο που περπατά το σούρουπο σε ένα δασικό μονοπάτι. Αντικρίζει, κουλουριασμένο στα πόδια του, ένα φίδι, και η καρδιά του σφίγγεται από τρόμο. Πηδά πίσω, με την ανάσα του λαχανιασμένη, ιδρώτα κρύο στο μέτωπό του. Τότε ένας σύντροφος υψώνει μια δάδα, και στο φως της το «φίδι» αποκαλύπτεται ότι δεν ήταν παρά ένα κομμάτι παλιό σκοινί, ξεχασμένο στο μονοπάτι από κάποιον ταξιδιώτη που έφυγε προ πολλού.
Ήταν ο φόβος πραγματικός; Εκείνη τη στιγμή, αβάσταχτα. Ήταν το φίδι πραγματικό; Ποτέ — ούτε για μια στιγμή. Αυτή είναι η φύση του κόσμου που οι σοφοί ονομάζουν μάγια, αυτή είναι η λειτουργία της αβίντια, της αρχαίας αγνωσίας που τυλίγεται γύρω από το Πραγματικό σαν ομίχλη πάνω σε ένα βουνό, κρύβοντάς το χωρίς να το αλλάζει. Και αυτή η προβολή — αυτή η τοποθέτηση μιας ψευδούς εικόνας πάνω σε μια αλήθεια που έχουμε ξεχάσει — είναι αυτό που οι σοφοί ονομάζουν αδιαρόπα: η συνήθεια του νου να υπερβάλλει σκοινί πάνω σε φίδι, όνομα πάνω στο Ανώνυμο, μορφή πάνω στο Άμορφο.
Υπάρχει ένα βαθύτερο ρεύμα κάτω από αυτό το λάθος, ένα ρεύμα που οι αρχαίοι ονόμαζαν αδιάσα — η επίμονη, σχεδόν απεγνωσμένη προσκόλληση του νου σε αυτό που αντιλαμβάνεται ως στερεό, η άρνησή του να αφήσει το σκοινί να είναι απλώς σκοινί. Δεν είναι ότι βλέπουμε λάθος μία φορά· είναι ότι χτίζουμε ολόκληρες ζωές, ολόκληρες ταυτότητες, ολόκληρες θλίψεις πάνω στο λάθος-δειγμένο. Λέμε «Είμαι το σώμα» και η θλίψη γίνεται μια χώρα στην οποία ζούμε. Λέμε «Είμαι ο νους» και κάθε φόβος γίνεται ένας τοίχος που δεν μπορούμε να δούμε πέρα από αυτόν. Αυτή η προσκόλληση δεν είναι βλακεία — είναι ο πόνος της λήθης, το παραπάτημα του υπνοβάτη, ο ύπνος της ψυχής που ονειρεύεται τόσο ζωντανά τη μικρότητά της που ξεχνά την απέραντη έκταση μέσα στην οποία συμβαίνει το όνειρο.
Και έτσι ο κόσμος ονομάζεται μίθια. Ας γίνει δεκτή αυτή η λέξη με απαλότητα, γιατί συχνά ακούγεται λανθασμένα ως απλώς «ψευδαίσθηση», σαν ο κόσμος να ήταν ένας κόλπος μάγου, ένα τίποτα που προσποιείται ότι είναι κάτι. Δεν είναι έτσι. Το μίθια δεν σημαίνει μη πραγματικό με τον τρόπο που ένας μονόκερος είναι μη πραγματικός. Σημαίνει: αρκετά πραγματικό ώστε να βιωθεί, αρκετά μη πραγματικό ώστε να είναι εξαρτημένο, δανεικό, προσωρινό — όπως ένα κύμα έχει γνήσιο σχήμα και γνήσια κίνηση, και όμως δεν έχει ύπαρξη χωριστά από το νερό. Ο κόσμος είναι πρασίντχα — δεδομένος, γεγονός εμπειρίας — αλλά η τελική του αλήθεια δεν βρίσκεται μέσα του. Η τελική του αλήθεια βρίσκεται σε αυτό από το οποίο είναι φτιαγμένος, όπως η τελική αλήθεια του φιδιού ήταν πάντα το σκοινί, και η τελική αλήθεια του σκοινιού ήταν πάντα το έδαφος πάνω στο οποίο κειτόταν.
Το να ξυπνήσουμε, λοιπόν, δεν σημαίνει να καταστρέψουμε τον κόσμο, ούτε να τον αποφύγουμε με τρόμο σαν από δαίμονα. Σημαίνει να τον κοιτάξουμε πιο προσεκτικά, με πιο σταθερή φλόγα, μέχρι το δανεικό φως να φανεί για αυτό που είναι, και η πηγή πίσω του — ήσυχη, ακτινοβόλα, ακίνητη — να αναγνωριστεί επιτέλους.
Αφορισμός: Φοβήσου το σκοινί μόνο μέχρι να ανάψει η δάδα· θρήνησε τον κόσμο μόνο μέχρι να φανεί πραγματικά.
Κεφάλαιο ΙΙΙ: Οι Τρεις Πύλες του Περιπλανώμενου Εαυτού
Οι Ουπανισάδες, με την παράξενη και υπομονετική τους σοφία, δεν ζητούν από τον αναζητητή να πιστέψει στο Άτμαν ως μια μακρινή διδασκαλία. Ζητούν από τον αναζητητή να προσέξει — απλώς να προσέξει — την κίνηση των δικών του ημερών και νυχτών, γιατί μέσα σε αυτόν τον συνηθισμένο ρυθμό τρεις πόρτες ήδη στέκονται ανοιχτές, καθεμιά κρύβοντας μια βαθύτερη ακινησία από την προηγούμενη.
Η πρώτη πόρτα είναι ο κόσμος της εγρήγορσης — βίσβα, η κατάσταση στην οποία τα μάτια ανοίγουν σε βουνά και ποτάμια, σε πρόσωπα αγαπημένα και πρόσωπα φοβισμένα, στο τεράστιο και στέρεο θέατρο της ύλης και του χώρου. Εδώ το εγώ πιστεύει ότι είναι το σώμα, που περπατά ανάμεσα σε άλλα σώματα, και ο κόσμος φαίνεται εντελώς, αναμφισβήτητα εξωτερικός.
Η δεύτερη πόρτα ανοίγει στον ύπνο, στο παράξενο και ιδιωτικό θέατρο των ονείρων — ταιτζάσα, όπου ο νους, χωρίς να χρειάζεται καθόλου τον εξωτερικό κόσμο, πλάθει τα δικά του βουνά, τα δικά του ποτάμια, τα δικά του πρόσωπα, ολόκληρα και πειστικά, μόνο από φως και μνήμη. Και εδώ πρέπει να γεννηθεί ένα ήσυχο θαύμα: αν ο νους μπορεί να χτίσει έναν κόσμο από μέσα του ενώ ονειρεύεται, χωρίς να χρειάζεται ύλη, χώρο, άλλους — τότε πόσα πραγματικά γνωρίζουμε για αυτό που έχτισε και τον κόσμο της εγρήγορσης;
Η τρίτη πόρτα είναι ακόμα βαθύτερη, μια είσοδος στον ύπνο χωρίς όνειρα — πρατζνά — όπου ακόμα και το όνειρο διαλύεται, όπου δεν αναδύεται καμία εικόνα, δεν ξετυλίγεται καμία ιστορία, και όμως ο κοιμώμενος δεν παύει να υπάρχει. Κάτι παραμένει. Κάποια παρουσία, αδιαίρετη, αφώτιστη από καμία σκέψη, αναπαύεται σε ένα σκοτάδι που δεν είναι κενό αλλά γεμάτο — όπως ο χώρος ανάμεσα σε δύο ανάσες δεν είναι απουσία αλλά παύση. Ξυπνώντας, λέει κανείς «Κοιμήθηκα καλά, δεν ήμουν ενήμερος για τίποτα» — και αυτό δεν είναι παράξενο; Το να είσαι ενήμερος για τίποτα είναι ακόμα να είσαι ενήμερος. Κάτω από τη σκέψη, κάτω από την εικόνα, κάτω ακόμα και από την αίσθηση του εγώ και του άλλου, κάτι συνεχίζεται, αδιάσπαστο, άφοβο.
Αυτές οι τρεις — εγρήγορση, όνειρο, ύπνος χωρίς όνειρα — οι σοφοί τις παρομοίασαν με τον θεό Ισβάρα που φαίνεται μέσα από το πέπλο της θρησκείας, τον Κύριο που ξυπνά τον κόσμο, που ονειρεύεται τον κόσμο, που αποσύρει τον κόσμο στην ανάπαυση, ατελείωτα, όπως οι παλίρροιες ανεβαίνουν και κατεβαίνουν. Αλλά και ο Ισβάρα φορά ένδυμα, όσο φωτεινό κι αν είναι. Κάτω από το ένδυμα περιμένει μια τέταρτη κατάσταση, ανείπωτη από την κοινή γλώσσα, γιατί δεν είναι ένα τέταρτο πράγμα που προστίθεται στα άλλα τρία — είναι αυτό που απομένει όταν τα άλλα τρία φανούν δια μέσου.
Αφορισμός: Εγρήγορση, όνειρο και ύπνος χωρίς όνειρα είναι τρεις πόρτες σε ένα σπίτι· μην μπερδεύεις τις πόρτες με τον κάτοικο.
Κεφάλαιο IV: Τούρια — Το Τέταρτο που Δεν Είναι Αριθμός
Έρχεται, κάποιες φορές, στη ζωή του αναζητητή, μια ώρα που δεν μπορεί να τοποθετηθεί σε κανένα ρολόι. Μπορεί να έρθει στη σιγή πριν την αυγή, ή στη μέση μιας συνηθισμένης θλίψης, ή στη ξαφνική σιωπή μετά από μια μακριά κρατημένη ανάσα — αλλά όταν έρχεται, δεν αναγγέλλεται ως γεγονός ανάμεσα σε γεγονότα. Έρχεται ως η πτώση του ίδιου του πλαισίου μέσα στο οποίο συμβαίνουν τα γεγονότα.
Αυτό είναι το τούρια — κυριολεκτικά, το Τέταρτο — αν και οι ίδιοι οι σοφοί παραδέχονται την παραδοξότητα του να μετράμε μια κατάσταση που στέκεται έξω από κάθε μέτρηση. Δεν είναι ένα τέταρτο δωμάτιο που προστίθεται δίπλα στα άλλα τρία· είναι ο χώρος μέσα στον οποίο στέκονται τα τρία δωμάτια, το φως με το οποίο βλέπονται, η σιωπή μέσα στην οποία ακούγονται οι ήχοι τους. Δεν έχει όριο, και επομένως δεν έχει αντίθετο. Δεν μπορεί να φταστεί με ταξίδι, γιατί το ταξίδι υπονοεί απόσταση, και δεν υπάρχει απόσταση ανάμεσα στον αναζητητή και αυτόν τον Εαυτό — ποτέ δεν υπήρξε.
Οι λέξεις θρυμματίζονται εδώ, και αυτός ο θρυμματισμός δεν είναι αποτυχία της γλώσσας αλλά ένδειξη του ορίου της. Οι ίδιες οι Ουπανισάδες, στις πιο τολμηρές στιγμές τους, καταφεύγουν στην άρνηση — νέτι, νέτι, όχι αυτό, όχι αυτό — αφαιρώντας κάθε περιγραφή όπως αφαιρεί κανείς παλιό χρώμα από μια κρυμμένη πόρτα, όχι για να καταστρέψει την πόρτα αλλά για να τη δει επιτέλους. Το τούρια δεν είναι ο εγρηγορός, δεν είναι ο ονειρευόμενος, δεν είναι ο κοιμώμενος, και όμως είναι αυτό που καθιστά δυνατές την εγρήγορση, το όνειρο και τον ύπνο, όπως ο κενός χώρος καθιστά δυνατά τα σχήματα που σχεδιάζονται πάνω του, αν και ο ίδιος ο χώρος δεν έχει κανένα σχήμα.
Το να το αγγίξεις — ακόμα και για τον χρόνο μιας μόνης ανεξέλεγκτης ανάσας — είναι να γνωρίσεις, όχι ως γεγονός που γνωρίζει ο νους, αλλά ως βεβαιότητα που αποδομεί την ανάγκη του νου να γνωρίζει. Το αχαμκάρα, η αίσθηση «Είμαι αυτό, είμαι εκείνο», ησυχάζει. Το μπούντι, ο διακριτικός νους, αφού διέκρινε ό,τι μπορούσε να διακρίνει, σταυρώνει τα χέρια και αναπαύεται. Το μάνας, ο ανήσυχος υφαντής της σκέψης, αφήνει κάτω το σαΐνι του. Και αυτό που απομένει, όταν ο υφαντής αναπαυθεί και το ύφασμα σταματήσει, δεν είναι κενό — είναι η πληρότητα που ήταν πάντα κάτω από το ύφασμα, υπομονετική, ανενόχλητη, ολοκληρωμένη.
Αυτό είναι η μοκσά — όχι μια απόδραση σε κάποιο άλλο μέρος, σε κάποιον παράδεισο πέρα από τα σύννεφα, αλλά η ήσυχη κατάρρευση της απόστασης που είχε φανταστεί ο νους ανάμεσα στον εαυτό του και το Πραγματικό. Ο αναζητητής δεν γίνεται Μπράχμαν, σαν να αποκτούσε κάτι νέο. Ο αναζητητής ανακαλύπτει — με το σοκ του απόλυτα προφανές — ότι ποτέ δεν υπήρξε στιγμή χωρισμού. Το κύμα, σταματώντας την κίνησή του, αναγνωρίζει: Πάντα ήμουν η θάλασσα. Το χρυσό, που διαμορφώθηκε για μια ζωή σε σχήμα δαχτυλιδιού, θυμάται: Πάντα, κάτω από τη διαμόρφωση, ήμουν μόνο χρυσός.
Αφορισμός: Πέρα από εγρήγορση, όνειρο και ύπνο δεν περιμένει κανένα τέταρτο δωμάτιο — μόνο το φως μέσα στο οποίο τα άλλα τρία είχαν ποτέ φανεί.
Κεφάλαιο V: Η Επιστροφή στο Συνηθισμένο
Και τι γίνεται, λοιπόν, με εκείνον που έχει αντικρίσει αυτό; Εξαφανίζεται το βουνό, στερεύει το ποτάμι, διαλύεται σε αφαίρεση το αγαπημένο πρόσωπο απέναντι στο τραπέζι;
Δεν συμβαίνει. Αυτό είναι το τελευταίο, πιο απαλό μυστικό, εύκολο να χαθεί μέσα σε τόση συζήτηση για υπέρβαση: ο σοφός δεν αποφεύγει τον κόσμο· ο σοφός επιστρέφει σε αυτόν, και τον βρίσκει, για πρώτη φορά, εντελώς νέο. Το σκοινί είναι ακόμα σκοινί, περνώντας το κάθε συνηθισμένο βράδυ — αλλά ποτέ ξανά δεν μπερδεύεται με φίδι. Το κύμα ακόμα υψώνεται και πέφτει, ακόμα πιάνει τον ήλιο και τον σκορπίζει σε χίλιες μικρές λάμψεις — αλλά ποτέ ξανά δεν πιστεύεται ότι είναι ξεχωριστό από τη θάλασσα που το σηκώνει.
Γι’ αυτό η σοφία του Σανκάρα δεν τελειώνει στη σιωπή μόνη της, αλλά επιστρέφει, ξανά και ξανά, στον λόγο — στη διδασκαλία, στη συμπόνια, στην υπομονετική εργασία του να δείχνει στους άλλους προς τη δάδα. Για τον ξυπνημένο, έχοντας δει ότι τα πολλά είναι μυστικά το Ένα, δεν μπορεί παρά να αγαπήσει τα πολλά, όπως μια μητέρα που ξυπνά από εφιάλτη για τον κίνδυνο του παιδιού της, δεν γυρίζει μακριά από το παιδί με ανακούφιση αλλά το μαζεύει ακόμα πιο κοντά.
Το να ζεις μέσα σε αυτή τη μνήμη είναι να περπατάς στην αγορά και στο ναό με την ίδια ήρεμη γαλήνη, να θλίβεσαι όταν αναδύεται η θλίψη και να χαίρεσαι όταν έρχεται η χαρά, αλλά να κρατάς και τα δύο, ήσυχα, όπως ο ουρανός κρατά τον περαστικό καιρό — ανέγγιχτος στο βάθος του από τις καταιγίδες που διασχίζουν το πρόσωπό του. Είναι να ακούς, κάτω από κάθε φωνή, μια σιωπή που μιλά. Είναι να βλέπεις, πίσω από κάθε πρόσωπο, μια φλόγα που καίει. Είναι να γνωρίζεις — όχι ως δόγμα απομνημονευμένο, αλλά όπως γνωρίζεται η ανάσα, όπως γνωρίζεται ο χτύπος της ίδιας σου της καρδιάς — ότι ο αναζητητής, η αναζήτηση και το αναζητούμενο δεν ήταν ποτέ, ούτε για μια στιγμή, τρία.
Εδώ, στο κατώφλι όπου η γλώσσα πρέπει επιτέλους να υποκλιθεί και να αποσυρθεί, η παλιά επίκληση ακόμα υψώνεται, όπως το λιβάνι υψώνεται πέρα από το σημείο όπου τα μάτια μπορούν να ακολουθήσουν τον καπνό του:
Ωμ, σάντι, σάντι, σάντι.
Ειρήνη στο σώμα, ειρήνη στον νου, ειρήνη σε αυτό που είναι πέρα και από τα δύο — η ειρήνη που δεν εξαρτάται από την ησυχία του κόσμου, αλλά παραμένει, γαλήνια και ακλόνητη, ως το ίδιο το έδαφος πάνω στο οποίο ο κόσμος, σε όλες τις στιλπνές και φευγαλέες μορφές του, επιτρέπεται να παίζει.
Αφορισμός: Οι ξυπνημένοι δεν αφήνουν τον κόσμο πίσω· επιστρέφουν σε αυτόν και βρίσκουν, επιτέλους, ότι ήταν Μπράχμαν από την αρχή.
Ωμ σάντι, σάντι, σάντι.
Οι Ορίζοντες της Ψυχής
Ι. Το Κατώφλι
Υπάρχει μια γραμμή όπου ο ουρανός αγγίζει τη γη, και κανείς δεν έχει σταθεί ποτέ πάνω της. Υποχωρεί καθώς ο ταξιδιώτης προχωρά, υπομονετικός και αβίαστος, σαν να μην ήταν καθόλου τόπος αλλά μια υπόσχεση. Αυτό είναι το πρώτο μάθημα που ο κόσμος προσφέρει χωρίς λόγια: ότι ο ορίζοντας δεν είναι προορισμός αλλά κατεύθυνση, και ότι το να βαδίζεις προς αυτόν είναι ήδη ένα είδος άφιξης.
Η ψυχή έχει κι αυτή έναν τέτοιο ορίζοντα. Οι περισσότεροι περνούν τις μέρες τους μαζεύοντας όσα επιθυμούν — μια ζεστασιά, ένα όνομα, μια μονιμότητα — και αποκαλούν αυτό το σχήμα μιας ζωής. Αλλά η επιθυμία, όσο λαμπρή κι αν είναι, είναι ένας λύχνος που κρατιέται κοντά στο πρόσωπο· φωτίζει μόνο ό,τι είναι ήδη κοντά. Πέρα από την εμβέλεια του λύχνου απλώνεται μια πιο σκοτεινή, πιο απέραντη χώρα, την οποία το επιθυμητικό μυαλό σπάνια επισκέπτεται, γιατί δεν μπορεί να φανταστεί ό,τι δεν έχει επιτρέψει ακόμα στον εαυτό του να ονειρευτεί.
Το να ονειρευτείς πέρα από την επιθυμία δεν σημαίνει να εγκαταλείψεις το θέλειν, αλλά να ξεπεράσεις την μικρότητά του. Η επιθυμία ρωτά: τι θα με ικανοποιήσει; Το όνειρο κάτω από όλα τα όνειρα ρωτά κάτι άλλο, κάτι σχεδόν αβάσταχτο στην ανοιχτότητά του: τι έχω αρνηθεί να φανταστώ, από φόβο μήπως είναι αληθινό;
Αφορισμός
Ο ορίζοντας δεν είναι αυτό που το μάτι επιθυμεί να φτάσει, αλλά αυτό που η ψυχή δεν έχει ακόμα τολμήσει να φανταστεί. Κάθε αληθινή αρχή ξεκινά εκεί όπου τελειώνει το θέλειν.
ΙΙ. Το Βάρος του Θέλειν
Η επιθυμία διαμορφώνει μια ζωή όπως το νερό διαμορφώνει μια πέτρα — αργά, πιστά, σύμφωνα με την ίδια την αντίσταση της πέτρας. Δεν στερείται ομορφιάς. Ένα επιθυμητό πράγμα που κυνηγιέται με αφοσίωση μπορεί να χαράξει δρόμο μέσα από τα πιο σκληρά χρόνια, και δεν υπάρχει τίποτα ψεύτικο σε αυτό το είδος αγάπης. Κι όμως μια πέτρα που διαμορφώνεται μόνο από το νερό γίνεται υπηρέτης του νερού, λεία στα σημεία που το νερό ήθελε να είναι λεία, κούφια μόνο όπου παρέμενε νερό.
Υπάρχει και μια άλλη χαρακτική. Δεν ρέει απαλά γύρω από την αντίσταση της ψυχής· την διαπερνά. Αυτή είναι η χαρακτική των ονείρων πολύ μεγάλων για να τα χωρέσει η επιθυμία — ονείρων που δεν υπόσχονται άνεση, που δεν προσφέρουν σαφές σχήμα ικανοποίησης, που το μυαλό σχεδόν αρνείται να διασκεδάσει γιατί ζητούν τα πάντα και δεν εγγυώνται τίποτα.
Ένα άτομο επιθυμεί την κορυφή του βουνού. Αλλά η ψυχή, στις κρυφές της ώρες, ονειρεύεται να γίνει το είδος του όντος για το οποίο τα βουνά δεν είναι πια εμπόδια αλλά σύντροφοι. Το πρώτο είναι μια ευχή με τέλος. Το δεύτερο δεν έχει τέλος καθόλου — και αυτό ακριβώς είναι που το τρομάζει, και αυτό ακριβώς είναι που το καλεί.
Αφορισμός
Η επιθυμία χτίζει ένα σπίτι με γνώριμα τείχη. Το βαθύτερο όνειρο αφαιρεί τα τείχη και ρωτά αν μπορείς ακόμα να το πεις σπίτι.
ΙΙΙ. Το Σχεδόν-Τόλμημα
Ανάμεσα σε αυτό που κάποιος επιθυμεί και σε αυτό που τολμά να ονειρευτεί υπάρχει μια στενή χώρα — πες την το «σχεδόν». Είναι ο αισθητός τρόμος πριν μια σκέψη γίνει πεποίθηση, η σιωπή ακριβώς πριν μια ερώτηση επιτραπεί να υπάρξει. Οι περισσότερες ζωές ξοδεύονται κυκλώνοντας αυτή τη χώρα χωρίς να εισέρχονται, νιώθοντας το χείλος της όπως νιώθει κανείς έναν γκρεμό στο σκοτάδι: όχι βλέποντάς τον, αλλά από τον ξαφνικό δισταγμό στο βήμα.
Γιατί η ψυχή διστάζει εδώ, από όλα τα μέρη; Επειδή το σχεδόν-τολμημένο όνειρο δεν φέρει καμία υπόσχεση ασφάλειας. Δεν ζητά να επιθυμηθεί· ζητά να μαρτυρηθεί. Και το να μαρτυρήσεις ένα όνειρο πολύ μεγάλο για να χωρέσει στην άνεση είναι να παραδεχτείς ότι το εγώ που έχεις χτίσει — προσεκτικό, καθορισμένο, γνωστό — μπορεί να είναι μικρότερο από τη ζωή που περιμένει να βιωθεί.
Κι όμως ακριβώς εδώ, στο τρεμάμενο αυτό χείλος, ο ορίζοντας πλησιάζει περισσότερο. Όχι ο ορατός ορίζοντας γης και φωτός, αλλά ο εσωτερικός: ο τόπος όπου το γνωστό εγώ τελειώνει και κάτι ανώνυμο αρχίζει. Η ψυχή δεν επεκτείνεται αποκτώντας περισσότερα από όσα ήδη καταλαβαίνει. Επεκτείνεται στεκόμενη, έστω και μια φορά, στο χείλος αυτού που έχει αρνηθεί να φανταστεί — και χωρίς να κάνει πίσω.
Αφορισμός
Ανάμεσα στην επιθυμία και στο πεπρωμένο υπάρχει μια μόνη τρεμάμενη λέξη: σχεδόν. Διέσχισέ την, και ο ορίζοντας σταματά να υποχωρεί.
IV. Η Ακινησία που Κινείται
Εδώ ανοίγει ένα παράδοξο, και δεν κλείνει. Ο ορίζοντας, που πάντα υποχωρεί, υποδηλώνει ατελείωτη κίνηση — κι όμως ο ταξιδιώτης που τελικά σταματά να τον κυνηγά, που απλώς στέκεται και τον θεωρεί, ανακαλύπτει ότι ποτέ δεν κινούνταν. Κινούταν το μάτι, το επιθυμητικό μάτι, αεικίνητο και αναζητητικό. Ο ορίζοντας παρέμενε ακριβώς εκεί όπου η αιωνιότητα πάντα παραμένει: πουθενά, και επομένως παντού όπου ένα βλέμμα ηρεμεί.
Έτσι και το πιο μακρινό όνειρο της ψυχής. Όταν το κυνηγάς, αποτραβιέται σαν το φως στο σούρουπο, πάντα λίγο πιο πέρα από ό,τι μπορεί να φτάσει το χέρι. Αλλά όταν το δέχεσαι — απλώς επιτρέποντάς του να είναι αληθινό, χωρίς να το αρπάζεις — παύει να είναι προορισμός και γίνεται μια παρουσία ήδη εδώ. Κίνηση και ακινησία, αποδεικνύεται, δεν ήταν ποτέ αντίθετα. Ήταν δύο ονόματα για την ίδια απροστάτευτη στιγμή, ανάλογα με το αν η καρδιά ήταν σφιγμένη ή ανοιχτή.
Αυτή είναι η παράξενη μαθηματική της εσωτερικής ζωής: ο δρόμος μακραίνει για εκείνον που τρέχει, και συντομεύει για εκείνον που αναπαύεται. Η αιωνιότητα δεν βρίσκεται μπροστά από τον χρόνο· βρίσκεται από κάτω του, όπως η ακινησία του βουνού βρίσκεται από κάτω από τον μεταβαλλόμενο καιρό στις πλαγιές του. Ο χρόνος κινείται πάνω από την ψυχή όπως τα σύννεφα κινούνται πάνω από την πέτρα. Η πέτρα δεν κυνηγά τα σύννεφα. Απλώς παραμένει, και παραμένοντας, γίνεται ο τόπος όπου ο ουρανός αντανακλάται.
Αφορισμός
Ο ορίζοντας που κυνηγάς θα υποχωρεί πάντα. Ο ορίζοντας που θεωρείς έχει ήδη φτάσει.
V. Μορφή Σκαλισμένη από το Άμορφο
Κάθε σχήμα που παίρνει η ψυχή — κάθε πεποίθηση, κάθε βεβαιότητα, κάθε προσεκτική ταυτότητα — είναι ένα είδος αρχιτεκτονικής χτισμένης πάνω σε κάτι που δεν έχει καθόλου αρχιτεκτονική. Κάτω από τη σκαλισμένη μορφή βρίσκεται το ασκάλιστο· κάτω από τον δρόμο βρίσκεται ο άδρομος τόπος από τον οποίο όλοι οι δρόμοι σχεδιάζονται, όπως κάθε λέξη που ειπώθηκε ποτέ πρωτοσχεδιάστηκε από μια σιωπή που δεν την χρειαζόταν.
Αυτό δεν είναι αιτία για απελπισία αλλά για δέος. Το να γνωρίζεις ότι η μορφή σου είναι προσωρινή, ένα δανεικό σχήμα πάνω σε ένα απέραντο άμορφο, είναι να νιώσεις — επιτέλους — τις αληθινές αναλογίες της ψυχής. Όχι μικρή, όπως επιμένει ο φόβος. Όχι άπειρη, όπως φαντάζεται η υπερηφάνεια. Αλλά ανοιχτή — ένα κατώφλι παρά ένα τείχος, ένα παράθυρο παρά ένα δωμάτιο.
Ο ονειροπόλος που τολμά το μεγαλύτερο όνειρο δεν εγκαταλείπει τη μορφή· απλώς παύει να την μπερδεύει με το σύνολο του εαυτού του. Σκαλίζει, γνωρίζοντας ότι το σκάλισμα είναι προσωρινό, γνωρίζοντας ότι κάτω από κάθε σχήμα που δίνει στη ζωή του παραμένει η άμορφη απειρία από την οποία θα σχεδιαστεί και το επόμενο σχήμα. Αυτό δεν είναι απώλεια. Είναι χώρος αναπνοής για το αιώνιο.
Αφορισμός
Κάθε μορφή που φορά η ψυχή είναι μια μόνη χειρονομία του άμορφου. Το να το γνωρίζεις αυτό δεν σημαίνει να χάσεις τον εαυτό σου, αλλά να θυμηθείς ότι το σχήμα δεν ήταν ποτέ η ουσία.
VI. Το Ιερό Καθημερινό
Και έτσι η ξετύλιξη δεν τελειώνει σε κάποια μακρινή κατάκτηση, σε κάποιον τελικό ορίζοντα που επιτέλους φτάνεται. Τελειώνει — αν «τελειώνει» είναι καν η λέξη — ακριβώς εκεί όπου άρχισε: στην καθημερινή στιγμή, στην ανάσα που παίρνεται χωρίς τελετουργία, στο φως που πέφτει χωρίς ανακοίνωση πάνω σε ένα γνώριμο πάτωμα.
Αυτό που έχει αλλάξει δεν είναι ο κόσμος αλλά η όραση. Το βουνό δεν έχει μετακινηθεί, ο ουρανός δεν έχει βαθύνει, ο δρόμος κάτω από τα πόδια είναι ο ίδιος δρόμος που ήταν πάντα. Αλλά αυτός που έχει τολμήσει να ονειρευτεί πέρα από την επιθυμία, που έχει σταθεί στο τρεμάμενο χείλος του «σχεδόν» και δεν έκανε πίσω, τώρα συναντά αυτή την καθημερινή στιγμή διαφορετικά: όχι ως αίθουσα αναμονής πριν από κάποια μεγαλύτερη άφιξη, αλλά ως την ίδια την άφιξη, ήσυχα, ολοκληρωτικά, χωρίς να χρειάζεται να ανακοινώσει ότι έχει έρθει.
Ο ορίζοντας, αποδεικνύεται, δεν ήταν ποτέ αλλού. Ήταν το ίδιο το χείλος της ψυχής, που αντικρίστηκε από μέσα, και για λίγο μπερδεύτηκε με μια γραμμή στον μακρινό ορίζοντα. Τώρα η απόσταση διαλύεται, όχι επειδή κάτι κατακτήθηκε, αλλά επειδή το μάτι επιτέλους ηρέμησε. Και σε αυτή την ηρεμία, αυτή η στιγμή — αυτή ακριβώς η ανάσα, αδιάφορη και ολόκληρη — ανοίγει σαν μια πόρτα που κανείς δεν θυμάται ότι έκλεισε, αποκαλύπτοντας αυτό που ήταν αληθινό από πάντα: τίποτα δεν έλειπε. Τίποτα δεν έλειψε ποτέ.
Αφορισμός
Ο ορίζοντας δεν ήταν ποτέ μπροστά σου. Ήταν το χείλος της ίδιας σου της όρασης — και τη στιγμή που διαλύεται, ανακαλύπτεις ότι ήσουν ήδη σπίτι.
Εδώ και Τώρα
Σχετικά με την επιστροφή σε αυτό που δεν χάθηκε ποτέ…
Ι. Το νερό δεν θυμάται
Μια πέτρα πέφτει σε ήρεμο νερό. Σχηματίζονται κύκλοι που απλώνονται προς τα έξω, αραιώνοντας ο καθένας, μέχρι που η επιφάνεια γίνεται πάλι αυτό που ήταν. Το νερό δεν πενθεί τους κύκλους. Δεν τους αναζητά. Απλώς είναι — λείο, κρύο, αντανακλώντας όποιον ουρανό τυχαίνει να βρίσκεται από πάνω του αυτή τη συγκεκριμένη, μη επαναλήψιμη στιγμή.
Βλέπουμε και λέμε: οι κύκλοι εξαφανίστηκαν. Αλλά η εξαφάνιση είναι μόνο μια λέξη που χρησιμοποιούμε όταν έχουμε αποφασίσει ότι κάτι πρέπει να μείνει. Το νερό δεν πήρε καμία τέτοια απόφαση. Ήταν εδώ. Μετά ήταν διαφορετικά εδώ. Τώρα είναι εδώ ξανά.
Ό,τι σου έχει συμβεί ποτέ, συνέβη σε μια στιγμή ακριβώς σαν αυτή. Όχι στο παρελθόν — σε ένα παρόν, ένα ζωντανό και ολοκληρωμένο παρόν, που κάποτε ήταν αδιαχώριστο από το τώρα. Η μνήμη δεν είναι το παρελθόν. Η μνήμη είναι ένας τωρινός κυματισμός, ζωντανός και κινούμενος μέσα στο νερό αυτής της στιγμής.
Το παρελθόν δεν είναι πίσω σου. Κάποτε ήταν μπροστά σου, και το διέσχισες όπως διασχίζεις αυτή τη φράση. Αυτό που ονομάζουμε μνήμη είναι το παρόν που ονειρεύεται.
II. Η ομίχλη που διδάσκει
Το φθινόπωρο, ένα βουνό εξαφανίζεται μέσα στην ομίχλη. Όχι σταδιακά — όλα μαζί, όπως εξαφανίζεται η βεβαιότητα ενώ ακόμα μιλάς. Ήσουν βέβαιος για το βουνό. Το έχτισες στο μυαλό σου μέσα από πολλά πρωινά, πέτρα την πέτρα, κορυφογραμμή την κορυφογραμμή. Και μετά η ομίχλη, και εξαφανίστηκε.
Αλλά εδώ είναι αυτό που διδάσκει η ομίχλη: το βουνό ήταν πάντα δική σου κατασκευή. Το πραγματικό βουνό — κρύο, αδιάφορο, τεράστιο και ο εαυτός του — δεν χρειαζόταν τη βεβαιότητά σου για να σταθεί. Στεκόταν πολύ πριν από την πρώτη σου ματιά και θα στέκεται πολύ μετά την τελευταία σου.
Αυτή είναι η Ταοϊστική ελευθερία που δεν μπορεί να αρπαχτεί, μόνο να γίνει αντιληπτή. Όταν σταματάς να επιμένεις ότι το βουνό πρέπει να εμφανιστεί για χάρη σου, όταν απελευθερώνεις την ανάγκη να δεις, να ονομάσεις και να κατέχεις — η ίδια η ομίχλη γίνεται όμορφη. Απέραντη. Φωτεινή. Ένα είδος πληρότητας που μεταμφιέζεται σε τίποτα.
Κάθισε αρκετά ήσυχα και θα νιώσεις αυτό: τη διάλυση των ορίων. Εκεί που τελειώνει το δέρμα σου, αρχίζει ο δροσερός αέρας, και μετά τα πεύκα, και μετά η ομίχλη, και κάπου εκεί η διάκριση ανάμεσα σε αυτό που είσαι εσύ και σε αυτό που δεν είναι εσύ γίνεται μια ερώτηση πολύ κουρασμένη για να συνεχίσει να τη θέτεις.
Το εγώ είναι μια ομίχλη που πιστεύει ότι είναι βουνό. Και τα δύο είναι πραγματικά. Κανένα δεν είναι μόνιμο. Μόνο η σιωπή μέσα στην οποία πλέουν δεν έρχεται και δεν φεύγει.
III. Το δωμάτιο που είναι πάντα άδειο
Υπάρχει ένα δωμάτιο μέσα σου που καμία σκέψη δεν έχει επιπλώσει ποτέ. Δεν έχεις μπει συχνά σε αυτό — το μυαλό δουλεύει σκληρά για να σε κρατάει έξω, στοιβάζοντας καρέκλες, ρολόγια και παράπονα στην πόρτα. Αλλά έχεις μπει. Στη στιγμή πριν σε πάρει ο ύπνος. Στην μακριά ανάσα που ακολουθεί το κλάμα. Στην παράξενη ηρεμία ανάμεσα σε δύο νότες της μουσικής, που δεν είναι σιωπή αλλά κάτι πιο πυκνό από τη σιωπή.
Στο Τσαν, αυτό δεν είναι μεταφορά. Είναι περιγραφή αυτού που πραγματικά είσαι, κάτω από την στολή των προτιμήσεων και της ιστορίας. Το κενό δεν είναι κενότητα. Είναι περισσότερο σαν μια αίθουσα όπου ο ήχος μπορεί επιτέλους να κινηθεί ελεύθερα. Χωρίς το κενό, δεν υπάρχει μουσική — μόνο θόρυβος που ανταγωνίζεται θόρυβο.
Οι μεγάλοι δάσκαλοι του Ταοϊσμού μίλησαν για wu wei — δράση χωρίς καταναγκασμό, παρουσία χωρίς ατζέντα. Δεν εννοούσαν παθητικότητα. Εννοούσαν το είδος προσοχής που έχει μια καθαρή λιμνούλα: δέχεται τα πάντα, δεν παραμορφώνει τίποτα, απελευθερώνει τα πάντα καθώς περνούν. Αυτό δεν είναι κάτι που πρέπει να επιτύχεις. Είναι κάτι που πρέπει να πάψεις να εμποδίζεις.
Το κενό είναι το πιο ευρύχωρο δωμάτιο. Πάντα ζούσες εκεί. Απλώς ξεχνούσες συνεχώς να σηκώσεις το βλέμμα από τα έπιπλα.
IV. Αυτό που ξεχνάει ο ονειροπόλος
Μας λένε ότι ζούμε στο παρόν. Συμφωνούμε, ειλικρινά, και μετά περνάμε το πρωί ξαναπαίζοντας μια συζήτηση από την περασμένη Τρίτη και το απόγευμα κάνοντας πρόβα για μια διαμάχη που μπορεί να μη συμβεί ποτέ. Αυτό δεν είναι αποτυχία της θέλησης. Αυτό είναι το όνειρο — το ιδιωτικό θέατρο του ψυχοσωματικού εαυτού, που προβάλλει ατελείωτα τις ιστορίες του στην οθόνη του τώρα.
Η ψυχοσωματική διαδικασία δεν είναι ο κακός. Το σώμα θυμάται το κρύο και την πείνα, και έτσι σχεδιάζει. Το μυαλό ανιχνεύει μοτίβα, και έτσι προβλέπει. Αυτό είναι επιβίωση, και είναι νόμιμο. Αλλά κάπου στη διαδικασία της επιβίωσης, αρχίσαμε να μπερδεύουμε τον χάρτη με την επικράτεια. Αρχίσαμε να ζούμε, σχεδόν ολοκληρωτικά, μέσα σε μια αναπαράσταση της ζωής αντί μέσα στην ίδια τη ζωή.
Η αναπαράσταση είναι πάντα πιο λεπτή από το πράγμα. Δεν μπορεί να κρατήσει το ακριβές βάρος του απογευματινού φωτός πάνω σε έναν τοίχο, την ιδιαίτερη υφή της κρούστας του ψωμιού, την μη επαναλήψιμη ποιότητα της ανάσας αυτού του ανθρώπου καθώς κοιμάται δίπλα σου. Αυτά τα πράγματα υπάρχουν μόνο εδώ, μόνο τώρα, μόνο μία φορά. Ο ονειροπόλος, απασχολημένος με τις προβολές του, περνάει δίπλα τους κάθε μέρα.
Το ξύπνημα δεν είναι δραματικό. Δεν χρειάζεται μοναστήρι ή δάσκαλο ή δεκαετία προσπάθειας. Χρειάζεται μόνο η διάθεση να νιώσεις το πάτωμα κάτω από τα πόδια σου — πλήρως, χωρίς σχόλια — για μια στιγμή χωρίς πρόγραμμα. Αυτή η στιγμή είναι ολόκληρη η διδασκαλία.
Το όνειρο δεν είναι ψεύτικο — είναι ελλιπές. Αυτό που ξεχνάμε είναι ότι ονειρευόμαστε. Και κάτω από το όνειρο, ο ονειροπόλος είναι ξύπνιος, και πάντα ήταν ξύπνιος.
V. Ο χρόνος δεν περνάει
Λέμε ότι ο χρόνος περνάει. Αλλά στάσου δίπλα σε ένα ποτάμι και ρώτα: το νερό περνάει, ή απλώς ρέει; Υπάρχει διαφορά. Το «περνάει» υπονοεί ότι κάτι φεύγει, ότι υπάρχει ένα σταθερό σημείο από το οποίο μπορεί να μετρηθεί η αναχώρηση. Το «ρέει» υπονοεί κάτι άλλο — ένα συνεχές γίγνεσθαι που δεν έχει σταθερό σημείο πουθενά, πολύ λιγότερο στον παρατηρητή.
Δεν στέκεσαι έξω από τον χρόνο, βλέποντάς τον να περνάει. Είσαι μέσα του, από αυτόν, φτιαγμένος από την ίδια ρέουσα ουσία. Αυτό που ονομάζουμε παρόν δεν είναι ένα σημείο — είναι ένα πάχος, ένα βάθος. Όταν είσαι πραγματικά εδώ, ανακαλύπτεις ότι το τώρα δεν είναι στενό. Είναι απέραντο. Περιέχει τη μυρωδιά της βροχής που ήδη πέρασε και το σκοτάδι που έρχεται και τη μνήμη των χεριών της μητέρας σου, όλα κρατημένα ταυτόχρονα, όλα εξίσου παρόντα, κανένα τους μειωμένο από την απόστασή του από το ρολόι.
Η μη-ολοκλήρωση δεν είναι αποτυχία. Το ημιτελές ποίημα, το ανεπίλυτο συναίσθημα, η ερώτηση που ακόμα αιωρείται στον αέρα — αυτά δεν είναι πληγές. Είναι το σχήμα που παίρνει η ζωή όταν είναι ζωντανή. Μόνο ο θάνατος ολοκληρώνει τα πράγματα. Ό,τι αναπνέει είναι στη μέση κάποιου πράγματος.
Ο χρόνος δεν περνάει. Εμείς περνάμε μέσα από τον χρόνο, όπως το φως περνάει μέσα από το νερό — λυγίζοντας ελαφρά, φτάνοντας αλλαγμένο, αλλά φτάνοντας.
VI. Ο μάρτυρας που δεν ζητάει τίποτα
Υπάρχει μια ποιότητα προσοχής τόσο ήσυχη που μοιάζει με καθόλου προσοχή. Όχι η προσοχή της εξέτασης, που γέρνει μπροστά, που θέλει να ονομάσει, να κατηγοριοποιήσει και να καταλήξει. Κάτι παλαιότερο. Ο τρόπος που ένα άδειο σπίτι κρατάει ακόμα το σχήμα όλων όσων έζησαν ποτέ σε αυτό. Ο τρόπος που ένα παλιό βάζο κρατάει ακόμα την ελαφριά μυρωδιά του μελιού, χρόνια μετά που αδειάστηκε.
Αυτή η ποιότητα — πες τη μαρτυρία, πες την απλή παρουσία — δεν απαιτεί να είσαι εξαιρετικός. Απαιτεί μόνο να σταματήσεις, για μια στιγμή, να υποδύεσαι τον ρόλο κάποιου που βρίσκεται κάπου συγκεκριμένα, πηγαίνει κάπου αλλού, με συγκεκριμένα συναισθήματα και για τα δύο. Βγες από την παράσταση. Μην την αντικαταστήσεις με τίποτα. Απλώς — σταμάτα.
Σε εκείνο το σταμάτημα: μια αναστολή. Ο κόσμος δεν εξαφανίζεται. Γίνεται περισσότερο ο εαυτός του. Το φλιτζάνι στο τραπέζι γίνεται αμετάκλητα φλιτζάνι. Το φως από το παράθυρο γίνεται αμετάκλητα φως. Εσύ γίνεσαι — τι; Κάτι που παρατηρεί, χωρίς να χρειάζεται αυτό που παρατηρεί να είναι κάτι άλλο από αυτό που είναι. Κάτι πολύ κοντά σε αυτό που οι δάσκαλοι του Ζεν έδειχναν με τις κρυπτικές συλλαβές και τις ξαφνικές κραυγές τους.
Όχι εσύ που παρατηρείς τον κόσμο. Ο κόσμος που παρατηρεί τον εαυτό του, μέσα από το όργανο του εσύ.
Το να μαρτυρείς χωρίς να θέλεις είναι η βαθύτερη ανάπαυση. Σε εκείνη την ανάπαυση, τίποτα δεν λείπει. Σε εκείνη την ανάπαυση, είσαι ήδη σπίτι σου — και το σπίτι, όπως αποδεικνύεται, δεν έχει διεύθυνση.
VII. Επιστροφή
Υπάρχει ένα ποίημα που δεν έχει αρχή. Ή μάλλον: η αρχή του είναι όπου κι αν μπεις σε αυτό. Το πεύκο στην άκρη του μονοπατιού δεν ρωτάει πότε το επισκέφτηκες τελευταία φορά. Η πέτρα δεν κρατάει αρχείο από τα βήματά σου. Κάθε επιστροφή είναι ταυτόχρονα και μια άφιξη για πρώτη φορά.
Αυτό είναι αυτό που προσφέρει το Εδώ και Τώρα, ατελείωτα, χωρίς όρους ή προϋποθέσεις: την πρωτοφάνεια. Την απόλυτη καινούργια ποιότητα του αυτό που είναι. Ακόμα και το οικείο πρόσωπο, ο γνωστός δρόμος, η επαναλαμβανόμενη χειρονομία — κοιταγμένα χωρίς την παρέμβαση του φακέλου που έχει χτίσει το μυαλό σου γι’ αυτά, είναι ξένοι. Όμορφοι ξένοι. Που κουβαλούν περισσότερα από όσα θα μπορούσες ποτέ να καταλογογραφήσεις.
Η άγνοια για την οποία μιλούσαν οι παλιοί δάσκαλοι δεν είναι βλακεία. Είναι η πεποίθηση ότι ήδη ξέρεις τι είναι αυτή η στιγμή πριν πραγματικά μπεις σε αυτήν. Οι ευσεβείς επιθυμίες είναι οι προσευχές που στέλνουμε μπροστά μας, ζητώντας από την πραγματικότητα να τακτοποιηθεί σύμφωνα με τις προδιαγραφές μας. Η φαντασία που οικοδομεί τον εξωτερικό κόσμο από τους φόβους και τις επιθυμίες της.
Το να απελευθερώσεις όλα αυτά — όχι με προσπάθεια, όχι με πειθαρχία, αλλά απλώς βλέποντας μέσα από αυτά, όπως βλέπεις μέσα από την ομίχλη όταν ξέρεις ότι είναι ομίχλη — είναι να φτάσεις σε μια ελευθερία τόσο συνηθισμένη που δεν έχει όνομα. Είσαι εδώ. Το δωμάτιο είναι εδώ. Το φως κάνει αυτό που κάνει το φως. Η ανάσα κινείται.
Τίποτα δεν χρειάζεται να είναι διαφορετικό. Τίποτα δεν χρειάζεται να γίνει. Το ποτάμι δεν προσπαθεί να φτάσει στη θάλασσα. Απλώς ρέει, και το ρέειν — αδιαίρετο, χωρίς βιασύνη, τελείως χωρίς πρόθεση — είναι αρκετό. Πάντα ήταν αρκετό. Αυτό είναι όλο.
Δεν μπορείς να επιστρέψεις στο παρόν. Μπορείς μόνο να πάψεις να το εγκαταλείπεις. Και σε εκείνο το σταμάτημα — χωρίς πανηγυρισμούς, χωρίς αποκάλυψη — ανακαλύπτεις ότι ήταν εδώ, διάπλατα ανοιχτό, όλη την ώρα.
Ακολουθώντας τον Ταο Χωρίς Βία
Μια μυστική διαλογή για τη φύση που δεν χρειάζεται καμία προσπάθεια
Κεφάλαιο Πρώτο: Η Σιωπή Πριν από τον Λόγο
Υπάρχει μια ακινησία που ζούσε πριν γεννηθεί ο λόγος και ζει ακόμα, κάτω από κάθε λέξη που έχει ποτέ ειπωθεί. Ο αναζητητής που επιθυμεί να γνωρίσει το Ταό πρέπει πρώτα να επιστρέψει σε αυτή τη σιωπή, γιατί το ίδιο το Ταό δεν φωνάζει. Δεν διαφωνεί. Δεν ικετεύει να το πιστέψουν. Απλώς είναι, όπως είναι ο ουρανός, όπως είναι οι ρίζες των αρχαίων δέντρων, αόρατες και αναμφισβήτητες, που συγκρατούν ό,τι μπορεί να φανεί.
Το να απέχεις από τον λόγο δεν σημαίνει να είσαι άφωνος. Σημαίνει να αφήσεις τη φωνή να σωπάσει, ώστε κάτι παλαιότερο από τη φωνή να μιλήσει στη θέση της. Σκέψου τον άνθρωπο που έχει σταματήσει να επιβάλλει τις λέξεις του στον κόσμο, που δεν χρειάζεται πια να εξηγεί τον εαυτό του για να είναι πραγματικός. Έχει γίνει σαν μια κοιλάδα — άδεια, και γι’ αυτό γεμάτη από ηχώ· χωρίς στολίδια, και γι’ αυτό ικανή να δεχτεί ολόκληρο το τραγούδι του βουνού. Αυτό σημαίνει να υπακούς στην αυθορμησία της ίδιας σου της φύσης: όχι να εφεύρεις έναν εαυτό μέσα από την προσπάθεια, αλλά να αποκαλύψεις τον εαυτό που ήδη ανέπνεε κάτω από τον θόρυβο.
Ο άνεμος δεν κάθεται σε συμβούλιο αποφασίζοντας πόσο θα φυσήξει. Σηκώνεται και πέφτει. Ένας βίαιος άνεμος δεν διαρκεί όλο το πρωί· μια ξαφνική βροχή δεν κρατάει όλη την ημέρα. Ποιοι είναι οι δημιουργοί αυτών των σύντομων και τρομερών ομορφιών; Ο ίδιος ο Ουρανός και η Γη. Και αν ο Ουρανός και η Γη — απέραντοι πέρα από κάθε μέτρηση, αρχαίοι πέρα από κάθε μνήμη — δεν μπορούν να συντηρήσουν μια μοναδική εξαναγκασμένη χειρονομία για περισσότερο από λίγες ώρες, πώς θα μπορούσε οποιοδήποτε θνητό χέρι να ελπίζει να κρατήσει μια τεταμένη, επίμονη πράξη για μια ολόκληρη ζωή;
Εδώ είναι το πρώτο μυστήριο, και δεν εξηγείται τόσο όσο γίνεται αισθητό: αυτό που είναι πιο δυνατό είναι το πιο σύντομο, και αυτό που είναι πιο ήσυχο διαρκεί για πάντα. Η καταιγίδα περνάει. Ο ουρανός μένει. Η βία είναι ένα κερί που τρεμοσβήνει στον άνεμο της ίδιας του της επείγουσας ανάγκης· η αρμονία είναι ο ίδιος ο άνεμος, που δεν χρειάζεται κερί, ούτε φλόγα, ούτε άδεια.
Κάθισε, λοιπόν, μέσα σε αυτή την αλήθεια όπως κάθεται κανείς στην άκρη μιας ήρεμης λίμνης τα χαράματα, παρακολουθώντας την ομίχλη να υψώνεται χωρίς να της ζητά να υψωθεί πιο γρήγορα. Μην απλώνεις το χέρι σου για το Ταό όπως απλώνεις για ένα νόμισμα που έπεσε στο πάτωμα. Άπλωσε το χέρι σου για αυτό όπως απλώνεις για τον ύπνο — σταματώντας να απλώνεις και απλώς ξαπλώνοντας μέσα του.
Αφορισμός
Η καταιγίδα που φωνάζει σύντομα ξοδεύεται· η σιωπή που ακούει ποτέ δεν εξαντλείται. Η βία είναι μια στιγμή — η παράδοση είναι για πάντα.
Κεφάλαιο Δεύτερο: Ο Ωκεανός που Δέχεται Κάθε Ποταμό
Φαντάσου, αν ο νους μπορεί να αντέξει μια τέτοια εικόνα, έναν ωκεανό χωρίς ακτή, χωρίς πυθμένα, χωρίς ούτε ένα κύμα που να του ανήκει μόνο του — γιατί κάθε κύμα είναι ο ωκεανός και ο ωκεανός είναι κάθε κύμα. Σε αυτό το άπειρο νερό χύνονται αμέτρητοι ποταμοί: άλλοι καθαροί σαν κρύσταλλο, που έχουν κατρακυλήσει από παγετώνες καθαρής πρόθεσης· άλλοι με το χρώμα της ίδιας της γης, που μεταφέρουν λάσπη και θλίψη και τα συντρίμμια μακρών, περιπλανώμενων ταξιδιών· άλλοι που μόλις και είναι ποταμοί, ξεραμένα κρεβάτια που θυμούνται τη βροχή αλλά δεν τη μεταφέρουν πια.
Ο ωκεανός δεν απομακρύνει τον λασπωμένο ποταμό και δεν υποδέχεται μόνο τον καθαρό. Δεν μετρά την αρετή του νερού πριν επιτρέψει την είσοδό του. Δέχεται όλους τους, χωρίς εξαίρεση, χωρίς κρίση, χωρίς προσπάθεια — γιατί αυτή είναι η φύση του ωκεανού, και η φύση δεν συλλογίζεται. Απλώς ανοίγει.
Έτσι είναι, ψιθυρίζουν οι μύστες σε κάθε εποχή και σε κάθε γλώσσα, με εκείνον που έχει κάνει το Ταό υπόθεσή του, που έχει παραδώσει τη ζωή του όχι στην απόκτηση του Ταό αλλά στην ήσυχη ενσάρκωσή του. Όταν μια τέτοια ψυχή περπατά ανάμεσα στους άλλους, συμβαίνει κάτι αξιοσημείωτο και σχεδόν ανείπωτο: όσοι οι ίδιοι ακολουθούν τον Δρόμο αισθάνονται, στην παρουσία του, μια συγγένεια — όπως μια φλόγα αναγνωρίζει μια άλλη φλόγα μέσα από ένα σκοτεινό πεδίο. Και δεν είναι ότι τους δίδαξε κάτι, ή ότι απέδειξε κάτι, ή ότι τους έπεισε μέσω της αρχιτεκτονικής του επιχειρήματος. Είναι ότι η ίδια του η ύπαρξη είναι ένα είδος διαπασών, και κάτι μέσα τους, κάποια κοιμισμένη αρμονία, αρχίζει να αντηχεί σε απάντηση.
Αλλά το μυστήριο δεν τελειώνει εκεί, και εδώ πρέπει να αφήσουμε τη λογική της αγοράς στην πόρτα σαν ένα ζευγάρι λασπωμένα σανδάλια: ακόμα και εκείνοι που επιδιώκουν μόνο το εξωτερικό ένδυμα του Δρόμου — τα τελετουργικά του, τις εκδηλώσεις του, τους ορατούς καρπούς του — βρίσκουν τον εαυτό τους να έλκεται σε συμφωνία μαζί του. Και ακόμα και εκείνοι που έχουν απομακρυνθεί εντελώς από τον δρόμο, που έχουν αποτύχει και στην ουσία και στην εμφάνιση, που σκοντάφτουν στο σκοτάδι χωρίς κανένα φανάρι — ακόμα και αυτοί, στην παρουσία του, γίνονται δεκτοί. Όχι διορθωμένοι. Όχι καταδικασμένοι. Δεκτοί. Συμφωνημένοι, στην ίδια τους την αποτυχία.
Πώς μπορεί να συμβαίνει αυτό, ότι η ίδια η αποτυχία μπορεί να είναι μια πόρτα προς τη χάρη; Μόνο ο ωκεανός μπορεί να απαντήσει, και η απάντησή του δεν εκφέρεται με λόγια: ό,τι ρέει προς αυτόν, όσο σπασμένο κι αν είναι, όσο μακριά κι αν έχει απομακρυνθεί από την πηγή του βουνού της καταγωγής του, είναι ήδη νερό, και το νερό ανήκει στη θάλασσα. Η θάλασσα δεν ζητά από τον ποταμό να καθαριστεί πριν φτάσει. Τον καθαρίζει με την άφιξή του. Αυτό δεν είναι η αριθμητική της αξιοσύνης. Είναι η γεωμετρία του ανήκειν, και κυκλώνει πιο πλατιά από ό,τι μπορεί να μετρήσει η μικρή πυξίδα του νου.
Αφορισμός
Ο ωκεανός δεν αρνείται κανέναν ποταμό, είτε καθαρό είτε θολό. Όποιος επιστρέφει σπίτι του έχει ήδη συγχωρεθεί από το απλό γεγονός της άφιξης.
Κεφάλαιο Τρίτο: Η Ευτυχία που Δεν Χρειάζεται Αιτία
Υπάρχει μια ευτυχία γνωστή στους εμπόρους αυτού του κόσμου — μια ευτυχία που ακολουθεί το επίτευγμα, που κερδίζεται σαν μισθός, που μπορεί να μετρηθεί, να αποθηκευτεί και τελικά να ξοδευτεί μέχρι τίποτα. Και μετά υπάρχει μια άλλη ευτυχία εντελώς διαφορετική, προς την οποία οι σοφοί μπορούσαν μόνο να δείξουν με τρεμάμενα χέρια, γιατί δεν υπακούει σε κανένα λογιστικό βιβλίο και δεν απαντά σε καμία ζυγαριά. Αυτή είναι η ευτυχία της επίτευξης χωρίς απόκτηση — η χαρά που αναδύεται όχι από το να αποκτήσεις κάτι νέο, αλλά από το να θυμηθείς κάτι που ποτέ δεν χάθηκε.
Όσοι περπατούν με το Ταό και βρίσκουν τον εαυτό τους σε συμφωνία με εκείνον που το ενσαρκώνει, ανακαλύπτουν αυτή τη δεύτερη ευτυχία. Δεν είναι η ικανοποίηση του νου, που του αρέσει να λύνει και να τελειώνει. Είναι πιο κοντά στην ειρήνη που καταλαμβάνει έναν περιπλανώμενο ο οποίος, μετά από χρόνια εξορίας, βλέπει επιτέλους τον καπνό να υψώνεται από τη δική του καμινάδα. Δεν έχει επιτύχει το σπίτι του. Απλώς, επιτέλους, έχει σταματήσει να κοιτάζει μακριά του.
Και αυτή η ευτυχία, μυστηριωδώς, δεν είναι αποκλειστική για τους σοφούς. Όσοι συμφωνούν μαζί του ως προς το ίδιο το Ταό — την ουσία του, την άμορφη καρδιά του — την φτάνουν. Όσοι συμφωνούν μαζί του μόνο ως προς την εκδήλωσή του — τις εξωτερικές του μορφές, τα έθιμά του, τις ορατές πρακτικές του — την φτάνουν επίσης, αν και από διαφορετική πόρτα. Και ακόμα και εκείνοι των οποίων το μόνο σημείο κοινωνίας είναι η κοινή τους αποτυχία, η κοινή τους έλλειψη — κι αυτοί συγκεντρώνονται σε αυτή την παράξενη και άπειρη χαρά.
Εδώ η λογική πρέπει να αφήσει κάτω τα εργαλεία της, γιατί η λογική επιμένει ότι η ανταμοιβή ακολουθεί την αξιοσύνη, ότι μόνο οι άξιοι κληρονομούν τον θησαυρό. Αλλά το Ταό δεν είναι δικαστήριο· είναι μια εποχή. Η άνοιξη δεν κρατά τα άνθη της μακριά από το στραβό δέντρο, φυλάσσοντάς τα μόνο για το ίσιο. Ανθίζει σε όλα τα κλαδιά εξίσου, γιατί το άνθισμα δεν είναι κρίση — είναι απλώς αυτό που κάνει η άνοιξη.
Ας καθίσει ο αναζητητής με αυτό μέχρι ο νους, εξαντλημένος από την ίδια του την ανάγκη να κατηγοριοποιήσει, να αφήσει τελικά τη λαβή του: ίσως η βαθύτερη επίτευξη δεν είναι μια κορυφή που φτάνεται από τους λίγους άξιους, αλλά μια κοιλάδα τόσο χαμηλή που όλοι, αργά ή γρήγορα, όσο αδέξια κι αν περιπλανιούνται, φτάνουν εκεί από το απλό γεγονός ότι είναι ζωντανοί και στρέφονται, έστω και μία φορά, προς το φως.
Αφορισμός
Η χαρά δεν είναι μισθός που πληρώνεται στους άξιους, αλλά μια εποχή που επισκέπτεται κάθε κλαδί. Ακόμα και στην αποτυχία, το άνθος βρίσκει τρόπο να ανοίξει.
Κεφάλαιο Τέταρτο: Το Εύθραυστο Νήμα της Πίστης
Κι όμως — γιατί ακόμα και στο υψηλότερο μυστικισμό πρέπει να υπάρχει μια προειδοποίηση, ένα μοναδικό σκοτεινό νήμα υφασμένο μέσα στο υφάδι του φωτός — υπάρχει μια ευθραυστότητα στην καρδιά αυτής της κοινωνίας, και ονομάζεται πίστη.
Όταν δεν υπάρχει αρκετή πίστη από την πλευρά εκείνου που περπατά τον Δρόμο, αναδύεται έλλειψη πίστης σε αντάλλαγμα, ανάμεσα σε εκείνους που αλλιώς θα περπατούσαν δίπλα του. Αυτό δεν είναι τιμωρία που δίνεται από κάποιο μακρινό θρόνο. Είναι απλώς η φύση της συνήχησης: μια καμπάνα που χτυπιέται χωρίς πεποίθηση δίνει έναν στεγνό και αμφίβολο ήχο, και κανένα αυτί, όσο λαχταριστό κι αν είναι, δεν το μπερδεύει με μουσική.
Η πίστη, με αυτή την έννοια, δεν είναι πίστη σε ένα δόγμα, ούτε βεβαιότητα για έναν αόρατο Θεό που θρονιάζεται πέρα από τα σύννεφα. Είναι κάτι πιο ήσυχο και πιο επικίνδυνο από αυτό — είναι η εμπιστοσύνη που επιτρέπει σε κάποιον να σταματήσει να επιβάλλει. Είναι η εμπιστοσύνη ότι η κοιλάδα δεν χρειάζεται να γίνει βουνό για να είναι άξια της βροχής. Είναι η εμπιστοσύνη ότι ο άνεμος, αφού έχει φυσήξει τον εαυτό του, δεν χρειάζεται να κληθεί πίσω με τη θέληση, αλλά θα σηκωθεί ξανά μόνος του, στη δική του ώρα, σύμφωνα με έναν ρυθμό πολύ μεγάλο για το ανθρώπινο ρολόι να μετρήσει.
Όταν αυτή η εμπιστοσύνη κλονίζεται — όταν ο αναζητητής αρχίζει και πάλι να αρπάζει, να επιβάλλει, να επιμένει ότι το Ταό πρέπει να φτάσει στο δικό του πρόγραμμα και στο δικό του επιλεγμένο σχήμα — το νήμα που τον συνδέει με τον ωκεανό λεπταίνει. Όχι επειδή ο ωκεανός αποσύρθηκε. Ο ωκεανός δεν μπορεί να αποσυρθεί· δεν έχει τέτοια ικανότητα για μικρότητα. Αλλά ο ποταμός που αρχίζει να φράζει τον εαυτό του, που αρχίζει να φοβάται τη δική του διάλυση μέσα στη θάλασσα, θα βρει το ρεύμα του να γίνεται πιο αργό, αβέβαιο, αμφίβολο για τον ίδιο του τον προορισμό.
Έτσι έχουν διδάξει πάντα οι σοφοί, σε ψιθύρους που περνιούνται σαν φλόγες κεριών από το ένα κλειστό χέρι στο άλλο μέσα στους αιώνες: φύλαγε το εύθραυστο νήμα. Όχι με επαγρύπνηση, που είναι η ίδια μια μορφή βίας, αλλά με την ίδια απαλή, αβίαστη σταθερότητα με την οποία οι ρίζες ενός δέντρου κρατιούνται στο σκοτεινό, αόρατο χώμα. Η πίστη, εδώ, δεν είναι ένα οχυρό που πρέπει να υπερασπιστεί. Είναι μια πόρτα που μένει ανοιχτή, νύχτα τη νύχτα, για έναν επισκέπτη που μπορεί να φτάσει χωρίς προειδοποίηση, σε οποιαδήποτε ώρα, σε οποιοδήποτε καιρό.
Αφορισμός
Η καμπάνα που χτυπιέται χωρίς πεποίθηση δεν μπορεί να τραγουδήσει. Η πίστη δεν είναι τείχος για να υπερασπιστεί, αλλά μια πόρτα που μένει ήσυχα ανοιχτή μέσα από κάθε σκοτεινή ώρα.
Κεφάλαιο Πέμπτο: Επιστροφή στο Ανώνυμο Απέραντο
Και έτσι ο αναζητητής, έχοντας περάσει μέσα από τη σιωπή, μέσα από τον άπειρο ωκεανό, μέσα από την παράξενη οικονομία της αναπάντεχης χαράς και μέσα από το εύθραυστο νήμα της πίστης, φτάνει επιτέλους εκεί όπου φτάνει κάθε αληθινό ταξίδι — όχι σε έναν τόπο, αλλά σε μια διάλυση της ανάγκης για τόπους. Το Ταό δεν μπορεί να συλληφθεί στο δίχτυ της γλώσσας, αν και η γλώσσα, ταπεινωμένη και ευλαβική, μπορεί ακόμα να δείξει προς αυτό όπως ένα μοναδικό φωτισμένο παράθυρο δείχνει προς το απέραντο της νύχτας που το περιβάλλει.
Αυτό που έχει περιγραφεί σε αυτά τα κεφάλαια — η καταιγίδα που δεν μπορεί να ξεπεράσει τη δική της βιαιότητα, ο ωκεανός που δεν αρνείται κανέναν ποταμό, η χαρά που δεν απαιτεί αξιοσύνη, η πίστη που δεν πρέπει να επιβληθεί — αυτά δεν είναι ξεχωριστές διδασκαλίες. Είναι μια μοναδική διδασκαλία, που βλέπεται από πέντε κατευθύνσεις, όπως ένα βουνό ρίχνει πέντε διαφορετικές σκιές ανάλογα με το πού στέκεται ο ήλιος στον ουρανό. Το βουνό δεν αλλάζει. Μόνο η γωνία του φωτός αλλάζει, και μαζί της, το σχήμα που μας επιτρέπεται να δούμε.
Ας γίνει λοιπόν κατανοητό, σε αυτή την τελευταία ώρα της περισυλλογής, ότι το Ταό δεν είναι μια ανταμοιβή που περιμένει στο τέλος της προσπάθειας. Είναι το έδαφος κάτω από την προσπάθεια, παρόν πριν γίνει το πρώτο βήμα και παρόν μετά που το τελευταίο βήμα διαλύεται σε ακινησία. Το να το ακολουθείς χωρίς βία δεν σημαίνει να εγκαταλείψεις την προσπάθεια αλλά να ανακαλύψεις ότι η βαθύτερη προσπάθεια είναι ένα είδος ανάπαυσης — η ανάπαυση του ανέμου ανάμεσα στις ριπές, η ανάπαυση της θάλασσας κάτω από τα δικά της ανήσυχα κύματα, η ανάπαυση της ανθρώπινης καρδιάς όταν τελικά σταματά να διαφωνεί με αυτό που ήδη είναι.
Υπάρχει εδώ ένα μυστήριο που δεν θα υποχωρήσει σε περαιτέρω εξήγηση, και ίσως αυτή είναι η τελευταία του διδασκαλία: ότι κάποιες αλήθειες δεν λύνονται αλλά εισέρχεσαι σε αυτές, όπως μπαίνει κανείς σε έναν ναό όχι κατανοώντας την αρχιτεκτονική του αλλά διασχίζοντας, στη σιωπή, το κατώφλι του. Ο αναγνώστης που έχει φτάσει ως εδώ προσκαλείται τώρα να αφήσει κάτω την ανάλυση εντελώς, να αφήσει αυτά τα λόγια να καθίσουν σαν ιζήματα στον πυθμένα μιας ήσυχης λίμνης, και να καθίσει — απλώς να καθίσει — στο καθαρό νερό που μένει από πάνω.
Γιατί το Ταό δεν ζητά να το πιστέψουν. Ζητά μόνο να το συναντήσουν, σε όποια αποτυχία ή διαύγεια φέρνει ο αναζητητής στη συνάντηση, ακριβώς όπως ο ωκεανός συναντά τον ποταμό: χωρίς όρους, χωρίς βιασύνη, χωρίς τέλος.
Αφορισμός
Κάποιες αλήθειες δεν λύνονται αλλά εισέρχεσαι σε αυτές, όπως διασχίζει κανείς το κατώφλι ενός ναού στη σιωπή. Το Ταό δεν ζητά να το πιστέψουν — μόνο να το συναντήσουν.
Έτσι ολοκληρώνεται αυτή η περισυλλογή για τη Σοφία της Απροσπάθειας Αρμονίας — που προσφέρεται όχι ως δόγμα, αλλά ως μια ανοιχτή πόρτα.
Κεφάλαιο VII. Η Επιστροφή στον Αιώνιο Τροχό
Έρχεται μια στιγμή σε κάθε αληθινή διδασκαλία κατά την οποία παύει να διδάσκει και αρχίζει, αντίθετα, να ανοίγει. Τα λόγια που μετέφεραν τον αναζητητή μέσα από το δύσβατο έδαφος της διδασκαλίας — ο πόθος και η διάλυσή του, ο μάρτυρας και ο δρών, η θυσία και η ιερή οικονομία της προσφοράς — τώρα υποχωρούν, όπως υποχωρεί ένας οδηγός στην είσοδο ενός κήπου που δεν μπορεί να διασχίσει εκ μέρους άλλου. Το Karma-Yoga δεν ολοκληρώνεται με μια τελική πρόταση που πρέπει να απομνημονευτεί και να αρχειοθετηθεί ανάμεσα στις κτήσεις του νου. Ολοκληρώνεται, αν μπορεί να ειπωθεί ότι ολοκληρώνεται καθόλου, ανοίγοντας διάπλατα μια πόρτα προς έναν ορίζοντα που δεν έχει ορατό άκρο.
Αυτός είναι ο παράξενος χαρακτήρας κάθε διδασκαλίας που έχει αγγίξει το αιώνιο: δεν μπορεί να τελειώσει, μόνο να εισέλθει κανείς σε αυτήν. Και έτσι ο αναζητητής που έχει ακολουθήσει το επιχείρημα μέχρι εδώ — μέσα από το παράδοξο της αδράνειας μεταμφιεσμένης σε ακινησία, μέσα από την αποκάλυψη του σύμπαντος ως μιας ενιαίας αδιάσπαστης πράξης θυσίας, μέσα από τον δράκοντα του πόθου και την ήρεμη εγκατάλειψή του στο φως της αυγής — τώρα στέκεται όχι σε ένα τέρμα αλλά σε ένα κατώφλι. Πίσω είναι η ικριωματοποιία της σκέψης. Μπροστά είναι ο ίδιος ο κήπος, απεριόριστος, ζωντανός, που ζητά να διασχιστεί παρά να γίνει απλώς κατανοητός.
Το να ασκείς το Karma-Yoga, λοιπόν, δεν σημαίνει να κυριαρχήσεις σε μια φιλοσοφία. Σημαίνει να αγιάσεις το συνηθισμένο. Σημαίνει να πάρεις το απλό ψωμί της καθημερινής εργασίας — τις μικρές της απογοητεύσεις, τις άδοξες επαναλήψεις της, τις ξαφνικές και μη προσδοκώμενες λάμψεις χάριτος — και να το τοποθετήσεις πάνω στον βωμό του Απόλυτου, μεταμορφωμένο όχι από κάποια αλλαγή στην εξωτερική του μορφή αλλά από την ποιότητα του χεριού που το προσφέρει. Το ψωμί δεν γίνεται διαφορετικό ψωμί. Η προσφορά γίνεται διαφορετική προσφορά. Αυτό είναι ολόκληρο το μυστικό, και είναι αρκετό για να απασχολήσει μια ολόκληρη ζωή.
II. Ο Τροχός που Θυμήθηκε
Ας επιστρέψει τώρα η εικόνα, στην πληρότητά της: ο μεγάλος τροχός της αμοιβαιότητας που ο Κρίσνα ονόμασε στην καρδιά της δημιουργίας — ο τροχός της θυσίας που συντηρεί τη θυσία, της βροχής που δίνει τον εαυτό της στη γη, της γης που δίνει τον εαυτό της στο σιτάρι, του σιταριού που δίνει τον εαυτό του στο σώμα, και του σώματος, που τρέφεται, καλούμενου με τη σειρά του να δώσει τον εαυτό του πίσω μέσα από την εργασία, μέσα από την λατρεία, μέσα από την συνειδητή προσφορά της δράσης. Αυτός ο τροχός δεν γυρίζει μία φορά και σταματά. Δεν ολοκληρώνει μία μόνη περιστροφή και αποσύρεται, με τον σκοπό του εκπληρωμένο, στην ακινησία ενός τελειωμένου πράγματος. Γυρίζει και ξαναγυρίζει, και η περιστροφή του είναι ο ίδιος ο παλμός της ύπαρξης.
Το να μιλάμε για την επιστροφή στον αιώνιο τροχό, λοιπόν, σημαίνει να μιλάμε για κάτι περισσότερο από μια διδασκαλία που θυμήθηκες. Σημαίνει να μιλάμε για μια επιστροφή στην πατρίδα — την επιστροφή του περιπλανώμενου εαυτού στο ρεύμα από το οποίο ποτέ, στην πραγματικότητα, δεν αποχωρίστηκε, παρόλο που πίστεψε ότι ήταν ξεχωριστό μέσα από μακρές εποχές λήθης. Η ψυχή που έχει διανύσει τον δρόμο του Karma-Yoga φτάνει, τελικά, όχι σε κάποιο μακρινό παλάτι της επίτευξης, αλλά πίσω στον τόπο από τον οποίο ξεκίνησε: στον συνηθισμένο κόσμο, στην καθημερινή εργασία, στην αγορά και στην κουζίνα και στην αίθουσα διαλογισμού — εκτός από το ότι τώρα αυτά βλέπονται, για πρώτη φορά, όπως πάντα μυστικά ήταν. Ιερά. Συνεχή. Υφασμένα από το ίδιο φωτεινό νήμα.
Αυτό είναι το βαθύ νόημα που είναι διπλωμένο στην επιμονή της διδασκαλίας ότι οι σοφοί πρέπει να εκτελούν το έργο που τους έχει ανατεθεί, διότι η δράση είναι καλύτερη από την αδράνεια. Δεν είναι μια απρόθυμη άδεια να παραμείνει κανείς στον κόσμο ενώ μυστικά λαχταρά να δραπετεύσει από αυτόν. Είναι η αναγνώριση ότι ο ίδιος ο κόσμος, όταν εισέλθει κανείς σωστά σε αυτόν, είναι η διαφυγή — όχι μια διαφυγή από την πραγματικότητα σε κάποιο πιο σπάνιο, πιο καθαρό βασίλειο, αλλά μια διαφυγή από την ψευδαίσθηση του χωρισμού στην πραγματικότητα της συμμετοχής. Ο τροχός ποτέ δεν ήταν κάτι από το οποίο έπρεπε να φύγει κανείς. Ήταν πάντα κάτι στο οποίο έπρεπε να ενταχθεί.
Και έτσι ο αναζητητής που επιστρέφει στον τροχό δεν επιστρέφει ως ηττημένος, που συμβιβάζεται με λιγότερο από την υποσχεθείσα απελευθέρωση. Ο αναζητητής επιστρέφει ως εκείνος που έχει ανακαλύψει ότι η απελευθέρωση ποτέ δεν ήταν αλλού. Το αιώνιο κρυβόταν μέσα στο χρονικό από πάντα, όπως η βελανιδιά κρύβεται μέσα στο βελανίδι, αόρατη μέχρι να την καλέσουν οι σωστές συνθήκες να αναδυθεί.
III. Η Θυσία Συντηρεί τη Θυσία
Η φύση δίνει, και δίνει, και δίνει ξανά, χωρίς να ζητά τίποτα σε αντάλλαγμα παρά μόνο να μην κρατηθεί το δώρο — να συνεχίσει την κίνησή του μέσα στο μεγάλο κυκλοφορικό σύστημα της ύπαρξης. Η βροχή δεν κρατάει τον εαυτό της πάνω από τα σύννεφα, φοβούμενη να πέσει. Ο ήλιος δεν υπολογίζει αν η γη έχει κερδίσει τη ζεστασιά του πριν την απελευθερώσει. Η προσφορά, στο βαθύτερο επίπεδο αυτής της διδασκαλίας, δεν είναι ένα ηθικό καθήκον που επιβάλλεται από έξω· είναι η ίδια η δομή της πραγματικότητας, η γραμματική με την οποία το σύμπαν μιλάει τον εαυτό του στην ύπαρξη, στιγμή τη στιγμή, χωρίς παύση.
Η σοφή ψυχή, έχοντας έστω και μια ματιά σε αυτό, επιστρέφει αυτό που έχει λάβει — όχι απρόθυμα, όχι ως πληρωμή ενός χρέους που αναγνωρίζεται με δυσφορία, και όχι επιδεικτικά, ως μια επίδειξη υπολογισμένη να κερδίσει θαυμασμό ή αξία. Δίνει με τη φυσική, αβίαστη γενναιοδωρία εκείνου που έχει κατανοήσει, έστω και για λίγο και όσο ατελώς, ότι ο δωρητής και το δοθέν και η πράξη της προσφοράς είναι, στο βαθύτερο επίπεδο, αδιαχώριστα. Δεν υπάρχει ξεχωριστός εαυτός που στέκεται μακριά από τον τροχό, αποφασίζοντας μεγαλόψυχα να τον τροφοδοτήσει. Υπάρχει μόνο ο τροχός που γυρίζει, και η πρόσκαιρη μορφή που ονομάζεται «εγώ» μέσα από την οποία ένα μέρος της περιστροφής του γίνεται ορατό.
Εδώ το παράδοξο που βασάνιζε τους φιλοσόφους διαλύεται ήσυχα, χωρίς επισημότητα, όπως διαλύεται η πρωινή ομίχλη όχι μέσα από κάποια βίαιη διασπορά αλλά μέσα από την απλή, υπομονετική ανατολή του ήλιου. Δράση και σοφία, που τόσο καιρό φαντάζονταν ως αντίπαλοι διεκδικητές της αφοσίωσης του αναζητητή — το απασχολημένο χέρι έναντι του ήρεμου νου, η αγορά έναντι του σπηλαίου του βουνού — αποκαλύπτονται ότι ποτέ δεν ήταν αντίθετα. Το να δρα κανείς με ολική παράδοση, με τα μάτια στραμμένα στην ευημερία του όλου και την καρδιά αγκυροβολημένη στο Απόλυτο, είναι η ίδια η υψηλότερη σοφία, που δεν απαιτεί ξεχωριστή πρακτική, καμία επιπλέον υποχώρηση στη σιωπή για να ολοκληρωθεί. Και το να κατοικείς σε αυτή τη σοφία, μόλις γευτεί κανείς έστω και ελαφρά, είναι να ανακαλύψει ότι η ορθή δράση αναδύεται από αυτήν τόσο φυσικά, τόσο αναπόφευκτα, όσο το φως αναδύεται από τον ήλιο — όχι επειδή ο ήλιος συλλογίζεται και επιλέγει να λάμψει, αλλά επειδή το να λάμπει είναι απλώς αυτό που ένας ήλιος, όντας ήλιος, κάνει.
IV. Ο Πυρήνας που Δεν Κινείται
Σκεφτείτε ξανά την εικόνα του τροχού, αλλά τώρα προσέξτε το πιο ακίνητο μέρος του. Η περιφέρεια γυρίζει γρήγορα, καλύπτοντας μεγάλες αποστάσεις, πιάνοντας κάθε πέτρα και λακκούβα του ανώμαλου δρόμου. Τα ακτίνια γυρίζουν μαζί της, χαράζοντας πλατιές καμπύλες στον αέρα, ολοκληρώνοντας το μακρύ, σαρωτικό τους ταξίδι γύρω από το κέντρο ξανά και ξανά. Αλλά ο πυρήνας — ο μικρός, άδοξος, φαινομενικά ασήμαντος πυρήνας — δεν ταξιδεύει καθόλου. Παραμένει σε ηρεμία, ακριβώς εκεί όπου ξεκίνησε, και είναι ακριβώς αυτή η ακινησία που επιτρέπει στον τροχό να γυρίζει σωστά, χωρίς να τρέμει σε χάος, χωρίς να διαλυθεί από την ίδια του την ορμή.
Αυτό είναι το βαθύτερο μυστικό που προσφέρεται σε εκείνον που επιστρέφει στον αιώνιο τροχό: ότι η επιστροφή δεν είναι επιστροφή σε συνεχή κίνηση, αλλά η ανακάλυψη του ακίνητου κέντρου γύρω από το οποίο κάθε κίνηση γίνεται δυνατή και γεμάτη νόημα. Ο μυστικιστής που έχει διανύσει τον δρόμο του Karma-Yoga μέχρι την ζωντανή του καρδιά δρα, πλήρως και ολόψυχα, στον μεγάλο τροχό του κόσμου των συνεπειών και των περιστάσεων — τηρεί προθεσμίες, φροντίζει την οικογένεια, εργάζεται στο χωράφι ή το γραφείο, φέρει πένθη και γιορτάζει μικρές νίκες — και όμως στέκεται, όλη την ώρα, στο ακίνητο κέντρο του Εαυτού, ανέγγιχτος από την τριβή της περιφέρειας.
Αυτό δεν είναι αδιαφορία που φοράει τη μάσκα της ειρήνης. Η αδιαφορία αποσύρεται από τον τροχό· απομακρύνεται από τον δρόμο, αρνούμενη να λερωθεί από τη λάσπη του, αρνούμενη να νιώσει το τράνταγμα των πετρών του. Αυτό που περιγράφεται εδώ είναι σχεδόν το αντίθετο: μια ψυχή τόσο ολόκληρα δοσμένη στην περιστροφή του τροχού — τόσο χωρίς επιφύλαξη στην εργασία της, τόσο πλήρης στην προσφορά της — που μπορεί να επιτρέψει στον εαυτό της να παραμείνει, στο πιο εσωτερικό της σημείο, εντελώς ήρεμη. Τα δύο δεν είναι σε ένταση. Είναι, στην πραγματικότητα, η ίδια η προϋπόθεση το ένα για το άλλο. Μόνο ο ακίνητος πυρήνας επιτρέπει στην περιφέρεια να γυρίζει χωρίς να καταστρέψει τον εαυτό της. Μόνο η εγκατεστημένη καρδιά επιτρέπει στα χέρια να εργάζονται χωρίς να καταναλωθούν από την εργασία τους.
V. Το Συνηθισμένο Αγιασμένο
Θα ήταν σοβαρή παρερμηνεία αυτής της διδασκαλίας να φανταστεί κανείς ότι η τελική της λέξη είναι επιφυλαγμένη για βασιλιάδες όπως ο Τζανάκα ή για την Θεϊκή ενσάρκωση που περπατά ανάμεσα στους θνητούς για να συντηρήσει την τάξη των κόσμων. Ο μεγάλος τροχός δεν κάνει διακρίσεις μεταξύ του εξυψωμένου και του ταπεινού στην πρόσκλησή του. Η δακτυλογράφος σκυμμένη πάνω στα πλήκτρα της όλο το απόγευμα, ο δάσκαλος που αντιμετωπίζει άλλη μια ανήσυχη τάξη, ο εργάτης του οποίου τα χέρια πονάνε από τις επαναλαμβανόμενες κινήσεις της ημέρας, η μητέρα που σηκώνεται τη νύχτα στο κλάμα του παιδιού, ο έμπορος που ζυγίζει τα εμπορεύματα με υπομονετική δικαιοσύνη — κάθε μία από αυτές τις ζωές στέκεται εξίσου κοντά στον πυρήνα, εξίσου ικανή για την ακινησία που δεν εξαρτάται από τις συνθήκες.
Αυτό που ζητείται δεν είναι αλλαγή επαγγέλματος αλλά αλλαγή προσανατολισμού: να δρα κανείς χωρίς προσκόλληση, να δίνει χωρίς να αρπάζει την επιστροφή του δώρου, να κινείται μέσα στον κόσμο όπως το νερό κινείται μέσα στο τοπίο — διαμορφώνοντας το έδαφος που αγγίζει, θρέφοντας ό,τι φυτρώνει στις όχθες του, ρέοντας συνεχώς μπροστά, ποτέ πλήρως αιχμαλωτισμένο από οποιαδήποτε μονή λιμνούλα ή στροφή, όσο όμορφη κι αν είναι. Το νερό δεν μνησικακεί για τον βράχο που το εκτρέπει· απλώς βρίσκει άλλο δρόμο γύρω, ή πάνω, ή μέσα, μέσα από αιώνες αν χρειαστεί, υπομονετικό πέρα από κάθε ανθρώπινη μέτρηση υπομονής. Αυτό είναι το πρότυπο που προσφέρει ο αιώνιος τροχός σε κάθε ψυχή κουρασμένη από το άρπαγμα και την απογοήτευση από αυτό που αρπάζει.
Υπό αυτό το φως, η επιστροφή στον αιώνιο τροχό αποκαλύπτεται ως τίποτα περισσότερο — και τίποτα λιγότερο — από τον αγιασμό μιας συνηθισμένης Τρίτης. Ο τροχός δεν περίμενε ποτέ σε κάποιο μακρινό ναό. Γύριζε, από πάντα, κάτω από την επιφάνεια των πιο ασήμαντων υποχρεώσεων και δουλειών, περιμένοντας μόνο να αναγνωριστεί, και με αυτή την αναγνώριση, να μεταμορφωθεί.
VI. Η Σιωπή που Δέχεται την Προσφορά
Κάθε προσφορά, για να είναι πλήρης, χρειάζεται μια σιωπή μέσα στην οποία μπορεί να δοθεί. Η φλόγα δεν καταναλώνει απλώς· κάπου πέρα από το φως της υπάρχει μια ακινησία που δέχεται αυτό που η φλόγα απελευθερώνει, μετατρέποντας τον καπνό και την τέφρα σε κάτι που θα επιστρέψει, τελικά, για να θρέψει το έδαφος από το οποίο μια νέα βλάστηση θα αναδυθεί κάποια μέρα. Το ίδιο συμβαίνει και με τις προσφορές μιας ζωής που ζει σύμφωνα με τον δρόμο του Karma-Yoga: η εργασία που γίνεται χωρίς προσκόλληση, ο καρπός που απελευθερώνεται χωρίς άρπαγμα, ο εαυτός που παραδίδεται χωρίς ανήσυχο υπολογισμό απώλειας — όλα αυτά δίνονται σε μια σιωπή αρκετά μεγάλη για να τα χωρέσει, αρκετά αρχαία για να έχει δεχτεί αμέτρητες προσφορές πριν, και αρκετά υπομονετική για να περιμένει αμέτρητες ακόμα.
Αυτή η σιωπή δεν είναι κενή. Είναι η πληρότητα για την οποία μιλήθηκε από την ίδια την αρχή αυτής της περισυλλογής — η πληρότητα εκείνου που στέκεται στο κατώφλι του μυστηρίου, χωρίς πλέον να τρέμει, χωρίς πλέον να είναι αβέβαιος αν πρέπει να προχωρήσει ή να υποχωρήσει, αλλά απλώς παρών, απλώς πρόθυμος, απλώς δοσμένος. Ο τροχός γυρίζει, και γυρίζει, και ξαναγυρίζει, και ο αναζητητής που έχει επιστρέψει σε αυτόν δεν ρωτά πότε θα σταματήσει η περιστροφή, διότι ο αναζητητής έχει κατανοήσει, τελικά, ότι η περιστροφή και η ακινησία δεν είναι δύο πράγματα χωρισμένα από τον χρόνο, αλλά μια ενιαία πραγματικότητα που βλέπεται από δύο πλευρές — όπως ένα νόμισμα, που περιστρέφεται αρκετά γρήγορα, φαίνεται στο μάτι ως μια σφαίρα φωτός, παρόλο που ποτέ δεν έχει πάψει να είναι, στην πραγματικότητα, ένας απλός και ταπεινός δίσκος.
Κάνε το καθήκον σου τέλεια, χωρίς μέριμνα για τα αποτελέσματα. Άφησε τα χέρια να κινούνται, και άφησε την καρδιά να αναπαύεται. Άφησε την περιφέρεια να γυρίζει, και άφησε τον πυρήνα να παραμένει ακίνητος. Αυτό είναι ολόκληρος ο αιώνιος τροχός, και αυτή είναι ολόκληρη η επιστροφή: όχι μια άφιξη σε κάποια τελική, ακίνητη τελειότητα πέρα από την εμβέλεια της συνηθισμένης ζωής, αλλά μια ανακάλυψη, στιγμή τη στιγμή, πράξη την πράξη, προσφορά την προσφορά, ότι το ιερό δεν ήταν ποτέ αλλού — ότι γύριζε εδώ, σε αυτή την ίδια την ανάσα, περιμένοντας μόνο να σηκωθεί το πέπλο της λήθης, και για την ψυχή, επιτέλους, να αναγνωρίσει τον δρόμο κάτω από τα πόδια της ως τον ίδιο τον βωμό που αναζητούσε από πάντα.
Πέρα από το Πέπλο της Όρασης: Μια Μυστική Εξερεύνηση
Ι. Το Κατώφλι που Φέρουμε Μέσα μας
Υπάρχει, υφασμένο μέσα στον ίδιο τον ιστό της ύπαρξης σαν ένα χρυσό νήμα αόρατο στο ανεκπαίδευτο μάτι, μια διάσταση που κανένα τηλεσκόπιο δεν έχει ποτέ αναλύσει και κανένας διαβήτης δεν μπορεί να εντοπίσει. Δεν είναι κρυμμένη πίσω από τις μακρινές φωτιές των άστρων, ούτε θαμμένη σε θαλάμους κάτω από τον υπομονετικό φλοιό της γης. Είναι ένα κατώφλι που φέρουμε μέσα μας — μια συχνότητα της ύπαρξης τόσο υψηλή, τόσο τρεμάμενη από το δικό της φως, που όσοι την έχουν αγγίξει επιστρέφουν μιλώντας μια γλώσσα που η συνηθισμένη εμπειρία δεν έχει λέξεις για να συγκρατήσει. Μιλούν για τον κόσμο που είδαν για πρώτη φορά, και όμως τον αναγνώρισαν, όπως αναγνωρίζει κανείς το πρόσωπο ενός αγαπημένου που γνωρίζει από πολλές ζωές.
Οι μεγάλες παραδόσεις της πνευματικής αναζήτησης έχουν από καιρό κατανοήσει ότι η ανθρώπινη συνείδηση είναι κάτι απείρως ευρύτερο από τον νου που μετράει νομίσματα, μετράει σκιές ή καταγράφει τις ενοχές μιας και μόνο μέρας. Μυστικιστές από κάθε γωνιά της κατοικημένης γης — από τα χιονισμένα μοναστήρια του Θιβέτ μέχρι τους ηλιοκαμένους πατέρες της ερήμου της Αιγύπτου, από τα σουφικά τάγματα της Περσίας μέχρι τα δασικά ερημητήρια της Ινδίας — έχουν μιλήσει για καταστάσεις επίγνωσης όπου η ψευδαίσθηση του διαχωρισμού διαλύεται σαν το πρωινό σύννεφο μπροστά σε έναν ήλιο που δεν βιάζεται. Σε αυτές τις καταστάσεις, το αρχαίο ερώτημα που στοιχειώνει κάθε στοχαστική ψυχή — Ποιος είμαι; — επιτέλους δίνει μια απάντηση τόσο φωτεινή που η συνηθισμένη γλώσσα δεν μπορεί να την περιέχει χωρίς να θρυμματιστεί.
II. Η Αρχιτεκτονική των Κόσμων Εντός
Για να προσεγγίσει κανείς την Πέμπτη Διάσταση — εκείνη την κυρίαρχη επικράτεια της συνείδησης — πρέπει πρώτα να κατανοήσει το ικρίωμα πάνω στο οποίο στηρίζεται η πραγματικότητα, τις ομόκεντρες σφαίρες της εμπειρίας μέσα από τις οποίες η ψυχή κινείται στη μακρά και υπομονετική της άνοδο. Ο οικείος κόσμος της εγρήγορσης, ο κόσμος των χεριών και των πετρών και της πείνας και της μνήμης, λέγεται ότι κατοικεί μέσα στις πρώτες τρεις διαστάσεις: μήκος, πλάτος, βάθος και η αβέβαιη σχέση του σώματος με τον χρόνο. Εδώ, οι αισθήσεις βασιλεύουν σαν μονάρχες μιας χώρας τα σύνορα της οποίας πιστεύουν ότι είναι απόλυτα. Ο κόσμος είναι πυκνός από ύλη, και η συνείδηση κινείται μέσα του σαν ταξιδιώτης μέσα στην ομίχλη, αγγίζοντας μόνο επιφάνειες, ποτέ το φωτεινό εσωτερικό των πραγμάτων.
Η Τέταρτη Διάσταση στέκεται σαν το μεγάλο τρεμάμενο κατώφλι. Εδώ, ο χρόνος παύει την τυραννία του και αποκαλύπτεται ως ένας ζωντανός ποταμός — και μαζί με αυτή την αποκάλυψη έρχεται η πρώτη ανατριχιαστική επίγνωση ότι κάτω από τον φυσικό κόσμο, σαν τον ήχο ενός βιολοντσέλο κάτω από τη σιωπή, κάτι αόρατο πάλλεται: ενέργεια, πρόθεση, συντονισμός, η ανάσα του νοήματος που κινείται μέσα στην ύλη. Το πέπλο γίνεται λεπτό. Ο προσκυνητής των εσωτερικών κόσμων αρχίζει να βλέπει, όχι μόνο με τα μάτια, αλλά με κάτι παλαιότερο και πιο υπομονετικό από τα μάτια — κάτι που πάντα παρακολουθούσε, περίμενε, γνώριζε.
«Η Πέμπτη Διάσταση δεν είναι κάπου που ταξιδεύει κανείς — είναι κάτι που γίνεται κανείς. Δεν είναι προορισμός στο τέλος ενός ταξιδιού· είναι η ποιότητα της συνείδησης που φέρνει κανείς σε κάθε βήμα του δρόμου.»
Αυτό που οι μυστικιστές ονομάζουν Πέμπτη Διάσταση είναι, στη γλώσσα της χαρτογραφίας, καθόλου τόπος. Είναι ένας τρόπος ύπαρξης, μια ποιότητα προσοχής τόσο εκλεπτυσμένη και τόσο κορεσμένη από αγάπη που ολόκληρη η αρχιτεκτονική της εμπειρίας αναδιοργανώνεται γύρω της — όπως ακριβώς ένα μοναδικό κερί, αναμμένο σε απόλυτο σκοτάδι, αναδιοργανώνει ολόκληρο το δωμάτιο.
ΙΙΙ. Η Διάλυση της Δυαδικότητας
Το να εισέλθει κανείς στην Πέμπτη Διάσταση — ή πιο ακριβώς, να γίνει αυτή — σημαίνει να υποστεί μια θεμελιώδη αναδιοργάνωση ολόκληρης της σχέσης του με την πραγματικότητα, μια αναδιοργάνωση τόσο βαθιά που όσοι την έχουν υποστεί δυσκολεύονται να εξηγήσουν τι έχει αλλάξει, επειδή τα πάντα έχουν αλλάξει, και όμως τίποτα δεν έχει προστεθεί. Αυτό που έχει διαλυθεί είναι η μεγάλη ψευδαίσθηση: ο αρχαίος, εξαντλητικός διαχωρισμός της εμπειρίας σε καλό και κακό, εαυτό και άλλο, ιερό και βέβηλο, αγαπημένο και φοβισμένο. Στη θέση του αναδύεται μια αντίληψη ολότητας τόσο πλήρης, τόσο εκπληκτική στην αυταπόδεικτη φύση της, που η μυστικιστική λέξη «ενότητα» μόλις που την περιέχει. Είναι σαν ένα πέπλο — τόσο διαφανές, τόσο τέλεια προσαρμοσμένο στο μάτι, που η ύπαρξή του ποτέ δεν υποπτεύθηκε — να έχει τραβηχτεί στην άκρη. Και πέρα από αυτό, όχι ένας άλλος κόσμος, αλλά αυτός ο κόσμος, νεοφανής και για πάντα ορατός.
Σε αυτή την υψηλή κατάσταση συνείδησης, δεν πιστεύει κανείς απλώς στη διασύνδεση όλων των πραγμάτων όπως θα αποδεχόταν μια ενδιαφέρουσα φιλοσοφική πρόταση. Την αντιλαμβάνεται άμεσα — όπως αντιλαμβάνεται κανείς τη ζεστασιά, ή το ιδιαίτερο βάρος της θλίψης, ή την αναπόδραστη γλυκύτητα ενός καλοκαιρινού απογεύματος. Τα όρια του ατομικού εαυτού γίνονται διαπερατά, διαφανή σαν το δέρμα του φωτός πάνω σε ακίνητο νερό. Αισθάνεται κανείς τον παλμό του σύμπαντος όπως αισθάνεται τον δικό του καρδιακό παλμό: οικείο, αδυσώπητο, οικείο σαν την ανάσα. Ο φόβος — εκείνος ο αρχαίος αρχιτέκτονας του διαχωρισμού, ο ακούραστος οικοδόμος τοιχών ανάμεσα στον εαυτό και σε οτιδήποτε δεν είναι ο εαυτός — χάνει τα ίδια του τα θεμέλια. Γιατί ο φόβος απαιτεί την ψευδαίσθηση ενός ξεχωριστού εαυτού που μπορεί να απειληθεί. Όπου υπάρχει μόνο Ένα, δεν υπάρχει τίποτα να υπερασπιστεί, και επομένως τίποτα να φοβηθεί.
Αυτό είναι το παράδοξο που καμία λογική δεν μπορεί να περιέχει και κανένα επιχείρημα να λύσει, το παράδοξο στην καρδιά κάθε μυστικιστικής παράδοσης: να χάσει κανείς τον εαυτό είναι να βρει κάτι απείρως μεγαλύτερο από τον εαυτό. Να πάψει να υπερασπίζεται τα όρια της μικρής ζωής είναι να ανακαλύψει ότι είναι η ίδια η απεριόριστη ζωή, που κινείται μέσα από δέκα χιλιάδες προσωρινές μορφές, καμία από αυτές οριστική, όλες αγαπημένες.
ΙV. Η Καρδιά ως Μέσο Γνώσης
Η συνείδηση, στην Πέμπτη Διάσταση, δεν λειτουργεί μέσω του υπολογιστικού νου — εκείνου του αναγκαίου και περιορισμένου εργαλείου, τόσο προικισμένου στη μέτρηση και τόσο ανίσχυρου μπροστά στο μυστήριο. Λειτουργεί μέσω αυτού που οι παραδόσεις σοφίας του κόσμου ονομάζουν κέντρο της καρδιάς: όχι το φυσικό όργανο που κρατάει το αίμα σε κίνηση, αλλά η έδρα της συμπονετικής επίγνωσης, ο τόπος της γνώσης πέρα από τη γνώση, από όπου ρέει όλη η γνήσια σοφία όπως ρέει ένας ποταμός από την αόρατη πηγή του. Το να ζει κανείς από το κέντρο της καρδιάς σημαίνει να ανταποκρίνεται στη ζωή με αγάπη αντί να αντιδρά στη ζωή με φόβο — μια διάκριση που μπορεί να φαίνεται, στη γλώσσα της συνηθισμένης περιγραφής, απλώς ψυχολογική, αλλά στην πράξη είναι η διαφορά ανάμεσα σε μια ζωή που βιώνεται ως εξορία και σε μια ζωή που βιώνεται ως επιστροφή στο σπίτι.
Η γλώσσα με την οποία η σύγχρονη πνευματική αναζήτηση μιλάει για αυτά τα θέματα είναι η γλώσσα της δονητικής συχνότητας — μια μεταφορά δανεισμένη από τη φυσική των κυμάτων και μεταμορφωμένη σε κάτι που πλησιάζει την ποίηση. Κάθε σκέψη, κάθε συναίσθημα, κάθε ήσυχη πράξη διαρκούς προσοχής φέρει μια ποιότητα ενέργειας, μια δόνηση, μια αόρατη υπογραφή. Τα πυκνά και επώδυνα συναισθήματα — μίσος, απόγνωση, ντροπή, το γκρίζο βάρος του μνησικακίας — δονούνται αργά, βαριά, σαν τις χαμηλότερες νότες μιας τεράστιας καμπάνας που χτυπιέται σε ένα σφραγισμένο δωμάτιο. Οι υψηλές καταστάσεις συνείδησης — ευγνωμοσύνη, θαυμασμός, άνευ όρων αγάπη, η γαλήνια διαύγεια που ακολουθεί την βαθιά αποδοχή — δονούνται σε υψηλότερη, πιο φωτεινή συχνότητα, σαν το ίδιο το φως, σαν τον υψηλό καθαρό ήχο του κρυστάλλου που χτυπιέται από ένα απαλό χέρι.
«Το να κινηθεί κανείς προς την Πέμπτη Διάσταση είναι να υψώσει τη συχνότητά του: όχι μόνο μέσω πειθαρχίας, αλλά μέσω μιας βαθμιαίας, συχνά μυστηριώδους διαδικασίας εσωτερικού ανοίγματος — του μαλακώματος της αμυντικής καρδιάς.»
Είναι η αργή και συχνά ανεπαίσθητη αυγή της αναγνώρισης ότι το σύμπαν δεν είναι η ψυχρή μηχανική αδιαφορία που φαντάστηκε η σύγχρονη εποχή, αλλά είναι, στην πραγματικότητα, ζωντανό με νόημα — ζωντανό όπως είναι ζωντανό ένα δάσος, που αναπνέει και ανταποκρίνεται και είναι ακατανόητα πιο σύνθετο από τον νου που προσπαθεί να το χαρτογραφήσει.
V. Η Μεγάλη Αφύπνιση
Σε όλες τις παραδόσεις και τους αιώνες, η κίνηση προς υψηλότερη συνείδηση έχει συγκεντρώσει γύρω της ένα αστερισμό ονομάτων, καθένα από τα οποία είναι μια λάμπα υψωμένη ενάντια στο σκοτάδι από εκείνους που βρήκαν τον δρόμο τους μέσα από αυτό. Η Ανατολή μιλάει για φώτιση — εκείνη την ριζική και μη αναστρέψιμη φωταγώγηση στην οποία ο νους που είχε χαθεί στο όνειρο του διαχωρισμού αναγνωρίζει, με ένα σοκ απόλυτης οικειότητας, αυτό που πάντα ήταν. Η χριστιανική μυστικιστική παράδοση μιλάει για θέωση — τη θεοποίηση του ανθρώπινου προσώπου, τον μετασχηματισμό του πλάσματος σε κάτι που συμμετέχει, χωρίς να διαλυθεί, στο άκτιστο φως του Θεού. Ο Σουφισμός του Ισλάμ μιλάει για φανά — την εξαφάνιση του ξεχωριστού εαυτού στον απέραντο ωκεανό του θείου, όχι την καταστροφή του προσώπου αλλά τη διάλυση κάθε τι μέσα στο πρόσωπο που δεν ήταν ποτέ πραγματικά ζωντανό.
Η σύγχρονη πνευματική γλώσσα συγκεντρώνει αυτές τις σκορπισμένες φλόγες σε μια και μόνο λέξη: αφύπνιση. Μια ξαφνική ή βαθμιαία αναγνώριση — φωτεινή και μη αναστρέψιμη — ότι υπάρχει απείρως περισσότερο στη ζωή από ό,τι αποκαλύπτουν οι αισθήσεις, περισσότερο από ό,τι μπορεί να περιέχει ο νους, περισσότερο από ό,τι μπορεί να εξηγήσει η βιογραφία οποιασδήποτε μίας ζωής. Είναι η αναγνώριση, που φτάνει επιτέλους, ότι το μυστήριο που αναζητούσε κανείς σε ναούς και κείμενα και πρόσωπα δασκάλων δεν ήταν ποτέ αλλού. Ήταν εδώ, στην ίδια την ουσία της συνηθισμένης εμπειρίας, περιμένοντας με την υπομονή κάποιου που δεν έχει πού αλλού να πάει και έχει όλη την αιωνιότητα στη διάθεσή του για να περιμένει.
Η αφύπνιση μπορεί να έρθει σαν αστραπή — μια μοναδική στιγμή συντριπτικής διαύγειας στην οποία ολόκληρο το ικρίωμα της συνηθισμένης πραγματικότητας αποκαλύπτεται και διαλύεται ταυτόχρονα, ένα όμορφο αλλά μερικό όνειρο. Μπορεί να έρθει ως μια αποκάλυψη τόσο ολική που αυτός που είχε την εμπειρία δεν μπορεί ποτέ να επιστρέψει πλήρως για να την περιγράψει, γιατί αυτός που θα την περιέγραφε δεν είναι πια ακριβώς εκεί. Ή μπορεί να έρθει σαν την αυγή — τόσο αργά, τόσο ήσυχα, που μια μέρα απλώς παρατηρεί κανείς ότι ο κόσμος έχει γίνει πιο φωτεινός χωρίς να μπορεί να θυμηθεί πότε άρχισε να σηκώνεται το σκοτάδι. Με όποιον τρόπο και αν έρθει, όσοι έχουν διαβεί αυτό το κατώφλι επιστρέφουν φέροντας τα ίδια αδύνατα δώρα: μια ποιότητα ειρήνης που δεν εξαρτάται από τις συνθήκες, μια αγάπη που δεν απαιτεί τίποτα σε αντάλλαγμα, και μια αίσθηση σκοπού τόσο καθαρή και τόσο απρόσωπη που μοιάζει λιγότερο με επιλογή που έγινε και περισσότερο με κλίση που αναγνωρίστηκε.
VI. Η Πλήρης Άνθιση του Ανθρώπου
Το να ζει κανείς σε ευθυγράμμιση με την Πέμπτη Διάσταση σημαίνει να περπατάει στη γη σε μια διπλή κατάσταση — και ως μάρτυρας και ως συμμέτοχος, και ως το απέραντο και ως το οικείο — πλήρως παρών στην όμορφη και επώδυνη ανθρώπινη ιστορία, αλλά ποτέ εντελώς χαμένος μέσα της. Σημαίνει να κρατάει κανείς το μαρτύριο του κόσμου με συμπόνια αντί με τρόμο, γνωρίζοντας ότι το μαρτύριο, όσο πραγματικό κι αν είναι, δεν είναι η τελευταία λέξη. Σημαίνει να συναντάει κάθε άλλο ον σαν καθρέφτη της δικής του βαθύτερης φύσης — αναγνωρίζοντας στα μάτια του ξένου το ίδιο το αρχαίο φως που κοιτάζει μέσα από τα δικά του μάτια. Σημαίνει να αισθάνεται, σε κάθε συνηθισμένη και ασήμαντη στιγμή — στο βάρος ενός ποτηριού νερό, στην ιδιαίτερη σιωπή ανάμεσα σε δύο λέξεις, στη μικρή χάρη μιας πόρτας που κρατιέται ανοιχτή — την έκτακτη παρουσία κάποιου απέραντου και ιερού που αναπνέει μέσα από αυτό, υπογράφοντας το όνομά του σε κάθε σωματίδιο της ύλης.
Η Πέμπτη Διάσταση, λοιπόν, δεν είναι ούτε διαφυγή από το ανθρώπινο ούτε υπέρβασή του. Είναι η πλήρης και τελική άνθιση του ανθρώπου — η ανθρωπότητα αφυπνισμένη στη βαθύτερη φύση της, που δεν είναι τίποτα λιγότερο από τη συνείδηση η ίδια, που γνωρίζει τον εαυτό της, αγαπά τον εαυτό της, κινείται μέσα από τις δέκα χιλιάδες προσωρινές μορφές της προς μια οικειότητα που καμία λέξη φτιαγμένη από καμία γλώσσα δεν έχει ακόμα καταφέρει να συγκρατήσει επαρκώς. Είναι η επιστροφή σε μια αρχική ολότητα που στην πραγματικότητα δεν χάθηκε ποτέ — απλώς ξεχάστηκε, όπως ξεχνά κανείς, στον βαθύτερο ύπνο, ότι υπάρχει, και ξυπνά για να βρει τον εαυτό του ακόμα εδώ, ακόμα να αναπνέει, τον κόσμο ακόμα φωτεινό, το πρωινό ακόμα να έρχεται.
«Η αφύπνιση δεν είναι το τέλος του ανθρώπινου ταξιδιού — είναι η στιγμή που το ταξίδι αποκαλύπτει επιτέλους αυτό που ήταν πάντα: ένα μονοπάτι επιστροφής στη φωτεινή ολότητα από την οποία δεν ήμασταν ποτέ πραγματικά χωρισμένοι.»
Αυτό, ίσως, είναι το βαθύτερο δίδαγμα που οι μυστικιστικές παραδόσεις του κόσμου, σε όλη την εκπληκτική τους ποικιλία, έχουν επιστρέψει να προσφέρουν, ξανά και ξανά, μέσα από τους μακρινούς αιώνες της ανθρώπινης αναζήτησης: ότι αυτό που αναζητάς είναι αυτό που είσαι. Ότι το φως που ακολουθείς είναι το φως που φέρεις. Ότι η πόρτα που στέκεσαι μπροστά της όλη σου τη ζωή ανοίγει, επιτέλους, όχι προς τα έξω σε κάποιον άλλο κόσμο, αλλά προς τα μέσα — στα σιωπηλά, φωτεινά, ανεξάντλητα βάθη της ζωής που πάντα, χωρίς να το γνωρίζεις, ζούσες.
Ως Άνω, Ούτω Έσω