Τετάρτη 29 Ιουνίου 2022

Η εφαρμογή της αριστοτέλειας και της επικούρειας φιλοσοφικής σκέψης στην ψηφιακή κοινωνία

Μια σημαντική συνέπεια από την μετάβαση της ανθρωπότητας στην κοινωνία της πληροφορίας και την ψηφιακή τεχνολογία του 21ο αιώνα, είναι η μετατόπιση του κέντρου του ενδιαφέροντος από την Αριστοτέλεια δίτιμη λογική στην Επικούρεια πλειότιμη ή πλεόναχο λογική.

Ο επονομαζόμενος και «Κανόνας» στην ουσία αντικαθιστά την κλασική-παραδοσιακή δίτιμη Αριστοτέλεια λογική η οποία θεμελιώθηκε αρχικά από τον Πυθαγόρα, και αργότερα εισήχθηκε και τελειοποιήθηκε από τον Αριστοτέλη, ενώ υιοθετήθηκε και από τον Στωικό Χρύσιππο αποτελώντας τη βάση της λεγόμενης δυτικής σκέψης και του δυτικού πολιτισμού.

Η δίτιμη Αριστοτέλεια λογική περιγράφει τα οριστικά χαρακτηριστικά της φυσικής γλώσσας που δεν περιέχουν ασάφεια, αμφισημία και αοριστία. Επικράτησε πλήρως από τον 10ο αιώνα στον δυτικό πολιτισμό, για δύο κυρίως λόγους: πρώτον γιατί απλουστεύει κατά πολύ τη συλλογιστική των προβλημάτων, και δεύτερον γιατί αποδίδει απόλυτη «βεβαιότητα» στην απόδειξη και αποδοχή της «αλήθειας».

Αλλά ας επιχειρήσουμε να αναλύσουμε την απόλυτη λογική του Αριστοτέλη, το «Όργανον» όπως ο ίδιος την ονόμασε και αποτελούσε μέχρι πρότινος την δεξαμενή δεδομένων της πληροφορικής και της τεχνολογίας. Ο Αριστοτέλης στηρίχθηκε σε δύο βασικούς νόμους, στον νόμο της μη αντίφασης και στον νόμο του αποκλειόμενου μέσου.

Σύμφωνα με αυτούς μια λογική πρόταση μπορεί να πάρει μόνο δύο τιμές, δηλαδή μπορεί να είναι αληθής ή ψευδής (1 ή 0), αποκλείοντας τρίτη λύση (Αρχή της Απόκλεισης του Τρίτου). Κάποιος για παράδειγμα δεν μπορεί να είναι ξανθός και ταυτόχρονα μη ξανθός. Είτε είναι ξανθός είτε μη ξανθός. Ούτε να είναι Έλληνας και ταυτόχρονα μη Έλληνας. Είτε είναι Έλληνας είτε μη Έλληνας. Αυτό σημαίνει ότι εάν μια πρόταση δεν είναι αληθής (1) τότε θα είναι αναγκαία ψευδής (0), ενώ αν δεν είναι ψευδής (0) τότε θα είναι αναγκαία αληθής (1). Αν επιχειρήσουμε να παραλληλίσουμε τον συλλογισμό με χρώματα θα λέγαμε ότι το συμπέρασμα μπορεί να είναι μόνον ή άσπρο (αληθής-1) ή μαύρο (ψευδής-0).

Αυτή η απόλυτη «βεβαιότητα» της δίτιμης λογικής καθώς και οι φυσικές ατέλειες του άσπρου και του μαύρου στην συλλογιστική της, αποδείχθηκαν «ανθρωπολογικά» ανεπαρκείς για την ερμηνεία τόσο της φυσικής γλώσσας όσο και της συνήθως «έγχρωμης» και αβέβαιης πραγματικότητας που μας περιβάλλει.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το παράδοξο του Κουρέα του Bertrand Russel: Ένας κουρέας λέει: “Ξυρίζω όλους εκείνους που δεν ξυρίζονται μόνοι τους”. Τότε ποιος ξυρίζει τον κουρέα; Εάν ξυρίζεται μόνος του τότε σύμφωνα με τα λεγόμενά του δεν έπρεπε να το κάνει. Εάν δεν ξυρίζεται μόνος του, τότε σύμφωνα με αυτά που λέει έπρεπε να το κάνει.

Με μια πρώτη ματιά το παραπάνω παράδοξο έχει να κάνει με τις κλασικές λογικές προτάσεις των Μαθηματικών, που σήμερα τις χειριζόμαστε στην τεχνολογία με την άλγεβρα Boole, η οποία δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια μαθηματικοποίηση των κανόνων της δίτιμης λογικής, όπως αυτοί πρωτοδιατυπώθηκαν από τον Αριστοτέλη.

Με την άλγεβρα Boole μπορούμε να περιγράφουμε τα λογικά κυκλώματα και κατ’ επέκταση τα ψηφιακά κυκλώματα που χρησιμοποιούνται στους υπολογιστές και στη σύγχρονη ψηφιακή τεχνολογία (επεξεργαστές, μικροελεγκτές κ.λ.π.). Όμως το παραπάνω ιστορικό λογικό παράδοξο (όπως βέβαια και άπειρα άλλα), δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί από τα κλασικά-παραδοσιακά μαθηματικά και την άλγεβρα Boole, και αυτό οφείλεται στην αδυναμία της δίτιμης λογικής να δεχτεί ότι μια πρόταση μπορεί να είναι και κάτι άλλο πέρα από το απόλυτο και στατικό δίλημμα «αληθής ή ψευδής».

Μια πρώτη προσέγγιση στο λογικό αυτό πρόβλημα είναι να επιχειρήσουμε να υπερβούμε την απολυτότητα και στατικότητα των παραδοσιακών μαθηματικών της δίτιμης λογικής και να δούμε την πραγματικότητα και τις έννοιες όχι στατικά, αλλά δυναμικά όπως πράγματι είναι στη ζωή μας από τη φύση τους.

Στην πραγματικότητα τα περισσότερα αντικείμενα του κόσμου μας υπόκεινται συνεχώς σε διαρκή αλλαγή σε κάθε στιγμή. Και ενώ έχουν κάποια στιγμή μια Α μορφή, εμπεριέχουν ταυτόχρονα στο εσωτερικό τους το σπέρμα της μεταβολής τους, της μελλοντικής τους αλλαγής όπως πολύ σωστά το έθεσε ο Ηράκλειτος.

Ένα αυτοκίνητο Κόκκινου χρώματος που αγοράσαμε σήμερα και είναι συνεχώς εκτεθειμένο στον ήλιο, σε πέντε χρόνια μπορεί να έχει χάσει την αρχική του λάμψη σε δέκα χρόνια να έχει έντονα άσπρα σημάδια και σε δεκαπέντε χρόνια να έχει ασπρίσει εντελώς. Ένα άλλο παράδειγμα προερχόμενο από τον χώρο της Κβαντικής Φυσικής είναι τα στοιχειώδη υποατομικά «σωματίδια» τα οποία συμπεριφέρονται άλλοτε σαν κλασικά σωματίδια και άλλοτε σαν συρμοί κυμάτων, ανάλογα με τις συνθήκες παρατήρησης. Με απλά λόγια «τα στοιχειώδη υποατομικά σωματίδια συμπεριφέρονται ταυτόχρονα και σαν υλικά σωμάτια αλλά και σαν ενεργειακά κύματα» δηλαδή τα στοιχειώδη σωματίδια είναι και δεν είναι ύλη και ενέργεια ταυτόχρονα.

Τα δεδομένα των αισθήσεών μας, μας υπαγορεύουν ένα «νόμο του περιλαμβανομένου ή μεταβαλλόμενου μέσου» για να εξηγήσουμε τα φαινόμενα που συμβαίνουν γύρω μας.

Από τα λίγα σωζόμενα έργα του Επίκουρου διαπιστώνουμε ότι πρώτος αυτός εισάγει στην φιλοσοφική σκέψη την πλειότιμη λογική για την αναζήτηση της αλήθειας αφού στην επιστολή προς Πυθοκλή αναφέρει τα εξής:

«Δεν πρέπει να προσπαθούμε να επιβάλλουμε με τη βία τα δεδομένα για να τα ταιριάξουμε σε μία απίθανη ερμηνεία μήτε να υιοθετούμε μία εκδοχή για τα πάντα… τα γενεσιουργά αίτια των ουράνιων φαινομένων μπορεί να είναι περισσότερα από ένα, και να υπάρχουν αρκετές διαφορετικές ερμηνείες γι’ αυτά, που να συμφωνούν εξίσου με τις εντυπώσεις των αισθήσεων. Βλέπεις δεν πρέπει να μελετούμε τη φύση βασιζόμενοι σε κενές υποθέσεις και αυθαίρετους νόμους, οι μόνοι οδηγοί που πρέπει να ακολουθούμε είναι τα ίδια τα φαινόμενα».

Και πράγματι, αν παρατηρήσουμε τα φαινόμενα θα δούμε ότι τα αδειάσματα της σελήνης και τα ακολουθούμενα γεμίσματα της, μπορεί να οφείλονται είτε στην περιστροφή του σώματος αυτού, είτε σε σχηματισμούς του αέρα, ή ακόμη και στις παρεμβολές άλλων σωμάτων. Οι μετεωρίτες μπορεί να είναι κομμάτια που αποσπάστηκαν από τα άστρα ή μπορεί να είναι ουσίες που καίγονται με την επίδραση του αέρα. Το σύμπαν μπορεί να συνεχίσει να διαστέλλεται επ’ άπειρον, είτε να επιβραδυνθεί έως ότου φθάσει σε μία διαρκή στάση, είτε μπορεί μετά την επιβράδυνση να ξανασυσταλεί πάλι σε μία μεγάλη σύνθλιψη.

Για τον Επίκουρο τα πολλαπλά αίτια και οι διαφορετικές ερμηνείες των ουράνιων και γήινων φαινομένων έκαναν αναπόφευκτη την επέκταση -και την αντικατάσταση στις περισσότερες των περιπτώσεων- της δίτιμης λογικής και των διαχωριστικών γραμμών στις κατηγοριοποιήσεις του Αριστοτέλη, και τον οδήγησαν στην υιοθέτηση πλειότιμων λογικών μιας και υπήρξε η ανάγκη διασύνδεσης της φιλοσοφίας της φυσικής-καθομιλουμένης γλώσσας και της φυσικής ασάφειας που διέπει την ανθρώπινη νοημοσύνη-συμπεριφορά, με την αναγκαιότητα για μια πιο ρεαλιστική θεώρηση της έννοιας της αβεβαιότητας.

Η πρόταση ότι οι Έλληνες δεν μπορεί να είναι χριστιανοί και ταυτόχρονα μη χριστιανοί, είτε είναι χριστιανοί είτε δεν είναι, που στην δίτιμη λογική ορίζεται ως ακριβής κατάσταση, στην πλειότιμη επικούρεια λογική θεωρείται ως οριακή περίπτωση μιας προσεγγιστικής κατάστασης διασυνδεδεμένη με πολλαπλές υποκειμενικές ερμηνείες και έννοιες. Κι αυτό διότι οι Έλληνες μπορεί να είναι ορθόδοξοι χριστιανοί, καθολικοί χριστιανοί, ευαγγελιστές χριστιανοί, ή ακόμη να είναι Έλληνες δωδεκαθεϊστές, Έλληνες εβραίοι, Έλληνες μουσουλμάνοι, είτε Έλληνες άθεοι. Αποδεικνύεται έτσι ότι το κάθε υποτιθέμενο λογικό σύστημα μπορεί εύκολα να ασαφοποιηθεί (fuzzification).

Συνδιαλεγόμενος με την φιλοσοφική σκέψη του Αριστοτέλη στο θέμα των γνωμών, ο Επίκουρος προτάσσει απέναντι στο απόλυτο και στατικό δίλημμα «αληθής ή ψευδής» το επιχείρημα μήπως αυτές (οι γνώμες) μπορούν να είναι λίγο ή πολύ αληθείς. Για παράδειγμα, στον ισχυρισμό ότι αύριο θα γίνει πόλεμος με την Τουρκία τι μπορούμε να απαντήσουμε, αληθεύει ή δεν αληθεύει. Ακόμη και αν ξεσπάσει πόλεμος ο ισχυρισμός ίσως να είναι μερικώς αληθής, αφού μπορεί να πρόκειται για επεισόδια μικρής έκτασης ή μεμονωμένα περιστατικά ή να είναι αρκούντως αληθής στην περίπτωση που θα πρόκειται για πιο γενικευμένα και μεγαλύτερης διάρκειας επεισόδια. Εξάλλου, την ώρα που διατυπώνεται αυτός ο ισχυρισμός το πιο πιθανό είναι να μην γνωρίζουμε την απάντηση. Έτσι ο ισχυρισμός προς το παρόν δεν είναι ούτε αληθής ούτε ψευδής αλλά απροσδιόριστος, έχει δηλαδή ενδιάμεση τιμή αληθείας αναιρώντας στην ουσία τον νόμο του αποκλειομένου μέσου.

Ο Επίκουρος εισάγει στην μεθοδολογία του για την διερεύνηση της αλήθειας την προσθήκη του “απροσδιόριστου” ανάμεσα στο αληθινό και στο ψευδές, την προσθήκη του “ίσως” μεταξύ του ναι και του όχι, την προσθήκη του “μάλλον” μεταξύ του είναι και του δεν είναι, την προσθήκη των “κλασμάτων” μεταξύ του ένα και του μηδέν.

Στην επικούρεια φιλοσοφία όλες οι υποθέσεις είναι αποδεκτές στο βαθμό που πληρούν το κριτήριο της επιβεβαίωσης ή της μη διάψευσης ενός φαινομένου ή ενός γεγονότος. Αν επαληθεύεται και δεν διαψεύδεται, είναι αληθής. Αν όμως δεν επαληθεύεται ή διαψεύδεται, είναι ψευδής. Στην περίπτωση που ούτε επαληθεύεται αλλά ούτε και διαψεύδεται η υπόθεση παραπέμπεται στα «αναμενόμενα».

Μολονότι κάθε υπόθεση δεν θεωρείται απόλυτα αληθής ή ψευδής όταν εξετάζεται μεμονωμένα, εντούτοις είναι δυνατό μέσω των αισθήσεων, την παρατήρηση, την επαγωγική σκέψη και τον εμπειρισμό, όταν λαμβάνονται υπόψη σε συλλογικά πλαίσια, να οδηγούν στην αλήθεια. Αυτή η συλλογιστική του Επίκουρου περιγράφει με γλαφυρό τρόπο την λεγόμενη «Θεωρία των Ασαφών Συνόλων» στην οποία δεν κυριαρχεί μόνο το «άσπρο ή μαύρο» όπως απαιτεί η δίτιμη λογική των κλασικών-παραδοσιακών μαθηματικών, αλλά έχουμε διάφορες «αποχρώσεις του γκρι» καθώς και έγχρωμα φαινόμενα, όπως ακριβώς κάνει η φυσική γλώσσα, η κοινή λογική και η νοημοσύνη του ανθρώπου.

Στις δεκαετίες του 1920-1930 επιστημονικές θεωρήσεις όπως η Αρχή της Απροσδιοριστίας του Werner Heisenberg είτε η Θεωρία της Σχετικότητας του Albert Einstein, βοήθησαν στην αναβίωση και στην περαιτέρω ανάπτυξη της πλειότιμης λογικής του Επίκουρου.

Η σύγχρονη εισαγωγή της πλειότιμης λογικής με τον όρο «Ασαφής Λογική» γνωστή και ως «Φάζι Λότζικ» (Fuzzy Logic), έγινε από τον Περσικής καταγωγής Αμερικανό Καθηγητή και πτυχιούχο μηχανικό Lotfi Zadeh, ο οποίος δημοσίευσε την σχετική εργασία του το 1965 ανατρέποντας την μέχρι τότε καθεστηκυία θεωρία της λογικής και των μαθηματικών, και κατ’ επέκταση των σύγχρονων επιστημών και της τεχνολογίας.

Μετά την αρχική δυσπιστία και τις πρώτες φυσιολογικές αμφισβητήσεις της νέας θεωρίας, σύντομα ακολούθησαν και οι τεχνολογικές εφαρμογές της Ασαφούς Λογικής, οι οποίες είναι πολυάριθμες σε όλο τον κόσμο ενώ πολλές από αυτές μπορούν να χαρακτηριστούν πραγματικά ως τεχνολογικά και επιστημονικά «επαναστατικές». Αναφέρω ενδεικτικά την αυτόματη λειτουργία μέσω Ασαφούς Συστήματος Ελέγχου: του μετρό της γιαπωνέζικης πόλης Sendai (από το 1987), μη-επανδρωμένων οχημάτων και αεροσκαφών, τσιμεντοβιομηχανιών, κλιματιστικών, ρομπότ, πλυντηρίων, ιατρικής διάγνωσης και αναισθησίας, αυτόματων καμερών, ενώ δεν υπάρχει ίσως επιστημονικός κλάδος σήμερα που να μην επεκτείνεται ραγδαία σε έννοιες και εφαρμογές της Ασαφούς Λογικής, όπως: Μαθηματικά, Οικονομία, Στατιστική, Φιλοσοφία, Σεισμολογία, Ιατρική, Ρομποτική, Βιολογία, Ψυχολογία, Διαστημική, Κοινωνιολογία, Πυρηνική, Οικολογία, Μετεωρολογία, Γεωλογία, Γενετική. (βλ. Klir-Yuan [12](a), Bibliographical Index, σελ. 548).

Η ψηφιακή τεχνολογία ήδη μετασχηματίζει τον κόσμο μας δημιουργώντας όμως ταυτόχρονα ενστάσεις και σοβαρά ερωτήματα σχετικά με την πρόσβαση στα δεδομένα και τη γνώση που παράγεται από την ανάλυση και μοντελοποίησή τους.

Από μία άλλη οπτική, υπάρχουν έντονοι προβληματισμοί ως προς τον σκοπό, τη χρήση, τη διαχείριση και τις συνέπειες στον φυσικό ανθρώπινο κόσμο που επιφέρει με πολιτικές, κοινωνικές και ηθικές προεκτάσεις. Αυτό που πρέπει πρωτίστως να εξασφαλιστεί, είναι η τεχνολογία να καταστεί αρωγός της προσπάθειας του ανθρώπου για μία καλύτερη, ασφαλέστερη και ευδαιμονική ζωή.

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ, ΟΛΥΝΘΙΑΚΟΣ Γ΄

ΔΗΜ 3.21–26

Ο Δημοσθένης συγκρίνει τους σύγχρονούς του πολιτικούς αγορητές με τους επιφανείς άνδρες του ένδοξου αθηναϊκού παρελθόντος

Ο Δημοσθένης επισήμανε την ανάγκη για έγκαιρη ανάληψη δράσης κατά του Φιλίππου (βλ. σχετικά και ΔΗΜ 3.10–13) σε μια περίοδο διαρκούς αύξησης της μακεδονικής δύναμης. Και προσθέτει:


[21] Καὶ ταῦτ’ οὐχ ἵν’ ἀπέχθωμαί τισιν ὑμῶν, τὴν ἄλλως
προῄρημαι λέγειν· οὐ γὰρ οὕτως ἄφρων οὐδ’ ἀτυχής εἰμ’
ἐγὼ ὥστ’ ἀπεχθάνεσθαι βούλεσθαι μηδὲν ὠφελεῖν νομίζων·
ἀλλὰ δικαίου πολίτου κρίνω τὴν τῶν πραγμάτων σωτηρίαν
ἀντὶ τῆς ἐν τῷ λέγειν χάριτος αἱρεῖσθαι. καὶ γὰρ τοὺς ἐπὶ
τῶν προγόνων ἡμῶν λέγοντας ἀκούω, ὥσπερ ἴσως καὶ ὑμεῖς,
οὓς ἐπαινοῦσι μὲν οἱ παριόντες ἅπαντες, μιμοῦνται δ’ οὐ
πάνυ, τούτῳ τῷ ἔθει καὶ τῷ τρόπῳ τῆς πολιτείας χρῆσθαι,
τὸν Ἀριστείδην ἐκεῖνον, τὸν Νικίαν, τὸν ὁμώνυμον ἐμαυτῷ,
τὸν Περικλέα. [22] ἐξ οὗ δ’ οἱ διερωτῶντες ὑμᾶς οὗτοι πεφήνασι
ῥήτορες «τί βούλεσθε; τί γράψω; τί ὑμῖν χαρίσωμαι;»
προπέποται τῆς παραυτίκα χάριτος τὰ τῆς πόλεως
πράγματα, καὶ τοιαυτὶ συμβαίνει, καὶ τὰ μὲν τούτων πάντα
καλῶς ἔχει, τὰ δ’ ὑμέτερ’ αἰσχρῶς. [23] καίτοι σκέψασθ’, ὦ
ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ἅ τις ἂν κεφάλαι’ εἰπεῖν ἔχοι τῶν τ’ ἐπὶ
τῶν προγόνων ἔργων καὶ τῶν ἐφ’ ὑμῶν. ἔσται δὲ βραχὺς
καὶ γνώριμος ὑμῖν ὁ λόγος· οὐ γὰρ ἀλλοτρίοις ὑμῖν χρωμέ-
νοις παραδείγμασιν, ἀλλ’ οἰκείοις, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, εὐδαί-
μοσιν ἔξεστι γενέσθαι. [24] ἐκεῖνοι τοίνυν, οἷς οὐκ ἐχαρίζονθ’
οἱ λέγοντες οὐδ’ ἐφίλουν αὐτοὺς ὥσπερ ὑμᾶς οὗτοι νῦν, πέντε
μὲν καὶ τετταράκοντ’ ἔτη τῶν Ἑλλήνων ἦρξαν ἑκόντων,
πλείω δ’ ἢ μύρια τάλαντ’ εἰς τὴν ἀκρόπολιν ἀνήγαγον, ὑπή-
κουε δ’ ὁ ταύτην τὴν χώραν ἔχων αὐτοῖς βασιλεύς, ὥσπερ
ἐστὶ προσῆκον βάρβαρον Ἕλλησι, πολλὰ δὲ καὶ καλὰ καὶ
πεζῇ καὶ ναυμαχοῦντες ἔστησαν τρόπαι’ αὐτοὶ στρατευόμενοι,
μόνοι δ’ ἀνθρώπων κρείττω τὴν ἐπὶ τοῖς ἔργοις δόξαν τῶν
φθονούντων κατέλιπον. [25] ἐπὶ μὲν δὴ τῶν Ἑλληνικῶν ἦσαν
τοιοῦτοι· ἐν δὲ τοῖς κατὰ τὴν πόλιν αὐτὴν θεάσασθ’ ὁποῖοι,
ἔν τε τοῖς κοινοῖς κἀν τοῖς ἰδίοις. δημοσίᾳ μὲν τοίνυν
οἰκοδομήματα καὶ κάλλη τοιαῦτα καὶ τοσαῦτα κατεσκεύασαν
ἡμῖν ἱερῶν καὶ τῶν ἐν τούτοις ἀναθημάτων, ὥστε μηδενὶ τῶν
ἐπιγιγνομένων ὑπερβολὴν λελεῖφθαι· ἰδίᾳ δ’ οὕτω σώφρονες
ἦσαν καὶ σφόδρ’ ἐν τῷ τῆς πολιτείας ἤθει μένοντες, [26] ὥστε
τὴν Ἀριστείδου καὶ τὴν Μιλτιάδου καὶ τῶν τότε λαμπρῶν
οἰκίαν εἴ τις ἄρ’ οἶδεν ὑμῶν ὁποία ποτ’ ἐστίν, ὁρᾷ τῆς τοῦ
γείτονος οὐδὲν σεμνοτέραν οὖσαν· οὐ γὰρ εἰς περιουσίαν
ἐπράττετ’ αὐτοῖς τὰ τῆς πόλεως, ἀλλὰ τὸ κοινὸν αὔξειν
ἕκαστος ᾤετο δεῖν. ἐκ δὲ τοῦ τὰ μὲν Ἑλληνικὰ πιστῶς, τὰ
δὲ πρὸς τοὺς θεοὺς εὐσεβῶς, τὰ δ’ ἐν αὑτοῖς ἴσως διοικεῖν
μεγάλην εἰκότως ἐκτήσαντ’ εὐδαιμονίαν.

***
[21] Και αν προτίμησα να διατυπώσω μια διαφορετική γνώμη, δεν το έκανα για να ενοχλήσω μερικούς από σας. Δεν είμαι ούτε τόσο άμυαλος, ούτε τόσο κακορίζικος, ώστε να θέλω να γίνω μισητός, όταν νομίζω πως δεν μπορώ να ωφελήσω. Θαρρώ όμως πως ο άξιος πολίτης πρέπει να προτιμά να λέη εκείνα που σώζουν την πολιτεία, παρά εκείνα που σας ευχαριστούνε. Και άκουσα να λένε, όπως θα το ακούσατε και σεις, για τους προγόνους μας, αυτούς τους οποίους όλοι οι ρήτορες επαινούν, αλλά διόλου δεν μιμούνται, πως, σύμφωνα με τούτη την παράδοση και με αυτό το τρόπο, διαχειρίζονταν τα πολιτικά θέματα, ο ξακουστός Αριστείδης, ο Νικίας, ο συνονόματός μου Δημοσθένης και ο Περικλής.

[22] Αφ' ότου όμως εμφανίσθηκαν οι ρήτορες που σας ρωτάνε: «Τι επιθυμείτε; Τι πρόταση θέλετε να κάνω; Πώς θα σας ευχαριστήσω;», από τότε, για μια στιγμιαία ικανοποίηση, απεμπολήσατε τα συμφέροντα της πόλεως και έτσι συμβαίνουν αυτά πού ξέρετε. Και αυτοί μεν καλά κάνουν τη δουλειά τους. Εσείς όμως είστε του λυπημού.

[23] Αλλά, ω άνδρες Αθηναίοι, σκεφθήτε ποια θα μπορούσε ν' αναφέρη κανείς ως βασικά χαρακτηριστικά των έργων των προγόνων σας και των δικών σας. Με λίγα λόγια θα σας αναφέρω γεγονότα, που σας είναι γνώριμα. Διότι δεν είναι ανάγκη, ω άνδρες Αθηναίοι, για να ευτυχήσετε, από ξένους τόπους να πάρετε παραδείγματα, μπορείτε να τα πάρετε από το δικό σας.

[24] Λοιπόν εκείνοι τους οποίους οι ρήτορες δεν κολάκευαν, και δεν τους χαρίζονταν, όπως τώρα αυτοί, επί σαρανταπέντε χρόνους στάθηκαν άρχοντες των Ελλήνων, με των ίδιων των Ελλήνων τη θέληση, και μάζεψαν περισσότερα από δέκα χιλιάδες τάλαντα στην Ακρόπολη, ο δε βασιλεύς των Μακεδόνων ήταν υποταγμένος τότε σε αυτούς, καθώς αρμόζει να είναι υποταγμένος ο βάρβαρος στους Έλληνες. Στρατευμένοι οι ίδιοι πολλά και λαμπρά τρόπαια στήσανε, πολεμώντας κατά ξηράν και κατά θάλασσαν· και είναι οι μόνοι άνθρωποι, που για τα έργα τους άφησαν πίσω τους μια δόξα μεγαλείτερη από το φθόνο.

[25] Τέτοιοι στάθηκαν οι πρόγονοί μας μέσα στον ελληνικό κόσμο. Κοιτάξτε τώρα μέσα στην πόλη πώς διαμορφώσανε τη δημόσια και την ιδιωτική τους ζωή. Δημόσια μεν ανεγείρανε τόσα και τέτοια οικοδομήματα, και περίλαμπρους ναούς, τέτοια σε αυτούς τοποθετήσανε αναθήματα, ώστε κανένας μεταγενέστερος δεν μπόρεσε να τους ξεπεράση.

Στον ιδιωτικό τους όμως βίο ήταν τόσο μετρημένοι, τόσο πιστοί στο ήθος του πολιτεύματος, [26] ώστε όποιοι από σας ξέρετε ποια ήταν τα σπίτια του Αριστείδη και του Μιλτιάδη και των τότε επιφανών, θα παρατηρήσατε πως δεν ήταν μεγαλοπρεπέστερα από τα σπίτια του γείτονά τους. Διότι δεν ασχολούντανε με τα δημόσια πράγματα για να πλουτίσουν οι ίδιοι, αλλά διότι ο καθένας τους πίστευε πως είχε χρέος να αυξήση τον δημόσιο πλούτο. Έντιμοι απέναντι των Ελλήνων, ευσεβείς απέναντι των θεών, διαποτισμένοι από την αρχή της ισότητας όταν διοικούσαν, είναι φυσικό που φτάσανε σε μια τόσο μεγάλη ευδαιμονία.

Τρίτη 28 Ιουνίου 2022

ΟΜΗΡΟΣ: Ὀδύσσεια (4.290-4.350)

290 Τὸν δ᾽ αὖ Τηλέμαχος πεπνυμένος ἀντίον ηὔδα·
«Ἀτρεΐδη Μενέλαε διοτρεφές, ὄρχαμε λαῶν,
ἄλγιον· οὐ γάρ οἵ τι τάδ᾽ ἤρκεσε λυγρὸν ὄλεθρον,
οὐδ᾽ εἴ οἱ κραδίη γε σιδηρέη ἔνδοθεν ἦεν.
ἀλλ᾽ ἄγετ᾽ εἰς εὐνὴν τράπεθ᾽ ἡμέας, ὄφρα καὶ ἤδη
295 ὕπνῳ ὕπο γλυκερῷ ταρπώμεθα κοιμηθέντες.»
Ὣς ἔφατ᾽, Ἀργείη δ᾽ Ἑλένη δμῳῇσι κέλευσε
δέμνι᾽ ὑπ᾽ αἰθούσῃ θέμεναι, καὶ ῥήγεα καλὰ
πορφύρε᾽ ἐμβαλέειν, στορέσαι τ᾽ ἐφύπερθε τάπητας,
χλαίνας τ᾽ ἐνθέμεναι οὔλας καθύπερθεν ἕσασθαι.
300 αἱ δ᾽ ἴσαν ἐκ μεγάροιο δάος μετὰ χερσὶν ἔχουσαι,
δέμνια δὲ στόρεσαν· ἐκ δὲ ξείνους ἄγε κῆρυξ.
οἱ μὲν ἄρ᾽ ἐν προδόμῳ δόμου αὐτόθι κοιμήσαντο,
Τηλέμαχός θ᾽ ἥρως καὶ Νέστορος ἀγλαὸς υἱός·
Ἀτρεΐδης δὲ καθεῦδε μυχῷ δόμου ὑψηλοῖο,
305 πὰρ δ᾽ Ἑλένη τανύπεπλος ἐλέξατο, δῖα γυναικῶν.
Ἦμος δ᾽ ἠριγένεια φάνη ῥοδοδάκτυλος Ἠώς,
ὄρνυτ᾽ ἄρ᾽ ἐξ εὐνῆφι βοὴν ἀγαθὸς Μενέλαος
εἵματα ἑσσάμενος, περὶ δὲ ξίφος ὀξὺ θέτ᾽ ὤμῳ,
ποσσὶ δ᾽ ὑπὸ λιπαροῖσιν ἐδήσατο καλὰ πέδιλα,
310 βῆ δ᾽ ἴμεν ἐκ θαλάμοιο θεῷ ἐναλίγκιος ἄντην,
Τηλεμάχῳ δὲ παρῖζεν, ἔπος τ᾽ ἔφατ᾽ ἔκ τ᾽ ὀνόμαζε·
«Τίπτε δέ σε χρειὼ δεῦρ᾽ ἤγαγε, Τηλέμαχ᾽ ἥρως,
ἐς Λακεδαίμονα δῖαν, ἐπ᾽ εὐρέα νῶτα θαλάσσης;
δήμιον ἦ ἴδιον; τόδε μοι νημερτὲς ἐνίσπες.»
315 Τὸν δ᾽ αὖ Τηλέμαχος πεπνυμένος ἀντίον ηὔδα·
«Ἀτρεΐδη Μενέλαε διοτρεφές, ὄρχαμε λαῶν,
ἤλυθον εἴ τινά μοι κληηδόνα πατρὸς ἐνίσποις.
ἐσθίεταί μοι οἶκος, ὄλωλε δὲ πίονα ἔργα,
δυσμενέων δ᾽ ἀνδρῶν πλεῖος δόμος, οἵ τέ μοι αἰεὶ
320 μῆλ᾽ ἁδινὰ σφάζουσι καὶ εἰλίποδας ἕλικας βοῦς,
μητρὸς ἐμῆς μνηστῆρες ὑπέρβιον ὕβριν ἔχοντες.
τοὔνεκα νῦν τὰ σὰ γούναθ᾽ ἱκάνομαι, αἴ κ᾽ ἐθέλῃσθα
κείνου λυγρὸν ὄλεθρον ἐνισπεῖν, εἴ που ὄπωπας
ὀφθαλμοῖσι τεοῖσιν, ἢ ἄλλου μῦθον ἄκουσας
325 πλαζομένου· πέρι γάρ μιν ὀϊζυρὸν τέκε μήτηρ.
μηδέ τί μ᾽ αἰδόμενος μειλίσσεο μηδ᾽ ἐλεαίρων,
ἀλλ᾽ εὖ μοι κατάλεξον, ὅπως ἤντησας ὀπωπῆς.
λίσσομαι, εἴποτέ τοί τι πατὴρ ἐμός, ἐσθλὸς Ὀδυσσεύς,
ἢ ἔπος ἠέ τι ἔργον ὑποστὰς ἐξετέλεσσε
330 δήμῳ ἔνι Τρώων, ὅθι πάσχετε πήματ᾽ Ἀχαιοί·
τῶν νῦν μοι μνῆσαι, καί μοι νημερτὲς ἐνίσπες.»
Τὸν δὲ μέγ᾽ ὀχθήσας προσέφη ξανθὸς Μενέλαος·
«ὢ πόποι, ἦ μάλα δὴ κρατερόφρονος ἀνδρὸς ἐν εὐνῇ
ἤθελον εὐνηθῆναι ἀνάλκιδες αὐτοὶ ἐόντες.
335 ὡς δ᾽ ὁπότ᾽ ἐν ξυλόχῳ ἔλαφος κρατεροῖο λέοντος
νεβροὺς κοιμήσασα νεηγενέας γαλαθηνοὺς
κνημοὺς ἐξερέῃσι καὶ ἄγκεα ποιήεντα
βοσκομένη, ὁ δ᾽ ἔπειτα ἑὴν εἰσήλυθεν εὐνήν,
ἀμφοτέροισι δὲ τοῖσιν ἀεικέα πότμον ἐφῆκεν,
340 ὣς Ὀδυσεὺς κείνοισιν ἀεικέα πότμον ἐφήσει.
αἲ γάρ, Ζεῦ τε πάτερ καὶ Ἀθηναίη καὶ Ἄπολλον,
τοῖος ἐὼν οἷός ποτ᾽ ἐϋκτιμένῃ ἐνὶ Λέσβῳ
ἐξ ἔριδος Φιλομηλεΐδῃ ἐπάλαισεν ἀναστάς,
κὰδ δ᾽ ἔβαλε κρατερῶς, κεχάροντο δὲ πάντες Ἀχαιοί,
345 τοῖος ἐὼν μνηστῆρσιν ὁμιλήσειεν Ὀδυσσεύς·
πάντες κ᾽ ὠκύμοροί τε γενοίατο πικρόγαμοί τε.
ταῦτα δ᾽ ἅ μ᾽ εἰρωτᾷς καὶ λίσσεαι, οὐκ ἂν ἐγώ γε
ἄλλα παρὲξ εἴποιμι παρακλιδὸν, οὐδ᾽ ἀπατήσω·
ἀλλὰ τὰ μέν μοι ἔειπε γέρων ἅλιος νημερτής,
350 τῶν οὐδέν τοι ἐγὼ κρύψω ἔπος οὐδ᾽ ἐπικεύσω.

***
290 Ανταποκρίθηκε κι ο συνετός Τηλέμαχος τώρα μιλώντας:
«Γιε του Ατρέα, ευγενικέ Μενέλαε, προστάτη του λαού σου,
ο πόνος έτσι μεγαλώνει· γιατί όλα αυτά τα κατορθώματα
δεν έφτασαν για ν᾽ αποτρέψουν τον θλιβερό χαμό του,
κι ας είχε εκείνος μέσα του καρδιά από ατσάλι.
Αλλά καιρός, με τη δική σας συγκατάθεση, να πέσουμε στο στρώμα,
να βρούμε τέρψη κι ανακούφιση στον ύπνο, γλυκά να κοιμηθούμε.»
Μίλησε, κι αμέσως η αργεία Ελένη δίνει εντολή
στις παρακόρες της, εκεί μπροστά στην αίθουσα με τη σκεπή,
τις κλίνες τους να στήσουν, να ρίξουν πάνω τους ωραία στρωσίδια
πορφυρά, ν᾽ απλώσουν τα χαλιά και τις σγουρές φλοκάτες,
γύρω τους να τις τυλιχτούν.
300 Εκείνες βγήκαν απ᾽ την αίθουσα, στα χέρια τους κρατώντας δάδες,
κι ετοίμασαν τα δυο κρεβάτια· ευθύς ο κήρυκας παρέξω
οδήγησε τους ξένους, κι αυτοί κοιμήθηκαν στου παλατιού τον πρόδομο,
γενναίος ο Τηλέμαχος, λαμπρός ο γιος του Νέστορα.
Κι ο γιος του Ατρέα πήγε στη μέσα μέσα κάμαρη
του ψηλοτάβανου σπιτιού να κοιμηθεί· πλάι του πλάγιασε
η Ελένη πεπλοφόρος, γυναίκα θείας ομορφιάς.
Κι όταν ξημέρωσε την άλλη μέρα ροδίζοντας τον ουρανό η Αυγή,
από την κλίνη του πετάχτηκε με τη βαριά φωνή ο Μενέλαος,
το ρούχο του φορώντας πέρασε κοφτερό σπαθί στον ώμο,
έδεσε στα λευκά κι αστραφτερά του πόδια ωραία σαντάλια,
310 κι από την κάμαρή του βγήκε προχωρώντας σαν θεός·
πήγε μετά και κάθησε πλάι στον Τηλέμαχο, μιλώντας είπε:
«Γενναίε Τηλέμαχε, ποια ανάγκη σ᾽ έφερε στα μέρη μας,
εδώ στη θεία Λακεδαίμονα, περνώντας την πλατιά ράχη
της θάλασσας; δημόσιος λόγος ή προσωπική σου υπόθεση;
Πες μου και μίλα την αλήθεια.»
Ο φρόνιμος Τηλέμαχος αμέσως αποκρίθηκε:
«Γιε του Ατρέα, ευγενικέ Μενέλαε, της χώρας στυλοβάτη,
ήλθα να μάθω αν κάποιαν είδηση ίσως μου πεις για τον πατέρα μου.
Γιατί το σπίτι μου ερημώνεται, ρημάζουν κάρπιμα χωράφια,
γέμισε το παλάτι μ᾽ ένα τσούρμο εχθρούς, που αδιάκοπα
320 και σωρηδόν σφάζουν τα πρόβατα, βόδια στριφτόποδα κι ελικοκέρατα —
είναι της μάνας μου οι μνηστήρες, βάναυσοι κι αλαζόνες.
Γι᾽ αυτόν τον λόγο τώρα προσπέφτω στα δικά σου γόνατα,
αν ήθελες εκείνου τον φριχτό χαμό να πεις,
ανίσως και τον είδες με τα μάτια σου
ή κι άλλον άκουσες για κείνον να μιλά
στην περιπλάνησή του —
αφού τον γέννησε τρισάμοιρον αυτόν η μάνα του.
Μη λυπηθείς λοιπόν και, συμπονώντας με, τα λόγια σου γλυκάνεις·
μίλησε ελεύθερα, πες μου να μάθω τα όσα αντίκρισαν τα μάτια σου.
Σε ικετεύω· αν κάποτε ο πατέρας μου, ο τιμημένος Οδυσσέας,
κάτι σπουδαίο κατόρθωσε, με λόγο ή έργο, εκεί στης Τροίας τη χώρα,
330 όπου κι εσείς οι Αχαιοί ζήσατε τόσα πάθη,
αυτά θυμήσου τώρα και πες μου την αλήθεια.»
Του μίλησε ο ξανθός Μενέλαος, με δυσφορία μεγάλη:
«Πανάθεμά τους! Σε ποιανού την κλίνη θέλησαν να πλαγιάσουν·
ενός περήφανου με τίμιο φρόνημα, αυτοί οι δειλοί και τιποτένιοι.
Πώς κάποτε στο δάσος ελαφίνα πάτησε μονιά από λιοντάρι ανήμερο,
που πήγε εκεί και κοίμισε τα βυζανιάρικα νιογέννητά της ελαφάκια
κι ύστερα βγήκε να γυρέψει τη βοσκή της σε φαράγγια,
λαγκάδες χλοερές, αλλά την πρόφτασε γυρνώντας πίσω το λιοντάρι,
και μέσα εκεί θανάτωσε κι αυτήν κι αυτά, άθλια κι άσχημα·
340 παρόμοιο θάνατο θα δώσει και σ᾽ εκείνους ο Οδυσσέας.
Αμποτε, Δία πατέρα, Αθηνά κι Απόλλωνα,
να ᾽ταν εκείνος τώρα όπως στη Λέσβο τότε την καλοχτισμένη,
όταν λογόφεραν με τον Φιλομηλείδη, οπότε αυτός σηκώθηκε
μαζί του να παλέψει, κι όπως τον έριξε στο χώμα με τη δύναμή του,
έδειξαν τη χαρά τους όλοι οι Αχαιοί.
Άμποτε τέτοιος ο Οδυσσέας να ᾽σμιγε με τους μνηστήρες,
τότε πικρός θα ᾽βγαινε ο γάμος τους, απότομος ο θάνατός τους.
Όσο για κείνα που ρωτάς παρακαλώντας, εγώ δεν πρόκειται
άλλα να σου πω, για να ξεφύγω ή να σε ξεγελάσω·
ό,τι μου εξήγησε ο αλάνθαστος ενάλιος γέροντας, τίποτε
350 απ᾽ αυτά δεν θα σου κρύψω, μήτε θα τα σκεπάσω.

Oι 3 πράξεις του έρωτα

Κρύφτηκε στη δεξιά κουΐντα της σκηνής και κοίταξε τον κόσμο. Γεμάτη η πλατεία του θεάτρου· όλα ήταν έτοιμα για την παράσταση. Στην αριστερή κουΐντα άλλη μια σκιά σάλευε και περίμενε να χτυπήσει το κουδούνι. Δύο άνθρωποι έτοιμοι να παίξουν το δικό τους έργο. Το κουδούνι ήχησε, τα φώτα της πλατείας έσβησαν, η κόκκινη αυλαία σηκώθηκε και μόνο ο κεντρικός προβολέας έμεινε ανοιχτός να φωτίζει το κέντρο της σκηνής.

Πράξη πρώτη: Επιθυμία (Προνύμφη)

Έχεις δει τις προνύμφες πόσο λαίμαργα κι αχόρταγα τρώνε τα φύλλα από τα δέντρα; Κάπως έτσι γίνονται κι οι άνθρωποι όταν αρχίζει τον χορό η τεστοστερόνη με τα οιστρογόνα. Γεννιέται μια ζωώδης ανάγκη για την κατάκτηση του αντικειμένου του πόθου τους. Αν νομίζεις ότι μπορείς να γλιτώσεις από το πρώτο στάδιο του έρωτα που είναι -σύμφωνα με την κορυφαία ανθρωπολόγο Έλεν Φίσερ- η επιθυμία, γελιέσαι. Το παιχνίδι μόλις άρχισε και χρειάζεται δυνατούς παίκτες και γερό στομάχι, καθ’ ότι μπορεί να διαρκέσει από έξι μήνες έως κι έναν χρόνο. Η λαχτάρα να γνωρίσεις τον άνθρωπο που προκάλεσε αυτή την έκρηξη ορμονών στον οργανισμό σου σε φτάνει στα όριά σου. Το κυνήγι μόλις έχει ξεκινήσει, ενώ εσύ δεν έχεις πάρει χαμπάρι τι πρόκειται να σου συμβεί. Η λαγνεία κι η ερωτική επιθυμία είναι στο απόγειό τους ενώ ο έρωτας έχει βγάλει τα τόξα του από τη φαρέτρα κι ετοιμάζεται για πόλεμο ανελέητο. Η προνύμφη ξεκινάει να υφαίνει το κουκούλι της κι ετοιμάζεται για το επόμενο στάδιο μεταμόρφωσής της.

Πράξη δεύτερη: Έλξη (Χρυσαλλίδα)

Η κατάκτηση του πόθου έχει επιτευχθεί από το προηγούμενο στάδιο κι αρχίζεις να ζεις τον λεγόμενο έρωτα. Το συγκεκριμένο στάδιο ονομάζεται «έλξη» κι εδώ παίρνουν σειρά οι εμμονικές φαντασιώσεις. Σε αυτό το στάδιο νιώθεις ότι ένα μαγικό χέρι έχει πατήσει ένα κουμπί και σταμάτησε ο κόσμος να λειτουργεί γύρω σου. Είσαι πλέον σαν τη χρυσαλλίδα που έχει υφάνει το κουκούλι της, έχει χωθεί μέσα και προετοιμάζεται για τη μετέπειτα μεταμόρφωσή της. Αλλά δεν είσαι μόνος σου. Έχεις κλείσει μέσα στο κουκούλι τον άνθρωπο που ξύπνησε αυτό το πάρτι στα εγκεφαλικά σου κύτταρα, με επίτιμους καλεσμένους την αδρεναλίνη, την ντοπαμίνη και τη σεροτονίνη. Σταματάς να τρως, να κοιμάσαι, προσδοκάς την αποκλειστικότητα, θες αυτόν τον άνθρωπο μόνο δικό σου κι οποιοσδήποτε ξενιστής πάει να πειράξει τον κόσμο σας, τον έχεις στήσει στη γραμμή εκτέλεσης.

Θα μπορούσε να πει κανείς ότι το στάδιο της έλξης είναι και το σημείο αναφοράς για τους περισσοτέρους ζωγράφους, ποιητές, συγγραφείς καθ’ ότι εδώ γεννιούνται τα πιο έντονα κι ίσως παράλογα συναισθήματα του έρωτα που αναζωπυρώνουν τη φλόγα της δημιουργίας. Δύο τα τινά στο συγκεκριμένο στάδιο. Ή το κουκούλι, πριν καλά-καλά χωθείτε θα το γκρεμίσει ένας από τους δύο γιατί δεν αντέχεται εύκολα όλος αυτός ο παραλογισμός που πιθανόν να δημιουργήσει ο έρωτας, ή θα παραμείνετε κρυμμένοι μέσα του ωσότου η χρυσαλλίδα ολοκληρώσει το τελικό στάδιο της μεταμόρφωσής της.

Πράξη Τρίτη: Προσκόλληση (Πεταλούδα)

Αν ξεπεράσεις το προηγούμενο στάδιο της έλξης με επιτυχία, αυτό που έμεινε είναι το τρίτο και τελευταίο στάδιο, εκείνο της «προσκόλλησης» ή διαφορετικά όπως αποκαλείται στην επιστημονική κοινότητα, θα φτάσεις στην «ώριμη αγάπη». Μια αγάπη που διακατέχεται από συντροφικότητα, αμοιβαιότητα και σεβασμό. Η ώριμη αγάπη είναι το πιο σημαντικό συστατικό για τις μακροχρόνιες σχέσεις μέσα στην οποία ωριμάζει η αυτοεξέλιξη κι αυτοβελτίωση του ανθρώπινου ψυχισμού. Αρχίζεις να απομυθοποιείς τον άνθρωπό σου, να ξεγυμνώνεις δικά του και δικά σου κομμάτια, θέτεις υγιή όρια και χτίζετε το μέλλον σας σαν «ένα σώμα». Ακριβώς σαν εκείνο που δημιουργήθηκε μέσα στο κουκούλι της χρυσαλλίδας. Η μεταμόρφωση ολοκληρώνεται. Σπάει η πεταλούδα με τα φτερά της το κουκούλι- δεν το χρειάζεται πια.

Τα φώτα της πλατείας άναψαν. Μια πεταλούδα πέταξε μακριά και η αυλαία έπεσε.

Η ζήλεια και ο φόβος της εγκατάλειψης: Πότε και γιατί μια συντροφική σχέση αρχίζει να δυσλειτουργεί

Θα λέγαμε ότι, το να σχετιζόμαστε με ανθρώπους σε ένα πολύ κοντινό επίπεδο είναι κάτι το θαυμάσιο και θα έπρεπε να είναι πυλώνας ηρεμίας και αρμονίας σε έναν κόσμο πολύπλοκο και ανταγωνιστικό, μια θάλασσα υποχρεώσεων και καθηκόντων που εκρέουν από την πολλαπλότητα του ρόλου που έχει ο σύγχρονος άνθρωπος.

Όμως τις περισσότερες φορές και υπό συγκεκριμένες συνθήκες, αυτή η σχέση αρχίζει αντί να λειτουργεί ενισχυτικά της ευεξίας του ζευγαριού, να γίνεται πηγή συνεχούς άγχους και ψυχικής τυραννίας για αμφότερα τα μέλη που το απαρτίζουν.

Οι ανησυχίες αυτές θα μπορούσαν, τις περισσότερες φορές να έχουν σχέση με ανησυχίες ότι οι διαφωνίες θα οδηγήσουν σε διάλυση της σχέσης, στην αναζήτηση συνεχών επιβεβαιώσεων ότι ο σύντροφός σας βλέπει τόσο ελκυστικούς και ενδιαφέροντες όσο θεωρείτε ότι είναι άλλα άτομα του φιλικού, επαγγελματικού και κοινωνικού σας περιβάλλοντος, και ανησυχίες ότι τελικά θα τελειώσει η σχέση και θα μείνετε μόνος/μόνη για πάντα κ.λπ.

Ο φόβος της εγκατάλειψης

Πίσω από αυτό το άγχος βρίσκεται ένας φόβος: ο φόβος της εγκατάλειψης. Συχνά οι χειρότεροι τρόποι αντιμετώπισής του είναι τρόποι που αντί να μειώνουν, αυξάνουν το άγχος σας. Αν ψάχνετε για ενδείξεις ότι ο σύντροφός σας έχει χάσει το ενδιαφέρον του, βρίσκετε τον εαυτό σας να αναζητά ενδείξεις ότι ο σύντροφός σας ενδιαφέρεται για κάποιον/α άλλον/η, ότι σας απατά, να επιτίθεστε φραστικά και να υποτιμάτε με κάθε ευκαιρία τους πιθανούς «ανταγωνιστές σας» (φίλους και συνεργάτες), να επικεντρώνεστε στο να δείχνετε και να συμπεριφέρεστε τέλεια, να μην διαφωνείτε ποτέ ή αντίθετα, να κλιμακώνετε τις διαφωνίες σας προκειμένου να εμποδίσετε να συμβούν αυτά που φοβάστε τότε μάλλον υποφέρετε από τον φόβο της εγκατάλειψης.

Αν νιώθετε ανασφάλεια για το ενδεχόμενο εγκατάλειψης, θα ασχοληθείτε πολύ 
  • με την ανάγνωση της σκέψης ("Είναι θυμωμένος/η μαζί μου"),
  • με τη μαντική ("Θα με παρατήσει"),
  • με την προσωποποίηση της συμπεριφοράς του συντρόφου σας ("Πρέπει να τον/την εκνεύρισα πολύ, εγώ φταίω")
  • και με την καταστροφική σκέψη ("Θα ήταν απαίσιο αν κατέληγα μόνος/η μου").
Ως αποτέλεσμα αυτών των ανασφαλειών, μπορεί να αναζητάτε συνεχώς διαβεβαιώσεις, να ελέγχετε το πώς αισθάνεται, τι κάνει και πού πηγαίνει, να γίνεστε υπερβολικά ευχάριστος/η και να μην διεκδικείτε ποτέ κάτι για τον εαυτό σας, να έχετε παραιτηθεί από τις δικές σας συναισθηματικές ανάγκες ή ακόμα και να επιλέξετε να δημιουργήσετε εξωσυζυγικές σχέσεις στο περιθώριο της σχέσης σας και μάλιστα με άτομα που είναι λιγότερα επιθυμητά ή συγκεντρώνουν χαρακτηριστικά κατώτερα των προτιμήσεων σας. Η αν νιώθετε ότι δεν μπορείτε να διαχειριστείτε την απόρριψη, τότε μπορεί ακόμη και να επισπεύσετε έναν χωρισμό για να τελειώσει το μαρτύριο του άγχους σας, «μια ώρα αρχύτερα».

Αυτή η απειλή βιώνεται συναισθηματικά ως θυμός, προδοσία, δυσπιστία, και τελικά κατάθλιψη.

Ναι, η κατάθλιψη συχνά είναι το επιφαινόμενο, μια δευτερογενής και δευτερεύουσα εκδήλωση αυτού του φόβου, που είναι και η βαθύτερη αιτία της. Αν και λέγεται ότι η εκδήλωση των φύλων, αρσενικό-θηλυκό, άνδρας-γυναίκα, πέρα από το βιολογικό τους υπόβαθρο είναι μια κοινωνική κατασκευή, για τις γυναίκες τα πολύτιμα αγαθά που ίσως διακυβεύονται σε τέτοιες καταστάσεις είναι συχνά η αγάπη, ο κοινωνικός δεσμός και η στενή συντροφικότητα ενώ για τους άνδρες αυτά που απειλούνται είναι συχνά τα σεξουαλικά "δικαιώματα", η διαχείριση της οικογένειας ή ακόμα και ένα σύμβολο κοινωνικού κύρους.

Ποιοί παράγοντες τώρα, ενισχύουν αυτόν τον φόβο; όταν το επίπεδο συμμετοχής και δέσμευσης του άλλου ατόμου είναι διαφορετικό από το δικό σας και μπορεί να θεωρηθεί όχι και τόσο ισχυρό, θα αυξηθούν οι ανησυχίες σας σχετικά με τον φόβο της εγκατάλειψης, ειδικά όταν η αυτοεκτίμησή του ατόμου είναι χαμηλή. 'Οσο πιο ανασφαλείς αισθάνεστε, τόσο και μεγαλύτερος θα είναι αντίκτυπος σε εσάς, αν φανταστείτε ότι μπορεί να χάσετε ένα πρόσωπο ή μια σχέση και τις συναισθηματικές «ανταμοιβές» αυτής της σχέσης. Ειδικά όταν αισθάνεστε ότι δεν μπορείτε να τις πάρετε εύκολα από άλλους μελλοντικούς συντρόφους, επειδή ίσως πιστεύετε ενδόμυχα, ότι δεν το αξίζετε.

Σύχνα ένας τέτοιος φόβος που δημιουργεί το ανεξέλεγκτο άγχος στο άτομο, το οδηγεί σε υπερβολικές εκδηλώσεις ζήλειας.
  • Γίνονται περισσότερο κτητικοί (θέλουν να μονοπωλούν το ενδιαφέρον και τον χρόνο του άλλου κ.λπ),
  • υιοθετούν ελεγκτικές και ψυχοπιεστικές συμπεριφορές (έλεγχος κοινωνικών μέσων, ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ψάχνουν προσωπικά πράγματα του/της συντρόφου),
  • εκδηλώνουν συμπεριφορές «αντεπίθεσης» (φλερτάρουν με άλλα άτομα, λένε κακοήθειες σε πιθανούς ανταγωνιστές για τον σύντροφό τους, κακολογούν τους πιθανούς ανταγωνιστές σε τρίτα άτομα κ.λπ).
  • Ταυτόχρονα, ιδιαίτερα οι γυναίκες, βιώνουν όλα αυτή την κατάσταση εξαιρετικά δυσφορικά, τόσο που αρχίζουν να αποσύρονται σωματικά και συναισθηματικά, αποφεύγουν ανθρώπους και καταστάσεις που τις κάνουν να αισθάνονται τόσο άσχημα, ψάχνουν να βρουν τη λύση εκμυστηρεύοντας σε φίλες/φίλους την κατάσταση (με όλα τα αρνητικά συνεπακόλουθα μιας τέτοιας τακτικής) ή ακόμα και με το να κάνουν να πιστέψει ο σύντροφός τους ή ο κοινωνικός τους περίγυρος ότι δεν την/τον νοιάζει.
  • Οι άνδρες, επιπλέον, μπορεί να εξασκήσουν σωματική βία ή να απαιτήσουν από την σύντροφό τους να σταματήσει να βλέπει συγκεκριμμένα άτομα ή δραστηριότητες.
Σε αυτό το σημείο, Ίσως να είναι χρήσιμο να αναφερθούμε το ποιές καταστάσεις μπορούν να λειτουργήσουν ως πυροδότες για μια τέτοια αγχωτική αντίδραση που μπορεί να καταλήξει και σε σκέψεις και συμπεριφορές που παραπέμπουν σε μια παθολογική (σχεδόν παρανοϊκή) ζήλεια.

Για πολλούς ανθρώπους συγκεκριμένες κοινωνικές καταστάσεις μπορεί να λειτουργήσουν ως σημαντικά αγχωτικά γεγονότα. Μπορεί να νιώθουμε την πίεση να ταιριάξουμε με τους άλλους ανθρώπους που βρίσκονται εκεί. Μπορεί να φαίνεται σαν να είμαστε αναγκασμένοι να αποδώσουμε. Πρέπει να προσπαθήσουμε να είμαστε διασκεδαστικοί, να φανούμε έξυπνοι ή απλά ευγενικοί - ενώ στην πραγματικότητα θα προτιμούσαμε να είμαστε σχεδόν οπουδήποτε αλλού και να κάναμε σχεδόν οτιδήποτε άλλο!

Σε καταστάσεις που προκαλούν τέτοιου είδους άγχη, δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι οι άνθρωποι μπορεί να παρερμηνεύσουν με αρνητικό τρόπο όσα συμβαίνουν γύρω τους. Ειδικά, σε δεύτερο χρόνο, όταν είμαστε μόνοι, μπορεί να αρχίσουμε να γινόμαστε υπερβολικά καχύποπτοι αναλογιζόμενοι τα γεγονότα της ημέρας ανακαλώντας και εξετάζοντας τις μικρές λεπτομέρειες που τόσο συχνά αρκούν για να προκαλέσουν μια υπερβολική και ανεξέλεγκτη ανησυχία. Λεπτομέρειες όπως είναι τα μη λεκτικά σημάδια (εκφράσεις των ανθρώπων, χειρονομίες ή ένα ιδιαίτερο ντύσιμο), λεκτικά σημάδια (κάτι που ακούσατε ή όποτε αντιληφθήκατε ένα σχόλιο «ανταγωνιστή» ως υποτιμητικό και δυσάρεστο ή όταν δεν είστε σίγουροι σε ποιον ή σε τι αναφέρεται), ασυνήθιστες συμπτώσεις και γεγονότα...

Γενικά μιλώντας, όταν βιώνετε αρνητικά συναισθήματα, αυτά έχουν ως αποτέλεσμα τη γέννηση σκέψεων που απέχουν πολύ απο την πραγματικότητα. Μάλιστα, σε ορισμένες περιπτώσεις η επίδραση που έχει η πεσμένη σας διάθεση ή μια τέτοια ζηλότυπη συμπεριφορά, μπορεί να προκαλέσει τα ίδια τα γεγονότα που ερμηνεύουμε ως ύποπτα και να λειτουργήσουν έτσι ως μια «αυτοεκπληρούμενη προφητεία»

Σε τέτοιες καταστάσεις, ο καλύτερος τρόπος αντιμετώπισής τους είναι να προσπαθήσετε να αγνοήσετε τέτοιες δυσφορικά αρνητικές σκέψεις και να μην τους δώσετε την σημασία, πέραν του είναι απλά μια «κακή» σκέψη... Η’ αν δεν το καταφέρετε, να προσπαθήσετε να βρείτε έναν τρόπο να τις ελέγξετε σε σχέση με την πραγματικότητα.

Ερωτήσεις όπως, μήπως γίνομαι υπερβολικός/η, πόσο πολύ υπερβάλλω στο μυαλό μου, από πού προέρχεται η έλλειψη εμπιστοσύνης μου , πόσο ικανοποιημένος/η είμαι από τη σχέση μου, τι μου διαφεύγει, ποιες ανάγκες μου δεν ικανοποιούνται, γιατί κάποιος θα μπορούσε να σκεφθεί σαν κι εμένα, υπάρχει κάποιο καλό και χρήσιμο που προσδοκώ σκεπτόμενος/η και αντιδρώντας με αυτό τον τρόπο, είναι ερωτήσεις που πιθανόν να σας βοηθήσουν να ξεφύγετε από αυτή τη θανάσιμη παγίδα του άγχους και του φόβου της εγκατάλειψης.

Το να είμαστε δίπλα σε ένα άτομο που έχει επιλέξει να είναι μαζί μας είναι κάτι το θαυμάσιο και θα έπρεπε να είναι πυλώνας ηρεμίας και αρμονίας σε έναν κόσμο πολύπλοκο και ανταγωνιστικό, μια θάλασσα υποχρεώσεων και καθηκόντων που εκρέουν από την πολλαπλότητα του ρόλου που έχει ο σύγχρονος άνθρωπος. Εξάλλου, αν δεν υπάρχουν εμπόδια όπως παιδιά και κοινά περιουσιακά στοιχεία, η παραμονή σε μια σχέση οφείλετai προπάντων στην καλή πρόθεση των δύο συντρόφων. Σκεφθείτε: αν αμφισβητηθεί αυτό, τότε τι άλλο απομένει;

Οι δεσμοφύλακές αποχωρούν ακριβώς τη στιγμή που παύουμε να προσκυνούμε την εξουσία τους

Στέκεσαι ακριβώς στο ίδιο σημείο για ώρα τώρα. Τα σύννεφα πάνω από το κεφάλι σου διαρκώς πυκνώνουν και οι αστραπές μαστιγώνουν τον ουρανό με τον ήχο τους.

«Λίγο πιο κάτω θα βρεις τον ήλιο» σου ψιθυρίζει ένας έφηβος.

«Εάν τρέξεις ίσως και να προλάβεις την μπόρα» σε ενθαρρύνει ο ηλικιωμένος με τη μπλε τραγιάσκα.

Μια γυναίκα γύρω στα πενήντα σε πλησιάζει:

«Μπορείς να την κρατήσεις. Έχω δύο εξάλλου» σου λέει, προσφέροντάς σου ευγενικά τη μαύρη της ομπρέλα.

«Προβλέπεται τέτοια θεομηνία που ουδόλως θα με βοηθήσει», απαντάς.

Και πράγματι η καταιγίδα ξεσπά. Παραμένεις καρφωμένος στο ίδιο σημείο. Κρυώνεις. Φοβάσαι. Και στοιχηματίζεις πως την επόμενη μέρα θα ξυπνήσεις τουλάχιστον με πνευμονία.

«Τι φταίω εγώ; Ο άτιμος καιρός τρελάθηκε» μουρμουρίζεις.

Ξέρεις κάτι όμως; Φταις! Είχες ένα σωρό επιλογές που απλώς τις άφησες να ξεγλιστρήσουν μέσα από τα χέρια σου. «Έτσι είναι τα πράγματα» αναστέναξες και έπειτα παραδόθηκες στη ροή των γεγονότων.

Όμως τα πράγματα ποτέ δεν είναι απλώς έτσι. Λαμβάνουν την μορφή των σκέψεών μας, γίνονται οδυνηρές φυλακές για όσους συνήθισαν να περπατούν με αλυσίδες στα πόδια και χώρες θαυμάτων για τους άλλους, που διακρίνουν το ουράνιο τόξο πίσω από τη βροχή. Στις σκοτεινότερες εποχές και στους πιο ταραγμένους καιρούς υπάρχει πάντα ένα φως, εκείνο το αδιανόητο πείσμα πως όλα θα αλλάξουν αν βαθιά το πιστέψουμε.

Και αν μας πουν αμετανόητους ιδεαλιστές, εμείς απλώς ας αναποδογυρίσουμε τη γη προκειμένου να ανταμώσουμε τα αστέρια των ευχών μας, ας σκορπίσουμε τη χρυσόσκονη μας στο απέραντο σύμπαν, έναν σπόρο ελπίδας στο περιβόλι της ζωής που κάποτε με ορμή θα καρποφορήσει.

Γιατί ο κόσμος μας χρειάζεται περισσότερους εμπνευστές και λιγότερους ωχαδερφιστές. Χρειάζεται εκείνους που σηκώνουν στους ώμους την ευθύνη των επιλογών τους, που δεν φοβούνται να αναμετρηθούν με τα σφάλματά τους, που γκρεμίζουν τα βολικά τείχη των ψευδαισθήσεων και σαλπάρουν στις άγνωστες θάλασσες των προκλήσεων.

Και αν κάποτε χαθούμε μέσα στα ίδια μας τα όνειρα θα είναι και πάλι εντάξει γιατί εκείνα θα βρουν τον τρόπο να μας φορέσουν τα φτερά τους. Μην επιμένεις λοιπόν ότι ο κόσμος δεν αλλάζει, μην παραθέτεις ιστορικά παραδείγματα που επιβεβαιώνουν τη μίζερη προφητεία σου. Είμαστε εμείς που δεν μετακινούμαστε, εμείς που τρέμουμε, εμείς που βουλιάζουμε στην αδράνεια, που υποκύπτουμε στην ορμή του ανέμου και περιφρονούμε την ομπρέλα της αγάπης.

Και οι δεσμοφύλακές αποχωρούν ακριβώς τη στιγμή που παύουμε να προσκυνούμε την εξουσία τους, και η διαφθορά καταπολεμάται όταν σταματάμε να τη συντηρούμε με τη σιωπή μας. Εάν ο κόσμος αυτός μας φαίνεται αφόρητος, απλώς να τον συντρίψουμε. Ένα βήμα τη φορά. Ένα αποφασιστικό βήμα όμως. Να αναμετρηθούμε επιτέλους με τις σκιές αντί να τις χαρίζουμε τις αναπνοές μας, να διακυβεύσουμε τη βολή μας στο βωμό της αλήθειας μας. Τι άραγε δίνουμε στη ζωή για να απαιτούμε τόσα πολλά πίσω;

Να γίνουμε μαζορέτες ψυχών και χειροκροτητές ταλέντων. «Μπράβο που ξεπέρασες τη χθεσινή εκδοχή σου», να πούμε στον διπλανό μας. Κάθε μικρή του υπέρβαση και ένας ακόμη θρίαμβος της συλλογικής συνείδησης. Να εξελιχθούμε σε ηγέτες που δεν κρύβονται θρασύδειλα πίσω από τα λάθη τους, που δεν ξαπλώνουν νωχελικά στους χρυσούς θρόνους των τίτλων τους αλλά μεταμορφώνονται σε πυξίδα για αυτούς που έχασαν τον δρόμο τους.

Να βιώσουμε επιτέλους τη θεωρία μας, να δημιουργήσουμε τη σχέση που ανέκαθεν οραματιζόμασταν, να καινοτομήσουμε, να καταστούμε η έμπνευση όσων διστάζουν και η φωνή εκείνων που φιμώθηκαν. Να σπάσουμε πρώτοι τις δικές μας αλυσίδες και να απλώσουμε τα ελεύθερα χέρια μας στον συνάνθρωπο. Να συγχωρέσουμε τους τύπους που συνηθίζουν να λεκιάζουν με σύννεφα ξένους ουρανούς ονείρων. Και έπειτα να συγχωρέσουμε και τον ίδια τον εαυτό μας που κάποτε στάθηκε μόνος και τρομαγμένος στη μέση της φρικτότερης θεομηνίας.

Και να θυμηθούμε τους εμπνευστές που μας προσέφεραν την ομπρέλα τους: Τον αιώνιο έφηβο με τις αστείες τιράντες που μας προέτρεψε να κυνηγήσουμε των ήλιο των παιδικών μας επιθυμιών, τον προϊστάμενο που μας κάνει να ξυπνάμε με χαρά κάθε πρωί για τη δουλειά, τον σύντροφο που κατευνάζει με μια αγκαλιά τις αστραπές μας, τον φίλο που μετρά τις χαρές μας αντί για τα λάθη μας.

Πλέον καλά το ξέρουμε πως ο κόσμος λαμβάνει το μπόι των επιλογών μας, πως η ελευθέρια είναι ένας δύσβατος δρόμος που προϋποθέτει την ανάληψη ευθύνης. Και αν την ευθύνη την τρέμουμε, τότε η μεγαλύτερη ευτυχία απλώς θα μας προσπεράσει. Η ευτυχία βουτάει στους ωκεανούς των γενναίων και καθόλου δεν έχει σε υπόληψη όσους διστάζουν να βρέξουν τον πόδι τους στη θάλασσα της ζωής.

Και κάθε φορά που ακούμε πως ο κόσμος ποτέ δεν θα αλλάξει, χαμογελάμε. Γιατί ανταμώσαμε την προοπτική της αλλαγής στα μάτια όσων εμπνευστών μας έπεισαν πως το φως υπάρχει. Και προς τιμών όλων εκείνων που χρωμάτισαν τις μέρες με το γέλιο τους και ομόρφυναν τις νύχτες με το ανάστημα της τόλμης τους, ορκιστήκαμε πως εμείς τουλάχιστον δε θα παραδοθούμε δίχως μια θαρραλέα μάχη. Άλλωστε τώρα δε φοβόμαστε τις καταιγίδες, καθώς όταν τιθασεύεις τη θεομηνία των εσωτερικών συγκρούσεων καμιά βροχή δεν απειλεί το κέντρο της ύπαρξης σου.

Την ζωή, πρέπει κανείς να την αντιμετωπίσει κατά μέτωπο και αν πέσει να ξανασηκωθεί

Πρώτα από όλα ο κάθε άνθρωπος έχει τα δικά του πιστεύω και ξέρει στο περίπου τι επιθυμεί να κάνει στην ζωή του.

Πολύς κόσμος θέλει στη ζωή του να κάνει πολλά ταξίδια άλλος επιθυμεί την απόλυτη ελευθερία, τα πλούτη, μια υπέροχη καριέρα ή μια πετυχημένη οικογένεια, πάντως σίγουρο είναι πως έχει σχέδια για την ζωή και δεν παύει να ονειρεύεται και να ελπίζει.

Βέβαια κάποιοι έχουν παραδώσει τα όπλα επειδή πιστεύουν πως η ζωή είναι πολύ άδικη και σκληρή για να παλέψουν για αυτήν όμως πρέπει να καταλάβουν πως όσο άδικη και σκληρή και αν είναι δεν έχουν να χάσουν κάτι αν προσπαθήσουν να πραγματοποιήσουν αυτά που επιθυμούν. Άλλωστε αν ο κόσμος ήταν τέλειος γιατί θα προσπαθούσαμε; Για τίποτα όλα θα ήταν έτοιμα και κανείς δεν θα επιθυμούσε τίποτε. Για κάποιους αυτό μπορεί να είναι υπέροχο όμως αν δεν παλέψεις γι' αυτό που θέλεις δεν καταλαβαίνεις και την αξία του.

Όμως, όπως πολλοί σοφοί έχουν πει, ο προορισμός του ανθρώπου είναι η αγάπη για την ζωή και η ευτυχισμένη οικογένεια. Κάποιοι λένε και η πετυχημένη καριέρα, ο καθένας τα βάζει με την δικιά του σειρά, άλλος μπορεί να βάλει πρώτα την καριέρα και μετά την οικογένεια ή και το ανάποδο όμως η αρχή είναι η αγάπη για την ζωή και τον κόσμο, γιατί αν δεν υπήρχε η αγάπη μέσα στην καρδιά του ανθρώπου τότε ούτε ποιος είναι ο προορισμός του ξέρει, ούτε γιατί υπάρχει.

Ο άνθρωπος για κάποιο λόγο έχει έρθει στη ζωή για να δημιουργεί και να αφήνει το στίγμα του από όπου και αν περνάει, το θέμα είναι να έχει καλές προθέσεις και να αγαπά τον πλανήτη και τον κόσμο όπου ζει. Αλλά πάντα ο άνθρωπος για να πετύχει αυτά που θέλει πρέπει να έχει πάνω από όλα πίστη στον εαυτό του, θέληση, πυγμή και να γνωρίζει πως για να καταφέρει να πραγματοποιήσει αυτά που επιθυμεί στην σκληρή αυτή ζωή, πρέπει να την αντιμετωπίσει κατά μέτωπο και αν πέσει να ξανασηκωθεί.

Αυτό που κάνουν κάποιοι ηλικιωμένοι -να καταδικάζουν τη νέα γενιά- είναι λάθος

Το χάσμα των γενεών είναι ένα πολύ καινούριο πράγμα στον κόσμο. Μέχρι πριν από μόλις έναν αιώνα, κανείς δεν είχε ακούσει καν τον όρο «χάσμα γενεών». Και ο άνθρωπος υπάρχει για χιλιάδες χρόνια. Αλλά καμμία κοινωνία, καμμία κουλτούρα, κανένας πολιτισμός δεν ασχολήθηκε με το χάσμα των γενεών. Γι’ αυτό πρέπει να γίνουν κατανοητά ορισμένα πράγματα: πώς γεννήθηκε, τι είναι, και ποιες είναι οι τελικές του επιπτώσεις.

Στο παρελθόν, στην ηλικία των έξι ή επτά το πολύ, τα παιδιά ακολουθούσαν τα επαγγέλματα των πατεράδων τους, όποια κι αν ήταν αυτά, και όσο λίγο κι αν μπορούσαν να βοηθήσουν… Αν ο πατέρας ήταν μαραγκός, το αγόρι προσπαθούσε να φέρει ξύλο, για να τον βοηθήσει με τον δικό του μικρό τρόπο. Και αυτός ήταν ο μοναδικός τρόπος που είχε το παιδί για να μάθει.

Η παλιότερη γενιά ήταν πάντα η σοφότερη γένια. Το ότι ήσουν μεγαλύτερος ήταν αρκετό για να είσαι σοφός, επειδή η γνώση ερχόταν μόνο μέσα από μία πόρτα, και αυτή ήταν η εμπειρία. Και η εμπειρία χρειάζεται χρόνο.

Εκείνοι που είχαν ζήσει περισσότερο γίνονταν όλο και πιο σεβαστοί επειδή ήταν πιο έμπειροι. Ήξεραν περισσότερα πράγματα από άλλους. Αυτό δημιούργησε το φαινόμενο του σεβασμού για τους μεγαλύτερους. Έτσι, ό,τι κι αν έλεγαν οι μεγαλύτεροι ήταν αναπόφευκτο να είναι σωστό. Δεν υπήρχε δισταγμός, δεν υπήρχε ερώτηση, δεν υπήρχε αμφιβολία στο μυαλό των νεότερων.

Το χάσμα των γενεών δεν υπήρχε, οι γενιές συνέπιπταν. Η παλιότερη γενιά, πριν αποσυρθεί, προετοίμαζε τη νεότερη γενιά για να αναλάβει τη δουλειά. Έτσι υπήρχε μια περίοδος είκοσι, τριάντα χρόνων τα οποία συνέπιπταν, και κατά τα οποία η νεότερη γενιά δούλευε υπό τις οδηγίες της παλιότερης γενιάς. Και η παλιότερη γενιά είχε όλη τη δύναμη, όλο το κύρος, και διαμόρφωνε τη νέα γενιά σύμφωνα με τα δικά της ιδανικά, τη δική της ηθική, τους τρόπους και τις συμπεριφορές.

Οι νέοι δεν είχαν την ευκαιρία να διακηρύξουν την ατομικότητα τους. Αποτελούσαν κομμάτι και πακέτο της παλιότερης γενιάς. Είχαν βγει από τη μήτρα της μητέρας, αλλά δεν είχαν βγει ποτέ από τη μήτρα της παλιότερης γενιάς. Μέχρι να αποσυρθεί η παλιότερη γενιά, να γεράσει ή να πεθάνει, έγιναν ανεξάρτητα άτομα, αλλά τότε πια είχαν γεράσει και εκείνοι. Και έπρεπε να φροντίσουν τη νέα γενιά που είχε έρθει στον κόσμο. Έτσι ήταν ένας βαθιά συνδεδεμένος κόσμος.

Πώς αναπτύχθηκε το χάσμα των γενεών; Εξαρτάται από πολλούς παράγοντες. Η επιστημονική πρόοδος έχει δώσει στους ανθρώπους χρόνο για να μορφωθούν τα παιδιά τους στα σχολεία, τα κολέγια, τα πανεπιστήμια. Τώρα έχει ανοίξει μια νέα πόρτα για μάθηση. Στο παρελθόν υπήρχε μόνο μία πιθανότητα να μάθεις και αυτό ήταν από την παλιότερη γενιά. Τώρα έχει ανοίξει μια νέα πόρτα για μάθηση, για γρήγορη μάθηση.

Η εμπειρία κινείται με πολύ αργό ρυθμό, αλλά η εκπαίδευση εξαρτάται από τη νοημοσύνη σας. Δεν είναι ανάγκη να εξαρτάστε από τον ρυθμό κατά τον οποίο κινείται η εκπαίδευση. Και κατά τη διάρκεια αυτών των είκοσι πέντε χρόνων της εκπαίδευσης, δεν βρίσκεστε πλέον υπό τον έλεγχο των γονιών σας ή της κοινωνίας σας.

Σ’ αυτά τα είκοσι πέντε χρόνια δεν έχετε ευθύνη, δεν είστε παντρεμένοι. Στο παρελθόν, ο γάμος λάμβανε χώρα πάρα πολύ νωρίς.

Με άλλα λόγια, αυτό που θέλω να πω είναι ότι στο παρελθόν δεν υπήρξε ποτέ η νεαρή ηλικία. Οι άνθρωποι γίνονταν από παιδιά ενήλικες. Η νεαρή ηλικία έλειπε. Η νεαρή ηλικία είναι ένα καινούριο φαινόμενο, η νεότερη γενιά είναι ένα καινούριο φαινόμενο. Είναι υποπροϊόν της επιστημονικής προόδου. Η επιστημονική πρόοδος έχει δώσει τόση πολλή τεχνολογία και τα παιδιά μπορούν να έχουν πολλά χρόνια στα πανεπιστήμια για να μάθουν.

Δεύτερον, όταν δεν υπήρχε επιστήμη -και δεν πάει πολύς καιρός από τότε, μόνο τριακόσια χρόνια- δεν άλλαζε τίποτε. Όλα ήταν όπως ήταν πάντα. Το κάρο με τα βόδια παρέμεινε για αιώνες. Εξακολουθούσε να είναι το μόνο όχημα. Έτσι η παλιότερη γενιά ήξερε τα πάντα, επειδή τα πάντα ήταν παλιά.

Με την επιστημονική πρόοδο ο κόσμος των σπουδαίων επιστημονικών βιβλίων έχει εξαφανιστεί τελείως. Και η πρόοδος πηγαίνει όλο και πιο γρήγορα, τόσο γρήγορα ώστε οι επιστήμονες δεν γράφουν πια μεγάλα βιβλία, από φόβο ότι αν γράψεις ένα μεγάλο βιβλίο, μέχρι να ολοκληρωθεί, θα είναι ξεπερασμένο· οι επιστήμονες γράφουν απλά εργασίες στα περιοδικά.

Ήταν απόλυτα σωστό να χρειαστεί ο Κάρολος Δαρβίνος τριάντα χρόνια για να γράψει ένα και μόνο βιβλίο. Τώρα μέχρι να το τελειώσετε, όλα όσα έχετε γράψει είναι λάθος. Η επιστήμη έχει προχωρήσει τόσο πολύ, και η ταχύτητα της επιστήμης είναι τόσο μεγάλη ώστε δεν μπορείτε να γράψετε με την ίδια ταχύτητα.

Και η επιστήμη έχει αναπτυχθεί σε ένα τόσο μεγάλο δένδρο, με τόσα πολλά κλαδιά, ώστε τώρα δεν είναι σωστό να αποκαλούμε κάποιον απλά επιστήμονα. Δεν σας δίνει τον σωστό ορισμό. Μπορεί να είναι φυσικός, μπορεί να είναι χημικός, μπορεί να είναι μαθηματικός. Και τα κλαδιά συνεχίζουν να χωρίζονται σε νέα κλαδιά. Τώρα υπάρχει μια νέα χημεία η οποία έχει τον δικό της ανεξάρτητο κόσμο: η βιοχημεία.

Τα μαθηματικά δεν είναι πια μόνο μια επιστήμη. Τα παλιά μαθηματικά που χρησιμοποιούνται στον συνηθισμένο κόσμο δεν είναι πια κατάλληλα για την πυρηνική φυσική. Χρειάζονται καινούρια μαθηματικά. Έτσι υπάρχουν καινούριοι μαθηματικοί. Τα θεωρήματα της Ευκλείδειας γεωμετρίας δεν είναι πια επαρκή· τώρα απέναντι τους υπάρχει μια τελείως νέα επιστήμη, η μη Ευκλείδεια γεωμετρία, η οποία δεν πιστεύει σε ορισμούς του Ευκλείδη. Για δύο χιλιάδες χρόνια ο Ευκλείδης ήταν έγκυρος.

Για δύο χιλιάδες χρόνια η λογική του Αριστοτέλη ήταν η μοναδική λογική. Δεν είναι πια έτσι. Δεν υπάρχει αριστοτέλεια λογική, δεν υπάρχει Ευκλείδεια γεωμετρία, και κάθε μέρα οι επιστήμες συνεχώς αναπτύσσονται σε διαφορετικές διαστάσεις. Και κάθε διάσταση είναι τόσο αχανής ώστε αυτός που ξέρει από πυρηνική φυσική ίσως να μη γνωρίζει καθόλου τι κάνει η χημεία, ή τι συμβαίνει στον κόσμο της βιολογίας, ή τι συμβαίνει στον κόσμο της ιατρικής επιστήμης. Ο επιστήμονας δεν είναι πια ένας άνθρωπος που εργάζεται μόνος, αλλά ένας ειδικός. Εξαιτίας της εξειδίκευσής του, τα πράγματα κινούνται πολύ γρήγορα. Όλοι έχουν ένα μικρό ρόλο και αναπτύσσεται ως το τελικό της άκρο.

Όταν ο φοιτητής επιστρέφει στο σπίτι μετά από πέντε χρόνια στο πανεπιστήμιο, γνωρίζει περισσότερα από την παλιότερη γενιά. Αυτό είναι το πρόβλημα, αυτό είναι που δημιουργεί το χάσμα των γενεών. Ακόμη και οι ίδιοι του οι γονείς τού φαίνονται ξεπερασμένοι, ότι δεν γνωρίζουν τίποτε. Αυτό του έχει στερήσει τον σεβασμό που στο παρελθόν θεωρούνταν δεδομένος. Δεν μπορείς να σέβεσαι κάποιον που σου φαίνεται τελείως ξεπερασμένος, παρωχημένος, ο οποίος δεν ξέρει τι έχει συμβεί τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια.

Η ανάπτυξη και ο ρυθμός της ανάπτυξης είναι τέτοιος ώστε αυτό που δεν είχε συμβεί πριν σε είκοσι πέντε αιώνες τώρα συμβαίνει σε είκοσι πέντε χρόνια. Φυσικά, δεν μπορεί παρά να δημιουργηθεί ένα τεράστιο χάσμα ανάμεσα στην παλιότερη και τη νεότερη γενιά. Είναι αναπόφευκτο. Η νεότερη γενιά γνωρίζει περισσότερα, για πρώτη φορά στην ιστορία του ανθρώπου, από την παλιότερη γενιά.

Και αυτό το χάσμα μεγαλώνει. Έχει σταματήσει την επικοινωνία ανάμεσα στην παλιότερη γενιά και τη νεότερη γενιά, επειδή η συζήτηση είναι τόσο δύσκολη. Οι γονείς έχουν τον δικό τους εγωισμό, δεν πρόκειται να καθίσουν στα πόδια των ίδιων τους των παιδιών και να μάθουν από αυτά. Και τα παιδιά έχουν τον δικό τους εγωισμό, γνωρίζουν περισσότερα. Γιατί να καθίσουν στα πόδια των γονιών τους και να μάθουν από εκείνους πράγματα που έχουν αποδειχθεί τελείως λάθος; Μιλάνε σχεδόν διαφορετικές γλώσσες.

Και αυτό θα συμβαίνει όλο και περισσότερο επειδή η επιστήμη αναπτύσσεται κάθε μέρα με μεγαλύτερη ταχύτητα σε όλες τις διαστάσεις.

Η εξειδίκευση είναι κάτι καινούριο στον κόσμο. Στο παρελθόν, είχατε έναν οικογενειακό γιατρό. Τώρα δεν μπορείτε να έχετε οικογενειακό γιατρό επειδή υπάρχουν κάθε λογής ειδικοί. Ο οικογενειακός γιατρός σάς αντιμετώπιζε ως έναν ολόκληρο οργανισμό, αλλά τώρα έχετε χωριστεί σε μέρη, επειδή το κάθε μέρος είναι τόσο λεπτομερές ώστε ένα άτομο το ερευνά όλη του τη ζωή και ωστόσο δεν φτάνει στο τέλος.

Έτσι υπάρχουν ειδικοί που θα φροντίσουν μόνο τα μάτια σας. Για εσάς τα μάτια μοιάζουν μικρά, αλλά όταν μπείτε στον κόσμο της εξειδίκευσης, τα μάτια έχουν έναν δικό τους ολόκληρο κόσμο. Δεν είναι κάτι μικρό, είναι ένα πολύ περίπλοκο φαινόμενο. Υπάρχει ένας ειδικός που καταλαβαίνει τον εγκέφαλο. Υπάρχει ο ειδικός που φροντίζει το δέρμα σας. Η δερματολογία από μόνη της είναι μια τόσο μεγάλη επιστήμη ώστε το άτομο δεν έχει χρόνο να σκεφτεί άλλα πράγματα. Κάποιος θεραπεύει τα αυτιά σας, κάποιος θεραπεύει τη φυματίωσή σας, κάποιος θεραπεύει τον καρκίνο σας.

Δεν μπορείτε να έχετε μόνο ένα άτομο να σας φροντίζει πια, επειδή δεν υπάρχει αυτό που λέμε γιατρός, καθαρά μόνο γιατρός. Μάλιστα, υπάρχουν μόνο σύμβουλοι που σας κατευθύνουν… Όλη τους η δουλειά είναι να σας κατευθύνουν στον ειδικό που πρέπει να δείτε, επειδή η εξειδίκευση αποτελείται από τόσες πολλές μικροσκοπικές λεπτομέρειες ώστε χρειάζεστε έναν σύμβουλο για να αποφασίσει σε ποιον ειδικό πρέπει να πάτε.

Και το σώμα σας δεν γίνεται αντιληπτό πλέον ως ένας ολόκληρος οργανισμός, έχει διαμελιστεί. Η επιστήμη διαμελίζει τα πάντα σε τμήματα, επειδή κάθε τμήμα είναι τόσο μεγάλο ώστε ολόκληρο το σώμα δεν μπορεί να γίνει κατανοητό από έναν μόνο άνθρωπο. Έτσι όταν ένας φοιτητής γυρίσει σπίτι, με εξειδίκευση στα μάτια, δεν θα ακούσει τον πατέρα του ή τη μητέρα του να του λένε για παλιές συνταγές για τη θεραπεία των ματιών. Ξέρει τόσα πολλά περισσότερα ώστε εκείνοι του φαίνονται αδαείς και οι συνταγές τους απλά ανόητες προκαταλήψεις.

Η παλιότερη γενιά θα πρέπει να μάθει ένα πράγμα: να μην περιμένει πια σεβασμό. Το αντίθετο, αν θέλετε να εξακολουθούν να σας σέβονται, δείξτε σεβασμό στα ίδια σας τα παιδιά. Αυτή η συμβουλή έχει νόημα μόνο εξαιτίας αυτού του χάσματος των γενεών. Στο παρελθόν δεν θα είχε νόημα. Η παλιότερη γενιά έδινε αγάπη και η νεότερη γενιά έδινε σεβασμό. Αυτό ήταν κάτι καθορισμένο για χιλιάδες χρόνια.

Τώρα όλα είναι ρευστά. Είναι ένα χάος. Και επειδή η παλιότερη γενιά δεν λαμβάνει τον σεβασμό, αποσύρουν την αγάπη τους. Η όλη επικοινωνία, η παλιά σχέση, κινδυνεύει να καταρρεύσει. Από τη νέα γενιά απαιτείται να εξακολουθεί να σέβεται, να ακούει, να ακολουθεί, πράγμα που είναι αδύνατο.

Μάλιστα, η παλιότερη γενιά τώρα θα πρέπει να ακούσει και θα πρέπει να δείξει σεβασμό στους νέους ανθρώπους. Και μόνο αν η παλιότερη γενιά είναι αρκετά ταπεινή ώστε να δείξει σεβασμό στα ίδια της τα παιδιά, θα μπορέσουν ίσως τα παιδιά να δείξουν σεβασμό. Δεν υπάρχει άλλη πιθανότητα. Όλες οι γραμμές επικοινωνίας έχουν κοπεί, επειδή μιλάνε διαφορετικές γλώσσες. Και δεν φταίνε εκείνοι, απλά έτσι είναι η κατάσταση.

«Δεν κοιμήθηκα ποτέ με άλλον άνδρα πριν κοιμηθώ με τον πατέρα σου», διακηρύσσει η αυστηρή μητέρα στην ατίθαση κόρη της. «Θα μπορέσεις να πεις κι εσύ το ίδιο στην κόρη σου;»

«Ναι», απαντά το κορίτσι, «αλλά όχι με τόσο σοβαρή έκφραση!»

«Απλά κοιτάξτε με!» ανακοινώνει ο γέρο-Ρουμπινστάιν. «Δεν καπνίζω, δεν πίνω και δεν κυνηγάω γυναίκες, και αύριο θα γιορτάσω τα ογδοηκοστά γενέθλιά μου».

«Αλήθεια;» ρώτησε ο υιός του με περιέργεια. «Πώς; Ούτε καπνίζεις, ούτε πίνεις, ούτε κυνηγάς γυναίκες. Πώς θα το γιορτάσεις;»

Όλες οι γραμμές επικοινωνίας είναι τελείως κομμένες, αλλά αυτό που κάνουν κάποιοι ηλικιωμένοι -να καταδικάζουν τη νέα γενιά- είναι λάθος. Μπορώ να δω τον λόγο για τον οποίο έχουν αλλάξει τα πράγματα. Δεν είναι υπεύθυνη η νέα γενιά. Το έγκλημα δεν είναι δικό τους. Είναι απλά ένα τελείως διαφορετικό σύνολο περιστάσεων. Και η παλιότερη γενιά πρέπει να δείχνει λίγη περισσότερη κατανόηση, λίγη περισσότερη διαύγεια, λίγη περισσότερη ετοιμότητα να ακούει τη νέα γενιά, επειδή αυτή είναι το μέλλον. Στο παρελθόν, το παρελθόν κυβερνούσε το μέλλον. Τώρα τα πράγματα είναι διαφορετικά: το μέλλον θα κυβερνά τα πάντα.

Τι να κάνεις με τους ηλίθιους για να μη γίνεις ένας απ’ αυτούς

Η ηλιθιότητα δεν είναι μόνο αδυναμία, είναι και ασχήμια.

Γνωρίζουμε, νιώθουμε πως είμαστε ανώτεροι από τον βρομιάρη που δεν τραβάει το καζανάκι στις δημόσιες τουαλέτες ή από την πλούσια κυρία που νομίζει πως μπορεί να κάνει ό,τι θέλει επειδή έχει χρήματα, όμως παρ’ όλα αυτά, η αξία μας δεν αρκεί για να υπερκεράσουμε την ηλιθιότητά τους.

Το αντίθετο μάλιστα! Ανάλογα με την αγανάκτησή μας απέναντί τους, ανάλογα με την επιθυμία μας να τους εξαφανίσουμε από προσώπου γης, τους χαρακτηρίζουμε ηλίθιους ή ηλίθιες, όντα που προκαλούν την απώθηση της καλής προαίρεσης και της αγάπης.

Έτσι, την ίδια ακριβώς στιγμή που η ηλιθιότητα βασίζεται σε μια επίσημη ηθική απόφαση, αποκτά μια συναισθηματική σχέση, με άλλα λόγια , μετατρέπεται σε συναίσθημα, με αρνητικό πρόσημο, που μας ωθεί να αποκηρύξουμε την ανθρώπινη υπόστασή μας μέσω ενός επιδερμικού αντανακλαστικού.

Ο κύκλος που αποκάλεσα κινούμενη άμμο συνίσταται στο γεγονός ότι δεν υπάρχει διαπίστωση της ηλιθιότητας: λόγω του ιδιαίτερα μεταδοτικού χαρακτήρα της, οι ηλίθιοι μεταδίδουν την ηλιθιότητα αμέσως ή σχεδόν αμέσως. Όταν αναγνωρίζουμε ότι κάποιος είναι ηλίθιος, αρχίζουμε να μετατρεπόμαστε σε ηλίθιο, μια και αυτό σημαίνει πως χάνουμε την ψυχραιμία μας και τις αναλυτικές μας ικανότητες. Άρα, όσο περισσότερο προσπαθείτε να ξεφύγετε από τους ηλίθιους, τόσο περισσότερο βοηθάτε έναν ακόμα ηλίθιο να γεννηθεί — μέσα σας. Κατάσταση εφιαλτική, χειρότερη και από ταινία επιστημονικής φαντασίας, που εξηγεί και φωτίζει την πανικόβλητη αντίδρασή σας.

Η προσπάθεια να σπάσει ο κύκλος οδήγησε σε ορισμένες φιλοσοφικές, μυθολογικές και άλλες παρατηρήσεις. Για να παρουσιάσουμε μια συνοπτική περίληψη, δε διέφυγε της προσοχής κανενός το γεγονός ότι έχουμε την τάση να συμπαθούμε τα συμπαθητικά άτομα και να χαμογελάμε σ’ εκείνους που μας χαμογελούν: και πάλι, πρόκειται για έναν κύκλο -αυτή τη φορά ενάρετο- όπου το φαινόμενο που ονομάζουμε αγάπη (ή, εάν προτιμάτε, καλή προαίρεση) είναι ικανό να αυτοτροφοδοτείται μέσω της αλληλεπίδρασης μεταξύ των στοιχείων του.

Όμως, δεδομένου του γεγονότος ότι η ηλιθιότητα προκαλεί το ακριβώς αντίθετο φαινόμενο και μας παρασύρει σε μια εχθρική αντίδραση, η λύση πρέπει οπωσδήποτε να συνίσταται στην αντιστροφή της δυναμικής του συναισθήματος. Η λύση του προβλήματος θα βρισκόταν, λοιπόν, πολύ απλά στο να αλλάξουμε την πορεία των πραγμάτων, όπως διαβάζουμε σε διάφορα έντυπα, στο να απαντήσουμε στο μίσος με αγάπη, στο να συγχωρήσουμε τις προσβολές, να ανατρέφουμε την ίδια μας την έκφραση, να στρέψουμε το άλλο μάγουλο – εν συντομία, να χαμογελάσετε σ’ αυτό το καταραμένο ζώο που σας τη δίνει στα νεύρα, διότι μόνο η δική σας γενναιοδωρία θα μπορέσει να σας βοηθήσει -και εσάς και εκείνο- να επιστρέψετε σε μια καλύτερη ανθρώπινη υπόσταση.

Δυστυχώς, η εν λόγω πρόταση, την οποία θα ονόμαζα υπέρβαση, ενέχει μια δυσκολία που όλος ο κόσμος έχει συναντήσει. Η ηθική υπέρβαση προϋποθέτει όντως να αντιταχθούμε σε όλες τις δυνάμεις που τείνουν προς τη διένεξη, συνεπώς να διακόψουμε τη λογική των αιτίων και των συνεπειών, με δυο λόγια, να διακόψουμε την πορεία των πραγμάτων για να αντιστρέψουμε τη ροή τους. Ωστόσο, αυτό φαίνεται όχι μόνο πολύ δύσκολο να γίνει, αλλά και παράλογο, σύμφωνα με τους κανόνες της λογικής.
Πού, σας ερωτώ θα βρείτε τη δύναμη να κλείσετε το μάτι συνωμοτικά στον βλάκα που σας μειώνει ή να χαμογελάσετε στο βούρλο που καταστρέφει συνειδητά όλες σας τις προσπάθειες; Από πού μπορεί να προέλθει αυτή η υπέρμετρη δύναμη απέναντι στην ηλιθιότητα;

Ο ανυπέρβλητος αρνητισμός της ηλιθιότητας εμφανίζεται περισσότερο ως ένα γεγονός το οποίο, όπως και όλα τα άλλα, δεν αποτελεί αυτό καθεαυτό ένα κακό, μολονότι μας κάνει να υποφέρουμε. Διότι, όπως όλοι γνωρίζουν, ένα γεγονός έχει πάντοτε αμφίσημη αξία· μπορεί να έχει καλή ή κακή έκβαση• περισσότερο ή λιγότερο καλή, περισσότερο ή λιγότερο κακή έκβαση· αυτό δεν καθορίζεται εκ των προτέρων, παρόλο που μπορεί να γίνει αντιληπτό με σχέσεις αιτιότητας• τελικά, ένα γεγονός είναι η πραγματικότητα τη στιγμή που ξεπηδά γυμνή κι ευάλωτη όπως ένα νεογέννητο το οποίο είναι ευμετάβλητο.

Και εφόσον μιλάμε για τον ηλίθιο που σας βασανίζει όλη μέρα με τα χοντροκομμένα σχόλιά του, ο εν λόγω βλάκας είναι προφανώς ευμετάβλητος, συνιστά σαφέστατα ένα είδος πρόσκλησης. Ναι, σας καλεί. Αλλά δε σας καλεί ούτε να βιαιοπραγήσετε (αυτό θα σας έκανε να πέσετε μέσα στην κινούμενη άμμο) ούτε να αγιάσετε (αν και… αν μπορείτε, μη διστάσετε να το κάνετε): σας καλεί να περάσετε μια δοκιμασία. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να θεωρήσετε πως το άτομο αυτό σας δίνει την ευκαιρία να περάσετε τη δοκιμασία της ηθικής αξίας, στην οποία αναφέρεστε, δικαίως, όταν δηλώνετε ότι πρόκειται για ηλίθιο και την οποία, στην προσπάθειά σας να γίνετε άνθρωποι, προσπαθείτε να προσδώσετε στον ίδιο σας τον εαυτό.

Απ’ όπου συμπεραίνω:

Εκεί όπου υπάρχει η ηλιθιότητα πρέπει να αναφύεται η αξία σας

Πώς λειτουργεί ο εγκέφαλος των έξυπνων ανθρώπων

Οι άνθρωποι με νοημοσύνη άνω του μετρίου παρουσιάζουν στον εγκέφαλό τους διαφορετική «καλωδίωση» από τους… κοινούς θνητούς, διαπίστωσαν επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε της Φραγκφούρτης.

Πώς λειτουργεί ο εγκέφαλος των έξυπνων ανθρώπων – Τι δείχνει νέα έρευνα
Η σχετική μελέτη που δημοσιεύεται στην επιθεώρηση Scientific Reports δείχνει ότι η ευφυΐα σχετίζεται άμεσα με την αυξημένη συνεκτικότητα ανάμεσα σε ορισμένες περιοχές του εγκεφάλου αλλά και με τη μειωμένη αλληλεπίδραση ανάμεσα σε άλλες.

Παλαιότερες έρευνες της ίδιας επιστημονικής ομάδας είχαν υποδείξει ότι συγκεκριμένες αποκλίσεις στα μοτίβα εγκεφαλικής ενεργοποίησης διαφοροποιούν τους έξυπνους ανθρώπους από αυτούς με μέτρια ή χαμηλή νοημοσύνη. Μέσα στο 2015, οι επιστήμονες του γερμανικού πανεπιστημίου δημοσίευσαν ένα άρθρο στο οποίο ανέφεραν ότι οι πρόσθιες και οι βρεγματικές περιοχές του εγκεφάλου είναι πιο δραστήριες στα άτομα με υψηλό IQ. Πιο πρόσφατη μελέτη που δημοσιεύτηκε πριν από μερικούς μήνες ήρθε να προσθέσει σε αυτή τη γνώση τη διαπίστωση ότι στους ευφυείς ανθρώπους η πρόσθια νήσος (anterior insula) και ο φλοιός της πρόσθιας μοίρας της έλικας του προσαγωγίου (anterior cingulate cortex) συνδέονται πιο ενεργά με άλλες περιοχές του εγκεφάλου. Ταυτόχρονα, οι επιστήμονες έχουν επισημάνει ότι το υψηλό IQ συσχετίζεται επίσης με μειωμένη συνεκτικότητα στο σημείο όπου ενώνονται ο κροταφικός και ο βρεγµατικός λοβός.

«Η διαφορετική ενσωμάτωση αυτών των περιοχών στο ευρύτερο δίκτυο του εγκεφάλου ενδεχομένως καθιστά ευκολότερο τον διαχωρισμό σημαντικών και ασήμαντων πληροφοριών –ένα πλεονέκτημα σημαντικό σε ποικίλες γνωστικές διαδικασίες» σχολιάζει η Ουλρίκε Μπάστεν, μία εκ των μελών της επιστημονικής ομάδας.

Βασιζόμενοι στα παραπάνω ευρήματα, οι επιστήμονες αποφάσισαν να πάνε ένα βήμα παραπέρα και να εξετάσουν πώς ακριβώς σχετίζονται τα διάφορα μοτίβα ενεργοποίησης και ενσωμάτωσης στον εγκέφαλο με την ευφυΐα. Στο πλαίσιο αυτό, ανέλυσαν τις εγκεφαλικές απεικονίσεις 309 ανθρώπων (110 ανδρών και 199 γυναικών) ηλικίας 18-60 ετών. Οι συμμετέχοντες είχαν υποβληθεί σε τεστ IQ (Wechsler Abbreviated Scale of Intelligence) ώστε να αξιολογηθεί το επίπεδο της νοημοσύνης τους.

Οι επιστήμονες στήριξαν την έρευνά τους στη θεωρία ότι ο ανθρώπινος εγκέφαλος «χωρίζεται» σε τμήματα, με τις διάφορες περιοχές του να επικοινωνούν μεταξύ τους «κατά βούληση», έτσι ώστε κάποιες περιοχές να αλληλεπιδρούν είτε περισσότερο είτε λιγότερο με άλλες.

Η Μπάστεν περιγράφει τη λειτουργία αυτή χρησιμοποιώντας σαν παράδειγμα τις κοινωνικές ομάδες μέσα σε έναν πληθυσμό. «Πρόκειται για κάτι παρόμοιο με αυτό που συμβαίνει σε ένα κοινωνικό δίκτυο, εντός του οποίου υπάρχουν μικρότερα δίκτυα, π.χ. οικογένειες ή παρέες φίλων. Μέσα σε αυτά τα μικρότερα δίκτυα, τα μέλη μιας οικογένειας είναι πιο δεμένα μεταξύ τους απ’ ό,τι με τα μέλη άλλων οικογενειών ή με φίλους. Ο εγκέφαλός μας είναι λειτουργικά οργανωμένος κατά έναν παρόμοιο τρόπο. Υπάρχουν μικρότερα δίκτυα περιοχών του εγκεφάλου που παρουσιάζουν μεγαλύτερη συνεκτικότητα μεταξύ τους απ’ ό,τι με άλλα αντίστοιχα δίκτυα σε άλλες περιοχές».

Στη νέα έρευνα διαπιστώθηκε ότι οι άνθρωποι με υψηλότερο IQ παρουσιάζουν μεγαλύτερη συνεκτικότητα και πιο έντονη δραστηριότητα στον πρόσθιο και βρεγματικό φλοιό, καθώς και στις φλοιώδεις και υποφλοιώδεις περιοχές του εγκεφάλου τους. Αντίθετα, περιοχές όπως η άνω μετωπιαία έλικα και η κροταφοβρεγματική σύνδεση είναι σχετικά «αποκομμένες» και επικοινωνούν πολύ λιγότερο με άλλες περιοχές του εγκεφάλου.

Όπως επισημαίνει η Μπάστεν, μπορεί οι άνθρωποι με υψηλό IQ να παρουσιάζουν διαφορετική «καλωδίωση» στον εγκέφαλό τους λόγω βιολογικής προδιάθεσης, είναι όμως εξίσου πιθανό η συγκεκριμένη «καλωδίωση» να δημιουργείται χάρη στην ενασχόληση με πνευματικά απαιτητικές δραστηριότητες. Βέβαια, «δεδομένων όσων γνωρίζουμε μέχρι σήμερα για την ανθρώπινη ευφυΐα, μάλλον πηγάζει από έναν συνδυασμό των δύο αυτών παραγόντων».

Επιστήμονες ανακάλυψαν τεράστιο βακτήριο – Τόσο μεγάλο που μπορείς να το κρατήσεις στο χέρι σου

Ένα βακτήριο που ξεπερνά το θεωρητικό όριο που είχαν θέσει οι επιστήμονες σχετικά με το μέγεθος των βακτηρίων, εντόπισαν οι επιστήμονες να πλέει ο αρχιπέλαγος της Γουαδελούπης.

Πρόκειται για το βακτήριο «Thiomargarita magnifica», το μεγαλύτερο που έχει ανιχνευτεί ποτέ, και είναι ορατό δια γυμνού οφθαλμού, καθώς έχει το μέγεθος μιας βλεφαρίδας, δηλαδή είναι περίπου 5.000 φορές μεγαλύτερο από τα περισσότερα βακτήρια.

Μάλιστα, οι ειδικοί εκτιμούν ότι μπορεί να φθάσει έως και τα δύο εκατοστά.

«Η ανακάλυψη του συγκεκριμένου βακτηρίου είναι σαν να συναντάς έναν άνθρωπο τόσο ψηλό όσο το Έβερεστ», δήλωσε ο θαλάσσιος βιολόγος Ζαν-Μαρί Βολάντ, ένας εκ των συγγραφέων της μελέτης.

Εντοπίστηκε για πρώτη φορά στο πλούσιο σε θείο θαλάσσιο νερό ενός βάλτου της Γουαδελούπης το 2009, προσκολλημένο σε φύλλο ενός δέντρου.

Σε αντίθεση με τα συνηθισμένα βακτήρια, το DNA δεν αιωρείται ελεύθερα μέσα στο κύτταρο, αλλά περιέχεται σε πολυάριθμους μικρούς σάκους που συνδέονται με μεμβράνη.

Μέχρι σήμερα, το μεγαλύτερο γνωστό βακτήριο είχε μήκος περίπου 750 μικρομέτρων.

Αυτό το βακτήριο δείχνει πως η ζωή στη Γη έχει ακόμα εκπλήξεις που περιμένουν να τις ανακαλύψουμε, λέει ο Ζαν-Μαρί Βολάντ.

Stefan Zweig: Η γκουβερνάντα

Η γκουβερνάντα ~ Το κείμενο του Stefan Zweig δημοσιεύτηκε το 1907 και περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο μια περιοριστικά δομημένη κοινωνία επιδρά στην ψυχική εξέλιξη της γυναικείας προσωπικότητας, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο τα πολιτισμικά όρια δεσμεύουν και καταπιέζουν την γυναικεία σεξουαλικότητα.

Τα δύο παιδιά είναι μόνα στο δωμάτιό τους. Το φως είναι σβηστό. Σκοτάδι υπάρχει ανάμεσά τους, μόνο από τα κρεβάτια αντανακλάται μια ελάχιστη λευκή λάμψη. Ανασαίνουν και τα δύο αθόρυβα, θα πίστευε κανείς ότι κοιμούνται. «Να σου πω!» ακούστηκε να λέει μια φωνή. Είναι η δωδεκάχρονη που ρωτάει σιγανά, φοβισμένα σχεδόν, μέσα στο σκοτάδι. «Τι είναι;» απαντά από το άλλο κρεβάτι η αδελφή της. Είναι μόνο έναν χρόνο μεγαλύτερη. «Είσαι ακόμα ξύπνια; Ωραία. Θα… θα ήθελα να σου πω κάτι…» Καμία απάντηση. Μόνο ένα θρόισμα στο κρεβάτι. Η αδελφή της ανασηκώθηκε, κοιτάζει γεμάτη προσμονή, διακρίνονται τα μάτια της που αστράφτουν. «Ξέρεις… ήθελα να σου πω… Πες όμως εσύ πρώτα, παρατήρησες τίποτα στην δεσποινίδα τις τελευταίες μέρες;»

Το άλλο κορίτσι δίστασε και φάνηκε να σκέφτεται. «Ναι» είπε μετά «αλλά δεν ξέρω τι ακριβώς είναι. Δεν είναι τόσο αυστηρή. Δύο μέρες δεν διάβασα τα μαθήματά μου κι εκείνη δεν μου είπε τίποτα. Κι έπειτα είναι κάπως… δεν ξέρω πώς. Νομίζω ότι δεν νοιάζεται πια καθόλου για μας, κάθεται συνεχώς παράμερα και δεν παίζει πια μαζί μας όπως παλιά». «Νομίζω ότι είναι πολύ λυπημένη και απλώς δεν θέλει να το δείξει. Ούτε πιάνο παίζει πια». Σιωπή απλώνεται πάλι ανάμεσά τους. Τότε το μεγαλύτερο κορίτσι θυμίζει στην αδελφή της: «Κάτι ήθελες να μου πεις».

«Ναι, αλλά δεν πρέπει να το πεις σε κανέναν, στ’ αλήθεια σε κανέναν, ούτε στην μαμά ούτε στην φίλη σου». «Όχι, όχι, δεν θα το πω!» Ανυπομονεί να μάθει. «Τι είναι, λοιπόν!» «Λοιπόν… τώρα που ερχόμασταν για ύπνο θυμήθηκα ξαφνικά ότι δεν είπα “καληνύχτα” στην δεσποινίδα. Μόλις είχα βγάλει τα παπούτσια μου, πήγα όμως παρ’ όλα αυτά στο δωμάτιό της, ξέρεις, για να της κάνω έκπληξη. Άνοιξα λοιπόν πολύ προσεκτικά την πόρτα. Στην αρχή νόμισα ότι δεν ήταν στο δωμάτιό της. Η λάμπα έκαιγε, αλλά την δεσποινίδα δεν την έβλεπα. Και τότε ξαφνικά –τρόμαξα απίστευτα– άκουσα κάποιον να κλαίει και βλέπω ότι είναι πεσμένη με τα ρούχα στο κρεβάτι, με το κεφάλι στο μαξιλάρι.

Έκλαιγε με τέτοια αναφιλητά, που πετάχτηκα τρομαγμένη. Δεν με κατάλαβε όμως. Και μετά έκλεισα πολύ σιγά την πόρτα. Έμεινα να στέκω για μια στιγμή, τόσο πολύ έτρεμα. Τότε ακούστηκαν πάλι πολύ καθαρά από την πόρτα αυτά τα αναφιλητά κι εγώ κατέβηκα τρέχοντας κάτω». Μένουν και οι δύο σιωπηλές. Έπειτα λέει σιγανά η μία: «Η καημένη η δεσποινίς!». Τα λόγια της τρεμοπαίζουν μέσα στο δωμάτιο σαν ένας χαμένος σκοτεινός ήχος κι έπειτα απλώνεται πάλι ησυχία. «Πολύ θα ήθελα να μάθω γιατί έκλαιγε» λέει η μικρότερη από τις δύο αδελφές. «Δεν μάλωσε με κανέναν τις τελευταίες μέρες, η μαμά την έχει αφήσει επιτέλους ήσυχη και δεν την βασανίζει, κι εμείς σίγουρα δεν της κάναμε τίποτα. Γιατί κλαίει λοιπόν έτσι;» «Κάτι φαντάζομαι» λέει η μεγαλύτερη. «Γιατί κλαίει, πες μου, γιατί κλαίει;» Το κορίτσι διστάζει. Τελικά λέει: «Νομίζω ότι είναι ερωτευμένη». «Ερωτευμένη;» Η μικρή τα χάνει. «Ερωτευμένη; Με ποιον;» «Δεν παρατήρησες τίποτα;» «Δεν εννοείς με τον Ότο;»

«Όχι, ε; Ούτε κι εκείνος είναι ερωτευμένος μαζί της, ε; Τότε γιατί τα τρία χρόνια που μένει εδώ και σπουδάζει δεν μας συνόδευε ποτέ, ενώ εδώ και κάποιους μήνες ξαφνικά αρχίζει να μας συνοδεύει καθημερινά; Ασχολήθηκε ποτέ μαζί μας πριν έρθει και μείνει στο σπίτι μας η δεσποινίς; Όλη μέρα γύρω μας είναι τώρα. Διαρκώς τον συναντούσαμε τυχαία, τυχαία στον Εθνικό Κήπο ή στο Δημοτικό Πάρκο ή στο Πράτερ όποτε ήμασταν με την δεσποινίδα. Δεν το παρατήρησες ποτέ;» Η μικρή ψελλίζει τρομαγμένη: «Ναι… ναι, φυσικά το παρατήρησα. Νόμιζα όμως ότι είναι…».

Η φωνή της σπάει. Δεν συνεχίζει. «Κι εγώ στην αρχή το ίδιο νόμιζα, εμείς τα κορίτσια είμαστε πάντα τόσο κουτά. Σύντομα πρόσεξα όμως ότι μας χρησιμοποιεί για πρόσχημα». Τώρα μένουν και οι δύο σιωπηλές. Η συζήτηση μοιάζει να τελείωσε. Και οι δύο είναι χαμένες μέσα σε σκέψεις, ή είναι ήδη χαμένες στα όνειρά τους. Τότε λέει πάλι η μικρή, τελείως αμήχανα μέσα στο σκοτάδι: «Ναι, αλλά γιατί κλαίει; Αφού του αρέσει. Και πάντα πίστευα ότι πρέπει να είναι πολύ ωραίο να είναι κανείς ερωτευμένος». «Δεν ξέρω» είπε η μεγάλη με ύφος ονειροπόλο «κι εγώ πίστευα πως πρέπει να είναι πολύ ωραίο». Και πάλι, σιγανά και θλιμμένα, ακούστηκε από τα ήδη νυσταγμένα χείλη: «Η καημένη η δεσποινίς!». Κι έπειτα στο δωμάτιο απλώθηκε ησυχία.

Το άλλο πρωί δεν ξανασυζητούν το θέμα κι ωστόσο, το καταλαβαίνει η μία για την άλλη, οι σκέψεις τους γύρω απ’ αυτό περιστρέφονται. Περνούν η μία μπροστά από την άλλη, αποφεύγουν η μία την άλλη, άθελά τους όμως τα βλέμματά τους συναντιούνται όταν παρατηρούν από το πλάι την γκουβερνάντα. Στο τραπέζι παρατηρούν τον Ότο, που ζει χρόνια τώρα στο σπίτι τους, σαν να είναι ξένος. Δεν μιλούν μαζί του, κάτω όμως από τα χαμηλωμένα βλέφαρα παρατηρούν διαρκώς με την άκρη του ματιού τους μήπως ανταλλάσσει μυστικά νεύματα με την δεσποινίδα. Νιώθουν ανήσυχες και οι δύο. Δεν παίζουν σήμερα, μέσα στην νευρικότητά τους να μάθουν το μυστικό κάνουν ανώφελα και αδιάφορα πράγματα. Το βράδυ απλώς ρωτάει η μία, ψυχρά, σαν να της είναι αδιάφορο: «Πρόσεξες τίποτε άλλο;» – «Όχι» απαντάει η άλλη και αποστρέφει το πρόσωπο. Σαν να φοβούνται και οι δύο να ανοίξουν συζήτηση.

Κι αυτό συνεχίζεται για κάποιες μέρες, η βουβή παρατήρηση και η κυκλωτική προσπάθεια των δύο κοριτσιών να καταλάβουν, των δύο κοριτσιών που νιώθουν, ανήσυχα και ασυνείδητα, πως πλησιάζουν ένα αστραφτερό μυστικό. Τελικά, ύστερα από μερικές μέρες, αντιλήφθηκε η μία ότι η γκουβερνάντα γνέφει κρυφά στον Ότο με τα μάτια. Εκείνος της απαντά κουνώντας το κεφάλι. Το κορίτσι τρέμει από την έξαψη. Κάτω από το τραπέζι πιάνει ψηλαφιστά το χέρι της μεγάλης αδελφής της. Όταν εκείνη γυρίζει και την κοιτάζει, τα μάτια της μικρής αστράφτουν. Η μεγάλη καταλαβαίνει αμέσως την έκφραση της αδελφής της και κυριεύεται από ταραχή.

Προτού καλά καλά σηκωθούν από το τραπέζι, η γκουβερνάντα λέει στα κορίτσια: «Πηγαίνετε στο δωμάτιό σας και απασχοληθείτε μόνες σας για λίγο. Έχω πονοκέφαλο και θέλω να αναπαυτώ μισή ώρα». Τα παιδιά χαμηλώνουν το βλέμμα. Τα χέρια τους ακουμπούν προσεκτικά, σαν να ήθελαν να επιστήσουν η μία την προσοχή της άλλης. Και, προτού καλά καλά φύγει η γκουβερνάντα, η μικρή βρέθηκε μεμιάς δίπλα στην αδελφή της: «Περίμενε, να δεις που ο Ότο θα πάει στο δωμάτιό της». «Φυσικά! Γι’ αυτό μας έστειλε στο δωμάτιό μας!» «Να πάμε έξω από την πόρτα να κρυφακούσουμε!»

«Κι αν έρθει κανείς;» «Ποιος να έρθει;» «Η μαμά». Η μικρή τρομάζει. «Ε, τότε…» «Ξέρεις κάτι; Εγώ θα κρυφακούω έξω από την πόρτα κι εσύ θα είσαι στον διάδρομο, κι αν έρθει κανείς θα μου κάνεις νόημα. Έτσι θα είμαστε ασφαλείς». Η μικρή δείχνει να φουρκίζεται. «Μετά όμως δεν πρόκειται να μου πεις τίποτα!» «Θα σου τα πω όλα!» «Στ’ αλήθεια όμως, όλα… όλα!» «Ναι, έχεις τον λόγο μου. Θα βήξεις αν ακούσεις κανέναν να έρχεται». Περιμένουν στον διάδρομο τρέμοντας, ταραγμένες. Νιώθουν το αίμα στις φλέβες τους να σφυροκοπάει. Τι θα συμβεί; Σφίγγονται η μία πάνω στην άλλη. Βήματα. Τα κορίτσια βιάζονται να κρυφτούν. Χάνονται μέσα στο σκοτάδι. Σωστά: Είναι ο Ότο. Πιάνει το πόμολο, η πόρτα κλείνει. Σαν βέλος πετάγεται η μεγάλη και κολλάει το αυτί της στην πόρτα, αφουγκράζεται χωρίς να ανασαίνει. Η μικρή κοιτάζει από μακριά με ζήλια. Η περιέργεια την καίει, την κάνει να εγκαταλείψει το πόστο της.

Πλησιάζει αθόρυβα, η αδελφή της όμως την σπρώχνει θυμωμένη. Έτσι, στέκεται και περιμένει από μακριά, δύο, τρία λεπτά, που της φαίνονται αιώνας. Φλέγεται από ανυπομονησία, κουνιέται μπρος πίσω σαν να πατάει σε αναμμένα κάρβουνα. Είναι έτοιμη να βάλει τα κλάματα από την ταραχή και τον θυμό της, που η αδελφή της τα ακούει όλα κι εκείνη τίποτα. Τότε ακούγεται από το τρίτο δωμάτιο μια πόρτα να κλείνει. Η μικρή βήχει. Και τρέχουν βιαστικά στο δωμάτιό τους. Μένουν να στέκουν για μια στιγμή με κομμένη την ανάσα, με την καρδιά τους να σφυροκοπά. Μετά η μικρή λέει ανυπομονώντας: «Έλα, λοιπόν… πες μου τι έγινε».

Η μεγάλη φαίνεται σκεπτική. Τελικά λέει, τελείως αφηρημένα, σαν να μονολογεί: «Δεν το καταλαβαίνω!». «Ποιο πράγμα;» «Είναι τόσο παράξενο». «Ποιο… ποιο πράγμα;…» Η μικρή αρθρώνει λαχανιαστά τα λόγια της. Η αδελφή της προσπαθεί να θυμηθεί. Η μικρή στριμώχνεται πλάι της, πολύ κοντά της, για να μη χάσει ούτε λέξη. «Ήταν πολύ παράξενο… τόσο πολύ διαφορετικό απ’ ό,τι φανταζόμουν. Νομίζω πως όταν μπήκε στο δωμάτιό της θέλησε να την αγκαλιάσει ή να την φιλήσει, γιατί εκείνη του είπε: “Μη! Θέλω να συζητήσουμε κάτι σοβαρό”. Δεν μπορούσα να δω, το κλειδί ήταν βαλμένο στην κλειδαριά από μέσα, άκουγα πολύ καλά όμως. “Μα τι συμβαίνει” είπε αμέσως ο Ότο, δεν τον έχω ακούσει όμως ποτέ να μιλάει έτσι. Τον ξέρεις, του αρέσει να μιλάει πάντα τολμηρά και πολύ δυνατά, αυτό όμως το είπε τόσο δειλά, που κατάλαβα αμέσως ότι σαν κάτι να φοβόταν.

Αλλά κι εκείνη πρέπει να κατάλαβε ότι της λέει ψέματα, γιατί του είπε πολύ σιγανά: “Ξέρεις τι συμβαίνει”. – “Όχι, δεν ξέρω”. – “Μάλιστα” είπε τότε η δεσποινίς –τόσο λυπημένη, τόσο τρομερά λυπημένη– “και τότε γιατί ξαφνικά δεν θέλεις να έχεις καμία επαφή μαζί μου; Εδώ και οκτώ μέρες δεν μου έχεις πει λέξη, όσο μπορείς με αποφεύγεις, δεν έρχεσαι μαζί μας με τα παιδιά πια, δεν έρχεσαι πια στο πάρκο. Σου είμαι τόσο ξένη ξαφνικά; Ω, ξέρεις πολύ καλά γιατί έγινες ξαφνικά απόμακρος”. Εκείνος έμεινε σιωπηλός για λίγο κι έπειτα είπε: “Έχω εξετάσεις τώρα και πρέπει να μελετάω, και δεν έχω χρόνο για τίποτε άλλο. Δεν γίνεται διαφορετικά τώρα”. Τότε η δεσποινίς άρχισε να κλαίει και μετά του είπε, με δάκρυα στα μάτια, αλλά με τόση επιείκεια και καλοσύνη: “Γιατί λες ψέματα, Ότο; Πες την αλήθεια, στ’ αλήθεια δεν άξιζα να μου φερθείς έτσι. Δεν σου ζήτησα τίποτε άλλωστε, πρέπει να το συζητήσουμε όμως. Ξέρεις τι έχω να σου πω, το βλέπω στα μάτια σου”.

– “Τι πράγμα;” μουρμούρισε αυτός, αλλά πολύ, μα πάρα πολύ αδύναμα. Και τότε η δεσποινίς είπε…» Το κορίτσι αρχίζει ξαφνικά να τρέμει κι από την ταραχή δεν μπορεί να μιλήσει. Η μικρή κολλάει πάνω της. «Τι… τι του είπε;» «Του είπε: “Έχω το παιδί σου!”. Σαν κεραυνός πετάχτηκε η μικρή: «Παιδί! Παιδί! Μα αυτό δεν γίνεται!». «Αυτό είπε όμως». «Δεν θα άκουσες καλά». «Όχι, καλά άκουσα. Κι εκείνος το ξανάπε· πετάχτηκε ακριβώς όπως εσύ και φώναξε: “Το παιδί μου!”. Η δεσποινίς έμεινε για ώρα σιωπηλή και μετά είπε: “Τι θα κάνω;”. Και μετά…» «Και μετά;» «Μετά έβηξες και έπρεπε να φύγω». Η μικρή κοιτούσε ευθεία μπροστά της σαν χαμένη. «Παιδί! Μα αυτό δεν γίνεται. Πού είναι το παιδί;» «Δεν ξέρω. Αυτό είναι που δεν καταλαβαίνω». «Μπορεί στο σπίτι που… πριν έρθει σ’ εμάς. Η μαμά, βέβαια, δεν την άφησε να το φέρει εδώ εξαιτίας μας. Και γι’ αυτό είναι τόσο λυπημένη».

«Τι λες; Αφού τότε δεν τον ήξερε τον Ότο». Μένουν και οι δύο πάλι σιωπηλές, προσπαθώντας να σκεφτούν, απορημένες, μπερδεμένες. Και πάλι αρχίζει να λέει η μικρή: «Παιδί! Αυτό δεν γίνεται! Πώς μπορεί να έχει παιδί; Αφού δεν είναι παντρεμένη, και παιδιά έχουν μόνο οι παντρεμένοι, το ξέρω πολύ καλά». «Μπορεί να ήταν παντρεμένη». «Μην είσαι ανόητη. Με τον Ότο δεν ήταν, πάντως». «Τότε πώς;…» Κοιτάχτηκαν απορημένες. «Η καημένη η δεσποινίς!» είπε το ένα από τα κορίτσια, πολύ λυπημένο.

Τα λόγια αυτά επαναλαμβάνονται μονίμως και σβήνουν με έναν αναστεναγμό συμπόνιας. Και μονίμως τρεμοπαίζει η περιέργεια ανάμεσά τους. «Να είναι κορίτσι ή αγόρι;» «Ποιος ξέρει;» «Τι λες… αν τη ρωτούσα κάποια φορά… πολύ, μα πολύ προσεκτικά…» «Είσαι τρελή!» «Γιατί;… Είναι τόσο καλή μαζί μας». «Μα τι φαντάστηκες! Σ’ εμάς δεν τα λένε αυτά τα πράγματα. Μας κρύβουν τα πάντα. Όταν μπαίνουμε στο δωμάτιο, σταματούν πάντα να μιλάνε και λένε ανοησίες μαζί μας, σαν να είμαστε μικρά παιδιά, κι εγώ είμαι ήδη δεκατριών. Για ποιο λόγο θέλεις να την ρωτήσεις, σ’ εμάς άλλωστε μόνο ψέματα λένε». «Θα ήθελα τόσο πολύ να μάθω». «Νομίζεις ότι εγώ δεν θέλω;» «Να σου πω κάτι; Αυτό που δεν καταλαβαίνω καθόλου είναι πώς γίνεται ο Ότο να μην το ήξερε. Όταν έχεις παιδί το ξέρεις, έτσι όπως το ξέρεις όταν έχεις γονείς».

«Παριστάνει ότι δεν το ξέρει, ο απαίσιος. Πάντα προσποιείται». «Μα δεν γίνεται να προσποιηθείς σε τέτοια πράγματα. Εκτός… εκτός αν θέλει να μας κοροϊδέψει…» Τότε μπαίνει μέσα η δεσποινίς. Τα κορίτσια σταματάνε αμέσως και κάνουν πως διαβάζουν. Την παρατηρούν όμως με την άκρη του ματιού τους. Τα μάτια της είναι κόκκινα, η φωνή της κάπως πιο βραχνή απ’ ό,τι συνήθως και τρέμει πιο πολύ. Τα παιδιά δεν μιλούν καθόλου, ξαφνικά στρέφουν το βλέμμα τους πάνω της με ευλαβική ντροπή. Έχει παιδί, σκέφτονται διαρκώς, γι’ αυτό είναι τόσο λυπημένη. Και σιγά σιγά αρχίζουν να νιώθουν κι εκείνα έτσι.

Την άλλη μέρα, στο τραπέζι, τα περιμένει μια αναπάντεχη είδηση. Ο Ότο φεύγει από το σπίτι τους. Εξήγησε στον θείο του ότι σε λίγο θα έχει εξετάσεις, ότι πρέπει να μελετάει εντατικά και ότι εδώ δεν μπορεί να συγκεντρωθεί. Θα νοικιάσει κάπου ένα δωμάτιο γι’ αυτούς τους κάνα δύο μήνες μέχρι να τελειώσουν οι εξετάσεις. Τα δύο παιδιά αναστατώνονται τρομερά όταν το ακούνε. Διαισθάνονται ότι υπάρχει κάποια κρυφή σχέση με την χθεσινή συζήτηση, το οξυμένο τους ένστικτο πιάνει στον αέρα κάτι σαν δειλία, φυγή. Όταν ο Ότο θέλει να τα αποχαιρετήσει, έχουν κατεβασμένα μούτρα και του γυρίζουν την πλάτη. Τώρα όμως παρακολουθούν με την άκρη του ματιού τους τον Ότο, που στέκεται μπροστά στην δεσποινίδα. Τα χείλη του τρέμουν, εκείνη όμως του απλώνει ήρεμα, χωρίς να πει λέξη, το χέρι.

Τα παιδιά είναι εντελώς διαφορετικά αυτές τις λίγες μέρες. Έχασαν τη διάθεσή τους για παιχνίδι, έχασαν το γέλιο τους, τα μάτια τους δεν έχουν εκείνη την χαρούμενη, ξέγνοιαστη λάμψη. Τα έχει κυριεύσει ταραχή και αβεβαιότητα, μια βαθιά δυσπιστία για όλους γύρω τους. Δεν πιστεύουν πια αυτά που τους λένε, μυρίζονται το ψέμα και την πρόθεση πίσω από κάθε λέξη. Έχουν τα μάτια τους ορθάνοιχτα όλη μέρα, παρατηρούν κάθε κίνηση, κάθε σύσπαση, κάθε χροιά στη φωνή των άλλων.

Σαν σκιές περιφέρονται πίσω από τους πάντες και τα πάντα, κρυφακούνε πίσω από τις πόρτες μήπως και πιάσουν κάποια λέξη, τα έχει κυριεύσει μια παθιασμένη μανία να πετάξουν από τους απρόθυμους ώμους τους το σκοτεινό δίχτυ αυτών των μυστικών, ή τουλάχιστον μέσα από μια μικρή τρυπούλα να ρίξουν μια ματιά στον κόσμο της πραγματικότητας. Έχουν χάσει την παιδική τους πίστη, αυτή την εύθυμη, ξέγνοιαστη τυφλότητα. Κι έπειτα: διαισθάνονται ότι η πνιγηρή ατμόσφαιρα που δημιούργησαν τα πρόσφατα γεγονότα θα εκτονωνόταν με κάποιον τρόπο και φοβόντουσαν μήπως το χάσουν. Από τότε που ξέρουν ότι γύρω τους υπάρχει ψέμα, έγιναν επίμονες και παραφύλαγαν, έγιναν μέχρι και πανούργες και ψεύτρες.

Μπροστά στους γονείς τους ζαρώνουν με μια προσποιητή πλέον παιδικότητα κι έπειτα πλημμυρίζουν από μια έντονη ζωντάνια. Όλη τους η ύπαρξη έχει καταληφθεί από μια νευρική ανησυχία, τα μάτια τους, που μέχρι τότε είχαν μια επιπόλαιη, απαλή λάμψη, τώρα μοιάζουν πιο σπινθηροβόλα και πιο βαθιά. Τόσο απροστάτευτες είναι έτσι που παρατηρούν και κατασκοπεύουν διαρκώς, ώστε η αγάπη μεταξύ τους μεγαλώνει. Κάποιες φορές από το αίσθημα αυτής της αβεβαιότητας πέφτουν ξαφνικά η μία πάνω στην άλλη με ορμή, ενδίδοντας στην ανάγκη τους για τρυφερότητα, που ξαφνικά φουντώνει, ή αναλύονται σε δάκρυα.

Φαινομενικά χωρίς αιτία, η ζωή τους έχει βρεθεί ξαφνικά σε κρίση. Ανάμεσα στις πολλές προσβολές, τις οποίες τώρα πλέον αντιλαμβάνεται το αφυπνισμένο τους συναίσθημα, μία τη νιώθουν πιο έντονα. Απολύτως σιωπηρά, δίχως λέξη, δεσμεύτηκαν να δίνουν όσο περισσότερη χαρά μπορούσαν στη δεσποινίδα, που ήταν τόσο λυπημένη. Κάνουν τα μαθήματά τους με επιμέλεια και προσοχή, βοηθούν η μία την άλλη, είναι ήσυχες, δεν παραπονιούνται για τίποτα, προλαβαίνουν κάθε της επιθυμία. Η δεσποινίς όμως δεν το καταλαβαίνει, κι αυτό πειράζει τόσο πολύ τα κορίτσια. Άλλαξε πολύ τον τελευταίο καιρό.

Κάποιες φορές, όταν ένα από τα κορίτσια κάτι πάει να της πει, εκείνη τινάζεται σαν να ξυπνάει τρομαγμένη από ύπνο βαθύ. Και τότε το βλέμμα της επιστρέφει, στην αρχή ερευνητικό, από κάπου πολύ μακριά. Συχνά κάθεται για ώρες και κοιτάζει αφηρημένη το κενό. Τότε τα κορίτσια περπατούν στις μύτες των ποδιών τους για να μην την ενοχλήσουν, αντιλαμβάνονται με τρόπο αόριστο και μυστηριώδη ότι τώρα σκέφτεται το παιδί της, που είναι κάπου μακριά. Και όλο και πιο πολύ, από τα βάθη της αφυπνισμένης τους πλέον θηλυκότητας, αγαπούν την δεσποινίδα, που τώρα έχει μαλακώσει και έχει γλυκάνει τόσο πολύ.

Το συνήθως ζωηρό και αγέρωχο βάδισμά της είναι τώρα πιο αργό, οι κινήσεις της πιο προσεκτικές, και τα παιδιά διαισθάνονται ότι σε όλα αυτά υπάρχει μια κρυφή θλίψη. Δεν την είδαν ποτέ να κλαίει, τα βλέφαρά της όμως συχνά είναι κόκκινα. Καταλαβαίνουν ότι η δεσποινίς θέλει να κρατήσει τη λύπη της κρυφή και νιώθουν απόγνωση που δεν μπορούν να την βοηθήσουν. Και μια φορά, καθώς η δεσποινίς στέκεται με το πρόσωπο στραμμένο προς το παράθυρο και σκουπίζει τα μάτια της με το μαντίλι, η μικρή βρίσκει ξαφνικά το θάρρος, της πιάνει απαλά το χέρι και λέει: «Δεσποινίς, είστε τόσο λυπημένη τον τελευταίο καιρό. Δεν φταίμε εμείς γι’ αυτό, έτσι δεν είναι;». Η δεσποινίς την κοιτάζει συγκινημένη και της χαϊδεύει τα απαλά της μαλλιά. «Όχι, παιδί μου, όχι» λέει. «Ασφαλώς και δεν φταίτε εσείς». Και την φιλάει γλυκά στο μέτωπο.

Παραμονεύοντας και παρατηρώντας, μην αφήνοντας να τους ξεφύγει η παραμικρή κίνηση μέσα στο οπτικό τους πεδίο, ένα από τα κορίτσια μπήκε μία από κείνες τις μέρες στο δωμάτιο και έπιασε στον αέρα μια κουβέντα. Ήταν μια φράση μόνο, γιατί οι γονείς σταμάτησαν αμέσως τη συζήτηση, όμως τώρα κάθε λέξη πυροδοτεί μέσα τους χιλιάδες εικασίες. «Πρόσεξα κι εγώ κάτι τέτοιο» είπε η μητέρα. «Θα της ζητήσω να μου λογοδοτήσει». Το παιδί στην αρχή νόμισε ότι μιλούσαν για κείνα και, φοβισμένο σχεδόν, έτρεξε στην αδελφή της για να τη συμβουλέψει, να τη βοηθήσει. Το μεσημέρι όμως πρόσεξαν ότι το βλέμμα των γονιών τους στάθηκε ερευνητικό πάνω στο αφηρημένα ονειροπόλο πρόσωπο της δεσποινίδας κι έπειτα τα βλέμματά τους διασταυρώθηκαν. Μετά το φαγητό η μητέρα είπε δήθεν παρεμπιπτόντως στην δεσποινίδα: «Ελάτε, σας παρακαλώ, μετά στο δωμάτιό μου. Θέλω να σας μιλήσω». Η δεσποινίς σκύβει ελαφρά το κεφάλι. Τα κορίτσια τρέμουν ολόκληρα, καταλαβαίνουν ότι κάτι κακό θα συμβεί.

Και αμέσως μόλις η δεσποινίς φεύγει ορμούν πίσω της. Είναι πια εντελώς αυτονόητο για κείνες να κολλάνε το αυτί τους στις πόρτες, να ψάχνουν σε κάθε γωνιά, να αφουγκράζονται και να παραμονεύουν. Δεν καταλαβαίνουν πια πόσο άσχημο και παράτολμο είναι αυτό που κάνουν, μόνη τους σκέψη είναι να κατακτήσουν όλα τα μυστικά που τους εμποδίζουν την θέα. Κρυφακούνε. Ακούνε όμως μόνο έναν σιγανό, συριστικό ήχο από λόγια που λέγονται ψιθυριστά. Το σώμα τους τρέμει νευρικά. Φοβούνται μήπως και δεν καταφέρουν να μάθουν τίποτα. Τότε μία από τις φωνές στο δωμάτιο δυναμώνει. Είναι η φωνή της μητέρας τους. Ακούγεται κακιά και εριστική:

«Θεωρείτε ότι ο κόσμος είναι τυφλός, ότι δεν θα πρόσεχε κανείς κάτι τέτοιο; Φαντάζομαι πώς εκτελούσατε τα καθήκοντά σας με τέτοιες ιδέες και τέτοια ηθική. Και σ’ έναν τέτοιο άνθρωπο εμπιστεύτηκα την ανατροφή των παιδιών μου, των δύο θυγατέρων μου, που ένας Θεός ξέρει πόσο τις παραμελήσατε…» Η δεσποινίς φαίνεται πως κάτι απαντάει. Μιλάει όμως πολύ σιγά και τα παιδιά δεν καταλαβαίνουν τι λέει. «Δικαιολογίες, δικαιολογίες! Κάθε γυναίκα ελευθερίων ηθών έχει κι από μια δικαιολογία. Δίνεται στον πρώτο τυχόντα και δεν σκέφτεται τίποτα. Και ελπίζει στην βοήθεια του Κυρίου. Και μια τέτοια γυναίκα θέλει να γίνει παιδαγωγός, να αναλάβει την εκπαίδευση κοριτσιών. Πρόκειται περί θράσους. Δεν πιστεύετε βέβαια ότι θα σας κρατήσω κι άλλο στο σπίτι μου σε αυτή την κατάσταση;»

Τα παιδιά απ’ έξω κρυφάκουγαν. Ένα ρίγος διαπέρασε το κορμί τους. Δεν τα καταλαβαίνουν όλα αυτά, τους φαίνεται τρομερό όμως να ακούνε την φωνή της μητέρας τους τόσο θυμωμένη, και τώρα ως μοναδική απάντηση τα σιγανά, ασυγκράτητα αναφιλητά της δεσποινίδας. Δάκρυα πλημμυρίζουν τα μάτια τους. Η μητέρα τους όμως δείχνει απλώς να θυμώνει ακόμα περισσότερο.

«Το μόνο που ξέρετε τώρα είναι να κλαίτε. Δεν με συγκινείτε όμως. Δεν νιώθω καμιά συμπόνια για γυναίκες σαν κι εσάς. Δεν με ενδιαφέρει καθόλου τι θα απογίνετε τώρα. Θα ξέρετε σε ποιον πρέπει να στραφείτε τώρα, δεν σας ρωτάω καν. Το μόνο που ξέρω ότι δεν θα ανεχτώ ούτε μία μέρα παραπάνω κάποιον που παραμέλησε τόσο κακόβουλα το καθήκον του». Μονάχα αναφιλητά είναι η απάντηση, αυτά τα απεγνωσμένα, άγρια αναφιλητά, που κάνουν τα παιδιά πίσω από την πόρτα να τρέμουν σύγκορμα – είναι σαν πυρετός. Δεν είχαν ακούσει ποτέ κάποιον να κλαίει έτσι. Και νιώθουν απροσδιόριστα ότι κάποιος που κλαίει έτσι δεν μπορεί να έχει άδικο. Η μητέρα τους δεν μιλάει και περιμένει.

Έπειτα λέει ξαφνικά, πολύ κοφτά: «Λοιπόν, αυτά είχα να σας πω. Ετοιμάστε σήμερα τα πράγματά σας και ελάτε αύριο το πρωί να πληρωθείτε. Αντίο!». Τα παιδιά έφυγαν τρέχοντας και χώθηκαν στο δωμάτιό τους. Τι ήταν αυτό; Σαν κεραυνός έχει πέσει πάνω τους. Στέκουν χλωμά και τρέμοντας. Για πρώτη φορά διαισθάνονται κατά κάποιον τρόπο την πραγματικότητα. Και για πρώτη φορά νιώθουν σαν να επαναστατούν ενάντια στους γονείς τους. «Ήταν πρόστυχο εκ μέρους της μαμάς να της μιλήσει έτσι» λέει η μεγαλύτερη σφίγγοντας τα χείλη. Η μικρή κάνει πίσω τρομαγμένη στο άκουσμα της παράτολμης λέξης. «Μα αφού δεν ξέρουμε τι έκανε» τραύλισε με παράπονο.

«Τίποτα κακό, σίγουρα. Η δεσποινίς δεν μπορεί να έκανε τίποτα κακό. Η μαμά δεν την ξέρει». «Κι έπειτα, πώς έκλαιγε έτσι. Με τρόμαξε». «Ναι, ήταν φοβερό. Αλλά και η μαμά, πώς της φώναζε έτσι. Ήταν άσχημο, σ’ το λέω, ήταν πολύ άσχημο». Χτυπάει με δύναμη το πόδι της στο πάτωμα. Δάκρυα πλημμυρίζουν τα μάτια της. Τότε μπαίνει στο δωμάτιο η δεσποινίς. Φαίνεται πολύ κουρασμένη. «Κορίτσια, έχω δουλειά σήμερα το απόγευμα. Θα μείνετε μόνες σας, έτσι δεν είναι, μπορώ να βασιστώ πάνω σας; Θα έρθω να σας δω το βράδυ».

Φεύγει χωρίς να αντιληφθεί την ταραχή των παιδιών. «Είδες; Τα μάτια της ήταν πρησμένα από το κλάμα. Δεν καταλαβαίνω πώς μπόρεσε η μαμά να της φερθεί έτσι». «Η καημένη η δεσποινίς!» Η φράση ακούγεται πάλι, συμπονετική και βραχνή. Στέκουν αναστατωμένα. Τότε μπαίνει στο δωμάτιο η μητέρα και τα ρωτάει αν θέλουν να κάνουν μαζί έναν περίπατο. Τα παιδιά αποφεύγουν να απαντήσουν. Φοβούνται τη μαμά τους. Κι έπειτα νιώθουν προσβεβλημένα που κανείς δεν τους είπε τίποτα για την αναχώρηση της δεσποινίδας. Προτιμούν να μείνουν μόνα. Σαν δύο χελιδόνια μέσα σε ένα μικρό κλουβί ορμάνε πέρα δώθε, με αυτή την ατμόσφαιρα του ψεύδους και της σιωπής να τα βαραίνει.

Σκέφτονται αν πρέπει να πάνε στη δεσποινίδα και να την ρωτήσουν, να μιλήσουν για όλα μαζί της, να της πουν να μείνει και ότι η μητέρα έχει άδικο. Φοβούνται όμως μήπως την προσβάλουν. Και μετά ντρέπονται: όλα όσα ξέρουν τα έμαθαν κρυφακούγοντας και με πονηριά. Πρέπει να παραστήσουν ότι είναι κουτές, κουτές όπως ήταν πριν από δυο τρεις βδομάδες. Έτσι έμειναν μόνες, ένα ατέλειωτο απόγευμα, σκέφτονταν και έκλαιγαν και είχαν διαρκώς στ’ αυτιά τους την τρομερή εκείνη φωνή, τον μοχθηρό, άκαρδο θυμό της μητέρας τους και τα απεγνωσμένα αναφιλητά της δεσποινίδας.

Το βράδυ η δεσποινίς μπαίνει βιαστικά στο δωμάτιό τους για να τις καληνυχτίσει. Τα παιδιά τρέμουν καθώς την κοιτάζουν που φεύγει, θα ήθελαν τόσο πολύ να της πουν κάτι ακόμη. Τώρα όμως, που η δεσποινίς στέκεται ήδη στην πόρτα, γυρίζει ξαφνικά –σταματημένη από αυτή την βουβή επιθυμία– προς το μέρος τους. Κάτι γυαλίζει στα μάτια της, είναι υγρά και θολά. Αγκαλιάζει και τα δύο παιδιά, που αρχίζουν να κλαίνε με άγρια αναφιλητά, τα φιλάει για άλλη μία φορά και έπειτα φεύγει βιαστικά. Τα παιδιά μένουν να στέκουν με δάκρυα στα μάτια. Νιώθουν πως τα αποχαιρετά.

«Δεν θα την ξαναδούμε ποτέ ξανά!» λέει κλαίγοντας η μία. «Να μου το θυμηθείς: Αύριο που θα γυρίσουμε από το σχολείο δεν θα είναι πια εδώ». «Ίσως καταφέρουμε να την επισκεφτούμε αργότερα. Τότε σίγουρα θα μας δείξει και το παιδί της». «Ναι, είναι τόσο καλή». «Η καημένη η δεσποινίς!» Είναι πάλι ένας αναστεναγμός για την δική τους μοίρα. «Φαντάζεσαι πώς θα είναι τώρα χωρίς εκείνη;» «Δεν θα μπορέσω να συμπαθήσω άλλη δεσποινίδα». «Ούτε κι εγώ». «Κανείς δεν πρόκειται να είναι τόσο καλός μαζί μας. Κι έπειτα…» Δεν τολμάει να το πει. Αλλά μια ασυνείδητη αίσθηση θηλυκότητας τις κάνει να σέβονται την δεσποινίδα από τότε που έμαθαν ότι έχει παιδί.

Το σκέφτονται διαρκώς και οι δύο, και τώρα όχι πια με εκείνη την παιδιάστικη περιέργεια, μα με βαθιά συγκίνηση και συμπόνια. «Άκου» λέει η μία. «Τι;» «Ξέρεις, θα ήθελα να κάνουμε κάτι όμορφο για την δεσποινίδα πριν φύγει. Για να ξέρει ότι την αγαπάμε και ότι δεν είμαστε σαν την μαμά. Τι λες;» «Και το ρωτάς!» «Σκέφτηκα, επειδή της αρέσουν τόσο πολύ τα άσπρα τριαντάφυλλα, σκέφτηκα, να… θα μπορούσαμε αύριο το πρωί, πριν πάμε σχολείο, να της αγοράσουμε μερικά και να τα βάλουμε στο δωμάτιό της». «Πότε να το κάνουμε όμως;» «Το μεσημέρι». «Το μεσημέρι θα έχει σίγουρα φύγει. Θα σου πω τι θα κάνουμε, καλύτερα να πάω πρωί πρωί και να τα αγοράσω χωρίς να με καταλάβει κανείς. Και μετά θα τα πάμε στο δωμάτιό της».

«Ναι, και θα σηκωθούμε πρωί πρωί». Παίρνουν τους κουμπαράδες τους, αδειάζουν όλες τους τις οικονομίες και τις ενώνουν. Είναι πιο χαρούμενες τώρα που ξέρουν ότι θα μπορέσουν να δείξουν στην δεσποινίδα τη σιωπηλή, αφοσιωμένη τους αγάπη.

Σηκώνονται πολύ πρωί. Όταν, με τα ωραία μεγάλα τριαντάφυλλα στο ελαφρώς τρεμάμενο χέρι τους, χτυπάνε την πόρτα της δεσποινίδας, δεν παίρνουν καμία απάντηση. Νομίζουν ότι η δεσποινίς κοιμάται και γλιστράνε προσεκτικά μέσα. Το δωμάτιο όμως είναι άδειο, το κρεβάτι απείραχτο. Όλα είναι ανάκατα πεταμένα, πάνω στο σκούρο τραπεζομάντιλο είναι αφημένα κάτι γράμματα. Τα δύο παιδιά τρομάζουν. Τι συνέβη; «Πάω στην μαμά» λέει η μεγαλύτερη αποφασιστικά. Και πεισματικά, με σκοτεινό βλέμμα, χωρίς κανέναν απολύτως φόβο στέκεται μπροστά στην μητέρα και την ρωτάει: «Πού είναι η δεσποινίς;». «Θα είναι στο δωμάτιό της» λέει η μητέρα, απόλυτα αιφνιδιασμένη. «Το δωμάτιό της είναι άδειο, το κρεβάτι απείραχτο. Πρέπει να έφυγε χθες το βράδυ. Γιατί δεν μας είπε κανείς τίποτα;» Η μητέρα δεν αντιλαμβάνεται καθόλου τον κακό, προκλητικό τόνο.

Χλομιάζει και πάει στον πατέρα, ο οποίος σπεύδει στο δωμάτιο της δεσποινίδας. Μένει για ώρα εκεί. Το παιδί παρατηρεί την μητέρα, η οποία δείχνει τώρα πολύ ταραγμένη, με ένα βλέμμα σταθερά θυμωμένο, τόσο που τα μάτια της μητέρας δεν τολμούν να το συναντήσουν. Τότε ξανάρχεται ο πατέρας. Το πρόσωπό του είναι κάτωχρο και στο χέρι του κρατάει ένα γράμμα. Πηγαίνει μαζί με την μητέρα στο σαλόνι και της μιλάει πολύ σιγανά. Τα παιδιά στέκονται απ’ έξω και δεν τολμούν πια ούτε να κρυφακούσουν. Φοβούνται τον θυμό του πατέρα, που τώρα είναι έτσι όπως δεν τον είχαν ξαναδεί ποτέ. Η μητέρα τους, που τώρα βγαίνει από το σαλόνι, έχει μάτια κλαμένα και το βλέμμα της είναι ταραγμένο. Τα παιδιά, ασυνείδητα, σαν να τα έσπρωξε ο φόβος τους, πηγαίνουν κοντά της και θέλουν πάλι να την ρωτήσουν. Εκείνη όμως τους λέει σκληρά: «Φύγετε για το σχολείο τώρα, έχετε ήδη αργήσει». Και τα παιδιά πρέπει να φύγουν.

Σαν σε όνειρο κάθονται εκεί για τέσσερις πέντε ώρες μαζί με τα άλλα παιδιά και δεν ακούνε λέξη. Γυρίζουν σαν τρελά στο σπίτι. Εκεί είναι όλα όπως πάντα, μονάχα μια φοβερή σκέψη φαίνεται να τους έχει κυριεύσει όλους. Κανείς δεν μιλάει, όλοι όμως, ακόμα και οι υπηρέτες, έχουν ένα βλέμμα πολύ παράξενο. Η μητέρα πηγαίνει κοντά στα παιδιά. Φαίνεται πως αυτό που θέλει να τους πει το έχει προετοιμάσει από πριν. Αρχίζει: «Κορίτσια, η δεσποινίς δεν θα ξανάρθει, είναι…». Δεν τολμάει όμως να τελειώσει την φράση της. Τα παιδιά την κοιτάζουν με μάτια που αστράφτουν, που δείχνουν τόσο απειλητικά, τόσο επικίνδυνα, που δεν τολμάει να τους πει ψέματα. Κάνει μεταβολή και φεύγει, βρίσκει καταφύγιο στο δωμάτιό της.

Το απόγευμα εμφανίζεται ξαφνικά ο Ότο. Τον κάλεσαν να έρθει, υπήρχε ένα γράμμα για κείνον. Είναι κι αυτός κάτωχρος. Κανείς δεν μιλάει μαζί του. Όλοι τον αποφεύγουν. Τότε βλέπει τα δύο παιδιά, που στέκουν ζαρωμένα σε μια γωνιά, και θέλει να τα χαιρετήσει. «Μην με αγγίζεις!» λέει το ένα κορίτσι ανατριχιάζοντας από αηδία. Και το άλλο φτύνει μπροστά στα πόδια του. Εκείνος περιφέρεται για λίγο αμήχανος, μπερδεμένος. Ύστερα φεύγει. Κανείς δεν μιλάει με τα παιδιά. Αλλά και τα ίδια δεν λένε ούτε λέξη μεταξύ τους.

Χλωμά και αναστατωμένα περιφέρονται ασταμάτητα μέσα στα δωμάτιο σαν θηρία στο κλουβί, πέφτουν μονίμως το ένα πάνω στο άλλο, τα κλαμένα τους μάτια συναντιούνται και δεν λένε λέξη. Τώρα τα ξέρουν όλα. Ξέρουν ότι τους είπαν ψέματα, ότι οι άνθρωποι μπορεί να είναι όλοι κακοί και μοχθηροί. Δεν αγαπούν πια τους γονείς τους, δεν τους πιστεύουν πια. Σε κανέναν, το ξέρουν τώρα, δεν θα μπορούν να έχουν εμπιστοσύνη, τώρα οι στενοί τους ώμοι θα πρέπει να σηκώσουν όλο το τεράστιο βάρος της ζωής. Βρέθηκαν να εγκαταλείπουν την ευχάριστη ζεστασιά της παιδικότητάς τους σαν να γκρεμίζονται στην άβυσσο. Ακόμα δεν μπορούν να καταλάβουν το φοβερό γεγονός που συνέβη, η σκέψη τους όμως στραγγαλίζεται απ’ αυτό και απειλεί να τις πνίξει. Πυρετός καίει τα μάγουλά τους και το βλέμμα τους είναι κακό, ταραγμένο. Σαν να παγώνουν από την μοναξιά πηγαινοέρχονται στον χώρο.

Κανείς, ούτε καν οι γονείς τους, δεν τολμάει να τους μιλήσει, τόσο τρομακτική είναι η ματιά τους, το ασταμάτητο πηγαινέλα καθρεφτίζει την αναστάτωση που μαίνεται μέσα τους. Και υπάρχει κάτι τρομερά κοινό που τις ενώνει, παρόλο που δεν μιλάνε μεταξύ τους. Η σιωπή, η αδιαπέραστη, επίμονη σιωπή, ο μοχθηρά κλειδωμένος πόνος, χωρίς κραυγές και χωρίς δάκρυα, τις κάνει να φαίνονται σε όλους απρόσιτες και επικίνδυνες. Κανείς δεν τις πλησιάζει, η πρόσβαση στην ψυχή τους έχει αποκλειστεί, και ίσως να παραμείνει έτσι για χρόνια. Όλοι γύρω τους νιώθουν πως είναι εχθροί, ορκισμένοι εχθροί, που πια δεν μπορούν να συγχωρέσουν. Γιατί από χθες έχουν πάψει πια να είναι παιδιά. Εκείνο το απόγευμα μεγάλωσαν πολύ. Και μόνο όταν το βράδυ έμειναν μόνες μέσα στο σκοτάδι του δωματίου τους, μόνο τότε ξύπνησε μέσα τους ο παιδικός φόβος, ο φόβος μπροστά στην μοναξιά, μπροστά στις εικόνες των νεκρών και στην συνέχεια ένας διαισθητικός φόβος για κάτι απροσδιόριστο.

Μέσα στην γενική αναστάτωση που επικρατούσε στο σπίτι είχαν ξεχάσει να ανάψουν την θέρμανση στο δωμάτιο. Έτσι χώνονται μαζί στο ίδιο κρεβάτι, αγκαλιάζονται σφιχτά με τα αδύνατα παιδικά χεράκια και κολλάνε τα λεπτά, ασχημάτιστα ακόμα κορμιά τους το ένα πάνω στο άλλο, σαν να ζητούν βοήθεια για να αντιμετωπίσουν τον φόβο τους. Δεν τολμούν ακόμα να μιλήσουν. Τώρα όμως η μικρή ξεσπάει τελικά σε κλάματα, και η μεγάλη αρχίζει κι αυτή να κλαίει με λυγμούς. Το δύο κορίτσια κλαίνε σφιχταγκαλιασμένα, μουσκεύουν τα πρόσωπά τους με τα ζεστά δάκρυα που κυλούν στα μάγουλά τους, δειλά στην αρχή και μετά πιο γρήγορα, πιάνουν, ακουμπώντας στήθος με στήθος, η μία τον λυγμό που τραντάζει το σώμα της άλλης και τον επιστρέφουν ριγώντας. Ένας και μοναδικός πόνος είναι τώρα τα δύο κορίτσια, ένα και μοναδικό σώμα που κλαίει στα σκοτεινά.

Δεν κλαίνε πια για την δεσποινίδα, δεν κλαίνε για τους γονείς τους, που πια έχουν χαθεί για κείνες, μια άγρια φρίκη τα συνταράζει ολόκληρα, ένας φόβος για όλα όσα τις περιμένουν σ’ αυτόν τον άγνωστο κόσμο, στον οποίο σήμερα έριξαν το πρώτο τους τρομαγμένο βλέμμα. Φοβούνται την ζωή που έχουν μπροστά τους, την ζωή που τις περιμένει σκοτεινή και απειλητική, σαν ένα ζοφερό δάσος που πρέπει να διασχίσουν. Ο συγκεχυμένος τους φόβος αρχίζει να σβήνει όλο και πιο πολύ, γίνεται σχεδόν ονειρικός, τα αναφιλητά όλο και πιο σιγανά. Οι ανάσες τους μπερδεύονται απαλά, όπως προηγουμένως τα δάκρυά τους. Κι έτσι τελικά αποκοιμήθηκαν.