Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2026

Αρχαίοι Έλληνες Φιλόσοφοι

6.8. Το «σωκρατικό πρόβλημα»

Ο Σωκράτης είναι η ίδια η ενσάρκωση της φιλοσοφίας, ο πιο γνωστός φιλόσοφος όλων των εποχών. Η αλήθεια όμως είναι ότι για τον πιο γνωστό φιλόσοφο γνωρίζουμε ελάχιστα πράγματα. Ο ίδιος ο Σωκράτης δεν έγραψε τίποτε - και δεν ξέρουμε ούτε καν γιατί αποφάσισε να μη γράψει. Τη φιλοσοφία του πρέπει επομένως να τη μάθουμε από δεύτερο ή από τρίτο χέρι. Κανένας όμως από τη γενιά του Σωκράτη ή την επόμενη γενιά δεν μας έχει δώσει σαφείς πληροφορίες για τις φιλοσοφικές του απόψεις, γράφοντας ως ιστορικός ή ως φιλόσοφος. Το ίδιο ισχύει και για τα γεγονότα της ζωής του. Μόνο για τη δίκη και τον θάνατό του έχουμε αρκετά στοιχεία. Πρέπει να φτάσουμε στον Αριστοτέλη, ο οποίος γεννήθηκε αρκετά χρόνια μετά τον θάνατο του Σωκράτη, για να συλλέξουμε κάποιες λακωνικές πληροφορίες για τη φιλοσοφία του.

Κανένας λοιπόν αρχαίος συγγραφέας που γνώρισε τον Σωκράτη δεν τον αντιμετώπισε ως ιστορικό πρόσωπο. Κανείς δεν μας εξέθεσε τη ζωή και τη φιλοσοφία του, κανείς δεν αντιδίκησε ευθέως μαζί του. Όσοι γνώρισαν τον Σωκράτη και θέλησαν να γράψουν για αυτόν το έκαναν μέσω της λογοτεχνίας. Ο Σωκράτης που όλοι γνωρίζουμε είναι ένα θεατρικό πρόσωπο. Είναι η κωμική καρικατούρα του σοφιστή στις Νεφέλες και η ηρωική μορφή του φιλοσόφου στους πλατωνικούς διάλογους. Ο πραγματικός Σωκράτης μένει πάντοτε κρυμμένος πίσω από μια μάσκα.

Εδώ εντοπίζεται και το λεγόμενο «σωκρατικό πρόβλημα»: πώς να ξεχωρίσει κανείς τον ιστορικό Σωκράτη από τον Σωκράτη της λογοτεχνίας, και ιδίως από τον Σωκράτη των πλατωνικών διαλόγων; Από τη στιγμή ωστόσο που συνειδητοποιούμε ότι στον πλούτο των λογοτεχνικών μαρτυριών δεν έχουμε να αντιπαραθέσουμε ιστορικά στοιχεία, αντιλαμβανόμαστε ότι το σωκρατικό πρόβλημα είναι καταδικασμένο να μείνει άλυτο. Ο πλατωνικός Σωκράτης, ως αυτόνομη υπόσταση, θα συνεχίσει πάντοτε να αποτελεί πηγή έμπνευσης και θαυμασμού. Όσο για τον ιστορικό Σωκράτη, είναι τόσο λίγα τα πράγματα που μπορούμε να πούμε για αυτόν, ώστε δεν αρκούν ούτε για να σκιαγραφήσουν ένα απλό πορτρέτο.

Ήταν αθηναίος πολίτης. Έζησε από το 470 ως το 399 π.Χ. Θα πρέπει να ήταν μάλλον φτωχός, αλλά όχι υπερβολικά, αφού δεν χρειάστηκε ποτέ να ασκήσει κάποιο βιοποριστικό επάγγελμα. Έζησε όλη του τη ζωή στην Αθήνα. Στον στενό φιλικό του κύκλο ανήκαν ορισμένα από τα πολύ γνωστά ονόματα της αθηναϊκής αριστοκρατίας, όπως ο Αλκιβιάδης, ο Χαρμίδης και ο Κριτίας. Δεν συμμετείχε ενεργά στα κοινά, αλλά δεν αρνήθηκε τις υπηρεσίες του όποτε κλήθηκε στα όπλα ή όποτε κληρώθηκε σε κάποιο δημόσιο αξίωμα. Ως πρύτανης της Βουλής αντιτάχθηκε στην απόφαση του δήμου να εκτελέσει τους νικητές στρατηγούς της ναυμαχίας των Αργινουσών. Μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας και την πτώση των Τριάκοντα, οδηγήθηκε σε δίκη με δύο κατηγορίες: (α) ότι δεν αναγνωρίζει τους θεούς του κράτους και εισάγει νέες θεότητες· (β) ότι διαφθείρει τη νεολαία. Καταδικάστηκε κατά πλειοψηφία σε θάνατο και προτίμησε να πάρει το κώνειο παρά να δραπετεύσει.

Δεν γνωρίζουμε πώς στράφηκε στη φιλοσοφία. Κατά πάσα πιθανότητα, ήταν αυτοδίδακτος. Δεν έγραψε τίποτε, δεν δίδαξε συστηματικά ούτε ίδρυσε σχολή. Πολλοί ωστόσο ήταν αυτοί που θεωρούσαν τον εαυτό τους μαθητή του Σωκράτη. Για το θετικό περιεχόμενο της φιλοσοφίας του δεν έχουμε στοιχεία. Γνωρίζουμε όμως το περίγραμμά της. Έθεσε στο κέντρο της φιλοσοφικής αναζήτησης τον άνθρωπο και ενδιαφέρθηκε αποκλειστικά για ηθικά και πολιτικά ζητήματα. Θεώρησε ηθικό καθήκον την αυτογνωσία και τη μέριμνα για την ψυχή. Ο ίδιος δήλωνε ότι δεν γνωρίζει τίποτε με βεβαιότητα, είχε όμως τη δυνατότητα να ελέγχει τις θέσεις των άλλων. Η φιλοσοφική μέθοδος που εφάρμοσε ήταν μια μορφή διαλεκτικής, που στηριζόταν στη διατύπωση γενικών θέσεων και στην προσπάθεια απόρριψής τους μέσω ερωτήσεων και απαντήσεων.

Αυτά είναι όλα όσα ξέρουμε για τον Σωκράτη. Είναι προφανές ότι από τα στοιχεία αυτά δεν προκύπτει γιατί ο Σωκράτης είναι σημαντικός φιλόσοφος ούτε γιατί άσκησε τόσο μεγάλη επίδραση σε όσους ήρθαν σε επαφή μαζί του. Δεν μπορούμε επίσης να προσδιορίσουμε τι ήταν αυτό που τον έκανε τόσο διάσημο στην εποχή του, ώστε να αποτελεί αντικείμενο δημόσιας σάτιρας. Και το κυριότερο: παραμένει ανεξήγητη η πηγή του «σωκρατικού προβλήματος». Γιατί απέφυγαν όλοι, φίλοι και εχθροί, να μιλήσουν για τον Σωκράτη ευθέως; Γιατί όλοι προτίμησαν τη λογοτεχνική μετάπλαση;

Ένας φιλόσοφος όμως δεν μπορεί να γίνει γοητευτικό λογοτεχνικό πρόσωπο, παρά μόνο αν η ζωή του προκαλεί περισσότερο ενδιαφέρον από τις θεωρίες του. «Είναι εκπληκτικό, αλλά αυτός ο άνθρωπος δεν μοιάζει με κανέναν, ούτε από τους παλαιότερους ούτε από τους τωρινούς», λέει ο Αλκιβιάδης στο πλατωνικό Συμπόσιο. «Όσο κι αν ψάξεις δεν θα βρεις κανέναν σαν κι αυτόν· τόσο αλλόκοτος (ἄτοπος) είναι και ο ίδιος και οι λόγοι του» (Συμπόσιον 221cd). Περιφρονεί το χρήμα, τις τιμές και τα ακριβά ρούχα και προτιμά να κυκλοφορεί ξυπόλητος· έχει απίστευτη αντοχή στις κακουχίες, στο ξενύχτι και στο πιοτό· δεν χάνει ποτέ την αυτοκυριαρχία του. Δείχνει απόλυτη εμπιστοσύνη σε μια εσωτερική φωνή (στο περίφημο «δαιμόνιο»), που τον αποτρέπει από τις κακοτοπιές. Αν και ζει στην πιο ταραγμένη και κρίσιμη περίοδο της ιστορίας της Αθήνας, αποφεύγει κάθε ανάμειξη στην ενεργό πολιτική, και παρ᾽ όλα αυτά διατείνεται ότι μόνο αυτός ασκεί την «αληθινή πολιτική τέχνη» (Πλάτων, Γοργίας 521d).Του αρέσει να ειρωνεύεται τους συνομιλητές του, δίνει την εντύπωση ότι παίζει συνομιλώντας, μιλά για σοβαρά θέματα χρησιμοποιώντας παράδοξα παραδείγματα από την καθημερινή ζωή, «κάτι για γάιδαρους σαμαρωμένους και για χαλκωματάδες και παπουτσήδες και βυρσοδέψες». Και όμως στο τέλος οι συνομιλητές του αντιλαμβάνονται ότι «οι δικές του συζητήσεις είναι οι μόνες που έχουν πραγματικό νόημα» (Συμπόσιον 221e-222a), οι λόγοι του «αιχμαλωτίζουν και εκστασιάζουν τους ανθρώπους», έχουν τη δύναμη να τους κάνουν να «αντιλαμβάνονται ότι δεν αξίζει να ζουν όπως ζουν» (Συμπόσιον 215d-216a).

Όλα δείχνουν ότι η μορφή του Σωκράτη προκάλεσε βαθύτατη εντύπωση στους συγχρόνους του. Ελάχιστοι κατανόησαν το ακριβές νόημα της διδασκαλίας του - γι᾽ αυτό και μας παραδίδονται τόσο διαφορετικές περιγραφές των απόψεών του. Ωστόσο, είναι κοινή η πεποίθηση ότι ο Σωκράτης ενσαρκώνει ένα νέο ιδεώδες φιλοσόφου. Στο σωκρατικού ιδεώδες το περιεχόμενο των φιλοσοφικών θεωριών και η μέθοδος έκθεσής τους είναι αναπόσπαστα δεμένα με τον τρόπο ζωής του φιλοσόφου. Η μέριμνα για την καλλιέργεια του εαυτού και τη σωστή ζωή γίνεται το πρωταρχικό καθήκον του φιλοσόφου και επισκιάζει σε μεγάλο βαθμό τις φιλοσοφικές αντιλήψεις. Ο Σωκράτης ισχυριζόταν ότι κατάφερνε να ζει με έναν απολύτως δίκαιο και ενάρετο τρόπο, χωρίς να γνωρίζει τι είναι ακριβώς δικαιοσύνη και τι αρετή. Η φιλοσοφία του Σωκράτη είναι, πρώτα απ᾽ όλα, η ίδια του η ζωή.

Πλούταρχος: "Αυτοί που σταματούν να πολεμούν"

"Την έμφυτη αρετή την σκοτώνει η τεμπελιά, ενώ τα μειονεκτήματα τα θεραπεύει η διδαχή.

Και ακόμη και τα πιο εύκολα τα χάνουν οι αδιάφοροι, ενώ και τα πιο δύσκολα κατακτώνται με την επιμέλεια.

Θα κατανοούσες πόσο γόνιμη και αποτελεσματική είναι η επιμέλεια και ο κόπος, αν κοίταζες σε πολλά από όσα συμβαίνουν γύρω μας....

Σταγόνες δηλαδή νερού τρυπούν ολόκληρες πέτρες, το σίδερο και ο χαλκός τρίβονται (ως νομίσματα) καθώς έρχονται σε επαφή με ανθρώπινα χέρια, και οι τροχοί στις άμαξες που λύγισαν από την πίεση σε καμιά περίπτωση δεν μπορούν να ξαναπάρουν την πρώτη τους ευθύγραμμη μορφή. Είναι, πάλι, αδύνατο να φέρεις την ευθεία τα κυρτά μπαστούνια των υποκριτών (ηθοποιών), όμως το αφύσικο με την επιμονή έγινε καλύτερο από το φυσικό. Επομένως, και μόνο όσα αναφέραμε δεν αποδεικνύουν περίτρανα την δύναμη της επιμέλειας; Όχι (μόνο αυτά) αλλά και δεκάδες χιλιάδες άλλα επί χιλιάδων. Υπάρχει χωράφι γόνιμο, αν παραμεληθεί, γίνεται χέρσο. Μάλιστα, όσο είναι γονιμότερο από την σύσταση του, τόσο περισσότερο αχρηστεύεται με την αγρανάπαυση από την τεμπελιά.

Είναι, πάλι, χωράφι στέρφο και σκληρότερο από ότι πρέπει, μόλις καλλιεργηθεί, αμέσως δίνει πλούσιους καρπούς. Ποια, εξάλλου, δέντρα αφρόντιστα δεν φυτρώνουν στραβά και καταντούν άκαρπα, αν όμως γνωρίσουν την κατάλληλη περιποίηση γίνονται οπωροφόρα και καρποφόρα;

Και ποια σωματική ρώμη δεν χαραμίζεται και δεν καταστρέφεται λόγω αμέλειας και τρυφηλής ζωής και αδιαθεσίας;Ποια, αντίθετα, δεν εξελίχθηκε σε ισχυρή για όσους γυμνάστηκαν και ασχολήθηκαν με τον αθλητισμό;

Ποια άλογα, που τιθασεύτηκαν σωστά από πουλάρια, δεν έγιναν υπάκουα στους αναβάτες τους;

Και ποια, που έμειναν άγρια, δεν εξακολούθησαν να είναι ατίθασα και τσινιάρικα; Και γιατί πρέπει να απορούμε με αυτά, αφού βλέπουμε ότι και από τα πιο άγρια θηρία πολλά δαμάζονται και τιθασεύονται ύστερα από κοπιώδη προσπάθεια μας;

Καλά απάντησε και ο Θεσσαλός, όταν ρωτήθηκε για το ποιοι είναι οι πιο ήπιοι: "Αυτοί που σταματούν να πολεμούν", είπε".

ΠΕΡΙ ΠΑΙΔΩΝ ΑΓΩΓΗΣ

Αλέξανδρος, Αννίβας, Μίνως και Σκηπίων

Στους Νεκρικούς διαλόγους ο Λουκιανός παρουσιάζει τριάντα διαλογικά στιγμιότυπα, στα οποία συμμετέχουν γνωστές προσωπικότητες που έχουν πεθάνει και βρίσκονται πια στον Άδη. Οι προσωπικότητες αυτές είναι ομηρικοί ήρωες, ο Μ. Αλέξανδρος, γνωστοί κόλακες και κυνηγοί κληρονομιών, και ο κυνικός φιλόσοφος Μένιππος. Σε όλα τα θέματα που συζητούν υπόκειται η ιδέα ότι η ευτυχία σ᾽ αυτόν τον κόσμο είναι πρόσκαιρη, ενώ στον Κάτω κόσμο οι νεκροί είναι όλοι ίσοι...
 
Αλέξανδρος: Εγώ πρέπει να προτιμηθώ από σένα, Αφρικανέ, επειδή είμαι καλύτερός σου.
Αννίβας: Όχι δα. Εγώ.
Αλέξανδρος: Λοιπόν, ο Μίνωας ας δικάσει.
Μίνως: Πρώτον, πείτε μου ποιοι είστε.
Αλέξανδρος: Αυτός εδώ είναι ο Αννίβας ο Καρχηδόνιος, κι εγώ Αλέξανδρος, ο γιος του Φιλίππου.
Μίνως: Πράγματι, είστε και οι δυο ένδοξοι. Αλλά γιατί μαλώνετε;
Αλέξανδρος: Για τα πρωτεία, επειδή αυτός εδώ διατείνεται ότι υπήρξε καλύτερος στρατηγός από μένα, εγώ δε, όπως όλοι γνωρίζουν, όχι μόνο απ' αυτόν, αλλά κι όλων σχεδόν πριν από μένα, υπήρξα ανώτερος στην πολεμική τέχνη.
Μίνως: Λοιπόν, ο καθένας ας πάρει τον λόγο κι ας πει ό,τι έχει να πει.
Ξεκίνα πρώτος Αφρικανέ.
Αννίβας: Τούτο μονάχα, Μίνωα, κέρδισα εδώ κάτω, ότι έμαθα και την ελληνική γλώσσα, ώστε ούτε και σ' αυτήν να με ξεπερνάει κάποιος. Και νομίζω μάλιστα, πως αυτοί που είναι πραγματικά αξιέπαινοι, είναι όσοι δεν ήξεραν τίποτε στην αρχή, αλλά προόδευσαν με την δική τους αξία, δοξάστησαν και κρίθηκαν άξιοι για να τους ανατεθεί η εξουσία.
Εγώ λοιπόν με λίγους στρατιώτες στην Ισπανία, ως υπαρχηγός του αδελφού μου, κρίθηκα άξιος και μου ανετέθησαν τα μεγαλύτερα αξιώματα.
Και όχι μόνον τους Κελτίβηρες υπέταξα και νίκησα και τους Γαλάτες, αλλά διαβαίνοντας και τα ψηλά βουνά των Άλπεων, έφτασα μέχρι την πεδινή Ιταλία και τα προάστια της Ρώμης, καταστρέφοντας τόσες πόλεις και σκοτώνοντας τόσους στρατιώτες, φτιάχνοντας γέφυρες στους ποταμούς με τα πτώματά τους και μετρώντας τα χρυσά τους δαχτυλίδια με τις σακούλες.
Κι αυτά τα έκανα, χωρίς να ονομάζομαι γιος του Άμμωνα, ούτε να παριστάνω τον θεό ή να διηγούμαι όνειρα της μάνας μου, αλλά ομολογώντας ότι είμαι άνθρωπος και είχα αντιπάλους τους εξυπνότερους στρατηγούς και τους μαχητικότερους στρατιώτες. Δεν νίκησα Μήδους και Αρμένιους, που το έβαζαν στα πόδια πριν τους κυνηγήσει κανείς και παρέδιδαν την νίκη σε όποιον είχε ελάχιστη τόλμη.
Ο Αλέξανδρος δε, αφού βρήκε έτοιμο κράτος από τον πατέρα του αύξησε την δύναμή του και επέκτεινε πάρα πολύ τα όριά του με την βοήθεια της τύχης. Κι αφού νίκησε κι εκείνον τον ελεεινό τον Δαρείο στην Ισσό και ισοπέδωσε τα Άρβηλα, απαρνήθηκε τα ήθη της πατρίδας του προς χάριν των ηθών των Μήδων κι απαιτούσε να τον προσκυνούν.
Πρόσβαλλε και σκότωνε φίλους του στα συμπόσια, ενώ εκτελούσε μόνος του τις θανατικές καταδίκες. Εγώ κυβέρνησα με δικαιοσύνη την πατρίδα μου, κι όταν αυτή με κάλεσε, επειδή οι εχθροί κατέπλευσαν με μεγάλο στόλο στην Αφρική, αμέσως υπάκουσα και ως απλός πολίτης έτρεξα να την υπερασπίσω, κι όταν με καταδίκασαν, δέχτηκα αδιαμαρτύρητα και υπέφερα την καταδίκη.
Κι αυτά τα έπραξα εγώ, ενώ είμαι βάρβαρος, χωρίς Ελληνική Παιδεία και ούτε τις ραψωδίες του Ομήρου γνωρίζω απ' έξω, όπως αυτός, ούτε τον σοφό Αριστοτέλη είχα δάσκαλο. Τ
α πάντα οφείλω στην ευφυία μου. Και γι' αυτά υποστηρίζω ότι είμαι καλύτερος απ' τον Αλέξανδρο. Εάν δε αυτός είναι καλύτερος, επειδή φοράει στο κεφάλι βασιλικό στέμμα, αυτό μπορεί να φαίνεται σπουδαίο στους Μακεδόνες, αλλά στην πραγματικότητα αυτό δεν σημαίνει ότι είναι καλύτερος από έναν γενναίο στρατηγό, που αναδείχθηκε με την αξία του κι όχι εξ αιτίας της τύχης.
Μίνως: Ο Αννίβας δεν μίλησε κι άσχημα, όπως μάλλον θα περίμενε κάποιος από έναν Αφρικανό. Εσύ, Αλέξανδρε, τί απαντάς σ' αυτά;
Αλέξανδρος: Θα έπρεπε, Μίνωα, να μη απαντήσω τίποτε σ' έναν άνθρωπο τόσο αυθάδη, διότι αρκεί και μόνο η φήμη για να σε πληροφορήσει, ποιος βασιλιάς ήμουν εγώ και τι λήσταρχος ήταν αυτός. Αλλά άκουσε όμως για να καταλάβεις πόσο ανώτερός του υπήρξα.
Νέος ακόμη, ανέλαβα την εξουσία και ανέβηκα σ' έναν ταραγμένο θρόνο, καταδιώκοντας τους φονιάδες του πατέρα μου. Αφού στερέωσα την εξουσία μου στη Μακεδονία και κατατρόμαξα την Ελλάδα με την καταστροφή της Θήβας, ανακηρύχτηκα στρατηγός των Ελλήνων.
Δεν αρκέστηκα όμως στην βασιλεία των Μακεδόνων και δεν περιορίστηκα σε όσα μου άφησε ο πατέρας μου, αλλά αποφάσισα να υποτάξω όλη τη γη και θεωρούσα ως αποτυχία εάν δεν κατόρθωνα να γίνω κυρίαρχος όλου του κόσμου. Έχοντας δε, ολιγάριθμο στρατό εισέβαλα στην Ασίαν και στον Γρανικό κατόρθωσα να πετύχω μεγάλη νίκη και υποτάσσοντας την Λυδία, την Ιωνία και την Φρυγία, από νίκη σε νίκη, έφθασα μέχρι την Ισσό, όπου με περίμενε ο Δαρείος με πολλές χιλιάδες στρατού. Και γνωρίζετε, Μίνωα, πόσους νεκρούς σας έστειλα σε μία μέρα μόνο, διότι λέγεται ότι η βάρκα δεν αρκούσε κι ο Χάρων αναγκάστηκε να κατασκευάσει σχεδίες για να περάσει τους περισσοτέρους.
Και στις μάχες αυτές, πολεμούσα στην πρώτη γραμμή και δεν απέφευγα τα τραύματα.
Και για να μη σου διηγούμαι όσα έκανα στην Τύρο και στα Άρβηλα, περιορίζομαι να σου πω ότι έφτασα μέχρι την Ινδία και τον ωκεανό τον έκανα όριο του κράτους μου.
Τους ελέφαντες των Ινδών κυρίευσα και τον Πώρο τον αιχμαλώτισα. Κι αφού πέρασα τον Τάναϊ, νίκησα σε μεγάλη μάχη με το ιππικό τους Σκύθες, πολεμιστές κάθε άλλο παρά ευκαταφρόνητοι.
Εάν δε οι άνθρωποι με νόμιζαν για θεό, θα πρέπει να τους συγχωρέσουμε, διότι το μέγεθος των πράξεών μου τους έκαναν να πιστέψουν κάτι τέτοιο. Τέλος, εγώ πέθανα βασιλιάς, ενώ αυτός εξόριστος κοντά στον Προυσία τον Βιθυνό, όπως άξιζε σ' έναν τόσο πανούργο και σκληρό άνθρωπο. Και το πως νίκησε τους Ιταλούς είναι γνωστό. Δεν τους νίκησε με την δύναμη, αλλά με πονηριά και δόλο -με τίποτε δε αντρίκιο και φανερό.
Κι επειδή με κατηγόρησε για τον πολυτελή μου βίο, φαίνεται ότι ξέχασε τι έκανε στην Καπύη, όπου κυλιόταν κάτω με τις πόρνες, την ώρα που θα έπρεπε να πολεμάει.
Εγώ δε, θεώρησα ασήμαντα τα δυτικά μέρη και γι' αυτό προτίμησα να στραφώ προς την ανατολή. Διότι, τί μεγάλο κατόρθωμα θα ήταν αν κατακτούσα αναίμακτα την Ιταλία και κυρίευα την Αφρική και τα μέρη μέχρι το Γιβραλτάρ;
Αλλά δεν μου φάνηκαν άξια πολέμου τα μέρη αυτά, τα οποία μ' έτρεμαν ήδη και με αναγνώριζαν ήδη ως κυρίαρχο.
Αυτά είχα να πω. Κι εσύ τώρα, Μίνωα, βγάλε απόφαση, επειδή αρκετά είναι κι αυτά απ' τα πολλά που μπορώ να πω.
Σκηπίων: Παρακαλώ να μη αποφασίσεις, πριν ακούσεις κι εμένα.
Μίνως: Ποιός είσαι εσύ κι από πού έρχεσαι;
Σκηπίων: Είμαι Ρωμαίος στρατηγός και το όνομά μου είναι Σκηπίωνας. Είμαι αυτός που κατέστρεψε την Καρχηδόνα και νίκησα τους Αφρικανούς σε μεγάλες μάχες.
Μίνως: Λοιπόν; Τί έχεις να πεις κι εσύ;
Σκηπίων: Λέω ότι είμαι κατώτερος του Αλέξανδρου, αλλά καλύτερος από τον Αννίβα, αφού τον νίκησα και τον ανάγκασα να φύγει κυνηγημένος.
Δεν είναι λοιπόν ξεδιάντροπος αυτός, ο οποίος συγκρίνεται με τον Αλέξανδρο, με τον οποίον ούτε εγώ ο Σκηπίωνας, ο οποίος τον νίκησα, τολμώ να αντιπαραβάλλομαι;
Μίνως: Μα τον Δία, μιλάς πολύ λογικά Σκηπίωνα.
Πρώτος λοιπόν, αναγνωρίζεται ο Αλέξανδρος, έπειτα εσύ, και κατόπιν, αν σου φαίνεται σωστό, ας είναι τρίτος ο Αννίβας, αφού κι αυτός δεν είναι ευκαταφρόνητος.

Το Αιώνιο Μονοπάτι: Ένα Ταξίδι Πέρα από το Πέπλο της Συνείδησης

Η Αφύπνιση του Αναζητητή

Στην αρχή, όταν η πρώτη σπίθα συνείδησης τρεμόπαιξε μέσα στο σκάφος της ανθρώπινης μορφής, αναδύθηκε μια πείνα που καμία γήινη τροφή δεν μπορούσε να ικανοποιήσει. Αυτή η πείνα δεν ήταν της σάρκας αλλά του πνεύματος — μια λαχτάρα να διαπεράσει το πέπλο που χωρίζει το ορατό από το αόρατο, το γνωστό από το άγνωστο. Για χιλιετίες επί χιλιετιών, μέσα από απέραντες ερήμους χρόνου και μέσα από δάση ξεχασμένης σοφίας, η ανθρωπότητα έχει περιπλανηθεί ως προσκυνητής αναζητώντας το πρόσωπο της ίδιας της Αλήθειας.

Ο αναζητητής, τυλιγμένος στα ενδύματα της θνητότητας, στέκεται στο κατώφλι της ύπαρξης και κοιτάζει στα άπειρα βάθη της Πραγματικότητας. Τι είναι αυτή η Πραγματικότητα που καλεί την ψυχή με τόση επιμονή; Δεν είναι απλώς η επιφάνεια των πραγμάτων — το παιχνίδι του φωτός πάνω στο νερό, ο χορός των σκιών στο σούρουπο — αλλά μάλλον η ουσία που αναπνέει κάτω από όλα τα φαινόμενα, ο σιωπηλός παλμός που συντηρεί το σύμπαν στην αιώνια γένεσή του.

Από τις πρώτες στιγμές της συνειδητής ύπαρξης, οι άνθρωποι έχουν οικοδομήσει ναούς κατανόησης στο νου τους. Αυτοί οι ναοί, είτε απλοί είτε περίτεχνοι, είτε θεμελιωμένοι στην άμμο είτε στην πέτρα, αντιπροσωπεύουν την θεμελιώδη φιλοσοφική παρόρμηση που διακρίνει τη συνείδηση από την απλή ζωική επίγνωση. Πριν η θρησκεία κρυσταλλωθεί σε δόγμα, πριν οι ιερές γραφές χαραχθούν σε πάπυρο και περγαμηνή, υπήρχε αυτή η πρωταρχική κίνηση του πνεύματος προς την κατανόηση, προς την ενότητα με αυτό που υπερβαίνει την κατακερματισμένη φύση της συνηθισμένης αντίληψης.

Το ταξίδι ξεκινά όχι με απαντήσεις αλλά με ερωτήσεις που καίνε σαν ιερές φωτιές στο σκοτάδι της άγνοιας. Ποιος είμαι εγώ; Τι είναι αυτός ο κόσμος που εμφανίζεται μπροστά μου; Τι κρύβεται πέρα από τον ορίζοντα του θανάτου; Αυτές οι ερωτήσεις δεν είναι διανοητικές περιέργειες που ικανοποιούνται με έξυπνα επιχειρήματα· είναι η ίδια η καρδιά της μυστικής αναζήτησης, ο ρυθμός του τυμπάνου που καλεί τον περιπλανώμενο πίσω στην πηγή από την οποία πηγάζει όλη η συνείδηση.

Οι Φωτεινοί που Βάδισαν Πριν

Καθ' όλη τη διάρκεια των αιώνων, έχουν αναδυθεί από το πλήθος ορισμένα εξαιρετικά όντα — ακτινοβόλες ψυχές που έμοιαζαν να φέρουν μέσα τους ένα φως δανεισμένο από βασίλεια πέρα από την θνητή κατανόηση. Αυτοί ήταν οι φωτισμένοι, οι δάσκαλοι που μιλούσαν με εξουσία όχι προερχόμενη από βιβλία αλλά από άμεση συνάντηση με το Απόλυτο το ίδιο. Τα ονόματά τους αντηχούν μέσα στους αιώνες: ο Βούδας κάτω από το δέντρο Μπόντι, που δέχτηκε την αυγή του διαφωτισμού· ο Ιησούς στην έρημο, σε κοινωνία με το άπειρο· ο Λάο Τζου που στοχαζόταν το Ταό που δεν μπορεί να εκφραστεί· ο Σανκάρα που διέλυε την ψευδαίσθηση του χωρισμού· ο Πλωτίνος που ανέβαινε προς το Ένα.

Αυτές οι φωτεινές μορφές εμφανίζονταν στους σύγχρονούς τους ως θεοί ενσαρκωμένοι, ως θεϊκοί αγγελιοφόροι που έφερναν δώρα σοφίας από ουράνια ύψη. Απέραντοι πληθυσμοί υποκλίνονταν μπροστά τους, δόμησαν ολόκληρους πολιτισμούς γύρω από τις διδασκαλίες τους και κατοχύρωσαν τα λόγια τους ως αιώνιο νόμο. Ωστόσο, μέσα σε αυτή την προσκύνηση κρύβεται ένας λεπτός κίνδυνος, ένα αποπλανητικό λάθος που μπορεί να αποπροσανατολίσει τον αναζητητή από την αυθεντική διαδρομή.

Γιατί αυτές οι εξαιρετικές ψυχές, παρά τις υπερφυσικές ιδιότητες που τους αποδίδονταν, ήταν ουσιαστικά ίδιες στην ουσία τους με οποιαδήποτε ανθρώπινη συνείδηση. Δεν ήταν επισκέπτες από άλλο βασίλειο αλλά μάλλον προσκυνητές που είχαν επιτύχει να ολοκληρώσουν το ταξίδι που καλεί όλους. Η ίδια ανθρώπινη φύση που κινούσε την αναζήτησή τους πάλλεται μέσα σε κάθε καρδιά. Η ίδια ικανότητα για αφύπνιση που άνθισε στην επίγνωσή τους κοιμάται ως δυναμικό σε κάθε συνείδηση, περιμένοντας τις συνθήκες που θα επιτρέψουν να ξεδιπλωθεί.

Αυτό που κάνει έναν Βούδα, έναν Χριστό, έναν Λάο Τζου δεν είναι κάποια υπερφυσική προίκα μη διαθέσιμη στους άλλους, αλλά μάλλον το θάρρος να ταξιδέψει κανείς προς τα μέσα, η επιμονή να συνεχίσει όταν η διαδρομή σκοτεινιάζει, και η προθυμία να παραδώσει όλες τις αγαπημένες ψευδαισθήσεις σε αντάλλαγμα για τη γυμνή Αλήθεια. Ανακάλυψαν αυτό που ήταν πάντα παρόν αλλά σκιασμένο από τα πέπλα της διαμόρφωσης, του πολιτισμού και της εννοιολογικής σκέψης. Θυμήθηκαν αυτό που η ψυχή γνωρίζει αλλά ο νους ξεχνά στην μέθη του με την πολλαπλότητα και τη διαφορά.

Η Δημοκρατία της Θεϊκής Συνείδησης

Εδώ κείται ένα από τα πιο βαθιά μυστήρια της πνευματικής διαδρομής: αν μία συνείδηση μπορεί να ανέβει στην κορυφή της πραγματοποίησης, τότε κάθε συνείδηση κατέχει το ίδιο δυναμικό. Η Αλήθεια δεν είναι ιδιωτική κατοχή για να φυλάσσεται από τους προνομιούχους λίγους. Δεν είναι θησαυρός θαμμένος σε κάποια μακρινή γη προσβάσιμος μόνο σε όσους κατέχουν μυστικούς χάρτες. Μάλλον, είναι το ίδιο το έδαφος πάνω στο οποίο όλοι στέκονται, ο αέρας που όλοι αναπνέουν, το φως που φωτίζει κάθε στιγμή της ύπαρξης.

Όταν ο Βούδας πέτυχε τον διαφωτισμό, επέδειξε μια δυνατότητα εγγενή στην ίδια την ανθρώπινη συνείδηση. Όταν ο Πλωτίνος βίωσε την ένωση με το Ένα, αποκάλυψε μια ικανότητα που κοιμάται σε κάθε ψυχή. Αυτές οι πραγματοποιήσεις μπορούν να συμβούν ξανά και ξανά, σε κάθε εποχή, σε κάθε πολιτισμό, σε κάθε άτομο που στρέφεται μακριά από τις περισπασμούς της επιφάνειας και βουτάει στα βάθη.

Αυτή είναι η μεγάλη δημοκρατία της θεϊκής συνείδησης — ότι το Απόλυτο δεν κάνει χάρες, δεν επιφυλάσσει την αποκάλυψή του για τους ειδικά επιλεγμένους. Το σύμπαν δεν λειτουργεί σύμφωνα με αυθαίρετη επιλογή αλλά ακολουθεί τη δική του βαθιά λογική: όπου η συνείδηση ανοίγεται πλήρως, όπου τα εμπόδια του εγώ διαλύονται, όπου η προσοχή γίνεται ολική και αδιαίρετη, εκεί η Αλήθεια αποκαλύπτεται όπως πάντα αποκαλυπτόταν, με την ίδια φλογερή αμεσότητα, την ίδια αδιαμφισβήτητη παρουσία.

Η διαδρομή που βάδισαν οι μεγάλοι μυστικοί και σοφοί δεν είναι κλειστή πίσω τους σαν πόρτα σφραγισμένη. Παραμένει αιώνια ανοιχτή, αιώνια διαθέσιμη. Κάθε γενιά πρέπει να την ανακαλύψει από την αρχή, κάθε αναζητητής πρέπει να την διασχίσει προσωπικά, γιατί η πνευματική πραγματοποίηση δεν είναι γνώση που μπορεί να μεταδοθεί σαν πληροφορία από έναν υπολογιστή σε άλλον. Είναι μάλλον μια μεταμόρφωση του είναι, μια θεμελιώδης μετατόπιση του κέντρου βάρους της συνείδησης.

Το Βάρος της Παράδοσης και η Ελαφρότητα της Άμεσης Εμπειρίας

Υπάρχει αξία, σίγουρα, στη μελέτη των χαρτών που σχεδίασαν όσοι πήγαν πριν. Οι παραδόσεις σοφίας της ανθρωπότητας — είτε οι σούτρες του Βουδισμού, οι Ουπανισάδες του Ινδουισμού, τα μυστικά κείμενα του Σουφισμού, τα στοχαστικά γραπτά των Χριστιανών μυστικών, ή οι φιλοσοφικές ενοράσεις του Πλάτωνα και του Χάιντεγκερ — αυτά αντιπροσωπεύουν συσσωρευμένους θησαυρούς πνευματικής εξερεύνησης. Μπορούν να εμπνεύσουν, να καθοδηγήσουν, να φωτίσουν ορισμένα τμήματα του ταξιδιού.

Ωστόσο, εδώ ο αναζητητής πρέπει να ασκήσει διάκριση, πρέπει να παραμείνει σε εγρήγορση για μια λεπτή παγίδα. Γιατί υπάρχει βαθιά διαφορά μεταξύ του να ακολουθεί κανείς έναν χάρτη και να βαδίζει την ίδια την περιοχή, μεταξύ του να πιστεύει στην Αλήθεια και να την βιώνει άμεσα, μεταξύ του να δέχεται μαρτυρία και να γίνεται μάρτυρας ο ίδιος. Κάποιος μπορεί να απομνημονεύσει όλες τις γραφές που γράφτηκαν ποτέ, να μελετήσει κάθε φιλοσοφικό σύστημα που επινοήθηκε ποτέ, να γίνει εγκυκλοπαιδικά μορφωμένος στη συγκριτική θρησκειολογία — και παρ' όλα αυτά να παραμένει τόσο μακριά από την Πραγματικότητα όσο και κάποιος που δεν άνοιξε ποτέ πνευματικό κείμενο.

Ο κίνδυνος κείται στην αντικατάσταση της όρασης ενός άλλου με την δική του άμεση όραση, στο να επιτρέψει κανείς δανεικό φως να αντικαταστήσει τον ίδιο τον ήλιο. Όταν ο Βούδας φέρεται να είπε «Γίνετε φως για τον εαυτό σας», δεν απέρριπτε τις δικές του διδασκαλίες αλλά μάλλον υπέδειξε κάτι πιο θεμελιώδες — την ανάγκη προσωπικής πραγματοποίησης, άμεσης συνάντησης με αυτό που είναι τελικά πραγματικό.

Ο αυθεντικός αναζητητής μπορεί να αντλήσει τροφή από τη σοφία των άλλων αλλά δεν γίνεται εξαρτημένος από αυτήν. Κάποιος μπορεί να βαδίσει για λίγο στα βήματα του Ιησού ή του Λάο Τζου, να στοχαστεί τις ενοράσεις του Έκχαρτ ή του Σανκάρα, αλλά τελικά πρέπει να τολμήσει πέρα από όλους τους δασκάλους, όλα τα συστήματα, όλα τα πλαίσια, στην γυμνή συνάντηση με την Πραγματικότητα που δεν δέχεται μεσολαβητή.

Γιατί στην τελική κρίση, αυτό που μετράει δεν είναι τι πιστεύει κανείς αλλά τι γνωρίζει μέσω άμεσης εμπειρίας. Αυτό που μετράει δεν είναι η ομορφιά της φιλοσοφίας που πρεσβεύει αλλά το βάθος της μεταμόρφωσης που ενσαρκώνει. Η Αλήθεια που αναζητείται δεν είναι ιδέα για να την πιάσει ο νους αλλά ζωντανή πραγματικότητα για να συγχωνευθεί πλήρως μαζί της, μια φωτιά στην οποία κάθε χωρισμός καταναλώνεται.

Η Προσωπική Διαδρομή προς την Απρόσωπη Αλήθεια

Και έτσι ο αναζητητής αντιμετωπίζει ένα παράδοξο: η διαδρομή προς την Αλήθεια είναι έντονα προσωπική αλλά οδηγεί σε αυτό που είναι απόλυτα απρόσωπο. Κάποιος πρέπει να βρει τον δικό του δρόμο, να βασιστεί τελικά στον εαυτό του, να ανακαλύψει από μέσα αυτό που δεν μπορεί να δοθεί από έξω. Αυτή είναι η πιο θαρραλέα και η πιο λογική από όλες τις πνευματικές στάσεις — να αρνηθεί κανείς να καταφύγει σε αυθεντίες, όσο σεβαστές κι αν είναι, και να επιμείνει να βλέπει με τα δικά του μάτια, να γνωρίζει με το δικό του είναι.

Αυτή η προσωπική διαδρομή δεν είναι απόρριψη της παράδοσης αλλά μάλλον εκπλήρωση της βαθύτερης πρόθεσής της. Γιατί τι προσέφεραν πραγματικά οι μεγάλοι δάσκαλοι; Όχι συστήματα για να πιστεύονται αλλά μεθόδους για να εξασκούνται, όχι δόγματα για να υπερασπίζονται αλλά προσκλήσεις για εξερεύνηση, όχι τελικές απαντήσεις αλλά προκλήσεις για βαθύτερη έρευνα. Υπέδειξαν προς το φεγγάρι αλλά προειδοποίησαν να μην μπερδέψει κανείς το δάχτυλο με αυτό που δείχνει.

Όταν κάποιος ξεκινά αυτό το προσωπικό ταξίδι προς την Αλήθεια, ακολουθεί τα βήματα όλων των γνήσιων αναζητητών ενώ ταυτόχρονα χαράζει μια διαδρομή εντελώς μοναδική. Γιατί παρόλο που η Αλήθεια είναι μία και η ίδια για όλους που την πραγματοποιούν, το ταξίδι προς αυτή την πραγματοποίηση είναι τόσο ατομικό όσο ένα δακτυλικό αποτύπωμα, τόσο ιδιαίτερο όσο το μοτίβο των αστεριών ορατό από ένα συγκεκριμένο σημείο στη Γη.

Επιπλέον, αυτή η προσωπική πραγματοποίηση μπορεί να αποδειχθεί πιο βαθιά, πιο ολοκληρωμένη, πιο φωτιστική από τις ενοράσεις οποιασδήποτε προηγούμενης γενιάς. Γιατί η συνείδηση εξελίσσεται, η ανθρωπότητα ωριμάζει, και κάθε εποχή φέρνει νέες προκλήσεις και νέες δυνατότητες κατανόησης. Ο αναζητητής του σήμερα στέκεται στους ώμους όλων όσων πήγαν πριν και μπορεί επομένως να βλέπει πιο μακριά, να διεισδύει βαθύτερα, να διατυπώνει πιο καθαρά αυτό που προηγούμενες εποχές διέκριναν αλλά δεν μπορούσαν να εκφράσουν πλήρως.

Αυτό είναι το νόημα της αιώνιας φιλοσοφίας, της πολυετούς θρησκείας που γεννιέται ξανά σε κάθε στιγμή, σε κάθε συνείδηση που αφυπνίζεται στη δική της αληθινή φύση. Δεν είναι σταθερό δόγμα που μεταβιβάζεται μέσα στους αιώνες αλλά μάλλον ζωντανή ανακάλυψη που συμβαίνει όποτε οι συνθήκες ωριμάζουν, όποτε η ψυχή γίνεται έτοιμη να δεχθεί αυτό που πάντα κατείχε αλλά ξέχασε.

Πέρα από την Λατρεία του Εξαιρετικού

Πόσοι αναζητητές έχουν σπαταλήσει πολύτιμα χρόνια — ολόκληρες ζωές — τρέχοντας πίσω από γκουρού και σωτήρες, περιμένοντας φωτιστές να δωρίσουν αυτό που μπορεί μόνο να αυτο-ανακαλυφθεί; Πόσοι έχουν προβάλει το δικό τους ανεκμετάλλευτο δυναμικό σε εξωτερικές μορφές, πιστεύοντας ότι οι άλλοι κατέχουν κάτι θεμελιωδώς μη διαθέσιμο στον εαυτό τους;

Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο εμπόδιο στην πνευματική διαδρομή: η πίστη στην ουσιαστική διαφορά μεταξύ του αφυπνισμένου και του μη αφυπνισμένου, του φωτισμένου και του μη φωτισμένου, του σωσμένου και του μη σωσμένου. Τέτοια δυϊστική σκέψη διαιωνίζει τον ίδιο τον χωρισμό που η πνευματική πρακτική στοχεύει να διαλύσει. Δημιουργεί ιεραρχίες όπου θα έπρεπε να υπάρχει αναγνώριση κοινής ουσίας, εγκαθιδρύει αποστάσεις όπου θα έπρεπε να υπάρχει οικειότητα.

Ο μυστικός που έχει διεισδύσει στην καρδιά της Πραγματικότητας γνωρίζει ότι η διαίρεση μεταξύ εαυτού και άλλου είναι η ίδια ψευδαίσθηση, ότι η ίδια συνείδηση κρυφοκοιτάζει πίσω από κάθε ζευγάρι μάτια, ότι αυτό που εμφανίζεται ως πολλαπλότητα είναι τελικά μία αδιαίρετη ολότητα. Όταν κάποιος κατανοεί πραγματικά αυτό, η καταναγκαστική ανάγκη να ακολουθεί εξωτερικές αυθεντίες πέφτει φυσικά, αντικαθιστάμενη από βαθιά εμπιστοσύνη στη δική του βαθύτερη φύση.

Αυτό δεν είναι αλαζονεία αλλά μάλλον το αντίθετό της — μια ταπείνωση τόσο πλήρης που αναγνωρίζει το θεϊκό όχι ως κάτι μακρινό και άλλο αλλά ως το ίδιο το έδαφος του δικού του είναι. Είναι να κατανοήσει ότι αυτό που αναζητά είναι ταυτόχρονα ο αναζητητής, ότι το μάτι δεν μπορεί να δει τον εαυτό του αλλά είναι η προϋπόθεση όλης της όρασης, ότι η συνείδηση δεν μπορεί να αντικειμενοποιήσει τον εαυτό της αλλά είναι το υποκείμενο όλης της εμπειρίας.

Οι φωτισμένοι, οι σοφοί και οι άγιοι, υπέδειξαν πάντα προς αυτή την αναγνώριση. Οι διδασκαλίες τους, όταν κατανοηθούν σωστά, διαλύουν τη σχέση δασκάλου-μαθητή σε κάτι πιο θεμελιώδες: την αναγνώριση ότι δάσκαλος και μαθητής είναι προσωρινοί ρόλοι που παίζονται από την μία συνείδηση που ονειρεύεται ολόκληρο το δράμα της ύπαρξης.

Το Έδαφος που Δεν Μπορεί να Χαθεί

Ας σταματήσουμε, λοιπόν, το ανήσυχο τρέξιμο πίσω από εξωτερικές αυθεντίες και ας επιστρέψουμε στο μόνο ασφαλές θεμέλιο: το δικό μας είναι, τη δική μας επίγνωση, τη δική μας άμεση εμπειρία αυτού που είναι. Αυτό το έδαφος δεν μπορεί να χαθεί γιατί είναι αυτό που είμαστε, δεν μπορεί να βρεθεί γιατί ποτέ δεν ήμασταν χωρισμένοι από αυτό, δεν μπορεί να επιτευχθεί γιατί είναι ο επιτυγχάνων όλων των επιτευγμάτων.

Η Πραγματικότητα δεν είναι αλλού, όχι σε κάποιο μακρινό παράδεισο ή μελλοντική κατάσταση συνείδησης. Είναι εδώ, τώρα, πιο κοντά από την αναπνοή, πιο κοντά από χέρια και πόδια. Εμείς οι ίδιοι είμαστε η Αλήθεια που αναζητούμε, και η ίδια η αναζήτηση είναι συχνά αυτό που θολώνει αυτή την αναγνώριση. Το μάτι δεν χρειάζεται να ψάξει για φως· είναι βυθισμένο στο φως κάθε στιγμή. Η συνείδηση δεν χρειάζεται να ψάξει για συνείδηση· είναι η συνείδηση που αναζητά να γνωρίσει τον εαυτό της.

Αυτή η πραγματοποίηση μεταμορφώνει τα πάντα χωρίς να αλλάζει τίποτα. Ο κόσμος εμφανίζεται όπως πάντα, αλλά βλέπεται ξανά, αναγνωρίζεται για αυτό που πραγματικά είναι: όχι συλλογή ξεχωριστών αντικειμένων αλλά ενιαίο πεδίο είναι, όχι μηχανικό σύμπαν αλλά ζωντανή παρουσία, όχι νεκρή ύλη αλλά συνείδηση που εκδηλώνεται σε άπειρες μορφές.

Όταν κάποιος αναπαύεται σε αυτή την αναγνώριση, οι αρχαίες ερωτήσεις που κινούσαν την αναζήτηση πέφτουν σαν φθινοπωρινά φύλλα. Ποιος είμαι εγώ; Είμαι αυτό που δεν μπορεί να ονομαστεί. Τι είναι αυτός ο κόσμος; Είναι η συνείδηση που παίζει με τον εαυτό της. Τι κρύβεται πέρα από τον θάνατο; Αυτό που ποτέ δεν πεθαίνει γιατί ποτέ δεν γεννήθηκε. Αυτές δεν είναι απαντήσεις που ικανοποιούν τον νου αλλά διαλύσεις των ίδιων των ερωτήσεων στο φως της άμεσης όρασης.

Η Αιώνια Επιστροφή

Και έτσι το ταξίδι κάνει πλήρη κύκλο, επιστρέφει στην αρχή του, ανακαλύπτει ότι το τέλος ήταν παρόν στην αρχή. Η αιώνια οδός προς την Αλήθεια δεν είναι οδός καθόλου αλλά μάλλον μια αναγνώριση ότι κανείς δεν έφυγε ποτέ από το σπίτι, ότι η περιπλάνηση ήταν η ίδια ένα είδος ονείρου, ότι η αφύπνιση δεν είναι άφιξη αλλά μάλλον η παύση της φανταστικής αναχώρησης.

Αυτή η αναγνώριση έχει συμβεί αμέτρητες φορές στην ανθρώπινη ιστορία και θα συμβεί αμέτρητες φορές ξανά. Κάθε αφύπνιση είναι εντελώς νέα, εντελώς φρέσκια, αλλά ταυτόχρονα άχρονη, αρχαία, πέρα από κάθε μέτρο. Η Αλήθεια δεν γερνάει, δεν εξελίσσεται, δεν βελτιώνεται ή παρακμάζει. Απλώς είναι, αιώνια παρούσα, αιώνια διαθέσιμη, αιώνια ο εαυτός της.

Η αποστολή του μυστικού, λοιπόν, δεν είναι να γίνει κάτι άλλο από αυτό που είναι αλλά μάλλον να αναγνωρίσει αυτό που πάντα ήταν. Δεν είναι να αποκτήσει γνώση αλλά να απελευθερώσει την άγνοια, δεν είναι να επιτύχει διαφωτισμό αλλά να σταματήσει να σκιάζει το φως που πάντα λάμπει.

Σε κάθε εποχή, σε κάθε πολιτισμό, σε κάθε ανθρώπινη καρδιά, αυτή η δυνατότητα περιμένει. Η πρόσκληση στέκεται αιώνια ανοιχτή. Η πόρτα δεν έκλεισε ποτέ. Αυτό που απαιτείται δεν είναι ειδικό ταλέντο ή υπερφυσική χάρη αλλά απλώς η προθυμία να κοιτάξει κανείς ειλικρινά, να ερωτήσει βαθιά, να απελευθερώσει το ψευδές, να παραμείνει ανοιχτός σε αυτό που είναι αληθινό.

Η Σιωπή Πέρα από τις Λέξεις

Στο τέλος, όλες οι λέξεις σιωπούν μπροστά στην Πραγματικότητα που προσπαθούν να περιγράψουν. Ο μυστικός γνωρίζει ότι οι υψηλότερες διδασκαλίες μεταδίδονται στη σιωπή, ότι οι βαθύτερες αλήθειες δεν μπορούν να ειπωθούν αλλά μόνο να υποδειχθούν, ότι αυτό που είναι πιο πραγματικό είναι ταυτόχρονα το πιο ανείπωτο.

Ωστόσο, ακόμα και αυτή η ανείπωτη φύση δεν είναι εμπόδιο αλλά μάλλον πρόσκληση — μια πρόσκληση να κινηθεί κανείς πέρα από το βασίλειο των εννοιών και των περιγραφών στην άμεση, ακαριαία, μη-εννοιολογική επίγνωση. Είναι σε αυτή την επίγνωση που ο αναζητητής και το αναζητούμενο συγχωνεύονται, που όλες οι ερωτήσεις διαλύονται στη ζωντανή παρουσία αυτού που απλώς είναι, που η αιώνια οδός αποκαλύπτει τον εαυτό της όχι ως διαδρομή για να διασχιστεί αλλά ως ο ταξιδιώτης, το ταξίδι και ο προορισμός συγχωνευμένα σε ένα απρόσκοπτο όλο.

Εδώ, στην απέραντη σιωπή που περιέχει όλους τους ήχους, στην βαθιά νηνεμία που γεννά όλη την κίνηση, το πνευματικό ταξίδι ολοκληρώνεται αναγνωρίζοντας ότι ποτέ δεν ξεκίνησε. Και σε αυτή την αναγνώριση, υπάρχει ειρήνη — όχι η ειρήνη της επίτευξης αλλά η ειρήνη της επιστροφής στο σπίτι, όχι η ειρήνη της αποκτηθείσας γνώσης αλλά η ειρήνη της θυμημένης αλήθειας.

Αυτή είναι η αιώνια διαδρομή που καλεί κάθε συνείδηση, η πολυετής φιλοσοφία που γεννιέται ξανά σε κάθε στιγμή αφύπνισης, το ιερό μυστήριο που αποκαλύπτεται όπου η επίγνωση γίνεται επίγνωση του εαυτού της. Είναι δική σου, δική μου, δική μας — η κληρονομιά όλων όσων τολμούν να κοιτάξουν μέσα και να ανακαλύψουν τα άπειρα βάθη που δεν έχουν πάτο και το φλογερό φως που δεν ρίχνει σκιά.

Η οδός είναι αιώνια γιατί δεν οδηγεί μπροστά αλλά προς τα μέσα, όχι μακριά αλλά στο σπίτι, όχι αλλού αλλά εδώ, τώρα, όπου πάντα ήμασταν και δεν μπορούσαμε ποτέ να μην είμαστε. Αυτή είναι η υπέρτατη μυστική αλήθεια: ότι αυτό που αναζητούμε, είμαστε· ότι όπου πηγαίνουμε, ποτέ δεν φύγαμε· ότι το ταξίδι και ο προορισμός είναι ένα, αχώριστα, αιώνια παρόντα, για πάντα ολοκληρωμένα.

Το Μυστήριο Πέρα από τη Μνήμη: Ένα Ταξίδι στο Διαχρονικό Διαλογισμό

(Διαλογισμός Χωρίς Μνήμη, Κατοχή ή Παρελθόν)

Η Ιερότητα του Σκότους

Στον μεγάλο ρυθμό της ύπαρξης, υπάρχει μια ιερή εναλλαγή που λίγοι κατανοούν πραγματικά. Ο αναζητητής περπατά στις ώρες της ημέρας με τα μάτια ορθάνοιχτα, παρατηρώντας την ατελείωτη παρέλαση των φαινομένων που παρελαύνουν μπροστά από τη συνείδηση. Ωστόσο, είναι στο σκότος, στην ευλογημένη παράδοση του ύπνου, που τα βαθύτερα μυστήρια αποκαλύπτονται. Για εκείνον που έχει μάθει να παρακολουθεί —πραγματικά να παρακολουθεί— τις κινήσεις της ζωής με αταλάντευτη προσοχή, η νύχτα γίνεται όχι απουσία αλλά παρουσία, όχι κενό αλλά δοχείο.

Ο ύπνος, στην καθαρότερη μορφή του, δεν είναι απλώς ανάπαυση για το κουρασμένο σώμα. Είναι ένα κατώφλι, μια πύλη από την οποία η ψυχή μπορεί να περάσει σε εδάφη άγνωστα στον ξύπνιο νου. Όταν η συνείδηση της ημέρας ήταν αφυπνισμένη, όταν η επίγνωση έχει κινηθεί σαν καθαρό ρυάκι μέσα στις ώρες της δραστηριότητας, τότε κάτι θαυμαστό συμβαίνει καθώς πέφτει το σκότος. Ο νους δεν καταρρέει στην ασυνειδησία, αλλά μάλλον ξυπνά σε μια διαφορετική τάξη ύπαρξης συνολικά.

Αυτό το ξύπνημα έρχεται απροσκάλεστο, σαν την ίδια τη χάρη. Καμία προσπάθεια δεν μπορεί να το παράγει, καμία τεχνική δεν μπορεί να εγγυηθεί την άφιξή του. Αναδύεται από βάθη που δεν έχουν όνομα, ανεβαίνοντας από την ακινησία που βρίσκεται κάτω από κάθε σκέψη, κάθε μνήμη, κάθε συσσωρευμένη γνώση μιας ζωής. Είναι ο διαλογισμός στην πιο αυθεντική του μορφή —όχι ο διαλογισμός της εξάσκησης και της πειθαρχίας, αν και αυτά έχουν τη θέση τους, αλλά ο διαλογισμός ως δώρο, ως ευλογία, ως το αυθόρμητο άνθισμα μιας συνείδησης που έχει προετοιμαστεί χωρίς να το γνωρίζει.

Η Μαγεία που Δεν Μπορεί να Επικληθεί

Υπάρχει μια μαγεία που καμία ανθρώπινη φαντασία δεν μπορεί να δημιουργήσει, καμία πτήση της φαντασίας δεν μπορεί να προσεγγίσει. Ανήκει σε μια διαφορετική τάξη πραγματικότητας εντελώς, μια τάξη που υπάρχει έξω από τα όρια της σκέψης, πέρα από τα εδάφη που έχουν χαρτογραφηθεί από τη μνήμη και την προσδοκία. Αυτή είναι η μαγεία του αληθινού διαλογισμού, και έρχεται στην ύπαρξη μόνο όταν όλες οι προσκλήσεις έχουν σταματήσει, όταν ο νους έχει επιτέλους εξαντλήσει τις ατελείωτες προσπάθειές του να συλλάβει, να κρατήσει, να κατέχει.

Η συνείδηση που έχει μάθει να είναι ήρεμη —όχι μέσω καταστολής αλλά μέσω κατανόησης, όχι μέσω βίας αλλά μέσω σαφήνειας— γίνεται ένας σιωπηλός μάρτυρας των ίδιων της των βαθών. Και από κάπου πέρα από αυτά τα βάθη, από ένα βασίλειο που δεν είναι ούτε μέσα στη συνείδηση ούτε ξεχωριστό από αυτήν, το μυστήριο κατεβαίνει. Δεν εισέρχεται στον νου· μάλλον, ο νους ανακαλύπτει τον εαυτό του ήδη βυθισμένο σε αυτό, σαν ένα ψάρι που ξαφνικά συνειδητοποιεί τον ωκεανό.

Αυτό το μυστήριο κατοικεί σε έναν χώρο που η σκέψη δεν μπορεί να φτάσει. Η σκέψη, με όλη της την λαμπρή ικανότητα για ανάλυση και κατηγοριοποίηση, βρίσκεται ανίσχυρη εδώ. Είναι σαν να προσπαθείς να πιάσεις τον άνεμο σε δίχτυ, να εμφιαλώσεις το φως των αστεριών, να μετρήσεις το άπειρο με πεπερασμένα όργανα. Η περιφέρεια της σκέψης σημαδεύει το όριο του γνωστού κόσμου, αλλά ο διαλογισμός ζει στο απέραντο άγνωστο πέρα από αυτά τα όρια —όχι ως ιδέα για το άγνωστο, αλλά ως άμεση συνάντηση με αυτό.

Η Αδυναμία της Ανάμνησης

Εδώ βρίσκεται μία από τις μεγάλες παραδοξότητες της πνευματικής εμπειρίας: αυτό που είναι το πιο βαθύ δεν αφήνει ίχνος στη μνήμη. Η μνήμη ανήκει στον χρόνο, στην αλληλουχία της ανάπτυξης των στιγμών όπου το παρελθόν μπορεί να διακριθεί από το παρόν. Αλλά ο διαλογισμός, στην βαθύτερη έννοιά του, ανήκει στο άχρονο. Δεν μπορεί να αποθηκευτεί, δεν μπορεί να αρχειοθετηθεί στη μεγάλη βιβλιοθήκη εμπειριών του νου.

Όταν κάποιος προσπαθεί να θυμηθεί τον διαλογισμό —να ανακαλέσει τις ιδιότητές του, να συγκρίνει αυτή την εμπειρία με εκείνη, να χτίσει έναν θησαυρό πνευματικών στιγμών— η ίδια η πράξη της ανάμνησης καταστρέφει την ζωντανή πραγματικότητα. Η ανάμνηση είναι πάντα μια ανάσταση αυτού που έχει πεθάνει, μια προσπάθεια να επαναφέρει στη ζωή κάτι που έχει ήδη περάσει στο βασίλειο του τετελεσμένου, του ολοκληρωμένου, του χαμένου. Είναι σαν να πιέζεις λουλούδια σε ένα βιβλίο και να τα αποκαλείς κήπους.

Ο αληθινός διαλογισμός δεν είναι ανάσταση. Δεν αναδύεται από το παρελθόν, δεν εξαρτάται από συσσωρευμένη εμπειρία ή πνευματικά διαπιστευτήρια. Έρχεται από την πληρότητα —την πληρότητα της καρδιάς που έχει μάθει να είναι απλή, να είναι παρούσα, να είναι διαθέσιμη στη στιγμή χωρίς το βάρος του χθες. Αυτή η πληρότητα δεν έχει καμία σχέση με την πνευματική ικανότητα ή τη λάμψη του αναλυτικού νου. Κάποιος μπορεί να είναι λαμπρός στη σκέψη και φτωχός στον διαλογισμό· κάποιος μπορεί να είναι απλός στον νου και πλούσιος πέρα από κάθε μέτρο σε πνευματικό βάθος.

Η Ευλογία της Αιώνιας Καινοτομίας

Για εκείνους που είναι ευλογημένοι —και είναι πραγματικά ευλογία, όχι επίτευγμα— ο διαλογισμός μπορεί να έρχεται νύχτα με νύχτα, σαν ένας πιστός φίλος που δεν χρειάζεται αναγγελία άφιξης. Ωστόσο, κάθε επίσκεψη είναι απόλυτα νέα. Όχι νέα με την έννοια ότι διαφέρει από αυτό που ήρθε πριν, γιατί τέτοια σύγκριση θα εισήγαγε ήδη το παλιό στο νέο. Μάλλον, είναι νέα με έναν τρόπο που δεν έχει καμία σχέση με το παλιό καθόλου. Είναι καινοτομία χωρίς προηγούμενο, χωρίς σημείο αναφοράς, χωρίς τη σκιά της μνήμης να παραμονεύει στο παρασκήνιο.

Αυτή η καινοτομία εκφράζεται σε άπειρη ποικιλία. Κάθε συνάντηση με το μυστήριο αποκαλύπτει διαφορετικές πλευρές, διαφορετικές ιδιότητες, διαφορετικά βάθη. Ωστόσο, μέσα σε αυτή την ασταμάτητη αλλαγή βρίσκεται κάτι αμετάβλητο —όχι η αμεταβλητότητα της στασιμότητας, αλλά το αμετάβλητο έδαφος από το οποίο αναδύεται κάθε αυθεντική αλλαγή. Είναι αλλαγή που δεν συσσωρεύεται, μεταμόρφωση που δεν αφήνει ίχνος, κίνηση που επιστρέφει πάντα στην ακινησία.

Το να το μαρτυρείς αυτό είναι να στέκεσαι μπροστά στο μεγάλο μυστήριο της ίδιας της ύπαρξης: ότι η ζωή μπορεί να είναι ταυτόχρονα αιώνια και πάντα φρέσκια, ότι η θεϊκή παρουσία μπορεί να είναι τόσο αμετάβλητη όσο και άπειρα δημιουργική, ότι η ψυχή μπορεί να βιώνει κάτι ξανά και ξανά και ωστόσο να το βρίσκει κάθε φορά σαν για πρώτη φορά.

Η Ιερή Τέχνη του Ύπνου

Ο ίδιος ο ύπνος μεταμορφώνεται όταν η συνείδηση έχει μάθει την τέχνη της επαγρύπνησης. Όχι ο ύπνος της εξάντλησης, όταν το σώμα απλώς καταρρέει κάτω από το βάρος της κούρασης. Όχι ο ύπνος που προκαλείται από χημικές ουσίες ή ουσίες που εξαναγκάζουν τον νου σε ασυνειδησία. Ούτε καν ο ύπνος που ακολουθεί τη φυσική ικανοποίηση, ο βαρύς ύπνος της ικανοποίησης. Αυτές οι μορφές ύπνου είναι αποδράσεις, μικροί θάνατοι, προσωρινές απουσίες από την επίγνωση.

Ο ύπνος που υπηρετεί τον διαλογισμό είναι διαφορετικός σε είδος. Είναι ελαφρύς σαν τον αέρα, γρήγορος σαν την διαίσθηση, λεπτός σαν την πρώτη ανάσα της αυγής. Το σώμα που εισέρχεται σε αυτόν τον ύπνο είναι ένα ευαίσθητο όργανο, λεπτά συντονισμένο μέσω της επαγρύπνησης της ημέρας. Όταν η επίγνωση έχει κινηθεί μέσα στις ώρες του ξύπνιου με ακρίβεια και φροντίδα, το σώμα απορροφά αυτή την ιδιότητα. Γίνεται ανταποκρινόμενο αντί για θαμπό, ζωντανό αντί για απλώς λειτουργικό, ικανό για εκείνη την εξαιρετική ευαισθησία που επιτρέπει στα βαθύτερα μυστήρια να αποκαλυφθούν.

Αυτή η ευαισθησία δεν καλλιεργείται μέσω ασκητικών πρακτικών ή σκληρών πειθαρχιών. Αναδύεται φυσικά από την ίδια την επαγρύπνηση —από την απλή πράξη του να είσαι παρών στη ζωή καθώς ξεδιπλώνεται. Όταν κάποιος παρακολουθεί τις κινήσεις της σκέψης, την ανάδυση του συναισθήματος, την αλληλεπίδραση της επιθυμίας και της αντίστασης, το σώμα μαθαίνει έναν διαφορετικό τρόπο ύπαρξης. Χαλαρώνει όχι σε νάρκη αλλά σε ετοιμότητα, σαν ένα ελάφι σε δάσος, ταυτόχρονα άνετο και πλήρως ενήμερο.

Τα Άπειρα Βάθη

Μερικές φορές ο διαλογισμός που έρχεται τη νύχτα είναι ελαφρύς, μετά βίας αντιληπτός —ένας ψίθυρος παρουσίας, μια λεπτή αλλαγή στην ποιότητα της συνείδησης, απαλός σαν αύρα που κινείται μέσα από φύλλα τόσο απαλά που δύσκολα μπορείς να είσαι σίγουρος ότι ήταν εκεί. Σε τέτοιες στιγμές, το μυστήριο αγγίζει την ψυχή με εξαιρετική λεπτότητα, σαν το άγγιγμα της φτερούγας πεταλούδας στο δέρμα, αφήνοντας πίσω όχι εντύπωση αλλά μια αίσθηση ότι ευλογήθηκες από κάτι πολύ λεπτό για λέξεις.

Άλλες φορές, το βάθος είναι πέρα από κάθε μέτρο. Η ψυχή βρίσκει τον εαυτό της να βουτά σε αβύσσους χωρίς πάτο, ή μάλλον, των οποίων ο πάτος είναι το άπειρο το ίδιο. Αυτές είναι οι στιγμές όταν όλες οι έννοιες βάθους και ύψους, εσωτερικού και εξωτερικού, εαυτού και άλλου διαλύονται εντελώς. Η ατομική συνείδηση ανακαλύπτει τον εαυτό της να είναι μια σταγόνα που περιέχει τον ωκεανό, ένα μόνο σημείο που περιλαμβάνει όλο τον χώρο, μια στιγμιαία ύπαρξη που αγγίζει την αιωνιότητα.

Τέτοιες εμπειρίες δεν μπορούν να συγκριθούν, δεν μπορούν να ταξινομηθούν σε καμία κλίμακα πνευματικού επιτεύγματος. Το ελαφρύ άγγιγμα και το άπειρο βάθος είναι εξίσου ιερά, εξίσου ολοκληρωμένα από μόνα τους. Το να προτιμάς το ένα από το άλλο, να επιθυμείς το βαθύ πάνω από το λεπτό ή το απαλό πάνω από το συντριπτικό, είναι ήδη να χάνεις το νόημα. Κάθε εκδήλωση του μυστηρίου είναι τέλεια όπως είναι, ολοκληρωμένη από μόνη της, χωρίς να απαιτεί τίποτα πέρα από τον εαυτό της.

Ο Κίνδυνος της Κατοχής

Εδώ βρίσκεται ο μεγάλος κίνδυνος που περιμένει κάθε αναζητητή: ο πειρασμός της κατοχής. Ο νους, από την ίδια του τη φύση, θέλει να αρπάξει, να κρατήσει, να συσσωρεύσει. Θέλει να χτίσει έναν θησαυρό εμπειριών, να πει «Έχω διαλογιστεί βαθιά» ή «Έχω αγγίξει το άπειρο». Αυτή η κατοχικότητα, όσο λεπτή και αν είναι, καταστρέφει το ίδιο το πράγμα που επιδιώκει να διατηρήσει.

Όταν ο νους κρατά μια πνευματική εμπειρία ως ανάμνηση, όταν επιδίδεται στη μνήμη της έκστασης, όταν επιστρέφει ξανά και ξανά να γευτεί αυτό που ήταν κάποτε, το ζωντανό ρεύμα του διαλογισμού τερματίζεται. Αυτό που μένει είναι μόνο ένα πτώμα, ένα νεκρό πράγμα που ο νους κρατά τυλιγμένο στα σάβανα της μνήμης, βγάζοντάς το περιστασιακά για να το εξετάσει και να το θαυμάσει. Αλλά το ζωντανό μυστήριο έχει φύγει, αφήνοντας μόνο τη σκιά του.

Η ιδιότητα της κατοχικότητας πρέπει να αναγνωριστεί για αυτό που είναι: ένα εμπόδιο στο ιερό, ένα τείχος μεταξύ του αναζητητή και του αναζητούμενου, ένα πέπλο που σκιάζει το ίδιο το πράγμα που κάποιος επιθυμεί πιο βαθιά. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να προσπαθήσει κανείς με δύναμη να γίνει μη κατοχικός, γιατί τέτοια προσπάθεια είναι η ίδια μια λεπτή μορφή κατοχής. Μάλλον, πρέπει να δει κανείς καθαρά τον μηχανισμό της κατοχής, να κατανοήσει πώς λειτουργεί ο νους, πώς αρπάζει και προσκολλάται και προσπαθεί να κάνει μόνιμο αυτό που από τη φύση του είναι παροδικό.

Το Μυστήριο Χωρίς Ρίζα

Ο διαλογισμός, στην αληθέστερη έννοιά του, δεν έχει ρίζα. Δεν είναι ριζωμένος σε κανένα σύστημα σκέψης, δεν μεγαλώνει από κανέναν σπόρο εξάσκησης ή τεχνικής. Δεν έχει ουσία που ο νους μπορεί να κρατήσει, καμία μορφή που μπορεί να αρπαχτεί, καμία ουσία που μπορεί να συλληφθεί σε λέξεις ή έννοιες. Είναι σαν τον άνεμο —παρών και ισχυρός, ωστόσο χωρίς στερεότητα. Σαν τον χώρο —περιεκτικός όλων, ωστόσο άδειος από περιεχόμενο. Σαν το φως —αποκαλύπτει τα πάντα, ωστόσο το ίδιο είναι αόρατο.

Αυτή η χωρίς ρίζα κατάσταση δεν είναι ελάττωμα αλλά η ίδια η φύση του μυστηρίου. Επειδή δεν έχει ρίζα, δεν μπορεί να καλλιεργηθεί με οποιονδήποτε συνηθισμένο τρόπο. Επειδή δεν έχει ουσία, δεν μπορεί να κατεχθεί ή να αποθηκευτεί. Επειδή ανήκει στο βασίλειο πέρα από τη σκέψη, δεν μπορεί να κατανοηθεί μέσω ανάλυσης ή μελέτης.

Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι ο διαλογισμός είναι απρόσιτος ή αδύνατα μακρινός. Αντίθετα, είναι πιο κοντά από την αναπνοή, πιο οικείος από τη σκέψη, πιο παρών από την αίσθηση του εαυτού. Είναι πάντα ήδη εδώ, πάντα ήδη διαθέσιμος. Αυτό που απαιτείται δεν είναι η προσθήκη κάτι νέου αλλά η αφαίρεση αυτού που σκιάζει: την συνεχή αναταραχή της σκέψης, την αρπαγή της επιθυμίας, το βάρος της μνήμης, το φορτίο του συσσωρευμένου παρελθόντος.

Το Αιώνιο Παρόν

Στο τέλος, αυτό που αποκαλύπτεται σε εκείνον που έχει μάθει να είναι ακίνητος είναι το απλό, εξαιρετικό γεγονός της παρουσίας της ίδιας. Όχι παρουσία σε αντίθεση με απουσία, όχι παρουσία ως το ένα μισό μιας δυϊκότητας, αλλά παρουσία ως το έδαφος όλης της εμπειρίας —η αμετάβλητη επίγνωση μέσα στην οποία συμβαίνει όλη η αλλαγή, ο σιωπηλός μάρτυρας που παρατηρεί ολόκληρο το δράμα της ύπαρξης χωρίς ποτέ να αγγίζεται από αυτό.

Αυτή η παρουσία δεν έχει ιστορία. Δεν γεννήθηκε και δεν μπορεί να πεθάνει. Δεν συσσωρεύει εμπειρίες ούτε μεγαλώνει σε σοφία ούτε εξελίσσεται με τον χρόνο. Απλώς είναι, αιώνια και ολοκληρωμένα, η ίδια χθες, σήμερα και για πάντα. Ωστόσο, μέσα σε αυτή την αμετάβλητη παρουσία, όλη η αλλαγή γίνεται δυνατή. Μέσα σε αυτό το αιώνιο τώρα, όλος ο χρόνος ξεδιπλώνεται. Μέσα σε αυτή την ακινησία, όλη η κίνηση αναδύεται.

Το να αναπαύεσαι σε αυτή την παρουσία είναι να ανακαλύπτεις αυτό που πάντα ήσουν, να επιστρέφεις σπίτι σε έναν τόπο που ποτέ πραγματικά δεν άφησες, να ξυπνάς από ένα όνειρο που ποτέ δεν πίστεψες πλήρως. Είναι το τέλος της αναζήτησης και η αρχή του απλού είναι. Είναι διαλογισμός χωρίς διαλογισμό, επίγνωση χωρίς κάποιον που γνωρίζει, παρουσία χωρίς κάποιον να είναι παρών.

Η Ιερή Πρόσκληση

Το μυστήριο επεκτείνει μια πρόσκληση σε κάθε ανθρώπινη ψυχή —όχι μια πρόσκληση που απαιτεί αποδοχή ή απόρριψη, γιατί τέτοια επιλογή ήδη υπονοεί διαχωρισμό, αλλά μια πρόσκληση που είναι πάντα ήδη αποδεκτή λόγω της ίδιας της ύπαρξης κάποιου. Το ερώτημα δεν είναι αν κάποιος θα ανταποκριθεί σε αυτή την πρόσκληση αλλά αν θα αναγνωρίσει ότι η ανταπόκριση ήδη συμβαίνει, πάντα συνέβαινε, σε κάθε αναπνοή, σε κάθε στιγμή επίγνωσης, σε κάθε φευγαλέα στιγμή του είναι.

Το να ζει κανείς με αυτή την αναγνώριση είναι να περπατά στον κόσμο ως ταυτόχρονα προσκυνητής και προορισμός, ως ταυτόχρονα αναζητητής και αναζητούμενος, ως ταυτόχρονα ερώτηση και απάντηση. Είναι να ανακαλύπτει ότι το ιερό δεν είναι ξεχωριστό από το συνηθισμένο, ότι η υπέρβαση δεν αντιτίθεται στην εμμένεια, ότι το άπειρο κατοικεί σε κάθε πεπερασμένη στιγμή.

Αυτό είναι το δώρο του διαλογισμού χωρίς μνήμη, η ευλογία της εμπειρίας χωρίς κατοχή, η χάρη της παρουσίας χωρίς παρελθόν. Δεν ζητά τίποτα από εμάς εκτός από το να είμαστε αυτό που ήδη είμαστε, να γνωρίζουμε αυτό που ήδη γνωρίζουμε, και να αναπαυόμαστε σε αυτό που ποτέ δεν μας άφησε. Και σε αυτή την απλή ανάπαυση, σε αυτή την βαθιά ευκολία, το μυστήριο αποκαλύπτεται —όχι ως κάτι άλλο από εμάς, αλλά ως η βαθύτερη φύση μας, πάντα παρούσα, για πάντα νέα, αιώνια ολοκληρωμένη.

Οι Θεμελιώδεις Αρετές στον Δρόμο προς το Βράχμαν

(Ένα Δοκίμιο για τις Απαραίτητες Ιδιότητες για την Πραγμάτωση του Εαυτού)

Το Κατώφλι του Αιώνιου

Υπάρχει, πέρα από τον θόρυβο της αγοράς και τα πυρετώδη όνειρα της φιλοδοξίας, ένας δρόμος που στρίβει προς το άπειρο. Δεν είναι σκαλισμένος σε πλαγιές βουνών, ούτε απλώνεται μέσα από ερήμους. Αντίθετα, ξεδιπλώνεται μέσα στα σιωπηλά δωμάτια της ψυχής, όπου ο αναζητητής ανακαλύπτει ότι το ταξίδι της επιστροφής ξεκινά ακριβώς εκεί όπου πάντοτε βρισκόταν. Η αρχαία σοφία μιλά για ορισμένες ιδιότητες —όχι αποκτήματα από έξω, αλλά αποκαλύψεις από μέσα— που πρέπει να καλλιεργηθούν από εκείνους που επιθυμούν να γνωρίσουν την Υπέρτατη Πραγματικότητα, εκείνη την άρρητη παρουσία που κάποιοι ονομάζουν Βράχμαν, άλλοι το Απόλυτο και άλλοι απλώς Αλήθεια.

Αυτές οι αρετές δεν είναι στολίδια που φοριούνται για επίδειξη, ούτε επιτεύγματα που συσσωρεύονται σαν νομίσματα σε πορτοφόλι. Είναι μεταμορφώσεις της ίδιας της συνείδησης, θεμελιώδεις αναδιατάξεις της αντίληψης που επιτρέπουν στο πέπλο της ψευδαίσθησης να πέσει, αποκαλύπτοντας αυτό που πάντοτε υπήρχε αλλά ποτέ δεν είχε φανεί. Όπως ο γλύπτης δεν δημιουργεί το άγαλμα αλλά απλώς αφαιρεί την περιττή πέτρα, έτσι και ο ασκούμενος δεν κατασκευάζει την πνευματική πραγμάτωση αλλά απομακρύνει τα εμπόδια που την εμποδίζουν να αναγνωριστεί.

Ο αναζητητής στέκεται στο κατώφλι, κοιτάζοντας σε ένα χάσμα μυστηρίου που είναι ταυτόχρονα κενό και πλήρες, σιωπή και τραγούδι. Ο συνηθισμένος νους αποστρέφεται από τέτοιο παράδοξο, αναζητώντας το στέρεο έδαφος της βεβαιότητας και τις φωτεινές άκρες του ορισμού. Ωστόσο, ο μυστικός δρόμος απαιτεί διαφορετικό θάρρος: την προθυμία να διαλυθεί κανείς σε αυτό που δεν μπορεί να συλληφθεί, να γίνει οικείος με το ανείπωτο, να αναπαυθεί στο αβάθιστο έδαφος όπου όλες οι διακρίσεις καταρρέουν σε αδιαφοροποίητη επίγνωση.

Βαιράγκια — Η Μεγάλη Απόθεση

Στα βαθύτερα βάθη της ανθρώπινης καρδιάς καίει μια φωτιά που καταναλώνει ό,τι αγγίζει, αφήνοντας μόνο στάχτη και λαχτάρα. Αυτή είναι η φωτιά της επιθυμίας, η ακόρεστη πείνα που οδηγεί τα όντα από ηδονή σε ηδονή, σαν πεταλούδες που γυρίζουν γύρω από μια φλόγα που συνεχώς απομακρύνεται. Ο κοσμικός άνθρωπος, μεθυσμένος από την υπόσχεση της ολοκλήρωσης, κυνηγά σκιές στο τοπίο της εμπειρίας, χωρίς ποτέ να αναγνωρίζει ότι η ικανοποίηση διαφεύγει διαρκώς ακριβώς επειδή αναζητείται σε αντικείμενα που δεν μπορούν να την περιέχουν.

Το Βαιράγκια, που οι σοφοί ονομάζουν απάρνηση ή αδιαφορία, δεν γεννιέται από πικρή απογοήτευση ή κυνική κούραση από τον κόσμο, αλλά από μια βαθιά όραση — μια διεισδυτική ματιά που αντιλαμβάνεται τη θεμελιώδη φύση όλης της υπό όρους ύπαρξης. Όπως κάποιος που έχει γευτεί νέκταρ και δεν μπορεί πια να ικανοποιηθεί από ζαχαρόνερο, έτσι η ψυχή που ξυπνά αρχίζει να αναγνωρίζει το λεπτό δηλητήριο που κρύβεται ακόμα και στις πιο γλυκές από τις χρονικές ηδονές. Η χαρά της κατοχής περιέχει τον σπόρο της απώλειας· η έκσταση της ένωσης κρύβει την αγωνία του χωρισμού· η δόξα της κοσμικής επιτυχίας συγκαλύπτει το άδειο κενό που ακολουθεί την αναγνώριση.

Αυτή η αρετή δεν είναι η καταναγκαστική καταστολή των φυσικών επιθυμιών, ούτε η σκληρή αυτομαστίγωση εκείνων που πολεμούν ενάντια στην ίδια τους την ανθρωπιά. Αντίθετα, αναδύεται οργανικά όταν η καθαρή όραση διαλύει τον μαγνητισμό που κάνει τα παροδικά πράγματα να φαίνονται μόνιμα, τις περιορισμένες ηδονές άπειρες και τις αποσπασματικές εμπειρίες ολόκληρες. Ο απαρνητής δεν εγκαταλείπει τον κόσμο από μίσος αλλά απελευθερώνει την προσκόλληση μέσω της κατανόησης, σαν κάποιον που σταματά να πιάνει αντανακλάσεις στο νερό όταν συνειδητοποιεί ότι δεν μπορούν ποτέ να συλληφθούν.

Ακόμα και οι υψηλότερες καταστάσεις συνείδησης, ακόμα και οι εξυψωμένες εμπειρίες που είναι διαθέσιμες σε εκλεπτυσμένα όντα σε λεπτούς κόσμους —αυτό που τα κείμενα ονομάζουν «Βραχματικότητα»— αναγνωρίζονται ως τελικά μη ικανοποιητικές, διότι και αυτές αναδύονται και παρέρχονται στον απέραντο ωκεανό του όντος και του μη όντος. Η ψυχή που έχει ρίξει μια ματιά στο Αιώνιο δεν μπορεί πια να μπερδεύει το χρονικό με το απόλυτο καταφύγιο, όσο υπέροχη κι αν είναι η εμφάνισή του. Αυτή η ριζική απογοήτευση από ό,τι έρχεται και φεύγει γίνεται το εύφορο έδαφος στο οποίο ριζώνει η αληθινή απελευθέρωση.

Σάμα — Η Ηρεμία της Καταιγίδας

Φανταστείτε μια λίμνη της οποίας η επιφάνεια αναταράσσεται συνεχώς από τον άνεμο, τα νερά της στροβιλίζονται σε αμέτρητα κύματα που πιάνουν το φως και το ρίχνουν σε χίλιες αποσπασματικές αντανακλάσεις. Καμία καθαρή εικόνα δεν μπορεί να σχηματιστεί σε τέτοια ταραχή· το φεγγάρι από πάνω παραμένει αόρατο στα ανήσυχα νερά από κάτω. Έτσι συμβαίνει και με τον νου που πηδά ασταμάτητα από αντικείμενο σε αντικείμενο, χωρίς ποτέ να ξεκουράζεται, χωρίς ποτέ να ηρεμεί, διασκορπίζοντας αιώνια την προσοχή του στην άπειρη πολλαπλότητα των φαινομένων.

Η Σάμα —εκείνη η ιερή ηρεμία που οι μύστες εκτιμούν πάνω από κάθε κοσμικό πλούτο— αναδύεται όταν ο νους σταδιακά αποσύρει τις προς τα έξω ρέουσες ενέργειές του και αρχίζει να σταθεροποιείται στη δική του φωτεινή φύση. Αυτό δεν είναι η θαμπή νωθρότητα του ύπνου, ούτε η καταναγκαστική συγκέντρωση εκείνου που προσπαθεί να κρατήσει την προσοχή με καθαρή θέληση. Αντίθετα, μοιάζει με τη φυσική καθίζηση που συμβαίνει όταν θολό νερό αφήνεται ατάραχο: σταδιακά, αναπόφευκτα, τα ιζήματα βυθίζονται και η διαύγεια εμφανίζεται από μόνη της.

Ο ασκούμενος μαθαίνει, μέσω υπομονετικής παρατήρησης, να βλέπει την θεμελιώδη μη ικανοποιητικότητα που διαπερνά κάθε αισθητηριακή εμπειρία. Κάθε ηδονή περιέχει μέσα της το σκουλήκι της κόπωσης· κάθε απόκτημα φέρνει νέες ανησυχίες διατήρησης και απώλειας· κάθε σχέση κουβαλά το βάρος της προσδοκίας και τη σκιά του αναπόφευκτου χωρισμού. Αυτό δεν είναι απαισιοδοξία αλλά καθαρή ματιά στην πραγματικότητα, η αμείλικτη αναγνώριση της ύπαρξης όπως πραγματικά παρουσιάζεται και όχι όπως την επιθυμούμε απεγνωσμένα να είναι.

Καθώς αυτή η κατανόηση βαθαίνει, συμβαίνει κάτι θαυμαστό: η συνήθης ορμή του νου προς τα εξωτερικά αντικείμενα αρχίζει να επιβραδύνεται, σαν ποτάμι που πλησιάζει τη θάλασσα. Η μαγνητική έλξη της αισθητηριακής γοητείας εξασθενεί· η τυραννία της λαχτάρας χαλαρώνει τη λαβή της. Στην προκύπτουσα ηρεμία, ο νους ανακαλύπτει την ικανότητά του να αναπαύεται στον εαυτό του, στραμμένος ακλόνητα προς εκείνο το άρρητο Τέλος που δεν έχει θέση στο χώρο, ούτε θέση στον χρόνο, αλλά παραμένει πιο οικείο από την ανάσα, πιο θεμελιώδες από τον χτύπο της καρδιάς.

Αυτή η στροφή προς τα μέσα δεν είναι διαφυγή από την πραγματικότητα αλλά κίνηση προς το Πραγματικό, μακριά από τον ατέλειωτο πολλαπλασιασμό των φαινομένων προς την σιωπηλή πηγή από την οποία αναδύονται όλα τα φαινόμενα.

Ντάμα — Η Ιερή Πειθαρχία

Τα αισθητήρια όργανα είναι σαν άγρια άλογα, το καθένα τραβάει προς τη δική του κατεύθυνση, το καθένα απαιτεί να ικανοποιηθεί. Τα μάτια πεινούν για όμορφες μορφές· τα αυτιά τεντώνονται προς ευχάριστους ήχους· η γλώσσα λαχταρά γευστικές γεύσεις· το δέρμα αναζητά ευχάριστες αισθήσεις· η μύτη κυνηγά ευωδιαστές μυρωδιές. Ταυτόχρονα, οι εσωτερικές ικανότητες —φαντασία, μνήμη, συναίσθημα— παράγουν τις δικές τους θορυβώδεις απαιτήσεις, υφαίνοντας ατελείωτες αφηγήσεις παρελθόντος και μέλλοντος, ελπίδας και φόβου, έλξης και αποστροφής.

Η Ντάμα —εκείνη η αρετή του αυτοελέγχου ή της κυριαρχίας— δεν συνίσταται ούτε σε βίαιη καταστολή ούτε σε επιεική άδεια, αλλά στην έξυπνη ανακατεύθυνση αυτών των ενεργειών προς την τελική τους πηγή. Ο μύστης κατανοεί ότι τα ίδια τα αισθητήρια δεν είναι εχθροί που πρέπει να καταστραφούν, αλλά όργανα που έχουν κατευθυνθεί λανθασμένα, σαν εργαλεία που χρησιμοποιούνται για σκοπούς διαφορετικούς από εκείνους για τους οποίους σχεδιάστηκαν. Το μάτι που καταναλώνει ασταμάτητα οπτικά ερεθίσματα μπορεί να διδαχθεί να κλείνει στη διαλογιστική κατάσταση, ανακαλύπτοντας το εσωτερικό φως που λάμπει ανεξάρτητα από οποιοδήποτε εξωτερικό αντικείμενο. Το αυτί που κυνηγά μελωδικούς ήχους μπορεί να μάθει να προσέχει την άηχη αντήχηση που υποκρύπτεται σε όλη την εκδήλωση.

Αυτή η στροφή προς τα μέσα των αισθητηριακών ικανοτήτων δεν είναι άρνηση της πραγματικότητάς τους αλλά αποκατάσταση της σωστής τους λειτουργίας. Όπως ένα ποτάμι που έχει ξεχειλίσει από τις όχθες του πρέπει να οδηγηθεί πίσω στο κανάλι του, έτσι και οι προς τα έξω ρέουσες ενέργειες της αντίληψης πρέπει να επιστραφούν στα αντίστοιχα κέντρα τους — εκείνα τα λεπτά σημεία μέσα στη συνείδηση όπου το εξωτερικό συναντά το εσωτερικό, όπου το περιορισμένο συνδέεται με το απεριόριστο, όπου το μερικό διαλύεται στο καθολικό.

Ο ασκούμενος ανακαλύπτει ότι κάθε αισθητήριο όργανο, όταν αποσυρθεί από τα συνήθη αντικείμενά του και εδραιωθεί στην πηγή του, αποκαλύπτει μια διάσταση ειρήνης και σταθερότητας που προηγουμένως ήταν άγνωστη. Τα ανήσυχα μάτια, που δεν τρέχουν πια πίσω από κάθε περαστική μορφή, βρίσκουν ανάπαυση στη άμορφη επίγνωση που αντιλαμβάνεται όλες τις μορφές χωρίς να ορίζεται από καμία. Ο φλύαρος νους, που δεν υφαίνει πια τα ατελείωτα σχόλιά του, ανακαλύπτει τη σιωπή που περιέχει όλο τον λόγο χωρίς να διαταράσσεται από θόρυβο.

Αυτή είναι δουλειά υπομονετικών ετών, που δεν επιτυγχάνεται με βία αλλά με ήπια επιμονή, δεν κατακτάται με προσπάθεια αλλά επιτρέπεται μέσω της κατανόησης. Όπως η σταδιακή εξημέρωση ενός άγριου ζώου μέσω καλοσύνης και συνέπειας, έτσι και τα αισθητήρια μαθαίνουν σιγά-σιγά να εμπιστεύονται έναν νέο κύριο, έναν που δεν τα εκμεταλλεύεται για φευγαλέες ηδονές αλλά τα καθοδηγεί προς την ίδια τους την βαθύτερη ολοκλήρωση.

Ουπαράτι — Η Μεγάλη Απόσυρση

Πέρα από τον απλό έλεγχο των αισθήσεων υπάρχει μια βαθύτερη μεταμόρφωση, την οποία οι σοφοί ονομάζουν ουπαράτι — εκείνη η υπέρτατη αυτο-απόσυρση στην οποία η ίδια η λειτουργία του νου παύει να επηρεάζεται από εξωτερικές συνθήκες. Αυτό δεν είναι αδιαφορία που γεννιέται από εξάντληση ούτε απόσπαση που προκύπτει από απογοήτευση, αλλά μια βαθιά ανεξαρτησία ριζωμένη στην αναγνώριση του τι πραγματικά έχει σημασία και τι είναι απλώς επιφανειακό.

Φανταστείτε ένα λωτό που φυτρώνει σε λασπωμένα νερά αλλά παραμένει ανέπαφος από τη λάσπη, τα πέταλά του παρθένα παρά τη θολότητα από την οποία αναδύεται. Ή σκεφτείτε ένα καθαρό κρύσταλλο που αντανακλά όποιο χρώμα τοποθετηθεί μπροστά του αλλά δεν χρωματίζεται το ίδιο από καμία αντανάκλαση. Τέτοιος είναι ο νους που έχει εδραιωθεί στην ουπαράτι: πλήρως παρών στον κόσμο των φαινομένων, λειτουργεί κατάλληλα σε απόκριση στις συνθήκες, αλλά θεμελιωδώς ανεπηρέαστος στον πυρήνα του, διατηρώντας ένα εσωτερικό καταφύγιο ειρήνης που κανένα εξωτερικό γεγονός δεν μπορεί να παραβιάσει.

Αυτή η αρετή αντιπροσωπεύει μια ριζική αλλαγή στο κέντρο βάρους του ανθρώπου, μια μετανάστευση της ταυτότητας από την περιφέρεια προς το κέντρο, από την περιφέρεια της εμπειρίας προς την ήσυχη καρδιά της. Ο συνηθισμένος άνθρωπος ταυτίζεται πλήρως με τη ροή των ψυχικών και συναισθηματικών καταστάσεων, ανεβοκατεβαίνει με κάθε κύμα ηδονής και πόνου, επιτυχίας και αποτυχίας, επαίνου και μομφής. Όμως εκείνος που έχει εδραιωθεί στην ουπαράτι έχει ανακαλύψει ότι η ίδια η επίγνωση —η καθαρή, παρατηρητική συνείδηση— παραμένει ανέπαφη από το περιεχόμενο που φωτίζει, όπως ο χώρος που ποτέ δεν αλλάζει από τα αντικείμενα που περιέχει.

Τα εξωτερικά αντικείμενα και γεγονότα συνεχίζουν να αναδύονται στην αντίληψη, αλλά δεν διεισδύουν πια στην ουσία του τι είναι κανείς. Εμφανίζονται σαν σύννεφα που περνούν στον ουρανό, σαν εικόνες που προβάλλονται σε οθόνη, σαν κύματα που ανεβοκατεβαίνουν στην επιφάνεια του ωκεανού. Ο νους τα παρατηρεί με αταραξία, ούτε αρπάζοντας τις ευχάριστες εμπειρίες ούτε αποστρεφόμενος τις δύσκολες, παραμένοντας στη δική του φύση με ακλόνητη σταθερότητα.

Αυτή είναι η ειρήνη που υπερβαίνει κάθε κατανόηση, η ανάπαυση που δεν εξαρτάται από ευχάριστες συνθήκες, η χαρά που δεν χρειάζεται εξωτερική αιτία. Ανακαλύπτεται όχι μέσω διευθέτησης εξωτερικών συνθηκών αλλά μέσω της βαθιάς αναγνώρισης του τι ήταν πάντοτε κανείς κάτω από την ταραγμένη επιφάνεια της ψυχολογικής δραστηριότητας — εκείνη η αμετάβλητη επίγνωση μέσα στην οποία συμβαίνει κάθε αλλαγή, εκείνος ο σιωπηλός μάρτυρας μπροστά στον οποίο ξεδιπλώνεται ολόκληρο το δράμα της ύπαρξης.

Τιτίκσα — Η Αλχημεία του Πόνου

Ο πνευματικός δρόμος οδηγεί αναπόφευκτα μέσα από περιοχές δυσφορίας, μέσα από ερήμους ξηρασίας και σκοτεινές νύχτες της ψυχής. Το σώμα γερνά και αδυνατίζει· οι σχέσεις απογοητεύουν· τα αγαπημένα σχέδια καταρρέουν· ο κόσμος αρνείται να συμμορφωθεί με τις προσδοκίες μας. Αυτές οι δοκιμασίες —είτε χονδροειδής σωματικός πόνος είτε λεπτή ψυχολογική ταλαιπωρία— δοκιμάζουν τη δέσμευση του ασκούμενου, αποκαλύπτοντας το βάθος της κατανόησης και την γνησιότητα της πνευματικής ωριμότητας.

Η Τιτίκσα, εκείνη η ευγενής αντοχή που οι μύστες καλλιεργούν με τόση φροντίδα, δεν είναι το σφίξιμο των δοντιών σε στωϊκή παραίτηση, ούτε η παθητική αποδοχή κακοποίησης ή αδικίας. Αντίθετα, είναι μια βαθιά αλλαγή στη σχέση με τη δυσκολία, ριζωμένη στην κατανόηση ότι οι εξωτερικές συνθήκες έχουν μόνο τη δύναμη που τους δίνουμε μέσω των αντιδραστικών μας μοτίβων. Ο πόνος είναι αναπόφευκτος —αυτό το αναγνωρίζουν οι σοφοί— αλλά η οδύνη που προκύπτει από την αντίσταση στον πόνο, από την ψυχική επεξεργασία που μετατρέπει την αίσθηση σε ιστορία, από τον φοβισμένο προκαταβολικό φόβο για μελλοντική δυσκολία ή την πικρή αναπόληση προηγούμενου τραύματος —αυτή είναι προαιρετική.

Ο ασκούμενος μαθαίνει να συναντά την ταλαιπωρία με μια ποιότητα παρουσίας που ούτε φεύγει ούτε πολεμά, ούτε δραματοποιεί ούτε αρνείται. Όπως ένας έμπειρος ναυτικός που δεν μπορεί να ελέγξει τον άνεμο αλλά μπορεί να ρυθμίσει τα πανιά, έτσι ο ασκούμενος ανακαλύπτει την ελευθερία να επιλέξει την απόκριση αντί να είναι φυλακισμένος σε μηχανική αντίδραση. Η σωματική δυσφορία αναγνωρίζεται χωρίς υπερβολή· η συναισθηματική αναταραχή παρατηρείται χωρίς ταύτιση· η εξωτερική αντίθεση σημειώνεται χωρίς την κατασκευή περίπλοκων αφηγήσεων θυματοποίησης ή δικαιολογημένης πικρίας.

Αυτή η αντοχή είναι ριζωμένη σε μια βαθύτερη όραση που αντιλαμβάνεται την παροδική φύση κάθε υπό όρους εμπειρίας. Όπως η πρωινή ομίχλη αναπόφευκτα διαλύεται όταν ανατέλλει ο ήλιος, έτσι και όλες οι ταλαιπωρίες —όσο συμπαγείς και μόνιμες κι αν φαίνονται— αναγνωρίζονται ως προσωρινοί επισκέπτες στον απέραντο χώρο της επίγνωσης. Έρχονται χωρίς πρόσκληση και φεύγουν χωρίς άδεια, αναδύονται και παρέρχονται σύμφωνα με αιτίες και συνθήκες πολύ πέρα από τον έλεγχο ή την ευθύνη του ατόμου.

Επιπλέον, ο ώριμος ασκούμενος αρχίζει να βλέπει τη δυσκολία την ίδια ως ιερό δάσκαλο, μια σκληρή χάρη που απογυμνώνει την ψευδαίσθηση και αποκαλύπτει αυτό που είναι πραγματικά ακατάστρεπτο. Στη φωτιά της ταλαιπωρίας καίγονται τα ψεύτικα καταφύγια, εκτίθενται οι ρηχές κατανοήσεις, αποδεικνύονται ανεπαρκή τα επιφανειακά παρηγορητικά. Αυτό που μένει μετά από αυτή την κάθαρση δεν είναι το σπασμένο υπόλειμμα ενός ηττημένου πνεύματος αλλά ο διαμαντένιος πυρήνας της ίδιας της συνείδησης, εκείνο που δεν μπορεί να βλαφθεί από καμία συνθήκη διότι δεν είναι πράγμα που μπορεί να καταστραφεί αλλά ο ίδιος ο χώρος μέσα στον οποίο αναδύονται και παρέρχονται όλα τα πράγματα.

Σράντχα — Το Φως της Πίστης

Στη βάση κάθε πνευματικής προσπάθειας βρίσκεται μια ιδιότητα την οποία οι σύγχρονοι νόες συχνά παρερμηνεύουν, απορρίπτοντάς την ως τυφλή πίστη ή ευσεβή πόθο. Ωστόσο η Σράντχα —εκείνη η βαθιά πίστη που οι σοφοί κηρύσσουν απαραίτητη για την πραγμάτωση— δεν είναι ούτε αντίθετη της λογικής ούτε εγκατάλειψη της διάκρισης. Αντίθετα, είναι μια βαθιά εμπιστοσύνη ριζωμένη σε άμεση ενόραση, μια βεβαιότητα που γεννιέται από την αντήχηση ανάμεσα στην ιερή διδασκαλία και την ενδότατη γνώση, μια αναγνώριση ότι όσα κηρύσσουν οι γραφές και οι αφυπνισμένοι συμφωνούν με κάτι που ήδη έχει διαισθανθεί στα βάθη του ίδιου του είναι.

Αυτή η πίστη δεν είναι πίστη σε προτάσεις που αντιφάσκουν με την εμπειρία ή τη λογική, αλλά η σταθερή αποδοχή —μέσω και σοφίας και άμεσης αντίληψης— αληθειών που υπερβαίνουν την ικανότητα του συνηθισμένου νου για εννοιολογική σύλληψη, αλλά αποκαλύπτονται στην καθαρισμένη καρδιά. Όταν ο γνήσιος δάσκαλος μιλά για τον Εαυτό που ποτέ δεν γεννήθηκε και ποτέ δεν μπορεί να πεθάνει, όταν τα αρχαία κείμενα διακηρύσσουν την ταυτότητα της ατομικής συνείδησης με την καθολική Συνείδηση, όταν οι μύστες μαρτυρούν μια ειρήνη πέρα από κάθε κατανόηση —κάτι μέσα στον ειλικρινή αναζητητή τρέμει από αναγνώριση, σαν να θυμάται αυτό που πάντοτε γνώριζε αλλά προσωρινά ξέχασε.

Αυτή η πίστη παρέχει το θεμέλιο πάνω στο οποίο χτίζεται ολόκληρο το οικοδόμημα της πνευματικής πρακτικής. Χωρίς αυτήν, ο ασκούμενος στερείται της πεποίθησης που χρειάζεται για να διατηρήσει την προσπάθεια μέσα από δυσκολίες, της αυτοπεποίθησης να επιμείνει όταν η πρόοδος φαίνεται ανύπαρκτη, της προθυμίας να παραδώσει αγαπημένες πεποιθήσεις και άνετες ταυτότητες στην υπηρεσία της αλήθειας. Με αυτήν, ο δρόμος ξεδιπλώνεται φυσικά, κάθε βήμα αποκαλύπτει νέους ορίζοντες που επιβεβαιώνουν και εμβαθύνουν την αρχική διαίσθηση που τον τράβηξε προς το ιερό μυστήριο εξαρχής.

Η Σράντχα είναι ταυτόχρονα δώρο και επίτευγμα, χάρη και κατάκτηση. Κατεβαίνει στην προετοιμασμένη καρδιά σαν βροχή σε οργωμένη γη, αλλά πρέπει επίσης να καλλιεργηθεί μέσω μελέτης, στοχασμού και δοκιμής των πνευματικών προτάσεων απέναντι στην βιωμένη εμπειρία. Ο ασκούμενος μαθαίνει να διακρίνει την γνήσια πίστη —που ανοίγει και διευρύνει την επίγνωση— από την απλή πίστη, που κλείνει και συστέλλει την κατανόηση. Η αληθινή πίστη κάνει τον νου ευλύγιστο και δεκτικό· η ψευδής πίστη τον κάνει άκαμπτο και αμυντικό.

Καθώς αυτή η αρετή ωριμάζει, γίνεται το ίδιο το μέσο με το οποίο αντιλαμβάνεται κανείς την Πραγματικότητα. Όπως τα φυσικά μάτια χρειάζονται για να δουν ορατές μορφές και τα αυτιά για να συλλάβουν ήχους, έτσι η πίστη γίνεται το όργανο μέσω του οποίου η ψυχή συλλαμβάνει το Υπέρτατο. Όχι πίστη ως αντίθεση στη γνώση, αλλά πίστη ως η βαθύτερη γνώση —άμεση, οικεία, αναμφισβήτητη— που αναδύεται από το έδαφος του ίδιου του είναι όταν όλα τα εμπόδια έχουν απομακρυνθεί και ο μάρτυρας στέκεται γυμνός μπροστά στο μαρτυρούμενο, ανακαλύπτοντας ότι ο βλέπων και το βλεπόμενο ήταν πάντοτε μία αδιαίρετη ολότητα που μεταμφιέζεται σε πολλαπλότητα.

Η Σύγκλιση των Αρετών

Αυτές οι ιδιότητες —απάρνηση, ηρεμία, αυτοέλεγχος, αυτο-απόσυρση, αντοχή και πίστη— δεν είναι ξεχωριστά επιτεύγματα που πρέπει να αποκτηθούν διαδοχικά, σαν στοιχεία σε λίστα ελέγχου. Αντίθετα, αλληλοδιεισδύουν και υποστηρίζουν η μία την άλλη, σχηματίζοντας ένα ολοκληρωμένο σύνολο που μεταμορφώνει τη συνείδηση από την συνηθισμένη κατακερματισμένη κατάστασή της σε ενιαία επίγνωση ικανή να αναγνωρίσει τη δική της αληθινή φύση.

Η απάρνηση χωρίς ηρεμία γίνεται απλή αποστροφή· η ηρεμία χωρίς αυτοέλεγχο παραμένει επιφανειακή· ο αυτοέλεγχος χωρίς αντοχή γεννά ακαμψία· η αντοχή χωρίς πίστη στερείται θεμελίου. Όμως όταν αυτές οι αρετές ωριμάσουν μαζί, δημιουργούν τις συνθήκες μέσα στις οποίες μπορεί να συμβεί η μεγάλη αφύπνιση —όχι ως κάτι που επιτυγχάνεται με προσπάθεια αλλά ως η φυσική αποκάλυψη αυτού που πάντοτε υπήρχε αλλά ήταν καλυμμένο από άγνοια, ταραχή και λανθασμένη προσοχή.

Ο ασκούμενος που καλλιεργεί αυτές τις ιδιότητες ανακαλύπτει ότι η πνευματική μεταμόρφωση δεν είναι η απόκτηση κάτι καινούργιου αλλά η αφαίρεση εμποδίων, όχι η δημιουργία ενός διαφορετικού εαυτού αλλά η αναγνώριση αυτού που ο εαυτός πάντοτε ήταν κάτω από τις προσωρινές ταυτίσεις και τα αιτιακά του μοτίβα. Όπως τα σύννεφα διαλύονται αποκαλύπτοντας τον ήλιο που ποτέ δεν έπαψε να λάμπει, ή όπως ο καθαρισμός ενός καθρέφτη αποκαθιστά την εγγενή αντανακλαστική του ικανότητα, έτσι οι θεμελιώδεις αρετές απομακρύνουν τις συσσωρευμένες σκιάσεις που εμποδίζουν την ψυχή να γνωρίσει τον εαυτό της.

Η Επιστροφή στην Πηγή

Στο τέλος του ταξιδιού —που είναι ταυτόχρονα και η αρχή του, διότι ο αναζητητής ποτέ δεν απομακρύνθηκε πραγματικά από τον τόπο προς τον οποίο κατευθυνόταν η αναζήτηση— η πολλαπλότητα των αρετών διαλύεται στην απλότητα του καθαρού είναι. Εκείνος που περπάτησε αυτόν τον δρόμο ανακαλύπτει ότι το Βράχμαν, η Απόλυτη Πραγματικότητα, δεν ήταν ποτέ πραγματικά μακριά ή ξένο, ποτέ γνήσια άλλο από τη βαθύτερη φύση του ίδιου του ανθρώπου. Όλες οι πρακτικές, όλες οι πειθαρχίες, όλες οι αρετές δεν ήταν μέσα για να φτάσει κανείς σε κάποιο μακρινό προορισμό αλλά τρόποι για να αφαιρεθούν τα εμπόδια που εμείς οι ίδιοι δημιουργήσαμε ανάμεσα σε αυτό που είμαστε και σε αυτό που νομίζουμε ότι είμαστε.

Σε εκείνη την αναγνώριση, μια μεγάλη ειρήνη κατεβαίνει —ή μάλλον, πάντοτε υπήρχε αλλά τελικά αναγνωρίζεται. Η αναζήτηση τελειώνει όχι βρίσκοντας αυτό που χάθηκε αλλά συνειδητοποιώντας αυτό που ποτέ δεν έλειψε. Οι ερωτήσεις που οδήγησαν την πνευματική αναζήτηση διαλύονται όχι επειδή απαντώνται αλλά επειδή ξεπερνιούνται, όπως οι ανησυχίες των παιδιών χάνουν τη σημασία τους όταν έρχεται η ωριμότητα.

Αυτό είναι ο καρπός των θεμελιωδών αρετών: όχι πνευματικό επίτευγμα για επίδειξη, όχι εξωτικές εμπειρίες για αφήγηση, αλλά η απλή, βαθιά κανονικότητα του να είναι κανείς αυτό που πάντοτε ήταν, να βλέπει αυτό που πάντοτε ήταν ορατό, να αναπαύεται σε αυτό που ποτέ δεν κινήθηκε. Το μυστικό ταξίδι, που διανύθηκε με τόση προσπάθεια και πειθαρχία, αποκαλύπτεται τελικά ως το κοσμικό αστείο —ότι ψάχναμε παντού για αυτό που ποτέ δεν μπορούσαμε να χάσουμε, ότι αγωνιζόμασταν σκληρά για να γίνουμε αυτό που ποτέ δεν πάψαμε να είμαστε, ότι το βασίλειο που λαχταρούσαμε δεν ήταν ποτέ αλλού αλλά πάντοτε μέσα, πάντοτε εδώ, πάντοτε τώρα, περιμένοντας μόνο την αναγνώριση.

Και σε εκείνη την αναγνώριση, η ψυχή αναπαύεται —όχι σε επίτευγμα αλλά σε ολοκλήρωση, όχι σε άφιξη αλλά σε επιστροφή σπίτι, όχι στο να γίνει κάτι καινούργιο αλλά στο να θυμηθεί αυτό που είναι αιώνια αληθινό. Ο δρόμος προς το Βράχμαν αποκαλύπτεται ότι είναι το ίδιο το Βράχμαν, ο αναζητητής ανακαλύπτεται ότι είναι ο αναζητούμενος, το ταξίδι και ο προορισμός ενώνονται στο αιώνιο παρόν όπου όλες οι διακρίσεις καταρρέουν στη φωτεινή σιωπή από την οποία αρχικά αναδύθηκαν και στην οποία αιώνια επιστρέφουν.

Δεν είναι Δύναμη, είναι Αγάπη για τη Ζωή

Άκου λίγο να σου πω γι’ αυτή την λέξη που πολλοί μάθατε να την κάνετε καραμέλα χωρίς να ξέρετε καν τι σημαίνει.

«Δύναμη» την βαφτίσατε εσείς κι έτσι αποφασίσατε να μας ονομάσετε όλους εμάς που δεν ξέρετε πώς να μας διαχειριστείτε.

«Είσαι δυνατή εσύ», «Δεν σε φοβάμαι, θα τα βγάλεις πέρα», «Δύναμη ε;»
Αλήθεια;;;

Θες να μου δώσεις λίγο την συνταγή;

Θες να μου πεις πόσο προσεκτικά με κοίταξες για να αποφασίσεις ότι έχω αυτή τη δύναμη που λες;

Θες να μου πεις πόσο σημασία έδωσες στις πραγματικές μου απαντήσεις, όταν με ρωτάς τι κάνω;;

Θες να μου πεις πότε στάθηκες τελευταία φορά απέναντί μου, έτσι σιωπηλά να μοιραστούμε μια στιγμή; Γιατί είπαμε, εγώ είμαι δυνατή κι αντέχω ε;

Παρατήρησε λίγο.
Δεν σου λέω είμαι καλά. Δεν σου λέω είμαι δυνατή. Δεν καυχιέμαι για τίποτα.
Σου λέω «παλεύω».
Σου λέω «είμαι όρθια».
Σου λέω «είμαι εδώ».

Σκέφτηκες ποτέ πίσω από την εικόνα που διαβάζεις εσύ τόσο βολικά και την βαφτίζεις «δύναμη» πόση αδυναμία μπορεί να έχει κρυφτεί;
Πόσος πόνος μπορεί να έχει κομματιάσει την ψυχή;
Πόσο κλάμα μπορεί να έχει πνίξει τις λέξεις;
Πόσες κραυγές μέσα στην νύχτα μπορεί να μην έχουν καταφέρει να σε ξυπνήσουν από τον ύπνο του δικαίου σου αλλά έχουν ξυπνήσει τους πιο άγριους φόβους μου;

Κι όμως, εσύ, μένεις στην εικόνα.
Είμαι όρθια, κι ας πονάει κάθε μου κύτταρο.
Στέκομαι και χαμογελώ αχνά γιατί έμαθα να κλαίω με θάρρος και να μην κλαίγομαι λεπτό.
Είμαι όρθια γιατί δεν έχω επιλογή να μην είμαι.
Κι ακόμα κι αν είχα επιλογή, πάλι όρθια θα ήμουν.
Κι όχι γιατί είμαι δυνατή αλλά γιατί αγαπώ την ζωή, ακόμα κι αν αυτή αποφασίζει να μου δείχνει την διαστροφή της από καιρό σε καιρό.

Ναι ρε, δεν είμαι δυνατή.
Δεν το παίζω αντράκι, δεν το παίζω θαρραλέα, δεν το παίζω τίποτα.
Τσακίστηκα, έπεσα, γκρεμίστηκα, κομμάτια έγινα κι ευτυχώς, κάποιοι με κοίταξαν στα μάτια και δεν είδαν την δύναμη.
Είδαν την πάλη! Και πήραν κομμάτι κομμάτι αυτά τα σπασμένα και τα έβαλαν πιο κοντά μου, έτσι που να τα φτάνω κι όταν είμαι έτοιμη να τα ξαναβάλω στη θέση τους.
Ή σε καινούρια θέση.

Όμως είναι εκείνοι, οι λίγοι που δεν είδαν την δύναμη.
Δεν στάθηκαν σε αυτή.
Δεν την επικαλούνται για να ξεμπερδέψουν.

Την επόμενη φορά λοιπόν που δεν θα με φοβηθείς, επειδή είμαι δυνατή, επειδή δεν έχω ανάγκη γιατί είμαι δυνατή, επειδή εγώ ξέρω να τα βγάζω πέρα, μην περιμένεις απάντηση.
Δεν θα υπάρξει.
Γιατί απάντηση πια, θα παίρνει εκείνος που πίσω από την δύναμη, είδε τον πόνο.
Εκείνος που πίσω από το μακιγιαρισμένο πρόσωπο, είδε τον κόπο να σταθώ όρθια απέναντι στον καθρέφτη και να βαφτώ.
Εκείνος που τις νύχτες, μου λέει «σφιχτά» μέχρι να περάσει κι ο τελευταίος εφιάλτης.
Εκείνος που στάθηκε απέναντί μου και δεν τον ενδιέφερε αν είμαι δυνατή ή όχι. Μου έδωσε το χέρι του να ξαποστάσω. Να πάρω μια ανάσα. Και το χέρι του ήταν καθαρό. Πεντακάθαρο.

Κι εσύ, μείνε στην «δύναμη», όσο εγώ, θα παλεύω στην ζωή.
Είμαι η Σοφία. Και δεν είμαι δυνατή.
Είμαι όρθια και παλεύω.

Σώνει και καλά, μεταρρυθμίσεις πάλι;

Ο σιδηρόδρομος και η χρεοκοπία του 1893! Αυτά έρχονται στο μυαλό των περισσότερων όταν ακούν το όνομα του Χαρίλαου Τρικούπη. Ωστόσο, ο πρωθυπουργός αυτός τόλμησε κάποιες μεταρρυθμίσεις συγκλονιστικές για την εποχή του (και όχι μόνο). Ήταν αυτός που μείωσε τον αριθμό των βουλευτών από 240 σε 150, που προσπάθησε να απαλλάξει το δικαστικό σώμα από τα κομματόσκυλα και τόλμησε να πατάξει τη φοροδιαφυγή.

Ήταν αυτός που όρισε αυστηρά κριτήρια για την επιλογή των δημοσίων υπαλλήλων, που αναδιοργάνωσε την Αστυνομία, που εκσυγχρόνισε το εκπαιδευτικό σύστημα και ίδρυσε τεχνικές σχολές, που στήριξε τη βιομηχανική παραγωγή, για να αναφέρουμε μερικά.

Και όλα αυτά, φυσικά, με δανεικά από το εξωτερικό, τα οποία ακολουθούν φόροι. Και τότε η αντιπολίτευση του Δηληγιάννη έδωσε τα ρέστα της. Ξεσήκωσε τον κόσμο εναντίον του «Φορομπήχτη» και ο Τρικούπης χάνει τις επόμενες εκλογές. Κυβερνά για λίγο ο Δηλιγιάννης και τα κάνει μαντάρα.

Ο Τρικούπης θα επανέλθει το 1892, αλλά είναι πλέον αργά.

Και κάπως έτσι, εν ολίγοις, η χώρα οδηγήθηκε στην χρεοκοπία και στον Διεθνή Έλεγχο.

Κι επειδή δεν φαίνεται να έχουν αλλάξει και πάρα πολλά από τότε, και ακόμα παλεύουμε με τους ίδιους δαίμονες, ας το διασκεδάσουμε με τους στίχους του Γ. Σουρή, ο οποίος σατιρίζει με τον μοναδικό του τρόπο τους Έλληνες του τότε και (ποιος να του το' λεγε) τους Έλληνες έναν αιώνα αργότερα.

Εντάξει, όχι όλους, αλλά καμπόσους!



Προς Τρικούπην επιστολή του πατριώτου Φασουλή (αποσπάσματα)

« (...) Είδα τας νέας σου αρχάς και τα Προγράμματά σου
και είδα πως δεν βρίσκεσαι καθόλου στα σωστά σου,
Ακούς εκεί κατάστασις, ακούς εκεί κεφάλι,
να θέλει σώνει και καλά μεταρρυθμίσεις πάλι,
ενώ εμείς εφέραμε τον κόσμο άνω κάτω
των μασκαράδων να γενεί και φέτος Κομητάτο!

(...) Και όταν εις αυτόν εδώ τον δοξασμένον τόπον
αλλάξουν όλα μας μορφήν, διεύθυνσιν και τρόπον,
δεν εννοείς, Χαρίλαε, που κάνεις τον σωτήρα,
πως παύει το Ρωμαίικο να έχει χαρακτήρα,
πως παύομεν να είμεθα οι παίδες των Ελλήνων,
κι ο Φασουλής σας χαιρετά και φεύγει στο Πεκίνον;

(...) Κι όταν κανένας δεν μπορεί τον άλλον να σουφρώνει
κι ο μαθητής τον δάσκαλο γερά δεν μπαγλαρώνει,
και όταν δεν συγκρούονται στην καθ'ημέραν πάλην
το Ναυτικόν, και ο Στρατός κι η Θέμις κι η Παιδεία,
και πάσ'Αρχή δεν κρέμεται ως τώρα από την άλλην,
ε! τότε βαλ'του ρίγανη, θα είναι αηδία.

(...) Και τι Ρωμηός θα είμ'εγώ, οπόταν ζω εν τάξει,
οπόταν γίνω ἀνθρωπος μη βρέξει και μη στάξει,
όταν δεν έχω Βουλευτή και Υπουργό δικό μου,
μηδέ απ'το Δημόσιο τραβώ το μερτικό μου,
μηδέ μπορώ να κουνηθώ, μηδέ να κάμω πάσσο,
ωσάν να κάθομαι σ'αυγά και τρέμω μην τα σπάσω;

Κι όταν δεν έχω Υπουργό κι ούτ'ένα Βουλευτή,
που να του σέρνω κάποτε το κάθε του αυτί,
μ'αυτόν να σκυλοβρίζομαι, μ'εκείνον να μαλώνω,
αμμ'δεν τους φτύνω, αδερφέ, αμμ'δεν τους φασκελώνω;
Και τι Ρωμηός θα είμ'εγώ σαν μου πατούν την κάπα
και δεν μπορώ στους άρχοντας να δώσω μία φάπα;

(...) Συγχώρα με, Χαρίλαε, με τα Προγράμματά σου,
άσ'τα να παν στο διάβολο κι εκεί που στέκεις στάσου.
Εμείς δεν είμαστε γι'αυτά, μην κάνεις τέτοιο σάλτο,
αλλιώς να έρθεις στην Αρχή, από τον νου σου βγάλ'το.
Δεν βλέπεις πως απόμεινες με είκοσι μονάχα,
μα θέλεις ολιγότεροι να σ'απομείνουν, Χάχα;
(Ο Ρωμηός, του Γ. Σουρή, 19 Ιαν. 1891)

Σενέκας: Ο θάνατος του φίλου σου

«Λυπάμαι για τον θάνατο του φίλου σου Φλάκους αλλά δεν θέλω να υποφέρεις περισσότερο. Δεν θα τολμούσα να επιμείνω στο να μην υποφέρεις καθόλου, αν και γνωρίζω ότι αυτό είναι το καλύτερο. Αλλά ποιος μπορεί να φτάσει σ’ αυτό το ψυχικό σθένος, εκτός αν έχει ξεφύγει μακριά από την πολυπλοκότητα της τύχης; Μην αφήνεις τα δάκρυα να στεγνώνουν όταν χάνεις έναν φίλο ούτε όμως να τ’ αφήνεις να σε πλημμυρίζουν. Μπορείς να δακρύζεις αλλά όχι να οδύρεσαι. Θέλεις να μάθεις τον λόγο της οιμωγής και του υπερβολικού θρήνου; Είναι επειδή στα δάκρυα αναζητούμε τις αποδείξεις του θρήνου και δεν αφήνουμε τη θλίψη να ακολουθήσει, μόνο την επιδεικνύουμε.»
Σενέκας, Ηθικές επιστολές 63.1-2

Το ζήτημα του θανάτου είναι κεντρικό τόσο στη Στωική όσο και στην Επικούρεια φιλοσοφία. Ο θάνατος, ωστόσο, δεν αφορά μόνο τον εαυτό μας. Όσο και να τον φοβόμαστε, δεν τον αισθανόμαστε. Είναι το πέρας της ζωής των αισθήσεων. Αλλά πώς μπορούμε να αποδεχτούμε τον θάνατο των αγαπημένων μας; Σε αυτή την περίπτωση η αντιπαράθεση μεταξύ των δύο φιλοσοφικών Σχολών γίνεται εντονότερη. Για τους Στωικούς τα συναισθήματα τιθασεύονται με τη λογική. Ως εκ τούτου, δεν προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι στην 63η επιστολή ο Σενέκας αποχαιρετά τον Λουκίλιο χωρίς Επικούρειο «δώρο» όπως σε άλλες επιστολές (12, 16, 27). Εδώ τα ρητά του Επίκουρου δεν έχουν θέση, καθώς ο ίδιος δεν θα συμφωνούσε ποτέ με τη Στωική απάθεια, μολονότι προσβλέπει στην αποφυγή του πόνου.

Ο Σενέκας θα αντιμετωπίσει την απώλεια του άλλου όχι με σκληρότητα αλλά με τη λογική που βασίζεται στο αναπόδραστο του θανάτου. Η απέραντη θλίψη της βίωσης του θανάτου ενός φίλου δεν αρμόζει σε όσους ακολουθούν τη Στωική φιλοσοφία. Η θλίψη που συνοδεύει τον θάνατο του αγαπημένου μας προσώπου δεν μπορεί παρά να είναι φυσιολογική, γεγονός που ο φιλόσοφος δεν μπορεί να παραβλέψει. Η ένστασή του αφορά τη χρονική διάρκεια και το μέγεθός της. Αυτά είναι που επιδέχονται κριτική.

Ο θρήνος έχει όριο. Για να υποστηρίξει την άποψή του ο Σενέκας ανατρέχει στον μεγαλύτερο Έλληνα ποιητή (poetarum Graecorum maximus) Όμηρο, σύμφωνα με τον οποίο ακόμη και η Νιόβη, αν και είχε χάσει 12 παιδιά, σκέφτηκε να τραφεί την πρώτη μέρα (Ιλιάδα Ω 602 κ.εξ.). Αλλά και στη ρωμαϊκή παράδοση απαντάται το χρονικό όριο των θρήνων: Ένας χρόνος είναι αρκετός για τις γυναίκες, χωρίς αυτό να αποτελεί υποχρέωση. Μπορούν να θρηνήσουν όσο επιθυμούν. Για τους άντρες όριο δεν υπάρχει. Ωστόσο, ο χρόνιος θρήνος δεν είναι αποδεκτός και αποτελεί αντικείμενο γελοιοποίησης (inveteratus vero deridetur).Τι προσφέρει ο οδυρμός και η οιμωγή για τον θάνατο του φίλου μας πέρα από την ικανοποίηση του εγωισμού μας;

«Θα ανεχόσουν ανθρώπους που εγκατέλειψαν τους φίλους τους, και μετά θρηνούσαν ελεεινά και δεν αγαπούν κανέναν παρά μόνο όταν τον χάσουν; Ο λόγος που θρηνούν χωρίς σταματημό είναι ότι φοβούνται πως θα υπάρχουν αμφιβολίες για την αγάπη τους. Είναι αργά για να αναζητούν την απόδειξη των αισθημάτων τους.»
Σενέκας, Ηθικές επιστολές 63.9

Το καλύτερο που μπορεί να κάνει κάποιος αντί να θρηνεί είναι να κρατήσει τις αναμνήσεις που είχε, δηλαδή τη ζωή που πέρασε με τον φίλο του. Ο Στωικός φιλόσοφος δεν διστάζει να διαφωνήσει με την άποψη του δασκάλου του, Αττάλου, ο οποίος υποστήριζε ότι η ενθύμηση της απώλειας του φίλου μας έχει γλυκόπικρη γεύση.

«Εγώ δεν αισθάνομαι το ίδιο. Η ανάμνηση των φίλων που έχουν φύγει είναι γλυκιά και ευχάριστη (dulcis ac blanda est). Γιατί όταν τους είχα γνώριζα ότι θα τους χάσω και τώρα που τους έχασα είναι σαν να τους έχω ακόμη μαζί μου.

Γι’ αυτό Λουκίλιε, πράξε σύμφωνα με τη σωφροσύνη σου (aequitatem) και πάψε να δίνεις λανθασμένη ερμηνεία στα δώρα της Τύχης. Η Τύχη έχει αφαιρέσει, αλλά έχει δώσει. Γι’ αυτό ας απολαύσουμε αχόρταγα τους φίλους μας, γιατί δεν γνωρίζουμε πόσο θα διαρκέσει αυτό το προνόμιο. Ας σκεφτούμε πόσο σύντομα θα τους αφήσουμε όταν πηγαίνουμε σε μακρινά ταξίδια και πόσο σύντομα θα τους δούμε όταν βρισκόμαστε στο ίδιο μέρος. Τότε θα καταλάβουμε ότι χάσαμε πολύ από τον χρόνο τους ενόσω ζούσαν.»
Σενέκας, Ηθικές επιστολές 63.7-8

Πρέπει να ζούμε το σήμερα. Δεν ξέρουμε πόσος χρόνος απομένει στον καθένα. Αν δεν έχουμε κάποιον να μας παρηγορήσει, σημαίνει ότι χάσαμε τον μοναδικό μας φίλο και δεν έχουμε κάπου να στραφούμε. Ποιος ευθύνεται όμως; Η Τύχη που μας στέρησε τον μοναδικό μας φίλο ή εμείς που δεν φροντίσαμε να έχουμε περισσότερους; Ωστόσο, όταν έρθει το άφευκτο τέλος του αγαπημένου μας, αναμφισβήτητα ο πόνος είναι μεγάλος. Η λογική πρέπει να επικρατήσει. Τι κάνουμε όταν υποφέρουμε; Η αποφυγή του πόνου είναι στο στόχαστρο του Στωικισμού. Ο Σενέκας παραλληλίζει τον σωματικό με τον ψυχικό πόνο:

«Αν κάποιος στερηθεί τον μοναδικό του χιτώνα και προτιμήσει να θρηνήσει παρά να κοιτάξει τριγύρω για να βρει κάτι να αποφύγει το κρύο και να καλύψει τους ώμους του, εσύ αυτόν δεν θα τον πεις ανόητο; Αυτόν που αγαπούσες τον κήδεψες. Βρες κάποιον να αγαπήσεις.»
Σενέκας, Ηθικές επιστολές 63.11

Ο Σενέκας όμως δεν έπραξε ανάλογα. Ανήκει στην ομάδα των ανθρώπων τους οποίους πριν από λίγο καταδίκασε, σε εκείνους που θρήνησαν υπερβολικά. Όπως εκμυστηρεύεται στον Λουκίλιο, ο χαμός του φίλου του Ανναίου Σερένα τού στοίχισε πάρα πολύ και αυτό γιατί ο Σενέκας ως γεροντότερος πίστευε ότι θα πέθαινε πρώτος. Αλλά υπάρχει ηλικιακή σειρά στον θάνατο; Πώς δεν το σκέφτηκε τότε; Συμβουλεύει τον Λουκίλιο να μην κάνει το ίδιο λάθος.

«Τώρα σκέψου ότι όλα είναι θνητά και ότι η αβεβαιότητα διέπει τη θνητότητα. Αυτό που μπορεί να συμβεί οποτεδήποτε, μπορεί να συμβεί και σήμερα. Άρα σκέψου, αγαπημένε μου Λουκίλιε, ότι σύντομα θα φτάσουμε εκεί όπου βρίσκεται αυτός για τον οποίο θρηνούσαμε. Και ίσως, αν θεωρήσουμε αληθινά τα λόγια ενός σοφού για έναν άλλο τόπο, τότε αυτός που νομίσαμε ότι χάθηκε, απλώς προηγήθηκε στο δρόμο. Χαίρε.»
Σενέκας, Ηθικές επιστολές 63.15-16

Πλάτων: Φιλοσοφία εστί μελέτη θανάτου

Σύμφωνα με αρχαίες παραδόσεις, σε όλους τους ναούς του παρελθόντος, οι μυσταγωγοί δίδασκαν στους μαθητές τους πώς να "σκοτώσουν" το παλιό τους εαυτό, ώστε να "αναγεννηθούν" σε ένα νέο συνειδησιακό, και υπαρξιακό επίπεδο.

Τον κύκλο του θανάτου και της ανάστασης οι μυσταγωγοί τον μελέτησαν πρώτα στη φύση, η οποία υπήρξε από καταβολής της ανθρώπινης ιστορίας, ο οδηγός τους.

Μέσα από τη μεταμόρφωση της κάμπιας σε πεταλούδα π.χ. ή του σπόρου που πρέπει να πεθάνει για να καρποφορήσει, συσχέτιζαν το αθάνατο τμήμα της ανθρώπινης ψυχής, μέσα από τις μυσταγωγικές και μυθαγωγικές δοκιμασίες των ηρώων ή των θεών.

Η ιδέα της Ανάστασης είναι υποχρεωτικά ενωμένη με αυτή του θανάτου, της αποσύνθεσης. Όσο ο σπόρος δεν πεθαίνει, αντιστέκεται στην εκδήλωση αυτής της δύναμης της ζωής που είναι "χωμένη", μέσα του.

Στον άνθρωπο είναι η κατώτερη φύση που πρέπει να πεθάνει, για να αφήσει τη θέση στο πνεύμα, σ΄ αυτή τη θεϊκή αρχή που βρίσκει τότε τη δυνατότητα να ελευθερωθεί, για να δράσει, και να μετα- αλλάξει τα πάντα.

Ο Πλάτωνας αποκαλύπτει σχετικά :"Φιλοσοφία εστί μελέτη θανάτου" ή “Άν δεν πεθάνετε δεν θα ζήσετε” ή “Αν πεθάνεις πριν πεθάνεις, δεν θα πεθάνεις όταν πεθάνεις”. Όποιος νεκρωθεί ως προς τα αμαρτωλά πάθη «θάνατον ου μη θεωρήση εις τον αιώνα». “Αγωνίσου να γίνεις αθάνατος από τώρα, πεθαίνοντας εδώ στην γη για τον κακό εαυτό σου”.

Το μυστικό της ανάστασης είναι ο εν δυνάμει σπόρος, που αναμένει πρόσφορο έδαφος, ώστε να αναγεννηθούμε σε ένα νέο συνειδησιακό επίπεδο.

Πολύ λίγοι, σε όλη την ανθρώπινη ιστορία, κατόρθωσαν να θανατώσουν την κατώτερη φύση τους , ώστε να καταστούν πνευματικοί φάροι για τις επόμενες γενεές. Για να επιτευχθεί αυτό, χρειάζεται πολύ δυνατή θέληση, ανιδιοτελή συμπαντική αγάπη και κατανόηση!.

Η ΓΕΝΕΣΗ ΤΗΣ ΑΙΓΗΙΔΟΣ

Πριν από εκατοντάδες εκατομμύρια χρόνια η Ελληνική γη ήταν σκεπασμένη από θάλασσα. Η γεωλογική μορφή της άλλαξε πολλές φορές μέχρι σήμερα και θα αλλάζει συνεχώς και στο μέλλον, ακολουθώντας τον νόμο της αδιάκοπης μεταβολής, “ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΡΕΙ” του Ηράκλειτου.

Ο Βυθός της θάλασσας, που σκέπαζε ολόκληρη την Ελληνική περιοχή, από το Ιόνιο Πέλαγος μέχρι την Μικρά Ασία, παρουσίαζε τότε μία παράξενη μορφολογική εικόνα. Αυτή ακριβώς η εικόνα, το ανάγλυφο του βυθού, υπήρξε η προϋπόθεση για την δημιουργία της σημερινής Ελληνικής χερσονήσου με τις υψηλές κεντρικές της οροσειρές. Στη θέση του ορεινού όγκου της Πίνδου υπήρχε μία βαθιά υποθαλάσσια τάφρος, η “αύλαξ της Πίνδου”. Δυτικότερα εκτεινόταν μία δεύτερη, η “Ιόνια αύλαξ”. Ένα υψηλό τοίχωμα, το “ύψωμα του Γαβρώνου” χώριζε τις δύο τάφρους.

Πριν από 140 εκατομμύρια χρόνια, στις αρχές τις Κρητιδικής περιόδου, μία γιγάντια ανοδική ορογενετική κίνηση ανύψωσε πάνω από τα κύματα την λεγόμενη Πελαγονική οροσειρά, μία στενή ζώνη ξηράς που περιλαμβάνει την βορειότερη Μακεδονία (Πελαγονία), τον Όλυμπο, την Ανατολική Θεσσαλία και την Βόρειο Εύβοια.

Προέκταση της οροσειράς αυτής θεωρείται η λεγόμενη “Αττικοκυκλαδική μάζα”: η Αττική, η νότιος Εύβοια και τα περισσότερα νησιά των Κυκλάδων.

Πριν από 35 εκατομμύρια χρόνια , όταν η τάφρος της Πίνδου είχε γεμίσει από ιζήματα, σημειώνονται νέες κοσμογονικές αναστατώσεις στα έγκατα της Ελληνικής γης. Ύστερα από μία πανίσχυρη ανοδική ώθηση πτυχώθηκαν τα υλικά της τάφρου και ανυψώθηκαν σχηματίζοντας την επιβλητική οροσειρά της Πίνδου. Είναι η ίδια εποχή που δημιουργούνται οι υψηλότεροι ορεινοί όγκοι της γης, οι Άλπεις, τα Πυρηναία, τα Ιμαλάια και οι Αλπικές πτυχώσεις.

Εκατομμύρια χρόνια περνούν. Ύστερα από την τάφρο της Πίνδου γεμίζει και η “Ιόνιος Αύλαξ” από τα προϊόντα της γεωλογικής αναταραχής και των αποσαθρώσεων των οροσειρών του Γαβρόβου. Στην αρχή του Μειόκαινου μία άλλη τεκτονική αναστάτωση πτυχώνει και ανορθώνει τον βυθό, για να προβάλει πάνω από το νερό το μεγαλύτερο τμήμα της δυτικής Ελλάδος. Έτσι αναδύθηκε από τα βάθη της θάλασσας η Αιγαιΐς σαν ενιαία και αδιαίρετη μάζα ξηράς που εκάλυπτε περίπου τον σημερινό Ελληνικό χώρο, από το Ιόνιο ως την Μικρά Ασία και τα νότια της Κρήτης.

Ο ΚΑΤΑΠΟΝΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΑΙΓΗΙΔΟΣ

Οι γεωλογικές ανακατατάξεις δεν σταμάτησαν με τον σχηματισμό της Αιγηίδος. Θα ακολουθήσει μία νέα περίοδος μεταμορφώσεων στην γεωλογική ιστορία του ελληνικού χώρου, μία πολυσήμαντη φάση που κράτησε και αυτή μερικά εκατομμύρια χρόνια.

Σ” αυτή την περίοδο αρχίζει ο κατακερματισμός του χερσαίου όγκου της Αιγηίδος, η προέλαση της Μεσογείου προς τα ενδότερα της χώρας και ο καταποντισμός μεγάλων τμημάτων της.

Η Αιγηίς δεν αποτελούσε φυσικά, μία μονότονη μάζα ξηράς. Υπήρχαν, πριν από 18 περίπου εκατομμύρια χρόνια κατά το μέσο Μειόκαινο, υψηλές οροσειρές, αλλά και βυθίσματα και εσωτερικές λίμνες.

Μία μεγάλη λίμνη σκέπαζε τον χώρο της κεντρικής Θεσσαλίας (Θεσσαλία = θέσις άλατος), τις βόρειες Σποράδες και την βορειοανατολική Εύβοια. Άλλες λίμνες υπήρχαν ανατολικά της Σκύρου και νοτιότερα μεταξύ Άνδρου και Χίου.

Η θάλασσα προχωρούσε αργά αλλά σταθερά προς το εσωτερικό. Εξ” αιτίας των τεκτονικών ρηγμάτων η Μεσόγειος είχε διεισδύσει στην περιοχή μεταξύ Κρήτης και Δωδεκανήσου. Το νότιο και ανατολικό τμήμα της Κρήτης βρισκόταν τότε κάτω από τα νερά. Θάλασσα ήταν η Κέρκυρα και οι δυτικές ακτές της Ηπείρου μαζί με την Λευκάδα και το δυτικό τμήμα της Κεφαλληνίας και της Ζακύνθου.

Περνούν έξι ακόμα εκατομμύρια χρόνια και η διείσδυση της Μεσογείου στην ενδοχώρα της Αιγηίδος συνεχίζεται. Στις αρχές του Πλειόκαινου, πριν από 12 περίπου εκατομμύρια χρόνια, χωρίζονται τα νησιά του Ιονίου από την στεριά και εξέχουν σαν βραχοκορφές επάνω σε μία θάλασσα που σκεπάζει το δυτικό τμήμα της Ήλιδος, την δυτική Αχαΐα ως την Πάτρα, την πεδιάδα της Αχαΐας και τον Λακωνικό κόλπο.

Αργότερα διαμορφώνονται από την διάβρωση οι κοιλάδες του Ελλησπόντου και του Βοσπόρου. Δια μέσου αυτών των κοιλάδων τα νερά της Ποντιοκασπίας και της Προποντίδος

θα περάσουν σε έναν μεγάλο κεντρικό ποταμό της Αιγηίδος (Αιγαίος ποταμός) που συγκέντρωνε τις ροές των παραποτάμων του, Αξιού, Στρυμόνος, Έβρου κλπ.

Στο τέλος του Πλειόκαινου, πριν από δύο περίπου εκατομμύρια χρόνια, ένας κλάδος της Μεσογείου προωθείται από τα ανατολικά της Κρήτης προς την Προποντίδα. Ένας άλλος θαλάσσιος βραχίων εισορμά στον χώρο μεταξύ Κρήτης και Πελοποννήσου (στον χώρο περίπου του σημερινού Μυρτώου Πελάγους), φτάνει ως τα περίχωρα των Αθηνών και διαμέσου του νοτίου τμήματος της Αττικής και της Εύβοιας προελαύνει προς τις βόρειες Σποράδες και τον Θερμαϊκό.

Αυτές οι μετακινήσεις των υδάτων της Μεσογείου ήταν η αρχή του σχηματισμού του Αιγαίου Πελάγους.

Η ΕΠΟΧΗ ΤΩΝ ΛΙΜΝΩΝ

Κατά το Πλειόκαινο, πριν από 12 έως 2 εκατομμύρια χρόνια περίπου, δημιουργούνται στα βυθίσματα της Αιγηίδος μεγάλες λίμνες. Η μεγαλύτερη σχηματίζεται στο σημερινό Κρητικό Πέλαγος, βορειότερα της Κρήτης. Μικρότερες λίμνες αναφαίνονται στα βόρεια και στα ανατολικά των Σποράδων ή ανατολικά της Εύβοιας.

Από τις λίμνες αυτές, όσες δεν είχαν στερεά προχώματα πλημμύριζαν από θαλάσσιο νερό, με αποτέλεσμα να γίνονται υφάλμυρες. Ήταν λίμνες ασταθείς όπως η Κορινθιακή, των Μεγάρων, του Αργολικού κόλπου και της Ήλιδος.

Αντιθέτως οι εσωτερικές λίμνες και εκείνες που είχαν ανθεκτικά προχώματα προς την θάλασσα, θα διατηρήσουν τα γλυκά νερά επί μακρότατο χρονικό διάστημα. “Ενδοχωρικές” λίμνες αυτού του τύπου ήταν η κοιλάδα του Ευρώτα, οι πεδιάδες της Μεγαλοπόλεως, της Λοκρίδος και ολόκληρη η Θεσσαλία πριν από την διάνοιξη της χαράδρας των Τεμπών.

Εν τω μεταξύ, οι γεωλογικές αναστατώσεις συνεχίζονται. Η Αιγηίς κατακερματίζεται, αλλού καταποντίζεται Πολλά τμήματα βυθίζονται και άλλα ανυψώνονται πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας.

Τα νερά της Μεσογείου εισχωρούν στην λίμνη του Κορινθιακού από το στενό Ρίου-Αντιρρίου και σχηματίζουν τον σημερινό κόλπο. Υψώνεται ο ισθμός της Κορίνθου, καταβυθίζεται η βόρεια πλευρά του Κορινθιακού και προβάλουν οι απότομες ακτές της Βοιωτίας και της Φωκίδος. Αναδύονται από την θάλασσα οι βόρειες περιοχές της Πελοποννήσου, καταποντίζονται οι ακτές της Αργολικής χερσονήσου και αποχωρίζεται η Αίγινα από την στεριά. Στο Ιόνιο υποχωρεί η θάλασσα, μεγαλώνουν τα νησιά και γίνονται στεριά οι περιοχές της Ήλιδος, της Μεσσηνίας και της Λακωνίας.

Στο ανατολικό τμήμα της Αιγηίδος μία μεγάλη λίμνη σχηματίζεται μεταξύ Εύβοιας και Μικράς Ασίας. Μέσα σε αυτή την λίμνη ξεχωρίζουν η Σκύρος και η Λέσβος.

Έτσι κατά το τέλος αυτής της εποχής (του Πλειόκαινου), έχει στις γενικές γραμμές της οριστικοποιηθεί η σημερινή ανάγλυφη όψη και η μορφολογία της Ελληνικής γης.

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΩΝ ΝΗΣΙΩΝ

Η τελική διαμόρφωση της Ελληνικής γης ολοκληρώθηκε κατά το Πλειστόκαινο. Σ' αυτή την εποχή που κράτησε εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια (από 2 εκατομμύρια π.Χ. μέχρι το 10.000 π.Χ.), σημειώνονται νέες γεωλογικές μεταμορφώσεις και γεωγραφικές διαφοροποιήσεις, μικρής σχετικά κλίμακος, με ανόδους και καθόδους της στάθμης των θαλασσών και έντονες κλιματολογικές διακυμάνσεις ψυχρών ή θερμών εποχών. Είναι η εποχή των παγετώνων.

Κατά το πλειστόκαινο εξαφανίζονται εντελώς μερικές εσωτερικές λίμνες: της Μεγαλουπόλεως, του Ευρώτα, της Στερεάς Ελλάδος και της Θεσσαλίας. Αντιθέτως, ενοποιούνται οι λίμνες την περιοχή μεταξύ Κυκλάδων και βορείου Αιγαίου. Ωστόσο η νέα λίμνη δεν επικοινωνεί ακόμα με το Κρητικό Πέλαγος.

Αλλεπάλληλες καταβυθίσεις σημειώνονται στο ανατολικό τμήμα της Αιγηίδος. Η θάλασσα εισχωρεί στην αρχή από το στενό μεταξύ Κυθήρων και Κρήτης και ύστερα από το ευρύτερο βύθισμα μεταξύ Κρήτης και Δωδεκανήσου και το ρήγμα μεταξύ Καφηρέως – Άνδρου. Προελαύνει προς τα Β.Α. και κατακλύζει τις κοιλάδες του Ελλησπόντου και του Βοσπόρου, ακόμα και την λεκάνη του Ευξείνου. Η βόρεια και η νότια λεκάνη του Αιγαίου έχουν σχηματιστεί. Ανάμεσα σ' αυτές τις δύο λεκάνες εκτεινόταν μία υποθαλάσσια οροσειρά. Οι κορυφές των βουνών της σχημάτισαν τα πολυάριθμα νησιά των Κυκλάδων.

Με την σταθεροποίηση των μαζών της ξηράς ο Ελληνικός χώρος έχει ουσιαστικά διαμορφωθεί. Ωστόσο η στάθμη της θάλασσας παρουσιάζει μεγάλες διακυμάνσεις που επηρεάζουν την ακτογραφία. Σε μία παγετώδη περίοδο μεγάλου ψύχους το Αιγαίο και το Ιόνιο έχασαν τεράστιους υδάτινους όγκους και η στάθμη της θάλασσας κατέβαινε από 100 έως 200 μέτρα.

Οι συνέπειες αυτής της μεταβολής της στάθμης ήταν σημαντικές: σχεδόν όλες οι Κυκλάδες έβγαιναν σαν ενιαία μάζα ξηράς (Αιγαίο Βουνό) επάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. Η Κρήτη και η Πελοπόννησος επικοινωνούσαν ίσως με γέφυρα ξηράς δια μέσου Κυθήρων και των Αντικυθήρων.

Οι βόρειες Σποράδες είχαν ενωθεί με την Θεσσαλία. Ο Θερμαϊκός μόλις υπήρχε και η Θάσος ήταν ενωμένη με την στεριά. Το ίδιο και η Χίος. Δεν υπήρχε ακόμα Παγασητικός, ούτε Ευβοϊκός ή Αμβρακικός. Η Κέρκυρα ήταν ενωμένη με την Ήπειρο και η Εύβοια με την Αττική.

Καθώς κυλούν οι χιλιετίες, η μορφολογία της ξηράς ακολουθεί και αυτή την εξελικτική της πορεία. Η αποσάθρωση των ορεινών όγκων από τα νερά της βροχής και τον άνεμο, οι μεταβολές της θερμοκρασίας και της υγρασίας αλλάζουν το ανάγλυφο του τόπου. Χαμηλώνουν οι οροσειρές και τα υλικά των αποσαθρώσεων μεταφέρονται από τα ποτάμια και τους χειμάρρους στην θάλασσα ή σε κλειστές λεκάνες και πεδιάδες όπως της Θεσσαλίας και της Βοιωτίας.

Με την διαδικασία αυτή σχηματίζονται τα εύφορα εδάφη που θα αποτελέσουν τις εστίες για την συγκέντρωση των πρώτων ανθρωπίνων ομάδων στον Ελληνικό χώρο. Με τον τρόπο αυτό σχηματίστηκαν ο πηλός, η άργιλος, η άμμος, τα κροκαλοπαγή πετρώματα, ο ψαμμίτης, η γνώριμη ερυθρογή (κοκκινόχωμα) και πολλά ιζηματογενή πετρώματα.

Αλλά στην τελική διαμόρφωση του Ελληνικού χώρου θα συμβάλουν επίσης οι σεισμοί και η δράση των ηφαιστείων.

Η Ελλάς και η Ιταλία είναι οι μόνες Μεσογειακές χώρες που έχουν ηφαίστεια, κυρίως στις ακτές τους ή στα νησιά. Σ' αυτές τις περιοχές ο φλοιός της γης ήταν ευπαθής, εξ' αιτίας των ρηγμάτων που προκάλεσαν οι τεκτονικές αναστατώσεις, με αποτέλεσμα την ώθηση στην επιφάνια μάγματος από τα έγκατά της γης.

Τα σπουδαιότερα Ελληνικά ηφαίστεια Αιγίνης, Μεθάνων, Πόρου, Μήλου, Κιμώλου, Πολυαίγου, Φολεγάνδρου, Θήρας, Νισύρου και Κω, σχηματίζουν ένα ηφαιστειακό τόξο που εκτείνεται στα νότια κράσπεδα μιας καταποντισμένης ξηράς.

Τα βαθιά ρήγματα στο βόρειο Αιγαίο δημιούργησαν τα ηφαίστεια της Τρωάδος, της Μυτιλήνης, ίσως και της Χίου, που βρίσκονται στον ίδιο ηφαιστειακό άξονα.

Τέλος τα ηφαίστεια του Οξυλίθου (Κύμης), της Λήμνου, της Ίμβρου, της Σαμοθράκης και των Φερρών της Θράκης σχηματίζουν ένα άλλο τόξο, παράλληλο προς το ηφαιστειακό τόξο του νοτίου Αιγαίου. Όλα αυτά τα ηφαίστεια υπήρξαν εργαστήρια κατασκευής πολυτίμων ορυκτών πρώτων υλών, που χρησιμοποίησε ο άνθρωπος από την Προϊστορία.

Το σπουδαιότερο από ιστορική άποψη ηφαίστειο της Ελλάδος και ίσως το πιο ενδιαφέρον ηφαιστειακό κέντρο του κόσμου είναι το ηφαίστειο της Θήρας (Σαντορίνης). Η σημερινή μορφή του νησιού είναι αποτέλεσμα γεωλογικών μεταβολών που άρχισαν πολύ πρώιμα. Ύστερα από τον κατακερματισμό της Αιγηίδος και τον καταποντισμό μεγάλων τμημάτων ξηράς, στην θέση της Θήρας απέμεινε μία βραχονησίδα που αντιστοιχούσε περίπου στην περιοχή του βουνού Προφήτης Ηλίας και του Πύργου. Η παλαιότερη ηφαιστειακή δράση σ” αυτή την νησίδα τοποθετείται στην περίοδο που αρχίζει πριν από 26 εκατομμύρια χρόνια περίπου και τελειώνει πριν από 13 εκατομμύρια χρόνια. Τα υλικά των εκρήξεων των ηφαιστειακών κέντρων της Θήρας, των Περιστεριών, του Σημαντηρίου, του Σκάρου και της Θηρασίας σχημάτισαν ένα νέο νησί, την Στρογγυλή. Μπορούμε να την φανταστούμε σαν ένα μεγαλόπρεπο ηφαιστειακό κώνο ύψους χιλίων μέτρων, με επιβλητικό κρατήρα στην κορυφή και μικρότερους στα πλευρά. Λάβα τιναζόταν κατά διαστήματα από τους κρατήρες και κυλούσε σαν πύρινο ποτάμι προς την θάλασσα.

Πριν από 25 χιλιάδες χρόνια περίπου, προς το τέλος δηλαδή του Πλειστόκαινου, σημειώνεται η πρώτη μεγάλη έκρηξη που μπορούμε να ανιχνεύσουμε επιστημονικά από τα ηφαιστειακά υλικά που έχουν κατασταλάξει στον βυθό της ανατολικής λεκάνης της Μεσογείου. Ακολούθησαν και άλλες καταστρεπτικές εκρήξεις, ώσπου το 1500 π.Χ. περίπου το νησί ανατινάχθηκε σχεδόν ολόκληρο και η ηφαιστειακή τέφρα έφτασε ως την Κρήτη και την Σικελία.