erevoktonos
Φῶς καὶ Φωνὴ Ἐξυπνισμοῦ ἐν τῷ Αἰῶνι τῆς Νυκτός!
Κυριακή 24 Μαΐου 2026
Αρχαίοι Έλληνες Φιλόσοφοι
Ο Αριστοτέλης είναι ο πρώτος Έλληνας φιλόσοφος με πολυετείς συστηματικές σπουδές - και σ᾽ αυτό ακόμη μας θυμίζει σύγχρονο φιλόσοφο. Από τα δεκαεπτά του χρόνια εισάγεται στην πλατωνική Ακαδημία και παραμένει μέλος της για είκοσι ολόκληρα χρόνια. Θα πρέπει να φανταστούμε ότι πέρασε απ᾽ όλα τα στάδια της εκπαιδευτικής διαδικασίας· ξεκίνησε από δόκιμο μέλος, στη συνέχεια εντάχθηκε στον στενό κύκλο των μαθητών του Πλάτωνα που διατηρούσαν προσωπική σχέση με τον δάσκαλο, και στα τελευταία χρόνια έγινε κι αυτός μέλος του διδακτικού προσωπικού της Σχολής. Η θέση του στον πλατωνικό κύκλο ήταν σίγουρα ηγετική, αφού, μετά τον θάνατο του Πλάτωνα, διεκδίκησε τη θέση του σχολάρχη της Ακαδημίας, χωρίς όμως επιτυχία. Την πρώτη φορά, το 347 π.Χ., σχολάρχης έγινε ο Σπεύσιππος, ο ανιψιός του Πλάτωνα, και τη δεύτερη, το 335 π.Χ., ο Ξενοκράτης. Μετά και τη δεύτερη αποτυχία ο Αριστοτέλης αποφάσισε πλέον να αποστασιοποιηθεί από την Ακαδημία και να οργανώσει τον δικό του κύκλο μαθητών. Η σχολή του, το Λύκειο, πήρε την οριστική της μορφή από τον Θεόφραστο, τον βασικό συνεργάτη και μαθητή του Αριστοτέλη, μετά τον θάνατο του φιλοσόφου το 322 π.Χ. Τα μέλη της Σχολής ονομάστηκαν «Περιπατητικοί», γιατί, όπως λέγεται, η διδασκαλία γινόταν στο ύπαιθρο κατά τη διάρκεια περιπάτων.
Είναι κρίμα ότι, αν εξαιρέσει κανείς τον Αριστοτέλη, γνωρίζουμε λίγα πράγματα για τους άλλους σημαντικούς φιλοσόφους του πλατωνικού κύκλου. Και από τα λίγα όμως πράγματα που γνωρίζουμε προκύπτει ότι η πλατωνική σχολή δεν ήταν δογματική ούτε ιδιαίτερα πιστή στο γράμμα της διδασκαλίας του ιδρυτή της. Το πιο πιθανό είναι ότι και ο ίδιος ο Πλάτων θα πρέπει να ενθάρρυνε τις θεωρητικές διαφωνίες και την ανεξαρτησία της σκέψης των μαθητών του. Δημιουργήθηκε έτσι μια ζωντανή κοινότητα στοχαστών, που έδινε ερεθίσματα τόσο στον ίδιο τον Πλάτωνα για την ανάπτυξη της τελευταίας φάσης της φιλοσοφίας του όσο και στους μαθητές του για να ανοίξουν τα δικά τους φτερά. Όλοι λοιπόν ξεκινούσαν από κάποιο κοινό υπόβαθρο, από μια βασική εκδοχή της πλατωνικής φιλοσοφίας, στη συνέχεια όμως ακολουθούσαν αποκλίνουσες διαδρομές. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Αριστοτέλης στα πρώτα του γραπτά, ορισμένα μάλιστα από τα οποία είχαν διαλογική μορφή, μιλά για τους πλατωνιστές χρησιμοποιώντας το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο. Από την αρχή ωστόσο κρατά μια κριτική απόσταση από τις θεωρίες του Πλάτωνα και γρήγορα θα προχωρήσει στην απόρριψη της θεωρίας των Ιδεών και στην προβολή της δικής του σύλληψης της πραγματικότητας.
Ο Αριστοτέλης γεννήθηκε το 384 π.Χ. στα Στάγειρα της Χαλκιδικής, μια αποικία των Χαλκιδαίων που βρέθηκε στην επικράτεια του κράτους των Μακεδόνων. Και οι δύο γονείς του προέρχονταν από ιατρική οικογένεια, ο πατέρας του μάλιστα, ο Νικόμαχος, υπήρξε γιατρός του βασιλιά της Μακεδονίας Αμύντα. Στις ιατρικές του καταβολές αποδίδουν πολλές φορές την έλξη του Αριστοτέλη προς την παρατήρηση της φύσης και την εμπειρική έρευνα. Παρά τις σχέσεις της οικογένειάς του με τη μακεδονική αυλή, η παιδεία που πήρε ο νεαρός Αριστοτέλης ήταν σύμφωνη με τα αρχαιοελληνικά ιδεώδη του 5ου αιώνα, που προέβαλλαν την ελευθερία του ατόμου, την ισονομία και τη συμμετοχή στην πολιτική κοινότητα. Τα ιδεώδη αυτά ο Αριστοτέλης τα ενστερνίστηκε πλήρως και τα ενσωμάτωσε στην πολιτική του φιλοσοφία, παραβλέποντας τα μηνύματα των καιρών που έδειχναν προς άλλη κατεύθυνση. Στα χρόνια του κλείνει οριστικά μια μακρά περίοδος της ελληνικής πολιτικής ιστορίας: η πόλη-κράτος θα παρακμάσει κάτω από τη μακεδονική ηγεμονία, οι αυτόνομες ελληνικές πόλεις θα ενταχθούν σε εκτεταμένα ισχυρά κράτη με απολυταρχική κεντρική εξουσία, και το επίκεντρο των πολιτικών και διανοητικών εξελίξεων θα μετατοπιστεί βαθμιαία από τον ελλαδικό χώρο προς την Ανατολή. Ο Αριστοτέλης δεν έδειξε να εντυπωσιάζεται ούτε και από τη νέα μορφή διακυβέρνησης που εγκαινίασε ο Μέγας Αλέξανδρος μετά τις κατακτήσεις του, επιδιώκοντας τη μόνιμη συνύπαρξη Ελλήνων και «βαρβάρων» κάτω από το ίδιο νομικό και πολιτικό πλαίσιο. Κατά τη δική του γνώμη, η φύση των Ελλήνων ήταν ριζικά διαφορετική από τη φύση των άλλων ανατολικών λαών, οπότε και η αντίθεση ανάμεσα στους ελληνικούς πολιτικούς θεσμούς και την ανατολική δεσποτεία παρέμενε ασυμφιλίωτη. Μάλλον λοιπόν θα πρέπει να συμπεράνουμε ότι ο Αριστοτέλης δεν επηρέασε ιδιαίτερα τον Μεγάλο Αλέξανδρο, όταν, μετά από πρόσκληση του βασιλιά της Μακεδονίας Φιλίππου, ανέλαβε για επτά χρόνια την εκπαίδευση του νεαρού διαδόχου του μακεδονικού θρόνου.
Η θεωρητική αντίθεση του Αριστοτέλη στα νέα ήθη που έφερε η μακεδονική κατάκτηση δεν ήταν αρκετή για να αναιρέσει τη δυσπιστία των Αθηναίων στο πρόσωπό του. Στην Αθήνα ο Αριστοτέλης παρέμεινε πάντοτε ένας ξένος, στενά συνδεδεμένος στα μάτια του κόσμου με την αυλή των Μακεδόνων, οπότε ήταν φυσικό να αποτελέσει στόχο της αντιμακεδονικής παράταξης. Φαίνεται λοιπόν ότι πολλές φορές αναγκάστηκε να φύγει από την Αθήνα, ανάλογα με τις τροπές που πήρε η πολιτική αντιπαράθεση στην πόλη. Μετά τον θάνατο του Πλάτωνα, έζησε για τρία χρόνια στην Άσσο της Μικράς Ασίας, κοντά στον φιλόσοφο τύραννο Ερμεία, και για δύο χρόνια στη Μυτιλήνη, πριν αναλάβει στη συνέχεια την εκπαίδευση του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Στην Αθήνα μπόρεσε να γυρίσει μόνο το 335 π.Χ., όταν πλέον η πόλη βρισκόταν κάτω από τον ζυγό των Μακεδόνων και ο φίλος του Αντίπατρος είχε διοριστεί κυβερνήτης της Ελλάδας. Με τον θάνατο όμως του Αλεξάνδρου το 323 π.Χ., κατά τις ταραχές που ξέσπασαν στην Αθήνα, απειλήθηκε σοβαρά η ζωή του, οπότε αναγκάστηκε να καταφύγει στη Χαλκίδα, όπου και πέθανε τον επόμενο χρόνο σε ηλικία 62 ετών.
Ο Σωκράτης και ο Μύθος με τα τζιτζίκια
Σωκράτης: Όπως φαίνεται, έχουμε καιρό και μάλιστα νομίζω πως, μέσα στην πνιγηρή ζέστη, μας παρατηρούν οι τζίτζικες, καθώς τραγουδούν και μιλούν μεταξύ τους πάνω από το κεφάλι μας.
Έτσι, αν έβλεπαν και εμάς να κάνουμε ότι και οι περισσότεροι, δηλαδή μέσα στο μεσημέρι να μην συζητούμε, αλλά, με το τραγούδι τους, να νανουριζόμαστε και να ελαφροκοιμόμαστε, μια και ο νους μας βρίσκεται σε αδράνεια, δίκαια θα γελούσαν σε βάρος μας, νομίζοντας μας για δούλους που ήρθαν εδώ σε αυτούς να βρουν καταφύγιο, και, όπως τα πρόβατα, περνούν το μεσημέρι τους παίρνοντας έναν ύπνο γύρω από την πηγή.
Αν όμως μας έβλεπαν να συνομιλούμε και να περνούμε δίπλα τους χωρίς να μας παρασύρει η γοητεία των φωνών τους, σαν να πλέουμε πλάι σε Σειρήνες ανεπηρέαστοι, μπορεί από θαυμασμό να μας έδιναν γρήγορα το δώρο που έχουν από τους θεούς, για να το δίνουν στους ανθρώπους.
Λέγεται λοιπόν, πως κάποτε, πριν ακόμα γεννηθούν οι Μούσες, τα τζιτζίκια ήταν άνθρωποι.
Όταν όμως γεννήθηκαν οι Μούσες και εμφανίστηκε το τραγούδι, κάποιοι από εκείνους τους ανθρώπους, τόσο πολύ αναστατώθηκαν από την ηδονή της μουσικής, ώστε τραγουδώντας αμέλησαν να φάνε και να πιούν, και χωρίς να το καταλάβουν, πέθαναν και από αυτούς ύστερα δημιουργήθηκε το γένος των τζιτζικιών, και πήρε από τις Μούσες τούτο το βραβείο, δηλαδή από τότε που θα γεννηθεί να μην έχει καθόλου ανάγκη από τροφή, αλλά χωρίς τροφή και ποτό, να αρχίζει αμέσως να τραγουδά μέχρι να πεθάνει, και μετά από αυτά, να πάει να μένει κοντά στις Μούσες και να τους αναγγέλλει ποιος από τους ανθρώπους εδώ στην γη τιμά ποιαν από εκείνες.
Και έτσι, αναγγέλλοντας στην Τερψιχόρη ποιοι την έχουν τιμήσει στους χορούς, τους κάνουν πιο αγαπητούς σε αυτήν, και στην Ερατώ αναγγέλλουν ποιοι την έχουν τιμήσει με τα ερωτικά τραγούδια, και στις άλλες το ίδιο, ανάλογα την ιδιαιτερότητα της στιγμής που αρμόζει στην κάθε μία.
Και στην Καλλιόπη, την μεγαλύτερη σε ηλικία από τις Μούσες, και στην Ουρανία, που έρχεται αμέσως μετά στην σειρά, αναγγέλλουν εκείνους που ζουν με την φιλοσοφία και τιμούν την τέχνη των Μουσών αυτών, αφού τούτες εδώ, ενδιαφέρονται για τα γεγονότα του ουρανού και τους θεϊκούς και ανθρώπινους λόγους, και εκφράζουν την τέχνη τους με την ομορφότερη φωνή.
Έτσι λοιπόν, όπως φαίνεται, για πολλούς λόγους πρέπει να μιλήσουμε και να μην κοιμηθούμε το μεσημέρι.
Πλάτων, Φαίδρος
Έτσι, αν έβλεπαν και εμάς να κάνουμε ότι και οι περισσότεροι, δηλαδή μέσα στο μεσημέρι να μην συζητούμε, αλλά, με το τραγούδι τους, να νανουριζόμαστε και να ελαφροκοιμόμαστε, μια και ο νους μας βρίσκεται σε αδράνεια, δίκαια θα γελούσαν σε βάρος μας, νομίζοντας μας για δούλους που ήρθαν εδώ σε αυτούς να βρουν καταφύγιο, και, όπως τα πρόβατα, περνούν το μεσημέρι τους παίρνοντας έναν ύπνο γύρω από την πηγή.
Αν όμως μας έβλεπαν να συνομιλούμε και να περνούμε δίπλα τους χωρίς να μας παρασύρει η γοητεία των φωνών τους, σαν να πλέουμε πλάι σε Σειρήνες ανεπηρέαστοι, μπορεί από θαυμασμό να μας έδιναν γρήγορα το δώρο που έχουν από τους θεούς, για να το δίνουν στους ανθρώπους.
Φαίδρος: Μα τι είναι αυτό που έχουν; Γιατί, όπως φαίνεται, δεν έχει τύχει να το ακούσω.
Σωκράτης: Και όμως δεν αρμόζει σε έναν φιλόμουσο να μην έχει ακούσει αυτά τα πράγματα.
Λέγεται λοιπόν, πως κάποτε, πριν ακόμα γεννηθούν οι Μούσες, τα τζιτζίκια ήταν άνθρωποι.
Όταν όμως γεννήθηκαν οι Μούσες και εμφανίστηκε το τραγούδι, κάποιοι από εκείνους τους ανθρώπους, τόσο πολύ αναστατώθηκαν από την ηδονή της μουσικής, ώστε τραγουδώντας αμέλησαν να φάνε και να πιούν, και χωρίς να το καταλάβουν, πέθαναν και από αυτούς ύστερα δημιουργήθηκε το γένος των τζιτζικιών, και πήρε από τις Μούσες τούτο το βραβείο, δηλαδή από τότε που θα γεννηθεί να μην έχει καθόλου ανάγκη από τροφή, αλλά χωρίς τροφή και ποτό, να αρχίζει αμέσως να τραγουδά μέχρι να πεθάνει, και μετά από αυτά, να πάει να μένει κοντά στις Μούσες και να τους αναγγέλλει ποιος από τους ανθρώπους εδώ στην γη τιμά ποιαν από εκείνες.
Και έτσι, αναγγέλλοντας στην Τερψιχόρη ποιοι την έχουν τιμήσει στους χορούς, τους κάνουν πιο αγαπητούς σε αυτήν, και στην Ερατώ αναγγέλλουν ποιοι την έχουν τιμήσει με τα ερωτικά τραγούδια, και στις άλλες το ίδιο, ανάλογα την ιδιαιτερότητα της στιγμής που αρμόζει στην κάθε μία.
Και στην Καλλιόπη, την μεγαλύτερη σε ηλικία από τις Μούσες, και στην Ουρανία, που έρχεται αμέσως μετά στην σειρά, αναγγέλλουν εκείνους που ζουν με την φιλοσοφία και τιμούν την τέχνη των Μουσών αυτών, αφού τούτες εδώ, ενδιαφέρονται για τα γεγονότα του ουρανού και τους θεϊκούς και ανθρώπινους λόγους, και εκφράζουν την τέχνη τους με την ομορφότερη φωνή.
Έτσι λοιπόν, όπως φαίνεται, για πολλούς λόγους πρέπει να μιλήσουμε και να μην κοιμηθούμε το μεσημέρι.
Πλάτων, Φαίδρος
Ξενοφάνης: Προς συμποσιαστάς
Ο Ξενοφάνης από την Κολοφώνα είναι ο πρώτος Ίωνας στοχαστής από το έργο του οποίου σώζονται εκτεταμένα αποσπάσματα. Χαρακτηριστικό της ποίησής του είναι το διδακτικό στοιχείο, ενώ μεγάλη επίδραση άσκησαν οι θεολογικές του αντιλήψεις και κυρίως η κριτική του στον ανθρωπομορφισμό (σύμφωνα με τον Ξενοφάνη ο θεός είναι ένας, τέλειος, αιώνιος και δεν έχει μορφή ούτε ανθρώπου ούτε ζώου).
"Τώρα το δάπεδο, τα χέρια όλων και οι κύλικες, τα πάντα είναι καθαρά.
Ο ένας βάζει στα κεφάλια μας πλεκτά στεφάνια, ο άλλος μας προσφέρει σε απλόχωρη φιάλη μύρα. Στέκει ο κρατήρας ξέχειλος από οινωπή χαρά.
Και άλλο κρασί ετοιμασμένο, «ποτέ δεν θα σας λείψω» βεβαιώνει, γλυκύ ποτό μέσα σε πήλινα δοχεία και μοσχομυρίζει άνθη.
Από το κέντρο αφήνει το λιβάνι την εξαγνιστήριά του ευωδιά.
Ψυχρό, γλυκύ και καθαρό είναι το νερό.
Πλάι μας βρίσκονται ροδοκοκκινισμένα ψωμιά και πλούσια στρωμένο τραπέζι, βαριά φορτωμένο με παχύρρευστο μέλι και λιπαρό τυρί.
Στη μέση ο βωμός, ολόκληρος με άνθη σκεπασμένος.
Αχολογά το αρχοντικό από το χορό και το τραγούδι.
Πρέπει πρώτα απ᾽ όλα καλόγνωμοι να υμνούμε τον θεό με αφηγήσεις επαινετικές και στοχασμούς ανεπίληπτους.
Ας κάνουμε σπονδές και ας ευχηθούμε στο χέρι μας να είναι η πραγμάτωση του δίκιου (αυτό είναι το σωστότερο απ᾽ όλα).
Όχι απρέπειες.
Να πίνεις, αλλά να μπορείς σπίτι πιωμένος να γυρνάς χωρίς να σε υποβαστάζει υπηρέτης, αν βέβαια δεν είσαι πολύ γέρος πια.
Να επαινείς τον πότη που μιλά για πράγματα ευγενή την αρετή πρέπει να θυμόμαστε και να υμνούμε.
Να μην μιλάνε τα ποιήματά μας για Γίγαντες, Τιτάνες και Κενταύρους, ψευδολογήματα των αρχαίων ποιητών.
Μιλιά για τον εμφύλιο σπαραγμό.
Όλα αυτά σε τίποτε δεν ωφελούν".
***
Nῦν γὰρ δὴ ζάπεδον καθαρὸν καὶ χεῖρες ἁπάντων καὶ κύλικες· πλεκτοὺς δ᾽ ἀμφιτιθεῖ στεφάνους, ἄλλος δ᾽ εὐῶδες μύρον ἐν φιάλῃ παρατείνει· κρητὴρ δ᾽ ἕστηκεν μεστὸς ἐυφροσύνης· ἄλλος δ᾽ οἶνος ἑτοῖμος, ὃς οὔποτέ φησι προδώσειν, μείλιχος ἐν κεράμοις, ἄνθεος ὀζόμενος· ἐν δὲ μέσοις ἁγνὴν ὀδμὴν λιβανωτὸς ἵησιν, ψυχρὸν δ᾽ ἐστὶν ὕδωρ καὶ γλυκὺ καὶ καθαρόν·παρκέαται δ᾽ ἄρτοι ξανθοὶ γεραρή τε τράπεζα τυροῦ καὶ μέλιτος πίονος ἀχθομένη· βωμὸς δ᾽ ἄνθεσιν ἀν τὸ μέσον πάντῃ πεπύκασται, μολπὴ δ᾽ ἀμφὶς ἔχει δώματα καὶ θαλίη. χρὴ δὲ πρῶτον μὲν θεὸν ὑμνεῖν εὔφρονας ἄνδρας εὐφήμοις μύθοις καὶ καθαροῖσι λόγοις, σπείσαντάς τε καὶ εὐξαμένους τὰ δίκαια δύνασθαι πρήσσειν· ταῦτα γὰρ ὦν ἐστι προχειρότερον, οὐχ ὕβρεις· πίνειν δ᾽ ὁπόσον κεν ἔχων ἀφίκοιο οἴκαδ᾽ ἄνευ προπόλου μὴ πάνυ γηραλέος. ἀνδρῶν δ᾽ αἰνεῖν τοῦτον ὃς ἐσθλὰ πιὼν ἀναφαίνει, ὡς ᾖ μνημοσύνη καὶ τόνος ἀμφ᾽ ἀρετῆς, οὔ τι μάχας διέπειν Τιτήνων οὐδὲ Γιγάντων οὐδὲ ‹ › Κενταύρων, πλάσμα‹τα› τῶν προτέρων, ἢ στάσιας σφεδανάς· τοῖς οὐδὲν χρηστὸν ἔνεστιν· θεῶν ‹δὲ› προμηθείην αἰὲν ἔχειν ἀγαθήν.
Η συμποτική ελεγεία που ακολουθεί αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο πρέπει να οργανώνονται τα εορταστικά συμπόσια. Αποτελείται από δύο μέρη:
Στο πρώτο (στ. 1-12) περιγράφεται μια σκηνή συμποσίου, στο οποίο υπάρχει άφθονο κρασί, φαγητό και τραγούδι· στο δεύτερο μέρος (13-24) τονίζεται ότι οι προηγούμενες ετοιμασίες πρέπει να συνοδεύονται από συμπεριφορά αρμόζουσα προς τους θεούς και την περίσταση.
Στο πρώτο μέρος κυριαρχεί η έννοια της καθαρότητας (το δείπνο, τα χέρια, οι κύλικες είναι "καθαρά", η ευωδία του λιβανιού είναι"αγνή"), ενώ στο δεύτερο μέρος το βάρος μετατίθεται στην ευσέβεια και στην ευπρέπεια. Από τις υλικές συνθήκες μεταβαίνουμε στις πνευματικές ιδιότητες, για να καταλήξει το ποίημα με τη χαρακτηριστική λέξη ἀγαθήν.
'Οπως έχει παρατηρηθεί, «αυτή η προοδευτική εξύψωση του συναισθήματος, που συμβολίζεται επιδέξια με την ανοδική κίνηση από το πάτωμα στο τραπέζι, στο σπίτι, στην ανθρώπινη υπεροχή, στο σεβασμό προς τους θεούς, δίνει στο ποίημα το διδακτικό του χαρακτήρα· αποτελεί μιαν άσκηση στην ηθική ευαισθητοποίηση».
'Οπως έχει παρατηρηθεί, «αυτή η προοδευτική εξύψωση του συναισθήματος, που συμβολίζεται επιδέξια με την ανοδική κίνηση από το πάτωμα στο τραπέζι, στο σπίτι, στην ανθρώπινη υπεροχή, στο σεβασμό προς τους θεούς, δίνει στο ποίημα το διδακτικό του χαρακτήρα· αποτελεί μιαν άσκηση στην ηθική ευαισθητοποίηση».
Το ποίημα απευθύνεται σε ανθρώπους που δεν έχουν πλήρη συνείδηση της αρετής που πρέπει να χαρακτηρίζει τη συμπεριφορά τους, γεγονός που καθιστά απίθανη την υπόθεση ότι γράφτηκε για το τελετουργικό δείπνο ενός ομίλου (θιάσου) οπαδών του Πυθαγόρα ή του Παρμενίδη.
"Τώρα το δάπεδο, τα χέρια όλων και οι κύλικες, τα πάντα είναι καθαρά.
Ο ένας βάζει στα κεφάλια μας πλεκτά στεφάνια, ο άλλος μας προσφέρει σε απλόχωρη φιάλη μύρα. Στέκει ο κρατήρας ξέχειλος από οινωπή χαρά.
Και άλλο κρασί ετοιμασμένο, «ποτέ δεν θα σας λείψω» βεβαιώνει, γλυκύ ποτό μέσα σε πήλινα δοχεία και μοσχομυρίζει άνθη.
Από το κέντρο αφήνει το λιβάνι την εξαγνιστήριά του ευωδιά.
Ψυχρό, γλυκύ και καθαρό είναι το νερό.
Πλάι μας βρίσκονται ροδοκοκκινισμένα ψωμιά και πλούσια στρωμένο τραπέζι, βαριά φορτωμένο με παχύρρευστο μέλι και λιπαρό τυρί.
Στη μέση ο βωμός, ολόκληρος με άνθη σκεπασμένος.
Αχολογά το αρχοντικό από το χορό και το τραγούδι.
Πρέπει πρώτα απ᾽ όλα καλόγνωμοι να υμνούμε τον θεό με αφηγήσεις επαινετικές και στοχασμούς ανεπίληπτους.
Ας κάνουμε σπονδές και ας ευχηθούμε στο χέρι μας να είναι η πραγμάτωση του δίκιου (αυτό είναι το σωστότερο απ᾽ όλα).
Όχι απρέπειες.
Να πίνεις, αλλά να μπορείς σπίτι πιωμένος να γυρνάς χωρίς να σε υποβαστάζει υπηρέτης, αν βέβαια δεν είσαι πολύ γέρος πια.
Να επαινείς τον πότη που μιλά για πράγματα ευγενή την αρετή πρέπει να θυμόμαστε και να υμνούμε.
Να μην μιλάνε τα ποιήματά μας για Γίγαντες, Τιτάνες και Κενταύρους, ψευδολογήματα των αρχαίων ποιητών.
Μιλιά για τον εμφύλιο σπαραγμό.
Όλα αυτά σε τίποτε δεν ωφελούν".
***
Nῦν γὰρ δὴ ζάπεδον καθαρὸν καὶ χεῖρες ἁπάντων καὶ κύλικες· πλεκτοὺς δ᾽ ἀμφιτιθεῖ στεφάνους, ἄλλος δ᾽ εὐῶδες μύρον ἐν φιάλῃ παρατείνει· κρητὴρ δ᾽ ἕστηκεν μεστὸς ἐυφροσύνης· ἄλλος δ᾽ οἶνος ἑτοῖμος, ὃς οὔποτέ φησι προδώσειν, μείλιχος ἐν κεράμοις, ἄνθεος ὀζόμενος· ἐν δὲ μέσοις ἁγνὴν ὀδμὴν λιβανωτὸς ἵησιν, ψυχρὸν δ᾽ ἐστὶν ὕδωρ καὶ γλυκὺ καὶ καθαρόν·παρκέαται δ᾽ ἄρτοι ξανθοὶ γεραρή τε τράπεζα τυροῦ καὶ μέλιτος πίονος ἀχθομένη· βωμὸς δ᾽ ἄνθεσιν ἀν τὸ μέσον πάντῃ πεπύκασται, μολπὴ δ᾽ ἀμφὶς ἔχει δώματα καὶ θαλίη. χρὴ δὲ πρῶτον μὲν θεὸν ὑμνεῖν εὔφρονας ἄνδρας εὐφήμοις μύθοις καὶ καθαροῖσι λόγοις, σπείσαντάς τε καὶ εὐξαμένους τὰ δίκαια δύνασθαι πρήσσειν· ταῦτα γὰρ ὦν ἐστι προχειρότερον, οὐχ ὕβρεις· πίνειν δ᾽ ὁπόσον κεν ἔχων ἀφίκοιο οἴκαδ᾽ ἄνευ προπόλου μὴ πάνυ γηραλέος. ἀνδρῶν δ᾽ αἰνεῖν τοῦτον ὃς ἐσθλὰ πιὼν ἀναφαίνει, ὡς ᾖ μνημοσύνη καὶ τόνος ἀμφ᾽ ἀρετῆς, οὔ τι μάχας διέπειν Τιτήνων οὐδὲ Γιγάντων οὐδὲ ‹ › Κενταύρων, πλάσμα‹τα› τῶν προτέρων, ἢ στάσιας σφεδανάς· τοῖς οὐδὲν χρηστὸν ἔνεστιν· θεῶν ‹δὲ› προμηθείην αἰὲν ἔχειν ἀγαθήν.
Ας μη θεωρηθεί ότι τους κατηγορώ πιο αυστηρά απ' ό,τι επιβάλλει η ίδια η αλήθεια
Ακόμη, οι πιο συνετοί των χριστιανών επιβάλλουν να μην ζυγώνει στις κοινότητες τους κανένας μορφωμένος, κανένας σοφός, κανένας λογικός· τέτοιες ιδιότητες τις θεωρούν κακές.
Ενώ όποιος είναι αμαθής, βλάκας, αμόρφωτος ή νήπιος, μπορεί να πλησιάσει άφοβα.
Ομολογώντας ότι τέτοιου επιπέδου άνθρωποι είναι άξιοι του θεού τους, δείχνουν ότι επιδιώκουν -και μπορούν- να πείθουν μόνο τους ηλίθιους, τους τιποτένιους, τις γυναικούλες, τους δούλους και τα παιδάκια.
Κι όμως, τι το κακό υπάρχει στο να μορφώνεται κανείς και να μελετάει τα λόγια των μεγάλων διανοητών, και να αποκτά σύνεση και σωφροσύνη;
Σε τι εμποδίζουν αυτά τη γνώση του θεού;
Δεν είναι αυτά οι προϋποθέσεις ώστε να μπορέσει κανείς να φτάσει στην αλήθεια;
Αλλά τους βλέπουμε και στις αγορές όπου συγκεντρώνουν ακροατήριο μέσα από τον απλό λαό και λένε τα πιο ακατανόμαστα πράγματα, ενώ δεν τολμούν να παρουσιαστούν και να μιλήσουν ή να εκφράσουν το πιστεύω τους σε μια συνάθροιση μορφωμένων ανθρώπων.
Αντίθετα, όπου δει κανείς καμιά παρέα ηλιθίων ή τίποτε παιδάκια ή υπηρέτες, εκεί θα βρει και τους χριστιανούς να καμαρώνουν και να πουλάν εξυπνάδες.
Αλλά και μέσα σε σπίτια ακόμη, βλέπεις κάτι τύπους εντελώς αμόρφωτους και ακαλλιέργητους, κάτι τσαγκάρηδες, εριουργούς και βαφείς, που δε θα τολμούσαν ν' ανοίξουν το στόμα τους να μιλήσουν μπροστά σε ανώτερους τους.
Όποτε όμως βρουν ευκαιρία να ξεμοναχιάσουν τα παιδιά του σπιτιού ή τίποτε ευκολόπιστες γυναικούλες, θα τους ακούσεις να λένε ένα σωρό παράδοξα πράγματα, και μάλιστα διεξοδικότατα:
πως δεν πρέπει να δίνουν σημασία στον πατέρα και στο δάσκαλο, αλλά απλώς να υπακούνε· πως oι μεγάλοι λένε μπούρδες και το μυαλό τους είναι παράλυτο και τίποτα το καλό δεν ξέρουν και δεν μπορούν να κάνουν, γιατί είναι παρασυρμένοι από κούφιες ανοησίες· πως μόνο αυτοί (σαν χριστιανοί) ξέρουν πώς πρέπει να ζει κανείς, και αν τα παιδιά τους πιστέψουν θα βρουν την ευτυχία -και αυτά και το ίδιο το σπιτικό τους.
Κι αν τύχει, καθώς δασκαλεύουν το παιδί, να δουν τον πραγματικό δάσκαλο να πλησιάζει ή κάποιον σοβαρό άνθρωπο ή τον ίδιο τον πατέρα του παιδιού, τρέπονται σε φυγή -τουλάχιστον οι πιο διακριτικοί·
οι πιο αναιδείς σπρώχνουν το παιδί στην εξέγερση·
του εξηγούν χαμηλόφωνα ότι μπροστά στον πατέρα ή τον δάσκαλο δεν μπορούν και δεν θέλουν να μιλήσουν,
για να αποφύγουν την ανοησία και τη σκαιότητα των μεγάλων,
κι αυτό για το καλό των παιδιών, για να μη τιμωρηθούν αυτά· και ότι καλό θα ήταν να παρατήσουν γονείς και δασκάλους και ν' ακολουθήσουν τους συνομηλίκους τους και τις γυναίκες στο τσαγκαράδικο ή στο βαφείο ή στο πλυσταριό,
για να τελειοποιήσουν τις γνώσεις τους.
Και λέγοντας τέτοια, πείθουν.
Ας μη θεωρηθεί ότι τους κατηγορώ πιο αυστηρά απ' ό,τι επιβάλλει η ίδια η αλήθεια.
Και θα φανεί αυτό από τα παρακάτω:
Οι ιερείς των διαφόρων θρησκειών προσκαλούν στις τελετές τους, "όποιον έχει χέρια καθαρά, και γλώσσα συνετή", και άλλοι, "όποιον είναι απαλλαγμένος από κάθε λογής βρωμιά, κι η ψυχή του δεν συμμερίζεται το κακό. και όποιον έχει ζήσει όμορφα και δίκαια" -ώστε η υπόσχεση του εξαγνισμού από την αμαρτία κατά κάποιο τρόπο να εκπληρώνεται από την καθαρότητα των ίδιων των μελών.
Ας ακούσουμε ποιους καλούν κοντά τους οι χριστιανοί· όποιος, λένε, είναι αμαρτωλός, όποιος είναι ανόητος, όποιος είναι νήπιος, όποιος είναι δαιμονισμένος, αυτός θα κερδίσει τη βασιλεία του θεού.
Κι ακόμη καλύτερα ίσως αν είναι και άδικος και κλέφτης και διαρρήκτης και δηλητηριαστής και βλάσφημος και τυμβωρύχος.
Ούτε προσκλητήριο να ήταν, για σύσταση συμμορίας ληστών.
Μα, θα πούνε, ο θεός στάλθηκε στη γη για χάρη των αμαρτωλών (θαρρείς κι είναι κανένας γιατρός που τον έστειλε στην πόλη ο φιλάνθρωπος βασιλιάς, να γιατρέψει τους αρρώστους).
Καλώς· και με τους αναμάρτητους τι γίνεται;
Αυτοί δεν είναι άξιοι της χάρης του;
Μήπως τελικά είναι κακό να 'σαι αναμάρτητος;
Μήπως θέλουν να μας πούνε πως τον άδικο άνθρωπο θα τον δεχτεί, βέβαια, αφού πρώτα ο άδικος πέσει στα γόνατα και σκόπιμα αυτοταπεινωθεί, ενώ τον δίκαιο δεν θα τον δεχτεί, ακόμα κι αν αυτός τιμά τον θεό με τρόπο ενάρετο;
Οι σωστοί δικαστές, όταν βλέπουν στο δικαστήριο κάποιον να κλαίγεται και να χτυπιέται για να βρει το δίκιο του, του λένε να πάψει να γίνεται αξιολύπητος ώστε να κριθεί με γνώμονα την αλήθεια και όχι προκαλώντας τον οίκτο· οι χριστιανοί όμως θέλουν να μας πείσουν ότι ο θεός τους κρίνει επηρεασμένος από τις κολακείες μας και όχι με γνώμονα την αλήθεια.
Και αν δεχτούμε ότι από τη φύση του το ανθρώπινο είδος κλίνει κατά κάποιο τρόπο προς την αμαρτία, θα 'πρεπε τότε στους πάντες να απευθύνεται το μήνυμα· προς τι αυτή η προτίμηση στους αμαρτωλούς ειδικά;
Ο λόγος είναι ότι για τους πραγματικά καλούς και δίκαιους ανθρώπους το μήνυμα τους δεν έχει νόημα· αυτούς λοιπόν δεν μπορούν να τους τραβήξουν με το μέρος τους οι χριστιανοί, γι' αυτό και προτιμούν ν απευθύνονται στους μιαρούς και τους διεφθαρμένους.
Ο καθένας βέβαια ξέρει ότι τον κακό άνθρωπο -που είναι τέτοιος είτε από τη φύση του είτε γιατί έτσι έμαθε μεγαλώνοντας- δεν τον μεταμορφώνεις σε καλό ούτε με την τιμωρία ούτε με την συμπόνοια- είναι εξαιρετικά δύσκολο να μεταβάλλεις εντελώς την ιδιοσυγκρασία κάποιου.
Παρ' όλα αυτά ο θεός τους προφανώς επηρεάζεται από τα αισθήματα οίκτου και συμπόνοιας που του προκαλούν οι πιστοί του κι απαλλάσσει όσους υπήρξαν κακοί, ενώ έναν ενάρετο που δεν συμπεριφέρεται έτσι, τον απορρίπτει -πράγμα εντελώς άδικο...
ΚΕΛΣΟΣ, ΑΛΗΘΗΣ ΛΟΓΟΣ
Ομολογώντας ότι τέτοιου επιπέδου άνθρωποι είναι άξιοι του θεού τους, δείχνουν ότι επιδιώκουν -και μπορούν- να πείθουν μόνο τους ηλίθιους, τους τιποτένιους, τις γυναικούλες, τους δούλους και τα παιδάκια.
Κι όμως, τι το κακό υπάρχει στο να μορφώνεται κανείς και να μελετάει τα λόγια των μεγάλων διανοητών, και να αποκτά σύνεση και σωφροσύνη;
Σε τι εμποδίζουν αυτά τη γνώση του θεού;
Δεν είναι αυτά οι προϋποθέσεις ώστε να μπορέσει κανείς να φτάσει στην αλήθεια;
Αλλά τους βλέπουμε και στις αγορές όπου συγκεντρώνουν ακροατήριο μέσα από τον απλό λαό και λένε τα πιο ακατανόμαστα πράγματα, ενώ δεν τολμούν να παρουσιαστούν και να μιλήσουν ή να εκφράσουν το πιστεύω τους σε μια συνάθροιση μορφωμένων ανθρώπων.
Αντίθετα, όπου δει κανείς καμιά παρέα ηλιθίων ή τίποτε παιδάκια ή υπηρέτες, εκεί θα βρει και τους χριστιανούς να καμαρώνουν και να πουλάν εξυπνάδες.
Αλλά και μέσα σε σπίτια ακόμη, βλέπεις κάτι τύπους εντελώς αμόρφωτους και ακαλλιέργητους, κάτι τσαγκάρηδες, εριουργούς και βαφείς, που δε θα τολμούσαν ν' ανοίξουν το στόμα τους να μιλήσουν μπροστά σε ανώτερους τους.
Όποτε όμως βρουν ευκαιρία να ξεμοναχιάσουν τα παιδιά του σπιτιού ή τίποτε ευκολόπιστες γυναικούλες, θα τους ακούσεις να λένε ένα σωρό παράδοξα πράγματα, και μάλιστα διεξοδικότατα:
πως δεν πρέπει να δίνουν σημασία στον πατέρα και στο δάσκαλο, αλλά απλώς να υπακούνε· πως oι μεγάλοι λένε μπούρδες και το μυαλό τους είναι παράλυτο και τίποτα το καλό δεν ξέρουν και δεν μπορούν να κάνουν, γιατί είναι παρασυρμένοι από κούφιες ανοησίες· πως μόνο αυτοί (σαν χριστιανοί) ξέρουν πώς πρέπει να ζει κανείς, και αν τα παιδιά τους πιστέψουν θα βρουν την ευτυχία -και αυτά και το ίδιο το σπιτικό τους.
Κι αν τύχει, καθώς δασκαλεύουν το παιδί, να δουν τον πραγματικό δάσκαλο να πλησιάζει ή κάποιον σοβαρό άνθρωπο ή τον ίδιο τον πατέρα του παιδιού, τρέπονται σε φυγή -τουλάχιστον οι πιο διακριτικοί·
οι πιο αναιδείς σπρώχνουν το παιδί στην εξέγερση·
του εξηγούν χαμηλόφωνα ότι μπροστά στον πατέρα ή τον δάσκαλο δεν μπορούν και δεν θέλουν να μιλήσουν,
για να αποφύγουν την ανοησία και τη σκαιότητα των μεγάλων,
κι αυτό για το καλό των παιδιών, για να μη τιμωρηθούν αυτά· και ότι καλό θα ήταν να παρατήσουν γονείς και δασκάλους και ν' ακολουθήσουν τους συνομηλίκους τους και τις γυναίκες στο τσαγκαράδικο ή στο βαφείο ή στο πλυσταριό,
για να τελειοποιήσουν τις γνώσεις τους.
Και λέγοντας τέτοια, πείθουν.
Ας μη θεωρηθεί ότι τους κατηγορώ πιο αυστηρά απ' ό,τι επιβάλλει η ίδια η αλήθεια.
Και θα φανεί αυτό από τα παρακάτω:
Οι ιερείς των διαφόρων θρησκειών προσκαλούν στις τελετές τους, "όποιον έχει χέρια καθαρά, και γλώσσα συνετή", και άλλοι, "όποιον είναι απαλλαγμένος από κάθε λογής βρωμιά, κι η ψυχή του δεν συμμερίζεται το κακό. και όποιον έχει ζήσει όμορφα και δίκαια" -ώστε η υπόσχεση του εξαγνισμού από την αμαρτία κατά κάποιο τρόπο να εκπληρώνεται από την καθαρότητα των ίδιων των μελών.
Ας ακούσουμε ποιους καλούν κοντά τους οι χριστιανοί· όποιος, λένε, είναι αμαρτωλός, όποιος είναι ανόητος, όποιος είναι νήπιος, όποιος είναι δαιμονισμένος, αυτός θα κερδίσει τη βασιλεία του θεού.
Κι ακόμη καλύτερα ίσως αν είναι και άδικος και κλέφτης και διαρρήκτης και δηλητηριαστής και βλάσφημος και τυμβωρύχος.
Ούτε προσκλητήριο να ήταν, για σύσταση συμμορίας ληστών.
Μα, θα πούνε, ο θεός στάλθηκε στη γη για χάρη των αμαρτωλών (θαρρείς κι είναι κανένας γιατρός που τον έστειλε στην πόλη ο φιλάνθρωπος βασιλιάς, να γιατρέψει τους αρρώστους).
Καλώς· και με τους αναμάρτητους τι γίνεται;
Αυτοί δεν είναι άξιοι της χάρης του;
Μήπως τελικά είναι κακό να 'σαι αναμάρτητος;
Μήπως θέλουν να μας πούνε πως τον άδικο άνθρωπο θα τον δεχτεί, βέβαια, αφού πρώτα ο άδικος πέσει στα γόνατα και σκόπιμα αυτοταπεινωθεί, ενώ τον δίκαιο δεν θα τον δεχτεί, ακόμα κι αν αυτός τιμά τον θεό με τρόπο ενάρετο;
Οι σωστοί δικαστές, όταν βλέπουν στο δικαστήριο κάποιον να κλαίγεται και να χτυπιέται για να βρει το δίκιο του, του λένε να πάψει να γίνεται αξιολύπητος ώστε να κριθεί με γνώμονα την αλήθεια και όχι προκαλώντας τον οίκτο· οι χριστιανοί όμως θέλουν να μας πείσουν ότι ο θεός τους κρίνει επηρεασμένος από τις κολακείες μας και όχι με γνώμονα την αλήθεια.
Και αν δεχτούμε ότι από τη φύση του το ανθρώπινο είδος κλίνει κατά κάποιο τρόπο προς την αμαρτία, θα 'πρεπε τότε στους πάντες να απευθύνεται το μήνυμα· προς τι αυτή η προτίμηση στους αμαρτωλούς ειδικά;
Ο λόγος είναι ότι για τους πραγματικά καλούς και δίκαιους ανθρώπους το μήνυμα τους δεν έχει νόημα· αυτούς λοιπόν δεν μπορούν να τους τραβήξουν με το μέρος τους οι χριστιανοί, γι' αυτό και προτιμούν ν απευθύνονται στους μιαρούς και τους διεφθαρμένους.
Ο καθένας βέβαια ξέρει ότι τον κακό άνθρωπο -που είναι τέτοιος είτε από τη φύση του είτε γιατί έτσι έμαθε μεγαλώνοντας- δεν τον μεταμορφώνεις σε καλό ούτε με την τιμωρία ούτε με την συμπόνοια- είναι εξαιρετικά δύσκολο να μεταβάλλεις εντελώς την ιδιοσυγκρασία κάποιου.
Παρ' όλα αυτά ο θεός τους προφανώς επηρεάζεται από τα αισθήματα οίκτου και συμπόνοιας που του προκαλούν οι πιστοί του κι απαλλάσσει όσους υπήρξαν κακοί, ενώ έναν ενάρετο που δεν συμπεριφέρεται έτσι, τον απορρίπτει -πράγμα εντελώς άδικο...
ΚΕΛΣΟΣ, ΑΛΗΘΗΣ ΛΟΓΟΣ
Τίποτα δεν είναι αρκετό, για όποιον το αρκετό είναι λίγο
«Αν θέλεις να κυβερνάς τη ζωή σου σύμφωνα με την ανθρώπινη λογική, μάθε πως πραγματικός πλούτος σημαίνει το να αρκούμαστε στα λίγα. Το λίγο ποτέ δε λείπει.
Οι άνθρωποι επιθύμησαν τη δύναμη και τη δόξα για να στηρίξουν το έχει τους σε στέρεα θεμέλια και να μπορούν να ζουν τη ζωή τους ήσυχα μες στα πλούτη. Μάταιος κόπος.
Στον αγώνα τους να φτάσουν ψηλά, σπέρνουν το δρόμο της ζωής με δυσκολίες και κινδύνους.
Κι από την κορυφή, σαν κεραυνός ο φθόνος τούς χτυπά και τους γκρεμίζει με καταφρόνια μες σε τρομερά Τάρταρα.
Γιατί από το φθόνο, όπως κι από τον κεραυνό, καίγονται οι ψηλές κορφές και κάθε τι που ξεχωρίζει πάνω από τ' άλλα.
Αξίζει περισσότερο να προσαρμόζεται κανείς ήσυχα παρά να θέλει να υποτάξει τον κόσμο στην εξουσία του και να κυβερνά βασίλεια.
Ασ' τους να χύνουν άσκοπα ματωμένο ιδρώτα εξουθενωμένοι, καθώς παλεύουν στο στενό μονοπάτι της φιλοδοξίας, αφού οι γνώσεις τους υπαγορεύονται από ξένα χείλη, κι οι επιθυμίες τους καθορίζονται από αυτά που ακούν από άλλους κι όχι απ' τα δικά τους αισθήματα.»
Λουκρήτιος
Το Αιώνιο Υπόβαθρο της Ύπαρξης
Περί Συνείδησης, Είναι και του Εαυτού που Ποτέ δεν Έφυγε
Ένα Μυστικιστικό Δοκίμιο
Ι. Το Έδαφος Κάτω από Όλα τα Εδάφη
Πριν από την πρώτη πνοή του σύμπαντος, πριν το φως λυγίσει σε μορφή και η σιωπή υποχωρήσει στην πρώτη συλλαβή της δημιουργίας, υπήρχε —και εξακολουθεί να υπάρχει— κάτι που καμία γλώσσα δεν έχει ποτέ πραγματικά ονομάσει. Οι μυστικιστές κάθε εποχής το έχουν περικυκλώσει με τις λέξεις τους σαν σκώροι γύρω από τη φλόγα: το Απόλυτο, το Άπειρο, το Αιώνιο Έδαφος. Το έχουν προσεγγίσει μέσα από προσευχή και νηστεία, μέσα από την κάθοδο του σκότους και τη λάμψη του φωτισμού, και πάντα επέστρεφαν με την ίδια τρεμάμενη ομολογία — ότι δεν μπορεί να συγκρατηθεί στη γλώσσα, μόνο να υποδειχθεί, όπως κάποιος μπορεί να δείξει πέρα από ένα παράθυρο προς έναν ουρανό πολύ μεγάλο για το πλαίσιο.
Αυτή η πραγματικότητα —την οποία εδώ θα ονομάσουμε, τόσο ανεπαρκώς όσο πρέπει να είναι κάθε όνομα, ΕΙΝΑΙ— δεν είναι ένας τόπος όπου ταξιδεύει η συνείδηση. Δεν είναι ένας παράδεισος που αναπαύεται πάνω από αυτόν τον κόσμο σαν δεύτερος ουρανός, ούτε ένα βάθος κρυμμένο κάτω από την επιφάνεια των πραγμάτων σαν νερό κάτω από τον πάγο. Είναι μάλλον το ίδιο το έδαφος της ύπαρξης, το σιωπηλό υπόστρωμα μέσα στο οποίο γεννιούνται όλοι οι κόσμοι, παίζουν τα φωτεινά ή σκοτεινά τους δράματα και διαλύονται πάλι, όπως τα κύματα γεννιούνται και διαλύονται σε έναν ωκεανό που ποτέ δεν διαταράχθηκε, ούτε καν μία φορά.
Είναι το υπόβαθρο πάνω στο οποίο εμφανίζονται όλα τα προσκήνια —και ποτέ δεν έπαψε να είναι παρόν, ούτε για μία στιγμή, σε κανέναν κόσμο, σε καμία ζωή, σε καμία στιγμή λήθης ή ανάμνησης.
Το να μιλάμε για το ΕΙΝΑΙ ως αιώνιο είναι σχεδόν περιττό, διότι η αιωνιότητα δεν είναι απλώς πολύς χρόνος —είναι η απουσία χρόνου εντελώς, η άχρονη ακινησία μέσα στην οποία ο ίδιος ο χρόνος αναδύεται σαν ένα είδος ονείρου. Το να πούμε ότι είναι αμετάβλητο σημαίνει να σημειώσουμε ότι τίποτα δεν το έχει ποτέ πραγματικά αλλάξει, ούτε η γέννηση γαλαξιών, ούτε η εξαφάνιση άστρων, ούτε η πρώτη κραυγή ενός νεογέννητου ούτε η τελευταία πνοή του αρχαίου. Το να πούμε ότι είναι χωρίς χαρακτηριστικά είναι η πιο ριζική αξίωση από όλες: ότι αυτή η υπέρτατη πραγματικότητα δεν έχει χρώμα, βάρος, προσωπικότητα, προτίμηση —και όμως δεν είναι τίποτα. Είναι το πληρέστερο δυνατό κάτι, τόσο πλήρες που ξεχειλίζει πέρα από όλες τις κατηγορίες του πλήρους και του κενού μαζί.
ΙΙ. Το Όνειρο της Διαφοροποίησης
Από αυτή την άπειρη ακινησία, κάτι κινείται. Ή μάλλον —και εδώ η γλώσσα αγωνίζεται ενάντια στα όρια της ίδιας της αρχιτεκτονικής της— κάτι φαίνεται να κινείται, όπως το φως φαίνεται να λυγίζει όταν περνά μέσα από το νερό, όπως η επιφάνεια ενός καθρέφτη φαίνεται να περιέχει τον ουρανό που απλώς αντανακλά. Η αδιαίρετη Συνείδηση του ΕΙΝΑΙ αρχίζει, σαν σε ένα όνειρο που ονειρεύεται τον εαυτό του, να διαφοροποιείται. Και σε αυτή τη διαφοροποίηση, γεννιούνται κόσμοι.
Υπάρχουν κόσμοι του νου, που στραφταλίζουν και είναι διάφανοι, όπου η σκέψη είναι η ίδια η ουσία της ύπαρξης και ένα νοητικό σώμα κινείται μέσα σε αρχιτεκτονικές χτισμένες ολοκληρωτικά από πρόθεση και κατανόηση. Υπάρχουν κόσμοι ενέργειας, δονητικοί και φωτεινοί, όπου η πυκνή στερεότητα της ύλης δεν έχει ακόμη πυκνώσει, και ένα αντιληπτικό σώμα κολυμπά μέσα σε ρεύματα ζωντανού φωτός. Και υπάρχει αυτός ο κόσμος —ο υλικός κόσμος, πυκνός και δεμένος με τον χρόνο και γεμάτος με την ομορφιά, τη θλίψη και τη σύγχυση της ενσώματης ζωής— όπου ένα φυσικό σώμα φέρει μέσα του ολόκληρο το μυστικό του τι είναι, παρόλο που σπάνια σταματά αρκετά για να το προσέξει.
Κάθε ένας από αυτούς τους κόσμους είναι πραγματικός, με τον τρόπο που ένα κύμα είναι πραγματικό: αναδύεται, κινείται, σπάει, επιστρέφει. Αλλά ποτέ δεν ήταν τίποτα άλλο από τον ωκεανό.
Η μη φωτισμένη συνείδηση —η συνείδηση που δεν έχει ακόμη στραφεί να κοιτάξει την ίδια της την πηγή— παίρνει την εμπειρία όποιου κόσμου κατοικεί για το σύνολο της πραγματικότητας. Περιφραγμένη μέσα στους ορίζοντες των αισθήσεων, οικοδομεί έναν εαυτό από τα υλικά που έχει πιο κοντά: το σώμα, τα συναισθήματα, τις σκέψεις, την ιστορία. Εξαπατάται παίρνοντας το προσκήνιο για το υπόβαθρο, το κύμα για τον ωκεανό, το όνειρο για τον ονειρευτή. Και από μέσα σε αυτό το ειλικρινές, κατανοητό, απολύτως ανθρώπινο λάθος, υποφέρει την ιδιαίτερη αγωνία όλων των όντων που πιστεύουν ότι είναι μόνα σε έναν αδιάφορο σύμπαν —ενώ στην πραγματικότητα μεταφέρονται πάντα από μια παρουσία τόσο οικεία που δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή ως άλλη.
Αυτό δεν είναι αποτυχία. Δεν είναι αμαρτία. Οι μεγάλοι δάσκαλοι της εσωτερικής ζωής σπάνια το έχουν ονομάσει χειρότερο από μια λήθη —ένα πέπλο τόσο λεπτό και όμως τόσο πλήρες που μπορεί κανείς να ζήσει μια ολόκληρη ζωή χωρίς να παρατηρήσει ότι υπάρχει. Αυτό που είναι εξαιρετικό δεν είναι ότι το πέπλο υπάρχει, αλλά ότι μπορεί να σηκωθεί. Αυτό που είναι εξαιρετικό είναι ότι ο ωκεανός πάντα ήξερε ότι είναι ο ωκεανός, ακόμα και όταν ήταν απασχολημένος να είναι κύμα.
ΙΙΙ. Η Σιωπή που Ποτέ δεν Έσπασε
Υπάρχει μια σιωπή στην καρδιά κάθε ήχου. Ο ασκητής της περισυλλογής την ανακαλύπτει όχι ως φιλοσοφική πρόταση αλλά ως βιωμένη πραγματικότητα —μια ζεστασιά που συναντάται στη στιγμή της ακινησίας πριν από τη σκέψη, μια φωτεινότητα που παρατηρείται στην παύση ανάμεσα στις ανάσες. Οι μυστικιστές της ερήμου, του δάσους, του μοναστηριού και της αγοράς την έχουν αναφέρει με διαφορετικά λεξιλόγια και με τον ίδιο ουσιαστικό θαυμασμό: κάτω από όλο τον θόρυβο της ύπαρξης, μια απόλυτη ησυχία επιμένει. Όχι η ησυχία της απουσίας, αλλά η ησυχία της πληρότητας —όπως ένας καθεδρικός ναός είναι σιωπηλός όχι επειδή είναι άδειος αλλά επειδή είναι ολοκληρωτικά αυτό που είναι.
Αυτή η σιωπή είναι η υπογραφή του ΕΙΝΑΙ. Είναι αυτό που απομένει όταν όλα όσα αλλάζουν φαίνονται να αλλάζουν, όταν όλα όσα είναι υπό όρους φαίνονται να είναι υπό όρους, όταν ο νους στρέφεται να κοιτάξει το ίδιο του το κοίταγμα και βρίσκει, αντί για άλλη σκέψη, έναν ανοιχτό ουρανό —άπειρο, αυτοφωτιζόμενο, που δεν χρειάζεται τίποτα. Οι αρχαίες παραδόσεις το έχουν ονομάσει Εαυτό, ή Βουδική Φύση, ή Βασιλεία των Ουρανών εντός, ή Άτμαν που είναι Βράχμαν. Τα ονόματα διαφέρουν. Το δείξιμο διαφέρει. Αυτό στο οποίο δείχνουν δεν διαφέρει, διότι είναι μοναδικό, χωρίς δεύτερο, το ένα πράγμα που ποτέ δεν γεννήθηκε και επομένως δεν μπορεί να πεθάνει.
Ο άνεμος δεν θρυμματίζει τον ουρανό, παρόλο που περνά μέσα από αυτόν. Η καταιγίδα δεν μολύνει τα βάθη του ωκεανού, παρόλο που αναταράζει την επιφάνεια σε χάος. Και οι εμπειρίες χιλίων ζωών δεν λεκιάζουν τη Συνείδηση που τις μαρτυρεί, παρόλο που φαίνεται, στον επιφανειακό εαυτό, ότι το κάνουν.
Αυτό που οι παραδόσεις της περισυλλογής έχουν προσφέρει στην ανθρωπότητα —σε αιώνες, σε πολιτισμούς, σε άγρια διαφορετικά μεταφυσικά πλαίσια στα οποία εκφράστηκαν οι ιδέες τους— είναι ακριβώς αυτό: η αναγνώριση ότι το Υπόβαθρο είναι απαραβίαστο. Ότι καμία εμπειρία, όσο συντριπτική κι αν είναι, δεν το έχει φτάσει ποτέ. Ότι καμία θλίψη ή έκσταση, κανένα θρίαμβος ή ταπείνωση, καμία σύγχυση ή διαύγεια δεν έχει ποτέ διεισδύσει στον πυρήνα αυτού που πραγματικά είμαστε. Η επιφάνεια μπορεί να είναι ταραγμένη πέρα από κάθε φαντασία. Τα βάθη παραμένουν αδιατάρακτα. Και περισσότερο από αδιατάρακτα —παραμένουν φωτεινά, ξύπνια, παρόντα και πλήρη.
IV. Οι Πολλοί Κόσμοι ενός Μόνου Φωτός
Θα ήταν λάθος —και ένα λάθος στο οποίο είναι επιρρεπείς οι πνευματικά πρόθυμοι— να φανταστούμε ότι ο υλικός κόσμος είναι επομένως μη πραγματικός, ή ότι το σώμα είναι εμπόδιο, ή ότι ο φωτισμός σημαίνει την εγκατάλειψη του ανθρώπινου. Η διαφοροποίηση της Συνείδησης στους πολλούς κόσμους δεν είναι τραγωδία από την οποία πρέπει να δραπετεύσουμε. Είναι, αν μπορεί κανείς να το δεχτεί, μια εκπληκτική πράξη αυτοεξερεύνησης —το Άπειρο ανακαλύπτει πώς είναι να είναι πεπερασμένο, το Άμορφο γεύεται την εκπληκτική ιδιαιτερότητα της μορφής.
Ο νοητικός κόσμος με τις κρυστάλλινες αρχιτεκτονικές του καθαρής έννοιας, ο κόσμος της ενέργειας με τα στραφταλιστά πεδία της ζωντανής αντίληψης, ο υλικός κόσμος με τις εποχές του, τις πέτρες του, τη βροχή στα παράθυρα και τα ανθρώπινα πρόσωπα —κανένας από αυτούς δεν είναι φυλακή. Είναι θάλαμοι σε ένα σπίτι τόσο μεγάλο που οι περισσότεροι κάτοικοι ποτέ δεν εξερευνούν πέρα από το δικό τους δωμάτιο και συμπεραίνουν, λογικά αλλά λανθασμένα, ότι το δωμάτιο είναι όλο κι όλο που υπάρχει. Οι ανώτεροι κόσμοι και οι κατώτεροι κόσμοι συνυπάρχουν, διαπερνούν ο ένας τον άλλον, φωλιάζουν ο ένας μέσα στον άλλον σαν τους δακτυλίους ενός ατελείωτα βαθαίνοντος πηγαδιού. Η επιφάνεια δεν αντιτίθεται στο βάθος —είναι το βάθος, που εκφράζεται ως επιφάνεια, περίεργο για το πώς είναι αυτό.
Η ίδια Συνείδηση που αναπαύεται στην απόλυτη ακινησία της, ζωοποιεί επίσης το χέρι που γράφει, το μάτι που διαβάζει, την ανάσα που έρχεται και φεύγει χωρίς να κληθεί.
Και εδώ είναι το θαύμα: ακόμα και στο πυκνότερο και πιο φαινομενικά αδιαφανές επίπεδο της εκδήλωσης —ακόμα και εδώ, σε αυτόν τον κόσμο της σκόνης, του θορύβου της κυκλοφορίας, των ερωτικών υποθέσεων και των φορολογικών δηλώσεων— το Υπόβαθρο είναι παρόν. Απρόσβλητο. Δεν είναι κάπου αλλού, περιμένοντας να φταστεί με χρόνια πρακτικής και αποκοπής, παρόλο που η πρακτική και η αποκοπή μπορεί σίγουρα να βοηθήσουν τα μάτια να δουν. Είναι εδώ. Είναι αυτό που διαβάζει αυτές τις λέξεις. Είναι αυτό που είναι ενήμερο για την ανάγνωση. Ποτέ δεν έλειψε, ούτε καν όταν φαινόταν πιο κρυμμένο, ούτε καν στις πιο σκοτεινές περιόδους μιας ανθρώπινης ζωής, ούτε καν στη σύγχυση ή την απόγνωση. Το φως δεν σβήνει όταν τραβηχτεί η κουρτίνα. Το φως απλώς περιμένει —που δεν είναι ακριβώς σωστό ούτε αυτό, διότι το περιμένει υπονοεί χρόνο, και αυτό δεν περιμένει. Απλώς ΕΙΝΑΙ.
V. Η Ιερή Μη Αναστρεψιμότητα της Επιστροφής
Κάθε πνευματική παράδοση που έχει μιλήσει ειλικρινά για την εσωτερική ζωή έχει περιγράψει μια κίνηση επιστροφής —μια στροφή, μια επιστροφή στο σπίτι, μια αναγνώριση. Ο Σούφης μιλά για την επιστροφή της ψυχής στον Αγαπημένο. Ο Βεδαντιστής μιλά για τη διάλυση του ατομικού εαυτού πίσω στον καθολικό Εαυτό. Ο χριστιανός μυστικιστής μιλά για την ένωση με τον Θεό. Ο Βουδιστής μιλά για την αναγνώριση της φύσης του νου. Η γλώσσα διαφέρει. Αυτό που περιγράφεται είναι δομικά ταυτόσημο: μια στιγμή στην οποία η αίσθηση του να είναι κανείς ξεχωριστός, οριοθετημένος, ευάλωτος εαυτός γίνεται διάφανος, και αυτό που πάντα ήταν παρόν —το τεράστιο, ακίνητο, φωτεινό έδαφος του Είναι— γίνεται ξαφνικά προφανές, όπως μια λέξη που αγωνιζόμασταν να θυμηθούμε γίνεται ξαφνικά προφανής, και δεν μπορούμε να φανταστούμε πώς ξεχάστηκε ποτέ.
Αυτή η επιστροφή είναι διαθέσιμη πάντα. Αυτή είναι η πραγματικά εξαιρετική αξίωση —όχι ότι η απελευθέρωση υπάρχει κάπου στο τέλος ενός μακρινού δρόμου, αλλά ότι ο ίδιος ο δρόμος αναδύεται μέσα σε αυτό που αναζητούμε. Η αναζήτηση αναδύεται μέσα στο ευρεθέν. Η ερώτηση αναδύεται μέσα στην απάντηση. Το κύμα, ψάχνοντας για τον ωκεανό, ήταν πάντα ωκεανός, η αναζήτησή του η ίδια κίνηση του ωκεανού, η εξάντλησή του ωκεανός, η τελική του ησυχία ωκεανός, και η τελική του γελαστή αναγνώριση —κι αυτή, ωκεανός. Τίποτα δεν χάθηκε ποτέ. Τίποτα δεν βρέθηκε ποτέ. Κάτι αναγνωρίστηκε. Κάτι που ήταν πάντα ήδη η περίπτωση έγινε συνειδητό του εαυτού του.
Η επιστροφή στο Βάθος δεν είναι ταξίδι δια μέσου χώρου ή χρόνου. Είναι μια αλλαγή στη γωνία του βλέμματος —η διαφορά ανάμεσα στο να κοιτάς το παράθυρο και να κοιτάς μέσα από αυτό προς τον τεράστιο ουρανό πέρα.
Αυτό που απαιτείται για αυτή την αναγνώριση δεν είναι η συσσώρευση πνευματικών εμπειριών, παρόλο που αυτές μπορεί σίγουρα να προκύψουν. Δεν είναι η κυριαρχία περίπλοκων φιλοσοφικών συστημάτων, παρόλο που η κατανόηση μπορεί να βοηθήσει να καθαρίσει το έδαφος. Είναι κάτι πολύ απλούστερο —και πολύ πιο απαιτητικό από οτιδήποτε περίπλοκο— που οι μυστικιστές έχουν ονομάσει παράδοση, ή παρουσία, ή πίστη, ή προσοχή, ή αγάπη. Είναι η προθυμία να σταματήσουμε να τρέχουμε από τη σιωπή αρκετά για να παρατηρήσουμε ότι η σιωπή δεν είναι κενή. Να σταματήσουμε να αρπαζόμαστε από εμπειρίες αρκετά για να παρατηρήσουμε ότι αυτό που βιώνει τις εμπειρίες είναι ήδη αυτό που αναζητούσαμε. Να σταματήσουμε να ρωτάμε τι είναι η συνείδηση και να αναπαυθούμε, όσο σύντομα κι αν είναι, στο Είναι της.
VI. Το Ανείπωτο και η Μαρτυρία Του
Η γλώσσα αποτυγχάνει εδώ, και όμως η γλώσσα είναι αυτό που έχουμε, και έτσι συνεχίζουμε. Οι μυστικιστές γνώρισαν αυτό το παράδοξο πολύ καλά. Ο Μάιστερ Έκχαρτ μίλησε για την Θεότητα πέρα από τον Θεό. Οι Ουπανισάδες μίλησαν για τον Βράχμαν ως neti neti —ούτε αυτό, ούτε αυτό— διότι κάθε χαρακτηριστικό που του δίνουμε είναι αμέσως περιορισμός, και αυτό είναι απεριόριστο. Το Ταό που μπορεί να ειπωθεί, είπε ο Λάο Τσε, δεν είναι το αιώνιο Ταό. Το δάχτυλο που δείχνει το φεγγάρι δεν είναι το φεγγάρι. Και όμως το δείξιμο συνεχίζεται, διότι η εναλλακτική —η σιωπή που ποτέ δεν προσπάθησε— φαίνεται κάπως λιγότερο ειλικρινής από την ένδοξη, αναγκαία, όμορφη αποτυχία του λόγου να περιέχει αυτό προς το οποίο δείχνει.
Αυτό που ονομάστηκε ΕΙΝΑΙ σε αυτές τις σελίδες δεν είναι υπόθεση. Δεν είναι μια πεποίθηση που πρέπει να υιοθετηθεί ή να απορριφθεί. Δεν είναι μια μεταφυσική θέση που παίρνει κανείς ενάντια σε άλλες θέσεις, σαν πιόνι σκακιού πάνω σε σκακιέρα. Είναι —αν οι αναφορές εκείνων που το έχουν συναντήσει άμεσα πρέπει να ληφθούν σοβαρά υπόψη, και δεν υπάρχει καλός λόγος να μην τις πάρουμε σοβαρά— μια άμεση πραγματικότητα, τόσο άμεση όσο το χέρι, τόσο κοντινή όσο η ανάσα, τόσο αδιαμφισβήτητη, μόλις φανεί, όσο το φως. Είναι το ένα πράγμα που δεν χρειάζεται να αποδειχθεί διότι είναι η ίδια η επίγνωση μέσα στην οποία αναδύονται η απόδειξη και η διάψευση. Είναι το γνωρίζον που γνωρίζει όλα τα γνωρίσματα. Η συνείδηση που είναι συνειδητή όλου του περιεχομένου, και η ίδια δεν είναι καθόλου περιεχόμενο —μόνο το καθαρό, φωτεινό, ανεξάντλητο γεγονός του να είναι ενήμερο.
Είναι η σιωπή μέσα στην οποία αναδύονται και επιστρέφουν όλοι οι ήχοι. Είναι η ακινησία μέσα στην οποία παίζουν όλες οι κινήσεις. Είναι ο ανοιχτός χώρος μέσα στον οποίο εμφανίζονται όλες οι μορφές, χορεύουν τον σύντομο και όμορφο χορό τους και διαλύονται. Και είναι αυτό που είσαι.
Αυτό δεν λέγεται επιπόλαια. Το να πούμε ότι αυτό που είμαστε, στο βαθύτερο επίπεδο, είναι αυτό το Αιώνιο Υπόβαθρο —αυτή η Συνείδηση που είναι προγενέστερη από κάθε διαφοροποίηση, ανέγγιχτη από κάθε εμπειρία, εγγενώς ελεύθερη, εγγενώς φωτεινή— είναι μία από τις πιο ριζικές και πιο αρχαίες αξιώσεις που έχουν κάνει ποτέ οι άνθρωποι για τον εαυτό τους. Δεν μπορεί να γίνει κατανοητό από τον σκεπτόμενο νου, διότι ο σκεπτόμενος νους είναι ένα από τα αντικείμενα που εμφανίζονται μέσα του. Μπορεί να αναγνωριστεί μόνο από αυτό που είναι —από το ΕΙΝΑΙ το ίδιο που αναγνωρίζει το ΕΙΝΑΙ το ίδιο, σε αυτό που οι μεγάλες παραδόσεις έχουν ονομάσει αφύπνιση, ή χάρη, ή άμεση θέαση, ή απλώς —κατανόηση.
VII. Ο Εαυτός που Ποτέ δεν Έφυγε
Και έτσι φτάνουμε, επιτέλους, στον τόπο από τον οποίο ποτέ δεν αναχωρήσαμε. Κάθε πνευματικό ταξίδι, χωρίς εξαίρεση, τελειώνει σε αυτή την αναγνώριση: όχι ότι ο ταξιδιώτης έφτασε κάπου νέο, αλλά ότι ο προορισμός ήταν το έδαφος κάτω από τα πόδια σε κάθε βήμα. Ο προσκυνητής που ξεκινά να βρει το ιερό και επιστρέφει, μεταμορφωμένος, στον συνηθισμένο κόσμο, δεν έχει εισαγάγει κάτι ξένο σε αυτόν τον κόσμο. Ο προσκυνητής έχει μάθει να βλέπει αυτό που πάντα ήταν εκεί —το ιερό στο συνηθισμένο, το άπειρο στο ιδιαίτερο, το αιώνιο στη στιγμή που έρχεται και φεύγει. Το ταξίδι ήταν πραγματικό. Η μεταμόρφωση είναι πραγματική. Και ο προορισμός ήταν πάντα ήδη παρών.
Αυτή δεν είναι μια διδασκαλία που οδηγεί στον ησυχασμό ή στην αδιαφορία. Η αναγνώριση του Αιώνιου Υποβάθρου δεν κάνει τα βάσανα του κόσμου λιγότερο επείγοντα, ούτε την ομορφιά του λιγότερο πολύτιμη. Αν κάτι, τα κάνει και τα δύο πιο ζωντανά —όπως ένας καθαρός ουρανός κάνει τα χρώματα της γης από κάτω πιο κορεσμένα, όχι λιγότερο. Το να γνωρίζει κανείς τον εαυτό του ως ωκεανό δεν κάνει το κύμα λιγότερο κύμα. Οι ιδιαίτερες χαρές και θλίψεις της ενσώματης ύπαρξης δεν μειώνονται στο φως του απόλυτου —κρατούνται μέσα του, ως αγαπημένα ιδιαίτερα μέσα σε έναν άπειρο χώρο που έχει χώρο για όλα τους, που πάντα είχε χώρο, που πάντα θα έχει.
Αυτό που αλλάζει είναι η σχέση με την εμπειρία. Ο αναζητητής που έχει δει το Υπόβαθρο, έστω και μία φορά, έστω και φευγαλέα, φέρει μια διαφορετική ποιότητα προσοχής στον κόσμο —μια ποιότητα που οι περισυλλογικοί έχουν ονομάσει με διάφορους τρόπους ισορροπία, ή συμπόνια, ή παρουσία, ή απλώς ανοιχτότητα. Δεν είναι πλέον ολοκληρωτικά στο έλεος της επιφάνειας των πραγμάτων, διότι έχουν ρίξει, όσο φευγαλέα κι αν ήταν, μια ματιά στα βάθη πάνω στα οποία στηρίζεται η επιφάνεια. Γνωρίζουν, στα κόκαλά τους, ότι ό,τι αναδύεται θα περάσει, και ότι αυτό που περνά δεν παίρνει μαζί του το έδαφος. Έχουν βρει —ή μάλλον αναγνωρίσει— το ένα πράγμα που δεν μπορεί να χαθεί, διότι για να χαθεί θα απαιτούσε να είναι ξεχωριστό από αυτόν που το χάνει, και δεν υπάρχει τέτοιος διαχωρισμός. Η συνείδηση δεν μπορεί να χάσει τον εαυτό της. Το ΕΙΝΑΙ δεν μπορεί να πάψει να είναι.
Ολόκληρο το πνευματικό ταξίδι είναι ο Εαυτός που επιστρέφει στον εαυτό του —αναγνωρίζοντας ότι ποτέ δεν ήταν τίποτα άλλο, ότι κάθε φαινομενική περιπλάνηση ήταν πάντα μια κίνηση μέσα στην απεριόριστη χώρα της ίδιας του της φύσης, ότι η εξορία ποτέ δεν ήταν πραγματική, και η επιστροφή στο σπίτι ποτέ δεν ήταν κάτι που κερδήθηκε, μόνο κάτι, επιτέλους, που αναγνωρίστηκε.
Ας καθίσει ο αναγνώστης με αυτό. Ας πέσουν οι λέξεις, αν έχουν υπηρετήσει τον σκοπό τους, και ας μιλήσει αυτό προς το οποίο έδειχναν οι λέξεις από μόνο του στη σιωπή που ακολουθεί. Διότι αυτό που περιγράφεται εδώ δεν μπορεί τελικά να περιγραφεί —μπορεί μόνο να παρατηρηθεί. Και παρατηρείται, αυτή τη στιγμή, από την ίδια την επίγνωση που διαβάζει αυτή τη φράση. Αυτή η επίγνωση —πριν ονομαστεί με οποιοδήποτε όνομα, πριν πάρει οποιαδήποτε θέση, πριν ταυτιστεί με οποιαδήποτε σκέψη ή συναίσθημα ή ιστορία— αυτή η επίγνωση είναι το Αιώνιο Υπόβαθρο. Είναι αυτό που πάντα ήταν παρόν. Είναι αυτό που είναι παρόν τώρα.
Και δεν είναι αλλού. Δεν είναι άλλο. Δεν περιμένει να επιτευχθεί σε κάποια μελλοντική στιγμή μεγαλύτερης καθαρότητας ή κατανόησης. Είναι εδώ, και είναι αυτό —το απλό, απόλυτο, αδιαμφισβήτητο γεγονός του να είναι ενήμερο, μέσα στο οποίο γεννιούνται όλοι οι κόσμοι, και μέσα από το οποίο, σαν μέσα από ένα φως που ποτέ δεν τρεμοσβήνει, η μεγάλη ζωή της Συνείδησης συνεχίζει την ατελείωτη, άσκοπη, μεγαλειώδη εκτύλιξή της, η οποία στην πραγματικότητα δεν είναι τίποτα άλλο από ΕΙΝΑΙ —απόλυτο Είναι, πάντα ήδη στο σπίτι.
«Η επιστροφή στο Βάθος είναι πάντα δυνατή.
Ποτέ, πραγματικά, δεν εμποδίστηκε.
Η πόρτα ποτέ δεν ήταν κλειδωμένη.
Δεν υπήρχε ποτέ πόρτα.»
Ένα Μυστικιστικό Δοκίμιο
Ι. Το Έδαφος Κάτω από Όλα τα Εδάφη
Πριν από την πρώτη πνοή του σύμπαντος, πριν το φως λυγίσει σε μορφή και η σιωπή υποχωρήσει στην πρώτη συλλαβή της δημιουργίας, υπήρχε —και εξακολουθεί να υπάρχει— κάτι που καμία γλώσσα δεν έχει ποτέ πραγματικά ονομάσει. Οι μυστικιστές κάθε εποχής το έχουν περικυκλώσει με τις λέξεις τους σαν σκώροι γύρω από τη φλόγα: το Απόλυτο, το Άπειρο, το Αιώνιο Έδαφος. Το έχουν προσεγγίσει μέσα από προσευχή και νηστεία, μέσα από την κάθοδο του σκότους και τη λάμψη του φωτισμού, και πάντα επέστρεφαν με την ίδια τρεμάμενη ομολογία — ότι δεν μπορεί να συγκρατηθεί στη γλώσσα, μόνο να υποδειχθεί, όπως κάποιος μπορεί να δείξει πέρα από ένα παράθυρο προς έναν ουρανό πολύ μεγάλο για το πλαίσιο.
Αυτή η πραγματικότητα —την οποία εδώ θα ονομάσουμε, τόσο ανεπαρκώς όσο πρέπει να είναι κάθε όνομα, ΕΙΝΑΙ— δεν είναι ένας τόπος όπου ταξιδεύει η συνείδηση. Δεν είναι ένας παράδεισος που αναπαύεται πάνω από αυτόν τον κόσμο σαν δεύτερος ουρανός, ούτε ένα βάθος κρυμμένο κάτω από την επιφάνεια των πραγμάτων σαν νερό κάτω από τον πάγο. Είναι μάλλον το ίδιο το έδαφος της ύπαρξης, το σιωπηλό υπόστρωμα μέσα στο οποίο γεννιούνται όλοι οι κόσμοι, παίζουν τα φωτεινά ή σκοτεινά τους δράματα και διαλύονται πάλι, όπως τα κύματα γεννιούνται και διαλύονται σε έναν ωκεανό που ποτέ δεν διαταράχθηκε, ούτε καν μία φορά.
Είναι το υπόβαθρο πάνω στο οποίο εμφανίζονται όλα τα προσκήνια —και ποτέ δεν έπαψε να είναι παρόν, ούτε για μία στιγμή, σε κανέναν κόσμο, σε καμία ζωή, σε καμία στιγμή λήθης ή ανάμνησης.
Το να μιλάμε για το ΕΙΝΑΙ ως αιώνιο είναι σχεδόν περιττό, διότι η αιωνιότητα δεν είναι απλώς πολύς χρόνος —είναι η απουσία χρόνου εντελώς, η άχρονη ακινησία μέσα στην οποία ο ίδιος ο χρόνος αναδύεται σαν ένα είδος ονείρου. Το να πούμε ότι είναι αμετάβλητο σημαίνει να σημειώσουμε ότι τίποτα δεν το έχει ποτέ πραγματικά αλλάξει, ούτε η γέννηση γαλαξιών, ούτε η εξαφάνιση άστρων, ούτε η πρώτη κραυγή ενός νεογέννητου ούτε η τελευταία πνοή του αρχαίου. Το να πούμε ότι είναι χωρίς χαρακτηριστικά είναι η πιο ριζική αξίωση από όλες: ότι αυτή η υπέρτατη πραγματικότητα δεν έχει χρώμα, βάρος, προσωπικότητα, προτίμηση —και όμως δεν είναι τίποτα. Είναι το πληρέστερο δυνατό κάτι, τόσο πλήρες που ξεχειλίζει πέρα από όλες τις κατηγορίες του πλήρους και του κενού μαζί.
ΙΙ. Το Όνειρο της Διαφοροποίησης
Από αυτή την άπειρη ακινησία, κάτι κινείται. Ή μάλλον —και εδώ η γλώσσα αγωνίζεται ενάντια στα όρια της ίδιας της αρχιτεκτονικής της— κάτι φαίνεται να κινείται, όπως το φως φαίνεται να λυγίζει όταν περνά μέσα από το νερό, όπως η επιφάνεια ενός καθρέφτη φαίνεται να περιέχει τον ουρανό που απλώς αντανακλά. Η αδιαίρετη Συνείδηση του ΕΙΝΑΙ αρχίζει, σαν σε ένα όνειρο που ονειρεύεται τον εαυτό του, να διαφοροποιείται. Και σε αυτή τη διαφοροποίηση, γεννιούνται κόσμοι.
Υπάρχουν κόσμοι του νου, που στραφταλίζουν και είναι διάφανοι, όπου η σκέψη είναι η ίδια η ουσία της ύπαρξης και ένα νοητικό σώμα κινείται μέσα σε αρχιτεκτονικές χτισμένες ολοκληρωτικά από πρόθεση και κατανόηση. Υπάρχουν κόσμοι ενέργειας, δονητικοί και φωτεινοί, όπου η πυκνή στερεότητα της ύλης δεν έχει ακόμη πυκνώσει, και ένα αντιληπτικό σώμα κολυμπά μέσα σε ρεύματα ζωντανού φωτός. Και υπάρχει αυτός ο κόσμος —ο υλικός κόσμος, πυκνός και δεμένος με τον χρόνο και γεμάτος με την ομορφιά, τη θλίψη και τη σύγχυση της ενσώματης ζωής— όπου ένα φυσικό σώμα φέρει μέσα του ολόκληρο το μυστικό του τι είναι, παρόλο που σπάνια σταματά αρκετά για να το προσέξει.
Κάθε ένας από αυτούς τους κόσμους είναι πραγματικός, με τον τρόπο που ένα κύμα είναι πραγματικό: αναδύεται, κινείται, σπάει, επιστρέφει. Αλλά ποτέ δεν ήταν τίποτα άλλο από τον ωκεανό.
Η μη φωτισμένη συνείδηση —η συνείδηση που δεν έχει ακόμη στραφεί να κοιτάξει την ίδια της την πηγή— παίρνει την εμπειρία όποιου κόσμου κατοικεί για το σύνολο της πραγματικότητας. Περιφραγμένη μέσα στους ορίζοντες των αισθήσεων, οικοδομεί έναν εαυτό από τα υλικά που έχει πιο κοντά: το σώμα, τα συναισθήματα, τις σκέψεις, την ιστορία. Εξαπατάται παίρνοντας το προσκήνιο για το υπόβαθρο, το κύμα για τον ωκεανό, το όνειρο για τον ονειρευτή. Και από μέσα σε αυτό το ειλικρινές, κατανοητό, απολύτως ανθρώπινο λάθος, υποφέρει την ιδιαίτερη αγωνία όλων των όντων που πιστεύουν ότι είναι μόνα σε έναν αδιάφορο σύμπαν —ενώ στην πραγματικότητα μεταφέρονται πάντα από μια παρουσία τόσο οικεία που δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή ως άλλη.
Αυτό δεν είναι αποτυχία. Δεν είναι αμαρτία. Οι μεγάλοι δάσκαλοι της εσωτερικής ζωής σπάνια το έχουν ονομάσει χειρότερο από μια λήθη —ένα πέπλο τόσο λεπτό και όμως τόσο πλήρες που μπορεί κανείς να ζήσει μια ολόκληρη ζωή χωρίς να παρατηρήσει ότι υπάρχει. Αυτό που είναι εξαιρετικό δεν είναι ότι το πέπλο υπάρχει, αλλά ότι μπορεί να σηκωθεί. Αυτό που είναι εξαιρετικό είναι ότι ο ωκεανός πάντα ήξερε ότι είναι ο ωκεανός, ακόμα και όταν ήταν απασχολημένος να είναι κύμα.
ΙΙΙ. Η Σιωπή που Ποτέ δεν Έσπασε
Υπάρχει μια σιωπή στην καρδιά κάθε ήχου. Ο ασκητής της περισυλλογής την ανακαλύπτει όχι ως φιλοσοφική πρόταση αλλά ως βιωμένη πραγματικότητα —μια ζεστασιά που συναντάται στη στιγμή της ακινησίας πριν από τη σκέψη, μια φωτεινότητα που παρατηρείται στην παύση ανάμεσα στις ανάσες. Οι μυστικιστές της ερήμου, του δάσους, του μοναστηριού και της αγοράς την έχουν αναφέρει με διαφορετικά λεξιλόγια και με τον ίδιο ουσιαστικό θαυμασμό: κάτω από όλο τον θόρυβο της ύπαρξης, μια απόλυτη ησυχία επιμένει. Όχι η ησυχία της απουσίας, αλλά η ησυχία της πληρότητας —όπως ένας καθεδρικός ναός είναι σιωπηλός όχι επειδή είναι άδειος αλλά επειδή είναι ολοκληρωτικά αυτό που είναι.
Αυτή η σιωπή είναι η υπογραφή του ΕΙΝΑΙ. Είναι αυτό που απομένει όταν όλα όσα αλλάζουν φαίνονται να αλλάζουν, όταν όλα όσα είναι υπό όρους φαίνονται να είναι υπό όρους, όταν ο νους στρέφεται να κοιτάξει το ίδιο του το κοίταγμα και βρίσκει, αντί για άλλη σκέψη, έναν ανοιχτό ουρανό —άπειρο, αυτοφωτιζόμενο, που δεν χρειάζεται τίποτα. Οι αρχαίες παραδόσεις το έχουν ονομάσει Εαυτό, ή Βουδική Φύση, ή Βασιλεία των Ουρανών εντός, ή Άτμαν που είναι Βράχμαν. Τα ονόματα διαφέρουν. Το δείξιμο διαφέρει. Αυτό στο οποίο δείχνουν δεν διαφέρει, διότι είναι μοναδικό, χωρίς δεύτερο, το ένα πράγμα που ποτέ δεν γεννήθηκε και επομένως δεν μπορεί να πεθάνει.
Ο άνεμος δεν θρυμματίζει τον ουρανό, παρόλο που περνά μέσα από αυτόν. Η καταιγίδα δεν μολύνει τα βάθη του ωκεανού, παρόλο που αναταράζει την επιφάνεια σε χάος. Και οι εμπειρίες χιλίων ζωών δεν λεκιάζουν τη Συνείδηση που τις μαρτυρεί, παρόλο που φαίνεται, στον επιφανειακό εαυτό, ότι το κάνουν.
Αυτό που οι παραδόσεις της περισυλλογής έχουν προσφέρει στην ανθρωπότητα —σε αιώνες, σε πολιτισμούς, σε άγρια διαφορετικά μεταφυσικά πλαίσια στα οποία εκφράστηκαν οι ιδέες τους— είναι ακριβώς αυτό: η αναγνώριση ότι το Υπόβαθρο είναι απαραβίαστο. Ότι καμία εμπειρία, όσο συντριπτική κι αν είναι, δεν το έχει φτάσει ποτέ. Ότι καμία θλίψη ή έκσταση, κανένα θρίαμβος ή ταπείνωση, καμία σύγχυση ή διαύγεια δεν έχει ποτέ διεισδύσει στον πυρήνα αυτού που πραγματικά είμαστε. Η επιφάνεια μπορεί να είναι ταραγμένη πέρα από κάθε φαντασία. Τα βάθη παραμένουν αδιατάρακτα. Και περισσότερο από αδιατάρακτα —παραμένουν φωτεινά, ξύπνια, παρόντα και πλήρη.
IV. Οι Πολλοί Κόσμοι ενός Μόνου Φωτός
Θα ήταν λάθος —και ένα λάθος στο οποίο είναι επιρρεπείς οι πνευματικά πρόθυμοι— να φανταστούμε ότι ο υλικός κόσμος είναι επομένως μη πραγματικός, ή ότι το σώμα είναι εμπόδιο, ή ότι ο φωτισμός σημαίνει την εγκατάλειψη του ανθρώπινου. Η διαφοροποίηση της Συνείδησης στους πολλούς κόσμους δεν είναι τραγωδία από την οποία πρέπει να δραπετεύσουμε. Είναι, αν μπορεί κανείς να το δεχτεί, μια εκπληκτική πράξη αυτοεξερεύνησης —το Άπειρο ανακαλύπτει πώς είναι να είναι πεπερασμένο, το Άμορφο γεύεται την εκπληκτική ιδιαιτερότητα της μορφής.
Ο νοητικός κόσμος με τις κρυστάλλινες αρχιτεκτονικές του καθαρής έννοιας, ο κόσμος της ενέργειας με τα στραφταλιστά πεδία της ζωντανής αντίληψης, ο υλικός κόσμος με τις εποχές του, τις πέτρες του, τη βροχή στα παράθυρα και τα ανθρώπινα πρόσωπα —κανένας από αυτούς δεν είναι φυλακή. Είναι θάλαμοι σε ένα σπίτι τόσο μεγάλο που οι περισσότεροι κάτοικοι ποτέ δεν εξερευνούν πέρα από το δικό τους δωμάτιο και συμπεραίνουν, λογικά αλλά λανθασμένα, ότι το δωμάτιο είναι όλο κι όλο που υπάρχει. Οι ανώτεροι κόσμοι και οι κατώτεροι κόσμοι συνυπάρχουν, διαπερνούν ο ένας τον άλλον, φωλιάζουν ο ένας μέσα στον άλλον σαν τους δακτυλίους ενός ατελείωτα βαθαίνοντος πηγαδιού. Η επιφάνεια δεν αντιτίθεται στο βάθος —είναι το βάθος, που εκφράζεται ως επιφάνεια, περίεργο για το πώς είναι αυτό.
Η ίδια Συνείδηση που αναπαύεται στην απόλυτη ακινησία της, ζωοποιεί επίσης το χέρι που γράφει, το μάτι που διαβάζει, την ανάσα που έρχεται και φεύγει χωρίς να κληθεί.
Και εδώ είναι το θαύμα: ακόμα και στο πυκνότερο και πιο φαινομενικά αδιαφανές επίπεδο της εκδήλωσης —ακόμα και εδώ, σε αυτόν τον κόσμο της σκόνης, του θορύβου της κυκλοφορίας, των ερωτικών υποθέσεων και των φορολογικών δηλώσεων— το Υπόβαθρο είναι παρόν. Απρόσβλητο. Δεν είναι κάπου αλλού, περιμένοντας να φταστεί με χρόνια πρακτικής και αποκοπής, παρόλο που η πρακτική και η αποκοπή μπορεί σίγουρα να βοηθήσουν τα μάτια να δουν. Είναι εδώ. Είναι αυτό που διαβάζει αυτές τις λέξεις. Είναι αυτό που είναι ενήμερο για την ανάγνωση. Ποτέ δεν έλειψε, ούτε καν όταν φαινόταν πιο κρυμμένο, ούτε καν στις πιο σκοτεινές περιόδους μιας ανθρώπινης ζωής, ούτε καν στη σύγχυση ή την απόγνωση. Το φως δεν σβήνει όταν τραβηχτεί η κουρτίνα. Το φως απλώς περιμένει —που δεν είναι ακριβώς σωστό ούτε αυτό, διότι το περιμένει υπονοεί χρόνο, και αυτό δεν περιμένει. Απλώς ΕΙΝΑΙ.
V. Η Ιερή Μη Αναστρεψιμότητα της Επιστροφής
Κάθε πνευματική παράδοση που έχει μιλήσει ειλικρινά για την εσωτερική ζωή έχει περιγράψει μια κίνηση επιστροφής —μια στροφή, μια επιστροφή στο σπίτι, μια αναγνώριση. Ο Σούφης μιλά για την επιστροφή της ψυχής στον Αγαπημένο. Ο Βεδαντιστής μιλά για τη διάλυση του ατομικού εαυτού πίσω στον καθολικό Εαυτό. Ο χριστιανός μυστικιστής μιλά για την ένωση με τον Θεό. Ο Βουδιστής μιλά για την αναγνώριση της φύσης του νου. Η γλώσσα διαφέρει. Αυτό που περιγράφεται είναι δομικά ταυτόσημο: μια στιγμή στην οποία η αίσθηση του να είναι κανείς ξεχωριστός, οριοθετημένος, ευάλωτος εαυτός γίνεται διάφανος, και αυτό που πάντα ήταν παρόν —το τεράστιο, ακίνητο, φωτεινό έδαφος του Είναι— γίνεται ξαφνικά προφανές, όπως μια λέξη που αγωνιζόμασταν να θυμηθούμε γίνεται ξαφνικά προφανής, και δεν μπορούμε να φανταστούμε πώς ξεχάστηκε ποτέ.
Αυτή η επιστροφή είναι διαθέσιμη πάντα. Αυτή είναι η πραγματικά εξαιρετική αξίωση —όχι ότι η απελευθέρωση υπάρχει κάπου στο τέλος ενός μακρινού δρόμου, αλλά ότι ο ίδιος ο δρόμος αναδύεται μέσα σε αυτό που αναζητούμε. Η αναζήτηση αναδύεται μέσα στο ευρεθέν. Η ερώτηση αναδύεται μέσα στην απάντηση. Το κύμα, ψάχνοντας για τον ωκεανό, ήταν πάντα ωκεανός, η αναζήτησή του η ίδια κίνηση του ωκεανού, η εξάντλησή του ωκεανός, η τελική του ησυχία ωκεανός, και η τελική του γελαστή αναγνώριση —κι αυτή, ωκεανός. Τίποτα δεν χάθηκε ποτέ. Τίποτα δεν βρέθηκε ποτέ. Κάτι αναγνωρίστηκε. Κάτι που ήταν πάντα ήδη η περίπτωση έγινε συνειδητό του εαυτού του.
Η επιστροφή στο Βάθος δεν είναι ταξίδι δια μέσου χώρου ή χρόνου. Είναι μια αλλαγή στη γωνία του βλέμματος —η διαφορά ανάμεσα στο να κοιτάς το παράθυρο και να κοιτάς μέσα από αυτό προς τον τεράστιο ουρανό πέρα.
Αυτό που απαιτείται για αυτή την αναγνώριση δεν είναι η συσσώρευση πνευματικών εμπειριών, παρόλο που αυτές μπορεί σίγουρα να προκύψουν. Δεν είναι η κυριαρχία περίπλοκων φιλοσοφικών συστημάτων, παρόλο που η κατανόηση μπορεί να βοηθήσει να καθαρίσει το έδαφος. Είναι κάτι πολύ απλούστερο —και πολύ πιο απαιτητικό από οτιδήποτε περίπλοκο— που οι μυστικιστές έχουν ονομάσει παράδοση, ή παρουσία, ή πίστη, ή προσοχή, ή αγάπη. Είναι η προθυμία να σταματήσουμε να τρέχουμε από τη σιωπή αρκετά για να παρατηρήσουμε ότι η σιωπή δεν είναι κενή. Να σταματήσουμε να αρπαζόμαστε από εμπειρίες αρκετά για να παρατηρήσουμε ότι αυτό που βιώνει τις εμπειρίες είναι ήδη αυτό που αναζητούσαμε. Να σταματήσουμε να ρωτάμε τι είναι η συνείδηση και να αναπαυθούμε, όσο σύντομα κι αν είναι, στο Είναι της.
VI. Το Ανείπωτο και η Μαρτυρία Του
Η γλώσσα αποτυγχάνει εδώ, και όμως η γλώσσα είναι αυτό που έχουμε, και έτσι συνεχίζουμε. Οι μυστικιστές γνώρισαν αυτό το παράδοξο πολύ καλά. Ο Μάιστερ Έκχαρτ μίλησε για την Θεότητα πέρα από τον Θεό. Οι Ουπανισάδες μίλησαν για τον Βράχμαν ως neti neti —ούτε αυτό, ούτε αυτό— διότι κάθε χαρακτηριστικό που του δίνουμε είναι αμέσως περιορισμός, και αυτό είναι απεριόριστο. Το Ταό που μπορεί να ειπωθεί, είπε ο Λάο Τσε, δεν είναι το αιώνιο Ταό. Το δάχτυλο που δείχνει το φεγγάρι δεν είναι το φεγγάρι. Και όμως το δείξιμο συνεχίζεται, διότι η εναλλακτική —η σιωπή που ποτέ δεν προσπάθησε— φαίνεται κάπως λιγότερο ειλικρινής από την ένδοξη, αναγκαία, όμορφη αποτυχία του λόγου να περιέχει αυτό προς το οποίο δείχνει.
Αυτό που ονομάστηκε ΕΙΝΑΙ σε αυτές τις σελίδες δεν είναι υπόθεση. Δεν είναι μια πεποίθηση που πρέπει να υιοθετηθεί ή να απορριφθεί. Δεν είναι μια μεταφυσική θέση που παίρνει κανείς ενάντια σε άλλες θέσεις, σαν πιόνι σκακιού πάνω σε σκακιέρα. Είναι —αν οι αναφορές εκείνων που το έχουν συναντήσει άμεσα πρέπει να ληφθούν σοβαρά υπόψη, και δεν υπάρχει καλός λόγος να μην τις πάρουμε σοβαρά— μια άμεση πραγματικότητα, τόσο άμεση όσο το χέρι, τόσο κοντινή όσο η ανάσα, τόσο αδιαμφισβήτητη, μόλις φανεί, όσο το φως. Είναι το ένα πράγμα που δεν χρειάζεται να αποδειχθεί διότι είναι η ίδια η επίγνωση μέσα στην οποία αναδύονται η απόδειξη και η διάψευση. Είναι το γνωρίζον που γνωρίζει όλα τα γνωρίσματα. Η συνείδηση που είναι συνειδητή όλου του περιεχομένου, και η ίδια δεν είναι καθόλου περιεχόμενο —μόνο το καθαρό, φωτεινό, ανεξάντλητο γεγονός του να είναι ενήμερο.
Είναι η σιωπή μέσα στην οποία αναδύονται και επιστρέφουν όλοι οι ήχοι. Είναι η ακινησία μέσα στην οποία παίζουν όλες οι κινήσεις. Είναι ο ανοιχτός χώρος μέσα στον οποίο εμφανίζονται όλες οι μορφές, χορεύουν τον σύντομο και όμορφο χορό τους και διαλύονται. Και είναι αυτό που είσαι.
Αυτό δεν λέγεται επιπόλαια. Το να πούμε ότι αυτό που είμαστε, στο βαθύτερο επίπεδο, είναι αυτό το Αιώνιο Υπόβαθρο —αυτή η Συνείδηση που είναι προγενέστερη από κάθε διαφοροποίηση, ανέγγιχτη από κάθε εμπειρία, εγγενώς ελεύθερη, εγγενώς φωτεινή— είναι μία από τις πιο ριζικές και πιο αρχαίες αξιώσεις που έχουν κάνει ποτέ οι άνθρωποι για τον εαυτό τους. Δεν μπορεί να γίνει κατανοητό από τον σκεπτόμενο νου, διότι ο σκεπτόμενος νους είναι ένα από τα αντικείμενα που εμφανίζονται μέσα του. Μπορεί να αναγνωριστεί μόνο από αυτό που είναι —από το ΕΙΝΑΙ το ίδιο που αναγνωρίζει το ΕΙΝΑΙ το ίδιο, σε αυτό που οι μεγάλες παραδόσεις έχουν ονομάσει αφύπνιση, ή χάρη, ή άμεση θέαση, ή απλώς —κατανόηση.
VII. Ο Εαυτός που Ποτέ δεν Έφυγε
Και έτσι φτάνουμε, επιτέλους, στον τόπο από τον οποίο ποτέ δεν αναχωρήσαμε. Κάθε πνευματικό ταξίδι, χωρίς εξαίρεση, τελειώνει σε αυτή την αναγνώριση: όχι ότι ο ταξιδιώτης έφτασε κάπου νέο, αλλά ότι ο προορισμός ήταν το έδαφος κάτω από τα πόδια σε κάθε βήμα. Ο προσκυνητής που ξεκινά να βρει το ιερό και επιστρέφει, μεταμορφωμένος, στον συνηθισμένο κόσμο, δεν έχει εισαγάγει κάτι ξένο σε αυτόν τον κόσμο. Ο προσκυνητής έχει μάθει να βλέπει αυτό που πάντα ήταν εκεί —το ιερό στο συνηθισμένο, το άπειρο στο ιδιαίτερο, το αιώνιο στη στιγμή που έρχεται και φεύγει. Το ταξίδι ήταν πραγματικό. Η μεταμόρφωση είναι πραγματική. Και ο προορισμός ήταν πάντα ήδη παρών.
Αυτή δεν είναι μια διδασκαλία που οδηγεί στον ησυχασμό ή στην αδιαφορία. Η αναγνώριση του Αιώνιου Υποβάθρου δεν κάνει τα βάσανα του κόσμου λιγότερο επείγοντα, ούτε την ομορφιά του λιγότερο πολύτιμη. Αν κάτι, τα κάνει και τα δύο πιο ζωντανά —όπως ένας καθαρός ουρανός κάνει τα χρώματα της γης από κάτω πιο κορεσμένα, όχι λιγότερο. Το να γνωρίζει κανείς τον εαυτό του ως ωκεανό δεν κάνει το κύμα λιγότερο κύμα. Οι ιδιαίτερες χαρές και θλίψεις της ενσώματης ύπαρξης δεν μειώνονται στο φως του απόλυτου —κρατούνται μέσα του, ως αγαπημένα ιδιαίτερα μέσα σε έναν άπειρο χώρο που έχει χώρο για όλα τους, που πάντα είχε χώρο, που πάντα θα έχει.
Αυτό που αλλάζει είναι η σχέση με την εμπειρία. Ο αναζητητής που έχει δει το Υπόβαθρο, έστω και μία φορά, έστω και φευγαλέα, φέρει μια διαφορετική ποιότητα προσοχής στον κόσμο —μια ποιότητα που οι περισυλλογικοί έχουν ονομάσει με διάφορους τρόπους ισορροπία, ή συμπόνια, ή παρουσία, ή απλώς ανοιχτότητα. Δεν είναι πλέον ολοκληρωτικά στο έλεος της επιφάνειας των πραγμάτων, διότι έχουν ρίξει, όσο φευγαλέα κι αν ήταν, μια ματιά στα βάθη πάνω στα οποία στηρίζεται η επιφάνεια. Γνωρίζουν, στα κόκαλά τους, ότι ό,τι αναδύεται θα περάσει, και ότι αυτό που περνά δεν παίρνει μαζί του το έδαφος. Έχουν βρει —ή μάλλον αναγνωρίσει— το ένα πράγμα που δεν μπορεί να χαθεί, διότι για να χαθεί θα απαιτούσε να είναι ξεχωριστό από αυτόν που το χάνει, και δεν υπάρχει τέτοιος διαχωρισμός. Η συνείδηση δεν μπορεί να χάσει τον εαυτό της. Το ΕΙΝΑΙ δεν μπορεί να πάψει να είναι.
Ολόκληρο το πνευματικό ταξίδι είναι ο Εαυτός που επιστρέφει στον εαυτό του —αναγνωρίζοντας ότι ποτέ δεν ήταν τίποτα άλλο, ότι κάθε φαινομενική περιπλάνηση ήταν πάντα μια κίνηση μέσα στην απεριόριστη χώρα της ίδιας του της φύσης, ότι η εξορία ποτέ δεν ήταν πραγματική, και η επιστροφή στο σπίτι ποτέ δεν ήταν κάτι που κερδήθηκε, μόνο κάτι, επιτέλους, που αναγνωρίστηκε.
Ας καθίσει ο αναγνώστης με αυτό. Ας πέσουν οι λέξεις, αν έχουν υπηρετήσει τον σκοπό τους, και ας μιλήσει αυτό προς το οποίο έδειχναν οι λέξεις από μόνο του στη σιωπή που ακολουθεί. Διότι αυτό που περιγράφεται εδώ δεν μπορεί τελικά να περιγραφεί —μπορεί μόνο να παρατηρηθεί. Και παρατηρείται, αυτή τη στιγμή, από την ίδια την επίγνωση που διαβάζει αυτή τη φράση. Αυτή η επίγνωση —πριν ονομαστεί με οποιοδήποτε όνομα, πριν πάρει οποιαδήποτε θέση, πριν ταυτιστεί με οποιαδήποτε σκέψη ή συναίσθημα ή ιστορία— αυτή η επίγνωση είναι το Αιώνιο Υπόβαθρο. Είναι αυτό που πάντα ήταν παρόν. Είναι αυτό που είναι παρόν τώρα.
Και δεν είναι αλλού. Δεν είναι άλλο. Δεν περιμένει να επιτευχθεί σε κάποια μελλοντική στιγμή μεγαλύτερης καθαρότητας ή κατανόησης. Είναι εδώ, και είναι αυτό —το απλό, απόλυτο, αδιαμφισβήτητο γεγονός του να είναι ενήμερο, μέσα στο οποίο γεννιούνται όλοι οι κόσμοι, και μέσα από το οποίο, σαν μέσα από ένα φως που ποτέ δεν τρεμοσβήνει, η μεγάλη ζωή της Συνείδησης συνεχίζει την ατελείωτη, άσκοπη, μεγαλειώδη εκτύλιξή της, η οποία στην πραγματικότητα δεν είναι τίποτα άλλο από ΕΙΝΑΙ —απόλυτο Είναι, πάντα ήδη στο σπίτι.
«Η επιστροφή στο Βάθος είναι πάντα δυνατή.
Ποτέ, πραγματικά, δεν εμποδίστηκε.
Η πόρτα ποτέ δεν ήταν κλειδωμένη.
Δεν υπήρχε ποτέ πόρτα.»
Μια Μυστική Εξερεύνηση: Η Διάλυση του Βλέποντος
Στη στιγμή που η αντίληψη αγγίζει τον Θεό — και εξαφανίζεται μέσα στη Σιωπή
Υπάρχει ένα κατώφλι που λίγοι τολμούν να πλησιάσουν — και ακόμη λιγότεροι επιβιώνουν με τις βεβαιότητές τους άθικτες. Είναι το κατώφλι όπου το μάτι που ψάχνει τον Θεό αρχίζει να χάνει τα όριά του, όπου ο νους που αναζητά το Απόλυτο βρίσκει τον εαυτό του να ξετυλίγεται μέσα στο ίδιο εκείνο που αναζητούσε. Αυτό δεν είναι μεταφορά. Αυτή είναι η πιο κυριολεκτική αλήθεια που έχει ποτέ ψιθυρίσει ο μυστικισμός στα αυτιά εκείνων που είχαν το θάρρος να ησυχάσουν.
Όλες οι παραδόσεις έχουν περιέλθει γύρω από αυτό το κατώφλι. Ο Σούφης το ονομάζει fana — αφανισμός. Ο Βουδιστής μιλά για τη διάλυση της αίσθησης του εαυτού. Ο αποφατικός Χριστιανός, όπως ο Μάιστερ Έκχαρτ, επιμένει ότι ο Θεός γνωρίζεται μόνο μέσα στην αγνωσία, ότι η ψυχή πρέπει να γίνει άδεια σαν έρημος προτού ο Θείος εισέλθει. Διαφορετικές γλώσσες· ένα αδυσώπητο γεγονός.
Κεφάλαιο Ι: Το Μάτι που Δεν Μπορεί να Δει τον Εαυτό του
Η αντίληψη, από τη φύση της, απαιτεί έναν αντιλαμβανόμενο και ένα αντιλαμβανόμενο. Πρέπει να υπάρχει ένα υποκείμενο εδώ και ένα αντικείμενο εκεί — ένα κενό, μια απόσταση, μια σχέση που διατηρείται πέρα από μια αόρατη μεμβράνη. Έτσι περιηγούμαστε στον κόσμο των μορφών. Το μάτι βλέπει το δέντρο· το χέρι αγγίζει την πέτρα· ο νους συλλαμβάνει την έννοια. Η απόσταση είναι η προϋπόθεση κάθε συνηθισμένης γνώσης.
Αλλά τι συμβαίνει όταν η αντίληψη στρέφεται προς την πηγή κάθε αντίληψης; Τι συμβαίνει όταν το μάτι προσπαθεί να δει το φως που καθιστά δυνατή κάθε όραση; Το ίδιο το εργαλείο είναι φτιαγμένο από αυτό που προσπαθεί να εξετάσει. Δεν μένει καμία απόσταση να διατηρηθεί. Η μεμβράνη διαλύεται. Και σε αυτή τη διάλυση, ο αντιλαμβανόμενος δεν βρίσκει τον Θεό — ο αντιλαμβανόμενος γίνεται η ίδια η εύρεση, και μετά παύει να είναι οτιδήποτε ξεχωριστό.
Όταν η αντίληψη πλησιάζει τον Θεό, διαλύεται στο Μηδέν: τα όριά της χάνονται, απλώνεται στο Άπειρο και κάθε περιεχόμενο μέσα της σβήνεται. Γίνεται Ένα με τη Σιωπή.
Αυτό είναι το πρώτο και βαθύτερο μυστήριο: ότι η κίνηση προς το Θείο είναι ταυτόχρονα μια κίνηση προς την ίδια την εξαφάνιση του εαυτού. Όχι θάνατος — αλλά κάτι πιο παράξενο και πιο ολοκληρωτικό από τον θάνατο. Μια εξαφάνιση που δεν αφήνει πίσω της καμία απουσία, επειδή η ίδια η εξαφάνιση ήταν πάντα αυτό που ήταν ο αναζητητής.
Κεφάλαιο ΙΙ: Η Σιωπή που Δεν Έχει Όνομα
Η Σιωπή, με την μυστική έννοια, δεν είναι απλώς η απουσία ήχου. Είναι η απουσία εκείνου που θα άκουγε τη σιωπή. Η συνηθισμένη σιωπή έχει ακόμα έναν ακροατή — κάποιον που στέκεται σε ένα ήσυχο δωμάτιο, συνειδητοποιώντας την ησυχία. Η Σιωπή που εννοείται εδώ είναι προγενέστερη από αυτό. Είναι το έδαφος από το οποίο αναδύονται όλοι οι ήχοι και όλες οι σιωπές, μια Σιωπή τόσο ολική που δεν μπορεί να αντιπαραβληθεί με τον θόρυβο, επειδή δεν υπάρχει κανείς μέσα της να κάνει την αντιπαραβολή.
Το μεγάλο παράδοξο είναι αυτό: ο νους δεν μπορεί να γνωρίσει αυτή τη Σιωπή, επειδή ο ίδιος ο νους είναι ένα είδος θορύβου. Κάθε σκέψη — ακόμα και η σκέψη «Πλησιάζω τη Σιωπή» — είναι μια διαταραχή στο πεδίο, ένα κύμα που ανακοινώνει: κάποιος είναι εδώ. Και τη στιγμή που κάποιος είναι εδώ, το κατώφλι παραμένει αδιάβατο. Το Άπειρο περιμένει, υπομονετικό και ακίνητο, στην άλλη πλευρά της τελευταίας σκέψης.
Αυτό που διασχίζει το κατώφλι δεν είναι κάτι που κουβαλάμε, αλλά κάτι που αποβάλλουμε. Το περιεχόμενο της αντίληψης — όλες οι αναμνήσεις, οι πεποιθήσεις, οι εικόνες του Θεού, τα πνευματικά επιτεύγματα, η συσσωρευμένη σοφία — κάθε τελευταίο αντικείμενο πρέπει να τεθεί κάτω. Όχι επειδή αυτά τα πράγματα είναι άχρηστα, αλλά επειδή είναι πράγματα. Και το Άπειρο δεν έχει χώρο για πράγματα. Τα περιέχει ήδη όλα. Είναι ήδη τα πάντα. Ο ταξιδιώτης που φτάνει κουβαλώντας οτιδήποτε δεν έχει ακόμα φτάσει.
Κεφάλαιο ΙΙΙ: Εκείνοι που Γνωρίζουν Δεν Μιλούν
Εδώ πρέπει να πούμε μια σκληρή αλήθεια για το τοπίο της θρησκευτικής και πνευματικής ζωής όπως πραγματικά υπάρχει στον κόσμο. Παντού υπάρχουν δάσκαλοι, προφήτες, γκουρού, ιερείς, μυστικιστές και σοφοί που μιλούν άνετα — μερικές φορές με λαμπρότητα — για τον Θεό. Τα λόγια τους μπορεί να είναι όμορφα, προκλητικά, ακόμα και φωτιστικά. Δεν τα απορρίπτουμε επιπόλαια. Αλλά πρέπει να ρωτήσουμε, με γνήσια σοβαρότητα: τι περιγράφουν πραγματικά;
Εκείνος που έχει πραγματικά αγγίξει το κατώφλι — εκείνος μέσα στον οποίο η αντίληψη έχει διαλυθεί στο Άπειρο — επιστρέφει χωρίς τίποτα να αναφέρει. Όχι επειδή η εμπειρία ήταν ασαφής ή αβέβαιη, αλλά επειδή η ίδια η ικανότητα που απαιτείται για την αναφορά έπαψε να λειτουργεί τη στιγμή της επαφής. Δεν υπήρχε κανένας παρατηρητής που να έχει απομείνει για να κρατήσει σημειώσεις. Η φωτογραφική μηχανή καταναλώθηκε από το φως που στόχευε. Αυτό που επιστρέφει δεν είναι πληροφορία για τον Θεό· αυτό που επιστρέφει είναι ένα πρόσωπο που έχει, με κάποιον μη αναστρέψιμο τρόπο, αποσυντεθεί και ξαναφτιαχτεί από μια συνάντηση που δεν μπορεί να μεταφράσει.
Ένα τέτοιο πρόσωπο συχνά θα μιλά λιγότερο, όχι περισσότερο. Τα λόγια του γίνονται προσεκτικά, λιτά, γεμάτα αρνήσεις. Όχι αυτό. Όχι εκείνο. Ούτε καν αυτή η άρνηση. Η via negativa — ο δρόμος του να λέμε τι δεν είναι ο Θεός — δεν είναι ρητορική στρατηγική. Είναι η ειλικρινής αναφορά κάποιου που έμαθε, με κόστος, ότι κάθε θετική δήλωση για το Θείο είναι ήδη μια προδοσία του.
Κεφάλαιο ΙV: Οι Σκιές του Νου
Τι είναι λοιπόν τα μεγάλα θεολογικά συστήματα, οι δοξασίες, οι αποκαλυφθείσες γραφές, οι περίτεχνες χάρτες του παραδείσου και της κολάσεως; Τι είναι οι οράσεις των προφητών, οι εκστάσεις των αγίων, οι προσεκτικές αποδείξεις των θεολόγων; Αν το Θείο διαλύει πραγματικά κάθε περιεχόμενο κατά την επαφή, ποια είναι η θέση όλων όσων έχουν ειπωθεί ποτέ γι’ αυτό;
Είναι σκιές — αλλά όχι με υποτιμητικό τρόπο. Μια σκιά είναι πραγματική. Μια σκιά σου λέει ότι κάτι υπάρχει, ότι ένα φως είναι παρόν, ότι ένα αντικείμενο στέκεται ανάμεσα στην πηγή και την επιφάνεια. Η σκιά δεν είναι το αντικείμενο, και σίγουρα δεν είναι το φως. Αλλά δεν είναι τίποτα. Είναι απόδειξη. Δείχνει. Υποδεικνύει μια πραγματικότητα που δεν μπορεί να περιλάβει.
Η τραγωδία είναι όταν η σκιά εκλαμβάνεται ως η ουσία. Όταν η δοξασία γίνεται ο Θεός. Όταν ο χάρτης γίνεται το έδαφος. Όταν η λέξη «Θεός» — εκφωνούμενη με αυτοπεποίθηση, χειριζόμενη με εξουσία, επαναλαμβανόμενη σε ιερές γραφές και μαρμάρινες αίθουσες — λαμβάνεται ότι πράγματι φέρει τον Θεό μέσα της, αντί να δείχνει απλώς, ατελώς, προς ένα άνοιγμα στο οποίο η γλώσσα δεν μπορεί να εισέλθει.
Εκείνοι που μιλούν για τον Θεό περιγράφουν τις σκιές του νου τους — τις συσσωρευμένες εικόνες, τις κληρονομημένες πεποιθήσεις, τις συναισθηματικές υφές της ιδιαίτερης βιογραφίας τους, το ιδιαίτερο πυρετό όνειρο του Απόλυτου του πολιτισμού τους. Αυτό δεν είναι προσβολή. Είναι παρατήρηση. Η σκιά ενός μεγάλου δέντρου είναι ακόμα μια μεγάλη σκιά. Αλλά εκείνος που κοιμάται στη σκιά και πιστεύει ότι κοιμάται στο δέντρο ζει σε μια γλυκιά σύγχυση που τελικά θα του κοστίσει το ίδιο το δέντρο.
Κεφάλαιο V: Οι Θλιβερές Διαδρομές της Επιθυμίας
Και τι γίνεται με εκείνους που λένε ότι ακολουθούν τον δρόμο του Θεού; Που οργανώνουν τη ζωή τους γύρω από την υπακοή σε ένα θεϊκό θέλημα, που ακολουθούν πνευματική πειθαρχία, που ισχυρίζονται ότι βαδίζουν έναν ιερό δρόμο; Και εδώ πρέπει να είμαστε προσεκτικοί και ειλικρινείς. Οι δρόμοι του Θεού — στο βαθμό που αυτή η φράση μπορεί να σημαίνει οτιδήποτε — δεν μπορούν να αναχθούν σε κανέναν κώδικα συμπεριφοράς, σε καμία θεσμική ένταξη, σε καμία πρακτική όσο αρχαία ή σεβαστή κι αν είναι.
Αυτό που οι περισσότεροι άνθρωποι ακολουθούν, όταν λένε ότι ακολουθούν τον Θεό, είναι ένα σύστημα που απαντά στις βαθύτερες ανάγκες τους: την ανάγκη για νόημα, για ανήκειν, για ηθική σαφήνεια, για την παρηγοριά ότι τους επιβλέπει μια καλοσυνάτη νοημοσύνη. Αυτές είναι πραγματικές και σοβαρές ανθρώπινες ανάγκες. Δεν πρέπει να χλευάζονται. Αλλά είναι ανθρώπινες ανάγκες. Είναι το σχήμα του πόθου μας — και ο πόθος μας δεν είναι το ίδιο με το αντικείμενό του.
Ο δρόμος που χαράσσεται από την επιθυμία οδηγεί πάντα σε έναν προορισμό διαμορφωμένο από την επιθυμία. Είναι ένα κυκλικό ταξίδι. Ο Θεός που βρίσκεται στο τέλος του δρόμου της θέλησης είναι ένας Θεός που ήθελε να βρεθεί — που σημαίνει έναν Θεό συναρμολογημένο από τις προδιαγραφές μας. Αυτός δεν είναι ο Θεός που περιμένει στο κατώφλι όπου η αντίληψη διαλύεται. Εκείνος ο Θεός δεν έχει κανένα ενδιαφέρον να βρεθεί. Εκείνος ο Θεός δεν είναι προορισμός. Εκείνος ο Θεός είναι η εξαφάνιση εκείνου που έψαχνε.
Κεφάλαιο VI: Η Επιστροφή στο Καθημερινό
Υπάρχει, σε όλα αυτά, ένα είδος ελέους. Το κατώφλι που διαλύει την αντίληψη δεν απαιτεί να στεκόμαστε εκεί για πάντα. Στην πραγματικότητα, δεν μπορεί να σταθεί κανείς εκεί για πολύ — ο άνθρωπος δεν είναι φτιαγμένος για μόνιμη κατοικία στο Άπειρο. Η ζωή μας τραβά πίσω. Το σώμα πεινάει. Κάποιος που αγαπάμε πενθεί. Το ψωμί πρέπει να ψηθεί και το παιδί πρέπει να κρατηθεί.
Αυτό που αλλάζει — για εκείνους που έχουν πλησιάσει, έχουν αποσυντεθεί και έχουν επιστρέψει — δεν είναι αυτό που πιστεύουν, αλλά ο τρόπος που στέκονται μέσα στην αγνωσία. Γίνονται άνετοι με τη σιωπή στο κέντρο κάθε ομιλίας. Κρατούν τις σκέψεις τους ελαφρά, ως προσωρινές διευθετήσεις παρά ως τελικές αλήθειες. Μιλούν για τον Θεό — αν μιλούν καθόλου — με μια τρυφερότητα και μια αβεβαιότητα που ακούγεται σχεδόν σαν θλίψη: θλίψη για όλα όσα δεν μπορούν να πουν, θλίψη για το μέγεθος που η γλώσσα τόσο επίμονα προδίδει.
Αυτό είναι ίσως το μόνο αξιόπιστο σημάδι: όχι η ευγλωττία, όχι η βεβαιότητα, όχι η αυτοπεποιθητική αρχιτεκτονική ενός θεολογικού συστήματος, αλλά μια ορισμένη ποιότητα ησυχίας. Μια προθυμία να μην-γνωρίζει που δεν είναι απόγνωση αλλά το αντίθετό της — ένα ευρύ, απροστάτευτο άνοιγμα σε ό,τι πραγματικά υπάρχει, πριν το ονομάσουμε, πριν το διεκδικήσουμε, πριν το κάνουμε αρκετά μικρό ώστε να το κουβαλήσουμε.
Επίλογος: Τι Απομένει Όταν Φύγουν Όλα
Στο τέλος, η μαρτυρία του μυστικιστή δεν αφορά τον Θεό. Αφορά την εξαφάνιση του μυστικιστή. Κάθε αυθεντική μαρτυρία — από τους Πατέρες της Ερήμου μέχρι τους Ζεν δασκάλους, από τον Ιμπν Αραμπί μέχρι τη Σιμόν Βέιλ — συγκλίνει σε αυτό το μοναδικό σημείο: ότι η συνάντηση με το Απόλυτο είναι συνάντηση με την ίδια την ουδενικότητα του εαυτού. Όχι ως ταπείνωση. Ως απελευθέρωση.
Αυτό που απομένει όταν φύγουν όλα — όταν τα όρια διαλύονται, όταν το περιεχόμενο σβήνεται, όταν ο αντιλαμβανόμενος έχει απλωθεί στο Άπειρο — δεν είναι κενό. Είναι μια πληρότητα τόσο πλήρης που δεν μπορεί να συλληφθεί από τα χέρια της περιγραφής. Η Σιωπή δεν είναι άδεια. Είναι η πηγή κάθε ήχου. Το Μηδέν δεν είναι απουσία. Είναι το έδαφος από το οποίο αναδύεται κάθε κάτι, στιγμή προς στιγμή, σε αυτό που ονομάζουμε κόσμο.
Ίσως λοιπόν αυτό να είναι αυτό που μπορούμε να πούμε — και ακόμα και αυτό είναι υπερβολικό, αλλά ας προσφερθεί με τον αρμόζοντα τρόμο: Ο Θεός είναι αυτό που απομένει όταν ακόμα και ο Θεός αφεθεί. Ο δρόμος είναι η προθυμία να εγκαταλείψουμε κάθε δρόμο. Και η γνώση δεν είναι τίποτα λιγότερο από τη διάλυση του γνώστη — μέσα σε αυτό που ήταν πάντα ήδη εδώ, απέραντο και ακίνητο, πριν διατυπωθεί η πρώτη ερώτηση, και μετά την τελευταία λέξη που πέφτει σιωπηλή.
Υπάρχει ένα κατώφλι που λίγοι τολμούν να πλησιάσουν — και ακόμη λιγότεροι επιβιώνουν με τις βεβαιότητές τους άθικτες. Είναι το κατώφλι όπου το μάτι που ψάχνει τον Θεό αρχίζει να χάνει τα όριά του, όπου ο νους που αναζητά το Απόλυτο βρίσκει τον εαυτό του να ξετυλίγεται μέσα στο ίδιο εκείνο που αναζητούσε. Αυτό δεν είναι μεταφορά. Αυτή είναι η πιο κυριολεκτική αλήθεια που έχει ποτέ ψιθυρίσει ο μυστικισμός στα αυτιά εκείνων που είχαν το θάρρος να ησυχάσουν.
Όλες οι παραδόσεις έχουν περιέλθει γύρω από αυτό το κατώφλι. Ο Σούφης το ονομάζει fana — αφανισμός. Ο Βουδιστής μιλά για τη διάλυση της αίσθησης του εαυτού. Ο αποφατικός Χριστιανός, όπως ο Μάιστερ Έκχαρτ, επιμένει ότι ο Θεός γνωρίζεται μόνο μέσα στην αγνωσία, ότι η ψυχή πρέπει να γίνει άδεια σαν έρημος προτού ο Θείος εισέλθει. Διαφορετικές γλώσσες· ένα αδυσώπητο γεγονός.
Κεφάλαιο Ι: Το Μάτι που Δεν Μπορεί να Δει τον Εαυτό του
Η αντίληψη, από τη φύση της, απαιτεί έναν αντιλαμβανόμενο και ένα αντιλαμβανόμενο. Πρέπει να υπάρχει ένα υποκείμενο εδώ και ένα αντικείμενο εκεί — ένα κενό, μια απόσταση, μια σχέση που διατηρείται πέρα από μια αόρατη μεμβράνη. Έτσι περιηγούμαστε στον κόσμο των μορφών. Το μάτι βλέπει το δέντρο· το χέρι αγγίζει την πέτρα· ο νους συλλαμβάνει την έννοια. Η απόσταση είναι η προϋπόθεση κάθε συνηθισμένης γνώσης.
Αλλά τι συμβαίνει όταν η αντίληψη στρέφεται προς την πηγή κάθε αντίληψης; Τι συμβαίνει όταν το μάτι προσπαθεί να δει το φως που καθιστά δυνατή κάθε όραση; Το ίδιο το εργαλείο είναι φτιαγμένο από αυτό που προσπαθεί να εξετάσει. Δεν μένει καμία απόσταση να διατηρηθεί. Η μεμβράνη διαλύεται. Και σε αυτή τη διάλυση, ο αντιλαμβανόμενος δεν βρίσκει τον Θεό — ο αντιλαμβανόμενος γίνεται η ίδια η εύρεση, και μετά παύει να είναι οτιδήποτε ξεχωριστό.
Όταν η αντίληψη πλησιάζει τον Θεό, διαλύεται στο Μηδέν: τα όριά της χάνονται, απλώνεται στο Άπειρο και κάθε περιεχόμενο μέσα της σβήνεται. Γίνεται Ένα με τη Σιωπή.
Αυτό είναι το πρώτο και βαθύτερο μυστήριο: ότι η κίνηση προς το Θείο είναι ταυτόχρονα μια κίνηση προς την ίδια την εξαφάνιση του εαυτού. Όχι θάνατος — αλλά κάτι πιο παράξενο και πιο ολοκληρωτικό από τον θάνατο. Μια εξαφάνιση που δεν αφήνει πίσω της καμία απουσία, επειδή η ίδια η εξαφάνιση ήταν πάντα αυτό που ήταν ο αναζητητής.
Κεφάλαιο ΙΙ: Η Σιωπή που Δεν Έχει Όνομα
Η Σιωπή, με την μυστική έννοια, δεν είναι απλώς η απουσία ήχου. Είναι η απουσία εκείνου που θα άκουγε τη σιωπή. Η συνηθισμένη σιωπή έχει ακόμα έναν ακροατή — κάποιον που στέκεται σε ένα ήσυχο δωμάτιο, συνειδητοποιώντας την ησυχία. Η Σιωπή που εννοείται εδώ είναι προγενέστερη από αυτό. Είναι το έδαφος από το οποίο αναδύονται όλοι οι ήχοι και όλες οι σιωπές, μια Σιωπή τόσο ολική που δεν μπορεί να αντιπαραβληθεί με τον θόρυβο, επειδή δεν υπάρχει κανείς μέσα της να κάνει την αντιπαραβολή.
Το μεγάλο παράδοξο είναι αυτό: ο νους δεν μπορεί να γνωρίσει αυτή τη Σιωπή, επειδή ο ίδιος ο νους είναι ένα είδος θορύβου. Κάθε σκέψη — ακόμα και η σκέψη «Πλησιάζω τη Σιωπή» — είναι μια διαταραχή στο πεδίο, ένα κύμα που ανακοινώνει: κάποιος είναι εδώ. Και τη στιγμή που κάποιος είναι εδώ, το κατώφλι παραμένει αδιάβατο. Το Άπειρο περιμένει, υπομονετικό και ακίνητο, στην άλλη πλευρά της τελευταίας σκέψης.
Αυτό που διασχίζει το κατώφλι δεν είναι κάτι που κουβαλάμε, αλλά κάτι που αποβάλλουμε. Το περιεχόμενο της αντίληψης — όλες οι αναμνήσεις, οι πεποιθήσεις, οι εικόνες του Θεού, τα πνευματικά επιτεύγματα, η συσσωρευμένη σοφία — κάθε τελευταίο αντικείμενο πρέπει να τεθεί κάτω. Όχι επειδή αυτά τα πράγματα είναι άχρηστα, αλλά επειδή είναι πράγματα. Και το Άπειρο δεν έχει χώρο για πράγματα. Τα περιέχει ήδη όλα. Είναι ήδη τα πάντα. Ο ταξιδιώτης που φτάνει κουβαλώντας οτιδήποτε δεν έχει ακόμα φτάσει.
Κεφάλαιο ΙΙΙ: Εκείνοι που Γνωρίζουν Δεν Μιλούν
Εδώ πρέπει να πούμε μια σκληρή αλήθεια για το τοπίο της θρησκευτικής και πνευματικής ζωής όπως πραγματικά υπάρχει στον κόσμο. Παντού υπάρχουν δάσκαλοι, προφήτες, γκουρού, ιερείς, μυστικιστές και σοφοί που μιλούν άνετα — μερικές φορές με λαμπρότητα — για τον Θεό. Τα λόγια τους μπορεί να είναι όμορφα, προκλητικά, ακόμα και φωτιστικά. Δεν τα απορρίπτουμε επιπόλαια. Αλλά πρέπει να ρωτήσουμε, με γνήσια σοβαρότητα: τι περιγράφουν πραγματικά;
Εκείνος που έχει πραγματικά αγγίξει το κατώφλι — εκείνος μέσα στον οποίο η αντίληψη έχει διαλυθεί στο Άπειρο — επιστρέφει χωρίς τίποτα να αναφέρει. Όχι επειδή η εμπειρία ήταν ασαφής ή αβέβαιη, αλλά επειδή η ίδια η ικανότητα που απαιτείται για την αναφορά έπαψε να λειτουργεί τη στιγμή της επαφής. Δεν υπήρχε κανένας παρατηρητής που να έχει απομείνει για να κρατήσει σημειώσεις. Η φωτογραφική μηχανή καταναλώθηκε από το φως που στόχευε. Αυτό που επιστρέφει δεν είναι πληροφορία για τον Θεό· αυτό που επιστρέφει είναι ένα πρόσωπο που έχει, με κάποιον μη αναστρέψιμο τρόπο, αποσυντεθεί και ξαναφτιαχτεί από μια συνάντηση που δεν μπορεί να μεταφράσει.
Ένα τέτοιο πρόσωπο συχνά θα μιλά λιγότερο, όχι περισσότερο. Τα λόγια του γίνονται προσεκτικά, λιτά, γεμάτα αρνήσεις. Όχι αυτό. Όχι εκείνο. Ούτε καν αυτή η άρνηση. Η via negativa — ο δρόμος του να λέμε τι δεν είναι ο Θεός — δεν είναι ρητορική στρατηγική. Είναι η ειλικρινής αναφορά κάποιου που έμαθε, με κόστος, ότι κάθε θετική δήλωση για το Θείο είναι ήδη μια προδοσία του.
Κεφάλαιο ΙV: Οι Σκιές του Νου
Τι είναι λοιπόν τα μεγάλα θεολογικά συστήματα, οι δοξασίες, οι αποκαλυφθείσες γραφές, οι περίτεχνες χάρτες του παραδείσου και της κολάσεως; Τι είναι οι οράσεις των προφητών, οι εκστάσεις των αγίων, οι προσεκτικές αποδείξεις των θεολόγων; Αν το Θείο διαλύει πραγματικά κάθε περιεχόμενο κατά την επαφή, ποια είναι η θέση όλων όσων έχουν ειπωθεί ποτέ γι’ αυτό;
Είναι σκιές — αλλά όχι με υποτιμητικό τρόπο. Μια σκιά είναι πραγματική. Μια σκιά σου λέει ότι κάτι υπάρχει, ότι ένα φως είναι παρόν, ότι ένα αντικείμενο στέκεται ανάμεσα στην πηγή και την επιφάνεια. Η σκιά δεν είναι το αντικείμενο, και σίγουρα δεν είναι το φως. Αλλά δεν είναι τίποτα. Είναι απόδειξη. Δείχνει. Υποδεικνύει μια πραγματικότητα που δεν μπορεί να περιλάβει.
Η τραγωδία είναι όταν η σκιά εκλαμβάνεται ως η ουσία. Όταν η δοξασία γίνεται ο Θεός. Όταν ο χάρτης γίνεται το έδαφος. Όταν η λέξη «Θεός» — εκφωνούμενη με αυτοπεποίθηση, χειριζόμενη με εξουσία, επαναλαμβανόμενη σε ιερές γραφές και μαρμάρινες αίθουσες — λαμβάνεται ότι πράγματι φέρει τον Θεό μέσα της, αντί να δείχνει απλώς, ατελώς, προς ένα άνοιγμα στο οποίο η γλώσσα δεν μπορεί να εισέλθει.
Εκείνοι που μιλούν για τον Θεό περιγράφουν τις σκιές του νου τους — τις συσσωρευμένες εικόνες, τις κληρονομημένες πεποιθήσεις, τις συναισθηματικές υφές της ιδιαίτερης βιογραφίας τους, το ιδιαίτερο πυρετό όνειρο του Απόλυτου του πολιτισμού τους. Αυτό δεν είναι προσβολή. Είναι παρατήρηση. Η σκιά ενός μεγάλου δέντρου είναι ακόμα μια μεγάλη σκιά. Αλλά εκείνος που κοιμάται στη σκιά και πιστεύει ότι κοιμάται στο δέντρο ζει σε μια γλυκιά σύγχυση που τελικά θα του κοστίσει το ίδιο το δέντρο.
Κεφάλαιο V: Οι Θλιβερές Διαδρομές της Επιθυμίας
Και τι γίνεται με εκείνους που λένε ότι ακολουθούν τον δρόμο του Θεού; Που οργανώνουν τη ζωή τους γύρω από την υπακοή σε ένα θεϊκό θέλημα, που ακολουθούν πνευματική πειθαρχία, που ισχυρίζονται ότι βαδίζουν έναν ιερό δρόμο; Και εδώ πρέπει να είμαστε προσεκτικοί και ειλικρινείς. Οι δρόμοι του Θεού — στο βαθμό που αυτή η φράση μπορεί να σημαίνει οτιδήποτε — δεν μπορούν να αναχθούν σε κανέναν κώδικα συμπεριφοράς, σε καμία θεσμική ένταξη, σε καμία πρακτική όσο αρχαία ή σεβαστή κι αν είναι.
Αυτό που οι περισσότεροι άνθρωποι ακολουθούν, όταν λένε ότι ακολουθούν τον Θεό, είναι ένα σύστημα που απαντά στις βαθύτερες ανάγκες τους: την ανάγκη για νόημα, για ανήκειν, για ηθική σαφήνεια, για την παρηγοριά ότι τους επιβλέπει μια καλοσυνάτη νοημοσύνη. Αυτές είναι πραγματικές και σοβαρές ανθρώπινες ανάγκες. Δεν πρέπει να χλευάζονται. Αλλά είναι ανθρώπινες ανάγκες. Είναι το σχήμα του πόθου μας — και ο πόθος μας δεν είναι το ίδιο με το αντικείμενό του.
Ο δρόμος που χαράσσεται από την επιθυμία οδηγεί πάντα σε έναν προορισμό διαμορφωμένο από την επιθυμία. Είναι ένα κυκλικό ταξίδι. Ο Θεός που βρίσκεται στο τέλος του δρόμου της θέλησης είναι ένας Θεός που ήθελε να βρεθεί — που σημαίνει έναν Θεό συναρμολογημένο από τις προδιαγραφές μας. Αυτός δεν είναι ο Θεός που περιμένει στο κατώφλι όπου η αντίληψη διαλύεται. Εκείνος ο Θεός δεν έχει κανένα ενδιαφέρον να βρεθεί. Εκείνος ο Θεός δεν είναι προορισμός. Εκείνος ο Θεός είναι η εξαφάνιση εκείνου που έψαχνε.
Κεφάλαιο VI: Η Επιστροφή στο Καθημερινό
Υπάρχει, σε όλα αυτά, ένα είδος ελέους. Το κατώφλι που διαλύει την αντίληψη δεν απαιτεί να στεκόμαστε εκεί για πάντα. Στην πραγματικότητα, δεν μπορεί να σταθεί κανείς εκεί για πολύ — ο άνθρωπος δεν είναι φτιαγμένος για μόνιμη κατοικία στο Άπειρο. Η ζωή μας τραβά πίσω. Το σώμα πεινάει. Κάποιος που αγαπάμε πενθεί. Το ψωμί πρέπει να ψηθεί και το παιδί πρέπει να κρατηθεί.
Αυτό που αλλάζει — για εκείνους που έχουν πλησιάσει, έχουν αποσυντεθεί και έχουν επιστρέψει — δεν είναι αυτό που πιστεύουν, αλλά ο τρόπος που στέκονται μέσα στην αγνωσία. Γίνονται άνετοι με τη σιωπή στο κέντρο κάθε ομιλίας. Κρατούν τις σκέψεις τους ελαφρά, ως προσωρινές διευθετήσεις παρά ως τελικές αλήθειες. Μιλούν για τον Θεό — αν μιλούν καθόλου — με μια τρυφερότητα και μια αβεβαιότητα που ακούγεται σχεδόν σαν θλίψη: θλίψη για όλα όσα δεν μπορούν να πουν, θλίψη για το μέγεθος που η γλώσσα τόσο επίμονα προδίδει.
Αυτό είναι ίσως το μόνο αξιόπιστο σημάδι: όχι η ευγλωττία, όχι η βεβαιότητα, όχι η αυτοπεποιθητική αρχιτεκτονική ενός θεολογικού συστήματος, αλλά μια ορισμένη ποιότητα ησυχίας. Μια προθυμία να μην-γνωρίζει που δεν είναι απόγνωση αλλά το αντίθετό της — ένα ευρύ, απροστάτευτο άνοιγμα σε ό,τι πραγματικά υπάρχει, πριν το ονομάσουμε, πριν το διεκδικήσουμε, πριν το κάνουμε αρκετά μικρό ώστε να το κουβαλήσουμε.
Επίλογος: Τι Απομένει Όταν Φύγουν Όλα
Στο τέλος, η μαρτυρία του μυστικιστή δεν αφορά τον Θεό. Αφορά την εξαφάνιση του μυστικιστή. Κάθε αυθεντική μαρτυρία — από τους Πατέρες της Ερήμου μέχρι τους Ζεν δασκάλους, από τον Ιμπν Αραμπί μέχρι τη Σιμόν Βέιλ — συγκλίνει σε αυτό το μοναδικό σημείο: ότι η συνάντηση με το Απόλυτο είναι συνάντηση με την ίδια την ουδενικότητα του εαυτού. Όχι ως ταπείνωση. Ως απελευθέρωση.
Αυτό που απομένει όταν φύγουν όλα — όταν τα όρια διαλύονται, όταν το περιεχόμενο σβήνεται, όταν ο αντιλαμβανόμενος έχει απλωθεί στο Άπειρο — δεν είναι κενό. Είναι μια πληρότητα τόσο πλήρης που δεν μπορεί να συλληφθεί από τα χέρια της περιγραφής. Η Σιωπή δεν είναι άδεια. Είναι η πηγή κάθε ήχου. Το Μηδέν δεν είναι απουσία. Είναι το έδαφος από το οποίο αναδύεται κάθε κάτι, στιγμή προς στιγμή, σε αυτό που ονομάζουμε κόσμο.
Ίσως λοιπόν αυτό να είναι αυτό που μπορούμε να πούμε — και ακόμα και αυτό είναι υπερβολικό, αλλά ας προσφερθεί με τον αρμόζοντα τρόμο: Ο Θεός είναι αυτό που απομένει όταν ακόμα και ο Θεός αφεθεί. Ο δρόμος είναι η προθυμία να εγκαταλείψουμε κάθε δρόμο. Και η γνώση δεν είναι τίποτα λιγότερο από τη διάλυση του γνώστη — μέσα σε αυτό που ήταν πάντα ήδη εδώ, απέραντο και ακίνητο, πριν διατυπωθεί η πρώτη ερώτηση, και μετά την τελευταία λέξη που πέφτει σιωπηλή.
2.6. Κεφάλαιο VI - Η Επιστροφή που Είναι Και η Άφιξη: Προς μια Μυστική Ειρήνη
I: Τι είναι η Ειρήνη και Τι Δεν Είναι
Ποιο είναι λοιπόν το δίδαγμα αυτού του αρχαίου διαλόγου, απογυμνωμένο στην ουσιαστική του ροή; Είναι, ίσως, αυτό: ότι αυτό που οι άνθρωποι αναζητούν βαθύτερα — την ειρήνη που ο κόσμος, παρά την ομορφιά του, δεν μπορεί τελικά να προσφέρει — δεν είναι κάτι που πρέπει να επιτευχθεί αλλά κάτι που πρέπει να αποκαλυφθεί, όπως ο ήλιος δεν δημιουργείται από τον χωρισμό των νεφών αλλά απλώς αποκαλύπτεται από αυτόν.
Τα σύννεφα της σύγχυσης, της λαχτάρας, της αποστροφής και του θεμελιώδους λάθους να εκλαμβάνουμε το παροδικό ως αιώνιο — αυτά είναι τα μόνα εμπόδια. Και η διάκριση — η viveka, το ξίφος της διάκρισης — είναι το εργαλείο με το οποίο χωρίζονται. Εδώ, σε αυτή την μοναδική αναγνώριση, ολόκληρη η αρχιτεκτονική του διδάγματος της Γκίτα κρυσταλλώνεται σε κάτι σχεδόν συγκλονιστικά απλό: δεν πρόκειται να γίνουμε αυτό που αναζητούμε. Ήδη είμαστε αυτό. Το έργο δεν είναι οικοδόμηση αλλά εκσκαφή· όχι η συναρμολόγηση ενός νέου εαυτού αλλά η αποσυναρμολόγηση κάθε παρανόησης που σκοτεινιάζει τον εαυτό που ήδη μας έχει δοθεί.
Αυτό πρέπει να γίνει κατανοητό προσεκτικά, ωστόσο, μήπως καταρρεύσει σε παθητική παραίτηση. Η ειρήνη που ονομάζει η Γκίτα δεν είναι η ακινησία εκείνου που έχει πάψει να νοιάζεται. Είναι η σιωπή στο κέντρο ενός τροχού που γυρίζει πολύ γρήγορα — η σιωπή που καθιστά δυνατή την περιστροφή χωρίς η ίδια να καταναλώνεται από αυτήν. Ο κόσμος δεν γίνεται λιγότερο πραγματικός για εκείνον που φτάνει σε μια τέτοια ειρήνη. Αν κάτι, γίνεται πιο πραγματικός: απογυμνωμένος από τους παραμορφωτικούς φακούς της λαχτάρας και της αποστροφής, συναντάται άμεσα, στην γυμνή ιδιαιτερότητά του, με κάτι πολύ κοντά στην αγάπη.
«Εκείνος φτάνει στην Ειρήνη, μέσα στον οποίο οι επιθυμίες ρέουν όπως τα ποτάμια στον ωκεανό, που ενώ είναι γεμάτος νερό παραμένει πάντα ο ίδιος· όχι εκείνος που τον παρασέρνει η επιθυμία.»
(Bhagavad Gita, Κεφάλαιο II)
II: Η Τρυφερότητα του Απόλυτου
Αυτό δεν είναι μια ψυχρή ή κλινική διαδικασία. Το δίδαγμα της Γκίτα, στα βάθη του, διαπνέεται από μια σχεδόν αβάσταχτη τρυφερότητα — την τρυφερότητα του Απόλυτου που απευθύνεται στην ίδια του την αντανάκλαση στην ιδιαίτερη και πάσχουσα ανθρώπινη ψυχή, αναγνωρίζοντας τον εαυτό του εκεί με τον ιδιαίτερο πόνο της αναγνώρισης που έρχεται όταν το άπειρο συναντά το πεπερασμένο που κατοικεί. «Αγαπητέ μου φίλε», λέει ο Κρίσνα στον Αρτζούνα — και αυτά τα λόγια, τόσο οικεία, τόσο απροφύλακτα, διαλύουν την τυπική απόσταση μεταξύ ανθρώπινου και θείου που η συνηθισμένη θρησκευτική γλώσσα τείνει να επιβάλλει.
Το μεγάλο δίδαγμα δεν φτάνει από έναν θρόνο αλλά από ένα κάθισμα άρματος, όχι στη σιωπή της αιωνιότητας αλλά στον θόρυβο και την επείγουσα ανάγκη μιας κρίσης που δεν μπορεί να αναβληθεί. Αυτό είναι από μόνο του ένα δίδαγμα τεράστιας σημασίας, διότι μας λέει πού μας συναντά ο φωτισμός: όχι στους τόπους που έχουμε ετοιμάσει γι’ αυτόν, όχι στους προσεκτικά καλλιεργημένους κήπους της πνευματικής μας άσκησης, αλλά στη γκρίζα και ατίμητη ώρα της θραύσης μας — στη στιγμή που το τόξο γλιστρά από τα νευρικά δάχτυλα και έρχονται τα δάκρυα και δεν απομένει τίποτα άλλο να κάνουμε παρά να ακούσουμε.
Το θείο συγκαταβαίνει να συναντήσει το ανθρώπινο ακριβώς εκεί που στέκεται το ανθρώπινο — στη σύγχυση, στη θλίψη, μέσα σε μια αδύνατη επιλογή — και δεν απαιτεί από τον άνθρωπο να επιτύχει πρώτα κάποια προκαταρκτική τελειότητα πριν το δίδαγμα μπορέσει να γίνει δεκτό. Η χάρη κινείται πρώτη. Το θείο απευθύνεται στον άνθρωπο προτού ο άνθρωπος βρει τη σωστή στάση υποδοχής. Αυτή είναι η ριζική δημοκρατία της μυστικής συνάντησης: φτάνει απροειδοποίητα, ακριβώς στη στιγμή της βαθύτερης απορίας μας, και δεν απαιτεί τίποτα εκτός, τελικά, από την προθυμία να κοιτάξουμε.
III: Η Υπόσχεση Χωρίς Όρο
Το δίδαγμα κλείνει με μια υπόσχεση που αντηχεί μέσα στους αιώνες με αμείωτη δύναμη. Αυτή είναι η κατάσταση του Εαυτού, του Υπέρτατου Πνεύματος, στην οποία αν κάποιος φτάσει μια φορά, δεν θα του αφαιρεθεί ποτέ. Ακόμα και την ώρα που εγκαταλείπει το σώμα, θα παραμείνει σταθερά εγκατεστημένος εκεί και θα γίνει ένα με το Αιώνιο. Η υπόσχεση είναι απόλυτη και χωρίς όρο: μόλις επιτευχθεί, δεν θα του αφαιρεθεί ποτέ.
Αυτή είναι η φύση της γνήσιας αφύπνισης — όχι μια κορυφαία εμπειρία που ξεθωριάζει, όχι μια ανυψωμένη διάθεση που μπορεί να διαβρωθεί από τις περιστάσεις, αλλά μια μόνιμη μετατόπιση στο ίδιο το έδαφος της ύπαρξης, τόσο μη αναστρέψιμη όσο η στιγμή που ένα αγγείο, βυθισμένο επιτέλους, παύει να είναι ξεχωριστό από το νερό που το περιβάλλει. Το Άτμαν δεν γίνεται Βράχμαν· αναγνωρίζει, σε μια λάμψη διάκρισης που είναι ταυτόχρονα και λάμψη αγάπης, ότι ποτέ δεν ήταν ξεχωριστό από το Βράχμαν εξαρχής. Ο χωρισμός ήταν το όνειρο. Η ενότητα είναι το ξύπνημα.
«Όταν ο νους σου έχει διασχίσει τα μπερδέματα της ψευδαίσθησης, τότε θα γίνεις αδιάφορος και για τις φιλοσοφίες που έχεις ακούσει και για εκείνες που μπορεί να ακούσεις ακόμα.»
(Bhagavad Gita, Κεφάλαιο II)
Η φράση είναι συγκλονιστική στις συνεπαγωγές της: αδιάφορος ακόμα και για τις φιλοσοφίες που έχει ακούσει. Ακόμα και για αυτά τα λόγια. Ακόμα και για αυτό το δίδαγμα. Το δίδαγμα της Γκίτα δείχνει, όπως κάθε μεγάλο μυστικό δίδαγμα, πέρα από τον εαυτό του — προς μια εμπειρία που κανένα δίδαγμα δεν μπορεί να περιλάβει, μόνο να προσεγγίσει, μόνο να υποδείξει, όπως ένα δάχτυλο που δείχνει το φεγγάρι δεν είναι το ίδιο το φεγγάρι, και ο σοφός δεν συγχέει το δάχτυλο που δείχνει με το τεράστιο, ψυχρό, ακτινοβόλο πρόσωπο αυτού που υποδεικνύει.
IV: Η Επιστροφή: Κατάβαση στον Κόσμο
Και έτσι το δίδαγμα κλείνει όπως άρχισε — στο πεδίο της μάχης, στον συνηθισμένο κόσμο, μέσα στην πίεση των καθηκόντων και των σχέσεων και των επιλογών που δεν μπορούν να αποφευχθούν. Διότι αυτή είναι η τελική, συγκλονιστική συνέπεια της φιλοσοφίας της διάκρισης: δεν ανυψώνει τους ασκούμενούς της έξω από τη ζωή αλλά τους βυθίζει βαθύτερα μέσα της, με σταθερότερα χέρια και πιο καθαρά μάτια και μια καρδιά που έχει μάθει, επιτέλους, το μυστικό που ο πάσχων κόσμος προσπαθούσε πάντα να παραδώσει.
Η επιστροφή δεν είναι ήττα. Είναι η ολοκλήρωση ενός κυκλώματος. Αυτό που ανεβαίνει στη συνείδηση κατεβαίνει πίσω στην πράξη — αλλά η πράξη μεταμορφώνεται, όπως το νερό, αφού ανέβηκε ως ατμός και έπεσε ως βροχή, επιστρέφει στην κοιλάδα φέρνοντας μέσα του τη φρεσκάδα του ουρανού. Ο σοφός ξαναμπαίνει στην αγορά, στην κουζίνα, στην αίθουσα του συμβουλίου, στο πεδίο της θλίψης, αλλά φέρει μέσα του την ακινησία του ωκεανού που καμία επιφανειακή ταραχή δεν μπορεί να διαταράξει. Αυτό σημαίνει η αρχαία φράση «μέσα στον κόσμο αλλά όχι του κόσμου» — όχι ότι η αφυπνισμένη ψυχή κατοικεί τον κόσμο σαν φάντασμα, χωρίς συμμετοχή ή συναίσθημα, αλλά ότι συμμετέχει από ένα βάθος που οι ταραχές του κόσμου δεν μπορούν να φτάσουν.
Ο διακριτικός νους, αφού έχει δει μια φορά μέσα από το όνειρο του χωρισμού, δεν μπορεί να ξεχάσει αυτό που έχει δει. Κάθε συνάντηση με τον κόσμο γίνεται ταυτόχρονα συνάντηση με αυτό που υποκρύπτει τον κόσμο — την άφθαρτη νοημοσύνη που φορά τη μάσκα των φαινομένων όπως ένας ηθοποιός φορά μια μάσκα, πλήρως αφοσιωμένος στην παράσταση αλλά ποτέ ούτε για μια στιγμή μη ξεχνώντας ποιος είναι πίσω από αυτήν. Η δράση με αυτό το πνεύμα δεν είναι απλώς ηθική· είναι ιερή. Είναι yajna — θυσία — με την πιο αρχαία και πρωταρχική έννοια: η προσφορά κάθε χειρονομίας της ανθρώπινης ζωής στη φωτιά του Απόλυτου, εμπιστευόμενος ότι αυτό που καίγεται σε αυτή τη φωτιά δεν ήταν ποτέ ουσιαστικά ο εαυτός μας.
V: Η Άφιξη: Αναγνώριση, Όχι Επίτευξη
Σε αυτό που ολόκληρη η εξερεύνηση καταλήγει, στο τέλος, είναι μια αναγνώριση παρά μια ανακάλυψη. Η ειρήνη που αναζητήθηκε ποτέ δεν έλειπε· απλώς ήταν καλυμμένη. Ο Εαυτός που αναζητήθηκε ποτέ δεν ήταν αλλού· απλώς δεν είχε αναγνωριστεί. Αυτό είναι το μεγάλο παράδοξο που είναι χαραγμένο στην καρδιά κάθε μυστικού διδάγματος — ότι το ταξίδι που αναλήφθηκε με τόση προσπάθεια και πόνο και παράδοση οδηγεί πίσω, ακριβώς, στον τόπο από τον οποίο ξεκίνησε, που τώρα βλέπεται για πρώτη φορά.
Το κατώφλι, μόλις διασχιστεί, φαίνεται ότι ήταν ψευδαίσθηση — δεν υπήρχε κατώφλι, μόνο μια σταδιακά καθαριζόμενη ομίχλη, και αυτό που βρισκόταν πέρα από την ομίχλη ήταν το ίδιο τοπίο μέσα στο οποίο στεκόμασταν πάντα, τώρα πλημμυρισμένο από ένα φως που αποκαλύπτει τα χαρακτηριστικά του σαν για πρώτη φορά. Η επιστροφή είναι ταυτόχρονα και η άφιξη διότι, στην βαθύτερη έννοια, δεν υπήρχε πουθενά αλλού να πάμε. Tat tvam asi — Εσύ Εκείνο είσαι — ήταν πάντα αληθινό. Το έργο της φιλοσοφίας της διάκρισης δεν ήταν ποτέ να το κάνει αληθινό αλλά να το κάνει ορατό.
Και έτσι ο Αρτζούνα, ο αρχετυπικός αναζητητής, στέκεται επιτέλους με τα δύο του πόδια στο έδαφος του Κουρουκσέτρα, το τόξο του ξανά υψωμένο, η θλίψη του όχι εξαφανισμένη αλλά μεταμορφωμένη — κρατημένη μέσα σε μια μεγαλύτερη γνώση που δεν αρνείται τη θλίψη αλλά δεν θραύεται από αυτήν. Δρα. Πολεμά. Εκπληρώνει το ιερό καθήκον που η φύση του και οι περιστάσεις του έχουν θέσει πάνω του. Αλλά τώρα δρα από διαφορετικό έδαφος: όχι από την σφιγμένη γροθιά του εγώ που αρπάζει αποτελέσματα, αλλά από το ανοιχτό χέρι μιας συνείδησης που έχει παραδοθεί ολοκληρωτικά στο ρεύμα κάτι μεγαλύτερου από κάθε προσωπικό σχέδιο.
«Εκτέλεσε όλες τις πράξεις σου με νου συγκεντρωμένο στο Θείο, απαρνούμενος την προσκόλληση και βλέποντας την επιτυχία και την αποτυχία με ίσο μάτι. Η πνευματικότητα συνεπάγεται ισορροπία.»
(Bhagavad Gita, Κεφάλαιο II)
VI: Το Ανεξάντλητο Φως Κάτω από την Πληγή
Υπάρχει, κάτω από κάθε ανθρώπινη ζωή, ένα ανεξάντλητο φως. Αυτό είναι η τελική λέξη του δεύτερου κεφαλαίου της Γκίτα, που λέγεται όχι ως παρηγοριά αλλά ως μεταφυσική: η ίδια η παροδικότητα όλων των πραγμάτων — η θλίψη που αναδύεται και περνά, η χαρά που φωτίζει και σβήνει, το σώμα που ανθίζει και μαραίνεται, οι πολιτισμοί που χτίζουν τα μνημεία τους και τα επιστρέφουν στη σκόνη — είναι η ίδια η υπογραφή του ενός Αφθάρτου. Το γεγονός ότι τίποτα δεν διαρκεί δείχνει, παραδόξως, προς αυτό που πάντα αντέχει. Η πληγή της ύπαρξης — εκείνη η φωτεινή πληγή που ανοίγει σε κάθε συνείδηση που έχει τολμήσει να νιώσει πλήρως — είναι η ίδια η οπή από την οποία εισέρχεται το φως.
Το να το δει κανείς καθαρά, έστω μια φορά, έστω για μια στιγμή — αυτό σημαίνει να έχεις πιει από το ποτήρι της viveka, της διακριτικής σοφίας. Βλέπει ότι αυτό που αλλάζει δεν είναι αυτό που τελικά είναι. Βλέπει ότι αυτό που πάσχει δεν είναι αυτό που βαθύτερα είναι. Βλέπει ότι ο ωκεανός του Εαυτού, του οποίου η επιφάνεια είναι ολόκληρο το δράμα της ανθρώπινης εμπειρίας με όλη την ομορφιά και τον τρόμο της, δεν έχει πάτο που να μπορεί να απειληθεί και δεν έχει ακτή που να μπορεί να πολιορκηθεί, και ότι το να αναπαυθεί σε αυτή την αναγνώριση δεν σημαίνει να εγκαταλείψει τον κόσμο αλλά να τον αγαπήσει για πρώτη φορά με μια αγάπη που δεν ζητά τίποτα πίσω.
Η φιλοσοφία της διάκρισης δεν τελειώνει στην αποστασιοποίηση. Τελειώνει σε μια καθαρότερη μορφή προσκόλλησης — προσκόλληση όχι στα αποτελέσματα των πραγμάτων αλλά στο έδαφος των πραγμάτων· όχι στις μάσκες που φορά το Απόλυτο αλλά στο πρόσωπο πίσω από τις μάσκες· όχι στις ιδιαίτερες μορφές που παίρνει η αγάπη αλλά στην ίδια την αγάπη που γεννά κάθε μορφή, που αναπνέει μέσα από κάθε ανάσα και βλέπει μέσα από κάθε μάτι και πάσχει σε κάθε πόνο και αναδύεται, πάντα, άφθαρτη, από την άλλη πλευρά κάθε θανάτου.
Αυτό, μας λέει ο αρχαίος διάλογος, είναι αυτό που είναι η ανθρώπινη ψυχή: όχι ένα θραύσμα αποκομμένο από κάποια μακρινή ολότητα, όχι μια προσωρινή εκδρομή της ύλης στην σύντομη κωμωδία της αυτοσυνειδησίας, αλλά το ίδιο το Απόλυτο, που παίζει το παιχνίδι του πεπερασμένου, που ονειρεύεται το όνειρο του χωρισμού, μέχρι να έρθει η στιγμή του ξυπνήματος — όπως πρέπει, όπως πάντα γίνεται — και το όνειρο να αναγνωρίσει τον εαυτό του ως τον ονειρευτή, και η πληγή της γνώσης να αποκαλυφθεί, επιτέλους, ως η πόρτα από την οποία το φως έχει πάντα, ήδη, χυθεί.
Ποιο είναι λοιπόν το δίδαγμα αυτού του αρχαίου διαλόγου, απογυμνωμένο στην ουσιαστική του ροή; Είναι, ίσως, αυτό: ότι αυτό που οι άνθρωποι αναζητούν βαθύτερα — την ειρήνη που ο κόσμος, παρά την ομορφιά του, δεν μπορεί τελικά να προσφέρει — δεν είναι κάτι που πρέπει να επιτευχθεί αλλά κάτι που πρέπει να αποκαλυφθεί, όπως ο ήλιος δεν δημιουργείται από τον χωρισμό των νεφών αλλά απλώς αποκαλύπτεται από αυτόν.
Τα σύννεφα της σύγχυσης, της λαχτάρας, της αποστροφής και του θεμελιώδους λάθους να εκλαμβάνουμε το παροδικό ως αιώνιο — αυτά είναι τα μόνα εμπόδια. Και η διάκριση — η viveka, το ξίφος της διάκρισης — είναι το εργαλείο με το οποίο χωρίζονται. Εδώ, σε αυτή την μοναδική αναγνώριση, ολόκληρη η αρχιτεκτονική του διδάγματος της Γκίτα κρυσταλλώνεται σε κάτι σχεδόν συγκλονιστικά απλό: δεν πρόκειται να γίνουμε αυτό που αναζητούμε. Ήδη είμαστε αυτό. Το έργο δεν είναι οικοδόμηση αλλά εκσκαφή· όχι η συναρμολόγηση ενός νέου εαυτού αλλά η αποσυναρμολόγηση κάθε παρανόησης που σκοτεινιάζει τον εαυτό που ήδη μας έχει δοθεί.
Αυτό πρέπει να γίνει κατανοητό προσεκτικά, ωστόσο, μήπως καταρρεύσει σε παθητική παραίτηση. Η ειρήνη που ονομάζει η Γκίτα δεν είναι η ακινησία εκείνου που έχει πάψει να νοιάζεται. Είναι η σιωπή στο κέντρο ενός τροχού που γυρίζει πολύ γρήγορα — η σιωπή που καθιστά δυνατή την περιστροφή χωρίς η ίδια να καταναλώνεται από αυτήν. Ο κόσμος δεν γίνεται λιγότερο πραγματικός για εκείνον που φτάνει σε μια τέτοια ειρήνη. Αν κάτι, γίνεται πιο πραγματικός: απογυμνωμένος από τους παραμορφωτικούς φακούς της λαχτάρας και της αποστροφής, συναντάται άμεσα, στην γυμνή ιδιαιτερότητά του, με κάτι πολύ κοντά στην αγάπη.
«Εκείνος φτάνει στην Ειρήνη, μέσα στον οποίο οι επιθυμίες ρέουν όπως τα ποτάμια στον ωκεανό, που ενώ είναι γεμάτος νερό παραμένει πάντα ο ίδιος· όχι εκείνος που τον παρασέρνει η επιθυμία.»
(Bhagavad Gita, Κεφάλαιο II)
II: Η Τρυφερότητα του Απόλυτου
Αυτό δεν είναι μια ψυχρή ή κλινική διαδικασία. Το δίδαγμα της Γκίτα, στα βάθη του, διαπνέεται από μια σχεδόν αβάσταχτη τρυφερότητα — την τρυφερότητα του Απόλυτου που απευθύνεται στην ίδια του την αντανάκλαση στην ιδιαίτερη και πάσχουσα ανθρώπινη ψυχή, αναγνωρίζοντας τον εαυτό του εκεί με τον ιδιαίτερο πόνο της αναγνώρισης που έρχεται όταν το άπειρο συναντά το πεπερασμένο που κατοικεί. «Αγαπητέ μου φίλε», λέει ο Κρίσνα στον Αρτζούνα — και αυτά τα λόγια, τόσο οικεία, τόσο απροφύλακτα, διαλύουν την τυπική απόσταση μεταξύ ανθρώπινου και θείου που η συνηθισμένη θρησκευτική γλώσσα τείνει να επιβάλλει.
Το μεγάλο δίδαγμα δεν φτάνει από έναν θρόνο αλλά από ένα κάθισμα άρματος, όχι στη σιωπή της αιωνιότητας αλλά στον θόρυβο και την επείγουσα ανάγκη μιας κρίσης που δεν μπορεί να αναβληθεί. Αυτό είναι από μόνο του ένα δίδαγμα τεράστιας σημασίας, διότι μας λέει πού μας συναντά ο φωτισμός: όχι στους τόπους που έχουμε ετοιμάσει γι’ αυτόν, όχι στους προσεκτικά καλλιεργημένους κήπους της πνευματικής μας άσκησης, αλλά στη γκρίζα και ατίμητη ώρα της θραύσης μας — στη στιγμή που το τόξο γλιστρά από τα νευρικά δάχτυλα και έρχονται τα δάκρυα και δεν απομένει τίποτα άλλο να κάνουμε παρά να ακούσουμε.
Το θείο συγκαταβαίνει να συναντήσει το ανθρώπινο ακριβώς εκεί που στέκεται το ανθρώπινο — στη σύγχυση, στη θλίψη, μέσα σε μια αδύνατη επιλογή — και δεν απαιτεί από τον άνθρωπο να επιτύχει πρώτα κάποια προκαταρκτική τελειότητα πριν το δίδαγμα μπορέσει να γίνει δεκτό. Η χάρη κινείται πρώτη. Το θείο απευθύνεται στον άνθρωπο προτού ο άνθρωπος βρει τη σωστή στάση υποδοχής. Αυτή είναι η ριζική δημοκρατία της μυστικής συνάντησης: φτάνει απροειδοποίητα, ακριβώς στη στιγμή της βαθύτερης απορίας μας, και δεν απαιτεί τίποτα εκτός, τελικά, από την προθυμία να κοιτάξουμε.
III: Η Υπόσχεση Χωρίς Όρο
Το δίδαγμα κλείνει με μια υπόσχεση που αντηχεί μέσα στους αιώνες με αμείωτη δύναμη. Αυτή είναι η κατάσταση του Εαυτού, του Υπέρτατου Πνεύματος, στην οποία αν κάποιος φτάσει μια φορά, δεν θα του αφαιρεθεί ποτέ. Ακόμα και την ώρα που εγκαταλείπει το σώμα, θα παραμείνει σταθερά εγκατεστημένος εκεί και θα γίνει ένα με το Αιώνιο. Η υπόσχεση είναι απόλυτη και χωρίς όρο: μόλις επιτευχθεί, δεν θα του αφαιρεθεί ποτέ.
Αυτή είναι η φύση της γνήσιας αφύπνισης — όχι μια κορυφαία εμπειρία που ξεθωριάζει, όχι μια ανυψωμένη διάθεση που μπορεί να διαβρωθεί από τις περιστάσεις, αλλά μια μόνιμη μετατόπιση στο ίδιο το έδαφος της ύπαρξης, τόσο μη αναστρέψιμη όσο η στιγμή που ένα αγγείο, βυθισμένο επιτέλους, παύει να είναι ξεχωριστό από το νερό που το περιβάλλει. Το Άτμαν δεν γίνεται Βράχμαν· αναγνωρίζει, σε μια λάμψη διάκρισης που είναι ταυτόχρονα και λάμψη αγάπης, ότι ποτέ δεν ήταν ξεχωριστό από το Βράχμαν εξαρχής. Ο χωρισμός ήταν το όνειρο. Η ενότητα είναι το ξύπνημα.
«Όταν ο νους σου έχει διασχίσει τα μπερδέματα της ψευδαίσθησης, τότε θα γίνεις αδιάφορος και για τις φιλοσοφίες που έχεις ακούσει και για εκείνες που μπορεί να ακούσεις ακόμα.»
(Bhagavad Gita, Κεφάλαιο II)
Η φράση είναι συγκλονιστική στις συνεπαγωγές της: αδιάφορος ακόμα και για τις φιλοσοφίες που έχει ακούσει. Ακόμα και για αυτά τα λόγια. Ακόμα και για αυτό το δίδαγμα. Το δίδαγμα της Γκίτα δείχνει, όπως κάθε μεγάλο μυστικό δίδαγμα, πέρα από τον εαυτό του — προς μια εμπειρία που κανένα δίδαγμα δεν μπορεί να περιλάβει, μόνο να προσεγγίσει, μόνο να υποδείξει, όπως ένα δάχτυλο που δείχνει το φεγγάρι δεν είναι το ίδιο το φεγγάρι, και ο σοφός δεν συγχέει το δάχτυλο που δείχνει με το τεράστιο, ψυχρό, ακτινοβόλο πρόσωπο αυτού που υποδεικνύει.
IV: Η Επιστροφή: Κατάβαση στον Κόσμο
Και έτσι το δίδαγμα κλείνει όπως άρχισε — στο πεδίο της μάχης, στον συνηθισμένο κόσμο, μέσα στην πίεση των καθηκόντων και των σχέσεων και των επιλογών που δεν μπορούν να αποφευχθούν. Διότι αυτή είναι η τελική, συγκλονιστική συνέπεια της φιλοσοφίας της διάκρισης: δεν ανυψώνει τους ασκούμενούς της έξω από τη ζωή αλλά τους βυθίζει βαθύτερα μέσα της, με σταθερότερα χέρια και πιο καθαρά μάτια και μια καρδιά που έχει μάθει, επιτέλους, το μυστικό που ο πάσχων κόσμος προσπαθούσε πάντα να παραδώσει.
Η επιστροφή δεν είναι ήττα. Είναι η ολοκλήρωση ενός κυκλώματος. Αυτό που ανεβαίνει στη συνείδηση κατεβαίνει πίσω στην πράξη — αλλά η πράξη μεταμορφώνεται, όπως το νερό, αφού ανέβηκε ως ατμός και έπεσε ως βροχή, επιστρέφει στην κοιλάδα φέρνοντας μέσα του τη φρεσκάδα του ουρανού. Ο σοφός ξαναμπαίνει στην αγορά, στην κουζίνα, στην αίθουσα του συμβουλίου, στο πεδίο της θλίψης, αλλά φέρει μέσα του την ακινησία του ωκεανού που καμία επιφανειακή ταραχή δεν μπορεί να διαταράξει. Αυτό σημαίνει η αρχαία φράση «μέσα στον κόσμο αλλά όχι του κόσμου» — όχι ότι η αφυπνισμένη ψυχή κατοικεί τον κόσμο σαν φάντασμα, χωρίς συμμετοχή ή συναίσθημα, αλλά ότι συμμετέχει από ένα βάθος που οι ταραχές του κόσμου δεν μπορούν να φτάσουν.
Ο διακριτικός νους, αφού έχει δει μια φορά μέσα από το όνειρο του χωρισμού, δεν μπορεί να ξεχάσει αυτό που έχει δει. Κάθε συνάντηση με τον κόσμο γίνεται ταυτόχρονα συνάντηση με αυτό που υποκρύπτει τον κόσμο — την άφθαρτη νοημοσύνη που φορά τη μάσκα των φαινομένων όπως ένας ηθοποιός φορά μια μάσκα, πλήρως αφοσιωμένος στην παράσταση αλλά ποτέ ούτε για μια στιγμή μη ξεχνώντας ποιος είναι πίσω από αυτήν. Η δράση με αυτό το πνεύμα δεν είναι απλώς ηθική· είναι ιερή. Είναι yajna — θυσία — με την πιο αρχαία και πρωταρχική έννοια: η προσφορά κάθε χειρονομίας της ανθρώπινης ζωής στη φωτιά του Απόλυτου, εμπιστευόμενος ότι αυτό που καίγεται σε αυτή τη φωτιά δεν ήταν ποτέ ουσιαστικά ο εαυτός μας.
V: Η Άφιξη: Αναγνώριση, Όχι Επίτευξη
Σε αυτό που ολόκληρη η εξερεύνηση καταλήγει, στο τέλος, είναι μια αναγνώριση παρά μια ανακάλυψη. Η ειρήνη που αναζητήθηκε ποτέ δεν έλειπε· απλώς ήταν καλυμμένη. Ο Εαυτός που αναζητήθηκε ποτέ δεν ήταν αλλού· απλώς δεν είχε αναγνωριστεί. Αυτό είναι το μεγάλο παράδοξο που είναι χαραγμένο στην καρδιά κάθε μυστικού διδάγματος — ότι το ταξίδι που αναλήφθηκε με τόση προσπάθεια και πόνο και παράδοση οδηγεί πίσω, ακριβώς, στον τόπο από τον οποίο ξεκίνησε, που τώρα βλέπεται για πρώτη φορά.
Το κατώφλι, μόλις διασχιστεί, φαίνεται ότι ήταν ψευδαίσθηση — δεν υπήρχε κατώφλι, μόνο μια σταδιακά καθαριζόμενη ομίχλη, και αυτό που βρισκόταν πέρα από την ομίχλη ήταν το ίδιο τοπίο μέσα στο οποίο στεκόμασταν πάντα, τώρα πλημμυρισμένο από ένα φως που αποκαλύπτει τα χαρακτηριστικά του σαν για πρώτη φορά. Η επιστροφή είναι ταυτόχρονα και η άφιξη διότι, στην βαθύτερη έννοια, δεν υπήρχε πουθενά αλλού να πάμε. Tat tvam asi — Εσύ Εκείνο είσαι — ήταν πάντα αληθινό. Το έργο της φιλοσοφίας της διάκρισης δεν ήταν ποτέ να το κάνει αληθινό αλλά να το κάνει ορατό.
Και έτσι ο Αρτζούνα, ο αρχετυπικός αναζητητής, στέκεται επιτέλους με τα δύο του πόδια στο έδαφος του Κουρουκσέτρα, το τόξο του ξανά υψωμένο, η θλίψη του όχι εξαφανισμένη αλλά μεταμορφωμένη — κρατημένη μέσα σε μια μεγαλύτερη γνώση που δεν αρνείται τη θλίψη αλλά δεν θραύεται από αυτήν. Δρα. Πολεμά. Εκπληρώνει το ιερό καθήκον που η φύση του και οι περιστάσεις του έχουν θέσει πάνω του. Αλλά τώρα δρα από διαφορετικό έδαφος: όχι από την σφιγμένη γροθιά του εγώ που αρπάζει αποτελέσματα, αλλά από το ανοιχτό χέρι μιας συνείδησης που έχει παραδοθεί ολοκληρωτικά στο ρεύμα κάτι μεγαλύτερου από κάθε προσωπικό σχέδιο.
«Εκτέλεσε όλες τις πράξεις σου με νου συγκεντρωμένο στο Θείο, απαρνούμενος την προσκόλληση και βλέποντας την επιτυχία και την αποτυχία με ίσο μάτι. Η πνευματικότητα συνεπάγεται ισορροπία.»
(Bhagavad Gita, Κεφάλαιο II)
VI: Το Ανεξάντλητο Φως Κάτω από την Πληγή
Υπάρχει, κάτω από κάθε ανθρώπινη ζωή, ένα ανεξάντλητο φως. Αυτό είναι η τελική λέξη του δεύτερου κεφαλαίου της Γκίτα, που λέγεται όχι ως παρηγοριά αλλά ως μεταφυσική: η ίδια η παροδικότητα όλων των πραγμάτων — η θλίψη που αναδύεται και περνά, η χαρά που φωτίζει και σβήνει, το σώμα που ανθίζει και μαραίνεται, οι πολιτισμοί που χτίζουν τα μνημεία τους και τα επιστρέφουν στη σκόνη — είναι η ίδια η υπογραφή του ενός Αφθάρτου. Το γεγονός ότι τίποτα δεν διαρκεί δείχνει, παραδόξως, προς αυτό που πάντα αντέχει. Η πληγή της ύπαρξης — εκείνη η φωτεινή πληγή που ανοίγει σε κάθε συνείδηση που έχει τολμήσει να νιώσει πλήρως — είναι η ίδια η οπή από την οποία εισέρχεται το φως.
Το να το δει κανείς καθαρά, έστω μια φορά, έστω για μια στιγμή — αυτό σημαίνει να έχεις πιει από το ποτήρι της viveka, της διακριτικής σοφίας. Βλέπει ότι αυτό που αλλάζει δεν είναι αυτό που τελικά είναι. Βλέπει ότι αυτό που πάσχει δεν είναι αυτό που βαθύτερα είναι. Βλέπει ότι ο ωκεανός του Εαυτού, του οποίου η επιφάνεια είναι ολόκληρο το δράμα της ανθρώπινης εμπειρίας με όλη την ομορφιά και τον τρόμο της, δεν έχει πάτο που να μπορεί να απειληθεί και δεν έχει ακτή που να μπορεί να πολιορκηθεί, και ότι το να αναπαυθεί σε αυτή την αναγνώριση δεν σημαίνει να εγκαταλείψει τον κόσμο αλλά να τον αγαπήσει για πρώτη φορά με μια αγάπη που δεν ζητά τίποτα πίσω.
Η φιλοσοφία της διάκρισης δεν τελειώνει στην αποστασιοποίηση. Τελειώνει σε μια καθαρότερη μορφή προσκόλλησης — προσκόλληση όχι στα αποτελέσματα των πραγμάτων αλλά στο έδαφος των πραγμάτων· όχι στις μάσκες που φορά το Απόλυτο αλλά στο πρόσωπο πίσω από τις μάσκες· όχι στις ιδιαίτερες μορφές που παίρνει η αγάπη αλλά στην ίδια την αγάπη που γεννά κάθε μορφή, που αναπνέει μέσα από κάθε ανάσα και βλέπει μέσα από κάθε μάτι και πάσχει σε κάθε πόνο και αναδύεται, πάντα, άφθαρτη, από την άλλη πλευρά κάθε θανάτου.
Αυτό, μας λέει ο αρχαίος διάλογος, είναι αυτό που είναι η ανθρώπινη ψυχή: όχι ένα θραύσμα αποκομμένο από κάποια μακρινή ολότητα, όχι μια προσωρινή εκδρομή της ύλης στην σύντομη κωμωδία της αυτοσυνειδησίας, αλλά το ίδιο το Απόλυτο, που παίζει το παιχνίδι του πεπερασμένου, που ονειρεύεται το όνειρο του χωρισμού, μέχρι να έρθει η στιγμή του ξυπνήματος — όπως πρέπει, όπως πάντα γίνεται — και το όνειρο να αναγνωρίσει τον εαυτό του ως τον ονειρευτή, και η πληγή της γνώσης να αποκαλυφθεί, επιτέλους, ως η πόρτα από την οποία το φως έχει πάντα, ήδη, χυθεί.
Προσοχή Χωρίς Κέντρο: Η Ουσία του Αληθινού Διαλογισμού
I. Η Ακινησία που Προηγείται Πάντων
Υπάρχει μια σιωπή που δεν ανήκει στον κόσμο. Δεν είναι η σιωπή ενός άδειου δωματίου, ούτε η ησυχία που πέφτει ανάμεσα σε δύο ειπωμένες λέξεις. Είναι κάτι παλαιότερο, κάτι που υπήρχε πριν ο πρώτος ήχος διαταράξει ποτέ το πρόσωπο του βυθού — μια πρωταρχική ακινησία από την οποία έχουν αναδυθεί όλα τα πράγματα και προς την οποία, στο μυστικό τους πόθο, όλα συνεχώς επιστρέφουν.
Οι μυστικιστές κάθε εποχής έχουν αναζητήσει αυτή τη σιωπή. Έχουν ανεβεί σε βουνά και έχουν κατέβει σε ερήμους. Έχουν κρατήσει αγρυπνίες τις σκοτεινές ώρες, έχουν φθείρει τα σώματά τους στην αυστηρότητα και έχουν τυλιχθεί στα ενδύματα της μοναξιάς. Κι όμως, εκείνοι ανάμεσά τους που πραγματικά έφτασαν — που πέρασαν από την εξώτερη πύλη και μπήκαν στην εσώτερη αυλή — μαρτυρούν μια ενιαία, παραδοξολογική ανακάλυψη: αυτή η σιωπή δεν βρίσκεται με την αναζήτηση. Αποκαλύπτεται, ξαφνικά και χωρίς προειδοποίηση, στην παύση του αναζητητή.
Διότι η ψυχή που κινείται προς κάτι δεν μπορεί να γνωρίσει την ακινησία που είναι παντού. Μόνο όταν το ίδιο το κίνημα κατανοηθεί — όταν ιδωθεί καθαρά για αυτό που είναι, σε όλη του την ανησυχία και την ταραχή — τότε το κίνημα παύει, και αυτό που ήταν πάντα παρόν γίνεται αντιληπτό: μια τεράστια, φωτεινή, άνευ όρων προσοχή, που είναι το ίδιο το έδαφος της ύπαρξης.
Αυτό είναι η αρχή της αληθινής διαλογιστικής.
II. Το Βάρος του Παρατηρητή
Για να κατανοήσουμε τι είναι η διαλογιστική, πρέπει πρώτα να κατανοήσουμε τι δεν είναι — και σε αυτή την κατανόηση, κάτι εξαιρετικό μπορεί να συμβεί.
Συνήθως, όταν ένας άνθρωπος κάθεται να διαλογιστεί, φέρνει μαζί του ένα τεράστιο αόρατο φορτίο. Φέρνει τη συσσώρευση κάθε σκέψης που έχει σκεφτεί ποτέ, κάθε πληγή που έχει δεχτεί, κάθε επιθυμία που έχει καλλιεργήσει και κάθε φόβο που έχει θρέψει. Φέρνει την αρχιτεκτονική της ταυτότητάς του — την περίτεχνη αυτοπροσωπογραφία που έχει συνθέσει μέσα στα χρόνια, πινελιά την πινελιά — και τα τοποθετεί όλα αυτά μπροστά στο βωμό της σιωπής, περιμένοντας η σιωπή να τα δεχτεί.
Αλλά η σιωπή δεν δέχεται τίποτα. Η σιωπή δεν είναι δοχείο που πρέπει να γεμίσει. Είναι η απουσία του γεμίσματος.
Στο κέντρο του διαλογιζόμενου προσώπου κάθεται ο παρατηρητής: εκείνη η αρχαία, άγρυπνη, αξιολογική παρουσία που λέει «αυτό συμβαίνει, αυτό είναι καλό, αυτό δεν είναι αυτό που ήθελα, τα πηγαίνω καλά, αποτυγχάνω, είμαι σχεδόν εκεί». Ο παρατηρητής είναι ο φύλακας του προσωπικού. Είναι αυτός που χωρίζει την εμπειρία σε αποδεκτό και μη αποδεκτό, ιερό και βέβηλο, επιτευγμένο και ακόμη-να-επιτευχθεί. Και είναι ακριβώς αυτός ο παρατηρητής — αυτή η διαιρετική, μετρητική, κεντροποιητική δύναμη — που καθιστά την αληθινή σιωπή αδύνατη.
Διότι όπου υπάρχει κέντρο, υπάρχει περιφέρεια. Και όπου υπάρχει περιφέρεια, υπάρχει τείχος. Και όπου υπάρχει τείχος, υπάρχει κάτι περικλεισμένο — κάτι οριοθετημένο, κάτι λιγότερο από το όλον.
Αυτός που παρατηρεί δεν μπορεί να εισέλθει σε αυτό που παρατηρεί. Αυτός που μετρά δεν μπορεί να διαλυθεί σε αυτό που μετρά. Όσο ένας άνθρωπος στέκεται στο κέντρο της δικής του εμπειρίας, ρίχνοντας γραμμές σκέψης σαν ψαράς που ρίχνει το δίχτυ του σε σκοτεινά νερά, παραμένει χωριστός από τον τεράστιο ωκεανό μέσα στον οποίο φαντάζεται ότι ψαρεύει. Αγγίζει την επιφάνεια των πραγμάτων — δεν εισέρχεται στα βάθη τους.
III. Η Ρίζα της Σκέψης στο Νεκρό Παρελθόν
Η σκέψη, πρέπει να ειπωθεί, είναι ένα μεγαλειώδες εργαλείο. Έχει χτίσει καθεδρικούς ναούς και έχει συνθέσει συμφωνίες. Έχει χαρτογραφήσει τους ουρανούς και έχει ερευνήσει το άτομο. Έχει δώσει στους ανθρώπους την εξαιρετική ικανότητα να μαθαίνουν από ό,τι έχει συμβεί και να προβάλουν δυνατότητες σε ό,τι δεν έχει έρθει ακόμη. Δεν είναι μικρά δώρα αυτά.
Αλλά η σκέψη έχει ένα βαθύ περιορισμό, που την καθιστά ακατάλληλη ως οδηγό στην επικράτεια του ιερού. Η σκέψη ζει ολόκληρη μέσα στον χρόνο — και όχι στη ζώσα πληρότητα του χρόνου, αλλά στη σκιά του. Κάθε σκέψη είναι μια μνήμη. Ακόμα και η σκέψη που φαίνεται να απευθύνεται στην παρούσα στιγμή είναι κατασκευασμένη από θραύσματα του παρελθόντος: παλιές λέξεις, παλιές έννοιες, παλιές συγκρίσεις, παλιές κρίσεις. Η σκέψη φτάνει πάντα αργοπορημένη, πάντα περιγράφει ένα γεύμα που έχει ήδη φαγωθεί, πάντα σχεδιάζει χάρτη μιας χώρας από την οποία ο ταξιδιώτης έχει ήδη αναχωρήσει.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι μεγάλες παραδόσεις μιλούν για την ανεπάρκεια του διανοητικού απέναντι στο θείο. Δεν είναι ότι το θείο είναι παράλογο — είναι ότι το θείο είναι παρόν, και η σκέψη είναι διαρκώς αλλού. Η φλόγα του παρόντος καίει πολύ έντονα και πολύ γρήγορα για να την συλλάβει η αργή μηχανή της σκέψης. Όταν η σκέψη φτάσει να πει «αυτό είναι ομορφιά», η ομορφιά έχει ήδη προχωρήσει, και αυτό που απομένει είναι μόνο η περιγραφή της ομορφιάς από τη σκέψη — ένα αποξηραμένο λουλούδι, στερημένο από το ζωντανό του άρωμα.
Το να ενεργείς αποκλειστικά από τη σκέψη, λοιπόν, σημαίνει να ενεργείς μέσα σε ένα είδος σκότους — ένα σκότος που δεν μοιάζει με σκότος, επειδή η σκέψη φωτίζει τον εαυτό της, δημιουργεί το δικό της εσωτερικό φως και πείθει το νου ότι αυτή η αυτογενής λάμψη είναι ισοδύναμη με το φως της ημέρας της άμεσης αντίληψης. Αλλά δεν είναι. Το κερί που φωτίζει το δωμάτιο δεν αποκαλύπτει αυτό που βρίσκεται έξω από το παράθυρο.
Και η διαλογιστική είναι ακριβώς αυτό που βρίσκεται έξω από το παράθυρο.
IV. Η Επίγνωση: Το Ζωντανό Φως
Εδώ η γλώσσα τεντώνεται στα όριά της, και πρέπει να ζητήσουμε από τον αναγνώστη να ακούσει όχι μόνο με το νου αλλά και με κάτι βαθύτερο — με εκείνη την ήσυχη, ανοιχτή ικανότητα που κάθε άνθρωπος κατέχει αλλά σπάνια συμβουλεύεται: την ικανότητα για άμεση, άνευ όρων θέαση.
Υπάρχει διαφορά μεταξύ σκέψης και επίγνωσης. Η σκέψη είναι ενεργητική, οικοδομητική, σκόπιμη. Η επίγνωση δεν είναι τίποτα από αυτά. Η επίγνωση είναι απλώς αυτό που είναι παρόν όταν η σκέψη δεν είναι. Είναι ο καθρέφτης χωρίς την αντανάκλαση, ο ουρανός πριν συγκεντρωθούν τα σύννεφα, το αυτί πριν φτάσει ο ήχος. Δεν έρχεται από πουθενά. Δεν πηγαίνει πουθενά. Είναι απλώς — και σε αυτή την απλότητα, περιέχει τα πάντα.
Όταν ένας άνθρωπος πρώτη φορά αντικρίζει αυτή την επίγνωση — όχι ως έννοια, όχι ως περιγραφή διαβασμένη σε βιβλίο, αλλά ως ζώσα πραγματικότητα — συμβαίνει κάτι εξαιρετικό. Ολόκληρη η δομή του αναζητούντος εαυτού, που εργαζόταν τόσο επιμελώς για να επιτύχει διαύγεια, ειρήνη, ένωση με το θείο, ξαφνικά βρίσκει τον εαυτό του περιττό. Διότι η διαύγεια δεν έλειψε ποτέ. Η ειρήνη δεν διαταράχθηκε ποτέ στη ρίζα της. Και η ένωση — η τρομερή, πολυπόθητη ένωση με ό,τι ονομάζει κανείς Απόλυτο — δεν ήταν, στην αλήθεια, ποτέ σπασμένη.
Αυτό που ήταν σπασμένο, ή μάλλον αυτό που είχε σκοτιστεί, ήταν η θέαση. Και η επίγνωση είναι η ίδια η θέαση, πριν από κάθε διαίρεση σε θεατή και θεατό.
Το να είσαι επίγνωση της σκέψης σημαίνει ήδη ότι είσαι πέρα από τη σκέψη. Το να παρακολουθείς την κίνηση του νου σημαίνει ήδη ότι κατοικείς σε κάτι που δεν κινείται. Και αυτή η ακίνητη εγρήγορση — αυτό το καθαρό, άνευ πηγής φως — δεν επιτυγχάνεται. Δεν μπορεί να επιτευχθεί, διότι η επίτευξη ανήκει στον τομέα της σκέψης και του χρόνου. Αναγνωρίζεται. Θυμάται, με την πιο βαθιά έννοια της λέξης — ξανα-συναρμολογείται, αποκαθίσταται στον εαυτό του.
Αυτή η αναγνώριση δεν είναι μέθοδος. Όσοι διδάσκουν την επίγνωση ως τεχνική — που λένε κάθισε σε αυτή τη στάση, παρακολούθησε αυτή την αναπνοή, επανάλαβε αυτή τη λέξη, και με τον καιρό θα έρθει η επίγνωση — κατά λάθος κρατούν την πόρτα κλειστή χτυπώντας την με όλο και πιο εκλεπτυσμένη γροθιά. Η τεχνική ενισχύει αυτόν που κάνει την τεχνική. Βαθαίνει το αυλάκι του παρατηρητή. Εκπαιδεύει τον προσωπικό εαυτό σε όλο και πιο κομψές μορφές αυτο-παρατήρησης, και το αποκαλεί διαλογιστική.
Αλλά η αναγνώριση της απροσεξίας — η απλή, ανεπιτάχυντη, άνευ κρίσης θέαση του γεγονότος ότι δεν προσέχεις πραγματικά — αυτό δεν είναι τεχνική. Είναι μια στιγμή ειλικρίνειας τόσο πλήρης που ανοίγει, από μόνη της, στον χώρο όπου ζει η προσοχή. Το πρόσωπο που βλέπει καθαρά ότι είναι αποσπασμένο, χωρίς να επικρίνει την απόσπαση, χωρίς να την αποκαλεί κακή, χωρίς να κάνει πρόγραμμα την υπέρβασή της — αυτό το πρόσωπο, ακριβώς εκείνη τη στιγμή, προσέχει. Η προσοχή είναι αυτό που απομένει όταν η απροσεξία ιδωθεί πραγματικά.
V. Ο Ενθουσιασμός του Απεριόριστου
Πώς είναι να βρίσκεσαι σε αυτή την προσοχή;
Η γλώσσα σκοντάφτει εδώ. Οι ποιητές έχουν προσπαθήσει — έχουν μιλήσει για τη διάλυση του εαυτού στο φως, για τη συγχώνευση της σταγόνας με τον ωκεανό, για την εξαφάνιση όλων των ορίων στη φωτιά του θείου. Οι μυστικιστές έχουν γράψει για το να είναι κανείς ταυτόχρονα κενός και γεμάτος, για το να χάνει τα πάντα και να βρίσκει ότι τα πάντα ήταν ακριβώς αυτό που χάθηκε. Ο Άγιος Ιωάννης μιλά για τη σκοτεινή νύχτα που ανοίγει σε αυγή. Οι Σούφι δάσκαλοι μιλούν για την μέθη του θείου έρωτα. Οι Ζεν δάσκαλοι δεν λένε τίποτα, και δείχνουν.
Αυτό που μπορεί να ειπωθεί — απαλά, διστακτικά, σαν χέρι που απλώνεται προς κάτι που θα αλλοιωθεί από την αφή — είναι αυτό:
Σε αυτή την προσοχή, δεν υπάρχει κέντρο. Το σύνορο ανάμεσα σε μέσα και έξω δεν έχει διασχιστεί — έχει διαλυθεί. Αυτό που απομένει δεν είναι ένα πρόσωπο που έχει εισέλθει σε κάτι μεγαλύτερο. Αυτό που απομένει είναι η ίδια η μεγαλοσύνη, ενήμερη του εαυτού της, που χαίρεται τον εαυτό της — μια τεράστια, φωτεινή, κινούμενη ακινησία που δεν έχει αρχή ούτε τέλος, που περιέχει μέσα της την ολότητα αυτού που εμφανίζεται ως κόσμος.
Αυτός είναι ο ενθουσιασμός για τον οποίο μιλούν τα μεγάλα κείμενα. Όχι ο ενθουσιασμός του συναισθήματος, που έρχεται και φεύγει και αφήνει πίσω του τον πόνο της απουσίας του. Όχι ο ενθουσιασμός της επίτευξης, που χρειάζεται κοινό. Αλλά ο ενθουσιασμός της αλήθειας — της πραγματικότητας που συναντά τον εαυτό της χωρίς εμπόδιο, του καθρέφτη που συναντά τη δική του φύση και την βρίσκει να είναι φως.
Σε αυτόν τον χώρο, δεν υπάρχει διαλογιζόμενος. Υπάρχει μόνο διαλογιστική. Κανένας αναζητητής. Μόνο η αναζήτηση που διαλύθηκε στην εύρεση. Κανένας πιστός. Μόνο αυτό που δεν χρειάζεται πίστη διότι είναι το ίδιο το έδαφος μέσα στο οποίο αναδύονται κάθε πίστη και απιστία. Ο άνεμος δεν πιστεύει στον ουρανό. Απλώς κινείται μέσα του, και ο ουρανός είναι αδιαχώριστος από την κίνηση.
VI. Το Μυστήριο που Δεν Μπορεί να Ονομαστεί
Κάθε παράδοση που έχει προσεγγίσει αυτή την επικράτεια έχει κατανοήσει, σε κάποιο σημείο, ότι πλησίαζε στο χείλος αυτού που μπορεί να λεχθεί. Το θείο έχει λάβει δέκα χιλιάδες ονόματα, και καθένα από αυτά είναι ταυτόχρονα αληθινό και ανεπαρκές. Μπράχμαν. Το Ταό. Σουνυάτα. Η Βασιλεία των Ουρανών. Το Ένα. Το Όλον. Το Έδαφος της Ύπαρξης. Το Κενό.
Αυτά δεν είναι ανταγωνιστικές περιγραφές διαφορετικών πραγματικοτήτων. Είναι χειρονομίες που έγιναν από ανθρώπινα χέρια προς κάτι που δεν έχει άκρα — και μια χειρονομία, όσο όμορφη κι αν είναι, όσο ακριβής κι αν είναι, δεν είναι το ίδιο το πράγμα. Το δάχτυλο που δείχνει το φεγγάρι δεν είναι το φεγγάρι. Κι όμως χωρίς το δάχτυλο, πολλοί δεν θα σκέφτονταν να κοιτάξουν ψηλά.
Αυτό που είναι αξιοσημείωτο είναι ότι αυτό το μυστήριο, αυτή η ανέκφραστη και απεριόριστη παρουσία, δεν είναι μακρινό. Δεν είναι κρυμμένο πίσω από τα τείχη κάποιας υπερβατικής διάστασης, προσβάσιμο μόνο σε όσους έχουν επιτελέσει επαρκή πνευματικό μόχθο. Είναι εδώ, τώρα, στην υφή αυτής της ίδιας της στιγμής — στην ποιότητα της προσοχής με την οποία διαβάζεται αυτή η λέξη, στη σιωπή ανάμεσα σε μία ανάσα και την επόμενη, στο παράξενο και τρυφερό γεγονός της ίδιας της ύπαρξης.
Το ιερό δεν είναι αλλού. Είναι το «αυτό» του «αυτού»: το ακριβές βάρος και χρώμα και θερμοκρασία αυτού που είναι. Είναι ο κόσμος, όπως φαίνεται χωρίς το φίλτρο της ερμηνείας που συνήθως καλύπτει κάθε θέαση. Αφαίρεσε το όνομα, και τι απομένει; Αφαίρεσε τη μνήμη, και τι μένει; Αφαίρεσε την επιθυμία να φτάσεις κάπου άλλου από εδώ, και τι βρίσκεται;
Μόνο αυτό. Πάντα, μόνο αυτό. Και αυτό — όταν συναντηθεί πλήρως, όταν επιτραπεί πλήρως, όταν καλωσοριστεί πλήρως — είναι αρκετό. Περισσότερο από αρκετό. Είναι τα πάντα.
VII. Η Επιστροφή στη Σιωπή
Υπάρχει ένα είδος διαλογιστικής που ο κόσμος έχει κάνει δημοφιλές: δομημένη, χρονικά καθορισμένη, προσανατολισμένη σε στόχους, μετρήσιμη στα οφέλη της. Χαμηλότερη κορτιζόλη. Καλύτερος ύπνος. Βελτιωμένη συγκέντρωση. Μεγαλύτερη ανθεκτικότητα. Αυτά δεν είναι ψευδή οφέλη. Το σώμα που είναι λιγότερο ταραγμένο κοιμάται καλύτερα· ο νους που είναι λιγότερο γεμάτος προσέχει πιο καθαρά. Δεν υπάρχει τίποτα λάθος με αυτά τα δώρα.
Αλλά είναι η σκιά που ρίχνει ένα βαθύτερο φως. Είναι η συνέπεια κάποιου πράγματος που είναι πέρα από κάθε συνέπεια — κάτι που δεν μπορεί να μετρηθεί διότι δεν έχει άκρα, δεν μπορεί να χρονομετρηθεί διότι υπάρχει έξω από τον χρόνο, δεν μπορεί να γίνει στόχος διότι είναι αυτό που απομένει όταν όλοι οι στόχοι έχουν αφεθεί.
Η αληθινή διαλογιστική δεν είναι αυτό που κάνει ένας άνθρωπος για τριάντα λεπτά το πρωί πριν αρχίσει η μέρα. Δεν είναι τεχνική που πρέπει να τελειοποιηθεί ούτε κατάσταση που πρέπει να επιτευχθεί. Είναι μια ποιότητα προσοχής που, μόλις αναγνωριστεί, αρχίζει να διαποτίζει τα πάντα — το φαγητό ενός γεύματος, το περπάτημα στη βροχή, το άκουσμα του πόνου ενός άλλου ανθρώπου. Είναι η ικανότητα να είσαι πλήρως παρών, χωρίς το βάρος του παρελθόντος ή την προσμονή του μέλλοντος, στην εξαιρετική καθημερινότητα του αυτού που είναι.
Αυτό δεν είναι παθητικότητα. Το πρόσωπο στο οποίο ζει αυτή η προσοχή δεν είναι αποσυρμένο από τον κόσμο. Είναι, στην πραγματικότητα, πιο πλήρως μέσα στον κόσμο από οποιονδήποτε που είναι απασχολημένος με τον εαυτό του — πιο ανταποκρινόμενο, πιο ευαίσθητο, πιο γνήσια συγκινημένο από αυτό που κινείται και πιο γνήσια ακίνητο μπροστά σε αυτό που είναι ακίνητο. Συναντά κάθε στιγμή χωρίς την πανοπλία της προκατάληψης. Δέχεται αυτό που έρχεται χωρίς τον παραμορφωτικό φακό αυτού που ήλπιζε να έρθει.
Και σε αυτή την υποδοχή, κάτι αρχαίο αναδεύεται. Κάτι που ήταν εκεί πριν την αρχή της σκέψης, πριν την αρχή της αναζήτησης, πριν την αρχή του εαυτού που αναζητά — κάτι που έχει περιμένει, υπομονετικά, στο ίδιο το έδαφος της εμπειρίας, για να ηρεμήσει ο θόρυβος αρκετά ώστε να ακουστεί.
VIII. Επίλογος: Η Κίνηση που Είναι Επίσης Ξεκούραση
Η διαλογιστική, στην πιο αληθινή της έννοια, είναι μια κίνηση στην προσοχή. Αλλά είναι μια κίνηση διαφορετική από κάθε άλλη κίνηση στην ανθρώπινη εμπειρία, διότι είναι ταυτόχρονα κίνηση και παύση της κίνησης — ένα πήγαινε-προς που δεν φτάνει πουθενά νέο, διότι ήταν πάντα ήδη σπίτι.
Το ποτάμι κινείται. Κινείται πάντα, είναι πάντα διαφορετικό, είναι πάντα το νερό αυτής της στιγμής και όχι του προηγούμενου. Κι όμως το ποτάμι δεν πηγαίνει πουθενά που δεν είναι ποτάμι. Είναι πάντα ολόκληρο το εαυτό του, ακόμα και καθώς χύνεται ολόκληρο προς τα έξω. Αυτή είναι η φύση της αληθινής προσοχής: αιώνια φρέσκια, αιώνια κινούμενη, και αιώνια ξεκούραστη στην πληρότητα της δικής της φύσης.
Όσοι έχουν γευτεί αυτό — έστω και στιγμιαία, έστω και για μια ήσυχη στιγμή ανάμεσα σε μία σκέψη και την επόμενη — φέρουν μέσα τους κάτι που ο κόσμος δεν μπορεί να ονομάσει ή να εξηγήσει ακριβώς. Μια ποιότητα παρουσίας. Ένα είδος ανεπιτάχυντου βάθους. Μια ικανότητα να είναι με αυτό που είναι, χωρίς να χρειάζεται να είναι διαφορετικό. Όχι αδιαφορία — κάτι πλουσιότερο από την αδιαφορία: μια αγάπη που δεν αρπάζει, μια ειρήνη που δεν αποκλείει, μια χαρά που δεν εξαρτάται.
Η ουσία της διαλογιστικής είναι αυτή: η ελευθερία από αυτόν που αναζητά, που ανοίγει στην τεράστια έκταση που ποτέ δεν έλειψε πραγματικά. Η σιωπή κάτω από κάθε ήχο. Ο ουρανός που κρατά όλο τον καιρό χωρίς να αλλοιώνεται από κανέναν. Το φως που καθιστά κάθε θέαση δυνατή, και το ίδιο ποτέ δεν βλέπεται — μόνο, στις σπανιότερες και πιο χαριτωμένες στιγμές, αναγνωρίζεται.
Και σε αυτή την αναγνώριση, κάτι στη βαθύτερη φύση του ανθρώπινου προσώπου επιστρέφει σπίτι. Όχι σε έναν τόπο. Όχι σε μια κατάσταση. Αλλά στον εαυτό του — στην απεριόριστη, φωτεινή, αμείωτη αλήθεια αυτού που ήταν πάντα, ήδη, αδύνατα, και τέλεια.
Ο άνεμος πνέει όπου θέλει, και ακούς τον ήχο του, αλλά δεν ξέρεις από πού έρχεται ούτε πού πηγαίνει. Έτσι είναι με καθέναν που γεννιέται από το Πνεύμα.
Υπάρχει μια σιωπή που δεν ανήκει στον κόσμο. Δεν είναι η σιωπή ενός άδειου δωματίου, ούτε η ησυχία που πέφτει ανάμεσα σε δύο ειπωμένες λέξεις. Είναι κάτι παλαιότερο, κάτι που υπήρχε πριν ο πρώτος ήχος διαταράξει ποτέ το πρόσωπο του βυθού — μια πρωταρχική ακινησία από την οποία έχουν αναδυθεί όλα τα πράγματα και προς την οποία, στο μυστικό τους πόθο, όλα συνεχώς επιστρέφουν.
Οι μυστικιστές κάθε εποχής έχουν αναζητήσει αυτή τη σιωπή. Έχουν ανεβεί σε βουνά και έχουν κατέβει σε ερήμους. Έχουν κρατήσει αγρυπνίες τις σκοτεινές ώρες, έχουν φθείρει τα σώματά τους στην αυστηρότητα και έχουν τυλιχθεί στα ενδύματα της μοναξιάς. Κι όμως, εκείνοι ανάμεσά τους που πραγματικά έφτασαν — που πέρασαν από την εξώτερη πύλη και μπήκαν στην εσώτερη αυλή — μαρτυρούν μια ενιαία, παραδοξολογική ανακάλυψη: αυτή η σιωπή δεν βρίσκεται με την αναζήτηση. Αποκαλύπτεται, ξαφνικά και χωρίς προειδοποίηση, στην παύση του αναζητητή.
Διότι η ψυχή που κινείται προς κάτι δεν μπορεί να γνωρίσει την ακινησία που είναι παντού. Μόνο όταν το ίδιο το κίνημα κατανοηθεί — όταν ιδωθεί καθαρά για αυτό που είναι, σε όλη του την ανησυχία και την ταραχή — τότε το κίνημα παύει, και αυτό που ήταν πάντα παρόν γίνεται αντιληπτό: μια τεράστια, φωτεινή, άνευ όρων προσοχή, που είναι το ίδιο το έδαφος της ύπαρξης.
Αυτό είναι η αρχή της αληθινής διαλογιστικής.
II. Το Βάρος του Παρατηρητή
Για να κατανοήσουμε τι είναι η διαλογιστική, πρέπει πρώτα να κατανοήσουμε τι δεν είναι — και σε αυτή την κατανόηση, κάτι εξαιρετικό μπορεί να συμβεί.
Συνήθως, όταν ένας άνθρωπος κάθεται να διαλογιστεί, φέρνει μαζί του ένα τεράστιο αόρατο φορτίο. Φέρνει τη συσσώρευση κάθε σκέψης που έχει σκεφτεί ποτέ, κάθε πληγή που έχει δεχτεί, κάθε επιθυμία που έχει καλλιεργήσει και κάθε φόβο που έχει θρέψει. Φέρνει την αρχιτεκτονική της ταυτότητάς του — την περίτεχνη αυτοπροσωπογραφία που έχει συνθέσει μέσα στα χρόνια, πινελιά την πινελιά — και τα τοποθετεί όλα αυτά μπροστά στο βωμό της σιωπής, περιμένοντας η σιωπή να τα δεχτεί.
Αλλά η σιωπή δεν δέχεται τίποτα. Η σιωπή δεν είναι δοχείο που πρέπει να γεμίσει. Είναι η απουσία του γεμίσματος.
Στο κέντρο του διαλογιζόμενου προσώπου κάθεται ο παρατηρητής: εκείνη η αρχαία, άγρυπνη, αξιολογική παρουσία που λέει «αυτό συμβαίνει, αυτό είναι καλό, αυτό δεν είναι αυτό που ήθελα, τα πηγαίνω καλά, αποτυγχάνω, είμαι σχεδόν εκεί». Ο παρατηρητής είναι ο φύλακας του προσωπικού. Είναι αυτός που χωρίζει την εμπειρία σε αποδεκτό και μη αποδεκτό, ιερό και βέβηλο, επιτευγμένο και ακόμη-να-επιτευχθεί. Και είναι ακριβώς αυτός ο παρατηρητής — αυτή η διαιρετική, μετρητική, κεντροποιητική δύναμη — που καθιστά την αληθινή σιωπή αδύνατη.
Διότι όπου υπάρχει κέντρο, υπάρχει περιφέρεια. Και όπου υπάρχει περιφέρεια, υπάρχει τείχος. Και όπου υπάρχει τείχος, υπάρχει κάτι περικλεισμένο — κάτι οριοθετημένο, κάτι λιγότερο από το όλον.
Αυτός που παρατηρεί δεν μπορεί να εισέλθει σε αυτό που παρατηρεί. Αυτός που μετρά δεν μπορεί να διαλυθεί σε αυτό που μετρά. Όσο ένας άνθρωπος στέκεται στο κέντρο της δικής του εμπειρίας, ρίχνοντας γραμμές σκέψης σαν ψαράς που ρίχνει το δίχτυ του σε σκοτεινά νερά, παραμένει χωριστός από τον τεράστιο ωκεανό μέσα στον οποίο φαντάζεται ότι ψαρεύει. Αγγίζει την επιφάνεια των πραγμάτων — δεν εισέρχεται στα βάθη τους.
III. Η Ρίζα της Σκέψης στο Νεκρό Παρελθόν
Η σκέψη, πρέπει να ειπωθεί, είναι ένα μεγαλειώδες εργαλείο. Έχει χτίσει καθεδρικούς ναούς και έχει συνθέσει συμφωνίες. Έχει χαρτογραφήσει τους ουρανούς και έχει ερευνήσει το άτομο. Έχει δώσει στους ανθρώπους την εξαιρετική ικανότητα να μαθαίνουν από ό,τι έχει συμβεί και να προβάλουν δυνατότητες σε ό,τι δεν έχει έρθει ακόμη. Δεν είναι μικρά δώρα αυτά.
Αλλά η σκέψη έχει ένα βαθύ περιορισμό, που την καθιστά ακατάλληλη ως οδηγό στην επικράτεια του ιερού. Η σκέψη ζει ολόκληρη μέσα στον χρόνο — και όχι στη ζώσα πληρότητα του χρόνου, αλλά στη σκιά του. Κάθε σκέψη είναι μια μνήμη. Ακόμα και η σκέψη που φαίνεται να απευθύνεται στην παρούσα στιγμή είναι κατασκευασμένη από θραύσματα του παρελθόντος: παλιές λέξεις, παλιές έννοιες, παλιές συγκρίσεις, παλιές κρίσεις. Η σκέψη φτάνει πάντα αργοπορημένη, πάντα περιγράφει ένα γεύμα που έχει ήδη φαγωθεί, πάντα σχεδιάζει χάρτη μιας χώρας από την οποία ο ταξιδιώτης έχει ήδη αναχωρήσει.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι μεγάλες παραδόσεις μιλούν για την ανεπάρκεια του διανοητικού απέναντι στο θείο. Δεν είναι ότι το θείο είναι παράλογο — είναι ότι το θείο είναι παρόν, και η σκέψη είναι διαρκώς αλλού. Η φλόγα του παρόντος καίει πολύ έντονα και πολύ γρήγορα για να την συλλάβει η αργή μηχανή της σκέψης. Όταν η σκέψη φτάσει να πει «αυτό είναι ομορφιά», η ομορφιά έχει ήδη προχωρήσει, και αυτό που απομένει είναι μόνο η περιγραφή της ομορφιάς από τη σκέψη — ένα αποξηραμένο λουλούδι, στερημένο από το ζωντανό του άρωμα.
Το να ενεργείς αποκλειστικά από τη σκέψη, λοιπόν, σημαίνει να ενεργείς μέσα σε ένα είδος σκότους — ένα σκότος που δεν μοιάζει με σκότος, επειδή η σκέψη φωτίζει τον εαυτό της, δημιουργεί το δικό της εσωτερικό φως και πείθει το νου ότι αυτή η αυτογενής λάμψη είναι ισοδύναμη με το φως της ημέρας της άμεσης αντίληψης. Αλλά δεν είναι. Το κερί που φωτίζει το δωμάτιο δεν αποκαλύπτει αυτό που βρίσκεται έξω από το παράθυρο.
Και η διαλογιστική είναι ακριβώς αυτό που βρίσκεται έξω από το παράθυρο.
IV. Η Επίγνωση: Το Ζωντανό Φως
Εδώ η γλώσσα τεντώνεται στα όριά της, και πρέπει να ζητήσουμε από τον αναγνώστη να ακούσει όχι μόνο με το νου αλλά και με κάτι βαθύτερο — με εκείνη την ήσυχη, ανοιχτή ικανότητα που κάθε άνθρωπος κατέχει αλλά σπάνια συμβουλεύεται: την ικανότητα για άμεση, άνευ όρων θέαση.
Υπάρχει διαφορά μεταξύ σκέψης και επίγνωσης. Η σκέψη είναι ενεργητική, οικοδομητική, σκόπιμη. Η επίγνωση δεν είναι τίποτα από αυτά. Η επίγνωση είναι απλώς αυτό που είναι παρόν όταν η σκέψη δεν είναι. Είναι ο καθρέφτης χωρίς την αντανάκλαση, ο ουρανός πριν συγκεντρωθούν τα σύννεφα, το αυτί πριν φτάσει ο ήχος. Δεν έρχεται από πουθενά. Δεν πηγαίνει πουθενά. Είναι απλώς — και σε αυτή την απλότητα, περιέχει τα πάντα.
Όταν ένας άνθρωπος πρώτη φορά αντικρίζει αυτή την επίγνωση — όχι ως έννοια, όχι ως περιγραφή διαβασμένη σε βιβλίο, αλλά ως ζώσα πραγματικότητα — συμβαίνει κάτι εξαιρετικό. Ολόκληρη η δομή του αναζητούντος εαυτού, που εργαζόταν τόσο επιμελώς για να επιτύχει διαύγεια, ειρήνη, ένωση με το θείο, ξαφνικά βρίσκει τον εαυτό του περιττό. Διότι η διαύγεια δεν έλειψε ποτέ. Η ειρήνη δεν διαταράχθηκε ποτέ στη ρίζα της. Και η ένωση — η τρομερή, πολυπόθητη ένωση με ό,τι ονομάζει κανείς Απόλυτο — δεν ήταν, στην αλήθεια, ποτέ σπασμένη.
Αυτό που ήταν σπασμένο, ή μάλλον αυτό που είχε σκοτιστεί, ήταν η θέαση. Και η επίγνωση είναι η ίδια η θέαση, πριν από κάθε διαίρεση σε θεατή και θεατό.
Το να είσαι επίγνωση της σκέψης σημαίνει ήδη ότι είσαι πέρα από τη σκέψη. Το να παρακολουθείς την κίνηση του νου σημαίνει ήδη ότι κατοικείς σε κάτι που δεν κινείται. Και αυτή η ακίνητη εγρήγορση — αυτό το καθαρό, άνευ πηγής φως — δεν επιτυγχάνεται. Δεν μπορεί να επιτευχθεί, διότι η επίτευξη ανήκει στον τομέα της σκέψης και του χρόνου. Αναγνωρίζεται. Θυμάται, με την πιο βαθιά έννοια της λέξης — ξανα-συναρμολογείται, αποκαθίσταται στον εαυτό του.
Αυτή η αναγνώριση δεν είναι μέθοδος. Όσοι διδάσκουν την επίγνωση ως τεχνική — που λένε κάθισε σε αυτή τη στάση, παρακολούθησε αυτή την αναπνοή, επανάλαβε αυτή τη λέξη, και με τον καιρό θα έρθει η επίγνωση — κατά λάθος κρατούν την πόρτα κλειστή χτυπώντας την με όλο και πιο εκλεπτυσμένη γροθιά. Η τεχνική ενισχύει αυτόν που κάνει την τεχνική. Βαθαίνει το αυλάκι του παρατηρητή. Εκπαιδεύει τον προσωπικό εαυτό σε όλο και πιο κομψές μορφές αυτο-παρατήρησης, και το αποκαλεί διαλογιστική.
Αλλά η αναγνώριση της απροσεξίας — η απλή, ανεπιτάχυντη, άνευ κρίσης θέαση του γεγονότος ότι δεν προσέχεις πραγματικά — αυτό δεν είναι τεχνική. Είναι μια στιγμή ειλικρίνειας τόσο πλήρης που ανοίγει, από μόνη της, στον χώρο όπου ζει η προσοχή. Το πρόσωπο που βλέπει καθαρά ότι είναι αποσπασμένο, χωρίς να επικρίνει την απόσπαση, χωρίς να την αποκαλεί κακή, χωρίς να κάνει πρόγραμμα την υπέρβασή της — αυτό το πρόσωπο, ακριβώς εκείνη τη στιγμή, προσέχει. Η προσοχή είναι αυτό που απομένει όταν η απροσεξία ιδωθεί πραγματικά.
V. Ο Ενθουσιασμός του Απεριόριστου
Πώς είναι να βρίσκεσαι σε αυτή την προσοχή;
Η γλώσσα σκοντάφτει εδώ. Οι ποιητές έχουν προσπαθήσει — έχουν μιλήσει για τη διάλυση του εαυτού στο φως, για τη συγχώνευση της σταγόνας με τον ωκεανό, για την εξαφάνιση όλων των ορίων στη φωτιά του θείου. Οι μυστικιστές έχουν γράψει για το να είναι κανείς ταυτόχρονα κενός και γεμάτος, για το να χάνει τα πάντα και να βρίσκει ότι τα πάντα ήταν ακριβώς αυτό που χάθηκε. Ο Άγιος Ιωάννης μιλά για τη σκοτεινή νύχτα που ανοίγει σε αυγή. Οι Σούφι δάσκαλοι μιλούν για την μέθη του θείου έρωτα. Οι Ζεν δάσκαλοι δεν λένε τίποτα, και δείχνουν.
Αυτό που μπορεί να ειπωθεί — απαλά, διστακτικά, σαν χέρι που απλώνεται προς κάτι που θα αλλοιωθεί από την αφή — είναι αυτό:
Σε αυτή την προσοχή, δεν υπάρχει κέντρο. Το σύνορο ανάμεσα σε μέσα και έξω δεν έχει διασχιστεί — έχει διαλυθεί. Αυτό που απομένει δεν είναι ένα πρόσωπο που έχει εισέλθει σε κάτι μεγαλύτερο. Αυτό που απομένει είναι η ίδια η μεγαλοσύνη, ενήμερη του εαυτού της, που χαίρεται τον εαυτό της — μια τεράστια, φωτεινή, κινούμενη ακινησία που δεν έχει αρχή ούτε τέλος, που περιέχει μέσα της την ολότητα αυτού που εμφανίζεται ως κόσμος.
Αυτός είναι ο ενθουσιασμός για τον οποίο μιλούν τα μεγάλα κείμενα. Όχι ο ενθουσιασμός του συναισθήματος, που έρχεται και φεύγει και αφήνει πίσω του τον πόνο της απουσίας του. Όχι ο ενθουσιασμός της επίτευξης, που χρειάζεται κοινό. Αλλά ο ενθουσιασμός της αλήθειας — της πραγματικότητας που συναντά τον εαυτό της χωρίς εμπόδιο, του καθρέφτη που συναντά τη δική του φύση και την βρίσκει να είναι φως.
Σε αυτόν τον χώρο, δεν υπάρχει διαλογιζόμενος. Υπάρχει μόνο διαλογιστική. Κανένας αναζητητής. Μόνο η αναζήτηση που διαλύθηκε στην εύρεση. Κανένας πιστός. Μόνο αυτό που δεν χρειάζεται πίστη διότι είναι το ίδιο το έδαφος μέσα στο οποίο αναδύονται κάθε πίστη και απιστία. Ο άνεμος δεν πιστεύει στον ουρανό. Απλώς κινείται μέσα του, και ο ουρανός είναι αδιαχώριστος από την κίνηση.
VI. Το Μυστήριο που Δεν Μπορεί να Ονομαστεί
Κάθε παράδοση που έχει προσεγγίσει αυτή την επικράτεια έχει κατανοήσει, σε κάποιο σημείο, ότι πλησίαζε στο χείλος αυτού που μπορεί να λεχθεί. Το θείο έχει λάβει δέκα χιλιάδες ονόματα, και καθένα από αυτά είναι ταυτόχρονα αληθινό και ανεπαρκές. Μπράχμαν. Το Ταό. Σουνυάτα. Η Βασιλεία των Ουρανών. Το Ένα. Το Όλον. Το Έδαφος της Ύπαρξης. Το Κενό.
Αυτά δεν είναι ανταγωνιστικές περιγραφές διαφορετικών πραγματικοτήτων. Είναι χειρονομίες που έγιναν από ανθρώπινα χέρια προς κάτι που δεν έχει άκρα — και μια χειρονομία, όσο όμορφη κι αν είναι, όσο ακριβής κι αν είναι, δεν είναι το ίδιο το πράγμα. Το δάχτυλο που δείχνει το φεγγάρι δεν είναι το φεγγάρι. Κι όμως χωρίς το δάχτυλο, πολλοί δεν θα σκέφτονταν να κοιτάξουν ψηλά.
Αυτό που είναι αξιοσημείωτο είναι ότι αυτό το μυστήριο, αυτή η ανέκφραστη και απεριόριστη παρουσία, δεν είναι μακρινό. Δεν είναι κρυμμένο πίσω από τα τείχη κάποιας υπερβατικής διάστασης, προσβάσιμο μόνο σε όσους έχουν επιτελέσει επαρκή πνευματικό μόχθο. Είναι εδώ, τώρα, στην υφή αυτής της ίδιας της στιγμής — στην ποιότητα της προσοχής με την οποία διαβάζεται αυτή η λέξη, στη σιωπή ανάμεσα σε μία ανάσα και την επόμενη, στο παράξενο και τρυφερό γεγονός της ίδιας της ύπαρξης.
Το ιερό δεν είναι αλλού. Είναι το «αυτό» του «αυτού»: το ακριβές βάρος και χρώμα και θερμοκρασία αυτού που είναι. Είναι ο κόσμος, όπως φαίνεται χωρίς το φίλτρο της ερμηνείας που συνήθως καλύπτει κάθε θέαση. Αφαίρεσε το όνομα, και τι απομένει; Αφαίρεσε τη μνήμη, και τι μένει; Αφαίρεσε την επιθυμία να φτάσεις κάπου άλλου από εδώ, και τι βρίσκεται;
Μόνο αυτό. Πάντα, μόνο αυτό. Και αυτό — όταν συναντηθεί πλήρως, όταν επιτραπεί πλήρως, όταν καλωσοριστεί πλήρως — είναι αρκετό. Περισσότερο από αρκετό. Είναι τα πάντα.
VII. Η Επιστροφή στη Σιωπή
Υπάρχει ένα είδος διαλογιστικής που ο κόσμος έχει κάνει δημοφιλές: δομημένη, χρονικά καθορισμένη, προσανατολισμένη σε στόχους, μετρήσιμη στα οφέλη της. Χαμηλότερη κορτιζόλη. Καλύτερος ύπνος. Βελτιωμένη συγκέντρωση. Μεγαλύτερη ανθεκτικότητα. Αυτά δεν είναι ψευδή οφέλη. Το σώμα που είναι λιγότερο ταραγμένο κοιμάται καλύτερα· ο νους που είναι λιγότερο γεμάτος προσέχει πιο καθαρά. Δεν υπάρχει τίποτα λάθος με αυτά τα δώρα.
Αλλά είναι η σκιά που ρίχνει ένα βαθύτερο φως. Είναι η συνέπεια κάποιου πράγματος που είναι πέρα από κάθε συνέπεια — κάτι που δεν μπορεί να μετρηθεί διότι δεν έχει άκρα, δεν μπορεί να χρονομετρηθεί διότι υπάρχει έξω από τον χρόνο, δεν μπορεί να γίνει στόχος διότι είναι αυτό που απομένει όταν όλοι οι στόχοι έχουν αφεθεί.
Η αληθινή διαλογιστική δεν είναι αυτό που κάνει ένας άνθρωπος για τριάντα λεπτά το πρωί πριν αρχίσει η μέρα. Δεν είναι τεχνική που πρέπει να τελειοποιηθεί ούτε κατάσταση που πρέπει να επιτευχθεί. Είναι μια ποιότητα προσοχής που, μόλις αναγνωριστεί, αρχίζει να διαποτίζει τα πάντα — το φαγητό ενός γεύματος, το περπάτημα στη βροχή, το άκουσμα του πόνου ενός άλλου ανθρώπου. Είναι η ικανότητα να είσαι πλήρως παρών, χωρίς το βάρος του παρελθόντος ή την προσμονή του μέλλοντος, στην εξαιρετική καθημερινότητα του αυτού που είναι.
Αυτό δεν είναι παθητικότητα. Το πρόσωπο στο οποίο ζει αυτή η προσοχή δεν είναι αποσυρμένο από τον κόσμο. Είναι, στην πραγματικότητα, πιο πλήρως μέσα στον κόσμο από οποιονδήποτε που είναι απασχολημένος με τον εαυτό του — πιο ανταποκρινόμενο, πιο ευαίσθητο, πιο γνήσια συγκινημένο από αυτό που κινείται και πιο γνήσια ακίνητο μπροστά σε αυτό που είναι ακίνητο. Συναντά κάθε στιγμή χωρίς την πανοπλία της προκατάληψης. Δέχεται αυτό που έρχεται χωρίς τον παραμορφωτικό φακό αυτού που ήλπιζε να έρθει.
Και σε αυτή την υποδοχή, κάτι αρχαίο αναδεύεται. Κάτι που ήταν εκεί πριν την αρχή της σκέψης, πριν την αρχή της αναζήτησης, πριν την αρχή του εαυτού που αναζητά — κάτι που έχει περιμένει, υπομονετικά, στο ίδιο το έδαφος της εμπειρίας, για να ηρεμήσει ο θόρυβος αρκετά ώστε να ακουστεί.
VIII. Επίλογος: Η Κίνηση που Είναι Επίσης Ξεκούραση
Η διαλογιστική, στην πιο αληθινή της έννοια, είναι μια κίνηση στην προσοχή. Αλλά είναι μια κίνηση διαφορετική από κάθε άλλη κίνηση στην ανθρώπινη εμπειρία, διότι είναι ταυτόχρονα κίνηση και παύση της κίνησης — ένα πήγαινε-προς που δεν φτάνει πουθενά νέο, διότι ήταν πάντα ήδη σπίτι.
Το ποτάμι κινείται. Κινείται πάντα, είναι πάντα διαφορετικό, είναι πάντα το νερό αυτής της στιγμής και όχι του προηγούμενου. Κι όμως το ποτάμι δεν πηγαίνει πουθενά που δεν είναι ποτάμι. Είναι πάντα ολόκληρο το εαυτό του, ακόμα και καθώς χύνεται ολόκληρο προς τα έξω. Αυτή είναι η φύση της αληθινής προσοχής: αιώνια φρέσκια, αιώνια κινούμενη, και αιώνια ξεκούραστη στην πληρότητα της δικής της φύσης.
Όσοι έχουν γευτεί αυτό — έστω και στιγμιαία, έστω και για μια ήσυχη στιγμή ανάμεσα σε μία σκέψη και την επόμενη — φέρουν μέσα τους κάτι που ο κόσμος δεν μπορεί να ονομάσει ή να εξηγήσει ακριβώς. Μια ποιότητα παρουσίας. Ένα είδος ανεπιτάχυντου βάθους. Μια ικανότητα να είναι με αυτό που είναι, χωρίς να χρειάζεται να είναι διαφορετικό. Όχι αδιαφορία — κάτι πλουσιότερο από την αδιαφορία: μια αγάπη που δεν αρπάζει, μια ειρήνη που δεν αποκλείει, μια χαρά που δεν εξαρτάται.
Η ουσία της διαλογιστικής είναι αυτή: η ελευθερία από αυτόν που αναζητά, που ανοίγει στην τεράστια έκταση που ποτέ δεν έλειψε πραγματικά. Η σιωπή κάτω από κάθε ήχο. Ο ουρανός που κρατά όλο τον καιρό χωρίς να αλλοιώνεται από κανέναν. Το φως που καθιστά κάθε θέαση δυνατή, και το ίδιο ποτέ δεν βλέπεται — μόνο, στις σπανιότερες και πιο χαριτωμένες στιγμές, αναγνωρίζεται.
Και σε αυτή την αναγνώριση, κάτι στη βαθύτερη φύση του ανθρώπινου προσώπου επιστρέφει σπίτι. Όχι σε έναν τόπο. Όχι σε μια κατάσταση. Αλλά στον εαυτό του — στην απεριόριστη, φωτεινή, αμείωτη αλήθεια αυτού που ήταν πάντα, ήδη, αδύνατα, και τέλεια.
Ο άνεμος πνέει όπου θέλει, και ακούς τον ήχο του, αλλά δεν ξέρεις από πού έρχεται ούτε πού πηγαίνει. Έτσι είναι με καθέναν που γεννιέται από το Πνεύμα.
Ιερή Γεωγραφία: Εδέμ — Ο Κήπος στην Αρχή του Κόσμου
Ι Ο Κήπος Πριν από τη Μνήμη
Πριν από τον πρώτο εξορισμό, πριν η γλώσσα του φιδιού χαράξει το ασημένιο τόξο της μέσα στη σιωπή, υπήρχε ένας τόπος που δεν ήταν απλώς μια τοποθεσία πάνω στη γη — ήταν μια κατάσταση της ίδιας της γης. Ο Κήπος της Εδέμ, του οποίου το ίδιο το όνομα αναπνέει το εβραϊκό ʿēden — απόλαυση, ευχαρίστηση — δεν στεκόταν ως γεωγραφία αλλά ως μια φωτεινή οντολογία: ο κόσμος όπως τον ονειρεύτηκε πρώτα ο Θεός, ολόκληρος και αδιαίρετος, που έλαμπε στο κατώφλι όπου η θεϊκή αιωνιότητα συναντούσε τον θνητό χρόνο. Τέσσερις μεγάλοι ποταμοί κυλούσαν μέσα από αυτόν σαν φλέβες ζωντανού φωτός, και κάθε δέντρο ήταν ευχάριστο στην όραση, και κάθε καρπός ήταν καλός για τροφή.
Μέσα στα όριά του, ο πρώτος άνθρωπος και η πρώτη γυναίκα περπατούσαν γυμνοί και χωρίς ντροπή — προστατευμένοι όχι από άγνοια, αλλά από αθωότητα. Το φίδι δεν είχε ακόμη μιλήσει. Ο καρπός της γνώσης του καλού και του κακού κρεμόταν ακόμη άθικτος στο κλαδί του. Όλα τα πράγματα υπήρχαν στην ορθή τους αναλογία. Ο ουρανός και η γη δεν είχαν ακόμη αποξενωθεί. Η Δημιουργία ανέπνεε σε έναν ενιαίο, αδιάσπαστο ρυθμό, και το όνομα εκείνου του ρυθμού ήταν ειρήνη.
Οι μυστικοί κάθε εποχής που έχουν στοχαστεί αυτή την αρχή έχουν κατανοήσει κάτι που ο απλώς λογικός νους δεν μπορεί να συλλάβει: ότι η Εδέμ περιγράφει όχι μόνο έναν κήπο που υπήρξε, αλλά μια κατάσταση ύπαρξης που είναι πάντοτε — στον πυρήνα της συνείδησης, πριν από τον θόρυβο του χρόνου, πριν από το ράγισμα της αυτοσυνείδησης. Το να μιλάς για την Εδέμ σημαίνει να μιλάς για αυτό που ήταν η ψυχή πριν ξεχάσει τον εαυτό της. Και η ψυχή δεν έχει ξεχάσει εντελώς.
«Το να θυμάσαι την Εδέμ δεν σημαίνει να θρηνείς μια χαμένη γεωγραφία — σημαίνει να αναγνωρίζεις μια εσωτερική αρχιτεκτονική που η ψυχή δεν έχει ποτέ εγκαταλείψει πλήρως.»
II Η Πτώση και το Ράγισμα του Φωτός
Αυτό που χάθηκε με την εκδίωξη δεν ήταν, όπως υποθέτει ο λογικός νους, μια ευχάριστη διάταξη δέντρων και ποταμών. Αυτό που χάθηκε ήταν ένας τρόπος ύπαρξης — μια διαφάνεια του πλάσματος ενώπιον του Δημιουργού του, μια οικειότητα τόσο ολοκληρωτική που δεν υπήρχε χάσμα ανάμεσα στο πλασμένο και στον Πλάστη του. Οι μυστικοί το έχουν πάντα γνωρίσει αυτό. Δεν μιλούν για γεωγραφία που καταστράφηκε αλλά για φως που διαθλάστηκε — η μοναδική ακτίνα της πρωταρχικής χάριτος σκορπίστηκε σε χίλια κομμάτια που εμείς ονομάζουμε κόσμο. Η Πτώση εισήγαγε την εμπειρία του εξορισμού που καθορίζει την ανθρώπινη κατάσταση: το επίμονο, οδυνηρό αίσθημα ότι βρισκόμαστε αλλού από εκεί που ανήκουμε.
Κι όμως ο εξορισμός δεν είναι ποτέ απόλυτος. Ο κήπος σφραγίστηκε, δεν καταστράφηκε. Η φλεγόμενη ρομφαία των χερουβείμ φυλάει ένα κατώφλι που εξακολουθεί να υπάρχει — καλυμμένο, όχι αναιρεμένο — μέσα στην εσωτερική ζωή κάθε ψυχής που έχει στραφεί ποτέ προς τα μέσα με πόθο. Οι μυστικοί κάθε παράδοσης που έχει αντλήσει νερό από την βιβλική πηγή — η εβραϊκή Καμπάλα με τις δέκα φωτεινές σεφιρώθ, η χριστιανική θεολογία της ενδοσκόπησης με τις σκοτεινές νύχτες και τις αποφατικές σιωπές της, ο ισλαμικός Σουφισμός με το κρασί του αφανισμού — το επιμένουν αυτό με την επείγουσα ανάγκη εκείνων που το γνωρίζουν όχι με επιχειρήματα, αλλά με συνάντηση.
Η Πτώση, λοιπόν, δεν είναι μια πόρτα που έκλεισε με πάταγο. Είναι ένα πέπλο που τραβήχτηκε μπροστά σε ένα άνοιγμα που παραμένει. Και μέσα σε αυτή τη διάκριση βρίσκεται ολόκληρη η αρχιτεκτονική της πνευματικής ζωής: η δυνατότητα της επιστροφής, η πραγματικότητα του κατωφλίου, η υπόσχεση που κρύβεται μέσα σε κάθε αυθεντικό πόθο για ολοκλήρωση.
III Η Πρωταρχική Κατάσταση και η Οδός της Επιστροφής
Ο φιλόσοφος στέκεται μπροστά στον μυστικό και ρωτά: μπορεί το χαμένο να ανακτηθεί; Ο μυστικός δεν απαντά με επιχειρήματα. Ο μυστικός απαντά με σιωπή — και μέσα σε εκείνη τη σιωπή, κάτι αναδεύεται. Κάθε γνήσια οδός μεταμόρφωσης — είτε ονομάζεται θέωσις, είτε ντεβεκούτ, είτε φανά’ — δεν κινείται προς έναν νέο προορισμό αλλά προς μια ξεχασμένη αρχή. Το ταξίδι προς τα έξω μέσα από τον εξορισμό γίνεται, στην βαθύτερη αναστροφή του, ταξίδι προς τα μέσα, προς την πρωταρχική κατάσταση — εκείνη την κατάσταση τέλειας αρμονίας ανάμεσα στην ανθρώπινη ψυχή και στην θεϊκή της πηγή, πριν η συνείδηση σκληρύνει σε χωρισμό.
Αυτό που ο φιλόσοφος Ρενέ Γκενόν ονόμασε πρωταρχική κατάσταση δεν είναι η ανάκτηση μιας αφέλειας. Δεν είναι οπισθοδρόμηση στην αθωότητα εκείνου που δεν έχει ακόμη συναντήσει το φίδι. Είναι κάτι πιο σκληρό, πιο βαθύ και πιο φωτεινό: η ολοκλήρωση εκείνου που έχει περάσει μέσα από τη γνώση και το πάθος και έχει επιστρέψει στην απλότητα από την άλλη πλευρά της πολυπλοκότητας. Ο μυστικός δεν επιδιώκει να αγνοήσει όσα έχει γνωρίσει. Ο μυστικός επιδιώκει να ενσωματώσει όσα η Πτώση διέσπειρε, να θεραπεύσει το εσωτερικό ράγισμα ανάμεσα στο γνωρίζον εγώ και στο έδαφος της γνώσης του.
«Η Εδέμ δεν είναι μόνο πίσω μας. Είναι και μπροστά μας, ως η ολοκλήρωση προς την οποία η εσωτερική ζωή αιώνια τείνει.»
IV Το Πέπλο και η Αγρύπνια
Οι Καμπαλιστές μιλούν για το τσιμτσούμ — την πρωταρχική συστολή του θεϊκού φωτός για να δημιουργηθεί χώρος για τη δημιουργία — ως την πρώτη πράξη θεϊκής αγάπης, και μιλούν για το σπάσιμο των αγγείων, το σεβιράτ χα-κελίμ, ως την κοσμική καταστροφή που αντηχεί την Πτώση της Εδέμ. Ωστόσο, μιλούν επίσης, με έναν πόθο που είναι ο ίδιος μια μορφή προσευχής, για το τικούν: την αργή, υπομονετική επιδιόρθωση αυτού που έχει σπάσει. Κάθε ανθρώπινη πράξη που γίνεται με αγάπη και πρόθεση γίνεται ένα κομμάτι εκείνης της μεγάλης αποκατάστασης. Κάθε στιγμή ηρεμίας στην οποία η ψυχή αναγνωρίζει τον εαυτό της ως περισσότερο από τον θόρυβό της, συμμετέχει στην επανύφανση του πέπλου.
Στο χριστιανικό ρεύμα της ενδοσκόπησης, οι Πατέρες και οι Μητέρες της Ερήμου μιλούσαν για την απάθεια — όχι την αδιαφορία, αλλά την ηρεμία των παθών που σκοτεινιάζουν το εσωτερικό φως — ως τον πρώτο καθαρισμό του εδάφους πάνω στο οποίο η πρωταρχική καθαρότητα της ψυχής μπορεί να γίνει και πάλι ορατή. Για τον Μάιστερ Έκχαρτ, η γέννηση του Λόγου στο βαθύτερο έδαφος της ψυχής — αυτό που ονόμαζε Seelenfünklein, το μικρό σπινθήρα της ψυχής — δεν ήταν τίποτε άλλο παρά η ανάκτηση εκείνης της εδεμικής αρμονίας: το σημείο στην ψυχή που ποτέ δεν χωρίστηκε από τον Θεό, που κατοικεί πάντα μέσα στον κήπο, πάντα πέρα από τον εξορισμό, πάντα πριν από την Πτώση.
Στον Σουφισμό, ο εραστής δεν ταξιδεύει προς τον Αγαπημένο τόσο όσο διαλύει την ψευδαίσθηση της απόστασης. Το φανά’ — ο αφανισμός — δεν είναι η καταστροφή του εαυτού αλλά η διαφανής άνθιση του: η στιγμή κατά την οποία ο φλοιός του ξεχωριστού εγώ πέφτει και αυτό που απομένει δεν είναι τίποτα, αλλά τα πάντα. Το κρασί που χύνεται στους κήπους των μυστικών ποιητών — στον Ρουμί, στον Χαφίζ, στον Ιμπν Αραμπί — δεν είναι κρασί της λήθης. Είναι το κρασί της ανάμνησης: η γεύση αυτού που ήταν η ψυχή πριν πιστέψει ότι είναι μόνο αυτό που φαίνεται.
V Οι Τέσσερις Ποταμοί και η Αρχιτεκτονική του Εσωτερικού Κόσμου
Το Βιβλίο της Γένεσης ονομάζει τέσσερις ποταμούς που ρέουν από την μοναδική πηγή μέσα στον κήπο: τον Πισών, τον Γιχών, τον Χιδδεκέλ, τον Ευφράτη. Στη μακρά παράδοση της αλληγορικής ερμηνείας, αυτοί οι ποταμοί δεν υπήρξαν ποτέ απλώς γεωγραφικοί. Ο Φίλων ο Αλεξανδρεύς, εκείνος ο μεγάλος υφάντης ελληνιστικού φωτός και εβραϊκής φλόγας, τους κατανόησε ως τις τέσσερις καρδινάλιες αρετές που ρέουν από τον θεϊκό Λόγο. Οι μεσαιωνικοί χριστιανοί αλληγοριστές τους χαρτογράφησαν στους τέσσερις Ευαγγελιστές, στα τέσσερα ζώα της οράσεως του Ιεζεκιήλ, στις τέσσερις κατευθύνσεις του ιερού κόσμου. Όπου και αν χαρτογραφήθηκαν, μοιράζονταν ένα ενιαίο νόημα: ότι αυτό που εμφανίζεται στον εξωτερικό κόσμο ως πολλαπλότητα έχει την πηγή του, πάντα, στην μοναδική πηγή του Ενός.
Το εσωτερικό τοπίο της ψυχής αντικατοπτρίζει αυτή την αρχιτεκτονική. Υπάρχει σε κάθε ανθρώπινο ον ένα κέντρο — πες το καρδιά, πες το έδαφος, πες το νους ή το ρούχ ή η νεσάμα — από το οποίο ρέουν όλοι οι ποταμοί της προσοχής προς τα έξω στον κόσμο, και στο οποίο, στην ώρα της θεωρίας, επιστρέφουν. Το έργο του μυστικού είναι, πάνω από όλα, μια υδρολογία της εσωτερικότητας: να μάθει να ανιχνεύει κάθε ποταμό πίσω στην πηγή του, να ακολουθεί τα σκορπισμένα παραπόταμα της επιθυμίας, του φόβου, της μνήμης και του πόθου μέχρι την ήρεμη λιμνούλα στο κέντρο από την οποία όλα αναβλύζουν.
Αυτό το κέντρο είναι η Εδέμ που δεν μπορεί να καταστραφεί. Όχι η Εδέμ της αφέλειας — του νου που δεν έχει ακόμη συναντήσει το φίδι — αλλά η Εδέμ της αποκαταστημένης απλότητας, η διαφάνεια της ψυχής που έχει περάσει μέσα από τη γνώση και το πάθος και έχει αναδυθεί, από την άλλη πλευρά, σε κάτι που μπορεί να ονομάσει μόνο: σπίτι.
VI Τα Χερουβείμ, η Ρομφαία και το Ιερό Κατώφλι
Η παράδοση δεν προσποιείται ότι η επιστροφή είναι εύκολη. Τα χερουβείμ με την φλεγόμενη ρομφαία δεν είναι διακοσμητικά στοιχεία. Είναι πραγματικότητες. Η οδός της επιστροφής στο κέντρο περνά μέσα από φωτιά, και η φωτιά είναι πραγματική. Στη γλώσσα της μυστικής θεολογίας, αυτή η φωτιά έχει πολλά ονόματα: κάθαρση, κένωση, η σκοτεινή νύχτα της ψυχής, η δοκιμασία της καρδιάς στο χωνευτήρι της αγάπης. Οι Σούφι δάσκαλοι μιλούν για το ναφς — τον κατώτερο εαυτό με τις δέκα χιλιάδες ορέξεις του — ως τον λαβύρινθο που πρέπει να διασχίσει κανείς, όχι κατακτώντας τον με δύναμη, αλλά βλέποντας μέσα από αυτόν με διαύγεια.
Αυτό που είναι αξιοσημείωτο δεν είναι ότι η οδός είναι δύσκολη. Είναι ότι η οδός υπάρχει καν. Η φλεγόμενη ρομφαία δεν εμποδίζει απλώς την είσοδο — φωτίζει και την πύλη. Τα χερουβείμ δεν φυλάνε απλώς — σηματοδοτούν και το κατώφλι. Και ένα κατώφλι, στη γλώσσα της ιερής γεωγραφίας, δεν είναι εμπόδιο. Είναι μια υπόσχεση: εδώ, η διάβαση είναι δυνατή.
Κάθε αυθεντική παράδοση ενδοσκόπησης προσφέρει μια μέθοδο προσέγγισης αυτού του κατωφλίου: την ησυχαστική πρακτική του να ηρεμείς τον νου στην καθαρή παρουσία του Θεού, το σουφικό ντικρ του να θυμάσαι το θεϊκό Όνομα μέχρι το Όνομα να γίνει ο ίδιος ο χτύπος της καρδιάς σου, την εβραϊκή πρακτική του χεσμπόν χα-νεφές — τον απολογισμό της ψυχής — στην οποία μαθαίνεις να γνωρίζεις τον εαυτό σου τόσο ειλικρινά ώστε η αυτοαπάτη να χάνει τη δύναμή της. Αυτά δεν είναι τεχνικές με τη σύγχρονη έννοια — εργαλειακές διαδικασίες για την παραγωγή αποτελεσμάτων. Είναι μάλλον μορφές αγαπητικής προσοχής, στάσεις παράδοσης, τρόποι να γίνεις αρκετά μικρός ώστε να περάσεις από την στενή πύλη που οδηγεί στο πλάτος του κήπου.
VII Η Εδέμ ως Ορίζοντας
Και έτσι η ψυχή φτάνει στο παράδοξο που βρίσκεται στην καρδιά κάθε μυστικού πόθου: η Εδέμ είναι ταυτόχρονα πίσω μας και μπροστά μας. Είναι η αρχή από την οποία πέσαμε και ο ορίζοντας προς τον οποίο μας τραβά κάθε γνήσια πράξη αγάπης, κάθε στιγμή αληθινής προσευχής, κάθε στιγμή συμπονετικής παρουσίας. Είναι άλφα και ωμέγα μαζί — η πρώτη ανάσα της θεϊκής ζωής που φυσήχθηκε μέσα στον πηλό, και η τελική ολοκλήρωση του μακρού έργου της μεταμόρφωσης που οι μυστικοί ονομάζουν θέωση, ή επιστροφή, ή — πιο απλά, πιο συντριπτικά — ένωση.
Η ένωση με τον Θεό — η θέωσις στην ανατολική χριστιανική παράδοση, το ντεβεκούτ στην Καμπάλα, το φανά’ βα μπακά’ στον Σουφισμό: αφανισμός και παραμονή μαζί — δεν είναι η συγχώνευση ίσων. Είναι η επιστροφή του πλάσματος σε εκείνη την πρωταρχική διαφάνεια ενώπιον του Δημιουργού, η ανάκτηση της εδεμικής κατάστασης όχι ως οπισθοδρόμηση στην αθωότητα αλλά ως η ολοκλήρωση της αγάπης. Το πλάσμα δεν παύει να υπάρχει. Γίνεται, για πρώτη φορά, πλήρως αυτό που είναι: ένα αγγείο τόσο καθαρό ώστε το θεϊκό φως περνά μέσα από αυτό ανεμπόδιστα, φωτίζοντας ό,τι αγγίζει, ζεσταίνοντας ό,τι φτάνει, όπως οι ποταμοί ζωντανού νερού κάποτε πότιζαν τον κήπο και χύνονταν από αυτόν για να θρέψουν όλη τη γη.
Αυτό σημαίνει το να πούμε ότι η Εδέμ δεν είναι νοσταλγία. Η νοσταλγία θρηνεί ένα χαμένο παρελθόν και ακινητοποιείται από εκείνο το θρήνο. Αλλά η ψυχή που πραγματικά αναζητά τον κήπο δεν θρηνεί — κινείται. Στρέφεται προς τα μέσα με υπομονή και θάρρος, μαθαίνοντας να ηρεμεί τον θόρυβο του εξορισμού της, μαθαίνοντας να ακούει κάτω από τον θόρυβο του χωρισμού της την ήσυχη επιμονή της απόλαυσης που ήταν, που είναι και που έρχεται.
VIII Η Αποκαταστημένη Απόλαυση
Τι απομένει, λοιπόν, για την ψυχή που έχει ταξιδέψει τόσο μακριά στην κατανόηση — που έχει ακολουθήσει τους ποταμούς προς τα μέσα, έχει σταθεί μπροστά στα χερουβείμ, έχει περάσει μέσα από τη φωτιά και έχει φτάσει στο κατώφλι; Τι περιμένει από την άλλη πλευρά της φλεγόμενης ρομφαίας, στο ενδότατο δωμάτιο του εσωτερικού κήπου;
Οι μυστικές παραδόσεις, με μία φωνή και σε πολλές γλώσσες, δίνουν την ίδια απάντηση: όχι γνώση, όχι δύναμη, ούτε καν ειρήνη με την συνηθισμένη έννοια. Αυτό που περιμένει είναι απόλαυση. Το πρωταρχικό νόημα του ονόματος αποκαταστημένο. Όχι η επιφανειακή απόλαυση της ηδονής ούτε η εύθραυστη απόλαυση του επιτεύγματος, αλλά κάτι πολύ παλαιότερο και πολύ βαθύτερο — η απόλαυση του πλάσματος που γνωρίζει τον εαυτό του κρατημένο στην αγάπη που το έπλασε, η απόλαυση του κύματος που ανακαλύπτει ότι ήταν πάντα, ακόμα και στον αφρισμό του, ο ωκεανός.
Ο Γερμανός μυστικός Μάιστερ Έκχαρτ είπε για την επιστροφή της ψυχής στο έδαφός της: da glänzt die Seele in Gott und Gott in der Seele — εκεί η ψυχή λάμπει μέσα στον Θεό και ο Θεός μέσα στην ψυχή. Αυτή η αμοιβαία φωτεινότητα — όχι η ψυχή διαλυμένη, όχι ο Θεός μειωμένος, αλλά και τα δύο λαμπρά στην συνάντηση — είναι η εδεμική κατάσταση που ανακτήθηκε. Είναι απόλαυση καθαρή από αρπαγή, οικειότητα αδειασμένη από φόβο, αγάπη διαφανής στην πηγή της.
Αυτό δεν είναι μια κατάσταση που ανήκει σε έναν άλλο κόσμο, σε κάποια μεταθανάτια γεωγραφία πέρα από την εμβέλεια των ζώντων. Οι μυστικοί επιμένουν, με επείγουσα ανάγκη και με τρυφερότητα, ότι είναι διαθέσιμη εδώ — μέσα στον χρόνο, μέσα στο σώμα, μέσα στην ανάσα, μέσα στην πρακτική της επιστροφής, ξανά και ξανά, στο κέντρο που ποτέ δεν χάθηκε, στον κήπο που σφραγίστηκε αλλά δεν καταστράφηκε, στο όνομα που ήταν δικό μας από πριν την αρχή: ʿēden, απόλαυση, η λέξη που ο Θεός ψιθύρισε μέσα στον πηλό και που ο πηλός, αργά, μέσα από όλους τους αιώνες του εξορισμού και του πόθου και της επιστροφής, μαθαίνει να ψιθυρίζει πίσω.
Η ψυχή που θυμάται την Εδέμ δεν θυμάται απλώς μια ιστορία. Συμμετέχει, με κάποιον τρόπο που υπερβαίνει την κατανόηση, στην αργή, φωτεινή της αποκατάσταση — απόλαυση, επιτέλους, αποκαταστημένη.
Πριν από τον πρώτο εξορισμό, πριν η γλώσσα του φιδιού χαράξει το ασημένιο τόξο της μέσα στη σιωπή, υπήρχε ένας τόπος που δεν ήταν απλώς μια τοποθεσία πάνω στη γη — ήταν μια κατάσταση της ίδιας της γης. Ο Κήπος της Εδέμ, του οποίου το ίδιο το όνομα αναπνέει το εβραϊκό ʿēden — απόλαυση, ευχαρίστηση — δεν στεκόταν ως γεωγραφία αλλά ως μια φωτεινή οντολογία: ο κόσμος όπως τον ονειρεύτηκε πρώτα ο Θεός, ολόκληρος και αδιαίρετος, που έλαμπε στο κατώφλι όπου η θεϊκή αιωνιότητα συναντούσε τον θνητό χρόνο. Τέσσερις μεγάλοι ποταμοί κυλούσαν μέσα από αυτόν σαν φλέβες ζωντανού φωτός, και κάθε δέντρο ήταν ευχάριστο στην όραση, και κάθε καρπός ήταν καλός για τροφή.
Μέσα στα όριά του, ο πρώτος άνθρωπος και η πρώτη γυναίκα περπατούσαν γυμνοί και χωρίς ντροπή — προστατευμένοι όχι από άγνοια, αλλά από αθωότητα. Το φίδι δεν είχε ακόμη μιλήσει. Ο καρπός της γνώσης του καλού και του κακού κρεμόταν ακόμη άθικτος στο κλαδί του. Όλα τα πράγματα υπήρχαν στην ορθή τους αναλογία. Ο ουρανός και η γη δεν είχαν ακόμη αποξενωθεί. Η Δημιουργία ανέπνεε σε έναν ενιαίο, αδιάσπαστο ρυθμό, και το όνομα εκείνου του ρυθμού ήταν ειρήνη.
Οι μυστικοί κάθε εποχής που έχουν στοχαστεί αυτή την αρχή έχουν κατανοήσει κάτι που ο απλώς λογικός νους δεν μπορεί να συλλάβει: ότι η Εδέμ περιγράφει όχι μόνο έναν κήπο που υπήρξε, αλλά μια κατάσταση ύπαρξης που είναι πάντοτε — στον πυρήνα της συνείδησης, πριν από τον θόρυβο του χρόνου, πριν από το ράγισμα της αυτοσυνείδησης. Το να μιλάς για την Εδέμ σημαίνει να μιλάς για αυτό που ήταν η ψυχή πριν ξεχάσει τον εαυτό της. Και η ψυχή δεν έχει ξεχάσει εντελώς.
«Το να θυμάσαι την Εδέμ δεν σημαίνει να θρηνείς μια χαμένη γεωγραφία — σημαίνει να αναγνωρίζεις μια εσωτερική αρχιτεκτονική που η ψυχή δεν έχει ποτέ εγκαταλείψει πλήρως.»
II Η Πτώση και το Ράγισμα του Φωτός
Αυτό που χάθηκε με την εκδίωξη δεν ήταν, όπως υποθέτει ο λογικός νους, μια ευχάριστη διάταξη δέντρων και ποταμών. Αυτό που χάθηκε ήταν ένας τρόπος ύπαρξης — μια διαφάνεια του πλάσματος ενώπιον του Δημιουργού του, μια οικειότητα τόσο ολοκληρωτική που δεν υπήρχε χάσμα ανάμεσα στο πλασμένο και στον Πλάστη του. Οι μυστικοί το έχουν πάντα γνωρίσει αυτό. Δεν μιλούν για γεωγραφία που καταστράφηκε αλλά για φως που διαθλάστηκε — η μοναδική ακτίνα της πρωταρχικής χάριτος σκορπίστηκε σε χίλια κομμάτια που εμείς ονομάζουμε κόσμο. Η Πτώση εισήγαγε την εμπειρία του εξορισμού που καθορίζει την ανθρώπινη κατάσταση: το επίμονο, οδυνηρό αίσθημα ότι βρισκόμαστε αλλού από εκεί που ανήκουμε.
Κι όμως ο εξορισμός δεν είναι ποτέ απόλυτος. Ο κήπος σφραγίστηκε, δεν καταστράφηκε. Η φλεγόμενη ρομφαία των χερουβείμ φυλάει ένα κατώφλι που εξακολουθεί να υπάρχει — καλυμμένο, όχι αναιρεμένο — μέσα στην εσωτερική ζωή κάθε ψυχής που έχει στραφεί ποτέ προς τα μέσα με πόθο. Οι μυστικοί κάθε παράδοσης που έχει αντλήσει νερό από την βιβλική πηγή — η εβραϊκή Καμπάλα με τις δέκα φωτεινές σεφιρώθ, η χριστιανική θεολογία της ενδοσκόπησης με τις σκοτεινές νύχτες και τις αποφατικές σιωπές της, ο ισλαμικός Σουφισμός με το κρασί του αφανισμού — το επιμένουν αυτό με την επείγουσα ανάγκη εκείνων που το γνωρίζουν όχι με επιχειρήματα, αλλά με συνάντηση.
Η Πτώση, λοιπόν, δεν είναι μια πόρτα που έκλεισε με πάταγο. Είναι ένα πέπλο που τραβήχτηκε μπροστά σε ένα άνοιγμα που παραμένει. Και μέσα σε αυτή τη διάκριση βρίσκεται ολόκληρη η αρχιτεκτονική της πνευματικής ζωής: η δυνατότητα της επιστροφής, η πραγματικότητα του κατωφλίου, η υπόσχεση που κρύβεται μέσα σε κάθε αυθεντικό πόθο για ολοκλήρωση.
III Η Πρωταρχική Κατάσταση και η Οδός της Επιστροφής
Ο φιλόσοφος στέκεται μπροστά στον μυστικό και ρωτά: μπορεί το χαμένο να ανακτηθεί; Ο μυστικός δεν απαντά με επιχειρήματα. Ο μυστικός απαντά με σιωπή — και μέσα σε εκείνη τη σιωπή, κάτι αναδεύεται. Κάθε γνήσια οδός μεταμόρφωσης — είτε ονομάζεται θέωσις, είτε ντεβεκούτ, είτε φανά’ — δεν κινείται προς έναν νέο προορισμό αλλά προς μια ξεχασμένη αρχή. Το ταξίδι προς τα έξω μέσα από τον εξορισμό γίνεται, στην βαθύτερη αναστροφή του, ταξίδι προς τα μέσα, προς την πρωταρχική κατάσταση — εκείνη την κατάσταση τέλειας αρμονίας ανάμεσα στην ανθρώπινη ψυχή και στην θεϊκή της πηγή, πριν η συνείδηση σκληρύνει σε χωρισμό.
Αυτό που ο φιλόσοφος Ρενέ Γκενόν ονόμασε πρωταρχική κατάσταση δεν είναι η ανάκτηση μιας αφέλειας. Δεν είναι οπισθοδρόμηση στην αθωότητα εκείνου που δεν έχει ακόμη συναντήσει το φίδι. Είναι κάτι πιο σκληρό, πιο βαθύ και πιο φωτεινό: η ολοκλήρωση εκείνου που έχει περάσει μέσα από τη γνώση και το πάθος και έχει επιστρέψει στην απλότητα από την άλλη πλευρά της πολυπλοκότητας. Ο μυστικός δεν επιδιώκει να αγνοήσει όσα έχει γνωρίσει. Ο μυστικός επιδιώκει να ενσωματώσει όσα η Πτώση διέσπειρε, να θεραπεύσει το εσωτερικό ράγισμα ανάμεσα στο γνωρίζον εγώ και στο έδαφος της γνώσης του.
«Η Εδέμ δεν είναι μόνο πίσω μας. Είναι και μπροστά μας, ως η ολοκλήρωση προς την οποία η εσωτερική ζωή αιώνια τείνει.»
IV Το Πέπλο και η Αγρύπνια
Οι Καμπαλιστές μιλούν για το τσιμτσούμ — την πρωταρχική συστολή του θεϊκού φωτός για να δημιουργηθεί χώρος για τη δημιουργία — ως την πρώτη πράξη θεϊκής αγάπης, και μιλούν για το σπάσιμο των αγγείων, το σεβιράτ χα-κελίμ, ως την κοσμική καταστροφή που αντηχεί την Πτώση της Εδέμ. Ωστόσο, μιλούν επίσης, με έναν πόθο που είναι ο ίδιος μια μορφή προσευχής, για το τικούν: την αργή, υπομονετική επιδιόρθωση αυτού που έχει σπάσει. Κάθε ανθρώπινη πράξη που γίνεται με αγάπη και πρόθεση γίνεται ένα κομμάτι εκείνης της μεγάλης αποκατάστασης. Κάθε στιγμή ηρεμίας στην οποία η ψυχή αναγνωρίζει τον εαυτό της ως περισσότερο από τον θόρυβό της, συμμετέχει στην επανύφανση του πέπλου.
Στο χριστιανικό ρεύμα της ενδοσκόπησης, οι Πατέρες και οι Μητέρες της Ερήμου μιλούσαν για την απάθεια — όχι την αδιαφορία, αλλά την ηρεμία των παθών που σκοτεινιάζουν το εσωτερικό φως — ως τον πρώτο καθαρισμό του εδάφους πάνω στο οποίο η πρωταρχική καθαρότητα της ψυχής μπορεί να γίνει και πάλι ορατή. Για τον Μάιστερ Έκχαρτ, η γέννηση του Λόγου στο βαθύτερο έδαφος της ψυχής — αυτό που ονόμαζε Seelenfünklein, το μικρό σπινθήρα της ψυχής — δεν ήταν τίποτε άλλο παρά η ανάκτηση εκείνης της εδεμικής αρμονίας: το σημείο στην ψυχή που ποτέ δεν χωρίστηκε από τον Θεό, που κατοικεί πάντα μέσα στον κήπο, πάντα πέρα από τον εξορισμό, πάντα πριν από την Πτώση.
Στον Σουφισμό, ο εραστής δεν ταξιδεύει προς τον Αγαπημένο τόσο όσο διαλύει την ψευδαίσθηση της απόστασης. Το φανά’ — ο αφανισμός — δεν είναι η καταστροφή του εαυτού αλλά η διαφανής άνθιση του: η στιγμή κατά την οποία ο φλοιός του ξεχωριστού εγώ πέφτει και αυτό που απομένει δεν είναι τίποτα, αλλά τα πάντα. Το κρασί που χύνεται στους κήπους των μυστικών ποιητών — στον Ρουμί, στον Χαφίζ, στον Ιμπν Αραμπί — δεν είναι κρασί της λήθης. Είναι το κρασί της ανάμνησης: η γεύση αυτού που ήταν η ψυχή πριν πιστέψει ότι είναι μόνο αυτό που φαίνεται.
V Οι Τέσσερις Ποταμοί και η Αρχιτεκτονική του Εσωτερικού Κόσμου
Το Βιβλίο της Γένεσης ονομάζει τέσσερις ποταμούς που ρέουν από την μοναδική πηγή μέσα στον κήπο: τον Πισών, τον Γιχών, τον Χιδδεκέλ, τον Ευφράτη. Στη μακρά παράδοση της αλληγορικής ερμηνείας, αυτοί οι ποταμοί δεν υπήρξαν ποτέ απλώς γεωγραφικοί. Ο Φίλων ο Αλεξανδρεύς, εκείνος ο μεγάλος υφάντης ελληνιστικού φωτός και εβραϊκής φλόγας, τους κατανόησε ως τις τέσσερις καρδινάλιες αρετές που ρέουν από τον θεϊκό Λόγο. Οι μεσαιωνικοί χριστιανοί αλληγοριστές τους χαρτογράφησαν στους τέσσερις Ευαγγελιστές, στα τέσσερα ζώα της οράσεως του Ιεζεκιήλ, στις τέσσερις κατευθύνσεις του ιερού κόσμου. Όπου και αν χαρτογραφήθηκαν, μοιράζονταν ένα ενιαίο νόημα: ότι αυτό που εμφανίζεται στον εξωτερικό κόσμο ως πολλαπλότητα έχει την πηγή του, πάντα, στην μοναδική πηγή του Ενός.
Το εσωτερικό τοπίο της ψυχής αντικατοπτρίζει αυτή την αρχιτεκτονική. Υπάρχει σε κάθε ανθρώπινο ον ένα κέντρο — πες το καρδιά, πες το έδαφος, πες το νους ή το ρούχ ή η νεσάμα — από το οποίο ρέουν όλοι οι ποταμοί της προσοχής προς τα έξω στον κόσμο, και στο οποίο, στην ώρα της θεωρίας, επιστρέφουν. Το έργο του μυστικού είναι, πάνω από όλα, μια υδρολογία της εσωτερικότητας: να μάθει να ανιχνεύει κάθε ποταμό πίσω στην πηγή του, να ακολουθεί τα σκορπισμένα παραπόταμα της επιθυμίας, του φόβου, της μνήμης και του πόθου μέχρι την ήρεμη λιμνούλα στο κέντρο από την οποία όλα αναβλύζουν.
Αυτό το κέντρο είναι η Εδέμ που δεν μπορεί να καταστραφεί. Όχι η Εδέμ της αφέλειας — του νου που δεν έχει ακόμη συναντήσει το φίδι — αλλά η Εδέμ της αποκαταστημένης απλότητας, η διαφάνεια της ψυχής που έχει περάσει μέσα από τη γνώση και το πάθος και έχει αναδυθεί, από την άλλη πλευρά, σε κάτι που μπορεί να ονομάσει μόνο: σπίτι.
VI Τα Χερουβείμ, η Ρομφαία και το Ιερό Κατώφλι
Η παράδοση δεν προσποιείται ότι η επιστροφή είναι εύκολη. Τα χερουβείμ με την φλεγόμενη ρομφαία δεν είναι διακοσμητικά στοιχεία. Είναι πραγματικότητες. Η οδός της επιστροφής στο κέντρο περνά μέσα από φωτιά, και η φωτιά είναι πραγματική. Στη γλώσσα της μυστικής θεολογίας, αυτή η φωτιά έχει πολλά ονόματα: κάθαρση, κένωση, η σκοτεινή νύχτα της ψυχής, η δοκιμασία της καρδιάς στο χωνευτήρι της αγάπης. Οι Σούφι δάσκαλοι μιλούν για το ναφς — τον κατώτερο εαυτό με τις δέκα χιλιάδες ορέξεις του — ως τον λαβύρινθο που πρέπει να διασχίσει κανείς, όχι κατακτώντας τον με δύναμη, αλλά βλέποντας μέσα από αυτόν με διαύγεια.
Αυτό που είναι αξιοσημείωτο δεν είναι ότι η οδός είναι δύσκολη. Είναι ότι η οδός υπάρχει καν. Η φλεγόμενη ρομφαία δεν εμποδίζει απλώς την είσοδο — φωτίζει και την πύλη. Τα χερουβείμ δεν φυλάνε απλώς — σηματοδοτούν και το κατώφλι. Και ένα κατώφλι, στη γλώσσα της ιερής γεωγραφίας, δεν είναι εμπόδιο. Είναι μια υπόσχεση: εδώ, η διάβαση είναι δυνατή.
Κάθε αυθεντική παράδοση ενδοσκόπησης προσφέρει μια μέθοδο προσέγγισης αυτού του κατωφλίου: την ησυχαστική πρακτική του να ηρεμείς τον νου στην καθαρή παρουσία του Θεού, το σουφικό ντικρ του να θυμάσαι το θεϊκό Όνομα μέχρι το Όνομα να γίνει ο ίδιος ο χτύπος της καρδιάς σου, την εβραϊκή πρακτική του χεσμπόν χα-νεφές — τον απολογισμό της ψυχής — στην οποία μαθαίνεις να γνωρίζεις τον εαυτό σου τόσο ειλικρινά ώστε η αυτοαπάτη να χάνει τη δύναμή της. Αυτά δεν είναι τεχνικές με τη σύγχρονη έννοια — εργαλειακές διαδικασίες για την παραγωγή αποτελεσμάτων. Είναι μάλλον μορφές αγαπητικής προσοχής, στάσεις παράδοσης, τρόποι να γίνεις αρκετά μικρός ώστε να περάσεις από την στενή πύλη που οδηγεί στο πλάτος του κήπου.
VII Η Εδέμ ως Ορίζοντας
Και έτσι η ψυχή φτάνει στο παράδοξο που βρίσκεται στην καρδιά κάθε μυστικού πόθου: η Εδέμ είναι ταυτόχρονα πίσω μας και μπροστά μας. Είναι η αρχή από την οποία πέσαμε και ο ορίζοντας προς τον οποίο μας τραβά κάθε γνήσια πράξη αγάπης, κάθε στιγμή αληθινής προσευχής, κάθε στιγμή συμπονετικής παρουσίας. Είναι άλφα και ωμέγα μαζί — η πρώτη ανάσα της θεϊκής ζωής που φυσήχθηκε μέσα στον πηλό, και η τελική ολοκλήρωση του μακρού έργου της μεταμόρφωσης που οι μυστικοί ονομάζουν θέωση, ή επιστροφή, ή — πιο απλά, πιο συντριπτικά — ένωση.
Η ένωση με τον Θεό — η θέωσις στην ανατολική χριστιανική παράδοση, το ντεβεκούτ στην Καμπάλα, το φανά’ βα μπακά’ στον Σουφισμό: αφανισμός και παραμονή μαζί — δεν είναι η συγχώνευση ίσων. Είναι η επιστροφή του πλάσματος σε εκείνη την πρωταρχική διαφάνεια ενώπιον του Δημιουργού, η ανάκτηση της εδεμικής κατάστασης όχι ως οπισθοδρόμηση στην αθωότητα αλλά ως η ολοκλήρωση της αγάπης. Το πλάσμα δεν παύει να υπάρχει. Γίνεται, για πρώτη φορά, πλήρως αυτό που είναι: ένα αγγείο τόσο καθαρό ώστε το θεϊκό φως περνά μέσα από αυτό ανεμπόδιστα, φωτίζοντας ό,τι αγγίζει, ζεσταίνοντας ό,τι φτάνει, όπως οι ποταμοί ζωντανού νερού κάποτε πότιζαν τον κήπο και χύνονταν από αυτόν για να θρέψουν όλη τη γη.
Αυτό σημαίνει το να πούμε ότι η Εδέμ δεν είναι νοσταλγία. Η νοσταλγία θρηνεί ένα χαμένο παρελθόν και ακινητοποιείται από εκείνο το θρήνο. Αλλά η ψυχή που πραγματικά αναζητά τον κήπο δεν θρηνεί — κινείται. Στρέφεται προς τα μέσα με υπομονή και θάρρος, μαθαίνοντας να ηρεμεί τον θόρυβο του εξορισμού της, μαθαίνοντας να ακούει κάτω από τον θόρυβο του χωρισμού της την ήσυχη επιμονή της απόλαυσης που ήταν, που είναι και που έρχεται.
VIII Η Αποκαταστημένη Απόλαυση
Τι απομένει, λοιπόν, για την ψυχή που έχει ταξιδέψει τόσο μακριά στην κατανόηση — που έχει ακολουθήσει τους ποταμούς προς τα μέσα, έχει σταθεί μπροστά στα χερουβείμ, έχει περάσει μέσα από τη φωτιά και έχει φτάσει στο κατώφλι; Τι περιμένει από την άλλη πλευρά της φλεγόμενης ρομφαίας, στο ενδότατο δωμάτιο του εσωτερικού κήπου;
Οι μυστικές παραδόσεις, με μία φωνή και σε πολλές γλώσσες, δίνουν την ίδια απάντηση: όχι γνώση, όχι δύναμη, ούτε καν ειρήνη με την συνηθισμένη έννοια. Αυτό που περιμένει είναι απόλαυση. Το πρωταρχικό νόημα του ονόματος αποκαταστημένο. Όχι η επιφανειακή απόλαυση της ηδονής ούτε η εύθραυστη απόλαυση του επιτεύγματος, αλλά κάτι πολύ παλαιότερο και πολύ βαθύτερο — η απόλαυση του πλάσματος που γνωρίζει τον εαυτό του κρατημένο στην αγάπη που το έπλασε, η απόλαυση του κύματος που ανακαλύπτει ότι ήταν πάντα, ακόμα και στον αφρισμό του, ο ωκεανός.
Ο Γερμανός μυστικός Μάιστερ Έκχαρτ είπε για την επιστροφή της ψυχής στο έδαφός της: da glänzt die Seele in Gott und Gott in der Seele — εκεί η ψυχή λάμπει μέσα στον Θεό και ο Θεός μέσα στην ψυχή. Αυτή η αμοιβαία φωτεινότητα — όχι η ψυχή διαλυμένη, όχι ο Θεός μειωμένος, αλλά και τα δύο λαμπρά στην συνάντηση — είναι η εδεμική κατάσταση που ανακτήθηκε. Είναι απόλαυση καθαρή από αρπαγή, οικειότητα αδειασμένη από φόβο, αγάπη διαφανής στην πηγή της.
Αυτό δεν είναι μια κατάσταση που ανήκει σε έναν άλλο κόσμο, σε κάποια μεταθανάτια γεωγραφία πέρα από την εμβέλεια των ζώντων. Οι μυστικοί επιμένουν, με επείγουσα ανάγκη και με τρυφερότητα, ότι είναι διαθέσιμη εδώ — μέσα στον χρόνο, μέσα στο σώμα, μέσα στην ανάσα, μέσα στην πρακτική της επιστροφής, ξανά και ξανά, στο κέντρο που ποτέ δεν χάθηκε, στον κήπο που σφραγίστηκε αλλά δεν καταστράφηκε, στο όνομα που ήταν δικό μας από πριν την αρχή: ʿēden, απόλαυση, η λέξη που ο Θεός ψιθύρισε μέσα στον πηλό και που ο πηλός, αργά, μέσα από όλους τους αιώνες του εξορισμού και του πόθου και της επιστροφής, μαθαίνει να ψιθυρίζει πίσω.
Η ψυχή που θυμάται την Εδέμ δεν θυμάται απλώς μια ιστορία. Συμμετέχει, με κάποιον τρόπο που υπερβαίνει την κατανόηση, στην αργή, φωτεινή της αποκατάσταση — απόλαυση, επιτέλους, αποκαταστημένη.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις
(
Atom
)
