10.2. Από τη σχολή του περιωνύμου φιλοσόφου στον στρατό και στη δουλειά
Ό,τι κι αν έλεγε όμως ο Επίκουρος, παιδί ζωηρό και φανατικό για γράμματα, τόσο πολύ ενδιαφέρθηκε να σπουδάσει φιλοσοφία, ώστε πριν από τα δεκαοκτώ του εγκατέλειψε τη Σάμο και πέρασε στην απέναντι ακτή της Ιωνίας, στην Τέω. Εκεί παρακολούθησε μαθήματα του Ναυσιφάνη, ενός περίεργου ανθρώπου που δίδασκε μαθηματικά, ρητορική και φιλοσοφία. Δεν γνωρίζουμε τι ακριβώς δίδασκε και πόσο καλά το δίδασκε - πάντως τις δύο πρώτες επιστήμες ο Επίκουρος αργότερα δεν τις εκτιμούσε ιδιαιτέρως.
Ο Ναυσιφάνης παρουσιαζόταν ως οπαδός του Δημόκριτου, και έτσι ο Επίκουρος από μικρός εξοικειώθηκε με την ατομική φιλοσοφία και την ιωνική φυσιοκρατική παράδοση και δεν ένιωσε αμέσως τη βαριά σκιά του Πλάτωνα. Αυτά, βέβαια, είχαν να κάνουν με τα μαθήματά του και τις φιλοσοφικές του γνώσεις. Όμως τον έφηβο Επίκουρο πιο πολύ φαίνεται να τον συνεπήραν οι αφηγήσεις του δασκάλου του για τον σκεπτικό Πύρρωνα. Θαύμαζε τον φιλοσοφικό τρόπο ζωής του και διαρκώς ρωτούσε να μάθει για αυτόν. Αυτό το ενδιαφέρον για τη φιλοσοφία όχι μόνο ως θεωρητική διδασκαλία αλλά και ως τρόπο ζωής πρέπει ο Επίκουρος να το οφείλει και στον δάσκαλό του.
Κατά τα άλλα, δεν τον θεωρούσε σπουδαίο φιλόσοφο - και ίσως είχε δίκιο. Εξάλλου, ο Ναυσιφάνης έμεινε στην ιστορία επειδή ήταν δάσκαλος του Επίκουρου, ο μόνος σίγουρος. Πώς, λοιπόν, να τον παρουσίαζε αργότερα ως δάσκαλό του, όταν οι μορφωμένοι της εποχής είχαν να επικαλεστούν έναν Πλάτωνα ή έναν Αριστοτέλη, ή έστω κάποια αθηναϊκή σχολή; Το μόνο που έκανε ήταν να μιλήσει περιφρονητικά για τον Ναυσιφάνη και να απαρνηθεί τον δάσκαλό του. Αλλά αυτό δεν ήταν σπάνιο εκείνα τα χρόνια - αν έπαψε ποτέ να μην είναι.
Λίγο κράτησε η παραμονή του Επίκουρου στην Τέω, γιατί μόλις έγινε δεκαοκτώ (νομοταγής γιος αθηναίου κληρούχου) έφυγε στην Αθήνα για την ἐφηβεία του, τη διετή στρατιωτική του θητεία· δυο χρόνια που πέρασαν σαν να μην συνέβη τίποτε, σε έναν νέο που διψούσε για φιλοσοφία και βρέθηκε, επαρχιώτης αυτός, στο κέντρο της φιλοσοφικής σκηνής. Ήταν και οι καιροί ταραγμένοι: το κλίμα έντονα αντιμακεδονικό, ο Αριστοτέλης στη Χαλκίδα και το Λύκειο κλειστό, ο θάνατος του Μεγάλου Αλεξάνδρου, η επίθεση του Περδίκκα στην Αθήνα, η εκδίωξη των αθηναίων κληρούχων από τη Σάμο. Έτσι ο Επίκουρος, είκοσι χρόνων πια, αναγκάστηκε να ταξιδέψει ως την Κολοφώνα για να συναντήσει την οικογένειά του, που ζούσε φτωχικά στην καινούργια της τρίτη πατρίδα. Δώδεκα χρόνια σχεδόν παρέμεινε εκεί, προφανώς κάνοντας το μόνο που μπορούσε, εκτός από το να διαβάζει: βοηθούσε τον πατέρα του και δίδασκε κολυβογράμματα για ένα κομμάτι ψωμί.
erevoktonos
Φῶς καὶ Φωνὴ Ἐξυπνισμοῦ ἐν τῷ Αἰῶνι τῆς Νυκτός!
Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2026
Ούτε στο όνειρό τους δεν έχουν δει τι είναι αγαθό
Σχετικά με τον άνθρωπο το αγαθό καθορίζεται σε σύγκριση με το κακό... Και το αγαθό εδώ κάτω, είναι το ελάχιστο μόριο του κακού. Και είναι αδύνατον εδώ κάτω το αγαθό να είναι απαλλαγμένο κακίας...
Ασκληπιέ, μόνο το όνομα του αγαθού υπάρχει στον άνθρωπο. Έργο του δεν υπάρχει πουθενά. Και είναι αδύνατον να υπάρχει. Δεν μπορεί να χωρέσει σε υλικό σώμα που το περισφίγγει από παντού η κακία και ο πόνος και τα βάσανα και η οργή και οι απάτες και οι ανόητες φαντασιώσεις.
Και το πιο κακό από όλα Ασκληπιέ, είναι ότι το καθένα από όσα αναφέραμε πιο πάνω, εδώ κάτω θεωρούνται ως το μέγιστο αγαθό, ενώ είναι αναπόφευκτο κακό...
Κατά συνέπεια, εκείνοι που αγνοούν, και δεν πορεύονται στον δρόμο της ευσέβειας, τολμούν να λένε ότι ωραίο και αγαθό είναι ο άνθρωπος. Ούτε στο όνειρό τους δεν έχουν δει τι είναι αγαθό. Και λένε αγαθό κάθε τι κακό.
ΕΡΜΗΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ, ΛΟΓΟΣ ΣΤ'
Εδώ κάτω το αγαθό γεμίζει με κακία. Και αφού γεμίζει με κακία δεν μπορεί να είναι αγαθό. Και αφού δεν μένει πια αγαθό, γίνεται κακό. Κατά συνέπεια το αγαθό βρίσκεται στον θεό, ή αυτός ο ίδιος ο θεός είναι αγαθό.
Ασκληπιέ, μόνο το όνομα του αγαθού υπάρχει στον άνθρωπο. Έργο του δεν υπάρχει πουθενά. Και είναι αδύνατον να υπάρχει. Δεν μπορεί να χωρέσει σε υλικό σώμα που το περισφίγγει από παντού η κακία και ο πόνος και τα βάσανα και η οργή και οι απάτες και οι ανόητες φαντασιώσεις.
Και το πιο κακό από όλα Ασκληπιέ, είναι ότι το καθένα από όσα αναφέραμε πιο πάνω, εδώ κάτω θεωρούνται ως το μέγιστο αγαθό, ενώ είναι αναπόφευκτο κακό...
Κατά συνέπεια, εκείνοι που αγνοούν, και δεν πορεύονται στον δρόμο της ευσέβειας, τολμούν να λένε ότι ωραίο και αγαθό είναι ο άνθρωπος. Ούτε στο όνειρό τους δεν έχουν δει τι είναι αγαθό. Και λένε αγαθό κάθε τι κακό.
ΕΡΜΗΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ, ΛΟΓΟΣ ΣΤ'
Μοιρώ η Βυζάντια: Βίος, Μνημοσύνη, Ελεγεία
Δεν είναι γνωστά πολλά πράγματα για τη Μοιρώ (ή Μυρώ) από το Βυζάντιο, κόρη του τραγωδού Όμηρου και γυναίκα του φιλολόγου Ανδρομάχου.[1]
Υπήρξε μητέρα του επίσης ποιητή Όμηρου από το Βυζάντιο, ο οποίος συμπεριλαμβάνεται στην Πλειάδα των Αλεξανδρινών ποιητών του Πτολεμαίου Φιλάδελφου. Κατά τη Σούδα ο Όμηρος αυτός άκμασε κατά την 124η ολυμπιάδα (284-1 π.Χ.), άρα η μητέρα του πρέπει να γεννήθηκε στο 2ο μισό του 4ου αιώνα και να ήταν σύγχρονη με την ποιήτρια Ανύτη. Πράγματι τα δύο επιγράμματά της μοιάζουν στο ύφος με αυτά της Ανύτης, ενώ η δήλωση του Τατιανού (Προς Έλληνας 33, 1-2) ότι ο γλύπτης Κηφισόδοτος (2ο μισό 4ου αιώνα) έφτιαξε αγάλματα και των δύο ποιητριών ταιριάζουν με μια χρονολογία της Μοιρώς στα τέλη του 4ου αιώνα
1. Μνημοσύνη
Ως κύριο όνομα η Μνημοσύνη ήταν η προσωποποίηση της μνήμης, γυναίκα του Δία και μητέρα των εννέα Μουσών. Ίσως κάπου στο ποίημα γινόταν λόγος για την ένωση του Δία και της Μνημοσύνης και τη γέννηση των Μουσών. Στο μοναδικό σωζόμενο απόσπασμα από τον Αθήναιο γίνεται λόγος για τις Πλειάδες, την Πούλια, το γνωστό σύνολο άστρων στο ζωδιακό αστερισμό του Ταύρου. Οι Πλειάδες στη μυθολογία των αρχαίων Ελλήνων ήταν οι επτά θυγατέρες του Άτλαντα και της Ωκεανίδας Πλειόνης, αδερφές των Υάδων και του Ύαντος. Τα ονόματά τους ήταν: Αλκυόνη, Αστερόπη, Ηλέκτρα, Κελαινώ, Μαία, Μερόπη, Ταϋγέτη. Η πιο γνωστή παράδοση γι' αυτές αναφέρει ότι ο Ωρίων συνάντησε τις Πλειάδες στη Βοιωτία, τις ερωτεύτηκε και τις κυνήγησε για πέντε χρόνια. Τότε αυτές έγιναν περιστέρια για να γλιτώσουν (στα αρχαία πέλειαι ή πελειάδες). Σύμφωνα με άλλη εκδοχή ο Δίας τις μεταμόρφωσε στο γνωστό αστερισμό. Το ετυμολογικό παιχνίδι με τις λέξεις Πλειάδες - πελειάδες (=περιστέρια) ήταν εξαιρετικά σύνηθες στους αρχαίους ποιητές (π.χ. Πίνδαρος, Νεμ. 2. 16, Αισχ. απ. 312 Radt κ.α.). (Aθήν. 11.490Ε:)
Ο Μελέαγρος (Παλ. ανθ. 4, 1) τοποθετεί τη Μοιρώ στο ίδιο επίπεδο με τη Σαπφώ. Υπήρξε ποιήτρια επικών, ελεγειακών και λυρικών ποιημάτων. Από την ποίησή της σώζονται αποσπάσματα ενός...
εξάμετρου ποιήματος με τον τίτλο Μνημοσύνη, στίχοι από ελεγείες, η μνεία ενός Ύμνου στον Ποσειδώνα καθώς και καταραστικής ποίησης με τον τίτλο Αραί (= κατάρες. Πβ. τα ποιήματα Αραί και Χιλιάδες του Ευφορίωνα).[2]
εξάμετρου ποιήματος με τον τίτλο Μνημοσύνη, στίχοι από ελεγείες, η μνεία ενός Ύμνου στον Ποσειδώνα καθώς και καταραστικής ποίησης με τον τίτλο Αραί (= κατάρες. Πβ. τα ποιήματα Αραί και Χιλιάδες του Ευφορίωνα).[2]
Υπήρξε μητέρα του επίσης ποιητή Όμηρου από το Βυζάντιο, ο οποίος συμπεριλαμβάνεται στην Πλειάδα των Αλεξανδρινών ποιητών του Πτολεμαίου Φιλάδελφου. Κατά τη Σούδα ο Όμηρος αυτός άκμασε κατά την 124η ολυμπιάδα (284-1 π.Χ.), άρα η μητέρα του πρέπει να γεννήθηκε στο 2ο μισό του 4ου αιώνα και να ήταν σύγχρονη με την ποιήτρια Ανύτη. Πράγματι τα δύο επιγράμματά της μοιάζουν στο ύφος με αυτά της Ανύτης, ενώ η δήλωση του Τατιανού (Προς Έλληνας 33, 1-2) ότι ο γλύπτης Κηφισόδοτος (2ο μισό 4ου αιώνα) έφτιαξε αγάλματα και των δύο ποιητριών ταιριάζουν με μια χρονολογία της Μοιρώς στα τέλη του 4ου αιώνα
1. Μνημοσύνη
Ως κύριο όνομα η Μνημοσύνη ήταν η προσωποποίηση της μνήμης, γυναίκα του Δία και μητέρα των εννέα Μουσών. Ίσως κάπου στο ποίημα γινόταν λόγος για την ένωση του Δία και της Μνημοσύνης και τη γέννηση των Μουσών. Στο μοναδικό σωζόμενο απόσπασμα από τον Αθήναιο γίνεται λόγος για τις Πλειάδες, την Πούλια, το γνωστό σύνολο άστρων στο ζωδιακό αστερισμό του Ταύρου. Οι Πλειάδες στη μυθολογία των αρχαίων Ελλήνων ήταν οι επτά θυγατέρες του Άτλαντα και της Ωκεανίδας Πλειόνης, αδερφές των Υάδων και του Ύαντος. Τα ονόματά τους ήταν: Αλκυόνη, Αστερόπη, Ηλέκτρα, Κελαινώ, Μαία, Μερόπη, Ταϋγέτη. Η πιο γνωστή παράδοση γι' αυτές αναφέρει ότι ο Ωρίων συνάντησε τις Πλειάδες στη Βοιωτία, τις ερωτεύτηκε και τις κυνήγησε για πέντε χρόνια. Τότε αυτές έγιναν περιστέρια για να γλιτώσουν (στα αρχαία πέλειαι ή πελειάδες). Σύμφωνα με άλλη εκδοχή ο Δίας τις μεταμόρφωσε στο γνωστό αστερισμό. Το ετυμολογικό παιχνίδι με τις λέξεις Πλειάδες - πελειάδες (=περιστέρια) ήταν εξαιρετικά σύνηθες στους αρχαίους ποιητές (π.χ. Πίνδαρος, Νεμ. 2. 16, Αισχ. απ. 312 Radt κ.α.). (Aθήν. 11.490Ε:)
Η αλλαγή του ονόματος, με την οποία οι Πλειάδες λέγονται Πέλειαι και Πελειάδες, υπάρχει σε πάρα πολλούς ποιητές. Πρώτη, όμως, η Μοιρώ η Βυζάντια κατανόησε καλά το πνεύμα των ποιημάτων του Ομήρου στο ποίημά της που επιγράφεται Μνημοσύνη, ισχυριζόμενη ότι την αμβροσία στο Δία την πηγαίνουν οι Πλειάδες.
(491Β:)
Ο Δίας στην Κρήτη μεγάλωνε μέχρι να γίνει μέγας, [3]
χωρίς κανείς απ' τους μακάριους θεούς να τον γνωρίζει.
Κι εκείνος αύξαινε σε όλα του τα μέλη
Μες στο θεϊκό το άντρο οι Φοβισμένες [4] τον ταΐζανε
φέρνοντας αμβροσία απ' του Ωκεανού το ρεύμα,
και με το ράμφος μέγας αετός ποτό στο Δία το σοφό νέκταρ κουβάλαγε
από ένα βράχο αντλώντας το συνέχεια.
Αυτόν ο Δίας που ο κεραυνός του μακριά ηχεί,
σαν νίκησε τον Κρόνο, τον πατέρα του,
τον έκανε αθάνατο, τον έβαλε να κατοικεί στον ουρανό.
Ομοίως τις φοβισμένες Πελειάδες τίμησε
που αγγελιαφόροι του καλοκαιριού και του χειμώνα είναι.[5]
2. Ελεγεία
α.[6]
Τσαμπί, γεμάτο με του Διόνυσου χυμό,
μες στον κοιτών [7] αναπαύεσαι της χρυσής Αφροδίτης.
Κι ούτε πια η μητέρα σου άμπελος θα σ' αγκαλιάσει με κλήμα εράσμιο,
μήτε θα βγάλει φύλλα που ευωδιάζουνε νέκταρ απ' το κεφάλι σου πάνω.
β.[8]
Ανιγριάδες νύμφες,[9] κόρες του ποταμού, που τούτα τα βάθη
έξοχες με ρόδινα πόδια πάντοτε βαδίζετε,
χαίρετε και τον Κλεώνυμο σώζετε, που τούτα τα ωραία
σε σας αφιέρωσε αγάλματα κάτω απ' τα πεύκα.
--------------------------
[1] Βλ. Σούδα, λήμμα Μυρώ. Ο Ανδρόμαχος φαίνεται ότι υπήρξε συγγραφέας μιας πραγματείας με τον τίτλο Ετυμολογικά, η οποία αναφέρεται από τα Σχόλια στην Ιλιάδα (Ν 130) με αφορμή μια ερμηνεία της λέξης προθέλυμνα. Σε άλλες περιπτώσεις (βλ. Σούδα, λήμματα Όμηρος και Σωσίθεος) ο Όμηρος αναφέρεται ως γιος της Μοιρώς και όχι ως πατέρας της. Τίποτε, όμως, δεν αποκλείει παππούς και εγγονός να είχαν το ίδιο όνομα.
[2] Μια ιδέα για το περιεχόμενο αυτού του έργου της Μοιρώς μάς δίνει ο Παρθένιος (27, Περί Αλκινόης), στην τραγική ιστορία της Αλκινόης, την οποία, όπως σημειώνει ένα σχόλιο στο περιθώριο του χειρογράφου, ο Παρθένιος άντλησε από τη Μοιρώ. Φαίνεται ότι η Μοιρώ χρησιμοποίησε αυτήν την ιστορία, καθώς και άλλες που δε σώζονται, προκειμένου να καταραστεί κάποιον ή κάποιους να πάθουν παρόμοιες συμφορές μ' αυτές που υφίστανται τα πρόσωπα των ιστοριών.
[3] Έχουμε αναφορά στον περίφημο μύθο, σύμφωνα με τον οποίο η Ρέα, σύζυγος του Κρόνου, για να προστατέψει το στερνοπαίδι της Δία από τον πατέρα του, ο οποίος κατάπινε τα παιδιά του, έδωσε στον Κρόνο να καταπιεί ένα λιθάρι, ενώ το Δία τον έκρυψε στο Ιδαίο άντρο στην Κρήτη, όπου μεγάλωσε κρυφά με τον τρόπο που περιγράφεται στο απόσπασμά μας.
[4] Εννοούνται οι Πελειάδες-Πλειάδες. Τα περιστέρια ήταν σύμβολο της φοβισμένης φυγής για τους αρχαίους. Εδώ υπάρχει ένα περίπλοκο ετυμολογικό παιχνίδι: τα φοβισμένα περιστέρια (πελειάδες) που ταΐζουν τον μικρό Δία στο άντρο είναι ταυτόχρονα οι φοβισμένες από τον Ωρίωνα Πλειάδες, που στο μύθο μεταμορφώνονται σε περιστέρια και στον γνωστό αστερισμό των Πλειάδων.
[5] Ο στίχος υπαινίσσεται όσα λέει για τις Πλειάδες ο Ησίοδος στα Έργα και ημέρες. Η επιτολή και η δύση των Πλειάδων σημάδευαν τις γεωργικές εργασίες του θερισμού και του οργώματος. Ανάλογη χρήση αυτών των άστρων γινόταν και από άλλους λαούς στην αρχαιότητα σ' όλο τον κόσμο. Το όνομά τους συσχετίστηκε κατά καιρούς με τη ρίζα του ρήματος πλέω (βλ. Ησίοδος, Έργα και ημέρες 383 κ.εξ. / 618 κ.εξ.), είτε με τις πελειάδες (=τα περιστέρια), είτε με τη λέξη πλειών (=σπόρος, πλήρες έτος). Για την εποχή του Ησιόδου και τη γεωγραφική του θέση η επιτολή των Πλειάδων συνέβαινε στις 11 ή 16 Μαΐου, ενώ η δύση τους στις 27 ή 31 Οκτωβρίου.
[6] Παλ. ανθ. 6, 119. Αφιέρωση ενός τσαμπιού σταφυλιών στην Αφροδίτη.
[7] Δηλ. στο ναό.
[8] Παλ. ανθ. 6, 189. Αφιέρωση ξοάνων από κάποιον Κλεώνυμο στις Ανιγριάδες νύμφες.
[9] Κόρες του ποταμού Ανίγρου της Ηλείας, ο οποίος πήγαζε από τα βουνά της Αρκαδίας. Στο ποτάμι αυτό είχε πλυθεί κάποιος κένταυρος πληγωμένος από τον Ηρακλή, με αποτέλεσμα τα νερά του ποταμού να αναδύουν μια περίεργη οσμή. Πλησίον του ποταμού (κοντά στην ακτή της Τριφυλίας) υπήρχε θαυματουργό σπήλαιο των νυμφών με πηγή για τη θεραπεία ασθενειών. Βλ. Παυσ. 5, 5, 11.
(491Β:)
Ο Δίας στην Κρήτη μεγάλωνε μέχρι να γίνει μέγας, [3]
χωρίς κανείς απ' τους μακάριους θεούς να τον γνωρίζει.
Κι εκείνος αύξαινε σε όλα του τα μέλη
Μες στο θεϊκό το άντρο οι Φοβισμένες [4] τον ταΐζανε
φέρνοντας αμβροσία απ' του Ωκεανού το ρεύμα,
και με το ράμφος μέγας αετός ποτό στο Δία το σοφό νέκταρ κουβάλαγε
από ένα βράχο αντλώντας το συνέχεια.
Αυτόν ο Δίας που ο κεραυνός του μακριά ηχεί,
σαν νίκησε τον Κρόνο, τον πατέρα του,
τον έκανε αθάνατο, τον έβαλε να κατοικεί στον ουρανό.
Ομοίως τις φοβισμένες Πελειάδες τίμησε
που αγγελιαφόροι του καλοκαιριού και του χειμώνα είναι.[5]
2. Ελεγεία
α.[6]
Τσαμπί, γεμάτο με του Διόνυσου χυμό,
μες στον κοιτών [7] αναπαύεσαι της χρυσής Αφροδίτης.
Κι ούτε πια η μητέρα σου άμπελος θα σ' αγκαλιάσει με κλήμα εράσμιο,
μήτε θα βγάλει φύλλα που ευωδιάζουνε νέκταρ απ' το κεφάλι σου πάνω.
β.[8]
Ανιγριάδες νύμφες,[9] κόρες του ποταμού, που τούτα τα βάθη
έξοχες με ρόδινα πόδια πάντοτε βαδίζετε,
χαίρετε και τον Κλεώνυμο σώζετε, που τούτα τα ωραία
σε σας αφιέρωσε αγάλματα κάτω απ' τα πεύκα.
--------------------------
[1] Βλ. Σούδα, λήμμα Μυρώ. Ο Ανδρόμαχος φαίνεται ότι υπήρξε συγγραφέας μιας πραγματείας με τον τίτλο Ετυμολογικά, η οποία αναφέρεται από τα Σχόλια στην Ιλιάδα (Ν 130) με αφορμή μια ερμηνεία της λέξης προθέλυμνα. Σε άλλες περιπτώσεις (βλ. Σούδα, λήμματα Όμηρος και Σωσίθεος) ο Όμηρος αναφέρεται ως γιος της Μοιρώς και όχι ως πατέρας της. Τίποτε, όμως, δεν αποκλείει παππούς και εγγονός να είχαν το ίδιο όνομα.
[2] Μια ιδέα για το περιεχόμενο αυτού του έργου της Μοιρώς μάς δίνει ο Παρθένιος (27, Περί Αλκινόης), στην τραγική ιστορία της Αλκινόης, την οποία, όπως σημειώνει ένα σχόλιο στο περιθώριο του χειρογράφου, ο Παρθένιος άντλησε από τη Μοιρώ. Φαίνεται ότι η Μοιρώ χρησιμοποίησε αυτήν την ιστορία, καθώς και άλλες που δε σώζονται, προκειμένου να καταραστεί κάποιον ή κάποιους να πάθουν παρόμοιες συμφορές μ' αυτές που υφίστανται τα πρόσωπα των ιστοριών.
[3] Έχουμε αναφορά στον περίφημο μύθο, σύμφωνα με τον οποίο η Ρέα, σύζυγος του Κρόνου, για να προστατέψει το στερνοπαίδι της Δία από τον πατέρα του, ο οποίος κατάπινε τα παιδιά του, έδωσε στον Κρόνο να καταπιεί ένα λιθάρι, ενώ το Δία τον έκρυψε στο Ιδαίο άντρο στην Κρήτη, όπου μεγάλωσε κρυφά με τον τρόπο που περιγράφεται στο απόσπασμά μας.
[4] Εννοούνται οι Πελειάδες-Πλειάδες. Τα περιστέρια ήταν σύμβολο της φοβισμένης φυγής για τους αρχαίους. Εδώ υπάρχει ένα περίπλοκο ετυμολογικό παιχνίδι: τα φοβισμένα περιστέρια (πελειάδες) που ταΐζουν τον μικρό Δία στο άντρο είναι ταυτόχρονα οι φοβισμένες από τον Ωρίωνα Πλειάδες, που στο μύθο μεταμορφώνονται σε περιστέρια και στον γνωστό αστερισμό των Πλειάδων.
[5] Ο στίχος υπαινίσσεται όσα λέει για τις Πλειάδες ο Ησίοδος στα Έργα και ημέρες. Η επιτολή και η δύση των Πλειάδων σημάδευαν τις γεωργικές εργασίες του θερισμού και του οργώματος. Ανάλογη χρήση αυτών των άστρων γινόταν και από άλλους λαούς στην αρχαιότητα σ' όλο τον κόσμο. Το όνομά τους συσχετίστηκε κατά καιρούς με τη ρίζα του ρήματος πλέω (βλ. Ησίοδος, Έργα και ημέρες 383 κ.εξ. / 618 κ.εξ.), είτε με τις πελειάδες (=τα περιστέρια), είτε με τη λέξη πλειών (=σπόρος, πλήρες έτος). Για την εποχή του Ησιόδου και τη γεωγραφική του θέση η επιτολή των Πλειάδων συνέβαινε στις 11 ή 16 Μαΐου, ενώ η δύση τους στις 27 ή 31 Οκτωβρίου.
[6] Παλ. ανθ. 6, 119. Αφιέρωση ενός τσαμπιού σταφυλιών στην Αφροδίτη.
[7] Δηλ. στο ναό.
[8] Παλ. ανθ. 6, 189. Αφιέρωση ξοάνων από κάποιον Κλεώνυμο στις Ανιγριάδες νύμφες.
[9] Κόρες του ποταμού Ανίγρου της Ηλείας, ο οποίος πήγαζε από τα βουνά της Αρκαδίας. Στο ποτάμι αυτό είχε πλυθεί κάποιος κένταυρος πληγωμένος από τον Ηρακλή, με αποτέλεσμα τα νερά του ποταμού να αναδύουν μια περίεργη οσμή. Πλησίον του ποταμού (κοντά στην ακτή της Τριφυλίας) υπήρχε θαυματουργό σπήλαιο των νυμφών με πηγή για τη θεραπεία ασθενειών. Βλ. Παυσ. 5, 5, 11.
Και τι είναι ο Μένανδρος δίχως τη Γλυκέρα;
Ο Αλκίφρων ήταν αρχαίος Έλληνας επιστολογράφος, που έζησε στο τέλη του 2ου και στις αρχές πιθανώς τον 3ο αιώνα μ.Χ.. Συνέγραψε επιστολές σε τέσσερα βιβλία (Αλιευτικαί, Αγροικικαί, Παρασίτων, Εταιρικαί). Οι πρώτες δυο κατηγορίες αφορούν τη ζωή της υπαίθρου, ενώ οι άλλες δυο αναφέρονται στη ζωή άστεως και κινούνται μέσα στο χώρο των διασκεδάσεων και του αγοραίου έρωτα....
Η Γλυκέρα, η οποία είχε για μακρό διάστημα -με αφορμή τις αναφορές του Αθήναιου και του Ρωμαίου ποιητή Μαρτιάλη- θεωρηθεί ένα κεφάλαιο του βίου του ποιητή, δεν υπήρξε ιστορικό πρόσωπο. Η επινόηση μιας πραγματικής Γλυκέρας ήταν το φυσικό επακόλουθο του γεγονότος ότι ο Μένανδρος είχε γράψει κωμωδία με τίτλο Γλυκέρα και είχε επίσης χρησιμοποιήσει το όνομα στην Περικειρομένη.
Παρακάτω θα διαβάσουμε ένα απόσπασμα από το γράμμα.
"Το γράμμα του βασιλιά που μου ᾽στειλες το διάβασα, Μένανδρε, αμέσως, και μα τη θεά μας Καλλιγένεια, που στο ναό της τώρα βρίσκομαι, το καταχάρηκε η ψυχή μου· κυριολεκτικά, δεν μπορούσα να συγκρατηθώ από τη χαρά μου, τόσο που το πρόσεξαν όλες οι γυναίκες που ήταν γύρω μου: η μάνα μου, η αδερφή μου η Ευφρόνιον και η φίλη μου που ξέρεις -αυτή που δείπνησε τόσες φορές στο σπίτι σου και που επαινούσες τον ωραίο της λόγο («σαν να ᾽χε γεννηθεί στην Αθήνα»), λες και φοβόσουν να επαινέσεις την ίδια-τότε που χαμογέλασα και σου ᾽δωσα ένα εξαιρετικά θερμό φιλί - δεν το θυμάσαι, Μένανδρε;
Όταν λοιπόν είδαν το πρόσωπό μου και τα μάτια μου να δείχνουν ασυνήθιστη χαρά, με ρώτησαν:
«Τι μεγάλο καλό σου συνέβη, καλή μας Γλυκέρα, και σε βλέπουμε τώρα τόσο αλλαγμένη στην ψυχή, στο σώμα, στα πάντα; Εσύ λάμπεις ολόκληρη, κι αυτή σου η λάμψη δείχνει πως σου συνέβη κάτι πολύ ευχάριστο, πως μια ευχή σου εισακούστηκε».
«Ο Πτολεμαίος», τους είπα, «τον Μένανδρό μου, ο Πτολεμαίος, ο βασιλιάς της Αιγύπτου, τον κάλεσε δίνοντάς του-πώς να το πω;- το μισό του βασίλειο» -όλα αυτά, βέβαια, τα είπα με ξεχωριστή έμφαση και με ανεβασμένο τον τόνο της φωνής μου, ώστε να τ᾽ ακούσουν όλες οι γυναίκες που ήταν εκεί, και, φυσικά, κουνώντας και επιδεικνύοντας με καμάρι το γράμμα με τη βασιλική σφραγίδα.
«Και συ χαίρεσαι που εκείνος φεύγει κι εσένα σε αφήνει εδώ;», με ρώτησαν.
Αυτό, φυσικά, δεν μπορούσε, Μένανδρε, να είναι αλήθεια. Εγώ, μα τις θεές, και βόδι, που λέει η παροιμία, να μου το ᾽λεγε, δεν θα μπορούσα να πιστέψω πως ο Μένανδρός μου θα ήθελε ή θα μπορούσε ποτέ ν᾽ αφήσει στην Αθήνα τη Γλυκέρα του και να κάνει, μόνος του, δίχως εμένα δίπλα του, τον βασιλιά στην Αίγυπτο, την Αίγυπτο με όλα της τα πλούτη και όλα της τα αγαθά. Απεναντίας, από το γράμμα που διάβασα ήταν φανερό πως ο βασιλιάς ήταν καλά πληροφορημένος για τη σχέση μου μαζί σου και ήθελε καλοσυνάτα να σε πειράξει με υπαινιγμούς, χρησιμοποιώντας, στην αιγυπτιακή του παραλλαγή, το αττικό ύφος και πνεύμα.
Προσωπικά είμαι πολύ ευχαριστημένη που η ιστορία του έρωτά μας ταξίδεψε ως την Αίγυπτο κι ως τον βασιλιά· κι εξάπαντος, απ᾽ ό,τι άκουσε, ο βασιλιάς θα ᾽χει πεισθεί πως κυνηγάει το αδύνατο όταν θέλει να ταξιδέψει η Αθήνα σ᾽ αυτόν.
Τι είναι, πράγματι, η Αθήνα δίχως τον Μένανδρο;
Και τι είναι ο Μένανδρος δίχως τη Γλυκέρα;
Εγώ του ετοιμάζω τις μάσκες, εγώ του ντύνω τους ηθοποιούς, και είμαι πάντα στα παρασκήνια, κρατώντας σφιγμένα τα δάχτυλά μου και τρέμοντας από την αγωνία, ώσπου το κοινό να ξεσπάσει σε χειροκροτήματα· τότε πια ανασαίνω ανακουφισμένη, μα την Άρτεμη, και σε παίρνω σφιχτά στην αγκαλιά μου, εσένα, τον μεγάλο δημιουργό των περίφημων θεατρικών έργων.
Αυτό όμως, Μένανδρε, που είπα τότε στις φίλες μου πως μ᾽ έκανε ευτυχισμένη ήταν ότι δεν είναι μόνο η Γλυκέρα που σ᾽ αγαπάει, αλλά και βασιλιάδες μακρινοί, πέρ᾽ απ᾽ τη θάλασσα, κι ότι η φήμη σου, περνώντας τις θάλασσες, έκανε παντού γνωστά τα χαρίσματά σου.
Η Αίγυπτος, ο Νείλος, το ακρωτήριο του Πρωτέα και το παρατηρητήριο στο νησί Φάρος, όλα είναι ξεσηκωμένα, θέλοντας να δουν τον Μένανδρο και να ακούσουν τους φιλάργυρους, τους ερωτευμένους, τους δεισιδαίμονες, τους άπιστους, τους πατεράδες, τους γιους, τους δούλους και γενικά όλα τα πρόσωπα που εκείνος ανεβάζει στη σκηνή.
Όλους αυτούς θα τους ακούσουν, τον Μένανδρο όμως δεν θα τον δουν εκτός κι αν έρθουν στην Αθήνα, στο σπίτι της Γλυκέρας, και δουν την ευτυχία μου -ο Μένανδρος βρίσκεται με τη δόξα του παντού, νύχτα και μέρα όμως αγκαλιάζει εμένα.
Από το σύνολο των επιστολών του έχουν διασωθεί ως τις μέρες μας 124. Όλες οι επιστολές του είναι φανταστικές και θεωρούνται υποδείγματα ύφους στη γραφή. Οι επιστολές αυτές διακρίνονται για τη λεπτότητα αισθημάτων και γλώσσας, τρυφερότητα, ζωντάνια εικόνων και πρωτοτυπία. Ειδικότερα οι αμοιβαίες επιστολές Μενάνδρου και Γλυκέρας (ο Μένανδρος είναι ο γνωστός κωμωδιογράφος, ενώ η Γλυκέρα μια άγνωστη κοπέλα) εμπεριέχουν πολλά και ενδιαφέροντα στοιχεία για τη ζωή και το ποιητικό έργο του Μενάνδρου.
Η Γλυκέρα, η οποία είχε για μακρό διάστημα -με αφορμή τις αναφορές του Αθήναιου και του Ρωμαίου ποιητή Μαρτιάλη- θεωρηθεί ένα κεφάλαιο του βίου του ποιητή, δεν υπήρξε ιστορικό πρόσωπο. Η επινόηση μιας πραγματικής Γλυκέρας ήταν το φυσικό επακόλουθο του γεγονότος ότι ο Μένανδρος είχε γράψει κωμωδία με τίτλο Γλυκέρα και είχε επίσης χρησιμοποιήσει το όνομα στην Περικειρομένη.
Παρακάτω θα διαβάσουμε ένα απόσπασμα από το γράμμα.
"Το γράμμα του βασιλιά που μου ᾽στειλες το διάβασα, Μένανδρε, αμέσως, και μα τη θεά μας Καλλιγένεια, που στο ναό της τώρα βρίσκομαι, το καταχάρηκε η ψυχή μου· κυριολεκτικά, δεν μπορούσα να συγκρατηθώ από τη χαρά μου, τόσο που το πρόσεξαν όλες οι γυναίκες που ήταν γύρω μου: η μάνα μου, η αδερφή μου η Ευφρόνιον και η φίλη μου που ξέρεις -αυτή που δείπνησε τόσες φορές στο σπίτι σου και που επαινούσες τον ωραίο της λόγο («σαν να ᾽χε γεννηθεί στην Αθήνα»), λες και φοβόσουν να επαινέσεις την ίδια-τότε που χαμογέλασα και σου ᾽δωσα ένα εξαιρετικά θερμό φιλί - δεν το θυμάσαι, Μένανδρε;
Όταν λοιπόν είδαν το πρόσωπό μου και τα μάτια μου να δείχνουν ασυνήθιστη χαρά, με ρώτησαν:
«Τι μεγάλο καλό σου συνέβη, καλή μας Γλυκέρα, και σε βλέπουμε τώρα τόσο αλλαγμένη στην ψυχή, στο σώμα, στα πάντα; Εσύ λάμπεις ολόκληρη, κι αυτή σου η λάμψη δείχνει πως σου συνέβη κάτι πολύ ευχάριστο, πως μια ευχή σου εισακούστηκε».
«Ο Πτολεμαίος», τους είπα, «τον Μένανδρό μου, ο Πτολεμαίος, ο βασιλιάς της Αιγύπτου, τον κάλεσε δίνοντάς του-πώς να το πω;- το μισό του βασίλειο» -όλα αυτά, βέβαια, τα είπα με ξεχωριστή έμφαση και με ανεβασμένο τον τόνο της φωνής μου, ώστε να τ᾽ ακούσουν όλες οι γυναίκες που ήταν εκεί, και, φυσικά, κουνώντας και επιδεικνύοντας με καμάρι το γράμμα με τη βασιλική σφραγίδα.
«Και συ χαίρεσαι που εκείνος φεύγει κι εσένα σε αφήνει εδώ;», με ρώτησαν.
Αυτό, φυσικά, δεν μπορούσε, Μένανδρε, να είναι αλήθεια. Εγώ, μα τις θεές, και βόδι, που λέει η παροιμία, να μου το ᾽λεγε, δεν θα μπορούσα να πιστέψω πως ο Μένανδρός μου θα ήθελε ή θα μπορούσε ποτέ ν᾽ αφήσει στην Αθήνα τη Γλυκέρα του και να κάνει, μόνος του, δίχως εμένα δίπλα του, τον βασιλιά στην Αίγυπτο, την Αίγυπτο με όλα της τα πλούτη και όλα της τα αγαθά. Απεναντίας, από το γράμμα που διάβασα ήταν φανερό πως ο βασιλιάς ήταν καλά πληροφορημένος για τη σχέση μου μαζί σου και ήθελε καλοσυνάτα να σε πειράξει με υπαινιγμούς, χρησιμοποιώντας, στην αιγυπτιακή του παραλλαγή, το αττικό ύφος και πνεύμα.
Προσωπικά είμαι πολύ ευχαριστημένη που η ιστορία του έρωτά μας ταξίδεψε ως την Αίγυπτο κι ως τον βασιλιά· κι εξάπαντος, απ᾽ ό,τι άκουσε, ο βασιλιάς θα ᾽χει πεισθεί πως κυνηγάει το αδύνατο όταν θέλει να ταξιδέψει η Αθήνα σ᾽ αυτόν.
Τι είναι, πράγματι, η Αθήνα δίχως τον Μένανδρο;
Και τι είναι ο Μένανδρος δίχως τη Γλυκέρα;
Εγώ του ετοιμάζω τις μάσκες, εγώ του ντύνω τους ηθοποιούς, και είμαι πάντα στα παρασκήνια, κρατώντας σφιγμένα τα δάχτυλά μου και τρέμοντας από την αγωνία, ώσπου το κοινό να ξεσπάσει σε χειροκροτήματα· τότε πια ανασαίνω ανακουφισμένη, μα την Άρτεμη, και σε παίρνω σφιχτά στην αγκαλιά μου, εσένα, τον μεγάλο δημιουργό των περίφημων θεατρικών έργων.
Αυτό όμως, Μένανδρε, που είπα τότε στις φίλες μου πως μ᾽ έκανε ευτυχισμένη ήταν ότι δεν είναι μόνο η Γλυκέρα που σ᾽ αγαπάει, αλλά και βασιλιάδες μακρινοί, πέρ᾽ απ᾽ τη θάλασσα, κι ότι η φήμη σου, περνώντας τις θάλασσες, έκανε παντού γνωστά τα χαρίσματά σου.
Η Αίγυπτος, ο Νείλος, το ακρωτήριο του Πρωτέα και το παρατηρητήριο στο νησί Φάρος, όλα είναι ξεσηκωμένα, θέλοντας να δουν τον Μένανδρο και να ακούσουν τους φιλάργυρους, τους ερωτευμένους, τους δεισιδαίμονες, τους άπιστους, τους πατεράδες, τους γιους, τους δούλους και γενικά όλα τα πρόσωπα που εκείνος ανεβάζει στη σκηνή.
Όλους αυτούς θα τους ακούσουν, τον Μένανδρο όμως δεν θα τον δουν εκτός κι αν έρθουν στην Αθήνα, στο σπίτι της Γλυκέρας, και δουν την ευτυχία μου -ο Μένανδρος βρίσκεται με τη δόξα του παντού, νύχτα και μέρα όμως αγκαλιάζει εμένα.
¨Εν ἀνδρῶν, ἓν θεῶν γένος
"Ένα το γένος των ανθρώπων, ένα των θεών
από μία μάνα την ανάσα παίρνουμε
και οι δυο, ωστόσο μας χωρίζει ολότελα διαφορετική δύναμη,
καθώς οι άνθρωποι δεν είναι τίποτε, ενώ ο χάλκινος
ουρανός για εκείνους
σταθερό βάθρο μένει πάντοτε.
Όμως και έτσι μοιάζουμε
τους αθανάτους
ή στο τρανό μυαλό ή στην φυσική μας κατασκευή,
αν και δεν ξέρουμε σε ποιο τέρμα έγραψε να τρέξουμε
η τύχη μας στις μέρες ή στις νύχτες".
"ἓν ἀνδρῶν, ἓν θεῶν γένος: ἐκ μιᾶς δὲ πνέομεν
ματρὸς ἀμφότεροι: διείργει δὲ πᾶσα κεκριμένα
δύναμις, ὡς τὸ μὲν οὐδέν, ὁ δὲ χάλκεος ἀσφαλὲς αἰὲν ἕδος
μένει οὐρανός. ἀλλά τι προσφέρομεν ἔμπαν ἢ μέγαν
νόον ἤτοι φύσιν ἀθανάτοις,
καίπερ ἐφαμερίαν οὐκ εἰδότες οὐδὲ μετὰ νύκτας ἄμμε πότμος
οἵαν τιν' ἔγραψε δραμεῖν ποτὶ στάθμαν".
Πίνδαρος, Νεμεονίκοι
και οι δυο, ωστόσο μας χωρίζει ολότελα διαφορετική δύναμη,
καθώς οι άνθρωποι δεν είναι τίποτε, ενώ ο χάλκινος
ουρανός για εκείνους
σταθερό βάθρο μένει πάντοτε.
Όμως και έτσι μοιάζουμε
τους αθανάτους
ή στο τρανό μυαλό ή στην φυσική μας κατασκευή,
αν και δεν ξέρουμε σε ποιο τέρμα έγραψε να τρέξουμε
η τύχη μας στις μέρες ή στις νύχτες".
"ἓν ἀνδρῶν, ἓν θεῶν γένος: ἐκ μιᾶς δὲ πνέομεν
ματρὸς ἀμφότεροι: διείργει δὲ πᾶσα κεκριμένα
δύναμις, ὡς τὸ μὲν οὐδέν, ὁ δὲ χάλκεος ἀσφαλὲς αἰὲν ἕδος
μένει οὐρανός. ἀλλά τι προσφέρομεν ἔμπαν ἢ μέγαν
νόον ἤτοι φύσιν ἀθανάτοις,
καίπερ ἐφαμερίαν οὐκ εἰδότες οὐδὲ μετὰ νύκτας ἄμμε πότμος
οἵαν τιν' ἔγραψε δραμεῖν ποτὶ στάθμαν".
Πίνδαρος, Νεμεονίκοι
Η Φιλοδοξία να Γίνει Κανείς Φωτισμένος
Η τελευταία φιλοδοξία: Όταν η φώτιση μετατρέπεται σε επίτευγμα
Η ταυτότητα του «εξαφανίζεσθαι»
Η πρακτική χωρίς τη διαδικασία του «γίγνεσθαι»
Πνευματική σπουδαιότητα: Η ανάγκη να είναι κανείς εξαιρετικός, φορώντας τον μανδύα της ταπεινότητας
Να το βλέπεις, όχι να το λύνεις: Η ελευθερία από την υποχρέωση να γίνεις κάτι άλλο
1 — Η Ήσυχη Συνέχεια
Σκεφτείτε έναν άνθρωπο που έχει αφήσει τα πάντα. Η καριέρα έχει χαθεί, οι αποταμιεύσεις έχουν δοθεί ή απλώς αγνοηθεί, η σκάλα του status έχει κατέβει με κάτι σαν ανακούφιση. Κάθεται σε ένα απλό δωμάτιο την αυγή, και μέσα του κινείται μια λαχτάρα: να είναι ξύπνιος, να είναι ελεύθερος, να είναι επιτέλους και οριστικά διαφορετικός από τον άνθρωπο που υπήρξε. Το αν η λαχτάρα είναι ειλικρινής δεν αμφισβητείται. Σχεδόν σίγουρα είναι. Αυτό που αμφισβητείται είναι τι ακριβώς άφησε πίσω του.
Η φιλοδοξία συνήθως αναγνωρίζεται από τα αντικείμενά της: χρήματα, φήμη, εξουσία, το γωνιακό γραφείο. Έτσι, όταν τα αντικείμενα εγκαταλείπονται, υποθέτουμε ότι η φιλοδοξία έχει φύγει μαζί τους. Αλλά η φιλοδοξία μπορεί να είναι λιγότερο ιδιότητα αυτού που επιθυμείται και περισσότερο μια κίνηση του ίδιου του νου. Κοιτάξτε τη δομή της. Υπάρχει μια αίσθηση ανεπάρκειας, ένα συναίσθημα ότι αυτό που είναι εδώ δεν είναι ακόμα αρκετό. Υπάρχει μια εικόνα μιας καλύτερης κατάστασης κάπου μπροστά. Και υπάρχει προσπάθεια, η γέφυρα που ρίχνεται ανάμεσα στα δύο. Τίποτα από αυτά δεν αλλάζει όταν αλλάζει το αντικείμενο. Ένας άνθρωπος μπορεί να σκαρφαλώνει προς μια περιουσία ή προς μια αφύπνιση με ακριβώς τον ίδιο εξοπλισμό έλλειψης, προβολής και επιδίωξης.
Ακούστε τις λέξεις που χρησιμοποιεί η πνευματική αναζήτηση για τον στόχο της. Φωτισμένος. Προχωρημένος. Καθαρός. Εξαιρετικός. Μόνιμα μεταμορφωμένος. Σχεδόν όλες είναι συγκριτικές ή υπερθετικές μεταμφιεσμένες. Το να είσαι προχωρημένος σημαίνει να είσαι πιο μπροστά από κάποιον. Το να είσαι εξαιρετικός σημαίνει να ξεχωρίζεις από τον συνηθισμένο. Ακόμα και οι πιο ήσυχες λέξεις φέρουν την ίδια γραμματική: το καθαρός υπονοεί αντίθεση με αυτό που είναι μολυσμένο, και ο αναζητητής γενικά ξεκινά βρίσκοντας τον εαυτό του στην μολυσμένη πλευρά της γραμμής.
Το «μόνιμα μεταμορφωμένος» αξίζει μια πιο αργή ματιά, γιατί ακούγεται τόσο λογικό. Ποιος δεν θα ήθελε μια αλλαγή που διαρκεί; Ωστόσο, η επιθυμία για μονιμότητα είναι η επιθυμία για ασφάλεια, για έναν εαυτό που, μόλις βελτιωθεί, δεν μπορεί ποτέ ξανά να απειληθεί ή να μειωθεί. Είναι η λαχτάρα που κάποτε οδηγούσε στη συσσώρευση πλούτου: η ελπίδα ότι κάπου υπάρχει μια θέση από την οποία τίποτα δεν μπορεί να χαθεί. Η γλώσσα έχει μετακινηθεί από την τράπεζα στο μοναστήρι, και η λαχτάρα για έναν ασφαλή και σταθερό κάποιον έχει μετακινηθεί μαζί της.
Τίποτα από αυτά δεν καθιστά τον αναζητητή υποκριτή. Αυτό θα ήταν υπερβολικά εύκολο, και θα ήταν λάθος. Ο νους έχει μόνο μία μέθοδο στην οποία πραγματικά εμπιστεύεται: να εντοπίσει τι είναι λάθος, να φανταστεί τι θα ήταν καλύτερο και να εργαστεί προς αυτό. Όταν για πρώτη φορά συνειδητοποιεί τον πόνο και στρέφεται προς το πνευματικό, φέρνει μαζί του αυτή τη μέθοδο. Δεν ξέρει πώς να κάνει αλλιώς.
Γιατί είναι τόσο δύσκολο να δει κανείς αυτή τη συνέχεια; Επειδή το αντικείμενο είναι ευγενές, και η ευγένεια του αντικειμένου φαίνεται να πιστοποιεί το κίνητρο. Αν επιδιώκω τη σοφία, πώς θα μπορούσε η επιδίωξη να μολύνεται από την αρπαγή που στοίχειωνε την επιδίωξη της προαγωγής; Αλλά ένας άξιος στόχος δεν εγγυάται καθαρό κίνητρο. Ένας στόχος μπορεί να είναι άξιος ενώ ο καταναγκασμός πίσω του παραμένει ανεξέταστος, και οι δύο μπορούν να κάθονται τόσο κοντά ώστε από μέσα να νιώθουν σαν ένα πράγμα.
Εδώ η δυσκολία βαθαίνει. Η γνήσια λαχτάρα και η λεπτή αυτοπροώθηση δεν μπορούν εύκολα να διαχωριστούν από αυτόν που τις νιώθει. Η ίδια η ειλικρίνεια που ξεκινά την αναζήτηση μπορεί να είναι το όχημα της φιλοδοξίας. Ο πόνος για την αλήθεια είναι πραγματικός· η επιθυμία να είσαι κάποιος που την έχει βρει είναι επίσης πραγματική· και φτάνουν μαζί, πλεγμένες τόσο σφιχτά που το να τραβήξεις τη μία είναι να νιώσεις την άλλη να κινείται.
Ίσως είναι αρκετό, προς το παρόν, να θυμηθούμε τον τόνο-αίσθημα της δικής μας προσπάθειας. Όχι το περιεχόμενο του στόχου, αλλά την υφή του: εκείνη την ήσυχη αίσθηση του «όχι ακόμα», του να είσαι καθ’ οδόν προς κάπου καλύτερα από εδώ. Δεν χρειάζεται να ονομαστεί πρόβλημα. Μπορεί απλώς να αναγνωριστεί, όπως αναγνωρίζει κανείς ένα οικείο δωμάτιο.
Αλλά αν η φιλοδοξία συνεχίζεται αμετάβλητη κάτω από τα νέα ενδύματα, γιατί δεν αναγγέλλεται μόνη της; Γιατί ο αναζητητής, που συχνά είναι ειλικρινής και προσεκτικός, δεν την παρατηρεί απλώς;
2 — Το Λεξιλόγιο της Εξαφάνισης
Επειδή έχει μάθει να μιλά στη γλώσσα της δικής της απουσίας.
Η πνευματική φιλοδοξία σπάνια παρουσιάζεται ως φιλοδοξία. Φτάνει ντυμένη με ταπεινοφροσύνη, παράδοση, αφοσίωση, ευγνωμοσύνη, τις ίδιες τις λέξεις που θα έπρεπε να σηματοδοτούν ότι η αρπαγή έχει τελειώσει. Κανείς δεν εξαπατά κανέναν εδώ. Η μεταμφίεση λειτουργεί ακριβώς επειδή φοριέται με καλή πίστη. Ο αναζητητής δεν σκέφτεται: «Θα προσποιηθώ ότι είμαι ταπεινός για να νιώσω ανώτερος». Ο αναζητητής απλώς νιώθει ταπεινός, και το συναίσθημα είναι πραγματικό, και κάτι άλλο στέκεται ήσυχα μέσα του.
Η ταπεινοφροσύνη μπορεί να είναι μια ποιότητα ύπαρξης, μια πραγματική απουσία της ανάγκης να φαίνεσαι ως κάτι. Αλλά μπορεί επίσης να είναι μια θέση που παίρνει κανείς, μια στάση που υιοθετείται και διατηρείται, και μια θέση πάντα έχει κάποιον που την κατέχει. Όποιος έχει παρατηρήσει τον δικό του νου με λίγη υπομονή θα αναγνωρίσει τη μικρή, ζεστή ικανοποίηση που μπορεί να ακολουθήσει μια ταπεινή σκέψη: πόσο σεμνός γίνομαι. Η υπερηφάνεια δεν έχει ηττηθεί. Έχει μετακομίσει σε ένα μικρότερο σπίτι και έχει μάθει να είναι ήσυχη.
Το παράδοξο εμφανίζεται στην πιο ξεκάθαρη μορφή του όταν κάποιος δηλώνει ότι το εγώ πρέπει να εξαφανιστεί. Αυτό μπορεί να είναι μια εύλογη δήλωση, ίσως ακόμα και αληθινή. Αλλά παρατηρήστε τι συμβαίνει στη συνέχεια. Ο άνθρωπος αρχίζει να οργανώνει τη ζωή του, τον λόγο του, την αυτοκατανόησή του γύρω από αυτή τη δήλωση. Γίνεται κάποιος που δουλεύει πάνω στο εγώ του, κάποιος που το βλέπει διάφανα, κάποιος πιο προχωρημένος στη διάλυσή του από ό,τι ήταν κάποτε. Έχει χτιστεί μια ταυτότητα, και το υποκείμενό της είναι η εξαφάνιση της ταυτότητας.
Αυτή η νέα ταυτότητα μπορεί να είναι πιο ανθεκτική από την παλιά, για έναν περίεργο λόγο: θαυμάζεται. Ένας άνθρωπος που είναι απλώς επιτυχημένος μπορεί να συναντήσει φθόνο ή αδιαφορία. Ένας άνθρωπος που φαίνεται να αφήνει τα πάντα συναντά σεβασμό, και αυτός ο σεβασμός ενισχύει την αυτοεικόνα, όπως και ο σεβασμός που ο ίδιος επεκτείνει στον εαυτό του. Αυτός που εξαφανίζεται έχει πρόσωπο, τρόπο, έναν τρόπο να κάνει παύση πριν απαντήσει. Είναι ένα αξιοσημείωτα στερεό είδος εξαφάνισης.
Ούτε χρειάζεται η παράσταση κοινό. Μπορεί να διεξάγεται εξ ολοκλήρου ιδιωτικά, μπροστά σε κοινό ενός. Ένας αναζητητής μπορεί να πρόβαρε, σιωπηλά, τον λόγο κάποιου που έχει καταλάβει, αφηγούμενος την εσωτερική του ζωή με το λεξιλόγιο που έχει θαυμάσει σε άλλους: υπάρχει μόνο επίγνωση· το εγώ είναι απλώς μια σκέψη· τίποτα δεν χρειάζεται να γίνει. Αυτές οι προτάσεις μπορεί να είναι απολύτως ακριβείς. Αλλά το να μιλάς για έλλειψη εγώ είναι ένα πράγμα, και η πραγματική απουσία αυτού που μιλά είναι άλλο. Οι λέξεις μπορούν να είναι άψογες ενώ ο ομιλητής παραμένει ακριβώς εκεί που ήταν.
Μερικές φορές μια μοναξιά συνοδεύει αυτή τη στάση, μαζί με μια αμυδρή ανωτερότητα που είναι δύσκολο να παραδεχτεί κανείς. Ο άνθρωπος που έχει δει διάφανα τον εαυτό αρχίζει να κοιτάζει τους άλλους, απαλά, ως εκείνους που δεν έχουν ακόμα δει. Οι συνηθισμένες ανησυχίες των συνηθισμένων ανθρώπων αρχίζουν να φαίνονται σαν θόρυβος. Δεν υπάρχει πρόθεση περιφρόνησης, και μπορεί να μην νιώθεται καμία με απλό τρόπο. Ωστόσο έχει ανοίξει μια απόσταση, και απέναντί της μπορεί κανείς να ανιχνεύσει την παλιά γεωμετρία: ένα υψηλότερο μέρος και ένα χαμηλότερο, και κάποιον που στέκεται στο υψηλότερο.
Τι γίνεται με την καταδίκη; Αν το εγώ είναι το πρόβλημα, σίγουρα η ειλικρινής απάντηση είναι να το αντιταχθεί κανείς, να το πιάσει, να το επιπλήξει κάθε φορά που εμφανίζεται. Αλλά σκεφτείτε ποιος κάνει την επίπληξη. Ένα μέρος του νου κάθεται σε κρίση πάνω σε ένα άλλο, το αποκαλεί ανάξιο, αποφασίζει να το διορθώσει. Ο κριτής δεν είναι ελεύθερος από τον εαυτό. Ο κριτής είναι ο εαυτός, φορώντας μια πιο αυστηρή έκφραση. Η καταδίκη του εγώ δεν το αφαιρεί· το διαιρεί, και θέτει το ένα μισό να φυλάει το άλλο. Ο πόλεμος διεξάγεται στο όνομα της ειρήνης, και ο ίδιος ο πόλεμος είναι αυτό που συνεχίζεται.
Αυτό υποδηλώνει κάτι άβολο. Ο εαυτός δεν μπορεί να εξαλειφθεί μέσω επίθεσης, διότι ο επιτιθέμενος είναι ο ίδιος ο εαυτός. Όποια μεταμόρφωση είναι δυνατή, δεν μπορεί να είναι μία που ο εαυτός επιτυγχάνει δουλεύοντας πάνω στον εαυτό του, όπως ακριβώς ένα χέρι δεν μπορεί να σηκώσει το σώμα τραβώντας τον δικό του καρπό.
Ο αναζητητής, ακούγοντας αυτό, θα συμπεράνει φυσικά: τότε θα πρέπει να σταματήσω να προσπαθώ. Αλλά και αυτό μπορεί να υιοθετηθεί ως στρατηγική. Το «δεν θα κάνω προσπάθεια» είναι το ίδιο μια προσπάθεια, ένα σχέδιο, μια πρόθεση στοχευμένη σε ένα αποτέλεσμα. Αν η προσπάθεια αποτυγχάνει, και η σκόπιμη εγκατάλειψη της προσπάθειας αποτυγχάνει επίσης, ο αναζητητής φαίνεται να στέκεται σε ένα κλειστό δωμάτιο χωρίς πόρτα.
Αυτό το αδιέξοδο δεν πρέπει να παρακαμφθεί βιαστικά. Δεν είναι αποτυχία κατανόησης. Μπορεί να είναι ακριβώς το μέρος όπου κάτι πραγματικό αρχίζει να εμφανίζεται. Αλλά για να δει κανείς πώς, πρέπει να κοιτάξει πιο προσεκτικά τον μηχανισμό με τον οποίο ο πνευματικός εαυτός διατηρεί τον εαυτό του ζωντανό, μέρα με τη μέρα, στις ίδιες τις πρακτικές που προορίζονται να τον χαλαρώσουν.
3 — Η Αριθμητική του Ιερού
Κάθε στρατηγική αυτοβελτίωσης κρατά ένα λογιστικό βιβλίο. Δεν έχει σημασία αν το νόμισμα είναι χρήματα ή αξία· όπου υπάρχει πρόοδος, κάποιος μετράει.
Ξεκινήστε με τη μέτρηση. Ένας αναζητητής, ίσως μετά από μια υποχώρηση, ρωτά ήσυχα: έχω προχωρήσει περισσότερο από ό,τι πριν από έναν χρόνο; Η ερώτηση φαίνεται αθώα, ακόμα και υπεύθυνη. Αλλά κοιτάξτε τι προϋποθέτει. Για να υπάρχει πρόοδος, κάποιος πρέπει να επιμένει κατά τη διάρκεια του χρόνου, κάποιος που ήταν λιγότερος και τώρα είναι περισσότερος, ένα συνεχές υποκείμενο που κουβαλά το αρχείο της δικής του βελτίωσης. Η μέτρηση δεν παρατηρεί απλώς τον εαυτό· κατασκευάζει ήσυχα τον εαυτό που χρειάζεται, έναν σταθερό κάποιον με παρελθόν, παρόν και ελπιζόμενο μέλλον, που στέκεται σε γραμμή κατά μήκος ενός δρόμου.
Έπειτα η σύγκριση. Ο δάσκαλος, ο πιο έμπειρος ασκούμενος, η φιγούρα του πραγματοποιημένου ανθρώπου όπως φαντάζεται κανείς από βιβλία: αυτά γίνονται σημεία αναφοράς. Ορίζουν, με αντίθεση, την ίδια την έλλειψη του αναζητητή. Χωρίς ποτέ να εκφέρει τη σκέψη δυνατά, μαθαίνει κανείς να σκέφτεται: εκείνοι το έχουν, και εγώ όχι ακόμα. Με τη σύγκριση έρχεται η κατάταξη, γιατί το να είσαι κάτω σημαίνει να τοποθετείσαι μέσα σε μια ιεραρχία, και μια ιεραρχία απαιτεί να νοιάζεσαι πού στέκεσαι σε αυτήν. Η αίσθηση του «εγώ» οξύνεται, δεν μαλακώνει, με το να μετράται ενάντια σε κάποιον άλλο.
Έπειτα η επίτευξη, ίσως η πιο λεπτή από όλες. Ο φωτισμός φαντάζεται ως ένα πράγμα: κάτι που αποκτάται, φυλάσσεται ασφαλές, ίσως επιδεικνύεται. Μιλιέται ως μια κατοχή που μπορεί κανείς να έχει μέχρι τον επόμενο χρόνο, ή ποτέ. Και αυτό διαμορφώνει την ίδια την πρακτική, που αρχίζει να νιώθει σαν πληρωμή με δόσεις, ώρες καθίσματος που κατατίθενται ενάντια σε μια μελλοντική αγορά. Το ιερό έχει ήσυχα μετατραπεί σε περιουσιακό στοιχείο.
Και τέλος, το status. Υπάρχει ένα μικρό και σχεδόν αόρατο νόμισμα στον πνευματικό κόσμο: να θεωρείσαι προχωρημένος, βαθύς, ξύπνιος. Κανείς δεν ονομάζει την τιμή, αλλά όλοι γνωρίζουν την ισοτιμία. Το να θέλεις αυτό το νόμισμα, ή να φοβάσαι την έλλειψή του, είναι εντελώς οικείο: ο ίδιος φθόνος και απογοήτευση, το ίδιο ιδιωτικό τσίμπημα όταν επαινείται κάποιος άλλος, που νιώθονταν στην παλιά ζωή, τώρα πρόβα σε ένα πιο ήσυχο δωμάτιο.
Καθένας από αυτούς τους μηχανισμούς προϋποθέτει έναν ξεχωριστό, διαρκή εαυτό. Για να μετρήσεις πρόοδο, πρέπει να υπάρχει κάποιος που προοδεύει. Για να συγκρίνεις, κάποιος που κατατάσσεται. Για να επιτύχεις, κάποιος που θα κατέχει. Η πνευματική οικονομία δεν κάθεται απλώς δίπλα στην ψυχολογική που ο αναζητητής νόμιζε ότι είχε αφήσει· την αναπαράγει ακριβώς, με αλλαγμένο λεξιλόγιο. Το κέντρο που η αναζήτηση ελπίζει να υπερβεί τρέφεται καθημερινά από την ίδια τη δραστηριότητα που προορίζεται να το λιμοκτονήσει.
Υπάρχει επίσης μια κλοπή κρυμμένη στον προσανατολισμό προς το μέλλον όλου αυτού. Το πρόγραμμα του γίγνεσθαι τοποθετεί το νόημά του μπροστά, στην κατάσταση που δεν έχει ακόμα φτάσει. Αλλά το μόνο μέρος όπου ζει πραγματικά κανείς είναι εδώ. Ένας δρόμος που υπόσχεται να τιμήσει το παρόν ενώ πάντα στοχεύει σε ένα καλύτερο έχει ξοδέψει το παρόν ως τίμημα εκείνης της υπόσχεσης.
Θα ήταν ανέντιμο, ωστόσο, να προσποιηθούμε ότι κάθε μέτρηση είναι διαφθορά. Η ειλικρίνεια για τη σύγχυσή του δεν είναι ματαιοδοξία. Η προθυμία να μάθει από κάποιον που βλέπει πιο καθαρά δεν είναι φιλοδοξία. Ένας χάρτης είναι χρήσιμος: σου λέει περίπου πού βρίσκεσαι και ποιες κατευθύνσεις είναι ανοιχτές. Η διαφορά μπορεί να βρίσκεται στο τι εξυπηρετεί η μέτρηση. Ένας χάρτης προσανατολίζει· ένας πίνακας βαθμολογίας κατατάσσει. Ο ένας βοηθά έναν άνθρωπο να κινηθεί· ο άλλος του λέει τι να νιώθει για τον εαυτό του. Η γραμμή ανάμεσά τους δεν είναι πάντα σαφής, και όποιος ισχυρίζεται ότι τη βλέπει τέλεια πρέπει να ακούγεται με κάποια επιφύλαξη. Αλλά η διαφορά είναι πραγματική, και μπορεί να νιώθει τη στιγμή: αυτή η έρευνα αφορά το να βλέπει κανείς πιο καθαρά, ή το να βελτιώνει τη θέση μου;
Το τρεμόπαιγμα της αξιολόγησης μπορεί να παρατηρηθεί στη μέση της συνηθισμένης ζωής, ή στη μέση της ίδιας της περισυλλογής. Αυτό πηγαίνει καλά. Είμαι πιο ήρεμος από χθες. Τώρα αποσπάστηκα ξανά· αποτυγχάνω. Το σχόλιο φτάνει τόσο γρήγορα που περνά για αντίληψη. Ωστόσο το αποτέλεσμά του είναι να μετατρέψει την παρουσία σε παράσταση. Αυτό που θα μπορούσε να ήταν απλώς κάθισμα γίνεται κάθισμα-και-βαθμολόγηση· αυτό που θα μπορούσε να ήταν απλή προσοχή γίνεται προσοχή υπό εξέταση.
Αν ακολουθηθεί πιο πέρα, αυτό δείχνει κάτι για τον εαυτό πάνω στον οποίο στηρίζεται όλη η αριθμητική. Ο εαυτός μπορεί να μην είναι καθόλου σταθερή οντότητα, αλλά μια συνεχής δραστηριότητα αναφοράς: η συνεχής συσχέτιση του «εγώ» με ένα καλύτερο ή χειρότερο «εγώ», με ένα παρελθοντικό εγώ, ένα μελλοντικό εγώ, ένα ιδανικό εγώ, ένα αποτυχημένο εγώ. Είναι λιγότερο σαν αντικείμενο και περισσότερο σαν κίνηση, που συντηρείται από συνεχή σύγκριση. Αφαίρεσε την αναφορά και η δραστηριότητα δεν έχει τίποτα πάνω στο οποίο να τρέχει.
Αλλά αυτό αφήνει μια δυσκολία. Η εκπλήρωση της φιλοδοξίας τρέφει τον εαυτό, και η καταπολέμησή της διαιρεί τον εαυτό ενάντια στον εαυτό του. Αν και οι δύο απαντήσεις είναι κλειστές, τι απομένει; Υπάρχει κάποιος τρόπος να συναντήσει κανείς αυτή την κίνηση που ούτε την επιδιώκει ούτε την καταστέλλει;
4 — Η Τρίτη Απάντηση
Υπάρχουν τρεις δυνατές σχέσεις με μια επιθυμία. Μπορεί κανείς να την υπακούσει, μπορεί να την πολεμήσει, ή μπορεί να την δει.
Το να υπακούει είναι οικείο: η επιθυμία ακολουθείται, τρέφεται, εκπληρώνεται, και ο εαυτός που ήθελε γίνεται πιο σίγουρος στο θέλημά του. Το να πολεμά είναι σχεδόν εξίσου οικείο: η επιθυμία κρίνεται, αντιστέκεται, ίσως ντροπιάζεται, και ο εαυτός διαιρείται σε έναν ελεγκτή και έναν ελεγχόμενο. Και στις δύο περιπτώσεις ο εαυτός παραμένει στο κέντρο, είτε ως αυτός που παίρνει είτε ως αυτός που απαγορεύει. Οι δύο απαντήσεις μοιάζουν με αντίθετα, αλλά μοιράζονται ένα έδαφος: η καθεμία παίρνει την επιθυμία ως κάτι που πρέπει να αντιμετωπιστεί.
Η τρίτη απάντηση δεν ανήκει σε εκείνη την οικονομία. Το να δει κανείς μια επιθυμία δεν είναι ούτε να την ικανοποιήσει ούτε να αντισταθεί σε αυτήν, αλλά να την αφήσει να εμφανιστεί πλήρως και να την κοιτάξει όπως είναι. Αυτό δεν είναι ανάλυση. Η ανάλυση εξηγεί: ρωτά από πού ήρθε η επιθυμία και τι σημαίνει. Το βλέπειν παρατηρεί, και δεν εκδίδει καμία ετυμηγορία. Είναι προσοχή χωρίς συμπέρασμα.
Σκεφτείτε πώς θα μπορούσε να μοιάζει αυτό με τη φιλοδοξία να είναι κανείς πνευματικά σημαντικός. Προκύπτει, ίσως ως μια αμυδρή επιθυμία να αναγνωριστεί ως κάποιος που έχει καταλάβει. Κανονικά, ένα από τα δύο πράγματα θα συνέβαινε αμέσως. Είτε η επιθυμία θα ενεργούσε, σε μια παρατήρηση, μια στάση, μια ήσυχη προσπάθεια να φανεί πιο προχωρημένος· είτε θα επιπληττόταν: πόσο μικροπρεπές, πόσο εγωικό, θα έπρεπε να έχω ξεπεράσει αυτό. Αλλά υποθέστε ότι δεν συμβαίνει κανένα από τα δύο. Υποθέστε ότι η επιθυμία αφήνεται να σταθεί εκεί και να κοιταχτεί. Τι είναι ακριβώς; Μια αίσθηση στο στήθος, ίσως. Μερικές σκέψεις με αναγνωρίσιμη γεύση. Μια εικόνα του εαυτού, ελαφρώς βελτιωμένη, ελαφρώς θαυμασμένη. Βλεπόμενη έτσι, η φιλοδοξία αρχίζει να μοιάζει λιγότερο με προσωπική αλήθεια για το ποιος είμαι και περισσότερο με ένα μοτίβο: κάτι που προκύπτει, τρέχει την πορεία του και περνά, όπως κάθε νοητικό γεγονός.
Αυτό που μπορεί να αποκαλυφθεί είναι ότι αυτό δεν είναι το ελάττωμά μου. Δεν είναι ένα ελάττωμα σε έναν συγκεκριμένο χαρακτήρα που απαιτεί διόρθωση. Είναι μια απρόσωπη κίνηση του νου, μία που έχει εμφανιστεί σε αμέτρητους ανθρώπους με αμέτρητες μορφές. Αυτή η αναγνώριση δεν κάνει τη φιλοδοξία να εξαφανιστεί με τη βία. Αφαιρεί κάτι άλλο: την αορατότητά της. Αυτό που λειτουργούσε για χρόνια πίσω από την κουρτίνα, διαμορφώνοντας τις επιλογές του αναζητητή, τώρα λειτουργεί σε πλήρη θέα. Και αυτό που βλέπεται καθαρά δεν μπορεί πλέον να τρέχει αόρατο, τουλάχιστον όχι με τον ίδιο τρόπο.
Εδώ το επιχείρημα πρέπει να γίνει πιο προσεκτικό, γιατί ο κίνδυνος είναι οξύτερος ακριβώς εδώ. Η οδηγία «απλώς δες» μπορεί να μετατραπεί σε τεχνική. Ένας αναζητητής, ακούγοντας ότι το καθαρό βλέπειν ελευθερώνει τον νου, μπορεί να αρχίσει να εξασκεί το βλέπειν για να ελευθερωθεί. Αυτό είναι φιλοδοξία ξανά: η ίδια κίνηση προς μια μελλοντική κατάσταση, τώρα μεταμφιεσμένη σε παρατήρηση. Το βλέπειν που γίνεται για χάρη ενός αποτελέσματος δεν είναι βλέπειν· είναι άλλη μια στρατηγική, με τον παρατηρητή και πάλι να γέρνει προς ένα αποτέλεσμα.
Καμία φόρμουλα δεν το επιλύει αυτό, και καμία δεν πρέπει να προσφέρεται. Ο κίνδυνος μπορεί μόνο να ονομαστεί, και να παραμείνει κανείς μαζί του. Αξίζει να ρωτήσει κανείς, ειλικρινά, αν ακόμα και τώρα, διαβάζοντας αυτές τις λέξεις, κάποιο μέρος του νου προσπαθεί να το κάνει σωστά: να είναι καλός παρατηρητής, να φτάσει στη σωστή κατάσταση μη-φιλοδοξίας. Εκείνη η μικρή ένταση, εκείνο το γέρσιμο προς τα εμπρός, δεν είναι εμπόδιο που πρέπει να αφαιρεθεί. Είναι περισσότερο από αυτό που βλέπεται. Η επιθυμία να δει κανείς σωστά μπορεί η ίδια να ειδωθεί, χωρίς να υπακούεται και χωρίς να καταδικάζεται.
Υπάρχει μια περαιτέρω ερώτηση: είναι αυτός που βλέπει ξεχωριστός από αυτό που βλέπεται; Στην συνηθισμένη αυτοπαρατήρηση, φαίνεται έτσι. Υπάρχει ένας παρατηρητής, και υπάρχει η φιλοδοξία που παρατηρείται, και ο παρατηρητής στέκεται λίγο χώρια. Αλλά ο παρατηρητής είναι συχνά η φιλοδοξία σε άλλη στάση: το μέρος που θέλει να πιάσει τον εαυτό του, να βελτιωθεί. Στο πραγματικό βλέπειν, αυτή η διαίρεση μπορεί να μην κρατά. Η προσοχή δεν προέρχεται από μια θέση αντίθετη στην επιθυμία. Είναι απλώς ξύπνια, χωρίς κανέναν να τη διαχειρίζεται, και σε εκείνη την εγρήγορση το όριο ανάμεσα σε παρατηρητή και παρατηρούμενο γίνεται δύσκολο να βρεθεί.
Ίσως αυτό υποδηλώνει ότι η επίγνωση δεν είναι άλλη μια δραστηριότητα του εαυτού, άλλο ένα πράγμα που πρέπει να εκτελεστεί. Ίσως είναι αυτό που είναι ήδη παρόν όταν οι δραστηριότητες του εαυτού δεν τρέφονται. Αν είναι έτσι, το βλέπειν είναι λιγότερο κάτι που κάνει κανείς και περισσότερο κάτι που συμβαίνει όταν σταματά η παρέμβαση, όπως μια λίμνη καθαρίζει όχι επειδή κάποιος την καθαρίζει αλλά επειδή δεν αναδεύεται πια.
Αλλά τότε προκύπτει μια νέα ανησυχία. Αν η φιλοδοξία δεν εκπληρώνεται, δεν καταδικάζεται, μόνο βλέπεται, τι απομένει; Είναι αυτό ένα είδος παραίτησης, μια πνευματική ζωή που έχει ήσυχα εγκαταλείψει τα πάντα; Τι σημαίνει να ζει κανείς όταν το πρόγραμμα του γίγνεσθαι έχει χάσει τη λαβή του;
5 — Ζώντας Χωρίς την Απαίτηση
Το αντίθετο της πνευματικής φιλοδοξίας δεν είναι η τεμπελιά. Αυτό πρέπει να ειπωθεί ξεκάθαρα, γιατί η υποψία είναι φυσική: αν τίποτα δεν χρειάζεται να επιτευχθεί, γιατί να ασχοληθεί κανείς με οτιδήποτε; Ίσως όλη η γραμμή σκέψης καταλήγει σε έναν ήσυχο μηδενισμό, μια ήπια χαλαρότητα ντυμένη ως σοφία.
Αλλά η ερώτηση προϋποθέτει ότι η προσπάθεια και η φροντίδα υπάρχουν μόνο στην υπηρεσία του γίγνεσθαι. Αυτή η προϋπόθεση είναι ακριβώς αυτό που αμφισβητείται. Σκεφτείτε τρεις λέξεις που συγχέονται εύκολα. Το ζειν είναι απλώς ζωή: το ξύπνημα, το φαγητό, το μίλημα, το πένθος, το να παρατηρεί κανείς το φως σε έναν τοίχο. Το εξασκείν είναι κάποια σκόπιμη δραστηριότητα μέσα σε εκείνη τη ζωή: το κάθισμα σε σιωπή, η έρευνα, η πράξη με καλοσύνη, η διατήρηση μιας πειθαρχίας. Το γίγνεσθαι είναι το πρόγραμμα να φτάσει κανείς σε μια καλύτερη κατάσταση, η κινητήρια δύναμη που τόσο συχνά ωθεί τη δεύτερη, ενώ ταυτόχρονα καταναλώνει αθόρυβα την πρώτη.
Στην συνηθισμένη εικόνα, η πρακτική είναι μέσο και το γίγνεσθαι είναι το τέλος της. Το ζειν είναι απλώς αυτό που κάνει κανείς ενδιάμεσα, ή αναβάλλει. Αλλά η πρακτική δεν χρειάζεται να είναι δεμένη στο γίγνεσθαι. Ένας άνθρωπος μπορεί να κάθεται σε σιωπή όχι ως πληρωμή προς μια μελλοντική κατάσταση αλλά επειδή το κάθισμα είναι ένας τρόπος να είναι παρών. Μπορεί να ερευνά όχι για να φτάσει σε συμπέρασμα αλλά επειδή η ερώτηση είναι ζωντανή. Μπορεί να είναι καλός όχι ως πνευματική επένδυση αλλά επειδή η καλοσύνη είναι αυτό που ζητά η στιγμή. Τίποτα από αυτά δεν απαιτεί να εξαφανιστεί η φροντίδα ή η πειθαρχία. Αυτό που εξαφανίζεται είναι ο αρπακτικός προσανατολισμός που τις έκανε όργανα του εαυτού. Η πρακτική χωρίς προορισμό δεν είναι λιγότερη από την πρακτική. Δεν είναι πλέον ξεχωριστό πράγμα από το ζειν.
Γι’ αυτό η απάντηση στο «αν δεν υπάρχει τίποτα να γίνεις, γιατί να εξασκείσαι;» δεν μπορεί να είναι κανόνας. Μπορεί μόνο να είναι μια παρατήρηση. Η πρακτική που αναλαμβάνεται χωρίς την απαίτηση να γίνεις είναι ένας τρόπος να ζεις προσεκτικά, και έτσι δεν είναι πια ακριβώς αυτό για το οποίο ρωτούσε η ερώτηση. Η ενέργεια που κάποτε ξοδευόταν στην κατασκευή και την υπεράσπιση ενός πνευματικού εαυτού δεν εξαφανίζεται. Γίνεται διαθέσιμη: για προσοχή, για τον άνθρωπο μπροστά σου, για την ασήμαντη εργασία της στιγμής.
Τι είναι, λοιπόν, η υφή μιας τέτοιας ζωής; Συχνά, παραδόξως, είναι συνηθισμένη. Ο εξαιρετικός εαυτός που επρόκειτο να χτιστεί δεν χτίζεται, και αυτό που απομένει είναι μια ανεπιτήδευτη εγρήγορση: το πλύσιμο ενός φλιτζανιού, το άκουσμα κάποιου που μιλά, το να νιώθεις κουρασμένος και να είσαι κουρασμένος. Αυτό μπορεί να φτάσει ως ανακούφιση: το βάρος του να είσαι κάποιος ιδιαίτερος σηκωμένο, η εξαντλητική επαγρύπνηση πάνω στην ίδια την πρόοδο κατατεθειμένη. Μπορεί επίσης να φτάσει ως ένα είδος ιλίγγου. Αν δεν υπάρχει κανείς να γίνει, ποιος είναι αυτός; Το έδαφος που φαινόταν να βρίσκεται κάτω από τα πόδια, το πρόγραμμα, ο βελτιούμενος εαυτός, ο δρόμος, δεν σηκώνει πια το βάρος που κάποτε σήκωνε, και αυτό που το αντικαθιστά δεν είναι ακόμα ένα έδαφος που μπορεί κανείς να ονομάσει.
Και εδώ υπάρχει μια παγίδα. Θα ήταν εύκολο να ανακοινώσει κανείς, ίσως μόνο στον εαυτό του, έχω σταματήσει να γίνομαι, και να νιώσει την ήσυχη ικανοποίηση του να έχει φτάσει στο μη-φτάσιμο. Εκείνη η ανακοίνωση θα ήταν άλλη μια ταυτότητα, άλλος ένας ισχυρισμός θέσης. Αν η ελευθερία από την απαίτηση να γίνεις είναι πραγματική, δεν έχει ανάγκη να διεκδικηθεί. Δεν είναι διαπιστευτήριο. Δεν μπορεί να επιδειχθεί, και δεν επιθυμεί να επιδειχθεί.
Ούτε πρέπει να συγχέεται με την αποδοχή, αν η αποδοχή σημαίνει απόφαση να εγκρίνει κανείς αυτό που είναι. Η αποδοχή εξακολουθεί να υπονοεί έναν εαυτό που θα μπορούσε να είχε απορρίψει, και τώρα έχει συμφωνήσει γενναιόδωρα. Αυτό στο οποίο δείχνουμε μπορεί να είναι πριν και από την αποδοχή και από την απόρριψη: όχι μια στάση απέναντι στην ύπαρξη, αλλά η απλή απουσία της απαίτησης η ύπαρξη να είναι διαφορετική από αυτό που είναι. Δεν είναι ότι έχει κάνει κανείς ειρήνη με το παρόν μετά από μια μακρά διαφωνία. Είναι ότι η διαφωνία δεν έχει ξεκινήσει.
Και έτσι η ερώτηση της αφύπνισης μπορεί να τεθεί διαφορετικά. Αυτό που ο αναζητητής επιδίωκε ως μια μακρινή κατάσταση ίσως δεν ήταν ποτέ απόν. Δεν ήταν κρυμμένο στο τέλος ενός μακρινού δρόμου· ήταν αποκρυμμένο από τον ίδιο τον δρόμο, από την προσπάθεια να το φτάσει. Αυτό δεν προσφέρεται ως παρηγοριά, μια ευχάριστη ιδέα να κρατηθεί στη θέση του παλιού αγώνα. Είναι κάτι που μπορεί να παρατηρηθεί άμεσα, όποτε η προσπάθεια, έστω και στιγμιαία, χαλαρώνει: η αίσθηση ότι τίποτα δεν λείπει από αυτή τη στιγμή εκτός από την επιμονή ότι κάτι λείπει.
Η αφύπνιση, σε αυτή την άποψη, δεν είναι μια μελλοντική επίτευξη που κερδίζεται με επαρκή προσπάθεια. Αρχίζει εκεί όπου ο καταναγκασμός να κατασκευαστεί ένας τελειοποιημένος εαυτός δεν λαμβάνεται πλέον ως αναγκαίος. Όχι εκεί όπου αυτός ο καταναγκασμός έχει κατακτηθεί, που θα ήταν άλλη μια νίκη, άλλο ένα τρόπαιο, αλλά εκεί όπου βλέπεται ως μη αναγκαίος, και έτσι χάνει την εξουσία του. Αν αυτό συμβαίνει μία φορά, ή σταδιακά, ή μόνο σε στιγμιότυπα, κανείς δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα. Είναι μια δυνατότητα, όχι μια υπόσχεση.
Έτσι ίσως το μόνο ταιριαστό τέλος είναι μια παύση. Για μια στιγμή, χωρίς να προσπαθεί κανείς να παράγει οποιαδήποτε συγκεκριμένη κατάσταση, μπορεί να ρωτήσει αν οτιδήποτε σε αυτή την παρούσα στιγμή χρειάζεται βελτίωση πριν μπορέσει να συναντηθεί. Και αν ο νους απαντήσει ναι, μπορεί απλώς να παρατηρήσει εκείνη την απάντηση, χωρίς να την υπακούει και χωρίς να διαφωνεί μαζί της.
Τι είναι εδώ, τώρα, όταν τίποτα δεν χρειάζεται να γίνει;
Η ταυτότητα του «εξαφανίζεσθαι»
Η πρακτική χωρίς τη διαδικασία του «γίγνεσθαι»
Πνευματική σπουδαιότητα: Η ανάγκη να είναι κανείς εξαιρετικός, φορώντας τον μανδύα της ταπεινότητας
Να το βλέπεις, όχι να το λύνεις: Η ελευθερία από την υποχρέωση να γίνεις κάτι άλλο
1 — Η Ήσυχη Συνέχεια
Σκεφτείτε έναν άνθρωπο που έχει αφήσει τα πάντα. Η καριέρα έχει χαθεί, οι αποταμιεύσεις έχουν δοθεί ή απλώς αγνοηθεί, η σκάλα του status έχει κατέβει με κάτι σαν ανακούφιση. Κάθεται σε ένα απλό δωμάτιο την αυγή, και μέσα του κινείται μια λαχτάρα: να είναι ξύπνιος, να είναι ελεύθερος, να είναι επιτέλους και οριστικά διαφορετικός από τον άνθρωπο που υπήρξε. Το αν η λαχτάρα είναι ειλικρινής δεν αμφισβητείται. Σχεδόν σίγουρα είναι. Αυτό που αμφισβητείται είναι τι ακριβώς άφησε πίσω του.
Η φιλοδοξία συνήθως αναγνωρίζεται από τα αντικείμενά της: χρήματα, φήμη, εξουσία, το γωνιακό γραφείο. Έτσι, όταν τα αντικείμενα εγκαταλείπονται, υποθέτουμε ότι η φιλοδοξία έχει φύγει μαζί τους. Αλλά η φιλοδοξία μπορεί να είναι λιγότερο ιδιότητα αυτού που επιθυμείται και περισσότερο μια κίνηση του ίδιου του νου. Κοιτάξτε τη δομή της. Υπάρχει μια αίσθηση ανεπάρκειας, ένα συναίσθημα ότι αυτό που είναι εδώ δεν είναι ακόμα αρκετό. Υπάρχει μια εικόνα μιας καλύτερης κατάστασης κάπου μπροστά. Και υπάρχει προσπάθεια, η γέφυρα που ρίχνεται ανάμεσα στα δύο. Τίποτα από αυτά δεν αλλάζει όταν αλλάζει το αντικείμενο. Ένας άνθρωπος μπορεί να σκαρφαλώνει προς μια περιουσία ή προς μια αφύπνιση με ακριβώς τον ίδιο εξοπλισμό έλλειψης, προβολής και επιδίωξης.
Ακούστε τις λέξεις που χρησιμοποιεί η πνευματική αναζήτηση για τον στόχο της. Φωτισμένος. Προχωρημένος. Καθαρός. Εξαιρετικός. Μόνιμα μεταμορφωμένος. Σχεδόν όλες είναι συγκριτικές ή υπερθετικές μεταμφιεσμένες. Το να είσαι προχωρημένος σημαίνει να είσαι πιο μπροστά από κάποιον. Το να είσαι εξαιρετικός σημαίνει να ξεχωρίζεις από τον συνηθισμένο. Ακόμα και οι πιο ήσυχες λέξεις φέρουν την ίδια γραμματική: το καθαρός υπονοεί αντίθεση με αυτό που είναι μολυσμένο, και ο αναζητητής γενικά ξεκινά βρίσκοντας τον εαυτό του στην μολυσμένη πλευρά της γραμμής.
Το «μόνιμα μεταμορφωμένος» αξίζει μια πιο αργή ματιά, γιατί ακούγεται τόσο λογικό. Ποιος δεν θα ήθελε μια αλλαγή που διαρκεί; Ωστόσο, η επιθυμία για μονιμότητα είναι η επιθυμία για ασφάλεια, για έναν εαυτό που, μόλις βελτιωθεί, δεν μπορεί ποτέ ξανά να απειληθεί ή να μειωθεί. Είναι η λαχτάρα που κάποτε οδηγούσε στη συσσώρευση πλούτου: η ελπίδα ότι κάπου υπάρχει μια θέση από την οποία τίποτα δεν μπορεί να χαθεί. Η γλώσσα έχει μετακινηθεί από την τράπεζα στο μοναστήρι, και η λαχτάρα για έναν ασφαλή και σταθερό κάποιον έχει μετακινηθεί μαζί της.
Τίποτα από αυτά δεν καθιστά τον αναζητητή υποκριτή. Αυτό θα ήταν υπερβολικά εύκολο, και θα ήταν λάθος. Ο νους έχει μόνο μία μέθοδο στην οποία πραγματικά εμπιστεύεται: να εντοπίσει τι είναι λάθος, να φανταστεί τι θα ήταν καλύτερο και να εργαστεί προς αυτό. Όταν για πρώτη φορά συνειδητοποιεί τον πόνο και στρέφεται προς το πνευματικό, φέρνει μαζί του αυτή τη μέθοδο. Δεν ξέρει πώς να κάνει αλλιώς.
Γιατί είναι τόσο δύσκολο να δει κανείς αυτή τη συνέχεια; Επειδή το αντικείμενο είναι ευγενές, και η ευγένεια του αντικειμένου φαίνεται να πιστοποιεί το κίνητρο. Αν επιδιώκω τη σοφία, πώς θα μπορούσε η επιδίωξη να μολύνεται από την αρπαγή που στοίχειωνε την επιδίωξη της προαγωγής; Αλλά ένας άξιος στόχος δεν εγγυάται καθαρό κίνητρο. Ένας στόχος μπορεί να είναι άξιος ενώ ο καταναγκασμός πίσω του παραμένει ανεξέταστος, και οι δύο μπορούν να κάθονται τόσο κοντά ώστε από μέσα να νιώθουν σαν ένα πράγμα.
Εδώ η δυσκολία βαθαίνει. Η γνήσια λαχτάρα και η λεπτή αυτοπροώθηση δεν μπορούν εύκολα να διαχωριστούν από αυτόν που τις νιώθει. Η ίδια η ειλικρίνεια που ξεκινά την αναζήτηση μπορεί να είναι το όχημα της φιλοδοξίας. Ο πόνος για την αλήθεια είναι πραγματικός· η επιθυμία να είσαι κάποιος που την έχει βρει είναι επίσης πραγματική· και φτάνουν μαζί, πλεγμένες τόσο σφιχτά που το να τραβήξεις τη μία είναι να νιώσεις την άλλη να κινείται.
Ίσως είναι αρκετό, προς το παρόν, να θυμηθούμε τον τόνο-αίσθημα της δικής μας προσπάθειας. Όχι το περιεχόμενο του στόχου, αλλά την υφή του: εκείνη την ήσυχη αίσθηση του «όχι ακόμα», του να είσαι καθ’ οδόν προς κάπου καλύτερα από εδώ. Δεν χρειάζεται να ονομαστεί πρόβλημα. Μπορεί απλώς να αναγνωριστεί, όπως αναγνωρίζει κανείς ένα οικείο δωμάτιο.
Αλλά αν η φιλοδοξία συνεχίζεται αμετάβλητη κάτω από τα νέα ενδύματα, γιατί δεν αναγγέλλεται μόνη της; Γιατί ο αναζητητής, που συχνά είναι ειλικρινής και προσεκτικός, δεν την παρατηρεί απλώς;
2 — Το Λεξιλόγιο της Εξαφάνισης
Επειδή έχει μάθει να μιλά στη γλώσσα της δικής της απουσίας.
Η πνευματική φιλοδοξία σπάνια παρουσιάζεται ως φιλοδοξία. Φτάνει ντυμένη με ταπεινοφροσύνη, παράδοση, αφοσίωση, ευγνωμοσύνη, τις ίδιες τις λέξεις που θα έπρεπε να σηματοδοτούν ότι η αρπαγή έχει τελειώσει. Κανείς δεν εξαπατά κανέναν εδώ. Η μεταμφίεση λειτουργεί ακριβώς επειδή φοριέται με καλή πίστη. Ο αναζητητής δεν σκέφτεται: «Θα προσποιηθώ ότι είμαι ταπεινός για να νιώσω ανώτερος». Ο αναζητητής απλώς νιώθει ταπεινός, και το συναίσθημα είναι πραγματικό, και κάτι άλλο στέκεται ήσυχα μέσα του.
Η ταπεινοφροσύνη μπορεί να είναι μια ποιότητα ύπαρξης, μια πραγματική απουσία της ανάγκης να φαίνεσαι ως κάτι. Αλλά μπορεί επίσης να είναι μια θέση που παίρνει κανείς, μια στάση που υιοθετείται και διατηρείται, και μια θέση πάντα έχει κάποιον που την κατέχει. Όποιος έχει παρατηρήσει τον δικό του νου με λίγη υπομονή θα αναγνωρίσει τη μικρή, ζεστή ικανοποίηση που μπορεί να ακολουθήσει μια ταπεινή σκέψη: πόσο σεμνός γίνομαι. Η υπερηφάνεια δεν έχει ηττηθεί. Έχει μετακομίσει σε ένα μικρότερο σπίτι και έχει μάθει να είναι ήσυχη.
Το παράδοξο εμφανίζεται στην πιο ξεκάθαρη μορφή του όταν κάποιος δηλώνει ότι το εγώ πρέπει να εξαφανιστεί. Αυτό μπορεί να είναι μια εύλογη δήλωση, ίσως ακόμα και αληθινή. Αλλά παρατηρήστε τι συμβαίνει στη συνέχεια. Ο άνθρωπος αρχίζει να οργανώνει τη ζωή του, τον λόγο του, την αυτοκατανόησή του γύρω από αυτή τη δήλωση. Γίνεται κάποιος που δουλεύει πάνω στο εγώ του, κάποιος που το βλέπει διάφανα, κάποιος πιο προχωρημένος στη διάλυσή του από ό,τι ήταν κάποτε. Έχει χτιστεί μια ταυτότητα, και το υποκείμενό της είναι η εξαφάνιση της ταυτότητας.
Αυτή η νέα ταυτότητα μπορεί να είναι πιο ανθεκτική από την παλιά, για έναν περίεργο λόγο: θαυμάζεται. Ένας άνθρωπος που είναι απλώς επιτυχημένος μπορεί να συναντήσει φθόνο ή αδιαφορία. Ένας άνθρωπος που φαίνεται να αφήνει τα πάντα συναντά σεβασμό, και αυτός ο σεβασμός ενισχύει την αυτοεικόνα, όπως και ο σεβασμός που ο ίδιος επεκτείνει στον εαυτό του. Αυτός που εξαφανίζεται έχει πρόσωπο, τρόπο, έναν τρόπο να κάνει παύση πριν απαντήσει. Είναι ένα αξιοσημείωτα στερεό είδος εξαφάνισης.
Ούτε χρειάζεται η παράσταση κοινό. Μπορεί να διεξάγεται εξ ολοκλήρου ιδιωτικά, μπροστά σε κοινό ενός. Ένας αναζητητής μπορεί να πρόβαρε, σιωπηλά, τον λόγο κάποιου που έχει καταλάβει, αφηγούμενος την εσωτερική του ζωή με το λεξιλόγιο που έχει θαυμάσει σε άλλους: υπάρχει μόνο επίγνωση· το εγώ είναι απλώς μια σκέψη· τίποτα δεν χρειάζεται να γίνει. Αυτές οι προτάσεις μπορεί να είναι απολύτως ακριβείς. Αλλά το να μιλάς για έλλειψη εγώ είναι ένα πράγμα, και η πραγματική απουσία αυτού που μιλά είναι άλλο. Οι λέξεις μπορούν να είναι άψογες ενώ ο ομιλητής παραμένει ακριβώς εκεί που ήταν.
Μερικές φορές μια μοναξιά συνοδεύει αυτή τη στάση, μαζί με μια αμυδρή ανωτερότητα που είναι δύσκολο να παραδεχτεί κανείς. Ο άνθρωπος που έχει δει διάφανα τον εαυτό αρχίζει να κοιτάζει τους άλλους, απαλά, ως εκείνους που δεν έχουν ακόμα δει. Οι συνηθισμένες ανησυχίες των συνηθισμένων ανθρώπων αρχίζουν να φαίνονται σαν θόρυβος. Δεν υπάρχει πρόθεση περιφρόνησης, και μπορεί να μην νιώθεται καμία με απλό τρόπο. Ωστόσο έχει ανοίξει μια απόσταση, και απέναντί της μπορεί κανείς να ανιχνεύσει την παλιά γεωμετρία: ένα υψηλότερο μέρος και ένα χαμηλότερο, και κάποιον που στέκεται στο υψηλότερο.
Τι γίνεται με την καταδίκη; Αν το εγώ είναι το πρόβλημα, σίγουρα η ειλικρινής απάντηση είναι να το αντιταχθεί κανείς, να το πιάσει, να το επιπλήξει κάθε φορά που εμφανίζεται. Αλλά σκεφτείτε ποιος κάνει την επίπληξη. Ένα μέρος του νου κάθεται σε κρίση πάνω σε ένα άλλο, το αποκαλεί ανάξιο, αποφασίζει να το διορθώσει. Ο κριτής δεν είναι ελεύθερος από τον εαυτό. Ο κριτής είναι ο εαυτός, φορώντας μια πιο αυστηρή έκφραση. Η καταδίκη του εγώ δεν το αφαιρεί· το διαιρεί, και θέτει το ένα μισό να φυλάει το άλλο. Ο πόλεμος διεξάγεται στο όνομα της ειρήνης, και ο ίδιος ο πόλεμος είναι αυτό που συνεχίζεται.
Αυτό υποδηλώνει κάτι άβολο. Ο εαυτός δεν μπορεί να εξαλειφθεί μέσω επίθεσης, διότι ο επιτιθέμενος είναι ο ίδιος ο εαυτός. Όποια μεταμόρφωση είναι δυνατή, δεν μπορεί να είναι μία που ο εαυτός επιτυγχάνει δουλεύοντας πάνω στον εαυτό του, όπως ακριβώς ένα χέρι δεν μπορεί να σηκώσει το σώμα τραβώντας τον δικό του καρπό.
Ο αναζητητής, ακούγοντας αυτό, θα συμπεράνει φυσικά: τότε θα πρέπει να σταματήσω να προσπαθώ. Αλλά και αυτό μπορεί να υιοθετηθεί ως στρατηγική. Το «δεν θα κάνω προσπάθεια» είναι το ίδιο μια προσπάθεια, ένα σχέδιο, μια πρόθεση στοχευμένη σε ένα αποτέλεσμα. Αν η προσπάθεια αποτυγχάνει, και η σκόπιμη εγκατάλειψη της προσπάθειας αποτυγχάνει επίσης, ο αναζητητής φαίνεται να στέκεται σε ένα κλειστό δωμάτιο χωρίς πόρτα.
Αυτό το αδιέξοδο δεν πρέπει να παρακαμφθεί βιαστικά. Δεν είναι αποτυχία κατανόησης. Μπορεί να είναι ακριβώς το μέρος όπου κάτι πραγματικό αρχίζει να εμφανίζεται. Αλλά για να δει κανείς πώς, πρέπει να κοιτάξει πιο προσεκτικά τον μηχανισμό με τον οποίο ο πνευματικός εαυτός διατηρεί τον εαυτό του ζωντανό, μέρα με τη μέρα, στις ίδιες τις πρακτικές που προορίζονται να τον χαλαρώσουν.
3 — Η Αριθμητική του Ιερού
Κάθε στρατηγική αυτοβελτίωσης κρατά ένα λογιστικό βιβλίο. Δεν έχει σημασία αν το νόμισμα είναι χρήματα ή αξία· όπου υπάρχει πρόοδος, κάποιος μετράει.
Ξεκινήστε με τη μέτρηση. Ένας αναζητητής, ίσως μετά από μια υποχώρηση, ρωτά ήσυχα: έχω προχωρήσει περισσότερο από ό,τι πριν από έναν χρόνο; Η ερώτηση φαίνεται αθώα, ακόμα και υπεύθυνη. Αλλά κοιτάξτε τι προϋποθέτει. Για να υπάρχει πρόοδος, κάποιος πρέπει να επιμένει κατά τη διάρκεια του χρόνου, κάποιος που ήταν λιγότερος και τώρα είναι περισσότερος, ένα συνεχές υποκείμενο που κουβαλά το αρχείο της δικής του βελτίωσης. Η μέτρηση δεν παρατηρεί απλώς τον εαυτό· κατασκευάζει ήσυχα τον εαυτό που χρειάζεται, έναν σταθερό κάποιον με παρελθόν, παρόν και ελπιζόμενο μέλλον, που στέκεται σε γραμμή κατά μήκος ενός δρόμου.
Έπειτα η σύγκριση. Ο δάσκαλος, ο πιο έμπειρος ασκούμενος, η φιγούρα του πραγματοποιημένου ανθρώπου όπως φαντάζεται κανείς από βιβλία: αυτά γίνονται σημεία αναφοράς. Ορίζουν, με αντίθεση, την ίδια την έλλειψη του αναζητητή. Χωρίς ποτέ να εκφέρει τη σκέψη δυνατά, μαθαίνει κανείς να σκέφτεται: εκείνοι το έχουν, και εγώ όχι ακόμα. Με τη σύγκριση έρχεται η κατάταξη, γιατί το να είσαι κάτω σημαίνει να τοποθετείσαι μέσα σε μια ιεραρχία, και μια ιεραρχία απαιτεί να νοιάζεσαι πού στέκεσαι σε αυτήν. Η αίσθηση του «εγώ» οξύνεται, δεν μαλακώνει, με το να μετράται ενάντια σε κάποιον άλλο.
Έπειτα η επίτευξη, ίσως η πιο λεπτή από όλες. Ο φωτισμός φαντάζεται ως ένα πράγμα: κάτι που αποκτάται, φυλάσσεται ασφαλές, ίσως επιδεικνύεται. Μιλιέται ως μια κατοχή που μπορεί κανείς να έχει μέχρι τον επόμενο χρόνο, ή ποτέ. Και αυτό διαμορφώνει την ίδια την πρακτική, που αρχίζει να νιώθει σαν πληρωμή με δόσεις, ώρες καθίσματος που κατατίθενται ενάντια σε μια μελλοντική αγορά. Το ιερό έχει ήσυχα μετατραπεί σε περιουσιακό στοιχείο.
Και τέλος, το status. Υπάρχει ένα μικρό και σχεδόν αόρατο νόμισμα στον πνευματικό κόσμο: να θεωρείσαι προχωρημένος, βαθύς, ξύπνιος. Κανείς δεν ονομάζει την τιμή, αλλά όλοι γνωρίζουν την ισοτιμία. Το να θέλεις αυτό το νόμισμα, ή να φοβάσαι την έλλειψή του, είναι εντελώς οικείο: ο ίδιος φθόνος και απογοήτευση, το ίδιο ιδιωτικό τσίμπημα όταν επαινείται κάποιος άλλος, που νιώθονταν στην παλιά ζωή, τώρα πρόβα σε ένα πιο ήσυχο δωμάτιο.
Καθένας από αυτούς τους μηχανισμούς προϋποθέτει έναν ξεχωριστό, διαρκή εαυτό. Για να μετρήσεις πρόοδο, πρέπει να υπάρχει κάποιος που προοδεύει. Για να συγκρίνεις, κάποιος που κατατάσσεται. Για να επιτύχεις, κάποιος που θα κατέχει. Η πνευματική οικονομία δεν κάθεται απλώς δίπλα στην ψυχολογική που ο αναζητητής νόμιζε ότι είχε αφήσει· την αναπαράγει ακριβώς, με αλλαγμένο λεξιλόγιο. Το κέντρο που η αναζήτηση ελπίζει να υπερβεί τρέφεται καθημερινά από την ίδια τη δραστηριότητα που προορίζεται να το λιμοκτονήσει.
Υπάρχει επίσης μια κλοπή κρυμμένη στον προσανατολισμό προς το μέλλον όλου αυτού. Το πρόγραμμα του γίγνεσθαι τοποθετεί το νόημά του μπροστά, στην κατάσταση που δεν έχει ακόμα φτάσει. Αλλά το μόνο μέρος όπου ζει πραγματικά κανείς είναι εδώ. Ένας δρόμος που υπόσχεται να τιμήσει το παρόν ενώ πάντα στοχεύει σε ένα καλύτερο έχει ξοδέψει το παρόν ως τίμημα εκείνης της υπόσχεσης.
Θα ήταν ανέντιμο, ωστόσο, να προσποιηθούμε ότι κάθε μέτρηση είναι διαφθορά. Η ειλικρίνεια για τη σύγχυσή του δεν είναι ματαιοδοξία. Η προθυμία να μάθει από κάποιον που βλέπει πιο καθαρά δεν είναι φιλοδοξία. Ένας χάρτης είναι χρήσιμος: σου λέει περίπου πού βρίσκεσαι και ποιες κατευθύνσεις είναι ανοιχτές. Η διαφορά μπορεί να βρίσκεται στο τι εξυπηρετεί η μέτρηση. Ένας χάρτης προσανατολίζει· ένας πίνακας βαθμολογίας κατατάσσει. Ο ένας βοηθά έναν άνθρωπο να κινηθεί· ο άλλος του λέει τι να νιώθει για τον εαυτό του. Η γραμμή ανάμεσά τους δεν είναι πάντα σαφής, και όποιος ισχυρίζεται ότι τη βλέπει τέλεια πρέπει να ακούγεται με κάποια επιφύλαξη. Αλλά η διαφορά είναι πραγματική, και μπορεί να νιώθει τη στιγμή: αυτή η έρευνα αφορά το να βλέπει κανείς πιο καθαρά, ή το να βελτιώνει τη θέση μου;
Το τρεμόπαιγμα της αξιολόγησης μπορεί να παρατηρηθεί στη μέση της συνηθισμένης ζωής, ή στη μέση της ίδιας της περισυλλογής. Αυτό πηγαίνει καλά. Είμαι πιο ήρεμος από χθες. Τώρα αποσπάστηκα ξανά· αποτυγχάνω. Το σχόλιο φτάνει τόσο γρήγορα που περνά για αντίληψη. Ωστόσο το αποτέλεσμά του είναι να μετατρέψει την παρουσία σε παράσταση. Αυτό που θα μπορούσε να ήταν απλώς κάθισμα γίνεται κάθισμα-και-βαθμολόγηση· αυτό που θα μπορούσε να ήταν απλή προσοχή γίνεται προσοχή υπό εξέταση.
Αν ακολουθηθεί πιο πέρα, αυτό δείχνει κάτι για τον εαυτό πάνω στον οποίο στηρίζεται όλη η αριθμητική. Ο εαυτός μπορεί να μην είναι καθόλου σταθερή οντότητα, αλλά μια συνεχής δραστηριότητα αναφοράς: η συνεχής συσχέτιση του «εγώ» με ένα καλύτερο ή χειρότερο «εγώ», με ένα παρελθοντικό εγώ, ένα μελλοντικό εγώ, ένα ιδανικό εγώ, ένα αποτυχημένο εγώ. Είναι λιγότερο σαν αντικείμενο και περισσότερο σαν κίνηση, που συντηρείται από συνεχή σύγκριση. Αφαίρεσε την αναφορά και η δραστηριότητα δεν έχει τίποτα πάνω στο οποίο να τρέχει.
Αλλά αυτό αφήνει μια δυσκολία. Η εκπλήρωση της φιλοδοξίας τρέφει τον εαυτό, και η καταπολέμησή της διαιρεί τον εαυτό ενάντια στον εαυτό του. Αν και οι δύο απαντήσεις είναι κλειστές, τι απομένει; Υπάρχει κάποιος τρόπος να συναντήσει κανείς αυτή την κίνηση που ούτε την επιδιώκει ούτε την καταστέλλει;
4 — Η Τρίτη Απάντηση
Υπάρχουν τρεις δυνατές σχέσεις με μια επιθυμία. Μπορεί κανείς να την υπακούσει, μπορεί να την πολεμήσει, ή μπορεί να την δει.
Το να υπακούει είναι οικείο: η επιθυμία ακολουθείται, τρέφεται, εκπληρώνεται, και ο εαυτός που ήθελε γίνεται πιο σίγουρος στο θέλημά του. Το να πολεμά είναι σχεδόν εξίσου οικείο: η επιθυμία κρίνεται, αντιστέκεται, ίσως ντροπιάζεται, και ο εαυτός διαιρείται σε έναν ελεγκτή και έναν ελεγχόμενο. Και στις δύο περιπτώσεις ο εαυτός παραμένει στο κέντρο, είτε ως αυτός που παίρνει είτε ως αυτός που απαγορεύει. Οι δύο απαντήσεις μοιάζουν με αντίθετα, αλλά μοιράζονται ένα έδαφος: η καθεμία παίρνει την επιθυμία ως κάτι που πρέπει να αντιμετωπιστεί.
Η τρίτη απάντηση δεν ανήκει σε εκείνη την οικονομία. Το να δει κανείς μια επιθυμία δεν είναι ούτε να την ικανοποιήσει ούτε να αντισταθεί σε αυτήν, αλλά να την αφήσει να εμφανιστεί πλήρως και να την κοιτάξει όπως είναι. Αυτό δεν είναι ανάλυση. Η ανάλυση εξηγεί: ρωτά από πού ήρθε η επιθυμία και τι σημαίνει. Το βλέπειν παρατηρεί, και δεν εκδίδει καμία ετυμηγορία. Είναι προσοχή χωρίς συμπέρασμα.
Σκεφτείτε πώς θα μπορούσε να μοιάζει αυτό με τη φιλοδοξία να είναι κανείς πνευματικά σημαντικός. Προκύπτει, ίσως ως μια αμυδρή επιθυμία να αναγνωριστεί ως κάποιος που έχει καταλάβει. Κανονικά, ένα από τα δύο πράγματα θα συνέβαινε αμέσως. Είτε η επιθυμία θα ενεργούσε, σε μια παρατήρηση, μια στάση, μια ήσυχη προσπάθεια να φανεί πιο προχωρημένος· είτε θα επιπληττόταν: πόσο μικροπρεπές, πόσο εγωικό, θα έπρεπε να έχω ξεπεράσει αυτό. Αλλά υποθέστε ότι δεν συμβαίνει κανένα από τα δύο. Υποθέστε ότι η επιθυμία αφήνεται να σταθεί εκεί και να κοιταχτεί. Τι είναι ακριβώς; Μια αίσθηση στο στήθος, ίσως. Μερικές σκέψεις με αναγνωρίσιμη γεύση. Μια εικόνα του εαυτού, ελαφρώς βελτιωμένη, ελαφρώς θαυμασμένη. Βλεπόμενη έτσι, η φιλοδοξία αρχίζει να μοιάζει λιγότερο με προσωπική αλήθεια για το ποιος είμαι και περισσότερο με ένα μοτίβο: κάτι που προκύπτει, τρέχει την πορεία του και περνά, όπως κάθε νοητικό γεγονός.
Αυτό που μπορεί να αποκαλυφθεί είναι ότι αυτό δεν είναι το ελάττωμά μου. Δεν είναι ένα ελάττωμα σε έναν συγκεκριμένο χαρακτήρα που απαιτεί διόρθωση. Είναι μια απρόσωπη κίνηση του νου, μία που έχει εμφανιστεί σε αμέτρητους ανθρώπους με αμέτρητες μορφές. Αυτή η αναγνώριση δεν κάνει τη φιλοδοξία να εξαφανιστεί με τη βία. Αφαιρεί κάτι άλλο: την αορατότητά της. Αυτό που λειτουργούσε για χρόνια πίσω από την κουρτίνα, διαμορφώνοντας τις επιλογές του αναζητητή, τώρα λειτουργεί σε πλήρη θέα. Και αυτό που βλέπεται καθαρά δεν μπορεί πλέον να τρέχει αόρατο, τουλάχιστον όχι με τον ίδιο τρόπο.
Εδώ το επιχείρημα πρέπει να γίνει πιο προσεκτικό, γιατί ο κίνδυνος είναι οξύτερος ακριβώς εδώ. Η οδηγία «απλώς δες» μπορεί να μετατραπεί σε τεχνική. Ένας αναζητητής, ακούγοντας ότι το καθαρό βλέπειν ελευθερώνει τον νου, μπορεί να αρχίσει να εξασκεί το βλέπειν για να ελευθερωθεί. Αυτό είναι φιλοδοξία ξανά: η ίδια κίνηση προς μια μελλοντική κατάσταση, τώρα μεταμφιεσμένη σε παρατήρηση. Το βλέπειν που γίνεται για χάρη ενός αποτελέσματος δεν είναι βλέπειν· είναι άλλη μια στρατηγική, με τον παρατηρητή και πάλι να γέρνει προς ένα αποτέλεσμα.
Καμία φόρμουλα δεν το επιλύει αυτό, και καμία δεν πρέπει να προσφέρεται. Ο κίνδυνος μπορεί μόνο να ονομαστεί, και να παραμείνει κανείς μαζί του. Αξίζει να ρωτήσει κανείς, ειλικρινά, αν ακόμα και τώρα, διαβάζοντας αυτές τις λέξεις, κάποιο μέρος του νου προσπαθεί να το κάνει σωστά: να είναι καλός παρατηρητής, να φτάσει στη σωστή κατάσταση μη-φιλοδοξίας. Εκείνη η μικρή ένταση, εκείνο το γέρσιμο προς τα εμπρός, δεν είναι εμπόδιο που πρέπει να αφαιρεθεί. Είναι περισσότερο από αυτό που βλέπεται. Η επιθυμία να δει κανείς σωστά μπορεί η ίδια να ειδωθεί, χωρίς να υπακούεται και χωρίς να καταδικάζεται.
Υπάρχει μια περαιτέρω ερώτηση: είναι αυτός που βλέπει ξεχωριστός από αυτό που βλέπεται; Στην συνηθισμένη αυτοπαρατήρηση, φαίνεται έτσι. Υπάρχει ένας παρατηρητής, και υπάρχει η φιλοδοξία που παρατηρείται, και ο παρατηρητής στέκεται λίγο χώρια. Αλλά ο παρατηρητής είναι συχνά η φιλοδοξία σε άλλη στάση: το μέρος που θέλει να πιάσει τον εαυτό του, να βελτιωθεί. Στο πραγματικό βλέπειν, αυτή η διαίρεση μπορεί να μην κρατά. Η προσοχή δεν προέρχεται από μια θέση αντίθετη στην επιθυμία. Είναι απλώς ξύπνια, χωρίς κανέναν να τη διαχειρίζεται, και σε εκείνη την εγρήγορση το όριο ανάμεσα σε παρατηρητή και παρατηρούμενο γίνεται δύσκολο να βρεθεί.
Ίσως αυτό υποδηλώνει ότι η επίγνωση δεν είναι άλλη μια δραστηριότητα του εαυτού, άλλο ένα πράγμα που πρέπει να εκτελεστεί. Ίσως είναι αυτό που είναι ήδη παρόν όταν οι δραστηριότητες του εαυτού δεν τρέφονται. Αν είναι έτσι, το βλέπειν είναι λιγότερο κάτι που κάνει κανείς και περισσότερο κάτι που συμβαίνει όταν σταματά η παρέμβαση, όπως μια λίμνη καθαρίζει όχι επειδή κάποιος την καθαρίζει αλλά επειδή δεν αναδεύεται πια.
Αλλά τότε προκύπτει μια νέα ανησυχία. Αν η φιλοδοξία δεν εκπληρώνεται, δεν καταδικάζεται, μόνο βλέπεται, τι απομένει; Είναι αυτό ένα είδος παραίτησης, μια πνευματική ζωή που έχει ήσυχα εγκαταλείψει τα πάντα; Τι σημαίνει να ζει κανείς όταν το πρόγραμμα του γίγνεσθαι έχει χάσει τη λαβή του;
5 — Ζώντας Χωρίς την Απαίτηση
Το αντίθετο της πνευματικής φιλοδοξίας δεν είναι η τεμπελιά. Αυτό πρέπει να ειπωθεί ξεκάθαρα, γιατί η υποψία είναι φυσική: αν τίποτα δεν χρειάζεται να επιτευχθεί, γιατί να ασχοληθεί κανείς με οτιδήποτε; Ίσως όλη η γραμμή σκέψης καταλήγει σε έναν ήσυχο μηδενισμό, μια ήπια χαλαρότητα ντυμένη ως σοφία.
Αλλά η ερώτηση προϋποθέτει ότι η προσπάθεια και η φροντίδα υπάρχουν μόνο στην υπηρεσία του γίγνεσθαι. Αυτή η προϋπόθεση είναι ακριβώς αυτό που αμφισβητείται. Σκεφτείτε τρεις λέξεις που συγχέονται εύκολα. Το ζειν είναι απλώς ζωή: το ξύπνημα, το φαγητό, το μίλημα, το πένθος, το να παρατηρεί κανείς το φως σε έναν τοίχο. Το εξασκείν είναι κάποια σκόπιμη δραστηριότητα μέσα σε εκείνη τη ζωή: το κάθισμα σε σιωπή, η έρευνα, η πράξη με καλοσύνη, η διατήρηση μιας πειθαρχίας. Το γίγνεσθαι είναι το πρόγραμμα να φτάσει κανείς σε μια καλύτερη κατάσταση, η κινητήρια δύναμη που τόσο συχνά ωθεί τη δεύτερη, ενώ ταυτόχρονα καταναλώνει αθόρυβα την πρώτη.
Στην συνηθισμένη εικόνα, η πρακτική είναι μέσο και το γίγνεσθαι είναι το τέλος της. Το ζειν είναι απλώς αυτό που κάνει κανείς ενδιάμεσα, ή αναβάλλει. Αλλά η πρακτική δεν χρειάζεται να είναι δεμένη στο γίγνεσθαι. Ένας άνθρωπος μπορεί να κάθεται σε σιωπή όχι ως πληρωμή προς μια μελλοντική κατάσταση αλλά επειδή το κάθισμα είναι ένας τρόπος να είναι παρών. Μπορεί να ερευνά όχι για να φτάσει σε συμπέρασμα αλλά επειδή η ερώτηση είναι ζωντανή. Μπορεί να είναι καλός όχι ως πνευματική επένδυση αλλά επειδή η καλοσύνη είναι αυτό που ζητά η στιγμή. Τίποτα από αυτά δεν απαιτεί να εξαφανιστεί η φροντίδα ή η πειθαρχία. Αυτό που εξαφανίζεται είναι ο αρπακτικός προσανατολισμός που τις έκανε όργανα του εαυτού. Η πρακτική χωρίς προορισμό δεν είναι λιγότερη από την πρακτική. Δεν είναι πλέον ξεχωριστό πράγμα από το ζειν.
Γι’ αυτό η απάντηση στο «αν δεν υπάρχει τίποτα να γίνεις, γιατί να εξασκείσαι;» δεν μπορεί να είναι κανόνας. Μπορεί μόνο να είναι μια παρατήρηση. Η πρακτική που αναλαμβάνεται χωρίς την απαίτηση να γίνεις είναι ένας τρόπος να ζεις προσεκτικά, και έτσι δεν είναι πια ακριβώς αυτό για το οποίο ρωτούσε η ερώτηση. Η ενέργεια που κάποτε ξοδευόταν στην κατασκευή και την υπεράσπιση ενός πνευματικού εαυτού δεν εξαφανίζεται. Γίνεται διαθέσιμη: για προσοχή, για τον άνθρωπο μπροστά σου, για την ασήμαντη εργασία της στιγμής.
Τι είναι, λοιπόν, η υφή μιας τέτοιας ζωής; Συχνά, παραδόξως, είναι συνηθισμένη. Ο εξαιρετικός εαυτός που επρόκειτο να χτιστεί δεν χτίζεται, και αυτό που απομένει είναι μια ανεπιτήδευτη εγρήγορση: το πλύσιμο ενός φλιτζανιού, το άκουσμα κάποιου που μιλά, το να νιώθεις κουρασμένος και να είσαι κουρασμένος. Αυτό μπορεί να φτάσει ως ανακούφιση: το βάρος του να είσαι κάποιος ιδιαίτερος σηκωμένο, η εξαντλητική επαγρύπνηση πάνω στην ίδια την πρόοδο κατατεθειμένη. Μπορεί επίσης να φτάσει ως ένα είδος ιλίγγου. Αν δεν υπάρχει κανείς να γίνει, ποιος είναι αυτός; Το έδαφος που φαινόταν να βρίσκεται κάτω από τα πόδια, το πρόγραμμα, ο βελτιούμενος εαυτός, ο δρόμος, δεν σηκώνει πια το βάρος που κάποτε σήκωνε, και αυτό που το αντικαθιστά δεν είναι ακόμα ένα έδαφος που μπορεί κανείς να ονομάσει.
Και εδώ υπάρχει μια παγίδα. Θα ήταν εύκολο να ανακοινώσει κανείς, ίσως μόνο στον εαυτό του, έχω σταματήσει να γίνομαι, και να νιώσει την ήσυχη ικανοποίηση του να έχει φτάσει στο μη-φτάσιμο. Εκείνη η ανακοίνωση θα ήταν άλλη μια ταυτότητα, άλλος ένας ισχυρισμός θέσης. Αν η ελευθερία από την απαίτηση να γίνεις είναι πραγματική, δεν έχει ανάγκη να διεκδικηθεί. Δεν είναι διαπιστευτήριο. Δεν μπορεί να επιδειχθεί, και δεν επιθυμεί να επιδειχθεί.
Ούτε πρέπει να συγχέεται με την αποδοχή, αν η αποδοχή σημαίνει απόφαση να εγκρίνει κανείς αυτό που είναι. Η αποδοχή εξακολουθεί να υπονοεί έναν εαυτό που θα μπορούσε να είχε απορρίψει, και τώρα έχει συμφωνήσει γενναιόδωρα. Αυτό στο οποίο δείχνουμε μπορεί να είναι πριν και από την αποδοχή και από την απόρριψη: όχι μια στάση απέναντι στην ύπαρξη, αλλά η απλή απουσία της απαίτησης η ύπαρξη να είναι διαφορετική από αυτό που είναι. Δεν είναι ότι έχει κάνει κανείς ειρήνη με το παρόν μετά από μια μακρά διαφωνία. Είναι ότι η διαφωνία δεν έχει ξεκινήσει.
Και έτσι η ερώτηση της αφύπνισης μπορεί να τεθεί διαφορετικά. Αυτό που ο αναζητητής επιδίωκε ως μια μακρινή κατάσταση ίσως δεν ήταν ποτέ απόν. Δεν ήταν κρυμμένο στο τέλος ενός μακρινού δρόμου· ήταν αποκρυμμένο από τον ίδιο τον δρόμο, από την προσπάθεια να το φτάσει. Αυτό δεν προσφέρεται ως παρηγοριά, μια ευχάριστη ιδέα να κρατηθεί στη θέση του παλιού αγώνα. Είναι κάτι που μπορεί να παρατηρηθεί άμεσα, όποτε η προσπάθεια, έστω και στιγμιαία, χαλαρώνει: η αίσθηση ότι τίποτα δεν λείπει από αυτή τη στιγμή εκτός από την επιμονή ότι κάτι λείπει.
Η αφύπνιση, σε αυτή την άποψη, δεν είναι μια μελλοντική επίτευξη που κερδίζεται με επαρκή προσπάθεια. Αρχίζει εκεί όπου ο καταναγκασμός να κατασκευαστεί ένας τελειοποιημένος εαυτός δεν λαμβάνεται πλέον ως αναγκαίος. Όχι εκεί όπου αυτός ο καταναγκασμός έχει κατακτηθεί, που θα ήταν άλλη μια νίκη, άλλο ένα τρόπαιο, αλλά εκεί όπου βλέπεται ως μη αναγκαίος, και έτσι χάνει την εξουσία του. Αν αυτό συμβαίνει μία φορά, ή σταδιακά, ή μόνο σε στιγμιότυπα, κανείς δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα. Είναι μια δυνατότητα, όχι μια υπόσχεση.
Έτσι ίσως το μόνο ταιριαστό τέλος είναι μια παύση. Για μια στιγμή, χωρίς να προσπαθεί κανείς να παράγει οποιαδήποτε συγκεκριμένη κατάσταση, μπορεί να ρωτήσει αν οτιδήποτε σε αυτή την παρούσα στιγμή χρειάζεται βελτίωση πριν μπορέσει να συναντηθεί. Και αν ο νους απαντήσει ναι, μπορεί απλώς να παρατηρήσει εκείνη την απάντηση, χωρίς να την υπακούει και χωρίς να διαφωνεί μαζί της.
Τι είναι εδώ, τώρα, όταν τίποτα δεν χρειάζεται να γίνει;
Παρακολούθηση της Σκέψης, του Συναισθήματος και της Αίσθησης του «Εγώ»
Η Εσωστρεφής Στροφή: Παρακολουθώντας ό,τι Αναδύεται
I. Το Φύλλο και το Ποτάμι
Σε ένα στρώμα γιόγκα, στο πρώτο λεπτό της ακινησίας, συμβαίνει κάτι παράξενο. Κλείνεις τα μάτια για να ξεκουραστείς και ο νους αρνείται. Συνεχίζει να μιλά. Ένα σχέδιο για αύριο, μια παλιά παρατήρηση που ακόμα πληγώνει, μισή μελωδία, η αμυδρή κενότητα της πείνας. Τις περισσότερες ώρες της ημέρας δεν βλέπουμε τίποτα από όλα αυτά. Είμαστε μέσα τους, παρασυρόμαστε σαν φύλλο στο ρεύμα, και ονομάζουμε το ρεύμα «εγώ».
Η πρώτη πρακτική της εσωστρεφούς στροφής είναι απλή. Κάτσε. Νιώσε τον αέρα να φτάνει στα ρουθούνια, την αργή ανύψωση των πλευρών, τη μικρή παύση πριν η αναπνοή βγει ξανά. Έπειτα παρατήρησε τι κάνει ο νους όσο συμβαίνουν όλα αυτά. Δεν υπάρχει τίποτα να διορθώσεις. Απλώς παρακολουθείς, όπως θα παρακολουθούσες τον καιρό από ένα παράθυρο.
Κάνε το αυτό για λίγα λεπτά και η πρώτη ανακάλυψη είναι σεμνή. Οι σκέψεις δεν σταμάτησαν, αλλά υπάρχει τώρα μια μικρή απόσταση ανάμεσα σε σένα και αυτές. Το σώμα, γειωμένο στο βάρος του και στην αναπνοή του, γίνεται ένας τόπος από τον οποίο μπορείς να κοιτάξεις. Η ηρεμία έρχεται αργότερα, αν έρθει καθόλου. Πρώτα έρχεται η προσοχή.
Αφορισμός
Ένα φύλλο δεν μπορεί να δει το ποτάμι. Στάσου στην όχθη.
II. Βλέποντας Χωρίς να Εξηγείς
Υπάρχει ένας πειρασμός, και σχεδόν όλοι υποκύπτουν σε αυτόν. Όταν σηκώνεται ο θυμός, ρωτάμε γιατί. Εξαιτίας αυτού που είπε, εξαιτίας της παιδικής μου ηλικίας, επειδή κοιμήθηκα άσχημα. Οι ερωτήσεις είναι ενδιαφέρουσες και μας τραβούν βαθύτερα στην ιστορία. Η προσοχή επιστρέφει μέσα στο περιεχόμενο και μένει εκεί, απασχολημένη και πεπεισμένη.
Η παρακολούθηση ζητά λιγότερα. Ο θυμός είναι εδώ. Μια σύσφιξη στη γνάθο, θερμότητα στο στήθος. Αυτό είναι όλο. Και τότε κάτι περίεργο εμφανίζεται: ο θυμός κάθεται μέσα σε ένα ευρύτερο δωμάτιο, και το δωμάτιο είναι ήσυχο. Η διαφορά είναι μικρή και αποφασίζει σχεδόν τα πάντα. Η ανάλυση κρατά την προσοχή καρφωμένη σε αυτό που σκέφτεται κανείς. Η παρατήρηση αφήνει τη λαβή να χαλαρώσει, λίγο-λίγο, σαν μυς που κρατούσε για πολύ καιρό.
Αυτό είναι πιο δύσκολο απ’ ό,τι ακούγεται, γιατί η εξήγηση μοιάζει με κατανόηση, και η κατανόηση μοιάζει με πρόοδο. Ωστόσο ένας νους που εξηγεί τον θυμό του εξακολουθεί να είναι θυμωμένος, απλώς πιο εύγλωττος. Η πρακτική ζητά ένα διαφορετικό είδος υπομονής: να μείνεις με το απλό γεγονός αυτού που συμβαίνει, στο σώμα και στη σιωπή γύρω του, αρκετά ώστε το γεγονός να δείξει το δικό του σχήμα.
Αφορισμός
Η εξήγηση σε κρατά μέσα στην ιστορία. Η παρατήρηση ανοίγει μια πόρτα στον τοίχο.
III. Σκέψη, Συναίσθημα, Επιθυμία, Φόβος
Πάρε τα ένα-ένα. Μια σκέψη φτάνει απρόσκλητη, τελειώνει την πρότασή της και φεύγει. Παρακολούθησε αρκετά και βλέπεις ότι κανείς δεν την συνέθεσε τη στιγμή που εμφανίστηκε. Ένα συναίσθημα έχει σώμα: ζεστασιά, ένα σφιγμένο στομάχι, μια ελαφρότητα κοντά στον λαιμό. Η επιθυμία γέρνει προς τα εμπρός. Γέρνει ολόκληρη τη στάση προς το αντικείμενό της, και η αίσθηση της ισορροπίας μετατοπίζεται μαζί της. Ο φόβος συστέλλεται. Οι ώμοι σηκώνονται, η αναπνοή κονταίνει, και ο οργανισμός προετοιμάζεται για κάτι που δεν έχει συμβεί.
Καθένα από αυτά αναδύεται, κρατά το σχήμα του για λίγο και φεύγει. Κανένα δεν μένει. Και αν κανένα δεν μένει, γίνεται δύσκολο να πεις ποιο από αυτά ήταν ποτέ το πρόσωπο που παρακολουθούσε.
Τίποτα εδώ δεν χρειάζεται να εξαναγκαστεί. Μια σκέψη που παρακολουθείται σε καλό φως χάνει λίγο από την εξουσία της, και ένα συναίσθημα στο οποίο δίνεται χώρος τείνει να περάσει. Ακόμα και ο φόβος, όταν κρατιέται ανοιχτά με σταθερή αναπνοή, δείχνει τον εαυτό του περισσότερο ως αίσθηση και ιστορία παρά ως ετυμηγορία. Ο νους συνεχίζει να παράγει το υλικό του. Αυτό που αλλάζει είναι ποιος φαίνεται να στέκεται μέσα σε αυτό.
Αφορισμός
Αυτό που έρχεται και φεύγει δεν μπορεί να είναι εκείνος που το βλέπει να έρχεται και να φεύγει.
IV. Το Τελευταίο Πράγμα που Πρέπει να Ιδωθεί
Η αίσθηση του «εγώ» είναι πεισματάρα. Οι σκέψεις είναι εύκολο να πιαστούν, όπως και οι διαθέσεις. Αλλά η αίσθηση ότι είσαι κάποιος, ένα κέντρο πίσω από τα μάτια στο οποίο συμβαίνουν τα πάντα, κρύβεται σε φως. Κάθεται τόσο κοντά που περνά για τον ίδιο τον παρατηρητή. Το να την αναζητάς είναι σαν να προσπαθείς να δεις τα ίδια σου τα μάτια χωρίς καθρέφτη.
Συχνά εμφανίζεται ως μια αμυδρή σύσφιξη, ένας τόνος στο σώμα, ένα μικρό «δικό μου» κολλημένο σε μια σκέψη. Ιδωμένη έτσι μοιάζει περισσότερο με δραστηριότητα παρά με αντικείμενο, μια χειρονομία που ο νους συνεχίζει να επαναλαμβάνει. Τι βρίσκεται από κάτω της θα το αφήσω ανοιχτό. Ο Βουδισμός και η Βεδάντα, προσεγγίζουν την ερώτηση από δύο πολύ διαφορετικές κατευθύνσεις, και αξίζει την πλήρη προσοχή τους. Προς το παρόν αρκεί να κοιτάξεις, και να αφήσεις το κοίταγμα να παραμείνει ημιτελές.
Ίσως βοηθά να θυμάσαι ότι αυτό είναι το αντικείμενο που περισσότερο αρνείται να παρακολουθηθεί, γιατί όλα τα άλλα στηρίζονται πάνω του. Αφαίρεσέ το, έστω για μια στιγμή, και το δωμάτιο μοιάζει παράξενα πλατύ. Κάποιοι γελάνε σε εκείνη τη στιγμή, άλλοι αισθάνονται ανησυχία. Και οι δύο αντιδράσεις αξίζουν να παρατηρηθούν, με την ίδια ήπια προσοχή που δίνεται σε μια αναπνοή.
Αφορισμός
Το μάτι δεν βρίσκεται ανάμεσα στα πράγματα που βλέπει. Συνέχισε να κοιτάς.
V. Σκουπίζοντας το Πάτωμα
Μια προειδοποίηση, λοιπόν. Ο νους είναι εξαιρετικός αφηγητής. Κάθεσαι, παρατηρείς, και μέσα σε δευτερόλεπτα μια φωνή σχολιάζει: τώρα παρατηρώ το άγχος, καλά, το κάνω σωστά, γιατί δεν είμαι πιο ήρεμος. Η παρακολούθηση έχει μετατραπεί σε ένα ακόμη στρώμα σκέψης. Δεν υπάρχει λόγος να το πολεμήσεις. Παρακολούθησε και τον αφηγητή, με την ίδια ευλυγισία που φέρνεις σε μια δύσκολη στάση: σταθερά, χωρίς ένταση.
Τίποτα από όλα αυτά δεν είναι ο προορισμός. Είναι ένα καθάρισμα, σαν να σκουπίζεις ένα πάτωμα πριν καθίσεις πάνω του. Αυτό που καθαρίζει είναι στην αρχή δύσκολα αντιληπτό. Μια λεπτή σιωπή κάτω από τον θόρυβο, μια ακινησία που ήταν εκεί από πάντα, περιμένοντας να αραιώσει η ακαταστασία. Για εκείνη τη σιωπή θα μιλήσει το επόμενο υποκεφάλαιο.
Αυτό που μένει μετά δεν είναι δραματικό. Ένα πρωινό με περισσότερο φως ίσως. Ένα σώμα που κρατά την ισορροπία του λίγο πιο εύκολα, ένας νους που διακόπτει τον εαυτό του λιγότερο συχνά. Η πρακτική μόνο προετοιμάζει το έδαφος, και το έδαφος είναι υπομονετικό.
Αφορισμός
Σκούπισε το πάτωμα. Η ησυχία καθόταν ήδη εκεί.
I. Το Φύλλο και το Ποτάμι
Σε ένα στρώμα γιόγκα, στο πρώτο λεπτό της ακινησίας, συμβαίνει κάτι παράξενο. Κλείνεις τα μάτια για να ξεκουραστείς και ο νους αρνείται. Συνεχίζει να μιλά. Ένα σχέδιο για αύριο, μια παλιά παρατήρηση που ακόμα πληγώνει, μισή μελωδία, η αμυδρή κενότητα της πείνας. Τις περισσότερες ώρες της ημέρας δεν βλέπουμε τίποτα από όλα αυτά. Είμαστε μέσα τους, παρασυρόμαστε σαν φύλλο στο ρεύμα, και ονομάζουμε το ρεύμα «εγώ».
Η πρώτη πρακτική της εσωστρεφούς στροφής είναι απλή. Κάτσε. Νιώσε τον αέρα να φτάνει στα ρουθούνια, την αργή ανύψωση των πλευρών, τη μικρή παύση πριν η αναπνοή βγει ξανά. Έπειτα παρατήρησε τι κάνει ο νους όσο συμβαίνουν όλα αυτά. Δεν υπάρχει τίποτα να διορθώσεις. Απλώς παρακολουθείς, όπως θα παρακολουθούσες τον καιρό από ένα παράθυρο.
Κάνε το αυτό για λίγα λεπτά και η πρώτη ανακάλυψη είναι σεμνή. Οι σκέψεις δεν σταμάτησαν, αλλά υπάρχει τώρα μια μικρή απόσταση ανάμεσα σε σένα και αυτές. Το σώμα, γειωμένο στο βάρος του και στην αναπνοή του, γίνεται ένας τόπος από τον οποίο μπορείς να κοιτάξεις. Η ηρεμία έρχεται αργότερα, αν έρθει καθόλου. Πρώτα έρχεται η προσοχή.
Αφορισμός
Ένα φύλλο δεν μπορεί να δει το ποτάμι. Στάσου στην όχθη.
II. Βλέποντας Χωρίς να Εξηγείς
Υπάρχει ένας πειρασμός, και σχεδόν όλοι υποκύπτουν σε αυτόν. Όταν σηκώνεται ο θυμός, ρωτάμε γιατί. Εξαιτίας αυτού που είπε, εξαιτίας της παιδικής μου ηλικίας, επειδή κοιμήθηκα άσχημα. Οι ερωτήσεις είναι ενδιαφέρουσες και μας τραβούν βαθύτερα στην ιστορία. Η προσοχή επιστρέφει μέσα στο περιεχόμενο και μένει εκεί, απασχολημένη και πεπεισμένη.
Η παρακολούθηση ζητά λιγότερα. Ο θυμός είναι εδώ. Μια σύσφιξη στη γνάθο, θερμότητα στο στήθος. Αυτό είναι όλο. Και τότε κάτι περίεργο εμφανίζεται: ο θυμός κάθεται μέσα σε ένα ευρύτερο δωμάτιο, και το δωμάτιο είναι ήσυχο. Η διαφορά είναι μικρή και αποφασίζει σχεδόν τα πάντα. Η ανάλυση κρατά την προσοχή καρφωμένη σε αυτό που σκέφτεται κανείς. Η παρατήρηση αφήνει τη λαβή να χαλαρώσει, λίγο-λίγο, σαν μυς που κρατούσε για πολύ καιρό.
Αυτό είναι πιο δύσκολο απ’ ό,τι ακούγεται, γιατί η εξήγηση μοιάζει με κατανόηση, και η κατανόηση μοιάζει με πρόοδο. Ωστόσο ένας νους που εξηγεί τον θυμό του εξακολουθεί να είναι θυμωμένος, απλώς πιο εύγλωττος. Η πρακτική ζητά ένα διαφορετικό είδος υπομονής: να μείνεις με το απλό γεγονός αυτού που συμβαίνει, στο σώμα και στη σιωπή γύρω του, αρκετά ώστε το γεγονός να δείξει το δικό του σχήμα.
Αφορισμός
Η εξήγηση σε κρατά μέσα στην ιστορία. Η παρατήρηση ανοίγει μια πόρτα στον τοίχο.
III. Σκέψη, Συναίσθημα, Επιθυμία, Φόβος
Πάρε τα ένα-ένα. Μια σκέψη φτάνει απρόσκλητη, τελειώνει την πρότασή της και φεύγει. Παρακολούθησε αρκετά και βλέπεις ότι κανείς δεν την συνέθεσε τη στιγμή που εμφανίστηκε. Ένα συναίσθημα έχει σώμα: ζεστασιά, ένα σφιγμένο στομάχι, μια ελαφρότητα κοντά στον λαιμό. Η επιθυμία γέρνει προς τα εμπρός. Γέρνει ολόκληρη τη στάση προς το αντικείμενό της, και η αίσθηση της ισορροπίας μετατοπίζεται μαζί της. Ο φόβος συστέλλεται. Οι ώμοι σηκώνονται, η αναπνοή κονταίνει, και ο οργανισμός προετοιμάζεται για κάτι που δεν έχει συμβεί.
Καθένα από αυτά αναδύεται, κρατά το σχήμα του για λίγο και φεύγει. Κανένα δεν μένει. Και αν κανένα δεν μένει, γίνεται δύσκολο να πεις ποιο από αυτά ήταν ποτέ το πρόσωπο που παρακολουθούσε.
Τίποτα εδώ δεν χρειάζεται να εξαναγκαστεί. Μια σκέψη που παρακολουθείται σε καλό φως χάνει λίγο από την εξουσία της, και ένα συναίσθημα στο οποίο δίνεται χώρος τείνει να περάσει. Ακόμα και ο φόβος, όταν κρατιέται ανοιχτά με σταθερή αναπνοή, δείχνει τον εαυτό του περισσότερο ως αίσθηση και ιστορία παρά ως ετυμηγορία. Ο νους συνεχίζει να παράγει το υλικό του. Αυτό που αλλάζει είναι ποιος φαίνεται να στέκεται μέσα σε αυτό.
Αφορισμός
Αυτό που έρχεται και φεύγει δεν μπορεί να είναι εκείνος που το βλέπει να έρχεται και να φεύγει.
IV. Το Τελευταίο Πράγμα που Πρέπει να Ιδωθεί
Η αίσθηση του «εγώ» είναι πεισματάρα. Οι σκέψεις είναι εύκολο να πιαστούν, όπως και οι διαθέσεις. Αλλά η αίσθηση ότι είσαι κάποιος, ένα κέντρο πίσω από τα μάτια στο οποίο συμβαίνουν τα πάντα, κρύβεται σε φως. Κάθεται τόσο κοντά που περνά για τον ίδιο τον παρατηρητή. Το να την αναζητάς είναι σαν να προσπαθείς να δεις τα ίδια σου τα μάτια χωρίς καθρέφτη.
Συχνά εμφανίζεται ως μια αμυδρή σύσφιξη, ένας τόνος στο σώμα, ένα μικρό «δικό μου» κολλημένο σε μια σκέψη. Ιδωμένη έτσι μοιάζει περισσότερο με δραστηριότητα παρά με αντικείμενο, μια χειρονομία που ο νους συνεχίζει να επαναλαμβάνει. Τι βρίσκεται από κάτω της θα το αφήσω ανοιχτό. Ο Βουδισμός και η Βεδάντα, προσεγγίζουν την ερώτηση από δύο πολύ διαφορετικές κατευθύνσεις, και αξίζει την πλήρη προσοχή τους. Προς το παρόν αρκεί να κοιτάξεις, και να αφήσεις το κοίταγμα να παραμείνει ημιτελές.
Ίσως βοηθά να θυμάσαι ότι αυτό είναι το αντικείμενο που περισσότερο αρνείται να παρακολουθηθεί, γιατί όλα τα άλλα στηρίζονται πάνω του. Αφαίρεσέ το, έστω για μια στιγμή, και το δωμάτιο μοιάζει παράξενα πλατύ. Κάποιοι γελάνε σε εκείνη τη στιγμή, άλλοι αισθάνονται ανησυχία. Και οι δύο αντιδράσεις αξίζουν να παρατηρηθούν, με την ίδια ήπια προσοχή που δίνεται σε μια αναπνοή.
Αφορισμός
Το μάτι δεν βρίσκεται ανάμεσα στα πράγματα που βλέπει. Συνέχισε να κοιτάς.
V. Σκουπίζοντας το Πάτωμα
Μια προειδοποίηση, λοιπόν. Ο νους είναι εξαιρετικός αφηγητής. Κάθεσαι, παρατηρείς, και μέσα σε δευτερόλεπτα μια φωνή σχολιάζει: τώρα παρατηρώ το άγχος, καλά, το κάνω σωστά, γιατί δεν είμαι πιο ήρεμος. Η παρακολούθηση έχει μετατραπεί σε ένα ακόμη στρώμα σκέψης. Δεν υπάρχει λόγος να το πολεμήσεις. Παρακολούθησε και τον αφηγητή, με την ίδια ευλυγισία που φέρνεις σε μια δύσκολη στάση: σταθερά, χωρίς ένταση.
Τίποτα από όλα αυτά δεν είναι ο προορισμός. Είναι ένα καθάρισμα, σαν να σκουπίζεις ένα πάτωμα πριν καθίσεις πάνω του. Αυτό που καθαρίζει είναι στην αρχή δύσκολα αντιληπτό. Μια λεπτή σιωπή κάτω από τον θόρυβο, μια ακινησία που ήταν εκεί από πάντα, περιμένοντας να αραιώσει η ακαταστασία. Για εκείνη τη σιωπή θα μιλήσει το επόμενο υποκεφάλαιο.
Αυτό που μένει μετά δεν είναι δραματικό. Ένα πρωινό με περισσότερο φως ίσως. Ένα σώμα που κρατά την ισορροπία του λίγο πιο εύκολα, ένας νους που διακόπτει τον εαυτό του λιγότερο συχνά. Η πρακτική μόνο προετοιμάζει το έδαφος, και το έδαφος είναι υπομονετικό.
Αφορισμός
Σκούπισε το πάτωμα. Η ησυχία καθόταν ήδη εκεί.
Το Κενό στον Νταοϊσμό, τον Σουφισμό και τον Χριστιανικό Αποφατισμό
Τρία Ποτάμια, Ένας Ωκεανός του Αγνώστου
Ι. Το Κοίλωμα της Χύτρας
Κάθισε στην έρημο το μεσημέρι και το πρώτο που σε χτυπάει είναι πόσο λίγα υπάρχουν. Άμμος, ζέστη στα βλέφαρα, ένας ουρανός χωρίς άκρες. Ο νους, συνηθισμένος να τρέφεται, ανησυχεί, και ύστερα από λίγο ησυχάζει.
Ο Λάο Τσε γνώριζε αυτή την ησυχία. Έδειξε μια χύτρα και είπε ότι η χρησιμότητά της ζει στο κενό στο κέντρο της. Ο πηλός φτιάχνει τα τοιχώματα· το κοίλωμα φτιάχνει τη χύτρα. Ου, μη-ον. Σου, κενότητα. Οι παλιοί νταοϊστές δεν τρόμαξαν με αυτές τις λέξεις. Παρατηρούσαν τα δέκα χιλιάδες πράγματα να αναδύονται από εκείνο το τίποτα όπως μια αμμολοφιά αναδύεται από τον άνεμο, χωρίς κανείς να το αποφασίζει.
Τίποτα στην έρημο δεν ζητά να εξηγηθεί. Ο άνεμος κινεί την άμμο και η άμμος αφήνει τον εαυτό της να κινηθεί. Ένας άνθρωπος που το έχει παρατηρήσει αρκετά αρχίζει να υποψιάζεται ότι η δική του προσπάθεια ήταν το λιγότερο απαραίτητο πράγμα στην εικόνα. Λιγότερο από αυτόν, περισσότερο από αυτό που είναι.
Υπάρχει μια ανακούφιση σε αυτό που είναι δύσκολο να εξηγηθεί σε όποιον ακόμα κρατιέται. Τίποτα δεν χρειάζεται να χτιστεί. Το κέντρο δεν του έλειπε ποτέ τίποτα.
Αφορισμός
Το κοίλωμα είναι το μέρος της χύτρας από το οποίο πίνεις. Σταμάτα να το γεμίζεις.
ΙΙ. Άμμος Χωρίς Ίχνη
Ρουμί, Ιμπν Αραμπί, Ραμπία: τρεις φωνές, τρεις χαρακτήρες, και ένας παράξενος ισχυρισμός. Το εγώ μπορεί να καεί. Οι Σούφι το ονόμασαν φανά, εξάλειψη μέσα στο Θείο, και δεν μιλούσαν γι’ αυτό ως απώλεια. Φαντάσου μια νύχτα στους αμμόλοφους όταν τα αστέρια κατεβαίνουν τόσο πυκνά που αυτός που κοιτάζει χάνεται μέσα στο κοίταγμα.
Ύστερα έρχεται το μπακά. Κάτι μένει, ή μάλλον Κάποιος μένει. Το εγώ έχει φύγει και η επίγνωση είναι γεμάτη, βαριά από Παρουσία, από αγάπη, από λαχτάρα. Η λαχτάρα δεν σταματά στο κατώφλι του άδειου δωματίου. Γίνεται το δωμάτιο.
Ο Ιμπν Αραμπί και η Ραμπία και ο Ρουμί βρήκαν ο καθένας τις δικές του λέξεις γι’ αυτό, και οι λέξεις δεν ήταν ποτέ αρκετές. Δεν φαίνεται να τους ένοιαζε. Ένας εραστής δεν χρειάζεται η πρόταση να είναι ολοκληρωμένη.
Όποιος έχει αδειάσει με αυτόν τον τρόπο σταματά να ζητά να γεμίσει, και βρίσκει ότι είναι ήδη γεμάτος.
Αφορισμός
Αυτό που το εγώ αφήνει να φύγει, η αγάπη έρχεται να κατοικήσει. Ήταν αυτό που το εγώ άπλωνε το χέρι να πιάσει από την αρχή.
ΙΙΙ. Ένα Σκοτάδι Πιο Φωτεινό από το Φως
Ο Ψευδο-Διονύσιος έγραψε για ένα θεϊκό σκοτάδι πιο φωτεινό από κάθε φως. Ο Μέιστερ Έκχαρτ και ο Άγιος Ιωάννης του Σταυρού μπήκαν μέσα του και γύρισαν πίσω με λίγες λέξεις. Το σύννεφο της άγνοιας μένει εκεί που είναι. Το εισέρχεσαι· δεν το καθαρίζεις. Σκέψου να περπατάς σε μια έρημο νύχτα χωρίς λυχνάρι και να αφήνεις τα μάτια να μάθουν αργά τι κρατάει το σκοτάδι.
Το φως έρχεται αργότερα, αν έρθει. Πρώτα υπάρχει το μη-βλέπειν, και η προθυμία να μείνεις μέσα του. Τίποτα στην έρημο νύχτα δεν λογομαχεί μαζί σου. Τα αστέρια είναι εκεί, και το κρύο, και η δική σου αναπνοή που βγαίνει και ξαναμπαίνει.
Τα παλιά κείμενα μιλούν για μια γυμνή πρόθεση αγάπης. Γυμνή: χωρίς έννοιες, χωρίς εικόνες, τίποτα κρατημένο ανάμεσα σε αυτόν που απλώνει το χέρι και σε ό,τι αγγίζεται. Ο νους συνεχίζει να προσφέρει εικόνες του Θεού, και το έργο είναι να αφήνεις την καθεμιά κάτω, απαλά, σαν πετραδάκι που έχει τινάξει από το παπούτσι. Αυτό που μένει δεν μπορεί να ονομαστεί. Μπορεί να στραφεί κανείς προς αυτό.
Αφορισμός
Όταν κάθε εικόνα του Θεού έχει αφεθεί κάτω, το άπλωμα του χεριού συνεχίζεται. Το όνομά του είναι αγάπη.
ΙV. Τρεις Καραβάνια, Μια Άμμος
Βάλε τις τρεις παραδόσεις δίπλα-δίπλα και εμφανίζονται οι ίδιες κινήσεις, σαν καραβάνια που φεύγουν από διαφορετικά πηγάδια και διασχίζουν τους ίδιους αμμόλοφους. Πρώτα μια άρνηση: ένα όνομα που αρνείται, μια εικόνα που αρνείται, ένα εγώ που αρνείται. Ύστερα η εγκατάλειψη εκείνου του μέρους μας που αρπάζει, που θέλει να φτάσει κάπου και να είναι κάποιος στην άφιξη. Ύστερα το ίδιο το τίποτα, που αποδεικνύεται ζωντανό. Όποιος έχει ξαπλώσει κάτω από έναν ουρανό ερήμου τη νύχτα ξέρει πώς νιώθει αυτό. Το κενό είναι γεμάτο από παρουσία. Η σιωπή φαίνεται να ακούει.
Ο χρόνος συμπεριφέρεται παράξενα εκεί. Μια ώρα στην άμμο δεν έχει μήκος. Αναπνοή, ουρανός, ζέστη, το μακρύ απόγευμα· ο ταξιδιώτης σταματά να ρωτά πότε θα φτάσει, και βρίσκει ότι έφτανε όλη μέρα.
Και η αγάπη. Σε καθεμία από τις τρεις είναι η υφή του κενού, ο κόκκος του υφάσματος, και κανένα δώρο τυλιγμένο και παραδομένο μετά την ολοκλήρωση του αδειάσματος. Οι θεολογίες διαφωνούν σχεδόν για όλα τα άλλα, για το ποιος ή τι περιμένει στο κέντρο, για το πώς άρχισε ο κόσμος. Ωστόσο το κοίλωμα νιώθει το ίδιο.
Αφορισμός
Τρία ποτάμια, τρία βουνά. Το ίδιο αλάτι στο στόμα.
V. Η Μαρτυρία της Σιωπής
Γιατί να μετράει κάτι από όλα αυτά; Επειδή αυτοί οι άνθρωποι δεν συναντήθηκαν ποτέ. Διαφορετικές γλώσσες, διαφορεικές γραφές, διαφορετικοί αιώνες, διαφορετικές ιδέες για το τι είναι ο κόσμος και ποιος τον έφτιαξε. Κανείς δεν συντόνισε τις αναφορές τους. Ωστόσο οι αναφορές ομοιοκαταληκτούν.
Ένας ταξιδιώτης επιστρέφει από μια μακρινή χώρα με μια περιγραφή που ταιριάζει με ό,τι ένας δεύτερος και ένας τρίτος ταξιδιώτης, ξεκινώντας χωριστά, έφεραν επίσης πίσω. Δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι η χώρα υπάρχει. Η συμφωνία είναι η ίδια ένα είδος μαρτυρίας, και αξίζει να ληφθεί σοβαρά υπόψη. Δεν θα διευθετήσει τίποτα σε εργαστήριο, και ποτέ δεν προοριζόταν γι’ αυτό. Ζητά λίγη ειλικρίνεια για το πόσο απίθανη θα ήταν μια τέτοια συμφωνία αν δεν υπήρχε τίποτα εκεί.
Ο σκεπτικιστής έχει δίκιο να θέλει περισσότερα. Αλλά μια σύγκλιση τόσο επίμονη, σε τόση απόσταση, δεν μοιάζει με ατύχημα, και δεν μοιάζει με μόδα. Μοιάζει με ανθρώπους που αναφέρουν τον ίδιο καιρό.
Το δειλινό η ζέστη φεύγει από την άμμο και ο ουρανός γεμίζει αργά. Μπορείς να λογομαχήσεις γι’ αυτό, ή μπορείς να καθίσεις.
Αφορισμός
Όπου άσχετοι αναζητητές φτάνουν στην ίδια σιωπή, η σιωπή αξίζει να ακουστεί.
Ι. Το Κοίλωμα της Χύτρας
Κάθισε στην έρημο το μεσημέρι και το πρώτο που σε χτυπάει είναι πόσο λίγα υπάρχουν. Άμμος, ζέστη στα βλέφαρα, ένας ουρανός χωρίς άκρες. Ο νους, συνηθισμένος να τρέφεται, ανησυχεί, και ύστερα από λίγο ησυχάζει.
Ο Λάο Τσε γνώριζε αυτή την ησυχία. Έδειξε μια χύτρα και είπε ότι η χρησιμότητά της ζει στο κενό στο κέντρο της. Ο πηλός φτιάχνει τα τοιχώματα· το κοίλωμα φτιάχνει τη χύτρα. Ου, μη-ον. Σου, κενότητα. Οι παλιοί νταοϊστές δεν τρόμαξαν με αυτές τις λέξεις. Παρατηρούσαν τα δέκα χιλιάδες πράγματα να αναδύονται από εκείνο το τίποτα όπως μια αμμολοφιά αναδύεται από τον άνεμο, χωρίς κανείς να το αποφασίζει.
Τίποτα στην έρημο δεν ζητά να εξηγηθεί. Ο άνεμος κινεί την άμμο και η άμμος αφήνει τον εαυτό της να κινηθεί. Ένας άνθρωπος που το έχει παρατηρήσει αρκετά αρχίζει να υποψιάζεται ότι η δική του προσπάθεια ήταν το λιγότερο απαραίτητο πράγμα στην εικόνα. Λιγότερο από αυτόν, περισσότερο από αυτό που είναι.
Υπάρχει μια ανακούφιση σε αυτό που είναι δύσκολο να εξηγηθεί σε όποιον ακόμα κρατιέται. Τίποτα δεν χρειάζεται να χτιστεί. Το κέντρο δεν του έλειπε ποτέ τίποτα.
Αφορισμός
Το κοίλωμα είναι το μέρος της χύτρας από το οποίο πίνεις. Σταμάτα να το γεμίζεις.
ΙΙ. Άμμος Χωρίς Ίχνη
Ρουμί, Ιμπν Αραμπί, Ραμπία: τρεις φωνές, τρεις χαρακτήρες, και ένας παράξενος ισχυρισμός. Το εγώ μπορεί να καεί. Οι Σούφι το ονόμασαν φανά, εξάλειψη μέσα στο Θείο, και δεν μιλούσαν γι’ αυτό ως απώλεια. Φαντάσου μια νύχτα στους αμμόλοφους όταν τα αστέρια κατεβαίνουν τόσο πυκνά που αυτός που κοιτάζει χάνεται μέσα στο κοίταγμα.
Ύστερα έρχεται το μπακά. Κάτι μένει, ή μάλλον Κάποιος μένει. Το εγώ έχει φύγει και η επίγνωση είναι γεμάτη, βαριά από Παρουσία, από αγάπη, από λαχτάρα. Η λαχτάρα δεν σταματά στο κατώφλι του άδειου δωματίου. Γίνεται το δωμάτιο.
Ο Ιμπν Αραμπί και η Ραμπία και ο Ρουμί βρήκαν ο καθένας τις δικές του λέξεις γι’ αυτό, και οι λέξεις δεν ήταν ποτέ αρκετές. Δεν φαίνεται να τους ένοιαζε. Ένας εραστής δεν χρειάζεται η πρόταση να είναι ολοκληρωμένη.
Όποιος έχει αδειάσει με αυτόν τον τρόπο σταματά να ζητά να γεμίσει, και βρίσκει ότι είναι ήδη γεμάτος.
Αφορισμός
Αυτό που το εγώ αφήνει να φύγει, η αγάπη έρχεται να κατοικήσει. Ήταν αυτό που το εγώ άπλωνε το χέρι να πιάσει από την αρχή.
ΙΙΙ. Ένα Σκοτάδι Πιο Φωτεινό από το Φως
Ο Ψευδο-Διονύσιος έγραψε για ένα θεϊκό σκοτάδι πιο φωτεινό από κάθε φως. Ο Μέιστερ Έκχαρτ και ο Άγιος Ιωάννης του Σταυρού μπήκαν μέσα του και γύρισαν πίσω με λίγες λέξεις. Το σύννεφο της άγνοιας μένει εκεί που είναι. Το εισέρχεσαι· δεν το καθαρίζεις. Σκέψου να περπατάς σε μια έρημο νύχτα χωρίς λυχνάρι και να αφήνεις τα μάτια να μάθουν αργά τι κρατάει το σκοτάδι.
Το φως έρχεται αργότερα, αν έρθει. Πρώτα υπάρχει το μη-βλέπειν, και η προθυμία να μείνεις μέσα του. Τίποτα στην έρημο νύχτα δεν λογομαχεί μαζί σου. Τα αστέρια είναι εκεί, και το κρύο, και η δική σου αναπνοή που βγαίνει και ξαναμπαίνει.
Τα παλιά κείμενα μιλούν για μια γυμνή πρόθεση αγάπης. Γυμνή: χωρίς έννοιες, χωρίς εικόνες, τίποτα κρατημένο ανάμεσα σε αυτόν που απλώνει το χέρι και σε ό,τι αγγίζεται. Ο νους συνεχίζει να προσφέρει εικόνες του Θεού, και το έργο είναι να αφήνεις την καθεμιά κάτω, απαλά, σαν πετραδάκι που έχει τινάξει από το παπούτσι. Αυτό που μένει δεν μπορεί να ονομαστεί. Μπορεί να στραφεί κανείς προς αυτό.
Αφορισμός
Όταν κάθε εικόνα του Θεού έχει αφεθεί κάτω, το άπλωμα του χεριού συνεχίζεται. Το όνομά του είναι αγάπη.
ΙV. Τρεις Καραβάνια, Μια Άμμος
Βάλε τις τρεις παραδόσεις δίπλα-δίπλα και εμφανίζονται οι ίδιες κινήσεις, σαν καραβάνια που φεύγουν από διαφορετικά πηγάδια και διασχίζουν τους ίδιους αμμόλοφους. Πρώτα μια άρνηση: ένα όνομα που αρνείται, μια εικόνα που αρνείται, ένα εγώ που αρνείται. Ύστερα η εγκατάλειψη εκείνου του μέρους μας που αρπάζει, που θέλει να φτάσει κάπου και να είναι κάποιος στην άφιξη. Ύστερα το ίδιο το τίποτα, που αποδεικνύεται ζωντανό. Όποιος έχει ξαπλώσει κάτω από έναν ουρανό ερήμου τη νύχτα ξέρει πώς νιώθει αυτό. Το κενό είναι γεμάτο από παρουσία. Η σιωπή φαίνεται να ακούει.
Ο χρόνος συμπεριφέρεται παράξενα εκεί. Μια ώρα στην άμμο δεν έχει μήκος. Αναπνοή, ουρανός, ζέστη, το μακρύ απόγευμα· ο ταξιδιώτης σταματά να ρωτά πότε θα φτάσει, και βρίσκει ότι έφτανε όλη μέρα.
Και η αγάπη. Σε καθεμία από τις τρεις είναι η υφή του κενού, ο κόκκος του υφάσματος, και κανένα δώρο τυλιγμένο και παραδομένο μετά την ολοκλήρωση του αδειάσματος. Οι θεολογίες διαφωνούν σχεδόν για όλα τα άλλα, για το ποιος ή τι περιμένει στο κέντρο, για το πώς άρχισε ο κόσμος. Ωστόσο το κοίλωμα νιώθει το ίδιο.
Αφορισμός
Τρία ποτάμια, τρία βουνά. Το ίδιο αλάτι στο στόμα.
V. Η Μαρτυρία της Σιωπής
Γιατί να μετράει κάτι από όλα αυτά; Επειδή αυτοί οι άνθρωποι δεν συναντήθηκαν ποτέ. Διαφορετικές γλώσσες, διαφορεικές γραφές, διαφορετικοί αιώνες, διαφορετικές ιδέες για το τι είναι ο κόσμος και ποιος τον έφτιαξε. Κανείς δεν συντόνισε τις αναφορές τους. Ωστόσο οι αναφορές ομοιοκαταληκτούν.
Ένας ταξιδιώτης επιστρέφει από μια μακρινή χώρα με μια περιγραφή που ταιριάζει με ό,τι ένας δεύτερος και ένας τρίτος ταξιδιώτης, ξεκινώντας χωριστά, έφεραν επίσης πίσω. Δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι η χώρα υπάρχει. Η συμφωνία είναι η ίδια ένα είδος μαρτυρίας, και αξίζει να ληφθεί σοβαρά υπόψη. Δεν θα διευθετήσει τίποτα σε εργαστήριο, και ποτέ δεν προοριζόταν γι’ αυτό. Ζητά λίγη ειλικρίνεια για το πόσο απίθανη θα ήταν μια τέτοια συμφωνία αν δεν υπήρχε τίποτα εκεί.
Ο σκεπτικιστής έχει δίκιο να θέλει περισσότερα. Αλλά μια σύγκλιση τόσο επίμονη, σε τόση απόσταση, δεν μοιάζει με ατύχημα, και δεν μοιάζει με μόδα. Μοιάζει με ανθρώπους που αναφέρουν τον ίδιο καιρό.
Το δειλινό η ζέστη φεύγει από την άμμο και ο ουρανός γεμίζει αργά. Μπορείς να λογομαχήσεις γι’ αυτό, ή μπορείς να καθίσεις.
Αφορισμός
Όπου άσχετοι αναζητητές φτάνουν στην ίδια σιωπή, η σιωπή αξίζει να ακουστεί.
Πρακτικές Έκστασης και ο Σύγχρονος Σκεπτικισμός απέναντι στον Εαυτό
(Η Έκσταση και οι Δυσφορίες της: Τι Συμβαίνει Όταν το Εγώ Διαλύεται)
Η Έκσταση και οι Αντιφάσεις της: Τι Συμβαίνει όταν ο Εαυτός Διαλύεται
Τεχνολογίες Διάλυσης: Πώς η Αναπνοή, ο Ρυθμός και η Περιστροφή Αποδομούν τον Εαυτό
Πιο Άμεσα από τον Λόγο: Τι Συμβαίνει όταν η Γλώσσα Καταρρέει
Θεσμοθετημένη Έκσταση: Ποιος Ερμηνεύει αυτό που δεν Μπορεί να Επαληθευτεί
Γιατί η Έκσταση Φέρνει σε Δύσκολη Θέση τη Θρησκεία
Άδεια να Εγκαταλείψεις τον Εαυτό σου: Έκσταση (Trance), Κατάληψη και Τελετουργία σε Διαφορετικές Παραδόσεις
1 — Το Αρχειοθέσιο της Νεωτερικότητας
Ένας άνθρωπος στέκεται σε μια αίθουσα με την δεξιά παλάμη στραμμένη προς τον ουρανό και την αριστερή προς τη γη, και αρχίζει να γυρίζει. Στην αρχή είναι απλώς ένα σώμα που περιστρέφεται, ένας άνθρωπος που κάνει κάτι ασυνήθιστο και δύσκολο. Η φούστα ανοίγει. Τα μάτια μαλακώνουν και παύουν να κοιτάζουν κάτι συγκεκριμένο. Μετά από μερικά λεπτά, αυτός που γυρίζει δεν είναι πλέον ξεκάθαρα εκεί. Κάτι γυρίζει, και το ερώτημα ποιος το κάνει έχει γίνει παράξενα δύσκολο να απαντηθεί, ίσως ακόμη και να τεθεί.
Όποιος το παρακολουθεί έχει μια αντίδραση πριν έχει μια σκέψη. Μπορεί να είναι γοητεία, ή αμηχανία, ή η αμυδρή υπεροχή κάποιου που ξέρει πώς λειτουργούν τέτοια πράγματα. Έρχεται γρήγορα και κουβαλά μέσα της ένα συμπέρασμα: αυτό είναι ψυχολογία, ή παράσταση, ή θέαμα.
Αυτές οι τρεις λέξεις σχηματίζουν το σύστημα αρχειοθέτησης με το οποίο ο σύγχρονος πολιτισμός ταξινομεί τις εκστατικές καταστάσεις: έκσταση, αρπαγή, πνευματική κατοχή, ο χορός που συνεχίζεται μέχρι ο χορευτής να μην τον διευθύνει πλέον. Κάθε κατηγορία ακούγεται περιγραφική, αλλά καθεμιά είναι μια ετυμηγορία. Το να αποκαλέσεις μια κατάσταση ψυχολογική σημαίνει να πεις ότι τίποτα δεν συναντήθηκε, μόνο κάτι παρήχθη. Το να την αποκαλέσεις παράσταση σημαίνει να αμφισβητήσεις την ειλικρίνεια του ατόμου που την βιώνει. Το να την αποκαλέσεις θέαμα σημαίνει να τοποθετήσεις όλο το ζήτημα έξω, ως κάτι που παρακολουθείται και ποτέ δεν εισέρχεται κανείς σε αυτό. Κάθε ετικέτα αρνείται εκ των προτέρων ότι μπορεί να συνέβη το ένα πράγμα που ισχυρίζονται οι ασκούμενοι. Η αρχειοθέτηση ολοκληρώνεται πριν αρχίσει οποιαδήποτε εξέταση.
Η κλίμακα αυτού που αρχειοθετείται καθιστά αυτό πιο παράξενο. Η εκστατική πρακτική δεν είναι ένα εκκεντρικό απόσπασμα της θρησκευτικής ιστορίας. Με τη μία ή την άλλη μορφή εμφανίζεται σχεδόν σε κάθε παράδοση που έχει καταγραφεί, ανάμεσα σε λαούς χωρίς επαφή μεταξύ τους και με θεολογίες που συμφωνούν σχεδόν σε τίποτα. Όταν κάτι επαναλαμβάνεται τόσο ευρέως, περιμένει κανείς περιέργεια. Η πιο συνηθισμένη αντίδραση είναι η υποψία, και η υποψία χρειάζεται εξήγηση όσο και η ίδια η πρακτική. Αν σχεδόν κάθε ανθρώπινος πολιτισμός έχει βρει τον δρόμο του προς αυτές τις καταστάσεις, ίσως είναι το σύστημα αρχειοθέτησης, και όχι το φαινόμενο, που αποτελεί την ανωμαλία.
Η υποψία στηρίζεται σε μια εικόνα του εαυτού: ένα σταθερό, παρατηρούν, ορθολογικό μυαλό, το όργανο μέσω του οποίου πρέπει να περάσει οτιδήποτε αληθινό. Η διαύγεια είναι το σημάδι ενός αξιόπιστου γνωρίζοντος. Ακολουθεί ότι οποιαδήποτε κατάσταση στην οποία αυτό το μυαλό υποχωρεί μπορεί να είναι μόνο δυσλειτουργία, μια προσωρινή απώλεια της ικανότητας που καθιστά δυνατή τη γνώση. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, η «γνήσια συνάντηση» είναι μια κατηγορία που μόλις και μετά βίας μπορεί να τεθεί, γιατί μια συνάντηση που συμβαίνει ενώ ο παρατηρητής είναι μειωμένος δεν έχει κανέναν παρόντα να την πιστοποιήσει.
Κοίτα τι κάνει αυτό. Η σκεπτικιστική στάση απέναντι στην έκσταση φαίνεται να είναι ένα συμπέρασμα που προκύπτει από στοιχεία, ενώ στην πραγματικότητα είναι πιο κοντά σε συνέπεια μιας υπόθεσης για το τι είναι ο εαυτός και για τι χρησιμεύει. Και η υπόθεση δεν είναι ουδέτερη. Το να υποστηρίζεις ότι η διαύγεια είναι ο μόνος αξιόπιστος τρόπος γνώσης είναι το ίδιο μια θέση, με τις δικές της δεσμεύσεις σχετικά με το μυαλό και τις πηγές της αλήθειας. Η υποψία είναι μια στάση, και μπορεί να εξεταστεί όπως οποιαδήποτε άλλη.
Έπειτα υπάρχει το άβολο γεγονός ότι κάθε αξιολόγηση απαιτεί κάποιον να την κάνει. Δεν μπορούμε να εξετάσουμε αυτές τις καταστάσεις χωρίς έναν εαυτό που εξετάζει, και οι καταστάσεις ορίζονται από τη χαλάρωση αυτού του εαυτού. Ο κριτής είναι το ίδιο το πράγμα που δικάζεται, ή αλλιώς το ίδιο το πράγμα που απουσιάζει από τη σκηνή που κρίνεται.
Έτσι το έργο εδώ δεν είναι να αποδείξουμε ότι η έκσταση είναι «πραγματική». Αυτή η απαίτηση κουβαλά την ετυμηγορία της μέσα της. Το έργο είναι να παρατηρήσουμε τι προϋποθέτουμε όταν την αποκαλούμε μη πραγματική, και να ρωτήσουμε αν ο εαυτός που εμπιστευόμαστε να αποφασίσει είναι ένα όργανο μέσω του οποίου πρέπει να περάσει η αλήθεια, ή ένα εμπόδιο που η αλήθεια πρέπει μερικές φορές να παρακάμψει.
Θα μπορούσε κανείς να ξεκινήσει με την ίδια την αντίδραση του αναγνώστη. Φαντάσου, χωρίς μεγάλη σοβαρότητα, να χάνεις τον έλεγχο του εαυτού σου μέσα σε ένα πλήθος, σε ρυθμό και θόρυβο, με το όνομά σου και τις σκέψεις σου να πέφτουν μακριά. Είναι η αντίδραση φόβος, λαχτάρα, περιφρόνηση, ή κάποιο ανήσυχο μείγμα; Αυτή η αντίδραση είναι το πρώτο κομμάτι δεδομένων, που συλλέχθηκε πριν αρχίσει οποιοδήποτε επιχείρημα. Αλλά πριν μπορέσουμε να πούμε τι περιέχει το αρχειοθέσιο, πρέπει να κοιτάξουμε τι πραγματικά αρχειοθετείται. Τι κάνουν αυτές οι πρακτικές;
2 — Οι Τεχνολογίες της Απελευθέρωσης
Οι πρακτικές οι ίδιες είναι συγκεκριμένες. Δεν είναι, κατά πρώτο λόγο, πεποιθήσεις. Είναι πράγματα που γίνονται με το σώμα.
Στο Μεβλεβί σεμά, το στροβίλισμα είναι μια πειθαρχία, που διδάσκεται και εξασκείται επί χρόνια. Ο στρόβιλος σταθεροποιεί το βλέμμα, κυβερνά την αναπνοή και διατηρεί μια σταθερή περιστροφή που το σώμα τελικά μαθαίνει να συντηρεί με λίγη συνειδητή προσπάθεια. Η περιστροφή γίνεται μέθοδος για τη χαλάρωση της συνηθισμένης αυτοσυνείδησης, του αδιάκοπου παρασκηνιακού σχολιασμού με τον οποίο ένας άνθρωπος παρακολουθεί τον εαυτό του να είναι άνθρωπος.
Στη πεντηκοστιανή και χαρισματική λατρεία, το ρήγμα έρχεται στη γλώσσα. Η ομιλία, το συνηθισμένο μέσο του σκεπτόμενου εαυτού, διαλύεται σε ήχους που δεν φέρουν καμία λεξιλογική σημασία. Όσοι την ασκούν συχνά περιγράφουν το αποτέλεσμα ως πιο άμεσο από την ομιλία, σαν να έχει αφαιρεθεί ένας ενδιάμεσος.
Στην σαμανική πρακτική, που βρίσκεται σε αμέτρητες ιθαγενείς παραδόσεις, η συνηθισμένη ταυτότητα του ασκούμενου μετατοπίζεται, αν και δεν καταστρέφεται, για να δημιουργήσει χώρο για επαφή με άλλες πραγματικότητες. Το άτομο αναμένεται ακόμη να επιστρέψει, και να φέρει κάτι πίσω.
Τοποθετημένες δίπλα-δίπλα, αυτές οι πρακτικές μοιράζονται μια δομή. Η αναπνοή αλλοιώνεται, επιβραδύνεται ή επιταχύνεται ή κρατιέται σε μοτίβο. Κάποιος ρυθμός επαναλαμβάνεται, στο τύμπανο, τη ψαλμωδία, τον χτύπο των ποδιών. Το σώμα ωθείται σε παρατεταμένη προσπάθεια μέχρι οι συνηθισμένες συνήθειες του μυαλού να υποχωρήσουν. Και όλα αυτά συμβαίνουν μέσα σε ένα κοινωνικό και τελετουργικό πλαίσιο που λέει: εδώ, τώρα, αυτό επιτρέπεται.
Κάθε στοιχείο δρα στην προσοχή με τον δικό του τρόπο. Η αναπνοή δένει το μυαλό με την αρχαιότερη λειτουργία του σώματος. Ο ρυθμός δίνει στην προσοχή κάτι να ιππεύσει, ώστε να σταματήσει να κυνηγά. Η προσπάθεια εξαντλεί τις ικανότητες που κρατούν τον σχολιασμό σε λειτουργία. Ακόμη και ένας άνθρωπος που δεν έχει βρεθεί ποτέ σε έκσταση γνωρίζει κάτι από αυτό. Όποιος έχει περπατήσει μέχρι οι σκέψεις του να ησυχάσουν, ή έχει επαναλάβει μια φράση μέχρι να χάσει τη σημασία της, ή έχει καθίσει με έναν χτύπο τυμπάνου αρκετά ώστε ο χρόνος να χαλαρώσει, έχει αγγίξει την άκρη της επικράτειας.
Η άδεια είναι ο παράγοντας που παραβλέπεται πιο εύκολα. Τείνουμε να φανταζόμαστε ότι ο εαυτός αφήνεται μέσω κάποιου εσωτερικού γεγονότος, μιας παράδοσης ή μιας συντριπτικής δύναμης. Οι πρακτικές υποδηλώνουν κάτι πιο ταπεινό: ο εαυτός αφήνεται όταν του επιτρέπεται. Ένα πλήθος που το περιμένει, ένας ηγέτης που το επικυρώνει, μια τελετουργία που το πλαισιώνει ως ασφαλές, όλα καθιστούν δυνατό αυτό που η μοναχική προσπάθεια σπάνια επιτυγχάνει. Ο εαυτός δεν διαλύεται απλώς από πεποίθηση. Απελευθερώνεται από συνθήκες, και αυτές οι συνθήκες είναι σε μεγάλο βαθμό σωματικές και κοινοτικές.
Αυτό είναι ένας ήσυχος αλλά μεγάλος ισχυρισμός. Αν η διάλυση μπορεί να ασκηθεί, να επαναληφθεί και να διδαχθεί, τότε είναι δεξιότητα μάλλον παρά ατύχημα, και ο συνηθισμένος εαυτός είναι κάτι που πρέπει να κρατιέται ενωμένο. Τι είναι αυτό το κράτημα; Ποια σταθερή προσπάθεια κρατά έναν άνθρωπο συνεκτικό από τη μία στιγμή στην άλλη, τόσο σταθερή που περνά απαρατήρητη μέχρι οι πρακτικές να τη διακόψουν;
Εδώ εμφανίζεται μια ένταση. Οι παραδόσεις συνήθως περιγράφουν αυτές τις καταστάσεις ως ληφθείσες: ως χάρη, ως επίσκεψη, ως κάτι που έρχεται πάνω σε έναν άνθρωπο. Ωστόσο οι καταστάσεις παράγονται αξιόπιστα με τεχνική. Δεν μπορεί κανείς εύκολα να πει ότι είναι αυθόρμητες και ταυτόχρονα ότι ένας επιδέξιος δάσκαλος μπορεί να φέρει έναν αρχάριο σε αυτές σε λίγες ώρες τυμπάνων. Ίσως και οι δύο περιγραφές είναι αληθινές σε διαφορετικά επίπεδα: η τεχνική προετοιμάζει, και κάτι άλλο φτάνει. Ή ίσως η γλώσσα του «ληφθέντος» είναι ένας τρόπος να μιλήσει κανείς για αυτό που η τεχνική δεν μπορεί να εξηγήσει από μέσα. Το ερώτημα παραμένει ανοιχτό.
Αυτό που μας δίνει η κοινόχρηστη δομή είναι ένα πώς. Δεν μας δίνει ένα τι. Τώρα ξέρουμε κάτι για τις προϋποθέσεις αυτών των καταστάσεων, τη σωματική και κοινωνική σκαλωσιά από την οποία εξαρτάται ο συνηθισμένος εαυτός. Δεν ξέρουμε τι συμβαίνει όταν αυτή η σκαλωσιά αφαιρείται, ή τι, αν κάτι, συναντιέται. Και παραμένει ένα περαιτέρω αίνιγμα. Αν η μέθοδος είναι κοινή σε όλες αυτές τις παραδόσεις, γιατί δεν είναι και η ερμηνεία; Ο δερβίσης, ο πεντηκοστιανός και ο σαμάνος κάνουν περίπου τα ίδια πράγματα και τα εξηγούν με τρόπους που δεν μπορούν όλοι να είναι αληθινοί μαζί.
3 — Μία Επικράτεια, Ασύμβατοι Χάρτες
Ο Σούφι μιλά για αφανισμό στον Θεό. Ο πεντηκοστιανός μιλά για γέμισμα με το Άγιο Πνεύμα. Ο σαμάνος μιλά για ένα πνεύμα που εισέρχεται, ή για την ψυχή που ταξιδεύει έξω σε άλλους κόσμους. Αυτές δεν είναι τρεις διατυπώσεις ενός δόγματος. Υποθέτουν διαφορετικούς θεούς ή κανέναν, διαφορετικές δομές πραγματικότητας, διαφορετικές απαντήσεις στο ερώτημα ποιος ενεργεί και ποιος δέχεται την ενέργεια. Και όμως η προετοιμασία είναι παρόμοια, και οι περιγραφές της εμπειρίας, σε διάκριση από την ερμηνεία της, είναι κατά καιρούς παράξενα κοντινές: απώλεια του συνηθισμένου ορίου, αίσθηση ότι κινείται κανείς μάλλον παρά ότι κινεί, αίσθημα επαφής που δεν χωρά σε συνηθισμένες λέξεις.
Υπάρχουν τρεις τρόποι να το διαβάσει κανείς αυτό.
Ο πρώτος υποστηρίζει ότι η εμπειρία είναι μόνο εγκέφαλος και σώμα. Οι καταστάσεις είναι πραγματικά γεγονότα στο νευρικό σύστημα, οι θεολογίες είναι προβολές που τοποθετούνται πάνω τους, και η απόκλιση των θεολογιών είναι ακριβώς αυτό που θα περίμενε κανείς αν τίποτα άλλο παρά φυσιολογία βρισκόταν από κάτω. Ο δεύτερος υποστηρίζει ότι μία παράδοση έχει δίκιο και οι υπόλοιπες λάθος, μια θέση που κάθε παράδοση τείνει να κρατά για τον εαυτό της, και που δεν μπορεί να κριθεί από έξω. Ο τρίτος υποστηρίζει ότι η εμπειρία προηγείται της ερμηνείας, ότι κάθε θεολογία είναι ένας χάρτης που σχεδιάζεται μετά το γεγονός μιας επικράτειας που υπερβαίνει κάθε χάρτη, και ότι η ασυμβατότητα των χαρτών αντανακλά τα όρια της χαρτογράφησης και όχι απαραίτητα την απουσία εδάφους.
Η τρίτη ανάγνωση μου φαίνεται η πιο ειλικρινής, αν και δεν μπορεί να διεκδικηθεί ως αποδεδειγμένη. Αυτό που μπορεί να δειχθεί αφορά τον πρώτο. Ο ισχυρισμός ότι «είναι μόνο ψυχολογία» δεν είναι η απουσία χάρτη. Είναι χάρτης. Λέει τι είναι η επικράτεια, δηλαδή ένα σύνολο διαδικασιών σε έναν εγκέφαλο, και το λέει με μια αυτοπεποίθηση που υπερβαίνει αυτό που οι ίδιες οι διαδικασίες αποκαλύπτουν. Μια περιγραφή του μηχανισμού, του τι κάνουν η αναπνοή και ο ρυθμός και η νευροχημεία, είναι πραγματική συμβολή. Αλλά απαντά σε διαφορετικό ερώτημα από αυτό που θέτει ο ασκούμενος. Μπορεί κανείς να πει πολλά για το πώς προκύπτει μια κατάσταση και να παραμείνει σιωπηλός για το τι, αν κάτι, είναι η κατάσταση. Το να περάσει κανείς από το πρώτο στο δεύτερο σημαίνει να περάσει από την ψυχολογία στη μεταφυσική, και η μετάβαση χρειάζεται επιχείρημα, όχι υπόθεση.
Έτσι οι ερμηνείες είναι όλες αναδρομικές. Το ακατέργαστο γεγονός έρχεται πρώτο, και η γλώσσα έρχεται μετά. Εδώ η γλωσσολαλιά είναι ένα απροσδόκητο στοιχείο. Σε αυτήν, η γλώσσα αποτυγχάνει ορατά. Ο ομιλητής δεν προσφέρει ερμηνεία· η ερμηνεία σπάει στο επίπεδο των λέξεων, και αυτό που μένει είναι ήχος χωρίς πρόταση. Αν η εμπειρία αντιστέκεται ακόμη και στο να ειπωθεί, τότε κάθε αφήγησή της, ευσεβής ή σκεπτικιστική, εργάζεται με κάτι που χάθηκε στην αφήγηση.
Αυτό ανοίγει ένα πιο παράξενο ερώτημα. Τι ήταν ο εαυτός που διαλύθηκε; Και τι παρατηρεί τη διάλυση; Παράδοση μετά από παράδοση αναφέρει ότι η απώλεια δεν είναι ολική, ότι κάτι παραμένει ενήμερο γι’ αυτήν. Ο Σούφι μιλά για αφανισμό που ακολουθείται από επιβίωση. Ο σαμάνος επιστρέφει με μια αφήγηση. Ακόμη και εκείνοι που φαίνονται εντελώς χαμένοι επιστρέφουν με τη μνήμη ότι υπήρξαν χαμένοι. Είναι ο εαυτός μετατοπισμένος, όπως ένας ένοικος μετατοπίζεται από ένα σπίτι; Είναι διαλυμένος, όπως το αλάτι διαλύεται στο νερό; Ή αποκαλύπτεται ως κάτι άλλο από αυτό που υπέθετε, με τον τρόπο που μια μάσκα, μόλις αφαιρεθεί, δείχνει ότι ήταν μάσκα; Αυτοί είναι διαφορετικοί ισχυρισμοί, και η εμπειρία μόνη της δεν αποφασίζει ανάμεσά τους.
Πίσω τους βρίσκεται ένα ακόμη παλαιότερο ερώτημα: αν ο εαυτός είναι το υποκείμενο της εμπειρίας ή απλώς ένα αντικείμενο μέσα σε αυτήν. Αν μπορώ να χάσω τον εαυτό μου και ακόμη να είμαι ενήμερος για την απώλεια, τότε ίσως αυτό που αποκαλούσα εαυτό μου ήταν πάντα κάτι που εμφανιζόταν στην επίγνωση, όχι η ίδια η επίγνωση.
Οποιοσδήποτε μπορεί να βρει μια αμυδρή εκδοχή αυτού. Υπάρχει μια στιγμή, πριν μια σκέψη σχηματιστεί σε λέξεις, όταν κάτι έχει συλληφθεί και δεν έχει ακόμη ονομαστεί. Αυτή η στιγμή είναι προεννοιακή και σύντομη, και όλοι την γνωρίζουμε. Αλλά η εμπειρία δεν μπορεί να αναφερθεί χωρίς ερμηνεία, και η ερμηνεία αλλοιώνει αυτό που αναφέρει. Μας μένει μια επικράτεια που βιώνεται πριν ειπωθεί, και μια αφήγηση που δεν είναι ποτέ αρκετά η επικράτεια.
Αυτό αφήνει ένα κοινοτικό πρόβλημα. Αν οι χάρτες διαφέρουν και η επικράτεια δεν μπορεί να ελεγχθεί, ποιος αποφασίζει ποιος χάρτης μπορεί να χρησιμοποιηθεί μέσα σε μια κοινότητα;
4 — Ποιος Κρατά τα Κλειδιά
Κάθε παράδοση που έχει κάνει χώρο για την έκσταση έχει επίσης, σε κάποιο σημείο, ανησυχήσει γι’ αυτήν.
Ανάμεσα στους Μεταρρυθμισμένους Προτεστάντες, η επιφυλακτικότητα απέναντι στη χαρισματική λατρεία υπήρξε μακρά και συνεπής: μια υποψία απέναντι στον ενθουσιασμό, απέναντι στον ισχυρισμό ότι το Πνεύμα κινεί έναν άνθρωπο χωριστά από τη Γραφή και την τακτοποιημένη ζωή της εκκλησίας. Μέσα στον Σουφισμό, μια παράλληλη διαίρεση διατρέχει τους αιώνες ανάμεσα στις νηφάλιες, νομικά προσανατολισμένες σχολές, που υποστηρίζουν ότι ο δρόμος του μυστικιστή πρέπει να παραμένει εντός των ορίων του νόμου, και τις εκστατικές, των οποίων οι ασκούμενοι κατά καιρούς φάνηκαν να αφήνουν αυτά τα όρια πίσω. Αυτές είναι άσχετες παραδόσεις με άσχετες ιστορίες, και αναπαράγουν σχεδόν την ίδια διαμάχη.
Θα ήταν εύκολο να την αποκαλέσουμε διοικητικό ζήτημα, ζήτημα πειθαρχίας και τάξης. Αλλά μου φαίνεται ότι εκφράζει κάτι βαθύτερο: δύο ασύμβατες πεποιθήσεις για το πού κατοικεί η αλήθεια. Στη μία, η αλήθεια κατοικεί στο κείμενο, στον νόμο, σε μια κοινόχρηστη δομή που επιβιώνει κάθε ατόμου. Στην άλλη, κατοικεί στην άμεση συνάντηση, σε μια άμεση παρουσία που κανένα κείμενο δεν μπορεί πλήρως να κρατήσει.
Κάθε πλευρά προστατεύει κάτι πραγματικό. Η κειμενοκεντρική επιφυλακτικότητα προστατεύει από την αυταπάτη, από τη χειραγώγηση από χαρισματικές μορφές, από το χάος που ακολουθεί όταν κάθε ιδιωτική βεβαιότητα διεκδικεί θεϊκή εξουσία. Η ιστορία της θρησκείας δίνει άφθονους λόγους για αυτή την προσοχή. Το εκστατικό ρεύμα προστατεύει από τον αντίθετο κίνδυνο: μια πίστη που έχει γίνει μόνο σύστημα, σωστή σε κάθε λεπτομέρεια και άδεια στο κέντρο της. Καμία δεν μπορεί να εξαλείψει την άλλη χωρίς να χάσει κάτι ουσιώδες.
Αυτό που τελικά αμφισβητείται είναι η εξουσία. Όποιος ερμηνεύει την εμπειρία ελέγχει το νόημά της. Αν ένας άνθρωπος πει ότι κάτι του συνέβη σε έκσταση, κάποιος πρέπει να αποφασίσει αν ήταν θεϊκό, δαιμονικό, παθολογικό ή δόλιο, και αυτή η απόφαση διαμορφώνει όλα όσα ακολουθούν. Η άδεια που εντοπίστηκε στην Ενότητα 2 επιστρέφει εδώ σε σκληρότερη μορφή: το ίδιο κοινωνικό πλαίσιο που καθιστά δυνατή την έκσταση την πειθαρχεί επίσης. Η κοινότητα που επικυρώνει την κατάσταση αποφασίζει επίσης ποιες καταστάσεις μετράνε.
Υπάρχει εδώ μια ένταση που δεν μπορεί να διαλυθεί. Μια εμπειρία που ισχυρίζεται ότι υπερβαίνει τη συνηθισμένη εξουσία κρίνεται από αυτή την ίδια εξουσία. Ο μυστικιστής λέει: Έχω συναντήσει αυτό που βρίσκεται πέρα από τις κατηγορίες σας. Ο θεσμός απαντά: τότε θα το εξετάσουμε με τις κατηγορίες μας. Και οι δύο αντιδράσεις είναι κατανοητές, και καμία δεν ικανοποιεί.
Τι, λοιπόν, προστατεύεται; Η κοινότητα, ή η αλήθεια που η κοινότητα υπάρχει για να υπηρετεί; Η επαναλαμβανόμενη σύγκρουση υποδηλώνει ότι μια ζωντανή παράδοση χρειάζεται και ένα κέντρο που κινείται και μια δομή που κρατά, και ότι όταν οποιοδήποτε από τα δύο κερδίζει οριστικά, κάτι χάνεται. Μια παράδοση που κυβερνάται εξ ολοκλήρου από τον νόμο μπορεί να διατηρήσει τον εαυτό της ενώ ξεχνά για τι υπήρχε. Μια παράδοση που κυβερνάται εξ ολοκλήρου από την έκσταση μπορεί να αισθάνεται ζωντανή ενώ χάνει τον δρόμο της.
Και το άτομο στέκεται στη μέση, ίσως πιο συχνά από όσο παρατηρούμε: βέβαιο για αυτό που βιώθηκε, αμφισβητούμενο από εκείνους των οποίων την κρίση σέβεται. Πώς είναι να κρατάς μια εσωτερική πεποίθηση που δεν μπορεί να δειχθεί, μπροστά σε μια κοινότητα που δεν μπορεί να την παραχωρήσει; Και οι δύο πλευρές επιχειρηματολογούν από μέσα από τις δικές τους δεσμεύσεις. Υπάρχει κάποια στάση που μπορεί να κοιτάξει όλη την κατάσταση χωρίς να πάρει πλευρά;
5 — Παραμένοντας με Αυτό που Δεν Μπορεί να Επιλυθεί
Ορισμένοι σύγχρονοι ανθρωπολόγοι προσπάθησαν να πάρουν μια τέτοια στάση. Μπήκαν σε αυτές τις κοινότητες, έμαθαν τις πρακτικές, κάθισαν τις νύχτες των τυμπάνων και της προσευχής, και σε ορισμένες περιπτώσεις ένιωσαν την άκρη των ίδιων των καταστάσεων. Και επέστρεψαν ούτε ως απομυθοποιητές ούτε ως προσηλυτισμένοι.
Αυτό είναι πιο δύσκολο από όσο ακούγεται. Η απομυθοποίηση και ο ρομαντισμός είναι κατοπτρικά λάθη. Ο απομυθοποιητής αποφασίζει εκ των προτέρων ότι η εμπειρία δεν είναι τίποτα άλλο παρά ψυχολογία ή κοινωνική παράσταση. Ο ρομαντικός αποφασίζει εκ των προτέρων ότι είναι μια πύλη σε μια βαθύτερη πραγματικότητα. Και οι δύο τερματίζουν την έρευνα νωρίς. Και οι δύο επιλύουν τι είναι η εμπειρία πριν παραμείνουν αρκετά για να μάθουν αν μπορεί να επιλυθεί. Είναι δύο τρόποι να αρνηθούν να παραμείνουν.
Η ανθρωπολογική στάση είναι διαφορετική: συμμετοχή, προσοχή, και μια ανασταλμένη ετυμηγορία. Η συμμετοχική παρατήρηση είναι μια μορφή κινδύνου, γιατί οι ίδιες οι κατηγορίες του ερευνητή δοκιμάζονται, και μερικές φορές αποτυγχάνουν. Το να καθίσει κανείς μέσα στον ρυθμό και να παρατηρήσει τι συμβαίνει στη δική του αυτοκυριαρχία σημαίνει να βρει ότι ο παρατηρητής δεν είναι τόσο σταθερός όσο υπέθετε η μέθοδος. Η αναστολή της κρίσης εδώ είναι μορφή σεβασμού και αυστηρότητας, όχι υπεκφυγής. Λέει ότι το ζήτημα δεν έχει ακόμη κατανοηθεί, και ότι το να προσποιηθεί κανείς το αντίθετο θα το παραποιούσε.
Η ειλικρινής άγνοια μπορεί να αισθάνεται σαν δειλία, μια άρνηση να δεσμευτεί. Υπάρχει κάτι σωστό σε αυτή την υποψία, αφού η μη-γνώση μπορεί να είναι τρόπος αποφυγής δύσκολων ερωτημάτων. Αλλά οποιαδήποτε σταθερή απάντηση εδώ θα πρόδιδε το φαινόμενο, γιατί το φαινόμενο είναι αυτό που αντιστέκεται στις σταθερές απαντήσεις. Η πειθαρχία βρίσκεται στο να διακρίνει κανείς τα δύο: τη μη-γνώση που είναι οκνηρή από τη μη-γνώση που έχει κερδηθεί.
Εδώ ο ερευνητής και ο δερβίσης πλησιάζουν ο ένας τον άλλον. Ο ασκούμενος χαλαρώνει τη λαβή του συνηθισμένου εαυτού μέσω αναπνοής, ρυθμού και εξάντλησης. Ο ειλικρινής ερευνητής χαλαρώνει τη λαβή του βέβαιου εαυτού μέσω προσοχής και υπομονής. Καθένας, με τον δικό του τρόπο, κάνει ένα βήμα πίσω από τη συνήθεια να επιλύει την εμπειρία πριν την προσέξει. Ο εαυτός που διαλύεται στην έκσταση και ο εαυτός του οποίου οι βεβαιότητες μαλακώνουν στην ειλικρινή έρευνα αποδεικνύονται στενοί συγγενείς.
Επέστρεψε, λοιπόν, στο γυριστό σώμα. Ο άνθρωπος στην αίθουσα και ο παρατηρητής στην άκρη του δωματίου μοιάζουν με αντίθετα, ο ένας χαμένος και ο άλλος να παρακολουθεί. Ίσως είναι δύο τρόποι ενός ερωτήματος, ο καθένας ρωτώντας με διαφορετικά μέσα τι μένει όταν η συνηθισμένη δομή του εαυτού παραμερίζεται. Υποψία, τεχνική, ερμηνεία και εξουσία, οι τέσσερις κλωστές αυτής της έρευνας, είναι διακριτά στρώματα που εύκολα συγχέονται μεταξύ τους και με την εμπειρία από κάτω τους. Η τεχνική μας λέει πώς. Η ερμηνεία μας λέει τι είπε μια παράδοση ότι ήταν. Η εξουσία μας λέει ποιος επιτρέπεται να πει. Καμία από αυτές δεν μας λέει τι υπήρχε εκεί.
Μπορεί η πραγματική έκσταση να είναι λιγότερο δραματική από το στροβίλισμα. Μπορεί να είναι η προθυμία να αφήσει κανείς ένα ερώτημα να παραμείνει ανοιχτό, μια καθημερινή χαλάρωση του εαυτού που δεν απαιτεί τύμπανο ούτε έκσταση. Οποιοσδήποτε μπορεί να την επιχειρήσει. Την επόμενη φορά που θα προκύψει ένα ερώτημα που δεν μπορείς να απαντήσεις, παρατήρησε πόσο γρήγορα το μυαλό φτάνει για μια ετυμηγορία. Παρατήρησε τη μικρή δυσφορία της αβεβαιότητας, και το αντανακλαστικό που θέλει να την κλείσει. Έπειτα παρατήρησε πώς αισθάνεται η προσοχή όταν σταματά να φτάνει.
Τι μένει ενήμερο όταν η βεβαιότητα του εαυτού χαλαρώνει; Και μπορεί αυτή η χαλάρωση να ασκηθεί χωρίς στροβίλισμα, χωρίς ομιλία σε γλώσσες, χωρίς είσοδο σε έκσταση;
Η Έκσταση και οι Αντιφάσεις της: Τι Συμβαίνει όταν ο Εαυτός Διαλύεται
Τεχνολογίες Διάλυσης: Πώς η Αναπνοή, ο Ρυθμός και η Περιστροφή Αποδομούν τον Εαυτό
Πιο Άμεσα από τον Λόγο: Τι Συμβαίνει όταν η Γλώσσα Καταρρέει
Θεσμοθετημένη Έκσταση: Ποιος Ερμηνεύει αυτό που δεν Μπορεί να Επαληθευτεί
Γιατί η Έκσταση Φέρνει σε Δύσκολη Θέση τη Θρησκεία
Άδεια να Εγκαταλείψεις τον Εαυτό σου: Έκσταση (Trance), Κατάληψη και Τελετουργία σε Διαφορετικές Παραδόσεις
1 — Το Αρχειοθέσιο της Νεωτερικότητας
Ένας άνθρωπος στέκεται σε μια αίθουσα με την δεξιά παλάμη στραμμένη προς τον ουρανό και την αριστερή προς τη γη, και αρχίζει να γυρίζει. Στην αρχή είναι απλώς ένα σώμα που περιστρέφεται, ένας άνθρωπος που κάνει κάτι ασυνήθιστο και δύσκολο. Η φούστα ανοίγει. Τα μάτια μαλακώνουν και παύουν να κοιτάζουν κάτι συγκεκριμένο. Μετά από μερικά λεπτά, αυτός που γυρίζει δεν είναι πλέον ξεκάθαρα εκεί. Κάτι γυρίζει, και το ερώτημα ποιος το κάνει έχει γίνει παράξενα δύσκολο να απαντηθεί, ίσως ακόμη και να τεθεί.
Όποιος το παρακολουθεί έχει μια αντίδραση πριν έχει μια σκέψη. Μπορεί να είναι γοητεία, ή αμηχανία, ή η αμυδρή υπεροχή κάποιου που ξέρει πώς λειτουργούν τέτοια πράγματα. Έρχεται γρήγορα και κουβαλά μέσα της ένα συμπέρασμα: αυτό είναι ψυχολογία, ή παράσταση, ή θέαμα.
Αυτές οι τρεις λέξεις σχηματίζουν το σύστημα αρχειοθέτησης με το οποίο ο σύγχρονος πολιτισμός ταξινομεί τις εκστατικές καταστάσεις: έκσταση, αρπαγή, πνευματική κατοχή, ο χορός που συνεχίζεται μέχρι ο χορευτής να μην τον διευθύνει πλέον. Κάθε κατηγορία ακούγεται περιγραφική, αλλά καθεμιά είναι μια ετυμηγορία. Το να αποκαλέσεις μια κατάσταση ψυχολογική σημαίνει να πεις ότι τίποτα δεν συναντήθηκε, μόνο κάτι παρήχθη. Το να την αποκαλέσεις παράσταση σημαίνει να αμφισβητήσεις την ειλικρίνεια του ατόμου που την βιώνει. Το να την αποκαλέσεις θέαμα σημαίνει να τοποθετήσεις όλο το ζήτημα έξω, ως κάτι που παρακολουθείται και ποτέ δεν εισέρχεται κανείς σε αυτό. Κάθε ετικέτα αρνείται εκ των προτέρων ότι μπορεί να συνέβη το ένα πράγμα που ισχυρίζονται οι ασκούμενοι. Η αρχειοθέτηση ολοκληρώνεται πριν αρχίσει οποιαδήποτε εξέταση.
Η κλίμακα αυτού που αρχειοθετείται καθιστά αυτό πιο παράξενο. Η εκστατική πρακτική δεν είναι ένα εκκεντρικό απόσπασμα της θρησκευτικής ιστορίας. Με τη μία ή την άλλη μορφή εμφανίζεται σχεδόν σε κάθε παράδοση που έχει καταγραφεί, ανάμεσα σε λαούς χωρίς επαφή μεταξύ τους και με θεολογίες που συμφωνούν σχεδόν σε τίποτα. Όταν κάτι επαναλαμβάνεται τόσο ευρέως, περιμένει κανείς περιέργεια. Η πιο συνηθισμένη αντίδραση είναι η υποψία, και η υποψία χρειάζεται εξήγηση όσο και η ίδια η πρακτική. Αν σχεδόν κάθε ανθρώπινος πολιτισμός έχει βρει τον δρόμο του προς αυτές τις καταστάσεις, ίσως είναι το σύστημα αρχειοθέτησης, και όχι το φαινόμενο, που αποτελεί την ανωμαλία.
Η υποψία στηρίζεται σε μια εικόνα του εαυτού: ένα σταθερό, παρατηρούν, ορθολογικό μυαλό, το όργανο μέσω του οποίου πρέπει να περάσει οτιδήποτε αληθινό. Η διαύγεια είναι το σημάδι ενός αξιόπιστου γνωρίζοντος. Ακολουθεί ότι οποιαδήποτε κατάσταση στην οποία αυτό το μυαλό υποχωρεί μπορεί να είναι μόνο δυσλειτουργία, μια προσωρινή απώλεια της ικανότητας που καθιστά δυνατή τη γνώση. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, η «γνήσια συνάντηση» είναι μια κατηγορία που μόλις και μετά βίας μπορεί να τεθεί, γιατί μια συνάντηση που συμβαίνει ενώ ο παρατηρητής είναι μειωμένος δεν έχει κανέναν παρόντα να την πιστοποιήσει.
Κοίτα τι κάνει αυτό. Η σκεπτικιστική στάση απέναντι στην έκσταση φαίνεται να είναι ένα συμπέρασμα που προκύπτει από στοιχεία, ενώ στην πραγματικότητα είναι πιο κοντά σε συνέπεια μιας υπόθεσης για το τι είναι ο εαυτός και για τι χρησιμεύει. Και η υπόθεση δεν είναι ουδέτερη. Το να υποστηρίζεις ότι η διαύγεια είναι ο μόνος αξιόπιστος τρόπος γνώσης είναι το ίδιο μια θέση, με τις δικές της δεσμεύσεις σχετικά με το μυαλό και τις πηγές της αλήθειας. Η υποψία είναι μια στάση, και μπορεί να εξεταστεί όπως οποιαδήποτε άλλη.
Έπειτα υπάρχει το άβολο γεγονός ότι κάθε αξιολόγηση απαιτεί κάποιον να την κάνει. Δεν μπορούμε να εξετάσουμε αυτές τις καταστάσεις χωρίς έναν εαυτό που εξετάζει, και οι καταστάσεις ορίζονται από τη χαλάρωση αυτού του εαυτού. Ο κριτής είναι το ίδιο το πράγμα που δικάζεται, ή αλλιώς το ίδιο το πράγμα που απουσιάζει από τη σκηνή που κρίνεται.
Έτσι το έργο εδώ δεν είναι να αποδείξουμε ότι η έκσταση είναι «πραγματική». Αυτή η απαίτηση κουβαλά την ετυμηγορία της μέσα της. Το έργο είναι να παρατηρήσουμε τι προϋποθέτουμε όταν την αποκαλούμε μη πραγματική, και να ρωτήσουμε αν ο εαυτός που εμπιστευόμαστε να αποφασίσει είναι ένα όργανο μέσω του οποίου πρέπει να περάσει η αλήθεια, ή ένα εμπόδιο που η αλήθεια πρέπει μερικές φορές να παρακάμψει.
Θα μπορούσε κανείς να ξεκινήσει με την ίδια την αντίδραση του αναγνώστη. Φαντάσου, χωρίς μεγάλη σοβαρότητα, να χάνεις τον έλεγχο του εαυτού σου μέσα σε ένα πλήθος, σε ρυθμό και θόρυβο, με το όνομά σου και τις σκέψεις σου να πέφτουν μακριά. Είναι η αντίδραση φόβος, λαχτάρα, περιφρόνηση, ή κάποιο ανήσυχο μείγμα; Αυτή η αντίδραση είναι το πρώτο κομμάτι δεδομένων, που συλλέχθηκε πριν αρχίσει οποιοδήποτε επιχείρημα. Αλλά πριν μπορέσουμε να πούμε τι περιέχει το αρχειοθέσιο, πρέπει να κοιτάξουμε τι πραγματικά αρχειοθετείται. Τι κάνουν αυτές οι πρακτικές;
2 — Οι Τεχνολογίες της Απελευθέρωσης
Οι πρακτικές οι ίδιες είναι συγκεκριμένες. Δεν είναι, κατά πρώτο λόγο, πεποιθήσεις. Είναι πράγματα που γίνονται με το σώμα.
Στο Μεβλεβί σεμά, το στροβίλισμα είναι μια πειθαρχία, που διδάσκεται και εξασκείται επί χρόνια. Ο στρόβιλος σταθεροποιεί το βλέμμα, κυβερνά την αναπνοή και διατηρεί μια σταθερή περιστροφή που το σώμα τελικά μαθαίνει να συντηρεί με λίγη συνειδητή προσπάθεια. Η περιστροφή γίνεται μέθοδος για τη χαλάρωση της συνηθισμένης αυτοσυνείδησης, του αδιάκοπου παρασκηνιακού σχολιασμού με τον οποίο ένας άνθρωπος παρακολουθεί τον εαυτό του να είναι άνθρωπος.
Στη πεντηκοστιανή και χαρισματική λατρεία, το ρήγμα έρχεται στη γλώσσα. Η ομιλία, το συνηθισμένο μέσο του σκεπτόμενου εαυτού, διαλύεται σε ήχους που δεν φέρουν καμία λεξιλογική σημασία. Όσοι την ασκούν συχνά περιγράφουν το αποτέλεσμα ως πιο άμεσο από την ομιλία, σαν να έχει αφαιρεθεί ένας ενδιάμεσος.
Στην σαμανική πρακτική, που βρίσκεται σε αμέτρητες ιθαγενείς παραδόσεις, η συνηθισμένη ταυτότητα του ασκούμενου μετατοπίζεται, αν και δεν καταστρέφεται, για να δημιουργήσει χώρο για επαφή με άλλες πραγματικότητες. Το άτομο αναμένεται ακόμη να επιστρέψει, και να φέρει κάτι πίσω.
Τοποθετημένες δίπλα-δίπλα, αυτές οι πρακτικές μοιράζονται μια δομή. Η αναπνοή αλλοιώνεται, επιβραδύνεται ή επιταχύνεται ή κρατιέται σε μοτίβο. Κάποιος ρυθμός επαναλαμβάνεται, στο τύμπανο, τη ψαλμωδία, τον χτύπο των ποδιών. Το σώμα ωθείται σε παρατεταμένη προσπάθεια μέχρι οι συνηθισμένες συνήθειες του μυαλού να υποχωρήσουν. Και όλα αυτά συμβαίνουν μέσα σε ένα κοινωνικό και τελετουργικό πλαίσιο που λέει: εδώ, τώρα, αυτό επιτρέπεται.
Κάθε στοιχείο δρα στην προσοχή με τον δικό του τρόπο. Η αναπνοή δένει το μυαλό με την αρχαιότερη λειτουργία του σώματος. Ο ρυθμός δίνει στην προσοχή κάτι να ιππεύσει, ώστε να σταματήσει να κυνηγά. Η προσπάθεια εξαντλεί τις ικανότητες που κρατούν τον σχολιασμό σε λειτουργία. Ακόμη και ένας άνθρωπος που δεν έχει βρεθεί ποτέ σε έκσταση γνωρίζει κάτι από αυτό. Όποιος έχει περπατήσει μέχρι οι σκέψεις του να ησυχάσουν, ή έχει επαναλάβει μια φράση μέχρι να χάσει τη σημασία της, ή έχει καθίσει με έναν χτύπο τυμπάνου αρκετά ώστε ο χρόνος να χαλαρώσει, έχει αγγίξει την άκρη της επικράτειας.
Η άδεια είναι ο παράγοντας που παραβλέπεται πιο εύκολα. Τείνουμε να φανταζόμαστε ότι ο εαυτός αφήνεται μέσω κάποιου εσωτερικού γεγονότος, μιας παράδοσης ή μιας συντριπτικής δύναμης. Οι πρακτικές υποδηλώνουν κάτι πιο ταπεινό: ο εαυτός αφήνεται όταν του επιτρέπεται. Ένα πλήθος που το περιμένει, ένας ηγέτης που το επικυρώνει, μια τελετουργία που το πλαισιώνει ως ασφαλές, όλα καθιστούν δυνατό αυτό που η μοναχική προσπάθεια σπάνια επιτυγχάνει. Ο εαυτός δεν διαλύεται απλώς από πεποίθηση. Απελευθερώνεται από συνθήκες, και αυτές οι συνθήκες είναι σε μεγάλο βαθμό σωματικές και κοινοτικές.
Αυτό είναι ένας ήσυχος αλλά μεγάλος ισχυρισμός. Αν η διάλυση μπορεί να ασκηθεί, να επαναληφθεί και να διδαχθεί, τότε είναι δεξιότητα μάλλον παρά ατύχημα, και ο συνηθισμένος εαυτός είναι κάτι που πρέπει να κρατιέται ενωμένο. Τι είναι αυτό το κράτημα; Ποια σταθερή προσπάθεια κρατά έναν άνθρωπο συνεκτικό από τη μία στιγμή στην άλλη, τόσο σταθερή που περνά απαρατήρητη μέχρι οι πρακτικές να τη διακόψουν;
Εδώ εμφανίζεται μια ένταση. Οι παραδόσεις συνήθως περιγράφουν αυτές τις καταστάσεις ως ληφθείσες: ως χάρη, ως επίσκεψη, ως κάτι που έρχεται πάνω σε έναν άνθρωπο. Ωστόσο οι καταστάσεις παράγονται αξιόπιστα με τεχνική. Δεν μπορεί κανείς εύκολα να πει ότι είναι αυθόρμητες και ταυτόχρονα ότι ένας επιδέξιος δάσκαλος μπορεί να φέρει έναν αρχάριο σε αυτές σε λίγες ώρες τυμπάνων. Ίσως και οι δύο περιγραφές είναι αληθινές σε διαφορετικά επίπεδα: η τεχνική προετοιμάζει, και κάτι άλλο φτάνει. Ή ίσως η γλώσσα του «ληφθέντος» είναι ένας τρόπος να μιλήσει κανείς για αυτό που η τεχνική δεν μπορεί να εξηγήσει από μέσα. Το ερώτημα παραμένει ανοιχτό.
Αυτό που μας δίνει η κοινόχρηστη δομή είναι ένα πώς. Δεν μας δίνει ένα τι. Τώρα ξέρουμε κάτι για τις προϋποθέσεις αυτών των καταστάσεων, τη σωματική και κοινωνική σκαλωσιά από την οποία εξαρτάται ο συνηθισμένος εαυτός. Δεν ξέρουμε τι συμβαίνει όταν αυτή η σκαλωσιά αφαιρείται, ή τι, αν κάτι, συναντιέται. Και παραμένει ένα περαιτέρω αίνιγμα. Αν η μέθοδος είναι κοινή σε όλες αυτές τις παραδόσεις, γιατί δεν είναι και η ερμηνεία; Ο δερβίσης, ο πεντηκοστιανός και ο σαμάνος κάνουν περίπου τα ίδια πράγματα και τα εξηγούν με τρόπους που δεν μπορούν όλοι να είναι αληθινοί μαζί.
3 — Μία Επικράτεια, Ασύμβατοι Χάρτες
Ο Σούφι μιλά για αφανισμό στον Θεό. Ο πεντηκοστιανός μιλά για γέμισμα με το Άγιο Πνεύμα. Ο σαμάνος μιλά για ένα πνεύμα που εισέρχεται, ή για την ψυχή που ταξιδεύει έξω σε άλλους κόσμους. Αυτές δεν είναι τρεις διατυπώσεις ενός δόγματος. Υποθέτουν διαφορετικούς θεούς ή κανέναν, διαφορετικές δομές πραγματικότητας, διαφορετικές απαντήσεις στο ερώτημα ποιος ενεργεί και ποιος δέχεται την ενέργεια. Και όμως η προετοιμασία είναι παρόμοια, και οι περιγραφές της εμπειρίας, σε διάκριση από την ερμηνεία της, είναι κατά καιρούς παράξενα κοντινές: απώλεια του συνηθισμένου ορίου, αίσθηση ότι κινείται κανείς μάλλον παρά ότι κινεί, αίσθημα επαφής που δεν χωρά σε συνηθισμένες λέξεις.
Υπάρχουν τρεις τρόποι να το διαβάσει κανείς αυτό.
Ο πρώτος υποστηρίζει ότι η εμπειρία είναι μόνο εγκέφαλος και σώμα. Οι καταστάσεις είναι πραγματικά γεγονότα στο νευρικό σύστημα, οι θεολογίες είναι προβολές που τοποθετούνται πάνω τους, και η απόκλιση των θεολογιών είναι ακριβώς αυτό που θα περίμενε κανείς αν τίποτα άλλο παρά φυσιολογία βρισκόταν από κάτω. Ο δεύτερος υποστηρίζει ότι μία παράδοση έχει δίκιο και οι υπόλοιπες λάθος, μια θέση που κάθε παράδοση τείνει να κρατά για τον εαυτό της, και που δεν μπορεί να κριθεί από έξω. Ο τρίτος υποστηρίζει ότι η εμπειρία προηγείται της ερμηνείας, ότι κάθε θεολογία είναι ένας χάρτης που σχεδιάζεται μετά το γεγονός μιας επικράτειας που υπερβαίνει κάθε χάρτη, και ότι η ασυμβατότητα των χαρτών αντανακλά τα όρια της χαρτογράφησης και όχι απαραίτητα την απουσία εδάφους.
Η τρίτη ανάγνωση μου φαίνεται η πιο ειλικρινής, αν και δεν μπορεί να διεκδικηθεί ως αποδεδειγμένη. Αυτό που μπορεί να δειχθεί αφορά τον πρώτο. Ο ισχυρισμός ότι «είναι μόνο ψυχολογία» δεν είναι η απουσία χάρτη. Είναι χάρτης. Λέει τι είναι η επικράτεια, δηλαδή ένα σύνολο διαδικασιών σε έναν εγκέφαλο, και το λέει με μια αυτοπεποίθηση που υπερβαίνει αυτό που οι ίδιες οι διαδικασίες αποκαλύπτουν. Μια περιγραφή του μηχανισμού, του τι κάνουν η αναπνοή και ο ρυθμός και η νευροχημεία, είναι πραγματική συμβολή. Αλλά απαντά σε διαφορετικό ερώτημα από αυτό που θέτει ο ασκούμενος. Μπορεί κανείς να πει πολλά για το πώς προκύπτει μια κατάσταση και να παραμείνει σιωπηλός για το τι, αν κάτι, είναι η κατάσταση. Το να περάσει κανείς από το πρώτο στο δεύτερο σημαίνει να περάσει από την ψυχολογία στη μεταφυσική, και η μετάβαση χρειάζεται επιχείρημα, όχι υπόθεση.
Έτσι οι ερμηνείες είναι όλες αναδρομικές. Το ακατέργαστο γεγονός έρχεται πρώτο, και η γλώσσα έρχεται μετά. Εδώ η γλωσσολαλιά είναι ένα απροσδόκητο στοιχείο. Σε αυτήν, η γλώσσα αποτυγχάνει ορατά. Ο ομιλητής δεν προσφέρει ερμηνεία· η ερμηνεία σπάει στο επίπεδο των λέξεων, και αυτό που μένει είναι ήχος χωρίς πρόταση. Αν η εμπειρία αντιστέκεται ακόμη και στο να ειπωθεί, τότε κάθε αφήγησή της, ευσεβής ή σκεπτικιστική, εργάζεται με κάτι που χάθηκε στην αφήγηση.
Αυτό ανοίγει ένα πιο παράξενο ερώτημα. Τι ήταν ο εαυτός που διαλύθηκε; Και τι παρατηρεί τη διάλυση; Παράδοση μετά από παράδοση αναφέρει ότι η απώλεια δεν είναι ολική, ότι κάτι παραμένει ενήμερο γι’ αυτήν. Ο Σούφι μιλά για αφανισμό που ακολουθείται από επιβίωση. Ο σαμάνος επιστρέφει με μια αφήγηση. Ακόμη και εκείνοι που φαίνονται εντελώς χαμένοι επιστρέφουν με τη μνήμη ότι υπήρξαν χαμένοι. Είναι ο εαυτός μετατοπισμένος, όπως ένας ένοικος μετατοπίζεται από ένα σπίτι; Είναι διαλυμένος, όπως το αλάτι διαλύεται στο νερό; Ή αποκαλύπτεται ως κάτι άλλο από αυτό που υπέθετε, με τον τρόπο που μια μάσκα, μόλις αφαιρεθεί, δείχνει ότι ήταν μάσκα; Αυτοί είναι διαφορετικοί ισχυρισμοί, και η εμπειρία μόνη της δεν αποφασίζει ανάμεσά τους.
Πίσω τους βρίσκεται ένα ακόμη παλαιότερο ερώτημα: αν ο εαυτός είναι το υποκείμενο της εμπειρίας ή απλώς ένα αντικείμενο μέσα σε αυτήν. Αν μπορώ να χάσω τον εαυτό μου και ακόμη να είμαι ενήμερος για την απώλεια, τότε ίσως αυτό που αποκαλούσα εαυτό μου ήταν πάντα κάτι που εμφανιζόταν στην επίγνωση, όχι η ίδια η επίγνωση.
Οποιοσδήποτε μπορεί να βρει μια αμυδρή εκδοχή αυτού. Υπάρχει μια στιγμή, πριν μια σκέψη σχηματιστεί σε λέξεις, όταν κάτι έχει συλληφθεί και δεν έχει ακόμη ονομαστεί. Αυτή η στιγμή είναι προεννοιακή και σύντομη, και όλοι την γνωρίζουμε. Αλλά η εμπειρία δεν μπορεί να αναφερθεί χωρίς ερμηνεία, και η ερμηνεία αλλοιώνει αυτό που αναφέρει. Μας μένει μια επικράτεια που βιώνεται πριν ειπωθεί, και μια αφήγηση που δεν είναι ποτέ αρκετά η επικράτεια.
Αυτό αφήνει ένα κοινοτικό πρόβλημα. Αν οι χάρτες διαφέρουν και η επικράτεια δεν μπορεί να ελεγχθεί, ποιος αποφασίζει ποιος χάρτης μπορεί να χρησιμοποιηθεί μέσα σε μια κοινότητα;
4 — Ποιος Κρατά τα Κλειδιά
Κάθε παράδοση που έχει κάνει χώρο για την έκσταση έχει επίσης, σε κάποιο σημείο, ανησυχήσει γι’ αυτήν.
Ανάμεσα στους Μεταρρυθμισμένους Προτεστάντες, η επιφυλακτικότητα απέναντι στη χαρισματική λατρεία υπήρξε μακρά και συνεπής: μια υποψία απέναντι στον ενθουσιασμό, απέναντι στον ισχυρισμό ότι το Πνεύμα κινεί έναν άνθρωπο χωριστά από τη Γραφή και την τακτοποιημένη ζωή της εκκλησίας. Μέσα στον Σουφισμό, μια παράλληλη διαίρεση διατρέχει τους αιώνες ανάμεσα στις νηφάλιες, νομικά προσανατολισμένες σχολές, που υποστηρίζουν ότι ο δρόμος του μυστικιστή πρέπει να παραμένει εντός των ορίων του νόμου, και τις εκστατικές, των οποίων οι ασκούμενοι κατά καιρούς φάνηκαν να αφήνουν αυτά τα όρια πίσω. Αυτές είναι άσχετες παραδόσεις με άσχετες ιστορίες, και αναπαράγουν σχεδόν την ίδια διαμάχη.
Θα ήταν εύκολο να την αποκαλέσουμε διοικητικό ζήτημα, ζήτημα πειθαρχίας και τάξης. Αλλά μου φαίνεται ότι εκφράζει κάτι βαθύτερο: δύο ασύμβατες πεποιθήσεις για το πού κατοικεί η αλήθεια. Στη μία, η αλήθεια κατοικεί στο κείμενο, στον νόμο, σε μια κοινόχρηστη δομή που επιβιώνει κάθε ατόμου. Στην άλλη, κατοικεί στην άμεση συνάντηση, σε μια άμεση παρουσία που κανένα κείμενο δεν μπορεί πλήρως να κρατήσει.
Κάθε πλευρά προστατεύει κάτι πραγματικό. Η κειμενοκεντρική επιφυλακτικότητα προστατεύει από την αυταπάτη, από τη χειραγώγηση από χαρισματικές μορφές, από το χάος που ακολουθεί όταν κάθε ιδιωτική βεβαιότητα διεκδικεί θεϊκή εξουσία. Η ιστορία της θρησκείας δίνει άφθονους λόγους για αυτή την προσοχή. Το εκστατικό ρεύμα προστατεύει από τον αντίθετο κίνδυνο: μια πίστη που έχει γίνει μόνο σύστημα, σωστή σε κάθε λεπτομέρεια και άδεια στο κέντρο της. Καμία δεν μπορεί να εξαλείψει την άλλη χωρίς να χάσει κάτι ουσιώδες.
Αυτό που τελικά αμφισβητείται είναι η εξουσία. Όποιος ερμηνεύει την εμπειρία ελέγχει το νόημά της. Αν ένας άνθρωπος πει ότι κάτι του συνέβη σε έκσταση, κάποιος πρέπει να αποφασίσει αν ήταν θεϊκό, δαιμονικό, παθολογικό ή δόλιο, και αυτή η απόφαση διαμορφώνει όλα όσα ακολουθούν. Η άδεια που εντοπίστηκε στην Ενότητα 2 επιστρέφει εδώ σε σκληρότερη μορφή: το ίδιο κοινωνικό πλαίσιο που καθιστά δυνατή την έκσταση την πειθαρχεί επίσης. Η κοινότητα που επικυρώνει την κατάσταση αποφασίζει επίσης ποιες καταστάσεις μετράνε.
Υπάρχει εδώ μια ένταση που δεν μπορεί να διαλυθεί. Μια εμπειρία που ισχυρίζεται ότι υπερβαίνει τη συνηθισμένη εξουσία κρίνεται από αυτή την ίδια εξουσία. Ο μυστικιστής λέει: Έχω συναντήσει αυτό που βρίσκεται πέρα από τις κατηγορίες σας. Ο θεσμός απαντά: τότε θα το εξετάσουμε με τις κατηγορίες μας. Και οι δύο αντιδράσεις είναι κατανοητές, και καμία δεν ικανοποιεί.
Τι, λοιπόν, προστατεύεται; Η κοινότητα, ή η αλήθεια που η κοινότητα υπάρχει για να υπηρετεί; Η επαναλαμβανόμενη σύγκρουση υποδηλώνει ότι μια ζωντανή παράδοση χρειάζεται και ένα κέντρο που κινείται και μια δομή που κρατά, και ότι όταν οποιοδήποτε από τα δύο κερδίζει οριστικά, κάτι χάνεται. Μια παράδοση που κυβερνάται εξ ολοκλήρου από τον νόμο μπορεί να διατηρήσει τον εαυτό της ενώ ξεχνά για τι υπήρχε. Μια παράδοση που κυβερνάται εξ ολοκλήρου από την έκσταση μπορεί να αισθάνεται ζωντανή ενώ χάνει τον δρόμο της.
Και το άτομο στέκεται στη μέση, ίσως πιο συχνά από όσο παρατηρούμε: βέβαιο για αυτό που βιώθηκε, αμφισβητούμενο από εκείνους των οποίων την κρίση σέβεται. Πώς είναι να κρατάς μια εσωτερική πεποίθηση που δεν μπορεί να δειχθεί, μπροστά σε μια κοινότητα που δεν μπορεί να την παραχωρήσει; Και οι δύο πλευρές επιχειρηματολογούν από μέσα από τις δικές τους δεσμεύσεις. Υπάρχει κάποια στάση που μπορεί να κοιτάξει όλη την κατάσταση χωρίς να πάρει πλευρά;
5 — Παραμένοντας με Αυτό που Δεν Μπορεί να Επιλυθεί
Ορισμένοι σύγχρονοι ανθρωπολόγοι προσπάθησαν να πάρουν μια τέτοια στάση. Μπήκαν σε αυτές τις κοινότητες, έμαθαν τις πρακτικές, κάθισαν τις νύχτες των τυμπάνων και της προσευχής, και σε ορισμένες περιπτώσεις ένιωσαν την άκρη των ίδιων των καταστάσεων. Και επέστρεψαν ούτε ως απομυθοποιητές ούτε ως προσηλυτισμένοι.
Αυτό είναι πιο δύσκολο από όσο ακούγεται. Η απομυθοποίηση και ο ρομαντισμός είναι κατοπτρικά λάθη. Ο απομυθοποιητής αποφασίζει εκ των προτέρων ότι η εμπειρία δεν είναι τίποτα άλλο παρά ψυχολογία ή κοινωνική παράσταση. Ο ρομαντικός αποφασίζει εκ των προτέρων ότι είναι μια πύλη σε μια βαθύτερη πραγματικότητα. Και οι δύο τερματίζουν την έρευνα νωρίς. Και οι δύο επιλύουν τι είναι η εμπειρία πριν παραμείνουν αρκετά για να μάθουν αν μπορεί να επιλυθεί. Είναι δύο τρόποι να αρνηθούν να παραμείνουν.
Η ανθρωπολογική στάση είναι διαφορετική: συμμετοχή, προσοχή, και μια ανασταλμένη ετυμηγορία. Η συμμετοχική παρατήρηση είναι μια μορφή κινδύνου, γιατί οι ίδιες οι κατηγορίες του ερευνητή δοκιμάζονται, και μερικές φορές αποτυγχάνουν. Το να καθίσει κανείς μέσα στον ρυθμό και να παρατηρήσει τι συμβαίνει στη δική του αυτοκυριαρχία σημαίνει να βρει ότι ο παρατηρητής δεν είναι τόσο σταθερός όσο υπέθετε η μέθοδος. Η αναστολή της κρίσης εδώ είναι μορφή σεβασμού και αυστηρότητας, όχι υπεκφυγής. Λέει ότι το ζήτημα δεν έχει ακόμη κατανοηθεί, και ότι το να προσποιηθεί κανείς το αντίθετο θα το παραποιούσε.
Η ειλικρινής άγνοια μπορεί να αισθάνεται σαν δειλία, μια άρνηση να δεσμευτεί. Υπάρχει κάτι σωστό σε αυτή την υποψία, αφού η μη-γνώση μπορεί να είναι τρόπος αποφυγής δύσκολων ερωτημάτων. Αλλά οποιαδήποτε σταθερή απάντηση εδώ θα πρόδιδε το φαινόμενο, γιατί το φαινόμενο είναι αυτό που αντιστέκεται στις σταθερές απαντήσεις. Η πειθαρχία βρίσκεται στο να διακρίνει κανείς τα δύο: τη μη-γνώση που είναι οκνηρή από τη μη-γνώση που έχει κερδηθεί.
Εδώ ο ερευνητής και ο δερβίσης πλησιάζουν ο ένας τον άλλον. Ο ασκούμενος χαλαρώνει τη λαβή του συνηθισμένου εαυτού μέσω αναπνοής, ρυθμού και εξάντλησης. Ο ειλικρινής ερευνητής χαλαρώνει τη λαβή του βέβαιου εαυτού μέσω προσοχής και υπομονής. Καθένας, με τον δικό του τρόπο, κάνει ένα βήμα πίσω από τη συνήθεια να επιλύει την εμπειρία πριν την προσέξει. Ο εαυτός που διαλύεται στην έκσταση και ο εαυτός του οποίου οι βεβαιότητες μαλακώνουν στην ειλικρινή έρευνα αποδεικνύονται στενοί συγγενείς.
Επέστρεψε, λοιπόν, στο γυριστό σώμα. Ο άνθρωπος στην αίθουσα και ο παρατηρητής στην άκρη του δωματίου μοιάζουν με αντίθετα, ο ένας χαμένος και ο άλλος να παρακολουθεί. Ίσως είναι δύο τρόποι ενός ερωτήματος, ο καθένας ρωτώντας με διαφορετικά μέσα τι μένει όταν η συνηθισμένη δομή του εαυτού παραμερίζεται. Υποψία, τεχνική, ερμηνεία και εξουσία, οι τέσσερις κλωστές αυτής της έρευνας, είναι διακριτά στρώματα που εύκολα συγχέονται μεταξύ τους και με την εμπειρία από κάτω τους. Η τεχνική μας λέει πώς. Η ερμηνεία μας λέει τι είπε μια παράδοση ότι ήταν. Η εξουσία μας λέει ποιος επιτρέπεται να πει. Καμία από αυτές δεν μας λέει τι υπήρχε εκεί.
Μπορεί η πραγματική έκσταση να είναι λιγότερο δραματική από το στροβίλισμα. Μπορεί να είναι η προθυμία να αφήσει κανείς ένα ερώτημα να παραμείνει ανοιχτό, μια καθημερινή χαλάρωση του εαυτού που δεν απαιτεί τύμπανο ούτε έκσταση. Οποιοσδήποτε μπορεί να την επιχειρήσει. Την επόμενη φορά που θα προκύψει ένα ερώτημα που δεν μπορείς να απαντήσεις, παρατήρησε πόσο γρήγορα το μυαλό φτάνει για μια ετυμηγορία. Παρατήρησε τη μικρή δυσφορία της αβεβαιότητας, και το αντανακλαστικό που θέλει να την κλείσει. Έπειτα παρατήρησε πώς αισθάνεται η προσοχή όταν σταματά να φτάνει.
Τι μένει ενήμερο όταν η βεβαιότητα του εαυτού χαλαρώνει; Και μπορεί αυτή η χαλάρωση να ασκηθεί χωρίς στροβίλισμα, χωρίς ομιλία σε γλώσσες, χωρίς είσοδο σε έκσταση;
VII — Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ
I — Η Αρχαιότερη Αλυσίδα
Πριν υψωθεί ο πρώτος ναός, πριν σχηματιστεί η πρώτη προσευχή από τρεμάμενα χείλη, υπήρχε ήδη ο φόβος. Είναι παλαιότερος από τους θεούς που έχτισαν οι άνθρωποι για να τον καταπραΰνουν, παλαιότερος από τις πόλεις που οχυρώθηκαν εναντίον του, παλαιότερος ακόμη και από την ομιλία — ένα σκοτάδι που αναδεύεται μέσα στο πλάσμα τη στιγμή που συνειδητοποιεί ότι είναι συνειδητό, και καταλαβαίνει, στην ίδια ανάσα, ότι αυτή η συνείδηση θα του αφαιρεθεί μια μέρα. Κάθε άλλος τρόμος είναι κλάδος· αυτός είναι η ρίζα. Ο τρόμος της φτώχειας, ο τρόμος της απώλειας, ο τρόμος της κρίσης του ξένου, ο μακρύς πυρετός της φιλοδοξίας — αν ακολουθήσεις οποιονδήποτε από αυτούς αρκετά βαθιά, βρίσκεις, κουλουριασμένη στο σκοτεινό χώμα από κάτω, την ίδια ανείπωτη γνώση: Θα πάψω να υπάρχω.
Εναντίον αυτής της ρίζας έστρεψε ο αρχαίος δάσκαλος τη σιωπηλή του φωτιά. Δεν ήρθε για να παρηγορήσει τους ανθρώπους με υποσχέσεις, ούτε να τους τρομάξει με τιμωρίες, όπως έκαναν οι ιερείς της εποχής του, πουλώντας στους φοβισμένους τις ίδιες τις αλυσίδες που φορούσαν. Ήρθε, αντίθετα, ως γιατρός της ψυχής που έχει βρει την αιτία της αρρώστιας και, αφού την βρήκε, δεν φοβάται πια να την ονομάσει. Γιατί είχε δει ότι ο άνθρωπος που φοβάται τον θάνατο δεν μπορεί πραγματικά να απολαύσει τη ζωή· ότι κάθε ηδονή γεύεται με το ένα μάτι στραμμένο στην πόρτα που κλείνει· ότι ολόκληρη η ανήσυχη αρχιτεκτονική της ανθρώπινης προσπάθειας είναι χτισμένη, πέτρα πάνω σε πέτρα, για να κρυφτεί από το ένα πράγμα από το οποίο δεν μπορεί κανείς να κρυφτεί.
Το να απελευθερώσεις μια ψυχή από αυτή την αλυσίδα, κατάλαβε, σημαίνει να την απελευθερώσεις σχεδόν από όλες τις άλλες. Και έτσι ο Κήπος — εκείνο το μικρό, πράσινο, αφύλαχτο καταφύγιο έξω από τα τείχη της Αθήνας — ήταν στην βαθύτερή του έννοια σχολή ξεμάθησης: ένας τόπος όπου οι φίλοι συγκεντρώνονταν όχι για να αποκτήσουν μια νέα πίστη για τον θάνατο, αλλά για να χάσουν, αργά και απαλά, μια παλιά και τρομερή.
Αφορισμός
Κάθε φόβος είναι κλάδος· ο φόβος του θανάτου είναι η ρίζα — και η ρίζα, όταν ιδωθεί καθαρά, αποδεικνύεται ότι δεν κρατά τίποτα απολύτως.
II — Η Πόρτα που Ανοίγει στο Τίποτα
Το επιχείρημα που πρόσφερε ήταν τόσο απλό, που έκτοτε οι άνθρωποι έχουν πειραστεί να το απορρίψουν ως τέχνασμα. Ο θάνατος, είπε, δεν είναι τίποτα για μας. Κάθε καλό και κάθε κακό βρίσκεται στην αίσθηση, και ο θάνατος είναι το τέλος της αίσθησης. Όσο υπάρχουμε εμείς, ο θάνατος δεν υπάρχει· όταν υπάρχει ο θάνατος, εμείς δεν υπάρχουμε. Ανάμεσα στα δύο δεν υπάρχει συνάντηση — καμία ώρα στην οποία ο ζωντανός άνθρωπος θα μπορούσε να σταθεί πρόσωπο με πρόσωπο με το τέλος του και να βλαφτεί από αυτό.
Ωστόσο, το να ακούσεις αυτά τα λόγια μόνο ως λογική σημαίνει να τα ακούσεις με το αυτί και όχι με την καρδιά. Είναι λιγότερο απόδειξη και περισσότερο φανάρι υψωμένο σε σκοτεινό δωμάτιο, ώστε αυτό που οι άνθρωποι πήραν για τέρας να φανεί ότι είναι ένας μανδύας κρεμασμένος σε μια πόρτα. Ο φόβος του θανάτου, εξεταζόμενος από κοντά, δεν είναι ποτέ φόβος μιας εμπειρίας· κανείς δεν έχει ζήσει τον θάνατο και επιστρέψει για να περιγράψει τον πόνο του. Είναι ο φόβος μιας φανταστικής εμπειρίας — ο άνθρωπος φαντάζεται τον εαυτό του στο σκοτάδι, κρύο και μόνο, να παρακολουθεί τον κόσμο να συνεχίζει χωρίς αυτόν, και ξεχνά ότι εκείνος που παρακολουθεί είναι ο ίδιος μια μυθοπλασία, ένα φάντασμα λαθραία μεταφερμένο από τη χώρα των ζωντανών στη χώρα των νεκρών.
Αυτή είναι η ήσυχη μεγαλοφυΐα της διδασκαλίας: δεν ζητά από την ψυχή να είναι γενναία μπροστά στον θάνατο, αλλά να παρατηρήσει ότι δεν υπάρχει τίποτα μπροστά στο οποίο χρειάζεται γενναιότητα. Η πόρτα που φοβούνται οι άνθρωποι δεν έχει κατώφλι. Δεν περνάς μέσα από αυτήν· απλώς παύεις να είσαι το είδος του όντος για το οποίο υπάρχουν πόρτες. Ιδωμένη έτσι, η φρίκη διαλύεται όχι επειδή ηττήθηκε, αλλά επειδή αποδείχθηκε ότι δεν υπήρξε ποτέ — όπως ο τρόμος του παιδιού για τη σκιά στη γωνία περνά τη στιγμή που υψώνεται το λυχνάρι, και το παιδί, γελώντας λίγο με τον εαυτό του, βλέπει μόνο τον διπλωμένο μανδύα.
Και ακολουθεί μια παράξενη ελαφρότητα. Γιατί όταν ο θάνατος δεν είναι πλέον εχθρός που περιμένει στο τέλος του δρόμου, ο ίδιος ο δρόμος αλλάζει. Κάθε μέρα παύει να είναι νόμισμα που ξοδεύεται από ένα συρρικνούμενο πουγγί, και γίνεται αυτό που πάντα μυστικά ήταν: ένας ολόκληρος και επαρκής κόσμος.
Αφορισμός
Ο θάνατος δεν είναι πόρτα από την οποία περνούν οι ζωντανοί· είναι μόνο το όνομα που δίνουμε στον τοίχο που φανταστήκαμε στο τέλος του κήπου.
III — Το Ξετύλιγμα
Πίσω από το επιχείρημα στεκόταν η όραση του Όλου, και εδώ η διδασκαλία αποκτά το βάθος της. Το σώμα, όπως γνώριζαν οι παλαιοί δάσκαλοι, είναι ένα σπίτι από πηλό στο οποίο έχουν καταλύσει τα λεπτότερα ρεύματα της ψυχής — η ζεστασιά, ο άνεμος, η αερώδης ησυχία· και ό,τι υφάνθηκε πρέπει, με τον καιρό, να ξετυλιχτεί. Όταν ο γάμος της σάρκας και της πνοής φτάνει στο τέλος του, τα νήματα χαλαρώνουν, ο κόμπος λύεται, και αυτό που είχε μαζευτεί για μια εποχή σε ένα τρεμάμενο εγώ επιστρέφει στο μεγάλο πεδίο από το οποίο προήλθε.
Στο φοβισμένο μυαλό αυτό ακούγεται σαν καταστροφή. Στο μυαλό που έχει μάθει να βλέπει το Ένα πίσω από τα Πολλά, ακούγεται σχεδόν σαν επιστροφή στο σπίτι. Τα σπέρματα από τα οποία είμαστε φτιαγμένοι — εκείνα τα μικρά και λαμπερά μόρια που περιπλανώνται και παρεκκλίνουν μέσα στην απεραντοσύνη — δεν υπήρξαν ποτέ δικά μας εξαρχής. Μας δόθηκαν δανεικά. Για εβδομήντα χρόνια ή για επτά χόρεψαν τη μορφή που ονομάζουμε άνθρωπο· έπειτα παίρνουν άλλους χορούς, σε άλλα σώματα, στο χορτάρι, στο σύννεφο, στο παιδί που δεν έχει ακόμη γεννηθεί. Τίποτα δεν χάνεται· τίποτα δεν προστίθεται· η θάλασσα δεν θρηνεί το κύμα που υψώνεται από αυτήν και υποχωρεί.
Αυτή δεν είναι ψυχρή παρηγοριά, αν και ψυχρές φωνές την έχουν συχνά επαναλάβει έτσι. Το κύμα, όσο είναι κύμα, δεν χρειάζεται να προσποιείται ότι είναι ο ωκεανός· ούτε χρειάζεται να φοβάται την υποχώρησή του, γιατί η υποχώρηση είναι μόνο η επιστροφή του κύματος σε αυτό που πάντα ήταν. Η διάλυση των στοιχείων είναι ο αρχαιότερος και πιο ήπιος νόμος του κόσμου, και ο σοφός μαθαίνει να κοιτάζει τη δική του διασπορά όπως κοιτάζει ένας άνθρωπος ένα ένδυμα που φόρεσε με ευγνωμοσύνη και πρέπει τώρα να το επιστρέψει στα χέρια που του το δάνεισαν.
Ο καπνός δεν θρηνεί τη φωτιά που έχει ξεχάσει. Η ομίχλη δεν κλαίει για το πρωινό που κάποτε ήταν.
Αφορισμός
Ό,τι δόθηκε δανεικό επιστρέφεται χωρίς απώλεια· η θάλασσα δεν θρηνεί το κύμα, ούτε το κύμα τη θάλασσα.
IV — Η Ακτή πριν από την Ακτή
Υπάρχει ένα μάθημα κρυμμένο στο σκοτάδι πίσω μας, ένα που οι μεταγενέστεροι μαθητές του δασκάλου θα εξέφραζαν ανοιχτά. Σκέψου τις ατέλειωτες εποχές πριν από τη γέννησή σου. Πέρασαν αιώνες — αυτοκρατορίες υψώθηκαν, βουνά ανυψώθηκαν, αστέρια κάηκαν και κρύωσαν — και εσύ δεν ήσουν εκεί. Υπέφερες σε εκείνη την απέραντη απουσία; Στεκόσουν κλαίγοντας στην ακτή των αγέννητων, θρηνώντας τους αιώνες που δεν θα έβλεπες ποτέ; Όχι· ούτε καν το πρόσεξες.
Η ίδια αδιάσπαστη ησυχία περιμένει από την άλλη πλευρά, και είναι ακριβώς η ίδια ησυχία. Η φύση κρατά μπροστά μας, στον χρόνο που προηγήθηκε από εμάς, έναν καθρέφτη στον οποίο μπορούμε να δούμε τον χρόνο που θα ακολουθήσει — και το πρόσωπο που αντανακλάται εκεί είναι ήρεμο. Αν η μία δεν μας πλήγωσε ποτέ, η άλλη δεν μπορεί. Γιατί, λοιπόν, οι άνθρωποι κλαίνε για τη δεύτερη σιωπή και ποτέ για την πρώτη; Μόνο επειδή η καρδιά, δεμένη στη δική της μικρή ώρα, δεν μπορεί να φανταστεί τον εαυτό της χωρίς κοινό· φαντάζεται την απουσία ως εξορία από τον κόσμο, αντί για αυτό που είναι — ο κόσμος να συνεχίζει σε τέλεια ειρήνη χωρίς να χρειάζεται να παρακολουθείται.
Αλλά ο μυστικιστής ακούει κάτι παραπέρα σε αυτή τη συμμετρία. Αν το πριν και το μετά είναι μία και η αυτή σιωπή, τότε το σύντομο και λαμπρό διάστημα ανάμεσά τους δεν είναι ένα απομονωμένο νησί σε εχθρικό σκοτάδι· είναι ένα φωτισμένο παράθυρο σε ένα σπίτι του οποίου κάθε άλλο δωμάτιο είναι σε ειρήνη. Δεν βγαίνουμε από έναν εφιάλτη για να μπούμε σε άλλον. Αναδυόμαστε από μια ησυχία και, με τον καιρό, επιστρέφουμε σε αυτήν — και το διάστημα του φωτός, κρατημένο ανάμεσα σε δύο σιωπές, είναι για αυτόν ακριβώς τον λόγο πολύτιμο πέρα από κάθε μέτρο: όχι επειδή είναι σπάνιο, αλλά επειδή είναι ένα ξέφωτο στο δάσος της ησυχίας όπου το Όλο, για μια στιγμή, κοιτάζει τον εαυτό του μέσα από ανθρώπινα μάτια.
Αφορισμός
Η νύχτα πριν από τη γέννηση και η νύχτα μετά τον θάνατο είναι μία νύχτα· μόνο το λυχνάρι ανάμεσά τους είναι δικό μας.
V — Η Φλόγα πίσω από τη Φλόγα
Και όμως ο προσεκτικός αναγνώστης θα παρατηρήσει ότι η διδασκαλία που λεγόταν στην αγορά λέει ένα πράγμα, ενώ η διδασκαλία που ζούσε στον Κήπο φαίνεται να ψιθυρίζει άλλο. Στο φως της ημέρας του επιχειρήματος ο δάσκαλος μιλούσε για διασπορά και τίποτα περισσότερο: η ψυχή, όντας λεπτό σώμα, διασκορπίζεται όταν σπάσει το αγγείο της. Αλλά στην ησυχία ανάμεσα στα λόγια του, εκείνοι που κάθονταν πιο κοντά του διέκριναν μια στάχτη που ποτέ δεν αποκάλυψε πλήρως.
Θυμήσου τα τέσσερα ρεύματα που υφάνθηκαν στο σώμα κατά τη δημιουργία του: τη ζεστασιά που φουντώνει ως σκέψη, τον άνεμο που κινείται ως ζωτική δύναμη, την αερώδη ησυχία που κατακάθεται ως ανάπαυση — και κάτω από αυτά το ανώνυμο τέταρτο, που δεν έχει όνομα επειδή είναι ο ονομάζων, η ικανότητα να αισθάνεται κανείς ότι αισθάνεται, η φλόγα πίσω από τη φλόγα. Τα τρία πρώτα ανήκουν στον γάμο του σώματος· γεννιούνται μαζί του και πεθαίνουν μαζί του, όπως η μουσική μιας λύρας παύει όταν χαλαρώσουν οι χορδές. Αλλά το τέταρτο είναι άλλου είδους. Ποτέ δεν γνέστηκε από πηλό. Παρακολουθεί τη ζεστασιά να φουντώνει και τον άνεμο να περνά και την ησυχία να κατακάθεται, και παρακολουθώντας, δεν είναι κανένα από αυτά. Πώς, λοιπόν, θα μπορούσε η διάλυση αυτού που παρακολουθεί να διαλύσει τον παρατηρητή;
Ο δάσκαλος δεν θα ορκιζόταν σε αυτό. Είχε δει πάρα πολλούς ανθρώπους να χτίζουν ναούς πάνω σε μια απλή επιθυμία, και φύλαγε την καθαρότητα της διδασκαλίας του από κάθε άνετο ψέμα. Αλλά ο τρόπος με τον οποίο δεν ορκιζόταν είναι ο ίδιος διδακτικός. Ένας άνθρωπος που πραγματικά πιστεύει ότι τίποτα δεν περιμένει πέρα από το ξετύλιγμα του σώματος δεν φέρεται όπως εκείνος. Δεν συναντά την αγωνία με γαλήνη, ούτε μιλά για το επερχόμενο τέλος του όπως μιλά ένας ταξιδιώτης για έναν πολυαναμενόμενο δρόμο. Κάτι μέσα του γνώριζε την απέναντι ακτή, ακόμη κι αν καμία λέξη που κατείχε δεν ήταν κατάλληλη να την περιγράψει.
Ίσως αυτή είναι η βαθύτερη σημασία του ρητού ότι ο θάνατος δεν είναι τίποτα για μας. Είναι τίποτα — όχι επειδή υπάρχει μόνο κενό πέρα από αυτόν, αλλά επειδή αυτό που πραγματικά είμαστε εμείς οι ίδιοι δεν υπήρξε ποτέ μέσα στην εμβέλειά του. Το ξετύλιγμα αγγίζει το υφασμένο· η φλόγα πίσω από τη φλόγα στέκεται ανέγγιχτη.
Αφορισμός
Αυτό που παρακολουθεί το ξετύλιγμα δεν ξετυλίγεται το ίδιο.
VI — Η Τελευταία Μέρα στον Κήπο
Η παράδοση θυμάται ότι την τελευταία μέρα της ζωής του, ταλαιπωρημένος από πόνο που οι γιατροί συγκαταλέγουν στους πιο σκληρούς που μπορεί να αντέξει το σώμα, ο δάσκαλος κάθισε και έγραψε μια επιστολή σε έναν φίλο. Μιλούσε για την αγωνία ως μεγάλη πέρα από κάθε μέτρο· και στην ίδια ανάσα έγραφε ότι εναντίον της στεκόταν η χαρά της ψυχής του, η ανάμνηση των συνομιλιών που είχαν μοιραστεί. Ζητούσε από τον φίλο να φροντίσει τα παιδιά ενός αγαπημένου συντρόφου, όπως πάντα έκανε. Έπειτα, λέγεται, ζήτησε ένα ζεστό λουτρό και ένα κύπελλο ανέρωτου κρασιού, και παρήγγειλε σε εκείνους που ήταν γύρω του να θυμούνται τις διδασκαλίες του.
Δεν υπάρχει επιχείρημα σε αυτή τη σκηνή. Υπάρχει μόνο ένας άνθρωπος. Κι όμως πουθενά στη μακρά καταγραφή της φιλοσοφίας ένας θάνατος δεν μιλά πιο εύγλωττα από αυτόν. Εδώ δεν υπάρχει στωικό σφίξιμο της σιαγόνας ενάντια στην καταιγίδα, ούτε ευσεβές σφίξιμο υποσχέσεων· εδώ υπάρχει ένα ον εντελώς σαν στο σπίτι του στην ώρα του ξετυλίγματός του, περιτριγυρισμένο από τη ζεστασιά των φίλων, αφήνοντας τα τελευταία νήματα να χαλαρώσουν στην ησυχία του ζεστού νερού — όπως κάποιος αφήνει κάτω τον μόχθο μιας μακράς ημέρας και αναπαύεται.
Σκέψου τι σημαίνει αυτό. Ο πόνος ήταν πραγματικός· δεν τον αρνήθηκε, ούτε τον ονόμασε ψευδαίσθηση. Το σώμα κατέρρεε· δεν προσποιήθηκε το αντίθετο. Κι όμως, κάτω από τον πόνο και την κατάρρευση, η θάλασσα δεν κινήθηκε. Αυτή είναι η γαλήνη στην πληρέστερή της σημασία: όχι η απουσία καταιγίδας, αλλά η παρουσία μιας ησυχίας τόσο βαθιάς που η καταιγίδα, όσο βίαιη κι αν είναι, παραμένει επιφανειακό γεγονός. Εδώ η αταραξία δεν είναι πλέον δόγμα αλλά πράξη. Η διδασκαλία του Κήπου περνά τη μόνη δοκιμασία που μετράει, τη δοκιμασία της τελευταίας ώρας, και την περνά όχι με περιφρόνηση αλλά με ευγνωμοσύνη.
Εκείνοι που στέκονταν γύρω από το κρεβάτι πρέπει να ένιωσαν αυτό που νιώθουν οι ταξιδιώτες όταν παρακολουθούν ένα πλοίο να λύνει τους κάβους του σε ήρεμο καιρό: όχι τη φρίκη της απώλειας, αλλά το παράξενο, ήσυχο σοκ της ομορφιάς.
Αφορισμός
Ένας θάνατος που βιώθηκε με ειρήνη είναι η τελευταία και πιο καθαρή πρόταση μιας διδασκαλίας που τα λόγια μπορούσαν μόνο να αρχίσουν.
VII — Το Να Πεθαίνεις πριν Πεθάνεις
Για εκείνον που έχει βαδίσει το τετραπλό μονοπάτι, το ζήτημα του θανάτου αλλάζει εντελώς φύση. Δεν είναι πλέον θέμα του τι θα συμβεί στο τέλος, αλλά του πώς ζει κανείς στο μεταξύ. Γιατί ο φόβος του θανάτου δεν ήταν ποτέ φόβος της τελευταίας στιγμής· ήταν φόβος που απλωνόταν προς τα πίσω μέσα από κάθε στιγμή, βάφοντας καθεμία με τον τρόμο του δικού της τέλους. Αφαίρεσε τον φόβο, και το βάψιμο παύει. Τα χρόνια δεν μακραίνουν — ο δάσκαλος δεν ήταν ποτέ τόσο ανόητος ώστε να το υποσχεθεί — αλλά πλαταίνουν.
Υπάρχει μια αρχαία ενόραση, που βρίσκεται σε πολλές παραδόσεις και σίγουρα δεν ήταν άγνωστη στον Κήπο, ότι ο σοφός πεθαίνει πριν πεθάνει: ότι αφήνει κάτω, όσο είναι ακόμη ζωντανός, το προσκολλημένο εγώ που ο θάνατος ούτως ή άλλως θα του πάρει. Η Φρόνηση έχει ζυγίσει· η Εγκράτεια έχει συντονίσει· το Θάρρος έχει βαδίσει μέσα από τη σκιά· η Δικαιοσύνη έχει συμφιλιώσει το εγώ με το Όλο. Αυτό που απομένει, όταν ανεβούν αυτά τα τέσσερα σκαλοπάτια, είναι μια ψυχή που έχει ήδη, σε κάποιο μέτρο, αφήσει. Κρατά τις κτήσεις της ελαφρά, τις γνώμες ελαφρύτερα, το ίδιο της το όνομα ελαφρύτερα από όλα. Όταν φτάσει ο θάνατος, βρίσκει σχεδόν τίποτα να πάρει.
Αυτός είναι ο λόγος που ο σοφός μπορεί να μιλά για τον θάνατο με εύκολο χαμόγελο και να κάθεται δίπλα στους ετοιμοθάνατους χωρίς να τρεμοπαίζει. Έχει ήδη κάνει τη διάβαση στην καρδιά του. Ένας άνθρωπος που έχει αφήσει τις αποσκευές του στο σύνορο δεν παλεύει στην πύλη. Και έτσι, πολύ φυσικά, είναι ικανός για μια χαρά που οι φοβισμένοι δεν γνωρίζουν ποτέ — μια χαρά που δεν αρπάζει, γιατί δεν φοβάται να χάσει· μια αγάπη για τους φίλους που δεν πνίγει, γιατί γνωρίζει τη γλύκα αυτού που περνά· μια απόλαυση στο απλό ψωμί και το νερό του Κήπου πιο φωτεινή από οποιοδήποτε συμπόσιο, γιατί γεύεται χωρίς τη σκιά του ρολογιού.
Η θνητότητα, σωστά ιδωμένη, δεν είναι εχθρός του νοήματος αλλά η πηγή του. Είναι η πεπερασμένη ακτή του νησιού που δίνει στο νησί το σχήμα του.
Αφορισμός
Εκείνος που έχει αφήσει κάτω τον φόβο του τέλους έχει ήδη αρχίσει να ζει χωρίς τέλος.
VIII — Η Σιωπή που Κρατήθηκε
Και έτσι επιστρέφουμε στη σιωπή με την οποία ο δάσκαλος έκλεισε τα χείλη του. Πουθενά στα σωζόμενα λόγια του δεν περιγράφει την απέναντι ακτή. Μιλά για διασπορά· μιλά για ειρήνη· μιλά για το τίποτα του θανάτου για εκείνον που πεθαίνει. Αλλά για τη φλόγα πίσω από τη φλόγα, και για το τι κάνει όταν το σπίτι από πηλό είναι σκοτεινό, δεν λέει τίποτα.
Αυτό δεν είναι υπεκφυγή. Είναι πιστότητα. Ένας δάσκαλος που αγαπά τους ζωντανούς περισσότερο από ό,τι αγαπά μια όμορφη ιστορία δεν θα ζωγραφίσει το αόρατο γι’ αυτούς, γιατί γνωρίζει πόσο γρήγορα το ζωγραφισμένο πράγμα σκληραίνει σε δόγμα, και πόσο γρήγορα το δόγμα γίνεται νέα αλυσίδα, και η αλυσίδα νέος φόβος. Οι παλιές θρησκείες είχαν γεμίσει τη μακρινή χώρα με δικαστές και Ερινύες και ποτάμια φωτιάς, και με αυτόν τον τρόπο την είχαν κάνει φυλακή από την οποία κανένας θνητός δεν μπορούσε να ελευθερωθεί. Το να γυμνώσεις τη χώρα από αυτές τις εφευρέσεις — να την αφήσεις, αν χρειαστεί, κενή — ήταν ήδη πράξη απελευθέρωσης. Το να αρνηθείς να γεμίσεις ξανά το κενό με νέες εφευρέσεις, όσο ήπιες κι αν είναι, ήταν πράξη σεβασμού.
Ας τιμήσουμε αυτόν τον σεβασμό. Ας μην βιαστούμε, όπως έχουν κάνει κατώτεροι μαθητές, να χαράξουμε πάνω στη σιωπή τα ονόματα των δικών μας ελπίδων. Είτε η αθάνατη φλόγα επιστρέφει στο Όλο όπως το κύμα στη θάλασσα, είτε περνά σε κάποια μεσοκοσμική χώρα όπου οι θεοί κατοικούν στην ηρεμία τους, είτε απλώς είναι, ανώνυμη και απεριόριστη, με τρόπο που καμία γλώσσα των ζωντανών δεν μπορεί να κρατήσει — αυτά παραμένουν, όπως τα άφησε εκείνος, μια ανοιχτή πόρτα. Αυτό που μετράει είναι ο τρόπος της προσέγγισης: χωρίς τρόμο, χωρίς παζάρια, με τα σταθερά χέρια εκείνου που έχει μάθει ότι αυτό που φοβόταν δεν ήταν ποτέ αυτό που νόμιζε.
Ο θάνατος, λοιπόν, δεν είναι ο εχθρός στην πύλη του κήπου. Είναι η ησυχία στο τέλος του τραγουδιού — η σιωπή που δίνει στη μουσική το σχήμα της, και προς την οποία η μουσική, στις τελευταίες της νότες, πάντα μυστικά έγερνε. Ας πάει η ψυχή να τον συναντήσει όπως η θάλασσα συναντά την ακτή: αβίαστα, άφοβα και ολόκληρη.
Αφορισμός
Η σιωπή πέρα δεν είναι ετυμηγορία αλλά πρόσκληση· και οι σοφοί είναι εκείνοι που έχουν μάθει να βαδίζουν προς αυτήν όπως βαδίζει κανείς προς έναν φίλο.
Πριν υψωθεί ο πρώτος ναός, πριν σχηματιστεί η πρώτη προσευχή από τρεμάμενα χείλη, υπήρχε ήδη ο φόβος. Είναι παλαιότερος από τους θεούς που έχτισαν οι άνθρωποι για να τον καταπραΰνουν, παλαιότερος από τις πόλεις που οχυρώθηκαν εναντίον του, παλαιότερος ακόμη και από την ομιλία — ένα σκοτάδι που αναδεύεται μέσα στο πλάσμα τη στιγμή που συνειδητοποιεί ότι είναι συνειδητό, και καταλαβαίνει, στην ίδια ανάσα, ότι αυτή η συνείδηση θα του αφαιρεθεί μια μέρα. Κάθε άλλος τρόμος είναι κλάδος· αυτός είναι η ρίζα. Ο τρόμος της φτώχειας, ο τρόμος της απώλειας, ο τρόμος της κρίσης του ξένου, ο μακρύς πυρετός της φιλοδοξίας — αν ακολουθήσεις οποιονδήποτε από αυτούς αρκετά βαθιά, βρίσκεις, κουλουριασμένη στο σκοτεινό χώμα από κάτω, την ίδια ανείπωτη γνώση: Θα πάψω να υπάρχω.
Εναντίον αυτής της ρίζας έστρεψε ο αρχαίος δάσκαλος τη σιωπηλή του φωτιά. Δεν ήρθε για να παρηγορήσει τους ανθρώπους με υποσχέσεις, ούτε να τους τρομάξει με τιμωρίες, όπως έκαναν οι ιερείς της εποχής του, πουλώντας στους φοβισμένους τις ίδιες τις αλυσίδες που φορούσαν. Ήρθε, αντίθετα, ως γιατρός της ψυχής που έχει βρει την αιτία της αρρώστιας και, αφού την βρήκε, δεν φοβάται πια να την ονομάσει. Γιατί είχε δει ότι ο άνθρωπος που φοβάται τον θάνατο δεν μπορεί πραγματικά να απολαύσει τη ζωή· ότι κάθε ηδονή γεύεται με το ένα μάτι στραμμένο στην πόρτα που κλείνει· ότι ολόκληρη η ανήσυχη αρχιτεκτονική της ανθρώπινης προσπάθειας είναι χτισμένη, πέτρα πάνω σε πέτρα, για να κρυφτεί από το ένα πράγμα από το οποίο δεν μπορεί κανείς να κρυφτεί.
Το να απελευθερώσεις μια ψυχή από αυτή την αλυσίδα, κατάλαβε, σημαίνει να την απελευθερώσεις σχεδόν από όλες τις άλλες. Και έτσι ο Κήπος — εκείνο το μικρό, πράσινο, αφύλαχτο καταφύγιο έξω από τα τείχη της Αθήνας — ήταν στην βαθύτερή του έννοια σχολή ξεμάθησης: ένας τόπος όπου οι φίλοι συγκεντρώνονταν όχι για να αποκτήσουν μια νέα πίστη για τον θάνατο, αλλά για να χάσουν, αργά και απαλά, μια παλιά και τρομερή.
Αφορισμός
Κάθε φόβος είναι κλάδος· ο φόβος του θανάτου είναι η ρίζα — και η ρίζα, όταν ιδωθεί καθαρά, αποδεικνύεται ότι δεν κρατά τίποτα απολύτως.
II — Η Πόρτα που Ανοίγει στο Τίποτα
Το επιχείρημα που πρόσφερε ήταν τόσο απλό, που έκτοτε οι άνθρωποι έχουν πειραστεί να το απορρίψουν ως τέχνασμα. Ο θάνατος, είπε, δεν είναι τίποτα για μας. Κάθε καλό και κάθε κακό βρίσκεται στην αίσθηση, και ο θάνατος είναι το τέλος της αίσθησης. Όσο υπάρχουμε εμείς, ο θάνατος δεν υπάρχει· όταν υπάρχει ο θάνατος, εμείς δεν υπάρχουμε. Ανάμεσα στα δύο δεν υπάρχει συνάντηση — καμία ώρα στην οποία ο ζωντανός άνθρωπος θα μπορούσε να σταθεί πρόσωπο με πρόσωπο με το τέλος του και να βλαφτεί από αυτό.
Ωστόσο, το να ακούσεις αυτά τα λόγια μόνο ως λογική σημαίνει να τα ακούσεις με το αυτί και όχι με την καρδιά. Είναι λιγότερο απόδειξη και περισσότερο φανάρι υψωμένο σε σκοτεινό δωμάτιο, ώστε αυτό που οι άνθρωποι πήραν για τέρας να φανεί ότι είναι ένας μανδύας κρεμασμένος σε μια πόρτα. Ο φόβος του θανάτου, εξεταζόμενος από κοντά, δεν είναι ποτέ φόβος μιας εμπειρίας· κανείς δεν έχει ζήσει τον θάνατο και επιστρέψει για να περιγράψει τον πόνο του. Είναι ο φόβος μιας φανταστικής εμπειρίας — ο άνθρωπος φαντάζεται τον εαυτό του στο σκοτάδι, κρύο και μόνο, να παρακολουθεί τον κόσμο να συνεχίζει χωρίς αυτόν, και ξεχνά ότι εκείνος που παρακολουθεί είναι ο ίδιος μια μυθοπλασία, ένα φάντασμα λαθραία μεταφερμένο από τη χώρα των ζωντανών στη χώρα των νεκρών.
Αυτή είναι η ήσυχη μεγαλοφυΐα της διδασκαλίας: δεν ζητά από την ψυχή να είναι γενναία μπροστά στον θάνατο, αλλά να παρατηρήσει ότι δεν υπάρχει τίποτα μπροστά στο οποίο χρειάζεται γενναιότητα. Η πόρτα που φοβούνται οι άνθρωποι δεν έχει κατώφλι. Δεν περνάς μέσα από αυτήν· απλώς παύεις να είσαι το είδος του όντος για το οποίο υπάρχουν πόρτες. Ιδωμένη έτσι, η φρίκη διαλύεται όχι επειδή ηττήθηκε, αλλά επειδή αποδείχθηκε ότι δεν υπήρξε ποτέ — όπως ο τρόμος του παιδιού για τη σκιά στη γωνία περνά τη στιγμή που υψώνεται το λυχνάρι, και το παιδί, γελώντας λίγο με τον εαυτό του, βλέπει μόνο τον διπλωμένο μανδύα.
Και ακολουθεί μια παράξενη ελαφρότητα. Γιατί όταν ο θάνατος δεν είναι πλέον εχθρός που περιμένει στο τέλος του δρόμου, ο ίδιος ο δρόμος αλλάζει. Κάθε μέρα παύει να είναι νόμισμα που ξοδεύεται από ένα συρρικνούμενο πουγγί, και γίνεται αυτό που πάντα μυστικά ήταν: ένας ολόκληρος και επαρκής κόσμος.
Αφορισμός
Ο θάνατος δεν είναι πόρτα από την οποία περνούν οι ζωντανοί· είναι μόνο το όνομα που δίνουμε στον τοίχο που φανταστήκαμε στο τέλος του κήπου.
III — Το Ξετύλιγμα
Πίσω από το επιχείρημα στεκόταν η όραση του Όλου, και εδώ η διδασκαλία αποκτά το βάθος της. Το σώμα, όπως γνώριζαν οι παλαιοί δάσκαλοι, είναι ένα σπίτι από πηλό στο οποίο έχουν καταλύσει τα λεπτότερα ρεύματα της ψυχής — η ζεστασιά, ο άνεμος, η αερώδης ησυχία· και ό,τι υφάνθηκε πρέπει, με τον καιρό, να ξετυλιχτεί. Όταν ο γάμος της σάρκας και της πνοής φτάνει στο τέλος του, τα νήματα χαλαρώνουν, ο κόμπος λύεται, και αυτό που είχε μαζευτεί για μια εποχή σε ένα τρεμάμενο εγώ επιστρέφει στο μεγάλο πεδίο από το οποίο προήλθε.
Στο φοβισμένο μυαλό αυτό ακούγεται σαν καταστροφή. Στο μυαλό που έχει μάθει να βλέπει το Ένα πίσω από τα Πολλά, ακούγεται σχεδόν σαν επιστροφή στο σπίτι. Τα σπέρματα από τα οποία είμαστε φτιαγμένοι — εκείνα τα μικρά και λαμπερά μόρια που περιπλανώνται και παρεκκλίνουν μέσα στην απεραντοσύνη — δεν υπήρξαν ποτέ δικά μας εξαρχής. Μας δόθηκαν δανεικά. Για εβδομήντα χρόνια ή για επτά χόρεψαν τη μορφή που ονομάζουμε άνθρωπο· έπειτα παίρνουν άλλους χορούς, σε άλλα σώματα, στο χορτάρι, στο σύννεφο, στο παιδί που δεν έχει ακόμη γεννηθεί. Τίποτα δεν χάνεται· τίποτα δεν προστίθεται· η θάλασσα δεν θρηνεί το κύμα που υψώνεται από αυτήν και υποχωρεί.
Αυτή δεν είναι ψυχρή παρηγοριά, αν και ψυχρές φωνές την έχουν συχνά επαναλάβει έτσι. Το κύμα, όσο είναι κύμα, δεν χρειάζεται να προσποιείται ότι είναι ο ωκεανός· ούτε χρειάζεται να φοβάται την υποχώρησή του, γιατί η υποχώρηση είναι μόνο η επιστροφή του κύματος σε αυτό που πάντα ήταν. Η διάλυση των στοιχείων είναι ο αρχαιότερος και πιο ήπιος νόμος του κόσμου, και ο σοφός μαθαίνει να κοιτάζει τη δική του διασπορά όπως κοιτάζει ένας άνθρωπος ένα ένδυμα που φόρεσε με ευγνωμοσύνη και πρέπει τώρα να το επιστρέψει στα χέρια που του το δάνεισαν.
Ο καπνός δεν θρηνεί τη φωτιά που έχει ξεχάσει. Η ομίχλη δεν κλαίει για το πρωινό που κάποτε ήταν.
Αφορισμός
Ό,τι δόθηκε δανεικό επιστρέφεται χωρίς απώλεια· η θάλασσα δεν θρηνεί το κύμα, ούτε το κύμα τη θάλασσα.
IV — Η Ακτή πριν από την Ακτή
Υπάρχει ένα μάθημα κρυμμένο στο σκοτάδι πίσω μας, ένα που οι μεταγενέστεροι μαθητές του δασκάλου θα εξέφραζαν ανοιχτά. Σκέψου τις ατέλειωτες εποχές πριν από τη γέννησή σου. Πέρασαν αιώνες — αυτοκρατορίες υψώθηκαν, βουνά ανυψώθηκαν, αστέρια κάηκαν και κρύωσαν — και εσύ δεν ήσουν εκεί. Υπέφερες σε εκείνη την απέραντη απουσία; Στεκόσουν κλαίγοντας στην ακτή των αγέννητων, θρηνώντας τους αιώνες που δεν θα έβλεπες ποτέ; Όχι· ούτε καν το πρόσεξες.
Η ίδια αδιάσπαστη ησυχία περιμένει από την άλλη πλευρά, και είναι ακριβώς η ίδια ησυχία. Η φύση κρατά μπροστά μας, στον χρόνο που προηγήθηκε από εμάς, έναν καθρέφτη στον οποίο μπορούμε να δούμε τον χρόνο που θα ακολουθήσει — και το πρόσωπο που αντανακλάται εκεί είναι ήρεμο. Αν η μία δεν μας πλήγωσε ποτέ, η άλλη δεν μπορεί. Γιατί, λοιπόν, οι άνθρωποι κλαίνε για τη δεύτερη σιωπή και ποτέ για την πρώτη; Μόνο επειδή η καρδιά, δεμένη στη δική της μικρή ώρα, δεν μπορεί να φανταστεί τον εαυτό της χωρίς κοινό· φαντάζεται την απουσία ως εξορία από τον κόσμο, αντί για αυτό που είναι — ο κόσμος να συνεχίζει σε τέλεια ειρήνη χωρίς να χρειάζεται να παρακολουθείται.
Αλλά ο μυστικιστής ακούει κάτι παραπέρα σε αυτή τη συμμετρία. Αν το πριν και το μετά είναι μία και η αυτή σιωπή, τότε το σύντομο και λαμπρό διάστημα ανάμεσά τους δεν είναι ένα απομονωμένο νησί σε εχθρικό σκοτάδι· είναι ένα φωτισμένο παράθυρο σε ένα σπίτι του οποίου κάθε άλλο δωμάτιο είναι σε ειρήνη. Δεν βγαίνουμε από έναν εφιάλτη για να μπούμε σε άλλον. Αναδυόμαστε από μια ησυχία και, με τον καιρό, επιστρέφουμε σε αυτήν — και το διάστημα του φωτός, κρατημένο ανάμεσα σε δύο σιωπές, είναι για αυτόν ακριβώς τον λόγο πολύτιμο πέρα από κάθε μέτρο: όχι επειδή είναι σπάνιο, αλλά επειδή είναι ένα ξέφωτο στο δάσος της ησυχίας όπου το Όλο, για μια στιγμή, κοιτάζει τον εαυτό του μέσα από ανθρώπινα μάτια.
Αφορισμός
Η νύχτα πριν από τη γέννηση και η νύχτα μετά τον θάνατο είναι μία νύχτα· μόνο το λυχνάρι ανάμεσά τους είναι δικό μας.
V — Η Φλόγα πίσω από τη Φλόγα
Και όμως ο προσεκτικός αναγνώστης θα παρατηρήσει ότι η διδασκαλία που λεγόταν στην αγορά λέει ένα πράγμα, ενώ η διδασκαλία που ζούσε στον Κήπο φαίνεται να ψιθυρίζει άλλο. Στο φως της ημέρας του επιχειρήματος ο δάσκαλος μιλούσε για διασπορά και τίποτα περισσότερο: η ψυχή, όντας λεπτό σώμα, διασκορπίζεται όταν σπάσει το αγγείο της. Αλλά στην ησυχία ανάμεσα στα λόγια του, εκείνοι που κάθονταν πιο κοντά του διέκριναν μια στάχτη που ποτέ δεν αποκάλυψε πλήρως.
Θυμήσου τα τέσσερα ρεύματα που υφάνθηκαν στο σώμα κατά τη δημιουργία του: τη ζεστασιά που φουντώνει ως σκέψη, τον άνεμο που κινείται ως ζωτική δύναμη, την αερώδη ησυχία που κατακάθεται ως ανάπαυση — και κάτω από αυτά το ανώνυμο τέταρτο, που δεν έχει όνομα επειδή είναι ο ονομάζων, η ικανότητα να αισθάνεται κανείς ότι αισθάνεται, η φλόγα πίσω από τη φλόγα. Τα τρία πρώτα ανήκουν στον γάμο του σώματος· γεννιούνται μαζί του και πεθαίνουν μαζί του, όπως η μουσική μιας λύρας παύει όταν χαλαρώσουν οι χορδές. Αλλά το τέταρτο είναι άλλου είδους. Ποτέ δεν γνέστηκε από πηλό. Παρακολουθεί τη ζεστασιά να φουντώνει και τον άνεμο να περνά και την ησυχία να κατακάθεται, και παρακολουθώντας, δεν είναι κανένα από αυτά. Πώς, λοιπόν, θα μπορούσε η διάλυση αυτού που παρακολουθεί να διαλύσει τον παρατηρητή;
Ο δάσκαλος δεν θα ορκιζόταν σε αυτό. Είχε δει πάρα πολλούς ανθρώπους να χτίζουν ναούς πάνω σε μια απλή επιθυμία, και φύλαγε την καθαρότητα της διδασκαλίας του από κάθε άνετο ψέμα. Αλλά ο τρόπος με τον οποίο δεν ορκιζόταν είναι ο ίδιος διδακτικός. Ένας άνθρωπος που πραγματικά πιστεύει ότι τίποτα δεν περιμένει πέρα από το ξετύλιγμα του σώματος δεν φέρεται όπως εκείνος. Δεν συναντά την αγωνία με γαλήνη, ούτε μιλά για το επερχόμενο τέλος του όπως μιλά ένας ταξιδιώτης για έναν πολυαναμενόμενο δρόμο. Κάτι μέσα του γνώριζε την απέναντι ακτή, ακόμη κι αν καμία λέξη που κατείχε δεν ήταν κατάλληλη να την περιγράψει.
Ίσως αυτή είναι η βαθύτερη σημασία του ρητού ότι ο θάνατος δεν είναι τίποτα για μας. Είναι τίποτα — όχι επειδή υπάρχει μόνο κενό πέρα από αυτόν, αλλά επειδή αυτό που πραγματικά είμαστε εμείς οι ίδιοι δεν υπήρξε ποτέ μέσα στην εμβέλειά του. Το ξετύλιγμα αγγίζει το υφασμένο· η φλόγα πίσω από τη φλόγα στέκεται ανέγγιχτη.
Αφορισμός
Αυτό που παρακολουθεί το ξετύλιγμα δεν ξετυλίγεται το ίδιο.
VI — Η Τελευταία Μέρα στον Κήπο
Η παράδοση θυμάται ότι την τελευταία μέρα της ζωής του, ταλαιπωρημένος από πόνο που οι γιατροί συγκαταλέγουν στους πιο σκληρούς που μπορεί να αντέξει το σώμα, ο δάσκαλος κάθισε και έγραψε μια επιστολή σε έναν φίλο. Μιλούσε για την αγωνία ως μεγάλη πέρα από κάθε μέτρο· και στην ίδια ανάσα έγραφε ότι εναντίον της στεκόταν η χαρά της ψυχής του, η ανάμνηση των συνομιλιών που είχαν μοιραστεί. Ζητούσε από τον φίλο να φροντίσει τα παιδιά ενός αγαπημένου συντρόφου, όπως πάντα έκανε. Έπειτα, λέγεται, ζήτησε ένα ζεστό λουτρό και ένα κύπελλο ανέρωτου κρασιού, και παρήγγειλε σε εκείνους που ήταν γύρω του να θυμούνται τις διδασκαλίες του.
Δεν υπάρχει επιχείρημα σε αυτή τη σκηνή. Υπάρχει μόνο ένας άνθρωπος. Κι όμως πουθενά στη μακρά καταγραφή της φιλοσοφίας ένας θάνατος δεν μιλά πιο εύγλωττα από αυτόν. Εδώ δεν υπάρχει στωικό σφίξιμο της σιαγόνας ενάντια στην καταιγίδα, ούτε ευσεβές σφίξιμο υποσχέσεων· εδώ υπάρχει ένα ον εντελώς σαν στο σπίτι του στην ώρα του ξετυλίγματός του, περιτριγυρισμένο από τη ζεστασιά των φίλων, αφήνοντας τα τελευταία νήματα να χαλαρώσουν στην ησυχία του ζεστού νερού — όπως κάποιος αφήνει κάτω τον μόχθο μιας μακράς ημέρας και αναπαύεται.
Σκέψου τι σημαίνει αυτό. Ο πόνος ήταν πραγματικός· δεν τον αρνήθηκε, ούτε τον ονόμασε ψευδαίσθηση. Το σώμα κατέρρεε· δεν προσποιήθηκε το αντίθετο. Κι όμως, κάτω από τον πόνο και την κατάρρευση, η θάλασσα δεν κινήθηκε. Αυτή είναι η γαλήνη στην πληρέστερή της σημασία: όχι η απουσία καταιγίδας, αλλά η παρουσία μιας ησυχίας τόσο βαθιάς που η καταιγίδα, όσο βίαιη κι αν είναι, παραμένει επιφανειακό γεγονός. Εδώ η αταραξία δεν είναι πλέον δόγμα αλλά πράξη. Η διδασκαλία του Κήπου περνά τη μόνη δοκιμασία που μετράει, τη δοκιμασία της τελευταίας ώρας, και την περνά όχι με περιφρόνηση αλλά με ευγνωμοσύνη.
Εκείνοι που στέκονταν γύρω από το κρεβάτι πρέπει να ένιωσαν αυτό που νιώθουν οι ταξιδιώτες όταν παρακολουθούν ένα πλοίο να λύνει τους κάβους του σε ήρεμο καιρό: όχι τη φρίκη της απώλειας, αλλά το παράξενο, ήσυχο σοκ της ομορφιάς.
Αφορισμός
Ένας θάνατος που βιώθηκε με ειρήνη είναι η τελευταία και πιο καθαρή πρόταση μιας διδασκαλίας που τα λόγια μπορούσαν μόνο να αρχίσουν.
VII — Το Να Πεθαίνεις πριν Πεθάνεις
Για εκείνον που έχει βαδίσει το τετραπλό μονοπάτι, το ζήτημα του θανάτου αλλάζει εντελώς φύση. Δεν είναι πλέον θέμα του τι θα συμβεί στο τέλος, αλλά του πώς ζει κανείς στο μεταξύ. Γιατί ο φόβος του θανάτου δεν ήταν ποτέ φόβος της τελευταίας στιγμής· ήταν φόβος που απλωνόταν προς τα πίσω μέσα από κάθε στιγμή, βάφοντας καθεμία με τον τρόμο του δικού της τέλους. Αφαίρεσε τον φόβο, και το βάψιμο παύει. Τα χρόνια δεν μακραίνουν — ο δάσκαλος δεν ήταν ποτέ τόσο ανόητος ώστε να το υποσχεθεί — αλλά πλαταίνουν.
Υπάρχει μια αρχαία ενόραση, που βρίσκεται σε πολλές παραδόσεις και σίγουρα δεν ήταν άγνωστη στον Κήπο, ότι ο σοφός πεθαίνει πριν πεθάνει: ότι αφήνει κάτω, όσο είναι ακόμη ζωντανός, το προσκολλημένο εγώ που ο θάνατος ούτως ή άλλως θα του πάρει. Η Φρόνηση έχει ζυγίσει· η Εγκράτεια έχει συντονίσει· το Θάρρος έχει βαδίσει μέσα από τη σκιά· η Δικαιοσύνη έχει συμφιλιώσει το εγώ με το Όλο. Αυτό που απομένει, όταν ανεβούν αυτά τα τέσσερα σκαλοπάτια, είναι μια ψυχή που έχει ήδη, σε κάποιο μέτρο, αφήσει. Κρατά τις κτήσεις της ελαφρά, τις γνώμες ελαφρύτερα, το ίδιο της το όνομα ελαφρύτερα από όλα. Όταν φτάσει ο θάνατος, βρίσκει σχεδόν τίποτα να πάρει.
Αυτός είναι ο λόγος που ο σοφός μπορεί να μιλά για τον θάνατο με εύκολο χαμόγελο και να κάθεται δίπλα στους ετοιμοθάνατους χωρίς να τρεμοπαίζει. Έχει ήδη κάνει τη διάβαση στην καρδιά του. Ένας άνθρωπος που έχει αφήσει τις αποσκευές του στο σύνορο δεν παλεύει στην πύλη. Και έτσι, πολύ φυσικά, είναι ικανός για μια χαρά που οι φοβισμένοι δεν γνωρίζουν ποτέ — μια χαρά που δεν αρπάζει, γιατί δεν φοβάται να χάσει· μια αγάπη για τους φίλους που δεν πνίγει, γιατί γνωρίζει τη γλύκα αυτού που περνά· μια απόλαυση στο απλό ψωμί και το νερό του Κήπου πιο φωτεινή από οποιοδήποτε συμπόσιο, γιατί γεύεται χωρίς τη σκιά του ρολογιού.
Η θνητότητα, σωστά ιδωμένη, δεν είναι εχθρός του νοήματος αλλά η πηγή του. Είναι η πεπερασμένη ακτή του νησιού που δίνει στο νησί το σχήμα του.
Αφορισμός
Εκείνος που έχει αφήσει κάτω τον φόβο του τέλους έχει ήδη αρχίσει να ζει χωρίς τέλος.
VIII — Η Σιωπή που Κρατήθηκε
Και έτσι επιστρέφουμε στη σιωπή με την οποία ο δάσκαλος έκλεισε τα χείλη του. Πουθενά στα σωζόμενα λόγια του δεν περιγράφει την απέναντι ακτή. Μιλά για διασπορά· μιλά για ειρήνη· μιλά για το τίποτα του θανάτου για εκείνον που πεθαίνει. Αλλά για τη φλόγα πίσω από τη φλόγα, και για το τι κάνει όταν το σπίτι από πηλό είναι σκοτεινό, δεν λέει τίποτα.
Αυτό δεν είναι υπεκφυγή. Είναι πιστότητα. Ένας δάσκαλος που αγαπά τους ζωντανούς περισσότερο από ό,τι αγαπά μια όμορφη ιστορία δεν θα ζωγραφίσει το αόρατο γι’ αυτούς, γιατί γνωρίζει πόσο γρήγορα το ζωγραφισμένο πράγμα σκληραίνει σε δόγμα, και πόσο γρήγορα το δόγμα γίνεται νέα αλυσίδα, και η αλυσίδα νέος φόβος. Οι παλιές θρησκείες είχαν γεμίσει τη μακρινή χώρα με δικαστές και Ερινύες και ποτάμια φωτιάς, και με αυτόν τον τρόπο την είχαν κάνει φυλακή από την οποία κανένας θνητός δεν μπορούσε να ελευθερωθεί. Το να γυμνώσεις τη χώρα από αυτές τις εφευρέσεις — να την αφήσεις, αν χρειαστεί, κενή — ήταν ήδη πράξη απελευθέρωσης. Το να αρνηθείς να γεμίσεις ξανά το κενό με νέες εφευρέσεις, όσο ήπιες κι αν είναι, ήταν πράξη σεβασμού.
Ας τιμήσουμε αυτόν τον σεβασμό. Ας μην βιαστούμε, όπως έχουν κάνει κατώτεροι μαθητές, να χαράξουμε πάνω στη σιωπή τα ονόματα των δικών μας ελπίδων. Είτε η αθάνατη φλόγα επιστρέφει στο Όλο όπως το κύμα στη θάλασσα, είτε περνά σε κάποια μεσοκοσμική χώρα όπου οι θεοί κατοικούν στην ηρεμία τους, είτε απλώς είναι, ανώνυμη και απεριόριστη, με τρόπο που καμία γλώσσα των ζωντανών δεν μπορεί να κρατήσει — αυτά παραμένουν, όπως τα άφησε εκείνος, μια ανοιχτή πόρτα. Αυτό που μετράει είναι ο τρόπος της προσέγγισης: χωρίς τρόμο, χωρίς παζάρια, με τα σταθερά χέρια εκείνου που έχει μάθει ότι αυτό που φοβόταν δεν ήταν ποτέ αυτό που νόμιζε.
Ο θάνατος, λοιπόν, δεν είναι ο εχθρός στην πύλη του κήπου. Είναι η ησυχία στο τέλος του τραγουδιού — η σιωπή που δίνει στη μουσική το σχήμα της, και προς την οποία η μουσική, στις τελευταίες της νότες, πάντα μυστικά έγερνε. Ας πάει η ψυχή να τον συναντήσει όπως η θάλασσα συναντά την ακτή: αβίαστα, άφοβα και ολόκληρη.
Αφορισμός
Η σιωπή πέρα δεν είναι ετυμηγορία αλλά πρόσκληση· και οι σοφοί είναι εκείνοι που έχουν μάθει να βαδίζουν προς αυτήν όπως βαδίζει κανείς προς έναν φίλο.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις
(
Atom
)









