erevoktonos
Φῶς καὶ Φωνὴ Ἐξυπνισμοῦ ἐν τῷ Αἰῶνι τῆς Νυκτός!
Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2026
Αρχαίοι Έλληνες Φιλόσοφοι
Οι Κυνικοί τις θεωρίες τις απέφευγαν, τα παραδοσιακά μαθήματα και τις επιστήμες (όπως τη γεωμετρία και την αστρονομία) τις απέρριπταν· σταθερές πεποιθήσεις που συγκροτούσαν ενιαίο συστηματικό σύνολο δεν είχαν· στα πρώτα τους χρόνια πίστευαν ότι δεν υπάρχει κάποιος ιδιαίτερος φιλοσοφικός σκοπός. Τι λογής φιλόσοφοι ήταν, λοιπόν, οι Κυνικοί;
Απλούστατα, δεν ήταν φιλόσοφοι! Έτσι υποστήριξαν αρκετοί, οι οποίοι και κατηγόρησαν τον Κυνισμό ότι δεν είναι σχολή σκέψης αλλά απλώς ένας τρόπος ζωής - πιθανώς ένα μέσο, που μπορεί να ταιριάζει στη μία ή την άλλη σχολή, δεν μπορεί όμως το ίδιο να προσφέρει το «τέλος», τον σκοπό. Κάποιοι ονόμασαν τον Κυνισμό «σύντομο δρόμο για την αρετή», άλλοι όμως «σύντομο δρόμο για την αλαζονεία» ή «για την κακή φήμη». Οι Κυνικοί αντέστρεφαν τις κατηγορίες και ουσιαστικά αμφισβητούσαν στους άλλους το δικαίωμα να φέρουν το όνομα του φιλοσόφου.
Ό,τι κι αν τους καταμαρτύρησαν (αδίκως και δικαίως), ο δρόμος της κυνικής άσκησης ήταν απλός και δύσκολος: να ζεις φτωχός και να ικανοποιείς μόνο τις φυσικές σου ανάγκες. Ίσως η εικόνα του περιπλανώμενου με το δισάκι στον ώμο, το ραβδί και το τριμμένο πανωφόρι (όλα τα υπάρχοντά του) να φαινόταν και τότε γραφική στους πολλούς ή προσβλητική (και -γιατί όχι;- απειλητική) για τους θεματοφύλακες της φιλοσοφίας.
Είναι αλήθεια ότι πολλοί τσαρλατάνοι, περιπλανώμενοι κι εκείνοι, εμφανίστηκαν σαν φιλόσοφοι, πολλές φορές σαν Κυνικοί. Ήταν ίσως εύκολο και βολικό να παρουσιάζονταν σαν Κυνικοί. Για εκατοντάδες χρόνια αυτή η μορφή φιλοσόφου τριγυρνούσε στους δρόμους των ελληνιστικών βασιλείων και της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, εκθέτοντας και περιγελώντας ανθρώπους, προκειμένου να προκαλέσει την αντίδρασή τους.
Η περιφρόνηση προς τους Κυνικούς εντάθηκε αργότερα, κυρίως στα αυτοκρατορικά χρόνια, όταν αναβίωσε ο κυνισμός και οι Κυνικοί άλλαξαν. Ήταν κατάλληλη εποχή για την αναβίωση αυτή: η ευμάρεια της Ρώμης πρόσφερε στα υψηλά κοινωνικά στρώματα πλούτο και χλιδή, και στους ηθικολόγους και στους σατιρικούς συγγραφείς άφθονες αφορμές να καταγγέλλουν τις υπερβολές. Ο ακραίος και ανατρεπτικός ασκητισμός των Κυνικών σόκαρε τους Ρωμαίους. Έτσι, βρέθηκε σχετικά εύκολα ακροατήριο για τον Κυνισμό, που από τη μία πλευρά πολεμούσε τη δεισιδαιμονία και την ηθική διαφθορά και από την άλλη προέτρεπε για επιστροφή στη φύση, σε μια πρωταρχική απλότητα πριν από κάθε παρέμβαση πολιτισμού.
Δεν ήταν λίγοι όσοι περιφρονούσαν «αυτά τα ζωώδη, σιχαμερά και ακαλλιέργητα άτομα», που μιλούσαν και ζούσαν ανάρμοστα, διαφθείροντας τη φιλοσοφία και τους ανθρώπους.
Όμως αρκετοί ήταν και όσοι κατάλαβαν και ξεχώρισαν τους Κυνικούς σε δυο ομάδες: σε εκείνους που το μόνο που είδαν ήταν τα εξωτερικά σημάδια της εμφάνισης και της συμπεριφοράς των Κυνικών, και τα υιοθέτησαν για την ευχαρίστησή τους ή από ματαιοδοξία· και σε εκείνους που μιμήθηκαν πρώτα την καρτερικότητα του Διογένη, την αντοχή του στους κόπους, το ψυχικό του μεγαλείο.
Τον 4ο αιώνα μ.Χ. ο Ιουλιανός, με την αυστηρή κριτική του στους απαίδευτους Κυνικούς, θυμίζει ότι, για τον Διογένη, τις προκλητικές πράξεις έχει δικαίωμα να τις αποτολμά μόνο εκείνος που έχει πρώτα κυριαρχήσει στην ηδονή και το πάθος. Αλλιώς, όπως τα σοφά λόγια στο στόμα των ανόητων δεν είναι σοφά, έτσι και οι αναίσχυντες πράξεις όταν τις κάνουν αναίσχυντοι είναι απλώς αναίσχυντες - τίποτε παραπάνω.
Αριστοτέλης: Φαίνεται ότι πολλοί θέλουν περισσότερο ν' αγαπιούνται παρά ν' αγαπούν
Το καθένα απ' αυτά τα πρόσωπα έχει δική του αρετή, και ιδιότυπο δράση. Τα κίνητρα των κλίσεων των είναι διαφορετικά, και γι' αυτό η αγάπη (φίλησις) και η φιλία διαφέρουν κάθε φορά μεταξύ των, ώστε δεν ανταποδίδονται από τα δυο μέρη τα ίσα, κι ούτε πρέπει να το απαιτεί κανείς αυτό. Όταν τα παιδιά αποδίδουν ό,τι πρέπει στους γονιούς κι οι γονιοί ό,τι πρέπει στα παιδιά τους, τότε η φιλία ανάμεσά τους θα είναι μόνιμη και σεμνή.
Σ' όλες αυτές τις φιλίες που βασίζονται στην υπεροχή, ο καλύτερος αγαπιέται μάλλον παρά αγαπά.
Γιατί, όταν και τα δυο μέρη αγαπιούνται σύμφωνα με την αξία τους, γεννιέται κάποια ισότητα, που θεωρείται χαρακτηριστικό γνώρισμα κάθε φιλίας.
Πρέπει να σημειώσουμε ότι η ισότητα δεν παρουσιάζει στη φιλία τα ίδια γνωρίσματα όπως στη δικαιοσύνη. Σχετικά με το δίκαιο, το κύριο σημείο είναι η στηριζόμενη στην αξία αναλογία και κατά δεύτερο λόγο η αναλογία που βασίζεται στην ποσότητα.
Αντίθετα στη φιλία παίζει πιο βασικό ρόλο η αναλογία, που στηρίζεται στην ποσότητα και κατά δεύτερο λόγο αυτή που βασίζεται στην αξία. Αυτό το βλέπει κανείς καθαρά όταν ανάμεσα στα διάφορα πρόσωπα, υπάρχει σχετικά με την αρετή, την κακία, την ευμάρεια, ή κάτι άλλο, μεγάλη απόσταση. Τότε ο ένας δεν είναι φίλος του άλλου, ούτε και το επιδιώκει. Πολύ πιο καθαρά βλέπει κανείς κάτι τέτοιο, όσον αφορά τους θεούς που υπερέχουν τόσο πολύ σχετικά με όλα τα αγαθά.
Αυτό είναι φανερό και όσον αφορά τους βασιλιάδες, γιατί ούτε αυτών έχουν την αξίωση να είναι οι πολύ κατώτεροί τους, ούτε εκείνοι που δεν έχουν καμιάν αξία να γίνουν φίλοι των άριστων και πάρα πολύ σοφών.
Ακριβής ορισμός ως ποιο σημείο μπορεί να απλωθεί η φιλία ανάμεσα σε άτομα άνισης κοινωνικής κατάστασης δεν υπάρχει, γιατί κι αν ακόμη λείψουν πολλές σχετικές συνθήκες, η φιλία υπάρχει ακόμη πάντοτε. Όταν όμως είναι μεγάλη η απόσταση, όπως ανάμεσα στο Θεό, είναι αδύνατη η φιλία.
Έτσι γεννιέται η απορία, αν οι φίλοι επιθυμούν για τους φίλους των τα υπέρτατα αγαθά, π.χ. να γίνουν θεοί. Μα τότε δεν θα υπάρχουν πια φίλοι, ούτε τα αγαθά της φιλίας, αφού το αγαθό είναι οι φίλοι. Κι αν σωστά λένε ότι ο φίλος αγαπά το αγαθό για χάρη του ίδιου του φίλου του, ο φίλος πρέπει να παραμένει όπως είναι. Τότε μονάχα ο φίλος θα επιθυμεί για τον φίλο του τα υπέρτατα αγαθά, όταν τον θεωρεί άνθρωπο. Αλλά κι αυτό όχι για όλους, γιατί ο καθένας επιθυμεί για τον εαυτό του τα αγαθά.
Φαίνεται ότι πολλοί θέλουν περισσότερο ν' αγαπιούνται παρά ν' αγαπούν (γι' αυτό οι περισσότεροι άνθρωποι προτιμούν τους κόλακες, γιατί ο κόλακας είναι φίλος κατώτερος ή προσποιείται ότι είναι τέτοιος και ότι προτιμά ν' αγαπά παρά ν' αγαπιέται). Το ν' αγαπιέται κανείς φαίνεται κοντά στο να τιμιέται, πράγμα που πολλοί το ποθούν. Φαίνεται όμως ότι δεν αγαπούν τις τιμές αυτές καθ' εαυτές, αλλά στην τύχη.
Πραγματικά οι πολλοί χαίρονται για την τιμή που τους προσφέρουν οι άρχοντες έχοντας κάποια ελπίδα ότι θ' αποκτήσουν απ' αυτούς εκείνο που τους χρειάζεται: Να απολαμβάνουν δηλ. την τιμή σαν εγγύηση μελλοντικής ευεργεσίας.
Όσοι ζητούν τιμές από ηθικούς και σοφούς ανθρώπους επιθυμούν να δυναμώσουν τη γνώμη που έχουν για τον εαυτό τους, και χαίρονται γιατί είναι ενάρετοι, επειδή πιστεύουν στη γνώμη εκείνων που το παραδέχονται. Ακόμη χαίρονται επειδή αγαπιούνται γι' αυτό μονάχα.
Για τούτο φαίνεται προτιμότερο να τιμιέται κανείς και ότι η φιλία είναι ποθητή για τον εαυτό της. Άλλωστε φαίνεται πως η φύση της είναι περισσότερο φτιαγμένη για ν' αγαπά παρά για ν' αγαπιέται. Αυτό δείχνουν οι μητέρες, που βρίσκουν τη χαρά τους στο ν' αγαπούν. Μερικές απ' αυτές αφήνουν τα παιδιά τους να ανατρέφονται από άλλους και τα περιβάλλουν με συνειδητή αγάπη, χωρίς ν' απαιτούν αμοιβαιότητα, γιατί δεν είναι δυνατά και τα δύο αυτά πράγματα. Θεωρούν τον εαυτό τους ικανοποιημένο, όταν βλέπουν τα παιδιά των ευτυχισμένα, και τ' αγαπούν κι όταν ακόμη αυτά από άγνοια δεν ανταποδίδουν ό,τι ανήκει στη μάνα.
Επειδή η φιλία συνίσταται περισσότερο στο ν' αγαπά κάποιος κι επαινούνται όσοι αγαπούν τους φίλους των, φαίνεται ότι αρετή των φίλων είναι η αγάπη. Γι' αυτό εκείνοι που αγαπούν για την αξία είναι φίλοι σίγουροι κι η φιλία τους ακλόνητη.
Έτσι μπορεί να συμβεί, ώστε να συνδέονται με τους δεσμούς της φιλίας πρόσωπα άνισης κοινωνικής κατάστασης, επειδή μπορεί να δημιουργηθεί ανάμεσά τους ισότητα. Αλλά ισότητα και ομοιότητα είναι φιλία και προπαντός ομοιότητα, όταν πρόκειται για θέματα σχετικά με την αρετή. Και αφού οι ενάρετοι είναι αυτοί καθ' εαυτούς σταθεροί, είναι και μεταξύ τους τέτοιοι, και δεν έχουν ανάγκη του κακού, ούτε το εξυπηρετούν και, για να πούμε έτσι, εμποδίζουν τους άλλους να το διαπράττουν.
Πραγματικά η αρετή έγκειται στο να αποφεύγει κάποιος το κακό και να μην επιτρέπει ούτε στους φίλους του να το εκτελούν.
Αντίθετα οι κακοί δεν είναι σταθεροί, γιατί δεν είναι ούτε με τον εαυτό τους όμοιοι και γίνονται φίλοι για λίγο καιρό, επειδή ο ένας βρίσκει ηδονή στην κακία του άλλου. Πολύν χρόνο διαρκεί η φιλία εκείνων που είναι χρήσιμοι ο ένας στον άλλο και ευχάριστοι, εφόσον δηλ. προσφέρει ο ένας στον άλλον ωφέλεια και απόλαυση.
Φαίνεται πως η φιλία που βασίζεται στο συμφέρον γεννιέται από τις αντιθέσεις, όπως και η φιλία ανάμεσα στους πλούσιους και φτωχούς, αγράμματους και μορφωμένους. Γιατί ο καθένας επιθυμεί εκείνο που του λείπει, και προσφέρει κάτι διαφορετικό από εκείνο που έχει.
Στην κατηγορία αυτή μπορούμε να κατατάξουμε τον εραστή και τον ερωμένο, τον ωραίο και τον άσχημο. Γι' αυτό φαίνονται και οι εραστές γελοίοι κάποτε, εφόσον έχουν την απαίτηση ν' αγαπιούνται, όπως αγαπούν οι ίδιοι. Ίσως αυτό μπορεί να το απαιτήσει κανείς, αν είναι άξιος να τον ερωτευθεί κάποιος, αν όμως στερείται τέτοια χαρίσματα, γίνεται γελοίος.
Ίσως να μην έλκονται τα αντίθετα παρά μονάχα από την τύχη, και η επιθυμία να τα παρατείνει να φθάνουν στη μεσότητα.
Το αγαθό, π.χ. δεν συνίσταται στο ξερό να γίνει υγρό, αλλά στο να πετύχει μια μέση κατάσταση, το ίδιο ισχύει και σχετικά με το ζεστό και για όλα τα άλλα.
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, ΗΘΙΚΑ ΝΙΚΟΜΑΧΕΙΑ
Ο φθόνος στέκει έξω από τη χορεία των θεών
Και πρέπει να λέη τ' ακόλουθα· πως «δεν είναι αληθινός ο λόγος» που λέει ότι πρέπει να χαρίζεται κανείς πιο πολύ σ' έναν που δεν κατέχεται από έρωτα, την ώρα που έχει μπροστά του έναν εραστή, γιατί τάχα ο ένας είναι μανιακός, ενώ ο άλλος είναι φρόνιμος. Αν βέβαια ήταν απλό να ειπεί κανείς πως η μανία είναι κάτι κακό, τότε ο προηγούμενος λόγος θα ήταν καλά ειπωμένος· μα εδώ τα μεγαλύτερα καλά μας έρχονται από τη μανία, που μας χαρίζεται σαν ένα θείο δώρο...
Γιατί και η προφήτισσα στους Δελφούς και οι ιέρειες στη Δωδώνη, όταν τις έπιασε η μανία, έκαμαν στην Ελλάδα πολλά και καλά και σε ανθρώπους και σε πόλεις, ενώ όταν ήτανε φρόνιμες έκαμαν λίγα ή και τίποτε.
Κι αν βέβαια αρχίσουμε να λέμε και για τη Σίβυλλα και για τους άλλους, όσοι με τη μαντική τέχνη προφήτεψαν πολλά σε πολλούς και τους έκαμαν καλό στο μέλλον τους, θα μακραίναμε το λόγο μας λέγοντας πράγματα φανερά στον καθένα.
Όμως τούτο δα αξίζει να φέρουμε για μάρτυρα, πως κι από τους παλιούς εκείνοι που έβαλαν τα ονόματα στα πράγματα δεν είχαν τη μανία για κάτι άσχημο, ούτε για ντροπή· γιατί αλλιώς δεν θα σμίγανε με την ανώτερη τέχνη, μ' αυτήν που κρίνεται το μέλλον, το ίδιο τούτο όνομα και δεν θα την έλεγαν μανική.
Μα επειδή είναι κάτι καλό, όταν έρχεται δοσμένη από το θεό, της βάλανε το όνομα μ' αυτή τη γνώμη, οι σημερινοί όμως ακαλαίσθητα έβαλαν μέσα στη λέξη το ταυ και την είπανε μαντική. Γιατί και την τέχνη που έχουνε οι φρόνιμοι, δηλαδή εκείνοι που ζητάνε να δούνε το μέλλον από τα πουλιά κι από τα άλλα σημάδια, επειδή αυτοί προσπορίζουν με το λογικό· στην ανθρώπινη γνώμη (οιήσει) νόημα (νουν) και πείρα (ιστορίαν), την είπανε οι αρχαίοι οιονοϊστική, αυτήν που τώρα οι νεώτεροι την μεγαλώνουν επιδεικτικά με το ω και την λένε οιωνιστική.
Όσο λοιπόν τελειότερο και σεβαστότερο είναι η μαντική από την οιωνιστική, και το όνομα από το όνομα και το πράγμα· από το πράγμα, τόσο ωραιότερη είναι, κατά τη μαρτυρία των παλιών, η μανία από τη φρονιμάδα, γιατί εκείνη έρχεται από το θεό, ενώ ετούτη είναι ανθρώπινη.
Αλλά κι από αρρώστιες κι από τις πιο μεγάλες δυστυχίες, που έπεσαν σε μερικές γενιές από θεϊκή οργή για κάποια προγονικά φονικά, έφερε λύτρωση η μανία που ήρθε στην ώρα της και προφήτεψε σ' εκείνους που έπρεπε.
Γιατί βρήκε καταφύγιο τις προσευχές στους θεούς και τις λατρείες, και μ' αυτές έφθασε στην καθαροσύνη και στη μύηση, έκαμε καθαρό και για τώρα και για πάντα εκείνον που την είχε, και σ' εκείνον που τον χτύπησε στα σωστά και τον κυρίεψε ολωσδιόλου έφερε λύτρωση από τα βάσανα που τον κρατούσανε.
Τρίτη όμως θεοζαλιά και μανία είναι εκείνη που έρχεται από τις Μούσες· άμα αυτή κυριέψει καμιά ψυχή απαλή κι ανέγγιχτη, την ξυπνάει και την μεθάει για τα τραγούδια και για τ' άλλα είδη της ποίησης, στολίζει τα μύρια έργα των παλιών και παιδεύει τις ερχόμενες γενιές. Όποιος όμως πάει χωρίς τη μανία των Μουσών στις θύρες της ποίησης, όντας της γνώμης πως τάχα με την τεχνοσύνη του θα γίνε καλός ποιητής, μένει κι αυτός ο ίδιος ασήμαντος και η ποίησή του, αυτουνού που είναι φρόνιμος, αφανίζεται από την ποίηση εκείνων που τους κυριεύει η μανία.
Τόσα πολλά έχω να σου ειπώ κι ακόμα πιο πολλά καλά έργα της μανίας που έρχεται από τους θεούς. Ώστε αυτήν την ίδια ας μην την φοβόμαστε, ούτε να μας φοβίζει και να μας θορυβεί ο λόγος που λέει πως πρέπει να προτιμάει κανείς για φίλο το φρόνιμο παρά το φρενιασμένο· αλλά αν αυτός ο λόγος κοντά σ' εκείνο που λέει αποδείξει και τούτο, πως ο έρως δεν δίνεται για καλό από τους θεούς στον εραστή και στον αγαπημένο, τότε να πάρει τα νικητήρια.
Εμείς όμως πάλιν πρέπει ν' αποδείξουμε το αντίθετο, πως η μανία αυτή δίνεται από τους θεούς για την πιο μεγάλη ευτυχία· και την απόδειξη γι' αυτό που λέμε δεν θα την πιστέψουν μερικά δυνατά κεφάλια, μα οι σοφοί θα την πιστέψουν.
Πρέπει, όμως πρώτα να δούμε τη φύση της ψυχής, της θεϊκής και της ανθρώπινης, τα πάθη και τα ενεργήματά της για να γνωρίσουμε την αλήθεια.
Και η αρχή της απόδειξης είναι η ακόλουθη· κάθε ψυχή είναι αθάνατη.
Γιατί εκείνο που πάντα κινείται είναι αθάνατο· ενώ εκείνο που κινεί κάποιο άλλο και κινείται από κάποιο άλλο, μια που έχει τέλος στην κίνησή του, έχει τέλος και στη ζωή του. Μόνον λοιπόν εκείνο που κινείται μοναχό του, επειδή δεν αφήνει ποτέ τον εαυτό του, δεν παύει ποτέ και να κινείται, αλλά αυτό είναι η πηγή και η αρχή και για την κίνηση των άλλων όσα κινούνται.
Η αρχή όμως είναι αγέννητη· γιατί από την αρχή είναι ανάγκη να γίνεται κάθε τι που γίνεται, αυτή όμως να μη γίνεται από κανένα, γιατί αν η αρχή γίνονταν από κάτι, δεν θα ήτανε πια αρχή.
Επειδή όμως η αρχή είναι αγέννητη είναι ανάγκη να είναι και άφθαρτη.
Γιατί βέβαια αν χαθεί η αρχή, τότε ούτε αυτή η ίδια θα γίνει ποτέ από κάτι, ούτε τίποτε άλλο απ' εκείνη, αν πρέπει δα όλα να γίνονται από την αρχή.
Έτσι λοιπόν η αρχή της κίνησης είναι εκείνο που κινεί τον εαυτό του. Κι αυτό ούτε μπορεί να χαθεί, ούτε μπορεί να γίνει, αλλιώς όλος ο ουρανός και όλο το γίγνεσθαι θα γίνονταν ένας σωρός και θα έστεκαν ακίνητα και δεν θα είχαν πούθε να ξανακινηθούν και να ξαναγίνουν.
Αφού λοιπόν δείχθηκε πως εκείνο που κινεί τον εαυτό του είναι αθάνατο, δεν θα ντραπεί κανείς να λέει πως αυτή είναι η ουσία κι αυτός ο λόγος της ψυχής.
Γιατί κάθε σώμα που παίρνει την κίνηση απ' έξω είναι άψυχο, ενώ εκείνο που την έχει από μέσα του, από τον εαυτό του, είναι έμψυχο· γιατί αυτή δα είναι η φύση της ψυχής.
Αν όμως τούτο είναι έτσι, δηλαδή αν εκείνο που κινεί τον εαυτό του δεν είναι τίποτε άλλο παρά ψυχή, τότε είναι ανάγκη η ψυχή να είναι κάτι αγέννητο και αθάνατο.
Όσο λοιπόν για την αθανασία της, αρκετά είναι αυτά· για τη μορφή της όμως πρέπει να πούμε τ' ακόλουθα:
Τι λογής βέβαια είναι, αυτό για να φανεί θέλει δίχως άλλο θεϊκή και μακρόλογη περιγραφή· με τι πράγμα όμως μοιάζει, αυτό για να φανεί αρκεί περιγραφή ανθρώπινη και πιο σύντομη. Με τέτοιο λοιπόν τρόπο ας μιλήσουμε.
Λέμε λοιπόν πως μοιάζει με τη σύδετη δύναμη που έχει ένα ζευγάρι φτερωτά άλογα μαζί με τον ηνίοχο. Τα άλογα λοιπόν των θεών και οι ηνίοχοι είναι όλοι καλοί κι από καλή γενιά, ενώ στους άλλους είναι ανακατεμένα. Και πρώτα–πρώτα ο δικός μας αρματηλάτης βαστάει με τα χαλινάρια ένα μονάχα ζευγάρι άλογα, κι από τ' άλογα αυτά το ένα είναι όμορφο κι ευγενικό κι από καλή γενιά, ενώ το άλλο είναι απ' αντίθετη κι αντίθετο∙ έτσι η ηνιόχηση είναι σε μας από την ίδια τη μοίρα δύσκολη κι επίπονη. Πώς όμως ειπώθηκε το ένα θνητό και το άλλο αθάνατο ζώο, πρέπει να δοκιμάσουμε να πούμε.
Όλη η ψυχή εξουσιάζει όλο το άψυχο και διατρέχει όλο τον ουρανό, πότε με τη μια πότε με την άλλη μορφή.
Κι εκείνη λοιπόν που είναι τέλεια και φτερωτή περνοδιαβαίνει μέσα στον αέρα κι εξουσιάζει τον κόσμον όλον· εκείνη πάλιν που θα χάση τα φτερά της φέρνεται με βία δώθε κείθε, ως που να πιαστεί από κάτι στέρεο· εκεί μέσα πια μένει, παίρνει γήινο σώμα που, μ' εκείνης τη δύναμη, νομίζει πως κινεί το ίδιο τον εαυτό του· κι αυτό το όλο, σύδετο ψυχή και σώμα, το είπανε ζώο και του έδωσαν το παρανόμι θνητό.
Σε ποιο όμως να δώσουμε το παρανόμι αθάνατο δεν έχομε ούτε ένα λόγο θεμελιωμένο με τη σκέψη μας, αλλά πλάθουμε, χωρίς να δούμε και χωρίς να νοιώσουμε καθαρά, το θεό ένα αθάνατο ζώο, που έχει και ψυχή, που έχει και σώμα, μα που είναι τα δυο αυτά σ' όλους τους αιώνες σύδετα. Αυτά ως τόσο ας είναι κι ας λέγονται όπως ο θεός θέλει την αιτία όμως που πέφτουνε τα φτερά, που πέφτουνε από την ψυχή πρέπει να την δούμε. Και είναι περίπου η ακόλουθη.
Η δύναμη του φτερού είναι το φυσικό της να τραβά το βαρύ προς τα πάνω, και να το ανεβάζει ψηλά εκεί όπου κατοικεί το γένος των θεών· κι απ' όσα είναι κατά το σώμα η ψυχή έχει καταλάβει πιο πολύ από το θείο· και το θείο είναι όμορφο, σοφό, καλό και ό,τι άλλο όμοιο.
Μ' αυτά δα πιο πολύ θρέφεται και μεγαλώνει της ψυχής το φτέρωμα, ενώ με το άσχημο και με το κακό και με τα άλλα τ' αντίθετα μαραίνεται κι αφανίζεται.
Ο μεγάλος λοιπόν άρχοντας στον ουρανό ο Ζευς, οδηγώντας το φτερωτό του άρμα, πορεύεται πρώτος, τα βάζει όλα σε τάξη και όλα τα φροντίζει· και τον ακολουθάει στρατιά από θεούς και δαίμονες παραταγμένη σε ένδεκα μέρη· γιατί η Εστία μένει μονάχη στον οίκο των θεών.
Οι άλλοι όμως θεοί, όσοι έχουνε την τάξη τους μέσα στον αριθμό των δώδεκα, πάνε μπροστά σαν άρχοντες με την τάξη που είναι βαλμένος ο καθένας. Εκεί λοιπόν μέσα στον ουρανό υπάρχουνε πολλά και τρισμάκαρα οράματα και περάσματα, που τα περνοδιαβαίνει το ευτυχισμένο γένος των θεών, και καθένας των φροντίζει ό,τι είναι ταγμένο σ' αυτόν κι ακολουθάει όποιος ολοένα θέλει και μπορεί, γιατί ο φθόνος στέκει έξω από τη χορεία των θεών.
Κι όταν πάνε σε συμπόσιο και σε χαροκόπι, ανεβαίνουν τον ανήφορο που φέρνει ως την άκρη της αψίδας του ουρανού· και σ' αυτό το ανέβασμα τα οχήματα των θεών, όντας ισοζυγισμένα και καλοκυβέρνητα, πάνε εύκολα, τ' άλλα όμως με μόχθο· γιατί το άλογο που έχει την κακοτροπιά βαραίνει και ρέπει βαριά προς τη γη, αν δεν είναι καλά γυμνασμένο από τον ηνίοχο.
Κι εδώ, είναι ο μόχθος και ο έσχατος αγώνας της ψυχής.
Εκείνες βέβαια οι ψυχές που τις λένε αθάνατες, όταν φθάσουν στην άκρη της αψίδας, περνάνε πέρα, στέκουν επάνω στο καταράχι τ' ουρανού, και καθώς στέκουν τις πάει γύρω η περιφορά, κι αυτές βλέπουνε τα όσα είναι πέρα από τον ουρανό.
Πλάτωνος, Φαίδρος
Οι θείες αιτίες δεν ενεργούν, επειδή τους το ζητά η νόηση μας
Διότι, επειδή δεν τα κατανοούμε, τα συνθήματα καθεαυτά εκτελούν το οικείο τους έργο και η άρρητη δύναμη των θεών γνωρίζει καθεαυτή τις οικείες εικόνες της, χωρίς να διεγείρεται από τη δική μας νόηση.
Ιάμβλιχος
Εσύ να δείχνεις αυτά που εξαρτώνται από εσένα αποκλειστικά
Μάρκος Αυρήλιος
Η ΜΥΣΤΙΚΗ ΟΔΟΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗΣ
Η γνώση αυτή δεν προσφέρεται ως απλή πληροφορία, αλλά ως εσωτερικός δρόμος. Ο άνθρωπος καλείται να γνωρίσει τον εαυτό του, να καθαρίσει τον νου, να μεταμορφώσει την ύλη σε συνείδηση και να αφυπνίσει μέσα του εκείνο το θεϊκό στοιχείο που παραμένει κρυμμένο.
Η θέωση, στην ερμητική αντίληψη, γίνεται έτσι μια πορεία επιστροφής: από την άγνοια προς τη γνώση, από τον διαχωρισμό προς την ενότητα, από το σκοτάδι προς το Φως και από τον άνθρωπο προς το Θείο.
Η αρχαία αυτή παρακαταθήκη γίνεται ένας εσωτερικός χάρτης για το ταξίδι που συνεχίζεται μέσα μας.
Όλα ξεκινούν από το σώμα.
Το σώμα είναι το πρώτο δοχείο, ο ναός μέσα στον οποίο η ύλη υποδέχεται τη συνείδηση και αρχίζει το μεγάλο έργο της μεταμόρφωσης. Κάθε βήμα της εσωτερικής πορείας γεννιέται εδώ, μέσα στη σιωπή της ύλης, γιατί η ύλη δεν είναι το τέλος της αναζήτησης, είναι το πρώτο εργαστήριο της μετουσίωσης.
Ο άνθρωπος εισέρχεται στον κόσμο μέσα από το σώμα και μέσα από αυτό καλείται να γνωρίσει τα πρώτα μυστήρια της ύπαρξης. Η τροφή, η αναπνοή, η κίνηση, η άσκηση, η ποιότητα του περιβάλλοντος, η καθαρότητα και η ποιότητα της καθημερινής ζωής δεν είναι απλές εξωτερικές πράξεις. Είναι τρόποι με τους οποίους το δοχείο προετοιμάζεται να δεχθεί την λεπτότερη ουσία.
Όταν το σώμα βρίσκεται σε αρμονία, όταν η ζωή αποκτά ρυθμό και η ενέργεια δεν διασκορπίζεται άσκοπα, ο άνθρωπος μπορεί να στραφεί προς τα μέσα. Τότε αρχίζει η αληθινή εργασία.
Και πίσω από την εξωτερική μορφή του ανθρώπου αποκαλύπτεται ένας άλλος κόσμος.
Η ψυχή αρχίζει τότε το ταξίδι της προς τα λεπτότερα πεδία της ύπαρξης. Το πρώτο πέρασμα είναι το αιθερικό πεδίο, ο λεπτός εκείνος χώρος όπου η συνείδηση μοιάζει να απομακρύνεται από τη βαρύτητα της υλικής αντίληψης και να εισέρχεται σε μια διαφορετική ποιότητα εμπειρίας.
Εκεί αρχίζει η πρώτη μεγάλη μετουσίωση: η εργασία από το σώμα προς την ψυχή.
Ό,τι έχει καταγραφεί βαθιά μέσα μας μπορεί να εμφανιστεί με νέες μορφές. Μνήμες, σύμβολα, εικόνες, οραματισμοί, ενοράσεις και διορατικές εμπειρίες αναδύονται σαν θραύσματα ενός αρχαίου αλφαβήτου που περιμένει να αποκρυπτογραφηθεί.
Τίποτε δεν εμφανίζεται τυχαία.
Κάθε εικόνα μπορεί να είναι σύμβολο.
Κάθε αίσθηση μπορεί να είναι μήνυμα.
Κάθε σιωπή μπορεί να κρύβει μια αποκάλυψη.
Και όταν η συνείδηση επιστρέφει στο σώμα, επιστρέφει έχοντας αγγίξει κάτι από τον αόρατο κόσμο. Μπορεί να εμφανιστεί ευφορία, πληρότητα, εσωτερική γαλήνη, διαύγεια και μια παράξενη αίσθηση ανανέωσης, σαν να καθαρίστηκε για λίγο ο καθρέφτης μέσα από τον οποίο βλέπουμε τη ζωή.
Όμως αυτό δεν είναι το τέλος.
Είναι μόνο το πρώτο κατώφλι.
Η ψυχή συνεχίζει την πορεία της προς βαθύτερες περιοχές του εσωτερικού κόσμου. Το αστρικό πεδίο ανοίγεται σαν ένας απέραντος ωκεανός συνείδησης, όπου η εμπειρία της ελευθερίας γίνεται εντονότερη και τα όρια του φυσικού σώματος φαίνονται να υποχωρούν.
Εκεί μπορεί να εμφανιστεί η εμπειρία της εξωσωματικής περιπλάνησης, η αίσθηση ότι η συνείδηση κινείται πέρα από τα γνωστά όρια του χώρου, ότι η απόσταση χάνει τη συμβατική της σημασία και ότι η σκέψη γίνεται το όχημα της μετακίνησης.
Στο αστρικό πεδίο ο άνθρωπος δεν ταξιδεύει πλέον μόνο μέσα στον χώρο.
Ταξιδεύει μέσα στη συνείδηση.
Εκεί συναντά τον εσωτερικό του κόσμο, τις δυνάμεις που τον δημιούργησαν, τις επιθυμίες, τους φόβους, τις μνήμες και τα βαθύτερα ίχνη της ύπαρξής του. Εκεί μπορεί να αισθανθεί ότι πλησιάζει περισσότερο σε αυτό που ονομάζει κοσμικό Νου, σε μια αρχή νοημοσύνης που φαίνεται να διαπερνά τα πάντα.
Η σκέψη αποκτά δύναμη.
Η πρόθεση αποκτά κατεύθυνση.
Η συνείδηση γίνεται δημιουργική.
Και μαζί με αυτή την ελευθερία γεννιέται μια νέα ευθύνη: να γνωρίσουμε βαθύτερα τον εαυτό μας, τον κόσμο και το μυστήριο της δημιουργίας.
Γιατί όσο βαθύτερα εισέρχεται ο άνθρωπος στα εσωτερικά πεδία, τόσο περισσότερο αντιλαμβάνεται ότι δεν μπορεί να διαχωρίσει το πνευματικό από το ψυχικό και το ψυχικό από το σωματικό. Όσα τον επηρεάζουν αφήνουν ίχνη σε όλα τα επίπεδα της ύπαρξής του.
Κάθε τραύμα ζητά κατανόηση.
Κάθε φόβος ζητά φως.
Κάθε σκοτάδι ζητά συνείδηση.
Και κάθε αποκάλυψη απαιτεί ευθύνη.
Τότε, πέρα από το αιθερικό και το αστρικό, ανοίγεται το πνευματικό πεδίο.
Εδώ η πορεία αποκτά άλλη διάσταση.
Η συνείδηση αρχίζει να απελευθερώνεται από την αντίληψη της πολλαπλότητας και από τα όρια του χώρου και του χρόνου και στρέφεται προς την εμπειρία της ενότητας. Το πνευματικό πεδίο δεν είναι πλέον ένας ακόμη τόπος, είναι μια κατάσταση συνείδησης, όπου τα επιμέρους αρχίζουν να αποκαλύπτονται ως εκφράσεις μιας βαθύτερης αρχής.
Εκεί το σώμα, η ψυχή και ο νους δεν βιώνονται ως τρεις απομονωμένες υπάρξεις.
Γίνονται μία ενότητα.
Το σώμα γίνεται ναός.
Η ψυχή γίνεται καθρέφτης.
Ο νους γίνεται φως.
Και πίσω από όλα αυτά αποκαλύπτεται η Πηγή.
Ο διαχωρισμός υποχωρεί. Η απόσταση χάνει το νόημά της. Η συνείδηση αγγίζει μια κατάσταση όπου η ύπαρξη δεν βιώνεται πλέον ως κάτι απομονωμένο, αλλά ως μέρος μιας απέραντης ενότητας.
Εκεί γεννιέται η αποδοχή.
Και μέσα στην αποδοχή μπορεί να γεννηθεί η συγκίνηση εκείνης της μεγάλης εσωτερικής αναγνώρισης: ότι πίσω από τις αμέτρητες μορφές υπάρχει μία βαθύτερη ενότητα, ότι πίσω από την πολλαπλότητα υπάρχει το Ένα.
Αυτό το βίωμα δεν περιγράφεται εύκολα με λόγια.
Η γλώσσα σταματά εκεί όπου αρχίζει το Μυστήριο.
Μπορούμε μόνο να το πλησιάσουμε με σύμβολα, με σιωπή, με προσευχή, με διαλογισμό και με την εσωτερική εργασία που μεταμορφώνει σταδιακά τον άνθρωπο.
Η άσκηση γίνεται τότε μια προσπάθεια να μετρήσουμε το αμέτρητο, να σταθούμε μπροστά στο άγνωστο και να αγγίξουμε, έστω για μια στιγμή, την αιώνια Πηγή.
Και ίσως μια μόνο στιγμή αληθινής επαφής να είναι αρκετή για να αλλάξει ολόκληρη την εσωτερική μας πορεία.
Γιατί όταν ο άνθρωπος αγγίξει το Ιερό, έστω και για μια στιγμή, δεν επιστρέφει ακριβώς όπως ήταν.
Κάτι μέσα του έχει πεθάνει.
Και κάτι άλλο έχει γεννηθεί.
Μέσα από το αιώνιο πυρ της συνείδησης καίγεται η παλιά μορφή και αποκαλύπτεται μια νέα δυνατότητα ύπαρξης. Αυτή η γέννηση είναι διαφορετική από τη γέννηση του σώματος. Είναι η γέννηση του ανθρώπου που ξυπνά από τη λήθη.
Οι ψευδαισθήσεις αρχίζουν να χάνουν τη δύναμή τους.
Ο φόβος υποχωρεί μπροστά στη γνώση.
Η άγνοια μπροστά στη συνείδηση.
Ο διαχωρισμός μπροστά στην ενότητα.
Και τότε αρχίζει μια νέα ζωή.
Ο άνθρωπος επιστρέφει στον κόσμο, αλλά ο κόσμος δεν είναι πλέον ο ίδιος, γιατί έχει αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο τον βλέπει.
Το σώμα παραμένει στη γη.
Η ψυχή γνωρίζει τον ουρανό.
Ο νους αναζητά το άπειρο.
Και μέσα στην καρδιά γεννιέται η μνήμη της Πηγής.
Από εκεί και πέρα, κάθε βήμα γίνεται άσκηση.
Κάθε πράξη γίνεται προσευχή.
Κάθε αναπνοή γίνεται υπενθύμιση.
Κάθε άνθρωπος γίνεται καθρέφτης.
Και κάθε στιγμή γίνεται μια νέα ευκαιρία να μετατρέψουμε την ύλη σε συνείδηση, τη συνείδηση σε σοφία και τη σοφία σε αγάπη.
Η μεγάλη ερμητική εργασία συνεχίζεται.
Από την ύλη προς την ψυχή.
Από την ψυχή προς τον νου.
Από τον νου προς το Πνεύμα.
Από το πολλαπλό προς το Ένα.
Από τη λήθη προς την αφύπνιση.
Από τον άνθρωπο προς το Θείο.
Και όταν ο κύκλος κλείσει, κατανοούμε ότι η Πηγή που αναζητούσαμε δεν βρισκόταν ποτέ πραγματικά μακριά.
Ήταν μέσα μας.
Ήταν πίσω από κάθε ανάσα, πίσω από κάθε σκέψη, πίσω από κάθε μορφή.
Και το μεγαλύτερο μυστήριο δεν ήταν να ταξιδέψουμε κάπου αλλού.
Ήταν να επιστρέψουμε στον βαθύτερο εαυτό μας και να αναγνωρίσουμε, μέσα στη σιωπή, το αιώνιο Φως.
Τότε ο άνθρωπος γεννιέται ξανά.
Και προχωρά πάνω στη γη όχι ως κύριος του κόσμου, αλλά ως συνειδητός φορέας του Μυστηρίου.
Με αγάπη.
Με δύναμη.
Με σοφία.
Υποκειμενικότητα πέραν της αντικειμενικότητας
Όταν η επίγνωση γίνεται ο εαυτός της: Η κατάρρευση του διαχωρισμού υποκειμένου-αντικειμένου
Η διάλυση του παρατηρητή: Από τη δυϊστική νόηση στην αυτοφωτεινή γνώση
Πέρα από τον μάρτυρα: Επιστημολογία μετά τη δυϊκότητα
Το ενοποιημένο πεδίο της γνώσης: Ταυτότητα, σκέψη και κόσμος μετά τον διαχωρισμό
1 — Η Αρχιτεκτονική του Παρατηρητή
Αυτή τη στιγμή, κάτι μέσα σου διαβάζει αυτές τις λέξεις, και κάτι άλλο — ας το ονομάσουμε «εσύ» — στέκεται λίγο πίσω από την ανάγνωση, παρακολουθώντας την να συμβαίνει. Υπάρχει η πρόταση, και υπάρχει αυτός που την προσλαμβάνει. Αυτή η διαίρεση είναι τόσο άμεση που μόλις και μετά βίας την παρατηρείς ως διαίρεση· απλώς φαίνεται σαν το ίδιο το σχήμα της εμπειρίας. Ένα εγώ εδώ, ένας κόσμος εκεί, και ανάμεσά τους η λεπτή, διάφανη μεμβράνη της προσοχής, που διασχίζει μπρος-πίσω.
Παρατήρησε πόσο απόλυτη είναι αυτή η διάταξη. Διαμορφώνει ό,τι βλέπεις όταν κοιτάς προς τα έξω — το δωμάτιο, το φως, το πρόσωπο ενός άλλου ανθρώπου — και εξίσου ό,τι νιώθεις όταν κοιτάς προς τα μέσα. Μια σκέψη φτάνει, και υπάρχει κάποιος στον οποίο φτάνει. Μια αίσθηση σφιξίματος ανεβαίνει στο στήθος, και υπάρχει κάποιος που την έχει, που μπορεί να την ονομάσει, που στέκεται σε μια μικρή απόσταση ακόμα και από το ίδιο του το σώμα. Ακόμα και η μνήμη ακολουθεί το ίδιο μοτίβο: αυτός που θυμάται υποτίθεται ήσυχα ότι είναι ξεχωριστός από τη σκηνή που θυμάται, παρακολουθώντας την από λίγο έξω από το πλαίσιο της. Όπου κι αν στραφείς, με άλλα λόγια, η ίδια τριάδα επαναλαμβάνεται — ένα εγώ, μια πράξη αντίληψης, κάτι που γίνεται αντιληπτό — μέχρι που φαίνεται λιγότερο σαν χαρακτηριστικό της εμπειρίας και περισσότερο σαν η ίδια της η γραμματική.
Αυτή η λέξη δεν είναι τυχαία. Η ίδια η γλώσσα είναι χτισμένη πάνω σε αυτό το σχήμα. Κάθε συνηθισμένη πρόταση χρειάζεται ένα υποκείμενο και, συνήθως, ένα αντικείμενο· η δομή είναι ραμμένη στον τρόπο με τον οποίο μπορεί ακόμα και να σχηματιστεί και να μεταδοθεί η σκέψη. Γίνεται δύσκολο να πεις σχεδόν οτιδήποτε χωρίς να επαναλαμβάνεις το σχίσμα — «βλέπω το δέντρο», «νιώθω φόβο», «σκέφτομαι αυτό». Ο παρατηρητής είναι χτισμένος μέσα στην πρόταση πριν η πρόταση πει οτιδήποτε απολύτως.
Κι όμως — εδώ είναι η πρώτη ρωγμή — κανείς δεν έχει ποτέ πραγματικά αντιληφθεί αυτόν τον παρατηρητή. Έχεις δει σκέψεις, αισθήσεις, χρώματα, ήχους, αλλά δεν έχεις ποτέ μία φορά πιάσει αυτόν που υποτίθεται ότι τα βλέπει, να στέκεται εκεί ως αντικείμενο ανάμεσα σε άλλα αντικείμενα. Ο μάρτυρας συμπεραίνεται, δεν μαρτυρείται: ένα συμπέρασμα που βγαίνει από το γεγονός ότι συμβαίνει εμπειρία, ποτέ μια παρουσία που συναντιέται μέσα στην ίδια την εμπειρία. Αυτό και μόνο θα έπρεπε να δώσει παύση. Ο πιο κεντρικός χαρακτήρας της εσωτερικής σου ζωής αποδεικνύεται ότι είναι η μία μορφή που δεν έχεις ποτέ πραγματικά συναντήσει.
Ίσως, λοιπόν, αυτό που ονομάζουμε «παρατηρητή» να είναι λιγότερο μια σταθερή οντότητα και περισσότερο μια συνήθεια — ένας τρόπος με τον οποίο η προσοχή έχει μάθει να οργανώνει τον εαυτό της, τόσο εξασκημένος και τόσο νωρίς αποκτημένος που έχει απολιθωθεί σε κάτι που αισθάνεται σαν βράχος. Οι συνήθειες, σε αντίθεση με τον βράχο, μπορούν να χαλαρώσουν. Υπάρχουν στιγμές, συνηθισμένες, όπου αυτή η χαλάρωση φαίνεται να συμβαίνει από μόνη της: η στιγμή πριν σε πάρει ο ύπνος, όταν το όριο ανάμεσα σε αυτόν που αποκοιμιέται και στην ίδια την πτώση γίνεται πορώδες· μια στιγμή ξαφνικής απορρόφησης, στη μουσική ή στη δουλειά ή στον κίνδυνο, όπου για ένα χτύπο υπάρχει απλώς το πράττειν, χωρίς κανέναν τοποθετημένο πίσω του να κάνει την παρατήρηση. Αυτές οι στιγμές περνούν γρήγορα, και ο παρατηρητής επανεπιβεβαιώνει τον εαυτό του εξίσου γρήγορα — αλλά το πέρασμά τους είναι δεδομένα. Κάτι που μπορεί να χαλαρώσει δεν ήταν ποτέ, ίσως, τόσο συμπαγές όσο φαινόταν.
Ωστόσο, μια ιδιόμορφη δυσκολία συναντά κάθε προσπάθεια να προχωρήσουμε παραπέρα. Το να ρωτήσεις «είναι ο παρατηρητής ξεχωριστός, ή απλώς μια κατασκευή;» φαίνεται να απαιτεί έναν παρατηρητή που στέκεται πίσω για να το ρωτήσει. Η έρευνα φαίνεται να χρειάζεται την ίδια τη δομή που θέλει να θέσει υπό αμφισβήτηση. Αυτό δεν σημαίνει ότι η έρευνα πρέπει να εγκαταλειφθεί. Σημαίνει, αντίθετα, ότι πλησιάζουμε κάτι που η συνηθισμένη έρευνα — χτισμένη όπως είναι από το ίδιο σχήμα υποκειμένου-αντικειμένου — μπορεί να μην μπορεί να φτάσει κοιτάζοντας πιο σκληρά με τον συνηθισμένο τρόπο.
Τι δικαιολογεί την επιδίωξη ενός τόσο παράξενου ερωτήματος, τόσο νωρίς; Μόνο αυτό: μια αρχιτεκτονική που απλώς υπήρχε, ουδέτερα, δεν θα χρειαζόταν καθόλου να ανακριθεί. Αλλά αυτή δεν κάθεται ήσυχα. Κοστίζει κάτι. Πριν προχωρήσουμε παραπέρα, αξίζει να ρωτήσουμε ακριβώς ποιο είναι αυτό το κόστος.
2 — Η Τριβή του Χωρισμού
Το να είσαι ένα εγώ που στέκεται χωριστά από ό,τι παρατηρεί είναι, από τους ίδιους τους όρους της διάταξης, να είσαι εκτεθειμένος. Αν υπάρχει ένα «εγώ» εδώ και ένας κόσμος «εκεί», τότε τα πάντα σε αυτόν τον κόσμο — συμπεριλαμβανομένων των σκέψεων και των αισθήσεων που τώρα αντιμετωπίζονται σαν να ανήκαν κι αυτές σε κάποια εξωτερική επικράτεια — γίνονται κάτι που μπορεί να μου συμβεί, εναντίον μου, παρά τη θέλησή μου. Ο χωρισμός και η ευαλωτότητα δεν είναι δύο διαφορετικές συνθήκες. Είναι η ίδια συνθήκη, περιγραμμένη από δύο γωνίες.
Αυτό είναι εύκολο να το παραβλέψουμε, γιατί τείνουμε να αντιμετωπίζουμε το άγχος ως γεγονός — κάτι που πυροδοτείται από μια συγκεκριμένη απειλή, μια συγκεκριμένη αποτυχία, την αποδοκιμασία ενός συγκεκριμένου προσώπου — παρά ως μια μόνιμη συνθήκη χτισμένη μέσα στην ίδια τη στάση από την οποία συναντιέται η εμπειρία. Αλλά παρατήρησε τι συμβαίνει ακόμα και στην απουσία οποιασδήποτε συγκεκριμένης απειλής: παραμένει ένα υπόγειο ρεύμα χαμηλού βαθμού ετοιμότητας, μια ετοιμότητα να αμυνθείς, σαν να χρειάζεται πάντα κάτι να ενισχυθεί. Αυτό είναι δύσκολο να εξηγηθεί αν ο πόνος είναι απλώς μια αντίδραση σε κακό περιεχόμενο. Γίνεται πολύ πιο εύκολο να εξηγηθεί αν το ίδιο το πλαίσιο — ένα εγώ τοποθετημένο απέναντι σε έναν κόσμο — εγγυάται μια βασική αίσθηση έκθεσης, ανεξάρτητα από το τι γεμίζει αυτό το πλαίσιο οποιαδήποτε δεδομένη μέρα.
Σκέψου πόσο παράξενο είναι ότι ακόμα και οι ίδιες οι σκέψεις και τα αισθήματά σου φτάνουν να αντιμετωπίζονται ως εισβολείς. Ένα κύμα λύπης φτάνει, και αντί να είναι απλώς μια κίνηση μέσα στην εμπειρία, συναντιέται ως κάτι που συμβαίνει σε κάποιον που δεν το επέλεξε και δεν το θέλει — μια εισβολή που πρέπει να διαχειριστεί, να αντισταθεί, να εξηγηθεί μακριά. Το εγώ που υποτίθεται ότι ήταν η έδρα της ταυτότητας καταλήγει να χρειάζεται προστασία από τα ίδια του τα περιεχόμενα. Αυτό είναι το ιδιόμορφο επίτευγμα του δυαδικού πλαισίου: καταφέρνει να σε κάνει ξένο μέσα στο ίδιο σου το σπίτι.
Από εδώ, η ταυτότητα γίνεται ένα έργο συντήρησης. Αν το εγώ αισθάνεται ως ένα οριοθετημένο πράγμα, τότε τα όρια πρέπει να ενισχύονται συνεχώς — μέσω της βεβαιότητας, μέσω του να έχεις δίκιο, μέσω της σύγκρισης, μέσω της λεπτής σάρωσης κάθε δωματίου για το πού κατατάσσεσαι. Αυτό δεν συμβαίνει επειδή οι άνθρωποι είναι επιφανειακοί ή ανασφαλείς από τη φύση τους. Είναι η απλή λογική των ορίων: ένα οριοθετημένο πράγμα μπορεί να παραβιαστεί, και ό,τι μπορεί να παραβιαστεί πρέπει να φυλάσσεται.
Εδώ οξύνεται η παραδοξότητα. Το εγώ αναζητά ασφάλεια ενισχύοντας τα τείχη του, κι όμως κάθε πράξη οικοδόμησης τείχους είναι η ίδια μια παραδοχή και μια επανάληψη του χωρισμού — επιβεβαιώνει, τη στιγμή ακριβώς που προσπαθεί να προστατεύσει, τη διαίρεση από την οποία προκύπτει ο κίνδυνος εξαρχής. Το φάρμακο και η αρρώστια μοιράζονται μια πανομοιότυπη δομή. Αυτός είναι ο λόγος που η επίλυση μεμονωμένων προβλημάτων τόσο σπάνια φέρνει την ανακούφιση που υπόσχεται: ακόμα και μια ζωή στην οποία κάθε συγκεκριμένος φόβος έχει αντιμετωπιστεί μπορεί να παραμένει, από κάτω, ήσυχα ετοιμοπόλεμη — γιατί ο φόβος δεν αφορούσε ποτέ πραγματικά αυτή ή εκείνη την περίσταση. Αφορούσε το σχήμα ενός εγώ που αντιμετωπίζει έναν κόσμο γενικά.
Μπορείς να το νιώσεις αυτό άμεσα, χωρίς να χρειάζεται να το αποδεχτείς ως θεωρία. Παρατήρησε το σχεδόν ανεπαίσθητο σφίξιμο που προκύπτει σε μια κριτική, πριν σχηματιστεί καν οποιαδήποτε σκέψη για το αν η κριτική είναι δίκαιη. Παρατήρησε το τρεμόπαιγμα της σύγκρισης που φτάνει, απρόσκλητο, σε ένα δωμάτιο γεμάτο άλλους ανθρώπους. Αυτό το σφίξιμο και αυτό το τρεμόπαιγμα δεν είναι παρεπόμενα της δομής υποκειμένου-αντικειμένου — είναι αυτή η ίδια, πιασμένη στην πράξη, ορατή στο σώμα πριν γίνει ορατή σε οποιαδήποτε ιστορία για το γιατί.
Αν αυτή η τριβή δεν μπορεί να επιλυθεί από μέσα από την ίδια τη στάση που την παράγει — αν η καλύτερη διαχείριση, η περισσότερη προσπάθεια, τα πιο σταθερά όρια απλώς βαθύνουν την αυλάκωση — το ερώτημα δεν μπορεί πλέον να μείνει στο επίπεδο της τεχνικής. Πρέπει να γίνει πιο θεμελιώδες: είναι το ίδιο το σχίσμα προαιρετικό; Όχι διαχειρίσιμο, όχι κυριαρχήσιμο. Προαιρετικό. Κάτι άλλο, πέρα από την προσαρμογή, ζητείται.
3 — Η Στροφή: Όταν η Επίγνωση Αντικρίζει τον Εαυτό της
Κανονικά, η επίγνωση υποτίθεται ότι απαιτεί ένα αντικείμενο. Είναι πάντα επίγνωση κάποιου πράγματος — ενός ήχου, μιας σκέψης, ενός κνησμού, μιας μνήμης — και αυτό το «του» είναι τόσο σταθερό που η επίγνωση χωρίς αντικείμενο φαίνεται, στην πρώτη ακρόαση, σχεδόν χωρίς νόημα παρά απλώς σπάνια, σαν φως χωρίς τίποτα να πέσει πάνω του. Αλλά ας υποθέσουμε, για μια στιγμή, ότι αυτή η υπόθεση είναι ανεξερεύνητη παρά αναγκαία. Ας υποθέσουμε ότι η επίγνωση ήταν, αντίθετα, κατευθυνόμενη πουθενά προς τα έξω και πουθενά προς τα μέσα προς οποιοδήποτε συγκεκριμένο περιεχόμενο — κατευθυνόμενη, αν η λέξη εξακολουθεί να ισχύει, μόνο προς το ίδιο το συμβαίνειν της.
Τι θα σήμαινε αυτό καν; Η σχέση υποκειμένου-αντικειμένου εξαρτάται από το να υπάρχουν πάντα δύο πόλοι: ένα «αυτό» που γνωρίζει και ένα «εκείνο» που είναι γνωστό. Ολόκληρη η δομή στηρίζεται στο να παραμένει άθικτη αυτή η δυαδικότητα. Αλλά αν η επίγνωση στραφεί προς τον εαυτό της παρά προς οποιοδήποτε αντικείμενο, δεν υπάρχει πλέον ένα δεύτερο πράγμα διαθέσιμο για να καλύψει τη θέση του «γνωστού». Δεν υπάρχει μακρινός πόλος που να μένει όρθιος. Και μια σχέση δεν μπορεί να επιβιώσει από την εξαφάνιση του ενός από τους δύο όρους της. Αυτό που ήταν μια σχέση ανάμεσα σε δύο πράγματα γίνεται, σε εκείνο το σημείο, απλώς — συμβαίνειν.
Αξίζει να είμαστε προσεκτικοί εδώ, γιατί αυτό μπορεί να ακούγεται σαν να προσκαλεί μια άπειρη παλινδρόμηση: δεν απαιτεί η επίγνωση που παρακολουθεί τον εαυτό της μια περαιτέρω επίγνωση που παρακολουθεί εκείνη, και ούτω καθεξής χωρίς τέλος; Αυτό παρερμηνεύει αυτό που προτείνεται. Η συνηθισμένη ενδοσκόπηση παράγει ακριβώς αυτή την παλινδρόμηση, γιατί η ενδοσκόπηση εξακολουθεί να χωρίζει το εγώ σε ένα παρατηρούν μέρος και ένα παρατηρούμενο μέρος — κατασκευάζει ένα νέο αντικείμενο (το «εγώ» που εξετάζεται τώρα) και έτσι παραμένει πλήρως μέσα στο πλαίσιο υποκειμένου-αντικειμένου, αφού κάθε παρατηρούν εγώ μπορεί να γίνει το παρατηρούμενο περιεχόμενο για ένα περαιτέρω παρατηρούν εγώ. Αυτό που υποδεικνύεται εδώ είναι διαφορετικό στο είδος. Αντί για μια περαιτέρω πράξη παρακολούθησης στοιβαγμένη από πάνω, το παρακολουθούν και το παρακολουθούμενο καταρρέουν σε ένα ενιαίο συμβάν, χωρίς τίποτα να απομένει για να παρακολουθηθεί ξανά. Δεν δημιουργείται κανένα νέο αντικείμενο. Δεν προστίθεται τίποτα. Κάτι, αντίθετα, δεν εκτελείται πλέον.
Αυτός είναι ο λόγος που το να το ονομάζουμε «πράξη» είναι ήδη ελαφρώς παραπλανητικό. Μια πράξη συνεπάγεται έναν δράστη που την κάνει — αλλά ο δράστης για τον οποίο πρόκειται εδώ είναι ακριβώς αυτό που τίθεται υπό αμφισβήτηση. Δεν υπάρχει εγώ, που στέκεται με ασφάλεια στο πλάι, που αποφασίζει να εκτελέσει αυτή τη στροφή. Αν υπήρχε, το σχίσμα θα παρέμενε άθικτο και τίποτα δεν θα είχε αλλάξει. Σε στενή εξέταση, η «στροφή» και το «αποτέλεσμά» της αποδεικνύονται ότι είναι το ίδιο ενιαίο συμβάν, περιγραμμένο δύο φορές από μια γραμματική που επιμένει σε έναν δράστη και μια πράξη, όχι δύο γεγονότα σε ακολουθία όπου το ένα προκαλεί το άλλο.
Η γλώσσα δυσκολεύεται εδώ, και θα έπρεπε να δυσκολεύεται, γιατί η γλώσσα είναι χτισμένη από ακριβώς το σχήμα που αμφισβητείται. Κάθε προσπάθεια να περιγραφεί αυτό χωρίς υποκείμενο κινδυνεύει να γλιστρήσει πίσω στη μορφή υποκειμένου-ρήματος-αντικειμένου τη στιγμή που ανοίγει το στόμα της — «η επίγνωση συνειδητοποιεί τον εαυτό της», «το εγώ διαλύεται» — κάθε πρόταση εισάγει ήσυχα ξανά έναν δράστη ακόμα και ενώ προσπαθεί να περιγράψει την απουσία του δράστη. Ίσως το πιο ειλικρινές πράγμα που μπορεί να ειπωθεί δεν είναι καθόλου μια περιγραφή, αλλά μια πρόσκληση να παρατηρήσεις κάτι συνηθισμένο: το μικρό κενό που εμφανίζεται μερικές φορές ανάμεσα στο τέλος μιας σκέψης και την αρχή της επόμενης, ή τη γυμνή στιγμή καθαρής ματιάς που συμβαίνει ακριβώς πριν ένα αντιληπτό πράγμα ονομαστεί και καταχωρηθεί. Σε εκείνο το κενό, για λίγο, υπάρχει ματιά χωρίς κανέναν τοποθετημένο πίσω της, να κάνει τη ματιά. Κλείνει σχεδόν μόλις ανοίξει. Αλλά το άνοιγμά του, όσο σύντομο κι αν είναι, δεν είναι τίποτα.
Τι απομένει, λοιπόν, μόλις γίνει αυτή η στροφή; Τίποτα ιδιαίτερο δεν έχει επιτευχθεί — μόνο ό,τι μένει όταν η συνηθισμένη κατασκευή σταματά να εκτελείται. Αυτό δεν είναι πλέον κάτι που μπορεί να διευθετήσει περαιτέρω επιχείρημα. Πρέπει να περιγραφεί, όσο στενά επιτρέπει η γλώσσα, ως μια πραγματική ποιότητα της εμπειρίας.
4 — Το Ενιαίο Πεδίο
Σκέψου δύο τρόπους να συναντήσεις το ίδιο ηλιοβασίλεμα. Στον πρώτο, υπάρχει ένα εγώ που στέκεται σε κάποια υπονοούμενη απόσταση, καταγράφοντας χρώμα, κάνοντας την ήσυχη εσωτερική σημείωση κοιτάζω το ηλιοβασίλεμα, και είναι όμορφο — ένα εγώ και μια επίδειξη, ενωμένα από μια λεπτή γέφυρα προσοχής που τα κρατά, όσο οικεία κι αν είναι, δύο. Στον δεύτερο, υπάρχει χρώμα, υπάρχει ζεστασιά στο δέρμα, υπάρχει η ιδιαίτερη σιωπή που συνοδεύει το σούρουπο, και υπάρχει γνώση — αλλά αυτή η γνώση δεν φτάνει από κάπου πίσω από τα μάτια ως ξεχωριστή αναφορά σε γεγονότα που συμβαίνουν «έξω». Απλώς συμβαίνει, ως ένα συνεχές γεγονός, αδιάκριτο από το ίδιο το χρώμα και τη ζεστασιά. Τίποτα δεν λείπει στη δεύτερη εκδοχή. Αν μη τι άλλο, είναι πιο πλήρης, γιατί δεν υπάρχει πλέον ένα φίλτρο αυτοαναφοράς που να στέκεται ανάμεσα στο βλέπειν και σε ό,τι βλέπεται.
Αυτό το πεδίο δεν μπορεί να εντοπιστεί ούτε μέσα ούτε έξω, γιατί το «μέσα» και το «έξω» ήταν τα ίδια προϊόντα του ίδιου πλαισίου που έχει, για αυτή τη στιγμή, σταματήσει να λειτουργεί. Το να ρωτήσεις πού βρίσκεται είναι να κάνεις μια ερώτηση που έχει νόημα μόνο μέσα στη γεωγραφία που το πεδίο έχει αφήσει πίσω.
Ίσως η πιο χαρακτηριστική του ποιότητα είναι ένα είδος αμεσότητας που η συνηθισμένη εμπειρία σπάνια επιτρέπει. Η ερμηνεία παίρνει χρόνο — μια αντίληψη φτάνει, και μετά ονομάζεται, συγκρίνεται, αξιολογείται, σχετίζεται με τη μνήμη, πριν γίνει πραγματικά «γνωστή» με τη συνηθισμένη έννοια. Αυτό το πεδίο δεν απαιτεί δεύτερο βήμα επιβεβαίωσης. Δεν χρειάζεται κανέναν να επαληθεύσει, από έξω, ότι συμβαίνει· το συμβαίνειν του και το να είναι γνωστό δεν είναι δύο γεγονότα ενωμένα εκ των υστέρων αλλά ένα ενιαίο γεγονός. Ονόμασέ το αυτό αυτοφωτεινότητα — όχι μια μεταφορά εσωτερικού φωτός, απλώς η παρατήρηση ότι η επίγνωση, εδώ, δεν απαιτεί έναν περαιτέρω μάρτυρα για να είναι βέβαιη για τον εαυτό της.
Η σκέψη δεν χρειάζεται να εξαφανιστεί για να ισχύει αυτό — πρέπει να ειπωθεί καθαρά. Μια σκέψη μπορεί ακόμα να προκύψει μέσα σε αυτό το πεδίο, αρκετά ελεύθερα, χωρίς να το θρυμματίσει, αρκεί να μην εκληφθεί αμέσως ως ξεχωριστός «σκεπτόμενος» που στέκεται χωριστά από τη σκέψη. Αυτό που σπάει το πεδίο είναι το αντανακλαστικό της μετεγκατάστασης ενός εγώ πίσω από τη σκέψη, παρακολουθώντας την να συμβαίνει από μια ιδιωτική απόσταση, όχι η παρουσία της ίδιας της σκέψης. Αφαίρεσε αυτό το αντανακλαστικό, έστω και για λίγο, και η σκέψη γίνεται μία ακόμα κίνηση μέσα στο ίδιο απρόσκοπτο συμβάν με το ηλιοβασίλεμα, τη ζεστασιά, τη σιωπή.
Τίποτα από αυτά δεν χρειάζεται να περιγραφεί ως μια αλλοιωμένη ή εξωτική κατάσταση, που φτάνεται μέσω ασυνήθιστης προσπάθειας. Μπορεί να είναι ο λιγότερο διακοσμημένος τρόπος με τον οποίο θα μπορούσε να συμβεί η εμπειρία — πιο κοντά σε αυτό που είναι πραγματικά παρόν πριν η συνήθεια προσθέσει την καθιερωμένη της αρχιτεκτονική από πάνω. Αυτό που εξαφανίζεται δεν είναι ο κόσμος. Αυτό έχει σημασία, γιατί είναι δελεαστικό να ακούσεις όλα αυτά σαν ένα είδος ήσυχου μηδενισμού — μια υπόδειξη ότι ο κόσμος γίνεται μη πραγματικός, ή κάπως μειωμένος, μόλις διαλυθεί ο παρατηρητής. Το αντίθετο φαίνεται πιο κοντά στην αλήθεια: ο κόσμος, που δεν συναντιέται πλέον μέσω της αμυντικής απόστασης ενός εγώ που προετοιμάζεται απέναντί του, συναντιέται πιο πλήρως, όχι λιγότερο. Τίποτα δεν στέκεται ανάμεσα στην επίγνωση και σε αυτό που είναι, έτσι αυτό που είναι φτάνει ολόκληρο.
Οι λέξεις αποτυγχάνουν σε αυτή την περιγραφή ακόμα και ενώ χρησιμοποιούνται για να την δώσουν, γιατί οι λέξεις είναι σχεσιακά όργανα — «πεδίο», «ενιαίο», «φωτεινότητα» όλα υπονοούν αποστάσεις που το ίδιο το πράγμα δεν έχει. Αυτό δεν είναι ελάττωμα στο γράψιμο. Είναι το σχήμα της δυσκολίας: ένα χέρι μπορεί να δείξει το φεγγάρι, αλλά το χέρι δεν είναι το φεγγάρι.
Αυτό μπορεί να ειπωθεί με περισσότερη αυτοπεποίθηση: ο καθένας έχει αγγίξει αυτή την ποιότητα πριν, όσο σύντομα κι αν είναι — στη μουσική που δεν ακούγεται από έξω αλλά κάπως απλώς συμβαίνει, σε μια δεξιότητα τόσο πλήρως κατοικημένη που δεν μένει κανένα κενό ανάμεσα στο πράττειν και στον πράττοντα, σε ένα κρατημένο βλέμμα όπου, για μια στιγμή, η αισθητή απόσταση ανάμεσα σε δύο ανθρώπους εξατμίζεται ήσυχα. Αυτά δεν είναι αποδείξεις. Είναι πόρτες, ήδη οικείες, σε μια φαινομενολογία που, μέχρι τώρα, παρέμενε σε μεγάλο βαθμό χωρίς όνομα.
Αν αυτό είναι διαθέσιμο ακόμα και στιγμιαία, το ερώτημα που τελικά πρέπει να τεθεί είναι τι διαφορά θα μπορούσε να κάνει σε μια συνηθισμένη ζωή — μια ζωή ακόμα γεμάτη σκέψεις, που ακόμα περπατάει μέσα σε ένα σώμα, που ακόμα χρειάζεται να λειτουργεί ανάμεσα σε άλλους ανθρώπους.
5 — Ζώντας Χωρίς τη Διαίρεση
Η ευαλωτότητα που εξετάστηκε νωρίτερα δεν ήταν ποτέ ένα αναπόφευκτο χαρακτηριστικό του να είσαι ζωντανός. Ήταν μια λειτουργία του πλαισίου — η συγκεκριμένη συνέπεια του να θέτεις ένα εγώ ξεχωριστό από αυτό που αντιμετωπίζει. Όταν αυτός ο χωρισμός χαλαρώνει, έστω και για λίγο, έστω και μόνο ως αναγνωρισμένη δυνατότητα παρά ως μόνιμη κατάσταση, κάτι περίεργο συμβαίνει στο άγχος: χάνει το έδαφος στο οποίο στηριζόταν. Δεν υπάρχει πλέον ένα διακριτό, οριοθετημένο πράγμα που να στέκεται εκεί πέρα, διαθέσιμο να απειληθεί από ό,τι συμβαίνει εδώ. Αυτό δεν συμβαίνει επειδή ο κίνδυνος έχει αποκλειστεί με επιχειρήματα. Συμβαίνει επειδή, για μια στιγμή, η αρχιτεκτονική που έκανε τον κίνδυνο προσωπικό με εκείνον τον ιδιαίτερο τρόπο απλώς δεν χτίζεται.
Η σκέψη, υπό αυτό το φως, δεν χρειάζεται πλέον να αντιμετωπίζεται ως εισβολέας που απαιτεί επαγρύπνηση. Είναι μια κίνηση που συμβαίνει μέσα στο ίδιο αδιαίρετο πεδίο με τα πάντα άλλα — όχι πιο ξεχωριστή από την επίγνωση από όσο ένα κύμα είναι ξεχωριστό από τον ωκεανό μέσα στον οποίο προκύπτει. Η σκέψη δεν χρειάζεται να σταματήσει για να ισχύει αυτό, και δεν θα έπρεπε να καταστέλλεται. Αυτό που γίνεται περιττό είναι η εξαντλητική εργασία της διαχείρισης της σκέψης σαν να ήταν εχθρικός επισκέπτης στην ιδιωτική σου επικράτεια — γιατί η επικράτεια που υποτίθεται ότι εισέβαλλε δεν ήταν ποτέ τόσο τειχισμένη όσο φαινόταν.
Η ταυτότητα, επίσης, μπορεί να κρατηθεί διαφορετικά — όχι ως μια σταθερή κατοχή που απαιτεί συνεχή άμυνα, αλλά ως κάτι πιο κοντά σε μια λειτουργική περιγραφή, χρήσιμη για την πλοήγηση μιας μέρας, που προκύπτει ελεύθερα μέσα στην επίγνωση παρά να στέκεται ως τείχος γύρω της. Ένα όνομα, μια ιστορία, ένα σύνολο προτιμήσεων: αυτά μπορούν να παραμείνουν τέλεια άθικτα και τέλεια χρήσιμα χωρίς να χρειάζεται να υπερασπίζονται σαν να βρίσκονταν υπό πολιορκία. Τίποτα από αυτά δεν συνεπάγεται παθητικότητα ή αδιαφορία απέναντι στον κόσμο. Η ανταπόκριση — το να νοιάζεσαι, να ενεργείς, να επιλέγεις — δεν απαιτεί πραγματικά έναν αισθητό χωρισμό από αυτό στο οποίο ανταποκρίνεσαι· αν μη τι άλλο, η δράση που προκύπτει χωρίς ένα αμυνόμενο εγώ πίσω της τείνει να είναι πιο άμεση, λιγότερο επιβαρυμένη από την ανάγκη να προστατεύσει τον συγγραφέα της.
Αξίζει να είμαστε ειλικρινείς για ακόμα μία διάκριση, γιατί είναι εύκολο να ρομαντικοποιήσουμε αυτό που έχει περιγραφεί εδώ. Υπάρχει διαφορά ανάμεσα σε μια μοναδική, ζωντανή ματιά αυτού του ενωμένου πεδίου — που φτάνει ίσως στη μουσική, στη φύση, σε μια στιγμή κρίσης που αφαιρεί τις συνηθισμένες άμυνες — και στο να ζεις από μια συνεχή αναγνώρισή του, όπου η χαλάρωση του πλαισίου γίνεται ένας ήσυχα διαθέσιμος προσανατολισμός, στον οποίο επιστρέφεις ξανά και ξανά, παρά μια σπάνια κορυφή. Το πρώτο μπορεί να είναι συγκινητικό και να αλλάζει ακόμα πολύ λίγα. Το δεύτερο είναι πιο κοντά σε αυτό προς το οποίο πραγματικά έδειχνε αυτή η έρευνα: όχι μια εμπειρία για να συλλέξεις, αλλά μια διαφορετική σχέση με την εμπειρία ως τέτοια.
Επέστρεψε, τώρα, εκεί όπου ξεκίνησε αυτό: κάποιος που διαβάζει, και κάτι πίσω από την ανάγνωση, που παρακολουθεί να συμβαίνει. Αυτή η εικόνα άνοιξε την έρευνα, και μπορεί να κοιταχτεί μία ακόμα φορά, αν και όχι ακριβώς με τον τρόπο που κοιτάχτηκε πριν. Το ερώτημα δεν είναι πλέον αν ο παρατηρητής είναι φιλοσοφικά αναγκαίος. Το ερώτημα είναι απλούστερο, πιο άμεσο, και δεν μπορεί να απαντηθεί από τίποτα γραμμένο εδώ: είναι αυτή η απόσταση, αυτή τη στιγμή, πραγματικά παρούσα — ή είναι κάτι που παράγεται ήσυχα και συνεχώς, με τον τρόπο που ένα σχήμα μπορεί να χαραχτεί τόσο συχνά που αρχίζει να μοιάζει σαν να ήταν πάντα σκαλισμένο στην πέτρα;
Κανένα σύστημα δεν προσφέρεται εδώ, καμία τεχνική για να εξασκηθεί μέχρι να κατακτηθεί. Αυτό που έχει προσφερθεί είναι μόνο ένας τρόπος να κοιτάς — τη σκέψη, τον φόβο, ένα ηλιοβασίλεμα, την ίδια την ανάγνωση αυτής της πρότασης — και ένα ερώτημα που δεν μπορεί να διευθετηθεί από έξω: αν ο παρατηρητής και το παρατηρούμενο, εξετασμένα αρκετά στενά, σε αυτή τη στιγμή, ήταν ποτέ πραγματικά δύο.
Η Οδύσσεια της Ψυχής
Η Οδύσσεια της Ψυχής: Ένας Νεοπλατωνικός Δρόμος προς την Αυτοπραγμάτωση
Από την Τροία στην Ιθάκη: Το Εσωτερικό Ταξίδι Πέρα από τον Νου και το Εγώ
Ο Οδυσσέας ως Νους: Αποκρυπτογραφώντας την Ιερή Αλληγορία της Οδύσσειας
Ξυπνώντας τον Παρατηρητή: Πλέοντας στις Εσωτερικές Θάλασσες της Ψυχής
1. Η Ψυχή στον Κόσμο
Πρελούδιο
Υπάρχει μια ανάγνωση του Ομήρου που δεν ανήκει στη φιλολογία, αλλά στη σιωπή μέσα στην οποία η ψυχή αναγνωρίζει τον εαυτό της. Σε αυτή την ανάγνωση, η Οδύσσεια δεν είναι το χρονικό ενός περιπλανώμενου βασιλιά, αλλά ο χάρτης ενός εσωτερικού ταξιδιού — το χρονικό της συνείδησης καθώς πέφτει από το δικό της φως στο πάχος της ύλης, και έπειτα, πληγωμένη και πεισματάρα, αρχίζει τη μακρά επιστροφή. Κάθε κύμα που διασχίζει ο Οδυσσέας είναι ένα κύμα μέσα στον αναγνώστη· κάθε τέρας που συναντά είναι μια μορφή που πήρε ο νους και ξέχασε πως κάποτε φορούσε. Και η Ιθάκη, η ακτή που απομακρύνεται και επιστρέφει, δεν είναι ένα βασίλειο από πέτρα, αλλά μια κατάσταση ύπαρξης: η κατάσταση στην οποία ο βλέπων και το βλεπόμενο δεν είναι πια δύο.
Αυτή είναι η ερμηνεία που φύλαγαν οι Νεοπλατωνικοί σαν φλόγα που περνάει από χέρι σε χέρι στο σκοτάδι. Ο Πορφύριος, γράφοντας για το Σπήλαιο των Νυμφών, κατάλαβε ότι το σπήλαιο του Ομήρου ήταν η ίδια η εικόνα του κόσμου — ο τόπος όπου οι ψυχές κατέρχονται στη γένεση και, αν θυμηθούν, ανεβαίνουν πάλι προς το άφθαρτο. Διαβασμένο έτσι, το έπος παύει να είναι ψυχαγωγία και γίνεται ιερό κείμενο: όχι μια ιστορία για έναν άντρα μακριά από το σπίτι του, αλλά ένα διάγραμμα της ψυχής μακριά από τον Θεό.
Αυτό που ακολουθεί βαδίζει αργά πάνω σε αυτό το διάγραμμα, αφήνοντας κάθε λιμάνι και κάθε τέρας να ανοίξει σαν πόρτα στην εσωτερική ζωή. Προσφέρεται όχι ως κριτική, αλλά ως καθρέφτης.
Κεφάλαιο 1
Ο Ανώνυμος Περιπλανώμενος
Πριν από τον πόλεμο, πριν από την περιπλάνηση, ο μύθος επιμένει να απαντήσει αμέσως σε μία ερώτηση: ποιος είναι ο Οδυσσέας; Όχι ένας άντρας, θα έλεγαν οι μύστες — ή όχι μόνο ένας άντρας. Είναι ο Νους, ο εσώτατος μάρτυρας, η σπίθα της επίγνωσης που στέκεται πίσω από κάθε σκέψη χωρίς να είναι καμία σκέψη. Το ίδιο του το όνομα, που σημαίνει αυτός που υποφέρει, που κυνηγιέται, ονομάζει την κατάσταση κάθε ψυχής που έχει ξεχάσει την ίδια της την προέλευση. Το να γεννηθείς σε σώμα είναι ήδη να είσαι Οδυσσέας: ριγμένος σε μια ακτή που δεν είναι η αληθινή σου πατρίδα, αγωνιζόμενος προς ένα σπίτι που οι αισθήσεις δεν μπορούν να επαληθεύσουν, αλλά η καρδιά δεν μπορεί να σταματήσει να ποθεί.
Η Ιθάκη, εξίσου, δεν είναι τόπος που θα μπορούσε να χαράξει κανένας πλοηγός από τα άστρα. Είναι μια κατάσταση πριν από όλες τις καταστάσεις — ο Ελεύθερος Χώρος του Ουρανού, το Ανώτερο Νοητό, αυτό που οι σοφοί της Ινδίας ονόμασαν Άτμαν, αυτό που ο Γιουνγκ ονόμασε Εαυτό, αυτό που ο Χριστός ονόμασε Βασιλεία εντός. Είναι εκεί όπου παύει η ταύτιση: όπου ο ταξιδιώτης δεν είναι πια το σώμα που φοράει, ούτε η καταιγίδα του συναισθήματος που περνάει μέσα του, ούτε καν η πομπή των δικών του σκέψεων, αλλά απλά και τελικά ο Παρατηρητής. Όλα όσα συναντά ο Οδυσσέας στο ταξίδι του είναι ένα στρώμα εκείνης της ψεύτικης ταύτισης, που περιμένει να διαπεραστεί και να απελευθερωθεί.
Αφορισμός
Ο ταξιδιώτης δεν είναι χαμένος επειδή δεν μπορεί να βρει την ακτή· είναι χαμένος επειδή έχει ξεχάσει ότι αυτός είναι εκείνος που την αναζητά.
2. Ο Κόσμος των Αισθήσεων και της Ύλης
Κεφάλαιο 2
Η Τροία, ή ο Πόλεμος για ένα Όμορφο Είδωλο
Το ταξίδι αρχίζει, παραδόξως, στο τέλος μιας νίκης. Για δέκα χρόνια ο ήρωας πολεμά κάτω από τα τείχη της Τροίας για χάρη της Ελένης — η ομορφιά εξωτερικευμένη, η δόξα που έγινε είδωλο. Αυτό είναι το αρχαιότερο λάθος του μη αφυπνισμένου εαυτού: να πιστεύει ότι ο θησαυρός βρίσκεται έξω, ότι η ειρήνη μπορεί να κερδηθεί με κατάκτηση. Η Τροία πέφτει, και ο ήρωας στέκεται νικηφόρος πάνω στα ερείπια της ίδιας του της επιθυμίας, ανακαλύπτοντας — όπως τελικά ανακαλύπτει κάθε ψυχή — ότι η νίκη στον εξωτερικό κόσμο δεν παραδίδει την υποσχεθείσα ειρήνη. Το έπαθλο, μόλις κατακτηθεί, γίνεται στάχτη στο χέρι.
Μόνο από τα συντρίμμια αυτής της συνειδητοποίησης μπορεί να αρχίσει το αληθινό ταξίδι. Ο Οδυσσέας δεν αποπλέει προς την Ιθάκη επειδή καταλαβαίνει τον δρόμο· αποπλέει επειδή δεν αντέχει πια τα καπνισμένα ερείπια αυτού που νόμιζε ότι ήθελε. Κάθε μυστικός δρόμος ανοίγει με μια παρόμοια απογοήτευση — έναν πόλεμο που κερδήθηκε και άφησε τον νικητή άδειο. Η χάρη συχνά αρχίζει ακριβώς εκεί όπου τελειώνει η φιλοδοξία.
Αφορισμός
Αυτό που ο κόσμος ονομάζει νίκη είναι μερικές φορές μόνο η πόρτα μέσα από την οποία η ψυχή αναγκάζεται επιτέλους να αφήσει τον κόσμο πίσω της.
Κεφάλαιο 3
Ο Ύπνος του Λωτού και το Κεντρί της Συνήθειας
Μόλις τελειώσει ο πόλεμος, η παλιά ορμή ξαναεπιβάλλεται. Ανάμεσα στους Κίκονες, οι άντρες μένουν να γλεντήσουν με τα λάφυρα, αρνούμενοι να πιστέψουν ότι η εποχή της κατάκτησης έχει τελειώσει, και χτυπιούνται για την καθυστέρησή τους: η πεισματάρα επιμονή του εγώ να απολαμβάνει νίκες που έχουν ήδη γίνει κούφιες.
Πιο πέρα βρίσκεται μια πιο ήπια και πιο επικίνδυνη ακτή, η χώρα των Λωτοφάγων — ο πειρασμός χωρίς βία, ο κίνδυνος μεταμφιεσμένος σε άνεση. Ο λωτός είναι κάθε γλυκύτητα που πείθει τον ταξιδιώτη να σταματήσει να αναζητά: η ευχάριστη θεωρία, η παρηγορητική απόλαυση, το πνευματικό παρακάμψιμο που ψιθυρίζει, ξέχασε τον ορίζοντα, εδώ είναι καλά, εδώ μπορείς να ξεκουραστείς. Όσοι τρώνε από αυτόν δεν πεθαίνουν· απλώς παύουν να θυμούνται ότι πήγαιναν κάπου. Είναι ο πιο λεπτός κίνδυνος στο έπος, γιατί δεν φοράει κανένα τερατώδες πρόσωπο. Ζητά μόνο να είναι ο αναζητητής άνετος, και η άνεση που προσφέρεται τη λάθος στιγμή γίνεται ναρκωτικό πιο δεσμευτικό από κάθε αλυσίδα.
Αφορισμός
Η λήθη που νιώθεις περισσότερο σαν ειρήνη είναι συχνά η λήθη που κοστίζει στην ψυχή το σπίτι της.
3. Ο Κόσμος του Συναισθήματος και των Επιθυμιών – Το Υποσυνείδητο
Κεφάλαιο 4
Το Σπήλαιο του Ενός Ματιού
Πιο βαθιά ακόμη, η θάλασσα παραδίδει τον Οδυσσέα στο σπήλαιο του Πολύφημου, και εδώ ο μύθος προσφέρει την πιο ακριβή ανατομία του μη λυτρωμένου εαυτού. Ο Κύκλωπας έχει ένα μόνο μάτι στη μέση του μετώπου του, και παρ’ όλη αυτή τη μοναδικότητα της όρασης είναι εντελώς τυφλός: βλέπει μόνο από την οπτική της δικής του πείνας. Κατοικεί σε σπήλαιο — το σώμα, το περίβλημα της όρεξης — και καταβροχθίζει όσους μπαίνουν σε αυτό, όπως το κτητικό εγώ τρέφεται με ό,τι αγγίζει. Αυτός είναι ο κατώτερος εαυτός στην πιο ακατέργαστη μορφή του, ο νους που μετράει την ύπαρξη με το μέτρο του Εγώ, Εγώ, Εγώ.
Ο τρόπος της ήττας του είναι ο τρόπος κάθε αληθινής μύησης. Ρωτημένος για το όνομά του, ο Οδυσσέας απαντά «Κανένας». Δεν είναι κόλπο λέξεων, αλλά το πρώτο μεγάλο μυστικό της εσωτερικής ελευθερίας: όσο ο αναζητητής κρατιέται από ένα όνομα, μια σταθερή ταυτότητα να υπερασπιστεί, ο Κύκλωπας του εγώ δεν μπορεί να νικηθεί, γιατί παραμένει κάτι να πληγωθεί και κάτι να ανταποδώσει. Μόνο εκείνος που μπορεί να πει, και να εννοεί, «Δεν είμαι κανείς», μπορεί να καρφώσει το φλεγόμενο παλούκι, τη φωτιά της επίγνωσης, σε εκείνο το μοναδικό μη βλέπον μάτι. Η κραυγή του γίγαντα μετά — ότι ο Κανένας τον τύφλωσε — είναι το εγώ που ανακαλύπτει, πολύ αργά, ότι ο αντίπαλός του δεν ήταν ποτέ ένας αντίπαλος εαυτός, αλλά η διάλυση της ίδιας της εαυτότητας.
Αφορισμός
Το εγώ μπορεί να πληγωθεί από έναν εχθρό, αλλά μπορεί να νικηθεί μόνο από κάποιον που έχει πάψει να είναι κανείς.
Κεφάλαιο 5
Ο Ασκός των Ανέμων και οι Γίγαντες της Οργής
Από τον βασιλιά των ανέμων, ο Οδυσσέας δέχεται ένα εξαιρετικό δώρο: όλους τους ανυπότακτους ανέμους του κόσμου δεμένους μέσα σε έναν μόνο δερμάτινο ασκό, αφήνοντας μόνο έναν ήπιο άνεμο να μεταφέρει τα πλοία απαλά προς την πατρίδα. Είναι ένα όραμα κυριαρχίας πάνω στο αστρικό στοιχείο — κάθε επιθυμία, κάθε ριπή συναισθήματος, μαζεμένη και υπάκουη. Η Ιθάκη πλησιάζει τόσο πολύ που οι σκοποί βλέπουν τον καπνό να ανεβαίνει από τις εστίες της.
Και τότε, στο κατώφλι, το ασυνείδητο αναιρεί ό,τι πέτυχε η πειθαρχία. Ενώ ο ήρωας κοιμάται, οι σύντροφοί του — εκείνα τα μη εξετασμένα μέρη του εαυτού που ακόμη ποθούν και αμφιβάλλουν — ανοίγουν τον ασκό από περιέργεια, και οι απελευθερωμένοι άνεμοι ρίχνουν τον στόλο πίσω σε όλη την απόσταση που είχε κερδίσει. Πόσο πιστά αυτό καθρεφτίζει τη συνηθισμένη ήττα του πνευματικού αναζητητή: η υπομονετική σύνθεση να αναιρείται σε μια στιγμή αφύλακτης όρεξης, η αφύπνιση να πετιέται πίσω στην αρχή της από μια συνήθεια που κανείς δεν σκέφτηκε να φυλάξει.
Χειρότερα ακολουθούν ανάμεσα στους Λαιστρυγόνες, γίγαντες και ανελέητους, που συντρίβουν τα πλοία από τους γκρεμούς πάνω από το λιμάνι — η ωμή, μη διαμεσολαβημένη βία που λανθάνει στο ασυνείδητο όταν προκαλείται, ικανή να εξαλείψει σχεδόν ολόκληρο τον στόλο σε μια στιγμή. Μόνο το μοναδικό πλοίο που δεν μπήκε ποτέ στην παγίδα επιβιώνει: ένα σκάφος, μια κλωστή επίγνωσης, διατηρημένη μέσα από την καταστροφή, αρκετά ταπεινωμένη τώρα για να συνεχίσει.
Αφορισμός
Αυτό που η πειθαρχία δένει στη σιωπή, μια αφύλακτη στιγμή μπορεί να λύσει σε μια στιγμή· είναι η επαγρύπνηση, όχι το επίτευγμα, που δεν πρέπει ποτέ να κοιμηθεί.
4. Το Σύμπαν της Σκέψης και της Μαγείας
Κεφάλαιο 6
Η Μάγισσα και το Λουλούδι με τη Μαύρη Ρίζα
Στο νησί της Αίας κατοικεί η Κίρκη, κυρίαρχη της μεταμόρφωσης, που μετατρέπει τους άντρες σε χοίρους με ένα άγγιγμα της ράβδου της. Είναι η δύναμη του κατώτερου νου, μια φαντασία αφήνεται ανεξέλεγκτη — η ίδια ικανότητα που μετατρέπει έναν φοβισμένο άνθρωπο σε κάτι που τρέμει, έναν ζηλιάρη σε κάτι άγριο. Πόσο συχνά η αφύλακτη σκέψη εκτελεί ακριβώς αυτή την αλχημεία, μεταμορφώνοντας μια ψυχή στο σχήμα της χειρότερης όρεξής της χωρίς καν να το αντιληφθεί;
Ο θεός Ερμής δίνει στον Οδυσσέα ένα φυτό που ονομάζεται μώλυ για να τον προστατεύσει: μαύρο στη ρίζα, λευκό εκεί όπου ανθίζει. Το αντίδοτο στη μαγεία της σκέψης δεν είναι η αποφυγή της σκέψης, αλλά μια χάρη της οποίας η ρίζα φτάνει στο πιο σκοτεινό ασυνείδητο έδαφος ακόμη και καθώς το άνθος της ανοίγει προς το φως. Ο Οδυσσέας δεν φεύγει από τη μάγισσα· μένει έναν χρόνο στο πλευρό της, εραστής της μάλλον παρά αιχμάλωτός της, κυριαρχώντας πάνω στην ίδια τη μαγεία που κάποτε απειλούσε να τον καταστρέψει. Οι δυνάμεις του νου δεν πρέπει να φοβούνται σε σιωπή, αλλά να κυριαρχούνται μέσα από την εξοικείωση, μέχρι αυτό που κάποτε μεταμόρφωνε έναν άνθρωπο σε θηρίο να γίνει ικανότητα στην υπηρεσία της αφύπνισής του.
Αφορισμός
Ο νους από τον οποίο φεύγεις θα καταβροχθίσει τον φυγάδα· ο νους που φιλιάζεις, με τη χάρη ως οδηγό του, γίνεται υπηρέτης μάλλον παρά μάγισσα.
Κεφάλαιο 7
Η Κάθοδος Ανάμεσα στις Σκιές
Στο κέντρο του ταξιδιού στέκεται μια μοναδική, τρομερή αναγκαιότητα: ο Οδυσσέας πρέπει να κατέβει στον Άδη για να συμβουλευτεί τον τυφλό προφήτη Τειρεσία. Καμία εξυπνάδα δεν μπορεί να παρακάμψει αυτό το πέρασμα. Υπάρχει ένας θάνατος που πρέπει να υποστεί πριν συνεχίσει το ταξίδι — όχι ο θάνατος του σώματος, αλλά μια εκούσια κάθοδος σε όλα όσα ο ταξιδιώτης έχει θάψει: θλίψη, ημιτελείς θλίψεις, προγονικά χρέη, και κάτω από αυτά, το απέραντο ανώνυμο σκοτάδι που μοιράζονται όλες οι ψυχές.
Είναι ταιριαστό, και σχεδόν ανυπόφορο στην ακρίβειά του, ότι μόνο ένας τυφλός μπορεί να δει αληθινά σε εκείνη τη χώρα. Ο Τειρεσίας, τυφλός στον εξωτερικό κόσμο, αντιλαμβάνεται με τέλεια καθαρότητα το σχήμα της μοίρας του ταξιδιώτη, γιατί τα μάτια που υπηρετούν την εμφάνιση είναι ακριβώς τα μάτια που πρέπει να κλείσουν για να ανοίξει η βαθύτερη όραση. Όποιος αρνείται αυτή την κάθοδο κουβαλάει ένα μη εξετασμένο σκοτάδι μπροστά σε κάθε επόμενη δοκιμασία, περιμένοντας υπομονετικά να συναντηθεί ξανά σε πιο σκληρή μορφή.
Αφορισμός
Δεν υπάρχει ανάβαση που να μην απαιτεί πρώτα μια κάθοδο· το φως που δεν έχει επισκεφθεί ποτέ τον κάτω κόσμο δεν γνωρίζει ακόμη τη δύναμή του.
Κεφάλαιο 8
Ένα Τραγούδι που Υπόσχεται Γνώση
Κάθε κίνδυνος δεν τραγουδάει από κακία. Οι Σειρήνες δεν απειλούν· υπόσχονται — γνώση όλων όσων συνέβησαν στην Τροία, προσφερόμενη ως δώρο σε κάθε ναύτη που θα μείνει μόνο να την δεχτεί. Αυτή είναι η πιο λεπτή παγίδα στο έπος, γιατί φοράει το πρόσωπο της σοφίας μάλλον παρά της όρεξης: η πνευματική υπερηφάνεια, η ατέλειωτη γοητεία με τις μυστικές διδασκαλίες που κρατούν τον αναζητητή για πάντα να ακούει και για πάντα να αποτυγχάνει να φτάσει.
Το γιατρικό του Οδυσσέα είναι μια διδασκαλία σε μικρογραφία. Δεν κλείνει τα δικά του αυτιά· θέλει να ακούσει το τραγούδι, ακόμη και με τον κίνδυνο να το λαχταρήσει ανυπόφορα — αλλά είναι δεμένος στο κατάρτι, δεμένος σε μια απόφαση που πήρε εκ των προτέρων και που κανένας περαστικός ενθουσιασμός δεν μπορεί να αναιρέσει. Οι σύντροφοί του, λιγότερο εξοπλισμένοι για τέτοια έκθεση, έχουν τα αυτιά τους σφραγισμένα με κερί. Η σοφία δεν είναι πάντα η αποφυγή του πειρασμού· μερικές φορές είναι η εξασφάλιση της θέλησης πριν καν επιτραπεί στον πειρασμό να μιλήσει.
Αφορισμός
Κάθε φωνή που καλεί την ψυχή δεν είναι δαίμονας· μερικές είναι άγγελοι γνώσης που πρέπει ακόμη να αντισταθεί κανείς, μήπως το πλοίο αγκυροβολήσει για πάντα ένα μίλι πριν από το σπίτι.
Κεφάλαιο 9
Ανάμεσα σε Δύο Θανάτους, και τα Βοσκήματα του Ήλιου
Πιο πέρα στο στενό, δύο τρόμοι αντικρίζουν ο ένας τον άλλον σε ένα πέρασμα πολύ στενό για να τους αποφύγει και τους δύο. Η Χάρυβδη είναι η δίνη, η ολική διάλυση, το ρεύμα της απελπισίας που μπορεί να καταπιεί μια ψυχή ολόκληρη. Η Σκύλλα είναι ο πιο ψυχρός κίνδυνος: μια πολυπλόκαμη λογική, ακριβής και ανελέητη, που παίρνει το μερίδιό της κομμάτι κομμάτι. Κανένας ταξιδιώτης στον εσωτερικό δρόμο δεν αποφεύγει αυτό το πέρασμα· κάτι χάνεται έτσι κι αλλιώς. Έξι σύντροφοι χάνονται στη Σκύλλα — έξι μέρη του παλιού εαυτού παραδομένα για να μπορέσει το πλοίο να συνεχίσει.
Αμέσως μετά έρχεται ο πειρασμός της Θρινακίας, του νησιού των ιερών βοσκημάτων του Ήλιου — ο Ήλιος εδώ είναι ο Ανώτερος Νους, τα κοπάδια του τα αποθέματα πνευματικής ενέργειας που δεν πρέπει ποτέ να αρπαχτούν για ιδιωτική όρεξη. Πεινασμένοι, οι σύντροφοι σφάζουν τα βοσκήματα ούτως ή άλλως: η αιώνια αλαζονεία του κατώτερου νου, που φαντάζεται ότι μπορεί να καταναλώσει το ιερό για τη δική του συντήρηση χωρίς συνέπειες. Η συνέπεια είναι ολική. Ο Ζευς συντρίβει το πλοίο· ο Οδυσσέας μόνος επιβιώνει, κρατημένος από ένα σπασμένο κατάρτι πάνω σε μια άδεια θάλασσα, κάθε στήριγμα απογυμνωμένο, εντελώς μόνος επιτέλους με τη θάλασσα και τον ουρανό.
Αφορισμός
Αυτός που τρέφεται από το ιερό από ανυπομονησία θα μείνει με τίποτα· ο ταξιδιώτης που φτάνει στο τέλος κάθε στήριξης ανακαλύπτει επιτέλους αυτό που δεν χάθηκε ποτέ.
5. Έξω από τα πάντα – Ο Ελεύθερος Χώρος
Κεφάλαιο 10
Η Γλυκύτερη Φυλακή
Ριγμένος μόνος στην Ωγυγία, τον ομφαλό του κόσμου, ο Οδυσσέας γίνεται δεκτός από τη νύμφη Καλυψώ, της οποίας το όνομα σημαίνει αυτή που κρύβει. Για επτά χρόνια τον κρατά, όχι με σκληρότητα αλλά με μια αγάπη τόσο πλήρη που γίνεται η ίδια της η αιχμαλωσία, προσφέροντας ακόμη και την αθανασία αν μόνο ξεχάσει την ακτή προς την οποία έπλεε. Από όλες τις εικόνες του μύθου, αυτή είναι εκείνη που πιο εύκολα παρεξηγείται για άφιξη: μια έκσταση τόσο περιεκτική που η ψυχή μπερδεύει το καταφύγιό της με τον προορισμό της, και την απομόνωσή της με την απελευθέρωση.
Το αξιοσημείωτο είναι ότι ο Οδυσσέας δεν μπορεί να ελευθερωθεί μόνος του. Κάθε μέρα κάθεται κλαίγοντας στην ακτή, κοιτάζοντας προς ένα σπίτι που δεν μπορεί πια να φτάσει με τη δική του δύναμη. Μόνο η άμεση παρέμβαση των θεών — μια κίνηση της Ανώτερης Θέλησης, που δεν κερδήθηκε με κόπο — μπορεί να ξεκολλήσει τη λαβή μιας τόσο γλυκιάς φυλακής, και η απελευθέρωση τον απογυμνώνει από κάθε άνεση: φεύγει πάνω σε μια αυτοσχέδια σχεδία, μόνος, εκτεθειμένος ξανά στην ίδια θάλασσα που λίγο έλειψε να τον καταστρέψει. Η ψυχή που θα ήθελε να πάει πέρα ακόμη και από την έκσταση πρέπει να είναι πρόθυμη να αφήσει τον ίδιο τον παράδεισο, γυμνή, αν ο παράδεισος δεν είναι ακόμη το αληθινό σπίτι.
Αφορισμός
Ακόμη και η μακαριότητα μπορεί να γίνει κλουβί αν ξεχάσει το όνομα της ακτής προς την οποία προοριζόταν να οδηγήσει· μόνο η χάρη μπορεί να ανοίξει μια πόρτα που η αγάπη έχει σφραγίσει υπερβολικά καλά.
Κεφάλαιο 11
Οι Ακτινοβόλοι Άνθρωποι και ο Ύπνος της Παράδοσης
Από το ναυάγιο, γυμνός και αλμυρός, ο Οδυσσέας βρίσκεται από τη Ναυσικά, μια πριγκίπισσα της οποίας η αθωότητα δέχεται τον ερειπωμένο ξένο χωρίς κρίση. Τον οδηγεί στους ανθρώπους της, τους Φαίακες, ένα έθνος που ζει ήδη σε ένα είδος μακαριότητας, ακτινοβόλο, άνετο, κοντά στους θεούς — η εικόνα ενός ανώτερου επιπέδου που ο αναζητητής ατενίζει μόνο αφού οι χειρότερες δοκιμασίες έχουν κάψει κάθε πρόσχημα: η συντροφιά εκείνων που έχουν ήδη κάνει το πέρασμα.
Τον λούζουν, τον ντύνουν, τον ταΐζουν, και έπειτα, στην πιο ήσυχα εκπληκτική λεπτομέρεια του μύθου, τον μεταφέρουν στο σπίτι όχι μέσα από περαιτέρω αγώνα αλλά ενώ κοιμάται. Το τελικό πέρασμα στην Ιθάκη δεν επιτυγχάνεται με προσπάθεια θέλησης· λαμβάνεται σε παράδοση, το εγώ τελικά υπερβολικά ταπεινωμένο για να επιμείνει να οδηγήσει την τελευταία έκταση του δρόμου. Η χάρη ολοκληρώνει αυτό που άρχισε ο ηρωισμός, ταιριαστά, στην μία κατάσταση στην οποία ο αγωνιζόμενος εαυτός απουσιάζει εντελώς: τον αφύλακτο ύπνο.
Αφορισμός
Το τελευταίο μίλι προς το σπίτι σπάνια βαδίζεται· χορηγείται, και χορηγείται μόνο όταν ο ταξιδιώτης έχει πάψει να επιμένει ότι πρέπει να είναι εκείνος που το βαδίζει.
6. Το Βασίλειο της Ιθάκης
Κεφάλαιο 12
Η Επιστροφή, η Υφάντρα, και η Σιωπή της Αναγνώρισης
Ξυπνά στην ίδια του την ακτή και δεν την αναγνωρίζει στην αρχή. Η Ιθάκη, όταν επιτέλους εμφανίζεται, είναι κατειλημμένη: μνηστήρες γεμίζουν το σπίτι του, καταναλώνουν τον πλούτο του, φλερτάρουν τη γυναίκα του, βέβαιοι ότι ο θρόνος είναι κενός για πάντα. Τι είναι αυτοί παρά κάθε σκέψη, κάθε λαχτάρα, κάθε ψεύτικη ταύτιση που μετακόμισε ήσυχα στο σπίτι του εαυτού κατά τη μακρά απουσία του και έκτοτε έχει κάνει τον εαυτό της εντελώς σπίτι της;
Και ποιον πολιορκούν; Την Πηνελόπη — το όνομά της σημαίνει αυτή που υφαίνει — που περνάει τις μέρες της στον αργαλειό και τις νύχτες της ξετυλίγοντας ό,τι ύφανε, αρνούμενη κάθε μνηστήρα με το να μην τελειώνει ποτέ το έργο. Είναι η ίδια η Ψυχή, που αδιάκοπα διαμορφώνει και αποδιαμορφώνει το ύφασμα των εμφανίσεων, πιστή σε κάθε καθυστέρηση, περιμένοντας τον Νου να ολοκληρώσει την επιστροφή του.
Ο Οδυσσέας φτάνει όχι ως κατακτητής αλλά ως ζητιάνος — η αλήθεια κάθε επιστροφής, γιατί ο αφυπνισμένος εαυτός σπάνια φαίνεται θριαμβευτικός στον κόσμο που άφησε πίσω. Κανείς δεν τον αναγνωρίζει εκτός από δύο: τον Άργο, τον γέρο σκύλο που ψυχορραγεί, ο οποίος σηκώνει το κεφάλι του ανιχνεύοντας μια μυρωδιά που καμία μεταμφίεση δεν θα μπορούσε να κρύψει —τη φύση του ενστίκτου που αναγνωρίζει την αλήθεια προτού προλάβει να την αντιληφθεί η λογική· και την Ευρύκλεια, την τροφό, που τον γνωρίζει από μια παλιά ουλή, το σώμα-μνήμη που δεν ξέχασε ποτέ αυτό που ο νους συμφώνησε να μεταμφιέσει.
Έπειτα έρχεται η σφαγή των μνηστήρων, κατανοητή καθαρά για αυτό που είναι: όχι εκδίκηση αλλά η αναγκαία πράξη διάκρισης με την οποία ο αφυπνισμένος Νους, ενωμένος με τον Τηλέμαχο — τον νεοωριμασμένο εαυτό, τον μαθητή που ενηλικιώθηκε κατά τη μακρά αναμονή — καθαρίζει το σπίτι από κάθε αξίωση που δεν ανήκει εκεί. Μόνο όταν το σπίτι στέκεται άδειο από κάθε απατεώνα συμβαίνει η αληθινή αναγνώριση: Νους και Ψυχή γνωρίζουν ο ένας τον άλλον ξανά, και η Ιθάκη, ποτέ ακτή αλλά κατάσταση ύπαρξης, είναι ελεύθερη.
Αφορισμός
Το σπίτι του εαυτού πρέπει να αδειάσει από κάθε ψεύτικο διεκδικητή πριν η Ψυχή μπορέσει να αναγνωρίσει, επιτέλους, εκείνον για τον οποίο ύφαινε πάντα.
7. Το Βασίλειο της Σοφίας
Κεφάλαιο 13
Το Ταξίδι που Δεν Έχει Τελειώσει
Ιδωμένο υπό αυτό το φως, ολόκληρο το δρομολόγιο της Οδύσσειας αποκαλύπτεται ως μια μοναδική συνεχής ανάβαση μεταμφιεσμένη σε ξεχωριστές περιπέτειες: από τον Κόσμο των Αισθήσεων, στην Τροία και στους Λωτοφάγους, στη θύελλα του Συναισθήματος, ανάμεσα στον Κύκλωπα και τους ανέμους του Αιόλου· βαθύτερα στο Σύμπαν της Σκέψης και τις μαγείες του, με την Κίρκη και τις Σειρήνες και το στενό της Σκύλλας· μέσα από έναν αναγκαίο Θάνατο του Εγώ στον Άδη και στη Θρινακία· στην Ψεύτικη Νιρβάνα της γλυκιάς αιχμαλωσίας της Καλυψώς· και τελικά, μέσα από το προσφερόμενο δώρο της Χάρης ανάμεσα στους Φαίακες, στην Ελευθερία πάνω στην ακτή της αληθινής Ιθάκης.
Τίποτα από αυτά δεν ανήκει μόνο στον Όμηρο, ή μόνο στο μακρινό παρελθόν. Ανήκει σε όποιον έχει πολεμήσει έναν πόλεμο για ένα είδωλο και βρήκε τη νίκη κούφια· σε όποιον έχει ναρκωθεί από μια άνετη λήθη· σε όποιον έχει συναντήσει, στο σπήλαιο της δικής του όρεξης, έναν μονόφθαλμο γίγαντα που νικήθηκε μόνο με το να πάψει να υπερασπίζεται ένα όνομα· σε όποιον έχει φτάσει τόσο κοντά στην ειρήνη, μόνο για να πεταχτεί πίσω από μια αφύλακτη περιέργεια· σε όποιον έχει μεταμορφωθεί από μια αφύλακτη σκέψη, ή γοητευθεί από ένα τραγούδι μυστικής γνώσης, ή σχιστεί ανάμεσα στην απελπισία και μια ψυχρή λογική που επίσης καταβροχθίζει· σε όποιον έχει πεινάσει και βάλει χέρι σε αυτό που έπρεπε να παραμείνει ιερό· σε όποιον έχει αναπαυθεί σε μια έκσταση τόσο πλήρη που λίγο έλειψε να γίνει μόνιμη λήθη· και σε όποιον έχει τελικά μεταφερθεί στο σπίτι όχι με δύναμη αλλά με έναν μη κερδισμένο ύπνο, μόνο για να βρει το σπίτι του εαυτού γεμάτο με απατεώνες που πρέπει να απελευθερωθούν.
Ο μύθος δεν τελειώνει, γιατί δεν ήταν ποτέ απλώς ιστορικός. Περιγράφει έναν δρόμο που η συνείδηση έχει πάντα ταξιδέψει, και θα συνεχίσει να ταξιδεύει, όσο μια ψυχή μπερδεύει τις αισθήσεις με την ακτή, την ακτή με τη θάλασσα, και τη θάλασσα με εξορία από ένα σπίτι που στην πραγματικότητα δεν άφησε ποτέ. Η Ιθάκη δεν φτάνεται με γεωγραφία. Φτάνεται με την πτώση, μία μία, κάθε μάσκας που φορούσε ο ταξιδιώτης για να επιβιώσει το πέρασμα — μέχρι να μη μείνει τίποτα παρά ο Παρατηρητής, σιωπηλός, ξύπνιος, και τελικά, ολοκληρωτικά, στο σπίτι.
Αφορισμός
Η Οδύσσεια δεν έχει τελειώσει, γιατί δεν ήταν ποτέ ένα ταξίδι πέρα από τη θάλασσα· είναι ένα ταξίδι πέρα από τον εαυτό, και συμβαίνει τώρα, μέσα σε κάθε ψυχή που ακόμη θυμάται ότι υπάρχει μια ακτή.
Η αντιστοιχία:
Αισθήσεις (Λωτοφάγοι) → Συναίσθημα (Κύκλωπας, Αίολος) → Σκέψη/Μαγεία (Κίρκη, Σειρήνες, Σκύλλα) → Θάνατος του εγώ (Άδης, Θρινακία) → Ψεύτικη Νιρβάνα (Καλυψώ) → Χάρη (Φαίακες) → Ελευθερία (Ιθάκη)
Αυτό είναι το ταξίδι της ψυχής. Από τον κόσμο των αισθήσεων, πέρα από τους χώρους του συναισθήματος, βαθύτερα από το σύμπαν της σκέψης, έξω στον ελεύθερο χώρο.
Η Οδύσσεια δεν έχει τελειώσει. Συμβαίνει τώρα, μέσα σου.
Βλέπεις με την καρδιά ή με το μυαλό;
Για παράδειγμα, κοιτάς μια ανατολή, ένα ηλιοβασίλεμα και πλημμυρίζεις από τα χρώματά του, την όμορφη ενέργειά του… Είσαι σιωπηλός ¨μέσα και έξω¨ σου, απολαμβάνοντας.
Όταν αρχίζεις να σκέφτεσαι αυτό που βλέπεις τότε χάνεις την ουσία. Χάνεις τη στιγμή. Με τη σκέψη σου βρίσκεσαι χιλιόμετρα μακριά και χρωματίζεις με άλλο τρόπο το παρόν σου. Η σκέψη γίνεται ένα πέπλο πάνω στα μάτια σου που σε απομακρύνει από την πραγματικότητα και επιβάλλει την δική της ουσία πάνω σε αυτήν. Επιβάλλει τον δικό της εαυτό πάνω στην πραγματικότητα που βιώνεις και όλα αλλάζουν, μεταλλάσσονται.
Και αυτό συμβαίνει συνέχεια στη ζωή σου και όχι μόνο τις στιγμές που κοιτάζεις ένα ηλιοβασίλεμα. Αντικρίζεις έναν συνεργάτη, ένα φίλο, έναν άνθρωπο στον δρόμο και δεν τον ¨κυττάς¨ εσύ αλλά τον κοιτάζει η σκέψη σου.
Αντικρίζεις τον σύντροφο σου και δεν τον ¨κυττάς¨ εσύ αλλά τον κοιτάζει η σκέψη σου. Αρχίζεις να σκέφτεσαι, να ερμηνεύεις, να οδηγήσε σε συμπεράσματα νομίζοντας ότι τον βλέπεις ενώ στην πραγματικότητα προβάλλεις πάνω του τις δικές σου πληγές, τις δικές σου ανάγκες. Δεν βλέπεις εκείνον, βλέπεις εσένα μέσα από εκείνον. Και δεν σταματάς μόνο εκεί. Συνεχίζεις έχοντας επιθετική ή αμυντική συμπεριφορά θέλοντας όχι να κάνεις διάλογο αλλά να αποδείξεις ότι ¨έχεις δίκιο¨ και να επιβεβαιώσεις το πόσο δυστυχισμένο πλάσμα είσαι νιώθοντας ότι όλο το σύμπαν συνωμοτεί εναντίον της ευτυχίας σου.
Τον έχεις μπροστά σου, τον κοιτάζεις που ανοιγοκλείνει το στόμα του αλλά δεν ακούς τη φωνή του γιατί το μυαλό σου είναι γεμάτο από τις απαντήσεις που πιστεύεις ότι θα σου έδινε. Κι αν κάποια στιγμή ξεχαστείς και μια λεξούλα φύγει από τα χείλη του και αγγίξει το μυαλό σου καινούριες σκέψεις και καινούριες ερμηνείες γεννιούνται αυτόματα στο κεφάλι σου, τόσες πολλές που ξεχειλίζουν από όλο σου το είναι.
Και μέσα σε όλο αυτό τον λαβύρινθο των σκέψεων σου ποτέ δεν έχεις αναρωτηθεί:
Ποιος είναι αυτός που σκέφτεται;
Ποιος είναι αυτός που ερμηνεύει;
Ποιος είναι αυτός που βλέπει;
Ποιος είναι αυτός που ζει τη ζωή σου;
Μήπως είναι καιρός να αναρωτηθείς ποιος πραγματικά είσαι εσύ και ποιος πραγματικά είναι ο σύντροφος σου; Μήπως είναι καιρός να ¨κυττάξεις¨ χωρίς το πέπλο των σκέψεων να σου σκεπάζει τα μάτια;
Και που ξέρεις όταν το κάνεις αυτό βλέποντας εσένα, βλέποντας τον σύντροφο σου, αυτόν τον άγνωστο που δεν τον είχες ¨κυττάξει¨ ποτέ μέχρι τώρα ίσως τον ξαναερωτευτείς…. Ίσως πάλι νιώσεις ότι δεν έχετε κανένα σημείο επαφής και ότι οι δρόμοι σας χωρίζουν… Ίσως πάλι…
Σε όλες τις περιπτώσεις κερδισμένος θα είσαι εσύ γιατί θα έχεις δώσει σε σένα την ευκαιρία είτε μέσα στην συντροφικότητα είτε μέσα στην μοναχικότητα να είσαι ο εαυτός σου! Και δεν υπάρχει πιο όμορφη ζωή από αυτήν που μπορείς να αντικρίσεις βλέποντας με τα δικά σου μάτια χωρίς το πέπλο των σκέψεων να θολώνει τη ματιά σου.
Μη αναρωτιέσαι πως μπορεί να γίνει αυτό; Απλά φαντάσου ότι γίνεται. Δοκίμασε να το κάνεις και παρατήρησε όσα συναισθήματα ξυπνάνε μέσα σου...
Μερικοί λένε ότι το πιο δύσκολο πράγμα είναι να κοιτάξεις τον εαυτό σου. Η εμπειρία μου έχει δείξει ότι πιο δύσκολο είναι να αφήσεις τον εαυτό σου να σε ¨κοιτάξει¨. Όμως ταυτόχρονα είναι πολύ απελευθερωτικό γιατί ο ΕΑΥΤΟΣ δεν ξέρει να κρίνει αλλά είναι γεμάτος Αποδοχή και Αγάπη…
Ποιος λέει είναι εύκολη η σιωπή;
Η επιστήμη, αν εκείνη σε πείθει καλύτερα, ξέρει τώρα καιρό πως η καρδιά σου αποτελείται κατά 60% από νευρώνες, και πως το ενεργειακό της πεδίο είναι 200 φορές πιο ισχυρό από του νου. Μη θαρρείς είναι ανόητη… Γράφω αριθμούς να σου ηχούν πιο καλά. “Θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία”. Ποιος είπε πως βαραίνει το δεύτερο; Και πες μου εσύ άνθρωπε, πώς μου μιλάς για μια χώρα, πατρίδα, οικουμένη, αν δε συν-εργάζεσαι κάθε στιγμή με την καρδιά σου, για της ζωής σου πρώτα την ελευθερία; Που πας έτσι σκλάβος των κρίσεων, συγκρίσεων, προβολών σου; Αφού η εικόνα σου σκλαβώνει ότι η ψυχή σου ποθεί, και αφού για χάρη της δε λες την αλήθεια σου πρώτα σε σένα, με ποιους λαχταράς να ενωθείς;
“Μέσα στη θλίψη της απέραντης μετριότητας, που μας πνίγει από παντού, παρηγοριέμαι ότι κάπου, σε κάποιο καμαράκι, κάποιοι πεισματάρηδες αγωνίζονται να εξουδετερώσουν τη φθορά…” λέει ο Ελύτης. Ας μου επιτραπεί μια ένσταση ως προς τη μετριότητα… Η ρήση ενέχει σύγκριση που τη γεννάει η κριτική. Αν υπερβαίναμε αυτή μας την πρωτόπλαστη εμμονή, τότε ίσως οι εργασίες κάποιων πεισματάρηδων να απέδιδαν τους αγώνες τους… Καθώς δε θα κατασπαταλούνταν τόση πολύτιμη ενέργεια χάριν επιβεβαίωσης μιας κάποιας έστω ανωτερότητας. Γιατί αυτό δεν υπάρχει…
Είσαι ο άρχοντας; Τι απέδωσες σήμερα στον κόσμο σου;
Είσαι μεγάλος δάσκαλος; Πόσους ενέπνευσες σήμερα;
Είσαι μεγάλη ψυχή; Πόσο ομορφαίνεις τον κόσμο;
Είσαι εργάτης τίμιος; Πόσο ξεχνάς το χρόνο;
Είσαι ο δυνατός; Πόσους συγχώρεσες σήμερα;
Είσαι ικανός; Πόσους άφησες να ‘ρθουν κοντά σου;
Είσαι μεγάλος εραστής (της ζωής); Πόσο κοιτάς τη στιγμή;
Εσύ να ρωτάς, εσύ ν’ απαντάς. Κι αν δε μπορείς, εκεί να σωπαίνεις. Κι άμα κάποιες φορές στη σιωπή σου, μπορείς να διακρίνεις που βρίσκονται οι άλλοι, να ευγνωμονείς που σου δείχνουν και πάλι εσένα που είσαι να δεις…
Στο κατώφλι ενός μεγάλου παραδόξου
Η εποχή μας είναι κορεσμένη από πληροφορία, αλλά πτωχή σε εσωτερική κατανόηση. Η πνευματικότητα μετατρέπεται συχνά σε εικόνα, σε καταναλωτικό προϊόν, σε διαδικτυακό θέαμα ή σε ένα ακόμη αντικείμενο συλλογής για τον ανήσυχο νου. Λέξεις όπως «αφύπνιση», «ενέργεια», «συνείδηση» και «φώτιση» επαναλαμβάνονται αδιάκοπα, ενώ η ουσία που κάποτε έκρυβαν παραμένει απρόσιτη στους περισσότερους.
Γιατί η αληθινή πνευματικότητα δεν είναι γνώση που προστίθεται στον άνθρωπο. Είναι γνώση που τον μεταμορφώνει.
Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη διάκριση.
Πολλοί αναζητούν μυστικά, ελάχιστοι αναζητούν μεταμόρφωση. Πολλοί επιθυμούν να αποκτήσουν δύναμη, να αισθανθούν ξεχωριστοί ή να ανυψωθούν πάνω από τους άλλους. Ελάχιστοι είναι εκείνοι που είναι διατεθειμένοι να στραφούν προς τα μέσα και να αντιμετωπίσουν, χωρίς δικαιολογίες και χωρίς αυταπάτες, όλα εκείνα που κατοικούν στη σκιά της ίδιας τους της ψυχής.
Η αυθεντική εσωτερική εργασία δεν αρχίζει με την ερώτηση «Τι μπορώ να αποκτήσω;». Αρχίζει με μια πολύ πιο δύσκολη ερώτηση:
Τι πρέπει να πεθάνει μέσα μου ώστε να γεννηθεί εκείνο που πραγματικά είμαι;
Αυτό είναι το κατώφλι της αλχημείας.
Η πνευματική αλχημεία, βαθιά συνδεδεμένη με την αρχαία αλχημική παράδοση, δεν αποτελεί απλώς μια συλλογή από απόκρυφες δοξασίες ή συμβολικές συνταγές. Αποτελεί έναν χάρτη εσωτερικής μεταμόρφωσης. Οι ρίζες της απλώνονται μέσα στους αρχαίους πολιτισμούς της Αιγύπτου και του ελληνικού κόσμου, στη φιλοσοφία, στα μυστηριακά ρεύματα και στις κοσμολογικές αντιλήψεις της ύστερης αρχαιότητας. Μέσα από τη μεταγενέστερη ερμητική παράδοση, οι εικόνες του εργαστηρίου, του μετάλλου, της φωτιάς, της διάλυσης και της αναγέννησης απέκτησαν έναν βαθύτερο συμβολισμό: έγιναν εικόνες της ίδιας της ανθρώπινης ψυχής.
Το ακατέργαστο μέταλλο είναι ο άνθρωπος πριν γνωρίσει τον εαυτό του. Είναι η ύπαρξη που κυβερνάται από μηχανικές επιθυμίες, φόβους, προσκολλήσεις, ματαιοδοξία, ανάγκη αναγνώρισης και ασυνείδητες επαναλήψεις. Ο χρυσός είναι η δυνατότητα που βρίσκεται κρυμμένη μέσα του — όχι κάτι που εισάγεται από έξω, αλλά κάτι που αποκαλύπτεται όταν απομακρύνονται τα στρώματα της παραμόρφωσης.
Γι' αυτό η αληθινή αλχημεία δεν είναι εύκολη υπόθεση.
Η ψυχή πρέπει να εισέλθει στο εργαστήριο της φωτιάς.
Και η φωτιά αυτή είναι η ίδια η συνείδηση.
Εκεί, ό,τι είναι ψεύτικο δοκιμάζεται. Ό,τι είναι επιφανειακό καίγεται. Ό,τι έχει χτιστεί πάνω στην ανάγκη να φανούμε αντί να υπάρχουμε, αρχίζει να διαλύεται. Ο άνθρωπος καλείται να παρατηρήσει τον εαυτό του χωρίς το προστατευτικό πέπλο των δικαιολογιών του. Να δει τις αντιφάσεις του. Να αναγνωρίσει τις σκιές του. Να αντιληφθεί πόσο μεγάλο μέρος της ζωής του μπορεί να έχει κυβερνηθεί από δυνάμεις που ποτέ δεν επέλεξε συνειδητά.
Δεν αρκεί να γοητευτεί κανείς από το μυστήριο. Δεν αρκεί να διαβάσει εκατοντάδες βιβλία, να γνωρίζει σύμβολα, να μιλά για ενέργειες, αρχέτυπα, διαστάσεις και κοσμικές αρχές. Η γνώση μπορεί να γίνει ακόμη και ένα εξαιρετικά εκλεπτυσμένο προσωπείο του εγώ.
Η πραγματική πνευματικότητα αρχίζει εκεί όπου ο άνθρωπος παύει να συλλέγει ιδέες για τον εαυτό του και αρχίζει να βλέπει τον εαυτό του όπως πραγματικά είναι.
Και αυτό είναι πολύ πιο σπάνιο.
Διότι η αληθινή εσωτερική εργασία δεν χαϊδεύει το εγώ. Το απογυμνώνει.
Δεν υπόσχεται ότι θα γίνουμε ανώτεροι από τους άλλους. Μας αναγκάζει να δούμε πόσο βαθιά επιθυμούμε να θεωρούμαστε ανώτεροι. Δεν μας προσφέρει μια νέα ταυτότητα για να φορέσουμε. Μας καλεί να αμφισβητήσουμε εκείνη που έχουμε ήδη κατασκευάσει.
Γι' αυτό και οι ουσιαστικοί αναζητητές ήταν πάντοτε λίγοι.
Όχι επειδή η αλήθεια είναι αποκλειστικό προνόμιο κάποιων εκλεκτών, αλλά επειδή η προσέγγισή της απαιτεί κάτι που ο άνθρωπος συχνά αποφεύγει: σιωπή, πειθαρχία, υπομονή, αυτοπαρατήρηση και την προθυμία να αφήσει πίσω του βεβαιότητες που κάποτε του έδιναν ασφάλεια.
Ο πραγματικός μύστης δεν ενδιαφέρεται τόσο να αποδείξει ότι γνωρίζει, όσο να ανακαλύψει πόσα ακόμη αγνοεί.
Ο αλχημιστής, επομένως, δεν εργάζεται μόνο πάνω στην ύλη.
Εργάζεται πάνω στον εαυτό του.
Να βλέπει χωρίς να παραμορφώνει.
Να αισθάνεται χωρίς να γίνεται δούλος των αισθημάτων του.
Να σκέφτεται χωρίς να φυλακίζεται στις σκέψεις του.
Να υπάρχει χωρίς να χρειάζεται διαρκώς να αποδεικνύει ότι υπάρχει.
Αυτή είναι η σιωπηλή αλχημεία.
Και ίσως ο μεγαλύτερος κίνδυνος της εποχής μας είναι ότι έχουμε μάθει να μιλάμε αδιάκοπα για την αφύπνιση χωρίς να περνάμε από τη διαδικασία που αυτή απαιτεί. Έχουμε πολλαπλασιάσει τις πληροφορίες, αλλά όχι κατ' ανάγκην τη συνείδηση. Έχουμε δημιουργήσει αμέτρητους δρόμους προς το «μυστικό», αλλά ελάχιστους ανθρώπους πρόθυμους να περπατήσουν πραγματικά τον δρόμο.
Η αληθινή πνευματικότητα δεν βρίσκεται στη συσσώρευση μυστικών.
Βρίσκεται στην αφαίρεση.
Στην αφαίρεση του ψεύδους από την αλήθεια, της προσποίησης από την παρουσία, του φόβου από την επίγνωση και τελικά όλων εκείνων των επιφανειακών ταυτίσεων που κρύβουν τον βαθύτερο άνθρωπο από τον ίδιο του τον εαυτό.
Κάτω από όλα αυτά βρίσκεται το αρχαίο έργο.
Το Opus Magnum.
Το Μεγάλο Έργο.
Δεν πραγματοποιείται μέσα σε μία νύχτα, ούτε ολοκληρώνεται με μία αποκάλυψη. Είναι μια αργή κάθοδος στο σκοτάδι, μια συνάντηση με τη σκιά, μια διάλυση, ένας καθαρισμός, μια νέα σύνθεση και τελικά μια γέννηση διαφορετικού τρόπου ύπαρξης.
Και ίσως αυτός είναι ο πραγματικός συμβολισμός του χρυσού.
Ο χρυσός δεν είναι αυτό που αποκτά ο άνθρωπος.
Είναι αυτό που απομένει όταν όλα τα ψεύτικα έχουν καεί.
Η Δύναμη της Γνώσης
Σήμερα βρισκόμαστε σε μια εποχή όπου η γνώση δίνεται απλόχερα. Ο καθένας μπορεί να έχει πρόσβαση σε οποιαδήποτε σχεδόν πληροφορία. Η χρήση του Ίντερνετ έχει εκτινάξει αυτή τη δυνατότητα στα ύψη. Αυτή η ευκολία να κατέχουμε τη γνώση, σε σχέση με τον βομβαρδισμό πληροφόρησης που δεχόμαστε, μας έχει φέρει σιγά- σιγά μπροστά σε μια ιεροποίηση της γνώσης (της διανόησης). Στον αρχαίο κόσμο, η θεωρία με την πράξη δεν νοούνταν σαν δύο διαφορετικά πράγματα. Η γνώση, ήταν ένα μέσο, ένα βασικό εργαλείο με το οποίο ο άνθρωπος μπορούσε να αγγίξει και να ανακαλύψει τον «Γνώθι σ’ εαυτόν», την πληρότητα του Είναι του.
Μπορούμε να διαβάζουμε βιβλία όλη μας τη ζωή, μπορεί να γίνουμε πολύ διανοητικοί, αλλά στο τέλος να ανακαλύψουμε ότι δεν αναπτύξαμε καθόλου την πνευματικότητα μας. Δεν είναι αλήθεια ότι ένας υψηλός βαθμός διανοητικής ανάπτυξης, πάντα διαβαίνει χέρι με χέρι με μια αναλογική ανάπτυξη της πνευματικής πλευράς του ανθρώπου.
Με το να μελετάμε βιβλία, καμιά φορά πλανιόμαστε και νομίζουμε ότι από εκεί βοηθιόμαστε πνευματικά. Αλλά αν αναλύσουμε τα αποτελέσματα της μελέτης των βιβλίων πάνω στον εαυτό μας, θα δούμε ότι στο τέλος μόνο η διανόηση μας αντλεί όφελος από τέτοιες μελέτες και όχι το εσωτερικό πνεύμα μας. Η ανεπάρκεια αυτή των βιβλίων σε ότι αφορά την επιτάχυνση της πνευματικής μας ανάπτυξης , είναι η αιτία, που αν και σχεδόν ο καθένας μας μπορεί να μιλάει περίφημα πάνω σε πνευματικά θέματα όταν έρχεται η ώρα της πράξης και του βιώματος μιας αληθινά πνευματικής ζωής, βρισκόμαστε τόσο φρικτά ανεπαρκείς.
Η γνώση είναι απαραίτητο στοιχείο στην εξέλιξη οποιουδήποτε πράγματος. Είναι απαραίτητη όπως το νερό στον ανθρώπινο οργανισμό. Όπως το νερό για να μας βοηθήσει πρέπει να μπει στον οργανισμό δηλαδή πρέπει να το πιούμε, έτσι και η γνώση για να μας βοηθήσει θα πρέπει να την εφαρμόσουμε. Όπως λέει και ο Επίκτητος (στις Διατριβές Α/59-60) «Τα ωραία λόγια άλλωστε δεν λείπουν σήμερα. Τα βιβλία των Στωικών είναι γεμάτα τέτοια. Τι λείπει λοιπόν; Αυτός που θα τα εφαρμόσει, με έμπρακτη μαρτυρία υπέρ των λόγων…»
Όταν αυτό δεν γίνεται έτσι, δεν ακολουθεί δηλαδή η εφαρμογή των γνώσεων, τότε με φυσικό τρόπο προκαλείται μια δυσαρμονία. Άλλα σκέφτεται το μυαλό μας, άλλα κάνει το σώμα μας, με αποτέλεσμα να υπάρχει σύγκρουση που μεταφράζεται σε άγχος. Οι άνθρωποι φαίνεται από πάντα να έχουν την τάση να πέσουν σ’ αυτή τη νοητική απάτη. Ακόμη και στην αρχαία Ελλάδα, την πατρίδα της Φιλοσοφίας, όπου με την έννοια της Φιλοσοφίας εννοούσαν πάντα Γνώση και Εφαρμογή αυτής στη ζωή, το θέμα αυτό ήταν επίκαιρο, όπως φαίνεται στο παρακάτω απόσπασμα.
Κάποτε ο Ηγεσίας ζητούσε επίμονα από το Διογένη να του δανείσει μερικά από τα συγγράμματα του, για να κατανοήσει καλύτερα ένα θέμα που τον απασχολούσε και να πλουτίσει τις γνώσεις του. Ο Διογένης γενικά αντιστεκόταν με τον Άλφα ή Βήτα τρόπο. Κάποια στιγμή ήρθε η ώρα να συζητήσουν το θέμα. Τότε ο Διογένης είπε στο Ηγεσία αυτό ακριβώς που σκεφτόταν και ποια ήταν η αιτία που δεν του έδινε τα συγγράμματα. «Ανόητος είσαι Ηγεσία, Τα ζωγραφικά σύκα δεν τα θέλεις, προτιμάς τα αληθινά, την άσκηση όμως την αληθινή (την καθημερινότητα) την παραμελείς και στρέφεσαι σε αυτήν που είναι γραμμένη»
Όλα όσα σκεφτόμαστε, κατανοούμε και αποδεχόμαστε στο διανοητικό επίπεδο χρειάζεται να τα θέσουμε αμέσως σε εφαρμογή, ακόμη κι όταν αυτό απαιτεί μεγάλη προσπάθεια. Γιατί αυτή η προσπάθεια θα μας ελευθερώσει από το «κλουβί» της διανόησης και θα μας επιτρέψει να ξεπεράσουμε τα εμπόδια που φράζουν το δρόμο μας και μας εμποδίζουν να ενεργούμε σύμφωνα με τα ιδεώδη της ζωής μας.
Υπάρχει μια παραβολή των Σούφι που αποτυπώνει πολύ καλά τα παραπάνω: Ρώτησαν τον Σιμπλί: «Ποιος σε οδήγησε στην Οδό;» Και αυτός απάντησε: «Ένας σκύλος. Μια μέρα τον είδα σχεδόν νεκρό από τη δίψα, να στέκεται δίπλα στο νερό. Κάθε φορά που κοίταγε το είδωλο του στο νερό, τρόμαζε και τραβιόταν, γιατί νόμιζε πως ήταν ένα άλλο σκυλί. Τελικά ήταν τόση η ανάγκη της δίψας του, που έδιωξε το φόβο του και πήδησε στο νερό. Τότε, ως εκ θαύματος για τα μάτια του σκύλου, το «άλλο σκυλί» χάθηκε. Ο σκύλος βρήκε ότι το εμπόδιο ήταν ο ίδιος, το χώρισμα από αυτό που αναζητούσε ξαφνικά διαλύθηκε. Ήταν τόσο απλό. Με τον ίδιο τρόπο το δικό μου εμπόδιο χάθηκε, όταν κατάλαβα πως ήταν αυτό που πίστευα, πως ήταν ο εαυτός μου. Έτσι η Οδός μου πρώτο-φανερώθηκε από το φέρσιμο του σκύλου».
Καλώς ή κακώς, υπάρχει μια ανάγκη στον άνθρωπο που τον ωθεί να ψάξει, δεν ξέρει ακριβώς τι, αλλά ξέρει με σαφήνεια ότι κάτι λείπει, κάτι χρειάζεται. Όλοι κινούμαστε κάτω από αυτό το πλαίσιο και τολμώ να πω ότι αυτό είναι και η κινητήρια δύναμη της ζωής μας. Είναι άσκοπο να είμαστε απλοί θεατές της ζωής μας, αυτό δεν μας δίνει τίποτε άλλο παρά ένα κενό. Για να καλύψουμε όμως αυτό το κενό -απ’ ό,τι μας λέει μια πολύ παλιά παραβολή- χρειάζεται να το θέλουμε πολύ, να πιστεύουμε ότι μπορούμε, και καθημερινά να εργαζόμαστε γι’ αυτόν το σκοπό. Η αλήθεια δεν μπορεί να έρθει με ημίμετρα.
Ένας νέος πήγε κάποτε σε ένα σοφό και τον ρώτησε «Κύριε, τι να κάνω για να γίνω σοφός;» Ο σοφός δεν απάντησε. Ο νέος επανέλαβε την ερώτηση και αφού μάταια περίμενε απάντηση, έφυγε τελικά για να επιστρέψει την επόμενη ημέρα. Ξανάκανε τότε την ίδια ερώτηση πολλές φορές, μα πάλι απάντηση δεν πήρε. Το έκανε αυτό για τρίτη μέρα και τότε ο σοφός τον οδήγησε σε ένα ποτάμι. Όταν έφτασαν σε κάποιο σημείο που είχε αρκετό βάθος, ο σοφός, έπιασε το νέο από τους ώμους και του βούτηξε το κεφάλι μέσα στο νερό.
Κάποια στιγμή μετά από λίγη ώρα τον ελευθέρωσε κι αφού τον άφησε να πάρει μερικές ανάσες τον ρώτησε: «Γιε μου, κάτω από το νερό τι ζητούσες περισσότερο»; Ο νέος απάντησε «αέρα, αέρα ήθελα». «Δεν θα προτιμούσες πλούτη, απολαύσεις, δύναμη ή αγάπη γιε μου;» «Όχι ήθελα αέρα, και σκεφτόμουν μόνο αυτό», απάντησε ο νέος ξανά. Τότε ο σοφός είπε: «Για να γίνεις σοφός, πρέπει να επιθυμείς τη σοφία με τόση ένταση, όση επιθυμούσες τον αέρα. Πρέπει να αγωνιστείς γι’ αυτήν, αποκλείοντας κάθε άλλο σκοπό».
Σύμφωνα με την αρχαία εσωτερική διδασκαλία, τρεις είναι οι άξονες μέσα από τους οποίους θα πρέπει να λειτουργεί ένας άνθρωπος, για να καταφέρει να λειτουργήσει σαν «μαθητής της ζωής».
Αρχικά θα πρέπει να είναι αφοσιωμένος στην πνευματική αναζήτηση, δηλαδή να ζήσει στοχεύοντας να βρει τον Εαυτό του. Αφού ορίσει το στόχο και αφοσιωθεί σε αυτόν, θα πρέπει να ερευνήσει. Να ψάξει μέσα στο παρελθόν και στο παρόν -χωρίς προκαταλήψεις- την αλήθεια για το σκοπό που έχει θέσει, με θάρρος και πολύ δουλειά. Και τέλος, όλα αυτά που έμαθε και κατανόησε θα πρέπει τώρα να τα εφαρμόσει στην πράξη, και μάλιστα όχι με σκοπό να τα απολαύσει ο ίδιος, αλλά να προσφέρει τον καρπό της γνώσης του για το καλό της ανθρωπότητας. Να δώσει, δηλαδή, σε όλη την ύπαρξη του μια διάσταση ηθικής προόδου, που συνοψίζεται στις λέξεις αλτρουισμός και υπηρεσία στην ανθρωπότητα.
Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η Μπλαβάτσκυ στο Κλειδί της Θεοσοφίας, «κάθε άνθρωπος, οφείλει να αρχίζει την έρευνα του εαυτού του και να κάνει τον τίμιο ισολογισμό των υποκειμενικών του αποκτημάτων. Όσες κακίες κι αν βρει, όση φθορά και αν ανακαλύψει, η σωτηρία είναι πάντοτε δυνατή, φτάνει να το θέλει σοβαρά. Αρκετό καιρό οι άνθρωποι παρασύρθηκαν από ψευδαπάτες. Ας γκρεμίσουν τώρα τα είδωλα τους, ας ελευθερωθούν από τις πλάνες και ας εργαστούν για τον εαυτό τους. Ας μην σας ξεγελάσει η λέξη, με αυτό εννοούμε ότι όποιος φροντίζει τον εαυτό του και μόνο, καλύτερα να μην κάνει τίποτε. Ας δουλέψει καλύτερα για τους άλλους, για όλους. Σε κάθε άνθος αγάπης και ευσπλαχνίας που θα φυτεύει στον κήπο του συνανθρώπου του, κάποιο ζιζάνιο θα ξεριζώνεται από το δικό του. Με αυτόν τον τρόπο ο κήπος των Θεών (η ανθρωπότητα) θα ανθίσει ολόκληρος, σαν το ρόδο. Όλες οι ιερές γραφές, όλες οι θρησκείες διατυπώνουν με πολλή σαφήνεια αυτήν την άποψη».
Είναι σαφές λοιπόν, ότι ο στόχος μας του να ανακαλύψουμε τον εαυτό μας προϋποθέτει γνώση αλλά και πράξη διοχετευμένη μέσα από μια «Ηθική ζωή».