Δευτέρα 20 Ιουλίου 2026

Ο "ΠΡΟΦΗΤΗΣ" ΗΛΙΑΣ, ΕΝΑΣ ΣΦΑΓΕΑΣ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ, ΠΟΥ ΓΙΟΡΤΑΖΟΥΝ ΟΙ ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΣΗΜΕΡΑ

Το όνομα Ηλίας αποτελεί Eλληνική μεταφορά του αντίστοιχου εβραϊκού ονόματος Ελιγιαχού (אליהו‎) το οποίο σημαίνει «Ο Θεός μου είναι ο Ιεχωβά» ή «Ο Ιεχωβά είναι Θεός».

Όλες οι πανέμορφες Ελληνικές κορυφές, βουνών και λόφων, βρωμίζονται από την παρουσία ναών αφιερωμένων στον χασάπη προφήτη Ηλία, που έσφαξε με τα ματωμένα χέρια του, εκατοντάδες αθώους ανθρώπους.

«καὶ εἶπεν Ἠλιοὺ πρὸς τὸν λαόν· συλλάβετε τοὺς προφήτας τοῦ Βάαλ, μηδεὶς σωθήτω ἐξ αὐτῶν· καὶ συνέλαβον αὐτούς, καὶ κατάγει αὐτοὺς Ἠλιοὺ εἰς τὸν χειμάῤῥουν Κισσῶν καὶ ἔσφαξεν αὐτοὺς ἐκεῖ». Γ΄ Βασιλειών 18.40.

«Και είπε ο Ηλίας, πιάσατε τους προφήτες του Βαάλ, μηδείς εξ αυτών ας μη διασωθεί. Και έπιασαν αυτούς και καταβίβασεν αυτούς εις τον χείμαρρον Κισών ΚΑΙ ΕΣΦΑΞΕ Ο ΗΛΙΑΣ ΑΥΤΟΥΣ ΕΚΕΙ»!

«καὶ ἔσφαξαν αὐτούς, ἑβδομήκοντα ἄνδρας, καὶ ἔθηκαν τὰς κεφαλὰς αὐτῶν ἐν καρτάλλοις, ἤνεγκαν τὰς κεφαλὰς τῶν υἱῶν τοῦ βασιλέως· καὶ εἶπε· θέτε αὐτὰς βουνοὺς δύο παρὰ τὴν θύραν τῆς πύλης εἰς πρωΐ». Δ΄ Βασιλειών 10.8

«Μετά έσφαξε και τους εβδομήντα γιούς του Αχαάβ και έβαλε τα κεφάλια τους σε καλάθια, και είπε βάλτε τα κομμένα κεφάλια τους σε δύο σωρούς
στην πόρτα το πρωΐ» !

Ο χασάπης «προφήτης» Ηλίας με πρόσχημα τις θρησκευτικές διαφορές (όπως οι τζιχαντιστές σήμερα), έσφαξε κοντά σε ένα χείμαρρο, στην αρχή 450 δεμένους ανθρώπους, μετά άλλους 400 και μετά άλλους 70. Με τα κομμένα κεφάλια γέμιζε με υπερηφάνεια καλάθια.

Τώρα αν υποθέσουμε ότι για το σφάξιμο ενός δεμένου αιχμαλώτου και μέχρι οι βοηθοί του να πετάξουν το σφαγμένο ακέφαλο πτώμα στον χείμαρρο Κισών, ο προφήτης έκανε τρία λεπτά, για 450 άτομα ο προφήτης έσφαζε 22 ώρες συνέχεια.

Αυτό και αν είναι θαύμα Κυρίου. Πολύ δύναμη έδωσε στον μακελάρη προφήτη του ο Γιαχβέ.

Ηλίας ο πυροτεχνουργός προφήτης

Ο προφήτης Ηλίας είναι ένας πολυτίμητος άγιος στην Ελλάδα, αφού του έχουν αφιερώσει όλες τις ορεινές κορυφές της χώρας. Το χαρακτηριστικό όνομά του «θεός μου είναι ο Γιαχβέ» (Ηλί-Γιάχ... αγγλιστί μέχρι και σήμερα Elijah) δείχνει την Εβραϊκή του καταγωγή την οποία όσο κι αν φαίνεται παράξενο αγνοούν παντελώς οι Έλληνες που τον θεωρούν πιο Έλληνα κι απ’ τον... Απόλλωνα.

Στην εποχή του Ηλία, ο θεός Βάαλ (ή Κύριος) ήταν ο χειρότερος αντίπαλος του Γιαχβέ. Η θρησκεία του Βάαλ, του θεού της γονιμότητας του κεφιού, αλλά και του πολέμου είχε επί των ημερών του εξαιρετική διάδοση, που απλωνόταν από την Αίγυπτο μέχρι την Ασσυρία.

Επί των ημερών του προφήτη, ο βασιλιάς του Ισραήλ Αχαάβ, παντρεύτηκε την Ιεζάβελ, μια αλλόθρησκη πριγκίπισσα από την Σιδώνα, που με τελετές κεφιού και ξεγνοιασιάς, προώθησε την λατρεία του Βάαλ με τόση επιτυχία, ώστε η αυστηρή λατρεία του Γιαχβέ ατόνησε και σχεδόν ετέθη εκτός νόμου.

Οι προφήτες και οι ιερείς του Βάαλ πλήθαιναν και η Ιεζάβελ ανάγκασε τους τελευταίους εκατό προφήτες του Γιαχβέ, να κρύβονται σε σπηλιές και φαράγγια για να σωθούν απ’ τον διωγμό και το θρησκευτικό μένος της Ιεζάβελ. Ο ίδιος ο Ηλίας κρυβόταν σε σπηλιές, συχνά έξω από την ίδια του τη χώρα, ενώ οι τετρακόσιοι πενήντα ιερείς του Βαάλ και οι τετρακόσιοι βοηθοί τους, υπό την προστασία της Βασίλισσας Ιεζάβελ, απολάμβαναν κρατικούς μισθούς και αυλικά προνόμια.

Η κατάσταση ήταν απελπιστική και μόνο ένα καλοσχεδιασμένο θαύμα υπεροχής, δηλαδή μια μονομαχία θεών και προφητών, θα έβγαζε τους παραμερισμένους οπαδούς του Γιαχβέ από την δύσκολη αυτή θέση. Πράγματι, κάποτε ο Ηλίας βγήκε επιτέλους απ’ τις σπηλιές και εμφανίσθηκε διεκδικώντας ένα οριστικό τέλος σ’ αυτήν την διαμάχη των θεών και των ιερατείων, με μια... μονομαχία πύρινων θαυμάτων! Κριτής και δικαστής ο φυσικός αποδέκτης των θρησκευτικών εντυπώσεων, ο θαυματοφάγος λαός.

Οι αντίπαλοι ιερείς και το πλήθος του λαού, μαζεύτηκαν καθ’ υπόδειξη του Ηλία, σε μια ευρύχωρη περιοχή του όρους Κάρμηλον. Είναι σημαντικό να καταλάβουμε, ότι τόσο την λαοσύναξη όσο και την αναμέτρηση των θεών, σχεδίασε και υποκίνησε ο Ηλίας ο οποίος απευθυνόμενος προς τον λαό είπε: «έως πότε θα χωλαίνετε μεταξύ δύο φρονημάτων; εάν ο Γιαχβέ είναι θεός ακολουθείτε αυτόν, αλλ’ αν ο Βάαλ, ακολουθείτε τούτον. Εγώ απέμεινα μόνος προφήτης του Κυρίου ενώ οι προφήτες του Βάαλ είναι τετρακόσιοι πενήντα άνδρες και οι προφήτες του άλσους τετρακόσιοι». (Ο΄)Α Βασιλέων 18.21-22.

Πώς όμως θα ξεχώριζαν ποιός απ’ τους δύο θεούς ήταν τελικά ο καλύτερος; Η πρόταση του Ηλία ήταν αφοπλιστικά εντυπωσιακή. Η κάθε παράταξη, θα άφηνε ένα ζώο πάνω στο θυσιαστήριο και θα παρακαλούσε το δικό της θεό για ένα θαύμα πυρός. Στο θυσιαστήριο εκείνο που θα εμφανιζόταν με οποιονδήποτε τρόπο φωτιά από το πουθενά (άρα από θεού), αυτός ο θεός θα ήταν ο αληθινός: «ο θεός που θα απαντήσει με φωτιά, ούτος ας είναι ο θεός. Και είπεν ο λαός, καλός ο λόγος». Α΄Βασιλέων 18.24.

Η ιερείς του Βάαλ αιφνιδιάστηκαν. Παρόντος όμως του λαού, που άλλο δεν ήθελε από θαύματα και εντυπώσεις, ήταν αδυνατόν να αρνηθούν την πρόκληση, έτσι παγιδεύτηκαν στην πρόταση του Ηλία. Οι θυσίες έγιναν, και πρώτοι οι ιερείς του Βαάλ, προσευχήθηκαν για ώρες χωρίς αποτέλεσμα. Ο Ηλίας γεμάτος από ανεξήγητη αυτοπεποίθηση για το αποτέλεσμα, ειρωνευόταν τους ιερείς του αντίπαλου θεού λέγοντας: «παρακαλέστε τον φωνάζοντας δυνατότερα, διότι θεός είναι, μπορεί να συνομιλεί ή να ασχολείται με κάτι ή μπορεί και να είναι σε οδοιπορία ή μπορεί και να κοιμάται και πρέπει να τον ξυπνήσετε». Α΄Βασιλέων 18.27.

Πέρασαν όμως ώρες και τίποτε δεν συνέβη στο θυσιαστήριο των ιερέων του Βάαλ: «και επεκαλούντο το όνομα του Βαάλ από πρωίας μέχρι μεσημβρίας». Α΄Βασιλέων 18.26.

Μετά το μεσημέρι, ήρθε η σειρά του Ηλία και οι ιερείς του Βάαλ, περίμεναν τώρα με την σειρά τους και την δική του αποτυχία, που ασφαλώς θα εσήμαινε και το τέλος της λατρείας του Γιαχβέ και τον τραγικό θάνατο του Ηλία. Ο Ηλίας όμως, γεμάτος από μια υπέρμετρη αυτοπεποίθηση για την τελική έκβαση της αναμέτρησης προστάζει: «τους προφήτες (του Βάαλ) λέγοντας, φύγετε από εκεί να κάνω εγώ τώρα το δικό μου ολοκαύτωμα, και εκείνοι έφυγαν». (Ο΄) Γ΄Βασηλειών 18.13.

Ο Ηλίας πήρε δώδεκα πέτρες (κατά τον αριθμό των δώδεκα φυλών του Ισραήλ και πρώτα επισκεύασε το παλιό θυσιαστήριο του Γιαχβέ που υπήρχε εκεί. Μετά έβαλε τα ξύλα και το διαμελισμένο σφάγιο επάνω και προφανώς γνωρίζοντας τι επρόκειτο να ακολουθήσει, έσκαψε γύρω απ’ το θυσιαστήριο ένα αυλάκι αρκετά βαθύ! Στη συνέχεια έκανε κάτι, που ξεπερνούσε τα συνηθισμένα μέτρα και της πλέον αισιοδοξης πίστης: «φέρατέ μου (είπε απευθυνόμενος προφανώς στους βοηθούς του) τέσσαρες υδρίας ύδατος και επιχέετε επί το ολοκαύτωμα και επί τα ξύλα, και εποίησαν ούτως και είπε (ο Ηλίας) δευτερώσατε και εδευτέρωσαν και είπε τριτώσατε και ετρίτωσαν και περιέτρεχε το ύδωρ κύκλω του θυσιαστηρίου και ακόμα και το αυλάκι εγέμισε ύδωρ». Α΄Βασιλέων 18.27.

Θα αρκούσε μια απλή ουράνια πύρινη φλόγα για να αποτεφρώσει το σφάγιο και η νίκη θα ήταν εντελώς δική του. Τίποτε δεν τον υποχρέωνε να ρίξει τόσο πολύ νερό πάνω στο θυσιαστήριο. Όμως, όσα με περισσή θεατρικότητα κάνει ο προφήτης, ξυπνούν μέσα μας την αίσθηση ότι εκτελεί προσεκτικά προσχεδιασμένες κινήσεις! Απολύτως βέβαιος για το αποτέλεσμα, ρίχνει όχι μια και δυό, αλλά δώδεκα υδρίες νερό πάνω στο θυσιαστήριο! Τόσο πολύ ήταν το νερό, που γέμισε το βαθύ αυλάκι που εντελώς προνοητικά είχε σκάψει επιμελώς γύρω απ’ τη βάση του θυσιαστηρίου!

Η όλη σκηνοθεσία, θυμίζει έντονα παράσταση λαϊκού παλικαρά, που χάριν έξαρσης του λαϊκού ενδιαφέροντος προκαλεί ειρωνικά τους αντιπάλους και για να αποκορυφώσει την αγωνία, κάνει το θέαμα σταδιακά δυσκολότερο. Εμείς όμως προσέχουμε κάτι σημαντικό. Όχι μόνο ο τόπος του αγωνίσματος είχε προεπιλεγεί από τον ίδιο τον προφήτη, αλλά και ο τύπος του θαύματος των διαγωνιζόμενων θεών, ήταν καθαρά δικής του εμπνεύσεως.

Η συνέχεια είναι συναρπαστική: «και φώναξε ο Ηλίας ο προφήτης, Κύριε θεέ του Αβραάμ του Ισαάκ και του Ιακώβ επάκουσόν μου σήμερον εν πυρί δια να γνωρίσουν ότι συ είσαι ο θεός... και έπεσε πυρ παρά Κυρίου και κατέφαγε το ολοκαύτωμα και τα ξύλα και τους λίθους και το χώμα (Μασ. έγλειψε) και το ύδωρ το εν τη αύλακι». Α΄Βασιλέων 18.37-38.

"Θεός" και προφήτης συντονίστηκαν αξιοθαύμαστα. Με το τέλος της προσευχής, το θαύμα εμφανίστηκε ακριβώς στην ώρα του! Φωτιά εμφανίσθηκε από το πουθενά και δεν κατέφαγε μόνο το σφάγιο, αλλά τύλιξε ολόκληρο το θυσιαστήριο και κατέκαψε με δύναμη, πέτρες, ξύλα και περιέργως, έγλειψε ακόμα και το χώμα γύρω απ’ το θυσιαστήριο, αλλά και όσο απ’ το "ύδωρ" είχε απομείνει στο περιμετρικό αυλάκι! Οι παρευρισκόμενοι έπεσαν κατάχαμα απ’ την τρομάρα τους, μπροστά στη θεόσταλτη φλόγα!

Ψάχνοντας δώδεκα χρόνια τώρα, προσεκτικά τις διατυπώσεις των βιβλικών θαυμάτων, έχω σχηματίσει την πεποίθηση, ότι για τις ανάγκες της διάσωσης των τεχνουργημάτων τους, οι μάγοι της βίβλου πάσχουν απ’ το σύνδρομο των υποσημειώσεων. Γνωρίζοντας την αξία των άθλων τους, προσπαθούν συνεχώς κάπου στο κείμενο, να ακουμπήσουν μια μικρή αίσθηση απ’ την αληθινή φύση των κατορθωμάτων τους, και να δημιουργήσουν ένα μικρό επεξηγηματικό βοήθημα προς τους μυημένους διαδόχους και συνεχιστές της δοξασμένης τους τέχνης!

Αυτή λοιπόν ακριβώς, η τελευταία "υποσημείωση", που θέλει την φωτιά να γλύφει το χώμα και να κατακαίει και το "νερό" σαν καύσιμο, μέσα στο περιμετρικό αυλάκι, μας βάζει αμέσως στην σωστή κατεύθυνση υποψιασμών. Τα δώδεκα δοχεία που ο προφήτης μας έριξε πάνω στο θυσιαστήριο ακριβώς πριν από το θαύμα... μόνο νερό δεν πρέπει να ήταν!

Είναι όμως δυνατόν να υπαινίσσεται κανείς την κατοχή τόσο προχωρημένων υλικών πυρός, όπως διάφανα πετρελαιοειδή, στα χέρια των προφητών εκείνης της εποχής; Δεν είναι τα διάφανα αυτά παράγωγα του πετρελαίου προϊόντα περίπλοκης διύλισης; Ή μήπως, τέτοια διάφανα πετρελαιοειδή, σε μικροποσότητες, υπήρχαν ανέκαθεν διαθέσιμα με κάποια φυσική διαδικασία διύλισης; Υπάρχουν ανάλογες ιστορικές μαρτυρίες, που να δικαιολογούν μια τέτοια υπόθεση;

Πριν απαντήσουμε στις σημαντικές αυτές ερωτήσεις, πρέπει να εξετάσουμε μια επιπλέον βιβλική αναφορά σε αυτήν την διάφανη καύσιμη ύλη, που θα μας βοηθούσε να καταλάβουμε καλύτερα την θεολογική πανουργία του Ηλία. Δυστυχώς για τους υπερασπιστές των βιβλικών θαυμάτων, υπάρχει μια συγκεκριμένη βιβλική αναφορά στο διάφανο αυτό ρευστό καύσιμο και μάλιστα το ονομάζει «ύδωρ», υπονοώντας ακριβώς την εντελώς χαρακτηριστική διαφάνεια του νερού.

Στο Β΄ Μακκαβαίων, δηλαδή στο δεύτερο από τα τρία εντελώς κανονικά βιβλία του βιβλικού κώδικα των Ο΄ που μαζικά εξωπετάχθηκαν[1] από την χαλκευμένη Μασοριτική[2] Βίβλο, διαβάζουμε: «να θυμάστε επίσης την γιορτή της φωτιάς που καθιερώθηκε όταν ο Νεεμίας προσέφερε θυσία, αφού είχε (ξανα)χτίσει τον ναό και το θυσια­στήριο. Εκείνο τον καιρό, όταν οι πρόγονοί μας οδηγούντο αιχμά­λωτοι στην Περσία (Βαβυλώνα), οι ευσεβείς ιερείς πήραν κρυφά την φωτιά του ναού (Ο΄ λαβόντες από του πυρός του θυσιαστηρίου) και την έκρυψαν καλά σε κοίλωμα (Μασ. δεξαμενή) και ασφάλισαν το μέρος εκείνο, ώστε κανείς να μη γνωρίζει που ήταν κρυμμένη».

Μετά από πολλά χρόνια, όταν ο Νεεμίας στάλθηκε από τον βασιλιά των Περσών πίσω στην Ιερουσαλήμ, έστειλε τους απογόνους εκείνων των ιερέων να φέρουν από την κρυψώνα την φωτιά. Αυτοί γύρισαν και του είπαν ότι δεν βρήκαν καμμιά φωτιά, παρά ύδωρ παχύ.[3] Ο Νεεμίας τους παράγγελλε να βγάλουν λίγο (απ’ αυτό το ύδωρ!) και να του το πάνε. Όταν ετοιμάστηκαν οι θυσίες, ο Νεεμίας είπε στους ιερείς, να ραντίσουν με το νερό αυτό τα ξύλα και τα σφάγια της θυσίας. Όταν έγινε κι αυτό, μετά απ’ λίγη ώρα που βγήκε ο ήλιος, γιατί πρωτύτερα ήταν συννεφιά, άναψε μια τέτοια μεγάλη πυρά ώστε όλοι έμειναν κατάπληκτοι. Μετά οι ιερείς άρχισαν να ψάλουν... Όταν αποκάηκε όλη η θυσία, ο Νεεμίας διέταξε να περιχύσουν και το υπολειπόμενο ύδωρ, πάνω στις μεγάλες πέτρες (του θυσιαστηρίου). Όταν δε έγινε κι αυτό, άναψαν (ξανά) φλόγες.

Όταν το γεγονός αυτό έγινε γνωστό... ότι στον τόπο όπου τότε οι ιερείς είχαν κρύψει το ιερόν πυρ, βρέθηκε αργότερα ύδωρ, και ότι ο Νεεμίας και οι σύντροφοί του, το χρησιμοποίησαν για να ανάψουν την θυσία στο θυσιαστήριο, ο βασιλιάς... διέταξε να περιφράξουν τον τόπο εκείνο ως άγιον. Ο Νεεμίας και οι σύντροφοί του, ονόμασαν αυτό το ύδωρ «νέφθαρ», που σημαίνει καθαρισμός, ενώ από πολλούς ονομάζεται νέφθαι». (Ο΄)Β΄ Μακκαβαίων 1.9-36.

Πραγματικά αναρωτιέται κανείς αν μετά από τις σαφέστατες αυτές βιβλικές ομολογίες, χρειάζεται να προσθέσει κανείς το παραμικρό, αφού και μόνο με την απλή αντιπαραβολή των δύο πανομοιότυπων αυτών "θαυμάτων", αποδεικνύεται αβίαστα, το τι ακριβώς συνέβη στο θυσιαστήριο του Ηλία. Και φυσικά εδώ για άλλη μια φορά φαίνεται ολοκάθαρα, αυτό που απ’ την αρχή αυτής της μελέτης συνεχώς υπογραμμίζουμε, δηλαδή η θεολογική αλητεία των ανθρώπων εκείνων, που δέχθηκαν και μέχρι σήμερα σιωπηρά αποδέχονται, το δόλιο "μαγείρεμα" των βιβλικών κειμένων( δηλαδή, την αποβολή του βιβλίου των Μακκαβαίων, με τα συγκεκριμένα αποκαλυπτικά αποσπάσματα) από τους Μασορίτες, ώστε να μην είναι δυνατή στον μέσο αναγνώστη των γραφών, οποιαδήποτε τέτοια διαφωτιστική αντιπαραβολή κειμένων και η αυτόματη αλληλο-ερμηνεία "θαυμάτων"!

Ο μέσος ανυποψίαστος αναγνώστης, έχοντας στο σπίτι του αιώνες τώρα, μόνο την μασοριτική (κατ’ ουσίαν την προτεσταντική[4]) Βίβλο, έχει στα χέρια του μόνο την περιγραφή του θαύματος του Ηλία. Όμως, πουθενά στην ίδια αυτή Βίβλο, δεν θα μπορούσε να βρει την παραπάνω περιγραφή των Μακκαβαίων που ουσιαστικά ξεσκεπάζει την έντεχνη πανουργία του Ηλία! Τα βιβλία των Μακκαβαίων, μαζί με άλλα (έντεκα συνολικά βιβλία) αφαιρέθησαν από την μασοριτική Βίβλο, ακριβώς για να μην μπορούν ούτε τυχαία να γίνουν τέτοιες απομυθοποιητικές αντιπαραβολές κειμένων! Ουσιαστικά, περίπου το ένα τέταρτο της αρχικής Βίβλου, (των Ο΄) για παρόμοιους λόγους, έχει προσεκτικά αφαιρεθεί.

Πώς μπορεί να ονομάσει κανείς όλη αυτή την σιωπηρή αποδοχή του δόλιου αυτού κατατεμαχισμού και της μαζικής παραποίησης του θρησκευτικού βιβλίου, απ’ τα ιερατεία και τους αναρίθμητους παρατρεχάμενους θεολόγους, αν όχι... διαχρονική θεολογική αλητεία;

Επιστρέφοντας όμως στην συνολική εκτίμηση των δεδομένων του θαύματος, διαβάζουμε για την νάφθα: «Το πετρέλαιο ήταν γνωστό από αρχαιότατης εποχής εις τους Εβραίους και Αιγύπτιους. Οι πρώτοι (οι Εβραίοι) μεταναστεύσαντες εις Περσίαν εύρον λάκκους, όπου οι ιερείς (των Περσών) εφύλαττον το εκ του εκεί συσσωρευμένου πετρελαίου ιερόν πυρ, εθεωρούντο δε οι τόποι εκείνοι, όπου υπήρχον οι τοιούτοι λάκκοι, άγιοι (!) και ωνομάζοντο νεφθάρη, τόποι εξιλασμού εντεύθεν δε προήλθε το όνομα ναύθα ή νάφθα». Ελευθερουδάκης τομ.10, σελ. 647.


«Ναύθα ή νάφθα: πτητικό υλικό πετρελαίου λαμβανόμενο σε χαμηλές θερμοκρασίες των 80-110 βαθ. κελσίου»!! Ελευθερουδάκης τομ.9, σελ.712. Δεν χρειάζεται λοιπόν παρά απλή γεωθερμία, σε πετρελαιοφόρες περιοχές και ο φυσικός διαχωρισμός της νάφθας από το πετρέλαιο ήταν γεγονός!
Υπάρχουν όμως άλλες αρχαίες μαρτυρίες που να επιβεβαιώνουν αυτή την γνώση; Να τι μας λέει σχετικά ο Πλούταρχος: «Περιερχόμενος την Βαβυλώνα (ο Αλέξανδρος ο Μέγας) εθαύμασε προπάντων το χάσμα της φωτιάς στα Εκβάτανα, που συνεχώς σαν πηγή αναπηδούσε (από την γη) και το ρεύμα της νάφθας που κοντά στο χάσμα σχημάτιζε λίμνη με την αφθονία της. Μοιάζει με άσφαλτο, αλλά είναι τόσο εύφλεκτη ώστε πριν ακόμα την αγγίξει η φλόγα, μόνο με την λάμψη του φωτός ανάβει και καίει μαζί και τον αέρα» Αλέξανδρος 35.1.

Ο Διοσκουρίδης ο περίφημος φαρμακοποιός της αρχαιότητας μας εξηγεί: «νάφθα καλείται και της Βαβυλωνίου ασφάλτου περιήθημα (στράγγισμα, διϋλίσμα) τω χρώματι λευκόν (εννοεί διάφανο) ευρίσκεται δε και μέλαν. Δύναμην δε έχει αρπακτικήν πυρός ώστε και εκ διαστήματος (εξ αποστάσεως) αρπάζει τούτο» Περί ύλης ιατρικής 1.73.2.

Ο Στράβων συμπληρώνει: «υπάρχει δε στην Βαβυλώνα... αυτό που νάφθα αποκαλούν, που παράδοξη έχει φύση, φερόμενη (η νάφθα) πλησίον του πυρός αναρπάζει το πυρ, κι αν οτιδήποτε μ’ αυτήν επιχρίσεις φλέγεται και με νερό όχι μόνο δεν σβήνει, αλλά μάλλον περισσότερο φλέγεται...» Ο Ποσειδώνιος (προγενέστερος ιστορικός) λέγει ότι, «στην Βαβυλώνα οι πηγές της νάφθας άλλες μεν είναι λευκές (διάφανες) άλλες δε μελανές. Η λευκή νάφθα είναι αυτή που αναρπάζει το πυρ, την δε μελανή αντί ελαίου στους λύχνους καίουσι». Στράβων Γεωγραφικά 16.1.15.1-26.

Για την δυνατότητα ανάμειξης της καύσιμης αυτής ύλης με νερό, χωρίς να χάσει την αναφλεξιμότητά της, γράφουν πολλοί, μεταξύ αυτών και ο Καλλίμαχος ο Φιλόλογος (4ος π.Χ.αι.): «περί δε πυρός, Κτησίας (Ιστορικός του 5ου π.Χ.αι.) λέει ότι περί των Φασηλιτών χώραν επί του της Χιμαίρας όρους έστιν το καλούμενον αθάνατον πυρ. Τούτο δε, εάν μεν ύδωρ εις εμβάλεις καίεσθαι βέλτιον (καίγεται καλύτερα)»Fragmentaincertiauctoris 407.143.

Ο καλός μας λοιπόν ο Ηλίας, ρίχνοντας άφθονο εύφλεκτο "νερό" πάνω στο θυσιαστήριο του Γιαχβέ, μόνο περιττούς θεατρινισμούς δεν έκανε! Η όλη παρουσίαση της δήθεν θεϊκής φωτιάς, ήταν αποτέλεσμα τολμηρού χειρισμού άγνωστων στην εποχή του υλικών και εξ αυτού, η πληθωρική θεατρικότητά του ήταν απολύτως αναγκαία. Ο άνθρωπος ήταν ένας μάχιμος, επιδέξιος θεολογικός απατεώνας, (θεουργός) με προχωρημένες γνώσεις θαυματοποιών υλικών, εξοικειωμένος με την απαραίτητη θεολογική θεατρικότητα! Ο Ηλίας είχε πάνω του συγκεντρωμένα όλα όσα χρειάζεται ένας καλός τερατουργός,[5] παραδοξοποιός προφήτης.

Δεν είναι η πρώτη φορά, που η ίδια η Βίβλος μας βοηθάει να δούμε τι ακριβώς συνέβη! Απλώς αυτή είναι η πλέον σαφής και κραυγαλέα περίπτωση βιβλικής αυτο-ακύρωσης! Και... πολύ θα ήθελα να δω, ποιά απάντηση θα μπορούσε να δώσει σε δημόσιο διάλογο ένας, οποιουδήποτε αξιώματος υπερασπιστής της βιβλικής θαυματουργίας, όταν του τοποθετήσουν πλάι-πλάι τις δύο αυτές αφηγήσεις (Α΄Βασ.18.24-38 & Β΄Μακκαβ.1.9-36) που ουσιαστικά ερμηνεύουν τους μηχανισμούς του ιδίου "θαύματος"! [6]

Μετά από μια τέτοια ξεκάθαρη βιβλική αυτοαναίρεση, του δήθεν θαύματος του Ηλία, φαντάζομαι πως κανείς δεν δικαιολογείται να απαιτεί οποιεσδήποτε περαιτέρω εξηγήσεις. Εν τούτοις, για την πληρέστερη κατανόηση του "θαύματος", θα παραδεχθούμε ότι απουσιάζει πράγματι η πιθανή εξήγηση του μηχανισμού ανάφλεξης, του κατά τα άλλα θαυμαστού αυτού προφητικού πυροτεχνήματος.

Για να εντοπίσουμε λοιπόν τον ενδεχόμενο μηχανισμό ανάφλεξης μόνο υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε, σταθμίζοντας προσεκτικά κάθε λεπτομέρεια της διπλής αυτής αφήγησης. Οι 12 λοιπόν πέτρες που τοποθετήθηκαν πάνω στο μισο-κατεστραμμένο θυσιαστήριο του Γιαχβέ αντιπροσωπεύοντας τις δώδεκα φυλές του Ισραήλ, δεν πρέπει να ήταν απλές τυχαίες πέτρες, ακριβώς άλλωστε όπως και οι 12 υδρίες, που είχαν μεταφερθεί ψηλά στο βουνό, δεν ήταν γεμάτες με κανονικό νερό.
 
Οι συγκεκριμένες λοιπόν πέτρες, ενδεχομένως ήταν προσεκτικά διαλεγμένοι λευκοί πυριτόλιθοι[7] που τοποθετημένοι κατάλληλα πάνω στο κατεστραμμένο θυσιαστήριο, ζεστοί σχετικά από τον καυτό μεσημεριανό ήλιο και καταβρεγμένοι με εύφλεκτη νάφθα, παρείχαν μοναδικές δυνατότητες σπινθήρων και ανάφλεξης.

Μια πρώτη υπόθεση, θέλει τον αρχικό σπινθήρα να δημιουργείται με μια προσεκτική ρίψη ενός τελευταίου μικρού ή μεγάλου πυριτόλιθου πάνω στο θυσιαστήριο, μεταβάλλοντας ολόκληρο το καταβρεγμένο με την εύφλεκτη νάφθα θυσιαστήριο, σε παρανάλωμα πυρός!

Για το θαύμα αυτό της φύσης, τον πυριτόλιθο, που για αμέτρητες χιλιετίες, πρέπει να ήταν απ’ τους πολυτιμότερους πυρφόρους φίλους του ανθρώπου, διαβάζουμε τον παρακάτω συναρπαστικό μονόλογο του Φιλοκτήτη, που εγκαταλειμμένος από τους εκστρατεύοντες προς την Τροία Έλληνες, σε ερημονήσι είχε πρόβλημα αφής φλόγας: «Και όταν ξεχύθηκε χειμωνιάτικη παγωνιά, ξύλα έθραυσα και αυτά μηχανεύθηκα ο τάλας, αφού δεν είχα φωτιά, πέτρα πάνω στην πέτρα τρίβοντας, (κειμ: εν πέτροισι πέτρον εκρτίβων) μόλις που εφάνη το άφαντον φως που μ’ έσωσε. Η οικουμένη λοιπόν, στέγη πυρός είναι που τα πάντα μου παρέχει για να μην υποφέρω». Σοφοκλής Φιλοκτήτης 295.

Με τέτοια υλικά και προετοιμασία, φαίνεται πως δεν θα ήταν υπερβολικό αν λέγαμε ότι ο σπουδαίος κατά τα άλλα αυτός πυροτεχνουργός, είχε τον τρόπο του να μετατρέψει κυριολεκτικά το πέτρινο θυσιαστήριο του Γιαχβέ, σε γιγάντιο, λειτουργικό... αναπτήρα![8]
 
Μια άλλη εκδοχή είναι η ανάφλεξη στο θυσιαστήριο του Ηλία να είναι παρόμοια με εκείνη που περιγράφεται στο Β΄ Μακκαβαίων 1.22, και συνέβη στο θυσιαστήριο του Νεεμία! Η περιγραφή αυτή μας αναγκάζει να υποθέσουμε ότι το λευιτικό ιερατείο εκείνης της εποχής, πειραματιζόταν ακατάπαυστα με μηχανισμούς και υλικά αυτανάφλεξης, κάτω απο καυτό ήλιο!

Ερευνώντας για πιθανούς μηχανισμούς αυτανάφλεξης (στο πανεπιστημιακό χημείο Θεσσαλονίκης), φτάσαμε στο συμπέρασμα ότι ο βρεγμένος με νερό και νάφθα ασβεστόλιθος: «ανεβάζει θερμοκρασία στους 150ο C και συνεπώς μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αναφλέξει υλικά με χαμηλό σημείο ανάφλεξης... η γρήγορη άνοδος της θερμοκρασίας του ασβέστη προκαλεί αμέσως την εξάτμιση της νάφθας, δημιουργεί αέρια που, μόλις αναμιχθούν με το οξυγόνο της ατμόσφαιρας... ακολουθεί ανάφλεξη». Θ. Κορρές «υγρόν πυρ» σελ 29.

Όπως βλέπουμε, ένας εξαιρετικά απλός μηχανισμός αυτανάφλεξης, είναι ο συνδυασμός, νάφθας, νερού και ασβέστου! Όπως καταλαβαίνετε λοιπόν, τα τρία αυτά υλικά θα μπορούσαν πολύ εύκολα να ανταμώσουν στα θυσιαστήρια του Ηλία και του Νεεμία.

Κάποιοι, δυσκολεύονται να δεχθούν την ανακάλυψη του ασβεστόλιθου, την εποχή εκείνη. Κι όμως, φανταστείτε μόνο, ότι κατά την εντολή του Μωϋσέως, οι Ισραηλίτες έπρεπε να έχουν: «θυσιαστήριον εκ λίθων» Έξοδ.20.25. Έτσι, σε καθημερινή βάση τα διάφορα θυσιαστήρια της αρχαιότητας, συγκέντρωναν κάθε είδους πέτρες για να δημιουργήσουν θυσιαστήρια.

Ήταν θέμα χρόνου λοιπόν, κάποια στιγμή, να βρεθεί στην καυτή επιφάνεια του θυσιαστηρίου και να ψηθεί απ’ τις φωτιές της θυσίας, ένας κανονικός ασβεστόλιθος! Και είναι επίσης αναμενόμενη πιθανότητα, κάποιοι επιχειρώντας να σβήσουν με νερό τα υπολείμματα της φωτιάς του θυσιαστηρίου, να δουν τον ασβεστόλιθο να βράζει και να αναφλέγει υπολείμματα ανθρακιάς, λίπους και χόρτων, στην περιφέρεια της φωτιάς. Να λοιπόν, που χωρίς να το θέλουν, βρέθηκε μπροστά τους ο ασβεστόλιθος και οι κρυφές του χάρες!

Το άλλο υλικό ανάφλεξης που εντοπίσαμε, είναι ο αυταναφλεγόμενος φωσφόρος! Ένα υλικό που παράγεται απ’ τον καρβουνισμό κοκκάλων και την συμμετοχή ελάχιστης άμμου! Το περίεργο είναι, ότι τέτοιες ακριβώς συνταγές παράξενου καρβουνισμού, ολόκληρων ζώων, με τα οστά και τα κόπρανά τους, έχουμε... που αλλού... στην Παλαιά Διαθήκη: «και ελάλησεν Κύριος προς Μωϋσήν και Ααρών λέγων, Ειπέ να φέρωσιν εις σε δαμάλην (θηλυκό μοσχαράκι) μη έχουσαν ελάττωμα... και θέλει λάβει αυτήν ο ιερεύς και θέλει σφάξει αυτήν... και θέλουσι κατακαύση την δαμάλην ενώπιον αυτού με το δέρμα και το κρέας και το αίμα αυτής, μετά της κόπρου αυτής, θέλουσι κατακαύση αυτήν». Αριθμοί 19.1-10.

Σε άλλο σημείο η συνταγή γίνεται σαφέστερη: «Ούτω λέγει Κύριος. Στήσον τον λέβητα και βάλε εις αυτόν ύδωρ και κομμάτια (ζώων) καλά, τον μηρόν και τον ώμον, γέμισον (δε) αυτόν (τον λέβητα) υπό τον εκλεκτών οστέων. Λάβε δε και εκ του ποιμνίου και στίβασον έτι οστά, βράσον αυτά καλώς και ας εψηθώσι και αυτά τα οστά εν αυτώ... λέβητα του οποίου η σκωρία είναι εν αυτώ και δεν εξήλθεν απ’ αυτού... και εγώ θέλω μεγαλύνει την πυράν. Επισώρευσον ξύλα άναψον το πυρ, κατανάλωσον τα κρέατα και διάλυσον αυτά, ας καώσι τα οστά. Τότε στήσον αυτόν (τον λέβητα) επί τους άνθρακας αυτού, δια να πυρωθεί ο χαλκός αυτού και να καεί και να λιώσει εν αυτώ η ακαθαρσία (σκουριά) αυτού και να καταναλωθεί η σκωρία αυτού». Ιεζεκιήλ 24.3-11.Αν αυτό δεν είναι μυστική συνταγή για "κάτι", τότε προς τι όλη αυτή η επιμονή του απόλυτου καρβουνισμού ενός ζώου;

Υπάρχει[9] λοιπόν η υπόθεση, πως κατά τον καρβουνισμό των κοκκάλων, οι παραγόμενοι ατμοί φωσφόρου, στερεοποιούνται (σαν σταγόνες κεριού) στο καπάκι του λέβητα. Όταν τα σταγονίδια αυτά έρθουν αργότερα σε επαφή με το οξυγόνο, θα αυταναφλεγούν. Αν κάποιος ρίξει λίγο νερό στο φλεγόμενο καπάκι, η φωτιά αυτή θα σβήσει, αλλά θα επανεμφανισθεί μόλις το νερό που επικάλυψε προσωρινά τον φωσφόρο εξατμιστεί! Αν το πράγμα επαναληφθεί αρκετές φορές, τότε ο παρατηρητικός προφήτης θα καταλάβει, όχι μόνο την αξία ενός τέτοιου υλικού, αλλά ότι αυτό φυλάγεται άφλεκτο μόνο κάτω από το νερό!

Μάλιστα η ανακάλυψη αυτή γίνεται από ανθρώπους που είχαν την μανία των ολοκαυτώσεων! Οι ολοκαυτώσεις ήταν υποχρεωτική καθημερινή ενασχόληση των ιερέων! Η ίδια η λέξη ολοκαύτωση αναφέρεται 64 φορές, μόνο στο βιβλίο Λευιτικόν!

Κάπως έτσι λοιπόν, πρέπει να έγινε και η πρώτη ανακάλυψη της απομόνωσης του φωσφόρου! Ενός υλικού, που παράγεται με εντελώς μαγικά υλικά και τρόπους, αυταναφλέγεται μοναδικά στον αέρα και αυτονόητα διατηρείται "σβηστό" μόνο κάτω απ’ το νερό!

Το να αναφλεγεί λοιπόν μια πυρά από το πουθενά και οι φλόγες της να πάρουν ξαφνικά εκρηκτικές διαστάσεις, στα μάτια των απλοϊκών Ιουδαίων, ισοδυναμούσε ασφαλώς με το απόλυτο θεϊκό σημάδι. Έτσι: «όταν είδε ο λαός, (το πυροτέχνημα του Ηλία) έπεσαν κατά πρόσωπο αυτών και είπαν, ο Κύριος (ο Γιαχβέ[10]) αυτός είναι ο θεός». Α΄Βασιλέων 18.39.

Ο Ηλίας εκμεταλλεύθηκε πάραυτα την νίκη του στην μάχη των εντυπώσεων και εκμεταλλευόμενος τον ένθεο παρορμητισμό (ενθουσιασμό[11]) που ενέπνεε στον όχλο, έσφαξε αμέσως (και αυτοπροσώπως!) όλους του ιερείς του Βαάλ: «Και είπε προς αυτούς (στον λαό) ο Ηλίας, πιάσατε τους προφήτες του Βαάλ, μηδείς εξ αυτών ας μη διασωθεί. Και έπιασαν αυτούς και κατεβίβασεν ο Ηλίας αυτούς εις τον χείμαρο Κισών και έσφαξε (ο Ηλίας!) αυτούς εκεί». Α΄Βασιλέων 18.40.

Ο Ηλίας δεν σταμάτησε εκεί τις σφαγές, αλλά με το πρόσχημα μιας ανάλογης μεγάλης τελετής προς τιμήν του Βαάλ συγκέντρωσε στην Σαμάρεια όλους τους υπόλοιπους ιερείς του Βαάλ και τους έσφαξε επίσης: «πρώτα (με δόλο) τους έδωσαν ειδικά ρούχα για να τους ξεχωρίζουν και μετά τους κατέσφαξαν όλους... και μετέβαλε τον ναό του Βαάλ σε κοπρώνα (απόπατο-αφεδρώνα)» Β.Βασ.10.11-28. Μετά: «έσφαξε και τους εβδομήντα γιους του Αχαάβ και έβαλαν τα κεφάλια τους σε καλάθια» Β. Βασ.10.6-7.

Και επειδή θα ήταν ανεπίτρεπτο να αφήσουμε ασχολίαστη την καταγεγραμμένη κυριολεκτική δολοφονία 850 ανθρώπων[12] (εκτός των 70 υιών του Αχαάβ) ερωτώ: η ολοφάνερη παραδοξότητα ότι ο κοσμικός θεός μπήκε στον κόπο να ρίξει φωτιά από τον ουρανό, αλλά ο προφήτης του σφάζει ιδιοχείρως οκτακόσιους πενήντα ομόφυλούς του, απλούς, ανόητους ανθρωπάκους, που χάριν υλικών ανταλλαγμάτων αλλαξοπίστησαν, δεν λέει σε κανέναν τίποτε;

Αναρωτιέμαι, αν ο Θεός είχε οποιαδήποτε διάθεση να παίξει ενεργά τον ρόλο του προστάτη της ιουδαϊκής πίστεως, γιατί έβαζε τους προφήτες του να κάνουν την βρώμικη δουλεία των μαζικών σφαγών; Και επιτέλους, γιατί ο θεός σφάζει τους διαφωνούντας και δεν τους μεταπείθει; Και εν πάση περιπτώσει, αν αυτός που θεωρείται ο παγκόσμιος αληθινός θεός, σφάζει μαζικά τους διαφωνούντες... τι διαφορετικό έκανε από τους άλλους τους "ψευδείς", τους "κακούς" θεούς των εθνών;

Αργότερα ο ίδιος Ηλίας, αυτός ο πανούργος πυροτεχνουργός, σε καινούργια αντιπαλότητα με την βασιλική εξουσία, επιδεικνύοντας το θανατηφόρο «τεκμήριο θεϊκού πυρός», δεν δίστασε να κάψει με πυρ εξ ουρανού εκατό ακόμα αθώους Ιουδαίους στρατιώτες: «και απέστειλε ο βασιλεύς προς αυτόν (τον Ηλία) πεντηκόνταρχον μετά των πενήντα (στρατιωτών) αυτού και ιδού εκάθητο ο Ηλίας επί της κορυφής του όρους. Και είπε προς αυτόν (ο πεντηκόνταρχος) άνθρωπε του θεού ο βασιλεύς είπε κατέβα. Και αποκρίθηκε ο Ηλίας και είπε, αν είμαι άνθρωπος του θεού ας κατέβει πυρ εξ ουρανού και ας καταφάγει σε και τους πεντήκοντα μετά σου. Και κατέβη πυρ εξ ουρανού και κατέφαγεν αυτούς». Β΄(ήΔ΄) Βασιλέων 1.9-12.

Προφανώς για να δικαιώσει την φήμη του "φλογερού" προφήτη, δύο φορές επανέλαβε το εντελώς άδικο και ανατριχιαστικό αυτό φονικό ο Ηλίας, σκοτώνει[13] εκατόν δύο νεαρούς στρατευμένους που εκτελούσαν υποχρεωτικά εντολές! Βέβαια, ο προφήτης βρισκόταν ήδη βολικότατα στην κορυφή, δηλαδή ακριβώς πάνω από τους δύσμοιρους στρατιώτες και έτσι με άνεση μπορούσε να περιλούσει τους έντρομους παγιδευμένους, δικούς του αθώους ομοεθνείς στρατιώτες, με ένα άγνωστο για την εποχή εκείνη μίγμα αναμμένης νάφθας, καίγοντάς τους μ’ αυτό που αργότερα στην ιστορία έγινε γνωστό ως: «υγρόν πυρ» ή «Περσικόν πυρ».[14]

Κάποιοι δυστυχώς, επιμένουν μέχρι σήμερα, ότι ο Ηλίας είχε υπό τας διαταγάς του κάποιο πραγματικό ουράνιο πυρ, χωρίς να μπορούν να μας εξηγήσουν γιατί με ένα τέτοιο πανίσχυρο όπλο, δεν κατατρόπωσε την ίδια εποχή τους Φιλισταίους τους αιώνιους εχθρούς του Ισραήλ, ώστε να γίνει απελευθερωτής και εθνικός ήρωας. Γιατί ο ίδιος αυτός προφήτης, που με τέτοια άνεση διέταζε τους κεραυνούς του ουρανού, άφησε πίσω του μια ιστορία φυγής, φόβου και απομόνωσης;

Στην συνέχεια ο Ηλίας φέρεται να προκαλεί μια τρίχρονη ξηρασία στη χώρα του: «δεν θα γίνει τα έτη αυτά δρόσος και βροχή, ειμή δια του στόματός μου» Α΄(Γ΄) Βασιλέων 17.1. Μα τι λέει ο... ανεκδιήγητος αυτός προφήτης; Δεν ήταν οι ξηρασίες στο Ισραήλ καθεστώς εδώ και χιλιετίες;! Πότε επιτέλους θα αγανακτήσουμε με τις παιδαριώδεις αυτές ανοησίες, όπου τα θαύματα εξαρτώνται μονίμως από τις τοπικές ευκαιρίες και υλικές δυνατότητες;

Αναρωτιέμαι λοιπόν, αν ο προφήτης είχε την δύναμη με το λόγο του να προκαλέσει ξηρασία, σ’ έναν τόπο που ανέκαθεν είχε ελάχιστες, γιατί δεν προκάλεσε μια παρατεταμένη περίοδο ευλογημένων βροχοπτώσεων, αλλά παρατείνει την ήδη υπάρχουσα ξηρασία; Γιατί οι εξουσίες των προφητών περιορίζονται πάντα σε φόνους, φωτιές και καταστροφές; Δεν ήταν αυτή η βασανιστική ξηρασία μια γενική πράξη εχθρότητας απέναντι σε αναρίθμητα ζώα και άλλους αμέτοχους, αθώους ανθρώπους της περιοχής; Γιατί εξουσιάζοντας δήθεν μια τέτοια δύναμη δεν προκάλεσε επιλεκτικά βροχές στον τόπο του, ώστε να πεισθούν ακόμα και οι πέριξ αλλόθρησκοι Χαναναίοι για τις αγαθές δυνάμεις του θεού τους;

Άλλες είναι λοιπόν οι εξηγήσεις που πρέπει να βρεθούν στις πονηριές των προφητών και όχι οι θεόσταλτες δυνάμεις. Δυστυχώς, κάποιοι έγραψαν ιστορία, επειδή βρήκαν την δύναμη και τους τρόπους να σκοτώνουν και να ψεύδονται ασύστολα στο όνομα του θεού του, και δυστυχώς... αντί να τους επικρίνουμε... εμείς απεναντίας τους λατρεύουμε!



Προφήτης Ηλίας, (Ηλί-Γιαχ), ο κατακτητής της ορεινής Ελλάδος

Για "κάποιους"... όσο λιγότερη Ελλάδα τόσο καλύτερα!

ΤΙ ΜΕΓΑΛΗ ΝΤΡΟΠΗ. Η ΚΟΡΥΦΗ ΤΟΥ ΤΑΫΓΕΤΟΥ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΟΡΟΥΣ ΤΩΝ ΣΠΑΡΤΙΑΤΩΝ ΟΝΟΜΑΣΤΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΙΟΥΔΑΙΟΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥΣ ΚΟΡΥΦΗ ΤΟΥ ΠΡΟΦΗΤΗ ΗΛΙΑ.

ΛΕΣ ΚΑΙ ΔΕΝ ΔΙΑΘΕΤΕΙ Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΛΑΟΣ ΔΙΚΟΥΣ ΤΟΥ ΗΡΩΕΣ ΚΑΙ ΑΓΙΟΥΣ. ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΟΝΟΜΑΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΚΟΡΥΦΗ ΜΕ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΕΝΟΣ ΦΡΙΚΤΟΥ ΕΒΡΑΙΟΥ ΔΟΛΟΦΟΝΟΥ.

Στους 325 Δήμους της Ελλάδος, έχουμε 884 τοπωνύμια που αρχινούν με τη λέξη «Άγιος»! Αν προσθέσουμε και τα υπόλοιπα αγιότροπα τοπωνύμια «όσιος, προφήτης, Παναγιά τάδε» κλπ. Βρίσκουμε ότι τα μισά ελληνικάτοπωνύμια της χώρας, έχουν πεταχτεί στον καιάδα, και φορτωθήκαν την ιουδαϊκή "ιστορία"! Μην απορείτε λοιπόν, που όλα διολισθαίνουν σε εβραϊκά χέρια... εσείς το αποδεχθήκατε... εδώ και αιώνες.


Κοιτάξτε γύρω σας όλα σχεδόν τα ελληνικά βουνά. Από τους δασωμένους λόφους και τα υψώματα, οι μνήμες και τα τοπωνυμία ξεριζώθηκαν απ' την τρισένδοξη αρχαιοελληνική γη και παραδόθηκαν στην πυρά της θρησκευτικής λήθης. Με εύκολους αναβαπτισμούς, χιλιάδες ελληνικά τοπωνύμια φορτωμένα ιστορία, αντικατεστάθησαν από ονομασίες και συμβάντα της νέας απαλλοτριωτικής ιουδαιο-χριστιανικής "σωτηρίας"! Τα αρχαία τοπωνύμια της χώρας στην συντριπτική τους πλειοψηφία "κάηκαν"! Όλα σχεδόν τα ελληνικά υψώματα, φιμωμένα παραδόθηκα σαν δώρο υποτελείας σ' έναν ξενόφερτο άγιο ... στον άγνωστο μέχρι τότε σε όλους τους Έλληνες άγιο, τον Χαλδαιο-Εβραίο Ηλία!

Γιατί πρέπει και μάλιστα με ενθουσιασμό να δεχθούμε, πάνω σε όλες τις μικρές και μεγάλες βουνοκορφές της ιστορικότατης αυτής χώρας, να δεσπόζει το όνομα ενός ήρωα της αρχαιο-ισραηλιτικής ιστορίας; Έστω κι αν αυτός είναι ο προφήτη Ηλί-Γιαχ, ή όπως είναι γνωστός με το εξελληνισμένο του όνομα Ηλίας;

Ναι αγαπητοί μου, κάθε ένα απ' τα εκατοντάδες χιλιάδες ολόλευκα, ξωκλήσια του εξελληνισμένου πια Αϊ Λιά ... δεν είναι παρά ένας ύμνος υποτέλειας στην μνήμη ενός άγνωστου ήρωα της αρχαιο-Εβραικής ιστορίας! Του Ελίγια ή Ελι-Γιάχ, (Elijah) όνομα που σημαίνει: «θεός μου ο Γιάχ (Ελ=θεός + Γιαχ=Γιαχβέ ή όπως ακριβώς είναι στα Εβραϊκά: Eliyahu (Ελι-γιαχού)!

Ρωτήσαμε δεκάδες Έλληνες και οι περισσότεροι επέμειναν ότι: «ο Ηλίας ... είναι οπωσδήποτε ένας Έλληνας άγιος», ή «είναι ότι απέμεινε απ' τον αρχαίο θεό του φωτός Απόλλωνα» ή ότι: «το όνομα Ηλίας προέρχεται από τον ζωοδότης Ήλιο που βγαίνει πίσω απ' τις κορυφές των βουνών»!

Ο μέσος Έλληνας λοιπόν όχι μόνο δεν ξέρει τι στο καλό ήταν ή έκανε αυτός ο Ηλί-γιαχ, αλλά συγχέει συχνά τον Ηλία με τον ζωοδότη Ήλιο! Βέβαια ακόμα κι αν δεχθούμε ότι ο Ηλίας αυτός, υπήρξε πράγματι μέγας και τρανός της ισραηλιτικής ιστορίας, πως εξηγεί αυτό ότι του παραδώσαμε ολόκληρη την ορεινή Ελλάδα;

Δυστυχώς φαίνετε πως τιμούμε το όνομα αυτό, μόνο επειδή κάποιοι κρυπτο-ιουδαίοι, φορτωμένοι σκοπιμότητες το αποφάσισαν, και όχι επειδή μας ενθουσίασαν οι αξιότιμες πράξεις του!

Αν όμως τα ονόματα των παιδιών μας. Οι ετήσιες εορτές μας. Τα τοπωνυμία μας. Η παιδεία μας! Η άποψη μας για το παρελθόν, αλλά κι αυτές οι ελπίδες μας για το μέλλον, παραπέμπουν κατευθείαν σε ότι είπαν και έκαναν οι ήρωες ενός αλλού λαού, δεν είναι αυτό ανησυχητικό δείγμα προχωρημένης παρακμής, αλλοτρίωσης, και υποτέλειας;

Πιστεύετε λοιπόν, πως όταν ο Αβραάμ κατάστρωνε τα μεγαλεπήβολα σχέδια διάπυρου διαμελισμού και άλωσης των εθνών, εννοούσε οπωσδήποτε κάτι περισσότερο απ' αυτό που είδη μας συμβαίνει; Ή όταν ο Σερούχ, ο παππούς του Αβραάμ, είχε επιφέρει την προγονο-αντικατάσταση στην Ουρ της Χαλδαίας, και κατάφερε στο θρησκιο-εξουσιαστικό παιγνίδι του να λατρεύονται οι δικοί τους προπάτορες, είχε καταφέρει κάτι περισσότερο, απ' αυτό που και σήμερα συμβαίνει σε μας;

Αν ο μέσος Έλληνας ρωτήσει την ίδια του τη μητέρα, «ποιους έχουμε εμείς οι Έλληνες προπάτορες;» θα του απαντήσει με αρχαιο-εβραϊκά ονόματα απ' την εβδομαδιαία εκκλησιαστική της παιδεία ή με σιωπή! Είναι αυτό φυσιολογικό; Δεν έχουν οι Έλληνες καλούς ή κακούς προπάτορες; Είναι φυσιολογικό οποίοι κι αν ήταν να τους αγνοούμε;

Γιατί κανένα ελληνόπουλο της σημερινής παιδείας δεν γνωρίζει: «Ότι (από) Δευκαλίωνος και Πύρας Έλλην, εκ' του οποίου Ελλάς και Έλληνες» Ελλάνικος 1a,4,F.6a & Σχόλ. Απολλώνιος Ρόδιος 248.7

Αντί από καθέδρας να εποπτεύουμε διαχρονικά την εφαρμογή των ιδεών, προωθώντας τις ιαματικές αρετές στους λαούς όλου του κόσμου, εξασφαλίζοντας τον παγκόσμιο σταδιακό εξανθρωπισμό, ανανεώνοντας και φροντίζοντας μάλιστα διαχρονικά τους θεσμούς και τις ιδέες που εμείς οι ίδιοι γεννήσαμε ... εμείς αυτοκαταργηθήκαμε, κατεδαφίσαμε και κάψαμε μάλιστα ενθουσιωδώς, ότι ανεπανάληπτο έφτιαξαν οι πρόγονοί μας, και γίναμε αναχωρητές και άγιοι!

Αντί να γίνουμε τουλάχιστον οι χαρισματικοί φροντιστές του κόσμου, εμείς γίναμε άγιοι! «Οι άγιοι Έλληνες»!!! Αν δεν ήταν τόσο τραγικό, θα έλεγα πως ακούγεται απίστευτα αστείο! Αντί να θεωρολογούμε όμως με ατέλειωτους αυτοοικτιρμούς, ας πάρουμε καλύτερα μια ακόμα ξινόπικρη γεύση ... άγιας υποτέλειας …
-------------------------------------
[1] Τα τρία βιβλία των Μακκαβαίων είναι εκτεταμένα και στο σύνολο τους έχουν πολύτιμες πληροφορίες για την προχριστιανική περίοδο.
[2] Περί της μεταφράσεως των Ο΄, έχουμε αναλυτικά αναφερθεί σε προηγούμενα άρθρα.
[3] Η μετάφραση Β. Βέλλα, σε μια προσπάθεια περαιτέρω αποπροσανατολισμού, μεταφράζει «βούρκο» αντί για «παχύ ύδωρ». Η Septuaginta στην αγγλική...
[4] Την προτεσταντική αυτή Βίβλο έφερε στην Ελλάδα το 1834 ο Νεόφυτος Βάμβας.
[5] «Τερατώδη: τα παράδοξα. Τερατουργεί: παράδοξα ποιεί». Σουΐδας.
[6] Τελικά κατά την διάρκεια της συγγραφής αυτού του βιβλίου, είχα την απολαυστική ευκαιρία, σε τρεις τουλάχιστον τηλεοπτικές συζητήσεις, να θέσω την συγκεκριμένη ερώτηση, αλλά κανείς ρασοφόρος ή θεολόγος δεν αποπειράθηκε έστω και μια αοριστόλογη απάντηση! Διέφευγαν επικαλούμενοι άγνοια των συγκεκριμένων εδαφίων!
[7] «Πυρίτης: λίθος απ’ όπου πυρ γεννιέται». Ησύχιος. pi.4430. «Πυρίτης λίθος ή στουρναρόπετρα, αποτελεί μια κρυπτοκρυσταλλική παραλλαγή του χαλαζία. Δια της κρούσεως προκαλούνται σπινθήρες προς ανάφλεξη υλικών» Δρανδάκης στη λέξη «τσακμακόπετρα»!
[8] «Όταν αναρωτήθηκε ο Αδάμ πως δημιουργήθηκε το φως, ο Θεός του έδωσε δύο πέτρες που όταν τις χτυπούσε ξεπηδούσε απ’ αυτές φωτιά» Ρ. Γκρέϊβς Εβραϊκοί Μύθοι σελ.36.
[9] Απ’ το Α. Π. Θεσσαλονίκης, έχουμε πειραματική απόδειξη αυτής της εκδοχής.
[10] «Κύριο» αποκαλούσαν και τον Βαάλ, γι' αυτό μόνο λέγοντας: «ο Γιαχβέ αυτός είναι ο θεός», μπορούσαν να κάνουν κατανοητό ποιον "Κύριο" εννοούσαν!
[11] «Ενθουσιάζω-μαι: είμαι ένθεος, κατέχομαι υπο εκστάσεως» Λεξικό Σταματάκου
[12] Όλοι οι σχολιαστές, περιέργως αναφέρουν μόνο 450 σφαγιασθέντας.
[13] Συνολικά σκοτώνει 1022 άτομα! 850 ιερείς, 102 στρατιώτες και τους 70 γιους του βασιλιά!
[14] «Καλλίνικος, αρχιτέκτων από Ηλιουπόλεως Συρίας το υγρόν πυρ (αρχικά) κατασκεύασε» Γεώργιος Μοναχ. Χρονικών 110.896.26. // Ζώσιμος Ιστορικός 3.32.5.

Κυριακή 19 Ιουλίου 2026

Αρχαίοι Έλληνες Φιλόσοφοι

8.8. Ο φυσικός κόσμος


Η φυσική φιλοσοφία του Αριστοτέλη αποδείχθηκε ιδιαίτερα ανθεκτική στον χρόνο. Καθόρισε τον τρόπο με τον οποίον οι άνθρωποι έβλεπαν τη φύση για 20 ολόκληρους αιώνες. Η μεγάλη επιτυχία της οφείλεται στη συνοχή της, στο ότι κατάφερνε να εξηγεί με έναν ικανοποιητικό τρόπο όλα τα γνωστά φυσικά φαινόμενα, οφείλεται όμως ως έναν βαθμό και στο γεγονός ότι βρισκόταν πολύ κοντά στον κοινό νου. Ο Αριστοτέλης έχει τη σπάνια ικανότητα να αξιοποιεί τις αντιλήψεις των κοινών ανθρώπων, ενσωματώνοντάς τες σε συνεκτικά θεωρητικά πλαίσια.

Η κίνηση είναι η θεμελιώδης έννοια της αριστοτελικής φυσικής. Ο Αριστοτέλης χρησιμοποιεί την κίνηση με μια διευρυμένη έννοια, που συμπεριλαμβάνει τη γέννηση και τη φθορά, την αύξηση και τη μείωση, την ποιοτική αλλαγή - στην ουσία η κίνηση ταυτίζεται με τη μεταβολή. Η κίνηση λοιπόν, με αυτή την έννοια, είναι το συστατικό γνώρισμα του φυσικού κόσμου, υπήρχε πάντοτε και θα υπάρχει πάντοτε, η ύπαρξή της μάλιστα είναι τόσο προφανής που δεν χρειάζεται απόδειξη. Η ίδια η φύση ορίζεται ως η αιτία της κίνησης, ενώ τα φυσικά όντα είναι εκείνα τα όντα που έχουν τη δυνατότητα να κινούνται και να μεταβάλλονται (Φυσικά 193b8-23).

Παρά την κυριαρχία της συνεχούς μεταβολής στη φύση, ο αριστοτελικός κόσμος ως σύνολο είναι αγέννητος και αιώνιος. Αιώνια είναι και τα φυσικά είδη που τον απαρτίζουν: τα είδη των ζώων και των φυτών, που όλοι γνωρίζουμε, οι σταθεροί συνδυασμοί της ανόργανης ύλης. Η σταθερότητα των φυσικών ειδών δεν αποκλείει τη διαρκή αλλαγή στο εσωτερικό του κάθε είδους. Υπάρχουν δισεκατομμύρια άνθρωποι στον κόσμο, κανένας άνθρωπος δεν είναι απολύτως όμοιος με κάποιον άλλο, όλοι έχουν γεννηθεί και κάποτε θα πεθάνουν, όλοι αλλάζουν διαρκώς σωματικά, ψυχικά και πνευματικά, και παρ᾽ όλα αυτά όλοι ανήκουν στο σταθερό είδος του ανθρώπου. Το κλειδί για την εξήγηση της σταθερότητας μέσα στην αλλαγή είναι το φαινόμενο της αναπαραγωγής: «άνθρωπος άνθρωπο γεννά» επαναλαμβάνει διαρκώς ο Αριστοτέλης. Και εννοεί ότι η φύση έχει προικίσει κάθε συγκεκριμένο άνθρωπο με μια ενιαία μορφή (το «είδος» του, αυτό που καθορίζει τι είναι άνθρωπος), την οποία προσπαθεί να πραγματώσει και να διαιωνίσει. Το έμβρυο έχει τις φυσικές προδιαγραφές για να γίνει ένας ώριμος άνθρωπος, και για να αναπαραχθεί. Το έμβρυο, στη γλώσσα του Αριστοτέλη, είναι «δυνάμει» άνθρωπος.

Η φύση επομένως λειτουργεί «τελεολογικά». Κάθε φυσικό ον τείνει να πραγματώσει τον προδιαγεγραμμένο σκοπό του, το «τέλος» του. Τελεολογική είναι η ανάπτυξη των ζωντανών οργανισμών προς την πραγμάτωση της μορφής τους. Τελεολογική είναι, κατά μία έννοια, και η φυσική και ανεμπόδιστη κίνηση των ανόργανων σωμάτων. Τα βαριά σώματα, όσα αποτελούνται από γη και νερό, τείνουν να καταλάβουν τη φυσική τους θέση στο κέντρο του σύμπαντος και, επομένως, αν αφεθούν ελεύθερα, κινούνται κατακόρυφα προς τα κάτω. Υπάρχουν όμως και τα ελαφρά σώματα, αυτά που αποτελούνται από αέρα και φωτιά· τα σώματα αυτά, αν αφεθούν ελεύθερα, ανεβαίνουν προς τα επάνω, γιατί τείνουν και αυτά προς τη φυσική τους θέση που βρίσκεται στον ουράνιο θόλο. Οι περισσότερες πάντως κινήσεις των σωμάτων δεν είναι φυσικές και ελεύθερες, αλλά «βίαιες»: ένα κινούμενο σώμα επιδρά επάνω σε ένα άλλο σώμα, και του μεταδίδει την κίνησή του.

Το σύμπαν του Αριστοτέλη είναι σφαιρικό και κλειστό. Στο κέντρο του βρίσκεται η ακίνητη Γη, γύρω από την οποία περιστρέφονται οι πλανήτες και οι απλανείς αστέρες, στερεωμένοι σε ομόκεντρες σφαίρες. Η σφαίρα της Σελήνης, του εγγύτερου πλανήτη, αποτελεί και το διαχωριστικό όριο ανάμεσα στο επίγειο και στο ουράνιο βασίλειο. Ο αριστοτελικός φυσικός κόσμος είναι διαιρεμένος στα δύο. Ο επίγειος χώρος είναι ο χώρος της γέννησης και της φθοράς, των υλικών όντων που κινούνται με όλες τις δυνατές κινήσεις και υφίστανται κάθε είδους μεταβολή. Στον ουρανό αντιθέτως επικρατεί τάξη και κανονικότητα. Η μοναδική μεταβολή που παρατηρείται στον χώρο αυτό είναι η κυκλική και ομαλή κίνηση των σφαιρών. Το δομικό υλικό των ουρανίων σωμάτων είναι άφθαρτο, διαφορετικό από τα τέσσερα επίγεια στοιχεία (ο Αριστοτέλης το ονομάζει «πρώτο σώμα» ή «πέμπτη ουσία»), και επιτρέπει μόνο την κυκλική κίνηση.

Υπάρχει άραγε ρόλος για τον θεό στο αριστοτελικό σύμπαν; Για τους ανθρωπομορφικούς θεούς του ελληνικής μυθολογίας σίγουρα δεν υπάρχει. Ούτε όμως και για τον παντοδύναμο θεό-δημιουργό της χριστιανικής θρησκείας. Η φύση, για τον Αριστοτέλη, έχει τη δυνατότητα να αυτορυθμίζεται. Και όμως υπάρχουν κάποιες περιπτώσεις στις οποίες η αριστοτελική μεταφυσική ονομάζεται και «θεολογία». Ο Αριστοτέλης δέχεται την ύπαρξη μιας οντότητας, πλήρως απαλλαγμένης από κίνηση και ύλη, την οποία ονομάζει άλλοτε «θεό» και άλλοτε «κινούν ακίνητο». Οι λόγοι που επικαλείται για την αναγκαιότητα ύπαρξης μιας τέτοιας οντότητας είναι καθαρά λογικοί. Στη φύση παρατηρούμε μια συνεχή μετάδοση κινήσεων από σώμα σε σώμα (από σώματα που κινούν σε σώματα που κινούνται), μια συνεχή πραγμάτωση δυνατοτήτων. Πώς θεμελιώνεται λογικά αυτή η αλυσίδα των κινήσεων; Δεν θα πρέπει να υπάρχει μια αρχή, μια αιτία της κίνησης; Μπορούμε λοιπόν να συλλάβουμε τη δυνατότητα ύπαρξης μιας οντότητας που θα προκαλεί κίνηση χωρίς η ίδια να κινείται, μιας οντότητας που θα βρίσκεται έξω από τον κύκλο των μεταβολών. Αυτό είναι το αριστοτελικό «κινούν ακίνητο». Δεν δημιουργεί το σύμπαν ούτε επεμβαίνει με κανέναν τρόπο σε αυτό. Εγγυάται απλώς την αλυσίδα των μεταβολών του. Αν ο θεός του Αριστοτέλη αποφάσιζε να αποχωρήσει από τον κόσμο, δεν θα άφηνε πίσω του έναν κενό πρωταγωνιστικό ρόλο. Θα ακυρωνόταν απλώς μια λογική δυνατότητα.

Πλάτων: Ο Μύθος των Κοσμικών Περιόδων

ΞΕΝ.: "Αν λοιπόν οι τρόφιμοι του Κρόνου, καθώς είχαν τόσο πολύ ελεύθερο χρόνο και ικανότητα να συζητούν όχι μόνο με τους ανθρώπους, αλλά και με τα ζώα, χρησιμοποιούσαν όλα αυτά τα πλεονεκτήματα για τη φιλοσοφία συζητώντας και με τα ζώα και μεταξύ τους και μαθαίνοντας από κάθε πλάσμα, αν έχοντας κάποια προσωπική δύναμη αντιλαμβανόταν κάτι περισσότερο από άλλους για εμπλουτισμό της σοφίας, είναι εύκολο να κρίνουμε ότι οι τότε άνθρωποι ήταν απείρως πιο ευτυχισμένοι από τους τωρινούς.

Αν τρωγοπίνοντας μέχρι κορεσμού συζητούσαν μεταξύ τους και με τα ζώα λέγοντας μύθους σαν κι αυτούς που τώρα λέγονται γι’ αυτά, και σ’ αυτή την περίπτωση, κατά τη γνώμη μου, θα ήταν πολύ εύκολο να κάνουμε καλή κρίση.
 
Ωστόσο ας τ’ αφήσουμε αυτά, ώσπου κάποιος μας πληροφορήσει ικανοποιητικά τι ήθελαν οι τότε άνθρωποι από τις επιστήμες και από τη χρήση των λόγων. Πρέπει πάντως να πούμε για ποιο λόγο ξεσηκώσαμε τον μύθο, για να προχωρήσουμε.
 
Όταν δηλαδή ολοκληρώθηκε ο χρόνος όλων αυτών κι έπρεπε να γίνει μεταβολή και ήδη όλο το γήινο ανθρώπινο γένος είχε εξαφανιστεί και κάθε ψυχή είχε συμπληρώσει τις γεννήσεις της , πέφτοντας στη γη σε κατάσταση σπέρματος, όσες φορές είχε οριστεί να το κάνει, τότε ο κυβερνήτης του σύμπαντος, σαν να άφησε κάπως τα πηδάλια, αποσύρθηκε στο παρατηρητήριό του και το σύμπαν άρχισε να το περιστρέφει η ειμαρμένη και σύμφυτη επιθυμία του.
 
Όλες λοιπόν οι κατά τόπους θεότητες που συνεξουσίαζαν με τον μεγάλο θεό, γνωρίζοντας πια αυτό που γινόταν σταμάτησαν να φροντίζουν για τα διάφορα μέρη του σύμπαντος.
 
Και το σύμπαν καθώς γυρνούσε πίσω και γινόταν η σύγκρουση και η αρχή και το τέλος πήραν αντίθετες κατευθύνσεις , αυτός έκανε μέσα του το μεγάλο σεισμό και προκάλεσε ξανά καταστροφή σε κάθε είδους ζώο.
 
Μετά από αυτά, αφού πέρασε αρκετός χρόνος, που έδωσε πια τέλος στη σύγχυση και στην ταραχή και στους σεισμούς και επικράτησε γαλήνη, προχωρούσε με τάξη στο συνηθισμένο του δρόμο έχοντας την επιμέλεια και την εξουσία των πλασμάτων που βρίσκονταν μέσα του και του εαυτού του και φέρνοντας, όσο μπορούσε, στο νου του τη διδασκαλία του δημιουργού και πατέρα του.
 
Στην αρχή λοιπόν την εφάρμοζε ακριβέστερα, αλλά προς το τέλος χαλαρότερα· αιτία γι’ αυτό ήταν το σωματικό στοιχείο της σύνθεσής του, αυτό που ήταν σύμφυτο στην πρωταρχική φύση του, επειδή χαρακτηριζόταν από μεγάλη αταξία , προτού φθάσει στην τωρινή κοσμική τάξη.
 
Διότι τα πήρε όλα καλά από εκείνον που έκανε τη σύνθεση· όμως από την προηγούμενη κατάστασή του, όσα φοβερά και άδικα γίνονται στον ουρανό, αυτά τα πήρε από εκείνη και τα έχει ο ίδιος και τα προκαλεί στα ζώα.
 
Όσο λοιπόν έτρεφε τα ζώα μέσα του μαζί με τον κυβερνήτη, προκαλούσε μικρά κακά και μεγάλα καλά· όταν χωρίζεται από εκείνον, κάθε φορά όσο είναι πολύ κοντά στο χωρισμό όλα τα κάνει πολύ καλά, όσο όμως περνά ο καιρός και κυριεύεται από τη λήθη , περισσότερο κυριαρχεί μέσα του η κατάσταση της παλιάς αταξίας · προς το τέλος του χρόνου αυτό φουντώνει· τα καλά είναι μικρά και συγχωνεύει πολλά άσχημα· και κινδυνεύει να καταστραφεί ο ίδιος και όσα βρίσκονται μέσα του.

Γι’ αυτό ακριβώς τότε ο θεός, που είχε βάλει σε τάξη το σύμπαν, επειδή έβλεπε ότι βρίσκονται σε αμήχανη θέση και επειδή φοβόταν μήπως ταλαιπωρημένος από τη σύγχυση διαλυθεί και βυθιστεί στη θάλασσα της ανομοιότητας , που είναι απέραντη, πήρε πάλι τη θέση του στο πηδάλιο, ανέστρεψε όσα νόσησαν και διαλύθηκαν κατά την προηγούμενη περίοδο, κατά την οποία το σύμπαν ήταν αφημένο στον εαυτό του, το έβαλε σε τάξη, το ξανάστησε όρθιο και το έκανε αθάνατο και αγέραστο. Αυτό λοιπόν είναι το τέλος όλων όσα έχουν λεχθεί· για να δείξουμε τώρα τη φύση του βασιλιά, είναι αρκετό να πιάσουμε την ιστορία από μπροστά.
 
Διότι, όταν το σύμπαν στράφηκε πάλι στο δρόμο της τωρινής γένεσης, η ηλικία σταματούσε πάλι να προχωρεί και δημιουργούσε καινούρια δεδομένα, που ήταν αντίθετα με τα προηγούμενα.
 
Δηλαδή τα ζώα που εξαιτίας της μικρότητάς τους λίγο έλειψε να εξαφανιστούν άρχισαν να αναπτύσσονται, ενώ τα σώματα που πριν από λίγο είχαν γεννηθεί από τη γη, αφού άσπρισαν τα μαλλιά τους, πέθαιναν και κατέβαιναν στη γη.
 
Και όλα τα άλλα άρχισαν να αλλάζουν· άρχισαν να μιμούνται και να ακολουθούν την κατάσταση του σύμπαντος και βέβαια η κύηση, η γέννηση και η ανατροφή μιμούνταν και ακολουθούσαν αναγκαστικά όλα τα άλλα· διότι πια δεν ήταν δυνατό να γεννηθεί μέσα στη γη ένα έμβιο ον και να αποτελείται από ξένα στοιχεία.
 
Αλλά όπως είχε οριστεί για το σύμπαν να έχει απόλυτη εξουσία στη δική του πορεία, έτσι ακριβώς οριζόταν τα μέρη του, όσο αυτό ήταν δυνατό, να παράγουν, να γεννούν και να τρέφουν μόνα τους με την ίδια διαδικασία." 
Πλάτων, Πολιτικός, Ο Μύθος των Κοσμικών Περιόδων 268d-274d

Σχόλιο στο απόσπασμα:

Μυθολογική παρέκβαση (268 d – 274 d) Ο «νέος Σωκράτης» έχει ενθουσιασθεί με τα ως εδώ συμπεράσματα, καθώς η ανάλυση έχει διευρύνει τη σκέψη του. Ωστόσο ο έμπειρος «ξένος» δεν είναι ικανοποιημένος με την ανάλυση που έκανε: η αγέλη του πολιτικού δεν είναι όμοια με μια αγέλη ήμερων ζώων. Γι’ αυτό θα προχωρήσει με τον τύπο «παιδιάς», λογικού παιχνιδίσματος, στην αναφορά ενός παμπάλαιου μύθου. Ο «ξένος» μνημονεύει στον «νέο Σωκράτη» τα μυθολογούμενα για τη διαμάχη των δυο αδελφών Ατρέα και Θυέστη, για τον ήρωα Πέλοπα, που έδωσε το όνομά του στην Πελοπόννησο – τα μυθολογικά αυτά περιστατικά τα παρουσιάζονται στο χώρο των σχολίων του παρόντος βιβλίου. Εδώ πρέπει να επισημάνουμε ότι ο συνομιλητής του «ξένου» συνδέει τα δυο ονόματα κυρίως με το θέμα της «χρυσής αρνός», του χρυσόμαλλου προβάτου που είχε γεννηθεί μέσα στις αγέλες του Ατρέα.

Το σύμπαν άλλοτε ο ίδιος ο θεός το οδηγεί στην πορεία του και περιστρέφεται μαζί του, ενώ άλλοτε το αφήνει ελεύθερο, όταν οι περίοδοι έχουν πάρει το μέτρο του δικού του χρόνου.
 
Εξάλλου το σύμπαν περιστρέφεται προς την αντίθετη κατεύθυνση μόνο του, επειδή διαθέτει ζωή και είναι προικισμένο με νόηση από εκείνον που εξαρχής το συναρμολόγησε· η αντίστροφη πορεία του έγινε έμφυτη.
 
Πάντως η διατήρηση των πραγμάτων στην ίδια κατάσταση ταιριάζει απ’ όλα τα όντα μόνο σ’ εκείνα που είναι κυρίως θεϊκά· η φύση όμως του σώματος δεν είναι θεϊκή. Επομένως το σύμπαν, που έχει πάρει πάρα πολλά μακάρια χαρακτηριστικά από τον δημιουργό του, αλλά και σώμα, δεν είναι δυνατό να είναι απαλλαγμένο εντελώς από κάθε μεταβολή.
 
Ωστόσο, όσο αυτό είναι δυνατό, κινείται σε μια κατεύθυνση και με τον ίδιο τρόπο· έτσι απόκτησε κυκλική κίνηση, επειδή αυτή το οδηγεί με ελάχιστη παρέκκλιση από την κίνησή του. Άλλοτε καθοδηγείται από κάποια εξωτερική θεία αιτία αποκτώντας καινούρια ζωή και έχοντας ανανεωμένη αθανασία και άλλοτε αφημένο ελεύθερο κινείται με δική του κίνηση.

Έτσι πορεύεται προς τα πίσω για πολλές μυριάδες περιόδους, επειδή είναι το πιο μεγάλο και το πιο ισορροπημένο ον και επειδή περιστρέφεται πάνω στον μικρότερο δυνατό άξονα.
 
Τότε συμβαίνουν και οι μεγαλύτερες μεταβολές, επειδή η φύση των έμβιων όντων ουσιαστικά ανέχεται τις μεγάλες, τις πολλές και τις ποικίλες μεταβολές. Πολλά έμβια όντα συνεπώς έχουν πολύ μεγάλες απώλειες και ένα μικρό μέρος ανθρώπωνεπιβιώνει. Πολλές και απροσδόκητες μεταβολές σημειώνονται στην ανθρώπινη ζωή:
 
οι γέροντες επιστρέφουν στην κατάσταση του παιδιού, οι πεθαμένοι ξαναπαίρνουν το σχήμα τους μέσα στη γη και ξαναγυρίζουν στη ζωή, καθώς η διαδικασία της γέννησης προχωρεί προς την αντίθετη κατεύθυνση ακολουθώντας την περιστροφή του σύμπαντος.

Και με άλλες πολλές λεπτομέρειες περιγράφεται η ανθρώπινη ζωή στα χρόνια της βασιλείας του Κρόνου.
 
Και τότε ο «ξένος» ζητά από τον «νέο Σωκράτη» να κάνει, αν θέλει, μια σύγκριση με την εποχή του Δία, με την εποχή τους. Ο συνομιλητής του αποφεύγει τη δυσκολία της σύγκρισης και ο «ξένος» αναλαμβάνει να σχολιάσει την περίπτωση, να αναφερθεί σε ανατροπές της προηγούμενης κατάστασης και να ολοκληρώσει το φιλοσοφικό μύθο. Στην εποχή του Κρόνου με την προσωπική φροντίδα του θεού για το σύμπαν η ζωή ήταν παραδεισένια.
 
Στην εποχή του Δία τα πράγματα άλλαξαν και οι άνθρωποι δυσκολεύονται· και η προοπτική είναι σαφής: το σύμπαν που τώρα περιστρέφεται με δική του πρωτοβουλία και ξεχνά σταδιακά τη θεϊκή καθοδήγηση θα φτάσει κοντά στην καταστροφή και στον «τῆς ἀνομοιότητος ἄπειρον ὄντα πόντον» (273d), και τότε ο θεός θα το ξαναλυπηθεί και θα ξαναπάρει τον έλεγχο."

Aπό θαυμασμό και απορία οι άνθρωποι άρχισαν να φιλοσοφούν

"Aπό θαυμασμό και απορία οι άνθρωποι και τώρα και παλιά άρχισαν να φιλοσοφούν πρωταρχικά θαύμαζαν τα παράδοξα φαινόμενα που παρουσιάζονταν μπροστά τους, έπειτα σιγά σιγά. και προοδευτικά απορούσαν και για τα πιο μεγάλα, παραδείγματος χάριν για τις μεταβολές της σελήνης, για τα φαινόμενα του ήλιου και των άστρων και για τη γένεση των πάντων.

Όποιος όμως θαυμάζει και απορεί, έχει την ιδέα πως βρίσκεται σε άγνοια (γι' αυτό και όποιος αγαπά τον μύθο είναι από μια άποψη και φιλόσοφος, γιατί ο μύθος περιλαμβάνει θαυμαστά συμβάντα). Ώστε, μιας και φιλοσόφησαν προσπαθώντας να ξεφύγουν από την άγνοια, είναι φανερό πως φιλοσόφησαν για να μπορούν να κατανοήσουν θεωρητικά τη μορφή των πραγμάτων και όχι για κάποια πρακτική χρήση".

Αριστοτέλης, Μετά τα Φυσικά, Α 2, 982b121

Σωκράτης: Γιατί αν με σκοτώσετε, δε θα βρείτε εύκολα άλλον τέτοιο σαν και μένα

Σωκράτης: «Εγώ, Αθηναίοι, σας εκτιμώ και σας αγαπώ, αλλά θα υπακούσω στον θεό και όχι σε σας και όσο θα αναπνέω και θα έχω τη δύναμη, δε θα σταματήσω να φιλοσοφώ και να σας παρακινώ και να κάνω υποδείξεις σε όποιον από σας τύχει να συναντήσω, λέγοντας αυτά που συνηθίζω:.. 

«Άνθρωπε σπουδαίε, ενώ είσαι Αθηναίος, πολίτης της μεγαλύτερης και της πιο φημισμένης πόλης για τη σοφία και την ισχύ της, δεν ντρέπεσαι από τη μια να πασχίζεις να αποκτήσεις όσο γίνεται περισσότερα χρήματα, φήμη και τιμές, ενώ από την άλλη για τη φρόνηση και την αλήθεια και το πώς η ψυχή σου θα γίνει όσο το δυνατόν καλύτερη ούτε φροντίζεις ούτε μεριμνάς;»

Γιατί, να το ξέρετε καλά, αυτά διατάζει ο θεός και εγώ νομίζω ότι ποτέ δεν υπήρξε μεγαλύτερο καλό για την πόλη από τη δική μου δραστηριότητα στην υπηρεσία του θεού.
 
Γιατί εγώ δεν κάνω τίποτε άλλο από το να τριγυρίζω και να προσπαθώ να σας πείσω όλους, νέους και γέρους, να μη φροντίζετε πρώτα από όλα και με τόσο ζήλο για το σώμα σας και τα χρήματα, αλλά για το πώς θα κάνετε την ψυχή σας όσο το δυνατόν καλύτερη.
 
Σας λέω ότι «δε δημιουργείται από τα χρήματα η αρετή, αλλά από την αρετή τα χρήματα και όλα τα άλλα αγαθά των ανθρώπων, και στην ιδιωτική και στη δημόσια ζωή». 

Γιατί, αν με σκοτώσετε, δε θα βρείτε εύκολα άλλον τέτοιο σαν και μένα, που, κυριολεκτικά, αν και ακούγεται λίγο αστείο, τοποθετήθηκε από τον θεό στην πόλη όπως μία αλογόμυγα πάνω σε άλογο μεγαλόσωμο και καθαρόαιμο, νωθρό όμως εξαιτίας του όγκου του, που του χρειάζεται μία αλογόμυγα να το ξυπνάει.
 
Σαν κάτι τέτοιο μου φαίνεται πως ο θεός με έβαλε στην πόλη για να μη σταματάω όλη μέρα να ξυπνάω και να διαφωτίζω και να επιπλήττω τον καθένα σας, πηγαίνοντας να καθίσω δίπλα του, όπου και αν πάει…» (Πλάτων, Ἀπολογία Σωκράτους, 29d – 30a-b-30d – 31a)  

Όταν ο Ζευς ο Ποσειδώνας και ο Πλούτωνας διαμοιράστηκαν την κοσμική αρχή

Σω.: Άκου λοιπόν, καθώς αφηγούνται, μία πολύ όμορφη ιστορία, την οποία εσύ ασφαλώς θα εκ λάβεις ως μύθο, όπως νομίζω, εγώ όμως τη θεωρώ πραγματική με έλλογη υπόσταση· και εξ άλλου ως αληθινά γεγονότα θα σου διηγηθώ όσα πρόκειται να διατυπώσω. 

Όπως δηλαδή αναφέρει ο Όμηρος ο Ζευς ο Ποσειδώνας και ο Πλούτωνας δια μοιράστηκαν μεταξύ τους την κοσμική αρχή, όταν την παρέλαβαν από τον πατέρα τους.

Υπήρχε λοιπόν ο εξής νόμος όσον αφορά τους ανθρώπους την εποχή του Κρόνου, ο οποίος διαχρονικά και τώρα ακόμη ισχύει ανάμεσα στους θεούς, όποιος από το γένος των ανθρώπων διανύσει τη ζωή του με δίκαιο και ευσεβή τρόπο, όταν πεθάνει, να μεταβαίνει και να κατοικεί στα Νησιά των Μακάρων σε κατάσταση απόλυτης ευδαιμονίας, μακριά από κάθε συμφορά· όποιος όμως διάγει τη ζωή του με άδικο και ασεβή τρόπο να οδηγείται στο δεσμωτήριο της τιμωρίας και της (απονομής της δικαιοσύνης) Δίκης, το οποίο ως γνωστό το αποκαλούν Τάρταρο.
 
Δικαστές εκείνων λοιπόν, την εποχή της βασιλείας του Κρόνου και πρόσφατα ακόμη, όταν την εξουσία κατείχε ο Δίας, ήταν ζωντανοί για τους ζωντανούς, οι οποίοι δίκαζαν τους ανθρώπους εκείνη την ημέρα την οποία επρόκειτο να πεθάνουν. Έτσι λοιπόν με εσφαλμένο τρόπο εκφέρονταν οι δικαστικές ετυμηγορίες.

Ο Πλούτων λοιπόν και οι επιτηρητές του Άδη, που κατέφθαναν από τα Νησιά των Μακάρων, κατήγγειλαν προς τον Δία, ότι εμφανίζονται συχνά και στους δύο μεταθανάτιους προορισμούς άνθρωποι που η αξία τους δεν ανταποκρίνεται στον τόπο άφιξης τους.

Αποκρίθηκε λοιπόν τότε ο Ζευς:

«Εγώ, είπε, θα θέσω τέρμα σ’ αυτό που συμβαίνει, διότι τώρα οι δίκες εκδικάζονται άσχημα». «Αυτοί δηλαδή που κρίνονται» είπε «περιβάλλονται με σάρκα τη στιγμή της κρίσης, επειδή δικάζονται ζωντανοί». «Πολλοί λοιπόν», συνέχισε αυτός, «αν και διαθέτουν διεφθαρμένες ψυχές είναι ενδεδυμένοι με καλλίγραμμα σώματα και ευγενική καταγωγή και πλούτη και όταν συντελείται η κρίση, καταφθάνουν γι’ αυτούς πολλοί μάρτυρες να βεβαιώσουν ότι έχουν ζήσει δίκαια.
 
Έτσι οι δικαστές εκθαμβώνονται από αυτά, αφού μάλιστα και οι ίδιοι δικάζουν ενδεδυμένοι (με σάρκες) και μπροστά από την ψυχή τους έχουν, σαν προκάλυμμα τα μάτια και τα αυτιά και ολόκληρο το σώμα. Όλα αυτά τα επικαλύμματα συνιστούν ασφαλώς εμπόδιο και τα «ενδύματα» των δικαστών και αυτά των κρινομένων. «Πρωταρχικά λοιπόν», είπε, «είναι αναγκαίο να καταργήσουμε τη δυνατότητα να προβλέπουν οι άνθρωποι τον θάνατό τους, διότι τώρα γνωρίζουν εκ των προτέρων τη στιγμή του θανάτου τους. Αυτή λοιπόν η διαταγή έχει διαβιβαστεί στον Προμηθέα για να σταματήσει την προγνωστική δυνατότητα των ανθρώπων.
 
Έπειτα είναι αναγκαίο να κρίνονται όλοι αυτοί γυμνοί· πρέπει δηλαδή αυτοί να δικάζονται αφού έχουν πεθάνει. Και ο κριτής πρέπει να είναι γυμνός (απαλλαγμένος από κάθε ένδυμα) πεθαμένος, ώστε η ίδια η ψυχή του να ατενίζει την ψυχή κάθε ανθρώπου αμέσως με το θάνατο, αφού τον εγκαταλείψουν όλοι οι συγγενείς και αφού θα έχει αφήσει στη γη όλο εκείνο τον υλικό στολισμό, για να αποβεί δίκαια η κρίση. Έχοντας λοιπόν διαγνώσει αυτό πριν από εσάς, έχρισα δικαστές τους γιους μου, δύο από την Ασία, το Μίνωα και τον Ραδάμανθη και ένα από την Ευρώπη τον Αιακό.
 
Αυτοί λοιπόν όταν πεθάνουν, θα δικάσουν στο λειμώνα, στο σημείο όπου ο δρόμος χωρίζεται σε τρεις κατευθύνσεις, απ’ όπου δύο οδοί οδηγούν η μια στις Νήσους των Μακάρων και η άλλη στον Τάρταρο. Εκείνους τους νεκρούς που καταφθάνουν από την Ασία θα τους κρίνει ο Ραδάμανθυς, αυτούς που έρχονται από την Ευρώπη ο Αιακός. Στο Μίνωα θα αποδώσω τη δικαιοδοσία οριστικής ετυμηγορίας, αν υπάρχει κάτι αμφισβητούμενο στις κρίσεις των άλλων δύο, για να καταστεί όσο το δυνατό πιο δίκαιη η κρίση για την μεταθανάτια πορεία των ανθρωπίνων ψυχών».

Αυτή είναι Καλλικλή η αφήγηση που εγώ έχω ακούσει και πιστεύω ότι είναι αληθινή. Από τις αναφορές αυτές, συλλογίζομαι ότι κάτι τέτοιο συμβαίνει. Ο θάνατος, όπως εγώ νομίζω, δεν είναι τίποτα άλλο παρά ο διαχωρισμός δύο πραγμάτων, της ψυχής και του σώματος, του ενός από το άλλο. Από τη στιγμή λοιπόν που θα επέλθει ο διαχωρισμός της ψυχής από το σώμα, το κάθε ένα από τα δύο μέρη σχεδόν εξίσου διατηρεί εκείνα τα χαρακτηριστικά, που είχε όταν ο άνθρωπος βρισκόταν εν ζωή, το σώμα διατηρεί αναλλοίωτη τη φύση του και ορατές όλες τις περιποιήσεις και τις διαμορφώσεις που δέχτηκε.
 
Για παράδειγμα αν το σώμα κάποιου ήταν μεγάλο ή από τη φύση ή από την υπερβολική κατανάλωση τροφής ή από την επίδραση και των δύο παραγόντων, όσο ήταν ζωντανός και όταν πεθάνει ο νεκρός θα είναι μεγάλος και αν υπήρξε παχύς θα είναι παχύς και μετά το θάνατο και για όλα τα χαρακτηριστικά του σώματος το ίδιο ισχύει.
 
Αν πάλι έτρεφε μακριά κόμη, μακρομάλλης θα είναι και ο νεκρός. Αν επιπρόσθετα κάποιος είχε μαστιγωθεί και είχαν αποτυπωθεί στο σώμα του οι ουλές από τις μαστιγώσεις ή άλλα τραύματα, ενώ βρισκόταν στη ζωή και μετά το θάνατο αυτά θα είναι έκδηλα στη μορφή του πεθαμένου. Ή αν κανείς κατά την διάρκεια της ζωής του είχε μέλη του σώματός του σπασμένα ή διαστρεβλωμένα, οι ίδιες αυτές διαμορφώσεις θα είναι ορατές και στη μεταθανάτια ουσία του.
 
Με μια φράση δηλαδή, όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που αποτυπώθηκαν στο σώμα του ανθρώπου ενώ ζούσε είναι ευδιάκριτα και όταν πεθάνει ή αν όχι όλα τα περισσότερα για κάποιο χρονικό διάστημα.
 
Η ίδια διεργασία νομίζω ότι ισχύει και για τη ψυχή Καλλικλή. Έκδηλα είναι όλα τα χαρακτηριστικά της ψυχής, όταν απογυμνωθεί από το σώμα, και οι έμφυτες ιδιότητες και οι επίκτητες, όσες διαμορφώσεις απέκτησε η ψυχή του ανθρώπου λόγω της ενασχόλησής της με κάθε πράγμα. Όταν λοιπόν παρουσιαστούν ενώπιον του δικαστή, εκείνοι που έρχονται από την Ασία στον Ραδάμανθη, ο Ραδάμανθυς τους βάζει σε σειρά και εποπτεύει την ψυχή καθενός, χωρίς να γνωρίζει σε ποιον ανήκει, αλλά πολλές φορές αφού παραλάβει την ψυχή του Μεγάλου Βασιλιά ή άλλου οποιουδήποτε βασιλιά ή δυνάστη και διαπιστώσει ότι τίποτα δεν είναι υγιές στην ψυχή του, αλλά αντίθετα είναι όλη μαστιγωμένη από ραπίσματα και γεμάτη ουλές από την επίδραση των επιορκιών και της αδικίας, που με κάθε πράξη του έχει αποτυπώσει στην ψυχή του και όλα διεστραμμένα από το ψεύδος και την αλαζονεία και τίποτα ορθό, αφού έχει ανατραφεί χωρίς την αλήθεια. Υπό την αρνητική επίδραση τέλος, της εξουσίας της τρυφής της αλαζονείας και της αυθαιρεσίας των ενεργειών του, διέκρινε την ψυχή να είναι γεμάτη από ασύμμετρη και ασχήμια. Αφού διαπίστωσε λοιπόν ο δικαστής αυτά, απέπεμψε αμέσως αυτήν με περιφρόνηση στο δεσμωτήριο, όπου πρόκειται, αφού φθάσει, να υποστεί τις αρμόζουσες κυρώσεις. Όπως λοιπόν έλεγα, όταν εκείνος ο Ραδάμανθυς παραλάβει (για να δικάσει) κάποιον τέτοιου είδους, δεν γνωρίζει τίποτα σχετικά με αυτόν, ούτε ποιος είναι ούτε από ποιους κατάγεται, γνωρίζει μόνο ότι κάποιος είναι διεφθαρμένος. Έτσι, αφού διαπιστώσει αυτό, τον αποπέμπει στον Τάρταρο, επισημαίνοντας, είτε ότι δύναται να θεραπευθεί, είτε ότι είναι ανίατος, σύμφωνα με την αλάθευτη κρίση του. Εκείνος αφού φτάσει στον Τάρταρο υφίσταται αυτά που του αρμόζουν.
 
Ενίοτε όταν ο αδέκαστος κριτής διακρίνει άλλη ψυχή ανθρώπου, ο οποίος έχει ζήσει με ευσέβεια και υπό το πνεύμα της αλήθειας, απλού ιδιώτη ή κάποιου άλλου, κυρίως όμως, όπως εγώ θεωρώ, Καλλικλή, ψυχή φιλοσόφου που αφοσιώθηκε στα δικά του έργα και δεν ακολούθησε ποικίλες κατευθύνσεις στη ζωή του, τη θαυμάζει και τη στέλνει στα Νησιά των Μακάρων.
 
Έτσι ακριβώς ενεργεί και ο Αιακός και καθένας από αυτούς δικάζει κρατώντας ράβδο, ο Μίνωας όμως κάθεται εποπτεύοντας, κρατώντας μόνος αυτός χρυσό σκήπτρο, όπως αναφέρει ο ομηρικός Οδυσσέας ότι είδε αυτόν «να κρατεί χρυσό σκήπτρο και να απονέμει δικαιοσύνη στους νεκρούς.
 
Εγώ λοιπόν Καλλικλή, έχω πεισθεί απόλυτα από την διήγηση αυτή και μεριμνώ πως θα παρουσιαστώ στον κριτή με όσο το δυνατό πιο υγιή την ψυχή μου. Αντλώ ικανοποίηση λοιπόν στο να απέχω από τις τιμές των πολλών ανθρώπων και αφιερώνομαι στο εγχείρημα ανεύρεσης της αλήθειας, πως πραγματικά θα μπορέσω να γίνω καλύτερος και κατά τη διάρκεια της ζωής μου και όταν πεθάνω, μετά το θάνατο.
 
Προτρέπω μάλιστα και όλους τους άλλους ανθρώπους, όσο δύναμαι να πράξω κάτι τέτοιο, και σε σένα απευθύνω την παραίνεση να κατευθύνεις τη ζωή σου στον αγώνα αυτό, τον οποίο εγώ θεωρώ τον επικρατέστερο από όλους τους εγκόσμιους αγώνες, και σε επικρίνω που δεν έχεις τη δυνατότητα να βοηθήσεις τον εαυτό σου, όταν έρθει η στιγμή της δικής σου δίκης και κρίσης, την οποία εγώ μόλις τώρα ανέφερα, αλλά, αφού προσέλθεις ενώπιον του δικαστή τον γιο της Αίγινας, όταν σε συλλάβει και σε οδηγήσει προς το δεσμωτήριο, θα μείνεις άναυδος και θα κυριευτείς από ίλιγγο, εσύ εκεί όχι λιγότερο από εμένα εδώ, και ίσως κάποιος σε χτυπήσει ατιμωτικά στο πρόσωπο και σε εξευτελίσει με κάθε δυνατό τρόπο.
Πλάτων, Γοργίας, 523a-527e

Σχόλιο στο απόσπασμα:

Ο μύθος γύρω από το δικαστήριο των ψυχών ύστερα από το θάνατο (C. 79-82, 523a-527e): 

"Απομένει η μεταφυσική θεμελίωση των διαλεκτικών συμπερασμάτων. Ποιος γνωρίζει αν η ζωή είναι θάνατος ή ο θάνατος ζωή; Ο θάνατος, για το Σωκράτη, δεν τίποτα άλλο παρά ο χωρισμός δύο πραγμάτων, της ψυχής και του σώματος. Η αθάνατη ψυχή εξέρχεται από το θνητό σώμα και οδεύει προς το σταυροδρόμι της κρίσης. Εκεί αναμένουν οι ακριβοδίκαιοι και αδέκαστοι Κριτές του Άδη, ο Αιακός, ο Μίνως και ο Ραδάμανθυς, οι οποίοι ατενίζουν την ψυχή κάθε νεκρού και εκδίδουν την αταλάντευτη ετυμηγορία τους, βασιζόμενοι στα ορατά σημάδια που φέρει πάνω της κάθε ψυχή από την προθανάτια δράση της.
 
Οι ψυχές των διεφθαρμένων και των αδίκων αποστέλλονται στο δεσμωτήριο της τιμωρίας και της απονομής της δικαιοσύνης, στον στυγερό Τάρταρο και υποβάλλονται σε φρικτά, συνεχώς επαναλαμβανόμενα βασανιστήρια.
 
Οι ψυχές, που έζησαν με δικαιοσύνη και σωφροσύνη κατευθύνονται στις Νήσους των Μακάρων και βιώνουν της αιώνια ευδαιμονία.
 
Η φιλοσοφία, όπως ακριβώς και στον πλατωνικό Φαίδωνα, οράται ως μελέτη και προετοιμασία θανάτου.
 
Ο Σωκράτης συρμένος άδικα σε δίκη από κάποιο ευτελές υποκείμενο, ίσως να μην δύναται να υπερασπιστεί τον εαυτό του ενώπιον της εγκόσμιας δικαστικής αρχής, ελλείψει ονομαστών μαρτύρων που θα συνηγορήσουν υπέρ του και ελλείψει της μεγαλεπήβολης ρητορικής πειθούς, η οποία θα δημιουργήσει επίφαση αλήθειας και θα εξαπατήσει τους δικαστές, στο επέκεινα, όμως, θα βρεθεί αναπόδραστα στις νήσους των Μακάρων.
 
Ο πολιτευτής μπορεί έντεχνα να διαφεύγει τις δαγκάνες του πολιτειακού νόμου όσο βρίσκεται στη ζωή και να πραγματοποιεί τις άδικες επιδιώξεις του, στο μεταθανάτιο σταυροδρόμι της κρίσης, όμως, θα καταληφθεί από έντρομο ίλιγγο, καθώς τα τέκνα του Διός θα εποπτεύουν την ψυχή του και θα του επιβάλλουν, μετά ραπισμάτων και προπηλακισμών, σκληρότατη τιμωρία.
 
Η προτροπή προς τον φιλοσοφικό τρόπο ζωής ενδύεται το μέγιστο κλέος.
 
Ο πολιτικός ανήρ αρμόζει να κατακτήσει σε ατομικό επίπεδο την αυτοκυριαρχία (η κυριαρχία του λόγου επί του θυμού και των ηδονών) και τη δικαιοσύνη (διατήρηση αυτής της ευταξίας) και εν συνεχεία, αφού το κατορθώσει αυτό να επιδοθεί στην εφαρμογή των αρχών της πολιτικής επιστήμης.
Με το τέλος του Γοργία η οδός προς τη θεμελίωση της πλατωνικής πολιτικής φιλοσοφίας έχει πια ανοίξει.

Μάιστερ Έκχαρτ: Η Δυτική Άποψη

Ένα Δοκίμιο για την Θεότητα, τη Γέννηση του Λόγου και την Επιστροφή της Ψυχής

Κεφάλαιο Ι: Η Σιωπή Πριν την Αρχή

Πριν ο κόσμος ειπωθεί, πριν το φως χωριστεί από το σκοτάδι, πριν ακόμα και η λέξη «Θεός» εκφωνηθεί από οποιαδήποτε γλώσσα, υπήρχε μια ακινησία τόσο πλήρης που κανένα όνομα δεν μπορούσε να εισέλθει σε αυτήν. Οι μυστικιστές που τόλμησαν να κοιτάξουν μέσα σε αυτή την ακινησία την ονομάζουν Θεότητα — όχι τον Θεό των βωμών και των πομπών, όχι τον Θεό που απαντά στην προσευχή ή την αρνείται, αλλά το αβυσσαλέο Έδαφος από το οποίο κάθε όνομα, κάθε ιδιότητα, κάθε πράξη δημιουργίας παίρνει πρώτη φορά την ύπαρξή του. Είναι η έρημος πέρα από την έρημο, η σιωπή κάτω από τη σιωπή, η νύχτα στην οποία ακόμα και το σκοτάδι δεν έχει ακόμα γεννηθεί.

Ο Μάιστερ Έκχαρτ, περιπλανώμενος στις εσωτερικές επαρχίες της ψυχής σαν προσκυνητής σε ξένους δρόμους, ήρθε να μιλήσει για αυτό το Έδαφος με τρεμάμενη ακρίβεια. Διέκρινε, με το λεπτό εργαλείο του θεωρητικού λόγου, ανάμεσα στη Θεότητα και τον Θεό. Η Θεότητα, είπε, είναι το Βάθος όλων των πραγμάτων — το Αληθινό Είναι, σιωπηλό και ακίνητο, ταυτισμένο με τον Αιώνιο Πατέρα στη κρυφή του όψη, πριν οποιοδήποτε πρόσωπο στραφεί προς τα έξω για να αντικρίσει έναν κόσμο. Ο Θεός, αντιθέτως, είναι η Προσωπική Ύπαρξη που αναστατώνεται μέσα σε αυτό το Βάθος — μια Αιώνια Δραστηριότητα, που ακατάπαυστα γεννά, ακατάπαυστα γνωρίζεται. Είναι σαν ο ωκεανός, στο άπειρο βάθος του, να κρατά μέσα του ένα μοναδικό κύμα που ποτέ δεν παύει να υψώνεται, και αυτό το κύμα είναι ο Υιός που γεννιέται αιώνια, η Εικόνα που φέρνεται αδιάκοπα από τα βάθη, επιβεβαιώνοντας μια Ταυτότητα τόσο ολική που δεν φαίνεται κανένα ράμμα ανάμεσα σε Αυτόν που γεννά και Αυτόν που γεννιέται.

Αυτό είναι το μυστήριο που ο νους δεν μπορεί να κρατήσει, ωστόσο η ψυχή, στο πιο εσωτερικό της δωμάτιο, το γνωρίζει ήδη — όπως ένα παιδί γνωρίζει τη φωνή της μητέρας του πριν μάθει έστω και μία λέξη από τη γλώσσα της.

Αφορισμός: Πριν υπάρξει ένας Θεός για να ονομαστεί, υπήρχε μια σιωπή που δεν ονόμαζε τίποτα — και από αυτή τη σιωπή γεννιέται κάθε αληθινός λόγος.

Κεφάλαιο ΙΙ: Η Τριάδα ως η Αναπνοή του Ενός

Το να μιλάμε για την Αγία Τριάδα δεν σημαίνει να διαιρούμε το Αδιαίρετο, όπως φοβάται συχνά ο ανεκπαίδευτος νους, αλλά να περιγράψουμε την αιώνια αναπνοή μιας μοναδικής Ζωής. Ο Πατέρας, ο Υιός και το Πνεύμα δεν είναι τρία λυχνάρια τοποθετημένα το ένα δίπλα στο άλλο, αλλά μία Φλόγα πιασμένη στην ίδια την πράξη του καψίματος — η Διάκριση και η Ένωση συμβαίνουν ταυτόχρονα, όπως η ανάσα ενός τραγουδιστή απελευθερώνεται και συγκεντρώνεται στην ίδια ζωντανή νότα.

Φανταστείτε μια φλόγα σε ένα σκοτεινό δωμάτιο. Διακρίνει η φλόγα τον εαυτό της από το φως της; Διακρίνει το φως τον εαυτό του από τη θερμότητα που μεταφέρει; Κι όμως, το καθένα λέγεται ξεχωριστά, το καθένα έχει τον δικό του λόγο, τη δική του φύση, και κανένα δεν μπορεί να συμπτυχθεί στα άλλα χωρίς απώλεια. Έτσι είναι, διδάσκουν οι μυστικιστές, με τις Τρεις Στιγμές της Αιώνιας Ύπαρξης του Θεού: ο Πατέρας είναι η Σιωπή, ο Υιός είναι ο Λόγος που εκφωνείται από αυτή τη Σιωπή, και το Πνεύμα είναι η Αγάπη που συνδέει τον Ομιλητή με τον Λόγο Του τόσο απόλυτα ώστε Ονομάζονται ως Ένα.

Εδώ, στην πιο εσωτερική εστία της Τριάδας, ο Θεός προβάλλεται ως Λόγος — η Ενεργή Όψη, το Θείο Ρήμα μέσω του οποίου έρχονται σε ύπαρξη οι πολλοί κόσμοι: οι υψηλοί Πνευματικοί Κόσμοι όπου ο Δημιουργός Λόγος κινείται όπως ο άνεμος κινεί το χορτάρι· το Παγκόσμιο Πνεύμα, εμπνεόμενο από την ενοποιητική Πνοή του Αγίου Πνεύματος· οι κατώτεροι νοητικοί κόσμοι όπου η σκέψη παίρνει για πρώτη φορά σχήμα και βάρος· και τέλος οι κόσμοι των αισθήσεων, όπου πέτρα και αστέρι, ρίζα και ποταμός παίρνουν τη χονδροειδή και ένδοξη μορφή τους.

Κανένας από αυτούς τους κόσμους δεν είναι αποξένωση από τον Θεό. Είναι η εξωτερική Του αναπνοή, η εκπνοή που, στην κατάλληλη εποχή, θα ανασυρθεί πίσω.

Αφορισμός: Η Τριάδα δεν είναι τρεις Θεοί αλλά μία Φωτιά που θυμάται, σε κάθε σπίθα, την εστία από την οποία ξεπήδησε.

Κεφάλαιο ΙΙΙ: Η Παρουσία Κρυμμένη σε Όλα τα Πράγματα

Δεν υπάρχει φύλλο, κόκκος άμμου, ούτε φευγαλέα σκιά πάνω σε έναν τοίχο, μέσα στην οποία ο Θεός να απουσιάζει ολικά. Αυτό είναι το μεγάλο και τρομακτικό μυστικό που ο θεωρητικός τελικά μαθαίνει να αντέχει: ότι η Θεότητα δεν επισκέπτεται τη δημιουργία σαν επισκέπτης που έρχεται και φεύγει από ένα σπίτι, αλλά κατοικεί μέσα της όπως ο χυμός κατοικεί στο ζωντανό ξύλο, αδιαχώριστος από την ίδια τη ζωή του ξύλου και όμως άπειρα υπερβαίνοντάς την.

Σε κάθε ον, είτε το γνωρίζει είτε όχι, αναστατώνεται μια τάση — άλλοτε αχνή σαν ψίθυρος που φέρεται στον άνεμο, άλλοτε βίαιη σαν πλημμύρα που σπάει τα φράγματά της — να πραγματοποιήσει την ίδια την Ουσία του Θεού ως τον πιο αληθινό εαυτό του. Η πέτρα τείνει προς τον Θεό απλώς όντας απόλυτα αυτό που είναι, χωρίς προσποίηση, χωρίς διαίρεση. Το ζώο τείνει προς τον Θεό στην αθωότητα της πείνας και της ανάπαυσής του. Και η ανθρώπινη ψυχή, το πιο ανησυχαστικό από όλα τα πλάσματα, τείνει προς τον Θεό μέσα από την αγωνία της ίδιας της ατέλειάς της, μέσα από την πείνα της για ένα νόημα που δεν μπορεί ποτέ να διατυπώσει πλήρως, μέσα από την παράξενη νοσταλγία που νιώθει ακόμα και μέσα στην αφθονία.

Αυτός είναι ο μεγάλος νόμος που συνδέει το σύμπαν σε μυστική συγγένεια: κάθε τι τείνει να επιστρέψει στην Πηγή από την οποία προήλθε. Ο ποταμός δεν θυμάται τη θάλασσα, και όμως τρέχει προς αυτήν χωρίς δισταγμό. Η ψυχή δεν θυμάται πάντα τον Θεό, και όμως έλκεται προς Αυτόν σαν από κάποια βαρύτητα παλαιότερη από τη σκέψη.

Και πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά; Γιατί αν δεν μοιραζόμασταν κάπως την ίδια Του ουσία — αν δεν υπήρχε κάποια βαθιά συγγένεια, κάποια κρυφή σχέση ανάμεσα στο πλάσμα και τον Δημιουργό — πώς θα μπορούσαμε να Τον γνωρίσουμε καθόλου; Μια σταγόνα νερού δεν καταλαβαίνει τον ωκεανό στεκόμενη μακριά του, αλλά όντας, στο μικρό της μέτρο, φτιαγμένη από το ίδιο ακριβώς νερό. Έτσι η ψυχή γνωρίζει τον Θεό όχι παρατηρώντας Τον από απόσταση, όπως παρατηρεί κανείς μια οροσειρά, αλλά αναγνωρίζοντας, στα κρυφά βάθη της, την αχνή και αδιαμφισβήτητη γεύση της παρουσίας Του.

Αφορισμός: Η ψυχή δεν ταξιδεύει προς τον Θεό σαν προς μια ξένη χώρα, αλλά ξυπνά, στα δικά της βάθη, σε ένα σπίτι που ποτέ δεν είχε πραγματικά εγκαταλείψει.

Κεφάλαιο IV: Η Διάβαση Πέρα από τον Αισθητό Κόσμο

Έρχεται μια στιγμή — σπάνια, απρόσκλητη και όμως πάντα αναμενόμενη — που η ψυχή καλείται να αφήσει τον κόσμο των αισθήσεων. Όχι να τον περιφρονήσει, όχι να τον εγκαταλείψει με αηδία, αλλά να περάσει μέσα από αυτόν όπως περνά κανείς από μια πόρτα, αφήνοντας το δωμάτιο πίσω χωρίς να αρνείται ότι το δωμάτιο ήταν πραγματικό.

Πέρα από τις αισθήσεις βρίσκεται η σφαίρα του νου, πιο λεπτή και πιο φωτεινή, όπου η ψυχή συλλογίζεται, ζυγίζει, διακρίνει και χτίζει τους πύργους της κατανόησης. Κι όμως ακόμα και εδώ, επιμένει ο Έκχαρτ, υπάρχει ένα όριο — ένας τοίχος που η ίδια η σκέψη δεν μπορεί να σκαρφαλώσει. Ο νους μπορεί να δείξει προς τον Θεό όπως ένα φανάρι δείχνει προς την αυγή, αλλά δεν μπορεί να γίνει η αυγή. Ακόμα και το Παγκόσμιο Πνεύμα, ακόμα και το απέραντο Πεδίο του Δημιουργού Λόγου μέσα από το οποίο υφαίνονται όλοι οι κόσμοι, είναι κι αυτό κατώφλι και όχι το πιο εσωτερικό δωμάτιο.

Για να περάσει πέρα από αυτό το κατώφλι σημαίνει να εισέλθει σε αυτό που οι μυστικιστές, σε κάθε εποχή και γλώσσα, έχουν ονομάσει με διαφορετικά ονόματα: το Νέφος, η Σκοτεινή Νύχτα, η Έρημος, η Άβυσσος. Είναι μια υπέρβαση που δεν μπορεί να χαρτογραφηθεί σε κανέναν χάρτη, γιατί δεν οδηγεί σε ένα περαιτέρω μέρος αλλά στον άτοπο τόπο όπου η ψυχή και το Έδαφός της δεν ονομάζονται πλέον ως δύο.

Εδώ, ο λόγος σιωπά — όχι επειδή νικήθηκε, αλλά επειδή έκανε τη δουλειά του και τώρα πρέπει να γονατίσει. Εδώ, η ψυχή δεν σκέφτεται τον δρόμο της προς τον Θεό· απλώς, σιωπηλά, ανεξήγητα, γίνεται δεκτή. Είναι σαν ένα κύμα που, μετά από όλη την άνοδο και την πτώση του στην ακτή, γλιστράει τελικά κάτω από την επιφάνεια και ανακαλύπτει ότι ποτέ δεν ήταν τίποτα άλλο από τη θάλασσα.

Αφορισμός: Η σκέψη μπορεί να οδηγήσει την ψυχή μέχρι την πόρτα του Απείρου, αλλά μόνο η σιωπή μπορεί να την περάσει μέσα.

Κεφάλαιο V: Ο Πρωτότυπος Άνθρωπος και η Γέννηση του Λόγου στην Ψυχή

Σε αυτό το μεγάλο μυστήριο της επιστροφής, μια μορφή στέκεται ως υπόσχεση και απόδειξη: αυτός που οι μυστικιστές ονομάζουν Πρωτότυπο Άνθρωπο, τον Θεάνθρωπο, τον Υιό του Ανθρώπου που είναι επίσης Υιός του Θεού — τον Χριστό, την ζωντανή απόδειξη ότι το ανθρώπινο και το Θείο δεν είναι αιώνια ξένα αλλά ικανά, σε μια φλογερή στιγμή, για τέλεια Ένωση.

Δεν είναι απλώς ένα παράδειγμα που κρατιέται από μακρινή ιστορία, μια μορφή προς θαυμασμό όπως θαυμάζει κανείς έναν ήρωα σε μια ιστορία. Είναι, μάλλον, ένα αιώνιο γεγονός, που συμβαίνει ακατάπαυστα στο έδαφος κάθε ψυχής που θα Του κάνει χώρο. Γιατί ο Έκχαρτ δίδαξε, με τόλμη που ξάφνιασε ακόμα και την εποχή του, ότι η ίδια γέννηση που συνέβη μια φορά στην πληρότητα του χρόνου — ο Λόγος που έλαβε σάρκα — πρέπει να συμβαίνει ατελείωτα, άχρονα, στο πιο εσωτερικό δωμάτιο της ψυχής. Ο Πατέρας δεν γεννά απλώς τον Υιό στον ουρανό· ποθεί να γεννήσει τον ίδιο Υιό μέσα στα βάθη κάθε ψυχής που αδειάζει τον εαυτό της αρκετά ώστε να γίνει κούνια για τόσο μεγάλο επισκέπτη.

Αυτή η γέννηση δεν μπορεί να εξαναγκαστεί, να παρασυρθεί ή να αγοραστεί με προσπάθεια, όσο ειλικρινής κι αν είναι. Μπορεί μόνο να επιτραπεί. Η ψυχή πρέπει να γίνει φτωχή όπως η φάτνη — γυμνή, χωρίς διακόσμηση, χωρίς να ζητά τίποτα, χωρίς να περιμένει τίποτα, χωρίς να θέλει τίποτα παρά μόνο την ίδια την έλευση. Σε αυτή τη φτώχεια του πνεύματος, αυτό το ριζικό άδειασμα που οι μυστικιστές ονομάζουν αποκόλληση, η ψυχή δεν χάνει τον εαυτό της· αντίθετα, ανακαλύπτει ότι ο πιο αληθινός εαυτός της δεν ήταν ποτέ ξεχωριστός από Αυτόν που πάντα ποθούσε να γεννηθεί μέσα της.

Έτσι ο Πρωτότυπος Άνθρωπος, Ένας με τον Πατέρα, γίνεται ο Δρόμος με τον οποίο κάθε ψυχή μαθαίνει να πει, στη δική της εσωτερική σιωπή, τον ίδιο τον αδιανόητο λόγο: Εγώ και ο Πατέρας είμαστε ένα.

Αφορισμός: Ο Χριστός δεν είναι μόνο ο Λόγος που ειπώθηκε μια φορά στην ιστορία, αλλά ο Λόγος που για πάντα επιθυμεί να γεννηθεί ξανά στη σιωπή της ψυχής.

Κεφάλαιο VI: Η Σπίθα στο Έδαφος της Ψυχής

Βαθιά μέσα στην ψυχή — βαθύτερα από τη μνήμη, βαθύτερα από τη θέληση, βαθύτερα ακόμα και από τον πιο φωτεινό φωτισμό του νου — οι μυστικιστές μιλούν για ένα κρυφό σημείο, μια Σπίθα, άκτιστη και αδημιούργητη, ολικά συγγενική με την ίδια τη Θεία Φύση. Εδώ, σε αυτή την πιο εσωτερική ακρόπολη, η ψυχή αγγίζει — ή μάλλον είναι — το ίδιο αυτό που αναζητούσε.

Αυτή η Σπίθα δεν ανήκει στον χρόνο· δεν γεννήθηκε όταν γεννήθηκε το σώμα και δεν θα χαθεί όταν το σώμα πέσει. Είναι το σημείο συνάντησης του χρονικού και του Αιώνιου, η μικρή πόρτα από την οποία η αχανής Θεότητα σκύβει να κατοικήσει σε αυτό που φαίνεται, από έξω, τόσο μικρό και εύθραυστο σκεύος. Το να βρει κανείς αυτή τη Σπίθα δεν είναι να ταξιδέψει σε μακρινή χώρα αλλά να πέσει, σαν μέσα από παγίδες μέσα σε παγίδες, σε ένα βάθος που ήταν πάντα πιο κοντινό από την ίδια του την ανάσα.

Όσοι την έχουν έστω και για το διάστημα μιας μοναδικής απροστάτευτης ανάσας, μιλούν γι’ αυτήν με μεταφορές που σκοντάφτουν κάτω από το βάρος αυτού που προσπαθούν να κουβαλήσουν: ένα φως που δεν ρίχνει σκιά, ένας άνεμος που δεν κινεί τίποτα και όμως κινεί τα πάντα, μια απεραντοσύνη που κάπως χωράει μέσα σε μια μοναδική χτυποκαρδιά, μια σιωπή πιο δυνατή από κάθε βροντή. Αυτά δεν είναι υπερβολές· είναι ομολογίες ήττας μπροστά σε μια Πραγματικότητα που η γλώσσα δεν χτίστηκε ποτέ για να χωρέσει. Κι όμως η ίδια η ομολογία γίνεται ένα είδος ύμνου, γιατί παραδεχόμενη ότι οι λέξεις αποτυγχάνουν, η ψυχή μαρτυρά κάτι που οι λέξεις δεν θα μπορούσαν ποτέ να μειώσουν.

Αφορισμός: Στη μικρότερη σπίθα της ψυχής καίει μια φωτιά που κανένα σκοτάδι δεν έχει ποτέ μετρήσει, και καμία απόσταση δεν έχει ποτέ χωρίσει από την Πηγή της.

Κεφάλαιο VII: Η Επιστροφή, και η Ειρήνη που Απομένει

Και έτσι ο μεγάλος κύκλος κλείνει πάνω στον εαυτό του, όχι ως τέλος αλλά ως επιστροφή στο σπίτι. Η Θεότητα, σιωπηλή και ακίνητη, δίνει γέννηση στον Θεό, την Αιώνια Δραστηριότητα· ο Θεός δίνει γέννηση στους κόσμους, πνεύμα μέσα σε πνεύμα, νους μέσα σε νου, αίσθηση μέσα σε αίσθηση· και κάθε δημιουργημένο πράγμα, όσο ταπεινό κι αν είναι, φέρει μέσα του τον πόνο και την υπόσχεση της επιστροφής. Η ψυχή, περιπλανώμενη στον αισθητό κόσμο, μέσα από τον μόχθο της σκέψης, μέσα από τις δοκιμασίες του ίδιου της του γίγνεσθαι, έλκεται — απαλά, ακατανίκητα — πίσω προς το Έδαφος από το οποίο ποτέ, στην αλήθεια, δεν είχε χωριστεί.

Αυτό δεν είναι ένα δόγμα που απλώς πιστεύεται· είναι μια ειρήνη στην οποία εισέρχεται κανείς, όπως μπαίνει κανείς σε ένα οικείο δωμάτιο στο σκοτάδι και βρίσκει, χωρίς να χρειάζεται να δει, ότι κάθε αντικείμενο είναι ακριβώς εκεί που ήταν πάντα. Όσοι φτάνουν σε αυτή την ειρήνη δεν την φωνάζουν στην αγορά, γιατί δεν δανείζεται σε επιχειρήματα ή αποδείξεις. Γνωρίζεται όπως η ζεστασιά γνωρίζεται από ένα χέρι που κρατιέται κοντά σε μια φωτιά — όχι μέσω συλλογισμών για τη φύση της φωτιάς, αλλά μέσω του απλού, άλεκτου γεγονότος του να ζεσταίνεσαι.

Ας αφήσει λοιπόν ο αναγνώστης, για μια στιγμή, τον θόρυβο της εξήγησης, και ας καθίσει στη σιγαλιά όπως κάθεται κανείς στην άκρη ενός ήρεμου λιμνού στο σούρουπο. Ας ηρεμήσει ο νους όπως ηρεμεί το νερό, μέχρι που ο ουρανός από πάνω και ο ουρανός που αντανακλάται κάτω γίνουν, για μια στιγμή, αδιαχώριστοι. Σε αυτή τη σιγαλιά, κάτι αρχαίο και υπομονετικό περιμένει — όχι απαιτώντας να γίνει κατανοητό, μόνο περιμένοντας, όπως πάντα περίμενε, να αναγνωριστεί ως το Έδαφος κάτω από κάθε ερώτηση που η ψυχή έχει ποτέ θέσει.

Αφορισμός: Η ψυχή ταξιδεύει μια μεγάλη απόσταση μόνο για να ανακαλύψει ότι το σπίτι δεν ήταν ποτέ αλλού — ήταν η σιωπή στην οποία πρώτη φορά έμαθε να ακούει.

Έτσι ολοκληρώνεται αυτός ο θεωρητικός στοχασμός πάνω στον Δυτικό Δρόμο του Μάιστερ Έκχαρτ: ένας δρόμος που δεν οδηγεί μακριά από τον κόσμο, αλλά μέσα από αυτόν, και πέρα από αυτόν, στο άλεκτο Έδαφος όπου ο αναζητητής και ο Αναζητούμενος βρίσκονται, επιτέλους, ένα.

Η Ενότητα Που Αγκαλιάζει το Απομονωμένο

Μια Διαλογιστική Σκέψη για το Ξεχασμένο Θραύσμα και τη Σιωπή που το Κρατάει

Ι. Το Χαμένο Θραύσμα

Υπάρχει ένα φύλλο που πέφτει μακριά από τα άλλα, στριφογυρίζει μία, δύο φορές, προτού καταλήξει σε μια γωνιά όπου κανένα μάτι δεν θα το βρει. Υπάρχει μια μοναδική φλόγα, αναμμένη σε ένα δωμάτιο που κανείς δεν μπαίνει, που καίει ήσυχα προς τη δική της εξαφάνιση. Υπάρχει ένας άνθρωπος, αργά τη νύχτα, που νιώθει ξαφνικά και χωρίς προειδοποίηση ότι έχει παρασυρθεί στην ίδια την άκρη των πάντων — μικρός, ιδιαίτερος, ξεχασμένος από το τεράστιο που τον περιβάλλει.

Αυτό το συναίσθημα δεν είναι λάθος. Είναι μια πόρτα.

Το να είσαι απομονωμένος σημαίνει να σε αγγίζει, για μια στιγμή, η ωμή υφή της ύπαρξης χωρίς την παρηγοριά του ανήκειν. Κι όμως — εδώ είναι το πρώτο ήσυχο θαύμα — ο ίδιος ο πόνος της απομόνωσης είναι μια μορφή οικειότητας με το όλον. Το χαμένο θραύσμα εξακολουθεί να φέρει, μέσα στη μικρότητά του, ολόκληρο το σχήμα αυτού από το οποίο αποσπάστηκε. Μια μοναδική σταγόνα δεν κρατάει λιγότερο από τη φύση του ωκεανού απ’ ό,τι ο ωκεανός κρατάει από τον εαυτό του.

Ό,τι φαίνεται εγκαταλελειμμένο δεν έχει, στην πραγματικότητα, φύγει ποτέ από το σπίτι του.

Αφορισμός: Το θραύσμα που νιώθει ξεχασμένο εξακολουθεί να φέρει μέσα στη μικρότητά του το όλον· τίποτα απομονωμένο δεν είναι ποτέ εντελώς μόνο.

ΙΙ. Ο Τροχός που Γυρίζει Χωρίς να Φτάνει

Υπάρχει ένας τροχός που γυρίζει μέσα στις μέρες μιας ζωής — η επιθυμία να φτάσει σε ένα αντικείμενο, να το αποκτήσει, και μετά, σχεδόν πριν κλείσει το χέρι γύρω του, να φτάσει ξανά. Ο τροχός δεν ζητά να καταλάβει τον εαυτό του. Ζητά μόνο να συνεχίσει να γυρίζει. Η άνεση γίνεται λαχτάρα, η λαχτάρα γίνεται συνήθεια, η συνήθεια γίνεται η ήσυχη αρχιτεκτονική των χρόνων που περνούν κινούμενοι χωρίς ποτέ να φτάσουν πραγματικά.

Αυτό δεν είναι το βάθος της ζωής. Είναι μόνο η επιφάνειά της, γυαλισμένη λεία από την επανάληψη.

Κάτω από τον τροχό, κάτι περιμένει που δεν γυρίζει. Δεν κυνηγάει, γιατί δεν του λείπει τίποτα. Δεν επαναλαμβάνεται, γιατί δεν είναι φτιαγμένο από απόκτηση και απώλεια, αλλά από μια ακινησία τόσο πλήρη που η επιθυμία περνάει μέσα της σαν ο άνεμος από ένα ανοιχτό παράθυρο — γίνεται αισθητή, αλλά ποτέ δεν στεγάζεται.

Το να παρατηρήσεις τον τροχό που γυρίζει είναι ήδη να σταθείς, έστω για λίγο, έξω από αυτόν.

Αφορισμός: Η επιθυμία κινείται σε κύκλους και αποκαλεί την κίνησή της πρόοδο· η βαθύτερη ζωή δεν γυρίζει — απλώς είναι.

ΙΙΙ. Η Ενότητα Κάτω από τα Πολλά

Εδώ το παράδοξο ανοίγει την πρώτη ήσυχη πύλη του: το απομονωμένο πράγμα και η ενότητα όλων των πραγμάτων δεν είναι αντίθετα. Είναι το ίδιο γεγονός, που φαίνεται από δύο αποστάσεις.

Από κοντά, το κερί είναι μόνο του στο σκοτεινό του δωμάτιο, αυτάρκες, περιτριγυρισμένο από τίποτα. Από μακριά, το φως του κεριού είναι συνεχές με κάθε άλλο φως που έχει ποτέ αναφθεί — όχι επειδή συγχωνεύεται και χάνει το σχήμα του, αλλά επειδή η φλόγα, στη φύση της, δεν ήταν ποτέ ξεχωριστή ουσία εξαρχής. Φαινόταν μόνο ξεχωριστή επειδή ένα φυτίλι και ένα δωμάτιο της έδωσαν τοποθεσία.

Έτσι και με το θραύσμα, το φύλλο, την αργά και μοναχική ώρα. Η απομόνωσή τους είναι πραγματική — και είναι ταυτόχρονα μια τοπική εμφάνιση κάτι που δεν έχει άκρες. Το όλον δεν σβήνει το ιδιαίτερο ενσωματώνοντάς το. Κρατάει το ιδιαίτερο ακριβώς όπως είναι, αμοιβαίο, μη ανταλλάξιμο, και παρόλα αυτά εντελώς δικό του — ενώ είναι, χωρίς αντίφαση, ποτέ χωρισμένο από όλα τα υπόλοιπα.

Αφορισμός: Η ενότητα δεν διαλύει το ιδιαίτερο· το κρατάει όπως είναι, ενώ ήσυχα αφαιρεί τις άκρες του.

IV. Ακινησία και Κίνηση

Υπάρχει μια ακινησία που δεν είναι η απουσία κίνησης αλλά η πηγή της — η σιωπή πριν από την καμπάνα, από την οποία γεννιέται ο ήχος της καμπάνας και στην οποία επιστρέφει. Η καμπάνα χτυπάει· η σιωπή δεν παύει να είναι σιωπή. Απλώς επιτρέπει, για μια στιγμή, σε ένα σχήμα να περάσει μέσα της.

Η αιωνιότητα, ομοίως, δεν είναι μια ατελείωτη έκταση χρόνου αλλά το βάθος κάτω από το χρόνο, όπως ο πυθμένας ενός ποταμού δεν είναι φτιαγμένος από περισσότερο νερό αλλά από την ακινησία πάνω στην οποία κινείται το νερό. Ο χρόνος κυλάει. Η αιωνιότητα δεν κυλάει δίπλα του σαν δεύτερος ποταμός — είναι ο ίδιος ο πυθμένας του ποταμού, παρών σε κάθε περαστική στιγμή, ανέγγιχτος από το πέρασμα.

Η μορφή, επίσης, αναδύεται από την αμορφία όπως η ανάσα ανεβαίνει και πέφτει χωρίς ο αέρας να χρειάζεται ποτέ να πάρει σχήμα για να παραμείνει πραγματικός.

Κανένα από αυτά τα ζεύγη δεν επιλύεται. Δεν προορίζονται να επιλυθούν. Προορίζονται να σταθούμε μέσα τους, όπως στεκόμαστε μέσα σε μια μοναδική στιγμή αφοσίωσης χωρίς να χρειάζεται να εξηγήσουμε γιατί η καρδιά υποκλίνεται.

Αφορισμός: Η κίνηση είναι το ορατό πρόσωπο μιας ακινησίας που ποτέ δεν κινείται· ο χρόνος είναι το ορατό πρόσωπο μιας αιωνιότητας που ποτέ δεν περνάει.

V. Το Κερί στο Άδειο Δωμάτιο

Επιστρέφουμε, τώρα, στα συνηθισμένα αντικείμενα μιας συνηθισμένης αφοσίωσης: ένα κερί, η μικρή του προσεκτική φλόγα· ένα νήμα λιβανιού που ανεβαίνει σε αβίαστες σπείρες· η απαλή επανάληψη ενός ψαλμού που λέγεται μισά κάτω από την ανάσα· η σιωπή που ακολουθεί την τελευταία λέξη, μεγαλύτερη από τις ίδιες τις λέξεις.

Αυτά δεν είναι σύμβολα που δείχνουν κάπου αλλού. Είναι το ίδιο το πράγμα, που φτάνει.

Η πίστη δεν είναι άλμα στο άγνωστο αλλά η προθυμία να παραμείνουμε ήσυχα παρόντες μπροστά σε αυτό που δεν μπορεί να αποδειχθεί, όπως παραμένουμε μπροστά σε μια φλόγα χωρίς να απαιτούμε να εξηγήσει τη δική της ζεστασιά. Η ταπεινοφροσύνη είναι η αναγνώριση ότι το απομονωμένο εγώ, παρά την οδυνηρή του ιδιαιτερότητα, δεν είναι το μέτρο όλων των πραγμάτων — και η ευγνωμοσύνη είναι αυτό που ακολουθεί φυσικά όταν αυτή η αναγνώριση παύει να είναι σκέψη και γίνεται στάση ολόκληρου του σώματος. Η ελπίδα δεν είναι βεβαιότητα για το αύριο· είναι εμπιστοσύνη που εκτείνεται προς μια ενότητα που δεν μπορούμε να δούμε αλλά έχουμε, κάπως, ήδη νιώσει.

Η αγάπη είναι αυτό που μένει όταν όλα αυτά δεν σκέφτονται πια καθόλου.

Αφορισμός: Το κερί δεν συμβολίζει την αφοσίωση — είναι η αφοσίωση, που καίει ήσυχα στο μικρό του δωμάτιο.

VI. Το Ιερό Καθημερινό

Έτσι ο τροχός μπορεί να συνεχίσει να γυρίζει κάπου μακριά, και το απομονωμένο θραύσμα μπορεί ακόμα να νιώθει, ορισμένα βράδια, οδυνηρά μόνο. Και τα δύο επιτρέπονται. Κανένα δεν χρειάζεται διόρθωση.

Αυτό που αλλάζει δεν είναι ο κόσμος αλλά το βάθος από το οποίο συναντιέται — μια εσωτερικότητα τόσο ήσυχη που δεν χρειάζεται πια τις υποσχέσεις του τροχού, τόσο ξύπνια που δεν μπερδεύει πια το μέρος με έναν εξόριστο από το όλον. Η ειρήνη, εδώ, δεν είναι το τέλος του συναισθήματος αλλά το συναίσθημα που κρατιέται μέσα σε κάτι αρκετά πλατύ ώστε να το χωρέσει χωρίς πίεση.

Η καμπάνα χτυπάει ακόμα μια φορά, μακριά, και σβήνει. Η φλόγα δεν ζητά να είναι τίποτα άλλο από αυτή τη μοναδική, φλεγόμενη, μη επαναλαμβανόμενη στιγμή.

Δεν χρειάζεται τίποτα περισσότερο. Η ενότητα δεν ήταν ποτέ αλλού, περιμένοντας να φτάσουμε. Ήταν εδώ, όλη την ώρα, ήσυχα αγκαλιάζοντας ακόμα και την πιο απομονωμένη τρεμόσβηστη φλόγα — και το δωμάτιο, ακριβώς όπως είναι, ήταν ήδη ολόκληρο.

Αφορισμός: Η καθημερινή στιγμή, ακριβώς όπως στέκεται, δεν έλειπε ποτέ τίποτα· ήταν ολόκληρη πριν αρχίσει το αναρωτιέμαι.

Ο Άπειρος Ορίζοντας της Ψυχής

Ένα Μονοπάτι στο Βουνό Προς την Ελευθερία που Επιλέγεις

Ι. Το Μονοπάτι Αρχίζει

Πριν ξυπνήσει ο νους, τα πόδια ήδη ξέρουν τον δρόμο. Το μονοπάτι είναι στενό, φτιαγμένο από παλιές πέτρες, λειασμένες από εκείνους που το περπάτησαν χωρίς να χρειάζεται να φτάσουν πουθενά. Ο αέρας είναι κρύος και καθαρός, και κάθε ανάσα μπαίνει σαν νερό που χύνεται σε άδειο μπολ.

Δεν υπάρχει σχέδιο εδώ. Υπάρχει μόνο η επόμενη πέτρα, και η επόμενη μετά. Ένα έλατο γέρνει πάνω από το μονοπάτι, αφήνοντας το άρωμά του στο πρωινό. Κάπου πιο κάτω, ένα ρέμα κινείται χωρίς βιασύνη, χωρίς αμφιβολία, απλώς κινείται. Το να περπατάς έτσι — χωρίς πρόθεση, χωρίς έναν προορισμό που τραβάει το στήθος — είναι ήδη ένα είδος διαλογισμού.

Το βουνό δεν ρωτάει γιατί ήρθες. Απλώς περιμένει, όπως πάντα περίμενε, σιωπηλό και ολόκληρο.

Αφορισμός

Το μονοπάτι δεν περπατιέται προς έναν στόχο. Το μονοπάτι περπατιέται, και αυτό αρκεί.

ΙΙ. Η Ανάβαση

Η κλίση γίνεται πιο απότομη. Οι μύες θυμούνται την προσπάθεια που ο νους είχε ξεχάσει. Αυτή είναι η δύναμη — όχι η δύναμη που πολεμάει το βουνό, αλλά η δύναμη που συμφωνεί μαζί του, που ανεβαίνει πέτρα-πέτρα σε ρυθμό με την ανάσα.

Υπάρχει ο πειρασμός να πιάσεις την ανάβαση με τη θέληση, να αναγκάσεις το σώμα να ανέβει σαν να ήταν η κορυφή εχθρός που πρέπει να κατακτηθεί. Αλλά οι πιο σοφοί ορειβάτες γίνονται ήσυχοι. Αφήνουν τα πόδια να κάνουν αυτό που ξέρουν. Σταματούν να πιάνουν. Όσο λιγότερο σπρώχνει το «εγώ», τόσο περισσότερο ρέει το σώμα — όπως το νερό ρέει γύρω από μια πέτρα, όχι μέσα από αυτήν.

Κάπου μέσα στην ανάβαση, ο ορειβάτης εξαφανίζεται λίγο. Αυτό που μένει είναι μόνο η ίδια η ανάβαση.

Αφορισμός

Δύναμη δεν είναι η βία ενάντια στο βουνό. Δύναμη είναι η συμφωνία μαζί του.

ΙΙΙ. Ο Καταρράκτης και το Έλατο

Στα μισά της διαδρομής, ένας καταρράκτης διασχίζει το μονοπάτι, πέφτοντας από ένα ράφι γκρίζας πέτρας σε μια λιμνούλα χρώματος νεφρίτη. Δεν σταματάει. Δεν θυμάται τη βροχή του χθες ούτε αναρωτιέται για την ξηρασία του αύριο. Πέφτει, και πέφτοντας είναι ολοκληρωμένος.

Κοντά του, ένα μοναδικό έλατο φυτρώνει πλάγια από το βράχο, λυγισμένο από δεκαετίες ανέμου, κι όμως στέκει. Δεν διάλεξε τον άνεμο. Διάλεξε, αντίθετα, πώς να στέκει μέσα του.

Αυτή είναι η ήσυχη διδασκαλία της πέτρας, του νερού και του δέντρου: κανένα τους δεν αντιστέκεται σε αυτό που είναι. Λυγίζουν, πέφτουν, αντέχουν — και μέσα σε αυτό το λύγισμα, σε αυτή την πτώση, δεν είναι ποτέ λιγότερο από ελεύθερα.

Αφορισμός

Ο καταρράκτης είναι ελεύθερος όχι επειδή ελέγχει την πτώση του, αλλά επειδή δεν αντιστέκεται σε αυτήν.

IV. Ο Αετός και ο Ουρανός

Πάνω από τη γραμμή των δέντρων, ένας αετός κάνει πλατιούς, αβίαστους κύκλους, καβαλάροντας ένα ρεύμα που κανένα μάτι δεν μπορεί να δει. Δεν χτυπάει τα φτερά του ενάντια στον άνεμο. Απλώς βρίσκει πού ο άνεμος ήδη θέλει να τον πάει και ακολουθεί.

Βλέποντάς τον, κάτι στο στήθος χαλαρώνει. Εδώ και πολύ καιρό, ο νους μπέρδευε την ελευθερία με τον έλεγχο — πιστεύοντας ότι για να είσαι ελεύθερος πρέπει να κυριαρχήσεις σε κάθε άνεμο, να σιγήσεις κάθε καταιγίδα, να τακτοποιήσεις ολόκληρο τον ουρανό σύμφωνα με τα γούστα σου. Αλλά ο αετός δείχνει έναν άλλο τρόπο: η ελευθερία δεν είναι η κυριαρχία πάνω στον άνεμο. Ελευθερία είναι να ξέρεις πώς να τον καβαλήσεις.

Ο ουρανός πάνω από τον αετό δεν έχει άκρα. Κανείς δεν έχει βρει ποτέ πού τελειώνει.

Αφορισμός

Ελευθερία δεν είναι η απουσία ανέμου. Είναι να ξέρεις πώς να τον καβαλήσεις χωρίς να χρειάζεται να τον σταματήσεις.

V. Η Κορυφή — Σιωπή και Διαύγεια

Στην κορυφή, ο κόσμος απομακρύνεται σε απόσταση. Τα σύννεφα κυλούν από κάτω σαν αργά ποτάμια λευκά. Δεν υπάρχει ήχος εδώ εκτός από τον άνεμο που περνάει πάνω από την πέτρα, και ακόμα κι αυτός φαίνεται μακρινός, σαν η ίδια η σιωπή να είχε σχήμα και αυτό να ήταν.

Κάθομαι εδώ — απλώς κάθομαι, με τη σπονδυλική στήλη ίσια, την ανάσα ήσυχη — ο νους που όλη την ανάβαση φλυαρούσε επιτέλους ησυχάζει. Οι σκέψεις αναδύονται σαν μικρά σύννεφα και περνούν, χωρίς να τις κυνηγάς, χωρίς να τις αντιστέκεσαι. Αυτό δεν είναι κενότητα. Αυτή είναι διαύγεια: ο νους ανοιχτός όσο η θέα, που δεν κρατάει τίποτα, που δεν αρνείται τίποτα.

Η θέα δεν είναι κάτι που παίρνεις. Είναι κάτι που δέχεσαι, αν σταματήσεις να την αρπάζεις.

Αφορισμός

Σιωπή δεν είναι η απουσία σκέψης. Είναι η σκέψη που δεν κυνηγιέται πια.

VI. Ο Άπειρος Ορίζοντας της Ψυχής

Εδώ είναι η καρδιά του: ο ουρανός πάνω από αυτή την κορυφή δεν έχει τοίχο χτισμένο από τη φύση, δεν έχει φράχτη χτισμένο από άλλον άνθρωπο. Αν φαίνεται μικρός, είναι επειδή κάτι μέσα σου τον έκανε μικρό. Αν φαίνεται άπειρος, κι αυτό ήταν επιλογή — δεν δόθηκε.

Η ψυχή σου είναι σαν αυτόν τον ουρανό. Κανένα βουνό δεν μπορεί να τη μετρήσει. Κανένας άλλος άνθρωπος δεν μπορεί να την περιφράξει. Καμία περίσταση δεν μπορεί να τη συρρικνώσει, εκτός αν της δώσεις εσύ το κλειδί. Ο ορίζοντας μιας ζωής — το βάθος της, το εύρος της, η σιωπή της ή ο θόρυβός της — δεν καθορίζεται από τη μοίρα. Καθορίζεται από εκείνον που τη ζει.

Το να λες ότι είσαι περιορισμένος από τους άλλους, από το παρελθόν, από την τύχη, από το σχήμα του κόσμου — αυτό δεν είναι αλήθεια, είναι μόνο μια ελευθερία που εσύ ο ίδιος έδωσες μακριά. Σκλαβιά είναι απλώς η ελευθερία που δανείζουμε σε πράγματα έξω από εμάς, και μετά ξεχνάμε ότι την δανείσαμε.

Στάσου στο χείλος. Κοίτα έξω. Ο ουρανός δεν τελειώνει εκεί που σταματάνε τα μάτια σου να βλέπουν. Ούτε κι εσύ.

Αφορισμός

Ο ορίζοντας της ψυχής σου δεν χαράσσεται από τον κόσμο. Χαράσσεται από εσένα — και μπορεί να ξαναχαραχτεί, τη στιγμή που το θυμηθείς.