7.7. Πώς ο Πλάτων έφτασε στις Ιδέες;
Οι πλατωνικές Ιδέες έχουν κάτι που μας ξενίζει. Βρίσκονται έξω από τον υπαρκτό κόσμο, αποτελώντας ένα αυτόνομο αιώνιο βασίλειο, το οποίο δεν φαίνεται να επηρεάζεται από το χάος και την ανορθολογικότητα που επικρατούν στην πραγματικότητα των ανθρώπων. Και την ίδια στιγμή, καλούνται να προσφέρουν λύσεις σε όλα τα ανθρώπινα προβλήματα. Λειτουργούν ως απόλυτες ηθικές αξίες, βάσει των οποίων κρίνεται η ανθρώπινη συμπεριφορά. Θεμελιώνουν ένα κράτος δικαίου. Δίνουν το μέτρο της αλήθειας στις κρίσεις των ανθρώπων. Ενοποιούν τις ανθρώπινες επιστήμες και τις τέχνες.
Είναι φανερό ότι ο Πλάτων είναι ιδιαίτερα οξυδερκής μελετητής της ανθρώπινης κατάστασης και δείχνει πρωταρχικό ενδιαφέρον για την επίλυση των πραγματικών προβλημάτων των ανθρώπων. Γι᾽ αυτό γοητεύεται τόσο πολύ από την προσωπικότητα του Σωκράτη. Ο Σωκράτης όμως είχε το χάρισμα να υποδεικνύει λύσεις με την ίδια του τη ζωή, είχε καταφέρει να μετατρέψει τη ζωή του σε φιλοσοφία. Μια τέτοια περίπτωση είναι μοναδική - δεν γενικεύεται ούτε μπορεί να διδαχθεί. Η επιμονή του Σωκράτη ότι ο ίδιος δεν κατείχε καμία σταθερή γνώση, έκανε δυσδιάκριτη τη διαφορά της αληθινής φιλοσοφίας από τη σοφιστική.
Με τη σύλληψη των Ιδεών ο Πλάτων προσπαθεί να απαντήσει στα ερωτήματα που είχαν απασχολήσει και τον Σωκράτη. Πώς διακρίνεται ο δίκαιος άνθρωπος από τον άδικο, η δίκαιη από την άδικη απόφαση της πόλης; Η απάντηση των σοφιστών ήταν ότι δεν υπάρχει αντικειμενικό κριτήριο διάκρισης, οπότε αυτό που μετράει είναι η γνώμη της πλειοψηφίας, το συμφέρον των ισχυρών ή, στην καλύτερη περίπτωση, η πειστικότητα των επιχειρημάτων των εμπλεκομένων. Ο Σωκράτης απέρριπτε αυτές τις απαντήσεις, επισήμαινε την ανάγκη να δοθεί ένας ορισμός της δικαιοσύνης, αλλά το μόνο που προσέφερε ήταν το παράδειγμα της δικής του δίκαιης συμπεριφοράς. Ο Πλάτων αντιθέτως εκτιμά ότι η μόνη δυνατή απάντηση στους σοφιστές είναι ο προσδιορισμός ενός απόλυτου κριτηρίου δικαιοσύνης. Το κριτήριο αυτό το προσφέρει η Ιδέα της δικαιοσύνης, η οποία, ακριβώς επειδή βρίσκεται έξω από τον κόσμο της μεταβολής, δεν εξαρτάται ούτε από τις εκάστοτε πλειοψηφίες ούτε από τους εκάστοτε ισχυρούς.
Οι πλατωνικές λοιπόν Ιδέες προέκυψαν από την ανάγκη να δοθεί μια ικανοποιητική απάντηση στον ηθικό σχετικισμό των σοφιστών. Γι᾽ αυτό και οι κατεξοχήν Ιδέες είναι ηθικές αξίες: η Δικαιοσύνη, η Ανδρεία, η Ευσέβεια, η Σωφροσύνη και, πάνω απ᾽ όλες, το Αγαθό, η Ιδέα δηλαδή που συνοψίζει το γένος των αρετών. Ο Πλάτων προτίμησε να διχοτομήσει την πραγματικότητα σε δύο ανεξάρτητα βασίλεια, παρά να αφήσει να πλανάται η σύγχυση φιλοσοφίας και σοφιστικής. Με την απόφασή του αυτή απομακρύνεται από τον δάσκαλό του, ο οποίος, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Αριστοτέλη, ουδέποτε πρότεινε έναν τέτοιο διχασμό.
Όταν ο Σωκράτης στράφηκε στα ηθικά ζητήματα αδιαφορώντας για την όλη φύση, και αναζήτησε εκεί το καθολικό αναδεικνύοντας πρώτος τη σημασία των ορισμών, ο Πλάτων τον ακολούθησε, θεώρησε όμως ότι αυτή η διαδικασία δεν μπορεί να έχει αντικείμενο τα αισθητά αλλά κάποιες άλλες οντότητες. Ο λόγος ήταν ότι είναι αδύνατο να υπάρξει ενιαίος ορισμός ενός αισθητού, καθώς τα αισθητά συνεχώς μεταβάλλονται. Ο Πλάτων λοιπόν ονόμασε αυτές τις οντότητες «ιδέες» και υποστήριξε ότι τα αισθητά υπάρχουν ξεχωριστά από αυτές, παίρνουν όμως όλα το όνομά τους από τη σχέση τους με αυτές.
Αριστοτέλης, Μετά τα φυσικά Α6, 987b1-9
Οι «απόκοσμες» Ιδέες προτάθηκαν επομένως για να λύσουν προβλήματα αυτού εδώ του κόσμου: προβλήματα οριοθέτησης της φιλοσοφίας, αλλά και προβλήματα ευθέως πολιτικά. Το ερώτημα ποιος είναι ο δίκαιος άνθρωπος για τους Έλληνες της κλασικής εποχής εντάσσεται στο γενικότερο ερώτημα ποια είναι η δίκαιη πολιτεία - και αυτό είναι ένα διακύβευμα της πολιτικής. Η σύλληψη των Ιδεών επιτρέπει στον Πλάτωνα να πάρει άμεση θέση στα πολιτικά πράγματα, εκεί που ο Σωκράτης κρατούσε μια διακριτική απόσταση. Δίκαιη πολιτεία είναι μόνο αυτή που πραγματώνει την Ιδέα της δικαιοσύνης. Όσες βρίσκονται μακριά από αυτό το ιδεώδες είναι άδικες, ανεξάρτητα από το αν επιβάλλονται από τους ισχυρούς ή από το αν στηρίζονται στην αρχή της πλειοψηφίας και στην κοινωνική συναίνεση.
Η πολιτική είναι βέβαια πρακτική τέχνη. Για να εφαρμόσεις οποιοδήποτε πολιτικό πρόγραμμα, πρέπει να βρεις ανθρώπους που θα σε ακολουθήσουν στις βασικές σου επιλογές. Πώς να πείσεις όμως τους άλλους ότι η απόλυτη Ιδέα της δικαιοσύνης όντως υπάρχει; Η φυσική αντίδραση ακόμη και των καλοπροαίρετων συνομιλητών είναι ότι η αντίληψη του δικαίου μεταβάλλεται ανάλογα με τις εποχές και τις συνθήκες, όπως μεταβάλλονται και όλες οι ανθρώπινες αξίες. Ο Πλάτων έχει επίγνωση ότι δεν υπάρχει τρόπος να αποδείξει την ύπαρξη των Ιδεών. Γι᾽ αυτό δεν διστάζει να προτείνει τις Ιδέες ως «υπό-θεση», δηλαδή ως βασική αρχική παραδοχή.
Εν πάση περιπτώσει, μ᾽ αυτό τον τρόπο ξεκίνησα: Κάθε φορά δέχομαι ως αρχική θέση (ως ὑπόθεσιν) εκείνον τον λόγο που κρίνω ισχυρότερο. Όσα τώρα πράγματα πιστεύω ότι είναι σύμφωνα με αυτόν, τα δέχομαι ως αληθή, είτε πρόκειται για αναζήτηση αιτίας είτε για οτιδήποτε άλλο. Όσα όμως δεν είναι σύμφωνα, τα απορρίπτω ως μη αληθή. Ξεκινώ λοιπόν και υποθέτω ότι το Ωραίο, αυτό καθεαυτό, υπάρχει, όπως υπάρχει και το Αγαθό και το Μεγάλο και όλα τα άλλα.
Πλάτων, Φαίδων 100a-b
Η «υπόθεση» των Ιδεών δεν μπορεί να αποδειχθεί, μπορεί όμως να γίνει πειστική και αποδεκτή αν φανούν τα πλεονεκτήματά της. Το φιλοσοφικό πρόγραμμα του Πλάτωνα είναι ακριβώς η εφαρμογή της θεωρίας των Ιδεών σε κάθε τομέα του επιστητού. Μόνο που το φιλοσοφικό αυτό πρόγραμμα δεν μπορεί να στηριχθεί στη σωκρατική διαλεκτική, στον απλό δηλαδή έλεγχο των λανθασμένων απόψεων των άλλων. Απαιτείται η θετική ανάπτυξη της θεωρίας. Ο πλατωνικός Σωκράτης αλλάζει στάση, και είναι πλέον αυτός που δίνει απαντήσεις σε όλα τα κρίσιμα ερωτήματα με τη βοήθεια ενός δεκτικού ακροατηρίου. Έτσι στην Πολιτεία ο Σωκράτης ξεκινά απορρίπτοντας τις τρέχουσες αντιλήψεις περί δικαίου, στη συνέχεια όμως αναπτύσσει τη δική του θεωρητική σύλληψη, η οποία, όπως είδαμε, θεμελιώνεται στον ορισμό της Ιδέας της δικαιοσύνης ως συναρμογής των τριών μερών της ψυχής. Και δεν σταματά εκεί. Ζωντανεύει μπροστά μας, με κάθε λεπτομέρεια, μια ολόκληρη πολιτεία, όπως θα είχε συσταθεί αν είχαν επικρατήσει οι δικές του αντιλήψεις περί δικαιοσύνης. Ο αναγνώστης καλείται να επιλέξει ανάμεσα στην πλατωνική πολιτεία και στις υπάρχουσες πολιτείες - το αν υπάρχει η Ιδέα της δικαιοσύνης είναι κάτι που θα τον απασχολήσει μόνον εμμέσως.
erevoktonos
Φῶς καὶ Φωνὴ Ἐξυπνισμοῦ ἐν τῷ Αἰῶνι τῆς Νυκτός!
Κυριακή 19 Απριλίου 2026
Μητρόδωρος: Σε έχω προλάβει, τύχη...
Ο Μητρόδωρος ο Λαμψακηνός ήταν αρχαίος Έλληνας επικούρειος φιλόσοφος τον οποίον ο Κικέρων αποκαλούσε "Δεύτερο Επίκουρο". Γεννήθηκε περίπου το 330 π.χ. στη Λάμψακο στην περιοχή του Ελλησπόντου.
Το όνομα του πατέρα του ήταν Αθήναιος ή Τιμοκράτης και της μητέρας του Σάνδη. Είχε δυο αδέρφια τον Τιμοκράτη και την Βατίδα σύζυγο του επικούρειου Ιδομενέα. Υπήρξε ο προσφιλέστερος μαθητής και ο καλύτερος φίλος του Επίκουρου ο οποίος και του αφιέρωσε πολλά συγγράμματά του. Από τα έργα του που μνημονεύει ο Διογένης ο Λαέρτιος ελάχιστα αποσπάσματα διέσωσαν ο Πλούταρχος, ο Σενέκας και ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς.
Ένα από αυτά είναι και το παρακάτω:
«Σε έχω προλάβει, τύχη, και σου έχω κλείσει όλες τις πόρτες της ζωής μου, και ούτε σ’ εσένα ούτε σε καμιάν άλλη από τις εξωτερικές συνθήκες θα παραδοθούμε.
Κι όταν έρθει ο καιρός να φύγουμε, θα φτύσουμε περήφανα τη ζωή και όσους, μάταια, είναι εξαρτημένοι από αυτήν, και θα την εγκαταλείψουμε μ” ένα ωραίο τραγούδι που θα λέει πόσο όμορφα ζήσαμε.»
Και το πρωτότυπο:
Προκατείλημμαι σέ, ὦ τύχῃ, καὶ πᾶσαν σήν παρείσδυσιν ἐνέφραξα, καὶ οὔτε σοὶ οὔτε ἅλλῃ οὐδεμιᾷ περιστάσει δώσομεν ἑαυτοὺς ἐκδότους ἀλλ ὅταν ἡμᾶς τὸ χρεὼν ἐξάγῃ, μέγα προπτύσαντες τῷ ζῆν καὶ τοῖς αὐτῷ κενῶς περιπλαττομένοις ἀπίμεν ἐκ τοῦ ζῆν μετὰ καλοῦ παιῶνος ἐπιφωνοῦντες ὡς ἠμῖν βεβίωται.
Ένα από αυτά είναι και το παρακάτω:
«Σε έχω προλάβει, τύχη, και σου έχω κλείσει όλες τις πόρτες της ζωής μου, και ούτε σ’ εσένα ούτε σε καμιάν άλλη από τις εξωτερικές συνθήκες θα παραδοθούμε.
Κι όταν έρθει ο καιρός να φύγουμε, θα φτύσουμε περήφανα τη ζωή και όσους, μάταια, είναι εξαρτημένοι από αυτήν, και θα την εγκαταλείψουμε μ” ένα ωραίο τραγούδι που θα λέει πόσο όμορφα ζήσαμε.»
Και το πρωτότυπο:
Προκατείλημμαι σέ, ὦ τύχῃ, καὶ πᾶσαν σήν παρείσδυσιν ἐνέφραξα, καὶ οὔτε σοὶ οὔτε ἅλλῃ οὐδεμιᾷ περιστάσει δώσομεν ἑαυτοὺς ἐκδότους ἀλλ ὅταν ἡμᾶς τὸ χρεὼν ἐξάγῃ, μέγα προπτύσαντες τῷ ζῆν καὶ τοῖς αὐτῷ κενῶς περιπλαττομένοις ἀπίμεν ἐκ τοῦ ζῆν μετὰ καλοῦ παιῶνος ἐπιφωνοῦντες ὡς ἠμῖν βεβίωται.
Σαλλούστιος: Γιατί είναι θεϊκοί οι μύθοι
Αξίζει να εξετάσουμε, γιατί οι παλαιοί παρέκαμψαν τον λόγο και εχρησιμοποίησαν τους μύθους. Και το πρώτο όφελος που ευρίσκουμε να έχουμε από τους μύθους, είναι το να αναζητούμε και να μην αφήνουμε την διάνοιά μας να είναι αργή. Το ότι οι μύθοι είναι θεικοί, φαίνεται από εκείνους που τους εχρησιμοποίησαν. Οι θεοδίδακτοι από τους ποιητές και οι άριστοι από τους φιλοσόφους και εκείνοι που εθέσπισαν τις Ιεροπραξίες, αλλά και αυτοί οι θεοί στους χρησμούς εχρησιμοποίησαν τους μύθους...
Το γιατί είναι θεικοί οι μύθοι θα εξετασθεί φιλοσοφικά.
Επειδή λοιπόν κάθε όν χαίρεται με ό,τι είναι όμοιό του και αποστρέφεται το ανόμοιο, είναι λογικό και οι αφηγήσεις για τους θεούς να είναι όμοιες με εκείνους, ώστε να γίνουν αντάξιες της ουσίας των θεών και να γίνουν οι θεοί, ευμενείς προς εκείνους που τις αφηγούνται. Όλα αυτά επιτυγχάνονται μόνο δια μέσου των μύθων.
Οι μύθοι λοιπόν μιμούνται τους ίδιους τους θεούς, ως προς την ρητή και άρρητη πλευρά τους, την αφανή και φανερή φύση τους, το σαφές και το ακατάληπτο τους, όπως και μιμούνται την αγαθότητα των θεών, καθώς όπως ακριβώς κι εκείνοι εχάρισαν σε όλους τα αγαθά που παράγουν οι αισθήσεις, αλλά τα αγαθά που παράγει η νόηση στους έμφρονες μόνο, έτσι και οι μύθοι ανακοινώνουν σε όλους ότι υπάρχουν οι θεοί, αλλά μόνο στους ικανούς να δουν βαθύτερα φανερώνουν το ποιοι ακριβώς είναι αυτοί και ποιες είναι οι δυνάμεις τους.
Και τις ενέργειες των θεών παρουσιάζουν επίσης οι μύθοι.
Θα μπορούσαμε μάλιστα να ονομάσουμε Μύθο και αυτόν τον ίδιο τον Κόσμο, καθώς μέσα του τα σώματα και τα πράγματα είναι φανερά, ενώ αποκρύπτονται οι ψυχές και οι νόες.
Επιπροσθέτως, αν θελήσει κάποιος να διδάξει σε όλους τους ανθρώπους την αλήθεια για τους θεούς, θα προκαλέσει από την μία τον καγχασμό των ανόητων λόγω της αδυναμίας τους να την κατανοήσουν και από την άλλη την ραθυμία των συγκροτημένων. Ενώ η συγκάλυψη της αληθείας με τους μύθους, δεν επιτρέπει στους πρώτους να καγχάσουν,τους δε δεύτερους εξαναγκάζει στο να φιλοσοφούν.
Αλλά γιατί άραγε οι μύθοι ομιλούν για μοιχείες και κλοπές και δέσμιους πατέρες και άλλα τόσα ατοπήματα;
Μήπως ακόμα και αυτό είναι άξιο του θαυμασμού μας, αφού μέσω των φαινομενικών ατοπημάτων, η ψυχή αντιλαμβάνεται αμέσως ότι οι αφηγήσεις αυτές είναι προκαλήμματα και οδηγείται έτσι στο να κατανοήσει την μυστηριακή φύση του αληθούς;
Σαλλούστιος, Περί Θεών και Κόσμου
Επειδή λοιπόν κάθε όν χαίρεται με ό,τι είναι όμοιό του και αποστρέφεται το ανόμοιο, είναι λογικό και οι αφηγήσεις για τους θεούς να είναι όμοιες με εκείνους, ώστε να γίνουν αντάξιες της ουσίας των θεών και να γίνουν οι θεοί, ευμενείς προς εκείνους που τις αφηγούνται. Όλα αυτά επιτυγχάνονται μόνο δια μέσου των μύθων.
Οι μύθοι λοιπόν μιμούνται τους ίδιους τους θεούς, ως προς την ρητή και άρρητη πλευρά τους, την αφανή και φανερή φύση τους, το σαφές και το ακατάληπτο τους, όπως και μιμούνται την αγαθότητα των θεών, καθώς όπως ακριβώς κι εκείνοι εχάρισαν σε όλους τα αγαθά που παράγουν οι αισθήσεις, αλλά τα αγαθά που παράγει η νόηση στους έμφρονες μόνο, έτσι και οι μύθοι ανακοινώνουν σε όλους ότι υπάρχουν οι θεοί, αλλά μόνο στους ικανούς να δουν βαθύτερα φανερώνουν το ποιοι ακριβώς είναι αυτοί και ποιες είναι οι δυνάμεις τους.
Και τις ενέργειες των θεών παρουσιάζουν επίσης οι μύθοι.
Θα μπορούσαμε μάλιστα να ονομάσουμε Μύθο και αυτόν τον ίδιο τον Κόσμο, καθώς μέσα του τα σώματα και τα πράγματα είναι φανερά, ενώ αποκρύπτονται οι ψυχές και οι νόες.
Επιπροσθέτως, αν θελήσει κάποιος να διδάξει σε όλους τους ανθρώπους την αλήθεια για τους θεούς, θα προκαλέσει από την μία τον καγχασμό των ανόητων λόγω της αδυναμίας τους να την κατανοήσουν και από την άλλη την ραθυμία των συγκροτημένων. Ενώ η συγκάλυψη της αληθείας με τους μύθους, δεν επιτρέπει στους πρώτους να καγχάσουν,τους δε δεύτερους εξαναγκάζει στο να φιλοσοφούν.
Αλλά γιατί άραγε οι μύθοι ομιλούν για μοιχείες και κλοπές και δέσμιους πατέρες και άλλα τόσα ατοπήματα;
Μήπως ακόμα και αυτό είναι άξιο του θαυμασμού μας, αφού μέσω των φαινομενικών ατοπημάτων, η ψυχή αντιλαμβάνεται αμέσως ότι οι αφηγήσεις αυτές είναι προκαλήμματα και οδηγείται έτσι στο να κατανοήσει την μυστηριακή φύση του αληθούς;
Σαλλούστιος, Περί Θεών και Κόσμου
Λουκιανός: Κρωβύλη και Κόριννα
Η Κρωβύλη και Κόριννα είναι ένας από τους δεκαπέντε εταιρικούς διαλόγους που δημιούργησε ο Λουκιανός που αναφέρονται όχι στις λίγες μεγαλόσχημες αλλά στις πολλές άσημες εταίρες που τις δέρνει η φτώχεια· κι αυτό άσχετα από τα γνωστά ή άγνωστα ονόματα με τα οποία τις παρουσιάζει.
Πρόκειται για κοινωνική σάτιρα που δεν είναι καθόλου ένα σκανδαλιστικό και πορνογραφικό κείμενο.
Οι εταίρες του συμπληρώνουν την παρουσίαση των καημών και των εξευτελισμών της φτωχολογιάς των χρόνων εκείνων....
ΚΡΩΒΥΛΗ. Βλέπεις, Κόριννα, ότι δεν είνε τόσον φοβερόν όσον ενόμιζες να γείνη ένα κορίτσι γυναίκα. Αυτό το έμαθες τώρα, αφού εκοιμήθης μ' ένα ωραίον νέον κι' επήρες μίαν μναν, το πρώτον σου κέρδος, με το οποίον θα σου αγοράσω ένα ωραίον κόσμημα.
ΚΟΡΙΝΝΑ. Ναι, μητερούλα μου. Θέλω να μου πάρεις ένα περιδέραιον που νάχη χάντρες κόκκινες της φωτιάς, όπως είνε της Φιλαινίδος.
ΚΡΩΒ. Ναι, τέτοιο θα σου πάρω. Αλλά άκουσε να σου δώσω και μερικές συμβουλές τι πρέπει να κάνης και πώς να φέρεσαι στους άνδρες. Ξέρεις,κόρη μου, ότι άλλο μέσον για να ζήσωμε δεν έχομεν. Είνε δύο χρόνια που πέθανε ο μακαρίτης ο πατέρας σου και ξέρεις πώς επεράσαμε αυτό το διάστημα. Όταν εκείνος εζούσε, τα είχαμεν όλα, διότι ήτο σιδηρουργός και πρώτος τεχνίτης στο Πειραιά. Και τώρα ακούς όλους να λέγουν ότι,αφότου πέθανε ο Φιλίνος, δεν ξανάγεινε άλλος τέτοιος τεχνίτης. Στην αρχή επούλησα τις τσιμπίδες, το αμόνι και το σφυρί κι' επήρα δύο μναις και μ' αυτές εζήσαμε κάμποσον καιρόν. Έπειτα άλλοτε ύφαινα και άλλοτε έγνεθα και με δυσκολία έβγαζα το ψωμί μας. Αλλά είχα εσένα και επερίμενα ότι μίαν ημέραν θα μου φέρης την ευτυχία.
ΚΟΡ. Εννοείς την μναν;
ΚΡΩΒ. Όχι, αλλ' ήλπιζα ότι άμα μεγαλώσης και εγώ θα ζήσω κοντά σου και συ θ' αποκτήσεις πλούτη και στολίδια και υπηρέτριες.
ΚΟΡ. Πώς θα γίνει αυτό, μαμά; Τι θέλεις να πης;
ΚΡΩΒ. Αρκεί να συναναστρέφεσαι τους νέους, να διασκεδάζεις και να κοιμάσαι μαζί τους.
ΚΟΡ. Όπως η θυγατέρα της Δαφνίδος η Λύρα;
ΚΡΩΒ. Ναι.
ΚΟΡ. Αλλ' αυτή είνε εταίρα.
ΚΡΩΒ. Αι! και τι; Αυτό δεν είνε κακό. Και συ θα πλουτίσεις σαν κι'αυτήν και θα έχης πολλούς εραστάς. Γιατί κλαις, παιδί μου; δεν βλέπεις πόσες είνε αυτού του είδους η γυναίκες, πώς τις αγαπούν οι άνδρες και τι χρήματα κερδίζουν; Θυμούμαι εγώ την Δαφνίδα τι κουρέλια φορούσε, πριν να μεγαλώση η κόρη της. Τώρα όμως βλέπεις με τι πολυτέλεια ζει, τι χρυσαφικά φορεί και τι ωραία φορέματα κ' έχει και τέσσαρες δούλες.
ΚΟΡ. Και πώς τ' απέκτησεν αυτά η Λύρα;
ΚΡΩΒ. Πρώτα πρώτα εφρόντισε να στολίζεται καλά, να έχη τρόπους και να φαίνεται ευχάριστη και γελαστή προς όλους, όχι όμως σαν και σένα που με το παραμικρόν χαχανίζεις, αλλά είχε ένα χαμόγελο με γλύκα και χάρι, είχε τρόπους ευγενείς και δεν εκορόιδευε κανένα από κείνους που την επλησίαζαν, ούτε τους εκυνήγα αυτή, αλλ' ούτε και ερωτεύετο πραγματικώς κανένα. Και αν καμμιά φορά την καλέσουν με πληρωμήν εις κανένα γεύμα, ούτε μεθά, διότι αυτό είνε άσχημον και οι άνδρες σιχαίνονται τις γυναίκες που έχουν αυτό το ελλάττωμα, ούτε τρώγει λαίμαργα, όπως οι κακοσυνειθισμένοι άνθρωποι, αλλά πιάνει τα φαγητά με τα άκρα των δακτύλων και με σιωπήν τρώγει χωρίς να παραγεμίζει το στόμα και από τα δύο μέρη, και πίνει σιγά σιγά και δεν αδειάζει το ποτήρι διά μιας, αλλ' ολίγον κατ' ολίγον.
ΚΟΡ. Και αν τύχη να διψά, μαμά;
ΚΡΩΒ. Και τότε ακόμα. Έχει δε και τα λόγια της μετρημένα και δεν κοροϊδεύει κανένα από κείνους που συντρώγουν, αλλά προσέχει εις εκείνον που πληρώνει· κι' έτσι την αγαπούν όλοι. Εις δε το κρεββάτι ούτε λυσσασμένη φαίνεται, ούτε και κρύα, αλλά με κάθε τρόπον και μόνον ένα πράγμα επιδιώκει πώς να μαγεύει τον άνδρα και να τον κάμη να την αγαπήσει. Μια τέτοια γυναίκα αρέσει σ' όλους τους άνδρες, αν γίνεις δε και συ τέτοια, θα ευτυχήσωμεν κι' εμείς. Δόξα νάχουν οι θεοί, στην ομορφιά είσαι πολύ καλλίτερη από τη Λύραν.... αλλά να δώσουν οι θεοί να ζήσης μόνον.
ΚΟΡ. Δε μου λες, μητέρα, όλοι αυτοί που παίρνουν τις γυναίκες με πληρωμή είνε σαν τον Εύκριτον που κοιμήθηκα χθες μαζί του;
ΚΡΩΒ. Όχι όλοι· μερικοί είνε καλύτεροι, άλλοι μεγαλύτεροι στην ηλικίαν και άλλοι ασχημότεροι.
ΚΟΡ. Πρέπει να κοιμούμαι και με αυτούς;
ΚΡΩΒ. Ναι, κόρη μου, διότι οι άσχημοι δίδουν και τα περισσότερα,οι δε όμορφοι νομίζουν ότι σου κάνουν και χάρι με την ομορφιά των.Αλλά συ να προτιμάς πάντα εκείνους που δίδουν τα περισσότερα, αν θέλης γρήγορα να σε δείχνουν και να λένε· Βλέπεις την Κόρινναν την θυγατέρα της Κρωβύλης τι πλούτη έχει και πόσο ευτυχισμένη έκαμε την μητέρα της; Τι λες; θα τα κάμης αυτά; Ξέρω εγώ ότι θ' ακολουθήσεις τις συμβουλές μου και εντός ολίγου θα γίνεις η καλλίτερη απ' όλες. Αλλά τώρα πήγαινε να λουσθής, μήπως έλθη και σήμερα εκείνος ο νέος, ο Εύκριτος, γιατί μούπε ότι θάρθη.
Οι εταίρες του συμπληρώνουν την παρουσίαση των καημών και των εξευτελισμών της φτωχολογιάς των χρόνων εκείνων....
ΚΡΩΒΥΛΗ. Βλέπεις, Κόριννα, ότι δεν είνε τόσον φοβερόν όσον ενόμιζες να γείνη ένα κορίτσι γυναίκα. Αυτό το έμαθες τώρα, αφού εκοιμήθης μ' ένα ωραίον νέον κι' επήρες μίαν μναν, το πρώτον σου κέρδος, με το οποίον θα σου αγοράσω ένα ωραίον κόσμημα.
ΚΟΡΙΝΝΑ. Ναι, μητερούλα μου. Θέλω να μου πάρεις ένα περιδέραιον που νάχη χάντρες κόκκινες της φωτιάς, όπως είνε της Φιλαινίδος.
ΚΡΩΒ. Ναι, τέτοιο θα σου πάρω. Αλλά άκουσε να σου δώσω και μερικές συμβουλές τι πρέπει να κάνης και πώς να φέρεσαι στους άνδρες. Ξέρεις,κόρη μου, ότι άλλο μέσον για να ζήσωμε δεν έχομεν. Είνε δύο χρόνια που πέθανε ο μακαρίτης ο πατέρας σου και ξέρεις πώς επεράσαμε αυτό το διάστημα. Όταν εκείνος εζούσε, τα είχαμεν όλα, διότι ήτο σιδηρουργός και πρώτος τεχνίτης στο Πειραιά. Και τώρα ακούς όλους να λέγουν ότι,αφότου πέθανε ο Φιλίνος, δεν ξανάγεινε άλλος τέτοιος τεχνίτης. Στην αρχή επούλησα τις τσιμπίδες, το αμόνι και το σφυρί κι' επήρα δύο μναις και μ' αυτές εζήσαμε κάμποσον καιρόν. Έπειτα άλλοτε ύφαινα και άλλοτε έγνεθα και με δυσκολία έβγαζα το ψωμί μας. Αλλά είχα εσένα και επερίμενα ότι μίαν ημέραν θα μου φέρης την ευτυχία.
ΚΟΡ. Εννοείς την μναν;
ΚΡΩΒ. Όχι, αλλ' ήλπιζα ότι άμα μεγαλώσης και εγώ θα ζήσω κοντά σου και συ θ' αποκτήσεις πλούτη και στολίδια και υπηρέτριες.
ΚΟΡ. Πώς θα γίνει αυτό, μαμά; Τι θέλεις να πης;
ΚΡΩΒ. Αρκεί να συναναστρέφεσαι τους νέους, να διασκεδάζεις και να κοιμάσαι μαζί τους.
ΚΟΡ. Όπως η θυγατέρα της Δαφνίδος η Λύρα;
ΚΡΩΒ. Ναι.
ΚΟΡ. Αλλ' αυτή είνε εταίρα.
ΚΡΩΒ. Αι! και τι; Αυτό δεν είνε κακό. Και συ θα πλουτίσεις σαν κι'αυτήν και θα έχης πολλούς εραστάς. Γιατί κλαις, παιδί μου; δεν βλέπεις πόσες είνε αυτού του είδους η γυναίκες, πώς τις αγαπούν οι άνδρες και τι χρήματα κερδίζουν; Θυμούμαι εγώ την Δαφνίδα τι κουρέλια φορούσε, πριν να μεγαλώση η κόρη της. Τώρα όμως βλέπεις με τι πολυτέλεια ζει, τι χρυσαφικά φορεί και τι ωραία φορέματα κ' έχει και τέσσαρες δούλες.
ΚΟΡ. Και πώς τ' απέκτησεν αυτά η Λύρα;
ΚΡΩΒ. Πρώτα πρώτα εφρόντισε να στολίζεται καλά, να έχη τρόπους και να φαίνεται ευχάριστη και γελαστή προς όλους, όχι όμως σαν και σένα που με το παραμικρόν χαχανίζεις, αλλά είχε ένα χαμόγελο με γλύκα και χάρι, είχε τρόπους ευγενείς και δεν εκορόιδευε κανένα από κείνους που την επλησίαζαν, ούτε τους εκυνήγα αυτή, αλλ' ούτε και ερωτεύετο πραγματικώς κανένα. Και αν καμμιά φορά την καλέσουν με πληρωμήν εις κανένα γεύμα, ούτε μεθά, διότι αυτό είνε άσχημον και οι άνδρες σιχαίνονται τις γυναίκες που έχουν αυτό το ελλάττωμα, ούτε τρώγει λαίμαργα, όπως οι κακοσυνειθισμένοι άνθρωποι, αλλά πιάνει τα φαγητά με τα άκρα των δακτύλων και με σιωπήν τρώγει χωρίς να παραγεμίζει το στόμα και από τα δύο μέρη, και πίνει σιγά σιγά και δεν αδειάζει το ποτήρι διά μιας, αλλ' ολίγον κατ' ολίγον.
ΚΟΡ. Και αν τύχη να διψά, μαμά;
ΚΡΩΒ. Και τότε ακόμα. Έχει δε και τα λόγια της μετρημένα και δεν κοροϊδεύει κανένα από κείνους που συντρώγουν, αλλά προσέχει εις εκείνον που πληρώνει· κι' έτσι την αγαπούν όλοι. Εις δε το κρεββάτι ούτε λυσσασμένη φαίνεται, ούτε και κρύα, αλλά με κάθε τρόπον και μόνον ένα πράγμα επιδιώκει πώς να μαγεύει τον άνδρα και να τον κάμη να την αγαπήσει. Μια τέτοια γυναίκα αρέσει σ' όλους τους άνδρες, αν γίνεις δε και συ τέτοια, θα ευτυχήσωμεν κι' εμείς. Δόξα νάχουν οι θεοί, στην ομορφιά είσαι πολύ καλλίτερη από τη Λύραν.... αλλά να δώσουν οι θεοί να ζήσης μόνον.
ΚΟΡ. Δε μου λες, μητέρα, όλοι αυτοί που παίρνουν τις γυναίκες με πληρωμή είνε σαν τον Εύκριτον που κοιμήθηκα χθες μαζί του;
ΚΡΩΒ. Όχι όλοι· μερικοί είνε καλύτεροι, άλλοι μεγαλύτεροι στην ηλικίαν και άλλοι ασχημότεροι.
ΚΟΡ. Πρέπει να κοιμούμαι και με αυτούς;
ΚΡΩΒ. Ναι, κόρη μου, διότι οι άσχημοι δίδουν και τα περισσότερα,οι δε όμορφοι νομίζουν ότι σου κάνουν και χάρι με την ομορφιά των.Αλλά συ να προτιμάς πάντα εκείνους που δίδουν τα περισσότερα, αν θέλης γρήγορα να σε δείχνουν και να λένε· Βλέπεις την Κόρινναν την θυγατέρα της Κρωβύλης τι πλούτη έχει και πόσο ευτυχισμένη έκαμε την μητέρα της; Τι λες; θα τα κάμης αυτά; Ξέρω εγώ ότι θ' ακολουθήσεις τις συμβουλές μου και εντός ολίγου θα γίνεις η καλλίτερη απ' όλες. Αλλά τώρα πήγαινε να λουσθής, μήπως έλθη και σήμερα εκείνος ο νέος, ο Εύκριτος, γιατί μούπε ότι θάρθη.
Η Αληθινή Θρησκεία
«Εκείνο που δεν μπορεί να ονομαστεί περιμένει στο κατώφλι κάθε ονόματος.»
Στο ταξίδι από την εικόνα του κόσμου στη σιωπή κάτω από αυτήν
Κεφάλαιο Ι
Η Πρώτη Εικόνα: Πώς ο Κόσμος Συντίθεται στον Οφθαλμό του Παρατηρητή
Υπάρχει μια στιγμή — φευγαλέα, σχεδόν ξεχασμένη — που συμβαίνει ακριβώς στην αρχή της συνειδητοποίησης. Είναι η στιγμή κατά την οποία μια συνείδηση, μόλις ξυπνημένη στο γεγονός της ίδιας της ύπαρξής της, στρέφει το βλέμμα της προς την απεραντοσύνη που την περιβάλλει και, με μια χειρονομία τόσο αρχαία όσο η ίδια η ζωή, προσπαθεί να συγκεντρώσει αυτή την απεραντοσύνη σε μια ενιαία, συνεκτική εικόνα. Όχι επειδή το επιλέγει. Όχι επειδή έχει συλλογιστεί την ανάγκη. Αλλά επειδή κάτι μέσα στην ίδια τη φύση της συνείδησης — κάτι ενστικτώδες, επείγον, σχεδόν βιολογικό στην επιταγή του — απαιτεί να κρατηθεί ο κόσμος, όσο ατελώς κι αν γίνεται, ως σύνολο.
Αυτή η πρωταρχική πράξη δημιουργίας κόσμου δεν είναι φιλοσοφία. Δεν είναι επιστήμη. Δεν είναι καν, με την αυστηρή έννοια, αντίληψη. Είναι κάτι παλαιότερο και πιο στοιχειώδες: η πρώτη χειρονομία μιας φλόγας που απλώνεται προς τον αέρα που χρειάζεται για να καεί. Η συνείδηση, βρίσκοντας τον εαυτό της να πλέει στον απέραντο και ανεξερεύνητο ωκεανό των φαινομένων, κατασκευάζει μια σχεδία. Και η σχεδία, αναπόφευκτα, είναι ελλιπής. Είναι ραμμένη από εμπειρία και συμπέρασμα, από μνήμη και προσδοκία, από ό,τι έχει φανεί και από ό,τι απλώς έχει φανταστεί στους χώρους όπου η όραση απέτυχε. Τα κενά δεν μένουν άδεια. Γεμίζονται — ήσυχα, αυτόματα, χωρίς ανακοίνωση — από το ίδιο το μυαλό, που δεν ανέχεται το χάσμα του άγνωστου και έτσι το καλύπτει με υποθέσεις.
Αυτό που προκύπτει δεν είναι ο κόσμος όπως είναι. Είναι ο κόσμος όπως τον έχει συνθέσει κάθε συγκεκριμένη συνείδηση — διαμορφωμένη από την ιστορία της, τις αισθητηριακές της ικανότητες, τους φόβους και τις λαχτάρες της. Καμία από αυτές τις συνθέσεις δεν είναι ίδια με την άλλη. Κάθε μία φέρει μέσα της το αποτύπωμα του δημιουργού της. Και έτσι, η πραγματικότητα, όπως τη βιώνουν, την αναπνέουν και την πλοηγούνται τα ανθρώπινα όντα, δεν είναι αντικειμενική. Είναι διαϋποκειμενική — μια απέραντη, σπινθηροβόλος συναίνεση, που φτάνει όχι με την ανακάλυψη της αλήθειας, αλλά με τη σύγκλιση αμέτρητων ατομικών κατασκευών πάνω σε ένα κοινό έδαφος. Το ότι πολλά μυαλά κρατούν την ίδια εικόνα δεν σημαίνει ότι η εικόνα είναι ακριβής. Σημαίνει μόνο ότι έχουν φτάσει, ο καθένας με τον δικό του τρόπο, στην ίδια προσέγγιση κάποιου πράγματος που παραμένει, στη βαθύτερη φύση του, απρόσιτο και ανέγγιχτο από οποιαδήποτε εικόνα.
Ο κόσμος που αντιλαμβανόμαστε δεν είναι παράθυρο. Είναι πίνακας — εξαίσιος, λεπτομερής, ζωντανός από νόημα — και όμως ανεπανόρθωτα ένας πίνακας.
Αυτή είναι η πρωταρχική κοσμοθεωρία: φυσική, αναγκαία και, από τη φύση της, ελλιπής. Είναι το νερό μέσα στο οποίο κολυμπούν όλοι οι άνθρωποι χωρίς να ξέρουν ότι είναι βρεγμένοι. Και θα ήταν αρκετή — θα συντηρούσε τη ζωή επ’ αόριστον — αν δεν υπήρχε μια παράξενη και επίμονη ανησυχία που αναδύεται, σε κάποιες ψυχές, από τα βάθη. Μια αίσθηση ότι η εικόνα δεν είναι το πράγμα. Μια πείνα για αυτό που κρύβεται πίσω από τον καμβά.
Κεφάλαιο ΙΙ
Ο Φιλοσοφικός Λύχνος: Διαύγεια που δεν Μπορεί να Φωτίσει την Πηγή της
Κάποιες συνειδήσεις, δυσαρεστημένες με τη σχεδία της κοινής υπόθεσης, αναζητούν πιο στέρεα σκάφη. Επιβάλλουν στον εαυτό τους την πειθαρχία της αυστηρότητας: τη λογική ως πυξίδα, την επαλήθευση ως πηδάλιο, την απομάκρυνση του μη αποδεδειγμένου ως έρμα. Αυτή είναι η φιλοσοφική ώθηση — η επιθυμία όχι απλώς να έχει κανείς μια κοσμοθεωρία, αλλά να έχει μία που να αντέχει στην κριτική του λόγου. Και υπάρχει κάτι ευγενές σε αυτό. Η φιλοσοφική παράδοση, στα καλύτερά της, αντιπροσωπεύει την πιο συνεπή και πειθαρχημένη προσπάθεια της ανθρωπότητας να δει καθαρά, να μιλήσει με ακρίβεια, να ακολουθήσει ένα επιχείρημα όπου κι αν οδηγεί, ανεξάρτητα από την ενόχληση του προορισμού του.
Η φιλοσοφία, όταν στρέφει το βλέμμα της στον εαυτό της — όταν ερευνά όχι απλώς το περιεχόμενο των πεποιθήσεών της αλλά τις ίδιες τις συνθήκες που καθιστούν δυνατή την πίστη — γίνεται κάτι πιο παράξενο και πιο ζαλιστικό. Ρωτά: τι είναι η γνώση; Ποια είναι η δομή της αντίληψης; Ποια είναι τα όρια του γνωρίσιμου; Αυτά τα ερωτήματα ανήκουν σε αυτό που μερικές φορές ονομάζεται επιστημολογία και έχουν απασχολήσει τους μεγαλύτερους νόες κάθε πολιτισμού, χωρίς ποτέ να φτάσουν σε μια απάντηση που ικανοποιεί, χωρίς ποτέ να εξαντλήσουν το μυστήριο του ίδιου του ερωτήματος.
Ωστόσο, ακόμα και εδώ, στον αραιωμένο αέρα της φιλοσοφικής στοχαστικής, λείπει κάτι. Διότι κάθε φιλοσοφικό σύστημα, όσο λαμπρό κι αν είναι, είναι τελικά μια άλλη κατασκευή — μια άλλη σχεδία, καλύτερα χτισμένη από την πρώτη, πιο θαλασσοπληρωμένη, λιγότερο πιθανή να πάρει νερό σε καταιγίδα, αλλά πάντα μια σχεδία. Επιπλέει στον ίδιο ωκεανό. Είναι φτιαγμένη από τα ίδια χέρια. Περιορίζεται από τον ίδιο ορίζοντα. Ο φιλόσοφος που καταλήγει ότι η πραγματικότητα είναι ύλη, ή ότι είναι νους, ή ότι είναι ένα άγνωστο πράγμα-καθαυτό, δεν έχει αγγίξει την πραγματικότητα. Έχει παράγει, με αξιέπαινη φροντίδα και ευφυΐα, μια άλλη εικόνα της. Και η εικόνα, όσο εκλεπτυσμένη κι αν είναι, δεν είναι το πράγμα.
Ο μεγάλος λύχνος της φιλοσοφίας φωτίζει τα πάντα προς τα οποία στρέφεται. Αλλά δεν μπορεί να φωτίσει την ίδια του την πηγή. Δεν μπορεί να δει το μάτι που βλέπει. Και αυτό δεν είναι αποτυχία της φιλοσοφίας τόσο, όσο είναι ένας υπαινιγμός — μια σκιά που ρίχνει κάτι τεράστιο που στέκεται ακριβώς έξω από τον κύκλο του φωτός.
Κεφάλαιο ΙΙΙ
Πέρα από τον Καθρέφτη: Για τη Φτώχεια της Αντίληψης και τον Πλούτο Αυτού που Κρύβει
Υπάρχει ένα περαιτέρω βήμα — ένα βήμα που η φιλοσοφία πλησιάζει αλλά σπάνια παίρνει, τραβηγμένη πίσω, ίσως, από τη δική της δέσμευση στο ομιλητό, το συζητήσιμο, το επαληθεύσιμο. Αυτό το βήμα απαιτεί μια αλλαγή προσοχής τόσο θεμελιώδη που μόλις και μετά βίας μπορεί να ονομαστεί βήμα. Είναι λιγότερο μια κίνηση προς κάτι νέο παρά μια στροφή μακριά από κάθε οικείο. Είναι η στιγμή κατά την οποία η προσοχή, που έχει μείνει τόσο καιρό καρφωμένη στο περιεχόμενο των αντιλήψεών της — στον κόσμο, στις ιδέες για τον κόσμο, στις ιδέες για τις ιδέες για τον κόσμο — στρέφεται, για πρώτη φορά, στον εαυτό της.
Όχι στις διαδικασίες της. Όχι στους μηχανισμούς της. Όχι στο ερώτημα του πώς λειτουργεί η αντίληψη ή ποια είναι τα όριά της. Αλλά σε αυτό που αντιλαμβάνεται. Στο γυμνό, αναγκαίο, φωτεινό γεγονός της ίδιας της επίγνωσης. Σε αυτό που είναι που αντιλαμβάνεται όταν συμβαίνει η αντίληψη.
Αυτή η στροφή είναι αποπροσανατολιστική με τον τρόπο που είναι αποπροσανατολιστικές όλες οι γνήσια αποκαλυπτικές εμπειρίες: κάνει το οικείο ξένο. Οτιδήποτε έμοιαζε στέρεο — τα έπιπλα του εξωτερικού κόσμου, η αρχιτεκτονική της εσωτερικής ζωής, ολόκληρη η περίτεχνη κατασκευή που η συνείδηση χτίζει από την αρχή της — αρχίζει να εμφανίζεται, σε ένα νέο και ανησυχητικό φως, ως κάτι που αιωρείται. Ως εμφάνιση. Ως η επιφάνεια ενός βάθους που δεν έχει πυθμένα. Και αυτό το βάθος, αυτή η σιωπή κάτω από τον θόρυβο της εμπειρίας, αυτή η απεραντοσύνη μέσα στην οποία αναδύονται και διαλύονται όλες οι εικόνες — αυτό δεν είναι τίποτα. Είναι, αν μη τι άλλο, πιο πραγματικό από τις ίδιες τις εικόνες. Είναι αυτό που καθιστά τις εικόνες δυνατές. Είναι το έδαφός τους. Και είναι ανείπωτα, μεγαλοπρεπώς, ανώνυμα παρόν.
Η αλήθεια δεν μπορεί να βρεθεί στο περιεχόμενο των αντιλήψεων. Περιμένει στην ίδια την πράξη της αντίληψης — στον σιωπηλό μάρτυρα πίσω από κάθε σκέψη, κάθε συναίσθημα, κάθε εικόνα του κόσμου.
Στο ταξίδι από την εικόνα του κόσμου στη σιωπή κάτω από αυτήν
Κεφάλαιο Ι
Η Πρώτη Εικόνα: Πώς ο Κόσμος Συντίθεται στον Οφθαλμό του Παρατηρητή
Υπάρχει μια στιγμή — φευγαλέα, σχεδόν ξεχασμένη — που συμβαίνει ακριβώς στην αρχή της συνειδητοποίησης. Είναι η στιγμή κατά την οποία μια συνείδηση, μόλις ξυπνημένη στο γεγονός της ίδιας της ύπαρξής της, στρέφει το βλέμμα της προς την απεραντοσύνη που την περιβάλλει και, με μια χειρονομία τόσο αρχαία όσο η ίδια η ζωή, προσπαθεί να συγκεντρώσει αυτή την απεραντοσύνη σε μια ενιαία, συνεκτική εικόνα. Όχι επειδή το επιλέγει. Όχι επειδή έχει συλλογιστεί την ανάγκη. Αλλά επειδή κάτι μέσα στην ίδια τη φύση της συνείδησης — κάτι ενστικτώδες, επείγον, σχεδόν βιολογικό στην επιταγή του — απαιτεί να κρατηθεί ο κόσμος, όσο ατελώς κι αν γίνεται, ως σύνολο.
Αυτή η πρωταρχική πράξη δημιουργίας κόσμου δεν είναι φιλοσοφία. Δεν είναι επιστήμη. Δεν είναι καν, με την αυστηρή έννοια, αντίληψη. Είναι κάτι παλαιότερο και πιο στοιχειώδες: η πρώτη χειρονομία μιας φλόγας που απλώνεται προς τον αέρα που χρειάζεται για να καεί. Η συνείδηση, βρίσκοντας τον εαυτό της να πλέει στον απέραντο και ανεξερεύνητο ωκεανό των φαινομένων, κατασκευάζει μια σχεδία. Και η σχεδία, αναπόφευκτα, είναι ελλιπής. Είναι ραμμένη από εμπειρία και συμπέρασμα, από μνήμη και προσδοκία, από ό,τι έχει φανεί και από ό,τι απλώς έχει φανταστεί στους χώρους όπου η όραση απέτυχε. Τα κενά δεν μένουν άδεια. Γεμίζονται — ήσυχα, αυτόματα, χωρίς ανακοίνωση — από το ίδιο το μυαλό, που δεν ανέχεται το χάσμα του άγνωστου και έτσι το καλύπτει με υποθέσεις.
Αυτό που προκύπτει δεν είναι ο κόσμος όπως είναι. Είναι ο κόσμος όπως τον έχει συνθέσει κάθε συγκεκριμένη συνείδηση — διαμορφωμένη από την ιστορία της, τις αισθητηριακές της ικανότητες, τους φόβους και τις λαχτάρες της. Καμία από αυτές τις συνθέσεις δεν είναι ίδια με την άλλη. Κάθε μία φέρει μέσα της το αποτύπωμα του δημιουργού της. Και έτσι, η πραγματικότητα, όπως τη βιώνουν, την αναπνέουν και την πλοηγούνται τα ανθρώπινα όντα, δεν είναι αντικειμενική. Είναι διαϋποκειμενική — μια απέραντη, σπινθηροβόλος συναίνεση, που φτάνει όχι με την ανακάλυψη της αλήθειας, αλλά με τη σύγκλιση αμέτρητων ατομικών κατασκευών πάνω σε ένα κοινό έδαφος. Το ότι πολλά μυαλά κρατούν την ίδια εικόνα δεν σημαίνει ότι η εικόνα είναι ακριβής. Σημαίνει μόνο ότι έχουν φτάσει, ο καθένας με τον δικό του τρόπο, στην ίδια προσέγγιση κάποιου πράγματος που παραμένει, στη βαθύτερη φύση του, απρόσιτο και ανέγγιχτο από οποιαδήποτε εικόνα.
Ο κόσμος που αντιλαμβανόμαστε δεν είναι παράθυρο. Είναι πίνακας — εξαίσιος, λεπτομερής, ζωντανός από νόημα — και όμως ανεπανόρθωτα ένας πίνακας.
Αυτή είναι η πρωταρχική κοσμοθεωρία: φυσική, αναγκαία και, από τη φύση της, ελλιπής. Είναι το νερό μέσα στο οποίο κολυμπούν όλοι οι άνθρωποι χωρίς να ξέρουν ότι είναι βρεγμένοι. Και θα ήταν αρκετή — θα συντηρούσε τη ζωή επ’ αόριστον — αν δεν υπήρχε μια παράξενη και επίμονη ανησυχία που αναδύεται, σε κάποιες ψυχές, από τα βάθη. Μια αίσθηση ότι η εικόνα δεν είναι το πράγμα. Μια πείνα για αυτό που κρύβεται πίσω από τον καμβά.
Κεφάλαιο ΙΙ
Ο Φιλοσοφικός Λύχνος: Διαύγεια που δεν Μπορεί να Φωτίσει την Πηγή της
Κάποιες συνειδήσεις, δυσαρεστημένες με τη σχεδία της κοινής υπόθεσης, αναζητούν πιο στέρεα σκάφη. Επιβάλλουν στον εαυτό τους την πειθαρχία της αυστηρότητας: τη λογική ως πυξίδα, την επαλήθευση ως πηδάλιο, την απομάκρυνση του μη αποδεδειγμένου ως έρμα. Αυτή είναι η φιλοσοφική ώθηση — η επιθυμία όχι απλώς να έχει κανείς μια κοσμοθεωρία, αλλά να έχει μία που να αντέχει στην κριτική του λόγου. Και υπάρχει κάτι ευγενές σε αυτό. Η φιλοσοφική παράδοση, στα καλύτερά της, αντιπροσωπεύει την πιο συνεπή και πειθαρχημένη προσπάθεια της ανθρωπότητας να δει καθαρά, να μιλήσει με ακρίβεια, να ακολουθήσει ένα επιχείρημα όπου κι αν οδηγεί, ανεξάρτητα από την ενόχληση του προορισμού του.
Η φιλοσοφία, όταν στρέφει το βλέμμα της στον εαυτό της — όταν ερευνά όχι απλώς το περιεχόμενο των πεποιθήσεών της αλλά τις ίδιες τις συνθήκες που καθιστούν δυνατή την πίστη — γίνεται κάτι πιο παράξενο και πιο ζαλιστικό. Ρωτά: τι είναι η γνώση; Ποια είναι η δομή της αντίληψης; Ποια είναι τα όρια του γνωρίσιμου; Αυτά τα ερωτήματα ανήκουν σε αυτό που μερικές φορές ονομάζεται επιστημολογία και έχουν απασχολήσει τους μεγαλύτερους νόες κάθε πολιτισμού, χωρίς ποτέ να φτάσουν σε μια απάντηση που ικανοποιεί, χωρίς ποτέ να εξαντλήσουν το μυστήριο του ίδιου του ερωτήματος.
Ωστόσο, ακόμα και εδώ, στον αραιωμένο αέρα της φιλοσοφικής στοχαστικής, λείπει κάτι. Διότι κάθε φιλοσοφικό σύστημα, όσο λαμπρό κι αν είναι, είναι τελικά μια άλλη κατασκευή — μια άλλη σχεδία, καλύτερα χτισμένη από την πρώτη, πιο θαλασσοπληρωμένη, λιγότερο πιθανή να πάρει νερό σε καταιγίδα, αλλά πάντα μια σχεδία. Επιπλέει στον ίδιο ωκεανό. Είναι φτιαγμένη από τα ίδια χέρια. Περιορίζεται από τον ίδιο ορίζοντα. Ο φιλόσοφος που καταλήγει ότι η πραγματικότητα είναι ύλη, ή ότι είναι νους, ή ότι είναι ένα άγνωστο πράγμα-καθαυτό, δεν έχει αγγίξει την πραγματικότητα. Έχει παράγει, με αξιέπαινη φροντίδα και ευφυΐα, μια άλλη εικόνα της. Και η εικόνα, όσο εκλεπτυσμένη κι αν είναι, δεν είναι το πράγμα.
Ο μεγάλος λύχνος της φιλοσοφίας φωτίζει τα πάντα προς τα οποία στρέφεται. Αλλά δεν μπορεί να φωτίσει την ίδια του την πηγή. Δεν μπορεί να δει το μάτι που βλέπει. Και αυτό δεν είναι αποτυχία της φιλοσοφίας τόσο, όσο είναι ένας υπαινιγμός — μια σκιά που ρίχνει κάτι τεράστιο που στέκεται ακριβώς έξω από τον κύκλο του φωτός.
Κεφάλαιο ΙΙΙ
Πέρα από τον Καθρέφτη: Για τη Φτώχεια της Αντίληψης και τον Πλούτο Αυτού που Κρύβει
Υπάρχει ένα περαιτέρω βήμα — ένα βήμα που η φιλοσοφία πλησιάζει αλλά σπάνια παίρνει, τραβηγμένη πίσω, ίσως, από τη δική της δέσμευση στο ομιλητό, το συζητήσιμο, το επαληθεύσιμο. Αυτό το βήμα απαιτεί μια αλλαγή προσοχής τόσο θεμελιώδη που μόλις και μετά βίας μπορεί να ονομαστεί βήμα. Είναι λιγότερο μια κίνηση προς κάτι νέο παρά μια στροφή μακριά από κάθε οικείο. Είναι η στιγμή κατά την οποία η προσοχή, που έχει μείνει τόσο καιρό καρφωμένη στο περιεχόμενο των αντιλήψεών της — στον κόσμο, στις ιδέες για τον κόσμο, στις ιδέες για τις ιδέες για τον κόσμο — στρέφεται, για πρώτη φορά, στον εαυτό της.
Όχι στις διαδικασίες της. Όχι στους μηχανισμούς της. Όχι στο ερώτημα του πώς λειτουργεί η αντίληψη ή ποια είναι τα όριά της. Αλλά σε αυτό που αντιλαμβάνεται. Στο γυμνό, αναγκαίο, φωτεινό γεγονός της ίδιας της επίγνωσης. Σε αυτό που είναι που αντιλαμβάνεται όταν συμβαίνει η αντίληψη.
Αυτή η στροφή είναι αποπροσανατολιστική με τον τρόπο που είναι αποπροσανατολιστικές όλες οι γνήσια αποκαλυπτικές εμπειρίες: κάνει το οικείο ξένο. Οτιδήποτε έμοιαζε στέρεο — τα έπιπλα του εξωτερικού κόσμου, η αρχιτεκτονική της εσωτερικής ζωής, ολόκληρη η περίτεχνη κατασκευή που η συνείδηση χτίζει από την αρχή της — αρχίζει να εμφανίζεται, σε ένα νέο και ανησυχητικό φως, ως κάτι που αιωρείται. Ως εμφάνιση. Ως η επιφάνεια ενός βάθους που δεν έχει πυθμένα. Και αυτό το βάθος, αυτή η σιωπή κάτω από τον θόρυβο της εμπειρίας, αυτή η απεραντοσύνη μέσα στην οποία αναδύονται και διαλύονται όλες οι εικόνες — αυτό δεν είναι τίποτα. Είναι, αν μη τι άλλο, πιο πραγματικό από τις ίδιες τις εικόνες. Είναι αυτό που καθιστά τις εικόνες δυνατές. Είναι το έδαφός τους. Και είναι ανείπωτα, μεγαλοπρεπώς, ανώνυμα παρόν.
Η αλήθεια δεν μπορεί να βρεθεί στο περιεχόμενο των αντιλήψεων. Περιμένει στην ίδια την πράξη της αντίληψης — στον σιωπηλό μάρτυρα πίσω από κάθε σκέψη, κάθε συναίσθημα, κάθε εικόνα του κόσμου.
Κεφάλαιο IV
Ο Εαυτός Πέρα από τον Εαυτό: Μέσα στο Άπειρο
Όταν ο αναζητητής στρέφεται μακριά από τον εξωτερικό κόσμο — από το θέαμα των φαινομένων, από το θέατρο της αντίληψης, από την ατελείωτη συζήτηση της σκέψης με τον εαυτό της — και κινείται, με όποιο θάρρος και υπομονή απαιτεί αυτή η στροφή, προς αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί η πηγή, μια παράξενη και μη αναστρέψιμη ανακάλυψη περιμένει. Έχει ονομαστεί με πολλά ονόματα σε πολλές παραδόσεις. Το Άτμαν. Η Βουδική φύση. Το Βασίλειο των Ουρανών εντός. Το Ταό που δεν μπορεί να ονομαστεί. Κάθε όνομα είναι μια προσέγγιση, ένα δάχτυλο που δείχνει το φεγγάρι — και το φεγγάρι δεν νοιάζεται για το δάχτυλο.
Αυτό που ανακαλύπτεται, στη στιγμή της γνήσιας εσωτερικής στροφής, δεν είναι το εγώ — όχι το μικρό, οικείο, ανήσυχο εαυτό με την ιστορία του και τις προτιμήσεις του και τον φόβο του για τον θάνατο. Αυτός ο εαυτός είναι ο ίδιος μια κατασκευή, ένας χαρακτήρας στην ιστορία που η συνείδηση αφηγείται για τον εαυτό της. Αυτό που ανακαλύπτεται είναι κάτι που προηγείται της ιστορίας. Κάτι που ήταν παρόν πριν από την πρώτη λέξη της ιστορίας και θα παραμείνει όταν πέσει σιωπηλή η τελευταία λέξη. Κάτι που είναι, με την πιο κυριολεκτική έννοια, χωρίς ιδιότητες — επειδή όλες οι ιδιότητες είναι περιεχόμενο, και αυτό είναι ο χώρος μέσα στον οποίο αναδύεται κάθε περιεχόμενο. Χωρίς περιορισμούς — επειδή όλοι οι περιορισμοί ανήκουν στα αντικείμενα που εμφανίζονται μέσα του, όχι στην επίγνωση μέσα στην οποία εμφανίζονται. Χωρίς αρχή ή τέλος — επειδή ο ίδιος ο χρόνος είναι μία από τις εμφανίσεις του.
Ο φιλόσοφος Μάρτιν Χάιντεγκερ έφτασε κοντά σε αυτό με τη διάκριση μεταξύ Sein — του Είναι καθαυτό, του εδάφους όλων όσων υπάρχουν — και Dasein — του είναι-εκεί, της συγκεκριμένης, τοποθετημένης, θνητής ύπαρξης του ανθρώπινου πλάσματος. Ο ψυχολόγος Καρλ Γιουνγκ το προσέγγισε από άλλη κατεύθυνση, δείχνοντας τον Ωκεανό του Ασυνειδήτου που υποστηρίζει και υπερχειλίζει το μικρό νησί της συνειδητής ταυτότητας. Αυτά είναι χάρτες διαφορετικής κλίμακας και διαφορετικών προβολών, αλλά δείχνουν προς την ίδια επικράτεια: μια πραγματικότητα που δεν είναι ο εαυτός όπως συνήθως κατανοείται, και όμως είναι πιο οικεία δική μας από οτιδήποτε μπορεί να διεκδικήσει ο συνηθισμένος εαυτός.
Το να συναντήσεις αυτό — ακόμα και στιγμιαία, ακόμα και με τον φευγαλέο τρόπο που ένα σύννεφο ανοίγει για να αποκαλύψει τον ήλιο και μετά κλείνει ξανά — είναι να αλλάξεις με τρόπους που κανένα επιχείρημα και καμία πληροφορία δεν θα μπορούσε να προκαλέσει. Δεν είναι μια πεποίθηση που αποκτάς. Είναι μια αναγνώριση που υφίστασαι. Και η αναγνώριση φέρει μαζί της μια ποιότητα που η γλώσσα δυσκολεύεται να κρατήσει: μια ειρήνη που δεν εξαρτάται από τις συνθήκες, μια πληρότητα που δεν χρειάζεται προσθήκη, ένα φως που δεν είναι η απουσία του σκότους αλλά κάτι προγενέστερο από τη διάκριση μεταξύ φωτός και σκότους συνολικά.
Κεφάλαιο V
Η Αληθινή Θρησκεία: Αυτό που Μοιράζονται οι Μεγάλες Οδοί στη Σιωπή τους
Και εδώ, σε αυτή τη διασταύρωση, γίνεται ορατό κάτι αξιοσημείωτο. Όταν ο αναζητητής κοιτάζει το τοπίο των πνευματικών παραδόσεων του κόσμου — όχι στα δόγματά τους, όχι στα τελετουργικά τους, όχι στις θεσμικές τους ιστορίες, που είναι τόσο ποικίλες και αμφιλεγόμενες όσο οι ιστορίες των εθνών — αλλά σε αυτό προς το οποίο δείχνουν στο βαθύτερο επίπεδό τους, εμφανίζεται μια σύγκλιση που είναι υπερβολικά συνεπής για να είναι σύμπτωση και υπερβολικά λεπτή για να είναι μίμηση. Ο Βούδας, καθισμένος κάτω από το Δέντρο της Φώτισης, δεν ξύπνησε σε ένα δόγμα. Ξύπνησε σε αυτό που είναι. Ο Χριστός, στη πιο εσωτερική διδασκαλία του, δεν μίλησε πρωτίστως για νόμους που πρέπει να υπακούονται αλλά για ένα Βασίλειο που είναι εντός — μια επικράτεια όχι χωρική, όχι χρονική, όχι θεσμική, αλλά εσωτερική στην ίδια τη συνείδηση που το αναζητεί. Ο Σουφί μυστικιστής στρέφεται προς τα μέσα μέσω της αφανίσεως του μικρού εαυτού — φανά — και βρίσκει τον Αγαπημένο όχι εκεί έξω, πέρα από τον ορίζοντα, αλλά εδώ, πιο οικείο από την ίδια την ανάσα. Ο Βεδαντιστής σοφός αναπαύεται στην αναγνώριση ότι Άτμαν και Μπράχμαν είναι ένα — ότι ο εαυτός, σωστά κατανοημένος, δεν είναι ξεχωριστός από το έδαφος όλης της ύπαρξης.
Αυτές δεν είναι η ίδια θρησκεία με θεσμική έννοια. Δεν μοιράζονται τα ίδια σύμβολα, την ίδια κοσμολογία, την ίδια ηθική, την ίδια εικόνα του κόσμου. Αλλά μοιράζονται κάτι πιο θεμελιώδες: μια κατεύθυνση. Έναν προσανατολισμό της προσοχής του αναζητητή μακριά από την επιφάνεια της εμπειρίας και προς την πηγή της. Μακριά από την εικόνα του κόσμου και προς αυτό που καθιστά δυνατή την απεικόνιση. Μακριά από τον μικρό, κατασκευασμένο εαυτό και προς αυτό πάνω στο οποίο αιωρείται ο μικρός εαυτός — ή, πιο ακριβώς, αυτό που ο μικρός εαυτός είναι έκφραση του.
Αυτή είναι η Αληθινή Θρησκεία: όχι ένα σύνολο προτάσεων που πρέπει να πιστευτούν, αλλά μια κίνηση που πρέπει να γίνει. Όχι μια εικόνα της πραγματικότητας, αλλά μια στροφή προς την ίδια την πραγματικότητα. Όχι μια απάντηση, αλλά η διάλυση της απόστασης μεταξύ του ερωτώντος και αυτού που το ερώτημα αφορά τελικά. Η οδός έχει λιγότερη σημασία από την κατεύθυνση. Η γλώσσα έχει λιγότερη σημασία από τη σιωπή που προσπαθεί να προσεγγίσει. Η μορφή έχει λιγότερη σημασία από αυτό που η μορφή υπηρετεί.
Κάθε δρόμος που οδηγεί τον αναζητητή από την επιφάνεια της εμπειρίας προς τα βάθη της είναι ιερός δρόμος — ανεξάρτητα από το όνομα που είναι χαραγμένο στην πινακίδα του.
Το να περπατήσεις αυτόν τον δρόμο μόνος, χαράζοντάς τον βήμα-βήμα από την ερημιά της δικής σου εμπειρίας, απαιτεί σχεδόν υπεράνθρωπη αντοχή. Γι’ αυτό υπάρχουν οι μεγάλες παραδόσεις: όχι για να επιβάλλουν μια εικόνα του κόσμου, αλλά για να παραδώσουν, από γενιά σε γενιά, έναν λύχνο. Ο λύχνος δεν αντικαθιστά το ταξίδι. Αλλά κάνει το ταξίδι λιγότερο επικίνδυνο. Και μερικές φορές, στα χέρια ενός δασκάλου — ενός Βούδα, ενός Χριστού, ενός Ραμάνα, ενός Ρουμί — ο λύχνος γίνεται ήλιος, και όσοι πλησιάζουν βρίσκουν τον εαυτό τους, χωρίς να ξέρουν ακριβώς πώς, ήδη μέσα στο φως που αναζητούσαν.
Κεφάλαιο VI
Η Επιστροφή: Ο Κόσμος όπως Φαίνεται από τη Σιωπή
Υπάρχει ένα ερώτημα που αναδύεται, μερικές φορές με γνήσια περιέργεια και μερικές φορές με κάτι πιο κοντά στην αγωνία, σε όσους στοχάζονται την οδό της εσωτερικής στροφής: αν ο προορισμός είναι μια σιωπή που υπερβαίνει τον κόσμο, γίνεται ο κόσμος άσχετος; Απαιτεί το εσωτερικό ταξίδι την αποκοπή των δεσμών που δένουν τον ταξιδιώτη με τις άλλες ζωές, με τις συνηθισμένες υφές της ύπαρξης, με την αγάπη και την εργασία και την εναλλαγή των εποχών;
Οι μεγάλες παραδόσεις, με αξιοσημείωτη ομοφωνία, απαντούν: όχι. Όχι ασημαντότητα. Μεταμόρφωση. Ο κόσμος δεν εξαφανίζεται όταν τον βλέπεις από το έδαφος της επίγνωσης. Γίνεται, αν μη τι άλλο, πιο ζωντανός — πιο ακριβώς ο εαυτός του, πιο φωτεινός στην ιδιαιτερότητά του, πιο εκπληκτικός στην στιγμή-προς-στιγμή αναδυόμενη φύση του. Αυτό που εξαφανίζεται είναι η αγωνία μιας συνείδησης που έχει μπερδέψει τις κατασκευές της με την πραγματικότητα και έχει ανακαλύψει, ξανά και ξανά, ότι η πραγματικότητα αρνείται να συμμορφωθεί. Ο αναζητητής που έχει αγγίξει, όσο σύντομα κι αν είναι, τη σιωπή κάτω από τον θόρυβο, δεν γίνεται αδιάφορος για τον κόσμο. Γίνεται, με κάποια έννοια, πιο γνήσια παρών σε αυτόν — επειδή δεν προσπαθεί πια να τον χρησιμοποιήσει για να γεμίσει ένα κενό που ποτέ δεν ήταν εξοπλισμένος να γεμίσει.
Ο άνεμος εξακολουθεί να κινείται. Το φως εξακολουθεί να πέφτει πάνω στο νερό με τον ίδιο εξωφρενικό τρόπο που πάντα είχε. Τα πρόσωπα των ανθρώπων που αγαπά κανείς εξακολουθούν να φέρουν όλο το βάρος της ομορφιάς και της ευαλωτότητάς τους. Αλλά κάτι έχει αλλάξει σε αυτόν που αντιλαμβάνεται αυτά τα πράγματα. Η σχεδία είναι ακόμα εκεί — πρέπει να είναι, όσο διαρκεί η ενσωματωμένη ζωή — αλλά ο ταξιδιώτης δεν είναι πλέον ολόκληρος πάνω στη σχεδία. Γνωρίζει, με μια γνώση που δεν είναι πίστη αλλά αναγνώριση, ότι ο ωκεανός κάτω από τη σχεδία είναι επίσης ο ίδιος του ο εαυτός. Και αυτή η γνώση, που δεν μπορεί ακριβώς να μπει σε λέξεις, αλλάζει τα πάντα χωρίς, με κανέναν προφανή τρόπο, να αλλάζει τίποτα.
Αυτό είναι το τελικό παράδοξο που η Αληθινή Θρησκεία προσφέρει στον αναζητητή: ότι το Άπειρο, που υπερβαίνει κάθε εικόνα του κόσμου, είναι επίσης, κατά κάποιο τρόπο, το πιο οικείο γεγονός κάθε στιγμής μέσα σε αυτόν. Ότι ο Εαυτός πέρα από τον εαυτό δεν είναι αλλού. Ότι η σιωπή δεν είναι η απουσία ήχου αλλά το έδαφός του. Ότι αυτό που αναζητείται δεν έχει χαθεί ούτε για μια στιγμή — απλώς παραβλέφθηκε, με τον τρόπο που ένας άνθρωπος μπορεί να περάσει μια ολόκληρη ζωή ψάχνοντας για τα γυαλιά του ενώ τα φοράει, μέχρι κάποια συνηθισμένη και ανεβίαστη στιγμή όταν, χωρίς λόγο που μπορεί αργότερα να εξηγήσει, απλώς κοιτάζει προς άλλη κατεύθυνση, και βρίσκει αυτό που ήταν πάντα ήδη εκεί.
Ο Εαυτός Πέρα από τον Εαυτό: Μέσα στο Άπειρο
Όταν ο αναζητητής στρέφεται μακριά από τον εξωτερικό κόσμο — από το θέαμα των φαινομένων, από το θέατρο της αντίληψης, από την ατελείωτη συζήτηση της σκέψης με τον εαυτό της — και κινείται, με όποιο θάρρος και υπομονή απαιτεί αυτή η στροφή, προς αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί η πηγή, μια παράξενη και μη αναστρέψιμη ανακάλυψη περιμένει. Έχει ονομαστεί με πολλά ονόματα σε πολλές παραδόσεις. Το Άτμαν. Η Βουδική φύση. Το Βασίλειο των Ουρανών εντός. Το Ταό που δεν μπορεί να ονομαστεί. Κάθε όνομα είναι μια προσέγγιση, ένα δάχτυλο που δείχνει το φεγγάρι — και το φεγγάρι δεν νοιάζεται για το δάχτυλο.
Αυτό που ανακαλύπτεται, στη στιγμή της γνήσιας εσωτερικής στροφής, δεν είναι το εγώ — όχι το μικρό, οικείο, ανήσυχο εαυτό με την ιστορία του και τις προτιμήσεις του και τον φόβο του για τον θάνατο. Αυτός ο εαυτός είναι ο ίδιος μια κατασκευή, ένας χαρακτήρας στην ιστορία που η συνείδηση αφηγείται για τον εαυτό της. Αυτό που ανακαλύπτεται είναι κάτι που προηγείται της ιστορίας. Κάτι που ήταν παρόν πριν από την πρώτη λέξη της ιστορίας και θα παραμείνει όταν πέσει σιωπηλή η τελευταία λέξη. Κάτι που είναι, με την πιο κυριολεκτική έννοια, χωρίς ιδιότητες — επειδή όλες οι ιδιότητες είναι περιεχόμενο, και αυτό είναι ο χώρος μέσα στον οποίο αναδύεται κάθε περιεχόμενο. Χωρίς περιορισμούς — επειδή όλοι οι περιορισμοί ανήκουν στα αντικείμενα που εμφανίζονται μέσα του, όχι στην επίγνωση μέσα στην οποία εμφανίζονται. Χωρίς αρχή ή τέλος — επειδή ο ίδιος ο χρόνος είναι μία από τις εμφανίσεις του.
Ο φιλόσοφος Μάρτιν Χάιντεγκερ έφτασε κοντά σε αυτό με τη διάκριση μεταξύ Sein — του Είναι καθαυτό, του εδάφους όλων όσων υπάρχουν — και Dasein — του είναι-εκεί, της συγκεκριμένης, τοποθετημένης, θνητής ύπαρξης του ανθρώπινου πλάσματος. Ο ψυχολόγος Καρλ Γιουνγκ το προσέγγισε από άλλη κατεύθυνση, δείχνοντας τον Ωκεανό του Ασυνειδήτου που υποστηρίζει και υπερχειλίζει το μικρό νησί της συνειδητής ταυτότητας. Αυτά είναι χάρτες διαφορετικής κλίμακας και διαφορετικών προβολών, αλλά δείχνουν προς την ίδια επικράτεια: μια πραγματικότητα που δεν είναι ο εαυτός όπως συνήθως κατανοείται, και όμως είναι πιο οικεία δική μας από οτιδήποτε μπορεί να διεκδικήσει ο συνηθισμένος εαυτός.
Το να συναντήσεις αυτό — ακόμα και στιγμιαία, ακόμα και με τον φευγαλέο τρόπο που ένα σύννεφο ανοίγει για να αποκαλύψει τον ήλιο και μετά κλείνει ξανά — είναι να αλλάξεις με τρόπους που κανένα επιχείρημα και καμία πληροφορία δεν θα μπορούσε να προκαλέσει. Δεν είναι μια πεποίθηση που αποκτάς. Είναι μια αναγνώριση που υφίστασαι. Και η αναγνώριση φέρει μαζί της μια ποιότητα που η γλώσσα δυσκολεύεται να κρατήσει: μια ειρήνη που δεν εξαρτάται από τις συνθήκες, μια πληρότητα που δεν χρειάζεται προσθήκη, ένα φως που δεν είναι η απουσία του σκότους αλλά κάτι προγενέστερο από τη διάκριση μεταξύ φωτός και σκότους συνολικά.
Κεφάλαιο V
Η Αληθινή Θρησκεία: Αυτό που Μοιράζονται οι Μεγάλες Οδοί στη Σιωπή τους
Και εδώ, σε αυτή τη διασταύρωση, γίνεται ορατό κάτι αξιοσημείωτο. Όταν ο αναζητητής κοιτάζει το τοπίο των πνευματικών παραδόσεων του κόσμου — όχι στα δόγματά τους, όχι στα τελετουργικά τους, όχι στις θεσμικές τους ιστορίες, που είναι τόσο ποικίλες και αμφιλεγόμενες όσο οι ιστορίες των εθνών — αλλά σε αυτό προς το οποίο δείχνουν στο βαθύτερο επίπεδό τους, εμφανίζεται μια σύγκλιση που είναι υπερβολικά συνεπής για να είναι σύμπτωση και υπερβολικά λεπτή για να είναι μίμηση. Ο Βούδας, καθισμένος κάτω από το Δέντρο της Φώτισης, δεν ξύπνησε σε ένα δόγμα. Ξύπνησε σε αυτό που είναι. Ο Χριστός, στη πιο εσωτερική διδασκαλία του, δεν μίλησε πρωτίστως για νόμους που πρέπει να υπακούονται αλλά για ένα Βασίλειο που είναι εντός — μια επικράτεια όχι χωρική, όχι χρονική, όχι θεσμική, αλλά εσωτερική στην ίδια τη συνείδηση που το αναζητεί. Ο Σουφί μυστικιστής στρέφεται προς τα μέσα μέσω της αφανίσεως του μικρού εαυτού — φανά — και βρίσκει τον Αγαπημένο όχι εκεί έξω, πέρα από τον ορίζοντα, αλλά εδώ, πιο οικείο από την ίδια την ανάσα. Ο Βεδαντιστής σοφός αναπαύεται στην αναγνώριση ότι Άτμαν και Μπράχμαν είναι ένα — ότι ο εαυτός, σωστά κατανοημένος, δεν είναι ξεχωριστός από το έδαφος όλης της ύπαρξης.
Αυτές δεν είναι η ίδια θρησκεία με θεσμική έννοια. Δεν μοιράζονται τα ίδια σύμβολα, την ίδια κοσμολογία, την ίδια ηθική, την ίδια εικόνα του κόσμου. Αλλά μοιράζονται κάτι πιο θεμελιώδες: μια κατεύθυνση. Έναν προσανατολισμό της προσοχής του αναζητητή μακριά από την επιφάνεια της εμπειρίας και προς την πηγή της. Μακριά από την εικόνα του κόσμου και προς αυτό που καθιστά δυνατή την απεικόνιση. Μακριά από τον μικρό, κατασκευασμένο εαυτό και προς αυτό πάνω στο οποίο αιωρείται ο μικρός εαυτός — ή, πιο ακριβώς, αυτό που ο μικρός εαυτός είναι έκφραση του.
Αυτή είναι η Αληθινή Θρησκεία: όχι ένα σύνολο προτάσεων που πρέπει να πιστευτούν, αλλά μια κίνηση που πρέπει να γίνει. Όχι μια εικόνα της πραγματικότητας, αλλά μια στροφή προς την ίδια την πραγματικότητα. Όχι μια απάντηση, αλλά η διάλυση της απόστασης μεταξύ του ερωτώντος και αυτού που το ερώτημα αφορά τελικά. Η οδός έχει λιγότερη σημασία από την κατεύθυνση. Η γλώσσα έχει λιγότερη σημασία από τη σιωπή που προσπαθεί να προσεγγίσει. Η μορφή έχει λιγότερη σημασία από αυτό που η μορφή υπηρετεί.
Κάθε δρόμος που οδηγεί τον αναζητητή από την επιφάνεια της εμπειρίας προς τα βάθη της είναι ιερός δρόμος — ανεξάρτητα από το όνομα που είναι χαραγμένο στην πινακίδα του.
Το να περπατήσεις αυτόν τον δρόμο μόνος, χαράζοντάς τον βήμα-βήμα από την ερημιά της δικής σου εμπειρίας, απαιτεί σχεδόν υπεράνθρωπη αντοχή. Γι’ αυτό υπάρχουν οι μεγάλες παραδόσεις: όχι για να επιβάλλουν μια εικόνα του κόσμου, αλλά για να παραδώσουν, από γενιά σε γενιά, έναν λύχνο. Ο λύχνος δεν αντικαθιστά το ταξίδι. Αλλά κάνει το ταξίδι λιγότερο επικίνδυνο. Και μερικές φορές, στα χέρια ενός δασκάλου — ενός Βούδα, ενός Χριστού, ενός Ραμάνα, ενός Ρουμί — ο λύχνος γίνεται ήλιος, και όσοι πλησιάζουν βρίσκουν τον εαυτό τους, χωρίς να ξέρουν ακριβώς πώς, ήδη μέσα στο φως που αναζητούσαν.
Κεφάλαιο VI
Η Επιστροφή: Ο Κόσμος όπως Φαίνεται από τη Σιωπή
Υπάρχει ένα ερώτημα που αναδύεται, μερικές φορές με γνήσια περιέργεια και μερικές φορές με κάτι πιο κοντά στην αγωνία, σε όσους στοχάζονται την οδό της εσωτερικής στροφής: αν ο προορισμός είναι μια σιωπή που υπερβαίνει τον κόσμο, γίνεται ο κόσμος άσχετος; Απαιτεί το εσωτερικό ταξίδι την αποκοπή των δεσμών που δένουν τον ταξιδιώτη με τις άλλες ζωές, με τις συνηθισμένες υφές της ύπαρξης, με την αγάπη και την εργασία και την εναλλαγή των εποχών;
Οι μεγάλες παραδόσεις, με αξιοσημείωτη ομοφωνία, απαντούν: όχι. Όχι ασημαντότητα. Μεταμόρφωση. Ο κόσμος δεν εξαφανίζεται όταν τον βλέπεις από το έδαφος της επίγνωσης. Γίνεται, αν μη τι άλλο, πιο ζωντανός — πιο ακριβώς ο εαυτός του, πιο φωτεινός στην ιδιαιτερότητά του, πιο εκπληκτικός στην στιγμή-προς-στιγμή αναδυόμενη φύση του. Αυτό που εξαφανίζεται είναι η αγωνία μιας συνείδησης που έχει μπερδέψει τις κατασκευές της με την πραγματικότητα και έχει ανακαλύψει, ξανά και ξανά, ότι η πραγματικότητα αρνείται να συμμορφωθεί. Ο αναζητητής που έχει αγγίξει, όσο σύντομα κι αν είναι, τη σιωπή κάτω από τον θόρυβο, δεν γίνεται αδιάφορος για τον κόσμο. Γίνεται, με κάποια έννοια, πιο γνήσια παρών σε αυτόν — επειδή δεν προσπαθεί πια να τον χρησιμοποιήσει για να γεμίσει ένα κενό που ποτέ δεν ήταν εξοπλισμένος να γεμίσει.
Ο άνεμος εξακολουθεί να κινείται. Το φως εξακολουθεί να πέφτει πάνω στο νερό με τον ίδιο εξωφρενικό τρόπο που πάντα είχε. Τα πρόσωπα των ανθρώπων που αγαπά κανείς εξακολουθούν να φέρουν όλο το βάρος της ομορφιάς και της ευαλωτότητάς τους. Αλλά κάτι έχει αλλάξει σε αυτόν που αντιλαμβάνεται αυτά τα πράγματα. Η σχεδία είναι ακόμα εκεί — πρέπει να είναι, όσο διαρκεί η ενσωματωμένη ζωή — αλλά ο ταξιδιώτης δεν είναι πλέον ολόκληρος πάνω στη σχεδία. Γνωρίζει, με μια γνώση που δεν είναι πίστη αλλά αναγνώριση, ότι ο ωκεανός κάτω από τη σχεδία είναι επίσης ο ίδιος του ο εαυτός. Και αυτή η γνώση, που δεν μπορεί ακριβώς να μπει σε λέξεις, αλλάζει τα πάντα χωρίς, με κανέναν προφανή τρόπο, να αλλάζει τίποτα.
Αυτό είναι το τελικό παράδοξο που η Αληθινή Θρησκεία προσφέρει στον αναζητητή: ότι το Άπειρο, που υπερβαίνει κάθε εικόνα του κόσμου, είναι επίσης, κατά κάποιο τρόπο, το πιο οικείο γεγονός κάθε στιγμής μέσα σε αυτόν. Ότι ο Εαυτός πέρα από τον εαυτό δεν είναι αλλού. Ότι η σιωπή δεν είναι η απουσία ήχου αλλά το έδαφός του. Ότι αυτό που αναζητείται δεν έχει χαθεί ούτε για μια στιγμή — απλώς παραβλέφθηκε, με τον τρόπο που ένας άνθρωπος μπορεί να περάσει μια ολόκληρη ζωή ψάχνοντας για τα γυαλιά του ενώ τα φοράει, μέχρι κάποια συνηθισμένη και ανεβίαστη στιγμή όταν, χωρίς λόγο που μπορεί αργότερα να εξηγήσει, απλώς κοιτάζει προς άλλη κατεύθυνση, και βρίσκει αυτό που ήταν πάντα ήδη εκεί.
2.1. Κεφάλαιο Ι – Το Πεδίο της Μάχης ως Καθρέφτης: Εκεί όπου η Ψυχή Συναντά τον Εαυτό της
Ι. Η Ιερή Αποσβολωμένη Κατάσταση
Υπάρχει μια ιδιαίτερη ποιότητα αγωνίας που δεν γεννιέται από την άγνοια, αλλά από το ίδιο το κατώφλι της γνώσης — εκείνο το τρεμουλιαστό, φωτεινό μεθόριο όπου η ψυχή, αφού έχει ρίξει μια ματιά σε κάτι τεράστιο και αμετάκλητο, οπισθοχωρεί μπροστά στο μέγεθος αυτού που της ζητείται. Αυτή δεν είναι η αγωνία του χαμένου. Είναι η αγωνία του σχεδόν-βρεθέντος: η αναγνώριση, που έρχεται σαν κρύος άνεμος μέσα από μια ανοιχτή πόρτα, ότι δεν μπορείς πια να αγνοήσεις αυτό που έχεις δει, και ότι αυτό που έχεις δει θα κοστίσει κάτι τεράστιο.
Σε ένα τέτοιο κατώφλι βρέθηκε ο Αρτζούνα — όρθιος ανάμεσα σε δύο μεγάλους στρατούς, στη γκρίζα σιωπή πριν από τη μάχη, με το τόξο του να γλιστρά από δάχτυλα που ξαφνικά έχασαν τη δύναμή τους, με τα μάτια του θολά όχι από δειλία αλλά από κάτι πολύ πιο αποπροσανατολιστικό: συμπόνια. Γιατί στις παραταγμένες γραμμές του αντίπαλου στρατού είδε πρόσωπα που είχε αγαπήσει, δασκάλους των οποίων οι φωνές εξακολουθούσαν να ζουν μέσα του σαν τον ήχο των ποταμών, συγγενείς που μοιράζονταν το ίδιο αίμα, τον ίδιο ουρανό και τους ίδιους θεούς. Η συνηθισμένη λογική του πολέμου — η λογική των πλευρών, των εχθρών, της αναγκαίας βίας — είχε καταρρεύσει μπροστά σε κάτι που δεν μπορούσε να χωρέσει: την αγάπη, την αναγνώριση, την αφόρητη οικειότητα του συγκεκριμένου.
Για τον συνηθισμένο νου, η σκηνή είναι στρατιωτική. Για το μυστικό βλέμμα, είναι ένα εσωτερικό τοπίο.
Το πεδίο της μάχης του Κουρουκσέτρα είναι η ανθρώπινη ψυχή που έχει φτάσει στη στιγμή της υπέρτατης κρίσης — τη στιγμή που οι άνετες επικράτειες της προσωπικής προσκόλλησης συγκρούονται με την απεριόριστη έκταση του ιερού καθήκοντος. Οι δύο στρατοί που αντιμετωπίζονται απέναντι από εκείνο το αναταραγμένο και σιωπηλό πεδίο δεν είναι απλώς πολεμιστές από σάρκα· είναι οι εμπόλεμες ορμές μέσα σε κάθε συνείδηση που έχει τολμήσει ποτέ να θέσει το ερώτημα: τι είμαι πραγματικά, πέρα από αυτό που αγαπώ και φοβάμαι; Η παράλυση του Αρτζούνα δεν είναι αδυναμία. Είναι η ιερή αποσβολωμένη κατάσταση που πέφτει πάνω σε όσους, για πρώτη φορά, νιώθουν το έδαφος της συνηθισμένης πραγματικότητας να υποχωρεί κάτω από τα πόδια τους.
ΙΙ. Ο Αρχετυπικός Αναζητητής
Σε αυτή την κατάσταση αγωνιώδους αναστολής — ούτε πλήρως του κόσμου που έχει γνωρίσει ούτε ακόμα πολίτης της ευρύτερης χώρας που ο δάσκαλός του θα αποκαλύψει — ο Αρτζούνα γίνεται ο αρχετυπικός αναζητητής. Η κατάρρευσή του δεν είναι ηθική αποτυχία αλλά φιλοσοφική μύηση. Τα όπλα της προηγούμενης ζωής του πέφτουν από τα χέρια του όχι επειδή είναι αδύναμος, αλλά επειδή το εννοιολογικό οπλοστάσιο που κάποτε έκανε τις επιλογές του συνεκτικές έχει διαλυθεί. Έχει, στη γλώσσα των σχολιαστών της Γκίτα, φτάσει στο τέλος της παλιάς του γνώσης χωρίς ακόμα να διαθέτει τα εργαλεία της νέας.
Και τα δάκρυά του χρειάζονται επανερμηνεία. Η παράδοση δεν τα παρουσιάζει ως απόδειξη κάποιας έλλειψης που πρέπει να ξεπεραστεί. Είναι, αντιθέτως, η πρώτη βροχή που πέφτει πάνω στη διψασμένη γη μιας συνείδησης που πρόκειται να υποστεί την πιο ριζική της μεταμόρφωση. Κάθε γνήσιος αναζητητής κλαίει σε κάποιο κατώφλι — στη στιγμή που το εγώ που έχει καλλιεργήσει με τόση προσοχή αποκαλύπτεται ότι στηρίζεται σε θεμέλια λιγότερο στέρεα από ό,τι πίστευε. Αυτό το κλάμα δεν είναι συναισθηματισμός. Είναι επιστημολογία: η αναγνώριση ότι έχει κάνει λάθος σε κάτι θεμελιώδες, και ότι η διόρθωση θα απαιτήσει κάτι περισσότερο από μια απλή προσαρμογή στα άκρα.
Είναι ακριβώς εδώ — σε αυτή την εύγλωττη ανθρώπινη κατάρρευση — που ξεκινά η διδασκαλία. Όχι σε έναν ναό. Όχι στη σιωπή που μυρίζει κέδρο ενός ορεινού ερημητηρίου. Αλλά μέσα στον θόρυβο, στη θλίψη και στο τρομερό βάρος μιας επιλογής που δεν μπορεί να αναιρεθεί.
Αυτό είναι από μόνο του ένα από τα πιο ριζοσπαστικά διαρθρωτικά στοιχεία της Γκίτα: ότι η υψηλότερη φιλοσοφική διδασκαλία στην παράδοση της σανσκριτικής γλώσσας ξετυλίγεται όχι σε συνθήκες στοχαστικής άνεσης αλλά σε συνθήκες ακραίες. Το σκηνικό έχει επιλεγεί με ακρίβεια. Ανάμεσα στους στρατούς, με τις σάλπιγγες να έχουν ηχήσει και τη στιγμή της αμετάκλητης δράσης να πλησιάζει, δεν υπάρχει χώρος για αφαίρεση, δεν υπάρχει δυνατότητα να αντιμετωπιστεί αυτό που λέγεται ως απλώς θεωρητικό. Η διδασκαλία φτάνει υπό συνθήκες απόλυτης επείγουσας ανάγκης. Κάθε λέξη πρέπει να σηκώνει βάρος. Ο μαθητής δεν έχει άλλη επιλογή από το να τη δεχτεί μέσα στο σώμα του, μέσα στο γεγονός της αγωνίας του, μέσα στο συγκεκριμένο βάρος της στιγμής που κατοικεί.
ΙΙΙ. Η Αρχιτεκτονική του Καθρέφτη
Για να κατανοήσουμε γιατί το πεδίο της μάχης λειτουργεί ως καθρέφτης, είναι απαραίτητο να συλλάβουμε τι κάνει ένας καθρέφτης στη μυστική φαντασία. Δεν αντανακλά απλώς. Αντιστρέφει. Αυτό που εμφανίζεται στα δεξιά εκείνου που στέκεται μπροστά του, εμφανίζεται στα αριστερά της εικόνας που κοιτάζει πίσω. Το πεδίο της μάχης του Κουρουκσέτρα εκτελεί αυτή την αντιστροφή με μεταφυσική ακρίβεια: αυτό που ο Αρτζούνα έχει κατανοήσει ως έξω από τον εαυτό του — ως εχθρούς, ως συμμάχους, ως καθήκοντα, ως αγάπες — αποκαλύπτεται εδώ ότι είναι η προβολή δυνάμεων που έχουν την καταγωγή τους μέσα στην ίδια την εσωτερική του ζωή. Η εξωτερική σύγκρουση είναι μια σημειογραφία στον φυσικό κόσμο ενός δράματος που, στη ρίζα του, είναι ολοκληρωτικά εσωτερικό.
Οι Καουράβες και οι Παντάβες, σε αυτή την ανάγνωση, δεν είναι ξεχωριστές παρατάξεις μιας ιστορικής διαμάχης, αλλά οι δύο μεγάλες στρατιές του εαυτού: οι δυνάμεις που προσκολλώνται σε αυτό που είναι γνωστό, άνετο και προσωπικά επωφελές από τη μία πλευρά, και οι δυνάμεις που τεντώνονται προς αυτό που είναι αληθινό, αναγκαίο και κοσμικά ευθυγραμμισμένο από την άλλη. Η αγωνία του Αρτζούνα είναι η αγωνία μιας συνείδησης που έχει, ίσως για πρώτη φορά, καταγράψει το πλήρες βάρος αυτής της εσωτερικής διαίρεσης — που έχει νιώσει και τους δύο στρατούς ταυτόχρονα ως όψεις του εαυτού της, εξίσου αγαπημένες, εξίσου πραγματικές, χωρίς εύκολη λύση μεταξύ τους.
Η θλίψη είναι το πρώτο σημάδι ότι η διάκριση ξυπνά — η στιγμή που η ψυχή αρχίζει, όσο οδυνηρά κι αν είναι, να βλέπει ότι έχει υπάρξει κάτι διαφορετικό από αυτό που πίστευε ότι είναι.
Αυτό είναι αυτό που η Γκίτα ονομάζει viveka στην πρώτη και πιο οδυνηρή του εκδήλωση: όχι ακόμα την ήρεμη διάκριση του φωτισμένου σοφού, αλλά την ωμή και αποπροσανατολιστική ικανότητα να βλέπεις ταυτόχρονα δύο πράγματα που η συνηθισμένη συνείδηση κρατάει με ασφάλεια χωρισμένα. Ο Αρτζούνα δεν μπορεί πλέον να βλέπει εχθρούς εκεί όπου παλαιότερα έβλεπε εχθρούς, γιατί ταυτόχρονα βλέπει και δασκάλους και συγγενείς και αγαπημένα πρόσωπα. Οι κατηγορίες έχουν αποτύχει. Οι μηχανισμοί ταξινόμησης του συνηθισμένου νου — που αναθέτουν στους ανθρώπους τους ρόλους του φίλου και του εχθρού, του ασφαλούς και του απειλητικού, του δικού μου και του όχι-δικού μου — έχουν βραχυκυκλώσει κάτω από την πίεση μιας αντίληψης πιο σύνθετης από αυτή που σχεδιάστηκαν να χωρέσουν.
IV. Η Κρίση ως Κατώφλι
Αυτό που ίσως κατανοείται λιγότερο από αυτή τη σκηνή — και είναι πιο ουσιαστικό για την κατανόηση της φιλοσοφίας που ξετυλίγεται από αυτήν — είναι ότι η κατάρρευση του Αρτζούνα δεν είναι πρόβλημα που πρέπει να λυθεί, αλλά κατώφλι που πρέπει να διαβεί. Η διδασκαλία του Σρι Κρίσνα δεν ξεκινά διορθώνοντας ένα λάθος του συναισθήματος. Δεν λέει: η συμπόνια σου είναι άστοχη, η θλίψη σου είναι ακατάλληλη, η αγάπη σου είναι περισπασμός από το καθήκον σου. Αυτό που κάνει είναι κάτι πολύ πιο εκλεπτυσμένο και πιο σεβαστικό προς την πραγματική κατάσταση της ψυχής: παίρνει τη θλίψη ως αφετηρία και, μέσα από αυτήν και πέρα από αυτήν, θέτει τα ερωτήματα που η ίδια η θλίψη δεν μπορεί να απαντήσει. Ποιος είναι αυτός που κλαίει; Τι ακριβώς έχει χαθεί; Τι γνωρίζει πραγματικά αυτός που στέκεται εδώ, σε αυτή την ακραία κατάσταση, για τη φύση του εαυτού και τη φύση αυτού που αντιμετωπίζει;
Η κρίση, με άλλα λόγια, δεν είναι παρεμπίπτουσα στην διδασκαλία αλλά είναι η προϋπόθεση που την καθιστά δυνατή. Χωρίς την κατάρρευση των συνηθισμένων πλαισίων του Αρτζούνα, δεν θα είχε καμία ικανότητα να δεχτεί αυτό που πρόκειται να του προσφερθεί. Οι δομές του εγώ του ικανού πολεμιστή — υπερηφάνεια, βεβαιότητα, η καθαρή διαίρεση του κόσμου σε πράγματα για τα οποία πρέπει να πολεμήσεις και σε πράγματα εναντίον των οποίων πρέπει να πολεμήσεις — θα ήταν απολύτως επαρκή δοχεία για κάθε συνηθισμένη εμπειρία. Είναι ανεπαρκή μόνο για αυτό. Και είναι μόνο η ανεπάρκειά τους, βιωμένη άμεσα και πλήρως, που δημιουργεί το άνοιγμα μέσα από το οποίο μπορεί να εισέλθει κάτι γνήσια νέο.
Η Χάρη, στις μυστικές παραδόσεις, δεν έρχεται στη στιγμή της ικανότητάς μας. Έρχεται στη στιγμή της ακραίας μας κατάστασης — ακριβώς στο σημείο όπου οι δικές μας δυνάμεις έχουν εξαντληθεί και απαιτείται κάτι μεγαλύτερο από τον εαυτό που γνωρίζουμε.
Η κατάρρευση του Αρτζούνα στο κάθισμα του άρματος είναι, επομένως, ένα είδος επιτυχίας — η επιτυχία του να φτάσει επιτέλους στο όριο αυτού που μπορεί να διαχειριστεί ο ανεξέταστος εαυτός. Είναι η επιτυχία ενός δοχείου που έχει γεμίσει μέχρι τη χωρητικότητά του και μπορεί τώρα να δεχτεί κάτι διαφορετικό μόνο επειδή έχει πρώτα αδειάσει. Κάθε παράδοση που παίρνει σοβαρά υπόψη τη δυνατότητα της ανθρώπινης μεταμόρφωσης τοποθετεί αυτή τη στιγμή — τη στιγμή του αδειάσματος, της κρίσης, της κατάρρευσης αυτού που κάποτε ήταν — κοντά στην αρχή του γνήσιου μονοπατιού. Όχι επειδή το να υποφέρεις είναι πολύτιμο από μόνο του, αλλά επειδή είναι μοναδικά αποτελεσματικό στο να διαλύει τις αυταρέσκειες που κρατούν τον βαθύτερο εαυτό μακριά από το βλέμμα.
V. Εκεί όπου Αρχίζει η Διάκριση
Είναι ακριβώς σε αυτή την εύφορη ερημιά που το viveka — η διάκριση, η θεμελιώδης φιλοσοφική ικανότητα της διδασκαλίας της Γκίτα — γίνεται για πρώτη φορά δυνατό. Η διάκριση, όπως την κατανοεί η παράδοση, δεν είναι μια ψυχρή αναλυτική λειτουργία. Δεν είναι η αποστασιοποιημένη εκτίμηση ενός νου που δεν έχει ποτέ συγκινηθεί. Είναι, αντιθέτως, η ικανότητα που αναδύεται συγκεκριμένα στην ψυχή που έχει συγκινηθεί πέρα από το σημείο της συνηθισμένης ανάκαμψης — που έχει ταρακουνηθεί τόσο βαθιά ώστε το επιφανειακό δεν μπορεί πλέον να περνάει για ουσιαστικό, ότι οι εμφανίσεις δεν μπορούν πλέον να λειτουργούν ως επαρκή υποκατάστατα της πραγματικότητας.
Ο Αρτζούνα, που κλαίει στο άρμα του, βιώνει τις πρώτες κινήσεις αυτής της ικανότητας — ακόμα κι αν αυτό που νιώθει είναι, σε αυτό το στάδιο, αδιαχώριστο από σύγχυση και απόγνωση. Ο διακριτικός νους δεν έχει ακόμα διαχωρίσει το πραγματικό από το μη πραγματικό· έχει απλώς καταγράψει ότι οι κατηγορίες με τις οποίες λειτουργούσε είναι ανεπαρκείς. Αυτό είναι ακριβώς το σημείο όπου πρέπει να αρχίσει η διάκριση. Όχι με έναν τακτοποιημένο πίνακα του τι είναι πραγματικό και τι όχι, αλλά με την βιωμένη εμπειρία της σύγχυσης — την αναγνώριση ότι ο χάρτης που χρησιμοποιούσε δεν αντιστοιχεί στο έδαφος που πραγματικά διασχίζει.
Πριν η διάκριση αποκαλύψει το αιώνιο, πρέπει πρώτα να αποκαλύψει την ανεπάρκεια αυτού που έχει λανθασμένα θεωρηθεί ως τέτοιο.
Η Βχαγκαβάντ Γκίτα ανοίγει, λοιπόν, όχι με μια φιλοσοφία αλλά με μια πληγή. Η πληγή της θλίψης του Αρτζούνα είναι, με την πιο βαθιά έννοια, φωτεινή — φωτεινή επειδή είναι, με τον δικό της αγωνιώδη τρόπο, μια μορφή όρασης. Η ψυχή που κλαίει πάνω στο πεδίο της μάχης του Κουρουκσέτρα είναι μια ψυχή που έχει δει πάρα πολλά για να παραμείνει άνετα μέσα στα προηγούμενα συντεταγμένα της, και όχι ακόμα αρκετά για να βρει τα πατήματά της στα νέα. Στέκεται, όπως πρέπει να σταθεί κάθε γνήσιος αναζητητής κάποια στιγμή, στο μεθόριο ανάμεσα στη ζωή που έχει γνωρίσει και στη ζωή που δεν έχει ακόμα φανταστεί: αποπροσανατολισμένη, συντετριμμένη και — παρότι δεν μπορεί ακόμα να το νιώσει — εξαίσια έτοιμη για την πιο σημαντική μάθηση της ύπαρξής της.
Αυτό είναι το πεδίο της μάχης ως καθρέφτης: όχι μια αντανάκλαση αυτού που είμαστε, αλλά αυτού που βρισκόμαστε στη διαδικασία να πάψουμε να είμαστε. Οι στρατοί που είναι παραταγμένοι στο πεδίο του δεν είναι σταθερές πραγματικότητες αλλά το τελευταίο ζωντανό θέατρο ενός παλιού εαυτού που κάνει την τελευταία, περίτεχνη στάση του. Και ο δάσκαλος που περιμένει στο άρμα — υπομονετικός, χαμογελαστός, εντελώς αταλάντευτος από το κλάμα του αγαπημένου του μαθητή — γνωρίζει αυτό που ο μαθητής δεν γνωρίζει: ότι αυτή η καταστροφή δεν είναι το τέλος της ιστορίας. Είναι, με την πιο ακριβή έννοια, η αρχή της.
Υπάρχει μια ιδιαίτερη ποιότητα αγωνίας που δεν γεννιέται από την άγνοια, αλλά από το ίδιο το κατώφλι της γνώσης — εκείνο το τρεμουλιαστό, φωτεινό μεθόριο όπου η ψυχή, αφού έχει ρίξει μια ματιά σε κάτι τεράστιο και αμετάκλητο, οπισθοχωρεί μπροστά στο μέγεθος αυτού που της ζητείται. Αυτή δεν είναι η αγωνία του χαμένου. Είναι η αγωνία του σχεδόν-βρεθέντος: η αναγνώριση, που έρχεται σαν κρύος άνεμος μέσα από μια ανοιχτή πόρτα, ότι δεν μπορείς πια να αγνοήσεις αυτό που έχεις δει, και ότι αυτό που έχεις δει θα κοστίσει κάτι τεράστιο.
Σε ένα τέτοιο κατώφλι βρέθηκε ο Αρτζούνα — όρθιος ανάμεσα σε δύο μεγάλους στρατούς, στη γκρίζα σιωπή πριν από τη μάχη, με το τόξο του να γλιστρά από δάχτυλα που ξαφνικά έχασαν τη δύναμή τους, με τα μάτια του θολά όχι από δειλία αλλά από κάτι πολύ πιο αποπροσανατολιστικό: συμπόνια. Γιατί στις παραταγμένες γραμμές του αντίπαλου στρατού είδε πρόσωπα που είχε αγαπήσει, δασκάλους των οποίων οι φωνές εξακολουθούσαν να ζουν μέσα του σαν τον ήχο των ποταμών, συγγενείς που μοιράζονταν το ίδιο αίμα, τον ίδιο ουρανό και τους ίδιους θεούς. Η συνηθισμένη λογική του πολέμου — η λογική των πλευρών, των εχθρών, της αναγκαίας βίας — είχε καταρρεύσει μπροστά σε κάτι που δεν μπορούσε να χωρέσει: την αγάπη, την αναγνώριση, την αφόρητη οικειότητα του συγκεκριμένου.
Για τον συνηθισμένο νου, η σκηνή είναι στρατιωτική. Για το μυστικό βλέμμα, είναι ένα εσωτερικό τοπίο.
Το πεδίο της μάχης του Κουρουκσέτρα είναι η ανθρώπινη ψυχή που έχει φτάσει στη στιγμή της υπέρτατης κρίσης — τη στιγμή που οι άνετες επικράτειες της προσωπικής προσκόλλησης συγκρούονται με την απεριόριστη έκταση του ιερού καθήκοντος. Οι δύο στρατοί που αντιμετωπίζονται απέναντι από εκείνο το αναταραγμένο και σιωπηλό πεδίο δεν είναι απλώς πολεμιστές από σάρκα· είναι οι εμπόλεμες ορμές μέσα σε κάθε συνείδηση που έχει τολμήσει ποτέ να θέσει το ερώτημα: τι είμαι πραγματικά, πέρα από αυτό που αγαπώ και φοβάμαι; Η παράλυση του Αρτζούνα δεν είναι αδυναμία. Είναι η ιερή αποσβολωμένη κατάσταση που πέφτει πάνω σε όσους, για πρώτη φορά, νιώθουν το έδαφος της συνηθισμένης πραγματικότητας να υποχωρεί κάτω από τα πόδια τους.
ΙΙ. Ο Αρχετυπικός Αναζητητής
Σε αυτή την κατάσταση αγωνιώδους αναστολής — ούτε πλήρως του κόσμου που έχει γνωρίσει ούτε ακόμα πολίτης της ευρύτερης χώρας που ο δάσκαλός του θα αποκαλύψει — ο Αρτζούνα γίνεται ο αρχετυπικός αναζητητής. Η κατάρρευσή του δεν είναι ηθική αποτυχία αλλά φιλοσοφική μύηση. Τα όπλα της προηγούμενης ζωής του πέφτουν από τα χέρια του όχι επειδή είναι αδύναμος, αλλά επειδή το εννοιολογικό οπλοστάσιο που κάποτε έκανε τις επιλογές του συνεκτικές έχει διαλυθεί. Έχει, στη γλώσσα των σχολιαστών της Γκίτα, φτάσει στο τέλος της παλιάς του γνώσης χωρίς ακόμα να διαθέτει τα εργαλεία της νέας.
Και τα δάκρυά του χρειάζονται επανερμηνεία. Η παράδοση δεν τα παρουσιάζει ως απόδειξη κάποιας έλλειψης που πρέπει να ξεπεραστεί. Είναι, αντιθέτως, η πρώτη βροχή που πέφτει πάνω στη διψασμένη γη μιας συνείδησης που πρόκειται να υποστεί την πιο ριζική της μεταμόρφωση. Κάθε γνήσιος αναζητητής κλαίει σε κάποιο κατώφλι — στη στιγμή που το εγώ που έχει καλλιεργήσει με τόση προσοχή αποκαλύπτεται ότι στηρίζεται σε θεμέλια λιγότερο στέρεα από ό,τι πίστευε. Αυτό το κλάμα δεν είναι συναισθηματισμός. Είναι επιστημολογία: η αναγνώριση ότι έχει κάνει λάθος σε κάτι θεμελιώδες, και ότι η διόρθωση θα απαιτήσει κάτι περισσότερο από μια απλή προσαρμογή στα άκρα.
Είναι ακριβώς εδώ — σε αυτή την εύγλωττη ανθρώπινη κατάρρευση — που ξεκινά η διδασκαλία. Όχι σε έναν ναό. Όχι στη σιωπή που μυρίζει κέδρο ενός ορεινού ερημητηρίου. Αλλά μέσα στον θόρυβο, στη θλίψη και στο τρομερό βάρος μιας επιλογής που δεν μπορεί να αναιρεθεί.
Αυτό είναι από μόνο του ένα από τα πιο ριζοσπαστικά διαρθρωτικά στοιχεία της Γκίτα: ότι η υψηλότερη φιλοσοφική διδασκαλία στην παράδοση της σανσκριτικής γλώσσας ξετυλίγεται όχι σε συνθήκες στοχαστικής άνεσης αλλά σε συνθήκες ακραίες. Το σκηνικό έχει επιλεγεί με ακρίβεια. Ανάμεσα στους στρατούς, με τις σάλπιγγες να έχουν ηχήσει και τη στιγμή της αμετάκλητης δράσης να πλησιάζει, δεν υπάρχει χώρος για αφαίρεση, δεν υπάρχει δυνατότητα να αντιμετωπιστεί αυτό που λέγεται ως απλώς θεωρητικό. Η διδασκαλία φτάνει υπό συνθήκες απόλυτης επείγουσας ανάγκης. Κάθε λέξη πρέπει να σηκώνει βάρος. Ο μαθητής δεν έχει άλλη επιλογή από το να τη δεχτεί μέσα στο σώμα του, μέσα στο γεγονός της αγωνίας του, μέσα στο συγκεκριμένο βάρος της στιγμής που κατοικεί.
ΙΙΙ. Η Αρχιτεκτονική του Καθρέφτη
Για να κατανοήσουμε γιατί το πεδίο της μάχης λειτουργεί ως καθρέφτης, είναι απαραίτητο να συλλάβουμε τι κάνει ένας καθρέφτης στη μυστική φαντασία. Δεν αντανακλά απλώς. Αντιστρέφει. Αυτό που εμφανίζεται στα δεξιά εκείνου που στέκεται μπροστά του, εμφανίζεται στα αριστερά της εικόνας που κοιτάζει πίσω. Το πεδίο της μάχης του Κουρουκσέτρα εκτελεί αυτή την αντιστροφή με μεταφυσική ακρίβεια: αυτό που ο Αρτζούνα έχει κατανοήσει ως έξω από τον εαυτό του — ως εχθρούς, ως συμμάχους, ως καθήκοντα, ως αγάπες — αποκαλύπτεται εδώ ότι είναι η προβολή δυνάμεων που έχουν την καταγωγή τους μέσα στην ίδια την εσωτερική του ζωή. Η εξωτερική σύγκρουση είναι μια σημειογραφία στον φυσικό κόσμο ενός δράματος που, στη ρίζα του, είναι ολοκληρωτικά εσωτερικό.
Οι Καουράβες και οι Παντάβες, σε αυτή την ανάγνωση, δεν είναι ξεχωριστές παρατάξεις μιας ιστορικής διαμάχης, αλλά οι δύο μεγάλες στρατιές του εαυτού: οι δυνάμεις που προσκολλώνται σε αυτό που είναι γνωστό, άνετο και προσωπικά επωφελές από τη μία πλευρά, και οι δυνάμεις που τεντώνονται προς αυτό που είναι αληθινό, αναγκαίο και κοσμικά ευθυγραμμισμένο από την άλλη. Η αγωνία του Αρτζούνα είναι η αγωνία μιας συνείδησης που έχει, ίσως για πρώτη φορά, καταγράψει το πλήρες βάρος αυτής της εσωτερικής διαίρεσης — που έχει νιώσει και τους δύο στρατούς ταυτόχρονα ως όψεις του εαυτού της, εξίσου αγαπημένες, εξίσου πραγματικές, χωρίς εύκολη λύση μεταξύ τους.
Η θλίψη είναι το πρώτο σημάδι ότι η διάκριση ξυπνά — η στιγμή που η ψυχή αρχίζει, όσο οδυνηρά κι αν είναι, να βλέπει ότι έχει υπάρξει κάτι διαφορετικό από αυτό που πίστευε ότι είναι.
Αυτό είναι αυτό που η Γκίτα ονομάζει viveka στην πρώτη και πιο οδυνηρή του εκδήλωση: όχι ακόμα την ήρεμη διάκριση του φωτισμένου σοφού, αλλά την ωμή και αποπροσανατολιστική ικανότητα να βλέπεις ταυτόχρονα δύο πράγματα που η συνηθισμένη συνείδηση κρατάει με ασφάλεια χωρισμένα. Ο Αρτζούνα δεν μπορεί πλέον να βλέπει εχθρούς εκεί όπου παλαιότερα έβλεπε εχθρούς, γιατί ταυτόχρονα βλέπει και δασκάλους και συγγενείς και αγαπημένα πρόσωπα. Οι κατηγορίες έχουν αποτύχει. Οι μηχανισμοί ταξινόμησης του συνηθισμένου νου — που αναθέτουν στους ανθρώπους τους ρόλους του φίλου και του εχθρού, του ασφαλούς και του απειλητικού, του δικού μου και του όχι-δικού μου — έχουν βραχυκυκλώσει κάτω από την πίεση μιας αντίληψης πιο σύνθετης από αυτή που σχεδιάστηκαν να χωρέσουν.
IV. Η Κρίση ως Κατώφλι
Αυτό που ίσως κατανοείται λιγότερο από αυτή τη σκηνή — και είναι πιο ουσιαστικό για την κατανόηση της φιλοσοφίας που ξετυλίγεται από αυτήν — είναι ότι η κατάρρευση του Αρτζούνα δεν είναι πρόβλημα που πρέπει να λυθεί, αλλά κατώφλι που πρέπει να διαβεί. Η διδασκαλία του Σρι Κρίσνα δεν ξεκινά διορθώνοντας ένα λάθος του συναισθήματος. Δεν λέει: η συμπόνια σου είναι άστοχη, η θλίψη σου είναι ακατάλληλη, η αγάπη σου είναι περισπασμός από το καθήκον σου. Αυτό που κάνει είναι κάτι πολύ πιο εκλεπτυσμένο και πιο σεβαστικό προς την πραγματική κατάσταση της ψυχής: παίρνει τη θλίψη ως αφετηρία και, μέσα από αυτήν και πέρα από αυτήν, θέτει τα ερωτήματα που η ίδια η θλίψη δεν μπορεί να απαντήσει. Ποιος είναι αυτός που κλαίει; Τι ακριβώς έχει χαθεί; Τι γνωρίζει πραγματικά αυτός που στέκεται εδώ, σε αυτή την ακραία κατάσταση, για τη φύση του εαυτού και τη φύση αυτού που αντιμετωπίζει;
Η κρίση, με άλλα λόγια, δεν είναι παρεμπίπτουσα στην διδασκαλία αλλά είναι η προϋπόθεση που την καθιστά δυνατή. Χωρίς την κατάρρευση των συνηθισμένων πλαισίων του Αρτζούνα, δεν θα είχε καμία ικανότητα να δεχτεί αυτό που πρόκειται να του προσφερθεί. Οι δομές του εγώ του ικανού πολεμιστή — υπερηφάνεια, βεβαιότητα, η καθαρή διαίρεση του κόσμου σε πράγματα για τα οποία πρέπει να πολεμήσεις και σε πράγματα εναντίον των οποίων πρέπει να πολεμήσεις — θα ήταν απολύτως επαρκή δοχεία για κάθε συνηθισμένη εμπειρία. Είναι ανεπαρκή μόνο για αυτό. Και είναι μόνο η ανεπάρκειά τους, βιωμένη άμεσα και πλήρως, που δημιουργεί το άνοιγμα μέσα από το οποίο μπορεί να εισέλθει κάτι γνήσια νέο.
Η Χάρη, στις μυστικές παραδόσεις, δεν έρχεται στη στιγμή της ικανότητάς μας. Έρχεται στη στιγμή της ακραίας μας κατάστασης — ακριβώς στο σημείο όπου οι δικές μας δυνάμεις έχουν εξαντληθεί και απαιτείται κάτι μεγαλύτερο από τον εαυτό που γνωρίζουμε.
Η κατάρρευση του Αρτζούνα στο κάθισμα του άρματος είναι, επομένως, ένα είδος επιτυχίας — η επιτυχία του να φτάσει επιτέλους στο όριο αυτού που μπορεί να διαχειριστεί ο ανεξέταστος εαυτός. Είναι η επιτυχία ενός δοχείου που έχει γεμίσει μέχρι τη χωρητικότητά του και μπορεί τώρα να δεχτεί κάτι διαφορετικό μόνο επειδή έχει πρώτα αδειάσει. Κάθε παράδοση που παίρνει σοβαρά υπόψη τη δυνατότητα της ανθρώπινης μεταμόρφωσης τοποθετεί αυτή τη στιγμή — τη στιγμή του αδειάσματος, της κρίσης, της κατάρρευσης αυτού που κάποτε ήταν — κοντά στην αρχή του γνήσιου μονοπατιού. Όχι επειδή το να υποφέρεις είναι πολύτιμο από μόνο του, αλλά επειδή είναι μοναδικά αποτελεσματικό στο να διαλύει τις αυταρέσκειες που κρατούν τον βαθύτερο εαυτό μακριά από το βλέμμα.
V. Εκεί όπου Αρχίζει η Διάκριση
Είναι ακριβώς σε αυτή την εύφορη ερημιά που το viveka — η διάκριση, η θεμελιώδης φιλοσοφική ικανότητα της διδασκαλίας της Γκίτα — γίνεται για πρώτη φορά δυνατό. Η διάκριση, όπως την κατανοεί η παράδοση, δεν είναι μια ψυχρή αναλυτική λειτουργία. Δεν είναι η αποστασιοποιημένη εκτίμηση ενός νου που δεν έχει ποτέ συγκινηθεί. Είναι, αντιθέτως, η ικανότητα που αναδύεται συγκεκριμένα στην ψυχή που έχει συγκινηθεί πέρα από το σημείο της συνηθισμένης ανάκαμψης — που έχει ταρακουνηθεί τόσο βαθιά ώστε το επιφανειακό δεν μπορεί πλέον να περνάει για ουσιαστικό, ότι οι εμφανίσεις δεν μπορούν πλέον να λειτουργούν ως επαρκή υποκατάστατα της πραγματικότητας.
Ο Αρτζούνα, που κλαίει στο άρμα του, βιώνει τις πρώτες κινήσεις αυτής της ικανότητας — ακόμα κι αν αυτό που νιώθει είναι, σε αυτό το στάδιο, αδιαχώριστο από σύγχυση και απόγνωση. Ο διακριτικός νους δεν έχει ακόμα διαχωρίσει το πραγματικό από το μη πραγματικό· έχει απλώς καταγράψει ότι οι κατηγορίες με τις οποίες λειτουργούσε είναι ανεπαρκείς. Αυτό είναι ακριβώς το σημείο όπου πρέπει να αρχίσει η διάκριση. Όχι με έναν τακτοποιημένο πίνακα του τι είναι πραγματικό και τι όχι, αλλά με την βιωμένη εμπειρία της σύγχυσης — την αναγνώριση ότι ο χάρτης που χρησιμοποιούσε δεν αντιστοιχεί στο έδαφος που πραγματικά διασχίζει.
Πριν η διάκριση αποκαλύψει το αιώνιο, πρέπει πρώτα να αποκαλύψει την ανεπάρκεια αυτού που έχει λανθασμένα θεωρηθεί ως τέτοιο.
Η Βχαγκαβάντ Γκίτα ανοίγει, λοιπόν, όχι με μια φιλοσοφία αλλά με μια πληγή. Η πληγή της θλίψης του Αρτζούνα είναι, με την πιο βαθιά έννοια, φωτεινή — φωτεινή επειδή είναι, με τον δικό της αγωνιώδη τρόπο, μια μορφή όρασης. Η ψυχή που κλαίει πάνω στο πεδίο της μάχης του Κουρουκσέτρα είναι μια ψυχή που έχει δει πάρα πολλά για να παραμείνει άνετα μέσα στα προηγούμενα συντεταγμένα της, και όχι ακόμα αρκετά για να βρει τα πατήματά της στα νέα. Στέκεται, όπως πρέπει να σταθεί κάθε γνήσιος αναζητητής κάποια στιγμή, στο μεθόριο ανάμεσα στη ζωή που έχει γνωρίσει και στη ζωή που δεν έχει ακόμα φανταστεί: αποπροσανατολισμένη, συντετριμμένη και — παρότι δεν μπορεί ακόμα να το νιώσει — εξαίσια έτοιμη για την πιο σημαντική μάθηση της ύπαρξής της.
Αυτό είναι το πεδίο της μάχης ως καθρέφτης: όχι μια αντανάκλαση αυτού που είμαστε, αλλά αυτού που βρισκόμαστε στη διαδικασία να πάψουμε να είμαστε. Οι στρατοί που είναι παραταγμένοι στο πεδίο του δεν είναι σταθερές πραγματικότητες αλλά το τελευταίο ζωντανό θέατρο ενός παλιού εαυτού που κάνει την τελευταία, περίτεχνη στάση του. Και ο δάσκαλος που περιμένει στο άρμα — υπομονετικός, χαμογελαστός, εντελώς αταλάντευτος από το κλάμα του αγαπημένου του μαθητή — γνωρίζει αυτό που ο μαθητής δεν γνωρίζει: ότι αυτή η καταστροφή δεν είναι το τέλος της ιστορίας. Είναι, με την πιο ακριβή έννοια, η αρχή της.
Μια μυστική διαλογιστική σκέψη: Η Φλόγα που Δεν Ζητάει Καύσιμο
Για την Νοημοσύνη, την Ελευθερία και τον Ξεδιπλωμένο Χάρτη του Κόσμου
I. Ο Ποταμός που Δεν Μπορεί να Συγκρατηθεί
Υπάρχει ένας ποταμός που ρέει κάτω από όλους τους ποταμούς. Δεν αρχίζει στα βουνά, ούτε τελειώνει στη θάλασσα. Δεν έχει όχθες για να τον περιέχει, δεν έχει όνομα με το οποίο να τον καλέσουν, δεν έχει όγκο που να μετρηθεί με ράβδους και όργανα. Κι όμως ρέει — αδιάκοπα, σιωπηλά, με την αδιαφορία του απόλυτου — μέσα από κάθε χειρονομία του ζώντος κόσμου, μέσα από κάθε φύλλο που τρέμει, μέσα από κάθε στιγμή θλίψης, κάθε σπασμό χαράς, κάθε θάνατο που ανοίγει σαν πληγή στον ιστό του χρόνου.
Ένας άνθρωπος στάθηκε κάποτε στην όχθη ενός τέτοιου ποταμού. Είχε έρθει φέρνοντας ερωτήματα — τα συνηθισμένα, λεία σαν πέτρες από μια ζωή χειρισμού τους. Ποιος είμαι; Τι είναι το καλό; Πώς πρέπει να ζήσει κανείς; Είχε σπουδάσει σε ναούς και πανεπιστήμια, είχε συζητήσει με φιλοσόφους και είχε εξομολογηθεί σε ιερείς, είχε συλλέξει απαντήσεις όπως συλλέγει κανείς χρέη, κάθε απάντηση να συσσωρεύει τόκους με τη μορφή περαιτέρω σύγχυσης. Κι όμως ο ποταμός δεν έλεγε τίποτα. Απλώς έρεε. Απλώς έλαμπε. Δεν πρόσφερε δόγμα, δεν πρόσφερε παρηγοριά, δεν πρόσφερε οδηγίες — μόνο το καθαρό γεγονός της ροής του, τόσο αναμφισβήτητο όσο η ανάσα, τόσο άπιαστο όσο ο χώρος ανάμεσα σε δύο χτύπους της καρδιάς.
Αυτό, είπε ο δάσκαλος η φωνή του οποίου αναδύθηκε σαν άνεμος από τη σιωπή, είναι το σημείο όπου πρέπει να αρχίσουμε. Όχι με το συσσωρευμένο, το κληρονομημένο, το δανεικό. Όχι με την αρχιτεκτονική των πεποιθήσεών μας, την οποία μπερδεύουμε με το σπίτι της αλήθειας, ενώ στην πραγματικότητα είναι μια φυλακή που χτίσαμε με τα ίδια μας τα χέρια, πέτρα την προσεκτική πέτρα, κάθε πεποίθηση άλλος ένας τοίχος ενάντια στον ανοιχτό ουρανό.
Για να κατανοήσουμε τον κόσμο σημαίνει να μην παγιδευτούμε σε αυτόν — να μην παρασυρθούμε όπως παρασύρεται ένα φύλλο, μπερδεύοντας το ρεύμα με τον εαυτό μας.
Για να κατανοήσουμε τον κόσμο, δίδασκε ο Κρισναμούρτι, σημαίνει να μην παγιδευτούμε σε αυτόν — να μην παρασυρθούμε όπως παρασύρεται ένα φύλλο, μπερδεύοντας το ρεύμα με τον εαυτό μας. Σημαίνει να παρατηρούμε, με μια ηρεμία τόσο πλήρη ώστε η ίδια η παρατήρηση να γίνεται διαφανής, να γίνεται τίποτα — να γίνεται τα πάντα.
II. Η Φυλακή που Ονομάζουμε Βεβαιότητα
Σκεφτείτε τον σκόρο που πετά σε κύκλους γύρω από τη φλόγα. Δεν φιλοσοφεί για το φως. Δεν συμβουλεύεται αυθεντίες για τη φύση της φωτιάς. Δεν καταλήγει πρώτα σε μια αρχή — ένα δόγμα της ακτινοβολίας, μια ιδεολογία της ζεστασιάς — και μετά, σύμφωνα με αυτή την αρχή, αποφασίζει πώς να προσανατολίσει την πτήση του. Όχι: απλώς κινείται προς αυτό που δεν μπορεί να ονομάσει, έλκονταν από κάτι παλαιότερο από τη σκέψη, κάτι που προηγείται της διαίρεσης του κόσμου σε γνωστό και άγνωστο.
Έτσι ζούμε οι περισσότεροι από εμάς, μόνο αντίστροφα. Είμαστε σκόροι που έχουν αποφασίσει να μην πετάξουν. Έχουμε πάρει τις παρατηρήσεις μας για τη φλόγα — τη ζεστασιά της, τον κίνδυνο της, την τρομερή της ομορφιά — και από αυτές τις παρατηρήσεις έχουμε κατασκευάσει έναν χάρτη. Έχουμε ονομάσει τα εδάφη. Έχουμε γράψει τον οδηγό. Και μετά, κρατώντας τον χάρτη μπροστά μας σαν ασπίδα, πιστεύουμε ότι γνωρίζουμε τη φωτιά. Πιστεύουμε ότι η περιγραφή είναι το περιγραφόμενο. Πιστεύουμε ότι η λέξη «αγάπη» είναι η αγάπη, ότι η έννοια «Θεός» είναι το θείο, ότι ο τύπος «αλήθεια» συλλαμβάνει αυτό που ρέει μέσα από όλα τα πράγματα σαν νερό μέσα από την κοιλότητα του χεριού.
Ο δάσκαλος τα λόγια του οποίου ακολουθούμε σε αυτόν τον διαλογισμό ήταν σαφής, και η σαφήνειά του ήταν ένα είδος καταστροφής. Ποτέ μην καταλήγεις σε κανένα συμπέρασμα, είπε. Ποτέ μην φτάνεις σε καμία ιδεολογική, λεκτική κατάσταση ή αρχή με την οποία προσπαθείς να ζήσεις. Αυτές είναι οι φράσεις ενός ανθρώπου που είχε βγει από κάθε ναό και είχε κάψει κάθε χάρτη — όχι από περιφρόνηση, αλλά από μια αγάπη τόσο μεγάλη που δεν μπορούσε να χωρέσει σε καμία δομή. Γιατί είχε κατανοήσει κάτι που ο σκόρος κατανοεί ενστικτωδώς: ότι ο χάρτης δεν είναι το έδαφος. Ότι η αρχή δεν είναι η ζωή. Ότι το είδωλο, όσο όμορφο κι αν είναι, όσο προσεκτικά κι αν έχει σκαλιστεί, δεν είναι το ιερό.
Η λέξη «σιωπή» δεν είναι σιωπή. Είναι ένας ήχος όπως κάθε άλλος, που κυματίζει την επιφάνεια της ίδιας της ακινησίας που ονομάζει.
Τι απομένει, λοιπόν, όταν απελευθερωθούν όλα τα συμπεράσματα; Όταν κανείς σταματά — πραγματικά σταματά — να αρπάζει το λεκτικό, το ιδεολογικό, το σταθερό; Υπάρχει ένας τρόμος σε αυτό το ερώτημα, ο τρόμος του ανοιχτού χεριού, του σχεδίου που εγκαταλείπεται για το ρεύμα. Και μετά — αν κανείς αντέξει τον τρόμο — υπάρχει κάτι άλλο. Κάτι που δεν αναγγέλλεται, που δεν κάνει υποσχέσεις, που δεν μπορεί να κυνηγηθεί αλλά μόνο να γίνει δεκτό.
III. Ο Χάρτης που Κινείται
Μίλησε για έναν χάρτη — αλλά έναν χάρτη διαφορετικό από οποιονδήποτε έχει σχεδιάσει χαρτογράφος. Μίλησε για το σύνολο του ξεδιπλώματος του κόσμου ως χάρτη — όχι σταθερό, όχι αδρανές, όχι τυπωμένο σε περγαμηνή και κρεμασμένο στον τοίχο, αλλά ζωντανό, που αναπνέει, που αναθεωρείται διαρκώς στο φως κάθε νέας στιγμής. Έναν χάρτη φτιαγμένο από άνεμο και θλίψη, από το χρώμα του γέλιου ενός παιδιού, από την αργή κατάρρευση αυτοκρατοριών, από τον ιδιαίτερο τρόπο που πέφτει το φως σε μια πέτρα το απόγευμα της Τρίτης του Οκτωβρίου.
Το να αντιληφθεί κανείς αυτόν τον χάρτη — αυτή την ζωντανή, που αναπνέει ολότητα — δεν είναι πράξη διανοίας. Δεν είναι ανάλυση. Η διανόηση διαιρεί, κατηγοριοποιεί, μειώνει — και κάνοντάς το αυτό παραποιεί, όπως μια φωτογραφία παραποιεί ένα πρόσωπο παγώνοντάς το σε μια έκφραση και ονομάζοντας αυτή την έκφραση την αλήθεια. Όχι: η αντίληψη στην οποία έδειχνε ο Κρισναμούρτι είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Είναι η αντίληψη των ματιών πριν ο εγκέφαλος προλάβει να ονομάσει αυτό που βλέπουν τα μάτια. Είναι η ακρόαση της μουσικής πριν η ακρόαση αποικιστεί από γνώμη. Είναι η αρχαία, άλεκτη γνώση του σώματος που στέκεται σε ένα μεγάλο δάσος και αισθάνεται το δάσος όχι ως συλλογή δέντρων αλλά ως μια ενιαία παρουσία, τεράστια και που αναπνέει και ζωντανή.
Αυτή η αντίληψη — αυτή η ανοιχτότητα χωρίς ατζέντα, αυτή η προσοχή χωρίς συμπέρασμα — είναι η ίδια, έλεγε, νοημοσύνη. Όχι νοημοσύνη ως ικανότητα, όχι η ικανότητα να λύνει προβλήματα ή να συσσωρεύει πληροφορίες ή να ξεγελάει αντιπάλους. Αλλά νοημοσύνη ως κατάσταση ύπαρξης — η κατάσταση του ανοιχτού ουρανού που κρατά τα πάντα χωρίς να προσκολλάται σε τίποτα, που αλλάζει από κάθε σύννεφο και παραμένει αναλλοίωτος από όλα τους.
Στην απεραντοσύνη της γνήσιας προσοχής, κάθε στιγμή του κόσμου είναι ταυτόχρονα ερώτημα και απάντηση — και η σιωπή ανάμεσά τους είναι εκεί όπου ζει η κατανόηση.
IV. Η Νοημοσύνη που Προηγείται της Σκέψης
Υπάρχει ένα φως που υπάρχει πριν την ανατολή του ήλιου. Οι μυστικιστές το έχουν γνωρίσει πάντα. Οι Σουφί ποιητές το ήπιαν από τα κύπελλά τους με κρασί· οι Βεδαντικοί σοφοί το διέκριναν στο κενό ανάμεσα σε δύο ανάσες· οι πατέρες της ερήμου το συνάντησαν στην εξάντληση της μακράς παράδοσης του σώματος. Είναι το φως που προηγείται όλων των ιδιαίτερων φώτων — όχι ο ήλιος, όχι το κερί, όχι η βιοφωταύγεια του βαθυθάλασσου πλάσματος, αλλά η ίδια η κατάσταση της φωτεινότητας, εκείνη μέσω της οποίας γνωρίζονται όλα τα πράγματα.
Η νοημοσύνη, με την έννοια που ο Κρισναμούρτι χρησιμοποιούσε τη λέξη με τόση προσεκτική επιμονή, είναι κάτι σαν αυτό το φως. Δεν είναι ιδιότητα του ατόμου. Δεν ανήκει στους λαμπρούς ή στους μορφωμένους ή στους πνευματικά προχωρημένους. Αναδύεται — μπορεί να αναδυθεί μόνο — στην απουσία του επίμονου θορύβου του εαυτού, στη σιωπή που ανοίγει όταν η μηχανή των συμπερασμάτων, της κρίσης και της σύγκρισης, έστω και στιγμιαία, ηρεμεί.
Σκεφτείτε πώς παίζει ένας μεγάλος μουσικός. Στις βαθύτερες στιγμές της εκτέλεσης, ο μουσικός εξαφανίζεται. Δεν υπάρχει πια ένα πρόσωπο που αποφασίζει πού να τοποθετήσει κάθε νότα. Υπάρχει μόνο η μουσική που αποφασίζει τον εαυτό της μέσω ενός πρόθυμου οργάνου. Ο μουσικός έχει γίνει, εκείνες τις στιγμές, διαφανής — ένα κανάλι μέσα από το οποίο περνά κάτι μεγαλύτερο από κάθε ατομική πρόθεση. Αυτό που περνά δεν είναι παράλογο, δεν είναι χαοτικό, δεν είναι πέρα από την κατανόηση. Είναι υπερ-λογικό, υπερ-συνεκτικό — η λογική του όλου που εκφράζεται μέσω του μέρους, όπως η αρχή της σπείρας εκφράζεται ταυτόχρονα στο κέλυφος του ναυτίλου και στον γαλαξία, χωρίς να χρειάζεται οδηγία, χωρίς να συμβουλεύεται καμία αυθεντία, χωρίς να υπακούει σε κανέναν κανόνα εκτός από τον βαθύτερο κανόνα, που δεν είναι κανόνας καθόλου αλλά φύση.
Αυτό είναι αυτό που ενεργεί, όταν ενεργεί η νοημοσύνη. Όχι η απόφαση που λαμβάνεται μετά από συζήτηση. Όχι η αρχή που εφαρμόζεται στην κατάσταση. Όχι το συμπέρασμα που φέρνεται στο γεγονός. Αλλά το ίδιο το γεγονός, που βλέπεται ολόκληρο, που κατανοείται πλήρως, που ανταποκρίνεται από ένα βάθος που προηγείται και περιλαμβάνει κάθε συζήτηση.
V. Ελευθερία και το Ανοιχτό Χέρι
Υπάρχει μια διδασκαλία στις Ανατολικές παραδόσεις για το χέρι που αρπάζει και το χέρι που προσφέρει. Το χέρι που αρπάζει είναι το χέρι του εγώ — το χέρι που απλώνεται για ταυτότητα, για μονιμότητα, για την άνεση του σταθερού. Αρπάζει πεποιθήσεις επειδή οι πεποιθήσεις είναι χειρολαβές, επειδή το να κρατάς μια πεποίθηση σημαίνει να νιώθεις ριζωμένος σε έναν κόσμο που είναι αλλιώς τρομακτικά, συγκλονιστικά ρευστός. Το ανοιχτό χέρι είναι το χέρι του σοφού — όχι αδύναμο, όχι παθητικό, όχι αδιάφορο, αλλά ανταποκρινόμενο με τρόπο που το κλειστό χέρι δεν μπορεί ποτέ. Το ανοιχτό χέρι μπορεί να δεχτεί. Το ανοιχτό χέρι μπορεί να δώσει. Το ανοιχτό χέρι μπορεί να νιώσει τον άνεμο.
Να μην εξαρτάσαι από τον κόσμο. Να μην τον αρνείσαι, επίσης. Ο Κρισναμούρτι κρατούσε αυτά τα δύο σε μια ένταση που δεν είναι πραγματικά ένταση αλλά ένα είδος όρασης. Το να είσαι στον κόσμο πλήρως — οι αισθήσεις ζωντανές, η προσοχή ολική — και όμως να μην είσαι μπερδεμένος σε αυτόν, να μην τον έχεις υφάνει στον ιστό του εαυτού όπως υφαίνουμε τις ταυτότητές μας από τα υπάρχοντά μας, τις γνώμες μας, τα βάσανά μας, τους θριάμβους μας. Το να στέκεσαι στη βροχή και να νιώθεις τη βροχή χωρίς να γίνεσαι η βροχή — και όμως χωρίς να στέκεσαι μακριά της, χωρίς το γυάλινο τείχος του παρατηρητή ανάμεσα στον εαυτό και στο παρατηρούμενο.
Το ιερό δεν μπορεί να αρπαχτεί. Μπορεί μόνο να συναντηθεί — όπως συναντά κανείς την αυγή, όχι απλώνοντας το χέρι προς αυτήν, αλλά απλώς παραμένοντας παρών καθώς το σκοτάδι σηκώνεται.
Αυτό είναι το παράδοξο στην καρδιά της διδασκαλίας, και είναι το παράδοξο στην καρδιά κάθε γνήσιας μυστικής διδασκαλίας: να είσαι απόλυτα παρών και απόλυτα ελεύθερος ταυτόχρονα. Όχι ελεύθερος από τον κόσμο — αυτό είναι διαφυγή, και η διαφυγή είναι άλλη μια μορφή δέσμευσης, μια δέσμευση που επιλέγεται με ιδιαίτερη σχολαστικότητα. Αλλά ελεύθερος μέσα στον κόσμο, ελεύθερος στην συνάντηση με τον κόσμο — όπως ο ποταμός είναι ελεύθερος μέσα στη ροή του, όπως η φλόγα είναι ελεύθερη μέσα στο κάψιμό της.
VI. Το Απόλυτο και το Ιδιαίτερο
Τι είναι το ιερό; Η ερώτηση έχει τεθεί σε κάθε γλώσσα, σε κάθε αιώνα, από κάθε άνθρωπο που στάθηκε ποτέ με δέος μπροστά στο ανεξήγητο γεγονός της ύπαρξης. Και οι απαντήσεις ήταν πολλές και περίτεχνες και αντιφατικές και μεγαλειώδεις, και καμία από αυτές δεν ήταν το ίδιο το ιερό. Το ιερό, εξ ορισμού, υπερβαίνει την περιγραφή του. Είναι η ακτή που συνεχίζει να απομακρύνεται καθώς ο κολυμβητής προχωρά — και όμως είναι επίσης το νερό μέσα στο οποίο κολυμπά ο κολυμβητής, οι πνεύμονες με τους οποίους αναπνέει ο κολυμβητής, η ίδια η κίνηση του κολυμπιού.
Ο Κρισναμούρτι δεν ήταν, με την συμβατική έννοια, άνθρωπος του Θεού. Αρνήθηκε τον τίτλο του δασκάλου, αν και δίδασκε όλη του τη ζωή. Διάλυσε τον οργανισμό που χτίστηκε για να τον δεχτεί και πέρασε δεκαετίες προειδοποιώντας ενάντια ακριβώς στον είδος εξάρτησης που ενέπνεε. Ήταν, με αυτόν τον τρόπο, ο πιο συνεπής μυστικιστής της σύγχρονης εποχής: ένας άνθρωπος που ακολούθησε τη λογική της αντίληψής του μέχρι την καταστροφική της κατάληξη, ακόμα και όταν αυτή η κατάληξη απαιτούσε την αποδόμηση όλων όσων θα μπορούσε διαφορετικά να κρατήσει αγαπητά — κύρος, μαθητεία, την άνεση της αγαπημένης παράδοσης.
Κι όμως κάτι ιερό διαπερνά τα λόγια του. Κάτι που δεν μπορεί να χωρέσει στις λέξεις αλλά κινείται μέσα από αυτές όπως το φως κινείται μέσα από χρωματιστό γυαλί — μεταμορφωμένο, χρωματισμένο, ιδιαίτερο — ενώ παραμένει στην πηγή του άχρωμο, ολικό, ανώνυμο. Όταν μιλά για τον ολόκληρο ξεδιπλωμένο χάρτη του κόσμου, όταν μιλά για την ίδια την αντίληψη αυτού του χάρτη ως ήδη νοημοσύνη — μιλά για κάτι που οι μεγάλες παραδόσεις έχουν πάντα προσπαθήσει να ονομάσουν: την μη-δυαδική επίγνωση, το Ταό που δεν μπορεί να ειπωθεί, το Μπράχμαν που είναι επίσης Άτμαν, το βασίλειο των ουρανών που είναι μέσα και γύρω ταυτόχρονα.
Δείχνει προς τον τόπο όπου το ιδιαίτερο και το απόλυτο δεν είναι δύο. Όπου αυτή η στιγμή — με τα σύννεφά της και την κίνηση της και τη θλίψη της και την απρόσμενη τρυφερότητά της — δεν είναι μια πτώση από την αιωνιότητα αλλά η μόνη δυνατή έκφρασή της. Όπου ο ξεδιπλωμένος χάρτης δεν είναι εικόνα του εδάφους αλλά είναι, σε κάθε τρεμάμενη λεπτομέρεια, το ίδιο το έδαφος.
VII. Η Φλόγα που Δεν Ζητάει Καύσιμο
Υπάρχει μια φλόγα σε ορισμένα αρχαία κείμενα που καίει χωρίς να καταναλώνει. Οι μυστικιστές μιλούν γι’ αυτήν ως το φως της καθαρής επίγνωσης — όχι την επίγνωση κάποιου συγκεκριμένου πράγματος, αλλά την επίγνωση ως τέτοια, το φωτεινό έδαφος της ύπαρξης που καθιστά δυνατή κάθε εμπειρία χωρίς η ίδια να είναι εμπειρία. Δεν χρειάζεται τίποτα για να καεί. Δεν τρέφεται από κανένα καύσιμο. Δεν ανάβει από τη σκέψη και δεν σβήνει όταν η σκέψη σταματά. Απλώς είναι — όπως είναι ο ουρανός, όπως είναι η σιωπή, όπως είναι η αγάπη όταν δεν είναι συναλλαγή αλλά κλίμα.
Η νοημοσύνη, με την έννοια που έχει εξερευνηθεί σε αυτές τις σελίδες, είναι κάτι σαν αυτή τη φλόγα. Δεν μπορεί να καλλιεργηθεί, με την συνηθισμένη έννοια — δεν μπορεί κανείς να εξασκηθεί για να φτάσει σε αυτήν όπως εξασκείται κανείς σε κλίμακες ή κάμψεις. Αλλά μπορεί, ίσως, να αφαιρέσει τα εμπόδια. Μπορεί — με υπομονή, με ειλικρίνεια, με ένα θάρρος που δεν είναι το θάρρος του στρατιώτη αλλά το θάρρος του ανθρώπου που συνεχίζει να κοιτάζει όταν το κοιτάγμα γίνεται δύσκολο — να αρχίσει να βλέπει τι καλύπτει τη φλόγα. Τα συσσωρευμένα συμπεράσματα. Οι δανεικές πεποιθήσεις. Οι αρχές που έχουν σκληρύνει γύρω από την αρχική ενόραση μέχρι να μην απομένει τίποτα από την ενόραση, μόνο η σκλήρυνση.
Το να δεις αυτά τα καλύμματα δεν είναι να προσθέσεις στη γνώση σου. Είναι, με μια έννοια, να αφαιρέσεις από αυτήν — ή μάλλον, να ανακαλύψεις ότι αυτό που έπαιρνες για γνώση ήταν κάτι εντελώς διαφορετικό: μια άμυνα, μια παρηγοριά, ένας τρόπος να μην βλέπεις. Και σε αυτό το βλέμμα — στην απλή, γυμνή αναγνώριση — κάτι μετατοπίζεται. Τα συμπεράσματα χαλαρώνουν. Οι αρχές μαλακώνουν. Το ιδεολογικό οικοδόμημα, που φαινόταν τόσο στέρεο, αποκαλύπτεται φτιαγμένο από φως και σκιά, και το φως και η σκιά περνούν το ένα μέσα από το άλλο χωρίς εμπόδιο.
Όταν ο εαυτός σταματά να επιμένει στη δική του γεωγραφία, ο κόσμος μπορεί επιτέλους να γίνει αναγνώσιμος — όχι ως πρόβλημα προς επίλυση, αλλά ως μυστήριο προς κατοίκηση.
Αυτό που απομένει δεν είναι κενό — ή μάλλον, είναι το κενό που είναι επίσης πληρότητα, η σιωπή που είναι επίσης ήχος, η ακινησία που είναι επίσης η πιο έντονη προσοχή. Είναι η κατάσταση από την οποία αναδύεται η σωστή δράση — όχι επειδή κανείς αποφάσισε τι είναι σωστό, όχι επειδή συμβουλεύτηκε την αρχή και την εφάρμοσε στην κατάσταση, αλλά επειδή η αντίληψη, όταν είναι ολική, περιέχει ήδη τη δική της ανταπόκριση. Όπως το νερό, συναντώντας μια πέτρα, δεν συζητά για το πώς να ρέει γύρω της. Όπως το μάτι, στο απόλυτο σκοτάδι, δεν αποφασίζει να ανταποκριθεί στο φως.
VIII. Προς μια Στοχαστική Ειρήνη
Ο άνθρωπος στην όχθη του ποταμού — αυτός με τον οποίο αρχίσαμε — τελικά άφησε κάτω τα ερωτήματά του. Όχι επειδή απαντήθηκαν. Όχι επειδή κουράστηκε από αυτά, ή επειδή ένας δάσκαλος του έδειξε πού κρύβονταν οι απαντήσεις. Αλλά επειδή στην μακρά παρατήρηση του ποταμού, τα ερωτήματα άρχισαν να φαίνονται σαν μέρος του ποταμού — που αναδύονται, ρέουν, διαλύονται, όπως οι σκέψεις αναδύονται και ρέουν και διαλύονται στη μεγάλη ησυχία ενός αρκετά ήσυχου νου.
Αυτό είναι, ίσως, το πιο ειλικρινές πράγμα που μπορεί να ειπωθεί για τη νοημοσύνη που περιέγραψε ο Κρισναμούρτι: ότι δεν παρέχει απαντήσεις. Διαλύει την ανάγκη για απαντήσεις ενός συγκεκριμένου είδους — του ανήσυχου είδους, του αρπακτικού είδους, του είδους που επιδιώκει να παγώσει τον ρευστό κόσμο στο κεχριμπάρι ενός τύπου. Αυτό που παρέχει αντ’ αυτού είναι κάτι πιο δύσκολο να ονομαστεί και άπειρα πιο θρεπτικό: μια ποιότητα παρουσίας που είναι, η ίδια, κατανόηση. Όχι κατανόηση του ενός ή του άλλου — όχι η κατανόηση που μπορεί να εκφραστεί, να διδαχθεί, να μεταδοθεί ως πληροφορία από το ένα μυαλό στο άλλο — αλλά η κατανόηση που είναι προγενέστερη από κάθε περιεχόμενο, η κατανόηση που είναι ο ίδιος ο ανοιχτός ουρανός, αναλλοίωτος από κάθε καιρό που περνά μέσα από αυτόν.
Το να αναπαυθεί κανείς σε αυτό — έστω στιγμιαία, έστω ατελώς — σημαίνει να γνωρίσει μια ειρήνη που δεν είναι η ειρήνη της επίλυσης, όχι η ειρήνη του προβλήματος που επιτέλους λύθηκε και του φακέλου που επιτέλους έκλεισε. Είναι η ειρήνη του ποταμού, που δεν χρειάζεται να φτάσει στη θάλασσα για να είναι, ήδη και πλήρως, ο εαυτός του. Είναι η ειρήνη της φλόγας που δεν ζητάει καύσιμο. Είναι η ειρήνη, ίσως, που ήταν πάντα εδώ — κάτω από τον θόρυβο, κάτω από τα συμπεράσματα, κάτω από την συσσωρευμένη αρχιτεκτονική του εαυτού — που περιμένει με την υπομονή του απόλυτου τη στιγμή που θα σταματήσουμε, θα κοιτάξουμε, και θα αφήσουμε τον κόσμο να είναι, απλά και μεγαλειωδώς και πέρα από κάθε ονομασία, αυτό που είναι.
Και σε αυτή την παραχώρηση — σε αυτή την απαλή απελευθέρωση του αρπακτικού χεριού — ολόκληρος ο ξεδιπλωμένος χάρτης του κόσμου αποκαλύπτεται. Όχι ως γρίφος, όχι ως πρόβλημα, όχι ως έδαφος προς κατάκτηση και κατοχή. Αλλά ως μυστήριο προς κατοίκηση. Ως το μόνο ιερό που υπάρχει. Ως η φλόγα που καίει σε όλα τα πράγματα, χωρίς να καταναλώνει τίποτα, φωτίζοντας τα πάντα, χωρίς να ζητάει τίποτα σε αντάλλαγμα εκτός από το ένα πράγμα που βρίσκουμε πιο δύσκολο να δώσουμε: την πλήρη, ανέφελη, άνευ όρων προσοχή μας.
«Η ίδια η αντίληψη αυτού του ολόκληρου ξεδιπλωμένου χάρτη είναι ήδη νοημοσύνη.»
I. Ο Ποταμός που Δεν Μπορεί να Συγκρατηθεί
Υπάρχει ένας ποταμός που ρέει κάτω από όλους τους ποταμούς. Δεν αρχίζει στα βουνά, ούτε τελειώνει στη θάλασσα. Δεν έχει όχθες για να τον περιέχει, δεν έχει όνομα με το οποίο να τον καλέσουν, δεν έχει όγκο που να μετρηθεί με ράβδους και όργανα. Κι όμως ρέει — αδιάκοπα, σιωπηλά, με την αδιαφορία του απόλυτου — μέσα από κάθε χειρονομία του ζώντος κόσμου, μέσα από κάθε φύλλο που τρέμει, μέσα από κάθε στιγμή θλίψης, κάθε σπασμό χαράς, κάθε θάνατο που ανοίγει σαν πληγή στον ιστό του χρόνου.
Ένας άνθρωπος στάθηκε κάποτε στην όχθη ενός τέτοιου ποταμού. Είχε έρθει φέρνοντας ερωτήματα — τα συνηθισμένα, λεία σαν πέτρες από μια ζωή χειρισμού τους. Ποιος είμαι; Τι είναι το καλό; Πώς πρέπει να ζήσει κανείς; Είχε σπουδάσει σε ναούς και πανεπιστήμια, είχε συζητήσει με φιλοσόφους και είχε εξομολογηθεί σε ιερείς, είχε συλλέξει απαντήσεις όπως συλλέγει κανείς χρέη, κάθε απάντηση να συσσωρεύει τόκους με τη μορφή περαιτέρω σύγχυσης. Κι όμως ο ποταμός δεν έλεγε τίποτα. Απλώς έρεε. Απλώς έλαμπε. Δεν πρόσφερε δόγμα, δεν πρόσφερε παρηγοριά, δεν πρόσφερε οδηγίες — μόνο το καθαρό γεγονός της ροής του, τόσο αναμφισβήτητο όσο η ανάσα, τόσο άπιαστο όσο ο χώρος ανάμεσα σε δύο χτύπους της καρδιάς.
Αυτό, είπε ο δάσκαλος η φωνή του οποίου αναδύθηκε σαν άνεμος από τη σιωπή, είναι το σημείο όπου πρέπει να αρχίσουμε. Όχι με το συσσωρευμένο, το κληρονομημένο, το δανεικό. Όχι με την αρχιτεκτονική των πεποιθήσεών μας, την οποία μπερδεύουμε με το σπίτι της αλήθειας, ενώ στην πραγματικότητα είναι μια φυλακή που χτίσαμε με τα ίδια μας τα χέρια, πέτρα την προσεκτική πέτρα, κάθε πεποίθηση άλλος ένας τοίχος ενάντια στον ανοιχτό ουρανό.
Για να κατανοήσουμε τον κόσμο σημαίνει να μην παγιδευτούμε σε αυτόν — να μην παρασυρθούμε όπως παρασύρεται ένα φύλλο, μπερδεύοντας το ρεύμα με τον εαυτό μας.
Για να κατανοήσουμε τον κόσμο, δίδασκε ο Κρισναμούρτι, σημαίνει να μην παγιδευτούμε σε αυτόν — να μην παρασυρθούμε όπως παρασύρεται ένα φύλλο, μπερδεύοντας το ρεύμα με τον εαυτό μας. Σημαίνει να παρατηρούμε, με μια ηρεμία τόσο πλήρη ώστε η ίδια η παρατήρηση να γίνεται διαφανής, να γίνεται τίποτα — να γίνεται τα πάντα.
II. Η Φυλακή που Ονομάζουμε Βεβαιότητα
Σκεφτείτε τον σκόρο που πετά σε κύκλους γύρω από τη φλόγα. Δεν φιλοσοφεί για το φως. Δεν συμβουλεύεται αυθεντίες για τη φύση της φωτιάς. Δεν καταλήγει πρώτα σε μια αρχή — ένα δόγμα της ακτινοβολίας, μια ιδεολογία της ζεστασιάς — και μετά, σύμφωνα με αυτή την αρχή, αποφασίζει πώς να προσανατολίσει την πτήση του. Όχι: απλώς κινείται προς αυτό που δεν μπορεί να ονομάσει, έλκονταν από κάτι παλαιότερο από τη σκέψη, κάτι που προηγείται της διαίρεσης του κόσμου σε γνωστό και άγνωστο.
Έτσι ζούμε οι περισσότεροι από εμάς, μόνο αντίστροφα. Είμαστε σκόροι που έχουν αποφασίσει να μην πετάξουν. Έχουμε πάρει τις παρατηρήσεις μας για τη φλόγα — τη ζεστασιά της, τον κίνδυνο της, την τρομερή της ομορφιά — και από αυτές τις παρατηρήσεις έχουμε κατασκευάσει έναν χάρτη. Έχουμε ονομάσει τα εδάφη. Έχουμε γράψει τον οδηγό. Και μετά, κρατώντας τον χάρτη μπροστά μας σαν ασπίδα, πιστεύουμε ότι γνωρίζουμε τη φωτιά. Πιστεύουμε ότι η περιγραφή είναι το περιγραφόμενο. Πιστεύουμε ότι η λέξη «αγάπη» είναι η αγάπη, ότι η έννοια «Θεός» είναι το θείο, ότι ο τύπος «αλήθεια» συλλαμβάνει αυτό που ρέει μέσα από όλα τα πράγματα σαν νερό μέσα από την κοιλότητα του χεριού.
Ο δάσκαλος τα λόγια του οποίου ακολουθούμε σε αυτόν τον διαλογισμό ήταν σαφής, και η σαφήνειά του ήταν ένα είδος καταστροφής. Ποτέ μην καταλήγεις σε κανένα συμπέρασμα, είπε. Ποτέ μην φτάνεις σε καμία ιδεολογική, λεκτική κατάσταση ή αρχή με την οποία προσπαθείς να ζήσεις. Αυτές είναι οι φράσεις ενός ανθρώπου που είχε βγει από κάθε ναό και είχε κάψει κάθε χάρτη — όχι από περιφρόνηση, αλλά από μια αγάπη τόσο μεγάλη που δεν μπορούσε να χωρέσει σε καμία δομή. Γιατί είχε κατανοήσει κάτι που ο σκόρος κατανοεί ενστικτωδώς: ότι ο χάρτης δεν είναι το έδαφος. Ότι η αρχή δεν είναι η ζωή. Ότι το είδωλο, όσο όμορφο κι αν είναι, όσο προσεκτικά κι αν έχει σκαλιστεί, δεν είναι το ιερό.
Η λέξη «σιωπή» δεν είναι σιωπή. Είναι ένας ήχος όπως κάθε άλλος, που κυματίζει την επιφάνεια της ίδιας της ακινησίας που ονομάζει.
Τι απομένει, λοιπόν, όταν απελευθερωθούν όλα τα συμπεράσματα; Όταν κανείς σταματά — πραγματικά σταματά — να αρπάζει το λεκτικό, το ιδεολογικό, το σταθερό; Υπάρχει ένας τρόμος σε αυτό το ερώτημα, ο τρόμος του ανοιχτού χεριού, του σχεδίου που εγκαταλείπεται για το ρεύμα. Και μετά — αν κανείς αντέξει τον τρόμο — υπάρχει κάτι άλλο. Κάτι που δεν αναγγέλλεται, που δεν κάνει υποσχέσεις, που δεν μπορεί να κυνηγηθεί αλλά μόνο να γίνει δεκτό.
III. Ο Χάρτης που Κινείται
Μίλησε για έναν χάρτη — αλλά έναν χάρτη διαφορετικό από οποιονδήποτε έχει σχεδιάσει χαρτογράφος. Μίλησε για το σύνολο του ξεδιπλώματος του κόσμου ως χάρτη — όχι σταθερό, όχι αδρανές, όχι τυπωμένο σε περγαμηνή και κρεμασμένο στον τοίχο, αλλά ζωντανό, που αναπνέει, που αναθεωρείται διαρκώς στο φως κάθε νέας στιγμής. Έναν χάρτη φτιαγμένο από άνεμο και θλίψη, από το χρώμα του γέλιου ενός παιδιού, από την αργή κατάρρευση αυτοκρατοριών, από τον ιδιαίτερο τρόπο που πέφτει το φως σε μια πέτρα το απόγευμα της Τρίτης του Οκτωβρίου.
Το να αντιληφθεί κανείς αυτόν τον χάρτη — αυτή την ζωντανή, που αναπνέει ολότητα — δεν είναι πράξη διανοίας. Δεν είναι ανάλυση. Η διανόηση διαιρεί, κατηγοριοποιεί, μειώνει — και κάνοντάς το αυτό παραποιεί, όπως μια φωτογραφία παραποιεί ένα πρόσωπο παγώνοντάς το σε μια έκφραση και ονομάζοντας αυτή την έκφραση την αλήθεια. Όχι: η αντίληψη στην οποία έδειχνε ο Κρισναμούρτι είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Είναι η αντίληψη των ματιών πριν ο εγκέφαλος προλάβει να ονομάσει αυτό που βλέπουν τα μάτια. Είναι η ακρόαση της μουσικής πριν η ακρόαση αποικιστεί από γνώμη. Είναι η αρχαία, άλεκτη γνώση του σώματος που στέκεται σε ένα μεγάλο δάσος και αισθάνεται το δάσος όχι ως συλλογή δέντρων αλλά ως μια ενιαία παρουσία, τεράστια και που αναπνέει και ζωντανή.
Αυτή η αντίληψη — αυτή η ανοιχτότητα χωρίς ατζέντα, αυτή η προσοχή χωρίς συμπέρασμα — είναι η ίδια, έλεγε, νοημοσύνη. Όχι νοημοσύνη ως ικανότητα, όχι η ικανότητα να λύνει προβλήματα ή να συσσωρεύει πληροφορίες ή να ξεγελάει αντιπάλους. Αλλά νοημοσύνη ως κατάσταση ύπαρξης — η κατάσταση του ανοιχτού ουρανού που κρατά τα πάντα χωρίς να προσκολλάται σε τίποτα, που αλλάζει από κάθε σύννεφο και παραμένει αναλλοίωτος από όλα τους.
Στην απεραντοσύνη της γνήσιας προσοχής, κάθε στιγμή του κόσμου είναι ταυτόχρονα ερώτημα και απάντηση — και η σιωπή ανάμεσά τους είναι εκεί όπου ζει η κατανόηση.
IV. Η Νοημοσύνη που Προηγείται της Σκέψης
Υπάρχει ένα φως που υπάρχει πριν την ανατολή του ήλιου. Οι μυστικιστές το έχουν γνωρίσει πάντα. Οι Σουφί ποιητές το ήπιαν από τα κύπελλά τους με κρασί· οι Βεδαντικοί σοφοί το διέκριναν στο κενό ανάμεσα σε δύο ανάσες· οι πατέρες της ερήμου το συνάντησαν στην εξάντληση της μακράς παράδοσης του σώματος. Είναι το φως που προηγείται όλων των ιδιαίτερων φώτων — όχι ο ήλιος, όχι το κερί, όχι η βιοφωταύγεια του βαθυθάλασσου πλάσματος, αλλά η ίδια η κατάσταση της φωτεινότητας, εκείνη μέσω της οποίας γνωρίζονται όλα τα πράγματα.
Η νοημοσύνη, με την έννοια που ο Κρισναμούρτι χρησιμοποιούσε τη λέξη με τόση προσεκτική επιμονή, είναι κάτι σαν αυτό το φως. Δεν είναι ιδιότητα του ατόμου. Δεν ανήκει στους λαμπρούς ή στους μορφωμένους ή στους πνευματικά προχωρημένους. Αναδύεται — μπορεί να αναδυθεί μόνο — στην απουσία του επίμονου θορύβου του εαυτού, στη σιωπή που ανοίγει όταν η μηχανή των συμπερασμάτων, της κρίσης και της σύγκρισης, έστω και στιγμιαία, ηρεμεί.
Σκεφτείτε πώς παίζει ένας μεγάλος μουσικός. Στις βαθύτερες στιγμές της εκτέλεσης, ο μουσικός εξαφανίζεται. Δεν υπάρχει πια ένα πρόσωπο που αποφασίζει πού να τοποθετήσει κάθε νότα. Υπάρχει μόνο η μουσική που αποφασίζει τον εαυτό της μέσω ενός πρόθυμου οργάνου. Ο μουσικός έχει γίνει, εκείνες τις στιγμές, διαφανής — ένα κανάλι μέσα από το οποίο περνά κάτι μεγαλύτερο από κάθε ατομική πρόθεση. Αυτό που περνά δεν είναι παράλογο, δεν είναι χαοτικό, δεν είναι πέρα από την κατανόηση. Είναι υπερ-λογικό, υπερ-συνεκτικό — η λογική του όλου που εκφράζεται μέσω του μέρους, όπως η αρχή της σπείρας εκφράζεται ταυτόχρονα στο κέλυφος του ναυτίλου και στον γαλαξία, χωρίς να χρειάζεται οδηγία, χωρίς να συμβουλεύεται καμία αυθεντία, χωρίς να υπακούει σε κανέναν κανόνα εκτός από τον βαθύτερο κανόνα, που δεν είναι κανόνας καθόλου αλλά φύση.
Αυτό είναι αυτό που ενεργεί, όταν ενεργεί η νοημοσύνη. Όχι η απόφαση που λαμβάνεται μετά από συζήτηση. Όχι η αρχή που εφαρμόζεται στην κατάσταση. Όχι το συμπέρασμα που φέρνεται στο γεγονός. Αλλά το ίδιο το γεγονός, που βλέπεται ολόκληρο, που κατανοείται πλήρως, που ανταποκρίνεται από ένα βάθος που προηγείται και περιλαμβάνει κάθε συζήτηση.
V. Ελευθερία και το Ανοιχτό Χέρι
Υπάρχει μια διδασκαλία στις Ανατολικές παραδόσεις για το χέρι που αρπάζει και το χέρι που προσφέρει. Το χέρι που αρπάζει είναι το χέρι του εγώ — το χέρι που απλώνεται για ταυτότητα, για μονιμότητα, για την άνεση του σταθερού. Αρπάζει πεποιθήσεις επειδή οι πεποιθήσεις είναι χειρολαβές, επειδή το να κρατάς μια πεποίθηση σημαίνει να νιώθεις ριζωμένος σε έναν κόσμο που είναι αλλιώς τρομακτικά, συγκλονιστικά ρευστός. Το ανοιχτό χέρι είναι το χέρι του σοφού — όχι αδύναμο, όχι παθητικό, όχι αδιάφορο, αλλά ανταποκρινόμενο με τρόπο που το κλειστό χέρι δεν μπορεί ποτέ. Το ανοιχτό χέρι μπορεί να δεχτεί. Το ανοιχτό χέρι μπορεί να δώσει. Το ανοιχτό χέρι μπορεί να νιώσει τον άνεμο.
Να μην εξαρτάσαι από τον κόσμο. Να μην τον αρνείσαι, επίσης. Ο Κρισναμούρτι κρατούσε αυτά τα δύο σε μια ένταση που δεν είναι πραγματικά ένταση αλλά ένα είδος όρασης. Το να είσαι στον κόσμο πλήρως — οι αισθήσεις ζωντανές, η προσοχή ολική — και όμως να μην είσαι μπερδεμένος σε αυτόν, να μην τον έχεις υφάνει στον ιστό του εαυτού όπως υφαίνουμε τις ταυτότητές μας από τα υπάρχοντά μας, τις γνώμες μας, τα βάσανά μας, τους θριάμβους μας. Το να στέκεσαι στη βροχή και να νιώθεις τη βροχή χωρίς να γίνεσαι η βροχή — και όμως χωρίς να στέκεσαι μακριά της, χωρίς το γυάλινο τείχος του παρατηρητή ανάμεσα στον εαυτό και στο παρατηρούμενο.
Το ιερό δεν μπορεί να αρπαχτεί. Μπορεί μόνο να συναντηθεί — όπως συναντά κανείς την αυγή, όχι απλώνοντας το χέρι προς αυτήν, αλλά απλώς παραμένοντας παρών καθώς το σκοτάδι σηκώνεται.
Αυτό είναι το παράδοξο στην καρδιά της διδασκαλίας, και είναι το παράδοξο στην καρδιά κάθε γνήσιας μυστικής διδασκαλίας: να είσαι απόλυτα παρών και απόλυτα ελεύθερος ταυτόχρονα. Όχι ελεύθερος από τον κόσμο — αυτό είναι διαφυγή, και η διαφυγή είναι άλλη μια μορφή δέσμευσης, μια δέσμευση που επιλέγεται με ιδιαίτερη σχολαστικότητα. Αλλά ελεύθερος μέσα στον κόσμο, ελεύθερος στην συνάντηση με τον κόσμο — όπως ο ποταμός είναι ελεύθερος μέσα στη ροή του, όπως η φλόγα είναι ελεύθερη μέσα στο κάψιμό της.
VI. Το Απόλυτο και το Ιδιαίτερο
Τι είναι το ιερό; Η ερώτηση έχει τεθεί σε κάθε γλώσσα, σε κάθε αιώνα, από κάθε άνθρωπο που στάθηκε ποτέ με δέος μπροστά στο ανεξήγητο γεγονός της ύπαρξης. Και οι απαντήσεις ήταν πολλές και περίτεχνες και αντιφατικές και μεγαλειώδεις, και καμία από αυτές δεν ήταν το ίδιο το ιερό. Το ιερό, εξ ορισμού, υπερβαίνει την περιγραφή του. Είναι η ακτή που συνεχίζει να απομακρύνεται καθώς ο κολυμβητής προχωρά — και όμως είναι επίσης το νερό μέσα στο οποίο κολυμπά ο κολυμβητής, οι πνεύμονες με τους οποίους αναπνέει ο κολυμβητής, η ίδια η κίνηση του κολυμπιού.
Ο Κρισναμούρτι δεν ήταν, με την συμβατική έννοια, άνθρωπος του Θεού. Αρνήθηκε τον τίτλο του δασκάλου, αν και δίδασκε όλη του τη ζωή. Διάλυσε τον οργανισμό που χτίστηκε για να τον δεχτεί και πέρασε δεκαετίες προειδοποιώντας ενάντια ακριβώς στον είδος εξάρτησης που ενέπνεε. Ήταν, με αυτόν τον τρόπο, ο πιο συνεπής μυστικιστής της σύγχρονης εποχής: ένας άνθρωπος που ακολούθησε τη λογική της αντίληψής του μέχρι την καταστροφική της κατάληξη, ακόμα και όταν αυτή η κατάληξη απαιτούσε την αποδόμηση όλων όσων θα μπορούσε διαφορετικά να κρατήσει αγαπητά — κύρος, μαθητεία, την άνεση της αγαπημένης παράδοσης.
Κι όμως κάτι ιερό διαπερνά τα λόγια του. Κάτι που δεν μπορεί να χωρέσει στις λέξεις αλλά κινείται μέσα από αυτές όπως το φως κινείται μέσα από χρωματιστό γυαλί — μεταμορφωμένο, χρωματισμένο, ιδιαίτερο — ενώ παραμένει στην πηγή του άχρωμο, ολικό, ανώνυμο. Όταν μιλά για τον ολόκληρο ξεδιπλωμένο χάρτη του κόσμου, όταν μιλά για την ίδια την αντίληψη αυτού του χάρτη ως ήδη νοημοσύνη — μιλά για κάτι που οι μεγάλες παραδόσεις έχουν πάντα προσπαθήσει να ονομάσουν: την μη-δυαδική επίγνωση, το Ταό που δεν μπορεί να ειπωθεί, το Μπράχμαν που είναι επίσης Άτμαν, το βασίλειο των ουρανών που είναι μέσα και γύρω ταυτόχρονα.
Δείχνει προς τον τόπο όπου το ιδιαίτερο και το απόλυτο δεν είναι δύο. Όπου αυτή η στιγμή — με τα σύννεφά της και την κίνηση της και τη θλίψη της και την απρόσμενη τρυφερότητά της — δεν είναι μια πτώση από την αιωνιότητα αλλά η μόνη δυνατή έκφρασή της. Όπου ο ξεδιπλωμένος χάρτης δεν είναι εικόνα του εδάφους αλλά είναι, σε κάθε τρεμάμενη λεπτομέρεια, το ίδιο το έδαφος.
VII. Η Φλόγα που Δεν Ζητάει Καύσιμο
Υπάρχει μια φλόγα σε ορισμένα αρχαία κείμενα που καίει χωρίς να καταναλώνει. Οι μυστικιστές μιλούν γι’ αυτήν ως το φως της καθαρής επίγνωσης — όχι την επίγνωση κάποιου συγκεκριμένου πράγματος, αλλά την επίγνωση ως τέτοια, το φωτεινό έδαφος της ύπαρξης που καθιστά δυνατή κάθε εμπειρία χωρίς η ίδια να είναι εμπειρία. Δεν χρειάζεται τίποτα για να καεί. Δεν τρέφεται από κανένα καύσιμο. Δεν ανάβει από τη σκέψη και δεν σβήνει όταν η σκέψη σταματά. Απλώς είναι — όπως είναι ο ουρανός, όπως είναι η σιωπή, όπως είναι η αγάπη όταν δεν είναι συναλλαγή αλλά κλίμα.
Η νοημοσύνη, με την έννοια που έχει εξερευνηθεί σε αυτές τις σελίδες, είναι κάτι σαν αυτή τη φλόγα. Δεν μπορεί να καλλιεργηθεί, με την συνηθισμένη έννοια — δεν μπορεί κανείς να εξασκηθεί για να φτάσει σε αυτήν όπως εξασκείται κανείς σε κλίμακες ή κάμψεις. Αλλά μπορεί, ίσως, να αφαιρέσει τα εμπόδια. Μπορεί — με υπομονή, με ειλικρίνεια, με ένα θάρρος που δεν είναι το θάρρος του στρατιώτη αλλά το θάρρος του ανθρώπου που συνεχίζει να κοιτάζει όταν το κοιτάγμα γίνεται δύσκολο — να αρχίσει να βλέπει τι καλύπτει τη φλόγα. Τα συσσωρευμένα συμπεράσματα. Οι δανεικές πεποιθήσεις. Οι αρχές που έχουν σκληρύνει γύρω από την αρχική ενόραση μέχρι να μην απομένει τίποτα από την ενόραση, μόνο η σκλήρυνση.
Το να δεις αυτά τα καλύμματα δεν είναι να προσθέσεις στη γνώση σου. Είναι, με μια έννοια, να αφαιρέσεις από αυτήν — ή μάλλον, να ανακαλύψεις ότι αυτό που έπαιρνες για γνώση ήταν κάτι εντελώς διαφορετικό: μια άμυνα, μια παρηγοριά, ένας τρόπος να μην βλέπεις. Και σε αυτό το βλέμμα — στην απλή, γυμνή αναγνώριση — κάτι μετατοπίζεται. Τα συμπεράσματα χαλαρώνουν. Οι αρχές μαλακώνουν. Το ιδεολογικό οικοδόμημα, που φαινόταν τόσο στέρεο, αποκαλύπτεται φτιαγμένο από φως και σκιά, και το φως και η σκιά περνούν το ένα μέσα από το άλλο χωρίς εμπόδιο.
Όταν ο εαυτός σταματά να επιμένει στη δική του γεωγραφία, ο κόσμος μπορεί επιτέλους να γίνει αναγνώσιμος — όχι ως πρόβλημα προς επίλυση, αλλά ως μυστήριο προς κατοίκηση.
Αυτό που απομένει δεν είναι κενό — ή μάλλον, είναι το κενό που είναι επίσης πληρότητα, η σιωπή που είναι επίσης ήχος, η ακινησία που είναι επίσης η πιο έντονη προσοχή. Είναι η κατάσταση από την οποία αναδύεται η σωστή δράση — όχι επειδή κανείς αποφάσισε τι είναι σωστό, όχι επειδή συμβουλεύτηκε την αρχή και την εφάρμοσε στην κατάσταση, αλλά επειδή η αντίληψη, όταν είναι ολική, περιέχει ήδη τη δική της ανταπόκριση. Όπως το νερό, συναντώντας μια πέτρα, δεν συζητά για το πώς να ρέει γύρω της. Όπως το μάτι, στο απόλυτο σκοτάδι, δεν αποφασίζει να ανταποκριθεί στο φως.
VIII. Προς μια Στοχαστική Ειρήνη
Ο άνθρωπος στην όχθη του ποταμού — αυτός με τον οποίο αρχίσαμε — τελικά άφησε κάτω τα ερωτήματά του. Όχι επειδή απαντήθηκαν. Όχι επειδή κουράστηκε από αυτά, ή επειδή ένας δάσκαλος του έδειξε πού κρύβονταν οι απαντήσεις. Αλλά επειδή στην μακρά παρατήρηση του ποταμού, τα ερωτήματα άρχισαν να φαίνονται σαν μέρος του ποταμού — που αναδύονται, ρέουν, διαλύονται, όπως οι σκέψεις αναδύονται και ρέουν και διαλύονται στη μεγάλη ησυχία ενός αρκετά ήσυχου νου.
Αυτό είναι, ίσως, το πιο ειλικρινές πράγμα που μπορεί να ειπωθεί για τη νοημοσύνη που περιέγραψε ο Κρισναμούρτι: ότι δεν παρέχει απαντήσεις. Διαλύει την ανάγκη για απαντήσεις ενός συγκεκριμένου είδους — του ανήσυχου είδους, του αρπακτικού είδους, του είδους που επιδιώκει να παγώσει τον ρευστό κόσμο στο κεχριμπάρι ενός τύπου. Αυτό που παρέχει αντ’ αυτού είναι κάτι πιο δύσκολο να ονομαστεί και άπειρα πιο θρεπτικό: μια ποιότητα παρουσίας που είναι, η ίδια, κατανόηση. Όχι κατανόηση του ενός ή του άλλου — όχι η κατανόηση που μπορεί να εκφραστεί, να διδαχθεί, να μεταδοθεί ως πληροφορία από το ένα μυαλό στο άλλο — αλλά η κατανόηση που είναι προγενέστερη από κάθε περιεχόμενο, η κατανόηση που είναι ο ίδιος ο ανοιχτός ουρανός, αναλλοίωτος από κάθε καιρό που περνά μέσα από αυτόν.
Το να αναπαυθεί κανείς σε αυτό — έστω στιγμιαία, έστω ατελώς — σημαίνει να γνωρίσει μια ειρήνη που δεν είναι η ειρήνη της επίλυσης, όχι η ειρήνη του προβλήματος που επιτέλους λύθηκε και του φακέλου που επιτέλους έκλεισε. Είναι η ειρήνη του ποταμού, που δεν χρειάζεται να φτάσει στη θάλασσα για να είναι, ήδη και πλήρως, ο εαυτός του. Είναι η ειρήνη της φλόγας που δεν ζητάει καύσιμο. Είναι η ειρήνη, ίσως, που ήταν πάντα εδώ — κάτω από τον θόρυβο, κάτω από τα συμπεράσματα, κάτω από την συσσωρευμένη αρχιτεκτονική του εαυτού — που περιμένει με την υπομονή του απόλυτου τη στιγμή που θα σταματήσουμε, θα κοιτάξουμε, και θα αφήσουμε τον κόσμο να είναι, απλά και μεγαλειωδώς και πέρα από κάθε ονομασία, αυτό που είναι.
Και σε αυτή την παραχώρηση — σε αυτή την απαλή απελευθέρωση του αρπακτικού χεριού — ολόκληρος ο ξεδιπλωμένος χάρτης του κόσμου αποκαλύπτεται. Όχι ως γρίφος, όχι ως πρόβλημα, όχι ως έδαφος προς κατάκτηση και κατοχή. Αλλά ως μυστήριο προς κατοίκηση. Ως το μόνο ιερό που υπάρχει. Ως η φλόγα που καίει σε όλα τα πράγματα, χωρίς να καταναλώνει τίποτα, φωτίζοντας τα πάντα, χωρίς να ζητάει τίποτα σε αντάλλαγμα εκτός από το ένα πράγμα που βρίσκουμε πιο δύσκολο να δώσουμε: την πλήρη, ανέφελη, άνευ όρων προσοχή μας.
«Η ίδια η αντίληψη αυτού του ολόκληρου ξεδιπλωμένου χάρτη είναι ήδη νοημοσύνη.»
Υπερβορέα: Η Χώρα που δεν Έχει Συντεταγμένες
Μια Μυστική Διαλογιστική Σκέψη
«Ούτε ασθένεια ούτε γήρας αναμειγνύονται με εκείνη την ιερή γενιά·
και ο κόπος δεν βρίσκει εκεί θέση.» Πίνδαρος, Πυθιόνικος ΙΧ
Ι. Το Άκρο Όπου Τελειώνουν οι Χάρτες
Υπάρχουν τόποι που η γεωγραφία δεν μπορεί να κρατήσει. Δεν σχεδιάζονται σε καμία περγαμηνή, δεν μετρούνται από κανέναν διαβήτη, και όμως η ψυχή που έχει αρχίσει την βαθύτερή της κίνηση τους αναγνωρίζει ως πιο πραγματικούς από κάθε χώρα που έχουν ονομάσει οι χαρτογράφοι. Η Υπερβορέα είναι ένας τέτοιος τόπος — μια χώρα που υπάρχει ακριβώς στο όριο όπου ο γνωστός κόσμος τελειώνει και κάτι άλλο, πιο ευρύ και πιο φωτεινό, αρχίζει.
Οι αρχαίοι Έλληνες, που ήταν φιλόσοφοι πριν γίνουν γεωγράφοι, τοποθέτησαν αυτό το βασίλειο πέρα από τον Βόρειο Άνεμο — πέρα από τον ίδιο τον Βορέα, εκείνη την μεγάλη παγωμένη πνοή που διασχίζει τον κόσμο, γδύνοντας τα δέντρα από τα φύλλα τους και τους ανθρώπους από τις βεβαιότητές τους. Την ονόμασαν Υπερβορέα: τη χώρα που βρίσκεται στην άλλη πλευρά του κρύου. Όχι δίπλα του. Όχι κοντά του. Πέρα από αυτό. Το πρόθεμα δεν είναι τυχαίο· είναι ολόκληρη η διδασκαλία κρυμμένη σε μία μόνο λέξη. Για να φτάσει κανείς σε εκείνη τη χώρα, ο αναζητητής πρέπει πρώτα να σταθεί ολόκληρος μέσα στην καταιγίδα.
Ο αρχαίος κόσμος διαισθάνθηκε αυτό που ο συστηματικός νους αρνείται: ότι το ιερό δεν μπορεί να χαρτογραφηθεί, μόνο να προσεγγιστεί. Κάθε παράδοση που έχει πιέσει προς την υψηλότερη πραγματικότητα την έχει περιγράψει με τη γλώσσα της απόστασης και της διάβασης — η μακρινή όχθη, η κορυφή πέρα από τις κορυφές, ο κήπος πίσω από τον κήπο. Η Υπερβορέα μιλά την ίδια γλώσσα. Δεν είναι προορισμός για τον ναυτίλο. Είναι προορισμός για εκείνον που έχει μάθει να ναυτιλάται προς τα μέσα, εκεί όπου οι άνεμοι είναι πιο δυνατοί και οι ανταμοιβές απόλυτες.
ΙΙ. Η Αναχώρηση του Απόλλωνα και το Μυστήριο της Αποσυρμένης Ζωής
Στην καρδιά του μύθου της Υπερβορέας δεν στέκεται ένας θνητός ήρωας που αναλαμβάνει μια αναζήτηση, αλλά ένας θεός που αναλαμβάνει μια αποχώρηση. Κάθε χρόνο, όπως λέγεται, ο Απόλλων — ο θεός του ακτινοβόλου φωτός, της μουσικής που τακτοποιεί το χάος, της προφητείας που ανοίγει το πέπλο ανάμεσα στον χρόνο και την αιωνιότητα — αποσυρόταν από τον κόσμο των ανθρώπων. Αναχωρούσε από τους Δελφούς, εκείνον τον ομφαλό του κόσμου όπου ο καπνός ανέβαινε από τη γη και οι χρησμοί μιλούσαν με αινίγματα, και ταξίδευε βόρεια, πέρα από τον ορίζοντα, προς την Υπερβορέα. Εκεί περνούσε τους χειμερινούς μήνες σε μια μορφή λατρείας που δεν αγγίζεται από την ανθρώπινη δυστυχία.
Ο θεός του φωτός δεν έφευγε από τον κόσμο επειδή τον είχε κουράσει. Αποσυρόταν επειδή υπάρχει, ακόμα και για το θείο, ένας ρυθμός ανάμεσα στον λόγο και τη σιωπή, ανάμεσα στην αποκάλυψη και την επιστροφή στην πηγή.
Στους Δελφούς, ο Απόλλων μιλούσε μέσα από μια ιέρεια που έτρεμε και έκλαιγε και ανέπνεε ηφαιστειακούς ατμούς. Η αλήθεια έφτανε εκεί ήδη ντυμένη με μεταφορά, ήδη συμβιβασμένη από το μέσο μέσα από το οποίο περνούσε. Οι χρησμοί ήταν διάσημοι για την αμφισημία τους — όχι επειδή ο θεός ήταν ασαφής, αλλά επειδή τα ανθρώπινα αυτιά δεν μπορούν να αντέξουν την απόλυτη διαύγεια. Ο νους του ανθρώπου χρειάζεται μετάφραση. Και έτσι το φως φιλτράρονταν, σπάζοντας σε χρώματα που το μάτι μπορούσε να κρατήσει.
Αλλά στην Υπερβορέα δεν υπήρχε ανάγκη για μετάφραση. Ο μύθος είναι σαφής σε αυτό το σημείο: εκεί, η λατρεία του Απόλλωνα έπαιρνε την πιο καθαρή της μορφή. Εκεί, η μουσική δεν χρειαζόταν όργανο, γιατί η αρμονία ήταν η ίδια η ουσία του αέρα. Εκεί, η προφητεία ήταν περιττή, γιατί τίποτα δεν ήταν κρυμμένο από όποιον κατοικούσε σε εκείνη την φωτεινή αιώρηση. Ο θεός δεν επισκεπτόταν απλώς την Υπερβορέα. Ξεκουραζόταν εκεί, στη χώρα της δικής του ουσιαστικής φύσης — όπως μια φλόγα, που μεταφέρεται μέσα από άνεμο και βροχή, επιστρέφει στην ακινησία μέσα σε ένα προστατευμένο δωμάτιο και γίνεται καθαρά ο εαυτός της ξανά.
Ο μύστης διαβάζει αυτόν τον κύκλο και τον αναγνωρίζει. Και η ψυχή κινείται ανάμεσα στους Δελφούς και την Υπερβορέα — ανάμεσα στον θορυβώδη κόσμο όπου πρέπει να μιλά με προσεγγίσεις και το εσωτερικό ιερό όπου γνωρίζει χωρίς να μιλά. Η ετήσια αποχώρηση του Απόλλωνα δεν είναι μύθος για την απουσία. Είναι μύθος για την ανάγκη της επιστροφής στην αρχή, τον ρυθμό χωρίς τον οποίο κάθε εξωτερική έκφραση θα γινόταν τελικά κενή και κούφια.
ΙΙΙ. Ο Άνεμος που Πρέπει να Διασχιστεί
Οι Έλληνες δεν ήταν αφελείς. Δεν ονόμασαν αυτόν τον παράδεισο «την εύκολη χώρα» ή «τη γλυκιά χώρα». Τον ονόμασαν με μια πρόθεση: Υπέρ — πάνω, πέρα, μέσα από. Πριν φτάσει ο αναζητητής, πρέπει να λογαριαστεί με τον Βορέα.
Ο Βορέας δεν είναι απλώς καιρός. Είναι η αρχή της αντίστασης, η μεγάλη παγωμένη νοημοσύνη του κόσμου που δοκιμάζει αν ο πόθος για υπέρβαση είναι γνήσιος. Είναι το κρύο που κατεβαίνει στον προσκυνητή που στρέφεται προς την εσωτερική ζωή: η αμφιβολία που κάνει το φωτεινό να φαίνεται αυτοαπάτη, η παράλυση που έρχεται όταν οι παλιές βεβαιότητες έχουν διαλυθεί και οι νέες δεν έχουν ακόμα σχηματιστεί, η θλίψη που δεν μπορεί να εξηγηθεί σε όσους δεν την έχουν νιώσει, ο φόβος που είναι παλαιότερος από τη σκέψη. Κάθε ένας που έχει στραφεί σοβαρά προς τα μέσα γνωρίζει τον Βορέα. Δεν είναι μεταφορά. Είναι η πρώτη προϋπόθεση του ταξιδιού.
Ο άνεμος δεν υποχωρεί για τον ειλικρινή. Δεν υποχωρεί σε κανέναν. Αυτό που αλλάζει είναι εκείνος που βαδίζει μέσα του. Κάτι μέσα στον περιπατητή γίνεται, αργά, κάτι που ο άνεμος περνά μέσα από αυτό αντί να χτυπά εναντίον του — όχι πιο σκληρό, αλλά πιο διαφανές, πιο ακίνητο στον πυρήνα του.
Αυτή είναι η σοφία που οι αρχαίοι συμπίεσαν σε ένα πρόθεμα. Η Υπερβορέα δεν είναι η απουσία δοκιμασίας. Είναι η κατάσταση στην οποία οι δοκιμασίες δεν φτάνουν πια στο πιο εσωτερικό δωμάτιο του εαυτού. Το σώμα μπορεί ακόμα να είναι κρύο. Ο νους μπορεί ακόμα να δέχεται επίθεση από τις συνήθεις ανησυχίες του. Αλλά κάπου κάτω από αυτές τις κινήσεις — όπως ο πυθμένας της θάλασσας κάτω από την αναταραχή της επιφάνειάς της — κάτι αναπαύεται αδιατάρακτο. Αυτός ο αδιατάρακτος πυθμένας είναι η Υπερβορέα.
Πολλοί έχουν μπερδέψει την πνευματική αναζήτηση με την προσπάθεια να καταργήσουν τη δυσκολία. Αυτό είναι το λάθος εκείνων που στρέφονται προς το ιερό όπως κανείς στρέφεται προς ένα ναρκωτικό — για να ανακουφιστεί από το βάρος του να είναι άνθρωπος. Ο μύθος της Υπερβορέας διορθώνει αυτό το λάθος στο ίδιο το επίπεδο του ονόματός του. Η χώρα των μακάρων ορίζεται από τη σχέση της με τον άνεμο, όχι από την απουσία του ανέμου. Ο Βορέας είναι πάντα εκεί, ακριβώς εκεί που ήταν πάντα. Αυτό που έχει αλλάξει είναι εκείνος που έχει μάθει να στέκεται στην παρουσία του.
IV. Ο Ήλιος που Καίει Χωρίς Σκιά
Στην Υπερβορέα ο ήλιος δεν δύει. Οι αρχαίες μαρτυρίες είναι συνεπείς σε αυτό το σημείο. Είναι μια χώρα αέναου φωτός — όχι του σκληρού, εξαντλητικού φωτός της ερήμου, αλλά ενός απαλού, χρυσού, αδιάλειπτου φωτισμού που δεν γνωρίζει μείωση. Η νύχτα, με τον συνοδό της τρόμο και την αβεβαιότητα, δεν επισκέπτεται εκεί. Αυτό δεν είναι φυσική περιγραφή. Είναι εικόνα της συνείδησης.
Οι μύστες κάθε παράδοσης έχουν μιλήσει για ένα εσωτερικό φως — μια ποιότητα επίγνωσης που δεν προέρχεται από τις αισθήσεις, που δεν εξαρτάται από εξωτερικές συνθήκες και που, μόλις συναντηθεί, αναγνωρίζεται ως κάτι που υπήρχε πάντα, κάτω από τις διακυμάνσεις της συνηθισμένης εμπειρίας. Ο Ινδουιστής μιλά για το Άτμαν, το σπινθήρα του απόλυτου είναι μέσα στον εαυτό. Ο χριστιανός μύστης μιλά για τον θεϊκό σπινθήρα ή το έδαφος της ψυχής. Ο Σούφης μιλά για το μυστικό δωμάτιο της καρδιάς όπου ο Αγαπημένος ήδη κατοικεί. Αυτά δεν είναι διαφορετικές ανακαλύψεις. Είναι το ίδιο φως που γίνεται αντιληπτό μέσα από διαφορετικά παράθυρα.
Ο Απόλλων, ο θεός αυτού του φωτός, δεν είναι ο δημιουργός του. Είναι η προσωποποίησή του — η θεϊκή νοημοσύνη που κάνει αυτό το φωτισμό διαθέσιμο στους ανθρώπους, που κρατά ανοιχτό το κανάλι ανάμεσα στο θνητό και το απόλυτο. Όταν η ψυχή αντιλαμβάνεται τον Απόλλωνα — όχι ως μύθο, όχι ως όμορφο άγαλμα, αλλά ως ζώσα εσωτερική πραγματικότητα — αντιλαμβάνεται τον ήλιο που δεν δύει: την επίγνωση πίσω από την επίγνωση, το φως που είναι παλαιότερο από όλα όσα φωτίζει.
Στις βαθύτερες στιγμές της περισυλλογής συμβαίνει κάτι που δεν μπορεί να αναφερθεί επαρκώς μετά. Εκείνος που προσεύχεται ή διαλογίζεται ή κινείται σε ειλικρινή σιωπή φτάνει σε ένα σημείο όπου ο εσωτερικός ήλιος δεν είναι πια μεταφορά. Βιώνεται άμεσα ως μια ζεστασιά και μια διαύγεια που φαίνεται να εκπορεύεται από κανένα συγκεκριμένο σημείο — σαν ο ίδιος ο εαυτός να ήταν διαφανής και το φως να έλαμπε μέσα από αυτόν από μια πηγή που δεν έχει κέντρο ούτε άκρη.
Αυτή είναι η χώρα όπου ο Απόλλων αναπαύεται. Και η εκπληκτική διδασκαλία του μύθου είναι ότι οι άνθρωποι έχουν πρόσβαση σε αυτήν — όχι ως επισκέπτες σε μια ξένη χώρα, αλλά ως εκείνοι που ανακαλύπτουν, με κατάλληλη έκπληξη, ότι δεν έχουν ποτέ πραγματικά φύγει.
V. Τρεις Αναγνώσεις της Ίδιας Χώρας
Η Υπερβορέα παραδίδεται σε διαφορετικά βάθη ανάλογα με την ποιότητα προσοχής που φέρνει κανείς σε αυτήν. Όπως όλοι οι γνήσιοι μύθοι, λειτουργεί ταυτόχρονα σε πολλά επίπεδα, καθένα ολοκληρωμένο από μόνο του και καθένα χρειάζεται τα άλλα για την πλήρη αντήχησή του.
Στο πρώτο επίπεδο — το μυθολογικό — η Υπερβορέα είναι μια ιερή γεωγραφία. Είναι ο τόπος όπου συγκεντρώνονται οι μακάριοι νεκροί, όπου τα κύκνια τραγουδούν, όπου η γη δίνει τον καρπό της χωρίς κόπο, όπου το γήρας δεν έρχεται και στη θλίψη δεν επιτρέπεται είσοδος. Αυτή είναι η εικόνα της τελειότητας που η ανθρώπινη φαντασία παράγει ενστικτωδώς όταν επιτρέπει στον εαυτό της να συλλάβει πώς θα μπορούσε να είναι η ύπαρξη αν αίρονταν οι παρούσες περιορισμοί της. Η μυθολογική Υπερβορέα δεν είναι αφελής φαντασία. Είναι αναγνώριση — γραμμένη στη γλώσσα της ιστορίας αντί για θεολογία — ότι το έδαφος του είναι, στη βαθύτερη φύση του, είναι καλοπροαίρετο. Το σύμπαν δεν έχει ως τελευταία λέξη την σκληρότητα.
Στο δεύτερο επίπεδο — το πνευματικό — η Υπερβορέα είναι μια κατάσταση συνείδησης. Είναι η κατάσταση της ψυχής που έχει απελευθερώσει τη λαβή της από την αντιδραστικότητα και έχει εισέλθει σε μια διαρκή σχέση με το παρόν λεπτό που γίνεται αντιληπτό ως ιερό. Η πνευματική Υπερβορέα είναι πραγματική και διαθέσιμη. Οι περισυλλογικοί κάθε παράδοσης την αναφέρουν. Χαρακτηρίζεται όχι από την απουσία των δυσκολιών της ζωής, αλλά από μια εσωτερική ευρυχωρία τόσο μεγάλη που οι δυσκολίες περνούν μέσα από αυτήν χωρίς να αφήνουν μόνιμη ζημιά — όπως οι καταιγίδες περνούν μέσα από τον ουρανό χωρίς να τον βλάψουν.
Στο τρίτο επίπεδο — το μυητικό — η Υπερβορέα είναι ένα κατώφλι. Είναι αυτό που βρίσκεται στην άλλη πλευρά της συνειδητής αποδόμησης των ψευδών βεβαιοτήτων. Κάθε γνήσιος πνευματικός δρόμος περιέχει μια διάβαση μέσα από ένα είδος εσωτερικού χειμώνα — μια απογύμνωση από τις ταυτότητες, τις πεποιθήσεις και τις προσκολλήσεις που το εγώ έχει οικοδομήσει ως υποκατάστατα για την άμεση συνάντηση με το πραγματικό. Η μυητική Υπερβορέα δεν ανοίγεται από εκείνους που αποφεύγουν αυτόν τον χειμώνα. Ανοίγεται, και ανοίγεται μόνο, μέσα από αυτόν. Το πρόθεμα Υπέρ το αναγγέλλει χωρίς να το μαλακώνει: θα διασχίσεις τον Βορέα, δεν θα τον παρακάμψεις.
Αυτά τα τρία επίπεδα δεν είναι εναλλακτικές. Ο βαθύς αναγνώστης τα κρατά όλα τα τρία ταυτόχρονα, και κάνοντάς το φτάνει σε κάτι που υπερβαίνει και τα τρία — μια αναγνώριση ότι μύθος, πνευματική εμπειρία και μύηση είναι ονόματα για την ίδια κίνηση, περιγραφόμενη από διαφορετικές αποστάσεις.
VI. Η Ανέκφραστη Αρχιτεκτονική μιας Μακάριας Χώρας
Πώς μοιάζει, από μέσα, μια χώρα όπου δεν πέφτει καμία σκιά; Η μυστική παράδοση είναι πιο επιφυλακτική από ό,τι θα περίμενε κανείς. Είναι κατηγορηματική ότι η υψηλότερη πραγματικότητα δεν μπορεί να περιγραφεί επαρκώς, και τείνει να προσφέρει τις αφηγήσεις της με ένα χαρακτηριστικό νεύμα παράδοσης — μια παραδοχή ότι η γλώσσα φτάνει στο σύνορο και πρέπει να σταματήσει, ότι στην επικράτεια μπροστά μπορείς μόνο να εισέλθεις, όχι να αναφερθεί.
Και όμως κάτι λέγεται. Κάτι πρέπει να λεχθεί, γιατί η σιωπή που ακολουθεί τη γνήσια συνάντηση δεν είναι η σιωπή του να μην έχει τίποτα να προσφέρει — είναι η σιωπή του να έχει υπερβολικά πολλά. Ο Πίνδαρος, που ήταν ποιητής πριν γίνει θεολόγος, επέτρεψε στον εαυτό του ορισμένες εικόνες. Στην Υπερβορέα, έγραψε, δεν υπάρχει ούτε ασθένεια ούτε γήρας. Δεν υπάρχει πόνος. Οι κάτοικοι κινούνται σε μια αέναη γιορτή, συνοδευόμενοι από τη μουσική αυλών και λυρών, φορώντας στεφάνια και παραδίδοντάς τους εαυτούς τους στη γιορτή. Εκεί θυσιάζονται άλογα στον Απόλλωνα — το άλογο, εκείνο το αρχαίο σύμβολο της γρήγορης, απεριόριστης κίνησης του πνεύματος. Οι Υπερβόρειοι είναι άθικτοι από τον κόπο.
Διαβασμένο κυριολεκτικά, αυτό είναι παράδεισος. Διαβασμένο συμβολικά, είναι ένα πορτρέτο της συνείδησης στην φυσική της κατάσταση — αδιαίρετη, άφοβη, πλήρως παρούσα στο θαυμαστό γεγονός της ύπαρξης. Τα στεφάνια και η μουσική είναι η αναγνώριση της ψυχής ότι το είναι, από μόνο του και χωρίς προϋποθέσεις, είναι άξιο γιορτής. Η απουσία γήρατος είναι η ανακάλυψη ότι αυτό που η ψυχή είναι πιο ουσιαστικά δεν μπορεί να μειωθεί με τον χρόνο — ότι υπάρχει κάτι μέσα στον άνθρωπο που δεν γεράζει, δεν κουράζεται, δεν διαλύεται στην συνηθισμένη εντροπία των πραγμάτων.
Το ιερό, όταν συναντιέται, δεν μοιάζει με κάτι που προστίθεται στην εμπειρία. Μοιάζει με το έδαφος της εμπειρίας που γίνεται ορατό — σαν ένα φως που ήταν πάντα αναμμένο, σε ένα δωμάτιο που κανείς δεν είχε σκεφτεί να μπει.
Γι’ αυτό η μυστική παράδοση επιστρέφει, ξανά και ξανά, στη γλώσσα της ανάμνησης αντί για την ανακάλυψη. Κανείς δεν βρίσκει το ιερό όπως βρίσκει μια νέα ήπειρο. Το θυμάται — όπως θα έλεγε ο Πλάτων — ως κάτι που γνώριζε πριν τη γέννηση και που σκοτίστηκε από τον θόρυβο της ύπαρξης, και τώρα γίνεται ακουστό ξανά μέσα από την προοδευτική ησυχία εκείνου του θορύβου. Η Υπερβορέα δεν είναι προορισμός που φτάνει κανείς. Είναι μια πραγματικότητα που γίνεται κανείς αρκετά ήσυχος ώστε να την αντιληφθεί.
VII. Η Επιστροφή: Τι Φέρνει Πίσω ο Προσκυνητής
Ο Απόλλων δεν μένει στην Υπερβορέα. Και αυτό είναι ουσιαστικό. Κάθε χειμώνα αποσύρεται. Κάθε άνοιξη επιστρέφει στους Δελφούς, στον κόσμο της ανθρώπινης πάλης και της ανθρώπινης αναζήτησης, στον καπνό και τις ερωτήσεις και τους αμφίσημους χρησμούς. Ο μύθος δεν τελειώνει σε έναν παράδεισο από τον οποίο το θείο δεν επιστρέφει ποτέ. Περιγράφει έναν ρυθμό — μια ταλάντωση ανάμεσα στη βαθιά πηγή και την εξωτερική έκφραση, ανάμεσα στη σιωπή όπου η αλήθεια είναι άμεση και τον θόρυβο όπου πρέπει να μεταφραστεί.
Αυτός ο ρυθμός είναι το πρότυπο για τη μυστική ζωή που ζει κανείς μέσα στον κόσμο. Ο αναζητητής δεν εξαφανίζεται μόνιμα στην περισυλλογή, αποκομμένος από την καθημερινή ύπαρξη. Οι περισυλλογικές παραδόσεις στην πιο ώριμη και λιγότερο δραπετευτική μορφή τους έχουν πάντα επιμείνει σε αυτό: το όραμα πρέπει να επιστρέψει. Το φως που αντιλαμβάνεται κανείς στη σιωπή πρέπει, με τον καιρό, να γίνει το φως με το οποίο ενεργεί κανείς στο φως της κοινής ζωής — πιο υπομονετικό, πιο ακριβές στην συμπόνια του, πιο ικανό για ακινησία μέσα στην κίνηση.
Εκείνος που έχει αγγίξει την Υπερβορέα — όσο σύντομα, όσο ατελώς — φέρνει πίσω κάτι που δεν μπορεί να του αφαιρεθεί. Δεν είναι ακριβώς ανάμνηση, γιατί η ανάμνηση υπονοεί απόσταση από το πράγμα που θυμάται. Είναι περισσότερο μια εναρμόνιση, μια επαναβαθμονόμηση του οργάνου. Η ψυχή που έχει αναπαυθεί, έστω και για μια μόνη διαυγή στιγμή, στη χώρα του αδιάλειπτου φωτός έχει αλλάξει μόνιμα τη σχέση της με το σκοτάδι. Το σκοτάδι παραμένει. Ο Βορέας συνεχίζει να φυσά. Αλλά ο ταξιδιώτης γνωρίζει πια, με μια γνώση που δεν είναι πίστη αλλά άμεση εξοικείωση, ότι υπάρχει μια χώρα πέρα από τον άνεμο. Η γνώση δεν εξαλείφει το κρύο. Το κάνει ανεκτό — και περισσότερο από ανεκτό: σκόπιμο, κατευθυντήριο, ένα μονοπάτι.
VIII. Ο Μύθος ως η Αληθινή Χαρτογραφία της Ψυχής
Η Υπερβορέα δεν έχει βρεθεί ποτέ από καμία αποστολή. Κανένα ημερολόγιο ναυτικού δεν καταγράφει το γεωγραφικό της πλάτος. Κανένας ανθρωπολόγος δεν έχει χαρτογραφήσει τους οικισμούς της. Όσοι έπλευσαν βόρεια ψάχνοντάς την με φυσικά όργανα βρήκαν μόνο πάγο — μεγαλειώδη, τρομερό και σιωπηλό. Αυτή δεν είναι η σιωπή της Υπερβορέας. Αυτή είναι η σιωπή του λάθος οργάνου που εφαρμόστηκε στη σωστή ερώτηση.
Οι μύθοι που δεν μπορούν να εντοπιστούν στη γη δεν είναι αποτυχημένη γεωγραφία. Είναι επιτυχημένη χαρτογραφία ενός άλλου είδους — χάρτες για ένα ταξίδι που δεν γίνεται με το σώμα, προς μια χώρα που δεν είναι τακτοποιημένη στον χώρο. Οι αρχαίοι Έλληνες, που διέθεταν σε ίσο μέτρο το πνεύμα της ορθολογικής έρευνας και το πνεύμα του ιερού δέους, το καταλάβαιναν αυτό. Δεν τοποθέτησαν την Υπερβορέα στους χάρτες τους όπως τοποθέτησαν την Αθήνα ή την Κόρινθο. Την τοποθέτησαν πέρα από το άκρο του χάρτη — πέρα από το σημείο όπου η μέτρηση γίνεται ανόσια, όπου η επιμονή στις συντεταγμένες αρχίζει να σκοτεινιάζει αντί να αποκαλύπτει.
Το ιερό, όπως έχει μαρτυρήσει κάθε σοβαρή παράδοση, δεν είναι μια περιοχή του ίδιου είδους με τις άλλες περιοχές. Δεν αρχίζει εκεί όπου τελειώνουν τα άλλα πράγματα. Είναι το έδαφος μέσα στο οποίο ενσωματώνονται όλα τα πράγματα — αόρατο όχι επειδή απουσιάζει, αλλά επειδή είναι πολύ κοντά για να φανεί. Το ψάρι δεν βλέπει τον ωκεανό. Το μάτι δεν μπορεί να δει τον εαυτό του. Η Υπερβορέα είναι το όνομα που έδωσαν οι Έλληνες σε εκείνο που περιβάλλει και συντηρεί τα πάντα και φτάνεται μόνο όταν ο αναζητητής έχει μάθει να αναζητά σε μια νέα κατεύθυνση — προς τα μέσα, προς τα κάτω, στα βάθη αντί στις αποστάσεις.
Η ψυχή είναι ένας διαβήτης που δείχνει προς έναν βορρά που δεν έχει τοποθεσία. Η Υπερβορέα είναι εκεί όπου οδηγεί αυτός ο βορράς. Και ολόκληρο το ταξίδι — ο Βορέας, η διάβαση, η άφιξη, η επιστροφή — λαμβάνει χώρα μέσα στην περιφέρεια μιας και μόνης ανθρώπινης ζωής, και μερικές φορές μέσα στην περιφέρεια μιας και μόνης ανθρώπινης ανάσας.
Κανείς δεν πηγαίνει στην Υπερβορέα. Γίνεται ικανός να είναι εκεί. Αυτή είναι η ήσυχη επανάσταση που κρύβεται στον μύθο — η αναγνώριση ότι το πνευματικό ταξίδι δεν είναι κατά βάση μια κίνηση μέσα από απόσταση, αλλά μια κίνηση μέσα από ποιότητα. Μια μεταμόρφωση της ικανότητας για αντίληψη. Μια εξευγένιση, σταδιακά και με μεγάλο κόστος και με μεγάλη χάρη, του οργάνου μέσα από το οποίο συναντάται η πραγματικότητα.
IX. Η Αιώνια Γιορτή που Περιμένει τον Ήσυχο
Υπάρχει μια τελευταία εικόνα στην υπερβορεία μυθολογία που αξίζει να σταθεί για μια στιγμή στο πλήρες φως: η γιορτή. Ο Πίνδαρος και όσοι βασίστηκαν στην παράδοσή του μίλησαν για τους Υπερβορείους ως έναν λαό σε αέναο εορτασμό. Γλένταγαν και έπαιζαν μουσική και ευχαριστούσαν χωρίς εξάντληση, χωρίς την αγωνία που συνοδεύει την ανθρώπινη απόλαυση — την αγωνία που προέρχεται από το ότι γνωρίζει κανείς ότι η απόλαυση θα τελειώσει, ότι το γλέντι θα μαζευτεί, ότι η μουσική θα σταματήσει.
Στη μυστική ανάγνωση, αυτή η αέναη γιορτή είναι η κατάσταση της ψυχής που έχει πάψει να οργανώνει την ευτυχία της γύρω από αποτελέσματα. Είναι η χαρά που δεν εξαρτάται από τις συνθήκες, γιατί έχει βρει την πηγή της όχι σε αυτό που συμβαίνει στον εαυτό, αλλά σε αυτό που ο εαυτός είναι πιο βαθιά. Αυτή είναι η χαρά προς την οποία έχουν δείξει οι περισυλλογικοί κάθε παράδοσης, συχνά ανεπαρκώς αλλά πάντα με αδιαμφισβήτητη πεποίθηση — μια κατάσταση που δεν απαιτεί την εξάλειψη της θλίψης, αλλά είναι κάπως συμβατή μαζί της, πιο πλατιά από αυτήν, την περιέχει χωρίς να μειώνεται από αυτήν.
Η υπερβορεία γιορτή δεν είναι ο εορτασμός της καλής τύχης. Είναι ο εορτασμός της ίδιας της ύπαρξης — ωμής, αμεσολάβητης, προγενέστερης από τη διαίρεση ανάμεσα σε καλή και κακή εμπειρία. Είναι το γλέντι που είναι πάντα στρωμένο, πάντα περιμένει, στη χώρα που βρίσκεται στην άλλη πλευρά κάθε ανέμου που έχει ποτέ παγώσει μια ανθρώπινη καρδιά.
Εκείνη η χώρα είναι πραγματική. Είναι προσιτή. Το μονοπάτι προς αυτήν δεν σηματοδοτείται από πινακίδες αλλά από μια ποιότητα πόθου που, αν ακολουθηθεί ειλικρινά και χωρίς αποφυγή, γίνεται ο ίδιος ο οδηγός. Ο Βορέας είναι εκεί, στην αρχή, απέραντος και άσπλαχνος και αναγκαίος. Και πέρα από αυτόν, σε ένα φως που ούτε ανατέλλει ούτε δύει, ο Απόλλων αναπαύεται — όχι πια ως μύθος, αλλά ως ο ζώντας εσωτερικός ήλιος ενός εαυτού που έχει θυμηθεί τι είναι.
«Ούτε ασθένεια ούτε γήρας αναμειγνύονται με εκείνη την ιερή γενιά·
και ο κόπος δεν βρίσκει εκεί θέση.» Πίνδαρος, Πυθιόνικος ΙΧ
Ι. Το Άκρο Όπου Τελειώνουν οι Χάρτες
Υπάρχουν τόποι που η γεωγραφία δεν μπορεί να κρατήσει. Δεν σχεδιάζονται σε καμία περγαμηνή, δεν μετρούνται από κανέναν διαβήτη, και όμως η ψυχή που έχει αρχίσει την βαθύτερή της κίνηση τους αναγνωρίζει ως πιο πραγματικούς από κάθε χώρα που έχουν ονομάσει οι χαρτογράφοι. Η Υπερβορέα είναι ένας τέτοιος τόπος — μια χώρα που υπάρχει ακριβώς στο όριο όπου ο γνωστός κόσμος τελειώνει και κάτι άλλο, πιο ευρύ και πιο φωτεινό, αρχίζει.
Οι αρχαίοι Έλληνες, που ήταν φιλόσοφοι πριν γίνουν γεωγράφοι, τοποθέτησαν αυτό το βασίλειο πέρα από τον Βόρειο Άνεμο — πέρα από τον ίδιο τον Βορέα, εκείνη την μεγάλη παγωμένη πνοή που διασχίζει τον κόσμο, γδύνοντας τα δέντρα από τα φύλλα τους και τους ανθρώπους από τις βεβαιότητές τους. Την ονόμασαν Υπερβορέα: τη χώρα που βρίσκεται στην άλλη πλευρά του κρύου. Όχι δίπλα του. Όχι κοντά του. Πέρα από αυτό. Το πρόθεμα δεν είναι τυχαίο· είναι ολόκληρη η διδασκαλία κρυμμένη σε μία μόνο λέξη. Για να φτάσει κανείς σε εκείνη τη χώρα, ο αναζητητής πρέπει πρώτα να σταθεί ολόκληρος μέσα στην καταιγίδα.
Ο αρχαίος κόσμος διαισθάνθηκε αυτό που ο συστηματικός νους αρνείται: ότι το ιερό δεν μπορεί να χαρτογραφηθεί, μόνο να προσεγγιστεί. Κάθε παράδοση που έχει πιέσει προς την υψηλότερη πραγματικότητα την έχει περιγράψει με τη γλώσσα της απόστασης και της διάβασης — η μακρινή όχθη, η κορυφή πέρα από τις κορυφές, ο κήπος πίσω από τον κήπο. Η Υπερβορέα μιλά την ίδια γλώσσα. Δεν είναι προορισμός για τον ναυτίλο. Είναι προορισμός για εκείνον που έχει μάθει να ναυτιλάται προς τα μέσα, εκεί όπου οι άνεμοι είναι πιο δυνατοί και οι ανταμοιβές απόλυτες.
ΙΙ. Η Αναχώρηση του Απόλλωνα και το Μυστήριο της Αποσυρμένης Ζωής
Στην καρδιά του μύθου της Υπερβορέας δεν στέκεται ένας θνητός ήρωας που αναλαμβάνει μια αναζήτηση, αλλά ένας θεός που αναλαμβάνει μια αποχώρηση. Κάθε χρόνο, όπως λέγεται, ο Απόλλων — ο θεός του ακτινοβόλου φωτός, της μουσικής που τακτοποιεί το χάος, της προφητείας που ανοίγει το πέπλο ανάμεσα στον χρόνο και την αιωνιότητα — αποσυρόταν από τον κόσμο των ανθρώπων. Αναχωρούσε από τους Δελφούς, εκείνον τον ομφαλό του κόσμου όπου ο καπνός ανέβαινε από τη γη και οι χρησμοί μιλούσαν με αινίγματα, και ταξίδευε βόρεια, πέρα από τον ορίζοντα, προς την Υπερβορέα. Εκεί περνούσε τους χειμερινούς μήνες σε μια μορφή λατρείας που δεν αγγίζεται από την ανθρώπινη δυστυχία.
Ο θεός του φωτός δεν έφευγε από τον κόσμο επειδή τον είχε κουράσει. Αποσυρόταν επειδή υπάρχει, ακόμα και για το θείο, ένας ρυθμός ανάμεσα στον λόγο και τη σιωπή, ανάμεσα στην αποκάλυψη και την επιστροφή στην πηγή.
Στους Δελφούς, ο Απόλλων μιλούσε μέσα από μια ιέρεια που έτρεμε και έκλαιγε και ανέπνεε ηφαιστειακούς ατμούς. Η αλήθεια έφτανε εκεί ήδη ντυμένη με μεταφορά, ήδη συμβιβασμένη από το μέσο μέσα από το οποίο περνούσε. Οι χρησμοί ήταν διάσημοι για την αμφισημία τους — όχι επειδή ο θεός ήταν ασαφής, αλλά επειδή τα ανθρώπινα αυτιά δεν μπορούν να αντέξουν την απόλυτη διαύγεια. Ο νους του ανθρώπου χρειάζεται μετάφραση. Και έτσι το φως φιλτράρονταν, σπάζοντας σε χρώματα που το μάτι μπορούσε να κρατήσει.
Αλλά στην Υπερβορέα δεν υπήρχε ανάγκη για μετάφραση. Ο μύθος είναι σαφής σε αυτό το σημείο: εκεί, η λατρεία του Απόλλωνα έπαιρνε την πιο καθαρή της μορφή. Εκεί, η μουσική δεν χρειαζόταν όργανο, γιατί η αρμονία ήταν η ίδια η ουσία του αέρα. Εκεί, η προφητεία ήταν περιττή, γιατί τίποτα δεν ήταν κρυμμένο από όποιον κατοικούσε σε εκείνη την φωτεινή αιώρηση. Ο θεός δεν επισκεπτόταν απλώς την Υπερβορέα. Ξεκουραζόταν εκεί, στη χώρα της δικής του ουσιαστικής φύσης — όπως μια φλόγα, που μεταφέρεται μέσα από άνεμο και βροχή, επιστρέφει στην ακινησία μέσα σε ένα προστατευμένο δωμάτιο και γίνεται καθαρά ο εαυτός της ξανά.
Ο μύστης διαβάζει αυτόν τον κύκλο και τον αναγνωρίζει. Και η ψυχή κινείται ανάμεσα στους Δελφούς και την Υπερβορέα — ανάμεσα στον θορυβώδη κόσμο όπου πρέπει να μιλά με προσεγγίσεις και το εσωτερικό ιερό όπου γνωρίζει χωρίς να μιλά. Η ετήσια αποχώρηση του Απόλλωνα δεν είναι μύθος για την απουσία. Είναι μύθος για την ανάγκη της επιστροφής στην αρχή, τον ρυθμό χωρίς τον οποίο κάθε εξωτερική έκφραση θα γινόταν τελικά κενή και κούφια.
ΙΙΙ. Ο Άνεμος που Πρέπει να Διασχιστεί
Οι Έλληνες δεν ήταν αφελείς. Δεν ονόμασαν αυτόν τον παράδεισο «την εύκολη χώρα» ή «τη γλυκιά χώρα». Τον ονόμασαν με μια πρόθεση: Υπέρ — πάνω, πέρα, μέσα από. Πριν φτάσει ο αναζητητής, πρέπει να λογαριαστεί με τον Βορέα.
Ο Βορέας δεν είναι απλώς καιρός. Είναι η αρχή της αντίστασης, η μεγάλη παγωμένη νοημοσύνη του κόσμου που δοκιμάζει αν ο πόθος για υπέρβαση είναι γνήσιος. Είναι το κρύο που κατεβαίνει στον προσκυνητή που στρέφεται προς την εσωτερική ζωή: η αμφιβολία που κάνει το φωτεινό να φαίνεται αυτοαπάτη, η παράλυση που έρχεται όταν οι παλιές βεβαιότητες έχουν διαλυθεί και οι νέες δεν έχουν ακόμα σχηματιστεί, η θλίψη που δεν μπορεί να εξηγηθεί σε όσους δεν την έχουν νιώσει, ο φόβος που είναι παλαιότερος από τη σκέψη. Κάθε ένας που έχει στραφεί σοβαρά προς τα μέσα γνωρίζει τον Βορέα. Δεν είναι μεταφορά. Είναι η πρώτη προϋπόθεση του ταξιδιού.
Ο άνεμος δεν υποχωρεί για τον ειλικρινή. Δεν υποχωρεί σε κανέναν. Αυτό που αλλάζει είναι εκείνος που βαδίζει μέσα του. Κάτι μέσα στον περιπατητή γίνεται, αργά, κάτι που ο άνεμος περνά μέσα από αυτό αντί να χτυπά εναντίον του — όχι πιο σκληρό, αλλά πιο διαφανές, πιο ακίνητο στον πυρήνα του.
Αυτή είναι η σοφία που οι αρχαίοι συμπίεσαν σε ένα πρόθεμα. Η Υπερβορέα δεν είναι η απουσία δοκιμασίας. Είναι η κατάσταση στην οποία οι δοκιμασίες δεν φτάνουν πια στο πιο εσωτερικό δωμάτιο του εαυτού. Το σώμα μπορεί ακόμα να είναι κρύο. Ο νους μπορεί ακόμα να δέχεται επίθεση από τις συνήθεις ανησυχίες του. Αλλά κάπου κάτω από αυτές τις κινήσεις — όπως ο πυθμένας της θάλασσας κάτω από την αναταραχή της επιφάνειάς της — κάτι αναπαύεται αδιατάρακτο. Αυτός ο αδιατάρακτος πυθμένας είναι η Υπερβορέα.
Πολλοί έχουν μπερδέψει την πνευματική αναζήτηση με την προσπάθεια να καταργήσουν τη δυσκολία. Αυτό είναι το λάθος εκείνων που στρέφονται προς το ιερό όπως κανείς στρέφεται προς ένα ναρκωτικό — για να ανακουφιστεί από το βάρος του να είναι άνθρωπος. Ο μύθος της Υπερβορέας διορθώνει αυτό το λάθος στο ίδιο το επίπεδο του ονόματός του. Η χώρα των μακάρων ορίζεται από τη σχέση της με τον άνεμο, όχι από την απουσία του ανέμου. Ο Βορέας είναι πάντα εκεί, ακριβώς εκεί που ήταν πάντα. Αυτό που έχει αλλάξει είναι εκείνος που έχει μάθει να στέκεται στην παρουσία του.
IV. Ο Ήλιος που Καίει Χωρίς Σκιά
Στην Υπερβορέα ο ήλιος δεν δύει. Οι αρχαίες μαρτυρίες είναι συνεπείς σε αυτό το σημείο. Είναι μια χώρα αέναου φωτός — όχι του σκληρού, εξαντλητικού φωτός της ερήμου, αλλά ενός απαλού, χρυσού, αδιάλειπτου φωτισμού που δεν γνωρίζει μείωση. Η νύχτα, με τον συνοδό της τρόμο και την αβεβαιότητα, δεν επισκέπτεται εκεί. Αυτό δεν είναι φυσική περιγραφή. Είναι εικόνα της συνείδησης.
Οι μύστες κάθε παράδοσης έχουν μιλήσει για ένα εσωτερικό φως — μια ποιότητα επίγνωσης που δεν προέρχεται από τις αισθήσεις, που δεν εξαρτάται από εξωτερικές συνθήκες και που, μόλις συναντηθεί, αναγνωρίζεται ως κάτι που υπήρχε πάντα, κάτω από τις διακυμάνσεις της συνηθισμένης εμπειρίας. Ο Ινδουιστής μιλά για το Άτμαν, το σπινθήρα του απόλυτου είναι μέσα στον εαυτό. Ο χριστιανός μύστης μιλά για τον θεϊκό σπινθήρα ή το έδαφος της ψυχής. Ο Σούφης μιλά για το μυστικό δωμάτιο της καρδιάς όπου ο Αγαπημένος ήδη κατοικεί. Αυτά δεν είναι διαφορετικές ανακαλύψεις. Είναι το ίδιο φως που γίνεται αντιληπτό μέσα από διαφορετικά παράθυρα.
Ο Απόλλων, ο θεός αυτού του φωτός, δεν είναι ο δημιουργός του. Είναι η προσωποποίησή του — η θεϊκή νοημοσύνη που κάνει αυτό το φωτισμό διαθέσιμο στους ανθρώπους, που κρατά ανοιχτό το κανάλι ανάμεσα στο θνητό και το απόλυτο. Όταν η ψυχή αντιλαμβάνεται τον Απόλλωνα — όχι ως μύθο, όχι ως όμορφο άγαλμα, αλλά ως ζώσα εσωτερική πραγματικότητα — αντιλαμβάνεται τον ήλιο που δεν δύει: την επίγνωση πίσω από την επίγνωση, το φως που είναι παλαιότερο από όλα όσα φωτίζει.
Στις βαθύτερες στιγμές της περισυλλογής συμβαίνει κάτι που δεν μπορεί να αναφερθεί επαρκώς μετά. Εκείνος που προσεύχεται ή διαλογίζεται ή κινείται σε ειλικρινή σιωπή φτάνει σε ένα σημείο όπου ο εσωτερικός ήλιος δεν είναι πια μεταφορά. Βιώνεται άμεσα ως μια ζεστασιά και μια διαύγεια που φαίνεται να εκπορεύεται από κανένα συγκεκριμένο σημείο — σαν ο ίδιος ο εαυτός να ήταν διαφανής και το φως να έλαμπε μέσα από αυτόν από μια πηγή που δεν έχει κέντρο ούτε άκρη.
Αυτή είναι η χώρα όπου ο Απόλλων αναπαύεται. Και η εκπληκτική διδασκαλία του μύθου είναι ότι οι άνθρωποι έχουν πρόσβαση σε αυτήν — όχι ως επισκέπτες σε μια ξένη χώρα, αλλά ως εκείνοι που ανακαλύπτουν, με κατάλληλη έκπληξη, ότι δεν έχουν ποτέ πραγματικά φύγει.
V. Τρεις Αναγνώσεις της Ίδιας Χώρας
Η Υπερβορέα παραδίδεται σε διαφορετικά βάθη ανάλογα με την ποιότητα προσοχής που φέρνει κανείς σε αυτήν. Όπως όλοι οι γνήσιοι μύθοι, λειτουργεί ταυτόχρονα σε πολλά επίπεδα, καθένα ολοκληρωμένο από μόνο του και καθένα χρειάζεται τα άλλα για την πλήρη αντήχησή του.
Στο πρώτο επίπεδο — το μυθολογικό — η Υπερβορέα είναι μια ιερή γεωγραφία. Είναι ο τόπος όπου συγκεντρώνονται οι μακάριοι νεκροί, όπου τα κύκνια τραγουδούν, όπου η γη δίνει τον καρπό της χωρίς κόπο, όπου το γήρας δεν έρχεται και στη θλίψη δεν επιτρέπεται είσοδος. Αυτή είναι η εικόνα της τελειότητας που η ανθρώπινη φαντασία παράγει ενστικτωδώς όταν επιτρέπει στον εαυτό της να συλλάβει πώς θα μπορούσε να είναι η ύπαρξη αν αίρονταν οι παρούσες περιορισμοί της. Η μυθολογική Υπερβορέα δεν είναι αφελής φαντασία. Είναι αναγνώριση — γραμμένη στη γλώσσα της ιστορίας αντί για θεολογία — ότι το έδαφος του είναι, στη βαθύτερη φύση του, είναι καλοπροαίρετο. Το σύμπαν δεν έχει ως τελευταία λέξη την σκληρότητα.
Στο δεύτερο επίπεδο — το πνευματικό — η Υπερβορέα είναι μια κατάσταση συνείδησης. Είναι η κατάσταση της ψυχής που έχει απελευθερώσει τη λαβή της από την αντιδραστικότητα και έχει εισέλθει σε μια διαρκή σχέση με το παρόν λεπτό που γίνεται αντιληπτό ως ιερό. Η πνευματική Υπερβορέα είναι πραγματική και διαθέσιμη. Οι περισυλλογικοί κάθε παράδοσης την αναφέρουν. Χαρακτηρίζεται όχι από την απουσία των δυσκολιών της ζωής, αλλά από μια εσωτερική ευρυχωρία τόσο μεγάλη που οι δυσκολίες περνούν μέσα από αυτήν χωρίς να αφήνουν μόνιμη ζημιά — όπως οι καταιγίδες περνούν μέσα από τον ουρανό χωρίς να τον βλάψουν.
Στο τρίτο επίπεδο — το μυητικό — η Υπερβορέα είναι ένα κατώφλι. Είναι αυτό που βρίσκεται στην άλλη πλευρά της συνειδητής αποδόμησης των ψευδών βεβαιοτήτων. Κάθε γνήσιος πνευματικός δρόμος περιέχει μια διάβαση μέσα από ένα είδος εσωτερικού χειμώνα — μια απογύμνωση από τις ταυτότητες, τις πεποιθήσεις και τις προσκολλήσεις που το εγώ έχει οικοδομήσει ως υποκατάστατα για την άμεση συνάντηση με το πραγματικό. Η μυητική Υπερβορέα δεν ανοίγεται από εκείνους που αποφεύγουν αυτόν τον χειμώνα. Ανοίγεται, και ανοίγεται μόνο, μέσα από αυτόν. Το πρόθεμα Υπέρ το αναγγέλλει χωρίς να το μαλακώνει: θα διασχίσεις τον Βορέα, δεν θα τον παρακάμψεις.
Αυτά τα τρία επίπεδα δεν είναι εναλλακτικές. Ο βαθύς αναγνώστης τα κρατά όλα τα τρία ταυτόχρονα, και κάνοντάς το φτάνει σε κάτι που υπερβαίνει και τα τρία — μια αναγνώριση ότι μύθος, πνευματική εμπειρία και μύηση είναι ονόματα για την ίδια κίνηση, περιγραφόμενη από διαφορετικές αποστάσεις.
VI. Η Ανέκφραστη Αρχιτεκτονική μιας Μακάριας Χώρας
Πώς μοιάζει, από μέσα, μια χώρα όπου δεν πέφτει καμία σκιά; Η μυστική παράδοση είναι πιο επιφυλακτική από ό,τι θα περίμενε κανείς. Είναι κατηγορηματική ότι η υψηλότερη πραγματικότητα δεν μπορεί να περιγραφεί επαρκώς, και τείνει να προσφέρει τις αφηγήσεις της με ένα χαρακτηριστικό νεύμα παράδοσης — μια παραδοχή ότι η γλώσσα φτάνει στο σύνορο και πρέπει να σταματήσει, ότι στην επικράτεια μπροστά μπορείς μόνο να εισέλθεις, όχι να αναφερθεί.
Και όμως κάτι λέγεται. Κάτι πρέπει να λεχθεί, γιατί η σιωπή που ακολουθεί τη γνήσια συνάντηση δεν είναι η σιωπή του να μην έχει τίποτα να προσφέρει — είναι η σιωπή του να έχει υπερβολικά πολλά. Ο Πίνδαρος, που ήταν ποιητής πριν γίνει θεολόγος, επέτρεψε στον εαυτό του ορισμένες εικόνες. Στην Υπερβορέα, έγραψε, δεν υπάρχει ούτε ασθένεια ούτε γήρας. Δεν υπάρχει πόνος. Οι κάτοικοι κινούνται σε μια αέναη γιορτή, συνοδευόμενοι από τη μουσική αυλών και λυρών, φορώντας στεφάνια και παραδίδοντάς τους εαυτούς τους στη γιορτή. Εκεί θυσιάζονται άλογα στον Απόλλωνα — το άλογο, εκείνο το αρχαίο σύμβολο της γρήγορης, απεριόριστης κίνησης του πνεύματος. Οι Υπερβόρειοι είναι άθικτοι από τον κόπο.
Διαβασμένο κυριολεκτικά, αυτό είναι παράδεισος. Διαβασμένο συμβολικά, είναι ένα πορτρέτο της συνείδησης στην φυσική της κατάσταση — αδιαίρετη, άφοβη, πλήρως παρούσα στο θαυμαστό γεγονός της ύπαρξης. Τα στεφάνια και η μουσική είναι η αναγνώριση της ψυχής ότι το είναι, από μόνο του και χωρίς προϋποθέσεις, είναι άξιο γιορτής. Η απουσία γήρατος είναι η ανακάλυψη ότι αυτό που η ψυχή είναι πιο ουσιαστικά δεν μπορεί να μειωθεί με τον χρόνο — ότι υπάρχει κάτι μέσα στον άνθρωπο που δεν γεράζει, δεν κουράζεται, δεν διαλύεται στην συνηθισμένη εντροπία των πραγμάτων.
Το ιερό, όταν συναντιέται, δεν μοιάζει με κάτι που προστίθεται στην εμπειρία. Μοιάζει με το έδαφος της εμπειρίας που γίνεται ορατό — σαν ένα φως που ήταν πάντα αναμμένο, σε ένα δωμάτιο που κανείς δεν είχε σκεφτεί να μπει.
Γι’ αυτό η μυστική παράδοση επιστρέφει, ξανά και ξανά, στη γλώσσα της ανάμνησης αντί για την ανακάλυψη. Κανείς δεν βρίσκει το ιερό όπως βρίσκει μια νέα ήπειρο. Το θυμάται — όπως θα έλεγε ο Πλάτων — ως κάτι που γνώριζε πριν τη γέννηση και που σκοτίστηκε από τον θόρυβο της ύπαρξης, και τώρα γίνεται ακουστό ξανά μέσα από την προοδευτική ησυχία εκείνου του θορύβου. Η Υπερβορέα δεν είναι προορισμός που φτάνει κανείς. Είναι μια πραγματικότητα που γίνεται κανείς αρκετά ήσυχος ώστε να την αντιληφθεί.
VII. Η Επιστροφή: Τι Φέρνει Πίσω ο Προσκυνητής
Ο Απόλλων δεν μένει στην Υπερβορέα. Και αυτό είναι ουσιαστικό. Κάθε χειμώνα αποσύρεται. Κάθε άνοιξη επιστρέφει στους Δελφούς, στον κόσμο της ανθρώπινης πάλης και της ανθρώπινης αναζήτησης, στον καπνό και τις ερωτήσεις και τους αμφίσημους χρησμούς. Ο μύθος δεν τελειώνει σε έναν παράδεισο από τον οποίο το θείο δεν επιστρέφει ποτέ. Περιγράφει έναν ρυθμό — μια ταλάντωση ανάμεσα στη βαθιά πηγή και την εξωτερική έκφραση, ανάμεσα στη σιωπή όπου η αλήθεια είναι άμεση και τον θόρυβο όπου πρέπει να μεταφραστεί.
Αυτός ο ρυθμός είναι το πρότυπο για τη μυστική ζωή που ζει κανείς μέσα στον κόσμο. Ο αναζητητής δεν εξαφανίζεται μόνιμα στην περισυλλογή, αποκομμένος από την καθημερινή ύπαρξη. Οι περισυλλογικές παραδόσεις στην πιο ώριμη και λιγότερο δραπετευτική μορφή τους έχουν πάντα επιμείνει σε αυτό: το όραμα πρέπει να επιστρέψει. Το φως που αντιλαμβάνεται κανείς στη σιωπή πρέπει, με τον καιρό, να γίνει το φως με το οποίο ενεργεί κανείς στο φως της κοινής ζωής — πιο υπομονετικό, πιο ακριβές στην συμπόνια του, πιο ικανό για ακινησία μέσα στην κίνηση.
Εκείνος που έχει αγγίξει την Υπερβορέα — όσο σύντομα, όσο ατελώς — φέρνει πίσω κάτι που δεν μπορεί να του αφαιρεθεί. Δεν είναι ακριβώς ανάμνηση, γιατί η ανάμνηση υπονοεί απόσταση από το πράγμα που θυμάται. Είναι περισσότερο μια εναρμόνιση, μια επαναβαθμονόμηση του οργάνου. Η ψυχή που έχει αναπαυθεί, έστω και για μια μόνη διαυγή στιγμή, στη χώρα του αδιάλειπτου φωτός έχει αλλάξει μόνιμα τη σχέση της με το σκοτάδι. Το σκοτάδι παραμένει. Ο Βορέας συνεχίζει να φυσά. Αλλά ο ταξιδιώτης γνωρίζει πια, με μια γνώση που δεν είναι πίστη αλλά άμεση εξοικείωση, ότι υπάρχει μια χώρα πέρα από τον άνεμο. Η γνώση δεν εξαλείφει το κρύο. Το κάνει ανεκτό — και περισσότερο από ανεκτό: σκόπιμο, κατευθυντήριο, ένα μονοπάτι.
VIII. Ο Μύθος ως η Αληθινή Χαρτογραφία της Ψυχής
Η Υπερβορέα δεν έχει βρεθεί ποτέ από καμία αποστολή. Κανένα ημερολόγιο ναυτικού δεν καταγράφει το γεωγραφικό της πλάτος. Κανένας ανθρωπολόγος δεν έχει χαρτογραφήσει τους οικισμούς της. Όσοι έπλευσαν βόρεια ψάχνοντάς την με φυσικά όργανα βρήκαν μόνο πάγο — μεγαλειώδη, τρομερό και σιωπηλό. Αυτή δεν είναι η σιωπή της Υπερβορέας. Αυτή είναι η σιωπή του λάθος οργάνου που εφαρμόστηκε στη σωστή ερώτηση.
Οι μύθοι που δεν μπορούν να εντοπιστούν στη γη δεν είναι αποτυχημένη γεωγραφία. Είναι επιτυχημένη χαρτογραφία ενός άλλου είδους — χάρτες για ένα ταξίδι που δεν γίνεται με το σώμα, προς μια χώρα που δεν είναι τακτοποιημένη στον χώρο. Οι αρχαίοι Έλληνες, που διέθεταν σε ίσο μέτρο το πνεύμα της ορθολογικής έρευνας και το πνεύμα του ιερού δέους, το καταλάβαιναν αυτό. Δεν τοποθέτησαν την Υπερβορέα στους χάρτες τους όπως τοποθέτησαν την Αθήνα ή την Κόρινθο. Την τοποθέτησαν πέρα από το άκρο του χάρτη — πέρα από το σημείο όπου η μέτρηση γίνεται ανόσια, όπου η επιμονή στις συντεταγμένες αρχίζει να σκοτεινιάζει αντί να αποκαλύπτει.
Το ιερό, όπως έχει μαρτυρήσει κάθε σοβαρή παράδοση, δεν είναι μια περιοχή του ίδιου είδους με τις άλλες περιοχές. Δεν αρχίζει εκεί όπου τελειώνουν τα άλλα πράγματα. Είναι το έδαφος μέσα στο οποίο ενσωματώνονται όλα τα πράγματα — αόρατο όχι επειδή απουσιάζει, αλλά επειδή είναι πολύ κοντά για να φανεί. Το ψάρι δεν βλέπει τον ωκεανό. Το μάτι δεν μπορεί να δει τον εαυτό του. Η Υπερβορέα είναι το όνομα που έδωσαν οι Έλληνες σε εκείνο που περιβάλλει και συντηρεί τα πάντα και φτάνεται μόνο όταν ο αναζητητής έχει μάθει να αναζητά σε μια νέα κατεύθυνση — προς τα μέσα, προς τα κάτω, στα βάθη αντί στις αποστάσεις.
Η ψυχή είναι ένας διαβήτης που δείχνει προς έναν βορρά που δεν έχει τοποθεσία. Η Υπερβορέα είναι εκεί όπου οδηγεί αυτός ο βορράς. Και ολόκληρο το ταξίδι — ο Βορέας, η διάβαση, η άφιξη, η επιστροφή — λαμβάνει χώρα μέσα στην περιφέρεια μιας και μόνης ανθρώπινης ζωής, και μερικές φορές μέσα στην περιφέρεια μιας και μόνης ανθρώπινης ανάσας.
Κανείς δεν πηγαίνει στην Υπερβορέα. Γίνεται ικανός να είναι εκεί. Αυτή είναι η ήσυχη επανάσταση που κρύβεται στον μύθο — η αναγνώριση ότι το πνευματικό ταξίδι δεν είναι κατά βάση μια κίνηση μέσα από απόσταση, αλλά μια κίνηση μέσα από ποιότητα. Μια μεταμόρφωση της ικανότητας για αντίληψη. Μια εξευγένιση, σταδιακά και με μεγάλο κόστος και με μεγάλη χάρη, του οργάνου μέσα από το οποίο συναντάται η πραγματικότητα.
IX. Η Αιώνια Γιορτή που Περιμένει τον Ήσυχο
Υπάρχει μια τελευταία εικόνα στην υπερβορεία μυθολογία που αξίζει να σταθεί για μια στιγμή στο πλήρες φως: η γιορτή. Ο Πίνδαρος και όσοι βασίστηκαν στην παράδοσή του μίλησαν για τους Υπερβορείους ως έναν λαό σε αέναο εορτασμό. Γλένταγαν και έπαιζαν μουσική και ευχαριστούσαν χωρίς εξάντληση, χωρίς την αγωνία που συνοδεύει την ανθρώπινη απόλαυση — την αγωνία που προέρχεται από το ότι γνωρίζει κανείς ότι η απόλαυση θα τελειώσει, ότι το γλέντι θα μαζευτεί, ότι η μουσική θα σταματήσει.
Στη μυστική ανάγνωση, αυτή η αέναη γιορτή είναι η κατάσταση της ψυχής που έχει πάψει να οργανώνει την ευτυχία της γύρω από αποτελέσματα. Είναι η χαρά που δεν εξαρτάται από τις συνθήκες, γιατί έχει βρει την πηγή της όχι σε αυτό που συμβαίνει στον εαυτό, αλλά σε αυτό που ο εαυτός είναι πιο βαθιά. Αυτή είναι η χαρά προς την οποία έχουν δείξει οι περισυλλογικοί κάθε παράδοσης, συχνά ανεπαρκώς αλλά πάντα με αδιαμφισβήτητη πεποίθηση — μια κατάσταση που δεν απαιτεί την εξάλειψη της θλίψης, αλλά είναι κάπως συμβατή μαζί της, πιο πλατιά από αυτήν, την περιέχει χωρίς να μειώνεται από αυτήν.
Η υπερβορεία γιορτή δεν είναι ο εορτασμός της καλής τύχης. Είναι ο εορτασμός της ίδιας της ύπαρξης — ωμής, αμεσολάβητης, προγενέστερης από τη διαίρεση ανάμεσα σε καλή και κακή εμπειρία. Είναι το γλέντι που είναι πάντα στρωμένο, πάντα περιμένει, στη χώρα που βρίσκεται στην άλλη πλευρά κάθε ανέμου που έχει ποτέ παγώσει μια ανθρώπινη καρδιά.
Εκείνη η χώρα είναι πραγματική. Είναι προσιτή. Το μονοπάτι προς αυτήν δεν σηματοδοτείται από πινακίδες αλλά από μια ποιότητα πόθου που, αν ακολουθηθεί ειλικρινά και χωρίς αποφυγή, γίνεται ο ίδιος ο οδηγός. Ο Βορέας είναι εκεί, στην αρχή, απέραντος και άσπλαχνος και αναγκαίος. Και πέρα από αυτόν, σε ένα φως που ούτε ανατέλλει ούτε δύει, ο Απόλλων αναπαύεται — όχι πια ως μύθος, αλλά ως ο ζώντας εσωτερικός ήλιος ενός εαυτού που έχει θυμηθεί τι είναι.
Βαθιά υπόκλιση, σε εκείνους τους αλλιώτικους, που ακούνε μονάχα τις ψυχές τους
Βαθιά υπόκλιση, σε εκείνους τους αλλιώτικους, που ακούνε μονάχα τις ψυχές τους!
Βαθιά υπόκλιση, σε εκείνους που παράτησαν τα πάντα, για να κυνηγήσουν ένα όνειρο ολότελα δικό τους κι ας έμοιαζε από την αρχή, απότομη ανηφόρα και δύσβατο βουνό.
Βαθιά υπόκλιση, σε εκείνους που ξηλώσανε το “ζωή μου” ολόκληρο, για να πλέξουν ξανά από την αρχή ένα “ζωή μας” κι ας τους πήρε βράδια ολόκληρα ετούτο το επίπονο “εργόχειρο”.
Σε εκείνους που ξεβόλεψαν το τώρα και το σήμερα, για να χτίσουν ένα αύριο καινούριο και λιγάκι αβέβαιο.
Σε όλους αυτούς τους τολμηρούς, που είπαν σ’ αγαπάω και το έντυσαν με πράξεις ηχηρές και δεν έμειναν στα ηχηρά τα λόγια, όπως κάνουμε οι πολλοί!
Βαθιά υπόκλιση σε όλους τους “παλαβούς”, που από το πουθενά βρήκαν έναν λόγο, μια αιτία και μια αφορμή και πήγαν και “παλάβωσαν”.
Στους, “τα τινάζω όλα στον αέρα, αρκεί να είμαι μαζί σου”, τουλάχιστον μια βαθιά υπόκλιση!
Βαθιά υπόκλιση σε αυτούς, που μαζέψαν βαλίτσες και πήραν τρένα, πλοία κι αυτοκίνητα, για να φτάσουνε στο πουθενά και σήκωσαν μανίκια οι μπαγάσηδες, για να κάνουν το πουθενά, τα πάντα τους.
Σε όλους αυτούς τους σπάνιους, που μετράνε την απόσταση μέχρι τον έρωτα σε διάθεση κι όχι σε χιλιόμετρα, όπως κάνουμε οι πολλοί!
Σε εσάς λοιπόν, τους τόσο αλλιώτικους, που κλείσατε σπίτια βολικά και ρίξατε θεμέλια ξανά από το μηδέν, σε κάτι νέο κι άβολο, που όμως το πιστέψατε και ποντάρατε τα ρέστα σας.
Που πήρατε ρίσκα δύσκολα και δεν σας κάηκε καρφί κι απλά ρισκάρατε, ενάντια σε κάθε λογική.
Που σας τάξανε κάτι μεγάλο κι είπατε, “πάμε”, απλά γιατί το νιώσατε, χωρίς να πάρετε μέτρα και σταθμά να το μετρήσετε.
Σε όλους εσάς, που οι “λογικοί” σας είπανε επιπολαίους κι εσείς τους γράψατε κανονικά και κάνατε του κεφαλιού σας, γιατί τέτοια είναι η φτιαξιά σας!
Ακόμη κι αν δεν τα καταφέρατε, ακόμη κι αν δεν είχε επιτυχία αυτή η τρέλα σας, ακόμη κι αν δεν πήγανε τα πράγματα όπως τα περιμένατε, υποκλινόμαστε!
Ακόμη κι αν δεν σας βγήκε αυτή σας η απόπειρα κι αν φάγατε τα μούτρα σας κι αν δεν σας αγαπήσανε όσο σας άξιζε οι λάθος κι οι αχάριστοι…
Να το ξέρετε ρε ψυχάρες, ότι σας θαυμάζουμε κι ότι αγαπάμε εμείς πάρα πολύ! Το λέει η ψυχούλα σας ρε αλλιώτικοι, πραγματικά χαλάλι σας!
Βαθιά υπόκλιση, σε εκείνους που παράτησαν τα πάντα, για να κυνηγήσουν ένα όνειρο ολότελα δικό τους κι ας έμοιαζε από την αρχή, απότομη ανηφόρα και δύσβατο βουνό.
Βαθιά υπόκλιση, σε εκείνους που ξηλώσανε το “ζωή μου” ολόκληρο, για να πλέξουν ξανά από την αρχή ένα “ζωή μας” κι ας τους πήρε βράδια ολόκληρα ετούτο το επίπονο “εργόχειρο”.
Σε εκείνους που ξεβόλεψαν το τώρα και το σήμερα, για να χτίσουν ένα αύριο καινούριο και λιγάκι αβέβαιο.
Σε όλους αυτούς τους τολμηρούς, που είπαν σ’ αγαπάω και το έντυσαν με πράξεις ηχηρές και δεν έμειναν στα ηχηρά τα λόγια, όπως κάνουμε οι πολλοί!
Βαθιά υπόκλιση σε όλους τους “παλαβούς”, που από το πουθενά βρήκαν έναν λόγο, μια αιτία και μια αφορμή και πήγαν και “παλάβωσαν”.
Στους, “τα τινάζω όλα στον αέρα, αρκεί να είμαι μαζί σου”, τουλάχιστον μια βαθιά υπόκλιση!
Βαθιά υπόκλιση σε αυτούς, που μαζέψαν βαλίτσες και πήραν τρένα, πλοία κι αυτοκίνητα, για να φτάσουνε στο πουθενά και σήκωσαν μανίκια οι μπαγάσηδες, για να κάνουν το πουθενά, τα πάντα τους.
Σε όλους αυτούς τους σπάνιους, που μετράνε την απόσταση μέχρι τον έρωτα σε διάθεση κι όχι σε χιλιόμετρα, όπως κάνουμε οι πολλοί!
Σε εσάς λοιπόν, τους τόσο αλλιώτικους, που κλείσατε σπίτια βολικά και ρίξατε θεμέλια ξανά από το μηδέν, σε κάτι νέο κι άβολο, που όμως το πιστέψατε και ποντάρατε τα ρέστα σας.
Που πήρατε ρίσκα δύσκολα και δεν σας κάηκε καρφί κι απλά ρισκάρατε, ενάντια σε κάθε λογική.
Που σας τάξανε κάτι μεγάλο κι είπατε, “πάμε”, απλά γιατί το νιώσατε, χωρίς να πάρετε μέτρα και σταθμά να το μετρήσετε.
Σε όλους εσάς, που οι “λογικοί” σας είπανε επιπολαίους κι εσείς τους γράψατε κανονικά και κάνατε του κεφαλιού σας, γιατί τέτοια είναι η φτιαξιά σας!
Ακόμη κι αν δεν τα καταφέρατε, ακόμη κι αν δεν είχε επιτυχία αυτή η τρέλα σας, ακόμη κι αν δεν πήγανε τα πράγματα όπως τα περιμένατε, υποκλινόμαστε!
Ακόμη κι αν δεν σας βγήκε αυτή σας η απόπειρα κι αν φάγατε τα μούτρα σας κι αν δεν σας αγαπήσανε όσο σας άξιζε οι λάθος κι οι αχάριστοι…
Να το ξέρετε ρε ψυχάρες, ότι σας θαυμάζουμε κι ότι αγαπάμε εμείς πάρα πολύ! Το λέει η ψυχούλα σας ρε αλλιώτικοι, πραγματικά χαλάλι σας!
Το Παράδοξο του Έρωτα που μας (Από)Γοητεύει
Η Adrienne Rich, αναλογιζόμενη πώς η αγάπη βελτιώνει τις αλήθειες μας, έγραψε:
«Μια έντιμη ανθρώπινη σχέση - δηλαδή, εκείνη στην οποία δύο άνθρωποι έχουν το δικαίωμα να χρησιμοποιούν τη λέξη «αγάπη»- είναι μια διαδικασία, λεπτή, βίαια, συχνά τρομακτική για τα πρόσωπα που εμπλέκονται, είναι μια διαδικασία της διύλισης των αληθειών που μπορούν να πουν ο ένας τον άλλον».
Αλλά μεταξύ των δυαδικοτήτων που δανείζουν στην αγάπη τόσο την ηλεκτρική της ενέργεια όσο και την αγανάκτηση της, την αλληλεπίδραση της συγκίνησης και του τρόμου, την επιθυμία και την απογοήτευση, τη νοσταλγία και τη προληπτική ήττα, βρίσκεται επίσης το γεγονός ότι η πορεία μας σε αυτή την αμοιβαία διύλιση της αλήθειας πρέπει να περάσει μέσα από μια αναγκαία μυθοπλασία:
Εμείς ερωτευόμαστε όχι μόνο ένα πρόσωπο εντελώς ξένο προς εμάς, αλλά μια φαντασίωση για το πώς αυτό το άτομο μπορεί να γεμίσει αυτό που λείπει από την εσωτερική ζωή μας.
Ο ψυχαναλυτής Adam Phillips αντιμετωπίζει αυτό το κεντρικό παράδοξο με ασυνήθιστη σαφήνεια και κομψότητα στο βιβλίο του “Missing Out: In Praise of the Unlived Life”.
Ο Phillips γράφει:
«Όλες οι ερωτικές ιστορίες είναι ιστορίες απογοήτευσης ... το συναίσθημα του έρωτα είναι να σου υπενθυμίζεται μια απογοήτευση που δεν ήξερες ότι είχες.
Θέλατε κάποιον… αισθανθήκατε ότι σας στερείται κάτι…. και τότε φαίνεται να είναι εκεί.
Και αυτό που έχει ανανεωθεί σε αυτή την εμπειρία είναι η ένταση της απογοήτευσης, καθώς και η ένταση της ικανοποίησης.
Είναι σαν, παραδόξως, να περιμένατε κάποιον αλλά δεν ξέρατε ποιος ήταν… μέχρι που έφτασε».
«Είτε γνώριζατε ότι υπήρχε κάτι που έλειπε από τη ζωή σας είτε όχι, θα το μάθετε όταν συναντήσετε το άτομο που θέλετε.
Αυτό που η ψυχανάλυση θα προσθέσει σε αυτή την ιστορία αγάπης είναι αν το άτομο που έχετε ερωτευτεί είναι πραγματικά ο άνδρας ή η γυναίκα των ονείρων σας˙ ότι τους είχατε ονειρευτεί πριν τους συναντήσετε.
Τίποτα δεν έρχεται από το τίποτα, αλλά μόνο από τις προηγούμενες εμπειρίες σας, εκείνες που είναι πραγματικές και εκείνες που ευχηθήκατε.
Αναγνωρίζετε ότι ερωτεύεστε αυτούς τους ανθρώπους με τέτοια βεβαιότητα, γιατί ήδη, κατά κάποιο τρόπο, τους γνωρίζετε και επειδή κυριολεκτικά τους περιμένατε, αισθάνεστε σαν να τους ξέρατε από πάντα, και όμως, ταυτόχρονα, είναι αρκετά ξένοι προς εσάς.
Είναι γνωστά ξένα σώματα».
Αυτή η δυαδικότητα του οικείου και του ξένου αντικατοπτρίζεται στην οσμωτική σχέση μεταξύ της παρουσίας και της απουσίας, την οποία κάθε ξετρελαμένος εραστής γνωρίζει καλά: αυτή η παράλληλη ένταση της λαχτάρας για την παρουσία του εραστή μας και η οδυνηρή απουσία της.
Ο Phillips γράφει:
«Όσο και να έχετε θελήσει, ελπίσει και ονειρευτεί να συναντήσετε το πρόσωπο των ονείρων σας, μόνο όταν το συναντήσετε θα αρχίσει να σας λείπει.
Φαίνεται ότι η παρουσία ενός αντικειμένου είναι υποχρεωμένη να κάνει αισθητή την απουσία της (ή για να καταστεί η απουσία αισθητή).
Ένα είδος νοσταλγίας μπορεί να έχει προηγηθεί της άφιξής του, αλλά θα πρέπει να συναντηθείτε μαζί τους για να αισθανθείτε την πλήρη ισχύ της απογοήτευσής σας κατά την απουσία τους».
Ο έρωτας, αυτή η ανακάλυψη του κρυμμένου πάθους σας, είναι προσπάθειες να εντοπίσετε, να απεικονίσετε και να αποτυπώσετε αυτό με το οποίο ασυνείδητα αισθάνεστε απογοητευμένοι.
«Μια έντιμη ανθρώπινη σχέση - δηλαδή, εκείνη στην οποία δύο άνθρωποι έχουν το δικαίωμα να χρησιμοποιούν τη λέξη «αγάπη»- είναι μια διαδικασία, λεπτή, βίαια, συχνά τρομακτική για τα πρόσωπα που εμπλέκονται, είναι μια διαδικασία της διύλισης των αληθειών που μπορούν να πουν ο ένας τον άλλον».
Αλλά μεταξύ των δυαδικοτήτων που δανείζουν στην αγάπη τόσο την ηλεκτρική της ενέργεια όσο και την αγανάκτηση της, την αλληλεπίδραση της συγκίνησης και του τρόμου, την επιθυμία και την απογοήτευση, τη νοσταλγία και τη προληπτική ήττα, βρίσκεται επίσης το γεγονός ότι η πορεία μας σε αυτή την αμοιβαία διύλιση της αλήθειας πρέπει να περάσει μέσα από μια αναγκαία μυθοπλασία:
Εμείς ερωτευόμαστε όχι μόνο ένα πρόσωπο εντελώς ξένο προς εμάς, αλλά μια φαντασίωση για το πώς αυτό το άτομο μπορεί να γεμίσει αυτό που λείπει από την εσωτερική ζωή μας.
Ο ψυχαναλυτής Adam Phillips αντιμετωπίζει αυτό το κεντρικό παράδοξο με ασυνήθιστη σαφήνεια και κομψότητα στο βιβλίο του “Missing Out: In Praise of the Unlived Life”.
Ο Phillips γράφει:
«Όλες οι ερωτικές ιστορίες είναι ιστορίες απογοήτευσης ... το συναίσθημα του έρωτα είναι να σου υπενθυμίζεται μια απογοήτευση που δεν ήξερες ότι είχες.
Θέλατε κάποιον… αισθανθήκατε ότι σας στερείται κάτι…. και τότε φαίνεται να είναι εκεί.
Και αυτό που έχει ανανεωθεί σε αυτή την εμπειρία είναι η ένταση της απογοήτευσης, καθώς και η ένταση της ικανοποίησης.
Είναι σαν, παραδόξως, να περιμένατε κάποιον αλλά δεν ξέρατε ποιος ήταν… μέχρι που έφτασε».
«Είτε γνώριζατε ότι υπήρχε κάτι που έλειπε από τη ζωή σας είτε όχι, θα το μάθετε όταν συναντήσετε το άτομο που θέλετε.
Αυτό που η ψυχανάλυση θα προσθέσει σε αυτή την ιστορία αγάπης είναι αν το άτομο που έχετε ερωτευτεί είναι πραγματικά ο άνδρας ή η γυναίκα των ονείρων σας˙ ότι τους είχατε ονειρευτεί πριν τους συναντήσετε.
Τίποτα δεν έρχεται από το τίποτα, αλλά μόνο από τις προηγούμενες εμπειρίες σας, εκείνες που είναι πραγματικές και εκείνες που ευχηθήκατε.
Αναγνωρίζετε ότι ερωτεύεστε αυτούς τους ανθρώπους με τέτοια βεβαιότητα, γιατί ήδη, κατά κάποιο τρόπο, τους γνωρίζετε και επειδή κυριολεκτικά τους περιμένατε, αισθάνεστε σαν να τους ξέρατε από πάντα, και όμως, ταυτόχρονα, είναι αρκετά ξένοι προς εσάς.
Είναι γνωστά ξένα σώματα».
Αυτή η δυαδικότητα του οικείου και του ξένου αντικατοπτρίζεται στην οσμωτική σχέση μεταξύ της παρουσίας και της απουσίας, την οποία κάθε ξετρελαμένος εραστής γνωρίζει καλά: αυτή η παράλληλη ένταση της λαχτάρας για την παρουσία του εραστή μας και η οδυνηρή απουσία της.
Ο Phillips γράφει:
«Όσο και να έχετε θελήσει, ελπίσει και ονειρευτεί να συναντήσετε το πρόσωπο των ονείρων σας, μόνο όταν το συναντήσετε θα αρχίσει να σας λείπει.
Φαίνεται ότι η παρουσία ενός αντικειμένου είναι υποχρεωμένη να κάνει αισθητή την απουσία της (ή για να καταστεί η απουσία αισθητή).
Ένα είδος νοσταλγίας μπορεί να έχει προηγηθεί της άφιξής του, αλλά θα πρέπει να συναντηθείτε μαζί τους για να αισθανθείτε την πλήρη ισχύ της απογοήτευσής σας κατά την απουσία τους».
Ο έρωτας, αυτή η ανακάλυψη του κρυμμένου πάθους σας, είναι προσπάθειες να εντοπίσετε, να απεικονίσετε και να αποτυπώσετε αυτό με το οποίο ασυνείδητα αισθάνεστε απογοητευμένοι.
Ψευδο-συσχετίσεις και λανθασμένα συμπεράσματα
Είναι έγκυρες οι προβλέψεις της αστρολογίας; Του καφέ; Της παλάμης; Της γραφολογίας; Της νουμερολογίας; Είναι χαζές οι ξανθιές; Ποια η άποψή σας για την ομοιοπαθητική; Την τηλεπάθεια; Αν δεις μαύρη γάτα…;
Για τον μέσο πολίτη ο κόσμος είναι ένα αρκετά πολύπλοκο μέρος. Σχεδόν όλοι μας γνωρίζουμε τι συμβαίνει γύρω μας, απλά δεν ξέρουμε πάντα γιατί. Ταυτόχρονα, δυστυχώς ή ευτυχώς, μας διακρίνει μια έντονη ανάγκη να ερμηνεύσουμε αυτά που συμβαίνουν. Συχνά όμως, πιθανόν λόγω έλλειψης εκπαίδευσης στην ικανότητα κριτικής σκέψης, συνδυάζοντας μια σειρά γεγονότων καταλήγουμε άθελα σε λανθασμένα συμπεράσματα, όπως για παράδειγμα σε ψευδο-συσχετίσεις της μορφής:
”Κάθε φορά που πλένω το αμάξι μου βρέχει”.
”Μόλις τώρα σε σκεφτόμουνα και πήρες τηλέφωνο!”
”Είδα στον ύπνο μου ότι αρρώστησαν οι γονείς μου και την άλλη μέρα αρρώστησε η μητέρα μου.”
”Αυτές τις κάλτσες τις φοράω μόνον σε ημιτελικούς αγώνες και πάνω, επειδή πρόπερσι κατακτήσαμε το πρωτάθλημα μ’ αυτές. Είναι το γούρι μου. Φυσικά και δεν τις πλένω, να μη φύγει το γούρι.”
Τι θα μπορούσατε να απαντήσετε (τουλάχιστον στις τρεις πρώτες προτάσεις) ώστε να βοηθήσετε το άτομο να καταλάβει ότι πρόκειται μάλλον περί συμπτώσεως; Η απάντηση βρίσκεται στην υποσημείωση[1], αλλά μην κλέβετε… ακόμα. Σκεφτείτε πρώτα τη δική σας απάντηση.
Δύο τουλάχιστον φορές το χρόνο (στις αρχές του νέου εξαμήνου) πασχίζω να παρακινήσω τους φοιτητές μου να αναπτύξουν ”κριτική σκέψη”, διδάσκοντας τον τρόπο σκέψης της επιστήμης (μεθοδολογία έρευνας), παρουσιάζοντας κάποιες επιστημονικά αποδεδειγμένες αρχές και αλήθειες. Πολλές φορές είναι σαν να κτυπάω σε έναν τοίχο. Λόγω της ισχυρής επιρροής από προηγούμενα μηνύματα που έχουν δεχτεί κατ’ εξακολούθηση, βρίσκω πολύ δύσκολο να ξεριζώσω από το μυαλό τους την πίστη τους σε δεισιδαιμονίες, αστρολόγους, καφετζούδες, κλπ. (Παρεμπιπτόντως, μόνο καφετζούδες σπουδαγμένες στη Βραζιλία να εμπιστεύεστε).
Συχνά, τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούν για να υποστηρίξουν τις απόψεις τους θυμίζουν τη λογική του αλκοολικού που δήλωσε κατενθουσιασμένος με έκφραση ”Εύρηκα” ζωγραφισμένη στο πρόσωπο του και μάτια να γυαλίζουν: ”Πρόσεξε να δεις! Πίνω ουίσκι με πάγο και μεθάω. Πίνω βότκα με πάγο και μεθάω. Το κοινό στοιχείο είναι το νερό… θα κόψω το νερό!” Ή, ”το τσιγάρο είναι ακίνδυνο! Ο παππούς μου κάπνιζε και έζησε 85 χρόνια”.
Δυστυχώς, τους απαντώ, οι προσωπικές παρατηρήσεις δεν είναι αρκετές. Χρειάζονται καλοσχεδιασμένες και έγκυρες έρευνες. Εάν όμως ο σχεδιασμός της έρευνας δεν είναι σωστός, είτε γιατί ο ερευνητής δεν έχει επαρκή εκπαίδευση στο σχεδιασμό ερευνών είτε γιατί είναι προκατειλημμένος (π.χ., προασπίζει τα συμφέροντα μιας εταιρείας), τα αποτελέσματα είναι προφανώς και αυτά λανθασμένα.
Για παράδειγμα, αναλογιστείτε ποιος θα είχε συμφέρον από την παρακάτω υποθετική έρευνα: ”Παίρνουμε 50 σκουληκάκια και τα εναποθέτουμε στον πάτο ποτηριών με το αλκοόλ… πεθαίνουν ακαριαία. Συμπέρασμα; Κλινικές έρευνες έχουν αποδείξει ότι το αλκοόλ σκοτώνει τα σκουληκάκια μέσα μας”.
Τα συμπεράσματα μιας έγκυρης έρευνας μπορούν να παρερμηνευτούν εύκολα, εσκεμμένα ή άθελα, ακόμα και από επαγγελματίες στο χώρο. Εμείς οι κοινοί θνητοί, όμως, είμαστε ευάλωτοι στην παραποίηση της αλήθειας από άτομα και οργανισμούς με οικονομικά συμφέροντα. Ιδού ένα ακόμη παράδειγμα: ”Έρευνες βρήκαν ότι η σοκολάτα περιέχει συστατικά τα οποία βοηθούν στην χ λειτουργία του οργανισμού, ενώ το κάπνισμα στην ψ λειτουργία”. Ο εθισμένος στη σοκολάτα ή ο μανιώδης καπνιστής δεν χρειάζεται περισσότερο για να πειστεί και να ησυχάσει για αρκετό καιρό από τις ενοχές του. Αυτό που παραλείπει το άρθρο ή ο δημοσιογράφος να αναφέρει (προφανώς επειδή η είδηση δεν θα έχει τόσο μεγάλο αντίκτυπο), είναι οι δύο χιλιάδες προηγούμενες έρευνες οι οποίες ανέφεραν ότι η σοκολάτα και το τσιγάρο όχι μόνο δεν βοηθάνε καθόλου αλλά είναι και επιζήμια στις λειτουργίες α έως φ και στη λειτουργία ω.
Η ικανότητα να μπορεί κάποιος να διακρίνει την αλήθεια δεν είναι έμφυτη αλλά αποκτάται. Τα σχετικά μαθήματα ή βιβλία έχουν τίτλους όπως μεθοδολογία, σχεδιασμός και συγγραφή επιστημονικής έρευνας, κ.ά. Για τους ενθουσιώδεις του διαδικτύου προτείνω τις ιστοσελίδες www.sceptics.com και www.quackwatch.org.
------------------------------------
[1] 1. Κάθε φορά; 2. Μήπως είναι η ώρα που τηλεφωνιέστε συνήθως; Μέτρησες πόσες φορές τον σκέφτηκες και δε σου τηλεφώνησε; 3. Κατ’ αρχήν, κατά ποσοστό 60% τείνουμε να ονειρευόμαστε πράγματα από την καθημερινή ζωή μας, και συνεπώς πράγματα τα οποία έχουν αρκετές πιθανότητες να συμβούν. Αλήθεια, πόσα όνειρά σας βγαίνουν κατά μέσον όρο ετησίως; Η απάντηση συνήθως ύστερα από αρκετή σκέψη είναι ”4 με 5”. Εάν τα όνειρα προβλέπουν το μέλλον, και εφόσον βλέπουμε 4-5 όνειρα την ημέρα, τι γίνεται με τα υπόλοιπα 1400;
Για τον μέσο πολίτη ο κόσμος είναι ένα αρκετά πολύπλοκο μέρος. Σχεδόν όλοι μας γνωρίζουμε τι συμβαίνει γύρω μας, απλά δεν ξέρουμε πάντα γιατί. Ταυτόχρονα, δυστυχώς ή ευτυχώς, μας διακρίνει μια έντονη ανάγκη να ερμηνεύσουμε αυτά που συμβαίνουν. Συχνά όμως, πιθανόν λόγω έλλειψης εκπαίδευσης στην ικανότητα κριτικής σκέψης, συνδυάζοντας μια σειρά γεγονότων καταλήγουμε άθελα σε λανθασμένα συμπεράσματα, όπως για παράδειγμα σε ψευδο-συσχετίσεις της μορφής:
”Κάθε φορά που πλένω το αμάξι μου βρέχει”.
”Μόλις τώρα σε σκεφτόμουνα και πήρες τηλέφωνο!”
”Είδα στον ύπνο μου ότι αρρώστησαν οι γονείς μου και την άλλη μέρα αρρώστησε η μητέρα μου.”
”Αυτές τις κάλτσες τις φοράω μόνον σε ημιτελικούς αγώνες και πάνω, επειδή πρόπερσι κατακτήσαμε το πρωτάθλημα μ’ αυτές. Είναι το γούρι μου. Φυσικά και δεν τις πλένω, να μη φύγει το γούρι.”
Τι θα μπορούσατε να απαντήσετε (τουλάχιστον στις τρεις πρώτες προτάσεις) ώστε να βοηθήσετε το άτομο να καταλάβει ότι πρόκειται μάλλον περί συμπτώσεως; Η απάντηση βρίσκεται στην υποσημείωση[1], αλλά μην κλέβετε… ακόμα. Σκεφτείτε πρώτα τη δική σας απάντηση.
Δύο τουλάχιστον φορές το χρόνο (στις αρχές του νέου εξαμήνου) πασχίζω να παρακινήσω τους φοιτητές μου να αναπτύξουν ”κριτική σκέψη”, διδάσκοντας τον τρόπο σκέψης της επιστήμης (μεθοδολογία έρευνας), παρουσιάζοντας κάποιες επιστημονικά αποδεδειγμένες αρχές και αλήθειες. Πολλές φορές είναι σαν να κτυπάω σε έναν τοίχο. Λόγω της ισχυρής επιρροής από προηγούμενα μηνύματα που έχουν δεχτεί κατ’ εξακολούθηση, βρίσκω πολύ δύσκολο να ξεριζώσω από το μυαλό τους την πίστη τους σε δεισιδαιμονίες, αστρολόγους, καφετζούδες, κλπ. (Παρεμπιπτόντως, μόνο καφετζούδες σπουδαγμένες στη Βραζιλία να εμπιστεύεστε).
Συχνά, τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούν για να υποστηρίξουν τις απόψεις τους θυμίζουν τη λογική του αλκοολικού που δήλωσε κατενθουσιασμένος με έκφραση ”Εύρηκα” ζωγραφισμένη στο πρόσωπο του και μάτια να γυαλίζουν: ”Πρόσεξε να δεις! Πίνω ουίσκι με πάγο και μεθάω. Πίνω βότκα με πάγο και μεθάω. Το κοινό στοιχείο είναι το νερό… θα κόψω το νερό!” Ή, ”το τσιγάρο είναι ακίνδυνο! Ο παππούς μου κάπνιζε και έζησε 85 χρόνια”.
Δυστυχώς, τους απαντώ, οι προσωπικές παρατηρήσεις δεν είναι αρκετές. Χρειάζονται καλοσχεδιασμένες και έγκυρες έρευνες. Εάν όμως ο σχεδιασμός της έρευνας δεν είναι σωστός, είτε γιατί ο ερευνητής δεν έχει επαρκή εκπαίδευση στο σχεδιασμό ερευνών είτε γιατί είναι προκατειλημμένος (π.χ., προασπίζει τα συμφέροντα μιας εταιρείας), τα αποτελέσματα είναι προφανώς και αυτά λανθασμένα.
Για παράδειγμα, αναλογιστείτε ποιος θα είχε συμφέρον από την παρακάτω υποθετική έρευνα: ”Παίρνουμε 50 σκουληκάκια και τα εναποθέτουμε στον πάτο ποτηριών με το αλκοόλ… πεθαίνουν ακαριαία. Συμπέρασμα; Κλινικές έρευνες έχουν αποδείξει ότι το αλκοόλ σκοτώνει τα σκουληκάκια μέσα μας”.
Τα συμπεράσματα μιας έγκυρης έρευνας μπορούν να παρερμηνευτούν εύκολα, εσκεμμένα ή άθελα, ακόμα και από επαγγελματίες στο χώρο. Εμείς οι κοινοί θνητοί, όμως, είμαστε ευάλωτοι στην παραποίηση της αλήθειας από άτομα και οργανισμούς με οικονομικά συμφέροντα. Ιδού ένα ακόμη παράδειγμα: ”Έρευνες βρήκαν ότι η σοκολάτα περιέχει συστατικά τα οποία βοηθούν στην χ λειτουργία του οργανισμού, ενώ το κάπνισμα στην ψ λειτουργία”. Ο εθισμένος στη σοκολάτα ή ο μανιώδης καπνιστής δεν χρειάζεται περισσότερο για να πειστεί και να ησυχάσει για αρκετό καιρό από τις ενοχές του. Αυτό που παραλείπει το άρθρο ή ο δημοσιογράφος να αναφέρει (προφανώς επειδή η είδηση δεν θα έχει τόσο μεγάλο αντίκτυπο), είναι οι δύο χιλιάδες προηγούμενες έρευνες οι οποίες ανέφεραν ότι η σοκολάτα και το τσιγάρο όχι μόνο δεν βοηθάνε καθόλου αλλά είναι και επιζήμια στις λειτουργίες α έως φ και στη λειτουργία ω.
Η ικανότητα να μπορεί κάποιος να διακρίνει την αλήθεια δεν είναι έμφυτη αλλά αποκτάται. Τα σχετικά μαθήματα ή βιβλία έχουν τίτλους όπως μεθοδολογία, σχεδιασμός και συγγραφή επιστημονικής έρευνας, κ.ά. Για τους ενθουσιώδεις του διαδικτύου προτείνω τις ιστοσελίδες www.sceptics.com και www.quackwatch.org.
------------------------------------
[1] 1. Κάθε φορά; 2. Μήπως είναι η ώρα που τηλεφωνιέστε συνήθως; Μέτρησες πόσες φορές τον σκέφτηκες και δε σου τηλεφώνησε; 3. Κατ’ αρχήν, κατά ποσοστό 60% τείνουμε να ονειρευόμαστε πράγματα από την καθημερινή ζωή μας, και συνεπώς πράγματα τα οποία έχουν αρκετές πιθανότητες να συμβούν. Αλήθεια, πόσα όνειρά σας βγαίνουν κατά μέσον όρο ετησίως; Η απάντηση συνήθως ύστερα από αρκετή σκέψη είναι ”4 με 5”. Εάν τα όνειρα προβλέπουν το μέλλον, και εφόσον βλέπουμε 4-5 όνειρα την ημέρα, τι γίνεται με τα υπόλοιπα 1400;
Εγγραφή σε:
Σχόλια
(
Atom
)