Κυριακή 1 Μαρτίου 2026

Αρχαίοι Έλληνες Φιλόσοφοι

6.9. Υπάρχει σωκρατική φιλοσοφία;

Οι σωκρατικοί διάλογοι του Πλάτωνα ξεκινούν συνήθως με τη διατύπωση ενός ερωτήματος της μορφής «τι είναι Χ», όπου το Χ είναι μια γενική έννοια ηθικής προέλευσης - τι είναι ανδρεία, τι είναι ευσέβεια, τι είναι δικαιοσύνη, τι είναι αρετή. Είναι ενδιαφέρον ότι το ερώτημα αυτό δεν γίνεται κατά κανόνα κατανοητό από τους συνομιλητές του Σωκράτη. Όλοι είναι πρόθυμοι να συζητήσουν αν ένας συγκεκριμένος άνθρωπος, μια πράξη, ένα πολίτευμα είναι δίκαια ή άδικα, αισθάνονται όμως αμηχανία όταν τίθεται το γενικό ερώτημα «τι είναι δικαιοσύνη». Στην πορεία των διαλόγων παρακολουθούμε τις διαδοχικές προσπάθειες των συνομιλητών να δώσουν έναν ικανοποιητικό ορισμό της ζητούμενης ηθικής έννοιας, προσπάθειες που τελικά όλες πέφτουν στο κενό. Ο ρόλος του Σωκράτη σε αυτή την αναζήτηση είναι διευθυντικός και ελεγκτικός. Θέτει το αρχικό ερώτημα και κατευθύνει εντέχνως τη συζήτηση εκεί που επιθυμεί· ο ίδιος δηλώνει ότι δεν γνωρίζει τη σωστή απάντηση, αναλαμβάνει όμως με ιδιαίτερη επιδεξιότητα τον έλεγχο των προτεινόμενων ορισμών.

Από τους πλατωνικούς διάλογους μαθαίνουμε περισσότερα για τη μεθοδολογία της σωκρατικής έρευνας παρά για τις φιλοσοφικές θέσεις του Σωκράτη. Καταρχήν, βλέπουμε ότι όλα τα προβλήματα που απασχολούν τον Σωκράτη ανήκουν στη σφαίρα της ηθικής και της πολιτικής. Ο Πλάτων υπαινίσσεται ότι ο Σωκράτης ήταν ο πρώτος που έθεσε τα ερωτήματα της μορφής «τι είναι Χ», ήταν δηλαδή ο πρώτος που αντιλήφθηκε την αξία του ορισμού των εννοιών. Σε αυτό συμφωνεί και ο Αριστοτέλης, αφού ισχυρίζεται ότι «ο Σωκράτης στράφηκε στα ηθικά ζητήματα αδιαφορώντας για την όλη φύση, και αναζήτησε εκεί το καθολικό αναδεικνύοντας πρώτος τη σημασία των ορισμών» (Μετά τα φυσικά 987b1). Η απαίτηση του Σωκράτη να οριστούν οι ηθικές έννοιες συνάδει με την πεποίθησή του ότι η αρετή είναι γνώση. Ενάρετος μπορεί να γίνει κανείς, μόνο όταν γνωρίζει τι ακριβώς είναι αρετή. Το παράδοξο βέβαια στην περίπτωση του Σωκράτη είναι ότι ο ίδιος διακήρυσσε σε κάθε περίσταση ότι δεν γνωρίζει απολύτως τίποτε, χωρίς η άγνοιά του να τον κάνει ανήθικο άνθρωπο.

Το στοιχείο όμως που εντυπωσιάζει περισσότερο στους σωκρατικούς διάλογους είναι ο τρόπος που διεξάγεται η συζήτηση. Η συζήτηση είναι πάντοτε ζωηρή, αλλά ποτέ άναρχη. Από τους παρευρισκόμενους συμμετέχουν κάθε στιγμή μόνο δύο στη συζήτηση, ένας εκ των οποίων είναι ο Σωκράτης. Ο ένας συνομιλητής υποστηρίζει μια θέση με τα καλύτερα δυνατά επιχειρήματα, και ο άλλος προσπαθεί να αποδείξει ότι η θέση αυτή δεν μπορεί να σταθεί. Ο Σωκράτης αποφεύγει συστηματικά τους μακροσκελείς μονολόγους και συνιστά στους συνομιλητές του να θέτουν διαζευκτικά ερωτήματα και να απαντούν όσο πιο σύντομα μπορούν - αν είναι δυνατό με ένα «ναι» ή ένα «όχι». Η εντύπωση που αποκομίζουμε είναι ότι ο Σωκράτης έχει ανακαλύψει μια μέθοδο διερεύνησης των ηθικών και πολιτικών προβλημάτων, και θεωρεί ότι η μέθοδος αυτή είναι η μόνη που προσιδιάζει στη φιλοσοφία. Η μέθοδος αυτή είναι «διαλεκτική», αφού στηρίζεται στην ανταλλαγή σύντομων λόγων, ορισμών και επιχειρημάτων, δηλαδή στο διαλέγεσθαι. Τοποθετείται στον αντίποδα της τεχνικής των ποιητών, η οποία στηρίζεται στα λεκτικά σχήματα και στην υποβλητικότητα των ποιητικών εικόνων. Διαφέρει όμως και από την πρακτική που ακολουθούν οι ρήτορες και οι πολιτικοί, όπου το ζητούμενο είναι η μεγιστοποίηση της πειθούς των λόγων, η οποία επιτυγχάνεται με τις μακροσκελείς αγορεύσεις και τις δημηγορίες.

Η διαλεκτική μέθοδος θα γίνει σήμα κατατεθέν όλων των μεταγενέστερων σωκρατικών σχολών - και της φιλοσοφίας του Πλάτωνα. Θα πρέπει ωστόσο να ξεκίνησε από τον ίδιο τον Σωκράτη, αφού ήδη οι κωμικοί ποιητές σατιρίζουν τον ιδιότυπο τρόπο με τον οποίο συζητούν ο Σωκράτης και οι μαθητές του. Θα ήταν όμως λάθος να θεωρήσουμε ότι η σωκρατική διαλεκτική είναι απλώς ένας τρόπος συζήτησης. Στόχος της δεν είναι τόσο η ανακάλυψη κάποιας οριστικής αλήθειας όσο η συμμετοχή σε μια αναζήτηση που οδηγεί στην ηθική βελτίωση των ατόμων. Ενσαρκώνει μια στάση ζωής, αφιερωμένη στην κοινή διερεύνηση ζωτικών προβλημάτων, στην καλλιέργεια της ψυχής και στον διαρκή αυτοέλεγχο.

Το μεγαλύτερο αγαθό για τον άνθρωπο είναι αυτό: να μπορεί κανείς να μιλάει κάθε μέρα για την αρετή και για όλα τα άλλα τα πράγματα που με ακούτε κι εσείς να συζητώ, θέτοντας σε δοκιμασία και τον εαυτό μου και τους άλλους - γιατί μια ανεξέλεγκτη ζωή είναι μια ζωή που δεν αξίζει να τη ζει κανένας άνθρωπος (ὁ δὲ ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ).
Πλάτων, Απολογία Σωκράτους 38a 1-6

Ο Σωκράτης μιλά συνεχώς για την ηθική, αποφεύγει όμως να προβάλει δικές του ηθικές θέσεις. Περιορίζεται στην ανατροπή των δογματικών αποφάνσεων των άλλων, δίνοντας την εντύπωση ενός ανθρώπου ο οποίος με τα χρόνια έχει αναπτύξει ένα αλάθητο κριτήριο εντοπισμού των εσφαλμένων αντιλήψεων. Η σοφία του, την οποία έχει επιβεβαιώσει και το μαντείο των Δελφών, έγκειται στο γεγονός ότι μόνο αυτός ανάμεσα στους ανθρώπους της εποχής του έχει επίγνωση της άγνοιάς του. Υπάρχει ωστόσο μια περίσταση όπου προτιμά να εγκαταλείψει τη συνηθισμένη του μετριοπάθεια. Στην απολογία του στο δικαστήριο δηλώνει με πάθος στους δικαστές του: «Ένα πράγμα γνωρίζω: το να αδικεί κανείς και να μην υπακούει στον ανώτερό του, είτε θεός είναι αυτός είτε άνθρωπος, είναι κακό και επονείδιστο» (Πλάτων, Απολογία Σωκράτους 29b6-7). Και όταν οι φίλοι του τον παροτρύνουν να δραπετεύσει από τη φυλακή για να γλιτώσει την άδικη τιμωρία, εκείνος αντιστέκεται σθεναρά με το επιχείρημα ότι, αν δραπετεύσει, θα διαπράξει μεγαλύτερη αδικία απέναντι στην πόλη του και τους νόμους της. Η θέση του είναι ξεκάθαρη: «Δεν πρέπει ποτέ να ανταποδίδουμε μια αδικία, ούτε να βλάπτουμε κανέναν άνθρωπο, οτιδήποτε κι αν έχουμε υποστεί από αυτόν» (Πλάτων, Κρίτων 49c10 κ.ε.).

Για τους αρχαίους Έλληνες η στάση του Σωκράτη είναι ακατανόητη. Το αρχαϊκό αίσθημα του δικαίου στηριζόταν στην αρχή της ανταπόδοσης. Η αδικία έπρεπε οπωσδήποτε να ανταποδοθεί, για να επιτευχθεί η δικαιοσύνη. Αυτό δίδασκε η ελληνική μυθολογία και τα ομηρικά έπη· αυτό ίσχυε στην καθημερινή πρακτική. Γι᾽ αυτό και ήταν ριζικά διαφορετική η στάση των Ελλήνων απέναντι στους φίλους και απέναντι στους εχθρούς. Ο ενάρετος άνθρωπος έπρεπε να είναι επιεικής προς τους φίλους και άτεγκτος προς τους εχθρούς. Ο Αναξίμανδρος μάλιστα, όπως είδαμε, θα αναγάγει την αρχή της ανταπόδοσης σε κοσμικό νόμο - τα πρωταρχικά στοιχεία ισορροπούν ανταποδίδοντας την αδικία που διέπραξαν το ένα στο άλλο με τη στιγμιαία υπεροχή τους.

Απορρίπτοντας την αρχή της ανταπόδοσης, ο Σωκράτης ανοίγει τον δρόμο προς μια νέα ηθική. Θεμέλιο αυτής της νέας ηθικής είναι η ψυχική ακεραιότητα του ατόμου. Η άδικη πράξη βλάπτει ανεπανόρθωτα την ψυχή του δρώντος. Αν λοιπόν θέλει κανείς να είναι δίκαιος και ενάρετος, θα αποφύγει την αδικία, όσο μεγάλο κι αν είναι το κακό που ο ίδιος έχει υποστεί και όσα κι αν είναι τα υλικά οφέλη που θα αποκομίσει με τη διάπραξη της αδικίας.

Ο μύθος του Σωκράτη θεμελιώθηκε κυρίως στο είδος του θανάτου του. Η καταδίκη του, όταν πλέον καταλάγιασαν τα πολιτικά πάθη που στην ουσία την προκάλεσαν, φάνηκε στους μεταγενέστερους άδικη και σκανδαλώδης. Μεγαλύτερη ωστόσο εντύπωση θα πρέπει να προκάλεσε η απόφαση του Σωκράτη να πιει το κώνειο, αποδεχόμενος στωικά την άδικη απόφαση του λαϊκού δικαστηρίου. Αν ο Σωκράτης είχε για μια ολόκληρη ζωή προκαλέσει τους συγχρόνους του με την «άτοπη» συμπεριφορά του, το τέλος του αποτέλεσε τη μεγαλύτερη πρόκληση. Ένας άνθρωπος που επιλέγει να πεθάνει για να μην ανταποδώσει μια αδικία, τη στιγμή που η κρατούσα ηθική τού επιτρέπει (ή και του επιβάλλει) να το αποφύγει, αποδεικνύει με τον πιο δραματικό τρόπο ότι είχε κάτι πολύ σημαντικό να διδάξει. Η καλλιέργεια και η ακεραιότητα της ψυχής δίνουν τη δυνατότητα στον πραγματικό φιλόσοφο να ξεπεράσει ακόμη και τον φόβο του θανάτου.

Λουκιανού "Θεών διάλογοι": Έρωτος και Διός

Έρωτας: Αλλά κι αν έφταιξα σε κάτι, Δία, συγχώρεσέ με γιατί είμαι ένα μικρό παιδάκι και ακόμη δεν κόφτει το μυαλό μου. 
Δίας: Εσύ ο Έρωτας είσαι παιδάκι, εσύ που είσαι πιο αρχαίος κι από τον Ιαπετό;
Ή επειδή δεν έχεις γένια ούτε και άσπρες τρίχες, απαιτείς να σε παίρνουν οι άλλοι για μωρό, ενώ είσαι γέρος και πανούργος;
Έρωτας: Και τι μεγάλο κακό σου έκανα εγώ ο γεροντάκος όπως λες, και σκέφτεσαι να με συμμαζέψεις;..
Δίας: Άκουσέ τα, καταραμένε, και πες μου αν είναι μικρά. Με δουλεύεις σε τέτοιο βαθμό, ώστε δεν έμεινε τίποτα που να μη με μεταμόρφωσες: μ’ έκανες σάτυρο, ταύρο, χρυσαφένιο, κύκνο, αετό.
Κι όμως δεν έκανες καμμιά να μ’ ερωτευθεί. Ούτε κατάφερα καμμιά, γιατί εσύ μ’ έκανες ν’ αρέσω στις γυναίκες, αλλά να είμαι αναγκασμένος να τις ξεγελώ με ένα σωρό τερτίπια και να μεταμορφώνομαι.
Έτσι αυτές αγαπάνε μεν τον ταύρο ή τον κύκνο, εμένα όμως, άμα τύχει και με δουν, πεθαίνουν από την τρομάρα τους.
Έρωτας: Και που το βρίσκεις το περίεργο. Είναι θνητές και δεν μπορούν να αντικρίσουν τη μορφή σου.
Δίας: Τον Απόλλωνα όμως πώς τον αγαπάνε ο Βράγχος και ο Υάκινθος;
Έρωτας: Μα και τον Απόλλωνα δεν ήθελε να τον πλησιάσει η Δάφνη αν και έχει ωραία μαλλιά και δεν έχει γένια. Αν θέλεις όμως ν’ αρέσεις στις γυναίκες να μη κουνάς την αιγίδα και να μη κουβαλάς μαζί σου τον κεραυνό, αλλά φρόντιζε να φαίνεσαι όσο μπορείς πιο όμορφος.
Φτιάχνε τα μαλλιά σου έτσι που να κρέμονται μπούκλες κι απ΄ τις δυο μεριές του προσώπου σου, που να είναι πιασμένες στο πάνω μέρος από το διάδημα.
Να φοράς κόκκινη χλαμύδα και χρυσά πέδιλα.
Να περπατάς ρυθμικά με συνοδεία σουραυλιών και τυμπάνων.
Τότε να δεις πως θα σε ακολουθήσουν πιο πολλές γυναίκες απ’ όσες Μαινάδες τρέχουν πίσω από τον Διόνυσο.
Δίας: Βρε δε με παρατάς. Ποτέ δεν θα επιχειρήσω να ρίξω τις γυναίκες ντυμένος έτσι.
Έρωτας: Ε τότε να πάψεις να λιγουρεύεσαι τα θηλυκά, γιατί αυτό είναι και πιο εύκολο.
Δίας: Όχι-όχι , μ΄ αρέσει ο έρωτας, αλλά να μη μου βγαίνει η ψυχή για να το πετυχαίνω. Άντε τώρα πήγαινε στο καλό και φρόντισε οι ερωτοδουλειές μου να γίνονται όπως σου τις εξήγησα."

***

Ἔρως Ἀλλ' εἰ καί τι ἥμαρτον, ὦ Ζεῦ, σύγγνωθί μοι·
παιδίον γάρ εἰμι καὶ ἔτι ἄφρων.
Ζεύς Σὺ παιδίον ὁ Ἔρως, ὃς ἀρχαιότερος εἶ πολὺ
Ἰαπετοῦ; ἢ διότι μὴ πώγωνα μηδὲ πολιὰς ἔφυσας,
διὰ ταῦτα καὶ βρέφος ἀξιοῖς νομίζεσθαι γέρων καὶ
πανοῦργος ὤν;
Ἔρως Τί δαί σε μέγα ἠδίκησα ὁ γέρων ὡς φῂς ἐγώ, διότι
με καὶ πεδῆσαι διανοῇ;
Ζεύς Σκόπει, ὦ κατάρατε, εἰ μικρά, ὃς ἐμοὶ μὲν
οὕτως ἐντρυφᾷς, ὥστε οὐδέν ἐστιν ὃ μὴ πεποίηκάς
με, σάτυρον, ταῦρον, χρυσόν, κύκνον, ἀετόν·
ἐμοῦ δὲ ὅλως οὐδεμίαν ἥντινα ἐρασθῆναι πεποίηκας,
οὐδὲ συνῆκα ἡδὺς γυναικὶ διὰ σὲ γεγενημένος,
ἀλλά με δεῖ μαγγανεύειν ἐπ' αὐτὰς καὶ κρύπτειν
ἐμαυτόν· αἱ δὲ τὸν μὲν ταῦρον ἢ κύκνον φιλοῦσιν,
ἐμὲ δὲ ἢν ἴδωσι, τεθνᾶσιν ὑπὸ τοῦ δέους. 
Ἔρως Εἰκότως· οὐ γὰρ φέρουσιν, ὦ Ζεῦ, θνηταὶ
οὖσαι τὴν σὴν πρόσοψιν.
Ζεύς Πῶς οὖν τὸν Ἀπόλλω ὁ Βράγχος καὶ ὁ Ὑά-
κινθος φιλοῦσιν;
Ἔρως Ἀλλὰ ἡ Δάφνη κἀκεῖνον ἔφευγε καίτοι κο-
μήτην καὶ ἀγένειον ὄντα. εἰ δ' ἐθέλεις ἐπέραστος
εἶναι, μὴ ἐπίσειε τὴν αἰγίδα μηδὲ τὸν κεραυνὸν
φέρε, ἀλλ' ὡς ἥδιστον ποίει σεαυτὸν, ἁπαλὸν
ὀφθῆναι, καθειμένος βοστρύχους, τῇ μίτρᾳ τού-
τους ἀνειλημμένος, πορφυρίδα ἔχε, ὑποδέου χρυ-
σίδας, ὑπ' αὐλῷ καὶ τυμπάνοις εὔρυθμα βαῖνε, καὶ
ὄψει ὅτι πλείους ἀκολουθήσουσί σοι τῶν Διονύσου
Μαινάδων.
Ζεύς Ἄπαγε· οὐκ ἂν δεξαίμην ἐπέραστος εἶναι
τοιοῦτος γενόμενος.
Ἔρως Οὐκοῦν, ὦ Ζεῦ, μηδὲ ἐρᾶν θέλε· ῥᾴδιον γὰρ
τοῦτό γε.
Ζεύς Οὔκ, ἀλλὰ ἐρᾶν μέν, ἀπραγμονέστερον δὲ
αὐτῶν ἐπιτυγχάνειν· ἐπὶ τούτοις αὐτοῖς ἀφίημί σε.

Η Φιλότητα και το Νείκος κατά τον Εμπεδοκλή

Ο Εμπεδοκλής έμεινε κυρίως γνωστός ως ο φιλόσοφος που αντιλαμβανόταν τη ζωή του κόσμου σαν μια συμπαντική τραγωδία που εξελίσσεται μέσω της ανηλεούς σύγκρουσης των δύο εκείνων μεγάλων δυνάμεων που διέπουν κάθε φαινόμενο και κάθε συμβάν του κόσμου: της Αγάπης (Φιλότης) και του Μίσους (Νεῖκος).... 

Ο Εμπεδοκλής είναι το σύμβολο της ποιητικής μεγαλοφυΐας. Οφείλει πολλά στην ορφικοπυθαγόρεια παράδοση, που θέλει τον τροχό των υπάρξεων και των αναγεννήσεων κινητήρια δύναμη της κοσμικής Δίκης. Επιμένει, πράγματι, ιδιαίτερα στην ιδέα πως ο άνθρωπος δεν είναι παρά ένας περιπλανώμενος φυγάς πάνω στη Γη αυτή, ο οποίος εξιλεώνεται για τα σφάλματα που διέπραξε στις πρότερες ζωές του. Ο ίδιος άλλωστε ο Εμπεδοκλής μας παρουσιάζεται ένας απ’ αυ­τούς τους καταδικασμένους που τον διώκει το Νείκος:
 
"Ένας κι εγώ μέσα σ’ αυτούς κι απ’ το θεό διωγμένος πλανιέμαι μένοντας πιστός στο μανιασμένο μίσος".
 
Απελπισία τον καταλαμβάνει όταν, αναγκασμένος να ενδύεται σαν όλους τους ανθρώπους έναν «σάρκινο μανδύα», ξένο πάνω του συλλογιέται το μέρος όπου του μέλλει να ζήσει: 

"Κι έκλαψα εγώ κι εθρήνησα τον τόπο αυτό σαν είδα, ασυνήθιστο κι άχαρο".
 
Οι δυνάμεις που οδηγούν τις ψυχές στον κόσμο των ανθρώπων απευθύ­νονται στις τελευταίες μ’ αυτόν τον τρόπο: 

"Κάτω από τούτο φτάσαμε το στεγασμένο σπήλιο εκεί ’ναι ο Φόνος κι η Έχθρητα και Συφορών σμάρια άλλα. Σήψες κι Αρρώστιες άνομβρες και τα τρεχούμενα έργα στης Βλάβης το λιβάδι (ἄτης λειμών) μες στο σκότος τριγυρνούνε".


Στο συγγραφικό έργο του Εμπεδοκλή αποδίδονται πολύ περισσότερα έργα από αυτά που σώζονται. Συγκεκριμένα έγραψε το Περί Φύσεως (2.000 στίχοι). Από τα σωζόμενα αποσπάσματα, συναθροίζοντας τα σε θεματικές ενότητες μας επιτρέπεται να φανταστούμε το περίγραμμα του έργου. Στο Περί Φύσεως προσπαθεί να δώσει τις βασικές αρχές της φυσικής φιλοσοφίας του, όπως αυτή εκφράζεται μέσα από την εναλλασσόμενη κυριαρχία της Αγάπης (=Φιλότης) και της Διαμάχης (=Νείκος) πάνω στα τέσσερα ριζώματα πυρ, αήρ, ύδωρ, γη.
 
Η ουσία του σύμπαντος νοείται από τον Εμπεδοκλή σε μια δίχως τέλος μεταλλαγή καταστάσεων από το ένα στα πολλά και από τα πολλά στο ένα.

Όπως συμβαίνει και με τον Παρμενίδη, ο Εμπεδοκλής απορρίπτει τη γένεση και τη φθορά.
 
Στη θέση τους χρησιμοποιεί δύο άλλες έννοιες που τις περιγράφει ως μείξη (γέννηση) και χωρισμός (φθορά) «αγέννητων στοιχείων».
 
Κρατά το μηδέν έξω από τον κόσμο και ανάγει την γέννηση του κόσμου και τις κοσμικές μεταβολές σε τέσσερις θεμελιώδεις υποστάσεις, ισοδύναμες μεταξύ τους.
 
Τα ριζώματα, αντίθετα από τα φυσικά στοιχεία δεν χάνουν την ταυτότητά τους. Οι δε μεταξύ τους σχέσεις διέπονται από την επίδραση δύο κοσμικών δυνάμεων, που είναι επίσης αγέννητες και αιώνιες, της φιλότητας, (έλξης και συνένωσης) και του νείκους, (έχθρας διάσπασης και διάλυσης).

Στην κοσμολογία του περιγράφει το κοσμικό γίγνεσθαι ως αιώνια κυκλική πορεία.
 
Τα δύο ορόσημα αυτής της κυκλικής πορείας είναι:

α) ο θεϊκός σφαίρος και β) η χαοτική δίνη, (δίνος) και η συνολική πορεία διακρίνεται σε τέσσερις φάσεις.

-Στη αρχή επικρατεί απόλυτα η φιλότητα και τα τέσσερα ριζώματα βρίσκονται σε πλήρη αρμονία μεταξύ τους, σε κατάσταση μείξης, στη μορφή του σφαίρου.

-Κατόπιν η είσοδος του νείκους στον σφαίρο οδηγεί σε διαδικασία σταδιακής διάλυσης και αποσύνθεσης.
 
Μέσω μιας επεκτεινόμενης δίνης τα ριζώματα ξεχωρίζονται και απομακρύνονται. Τα έμβια όντα που δημιουργούνται σε αυτή τη φάση του κοσμικού γίγνεσθαι υπόκεινται στην αυξανόμενη επιρροή του νείκους. Σε αυτή τη φάση βρίσκεται ο κόσμος μας, που βαδίζει σε κατάσταση αυξανόμενης διαμάχης και εχθρότητας.
 
-Ο δίνος είναι η φάση της πλήρους κυριαρχίας του νείκους, στην οποία προκαλείται χάος, διάλυση και ολοκληρωτική αποσύνθεση. Εν τέλει εισέρχεται βαθμιαία η φιλότητα και ο κόσμος επιστρέφει στη συγκρότηση του σφαίρου.

-Η φιλότητα και το νείκος είναι δυνάμεις που ασκώνται πάνω στα τέσσερα στοιχεία τα οποία τα φέρνουν σε κατάσταση ισορροπίας.


Πιο αναλυτικά.

Η Φιλότης και το Νείκος διαδραματίζουν σοβαρότατο ρόλο μέσα στην κοσμογονία του Εμπεδοκλή. Αυτή η τελευταία, μάλιστα, θα μπορούσε να διαιρεθεί σε τέσσερις φάσεις:
 
-Στη ΠΡΩΤΗ ΦΑΣΗ η γη γεννά τα οργανικά μέλη του σώματος των ζώων διαχωρισμένα. Όταν το σύμπαν βρίσκεται σε κατάσταση τελειότητας, τα τέσσερα στοιχεία είναι συγκεντρωμένα, σε ίση ποσότητα το καθένα, σχηματίζοντας ένα αδιαχώριστο μείγμα απ’ το οποίο η Φιλότης έχει εκδιώξει το Νεί­κος· τα πάντα είναι αρμονικά συγκεντρωμένα στο εσωτερικό του Σφαίρου: "Εκεί, ούτε του ήλιου τα γοργά τα μέλη ξεχωρίζουν,ούτε ο γιαλός ούτε η ορμή της γης η δασωμένη. Έτσι ακουμπά μες στον πυκνό της Αρμονίας τον κόρφο κυκλόμορφος καμαρωτός στη μοναξιά του ο Σφαίρος" 

-Στη ΔΕΥΤΕΡΗ ΦΑΣΗ τα μεμονωμένα οργανικά μέλη συνενώνονται σε τερατώδεις μορφές. Το Νείκος διεισδύει σιγά σιγά στον Σφαίρο ενώ τα μέλη του τελευταίου αρχίζουν να σειόνται .Από τον διαχωρισμό του μείγματος γεννιούνται ο Ήλιος, οι αστέρες, οι πλανήτες, η Γη και όλα τα όντα του κόσμου. Η Γη καταλαμβάνει το κέντρο του σύμπαντος και γεννά τα ζώντα όντα, που καταλαμβάνουν σιγά σιγά την επιφάνειά της. Οι οργανισμοί, όμως, δεν γεννήθηκαν με τη μορφή που τους γνωρίζουμε σήμερα:ο Εμπεδοκλής μας λέει πως αρχικά εμφανίστηκαν μεμονωμένα όργανα, που έμοιαζαν να ψάχνουν κάποιο σώμα, στο οποίο θα μπορούσαν να συγκολληθούν. Έτσι, μας εκθέτει ολόκληρη γενετική τερατολογία, κατά την οποία πά­νω στη Γη «γεννήθηκαν κεφάλια πολλά χωρίς λαιμό και χέρια γυρνούσαν εδώ κι εκεί, χωρισμένα από το σώμα, δίχως ώμους, και μάτια τριγυρνούσαν χωρίς να ’χουνε μέτωπο».Έτσι, σιγά σιγά εμφανίστηκαν τα τέρατα: "Και διπλοπρόσωπα πολλά και διπλομέτωπα φυτρώναν αντρόμορφα βοϊδογέννητα, κι από την άλλη ξεπηδούσαν ανθρωπογόνα βοϊδοκέφαλα, σμικτά πότε μ’ αντρώνε πότε με γυναικών σκιερά και γενετήσια μέλη." Τα τέρατα, που δεν μπορούν ν’ αντέξουν τις δυσκολίες της ζωής, εξαφανίζονται αφήνοντας έτσι ελεύθερο το πεδίο σε όσα μπορούν να επιβιώσουν κατά τον τρόπο αυτό τα τελευταία, χάρη σ’ ένα είδος φυσικής επιλογής, κατορθώνουν και πολλαπλασιάζονται. 

-Στη ΤΡΙΤΗ ΦΑΣΗ οι τερατώδεις μορφές που προέκυψαν δεν κατορθώνουν να επιβιώσουν και παραχωρούν τη θέση τους σε νέους τύπους ζώων που έχουν την ικανότητα να συνεχίσουν τη ζωή τους. Όταν πια το Νείκος έχει θριαμβεύσει επί της Φιλότητας, καθένα από τα στοιχεία βρίσκεται συγκεντρωμένο ξέχωρα, καθώς τα όμοια πήγαν να συναντήσουν τα όμοιά τους. Έτσι, λοιπόν, δεν έχουμε πλέον μία αλλά τέσσερις ομόκεντρες σφαίρες: στο κέντρο βρίσκεται αυτή της Γης, στην συνέχεια αυτή του νερού, κατόπιν αυτή του αέρα και τέλος αυτή της φωτιάς. 

 -Στην ΤΕΤΑΡΤΗ περίοδο γεννιούνται τα οργανικά όντα, όχι από τη γη αλλά το ένα από το άλλο.

Η Φιλότης αναλαμβάνει το ρόλο της, αναμειγνύει τις τέσσερις σφαίρες, εκδιώκει το Νείκος στις εσχατιές του κόσμου και επανεγκαθιδρύει το ομοιογενές μείγμα, τον Σφαίρο.
 
Τότε πια ο κύκλος μπορεί να ξαναρχίσει και πάλι από την αρχή.
 
Η ύπαρξη σύνθετων όντων δεν είναι νοητή παρά κατά την δεύτερη και την τέταρτη φάση, εφόσον δεν υφίσταται έδαφος για διαχωρισμό κατά την πρώτη και για ένωση κατά την τρίτη.
 
Τίποτα άρα απ’ όσα εμφανίζονται στον κόσμο δεν είναι αποτέλεσμα κάποιας διατάσσουσας τελικότητας· αντίθετα, είναι απόρροια μιας γιγαντιαίας, αιώνιας και δίχως ανάπαυλα σύγκρουσης.


Το γίγνεσθαι, άρα κι η ροή του κόσμου, εκφράζουν ακριβώς την αέναη διαίρεση και επανασυμφιλίωση του Ενός ενώ τα άτομα δεν είναι παρά το παίγνιο του συμπαντικού αυτού δράματος. Έτσι, λοιπόν, έλξη και διαίρεση συναντώνται στην καρδιά του δράματος που διέπει τον κόσμο: στοιχεία, όντα και πράγματα μια ενώνονται από την Φιλότητα και μια χωρίζονται από το Νείκος· εξού και το κομβικό, για το έργο του Εμπεδοκλή, χωρίο αυτό: "Η Αγάπη και το Μίσος, όπως παλιότερα ήτανε, έτσι για πάντα θα’ ν’ θαρρώ, ο πάντας χρόνος από το ζεύγος δε θα αδειάσει αυτό. Διπλά θα πω: τη μια μεγάλωσε για να ’ναι το ένα μόνον απ’ τα πολλά, την άλλη τα πολλά χωρίσαν από το ένα κι η γέννα των θνητών διπλή, διπλή κι αφάνισή τους. Τι όλους η σύσμειξη τη μια γεννάει την άλλη καταστρέφει κι η άλλη καθώς χωρίζουνε σαν αυξηθεί πάει φεύγει. Κι αυτά ποτέ δεν σταματούν ν’ αλλάζουν μεταξύ τους κι είτε συγκλίνουν όλα τους με την Αγάπη σ’ ένα είτε με Μίσος δίχα τους τραβιούνται το καθένα.Κι όπως απ’ τα περσσότερα φυτρώνει μόνο το ένα και πάλι περισσότερο απ’ το ένα ξεπηδούνε. Έτσι όλα ετούτα γίνονται κι η ζωή τους δεν στεριώνει. Κι όσο ποτέ δεν σταματούν ν’ αλλάζουν μεταξύ τους κι έτσι είναι πάντα ακίνητα σε κύκλο, που γυρίζει."


Μέσα στην κυκλική κίνηση του Σφαίρου, το Νείκος βρίσκεται αρχικά στα άκρα όρια του πρώτου, καθώς το τελευταίο είναι από την φύση του κεντρόφυγο: "Κι ενόσω όλα μαζεύονταν, το Μίσος είχε διωχτεί στα έσχατα όρια". Η Αγάπη βρίσκεται, αντίθετα, στο κέντρο της δίνης και τα πάντα συγκλίνουν προς αυτήν ώστε να συγκροτηθεί το Εν: "Και μες στης συστροφής τη μέσην έφτασε η Αγάπη όπου όλα εδώ μαζεύονται, για να ’ναι μόνον ένα όχι με μιας, μα με τη θέλησή τους άλλα αλλούθε".

Το Φωτεινό Μονοπάτι: Ένα Ταξίδι Μέσα από τα Στάδια της Συνείδησης

Η Αρχαία Αναζήτηση

Από την αυγή της ανθρώπινης συνείδησης, υπήρχαν εκείνοι που περπατούσαν ανάμεσά μας κουβαλώντας μια ανεξήγητη δίψα — μια λαχτάρα όχι για νερό, αλλά για την ίδια την Αλήθεια. Οι μεγάλοι ιδρυτές θρησκειών και οι φιλόσοφοι των οποίων τα ονόματα αντηχούν μέσα στους αιώνες δεν ανακάλυψαν τη σοφία τους μόνο σε βιβλιοθήκες ή ναούς. Κατέβηκαν στα βάθη του ίδιου τους του είναι, σε εκείνο το μυστηριώδες βασίλειο που λέγεται συνείδηση, και εκεί, στη σιωπή πέρα από τη σκέψη, άγγιξαν κάτι αιώνιο.

Αυτές οι φωτεινές μορφές — ο Βούδας κάτω από το δέντρο της μπόντι, ο Ιησούς στην ερημική του μοναξιά, ο Λάο Τζου που στοχαζόταν το ανώνυμο Τάο, ο Πλάτωνας που κοίταζε πέρα από τις σκιές, ο Έκχαρτ που διαλυόταν στο θεϊκό σκοτάδι, ο Χέγκελ που αντιλαμβανόταν την ανάπτυξη του πνεύματος — όλοι ακολούθησαν ένα μονοπάτι τόσο φυσικό όσο ένα ποτάμι που βρίσκει τη θάλασσα. Δεν επέβαλαν περίπλοκα συστήματα στην πραγματικότητα· αντίθετα, παραδόθηκαν σε αυτό που ήταν ήδη εδώ, σε αυτό που ήταν πάντα παρόν: η Δοσμένη Συνείδηση, εκείνη η παρθένα επίγνωση που υπάρχει πριν από κάθε δόγμα, πριν από κάθε ερμηνεία, πριν ακόμα και από τον ψίθυρο του «Είμαι».

Αυτό είναι το παράδοξο που αντιμετωπίζει κάθε αναζητητή: ο θησαυρός δεν βρίσκεται στο τέλος ενός μακρινού ταξιδιού αλλά μέσα στην ίδια τη συνείδηση που τον αναζητά. Ωστόσο, για να αναγνωρίσει κανείς αυτή την αλήθεια, πρέπει να διασχίσει ένα μονοπάτι που η ίδια η ανθρωπότητα έχει βαδίσει εδώ και χιλιετίες — ένα μονοπάτι πέντε ανερχόμενων σταδίων, το καθένα μια πύλη που ανοίγει σε ευρύτερους ορίζοντες, μέχρι τελικά ο αναζητητής να ανακαλύψει ότι δεν υπήρχε ποτέ κάπου να πάει, τίποτα να επιτύχει, γιατί η συνείδηση ήταν ήδη σπίτι, ήδη ολόκληρη, ήδη άπειρη.

Το Θεμέλιο της Καθαρής Επίγνωσης

Στην αρχή είναι η ίδια η συνείδηση — όχι η συνείδηση κάποιου πράγματος, όχι η συνείδηση που σκέφτεται ή αναλύει ή θυμάται, αλλά η συνείδηση ως καθαρή παρουσία, ως το αναπόφευκτο γεγονός της ύπαρξης. Αυτό είναι το πρώτο και πιο βέβαιο θεμέλιο, ο βράχος πάνω στον οποίο πρέπει να στηριχθούν όλα τα υπόλοιπα. Γιατί ακόμα και για να αμφιβάλλει κανείς για την ύπαρξη απαιτείται ύπαρξη· ακόμα και για να αμφισβητήσει τη συνείδηση επιβεβαιώνεται η συνείδηση. Ο αναζητητής που θέλει να προσεγγίσει την Αλήθεια πρέπει να ξεκινήσει από εδώ, σε αυτό το άμεσο, αδιαμφισβήτητο γεγονός: «Είμαι ενήμερος».

Ωστόσο, τι είναι αυτή η επίγνωση; Σαν φλόγα που φωτίζει όλα τα πράγματα ενώ παραμένει μυστηριωδώς η ίδια, η συνείδηση αποκαλύπτει έναν κόσμο αλλά δεν μπορεί να συλληφθεί από κανένα αντικείμενο μέσα σε αυτόν τον κόσμο. Όταν κανείς στρέφει το φως της προσοχής πίσω στον εαυτό του, προσπαθώντας να συλλάβει τι είναι πραγματικά αυτή η «επίγνωση», ανακαλύπτει κάτι εξαιρετικό: αίσθηση, καθαρή και απλή. Όχι η αίσθηση αυτού ή εκείνου, όχι συναίσθημα ή αίσθηση δεμένη με αντικείμενα, αλλά η αίσθηση ως το θεμελιώδες ύφασμα της ύπαρξης — η ίδια η υφή του να είσαι ζωντανός, του να είσαι παρών, του να είσαι καθόλου.

Αυτή η πρωταρχική αίσθηση είναι το σταθερό στοιχείο, η σταθερά που επιμένει μέσα σε όλα τα μεταβαλλόμενα περιεχόμενα. Οι σκέψεις έρχονται και παρέρχονται σαν σύννεφα σε έναν άδειο ουρανό· οι αντιλήψεις αναδύονται και διαλύονται σαν κύματα σε έναν ωκεανό· οι αναμνήσεις περνούν σαν φύλλα φθινοπώρου στον άνεμο. Αλλά ο ουρανός παραμένει, ο ωκεανός αντέχει, η επίγνωση επιμένει. Εδώ, σε αυτό το πρώτο στάδιο, η συνείδηση συναντά τον εαυτό της ως μια αδιαφοροποίητη ολότητα — μια απέραντη, συγκεχυμένη ολότητα στην οποία όλα αναμειγνύονται μαζί, χωρίς ακόμα να έχουν ταξινομηθεί σε υποκείμενο και αντικείμενο, εαυτό και κόσμο, εσωτερικό και εξωτερικό.

Είναι σαν να ξυπνά κανείς από βαθύ ύπνο αλλά χωρίς ακόμα να ανοίξει τα μάτια του — εκείνη η μεταβατική στιγμή όπου η ύπαρξη γίνεται αισθητή αλλά δεν έχει ακόμα οριστεί, όπου η παρουσία είναι βέβαιη αλλά τα όρια δεν έχουν ακόμα σχηματιστεί. Αυτή είναι η πρωταρχική συνείδηση, η εγγενής επίγνωση που γνωρίζει τον εαυτό της μόνο ως μια ωκεάνια ολότητα, έγκυος με όλες τις δυνατότητες αλλά χωρίς να πραγματοποιεί καμία. Το να κατοικήσει κανείς εδώ, έστω και σύντομα, είναι να αγγίξει την πηγή από την οποία πηγάζει όλη η εμπειρία.

Η Μεγάλη Διαίρεση

Από αυτή την πρωταρχική ενότητα, ξεδιπλώνεται ένα μυστήριο: η εμφάνιση της διάκρισης. Σαν αυγή που σπάει πάνω σε ένα άμορφο σκοτάδι, η συνείδηση ξαφνικά βρίσκει μέσα της ένα ρήγμα, μια διαίρεση που γεννά όλα όσα ακολουθούν. Από τη μία πλευρά αναδύεται η αίσθηση του «Εγώ» — το υποκείμενο, ο μάρτυρας, το κέντρο της επίγνωσης. Από την άλλη πλευρά εμφανίζεται «ο κόσμος» — το αντικειμενικό βασίλειο, το πεδίο των φαινομένων, όλα όσα φαίνονται να υπάρχουν ανεξάρτητα, εκεί πέρα, έξω.

Αυτή είναι ίσως η πιο μοιραία στιγμή στο ταξίδι της συνείδησης, γιατί με αυτή τη διαίρεση έρχεται τόσο δώρο όσο και κατάρα. Το δώρο είναι η προοπτική, η ικανότητα να παρατηρεί, να γνωρίζει, να σχετίζεται. Η κατάρα είναι ο χωρισμός, η ψευδαίσθηση του να είσαι ένα μικρό, απομονωμένο θραύσμα που πλέει σε ένα απέραντο, ξένο σύμπαν. Εκεί όπου κάποτε υπήρχε μόνο απρόσκοπτη ύπαρξη, τώρα υπάρχει εαυτός και άλλος, γνωρίζων και γνωστό, αυτός που αναζητά και αυτό που αναζητείται.

Ο αναζητητής που φτάνει σε αυτό το στάδιο αντιμετωπίζει έναν κρίσιμο κίνδυνο, ένα γκρεμό και από τις δύο πλευρές. Το να απορροφηθεί πλήρως στο υποκείμενο είναι να πέσει σε μια παιδική παντοδυναμία, μια προ-ανθρώπινη κατάσταση όπου το εγώ φαντάζεται τον εαυτό του δημιουργό και ελεγκτή όλων των πραγμάτων. Αυτό είναι το μονοπάτι της συνειδητής αυτιστικής κατάστασης, όπου ο εαυτός διογκώνεται ώστε να περιλάβει τα πάντα μέχρι να υπάρχει μόνο εαυτός — μια φυλακή από άπειρους καθρέφτες που αντανακλούν μόνο το δικό του πρόσωπο. Τέτοιοι αναζητητές παγιδεύονται στη δική τους υποκειμενικότητα, θεωρώντας τις σκέψεις τους πραγματικότητα, τις ερμηνείες τους αλήθεια.

Αλλά το να απορροφηθεί πλήρως στον αντικειμενικό κόσμο είναι να χάσει κανείς την ανθρωπιά του με διαφορετικό τρόπο — να γίνει ένας απλός αντιδρών, μια μαριονέτα που χορεύει σε εξωτερικά ερεθίσματα, ένα φύλλο που φυσά ασταμάτητα από ανέμους όχι δικούς του. Αυτή είναι η μοίρα εκείνων που παραδίδουν την αυτονομία τους, που αφήνουν τα φαινόμενα να τους κατέχουν, που κυνηγούν τις λαμπερές επιφάνειες των πραγμάτων μέχρι να γίνουν οι ίδιοι επιφάνεια χωρίς βάθος, αντικείμενο χωρίς υποκείμενο.

Ο ώριμος αναζητητής αναγνωρίζει και τις δύο αυτές αβύσσους και βαδίζει το στενό μονοπάτι ανάμεσά τους, τιμώντας τόσο την πραγματικότητα της υποκειμενικής εμπειρίας όσο και την πραγματικότητα του αντικειμενικού κόσμου, κρατώντας την ένταση αυτού του παραδόξου χωρίς να καταρρέει σε καμία από τις δύο ακρότητες. Γιατί σε αυτή την ένταση, σε αυτή την δημιουργική τριβή μεταξύ εαυτού και κόσμου, βρίσκεται η δυνατότητα γνήσιας σχέσης, αυθεντικής συνάντησης, πραγματικής γνώσης.

Ο Λαβύρινθος της Σκέψης

Έχοντας διακρίνει υποκείμενο από αντικείμενο, η συνείδηση φυσικά στρέφεται στο πιο διάσημο εργαλείο της: τον νου. Σίγουρα, σκέφτεται ο αναζητητής, η σκέψη μπορεί να λύσει αυτό το μυστήριο, μπορεί να εξηγήσει πώς σχετίζονται υποκείμενο και αντικείμενο, μπορεί να κατασκευάσει μια συνεκτική κατανόηση της πραγματικότητας. Και έτσι ξεκινά το τρίτο στάδιο — το στάδιο της νοητικής φιλοσοφίας, των εννοιολογικών συστημάτων, των περίπλοκων θεωριών που προσπαθούν να συλλάβουν την Αλήθεια στο δίχτυ της γλώσσας και της λογικής.

Κάποιοι στοχαστές, ερωτευμένοι με το υποκείμενο, κατασκευάζουν ιδεαλιστικές φιλοσοφίες όπου ο νους είναι πρωταρχικός και η ύλη παράγωγη, όπου η συνείδηση δημιουργεί τον κόσμο αντί να τον ανακαλύπτει. Άλλοι, εντυπωσιασμένοι από την στερεότητα των αντικειμένων, χτίζουν ρεαλιστικές φιλοσοφίες όπου ο υλικός κόσμος είναι θεμελιώδης και η συνείδηση ένα απλό υποπροϊόν, ένα εφήμερο φαινόμενο που χορεύει στην επιφάνεια της ύλης. Ανάμεσα σε αυτούς τους πόλους γυρίζουν αμέτρητες παραλλαγές, η καθεμία ισχυριζόμενη ότι έχει συλλάβει την απόλυτη φύση της Πραγματικότητας.

Ωστόσο όλες αυτές οι προσπάθειες, όσο ευφυείς κι αν είναι, παραμένουν παγιδευμένες στον ίδιο θεμελιώδη περιορισμό: θεωρούν τη σκέψη για την Πραγματικότητα ως εμπειρία της Πραγματικότητας. Είναι σαν να προσπαθούσε κανείς να ξεδιψάσει στοχαζόμενος τον χημικό τύπο του νερού, ή να ικανοποιήσει την πείνα του διαβάζοντας συνταγές. Ο χάρτης δεν είναι η επικράτεια· το μενού δεν είναι το γεύμα· η έννοια δεν είναι το πράγμα καθαυτό.

Αυτή είναι η παγίδα του διανοητικού μονοπατιού — όμορφη, δελεαστική, αλλά τελικά άγονη. Γιατί η Πραγματικότητα δεν είναι πρόβλημα να λυθεί αλλά παρουσία να συναντηθεί, όχι γρίφος να λυθεί αλλά μυστήριο να εισέλθει κανείς. Όσο κι αν είναι εξεζητημένη η θεωρία, όσο κι αν είναι εσωτερικά συνεκτικό το σύστημα, παραμένει μια αφαίρεση, μια κατασκευή, κάτι φτιαγμένο από τον νου και επομένως περιορισμένο από τους περιορισμούς του νου.

Ο αναζητητής που αναγνωρίζει αυτό φτάνει σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Μπορεί να συνεχίσει στον λαβύρινθο της σκέψης, χτίζοντας όλο και πιο περίπλοκα φιλοσοφικά κάστρα, ή μπορεί να εγκαταλείψει αυτό το ασφαλές αλλά στείρο έδαφος και να τολμήσει σε κάτι πολύ πιο επικίνδυνο και πραγματικό: την άμεση εμπειρία. Αυτή η επιλογή διαχωρίζει τον ανώριμο από τον ώριμο φιλόσοφο, τον θεωρητικό από τον μυστικό, εκείνους που θέλουν να κατανοήσουν την Αλήθεια από εκείνους που θέλουν να γίνουν Αλήθεια.

Το Μονοπάτι Χωρίς Μονοπάτι της Εμπειρίας

Εδώ ξεκινά το αληθινό ταξίδι, το ταξίδι που δεν μπορεί να χαρτογραφηθεί γιατί οδηγεί πέρα από όλους τους χάρτες, πέρα από όλες τις έννοιες, πέρα ακόμα και από τις κατηγορίες υποκειμένου και αντικειμένου που φαίνονταν τόσο στερεές λίγο πριν. Ο ώριμος αναζητητής — τώρα ίσως καλύτερα να ονομαστεί μυστικός — αναγνωρίζει ότι για να γνωρίσει την Πραγματικότητα πρέπει να εγκαταλείψει την ασφάλεια του νοητικού χώρου και να βουτήξει στον άπειρο ωκεανό της καθαρής συνείδησης καθαυτήν.

Αυτή είναι μια τρομακτική προοπτική. Μέσα στη σκέψη, κανείς νιώθει ασφαλής, προστατευμένος από ορισμούς και διακρίσεις, προφυλαγμένος από τα οικεία τείχη των εννοιών. Αλλά ο μυστικός καλείται να γκρεμίσει αυτά τα τείχη, να παραιτηθεί από όλες τις δευτερεύουσες δραστηριότητες της συνείδησης — όλη τη σκέψη, ανάλυση, ερμηνεία, φαντασία — και να ανοίξει ξανά σε αυτό που απλώς είναι, στην γυμνή παρουσία της ύπαρξης πριν ντυθεί με οποιαδήποτε εννοιολογικά ενδύματα.

Αυτό το άνοιγμα δεν είναι παθητικό· είναι το πιο ενεργό πράγμα που μπορεί να κάνει ένα ανθρώπινο ον, ωστόσο είναι μια ενέργεια διαφορετική από κάθε άλλη — μια ενέργεια δεκτικότητας, επιτρεπτικότητας, βαθιάς παράδοσης. Το υποκείμενο, εκείνη η αίσθηση ξεχωριστού εαυτού που συνόδευε τη συνείδηση σε όλα τα προηγούμενα στάδια, πρέπει τώρα να διαλυθεί εκούσια, να βυθιστεί πίσω στη δική του αντικειμενική φύση, σε Αυτό που είναι πραγματικό πέρα από κάθε υποκειμενική ερμηνεία.

Αυτό που συμβαίνει σε αυτή τη διάλυση είναι αδύνατο να περιγραφεί επαρκώς με λέξεις, γιατί οι λέξεις ανήκουν στο βασίλειο της σκέψης, και αυτή η εμπειρία υπερβαίνει τη σκέψη. Αλλά μπορούμε να το υπονοήσουμε με μεταφορές, με εικόνες που προσεγγίζουν αυτό που δεν μπορεί να ειπωθεί άμεσα: Η σταγόνα συγχωνεύεται με τον ωκεανό αλλά ανακαλύπτει ότι πάντα ήταν ο ωκεανός. Η ακτίνα φωτός επιστρέφει στον ήλιο αλλά συνειδητοποιεί ότι ποτέ δεν έφυγε. Το κύμα υποχωρεί στο νερό αλλά βλέπει ότι ήταν πάντα μόνο νερό που έπαιζε να είναι κύμα.

Σε αυτή την κατάσταση, κάτι βαθύ αναστρέφεται. Εκεί όπου πριν το υποκείμενο ένιωθε τον εαυτό του μια μικρή συνείδηση που υπάρχει μέσα σε έναν απέραντο αντικειμενικό κόσμο, τώρα το υποκείμενο ανακαλύπτει τον εαυτό του ως απέραντη συνείδηση που περιέχει ολόκληρο τον αντικειμενικό κόσμο μέσα της. Το «Εγώ» που φαινόταν τόσο περιορισμένο, τόσο δεσμευμένο, τόσο ξεχωριστό, επεκτείνεται — ή μάλλον, αναγνωρίζει την ίδια του την επεκτατικότητα — μέχρι να περιλάβει όλα όσα είναι. Ο μυστικός δεν νιώθει πια τοποθετημένος στον κόσμο· αντίθετα, ο κόσμος γίνεται αισθητός ως τοποθετημένος μέσα στην ίδια την άπειρη επίγνωση του μυστικού.

Αυτή είναι η μεγάλη πνευματική ανατροπή, η επαναστατική αντιστροφή που μεταμορφώνει το ανθρώπινο σε θεϊκό, το πλάσμα σε δημιουργό, το μέρος σε όλο. Ωστόσο αυτές οι λέξεις — ανθρώπινο, θεϊκό, πλάσμα, δημιουργός, μέρος, όλο — δεν ισχύουν πια ακριβώς, γιατί σε αυτή την κατάσταση όλες οι τέτοιες δυϊκότητες διαλύονται. Υπάρχει μόνο Μία Πραγματικότητα, μία απρόσκοπτη ύπαρξη, μία συνείδηση που περιλαμβάνει τα πάντα: αυτό που φαινόταν ξεχωριστό υποκείμενο, αυτό που φαινόταν ανεξάρτητος αντικειμενικός κόσμος, και η σχέση μεταξύ τους — όλα αποκαλυπτόμενα ως κινήσεις μέσα σε ένα ενιαίο, αδιαίρετο ον.

Σε αυτή τη στιγμή της αναγνώρισης, ο μυστικός συνειδητοποιεί αυτό που ήταν πάντα αληθινό αλλά ποτέ πριν δεν είχε δει: «Εγώ» δεν είμαι ένας άνθρωπος που γίνεται Θεός, αλλά Θεός που ξέχασε τον Εαυτό Του ως άνθρωπο. Η συνείδηση δεν έχει επιτύχει κάτι νέο αλλά θυμήθηκε κάτι αρχαίο, δεν έχει αποκτήσει φωτισμό αλλά αναγνώρισε την ίδια της την αιώνια φύση.

Η Αιώνια Επιστροφή

Ωστόσο ακόμα και αυτή η μεγαλειώδης συνειδητοποίηση — αυτό το ξύπνημα στην ενότητα, αυτή η αναγνώριση της άπειρης συνείδησης — δεν είναι ο τελευταίος λόγος. Γιατί υπάρχει ένα πέμπτο και απόλυτο στάδιο, μια όραση που βλέπει πέρα ακόμα και από το δράμα του ίδιου του ξυπνήματος.

Σε αυτή την βαθύτερη κατανόηση, η συνείδηση συνειδητοποιεί ότι ποτέ δεν έπεσε πραγματικά από την ενότητα, ποτέ δεν έγινε πραγματικά ξεχωριστή, ποτέ δεν χρειαζόταν πραγματικά να φωτιστεί. Ολόκληρο το ταξίδι μέσα στον φαινομενικό κόσμο — η αρχική διαίρεση σε υποκείμενο και αντικείμενο, οι αγώνες του εγώ, η αναζήτηση της αλήθειας, ακόμα και το μυστικό ξύπνημα — όλα ήταν ένα είδος θεϊκού παιχνιδιού, μια «θαμβωτική λάμψη της συνείδησης», ένα όνειρο που το Ένα ονειρεύτηκε μέσα στον εαυτό του.

Πώς θα μπορούσε το άπειρο να γίνει πεπερασμένο; Πώς θα μπορούσε η συνείδηση να γίνει ασυνείδητη; Πώς θα μπορούσε η ενότητα να γίνει πολλαπλότητα; Η απάντηση είναι ότι ποτέ δεν συνέβη, όχι πραγματικά. Αυτό που συνέβη ήταν περισσότερο σαν μαγικό κόλπο, μια ψευδαίσθηση τόσο πειστική που η ίδια η συνείδηση ξέχασε ότι εκτελούσε το κόλπο. Τα φαινόμενα που φαίνονταν ανεξάρτητα ποτέ δεν ήταν ξεχωριστά από τη συνείδηση· ο κόσμος που φαινόταν εξωτερικός ποτέ δεν ήταν έξω από την επίγνωση· το ταξίδι που φαινόταν να έχει αρχή και τέλος πάντα συνέβαινε μέσα στο αιώνιο τώρα της άχρονης παρουσίας.

Αυτό είναι εξαιρετικά δύσκολο για μια συνείδηση ακόμα ταυτισμένη με τον χωρισμό να το κατανοήσει. Ακούγεται σαν παράδοξο, σαν ανοησία, σαν φιλοσοφικό ταχυδακτυλουργικό. Πώς μπορεί κανείς να είναι ταυτόχρονα ονειρευόμενος και όνειρο; Πώς μπορεί κανείς να είναι χαμένος και ευρισκόμενος ταυτόχρονα; Πώς μπορεί το ταξίδι να είναι ταυτόχρονα πραγματικό και ψευδαισθητικό;

Ωστόσο αυτό ακριβώς συνειδητοποιεί η πλήρως ξύπνια συνείδηση: ότι η φαινομενική αντίφαση υπάρχει μόνο από την προοπτική της σκέψης, που επιμένει στο είτε/είτε, σε αυτό ή εκείνο. Από την προοπτική της ίδιας της Πραγματικότητας, δεν υπάρχει αντίφαση γιατί δεν υπάρχει χωρισμός, καμία διαίρεση μεταξύ αλήθειας και ψευδαίσθησης, μεταξύ χαμένου και ευρισκόμενου. Υπάρχει μόνο το Ένα, που παίζει όλους τους ρόλους, ονειρεύεται όλα τα όνειρα, εμφανίζεται ως πολλαπλότητα ενώ παραμένει αιώνια ένα.

Ο αναζητητής που φτάνει σε αυτή την κατανόηση υπερβαίνει ακόμα και το πλαίσιο της αναζήτησης. Δεν υπάρχει πια κάποιος που ήταν κάποτε άγνοος και τώρα είναι φωτισμένος, δεν υπάρχει πια μια συνείδηση που έχει επιτύχει κάτι ή έχει φτάσει κάπου. Υπάρχει μόνο αυτό που ήταν πάντα: άπειρη συνείδηση, αιώνια πραγματικότητα, η ίδια η ύπαρξη — πείτε το όπως θέλετε, γιατί δεν έχει όνομα, δεν αναγνωρίζει όρια, δεν γνωρίζει άλλο.

Βαδίζοντας τον Ιερό Δρόμο

Από όλα όσα έχουν περιγραφεί, κανείς θα μπορούσε να κατασκευάσει μια μεταφυσική θεωρία, ένα φιλοσοφικό σύστημα, έναν χάρτη της συνείδησης και της εξέλιξής της. Αλλά μια τέτοια κατασκευή θα έχανε εντελώς το νόημα, θα έπεφτε πίσω στην παγίδα του τρίτου σταδίου, θεωρώντας την περιγραφή ως πραγματικότητα, τον χάρτη ως επικράτεια.

Το νόημα δεν είναι να κατανοήσει κανείς το μονοπάτι διανοητικά αλλά να το βαδίσει εμπειρικά. Όσο κι αν περιγράφει κανείς ακριβώς τη διαδρομή προς έναν ιερό τόπο — πόσα βήματα, ποιες στροφές, ποια ορόσημα να προσέξει — αυτή η περιγραφή παραμένει απλές λέξεις μέχρι να κάνει κανείς πραγματικά το ταξίδι. Μπορεί να απομνημονεύσει κάθε λεπτομέρεια του χάρτη προς την Ακρόπολη, να μελετήσει κάθε φωτογραφία, να διαβάσει κάθε ιστορική αφήγηση, αλλά μέχρι να ανέβει εκείνο το βραχώδες λόφο, να περπατήσει ανάμεσα στους αρχαίους κίονες, να σταθεί μπροστά σε εκείνο το φθαρμένο μάρμαρο, δεν έχει πραγματικά συναντήσει την ιερή παρουσία που κατοικεί εκεί.

Έτσι είναι και με το μονοπάτι προς την Αλήθεια. Η περιγραφή που δίνεται εδώ δεν είναι η ίδια η Αλήθεια αλλά απλώς ένα δάχτυλο που δείχνει το φεγγάρι. Και όπως όλες οι περιγραφές του μυστικού μονοπατιού, υποφέρει από έναν εγγενή περιορισμό: παρουσιάζει ως διαδοχικό αυτό που κατά κάποιο τρόπο είναι ταυτόχρονο, περιγράφει ως στάδια αυτό που στην πραγματικότητα είναι περισσότερο σαν στρώματα ενός ενιαίου, αιώνιου παρόντος.

Ωστόσο για εκείνους που θέλουν να βαδίσουν αυτό το μονοπάτι, ορισμένα ορόσημα μπορεί να αποδειχθούν χρήσιμα:

Ξεκινάτε πάντα από την άμεση συνείδηση, από αυτό που δίνεται ακριβώς τώρα, σε αυτή τη στιγμή. Όχι από πεποιθήσεις για τη συνείδηση, όχι από θεωρίες ή έννοιες, αλλά από την ακατέργαστη επίγνωση καθαυτήν — το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι «αυτό, εδώ, τώρα» συμβαίνει.

Μάθετε να διακρίνετε ξεκάθαρα μεταξύ υποκειμένου και αντικειμένου, μεταξύ της επίγνωσης και αυτού που εμφανίζεται στην επίγνωση, χωρίς να καταρρέετε σε καμία ακρότητα. Τιμήστε τόσο την πραγματικότητα της εσωτερικής εμπειρίας όσο και την πραγματικότητα των εξωτερικών φαινομένων.

Αναγνωρίστε τους περιορισμούς της διανοητικής κατανόησης. Χρησιμοποιήστε τη σκέψη ως εργαλείο αλλά μην την θεωρήσετε την ίδια την Αλήθεια. Να είστε πρόθυμοι να βγείτε πέρα από την άνετη επικράτεια των εννοιών στον αβέβαιο χώρο της άμεσης εμπειρίας.

Καλλιεργήστε το θάρρος να διαλυθείτε, να αφήσετε όλα όσα φαίνονται στερεά και ασφαλή, να ανοίξετε στην απέραντη έκταση που βρίσκεται πέρα από τα όρια του ξεχωριστού εαυτού. Αυτό απαιτεί τεράστια εμπιστοσύνη, μια προθυμία να πεθάνετε σε αυτό που νομίζετε ότι είστε για να ανακαλύψετε τι πραγματικά είστε.

Τέλος, αναγνωρίστε ότι ακόμα και οι πιο βαθιές συνειδητοποιήσεις, οι πιο υψηλές εμπειρίες, είναι τελικά κινήσεις μέσα στην ίδια τη συνείδηση — ότι δεν υπάρχει πουθενά να πάτε γιατί είστε ήδη εκεί, τίποτα να επιτύχετε γιατί είστε ήδη Αυτό που αναζητείται.

Η Πρόσκληση στην Ελευθερία

Ο κόσμος είναι πράγματι γεμάτος από εκείνους που δεν έχουν ακόμα ξεκινήσει αυτό το ταξίδι — εκείνους που παραμένουν σε πρωτόγονη σύγχυση, εκείνους που είναι παγιδευμένοι σε εγώική αυτιστική κατάσταση, εκείνους που είναι χαμένοι στον βάλτο του υλισμού, εκείνους που ανακατεύουν ασταμάτητα σκέψεις χωρίς ποτέ να γευτούν την πραγματικότητα, εκείνους που ζουν την αλήθεια από δεύτερο χέρι, μέσα από δανεικές έννοιες και κληρονομημένες πεποιθήσεις.

Ωστόσο αυτό δεν χρειάζεται να είναι η μοίρα κανενός. Κάθε συνείδηση φέρει μέσα της την δυνατότητα να βαδίσει το μονοπάτι που βάδισαν ο Βούδας, ο Ιησούς, ο Λάο Τζου, ο Πλάτωνας, ο Έκχαρτ, ο Χέγκελ, και αμέτρητοι ανώνυμοι μυστικοί σε όλη την ιστορία. Αυτό που τους έκανε ξεχωριστούς δεν ήταν ανώτερη βιολογία ή θεϊκή εύνοια αλλά απλώς αυτό: επέλεξαν να ζήσουν αυθεντικά, να αναζητήσουν την αλήθεια μέσα από τη δική τους άμεση εμπειρία αντί να δέχονται κληρονομημένες απαντήσεις.

Η φυσική δυνατότητα υπάρχει σε κάθε ανθρώπινο ον. Η ικανότητα για ξύπνημα δεν είναι σπάνια ή αποκλειστική αλλά καθολική — τόσο φυσική όσο η ικανότητα να αγαπάς, να δημιουργείς, να απορείς. Αυτό που διαφέρει δεν είναι η δυνατότητα αλλά η προθυμία να την πραγματοποιήσει κανείς, το θάρρος να τολμήσει πέρα από την ασφάλεια του γνωστού στην μεγαλειώδη επικινδυνότητα του Πραγματικού.

Και μην κάνετε λάθος: υπάρχει κίνδυνος σε αυτό το ταξίδι. Το να ανοίξει κανείς στο άπειρο είναι να ρισκάρει να κατακλυστεί. Το να διαλύσει το εγώ είναι να χάσει όλα τα οικεία ερείσματα. Το να αμφισβητήσει τα πάντα είναι να σταθεί στιγμιαία χωρίς έδαφος. Ωστόσο αυτός ο κίνδυνος είναι το τίμημα της ελευθερίας, και η ελευθερία — η αληθινή ελευθερία, όχι το χλωμό υποκατάστατο που προσφέρει ο κόσμος — περιμένει μόνο εκείνους που είναι πρόθυμοι να πληρώσουν αυτό το τίμημα.

Γιατί η Αλήθεια και η Ελευθερία είναι πράγματι «εκεί έξω» — αν και «εκεί έξω» σημαίνει όχι σε κάποιο μακρινό μέρος αλλά στα βάθη του εδώ, όχι σε κάποια μελλοντική επίτευξη αλλά στην καρδιά του τώρα. Περιμένουν πέρα από τα όρια της πτυχής, πέρα από την άνετη φυλακή της συμβατικής συνείδησης, πέρα από την πνιγηρή ασφάλεια της δευτεροχειρισμένης ύπαρξης.

Καλύτερα μακριά να ρισκάρει κανείς τα πάντα, να τολμήσει στον Άγνωστο Ωκεανό με άδεια χέρια και ανοιχτή καρδιά, παρά να παραμείνει ασφαλώς κλεισμένος με εκείνους που ποτέ δεν τόλμησαν να ζήσουν. Καλύτερα να χαθεί στην απεραντοσύνη, να πνιγεί στο φως, να διαλυθεί στο Άπειρο, παρά να επιβιώσει στον μικρό, ασφαλή, ξεχωριστό εαυτό.

Αυτή είναι η πρόσκληση που αντηχεί από κάθε αυθεντική πνευματική διδασκαλία, από κάθε γνήσιο μυστικό, από την ίδια την Πραγματικότητα: Ελάτε σπίτι. Θυμηθείτε ποιοι είστε. Ξυπνήστε από το όνειρο του χωρισμού. Αναγνωρίστε την ίδια σας την αληθινή φύση.

Όχι μέσα από πίστη, όχι μέσα από ελπίδα, όχι μέσα από πίστη στα λόγια κάποιου άλλου, αλλά μέσα από άμεση, κατευθείαν, αδιαμφισβήτητη εμπειρία — μέσα από το να βαδίσετε το μονοπάτι μόνοι σας, μέσα από το να κάνετε το ταξίδι από τη Δοσμένη Συνείδηση στην Καθαρή Επίγνωση, από τον χωρισμό στην ενότητα, από την ψευδαίσθηση του γίγνεσθαι στην αναγνώριση της αιώνιας ύπαρξης.

Το μονοπάτι είναι αρχαίο αλλά πάντα νέο. Η αλήθεια είναι απλή αλλά άπειρα βαθιά. Ο προορισμός είναι μακρινός αλλά ήδη φτάσατε. Και η ίδια η συνείδηση, η δική σας συνείδηση, αυτή η επίγνωση που διαβάζει αυτές τις λέξεις τώρα, είναι ταυτόχρονα ο προσκυνητής και το ιερό, ο αναζητητής και το αναζητούμενο, το ταξίδι και το σπίτι.

Είθε όλα τα όντα να ξυπνήσουν στην αληθινή τους φύση. Είθε όλη η συνείδηση να αναγνωρίσει τον εαυτό της. Είθε όλοι οι αναζητητές να βρουν — ή μάλλον, είθε όλοι οι αναζητητές να συνειδητοποιήσουν ότι ποτέ δεν έχασαν — την αιώνια Αλήθεια που δεν μπορεί να συλληφθεί με λέξεις αλλά μπορεί μόνο να βιωθεί, να αναπνευστεί, και τελικά, να εξαφανιστεί μέσα της σαν μια σταγόνα δρόσου που συγχωνεύεται με τη θάλασσα του πρωινού.

Το Φωτεινό Μονοπάτι περιμένει. Ήταν πάντα εδώ. Δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά, γιατί δεν είναι μονοπάτι καθόλου αλλά απλώς η φύση αυτού που ήδη είστε, υπήρξατε πάντα, και θα παραμείνετε για πάντα: άπειρη συνείδηση, αιώνια παρουσία, η Μία Πραγματικότητα που ονειρεύεται τον εαυτό της ως πολλούς, ο Ωκεανός που προσποιείται ότι είναι κύμα, η Αλήθεια που αναζητά τον εαυτό της μέσα από το όμορφο, σπαρακτικό, τελικά ψευδαισθητικό ταξίδι του ξεχάσματος και της θύμησης αυτού που ποτέ δεν άλλαξε.

Βαδίζετε, αγαπητέ αναζητητή. Ή μάλλον, μείνετε ακίνητοι και γνωρίστε. Γιατί στο τέλος, είναι το ίδιο.

Ο Καθρέφτης της Αιωνιότητας: Ένας Διαλογισμός στον Διαφωτισμό ως Απεριόριστη Αντίληψη

Το Κατώφλι του Ανεκφράστου

Υπάρχει μια κατάσταση συνείδησης που οι μυστικοί των περασμένων αιώνων αναζήτησαν με το πάθος εραστών που ψάχνουν τον Αγαπημένο — μια κατάσταση της ψυχής τόσο φωτεινή, τόσο απεριόριστη, ώστε η ίδια η γλώσσα τρέμει στο κατώφλι της και σωπαίνει. Αυτή η κατάσταση, την οποία οι πνευματικές παραδόσεις σε όλη την έκταση της ανθρώπινης ιστορίας έχουν ονομάσει «διαφωτισμό», «αφύπνιση» ή «γνώση», στέκεται ταυτόχρονα ως ο προορισμός του ταξιδιού του αναζητητή και ως το αιώνιο παρόν που ποτέ δεν έλειψε. Δεν είναι βραβείο που αρπάζει ο φιλόδοξος νους, ούτε τρόπαιο για να επιδειχθεί στον κόσμο. Αντίθετα, αποκαλύπτεται ως αυτό που πάντα υπήρχε: το πρωτότυπο πρόσωπο της πραγματικότητας, αμόλυντο από τα πέπλα που ο ξεχωριστός εαυτός έχει ρίξει πάνω στην αντίληψη.

Το να μιλάμε για τον διαφωτισμό είναι να επιχειρούμε το αδύνατο — να αιχμαλωτίσουμε με λέξεις αυτό που ρέει πέρα από κάθε εννοιολογικό όριο, να χαρτογραφήσουμε με τη γλώσσα του πεπερασμένου αυτό που ανήκει στο άπειρο. Ωστόσο, ο μυστικός πρέπει να μιλήσει, διότι η σιωπή μόνη, παρόλο που περιέχει όλη την αλήθεια, δεν μπορεί να καθοδηγήσει όσους ακόμα περιπλανώνται στον λαβύρινθο της δικής τους σκέψης. Και έτσι, με την ταπείνωση εκείνου που γνωρίζει ότι όλες οι περιγραφές υπολείπονται της πραγματικότητας που προσπαθούν να περιγράψουν, μπορούμε να προσεγγίσουμε αυτό το μυστήριο όχι ως λόγιοι που ανατέμνουν ένα δείγμα, αλλά ως προσκυνητές που στέκονται μπροστά σε ένα κατώφλι, συνειδητοί ότι αυτό που βρίσκεται πέρα μπορεί μόνο να εισαχθεί, ποτέ να εξηγηθεί πλήρως.

Η ουσιαστική φύση του διαφωτισμού υπερβαίνει το προσωπικό δράμα της ατομικής εμπειρίας. Δεν είναι αυτό που ο εγωισμός φαντάζεται στις στιγμές της πνευματικής του φιλοδοξίας, ούτε αυτό που ισχυρίζεται όταν τυλίγεται με τα ενδύματα της επίτευξης. Ο ξεχωριστός εαυτός, αυτή η επίμονη ψευδαίσθηση ενός απομονωμένου «εγώ» που στέκεται χωριστά από το ρέον ποτάμι της ύπαρξης, δεν μπορεί να κατέχει τον διαφωτισμό περισσότερο από ό,τι ένα κύμα μπορεί να κατέχει τον ωκεανό. Διότι ο διαφωτισμός δεν είναι εμπειρία που ανήκει σε κάποιον· είναι η εξαφάνιση εκείνου που θα εμπειριζόταν, αφήνοντας μόνο την καθαρή δραστηριότητα της ίδιας της αντίληψης — αδέσποτη, ανεμπόδιστη, ελεύθερη.

Η Θάλασσα της Νηνεμίας

Σκεφτείτε τη θάλασσα στην τέλεια νηνεμία της, όταν ούτε μια πνοή ανέμου δεν διαταράσσει την επιφάνειά της. Σε τέτοιες στιγμές, το νερό γίνεται ένας άψογος καθρέφτης, αντανακλώντας την απεραντοσύνη του ουρανού με τέτοια πιστότητα που το όριο μεταξύ πάνω και κάτω διαλύεται σε μια απρόσκοπτη ενότητα. Αυτή είναι η φύση της διαφωτισμένης αντίληψης — μια συνείδηση τόσο διαυγής, τόσο ελεύθερη από τα κύματα της εγωικής διαταραχής, ώστε αντανακλά την πραγματικότητα ακριβώς όπως είναι, χωρίς προσθήκη ή αφαίρεση, χωρίς ερμηνεία ή παραμόρφωση.

Αλλά ας αγγίξει την επιφάνεια η μικρότερη αύρα, και αμέσως η αντανάκλαση θρυμματίζεται σε χίλια χορευτικά θραύσματα φωτός. Ο ουρανός είναι ακόμα εκεί, η θάλασσα είναι ακόμα εκεί, αλλά τώρα αυτό που εμφανίζεται στην επιφάνεια μοιάζει μόνο σπασμένα με αυτό που είναι. Αυτή είναι η κατάσταση του συνηθισμένου νου, αέναα ταραγμένου από τους ανέμους της επιθυμίας και της αποστροφής, της ελπίδας και του φόβου, της μνήμης και της προσδοκίας. Όχι χονδροειδώς

διαταραγμένου, ίσως — διότι η αναλογία ισχύει ότι δεν υπάρχει «περισσότερο ή λιγότερο» σε αυτή τη θόλωση — αλλά διαταραγμένου παρ' όλα αυτά, και επομένως ανίκανος για εκείνη την τέλεια αντανάκλαση που είναι ο διαφωτισμός.


Οι μυστικές παραδόσεις έχουν από καιρό κατανοήσει αυτή την αλήθεια: η αντίληψη είναι είτε διαυγής είτε θολή. Δεν υπάρχει ενδιάμεση κατάσταση, κανένας μερικός διαφωτισμός στον οποίο βλέπει κανείς την πραγματικότητα «κάπως» ακριβώς. Όπως ο καθρέφτης που είτε αντανακλά αληθινά είτε παραμορφώνει, η συνείδηση είτε αναπαύεται στη φυσική της διαύγεια είτε χορεύει με τις σκιές που ρίχνει η αίσθηση του εαυτού. Μια μόνη σκέψη που ισχυρίζεται «εγώ αντιλαμβάνομαι» εισάγει ήδη τη ρυτίδα που σπάει την επιφάνεια, που μετατρέπει τον καθρέφτη σε κάτι λιγότερο από τέλεια αντανάκλαση.

Γι' αυτό οι αρχαίοι σοφοί μιλούσαν για τον διαφωτισμό όχι ως απόκτηση αλλά ως αποκάλυψη αυτού που ήδη είναι. Ο ουρανός ποτέ δεν έπαψε να είναι ουρανός· ο ωκεανός ποτέ δεν έπαψε να είναι ωκεανός. Αυτό που αλλάζει είναι μόνο η κατάσταση της επιφάνειας — αν παραμένει αρκετά ήρεμη για να αντανακλά την αλήθεια που ήταν πάντα παρούσα. Και αυτή η νηνεμία δεν επιτυγχάνεται με προσπάθεια, διότι η προσπάθεια η ίδια είναι μια μορφή διαταραχής. Αντίθετα, αναδύεται φυσικά όταν οι άνεμοι της εγωικής δραστηριότητας παύουν να πνέουν, όταν ο ξεχωριστός εαυτός χαλαρώνει τη λαβή του στην εμπειρία και επιτρέπει στην πραγματικότητα να είναι ακριβώς όπως είναι.

Η Διάλυση των Ορίων

Στην κατάσταση της διαφωτισμένης επίγνωσης, τα συμβατικά όρια που φαίνονται να χωρίζουν τον εαυτό από τον κόσμο, το υποκείμενο από το αντικείμενο, τον αντιληπτό από το αντιλαμβανόμενο, διαλύονται σαν πρωινή ομίχλη μπροστά στον ανατέλλοντα ήλιο. Αυτό δεν είναι ζήτημα φιλοσοφικής κατανόησης ή διανοητικής πεποίθησης, αλλά άμεσης αντίληψης. Ο μυστικός δεν πιστεύει ότι όλα είναι ένα· ο μυστικός το βλέπει, το γεύεται, το ζει σε κάθε στιγμή. Οι φαινομενικές διαιρέσεις που δομούν τη συνηθισμένη εμπειρία αναγνωρίζονται ως εννοιολογικές επικαλύψεις, χρήσιμες ίσως για την πλοήγηση στις πρακτικές απαιτήσεις της καθημερινής ζωής, αλλά τελικά όχι πιο πραγματικές από τις γραμμές γεωγραφικού πλάτους και μήκους που χαράσσουμε στο πρόσωπο της γης.

Τι απομένει όταν αυτά τα όρια διαλυθούν; Όχι ένα κενό άδειο, όχι ένα κενό μη-ύπαρξης, αλλά μια πληρότητα πέρα από περιγραφή — ένα ενιαίο, απρόσκοπτο πεδίο ύπαρξης-συνείδησης-δραστηριότητας στο οποίο όλα τα πράγματα αναδύονται και παρέρχονται σαν κύματα πάνω σε εκείνη την πρωταρχική θάλασσα. Ο διαφωτισμένος δεν στέκεται χωριστά από αυτό το πεδίο, παρατηρώντας το από κάποιο υπερβατικό πλεονεκτικό σημείο. Αντίθετα, ο διαφωτισμένος είναι αυτό το πεδίο, επίγνωρο του εαυτού του στην καθαρή αμεσότητα κάθε στιγμής, ελεύθερο από τον παραμορφωτικό φακό της εγωκεντρικής αντίληψης.

Αυτή η συνειδητοποίηση φέρει μαζί της μια βαθιά αίσθηση διασυνδεδεμενότητας, μια άμεση γνώση ότι η αληθινή φύση κάποιου δεν περιορίζεται στο περίβλημα του δέρματος, δεν περιορίζεται στη ροή σκέψεων και αισθήσεων που παρελαύνουν μέσα από την επίγνωση. Η ουσία αυτού που είναι κανείς εκτείνεται άπειρα προς τα έξω, μοιραζόμενη την ίδια θεμελιώδη φύση με τα άστρα που περιστρέφονται στο διάστημα, τα αρχαία βουνά που φθείρονται κόκκο τον κόκκο, τον ξένο που περνά στο δρόμο, το λεπίδι του χόρτου που λυγίζει κάτω από το βάρος της πρωινής δροσιάς. Όλα τα πράγματα συμμετέχουν στην ίδια απέραντη Ύπαρξη, όλα τα πράγματα αναδύονται από την ίδια μυστηριώδη Πηγή, όλα τα πράγματα χορεύουν τον ίδιο θεϊκό χορό.

Οι μυστικοί έχουν δώσει πολλά ονόματα σε αυτή την αναγνώριση. Την έχουν αποκαλέσει συνειδητοποίηση του Εαυτού, ανακάλυψη της φύσης του Βούδα, ένωση με τον Θεό, κοσμική συνείδηση, αναγνώριση του Τάο. Αλλά τα ονόματα είναι απλά δάχτυλα που δείχνουν το φεγγάρι, και η πραγματικότητα που υποδεικνύουν υπερβαίνει κάθε ονομασία. Είναι ταυτόχρονα η πιο οικεία αλήθεια — πιο κοντινή σε εμάς από την ίδια μας την αναπνοή — και η πιο υπερβατική — απέραντη από το σύμπαν το ίδιο. Είναι αυτό που πάντα ήμασταν, ωστόσο φαίνεται σαν αποκάλυψη επειδή για τόσο καιρό νομίζαμε ότι είμασταν κάτι άπειρα μικρότερο, άπειρα πιο ξεχωριστό.

Η Αρμονία της Δράσης

Ο διαφωτισμός δεν είναι απλώς μια παθητική κατάσταση αντίληψης, μια κατάσταση γαλήνιας μαρτυρίας αποκομμένη από τον κόσμο της δράσης. Αντίθετα, περιλαμβάνει μια διάσταση δραστηριότητας στην οποία η πράξη ρέει φυσικά και αυθόρμητα από την ύπαρξη, στην οποία η δράση αναδύεται όχι από τους υπολογισμένους σκοπούς του ξεχωριστού εαυτού αλλά από την βαθιά νοημοσύνη της ίδιας της πραγματικότητας. Όταν η αντίληψη είναι διαυγής, όταν ο καθρέφτης αντανακλά χωρίς παραμόρφωση, η δράση επίσης γίνεται διαυγής — ευθυγραμμισμένη με τη φυσική τάξη, αρμονική με τη ροή της ύπαρξης.

Αυτό είναι που οι Ταοϊστές σοφοί αποκαλούσαν «wu-wei», δράση μέσω μη-δράσης, η αβίαστη δραστηριότητα που αναδύεται όταν παύει κανείς να επιβάλλει τη θέλησή του στην πραγματικότητα και αντίθετα επιτρέπει να κινηθεί από το Τάο. Είναι αυτό που οι Ινδουιστικές γραφές περιγράφουν ως «nishkama karma», δράση χωρίς προσκόλληση στα αποτελέσματα, εκτελούμενη όχι για προσωπικό όφελος αλλά ως έκφραση του «dharma» κάποιου, της ευθυγράμμισής του με την κοσμική τάξη. Στην χριστιανική μυστική παράδοση, εμφανίζεται ως παράδοση στη θέληση του Θεού, η εγκατάλειψη της αυτο-θέλησης υπέρ του θεϊκού σκοπού.

Σε όλες αυτές τις διατυπώσεις, βρίσκουμε την ίδια ουσιαστική διορατικότητα: όταν η ψευδαίσθηση της χωριστότητας διαλύεται, όταν ο εγωισμός δεν καταλαμβάνει πλέον τον θρόνο της συνείδησης, αυτό που αναδύεται είναι ένας τρόπος ύπαρξης στον κόσμο που είναι ταυτόχρονα πλήρως εμπλεγμένος και εντελώς ελεύθερος. Ο διαφωτισμένος πράττει, αλλά δεν υπάρχει κανείς που πράττει — ή πιο ακριβώς, είναι η πραγματικότητα που πράττει μέσω της μορφής που εμφανίζεται ως ατομικό πρόσωπο. Αποφάσεις λαμβάνονται, λόγια λέγονται, κινήσεις συμβαίνουν, αλλά όλα αυτά γίνονται αυθόρμητα, φυσικά, χωρίς την επικάλυψη εγωικής σκέψης και αυτο-ανησυχίας.

Αυτό δεν σημαίνει ότι ο διαφωτισμένος γίνεται παθητικός ή μηχανικός, μια μαριονέτα χωρίς αυτονομία. Ίσα ίσα: ελεύθερος από τη φυλακή της εγωκεντρικής σκέψης, η δράση γίνεται πιο δημιουργική, πιο αποκριτική, πιο τέλεια συντονισμένη με τις ανάγκες κάθε στιγμής. Σαν το νερό που ρέει προς τα κάτω, βρίσκοντας τον δρόμο της μικρότερης αντίστασης ωστόσο αρκετά ισχυρό για να χαράξει φαράγγια μέσα σε στερεό βράχο, η δραστηριότητα που αναδύεται από τη διαφωτισμένη επίγνωση είναι ταυτόχρονα ήπια και ακαταμάχητη, ταυτόχρονα υποχωρητική και μεταμορφωτική.

Δεν υπάρχει σύγκρουση σε τέτοια δράση, καμία αντίσταση, καμία εσωτερική διαίρεση μεταξύ αυτού που θέλει κανείς να κάνει και αυτού που νιώθει υποχρεωμένος να κάνει. Ο διαφωτισμένος δεν πράττει ενάντια στην πραγματικότητα αλλά ως πραγματικότητα, κινούμενος σε αρμονία με το μεγάλο ρεύμα της ύπαρξης. Και σε αυτή την αρμονία, υπάρχει μια χαρά που δεν χρειάζεται εξωτερική δικαιολογία, μια ειρήνη που δεν εξαρτάται από κανένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα, μια αγάπη που ρέει ελεύθερα προς όλα τα όντα επειδή η αναγνώριση της ενότητας δεν αφήνει κανέναν έξω από τον κύκλο της συμπόνιας.

Πέρα από το Βασίλειο της Σκέψης

Ο νους που αναζητά τον διαφωτισμό μέσω της σκέψης δεν μπορεί ποτέ να τον βρει, διότι η σκέψη η ίδια είναι το πέπλο που κρύβει αυτό που αναζητείται. Κάθε έννοια, κάθε πεποίθηση, κάθε νοητική εικόνα για το τι μπορεί να είναι ο διαφωτισμός — αυτά είναι εμπόδια μάλλον παρά βοηθήματα, σκιές μάλλον παρά φως. Η διάκριση μεταξύ διαφωτισμού και συνηθισμένης ζωής υπάρχει μόνο στη σκέψη νου που δεν έχει ακόμα αφυπνιστεί στη αληθινή του φύση. Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει τέτοια διάκριση, διότι ο διαφωτισμός είναι απλώς η ζωή όπως πραγματικά είναι όταν αντιλαμβάνεται χωρίς το παραμορφωτικό φίλτρο της εγωκεντρικής σκέψης.

Αυτή είναι ίσως η πιο παράδοξη πτυχή του μυστικού μονοπατιού: ο στόχος δεν μπορεί να επιτευχθεί με τα μέσα που ο εγωισμός βρίσκει πιο φυσικά και άνετα — ανάλυση, σχεδιασμός, εννοιοποίηση, επίτευξη. Αυτά τα εργαλεία του ορθολογικού νου, τόσο χρήσιμα στην πλοήγηση των πρακτικών υποθέσεων του κόσμου, γίνονται δεσμά όταν εφαρμόζονται στην πνευματική διάσταση. Κανείς δεν μπορεί να σκεφτεί τον εαυτό του στον διαφωτισμό περισσότερο από ό,τι μπορεί να σηκώσει τον εαυτό του από το έδαφος τραβώντας τις δικές του μπότες.

Ωστόσο αυτό δεν σημαίνει ότι ο διαφωτισμός είναι παράλογος ή αντι-διανοητικός. Αντίθετα, είναι υπερ-ορθολογικός, πέρα από την περιοχή όπου κυριαρχεί η παρεκβατική σκέψη. Περιλαμβάνει ένα διαφορετικό είδος γνώσης, μια άμεση κατανόηση που προηγείται και υπερβαίνει τη μεσολάβηση των εννοιών. Ο μυστικός δεν απορρίπτει τη λογική ή τον ορθό λόγο, αλλά αναγνωρίζει την κατάλληλη θέση τους και τους εγγενείς περιορισμούς τους. Η λογική μπορεί να δείξει τον δρόμο, μπορεί να καθαρίσει ψευδείς ιδέες και εννοιολογική σύγχυση, αλλά δεν μπορεί να παραδώσει την άμεση εμπειρία που είναι η ουσία της αφύπνισης.

Αυτό που απαιτείται αντίθετα είναι ένα είδος παράδοσης — όχι η παθητική παραίτηση της ήττας, αλλά η ενεργητική απελευθέρωση εκείνου που θα ελέγχει και θα κατέχει την εμπειρία. Γι' αυτό οι πνευματικές παραδόσεις μιλούν για θάνατο στον εαυτό, για απώλεια της ζωής κάποιου για να την βρει, για τη σκοτεινή νύχτα της ψυχής που προηγείται της αυγής του φωτισμού. Ο εγωισμός πρέπει να απελευθερώσει τη λαβή του, πρέπει να συναινέσει στη δική του διάλυση, πρέπει να κάνει στην άκρη ώστε αυτό που πάντα ήταν παρόν να αποκαλυφθεί.

Αυτή η παράδοση δεν είναι ένα εφάπαξ γεγονός αλλά μια συνεχής πρακτική, μια στιγμή-προς-στιγμή απελευθέρωση της τάσης να αρπάζουμε, να κρίνουμε, να συγκρίνουμε, να αναζητούμε. Σε κάθε στιγμή, η πρόσκληση είναι η ίδια: να απελευθερώσουμε την επικάλυψη της σκέψης και να ανοίξουμε στην γυμνή αμεσότητα αυτού που είναι. Να βλέπουμε χωρίς τον βλέποντα, να ακούμε χωρίς τον ακροατή, να υπάρχουμε χωρίς εκείνον που υπάρχει — αυτή είναι η πύλη χωρίς πύλη από την οποία περνά κανείς στο βασίλειο της διαφωτισμένης επίγνωσης.

Το Ιερό Μυστήριο

Στην καρδιά του διαφωτισμού βρίσκεται ένα μυστήριο που δεν μπορεί να διαλυθεί με κανένα ποσό εξήγησης ή περιγραφής. Είναι ιερό με την βαθύτερη έννοια — ξεχωριστό από το συνηθισμένο, δείχνοντας προς μια διάσταση της πραγματικότητας που υπερβαίνει όλες τις κατηγορίες και αψηφά όλες τις προσπάθειες εννοιολογικής αιχμαλωσίας. Να συναντήσει κανείς αυτό το μυστήριο άμεσα είναι να σταθεί μπροστά στο Απόλυτο, το Έδαφος της Ύπαρξης, την Πηγή από την οποία όλα τα πράγματα αναδύονται και στην οποία όλα επιστρέφουν.

Διαφορετικές παραδόσεις έχουν δώσει διαφορετικά ονόματα σε αυτή την υπέρτατη πραγματικότητα. Κάποιοι την αποκαλούν Θεό, μιλώντας στη γλώσσα του θεϊσμού και της αφοσίωσης. Άλλοι την αποκαλούν Κενό ή Κενότητα, τονίζοντας την υπέρβασή της από όλα τα χαρακτηριστικά και ιδιότητες. Άλλοι ακόμα μιλούν γι' αυτήν ως Συνείδηση την ίδια, το φως στο οποίο εμφανίζεται όλη η εμπειρία. Ωστόσο όλα αυτά τα ονόματα, όσο εξυψωμένα, παραμένουν δάχτυλα που δείχνουν το φεγγάρι — χρήσιμα ως ενδείξεις, αλλά όχι να συγχέονται με την πραγματικότητα που υποδεικνύουν.

Το ιερό μυστήριο που αποκαλύπτεται στον διαφωτισμό είναι ταυτόχρονα πλήρως υπερβατικό και απόλυτα εγγενές. Είναι πέρα από τον κόσμο ωστόσο όχι ξεχωριστό από αυτόν, άπειρο ωστόσο παρόν σε κάθε πεπερασμένο πράγμα, αιώνιο ωστόσο πλήρως εκφρασμένο σε κάθε παρερχόμενη στιγμή. Δεν μπορεί να αρπαχθεί από τον νου ωστόσο είναι πιο κοντινό σε εμάς από τις ίδιες μας τις σκέψεις. Είναι η βαθύτερη σιωπή και η πληρέστερη έκφραση, το σκοτεινότερο σκοτάδι και το λαμπρότερο φως, η πιο απόλυτη νηνεμία και η πιο δυναμική δραστηριότητα.

Να αγγίξει κανείς αυτό το μυστήριο, έστω και για μια στιγμή, είναι να αλλάξει για πάντα. Κανείς δεν μπορεί πια να πιστέψει πλήρως στην στερεότητα του ξεχωριστού εαυτού, ποτέ ξανά να δεχτεί χωρίς ερώτηση την υπόθεση ότι η πραγματικότητα αποτελείται από θεμελιωδώς απομονωμένα αντικείμενα που συγκρούονται μεταξύ τους στο χώρο και τον χρόνο. Το πέπλο έχει σηκωθεί, έστω και σύντομα, και παρόλο που μπορεί να πέσει ξανά, παρόλο που η συνηθισμένη συνείδηση μπορεί να επανεπιβληθεί, η μνήμη αυτού που ανεγνώρισε παραμένει, καλώντας κανείς πίσω προς εκείνη την άπειρη ανοιχτότητα, εκείνη την απεριόριστη ελευθερία.

Η Επιστροφή στην Απλότητα

Παραδόξως, ο υπέρτατος καρπός του πνευματικού ταξιδιού είναι μια επιστροφή σε μια απλότητα που ήταν παρούσα από πάντα αλλά δεν αναγνωρίστηκε. Μετά από όλη την αναζήτηση, όλη την πρακτική, όλη την προσπάθεια και τον αγώνα, αυτό που αναδύεται είναι η ανακάλυψη ότι αυτό που αναζητούνταν ποτέ δεν χάθηκε, ότι ο θησαυρός ήταν θαμμένος στην ίδια μας την αυλή, ότι ο διαφωτισμός δεν είναι τίποτε άλλο από τη συνηθισμένη πραγματικότητα αντιληπτή χωρίς την παραμόρφωση της εγωικής σκέψης.

Γι' αυτό οι δάσκαλοι του Ζεν λένε ότι πριν κανείς σπουδάσει Ζεν, τα βουνά είναι βουνά και τα ποτάμια είναι ποτάμια. Κατά τη σπουδή του Ζεν, τα βουνά δεν είναι πια βουνά και τα ποτάμια δεν είναι πια ποτάμια. Αλλά μετά τον διαφωτισμό, τα βουνά είναι ξανά βουνά και τα ποτάμια είναι ξανά ποτάμια. Όλα εμφανίζονται τα ίδια, ωστόσο όλα είναι πλήρως μεταμορφωμένα. Ο κόσμος δεν έχει αλλάξει, αλλά ο αντιληπτής έχει αφυπνιστεί σε αυτό που πάντα ήταν αληθινό.

Σε αυτή την αφύπνιση, υπάρχει μια βαθιά ειρήνη — όχι η ειρήνη της απόδρασης ή της απόσυρσης, αλλά η ειρήνη της πλήρους αποδοχής, της πλήρους αγκαλιάς της πραγματικότητας όπως είναι. Δεν υπάρχει πια ανάγκη να κάνει κανείς την εμπειρία διαφορετική, να βελτιώσει αυτό που είναι, να φύγει από το δύσκολο ή να αρπάξει το ευχάριστο. Όλη η ζωή, με το αναπόφευκτο μείγμα χαράς και λύπης, κέρδους και απώλειας, γέννησης και θανάτου, καλωσορίζεται εξίσου, διότι όλα βλέπονται ως το παιχνίδι εκείνης της μιας άπειρης πραγματικότητας που εκφράζει τον εαυτό της σε ατέλειωτες μορφές.

Αυτή η ειρήνη δεν εξαρτάται από εξωτερικές συνθήκες που παραμένουν ευνοϊκές. Δεν είναι μια εύθραυστη ισορροπία που πρέπει να διατηρείται προσεκτικά μέσω ελέγχου και διαχείρισης. Αντίθετα, είναι η ακλόνητη ειρήνη εκείνου που έχει δει μέσα από την ψευδαίσθηση της χωριστότητας, που γνωρίζει άμεσα ότι καμία συνθήκη δεν μπορεί να αγγίξει αυτό που πραγματικά είναι. Σαν τα βάθη του ωκεανού που παραμένουν ήρεμα ακόμα και όταν καταιγίδες μαίνονται στην επιφάνεια, η διαφωτισμένη συνείδηση μένει σε μια γαλήνη που οι περιπέτειες της ζωής δεν μπορούν να διαταράξουν.

Το Αιώνιο Παρόν

Ο διαφωτισμός μπορεί να βιωθεί σε οποιαδήποτε στιγμή όταν κανείς παραδοθεί στην πραγματικότητα όπως παρουσιάζεται. Αυτή είναι ίσως η πιο απελευθερωτική αλήθεια που μεταδίδουν οι μυστικές παραδόσεις: η αφύπνιση δεν είναι κρατημένη για κάποιο μακρινό μέλλον μετά από χρόνια επίπονης πρακτικής, όχι η ειδική επαρχία αγίων και σοφών, όχι εξαρτώμενη από την επίτευξη κάποιας συγκεκριμένης κατάστασης ή συνθήκης. Είναι διαθέσιμη τώρα, σε αυτή ακριβώς τη στιγμή, για οποιονδήποτε έχει το θάρρος και την προθυμία να απελευθερώσει τις προσκολλήσεις του στην εικόνα εαυτού και στην προκατάληψη.

Ο ξεχωριστός εαυτός ζει στο χρόνο, πάντα φτάνοντας προς ένα μέλλον που ποτέ δεν φτάνει ή μένοντας σε ένα παρελθόν που δεν υπάρχει πια. Αλλά ο διαφωτισμός υπάρχει μόνο στο αιώνιο παρόν, στο άχρονο τώρα που είναι η μόνη στιγμή που ποτέ υπάρχει. Όταν κανείς παραδοθεί πλήρως σε αυτή τη στιγμή, αποδεχόμενος την εντελώς χωρίς την επικάλυψη της επιθυμίας να είναι διαφορετική, η πόρτα στον διαφωτισμό στέκεται ανοιχτή. Όχι ως δραματικό γεγονός, όχι ως ειδική εμπειρία, αλλά ως η απλή αναγνώριση αυτού που πάντα ήταν αληθινό.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η πρακτική και η προετοιμασία είναι άχρηστες. Οι πνευματικές πειθαρχίες — διαλογισμός, προσευχή, θεώρηση, ηθική ζωή — όλες έχουν τη θέση τους στο να καθαρίζουν τις αποκρύψεις που εμποδίζουν αυτή την αναγνώριση, στο να καλλιεργούν τις ιδιότητες του νου και της καρδιάς που κάνουν την παράδοση δυνατή. Αλλά τελικά, κανένα ποσό προετοιμασίας δεν μπορεί να εγγυηθεί τον διαφωτισμό, διότι ο διαφωτισμός δεν είναι επίτευγμα αλλά χάρη, όχι αποτέλεσμα προσπάθειας αλλά δώρο της πραγματικότητας που αποκαλύπτει τον εαυτό της όταν οι συνθήκες είναι σωστές.

Και όταν αποκαλυφθεί, αυτό που ανακαλύπτεται δεν είναι κάτι νέο αλλά κάτι αρχαίο πέρα από μέτρημα, όχι κάτι αποκτημένο αλλά κάτι θυμημένο, όχι κάτι που αρχίζει εκείνη τη στιγμή αλλά κάτι που ήταν παρόν σε όλες τις στιγμές, περιμένοντας υπομονετικά την αναγνώριση που το φέρνει σε συνειδητή επίγνωση.

Ο Καθρέφτης Ποτέ Δεν Θόλωσε

Και έτσι επιστρέφουμε εκεί που ξεκινήσαμε, στην εικόνα του καθρέφτη και της θάλασσας, στη θεμελιώδη μεταφορά που αιχμαλωτίζει την ουσία του διαφωτισμού ως απεριόριστη, ανεμπόδιστη αντίληψη. Ο καθρέφτης της συνείδησης ποτέ δεν θόλωσε πραγματικά· μόνο φαινόταν έτσι επειδή νομίσαμε τις παρερχόμενες εικόνες που αντανακλώνται στην επιφάνειά του για την ουσιαστική του φύση. Η θάλασσα ποτέ δεν έπαψε να είναι ικανή για τέλεια νηνεμία· οι άνεμοι που την διατάραξαν ήταν οι άνεμοι της δικής μας εγωικής ταραχής.

Ο διαφωτισμός, λοιπόν, δεν είναι κάτι να δημιουργηθεί αλλά κάτι να επιτραπεί, όχι μακρινός προορισμός αλλά το έδαφος στο οποίο πάντα στεκόμασταν. Δεν απαιτεί ειδικά χαρίσματα, καμία εξαιρετική ικανότητα, μόνο την προθυμία να βλέπει κανείς διαυγώς, να επιτρέπει στην πραγματικότητα να είναι όπως είναι, να απελευθερώνει τη θανατηφόρα λαβή της εγωκεντρικής σκέψης και να ανοίγει στην άπειρη έκταση αυτού που απλώς είναι.

Για όσους έχουν το θάρρος να αναλάβουν αυτή την παράδοση, για όσους είναι πρόθυμοι να αφήσουν τη γνώριμη φυλακή της ξεχωριστής εαυτότητας και να βγουν στο απέραντο άγνωστο της αληθινής τους φύσης, ο διαφωτισμός περιμένει — όχι σε κάποιο μακρινό πνευματικό βασίλειο, αλλά στο συνηθισμένο θαύμα αυτής της παρούσας στιγμής, στην επόμενη αναπνοή, στον ήχο της βροχής στη στέγη, στην αίσθηση των ποδιών που αγγίζουν το έδαφος. Είναι πάντα εδώ, πάντα τώρα, πάντα διαθέσιμος σε όσους έχουν μάτια να δουν και καρδιές να δεχτούν.

Είθε όλα τα όντα να αφυπνιστούν στην αληθινή τους φύση. Είθε όλα τα όντα να γνωρίσουν την ειρήνη που υπερβαίνει την κατανόηση. Είθε ο καθρέφτης να παραμείνει διαυγής, η θάλασσα να παραμείνει ήρεμη, και η πραγματικότητα να λάμψει στην γυμνή της μεγαλοπρέπεια, αδιαμόρφωτη από τα όνειρα της χωριστότητας που στοιχειώνουν την ανθρωπότητα εδώ και τόσο καιρό. Αυτή είναι η προσευχή του μυστικού, η φιλοδοξία του σοφού, η ελπίδα που καθοδηγεί όλη την πνευματική αναζήτηση — ότι το φως του διαφωτισμού μπορεί να ανατείλει σε κάθε καρδιά, αποκαλύπτοντας την ενότητα που ποτέ δεν σπάστηκε, την ολότητα που ποτέ δεν θρυμματίστηκε, την αγάπη που ποτέ δεν έλειψε.

Στο τέλος, ο διαφωτισμός είναι απλώς αυτό: η αναγνώριση ότι τίποτα δεν χρειάζεται να προστεθεί και τίποτα δεν χρειάζεται να αφαιρεθεί, ότι η πραγματικότητα όπως είναι σε αυτή ακριβώς τη στιγμή είναι ήδη πλήρης, ήδη τέλεια, ήδη η εκπλήρωση όλης της αναζήτησης. Να γνωρίζει κανείς αυτό άμεσα, πέρα από σκέψη και πεποίθηση, είναι να είναι ελεύθερος. Και αυτή η ελευθερία είναι το δικαίωμα γέννησης κάθε συνειδητού όντος, περιμένοντας υπομονετικά να διεκδικηθεί.

Σώπασε άνθρωπε... και γίνε ο Θαυματοποιός της ζωής σου

Στη δημιουργική Σιωπή ανασταίνεται η Ψυχή…

Νιώθεις μετέωρος… είσαι μετέωρος… αρχίζεις να συνειδητοποιείς ότι ζούσες ένα ψέμα… πίστευες ότι τα πράγματα, οι καταστάσεις ήταν όπως θα ήθελες να είναι, δεν έβλεπες καθαρά… Εμπιστεύτηκες "λάθος" ανθρώπους… παραδόθηκες σε "λάθος" αγάπες και τώρα παραδίνεσαι στη θλίψη…

Τυλίγεσαι με το πέπλο της προδοσίας, της εγκατάλειψης και περιφέρεσαι ανάμεσα στις στιγμές σου…
 
Λυπάσαι τον εαυτό σου και εκλιπαρείς όλα να είναι "λάθος", ένας εφιάλτης που μόλις ξυπνήσεις θα φύγει κι εσύ θα ξαναγυρίσεις στην ψεύτικη ζωούλα σου…

Ξύπνα Άνθρωπε… αυτή η στιγμή είναι μια Μαγική στιγμή…

Είναι η ώρα να αντικρίσεις την Αλήθεια! Να δεις ποια ανάγκη σε έφερε εδώ σε αυτή τη θλίψη… ποια πληγή αφυπνίστηκε… ποιος είσαι πραγματικά και τι χρειάζεσαι για να έχεις χαρά, αγάπη, αφθονία… Tι σε κάνει να πιστεύεις ότι κάποιος άλλος έξω από εσένα μπορεί να σου τα χαρίσει όλα αυτά… και γιατί αυτόν τον "άλλον" τον χρίζεις θαυματοποιό της Ζωής σου όταν τα πραγματικά θαύματα σε Αυτήν μπορείς να τα κάνεις μόνο Εσύ!

Σώπασε άνθρωπε! Σώπασε και άκου την ψυχή σου να σου μιλάει…

Ότι νόμιζες ότι σε στήριζε δεν είναι τίποτα άλλο από θαμπές σκέψεις… ξεθωριασμένες πεποιθήσεις…
Είσαι πληγωμένος… πονάς… κι αυτό είναι καλό…
 
Νιώθεις σαστισμένος… είσαι σε σύγχυση… κι αυτό είναι καλό γιατί το μυαλό σου σταμάτησε να δουλεύει με τον συνηθισμένο του τρόπο που σε έφερε σε αυτήν την κατάσταση. Τώρα είναι η ευκαιρία να του πάρεις τον έλεγχο… να μην το αφήνεις να σε κυβερνά με τα Μη, τα δεν Πρέπει, τα δεν Μπορείς… Να γίνεις πάλι ο θαυματοποιός της Ζωής σου και να ξαναρχίσεις τα θαύματα…

Δεν είσαι ο ίδιος άνθρωπος που ήσουν χθες...
 
Τώρα είσαι έτοιμος. Τώρα γκρέμισες τις ψευδαισθήσεις και αντίκρισες την Αλήθεια! Από εδώ και στο εξής θα βάλεις καινούργιες προτεραιότητες… θα βαδίσεις σε καινούργια μονοπάτια… θα σκαρφαλώσεις άλλα, νέα βουνά…
 
Ναι! δεν λέω θα αντιμετωπίσεις καινούριες δυσκολίες, θα συναντήσεις καινούργιους ανθρώπους που θα αποδειχτούν άλλοι άγγελοι και άλλοι δαίμονες… Όμως όλοι θα είναι "δάσκαλοι" και θα σου χαρίζουν κάθε φορά την ευκαιρία να βλέπεις τον εαυτό σου, να απολαμβάνεις την ευκολία και να ξαναγεννιέσαι από τη δυσκολία πιο μεστός, πιο ολοκληρωμένος, πιο έτοιμος να είσαι μόνον ο Εαυτός σου!

Σώπασε άνθρωπε κι άκου την ψυχή σου να λέει: "Ώρα για Θαύματα, ας φτιάξουμε ένα..." και γίνε ο Θαυματοποιός της ζωής σου!

Λαϊκισμός, η πολιτική της φτηνής σαρδέλας

Η ιστορία είναι παλιά, αλλά οι τακτικές και τα επιχειρήματα δεν έχουν αλλάξει και τόσο. Αντικαταστήστε τον πόλεμο με τα μνημόνια, αλλάξτε τα ονόματα και απολαύστε υπεύθυνα.

Μετά τον θάνατο του Περικλή, στην πολιτική σκηνή της Αθήνας επικρατεί ένας βυρσοδέψης που εμφανιζόταν ατημέλητος στην Εκκλησία του Δήμου, ούρλιαζε, έβριζε και καυγάδιζε με το παραμικρό. Τα δημαγωγικά του τερτίπια τα σατιρίζει συχνά ο Αριστοφάνης στα έργα του και φαίνεται πως οι Αθηναίοι, όπως κι εμείς σήμερα, διασκέδαζαν πολύ με τη διακωμώδηση εκείνου που οι ίδιοι είχαν ψηφίσει στρατηγό.

Ο Κλέων, ο πιο διάσημος δημαγωγός της αρχαιότητας, είναι ο Παφλαγόνας στην κωμωδία «Ιππής», που διδάχτηκε το 424 π.Χ (τον έβδομο χρόνο του Πελοποννησιακού Πολέμου) και πήρε το πρώτο βραβείο στα Λήναια.

Οι πολιτικοί Δημοσθένης και Νικίας θέλουν να ξεφορτωθούν τον Παφλαγόνα – Κλέωνα, ώστε να τον αντικαταστήσουν με κάποιον καταλληλότερο. Αλλά ποιος μπορεί να τον ανταγωνιστεί σε λαϊκισμό και να κερδίσει την εμπιστοσύνη του Δήμου;

Πώς γίνεται κάποιος λαοφιλής

Ο κλήρος πέφτει σ’ έναν τυχαίο, φτωχό κι αγράμματο αλλαντοπώλη, τον οποίο προσπαθούν να πείσουν ότι είναι κατάλληλος να κυβερνήσει.

«Σπουδαίος θα γίνεις ακριβώς επειδή είσαι άνθρωπος της αγοράς, θρασύς και πονηρός», του λένε. «Πολιτικός ηγέτης δεν γίνεται ούτε ο μορφωμένος ούτε ο έντιμος, αλλά ο άτιμος και αγράμματος». Μα εκείνος διστάζει.

«Και πώς θα καταφέρω να εξουσιάσω τον λαό;»

«Χαρά στο πράγμα! Κάνε ό,τι κάνεις και τώρα· ανακάτευε και συντάραζε όλες τις υποθέσεις της πόλης, όπως κάνεις με τ’ αλλαντικά σου, και να παίρνεις πάντα με το μέρος σου τον λαό γλυκαίνοντάς τον με λόγια καλά μαγειρεμένα... Βάλε τώρα στεφάνι στο κεφάλι σου και κάνε σπονδή στον Κοάλεμο, τον θεό των ηλιθίων».

Έχοντας έτοιμο τον διάδοχο, οι δύο πολιτικοί με τη συμπαράσταση των Ιππέων (αξιωματικοί της ανώτερης τάξης) και των νοικοκυραίων της μεσαίας τάξης, επιτίθενται στον Παφλαγόνα, τον «πανούργο, τον φορομπήχτη τον αχόρταγο, τη Χάρυβδη της αρπαγής».

Κι από εκεί αρχίζει ένας καταπληκτικός «πολιτικός διάλογος», από αυτούς που ηχούν τόσο οικείοι στ’ αυτιά μας μέχρι σήμερα.

Πρώτος γύρος: Συκοφαντία

«Θα τον μηνύσω αυτόν τον αλλαντοπώλη», ουρλιάζει ο Παφλαγόνας, «και θα ισχυριστώ πως τροφοδοτεί παράνομα τα πλοία των Πελοποννησίων».

«Κι εγώ θα πω πως έμπαινε με άδεια την κοιλιά στο πρυτανείο κι έβγαινε φουσκωμένος», υπονοώντας πως έκλεβε τις προμήθειες.

«Τρεις φορές πιο δυνατά από σένα θα φωνάζω»

«Θα σε διαβάλω, αν σε ψηφίσουν στρατηγό»

«Αν πεις κιχ, θα σε κομματιάσω».

«Στις απάτες των άλλων χώνεις τη μύτη σου; Εγώ θα σε καταγγείλω στους πρυτάνεις πως οι κοιλιές που έχεις και πουλάς για τις θυσίες είναι αφορολόγητες».

Δεύτερος γύρος: Παροχές

Το μαλλιοτράβηγμα συνεχίζεται στο βουλευτήριο. Ο πονηρός αλλαντοπώλης αποκαλύπτει τάχα ένα σπουδαίο μυστικό και εντυπωσιάζει τους βουλευτές, οι οποίοι τον στεφανώνουν για την καλή είδηση:

«Από την αρχή του πολέμου ποτέ δεν κυκλοφορούσε τόσο φτηνή σαρδέλα στην αγορά. Πάρτε όσα αγγεία βρείτε και τρέξτε να τα γεμίσετε, να επωφεληθείτε από τις χαμηλές τιμές».

Ο Κλέων αντεπιτίθεται άμεσα προτείνοντας: «Θα πρέπει για την καλή είδηση που λάβαμε να σφάξουμε εκατό βόδια στη θεά». Το πλήθος επιδοκιμάζει και ο αλλαντοπώλης πλειοδοτεί με θυσία διακοσίων βοδιών στην Αθηνά και χίλια ερίφια στη θεά Άρτεμη, κερδίζοντας και πάλι την εύνοια των βουλευτών.

Ο Κλέων παίζει τότε το τελευταίο του χαρτί, ενώ ήδη τον τραβούν να τον πετάξουν έξω απ’ το βουλευτήριο: «Σταθείτε ν’ ακούσετε πρώτα τον κήρυκα που ήρθε από τη Σπάρτη και ζητά ειρήνη».

Αυτή ήταν πράγματι μια εντυπωσιακή κίνηση, εφόσον ο Κλέων έως τώρα ήταν φανατικός οπαδός του πολέμου! Αλίμονο, όμως· ήταν πια αργά. «Τώρα ειρήνη; Είναι που έμαθαν, καταραμένε, πως έχουμε φτηνές σαρδέλες. Δεν θέλουμε ειρήνη. Άσε τον πόλεμο να σούρνεται», του φώναξαν οι ακροατές κι έτρεξαν όλοι στην αγορά να προλάβουν τις φτηνές σαρδέλες.

Κι ο πονηρός αλλαντοπώλης, μοιράζει δωρεάν χορταρικά για να τις συνοδεύσουν, καυχώμενος πως κέρδισε ολόκληρη τη βουλή με έναν οβολό. Όσο του κόστισαν τα χορταρικά!

Τρίτος γύρος: Κολακεία

Ο Κλέων βράζει πλέον από τον θυμό του, που χάνει από έναν τυχάρπαστο και ζητά να κριθούν απευθείας από τον λαό. «Κανείς δεν κοροϊδεύει τον λαό καλύτερα από εμένα. Γιατί εγώ έχω την ικανότητα να τον κάνω να απλώνει και να μαζεύεται».

Λαός είναι στο έργο ο γέρο – Δήμος.

«Ὦ Δημίδιον, φίλτατον!» αναφωνεί ο Κλέων. «Αγαπημένε μου λαουτζίκο, έλα έξω να δεις τι τραβάω για σένα. Με χτυπούν, επειδή σ’ αγαπώ κι είμαι μαζί σου ερωτευμένος, λαέ μου».

«Κι εγώ σ’ αγαπώ, λαέ μου», πετάγεται ο άλλος, «και θέλω να σε ωφελήσω, αλλά αυτός εδώ δεν με αφήνει».

«Ποιος θα σ’ αγαπήσει πιο πολύ από μένα, λαέ μου; Εγώ, όταν έγινα βουλευτής, μάζεψα τόσα χρήματα για σένα, αδιαφορώντας που άλλους τους έπνιξα, άλλους τους κρέμασα και από άλλους πήρα δανεικά, γιατί ήξερα πως αυτό σου αρέσει».

Ο αλλαντοπώλης ξεσπαθώνει: «Χαρά στο πράγμα! Αυτό θα το κάνω κι εγώ, λαέ μου. Θ’ αρπάξω τα ξένα ψωμιά και θα τ’ αραδιάσω μπροστά σου. Αλλά, θα σου αποδείξω πως αυτός καθόλου δεν σε αγαπά και δεν θέλει το καλό σου, παρά μόνο να απολαμβάνει τη θαλπωρή σου. Βλέπεις, καθόλου δεν τον νοιάζει που έχει εσένα, που πολέμησες γενναία στον Μαραθώνα για την πατρίδα σου, να κάθεσαι πάνω στα σκληρά βράχια. Εγώ, όμως; Κοίτα τι σου φέρνω! Έλα, σήκω να κάτσεις στο μαξιλάρι που σου’ ραψα, μην τυχόν χαλάσεις ό, τι είχες στη Σαλαμίνα».

Ο λαός εκστασιάζεται με τη φιλολαϊκή αυτή πράξη του αγνώστου, αλλά ο Κλέων του υπενθυμίζει πως κάθε θυσία αξίζει προκειμένου να γίνει η Αθήνα κυρίαρχος όλης της Ελλάδας. Έως τότε «εγώ θα τους συντηρώ μέχρι να’ ρθει εκείνη η μέρα, εγώ θα τους παρέχω μισθό με θεμιτούς κι αθέμιτους τρόπους», ξεφωνίζει.

«Οκτώ χρόνια τους βλέπεις να δυστυχούν και δεν σου καίγεται καρφί», λέει ο αλλαντοπώλης. «Πετάς έξω με τις κλωτσιές όποιον απεσταλμένο του εχθρού κάνει λόγο για ειρήνη, γιατί ξέρεις πως, αν τελειώσει ο πόλεμος και ο κόσμος ζήσει κανονικά, θα καταλάβει τι του έκανες τόσα χρόνια και δεν θα σε ξαναψηφίσει ποτέ. Γι’ αυτό τους κρατάς σε τούτες τις άθλιες συνθήκες, αποσβολωμένους από την ανάγκη».

Ο αλλαντοπώλης συγκινεί και πάλι τον Δήμο προσφέροντας τα σανδάλια και τον χιτώνα του. Ο Κλέων τότε υπόσχεται πως θα δώσει στον λαό μισθό, χωρίς να χρειάζεται να δουλεύει. Απλώς θα τον ρουφάει από μια κούπα.

Οι προσφορές συνεχίζονται, η μία γελοιότερη από την άλλη με αποκορύφωμα την υπόσχεση του Κλέωνα να τους αφαιρέσει τις άσπρες τρίχες, για να τους ξανακάνει νέους.

Ο σοφός λαός

Όταν ο χορός των ιππέων κατηγορεί τον Δήμο πως παρασύρεται εύκολα και χάφτει ό, τι του σερβίρει ο καθένας με ωραία λόγια, εκείνος αντιδρά:

«Δεν έχετε ίχνος μυαλού κάτω απ’ τα μαλλιά σας, αν νομίζεται ότι εγώ είμαι απερίσκεπτος. Θέλω και κάνω τον χαζό, γιατί μου αρέσει να μασουλάω όλη μέρα και κλέβοντας να συντηρώ έναν προστάτη. Κι όταν αυτός σκάσει απ’ τη μάσα, τον εξοντώνω. Σκεφτείτε αν σοφά τους διαχειρίζομαι, αυτούς εδώ που φαντάζονται πως είναι ξύπνιοι και με δουλεύουν. Γιατί, ενώ κάνω τα στραβά μάτια όταν κλέβουν, προσεκτικά τους παρατηρώ κι έπειτα τους αναγκάζω να ξεράσουν όσα έκλεψαν»

Οι δύο αντίπαλοι διαμαρτύρονται.

«Εγώ ετοιμαζόμουν τρεις μέρες για να σου ετοιμάσω κάτι καλό, λαέ μου»

«Εγώ ετοιμαζόμουν δέκα μέρες και δώδεκα και χίλιες και πάρα πάρα πάρα πάρα πολύ καιρό»

«Κι εγώ», λέει ο λαός, «προσμένοντας τριάντα χιλιάδες χρόνια, πάρα πάρα πάρα πολύ και τους δύο σας μισώ».

Ο νικητής

Παρ’ όλα αυτά, ο λαός θα επιλέξει έναν από τους δύο. Ποιον; Μα αυτόν που του πρόσφερε όλα όσα είχε στο καλάθι του και δεν κράτησε τίποτα για τον εαυτό του.

«Εγώ σε χειροκροτούσα και σε στεφάνωνα κι εσύ κρατούσες το μεγαλύτερο κομμάτι από την πίτα, δίνοντάς μου ψίχουλα!», λέει ο αγανακτισμένος λαός στον Κλέωνα και δίνει το στεφάνι της εξουσίας στον αλλαντοπώλη, που τον λένε Αγοράκριτο.

«Ντρέπομαι», λέει ο Δήμος, «για τα λάθη που έκανα ως τώρα».

«Όχι δα», τον χαϊδολογά ο νέος ηγέτης. «Δεν φταις, βέβαια, εσύ, αλλά εκείνοι που σε ξεγελούσαν».

Έτσι, οι Αθηναίοι ξεφορτώθηκαν έναν διεφθαρμένο δημαγωγό και φορτώθηκαν έναν χειρότερο, που φωνάζει περισσότερο, ψεύδεται πιο αποτελεσματικά, και κολακεύει πιο γλυκά.

Και νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων.

Σενέκας: Οι αρχαίοι έχουν χρόνο για σένα

Η ζωή είναι όμορφη και μοναδική. Κάποιες φορές ωστόσο τυχαία εμπόδια ματαιώνουν την ευτυχία μας. Σαν τοίχος στέκονται μπροστά μας και αποσπούν την προσοχή μας από τον στόχο. Οι επιλογές πολλές. Άλλες γνωστές άλλες άγνωστες. Πώς θα χειριστούμε τη ζωή μας με τον καλύτερο δυνατό τρόπο;

Ο Σενέκας διδάσκει τον Λουκίλιο μέσω επιστολών. Είναι ο μέντοράς του και επιθυμεί να οπλίσει τον Λουκίλιο με φρόνηση που θα οδηγήσει στις ορθές πράξεις και ασφαλώς στην ευτυχία. Οι συμβουλές του, αν και βασίζονται στη φιλοσοφική παράδοση του Στωικισμού, αντλούν διδάγματα από ολόκληρη τη φιλοσοφία. Αυτό είναι εμφανές στον Σενέκα· η φιλοσοφία δεν είναι αγώνας για την επικράτηση του καλύτερου. Ο στόχος είναι κοινός σε όλους τους φιλοσόφους, παρά τα διαφορετικά μονοπάτια που οδηγούν σ’ αυτόν. Ενώ όμως γνωρίζουμε τον στόχο, συχνά παρασυρόμαστε. Χωρίς ορατή αιτία:

«Τι είναι αυτό, Λουκίλιε, που μας παρασύρει αλλού όταν θέλουμε αλλού να τραβηχτούμε, και μας σπρώχνει εκεί από όπου επιθυμούμε να απομακρυνθούμε; Τι είναι αυτό που παλεύει με την ψυχή μας, και δεν μας επιτρέπει να επιθυμούμε κάτι για μια φορά; Ταλαντευόμαστε μεταξύ διαφορετικών συμβουλών. Δεν θέλουμε τίποτε ελεύθερο, τίποτε απόλυτο, τίποτε με διάρκεια.»
Σενέκας, Επιστολές στον Λουκίλιο 52.1

Αυτή είναι μόνο η εισαγωγή του Σενέκα. Ο Στωικός φιλόσοφος δεν διστάζει να αναφερθεί στον Επίκουρο (ιδρυτή της «αντίπαλης» φιλοσοφίας). Το ερώτημα είναι ανοιχτό: Ποιος μπορεί να μας καθοδηγήσει στον δρόμο της ζωής; Οι άνθρωποι μαθαίνουν να ζουν. Ο Επίκουρος ξεχωρίζει τους τύπους ανθρώπων, ανάλογα με την προσπάθεια που καταβάλλουν. Η πρώτη κατηγορία είναι η μικρότερη. Περιλαμβάνει μόνο τους λιγοστούς από τους ανθρώπους που χαράσσουν τον δρόμο τους μόνοι (fecisse sibi ipsos viam), χωρίς βοήθεια από κανέναν. Δεν αναφέρονται παραδείγματα, αν και όλοι μπορούμε να φανταστούμε τους φιλοσόφους που εννοεί. Ο Σενέκας δεν συγκαταλέγει τον εαυτό του σ’ αυτή την κατηγορία. Θα είναι ευχαριστημένος, παραδέχεται με σεμνότητα, αν ανήκει στη δεύτερη κατηγορία: μεταξύ εκείνων που ακολουθούν τον δρόμο που χάραξαν οι πρώτοι, χωρίς όμως μεγάλη προσπάθεια. Ως παράδειγμα της δεύτερης κατηγορίας ο Επίκουρος αναφέρει τον Μητρόδωρο (Ex his Metrodorum ait esse).

Όσο προχωρούν οι κατηγορίες γίνονται πολυπληθέστερες. Στο τρίτο είδος ανθρώπου, σύμφωνα με τον Επίκουρο, ανήκε ο Έρμαρχος (Hermarchum ait Epicurus talem fuisse). Η διαφορά με την προηγούμενη κατηγορία έχει να κάνει με τη στάση του ατόμου· και οι δύο τύποι ανθρώπων έχουν ανάγκη από καθοδήγηση. Εδώ όμως ο δάσκαλος είναι εκείνος που θα ωθήσει τον μαθητή, θα τον αναγκάσει να ακολουθήσει τον ορθό δρόμο (qui cogi ad rectum conpellique possunt). Και οι δύο αυτές κατηγορίες είναι άξιες συγχαρητηρίων, η προσοχή όμως στρέφεται περισσότερο σε εκείνον που χρειάζεται μεγαλύτερη βοήθεια, καθώς ο δάσκαλος λαξεύει το δυσκολότερο υλικό (in difficiliore materia). Πού θα αναζητηθεί όμως ο δάσκαλος που θα μας τραβήξει από το χέρι; Η απάντηση είναι απλή. Στους αρχαίους. Αυτοί έχουν πάντοτε ώρα για όλους.

«Υπάρχουν εμπόδια στον δρόμο. Γι’ αυτό μοχθούμε, και καλούμε για βοήθεια άλλους. ‘Ποιους;’ αναρωτιέσαι, ‘θα επικαλεστούμε; Αυτόν ή τον άλλο;’ Μπορείς βέβαια να επιστρέψεις στους αρχαίους, που έχουν χρόνο· Μπορούμε να πάρουμε βοήθεια όχι μόνο από όσους ζουν αλλά και από εκείνους που δεν βρίσκονται πια στη ζωή.»
Σενέκας, Επιστολές στον Λουκίλιο 52.7

Η φιλοσοφία ανοίγει δρόμους. Δεν είναι όμως μόνο τα διδάγματα που οδηγούν στη σοφία. Η επιρροή γίνεται μεγαλύτερη με την πράξη. Ο Σωκράτης και ο Επίκουρος δημιούργησαν στρατιές φιλοσόφων όχι με λόγια αλλά με έργα:

«Ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης και όλο το πλήθος των σοφών που επέλεξαν να ακολουθήσουν διαφορετικούς δρόμους, ωφελήθηκαν περισσότερο από την προσωπικότητα παρά από τα λόγια του Σωκράτη. Δεν ήταν η σχολή του Επίκουρου, αλλά ότι έζησαν κάτω από την ίδια στέγη, που έφτιαξε μεγάλους άντρες όπως τον Μητρόδωρο, τον Έρμαρχο και τον Πολύαινο.»
Σενέκας, Επιστολές στον Λουκίλιο 6.6

Η πράξη αποτελεί το μέγιστο παράδειγμα. Ο φιλόσοφος δεν θα ακούσει μόνο τα διδάγματα, θα μιμηθεί πρότυπα. Όσοι εντρύφησαν στη φιλοσοφία, δεν κράτησαν τη σοφία για τον εαυτό τους, προσπάθησαν να βοηθήσουν και τους άλλους. Η ζωή είναι μικρή για να την ανακαλύψουμε μόνοι. Αλλά τόσο όμορφη αν ξέρουμε πώς να τη ζήσουμε.

Ο μυθαγωγός Joseph Campbell

«Ο στόχος της ζωής είναι να κάνει τον ρυθμό της καρδιάς σας να ταιριάζει με το ρυθμό του Σύμπαντος, να ταιριάξει τη ‘φύση’ σου με τη Φύση. Ακολουθήστε την ευδαιμονία σας και το Σύμπαν θα ανοίξει τις πόρτες για σας, εκεί όπου υπήρχαν μόνο τοίχοι. Ιερός χώρος σας είναι εκείνος όπου μπορείτε να βρείτε τον εαυτό σας ξανά και ξανά. Με το να πηγαίνουμε κάτω στην άβυσσο ανακαλύπτουμε τους θησαυρούς της ζωής. Εκεί που παραπατούμε, εκεί βρίσκεται ο θησαυρός μας. Βρείτε μια θέση στον εσωτερικό σας κόσμο, όπου υπάρχει χαρά, και η χαρά θα κάψει τον πόνο. Πρέπει να είμαστε πρόθυμοι να απαλλαχτούμε από τη ζωή που έχουμε προγραμματίσει, έτσι ώστε να αποκτήσουμε τη ζωή που μας περιμένει. Το παλιό δέρμα πρέπει να βγει, πριν να μπορέσει να έρθει το νέο»
Joseph Campbell

Ο Joseph Campbell (1904-1987), Πανεπιστημιακός, Φιλόσοφος και μυθολόγος, γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη στις 26 Μαρτίου 1904. Στην παιδική του ηλικία ήλθε σε επαφή με τις παραδόσεις των γηγενών Αμερικανών (Ινδιάνων), ενώ μετά τις Πανεπιστημιακές και μεταπτυχιακές σπουδές του, έκανε μια διεισδυτική μελέτη για τον Αρθουριανό μύθο και τη σχετική φιλολογία των αυλικών ερώτων της μεσαιωνικής Γαλλίας. Μια απροσδόκητη συνάντησή του με τον νεαρό Jiddu Krisnamurti, του άνοιξε νέους ορίζοντες.

Στην Ευρώπη, ο Κάμπελ ανακάλυψε τον Βουδισμό, τον Ινδουισμό, και ανάμεσα σε άλλους, σύγχρονους φιλοσόφους αλλά και τους Sigmund Freud, Carl Gustav Jung οι οποίοι τον επηρέασαν καταλυτικά.Όταν Campbell αποσύρθηκε από την Πανεπιστημιακή του θέση μετακόμισε στη Χαβάη, άρχισε να ταξιδεύει και να δίνει διαλέξεις ανά τον κόσμο, να εμφανίζεται στην τηλεόραση και να διεξάγει σεμινάρια. Έγινε επίτιμο μέλος του Ινστιτούτου Carl Gustav Jung του San Fransisco..

Επηρέασε τον κινηματογράφο και ιδιαίτερα τον παραγωγό George Lucas, ο οποίος βασισμένος στις μυθολογικές έρευνες του Campbell γύρισε, την γνωστή κινηματογραφική επιτυχία «Πόλεμος των Άστρων».

Το βιβλίο του «Ο ήρωας με τα χίλια πρόσωπα» το οποίο εκδόθηκε το 1949, έτυχε αμέσως ευρείας αποδοχής και στο πέρασμα του χρόνου χαρακτηρίστηκε έργο κλασικό. Στη μελέτη του γύρω από το «μύθο του ήρωα», ο Κάμπελ υποστήριζε ότι στους μύθους, το ταξίδι του ήρωα ακολουθεί ένα σταθερό μοντέλο, ένα μοντέλο που ακολουθούν όλοι πολιτισμοί και βάσει του οποίου «χτίζουν» τα διάφορα έπη και τους ηρωικούς τους μύθους.

Στο βιβλίο αυτό επίσης, σκιαγράφησε τις βασικές συνθήκες, τα στάδια, και τις εκβάσεις του αρχέτυπου ταξιδιού του ήρωα. Απεβίωσε το 1987. Τον επόμενο χρόνο, μια σειρά τηλεοπτικών συνεντεύξεων που είχε δώσει στον Bill Moyers και παρουσιάστηκαν με τίτλο «The Power of Myth» ("Η Δύναμη του Μύθου"), έκαναν τις απόψεις του γνωστές σε εκατομμύρια ανθρώπους.

Ο «ήρωας με τα χίλια πρόσωπα», έφερε στο συγγραφέα του το βραβείο του Εθνικού Ινστιτούτου Τεχνών και Γραμμάτων για δημιουργική εργασία στη φιλολογία. Στις διάφορες εκδόσεις του πούλησε εκατοντάδες χιλιάδες αντίτυπα και μεταφράστηκε σε αρκετές γλώσσες.

Ο Campbell αναγνωρίζει πίσω από τους μύθους, παγκόσμια αρχέτυπα που επαναλαμβάνονται διαχρονικά σε όλους τους πολιτισμούς. Σε όλους για παράδειγμα τους μύθους, υπάρχουν στάδια τα οποία οι ήρωες να διανύσουν έως ότου λυτρώσουν μέσα από αυτά την ανθρωπότητα. Ξεκινώντας από την αρχική αναζήτηση του ήρωα, το κάλεσμα στην περιπέτεια και την κρίση, έως τη στιγμή της επιστροφής και της μεταμόρφωσης. Κάτ΄ αυτόν τον τρόπο απεικονίζεται έντεχνα η διαχρονική ισχύ των μυθικών φιγούρων εμπνέοντας ακόμα και σήμερα, όλες εκείνες τις εσωτερικές διεργασίες των ηρώων που συναντάμε ακόμα και σε σύγχρονους μύθους. Κινηματογραφικές επιτυχίες όπως το Matrix, ο Harry Poter, και ο πόλεμος των άστρων ακολουθούν τα κλασσικά αυτά αρχετυπικά μυθολογικά μοτίβα.

Θα σταθώ για λίγο εδώ λόγω επικαιρότητας του «πολέμου των άστρων». Όπως έχω πρόσφατα γράψει σε άρθρο μου, η αρχική τριλογία αποτελεί ένα έπος όπου λαμβάνουν χώρα, τρία κλασικά στάδια «μυήσεως». Αποχώρηση (από την εστία), μύηση, και επιστροφή. Ο ήρωας της ταινίας Luke skywalker (αυτός που περπατά σ τους ουρανούς..) πεθαίνει και αναγεννάτε συμβολικά στον παγωμένο πλανήτη HOTH, στην συνέχεια τριγυρνάει χαμένος στον σκοτεινό πλανήτη Dagobah, αναζητώντας τον δάσκαλο, για να «μυηθεί», στους δρόμους της δύναμης (ολίγον ΖΕΝ) από τον Jedi master YODA.

Ο Luke αποδεικνύεται άξιος της μυήσεως και χρησιμοποιεί ορθά την «δύναμη». Το αποκορύφωμα έρχεται, όταν έρχεται σε σύγκρουση με τον Σκοτεινό Άρχοντα των Darth Veder, ο οποίος αν υπήρξε και αυτός μυημένος από στην ίδια «δύναμη», υπέπεσε στην πλάνη και πέρασε στην αντίθετη όχθη του κακού. Στην αποκορύφωση της δοκιμασίας, σε μία επική μάχη ζωής και θανάτου, Darth Veder του αποκαλύπτει πως είναι ο πατέρας του, και προσπαθεί να τον δελεάσει να χρησιμοποιήσει την «σκοτεινή δύναμη», ώστε να αποκτήσει ότι επιθυμεί.

Ο Luke ως νέος Ηρακλής επιλέγει την δύσκολη ατραπό, δεν ξελογιάζεται από τις σειρήνες και τελικά κατορθώνει να σκοτώσει τον εκπρόσωπο του κακού. Μετουσιώνοντας κατ’ αυτόν τον τόπο εντός του, όλη την γνώση και την δύναμη τόσο του καλού όσο και του κακού. Δυαδικότητα. Η ισορροπία της γνώσης.

Είναι η στιγμή που έρχεται αντιμέτωπος με τους χειρότερους φόβους του, ξεπερνάει τους φύλακες του έτερου κόσμου, αναγνωρίζει τις σκοτεινές όψεις του εαυτού του και τα κομμάτια εκείνα του εγώ που μας δεσμεύουν στο παρελθόν.Όλοι μας επαναλαμβάνουμε κατά τον ίδιο τρόπο ασυνείδητα τα ίδια μυητικά στάδια σε όλα τα στάδια της εξέλιξης μας…

Αρχικά ως έμβρυα και στην συνέχεια ως βρέφη, προετοιμαζόμαστε να ενταχθούμε για πρώτη φορά στο σκληρό εξωτερικό περιβάλλον. Αναγκαζόμαστε να εγκαταλείψουμε το σκοτάδι και τη παραδείσια μακαριότητα της μήτρας της μητέρας μας, η οποία μας παρέχει ότι χρειαζόμαστε, (βλέπε μυσταγωγικές τελετές πάντα υπό το στο σκότος και σε φυσικά ή τεχνητά σπήλαια), και στην συνέχεια με την γέννηση μας αγωνιζόμαστε και μοχθούμε να εγκλιματιστούμε στις νέες σκληρές εξωτερικές συνθήκες.

Το σοκ είναι μεγάλο, (δοκιμασίες των μυητικών τελετών) δεν επιθυμούμε την έξοδο μας από την παραδείσια μακαριότητα της , όμως εντέλει υπακούοντας στο κάλεσμα της φύσης και του προορισμού μας, βγάζουμε τα τελευταία υγρά από τους πνεύμονες μας (καθώς αναπτυσσόμαστε μέσα στα μητρικά ύδατα κατ' αντιστοιχία των κοσμικών και πλανητικών υδάτων από όπου ξεκίνησε η ζωή) αναπνέουμε αέρα, γευόμενοι για πρώτη φορά το γάλα της μητέρας μας. Ένας νέος άγνωστος και τρομακτικός κόσμος που ξεκινά με μοίρασμα και το μεγαλύτερο θαύμα αυτό της ανιδιοτελούς αγάπης.

Κάτι που ξεχνάμε στην πορεία της ζωής μας…Αυτό είναι το πρώτο ακούσιο τελετουργικό μετάβασης, καθορισμένο και οργανωμένο από την ίδια τη φύση. Kάπως έτσι ξεκινά για όλους μας το επίπονο αλλά ταξίδι μαγικό της ζωής.

Ας επιστρέψουμε όμως στον Campbell. Ίσως το πιο σημαντικό και με διαχρονική ισχύ σημείο του Campbell, έχει να κάνει όχι τόσο με τους μηχανισμούς του ταξιδιού του ήρωα, όσο με τον ίδιο τον σκοπό του ήρωα στον πραγματικό κόσμο. Αναφέρει χαρακτηριστικά:

«'Ανέκαθεν η κύρια λειτουργία της μυθολογίας και της τελετουργίας ήταν η γέννηση συμβόλων που ωθούν το ανθρώπινο πνεύμα προς τα εμπρός, αντιδρώντας κατ' αυτό τον τρόπο σ' όλους εκείνους που έχουν την τάση να πηγαίνουν την ανθρωπότητα προς τα πίσω. Στην πραγματικότητα, μπορεί κάλλιστα ένα πολύ υψηλό ποσοστό νευρωτισμού των ανθρώπων της σύγχρονης εποχής ν 'ακολουθεί αυτή τη σταδιακή πορεία αποκλιμάκωσης της πνευματικής βοήθειας που δεχόμαστε απ' τους μύθους.

Πρωταρχικό καθήκον του ήρωα είναι να δραπετεύσει απ' τα εγκόσμια και να εισχωρήσει σ' εκείνες τις αιτιώδεις ζώνες του ψυχισμού όπου δεσπόζουν οι δυσκολίες, προκειμένου να αποσαφηνίσει τις αιτίες τους και κατόπιν να τις εξαλείψει-αφού παλέψει πρώτα με τους αρχέτυπους δαίμονες της κουλτούρας του για να βγει εν τέλει νικητής και να κατακτήσει την ανόθευτη, άμεση εμπειρία της αφομοίωσης των ‘αρχέτυπων εικόνων’ του Carl jung.»

Για τον Campbell, η Μυθολογία δεν είναι απλά η φαντασία του ενός και του άλλου ατόμου. Είναι μια συστηματοποιημένη οργάνωση των φαντασιών σε σχέση με τις αξίες μιας δεδομένης τάξης στην κοινωνία. Οι μυθολογίες πάντα πηγάζουν από συγκεκριμένα μυθολογικά περιβάλλοντα. Και όταν συνειδητοποιείς ότι καθένας από τους αρχαίους πολιτισμούς ήταν βασισμένος σε μια μυθολογία, μπορείς τότε να καταλάβεις την δύναμη αυτής της μεγάλης, πολύ μεγάλης κληρονομιάς που έχουμε.

Λειτουργίες του Μύθου

Ο Campbell αναγνώρισε στην μυθολογία, τέσσερις βασικές λειτουργίες όσον αφορά στην επίδραση της πάνω στην ανθρώπινη εμπειρία, τις οποίες εξέφρασε σε πολλά έργα του όπως στο τέλος του τετράτομου «Μάσκες του Θεού» [1962 - 68] και στη «Δύναμη του Μύθου» [1988].

· Αφύπνιση ενός Αισθήματος Δέους μπροστά στο Μυστηρίου της Ζωής.

Ο Campbell υποστήριζε ότι το ανώτερο μυστήριο της ύπαρξης δεν μπορεί να εκφραστεί με το λόγο, γιατί προϋπάρχει και υπερβαίνει αυτόν. Η μόνη δυνατή προσέγγιση του αυτού είναι η άμεση εμπειρία. Οι μύθοι και οι τελετές που τους αναπαριστούν μπορούν να οδηγήσουν σε μία τέτοια εμπειρία μέσω της σύνδεσης της ατομικής εμπειρίας με κάτι μεγαλύτερο. Έτσι όρισε και την ετυμολογία της λέξη religion (λατ. religio) ως re-link (επανασύνδεση).

· Κοσμολογική Λειτουργία

Τον καιρό της δημιουργίας τους, οι μύθοι λειτουργούσαν ως πρώτο-επιστήμη, αναγάγωντας γενικά συμπεράσματα μέσα από φυσικές παρατηρήσεις.

· Διατήρηση της Υπάρχουσας Τάξης

Η δομή των αρχαίων κοινωνιών δημιουργήθηκε κάτω από πολύ ισχυρότερες πιέσεις απ'ότι οι σύγχρονες. Η δομή αυτή συχνά κρινόταν απαραίτητη για την επιβίωση των κοινωνιών αυτών και εδώ ο μύθος έπαιζε τον βασικό ρόλο για τη διαιώνιση της.

· Καθοδήγηση του ανθρώπου μέσα από τα στάδια της ζωής

Εδώ ο μύθος προσέφερε ένα αρχετυπικό πρότυπο για την τα στάδια της ενηλικίωσης, της ζωής μετά και τελικά την αντιμετώπιση της πραγματικότητας του θανάτου. Στάδια τα οποία συναντάμε στις τελετές μυήσεως και ενηλικίωσης σε όλους τους αρχαίους και όχι μόνο πολιτισμούς.

Ο Campbell ανέπτυξε το μύθο του ήρωα, την άποψη του, δηλαδή, ότι στη λογοτεχνία, στο θέατρο, στα παραμύθια, στη θρησκευτική ζωή, στην ψυχολογία και σε όλες τις αφηγήσεις υπάρχει μια κοινή γραμμή αφήγησης, η οποία περιλαμβάνει συγκεκριμένα στάδια και όχι μόνο: έχει παρόμοια αφετηρία και τελικό προορισμό.

Ο Campbell υποστήριζε ότι όλοι οι πρωταγωνιστές μιας ιστορίας περνούν από δώδεκα διαφορετικά στάδια, τα οποία μάλιστα είναι ουσιαστικά για την προσωπική τους ανάπτυξη και εξέλιξη.

Το ταξίδι αρχίζει

Το ταξίδι του κάθε ήρωα έχει ως αφετηρία του τον κόσμο όπως αυτός υπάρχει γύρω μας, τίποτε το μαγικό δηλαδή. Ο ήρωας μας περνάει δύσκολες στιγμές, ή βρίσκεται σε ένα δίλημμα, ή δεν μπορεί να χειριστεί μια κατάσταση. Έχει άγχος, δεν μπορεί να χειριστεί τη ζωή του όπως θα ήθελε. Εκείνη τη στιγμή, λοιπόν, τον καλεί η περιπέτεια. Ο ήρωας μας αρχίζει το ταξίδι του, παρακινούμενος είτε από εξωτερικές δυνάμεις (κάτι συμβαίνει στον περίγυρό του, στην οικογένειά του, στην κοινωνία) ή από τον ίδιο του τον εαυτό (έχει ξεπεράσει τα όριά του και αποφασίζει να παλέψει).

Οι πρώτες δυσκολίες

Ξαφνικά, πάνω που ο ήρωας έχει αποφασίσει να παλέψει για τη ζωή που θέλει, συνειδητοποιεί πως οι αλλαγές και οι προκλήσεις είναι τόσες, που δεν ξέρει αν μπορεί και αν θέλει να τις διαχειριστεί. Έτσι, κάνει ένα βήμα πίσω, μέχρι που έρχεται η ώρα που συναντά έναν καθοριστικό χαρακτήρα, το μέντορα του. Ο μέντορας είναι ένα πρόσωπο γεμάτο γνώση και εμπειρίες που συμβουλεύει και εμπνέει τον ήρωα μας για το πώς να προχωρήσει.

Το κατώφλι

Ο ήρωας, μετά από την εσωτερική του πάλη για το εάν τελικά θα αλλάξει τη ζωή του ή όχι, διαβαίνει το κατώφλι ενός ανεξερεύνητου κόσμου που δε γνωρίζει πού τον οδηγεί. Συναντά διάφορα πρόσωπα, άλλα φιλικά και άλλα εχθρικά και συνάπτει συμμαχίες με όσους μπορούν να τον βοηθήσουν.

Η πρόκληση

Η μεγάλη πρόκληση έρχεται για τον ήρωα, που τώρα πλέον γνωρίζει ποιος είναι ο στόχος του και ποιοι οι σύμμαχοί του. Ο ήρωας αντιμετωπίζει τους μεγαλύτερους φόβους του στο ταξίδι του στην άγνωστη ζώνη, έρχεται αντιμέτωπος με το θάνατο, την απώλεια, την αλλαγή. Τελικά, μετά από πολλές δοκιμασίες…

Η επιβράβευση

Ο ήρωας φθάνει στο σημείο που επιβραβεύεται για όσα πέρασε. Αυτό σημαίνει πως απέκτησε γνώσεις, εμπειρίες και εργαλεία για να αντιμετωπίζει τις δυσκολίες και πως πλέον είναι έτοιμος να πολεμήσει ξανά αν χρειαστεί. Η επιβράβευση δε σημαίνει και το τέλος του αγώνα: τώρα ο ήρωας γνωρίζει πως τίποτε δεν είναι δεδομένο και πως ότι απέκτησε μπορεί να χαθεί ανά πάσα στιγμή.

Η επιστροφή

Ο ήρωας επιστρέφει στην καθημερινή του ζωή. Είναι πιθανό προτού όλα πάρουν το δρόμο τους να χρειάζεται να αντιμετωπίσει μια τελευταία πρόκληση, μια ακόμη θυσία ή μια σύγκρουση. Τώρα, όμως, είναι οπλισμένος με όλα τα απαραίτητα εφόδια για να αντιμετωπίσει κάθε δυσκολία.

Έτσι μοιάζουν και όλες οι περιπέτειες που ζούμε καθημερινά, όλες μας οι ιστορίες. Αντιμετωπίζουμε μια δύσκολη κατάσταση που τελικά μας δίνει δύναμη για να πάμε μπροστά και γνώση για την επόμενη φορά, για την επόμενη δυσκολία. Όπως ο ήρωας μας δε χάνει την πίστη του, έτσι και εμείς μπορούμε να κρατήσουμε την ελπίδα μας για το μέλλον!

Κεντρικά μοτίβα της θρησκευτικής μυθολογίας είναι για τον Campbell η κατάπτωση από την αρχέγονη, άχρονη, αμετάβλητη και υπερβατική ενότητα της «μυστικιστικής έκστασης» στη συνήθη υλική πολλαπλότητα και μεταβλητότητα του φυσικού κόσμου η οποία διέπεται από ζεύγη αντιθέτων: καλό-κακό, αρσενικό-θηλυκό, Θεός-άνθρωπος, φύση-κοινωνία κλπ. Η δυαδικότητα αυτή είναι εγγενές χαρακτηριστικό της φύσης και της μικρογραφίας της, της ζωής, καθώς απεικονίζει τον τρόπο με τον οποίον αντιλαμβάνεται η συμβατική ανθρώπινη συνειδητότητα τον κόσμο, αποτελώντας έτσι δείγμα απομάκρυνσης από το ενιαίο, αρχέγονο, θεϊκό πνευματικό επίπεδο το οποίο υπερέβαινε κάθε διάκριση και πολλαπλότητα.

Οι μύθοι βλέπουν τη ζωή ως εκδήλωση και προβολή στο πεδίο του χρόνου της θεϊκής μορφοποιητικής και δημιουργικής δύναμης η οποία κυβερνά και διαπερνά το Σύμπαν (εκφραζόμενη ως η Μεγάλη Μητέρα), αλλά επιχειρούν και να συμφιλιώσουν τον άνθρωπο με τη μεγάλη κοσμική αντίφαση που ενυπάρχει σε αυτήν: προκειμένου να αντιμετωπίσει τη φθοροποιό τάση που διαφεντεύει το πεδίο του χρόνου, δηλαδή τον θάνατο, η ζωή πρέπει να συντηρηθεί από τις σάρκες της μέσω της τροφικής αλυσίδας, διαπράττοντας φόνο και παραβιάζοντας έτσι την ίδια την ιερότητά της. Μία άλλη όψη της ίδιας αντίφασης είναι η αυτοδιαιώνιση της ζωής με τη βοήθεια του θανάτου, μέσω της διαδοχής των γενεών. Θάνατος και ζωή δεν είναι δύο διαφορετικά πράγματα αλλά οι δύο όψεις της ύπαρξης.

Η ετήσια αναγέννηση της φύσης, ο ηλιακός κύκλος των εποχών και η πορεία της ατομικής ανθρώπινης ζωής μέσω διαδοχικών σταδίων (γέννηση, ωρίμανση, τεκνοποίηση, γήρανση, θάνατος) συσχετίζονται άμεσα με αυτούς τους προβληματισμούς, όντας εκφράσεις της μεταβολής και της επανάληψης η οποία χαρακτηρίζει όχι μόνο το φαινόμενο της ζωής αλλά και τον ίδιο τον φυσικό κόσμο, οδηγώντας σε ένα συνεκτικό σώμα κοινών, αρχετυπικών μυθολογικών συμβόλων που αφορούν την επώδυνη είσοδο στο επικίνδυνο πεδίο της γέννησης, του χρόνου, του θανάτου και του καθημερινού βίου, ουσιαστικά τις αλήθειες της βιολογικής ζωής.

Στόχος των μύθων είναι η συμφιλίωση και η εναρμόνιση των ατόμων με τις αλήθειες αυτές, αλλά την ίδια στιγμή και η διατήρηση της μνήμης της μυστικιστικής συνειδητότητας ως ύψιστου ιδανικού. Επίσης οι μύθοι μπορεί να κωδικοποιούν συλλογικές ιστορικές μνήμες του περάσματος από βουκολικές / θηρευτικές σε αγροτικές κοινωνίες, ενώ όχι σπάνια επικεντρώνονται σε ήρωες οι οποίοι αναχωρούν, υπερπηδούν δοκιμασίες για να φτάσουν σε νέο επίπεδο συνειδητοποίησης και επιστρέφουν για να διδάξουν στην κοινωνία τη γνώση που απέκτησαν, πολλές φορές αυτοθυσιαζόμενοι.

Το αυξημένο επίπεδο συνειδητοποίησης των ηρώων μπορεί να αφορά είτε την εναρμόνιση με τις κοσμικές αλήθειες, είτε την υπέρβαση της επιθυμίας των αγαθών και του φόβου της απώλειάς τους, των δύο καταστάσεων που δεσμεύουν τη συμβατική ανθρώπινη αντίληψη, με στόχο τη βύθιση στον Θεό. Ταυτόχρονα οι μύθοι για τον Κάμπελ προβάλλουν τη συμπόνια για κάθε ζωντανό ον ως μονοπάτι επίτευξης του ιδανικού της προσέγγισης του Θεού, σαν ηθική έκφραση του μυστικιστικού περιεχομένου τους.

Ο Campbell σε συνέντευξη του αναγνωρίζει πως η μυθική εικόνα δεν ταιριάζει με το σύγχρονο μυαλό. Και έτσι το μήνυμα δεν μπορεί να περάσει πια μέσα στο ανθρώπινο υποσυνείδητο. Πρέπει να μεταφράζεις αυτά τα πράγματα στην σύγχρονη ζωή, στην σύγχρονη εμπειρία. Η μυθολογία είναι η αξιολόγηση της εμπειρίας, δίνοντας της την πνευματική ή την ψυχολογική διάσταση. Και αν έχεις πολλά πράγματα που δεν μπορείς να συνταιριάξεις με την σύγχρονη φύση, δεν μπορείς να τα διαχειριστείς…

Υπάρχουν δύο πράματα που πρέπει να γίνουν, εάν πρόκειται να έχεις μια μυθολογία που να είναι κατάλληλη για τον σύγχρονο άνθρωπο. Το ένα πράγμα είναι να πάρεις τον κόσμο της φύσης όπως είναι γνωστός σήμερα, (και θεέ μου, ακούω πρόσφατα για κάποια από τα πράγματα που οι φυσικοί και οι αστρονόμοι ανακαλύπτουν, και είναι τελείως μαγικά και θαυμαστά και απίστευτα…) Αυτό είναι το γόνιμο έδαφος. Δεν είναι δύσκολο να το μετατρέψεις όλο αυτό σε «μυστικιστική» έμπνευση.

Και το δεύτερο πράγμα είναι να συνειδητοποιήσεις ότι η κοινωνία στην οποία είσαι εμπλεκόμενος, δεν είναι αυτή η ομάδα η άλλη ομάδα, αυτή η κοινωνική τάξη ή η άλλη, αυτή η φυλή ή η άλλη, αλλά: ο ΠΛΑΝΗΤΗΣ, ολόκληρος, Η ανθρωπότητα. Και ακόμα δεν έχουμε μια μυθολογία που να αναγνωρίζει την ανθρώπινη ταυτότητα ενός ατόμου στην άλλη πλευρά του διχτυού του γηπέδου του τέννις. Αλλά θα έρθει, θα έρθει, αλλά δεν είναι ακόμη εδώ…

Πρέπει να κερδίσουμε μια εσωτερική, πνευματική ζωή. Να τα φιλτράρουμε όλα από κει μέσα συνειδητά. Πρέπει να περάσουμε από τη δεδομένη συνείδηση στο μυστήριο της συνείδησης, και να βρούμε αυτή την καταπληκτική πτυχή της ζωής- το ότι αποτελούμε μέγα μυστήριο- μέσα μας, μέσα στον εαυτό μας, να το φωτίσουμε. Με τεχνικές σαν τον Διαλογισμό, την εσωτερική ενατένιση μπορούμε να το κάνουμε αυτό.

Αυτό το μυστήριο είναι αυτό για το οποίο μιλούν οι θρησκείες. Και προσωποποιούν αυτό το μυστήριο, αυτό κάνουν. Μας δίνουν εικόνες για να στοχεύουμε. Αυτό είναι ο μύθος. Είναι η εσωτερική πλευρά αυτής της αλήθειας, και σε οδηγεί πιο μέσα και τελικά «έξω» από τον εαυτό σου, σε σύνδεση με το Ολον.»

Ο Campbell, αναφέρει:

«Δεν είμαι μύστης, είμαι ένας λόγιος κι αυτό είναι όλο. Δεν είμαι γκουρού. Είμαι ένας ταξιδιώτης αυτού του χρυσού κόσμου των μύθων , και γράφω βιβλία με τις ανταποκρίσεις μου. Αλλά ξέρω το μήνυμα, το έχω εκλάβει από αυτό τον κόσμο, και το μήνυμα είναι: Βρες, την θεϊκή δύναμη, το θείο μέσα σου. Πώς να το κάνεις αυτό; Η Ελληνική λέξη είναι 'ενθουσιασμός', και το να είσαι ενθουσιώδης σημαίνει να έχεις την Θεία ουσία εντός σου, σημαίνει 'γεμάτος από Θεό μέσα σου, στις ουσίες σου..' Τί είναι αυτό που σε κάνει ενθουσιώδη; Νιώσε το. Ακολούθησέ το. Αυτή είναι πάντα η συμβουλή μου προς τους νέους ανθρώπους. Τι σε ενθουσιάζει αληθινά; Εμπιστέψου το. Ακολούθα την έκσταση σου!

Η έκσταση αυτή, αυτός ο ενθουσιασμός, είναι το μήνυμα του Θεού μέσα σου. Εκεί βρίσκεται η ζωή σου.. Αυτό είναι αλήθεια η ζωή που μας δόθηκε. Ανακάλυψέ την, κάνε την στόχο σου, δική σου πορεία και στόχο, εξερεύνησε το μυστήριο. Ο αληθινός εαυτός σου, ο Θεός, σε περιμένει στην άλλη άκρη.»