7.6. Ο ρόλος της ψυχής και του έρωτα
Στον διχασμένο πλατωνικό κόσμο ο άνθρωπος προσπαθεί να ισορροπήσει. Κατά βάση έλκεται από τον κόσμο των αισθήσεων, είναι κι αυτός ευμετάβλητος, παρορμητικός, ατελής. Υπάρχει όμως και ένα αντίθετο στοιχείο μέσα του, κάτι το σταθερό και αιώνιο, που συγγενεύει με τον κόσμο των Ιδεών. Ο άνθρωπος λοιπόν παλινδρομεί ανάμεσα στους δύο κόσμους.
Στον Φαίδωνα, που είναι αφιερωμένος στις τελευταίες στιγμές του Σωκράτη, ο Πλάτων δείχνει να υιοθετεί το πυθαγόρειο και ορφικό δόγμα της μετεμψύχωσης. Ο άνθρωπος αποτελεί ένωση ενός θνητού σώματος και μιας αθάνατης ψυχής, βιώνει δηλαδή τον ίδιο διχασμό με τον κόσμο. Το σώμα του είναι ολοκληρωτικά παραδομένο στη διαρκή μεταβολή, ενώ η ψυχή του, που είναι ασώματη και αιώνια, είναι από την ίδια τη φύση της συγγενής με τις Ιδέες. Ο Σωκράτης παρουσιάζεται απόλυτα ήρεμος και εξοικειωμένος με την προοπτική του θανάτου του, γιατί για τον φιλόσοφο ο θάνατος δεν είναι συμφορά αλλά απελευθέρωση της ψυχής από τη φυλακή του σώματος. Η φιλοσοφία είναι «μελέτη θανάτου» (Φαίδων 67d). Με την αποδέσμευσή της από το σώμα, η ψυχή απαλλάσσεται από ένα δυσβάστακτο βάρος και μπορεί πλέον να αφιερωθεί απερίσπαστη στη θέαση των Ιδεών.
Η ανθρώπινη ψυχή έχει λοιπόν τη δυνατότητα να έρθει σε άμεση επαφή με τις Ιδέες. Η γνώση των Ιδεών είναι ευκολότερη όταν η αθάνατη ψυχή είναι απαλλαγμένη από το σώμα, μπορεί όμως να επιτευχθεί και κατά τη διάρκεια της επίγειας διαδρομής της, αν η ψυχή καταφέρει να επιβάλει τον δικό της νόμο στο σώμα και να αποφύγει τους περισπασμούς του. Τότε η ψυχή παραμερίζει τα δεδομένα των αισθήσεων και, χρησιμοποιώντας μόνο τη νόηση, διατυπώνει έγκυρες κρίσεις για τα υπάρχοντα πράγματα. Αυτή η έγκυρη γνώση που στηρίζεται στις Ιδέες είναι, κατά τον Πλάτωνα, μια μορφή «ανάμνησης». Η ενσαρκωμένη ψυχή ξαναφέρνει στη μνήμη της την άμεση θέαση των Ιδεών, που βίωσε όταν ήταν απαλλαγμένη από το σώμα. Η μοναδική αυτή εμπειρία έχει χαραχθεί ανεξίτηλα στην ψυχή, συσκοτίστηκε όμως, και κατά κάποιο τρόπο «ξεχάστηκε», όταν η ψυχή επανενώθηκε με ένα θνητό σώμα. Η φιλοσοφική μύηση είναι επομένως μια διαδικασία βαθμιαίας ανάμνησης των λησμονημένων γνώσεων της ψυχής.
Είναι όμως δυνατόν ένας μεγάλος φιλόσοφος, όπως ο Πλάτων, να πιστεύει πραγματικά ότι η αληθινή γνώση είναι ανάμνηση; Ή μήπως έχουμε κι εδώ εφαρμογή της προσφιλούς τακτικής του Πλάτωνα να προσφεύγει στην αλληγορική γλώσσα του μύθου, όταν πρόκειται να θίξει δύσκολα προβλήματα; Η απάντηση σε ένα τέτοιο ερώτημα δεν είναι ποτέ εύκολη. Αν ισχύει πάντως η δεύτερη εκδοχή, τότε αυτό που θέλει να πει ο Πλάτων είναι ότι το ανθρώπινο είδος έχει έμφυτη τη δυνατότητα διανοητικής γνώσης. Εφόσον η γνώση δεν προέρχεται από τις αισθήσεις, πρέπει να προέρχεται από κάπου αλλού. Επομένως, ο άνθρωπος πρέπει να διαθέτει εξαρχής, έστω εν υπνώσει, την ικανότητα να διατυπώνει σωστές κρίσεις. Η πλατωνική ανάμνηση αντιστοιχεί σε αυτό που, πολύ αργότερα, οι φιλόσοφοι της Δύσης θα ονομάσουν a priori γνώση.
Στην Πολιτεία ο Πλάτων θα προχωρήσει σε μια νέα διάκριση. Πιο σημαντική από την αντίθεση σώματος και ψυχής είναι η αντίθεση ανάμεσα στα μέρη της ίδιας της ανθρώπινης ψυχής. Η ψυχή είναι μια πολύπλοκη ενότητα, που διαθέτει διαφορετικά μέρη και διαφορετικές παρορμήσεις. Ο Πλάτων συνειδητοποιεί ότι, ενώ όλοι οι άνθρωποι διαθέτουν ψυχή, έχουν δηλαδή συναισθήματα, αισθητηριακές παραστάσεις και στοιχειώδη τουλάχιστον δυνατότητα κρίσης, ελάχιστοι είναι αυτοί που θα μπορέσουν τελικά να αφιερωθούν στον δρόμο της νόησης. Άρα ο αγώνας δεν διεξάγεται ουσιαστικά ανάμεσα στην ψυχή και στο σώμα, αλλά ανάμεσα σε αντίθετες δυνάμεις της ίδιας της ψυχής.
Η ψυχή λοιπόν διαιρείται σε τρία μέρη. Το πρώτο και κατώτερο ονομάζεται «επιθυμητικό» και είναι η έδρα των ηδονών και των πάσης φύσεως επιθυμιών. Το δεύτερο ονομάζεται «θυμοειδές» και είναι έδρα του πάθους. Και το τρίτο είναι το αθάνατο μέρος της ψυχής μας, το «λογιστικό», που στεγάζει το λογικό και την ορθή κρίση. Τα τρία μέρη της ψυχής βρίσκονται σε διαρκή διαμάχη, με κυρίαρχη την αντίθεση φρόνησης και ηδονής, «λογιστικού» και «επιθυμητικού». Η σωστή ζωή και η κατάκτηση της ευδαιμονίας εξαρτάται από την εναρμόνιση των μερών της ψυχής, που επιτυγχάνεται με την ηγεμονία του λογιστικού στα κατώτερα μέρη της ψυχής. Τότε ο άνθρωπος είναι σε θέση να ελέγχει τις επιθυμίες του, με εγκράτεια και σωφροσύνη, να μετασχηματίζει το πάθος του σε ανδρεία και να κατευθύνει τον λογισμό του στη γνώση και στη σοφία. Τρεις βασικές αρετές, η σωφροσύνη, η ανδρεία και η σοφία, αντιστοιχούν στα τρία μέρη της ψυχής, και χαρακτηρίζουν τον ενάρετο βίο. Σε αυτές πρέπει να προστεθεί και μια τέταρτη, η δικαιοσύνη, που αντιστοιχεί στην ισορροπία του συνόλου. Δίκαιος άνθρωπος είναι αυτός που έχει καταφέρει να εναρμονίσει τα τρία μέρη της ψυχής του, όπως δίκαιη πολιτεία είναι αυτή που έχει βρει την ισορροπία ανάμεσα στις βασικές ομάδες των πολιτών της.
Ο δίκαιος άνθρωπος έχει επιβληθεί στις επιθυμίες του, έχει κατευνάσει τα πάθη του και, με αυτό τον τρόπο, έχει ανοίξει τον δρόμο για την επικοινωνία του αθάνατου μέρους της ψυχής του με τις Ιδέες. Στη δύσκολη αυτή διαδρομή θα αναζητήσει, όπως είδαμε, τη βοήθεια ενός φωτισμένου δασκάλου, μιας σχολής φιλοσοφίας, μιας οργανωμένης πολιτείας. Θα αντλήσει όμως δύναμη και από έναν ανέλπιστο εσωτερικό σύμμαχο. Πρόκειται για τον έρωτα, την πιο ισχυρή και πιο πολύπλοκη από όλες τις ανθρώπινες επιθυμίες. Η ερωτική έλξη ξεκινά ως άλογο πάθος, έχει όμως τη δυνατότητα να μετασχηματιστεί σε ένα είδος θεϊκής μανίας, που ωθεί τον άνθρωπο προς την ένωση με τις Ιδέες. Για τον Πλάτωνα ο έρωτας έχει κάτι το φιλοσοφικό, γιατί όπως ο φιλόσοφος βρίσκεται ανάμεσα στη σοφία και στην άγνοια έτσι και ο έρωτας, που είναι εξ ορισμού ανικανοποίητος, είναι ένας δαίμων που παλινδρομεί ανάμεσα στην έλλειψη και στην πλήρωση, στην ασχήμια και στην ωραιότητα, στη θνητότητα και στην αθανασία: «Η σοφία ανήκει στα ωραιότερα πράγματα, ο Έρωτας είναι έρωτας προς το ωραίο, άρα κατ᾽ ανάγκην ο Έρωτας είναι φιλόσοφος. Και ως φιλόσοφος που είναι, βρίσκεται ανάμεσα στη σοφία και την αμάθεια» (Συμπόσιον 204b). Στο Συμπόσιο, τον ωραιότερό του ίσως διάλογο, ο Πλάτων σκιαγραφεί μια κλίμακα ερωτικής ανάβασης που διαδοχικά καλύπτει την έλξη προς τα ωραία σώματα, την έλξη προς τις ωραίες ψυχές, την έλξη προς τις ωραίες δημιουργίες και μαθήσεις, για να καταλήξει στην αποκάλυψη ότι το πραγματικό κίνητρο του έρωτα είναι η ταύτισή του με το ιδεατό Ωραίο, με την Ιδέα του ωραιότητας.
Όποιος λοιπόν διαπαιδαγωγηθεί σωστά στην ερωτική τέχνη και μάθει να βλέπει σωστά τη μία μετά την άλλη τις διάφορες μορφές του ωραίου, όταν φτάσει στο τέρμα της ερωτικής μυσταγωγίας, θα αντικρίσει ξαφνικά ένα κάλλος αξιοθαύμαστο - εκείνο ακριβώς το κάλλος χάριν του οποίου καταβλήθηκαν όλες οι προηγούμενες προσπάθειες. Αυτό το Ωραίο είναι κάτι αυθύπαρκτο, ενιαίο στη μορφή, αιώνιο· όλα τα άλλα ωραία πράγματα μετέχουν σ᾽ αυτό με τέτοιο τρόπο, ώστε ενώ εκείνα γεννιούνται και πεθαίνουν, αυτό ούτε αυξάνεται ούτε μειώνεται ούτε υφίσταται την παραμικρή αλλαγή.
Πλάτων, Συμπόσιο 210e-211b
Η προνομιακή σχέση του έρωτα προς το Ωραίο, που εκδηλώνεται με την έλξη του προς κάθε ωραία αισθητή μορφή, πράξη ή πραγμάτωση, ανοίγει μια επίγεια προοπτική προς τις Ιδέες. Ο Πλάτων παραδέχεται ότι στον κόσμο που ζούμε «είναι δυσθεώρητες η δικαιοσύνη και η σωφροσύνη και όσα άλλα είναι πολύτιμα για τις ψυχές». Από τις πλατωνικές Ιδέες, «μόνο το κάλλος είχε τη μοίρα να είναι κάτι κατάφωτο και αξιαγάπητο» (Φαίδρος 250b-d), και σε αυτό μπορεί να μας οδηγήσει η θεϊκή μανία του έρωτα.
erevoktonos
Φῶς καὶ Φωνὴ Ἐξυπνισμοῦ ἐν τῷ Αἰῶνι τῆς Νυκτός!
Κυριακή 12 Απριλίου 2026
Ένας θεός μεταξύ θεών και ανθρώπων
"Ένας θεός μεταξύ θεών και ανθρώπων είναι ο μέγιστος, ούτε στη μορφή είναι όπως οι θνητοί ούτε στο νου.
Τα βλέπει όλα...
Τα βλέπει όλα...
κατανοεί τα πάντα και τα ακούει όλα. Αλλά άκοπα κραδαίνει τα πάντα με τη δύναμη του νου του. Και παραμένει στο ίδιο ακριβώς μέρος χωρίς να κινείται καθόλου, ούτε του αρμόζει να περιέρχεται πότε εδώ και πότε εκεί".
"Εἷς θεὸς ἔν τε θεοῖσι καὶ ἀνθρώποισι μέγιστος, οὔ τι δέμας θνητοῖσιν ὁμοίιος οὐδὲ νόημα. Οὖλος ὁρᾷ, οὖλος δὲ νοεῖ, οὖλος δέ τ΄ ἀκούει. Ἀλλ΄ ἀπάνευθε πόνοιο νόου φρενὶ πάντα κραδαίνει. Αἰεὶ δ΄ ἐν ταὐτῷ μίμνει κινεύμενος οὐδέν, οὐδὲ μετέρχεσθαί μιν ἐπιπρέπει ἄλλοτε ἄλλῃ".
Ξενοφάνης (570 - 480 πχ), Περί Φύσεως, 23-26
"Εἷς θεὸς ἔν τε θεοῖσι καὶ ἀνθρώποισι μέγιστος, οὔ τι δέμας θνητοῖσιν ὁμοίιος οὐδὲ νόημα. Οὖλος ὁρᾷ, οὖλος δὲ νοεῖ, οὖλος δέ τ΄ ἀκούει. Ἀλλ΄ ἀπάνευθε πόνοιο νόου φρενὶ πάντα κραδαίνει. Αἰεὶ δ΄ ἐν ταὐτῷ μίμνει κινεύμενος οὐδέν, οὐδὲ μετέρχεσθαί μιν ἐπιπρέπει ἄλλοτε ἄλλῃ".
Ξενοφάνης (570 - 480 πχ), Περί Φύσεως, 23-26
Σκέψου, μόνο, πόσο πουλάς την βούλησή σου
"Σκέψου, μόνο, πόσο πουλάς την βούλησή σου. Άνθρωπε, αν δεν μπορείς να κάνεις τίποτε άλλο, μην την πουλήσεις φτηνά.
Γιατί λοιπόν, αν γεννηθήκαμε με αυτό τον προορισμό, δεν γίνονται όλοι ή πολλοί σαν κι αυτούς; Μήπως γίνονται όλα τα άλογα γρήγορα ή όλα τα σκυλιά ανιχνευτές;
Τι νομίζεις λοιπόν; Επειδή δεν έχω φυσικά χαρίσματα θα πάψω και να προσπαθώ;
Σε καμιά περίπτωση.
Ο Επίκτητος δεν θα γίνει καλύτερος από τον Σωκράτη. Μου φτάνει μόνο να μη γίνω χειρότερος.
Ούτε Μίλωνας θα γίνω βέβαια, αλλά παρόλα αυτά, δεν παραμελώ το σώμα μου.
Ούτε Κροίσος κι όμως δεν παραμελώ την περιουσία μου.
Ούτε, με λίγα λόγια, σταματούμε να προσπαθούμε για κάτι άλλο, απογοητευμένοι που δεν μπορούμε να γίνουμε οι καλύτεροι".
Επίκτητος
Το σπουδαίο, όμως, και το εξαιρετικό ίσως ταιριάζει σε άλλους, δηλαδή στον Σωκράτη και τους ομοίους του...
Γιατί λοιπόν, αν γεννηθήκαμε με αυτό τον προορισμό, δεν γίνονται όλοι ή πολλοί σαν κι αυτούς; Μήπως γίνονται όλα τα άλογα γρήγορα ή όλα τα σκυλιά ανιχνευτές;
Τι νομίζεις λοιπόν; Επειδή δεν έχω φυσικά χαρίσματα θα πάψω και να προσπαθώ;
Σε καμιά περίπτωση.
Ο Επίκτητος δεν θα γίνει καλύτερος από τον Σωκράτη. Μου φτάνει μόνο να μη γίνω χειρότερος.
Ούτε Μίλωνας θα γίνω βέβαια, αλλά παρόλα αυτά, δεν παραμελώ το σώμα μου.
Ούτε Κροίσος κι όμως δεν παραμελώ την περιουσία μου.
Ούτε, με λίγα λόγια, σταματούμε να προσπαθούμε για κάτι άλλο, απογοητευμένοι που δεν μπορούμε να γίνουμε οι καλύτεροι".
Επίκτητος
H "ανάσταση" που υποσχέθηκε ο Δημόκριτος στον Δαρείο
"Γιατί λένε ότι ο Δημόκριτος ο Αβδηρίτης, επειδή δεν είχε να πει κάτι που να είναι αρκετό για να παρηγορήσει τον Δαρείο, ο οποίος πονούσε για τον θάνατο της ωραίας γυναίκας του, του υποσχέθηκε ότι θα ανεβάσει στο φως την πεθαμένη, αρκεί μόνο (ο βασιλιάς) να είχε την διάθεση να αναλάβει τα έξοδα που θα απαιτούσαν οι περιστάσεις...
Όταν εκείνος τον ρώτησε τι ήταν αυτό το τόσο σπουδαίο πράγμα που μόνο ο βασιλιάς μπορεί να ανακαλύψει, ο Δημόκριτος πήρε τον λόγο και είπε ότι αν ο Δαρείος έγραφε πάνω στο τάφο της γυναίκας του τα ονόματα τριών ανθρώπων που δεν είχαν ποτέ πένθος, τότε αυτή ευθύς θα ανασταινόταν υπακούοντας στη δύναμη της τελετής.
Ο Δαρείος για ώρα έμεινε αμήχανος και δεν μπορούσε να βρει κανέναν άνθρωπο που να μην του συνέβη να πάθει κάτι λυπηρό. Ο Δημόκριτος γέλασε, όπως το συνήθιζε, και είπε:
"Γιατί, λοιπόν, πιο παράλογε από όλους τους ανθρώπους, θρηνείς βίαια σαν να ήσουν ο μόνος που έπεσες σε τόσο μεγάλη συμφορά, την στιγμή που δεν μπόρεσες να βρεις ούτε έναν από όσους υπήρξαν ως τώρα, ο οποίος να μην είχε μερίδιο σε κάποια προσωπική δυστυχία";
ΙΟΥΛΙΑΝΟΣ, ΕΠΙΣΤΟΛΗ 201, 25
Όταν εκείνος τον διέταξε να μην λυπηθεί τίποτα που να του δίνει την δυνατότητα, αν το έχει στην διάθεσή του, να πραγματοποιήσει την υπόσχεσή του, ο Δημόκριτος, αφού σιώπησε για λίγη ώρα, είπε ότι ήταν σε θέση να εξασφαλίσει μόνος του όλα τα απαραίτητα για την εκτέλεση του έργου και ότι μόνο από ένα πράγμα είχε ανάγκη, το οποίο ο ίδιος δεν είχε τρόπο για να το αποκτήσει, όμως δεν θα ήταν ίσως δύσκολο για τον Δαρείο, τον βασιλιά όλης της Ασίας, να το βρει.
Όταν εκείνος τον ρώτησε τι ήταν αυτό το τόσο σπουδαίο πράγμα που μόνο ο βασιλιάς μπορεί να ανακαλύψει, ο Δημόκριτος πήρε τον λόγο και είπε ότι αν ο Δαρείος έγραφε πάνω στο τάφο της γυναίκας του τα ονόματα τριών ανθρώπων που δεν είχαν ποτέ πένθος, τότε αυτή ευθύς θα ανασταινόταν υπακούοντας στη δύναμη της τελετής.
Ο Δαρείος για ώρα έμεινε αμήχανος και δεν μπορούσε να βρει κανέναν άνθρωπο που να μην του συνέβη να πάθει κάτι λυπηρό. Ο Δημόκριτος γέλασε, όπως το συνήθιζε, και είπε:
"Γιατί, λοιπόν, πιο παράλογε από όλους τους ανθρώπους, θρηνείς βίαια σαν να ήσουν ο μόνος που έπεσες σε τόσο μεγάλη συμφορά, την στιγμή που δεν μπόρεσες να βρεις ούτε έναν από όσους υπήρξαν ως τώρα, ο οποίος να μην είχε μερίδιο σε κάποια προσωπική δυστυχία";
ΙΟΥΛΙΑΝΟΣ, ΕΠΙΣΤΟΛΗ 201, 25
Ο Πραγματικός Κόσμος
Μια Μυστική Έρευνα στα Βάθη της Συνείδησης
Κεφάλαιο Ι: Η Στενή Χώρα του Νου
Υπάρχει μια χώρα την οποία πολλές ψυχές κατοικούν σε όλη τους τη ζωή χωρίς ποτέ να υποψιαστούν ότι δεν είναι ολόκληρος ο κόσμος. Τα σύνορά της χαράσσονται με αόρατο μελάνι της γλώσσας, οι δρόμοι της πλακόστρωτοι με έννοιες, οι πόλεις της χτισμένες από επιχειρήματα και προτάσεις. Αυτή η χώρα λέγεται Νους, και δεν στερείται ομορφιάς. Μέσα στα όριά της μπορεί κανείς να βρει την κομψότητα μιας μαθηματικής αποδείξεως, την αρχιτεκτονική ενός καλά δομημένου επιχειρήματος, την ήσυχη ικανοποίηση ενός ονομασμένου και τακτοποιημένου σύμπαντος. Ωστόσο, παρά όλη της τη μεγαλοπρέπεια, παραμένει μια χώρα — πεπερασμένη, μετρήσιμη και περιορισμένη.
Ο αναζητητής που ζει αποκλειστικά μέσα στα όριά της μπερδεύει τον χάρτη με το έδαφος, το μενού με το φαγητό. Μιλάει ασταμάτητα για το νερό χωρίς να έχει γνωρίσει ποτέ τη δίψα στην έρημο. Καταγράφει τις ιδιότητες της φωτιάς χωρίς να νιώσει τη ζεστασιά της στο δέρμα του μέσα στο σκοτάδι του χειμώνα. Γίνεται λόγιος, και η γνώση του είναι γνήσια, ωστόσο κάτι επιμένει κάτω από τη μόρφωσή του — μια ανυπομονησία, ένας αμυδρός πόνος, η αίσθηση ότι στέκεται μπροστά σε μια κλειδωμένη πόρτα την οποία δεν μπορεί να εντοπίσει, πόσο μάλλον να ανοίξει.
Διότι η συνείδηση — αυτό το φωτεινό και τρομερό μυστήριο στην καρδιά κάθε ανθρώπινης εμπειρίας — δεν είναι ιδιότητα του νου. Είναι ο ουρανός μέσα στον οποίο ο νους, σαν γεράκι, χαράσσει τους κομψούς και σκόπιμους κύκλους του. Το γεράκι είναι πραγματικό· η πτήση του όμορφη. Αλλά το γεράκι δεν είναι ο ουρανός. Και ο ουρανός δεν έχει όρια.
Το να ταυτίζουμε τη συνείδηση μόνο με τη νοημοσύνη είναι σαν να μπερδεύουμε το φανάρι με το φως που ρίχνει.
Κεφάλαιο ΙΙ: Πέρα από τον Ορίζοντα των Λέξεων
Η γλώσσα ήρθε αργά στην ανθρώπινη ιστορία. Πριν από την πρώτη λέξη που ειπώθηκε, πριν από το πρώτο σύμβολο που χαράχτηκε σε πηλό ή πέτρα, υπήρχε η εμπειρία — ωμή, αμεσολάβητη, απέραντη σαν τον ωκεανό πριν από κάθε ναύτη που θα σκεφτόταν έναν ορίζοντα. Το παιδί γνωρίζει αυτή την πρωταρχική κατάσταση πριν επέμβει η εκπαίδευση. Ο μύστης επιστρέφει σε αυτήν. Ο άγιος διαλύεται μέσα της. Ο καλλιτέχνης, στις πιο εμπνευσμένες στιγμές του, αγγίζει την άκρη της και τρέμει.
Οι λέξεις είναι εξαιρετικά όργανα. Μεταφέρουν πολιτισμούς στις πλάτες τους. Διατηρούν τη σοφία των νεκρών για τους ζωντανούς και μεταβιβάζουν τις σκληρά κερδισμένες κατανοήσεις των προγόνων σε εγγόνια που δεν έχουν ακόμα γεννηθεί. Ωστόσο κάθε ποιητής γνωρίζει, στη στιγμή της αγωνιώδους αναζήτησης της τέλειας φράσης, ότι η γλώσσα είναι πάντοτε, πάντοτε προσέγγιση. Δείχνει. Υποδεικνύει. Περιβάλλει την ανείπωτη αλήθεια και λέει: εκεί — τη βλέπεις; Ακριβώς εκεί. Και η αλήθεια παραμένει σιωπηλή, ακίνητη, ακάλυπτη.
Οι μεγάλες στοχαστικές παραδόσεις της ανθρωπότητας το έχουν πάντοτε κατανοήσει αυτό. Ο δάσκαλος Ζεν σηκώνει ένα λουλούδι και δεν λέει τίποτα. Ο Σούφι ποιητής Ρουμί μιλάει για ένα καλάμι φλάουτο που κλαίει για την καταγωγή του, έναν ήχο που δεν είναι ακριβώς ήχος αλλά ο πόνος του χωρισμού που έγινε ακουστός. Ο χριστιανός μύστης Μάιστερ Έκχαρτ μιλάει για την Θεότητα ως έρημο σιωπής μέσα στην οποία η ψυχή κατεβαίνει και αποδομείται. Ο Ινδουιστής σοφός δείχνει τον χώρο ανάμεσα σε δύο σκέψεις και λέει: εκεί. Εκεί είναι αυτό που αναζητάς.
Κανένα από αυτά δεν μπορεί να μεταφραστεί πλήρως σε πρόταση. Δεν είναι προτάσεις. Είναι προσκλήσεις σε μια χώρα που δεν έχει όνομα, διότι το όνομα είναι ακριβώς αυτό που αφήνει κανείς πίσω για να εισέλθει σε αυτήν.
Κεφάλαιο ΙΙΙ: Τα Βαθιά Νερά της Ύπαρξης
Φανταστείτε έναν απέραντο και αρχαίο ωκεανό. Στην επιφάνειά του υπάρχει ταραχή — κύματα που πιάνουν το φως, σπάνε πάνω σε βράχους, αναδεύονται με καταιγίδα και άνεμο. Αυτός είναι ο κόσμος της συνηθισμένης εμπειρίας: ζωντανός, άμεσος, δραματικός και αδιάκοπα κινούμενος. Κάτω από την επιφάνεια, το νερό γίνεται πιο δροσερό, πιο ήσυχο, πιο σκοτεινό με τρόπο που δεν είναι το σκοτάδι της απουσίας αλλά της βαθύτητας. Ακόμα πιο βαθιά, ο πυθμένας δέχεται το φως του όχι από εξωτερικό ήλιο· φωτίζεται, αν φωτίζεται, από πλάσματα που κουβαλούν τη δική τους βιοφωταύγεια μέσα στο μαύρο.
Η συνείδηση, όταν στρέφεται προς τα μέσα και αφήνει τη λαβή της από τον κόσμο των εννοιών και των κατηγοριών, αρχίζει να κατεβαίνει. Ο αναζητητής που επιχειρεί αυτή την κατάδυση θα περάσει από στρώματα εμπειρίας για τα οποία κανένα ακαδημαϊκό πρόγραμμα δεν τον έχει προετοιμάσει. Πρώτα έρχονται τα ρεύματα της μνήμης και του συναισθήματος, τα ιζήματα της προσωπικής ιστορίας. Πιο βαθιά ακόμα, συναντά κάτι πιο παράξενο και πιο απρόσωπο — αυτό που οι στοχαστές έχουν ονομάσει με διάφορους τρόπους: συλλογικό ασυνείδητο, anima mundi, ακασικό πεδίο ή απλώς το έδαφος της ύπαρξης.
Σε αυτά τα βάθη, οι συνηθισμένες διακρίσεις που δομούν την επιφανειακή ζωή αρχίζουν να μαλακώνουν και να διαλύονται. Το όριο ανάμεσα στο εγώ και τον κόσμο — αυτή η αόρατη μεμβράνη που το εγώ διατηρεί με τόση επαγρύπνηση — γίνεται διαπερατό. Η αίσθηση ότι είμαστε ένα ξεχωριστό ον, ένα διακριτό νησί υποκειμενικότητας περιτριγυρισμένο από έναν ξένο και αδιάφορο ωκεανό, χαλαρώνει τη λαβή της. Αυτό που την αντικαθιστά δεν είναι η εξαφάνιση της εμπειρίας αλλά η επέκτασή της: μια αισθητή συμμετοχή σε κάτι που δεν έχει ούτε αρχή ούτε τέλος, σε κάτι που ήταν αρχαίο πριν από τον χρόνο και θα παραμείνει όταν ο χρόνος ολοκληρώσει το μακρύ του ταξίδι.
Αυτό δεν είναι ο θάνατος του εαυτού. Είναι η ανακάλυψη ότι ο εαυτός ήταν πάντοτε μεγαλύτερος από ό,τι γνώριζε.
Κεφάλαιο IV: Η Ροή της Συνείδησης προς τα Έξω
Η λέξη «ροή» είναι ακριβής με τρόπους που ανταμείβουν τη διαλογιστική σκέψη. Δεν μιλάει για ανάβαση, σαν να ανέβαινε η συνείδηση μια σκάλα προς κάποια υψηλή πνευματική κορυφή. Μιλάει για ροή: μια αναβλύζουσα και υπερχείλιση πέρα από τα όρια, όπως ένα ποτάμι σε πλημμύρα ξεχειλίζει τις όχθες του και διεκδικεί εδάφη που είχε ξεχάσει ότι κάποτε κατείχε. Η συνείδηση δεν ταξιδεύει προς την υπέρβαση σαν τουρίστας σε ξένη χώρα. Θυμάται την υπέρβαση, όπως το νερό θυμάται τη θάλασσα από την οποία εξατμίστηκε.
Αυτή η ροή δεν μπορεί να παραχθεί με τη θέληση ούτε να επιβληθεί μόνο με πειθαρχία, αν και η πειθαρχία μπορεί να ετοιμάσει το έδαφος στο οποίο αναδύεται. Είναι, στην ουσία της, μια πράξη βαθιάς απελευθέρωσης — η χαλάρωση της σφιγμένης γροθιάς του αναλυτικού νου, η προθυμία να σταθεί κανείς στην άκρη του γνωστού και να κάνει ένα βήμα παραπέρα, όχι στο σκοτάδι αλλά σε ένα φως τόσο απέραντο και αδιαφοροποίητο που το μάτι του νου δεν μπορεί να το αντέξει.
Όσοι έχουν βιώσει αυτή τη ροή — και εμφανίζονται σε κάθε πολιτισμό, σε κάθε αιώνα, σε κάθε πνευματική παράδοση χωρίς εξαίρεση — την περιγράφουν με εντυπωσιακή συνέπεια παρά τις αγεφύρωτες διαφορές των γλωσσών, των θεολογιών και των μεταφυσικών πλαισίων τους. Υπάρχει η αίσθηση του φωτός, και μιας σιωπής που είναι ταυτόχρονα και ήχος — η μουσική των σφαιρών, το όμ, ο λόγος, η λέξη που υπήρχε πριν από όλες τις λέξεις. Υπάρχει η διάλυση της επείγουσας ανάγκης. Ο χρόνος, που στην επιφάνεια της ζωής είναι τύραννος, εδώ αποκαλύπτεται ως τοπική συνήθεια της συνείδησης, όχι απόλυτο χαρακτηριστικό της πραγματικότητας.
Υπάρχει, πάνω απ’ όλα, η αίσθηση βεβαιότητας — όχι επιχειρηματολογημένη αλλά απλώς γνωστή, με την ίδια αμεσότητα με την οποία γνωρίζει κανείς ότι κρυώνει ή ότι το φως άλλαξε — ότι η πραγματικότητα, στον πυρήνα της, δεν είναι αδιάφορη. Ότι το σύμπαν δεν είναι ένας τυφλός μηχανισμός που προχωράει χωρίς σκοπό μέσα στην εντροπία, αλλά κάτι που συμμετέχει στο ίδιο του το είναι, κάτι που είναι, με τρόπο διαθέσιμο μόνο στη σιωπή, ζωντανό.
Κεφάλαιο V: Ιστορία, Πολιτισμός και το Κατώφλι
Η ιστορία είναι η συλλογική μνήμη της ανθρωπότητας και ο πολιτισμός είναι η περίπλοκη δομή που χτίστηκε πάνω σε αυτή τη μνήμη. Ανήκουν στα μεγαλύτερα επιτεύγματα του ανθρώπινου είδους και δεν πρέπει να τα απορρίπτουμε. Τέχνη, επιστήμη, ιατρική, φιλοσοφία, δίκαιο, μουσική, αρχιτεκτονική — αυτά είναι οι καθεδρικοί ναοί του ανθρώπινου πνεύματος και είναι μεγαλοπρεπείς. Το να περιφρονεί κανείς τη γνώση στο όνομα της μυστικής εμπειρίας θα ήταν λάθος κατηγορίας πρώτου μεγέθους: η σύγχυση του οχήματος με τον προορισμό.
Ωστόσο υπάρχει ένα κατώφλι στο οποίο ακόμα και το μεγαλύτερο πολιτισμικό επίτευγμα στέκεται σιωπηλό μπροστά στο μέγεθος της ωμής ύπαρξης. Η αστρονόμος, που κοιτάζει μέσα από το όργανό της έναν γαλαξία δώδεκα δισεκατομμυρίων ετών φωτός μακριά, φτάνει σε μια στιγμή όπου ο υπολογισμός και η μέτρηση εξαφανίζονται και μένει απλώς με το συγκλονιστικό γεγονός: ότι υπάρχει κάτι αντί για το τίποτα· ότι το σύμπαν τακτοποιήθηκε, μέσα σε ακατάληπτα διαστήματα χρόνου και χώρου, σε διαμορφώσεις ικανές να στοχάζονται την ίδια τους την ύπαρξη. Αυτό δεν είναι αποτυχία της αστρονομίας. Είναι η στιγμή που η αστρονομία ανοίγει, φυσικά και αναπόφευκτα, σε κάτι που πάντοτε ονομαζόταν ιερό.
Ο φιλόσοφος που έχει ιχνηλατήσει κάθε επιχείρημα μέχρι τη ρίζα του συναντά το ίδιο κατώφλι. Στο βάθος κάθε αλυσίδας συλλογισμού βρίσκεται ένα ακλόνητο στρώμα μη επιχειρηματολογημένης παραδοχής: η ύπαρξη υπάρχει, η συνείδηση είναι πραγματική, η αρχή του επαρκούς λόγου ισχύει. Κανένα από αυτά τα θεμέλια δεν μπορεί να επιχειρηματολογηθεί χωρίς κυκλικότητα. Απλώς δίνονται — δίνονται στην ίδια την πράξη της ύπαρξης, της επίγνωσης, του να βρίσκεται κανείς, χωρίς να το έχει επιλέξει, εδώ.
Η ροή της συνείδησης πέρα από την ιστορία και τον πολιτισμό δεν είναι απόρριψη αυτών των πραγμάτων. Είναι η ανακάλυψη του τι βρίσκεται από κάτω τους — το σιωπηλό, φωτεινό, ανεξάντλητο έδαφος της ύπαρξης από το οποίο αναδύεται κάθε ανθρώπινο επίτευγμα και στο οποίο, τελικά, επιστρέφει, όπως όλα τα ποτάμια επιστρέφουν στη θάλασσα που τα καλεί από τη στιγμή που αποχωρίστηκαν.
Κεφάλαιο VI: Το Ιερό και το Ανείπωτο
Υπάρχει μια λέξη που έχει πέσει σε δυσμένεια σε ορισμένους κύκλους του σύγχρονου κόσμου: ιερό. Είναι μια λέξη που κάνει τον εμπειριστή άβολο, τον ορθολογιστή καχύποπτο, τον κοσμικό ήσυχα ανήσυχο. Ωστόσο επιμένει. Επιμένει γιατί ονομάζει κάτι που, όποιος τρόπο και αν επιλέξει κανείς να το εξηγήσει φιλοσοφικά ή νευρολογικά, αποτελεί αναμφισβήτητο χαρακτηριστικό της ανθρώπινης εμπειρίας: την συνάντηση με αυτό που υπερβαίνει κάθε κατηγορία, μπροστά στο οποίο η κατάλληλη αντίδραση δεν είναι η ανάλυση αλλά το δέος.
Το ιερό δεν βρίσκεται σε συγκεκριμένα κτίρια, αν και τα κτίρια μπορεί να το φιλοξενούν. Δεν περιορίζεται σε συγκεκριμένα τελετουργικά, αν και τα τελετουργικά μπορεί να το επικαλούνται. Αναδύεται απρόσμενα στα πιο απρόβλεπτα μέρη: στο προσκεφάλι ενός ανθρώπου που πεθαίνει, όταν ο συνηθισμένος αέρας του δωματίου γίνεται πυκνός και ακίνητος από κάτι που δεν έχει όνομα. Στη στιγμή του πρώτου γέλιου ενός παιδιού. Στη στιγμή που η μουσική πετυχαίνει αυτή την σπανιότατη ποιότητα — όταν φαίνεται να έρχεται όχι από τον εκτελεστή αλλά μέσα από αυτόν, από κάποια περιοχή δόνησης παλαιότερη από τον ίδιο τον ήχο.
Το ανείπωτο — αυτό που δεν μπορεί να ειπωθεί — είναι η βαθύτερη ιδιότητα του ιερού. Κάθε αυθεντική μυστική παράδοση έχει επιμείνει σε αυτό, μερικές φορές προς απελπισία των πιο δογματικών διαδόχων τους. Το Ταό που μπορεί να ονομαστεί δεν είναι το αιώνιο Ταό. Ο Θεός πέρα από τον Θεό για τον οποίο μιλάει ο Έκχαρτ συναντιέται όχι στον λόγο αλλά στα άλογα βάθη του εδάφους της ψυχής. Το Έιν Σοφ των Καββαλιστών — το Άπειρο, το Χωρίς Τέλος — δεν μπορεί να κατηγορηματοποιηθεί, δεν μπορεί να περιγραφεί, δεν μπορεί να περιληφθεί σε κανένα δοχείο γλώσσας, όσο μεγάλο και αν είναι.
Αυτή η σιωπή δεν είναι κενή. Είναι το πιο εκφραστικό πράγμα στο σύμπαν — μια πληρότητα τόσο πλήρης που ο λόγος, δίπλα της, φαίνεται χλωμός και μερικός.
Κεφάλαιο VII: Η Εμπειρία της Πραγματικότητας
Αυτή η έρευνα κάνει μια διάκριση ριζικής σημασίας: η εμπειρία της Πραγματικότητας, επιμένει, δεν έχει καμία σχέση με τη μάθηση ούτε με την εκπαίδευση. Αυτό δεν είναι αντι-νοησιαρχία. Είναι μια ακριβής παρατήρηση για τη διαφορά ανάμεσα σε δύο τρόπους γνώσης που η δυτική φιλοσοφική παράδοση έχει, σε διάφορες εποχές, προσπαθήσει να ονομάσει: scientia και sapientia, ίσως· ή, στην ανατολική παράδοση, jnana και prajna· γνώση περί ενός πράγματος και γνώση ως συμμετοχή στο ίδιο το πράγμα.
Ένας άνθρωπος μπορεί να μελετήσει τη χημεία του αλατιού με τέλεια επάρκεια — να γνωρίζει την κρυσταλλική του δομή, τους ιοντικούς δεσμούς του, τους μηχανισμούς με τους οποίους συντηρεί την τροφή — και παρ’ όλα αυτά να μην το έχει ποτέ γευτεί. Η γεύση δεν είναι πιο σημαντική από τη χημεία· και τα δύο είναι πραγματικά· και τα δύο είναι γνώση. Αλλά είναι διαφορετικοί τύποι γνώσης και ο ένας δεν μπορεί να υποκαταστήσει τον άλλο. Η χημεία της θλίψης δεν παρηγορεί τον πενθούντα. Η νευρολογία της αγάπης δεν συγκινεί την καρδιά.
Η εμπειρία της Πραγματικότητας — με αυτό το κεφαλαίο γράμμα που το κείμενο απαιτεί, επιβάλλει — ανήκει σε αυτή τη δεύτερη τάξη: άμεση, συμμετοχική, απαράμιλλη. Είναι η γεύση της ύπαρξης, όχι η ανάλυσή της. Και είναι διαθέσιμη, ομολογούν ομόφωνα οι μεγάλοι μύστες, σε κάθε συνείδηση πρόθυμη να ησυχάσει αρκετά ώστε να την δεχτεί. Όχι απαραίτητα τη συνείδηση που εκπαιδεύτηκε με χρόνια σπουδών — αν και και αυτή μπορεί να βρει τον δικό της δρόμο. Αλλά οποιαδήποτε συνείδηση. Ο βοσκός στο χωράφι του τα μεσάνυχτα, κατακλυζόμενος από την απεραντοσύνη ενός ουρανού γεμάτου αστέρια. Ο ψαράς πιασμένος σε ξαφνική καταιγίδα που ανακαλύπτει, μέσα στον τρόμο του, μια ηρεμία στο κέντρο του που η καταιγίδα δεν μπορεί να αγγίξει. Η μητέρα που κοιτάζει το κοιμισμένο παιδί της και νιώθει, για μια στιγμή χωρίς φύλαξη, ότι το σύμπαν κοιτάζει τον εαυτό του με αγάπη.
Κεφάλαιο VIII: Προς τα Βαθιά Νερά — Συμπέρασμα
Δεν μπαίνει κανείς στα βαθιά νερά της ύπαρξης με επιχειρήματα. Δεν φτάνει εκεί συσσωρεύοντας περισσότερες πληροφορίες, διαβάζοντας περισσότερα βιβλία, κυριαρχώντας περισσότερα συστήματα σκέψης. Αυτά είναι ίσως οι προετοιμασίες, αλλά δεν είναι το ίδιο το ταξίδι. Το ταξίδι αρχίζει — αν μπορεί να πει κανείς ότι αρχίζει, αφού πάντοτε είναι ήδη σε εξέλιξη — στη στιγμή που ο αναζητητής στρέφεται μακριά από τον ορίζοντα και κοιτάζει προς το εσωτερικό.
Εκεί, στη σιωπή πέρα από τη σκέψη, πέρα από τη λέξη, πέρα από την περίπλοκη και αγαπημένη αρχιτεκτονική του μορφωμένου νου, κάτι περιμένει. Πάντοτε περίμενε. Δεν έχει ανυπομονησία, γιατί βρίσκεται έξω από τον χρόνο. Δεν έχει κρίση, γιατί είναι το έδαφος κάθε ύπαρξης και δεν μπορεί να σταθεί σε απόσταση από αυτό που είναι. Είναι το φως με το οποίο βλέπει ο νους, ο χώρος μέσα στον οποίο κινείται κάθε σκέψη, η επίγνωση που είναι επίγνωση της επίγνωσης.
Το να αγγίξει κανείς αυτό — ακόμα και για λίγο, ακόμα και ατελώς, ακόμα και για μια μόνο ανάσα στην οποία η καρδιά μένει εντελώς ακίνητη — είναι αυτό που οι αρχαίες παραδόσεις ονομάζουν φώτιση, απελευθέρωση, χάρη, σωτηρία, moksha, satori. Τα ονόματα πληθαίνουν γιατί η εμπειρία επαναλαμβάνεται σε όλους τους πολιτισμούς και σε όλους τους αιώνες, και κάθε πολιτισμός απλώνει το δικό του δοχείο για να κουβαλήσει το νερό της. Κανένα δοχείο δεν είναι επαρκές. Όλα είναι πολύτιμα.
Ο πραγματικός κόσμος είναι ευρύτερος από τον νου. Είναι ευρύτερος από την ιστορία, ευρύτερος από τον πολιτισμό, ευρύτερος από το άθροισμα όλων όσων η ανθρωπότητα έχει μάθει, χτίσει ή τραγουδήσει μέχρι τώρα. Δεν μειώνει κανένα από αυτά τα πράγματα. Τα περιέχει, όπως ο ουρανός περιέχει την πτήση του γερακιού χωρίς να μειώνεται από αυτήν, χωρίς να την χρειάζεται και χωρίς να είναι σε τίποτα λιγότερος ο εαυτός του όταν το γεράκι, στο τέλος της ημέρας, κατεβαίνει.
Η πρόσκληση παραμένει. Πάντοτε υπήρχε. Στο διάστημα ανάμεσα σε δύο χτύπους της καρδιάς, στη σιωπή στο τέλος μιας ανάσας, στο αμέτρητο διάλειμμα ανάμεσα σε μια σκέψη και την επόμενη: τα βαθιά νερά είναι εκεί. Πάντοτε ήταν εκεί. Και η επιφάνεια, όσο όμορφη, όσο αναγκαία, δεν είναι όλο το πέλαγος.
Κεφάλαιο Ι: Η Στενή Χώρα του Νου
Υπάρχει μια χώρα την οποία πολλές ψυχές κατοικούν σε όλη τους τη ζωή χωρίς ποτέ να υποψιαστούν ότι δεν είναι ολόκληρος ο κόσμος. Τα σύνορά της χαράσσονται με αόρατο μελάνι της γλώσσας, οι δρόμοι της πλακόστρωτοι με έννοιες, οι πόλεις της χτισμένες από επιχειρήματα και προτάσεις. Αυτή η χώρα λέγεται Νους, και δεν στερείται ομορφιάς. Μέσα στα όριά της μπορεί κανείς να βρει την κομψότητα μιας μαθηματικής αποδείξεως, την αρχιτεκτονική ενός καλά δομημένου επιχειρήματος, την ήσυχη ικανοποίηση ενός ονομασμένου και τακτοποιημένου σύμπαντος. Ωστόσο, παρά όλη της τη μεγαλοπρέπεια, παραμένει μια χώρα — πεπερασμένη, μετρήσιμη και περιορισμένη.
Ο αναζητητής που ζει αποκλειστικά μέσα στα όριά της μπερδεύει τον χάρτη με το έδαφος, το μενού με το φαγητό. Μιλάει ασταμάτητα για το νερό χωρίς να έχει γνωρίσει ποτέ τη δίψα στην έρημο. Καταγράφει τις ιδιότητες της φωτιάς χωρίς να νιώσει τη ζεστασιά της στο δέρμα του μέσα στο σκοτάδι του χειμώνα. Γίνεται λόγιος, και η γνώση του είναι γνήσια, ωστόσο κάτι επιμένει κάτω από τη μόρφωσή του — μια ανυπομονησία, ένας αμυδρός πόνος, η αίσθηση ότι στέκεται μπροστά σε μια κλειδωμένη πόρτα την οποία δεν μπορεί να εντοπίσει, πόσο μάλλον να ανοίξει.
Διότι η συνείδηση — αυτό το φωτεινό και τρομερό μυστήριο στην καρδιά κάθε ανθρώπινης εμπειρίας — δεν είναι ιδιότητα του νου. Είναι ο ουρανός μέσα στον οποίο ο νους, σαν γεράκι, χαράσσει τους κομψούς και σκόπιμους κύκλους του. Το γεράκι είναι πραγματικό· η πτήση του όμορφη. Αλλά το γεράκι δεν είναι ο ουρανός. Και ο ουρανός δεν έχει όρια.
Το να ταυτίζουμε τη συνείδηση μόνο με τη νοημοσύνη είναι σαν να μπερδεύουμε το φανάρι με το φως που ρίχνει.
Κεφάλαιο ΙΙ: Πέρα από τον Ορίζοντα των Λέξεων
Η γλώσσα ήρθε αργά στην ανθρώπινη ιστορία. Πριν από την πρώτη λέξη που ειπώθηκε, πριν από το πρώτο σύμβολο που χαράχτηκε σε πηλό ή πέτρα, υπήρχε η εμπειρία — ωμή, αμεσολάβητη, απέραντη σαν τον ωκεανό πριν από κάθε ναύτη που θα σκεφτόταν έναν ορίζοντα. Το παιδί γνωρίζει αυτή την πρωταρχική κατάσταση πριν επέμβει η εκπαίδευση. Ο μύστης επιστρέφει σε αυτήν. Ο άγιος διαλύεται μέσα της. Ο καλλιτέχνης, στις πιο εμπνευσμένες στιγμές του, αγγίζει την άκρη της και τρέμει.
Οι λέξεις είναι εξαιρετικά όργανα. Μεταφέρουν πολιτισμούς στις πλάτες τους. Διατηρούν τη σοφία των νεκρών για τους ζωντανούς και μεταβιβάζουν τις σκληρά κερδισμένες κατανοήσεις των προγόνων σε εγγόνια που δεν έχουν ακόμα γεννηθεί. Ωστόσο κάθε ποιητής γνωρίζει, στη στιγμή της αγωνιώδους αναζήτησης της τέλειας φράσης, ότι η γλώσσα είναι πάντοτε, πάντοτε προσέγγιση. Δείχνει. Υποδεικνύει. Περιβάλλει την ανείπωτη αλήθεια και λέει: εκεί — τη βλέπεις; Ακριβώς εκεί. Και η αλήθεια παραμένει σιωπηλή, ακίνητη, ακάλυπτη.
Οι μεγάλες στοχαστικές παραδόσεις της ανθρωπότητας το έχουν πάντοτε κατανοήσει αυτό. Ο δάσκαλος Ζεν σηκώνει ένα λουλούδι και δεν λέει τίποτα. Ο Σούφι ποιητής Ρουμί μιλάει για ένα καλάμι φλάουτο που κλαίει για την καταγωγή του, έναν ήχο που δεν είναι ακριβώς ήχος αλλά ο πόνος του χωρισμού που έγινε ακουστός. Ο χριστιανός μύστης Μάιστερ Έκχαρτ μιλάει για την Θεότητα ως έρημο σιωπής μέσα στην οποία η ψυχή κατεβαίνει και αποδομείται. Ο Ινδουιστής σοφός δείχνει τον χώρο ανάμεσα σε δύο σκέψεις και λέει: εκεί. Εκεί είναι αυτό που αναζητάς.
Κανένα από αυτά δεν μπορεί να μεταφραστεί πλήρως σε πρόταση. Δεν είναι προτάσεις. Είναι προσκλήσεις σε μια χώρα που δεν έχει όνομα, διότι το όνομα είναι ακριβώς αυτό που αφήνει κανείς πίσω για να εισέλθει σε αυτήν.
Κεφάλαιο ΙΙΙ: Τα Βαθιά Νερά της Ύπαρξης
Φανταστείτε έναν απέραντο και αρχαίο ωκεανό. Στην επιφάνειά του υπάρχει ταραχή — κύματα που πιάνουν το φως, σπάνε πάνω σε βράχους, αναδεύονται με καταιγίδα και άνεμο. Αυτός είναι ο κόσμος της συνηθισμένης εμπειρίας: ζωντανός, άμεσος, δραματικός και αδιάκοπα κινούμενος. Κάτω από την επιφάνεια, το νερό γίνεται πιο δροσερό, πιο ήσυχο, πιο σκοτεινό με τρόπο που δεν είναι το σκοτάδι της απουσίας αλλά της βαθύτητας. Ακόμα πιο βαθιά, ο πυθμένας δέχεται το φως του όχι από εξωτερικό ήλιο· φωτίζεται, αν φωτίζεται, από πλάσματα που κουβαλούν τη δική τους βιοφωταύγεια μέσα στο μαύρο.
Η συνείδηση, όταν στρέφεται προς τα μέσα και αφήνει τη λαβή της από τον κόσμο των εννοιών και των κατηγοριών, αρχίζει να κατεβαίνει. Ο αναζητητής που επιχειρεί αυτή την κατάδυση θα περάσει από στρώματα εμπειρίας για τα οποία κανένα ακαδημαϊκό πρόγραμμα δεν τον έχει προετοιμάσει. Πρώτα έρχονται τα ρεύματα της μνήμης και του συναισθήματος, τα ιζήματα της προσωπικής ιστορίας. Πιο βαθιά ακόμα, συναντά κάτι πιο παράξενο και πιο απρόσωπο — αυτό που οι στοχαστές έχουν ονομάσει με διάφορους τρόπους: συλλογικό ασυνείδητο, anima mundi, ακασικό πεδίο ή απλώς το έδαφος της ύπαρξης.
Σε αυτά τα βάθη, οι συνηθισμένες διακρίσεις που δομούν την επιφανειακή ζωή αρχίζουν να μαλακώνουν και να διαλύονται. Το όριο ανάμεσα στο εγώ και τον κόσμο — αυτή η αόρατη μεμβράνη που το εγώ διατηρεί με τόση επαγρύπνηση — γίνεται διαπερατό. Η αίσθηση ότι είμαστε ένα ξεχωριστό ον, ένα διακριτό νησί υποκειμενικότητας περιτριγυρισμένο από έναν ξένο και αδιάφορο ωκεανό, χαλαρώνει τη λαβή της. Αυτό που την αντικαθιστά δεν είναι η εξαφάνιση της εμπειρίας αλλά η επέκτασή της: μια αισθητή συμμετοχή σε κάτι που δεν έχει ούτε αρχή ούτε τέλος, σε κάτι που ήταν αρχαίο πριν από τον χρόνο και θα παραμείνει όταν ο χρόνος ολοκληρώσει το μακρύ του ταξίδι.
Αυτό δεν είναι ο θάνατος του εαυτού. Είναι η ανακάλυψη ότι ο εαυτός ήταν πάντοτε μεγαλύτερος από ό,τι γνώριζε.
Κεφάλαιο IV: Η Ροή της Συνείδησης προς τα Έξω
Η λέξη «ροή» είναι ακριβής με τρόπους που ανταμείβουν τη διαλογιστική σκέψη. Δεν μιλάει για ανάβαση, σαν να ανέβαινε η συνείδηση μια σκάλα προς κάποια υψηλή πνευματική κορυφή. Μιλάει για ροή: μια αναβλύζουσα και υπερχείλιση πέρα από τα όρια, όπως ένα ποτάμι σε πλημμύρα ξεχειλίζει τις όχθες του και διεκδικεί εδάφη που είχε ξεχάσει ότι κάποτε κατείχε. Η συνείδηση δεν ταξιδεύει προς την υπέρβαση σαν τουρίστας σε ξένη χώρα. Θυμάται την υπέρβαση, όπως το νερό θυμάται τη θάλασσα από την οποία εξατμίστηκε.
Αυτή η ροή δεν μπορεί να παραχθεί με τη θέληση ούτε να επιβληθεί μόνο με πειθαρχία, αν και η πειθαρχία μπορεί να ετοιμάσει το έδαφος στο οποίο αναδύεται. Είναι, στην ουσία της, μια πράξη βαθιάς απελευθέρωσης — η χαλάρωση της σφιγμένης γροθιάς του αναλυτικού νου, η προθυμία να σταθεί κανείς στην άκρη του γνωστού και να κάνει ένα βήμα παραπέρα, όχι στο σκοτάδι αλλά σε ένα φως τόσο απέραντο και αδιαφοροποίητο που το μάτι του νου δεν μπορεί να το αντέξει.
Όσοι έχουν βιώσει αυτή τη ροή — και εμφανίζονται σε κάθε πολιτισμό, σε κάθε αιώνα, σε κάθε πνευματική παράδοση χωρίς εξαίρεση — την περιγράφουν με εντυπωσιακή συνέπεια παρά τις αγεφύρωτες διαφορές των γλωσσών, των θεολογιών και των μεταφυσικών πλαισίων τους. Υπάρχει η αίσθηση του φωτός, και μιας σιωπής που είναι ταυτόχρονα και ήχος — η μουσική των σφαιρών, το όμ, ο λόγος, η λέξη που υπήρχε πριν από όλες τις λέξεις. Υπάρχει η διάλυση της επείγουσας ανάγκης. Ο χρόνος, που στην επιφάνεια της ζωής είναι τύραννος, εδώ αποκαλύπτεται ως τοπική συνήθεια της συνείδησης, όχι απόλυτο χαρακτηριστικό της πραγματικότητας.
Υπάρχει, πάνω απ’ όλα, η αίσθηση βεβαιότητας — όχι επιχειρηματολογημένη αλλά απλώς γνωστή, με την ίδια αμεσότητα με την οποία γνωρίζει κανείς ότι κρυώνει ή ότι το φως άλλαξε — ότι η πραγματικότητα, στον πυρήνα της, δεν είναι αδιάφορη. Ότι το σύμπαν δεν είναι ένας τυφλός μηχανισμός που προχωράει χωρίς σκοπό μέσα στην εντροπία, αλλά κάτι που συμμετέχει στο ίδιο του το είναι, κάτι που είναι, με τρόπο διαθέσιμο μόνο στη σιωπή, ζωντανό.
Κεφάλαιο V: Ιστορία, Πολιτισμός και το Κατώφλι
Η ιστορία είναι η συλλογική μνήμη της ανθρωπότητας και ο πολιτισμός είναι η περίπλοκη δομή που χτίστηκε πάνω σε αυτή τη μνήμη. Ανήκουν στα μεγαλύτερα επιτεύγματα του ανθρώπινου είδους και δεν πρέπει να τα απορρίπτουμε. Τέχνη, επιστήμη, ιατρική, φιλοσοφία, δίκαιο, μουσική, αρχιτεκτονική — αυτά είναι οι καθεδρικοί ναοί του ανθρώπινου πνεύματος και είναι μεγαλοπρεπείς. Το να περιφρονεί κανείς τη γνώση στο όνομα της μυστικής εμπειρίας θα ήταν λάθος κατηγορίας πρώτου μεγέθους: η σύγχυση του οχήματος με τον προορισμό.
Ωστόσο υπάρχει ένα κατώφλι στο οποίο ακόμα και το μεγαλύτερο πολιτισμικό επίτευγμα στέκεται σιωπηλό μπροστά στο μέγεθος της ωμής ύπαρξης. Η αστρονόμος, που κοιτάζει μέσα από το όργανό της έναν γαλαξία δώδεκα δισεκατομμυρίων ετών φωτός μακριά, φτάνει σε μια στιγμή όπου ο υπολογισμός και η μέτρηση εξαφανίζονται και μένει απλώς με το συγκλονιστικό γεγονός: ότι υπάρχει κάτι αντί για το τίποτα· ότι το σύμπαν τακτοποιήθηκε, μέσα σε ακατάληπτα διαστήματα χρόνου και χώρου, σε διαμορφώσεις ικανές να στοχάζονται την ίδια τους την ύπαρξη. Αυτό δεν είναι αποτυχία της αστρονομίας. Είναι η στιγμή που η αστρονομία ανοίγει, φυσικά και αναπόφευκτα, σε κάτι που πάντοτε ονομαζόταν ιερό.
Ο φιλόσοφος που έχει ιχνηλατήσει κάθε επιχείρημα μέχρι τη ρίζα του συναντά το ίδιο κατώφλι. Στο βάθος κάθε αλυσίδας συλλογισμού βρίσκεται ένα ακλόνητο στρώμα μη επιχειρηματολογημένης παραδοχής: η ύπαρξη υπάρχει, η συνείδηση είναι πραγματική, η αρχή του επαρκούς λόγου ισχύει. Κανένα από αυτά τα θεμέλια δεν μπορεί να επιχειρηματολογηθεί χωρίς κυκλικότητα. Απλώς δίνονται — δίνονται στην ίδια την πράξη της ύπαρξης, της επίγνωσης, του να βρίσκεται κανείς, χωρίς να το έχει επιλέξει, εδώ.
Η ροή της συνείδησης πέρα από την ιστορία και τον πολιτισμό δεν είναι απόρριψη αυτών των πραγμάτων. Είναι η ανακάλυψη του τι βρίσκεται από κάτω τους — το σιωπηλό, φωτεινό, ανεξάντλητο έδαφος της ύπαρξης από το οποίο αναδύεται κάθε ανθρώπινο επίτευγμα και στο οποίο, τελικά, επιστρέφει, όπως όλα τα ποτάμια επιστρέφουν στη θάλασσα που τα καλεί από τη στιγμή που αποχωρίστηκαν.
Κεφάλαιο VI: Το Ιερό και το Ανείπωτο
Υπάρχει μια λέξη που έχει πέσει σε δυσμένεια σε ορισμένους κύκλους του σύγχρονου κόσμου: ιερό. Είναι μια λέξη που κάνει τον εμπειριστή άβολο, τον ορθολογιστή καχύποπτο, τον κοσμικό ήσυχα ανήσυχο. Ωστόσο επιμένει. Επιμένει γιατί ονομάζει κάτι που, όποιος τρόπο και αν επιλέξει κανείς να το εξηγήσει φιλοσοφικά ή νευρολογικά, αποτελεί αναμφισβήτητο χαρακτηριστικό της ανθρώπινης εμπειρίας: την συνάντηση με αυτό που υπερβαίνει κάθε κατηγορία, μπροστά στο οποίο η κατάλληλη αντίδραση δεν είναι η ανάλυση αλλά το δέος.
Το ιερό δεν βρίσκεται σε συγκεκριμένα κτίρια, αν και τα κτίρια μπορεί να το φιλοξενούν. Δεν περιορίζεται σε συγκεκριμένα τελετουργικά, αν και τα τελετουργικά μπορεί να το επικαλούνται. Αναδύεται απρόσμενα στα πιο απρόβλεπτα μέρη: στο προσκεφάλι ενός ανθρώπου που πεθαίνει, όταν ο συνηθισμένος αέρας του δωματίου γίνεται πυκνός και ακίνητος από κάτι που δεν έχει όνομα. Στη στιγμή του πρώτου γέλιου ενός παιδιού. Στη στιγμή που η μουσική πετυχαίνει αυτή την σπανιότατη ποιότητα — όταν φαίνεται να έρχεται όχι από τον εκτελεστή αλλά μέσα από αυτόν, από κάποια περιοχή δόνησης παλαιότερη από τον ίδιο τον ήχο.
Το ανείπωτο — αυτό που δεν μπορεί να ειπωθεί — είναι η βαθύτερη ιδιότητα του ιερού. Κάθε αυθεντική μυστική παράδοση έχει επιμείνει σε αυτό, μερικές φορές προς απελπισία των πιο δογματικών διαδόχων τους. Το Ταό που μπορεί να ονομαστεί δεν είναι το αιώνιο Ταό. Ο Θεός πέρα από τον Θεό για τον οποίο μιλάει ο Έκχαρτ συναντιέται όχι στον λόγο αλλά στα άλογα βάθη του εδάφους της ψυχής. Το Έιν Σοφ των Καββαλιστών — το Άπειρο, το Χωρίς Τέλος — δεν μπορεί να κατηγορηματοποιηθεί, δεν μπορεί να περιγραφεί, δεν μπορεί να περιληφθεί σε κανένα δοχείο γλώσσας, όσο μεγάλο και αν είναι.
Αυτή η σιωπή δεν είναι κενή. Είναι το πιο εκφραστικό πράγμα στο σύμπαν — μια πληρότητα τόσο πλήρης που ο λόγος, δίπλα της, φαίνεται χλωμός και μερικός.
Κεφάλαιο VII: Η Εμπειρία της Πραγματικότητας
Αυτή η έρευνα κάνει μια διάκριση ριζικής σημασίας: η εμπειρία της Πραγματικότητας, επιμένει, δεν έχει καμία σχέση με τη μάθηση ούτε με την εκπαίδευση. Αυτό δεν είναι αντι-νοησιαρχία. Είναι μια ακριβής παρατήρηση για τη διαφορά ανάμεσα σε δύο τρόπους γνώσης που η δυτική φιλοσοφική παράδοση έχει, σε διάφορες εποχές, προσπαθήσει να ονομάσει: scientia και sapientia, ίσως· ή, στην ανατολική παράδοση, jnana και prajna· γνώση περί ενός πράγματος και γνώση ως συμμετοχή στο ίδιο το πράγμα.
Ένας άνθρωπος μπορεί να μελετήσει τη χημεία του αλατιού με τέλεια επάρκεια — να γνωρίζει την κρυσταλλική του δομή, τους ιοντικούς δεσμούς του, τους μηχανισμούς με τους οποίους συντηρεί την τροφή — και παρ’ όλα αυτά να μην το έχει ποτέ γευτεί. Η γεύση δεν είναι πιο σημαντική από τη χημεία· και τα δύο είναι πραγματικά· και τα δύο είναι γνώση. Αλλά είναι διαφορετικοί τύποι γνώσης και ο ένας δεν μπορεί να υποκαταστήσει τον άλλο. Η χημεία της θλίψης δεν παρηγορεί τον πενθούντα. Η νευρολογία της αγάπης δεν συγκινεί την καρδιά.
Η εμπειρία της Πραγματικότητας — με αυτό το κεφαλαίο γράμμα που το κείμενο απαιτεί, επιβάλλει — ανήκει σε αυτή τη δεύτερη τάξη: άμεση, συμμετοχική, απαράμιλλη. Είναι η γεύση της ύπαρξης, όχι η ανάλυσή της. Και είναι διαθέσιμη, ομολογούν ομόφωνα οι μεγάλοι μύστες, σε κάθε συνείδηση πρόθυμη να ησυχάσει αρκετά ώστε να την δεχτεί. Όχι απαραίτητα τη συνείδηση που εκπαιδεύτηκε με χρόνια σπουδών — αν και και αυτή μπορεί να βρει τον δικό της δρόμο. Αλλά οποιαδήποτε συνείδηση. Ο βοσκός στο χωράφι του τα μεσάνυχτα, κατακλυζόμενος από την απεραντοσύνη ενός ουρανού γεμάτου αστέρια. Ο ψαράς πιασμένος σε ξαφνική καταιγίδα που ανακαλύπτει, μέσα στον τρόμο του, μια ηρεμία στο κέντρο του που η καταιγίδα δεν μπορεί να αγγίξει. Η μητέρα που κοιτάζει το κοιμισμένο παιδί της και νιώθει, για μια στιγμή χωρίς φύλαξη, ότι το σύμπαν κοιτάζει τον εαυτό του με αγάπη.
Κεφάλαιο VIII: Προς τα Βαθιά Νερά — Συμπέρασμα
Δεν μπαίνει κανείς στα βαθιά νερά της ύπαρξης με επιχειρήματα. Δεν φτάνει εκεί συσσωρεύοντας περισσότερες πληροφορίες, διαβάζοντας περισσότερα βιβλία, κυριαρχώντας περισσότερα συστήματα σκέψης. Αυτά είναι ίσως οι προετοιμασίες, αλλά δεν είναι το ίδιο το ταξίδι. Το ταξίδι αρχίζει — αν μπορεί να πει κανείς ότι αρχίζει, αφού πάντοτε είναι ήδη σε εξέλιξη — στη στιγμή που ο αναζητητής στρέφεται μακριά από τον ορίζοντα και κοιτάζει προς το εσωτερικό.
Εκεί, στη σιωπή πέρα από τη σκέψη, πέρα από τη λέξη, πέρα από την περίπλοκη και αγαπημένη αρχιτεκτονική του μορφωμένου νου, κάτι περιμένει. Πάντοτε περίμενε. Δεν έχει ανυπομονησία, γιατί βρίσκεται έξω από τον χρόνο. Δεν έχει κρίση, γιατί είναι το έδαφος κάθε ύπαρξης και δεν μπορεί να σταθεί σε απόσταση από αυτό που είναι. Είναι το φως με το οποίο βλέπει ο νους, ο χώρος μέσα στον οποίο κινείται κάθε σκέψη, η επίγνωση που είναι επίγνωση της επίγνωσης.
Το να αγγίξει κανείς αυτό — ακόμα και για λίγο, ακόμα και ατελώς, ακόμα και για μια μόνο ανάσα στην οποία η καρδιά μένει εντελώς ακίνητη — είναι αυτό που οι αρχαίες παραδόσεις ονομάζουν φώτιση, απελευθέρωση, χάρη, σωτηρία, moksha, satori. Τα ονόματα πληθαίνουν γιατί η εμπειρία επαναλαμβάνεται σε όλους τους πολιτισμούς και σε όλους τους αιώνες, και κάθε πολιτισμός απλώνει το δικό του δοχείο για να κουβαλήσει το νερό της. Κανένα δοχείο δεν είναι επαρκές. Όλα είναι πολύτιμα.
Ο πραγματικός κόσμος είναι ευρύτερος από τον νου. Είναι ευρύτερος από την ιστορία, ευρύτερος από τον πολιτισμό, ευρύτερος από το άθροισμα όλων όσων η ανθρωπότητα έχει μάθει, χτίσει ή τραγουδήσει μέχρι τώρα. Δεν μειώνει κανένα από αυτά τα πράγματα. Τα περιέχει, όπως ο ουρανός περιέχει την πτήση του γερακιού χωρίς να μειώνεται από αυτήν, χωρίς να την χρειάζεται και χωρίς να είναι σε τίποτα λιγότερος ο εαυτός του όταν το γεράκι, στο τέλος της ημέρας, κατεβαίνει.
Η πρόσκληση παραμένει. Πάντοτε υπήρχε. Στο διάστημα ανάμεσα σε δύο χτύπους της καρδιάς, στη σιωπή στο τέλος μιας ανάσας, στο αμέτρητο διάλειμμα ανάμεσα σε μια σκέψη και την επόμενη: τα βαθιά νερά είναι εκεί. Πάντοτε ήταν εκεί. Και η επιφάνεια, όσο όμορφη, όσο αναγκαία, δεν είναι όλο το πέλαγος.
Η Ακίνητη Φλόγα
Περί Σαμαντάνα, Μουμουκσούτα και της Κυρίαρχης Χάριτος της Απελευθέρωσης
Κεφάλαιο Ι
Η Λάμπα που δεν Ταλαντεύεται
Υπάρχει μια φλόγα που καίει μέσα στο βαθύτερο θάλαμο του ανθρώπινου όντος — όχι η λαμπρή, ασταθής φωτιά της συνηθισμένης σκέψης, ούτε η αιφνιδιαστική περιέργεια που πετά από αντικείμενο σε αντικείμενο σαν πεταλούδα που πολιορκεί κάθε φανό που συναντά — αλλά μια ακίνητη, κυρίαρχη, αταλάντευτη ακτινοβολία που δεν χρειάζεται ούτε τον άνεμο της επιθυμίας ούτε το καύσιμο του κόσμου για να συντηρηθεί. Οι αρχαίοι δάσκαλοι μιλούσαν γι’ αυτή τη φλόγα με σιωπηλή ευλάβεια, γιατί δεν ανήκει στον χρόνο και κανένα σκοτάδι δεν την έχει ποτέ πραγματικά περικλείσει. Αποκαλούσαν την πράξη του να στρέφεσαι προς αυτήν, ξανά και ξανά, με όλη τη συγκεντρωμένη δύναμη του εσωτερικού εαυτού, με το όνομα Σαμαντάνα (Samadhana): η αυτο-εγκατάσταση, η συγκέντρωση της καταφατικής ικανότητας πάνω στο αιώνια καθαρό έδαφος όλου του είναι.
Το να το κατανοείς αυτό δεν σημαίνει ακόμα ότι το γνωρίζεις. Αυτή η διάκριση είναι το παν. Το μυαλό που προσεγγίζει το Σαμαντάνα ως έννοια το προσθέτει στη συλλογή των ωραίων ιδεών του όπως ο ταξιδιώτης προσθέτει ξένα νομίσματα σε ένα πορτοφόλι — θαυμάζοντας το βάρος και τη λάμψη τους αλλά χωρίς ποτέ να τα ξοδεύει, χωρίς ποτέ να τους επιτρέπει να αγοράσουν εισιτήριο για τη χώρα που αντιπροσωπεύουν. Το Σαμαντάνα δεν είναι μια ιδέα για να την κρατάς. Είναι μια κατάσταση για να εισέλθεις, όπως εισέρχεται κανείς στη σιωπή: παύοντας, επιτέλους, να παράγεις θόρυβο.
Οι αρχαίοι σοφοί ήταν προσεκτικοί να σημειώσουν τι δεν είναι το Σαμαντάνα. Δεν είναι η απλή παραχώρηση στη σκέψη — ούτε καν η ανυψωμένη ή φιλοσοφική σκέψη. Η περιέργεια, όσο ευγενής κι αν είναι, είναι ακόμα μια κίνηση. Και η κίνηση, όσο χαριτωμένη κι αν είναι, είναι ακόμα ανησυχία. Αυτό που συνταγογραφούσαν οι σοφοί ήταν κάτι εντελώς πιο απαιτητικό και πιο φωτεινό: η συνεχής συγκέντρωση του διανοητικού, όχι πάνω στις μεταβαλλόμενες μορφές του κόσμου, όχι πάνω στις κατοπτρικές επιφάνειες των εννοιών και των δογμάτων, αλλά πάνω στο ίδιο το Μπράχμαν — το Απόλυτο, το Ανώνυμο, το υπόστρωμα κάτω από κάθε όνομα και μορφή που έχει ποτέ ανακύψει ή διαλυθεί στο μεγάλο θέατρο της ύπαρξης.
«Υπάρχει μια σιωπή βαθύτερη από την ησυχία — μια σιωπή που δεν στερείται απλώς ήχου, αλλά προηγείται και περιβάλλει κάθε ήχο που έχει ποτέ υπάρξει. Προς αυτή τη σιωπή στρέφει το Σαμαντάνα τον αναζητητή.»
Ας αφήσει ο αναγνώστης να καθίσει για μια στιγμή με αυτή την εικόνα: το μυαλό ως μια ακίνητη λίμνη τα χαράματα, η επιφάνειά της αδιατάρακτη, αντανακλώντας τέλεια τον ουρανό από πάνω της — εκείνον τον απεριόριστο, φωτεινό, αμετάβλητο ουρανό που είναι το Μπράχμαν. Κάθε ρυτίδα σκέψης, κάθε ριπή προτίμησης, κάθε τρόμος φόβου ή λαχτάρας διαταράσσει την αντανάκλαση. Όχι επειδή ο ουρανός αλλάζει — δεν αλλάζει — αλλά επειδή η ικανότητα του νερού να τον αντανακλά σπάει για μια στιγμή. Το Σαμαντάνα είναι η πρακτική του να γίνεσαι αρκετά ακίνητος ώστε να αντανακλάς αυτό που ήταν πάντα εκεί.
Κεφάλαιο ΙΙ
Η Φλογερή Επιθυμία για την Αυγή
Ωστόσο, προτού μπορέσει κανείς να εξασκήσει την ακινησία, πρέπει να την θέλει — να την θέλει με ένα βάθος λαχτάρας που υπερβαίνει την επιθυμία για οτιδήποτε άλλο. Η δεύτερη μεγάλη στήλη της εσωτερικής ζωής που περιγράφουν οι σοφοί είναι η Μουμουκσούτα (Mumukshuta): ο πόθος για την Ελευθερία. Όχι την ελευθερία των περιστάσεων — όχι την απελευθέρωση από μια δύσκολη κατάσταση ή μια δυσάρεστη σχέση ή το βάρος των συσσωρευμένων συνηθειών — αλλά την Ελευθερία με την πιο ριζική, την πιο απόλυτη της έννοια. Η επιθυμία να απελευθερωθεί κανείς από τον δεσμό της ίδιας του της αίσθησης του εαυτού. Η λαχτάρα να διαλυθεί η μεγάλη ψευδαίσθηση ότι το ξεχωριστό εγώ, η μικρή ιστορία του «εγώ», είναι το αληθινό και τελικό πρόσωπο του είναι του.
Αυτός ο πόθος δεν είναι μια σκέψη. Είναι μια καύση. Όσοι τον έχουν νιώσει έστω και αμυδρά τον γνωρίζουν ως ένα είδος νοσταλγίας — έναν πόνο για έναν τόπο που δεν μπορούν να ονομάσουν ακριβώς, μια αντήχηση με ένα βάθος που έχουν μόνο στιγμιαία αντικρίσει σε σπάνιες στιγμές σιωπής ή ομορφιάς ή χάριτος. Ένα ηλιοβασίλεμα που είδες από ένα βουνό. Ένα απόσπασμα μουσικής που ξαφνικά ανοίγει σε κάτι απέραντο. Μια στιγμή θλίψης τόσο καθαρή που γίνεται, μυστηριωδώς, ένα είδος αγάπης. Σε τέτοιες στιγμές, η λεπτή μεμβράνη του συνηθισμένου εαυτού γίνεται για λίγο διαφανής και κάτι λάμπει από πίσω της — κάτι αρχαίο, τεράστιο και ανέκφραστα οικείο.
Οι δάσκαλοι περιέγραψαν αυτόν τον πόθο ως την επιθυμία να απελευθερωθεί κανείς από όλους τους δεσμούς, από εκείνον του εγωισμού μέχρι εκείνον του σώματος — δεσμούς που έχουν επιβληθεί πάνω στην καθαρή φύση του είναι από τη μεγάλη δύναμη της Άγνοιας, την οποία η ινδική φιλοσοφική παράδοση ονομάζει Αβίντια (Avidya). Η Άγνοια εδώ δεν είναι η απλή απουσία πληροφορίας. Είναι η πρωταρχική και θεμελιώδης λανθασμένη ταύτιση — η τάση της Συνειδητότητας να κοιτάζει τα περιεχόμενα της δικής της εμπειρίας και να συμπεραίνει: αυτό είμαι εγώ. Να κοιτάζει το σώμα και να λέει: εγώ είμαι αυτό. Να κοιτάζει τα συναισθήματα και να λέει: εγώ είμαι αυτά. Να κοιτάζει τη ροή της σκέψης και να λέει: αυτή η ροή είναι όλο μου το είναι, το όριο μου, ο ορισμός μου.
«Η Μουμουκσούτα είναι η φωτιά που προηγείται της αυγής — όχι ακόμα το ίδιο το φως, αλλά η αναμφισβήτητη ζεστή πνοή αυτού που έρχεται.»
Η Μουμουκσούτα είναι η αναγνώριση — μισοαισθητή προτού μισοκατανοηθεί — ότι καμία από αυτές τις ταυτίσεις δεν είναι αληθινή. Ότι κάτω από τη φευγαλέα φύση του σώματος και την αδιάκοπη κίνηση του νου υπάρχει κάτι που δεν κινείται, δεν γερνάει, δεν υποφέρει απώλεια, δεν αρχίζει ούτε τελειώνει. Ο πόθος για την Ελευθερία είναι η ίδια η κραυγή της ψυχής για επανένωση με εκείνο το κάτι. Είναι, στην ουσία του, ο ήχος του Απόλυτου που καλεί τον εαυτό του μέσα από το όργανο μιας ανθρώπινης ζωής.
Κεφάλαιο ΙΙΙ
Η Χάρις που Μεταμορφώνει τον Σπινθήρα
Δεν φτάνει κάθε αναζητητής σε αυτόν τον πόθο στην πληρότητά του. Στους περισσότερους, τρεμοπαίζει παρά φλογίζεται. Υπάρχει — ακόμα και οι σοφοί το παραδέχονταν αυτό — σε μια νωθρή ή μέτρια μορφή σε πολλούς που βαδίζουν τον πνευματικό δρόμο. Αναζητούν, αλλά η αναζήτησή τους είναι διαλείπουσα. Λαχταρούν, αλλά η λαχτάρα τους είναι μπλεγμένη με άλλες λαχτάρες. Επιθυμούν να είναι ελεύθεροι, αλλά όχι ακόμα εντελώς — όχι αν η ελευθερία απαιτεί την παράδοση όλων εκείνων στα οποία παραμένουν, κρυφά, προσκολλημένοι.
Η συμπόνια της παράδοσης βρίσκεται στην αναγνώριση αυτής της πραγματικότητας. Ακόμα και η χλιαρή φλόγα, ακόμα και ο μισοσχηματισμένος πόθος, δεν χρειάζεται να εγκαταλειφθεί στην απόγνωση. Γιατί υπάρχει μια δύναμη που μπορεί να μεταμορφώσει τον σπινθήρα σε πυρκαγιά — μια δύναμη που η παράδοση ονομάζει Γκουρου-κρίπα (Guru-kripa): η χάρις του Δασκάλου, η χάρις εκείνου που έχει ήδη διασχίσει τον ωκεανό της Άγνοιας και στέκεται στην απέναντι όχθη, με το χέρι απλωμένο, φωτεινός από τη γνώση της άφιξης.
Ο Γκουρού δεν είναι απλώς μια διδακτική ανθρώπινη παρουσία, αν και μια ανθρώπινη παρουσία είναι συχνά η μορφή που παίρνει η χάρις. Στη βαθύτερη διδασκαλία, ο Γκουρού είναι η ίδια η αρχή της σοφίας, η απελευθερωτική νοημοσύνη του σύμπαντος, που εκδηλώνεται όπου μια προετοιμασμένη καρδιά είναι έτοιμη να τη δεχτεί. Η χάρις, σε αυτή την κατανόηση, δεν παραβιάζει την ελευθερία του μαθητή — την φωτίζει. Δεν σέρνει τον αναζητητή πέρα από το κατώφλι — αποκαλύπτει ότι το κατώφλι δεν ήταν ποτέ πραγματικό, ότι η πόρτα που ο αναζητητής φανταζόταν κλειδωμένη μπροστά της ήταν πάντα ανοιχτή, ότι έπρεπε απλώς να πάψει να σπρώχνει εναντίον της και να περάσει μέσα.
Αυτό που κάνει η χάρις του Δασκάλου είναι να φυσά πάνω στον σπινθήρα της Μουμουκσούτα μέχρι να αρχίσει, όσο αργά κι αν είναι, να λάμπει. Και καθώς λάμπει, τα άλλα μεγάλα εργαλεία της εσωτερικής ζωής γίνονται διαθέσιμα — το Βαιράγκια (Vairagya), η πρακτική της απάθειας/αποκοπής, και το Σάμα (Shama), η καλλιέργεια της εσωτερικής γαλήνης — πρακτικές που ενισχύουν και βαθαίνουν τον πόθο μέχρι να γίνει η μοναδική καταναλωτική φωτιά της ύπαρξης του αναζητητή.
Κεφάλαιο ΙV
Η Έρημος και η Βροχή
Εδώ η διδασκαλία φτάνει σε μια από τις πιο φωτεινές — και πιο νηφάλιες — της ενοράσεις, που εκφράζεται μέσα από μια εικόνα σκληρής και διαφανούς ομορφιάς. Σε εκείνον του οποίου η αποκοπή και ο πόθος για την Ελευθερία είναι έντονοι, οι πρακτικές της γαλήνης και της αυτοπειθαρχίας φέρνουν πραγματικό καρπό. Είναι σαν βροχή που πέφτει σε έτοιμο έδαφος, σε χώμα που έχει οργωθεί, ανοιχτεί και προετοιμαστεί. Το νερό εισέρχεται. Ο σπόρος βλασταίνει. Κάτι φυτρώνει.
Αλλά όπου η αποκοπή και ο πόθος παραμένουν νωθροί — όπου ο αναζητητής εκτελεί τις κινήσεις της πνευματικής πρακτικής ενώ παραμένει, στον βαθύτερο θάλαμο της βούλησης, μη δεσμευμένος — τότε η γαλήνη, η πειθαρχία, ο διαλογισμός, όλες οι προσεκτικές αρχιτεκτονικές της εσωτερικής ζωής γίνονται σαν νερό που χύνεται στην έρημο. Η εικόνα είναι συντριπτική στην ακρίβειά της. Όχι νερό που πέφτει δίπλα στην έρημο. Όχι νερό που πέφτει προτού φτάσει στην έρημο. Νερό που πέφτει μέσα στην έρημο — ορατά, αναμφισβήτητα παρόν, και όμως εξαφανίζεται χωρίς αποτέλεσμα, καταπίνεται από την αδιάφορη άμμο, χωρίς να αφήσει πίσω του ίχνος πράσινου.
Αυτό δεν είναι σκληρότητα. Είναι η απλή και αμετάβλητη δομή της πνευματικής πραγματικότητας. Δεν μπορεί κανείς να αγοράσει την απελευθέρωση συσσωρεύοντας πρακτικές όπως συσσωρεύει κανείς περιουσία. Οι πρακτικές δεν είναι αυτοσκοπός. Είναι μέσα — και τα μέσα χρειάζονται έναν προσανατολισμό, μια κατεύθυνση, μια φλογερή πρόθεση, αν πρόκειται να μεταφέρουν κάτι μπροστά. Το ξύλο της πειθαρχίας δεν ανάβει από μόνο του. Χρειάζεται τον σπινθήρα του γνήσιου πόθου, που φροντίζεται από την πνοή της γνήσιας αποκοπής.
«Όπου ο πόθος είναι αληθινός, ακόμα και η πιο μικρή πρακτική γίνεται πόρτα. Όπου ο πόθος απουσιάζει, ακόμα και η μεγαλύτερη πρακτική γίνεται ζωγραφιά μιας πόρτας — όμορφη, ίσως, αλλά που ανοίγει στο τίποτα.»
Το Βαιράγκια — συχνά μεταφράζεται ως αποκοπή/απάθεια, αν και η λέξη αναπνέει πιο λεπτά από τη μετάφρασή της — δεν σημαίνει την βίαιη απόρριψη του κόσμου. Σημαίνει, πιο ακριβώς, την φυσική χαλάρωση της λαβής του κόσμου πάνω στην καρδιά. Είναι αυτό που συμβαίνει στον ταξιδιώτη που έχει έστω και στιγμιαία αντικρίσει τον προορισμό: τα ενδιάμεσα τοπία χάνουν κάτι από τη δύναμή τους να τον κρατούν. Όχι επειδή είναι άσχημα — μπορεί να είναι φωτεινά με τη δική τους ομορφιά — αλλά επειδή η ομορφιά που συναντάται στον δρόμο δεν είναι η ίδια με την άφιξη. Το πλήρως ανθισμένο Βαιράγκια δεν είναι μια στροφή μακριά. Είναι μια στροφή προς — προς την πηγή όλης της ομορφιάς, το έδαφος από το οποίο κάθε όμορφο πράγμα δανείζεται την ομορφιά του.
Κεφάλαιο V
Η Όχθη Πέρα από την Όχθη
Τι περιμένει τον αναζητητή που επιμένει; Ποια είναι η φύση της ελευθερίας προς την οποία τεντώνεται η Μουμουκσούτα, προς την οποία στρέφει το εσωτερικό βλέμμα το Σαμαντάνα, προς την οποία η χάρις του Γκουρού ήσυχα και αμετάκλητα ωθεί την προετοιμασμένη ψυχή; Εδώ η παράδοση μιλάει πιο προσεκτικά και πιο απρόθυμα, γιατί ο προορισμός υπερβαίνει την ικανότητα της γλώσσας να τον περιέχει. Κάθε λέξη που χρησιμοποιείται για να περιγράψει την απελευθέρωση είναι δανεική από το ίδιο το βασίλειο της δυαδικότητας και του περιορισμού που η απελευθέρωση υπερβαίνει. Το να μιλάς γι’ αυτήν είναι πάντα να δείχνεις — να δείχνεις με το δάχτυλο ένα φεγγάρι που το δάχτυλο μπορεί να υποδείξει αλλά δεν μπορεί να αγγίξει.
Κι όμως οι σοφοί έδειχναν, ξανά και ξανά, γιατί η ίδια η χειρονομία έχει αξία. Γιατί ο αναζητητής, ακούγοντας τη χειρονομία, μπορεί να νιώσει κάτι να αναδεύεται στα βάθη — κάτι που αναγνωρίζει αυτό που δεν έχει ακόμα συναντήσει ορθολογικά. Η αναγνώριση είναι το σημάδι. Η ανεξήγητη αίσθηση οικειότητας μπροστά στο άγνωστο είναι η ίδια η μαρτυρία της ψυχής για τη φύση της.
Αυτό που περιγράφουν οι μεγάλοι δάσκαλοι — κάτω και πέρα από όλες τις προσεκτικές φιλοσοφικές τους επεξεργασίες — είναι μια κατάσταση του είναι στην οποία ο ταξιδιώτης ανακαλύπτει ότι ποτέ δεν ήταν πραγματικά ξεχωριστός από τον προορισμό. Ότι το Μπράχμαν, το Απόλυτο, το αιώνια καθαρό έδαφος προς το οποίο το Σαμαντάνα κατευθύνει το συγκεντρωμένο εσωτερικό βλέμμα, δεν είναι κάτι άλλο από εκείνον που κοιτάζει. Το κύμα, ψάχνοντας τον ωκεανό, ανακαλύπτει ότι ήταν ο ωκεανός όλη την ώρα — ότι η φαινομενική του ξεχωριστότητα ήταν μια μορφή που πήρε ο ωκεανός και ότι ο ωκεανός ποτέ δεν έπαψε να είναι ο εαυτός του παίρνοντας αυτή τη μορφή.
Αυτή η ανακάλυψη δεν είναι μια σκέψη. Δεν είναι μια εμπειρία που ανακύπτει και περνάει, όπως περνούν οι μυστικιστικές εκστάσεις. Είναι, μάλλον, η μόνιμη αναγνώριση αυτού που ήταν πάντα η περίπτωση — μια αναγνώριση τόσο ολική που η ίδια η πράξη της αναγνώρισης και εκείνος που αναγνωρίζει και το αντικείμενο της αναγνώρισης καταρρέουν σε μια ενιαία, αδιαίρετη φωτεινότητα. Αυτό που οι δάσκαλοι ονομάζουν Μόκσα (Moksha). Αυτό που η παράδοση του Ζεν ονομάζει αφύπνιση. Αυτό που ο Μάιστερ Έκχαρτ ονόμασε τη γέννηση του Λόγου μέσα στην ψυχή. Αυτό που ο Ρουμί περιέγραψε ως το καλάμι που κλαίει για το καλαμιώνα από τον οποίο κόπηκε — και που, καταπληκτικά, αναγνωρίζει ότι ποτέ δεν κόπηκε.
«Η απελευθέρωση δεν είναι ένα ταξίδι από εδώ προς εκεί. Είναι η αναγνώριση ότι το “εδώ” ποτέ δεν ήταν αυτό που φαινόταν — ότι κάτω από την φαινομενική εξορία, η πατρίδα ήταν παρούσα, απέραντη και αδιατάρακτη, περιμένοντας απλώς να φανεί.»
Αυτός είναι ο λόγος που το Σαμαντάνα — η συνεχής συγκέντρωση της εσωτερικής ικανότητας πάνω στο αιώνια καθαρό Μπράχμαν — δεν είναι μια στρατηγική για την απόκτηση κάτι νέου. Είναι μια πρακτική του ξε-λησμονήματος. Του να επιστρέφεις, ξανά και ξανά, την προσοχή που έχει περιπλανηθεί στο δάσος της πολλαπλότητας, πίσω στο ξέφωτο στο κέντρο του δάσους — ένα ξέφωτο που ήταν πάντα εκεί, που τα δέντρα της σκέψης, της επιθυμίας και του φόβου το είχαν μόνο προσωρινά κρύψει από τα μάτια. Κάθε επιστροφή είναι μια μικρή απελευθέρωση. Η συνεχής πρακτική της επιστροφής είναι ο δρόμος. Και η στιγμή που η επιστροφή δεν είναι πια απαραίτητη — όταν δεν υπάρχει πουθενά αλλού που το μυαλό επιθυμεί να πάει, τίποτα άλλο που αναζητά να πιάσει, τίποτα που θρηνεί ή προσδοκά, μόνο η απέραντη, φωτεινή, αυταπόδεικτη παρουσία αυτού που είναι — εκείνη η στιγμή είναι η μεγάλη Απελευθέρωση προς την οποία η Μουμουκσούτα έδειχνε όλη την ώρα, με τον ταραχώδη, λαχταριστό, ατελή, όμορφο τρόπο της.
Συμπέρασμα
Η Πρόσκληση Κάτω από τη Διδασκαλία
Αυτές οι διδασκαλίες, που έχουν φτάσει μέσα από αιώνες σαν φως μέσα από στρωματωμένο νερό, μετατοπιζόμενες και μαλακώνοντας σταδιακά αλλά χωρίς ποτέ να χάνουν την ουσιαστική τους λάμψη, δεν είναι τελικά δόγματα για να πιστευτούν. Είναι προσκλήσεις για να γίνουν αποδεκτές. Απευθύνονται σε κάθε ανθρώπινο ον, σε κάθε εποχή, σε κάθε κατάσταση ζωής, την ίδια θεμελιώδη προσφορά: ότι η ελευθερία που πιο βαθιά λαχταράς δεν είναι αδύνατα μακρινή, ότι το έδαφος του είναι που αισθάνεσαι στις πιο σπάνιες, πιο φωτεινές σου στιγμές δεν είναι μια ψευδαίσθηση γεννημένη από ευσεβείς πόθους αλλά το πιο αληθινό γεγονός της ύπαρξής σου, ότι οι πρακτικές του Σαμαντάνα και της Μουμουκσούτα και του Βαιράγκια δεν είναι αυθαίρετες πειθαρχίες που επιβάλλονται από έξω αλλά οι φυσικές κινήσεις μιας ζωής που έχει αρχίσει να θυμάται αυτό που πάντα ήταν.
Ο δρόμος ζητά πολλά. Ζητά ειλικρίνεια για το βάθος του πόθου κάποιου — για την προθυμία να αναγνωρίσει κανείς αν η λαχτάρα καίει πραγματικά ή αν έχει απλώς υιοθετηθεί ως μια ευχάριστη πνευματική ταυτότητα. Ζητά την ταπεινοφροσύνη να δεχτεί τη χάρη, να ανοιχτεί προς την παρουσία του Γκουρού σε όποια μορφή κι αν πάρει — δάσκαλος, κείμενο, σιωπή, φύση, η ξαφνική ανεξήγητη γαλήνη που κατεβαίνει εν μέσω της συνηθισμένης ζωής και αφήνει κανείς για λίγο, αναπάντεχα, ανίκανος να προσποιηθεί ότι ο μικρός εαυτός είναι όλο κι όλο. Και ζητά, πάνω από όλα, υπομονή — την προθυμία να φροντίζει τον σπινθήρα μέσα από τις μακρές εποχές που η φλόγα φαίνεται να απουσιάζει, εμπιστευόμενος τη φωτιά που καίει χωρίς να καταναλώνει, το φως που φωτίζει χωρίς πηγή, τη σιωπή που μιλάει τη μόνη λέξη που αξίζει να ακουστεί.
Για τον αναζητητή που επιμένει — που ποτίζει τον πόθο αντί να τον πνίγει, που εξασκεί την ακινησία αντί να τρέφει την ανησυχία, που ανοίγεται ξανά και ξανά στην πιθανότητα ότι αυτό που βρίσκεται πέρα από το τελευταίο σύνορο του νου δεν είναι κενό αλλά πληρότητα πέρα από κάθε φαντασία — για εκείνον τον αναζητητή, η αρχαία υπόσχεση παραμένει ακέραια. Το αιώνια καθαρό Μπράχμαν δεν υποχωρεί. Δεν ανταμείβει και δεν τιμωρεί, δεν χαρίζει εύνοια στον έξυπνο ούτε το κρατά μακριά από τον ταπεινό. Απλώς είναι — όπως ο ουρανός απλώς είναι, αδιάφορος στο αν βλέπεται ή όχι, αμετάβλητος από σύννεφο ή καθαρότητα το ίδιο — ακτινοβόλο, απέραντο, σιωπηλό, ολοκληρωμένο. Και πιο κοντά, λένε οι δάσκαλοι, από την ανάσα. Πιο κοντά από την επόμενη σκέψη. Πιο κοντά, ακόμα, και από εκείνον που αναζητά.
Έτσι ήταν πάντα. Έτσι θα είναι πάντα.
Η φλόγα περιμένει εκείνον που επιτέλους, ολοκληρωτικά, στρέφεται προς αυτήν.
Κεφάλαιο Ι
Η Λάμπα που δεν Ταλαντεύεται
Υπάρχει μια φλόγα που καίει μέσα στο βαθύτερο θάλαμο του ανθρώπινου όντος — όχι η λαμπρή, ασταθής φωτιά της συνηθισμένης σκέψης, ούτε η αιφνιδιαστική περιέργεια που πετά από αντικείμενο σε αντικείμενο σαν πεταλούδα που πολιορκεί κάθε φανό που συναντά — αλλά μια ακίνητη, κυρίαρχη, αταλάντευτη ακτινοβολία που δεν χρειάζεται ούτε τον άνεμο της επιθυμίας ούτε το καύσιμο του κόσμου για να συντηρηθεί. Οι αρχαίοι δάσκαλοι μιλούσαν γι’ αυτή τη φλόγα με σιωπηλή ευλάβεια, γιατί δεν ανήκει στον χρόνο και κανένα σκοτάδι δεν την έχει ποτέ πραγματικά περικλείσει. Αποκαλούσαν την πράξη του να στρέφεσαι προς αυτήν, ξανά και ξανά, με όλη τη συγκεντρωμένη δύναμη του εσωτερικού εαυτού, με το όνομα Σαμαντάνα (Samadhana): η αυτο-εγκατάσταση, η συγκέντρωση της καταφατικής ικανότητας πάνω στο αιώνια καθαρό έδαφος όλου του είναι.
Το να το κατανοείς αυτό δεν σημαίνει ακόμα ότι το γνωρίζεις. Αυτή η διάκριση είναι το παν. Το μυαλό που προσεγγίζει το Σαμαντάνα ως έννοια το προσθέτει στη συλλογή των ωραίων ιδεών του όπως ο ταξιδιώτης προσθέτει ξένα νομίσματα σε ένα πορτοφόλι — θαυμάζοντας το βάρος και τη λάμψη τους αλλά χωρίς ποτέ να τα ξοδεύει, χωρίς ποτέ να τους επιτρέπει να αγοράσουν εισιτήριο για τη χώρα που αντιπροσωπεύουν. Το Σαμαντάνα δεν είναι μια ιδέα για να την κρατάς. Είναι μια κατάσταση για να εισέλθεις, όπως εισέρχεται κανείς στη σιωπή: παύοντας, επιτέλους, να παράγεις θόρυβο.
Οι αρχαίοι σοφοί ήταν προσεκτικοί να σημειώσουν τι δεν είναι το Σαμαντάνα. Δεν είναι η απλή παραχώρηση στη σκέψη — ούτε καν η ανυψωμένη ή φιλοσοφική σκέψη. Η περιέργεια, όσο ευγενής κι αν είναι, είναι ακόμα μια κίνηση. Και η κίνηση, όσο χαριτωμένη κι αν είναι, είναι ακόμα ανησυχία. Αυτό που συνταγογραφούσαν οι σοφοί ήταν κάτι εντελώς πιο απαιτητικό και πιο φωτεινό: η συνεχής συγκέντρωση του διανοητικού, όχι πάνω στις μεταβαλλόμενες μορφές του κόσμου, όχι πάνω στις κατοπτρικές επιφάνειες των εννοιών και των δογμάτων, αλλά πάνω στο ίδιο το Μπράχμαν — το Απόλυτο, το Ανώνυμο, το υπόστρωμα κάτω από κάθε όνομα και μορφή που έχει ποτέ ανακύψει ή διαλυθεί στο μεγάλο θέατρο της ύπαρξης.
«Υπάρχει μια σιωπή βαθύτερη από την ησυχία — μια σιωπή που δεν στερείται απλώς ήχου, αλλά προηγείται και περιβάλλει κάθε ήχο που έχει ποτέ υπάρξει. Προς αυτή τη σιωπή στρέφει το Σαμαντάνα τον αναζητητή.»
Ας αφήσει ο αναγνώστης να καθίσει για μια στιγμή με αυτή την εικόνα: το μυαλό ως μια ακίνητη λίμνη τα χαράματα, η επιφάνειά της αδιατάρακτη, αντανακλώντας τέλεια τον ουρανό από πάνω της — εκείνον τον απεριόριστο, φωτεινό, αμετάβλητο ουρανό που είναι το Μπράχμαν. Κάθε ρυτίδα σκέψης, κάθε ριπή προτίμησης, κάθε τρόμος φόβου ή λαχτάρας διαταράσσει την αντανάκλαση. Όχι επειδή ο ουρανός αλλάζει — δεν αλλάζει — αλλά επειδή η ικανότητα του νερού να τον αντανακλά σπάει για μια στιγμή. Το Σαμαντάνα είναι η πρακτική του να γίνεσαι αρκετά ακίνητος ώστε να αντανακλάς αυτό που ήταν πάντα εκεί.
Κεφάλαιο ΙΙ
Η Φλογερή Επιθυμία για την Αυγή
Ωστόσο, προτού μπορέσει κανείς να εξασκήσει την ακινησία, πρέπει να την θέλει — να την θέλει με ένα βάθος λαχτάρας που υπερβαίνει την επιθυμία για οτιδήποτε άλλο. Η δεύτερη μεγάλη στήλη της εσωτερικής ζωής που περιγράφουν οι σοφοί είναι η Μουμουκσούτα (Mumukshuta): ο πόθος για την Ελευθερία. Όχι την ελευθερία των περιστάσεων — όχι την απελευθέρωση από μια δύσκολη κατάσταση ή μια δυσάρεστη σχέση ή το βάρος των συσσωρευμένων συνηθειών — αλλά την Ελευθερία με την πιο ριζική, την πιο απόλυτη της έννοια. Η επιθυμία να απελευθερωθεί κανείς από τον δεσμό της ίδιας του της αίσθησης του εαυτού. Η λαχτάρα να διαλυθεί η μεγάλη ψευδαίσθηση ότι το ξεχωριστό εγώ, η μικρή ιστορία του «εγώ», είναι το αληθινό και τελικό πρόσωπο του είναι του.
Αυτός ο πόθος δεν είναι μια σκέψη. Είναι μια καύση. Όσοι τον έχουν νιώσει έστω και αμυδρά τον γνωρίζουν ως ένα είδος νοσταλγίας — έναν πόνο για έναν τόπο που δεν μπορούν να ονομάσουν ακριβώς, μια αντήχηση με ένα βάθος που έχουν μόνο στιγμιαία αντικρίσει σε σπάνιες στιγμές σιωπής ή ομορφιάς ή χάριτος. Ένα ηλιοβασίλεμα που είδες από ένα βουνό. Ένα απόσπασμα μουσικής που ξαφνικά ανοίγει σε κάτι απέραντο. Μια στιγμή θλίψης τόσο καθαρή που γίνεται, μυστηριωδώς, ένα είδος αγάπης. Σε τέτοιες στιγμές, η λεπτή μεμβράνη του συνηθισμένου εαυτού γίνεται για λίγο διαφανής και κάτι λάμπει από πίσω της — κάτι αρχαίο, τεράστιο και ανέκφραστα οικείο.
Οι δάσκαλοι περιέγραψαν αυτόν τον πόθο ως την επιθυμία να απελευθερωθεί κανείς από όλους τους δεσμούς, από εκείνον του εγωισμού μέχρι εκείνον του σώματος — δεσμούς που έχουν επιβληθεί πάνω στην καθαρή φύση του είναι από τη μεγάλη δύναμη της Άγνοιας, την οποία η ινδική φιλοσοφική παράδοση ονομάζει Αβίντια (Avidya). Η Άγνοια εδώ δεν είναι η απλή απουσία πληροφορίας. Είναι η πρωταρχική και θεμελιώδης λανθασμένη ταύτιση — η τάση της Συνειδητότητας να κοιτάζει τα περιεχόμενα της δικής της εμπειρίας και να συμπεραίνει: αυτό είμαι εγώ. Να κοιτάζει το σώμα και να λέει: εγώ είμαι αυτό. Να κοιτάζει τα συναισθήματα και να λέει: εγώ είμαι αυτά. Να κοιτάζει τη ροή της σκέψης και να λέει: αυτή η ροή είναι όλο μου το είναι, το όριο μου, ο ορισμός μου.
«Η Μουμουκσούτα είναι η φωτιά που προηγείται της αυγής — όχι ακόμα το ίδιο το φως, αλλά η αναμφισβήτητη ζεστή πνοή αυτού που έρχεται.»
Η Μουμουκσούτα είναι η αναγνώριση — μισοαισθητή προτού μισοκατανοηθεί — ότι καμία από αυτές τις ταυτίσεις δεν είναι αληθινή. Ότι κάτω από τη φευγαλέα φύση του σώματος και την αδιάκοπη κίνηση του νου υπάρχει κάτι που δεν κινείται, δεν γερνάει, δεν υποφέρει απώλεια, δεν αρχίζει ούτε τελειώνει. Ο πόθος για την Ελευθερία είναι η ίδια η κραυγή της ψυχής για επανένωση με εκείνο το κάτι. Είναι, στην ουσία του, ο ήχος του Απόλυτου που καλεί τον εαυτό του μέσα από το όργανο μιας ανθρώπινης ζωής.
Κεφάλαιο ΙΙΙ
Η Χάρις που Μεταμορφώνει τον Σπινθήρα
Δεν φτάνει κάθε αναζητητής σε αυτόν τον πόθο στην πληρότητά του. Στους περισσότερους, τρεμοπαίζει παρά φλογίζεται. Υπάρχει — ακόμα και οι σοφοί το παραδέχονταν αυτό — σε μια νωθρή ή μέτρια μορφή σε πολλούς που βαδίζουν τον πνευματικό δρόμο. Αναζητούν, αλλά η αναζήτησή τους είναι διαλείπουσα. Λαχταρούν, αλλά η λαχτάρα τους είναι μπλεγμένη με άλλες λαχτάρες. Επιθυμούν να είναι ελεύθεροι, αλλά όχι ακόμα εντελώς — όχι αν η ελευθερία απαιτεί την παράδοση όλων εκείνων στα οποία παραμένουν, κρυφά, προσκολλημένοι.
Η συμπόνια της παράδοσης βρίσκεται στην αναγνώριση αυτής της πραγματικότητας. Ακόμα και η χλιαρή φλόγα, ακόμα και ο μισοσχηματισμένος πόθος, δεν χρειάζεται να εγκαταλειφθεί στην απόγνωση. Γιατί υπάρχει μια δύναμη που μπορεί να μεταμορφώσει τον σπινθήρα σε πυρκαγιά — μια δύναμη που η παράδοση ονομάζει Γκουρου-κρίπα (Guru-kripa): η χάρις του Δασκάλου, η χάρις εκείνου που έχει ήδη διασχίσει τον ωκεανό της Άγνοιας και στέκεται στην απέναντι όχθη, με το χέρι απλωμένο, φωτεινός από τη γνώση της άφιξης.
Ο Γκουρού δεν είναι απλώς μια διδακτική ανθρώπινη παρουσία, αν και μια ανθρώπινη παρουσία είναι συχνά η μορφή που παίρνει η χάρις. Στη βαθύτερη διδασκαλία, ο Γκουρού είναι η ίδια η αρχή της σοφίας, η απελευθερωτική νοημοσύνη του σύμπαντος, που εκδηλώνεται όπου μια προετοιμασμένη καρδιά είναι έτοιμη να τη δεχτεί. Η χάρις, σε αυτή την κατανόηση, δεν παραβιάζει την ελευθερία του μαθητή — την φωτίζει. Δεν σέρνει τον αναζητητή πέρα από το κατώφλι — αποκαλύπτει ότι το κατώφλι δεν ήταν ποτέ πραγματικό, ότι η πόρτα που ο αναζητητής φανταζόταν κλειδωμένη μπροστά της ήταν πάντα ανοιχτή, ότι έπρεπε απλώς να πάψει να σπρώχνει εναντίον της και να περάσει μέσα.
Αυτό που κάνει η χάρις του Δασκάλου είναι να φυσά πάνω στον σπινθήρα της Μουμουκσούτα μέχρι να αρχίσει, όσο αργά κι αν είναι, να λάμπει. Και καθώς λάμπει, τα άλλα μεγάλα εργαλεία της εσωτερικής ζωής γίνονται διαθέσιμα — το Βαιράγκια (Vairagya), η πρακτική της απάθειας/αποκοπής, και το Σάμα (Shama), η καλλιέργεια της εσωτερικής γαλήνης — πρακτικές που ενισχύουν και βαθαίνουν τον πόθο μέχρι να γίνει η μοναδική καταναλωτική φωτιά της ύπαρξης του αναζητητή.
Κεφάλαιο ΙV
Η Έρημος και η Βροχή
Εδώ η διδασκαλία φτάνει σε μια από τις πιο φωτεινές — και πιο νηφάλιες — της ενοράσεις, που εκφράζεται μέσα από μια εικόνα σκληρής και διαφανούς ομορφιάς. Σε εκείνον του οποίου η αποκοπή και ο πόθος για την Ελευθερία είναι έντονοι, οι πρακτικές της γαλήνης και της αυτοπειθαρχίας φέρνουν πραγματικό καρπό. Είναι σαν βροχή που πέφτει σε έτοιμο έδαφος, σε χώμα που έχει οργωθεί, ανοιχτεί και προετοιμαστεί. Το νερό εισέρχεται. Ο σπόρος βλασταίνει. Κάτι φυτρώνει.
Αλλά όπου η αποκοπή και ο πόθος παραμένουν νωθροί — όπου ο αναζητητής εκτελεί τις κινήσεις της πνευματικής πρακτικής ενώ παραμένει, στον βαθύτερο θάλαμο της βούλησης, μη δεσμευμένος — τότε η γαλήνη, η πειθαρχία, ο διαλογισμός, όλες οι προσεκτικές αρχιτεκτονικές της εσωτερικής ζωής γίνονται σαν νερό που χύνεται στην έρημο. Η εικόνα είναι συντριπτική στην ακρίβειά της. Όχι νερό που πέφτει δίπλα στην έρημο. Όχι νερό που πέφτει προτού φτάσει στην έρημο. Νερό που πέφτει μέσα στην έρημο — ορατά, αναμφισβήτητα παρόν, και όμως εξαφανίζεται χωρίς αποτέλεσμα, καταπίνεται από την αδιάφορη άμμο, χωρίς να αφήσει πίσω του ίχνος πράσινου.
Αυτό δεν είναι σκληρότητα. Είναι η απλή και αμετάβλητη δομή της πνευματικής πραγματικότητας. Δεν μπορεί κανείς να αγοράσει την απελευθέρωση συσσωρεύοντας πρακτικές όπως συσσωρεύει κανείς περιουσία. Οι πρακτικές δεν είναι αυτοσκοπός. Είναι μέσα — και τα μέσα χρειάζονται έναν προσανατολισμό, μια κατεύθυνση, μια φλογερή πρόθεση, αν πρόκειται να μεταφέρουν κάτι μπροστά. Το ξύλο της πειθαρχίας δεν ανάβει από μόνο του. Χρειάζεται τον σπινθήρα του γνήσιου πόθου, που φροντίζεται από την πνοή της γνήσιας αποκοπής.
«Όπου ο πόθος είναι αληθινός, ακόμα και η πιο μικρή πρακτική γίνεται πόρτα. Όπου ο πόθος απουσιάζει, ακόμα και η μεγαλύτερη πρακτική γίνεται ζωγραφιά μιας πόρτας — όμορφη, ίσως, αλλά που ανοίγει στο τίποτα.»
Το Βαιράγκια — συχνά μεταφράζεται ως αποκοπή/απάθεια, αν και η λέξη αναπνέει πιο λεπτά από τη μετάφρασή της — δεν σημαίνει την βίαιη απόρριψη του κόσμου. Σημαίνει, πιο ακριβώς, την φυσική χαλάρωση της λαβής του κόσμου πάνω στην καρδιά. Είναι αυτό που συμβαίνει στον ταξιδιώτη που έχει έστω και στιγμιαία αντικρίσει τον προορισμό: τα ενδιάμεσα τοπία χάνουν κάτι από τη δύναμή τους να τον κρατούν. Όχι επειδή είναι άσχημα — μπορεί να είναι φωτεινά με τη δική τους ομορφιά — αλλά επειδή η ομορφιά που συναντάται στον δρόμο δεν είναι η ίδια με την άφιξη. Το πλήρως ανθισμένο Βαιράγκια δεν είναι μια στροφή μακριά. Είναι μια στροφή προς — προς την πηγή όλης της ομορφιάς, το έδαφος από το οποίο κάθε όμορφο πράγμα δανείζεται την ομορφιά του.
Κεφάλαιο V
Η Όχθη Πέρα από την Όχθη
Τι περιμένει τον αναζητητή που επιμένει; Ποια είναι η φύση της ελευθερίας προς την οποία τεντώνεται η Μουμουκσούτα, προς την οποία στρέφει το εσωτερικό βλέμμα το Σαμαντάνα, προς την οποία η χάρις του Γκουρού ήσυχα και αμετάκλητα ωθεί την προετοιμασμένη ψυχή; Εδώ η παράδοση μιλάει πιο προσεκτικά και πιο απρόθυμα, γιατί ο προορισμός υπερβαίνει την ικανότητα της γλώσσας να τον περιέχει. Κάθε λέξη που χρησιμοποιείται για να περιγράψει την απελευθέρωση είναι δανεική από το ίδιο το βασίλειο της δυαδικότητας και του περιορισμού που η απελευθέρωση υπερβαίνει. Το να μιλάς γι’ αυτήν είναι πάντα να δείχνεις — να δείχνεις με το δάχτυλο ένα φεγγάρι που το δάχτυλο μπορεί να υποδείξει αλλά δεν μπορεί να αγγίξει.
Κι όμως οι σοφοί έδειχναν, ξανά και ξανά, γιατί η ίδια η χειρονομία έχει αξία. Γιατί ο αναζητητής, ακούγοντας τη χειρονομία, μπορεί να νιώσει κάτι να αναδεύεται στα βάθη — κάτι που αναγνωρίζει αυτό που δεν έχει ακόμα συναντήσει ορθολογικά. Η αναγνώριση είναι το σημάδι. Η ανεξήγητη αίσθηση οικειότητας μπροστά στο άγνωστο είναι η ίδια η μαρτυρία της ψυχής για τη φύση της.
Αυτό που περιγράφουν οι μεγάλοι δάσκαλοι — κάτω και πέρα από όλες τις προσεκτικές φιλοσοφικές τους επεξεργασίες — είναι μια κατάσταση του είναι στην οποία ο ταξιδιώτης ανακαλύπτει ότι ποτέ δεν ήταν πραγματικά ξεχωριστός από τον προορισμό. Ότι το Μπράχμαν, το Απόλυτο, το αιώνια καθαρό έδαφος προς το οποίο το Σαμαντάνα κατευθύνει το συγκεντρωμένο εσωτερικό βλέμμα, δεν είναι κάτι άλλο από εκείνον που κοιτάζει. Το κύμα, ψάχνοντας τον ωκεανό, ανακαλύπτει ότι ήταν ο ωκεανός όλη την ώρα — ότι η φαινομενική του ξεχωριστότητα ήταν μια μορφή που πήρε ο ωκεανός και ότι ο ωκεανός ποτέ δεν έπαψε να είναι ο εαυτός του παίρνοντας αυτή τη μορφή.
Αυτή η ανακάλυψη δεν είναι μια σκέψη. Δεν είναι μια εμπειρία που ανακύπτει και περνάει, όπως περνούν οι μυστικιστικές εκστάσεις. Είναι, μάλλον, η μόνιμη αναγνώριση αυτού που ήταν πάντα η περίπτωση — μια αναγνώριση τόσο ολική που η ίδια η πράξη της αναγνώρισης και εκείνος που αναγνωρίζει και το αντικείμενο της αναγνώρισης καταρρέουν σε μια ενιαία, αδιαίρετη φωτεινότητα. Αυτό που οι δάσκαλοι ονομάζουν Μόκσα (Moksha). Αυτό που η παράδοση του Ζεν ονομάζει αφύπνιση. Αυτό που ο Μάιστερ Έκχαρτ ονόμασε τη γέννηση του Λόγου μέσα στην ψυχή. Αυτό που ο Ρουμί περιέγραψε ως το καλάμι που κλαίει για το καλαμιώνα από τον οποίο κόπηκε — και που, καταπληκτικά, αναγνωρίζει ότι ποτέ δεν κόπηκε.
«Η απελευθέρωση δεν είναι ένα ταξίδι από εδώ προς εκεί. Είναι η αναγνώριση ότι το “εδώ” ποτέ δεν ήταν αυτό που φαινόταν — ότι κάτω από την φαινομενική εξορία, η πατρίδα ήταν παρούσα, απέραντη και αδιατάρακτη, περιμένοντας απλώς να φανεί.»
Αυτός είναι ο λόγος που το Σαμαντάνα — η συνεχής συγκέντρωση της εσωτερικής ικανότητας πάνω στο αιώνια καθαρό Μπράχμαν — δεν είναι μια στρατηγική για την απόκτηση κάτι νέου. Είναι μια πρακτική του ξε-λησμονήματος. Του να επιστρέφεις, ξανά και ξανά, την προσοχή που έχει περιπλανηθεί στο δάσος της πολλαπλότητας, πίσω στο ξέφωτο στο κέντρο του δάσους — ένα ξέφωτο που ήταν πάντα εκεί, που τα δέντρα της σκέψης, της επιθυμίας και του φόβου το είχαν μόνο προσωρινά κρύψει από τα μάτια. Κάθε επιστροφή είναι μια μικρή απελευθέρωση. Η συνεχής πρακτική της επιστροφής είναι ο δρόμος. Και η στιγμή που η επιστροφή δεν είναι πια απαραίτητη — όταν δεν υπάρχει πουθενά αλλού που το μυαλό επιθυμεί να πάει, τίποτα άλλο που αναζητά να πιάσει, τίποτα που θρηνεί ή προσδοκά, μόνο η απέραντη, φωτεινή, αυταπόδεικτη παρουσία αυτού που είναι — εκείνη η στιγμή είναι η μεγάλη Απελευθέρωση προς την οποία η Μουμουκσούτα έδειχνε όλη την ώρα, με τον ταραχώδη, λαχταριστό, ατελή, όμορφο τρόπο της.
Συμπέρασμα
Η Πρόσκληση Κάτω από τη Διδασκαλία
Αυτές οι διδασκαλίες, που έχουν φτάσει μέσα από αιώνες σαν φως μέσα από στρωματωμένο νερό, μετατοπιζόμενες και μαλακώνοντας σταδιακά αλλά χωρίς ποτέ να χάνουν την ουσιαστική τους λάμψη, δεν είναι τελικά δόγματα για να πιστευτούν. Είναι προσκλήσεις για να γίνουν αποδεκτές. Απευθύνονται σε κάθε ανθρώπινο ον, σε κάθε εποχή, σε κάθε κατάσταση ζωής, την ίδια θεμελιώδη προσφορά: ότι η ελευθερία που πιο βαθιά λαχταράς δεν είναι αδύνατα μακρινή, ότι το έδαφος του είναι που αισθάνεσαι στις πιο σπάνιες, πιο φωτεινές σου στιγμές δεν είναι μια ψευδαίσθηση γεννημένη από ευσεβείς πόθους αλλά το πιο αληθινό γεγονός της ύπαρξής σου, ότι οι πρακτικές του Σαμαντάνα και της Μουμουκσούτα και του Βαιράγκια δεν είναι αυθαίρετες πειθαρχίες που επιβάλλονται από έξω αλλά οι φυσικές κινήσεις μιας ζωής που έχει αρχίσει να θυμάται αυτό που πάντα ήταν.
Ο δρόμος ζητά πολλά. Ζητά ειλικρίνεια για το βάθος του πόθου κάποιου — για την προθυμία να αναγνωρίσει κανείς αν η λαχτάρα καίει πραγματικά ή αν έχει απλώς υιοθετηθεί ως μια ευχάριστη πνευματική ταυτότητα. Ζητά την ταπεινοφροσύνη να δεχτεί τη χάρη, να ανοιχτεί προς την παρουσία του Γκουρού σε όποια μορφή κι αν πάρει — δάσκαλος, κείμενο, σιωπή, φύση, η ξαφνική ανεξήγητη γαλήνη που κατεβαίνει εν μέσω της συνηθισμένης ζωής και αφήνει κανείς για λίγο, αναπάντεχα, ανίκανος να προσποιηθεί ότι ο μικρός εαυτός είναι όλο κι όλο. Και ζητά, πάνω από όλα, υπομονή — την προθυμία να φροντίζει τον σπινθήρα μέσα από τις μακρές εποχές που η φλόγα φαίνεται να απουσιάζει, εμπιστευόμενος τη φωτιά που καίει χωρίς να καταναλώνει, το φως που φωτίζει χωρίς πηγή, τη σιωπή που μιλάει τη μόνη λέξη που αξίζει να ακουστεί.
Για τον αναζητητή που επιμένει — που ποτίζει τον πόθο αντί να τον πνίγει, που εξασκεί την ακινησία αντί να τρέφει την ανησυχία, που ανοίγεται ξανά και ξανά στην πιθανότητα ότι αυτό που βρίσκεται πέρα από το τελευταίο σύνορο του νου δεν είναι κενό αλλά πληρότητα πέρα από κάθε φαντασία — για εκείνον τον αναζητητή, η αρχαία υπόσχεση παραμένει ακέραια. Το αιώνια καθαρό Μπράχμαν δεν υποχωρεί. Δεν ανταμείβει και δεν τιμωρεί, δεν χαρίζει εύνοια στον έξυπνο ούτε το κρατά μακριά από τον ταπεινό. Απλώς είναι — όπως ο ουρανός απλώς είναι, αδιάφορος στο αν βλέπεται ή όχι, αμετάβλητος από σύννεφο ή καθαρότητα το ίδιο — ακτινοβόλο, απέραντο, σιωπηλό, ολοκληρωμένο. Και πιο κοντά, λένε οι δάσκαλοι, από την ανάσα. Πιο κοντά από την επόμενη σκέψη. Πιο κοντά, ακόμα, και από εκείνον που αναζητά.
Έτσι ήταν πάντα. Έτσι θα είναι πάντα.
Η φλόγα περιμένει εκείνον που επιτέλους, ολοκληρωτικά, στρέφεται προς αυτήν.
Το Ιερό Κατώφλι: Μια Μυστική Στοχαστική Προσέγγιση στην Απελπισία του Αρτζούνα
Κεφάλαιο V — Η Σιωπή Πριν από τη Διδασκαλία
«Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος —
καὶ πρὶν τὸν Λόγον, ὑπῆρχε ἡ Σιωπή
ἀπὸ τὴν ὁποία ἀνέβηκε ὁ Λόγος.»
I. Η Πληρότητα της Κενής Στιγμής
Υπάρχει μια στιγμή στο πρώτο κεφάλαιο της Μπαγκαβάτ Γκίτα που το απροετοίμαστο μάτι σχεδόν την προσπερνά χωρίς να την προσέξει — καταπίνεται από το δράμα των στρατευμάτων και το θέαμα της θλίψης του Αρτζούνα, χάνεται μέσα στην εκκωφαντική ομορφιά όσων την περιβάλλουν. Ωστόσο, ο μύστης, εκπαιδευμένος να προσέχει όχι μόνο όσα λέγονται αλλά και όσα αναπνέουν στα διαλείμματα ανάμεσα στις λέξεις, αναγνωρίζει αυτή τη στιγμή ως ίσως την πιο ιερή σε ολόκληρο το άνοιγμα του κειμένου. Είναι η στιγμή της σιωπής. Η στιγμή μετά την τελευταία λέξη του θρήνου του Αρτζούνα που έχει διαλυθεί στον τρεμάμενο αέρα του Κουρουξέτρα, και πριν η φωνή του Θείου αρχίσει ακόμη την απάντησή της.
Ο Αρτζούνα έχει πει τα πάντα. Έχει αδειάσει τη θλίψη του σαν ένα δοχείο που χύνει κρασί — ολοκληρωτικά, χωρίς επιφύλαξη, χωρίς να κρατήσει τίποτα. Έχει μιλήσει για τον τρέμουλο των μελών του, για το κάψιμο του δέρματός του, για την αστάθεια του νου του. Έχει μιλήσει για τα αγαπημένα πρόσωπα που παρατάσσονται απέναντί του — τον παππού του Μπχίσμα με τα μαλλιά σαν σύννεφα λευκής σοφίας, τους δασκάλους του που τάιζαν το νεαρό μυαλό του με τον άρτο της γνώσης, τους συγγενείς και συντρόφους του των οποίων τα γέλια κάποτε γέμιζαν τις αίθουσες της ζωής του με κάτι που δεν ήξερε να το ονομάσει χάρη μέχρι αυτή τη στιγμή, όταν τώρα στέκεται απέναντι σε ένα πεδίο έτοιμο να καταστραφεί. Έχει θέσει τις τρομερές ερωτήσεις του — όχι ερωτήσεις ενός ανθρώπου που επιδιώκει να αποφύγει, αλλά ενός ανθρώπου που επιδιώκει να κατανοήσει, που δεν θα επιτρέψει στη φόρα των προσδοκιών του κόσμου να τον παρασύρει πέρα από την άβυσσο της δικής του ειλικρινούς αβεβαιότητας.
Και τότε — σταματά. Χαμηλώνει το μεγαλοπρεπές τόξο Γκάντιβα. Βυθίζεται στο κάθισμα του άρματος. Και οι λέξεις τελειώνουν.
Σε αυτό το τέλος, κάτι αρχίζει που είναι μεγαλύτερο από ό,τι θα μπορούσε να χωρέσει οποιαδήποτε λέξη.
II. Τι Κρατά η Σιωπή
Το να μιλάμε για σιωπή στο πλαίσιο του ιερού δεν σημαίνει να μιλάμε για απλή απουσία — για τη διακοπή του ήχου, για την προσωρινή αναστολή του θορύβου. Η σιωπή που κατεβαίνει στο άρμα του Αρτζούνα σε αυτή την εξαιρετική στιγμή δεν είναι κενό. Είναι, αντιθέτως, η πιο συμπυκνωμένη μορφή παρουσίας που το κείμενο μας έχει προσφέρει μέχρι τώρα. Είναι η σιωπή που οι στοχαστικές παραδόσεις του κόσμου έχουν περάσει χιλιετίες προσπαθώντας να περιγράψουν, και τελικά συμφώνησαν ότι δεν μπορεί να περιγραφεί — μόνο να υποδειχθεί, να προκληθεί, να προετοιμαστεί, να εισέλθει κανείς σε αυτήν.
Οι Ουπανισάδες μιλούν για τον Βράχμαν — το έσχατο έδαφος όλης της ύπαρξης — ως εκείνο που δεν μπορεί να συλληφθεί από το μάτι, από τον λόγο, από το νου, από την ακοή ή από την αναπνοή, και ωστόσο χωρίς αυτό καμία από αυτές τις ικανότητες δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει καθόλου. Το Ταο Τε Τσινγκ ανοίγει με την μεγαλοπρεπή και φαινομενικά παράδοξη διακήρυξή του: το Ταό που μπορεί να ονομαστεί δεν είναι το αιώνιο Ταό. Η χριστιανική μυστική παράδοση, από τον Μάιστερ Έκχαρτ μέχρι τον Ιωάννη του Σταυρού και τον ανώνυμο συγγραφέα του «Νέφους της Αγνωσίας», κοπιάζει ξανά και ξανά στην ίδια αδύνατη αποστολή: να δείξει προς εκείνο που βρίσκεται πέρα από την εμβέλεια κάθε έννοιας και κάθε εικόνας, το οποίο μπορεί να αγγίξει μόνο στη γαλήνη που παραμένει όταν όλος ο θόρυβος του σκεπτόμενου νου έχει, για μια στιγμή, ησυχάσει.
Αυτή είναι η σιωπή που έχει κατέβει στο Κουρουξέτρα. Και δεν είναι μια συνηθισμένη σιωπή πεδίου — όχι μια απλή παύση στον ορυμαγδό της επερχόμενης μάχης. Είναι η σιωπή που είναι πάντοτε παρούσα κάτω από τον θόρυβο του κόσμου, όπως ο ουρανός είναι πάντοτε παρών πάνω από τα σύννεφα που τον κρύβουν προσωρινά. Η εξάντληση του Αρτζούνα έχει, για αυτή την μία ανασταλμένη ανάσα, καθαρίσει τα σύννεφα. Ο ουρανός αποκαλύπτεται. Και μέσα του — υπομονετικός, ζεστός, ανεξάντλητος — στέκεται η παρουσία που ήταν εκεί όλη την ώρα: ο Κύριος Σρι Κρίσνα, ο ηνίοχος που δεν είναι απλός ηνίοχος, περιμένοντας με την απόλυτη αταραξία της Θεϊκής προσοχής την ψυχή μπροστά του να φτάσει στην ετοιμότητα που καθιστά δυνατή τη λήψη.
III. Η Παιδαγωγική της Προετοιμασίας
Κάθε μεγάλη πνευματική παράδοση έχει κατανοήσει ότι η υποδοχή βαθιάς διδασκαλίας δεν είναι απλώς ένα διανοητικό γεγονός — θέμα παρουσίασης ιδεών σε έναν νου ικανό να τις επεξεργαστεί. Είναι μεταμόρφωση ολόκληρης της ύπαρξης, επαναπροσανατολισμός της ψυχής που πρέπει να προετοιμαστεί, να καλλιεργηθεί και — στις πιο βαθιές περιπτώσεις — να υποφερθεί. Οι μεγαλύτεροι μύστες κάθε παράδοσης έχουν αναγνωρίσει ότι το Θείο δεν χύνει τα βαθύτερα δώρα του σε δοχεία που είναι ήδη γεμάτα. Τα χύνει σε δοχεία που έχουν αδειάσει από χάρη, από θλίψη, από την ειλικρινή αντιμετώπιση των ορίων της ανθρώπινης κατανόησης.
Αυτή είναι η ριζοσπαστική παιδαγωγική που ενσαρκώνει η Γκίτα στην ίδια της τη δομή. Πριν προσφερθεί ούτε ένας στίχος διδασκαλίας, το κείμενο μας δίνει τις πλήρεις διαστάσεις της κατάρρευσης του Αρτζούνα. Επιμένει στη δυστυχία του με αυτό που μπορεί να φανεί, στον ανυπόμονο αναγνώστη, σχεδόν υπερβολική λεπτομέρεια. Ο τρέμουλος του σώματός του, η ξηρότητα του λαιμού του, η πτώση του τόξου του — αυτά δεν είναι τυχαίες λεπτομέρειες που πρέπει να προσπεραστούν βιαστικά για να φτάσουμε στα διάσημα φιλοσοφικά επιχειρήματα της Μπαγκαβάτ Γκίτα. Είναι το φιλοσοφικό επιχείρημα. Είναι η πρώτη και βαθύτερη διδασκαλία του κειμένου, που δίνεται όχι με λόγια αλλά με την ευγλωττία της σιωπής ενός σπασμένου ανθρώπου: ότι η σοφία του Θείου μπορεί να ληφθεί μόνο από μια ψυχή που έχει φτάσει, μέσω της δικής της ειλικρινούς συνάντησης με το μυστήριο της ύπαρξης, στο χείλος αυτού που μπορεί να κατανοήσει μόνη της.
Η παράδοση Ζεν έχει τα κοάν της — εκείνες τις μεγαλοπρεπείς αδύνατες ερωτήσεις που δίνονται όχι για να απαντηθούν αλλά για να εξαντλήσουν τον απαντώντα νου, να φέρουν τον αδιάκοπο θόρυβο του εγώ στα γόνατα, να ανοίξουν στον μαθητή μια σιωπή αρκετά ευρεία ώστε να δεχτεί αυτό που καμία εξυπνάδα δεν θα μπορούσε να συλλάβει. Ο δρόμος Σούφι έχει τις πρακτικές του για το γυάλισμα του καθρέφτη της καρδιάς, την αφαίρεση της συσσωρευμένης σκόνης της συνήθειας και της αυτοαπασχόλησης μέχρι η επιφάνεια να γίνει αρκετά καθαρή για να αντανακλά αυτό που είναι πάντοτε ήδη παρόν. Η χριστιανική στοχαστική παράδοση έχει την via negativa — τον αρνητικό δρόμο — με τον οποίο η ψυχή απογυμνώνεται από κάθε εικόνα και έννοια που έχει σχηματίσει για τον Θεό μέχρι, στη γύμνια της αγνωσίας, να έρθει να αναπαυθεί στην ζωντανή πραγματικότητα που όλες εκείνες οι εικόνες προσπαθούσαν ατελώς να συλλάβουν.
Η κατάρρευση του Αρτζούνα είναι όλα αυτά μαζί. Είναι το κοάν του. Είναι το γυάλισμα του καθρέφτη του. Είναι η via negativa του. Χωρίς να ξέρει τι κάνει, χωρίς καμία συνειδητή πρόθεση να εισέλθει στον μυστικό δρόμο, ο πολεμιστής έχει σκοντάψει στην αρχαιότερη και πιο αξιόπιστη προετοιμασία για τη Θεϊκή συνάντηση: την πλήρη παράδοση του εαυτού που νόμιζε ότι ήξερε.
IV. Οι Δύο Σιωπές
Αξίζει να σταθούμε εδώ για να διακρίνουμε δύο είδη σιωπής που συνυπάρχουν σε αυτή τη στιγμή — γιατί είναι πολύ διαφορετικής ποιότητας, παρόλο που καταλαμβάνουν την ίδια ανασταλμένη ανάσα χρόνου, και ο μύστης που δεν τις διακρίνει θα χάσει κάτι ουσιώδες.
Η πρώτη σιωπή είναι του Αρτζούνα. Είναι η σιωπή της εξάντλησης — η σιωπή που έρχεται μετά την πλήρη δαπάνη των δυνάμεων του εαυτού. Είναι η σιωπή ενός ανθρώπου που έχει θέσει κάθε ερώτηση που ήξερε να θέσει και δεν βρήκε απάντηση στο ίδιο το ερώτημα. Είναι η σιωπή της θλίψης, της σύγχυσης, της αναγνώρισης ότι τα οικεία πλαίσια με τα οποία ο νους οργάνωνε πάντοτε την εμπειρία αποδείχθηκαν ξαφνικά, σοκαριστικά, ανεπαρκή μπροστά στο μέγεθος αυτού που αντιμετωπίζει. Αυτή είναι η σιωπή της ανθρώπινης ψυχής στο όριο της συνηθισμένης της δύναμης — και μέσα της κουβαλάει, όπως κάθε γνήσιο όριο κουβαλάει, τους σπόρους μιας μεταμόρφωσης που η συνηθισμένη δύναμη ποτέ δεν θα μπορούσε να επιτύχει. Είναι, με την πιο βαθιά έννοια, η σιωπή της χάριτος — η χάρις που έρχεται μεταμφιεσμένη ως αποτυχία, που φτάνει φορώντας το πρόσωπο της ήττας.
Η δεύτερη σιωπή είναι του Κρίσνα. Και αυτή είναι σιωπή εντελώς διαφορετικής τάξης. Δεν είναι σιωπή εξάντλησης αλλά σιωπή άπειρης πηγής. Όχι σιωπή κενού αλλά σιωπή πληρότητας πέρα από κάθε δυνατότητα μέτρησης. Ο Κρίσνα δεν μιλάει αμέσως. Περιμένει. Και σε αυτή την αναμονή — που δεν είναι παθητική αλλά απόλυτα, ακτινοβόλα ενεργητική — εκφράζεται μια ποιότητα Θεϊκής προσοχής που η καρδιά, αν είναι ανοιχτή, μπορεί να την αισθανθεί σαν τη ζεστασιά ενός ήλιου που δεν λάμπει από έξω αλλά από μέσα.
Αυτή είναι η σιωπή που αγγίζει ο Ψαλμωδός όταν γράφει για το «σταμάτα και γνώριζε». Είναι η σιωπή του κοινοβουλευτικού σπιτιού των Κουάκερων, όπου η συγκεντρωμένη κοινότητα περιμένει σε κοινή υποδοχή τον λόγο που αναδύεται όχι από ανθρώπινη εξυπνάδα ή προετοιμασία αλλά από το ζωντανό βάθος που υποβαστάζει όλα τα δημιουργημένα όντα. Είναι η σιωπή για την οποία μιλάει ο μεγάλος χριστιανός μύστης Μάιστερ Έκχαρτ όταν λέει ότι τίποτα σε όλη τη δημιουργία δεν μοιάζει τόσο με τον Θεό όσο η σιωπή. Είναι η σιωπή στην καρδιά της σανσκριτικής συλλαβής OM — όχι ο αντηχητικός ήχος του σώματος της συλλαβής, αλλά η σιωπή που ακολουθεί τον ήχο, μέσα στην οποία ο ήχος διαλύεται, και που ήταν παρούσα πριν αναδυθεί ο ήχος: η σιωπή που η παράδοση ονομάζει τέταρτη κατάσταση, turiya, ο μάρτυρας που υποβαστάζει και περιέχει τον ύπνο, το όνειρο και τον βαθύ ύπνο μαζί.
Στο άρμα ανάμεσα στους στρατούς, και οι δύο σιωπές είναι παρούσες ταυτόχρονα. Συναντιούνται. Και στη συνάντησή τους, κάτι γίνεται δυνατό που καμία από τις δύο δεν θα μπορούσε να δημιουργήσει μόνη της.
V. Το Εσωτερικό Τοπίο της Ετοιμότητας
Πώς μοιάζει η ετοιμότητα, σύμφωνα με τον μύστη; Δεν μοιάζει με την ήρεμη αυτοπεποίθηση ενός μαθητή που έχει ετοιμάσει καλά τα μαθήματά του. Δεν μοιάζει με την γαλήνια αυτοκυριαρχία εκείνου που έχει κατακτήσει τις προκαταρκτικές διδασκαλίες και τώρα αισθάνεται εξοπλισμένος να δεχτεί ό,τι ακολουθεί. Η ετοιμότητα, με την πιο βαθιά πνευματική έννοια, μοιάζει ακριβώς με τον Αρτζούνα σε αυτή τη στιγμή — σπασμένο, αβέβαιο, γυμνό από κάθε προσποίηση αυτοδυναμίας, καθισμένο σε ένα άρμα ανάμεσα σε δύο στρατούς με το τόξο του στο πάτωμα και την καρδιά του σχισμένη από μια θλίψη που έχει γίνει, στην ίδια της την ακρότητα, μια μορφή προσευχής.
Οι μύστες της ισλαμικής παράδοσης μιλούν για την έννοια faqr — την πνευματική φτώχεια, του εκούσιου ή ακούσιου αδειάσματος του εαυτού που δημιουργεί τον εσωτερικό χώρο μέσα στον οποίο μπορεί να εισέλθει το Θείο. Οι Μακαρισμοί της χριστιανικής παράδοσης αρχίζουν ακριβώς με αυτό το παράδοξο: μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι, ότι αυτών εστίν η βασιλεία των ουρανών. Όχι οι πλούσιοι τω πνεύματι — όχι εκείνοι που είναι θωρακισμένοι με βεβαιότητα και οχυρωμένοι με επιτεύγματα — αλλά οι φτωχοί, οι κενοί, εκείνοι που γνωρίζουν τον εαυτό τους ως έχοντες ανάγκη από κάτι που δεν μπορούν να προμηθεύσουν μόνοι τους. Ο Αρτζούνα, σε αυτή τη στιγμή, είναι η ενσάρκωση της πνευματικής φτώχειας. Δεν το γνωρίζει ακόμη. Το βιώνει μόνο ως αποτυχία, ως αδυναμία, ως σκοτάδι που δεν μπορεί να ονομάσει ή να διανύσει. Όμως το κείμενο, και η παράδοση που μεταφέρει, γνωρίζει αυτό που εκείνος δεν γνωρίζει: ότι αυτή η φτώχεια είναι ο μεγαλύτερος πλούτος, ότι αυτό το κενό είναι η ίδια η συνθήκη της πληρότητας, ότι αυτό το σκοτάδι είναι η ιδιαίτερη απόχρωση σκοταδιού που αμέσως προηγείται της πιο αμετάκλητης και φωτιστικής αυγής.
Υπάρχει επίσης, στη σιωπή του Αρτζούνα, η ποιότητα κάτι που η σανσκριτική παράδοση ονομάζει shraddhā — μια λέξη που συχνά μεταφράζεται ως πίστη, αλλά που φέρει συνδηλώσεις πολύ πλουσιότερες από ό,τι συνήθως υπονοεί η αγγλική λέξη. Η shraddhā δεν είναι η βεβαιότητα ότι κάποιος ήδη κατανοεί, ούτε η αποφασιστικότητα να πιστέψει μπροστά σε αποδείξεις. Είναι, αντιθέτως, ο προσανατολισμός ολόκληρης της ύπαρξης προς εκείνο που υπερβαίνει την τρέχουσα κατανόησή της — το γύρισμα του ηλιοτροπίου προς έναν ήλιο που δεν μπορεί ακόμη να δει, καθοδηγούμενο από μια ζεστασιά που ήδη αισθάνεται. Όταν ο Αρτζούνα βυθίζεται στο άρμα και το τόξο πέφτει από τα χέρια του, δεν εγκαταλείπει την ελπίδα. Ίσως για πρώτη φορά στη ζωή του, ασκεί την πιο βαθιά μορφή ελπίδας: την ελπίδα που δεν βασίζεται στην ίδια της την εξυπνάδα, που δεν κατασκευάζει τη δική της παρηγοριά, που απλώς — σπασμένα, ειλικρινά, ολοκληρωτικά — παραμένει παρούσα στην παρουσία αυτού που δεν μπορεί ακόμη να κατανοήσει.
VI. Οι Στρατοί ως Μάρτυρες
Αξίζει να προσέξουμε, σε αυτή τη στιγμή σιωπής, το εξαιρετικό γεγονός του τι την περιβάλλει. Η σιωπή δεν συμβαίνει σε κελί ή σπήλαιο, στον προστατευμένο εσωτερικό χώρο ενός μοναστηριού ή στον αφιερωμένο χώρο μιάς αίθουσας διαλογισμού. Συμβαίνει στη πιο εκτεθειμένη, τη πιο δημόσια, τη πιο κοσμικά θεατή στιγμή που μπορεί να φανταστεί κανείς. Δύο τεράστιοι στρατοί είναι παρατεταγμένοι εκατέρωθεν του άρματος, οι σημαίες τους να κινούνται στον πρωινό άνεμο, τα όπλα τους να πιάνουν το πρώτο φως. Η σάλπιγγα του Μπχίσμα — που ονομάζεται Πάουντρα — ακόμη αντηχεί στην πεδιάδα. Η ίδια η γη φαίνεται να τρέμει από το βάρος αυτού που πρόκειται να συμβεί.
Και στο ακριβές κέντρο αυτής της έκθεσης — αυτής της πιο δημόσιας από όλες τις δημόσιες σκηνές — μια ψυχή βρίσκει την πιο βαθιά εσωτερική της στιγμή. Ο πολεμιστής γίνεται ο αναζητητής. Το πεδίο της μάχης γίνεται ιερός ναός. Το άρμα ανάμεσα στους στρατούς γίνεται — στη μυστική γεωγραφία που η Γκίτα χαρτογραφεί συνεχώς — το ενδότατο δωμάτιο της καρδιάς.
Αυτή είναι μία από τις πιο ριζοσπαστικές διδασκαλίες του κειμένου, και δίνεται χωρίς λέξη σχολιασμού, υφασμένη ολόκληρη στον ιστό της σκηνής. Το ιερό δεν είναι ξεχωριστό από τον κόσμο. Δεν απαιτεί την απομάκρυνση της ψυχής από τις συνθήκες της καθημερινής της ζωής — τα καθήκοντά της, τις αγάπες της, τις απώλειές της, τις απορίες της — για να συναντηθεί. Συναντάται, αν συναντηθεί καθόλου, ακριβώς μέσα σε αυτές τις συνθήκες, στο ίδιο το κέντρο τους, όταν η ψυχή έχει γίνει αρκετά ειλικρινής και αρκετά αδειανή για να αντιληφθεί αυτό που ήταν πάντοτε παρόν. Το άρμα ανάμεσα στους στρατούς δεν είναι παράκαμψη από την πνευματική ζωή. Είναι η πνευματική ζωή. Είναι κάθε ανθρώπινη ζωή, όταν φανερώνεται καθαρά — πάντοτε ισορροπημένη στη διασταύρωση ανταγωνιστικών απαιτήσεων, πάντοτε περιτριγυρισμένη από τις δυνάμεις της προσκόλλησης και της απελευθέρωσης, κουβαλώντας πάντοτε το ερώτημα τι είναι το πιο πραγματικό και το πιο άξιο υπηρεσίας.
VII. Η Ποιότητα της Θεϊκής Αναμονής
Σκεφτείτε τι κάνει ο Κρίσνα σε αυτή τη σιωπή. Δεν απλώνει το χέρι του να σταθεροποιήσει το τρεμάμενο χέρι του Αρτζούνα. Δεν προσφέρει παρηγοριά με τη μορφή των συνηθισμένων παρηγοριών του κόσμου — την υπενθύμιση του καθήκοντος, την έκκληση στην τιμή, τη συμβουλή να είναι δυνατός. Δεν αρχίζει αμέσως να διδάσκει. Περιμένει. Και αυτή η αναμονή, που στην πρώτη ματιά μπορεί να φανεί παθητικότητα ή αδιαφορία, είναι στην πραγματικότητα η πιο ενεργητική και προσεκτική μορφή αγάπης που γνωρίζει η παράδοση να περιγράψει.
Η Θεϊκή αναμονή που εκφράζεται στη σιωπή του Κρίσνα δεν είναι η αναμονή κάποιου που δεν έχει τίποτα να προσφέρει. Είναι η αναμονή κάποιου που έχει τα πάντα να προσφέρει, και που γνωρίζει — με την τέλεια γνώση που είναι ένα από τα γνωρίσματα του άπειρου — ότι το δώρο δεν μπορεί να επιβληθεί στον αποδέκτη, ότι ακόμη και η μεγαλύτερη σοφία γίνεται άχρηστη τη στιγμή που χύνεται σε ένα δοχείο που δεν έχει ακόμη συναινέσει, στα βαθύτερα στρώματα της ύπαρξής του, να το δεχτεί. Η διδασκαλία που πρόκειται να αρχίσει δεν είναι διάλεξη που θα παραδοθεί και θα απορροφηθεί. Είναι συνομιλία ανάμεσα σε μια ψυχή σε ακρότητα και στο έδαφος όλης της ύπαρξης — και όπως κάθε αληθινή συνομιλία, απαιτεί δύο μέρη που είναι γνήσια παρόντα το ένα στο άλλο.
Η αναμονή του Κρίσνα είναι, με αυτή την έννοια, μια μορφή εξαιρετικού σεβασμού — ο σεβασμός που το άπειρο αποδίδει στο πεπερασμένο, ο σεβασμός του Απόλυτου για την ελευθερία της ψυχής που δημιούργησε και αγαπά. Δεν θα παρακάμψει την ελευθερία του Αρτζούνα. Δεν θα παραβιάσει το γνήσιο ερώτημα με μια πρόωρη απάντηση. Περιμένει το ερώτημα να σχηματιστεί πλήρως, να βρει το βαθύτερο επίπεδό του, να γίνει το είδος ερωτήματος που μπορεί να δεχτεί το είδος απάντησης που ετοιμάζει η Γκίτα να προσφέρει — μια απάντηση που δεν είναι απλώς πληροφορία αλλά μεταμόρφωση, όχι απλώς φιλοσοφία αλλά συνάντηση, όχι ένα σύνολο προτάσεων προς αξιολόγηση από τον νου αλλά μια ζωντανή πραγματικότητα προς είσοδο από ολόκληρη την ύπαρξη.
Σε αυτή την αναμονή, υπάρχει επίσης μια διδασκαλία για κάθε ψυχή που έχει καθίσει ποτέ στη σιωπή μπροστά στο μυστήριο της ίδιας της ύπαρξής της και αναρωτήθηκε αν κάτι ακούει. Η διδασκαλία είναι: κάτι ακούει πάντοτε. Η σιωπή του Θείου δεν είναι σιωπή απουσίας. Είναι η σιωπή μιας παρουσίας τόσο ολικής, τόσο προσεκτικής, τόσο κορεσμένης με φροντίδα για την συγκεκριμένη ψυχή μπροστά της, που δεν έχει ανάγκη από τον θόρυβο που χρησιμοποιούν οι μικρότερες μορφές προσοχής για να αποδείξουν ότι είναι πραγματικές. Απλώς είναι. Απλώς περιμένει. Και στην αναμονή της, κρατά — απαλά, ολοκληρωτικά, χωρίς κρίση — τα πάντα που η ψυχή έχει χύσει στη θλίψη και στη σύγχυσή της, μέχρι η ψυχή να είναι έτοιμη, επιτέλους, να ακούσει.
VIII. Το Ίδιο το Κατώφλι
Και έτσι φτάνουμε, στο τέλος, στην εικόνα που δίνει το όνομά της σε αυτόν τον στοχασμό. Το κατώφλι. Αυτό το φωτεινό και τρεμάμενο σύνορο ανάμεσα σε ό,τι έχει γνωρίσει η ψυχή και σε ό,τι πρόκειται να ανακαλύψει. Κάθε γνήσια πνευματική παράδοση έχει το δικό της όνομα για αυτό το σύνορο, τη δική της εικόνα για αυτό το πέρασμα. Οι Εβραίοι το ονόμαζαν την πόρτα της Σκηνής του Μαρτυρίου — το πέπλο ανάμεσα στην εξωτερική αυλή της συνηθισμένης ζωής και τα Άγια των Αγίων όπου κατοικούσε η Θεϊκή παρουσία. Οι αλχημιστές το ονόμαζαν nigredo — το μαύρισμα, τη διάλυση της παλιάς μορφής που προηγείται της εμφάνισης της νέας. Οι σαμανικές παραδόσεις δεκάδων πολιτισμών μιλούν για πέρασμα μέσα από θάνατο και διαμελισμό από το οποίο ο μυημένος επιστρέφει μεταμορφωμένος, φέρνοντας δώρα για την κοινότητα που μπορούσαν να κερδηθούν μόνο σε εκείνο το σκοτάδι.
Ο Αρτζούνα κάθεται σε αυτό το κατώφλι. Δεν γνωρίζει, σε αυτή τη στιγμή σιωπής και θλίψης, τι βρίσκεται από την άλλη πλευρά της πόρτας που — με την ίδια του την κατάρρευση — έχει σπρώξει να ανοίξει. Δεν μπορεί να γνωρίζει. Το δώρο του κατωφλιού είναι ακριβώς ότι δεν μπορεί να συλληφθεί εκ των προτέρων, ότι η μεταμόρφωση που καθιστά δυνατή είναι εντελώς πέρα από τη φαντασία του εαυτού που πρόκειται να την υποστεί. Γνωρίζει μόνο — και ίσως αυτό είναι το μέγιστο που γνωρίζει ποτέ κανείς μας σε τέτοιες στιγμές — ότι κάτι έχει τελειώσει, και ότι η σιωπή που ακολούθησε το τέλος δεν είναι κενή αλλά γεμάτη, όχι νεκρή αλλά ζωντανή, όχι σιωπή εγκατάλειψης αλλά σιωπή της πιο βαθιάς και υπομονετικής συντροφιάς.
Η διδασκαλία δεν έχει ακόμη αρχίσει με λόγια. Όμως στη σιωπή — στην ποιότητα της παρουσίας που γεμίζει το άρμα ανάμεσα στους στρατούς, στη ζεστασιά που χύνεται από τη μορφή του ηνιόχου που δεν είναι απλός ηνίοχος, στην ανεξάντλητη υπομονή του Θείου που περιμένει την ψυχή που αγαπά να βρει την ετοιμότητά της — η διδασκαλία έχει ήδη αρχίσει. Μιλάει, όπως πάντοτε μιλούσε, στη γλώσσα που προηγείται της γλώσσας: τη γλώσσα της παρουσίας, της ζεστασιάς, του φωτός που δεν έχει πηγή στον φυσικό κόσμο και όμως φωτίζει τα πάντα που αγγίζει.
Ο Αρτζούνα κάθεται στη σιωπή. Και η σιωπή δεν είναι κενή. Ποτέ δεν ήταν.
«Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος —
καὶ πρὶν τὸν Λόγον, ὑπῆρχε ἡ Σιωπή
ἀπὸ τὴν ὁποία ἀνέβηκε ὁ Λόγος.»
I. Η Πληρότητα της Κενής Στιγμής
Υπάρχει μια στιγμή στο πρώτο κεφάλαιο της Μπαγκαβάτ Γκίτα που το απροετοίμαστο μάτι σχεδόν την προσπερνά χωρίς να την προσέξει — καταπίνεται από το δράμα των στρατευμάτων και το θέαμα της θλίψης του Αρτζούνα, χάνεται μέσα στην εκκωφαντική ομορφιά όσων την περιβάλλουν. Ωστόσο, ο μύστης, εκπαιδευμένος να προσέχει όχι μόνο όσα λέγονται αλλά και όσα αναπνέουν στα διαλείμματα ανάμεσα στις λέξεις, αναγνωρίζει αυτή τη στιγμή ως ίσως την πιο ιερή σε ολόκληρο το άνοιγμα του κειμένου. Είναι η στιγμή της σιωπής. Η στιγμή μετά την τελευταία λέξη του θρήνου του Αρτζούνα που έχει διαλυθεί στον τρεμάμενο αέρα του Κουρουξέτρα, και πριν η φωνή του Θείου αρχίσει ακόμη την απάντησή της.
Ο Αρτζούνα έχει πει τα πάντα. Έχει αδειάσει τη θλίψη του σαν ένα δοχείο που χύνει κρασί — ολοκληρωτικά, χωρίς επιφύλαξη, χωρίς να κρατήσει τίποτα. Έχει μιλήσει για τον τρέμουλο των μελών του, για το κάψιμο του δέρματός του, για την αστάθεια του νου του. Έχει μιλήσει για τα αγαπημένα πρόσωπα που παρατάσσονται απέναντί του — τον παππού του Μπχίσμα με τα μαλλιά σαν σύννεφα λευκής σοφίας, τους δασκάλους του που τάιζαν το νεαρό μυαλό του με τον άρτο της γνώσης, τους συγγενείς και συντρόφους του των οποίων τα γέλια κάποτε γέμιζαν τις αίθουσες της ζωής του με κάτι που δεν ήξερε να το ονομάσει χάρη μέχρι αυτή τη στιγμή, όταν τώρα στέκεται απέναντι σε ένα πεδίο έτοιμο να καταστραφεί. Έχει θέσει τις τρομερές ερωτήσεις του — όχι ερωτήσεις ενός ανθρώπου που επιδιώκει να αποφύγει, αλλά ενός ανθρώπου που επιδιώκει να κατανοήσει, που δεν θα επιτρέψει στη φόρα των προσδοκιών του κόσμου να τον παρασύρει πέρα από την άβυσσο της δικής του ειλικρινούς αβεβαιότητας.
Και τότε — σταματά. Χαμηλώνει το μεγαλοπρεπές τόξο Γκάντιβα. Βυθίζεται στο κάθισμα του άρματος. Και οι λέξεις τελειώνουν.
Σε αυτό το τέλος, κάτι αρχίζει που είναι μεγαλύτερο από ό,τι θα μπορούσε να χωρέσει οποιαδήποτε λέξη.
II. Τι Κρατά η Σιωπή
Το να μιλάμε για σιωπή στο πλαίσιο του ιερού δεν σημαίνει να μιλάμε για απλή απουσία — για τη διακοπή του ήχου, για την προσωρινή αναστολή του θορύβου. Η σιωπή που κατεβαίνει στο άρμα του Αρτζούνα σε αυτή την εξαιρετική στιγμή δεν είναι κενό. Είναι, αντιθέτως, η πιο συμπυκνωμένη μορφή παρουσίας που το κείμενο μας έχει προσφέρει μέχρι τώρα. Είναι η σιωπή που οι στοχαστικές παραδόσεις του κόσμου έχουν περάσει χιλιετίες προσπαθώντας να περιγράψουν, και τελικά συμφώνησαν ότι δεν μπορεί να περιγραφεί — μόνο να υποδειχθεί, να προκληθεί, να προετοιμαστεί, να εισέλθει κανείς σε αυτήν.
Οι Ουπανισάδες μιλούν για τον Βράχμαν — το έσχατο έδαφος όλης της ύπαρξης — ως εκείνο που δεν μπορεί να συλληφθεί από το μάτι, από τον λόγο, από το νου, από την ακοή ή από την αναπνοή, και ωστόσο χωρίς αυτό καμία από αυτές τις ικανότητες δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει καθόλου. Το Ταο Τε Τσινγκ ανοίγει με την μεγαλοπρεπή και φαινομενικά παράδοξη διακήρυξή του: το Ταό που μπορεί να ονομαστεί δεν είναι το αιώνιο Ταό. Η χριστιανική μυστική παράδοση, από τον Μάιστερ Έκχαρτ μέχρι τον Ιωάννη του Σταυρού και τον ανώνυμο συγγραφέα του «Νέφους της Αγνωσίας», κοπιάζει ξανά και ξανά στην ίδια αδύνατη αποστολή: να δείξει προς εκείνο που βρίσκεται πέρα από την εμβέλεια κάθε έννοιας και κάθε εικόνας, το οποίο μπορεί να αγγίξει μόνο στη γαλήνη που παραμένει όταν όλος ο θόρυβος του σκεπτόμενου νου έχει, για μια στιγμή, ησυχάσει.
Αυτή είναι η σιωπή που έχει κατέβει στο Κουρουξέτρα. Και δεν είναι μια συνηθισμένη σιωπή πεδίου — όχι μια απλή παύση στον ορυμαγδό της επερχόμενης μάχης. Είναι η σιωπή που είναι πάντοτε παρούσα κάτω από τον θόρυβο του κόσμου, όπως ο ουρανός είναι πάντοτε παρών πάνω από τα σύννεφα που τον κρύβουν προσωρινά. Η εξάντληση του Αρτζούνα έχει, για αυτή την μία ανασταλμένη ανάσα, καθαρίσει τα σύννεφα. Ο ουρανός αποκαλύπτεται. Και μέσα του — υπομονετικός, ζεστός, ανεξάντλητος — στέκεται η παρουσία που ήταν εκεί όλη την ώρα: ο Κύριος Σρι Κρίσνα, ο ηνίοχος που δεν είναι απλός ηνίοχος, περιμένοντας με την απόλυτη αταραξία της Θεϊκής προσοχής την ψυχή μπροστά του να φτάσει στην ετοιμότητα που καθιστά δυνατή τη λήψη.
III. Η Παιδαγωγική της Προετοιμασίας
Κάθε μεγάλη πνευματική παράδοση έχει κατανοήσει ότι η υποδοχή βαθιάς διδασκαλίας δεν είναι απλώς ένα διανοητικό γεγονός — θέμα παρουσίασης ιδεών σε έναν νου ικανό να τις επεξεργαστεί. Είναι μεταμόρφωση ολόκληρης της ύπαρξης, επαναπροσανατολισμός της ψυχής που πρέπει να προετοιμαστεί, να καλλιεργηθεί και — στις πιο βαθιές περιπτώσεις — να υποφερθεί. Οι μεγαλύτεροι μύστες κάθε παράδοσης έχουν αναγνωρίσει ότι το Θείο δεν χύνει τα βαθύτερα δώρα του σε δοχεία που είναι ήδη γεμάτα. Τα χύνει σε δοχεία που έχουν αδειάσει από χάρη, από θλίψη, από την ειλικρινή αντιμετώπιση των ορίων της ανθρώπινης κατανόησης.
Αυτή είναι η ριζοσπαστική παιδαγωγική που ενσαρκώνει η Γκίτα στην ίδια της τη δομή. Πριν προσφερθεί ούτε ένας στίχος διδασκαλίας, το κείμενο μας δίνει τις πλήρεις διαστάσεις της κατάρρευσης του Αρτζούνα. Επιμένει στη δυστυχία του με αυτό που μπορεί να φανεί, στον ανυπόμονο αναγνώστη, σχεδόν υπερβολική λεπτομέρεια. Ο τρέμουλος του σώματός του, η ξηρότητα του λαιμού του, η πτώση του τόξου του — αυτά δεν είναι τυχαίες λεπτομέρειες που πρέπει να προσπεραστούν βιαστικά για να φτάσουμε στα διάσημα φιλοσοφικά επιχειρήματα της Μπαγκαβάτ Γκίτα. Είναι το φιλοσοφικό επιχείρημα. Είναι η πρώτη και βαθύτερη διδασκαλία του κειμένου, που δίνεται όχι με λόγια αλλά με την ευγλωττία της σιωπής ενός σπασμένου ανθρώπου: ότι η σοφία του Θείου μπορεί να ληφθεί μόνο από μια ψυχή που έχει φτάσει, μέσω της δικής της ειλικρινούς συνάντησης με το μυστήριο της ύπαρξης, στο χείλος αυτού που μπορεί να κατανοήσει μόνη της.
Η παράδοση Ζεν έχει τα κοάν της — εκείνες τις μεγαλοπρεπείς αδύνατες ερωτήσεις που δίνονται όχι για να απαντηθούν αλλά για να εξαντλήσουν τον απαντώντα νου, να φέρουν τον αδιάκοπο θόρυβο του εγώ στα γόνατα, να ανοίξουν στον μαθητή μια σιωπή αρκετά ευρεία ώστε να δεχτεί αυτό που καμία εξυπνάδα δεν θα μπορούσε να συλλάβει. Ο δρόμος Σούφι έχει τις πρακτικές του για το γυάλισμα του καθρέφτη της καρδιάς, την αφαίρεση της συσσωρευμένης σκόνης της συνήθειας και της αυτοαπασχόλησης μέχρι η επιφάνεια να γίνει αρκετά καθαρή για να αντανακλά αυτό που είναι πάντοτε ήδη παρόν. Η χριστιανική στοχαστική παράδοση έχει την via negativa — τον αρνητικό δρόμο — με τον οποίο η ψυχή απογυμνώνεται από κάθε εικόνα και έννοια που έχει σχηματίσει για τον Θεό μέχρι, στη γύμνια της αγνωσίας, να έρθει να αναπαυθεί στην ζωντανή πραγματικότητα που όλες εκείνες οι εικόνες προσπαθούσαν ατελώς να συλλάβουν.
Η κατάρρευση του Αρτζούνα είναι όλα αυτά μαζί. Είναι το κοάν του. Είναι το γυάλισμα του καθρέφτη του. Είναι η via negativa του. Χωρίς να ξέρει τι κάνει, χωρίς καμία συνειδητή πρόθεση να εισέλθει στον μυστικό δρόμο, ο πολεμιστής έχει σκοντάψει στην αρχαιότερη και πιο αξιόπιστη προετοιμασία για τη Θεϊκή συνάντηση: την πλήρη παράδοση του εαυτού που νόμιζε ότι ήξερε.
IV. Οι Δύο Σιωπές
Αξίζει να σταθούμε εδώ για να διακρίνουμε δύο είδη σιωπής που συνυπάρχουν σε αυτή τη στιγμή — γιατί είναι πολύ διαφορετικής ποιότητας, παρόλο που καταλαμβάνουν την ίδια ανασταλμένη ανάσα χρόνου, και ο μύστης που δεν τις διακρίνει θα χάσει κάτι ουσιώδες.
Η πρώτη σιωπή είναι του Αρτζούνα. Είναι η σιωπή της εξάντλησης — η σιωπή που έρχεται μετά την πλήρη δαπάνη των δυνάμεων του εαυτού. Είναι η σιωπή ενός ανθρώπου που έχει θέσει κάθε ερώτηση που ήξερε να θέσει και δεν βρήκε απάντηση στο ίδιο το ερώτημα. Είναι η σιωπή της θλίψης, της σύγχυσης, της αναγνώρισης ότι τα οικεία πλαίσια με τα οποία ο νους οργάνωνε πάντοτε την εμπειρία αποδείχθηκαν ξαφνικά, σοκαριστικά, ανεπαρκή μπροστά στο μέγεθος αυτού που αντιμετωπίζει. Αυτή είναι η σιωπή της ανθρώπινης ψυχής στο όριο της συνηθισμένης της δύναμης — και μέσα της κουβαλάει, όπως κάθε γνήσιο όριο κουβαλάει, τους σπόρους μιας μεταμόρφωσης που η συνηθισμένη δύναμη ποτέ δεν θα μπορούσε να επιτύχει. Είναι, με την πιο βαθιά έννοια, η σιωπή της χάριτος — η χάρις που έρχεται μεταμφιεσμένη ως αποτυχία, που φτάνει φορώντας το πρόσωπο της ήττας.
Η δεύτερη σιωπή είναι του Κρίσνα. Και αυτή είναι σιωπή εντελώς διαφορετικής τάξης. Δεν είναι σιωπή εξάντλησης αλλά σιωπή άπειρης πηγής. Όχι σιωπή κενού αλλά σιωπή πληρότητας πέρα από κάθε δυνατότητα μέτρησης. Ο Κρίσνα δεν μιλάει αμέσως. Περιμένει. Και σε αυτή την αναμονή — που δεν είναι παθητική αλλά απόλυτα, ακτινοβόλα ενεργητική — εκφράζεται μια ποιότητα Θεϊκής προσοχής που η καρδιά, αν είναι ανοιχτή, μπορεί να την αισθανθεί σαν τη ζεστασιά ενός ήλιου που δεν λάμπει από έξω αλλά από μέσα.
Αυτή είναι η σιωπή που αγγίζει ο Ψαλμωδός όταν γράφει για το «σταμάτα και γνώριζε». Είναι η σιωπή του κοινοβουλευτικού σπιτιού των Κουάκερων, όπου η συγκεντρωμένη κοινότητα περιμένει σε κοινή υποδοχή τον λόγο που αναδύεται όχι από ανθρώπινη εξυπνάδα ή προετοιμασία αλλά από το ζωντανό βάθος που υποβαστάζει όλα τα δημιουργημένα όντα. Είναι η σιωπή για την οποία μιλάει ο μεγάλος χριστιανός μύστης Μάιστερ Έκχαρτ όταν λέει ότι τίποτα σε όλη τη δημιουργία δεν μοιάζει τόσο με τον Θεό όσο η σιωπή. Είναι η σιωπή στην καρδιά της σανσκριτικής συλλαβής OM — όχι ο αντηχητικός ήχος του σώματος της συλλαβής, αλλά η σιωπή που ακολουθεί τον ήχο, μέσα στην οποία ο ήχος διαλύεται, και που ήταν παρούσα πριν αναδυθεί ο ήχος: η σιωπή που η παράδοση ονομάζει τέταρτη κατάσταση, turiya, ο μάρτυρας που υποβαστάζει και περιέχει τον ύπνο, το όνειρο και τον βαθύ ύπνο μαζί.
Στο άρμα ανάμεσα στους στρατούς, και οι δύο σιωπές είναι παρούσες ταυτόχρονα. Συναντιούνται. Και στη συνάντησή τους, κάτι γίνεται δυνατό που καμία από τις δύο δεν θα μπορούσε να δημιουργήσει μόνη της.
V. Το Εσωτερικό Τοπίο της Ετοιμότητας
Πώς μοιάζει η ετοιμότητα, σύμφωνα με τον μύστη; Δεν μοιάζει με την ήρεμη αυτοπεποίθηση ενός μαθητή που έχει ετοιμάσει καλά τα μαθήματά του. Δεν μοιάζει με την γαλήνια αυτοκυριαρχία εκείνου που έχει κατακτήσει τις προκαταρκτικές διδασκαλίες και τώρα αισθάνεται εξοπλισμένος να δεχτεί ό,τι ακολουθεί. Η ετοιμότητα, με την πιο βαθιά πνευματική έννοια, μοιάζει ακριβώς με τον Αρτζούνα σε αυτή τη στιγμή — σπασμένο, αβέβαιο, γυμνό από κάθε προσποίηση αυτοδυναμίας, καθισμένο σε ένα άρμα ανάμεσα σε δύο στρατούς με το τόξο του στο πάτωμα και την καρδιά του σχισμένη από μια θλίψη που έχει γίνει, στην ίδια της την ακρότητα, μια μορφή προσευχής.
Οι μύστες της ισλαμικής παράδοσης μιλούν για την έννοια faqr — την πνευματική φτώχεια, του εκούσιου ή ακούσιου αδειάσματος του εαυτού που δημιουργεί τον εσωτερικό χώρο μέσα στον οποίο μπορεί να εισέλθει το Θείο. Οι Μακαρισμοί της χριστιανικής παράδοσης αρχίζουν ακριβώς με αυτό το παράδοξο: μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι, ότι αυτών εστίν η βασιλεία των ουρανών. Όχι οι πλούσιοι τω πνεύματι — όχι εκείνοι που είναι θωρακισμένοι με βεβαιότητα και οχυρωμένοι με επιτεύγματα — αλλά οι φτωχοί, οι κενοί, εκείνοι που γνωρίζουν τον εαυτό τους ως έχοντες ανάγκη από κάτι που δεν μπορούν να προμηθεύσουν μόνοι τους. Ο Αρτζούνα, σε αυτή τη στιγμή, είναι η ενσάρκωση της πνευματικής φτώχειας. Δεν το γνωρίζει ακόμη. Το βιώνει μόνο ως αποτυχία, ως αδυναμία, ως σκοτάδι που δεν μπορεί να ονομάσει ή να διανύσει. Όμως το κείμενο, και η παράδοση που μεταφέρει, γνωρίζει αυτό που εκείνος δεν γνωρίζει: ότι αυτή η φτώχεια είναι ο μεγαλύτερος πλούτος, ότι αυτό το κενό είναι η ίδια η συνθήκη της πληρότητας, ότι αυτό το σκοτάδι είναι η ιδιαίτερη απόχρωση σκοταδιού που αμέσως προηγείται της πιο αμετάκλητης και φωτιστικής αυγής.
Υπάρχει επίσης, στη σιωπή του Αρτζούνα, η ποιότητα κάτι που η σανσκριτική παράδοση ονομάζει shraddhā — μια λέξη που συχνά μεταφράζεται ως πίστη, αλλά που φέρει συνδηλώσεις πολύ πλουσιότερες από ό,τι συνήθως υπονοεί η αγγλική λέξη. Η shraddhā δεν είναι η βεβαιότητα ότι κάποιος ήδη κατανοεί, ούτε η αποφασιστικότητα να πιστέψει μπροστά σε αποδείξεις. Είναι, αντιθέτως, ο προσανατολισμός ολόκληρης της ύπαρξης προς εκείνο που υπερβαίνει την τρέχουσα κατανόησή της — το γύρισμα του ηλιοτροπίου προς έναν ήλιο που δεν μπορεί ακόμη να δει, καθοδηγούμενο από μια ζεστασιά που ήδη αισθάνεται. Όταν ο Αρτζούνα βυθίζεται στο άρμα και το τόξο πέφτει από τα χέρια του, δεν εγκαταλείπει την ελπίδα. Ίσως για πρώτη φορά στη ζωή του, ασκεί την πιο βαθιά μορφή ελπίδας: την ελπίδα που δεν βασίζεται στην ίδια της την εξυπνάδα, που δεν κατασκευάζει τη δική της παρηγοριά, που απλώς — σπασμένα, ειλικρινά, ολοκληρωτικά — παραμένει παρούσα στην παρουσία αυτού που δεν μπορεί ακόμη να κατανοήσει.
VI. Οι Στρατοί ως Μάρτυρες
Αξίζει να προσέξουμε, σε αυτή τη στιγμή σιωπής, το εξαιρετικό γεγονός του τι την περιβάλλει. Η σιωπή δεν συμβαίνει σε κελί ή σπήλαιο, στον προστατευμένο εσωτερικό χώρο ενός μοναστηριού ή στον αφιερωμένο χώρο μιάς αίθουσας διαλογισμού. Συμβαίνει στη πιο εκτεθειμένη, τη πιο δημόσια, τη πιο κοσμικά θεατή στιγμή που μπορεί να φανταστεί κανείς. Δύο τεράστιοι στρατοί είναι παρατεταγμένοι εκατέρωθεν του άρματος, οι σημαίες τους να κινούνται στον πρωινό άνεμο, τα όπλα τους να πιάνουν το πρώτο φως. Η σάλπιγγα του Μπχίσμα — που ονομάζεται Πάουντρα — ακόμη αντηχεί στην πεδιάδα. Η ίδια η γη φαίνεται να τρέμει από το βάρος αυτού που πρόκειται να συμβεί.
Και στο ακριβές κέντρο αυτής της έκθεσης — αυτής της πιο δημόσιας από όλες τις δημόσιες σκηνές — μια ψυχή βρίσκει την πιο βαθιά εσωτερική της στιγμή. Ο πολεμιστής γίνεται ο αναζητητής. Το πεδίο της μάχης γίνεται ιερός ναός. Το άρμα ανάμεσα στους στρατούς γίνεται — στη μυστική γεωγραφία που η Γκίτα χαρτογραφεί συνεχώς — το ενδότατο δωμάτιο της καρδιάς.
Αυτή είναι μία από τις πιο ριζοσπαστικές διδασκαλίες του κειμένου, και δίνεται χωρίς λέξη σχολιασμού, υφασμένη ολόκληρη στον ιστό της σκηνής. Το ιερό δεν είναι ξεχωριστό από τον κόσμο. Δεν απαιτεί την απομάκρυνση της ψυχής από τις συνθήκες της καθημερινής της ζωής — τα καθήκοντά της, τις αγάπες της, τις απώλειές της, τις απορίες της — για να συναντηθεί. Συναντάται, αν συναντηθεί καθόλου, ακριβώς μέσα σε αυτές τις συνθήκες, στο ίδιο το κέντρο τους, όταν η ψυχή έχει γίνει αρκετά ειλικρινής και αρκετά αδειανή για να αντιληφθεί αυτό που ήταν πάντοτε παρόν. Το άρμα ανάμεσα στους στρατούς δεν είναι παράκαμψη από την πνευματική ζωή. Είναι η πνευματική ζωή. Είναι κάθε ανθρώπινη ζωή, όταν φανερώνεται καθαρά — πάντοτε ισορροπημένη στη διασταύρωση ανταγωνιστικών απαιτήσεων, πάντοτε περιτριγυρισμένη από τις δυνάμεις της προσκόλλησης και της απελευθέρωσης, κουβαλώντας πάντοτε το ερώτημα τι είναι το πιο πραγματικό και το πιο άξιο υπηρεσίας.
VII. Η Ποιότητα της Θεϊκής Αναμονής
Σκεφτείτε τι κάνει ο Κρίσνα σε αυτή τη σιωπή. Δεν απλώνει το χέρι του να σταθεροποιήσει το τρεμάμενο χέρι του Αρτζούνα. Δεν προσφέρει παρηγοριά με τη μορφή των συνηθισμένων παρηγοριών του κόσμου — την υπενθύμιση του καθήκοντος, την έκκληση στην τιμή, τη συμβουλή να είναι δυνατός. Δεν αρχίζει αμέσως να διδάσκει. Περιμένει. Και αυτή η αναμονή, που στην πρώτη ματιά μπορεί να φανεί παθητικότητα ή αδιαφορία, είναι στην πραγματικότητα η πιο ενεργητική και προσεκτική μορφή αγάπης που γνωρίζει η παράδοση να περιγράψει.
Η Θεϊκή αναμονή που εκφράζεται στη σιωπή του Κρίσνα δεν είναι η αναμονή κάποιου που δεν έχει τίποτα να προσφέρει. Είναι η αναμονή κάποιου που έχει τα πάντα να προσφέρει, και που γνωρίζει — με την τέλεια γνώση που είναι ένα από τα γνωρίσματα του άπειρου — ότι το δώρο δεν μπορεί να επιβληθεί στον αποδέκτη, ότι ακόμη και η μεγαλύτερη σοφία γίνεται άχρηστη τη στιγμή που χύνεται σε ένα δοχείο που δεν έχει ακόμη συναινέσει, στα βαθύτερα στρώματα της ύπαρξής του, να το δεχτεί. Η διδασκαλία που πρόκειται να αρχίσει δεν είναι διάλεξη που θα παραδοθεί και θα απορροφηθεί. Είναι συνομιλία ανάμεσα σε μια ψυχή σε ακρότητα και στο έδαφος όλης της ύπαρξης — και όπως κάθε αληθινή συνομιλία, απαιτεί δύο μέρη που είναι γνήσια παρόντα το ένα στο άλλο.
Η αναμονή του Κρίσνα είναι, με αυτή την έννοια, μια μορφή εξαιρετικού σεβασμού — ο σεβασμός που το άπειρο αποδίδει στο πεπερασμένο, ο σεβασμός του Απόλυτου για την ελευθερία της ψυχής που δημιούργησε και αγαπά. Δεν θα παρακάμψει την ελευθερία του Αρτζούνα. Δεν θα παραβιάσει το γνήσιο ερώτημα με μια πρόωρη απάντηση. Περιμένει το ερώτημα να σχηματιστεί πλήρως, να βρει το βαθύτερο επίπεδό του, να γίνει το είδος ερωτήματος που μπορεί να δεχτεί το είδος απάντησης που ετοιμάζει η Γκίτα να προσφέρει — μια απάντηση που δεν είναι απλώς πληροφορία αλλά μεταμόρφωση, όχι απλώς φιλοσοφία αλλά συνάντηση, όχι ένα σύνολο προτάσεων προς αξιολόγηση από τον νου αλλά μια ζωντανή πραγματικότητα προς είσοδο από ολόκληρη την ύπαρξη.
Σε αυτή την αναμονή, υπάρχει επίσης μια διδασκαλία για κάθε ψυχή που έχει καθίσει ποτέ στη σιωπή μπροστά στο μυστήριο της ίδιας της ύπαρξής της και αναρωτήθηκε αν κάτι ακούει. Η διδασκαλία είναι: κάτι ακούει πάντοτε. Η σιωπή του Θείου δεν είναι σιωπή απουσίας. Είναι η σιωπή μιας παρουσίας τόσο ολικής, τόσο προσεκτικής, τόσο κορεσμένης με φροντίδα για την συγκεκριμένη ψυχή μπροστά της, που δεν έχει ανάγκη από τον θόρυβο που χρησιμοποιούν οι μικρότερες μορφές προσοχής για να αποδείξουν ότι είναι πραγματικές. Απλώς είναι. Απλώς περιμένει. Και στην αναμονή της, κρατά — απαλά, ολοκληρωτικά, χωρίς κρίση — τα πάντα που η ψυχή έχει χύσει στη θλίψη και στη σύγχυσή της, μέχρι η ψυχή να είναι έτοιμη, επιτέλους, να ακούσει.
VIII. Το Ίδιο το Κατώφλι
Και έτσι φτάνουμε, στο τέλος, στην εικόνα που δίνει το όνομά της σε αυτόν τον στοχασμό. Το κατώφλι. Αυτό το φωτεινό και τρεμάμενο σύνορο ανάμεσα σε ό,τι έχει γνωρίσει η ψυχή και σε ό,τι πρόκειται να ανακαλύψει. Κάθε γνήσια πνευματική παράδοση έχει το δικό της όνομα για αυτό το σύνορο, τη δική της εικόνα για αυτό το πέρασμα. Οι Εβραίοι το ονόμαζαν την πόρτα της Σκηνής του Μαρτυρίου — το πέπλο ανάμεσα στην εξωτερική αυλή της συνηθισμένης ζωής και τα Άγια των Αγίων όπου κατοικούσε η Θεϊκή παρουσία. Οι αλχημιστές το ονόμαζαν nigredo — το μαύρισμα, τη διάλυση της παλιάς μορφής που προηγείται της εμφάνισης της νέας. Οι σαμανικές παραδόσεις δεκάδων πολιτισμών μιλούν για πέρασμα μέσα από θάνατο και διαμελισμό από το οποίο ο μυημένος επιστρέφει μεταμορφωμένος, φέρνοντας δώρα για την κοινότητα που μπορούσαν να κερδηθούν μόνο σε εκείνο το σκοτάδι.
Ο Αρτζούνα κάθεται σε αυτό το κατώφλι. Δεν γνωρίζει, σε αυτή τη στιγμή σιωπής και θλίψης, τι βρίσκεται από την άλλη πλευρά της πόρτας που — με την ίδια του την κατάρρευση — έχει σπρώξει να ανοίξει. Δεν μπορεί να γνωρίζει. Το δώρο του κατωφλιού είναι ακριβώς ότι δεν μπορεί να συλληφθεί εκ των προτέρων, ότι η μεταμόρφωση που καθιστά δυνατή είναι εντελώς πέρα από τη φαντασία του εαυτού που πρόκειται να την υποστεί. Γνωρίζει μόνο — και ίσως αυτό είναι το μέγιστο που γνωρίζει ποτέ κανείς μας σε τέτοιες στιγμές — ότι κάτι έχει τελειώσει, και ότι η σιωπή που ακολούθησε το τέλος δεν είναι κενή αλλά γεμάτη, όχι νεκρή αλλά ζωντανή, όχι σιωπή εγκατάλειψης αλλά σιωπή της πιο βαθιάς και υπομονετικής συντροφιάς.
Η διδασκαλία δεν έχει ακόμη αρχίσει με λόγια. Όμως στη σιωπή — στην ποιότητα της παρουσίας που γεμίζει το άρμα ανάμεσα στους στρατούς, στη ζεστασιά που χύνεται από τη μορφή του ηνιόχου που δεν είναι απλός ηνίοχος, στην ανεξάντλητη υπομονή του Θείου που περιμένει την ψυχή που αγαπά να βρει την ετοιμότητά της — η διδασκαλία έχει ήδη αρχίσει. Μιλάει, όπως πάντοτε μιλούσε, στη γλώσσα που προηγείται της γλώσσας: τη γλώσσα της παρουσίας, της ζεστασιάς, του φωτός που δεν έχει πηγή στον φυσικό κόσμο και όμως φωτίζει τα πάντα που αγγίζει.
Ο Αρτζούνα κάθεται στη σιωπή. Και η σιωπή δεν είναι κενή. Ποτέ δεν ήταν.
ELYSIUM: Μια Μυστική Πραγματεία για τα Εσωτερικά Πεδία του Είναι
Πρόλογος
Η Ερώτηση που Προηγείται Κάθε Ερώτησης
Υπάρχει ένας ορίζοντας που το μάτι δεν μπορεί να δει και ο νους δεν μπορεί να φτάσει μέσα από τα συνηθισμένα εργαλεία της εγρήγορσής του. Δεν βρίσκεται πέρα από τα βουνά, ούτε απέναντι από το πλατύ γκρίζο πρόσωπο της θάλασσας, ούτε στις σιωπηλές περιοχές πάνω από το τελευταίο σύννεφο. Βρίσκεται — αν πράγματι η λέξη «βρίσκεται» μπορεί να εφαρμοστεί σε κάτι που δεν έχει τοποθεσία — μέσα στην ίδια τη δομή εκείνου που τον αναζητά. Οι αρχαίοι το γνώριζαν. Οι μύστες κάθε παράδοσης το ψιθύρισαν μέσα στους αιώνες με το σιωπηλό λεξιλόγιο εκείνων που έχουν αγγίξει κάτι που δεν μπορεί να αγγιχτεί και επέστρεψαν για να μιλήσουν γι’ αυτό μόνο με παράδοξα και εικόνες. Κι όμως το μήνυμα έχει επιβιώσει: υπάρχει, στη ρίζα κάθε ανθρώπινης εμπειρίας, μια κατάσταση τόσο ολοκληρωμένη, τόσο φωτεινή, τόσο κορεσμένη με την πληρότητα του είναι, ώστε κάθε άλλη κατάσταση της ψυχής δεν είναι παρά η χλωμή της σκιά.
Αυτή η κατάσταση έχει πάρει πολλά ονόματα μέσα στο τεράστιο αρχείο της ανθρώπινης πνευματικής λαχτάρας. Οι Έλληνες της Ορφικής παράδοσης την ονόμαζαν Ηλύσια Πεδία — Ηλύσιον, το ακτινοβόλο πεδίο όπου η εξαγνισμένη ψυχή ερχόταν επιτέλους να αναπαυθεί, όχι στον ύπνο της ανυπαρξίας αλλά στην εγρήγορση της τέλειας γνώσης. Ωστόσο, θα ήταν η βαθύτερη παρεξήγηση να διαβάσει κανείς αυτό ως απλώς ένα γεωγραφικό προορισμό στην τοπογραφία της μετά θάνατον ζωής, έναν παράδεισο δροσερών ποταμών και ακούραστου φωτός στον οποίο οι άξιοι νεκροί μεταφέρονται στο τέλος των ημερών τους. Η βαθύτερη διδασκαλία — ο εσωτερικός πυρήνας που οι Ορφικοί μύστες διέσωσαν στους ύμνους και στις χρυσές πλάκες τους — δείχνει σε κάτι πολύ πιο άμεσο, πολύ πιο εσωτερικό και πολύ πιο απαιτητικό: τα Ηλύσια Πεδία ως εσωτερική κατάσταση, ως κατάσταση συνείδησης, ως τρόπο επίγνωσης που δεν δίνεται στους νεκρούς αλλά ξυπνά στους ζωντανούς.
Αυτό που ακολουθεί είναι μια απόπειρα — αναγκαστικά ελλιπής, αναγκαστικά ντυμένη με τα ακριβή ρούχα της γλώσσας — να ιχνηλατήσει τη φύση αυτού του ξυπνήματος, να περιγράψει αυτό που δεν μπορεί να περιγραφεί και να προσκαλέσει τον αναγνώστη όχι απλώς να κατανοήσει αυτές τις λέξεις αλλά να νιώσει, πίσω από αυτές, την ελαφριά ζεστασιά εκείνου του φωτός προς το οποίο δείχνουν.
Κεφάλαιο Ι
Ο Χάρτης Σχεδιασμένος από Μέσα
Όταν ο Ορφικός μύστης κατέβαινε στον κάτω κόσμο — όχι στον θάνατο, αλλά στο τελετουργικό της μύησης, στην εσκεμμένη βουτιά της συνείδησης στα δικά της βάθη — κουβαλούσε μαζί του έναν χάρτη. Όχι χάρτη δρόμων ή ποταμών, αλλά χάρτη αναγνωρίσεων, μια σειρά από συνθηματικές λέξεις για τους φύλακες των εσωτερικών ορίων. Ανάμεσα στις υποσχέσεις που προσφέρονταν στην ψυχή κατά την άφιξή της στον λευκό κυπαρίσσι και στα κρύα νερά της Λήθης ήταν αυτή: ότι εκείνος που θυμόταν, εκείνος που δεν έπινε από τη λήθη, θα οδηγούνταν επιτέλους στα Ηλύσια Πεδία. Το να θυμάται, με την Ορφική έννοια, δεν σήμαινε να ανακαλεί ένα κομμάτι ιστορικής πληροφορίας. Σήμαινε να ξανα-συνθέτει — να αποκαθιστά τα διασκορπισμένα μέλη του Διονύσου, να μαζεύει τα θραύσματα ενός εαυτού που είχε διασκορπιστεί στις πολλαπλές ψευδαισθήσεις της συνηθισμένης ύπαρξης — και να ανασυγκροτεί, σε εκείνη τη συγκέντρωση, την ολότητα που ήταν πάντα ήδη παρούσα κάτω από την επιφάνεια της κατακερματισμένης ζωής.
Τα Ηλύσια Πεδία, επομένως, δεν είναι μια ανταμοιβή που προστίθεται σε μια ενάρετη βιογραφία. Είναι η ανάκτηση αυτού που ποτέ δεν χάθηκε πραγματικά: η επίγνωση της Ενότητας του Είναι. Η ψυχή που περιπλανιέται μέσα στον λαβύρινθο της ενσάρκωσης περιπλανιέται ακριβώς επειδή έχει ξεχάσει ότι ποτέ δεν ήταν χωριστή από την πηγή που αναζητά. Τα πεδία της μακαριότητας δεν είναι αλλού. Είναι το ίδιο το έδαφος κάτω από την περιπλάνηση, ορατό μόνο όταν η περιπλάνηση σταματά — όχι από εξάντληση, όχι από θάνατο, αλλά μέσα από τη ριζική πράξη του να στρέψει το φως της προσοχής προς τα μέσα και να επιτρέψει να φωτίσει εκείνον που ψάχνει.
«Ο αναζητητής και το αναζητούμενο είναι το ίδιο φως, καμπυλωμένο πίσω στον εαυτό του στην πράξη της αναγνώρισης.»
Αυτό είναι το μεγάλο ανατρεπτικό μυστικό κάθε αυθεντικής μυστικής διδασκαλίας: ότι το θείο δεν είναι μακρινό. Δεν περιμένει στο τέλος ενός προσκυνήματος που μετριέται σε μίλια. Περιμένει — αν η λέξη «περιμένει» είναι η σωστή — στο τέλος ενός προσκυνήματος που μετριέται σε σιωπή. Κάθε παράδοση έχει τη δική της εκδοχή αυτής της ανακάλυψης. Ο Σουφιστής μιλά για το κρασί που έχει ήδη σερβιριστεί, για την ταβέρνα μέσα στην καρδιά. Ο Ινδουιστής αναγνωρίζει στην Ουπανισαδική διακήρυξη «Τατ τβαμ άσι» — Εσύ είσαι Εκείνο — την ίδια κατάρρευση της απόστασης ανάμεσα στον αναζητητή και στο αναζητούμενο. Ο Χριστιανός μυστικός, οδηγημένος στα όρια της γλώσσας, μιλά για τη σπίθα της ψυχής που αγγίζει την Θεότητα και γίνεται, σε εκείνο το άγγιγμα, αδιαχώριστη από αυτήν. Ο Ορφικός μύστης, που αναδύεται από τα βάθη του ιερού σπηλαίου με μάτια ακόμα τυφλωμένα από το σκοτάδι που έχει περάσει, ανακαλύπτει ότι το ίδιο το σκοτάδι ήταν φωτεινό.
Κεφάλαιο ΙΙ
Πλήρης Επίγνωση και η Διάλυση του Χρόνου
Υπάρχει μια ποιότητα συνείδησης που η συνηθισμένη ζωή δεν φτάνει, παρόλο που η συνηθισμένη ζωή πάντα περνάει στα όριά της σε στιγμές απρόσμενης ομορφιάς — στην παρατεταμένη ηρεμία μιας νότας που δεν έχει ακόμα σταματήσει, στην όψη του φωτός που πέφτει πάνω στο νερό με τρόπο που σταματά τη σκέψη, στην στιγμή ανάμεσα στον ύπνο και το ξύπνημα όταν ο εαυτός δεν έχει ακόμα συναρμολογήσει την συνήθη πανοπλία του. Αυτές είναι στιγμές κατωφλίου, στιγμές όπου το πέπλο του προδιαμορφωμένου νου γίνεται λεπτό και κάτι άλλο — άλεκτο, τεράστιο και απόλυτα οικείο — γίνεται για λίγο αντιληπτό. Ο μυστικός είναι εκείνος που αρνείται να αφήσει τέτοιες στιγμές να περάσουν απαρατήρητες. Περισσότερο από αυτό: ο μυστικός είναι εκείνος που ανακαλύπτει ότι αυτές οι στιγμές δεν είναι διακοπές της συνηθισμένης πραγματικότητας αλλά στιγμιαίες ματιές στην υποκείμενη φύση της.
Η Πλήρης Επίγνωση — η κατάσταση που αποτελεί, με την βαθύτερη έννοια, τα Ηλύσια Πεδία — δεν είναι η συσσώρευση περισσότερων εμπειριών. Είναι η αναγνώριση εκείνου που υποστηρίζει κάθε εμπειρία. Είναι, με την ακριβή γλώσσα της Ορφικής παράδοσης, η υπέρβαση της αμνησίας: όχι η λήθη κάποιου συγκεκριμένου πράγματος, αλλά η λήθη της ίδιας της λήθης, το ξύπνημα από το όνειρο του χωρισμού στην διαύγεια αυτού που υπήρχε πάντα. Σε αυτό το ξύπνημα, ο χρόνος υφίσταται μια μεταμόρφωση πιο ριζική από οποιαδήποτε απλή επιτάχυνση ή επιβράδυνση. Ο χρόνος, όπως τον κατασκευάζει συνήθως ο ανθρώπινος νους — ως ένα νήμα του πριν, τώρα και μετά, τυλιγμένο στο καρούλι της προσωπικής αφήγησης — διαλύεται. Όχι επειδή η παρούσα στιγμή διαρκεί για πάντα σε κάποια παρατεταμένη αναστολή, αλλά επειδή η κατηγορία της χρονικής διαδοχής παύει να είναι η οργανωτική αρχή της επίγνωσης.
Αυτό που μένει δεν είναι η αχρονικότητα ως ένα είδος κενής αιωνιότητας, μιας κενής και άχρωμης ατέλειωτης διάρκειας. Αυτό που μένει είναι το αιώνιο τώρα στον πλήρη και ανεξάντλητο πλούτο του — ένα τώρα που περιέχει όλα όσα ήταν και όλα όσα θα είναι, όχι ως μνήμη και προσμονή, αλλά ως την αδιαίρετη παρουσία του Πραγματικού. Οι ποταμοί των Ηλυσίων Πεδίων δεν ρέουν προς το παρελθόν ούτε προς το μέλλον. Ρέουν μόνο στο παρόν, και σε εκείνο το ρεύμα είναι πάντα ακίνητοι.
«Το να εισέλθεις εντελώς στον χρόνο είναι να βγεις από αυτόν — γιατί εκείνος που είναι απόλυτα παρών δεν έχει πουθενά αλλού να είναι, και στο να μην έχει πουθενά αλλού να είναι, είναι παντού ταυτόχρονα.»
Κεφάλαιο ΙΙΙ
Υπαρξιακή Τελειότητα ως Κατάσταση του Είναι, Όχι ως Επίτευγμα
Ο σύγχρονος νους, διαμορφωμένος από έναν πολιτισμό που μετράει την αξία σε επιτεύγματα, είναι πειρασμένος να διαβάσει τα Ηλύσια Πεδία ως το απόλυτο επίτευγμα — το τελικό τρόπαιο που απονέμεται σε μια ψυχή που έχει αγωνιστεί καλά στην αρένα των ζωών της. Αυτή η ανάγνωση είναι και κατανοητή και εντελώς λανθασμένη. Είναι κατανοητή επειδή η γλώσσα με την οποία έχουν φτάσει σε εμάς οι αρχαίες διδασκαλίες είναι αναπόφευκτα χρωματισμένη από τα ηθικά πλαίσια της εποχής τους — από το λεξιλόγιο της ανταμοιβής και της τιμωρίας, της αξίας και της κρίσης, του αξιώματος και της χάριτος. Είναι λανθασμένη επειδή τοποθετεί την Υπαρξιακή Τελειότητα στο τέλος μιας διαδικασίας απόκτησης, σαν να μπορούσε η ψυχή, συσσωρεύοντας αρκετές από τις σωστές ιδιότητες, να αγοράσει τελικά την είσοδό της στα πεδία της μακαριότητας.
Η παράδοση του Ορφισμού, κατανοημένη στον βαθύτερο βαθμό της, διδάσκει κάτι πολύ πιο ριζικό και πολύ πιο απελευθερωτικό: ότι η Υπαρξιακή Τελειότητα δεν είναι μια ιδιότητα που πρέπει να αποκτηθεί αλλά μια κατάσταση που πρέπει να αναγνωριστεί. Είναι η φυσική κατάσταση της συνείδησης όταν η συνείδηση έχει απελευθερωθεί από τα επικαλύμματα του φόβου, της επιθυμίας, της ταύτισης με το παροδικό και της συνήθους λανθασμένης αναγνώρισης του διαμορφωμένου εαυτού ως του πραγματικού εαυτού. Η ψυχή δεν βελτιώνεται σε μακαριότητα. Ξυπνά σε αυτήν — και σε εκείνο το ξύπνημα ανακαλύπτει ότι η μακαριότητα ήταν πάντα η φύση της, κρυμμένη αλλά ποτέ καταστραμμένη από το μακρύ όνειρο του χωρισμού.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο τα Ηλύσια Πεδία δεν μπορούν να περιγραφούν σε όρους εξωτερικών συνθηκών. Δεν υπάρχει συγκεκριμένο τοπίο που να τα αποτελεί, δεν υπάρχει συγκεκριμένη διάταξη φωτός και νερού και λουλουδιού που να ορίζει τη φύση τους. Είναι, στον πυρήνα τους, ένας τρόπος επίγνωσης — ο τρόπος με τον οποίο η συνείδηση γνωρίζει τον εαυτό της ως συνείδηση, με τον οποίο το είναι αναγνωρίζει τον εαυτό του ως είναι, με τον οποίο το κύμα αναγνωρίζει τον εαυτό του ως ωκεανό χωρίς να παύει να είναι κύμα. Οι εξωτερικές συνθήκες — η υγεία ή η ασθένεια του σώματος, η ειρήνη ή η αναταραχή του κόσμου, η παρουσία ή η απουσία ομορφιάς γύρω μας — γίνονται άσχετες με αυτή την κατάσταση, όχι επειδή δεν υπάρχουν, αλλά επειδή δεν λαμβάνονται πλέον ως ο ορισμός του τι είναι πραγματικό. Το πραγματικό, στην Ηλύσια κατάσταση, είναι η Επίγνωση που τα περιέχει όλα.
Κεφάλαιο IV
Το Μεταφυσικό Κατώφλι: Όπου το Εσωτερικό και το Εξωτερικό Γίνονται Ένα
Οι αρχαίες διδασκαλίες μιλούν για ένα κατώφλι — μια διάβαση μέσα από την οποία η ψυχή πρέπει να περάσει για να φτάσει στα Ηλύσια Πεδία. Στη μυθολογική γλώσσα των Ορφικών χρυσών πλακών, αυτή η διάβαση περιγράφεται σε χωρικούς και αφηγηματικούς όρους: υπάρχει ένας δρόμος, μια φρουρά πηγών, μια δήλωση ταυτότητας, ένα πόσιμο από τη Λίμνη της Μνήμης αντί για τη Λίμνη της Λήθης. Η ψυχή που γνωρίζει την προέλευσή της, που μπορεί να πει «Είμαι παιδί της Γης και του Αστερωτού Ουρανού» με το πλήρες βάρος της πραγματωμένης γνώσης και όχι απλής πίστης, είναι η ψυχή που περνάει. Αλλά τι σημαίνει αυτή η διάβαση όταν γίνεται κατανοητή όχι ως γεωγραφικό γεγονός στη μετά θάνατον ζωή αλλά ως εσωτερική κίνηση της συνείδησης;
Το κατώφλι είναι η στιγμή κατά την οποία η διάκριση ανάμεσα στην Εσωτερική Κατάσταση και την Εξωτερική Πραγματικότητα παύει να λειτουργεί ως κυρίαρχη δυαδικότητα. Στη συνηθισμένη συνείδηση, το εσωτερικό και το εξωτερικό βιώνονται ως δύο ξεχωριστοί κόσμοι, χωρισμένοι από την μεμβράνη του δέρματος, του κρανίου, της αυτο-εικόνας. Ο κόσμος είναι «εκεί έξω», και το υποκείμενο που βιώνει είναι «εδώ μέσα», και ανάμεσά τους εκτυλίσσεται ολόκληρο το δράμα της επιθυμίας και της αποστροφής, του τεντώματος προς τα έξω και του τραβήγματος πίσω, του εαυτού που διαρκώς αναζητά την ολοκλήρωσή του σε αυτό που βρίσκεται πέρα από αυτόν. Το μυστικό κατώφλι διασχίζεται όταν αυτή η διαίρεση αποκαλύπτεται ως κατασκευή — χρήσιμη, ίσως, για την πρακτική πλοήγηση στην καθημερινή ύπαρξη, αλλά όχι τελικά πραγματική.
«Στο κατώφλι, ο ταξιδιώτης ανακαλύπτει ότι το ταξίδι ήταν κυκλικό — ότι ο προορισμός ήταν το σημείο αναχώρησης, που φαίνεται για πρώτη φορά χωρίς τον θολωτικό φακό της λήθης.»
Όταν ο αναζητητής στέκεται σε αυτό το κατώφλι — όχι θεωρητικά, όχι ως έννοια που κρατιέται στο νου, αλλά στην άμεση αναγνώριση ότι η ίδια η αντίληψη έχει ανοίξει σε κάτι πολύ ευρύτερο από την προσωπική εμπειρία — το εσωτερικό και το εξωτερικό δεν είναι πλέον δύο. Αυτό που ονομαζόταν «ο κόσμος» φαίνεται να αναδύεται μέσα στην Επίγνωση. Αυτό που ονομαζόταν «ο εαυτός» φαίνεται να είναι μια διαμόρφωση της ίδιας Επίγνωσης. Η Μεταφυσική Μετάβαση στο Υπερκόσμιο — σε αυτό που οι Ορφικοί ονόμαζαν βασίλειο πάνω και πέρα από τον συνηθισμένο κόσμο — δεν είναι ένα ταξίδι προς τα έξω σε κάποια άλλη διάσταση της ύπαρξης. Είναι η αναγνώριση ότι η ίδια η Επίγνωση είναι ήδη το έδαφος όλων των διαστάσεων, ότι το να αναπαύεσαι στην καθαρή Επίγνωση είναι το να κατοικείς ταυτόχρονα τον πιο εσωτερικό και τον πιο καθολικό από όλους τους δυνατούς χώρους.
Σε αυτή τη μετάβαση, η Εσωτερική Κατάσταση και η Αντικειμενική Κατάσταση αποκαλύπτονται ως ταυτόσημες — όχι ως φιλοσοφική πρόταση με την οποία συμφωνούμε, αλλά ως άμεση, αδιαμεσολάβητη, αυταπόδεικτη αλήθεια. Ο κόσμος δεν εξαφανίζεται. Οι αισθήσεις δεν παύουν να αναφέρουν. Το σώμα δεν διαλύεται σε φως. Αλλά το νόημα του κόσμου, το νόημα της αίσθησης, το νόημα του σώματος — όλα αυτά μεταμορφώνονται, σαν ένα πέπλο που είχε λανθασμένα θεωρηθεί τοίχος να έχει τραβηχτεί στην άκρη, αποκαλύπτοντας ότι ποτέ δεν υπήρχε περίφραξη.
Κεφάλαιο V
Ο Καθολικός Ορίζοντας: Η Θεότητα ως η Μοναδική Πραγματικότητα
Στο πιο μακρινό σημείο της περισυλλογής — ή μάλλον, στο σημείο όπου η χειρονομία του να φτάνεις επιτέλους εγκαταλείπεται — η ψυχή φτάνει σε αυτό που μπορεί να ονομαστεί μόνο Καθολικός Μεταφυσικός Ορίζοντας. Αυτό δεν είναι όριο αλλά αναγνώριση του απεριόριστου. Είναι η στιγμή κατά την οποία η Συνείδηση γίνεται επίγνωση του εαυτού της ως της μοναδικής ουσίας από την οποία αποτελούνται όλα τα πράγματα, το φως του οποίου κάθε ιδιαίτερη μορφή είναι μια μοναδική διάθλαση, η σιωπή του οποίου κάθε ήχος είναι μια στιγμιαία διαμόρφωση. Το να στέκεσαι σε αυτόν τον ορίζοντα δεν σημαίνει να στέκεσαι στο χείλος του είναι και να κοιτάζεις έξω στο τίποτα. Σημαίνει να στέκεσαι ως είναι, και να ανακαλύπτεις ότι το είναι δεν έχει χείλη.
Η Ορφική παράδοση μιλά για τον τελικό προορισμό της ψυχής ως το βασίλειο της Περσεφόνης και των μακάριων νεκρών — αλλά η υψηλότερη Ορφική διδασκαλία, που διασώθηκε στις χρυσές πλάκες που βρέθηκαν στους τάφους μυημένων σε όλο τον αρχαίο μεσογειακό κόσμο, δείχνει σε κάτι πέρα ακόμα και από αυτό: μια πλήρη επαναπορρόφηση στο θεϊκό έδαφος, μια επιστροφή στην πηγή που είναι ταυτόχρονα πρώτο και τελικό ξύπνημα. Αυτή η επαναπορρόφηση δεν είναι ανυπαρξία. Είναι, παραδοξικά, η πληρέστερη δυνατή έκφραση της ατομικότητας — γιατί αναγνωρίζοντας τον εαυτό της ως το θεϊκό έδαφος, η ψυχή δεν χάνει τον εαυτό της αλλά επιτέλους, πλήρως, τον βρίσκει. Η σταγόνα δεν εξαφανίζεται στον ωκεανό. Η σταγόνα ανακαλύπτει ότι ήταν πάντα ο ωκεανός, που ονειρευόταν τον εαυτό του στη μορφή μιας σταγόνας.
Τι είναι αυτή η θεότητα στην οποία η ψυχή απορροφάται, ή μάλλον, μέσα στην οποία αναγνωρίζει τον εαυτό της; Οι Ορφικοί ήταν προσεκτικοί να μην την ονομάσουν πολύ ακριβώς, γνωρίζοντας ότι κάθε όνομα είναι περιορισμός και το θείο είναι πέρα από κάθε περιορισμό. Μιλούσαν με μυθολογική γλώσσα — για τον Δία και τον Διόνυσο, για την Περσεφόνη και τον Ερμή Ψυχοπομπό — όχι επειδή πίστευαν ότι αυτοί ήταν κυριολεκτικά όντα με ανθρωπομορφικά χαρακτηριστικά, αλλά επειδή η μυθολογική εικόνα διατηρεί κάτι από την ζωντανή ποιότητα της εμπειρίας που η καθαρή αφαίρεση δεν μπορεί. Το θείο, με την Ορφική έννοια, δεν είναι μια θεολογική πρόταση. Είναι μια ζωντανή πραγματικότητα — η πιο πραγματική από όλες τις πραγματικότητες, η Μοναδική Πραγματικότητα της οποίας όλες οι άλλες πραγματικότητες είναι η εμφάνιση.
«Η Θεότητα δεν είναι ένα ον ανάμεσα σε άλλα όντα. Είναι το είναι του είναι — το «είναι» που επιτρέπει σε όλα τα πράγματα να υπάρχουν, η γνώση που γνωρίζει τον εαυτό της μέσα από κάθε στιγμή κάθε μορφής επίγνωσης σε κάθε κόσμο.»
Το να είσαι συνειδητός της Θεότητας δεν είναι επομένως να έχεις μια θρησκευτική εμπειρία με την συνηθισμένη έννοια — όχι να νιώθεις την παρουσία ενός ισχυρού εξωτερικού όντος, όχι να υποστείς μια συναισθηματική αναταραχή αφοσίωσης ή δέους, παρόλο που και τα δύο μπορεί να συνοδεύουν την βαθύτερη αναγνώριση. Το να είσαι συνειδητός της Θεότητας είναι να είσαι επίγνωση της ίδιας της Επίγνωσης — να αναγνωρίζεις, με τον πιο άμεσο και αδιαμεσολάβητο από όλους τους δυνατούς τρόπους, ότι αυτό που είσαι θεμελιωδώς δεν είναι ένα σώμα, δεν είναι ένας νους, δεν είναι μια ιστορία, δεν είναι μια συλλογή πεποιθήσεων και αναμνήσεων και επιθυμιών, αλλά το καθαρό, αυτοφωτιζόμενο, αυτογνωρίζον, αυτοεπαρκές έδαφος κάθε εμπειρίας. Αυτή η αναγνώριση είναι τα Ηλύσια Πεδία. Όχι ο τόπος που ονομάζεται έτσι. Όχι ο μυθολογικός προορισμός. Αλλά η ζωντανή αλήθεια προς την οποία ο μύθος πάντα έδειχνε: ότι η Συνείδηση, στο πλήρες ξύπνημά της στον εαυτό της, είναι ήδη, και ήταν πάντα, στο σπίτι της.
Κεφάλαιο VI
Η Επιστροφή: Φέρνοντας τα Πεδία στον Κόσμο
Υπάρχει ένα τελικό παράδοξο στο οποίο πρέπει να προσέξει κάθε αυθεντική αφήγηση μυστικού ξυπνήματος, και είναι αυτό: εκείνος που πραγματικά φτάνει στα Ηλύσια Πεδία δεν μένει εκεί με την έννοια ότι αποχωρεί από τον κόσμο. Ο κόσμος δεν παύει να υπάρχει για την ξυπνημένη συνείδηση. Ο χρόνος δεν σταματά. Η αίσθηση δεν διαλύεται. Το σώμα συνεχίζει το έργο του, ο νους συνεχίζει την επεξεργασία του, το συνηθισμένο εμπόριο της ύπαρξης συνεχίζεται αμείωτο. Αλλά η σχέση με όλα αυτά έχει μεταμορφωθεί ριζικά — όχι βελτιωμένη με τον τρόπο μιας ζωής που έγινε πιο άνετη, αλλά μεταμορφωμένη με τον τρόπο ενός ονείρου που αναγνωρίζεται ως όνειρο από τον ονειρευόμενο που δεν έχει ακόμα ξυπνήσει αλλά έχει γίνει επίγνωση, μέσα στο όνειρο, ότι ονειρεύεται.
Ο Ορφικός μύστης που αναδύθηκε από το σπήλαιο της μύησης κουβαλούσε τη μνήμη του φωτός που είχε αγγίξει στο σκοτάδι. Το κουβαλούσε όχι ως ενθύμιο αλλά ως ζωντανό προσανατολισμό — μια επαναστοίχιση ολόκληρου του είναι του προς την πηγή που είχε, έστω και για λίγο, γνωρίσει άμεσα. Κάθε πράξη της μετέπειτα ζωής του ήταν χρωματισμένη από εκείνη τη γνώση. Όχι επειδή ήταν τώρα τέλειος με την έννοια ότι ήταν πέρα από λάθος ή δυσκολία, αλλά επειδή η κατεύθυνση του είναι του είχε αλλάξει μόνιμα. Γνώριζε, τώρα, πού πήγαινε. Περισσότερο από αυτό: γνώριζε, τώρα, πού ήταν πάντα ήδη.
Αυτό είναι αυτό που προσφέρουν τελικά τα Ηλύσια Πεδία: όχι διαφυγή από τον κόσμο, αλλά μια μεταμορφωμένη παρουσία μέσα σε αυτόν. Ο μυστικός που έχει αγγίξει τον Καθολικό Μεταφυσικό Ορίζοντα επιστρέφει στο ιδιαίτερο με νέα μάτια — μάτια που μπορούν να δουν, στα πιο ταπεινά και πιο παροδικά επίγεια πράγματα, το τρεμόπαιγμα του άπειρου που τα υποστηρίζει. Το καλάμι τραγουδάει, και ο μυστικός ακούει στο τραγούδι του τη λαχτάρα της χωρισμένης ψυχής για την πηγή της. Το φως πέφτει στο νερό, και ο μυστικός βλέπει στο παιχνίδι των αντανακλάσεων μια εικόνα του τρόπου με τον οποίο το Ένα γίνεται, χωρίς να παύει να είναι Ένα, το πολλαπλό. Ένα παιδί γελάει, και ο μυστικός αναγνωρίζει σε εκείνο το γέλιο μια έκρηξη της Ηλύσιας χαράς μέσα στον συνηθισμένο κόσμο — χωρίς αιτία, χωρίς κίνητρο, προγενέστερη από κάθε λόγο.
«Ο σοφός που γνωρίζει δεν μιλάει για το ότι έχει επισκεφθεί τα πεδία των μακάριων. Περπατάει στην αγορά το πρωί και αγοράζει ψωμί με τα ίδια χέρια με τα οποία κάποτε άγγιξε το άκρο του ανέκφραστου.»
Τα Ηλύσια Πεδία, λοιπόν, δεν είναι ούτε ένας μύθος που πρέπει να ξεπεραστεί ούτε μια διδασκαλία που πρέπει να γίνει αποδεκτή με πίστη. Είναι μια δυνατότητα που ζει, ήσυχα και επίμονα, στον ίδιο τον πυρήνα κάθε στιγμής κάθε συνειδητής ζωής — η δυνατότητα ότι εκείνος που διαβάζει αυτές τις λέξεις μπορεί να σταματήσει, να αφήσει την συνηθισμένη μπροστινή κίνηση της σκέψης να επιβραδυνθεί, να αφήσει την προσοχή να αναπαυθεί στον εαυτό της αντί στα αντικείμενά της, και να ανακαλύψει, σε εκείνη την ανάπαυση, κάτι που δεν έχει όνομα αλλά είναι πιο οικείο από κάθε όνομα — το έδαφος του εδάφους, το φως πίσω από το φως, τη σιωπή που δεν είναι η απουσία ήχου αλλά η πηγή του.
Οι αρχαίοι Ορφικοί το ονόμαζαν Ηλύσιον. Άλλοι το έχουν ονομάσει Νιρβάνα, Μόκσα, το Βασίλειο των Ουρανών, το Καθαρό Φως, το Ταό, το Κενό που δεν είναι άδειο. Οι λέξεις δεν έχουν σημασία. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι είναι πραγματικό — πιο πραγματικό από κάθε περίσταση μέσα από την οποία περνάει η ψυχή στο μακρύ της ταξίδι — και ότι η πραγματικότητά του δεν είναι αλλού. Δεν ήταν ποτέ αλλού. Είναι εδώ, τώρα, στην ίδια την πράξη της επίγνωσης με την οποία γνωρίζονται αυτές οι λέξεις.
Εκείνη η γνώση — άμεση, χωρίς προσπάθεια, χωρίς απόσταση ανάμεσα στον γνωρίζοντα και στο γνωστό — είναι το Ηλύσιο Πεδίο μέσα στο οποίο κάθε ψυχή συγκεντρώνεται τελικά, αναπόφευκτα, με αγάπη. Όχι στο τέλος του χρόνου. Όχι μετά τον θάνατο. Αλλά στην πληρότητα της παρούσας στιγμής, που δεν έχει αρχή και δεν έχει τέλος και που είναι, στην αλήθεια, η μόνη στιγμή που υπήρξε ποτέ.
Η Ερώτηση που Προηγείται Κάθε Ερώτησης
Υπάρχει ένας ορίζοντας που το μάτι δεν μπορεί να δει και ο νους δεν μπορεί να φτάσει μέσα από τα συνηθισμένα εργαλεία της εγρήγορσής του. Δεν βρίσκεται πέρα από τα βουνά, ούτε απέναντι από το πλατύ γκρίζο πρόσωπο της θάλασσας, ούτε στις σιωπηλές περιοχές πάνω από το τελευταίο σύννεφο. Βρίσκεται — αν πράγματι η λέξη «βρίσκεται» μπορεί να εφαρμοστεί σε κάτι που δεν έχει τοποθεσία — μέσα στην ίδια τη δομή εκείνου που τον αναζητά. Οι αρχαίοι το γνώριζαν. Οι μύστες κάθε παράδοσης το ψιθύρισαν μέσα στους αιώνες με το σιωπηλό λεξιλόγιο εκείνων που έχουν αγγίξει κάτι που δεν μπορεί να αγγιχτεί και επέστρεψαν για να μιλήσουν γι’ αυτό μόνο με παράδοξα και εικόνες. Κι όμως το μήνυμα έχει επιβιώσει: υπάρχει, στη ρίζα κάθε ανθρώπινης εμπειρίας, μια κατάσταση τόσο ολοκληρωμένη, τόσο φωτεινή, τόσο κορεσμένη με την πληρότητα του είναι, ώστε κάθε άλλη κατάσταση της ψυχής δεν είναι παρά η χλωμή της σκιά.
Αυτή η κατάσταση έχει πάρει πολλά ονόματα μέσα στο τεράστιο αρχείο της ανθρώπινης πνευματικής λαχτάρας. Οι Έλληνες της Ορφικής παράδοσης την ονόμαζαν Ηλύσια Πεδία — Ηλύσιον, το ακτινοβόλο πεδίο όπου η εξαγνισμένη ψυχή ερχόταν επιτέλους να αναπαυθεί, όχι στον ύπνο της ανυπαρξίας αλλά στην εγρήγορση της τέλειας γνώσης. Ωστόσο, θα ήταν η βαθύτερη παρεξήγηση να διαβάσει κανείς αυτό ως απλώς ένα γεωγραφικό προορισμό στην τοπογραφία της μετά θάνατον ζωής, έναν παράδεισο δροσερών ποταμών και ακούραστου φωτός στον οποίο οι άξιοι νεκροί μεταφέρονται στο τέλος των ημερών τους. Η βαθύτερη διδασκαλία — ο εσωτερικός πυρήνας που οι Ορφικοί μύστες διέσωσαν στους ύμνους και στις χρυσές πλάκες τους — δείχνει σε κάτι πολύ πιο άμεσο, πολύ πιο εσωτερικό και πολύ πιο απαιτητικό: τα Ηλύσια Πεδία ως εσωτερική κατάσταση, ως κατάσταση συνείδησης, ως τρόπο επίγνωσης που δεν δίνεται στους νεκρούς αλλά ξυπνά στους ζωντανούς.
Αυτό που ακολουθεί είναι μια απόπειρα — αναγκαστικά ελλιπής, αναγκαστικά ντυμένη με τα ακριβή ρούχα της γλώσσας — να ιχνηλατήσει τη φύση αυτού του ξυπνήματος, να περιγράψει αυτό που δεν μπορεί να περιγραφεί και να προσκαλέσει τον αναγνώστη όχι απλώς να κατανοήσει αυτές τις λέξεις αλλά να νιώσει, πίσω από αυτές, την ελαφριά ζεστασιά εκείνου του φωτός προς το οποίο δείχνουν.
Κεφάλαιο Ι
Ο Χάρτης Σχεδιασμένος από Μέσα
Όταν ο Ορφικός μύστης κατέβαινε στον κάτω κόσμο — όχι στον θάνατο, αλλά στο τελετουργικό της μύησης, στην εσκεμμένη βουτιά της συνείδησης στα δικά της βάθη — κουβαλούσε μαζί του έναν χάρτη. Όχι χάρτη δρόμων ή ποταμών, αλλά χάρτη αναγνωρίσεων, μια σειρά από συνθηματικές λέξεις για τους φύλακες των εσωτερικών ορίων. Ανάμεσα στις υποσχέσεις που προσφέρονταν στην ψυχή κατά την άφιξή της στον λευκό κυπαρίσσι και στα κρύα νερά της Λήθης ήταν αυτή: ότι εκείνος που θυμόταν, εκείνος που δεν έπινε από τη λήθη, θα οδηγούνταν επιτέλους στα Ηλύσια Πεδία. Το να θυμάται, με την Ορφική έννοια, δεν σήμαινε να ανακαλεί ένα κομμάτι ιστορικής πληροφορίας. Σήμαινε να ξανα-συνθέτει — να αποκαθιστά τα διασκορπισμένα μέλη του Διονύσου, να μαζεύει τα θραύσματα ενός εαυτού που είχε διασκορπιστεί στις πολλαπλές ψευδαισθήσεις της συνηθισμένης ύπαρξης — και να ανασυγκροτεί, σε εκείνη τη συγκέντρωση, την ολότητα που ήταν πάντα ήδη παρούσα κάτω από την επιφάνεια της κατακερματισμένης ζωής.
Τα Ηλύσια Πεδία, επομένως, δεν είναι μια ανταμοιβή που προστίθεται σε μια ενάρετη βιογραφία. Είναι η ανάκτηση αυτού που ποτέ δεν χάθηκε πραγματικά: η επίγνωση της Ενότητας του Είναι. Η ψυχή που περιπλανιέται μέσα στον λαβύρινθο της ενσάρκωσης περιπλανιέται ακριβώς επειδή έχει ξεχάσει ότι ποτέ δεν ήταν χωριστή από την πηγή που αναζητά. Τα πεδία της μακαριότητας δεν είναι αλλού. Είναι το ίδιο το έδαφος κάτω από την περιπλάνηση, ορατό μόνο όταν η περιπλάνηση σταματά — όχι από εξάντληση, όχι από θάνατο, αλλά μέσα από τη ριζική πράξη του να στρέψει το φως της προσοχής προς τα μέσα και να επιτρέψει να φωτίσει εκείνον που ψάχνει.
«Ο αναζητητής και το αναζητούμενο είναι το ίδιο φως, καμπυλωμένο πίσω στον εαυτό του στην πράξη της αναγνώρισης.»
Αυτό είναι το μεγάλο ανατρεπτικό μυστικό κάθε αυθεντικής μυστικής διδασκαλίας: ότι το θείο δεν είναι μακρινό. Δεν περιμένει στο τέλος ενός προσκυνήματος που μετριέται σε μίλια. Περιμένει — αν η λέξη «περιμένει» είναι η σωστή — στο τέλος ενός προσκυνήματος που μετριέται σε σιωπή. Κάθε παράδοση έχει τη δική της εκδοχή αυτής της ανακάλυψης. Ο Σουφιστής μιλά για το κρασί που έχει ήδη σερβιριστεί, για την ταβέρνα μέσα στην καρδιά. Ο Ινδουιστής αναγνωρίζει στην Ουπανισαδική διακήρυξη «Τατ τβαμ άσι» — Εσύ είσαι Εκείνο — την ίδια κατάρρευση της απόστασης ανάμεσα στον αναζητητή και στο αναζητούμενο. Ο Χριστιανός μυστικός, οδηγημένος στα όρια της γλώσσας, μιλά για τη σπίθα της ψυχής που αγγίζει την Θεότητα και γίνεται, σε εκείνο το άγγιγμα, αδιαχώριστη από αυτήν. Ο Ορφικός μύστης, που αναδύεται από τα βάθη του ιερού σπηλαίου με μάτια ακόμα τυφλωμένα από το σκοτάδι που έχει περάσει, ανακαλύπτει ότι το ίδιο το σκοτάδι ήταν φωτεινό.
Κεφάλαιο ΙΙ
Πλήρης Επίγνωση και η Διάλυση του Χρόνου
Υπάρχει μια ποιότητα συνείδησης που η συνηθισμένη ζωή δεν φτάνει, παρόλο που η συνηθισμένη ζωή πάντα περνάει στα όριά της σε στιγμές απρόσμενης ομορφιάς — στην παρατεταμένη ηρεμία μιας νότας που δεν έχει ακόμα σταματήσει, στην όψη του φωτός που πέφτει πάνω στο νερό με τρόπο που σταματά τη σκέψη, στην στιγμή ανάμεσα στον ύπνο και το ξύπνημα όταν ο εαυτός δεν έχει ακόμα συναρμολογήσει την συνήθη πανοπλία του. Αυτές είναι στιγμές κατωφλίου, στιγμές όπου το πέπλο του προδιαμορφωμένου νου γίνεται λεπτό και κάτι άλλο — άλεκτο, τεράστιο και απόλυτα οικείο — γίνεται για λίγο αντιληπτό. Ο μυστικός είναι εκείνος που αρνείται να αφήσει τέτοιες στιγμές να περάσουν απαρατήρητες. Περισσότερο από αυτό: ο μυστικός είναι εκείνος που ανακαλύπτει ότι αυτές οι στιγμές δεν είναι διακοπές της συνηθισμένης πραγματικότητας αλλά στιγμιαίες ματιές στην υποκείμενη φύση της.
Η Πλήρης Επίγνωση — η κατάσταση που αποτελεί, με την βαθύτερη έννοια, τα Ηλύσια Πεδία — δεν είναι η συσσώρευση περισσότερων εμπειριών. Είναι η αναγνώριση εκείνου που υποστηρίζει κάθε εμπειρία. Είναι, με την ακριβή γλώσσα της Ορφικής παράδοσης, η υπέρβαση της αμνησίας: όχι η λήθη κάποιου συγκεκριμένου πράγματος, αλλά η λήθη της ίδιας της λήθης, το ξύπνημα από το όνειρο του χωρισμού στην διαύγεια αυτού που υπήρχε πάντα. Σε αυτό το ξύπνημα, ο χρόνος υφίσταται μια μεταμόρφωση πιο ριζική από οποιαδήποτε απλή επιτάχυνση ή επιβράδυνση. Ο χρόνος, όπως τον κατασκευάζει συνήθως ο ανθρώπινος νους — ως ένα νήμα του πριν, τώρα και μετά, τυλιγμένο στο καρούλι της προσωπικής αφήγησης — διαλύεται. Όχι επειδή η παρούσα στιγμή διαρκεί για πάντα σε κάποια παρατεταμένη αναστολή, αλλά επειδή η κατηγορία της χρονικής διαδοχής παύει να είναι η οργανωτική αρχή της επίγνωσης.
Αυτό που μένει δεν είναι η αχρονικότητα ως ένα είδος κενής αιωνιότητας, μιας κενής και άχρωμης ατέλειωτης διάρκειας. Αυτό που μένει είναι το αιώνιο τώρα στον πλήρη και ανεξάντλητο πλούτο του — ένα τώρα που περιέχει όλα όσα ήταν και όλα όσα θα είναι, όχι ως μνήμη και προσμονή, αλλά ως την αδιαίρετη παρουσία του Πραγματικού. Οι ποταμοί των Ηλυσίων Πεδίων δεν ρέουν προς το παρελθόν ούτε προς το μέλλον. Ρέουν μόνο στο παρόν, και σε εκείνο το ρεύμα είναι πάντα ακίνητοι.
«Το να εισέλθεις εντελώς στον χρόνο είναι να βγεις από αυτόν — γιατί εκείνος που είναι απόλυτα παρών δεν έχει πουθενά αλλού να είναι, και στο να μην έχει πουθενά αλλού να είναι, είναι παντού ταυτόχρονα.»
Κεφάλαιο ΙΙΙ
Υπαρξιακή Τελειότητα ως Κατάσταση του Είναι, Όχι ως Επίτευγμα
Ο σύγχρονος νους, διαμορφωμένος από έναν πολιτισμό που μετράει την αξία σε επιτεύγματα, είναι πειρασμένος να διαβάσει τα Ηλύσια Πεδία ως το απόλυτο επίτευγμα — το τελικό τρόπαιο που απονέμεται σε μια ψυχή που έχει αγωνιστεί καλά στην αρένα των ζωών της. Αυτή η ανάγνωση είναι και κατανοητή και εντελώς λανθασμένη. Είναι κατανοητή επειδή η γλώσσα με την οποία έχουν φτάσει σε εμάς οι αρχαίες διδασκαλίες είναι αναπόφευκτα χρωματισμένη από τα ηθικά πλαίσια της εποχής τους — από το λεξιλόγιο της ανταμοιβής και της τιμωρίας, της αξίας και της κρίσης, του αξιώματος και της χάριτος. Είναι λανθασμένη επειδή τοποθετεί την Υπαρξιακή Τελειότητα στο τέλος μιας διαδικασίας απόκτησης, σαν να μπορούσε η ψυχή, συσσωρεύοντας αρκετές από τις σωστές ιδιότητες, να αγοράσει τελικά την είσοδό της στα πεδία της μακαριότητας.
Η παράδοση του Ορφισμού, κατανοημένη στον βαθύτερο βαθμό της, διδάσκει κάτι πολύ πιο ριζικό και πολύ πιο απελευθερωτικό: ότι η Υπαρξιακή Τελειότητα δεν είναι μια ιδιότητα που πρέπει να αποκτηθεί αλλά μια κατάσταση που πρέπει να αναγνωριστεί. Είναι η φυσική κατάσταση της συνείδησης όταν η συνείδηση έχει απελευθερωθεί από τα επικαλύμματα του φόβου, της επιθυμίας, της ταύτισης με το παροδικό και της συνήθους λανθασμένης αναγνώρισης του διαμορφωμένου εαυτού ως του πραγματικού εαυτού. Η ψυχή δεν βελτιώνεται σε μακαριότητα. Ξυπνά σε αυτήν — και σε εκείνο το ξύπνημα ανακαλύπτει ότι η μακαριότητα ήταν πάντα η φύση της, κρυμμένη αλλά ποτέ καταστραμμένη από το μακρύ όνειρο του χωρισμού.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο τα Ηλύσια Πεδία δεν μπορούν να περιγραφούν σε όρους εξωτερικών συνθηκών. Δεν υπάρχει συγκεκριμένο τοπίο που να τα αποτελεί, δεν υπάρχει συγκεκριμένη διάταξη φωτός και νερού και λουλουδιού που να ορίζει τη φύση τους. Είναι, στον πυρήνα τους, ένας τρόπος επίγνωσης — ο τρόπος με τον οποίο η συνείδηση γνωρίζει τον εαυτό της ως συνείδηση, με τον οποίο το είναι αναγνωρίζει τον εαυτό του ως είναι, με τον οποίο το κύμα αναγνωρίζει τον εαυτό του ως ωκεανό χωρίς να παύει να είναι κύμα. Οι εξωτερικές συνθήκες — η υγεία ή η ασθένεια του σώματος, η ειρήνη ή η αναταραχή του κόσμου, η παρουσία ή η απουσία ομορφιάς γύρω μας — γίνονται άσχετες με αυτή την κατάσταση, όχι επειδή δεν υπάρχουν, αλλά επειδή δεν λαμβάνονται πλέον ως ο ορισμός του τι είναι πραγματικό. Το πραγματικό, στην Ηλύσια κατάσταση, είναι η Επίγνωση που τα περιέχει όλα.
Κεφάλαιο IV
Το Μεταφυσικό Κατώφλι: Όπου το Εσωτερικό και το Εξωτερικό Γίνονται Ένα
Οι αρχαίες διδασκαλίες μιλούν για ένα κατώφλι — μια διάβαση μέσα από την οποία η ψυχή πρέπει να περάσει για να φτάσει στα Ηλύσια Πεδία. Στη μυθολογική γλώσσα των Ορφικών χρυσών πλακών, αυτή η διάβαση περιγράφεται σε χωρικούς και αφηγηματικούς όρους: υπάρχει ένας δρόμος, μια φρουρά πηγών, μια δήλωση ταυτότητας, ένα πόσιμο από τη Λίμνη της Μνήμης αντί για τη Λίμνη της Λήθης. Η ψυχή που γνωρίζει την προέλευσή της, που μπορεί να πει «Είμαι παιδί της Γης και του Αστερωτού Ουρανού» με το πλήρες βάρος της πραγματωμένης γνώσης και όχι απλής πίστης, είναι η ψυχή που περνάει. Αλλά τι σημαίνει αυτή η διάβαση όταν γίνεται κατανοητή όχι ως γεωγραφικό γεγονός στη μετά θάνατον ζωή αλλά ως εσωτερική κίνηση της συνείδησης;
Το κατώφλι είναι η στιγμή κατά την οποία η διάκριση ανάμεσα στην Εσωτερική Κατάσταση και την Εξωτερική Πραγματικότητα παύει να λειτουργεί ως κυρίαρχη δυαδικότητα. Στη συνηθισμένη συνείδηση, το εσωτερικό και το εξωτερικό βιώνονται ως δύο ξεχωριστοί κόσμοι, χωρισμένοι από την μεμβράνη του δέρματος, του κρανίου, της αυτο-εικόνας. Ο κόσμος είναι «εκεί έξω», και το υποκείμενο που βιώνει είναι «εδώ μέσα», και ανάμεσά τους εκτυλίσσεται ολόκληρο το δράμα της επιθυμίας και της αποστροφής, του τεντώματος προς τα έξω και του τραβήγματος πίσω, του εαυτού που διαρκώς αναζητά την ολοκλήρωσή του σε αυτό που βρίσκεται πέρα από αυτόν. Το μυστικό κατώφλι διασχίζεται όταν αυτή η διαίρεση αποκαλύπτεται ως κατασκευή — χρήσιμη, ίσως, για την πρακτική πλοήγηση στην καθημερινή ύπαρξη, αλλά όχι τελικά πραγματική.
«Στο κατώφλι, ο ταξιδιώτης ανακαλύπτει ότι το ταξίδι ήταν κυκλικό — ότι ο προορισμός ήταν το σημείο αναχώρησης, που φαίνεται για πρώτη φορά χωρίς τον θολωτικό φακό της λήθης.»
Όταν ο αναζητητής στέκεται σε αυτό το κατώφλι — όχι θεωρητικά, όχι ως έννοια που κρατιέται στο νου, αλλά στην άμεση αναγνώριση ότι η ίδια η αντίληψη έχει ανοίξει σε κάτι πολύ ευρύτερο από την προσωπική εμπειρία — το εσωτερικό και το εξωτερικό δεν είναι πλέον δύο. Αυτό που ονομαζόταν «ο κόσμος» φαίνεται να αναδύεται μέσα στην Επίγνωση. Αυτό που ονομαζόταν «ο εαυτός» φαίνεται να είναι μια διαμόρφωση της ίδιας Επίγνωσης. Η Μεταφυσική Μετάβαση στο Υπερκόσμιο — σε αυτό που οι Ορφικοί ονόμαζαν βασίλειο πάνω και πέρα από τον συνηθισμένο κόσμο — δεν είναι ένα ταξίδι προς τα έξω σε κάποια άλλη διάσταση της ύπαρξης. Είναι η αναγνώριση ότι η ίδια η Επίγνωση είναι ήδη το έδαφος όλων των διαστάσεων, ότι το να αναπαύεσαι στην καθαρή Επίγνωση είναι το να κατοικείς ταυτόχρονα τον πιο εσωτερικό και τον πιο καθολικό από όλους τους δυνατούς χώρους.
Σε αυτή τη μετάβαση, η Εσωτερική Κατάσταση και η Αντικειμενική Κατάσταση αποκαλύπτονται ως ταυτόσημες — όχι ως φιλοσοφική πρόταση με την οποία συμφωνούμε, αλλά ως άμεση, αδιαμεσολάβητη, αυταπόδεικτη αλήθεια. Ο κόσμος δεν εξαφανίζεται. Οι αισθήσεις δεν παύουν να αναφέρουν. Το σώμα δεν διαλύεται σε φως. Αλλά το νόημα του κόσμου, το νόημα της αίσθησης, το νόημα του σώματος — όλα αυτά μεταμορφώνονται, σαν ένα πέπλο που είχε λανθασμένα θεωρηθεί τοίχος να έχει τραβηχτεί στην άκρη, αποκαλύπτοντας ότι ποτέ δεν υπήρχε περίφραξη.
Κεφάλαιο V
Ο Καθολικός Ορίζοντας: Η Θεότητα ως η Μοναδική Πραγματικότητα
Στο πιο μακρινό σημείο της περισυλλογής — ή μάλλον, στο σημείο όπου η χειρονομία του να φτάνεις επιτέλους εγκαταλείπεται — η ψυχή φτάνει σε αυτό που μπορεί να ονομαστεί μόνο Καθολικός Μεταφυσικός Ορίζοντας. Αυτό δεν είναι όριο αλλά αναγνώριση του απεριόριστου. Είναι η στιγμή κατά την οποία η Συνείδηση γίνεται επίγνωση του εαυτού της ως της μοναδικής ουσίας από την οποία αποτελούνται όλα τα πράγματα, το φως του οποίου κάθε ιδιαίτερη μορφή είναι μια μοναδική διάθλαση, η σιωπή του οποίου κάθε ήχος είναι μια στιγμιαία διαμόρφωση. Το να στέκεσαι σε αυτόν τον ορίζοντα δεν σημαίνει να στέκεσαι στο χείλος του είναι και να κοιτάζεις έξω στο τίποτα. Σημαίνει να στέκεσαι ως είναι, και να ανακαλύπτεις ότι το είναι δεν έχει χείλη.
Η Ορφική παράδοση μιλά για τον τελικό προορισμό της ψυχής ως το βασίλειο της Περσεφόνης και των μακάριων νεκρών — αλλά η υψηλότερη Ορφική διδασκαλία, που διασώθηκε στις χρυσές πλάκες που βρέθηκαν στους τάφους μυημένων σε όλο τον αρχαίο μεσογειακό κόσμο, δείχνει σε κάτι πέρα ακόμα και από αυτό: μια πλήρη επαναπορρόφηση στο θεϊκό έδαφος, μια επιστροφή στην πηγή που είναι ταυτόχρονα πρώτο και τελικό ξύπνημα. Αυτή η επαναπορρόφηση δεν είναι ανυπαρξία. Είναι, παραδοξικά, η πληρέστερη δυνατή έκφραση της ατομικότητας — γιατί αναγνωρίζοντας τον εαυτό της ως το θεϊκό έδαφος, η ψυχή δεν χάνει τον εαυτό της αλλά επιτέλους, πλήρως, τον βρίσκει. Η σταγόνα δεν εξαφανίζεται στον ωκεανό. Η σταγόνα ανακαλύπτει ότι ήταν πάντα ο ωκεανός, που ονειρευόταν τον εαυτό του στη μορφή μιας σταγόνας.
Τι είναι αυτή η θεότητα στην οποία η ψυχή απορροφάται, ή μάλλον, μέσα στην οποία αναγνωρίζει τον εαυτό της; Οι Ορφικοί ήταν προσεκτικοί να μην την ονομάσουν πολύ ακριβώς, γνωρίζοντας ότι κάθε όνομα είναι περιορισμός και το θείο είναι πέρα από κάθε περιορισμό. Μιλούσαν με μυθολογική γλώσσα — για τον Δία και τον Διόνυσο, για την Περσεφόνη και τον Ερμή Ψυχοπομπό — όχι επειδή πίστευαν ότι αυτοί ήταν κυριολεκτικά όντα με ανθρωπομορφικά χαρακτηριστικά, αλλά επειδή η μυθολογική εικόνα διατηρεί κάτι από την ζωντανή ποιότητα της εμπειρίας που η καθαρή αφαίρεση δεν μπορεί. Το θείο, με την Ορφική έννοια, δεν είναι μια θεολογική πρόταση. Είναι μια ζωντανή πραγματικότητα — η πιο πραγματική από όλες τις πραγματικότητες, η Μοναδική Πραγματικότητα της οποίας όλες οι άλλες πραγματικότητες είναι η εμφάνιση.
«Η Θεότητα δεν είναι ένα ον ανάμεσα σε άλλα όντα. Είναι το είναι του είναι — το «είναι» που επιτρέπει σε όλα τα πράγματα να υπάρχουν, η γνώση που γνωρίζει τον εαυτό της μέσα από κάθε στιγμή κάθε μορφής επίγνωσης σε κάθε κόσμο.»
Το να είσαι συνειδητός της Θεότητας δεν είναι επομένως να έχεις μια θρησκευτική εμπειρία με την συνηθισμένη έννοια — όχι να νιώθεις την παρουσία ενός ισχυρού εξωτερικού όντος, όχι να υποστείς μια συναισθηματική αναταραχή αφοσίωσης ή δέους, παρόλο που και τα δύο μπορεί να συνοδεύουν την βαθύτερη αναγνώριση. Το να είσαι συνειδητός της Θεότητας είναι να είσαι επίγνωση της ίδιας της Επίγνωσης — να αναγνωρίζεις, με τον πιο άμεσο και αδιαμεσολάβητο από όλους τους δυνατούς τρόπους, ότι αυτό που είσαι θεμελιωδώς δεν είναι ένα σώμα, δεν είναι ένας νους, δεν είναι μια ιστορία, δεν είναι μια συλλογή πεποιθήσεων και αναμνήσεων και επιθυμιών, αλλά το καθαρό, αυτοφωτιζόμενο, αυτογνωρίζον, αυτοεπαρκές έδαφος κάθε εμπειρίας. Αυτή η αναγνώριση είναι τα Ηλύσια Πεδία. Όχι ο τόπος που ονομάζεται έτσι. Όχι ο μυθολογικός προορισμός. Αλλά η ζωντανή αλήθεια προς την οποία ο μύθος πάντα έδειχνε: ότι η Συνείδηση, στο πλήρες ξύπνημά της στον εαυτό της, είναι ήδη, και ήταν πάντα, στο σπίτι της.
Κεφάλαιο VI
Η Επιστροφή: Φέρνοντας τα Πεδία στον Κόσμο
Υπάρχει ένα τελικό παράδοξο στο οποίο πρέπει να προσέξει κάθε αυθεντική αφήγηση μυστικού ξυπνήματος, και είναι αυτό: εκείνος που πραγματικά φτάνει στα Ηλύσια Πεδία δεν μένει εκεί με την έννοια ότι αποχωρεί από τον κόσμο. Ο κόσμος δεν παύει να υπάρχει για την ξυπνημένη συνείδηση. Ο χρόνος δεν σταματά. Η αίσθηση δεν διαλύεται. Το σώμα συνεχίζει το έργο του, ο νους συνεχίζει την επεξεργασία του, το συνηθισμένο εμπόριο της ύπαρξης συνεχίζεται αμείωτο. Αλλά η σχέση με όλα αυτά έχει μεταμορφωθεί ριζικά — όχι βελτιωμένη με τον τρόπο μιας ζωής που έγινε πιο άνετη, αλλά μεταμορφωμένη με τον τρόπο ενός ονείρου που αναγνωρίζεται ως όνειρο από τον ονειρευόμενο που δεν έχει ακόμα ξυπνήσει αλλά έχει γίνει επίγνωση, μέσα στο όνειρο, ότι ονειρεύεται.
Ο Ορφικός μύστης που αναδύθηκε από το σπήλαιο της μύησης κουβαλούσε τη μνήμη του φωτός που είχε αγγίξει στο σκοτάδι. Το κουβαλούσε όχι ως ενθύμιο αλλά ως ζωντανό προσανατολισμό — μια επαναστοίχιση ολόκληρου του είναι του προς την πηγή που είχε, έστω και για λίγο, γνωρίσει άμεσα. Κάθε πράξη της μετέπειτα ζωής του ήταν χρωματισμένη από εκείνη τη γνώση. Όχι επειδή ήταν τώρα τέλειος με την έννοια ότι ήταν πέρα από λάθος ή δυσκολία, αλλά επειδή η κατεύθυνση του είναι του είχε αλλάξει μόνιμα. Γνώριζε, τώρα, πού πήγαινε. Περισσότερο από αυτό: γνώριζε, τώρα, πού ήταν πάντα ήδη.
Αυτό είναι αυτό που προσφέρουν τελικά τα Ηλύσια Πεδία: όχι διαφυγή από τον κόσμο, αλλά μια μεταμορφωμένη παρουσία μέσα σε αυτόν. Ο μυστικός που έχει αγγίξει τον Καθολικό Μεταφυσικό Ορίζοντα επιστρέφει στο ιδιαίτερο με νέα μάτια — μάτια που μπορούν να δουν, στα πιο ταπεινά και πιο παροδικά επίγεια πράγματα, το τρεμόπαιγμα του άπειρου που τα υποστηρίζει. Το καλάμι τραγουδάει, και ο μυστικός ακούει στο τραγούδι του τη λαχτάρα της χωρισμένης ψυχής για την πηγή της. Το φως πέφτει στο νερό, και ο μυστικός βλέπει στο παιχνίδι των αντανακλάσεων μια εικόνα του τρόπου με τον οποίο το Ένα γίνεται, χωρίς να παύει να είναι Ένα, το πολλαπλό. Ένα παιδί γελάει, και ο μυστικός αναγνωρίζει σε εκείνο το γέλιο μια έκρηξη της Ηλύσιας χαράς μέσα στον συνηθισμένο κόσμο — χωρίς αιτία, χωρίς κίνητρο, προγενέστερη από κάθε λόγο.
«Ο σοφός που γνωρίζει δεν μιλάει για το ότι έχει επισκεφθεί τα πεδία των μακάριων. Περπατάει στην αγορά το πρωί και αγοράζει ψωμί με τα ίδια χέρια με τα οποία κάποτε άγγιξε το άκρο του ανέκφραστου.»
Τα Ηλύσια Πεδία, λοιπόν, δεν είναι ούτε ένας μύθος που πρέπει να ξεπεραστεί ούτε μια διδασκαλία που πρέπει να γίνει αποδεκτή με πίστη. Είναι μια δυνατότητα που ζει, ήσυχα και επίμονα, στον ίδιο τον πυρήνα κάθε στιγμής κάθε συνειδητής ζωής — η δυνατότητα ότι εκείνος που διαβάζει αυτές τις λέξεις μπορεί να σταματήσει, να αφήσει την συνηθισμένη μπροστινή κίνηση της σκέψης να επιβραδυνθεί, να αφήσει την προσοχή να αναπαυθεί στον εαυτό της αντί στα αντικείμενά της, και να ανακαλύψει, σε εκείνη την ανάπαυση, κάτι που δεν έχει όνομα αλλά είναι πιο οικείο από κάθε όνομα — το έδαφος του εδάφους, το φως πίσω από το φως, τη σιωπή που δεν είναι η απουσία ήχου αλλά η πηγή του.
Οι αρχαίοι Ορφικοί το ονόμαζαν Ηλύσιον. Άλλοι το έχουν ονομάσει Νιρβάνα, Μόκσα, το Βασίλειο των Ουρανών, το Καθαρό Φως, το Ταό, το Κενό που δεν είναι άδειο. Οι λέξεις δεν έχουν σημασία. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι είναι πραγματικό — πιο πραγματικό από κάθε περίσταση μέσα από την οποία περνάει η ψυχή στο μακρύ της ταξίδι — και ότι η πραγματικότητά του δεν είναι αλλού. Δεν ήταν ποτέ αλλού. Είναι εδώ, τώρα, στην ίδια την πράξη της επίγνωσης με την οποία γνωρίζονται αυτές οι λέξεις.
Εκείνη η γνώση — άμεση, χωρίς προσπάθεια, χωρίς απόσταση ανάμεσα στον γνωρίζοντα και στο γνωστό — είναι το Ηλύσιο Πεδίο μέσα στο οποίο κάθε ψυχή συγκεντρώνεται τελικά, αναπόφευκτα, με αγάπη. Όχι στο τέλος του χρόνου. Όχι μετά τον θάνατο. Αλλά στην πληρότητα της παρούσας στιγμής, που δεν έχει αρχή και δεν έχει τέλος και που είναι, στην αλήθεια, η μόνη στιγμή που υπήρξε ποτέ.
Φοβάμαι μήπως είμαστε υπερβολικά υπάκουοι για ν’ αλλάξουμε τον κόσμo
Φοβάμαι όσα βολέματα βαφτίσαμε ευτυχία, τις σκηνές με δανεικά κοστούμια και τους ηθοποιούς που απαγγέλουν μηχανικά τα λόγια τους.
Φοβάμαι τους σεμνότυφους, που σκορπούν με το τσουβάλι την ηθική τους αλλά μυστικά φθονούν τους Ζορμπάδες του κόσμου μας.
Φοβάμαι τον χρόνο που τρέχει, τις κυλιόμενες σκάλες που μας οδηγούν πιο γρήγορα στη δύση, τους επιβάτες που σπρώχνονται για ένα κάθισμα στο μετρό και για μια θέση στο δημόσιο.
Φοβάμαι τα μάτια που δεν συνοδεύουν τα χαμόγελα, τους τέλειους που πνιγμένοι στο αψεγάδιαστο ποτάμι τους δεν αναθεωρούν, δεν αλλάζουν και δεν βλέπουν πέρα από τη μικροαστική τους μύτη.
Φοβάμαι αυτούς που τα έμαθαν όλα σε τούτη τη ζωή και πια περισπούδαστα και κοφτά απλώς μας τα ανακοινώνουν.
Φοβάμαι μήπως ο κόσμος γέμισε από φιλήσυχους ανθρώπους που κοιτούν το σπιτάκι και τη δουλίτσα τους καθώς καρφάκι δεν τους καίγεται για όσες βόμβες προσγειώνονται σε ξένα κεφάλια.
Φοβάμαι εκείνους που περιφέρουν την εθνικότητά τους ως παράσημο υπεροχής και θαρρούν πως το ένδοξο παρελθόν θα τους σώσει από το θρασύδειλο παρόν τους.
Φοβάμαι τους αριστερούς που κατηγορούν τους δεξιούς και τους δεξιούς που στοχοποιούν αριστερούς. Υποψιάζομαι πως οι αντιμαχίες τους αποτελούν το ιδανικό πρόσχημα για να παραμείνουν αμετανόητα ίδιοι, βολεμένοι ωχαδελφιστές που απαιτούν μια δικαιοσύνη για την οποία ουδέποτε αγωνίστηκαν.
Φοβάμαι πως ποσώς μας ενδιαφέρει τελικά να αγωνιστούμε.
Επιθυμούμε απλώς να την σκαπουλάρουμε για λίγο ακόμη, να γυαλίσουμε το διαμέρισμά μας και να μοστράρουμε το αυτοκίνητο στον γείτονα.
Φοβάμαι τους γάμους που θυμίζουν συμβόλαια θανάτου, τις βέρες που προχωρούν χέρι χέρι με τις κοινωνικές συμβάσεις και τους χλιαρούς εραστές που βαφτίσαμε αξιοζήλευτες σχέσεις.
Φοβάμαι όσους κόβουν και ράβουν την αφεντιά τους στα μέτρα του συντρόφου τους, αυτούς που για χάρη του άλλου τους μισού δεν έγιναν ποτέ ολόκληροι.
Φοβάμαι τις ψεύτικες ευγένειες, τα επιτηδευμένα χαμόγελα που ξεχειλίζουν πλήξη.
Φοβάμαι τους σοβαροφανείς, που μας φορούν καπέλο τα χιλιάδες απωθημένα τους και τους σκληροπυρηνικούς οικογενειάρχες που στηρίζουν τα θεμέλια του σπιτιού τους σε δεσμούς αίματος κι όχι καρδιάς.
Φοβάμαι όσους φίλους δεν αποχαιρετήσαμε την ώρα που έπρεπε, βιώνοντας την πτώση τους στα μάτια μας και την αμήχανη σιωπή στους καφέδες μας.
Φοβάμαι εκείνους που μετρούν τα κεράκια στα γενέθλιά μας στριμώχνοντάς μας στα άβολα κοστούμια των ηλικιακών περγαμηνών τους.
Φοβάμαι όσους πιστεύουν πως είμαστε πολύ νέοι ή αδιανόητα μεγάλοι για να διεκδικήσουμε τα όνειρά μας. Ίσως ποτέ τους δεν κάηκαν από τη φλόγα των δικών τους πόθων.
Και φοβάμαι πως για κάθε ζωή που δε βιώθηκε στο έπακρο, μια ακόμη πανίσχυρη κατάρα εξαπλώνεται στο σύμπαν κι οι ψυχές δένονται σφιχτότερα στις αλυσίδες τους.
Φοβάμαι τους «φωτισμένους», που επίμονα μας συμβουλεύουν να μένουμε μακριά από τους τοξικούς ανθρώπους.
Φοβάμαι ότι δεν αντιληφθήκαμε ακόμη πως τις φλέβες όλων μας κυλά μια κάποια τοξικότητα αφού οι σκιές στήνουν γέφυρα στο φως μας.
Φοβάμαι εκείνους που γυρεύουν επίμονα απαντήσεις μα δεν τολμούν να θέσουν τις καίριες ερωτήσεις.
Φοβάμαι μήπως είμαστε υπερβολικά υπάκουοι για ν’ αλλάξουμε τον κόσμο κι αδιανόητα κυνικοί για να τον χρωματίσουμε.
Φοβάμαι πως στην πορεία σκοτώσαμε οριστικά το παιδί μέσα μας, που ήθελε απλώς να παίξει και να μάθει.
Πια δεν παίζουμε.
Γίναμε ώριμοι.
Πια δεν μαθαίνουμε. Δηλώνουμε σοφοί.
Φοβάμαι πως σφιχταγκαλιασμένοι προχωράμε ως το τέλος με τις ψευδαισθήσεις μας.
Φοβάμαι ότι τελικά δεν είναι οι άλλοι από τους οποίους πασχίζουμε να κρυφτούμε αλλά ο ίδιος ο εαυτός μας που δεν αντέχουμε ν’ αντικρίσουμε στον καθρέφτη.
Φοβάμαι ότι ταυτιστήκαμε με τις δανεικές πεποιθήσεις, τους σαφείς κανόνες και τις ξύλινες φωνές.
Φοβάμαι μήπως χαθούμε προτού στ’ αλήθεια ζήσουμε,
προτού αγγίξουμε τον ήλιο με τα δυο μας χέρια,
ενωθούμε με το κύμα της θάλασσας και λάμψουμε με τη δύναμη των αστεριών του ουρανού.
Φοβάμαι ότι ποτέ δεν θα θυμηθούμε αυτό που ήδη βαθιά μέσα μας ξέρουμε.
Πως γεννηθήκαμε ταξιδιώτες κι αν ένα ταξίδι μονάχα δικαιούμαστε, καλό θα ήταν να αξίζει τα καύσιμά του.
Φοβάμαι τους σεμνότυφους, που σκορπούν με το τσουβάλι την ηθική τους αλλά μυστικά φθονούν τους Ζορμπάδες του κόσμου μας.
Φοβάμαι τον χρόνο που τρέχει, τις κυλιόμενες σκάλες που μας οδηγούν πιο γρήγορα στη δύση, τους επιβάτες που σπρώχνονται για ένα κάθισμα στο μετρό και για μια θέση στο δημόσιο.
Φοβάμαι τα μάτια που δεν συνοδεύουν τα χαμόγελα, τους τέλειους που πνιγμένοι στο αψεγάδιαστο ποτάμι τους δεν αναθεωρούν, δεν αλλάζουν και δεν βλέπουν πέρα από τη μικροαστική τους μύτη.
Φοβάμαι αυτούς που τα έμαθαν όλα σε τούτη τη ζωή και πια περισπούδαστα και κοφτά απλώς μας τα ανακοινώνουν.
Φοβάμαι μήπως ο κόσμος γέμισε από φιλήσυχους ανθρώπους που κοιτούν το σπιτάκι και τη δουλίτσα τους καθώς καρφάκι δεν τους καίγεται για όσες βόμβες προσγειώνονται σε ξένα κεφάλια.
Φοβάμαι εκείνους που περιφέρουν την εθνικότητά τους ως παράσημο υπεροχής και θαρρούν πως το ένδοξο παρελθόν θα τους σώσει από το θρασύδειλο παρόν τους.
Φοβάμαι τους αριστερούς που κατηγορούν τους δεξιούς και τους δεξιούς που στοχοποιούν αριστερούς. Υποψιάζομαι πως οι αντιμαχίες τους αποτελούν το ιδανικό πρόσχημα για να παραμείνουν αμετανόητα ίδιοι, βολεμένοι ωχαδελφιστές που απαιτούν μια δικαιοσύνη για την οποία ουδέποτε αγωνίστηκαν.
Φοβάμαι πως ποσώς μας ενδιαφέρει τελικά να αγωνιστούμε.
Επιθυμούμε απλώς να την σκαπουλάρουμε για λίγο ακόμη, να γυαλίσουμε το διαμέρισμά μας και να μοστράρουμε το αυτοκίνητο στον γείτονα.
Φοβάμαι τους γάμους που θυμίζουν συμβόλαια θανάτου, τις βέρες που προχωρούν χέρι χέρι με τις κοινωνικές συμβάσεις και τους χλιαρούς εραστές που βαφτίσαμε αξιοζήλευτες σχέσεις.
Φοβάμαι όσους κόβουν και ράβουν την αφεντιά τους στα μέτρα του συντρόφου τους, αυτούς που για χάρη του άλλου τους μισού δεν έγιναν ποτέ ολόκληροι.
Φοβάμαι τις ψεύτικες ευγένειες, τα επιτηδευμένα χαμόγελα που ξεχειλίζουν πλήξη.
Φοβάμαι τους σοβαροφανείς, που μας φορούν καπέλο τα χιλιάδες απωθημένα τους και τους σκληροπυρηνικούς οικογενειάρχες που στηρίζουν τα θεμέλια του σπιτιού τους σε δεσμούς αίματος κι όχι καρδιάς.
Φοβάμαι όσους φίλους δεν αποχαιρετήσαμε την ώρα που έπρεπε, βιώνοντας την πτώση τους στα μάτια μας και την αμήχανη σιωπή στους καφέδες μας.
Φοβάμαι εκείνους που μετρούν τα κεράκια στα γενέθλιά μας στριμώχνοντάς μας στα άβολα κοστούμια των ηλικιακών περγαμηνών τους.
Φοβάμαι όσους πιστεύουν πως είμαστε πολύ νέοι ή αδιανόητα μεγάλοι για να διεκδικήσουμε τα όνειρά μας. Ίσως ποτέ τους δεν κάηκαν από τη φλόγα των δικών τους πόθων.
Και φοβάμαι πως για κάθε ζωή που δε βιώθηκε στο έπακρο, μια ακόμη πανίσχυρη κατάρα εξαπλώνεται στο σύμπαν κι οι ψυχές δένονται σφιχτότερα στις αλυσίδες τους.
Φοβάμαι τους «φωτισμένους», που επίμονα μας συμβουλεύουν να μένουμε μακριά από τους τοξικούς ανθρώπους.
Φοβάμαι ότι δεν αντιληφθήκαμε ακόμη πως τις φλέβες όλων μας κυλά μια κάποια τοξικότητα αφού οι σκιές στήνουν γέφυρα στο φως μας.
Φοβάμαι εκείνους που γυρεύουν επίμονα απαντήσεις μα δεν τολμούν να θέσουν τις καίριες ερωτήσεις.
Φοβάμαι μήπως είμαστε υπερβολικά υπάκουοι για ν’ αλλάξουμε τον κόσμο κι αδιανόητα κυνικοί για να τον χρωματίσουμε.
Φοβάμαι πως στην πορεία σκοτώσαμε οριστικά το παιδί μέσα μας, που ήθελε απλώς να παίξει και να μάθει.
Πια δεν παίζουμε.
Γίναμε ώριμοι.
Πια δεν μαθαίνουμε. Δηλώνουμε σοφοί.
Φοβάμαι πως σφιχταγκαλιασμένοι προχωράμε ως το τέλος με τις ψευδαισθήσεις μας.
Φοβάμαι ότι τελικά δεν είναι οι άλλοι από τους οποίους πασχίζουμε να κρυφτούμε αλλά ο ίδιος ο εαυτός μας που δεν αντέχουμε ν’ αντικρίσουμε στον καθρέφτη.
Φοβάμαι ότι ταυτιστήκαμε με τις δανεικές πεποιθήσεις, τους σαφείς κανόνες και τις ξύλινες φωνές.
Φοβάμαι μήπως χαθούμε προτού στ’ αλήθεια ζήσουμε,
προτού αγγίξουμε τον ήλιο με τα δυο μας χέρια,
ενωθούμε με το κύμα της θάλασσας και λάμψουμε με τη δύναμη των αστεριών του ουρανού.
Φοβάμαι ότι ποτέ δεν θα θυμηθούμε αυτό που ήδη βαθιά μέσα μας ξέρουμε.
Πως γεννηθήκαμε ταξιδιώτες κι αν ένα ταξίδι μονάχα δικαιούμαστε, καλό θα ήταν να αξίζει τα καύσιμά του.
Ο μορφωμένος άνθρωπος
Έχετε συναντήσει ποτέ κάποιον άνθρωπο, που, ενώ είναι κορυφή στο επάγγελμά του, σε μία συνηθισμένη συζήτηση ξεστομίζει ανοησίες; Που δεν μπορεί να κατανοήσει απλά, καθημερινά ζητήματα και η προσωπική του ζωή είναι ακατάστατη και θλιβερή; Γιατί συμβαίνει αυτό; Γιατί ένας μορφωμένος άνθρωπος με υψηλή νοημοσύνη, που διαπρέπει σε δύσκολα επιστημονικά πεδία, στα μικρά, καθημερινά τα κάνει μαντάρα;
Αυτά τα ερωτήματα δεν είναι καινούργια. Ήδη από την αρχαιότητα οι φιλόσοφοι προσπάθησαν να εξηγήσουν αυτό το παράδοξο και μία πολύ ικανοποιητική εξήγηση έδωσε ο Ισοκράτης, ο σπουδαίος δάσκαλος του 4ου αι. π.κ.χ. Μία εξήγηση τόσο απλή, που αναρωτιέται κανείς γιατί δεν της δώσαμε τη σημασία που της αξίζει.
Ο Παναθηναϊκός λόγος
Τον λόγο αυτό τον έγραψε ο Ισοκράτης σε ηλικία 94 ετών, με στόχο να κάνει έναν απολογισμό του έργου του και να απαντήσει στους επικριτές του, που τον κατηγορούσαν για δογματισμό και αδιαλλαξία, καθώς ο Ισοκράτης ήταν απόλυτος στις απόψεις του. Στον πρόλογο αυτού του έργου, παρουσιάζει την άποψή του για τον πραγματικά μορφωμένο άνθρωπο, μία άποψη που, ούτε τότε ούτε σήμερα μπορεί κανείς εύκολα να δεχτεί εύκολα.
Η σκέψη πάνω στην οποία βασίζει τα συμπεράσματά του ο Ισοκράτης είναι η εξής: πολλοί άνθρωποι που έχουν φτάσει σε ώριμη ηλικία και έχουν τελειοποιηθεί στη Γεωμετρία ή κάποια άλλη επιστήμη, ή κάποιο άλλο εξειδικευμένο πεδίο και μάλιστα διδάσκουν και άλλους, στα καθημερινά ζητήματα της ζωής αποδεικνύονται πιο ανόητοι από τους μαθητές τους. Για να μπορούν, λοιπόν, να θεωρηθούν στ’ αλήθεια μορφωμένοι θα πρέπει πια σε αυτή την ηλικία:
Αυτά τα ερωτήματα δεν είναι καινούργια. Ήδη από την αρχαιότητα οι φιλόσοφοι προσπάθησαν να εξηγήσουν αυτό το παράδοξο και μία πολύ ικανοποιητική εξήγηση έδωσε ο Ισοκράτης, ο σπουδαίος δάσκαλος του 4ου αι. π.κ.χ. Μία εξήγηση τόσο απλή, που αναρωτιέται κανείς γιατί δεν της δώσαμε τη σημασία που της αξίζει.
Ο Παναθηναϊκός λόγος
Τον λόγο αυτό τον έγραψε ο Ισοκράτης σε ηλικία 94 ετών, με στόχο να κάνει έναν απολογισμό του έργου του και να απαντήσει στους επικριτές του, που τον κατηγορούσαν για δογματισμό και αδιαλλαξία, καθώς ο Ισοκράτης ήταν απόλυτος στις απόψεις του. Στον πρόλογο αυτού του έργου, παρουσιάζει την άποψή του για τον πραγματικά μορφωμένο άνθρωπο, μία άποψη που, ούτε τότε ούτε σήμερα μπορεί κανείς εύκολα να δεχτεί εύκολα.
Η σκέψη πάνω στην οποία βασίζει τα συμπεράσματά του ο Ισοκράτης είναι η εξής: πολλοί άνθρωποι που έχουν φτάσει σε ώριμη ηλικία και έχουν τελειοποιηθεί στη Γεωμετρία ή κάποια άλλη επιστήμη, ή κάποιο άλλο εξειδικευμένο πεδίο και μάλιστα διδάσκουν και άλλους, στα καθημερινά ζητήματα της ζωής αποδεικνύονται πιο ανόητοι από τους μαθητές τους. Για να μπορούν, λοιπόν, να θεωρηθούν στ’ αλήθεια μορφωμένοι θα πρέπει πια σε αυτή την ηλικία:
- να έχουν την οξυδέρκεια να ερμηνεύουν σωστά τις περιστάσεις και να επωφελούνται από αυτές.
- να είναι αξιοπρεπείς, δίκαιοι και ανεκτικοί με τους ενοχλητικούς ανθρώπους. Να φέρονται με καλοσύνη και πραότητα στους φίλους τους.
- να συγκρατούν τις παρορμήσεις τους και να διαχειρίζονται γενναία τις συμφορές.
- να μην αφήνουν τις ευτυχείς συγκυρίες να τους διαφθείρουν. Να μην χαίρονται περισσότερο με όσα κέρδισαν κατά τύχη απ’ όσο χαίρονται με όσα κέρδισαν με τον κόπο και την ορθή τους σκέψη.
Αυτόν που συνδυάζει όλα τα παραπάνω θεωρεί ο Ισοκράτης μορφωμένο άνθρωπο. Τον άνθρωπο που σκέφτεται συνετά και μετρημένα, ώστε να αναγνωρίζει το συμφέρον του και το επιδιώκει, χωρίς να περιφρονεί τους άλλους γύρω του.
Πώς γίνεται
Για να αποκτήσουμε την πρακτική σοφία που περιγράφει ο Ισοκράτης, ο μόνος τρόπος είναι η διδασκαλία της ρητορικής. Η ρητορική τέχνη διδάσκει πώς να χρησιμοποιούμε τον λόγο με τέτοιον τρόπο, ώστε να κάνουμε τις θέσεις μας κατανοητές και να πείθουμε τους ακροατές μας για την ορθότητά τους. Ο Ισοκράτης ισχυρίζεται πως, όποιος κατακτήσει αυτό το ταλέντο, αποκτά εκείνες τις ιδιότητες που χαρακτηρίζουν τον μορφωμένο άνθρωπο, εκείνον που μπορεί να επιτύχει στη ζωή του περισσότερα από κάθε άλλον.
Πώς γίνεται
Για να αποκτήσουμε την πρακτική σοφία που περιγράφει ο Ισοκράτης, ο μόνος τρόπος είναι η διδασκαλία της ρητορικής. Η ρητορική τέχνη διδάσκει πώς να χρησιμοποιούμε τον λόγο με τέτοιον τρόπο, ώστε να κάνουμε τις θέσεις μας κατανοητές και να πείθουμε τους ακροατές μας για την ορθότητά τους. Ο Ισοκράτης ισχυρίζεται πως, όποιος κατακτήσει αυτό το ταλέντο, αποκτά εκείνες τις ιδιότητες που χαρακτηρίζουν τον μορφωμένο άνθρωπο, εκείνον που μπορεί να επιτύχει στη ζωή του περισσότερα από κάθε άλλον.
Το παρελθόν ΔΕΝ ισούται με το μέλλον
Λένε ότι ωριμάζουμε όταν σταματήσουμε να παραπονιόμαστε και να κατηγορούμε άλλους για την κατάστασή μας κι όταν αναλάβουμε τις ευθύνες για τα αποτελέσματα των πράξεών μας. Αυτό, όμως, μπορεί να πάρει πολύ χρόνο. Υπάρχουν άνεργοι, αδικημένοι από τη ζωή, νεαρά άτομα αλλά και συνταξιούχοι οι οποίοι περνούν την ημέρα τους στο καφενείο ή στην καφετερία, κατηγορώντας το σύστημα ή τις συνθήκες γι' αυτά που τους συμβαίνουν.
Το παρελθόν: Δεν είχα όμορφα παιδικά χρόνια
Η πεποίθηση ότι τα παιδικά χρόνια παίζουν σημαντικό ρόλο και ευθύνονται για πολλά από τα σημερινά μας προβλήματα, υποστηρίζεται από πολλούς θεραπευτές, κυρίως της ψυχαναλυτικής κατεύθυνσης και γίνεται αποδεκτή από πολλούς ασθενείς. Ο Δρ. Γουέιν Ντάιερ λέει ότι, εκατοντάδες από τους ασθενείς που τον επισκέπτονται, του εκμυστηρεύονται ότι η αιτία των ψυχολογικών τους αλλά και των άλλων προβλημάτων που αντιμετωπίζουν σήμερα είναι τα παιδικά τους χρόνια.
"Δε φταίω εγώ”, λένε οι πελάτες του,” η μητέρα μου αγαπούσε την αδελφή μου περισσότερο. Αυτή είχε όλη την προσοχή των γονέων μου: Της φερόταν ωραία, της αγόραζαν δώρα, κούκλες, την έβγαζαν φωτογραφίες... Εμένα; Τίποτα".
Το ακούω κάθε μέρα, λέει ο Ντάιερ, θα πρέπει να είναι αλήθεια. Ξέρω βέβαια, μερικοί από σας τους αναγνώστες δεν είχατε αδελφή. Δεν έχει σημασία. Σας βεβαιώνω ότι η μητέρα σας ήθελε μία - και αν είχε μία θα την αγαπούσε περισσότερο! … Γι' αυτό σας φερόταν έτσι!
Είναι βέβαιο ότι τα παιδικά μας χρόνια επηρεάζουν σημαντικά την προσωπικότητα και τη ζωή μας. Πώς γίνεται, όμως, αδέρφια τα οποία μοιράζονται έναν σημαντικό αριθμό γονίδιων και μεγαλώνουν κάτω από τις ίδιες συνθήκες να ακολουθούν τελείως διαφορετικούς δρόμους; Πώς γίνεται κάποια άτομα που μεγαλώνουν σε ιδανικές συνθήκες να αποτυχαίνουν παντελώς, σε αντίθεση με άλλα άτομα τα οποία ξεκινούν από το μηδέν και χαράζουν πορείες άξιες για μίμηση και ζουν ζωές γεμάτες χαρά και επιτυχία;
Το παρελθόν δεν αλλάζει
Στην ταινία του Ντίσνεϊ ”Ο βασιλιάς των ζώων”, ο σοφός πίθηκος στα καλά καθούμενα χτυπάει το λιονταράκι Σίμπα με το μπαστούνι του. Ο Σίμπα αναφωνεί:
”Άουτς. Γιατί το έκανες αυτό;”
”Δεν έχει σημασία,” απαντάει ο πίθηκος, ”τώρα πια είναι παρελθόν”.
”Ναι, αλλά ακόμα πονάει”, λέει το λιονταράκι
”Και τι μπορείς να κάνεις για να μη πονάει; Μπορείς να το αλλάξεις;”
Το παρελθόν πονάει, δεν αλλάζει και ξεχνιέται δύσκολα. Όμως το να συγκεντρώνεις την προσοχή σου σε αυτό δε βοηθάει σε τίποτα σήμερα. Τώρα τι θα κάνεις;
Πιθανόν το παρελθόν μας να είχε σημαντική επίδραση στη σημερινή μας πορεία. Aν, όμως, συνεχίσουμε να πιστεύουμε ότι το παρελθόν μας καθορίζει το ποιοι είμαστε σήμερα, αφού το παρελθόν δεν αλλάζει, τότε είμαστε καταδικασμένοι να συνεχίσουμε τη ζωή μας όπως είμαστε, σωστά; Συμφωνώ ότι οι προηγούμενες εμπειρίες μας επηρεάζουν την τωρινή μας απόδοση, αλλά όχι τόσο όσο το πως βλέπουμε σήμερα το μέλλον. Γιατί, το όραμα για το μέλλον μας έχει πιο δραματική επίδραση στην παρούσα και τη μελλοντική απόδοση μας απ' ό,τι το παρελθόν μας.
Το παρελθόν: Δεν είχα όμορφα παιδικά χρόνια
Η πεποίθηση ότι τα παιδικά χρόνια παίζουν σημαντικό ρόλο και ευθύνονται για πολλά από τα σημερινά μας προβλήματα, υποστηρίζεται από πολλούς θεραπευτές, κυρίως της ψυχαναλυτικής κατεύθυνσης και γίνεται αποδεκτή από πολλούς ασθενείς. Ο Δρ. Γουέιν Ντάιερ λέει ότι, εκατοντάδες από τους ασθενείς που τον επισκέπτονται, του εκμυστηρεύονται ότι η αιτία των ψυχολογικών τους αλλά και των άλλων προβλημάτων που αντιμετωπίζουν σήμερα είναι τα παιδικά τους χρόνια.
"Δε φταίω εγώ”, λένε οι πελάτες του,” η μητέρα μου αγαπούσε την αδελφή μου περισσότερο. Αυτή είχε όλη την προσοχή των γονέων μου: Της φερόταν ωραία, της αγόραζαν δώρα, κούκλες, την έβγαζαν φωτογραφίες... Εμένα; Τίποτα".
Το ακούω κάθε μέρα, λέει ο Ντάιερ, θα πρέπει να είναι αλήθεια. Ξέρω βέβαια, μερικοί από σας τους αναγνώστες δεν είχατε αδελφή. Δεν έχει σημασία. Σας βεβαιώνω ότι η μητέρα σας ήθελε μία - και αν είχε μία θα την αγαπούσε περισσότερο! … Γι' αυτό σας φερόταν έτσι!
Είναι βέβαιο ότι τα παιδικά μας χρόνια επηρεάζουν σημαντικά την προσωπικότητα και τη ζωή μας. Πώς γίνεται, όμως, αδέρφια τα οποία μοιράζονται έναν σημαντικό αριθμό γονίδιων και μεγαλώνουν κάτω από τις ίδιες συνθήκες να ακολουθούν τελείως διαφορετικούς δρόμους; Πώς γίνεται κάποια άτομα που μεγαλώνουν σε ιδανικές συνθήκες να αποτυχαίνουν παντελώς, σε αντίθεση με άλλα άτομα τα οποία ξεκινούν από το μηδέν και χαράζουν πορείες άξιες για μίμηση και ζουν ζωές γεμάτες χαρά και επιτυχία;
Το παρελθόν δεν αλλάζει
Στην ταινία του Ντίσνεϊ ”Ο βασιλιάς των ζώων”, ο σοφός πίθηκος στα καλά καθούμενα χτυπάει το λιονταράκι Σίμπα με το μπαστούνι του. Ο Σίμπα αναφωνεί:
”Άουτς. Γιατί το έκανες αυτό;”
”Δεν έχει σημασία,” απαντάει ο πίθηκος, ”τώρα πια είναι παρελθόν”.
”Ναι, αλλά ακόμα πονάει”, λέει το λιονταράκι
”Και τι μπορείς να κάνεις για να μη πονάει; Μπορείς να το αλλάξεις;”
Το παρελθόν πονάει, δεν αλλάζει και ξεχνιέται δύσκολα. Όμως το να συγκεντρώνεις την προσοχή σου σε αυτό δε βοηθάει σε τίποτα σήμερα. Τώρα τι θα κάνεις;
Πιθανόν το παρελθόν μας να είχε σημαντική επίδραση στη σημερινή μας πορεία. Aν, όμως, συνεχίσουμε να πιστεύουμε ότι το παρελθόν μας καθορίζει το ποιοι είμαστε σήμερα, αφού το παρελθόν δεν αλλάζει, τότε είμαστε καταδικασμένοι να συνεχίσουμε τη ζωή μας όπως είμαστε, σωστά; Συμφωνώ ότι οι προηγούμενες εμπειρίες μας επηρεάζουν την τωρινή μας απόδοση, αλλά όχι τόσο όσο το πως βλέπουμε σήμερα το μέλλον. Γιατί, το όραμα για το μέλλον μας έχει πιο δραματική επίδραση στην παρούσα και τη μελλοντική απόδοση μας απ' ό,τι το παρελθόν μας.
Εγγραφή σε:
Σχόλια
(
Atom
)
