Δευτέρα 1 Ιουνίου 2026

ΠΝΕΥΜΑ – ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ – ΠΝΕΥΜΑΤΟΠΛΗΞΙΑ: Η εγκληματική δράση του Αγίου Πνεύματος!

ΠΝΕΥΜΑ, Ετυμολογία: από το φυσάω, ρίζα φυ-, φυέω, φυνέω, φνέω, πνέω (φ σε π). Πνέω σημαίνει, φυσώ επί ανέμου και αύρας, επί των αυλητών και των αυλών, εκπέμπω οσμή, επί ζώων, αναπνέω, αναπνέω δυνατά ή βαθιά, ασθμαίνω, ζω, μέγα πνειν = μεγάλα φρονεί, υπερηφανεύεσθαι.

Ιστορική (χρονολογική) κατάταξη των σημασιών της έννοιας πνεύμα:

α) Από φυσική αντίληψη: κίνηση-ώθηση του αέρα, άνεμος, πνοή, η πνοή της ζωής, ζωή.

β) Από μεταφορική (ωστόσο φυσιολογική αίσθηση): γνώμη, βούληση, ευφυΐα, νοημοσύνη, εξυπνάδα, η ετοιμότητα προς απάντηση, η αγχίνοια (επιδόσεις του ‘ζωντανού’, υγιούς, δραστήριου και δημιουργικού ανθρώπου).

γ) Από τη οπτική γωνία του άρρωστου θεοφοβούμενου και δεισιδαίμονος ανθρώπου: η πνευματική, η ηθική υπόσταση σε αντίθεση με την σάρκα «ο Θεός των πνευμάτων και πάσης σαρκός», ομοίως, «το πνεύμα του Θεού – του Κυρίου – το Άγιο – της αληθείας – της ζωής – της Χάριτος», επί του διαβόλου: «πνεύμα δαιμονίου, πνεύμα ακάθαρτον – πονηρόν – άλαλον» (κατ’ εξοχήν ιουδαιοχριστιανική αντίληψη).

Τι εννοεί ο χριστιανός «πνεύμα δαιμονίου, πνεύμα ακάθαρτον – πονηρόν…»; Τίποτε περισσότερο απ’ αυτά: γνώμη, βούληση, ευφυΐα, νοημοσύνη, εξυπνάδα, η ετοιμότητα προς απάντηση, η αγχίνοια. Ότι δυναμώνει και προάγει τον άνθρωπο. Κοντολογίς προτιμά το «Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι» ( = ηλίθιοι και βλάκες).

Κάνετε λάθος, διευκρινίζει ο θεολόγος – αυτός ο αρχιψευταράς της οικουμένης των ανθρώπων. «Πτωχούς τω πνεύματι» εννοεί τους ταπεινόφρονες. Μάλιστα κύριε, συμφωνούμε. Εννοεί τους ταπεινόφρονες. Ε, μάθε το λοιπόν μια και καλή, κύριε θεολόγε: εμείς δεν περιφρονούμε καθόλου τους «πτωχούς τω πνεύματι», δηλαδή τους ηλίθιους και τους βλάκες. Εμείς περιφρονούμε τους ταπεινόφρονες. Ναι τους ταπεινόφρονες. Μάλιστα τους απεχθανόμαστε, για να ξέρεις.

Αυτούς τους χαμερπείς ταπεινόφρονες, οι οποίοι είναι διαποτισμένοι τόσο πολύ από την ταπεινοφροσύνη τους, που, εμάς όλους τους μη χριστιανούς, μας θεωρούν πεθαμένους και νεκρούς. Που μας θεωρούν ανθρώπινα σκουπίδια και χαμένα κορμιά. Αυτούς που μας έχουν ρίξει προκαταβολικά στο «πυρ το εξώτερον»!

ΔΕΣ: ΟΥΚ ΕΙΘΙΣΤΑΙ ΤΟΙΣ ΕΛΛΗΣΙ ΠΡΟΣΚΥΝΕΕΙΝ

Αυτοί οι ταπεινόφρονες βλέπουν όλους τους ετερόδοξους σαν σκουλήκια. Σαν «γουρούνια που κυλιούνται μέσα στις κοπριές τους» (Ι. Χρυσόστομος και κατά τη γνώμη των «γουρουνιών» Βρομόστομος).

Αυτοί, καλοί μου άνθρωποι, οι ταπεινόφρονες χριστιανοί, πρέπει να ξέρετε ότι, είναι όλοι τους πνευματικοί άνθρωποι! Διακατέχονται από πνεύμα θεού. Από τον θεό των πνευμάτων. Από το πνεύμα του Κυρίου, το Άγιο Πνεύμα, το πνεύμα της Χάριτος και της «ζωής». Αλλά μιας ζωής μαύρης. Μαύρης σαν τα ράσα τους. Πρόκειται γι’ αυτούς που μίσησαν τη ζωή. Ο Πατέρας της εκκλησίας είναι ένας υπάνθρωπος που ο μοναδικός του στόχος είναι η δολοφονία της ζωής (Βλ. τα σχετικά άρθρα στην παρούσα ιστοσελίδα, στην κατηγορία «θρησκεία»).

Συμβουλή, εκ πείρας: Μακριά τα παιδιά σας από πνευματικούς ανθρώπους. 
Ο κατ’ εξοχήν πνευματικός άνθρωπος λέγεται εξομολογητής-πνευματικός. Υπάρχει και το τέλειο είδος της κατηγορίας αυτής, λέγεται εξομολογητής καλόγερος. Το έργο τους είναι η θανάσιμη δηλητηρίαση της ανθρώπινης υπόστασης. Οχιές που τσιμπούν κατ΄ ευθείαν στην καρδιά του ανθρώπου και στις περισσότερες φορές εποφθαλμιούν τα τρυφερά οπίσθιά τους.
Ο εξευτελισμός της αρσενικής ανωμαλίας και κατινισμού.

Οι άνθρωποι αυτοί είναι όντως πνευματικοί, μόνο που η εκπνοή τους εκπέμπει δηλητηριώδη αέρια, κατά της ζωής. Αέρια που δηλητηριάζουν την αθώότητα με το μονοξείδιο του άνθρακα που λέγεται αμαρτία. Αυτοί βρίσκουν αμαρτίες εκεί που δεν υπάρχουν. Τοποθετούν αμαρτίες εκεί που θάλλει η ομορφιά και το κάλος. Ναρκοθετούν τον κήπο της χαράς και της υγείας με νάρκες κατά της ανθρώπινης ευδαιμονίας. Κύριος στόχος του είναι η δολοφονία της παιδικής αθώας ψυχής.

Η δεξιοτεχνία τους είναι απαράμιλλη. Κτυπούν κατ’ ευθείαν στο ψαχνό. Τι είναι σίγουρο πως κάνουν όλα τα παιδιά; Ένα είναι το πιο σίγουρο απ΄ όλα, ότι αυτοϊκανοποιούνται, ότι αυνανίζονται, ότι μαλακίζονται. Επίθεση λοιπόν κατά μέτωπο: «Εφθάσαμεν τέλος πάντων και εις την κατάρατον μαλακία, ήτις την σήμερον αληθώς είναι η κοινή ψυχόλεθρος πανούκλα οπού φθείρει απολλύει τους περισσοτέρους ανθρώπους του κόσμου, και μάλιστα τους αθλίους νέους, κατά της οποίας όσα και αν ειπεί τινας, έχωντας σκοπόν να εκριζώσε από τον κόσμον τοιούτον φοβερόν και θεομίσητον κακόν, ποτέ δεν ήθελαν νομισθούν μάταια και περιττά». «ΠΗΔΑΛΙΟ» (εκδ. Βασ. Ρηγοπούλου, Καρόλου Ντηλ 4, Θεσ/νίκη), (σελίδα 704 στην υποσημείωση (2)) το οποίο Πηδάλιο, κατά τον χριστιανικό κόσμο «είναι η Διαθήκη μετά την καινή και την παλαιά, η μετά τας αγίας Γραφάς αγία γραφή».

ΔΕΣ
Άραγε αρκεί αυτή η δόση δηλητηρίου ή απαιτείται κι άλλη ποσότητα; Καλού κακού ας ρίξουμε ακόμα μια:

Σελ. 705: «Η μαλακία (αυνανισμός) όχι μόνον προξενεί ζημίαν αιώνιον εις την ψυχήν αλλά και εις την υγείαν του σώματος. Ζημίαν αιώνιον εις την ψηχήν, διατί την υστερεί της Βασιλείας των Ουρανών, και την καταδικάζει εις την παντοτεινήν τιμωρίαν, ως λέγει ο Παύλος (Α΄ Κορινθ. Στ΄ 9)». Τώρα μπορούμε να καταλάβουμε γιατί όλοι οι καλόγεροι θεωρούσαν τον εαυτό τους αμαρτωλό και άξιο της αιωνίας κολάσεως. Να υπήρχε άραγε κανείς που να μην είχε υποπέσει στο αμάρτημα αυτό;

Και συνεχίζει: «Μη πλανάσθε, ούτε πόρνοι, ούτε ειδωλολάτραι, ούτε μοιχοί, ούτε μαλακοί, Βασιλείαν θεού ου κληρονομήσουσι». Μας εξηγεί δε ότι παρ’ όλο που μερικοί πατέρες άλλως ερμήνευσαν την λέξη μαλακοί ωστόσο, «πολλοί των δασκάλων και επί της εννοίας ταύτης τους μαλακούς εξέλαβον».

Όσο για τις ζημίες του σώματος απαριθμούνται αμέσως: «Α΄ κιτρινίζουσι, Β΄ αδυνατεί ο στόμαχός των και να χωνεύσουσι δέν ημπορούν, Γ΄ ασθενεί η όρασις των οφθαλμών τους, Δ΄ χάνουσιν την φωνήν, Ε΄ χάνουσι την ευφυΐαν και οξύτητα του νοός, ΣΤ΄ χάνουσι την μνήμην, Ζ΄ χάνουσι τον ύπνον, με κάποια ταραχώδη ενύπνια, Η΄ τρέμει το σώμα των, Θ΄ χάνουσιν όλην την ανδρείαν του σώματος και της ψυχής, και γίνονται άνανδροι ωσάν γυναίκες, Ι΄ ακολουθεί εις αυτούς η αποπληξία, ήτοι ταμπλάς, ΙΑ΄ ακολουθεί εις αυτούς συχνάκις η καθ’ ύπνους ρεύσις, πολλάκις δε και όταν ήναι έξυπνοι, δια το πολύ άνοιγμα των σπερματικών τους πόρων και ΙΒ΄, τέλος πάντων γηράσκουσι ογλίγωρα και αποθνήσκουσι κακώς». Όλα τα συμπτώματα της άθλιας διαβίωσης των μοναχών.

Προσέξτε παρακαλώ την πανουργία αυτών των κακούργων. Πως μ’ ένα σμπάρο παίρνουν όχι μόνο δυο τρυγόνια αλλά τα πάντα.

Άρθρο πρώτο: όλος ο αρσενικός πληθυσμός καθίσταται αμαρτωλός, διότι άπαντες χρημάτισαν εραστές της «χείρας με τα πέντε ορφανά».

Μας ξέφυγαν άραγε τα κορίτσια; Αμ, δε: «Δεν πρέπει και τούτο να λανθάνη τους πνευματικούς πατέρας, ότι η κατάρατος μαλακία προχωρεί και εις τας γυναίκα. Δια τούτο και αυταί πρέπει να κανονίζονται ωσάν και οι άνδρες, ίνα μη λέγω και βαρύτερα». Δεν θέλει, όπως βλέπετε, να λησμονήσει ο άγιος και τα περί ισότητος των δύο φύλων, αφού λέει «ινα μη λέγω και βαρύτερα». Αυτά τα ολίγα περί της μαλακίας των γυναικών διότι λείπει η ανάλογη εμπειρία.

Άρθρο δεύτερο: δεν χάνει κανείς μόνο τη μέλλουσα ζωή, αλλά και την παρούσα γήινη, αφού όλες οι πληγές τις Αιγύπτου πρόκειται να επιπέσουν επάνω εις τον μαλακιζόμενον.

Ότι προάγει τον άνθρωπο και τον δυναμώνει, για τους πνευματικώς ανώμαλους και μισάνθρωπους πατέρες της εκκλησίας θεωρείται θανάσιμη αμαρτία. Η καθαριότητα του σώματος, η περιποίηση της εμφάνισής του, τα γράμματα οι τέχνες και οι επιστήμες, η ευφυΐα, η σωματική και πνευματική δύναμη, η εξυπνάδα.

Ας δούμε όμως τις περιπέτειες της έννοιας πνεύμα μέσα στην πορεία της ιστορίας. Όλα τα στοιχεία από την «ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ».

Κατ’ αρχάς, είναι όρος που χρησιμεύει για τον χαρακτηρισμό της ψυχής και των ψυχικών φαινομένων σε αντίθεση προς την ύλη και το σωματικό. Επί πλέον σημαίνει τον νου, τον λόγο, την αυτοσυνείδητη ενέργεια της ψυχής, σε αντίθεση με τον βίο που καθορίζεται από τις ορμές και τον μηχανισμό του συνειρμού των παραστάσεων.

Εντούτοις παρά την υφιστάμενη αυτή διάκριση μεταξύ ψυχής και ο πνεύματος, ο όρος εισήχθη πολύ αργότερα στην φιλοσοφική ορολογία.

Ο Πλάτων μιλάει περί λογικού μέρους της ψυχής, ο Αριστοτέλης περί ενεργού νου, οι μέσοι αιώνες και η Αναγέννηση περί νοήσεως, όπως αργότερα ο Καρτέσιος και ο Σπινόζα. Ο Καντ αποφεύγει τον όρο πνεύμα, μεταχειριζόμενος τον όρο λόγος, ίσως επειδή με εκείνον τον όρο ακούγεται κάτι το υπερβολικό, το μεταφυσικό και ξένο προς την καθαρώς γνωσιολογική έρευνα.

Από τον Καντ αρχίζει η χρήση του όρου πνεύμα, ο οποίος τελικά επικρατεί μάλιστα από τον Έγελο και δι’ αυτού. Συγχρόνως το περιεχόμενό του ευρύνεται σε μεταφυσικό και κοσμικό, ενώ προηγουμένως περιορίζονταν κυρίως και προπάντων στο ψυχολογικό και το ανθρωπολογικό.

Ήδη ο Πλάτων διέκρινε στην ψυχή κατώτερες και ανώτερες δυνάμεις. Αλλά η έννοια του πνεύματος του ανθρώπου ως κάτι διαφορετικό από τον απλώς ψυχικό βίο, που είναι κοινός προς τον ψυχικό βίο των ζώων, δημιουργείται κατ’ αρχάς από την χριστιανική ανθρωπολογία, δηλαδή από την εκτίμηση και ερμηνεία του ανθρώπου, την οποία εισήγαγε ο χριστιανισμός.

Δια του πνεύματος αυτού ο άνθρωπος είναι συγγενής προς το θείο πνεύμα. Μέσα στην περιοχή δε του πνεύματος αυτού βρίσκονται οι σκοποί και οι ύψιστες αξίες του ανθρώπου, δηλαδή ο τελικός προορισμός, προς τον οποίον πρέπει να τείνει. Κοντολογίς ο πνευματικός βίος τίθεται σαφώς σε ανώτερη βαθμίδα απ’ ότι ο κατά φύση ψυχικός. Την διάκριση αυτή συναντάμε προπάντων στον απόστολο Παύλο. Εντούτοις η διάκριση μεταξύ του ψυχικού και του πνευματικού παραμένει δυσχερής, η δε μεταξύ ψυχής και πνεύματος σημασιολογική διαφορά δεν κατορθώνεται να καθοριστεί σαφώς.

Οι ατέλειωτες θεωρίες και συζητήσεις των τελευταίων αιώνων περιστράφηκαν γύρω από τον εξής άξονα: η ψυχή διαθέτει ένα ενεργό κι ένα παθητικό στοιχείο, ατομικό και με καθολική ισχύ. Κατά το αίσθημα λ.χ. και την αντίληψη η ψυχή τελεί σε παθητική κατάσταση, εξ άλλου δε αυτά εμφανίζουν ατομικές διαφορές, ανάλογα με τις αποκλίσεις των ψυχοφυσικών οργανισμών. Αντιθέτως κατά τον σχηματισμό των εννοιών και την αφομοίωση των δεδομένων του εκτός κόσμου, η οποία επιτυγχάνεται δια των εννοιών εκείνων, εμφανίζει η ψυχή του ανθρώπου ενεργή δύναμη και υψώνεται από το ατομικό στο καθολικώς ισχύον. Για μεν το παθητικό και ατομικό εκείνο, λοιπόν, χρησιμοποιήθηκε ο όρος ψυχή, για δε το ενεργό και καθολικό ισχύον και ο όρος πνεύμα δίπλα στους όρους νους, νόηση, λόγος κ.ά.

Όμως η διαφορά αυτή, μεταξύ παθητικού και ενεργού μέρους, αναπτύχθηκε ενίοτε μέχρι την αντίθεση μεταξύ δύο εντελώς διακεκριμένων μεταξύ τους ουσιών.

Από κει και πέρα άρχισαν οι σχολαστικές αναλύσεις και συζητήσεις, οι οποίες ανακάτεψαν και μπέρδεψαν σε τέτοιο βαθμό το ψυχο-πνευματικό αυτό κουβάρι, που ούτε όλες οι μοδίστρες της ανθρωπότητας κι αν μαζευτούν, δεν θα μπορέσουν ποτέ να το ξετυλίξουν.


Όσο καιρό έπαιζε πάνω στο γυαλί του μικροσκοπίου η ψυχή μόνη της, κάτι μπορούσε να δει κανείς. Τσάκωνε ένα ψυχικό φαινόμενο από δω, μια ψυχολογική αντίδραση από κει, κι όλο και κάτι είχε να παρατηρήσει. Τώρα όμως με το πνεύμα τα πράγματα σκούραιναν εντελώς. Πού να το βρεις αυτό το αερικό τον πνεύμα, πού να το στριμώξεις και πώς να το δεις; Και για ότι δεν φαίνεται συνηθίζει ο άνθρωπος ν’ ανοίγει το στόμα του και να μη το κλείνει με καμμιά δύναμη. Μήπως τα ίδια δεν έκανε και με τον θεό; Εξάλλου λέει: «Πνεύμα ο θεός». Και μόλις το πει αυτό αρχίζει να τον περιγράφει, ο αθεόφοβος, μ’ όλα τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά, μηδενός εξαιρουμένου. Αυτό λοιπόν το μέγα Πνεύμα, το πνεύμα των πνευμάτων, το άϋλο, προσέξτε πώς το περιγράφει:

«… Και αλλαχού μεν αποδίδονται εις τον θεόν αισθήσεις, οίον όρασις δι’ ής τα πάντα εφορά (Α΄ Βασιλ. ΙΕ΄ 19, Ψαλμ. Θ΄ 14, Ησαΐου ΛΖ΄ 17 και πολλά άλλα), ακοή (Δευτερ. ΛΓ΄ 7, Ψαλμ. Ε΄ 2, Μιχ. Ζ΄ 7 και πολλά άλλα), όσφρησις (Γενες. Η΄ 21, Εφεσ. Ε΄ 2 και άλλα), αφή (Ιωβ ΙΘ΄ 21, Ιερεμ. Α΄ 9 και άλλα), αλλαχού δε μέλη του ανθρωπίνου σώματος, οίον στόμα δι’ ού λαλεί (Ησ. Α΄ 20, Ιερεμ. ΚΓ΄ 16), γλώσσα δίκην πυρός καταναλίσκοντος (Ησ. Λ΄ 27), χείρες δε και βραχίονες, δι’ ών τα πάντα δύναται (Ψαλ. ΙΣΤ΄ 14, Ησ. ΙΘ΄ 25, Ιερεμ. ΚΑ΄ 5, Αββακ. Β΄ 16 και άλλα), πρόσωπον (Ψαλμ. ΞΘ΄ 4), πόδες (Ησ. ΞΣΤ΄ 1 και άλλα), αλλαχού κινήσεις ανθρώπιναι (Ωσηέ ΙΑ΄ 3, Ησ. ΣΤ΄ 1, Αμως Ζ΄ 9, Γεν. ΙΑ΄ 7 και άλλα πολλά), αλλαχού δε αποδίδεται τω θεώ ψυχή (Εβρ. Ι΄ 38) μετά παθών ανθρωπίνων, οίον μίσους (Ησ. Α΄ 14), χαράς (Ησ. ΜΒ΄ 1), λύπης (Γεν. ΣΤ΄ 6), οργής (Ψαλμ. Β΄ 12), μετανοίας (Γεν. ΣΤ΄ 6), των τοιούτων ανθρωπομορφισμών λεγομένων και ανθρωποπαθισμών. Τέλος αποδίδονται τω θεώ εν τη Βίβλω διάφοροι ενέργειαι ή καταστάσεις διανοητκαί, οίον ανάμνησις (Τωβ. Γ΄ 3), πρόβλεψις (Δ΄ Βασιλ. ΙΘ΄ 27), διαλογισμός (Ιωνά Α΄ 6, Σοφ. Σολομ. Δ΄ 17), λήθη (Ψαλ. ΙΒ΄ 1)».

Και μάλλον από ευγενική διάθεση ο αγαθός καθηγητής, που έγραψε το κείμενο αυτό, παρέλειψε να αναφέρει ότι ο θεός αυτός κινδύνευε σχεδόν να πατήσει ακόμη και ανθρώπινα κόπρανα!!! Και για τους πιστούς και για τους άπιστους καταθέτουμε την απόδειξη: Δευτερονόμιο ΚΓ΄ 14-15 «και πάσσαλος έσται σοι επί της ζώνης σου, και έσται όταν διακαθιζάνεις έξω, και ορύξεις εν αυτώ και επαγαγών καλύψεις την ασχημοσύνην σου εν αυτώ. Ότι Κύριος ο θεός σου εμπεριπατεί εν τη παρεμβολή σου…»!!!

Σ’ όλες τις αποδόσεις στην νεοελληνική οι οποίες διαθέτουν τις εγκρίσεις της εκκλησίας της Ελλάδος, το προαναφερθέν χωρίο αποδίδεται ως εξής: «θα έχεις στη ζώνη σου τσαπί και όταν πηγαίνεις έξω προς σωματική σου ανάγκη να ανοίξεις λάκκο και μετά να σκεπάσεις τα κόπρανά σου».

Κι όλ’ αυτά διότι «ο Κύριος ο θεός σου πηγαινοέρχεται μέσα στο στρατόπεδό σου…». πρόκειται περί εντολής του Μωϋσή προς στρατωνισμένους Ισραηλίτες. Μια εντολή που δεν χρειάζεται να δώσει κανείς καν στις γάτες, φέρ’ ειπείν, διότι τα ζώα αυτά το πράττουν από μόνα τους και μάλιστα με εξαιρετική επιμέλεια.

Συμπέρασμα: δεν γίνεται με τίποτα να υπάρχει πνεύμα άνευ σώματος. Διότι όταν το πνεύμα των πνευμάτων, ο ίδιος ο θεός, είναι αδύνατο να περιγραφεί άνευ σωματικών μελών και ψυχολογικών αντιδράσεων, τι να πούμε μετά και για τα πνεύματα των ελεεινών ανθρώπων.

Πνεύμα όμως έχει και το πνεύμα. Ιδού: «Πνεύμα ο θεός». Έτσι λέει η Γραφή. Αυτό λοιπόν το πνεύμα έχει το πνεύμα του. Είναι το Άγιο Πνεύμα. Τι είναι το Άγιο Πνεύμα; Είναι το πνεύμα του θεού. Είναι το πνεύμα του πνεύματος.

Το άγιο πνεύμα εμφανίζεται ως τρίτο πρόσωπο, δίπλα στον πατέρα και το υιό στην καινή διαθήκη (Λουκ. 3, 2). Έχουν γραφή και γι’ αυτό τα χίλια μύρια. Έγινε όμως και η μεγάλη φασαρία για την αφεντιά του. Tο περίφημο filioque. Η ανατολική εκκλησία δέχεται ότι το άγιο πνεύμα εκπορεύεται μόνο εκ του πατρός. Η δυτική επί πλέον και εκ του υιού (filioque). Προσέξτε την ποιότητα της αερολογίας: «τινές των Ελλήνων πατέρων και διδασκάλων δέχονται ότι το πνεύμα εκπορεύεται ή πρόεισιν εκ του πατρός δι’ υιού ή πέφηνε, προχέεται, εκλάμπει δι’ υιού. Το δι’ υιού όμως διαφέρει του εκ του υιού, κακώς δε οι δυτικοί και διαμαρτυρόμενοι νομίζουσιν ότι δηλοί το αυτό. Το δι’ υιού δεν αναφέρεται εις την υπερβατικήν Τριάδα, αλλ’ εις την οικονομικήν, δηλούν σχέσιν προς τον κόσμο οι δε δυτικοί και διαμαρτυρόμενοι, δεχόμενοι την εκ του υιού εκπόρευσιν, συγχέουσι και ταυτίζουσι την υπό του υιού πέμψιν του πνεύματος προς την εκπόρευσιν»!;

Αυτή η ακατανόητη, υφ’ ημών των ανοήτων απίστων, αερολογία, αποτέλεσε έναν από τους λόγους του σχίσματος μεταξύ της ανατολικής και δυτικής εκκλησίας! Έκτοτε η δογματική αυτή διαφορά έγινε αντικείμενο μακράς και επιπόνου συγγραφικής ερεύνης, όπου αναπτύχθηκε πλούσια πολεμική φιλολογία. Οι αρειανοί, οπαδοί του Άρειου, ονομάστηκαν πνευματομάχοι διότι πίστευαν ότι το άγιο πνεύμα ήταν κτίσμα. Αυτούς τους «τακτοποίησε» η δεύτερη οικουμενική σύνοδος, δια του ογδόου άρθρου του συμβόλου της πίστεως.

Επίσης πνεύμα έχει και ο οίνος. Λέγεται οινόπνευμα. Αυτό το πνεύμα του οίνου είναι εντελώς πραγματικό. Δεν έχει κανείς παρά να καταναλώσει αρκετό οίνο για να το αισθανθεί αμέσως τ’ αποτελέσματά του. Στις πράξεις των αποστόλων στο κύρηγμά τους την Πεντηκοστή, η ''δωρεά'' του Αγίου Πνεύματος ήταν αποτελεσμα οινοποσίας: «ἕτεροι δὲ χλευάζοντες ἔλεγον ὅτι γλεύκους μεμεστωμένοι εἰσί» (= Αλλοι δε περιγελούσαν και έλεγαν· “έπιαν πολύ και δυνατό κρασί και γι' αυτό δεν ξέρουν τι λένε”) (Πραξ. 2, 13). Στην αρχή επιδρά ανεβάζοντας το πνεύμα στα ύψη της ευδαιμονίας και μετά το γκρεμίζει εντελώς αβοήθητο, στα βράχια της πνευματικής απώλειας. 

Συμπέρασμα: ακόμη και το πνεύμα του οίνου μπορεί να κάνει κακό. Άλλως πως, το πολύ πνεύμα κάνει κακό. Κοντολογίς όπου επικρατεί αποκλειστικά, έστω περισσότερο από τα υπόλοιπα, το πνεύμα, τότε ο άνθρωπος πάσχει σοβαρά. Η απόδειξη του δόγματος αυτού είναι η ανώμαλη συμπεριφορά, ο μηδενισμός κι ο αντιανθρωπισμός των μοναχών. Αυτών των κατ’ εξοχήν πνευματικών ανθρώπων. Το πνεύμα είναι το θανατηφόρο καρκίνωμα του ανθρώπινου όντος. Το πνεύμα μισεί το σώμα και τις λειτουργίες του. Θεωρεί το σώμα τάφο της ψυχής και του εαυτού του. Κι ό,τι μισεί το σώμα, ακόμα κι όταν δεν το σκοτώνει, το δηλητηριάζει θανατηφόρα.

Δεν γίνεται, σε καμμιά περίπτωση μια υγιής ψυχή, έστω ένα υγιές πνεύμα, να κατοικεί μέσα σ’ ένα άρρωστο σώμα. Κι όμως, οι ίδιοι αυτοί πνευματικοί άνθρωποι, αυτοί που μισούν το σώμα, ποτέ δεν τόλμησαν ν’ αμφισβητήσουν το «Νους υγιής εν σώματι υγιή».

Στο πνεύμα και στα πνεύματα όμως δεν πιστεύουν μόνο οι χριστιανοί. Πιστεύουν και οι πνευματιστές. Η θεωρία τους λέγεται πνευματισμός και ισχυρίζεται ότι υπάρχουν πνεύματα πέρα απ’ αυτόν τον κόσμο, τα οποία μπορούν να εκδηλωθούν και να επικοινωνήσουν μαζί μας, κάτω από ορισμένες συνθήκες. Πρόκειται για παλιά ιστορία που έχει τις ρίζες του στις πρωτόγονες φυλές. Μάλλον οι πρώτες θρησκείες των ανθρώπων ξεκίνησαν από την πίστη στα πνεύματα. Μετά όπως είναι φυσικό, ανακαλύφθηκε και ο αρχηγός των πνευμάτων ο θεός. Έτσι δεν τον λένε ακόμα «ο θεός των πνευμάτων…»;

Όπου υπάρχουν «απολίτιστες» πρωτόγονες φυλές, Γη του Πυρός, Τασμανία, Οττεντότοι – όχι ότι οι υπόλοιποι λαοί βρίσκονται ουσιαστικά σε καλύτερη θρησκευτική μοίρα – η θρησκευτικότητα συνίσταται στην πίστη ανθρωπόμορφων ή ζωόμορφων πνευμάτων που κατοικούν τα όρη, τους βράχους, τα σπήλαια κ.α. Μάλλον θα έπρεπε να θεωρήσουμε το στάδιο αυτό της θρησκευτικότητας ανώτερο από το σημερινό, εξαιτίας του σεβασμού προς τα στοιχεία της φύσης. Προς ολόκληρη τη φύση. Εκτός κι αν θεωρούμε ανώτερο στάδιο αυτό που καταστρέφει την φύση, όπως το σημερινό. Ποιος μας δίδαξε ότι η φύση και τα πλάσματά της έγιναν χάριν του ανθρώπου; Αναμφισβήτητα ο ιουδαιοχριστιανισμός.

Από την πίστη στα πνεύματα ξεκίνησε η πορεία των θρησκειών. Η επιθυμία για επικοινωνία μ’ αυτά, ο φόβος απέναντί τους και κατά συνέπεια η προσπάθεια εξευμενισμού τους δια δώρων και θυσιών, επέφερε την κατασκευή ναών, για να κατοικήσουν αυτά εκεί μέσα – «οίκος του θεού» λέγεται η χριστιανική εκκλησία. Έτσι ξεφύτρωσαν αναγκαστικά και οι τάξεις των ιερέων, των μάγων και των εξορκιστών.

Η ιστορία όμως του νεώτερου πνευματισμού άρχισε ξαφνικά το 1747 στην Hydesville της Αμερική, πλησίον της Νέας Υόρκης. Οι δυο θυγατέρες του Τζων Φοξ, ηλικίας 12 και 14 ετών άρχισαν να αντιλαμβάνονται κάποια παράδοξα φαινόμενα τα οποία επαναλαμβάνονταν συχνά. Μετακινήσεις επίπλων ανεξήγητοι κρότοι και επιψαύσεις αόρατων χεριών. Στη συνέχεια αντιλήφθηκαν ότι σε απευθυνόμενες ερωτήσεις οι κρότοι απαντούσαν κατάλληλα.

Άλλο που δεν ήθελε η αδηφάγος δεισιδαιμονική λάμια, που φωλιάζει στην ψυχή των ανθρώπων. Το φαινόμενο «πιστοποιήθηκε» και από άλλους που έσπευσαν εκεί και ο θόρυβος εξαπλώθηκε σε Αμερική και Ευρώπη. Δημιουργήθηκα εταιρείες ψυχικών ερευνών και ο θόρυβος της ιστορίας αυτής ακούγεται ευκρινώς μέχρι και σήμερα.

Φαίνεται ότι όταν εισέλθει αέρας (πνεύμα = φύσημα αέρα) στον ανθρώπινο εγκέφαλο, γίνεται αυτό που λένε «πήραν τα μυαλά του αέρα». Πράγματι υπάρχει η ασθένεια αυτή και λέγεται πνευματοκέφαλος. Να τι λέει η ιατρική γι’ αυτό: καλείται έτσι η είσοδος αέρα στις κοιλότητες του εγκεφάλου στις οποίες υπάρχει υγρό. Παρόμοια είναι και η πάθηση που λέγεται πνευματοκήλη. Ενώ όμως για τις δυο αυτές παθήσεις βρέθηκε λύση, που λέγεται πνευματοθεραπεία – συνίσταται στον εξαναγκασμό του πάσχοντος να διενεργεί εισπνοή εντός πεπιεσμένου αέρα και εκπνοή εντός αραιωμένου – για την πνευματοπληξία δεν έχει βρεθεί ακόμη το παραμικρό φάρμακο.

Το κακό όμως δεν σταματάει εδώ. Μας προέκυψε και η πνευματοκρατία. Έτσι καλείται η ροπή εκείνη στην μεταφυσική κατά την οποία η ουσία των όντων είναι πνευματική ή καθόλου ψυχική και η οποία θεωρεί κατ’ ακολουθία την ύλη ως προϊόν ψυχικών παραγόντων, ως φαινόμενο του πνεύματος ή ως αισθητή αυτού υποστασίωση.

Τον πνευματοκρατικό αυτό χορό χορογράφησε πρώτος ο Λάιμπνιτς και μέσα στις πτυχές του μπλέχτηκαν οι Έρβαρτ, Λότσε, Σοπεγχάουερ, Φέχνερ, Βουντ, και οι γνωσιολόγοι Μπέρκλεϋ, Φίχτε και Σέλλινγκ.

Πνευματολατρεία, καλείται το φαινόμενο εκείνο κατά το οποίο απονέμεται τιμή και σεβασμός προς τα παντός είδους πνεύματα, από τα οποία ελπίζει ο άνθρωπος βοήθεια και αρωγή ή που φοβάται την επέμβασή τους. Αναπτύχθηκε ιδιαίτερα στην Κίνα στην περί Ταό διδασκαλία.

Αξίζει τον κόπο ν’ αναφέρουμε και τα περί πνευματικής (ιατρικής) σχολής. Την ίδρυσαν κάποιοι από τους αρχαίους γιατρούς, οι οποίοι δεν ήταν ικανοποιημένοι από τα ισχύοντα τρία μεγάλα συστήματα των ιατρικών αιρέσεων, δηλαδή το δογματικό, το εμπειρικό και το μεθοδικό. Ιδρυθείσα υπό του ιατρού Αθηναίου του Ατταλέως είχε το χαρακτηριστικό της ιδιάζουσας συναρμογής της στωϊκής φιλοσοφίας με τα κύρια αξιώματα της δογματικής σχολής.

Κατά τις θεωρίες του ιδρυτή της παρεισάγεται στον οργανισμό του ανθρώπου και πέμπτο στοιχείο, το πνεύμα, από το οποίο, μόλις συναρμοστεί στο σώμα, όλα μέσα στον οργανισμό συνέχονται και διοικούνται. Η αλλοίωση του πνεύματος αυτού προκαλεί όλα τα νοσήματα.

Πράγματι είναι αξιοθαύμαστη η διαχρονική τάση του ανθρώπου να αναποδογυρίζει τις ανθρώπινες υποθέσεις και να τις βάζει να πορεύονται με το κεφάλι κάτω και προς τα πίσω. Γίνεται κουβέντα για πνεύμα, αλλά τι είδους πρέπει να είναι το πνεύμα αυτό δύσκολα γίνεται λόγος. Ας πούμε να γίνει λόγος για καλλιέργεια ενός συγκεκριμένου είδους πνεύματος. Σπανίως ακούει κανείς την έκφραση «πνευματική καλλιέργεια».

Θα μπορούσε κανείς να φανταστεί πώς θα είχε διαμορφωθεί σήμερα το ανθρώπινο τοπίο εάν οι άνθρωποι, αντί να κατασπαταλούν τις πνευματικές τους δυνάμεις σε τέτοιες άκαρπες αερολογικές αναζητήσεις, είχαν το ενδιαφέρον να στρέψουν την προσοχή τους κυρίως στην αναζήτηση τρόπων και ανάπτυξης πνευματικών καλλιεργειών. Ας πούμε ενδιαφέρον για την παιδεία, τα γράμματα, τις τέχνες, την ιατρική, την κάθε επιστήμη και κυρίως για την χαρά της ζωής και γενικώς την απόλαυση ενός υγιούς βίου.

Και παρ’ όλο που οι λίγοι, υγιείς και χαρούμενοι άνθρωποι, κυνηγήθηκαν από τους πολλούς, δεισιδαίμονες και καθυστερημένους, αυτοί οι λίγοι κατόρθωσαν να προσφέρουν στην ανθρωπότητα τόσο πολλά και ανεκτίμητα αγαθά, με τους υπεράνθρωπους και ανιδιοτελείς κόπους τους.

Το ανόητο ανθρωπάκι, όταν τον σώζουν οι γιατροί, από βέβαιο θάνατο, σπεύδει στον άγιο να του ανάψει το κερί και να τον ευχαριστήσει για την σωτηρία του! Ο αχάριστος αυτός ουδέποτε πρόσεξε ότι ο αρχιεπίσκοπός του και ο ανώτερος κλήρος του, όταν αρρωσταίνουν προστρέχουν στους καλύτερους γιατρούς του κόσμου και γράφουν στα παλιά του τα παπούτσια τους αγίους και τα τάματα. Ούτε και πρόκειται ν’ αντιληφθεί ποτέ το μέγεθος τη ύβρεως του αρχιεπισκόπου του (Χριστόδουλου), ο οποίος δίχως ίχνος ντροπής, ομολόγησε δημοσίως ότι όταν οι γιατροί τον ενημέρωσαν πως πάσχει από καρκίνο, αυτός αναφώνησε προς τον θεό του την φράση «γιατί θεέ μου σε μένα κι όχι σε κάποιον άλλο;».

Και παρ’ όλο που δίδασκε αυτός ο αρχιερέας ότι ό,τι ζητά ο πιστός από τον θεό αυτός του το δίνει, ποτέ δεν πρόκειται να γίνει κατανοητό το γεγονός όπου, ενώ όλος ο ελληνικός λαός ζητούσε από τον θεό την σωτηρία του αρχιεπισκόπου του, ο θεός τους έγραψε κανονικά και απώλεσε τον βίο του αντιπροσώπου του επί γης.

Ο αρχιεπίσκοπος όμως αυτός, όπως κι όλη η συμμορία στην οποία ανήκε, διδάσκουν ότι αυτό που μετρά αποκλειστικά για τον άνθρωπο είναι η σωτηρία της ψυχής κι όχι η σωτηρία του σώματος. Μόλις όμως κινδυνεύει το σώματος τους πανικοβάλλονται σε τέτοιο βαθμό που καταντούν ελεεινοί. Πώς εξηγείται αυτή τους η συμπεριφορά; Οι άνθρωποι του πνεύματος, αυτοί οι πνευματικοί άνθρωποι γιατί τρέμουν την απώλεια του σώματος το οποίο υποτίθεται ότι περιφρονούν; Αυτό που πιστεύουν ότι κολάζει το σώμα, αυτή την πηγή κάθε αμαρτίας;

Ποιος είναι σε θέση να μετρήσει το μέγεθος της υποκρισίας αυτής; Τι είδους άνθρωποι αποτελούν το ποίμνιο των αρχι-υποκριτών αυτών; Για τα ζώα το ποίμνιο αποτελείται από πρόβατα. Για τους ανθρώπους το ποίμνιο από τι αποτελείται;

Ο τσομπάνης σχίζεται για την σωτηρία των προβάτων του. Οι άνθρωποι τι έπαθαν και έβαλαν στο κοπάδι των εαυτών τους, στη θέση των τσομπάνηδων, αυτό το ιερατείο των αχόρταγων λύκων;

Έπαθαν πνευματοκέφαλο και πνευματοκήλη: είσοδο αέρα στις κοιλότητες του εγκεφάλου. Η σωτηρία που υπόσχεται το παπαδαριό δεν είναι τίποτε άλλο από μια τρόμπα με την οποία φουσκώνει τα κεφάλια των πιστών με πνεύμα (πνεύμα = ροή αέρα). Κι όταν τα μυαλά πάρουν αέρα (πνεύμα) τότε πηγαίνουν προς τα εκεί που φυσάει κάθε στιγμή ο άνεμος. Του γεμίζει ο παπάς τον εγκέφαλο με αέρα και τον φυσά μετά προς το παγκάρι, προς το τάμα, προς την κληροδοσία της περιουσίας του στην εκκλησία ή στο μοναστήρι. Και μετά απορεί το αρνίον για το πώς βρέθηκε η εκκλησία του με τόσους παράδες και τόσα ακίνητα στην κατοχή της.

Τους έξυπνους μάλιστα ανθρώπους (που διαθέτουν πνεύμα) τους σέβονται οι πάντες. Να, προσέξετε τους Τούρκους πώς σεβάστηκαν το παπαδαριό, το οποίο επί των ημερών τους αύξησε την περιουσία του κατά γεωμετρική πρόοδο. Αυτό θα πει πρόοδος κι αφήστε αυτά που λένε πρόοδος στα γράμματα. Γι’ αυτό το παπαδαριό το μάστιζε και το μαστίζει ακόμα ο αναλφαβητισμός.

Το ιερατείο λοιπόν απέδειξε και αποδεικνύει, με το παραπάνω, ότι μπορεί κανείς κάλλιστα, διαχειριζόμενος την μεταφυσική και το πνεύμα, να υποτάσσει τις ανθρώπινες υπάρξεις. Ως προς την ανυπέρβλητη λοιπόν αυτή μαγκιά του θα ήταν δίκαιο να του φερόμαστε με τον ανάλογο θαυμασμό. Είναι όμως άδικο να σέβεται κανείς ανθρώπους μισαλλόδοξους, δηλαδή ανθρώπους που δεν σέβονται το οποιοδήποτε «πνεύμα» τυχαίνει να είναι διαφορετικό από το δικό τους.

Και μια «χρήσιμη» πληροφορία για τους Ιουδαιοχριστιανούς: Βρίστε ελεύθερα και... ατιμωριτί!
Ίσως θα έχετε παρατηρήσει, πως κατά κύριον λόγο, η βλασφημία των «θείων» γίνεται απ' αυτούς που θεωρούν εαυτούς, καλούς χριστιανούς, πιστούς, θρήσκους κ.ά. (προσωπικά, έχω ακούσει ιερέα να «κατεβάζει καντήλια» και μάλιστα ενώπιον παιδιών).

Οι άθεοι, άθρησκοι, αλλόθρησκοι κλπ., παρ' ότι είναι απελευθερωμένοι απ' αυτή τη «δέσμευση», σπανίως βάζουν στο στόμα τους εκφράσεις όπως «γαμώ τον Χριστό μου/σου», «γαμώ την Παναγία μου/σου», «γαμώ τον Σταυρό μου/σου» κλπ.

Απ' ότι φαίνεται λοιπόν, ακόμη και οι ίδιοι οι Εβραιοχριστιανοί δεν παίρνουν και στα πολύ σοβαρά την «δαμόκλειο σπάθη» της Κολάσεως που προτάσσει σαν μπαμπούλα η Εκκλησία. Υπάρχει όμως, μια μικρή λεπτομέρεια, η οποία κατά κάποιον τρόπο απενεχοποιεί τους βλάσφημους (αν και οι περισσότεροι απ' αυτούς, αν όχι όλοι, δεν γνωρίζουν): Σύμφωνα με την («θεόπνευστη») Αγία Γραφή, το αμάρτημα της βλασφημίας είναι συγχωρητέο...

Υπάρχει κι ένας αστερίσκος όμως... Δεν συγχωρούνται όλες οι βλασφημίες. Εξαιρείται η βλασφημία του Αγίου Πνεύματος, η οποία δεν πάει να 'χεις «μπάρμπα στον Παράδεισο», δεν συγχωρείται με «καμμία Παναγία». Είναι η απόλυτη βλασφημία. Ιδού και το αντίστοιχο απόσπασμα από την Αγία Γραφή, που τεκμηριώνει τα προαναγραφόμενα:

«Ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι πάντα ἀφεθήσεται τοῖς υἱοῖς τῶν ἀνθρώπων τὰ ἁμαρτήματα καὶ αἱ βλασφημίαι ὅσας ἐὰν βλασφημήσωσιν· ὃς δ’ ἂν βλασφημήσῃ εἰς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, οὐκ ἔχει ἄφεσιν εἰς τὸν αἰῶνα, ἀλλ’ ἔνοχός ἐστιν αἰωνίου κρίσεως».
«Κατά Μάρκον Ευαγγέλιον» 3:28-29

Δηλαδή:
«Αλήθεια σας λέω ότι όλα θα συγχωρεθούν στους γιους των ανθρώπων, τα αμαρτήματα και οι βλασφημίες όσες κι αν βλασφημήσουν· όποιος όμως βλασφημήσει ενάντια στο Πνεύμα το άγιο, δεν θα συγχωρεθεί ποτέ, παρά είναι ένοχος αιώνιου αμαρτήματος».

Τα ίδια πάνω κάτω λένε και τα υπόλοιπα ευαγγέλια (επιτέλους, συμφωνούν και σε κάτι, ανάμεσα στις τόσες αντιφάσεις τους).

Ηθικό δίδαγμα; Ιουδαιοχριστιανοί, θρήσκοι και μη, «κατεβάστε καντήλια και χριστοπαναγίες» άφοβα (έτσι κι αλλιώς, σχεδόν κανένας δεν βρίζει το Άγιο Πνεύμα). Ο δρόμος για τον Παράδεισο, δεν περνάει από 'κει. Η θρησκεία της «αγάπης» θα σας συγχωρέσει. Προσοχή όμως, μην το παραχέσετε κι ασχοληθείτε με το... «πουλί», γιατί τότε «την βάψατε»...

Η εγκληματική δράση του Αγίου Πνεύματος

ΠΑΤΗΡ - ΥΙΟΣ... ΚΑΙ ΑΓΙΟ ΨΕΜΑ

Η συντριπτική πλειοψηφία των νεοελλήνων έχει βαφτιστεί στο όνομα του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Λίγοι όμως, είναι εκείνοι, που έχουν μελετήσει σε βάθος την Αγία Γραφή κι ακόμα λιγότεροι είναι οι χριστιανοί, που έχουν προσέξει, πως η δράση του Αγίου Πνεύματος είναι εγκληματική κι όχι δήθεν «αγαθοποιός», όπως ψευδώς προπαγανδίζεται. Αυτήν θα εξετάσουμε στην συνέχεια.

Άγιο Πνεύμα: Συμμέτοχο των βιβλικών εγκλημάτων

Πριν ξεκινήσουμε την έρευνά μας για το Άγιο Πνεύμα, όπως περιγράφεται μέσα στην Αγία Γραφή, θα πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπ’ όψη μας τα παρακάτω:

Η Εκκλησία χρησιμοποιεί τα εξής θεόπνευστα συγγράμματα: Την Αγία Γραφή, τις αποφάσεις τών Οικουμενικών Συνόδων, τα κείμενα των Πατέρων, την Υμνολογία και τα Λειτουργικά Κείμενα. Όλα αυτά γράφτηκαν από θείους ανθρώπους υπό την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος. «Υπό Πνεύματος Αγίου φερόμενοι ελάλησαν άγιοι Θεού άνθρωποι.» (Β΄ Πέτρου, 1, 21).

Άρα... Ο,τιδήποτε είναι γραμμένο στη Βίβλο είναι θεόπνευστο· έχει γραφεί από ανθρώπους, αλλά με την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος.

[Η γνώση που υπάρχει για τις αυθεντίες του θρησκευτικού παρελθόντος είναι ελλιπής και διαστρεβλωμένη. Η Π.Δ. που είναι και η βάση όλων των μονοθεϊστικών θρησκειών, ξέρουμε ότι είναι απλά η δημιουργημένη σε στρώσεις μυθολογία ενός συγκεκριμένου λαού για εθνικούς του λόγους και δεν έχει για την ανθρωπότητα καμία διαφορετική ουσιαστική σημασία από τις άλλες μυθολογίες όλων των λαών.
Παραχαράξεις Τα ιερά τους κείμενα (της Κ.Δ.) έχουν επεξεργαστεί, διαφοροποιηθεί και παραχαραχθεί πάρα πολλές φορές, σε σημείο να μην μπορούμε ακόμα να βρούμε το πως ξεκίνησαν αρχικά.
Αντιφάσεις Τα κείμενα έχουν μεταξύ τους σοβαρές αντιφάσεις και ακόμα και λάθη, που τους αναγκάζουν να καταφεύγουν συνεχώς σε ερμηνείες για να βγει ένα “λογικό” συμπέρασμα.
Πλαστογραφίες Τα ιερά τους κείμενα, σχεδόν όλα, δεν είναι γραμμένα από αυτούς που φανταζόντουσαν, στην ουσία είναι ανώνυμα και μπορεί οι ίδιοι να τα ερμηνεύουν κατά βούληση με βάση την δική τους σέκτα, συνήθως διαφορετική ερμηνεία από άλλες. Αυτό φαίνεται και από την πληθώρα ερμηνειών που υπάρχουν για όλα αυτά και την αντίστοιχη πληθώρα αιρέσεων και σεκτών.
Επιλεγμένα Τα κείμενα αυτά (και εδώ μιλάμε κυρίως για την Καινή Διαθήκη) είναι ελάχιστα από τα αντίστοιχης λογικής κείμενα, που δεν θεωρούνται επίσημα σωστά, αλλά αιρετικά ή απόκρυφα, που σημαίνει πως ο διαχωρισμός, η διαφορετική κατανόηση και οι σέκτες είναι εγγενείς με την εμφάνιση του Χριστιανισμού, η δε επικράτηση κάθε συγκεκριμένης σέκτας ή ομολογίας όπως λένε, που έχει την θρησκευτική εξουσία σε κάθε τόπο, είναι ευκαιριακή και καθαρά πολιτική.
Το ίδιο επιβεβαιώνεται κι από το εδάφιο, που αναφέρεται στην δεύτερη επιστολή του Τιμόθεου: «Ό,τι βρίσκεται στη Γραφή είναι εμπνευσμένο από το Πνεύμα του Θεού κι είναι ωφέλιμο για τη διδασκαλία της αλήθειας, για τον έλεγχο της πλάνης, για τη διόρθωση των λαθών, για την διαπαιδαγώγηση σε μία ζωή όπως την θέλει ο Θεός· έτσι ο άνθρωπος του Θεού θα είναι τέλειος και καταρτισμένος για κάθε καλό έργο.» (Τιμόθεου Β΄ 3, 16-17.)

Τα στοιχεία, που παρατίθενται στο άρθρο αυτό λοιπόν, βασίζονται σε «θεόπνευστα κείμενα».

Βασικό χριστιανικό δόγμα είναι το τρισυπόστατο του Γιαχβέ, «Τριάδα ομοούσιος και αχώριστος». Αποτελείται από τον Πατέρα, (Γιαχβέ) τον Υιό (Ιησού-Γιαχβέ) και το Άγιο Πνεύμα (περιστέρι-Γιαχβέ) μαζί.

Είναι λάθος ή εκ του πονηρού οποιαδήποτε διάκριση σε Θεό της Παλαιάς - Θεό της Καινής, ή σε Θεό - Υιό κ.τ.λ., την οποία επιχειρούν ελληνορθόδοξοι προπαγανδιστές, προκειμένου να δικαιολογήσουν κυρίως τα αναρίθμητα ιερά εγκλήματα της Βίβλου, για τα οποία, ούτε ο δήθεν «κήρυκας της αγάπης» και «γλυκύτατος» Ιησούς είναι άμοιρος ευθυνών (βλ. «Ιησούς, κήρυκας μίσους, διχασμού και μισελληνισμού»), ούτε το δήθεν «αγαθοποιόν» Άγιο Πνεύμα.

Τo δήθεν «αγαθοποιόν» του Αγίου Πνεύματος

«Γιατί η ζωή εκείνων, που οδηγούνται από το Άγιο Πνεύμα διακρίνεται για την αγαθότητα, τη δικαιοσύνη και την αλήθεια.» (Προς Εφεσίους 5, 9.) Ακόμα κι άν παραμερίσουμε προς στιγμή τα εγκλήματα της Παλαιάς κι ασχοληθούμε μόνο με τα Βιβλία και τις Επιστολές της Καινής Διαθήκης, στην οποία γίνεται λόγος για Άγιο Πνεύμα, θα διαπιστώσουμε, πως ούτε κι εκεί δεν περιγράφεται ένα «άγιο» και «αγαθοποιό» Πνεύμα, όπως παρουσιάζεται, το αντίθετο μάλιστα.

Μερικά χαρακτηριστικά βιβλικά εγκλήματα, για τα οποία είναι συνυπεύθυνες και οι τρείς υποστάσεις του Γιαχβέ: Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα. Επί πλέον, όλα αυτά τα κείμενα, ολόκληρη η Βίβλος, έχουν γραφεί με την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος.

Σε μία προσεκτική μελέτη της Αγίας Γραφής προκύπτει, πως η αγάπη, η χαρά, η ειρήνη, η μακροθυμία, η καλοσύνη, η αγαθότητα, η πίστη, η πραότητα, η εγκράτεια είναι σχεδόν ανύπαρκτα μπροστά στις «αμαρτωλές επιθυμίες» των ευσεβών και εκλεκτών ανθρώπων του Θεού, του Χριστού ή του Αγίου Πνεύματος, το οποίο δεν τηρεί τους «καρπούς» του, αλλά ούτε και αυτοί, που «πλημμυρίζουν» από το Άγιο Πνεύμα διακρίνονται για την αγαθότητα, τη δικαιοσύνη και την αλήθεια (sic).

Ο Ιησούς λέει στους μαθητές του, ότι σε περίπτωση, που τους πιάσουν εξ αιτίας του και τους σύρουν στα δικαστήρια ή τους μαστιγώσουν να μην φοβηθούν τι θα πουν, γιατί θα τους φωτίσει το Άγιο Πνεύμα (Ματθ.10, 17-21). Κι όμως, ο Πέτρος τον αρνήθηκε τρεις φορές...

Όταν λίγες μέρες πριν το Πάσχα η Μαρία αλείφει τα πόδια του Ιησού, ο Ιούδας πρότεινε να πουλήσουν το μύρο και τα χρήματα να διανεμηθούν στους φτωχούς. Εδώ βέβαια θαυμάζουμε το ήθος του Ιούδα, αλλά ο Ιωάννης μας πληροφορεί αμέσως, πως «αυτό το είπε, όχι γιατί νοιαζόταν για τους φτωχούς, αλλά γιατί ήταν κλέφτης και, καθώς διαχειριζόταν το κοινό ταμείο, συχνά κρατούσε για τον εαυτό του από τα χρήματα που έβαζαν σε αυτό» (12, 5-6). Χωρίς περιστροφές, ο αγαπημένος μαθητής του Χριστού, ο Ιωάννης, τον συνάδελφο μαθητή του Ιησού και φωτισμένο με το Άγιο Πνεύμα, τον αποκαλεί χωρίς περιστροφές κλέφτη και καταχραστή. Και τα δύο αυτά δεν ανήκουν στις αρετές που προτείνει το Άγιο Πνεύμα, παρ’ όλα αυτά δεν επεμβαίνει. Μένει παγερά αδιάφορο και όπως θα δούμε και στην συνέχεια με την περίπτωση του Ανανία και της Σαπφείρας, μεροληπτεί.

Στις επιστολές του ο Παύλος μας λεει: «Φροντίστε, λοιπόν, αδελφοί, να εκλέξετε απ’ ανάμεσά σας εφτά άντρες με καλή φήμη, γεμάτους από τη σοφία του Αγίου Πνεύματος» (Πράξεις, 6, 5). Ανάμεσα σε αυτούς που διαλέγουν είναι «ο Νικόλαος από την Αντιόχεια.» Ο Νικόλαος, φωτισμένος από το Άγιο Πνεύμα και με καλή φήμη –γι αυτό άλλωστε τον διάλεξαν– ζήλευε την γυναίκα του. Για ζήλια τον κατηγορούσαν και οι επίσης φωτισμένοι και με καλή φήμη Απόστολοι. Τι έκανε λοιπόν; Εφάρμοσε τους κανόνες της κοινοκτημοσύνης.

Η κοινοκτημοσύνη φαίνεται από το εξής εδάφιο «Όλοι όσοι πίστεψαν είχαν μία καρδιά και μία ψυχή. Κανείς δεν θεωρούσε, ότι κάτι από τα υπάρχοντά του ήταν δικό του, αλλά όλα τα είχαν κοινά» που τα «έθεταν στην διάθεση των αποστόλων.» (Πράξεις 4, 32-35) Κι αν μέσα από αυτό το εδάφιο δεν ξεκαθαρίζεται η κοινοκτημοσύνη των γυναικών έρχεται να μας το επιβεβαιώσει στην «Εκκλησιαστική Ιστορία» του ο Ευσέβιος ο Παμφίλου (265-339), Επίσκοπος της Καισαρείας και διαπρεπής εκκλησιαστικός ιστορικός, που εργάστηκε υπέρ της Ορθοδοξίας κατά το 325 μ.Χ. στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας. Ο Ευσέβιος, μάλιστα, είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικός στο θέμα που μας απασχολεί: «Ο Κλήμης της Αλεξάνδρειας (150-220μ.Χ.), στο τρίτο μέρος του βιβλίου του, Στρωματείς, μας λέει για τον Νικόλαο τα εξής: Είχε λέει, μία πανέμορφη γυναίκα. Μετά την ανάληψη του Σωτήρα, οι απόστολοι τον κατηγόρησαν πως ήταν ζηλιάρης. Τότε εκείνος οδήγησε την γυναίκα του στην συγκέντρωση, την έβαλε στη μέση και την άφησε στη διάθεση οποιουδήποτε ήθελε να πλαγιάσει μαζί της (κοινογαμία). Λένε πως το έκανε αυτό σύμφωνα με την εντολή, πως δεν πρέπει να γίνεται κανείς δούλος της σάρκας.» Κι όμως, το Άγιο Πνεύμα υποτίθεται, ότι είναι κατά της πορνείας.

«Εγώ αποκτενώ και ...πατάξω και ...παροξυνώ ως αστραπήν την μάχαιράν μου, και ανθέξεται κρίματος η χείρ μου, και αποδώσω δίκην τοις εχθροίς και τοις μισούσί με ανταποδώσω· μεθύσω τα βέλη μου αφ’ αίματος, και η μάχαιρά μου φάγεται κρέα, αφ’ αίματος τραυματιών και αιχμαλωσίας, από κεφαλής αρχόντων εχθρών.» (Δευτερονόμιον, 32, 39-42.) Ο Θεός της Αγίας Γραφής (Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα) εκτός μεμονωμένων περιπτώσεων δολοφονιών, όπως της γυναίκας του Λώτ, γιατί γύρισε να κοιτάξει πίσω, του Αυνάν, για τον τρόπο εκσπερμάτωσής του κ.ά., έχει προβεί και σε πολλές μαζικές δολοφονίες, όπως όταν «εβεβηλώθη ο λαός εκπορνεύσαι εις τας θυγατέρας Μωάβ», οπότε «εγένοντο οι τεθνηκότες εν τη πληγή τέσσαρες και είκοσι χιλιάδες» (Αριθμοί, 25, 9), ή όταν «ανέβη Ιούδας, και παρέδωκε Κύριος τον Χαναναίον και τον Φερεζαίον εις τας χείρας αυτών και έκοψαν αυτούς εν Βεζάκ εις δέκα χιλιάδας ανδρών.» (Κριταί, 1, 4) κ.λπ..

Απαιτεί μεγάλη υπομονή, προκειμένου να αθροιστούν όλες οι θεϊκές δολοφονίες της τρισυπόστατης Αγίας Τριάδας. Άν και δεν μπορεί να γίνει υπολογισμός του αριθμού των θυμάτων π.χ. των Σοδόμων και των Γομόρων, του κατακλυσμού του Νώε, των από το θεό σταλθέντων ασθενειών και λιμών, των πρωτότοκων παιδιών των Αιγυπτίων κ.τ.λ., ο συνολικός (έστω υποεκτιμημένος) αριθμός των δολοφονιών του Γιαχβέ στη Βίβλο, στις οποίες αναφέρεται ακριβής αριθμός δολοφονηθέντων ξεπερνάει τα δύο εκατομμύρια. Ο παραπάνω πίνακας δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα μου. Ο Σατανάς από την άλλη πλευρά έχει σκοτώσει μόνον δέκα άτομα της οικογένειας του Ιώβ κι αυτά σε συνεργασία με το Θεό.

Αδικίες του Αγίου Πνεύματος


Σε μία από τις περιοδείες τους, ο Παύλος και ο Βαρνάβας, πήγαν στην Κύπρο. Όταν έφτασαν στην Σαλαμίνα της Κύπρου, πήγαν στη συναγωγή των Ιουδαίων. Αφού διέσχισαν το νησί έφτασαν στην Πάφο. Ο ανθύπατος Σέργιος Παύλος προσκάλεσε το Βαρνάβα και το Παύλο, αλλά ο Ελύμας ο μάγος τους αντιστεκόταν και προσπαθούσε να εμποδίσει τον ανθύπατο να πιστέψει στα κηρύγματά τους. Τότε ο Παύλος πλημμύρισε από Άγιο Πνεύμα, τον κοίταξε διαπεραστικά και του είπε «Γιε του διαβόλου! Είσαι γεμάτος από κάθε είδους πονηριά και πολεμάς κάθε τι το καλό. Δεν θα πάψεις να διαστρεβλώνεις τους ίσιους δρόμους του Θεού; Τώρα το χέρι του Κυρίου θα πέσει πάνω σου: θα τυφλωθείς και για ένα διάστημα δεν θα βλέπεις τον ήλιο. Την ίδια στιγμή έπεσε πάνω του ομίχλη και σκοτάδι και άρχισε να περιφέρεται εδώ κι εκεί ζητώντας να τον χειραγωγήσουν.» (Πράξεις 13, 4-11)

Άραγε οι «ίσιοι» δρόμοι του Θεού, που ο Ελύμας διαστρέβλωνε, ήταν το Άγιο Πνεύμα να τον τυφλώσει, έστω και προσωρινά; Αυτό είναι το «καλό» που με κάθε είδους πονηριά πολεμούσε; Το Άγιο Πνεύμα επί πλέον αφαιρεί το δικαίωμα του θρησκεύειν σε κάτι διαφορετικό, απαγορεύει την ανεξιθρησκεία και την ελευθεροθρησκεία. Αφαιρεί το δικαίωμα της δημοκρατίας, όπως και το να υπερασπίζεται ο καθένας αυτό που πιστεύει. Κι αν υποθέσουμε, ότι δεν είναι το Άγιο Πνεύμα, που τυφλώνει τον άνθρωπο, τότε είναι σαφώς ο Παύλος, ο οποίος όμως, μόλις έχει πλημμυρίσει με το Άγιο Πνεύμα.

Το ότι, όλα μπορούν να συγχωρεθούν στο χριστιανισμό εκτός από τη βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος. (Ματθ. 12, 31-32).

Όταν ο Ανανίας πούλησε ένα κτήμα και με τη συγκατάθεση της γυναίκας του, Σαπφείρας, κράτησε ένα μέρος από το αντίτιμο για τον εαυτό του, το υπόλοιπο όμως, το έφερε και το έθεσε στην διάθεση των αποστόλων. Τότε ο Πέτρος του είπε: «Ανανία, γιατί άφησες το σατανά να κυριέψει την καρδιά σου; Γιατί είπες ψέματα στο Άγιο Πνεύμα και κράτησες για τον εαυτό σου ένα μέρος από το αντίτιμο του κτήματος; Όσο ήταν απούλητο δεν ήταν δικό σου; Κι όταν πουλήθηκε, πάλι στο χέρι σου δεν ήταν να κρατήσεις το αντίτιμο; Γιατί σκέφτηκες να κάνεις αυτό το πράγμα; Δεν είπες ψέματα σε ανθρώπους, αλλά στον Θεό. Ακούγοντας ο Ανανίας τα λόγια αυτά έπεσε κάτω και ξεψύχησε· κι όλοι όσοι τα έμαθαν αυτά, φοβήθηκαν πολύ. Μερικοί νέοι πήγαν και τον ετοίμασαν για την ταφή, τον έβγαλαν έξω και τον έθαψαν

«Είχαν περάσει περίπου τρεις ώρες, όταν μπήκε μέσα η γυναίκα του, μη γνωρίζοντας τι είχε συμβεί. Ο Πέτρος την ρώτησε: ‘Πες μου, τόσο πουλήσατε το κτήμα;’ Κι αυτή είπε ‘Ναι, τόσο.’ Ο Πέτρος τότε της λεει ‘Γιατί συμφωνήσατε να προκαλέσετε το Πνεύμα του Κυρίου; Κοίτα, αυτή τη στιγμή βρίσκονται στην πόρτα εκείνοι, που έθαψαν τον άντρα σου· αυτοί θα βγάλουν κι εσένα.’ Την ίδια στιγμή, αυτή έπεσε μπρος στα πόδια του και ξεψύχησε. Μπήκαν μέσα οι νέοι και την βρήκαν νεκρή· την έβγαλαν κι αυτήν και την έθαψαν δίπλα στον άντρα της. Όλη η εκκλησία και όλοι όσοι τ’ άκουσαν αυτά, φοβήθηκαν πολύ.» (Πράξεις 5, 1-11.) Πρόκειται για δύο στυγνές δολοφονίες κατ’ εντολή του Αγίου Πνεύματος, ή με την ίδια την επέμβαση του Αγίου Πνεύματος, το οποίο φέρεται να ενδιαφέρεται για το χρήμα κι όχι για τα πνευματικά -υποτίθεται- αγαθά. Και σαν διευκρίνηση στην ιστορία αυτή πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι ο Ανανίας και η Σαπφείρα ήταν το ζευγάρι στην Δαμασκό που βοήθησε τον απόστολο Παυλο να σωθεί από τους διώκτες του, το άσβηστο μίσος Πέτρου και Παύλου.

Πολλές σελίδες θα χρειαζόμασταν, για να καταγράψουμε αναλυτικά την άρρωστη ψυχοσύνθεση και τα κακουργήματα του δυνάστη Θεού Γιαχβέ είτε ως Πατήρ παρουσιάζεται, είτε ως Υιός, είτε ως Άγιο Πνεύμα, αλλά και τα στυγερά εγκλήματα, που έγιναν από το χριστιανισμό κατά την διάρκεια των 1.700 ετών της κυριαρχίας του. Για όσους από εμάς, που θέλουμε σήμερα να λεγόμαστε Έλληνες, σεβόμενοι την Ιστορία μας και την ύπαρξή μας ως νοήμονα όντα, η Αγία Τριάδα μπορεί να είναι μόνον ένα μυθολογικό τέρας, πολύ χειρότερο της Λερναίας Ύδρας, της Σκύλλας ή της Εμπούσης.

Οι πλείστοι εκ των συμπολιτών μας θα ζούνε εγκλωβισμένοι μέσα στον θεολογικό εφιάλτη του Χριστιανισμού, έως ότου καταφέρουμε να ανοίξουμε τα μάτια μας και να ξυπνήσουμε. Μήπως ήρθε επιτέλους ο καιρός ν’ απαλλαγούμε απ’ το κωμικοτραγικό αυτό προϊόν της ασιατικής δεισιδαιμονίας και παραφροσύνης;

Κυριακή 31 Μαΐου 2026

Αρχαίοι Έλληνες Φιλόσοφοι

8.3. Τα γραπτά του Αριστοτέλη


Όσο ζούσε ο Αριστοτέλης δημοσίευσε έναν περιορισμένο αριθμό έργων, κάποια από τα οποία ήταν διάλογοι που απευθύνονταν στο ευρύ κοινό και κάποια άλλα πραγματείες με επίκεντρο την πλατωνική θεωρία των Ιδεών. Από τα έργα αυτά κανένα δεν σώθηκε ολόκληρο. Έφτασαν όμως στα χέρια μας τα αδημοσίευτα διδακτικά του συγγράμματα, ή μάλλον οι προσωπικές του σημειώσεις επάνω στις οποίες στήριζε τη διδασκαλία στους μαθητές του. Οι αρχαίες πηγές μάς μεταφέρουν μια μυθιστορηματική εκδοχή της διάσωσής τους. Τα χειρόγραφα του Αριστοτέλη κληροδοτήθηκαν μετά τον θάνατό του στους διαδόχους του στο Λύκειο, μεταφέρθηκαν στη συνέχεια στη Σκήψη της Μικράς Ασίας όπου έμειναν θαμμένα σε μια σπηλιά και ξεχασμένα για περισσότερο από διακόσια χρόνια, ώσπου αγοράστηκαν από κάποιον πλούσιο Αθηναίο στις αρχές του 1ου αιώνα π.Χ. και επέστρεψαν στην Αθήνα. Μετά την κατάληψη της Αθήνας από τους Ρωμαίους το 86 π.Χ., μεταφέρθηκαν σαν πολύτιμη λεία στη Ρώμη, και πενήντα περίπου χρόνια αργότερα εκδόθηκαν από έναν προικισμένο φιλόλογο και γνώστη της φιλοσοφίας του Αριστοτέλη, τον Ανδρόνικο τον Ρόδιο. Με την έκδοση του Ανδρόνικου τα αριστοτελικά συγγράμματα πήραν την οριστική τους μορφή, αυτή που έχουμε και εμείς σήμερα μπροστά μας όταν διαβάζουμε τον Αριστοτέλη.

Οι λεπτομέρειες αυτής της ιστορίας δεν έχουν ιδιαίτερη σημασία - δεν αποκλείεται να είναι ως έναν βαθμό φανταστικές. Είναι πάντως γεγονός ότι η μεγάλη διάδοση της σκέψης του Αριστοτέλη αρχίζει μόνο όταν εκδίδονται τα διδακτικά του συγγράμματα, τρεις αιώνες μετά τον θάνατό του. Αν τα χειρόγραφα είχαν χαθεί, η ιστορία της μεταγενέστερης φιλοσοφίας θα ήταν διαφορετική, αφού το έργο του Αριστοτέλη αποτέλεσε τη βάση της φιλοσοφίας των Βυζαντινών, των Αράβων και των Σχολαστικών της Δύσης. Πιο σημαντική όμως είναι μια άλλη συνέπεια της περίεργης αυτής ιστορίας. Το υλικό που έφτασε στα χέρια του Ανδρόνικου δεν προοριζόταν για δημοσίευση· φανταζόμαστε ότι περιείχε σημειώσεις των μαθημάτων του Αριστοτέλη, με διάσπαρτες προσθήκες, αναθεωρήσεις και απορίες, κάποιες ημιτελείς πραγματείες, σχεδιάσματα μελλοντικών έργων, συλλογές εμπειρικών δεδομένων. Ο Ανδρόνικος συνένωσε τα διάφορα μαθήματα του Αριστοτέλη σε ενιαίες πραγματείες με κριτήριο την κοινότητα της θεματολογίας, ίσως να συμπλήρωσε και ο ίδιος κάποια κενά ή να διόρθωσε γλωσσικές ατέλειες, και έδωσε τελικά στις πραγματείες αυτές τον τίτλο που φέρουν και σήμερα - για παράδειγμα, στα Φυσικά περιέλαβε τις παραδόσεις του Αριστοτέλη για τις έννοιες της φύσης, της κίνησης, του χρόνου, του χώρου κτλ. Έτσι οργανώθηκε το έργο του Αριστοτέλη σε μια πλειάδα αυτόνομων συγγραμμάτων, η εμβέλεια των οποίων καλύπτει όλο το φάσμα των γνώσεων και η συνολική τους έκταση είναι περίπου τριπλάσια από τους διάλογους του Πλάτωνα.

Η αίσθηση που έχει όποιος προσεγγίζει το μνημειώδες αυτό έργο είναι ότι βρίσκεται μπροστά σε ένα πλήρες φιλοσοφικό σύστημα, στην πρώτη συνεκτική θεωρία που ερμηνεύει κάθε πλευρά της πραγματικότητας. Προηγούνται τα λογικά συγγράμματα, στα οποία ο Ανδρόνικος έδωσε τον τίτλο Όργανον, δηλαδή εργαλείο της γνώσης. Ακολουθούν τα φυσικά συγγράμματα, καθένα από τα οποία αφιερώνεται σε έναν τομέα φυσικών φαινομένων: τα Φυσικά μελετούν τις γενικές αρχές της φυσικής επιστήμης· το Περί ουρανού, τα Μετεωρολογικά, και το Περί γενέσεως και φθοράς μελετούν αντιστοίχως την κοσμολογία, τη μετεωρολογία και τη δομή της ύλης· το Περί ψυχής μελετά τη φυσιολογία του ανθρώπου, και τα πολυάριθμα βιολογικά του συγγράμματα μελετούν τα έμβια όντα. Μετά τα φυσικά συγγράμματα, ο Ανδρόνικος τοποθέτησε ένα έργο που περιλαμβάνει τις γενικές αρχές της φιλοσοφίας του Αριστοτέλη, τις βασικές του θέσεις για τη φύση των όντων. Το ονόμασε Μετά τα φυσικά, ακριβώς γιατί έρχεται μετά τη μελέτη της φύσης - κι έτσι προίκισε τη μεταγενέστερη φιλοσοφία με μια νέα θεμελιώδη έννοια, την έννοια της «μεταφυσικής». Η πρακτική πλευρά της φιλοσοφίας, η μελέτη της ηθικής και πολιτικής συμπεριφοράς των ανθρώπων καλύπτονται αντιστοίχως με τα Ηθικά και τα Πολιτικά του Αριστοτέλη. Τέλος, το αριστοτελικό έργο συμπληρώνεται με πραγματείες που αφιερώνονται σε διάφορες τέχνες, όπως η Ρητορική, που καθορίζει τους τύπους της πειστικής επιχειρηματολογίας, και η Ποιητική, που μελετά τη θεωρία της ποιητικής δημιουργίας και ειδικότερα της αρχαίας τραγωδίας.

Αποτελεί όμως η φιλοσοφία του Αριστοτέλη ένα τόσο ενιαίο σύστημα όσο δείχνει η κατάταξη των έργων του; Η μελέτη μιας αριστοτελικής πραγματείας αρκεί για να αναιρέσει την εικόνα της αυστηρής συστηματικότητας. Η ειδικότητα του Αριστοτέλη, το ιδιαίτερο ταλέντο του, είναι η ανάδειξη κρίσιμων προβλημάτων. Ο Αριστοτέλης ξεκινά πάντοτε από ένα πρόβλημα, από ένα πρόβλημα που του δίνει την ευκαιρία να κρίνει τις υπάρχουσες απαντήσεις, να προχωρήσει σε λεπτές διακρίσεις, και να εντοπίσει τον πυρήνα του σε ένα φιλοσοφικό δίλημμα, σε μια κρίσιμη «απορία». Ακολουθεί κατά κανόνα η δική του απάντηση, συχνά όμως προτείνονται περισσότερες από μία εναλλακτικές λύσεις που αφήνονται ανοιχτές. Ο Αριστοτέλης δείχνει να θεωρεί πιο σημαντική τη συζήτηση που οδηγεί στη διατύπωση μιας φιλοσοφικής θέσης από την αξία της ίδιας της θέσης. Γι᾽ αυτό και πολύ συχνά οι μελετητές του έργου του διαφωνούν για την ουσία των αριστοτελικών θέσεων.

Επιπλέον, ο Αριστοτέλης είναι πεπεισμένος ότι κάθε επιστήμη έχει τις δικές της αρχές (τα δικά της αξιώματα), τη δική της μέθοδο και, ως έναν βαθμό, τη δική της γλώσσα. Δεν μπορεί ούτε πρέπει λοιπόν κανείς να επιχειρήσει μια ενοποίηση της ανθρώπινης γνώσης πάνω σε ενιαία θεμέλια. Η αριστοτελική ηθική, για παράδειγμα, δεν μπορεί να εναρμονιστεί με την αριστοτελική φυσική, γιατί η ανθρώπινη πράξη δεν υπόκειται στη φυσική νομοτέλεια και ρυθμίζεται από τους δικούς της ιδιαίτερους κανόνες. Αλλά και μέσα στον χώρο της φύσης οι επιμέρους φυσικές επιστήμες διατηρούν την αυτονομία και την αξία τους: η βιολογία έχει διαφορετικές αρχές και διαφορετική μέθοδο από την κοσμολογία - και οι δύο όμως είναι εξίσου σημαντικές.

Και οι δύο έρευνες έχουν τη χάρη τους. Στην πρώτη περίπτωση η γνώση των αιώνιων ουσιών [των άστρων] έχει τόση αξία, ώστε ακόμη και η ελάχιστη επαφή μαζί τους προσφέρει μεγαλύτερη ικανοποίηση από κάθε άλλη γνωστή μας ηδονή, όπως ακριβώς και το να διακρίνεις έστω και μια φευγαλέα και αποσπασματική εικόνα του έρωτά σου σου δίνει μεγαλύτερη χαρά από την πλήρη θέα πολλών άλλων και σπουδαίων πραγμάτων. Στη δεύτερη περίπτωση η διαφορά είναι ότι η γνώση μας είναι πολύ πιο έγκυρη, αφού γνωρίζουμε καλύτερα πολύ περισσότερες πλευρές των φθαρτών όντων [των ζώων και των φυτών]. Θα έλεγε κανείς ότι το γεγονός ότι είναι πιο κοντά μας, και η φύση τους μας είναι πιο οικεία, εξισορροπεί κατά κάποιο τρόπο την αξία της επιστήμης των θεϊκών ουσιών. Γιατί ακόμη και αυτά που δεν παρουσιάζουν την παραμικρή χάρη στην όψη, η φύση τα δημιούργησε έτσι ώστε η θεωρία τους να προσφέρει ασύλληπτες ηδονές σε εκείνους που μπορούν να συλλάβουν τις αιτίες, σε όσους είναι πραγματικοί φιλόσοφοι. Σε όλα τα έργα της φύσης υπάρχει κάτι αξιοθαύμαστο.

Περί ζώων μορίων 644b22-645a230

Τα γραπτά του Αριστοτέλη δεν είναι ιδιαίτερα ελκυστικά ούτε απευθύνονται στον μέσο αναγνώστη. Η κατανόησή τους προϋποθέτει γνώση της προγενέστερης φιλοσοφικής παράδοσης αλλά και εξοικείωση με το πυκνό, δύσβατο και ξηρό ύφος του φιλοσόφου. Ο Αριστοτέλης, σε αντίθεση με τον Πλάτωνα, δείχνει να μην εμπιστεύεται την καθημερινή γλώσσα με τις ασάφειες της και τα στολίδια της. Πιστεύει ότι για τη φιλοσοφία απαιτείται ειδικό λεξιλόγιο και ιδιαίτερος τρόπος έκφρασης, που στηρίζεται στη σαφήνεια. Μάλιστα, όπως λέει, «μερικές φορές είναι αναγκαίο να πλάθουμε καινούργιους όρους, όταν δεν υπάρχει λέξη που να μπορεί να αποδώσει σωστά κάποιο νόημα» (Κατηγορίαι 7a6-7). Ένα μεγάλο μέρος από τη φιλοσοφική ορολογία που χρησιμοποιούμε ακόμη και σήμερα έχει καθιερωθεί από τον Αριστοτέλη (λ.χ. οι όροι «ύλη», «κατηγορία», «συλλογισμός», «ενέργεια», «δύναμις», «φυσική», «λογική», «εντελέχεια», «συμβεβηκός»).

Κάποτε απ᾽ τα πολλά, βγήκε το ένα και μ᾽ άλλη φορά απ᾽ το ένα, τα πολλά

Μα έλα, άκου τα λόγια μου, γιατί η μάθηση αυξάνει τη σοφία.
Όπως είπα και πριν, δηλώνοντας των λόγων μου τα όρια,
διπλή θα πω ιστορία: κάποτε απ᾽ τα πολλά βγήκε
το ένα και μ᾽ άλλη φορά απ᾽ το ένα τα πολλά...

Η φωτιά και το νερό κι η γη και του αγέρα το θεόρατο ύψος,
και, χωριστά απ᾽ αυτά, η ολέθρια Φιλονικία, ίδια απ᾽ όπου κι αν τη δεις,
κι ανάμεσά τους η Αγάπη, ίση στο μήκος και στο πλάτος.
Αυτήν να την κοιτάξεις με το νου σου, μη στέκεσαι με θαμπωμένα μάτια.
Αυτή ᾽ναι που τη θεωρούνε έμφυτη ως και στα μέλη των θνητών,
χάρη σ᾽ αυτή κάνουνε σκέψεις φιλικές κι έργα αρμονικά.

Χαρά λέγοντάς τη με τ᾽ όνομα και Αφροδίτη.
Αυτήν ποτέ δεν τη βλέπουν οι θνητοί, όταν γυρίζει
ανάμεσά τους.
 
Εσύ όμως άκουσε τις ντόμπρες μου κουβέντες.
 
Όλ᾽ αυτά είναι ίσα και συνομήλικα,
μα το καθένα έχει δικά του προνόμια και χαρακτήρα,
κι άρχουν διαδοχικά, σαν έρχεται το πλήρωμα του χρόνου.
Πέρα απ᾽ αυτά, τίποτα δεν γεννιέται ούτε πεθαίνει.

Εμπεδοκλής, Περί φύσεως

Να αποφύγετε να σκεφτείτε και να κάνετε οτιδήποτε ασεβές και ανόσιο

Υπάρχει στο έργο του Ξενοφώντα "Κύρου Παιδεία", η καταγραφή των τελευταίων εντολών του βασιλέως των Περσών Κύρου προς τα τέκνα του, λίγο πριν το θάνατο του, που αξίζει να δοθεί η απαραίτητη προσοχή στην φιλοσοφική και πνευματική σκοπιά την οποία προσεγγίζει, η οποία είναι άξια σεβασμού και μελέτης, τόσο για την προσωπικότητα, όσο και για την οπτική του...

"Βέβαια δεν ξέρετε με σιγουριά ότι δεν θα είμαι τίποτα πια, όταν φύγω από την ανθρώπινη ζωή, επειδή ούτε μέχρι τώρα βλέπατε την ψυχή μου, αλλά όμως πιστεύατε πως υπάρχει, βλέποντας τις πράξεις της.

Δεν ξέρετε ακόμα τι φόβους προξενούν στους άδικους φονιάδες οι ψυχές των σκοτωμένων και τι εκδίκηση ρίχνουν πάνω στους ασεβείς ανθρώπους;

Νομίζετε μήπως ότι θα διαρκούσαν ακόμα οι τιμές που προσφέρουμε στους πεθαμένους, αν η ψυχή δεν είχε καμία δύναμη;

Καθόλου, παιδιά μου, δεν πίστεψα ποτέ μου πως η ψυχή ζει μόνο όσο βρίσκεται στο θνητό σώμα, ενώ όταν χωριστεί από αυτό πεθαίνει.

Βλέπω, άλλωστε, ότι και τα θνητά σώματα ζουν όσο βρίσκεται μέσα τους η ψυχή.

Ούτε πιστεύω πως η ψυχή θα γίνει άφρων όταν χωριστεί από το άφρον σώμα. Όταν όμως ο νους βγει από το σώμα ανόθευτος και καθαρός, τότε, όπως είναι φυσικό, γίνεται και κατ' εξοχήν φρόνιμος.

Όταν ο άνθρωπος αποσυντίθεται είναι φανερό πως κάθε τμήμα του καταλήγει στο όμοιο του εκτός από την ψυχή.

Μόνη αυτή δεν είναι ορατή, ούτε όταν είναι παρούσα, ούτε όταν φεύγει.

Να ξέρετε, ότι τίποτα από τα ανθρώπινα πράγματα δεν είναι πιο κοντινό στον θάνατο από ό,τι ο ύπνος.

Τότε φαίνεται η ανθρώπινη ψυχή πως είναι θεϊκή και τότε μπορεί να προβλέψει κάτι από τα μελλούμενα. Τότε, άλλωστε, όπως φαίνεται ελευθερώνεται κυρίως.

Αν λοιπόν αυτά έτσι συμβαίνουν, όπως πιστεύω, και η ψυχή εγκαταλείπει το σώμα, τότε σεβόμενοι την ψυχή μου να κάνετε αυτά που σας παρακαλώ.

Αν δεν είναι έτσι και η ψυχή μένει στο σώμα και πεθαίνει μαζί με αυτό, τότε σεβόμενοι τους θεούς που είναι αιώνιοι, παντεπόπτες, παντοδύναμοι και διατηρούν την ευταξία τούτη όλων των πραγμάτων αιώνια αναλλοίωτοι, σταθερή και απερίγραπτη χάρη στην ωραιότητα και το μέγεθός της να αποφύγετε να σκεφτείτε και να κάνετε οτιδήποτε ασεβές και ανόσιο.

Ξενοφώντος "Κύρου Παιδεία", Η', VII, 17 - 22

Αυτοί που επιθυμούν να πράττουν το σωστό, πρέπει να φιλοσοφούν

Εάν αυτό που καθοδηγεί τα αγαθά είναι η αμάθεια, τότε τα αγαθά αυτά θα γίνονται περισσότερο κακά παρά καλά, διότι έτσι είναι πιο άξια να υπηρετούν τον κακό που τα χρησιμοποιεί.

Όταν όμως τα καθοδηγεί η φρόνηση και η σοφία, τότε είναι ύψιστα αγαθά...

Αυτά, τώρα, καθ' εαυτά είναι ουδέτερα χωρίς καμία αξία. Έτσι, μοναχά η σοφία είναι αγαθό, ενώ η αμάθεια κακό. Καθώς, λοιπόν, επιθυμούμε να είμαστε ευδαίμονες, είναι ξεκάθαρο ότι θα το επιτύχουμε χρησιμοποιώντας τα πράγματα, με τον ορθό μάλιστα τρόπο.

Αυτή όμως που μας παρέχει ορθότητα και ευτυχία είναι η επιστήμη. Όπως φαίνεται, λοιπόν, ο κάθε άνθρωπος μπορεί να προσπαθεί, με κάθε τρόπο, να γίνεται σοφότερος, καθώς μονάχα αυτό από όλα τα πράγματα, κάνει τον άνθρωπο ευδαίμονα και ευτυχισμένο.

Αυτοί λοιπόν που επιθυμούν να πράττουν το σωστό, πρέπει να φιλοσοφούν.

Και η φιλοσοφία είναι η όρεξη και η κατάκτηση της επιστήμης, όχι η επιθυμία που αφορά μονάχα την κατάκτηση των αγαθών, ούτε αυτή που μονάχα τα δημιουργεί χωρίς να τα χρησιμοποιεί.

Ιάμβλιχος (Προτρεπτικός επί φιλοσοφίαν)

Τα γήινα πράγματα υπόκεινται σε αναστατώσεις

Κανείς δεν είναι τόσο αγράμματος και ανόητος ώστε να μην ξέρει πως τα γήινα πράγματα υπόκεινται σε αναστατώσεις και ότι δεν είναι στην φύση τους η διατήρηση της ευταξίας, αλλά τα διακρίνει η αστάθεια...

Αντιθέτως, στα ουράνια επικρατεί ουράνια τάξη που δεν μεταβάλλεται ποτέ ούτε κατά το ελάχιστο, ούτε και πρόκειται ποτέ να μεταβληθεί, γιατί η τάξη ετούτη είναι ένα τέλειο δημιούργημα του Θεού.

Ως εκ τούτου, είναι αδύνατον να αποσυνδεθούν που συνέχουν τα μέρη εκείνα του σύμπαντος που αξιώθηκαν ένα ανώτερο πεπρωμένο και που τα στεριώνουν νόμοι Θεϊκοί και αμόλυντοι.

Η Ακινησία της Αληθινής Ύπαρξης: Πέρα από το Εγώ και την Εμπειρία

Ι. Ο Ωκεανός Κάτω από Όλα τα Κύματα

Υπάρχει, κάτω από την ανήσυχη επιφάνεια κάθε σκέψης, κάθε αίσθησης, κάθε φευγαλέας ταυτότητας που η ψυχή έχει ποτέ φορέσει, κάτι που δεν έχει όνομα ικανό να περιγράψει τη φύση του. Οι μυστικιστές κάθε εποχής το έχουν προσεγγίσει με τρεμάμενη ευλάβεια — άλλοι το ονόμασαν Απόλυτο, άλλοι Κενό, Πλήρωμα, Έδαφος της Ύπαρξης, Ανώνυμο, το Ένα. Κι όμως κάθε όνομα, όσο φωτεινό κι αν είναι από πρόθεση, αποτυγχάνει, όπως ένα χέρι που κλείνει αποτυγχάνει να κρατήσει τη θάλασσα. Διότι αυτό για το οποίο μιλάμε εδώ δεν είναι ένα πράγμα ανάμεσα στα πράγματα, ούτε μια κατάσταση ανάμεσα στις καταστάσεις, ούτε καν μια εμπειρία ανάμεσα στις εμπειρίες. Είναι Εκείνο που υποστηρίζει όλα τα πράγματα, όλες τις καταστάσεις, όλες τις εμπειρίες — σιωπηλό, ακίνητο και απόλυτα ολοκληρωμένο.

Οι αρχαίοι σοφοί που κάθισαν κάτω από συκιές και σε κορυφές βουνών δεν έψαχναν για κάτι πέρα από τον εαυτό τους. Στις πιο βαθιές στιγμές ακινησίας τους, αναγνώριζαν αυτό που δεν είχε ποτέ φύγει. Αυτό που συνάντησαν στη σιγή της περισυλλογής — εκείνη η απέραντη, φωτεινή παρουσία, ούτε κοντά ούτε μακριά, ούτε προσωπική ούτε απρόσωπη — δεν ήταν ο καρπός της αναζήτησής τους. Ήταν, και πάντα ήταν, το ίδιο το έδαφος πάνω στο οποίο λαμβάνει χώρα κάθε αναζήτηση. Όπως ένα κύμα που επιτέλους σταματά την ανήσυχη κίνησή του και ανακαλύπτει ότι ήταν ωκεανός όλη την ώρα, έτσι και η ψυχή που πραγματικά ησυχάζει ανακαλύπτει ότι δεν είναι ένα κομμάτι που ψάχνει για ολοκλήρωση, αλλά η ίδια η Ολοκλήρωση, που προσωρινά ονειρεύεται τον κατακερματισμό.

Αυτό είναι το πρώτο και τελευταίο μυστήριο: ότι η Ύπαρξη, στα απόλυτα βάθη της, είναι ήδη και αιώνια ολοκληρωμένη. Δεν φτάνει. Δεν φεύγει. Δεν μεγαλώνει, δεν μειώνεται, δεν μεταμορφώνεται. Απλώς είναι — με μια πληρότητα τόσο απόλυτη που η ίδια η λέξη «πληρότητα» φαίνεται λεπτή μπροστά στην πραγματικότητά της. Το να μιλάμε γι’ αυτό καν είναι να διακινδυνεύουμε το λάθος να το κάνουμε να φανεί σαν μακρινός προορισμός, σαν κορυφή που πρέπει να σκαρφαλωθεί μετά από μακρά ανάβαση. Αλλά είναι πιο κοντά από την ανάσα. Είναι η σιωπή μέσα στην ίδια την ανάσα.

II. Η Επιφάνεια και το Βάθος

Εκείνος που στοχάζεται τη φύση της ανθρώπινης εμπειρίας αρχίζει να παρατηρεί ένα περίεργο πράγμα: ότι όλα τα δράματα της ζωής — όλες οι αγάπες και οι απώλειες, οι θρίαμβοι και οι ταπεινώσεις, ολόκληρο το μεγαλειώδες θέαμα της ενσαρκωμένης ύπαρξης — συμβαίνουν, κατά κάποιο τρόπο, σε μια κοσμική επιφάνεια. Όπως σχέδια του ανέμου πάνω σε μια απέραντη και αβυσσαλέα λίμνη, κυματίζουν και χορεύουν και πιάνουν το φως, και δεν στερούνται ομορφιάς. Αλλά δεν φτάνουν στον πυθμένα. Δεν ενοχλούν αυτό που αναπαύεται στα βάθη.

Ο αναζητητής, απορροφημένος για χρόνια στην αναζήτηση νοήματος, συσσωρεύει εμπειρίες όπως ο ταξιδιώτης συσσωρεύει δρόμους. Ζωή μετά ζωή, κόσμος μετά κόσμο — η ψυχή περνά μέσα από τοπία χαράς και θλίψης, γνώσης και άγνοιας. Κι όμως κάτι παραμένει άθιχτο. Κάτι στο ίδιο το κέντρο της ύπαρξης παρακολουθεί τα ταξίδια χωρίς να έχει κινηθεί. Δεν είναι αδιάφορο με την ψυχρή έννοια — δεν στερείται φροντίδας — αλλά είναι ακίνητο, όπως τα βάθη του ωκεανού είναι ακίνητα από τις καταιγίδες που αναταράζουν την επιφάνειά του σε αφρό. Οι καταιγίδες είναι πραγματικές. Ο αφρός είναι πραγματικός. Και το βάθος είναι ακόμα πιο πραγματικό.

Αυτή είναι μια αλήθεια που χτυπά τον στοχαστή με τη δύναμη της αποκάλυψης: ότι τίποτα από όλα αυτά — ούτε οι συσσωρευμένες ζωές, ούτε οι εκλεπτυσμένες φιλοσοφίες, ούτε οι δύσκολα κερδισμένες αρετές, ούτε καν οι πιο υψηλές πνευματικές εμπειρίες — προσθέτουν τίποτα σε αυτό που κανείς ήδη, αιώνια είναι. Ούτε καμία αποτυχία, καμία αμαρτία, καμία λήθη αφαιρούν από αυτό. Το Πραγματικό δεν βελτιώνεται από την αγιότητα ούτε μειώνεται από το λάθος. Στέκεται πίσω και από τα δύο, όπως ο ουρανός στέκεται πίσω από το σύννεφο που το κρύβει για λίγο και τον ήλιο που το φωτίζει για λίγο, ούτε ευγνώμων για το ένα ούτε μειωμένος από το άλλο.

Αυτό που η ξύπνια ψυχή αργά αναγνωρίζει είναι ότι ολόκληρη η επιχείρηση του γίγνεσθαι — του να αγωνίζεται να αποκτήσει, να πετύχει, να καθαρίσει, να τελειοποιήσει ή να υπερβεί — στηρίζεται σε μία μεγαλειώδη παρεξήγηση. Είναι η παρεξήγηση του κύματος που πιστεύει ότι πρέπει να κοπιάσει για να γίνει νερό.

III. Η Παύση που Δεν Είναι Κάποια Πράξη

Και έτσι ανακύπτει το ερώτημα, ήσυχα, στην στοχαστική καρδιά: αν ήδη είμαστε αυτό που αναζητούμε, τότε τι χρειάζεται; Η απάντηση έρχεται όχι σαν κεραυνός αλλά σαν ψίθυρος, μόλις διακριτός από την ίδια τη σιωπή: τίποτα δεν χρειάζεται. Ή πιο ακριβώς — η παύση όλων όσων είναι περιττά δεν είναι η ίδια μια πράξη. Είναι η πιο φυσική κίνηση που μπορεί να φανταστεί κανείς, όπως το ξεσφίξιμο μιας γροθιάς που ποτέ δεν χρειάστηκε να είναι σφιγμένη.

Όλες οι παραδόσεις, όλα τα μονοπάτια, όλες οι τεράστιες βιβλιοθήκες ιερών διδασκαλιών που η ανθρωπότητα έχει παράγει στην μακριά πνευματική της ιστορία δείχνουν, τελικά, προς αυτό: όχι μια πρόσθεση αλλά μια αφαίρεση, και ούτε καν πραγματική αφαίρεση — μόνο η αναγνώριση ότι αυτό που νομιζόταν ότι κρατιόταν δεν είχε ποτέ πραγματικά συλληφθεί. Ο μυστικιστής δεν αποκτά το Απόλυτο. Ο μυστικιστής απελευθερώνει την ψευδαίσθηση ότι είναι χωριστός από αυτό. Και αυτή η απελευθέρωση δεν είναι τεχνική. Δεν μπορεί να προγραμματιστεί ούτε να σχεδιαστεί. Είναι αυτό που απομένει όταν κάθε τεχνική εξαντληθεί και σιωπήσει.

Υπάρχει μια ποιότητα ανάπαυσης για την οποία η συνηθισμένη γλώσσα δεν έχει κατάλληλο δοχείο. Δεν είναι η ανάπαυση της εξάντλησης, ούτε η ανάπαυση του ύπνου, ούτε καν η ανάπαυση της βαθιάς διαλογιστικής κατάστασης στις καλλιεργημένες μορφές της. Είναι μάλλον η ανάπαυση της αναγνώρισης — του να βλέπεις ξαφνικά ότι το τρέξιμο δεν ήταν ποτέ απαραίτητο, ότι το σπίτι που αναζητούσες μέσα από τόσες χώρες και κλίματα ήταν το ίδιο το έδαφος κάτω από τα πόδια σου καθ’ όλη τη διάρκεια του ταξιδιού. Όταν αυτό φανεί, όχι απλώς νοηθεί αλλά φανεί με τον τρόπο που βλέπεται το ηλιακό φως — άμεσα, χωρίς συμπέρασμα — η δραστηριότητα που συντηρούσε την αναζήτηση απλώς σταματά. Όχι μέσω μιας πράξης βούλησης. Μέσω της διάλυσης της προϋπόθεσης που έκανε την αναζήτηση να φαίνεται επείγουσα.

Λέγεται στα παλιά κείμενα ότι η φωτιά σβήνει όχι επειδή κάποιος την σβήνει, αλλά επειδή το καύσιμο καταναλώνεται. Η φλόγα του γίγνεσθαι καταναλώνει τον εαυτό της στο φως της αληθινής θέασης.

IV. Τα Πολλά Ονόματα μιας Μοναδικής Σιωπής

Αυτό που οι μυστικιστές διαφορετικών παραδόσεων έχουν χαρτογραφήσει, ο καθένας με τη δική του ιερή χαρτογραφία, είναι οι διάφορες επαρχίες αυτής της μοναδικής χώρας της ακινησίας. Όταν ο αρχαίος στοχαστής μιλά για την απόσυρση των αισθήσεων προς τα μέσα, περιγράφει την ίδια περιοχή που ο σοφός περιγράφει όταν μιλά για την υπέρβαση του διακριτικού νου, ή που ο οραματιστής περιγράφει όταν μιλά για τη διάλυση της έννοιας του εαυτού. Η γλώσσα διαφέρει, όπως διαφέρουν οι χάρτες του ίδιου βουνού ανάλογα με τη γωνία από την οποία σχεδιάζονται. Αλλά το βουνό είναι ένα.

Όταν η συνείδηση είναι προσανατολισμένη προς τον εξωτερικό κόσμο — προς τα ασταμάτητα ποτάμια των αισθήσεων, τις καταιγίδες της αντίληψης, τους χειμάρρους των αισθητηριακών πληροφοριών — η ησυχία αυτού του προσανατολισμού έχει ονομαστεί με πολλά ονόματα. Pratyahara στην σανσκριτική παράδοση, η ανάκληση των αισθήσεων στον χριστιανικό μυστικισμό, η στροφή προς τα μέσα στη νεοπλατωνική φιλοσοφία. Τα ονόματα διαφέρουν. Η χειρονομία είναι η ίδια: μια φυσική υποχώρηση από την περιφέρεια, όπως η παλίρροια τραβιέται από την ακτή όχι με προσπάθεια αλλά με την έλξη κάτι απέραντου και βαρυτικού.

Όταν η συνείδηση ταυτίζεται με τον σκεπτόμενο νου — αυτό το εξαιρετικό εργαλείο που κατηγοριοποιεί, υπολογίζει, συγκρίνει και οικοδομεί περίπλοκες αρχιτεκτονικές νοήματος — η ησυχία αυτής της ταύτισης έχει ονομαστεί υπέρβαση του διανοητικού, το σύννεφο της άγνοιας, το πέρα από τον νου, η μεγάλη σιωπή. Εδώ η γλώσσα γίνεται πιο τεταμένη, πιο όμορφη ακριβώς στην ανεπάρκειά της, διότι αυτό που περιγράφεται είναι η χαλάρωση του ίδιου του εργαλείου με το οποίο γίνεται συνήθως η περιγραφή. Ο νους που στοχάζεται το πέρα-από-τον-νου είναι σαν ένα μάτι που προσπαθεί να δει τον εαυτό του — και η λύση, όταν έρθει, δεν είναι το μάτι που τελικά καταφέρνει, αλλά η αναγνώριση ότι η όραση δεν ήταν ποτέ μόνο του ματιού.

Και όταν η συνείδηση είναι δεμένη πιο οικεία γύρω από την αίσθηση της προσωπικής αυτοσυνείδησης — γύρω από την αίσθηση της πεποίθησης ότι είναι μια ξεχωριστή, περιορισμένη οντότητα που πλοηγείται σε έναν ξένο κόσμο — η ησυχία αυτού του κόμπου έχει πάρει τα πιο φορτισμένα ονόματα απ’ όλα: θάνατος του εγώ, κένωση, fana, αυτο-μηδενισμός, το σύννεφο της λήθης. Σε κάθε παράδοση, αυτό μιλιέται με την πιο προσεκτική ευλάβεια, διότι εδώ αυτός που φαινόταν να είναι ο αναζητητής αποκαλύπτεται ως το τελευταίο εμπόδιο στην εύρεση. Ο αναζητητής διαλύεται μέσα στο αναζητούμενο. Το κύμα αναγνωρίζει τον εαυτό του ως ωκεανό. Και αυτό που απομένει δεν είναι κενότητα αλλά μια πληρότητα που δεν έχει άκρη.

Ωστόσο — και αυτό είναι αυτό που οι μεγαλύτεροι μυστικιστές πάντα επέμεναν — αυτά δεν είναι τρία ξεχωριστά γεγονότα, ούτε τρία στάδια ενός ταξιδιού που πρέπει να ολοκληρωθούν διαδοχικά. Είναι τρεις περιγραφές της ίδιας μοναδικής κίνησης, ιδωμένες από τρεις διαφορετικές οπτικές γωνίες. Η παύση είναι μία. Η σιωπή είναι μία. Η αναγνώριση είναι μία.

V. Η Χάρη του Αυτό που Δεν Απαιτεί Προσπάθεια

Υπάρχει ένα παράδοξο στην καρδιά κάθε αυθεντικής μυστικιστικής διδασκαλίας που έχει μπερδέψει γενιές ειλικρινών ασκητών: η ίδια η προσπάθεια να επιτευχθεί η ακινησία γίνεται το πρωταρχικό εμπόδιο στην ακινησία. Αυτός που αγωνίζεται σθεναρά για το Απόλυτο, με την ίδια την πράξη του αγώνα, ενισχύει την αίσθηση ότι είναι ένα ξεχωριστό εγώ που στέκεται χώρια και τεντώνεται προς το Απόλυτο. Το ίδιο το τέντωμα διαιωνίζει την απόσταση που επιδιώκει να διασχίσει.

Κι όμως — και το παράδοξο βαθαίνει εδώ — αυτό δεν είναι συμβουλή παθητικότητας ή απελπισίας. Διότι αυτό προς το οποίο γίνεται νύξη δεν είναι η εγκατάλειψη κάθε προσανατολισμού αλλά η ανακάλυψη μιας εντελώς διαφορετικής σχέσης με την ύπαρξη. Ο στοχαστής που κάθεται σε αληθινή ακινησία δεν κάνει τίποτα με την ασήμαντη έννοια. Αναπαύεται στην πιο θεμελιώδη πράξη που διατίθεται στη συνείδηση: στην πράξη του να είναι αυτό που είναι, χωρίς πρόσθεση ή αφαίρεση, χωρίς την ανήσυχη επικάλυψη του γίγνεσθαι.

Στον φυσικό κόσμο, αυτή η ποιότητα είναι ορατή παντού σε εκείνον που έχει μάτια να δει. Ο νυχτερινός ουρανός δεν αγωνίζεται να περιέχει τα αστέρια του. Το βουνό δεν κοπιάζει να είναι ακίνητο. Τα βαθιά μέρη του δάσους κρατούν τη σιωπή τους χωρίς τεχνική. Αυτά δεν είναι απλές μεταφορές — είναι, για το μάτι του μυστικιστή, διαφανή παράθυρα στην μία φύση που υποστηρίζει όλες τις φαινομενικές φύσεις, την μοναδική ακινησία που φορά το κοστούμι χιλίων μορφών χωρίς να αλλοιώνεται από καμία.

Ο μεγάλος άνεμος του πνεύματος πνέει όπου θέλει, όπως δηλώνει το αρχαίο κείμενο. Δεν μπορεί να διαταχθεί, μόνο να γίνει δεκτός. Δεν μπορεί να κατασκευαστεί, μόνο να αναγνωριστεί. Και όταν περνά μέσα από την ψυχή που έχει γίνει αρκετά ήσυχη για να τον νιώσει — όχι ήσυχη μέσω καταστολής, αλλά ήσυχη μέσω της φυσικής πτώσης του περιττού — αυτό που αναδύεται δεν είναι μια εμπειρία που μπορεί να προστεθεί στη συλλογή εμπειριών κάποιου. Είναι μάλλον η διάλυση του συλλέκτη και του συλλεγμένου μέσα στη μία επίγνωση που ήταν πάντα παρούσα, πάντα παρακολουθούσε, πάντα ήδη στο σπίτι.

VI. Η Επιστροφή που Δεν Ήταν Ποτέ Αναχώρηση

Τι, λοιπόν, φέρνει πίσω στον κόσμο των μορφών εκείνος που έχει αγγίξει αυτή την ακινησία; Το ίδιο το ερώτημα περιέχει μια λεπτή πλάνη, διότι δεν υπάρχει «φέρσιμο πίσω» από έναν τόπο που ποτέ δεν άφησες. Οι μορφές παραμένουν. Ο κόσμος συνεχίζει το φωτεινό, θλιβερό, όμορφο ξεδίπλωμά του. Το σώμα αναπνέει και ο νους σκέφτεται και η καρδιά κινείται ανταποκρινόμενη σε αυτό που συναντά. Κι όμως κάτι έχει αλλάξει μόνιμα — ή μάλλον, έχει μόνιμα διασαφηνιστεί. Αυτό που είχε λανθασμένα θεωρηθεί ως το όλον τώρα βλέπεται ως επιφάνεια. Αυτό που είχε λανθασμένα θεωρηθεί ως εμπόδιο τώρα βλέπεται ως έκθεση.

Οι καθημερινές δραστηριότητες της ζωής συνεχίζονται, αλλά δεν κινούνται πλέον από την απεγνωσμένη ενέργεια εκείνου που πιστεύει ότι πρέπει να πετύχει την δική του ολοκλήρωση μέσω αυτών. Ο καλλιτέχνης εξακολουθεί να ζωγραφίζει, ο γονιός εξακολουθεί να αγαπά, ο αναζητητής εξακολουθεί να διαβάζει τα παλιά ιερά κείμενα — αλλά αυτές οι πράξεις αναδύονται από την πληρότητα και όχι από την έλλειψη, από την υπερχείλιση της ύπαρξης και όχι από την πείνα του γίγνεσθαι. Υπάρχει μια ελαφρότητα σε αυτόν τον τρόπο ύπαρξης που δεν είναι επιπολαιότητα αλλά ελευθερία, η ελευθερία του κύματος που κινείται μέσα στον ωκεανό γνωρίζοντας τον εαυτό του ως την ίδια την κίνηση του ωκεανού.

Όλες οι παραδόσεις έχουν τα ονόματά τους για εκείνους που ζουν από αυτό το έδαφος. Ο jivan-mukta της ινδουιστικής παράδοσης, ο απελευθερωμένος ενώ ακόμα ενσαρκωμένος. Ο Μποντισάτβα του Μαχαγιάνα Βουδισμού, που κινείται μέσα στον κόσμο του πόνου χωρίς να αιχμαλωτίζεται από αυτόν. Το πρόσωπο του Ταό, του οποίου οι πράξεις αναδύονται από το μη-κάνοντας που παραδόξως επιτυγχάνει τα πάντα. Ο χριστιανός μυστικιστής που, έχοντας χάσει τον εαυτό στον Θεό, βρίσκει όλα τα πράγματα αποκαταστημένα μέσα σε εκείνη την απώλεια. Αυτοί δεν είναι μυθικά πρόσωπα αλλά ζώσες δυνατότητες — χάρτες σχεδιασμένοι όχι φανταστικών εδαφών αλλά του πραγματικού τοπίου του ξύπνιου ανθρώπινου είναι.

VII. Η Σιωπή που Μιλά

Και έτσι επιστρέφουμε, στο τέλος όλου αυτού του λόγου, στο ένα πράγμα που δεν μπορεί να ειπωθεί — κι όμως προς το οποίο κάθε αυθεντικός λόγος, κάθε γνήσια προσευχή, κάθε πραγματική ποίηση, κάθε ειλικρινής φιλοσοφία έχει πάντα τεντωθεί σαν χέρι που απλώνεται στο σκοτάδι, τρέμοντας από ελπίδα και δέος.

Το Απόλυτο δεν χρειάζεται την αναγνώριση της ψυχής για να είναι αυτό που είναι. Ο ωκεανός δεν ολοκληρώνεται από την επιστροφή του κύματος. Αλλά κάτι στο μυστήριο της συνείδησης — κάτι στο ανεξήγητο γεγονός ότι η ύπαρξη είναι ενήγρυπνη για τον εαυτό της, ότι το σύμπαν ανοίγει τα μάτια του σε ανθρώπινη μορφή και απορεί με τα δικά του βάθη — υποδηλώνει ότι αυτή η αναγνώριση δεν είναι χωρίς νόημα. Ότι η στιγμή που το ξεχωριστό εγώ βλέπει μέσα από την φαινομενική του ξεχωριστότητα, και το κύμα αναγνωρίζει τον ωκεανό σε μια χειρονομία αγάπης και παράδοσης, είναι μια στιγμή γνήσιου νοήματος στον απέραντο, αβίαστο ονειρικό κόσμο του Πραγματικού.

Σε όσους διαβάζουν αυτά τα λόγια σε κατάσταση ανήσυχης αναζήτησης, η πρόσκληση δεν είναι να πιστέψουν, ούτε να αγωνιστούν, ούτε να υιοθετήσουν μια νέα τεχνική ή ένα νέο πλαίσιο. Η πρόσκληση είναι μόνο να σταματήσουν — να επιτρέψουν, έστω και για μια μόνη ανάσα, η ασταμάτητη μπροστινή κίνηση του γίγνεσθαι να ησυχάσει. Να αναπαυθούν στο διάστημα ανάμεσα σε μια σκέψη και την επόμενη, ανάμεσα σε μια ανάσα και την επόμενη, ανάμεσα σε μια στιγμή αυτο-επιβεβαίωσης και την επόμενη.

Σε εκείνη την παύση, όσο σύντομη κι αν είναι — σε εκείνο το απεριόριστα μικρό κενό όπου ο θόρυβος της συνηθισμένης συνείδησης στιγμιαία υποχωρεί — κάτι είναι ήδη παρόν. Κάτι που ήταν πάντα παρόν. Απέραντο σαν τον ουρανό. Ακίνητο σαν τα βάθη ατάραχου νερού. Σιωπηλό σαν τον χώρο μέσα στον οποίο αναδύεται κάθε ήχος και στον οποίο κάθε ήχος επιστρέφει.

Δεν ζητά να βρεθεί. Είναι ήδη εδώ, το έδαφος κάτω από κάθε βήμα, ο μάρτυρας πίσω από κάθε βλέμμα, η σιωπή μέσα στην οποία κάθε λέξη — ακόμα και αυτή η λέξη, ακόμα και η τελευταία λέξη — διαλύεται σαν ανάσα σε χειμωνιάτικο αέρα, αφήνοντας μόνο την μία αρχαία, ανεξάντλητη ακινησία που ποτέ δεν γεννήθηκε και ποτέ δεν θα πάψει.

Αυτή η ακινησία είναι αυτό που είσαι.

Έτσι ήταν πάντα.

4. Εδώ και Τώρα: Το Ακίνητο Έδαφος των Πάντων

Μια περισυλλογή για την αιωνιότητα που κρύβεται μέσα στην απλή, καθημερινή στιγμή

Ι: Η ΣΤΙΓΜΗ ΠΟΥ ΔΕΝ ΠΕΡΝΑΕΙ

Κάτι δεν κινείται. Κάτω από την παρέλαση των πρωινών και των βραδινών, κάτω από τη συσσώρευση ονομάτων και απωλειών, κάτω από την ασταμάτητη περιστροφή της σκέψης πάνω στη σκέψη — κάτι παραμένει τέλεια, σχεδόν τρομακτικά, ακίνητο. Δεν είναι μια ακινησία που επιτυγχάνεται με προσπάθεια, δεν είναι η ησυχία του διαλογισμού που κερδήθηκε επιτέλους μετά από αγώνα. Είναι προγενέστερο από όλα αυτά. Ήταν εδώ πριν από την πρώτη ανάσα. Θα είναι εδώ αφού η τελευταία λέξη σβήσει στον αέρα όποιου δωματίου κι αν βρίσκεστε.

Η βροχή πέφτει τώρα στο παράθυρο. Ο ήχος είναι συγκεκριμένος, άμεσος, μη γενικεύσιμος — αυτή η βροχή, αυτή η στιγμή, αυτή η ελαφριά ψυχρότητα στον αέρα που φέρει τη μυρωδιά του βρεγμένου λιθόστρωτου. Κι όμως κάτι μέσα σας που δέχεται τη βροχή δεν βρέχεται το ίδιο. Κάτι μαρτυρεί το πέρασμα χωρίς να περνάει. Το έχετε πάντα γνωρίσει αυτό, ίσως όχι με λόγια. Το τσάι κρυώνει στο φλιτζάνι. Ο χρόνος κινείται μέσα στο δωμάτιο. Εσείς παραμένετε, εδώ, τώρα, παρατηρώντας.

Δεν πρόκειται για μυστικισμό ως απόδραση. Είναι μυστικισμός ως άφιξη — ως η αναγνώριση ότι δεν έχετε βρεθεί ποτέ πουθενά αλλού παρά μόνο εδώ, δεν έχετε υπάρξει ποτέ σε καμία άλλη στιγμή παρά μόνο σε αυτήν. Το παρελθόν είναι μνήμη που αναδύεται τώρα. Το μέλλον είναι προσδοκία που αναδύεται τώρα. Κάθε εικόνα που το μυαλό έχει παράγει ποτέ — δόξα ή θλίψη, μακρινό βουνό ή παιδική κουζίνα — έχει αναδυθεί μέσα στο φωτεινό δοχείο αυτής της μοναδικής, ανεπανάληπτης, ανεξάντλητης παρούσας στιγμής.

Το Εδώ και Τώρα δεν είναι ένα σημείο στον χρόνο. Είναι το έδαφος μέσα στο οποίο εμφανίζεται κάθε χρόνος.

II: ΕΙΚΟΝΕΣ ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΑΜΕΤΑΒΛΗΤΟ

Σκεφτείτε το φως που μπαίνει από ένα παράθυρο στο τέλος του απογεύματος — εκείνο το ιδιαίτερο χρυσό, τον τρόπο που κινείται στο πάτωμα καθώς περνούν τα λεπτά, τη σκόνη που φωτίζει στην αργή του πλεύση. Το φως αλλάζει. Η γωνία μετατοπίζεται. Το δωμάτιο σκοτεινιάζει. Αλλά ο χώρος μέσα στον οποίο συμβαίνουν όλα αυτά — το ίδιο το δωμάτιο, πριν από τα έπιπλα, πριν από τη λειτουργία — δέχεται κάθε αλλαγή χωρίς να γίνεται καμία από αυτές.

Είστε κάτι σαν εκείνο τον χώρο. Όχι οι σκέψεις — οι σκέψεις είναι σαν το φως, ζωντανές και κινητικές. Όχι τα συναισθήματα — τα συναισθήματα ανεβαίνουν και διαλύονται σαν ο καιρός, σαν η θλίψη που ήρθε το περασμένο φθινόπωρο και κάθισε στο στήθος για εβδομάδες πριν σηκωθεί, ανεξήγητα, μια συνηθισμένη Τρίτη, όταν άνοιξε μια πόρτα και μπήκε η μυρωδιά του ψωμιού στο διάδρομο. Ούτε καν το σώμα, που γερνάει και αλλάζει και κουβαλάει τις ουλές του ως μαρτυρία του χρόνου. Είστε αυτός μέσα στην παρουσία του οποίου συμβαίνουν όλα αυτά. Ο μάρτυρας που δεν μπορεί ο ίδιος να μαρτυρηθεί, η γνώση που δεν μπορεί να γνωσθεί από έξω.

Και αυτό — εδώ είναι το παράδοξο που αρνείται να τακτοποιηθεί — αυτό το αμετάβλητο μαρτυρικό δεν είναι ξεχωριστό από την αλλαγή. Δεν παρατηρεί από μια ψυχρή απόσταση. Είναι οικείο με κάθε αίσθηση, διαποτισμένο με την εμπειρία, πλήρως παρόν στη ζεστασιά του ήλιου στο δέρμα και στον ιδιαίτερο πόνο της μουσικής που φέρνει στην επιφάνεια ένα συναίσθημα που δεν έχετε καταφέρει ποτέ να ονομάσετε. Το αμετάβλητο δεν είναι μακριά από τη ζωή. Είναι το ίδιο το βάθος της ζωής. Η ακινησία στο κέντρο της κίνησης, η σιωπή μέσα σε κάθε ήχο.

Μόνο οι εικόνες αλλάζουν. Αυτό που είστε δεν αλλάζει.

III: Η ΑΠΕΡΑΝΤΟΣΥΝΗ ΤΗΣ ΑΝΤΙΛΗΨΗΣ

Υπάρχει μια ποιότητα στην ανοιχτή αντίληψη που είναι δύσκολο να περιγραφεί χωρίς να κλείσει αμέσως σε έννοια. Αλλά προσέξτε, για μια στιγμή, το ίδιο το πεδίο της συνειδητότητας παρά τα περιεχόμενά του. Μην προσπαθήσετε να το αδειάσετε — αυτό είναι άλλο ένα άρπαγμα, άλλο ένα σχέδιο. Απλώς παρατηρήστε ότι η συνειδητότητα είναι ήδη εδώ, ήδη ανοιχτή, ήδη δέχεται. Ο ήχος ό,τι κι αν ακούγεται — κίνηση αυτοκινήτων, κελαηδίσματα, το βουητό μιας μηχανής — δεν χρειάζεται να προσκληθεί. Απλώς αναδύεται. Οι σωματικές αισθήσεις — ζεστασιά, βάρος, η ελαφριά ένταση στους ώμους — είναι ήδη παρούσες χωρίς προσπάθεια.

Αυτή η ανοιχτότητα δεν κερδίζεται. Είναι η αρχική κατάσταση. Πριν από την προτίμηση, πριν από την κρίση, πριν από την ονοματοποίηση των πραγμάτων στις κατηγορίες του ευπρόσδεκτου και του ανεπιθύμητου — υπάρχει καθαρή υποδοχή. Ένα λουλούδι δεν σημαίνει τίποτα πριν ονομαστεί. Είναι απλώς χρώμα και σχήμα και άρωμα που προσφέρονται σε ένα πεδίο συνειδητότητας που δεν έχει άκρη, δεν έχει τοίχο, δεν έχει σημείο όπου λέει: εδώ τελειώνω εγώ, εκεί αρχίζει ο κόσμος. Η αντίληψη στην πρωταρχική της κατάσταση είναι απέραντη. Δεν έχει ορίζοντα.

Μας έχουν διδάξει να πιστεύουμε ότι η συνείδηση είναι μια μικρή λάμπα που μεταφέρεται μέσα από έναν σκοτεινό κόσμο. Αλλά τι θα γινόταν αν ήταν το αντίθετο; Τι θα γινόταν αν η συνείδηση είναι το πεδίο — τεράστιο, προγενέστερο, ήδη παντού — και ο κόσμος είναι αυτό που αναδύεται μέσα του; Δεν πρόκειται για μια πεποίθηση που πρέπει να υιοθετήσετε. Είναι μια πρόσκληση να κοιτάξετε. Αυτή τη στιγμή. Εδώ. Πριν από την ερμηνεία. Ποιο είναι το μέγεθος του χώρου μέσα στον οποίο συμβαίνει αυτή η στιγμή;

Δεν γεννηθήκατε μέσα στον κόσμο. Ο κόσμος αναδύεται μέσα σε αυτό που είστε.

IV: Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΟΡΙΑ

Η ελευθερία συνήθως νοείται ως η ικανότητα να πάμε αλλού — να αφήσουμε αυτή την πόλη, να ξεφύγουμε από αυτή την κατάσταση, να γίνουμε άλλοι από αυτό που είμαστε τώρα. Αλλά υπάρχει μια ελευθερία πιο θεμελιώδης από την κίνηση, πιο ριζική από την αλλαγή σκηνικού. Είναι η ελευθερία που ανήκει στο ίδιο το Εδώ και Τώρα: το γεγονός ότι αυτή η στιγμή, ακριβώς όπως είναι, δεν ήταν ποτέ φυλακισμένη. Η βροχή, η σιωπή, ο πόνος στη μέση, το αναπάντητο ερώτημα που επιστρέφει κάθε πρωί — κανένα από αυτά δεν είναι φυλακή. Είναι απλώς αυτό που εμφανίζεται. Και αυτό που εμφανίζεται δεν δένει αυτό που το αντιλαμβάνεται.

Σκεφτείτε τον τρόπο που η μουσική κινείται μέσα σε ένα δωμάτιο. Το δωμάτιο δεν αντιστέκεται στη μουσική. Δεν την κουβαλάει μπροστά στο επόμενο δωμάτιο, αρπάζοντάς την. Όταν τελειώσει η τελευταία νότα, το δωμάτιο είναι όπως ήταν — ανοιχτό, άθικτο, έτοιμο. Αυτή είναι ένα είδος ελευθερίας τόσο ολικής που δεν μπορεί να αναζητηθεί, μόνο να αναγνωριστεί. Είστε ήδη ελεύθεροι. Όχι ελεύθεροι με την έννοια ότι δεν έχετε δυσκολίες ή θλίψη — η θλίψη είναι πραγματική, η δυσκολία είναι πραγματική — αλλά ελεύθεροι με την έννοια ότι ακόμα και η θλίψη αναδύεται μέσα σε κάτι που δεν είναι θλιμμένο. Ακόμα και η πιο εσωτερική αγωνία συμβαίνει μέσα σε ένα πεδίο που είναι ευρύτερο από την αγωνία.

Όπου κι αν πάτε, παίρνετε αυτό μαζί σας. Όχι ως αποσκευή — ως έδαφος. Ο ταξιδιώτης που διασχίζει μια ήπειρο, το άτομο που δεν έχει βγει από το δωμάτιό του για εβδομάδες, αυτός που στέκεται στο παράθυρο και βλέπει τον δρόμο κάτω νωρίς το πρωί στη σιωπή — όλοι είναι εξίσου και απόλυτα εδώ. Εξίσου και απόλυτα τώρα. Ο προορισμός δεν φτάνει ποτέ γιατί ήδη ήσασταν εκεί. Πάντα ήσασταν εκεί.

Το να είσαι εδώ δεν είναι περιορισμός. Είναι η μόνη δυνατή πληρότητα.

V: Η ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ ΠΟΥ ΔΙΑΡΚΕΙ ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΑΛΛΑΓΕΣ

Η αιωνιότητα δεν είναι ο χρόνος που επεκτείνεται στο άπειρο. Αυτό είναι απλώς χρόνος που έγινε πολύ μακρύς — μια εξαντλητική εικόνα, ένας διάδρομος χωρίς τέλος. Η αιωνιότητα, στην αληθινή της έννοια, είναι η απουσία της απαίτησης του χρόνου. Δεν είναι ότι αυτή η στιγμή θα διαρκέσει για πάντα, αλλά ότι αυτή η στιγμή είναι πλήρης. Τίποτα δεν λείπει από αυτήν. Η βροχή δεν χρειάζεται να σταματήσει για να είναι ολόκληρη η στιγμή. Η θλίψη δεν χρειάζεται να λυθεί. Το αναπάντητο ερώτημα δεν χρειάζεται την απάντησή του πριν η παρούσα στιγμή μπορέσει να κατοικηθεί πλήρως. Είναι ήδη ολόκληρη. Πάντα ήταν ολόκληρη.

Από την ίδια την αρχή — και υπάρχει μια αίσθηση κατά την οποία δεν υπάρχει αρχή, ή μάλλον ότι η αρχή είναι πάντα τώρα — ήμασταν εδώ. Όχι όπως θυμόμαστε ότι ήμασταν εδώ, σε κάποιο ανακατασκευασμένο παρελθόντα εαυτό που μοιάζει όλο και περισσότερο με χαρακτήρα σε μια ιστορία. Αλλά ως καθαρή παρουσία. Το βρέφος δεν σκέφτεται: Είμαι εδώ, τώρα, παρόν. Το βρέφος απλώς είναι — ανοιχτό, δεκτικό, αδιαίρετο. Κάτι μέσα μας δεν έφυγε ποτέ από εκεί. Κάτι μέσα μας είναι ακόμα εκείνο.

Αυτό που αλλάζει, αυτό που πάντα άλλαζε, είναι οι εικόνες: το πρόσωπο που εμφανίζεται και εξαφανίζεται, η εποχή, η φιλοσοφία, η χώρα της υπηκοότητας του σώματος, η μουσική που ήταν τα πάντα στα είκοσι τρία και τώρα ακούγεται σαν νοσταλγία και τρυφερότητα μαζί. Εικόνες πάνω σε εικόνες, καθεμία ζωντανή, καθεμία πραγματική στη στιγμή της, καθεμία αναδύεται από και διαλύεται πίσω στην ανεξάντλητη πηγή αυτού του απλού, εξαιρετικού γεγονότος: ότι υπάρχει συνειδητότητα, εδώ, τώρα, εν πάση περιπτώσει.

Πριν από την πρώτη εικόνα, υπήρχατε. Μετά την τελευταία εικόνα, υπάρχετε. Ανάμεσά τους — αυτό.

VI: ΤΟ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟ ΩΣ ΙΕΡΟ

Υπάρχει ένα λουλούδι πάνω στο τραπέζι — μικρό, ελαφρώς μαραμένο στις άκρες των πετάλων του, δέχεται το απογευματινό φως χωρίς να ξέρει ότι δέχεται κάτι. Δεν επιτελεί την ομορφιά του. Δεν ξέρει ότι το κοιτάζουν. Και σε αυτό — στην απόλυτη ασυνειδησία του εαυτού του, στην απόλυτη παρουσία του στο ίδιο του το είναι — είναι κάτι πολύ κοντά σε αυτό που προσπαθούμε να περιγράψουμε όλη αυτή την ώρα. Καθαρή ύπαρξη. Το λουλούδι δεν είναι κάπου αλλού. Δεν σκέφτεται για αύριο. Είναι εδώ, τώρα, όντας ακριβώς και πλήρως αυτό που είναι.

Η καθημερινή στιγμή, όταν την προσέξουμε με επαρκή ακινησία, αποκαλύπτεται ως συγκλονιστική. Όχι επειδή κάτι εξαιρετικό κρύβεται πίσω της, περιμένοντας να ανακαλυφθεί από τους πνευματικά προχωρημένους. Αλλά επειδή το ίδιο το καθημερινό, όταν συναντιέται χωρίς την συνηθισμένη πανοπλία της απροσεξίας, είναι ήδη συγκλονιστικό. Το φλιτζάνι του τσαγιού. Ο ήχος κάποιου στην κουζίνα. Η ιδιαίτερη ποιότητα μιας Τρίτης στη μέση μιας ζωής που δεν είναι ιδιαίτερα ευτυχισμένη ούτε ιδιαίτερα λυπημένη, αλλά είναι, αναμφισβήτητα, ζωντανή.

Εδώ φτάνουν όλα: όχι στο τέλος ενός μακρύ πνευματικού ταξιδιού, όχι σε μια κατάσταση που επιφυλάσσεται για τους συγκεντρωμένους και τους αφοσιωμένους, αλλά εδώ. Στο σώμα. Στην ανάσα. Στην ασήμαντη Τρίτη. Το ιερό δεν είναι αλλού. Ποτέ δεν ήταν. Είναι η διάσταση του βάθους όποιας στιγμής τυχαίνει να κατοικείτε — και δεν έχετε κατοικήσει ποτέ παρά μόνο αυτήν.

Η καθημερινή στιγμή είναι ήδη πλήρης. Η καθημερινή στιγμή είναι ήδη ιερή. Δεν χρειάζεται τίποτα να προστεθεί. Και εσείς — ήδη εδώ, ήδη τώρα — είστε ήδη αυτό.

Κεφάλαιο I · Το Ερώτημα στο Κατώφλι

I. Η Τρεμουλιαστή Σιωπή

Υπάρχει ένας τόπος μέσα στην ανθρώπινη ψυχή όπου όλα τα ερωτήματα συγκλίνουν σε μια μοναδική, τρεμουλιαστή σιωπή. Δεν είναι η σιωπή του κενού, αλλά της πληρότητας — της πληρότητας εκείνου που στέκεται στο χείλος ενός τεράστιου και φωτεινού μυστηρίου, αβέβαιος αν πρέπει να προχωρήσει μπροστά ή να υποχωρήσει στο οικείο σκοτάδι της σύγχυσης. Ακριβώς από αυτό το κατώφλι φώναξε ο Αρτζούνα στον Κύριο Σρι Κρίσνα στο πεδίο του Κουρουκσέτρα:

«Γιατί με συμβουλεύεις να εμπλακώ σε αυτόν τον τρομερό αγώνα,
αν η Σοφία υψώνεται πάνω από την πράξη;»
— Αρτζούνα, στο Κουρουκσέτρα

Το ερώτημα, στην επιφάνειά του, φαίνεται ως το δίλημμα ενός πολεμιστή. Όμως κάτω από την θωρακισμένη του επιδερμίδα, είναι το αρχαιότερο ερώτημα που το ανθρώπινο πνεύμα έχει θέσει ποτέ στο Θείο: Πώς πρέπει να ζήσω; Πώς πρέπει να δράσω; Πού βρίσκεται η γέφυρα ανάμεσα σε αυτό που γνωρίζω στα βάθη της ψυχής μου και σε αυτό που καλούμαι να κάνω στο θέατρο αυτού του παροδικού κόσμου;

Εκείνοι που έχουν σταθεί σε τέτοιες διασταυρώσεις γνωρίζουν ότι η σύγχυση που περιγράφει ο Αρτζούνα δεν είναι απλή διανοητική απορία. Είναι ο ιερός ίλιγγος που κυριεύει την ψυχή όταν αρχίζει να αντικρίζει κάτι τεράστιο — όταν το συνηθισμένο φως του λόγου ξαφνικά φαίνεται ανεπαρκές να φωτίσει το απέραντο σπήλαιο της ύπαρξης που χάσκει μπροστά του. Η απορία δεν είναι σημάδι αποτυχίας αλλά αφύπνισης· όχι αδυναμίας, αλλά του πρώτου, διστακτικού ανοίγματος ενός εσωτερικού οφθαλμού.

Η απορία είναι σημάδι όχι αποτυχίας αλλά αφύπνισης — το πρώτο, διστακτικό άνοιγμα ενός εσωτερικού οφθαλμού που επί μακρόν παρέμενε σφραγισμένος.

Και έτσι ο Θείος απάντησε — όχι με μια απλή εντολή, όχι με ένα τακτοποιημένο λογικό συλλογισμό, αλλά με μια διδασκαλία τόσο πολυεπίπεδη και άπειρη όσο το σύμπαν που επιδίωκε να περιγράψει. Αυτό που αναδύθηκε από εκείνο τον ιερό διάλογο, διατηρημένο ανά τους αιώνες στους φωτεινούς στίχους της Μπαγκαβάτ Γκίτα, δεν ήταν τίποτα λιγότερο από έναν πλήρη χάρτη του ταξιδιού της ψυχής μέσα από τη δράση προς την απελευθέρωση: την οδό της Κάρμα-Γιόγκα.

II. Οι Δύο Οδοί και το Παράδοξο της Ηρεμίας

Ο Κύριος Σρι Κρίσνα μιλά για μια δυαδική οδό: την Οδό της Σοφίας για όσους διαλογίζονται, και την Οδό της Δράσης για όσους εργάζονται. Ωστόσο, από την αρχή κιόλας, η διδασκαλία ανατρέπει την άνετη διαίρεση που ο νους θα ήθελε να υψώσει ανάμεσα σε αυτούς τους δύο δρόμους. Δεν είναι, στην πραγματικότητα, αποκλίνουσες. Είναι δύο ποταμοί που ρέουν από το ίδιο βουνό, τρεφόμενοι από την ίδια αόρατη πηγή, προορισμένοι να διαλυθούν στην ίδια απέραντη θάλασσα.

Διότι κανένα ανθρώπινο ον — όσο άγιο κι αν είναι, όσο βαθιά βυθισμένο κι αν είναι στη στοχαστική περισυλλογή — δεν μπορεί πραγματικά να παραμείνει αδρανές. Αυτό είναι ένα από τα μεγάλα μυστικά παράδοξα στην καρδιά της Κάρμα-Γιόγκα, και αξίζει να κρατηθεί στο νου σαν ένα αναμμένο κάρβουνο, να γίνει αισθητό παρά απλά να γίνει κατανοητό. Ακόμα και στην ακινησία, το σώμα αναπνέει. Ακόμα και στη σιωπή, ο νους κινείται. Οι ίδιες οι Ποιότητες της Φύσης — αυτές οι τρεις μεγάλες κοσμικές δυνάμεις, τάμας, ράτζας και σάττβα — κινούνται μέσα από κάθε ζωντανό ον όπως ο άνεμος μέσα από τα κλαδιά ενός δέντρου, ζωοποιώντας, παρακινώντας, διαμορφώνοντας. Το να ισχυρίζεται κανείς πλήρη αδράνεια είναι, σύμφωνα με τη διδασκαλία του Κρίσνα, ένα είδος αυτο-εξαπάτησης: μια πνευματική μάσκα που φοριέται πάνω σε ένα πρόσωπο που εξακολουθεί να είναι βαθιά εμπλεγμένο με τον κόσμο των αισθήσεων.

Η ψυχή που κάθεται ακίνητη ενώ ο νους της κρυφά γλεντά με τα αντικείμενα των αισθήσεων περιγράφεται με εκπληκτική ειλικρίνεια ως υποκριτής — όχι ως αναζητητής, όχι ως μυστικιστής — διότι η εμφάνιση της αποκοπής κρύβει μια συνεχιζόμενη προσκόλληση στον ίδιο τον κόσμο που ισχυρίζεται ότι έχει εγκαταλείψει. Σε αυτό, η Γκίτα κόβει μέσα από την εύκολη ρομαντική φαντασία της υπερβατικότητας με την ακρίβεια ενός ξίφους φωτός.

Η αληθινή αποκοπή δεν είναι η αποκοπή από τη δράση αλλά από τους καρπούς της δράσης. Δεν είναι η ακινητοποίηση των χεριών αλλά η ακινητοποίηση της πείνας μέσα μας.

Εκείνη η σταθερή, ανήσυχη όρεξη για αποτελέσματα, για αναγνώριση, για ανταμοιβή, για την ικανοποίηση του προσωπικού εαυτού — αυτό είναι που πρέπει να παραδοθεί. Αυτό είναι η κόψη του ξυραφιού πάνω στην οποία βαδίζει η Κάρμα-Γιόγκα, και απαιτεί ένα είδος θάρρους που υπερβαίνει το θάρρος του πεδίου της μάχης: το θάρρος να δράσει κανείς πλήρως, να δώσει ολοκληρωτικά, και κατόπιν να απελευθερώσει — απόλυτα, γαλήνια, σαν ένα πουλί που απελευθερώνει μια πνοή στον ανοιχτό ουρανό.

III. Η Θυσιαστική Φωτιά στην Καρδιά της Δημιουργίας

Ανάμεσα στα βαθύτερα μυστήρια που αποκαλύπτονται σε αυτό το κεφάλαιο είναι η διδασκαλία της θυσίας — γιαγκνά — ως η ίδια η αρχή πάνω στην οποία ιδρύεται το σύμπαν. Δεν πρόκειται για θυσία με την περιορισμένη έννοια του απλού τελετουργικού, ούτε με την ζοφερή έννοια της απώλειας ή του πόνου. Είναι θυσία ως η υπέρτατη δημιουργική πράξη, η πρωταρχική χειρονομία με την οποία το Απόλυτο δίνει τον εαυτό του στην πολλαπλότητα των μορφών, χύνοντας το άπειρο Είναι Του στα δοχεία του πεπερασμένου κόσμου.

Όταν ο Κρίσνα μιλά για τον Θεό που δημιουργεί όλα τα όντα μέσω της θυσίας του Εαυτού Του, αναδύεται μια τεράστια και φωτεινή εικόνα: το σύμπαν ως μια μοναδική, συνεχής πράξη θείας αυτοπροσφοράς. Τα αστέρια καίγονται στον εαυτό τους δίνοντας φως. Η βροχή παραδίδεται στη γη για να φέρει καρπούς. Η τροφή δίνεται στα σώματα που την τρώνε, και εκείνα τα σώματα, τρεφόμενα και συντηρούμενα, καλούνται με τη σειρά τους να δοθούν πίσω — μέσα από εργασία, μέσα από λατρεία, μέσα από τη συνειδητή προσφορά των πράξεών τους στον βωμό του ιερού.

Αυτός είναι ο περιστρεφόμενος τροχός για τον οποίο μιλά ο Κρίσνα — ένας μεγάλος, φωτεινός τροχός αμοιβαιότητας και αλληλεξάρτησης, που περιστρέφεται σε όλα τα επίπεδα της ύπαρξης, συνδέοντας το ορατό με το αόρατο, τον άνθρωπο με το θείο, το στιγμιαίο με το αιώνιο. Το να ζει κανείς σε αρμονία με αυτόν τον τροχό σημαίνει να συμμετέχει συνειδητά στη ζωή του σύμπαντος. Το να αρνηθεί κανείς — να κλείσει τον εαυτό του στο σφραγισμένο δωμάτιο του προσωπικού πόθου, παίρνοντας από το μεγάλο δίκτυο της ύπαρξης χωρίς να επιστρέφει — σημαίνει να γίνει αυτό που ο Κρίσνα αποκαλεί, με αμείλικτη ευθύτητα, ληστής: μια ψυχή που ζει σε πνευματικό χρέος, βαραίνοντας με το βάρος των μη δοσμένων δώρων.

Κάθε πράξη γνήσιας, ανιδιοτελούς υπηρεσίας — κάθε στιγμή εργασίας που γίνεται όχι για προσωπική προαγωγή αλλά για την ευημερία του όλου — είναι η ίδια μια θυσιαστική προσφορά, μια μικρή φλόγα που προστίθεται στη μεγάλη φωτιά που συντηρεί τον κόσμο.



Η κουζίνα και ο ναός γίνονται ένα. Η αγορά και η αίθουσα διαλογισμού αποκαλύπτονται ως δύο δωμάτια στο ίδιο ιερό σπίτι. Οι σοφοί καταναλώνουν αυτό που απομένει μετά τη θυσία — λαμβάνουν αυτό που έρχεται σε αυτούς ως η φυσική ανταπόδοση μιας ζωής δοσμένης στην υπηρεσία, αμόλυντης από άρπαγμα. Η τροφή τους, με κάθε έννοια, είναι καθαρή.

IV. Ο Καθρέφτης των Μεγάλων

Υπάρχει μια ποιότητα φωτός ιδιαίτερη σε ορισμένες ζωές — ζωές που βιώθηκαν με τέτοια ακεραιότητα, με τόσο διαφανή ευθυγράμμιση ανάμεσα στην εσωτερική γνώση και την εξωτερική δράση, ώστε να γίνονται, στην ουσία, καθρέφτες. Αυτό που αντανακλούν δεν είναι οι ίδιοι αλλά η αρχή που κινείται μέσα τους: το φως του Εαυτού, η ακτινοβολία του Απολύτου, δείχνοντας στους άλλους τι είναι δυνατό όταν μια ανθρώπινη ζωή δεν είναι πλέον διχασμένη εναντίον του εαυτού της.

Ο Κύριος Κρίσνα μιλά για τον Βασιλιά Τζανάκα, που πέτυχε την τελειότητα μόνο μέσα από τη δράση — όχι μέσα από την απόσυρση από τον κόσμο, αλλά μέσα από μια ολική μεταμόρφωση της σχέσης του μαζί του. Και μιλά για τον εαυτό Του: ακόμα και το Θείο, ενσαρκωμένο σε ανθρώπινη μορφή, συνεχίζει να δρα ακατάπαυστα — όχι από καταναγκασμό, όχι από πόθο, αλλά από καθαρή συμπονετική αναγκαιότητα. Αν ο Κύριος αποσυρόταν από τη δράση, το ανθρώπινο γένος θα σκόνταφτε. Ο κόσμος χρειάζεται τα μεγάλα του πρότυπα, όχι ως αντικείμενα λατρείας αλλά ως ζωντανές αποδείξεις του τι είναι ικανή να γίνει η ψυχή.

Υπάρχει κάτι ανέκφραστα τρυφερό σε αυτή την εικόνα: ο Κύριος όλων των κόσμων, που συνεχίζει να εργάζεται — όχι επειδή πρέπει, αλλά επειδή η αγάπη το απαιτεί. Επειδή τα παιδιά ακόμα μαθαίνουν. Επειδή το φως, όσο λαμπρά κι αν λάμπει σε ορισμένες καρδιές, δεν έχει φτάσει ακόμα σε κάθε γωνιά του απέραντου και πονεμένου σκότους της ανθρώπινης ασυνειδησίας.

Και έτσι οι σοφοί δρουν — όχι από προσκόλληση, όχι από την επιθυμία του εγώ για αναγνώριση, αλλά για την ευημερία του κόσμου. Αυτή είναι η φράση που η διδασκαλία τοποθετεί στο κέντρο της σαν πετράδι σε στέμμα: λοκασάνγκραχα — η συγκράτηση του κόσμου. Κάθε ανιδιοτελής πράξη είναι ένα νήμα σε αυτό το μεγάλο υφάδι. Κάθε θυσία προσωπικής άνεσης για ένα μεγαλύτερο καλό σφίγγει λίγο περισσότερο το ύφασμα της ανθρώπινης κοινότητας, το κάνει λίγο πιο δυνατό, λίγο πιο φωτεινό.

Η συμπόνια του μυστικιστή εκφράζεται όχι με κρίση αλλά με ήσυχο παράδειγμα — εκτελώντας τις δικές του πράξεις με το σωστό πνεύμα, αφήνοντας την σιωπηλή ευγλωττία μιας ζωής που βιώθηκε σωστά να πει αυτό που τα λόγια δεν μπορούν να πουν επαρκώς.

V. Η Διάλυση του Δρώντος

Στο ίδιο το κέντρο της διδασκαλίας της Κάρμα-Γιόγκα βρίσκεται η πιο ζαλιστική, η πιο απελευθερωτική και η πιο δύσκολη διαπίστωση απ’ όλες: η αναγνώριση ότι ο ατομικός εαυτός δεν είναι, στην τελική έννοια, ο δημιουργός των πράξεών του. Η δράση, αποκαλύπτει ο Κρίσνα, είναι προϊόν των Ποιοτήτων που είναι έμφυτες στη Φύση. Εκείνος που παρατηρεί, που μαρτυρεί, που είναι ενήμερος — εκείνος δεν δρα. Μόνο η αγνοούσα ψυχή, χαμένη στο λαβύρινθο του προσωπικού εγωισμού, δηλώνει με βεβαιότητα: «Εγώ είμαι ο δρών».

Αυτό δεν είναι συμβουλή παθητικότητας. Δεν προσκαλεί κανέναν να αποτινάξει την ευθύνη και να πλέει στη ζωή σαν φύλλο στο νερό, ισχυριζόμενος ότι η Φύση κάνει τα πάντα. Αυτή η παρερμηνεία καταρρέει στην ίδια την οκνηρία που η διδασκαλία έχει ήδη καταδικάσει. Αντίθετα, είναι πρόσκληση σε μια βαθιά και συνεχή μεταμόρφωση της ταυτότητας — μια σταδιακή, γεμάτη χάρη μετάβαση από την περιορισμένη κατοικία του προσωπικού εγώ στον απέραντο, φωτεινό χώρο του μαρτυρούντος Εαυτού.

Το να γνωρίζει κανείς τον εαυτό του ως μάρτυρα, ως κανάλι, ως όργανο — και όχι ως δημιουργό — σημαίνει να απελευθερωθεί από το δηλητηριώδες βάρος τόσο της υπερηφάνειας όσο και της ντροπής, τόσο της λαχτάρας όσο και της αποστροφής. Ο μεγάλος ποταμός δεν υπερηφανεύεται για την ομορφιά των όχθεών του· ο άνεμος δεν παίρνει τα εύσημα για την άνθιση των δέντρων που περνάει. Ωστόσο ο ποταμός ρέει, και ο άνεμος φυσά — πλήρως, ολοκληρωτικά, χωρίς επιφύλαξη.

«Παράδωσε τις πράξεις σου σ’ Εκείνον, με τη σκέψη συγκεντρωμένη στο Απόλυτο, απαλλαγμένος από εγωισμό και χωρίς προσδοκία ανταμοιβής.»
— Κύριος Σρι Κρίσνα, Μπαγκαβάτ Γκιτά III

Όταν ο Κρίσνα δίνει αυτή την εντολή στον Αρτζούνα, περιγράφει μια κατάσταση ύπαρξης προς την οποία έχουν δείξει οι μυστικιστές κάθε παράδοσης: την κατάσταση όπου ο ξεχωριστός εαυτός έχει γίνει διαφανής, σαν καθαρό παράθυρο μέσα από το οποίο το φως του Θείου χύνεται ελεύθερα, ζεσταίνοντας ό,τι αγγίζει, φωτίζοντας χωρίς παραμόρφωση.

Αυτή είναι η μυστική καρδιά της Κάρμα-Γιόγκα. Όχι μια τεχνική. Όχι μια μέθοδος. Μια μεταμόρφωση — τόσο ριζική, τόσο σιωπηλή και τόσο ολοκληρωτική όσο η μεταμόρφωση ενός σπόρου σε δέντρο.

VI. Ο Δράκος του Πόθου

Αλλά ανάμεσα στον αναζητητή και αυτή τη φωτεινή διάλυση στέκεται ένα μεγάλο εμπόδιο, τόσο αρχαίο όσο η πρώτη λησμοσύνη της ψυχής για τη δική της φύση. Ο Κρίσνα το ονομάζει χωρίς δισταγμό: πόθος — κάμα — γεννημένος από πάθος, αχόρταγος σαν φλόγα, τόσο συγκαλυπτικός όσο ο καπνός για τη φωτιά, τόσο σκοτεινός όσο η σκόνη για έναν γυαλισμένο καθρέφτη.

Η εικόνα είναι ακριβής και συντριπτική. Ο καπνός δεν καταστρέφει τη φωτιά· την κρύβει. Η σκόνη δεν καταστρέφει τον καθρέφτη· τον καλύπτει. Και ο πόθος δεν καταστρέφει τη σοφία της ψυχής· την σκεπάζει, την θολώνει, την καθιστά απρόσιτη κάτω από στρώματα πόθου και αποστροφής, ελπίδας και φόβου, έλξης και αποστροφής. Η ψυχή παραμένει αυτό που ήταν πάντα — καθαρή, φωτεινή, ελεύθερη — αλλά δεν μπορεί να γνωρίσει τον εαυτό της ως τέτοια όσο ο πόθος κρατάει τη διαστρεβλωτική του κουρτίνα στη θέση της.

Ο πόθος λειτουργεί, εξηγεί ο Κρίσνα, μέσα από τις αισθήσεις, το νου και τη λογική — διαφθείροντας κάθε επίπεδο του ανθρώπινου οργάνου, μετατρέποντας αυτά που έπρεπε να είναι παράθυρα σε τοίχους. Οι αισθήσεις, προορισμένες να είναι διαφανή περάσματα εμπειρίας, γίνονται άγκιστρα που πιάνουν την ψυχή και την τραβούν προς αυτό που λαχταρά. Ο νους, προορισμένος να είναι μια ήρεμη λίμνη που αντανακλά τον ουρανό της συνείδησης, γίνεται μια ταραγμένη θάλασσα θέλησης και ανησυχίας. Και η ίδια η λογική — εκείνη η φωτεινή ικανότητα ικανή να φωτίζει τις υψηλότερες αλήθειες — επιστρατεύεται στην υπηρεσία του πόθου, στρεβλώνεται σε ένα πονηρό εργαλείο για να δικαιολογήσει αυτό που απαιτεί το πεινασμένο εγώ.

Όχι με καταστολή — διότι η καταστολή απλώς οδηγεί τον δράκο υπόγεια, όπου σκάβει βαθύτερα και αναδύεται πιο βίαια — αλλά με κατανόηση: βλέποντας τον πόθο καθαρά, ακολουθώντας τον μέχρι τη ρίζα του, αναγνωρίζοντας την ψευδή υπόσχεση στην καρδιά του.

Πέρα από τις αισθήσεις είναι ο νους. Πέρα από το νου είναι η διάνοια. Και πέρα και μεγαλύτερο από τη διάνοια είναι Εκείνος — ο υπέρτατος μάρτυρας, το ακλόνητο έδαφος της συνείδησης, ο Εαυτός που ποτέ δεν εμπλέκεται σε αυτό που παρατηρεί. Ευθυγραμμιζόμενος με αυτό το βαθύτερο επίπεδο ύπαρξης, γνωρίζοντάς Το, το βασίλειο του εγώ του πόθου δεν κατακτάται τόσο όσο εγκαταλείπεται ήσυχα — αφήνεται πίσω, όπως ο ταξιδιώτης αφήνει πίσω μια φωτιά κατασκήνωσης όταν έρχεται η αυγή και ο δρόμος μπροστά πλημμυρίζει ξαφνικά με φως.

VII. Η Επιστροφή στον Αιώνιο Τροχό

Η διδασκαλία της Κάρμα-Γιόγκα δεν τελειώνει· ανοίγει. Σαν μια πόρτα ανοιγμένη διάπλατα σε έναν κήπο τα όρια του οποίου εκτείνονται πέρα από τον ορίζοντα, προσκαλεί ένα βήμα, και μετά άλλο ένα, και μετά μια ολόκληρη ζωή βημάτων — το καθένα μια προσφορά, το καθένα μια μικρή πράξη της θείας αυτοπροσφοράς μέσω της οποίας το σύμπαν συντηρεί και ανανεώνει τον εαυτό του.

Το να ασκεί κανείς την Κάρμα-Γιόγκα σημαίνει να αγιάζει το συνηθισμένο. Σημαίνει να παίρνει το ψωμί της καθημερινής εργασίας — τις απογοητεύσεις και τις ικανοποιήσεις της, την ανία και τις ξαφνικές λάμψεις χάριτος — και να το τοποθετεί στον βωμό του Απολύτου, μεταμορφωμένο από την πρόθεση και την παράδοση από απλή δραστηριότητα σε ιερή συμμετοχή. Ο δακτυλογράφος και ο δάσκαλος, ο εργάτης και ο ηγέτης, η μητέρα και ο έμπορος: όλοι μπορούν να βαδίσουν αυτή την οδό, αν μάθουν να δρουν χωρίς προσκόλληση, να δίνουν χωρίς να αρπάζουν το δώρο, να κινούνται μέσα στον κόσμο σαν το νερό μέσα από ένα τοπίο — διαμορφώνοντάς το, θρέφοντάς το, ρέοντας μέσα του, χωρίς να συλλαμβάνονται από καμία μορφή που παίρνει.

Ο μεγάλος τροχός γυρίζει. Η θυσία συντηρεί τη θυσία. Η Φύση δίνει, και η σοφή ψυχή επιστρέφει αυτό που έχει λάβει — όχι με μούτρα, όχι επιδεικτικά, αλλά με τη φυσική γενναιοδωρία εκείνου που έχει έστω και για μια στιγμή αντικρίσει την αλήθεια ότι ο δωρητής και το δοθέν και η πράξη της προσφοράς είναι, στην βαθύτερη έννοια, ένα.

Εδώ, σε αυτή την ενότητα, το παράδοξο διαλύεται. Δράση και σοφία δεν είναι αντίθετες. Το να δρα κανείς σε ολική παράδοση, με τα μάτια στραμμένα στην ευημερία του όλου και την καρδιά αγκυρωμένη στο Απόλυτο, είναι η ίδια η υπέρτατη σοφία. Και το να κατοικεί κανείς σε αυτή τη σοφία σημαίνει να βρίσκει ότι η δράση αναδύεται από αυτή φυσικά — καθαρή, σκόπιμη, συμπονετική — όπως το φως αναδύεται από τον ήλιο χωρίς ο ήλιος να επιλέγει να λάμψει.

«Κάνε το καθήκον σου τέλεια, χωρίς μέριμνα για τα αποτελέσματα.»

Τα λόγια είναι απλά. Οι επιπτώσεις τους είναι άπειρες.
— Μπαγκαβάτ Γκιτά III · Κάρμα-Γιόγκα

Το να ζει κανείς αυτά τα λόγια είναι έργο μιας ολόκληρης ζωής — και ο καρπός αυτού του έργου είναι η ελευθερία: η ελευθερία του πουλιού που έχει μάθει, επιτέλους, ότι ο ουρανός δεν έχει τοίχους, και ότι το να πετά είναι απλώς να είναι αυτό που ήταν πάντα. Είθε ο αναζητητής που διαβάζει αυτά τα λόγια να βρει, κάτω από τη δραστηριότητα του νου και την κραυγή του πόθου, εκείνη την ακλόνητη σιωπή από την οποία αναδύονται όλες οι σωστές πράξεις — και στην οποία όλες οι πράξεις, πιστά προσφερμένες, χαριτωμένα επιστρέφουν.