Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2026

Άγια καθάρματα: Ο απατεώνας Μέγας και Άγιος Φώτιος

Σκηνές από τη βυζαντινή ιλαροτραγωδία

Ο άγιος Μέγας Φώτιος, παλατιανός πρωτοσπαθάριος, άνδρας από βασιλική γενιά και ανιψιός του παλιότερου πατριάρχη άγιου Ταράσιου (σκεύους εκλογής της παιδοκτόνου αγίας Ειρήνης της Αθηναίας), ανέβηκε δυο φορές (858-867, 877-886) στον πατριαρχικό θρόνο. Την πρώτη φορά τα κατάφερε με την εύνοια του ακόλαστου Καίσαρα Βάρδα, εκθρονίζοντας τον πατριάρχη άγιο Ιγνάτιο, αφού διεξήλθε σε έξι ημέρες, όπως και ο αισχρός θείος του, όλες τις ιερατικές βαθμίδες. Θα αρκούσαν αυτά (βαρύνεται με πολλά ακόμη), δηλαδή η διακωμώδηση του “μυστηρίου” της ιεροσύνης, η με ευθύνη του επέμβαση της κοσμικής εξουσίας στα εκκλησιαστικά και ο σφετερισμός, για να τον κατατάξει η εκκλησιαστική Ιστορία στα ιερά σκουπίδια. Όμως τιμάται ως Άγιος και Μέγας μαζί με δεκάδες όμοιούς του ή και πολύ χειρότερους, χωρίς να νιώθει σήμερα κανένα μέλος ή αξιωματούχος της κρατικής Εκκλησίας την ανάγκη να διαμαρτυρηθεί γι’ αυτό, αν και κατά το Κανονικό Δίκαιο είναι το λιγότερο ένας ‘μοιχεπιβάτης’ του πατριαρχικού θρόνου, που τον κατέλαβε με μπαμπεσιά.

Ο παραδυναστεύων Βάρδας, δεξί χέρι του ανιψιού του αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄ του μέθυσου, του έκφυλου γιού της αδελφής του της μέγαιρας αγίας Θεοδώρας, θέλησε να την ξεφορτωθεί κλείνοντάς την σε μοναστήρι. Ο άγιος Ιγνάτιος, γιός του αυτοκράτορα Μιχαήλ Α΄, ευνουχισμένος από πολύ νέος από το διάδοχο του πατέρα του Λέοντα τον Αρμένιο για να εξουδετερωθεί ως δικαιούχος του βασιλικού θρόνου, αρνήθηκε, γι’ αυτό ο Βάρδας καιροφυλακτούσε εναντίον του. Στα Θεοφάνεια ο Ιγνάτιος δεν του χορήγησε τη θεία κοινωνία, όχι για τις ατελείωτες κακουργίες του, αλλά επειδή συζούσε με τη γυναίκα του γιου του, αφού στην υποκριτική ηθική των παπάδων, οι κρεβατοκάμαρες έχουν τον πρώτο και σχεδόν μοναδικό λόγο, μαζί με την κατηγορία της «αίρεσης». Ο πατριάρχης εξορίστηκε από τον αυτοκράτορα, που πείστηκε από τον Βάρδα πως συνωμοτούσε μαζί με την μάνα του εναντίον του. Ο Βάρδας ήταν ήδη συνεννοημένος με τον αρρωστημένα φιλόδοξο Φώτιο και μεθόδευσε με πονηριές, πιέσεις και ψεύτικα ταξίματα την ψήφισή του από τους Αρχιερείς, ακόμη κι από αυτούς που υποστήριζαν τον Ιγνάτιο. Πρόκειται για μια ακόμη πονηρή μεθόδευση, που διεκδικεί τη θέση της στα εκτεταμένα Άπαντα των ευρηματικών αθλιοτήτων της εκάστοτε πατριαρχικής εκλογής, που σχεδόν ποτέ της δεν υπήρξε ομαλή. Το έσχατο πρόσχημα των ενδοτικών Αρχιερέων, η υπογραφή από το Φώτιο δήλωσης πως θα σεβαστεί τον ξεπεσμένο Ιγνάτιο, έπεσε όταν ο νέος πατριάρχης κατάφερε να εξαφανίσει το χαρτί και μαζί του και τις υποσχέσεις του. Ο Φώτιος στο μεταξύ μέσα σε λίγες μέρες είχε χριστεί διαδοχικά καλόγερος, αναγνώστης, υποδιάκος, διάκος, παπάς και περίμενε ανυπόμονος την ψήφο της Συνόδου, που του δόθηκε τελικά μετά και από αυτοκρατορικούς ελιγμούς και ο αθεόφοβος έγινε επίσκοπος και πατριάρχης ανήμερα τα Χριστούγεννα, το ίδιο ταχύτατα με το θείο του τον άγιο Ταράσιο, το άθλιο προηγούμενο του οποίου καθώς και αυτό του μιμητή και διαδόχου του Νικηφόρου Α΄, που άνοιξαν το δρόμο σε υπερταχείες χειροτονίες, επικαλέστηκε απαντώντας στον έλεγχο του πάπα, αφού πρώτα είχε κάνει το δύσκολο, γράφοντας πως δήθεν θεωρεί τον εαυτό του «ανάξιον» «και του αρχιερατικού βαθμού και της ποιμαντικής εγχειρήσεως». Καρφί δεν του καιγόταν πως με την τρίτη επανάληψη αυτής της καθεστωτικής ασχήμιας μέσα σε τόσο σύντομο χρόνο, εξαχρειωνόταν η πατριαρχική αξία και τα όποια λείψανα της αυτονομίας της Εκκλησίας και έμπαιναν στον ίδιο πειρασμό και οι μελλοντικοί μονάρχες. Mάλιστα γνώριζε ότι δυο εξέχοντες ηγούμενοι του Στουδίου, οι όσιοι Πλάτων και Θεόδωρος ο Ομολογητής, όταν ο αυτοκράτορας Νικηφόρος διόρισε πατριάρχη το λαϊκό Νικηφόρο απείλησαν με σχίσμα και αντέταξαν «το μη δειν από λαϊκών αθρόως εις επισκοπήν ανατρέχειν», κινδυνεύοντας να τιμωρηθούν για την αποκοτιά τους (Θεοφάνης ‘Chronographia’, σελ.747).

Για να είναι εξασφαλισμένος ο Φώτιος ήθελε την παραίτηση του Ιγνάτιου, αυτός όμως αρνιόταν. Υποβλήθηκε σε βασανιστήρια, από εγκάθετους του Φώτιου και του αυτοκράτορα, «πυγμαίς τα πρόσωπα και τους οδόντας συνθλάσαντες». Τον γρονθοκόπησαν δηλαδή και τον ξεδόντιασαν κυριολεκτικά και τον έκλεισαν, απογυμνωμένο από κάθε ιερό διάσημό του, στον τάφο του εικονομάχου αυτοκράτορα Κωνσταντίνου του Κοπρώνυμου, όπου πήγαιναν βασανιστές που τον ανάγκαζαν σε συνεχή ορθοστασία χωρίς φαγητό, για να του αποσπάσουν την παραίτησή του, πράγμα που πέτυχαν, όχι εθελούσια αλλά με τη βία, βάζοντάς του μια πένα στο χέρι και κατευθύνοντάς την (‘Scriptores post Theophanem’, 195). Δίκαια λοιπόν ο χρονογράφος Συμεών ο Λογοθέτης έγραψε για την «τυραννίδα Φωτίου». Δεν ήταν ασφαλώς ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία φορά που δυο άγιοι πατριάρχες διευθετούσαν τις διαφορές τους μέσα σε τόση αηδιαστική βαρβαρότητα. Τα ίδια και χειρότερα είχε υποστεί άλλος ένας άγιος πατριάρχης ο ευνούχος Μεθόδιος ο Ομολογητής, που διαβεβαίωνε πως τα γεννητικά του όργανα τα είχε κόψει το φάντασμα του Αγ. Πέτρου στη Ρώμη για να μην μπαίνει σε πειρασμό. Ο ίδιος είχε ξεβρακωθεί μπροστά στη Σύνοδο για να αποδείξει πως δεν μπορούσε να πάει με γυναίκα. Αυτόν τον απατεώνα λοιπόν ο εικονομάχος αυτοκράτορας Θεόφιλος, αφού τον ξεδόντιασε τσακίζοντάς του τα σαγόνια, τον έκλεισε σε βαθύ τάφο μαζί με δυο κλέφτες, ο ένας από τους οποίους πέθανε και το σώμα του αφέθηκε να σαπίσει μέσα στην ειρκτή. Ο θεομπαίχτης άγιος Μεθόδιος δεν του κράτησε κακία κι όταν επανακατέλαβε τον πατριαρχικό θρόνο, έκανε το χατίρι στην ηλίθια χήρα του Θεόφιλου, την εικονόδουλη αγία Θεοδώρα και είπε πως τάχα Άγγελος Κυρίου έσβησε το όνομα του Θεόφιλου από το αφοριστήριο κατά των Εικονομάχων, που είχε αφήσει πάνω στην Αγ. Τράπεζα. Ασφαλώς ο Φώτιος ήταν ίσως ο πλέον μορφωμένος άνθρωπος της Αυτοκρατορίας και της εποχής του, όπου βεβαίως η μόρφωση προσφερόταν σε ελάχιστους, ένας άλλος Μιχαήλ Ψελλός, ένας λόγιος ρασοφόρος, που υπηρετεί την τυραννική εξουσία, αλλά αυτό τον καθιστά ακόμη πιο ένοχο, αφού του αφαιρεί το ελαφρυντικό της συνηθισμένης καλογερικής αμορφωσιάς, μωρίας και έλλειψης κάθε συναίσθησης. Άλλωστε κίνητρο της φιλομάθειάς του ήταν η ακόρεστη φιλοδοξία του, μελετούσε για να ανεβεί: ««πλέον δε πάντων ο της δόξης έρως, δι’ ον αυτώ και νύκτες άϋπνοι περί την ανάγνωσιν εμμελώς εσχολακότι» (Νικήτας Παφλαγών, 509).

Ο Φώτιος ως ο πλέον μορφωμένος άνθρωπος της Αυτοκρατορίας και της εποχής του, διατηρούσε μια από τις μεγαλύτερες ιδιωτικές βιβλιοθήκες της εποχής του. Στον ιδιόχειρο κατάλογο των βιβλίων του συμπεριλαμβάνονταν και πάμπολλα αρχαία Ελληνικά έργα (κυρίως φιλοσοφικά αλλά και επιστημονικά) τα οποία έχουν σήμερα εξαφανισθείΗ διαρκής καταστροφή των αρχαίων Ελληνικών έργων και το μένος τους εναντίoν του Ελληνικού πολιτισμού συνεχίζεται ακόμα μέχρι και σήμερα, ιδιαίτερα στις βιβλιοθήκες των μοναστηριών!

Ο επαγγελματίας εραστής, σλαβικής ή αρμένικης καταγωγής, αγράμματος αλλά ρωμαλέος παλαιστής και ιπποκόμος Βασίλειος ο Μακεδόνας, καταφέρνει και γίνεται παρακοιμώμενος και σύντροφος του έκφυλου και μέθυσου Μιχαήλ Γ΄ και αργότερα χρίζεται από το Φώτιο συμβασιλέας του. Συνήθως οι παρακοιμώμενοι ήταν ευνούχοι, αλλά ο Βασίλειος όχι μόνο δεν ήταν, αλλά είχε πριν την κοινωνική του άνοδο, κάποια συνάντηση με κάποιον παπαδίσκο ενός μοναστηριού, τον προσμονάριο Νικόλαο, όταν ήταν ζητιάνος, που πολλοί (κακόπιστοι) την θεωρούν παρεξηγήσιμη. Ο παπάς πήρε λέει εντολή από το Θεό (!) να φιλοξενήσει το μελλοντικό βασιλιά, που κοιμόταν κουρελής στο κατώφλι της Μονής κι αυτός το παράκανε λιγάκι, πλένοντάς τον ο ίδιος στο λουτρό κλπ. «Εξελθών ουν μετά σπουδής σύντρομος και εύρων Βασίλειον μετά πήρας και ράβδου, εισήγαγεν έσωθεν της εκκλησίας. Και τη δευτέρα ημέρα απελθών μετ’ αυτού εις το λουτρόν έλουσεν αυτόν και ήλλαξε και ελθών εν τη εκκλησία εποίησεν αδελφοποίησιν, και συνηυφραίνοντο εν αλλήλοις. Τη δε επαύριον λούσας αυτόν και ιμάτιον περιβολών, πνευματικόν αδελφόν εποιήσατο και ομώροφον είχε και ομοδίαιτον» (Γεωργίου Μοναχού, «Βίοι των νέων Βασιλέων»). Έτσι ξεκίνησε η σταδιοδρομία του στην Πόλη, αφού ο εξαιρετικά περιποιητικός παπάς, όχι επειδή υπήρξε εραστής του, όπως ερμηνεύουν πολλοί (κακοήθεις), αλλά εκτελώντας οδηγίες του θεού του, που φαίνεται πως εκτιμούσε ιδιαίτερα τον πανάθλιο Βασίλειο και πως άνοιγε ψιλοκουβέντα με το ρασοφόρο λουτράρη του, του έδειξε με τις γνωριμίες του την πόρτα της εισόδου στην ‘καλή κοινωνία’, μέσω του κοντού και ασθενικού άρχοντα Θοφιλίτζη, που του άρεσε να περιβάλλεται από ρωμαλέους άνδρες, που τους έντυνε πλούσια και τους επιδείκνυε στην Πόλη. Για όσους καχύποπτους αναρωτηθούν από πότε οι παπάδες περιμαζεύουν ζητιάνους, τους πλένουν τους ντύνουν και τους προάγουν όπου δει, θα υπενθυμίσω πως όλα έγιναν με τη θεία βούληση, που άλλη δουλειά δεν είχε από το να προωθεί καθάρματα στον ανατολικό ρωμαϊκό θρόνο.

Ο Βασίλειος, δολοφονεί το Βάρδα με τη συναίνεση του αυτοκράτορα. Ο μασκαράς ο Φώτιος για να σώσει το τομάρι του έστειλε γράμμα στο Μιχαήλ στην οποία εκφράζει τη χαρά του για το χαμό του ευεργέτη του, που τώρα τον αποκαλεί «ταπεινόν άνθρωπον». Ο Μιχαήλ βέβαια, που ήξερε τι κουμάσι ήταν, δεν δίσταζε να διακηρύσσει ότι «δικός μου πατριάρχης είναι ο Γρύλος» (Νικήτας, 520), ο γελωτοποιός του, που όπως μαρτυρεί ο Κεδρηνός, ντυνόταν αρχιεπίσκοπος της Κολωνίας και ασχημονούσε παλιότερα με αισχρό και δύσοσμο τρόπο μπροστά στη βασίλισσα αγία Θεοδώρα, την ώρα που η ξεμωραμένη αμαρτωλή γριά έσκυβε να του φιλήσει το χέρι, πριν ο γιός της κουρέψει με το στανιό αυτήν και τις αδελφές του, καλόγριες. Η μάνα του μέθυσου αυτοκράτορα, κάποτε είχε πιεί τόσο αίμα ‘αιρετικών’, ώστε η Ορθόδοξη Εκκλησία ευγνωμονούσα την ανακήρυξε αγία. Ο στρατός της δολοφόνησε εκατό χιλιάδες Παυλικανούς, παλουκώνοντας, σφάζοντας ή πνίγοντάς τους. «Τους μεν ξύλω ανήρτων, τους δε ξίφει παρεδίδουν, τους δε τω τη θαλάσση βυθώ.» Ακόμη και ο συντηρητικός Παπαρρηγόπουλος κατηγορεί την αγία λάμια: «Παρασυρθείσα υπό κακώς νενοημένου θρησκευτικού ζήλου, εξέθηκεν εαυτήν, ή μάλλον εξέθηκε τον χριστιανισμόν της Ανατολής εις δεινοτάτας συμφοράς». Αυτή η κακούργα σήμερα προστατεύει λέει την Κέρκυρα, εκ περιτροπής με τη μούμια του τσοπάνη Σπυρίδωνα, που τις νύχτες κόβει βόλτες στην πόλη με τις ιαματικές παντόφλες της.

Ο πάπας είχε χίλιους λόγους να επωφεληθεί και συγκρούστηκε με το Φώτιο και με τον αυτοκράτορα και τους αναθεμάτισε υπερασπιζόμενος τάχα τον Ιγνάτιο, για τον οποίο ο Φώτιος τον είχε κοροϊδέψει πως παραιτήθηκε με τη θέλησή του. Ο Φώτιος δεν δίστασε να δώσει, σε αυτήν την καθαρά προσωπική, εξουσιαστική και διοικητικής υφής (ο πάπας διεκδικούσε την προσάρτηση περιοχών) σύγκρουση, προσχηματικά δογματικά χαρακτηριστικά και αφόρισε κι αυτός τον πάπα προκαλώντας έτσι προσωρινό αλλά κρίσιμο Σχίσμα με τη δυτική Εκκλησία, προάγγελο του οριστικού. Ο Βασίλειος, κατ’ εντολήν του αυτοκράτορα, χώρισε τη γυναίκα του και παντρεύτηκε, για να τον καλύψει, με τη βασιλική ερωμένη Ευδοκία Ιγγερίνα, την κόρη ενός Βάραγγου μισθοφόρου. Ταυτόχρονα βολεύεται ερωτικά με την αδελφή του Μιχαήλ. Με την Ιγγερίνα απέκτησε και τρεις γιούς, χωρίς η πατρότητά των δυο πρώτων (του αυτοκράτορα Λέοντα και του πατριάρχη άγιου Στέφανου) να είναι βέβαιη, αφού η Ιγγερίνα δεν είχε διακόψει τη σχέση της με το Μιχαήλ. Αργότερα ο Βασίλειος δολοφονεί και το Μιχαήλ και στέφεται από το Φώτιο αυτοκράτορας. Ήταν μεγάλη η αχαριστία του αλητήριου τυχοδιώκτη Bασίλειου, που είχε ανέβει στο θρόνο με ρουσφέτι του ορθόδοξου θεού, γιατί η «του βασιλέως αγάπη προς τον Βασίλειον εξέχυτο και τούτον μόνον είναι τον θεραπευτήν αυτού» (Γεωργίου μοναχού, ‘Βασιλεία Μιχαήλ…’, 18). Για να καλοπιάσει τον πάπα και τους πολυπληθείς οπαδούς του Ιγνάτιου, επανέφερε το δεύτερο στο θρόνο. Μάταια λοιπόν ο Φώτιος είχε φτιάξει ένα ψεύτικο γενεαλογικό δέντρο για τον τιποτένιο Βασίλειο, στο οποίο τον κολάκευε εμφανίζοντάς τον ως απόγονο των Αρμενίων βασιλιάδων Αρσάκου και Μιθριδάτη, γιατί όπως σωστά παρατηρεί ο Παπαρηγόπουλος (βιβλ. 11ο, κεφ.6ο) «ο Φώτιος αρχήν είχε να περιποιείται πάντα κυριάρχην».

Πρώτη κίνηση του Ιγνάτιου ήταν να αναθεματίσει τον Φώτιο. Ο Φώτιος εξορίστηκε, οι οπαδοί του έστησαν δική τους Εκκλησία, αλλά ο ίδιος είχε την εξυπνάδα να καθίσει φρόνιμα και έτσι το ο αυτοκράτορας τον κάλεσε πίσω στο παλάτι ως δάσκαλο των γιών του. Το 878 πέθανε ο Ιγνάτιος και σχεδόν αυτόματα τον διαδέχθηκε ο Φώτιος που πρώτη του φροντίδα ήταν η επαναπροσέγγιση με τη μητρική Εκκλησία της Ρώμης, γεγονός που επιτεύχθηκε με μεγάλη Σύνοδο, δυο χρόνια μετά. Ο Φώτιος παραμέρισε ή και έλυσε όλα τα αστεία δογματικά προσχήματα, που είχε επινοήσει για να διασφαλίσει τη θέση του από τις δικαιολογημένες επεμβάσεις του αρχηγού της Εκκλησίας. Παρ’ όλα αυτά ο πάπας θεώρησε λίγο μετά πως η Κωνσταντινούπολη τον ξεγέλασε και αναθεμάτισε τον Φώτιο. Επί Βασιλείου, η μεγάλη σύνοδος που συνήλθε το 879, υπήγαγε οριστικά στην Εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως την Ελλάδα, που παλιότερα ανήκε στον πάπα που δεν είχε πάψει να τη διεκδικεί. Το 886 πέθανε ο Βασίλειος και τον διαδέχθηκε ο γιός του Λέων, ο οποίος εκθρόνισε το δάσκαλό του Φώτιο και διόρισε πατριάρχη τον ανήλικο ευνουχισμένο αδελφό του άγιο Στέφανο τον Α΄. Ο Φώτιος εξορίστηκε στην Αρμενία και μετά κάμποσα χρόνια πέθανε βυθισμένος στην αφάνεια.

Αυτός ο αδίστακτος άνθρωπος προκάλεσε για να σταθεί στον πατριαρχικό θρόνο που άνομα κατέλαβε, το πρώτο Σχίσμα των Εκκλησιών, επινοώντας και επικαλούμενος γελοίες δογματικές διαφορές σαν το Filioque, στερούμενες το ελάχιστο ηθικό ή ουσιαστικό για την πίστη περιεχόμενο, που δεν απασχολούν κανένα λογικό πιστό, έξω από ανισόρροπους και διαστροφικούς καλόγερους, που κάνουν την τρίχα τριχιά, φανατίζοντας και χειραγωγώντας με κουταμάρες, για δικό τους όφελος, τον όχλο των θρησκόληπτων και των υποκριτών. Υπηρέτησε συνειδητά, έχοντας πλήρη επίγνωση της απαξίας του, ένα ολότελα αισχρό σύστημα εξουσίας, όπως όλοι σχεδόν οι βυζαντινοί πατριάρχες, αν και αρκετοί συγκρούστηκαν με το παλάτι για ζητήματα εξουσιαστικού φατριασμού ή παπαδίστικης ηθικής ή δογματικών λεπτομερειών ή λατρείας των Εικόνων, χωρίς να αμφισβητούν το άθλιο εξουσιαστικό οικοδόμημα, που και μόνο ο τρόπος που απένεμε «Δικαιοσύνη» προκαλεί ρίγος φρίκης. Στον 21ο αιώνα αποτελεί παράνοια η κρατική Εκκλησία να διαφθείρει το λαό προσφέροντας του, σε λατρευτική μάλιστα σχέση, τόσο αχρεία πρόσωπα. Το Ελληνικό σχολείο έχει αναλάβει να εξωραΐσει τον άνδρα και η ελληνική κοινωνία συνεχίζει να πορεύεται φορτωμένη με έναν ακόμη ανίερο μύθο, κοντά στα υπόλοιπα εκατοντάδες παραμύθια, που της σκοτίζουν το μυαλό και τα ήθη, αφού το χειρότερο είδος ανθρώπου, ο θεομπαίχτης, άρπαγας και φιλόδοξος πνευματικός δυνάστης, παρουσιάζεται ως πρότυπο αρετής.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Εκκλησιαστικές έριδες. Οι πατριάρχες Ιγνάτιος και Φώτιος

Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως και Πατριάρχης Οικουμενικός επί του Μιχαήλ και του Βάρδα ήτο ο Ιγνάτιος, ανήρ αυστηρών ηθών και υπερηφάνου αριστοκρατικού χαρακτήρος, καταγόμενος εκ γένους βασιλικού, άτε ων υιός του βασιλέως Μιχαήλ Α’ και εγγονός από θυγατρός (της Προκοπίας) του Νικηφόρου Α’. Ο Ιγνάτιος γινώσκων τον ανήθικον βίον του Βάρδα, διατελούντος εν αθεμίτοις σχέσεσι προς την νύμφην αυτού, απεστέρησεν αυτόν δημοσία της μεταλήψεως των Αχράντων Μυστηρίων. Τούτο, ως εικός, παρώργισε τον καίσαρα Βάρδαν, όστις προέβη νυν εις την εν τω θρόνω τω Πατριαρχικώ αντικατάστασιν του Ιγνατίου διά του Φωτίου, ανδρός λογιωτάτου πάντων των συγχρόνων αυτού και συγγραφέως πολυμαθεστάτου και πολυγραφωτάτου. Ο Φώτιος δεν ήτο κληρικός, προήχθη δ’ ευθύς από λαϊκού εις το υπέρτατον αξίωμα της Ιερωσύνης και εις τον Πατριαρχικόν θρόνον, διελθών εντός ολίγων ημερών πάσας τας βαθμίδας της χειροτονίας.

Αλλ’ η του Ιγνατίου από του Οικουμενικού θρόνου νόμιμος και οριστική απομάκρυνσις δεν ήτο κατορθωτή, ενόσω δεν παρητείτο αυτός ή δεν καθηρείτο υπό κανονικής Συνόδου αρχιερέων. Αλλ’ ούτε το πρώτον εγίνετο ούτε το δεύτερον. Ο δε Βάρδας προς εκτέλεσιν του βουλεύματος αυτού προέβη εις την αυθαίρετον χρήσιν υλικής βίας, εξορίσας τον Ιγνάτιον εις τι εν τη Προποντίδι έρημον νησίδιον και καταδιώκων πάντας τους μένοντας πιστούς εις τον Ιγνάτιον κληρικούς. Αλλά τούτο επήνεγκε δεινάς ταραχάς εν Κωνσταντινουπόλει, ένθα μεγάλη μερίς κλήρου και λαού απεκήρυττον τον Φώτων και ως πατριάρχην νόμιμον ανεγνώριζον τον εξόριστον Ιγνάτιον. Προς τούτοις οι περί τον Ιγνάτιον επεκαλέσαντο νυν και την υπέρ αυτών επέμβασιν του τότε πάπα Ρώμης Νικολάου Α’. Η τοιαύτη υπό μερίδος του εν Κωνσταντινουπόλει κλήρου επίκλησις της διαιτησίας του Πάπα εγένετο ακριβώς καθ’ όν χρόνον η παπική εξουσία είχεν ανέλθει εν τη Δύσει εις μεγάλην περιωπήν ηθικήν και μεγίστην εκέκτητο δύναμιν ηθικήν αξιούσα να δικάζη και δικάζουσα μάλιστα έριδας μεταξύ ηγεμόνων ως υπέρτατος άρχων και διαιτητής του χριστιανικού κόσμου. Ο Νικόλαος Α’ λοιπόν εθεώρησε νυν την περίστασιν κατάλληλον ίνα επεκτείνη την δύναμιν αυτού και επί την Ανατολήν. Και εν αρχή μεν απεδοκίμασε σφοδρώς τα κατά Ιγνατίου γενόμενα εν Κωνσταντινουπόλει, αλλ’ είτα δελεασθείς υπό τινων ελπίδων συνήνεσεν εις την σύγκλησιν Οικουμενικής Συνόδου προς λύσιν της έριδος. Η Σύνοδος αύτη συνήλθεν εν Κωνσταντινουπόλει τω 861 και συναινούντων και των εν αυτή παρισταμένων ληγάτων, ήτοι απεσταλμένων του Πάπα, καθήρεσε τον Ιγνάτιον και επεκύρωσε την εκλογήν του Φωτίου. Αλλ’ ο πάπας ψευσθείς των ελπίδων αυτού, συγκαλέσας ιδίαν τοπικήν Σύνοδον εν Ρώμη, κατεδίκασε την τ’ εν Κωνσταντινουπόλει Σύνοδον και τους ιδίους αυτού επιτρόπους ως υπερβάντας τα όρια της δοθείσης αυτοίς εντολής, αφώρισε δε και τον Φώτιον. Αλλά και ο Φώτιος μετ’ ολίγον (τω 867) απέστειλεν εγκύκλιον εις όλας τας Εκκλησίας της Ανατολής, εν ή δεινώς εμέμφετο την πολιτείαν και τας πράξεις του επισκόπου Ρώμης, καταγγέλλων προς τοις άλλοις την παπικήν Εκκλησίαν και επί καινοτομία αιρετική γενομένη εν τω Συμβόλω της πίστεως. Σύνοδος δε οικουμενική συνελθούσα τω αυτώ έτει κατεδίκασε και ανεθεμάτισε τον πάπαν. Αλλά τω αυτώ έτει, καθ’ ό ταύτα εποίει ο Φώτιος, ο υπό του Μιχαήλ μετά τον υπ’ αυτού γενόμενον φόνον του καίσαρος Βάρδα εις το αξίωμα τούτο υψωθείς πρώην ιπποκόμος αυτού Βασίλειος ο Μακεδών φονεύσας αυτόν ανήλθεν εις τον θρόνον γενόμενος ιδρυτής νέας βασιλικής δυναστείας, της Μακεδονικής καλουμένης. Ο Βασίλειος ευθύς μετά την εις τον θρόνον άνοδον κατέπαυσε τας εκκλησιαστικάς έριδας και επανήγαγε παροδικώς και την προς τον Πάπαν ειρήνην ανακαλέσας από της εξορίας τον Ιγνάτιον και αποκαταστήσας αυτόν εις τον θρόνον τον πατριαρχικόν, εξορίσας δε τον Φώτιον και είτα διά Συνόδου Οικουμενικής, επέτυχε την επικύρωσιν των γενομένων (869)· ο δε Ιγνάτιος έμεινεν επί του θρόνου εν ειρήνη μέχρι του θανάτου (879). Ότε δε πάλιν ο Βασίλειος επανήγαγεν εις τον θρόνον τον Φώτιον, Σύνοδος Οικουμενική συνελθούσα, εις ήν παρίστατο και Επίτροπος του Πάπα, επεκύρωσε την του Φωτίου ανάρρησιν.

Ούτω τα γεγονότα ταύτα τα περί τον Ιγνάτιον και Φώτιον δεν επήνεγκον οριστικόν σχίσμα μεταξύ των δύο Εκκλησιών· αλλ’ η του Φωτίου σθεναρά προς την παπικήν Εκκλησίαν πολιτεία συνετέλεσεν εις τον βαθύτερον χωρισμόν των δύο Εκκλησιών. Ως δε είπομεν εν τοις έμπροσθεν, ο μεταξύ Ανατολής και Δύσεως χωρισμός προήρχετο εκ γενικωτέρων ιστορικών αιτίων, εις ά νυν προσετέθησαν και οι λόγοι οι θρησκευτικοί, οι επιτείναντες την διάστασιν και επενεγκόντες μετά τινα χρόνον το οριστικόν μεταξύ των δύο Εκκλησιών σχίσμα.

Η απαράμιλλη βυζαντινή ευσέβεια. Ο ναύαρχος Nικήτας Ωορύφας στα χρόνια του Βασιλείου του Μακεδόνα,
ανάμεσα στα πολλά θηριώδη βασανιστήρια που χρησιμοποιούσε, κρεμούσε τους εξωμότες με τροχαλία πάνω σε καζάνια με καυτή πίσσα και τους άφηνε, χαλαρώνοντας τις αλυσίδες, να βυθιστούν κοροϊδεύοντας πως τους βαφτίζει (Μαδρίτη, Εθν.Βιβλιοθήκη, χειρόγραφο Σκυλίτζη).

Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2026

Υπαπαντή

Η Υπαπαντή είναι Δεσποτική και Θεομητορική εορτή της Ορθόδοξης Εκκλησίας, που εορτάζεται η "προσφορά" του Ιησού στο Ναό από την μητέρα Του Μαρία και στον καθαρισμό της από τη λοχεία καθώς και τον θετό Του πατέρα Ιωσήφ, σαράντα ημέρες μετά τη γέννησή Του.

Ήταν μια παράδοση για τα πρωτότοκα αγόρια που την τήρησαν οι κηδεμόνες του Ιησού ως πιστοί Εβραίοι. Κατ' αναλογίας σήμερα είναι ο "σαραντισμός" που τελούν οι μητέρες με το παιδί στον χριστιανικό ναό.

Υπαπαντή < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ὑπαπαντή < ὑπαπαντάω < ὑπό + ἀπαντάω

Ετυμολογικά σημαίνει προϋπάντηση και στον αγγλόφωνο κόσμο είναι γνωστή ως Candlemas.

Μια ευχή που διαβάζουν οι παπάδες στις γυναίκες, είναι αυτή τής λοχείας. Σύμφωνα με το εθιμοτυπικό τής Εκκλησίας, η γυναίκα απ’ την στιγμή που θα γεννήσει, θα πρέπει να «σαραντίσει» πριν μπει σε εκκλησία και τής διαβάσει ευχή ο παπάς. Στο διάστημα αυτό, δεν θα πρέπει να βγαίνει απ’ το σπίτι της. Βεβαίως, στις μέρες μέρες μας, όλο και πιο λίγες γυναίκες ακολουθούν αυτόν τον κανόνα τής Εκκλησίας και πολλές απ’ αυτές, κάτω από την πίεση τού κοινωνικού περιβάλλοντος. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, το ιερατείο, έχει εκ των πραγμάτων αναγκασθεί να κάνει μια «έκπτωση». Έτσι, έχει εφευρεθεί και η λεγόμενη «μισή ευχή» που διαβάζεται στις είκοσι μέρες τής λοχείας. Βεβαίως, η λεχώνα απ’ την στιγμή που θα «σαραντίσει», οφείλει να πάει στην εκκλησία για να λάβει αυτή τη φορά, ολόκληρη την ευχή (συνήθως, με «ότι έχει ευχαρίστηση»). 

Για ποιον λόγο όμως, «επιβάλλει» η Εκκλησία τον εγκλεισμό των λεχώνων στο σπίτι, απ’ την στιγμή που ιατρικώς, είναι σε θέση κυκλοφορήσουν, ελάχιστες ημέρες μετά την γέννα; Η απάντηση είναι η εξής: 

Επειδή η γυναίκα θεωρείται βρόμικη, ακάθαρτη κι ανήθικη, συνέπεια τού «προπατορικού αμαρτήματος». Ακριβώς για τον ίδιο λόγο (επειδή δηλαδή θεωρείται βρόμικο και μιαρό ον), δεν επιτρέπεται ή είσοδός της στο «ιερό» τής εκκλησίας, καθώς και η «μετάληψη της Θείας Kοινωνίας», όταν βρίσκεται σε έμμηνο ρήση (περίοδο). Στην Παλαιά Διαθήκη και σ’ ένα ολόκληρο κεφάλαιο (Δευτερονόμιον, 12), ο ίδιος ο Θεός εξηγεί πόσο βρόμικη είναι η γυναίκα που γεννά -και ιδίως όταν γεννά κορίτσι- και πως επιτυγχάνεται η «κάθαρση»… 

Αν μια γυναίκα συλλάβει και γεννήσει αρσενικό, τότε θα είναι ακάθαρτη επτά ημέρες· και στις ημέρες τού χωρισμού για τα γυναικεία της, θα είναι ακάθαρτη. Και την όγδοη ημέρα θα περιτέμνεται η σάρκα τής ακροβυστίας του. Κι ακόμα, 33 ημέρες θα μείνει στο αίμα τού καθαρισμού της· δεν θα αγγίξει κανένα άγιο πράγμα, και δεν θα μπει μέσα στο αγιαστήριο, μέχρις ότου συμπληρωθούν οι ημέρες τού καθαρισμού της. Αλλά, αν γεννήσει θηλυκό, τότε θα είναι ακάθαρτη δύο εβδομάδες, όπως στον χωρισμό της· και θα μείνει ακόμα στο αίμα τού καθαρισμού της 66 ημέρες. Και αφού συμπληρωθούν οι ημέρες τού καθαρισμού της, για τον γιο ή για τη θυγατέρα, θα φέρει ένα αρνί χρονιάρικο για ολοκαύτωμα, και έναν νεοσσό περιστεριού ή τρυγονιού, για προσφορά περί αμαρτίας, στη θύρα τής σκηνής τού μαρτυρίου, στον ιερέα· αυτός, τότε, θα το προσφέρει μπροστά στον Κύριο, και θα κάνει εξιλέωση γι’ αυτή, και θα καθαριστεί από τη ροή τού αίματός της. Αυτός είναι ο νόμος γι’ αυτή που γεννάει αρσενικό ή θηλυκό. Αν, όμως, δεν ευπορεί να φέρει ένα αρνί, τότε θα φέρει δύο τρυγόνια ή δύο νεοσσούς περιστεριών, ένα για το ολοκαύτωμα, και ένα για προσφορά περί αμαρτίας· και θα κάνει εξιλέωση γι’ αυτήν ο ιερέας, και θα καθαριστεί. 

Πρόκειται δηλαδή για ένα καθαρά ιουδαϊκό έθιμο (που κληρονόμησαν και οι χριστιανοί), το οποίο δεν απέφυγε ούτε η Παναγία η οποία τόσο αυτή όσο και ο Ιησούς όλο αυτό το χρονικό διάστημα θεωρούταν ακάρθατοι (ως Εβραίοι), παρ’ όλο που «συνέλαβε» τον Ιησού με τρόπο «άσπιλο» και «αμόλυντο». Η Εκκλησία, μάλιστα, τιμά το συγκεκριμένο γεγονός στις 2 Φεβρουαρίου (Υπαπαντή), όταν μετά τον «σαραντισμό» της επισκέφθηκε τον ναό τού Σολομώντα για να «προσφέρει» τον νεογέννητο Ιησού στον Θεό (άρα δεν ήταν υιός Θεού!). 

Και μια αυθόρμητη ερώτηση: Γιατί αφού αναγνωρίστηκε ο Ιησούς -από τους ιερείς- σαν τέκνο του Ιωσήφ αναγκάστηκε να διαφύγει στην Αίγυπτο;

Η ευχή έχει ως εξής, όπως την διαβάζουμε από το «Μέγα Ευχολόγιον»: 

Κύριε, ο Θεός ημών, ο παραγενόμενος επί σωτηρία τού γένους τών ανθρώπων, παραγενού και επί επί την δούλην σου (τήνδε), και καταξίωσον αυτήν διά τών ευχών τού τιμίου Πρεσβυτερίου, καταφυγείν εν τη αγία σου Καθολική Εκκλησία, και τυχείν τής εισόδου τού Ναού τής δόξης σου· και αξίωσον αυτήν μεταλαβείν τού τιμίου Σώματος και Αίματος τού Χριστού σου. Απόπλυνον αυτής τον ρύπον τού σώματος, και τον σπίλον τής ψυχής, εν τη συμπληρώσει τών τεσσαράκοντα ημερών· όπως, αξιωθείσα εισελθείν εν τω αγίω Ναώ σου, δοξάση συν ημίν το πανάγιον Όνομα, σού τού Πατρός, και τού Υιού, και τού Αγίου Πνεύματος, νυν, και αεί, και εις τούς αιώνας τών αιώνων. Αμήν.

Ο θρησκευτικός σκοταδισμός κι ο χριστιανικός μισογυνισμός σε όλο τους το μεγαλείο!

Όταν αποκαλέσει κανείς ιουδαιοχριστιανούς τους ανθρώπους που οι ίδιοι απαιτούν να τους αποκαλούμε χριστιανούς τότε αυτομάτως γίνονται άγρια θηρία, έτοιμα να τον κατασπαράξουν! Ο Ι. Χρυσόστομος όμως δεν αφήνει κανένα περιθώριο αμφιβολίας για το ότι ο χριστιανισμός είναι τέκνο καθαρόαιμο ιουδαϊκό. Και επειδή είναι ο μέγιστος των αγίων θεολόγων του χριστιανισμού, καλά θα κάνουν οι ιουδαιοχριστιανοί να βγάλουν τον σκασμό τους και να τον ακούσουν. 

Για ποιους λόγους όμως οι χριστιανοί εξανίστανται όταν τους αποκαλούν ιουδαιοχριστιανούς; Διότι η Παλαιά Διαθήκη είναι το αισχρότερο βιβλίο που έχει γραφεί μέχρι στιγμής παγκοσμίως. Βρώμα και δυσωδία αποπνέει η κάθε σελίδα της, το κάθε χωρίο της. Έλα μου όμως που Καινή Διαθήκη δίχως την Παλαιά δεν γίνεται να σταθεί. Και ο Ιωάννης ο Βρωμόστομος είναι κατηγορηματικός, όπως θα δούμε στην συνέχεια.

Στο κείμενό του που ακολουθεί, συνεχώς τονίζει ξεκάθαρα ότι ο Χριστός ήρθε να συμπληρώσει τον Νόμο, κι ότι ο χριστιανισμός δεν είναι τίποτε περισσότερο παρά ο ορθός και κατά τον Νόμο σύμφωνος Ιουδαϊσμός.

Κι όμως, και απέναντι στις κατηγορηματικές αυτές δηλώσεις του αγίου, οι χριστιανοί αρχίζουν τα ναι μεν αλλά και τα ήξεις αφήξεις. Μια συμπεριφορά που δίνει απλόχερα στον καθένα το δικαίωμα να σιχαθεί το χριστιανικό ήθος και να ξεράσει μπροστά στην χριστιανική υποκρισία και το ψεύδος.

Λογικό είναι κύριοι ιουδαιοχριστιανοί να μην γουστάρετε αυτό το όνομα που σας ταιριάζει απόλυτα. Το ότι Έλληνες άνθρωποι ακολουθείτε ιουδαϊκές ειδωλολατρικές συνήθειες και τελετουργίες, ασφαλώς και δεν σας κολακεύει καθόλου, εδώ που τα λέμε. Όμως αυτή είναι η αλήθεια, όσο και να κλωτσάτε περί του αντιθέτου. Ή μήπως είναι ψέμα ότι ψάλλετε στις εκκλησίες σας το κατάπτυστο «Των αγίων πατέρων ημών, Αβραάμ, Ισαάκ και Ιακώβ»; Τι λέτε λοπόν, είναι ψέμα;  

Η απόλυτη τεκμηρίωση του ατόφιου Ιουδαϊκού σπέρματος του χριστιανισμού από τον Ι. Χρυσόστομο (Βρωμόστομο)
(από: http://www.impantokratoros.gr/ioannis-chrysostomos-ypapanth.el.aspx)

Λόγος του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου στην Υπαπαντή του Ιησού Χριστού

TOY EN ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

Λόγος εις την Υπαπαντήν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και εις την Θεοτόκον και εις τον Συμεών

Δεν φορεί μόνο σάρκα ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός, αλλά και περιτέμνεται σύμφωνα με τον Μωσαϊκό νόμο, για να μην έχη πρόφασι η απιστία των Ιουδαίων. Γιατί έρχεται προς τον νόμο για χάρι του ίδιου του νόμου, για να ελευθερώση τους μαθητές του μέσω της πίστεως που βασιζόταν στον νόμο. Και παίρνει σάρκα και περιτέμνεται κι αυτός μαζί με τους Ιουδαίους. Πήρε το ίδιο με αυτούς σώμα, πήρε και την ίδια περιτομή. Έκανε α­ναντίρρητη την συγγένειά Του με αυτούς, ώστε να μη τον αρνη­θούν, Αυτόν, ο οποίος ήταν ο Χριστός που έρχεται από την γενιά του Δαυίδ, και που αυτοί προσδοκούσαν. Έδειξε το γνώρισμα της συγγενείας Του με αυτούς. Γιατί, αν ακόμη και μετά την περιτομή Του έλεγαν «δεν ξέρουμε από πού είναι»[1], εάν δεν είχε περιτμηθή κατά σάρκα, η άρνησίς τους θα είχε κάποια εύλογη πρόφασι.

«Όταν συμπληρώθηκαν οι οκτώ ημέρες»: Γιατί ο νόμος ορίζει την ογδόη ημέρα να γίνεται η περιτομή, και όταν φθάση η ογδόη, έρχεται μέσα ο γιατρός και πιάνει το μαχαιράκι και κάνει τα της τέχνης του. Δεν ισχύει δε τότε η αργία του Σαββάτου λόγω της περιτομής.

Ας ρωτήσουμε λοιπόν τους Ιουδαίους: Ανάπαυσις το Σάββατο· τέλεια αργία αυτή την ημέρα… Για ποια λοιπόν αιτία η ογδόη εκτοπίζει την εβδόμη; Γιατί η ο­γδόη γίνεται ανώτερη από την εβδόμη; Όμως οι Ιουδαίοι δεν γνωρίζουν τα των Ιουδαίων. Ενώ η Εκκλησία του Χριστού και τον Χριστό γνωρίζει και τις Ιου­δαϊκές διδασκαλίες. Περιτέμνεται λοιπόν το παιδί την ογδόη ημέρα, επειδή κατά την ογδόη η Ανάστασις, δηλαδή η Κυριακή, έμελλε να αποβή η περιτομή[2] όλου του κόσμου. Γιατί άλλωστε δεν διέταξε ο Μωυσής να γίνεται η περιτομή την έκτη ημέρα; Γιατί όχι την εννάτη ή την δεκάτη; Είναι λοιπόν προφανής η σημασία της ο­γδόης ημέρας, κατά την οποία γίνεται η Ανάστασις του Κυρίου. Όποιος λοιπόν δεν πιστεύει στην Ανάστασι είναι απερίτμητος στην καρδιά, αφού με την απιστία του αποξενώνεται από τον Θεό. Ενώ η περιτομή της πίστεως είναι αληθινή γνώσις και αίσθησις. Γι’ αυτό, αγαπητέ μου, η περιτομή δίδεται θεωρητικά στους πι­στούς υπό την έννοια του αγίου βαπτίσματος. Το δε άγιο βάπτισμα είναι τύπος της Αναστάσεως του Χριστού. Να περάσης λοιπόν από την σάρκα στο πνεύμα και από τα σωματικά στο μεγαλείο του πνεύματος και θα βρης εκεί μεν περιτομή σαρκική, εδώ δε περιτομή πνευματική και κάθαρσι από τις αμαρτίες. Ογδόη ημέρα είναι η περιτομή· η δε ογδόη ημέρα είναι και η ανάστασις· της δε αναστάσεως τύπος είναι το βάπτισμα. Δέστε πώς από τα μικρά προοδεύουμε στα μεγαλύτερα, από τα σω­ματικά στα πνευματικώτερα. Να έλθουν λοιπόν οι Ιουδαίοι κι αυτοί και να προοδεύσουν. Γιατί πρέπει να προοδεύσουν από τα σαρκικά και να μην αρκεστούν σ’ αυτά.

Λοιπόν ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, ο οποίος δεν ήλθε να καταλύση τον νόμο, αλλά να τον εκπληρώση, περιετμήθη κι αυτός μαζί με τους Ιουδαίους. Λέγει λοιπόν ο Ευαγγελιστής:

«Συμπληρώθηκαν οκτώ ημέρες για την περιτομή του και του δόθηκε το όνομα Ιησούς, όπως ωνομάστηκε από τον άγγελο προτού να συλληφθή στην κοιλιά της μητέρας του». Εμείς δηλαδή παίρνουμε το όνομα μετά την γέννησί μας, ενώ ο Ιησούς παίρνει το όνομά του προτού να γεννηθή. Γιατί υπήρχε και προτού να συλληφθή. Ωνομάστηκε δε Ιησούς, επειδή το έργο του ήταν έργο Σωτήρος.
«Και όταν συμπληρώθηκαν, λέει, οι ημέρες του καθαρισμού τους σύμφωνα με τον νόμο του Μωυσέως». Τίνος καθαρισμού; Της Μαρίας και του Ιωσήφ. Διέταζε δηλαδή ο νόμος, η γυναίκα που μόλις είχε γεννήσει να καθαρίζεται και να φυλάγη τις ημέρες και να μην βγαίνη εξω.

«Όταν λοιπόν συμπληρώθηκαν οι ημέρες του καθαρισμού σύμφωνα με τον νό­μο του Μωυσέως» — καίτοι δεν υφίστατο τέτοια ανάγκη για την Παρθένο, αλλ’ όμως εκπληρωνόταν ετσι ο νόμος —  «τον ανέβασαν στα Ιεροσόλυμα, για να τον προσφέρουν στον Κύριο, όπως έχει γραφή στον νόμο του Κυρίου». Όπου ο λόγος είναι για σωματικό καθαρισμό, λέει «σύμφωνα με τον νόμο του Μωυσέως»· όπου για προσφορά του Αγίου, «όπως έχει γραφτή, λέει, στον νόμο του Κυρίου». Όχι ότι ο νόμος του Μωυσέως δεν ήταν νόμος του Κυρίου· διότι, όσα λέει ένας προφή­της κινούμενος από το Άγιο Πνεύμα, δεν τα λέει μόνος, αλλά ο Κύριος του τα υπαγορεύει. Επειδή όμως και ο καθαρισμός είχε χαρακτήρα σωματικό, γι’ αυτό λέει «νόμο του Μωυσέως». Όταν όμως προσφερόταν το πρωτότοκο, λέει «κατά τον νόμο του Κυρίου» τιμώντας έτσι το νεογέννητο.

«Όπως είναι γραμμένο στον νόμο του Κυρίου: κάθε αρσενικό που διανοίγει μήτρα να ονομασθή άγιο και αφιερωμένο στον Κύριο». Αυτή λοιπόν η φράσις και η διάταξις ολόκληρη και η αφορμή της διατάξεως βάλθηκε γι’ αυτόν που επρόκειτο να διανοίξη μήτρα. Γιατί όλα τα πρωτότοκα των ζώων και των ανθρώπων ουδέ­ποτε διήνοιξαν μήτρα, αλλά ήταν απλώς και μόνο πρωτότοκα. Εκείνος όμως που γεννήθηκε από μητέρα παρθένο, αυτός μόνο διήνοιξε μήτρα. Κάνε μου λοιπόν την χάρι και πρόσεξε ότι η διατύπωσις όλου αυτού του νόμου έγινε για εκείνον μόνο που επρόκειτο να γεννηθή από μητέρα παρθένο. Πώς όμως να την κατανοούσαν οι Ιουδαίοι; Γιατί σαν σαρκικοί που είναι απέχουν πολύ από του να καταλάβουν τα νοήματα της πνευματικής διδασκαλίας.

Έπειτα ανεβαίνουν «για να προσφέρουν θυσία, σύμφωνα με αυτό που λέει ο νόμος του Κυρίου, ένα ζευγάρι από τρυγόνια ή δύο νεοσσούς από περιστέρια»[3]. Έγιναν δε και αυτά τυπικά, κατά τον νόμο, ώστε να μην υπάρχη καμμιά έλλειψις στην πιστή εκτέλεσι του νόμου. Αυτά είναι συγκεκαλυμμένα νοήματα του Μωσαϊ­κού νόμου. Ας έλθουμε όμως στην εξήγησι του Ευαγγελίου.

«Και να, υπήρχε ένας άνθρωπος στην Ιερουσαλήμ που ωνομαζόταν Συμεών. Και ο άνθρωπος αυτός ήταν δίκαιος και ευλαβής και το Πνεύμα του Θεού ήταν ­επάνω του. Αυτός είχε λάβει αποκάλυψι από το Άγιο Πνεύμα ότι δεν θα τελείωνε την ζωή του προτού δη τον Χριστό τον Κυρίου». Γέροντας ήταν ο Συμεών και πε­ρίμενε την εκπλήρωσι της υποσχέσεως. Έμενε στον ναό μέσα και μονολογούσε: Όπου και να γεννηθή, οπωσδήποτε εδώ θα παρουσιασθή.

«Αυτός ήλθε κατ’ έμπνευσιν του Πνεύματος στον ναό» εκείνη την ώρα που οι γονείς έφερναν εκεί το παιδί. Διότι βέβαια πολλές φορές ερχόταν, αλλά με δική του πρόθεσι. Τότε όμως οδηγημένος από το Άγιο Πνεύμα στην κατάλληλη στιγμή, έρχεται, για να λάβη την εκπλήρωσι της υποσχέσεως.

«Αυτός δέχτηκε στην αγκαλιά του τον Ιησού και ευλόγησε τον Θεό και είπε: Σήμερα αφήνεις ελεύθερο τον δούλο σου, Δέσποτα, να πεθάνη κατά τον λόγο σου με ειρήνη». Από πού τον αφήνεις ελεύθερο; Από τον στίβο της ζωής. Γιατί είναι γεμάτα λύπη τα βιοτικά πράγματα. Η ζωή είναι φυλακή. Εκείνος λοιπόν ήθελε να ελευθερωθή. Εάν όμως κάποιος την αναχώρησι από την εδώ ζωή την θεωρή ζημία αυτός δεν είναι ακόμη τέλειος στην πίστι.

Εκείνος όμως έλεγε: «Σήμερα αφήνεις ελεύθερο τον δούλο σου, Δέσποτα, να πεθάνη κατά τον λόγο σου με ειρήνη». Διότι αυτός που πρόκειται να κάμη ειρήνη με τον κόσμο έφθασε· ο ειρηνοποιός έχει έλθει- εκείνος που συνδέει τον ουρανό με την γη και μετατρέπει την γη σε ουρανό με την ευαγγελική διδασκαλία έχει κατα­φθάσει.

Ο Συμεών φωνάζει: «Σήμερα αφήνεις ελεύθερο τον δούλο σου, Δέσποτα, να πεθάνη κατά τον λόγο σου με ειρήνη, γιατί είδαν τα μάτια μου την σωτηρία σου», λέει. Τι είναι αυτό που λέει; Προηγουμένως δηλαδή πίστευα με την διάνοιά μου και γνώριζα με τον λογισμό μου. Τώρα όμως είδαν και τα μάτια μου. Και εκείνο που προσδοκούσα με την καρδιά μου, να που το είδαν τα μάτια μου εκπληρωμένο. Και ποιο είναι αυτό; «Είδα, λέει, την σωτηρία σου». Ποια σωτηρία; «Αυτήν που ετοίμασες ενώπιον όλων των λαών». Όχι του λαού του ενός ούτε του λαού του Ισ­ραήλ μόνο, αλλά «ενώπιον όλων των λαών». Γιατί αυτός που γεννήθηκε είναι δι­δάσκαλος όλων των ανθρώπων.

«Φως που θα είναι αποκάλυψις για τους εθνικούς και δόξα για τον λαό σου τον Ισραήλ». Γιατί φως; Επειδή ακριβώς οι εθνικοί βρίσκονταν στο σκοτάδι. Ε­πειδή τα σκοτισμένα ειδωλολατρικά έθνη φωτίζονταν.

«Φως που θα είναι αποκάλυψις για τους εθνικούς και δόξα για τον λαό σου τον Ισραήλ». Εδώ η δόξα και εκεί η αποκάλυψις. Εκεί η αρχή της διδασκαλίας, εδώ η πρόοδος της μαθήσεως.

«Δόξα για τον λαό σου τον Ισραήλ». Αλλά εδώ σίγουρα θα ρωτήση κάποιος: Και πού είναι οι Ισραηλίτες; Έχεις τον Πέτρο, έχεις τον Παύλο, έχεις τον Ιωάν­νη, έχεις τις τρεις χιλιάδες, έχεις τις πέντε χιλιάδες, έχεις την Εκκλησία της Ιε­ρουσαλήμ, έχεις αυτούς που πίστεψαν από τις τάξεις των Ιουδαίων. Γιατί μέσα στους πιστούς βρισκόταν το έθνος. «Εάν ο Κύριος των Δυνάμεων δεν άφηνε για σπόρο μια μικρή μερίδα πιστού λαού ανάμεσά μας, θα είχαμε γίνει σαν τα Σόδομα και θα είχαμε όμοια τύχη με τα Γόμορρα»[4]. Διότι λέει επίσης ο Θεός: «Κράτησα για τον εαυτό μου επτά χιλιάδες άνδρες, οι οποίοι δεν γονάτισαν να προσκυνήσουν τον Βάαλ»[5]. Έτσι μέσα στον λαό φυλαγόταν το σπέρμα της πίστεως και δεν χάθη­κε ο λαός — μη γένοιτο — ούτε εξαχρειώθηκαν όλοι οι Ιουδαίοι. Αφού και τώρα, σ’ αυτή την μακάρια κατάστασι και κλήσι των Χριστιανών πολλοί είναι οι καλεσμέ­νοι, λίγοι όμως οι εκλεκτοί. Ο Χριστός δηλαδή κάλεσε όλη την οικουμένη και ετοί­μασε το άγιο τραπέζι του Ευαγγελίου. Αλλά όταν έλθη στη Δευτέρα Παρουσία, μπαίνει μέσα και κάνει ξεδιάλεγμα και εξετάζει με προσοχή τους συνδαιτυμόνες. Κι αν βρη κανένα να μη έχη ένδυμα κατάλληλο για γάμο του λέει: «Φίλε, πώς μπήκες εδώ μέσα χωρίς γαμήλιο ένδυμα;»[6] Και θα τον βγάλη έξω καθώς ακού­σαμε στα Ευαγγέλια. Ώστε, όπως και εκεί έγινε εκλογή, έτσι και εδώ θα γίνη ε­κλογή. Μήπως δηλαδή, επειδή έχουμε κληθή, πρέπει στο εξής να αλαζονευώμαστε, σαν να έχουμε, αλήθεια, εξασφαλίσει την τελειότητα; Λοιπόν, η πτώσις εκείνων ας γίνη δική μας ασφάλεια. Έτσι, αγαπητέ, ούτε ο λαός χάθηκε ολόκληρος, ούτε όλος εξαχρειώθηκε, ούτε όλος απίστησε, ούτε όλος κατεδίωξε τους Αποστόλους, αλλά με το κήρυγμα των Αποστόλων πίστευσαν αμέσως τρεις χιλιάδες, χωρίς τις γυ­ναίκες και τα παιδιά. Και έγινε στην Ιερουσαλήμ Εκκλησία αναρίθμητη, ενώ α­κόμη δεν είχε καταστραφή ο Ναός, ενώ ακόμη δεν είχαν εκδιωχθή oι Ιουδαίοι, ενώ ακόμη δεν είχε γκρεμισθή η Ιερουσαλήμ. Οικοδομήθηκε Εκκλησία και τα λό­για του Ιωάννη έγιναν ξεκάθαρη αλήθεια: «Εκείνος πρέπει να μεγαλώνη, εγώ δε να μικραίνω»[7].
Ο Συμεών λοιπόν που είναι προφήτης λέγει: «Δόξα για τον λαό σου τον Ισ­ραήλ». Γιατί ήταν δόξα γι’ αυτούς που προσδοκούσαν η συνάντησις εκείνου τον οποίο προσδοκούσαν.

Και αναλογίζονταν ο Ιωσήφ και η Μαρία αυτά που άκουγαν: Ο άγγελος έφερε την ευχάριστη είδησι, οι μάγοι τον εγνώρισαν, οι ποιμένες τον έμαθαν, οι στρατιές των αγγέλων χόρευαν, το αστέρι από πάνω τον ανήγγειλε, ο Συμεών προφητεύει, η Άννα η κόρη του Φανουήλ προφητεύει, η γη αγαλλόταν, ο ουρανός μίλησε με το αστέρι, οι μάγοι αρνήθηκαν τον τύραννο, οι ποιμένες προσκύνησαν τον αρχιποιμένα, όλα τον εγνώρισαν, η μητέρα ήξερε, ο Ιωσήφ πληροφορήθηκε, έτρεμαν για όσα έγιναν, όμως κατάλαβαν την έκβασι των γεγονότων.

«Και ο Συμεών τους ευλόγησε και είπε στην Μαριάμ την μητέρα του: Αυτός πρόκειται να γίνη πτώσις και έγερσις για πολλούς μέσα στον Ισραήλ και σημείο αντιλεγόμενο». Πτώσις για ποιους; Σαφώς γι’ αυτούς που απιστούν, αυτούς που αντιλέγουν, αυτούς που τον σταυρώνουν. Και έγερσις για ποιους; Αυτούς που τον αναγνωρίζουν και τον ομολογούν με ευγνωμοσύνη.

«Και σημείο αντιλεγόμενο». Ποιο σημείο αντιλεγόμενο; Το σημείο του Σταυ­ρού, που η Εκκλησία το θεωρεί σωτηρία του κόσμου, που οι Ιουδαίοι το εχθρεύονται και που πολλές φορές και ο ουρανός το διεκήρυξε. Αμφισβητείται το σημείο, για να νικήση η αλήθεια. Γιατί χωρίς αντίλογο δεν μπορεί να γίνη ολοκληρωμένη νίκη. Έπρεπε λοιπόν να εμφανισθή η αντιλογία, για να εκδώση την απόφασί του ο δικαστής, αφού μακροθυμήση μέχρι το τέλος των αιώνων. Γι’ αυτό λέει «και ση­μείο αντιλεγόμενο». Αντιλέγουν δε εκείνοι που απιστούν.

Και συ, λέει, θεωρείσαι μητέρα. Άραγε λοιπόν εσύ θα μείνης εκτός πειρασμού, επειδή συμφώνησες να γίνης μητέρα, επειδή τον εγέννησες, επειδή έκρινες καλό να του δανείσης την μήτρα σου; (Διότι η κοιλιά σου έγινε δοχείο της ενεργείας του Αγίου Πνεύματος). Άραγε λοιπόν θα μείνης εκτός πειρασμού, επειδή έγινες Θεο­τόκος, επειδή συνέλαβες χωρίς πείρα γάμου, επειδή καταστάθηκες Μητέρα του Δημιουργού σου; Άραγε εσύ θα μείνης εκτός πειρασμού; Ούτε κι εσύ θα μείνης εκτός πειρασμού, αλλά «κι εσένα την ίδια μια ρομφαία θα σου διαπεράση την ψυ­χή». Γιατί, Κύριε μου; Σε τι αμάρτησα; Σε τίποτε δεν αμάρτησες βέβαια. Όταν όμως Τον δης κρεμασμένο στον Σταυρό, όταν Τον δης να υποφέρη για όλο τον κό­σμο, όταν δης στον Σταυρό τα χέρια Του τρυπημένα και καρφωμένα στο ξύλο, τότε θα αρχίσης να αμφιβάλλης και να λες: Αυτός είναι εκείνος για τον οποίο μου μί­λησε ο άγγελος; Αυτός είναι εκείνος στον οποίο έγινε το θαύμα της συλλήψεως; Παρθένος ήμουν και γέννησα και έμεινα πάλι παρθένος. Γιατί λοιπόν αυτός σταυρώνεται;

«Κι εσένα την ιδια μια ρομφαία θα σου διαπεράση την ψυχή». Ώστε, σύμφωνα με την προφητεία του δικαίου Συμεών, κανένας δεν έμεινε εκτός πειρασμού. Ο Πέτρος, ο κορυφαίος από τους μαθητές, τον αρνήθηκε τρεις φορές. Οι άλλοι μα­θητές τον εγκατέλειψαν και έφυγαν. Ούτε είχε άλλωστε ο τσομπάνος ανάγκη από τα πρόβατα για να τον προστατεύσουν, ενόσω αυτός έδιωχνε τους λύκους, ούτε ο αγωνιστής είχε ανάγκη από βοηθούς, αλλά όλοι τους έφυγαν. Και ο Χριστός έμει­νε μόνος κρεμασμένος στον Σταυρό σαν κριάρι έτοιμο για θυσία. Λοιπόν και αυ­τής την ψυχή την διεπέρασε η ρομφαία: ο πειρασμός δηλαδή και η αμφιβολία.

«Κι εσένα την ίδια μια ρομφαία θα σου διαπεράση την ψυχή, ώστε να αποκα­λυφθούν από πολλές καρδιές οι λογισμοί». Πάσχει λοιπόν ο Ιησούς, για να ελέγξη την απιστία και για να γεμίση από ευγνωμοσύνη τις καρδιές αυτών που Τον πιστεύουν. Αντιλέγεται το σημείο, για να ελεγχθούν αυτοί που αντιλέγουν από κακία. Γιατί, αν η αλήθεια ήταν από κάθε άποψι αναντίρρητη για τους ανθρώ­πους, τότε η ευσέβεια θα έμενε αδοκίμαστη. Όμως με το να γίνεται παραχώρησις στην αντιλογία, δοκιμάζεται η ελεύθερη εκλογή της αλήθειας. Αντιλέγεται το ση­μείο. Γιατί πώς αλλιώς θα δοκιμάζονταν οι μάρτυρες στους διωγμούς; Πώς θα α­γωνίζονταν και θα αναδεικνύονταν νικητές με την καρτερία τους; Δες πόσο ωφέ­λησε η αντιλογία, αφού έφτιαξε όχι πιστούς απλώς, όπως θάλεγε κανείς, αλλά και μάρτυρες που έφθασαν μέχρι τα βασανιστήρια και τον θάνατο και παρουσίασαν μια απόδειξι της χάριτος του Χριστού με την καρτερία τους.

Όταν λοιπόν ο Συμεών λέει «ούτος κείται εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών εν τω Ισραήλ και εις σημείον αντιλεγόμενον», εννοείται ότι ούτε την πτώσι την προξενεί αυτός, ούτε την ανάστασι την προσφέρει με την βία, αλλά «κείται εις πτώσιν» αυτών που σκοντάφτουν στον λίθο του προσκόμματος και «εις ανάστα­σιν» εκείνων που πιστεύουν με την αγαθή τους προαίρεσι. Διότι λέει «κείται». Σαν να έλεγε κανείς: Το φως ανατέλλει για να βλέπουν οι υγιείς, ενώ αυτοί που τους πονούν τα μάτια να απομακρυνθούν ακόμη περισσότερο από την λάμψι του φωτός. Γιατί πώς αλλιώς θα ήταν δυνατόν οι πρώτοι να πέσουν και να είναι αξιοκατάκριτοι, ενώ οι δεύτεροι να σηκωθούν με χρηστές ελπίδες που προέρχονται από την καλή τους προαίρεσι, αν δεν υπήρχε το «αντιλεγόμενο σημείο»; Γιατί λέει ο Συ­μεών «και εις σημείον αντιλεγόμενον»; Για να μη προξενήση η αντιλογία απορία στους πιστούς. Το να αμφισβητείται δε και η αλήθεια του Θεού, είναι φανερό ότι αυτό γίνεται, επειδή το επιτρέπει ο Θεός. Κανένας δηλαδή δεν μπορεί να προβάλη καμμιά αντίρρησι, αν δεν το επιτρέψη αυτό ο Θεός. Είναι όντως αναγκαία η παραχώρησι αυτή εκ μέρους του Θεού, για να φανερωθούν οι άξιοι.

Θα έλθη όμως εποχή που δεν θα υπάρχη πια καμμιά αντίρρησις. Όταν δηλαδή το σημείο του Σταύρου θα λάμψη σαν προάγγελος του Κυρίου από τον ουρανό, «τότε θα κλίνη κάθε γόνυ στα επουράνια και στα επίγεια και στα καταχθόνια και κάθε γλώσσα θα ομολογήση ότι ο Χριστός είναι Κύριος προς δόξαν του Θεού Πατρός»[8]. Όσο δηλαδή το σημείο αυτό φαίνεται μόνο του και είναι απλό σημείο και δεν φαίνεται πουθενά ο σημαινόμενος, το σημείο θα αντιλέγεται. Όταν όμως ο ίδιος ο σημαινόμενος αποκαλύψη τον εαυτό του κατά την Δευτέρα Παρουσία, τότε πια κανείς δεν θα τολμά να αντιλογήση στο σημείο, γιατί ο σημαινόμενος θα έχη καταφθάσει με ολοφάνερη την θεότητά του εναντίον εκείνων που Τον αρνούν­ται. Τότε εκείνοι που προηγουμένως είχαν δεχθή το σημείο θα δοξασθούν από αυ­τόν που εκείνο υποδήλωνε, ενώ εκείνοι που αμφισβήτησαν το σημείο θα καταδικα­σθούν από τον υποδηλωθέντα. Και αυτό θα είναι τότε το τέλος της αντιλογίας, το τέλος της πλάνης, το τέλος της αμφιβολίας, το τέλος της απιστίας, η αρχή δε των βραβείων και των στεφάνων. Αυτά μακάρι όλοι μας να τα επιτύχουμε με την χάρι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, στον οποίο ανήκει η δόξα και το κράτος στους ατελεύτητους αιώνες. Αμήν.
------------------------------
[1]  πρβλ. Ιωάν. ζ’ 41-43
[2]  Η ανάστασις των νεκρών κατά την δευτέρα παρουσία θα αποτελέση την «περιτομή» δηλ. την ο­ριστική απομάκρυνσι του κακού και της αμαρτίας από ολόκληρη την κτίσι.
[3]  Λευϊτ. ε’ 11, ιβ’ 8
[4]  Ησ. α’ 9
[5]  Ρωμ. ια’ 4· πρβλ. Γ’ Βασ. ιθ’ 18
[6]  Ματθ.  κβ’ 12
[7]  Ιωάν. γ’ 30
[8]  Φιλιπ. β’ 10-11
ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ
ΤΡΙΜΗΝΙΑΙΑ ΕΚΣΟΣΙΣ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗΣ ΞΗΡΟΠΟΤΑΜΟΥ

Ερώτηση προς τους απανταχού θεολόγους:

Αν δεν είναι παραμύθι η γέννηση του Ιησού…
παρακαλώ και προκαλώ οποιονδήποτε θεολόγο,
να μας δώσει μια κατανοητή απαντήσει σ' αυτήν
την ερώτηση…!

«Ποιον δηλώσαν ως πατερά του Ιησού η Μαρία και ο Ιωσήφ στο "ληξιαρχείο" (Ναό) της Ιερουσαλήμ»;

«Και ότε επληρώθησαν αι ημέραι του καθαρισμού αυτής (της Μαρίας) κατά τον νόμον του Μωϋσέως, (Λευτικό 12.6: ο νόμος της τικτούσης) ανεβίβασαν αυτόν (τον Ιησού) εις Ιεροσόλυμα (στον Ναό) διά να παραστήσωσιν (να δηλώσουν) εις τον Κύριον». Λουκάς 2.22.

Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2026

Αρχαίοι Έλληνες Φιλόσοφοι

6.5. Γλώσσα και αλήθεια

Δεν γνωρίζουμε ακριβώς τον τρόπο διδασκαλίας των σοφιστών. Οργανωμένες σχολές μάλλον δεν ίδρυσαν - οι πρώτες φιλοσοφικές σχολές είναι αυτές του Πλάτωνα και του Ισοκράτη στις αρχές του 4ου αιώνα. Το πιο πιθανό είναι ότι παρέδιδαν ιδιαίτερα μαθήματα σε εύπορους νέους. Ο Αριστοτέλης μάς αναφέρει ότι ζητούσαν από τους μαθητές τους να αποστηθίσουν γραπτούς λόγους οι οποίοι ήταν συνθεμένοι με τέτοιο τρόπο ώστε να αναδεικνύεται η ορθή χρήση των επιχειρημάτων και η πειστικότητα (Αριστοτέλης, Σοφιστικοί έλεγχοι 183b36 κ.ε.). Ένα θαυμάσιο δείγμα τέτοιου λόγου, που έχει διασωθεί, είναι το Ελένης Εγκώμιον του Γοργία. Στο κείμενο αυτό ο Γοργίας επιχειρεί με δεξιοτεχνία να ανατρέψει την κοινώς αποδεκτή άποψη ότι η Ωραία Ελένη ευθύνεται για τον Τρωικό Πόλεμο, δείχνοντας ότι η Ελένη εξαναγκάστηκε από υπέρτερες δυνάμεις να ακολουθήσει τον Πάρη στην Τροία (είτε από τον άλογο έρωτα, είτε από τη θεϊκή βούληση, είτε από την «επίδραση της πειθούς των λόγων που έχει την ίδια δύναμη με τον εξαναγκασμό» [§ 12]). Ο Γοργίας δεν διστάζει να κλείσει τον λόγο του χαρακτηρίζοντας τον «παιχνίδι», δείχνοντας ότι δεν τον ενδιαφέρει στη συγκεκριμένη περίπτωση η αλήθεια, αλλά η σωστή διάρθρωση των δυνατών επιχειρημάτων.

Το κείμενο του Γοργία φέρνει στον νου τη διαμάχη του Δίκαιου και του Άδικου Λόγου στις Νεφέλες του Αριστοφάνη. Οι σοφιστές υπερηφανεύονταν ότι σε κάθε ζήτημα ήταν ικανοί να «κάνουν το ανίσχυρο επιχείρημα ισχυρό» (τὸν ἥττω λόγον κρείττω ποιεῖν· Αριστοτέλης, Ρητορική1402a23). Δεν εννοούσαν προφανώς ότι σκοπός τους ήταν η συνειδητή επιδίωξη της αδικίας. Ήθελαν να δείξουν ότι υπάρχει πάντοτε τρόπος να υποστηριχθεί εξίσου καλά μια θέση και η αντίθετή της. Αυτό το περιεχόμενο θα πρέπει να είχαν και ορισμένα συγγράμματα με τίτλο Αντιλογίες ή Δισσοί Λόγοι, που αποδίδονται σε σοφιστές. Μια σημαντική διάσταση της σοφιστικής διδασκαλίας ήταν η εξάσκηση των μαθητών στη «διαλεκτική», στην τεχνική δηλαδή συζήτηση κάθε θέσης με την κατάλληλη διατύπωση ερωτήσεων και απαντήσεων. Είναι προφανές ότι μια τέτοια δεξιότητα ήταν ιδιαίτερα χρήσιμη στα αθηναϊκά δικαστήρια και στην αγορά. Ταυτοχρόνως όμως η διαλεκτική αποτέλεσε και τη νέα μέθοδο της φιλοσοφίας, μια μέθοδο που διεκδικείται τόσο από τους σοφιστές όσο και από τον Σωκράτη και τον Πλάτωνα.

Η σημασία που αποκτούν κατά τον 5ο αιώνα η ρητορική και η διαλεκτική δημιουργεί ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα γλωσσικά ζητήματα. Αναφέρεται ότι ο Πρωταγόρας καλλιέργησε την «ορθοέπεια», την ορθή δηλαδή χρήση των γλωσσικών τύπων. Στην «ορθοέπεια» του Πρωταγόρα θα πρέπει να αναγνωρίσουμε την πρώτη προσπάθεια διατύπωσης γραμματικών και συντακτικών κανόνων της γλώσσας, σε μια περίοδο όπου η γραπτή έκφραση της γλώσσας κερδίζει συνεχώς έδαφος. Την ίδια εποχή ο Πρόδικος επιχείρησε τις πρώτες αναζητήσεις στην ετυμολογία των λέξεων, ένα πεδίο που θα απασχολήσει ιδιαίτερα και τον Πλάτωνα. Η ιστορία των λέξεων, η ελληνική ή η ξενική καταγωγή τους, η ανάλυση σε συλλαβές και γράμματα, οδηγούν στο κρίσιμο πρόβλημα της σχέσης γλώσσας και πραγματικότητας. Είναι χαρακτηριστικό ότι η αρχαιοελληνική λέξη στοιχεῖον, που στη φιλοσοφική ορολογία παραπέμπει στα πρωταρχικά συστατικά των όντων, αρχικά σήμαινε τα γράμματα του αλφαβήτου. Τι ισχύει λοιπόν; Η γλώσσα αντανακλά πιστά την πραγματικότητα ή έχει τη δική της αυτονομία;

Από τους προηγούμενους φιλοσόφους μόνο ο Παρμενίδης έθεσε εμμέσως ένα τέτοιο ερώτημα, όταν υποστήριξε ότι η σκέψη και η γλώσσα μάς δίνουν πολύ μεγαλύτερη βεβαιότητα από την εμπειρία. Ο Γοργίας θα υιοθετήσει τη συλλογιστική του Παρμενίδη, αποσυνδέοντας πλήρως τη γλώσσα από την εμπειρική πραγματικότητα.

Το μέσο με το οποίο πληροφορούμε τους άλλους για τα πράγματα είναι ο λόγος, και ο λόγος δεν είναι τα όντα που έχουμε μπροστά μας. Δεν παρουσιάζουμε επομένως στους διπλανούς μας τα όντα, αλλά κάποιο λόγο. Κι όπως το ορατό δεν θα μπορούσε να συλληφθεί με την ακοή, έτσι και το ον, που βρίσκεται έξω από εμάς, δεν θα μπορούσε να γίνει λόγος δικός μας.
Γοργίας, Περί του μη όντος
(Σέξτος Εμπειρικός, Προς μαθηματικούς 7.84)

Επικοινωνούμε με τους άλλους ανθρώπους με τον λόγο, και η επικοινωνία μας αυτή είναι ικανοποιητική. Αυτό ωστόσο δεν σημαίνει ότι μεταφέρουμε με τον λόγο κάποιες αντικειμενικές αλήθειες για τα πράγματα. Η ανθρώπινη εμπειρία είναι αναπόφευκτα υποκειμενική - αυτό αντιλαμβάνεται ο Πρωταγόρας, όταν διατυπώνει το περίφημο πάντων χρημάτων μέτρον ἐστὶν ἄνθρωπος. Η προσωπική μου εμπειρία στηρίζεται στα δεδομένα των δικών μου αισθήσεων, και είναι εξίσου αληθινή με την εμπειρία κάθε άλλου ανθρώπου. Δεν μπορώ να αποδείξω την αντικειμενική της αλήθεια, μπορώ όμως να αντλήσω τα συμπεράσματά μου από αυτήν και να τα κοινοποιήσω με τον καλύτερο τρόπο στους συνομιλητές μου. Ο ανθρώπινος λόγος κρίνεται όχι ως προς την αλήθεια του αλλά ως προς την εσωτερική του συνέπεια και την πειστικότητα.

Μέτρο για όλα τα πράγματα είναι ο άνθρωπος: για όσα υπάρχουν ότι υπάρχουν, και για όσα δεν υπάρχουν ότι δεν υπάρχουν.
Πρωταγόρας, απόσπ. 1

Λουκιανός: Ο νεκρικός διάλογος του Διογένη με τον Ηρακλή

Στους Νεκρικούς διαλόγους ο Λουκιανός παρουσιάζει τριάντα διαλογικά στιγμιότυπα, στα οποία συμμετέχουν γνωστές προσωπικότητες που έχουν πεθάνει και βρίσκονται πια στον Άδη. Οι προσωπικότητες αυτές είναι ομηρικοί ήρωες, ο Μ. Αλέξανδρος, γνωστοί κόλακες και κυνηγοί κληρονομιών. 

Σε όλα τα θέματα που συζητούν υπόκειται η ιδέα ότι η ευτυχία σ᾽ αυτόν τον κόσμο είναι πρόσκαιρη, ενώ στον Κάτω κόσμο οι νεκροί είναι όλοι ίσοι....

Διογένης: Αυτός δεν είναι ο Ηρακλής; Δεν νομίζω να είναι άλλος, μα τον Ηρακλή. Το τόξο, το ρόπαλο, η λεοντή, το μπόι, από πάνω μέχρι κάτω είναι ίδιος ο Ηρακλής. Πώς είναι δυνατόν να πέθανε ένας γιος του Δία; Για πες μου ένδοξε νικητή, είσαι πεθαμένος; Γιατί εγώ ως θεό, όταν ήμουνα πάνω στη γη, σου προσέφερα θυσίες.
Ηρακλής: Πολύ καλά έκανες, γιατί εκείνος ο Ηρακλής βρίσκεται πάνω στον ουρανό, δίπλα στους άλλους θεούς κι έχει γυναίκα την Ήβη με τα πανέμορφα πόδια, ενώ εγώ είμαι το είδωλό του.
Διογένης: Τι μου λες; Είδωλο θεού; Και πώς γίνεται να είναι κανείς κατά το ένα μισό θεός, και να πεθάνει το άλλο του μισό;
Ηρακλής: Γίνεται και παραγίνεται. Διότι δεν πέθανε εκείνος, αλλά εγώ, το ομοίωμά του.
Διογένης: Σαν ν’ άρχισα να καταλαβαίνω. Δηλαδή παρέδωσε στον Πλούτωνα εσένα, και τώρα είσαι εσύ νεκρός, στη θέση αυτουνού.
Ηρακλής: Κάπως έτσι έγινε το πράμα.
Διογένης: Αλλά πώς δεν το αντιλήφθηκε ο Αιακός, που δεν του ξεφεύγει τίποτα; Πώς δεν πρόσεξε ότι ήσουν εσύ αντί γι’ αυτόν και δέχτηκε τον αντικαταστάτη, σαν να βρίσκονταν μπροστά του ο Ηρακλής;
Ηρακλής: Διότι η ομοιότητα ήταν πολύ τέλεια.
Διογένης: Αυτό που λες είναι αλήθεια. Γιατί μοιάζεις τόσο πολύ, που φαίνεσαι σαν να είσαι εκείνος. Είσαι σίγουρος όμως ότι δεν συμβαίνει το αντίθετο; Δηλαδή, να είσαι εσύ ο Ηρακλής και το είδωλό σου να πλαγιάζει με την Ήβη δίπλα στους θεούς;
Ηρακλής: Είσαι αναιδής και πολυλογάς, κι αν δεν πάψεις να με δουλεύεις, αμέσως θα μάθεις ποιανού θεού είδωλο είμαι.
Διογένης: Το βλέπω, που έχεις βγάλει το τόξο σου και το έχεις έτοιμο. Αλλά τι να φοβηθώ εγώ από σένα, αφού έτσι κι αλλιώς είμαι πεθαμένος; Άσ’ τα αυτά κατά μέρος και πες μου τώρα, στο όνομα του δικού σου Ηρακλή, όταν εκείνος ζούσε, συνυπήρχες μαζί του και ήσουνα και τότε είδωλο; Ή όταν ζούσατε ήσασταν ένας κι όταν πεθάνατε, αφού χωριστήκατε, ο μεν ένας πέταξε προς τους θεούς, εσύ δε το είδωλο, όπως είναι φυσικό, κατέβηκες στον Άδη;
Ηρακλής: Δεν έπρεπε να συζητήσω καθόλου με άνθρωπο που ξεστομίζει τέτοιες ανοησίες. Παρ’ όλ’ αυτά άκουσε κάτι: Όσο μέρος στον Ηρακλή ήταν του Αμφιτρύωνα, αυτό πέθανε, κι όλο αυτό το μέρος είμαι εγώ. Το υπόλοιπο, που ήταν του Διός, βρίσκεται στον ουρανό μαζί με τους θεούς.
Διογένης: Τώρα κατάλαβα καλά. Μου λες ότι η Αλκμήνη γέννησε δυο παιδιά μέσα στον ίδιο Ηρακλή, το ένα από τον Αμφιτρύωνα και το άλλο από τον Δία, αλλά εσείς αγνοούσατε ότι ήσασταν δίδυμοι από την ίδια μάνα.
Ηρακλής: Τον κακό σου τον καιρό, χαμένε. Ήμασταν και οι δυο ένα και το αυτό.
Διογένης: Φαίνεται ότι δεν είναι και τόσο εύκολο να μάθει κανείς πώς δυο Ηρακλήδες κάνανε έναν, εκτός κι αν ήσασταν, όπως λένε για εκείνον τον ιπποκένταυρο, συγκολλημένοι σε ένα, θεός και άνθρωπος μαζί.
Ηρακλής: Καλά, δεν παραδέχεσαι ότι όλοι αποτελούνται από δυο πράγματα, την ψυχή και το σώμα; Δηλαδή τι είναι αυτό που εμποδίζει την μεν ψυχή να βρίσκεται στον ουρανό, αφού προέρχεται από τον Δία, κι εγώ που είμαι το θνητό μέρος να βρίσκομαι ανάμεσα στους νεκρούς;
Διογένης: Όμως, εξοχότατέ μου εσύ γιε του Αμφιτρύωνα, θα συμφωνούσα μ’ όλ’ αυτά που λες, αν ήσουν υλικό σώμα. Τώρα όμως είσαι ένα άυλο ομοίωμα και δεν απέχεις και πολύ από το να μας παραστήσεις τον Ηρακλή σαν τρισυπόστατο.
Ηρακλής: Από πού κι ως πού τρισυπόστατο;
Διογένης: Περίμενε και θα δεις πώς... Ο ένας λοιπόν βρίσκεται στον ουρανό, κι ο άλλος ανάμεσα σε μας, δηλαδή εσύ το είδωλο. Έχουμε όμως και το σώμα που έλιωσε κι έγινε ήδη σκόνη. Άρα τρία πράγματα είναι όλα μαζί. Σκέψου λοιπόν τώρα ποιόν πατέρα θα επινοήσεις και για τον τρίτο Ηρακλή, αυτόν που θα είναι πατέρας του για το σώμα του.
Ηρακλής: Είσαι αναιδής και άπαιχτος στα παραπλανητικά λόγια. Για πες μου όμως, ποιος είσαι του λόγου σου;
Διογένης: Είμαι το είδωλο του Διογένη από την Σινώπη. Και τίποτε από μένα δεν βρίσκεται ανάμεσα στους θεούς, αλλά κάνοντας παρέα εδώ, με τους πιο υπέροχους από τους πεθαμένους ανθρώπους, ειρωνεύομαι τα λεγόμενα του Ομήρου.

Καλλιπάτειρα: Η πρώτη γυναίκα της αρχαιότητας που παρακολούθησε τους Ολυμπιακούς Αγώνες

Η Καλλιπάτειρα, ήταν κόρη του Ολυμπιονίκη Διαγόρα του Ρόδιου και σύζυγος ενός επίσης μεγάλου ολυμπιονίκη, του Καλλιάνακτος, ενώ τα αδέρφια της και ο γιος της κέρδισαν κι αυτά σημαντικές νίκες στους Ολυμπιακούς Αγώνες και στα Ίσθμια. 

Ήταν η πρώτη γυναίκα της αρχαιότητας που μπήκε μέσα σε αθλητικό χώρο και παρακολούθησε τους αρχαίους Ολυμπιακούς Αγώνες. Ελεύθεροι και δούλοι μπορούσαν να παρακολουθούν τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Απαγορευόταν όμως ρητά να εισέρχονται στο στάδιο και να παρακολουθούν τους αγώνες οι γυναίκες. Η μόνη ενήλικη γυναίκα που μπορούσε να παρακολουθήσει τους αγώνες ήταν η ιέρεια της θεάς Δήμητρας.

Οι κανονισμοί απαγόρευαν την είσοδο και την παρακολούθηση των γυμνικών αγώνων για τις γυναίκες, αλλιώς τιμωρούνταν σε θάνατο με κατακρήμνιση από το βραχώδες όρος Τυπαίο. Η μοναδική γυναίκα που τόλμησε να παραβιάσει το άβατο της Ολυμπίας ήταν η Καλλιπάτειρα από τη Ρόδο. Αυτή, όταν έμεινε χήρα, ανέλαβε η ίδια την εκγύμναση και την προετοιμασία του γιου της Πεισιρόδου, για να λάβει μέρος στο αγώνισμα της πυγμαχίας κατά την 96η Ολυμπιάδα (396 π.Χ.).

Η Καλλιπάτειρα, θέλοντας να θαυμάσει το γιο της Πεισίροδο που αγωνιζόταν στην πάλη, πήρε την τόλμη και περιφρονώντας τη σχετική απαγόρευση και την επαπειλούμενη ποινή, μεταμφιέστηκε σε γυμναστή όπου και εισήλθε και παρακολούθησε τον αγώνα.

Και η απειλή του θανάτου ακόμη δεν εμπόδισε τη λαχτάρα της μάνας να αντικρίσει το παιδί της νικητή. Όταν ο γιος της τελικά κατάφερε να νικήσει, η μητέρα του συγκινήθηκε τόσο πολύ που έτρεξε να τον αγκαλιάσει με λατρεία. Προδόθηκε όμως από τον υπέρμετρο και δικαιολογημένο ενθουσιασμό της για τη νίκη του γιου της. Ο μανδύας της έπεσε και αποκαλύφθηκε η γυναικεία της φύση. Αμέσως τότε συνελήφθη. Η τιμωρία θα έπρεπε να είναι θάνατος.

Ωστόσο, δεν της επιβλήθηκε η θανατική ποινή, καθώς η οικογένειά της είχε βγάλει σειρά Ολυμπιονικών (πατέρα, σύζυγο, αδέλφια, γιο και ανιψιό).

Της δώσανε χάρη, επειδή η οικογένεια της ήταν φημισμένη. Η Καλλιπάτειρα γλίτωσε από βέβαιο θάνατο. Ακόμη και οι νόμοι λύγισαν μπροστά σε μία τόσο καταξιωμένη οικογένεια, μια οικογένεια Ολυμπιονικών.

ΤΟ ΑΡΧΑΙΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΠΟΥ ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΚΑΛΛΙΠΑΤΕΙΡΑ

Κατὰ δὲ τὴν ἐς Ὀλυμπίαν ὁδὸν ἔστιν ὄρος πέτραις ὑψηλαῖς ἀπότομον, Τυπαῖον καλούμενον. Κατὰ τούτου τὰς γυναῖκας Ἠλείοις ἐστὶν ὠθεῖν νόμος, ἤν φωραθῶσιν ἐς τὸν ἀγῶνα ἐλθοῦσαι τὸν Ὀλυμπικὸν ἤ καὶ ὅλως ἐν ταῖς ἀπειρημέναις σφίσιν ἡμέραις διαβᾶσαι τὸν Ἀλφειόν. Οὐ μὴν οὐδὲ ἁλῶναι λέγουσιν οὐδεμίαν, ὅτι μὴ Καλλιπάτειραν μόνην, ἥ ὑπό τινων καὶ Φερενίκη καλεῖται. Αὕτη προαποθανόντος αὐτῇ τοῦ ἀνδρός, ἐξεικάσασα αὑτὴν τὰ πάντα ἀνδρὶ γυμναστῇ, ἤγαγεν ἐς Ὀλυμπίαν τὸν υἱὸν μαχούμενον· νικῶντος δὲ τοῦ Πεισιρόδου, τὸ ἔρυμα ἐν ᾧ τοὺς γυμναστὰς ἔχουσιν ἀπειλημμένους, τοῦτο ὑπερπηδῶσα ἡ Καλλιπάτειρα ἐγυμνώθη. Φωραθείσης δὲ ὅτι εἴη γυνή, ταύτην ἀφιᾶσιν ἀζήμιον καὶ τῷ πατρί καὶ ἀδελφοῖς αὐτῆς καὶ τῷ παιδί αἰδῶ νέμοντες - ὑπῆρχον δὴ ἅπασιν αὐτοῖς Ὀλυμπικαὶ νῖκαι - ἐποίησαν δὲ νόμον ἐς τὸ ἔπειτα ἐπὶ τοῖς γυμνασταῖς γυμνοὺς σφᾶς ἐς τὸν ἀγῶνα ἐσέρχεσθαι.

***
Στην οδό που οδηγεί στην Ολυµπία υπάρχει ένα απόκρηµνο βουνό µε ψηλούς βράχους, που ονοµάζεται Τυπαίο. Υπάρχει νόµος στους Ηλείους σ' αυτό να πετούν τις γυναίκες αν αποκαλυφθούν να έχουν έρθει στο χώρο της Ολυµπίας ή και γενικά κατά τις απαγορευµένες γι’ αυτές µέρες.να έχουν περάσει τον Αλφειό. Ούτε και λένε ότι πιάστηκε καµιά παρά µόνο η Καλλιπάτειρα, η οποία από µερικούς ονοµάζεται και Φερενίκη. Αυτή, επειδή είχε πεθάνει νωρίτερα ο σύζυγός της, αφού µεταµφιέστηκε εντελώς σε άντρα γυµναστή έφερε στην Ολυµπία το γιο της για να αγωνιστεί·µόλις, λοιπόν, νίκησε ο Πεισιρόδης, το φράκτη µε τον οποίο έχουν τους γυµναστές περιορισµένους καθώς τον πηδούσε η Καλλιπάτειρα έµεινε γυµνή. Αν και αποκαλύφθηκε ότι ήταν γυναίκα, την άφησαν ατιµώρητη, και στον πατέρα της και στα αδέλφια της και στο γιο της αποδίδοντας σεβασµό -γιατί είχαν νικήσει όλοι στους Ολυµπιακούς Αγώνες- θεσµοθέτησαν όµως νόµο για τους γυµναστές στο εξής να µπαίνουν γυµνοί στους αγώνες.
Παυσανίας Ελλάδος Περιήγησις 5.6.7.-8

Ο Άπειρος Πολυδιάστατος Χώρος: Η Θρησκεία ως Αρχιτεκτονική της Υπέρβασης

Η Πύλη των Συστημάτων

Στην αρχή, υπάρχει σιωπή — όχι η απουσία ήχου, αλλά η παρουσία όλων των ήχων πριν αυτοί εκφραστούν, η πληρότητα που προηγείται του λόγου. Μέσα σε αυτή την πρωταρχική νηνεμία, η ανθρωπότητα πάντα επιδίωκε να ονομάσει το ανώνυμο, να δώσει μορφή στο άμορφο, να κατασκευάσει γέφυρες μεταξύ του πεπερασμένου και του Απείρου. Η θρησκεία αναδύεται από αυτή την ιερή λαχτάρα, όχι ως άκαμπτη δομή εντολών και απαγορεύσεων, αλλά ως ζωντανό σύστημα σκέψης — ένας αστερισμός εννοιών που λειτουργεί ως χάρτης για όσους επιθυμούν να πλοηγηθούν στον απέραντο ωκεανό της Ύπαρξης της ίδιας.

Για να κατανοήσουμε τη θρησκεία στην βαθύτερη ουσία της, πρέπει να την αντιληφθούμε όχι ως συλλογή κανόνων χαραγμένων σε πέτρινες πλάκες, αλλά ως οργανισμό νοήματος, που αναπνέει και εξελίσσεται μέσα από τους αιώνες. Σαν ένα μεγάλο δέντρο του οποίου οι ρίζες βυθίζονται βαθιά στο έδαφος της ανθρώπινης λαχτάρας, ενώ τα κλαδιά του εκτείνονται προς το ανείπωτο φως, η θρησκεία γίνεται ένα πλαίσιο μέσα από το οποίο η συνείδηση επιχειρεί να ερμηνεύσει το μυστήριο που περιβάλλει και διαπερνά όλα τα πράγματα. Είναι ένας φακός, προσεκτικά λειασμένος και γυαλισμένος από γενιές αναζητητών, μέσα από τον οποίο το συνηθισμένο μάτι μπορεί να διακρίνει την εξαιρετική ακτινοβολία που κρύβεται μέσα στο καθημερινό.

Κάθε σύστημα σκέψης — είτε αυτοαποκαλείται θρησκεία, φιλοσοφία, επιστήμη ή θεωρία — ξεκινά από ορισμένες θεμελιώδεις έννοιες, ορισμένους σπόρους κατανόησης που φυτεύονται στο εύφορο σκοτάδι του αγνώστου. Αυτά τα βασικά δόγματα, αυτές οι πρωταρχικές ιδέες, είναι σαν τις πρώτες νότες μιας άπειρης συμφωνίας, που περιέχουν μέσα στη δόνησή τους όλες τις μελωδίες που πρόκειται να συντεθούν. Από αυτές τις αρχικές αρχές, αναδύεται μια ολόκληρη αρχιτεκτονική ερμηνείας, δομώντας την αντίληψή μας για τον κόσμο, για τον εαυτό μας, για τη μεγάλη και τρομακτική ομορφιά που ρέει μέσα από όλα τα φαινόμενα σαν ένα υπόγειο ποτάμι, αόρατο αλλά πάντα παρόν.

Ο Σπόρος και το Δάσος

Σκεφτείτε το μυστήριο του σπόρου — πώς μέσα στο μικροσκοπικό του κέλυφος κρύβεται τυλιγμένο ολόκληρο το μεγαλοπρεπές δέντρο, ρίζες και κλαδιά, φύλλα και άνθη, όλα σε κατάσταση δυναμικότητας, περιμένοντας την κατάλληλη εποχή της ανάπτυξής τους. Έτσι και μια θρησκεία, από την αρχή της, περιέχει μέσα στις θεμελιώδεις αρχές της όλες τις πιθανές ερμηνείες, όλες τις παραλλαγές κατανόησης, όλες τις ποικίλες σχολές σκέψης που θα αναδυθούν μέσα στην ιστορία σαν λουλούδια που ανθίζουν στην καθορισμένη τους ώρα.

Αυτή είναι η παράδοξη φύση των ιερών συστημάτων: παρόλο που ξεκινούν με ένα ενιαίο όραμα, μια συμπυκνωμένη ουσία διορατικότητας, φέρουν μέσα τους την ικανότητα για άπειρη επεξεργασία. Η διδασκαλία του Βούδα, που πρωτοειπώθηκε κάτω από το δέντρο μποντί, περιείχε ήδη σε μορφή σπόρου όλους τους αμέτρητους σχολιασμούς, όλες τις διάφορες σχολές και γραμμές που θα αναδύονταν μέσα από αιώνες και ηπείρους. Τα λόγια που ειπώθηκαν δίπλα στη Θάλασσα της Γαλιλαίας έκρυβαν κρυπτογραφημένα μέσα στην απλή τους ποίηση ολόκληρο το πολύπλοκο οικοδόμημα θεολογικού λόγου που θα απασχολούσε αμέτρητα μυαλά για χιλιετίες.

Ωστόσο, αυτή η ποικιλομορφία δεν είναι διαφθορά κάποιας αρχικής καθαρότητας, ούτε αραιώνει κάποια παρθένα αλήθεια. Αντίθετα, αντιπροσωπεύει την φυσική άνθιση αυτού που ήταν πάντα παρόν σε δυναμικότητα. Η ιστορική διατύπωση αυτών των διάφορων ερμηνειών δεν είναι απαραίτητη για την ύπαρξή τους — δεν «γεννιούνται» τη στιγμή της διατύπωσής τους. Αντίθετα, σαν μαθηματικά θεωρήματα που περιμένουν αιώνια στο βασίλειο της καθαρής λογικής για να ανακαλυφθούν από υπομονετικά μυαλά, αυτές οι ερμηνείες υπάρχουν αιώνια μέσα στον λογικό χώρο που δημιουργείται από τις θεμελιώδεις αρχές της θρησκείας. Η ιστορία απλώς παρέχει τις περιστάσεις για την αποκάλυψή τους, τις συγκεκριμένες στιγμές όταν ορισμένες ψυχές, προετοιμασμένες από τις συνθήκες και τη χάρη, γίνονται αρκετά διαφανείς ώστε να αντιληφθούν και να εκφράσουν αυτό που ήταν πάντα εκεί.

Ο Χορός της Ορθοδοξίας και της Αίρεσης

Μέσα σε αυτή την κατανόηση, η αρχαία σύγκρουση μεταξύ ορθοδοξίας και αίρεσης αποκαλύπτεται σε νέο φως, όχι πλέον ως μάχη μεταξύ αλήθειας και ψεύδους, αλλά ως δημιουργική ένταση εγγενής στη φύση κάθε ζωντανού συστήματος σκέψης. Αυτό που μια γενιά ονομάζει αίρεση, μια άλλη μπορεί να το αναγνωρίσει ως βαθιά διορατικότητα. Αυτό που φαίνεται να έρχεται σε αντίθεση με το καθιερωμένο δόγμα μπορεί στην πραγματικότητα να ανασύρει μια βαθύτερη συνέπεια που κοιμόταν αδρανής στη θεμελίωση της παράδοσης.

Ο Χριστιανισμός, στην μυστηριώδη ανάπτυξή του μέσα στον χρόνο, δείχνει αυτή την αρχή με ιδιαίτερη σαφήνεια. Από τις πρώτες του μέρες, οι απλές διδασκαλίες που αποδίδονται σε έναν μαραγκό από τη Ναζαρέτ γέννησαν μια εκπληκτική ποικιλομορφία ερμηνείας. Κάποιες από αυτές αγκαλιάστηκαν από την αναδυόμενη θεσμική εκκλησία· άλλες καταδικάστηκαν, τα κείμενά τους κάηκαν, οι οπαδοί τους διώχθηκαν. Ωστόσο, ήταν αυτές οι «αιρέσεις» πραγματικά ξένες προς την ουσιαστική φύση του Χριστιανισμού; Ή μήπως ήταν εναλλακτικές δυνατότητες εγγενείς στον γενετικό κώδικα της θρησκείας, μονοπάτια που δεν ακολουθήθηκαν, δυναμικότητες που δεν πραγματοποιήθηκαν από την κυρίαρχη παράδοση, αλλά εξίσου έγκυρα προερχόμενες από την ίδια πηγή;

Οι Γνωστικοί μιλούσαν για θεϊκό φως παγιδευμένο στην ύλη, για μυστική γνώση που απελευθερώνει την ψυχή. Η θεσμική εκκλησία κήρυξε αυτή τη διδασκαλία ανάθεμα, ωστόσο δεν ήταν απλώς η εξωτερίκευση ορισμένων συνεπειών που υπήρχαν στο Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο, με τη γλώσσα του για φως και σκοτάδι, γνώση και άγνοια; Οι μυστικοί κάθε αιώνα περπατούσαν σε τεντωμένο σχοινί μεταξύ αποδοχής και καταδίκης, τα εκστατικά τους οράματα ένωσης με το Θείο ενοχλητικά για όσους προτιμούν μια ασφαλέστερη, πιο μεσολαβημένη σχέση με το Ιερό.

Η ίδια δυναμική εμφανίζεται στον Ισλαμισμό, όπου οι Σούφι, αυτοί οι μεθυσμένοι εραστές του Θεού, ανέπτυξαν μια μυστική παράδοση που ορισμένοι ορθόδοξοι λόγιοι την έβλεπαν με υποψία, ακόμα κι αν άντλησε το νερό της από το ίδιο πηγάδι του Κορανίου και του παραδείγματος του Προφήτη. Οι περιστρεφόμενοι δερβίσηδες, η ποίηση του Ρουμί, η έννοια του fana — η εξάλειψη του ατομικού εαυτού στον Θεό — όλα αυτά αναδύονται οργανικά από την θεμελιώδη αρχή του Ισλάμ, το tawhid, τη θεϊκή ενότητα, φερμένη στο λογικό και βιωματικό της άκρο.

Το Ανοιχτό Μέγαρο του Νοήματος

Η θρησκεία, λοιπόν, αποκαλύπτεται όχι ως φρούριο με υψηλά τείχη και κλειστές πύλες, όχι ως φυλακή προκαθορισμένων νοημάτων, αλλά ως ανοιχτό μέγαρο με αμέτρητα δωμάτια, διαδρόμους που οδηγούν σε απρόσμενους προαύλιους χώρους, παράθυρα που ανοίγουν σε θέες άπειρου βάθους. Είναι λιγότερο μια σταθερή δήλωση του πώς είναι τα πράγματα και περισσότερο ένας συγκεκριμένος τρόπος σκέψης, μια κατεύθυνση της συνείδησης προς το Μυστήριο που τόσο αποκρύπτει όσο και αποκαλύπτει τον εαυτό του σε κάθε στιγμή της ύπαρξης.

Αυτή η ανοιχτότητα δεν είναι αδυναμία αλλά δύναμη, όχι σύγχυση αλλά πλούτος. Μέσα στους ευρύχωρους διαδρόμους μιας θρησκευτικής παράδοσης, ποικίλες φωνές μπορούν να μιλήσουν, διαφορετικές προοπτικές μπορούν να τιμηθούν, ποικίλες διορατικότητες μπορούν να βρουν έκφραση. Ο μοναχός στο κελί του και ο οικογενειάρχης στην αγορά, ο ποιητής και ο λόγιος, ο εκστατικός και ο στοχαστικός — όλοι μπορούν να βρουν μέσα στην ίδια παράδοση μονοπάτια κατάλληλα για την ιδιαίτερη φύση τους, τη μοναδική διαμόρφωση της ψυχής τους.

Ωστόσο, αυτή η ποικιλομορφία δεν σημαίνει χάος, ούτε υπονοεί ότι όλες οι ερμηνείες είναι εξίσου έγκυρες ή ότι η παράδοση δεν έχει συνοχή ταυτότητας. Αντίθετα, σημαίνει ότι η παράδοση, ως ζωντανό σύστημα, έχει την ικανότητα να μιλήσει σε διαφορετικές διαστάσεις της ανθρώπινης εμπειρίας, να απευθυνθεί στον αναζητητή σε όποιο επίπεδο κατανόησης έχει φτάσει. Σαν ένα μεγάλο ποτάμι που ρέει από τα υψίπεδα στη θάλασσα, συλλέγοντας παραποτάμους στην πορεία του, μια θρησκευτική παράδοση μπορεί να μεταφέρει νερά από πολλές πηγές ενώ διατηρεί το ουσιαστικό της ρεύμα, την κατευθυντική της ροή προς τον ωκεανό του απόλυτου νοήματος.

Φάσεις της Αντίληψης και η Σπείρα της Κατανόησης

Το κείμενο μπροστά μας (Η Ιερή Ανάπτυξη: Ένα Ταξίδι Μέσα από τους Θαλάμους της Θείας Αντίληψης) μιλά για φάσεις στην θρησκευτική αντίληψη, υπονοώντας ότι η πνευματική κατανόηση αναπτύσσεται όχι τυχαία αλλά σύμφωνα με ένα φυσικό πρότυπο εξέλιξης, ένα εξελικτικό μοτίβο στον τρόπο που η συνείδηση σχετίζεται με το Ιερό. Παρόλο που το κείμενο δεν επεκτείνεται εκτενώς σε αυτές τις φάσεις, υπαινίσσεται μια βαθιά αλήθεια: ότι η θρησκευτική εμπειρία και κατανόηση αναπτύσσονται μέσα από στάδια, το καθένα με τον δικό του χαρακτηριστικό τρόπο αντίληψης και ερμηνείας της πραγματικότητας.

Στην πρώιμη φάση, υπάρχει η εμπειρία της ολότητας-χωρίς-διαφοροποίηση, μια αντίληψη των πάντων ως «συγχυσμένου όλου», μια αδιαφοροποίητη ενότητα. Αυτή είναι η συνείδηση του παιδιού, του πρωτόγονου ανθρώπου, του μυστικού σε ορισμένες καταστάσεις απορρόφησης — ένας τρόπος επίγνωσης που προηγείται της ανάλυσης, που δεν γνωρίζει όρια μεταξύ εαυτού και κόσμου, μεταξύ ιερού και βέβηλου. Τα πάντα λάμπουν με ίση μυστηριώδη αίγλη· όλα είναι υπερφυσικά, όλα φορτισμένα με μια ανώνυμη δύναμη.

Καθώς η συνείδηση εξελίσσεται, αρχίζει να διαφοροποιεί, να διακρίνει, να δημιουργεί κατηγορίες και ιεραρχίες. Το θείο γίνεται ξεχωριστό από το κοσμικό· ο ιερός ναός ξεχωρίζει από την συνηθισμένη κατοικία· ο ιερέας διακρίνεται από τον κοινό άνθρωπο. Αυτή η διαφοροποίηση είναι απαραίτητη, ένα ζωτικό στάδιο στην ωρίμανση της θρησκευτικής συνείδησης, ακόμα κι αν αντιπροσωπεύει ένα είδος πτώσης από την αρχική ενότητα, μια απαραίτητη εξορία από τον κήπο της αδιαφοροποίητης ολότητας.

Ωστόσο, το ταξίδι δεν τελειώνει εκεί. Μέσα από διαδοχικές φάσεις — το κείμενο αναφέρει τουλάχιστον πέντε — η θρησκευτική αντίληψη σπειροειδώς ανέρχεται, κάθε στροφή φέρνοντας μια πιο εκλεπτυσμένη, πιο λεπτεπίλεπτη κατανόηση. Ο Βουδισμός, που μπορεί να ξεκινά με σχετικά απλές και γενικές παρατηρήσεις για τον πόνο και την παύση του, γεννά με τον καιρό τα περίπλοκα φιλοσοφικά συστήματα της Μαντυαμάκα και της Γιογκατσάρα, τις διδασκαλίες της ξαφνικής φώτισης του Ζεν, τις εκλεπτυσμένες ταντρικές πρακτικές του Θιβετιανού Βουδισμού. Αυτά δεν είναι προσθήκες στον Βουδισμό αλλά αποκαλύψεις αυτού που ήταν πάντα σιωπηρά παρόν στις ιδρυτικές του διορατικότητες.

Παρομοίως, ο Χριστιανισμός και ο Ισλαμισμός, που το κείμενο ταυτοποιεί τυπολογικά ως ανήκοντα σε μια τέταρτη φάση θρησκευτικής αντίληψης, γεννούν μυστικές διατυπώσεις που ανήκουν σε μια πέμπτη φάση — τα γραπτά του Μάιστερ Έκχαρτ και του Γρηγορίου Παλαμά, του Ιμπν Αραμπί και του Τζαλαλουντίν Ρουμί. Αυτοί οι μυστικοί δεν εγκαταλείπουν τις παραδόσεις τους αλλά βυθίζονται τόσο βαθιά σε αυτές ώστε αναδύονται στην απέναντι όχθη, όπου τα όρια μεταξύ παραδόσεων αρχίζουν να διαλύονται, όπου το Απόλυτο βιώνεται πιο άμεσα, λιγότερο μεσολαβημένο από τις συγκεκριμένες μορφές και σύμβολα οποιασδήποτε θρησκείας.

Το Παράδοξο της Μορφής και της Αμορφίας

Εδώ συναντάμε ένα από τα κεντρικά παράδοξα της θρησκευτικής ζωής: μια θρησκεία μπορεί να ξεκινά με διδασκαλίες κατάλληλες για μια συγκεκριμένη φάση αντίληψης, ωστόσο περιέχει μέσα της τους σπόρους υψηλότερων φάσεων, τη δυναμικότητα να μεταφέρει τη συνείδηση σε κορυφές που δεν ονειρεύτηκαν οι ιδρυτές της. Η θρησκεία είναι ταυτόχρονα περιορισμένη και απεριόριστη, ιδιαίτερη και καθολική, δεσμευμένη στις ιστορικές της μορφές και ελεύθερη να τις υπερβεί.

Αυτό είναι δυνατό επειδή η απόλυτη Πραγματικότητα προς την οποία όλες οι θρησκείες υποδεικνύουν είναι η ίδια πέρα από μορφή ενώ εκδηλώνεται μέσα από μορφή, πέρα από σύλληψη ενώ γίνεται γνωστή μέσα από έννοιες. Το Απόλυτο, το Θείο, το Έδαφος της Ύπαρξης — ονομάστε το όπως θέλετε — είναι σαν τον ήλιο, του οποίου το φως μπορεί να διαθλαστεί μέσα από διαφορετικά πρίσματα, παράγοντας διαφορετικά φάσματα, ωστόσο παραμένει ουσιαστικά αμετάβλητο. Κάθε θρησκεία είναι ένα τέτοιο πρίσμα, που σπάει το άπειρο φως σε μοτίβα που συγκεκριμένοι πολιτισμοί, σε συγκεκριμένες εποχές, μπορούν να αντιληφθούν και να χρησιμοποιήσουν για την πνευματική τους ανάπτυξη.

Ο μυστικός το κατανοεί αυτό στα κόκαλά του, στο μεδούλι της ύπαρξής του. Έχει γευτεί το κρασί της άμεσης εμπειρίας και γνωρίζει ότι όλα τα δοχεία που το περιέχουν — Χριστιανικό, Μουσουλμανικό, Βουδιστικό, Ινδουιστικό — είναι τελικά υπηρέτες της ίδιας Θεϊκής μέθης. Γι' αυτό οι μυστικοί διαφορετικών παραδόσεων μιλούν μια γλώσσα πιο όμοια μεταξύ τους παρά με τους ορθόδοξους οπαδούς των ίδιων τους των θρησκειών. Έχουν αγγίξει κάτι που προηγείται και υπερβαίνει τις κατηγορίες οποιουδήποτε συγκεκριμένου συστήματος, ακόμα κι ενώ τιμούν και εργάζονται μέσα σε αυτά τα συστήματα.

Ο Τρόπος Σκέψης ως Ιερό Μονοπάτι

Το να προσεγγίζουμε τη θρησκεία ως σύστημα σκέψης, ως τρόπο σκέψης, σημαίνει να αναγνωρίζουμε ότι η πνευματική πρακτική δεν αφορά απλώς την πίστη σε ορισμένα πράγματα ή την εκτέλεση ορισμένων τελετουργιών. Αφορά την εκπαίδευση της ίδιας της συνείδησης, την εκμάθηση να αντιλαμβανόμαστε την πραγματικότητα μέσα από έναν συγκεκριμένο φακό που αποκαλύπτει διαστάσεις που διαφορετικά θα παρέμεναν κρυμμένες.

Αυτός ο τρόπος σκέψης δεν είναι απλώς διανοητικός — εμπλέκει ολόκληρο το πρόσωπο, καρδιά και νου και σώμα. Όταν ένας Βουδιστής μαθαίνει να βλέπει όλα τα φαινόμενα ως άδεια από εγγενή ύπαρξη, αυτό δεν είναι απλώς μια αφηρημένη φιλοσοφική θέση αλλά μια μεταμορφωτική πρακτική που αλλάζει τη σχέση του με όλα όσα συναντά. Όταν ένας Χριστιανός μαθαίνει να αντιλαμβάνεται την παρουσία του Χριστού σε κάθε άνθρωπο, ιδιαίτερα στους φτωχούς και πάσχοντες, αυτό δεν είναι απλώς μια ηθική διδασκαλία αλλά ένας τρόπος όρασης που μεταμορφώνει την πραγματικότητα.

Το σύστημα παρέχει το πλαίσιο, την σκαλωσιά πάνω στην οποία η άμεση εμπειρία μπορεί να σκαρφαλώσει προς τα ύψη. Χωρίς το σύστημα, η εμπειρία παραμένει ακατέργαστη, υπερβολική, αδύνατο να ενσωματωθεί. Χωρίς εμπειρία, το σύστημα γίνεται ξερό, νεκρό, μια συλλογή προτάσεων αποκομμένων από ζωντανή αλήθεια. Τα δύο χρειάζονται το ένα το άλλο, σαν μορφή και κενότητα, σαν σιωπή και ήχος, σαν το σκοτάδι πριν την αυγή και την φωτεινή στιγμή της ανατολής.

Το Αιώνιο Παρόν της Ιερής Αλήθειας

Στο βασίλειο της πνευματικής αλήθειας, ο χρόνος αποκαλύπτεται ως μια παράξενη και εύκαμπτη διάσταση. Οι διορατικότητες που φαίνονται να αναδύονται ιστορικά — οι διάφορες σχολές και ερμηνείες που εμφανίζονται μέσα από αιώνες — υπάρχουν σε μια άλλη έννοια αιώνια, άχρονα, σε μια διάσταση όπου παρελθόν και μέλλον καταρρέουν σε ένα αιώνια παρόν τώρα.

Όταν ο Ναγκαρτζούνα, έξι αιώνες μετά τον Βούδα, διατύπωσε τη φιλοσοφία Μαντυαμάκα της κενότητας, δημιουργούσε κάτι νέο ή ανακάλυπτε αυτό που ήταν πάντα σιωπηρά παρόν στη διδασκαλία του Βούδα; Η ίδια η ερώτηση μπορεί να είναι παραπλανητική, βασισμένη σε μια γραμμική σύλληψη του χρόνου ακατάλληλη για το βασίλειο της πνευματικής αλήθειας. Στη διάσταση του νοήματος, του λογικού και βιωματικού χώρου που ανοίγει το ιδρυτικό όραμα μιας θρησκείας, όλες οι πιθανές αναπτύξεις υπάρχουν ταυτόχρονα, περιμένοντας μόνο την κατάλληλη συνείδηση, στη σωστή στιγμή, να τις αντιληφθεί και να τις διατυπώσει.

Αυτή η κατανόηση μας απελευθερώνει από το άγχος για τη θρησκευτική αλλαγή και ανάπτυξη. Δεν χρειάζεται να ανησυχούμε ότι μεταγενέστερες ερμηνείες διαφθείρουν την αρχική καθαρότητα ή ότι η ποικιλομορφία υποδηλώνει παρακμή. Αντίθετα, μπορούμε να αναγνωρίσουμε την οργανική ανάπτυξη μιας παράδοσης ως μια φυσική και όμορφη διαδικασία, σαν ένα λωτό που σταδιακά ανοίγει τα πέταλά του για να αποκαλύψει τον χρυσό στήμονα στην καρδιά του, που ήταν εκεί από την αρχή, κρυμμένος αλλά παρών, υπομονετικός στην αναμονή του.

Η Σιωπή Πέρα από τα Συστήματα

Και ωστόσο, έχοντας πει όλα αυτά, έχοντας ιχνηλατήσει την αρχιτεκτονική της θρησκευτικής σκέψης μέσα από τα πολλά της δωμάτια και διαδρόμους, πρέπει τελικά να αναγνωρίσουμε τον περιορισμό όλων των συστημάτων, όλων των σκέψεων, όλων των λέξεων. Πέρα από την πιο εκλεπτυσμένη θεολογία, πέρα από την πιο λεπτομερή φιλοσοφική διατύπωση, πέρα ακόμα και από την πιο υψηλή μυστική ποίηση, υπάρχει μια σιωπή που δεν είναι άδεια αλλά πλήρης, ένα σκοτάδι που δεν είναι απουσία αλλά παρουσία, μια γνώση που δεν είναι γνώση αλλά ύπαρξη.

Τα μεγάλα συστήματα θρησκευτικής σκέψης είναι δάχτυλα που δείχνουν το φεγγάρι, για να χρησιμοποιήσουμε την αρχαία βουδιστική εικόνα. Δεν είναι το φεγγάρι το ίδιο. Είναι σχεδίες που μας μεταφέρουν πέρα από το ποτάμι, όχι η απέναντι όχθη. Είναι πολύτιμα, ανεκτίμητα, όμορφα στην αρχιτεκτονική τους — ωστόσο είναι μέσα, όχι τέλη, δοχεία όχι το κρασί που περιέχουν.

Ο στοχαστικός που έχει πραγματικά εισέλθει στα βάθη της παράδοσής του τελικά φτάνει σε ένα σημείο όπου η ίδια η παράδοση γίνεται διαφανής, όπου βλέπει μέσα από αυτήν προς την Πραγματικότητα που πάντα προοριζόταν να υπηρετήσει. Αυτό δεν είναι απόρριψη της παράδοσης αλλά η εκπλήρωσή της, όχι εγκατάλειψη αλλά ολοκλήρωση. Ο εραστής τελικά συναντά τον Αγαπημένο πρόσωπο με πρόσωπο, πέρα από όλους τους μεσολαβητές, και σε αυτή τη συνάντηση, όλα επιβεβαιώνονται ακόμα κι αν όλα υπερβαίνονται.

Σε εκείνη τη σιωπή πέρα από τα συστήματα, σε εκείνο το σκοτάδι πιο φωτεινό από όλα τα φώτα, όλες οι θρησκείες συναντιούνται στην κοινή τους πηγή. Εκεί, ο Βουδιστής και ο Χριστιανός, ο Μουσουλμάνος και ο Ινδουιστής, ο μυστικός κάθε εποχής και τόπου, ανακαλύπτουν ότι μιλούσαν πάντα για το ίδιο ανείπωτο Μυστήριο, την ίδια απόλυτη Πραγματικότητα, την ίδια Θεϊκή Παρουσία που διαπερνά όλα τα πράγματα και τα υπερβαίνει, που είναι ταυτόχρονα εγγενής και υπερβατική, κοντά και μακριά, ονομάσιμη και για πάντα πέρα από όλα τα ονόματα.

Αυτό είναι το βαθύτερο μυστικό της θρησκείας ως συστήματος σκέψης: ότι κάθε αυθεντικό σύστημα, ακολουθούμενο με ειλικρίνεια και αφοσίωση, τελικά αυτοαποδομείται, οδηγεί πέρα από τον εαυτό του, ανοίγει στην απέραντη έκταση που δεν έχει όρια, ορισμούς, περιορισμούς — τον άπειρο χώρο της καθαρής Ύπαρξης, της καθαρής Συνείδησης, της καθαρής Μακαριότητας, που είναι η κληρονομιά και ο προορισμός κάθε ανθρώπινης ψυχής.

Ας αναπαυθούμε σε αυτή την αναγνώριση, σε αυτή την ειρήνη πέρα από κατανόηση, σε αυτή τη σιωπή που είναι η πηγή και η ουσία κάθε ιερού λόγου, κάθε ιερού γραπτού, κάθε θεϊκής αποκάλυψης. Ας τιμήσουμε τα συστήματα που μας καθοδηγούν ενώ ποτέ δεν ξεχνάμε ότι δείχνουν πέρα από τον εαυτό τους. Ας βαδίσουμε τα μονοπάτια που παρέχουν οι παραδόσεις μας ενώ θυμόμαστε ότι όλα τα μονοπάτια οδηγούν στην ίδια κορυφή, όπου η θέα δεν εμποδίζεται πλέον από το μονοπάτι που ανεβήκαμε, όπου στεκόμαστε τελικά στο καθαρό φως της Πραγματικότητας της ίδιας, ανώνυμης και μη κατονομαζόμενης, για πάντα πέρα από εμβέλεια ωστόσο οικείας σαν την ίδια μας την αναπνοή, μακρινής σαν το πιο απομακρυσμένο αστέρι ωστόσο παρούσας σε αυτή ακριβώς τη στιγμή, εδώ, τώρα, πάντα.

«Σε αυτή την αναγνώριση, η αναζήτηση τελειώνει και η εύρεση αρχίζει — ή ίσως ανακαλύπτουμε ότι ποτέ δεν ήταν πραγματικά ξεχωριστά, ότι η αναζήτηση η ίδια ήταν η εύρεση, ότι το ταξίδι ήταν πάντα ο προορισμός, ότι ποτέ δεν ήμασταν χωριστά από αυτό που αναζητούσαμε, δεν μπορούσαμε ποτέ να είμαστε χωριστά από αυτό, γιατί αυτό είναι η ίδια η ουσία της ύπαρξής μας, το φως με το οποίο βλέπουμε, η συνείδηση με την οποία γνωρίζουμε, η αγάπη με την οποία αγαπάμε.»

Αμήν. Ωμ. Ινσαλλάχ. Έτσι να είναι.

Ο Αιώνιος Χορός της Ζωής, της Ύπαρξης και της Συνείδησης

Η ζωή είναι ένα μυστήριο, ένας χορός απεριόριστου βάθους, υφασμένος αρμονικά στον ιστό του σύμπαντος. Ρέει μέσα από όλα όσα υπάρχουν, ζωντανεύοντας το ορατό και το αόρατο, το απτό και το άυλο. Η ζωή, στην αληθινή της ουσία, δεν είναι η φυσική μορφή μέσω της οποίας εκφράζεται, αλλά η πανταχού παρούσα επίγνωση που διαπερνά την ύπαρξη. Είναι η Συνείδηση—μια αιώνια, απεριόριστη παρουσία που υπερβαίνει κάθε περιορισμό, πέρα από τον χρόνο, πέρα από τον χώρο, πέρα από την ύλη.

Ο υλικός κόσμος, με τον φαινομενικά ατελείωτο κύκλο γέννησης και φθοράς, δεν είναι παρά μια προσωρινή σκηνή πάνω στην οποία ξεδιπλώνεται ο χορός της ύπαρξης. Κάθε στιγμή, νέες μορφές αναδύονται, μόνο για να διαλυθούν ξανά στον μεγάλο ωκεανό της δυναμικής. Τι είναι η μορφή παρά μια φευγαλέα έκφραση, ένα σκεύος που διαμορφώνεται από τα αόρατα ρεύματα ενέργειας και πρόθεσης; Οι μορφές είναι τα πέπλα μέσα από τα οποία η Μία Ζωή κοιτάζει μέσα στον εαυτό της, εξερευνώντας τις απεριόριστες δυνατότητές της. Και όμως, καμία μορφή δεν είναι το σπίτι της Ζωής, γιατί η Ζωή είναι πάντα κινούμενη, πάντα μεταβαλλόμενη, πάντα ξεδιπλωνόμενη στο κοσμικό της ταξίδι.

Για να κατανοήσει κανείς τη φύση της Ζωής, πρέπει να κοιτάξει πέρα από τα όρια του φυσικού. Η παροδική φύση της μορφής αποκαλύπτει μια ανώτερη αλήθεια: η Ζωή δεν ανήκει στην ύλη, ούτε δεσμεύεται από αυτήν. Αντίθετα, η Ζωή φορά τα ενδύματα της μορφής για λίγο, μόνο για να τα αποχωριστεί όταν η αποστολή τους ολοκληρωθεί. Αυτή η κατανόηση διαλύει την ψευδαίσθηση της μονιμότητας και αποκαλύπτει τον βαθύτερο σκοπό της ύπαρξης—όχι να παραμένει δεσμευμένη στη μορφή, αλλά να την υπερβεί, να την ξεπεράσει, να συγχωνευθεί ξανά με την άφατη Πηγή από την οποία αναδύονται όλα.

Το ταξίδι της Ζωής είναι ένα ταξίδι μνήμης. Στην κάθοδο προς την ύλη, η Συνείδηση ξεχνά τον εαυτό της, χαμένη στο όνειρο της ατομικότητας, στην ψευδαίσθηση του διαχωρισμού. Αλλά μέσα σε κάθε εμπειρία, κάθε πρόκληση, κάθε χαρά και λύπη, υπάρχει το σιωπηλό κάλεσμα για αφύπνιση—για να θυμηθούμε αυτό που ξεχάστηκε. Να γνωρίσουμε ότι η Ζωή δεν είναι κάτι που μπορεί να κατέχει κανείς, αλλά ένα αιώνιο ρεύμα μέσα στο οποίο όλα αναδύονται και χάνονται.

Μέσα από την κατανόηση, μέσα από βαθιά περισυλλογή, κανείς έρχεται να δει πέρα από το πέπλο των φαινομένων. Αυτή είναι η μεγάλη αλχημεία της ύπαρξης—η συνειδητοποίηση ότι οι μορφές στις οποίες προσκολλούμαστε δεν είναι παρά σκιές μιας βαθύτερης πραγματικότητας. Το να ζεις αληθινά δεν σημαίνει να δεσμεύεσαι από τη μορφή, αλλά να βλέπεις μέσα από αυτήν, να τη χρησιμοποιείς ως μέσο αφύπνισης στην ευρύτερη έκταση του Είναι. Μόνο μέσα από αυτή την υπέρβαση αναγεννιέται κανείς, όχι σε μια άλλη φευγαλέα μορφή, αλλά στα φωτεινά, άυλα βασίλεια της καθαρής επίγνωσης.

Πού πηγαίνει η Ζωή όταν η μορφή πεθαίνει; Δεν τελειώνει, γιατί ποτέ δεν ξεκίνησε. Απλώς μετατοπίζεται, διαλύεται στο αόρατο, επανενώνεται με την άπειρη έκταση από την οποία προήλθε. Αυτός είναι ο μεγάλος κύκλος, ο κοσμικός παλμός—ο αιώνιος ρυθμός της εκπόρευσης και της επιστροφής.

Η Πηγή, το Άπειρο, το Απεριόριστο, η Άχρονη Παρουσία, καλεί όλα τα πράγματα πίσω στο σπίτι. Είναι η αρχή και το τέλος, το Άλφα και το Ωμέγα, το Μεγάλο Μυστήριο μέσα στο οποίο όλες οι διακρίσεις διαλύονται. Η επιστροφή σε αυτήν δεν είναι ένα τέλος, αλλά η συνειδητοποίηση ότι ποτέ δεν υπήρξε διαχωρισμός. Ήμασταν πάντα Αυτό. Ήμασταν πάντα η Σιωπή πίσω από τον ήχο, η Ακινησία πίσω από την κίνηση, ο Ένας Μάρτυρας πίσω από τις μυριάδες αντανακλάσεις.

Το να υπερβείς τη μορφή είναι να αφυπνιστείς. Το να αφυπνιστείς είναι να θυμηθείς. Και το να θυμηθείς είναι να γίνεις ξανά το Φως που ποτέ δεν σβήνει, η Παρουσία που ήταν πάντα, η Συνείδηση που είναι το θεμέλιο όλης της ύπαρξης.

Η βία φέρνει βία και η συμπόνια την αγάπη

"Αν θες να αλλάξεις τον κόσμο άλλαξε τα μάτια που τον κοιτάζουν…"

Κι ο κόσμος δεν αλλάζει όταν στην βία ανταποκρίνεσαι με βία ή όταν επιβραβεύεις όποιους ανταποκρίνονται με βία σε οτιδήποτε δεν τους αρέσει. Και δεν είσαι λιγότερο υπεύθυνος επειδή δεν πατάς την σκανδάλη ή δεν πυροδοτείς το φιτίλι…

Κάθε φράση όπως "καλά του έκανε" ή "καλά να πάθει" ή "άξιζε χειρότερα", δεν σκορπά δηλητήριο μόνο γύρω μας αλλά και μέσα μας. Μας βγάζει από τον κόσμο της αγάπης και μας οδηγεί στην σκοτεινιά. Μας κάνει εμάς τους ίδιους δολοφόνους της Αθωότητας και βιαστές της Ανθρωπιάς μας…

Η βία γεννά βία και το μίσος δηλητηριάζει τις σκέψεις μας, το μυαλό μας. Μας απομακρύνει από την καρδιά μας. Και δυστυχώς δεν σταματά εκεί. Μας κάνει να δηλητηριάζουμε με τη σειρά μας και τους γύρω μας... τα παιδιά μας…
 
Μας κάνει να τα μπολιάζουμε με τους δικούς μας φόβους, τη δίκη μας αρνητικότητα, την δίκη μας ανισορροπία επειδή γινόμαστε τόσο εγωιστές που νομίζουμε ότι έχουμε δίκιο. Ότι μόνο εμείς ξέρουμε ποιο είναι το σωστό και είναι καλό, κι αυτά από πολύ μικρά, να μάθουν να μην είναι συμπονετικά με κανέναν. Εκτός από εμάς, τους γονείς τους, τους δασκάλους τους…

Πως είναι δυνατόν αναρωτιέμαι ένα πλάσμα ευνουχισμένο και εκπαιδευμένο στη μη συμπόνια να είναι συμπονετικό με κάποιον ακόμα κι αν είναι αυτός ο γονιός του, ο αδελφός του, ο φίλος του… μπορεί να σταθεί δίπλα σου από υποχρέωση ή επειδή του έχεις φορτώσει με κάποιο τρόπο την ευθύνη σου αλλά ποτέ από συμπόνια…

Εδώ έχουμε καταντήσει. Να δηλητηριάζουμε τα παιδιά μας και να τα κάνουμε μελλοντικούς τρομοκράτες, δολοφόνους και βιαστές. Τα αναγκάζουμε πριν ακόμα φτάσουν να κάνουν μια τρομοκρατική ενέργεια να δολοφονούν τα όνειρά τους και να βιάζουν πολλάκις την ψυχή τους…

Και μην νομίζεις ότι εσύ που κάθεσαι αποστασιοποιημένος στον καναπέ σου δεν έχεις καμιά ευθύνη για ότι διαδραματίζεται γύρω σου. Είτε είναι στην Ελλάδα είτε είναι στην Αγγλία είτε είναι στην Ασία, οπουδήποτε στον κόσμο… οι σκέψεις σου, οι πεποιθήσεις σου, οι πράξεις σου, ακόμα και οι αδιαφορία σου φορτίζει το νέφος της αρνητικότητας, της βίας και της εκμετάλλευσης που μας περιβάλλει.

"Αυτοί έχουν τα όπλα κι εμείς έχουμε τα λουλούδια", είπε ένας τετράχρονος πριν λίγους μήνες στην Γαλλία. Πολλοί τότε συγκινήθηκαν γιατί με κάποιο τρόπο αυτά τα λόγια άγγιξαν την καρδιά τους και έβγαλαν από το λήθαργο για λίγο την αθωότητά τους... Λίγοι όμως κατανόησαν.

Η βία φέρνει βία και η συμπόνια την αγάπη.

Και δεν λέω να συγχωρέσεις την κάθε "τρομοκρατική" πράξη ούτε να βγεις στους δρόμους φωνάζοντας για τους πραγματικούς τρομοκράτες. Αυτό που λέω είναι πολύ απλό και πολύ ανθρώπινο και αντί να χαμηλώσει τους ουρανούς μας για να νιώθουμε μεγάλοι, θα ανεβάσει εμάς σε αυτούς ώστε να μεγαλώσουμε πραγματικά.

Το μόνο που χρειάζεται να κάνει ο καθένας μας είναι να προσεγγίσει με συμπόνια την όποια ψυχή εμπλέκεται με τον ένα ή τον άλλον τρόπο με τα βίαια γεγονότα που εξελίσσονται γύρω μας είτε είναι θύτες είτε είναι θύματα και να στείλει αγάπη και φως μέσα από την καρδιά του.
 
Να διώξει το σκοτάδι ανάβοντας το Ερεβοκτόνο φως της αγάπης…

Υπάρχει και μια ιστορία που περιγράφει το μεγαλείο της ψυχής ενός μεγάλου στρατηγού και πολεμιστή, του Κολοκοτρώνη.
 
Πάει ένα μεσημέρι στο σπίτι του ο Κολοκοτρώνης και λέει στη γριά μάνα του:

-Μάνα αύριο έχουμε τραπεζώματα… κάλεσα να έρθει ο τάδε και ο τάδε…
-Μα τι λες γυιέ μου, φωνάζει η μάνα, αυτοί σκότωσαν το παιδί μας (τον γυιο του Κολοκοτρώνη). Η ψυχή του παιδιού μας δεν θα έχει ησυχία μέσα στον τάφο.
-Αντίθετα μάνα, λέει ο Κολοκοτρώνης, δεν υπάρχει μεγαλύτερο συγχώριο για την ψυχή του παιδιού μας από το να συγχωρέσουμε τους εχθρούς του…

Οι μεγαλύτεροι εγκληματίες στη γη υπήρξαν παιδιά γεμάτα αθωότητα και αγάπη. Άλλωστε δεν υπάρχει πλάσμα σε αυτόν τον κόσμο, τη στιγμή που γεννιέται να μην είναι γεμάτο αγάπη και φως… Αυτά τα παιδιά οδηγήθηκαν να γίνουν εγκληματίες και να σπέρνουν τα σκοτάδια γύρω μας. Οδηγήθηκαν από κάποιους σαν και μας να σκοτεινιάσουν την ίδια τους την ψυχή…

Στέλνοντας αγάπη και φως στην ψυχή τους φωτίζεις την σκοτεινιά μέσα Σου… οδηγείς την δική Σου Ψυχή στο Φως…

Κατανοώ ότι δεν είναι εύκολο να το αποδεχτείς. Όμως να θυμάσαι ότι αυτός ο κόσμος είναι χτισμένος από διαφορετικές αλήθειες. Ανάλογα με τα βιώματα που έχουμε, το πόσο έχουμε περπατήσει στο εσωτερικό μονοπάτι για να συναντήσουμε τον Εαυτό μας, το πόσο έχουμε μάθει να αναλαμβάνουμε την ευθύνη των σκέψεων και των πράξεων μας, δηλαδή της πραγματικότητας που βιώνουμε, το πόσο έχουμε απελευθερωθεί από την ενέργεια των πληγών μας τόσο διαφορετική είναι και η αλήθεια που αντικρίζουμε.

Ας μην ξεχνάμε όσα περισσότερα σκιερά πέπλα έχουμε πετάξει από πάνω μας τόσο καθαρότερη και η αλήθεια που αντικρίζουμε.

Μπορεί ακόμα να διαφωνείς και είναι κι αυτό εντάξει. Όμως μην μείνεις στην ευκολία του "καλά να πάθει" ή "σκοτώστε τους τρομοκράτες". Μην κάνεις πάλι το γνωστό και το συνηθισμένο. Κλείσε τα μάτια και πάρε βαθιές αναπνοές…

Γίνε πάλι εκείνο το ανεκπαίδευτο πλάσμα που ήσουν κάποτε. Ξαναδιάβασε αυτές τις λέξεις ακούγοντας τις σιωπές ανάμεσα τους. Και αν νιώσεις ότι σε δονούν με διαφορετικό τρόπο άφησε την καρδιά σου να μοιράσει αγάπη. Μην κάνεις κανένα διαχωρισμό.

Άσε την αγάπη να ξεχειλίσει χωρίς να αναζητά ταυτότητα...

Γίνε η ίδια η αγάπη και παρατήρησε Εσένα μέσα σε αυτό. Ίσως έτσι μπορέσεις να κατανοήσεις ποιος είσαι πραγματικά… Ίσως προσφέροντας το ύψιστο αγαθό, τη συγχώρεση μπορέσεις να αντικρίσεις το μεγαλείο της ίδιας σου της Ψυχής…

Η σμίλευση του εαυτού μας

Ας πάρουμε την αρχαία μεταφορά της γλυπτικής: ο Πλωτίνος τη χρησιμοποιεί στις Εννεάδες και παροτρύνει τον καθένα να γίνει ο γλύπτης του δικού του αγάλματος. Διότι, a priori, το ον είναι άδειο, κενό. A posteriori, είναι ό,τι έχει γίνει και ό,τι το έχουν κάνει. Σύγχρονη διατύπωση: η ύπαρξη προηγείται της ουσίας. Κατά συνέπεια, ο καθένας είναι εν μέρει υπεύθυνος του ατομικού του είναι και γίγνεσθαι. Όπως ακριβώς και με τον όγκο του ακατέργαστου μαρμάρου που δεν έχει ταυτότητα όσο ο γλύπτης με τη σμίλη του δεν αποφασίζει να του δώσει ένα σχήμα. Και το σχήμα δεν είναι κρυμμένο, εν δυνάμει μέσα στο υλικό, αλλά δημιουργείται όσο περισσότερο δουλεύεται. Μέρα με τη μέρα, ώρα με την ώρα, λεπτό προς λεπτό, το έργο διαμορφώνεται. Κάθε στιγμή συμβάλλει στο γίγνεσθαι.

Τι πρέπει να θέλει κανείς να δημιουργήσει; Ένα πρώτο πρόσωπο, ένα Εγώ, μια ριζική Υποκειμενικότητα. Μια μοναδική ταυτότητα. Μια ατομική πραγματικότητα. Ένα ευθύ άτομο. Ένα αξιόλογο ύφος. Μια απαράμιλλη δύναμη. Μια καταπληκτική ισχύ. Έναν κομήτη που διανύει μια πρωτόγνωρη πορεία. Μια ενέργεια που χαράζει ένα φωτεινό πέρασμα στο χάος του σύμπαντος. Μια ωραία ατομικότητα, μια ιδιοσυγκρασία, έναν χαρακτήρα. Χωρίς να επιδιώκει το αριστούργημα, χωρίς να στοχεύει στην τελειότητα -τη μεγαλοφυΐα, τον ήρωα ή τον άγιο- πρέπει να τείνει στην αποκάλυψη μιας πρωτόγνωρης ανωτερότητας.

Η φιλοσοφική παράδοση ισχυρίζεται ότι δε συμπαθεί το πρώτο πρόσωπο, διαλαλεί παντού το μίσος της για το Εγώ. Πολλοί σύγχρονοι φιλόσοφοι υπερασπίζονται αγόγγυστα αυτήν τη θεωρητική άποψη και στη συνέχεια αναλώνονται σε έργα και άρθρα με λεπτομέρειες για την παιδική τους ηλικία, βιογραφικά στοιχεία, παραχωρούν μαρτυρίες για τη μόρφωση και την εφηβική τους ηλικία. Ο ένας δίνει λεπτομέρειες για το οικογενειακό αγρόκτημα των παιδικών του χρόνων, ο άλλος για τις ιδιομορφίες της εφηβικής σχολικής του ζωής, ο τρίτος γράφει ολόκληρο βιβλίο για να διηγηθεί λεπτομερώς μια μακροχρόνια νευρική κατάπτωση...

Αυτή η σχιζοφρένεια δημιουργεί μια αντίφαση: είτε έχουν δίκιο να καταδικάζουν το εγώ, οπότε ας σωπάσουν είτε μιλούν σε πρώτο πρόσωπο, ας προσαρμόσουν λοιπόν τη σκέψη τους στις εκμυστηρεύσεις τους.

Τάσσομαι υπέρ μιας αναγκαίας θεωρητικής αναθεώρησης και μιας συνεχούς υπαρξιακής αυτοανάλυσης, η οποία, κατά την άποψή μου, επιτρέπει να κατανοήσουμε καλύτερα από πού προέρχεται μια ιδέα, τι ακριβώς είναι, πού θα καταλήξει.

Αντί για την εγωτική θρησκεία, τη λατρεία του εγώ, τον αυτιστικό ναρκισσισμό, και ακόμα, αντί για την απέχθεια όλων όσα φανερώνει το πρώτο πρόσωπο, πρέπει να βρούμε το σωστό μέτρο του Εγώ, την απαραίτητη αποκατάσταση και παλινόρθωσή του. Ούτε καρικατούρα δανδισμού, ούτε πάθος για το μεταφυσικό κιλίκιο, αλλά γραφή του Εαυτού με τρόπο όχι υστερικό ή εμφατικό, κριτικό ή θανατοφιλικό, αλλά λογικό με τη μέθοδο ενός Ντεκάρτ, ο οποίος για τη μεταφυσική του αναζητά και βρίσκει ένα πρώτο πρόσωπο, πρέπει να επιτύχουμε ένα παρόμοιο αποτέλεσμα ώστε να καταστεί επιτέλους δυνατή μια ηθική. Χωρίς σημείο εκκίνησης κανένα ηθικό αντικείμενο δεν είναι δυνατό.

Μόνο αυτό το πρώτο πρόσωπο καθισιά δυνατή την κλίση του κόσμου: διότι τα Εσύ, Αυτός, Αυτή, Εμείς, Εσείς, Αυτοί και Αυτές αποτελούν ισάριθμες εκφάνσεις της ετερότητας. Ο άλλος, δικός μας, οικείος, κοντινός· ο τρίτος πιο απόμακρος· το σύνολο των πρώτων προσώπων που συνεργάζονται για έναν κοινό σκοπό· ο τρίτος, οικείος· οι μακρινοί συγκεντρωμένοι. Δεν μπορεί να δημιουργηθεί μια σχέση με τον άλλον αν δεν υπάρχει υγιής σχέση ανάμεσα στον εαυτό μας και το εγώ που διαμορφώνει το πρώτο πρόσωπο. Μια ατελής ή απούσα από τον εαυτό της ταυτότητα αποκλείει την ηθική. Μόνο η δύναμη ενός πρώτου προσώπου επιτρέπει την ανάπτυξη μιας ηθικής.

Κάθε πρώτο πρόσωπο που δεν είναι ηθελημένο, διαμορφωμένο από μια δύναμη, λαξευμένο από μια ενέργεια, συγκροτείται ερήμην του, με όλους τους ντετερμινισμούς που παρεμβαίνουν. Πολλοί είναι οι ντετερμινισμοί, ο γενετικός, ο κοινωνικός, ο οικογενειακός, ο ιστορικός, ο ψυχικός, ο γεωγραφικός, ο κοινωνιολογικός, οι οποίοι διαμορφώνουν έξωθεν ένα Εγώ που δέχεται βάναυσα όλες τις δυνάμεις που απορρέουν από την κτηνωδία του κόσμου. Η κληρονομικότητα, οι γονείς, το ασυνείδητο, η εποχή, ο τόπος όπου βλέπει κανείς το φως, η μόρφωση, οι ευκαιρίες, οι κοινωνικές αντιξοότητες, όλα αυτά πλάθουν μια μαλακή, εξαιρετικά εύπλαστη ύλη, με προορισμό... το χάος. Οι φυλακές, τα ψυχιατρεία, οι συμβουλές των ψυχολόγων, οι αίθουσες αναμονής των ψυχαναλυτών, τα γραφεία των σωφρολόγων, των συμβούλων γάμου, των ρεφλεξολόγων, των ραβδοσκόπων, των υπνωτιστών και άλλων οραματιστών του μέλλοντος, οι συμβουλές των σεξολόγων, οι ουρές στα φαρμακεία που διανέμουν ψυχοτρόπα φάρμακα, και τόσοι άλλοι μεταμοντέρνοι μάγοι χορεύουν γύρω από αυτά τα ανίσχυρα Εγώ, τις θρυμματισμένες ατομικότητες, όλες αυτές τις ατελείς ταυτότητες.