erevoktonos
Φῶς καὶ Φωνὴ Ἐξυπνισμοῦ ἐν τῷ Αἰῶνι τῆς Νυκτός!
Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2026
Αρχαίοι Έλληνες Φιλόσοφοι
Μιλώντας για τη φιλοσοφία του 5ου αιώνα, δεν κάναμε ως τώρα καμιά προσπάθεια να διαχωρίσουμε τον Σωκράτη από τους σοφιστές. Όσα αναφέραμε για την πνευματική ατμόσφαιρα της εποχής, για τις νέες ανάγκες και τα νέα ερωτήματα που έφερε στο προσκήνιο η επικράτηση της αθηναϊκής δημοκρατίας, αποτελούν στοιχεία για την ερμηνεία τόσο της σοφιστικής κίνησης όσο και της φιλοσοφίας του Σωκράτη. Ο Σωκράτης αναμφίβολα ανήκει στο ίδιο διανοητικό ρεύμα με τους σοφιστές. Είδαμε ότι για τον Αριστοφάνη ο Σωκράτης είναι κι αυτός ένας σοφιστής. Τι συμπέρασμα θα μπορούσε άλλωστε να βγάλει ο μέσος Αθηναίος που θα έβλεπε τον Σωκράτη να κινείται στους ίδιους κύκλους με τους σοφιστές, να συζητά τα ίδια προβλήματα, να χρησιμοποιεί την ίδια εκκεντρική φιλοσοφική διάλεκτο;
Και όμως η ταύτιση αυτή φαντάζει σήμερα παράδοξη. Ο Σωκράτης έχει καταγραφεί στη συνείδησή μας ως ο βασικός αντίπαλος των σοφιστών: είναι αυτός που με τη ζωή του, τη φιλοσοφική του στάση και, κυρίως, με τον υποδειγματικό του θάνατο αντιτάχθηκε έμπρακτα στον αμοραλισμό των σοφιστών. Στη μυθολογία της φιλοσοφίας ο Σωκράτης είναι ένας από τους κεντρικούς ήρωες, ενώ οι σοφιστές είναι αρνητικές φιγούρες. Κανένας άλλος φιλόσοφος δεν έχει εμπνεύσει περισσότερο τους επιγόνους του, κανένας άλλος δεν συνέβαλε τόσο αποφασιστικά στην ανύψωση του κύρους της φιλοσοφίας.
Πώς είναι δυνατόν λοιπόν να ξεγελάστηκε τόσο πολύ ο Αριστοφάνης, και να μην αντιλήφθηκε την ιδιαιτερότητα του Σωκράτη; Ίσως όμως αυτό να μην είναι και τόσο περίεργο - στο στόχαστρο της σάτιρας βρέθηκαν πολλοί διάσημοι Αθηναίοι, δίκαιοι και άδικοι. Το σημαντικό είναι ότι έπεσε έξω και ο ίδιος ο αθηναϊκός Δήμος, όταν έφτασε στο σημείο να τον καταδικάσει σε θάνατο για τις απόψεις του. Χωρίς αμφιβολία, η καταδίκη του Σωκράτη αποτελεί μία από τις χειρότερες στιγμές της αθηναϊκής δημοκρατίας. Είναι ωστόσο αδιάψευστος μάρτυρας ότι η καθαγιασμένη εικόνα του Σωκράτη δεν ήταν καθόλου δεδομένη στο τέλος του 5ου αιώνα. Για τους συγχρόνους του ο Σωκράτης υπήρξε ένα αμφιλεγόμενο πρόσωπο.
Η εξιδανίκευση του Σωκράτη, η οικοδόμηση του μύθου του, έγινε μετά τον θάνατό του από την πρώτη γενιά των αφοσιωμένων μαθητών του. Ο Σωκράτης ήταν ο εμπνευστής όλων των φιλοσοφικών σχολών που δημιουργήθηκαν στις αρχές του 4ου αιώνα: των Κυνικών, των Κυρηναϊκών, των Μεγαρικών, της πλατωνικής Ακαδημίας. Ενώ ο ίδιος ο Σωκράτης δεν έγραψε τίποτε, οι μαθητές του συνέθεσαν την εκτεταμένη «σωκρατική» γραμματεία, μια πληθώρα δηλαδή διαλογικών κειμένων με πρωταγωνιστή τον Σωκράτη. Ορισμένα από τα «σωκρατικά» κείμενα ήταν λογοτεχνικά και φιλοσοφικά αριστουργήματα, διαβάστηκαν με πάθος και αφοσίωση από γενιές ολόκληρες αναγνωστών και άσκησαν βαθιά επίδραση στη μεταγενέστερη σκέψη - οι πλατωνικοί διάλογοι είναι το υψηλότερο επίτευγμα αυτής της γραμματείας. Από εδώ αντλούμε τη μορφή του Σωκράτη, με την οποία έχουμε και εμείς εξοικειωθεί. Η μορφή αυτή είναι τόσο υποβλητική, ώστε εύκολα ξεχνούμε ότι ο Σωκράτης του Πλάτωνα και του Ξενοφώντα δεν είναι ένα ιστορικό πρόσωπο αλλά ένα λογοτεχνικό προσωπείο.
Πρωταρχικός στόχος των σωκρατικών διαλόγων ήταν η αποκατάσταση της μνήμης του δασκάλου. Θα έπρεπε λοιπόν, μέσα από τα κείμενα αυτά, να καταδειχθεί πόσο αβάσιμες και άδικες ήταν οι κατηγορίες εναντίον του, πόσο ο αληθινός Σωκράτης διέφερε από τον «διαφθορέα των νέων» και τον «εισηγητή καινών δαιμονίων» τον οποίο οι Αθηναίοι καταδίκασαν. Για να αποκατασταθεί ο Σωκράτης έπρεπε κυρίως να φανεί η ριζική διαφορά του από τους σοφιστές. Ο πραγματικός κίνδυνος για την Αθήνα και τις αξίες της δεν προερχόταν από τον ολιγαρκή, νομοταγή, αλλόκοτο και ειρωνικό Σωκράτη, από τον Σωκράτη που διακήρυσσε σε κάθε ευκαιρία την άγνοιά του, αλλά από τους επηρμένους, παντογνώστες και τυχοδιώκτες σοφιστές.
Λυκούργος: "Η δύναμη της αγωγής και το παράδειγμα με τα κουτάβια"
"Ο Λυκούργος, ο νομοθέτης των Λακεδαιμονίων, αφού πήρε δύο κουταβάκια από ίδιους γονείς και τα μεγάλωσε εντελώς διαφορετικά μεταξύ τους, το ένα το έκανε λαίμαργο και κλεφτρόνι, ενώ το άλλο ικανό να ανιχνεύει (το θήραμα) και να κυνηγά.
Έπειτα, όταν οι Λακεδαιμόνιοι είχαν συγκεντρωθεί κάποτε σε ένα μέρος,
"Μεγάλη βέβαια ροπή για απόκτηση της αρετής είναι, άνδρες" είπε "Λακεδαιμόνιοι, οι συνθήκες και οι εκπαιδεύσεις και οι διδασκαλίες και οι διαπαιδαγωγήσεις της ζωής και εγώ αυτά αμέσως τώρα θα σας τα καταστήσω φανερά".
Έτσι, αφού έφερε μπροστά τους τα δύο κουταβάκια, τα άφησε ελεύθερα αφού έβαλε ανάμεσα τους ένα πιάτο φαγητό και ένα λαγό. Το ένα σκυλάκι έτρεξε προς το λαγό και το άλλο προς το πιάτο.
Στους Λακεδαιμόνιους που δεν είχαν καταλάβει ακόμη τι ρόλο έπαιζε αυτό και με τι σκοπό τους έδειχνε τα σκυλάκια,
"αυτά είναι από τους ίδιους γονείς και τα δύο αλλά, επειδή εκπαιδεύτηκαν διαφορετικά, το ένα βγήκε λαίμαργο και το άλλο κυνηγιάρικο" είπε.
Πλούταρχος
Νεκρικοί διάλογοι: Πρωτεσίλαος, Πλούτων και Περσεφόνη
"Πρωτεσίλαος: Αχ, κύριε και βασιλιά και Δία του Άδη κι εσύ κόρη της Δήμητρας, μην κλείνετε τ' αφτιά σας σε μια ερωτική μου παράκληση.
Πλούτων: Τι θέλεις από μας και ποιός είσαι;
Πρωτεσίλαος: Είμαι ο Πρωτεσίλαος, ο γιος του Ίφικλου, Θεσσαλός, ένας απ' τους Έλληνες που εκστράτευσαν στην Τροία και ο πρώτος που σκοτώθηκε εκεί. Σας ικετεύω να με αφήσετε να επανέλθω για λίγον καιρό στη ζωή....
Πλούτων: Αυτή την επιθυμία, Πρωτεσίλαε, την έχουν όλοι οι νεκροί, αλλά σε κανέναν απ' αυτούς δεν έχει γίνει τέτοια χάρη.
Πρωτεσίλαος: Εγώ δεν θέλω να ζήσω ξανά, Πλούτωνα. Θέλω μόνο να ξαναδώ τη γυναίκα μου, που την άφησα νιόπαντρη στην κάμαρά μας κι έφυγα στην εκστρατεία, και με το που πάτησα το πόδι μου στην Τροία με σκότωσε ο Έκτορας. Ο έρωτας για την γυναίκα μου, κύριε, με βασανίζει πολύ και θα ήθελα να την δω για λίγο και θα επιστρέψω πάλι.
Πλούτων: Δεν έχεις πιει το νερό της λησμονιάς, Πρωτεσίλαε;
Πρωτεσίλαος: Το ήπια, αλλά ο έρωτάς μου είναι τόσο ισχυρός, ώστε κι έτσι δεν μπόρεσα να τον λησμονήσω.
Πλούτων: Τότε περίμενε. Γιατί κι εκείνη θα έρθει μια μέρα εδώ, οπότε δεν είναι ανάγκη ν' ανέβεις εσύ.
Πρωτεσίλαος: Υποφέρω να περιμένω. Κι εσύ αγάπησες και γνωρίζεις τι είναι έρωτας.
Πλούτων: Και τι θα σε ωφελήσει να ζήσεις μία μέρα κι έπειτα να έχει πάλι την ίδια θλίψη;
Πρωτεσίλαος: Πιστεύω ότι θα την πείσω να έρθει κι εκείνη εδώ, ώστε αντί ενός θα σου έρθουν δύο νεκροί μετά από λίγο.
Πλούτων: Δεν επιτρέπεται να γίνουν αυτά, ούτε και έγιναν ποτέ.
Πρωτεσίλαος: Θα σου θυμίσω, Πλούτωνα, δύο περιστατικά. Στον Ορφέα, για τον ίδιο λόγο, παραδώσατε την Ευρυδίκη, και την συγγενή μου την Άλκηστη που την στείλατε στον Ηρακλή για να τον ευχαριστήσετε.
Πλούτων: Και θες να παρουσιαστείς μ' αυτό το γυμνό και άσχημο κρανίο στην ωραία και νεαρή σου σύζυγο; Και πώς εκείνη θα σε δεχθεί, αφού ούτε να σ' αναγνωρίσει δεν θα μπορεί; Είμαι βέβαιος ότι θα σε φοβηθεί και θα σε αποφύγει και άδικα θα κάνεις τόσο ταξίδι για να επανέλθεις στη ζωή.
Περσεφόνη: Λοιπόν, άνδρα μου, εσύ μπορείς να το διορθώσεις κι αυτό. Διάταξε τον Ερμή, όταν ο Πρωτεσίλαος φτάσει στο φως να τον αγγίξει με το μαγικό του ραβδί για να τον μεταμορφώσει αμέσως και να τον κάνει όμορφο παλικάρι, όπως ήταν και την ημέρα του γάμου του.
Πλούτων: Αφού η Περσεφόνη το θέλει, πήγαινέ τον επάνω, βρε Ερμή, και κάνε τον πάλι, όπως ήταν γαμπρός. Κι εσύ, Πρωτεσίλαε, να θυμάσαι, ότι έχεις μόνον μια ημέρα άδεια."
Η Αιώνια Επιστροφή: Ένα Ταξίδι Πέρα από το Πέπλο της Συνείδησης
Στην αρχή, υπάρχει η συνείδηση — όχι όπως την γνωρίζει η ανθρωπότητα στις ώρες εγρήγορσής της, γεμάτη σκέψεις σαν φύλλα φθινοπώρου πάνω σε ήρεμο νερό, αλλά η συνείδηση στην παρθένα ουσία της, αμόλυντη από τα αποτυπώματα της ατομικής αντίληψης. Αυτή η συνείδηση υπάρχει ως ο σιωπηλός μάρτυρας πίσω από κάθε μαρτυρία, ο ανώνυμος ορατής πίσω από κάθε όραση, κατέχοντας μια αντικειμενική φύση που παραμένει αμετάβλητη είτε παρατηρεί την πτήση αετών είτε την πτώση αυτοκρατοριών.
Σαν διαμάντι που διατηρεί την ουσιαστική δομή του είτε το βλέπουμε στο φως του ήλιου είτε στη σκιά, η συνείδηση κρατά μέσα της έναν αμετάβλητο πυρήνα που υπερβαίνει τα συνεχώς μεταβαλλόμενα τοπία της υποκειμενικής εμπειρίας. Ο μυστικός που αναζητά αυτή την βαθύτερη αλήθεια πρέπει να ξεκινήσει ένα ταξίδι προς τα μέσα, πέρα από την ασταμάτητη φλυαρία του νου και της μνήμης, πέρα από τις τρεμάμενες εικόνες που χορεύουν στην οθόνη της επίγνωσης σαν σκιές στη σπηλιά του Πλάτωνα. Αυτό το ταξίδι δεν απαιτεί χάρτη σχεδιασμένο από χαρτογράφους του υλικού κόσμου, γιατί χαρτογραφεί εδάφη που υπάρχουν πριν γεννηθεί ο ίδιος ο χώρος, βασίλεια που παραμένουν όταν ο χρόνος ο ίδιος σταματήσει την ατελείωτη μέτρησή του.
Για να ανακαλύψει κανείς αυτή την αντικειμενική φύση — αυτό το μαργαριτάρι ανεκτίμητης αξίας θαμμένο κάτω από τα ιζήματα της συσσωρευμένης σκέψης — ο αναζητητής χρειάζεται μόνο να ξεκινήσει από εκεί που βρίσκεται. Όποια κατάσταση κατέχει αυτή τη στιγμή η συνείδηση γίνεται το κατώφλι, η ιερή πύλη από την οποία περνά κανείς σε μεγαλύτερα μυστήρια. Η Δεδομένη Συνείδηση, όπως εμφανίζεται σε κάθε στιγμή, δεν είναι εμπόδιο στην υπέρβαση αλλά μάλλον το ίδιο το έδαφος πάνω στο οποίο ακουμπά η σκάλα προς τον ουρανό. Δεν χρειάζεται να περιμένει κανείς τέλειες συνθήκες, τα αστέρια να ευθυγραμμιστούν σε ευνοϊκούς σχηματισμούς· το ταξίδι ξεκινά τώρα, σε αυτή ακριβώς την αναπνοή, με αυτή ακριβώς την επίγνωση που διαβάζει αυτές τις λέξεις και αναρωτιέται για το νόημά τους.
Η Εξέλιξη του Ιερού Οφθαλμού
Μέσα από τους απέραντους διαδρόμους της ανθρώπινης ιστορίας, η συνείδηση έχει σταδιακά ξυπνήσει στη δική της βαθύτερη φύση, όπως η αυγή φωτίζει σιγά-σιγά ένα τοπίο που υπήρχε πλήρως παρόν στο σκοτάδι. Η πρωτόγονη ανθρωπότητα, κατοικώντας στο λυκόφως της πνευματικής νηπιότητας, αντιλαμβανόταν το ιερό μέσα από πυκνά πέπλα — μπερδεύοντας σκιές με ουσία, αντανακλάσεις με πραγματικότητα. Ωστόσο, με κάθε περασμένη εποχή, κάθε στροφή του κοσμικού τροχού, η Δεδομένη Συνείδηση της ανθρωπότητας έχει πλησιάσει πιο κοντά στην Απόλυτη Αλήθεια, σαν σκόρος που στροβιλίζεται όλο και πιο κοντά στη φλόγα που και προσελκύει και καταναλώνει.
Οι φιλόσοφοι σοφοί και οι θρησκευτικοί οραματιστές που έχουν κοσμήσει αυτή τη γη υπηρέτησαν ως μαίες της συνείδησης, βοηθώντας την ανθρωπότητα να γεννήσει τον εαυτό της σε όλο και μεγαλύτερη επίγνωση της αληθινής της φύσης. Οι ιδέες τους διαπέρασαν το συνηθισμένο σαν ακτίνες φωτός που διεισδύουν σε νεφελώδεις ουρανούς, αποκαλύπτοντας ματιές εκείνης της Υπέρτατης Πραγματικότητας που βρίσκεται πίσω, κάτω και μέσα σε όλη την φαινομενική ύπαρξη. Με κάθε γνήσια συνάντηση με το Θείο, η αντικειμενική φύση της συνείδησης γινόταν λιγότερο θολή, πιο ξεκάθαρη — σαν να σήκωνε σιγά-σιγά μια ομίχλη από έναν αρχαίο ναό, αποκαλύπτοντας αρχιτεκτονικά θαύματα που πάντα στέκονταν παρόντα αλλά αόρατα.
Στα τελευταία δύο χιλιάδες χρόνια της πνευματικής εξέλιξης της ανθρωπότητας, έχει αναδυθεί μια βαθιά αναγνώριση σε ποικίλες παραδόσεις και μακρινές χώρες: ότι υπάρχει Μία Πραγματικότητα και Μία Πραγματικότητα μόνη, ένα ενιαίο Είναι στο οποίο όλα τα άλλα όντα ανιχνεύουν την καταγωγή τους, από το οποίο όλα αντλούν την ύπαρξή τους σαν ακτίνες που ρέουν από έναν αόρατο ήλιο. Αυτή η σύγκλιση ιδεών σε πολιτισμούς και αιώνες δεν μιλά για απλή σύμπτωση αλλά για μια θεμελιώδη αλήθεια σχετικά με τη φύση της ύπαρξης — μια αλήθεια που αποκαλύπτεται σε όσους βουτούν αρκετά βαθιά κάτω από τα επιφανειακά κύματα της πολλαπλότητας στα ήρεμα βάθη της Ενότητας.
Η Φιλοσοφική Λίθος
Είκοσι πέντε αιώνες πριν, στην χρυσή εποχή της Αθήνας, ο φιλόσοφος Πλάτωνας στάθηκε στο κατώφλι αυτού του μεγάλου μυστηρίου και μίλησε για το Είναι — το «πλήρως όν» — ως το υπέρτατο θεμέλιο πάνω στο οποίο στηρίζεται όλη η ύπαρξη. Αυτό το τέλειο Εστί, διακήρυξε, υπερβαίνει τους μηχανισμούς σύλληψης της λογικής σκέψης. Δεν μπορεί να αναχθεί σε έννοια, δεν μπορεί να αιχμαλωτιστεί στο δίχτυ της λογικής, δεν μπορεί να περιοριστεί μέσα στα όρια οποιασδήποτε γενικής ιδέας που μπορεί να κατασκευάσει ο νους. Στέκεται ως Αντικειμενική Αρχή πέρα από την κατανόηση, προηγούμενη της κατανόησης, πιο θεμελιώδης από την ίδια την ικανότητα κατανόησης.
Σαν αρχαίοι προσκυνητές που πλησιάζουν ένα ιερό βουνό, μεταγενέστεροι φιλόσοφοι συνέχισαν αυτή την ανάβαση προς την υπέρτατη αλήθεια. Όταν ο Χέγκελ αναδύθηκε στην εποχή του, έφερε μια επαναστατική ιδέα: ότι το Είναι και η Γνώση δεν είναι ξεχωριστά βασίλεια αλλά ενωμένες εκφράσεις μιας ενιαίας Πραγματικότητας. Σε αυτή την όραση, το Είναι δεν είναι παθητική ουσία που περιμένει παρατήρηση αλλά δυναμική δραστηριότητα, συνειδητή ενέργεια η ίδια. Το Εστί που στηρίζει την ύπαρξη δεν είναι στατικό θεμέλιο αλλά ζωντανή παρουσία, μια κατάσταση συνείδησης που περιέχει μέσα της όλες τις πιθανές καταστάσεις, όλα τα νοητά φαινόμενα, όλα όσα ήταν, είναι ή θα είναι ποτέ.
Αυτό το Εστί — αυτή η καθαρή παρουσία που δεν μπορεί να ονομαστεί επαρκώς — περιλαμβάνει τα πάντα από τον μικρότερο κόκκο άμμου μέχρι τους απέραντους περιστρεφόμενους γαλαξίες, από την φευγαλέα σκέψη ενός παιδιού μέχρι τις αιώνιες αλήθειες των μαθηματικών. Σε αυτό το άπειρο Εστί, όλες οι καταστάσεις συνείδησης αναπόφευκτα αναφέρονται, όπως τα ποτάμια πρέπει να ρέουν στον ωκεανό, όπως οι βελόνες πυξίδας πρέπει να δείχνουν το μαγνητικό τους σπίτι. Στη σύγχρονη εποχή, οι υπαρξιστές φιλόσοφοι προχώρησαν περαιτέρω σε αυτό το μυστήριο, πλησιάζοντας μέσα από την άμεση, Δεδομένη Συνείδηση την αναγνώριση του Καθαρού Εστί ως τίποτα άλλο από την ίδια μας την Αληθινή Φύση — όχι κάτι μακρινό να επιτευχθεί αλλά το ίδιο το έδαφος πάνω στο οποίο πάντα ήδη στεκόμαστε.
Οι Ιερές Διαδρομές
Κατά μήκος παράλληλων δρόμων, τα μεγάλα θρησκευτικά κινήματα Ανατολής και Δύσης έχουν ταξιδέψει προς την ίδια κορυφή, αν και ανέβαιναν από διαφορετικές πλευρές του βουνού. Ο Βουδισμός, με το βαθύ δόγμα της κενότητας και την άμεση υπόδειξη στη φωτεινή φύση του νου, ανακάλυψε ότι όλα τα ξεχωριστά πράγματα συγχωνεύονται σε Μία Πραγματικότητα όταν αντιληφθούν σωστά. Οι σοφοί της Βεδάντα της αρχαίας Ινδίας, διαλογιζόμενοι σε δασικά άλση και σπηλιές βουνών, συνειδητοποίησαν ότι Άτμαν και Μπράχμαν — ο ατομικός εαυτός και ο κοσμικός Εαυτός — δεν είναι δύο αλλά Ένα, ότι η σταγόνα δρόσου δεν αντανακλά απλώς τον ωκεανό αλλά είναι η ίδια ωκεάνια στην ουσία της.
Ακόμα και εκείνες οι παραδόσεις που πλησίαζαν την Υπέρτατη Πραγματικότητα με μεγαλύτερη προσοχή, ονομάζοντάς την αόριστη και ακατάληπτη στην ουσία της — όπως ο Χριστιανισμός στην αποφατική παράδοσή του — έφτασαν μέσω των πιο βαθιών μυστικών τους σε μια εκπληκτική αναγνώριση: Μόνο ο Θεός Υπάρχει στην τελική ανάλυση, και αυτός ο Θεός μπορεί να γίνει αντιληπτός μόνο όταν ο νους αδειάσει από όλα τα ατομικά περιεχόμενα, όλες τις προσωπικές ανησυχίες, όλες τις ξεχωριστές επιθυμίες. Οι χριστιανοί στοχαστές μιλούσαν για θάνατο του εαυτού ώστε ο Χριστός να ζει μέσα τους, για μια συνείδηση τόσο διαφανή στο Θείο που δεν μένει καμία διάκριση μεταξύ ανθρώπινης επίγνωσης και της ίδιας της γνώσης του Θεού.
Στην μυστική καρδιά του Ισλάμ, οι Σούφι χορεύουν και στροβιλίζονται προς την αλήθεια, διακηρύσσοντας με ριζική αφοσίωση ότι τίποτα δεν υπάρχει εκτός από τον Αλλάχ. Ο ατομικός εγωισμός, δηλώνουν, δεν είναι απλώς λάθος αλλά βλασφημία — μια ψευδής αξίωση ανεξάρτητης ύπαρξης σε ένα σύμπαν όπου μόνο Ένας πραγματικά Εστί. Ο δρόμος τους οδηγεί στο φανά φι΄λαχ, την εξάλειψη ή εξαφάνιση του ξεχωριστού εαυτού στον Θεό, όπου η σταγόνα της ατομικής συνείδησης διαλύεται στον άπειρο ωκεανό της Θείας Ύπαρξης, χάνοντας τίποτα από την ουσία της αλλά κερδίζοντας τα πάντα στην αναγνώριση της αληθινής της φύσης.
Σε όλες αυτές τις παραδόσεις, παρά τις διαφορές σε γλώσσα, τελετουργία και πολιτιστική έκφραση, διατρέχει ένα κοινό νήμα χρυσού: η αναγνώριση ότι η υπέρτατη Πραγματικότητα είναι ενιαία, ενοποιημένη, ολόκληρη. Οι μυστικές εμπειρίες αγίων και σοφών από κάθε γωνιά της γης μαρτυρούν την ίδια θεμελιώδη αλήθεια, όπως ταξιδιώτες που πλησιάζουν ένα μεγάλο βουνό από διαφορετικές κατευθύνσεις όλοι περιγράφουν, στις διάφορες γλώσσες τους, την ίδια επιβλητική κορυφή.
Η Επιταγή της Ενότητας
Για όσους κατοικούν σε αυτόν τον εικοστό πρώτο αιώνα, περιτριγυρισμένοι από τους κατακερματισμούς και τις πολλαπλότητες της σύγχρονης ύπαρξης, η αρχαία σοφία καλεί με ανανεωμένη επείγουσα ανάγκη. Οποιαδήποτε φιλοσοφική κατανόηση ή θρησκευτική όραση που θα μιλούσε με νόημα στην παρούσα εποχή πρέπει να αναγνωρίζει την Πραγματικότητα ως θεμελιωδώς Μία και Ενωμένη — μια απρόσκοπτη ολότητα μέσα στην οποία όλες οι φαινομενικά ξεχωριστές πραγματικότητες βρίσκουν το αληθινό τους σπίτι και το σωστό πλαίσιο.
Αυτό δεν είναι ζήτημα προτίμησης ή πίστης αλλά αναγνώριση αυτού που αντικειμενικά Είναι, αυτού που πάντα ήταν και πρέπει για πάντα να παραμείνει. Η αλήθεια που διακηρύσσουν οι μυστικοί δεν απαιτεί την αποδοχή της ανθρωπότητας για να είναι έγκυρη· στέκεται ανεξάρτητη από γνώμες, αμετάβλητη μπροστά στην άρνηση ή την επιβεβαίωση. Είτε μας αρέσει είτε όχι — είτε ο νους επαναστατεί εναντίον της είτε την αγκαλιάζει με χαρά — η Αντικειμενική μας Φύση είναι Αιώνια, Αμετάβλητη, Πλήρης. Δεν είμαστε όντα που πρέπει να σωθούν από κάποια ουσιαστική διαφθορά, ούτε μπορούμε να πέσουμε από αυτό το θεμελιώδες έδαφος του είναι. Όλα τα δράματα σωτηρίας και καταδίκης, όλες οι αφηγήσεις πνευματικής προόδου και οπισθοδρόμησης, είναι μόνο επιφανειακές κινήσεις — κύματα πάνω σε έναν ωκεανό που ποτέ δεν χάνει την ουσιαστική του φύση ανεξάρτητα από τις επιφανειακές του συνθήκες.
Ανήκουμε στο Απόλυτο όπως το κύμα ανήκει στη θάλασσα, όπως η ακτίνα ανήκει στον ήλιο, όπως ο χώρος ανήκει στον χώρο τον ίδιο. Αυτό το ανήκειν δεν είναι σχέση που μπορεί να κοπεί ή να ενισχυθεί· είναι το ίδιο το έδαφος της ύπαρξης. Όποια περιορισμένη, μπερδεμένη ή σκοτεινή κατάσταση δεδομένης συνείδησης μπορεί να βιώνει ένα άτομο — είτε πνίγεται στην άγνοια, χάνεται στην πλάνη ή πιάστηκε στη λαβή καταστροφικών προτύπων — δεν μπορεί να αλλάξει αυτή τη θεμελιώδη πραγματικότητα. Το Απόλυτο δεν εγκαταλείπει τις δικές του εκφράσεις, γιατί δεν έχει πουθενά έξω από τον εαυτό του να πάει.
Ο Δρόμος Χωρίς Δρόμο
Το ταξίδι προς την αναγνώριση αυτής της αλήθειας δεν απαιτεί περίπλοκες τεχνικές ή εκλεπτυσμένες προετοιμασίες, αν και πολλές τέτοιες μέθοδοι έχουν επινοηθεί από παραδόσεις που επιδιώκουν να υποστηρίξουν όσους βαδίζουν αυτόν τον δρόμο. Στην ουσία του, ο δρόμος είναι απλός: πρέπει κανείς να πάει πέρα από τις ατομικές νοητικές δραστηριότητες, πέρα από το συνεχές σχολιασμό του προσωπικού εαυτού, πέρα από την ταύτιση με σκέψεις, συναισθήματα και αισθήσεις ως καθοριστικά του ποιος είναι πραγματικά.
Αυτό το «πήγαινε πέρα» δεν είναι κίνηση στο χώρο ή χρόνο αλλά αλλαγή προοπτικής, χαλάρωση της λαβής με την οποία η συνείδηση κρατά την περιορισμένη αυτο-αντίληψή της. Είναι σαν γροθιά που έχει σφίξει σφιχτά για τόσο καιρό που ξέχασε ότι είναι χέρι, ανοίγοντας σιγά-σιγά για να ανακαλύψει την αληθινή της φύση. Όταν οι ατομικές δραστηριότητες — ο ατελείωτος σχεδιασμός, θύμηση, κρίση, επιθυμία — επιτρέπεται να κατακαθίσουν σαν ίζημα που βυθίζεται σε ποτήρι νερού, αυτό που μένει είναι η καθαρή συνείδηση που είναι πάντα παρούσα, η επίγνωση που προηγείται και επιτρέπει όλες τις εμπειρίες.
Αυτή η παρθένα επίγνωση δεν μπορεί να δημιουργηθεί ή να καταστραφεί, να βελτιωθεί ή να υποβαθμιστεί. Μπορεί μόνο να αναγνωριστεί ή να παραβλεφθεί, να αναγνωριστεί ή να αγνοηθεί. Ο αναζητητής που θα ανακαλύψει αυτή την αλήθεια δεν χρειάζεται να γίνει κάτι που δεν είναι αλλά πρέπει απλώς να ξυπνήσει σε αυτό που πάντα ήταν. Αυτό είναι το μεγάλο παράδοξο και η μεγάλη απλότητα του μυστικού δρόμου: ο στόχος είναι το έδαφος πάνω στο οποίο στέκεται κανείς, ο θησαυρός είναι η ίδια η ικανότητα να τον αναζητά, και η άφιξη είναι η αναγνώριση ότι ποτέ πραγματικά δεν έφυγε από το σπίτι.
Όσο Νωρίτερα, Τόσο Καλύτερα
Ο χρόνος είναι μια περίεργη διάσταση σε ζητήματα πνευματικής αφύπνισης. Από μια προοπτική, υπάρχει άπειρος χρόνος, γιατί η συνείδηση είναι αιώνια και δεν μπορεί τελικά να χαθεί ή να καταστραφεί. Ωστόσο από μια άλλη άποψη, δεν υπάρχει χρόνος για χάσιμο, γιατί κάθε στιγμή που περνά σε άγνοια της αληθινής φύσης κάποιου είναι στιγμή περιττού πόνου, μια μέρα που πέρασε στη φυλακή της ψευδαίσθησης όταν η πόρτα πάντα στεκόταν ξεκλείδωτη.
Η επείγουσα ανάγκη που νιώθουν οι μυστικοί — η ένταση με την οποία επιδιώκουν την πραγματοποίηση και ενθαρρύνουν άλλους προς την αφύπνιση — δεν πηγάζει από φόβο κάποιας αιώνιας καταδίκης αλλά από συμπόνια για τον πόνο που προκύπτει από λανθασμένη ταύτιση. Όταν η συνείδηση μπερδεύει τον εαυτό της για περιορισμένη, ξεχωριστή οντότητα που παλεύει για επιβίωση σε αδιάφορο σύμπαν, βιώνει άγχος, απομόνωση και βαθιά αίσθηση αποξένωσης. Ωστόσο αυτός ο πόνος βασίζεται σε θεμελιώδη παρεξήγηση, όπως κάποιος που ονειρεύεται ότι πνίγεται και βιώνει γνήσιο τρόμο, αν και κοιμάται ασφαλής στο κρεβάτι του.
Το να ξυπνήσει από αυτό το όνειρο, να αναγνωρίσει την Απόλυτη φύση του είναι κάποιου, είναι να μπει σε ελευθερία που πάντα ήταν παρούσα αλλά παραβλεπόμενη. Είναι να ανακαλύψει ότι οι ράβδοι της φυλακής ήταν φτιαγμένες από σκιές, ότι οι αλυσίδες που μας δένουν ήταν υφαντές από σκέψεις, ότι η εξορία ήταν αυτοεπιβληθείσα και το σπίτι ποτέ πραγματικά δεν εγκαταλείφθηκε. Όσο νωρίτερα ανατείλει αυτή η αναγνώριση, τόσο νωρίτερα μπορεί να σταματήσει ο περιττός πόνος — όχι μέσω αλλαγής εξωτερικών συνθηκών αλλά μέσω θεμελιώδους αλλαγής στην κατανόηση του τι είναι κανείς.
Πέρα από την Κυριαρχία του Νου
Ο λογικός νους, αν και είναι υπέροχος ως εργαλείο για πλοήγηση στον πρακτικό κόσμο, δεν μπορεί να συλλάβει την υπέρτατη Πραγματικότητα μέσω των συνηθισμένων λειτουργιών του. Η λογική ασχολείται με σχέσεις μεταξύ ξεχωριστών οντοτήτων, με προτάσεις που μπορεί να είναι αληθείς ή ψευδείς, με κατηγορίες που μπορεί να διαχωριστούν και να συγκριθούν. Αλλά το Απόλυτο υπερβαίνει όλες αυτές τις διακρίσεις. Δεν είναι αντικείμενο ανάμεσα σε άλλα αντικείμενα, δεν είναι έννοια ανάμεσα σε άλλες έννοιες, δεν είναι αλήθεια ανάμεσα σε άλλες αλήθειες.
Το να πλησιάσει κανείς αυτή την Πραγματικότητα απαιτεί είδος γνώσης που κινείται πέρα από λογική απόδειξη — όχι επειδή είναι παράλογη ή αντι-λογική, αλλά επειδή είναι υπερ-λογική, λειτουργώντας σε επίπεδο όπου οι συνηθισμένοι κανόνες της δυαδικής σκέψης δεν ισχύουν πλέον. Αυτή είναι η «παράλογη» σοφία για την οποία μιλούν οι μυστικοί: όχι παράδοση στην αλογία αλλά άνοιγμα σε βαθύτερη λογική, μια λογική που λειτουργεί μέσω άμεσης εμπειρίας παρά μέσω εννοιολογικής μεσολάβησης.
Η πίστη μπαίνει εδώ όχι ως τυφλή πεποίθηση αλλά ως εμπιστοσύνη στην εγκυρότητα της άμεσης πνευματικής εμπειρίας, ως αυτοπεποίθηση ότι η συνείδηση μπορεί πράγματι να γνωρίσει τον εαυτό της γυρίζοντας την προσοχή πίσω προς την πηγή της. Η αίσθηση Ενότητας που αναδύεται σε μυστικές καταστάσεις — η άμεση αντίληψη ότι όλα είναι Ένα — φέρει τη δική της αυθεντία, τη δική της αυτο-επικυρωμένη βεβαιότητα. Αυτή η βεβαιότητα δεν εξαρτάται από εξωτερική επαλήθευση ή λογική απόδειξη· είναι άμεση, αδιαμφισβήτητη για αυτόν που την βιώνει, όπως η βεβαιότητα με την οποία γνωρίζει κανείς «Είμαι».
Η Ιερή Σιωπή
Στην καρδιά όλων των μυστικών παραδόσεων βρίσκεται μια αναγνώριση του Ιερού, του Απόλυτου, του ανέκφραστου μυστηρίου που δεν μπορεί να συλληφθεί πλήρως σε λέξεις ή έννοιες. Όλη η γλώσσα, όλα τα σύμβολα, όλες οι διδασκαλίες τελικά δείχνουν προς κάτι που υπερβαίνει την άρθρωση — όχι επειδή είναι ασαφές ή αόριστο αλλά επειδή είναι υπερβολικά πλήρες, υπερβολικά ολοκληρωμένο, υπερβολικά περιεκτικό για να περιοριστεί μέσα στα όρια οποιασδήποτε περιγραφής.
Η Θεία παρουσία που συναντούν οι μυστικοί στα βάθη του στοχασμού φέρει ιδιότητες που τεντώνουν τη γλώσσα στα όριά της. Πώς μπορούν οι λέξεις να μεταδώσουν την εμπειρία του να είναι κανείς ταυτόχρονα τίποτα και τα πάντα, της συνείδησης τόσο απόλυτα κενής όσο και άπειρα πλήρης, μιας ειρήνης που περιέχει όλο το πάθος και μιας ηρεμίας που πάλλεται με δυναμική ζωή; Ο μυστικός καταφεύγει στο παράδοξο όχι από σύγχυση αλλά από ανάγκη, προσπαθώντας να χρησιμοποιήσει τους περιορισμούς της γλώσσας για να δείξει πέρα από αυτήν, όπως χρησιμοποιεί κανείς αγκάθι για να βγάλει αγκάθι.
Αυτό το μυστήριο που κατοικεί στον πυρήνα της ύπαρξης δεν είναι πρόβλημα να λυθεί αλλά πραγματικότητα να εισέλθεις, όχι ερώτηση να απαντηθεί αλλά παρουσία να απορροφηθείς. Είναι το έδαφος από το οποίο αναδύονται όλες οι ερωτήσεις και στο οποίο επιστρέφουν όλες οι απαντήσεις. Το ιερό δεν μπορεί να συλληφθεί αλλά μπορεί να αναγνωριστεί· το Απόλυτο δεν μπορεί να κατανοηθεί αλλά μπορεί να πραγματοποιηθεί· το ανέκφραστο δεν μπορεί να ειπωθεί αλλά μπορεί να γνωριστεί σε γνώση που υπερβαίνει τη συνηθισμένη δυϊκότητα υποκειμένου-αντικειμένου.
Η Επιστροφή
Τελικά, το μυστικό ταξίδι αποκαλύπτεται ότι δεν είναι απομάκρυνση από την συνηθισμένη ζωή αλλά επιστροφή στο ιερό θεμέλιο της ζωής. Η υπέρβαση δεν είναι απόδραση από την πραγματικότητα αλλά είσοδος στη βαθύτερη διάσταση της Πραγματικότητας. Ο αναζητητής που ανεβαίνει το βουνό της συνείδησης ανακαλύπτει στην κορυφή ότι όλες οι κοιλάδες και οι πεδιάδες κάτω είναι ιερές επίσης, ότι το συνηθισμένο και το υπερβατικό δεν είναι ξεχωριστά βασίλεια αλλά διαφορετικές πλευρές μιας ενιαίας απρόσκοπτης ολότητας.
Αυτή η αναγνώριση φέρνει μεταμόρφωση στον τρόπο που κινείται κανείς μέσα στην καθημερινή ύπαρξη. Η πραγματοποιημένη ψυχή βλέπει το Απόλυτο να λάμπει μέσα από κάθε πρόσωπο, νιώθει τη Θεία παρουσία να πάλλεται σε κάθε στιγμή, αναγνωρίζει το αιώνιο Εστί που υποβαστάζει κάθε προσωρινή μορφή. Η ζωή συνεχίζεται με τις χαρές και τις λύπες της, τις προκλήσεις και τις παρηγοριές της, αλλά όλα τώρα κρατούνται μέσα σε μεγαλύτερο πλαίσιο, όλα γνωρίζονται ως κινήσεις μέσα στην ίδια τη συνείδηση παρά ως απειλές για ευάλωτο ξεχωριστό εαυτό.
Η μυστική ειρήνη που εγκαθίσταται σε όποιον έχει αγγίξει αυτή την αλήθεια δεν είναι ειρήνη απόσυρσης ή αποστασιοποίησης αλλά ειρήνη βαθιάς αποδοχής και αναγνώρισης. Είναι η ειρήνη του να επιστρέφει κανείς σπίτι, του να ανακαλύπτει ότι ποτέ πραγματικά δεν έφυγε, του να συνειδητοποιεί ότι η αναζήτηση για τον Θεό ήταν ο Θεός που αναζητούσε τον Εαυτό Του, ότι το ταξίδι προς το Απόλυτο ήταν η ίδια η κίνηση του Απόλυτου μέσα στον εαυτό του.
Σε αυτή την αιώνια επιστροφή, ο κύκλος ολοκληρώνεται: η συνείδηση, έχοντας ξεχάσει τη φύση της και αναζητήσει παντού αυτό που είναι, τελικά αναγνωρίζει τον εαυτό της και αναπαύεται στην απλότητα της καθαρής ύπαρξης. Ο αναζητητής γίνεται ο αναζητούμενος, ο εραστής γίνεται ο Αγαπημένος, η ερώτηση διαλύεται στην απάντηση, και αυτό που μένει είναι απλώς Αυτό — απέραντο, οικείο, αιώνιο, άμεσο, για πάντα παρόν αλλά κάπως για πάντα φρέσκο.
Η Πρόσκληση
Η αλήθεια που διακηρύσσουν οι μυστικοί σε αιώνες και πολιτισμούς επεκτείνει την πρόσκλησή της σε όλους που έχουν αυτιά να ακούσουν, μάτια να δουν, καρδιές ανοιχτές να δεχτούν. Δεν απαιτεί ειδικά προσόντα ή εξαιρετικές ικανότητες. Ζητά μόνο προθυμία να κοιτάξει κάποιος βαθιά, να αμφισβητήσει θεμελιώδεις υποθέσεις, να απελευθερώσει τη σφιχτή λαβή στην ατομική ταυτότητα και να επιτρέψει στη συνείδηση να αποκαλύψει τη δική της φύση.
Σε αυτή την παρούσα στιγμή — ανεξάρτητα από το πόσο συνηθισμένη ή εξαιρετική μπορεί να φαίνεται — το Απόλυτο στέκεται αποκαλυμμένο για όσους έχουν μάθει να βλέπουν. Στο χώρο μεταξύ σκέψεων, στη σιωπή κάτω από τον ήχο, στην επίγνωση που παρατηρεί την επίγνωση την ίδια, το αιώνιο Εστί κάνει γνωστή την παρουσία του. Όχι αργότερα, όχι αλλού, όχι μετά από επίπονη προετοιμασία, αλλά εδώ, τώρα, πάντα.
Όσο νωρίτερα ανατείλει αυτή η αναγνώριση, τόσο νωρίτερα μπορεί κανείς να σταματήσει τον μάταιο αγώνα ενάντια στη δική του φύση και να αναπαυθεί στην απλή αλήθεια αυτού που είναι. Ο δρόμος είναι χωρίς δρόμο, το ταξίδι χωρίς απόσταση, η άφιξη πάντα ήδη ολοκληρωμένη. Αυτό που μένει είναι μόνο το ήπιο ξύπνημα σε αυτό που πάντα ήταν αληθινό: ότι η συνείδηση, στην αντικειμενική της φύση, είναι αιώνια, πλήρης και Μία — και ότι αυτή η συνείδηση δεν είναι τίποτα άλλο από την ίδια την επίγνωση μέσα από την οποία κατανοούνται αυτές οι λέξεις, η παρουσία που τις διαβάζει, το Είναι που φωτίζει όλη τη γνώση.
Είθε αυτή η κατανόηση να αναδυθεί. Είθε το πέπλο να γίνει λεπτό. Είθε όλα τα όντα να αναγνωρίσουν την αληθινή τους φύση και να αναπαυθούν στην ειρήνη που υπερβαίνει την κατανόηση — την ειρήνη του Απόλυτου που γνωρίζει τον εαυτό του μέσα από κάθε μορφή, τη χαρά της συνείδησης που γιορτάζει την άπειρη έκφρασή της, την αγάπη του Ενός για την αιώνια Ύπαρξή του.
Ο Δίκαιος
Ο Ναός του Εσωτερικού Νόμου
Στο απέραντο ιερό της ανθρώπινης ύπαρξης, όπου οι σκιές χορεύουν με το φως και η ψυχή αναζητά τις αιώνιες αγκυροβολίες της, κατοικεί μια αλήθεια που δεν μπορεί να συλληφθεί με τη βία ούτε να διεκδικηθεί μέσω της βίαιης κατάκτησης καρδιών και νου. Ο αναζητητής που θέλει να γνωρίσει τη δικαιοσύνη πρέπει πρώτα να κατανοήσει ότι δεν είναι ένα στέμμα για να αρπαχθεί, αλλά ένας κήπος που καλλιεργείται στα μυστικά δωμάτια της συνείδησης.
Σκεφτείτε εκείνον που κινείται στον κόσμο κραδαίνοντας την εξουσία σαν σπαθί, που κάμπτει τη θέληση των άλλων μέσω καταναγκασμού και του τρομερού βάρους της κυριαρχίας. Ένα τέτοιο άτομο μπορεί να επιβάλλει τις εξωτερικές μορφές υπακοής, μπορεί να συγκεντρώσει γύρω του την εμφάνιση της δικαιοσύνης, ωστόσο παραμένει για πάντα εξόριστο από το εσωτερικό ιερό όπου κατοικεί η αληθινή δικαιοσύνη. Διότι η δικαιοσύνη, αυτή η πιο αόριστη και ακτινοβόλα από τις αρετές, αποκαλύπτεται μόνο σε εκείνους που έχουν μάθει να διακρίνουν τις λεπτές αποχρώσεις μεταξύ σωστού και λάθους — όχι μέσω των χονδροειδών υπολογισμών του συμφέροντος, αλλά μέσω της εκλεπτυσμένης αντίληψης που προέρχεται από τη μακρά παραμονή στην περισυλλογή.
Η πραγματικά δίκαιη ψυχή είναι εκείνη που έχει γίνει ζωντανή ενσάρκωση του ίδιου του νόμου, όχι νόμου ως νεκρά γράμματα χαραγμένα σε πλάκες από πέτρα, αλλά νόμου ως ρέοντος ποταμού σοφίας που πηγάζει από τα βαθύτερα υδροφόρα στρώματα της ύπαρξης. Αυτό το άτομο καθοδηγεί τους άλλους όχι με τον μαγνητισμό της δύναμης, αλλά με την ήπια βαρύτητα της ισότητας και της κατανόησης. Προστατεύεται από μια αόρατη ασπίδα — τον νόμο που έχει εσωτερικεύσει τόσο πλήρως ώστε έχει γίνει αδιαχώριστος από τη δική του φύση. Η νοημοσύνη φωτίζει κάθε πράξη του, όχι η πονηριά της πανουργίας, αλλά η ακτινοβόλα σοφία που βλέπει μέσα από τα πέπλα της ψευδαίσθησης στην καρδιά των πραγμάτων.
Η Σιωπή Πέρα από τις Λέξεις
Υπάρχει ένα βαθύ παράδοξο στο κέντρο της ανθρώπινης γνώσης: εκείνοι που μιλούν πιο ογκωδώς είναι συχνά εκείνοι που κατανοούν λιγότερο βαθιά. Οι λέξεις ξεχύνονται από τα χείλη τους σαν νερό πάνω σε βράχους, δημιουργώντας πολύ θόρυβο και κίνηση, ωστόσο αφήνοντας το ουσιαστικό τοπίο αμετάβλητο. Η πραγματικά μορφωμένη ψυχή, αντίθετα, έχει ανακαλύψει τη μυστική γεωγραφία της υπομονής, έχει χαρτογραφήσει τα εδάφη όπου το μίσος δεν μπορεί να ριζώσει και όπου ο φόβος διαλύεται σαν πρωινή ομίχλη μπροστά στον ανατέλλοντα ήλιο.
Το να είναι κανείς μορφωμένος με τη μυστική έννοια σημαίνει να έχει υποστεί μια μεταμόρφωση πολύ πιο ριζική από την απλή συσσώρευση πληροφοριών. Σημαίνει να έχει κατέβει στα σκοτεινά σπήλαια της ίδιας του της ύπαρξης και να έχει αναδυθεί, σαν φοίνικας, κρατώντας κάτι πολύτιμο σε τρεμάμενα χέρια — το μαργαριτάρι της σοφίας που σχηματίζεται μόνο κάτω από την πίεση γνήσιας πνευματικής κρίσης και επίλυσης.
Η υπομονετική ψυχή γνωρίζει ότι η κατανόηση δεν μπορεί να βιαστεί, ότι οι βαθύτερες αλήθειες αποκαλύπτονται μόνο σε εκείνους που έχουν καλλιεργήσει την ικανότητα να περιμένουν, να ακούν, να κατοικούν στην έγκυο σιωπή που προηγείται της γνήσιας διορατικότητας. Ένα τέτοιο άτομο έχει μάθει να παρατηρεί τις κινήσεις της ίδιας του της καρδιάς με την αποστασιοποιημένη γοητεία ενός φυσιοδίφη που παρατηρεί τις μεταναστεύσεις σπάνιων πουλιών. Όταν το μίσος αρχίζει να ξυπνά, το βλέπει καθαρά και το αφήνει να περάσει μέσα από τον ευρύχωρο ουρανό της επίγνωσης χωρίς να το αρπάζει ή να το καταδικάζει. Όταν ο φόβος ανεβαίνει σαν παλίρροια, δεν χτίζει τείχη εναντίον του αλλά παραμένει σταθερός, ριζωμένος σε κάτι ευρύτερο από οποιοδήποτε συγκεκριμένο συναίσθημα.
Η Ζωντανή Ενσάρκωση
Στα ιερά κείμενα και τις γραφές κάθε παράδοσης, συναντά κανείς ένα περίεργο φαινόμενο: εκείνοι που απλώς μιλούν για τον νόμο, που διαλέγονται εύγλωττα για τις αρχές του και αναλύουν τις λεπτότερες διακρίσεις του, συχνά παραμένουν ξένοι προς την ουσιαστική του πραγματικότητα. Ο αληθινός υποστηρικτής του νόμου δεν είναι εκείνος που έχει απομνημονεύσει κάθε ρήτρα του, αλλά εκείνος που ίσως έχει μάθει λίγα, και όμως «βλέπει τον νόμο σωματικά» — μια εξαιρετική φράση που υποδεικνύει έναν τρόπο γνώσης που υπερβαίνει την πνευματική κατανόηση.
Το να βλέπει κανείς τον νόμο σωματικά σημαίνει να τον αντιλαμβάνεται όχι ως αφηρημένη αρχή αλλά ως ζωντανή παρουσία, να νιώθει το βάρος και την ουσία του, να τον συναντά όπως συναντά έναν άλλο άνθρωπο. Σημαίνει να έχει εσωτερικεύσει τον νόμο τόσο πλήρως ώστε η ίδια η σάρκα και τα οστά του να γίνουν όργανα της έκφρασής του. Ένα τέτοιο άτομο ποτέ δεν παραμελεί τον νόμο, όχι επειδή φοβάται την τιμωρία ή επιδιώκει ανταμοιβή, αλλά επειδή έχει γίνει ανίκανο να διαχωρίσει τον εαυτό του από αυτόν. Ο νόμος ρέει μέσα του όπως το αίμα ρέει στις φλέβες, όπως η αναπνοή ρέει στους πνεύμονες — αβίαστα, συνεχώς, συντηρώντας την ίδια τη ζωή.
Η Ψευδαίσθηση της Ηλικίας
Η εναλλαγή των εποχών σημαδεύει την πάροδο του χρόνου πάνω στο σώμα, χαράσσοντας γραμμές στο πρόσωπο και ασημώνοντας τα μαλλιά με πάχνη. Ωστόσο αυτή η εξωτερική απόδειξη συσσωρευμένων ετών δεν μας λέει τίποτα για την ουσιαστική κατάσταση της ψυχής μέσα. Υπάρχουν εκείνοι των οποίων τα κεφάλια λάμπουν λευκά σαν χειμερινό χιόνι, ωστόσο τα πνεύματά τους παραμένουν τόσο άμορφα και χαοτικά όσο αυτά των παιδιών — γέροι σε χρόνια αλλά άδειοι από τις ιδιότητες που αποτελούν γνήσια γεροντική ηλικία.
Οι αληθινοί πρεσβύτεροι δεν κατασκευάζονται από την απλή πάροδο του χρόνου. Αναδύονται μέσα από μια διαδικασία εκλέπτυνσης και κάθαρσης που μπορεί να διαρκέσει δεκαετίες ή, για τους πνευματικά προικισμένους, σε μια μόνη μεταμορφωτική στιγμή. Ο αυθεντικός πρεσβύτερος είναι εκείνος στον οποίο η αλήθεια έχει εγκατασταθεί μόνιμα, που έχει γίνει κατοικία για την αρετή σε όλες τις πολυδιάστατες εκφράσεις της. Η αγάπη ρέει από ένα τέτοιο άτομο όχι ως συναίσθημα αλλά ως φυσική ακτινοβολία, όπως το φως ρέει από τον ήλιο χωρίς προσπάθεια ή πρόθεση.
Η εγκράτεια και η μετριοπάθεια χαρακτηρίζουν κάθε κίνησή τους — όχι η εγκράτεια που γεννιέται από την καταπίεση, η οποία δημιουργεί εσωτερική βία, αλλά τα φυσικά όρια που αναδύονται όταν κανείς έχει δει μέσα από τις ψευδαισθήσεις που οδηγούν σε καταναγκαστική συμπεριφορά. Έχουν αναλάβει το δύσκολο έργο της κάθαρσης, εξάγοντας από την ύπαρξή τους τις ακαθαρσίες που θολώνουν την όραση και διαστρεβλώνουν την κρίση. Η σοφία λάμπει μέσα από αυτούς, όχι ως κάτι που κατέχουν αλλά ως κάτι που έχουν γίνει αρκετά διαφανείς για να αποκαλύψουν.
Η Ρίζα της Σεβασμιότητας
Ο κόσμος διαρκώς συγχέει την εμφάνιση με την πραγματικότητα, μπερδεύοντας την επιφανειακή λάμψη με τα βάθη από κάτω. Υπάρχουν εκείνοι που καλλιεργούν τη σεβασμιότητα όπως καλλιεργεί κανείς έναν κήπο για επίδειξη — τακτοποιώντας προσεκτικά τα ορατά στοιχεία αλλά επιτρέποντας στους κρυφούς χώρους να γεμίσουν με ζιζάνια και αγκάθια. Μιλούν πολύ, ελπίζοντας ότι ο όγκος μπορεί να υποκαταστήσει την ουσία. Προσέχουν την ομορφιά της όψης και της μορφής, φανταζόμενοι ότι η εξωτερική ελκυστικότητα μπορεί να αντισταθμίσει την ασχήμια που σιγοκαίει μέσα.
Ωστόσο κανένα ποσό προσεκτικής παρουσίασης δεν μπορεί πραγματικά να κρύψει μια καρδιά διεφθαρμένη από φθόνο, πλεονεξία και ανεντιμότητα. Αυτές οι ιδιότητες έχουν τρόπο να διαρρέουν ακόμα και από τις πιο προσεκτικά κατασκευασμένες προσόψεις, και να εκδηλώνονται σε λεπτές χειρονομίες, στην ποιότητα του βλέμματος, στους υποτόνους που στοιχειώνουν την ομιλία.
Η αληθινή σεβασμιότητα προέρχεται όχι από πρόσθεση αλλά από αφαίρεση, όχι από τη συσσώρευση αρετών σαν στολιδιών αλλά από την αφαίρεση, ρίζα και όλα, των δηλητηριωδών αναπτύξεων που πνίγουν τον κήπο της ψυχής. Όταν ο φθόνος καταστρέφεται στη πηγή του, όταν η πλεονεξία εκσκαφεί πλήρως, όταν η ανεντιμότητα καεί στη φωτιά της ειλικρινούς αυτοεξέτασης — τότε, και μόνο τότε, αναδύεται η γνήσια σεβασμιότητα. Εμφανίζεται όχι ως κάτι κατασκευασμένο αλλά ως κάτι αποκαλυπτόμενο, όπως η φυσική ομορφιά μιας πέτρας εμφανίζεται όταν η λάσπη που την καλύπτει ξεπλένεται. Το άτομο που απελευθερώνεται από το μίσος και φωτίζεται από τη σοφία γίνεται σεβαστό όχι μέσω προσπάθειας αλλά μέσω της ύπαρξης, όχι μέσω του κάνειν αλλά μέσω της ακτινοβόλου απλότητας της ουσιαστικής του φύσης.
Η Ήσυχη Επανάσταση
Στις πνευματικές παραδόσεις της Ανατολής, υπάρχει η φιγούρα του Σαμάνου — εκείνου που έχει ησυχάσει τα ταραγμένα νερά της ύπαρξης, που έχει βρει το ακίνητο σημείο στο κέντρο του περιστρεφόμενου κόσμου. Ωστόσο αυτή η ησυχία δεν μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω εξωτερικών σημαδιών. Το ξύρισμα του κεφαλιού, η υιοθέτηση ρομπών, η εκτέλεση καθορισμένων τελετουργιών — τίποτα από αυτά δεν δημιουργεί έναν αληθινό Σαμάνο αν το εσωτερικό τοπίο παραμένει άγριο και ακατάκτητο.
Πώς μπορεί κανείς να διεκδικεί τον τίτλο του «ήσυχου» ενώ παραμένει αιχμάλωτος της επιθυμίας και της πλεονεξίας, αυτών των δίδυμων τυράννων που δημιουργούν τόσο θόρυβο και χάος στα δωμάτια της συνείδησης; Αυτές οι δυνάμεις ορμούν μέσα στην ψυχή σαν καταιγίδες, πνίγοντας τη λεπτή μουσική του πνεύματος, κάνοντας την ακινησία αδύνατη.
Ο αυθεντικός Σαμάνος είναι εκείνος που έχει αναλάβει το ηρωικό έργο της ησύχασης του κακού στη πηγή του — όχι μόνο τα μεγάλα κακά που προσελκύουν δημόσια καταδίκη, αλλά τα μικρά, λεπτά κακά που σέρνονται μέσα στη συνείδηση σαν κλέφτες τη νύχτα. Κάθε εγωιστική παρόρμηση εξεταζόμενη και απελευθερωμένη, κάθε στιγμή σκληρότητας πιασμένη και μεταμορφωμένη, κάθε σπόρος βίας αναγνωρισμένος και αφαιρεθείς πριν βλαστήσει — αυτή είναι η υπομονετική, επίπονη εργασία που δημιουργεί αληθινή ησυχία.
Πέρα από το Καλό και το Κακό
Ο επαίτης περπατά στον κόσμο με άδεια χέρια και ανοιχτό μπολ, εξαρτώμενος από τη γενναιοδωρία των άλλων για τροφή. Ωστόσο η εξωτερική μορφή της επαιτείας δεν δημιουργεί έναν αληθινό Μπίκσου περισσότερο από ό,τι η εξωτερική μορφή της μελέτης δημιουργεί έναν αληθινό μελετητή. Η ουσία της ζωής του επαίτη δεν έγκειται στην οικονομική εξάρτηση αλλά στην πνευματική ελευθερία — την ελευθερία που προέρχεται από την υιοθέτηση όλου του νόμου, από την ενσωμάτωση κάθε αρχής του στο ύφασμα της ύπαρξής του.
Ένα τέτοιο άτομο κατοικεί σε μια παράξενη και υψηλή περιοχή πέρα από τις συμβατικές κατηγορίες του καλού και του κακού. Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι ανήθικο ή αδιάφορο προς ηθικές διακρίσεις. Μάλλον, έχει υπερβεί τη δυϊστική σκέψη που παγιδεύει τους περισσότερους ανθρώπους σε ατελείωτους κύκλους κρίσης και αντικρίσης. Έχει γίνει αγνός με την βαθύτερη έννοια — καθαρός όχι μόνο στο σώμα αλλά στο κίνητρο, την επιθυμία και την πρόθεση.
Οπλισμένο με γνώση που διεισδύει στην καρδιά της πραγματικότητας, περνά μέσα από τον κόσμο σαν φως που διαπερνά καθαρό νερό, παρόν αλλά αμόλυντο, εμπλεκόμενο αλλά απελευθερωμένο. Βλέπει τις συμβατικές κατηγορίες του καλού και του κακού ως απαραίτητα κατασκευάσματα για εκείνους που ακόμα μαθαίνουν, αλλά ο ίδιος έχει προχωρήσει πέρα από τέτοια πλαίσια σε μια πιο άμεση και κατευθείαν σχέση με την ίδια την αλήθεια.
Η Σοφία της Ισορροπίας
Υπάρχουν εκείνοι που φαντάζονται ότι η σιωπή από μόνη της χαρίζει σοφία, ότι το απλό σταμάτημα της ομιλίας μεταμορφώνει με κάποιο τρόπο την ανοησία σε κατανόηση. Εξασκούν τη βουβαμάρα σαν να ήταν πνευματική πειθαρχία, καλλιεργώντας μια άδεια ησυχία που κρύβει παρά αποκαλύπτει την άγνοια. Ωστόσο η σιωπή χωρίς σοφία είναι απλώς η απουσία ήχου, όχι πιο σημαντική από τη σιωπή των λίθων.
Ο αληθινός Μούνι — ο σοφός, ο σιωπηλός — χαρακτηρίζεται όχι από την απουσία ομιλίας αλλά από την παρουσία διάκρισης. Ένα τέτοιο άτομο κινείται μέσα στην ύπαρξη με την λεπτή ακρίβεια εκείνου που περπατά σε τεντωμένο σχοινί, ζυγίζοντας και ισορροπώντας συνεχώς, επιλέγοντας το καλό ενώ αποφεύγει το κακό, παίρνοντας την ισορροπία και χρησιμοποιώντας την ως πυξίδα και οδηγό.
Αυτό το ζύγισμα δεν είναι ο μηχανικός υπολογισμός ενός εμπόρου που μετρά νομίσματα, αλλά μια λεπτή, διαισθητική διαδικασία που αντλεί από πηγές γνώσης βαθύτερες από τη λογική σκέψη. Ο Μούνι νιώθει το βάρος των πραγμάτων, αισθάνεται την ηθική τους βαρύτητα, αντιλαμβάνεται τις κρυφές συνέπειες που κυματίζουν προς τα έξω από κάθε επιλογή. Πλοηγείται στον κόσμο σαν έμπειρος ναυτικός που διαβάζει τους ανέμους και τα ρεύματα, προσαρμόζοντας την πορεία του στιγμή προς στιγμή σε συνθήκες που οι άλλοι ούτε καν αντιλαμβάνονται.
Η Ιερότητα της Ζωής
Σε έναν κόσμο όπου η βία είναι ενδημική, όπου οι ισχυροί πάγια θηρεύουν τους αδύναμους, όπου τα ζωντανά πλάσματα καταστρέφονται αδιάφορα και χωρίς σκέψη, αναδύεται μια φιγούρα ριζικής συμπόνιας — ο Αρίγια, ο ευγενής, που επεκτείνει τον κύκλο της ηθικής μέριμνας για να αγκαλιάσει όλα τα αισθανόμενα όντα.
Ένα τέτοιο άτομο δεν μπορεί να ονομαστεί ευγενές όταν τραυματίζει ζωντανά πλάσματα, δεν μπορεί να διεκδικεί πνευματική ανύψωση ενώ συμμετέχει στον αρχαίο κύκλο βίας που χαρακτηρίζει τόσο μεγάλο μέρος της ύπαρξης. Η αληθινή ευγένεια εκδηλώνεται σε οίκτο — όχι οίκτο ως συγκατάβαση, αλλά οίκτο ως βαθιά συμμετοχή, ως αναγνώριση της ουσιαστικής συγγένειας που δένει όλα τα ζωντανά πράγματα.
Ο ευγενής βλέπει το ίδιο του το πρόσωπο αντανακλώμενο σε κάθε πλάσμα που αναπνέει. Νιώθει τον πόνο των ζώων, των εντόμων, ολόκληρης της κοινότητας της ζωής, σαν να ήταν δικός του πόνος. Αυτό δεν είναι συναισθηματισμός αλλά αντίληψη, όχι συναίσθημα αλλά όραση — όραση καθαρή μέσα στη φύση της ύπαρξης και αναγνώριση ότι όλα τα όντα μοιράζονται την ίδια θεμελιώδη επιθυμία να ζουν, να αποφεύγουν τον πόνο, να βιώνουν όποιο μέτρο ευτυχίας επιτρέπουν οι συνθήκες τους.
Η Τελική Απελευθέρωση
Και όμως, και όμως... ακόμα και η ευγένεια δεν αρκεί. Ακόμα και η πειθαρχία και οι όρκοι, ακόμα και η βαθιά μάθηση, ακόμα και η ικανότητα να εισέρχεται σε βαθιές καταστάσεις έκστασης, ακόμα και η αυστηρή πρακτική του να κοιμάται μόνος — τίποτα από αυτά δεν εγγυάται το απόλυτο βραβείο, την ευτυχία της απελευθέρωσης που οι κοσμικοί ποτέ δεν γνωρίζουν, την εξάλειψη των επιθυμιών που σημαδεύει την κορύφωση της πνευματικής διαδρομής.
Ο αναζητητής δεν πρέπει να γίνει υπερβολικά σίγουρος πρόωρα, δεν πρέπει να φαντάζεται ότι οι εξωτερικές πρακτικές μόνες θα τον οδηγήσουν στον στόχο. Η εξάλειψη των επιθυμιών δεν επιτυγχάνεται μέσω μηχανικής τήρησης κανόνων, όσο αγνή και αν είναι η πρόθεση. Απαιτεί κάτι πιο ριζικό, πιο ολικό — μια πλήρη μεταμόρφωση της ίδιας της συνείδησης, έναν θάνατο και αναγέννηση που δεν αφήνει καμία άποψη του παλιού εαυτού άθικτη.
Αυτή η τελική απελευθέρωση δεν μπορεί να κερδηθεί μέσω συσσώρευσης αλλά μόνο μέσω παραίτησης. Έρχεται όχι σε εκείνους που έχουν συγκεντρώσει πολλά αλλά σε εκείνους που έχουν απελευθερώσει τα πάντα, που έχουν αφήσει να πέσει ακόμα και η λαβή τους στην ίδια τη διαδρομή. Σε αυτή την απόλυτη απελευθέρωση, σε αυτή την τελική παράδοση, η συνείδηση ανακαλύπτει τον εαυτό της όπως πάντα ήταν — απέραντη, φωτεινή, ελεύθερη, ξεκουραζόμενη σε μια ειρήνη που δεν έχει αντίθετο, κατοικώντας σε μια χαρά που δεν ζητά τίποτα επειδή δεν της λείπει τίποτα, πλήρης από μόνη της, το τέλος και η αρχή, το άλφα και το ωμέγα του πνευματικού ταξιδιού.
Η Διαδρομή Χωρίς Διαδρομή
Έτσι η μυστική παράδοση αποκαλύπτει την ουσιαστική της διδασκαλία: ότι η δικαιοσύνη, η σοφία, η αγνότητα και η απελευθέρωση δεν μπορούν να αρπαχθούν αλλά μόνο να ληφθούν· δεν μπορούν να επιτευχθούν αλλά μόνο να πραγματοποιηθούν· δεν μπορούν να κατασκευαστούν αλλά μόνο να αποκαλυφθούν σαν αρχαίοι θησαυροί θαμμένοι κάτω από στρώματα ψευδαίσθησης και άγνοιας.
Η διαδρομή στροβιλίζεται μέσα σε παράξενα εδάφη, απαιτώντας τα πάντα και μη υποσχόμενη τίποτα, απαιτώντας τη διάλυση του ίδιου του εαυτού που επιδιώκει να την βαδίσει. Και όμως εκείνοι που επιμένουν, που συνεχίζουν ακόμα και όταν η διαδρομή εξαφανίζεται και πέφτει το σκοτάδι, ανακαλύπτουν τελικά αυτό που ήταν παρόν από πάντα — όχι κάτι νέο να αποκτηθεί αλλά κάτι αρχαίο να θυμηθείς, η αρχική φύση που ποτέ δεν χάθηκε πραγματικά, η φωτεινή ουσία που λάμπει ήσυχα κάτω από τον θόρυβο και το χάος της ύπαρξης, περιμένοντας υπομονετικά την αναγνώριση, καλώντας απαλά εκείνους που έχουν μάθει, επιτέλους, να ακούν.
Βίλχεμ Ράιχ: Άκου ανθρωπάκο
Αγνοείς εντελώς πως υπάρχουν άντρες και γυναίκες που, από φύση τους, είναι ανίκανοι να σε καταπιέσουν και να σε εκμεταλλευτούν… άντρες και γυναίκες που θέλουν να είσαι ελεύθερος, πραγματικά κι αληθινά ελεύθερος.
Μα αντιπαθείς τούτους τους άντρες και τις γυναίκες, επειδή είναι έξω από τη φύση σου. Είναι απλοί και ειλικρινείς. Εκτιμούν την αλήθεια, όσο εκτιμάς εσύ την κομπίνα…
Βλέπουν μέσα σου σα να είσαι διάφανος, αλλά δε σε περιφρονούν. Θλίβονται για την κατάντια του ανθρώπου. Μα διαισθάνεσαι πως βλέπουν μέσα σου και νιώθεις να απειλείσαι…
Αναγνωρίζεις τη μεγαλοσύνη τους, ανθρωπάκο, μόνο όταν πολλά άλλα ανθρωπάκια σου πουν ότι είναι μεγάλοι…
Φοβάσαι τους μεγάλους ανθρώπους, την επαφή τους με τη ζωή και την αγάπη τους γι' αυτή. Όμως ο μεγάλος άνθρωπος σε αγαπά, όπως θα αγαπούσε κάθε ζωντανό πλάσμα…
Δε θέλει να υποφέρεις, όπως υποφέρεις χιλιάδες χρόνια τώρα. Δε θέλει να λες ανοησίες, όπως λες εδώ και χιλιάδες χρόνια. Δε θέλει να δουλεύεις σαν μουλάρι, επειδή αγαπά τη ζωή και θέλει να την απαλλάξει από τα βάσανα και τον εξευτελισμό.
Ο μεγάλος άνθρωπος σκέφτεται προσεκτικά, αλλά όταν αφοσιωθεί σε μια ιδέα, βλέπει πολύ μακριά…
Κι εσύ, ανθρωπάκο, όταν η ιδέα του αποδεικνύεται σωστή κι αντέχει στο πέρασμα του χρόνου, εκεί που η δική σου είναι ρηχή κι εφήμερη, του φέρεσαι σαν να 'ναι απόβλητος…
Εξωθώντας τον στο περιθώριο, σπέρνεις μέσα του τον τρομερό σπόρο της μοναξιάς. Όχι το σπόρο που γεννά μεγάλες πράξεις, αλλά το σπόρο του φόβου… πως θα τον παρεξηγήσεις και θα τον προσβάλλεις.
Γιατί είσαι «ο λαός», «η κοινή γνώμη», «η συνείδηση της κοινωνίας»…
Αναλογίστηκες ποτέ σου, ανθρωπάκο, τη γιγάντια ευθύνη που συνεπάγεται αυτή η ιδιότητά σου; Αναρωτήθηκες ποτέ -πες μου ειλικρινά!- κατά πόσο, από την άποψη της μακροπρόθεσμης κοινωνικής εξέλιξης, της φύσης, ή των μεγάλων επιτεύξεων της ανθρωπότητας, από τη σκοπιά του Ιησού, για παράδειγμα, ο τρόπος σκέψης σου είναι σωστός ή Λάθος;
Όχι, δεν αναρωτιέσαι ποτέ αν ο τρόπος σκέψης σου είναι σωστός ή λάθος. Αναρωτιέσαι μονάχα τι θα πει ο γείτονάς σου ή, αν πράττεις το σωστό, πόσα λεφτά θα σου κοστίσει…
Αυτά είναι τα μόνα που αναρωτιέσαι, ανθρωπάκο- αυτά και τίποτ΄ άλλο!
Μα αφού ώθησες το μεγάλο άνθρωπο στην απομόνωση, ξεχνάς τι του έκανες. Είπες απλά μερικές βλακείες παραπάνω, έκανες μια μπαγαποντιά ακόμα, προκάλεσες κι άλλο βαθύ πόνο. Ξεχνάς!
Ο μεγάλος άνθρωπος, όμως, δεν ξεχνά…
Δε σχεδιάζει την εκδίκησή του, μα προσπαθεί να καταλάβει γιατί συμπεριφέρεσαι τόσο ελεεινά…
Ξέρω ότι κι αυτό είναι έξω από τη φύση σου.
Πίστεψέ με, όμως! Όσες φορές κι αν τον πονέσεις, όσες αγιάτρευτες πληγές κι αν του προκαλέσεις, ακόμα κι αν σ' ένα λεπτό έχεις κιόλας ξεχάσει τη μικρόψυχη κατεργαριά σου, ο μεγάλος άνθρωπος υποφέρει για τις κατεργαριές σου, αντί για σένα…
Όχι επειδή είναι σημαντικές, αλλά ακριβώς επειδή είναι ασήμαντες…
Προσπαθεί να καταλάβει τι είναι εκείνο που σε κάνει να πετάς λάσπη στο σύζυγο ή τη σύζυγο που σε απογοήτευσε, να βασανίζεις ένα παιδί επειδή το αντιπαθεί κάποιος κακοήθης γείτονας, να προδίδεις τους φίλους σου, να γελοιοποιείς τους πονόψυχους, ενώ τους εκμεταλλεύεσαι στο έπακρο και να ζαρώνεις κάτω από το μαστίγιο.
Προσπαθεί να καταλάβει τι είναι εκείνο που σε κάνει να παίρνεις ό,τι σου δίνουν, να δίνεις ό,τι απαιτούν από σένα κι όμως να μη δίνεις ποτέ με τη θέλησή σου, ποτέ από αγάπη…
Τι σε κάνει να κλωτσάς εκείνους που έχουν πέσει ή κοντεύουν να πέσουν, να ψεύδεσαι αντί να λες την αλήθεια και να διώκεις όχι το ψεύδος, μα την αλήθεια…
Ανθρωπάκο, είσαι πάντα με το μέρος των διωκτών.
Προκειμένου να κερδίσει την εύνοιά σου, ανθρωπάκο, να κερδίσει την άχρηστη φιλία σου, ένας μεγάλος άνθρωπος πρέπει να προσαρμοστεί στο δικό σου τρόπο ζωής, να λέει εκείνο που θα 'θελες να ακούσεις, να στολιστεί τις αρετές σου…
Μα τότε δε θα ήταν μεγάλος, αληθινός κι απλός…
Αν είχε τις δικές σου αρετές, τη γλώσσα και τη φιλία σου, δε θα 'ταν μεγάλος άνθρωπος. Άλλωστε, το βλέπεις καθαρά ότι οι φίλοι σου, αυτοί που λένε ό,τι θες να ακούσεις, δεν υπήρξαν ποτέ μεγάλοι άνθρωποι. Όχι πως πιστεύεις ότι ο φίλος σου θα μπορούσε ποτέ να κάνει κάτι μεγάλο.
Περιφρονείς τον εαυτό σου στα κρυφά, ιδιαίτερα όταν επιδεικνύεις την αξιοπρέπειά σου… Κι εφόσον περιφρονείς τον εαυτό σου, είσαι ανίκανος να σεβαστείς το φίλο σου. Δεν μπορείς να πιστέψεις πως οποιοσδήποτε κάθισε στο τραπέζι σου, ή μοιράστηκε το σπίτι σου, είναι ικανός για μεγάλα επιτεύγματα…
Αυτός είναι ο λόγος που όλοι οι μεγάλοι άνθρωποι είναι μοναχικοί…
Κοντά σου είναι πολύ δύσκολο να στοχάζεται κανείς, ανθρωπάκο…
Μπορεί να σε σκέφτεται, ή να σκέφτεται για σένα, μα όχι με σένα- καταπνίγεις κάθε μεγάλη, πρωτότυπη σκέψη…
Αν είσαι μητέρα, όταν το παιδί σου σκέφτεται λες: «Αυτό δεν κάνει για παιδιά». Αν είσαι καθηγητής βιολογίας, λες: «Αυτά δεν αρμόζουν σε σοβαρούς σπουδαστές. Ακούς εκεί! Να αμφισβητείς ότι υπάρχουν μικρόβια στον αέρα;»
Αν είσαι δάσκαλος, λες: «Τα καλά παιδιά δεν κάνουν αυθάδικες ερωτήσεις». Κι αν είσαι σύζυγος, λες: «Ανακάλυψη; Κι επειδή έκανες ανακάλυψη; Δεν κοιτάς τη δουλειά σου λέω “γώ, να θρέψεις την οικογένειά σου!»….
Μα σαν δημοσιευτεί η ίδια ανακάλυψη στις εφημερίδες, ανθρωπάκο, τότε την αποδέχεσαι, είτε την καταλαβαίνεις είτε όχι.
Γι' αυτό σου λέω, ανθρωπάκο, έχεις χάσει την αίσθηση… ό,τι καλύτερου υπάρχει μέσα σου… Την κατέπνιξες…
Κι αν τύχει και βρεις κάτι αξιόλογο στους άλλους, στο παιδί σου, τη γυναίκα σου, τον άντρα σου, τον πατέρα ή τη μητέρα σου, το σκοτώνεις…
Είσαι πολύ μικρός, ανθρωπάκο, και θες να παραμείνεις μικρός…!
Βίλχεμ Ράιχ, Άκου, Ανθρωπάκο
Διάσημοι Άθεοι στην αρχαία Αθήνα
Πρόσωπα που αρνούνται ευθαρσώς την ύπαρξη οποιονδήποτε θεοτήτων, εμφανίζονται στο δεύτερο μισό του 5ου αιώνα. Αποκαλούνται άθεοι, επίθετο που εξακολουθεί να συγχέεται με τον ασεβή, μία κατηγορία που οδήγησε στη φυλακή, στην εξορία, ακόμα και στον θάνατο αρκετούς Αθηναίους δίκαια ή άδικα.
Οι γνωστοί σε εμάς άθεοι της εποχής, που πίστευαν πως οι θεοί είναι επινόηση των ανθρώπων, είναι ο Πρόδικος από την Κέα, ο Κριτίας ο Αθηναίος, ο Διαγόρας ο Μήλιος και ο Κινησίας. Αυτοί, κάτω από την επίδραση της σοφιστικής κίνησης, που έθεσε υπό αμφισβήτηση, όχι μόνο τις καθιερωμένες θρησκευτικές αντιλήψεις, αλλά και την εγκυρότητα του ίδιου του Νόμου και την ύπαρξη των θεών, για πρώτη φορά, είτε υπονοούν είτε απερίφραστα διακηρύττουν ότι θεοί δεν υπάρχουν. Κάποιοι από αυτούς, μάλιστα, συμπεριφέρονται με αναίδεια και προβαίνουν σε απρέπειες που προκαλούν την αντιπάθεια των συμπολιτών τους.
Ο Πρόδικος ο Κεῖος ήταν φυσικός φιλόσοφος και Σοφιστής, στενός φίλος του Σωκράτη. Το όνομά του συνδέεται με τον μύθο του Ηρακλή που καλείται να επιλέξει ανάμεσα στην Αρετή και στην Κακία, αφήγηση που υπήρχε στο έργο του «Ὥραι» και την οποία επανέλαβε πολλές φορές στις διαλέξεις του. Στην εποχή του ήταν διάσημος για δύο πράγματα: την εμμονή του στην ακριβή χρήση των λέξεων και τις αθεϊστικές του αντιλήψεις.
Ο Πρόδικος, εξετάζοντας το θέμα ανθρωπολογικά, ισχυρίστηκε πως ο άνθρωπος επινόησε τις θεότητες, από ευγνωμοσύνη για τα αγαθά που του παρείχε η φύση. Δεν είναι τυχαίο, έλεγε, πως οι αρχαιότεροι θεοί σχετίζονται άμεσα με τη διατροφή, όπως είναι η Δήμητρα ή την απόκτηση ευημερίας, όπως ο Διόνυσος. Και κάθε φορά που αντιλαμβάνονταν την αξία κάποιου πράγματος και τη συνεισφορά του στην επιβίωση και στην πρόοδο, το θεοποιούσαν και γιόρταζαν λατρεύοντάς το. Έτσι έγινε με τον ήλιο, τη σελήνη, τα ποτάμια, τη φωτιά.
Αυτή η ορθολογική ερμηνεία της θρησκευτικότητας του ανθρώπου, ρίχνει φως στο φαινόμενο να ταυτίζεται η ονομασία ενός ωφέλιμου πράγματος με το όνομα του αντίστοιχου θεού, ο οποίος θεωρείται και ο εφευρέτης του πράγματος αυτού (για παράδειγμα, η φωτιά ονομάζεται και Ήφαιστος, το τζάκι Εστία, η Γη ταυτίζεται με τη θεά Γαία). Παράλληλα αντικρούει την ερμηνεία του Δημόκριτου, που ισχυριζόταν πως κίνητρο για την επινόηση των θεών ήταν ο φόβος για τα φαινόμενα της φύσης που απειλούσαν την ανθρώπινη ζωή.
Επόμενος άθεος, ο Κριτίας, ο αριστοκράτης μαθητής του Σωκράτη και συγγενής του Πλάτωνα, που έβλεπε την πίστη στους θεούς ως ένα πολύ αποτελεσματικό, πολιτικό εργαλείο που επινόησαν οι ηγεμόνες για να πειθαναγκάσουν τους υπηκόους τους να είναι πειθαρχημένοι. Η ανάγκη αυτή προέκυψε, υποστηρίζει ο Κριτίας, επειδή η νομοθεσία, μπορεί να απέτρεπε τους κακούς από τη διάπραξη εγκλημάτων φανερά, αλλά εξακολουθούσαν τον άνομο βίο τους όταν κανείς δεν τους έβλεπε. Επινοήθηκαν λοιπόν οι θεοί που τα βλέπουν όλα και πάντα, ώστε να περιοριστεί η παρανομία στα κρυφά.
Το 415 π.Χ κατηγορήθηκε μαζί με τον Αλκιβιάδη για τη βεβήλωση των Ερμών και καταδικάστηκε σε φυλάκιση, ενώ οκτώ χρόνια αργότερα εξορίστηκε. Επέστρεψε το 405 και λίγο μετά εξελέγη μέλος των τριάκοντα τυράννων στην Αθήνα. Με την εξουσία αυτή εξόντωσε τους πολιτικούς του αντιπάλους χωρίς έλεος, άρπαξε περιουσίες συμπολιτών του, ενώ απαγόρευσε στον δάσκαλό του, τον Σωκράτη να διδάσκει. Σκοτώθηκε έναν χρόνο αργότερα, κατά τη διάρκεια της επανάστασης των δημοκρατικών του Θρασύβουλου.
Ο Διαγόρας ο Μήλιος ήταν ποιητής και έγραφε κυρίως διθυράμβους. Αιχμαλωτίστηκε από τους Αθηναίους, όταν κατέλαβαν την Μήλο και ο Δημόκριτος πλήρωσε ένα μεγάλο ποσό για τον ελευθερώσει.
Σχεδόν παντού όπου γίνεται αναφορά σε αυτόν, τον συνοδεύει το επίθετο «άθεος». Μιλούσε περιπαιχτικά και χωρίς κανέναν σεβασμό για τα μυστήρια, αποκαλύπτοντας μάλιστα τα άρρητα των τελετών. Δικάστηκε ερήμην για ασέβεια, την εποχή που οι Αθηναίοι ετοιμάζονταν για τη Σικελική εκστρατεία. Κατά πάσα πιθανότητα είχε αναμειχθεί σε πολιτικές ταραχές, ενέργεια που μαζί με την καταγωγή του από εχθρική για την Αθήνα πόλη, συνέβαλαν στην καταδίκη του. Εκείνος πάντως φρόντισε να εγκαταλείψει εγκαίρως την πόλη και να καταφύγει στην Κόρινθο, όπου και έζησε ως το τέλος της ζωής του.
Στο «Περί της φύσης των θεών» του Κικέρωνα, διασώζεται μία αφήγηση που μας δίνει μία ιδέα για την επιχειρηματολογία του Διαγόρα: Ένας φίλος του προσπαθεί να τον πείσει για την ύπαρξη των θεών, λέγοντάς του ότι υπάρχουν πολλές εικόνες ανθρώπων που σώθηκαν από φουρτούνες, επειδή επικαλέστηκαν τους θεούς. Ο Διαγόρας του απαντά «πουθενά, όμως, δεν υπάρχουν οι εικόνες εκείνων που δεν σώθηκαν».
Ένας λιγότερο γνωστός σε εμάς, αλλά διαβόητος εκείνη την εποχή, ήταν ο Κινησίας (450-390 π.Χ περ.), ένας Αθηναίος ποιητής και μουσικός (πολύ κακός, μάλιστα). Οι πολύ εξεζητημένες χορογραφίες του, οι συγκεχυμένες μελωδίες του, που ο κόσμος δυσκολευόταν να τραγουδήσει, η άσχημη εμφάνισή του και η πρωτότυπη ιδέα του να καταργήσει τα χορικά στις κωμωδίες (με νόμο που πρότεινε και ψηφίστηκε το 400 π.Χ) τον έκαναν αγαπημένο στόχο των κωμικών. Το τελευταίο μάλιστα, του χάρισε το διόλου κολακευτικό επίθετο «χοροκτόνος». Η ίδια η Μουσική, σε μία κωμωδία του Φερεκράτη, τον αποκαλεί «κατάρατο Αττικό» και διαμαρτύρεται γι’ αυτόν στη Δικαιοσύνη.
Αυτός, λοιπόν, ο Κινησίας ήταν μέλος ενός συλλόγου ασεβών, των «κακοδαιμονιστών», οι οποίοι έκαναν οτιδήποτε μπορούσε να προκαλέσει το θρησκευτικό συναίσθημα των Αθηναίων. Η αγαπημένη τους απασχόληση ήταν να οργανώνουν δείπνα τις αποφράδες ημέρες*, κατά τη διάρκεια των οποίων χλεύαζαν τους θεούς και τους νόμους. Ο Λυσίας αναφέρει πως ο Κινησίας ήταν ο δράστης μίας πράξης βεβήλωσης του αγάλματος της Εκάτης (παρόμοια πράξη με εκείνη της κοπής των Ερμών). Δεν γνωρίζουμε τίποτ’ άλλο γι’ αυτόν, εκτός του ότι πέθανε πάμπτωχος.
Όπως μας ενημερώνει ο Θουκυδίδης, οι Αθηναίοι, μετά την φρικτή εμπειρία του Πελοποννησιακού Πολέμου «αποφάσιζαν να χαρούν τη ζωή τους όσο ταχύτερα μπορούσαν, επιδιδόμενοι στις απολαύσεις, διότι θεωρούσαν και τη ζωή και τον πλούτο εξ ίσου εφήμερα, έκριναν ότι δεν υπήρχε καμία διαφορά μεταξύ ευσεβείας και ασεβείας επειδή κανείς δεν πίστευε πως θα επιζήσει, για να δώσει λόγο για τα εγκλήματά του και τιμωρηθεί γι’ αυτά.» Η γοργή εξάπλωση της ανηθικότητας και της απολίτιστης συμπεριφοράς. οδήγησε τους Αθηναίους να ψηφίσουν την πρόταση του Διοπείθη περί ασεβείας, το 431 π.Χ.
Δεν θα πρέπει, ακόμα, να μας διαφεύγει το γεγονός πως πρόκειται για μία εποχή έντονων πολιτικών ταραχών και συχνά πίσω από την κατηγορία περί ασεβείας, κρύβονταν πολιτικές σκοπιμότητες. Τέτοια ήταν η περίπτωση του Σωκράτη, που ενώ ήταν βαθύτατα θρησκευόμενος, εκτελέστηκε το 399 ως ασεβής.
Κάπως έτσι, μία κοινωνία που ήταν πάντα ανοιχτή στις διαφορετικές απόψεις, που, τις καλές εποχές, διασκέδαζε συζητώντας με τους ξένους επισκέπτες της για άλλους θεούς και άλλα έθιμα, όπως κάθε κοινωνία που αντιμετωπίζει την διάλυση, στρέφεται σε οτιδήποτε μπορεί να προσφέρει ένα στέρεο θεμέλιο για την θεραπεία της. Και αυτή δεν ήταν μία καλή εποχή για αμφισβητήσεις, πόσω μάλλον για προκλήσεις.
-----------------------
*Αποφράδες ημέρες ήταν οι γρουσούζικες μέρες, συνήθως ημερομηνίες κατά τις οποίες είχαν συμβεί τραγικά γεγονότα. Τις ημέρες αυτές δεν λειτουργούσαν οι δημόσιες υπηρεσίες, δεν διοργανώνονταν εκδηλώσεις πολιτικές ή θρησκευτικές και δεν σταματούσαν οι εμπορικές συναλλαγές. Αποφράς, από την πρόθεση από και το ρήμα φράζω = λέγω, διότι ούτε καν αναφέρονταν σε αυτές.
Πλάτων: Ο τελευταίος νόμος
Οι καινοτομίες που εισάγει ο συγγραφέας, Πλάτων, δεν μπορούν να περάσουν απαρατήρητες. Κατ’ αρχάς ο διάλογος δεν διαδραματίζεται όπως οι υπόλοιποι στην Αθήνα αλλά στην Κρήτη. Επιπλέον, η απουσία του Σωκράτη είναι περισσότερο από εμφανής. Πρόκειται για τον μοναδικό πλατωνικό διάλογο όπου δεν λαμβάνει μέρος. Τρεις συνομιλητές (ο Σπαρτιάτης Μέγγιλος, ο Κρητικός Κλεινίας και ένας ανώνυμος Αθηναίος ξένος) με αφορμή την ίδρυση της πόλης της Μαγνησίας συζητούν για τους νόμους που θα θεσπίσουν για την εύρυθμη λειτουργία της. Σκοπός βέβαια είναι η αρετή.
Στο 12ο βιβλίο παρά το ότι η νομοθεσία της πόλεως έχει αποπερατωθεί, ο πρωταγωνιστής του διαλόγου (ο ανώνυμος Αθηναίος ξένος) θεωρεί ότι τίποτε δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμη. Μπορεί να έχουν ρυθμίσει τους νόμους της πόλεως, αλλά ενδεχομένως στο μέλλον να αλλάξουν. Τι θα αποτελέσει εγγύηση για την υπακοή των πολιτών σ’ αυτούς; Ο μεγαλύτερος φόβος του όμως είναι η διατήρησή τους. Ο Πλάτων αυτή τη φορά δεν χρειάζεται να παραθέσει τον μύθο του Ηρός (όπως στην Πολιτεία) για να αναφερθεί στις Μοίρες, γεφυρώνοντας τα δύο έργα. Ο μύθος είναι ήδη γνωστός. Αρκεί να τον ανακαλέσουν: Η Λάχεσις, η Κλωθώ και η Ατροπός ορίζουν τη ζωή των ανθρώπων. Το ενδιαφέρον του Πλάτωνα στρέφεται μόνο στην τελευταία, την Ατροπό, καθώς είναι εκείνη που διατηρεί όσα έχουν αποφασίσει οι δύο προηγούμενες.
«ΑΘΗΝΑΙΟΣ: Από αυτές [τις Μοίρες] η Λάχεσις είναι η πρώτη, η Κλωθώ η δεύτερη και η Ατροπός η τρίτη η οποία διαφυλάσσει όσα έχουμε πει (σώτειραν τῶν λεχθέντων), απονέμοντας σε όσα έχουν υφανθεί τη δύναμη να μην αλλάζουν. Με αυτά θέλουμε να εξοπλίσουμε και την πόλη και τους πολίτες, όχι μόνο με υγεία και διαφύλαξη των σωμάτων, αλλά με ευνομία στις ψυχές τους και περισσότερο με διαφύλαξη των νόμων. Εγώ θεωρώ ότι είναι εμφανές πως αυτό λείπει από τους νόμους δηλαδή πώς πρέπει να τους εμφυσήσουμε με φυσικό τρόπο ώστε να μην αλλάζουν (ἀμετάστροφον).»
Πλάτων, Νόμοι 960c7-d7
Ο Πλάτωνας δεν θα μπορούσε να είναι περισσότερο σίγουρος για την ορθότητα των ιδεών του· οι νόμοι πρέπει να είναι σαν το πεπρωμένο, να μην μεταβάλλονται. Η συζήτηση περί της ιδανικής Πολιτείας που ολοκληρώνεται στους Νόμους με τη θέσπιση των διαταγμάτων για κάθε περίσταση έχει στόχο τη διατήρηση των νόμων με κάθε κόστος. Στους Νόμους, ο φιλόσοφος-βασιλιάς της Πολιτείας (473c-d) δίνει τη θέση του στη Συνέλευση της πόλεως (σύλλογος), που θα εξασφαλίσει τη διατήρηση των νόμων. Η Συνέλευση θα αποτελείται από τους δέκα πιο ηλικιωμένους, μαζί με όσους έχουν τιμηθεί με βραβείο αριστείας αλλά και με όσους ταξίδεψαν στο εξωτερικό (ώστε να συλλέξουν πληροφορίες για τη διατήρηση των νόμων). Επιπλέον, υποχρεούνται να φέρουν μαζί τους έναν νέο (όχι μικρότερο όμως των τριάντα ετών) τον οποίο θα έχουν κρίνει ως άξιο να συμμετέχει. Αυτό όμως θα πρέπει να κρατηθεί κρυφό από τον υποψήφιο, έως ότου αποδείξει την αξία του. Η εν λόγω Συνέλευση θα λαμβάνει χώρα πολύ πρωινές ώρες και για τον λόγο ότι οι συμμετέχοντες δεν θα είναι απασχολημένοι.
Ποιος είναι όμως ο τελευταίος νόμος που θα ψηφίσει η Συνέλευση; Τι δεν είχαν προβλέψει έως τώρα;
Ο Αθηναίος (όπως ο Σωκράτης στην Πολιτεία) θα μεταφέρει τη συζήτηση στην ψυχή:
«ΑΘΗΝΑΙΟΣ: Πρέπει λοιπόν, Κλεινία, να σκεφτούμε για όλα ποιος είναι ο κατάλληλος σωτήρας σε κάθε έργο, για παράδειγμα στο έμβιο ον η ψυχή και το σώμα είναι από τη φύση το καλύτερο (ὡς ἐν ζῴῳ ψυχὴ καὶ κεφαλή, τό γε μέγιστον, πεφύκατον).
ΚΛΕΙΝΙΑΣ: Με ποιον τρόπο;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ: Οπωσδήποτε η αρετή τους παρέχει τη σωτηρία σε κάθε ζώο.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ: Πώς;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ: Γιατί, πέρα από τα άλλα, ο νους είναι σύμφυτος με την ψυχή, και στο σώμα, μαζί με τα άλλα, η όραση και η ακοή· με λίγα λόγια, ο νους είναι συνυφασμένος με τις καλύτερες αισθήσεις, και γίνονται ένα, και δικαιότατα θα ονομαζόταν η σωτηρία του καθενός.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ: Και βέβαια φαίνεται έτσι.»
Πλάτων, Νόμοι 961c1-10
Το αγαπημένο παράδειγμα των φιλοσόφων, το πλοίο με τον κυβερνήτη και τους ναύτες, κάνει την εμφάνισή του: Πώς εξασφαλίζεται η σωτηρία του πλοίου στη θαλασσοταραχή αλλά και στη γαλήνη; Όταν ο καπετάνιος με το πλήρωμα ενώσουν τις δυνάμεις τους, τον νου και τις αισθήσεις. Τα παραδείγματα συνεχίζονται για να καταλήξουν στον σκοπό της νομοθεσίας. Αν ο κυβερνήτης (είτε του πλοίου είτε της πόλεως) δεν γνωρίζει τον σκοπό τους, τότε δεν θα καταφέρει να τον πετύχει. Οι νόμοι εξαρτώνται από τις πόλεις και τον στόχο των νομοθετών. Αν στόχος είναι ο πλουτισμός, οι νόμοι θα διαφέρουν και οι άνθρωποι να γίνουν δούλοι των άλλων (δοῦλοί τινων ὄντες). Αντιθέτως, άλλοι προτιμούν μία ελεύθερη ζωή.
Η συζήτηση επανέρχεται στη Συνέλευση (που θα συνεδριάζει τη νύχτα). Ο σκοπός της δικής τους πόλεως πρέπει να είναι σαφής. Η νομοθεσία που έχουν προβλέψει θα έχει έναν στόχο: την αρετή. Πώς θα τον κοινωνήσουν όμως στους «πολλούς»; Αυτή θα είναι η δουλειά των φυλάκων, οι οποίοι θα πρέπει να γνωρίζουν καλά την έννοια της αρετής και πιο σημαντικό, να μπορούν να τη διδάξουν. Οι πολίτες οφείλουν να υπακούν στους νόμους, οι φύλακες ωστόσο δεν αρκεί μόνο να γνωρίζουν τους νόμους, αλλά να προσφέρουν λογικές εξηγήσεις και να κρίνουν το φύσει καλό και κακό.
Ο Αθηναίος συνοψίζει: ένα από τα ωραιότερα θέματα είναι αυτό σχετικά με τους θεούς. Και οι φύλακες πρέπει να το κατέχουν καλά. Κατ’ ακρίβεια, επιβάλλεται να πιστεύουν στους θεούς, η ύπαρξη των οποίων πιστοποιείται από δύο πράγματα: Το πρώτο είναι η αθανασία της ψυχής και το δεύτερο η τακτική κίνηση των αστέρων. Ο Πλάτων αντιστρέφει το επιχείρημα. Η κίνηση των ουρανίων σωμάτων πιστοποιεί την ύπαρξη του θεού. Άψυχα αντικείμενα δεν μπορούν να ακολουθούν τόσο ακριβείς υπολογισμούς.
«ΑΘΗΝΑΙΟΣ: Ο νους που κυβερνά έβαλε σε τάξη τα πάντα στο σύμπαν. Όποιος τα δει αυτά με προσοχή και όχι με αφέλεια, δεν πρόκειται να γίνει άθεος ούτε να συμβεί το αντίθετο από αυτό που περιμένουν πολλοί. Γιατί υποθέτουν ότι όσοι ασχολούνται με την αστρονομία και τις άλλες συναφείς αναγκαίες επιστήμες γίνονται άθεοι, καθώς παρατηρούν ότι αυτά συμβαίνουν αναγκαία και όχι χάρη σε βούληση της διάνοιας για την εκπλήρωση του αγαθού.»
Πλάτων, Νόμοι 966d9-967a6
Η αθεΐα θα προσβάλλει τους νόμους. Και αυτό επειδή οι άθεοι δεν καταλαβαίνουν την προτεραιότητα της ψυχής έναντι του σώματος. Ο Πλάτωνας καταφέρεται εναντίον των Φυσικών φιλοσόφων. Πολλοί από αυτούς μάλιστα, έφτασαν στο σημείο να αποδώσουν την αιτία στην ύλη, φέρνοντάς τους σε δύσκολη θέση. Σήμερα όμως τα πράγματα είναι αλλιώς, αποφαίνεται. Ο Πλάτωνας με τη φωνή του Αθηναίου υπερτονίζει την αναγκαιότητα του έσχατου νόμου. Εκεί όπου όλα έχουν ρυθμιστεί στην εντέλεια, το πιο σημαντικό απουσιάζει: Η δια νόμου θεολογική παιδεία των φυλάκων, ώστε οι νόμοι να παραμένουν αναλλοίωτοι.
«ΑΘΗΝΑΙΟΣ: Δεν πρόκειται ποτέ κανείς από τους θνητούς ανθρώπους να γίνει με βεβαιότητα θεοσεβής, αν δεν καταλάβει αυτά που λέμε τώρα: ότι η ψυχή είναι το πιο πρωταρχικό από όλα όσα πήραν μέρος στη δημιουργία, και είναι αθάνατη, και εξουσιάζει όλα τα σώματα (ἀθάνατόν τε, ἄρχει τε δὴ σωμάτων πάντων). Επιπλέον, πρέπει να καταλάβει αυτό που είπαμε πολλές φορές ως τώρα, ότι ο νους εξουσιάζει όσα βρίσκονται στα αστέρια. Τώρα, Κλεινία και Μέγγιλε, πρέπει να σκεφτούμε, αν θα προσθέσουμε κι αυτόν τον νόμο, μαζί με όσους έχουμε αναφέρει, ώστε η νυχτερινή Συνέλευση των αρχόντων να γίνει κοινωνός της παιδείας που είπαμε, και να φυλάξει τον νόμο για τη διατήρησή του; Τι άλλο να κάνουμε;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ: Αγαπητέ μου, βεβαίως θα τον προσφέρουμε, μήπως μπορούμε και σταδιακά;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ: Τότε όλοι μας ας προσπαθήσουμε. Θα γίνω βοηθός σας με μεγάλη προθυμία (και ίσως μάλιστα βρω και άλλους εκτός από εμένα) χάρη στην εμπειρία μου και τη συχνή μου μελέτη για το θέμα.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ: Αλλά τότε, ξένε, πάνω απ’ όλα πρέπει να πορευτούμε στον δρόμο που όπως φαίνεται μας οδηγεί ο θεό;.»
Πλάτων, Νόμοι 967d2-968c1
Ο Πλάτωνας έχει πραγματευτεί σε μάκρος την αθανασία της ψυχής σε άλλα έργα. Στις τελευταίες σειρές του έργου (που δεν πρόλαβε ούτε να δημοσιεύσει) υποδεικνύει τον έσχατο και πιο ουσιαστικό νόμο για την ιδανική του πολιτεία: Οι φύλακες πρέπει να λάβουν υποχρεωτικά τη θεολογική παιδεία που κρίνεται αναγκαία προκειμένου να στηρίζουν εις αεί την σταθερότητα των νόμων της πόλεως.
Ο Πλάτωνας αφήνει παρακαταθήκη το τελευταίο του έργο. Οι Νόμοι κλείνουν με τον Κλεινία και τον Μέγγιλο να παρακαλούν τον Αθηναίο ξένο με όλα τα μέσα να μη φύγει για να τους βοηθήσει στην ίδρυση της νέας πόλεως. Ο φιλόσοφος είχε ταξιδέψει τρεις φορές στη Σικελία στην απόπειρά του να σώσει τον κόσμο. Παρά την ασφάλεια και ευημερία της Ακαδημίας, επέλεξε την αβεβαιότητα και ανασφάλεια των θαλάσσιων ταξιδιών στην αναζήτηση της ορθής διακυβέρνησης της πολιτείας. Η Πολιτεία του χρειάζεται όχι μόνο ορθούς αλλά και αναλλοίωτους Νόμους. Η ορθή παιδεία των νομοφυλάκων πρέπει να θεσμοθετηθεί με έναν τελευταίο νόμο, ώστε όλα να παραμείνουν ως έχουν.
Σενέκας: Έχω ζήσει
Το πέρασμα του χρόνου συνήθως δεν γίνεται αντιληπτό από το υποκείμενο που το βιώνει. Οι αλλαγές είναι αργές και ανεπαίσθητες, όταν αθροιστούν όμως συνιστούν μια νέα πραγματικότητα. Πολλές φορές οι αλλαγές του περιβάλλοντος γύρω μας είναι εκείνες που αφυπνίζουν το πνεύμα, ώστε να παρατηρήσει το γήρας του δικού του σώματος. Δεν γερνάμε όμως όλοι. Όσοι καταφέρνουν να αγγίξουν μια μεγάλη ηλικία, μόνο να παραπονούνται δεν αξίζει. Τα γερατειά (παρά τα όσα σωματικά δεινά συνεπάγονται) μόνο φρίκη δεν πρέπει να προκαλούν. Αντιθέτως, κάθε μέρα μετράει.Ο Σενέκας γράφει στον Λουκίλιο, για να του μιλήσει για τα γηρατειά. Όχι, ο Λουκίλιος δεν έχει γεράσει. Ο συγγραφέας θα μιλήσει για τα δικά του βιώματα και ο νέος μαθητευόμενος θα διαβάσει τη δωδέκατη επιστολή, ώστε να εκτιμήσει τη ζωή από νεανική ηλικία. Το σκηνικό στήνεται επιδέξια από τον Στωικό φιλόσοφο. Αφορμή είναι μια επίσκεψη στο πατρικό του, που τον βοηθάει να ανακαλύψει ότι παρά τη φροντίδα του επιστάτη του, το σπίτι καταρρέει: «Όπου κι αν γυρίσω, σημάδια των γηρατειών μου βλέπω» (Quocumque me verti, argumenta senectutis meae video), παραπονιέται. «Ποιο είναι το μέλλον μου, όταν οι λίθοι της ζωής μου γίνονται συντρίμμια;» (quid mihi futurum est, si tam putria sunt aetatis meae saxa? 12.1). Μαζί με την κατάρρευση του σπιτιού, κοιτάζει και τα γερασμένα δέντρα του κήπου. Τα δέντρα που ο ίδιος φύτεψε μικρός, παρακολουθώντας τα να βγάζουν τα πρώτα τους φύλλα. Μαζί τους γέρασε και αυτός. Η φθορά της ύλης είναι αναπόφευκτη. Τελικά, ευχαριστεί το ρημαγμένο σπίτι για τη συνειδητοποίηση των γηρατειών (senectus) του.
«Ας υποδεχτούμε κι ας αγαπήσουμε τα γηρατειά· είναι γεμάτα από ηδονές αν ξέρει κάποιος πώς να τα χρησιμοποιήσει. Τα φρούτα είναι ευχάριστα όταν ωριμάζουν· η παιδικότητα πιο όμορφη στο τελείωμά της. Το κρασί που έχει μείνει στο ποτήρι προσφέρει τη μέγιστη ευχαρίστηση στον πότη, αυτό τον μεθάει, δίνει την καλύτερη ώθηση στη μέθη του.»
Σενέκας, Ηθικές επιστολές 12.4
Οι ηδονές οδηγούν στη μεγαλύτερη απόλαυση προς το τέλος τους. Γιατί να μην είναι και η ζωή έτσι; Βέβαια, ο Σενέκας δεν εννοεί την περίοδο κατά την οποία κάποιος βρίσκεται στο κατώφλι του θανάτου. Αλλά το ξεκίνημα των γηρατειών, της πτώσης των σωματικών λειτουργιών, έχει κι αυτό τις απολαύσεις του. Αν αναμένει κάποιος να απολαμβάνει τα ίδια πράγματα καθώς μεγαλώνει, θα απογοητευτεί. Κάθε ηλικία έχει τις ηδονές της. Οι τελευταίες είναι οι καλύτερες, γιατί αρχίζεις να απελευθερώνεσαι από τις περασμένες ηδονές. Και αυτό είναι μια νέα ηδονή: «Πόσο γλυκό είναι να έχει κουραστεί κάποιος από τις επιθυμίες και να τις εγκαταλείπει» («Quam dulce est cupiditates fatigasse ac reliquisse!»), παρατηρεί ο Σενέκας (12.5). Μήπως όμως θα έπρεπε να ανησυχεί για τον θάνατο; Προλαβαίνοντας την αντίρρηση του Λουκίλιου δικαιολογείται. Γιατί να μιλήσει για τον θάνατο σε έναν νέο άνθρωπο;
«’Θα ήταν προσβλητικό’, θα έλεγες, ‘να κοιτάξεις τον θάνατο κατάματα’. Οφείλεις όμως πρώτα από όλα είτε βρίσκεσαι στην ωριμότητα είτε στη νεότητα να τον κοιτάζεις. Μία ημέρα, αντιθέτως, είναι ένα βήμα στη ζωή. (Unus autem dies gradus vitae est).»
Σενέκας, Ηθικές επιστολές 12.6
Αυτό δίνει στον Σενέκα την ευκαιρία να αναπτύξει τη θεωρία του για τους κύκλους της ζωής: Η ζωή κάθε ανθρώπου αποτελείται από κύκλους, οι μεγαλύτεροι εκ των οποίων περικλείουν τους μικρότερους. Ο μεγαλύτερος όλων, ο κύκλος της ζωής, αγκαλιάζει όλους τους υπόλοιπους. Επόμενος στη σειρά είναι εκείνος της νεανικότητας, ενώ ο περιφέρεια του τρίτου περιλαμβάνει όλη την παιδική ηλικία. Οι κύκλοι όμως δεν εξαντλούνται εδώ. Ο ετήσιος κύκλος ζωής αποτελεί μια χρονική περίοδο από μόνος του. Ο μήνας είναι ένα μικρότερος δακτύλιος, για να καταλήξουμε στην ημέρα. Τον ελάχιστο δυνατό κύκλο ζωής, με διάρκεια από την ανατολή ως τη δύση του ηλίου.
Μία ημέρα, οποιαδήποτε μέρα, είναι ιδιαίτερη. Συνδέεται με τις υπόλοιπες και εξελίσσεται τελικά στο να είναι η ζωή μας. Ο Σενέκας παραφράζει τον Ηράκλειτο («φύσιν ἡμέρης ἁπάσης μίαν οὖσαν» DK22 B106): Μια ημέρα ισούται με όλες (‘Unus,’ inquit, ‘dies par omni est.’ 12.7). Τι να εννοούσε άραγε ο Σκοτεινός φιλόσοφος; Ότι είναι όλες οι ημέρες ίδιες σε ώρες; Αυτό είναι αυτονόητο. Ο Σενέκας επιλέγει μια δεύτερη ερμηνεία: Τα μεγαλύτερα διαστήματα δεν είναι τίποτε άλλο από το άθροισμα των ημερών μας. Όλες οι ημέρες συνεισφέρουν εξίσου στον κύκλο της ζωής. Η κάθε μέρα ολοκληρώνει και εκπληρώνει τη ζωή (consummet atque expleat vitam).
Memento mori. Θυμήσου ότι θα πεθάνεις. Η Στωική πρακτική της συνείδησης του θανάτου επανέρχεται με το παράδειγμα του Πακουβίου, ο οποίος αν και κατείχε όλη τη Συρία δεν έπαυε να υπενθυμίζει κάθε μέρα στον εαυτό του ότι ο θάνατος είναι κοντά, επαναλαμβάνοντας την τελετή μιας «κηδείας», της δικής του. Στο τέλος της τακτικής τελετουργίας ο κόσμος επευφημούσε: «βεβίωται, βεβίωται!» (έχει ζήσει, έχει ζήσει). Ο θάνατος είτε είναι κάποιος νέος είτε γηραιότερος παραμένει η υπενθύμιση της ζωής. Κάθε νέα ημέρα θα έπρεπε να εορτάζεται. Η ζωή είναι γιορτή. Η ημέρα είναι γιορτή. «Όποιος λέει κάθε μέρα ‘έχω ζήσει’ σηκώνει το έπαθλο» («Quisquis dixit ‘vixi,’ cotidie ad lucrum surgit» 12.9).
Αλλά η επιστολή δεν τελειώνει χωρίς ένα «δώρο» στον Λουκίλιο, ένα παράθεμα που συνοψίζει τη σκέψη του. Αυτή τη φορά παραθέτει Επίκουρο γιατί, αν και αντίπαλος, παραδέχεται πως οι καλύτερες ιδέες είναι κοινό κτήμα: «Ό,τι είναι αλήθεια, είναι δική μου περιουσία («Quod verum est, meum est» 12.11). Η Επικούρεια προσφώνησις 9 είναι η δική του αλήθεια: Είναι κακό να ζεις στην ανάγκη, αλλά το να ζεις στην ανάγκη δεν είναι αναγκαίο («Malum est in necessitate vivere; sed in necessitate vivere necessitas nulla est» 12.10). Δεν ζούμε από ανάγκη. Η ζωή είναι επιλογή.
Η ζωή παύει μόνο όταν θεωρείται δεδομένη και δεν βιώνεται συνειδητά. Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να ζήσουμε τη μία και μοναδική ζωή μας, που δεν τελειώνει προτού έρθει ο θάνατος. Αυτός δίνει αξία στη ζωή, τα έτη και τους μήνες, τις μέρες μας, τις ανατολές και τις δύσεις. Ο κύκλος της ζωής περιλαμβάνει και τα γεράματα, μόνο εφόσον κάποιος έχει την τύχη να φτάσει σε μεγάλη ηλικία. Τα χρόνια από μόνα τους ωστόσο δεν σημαίνουν τίποτε. Πρέπει να ζούμε τη ζωή. Να τη γιορτάζουμε. Για να φωνάξουμε στο τέλος ευτυχισμένοι: «Έχω ζήσει».
Ίσις αποκαλυμμένη
Ο Πλούταρχος αναφέρει στο περί Ίσιδος και Οσίριδος, πως η Ίσις είναι το θηλυκό στοιχείο της φύσης, δεκτικό κάθε γένεσης, γι’ αυτό και ο Πλάτων την αποκαλεί τροφό και υποδοχή των πάντων, ενώ ο πολύς κόσμος την αποκαλεί «μυριώνυμη», επειδή δέχεται όλες τις μορφές και τις ιδέες, με την προτροπή τού λόγου, καθώς έχει σύμφυτο τον έρωτα τού πρώτου και κυριοτάτου όλων, που είναι το ίδιο το αγαθό, εκείνο που αυτή ποθεί κ’ επιδιώκει, ενώ αποφεύγει και απωθεί το μερίδιο τού κακού, ρέποντας πάντοτε προς το καλύτερο – αν και η ίδια είναι χώρος και ύλη γι’ αμφότερα – στο οποίο διαθέτει τον εαυτό της γιά να γεννήσει από αυτήν και να κατασπείρει σ’ αυτήν απορροές και ομοιότητες, με τις οποίες χαίρεται κ’ ευχαριστιέται να κυοφορεί και να γονιμοποιείται με τις γενέσεις, αφού η γένεση στην ύλη είναι εικόνα τής ουσίας και το γινόμενο είναι απομίμηση τού όντος.
Η Ίσις γεννά ως αισθητό κόσμο και ως εικόνα τού νοητού.. Ο Πλάτων λέει ότι τ’ όνομά της δηλώνει την ουσία, την οποία οι παλαιότεροι αποκαλούσαν «ισία». Έτσι ονόμαζαν και την νόηση και την φρόνηση, που είναι η φορά και η κίνηση τού νου, ο οποίος προχωρά και μεταφέρεται, ενώ συνέδεαν την κατανόηση και το καθ’ ολοκληρίαν αγαθό και την αρετή με όσα ρέουν ακάθεκτα και τρέχουν.
Ας δούμε τώρα πως αποσυμβολίζεται το άγαλμα της Ίσιδος που υπήρχε στην Αίγυπτο, στον ναό της Σάιδος. Πάνω της είναι τοποθετημένα όλα τα κύρια σύμβολα της Θηλυκής Αρχής. Πίσω από το κεφάλι της διακρίνεται ένας ουροβόρος όφις, σύμβολο της αέναης λειτουργίας των νόμων του Σύμπαντος, αλλά και του ίδιου του Σύμπαντος που τρέφεται από τον εαυτό του. Η ίδια η Ίσις στεφανώνεται από φύλλα ελιάς, κορώνα της Βασίλισσας της Φύσης. Πάνω από το κεφάλι της προβάλλουν τρία κέρατα της Αμάλθειας, που περιέχουν τα απεριόριστα αγαθά της Φύσης. Στο αριστερό αυτί έχει σαν σκουλαρίκι το σύμβολο της Σελήνης και στο δεξί του Ήλιου. Η θέση τους είναι ενδεικτική της πολικότητας, αριστερά το δεκτικό, παθητικό στοιχείο, δεξιά το ενεργητικό. Το δεξί της στήθος καλύπτεται από ένα τσαμπί σταφύλια και το αριστερό από ένα δεμάτι στάχυα, συμβολίζοντας έτσι την πηγή της τροφής κάθε πλάσματος. Η ζώνη στη μέση της έχει μια τετράγωνη χάλκινη πόρπη, ενδεικτική των Τεσσάρων Στοιχείων.
Το άγαλμα είναι τοποθετημένο σε ένα μαύρο τετράγωνο βράχο, συμβολίζοντας το στήριγμα της Φύσης στον υλικό κόσμο. Οι κεφαλές κριών στις γωνιές του κύβου είναι σύμβολα του ζώδιου του Κριού. Ο Κριός είναι το σημείο της έναρξης της μακραίωνης πάλης της συνείδησης μέσα στην ύλη. Τα φίδια που είναι αιχμαλωτισμένα κάτω από τα πόδια της είναι οι ανισόρροπες και μη εξαγνισμένες όψεις του ανθρώπου, τα Κλιφόθ. Στο δεξί της χέρι κρατάει ένα καράβι. Είναι ο φυσικός μας φορέας, με τον οποίο ταξιδεύουμε μέσα στους ταραγμένους ωκεανούς του Χρόνου. Η ζυγαριά είναι το μέρος όπου τοποθετούνται οι πράξεις και οι εμπειρίες που αποκομίζουμε, για να ζυγιστούν από το Θεό 'Aνουβι και να κριθούν από τον Όσιρι.
Στο αριστερό της χέρι κρατάει ένα σείστρο κι ένα κύμβαλο, το οποίο με την κρούση του παράγει το βασικό τόνο της Φύσης, τη νότα Φα. Το κύμβαλο είναι τετράγωνο, αντί του κανονικού τριγώνου, για να συμβολιστεί ότι όλα τα πλάσματα μετουσιώνονται και αναγεννιούνται σύμφωνα με την αρμονία των τεσσάρων στοιχείων.
Πιο κάτω κρέμεται ένα κουτί γεμάτο αναμμένα κάρβουνα και θυμιάματα. Η Ίσις μεταφέρει μαζί της την ιερή φωτιά, η οποία διατηρείται ζωντανή σε ένα ιδιαίτερο ναό από παρθένες εστιάδες. Αυτή η Φωτιά είναι η πρωταρχική, αιώνια φλόγα της Φύσης -αιθέρια και ζωοδότρα.
Οι δυο Στήλες ανάμεσα στις οποίες στέκει, δείχνουν το γεγονός ότι η Φύση πετυχαίνει την παραγωγικότητα μέσω της πολικότητας. Σαν προσωποποίηση η Ίσις στέκει ανάμεσα στα δυο αντίθετα, δείχνοντας ότι η κατανόηση βρίσκεται πάντα στο σημείο ισορροπίας, και ότι η αλήθεια συχνά σταυρώνεται μεταξύ των δύο στηλών.
«Θα ανακαλυφθεί ότι οι μύθοι εμπεριέχουν αλληγορικά τις μεγαλύτερες αλήθειες…τους «χαμένους κρίκους» της η επιστήμη θα πρέπει να τους αναζητήσει σε αυτούς τους γελοιοποιημένους θρύλους».
Η ΠΡΩΤΗ ΚΙΝΗΣΗ
ΕΚ ΤΟΥ ΣΚΟΠΟΥ
Η πρώτη κίνηση έγινε με ΣΚΟΠΟ την δημιουργία της Φύσεως και η Φύση έγινε μα σκοπό της εμφάνιση του πνεύματος . Η θεώρηση όμως της υπάρξεως σκοπού για την εκδήλωση αυτής της πρώτης κινήσεως προϋποθέτει βούληση και επομένως την ύπαρξη πνεύματος κάποιου απολύτου όντος (π.χ. του «Θεού» των βιβλικών θρησκειών). Στην περίπτωση όμως αυτήν η πρώτη κίνηση δεν είναι μια [αυθόρμητη] τάση προς μεταβολή αλλά αποτέλεσμα μιας ώθησης έξωθεν επιβαλλομένης από κάποιο (εξωκοσμικό) απόλυτο ον, όπως π.χ. το θεωρούν οι οπαδοί των βιβλικών θρησκειών.
Εκ των ανωτέρω προκύπτει το εξής ερώτημα: το απόλυτο αυτό ον που βρισκότανε για να επιβάλλει την πρώτη κίνηση στην ενεργό ουσία πριν εκπορευτεί ο χώρος και ο χρόνος από την ενεργό ουσία, αφού ούτε χώρος ούτε χρόνος υπήρχε έξωθεν της ενεργού ουσίας;
Αν πάλι το ον αυτό ήταν εκτός χρόνου και χώρου (άποψη που είναι ακατανόητη στα όντα της Φύσεως) τότε η ουσία του θα ήταν διαφορετική από την ουσία της εκπορευθείσης από την επέμβασή του Φύσεως ώστε να μπορεί να υπάρχει εκτός χώρου και χρόνου γιατί η ουσία της Φύσεως εκδηλώνεται μόνον σε χώρο και χρόνο. Συνεπώς μετά την εκπόρευση της φύσεως το ον αυτό θα παραμένει εκτός της Φύσεως δηλαδή ήταν και παραμένει εξωκοσμικό και θα πρέπει να είναι αδύνατος ο εντοπισμός του από τα όντα της Φύσεως που είναι συγκροτημένα από τις ουσίες της Φύσεως. Αλλά και πάλι γεννάται το ερώτημα: ποίος δημιούργησε την κοσμογονική (ή ενεργό) ουσία; Και αν την Ουσία αυτήν την δημιούργησε το απόλυτο Ον τότε το απόλυτο ον ποίος το δημιούργησε;
ΕΚ ΤΗΣ ΤΑΣΗΣ ΠΡΟΣ ΜΕΤΑΒΟΛΗ
Η πρώτη κίνηση οφείλεται στην ΤΑΣΗ ΠΡΟΣ ΜΕΤΑΒΟΛΗ της ενεργού ουσίας και έγινε αυθόρμητα χωρίς καμία έξωθεν επέμβαση και το αίτιο ήταν ενδογενές. Η εκπόρευση της Φύσεως με την μορφή με την οποία το γνωρίζουμε σήμερα, είναι μια από τις πολλές πιθανότητες που είχε να εξελιχθεί η ενεργός ουσία. Για να γίνει όμως κατανοητό πως η τάση προς μεταβολή έγινε κίνηση και πως η κίνηση προκάλεσε την εκπόρευση του Σύμπαντος πρέπει να εξετάσουμε βαθύτερα την έννοια της κινήσεως.
Η κίνηση (σύμφωνα με την μυσταγωγική φιλοσοφία) είναι μια γενική ιδιότητα της Ουσίας και εκδηλώνεται αυθόρμητα ως μία τάση προς μεταβολή της Ουσίας. Η ύπαρξη όμως μιας τάσεως προς μεταβολή δεν αρκεί για να εξηγήσει την αρχή της πρώτης κινήσεως αν θεωρήσουμε ότι η Ενεργός ουσία βρισκότανε σε απόλυτη ηρεμία. Συνεπώς πρέπει να δεχθούμε επιπροσθέτως ότι δεν υπήρχε απόλυτη ηρεμία και η τάση προς μεταβολή ήταν μια απείρως μικρή κίνηση η οποία κάποια στιγμή προκάλεσε τον διχασμό και αντιθετισμό της Ουσία με αποτέλεσμα να εκδηλωθεί η Φύση. Αυτό σημαίνει ότι η Ενεργός Ουσία δεν βρισκότανε σε «απόλυτη» ηρεμία και συνεπώς δεν υπήρχε ανάγκη μιας «πρώτης» κινήσεως της Ουσίας ώστε να εκπορευτεί η Φύση εξ αυτής.
Μετά τον διχασμό και αντιθετισμό της Ενεργού Ουσίας η τάση προς μεταβολή εκδηλώνεται ως ΜΕΤΑΤΟΠΙΣΗ «ΕΝ ΧΩΡΩ» η οποία είχε ως αποτέλεσμα την γέννηση του Χώρου και του Χρόνου και την «εν χώρω και χρόνω» ανάπτυξη και εξέλιξη της Φύσεως.
Στην εκδηλωμένη Φύση, η τάση προς μεταβολή εκδηλώνεται ως ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΏΘΗΣΗ ΠΡΟΣ ΑΥΞΗΣΗ ΤΩΝ ΔΥΝΑΜΙΚΟΤΗΤΩΝ ΤΩΝ ΟΥΣΙΩΝ ΤΗΣ και εκδηλώνεται ως ΝΟΜΟΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟΤΗΤΑΣ. Ο Νόμος της Παραγωγικότητας ωθεί τις ουσίες της Φύσεως σε ατελεύτητη εκδήλωση των Νόμων τους οποίους έχουν σε ανεκδήλωτη κατάσταση με αποτέλεσμα την ατελεύτητη αύξηση των δυναμικοτήτων τους στον άπειρο χρόνο και μάλιστα με επιταχυνόμενο ρυθμό.
Εκ των ανωτέρω προκύπτει το εξής ερώτημα: την ενεργό ουσία, εξοπλισμένη μάλιστα με την ιδιότητα της τάσεως προς μεταβολή, ποίος την δημιούργησε; Μήπως υπάρχει κάποιο απόλυτο ον εκτός χώρου και χρόνου (άποψη ακατανόητη όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω) το οποίο δημιούργησε την κοσμογονική ουσία και κατόπιν τα πάντα οδεύουν σύμφωνα με τις ιδιότητες που έδωσε στην Ενεργός Ουσία; Αλλά τότε το απόλυτο αυτό ον ποίος το δημιούργησε;
Η ΑΔΗΜΙΟΥΡΓΗΤΗ ΑΡΧΗ
Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι πρέπει να δεχθούμε την ύπαρξη μιας ΑΔΗΜΙΟΥΡΓΗΤΗΣ ΑΡΧΗΣ των πάντων στην οποία να βασίζεται η εκπόρευση της Φύσεως είτε αυτή η αρχή λέγεται απόλυτο ον είτε κοσμογονική ουσία, είτε κάτι άλλο. Η αποδοχή μιας αδημιούργητης αρχής μπορεί μεν να δίνει τέλος στην γνωστή ερώτηση «το αυγό έκανε την κότα ή η κότα το αυγό» πλην όμως δεν θα παύει να αποτελεί αυθαιρεσία η οποία θα ορίζεται ανάλογα με τα θρησκευτικά ή πολιτικά πιστεύω αυτού που την ορίζει. Πέραν αυτού θα πρέπει ο ορισμός της αδημιούργητης αρχής να είναι άποψη λογικοφανής και όχι αυθαίρετος (όπως συμβαίνει με τα θρησκευτικά δόγματα) ώστε να μπορεί να γίνει αποδεκτή από την επιστημονική κοινότητα.
ΠΕΡΙ ΑΡΕΤΗΣ
Υπεροχή τελειότης, ευγένεια εκ καταγωγής, προτέρημα, πλεονέκτημα, αξιότης ή υπεροχή κάποιου στο είδος του. Το κατεξοχήν ζητούμενο της Φιλοσοφίας στο επίπεδο του ανθρωπινού βίου.
Συνειδητή και ελευθέρα «έργωι» Σοφία, που επιμερίζεται σε επιμέρους τέτοιες, δηλαδή Δικαιοσύνη, Γενναιότητα, Μεγαλοψυχία κ.λ.π.
Αντίθετα από τα συναισθήματα (φθόνο, αγάπη κ.λ.π.), η Αρετή προϋποθέτει ενεργητικό υποκείμενο.
Ο δίκαιος, γενναίος, μεγαλόψυχος κ.λ.π., ενεργούν και μάλιστα συμφώνως προς σαφείς και θείες αρχές, σε πλήρη αντίθεση προς τον φθονούντα, αγαπώντα κ.λ.π. που κυριεύεται ή διακατέχεται από συναισθήματα.
Αρχικώς, κατά τους Όμηρο, Καλλίνο, Τυρταίο και Θέογνι η Αρετή ταυτίζεται απλώς με την πολεμική ανδρεία, τη ρώμη, το «κύδος¨» οι δε Σιμωνίδης και Πίνδαρος εξακολουθούν αργότερα να αποδίδουν αυτή στους ηρωϊκούς νεκρούς των μαχών. Υπό του Ησιόδου, η Αρετή διαφοροποιείται της προγενεστέρας αντιλήψεως, ως ικανότης αγαπητών στους Θεούς θνητών. Την έννοια που έλαβε αργότερα εντός της φιλοσοφικής σκέψεως ο όρος «Αρετή», διαμορφώνει κυρίως ο Ξενοφάνης, ορίζοντάς την ως αγαθή σοφία σπουδαιοτέρα και ανωτέρα της ανδρείας και ρώμης.
Κατά τον Ηράκλειτο, η Σωφροσύνη αποτελεί την μεγίστη των ανθρωπίνων Αρετών, η δε Σοφία συνίσταται απλώς στο να ομιλούμε την Αλήθεια και να ενεργούμε κατά τις επιταγές της Φύσεως (αποσπ. 112).
Υπό των Πυθαγορείων και Νεοπυθαγορείων η Αρετή ορίζεται ως αρμονία της ψυχής, όπως άλλωστε ως εν γένει Αρμονία ορίζονται και η υγεία, η αγαθότης και το Θείον. «ΤΗΝ ΑΡΕΤΗΝ ΑΡΜΟΝΙΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΤΗΝ ΥΓΕΙΑΝ ΚΑΙ ΤΟ ΑΓΑΘΟΝ ΑΠΑΝ ΚΑΙ ΤΟΝ ΘΕΟΝ» (Διογένης Λαέρτιος, 8, 33) και αυτή την πυθαγόρειο θέση περί ψυχής χρησιμοποιεί ο Σωκράτης στον «Φαίδωνα» του Πλάτωνος (93 d, κ.ε.).
Κατά τον Σωκράτη, η «συνειδητή και ελευθέρα» Αρετή αποτελεί μία ολότητα με επιμέρους κλάδους που αφορούν σε ενέργειες οι οποίες απαιτούν Γνώση ή Φρόνηση (δηλ. πρακτική σοφία). Εξ αιτίας του τελευταίου δεδομένου, η Αρετή, η οποία εν τέλει ταυτίζεται με την πρακτική σοφία, μπορεί να διδαχθεί, να μεταδοθεί δηλαδή δια της φιλοσοφικής ανθρωπίνης σκέψεως και της πλήρους κατανοήσεως των όρων Ευσέβεια, Δικαιοσύνη, Ανδρεία και Εγκράτεια, που ορίζουν τις επιμέρους Αρετές. Ο ενάρετος έχει άριστη γνώση του Αγαθού, δηλαδή του Ωφελίμου, καθώς και των όρων της Ευδαιμονίας του. Μία λ.χ. δικαία ή ανδρεία πράξη δεν προέρχεται παρά μόνον από μία ορθώς προπαρασκευασθείσα για αυτή νοημοσύνη. Ο Σωκράτης περιγράφει την Αρετή ως «ορθή τροφή» δηλαδή πνευματική τελειότητα και καλλιέργεια και εισάγει τον όρο «Αρετή του πράγματος», για να περιγράψει την πολύμορφο Αρετή που επιδεικνύει ο επιζητών την τελειότητα άνθρωπος στα πράγματα με τα οποία καταπιάνεται από φυσική κλίση ή ιδιοφυϊα, ενισχύει δε αυτή με το «νού» και τη «δίκη» (τη Φρόνηση και την Δικαιοσύνη). Η Αρετή τέλος, ορίζεται υπό του ιδίου και του Πλάτωνος ως σκοπός της Παιδείας.
Κατά τον πρώϊμο Ηδονιστή Πολύαρχο τον Ηδυπαθή, οι Αρετές δεν είναι παρά επινόημα («ΠΟΛΥ ΤΗΣ ΦΥΣΕΩΣ ΑΦΕΣΤΗΚΟΣ») των νομοθετών στην προσπάθειά τους να καταστήσουν δυνατό τον κοινωνικό βίο διά της χαλιναγωγήσεως και συγκρατήσεως της ανθρώπινης πλεονεξίας («ΟΙ ΔΕ ΝΟΜΟΘΕΤΑΙ ΟΜΑΛΙΖΕΙΝ ΒΟΥΛΗΘΕΝΤΕΣ ΤΟ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΓΕΝΟΣ. ΠΕΠΟΙΗΚΑΣΙ ΤΟ ΤΩΝ ΑΡΕΤΩΝ ΕΙΔΟΣ», Αθήναιος ΧΙΙ 546 a - b). Στην προς αυτόν απάντηση του Πυθαγορείου Αρχύτα, η οποία ωστόσο δεν διεσώθη, αλλά κατά τον Diels απετέλεσε τη βάση για τον «Κάτωνα» του Κικέρωνος, τονίζεται ότι η ακόρεστος επιθυμία ωθεί ασυγκρατήτως και αλογίστως τον άνθρωπο προς απόκτηση ηδονής, αποτελούσα την κυρία αιτία των προδοσιών, των συνωμοσιών και του κάθε είδους εγκλήματος.
Για τον Κυνικό Αντισθένη και τους μαθητές του, η Φιλοσοφία είναι καθαρά κοσμική σοφία (χαρακτηριστική είναι η ρήση του «τότε οι πόλεις χάνονται, όταν δεν μπορούν να ξεχωρίσουν τους κακούς από τους καλούς»), ενώ η Αρετή, αν και είναι ο σκοπός του βίου, είναι κάτι το απολύτως πρακτικό που δεν χρειάζεται ούτε πολλά λόγια, ούτε επίπονη εκπαίδευση (Διογένης Λαέρτιος 6, 2). Η Αρετή, που είναι κάτι το υπαρκτό, μπορεί να διδαχθεί με πολύ απλό τρόπο στον άνθρωπο, αφού η αρχή για τη μάθηση είναι η προσεκτική σπουδή των λέξεων («ΑΡΧΗ ΠΑΙΔΕΥΣΕΩΣ Η ΤΩΝ ΟΝΟΜΑΤΩΝ ΕΠΙΣΚΕΨΙΣ»). Για τους Κυνικούς, η ανθρώπινη Αρετή είναι η αυτάρκεια, η απουσία αναγκών και επιθυμίας, είναι δε επαρκής αφ' εαυτής για την ανθρώπινη Ευδαιμονία και συνίσταται στην ανεξαρτησία και απαλλαγή από όλες τις γήϊνες αποκτήσεις και δεσμεύσεις. Η Αρετή των Κυνικών, η οποία ανακηρύσσεται συν τοις άλλοις και η μόνη δυνατή υπηρεσία προς τους Θεούς, είναι συνδεδεμένη με τη Λογικότητα, η οποία της δίνει την ικανότητα να ενισχυθεί αφ' εαυτής, θεωρείται δε μία δια βίου κατάκτηση που δεν είναι δυνατόν ν' απωλεσθεί άπαξ και αποκτηθεί (ο Σοφός εξαιρείται από κάθε περίπτωση σφάλματος). Ο Σοφός κρατεί εαυτόν αδιάφορο ή και εχθρικό προς τυχόν θεσμούς και νόμους που δεν αναγνωρίζουν την πραγματική Αρετή. Για τους Κυνικούς συνεπώς, η Αρετή μπορεί να διδαχθεί, και από τη στιγμή που θα κατακτηθεί είναι παντελώς αδύνατον να απωλεσθεί.
Ο κάτοχός της, ο Κυνικός σοφός, είναι απολύτως ελεύθερος και αυτάρκης, αφού, με το να είναι τέτοιος, κατέχει όλον τον πλούτο που μπορεί να αφορά την ανθρώπινη φύση.
Κατά τον Αριστοτέλη, η Αρετή στον ανθρώπινο βίο διακρίνεται σε δύο είδη, τη διανοητική και την ηθική.
Οι διάφορες διανοητικές αρετές μπορούν να διδαχθούν και να υιοθετηθούν από τα πρόσωπα, οι δε ηθικές αποκτώνται μέσα από το καθημερινό έθος και την συνήθεια. Με την εξάσκηση της Αρετής, η οποία σαφώς ορίζεται και βασίζεται σε συνειδητή, υπεύθυνο και ελευθέρα πράξη, ο άνθρωπος καθίσταται «καθ' εαυτόν καλός».
Οι Στωϊκοί διαιρούν τριμερώς την Αρετή, μιμούμενοι την ανάλογο διαίρεση αυτής της ιδίας της Φιλοσοφίας, από τα τέλη του 4ου π.α.χ.χ. αιώνος και εντεύθεν. Η Λογική Αρετή συνίσταται στην ορθή χρησιμοποίηση του θείου δώρου της Λογικότητος, η Φυσική σε οικειότητα προς την Φύση και σε αρμονικό βίο εντός της, η δε Ηθική σε έμπρακτο εφαρμογή των φιλοσοφικών θέσεων στις διαπροσωπικές σχέσεις, δίχως την ελάχιστη διάσταση ανάμεσα στον θεωρητικό βίο και τις ανάγκες της καθημερινής ζωής. Η Αρετή για τους Στωϊκούς πρέπει να είναι το απόλυτο «προς απόκτησιν», η Κακία το απόλυτο «προς αποφυγήν». Σε προέκταση της επισημάνσεως του Αρκεσιλάου αναφορικώς με την Γνώση και την Άγνοια, όλα τα υπόλοιπα ανάμεσα στην Αρετή και την Κακία κατατάσσονται στα λεγόμενα «Αδιάφορα». Ο Στοβαίος μας παραδίδει ότι κατά του Στωϊκούς η Αρετή χωρίζεται σε «πρώτες» και «υποτεταγμένες» (δευτερεύουσες) επιμέρους Αρετές.
Οι κατεξοχήν, ή «πρώτες», Αρετές είναι η Σύνεσις, η Δικαιοσύνη, η Γενναιότης και η Εγκράτεια, ή, κατά μία άλλη εκδοχή, η Λογικότητα ή Φρόνησις (περί τα καθήκοντα), η Σωφροσύνη (περί τις ορμές), η Δικαιοσύνη (περί τις απονεμήσεις) και η Ανδρεία (περί τις υπομονές). Οι «υποτεταγμένες» Αρετές είναι αντιστοίχως οι Ευβουλία, Ευλογιστία, Αγχίνοια, Ευστοχία, Νουνέχεια και Ευμηχανία (υπό την Λογικότητα ή Φρόνηση), οι Ευταξία, Κοσμιότης, Αιδημοσύνη και Εγκράτεια (υπό την Σωφροσύνη), οι Ευσέβεια, Χρηστότης, Ευκοινωνησία και Ευσυναλλαξία (υπό την Δικαιοσύνη), οι Καρτερία, Θαρραλεότης, Μεγαλοψυχία, Ευψυχία και Φιλοπονία (υπό την Ανδρεία). Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι το Κακόν υπάρχει μόνον «κατά παρακολούθησιν της Αρετής ή του Αγαθού» και δεν είναι δυνατόν να λείψει από τον Κόσμο, καθώς η Αρμονία και η Τελειότης έχουν πάντοτε ως προϋπόθεσή τους την ύπαρξη των αντιθέτων (της «εναντιότητος»).
Όπως παρατηρεί ο Επίκτητος, οι Θεοί διέταξαν να υπάρχουν, ανάμεσα σε άλλα αντίθετα, η Αρετή και η Κακία «για την αρμονία του συνόλου» Το ηθικό Κακόν δεν αποτελεί συνεπώς πραγματικό Κακόν διότι χρησιμεύει στην αρμονία του συνόλου και εκπληροί έναν σαφή σκοπό. Το λεγόμενο «Κακόν» δεν είναι παρά η χυδαιοτέρα και κατωτάτη μορφή του «Αγαθού» και, αντιστοίχως, ο φαύλος άνθρωπος στέκει απλώς, αυτοτιμωρούμενος κατ' ουσίαν, στην κατώτατη βαθμίδα του ανθρωπίνου είδους, προδότης της φύσεώς του και αυτοϋποβιβασθείς σε άλογο ζώον. Ο ενάρετος άνθρωπος δεν απειλείται εκ της υπάρξεως του φαύλου, όπως και δεν απειλείται από την πέριξ αυτού ύπαρξη των φυτών και των αλόγων ζώων. Δεν υπάρχει δε ΠΟΤΕ «ευδαιμονία» των φαύλων, αφού η όποια νομιζομένη σαν τέτοια, δεν είναι παρά φάντασμα βασιζόμενο σε εξωτερικά αγαθά και άλλα πράγματα που για τον ενάρετο είναι απλώς «αδιάφορα προηγμένα».
Κατά τον Επίκουρο, και σε αντίθεση προς τους Στωϊκούς, οι Αρετές δεν έχουν απόλυτο αξία, αλλά οφείλουν να συνδέονται με την Ηδονή: κανείς που ζεί με Φρόνηση, Τιμή και Δικαιοσύνη δεν μπορεί να μη ζεί επίσης και με μόνιμο ευχαρίστηση. Οι Αρετές δεν είναι ο σκοπός του βίου, αλλά τα μέσα ή οι πηγές της Ηδονής.
Ο Επίκουρος τις αποδέχεται ως αναγκαίες για το δικό του εγωκεντρικώς προσανατολισμένο «ζήν ηδέως» και την Ευδαιμονία, σημειώνοντας μάλιστα χαρακτηριστικά ότι συνδέονται αυτές «εκ φύσεως» με την ευχάριστη ζωή, η δε τελευταία δεν είναι δυνατόν να χωρισθεί από αυτές («Προς Μενοικέα» 132).
Κατά τους πρώτους Νεοπλατωνικούς (Πλωτίνος), οι αρετές αποτελούν απλώς προστάδιο για την Έκσταση. Στόχος των ηθικών προσπαθειών δεν είναι να γίνει κανείς τέλειος άνθρωπος, αλλά να επιτύχει τη μυστικιστική ένωση με τον Θεό (κατά τον Πλωτίνο, «Η ΣΠΟΥΔΗ ΟΥΚ ΕΞΩ ΑΜΑΡΤΙΑΣ ΕΙΝΑΙ, ΑΛΛΑ ΘΕΟΝ ΕΙΝΑΙ»).
Ο ίδιος φιλόσοφος διακρίνει τις αρετές σε «πολιτικές» (που διακρίνουν τον δίκαιο άνθρωπο) και «καθαρτικές» (που κάνουν να επιλάμψει στον θνητό η ομοιότης του προς τον Θεό), καθοριστικές θεωρούνται δε μόνον οι δεύτερες, αφού σκοπός του βίου ορίζεται ο αγών για ομοίωση με τον Θεό. Από τους μετέπειτα Νεοπλατωνικούς (από Πορφύριο έως Μαρίνο) προστίθεται και η «θεουργική» ή «ιερατική» ομάδα των λεγομένων «ενοποιητικών αρετών», που κατά τον Πρόκλο είναι οι μόνες που μπορούν να φέρουν τον άνθρωπο σε ένωση με τον Θεό. Ενώ με τις «καθαρτικές» αρετές του Πλωτίνου ο θνητός καθαρίζεται δια της διανοήσεως και γίνεται όμοιος με τον Θεό, με την «θεουργική» αρετή καθαρίζεται δια των τελετουργιών. Κατά το Νεοπλατωνικό Θεόδωρο τον Ασιναίο, είναι κοινή για άνδρες και γυναίκες η οδός προς την Αρετή.





