Κυριακή 29 Μαρτίου 2026

Αρχαίοι Έλληνες Φιλόσοφοι

7.4. Γιατί ο Πλάτων γράφει διάλογους;


Η φιλοσοφική μύηση του Πλάτωνα πραγματοποιήθηκε μέσα στον κύκλο του Σωκράτη. Ο Πλάτων ήταν ένας από τους λίγους σωκρατικούς, που όχι μόνο άλλαξαν στάση ζωής επηρεασμένοι από την έντονη προσωπικότητα του δασκάλου τους, αλλά και προσπάθησαν να αξιοποιήσουν τα φιλοσοφικά του διδάγματα. Στην πλατωνική φιλοσοφία ενσωματώνονται στοιχεία από πολλές προγενέστερες πηγές - λ.χ. από τη φιλοσοφία του Παρμενίδη ή των Πυθαγορείων. Καμία όμως επίδραση δεν μπορεί να συγκριθεί με τη σωκρατική.

Είναι πολύ πιθανό ότι ο Πλάτων γράφει τα πρώτα του έργα αμέσως μετά τον θάνατο του Σωκράτη. Οι πρώτοι πλατωνικοί διάλογοι αναφέρονται στις τελευταίες μέρες του δασκάλου του, και ο στόχος τους είναι σαφώς απολογητικός: επιζητούν να δικαιώσουν τον Σωκράτη, δείχνοντας πόσο άδικη ήταν η καταδίκη του. Η Απολογία Σωκράτους, ο Κρίτων, ο Ευθύφρωνείναι δείγματα τέτοιων έργων. Θα ακολουθήσει μια ομάδα διαλόγων στους οποίους προβάλλεται η ουσιαστική διαφορά του Σωκράτη από τους σοφιστές και η ευεργετική επίδρασή του στους νέους της αθηναϊκής αριστοκρατίας. Οι διάλογοι αυτοί είναι σαφώς πιο τεχνικοί και το φιλοσοφικό τους περιεχόμενο βαθύτερο - ο Χαρμίδης, ο Πρωταγόραςκαι ο Γοργίας είναι φιλοσοφικά αριστουργήματα. Ο Πλάτων είναι μάλλον ο πρώτος που συνέλαβε την ιδέα ότι η μορφή του διαλόγου είναι η πιο πρόσφορη επιλογή για να παρουσιαστεί στο κοινό ο Σωκράτης με τη μεγαλύτερη ζωντάνια και ρεαλιστικότητα. Την ίδια εποχή και άλλοι μαθητές του Σωκράτη καταφεύγουν στην ίδια λύση. Έτσι δημιουργείται ένα νέο λογοτεχνικό είδος, ο φιλοσοφικός διάλογος, που γνωρίζει μεγάλη άνθιση κατά τον 4ο αιώνα π.Χ.

Ο Πλάτων έγραψε γύρω στους τριάντα διάλογους, και όλοι έχουν διασωθεί σε άριστη κατάσταση - γεγονός μοναδικό στην ιστορία της αρχαίας φιλοσοφίας. Οι ειδικοί ξεχωρίζουν τους διάλογους της ωριμότητας του Πλάτωνα από τους πρώιμους σωκρατικούς διάλογους, θεωρώντας ότι βαθμιαία ο Πλάτων αποδεσμεύθηκε από την επιρροή του Σωκράτη, οπότε από ένα σημείο και μετά εκφράζει στους διάλογους τις δικές του φιλοσοφικές θέσεις. Τοποθετούν μάλιστα συνήθως την τομή το 387 π.Χ., όταν ο Πλάτων επιστρέφει από τη Σικελία και ιδρύει την Ακαδημία. Στην περίοδο της ωριμότητας εντάσσουν τέσσερις σημαντικούς διάλογους, όπου ο Πλάτων εκθέτει τη θεωρία των Ιδεών: τον Φαίδωνα, το Συμπόσιο, την Πολιτεία και τον Φαίδρο. Ακολουθεί η γεροντική φάση της πλατωνικής φιλοσοφίας, που προετοιμάζεται από διαλόγους όπως ο Θεαίτητος και ο Παρμενίδης, και εκτίθεται στον Σοφιστή, τον Πολιτικό, τον Τίμαιο, τον Φίληβο και τους Νόμους. Η κατάταξη αυτή, παρά τον φορμαλιστικό της χαρακτήρα, δεν είναι παράλογη. Αφήνει ωστόσο ανοικτό ένα ερώτημα. Γιατί ο Πλάτων εξακολουθεί σε όλη του τη ζωή να γράφει διαλόγους, ακόμη και όταν έχει απομακρυνθεί από τη σωκρατική κληρονομιά και έχει αναπτύξει τη δική του αυτόνομη προσέγγιση; Είναι προφανές ότι ο διαλογικός τρόπος γραφής αποτελεί συνειδητή επιλογή του Πλάτωνα και συνδέεται με τη φύση της ίδιας της φιλοσοφίας του.

Σε πρώτη προσέγγιση ένας πλατωνικός διάλογος θυμίζει στον σύγχρονο αναγνώστη θεατρικό έργο. Φέρνει μπροστά μας, σε έναν προσεκτικά στημένο σκηνικό διάκοσμο, ιστορικά πρόσωπα του 5ου αιώνα π.Χ. που συζητούν με πάθος σημαντικά προβλήματα της ζωής τους, χρησιμοποιώντας μια γλώσσα τρέχουσα και κατανοητή. Οι συζητήσεις άλλοτε καταλήγουν σε απορία, και άλλοτε ο πρωταγωνιστής (κατά κανόνα, ο Σωκράτης) επιβάλλει την άποψή του. Όλοι οι διάλογοι είναι γραμμένοι με τέτοιο τρόπο ώστε να διαβάζονται ως αυτοδύναμα έργα· δεν προϋποθέτουν ειδικές γνώσεις ούτε παραπέμπουν σε άλλα κείμενα του ίδιου ή άλλου συγγραφέα.

θα ήταν ωστόσο λάθος να θεωρήσουμε ότι πρόθεση του Πλάτωνα είναι να μας μεταφέρει σκηνές από την πραγματική ζωή του Σωκράτη και των Αθηναίων του 5ου αιώνα. Τα πρόσωπα των πλατωνικών διαλόγων λειτουργούν αποκλειστικά ως φορείς επιχειρημάτων. Η συζήτηση που παρακολουθούμε είναι μια συνεχής εναλλαγή ερωτήσεων και απαντήσεων. Ένα βασικό ερώτημα τίθεται και ακολουθεί μια πρώτη απόπειρα απάντησης· η απάντηση υπονομεύεται μέσα από εύστοχη σειρά ερωτημάτων, και ακολουθεί μια άλλη απάντηση. Για να προωθηθεί αυτού του είδους η συζήτηση, είναι χαρακτηριστικό ότι στο προσκήνιο των διαλόγων εμφανίζονται πάντοτε μόνο δύο πρόσωπα. Όταν υπάρχουν περισσότερα, αυτά είτε παραμένουν από την αρχή ως το τέλος βουβά είτε περιμένουν τη σειρά τους για να πάρουν τη σκυτάλη του λόγου από τον προηγούμενο συνομιλητή. Όσο για τη συζήτηση, αυτή δεν είναι ποτέ ισότιμη, με την υπεροχή να γέρνει άλλοτε προς τη μεριά του ενός συνομιλητή και άλλοτε προς του άλλου. Γίνεται εξαρχής σαφές ότι ένα μόνο πρόσωπο είναι ο γνώστης, ο δάσκαλος, αυτός που αναλαμβάνει τον ρόλο του ελέγχοντος. Οι άλλοι είναι είτε αδαείς, είτε δοκησίσοφοι, είτε μαθητές, είτε καλοί και βοηθητικοί συνομιλητές. Και στο τέλος υπάρχει πάντοτε νικητής και ηττημένος. Ένας τέτοιος διάλογος θυμίζει όμως περισσότερο μάθημα σε φιλοσοφικό σεμινάριο παρά τυχαία συνάντηση στην αθηναϊκή αγορά - ακόμη κι αν παραδεχτούμε ότι εξαιτίας του πολιτικού τους συστήματος και του λαϊκού χαρακτήρα των δικαστηρίων οι Αθηναίοι ήταν σίγουρα πιο εξοικειωμένοι από εμάς στην προφορική ανταλλαγή επιχειρημάτων.

Στις αρχές του 4ου αιώνα δεν υπήρχε καθιερωμένος τρόπος γραφής της φιλοσοφίας. Ο Πλάτων επιλέγει να γράψει διάλογους, ενώ θα μπορούσε να γράψει πεζές πραγματείες, όπως ο Αναξαγόρας, ο Δημόκριτος και οι σοφιστές, ποίηση, όπως ο Παρμενίδης και ο Εμπεδοκλής, ή και να μη γράψει τίποτα, όπως ο Πυθαγόρας και ο Σωκράτης. Η επιλογή αυτή εναρμονίζεται με την πεποίθησή του ότι η φιλοσοφία είναι κατά κύριο λόγο «μάθημα», ζωντανή δηλαδή ανταλλαγή επιχειρημάτων για ζητήματα ζωτικής σημασίας ανάμεσα σε δάσκαλο και μαθητή. Ο διάλογος είναι το γραπτό κείμενο που, επειδή είναι πιο κοντά στην προφορική ανταλλαγή, αίρει ως έναν βαθμό τα μειονεκτήματα του γραπτού λόγου.

Το τίμημα ωστόσο αυτής της επιλογής είναι σημαντικό: ο συγγραφέας των πλατωνικών διαλόγων κρατά μια απόσταση από τα γραπτά του, καλυπτόμενος από ανωνυμία. Δεν είναι εύκολο να εκθέσεις σε ένα διαλογικό πλαίσιο, από όπου ο ίδιος απουσιάζεις, μια σταθερή και απόλυτη φιλοσοφική θέση. Αν ο διάλογος είναι πειστικός, πρέπει να είναι ανοιχτός. Ο πρωταγωνιστής του διαλόγου είναι ο κυρίαρχος της συζήτησης, δεν διστάζει όμως να προβάλλει τις αμφιβολίες ή τα διλήμματά του, να υποστηρίζει κάποιες φορές αδύναμα επιχειρήματα, να πέφτει ακόμη και σε αντιφάσεις. Ένα από τα διδάγματα της πλατωνικής διαλεκτικής είναι ότι όλες οι θέσεις είναι ευάλωτες στον έλεγχο. Με τους διάλογους του ο Πλάτων δείχνει να πιστεύει ότι η πραγματική φιλοσοφία δεν μπορεί ποτέ να πάρει τη μορφή συστηματικού δόγματος, άκαμπτου δηλαδή και οριστικού συστήματος. Εκείνο που προέχει είναι ο σωστός τρόπος να τίθενται τα σημαντικά προβλήματα και να ελέγχονται οι προτεινόμενες λύσεις.

Νεκρικοί διάλογοι (Λουκιανός): Φίλιππος και Αλέξανδρος

Στους Νεκρικούς διαλόγους ο Λουκιανός παρουσιάζει τριάντα διαλογικά στιγμιότυπα, στα οποία συμμετέχουν γνωστές προσωπικότητες που έχουν πεθάνει και βρίσκονται πια στον Άδη. Οι προσωπικότητες αυτές είναι ομηρικοί ήρωες, ο Μ. Αλέξανδρος, γνωστοί κόλακες και κυνηγοί κληρονομιών, και ο κυνικός φιλόσοφος Μένιππος. Σε όλα τα θέματα που συζητούν υπόκειται η ιδέα ότι η ευτυχία σ᾽ αυτόν τον κόσμο είναι πρόσκαιρη, ενώ στον Κάτω κόσμο οι νεκροί είναι όλοι ίσοι. 

Φίλιππος: Τώρα, Αλέξανδρε, δεν μπορείς πια ν' αρνείσαι ότι είσαι γιος μου, διότι αν ήσουν του Άμμωνα, δεν θα πέθαινες.

Αλέξανδρος: Το ήξερα, πατέρα, ότι ήμουν γιος του Φιλίππου του Αμύντου, αλλά παραδέχθηκα το μάντεμα επειδή θεώρησα θα μου φανεί χρήσιμο και θα με εξυπηρετούσε...

Φίλιππος: Μα τι λες; Σου φαίνονταν χρήσιμο ν' αφήνεις να σ' εξαπατούν οι προφήτες;

Αλέξανδρος: Δεν λέω αυτό, αλλά οι βάρβαροι κατατρόμαξαν και δεν μου αντιστέκονταν πλέον, επειδή νόμιζαν ότι πολεμούν έναν θεό κι έτσι τους κατέκτησα πιο εύκολα.

Φίλιππος: Και ποιους κατέκτησες, οποίοι να είναι γενναίοι άνδρες; Πάντοτε είχες να κάνεις με δειλούς, οι οποίοι ήταν οπλισμένοι με παιδικά τόξα και αστείες ξυλόπλεκτες ασπίδες.
 
Το δύσκολο ήταν να νικήσεις τους Έλληνες, τους Βοιωτούς και Φωκείς και Αθηναίους, το πεζικό των Αρκάδων και το ιππικό των Θεσσαλών, τους ακοντιστές των Ηλείων και τους πελταστές των Μαντινέων, και να υποτάξεις τους Θράκες ή τους Ιλλυριούς και τους Παίονες.
 
Αυτά θα ήσαν σπουδαία κατορθώματα. Αλλά για τους Μήδους και τους Πέρσες και τους Χαλδαίους, άνδρες που ζούσαν στην πολυτέλεια και φορούσαν χρυσά ρούχα, δεν γνωρίζεις ότι πριν από σένα, δέκα χιλιάδες Έλληνες με αρχηγό τον Κλέαρχο τους νίκησαν χωρίς να συμπλακούν, αφού το έβαλαν στα πόδια πριν ακόμα τους φτάσουν τα βέλη των Ελλήνων;

Αλέξανδρος: Αλλά οι Σκύθες, πατέρα, και οι ελέφαντες των Ινδών δεν είναι εύκολοι αντίπαλοι. Κι όμως, τους νίκησα χωρίς να προκαλέσω μεταξύ τους έριδες και χωρίς να εξαγοράσω την νίκη με προδοσίες. Ούτε πάτησα τον όρκο μου ποτέ, ούτε αθέτησα τις υποσχέσεις μου, ή ενήργησα με δόλο για να νικήσω. Κι από τους Έλληνας, άλλους μεν χωρίς πόλεμον υπέταξα, τους δε Θηβαίους ίσως έμαθες πώς τους μεταχειρίστηκα.

Φίλιππος: Τα γνωρίζω αυτά όλα, μου τα ανέφερε ο Κλείτος, τον οποίον εσύ σκότωσες με την λόγχη στο συμπόσιο, επειδή τόλμησε να με συγκρίνει μαζί σου. Και λένε ότι πέταξες το μακεδονικό ένδυμα και φόρεσες περσικό, καθώς και τιάρα στο κεφάλι και είχες την αξίωση να σε προσκυνούν οι Μακεδόνες, άνδρες ελεύθεροι.
 
Και το πιο γελοίο απ' όλα, μιμούσουν τους τρόπους των νικημένων. Παραλείπω όσα άλλα έπραξες, που έριξες σε κλουβί με λιοντάρια, ανθρώπους ικανούς, και τους γάμους τους οποίους έκανες, καθώς και την υπερβολική σου αγάπη για τον Ηφαιστίωνα. Ένα μόνο απ' όσα άκουσα για σένα παίνεψα... Ότι σεβάστηκες την γυναίκα του Δαρείου, αν και ήταν ωραία, και φρόντισες την μάνα και τις κόρες του. Αυτή η διαγωγή είναι πραγματικά βασιλική.

Αλέξανδρος: Και δεν παινεύεις, πατέρα, την αδιαφορία για τον κίνδυνο κι ότι όταν πολεμούσα κατά Οξυδρακών, πρώτος ανέβηκα στο τείχος και απέκτησα τόσα τραύματα;

Φίλιππος: Δεν το επιδοκιμάζω αυτό, Αλέξανδρε, όχι επειδή νομίζω ότι δεν είναι καλό, ενίοτε να τραυματίζεται κι ο βασιλιάς και να εκτίθεται πρώτος στους κινδύνους για να ενθαρρύνει τον στρατό του, αλλά σ' εσένα δεν ταίριαζε αυτό, επειδή αφού νομιζόσουν για θεός, αν τραυματιζόσουν και σ' έβλεπαν να σε μεταφέρουν από το πεδίο της μάχης ματωμένο και να σφαδάζεις απ' τους πόνους, θα γελούσε ο κάθε πικραμένος -και βέβαια ο Άμμωνας θα θεωρούνταν απατεώνας και ψευδομάντης, οι δε προφήτες θ' αποδεικνύονταν κόλακες.
 
Ποιος δεν θα γέλαγε, με το να βλέπει τον γιο του Δία, λιπόθυμο κι έχοντα ανάγκη γιατρών;
 
Και τώρα που πέθανες δεν νομίζεις ότι πολλοί θα κοροϊδεύουν εκείνο το θέατρο που έπαιξες, βλέποντας τον θεωρούμενο θεό, να είναι ξαπλωμένος νεκρός, ν' αρχίζει να σαπίζει και να τουμπανιάζει όπως όλα τα πτώματα;
 
Άλλωστε κι εκείνο το οποίο είπες χρήσιμο, Αλέξανδρε, ότι γι' αυτό νικούσες εύκολα, αφαιρεί πολύ απ' την δόξα των κατορθωμάτων σου, διότι όλα φαίνονται μικρά, αφού γίνονταν από έναν θεό.

Αλέξανδρος: Και όμως, δεν είναι αυτή η ιδέα που έχουν οι άνθρωποι για μένα, αλλά απεναντίας, με θεωρούν εφάμιλλο προς του Ηρακλή και του Διόνυσου, μολονότι την Ακρόπολη Άορνον, την οποίαν κανείς εξ αυτών δεν κυρίευσε, παρά μόνο εγώ.

Φίλιππος: Βλέπεις ότι κι αυτά τα λες ως γιος του Άμμωνα και συγκρίνεις τον εαυτόν σου με τον Ηρακλήν και τον Διόνυσο;
 
Δεν ντρέπεσαι, Αλέξανδρε, και δεν θ' αποβάλλεις την εγωπάθεια; Δεν θ' αποκτήσεις ορθή συνείδηση της καταστάσεώς σου και δεν θα καταλάβεις επιτέλους ότι είσαι νεκρός;
----------------------------
*Φωτό: Ο Αλέξανδρος και οι Μοίρες Bernardo Mei, Cincinnati Art Museum   

Η Σωκρατική μέθοδος της κάθαρσης της ψυχής

(...και τα σφάλματα εις την πράξιν εξαιτίας αυτής της αγνοίας είναι, του να νομίζωμεν δηλαδή ότι ηξεύρομεν, ενώ δεν ηξεύρομεν;) Πλάτωνος-Αλκιβιάδης 117D 

(ΣΩ: ...όχι μόνον αγνοείς τα σπουδαιότατα, αλλά παρότι δεν τα γνωρίζεις, νομίζεις ότι τα γνωρίζεις..) Πλάτωνος-Αλκιβιάδης 118D

(ΣΩ: ...αυτή λοιπόν η άγνοια είναι η αιτία των κακών και η επονείδιστος αμάθεια..) Πλάτωνος-Αλκιβιάδης118Α

Εδώ εισάγεται η συζήτηση του ακανθώδους θέματος όχι της απλής άγνοιας από την οποία διακατεχόμαστε πριν της Αυτογνωσίας, αλλά της διπλής άγνοιας διότι ενώ δεν γνωρίζουμε τον εαυτό μας, νομίζουμε ότι τον γνωρίζουμε..

Καθημερινό παράδειγμα της διπλής άγνοιας μας δίνει ο Πλάτων στο "Συμπόσιο" δια στόματος της Διοτίμας λέει τα εξής: "Διότι ακριβώς αυτό είναι διπλή άγνοια το να μην είναι κάποιος ούτε ωραίος, ούτε καλός, ούτε σώφρων αλλά να νομίζει ότι τα έχει όλα αυτά σε ικανοποιητικό βαθμό."

Πως είναι δυνατόν να καταστεί φανερό στον διαλογιζόμενο η διπλή άγνοια; Μέσω του δικαστηρίου της ψυχής ακολουθώντας τα ίχνη του Σωκράτη είναι δυνατόν να βρεθεί ο τρόπος εξουδετέρωσης της. Και ο τρόπος είναι δια της καθάρσεως,δηλαδή δια του συνεχούς έλεγχου του εαυτού.

Το προτείνει με πλάγιο τρόπο ο Σωκράτης στον νεαρό Αλκιβιάδη;
 
Ο Σωκράτης αναπτύσσει την ιδέα ότι πρώτα πρέπει να εξεταστεί το εγώ, ο έξω εαυτός εντός του περιβάλλοντος του, η προσωπικότης του προτού ο Αλκιβιάδης, και κατά επέκτασιν ο κάθε εξ ημών Αλκιβιάδης,ασχοληθεί με τον έσω εαυτό.

Η Σωκρατική μέθοδος της καθάρσεως μέσω της άρσης των εμποδίων της διπλής άγνοιας , όπως την αναλύει ο Πρόκλος "Εις τον Πλάτωνος πρώτον Αλκιβιάδην"(175) είναι οι εξής:

1. Ο Σωκράτης δεν αναφέρει τίποτα από τα Αληθή στον Αλκιβιάδη,εάν πρώτα δεν αφαιρέσει τις γνώμες εκείνες, οι οποίες αποτελούν εμπόδιο στην ψυχή του για την κατάκτηση της ελευθερίας...
2. Η εν λόγω διαδικασία οδηγεί εις "στο Μέτρον", δηλαδή δια της αφαίρεσης της αλαζονείας, γινόμαστε όπως ο Αλκιβιάδης, περισσότερο κόσμιοι και λιγότερο φορτικοί και δυσάρεστοι σε αυτούς οι οποίοι μας συναναστρέφονται, επειδή τους επιτρέπουμε να εκφράσουν και εκείνοι τις δικές τους απόψεις ,τις οποίες ακούμε με προσοχή και διαλλακτικότητα.
3. Περαιτέρω προετοιμαζόμαστε για την κατάκτηση της επιστήμης, βρισκόμενοι στην απλή άγνοια, επειδή η απλή άγνοια βρίσκεται μεταξύ της διπλής άγνοιας και της επιστήμης.
4. Η ενασχόληση μας με την Αρετή μας απομακρύνει από τα εξωτερικά υλικά πράγματα του σώματος και μας στρέφει προς την ψυχή.
5. Στρεφόμενη η ψυχή στον εαυτό της αρχίζει τον εσωτερικό διάλογο, καθώς η ίδια αμφισβητεί και επανεξετάζει τις απόψεις της, για τις οποίες προηγουμένως είχε την ακλόνητη πεποίθηση ότι ήταν ορθές. Η "οίησης"είναι η ασθένεια της ψυχής λέει ο Σωκράτης στο "Σοφιστή"
6. Με την επανεξέταση η ψυχή διακρίνει ποια είναι τα εμπόδια και τα αφαιρεί, καθώς συγχρόνως διαπιστώνει ποια από τα αναγκαία λείπουν να τα αναπληρώσει.
7. Η αντικειμενική εξέταση άνευ εμπάθειας τις επιτρέπει την βεβαιότητα και την μονιμότητα εις την μεθόδευση των συλλογισμών,οι οποίοι πρόκειται να διατυπωθούν.
...........
(Διότι ο καθένας από εμάς και από τους άλλους ανθρώπους είτε πιο καθαρά είτε πιο αμυδρά,ενέχεται στα ίδια ακριβώς με τον γιο του Κλεινία πάθη. Πράγματι αγνοούμε τον εαυτό μας κατεχόμενοι από την γενεσιουργό λήθη και συγκλονιζόμενοι από την ταραχή των άλογων μορφών της ζωής και νομίζουμε ότι γνωρίζουμε πολλά από αυτά που αγνοούμε εξαιτίας των κατ' ουσίαν ενυπαρχόντων σε εμάς λογικών καθορισμών,επιπλέον χρειαζόμαστε την ίδια με εκείνον βοήθεια,για να απομακρύνουμε τον εαυτό μας από την περιττή "οίηση"και για να τύχουμε της επιμέλειας που μας ταιριάζει)
Πρόκλου-"Εις τον Πλάτωνος πρώτον Αλκιβιάδην" 7

*οίησης=η μεγάλη ιδέα που έχει κάποιος για τον εαυτό του, έπαρση, αλαζονεία

Ιουλιανός ο Μέγας: «Έλλην ειμί»..

Ο Ιουλιανός (πλήρες όνομα Φλάβιος Κλαύδιος Ιουλιανός), ήταν Ρωμαίος αυτοκράτορας του Βυζαντίου (Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία) κατά τον 4ο αιώνα. Έμεινε στην ιστορία ως «Παραβάτης» και «Αποστάτης», χάριν της Εκκλησίας η οποία τον κατασυκοφάντησε (ο Ιουλιανός υπήρξε ο μόνος μη χριστιανός αυτοκράτορας του Βυζαντίου), όπως και όλους όσους στεκόταν εμπόδιο στα σχέδιά της. Ο Ιουλιανός υπήρξε βαθύτατα μορφωμένος άνθρωπος. Επηρεασμένος από την ελληνική κλασική παιδεία, ο ίδιος θεωρούσε τον εαυτό του Έλληνα και δεν δίσταζε να να δηλώνει «Έλλην ειμί»...

Τον Ιουλιανό τον ενοχλούσε το φαινόμενο του Χριστιανισμού που ερχόταν σε ευθεία σύγκρουση με την ελληνική του παιδεία και μόρφωση, καθώς και με τον Ελληνικό Πολιτισμό που λάτρευε. Προσπάθησε να βάλει φρένο στην ασυδοσία των κληρικών και τον πλουτισμό της Εκκλησίας, χωρίς ωστόσο να προχωρήσει σε διώξεις εναντίον τους («Εγώ, μα τους θεούς, δε θέλω ούτε να σκοτώνονται οι χριστιανοί ούτε να δέρνονται άδικα ούτε άλλο κακό να παθαίνουν» [«Ιδιόχειρη επιστολή προς τον Ατάρβιο»]).

Απεναντίας προσπάθησε να κρατήσει μια ισορροπία.
Εκδίδει διατάγματα περί ανεξιθρησκίας, προσπαθώντας ταυτόχρονα να αναβιώσει την ελληνική (και ρωμαϊκή) θρησκεία.
 
Επιστρέφει τις περιουσίες και ανακαλεί από την εξορία τους, διωχθέντες από τον -αρειανιστή- Κωνστάντιο, ορθόδοξους χριστιανούς.
 
Καταργεί τις κρατικές χορηγήσεις στην χριστιανική εκκλησία.
 
Εκδίδει πέντε διατάγματα για την ενίσχυση της εξουσίας των τοπικών βουλών. Απαγορεύει να τον προσαγορεύουν «Δεσπότη» και διακηρύσσει ότι θεωρεί τον εαυτό του μέλος της συγκλητικής τάξης. Στις επιστολές του απευθύνεται προς τις βουλές των πόλεων ως ίσος προς ίσον.
 
Προωθεί μέτρα (φοροαπαλλαγές, παραγραφή χρεών κ.α.) για την ενίσχυση της αυτονομίας των πόλεων. Προσπαθεί να συμφιλιώσει τις αντιμαχόμενες μερίδες των χριστιανών και να αποτρέψει συγκρούσεις ανάμεσα σε εθνικούς και χριστιανούς
 
«Σε όλους τους χριστιανούς έχω φερθεί με τέτοια πραότητα και φιλανθρωπία, που κανείς απ' αυτούς δεν υφίσταται βία πουθενά ούτε τους σέρνουν με το ζόρι στα ιερά ούτε εξαναγκάζονται να κάνουν οτιδήποτε ενάντια στη θέληση τους» [«Προς του κατοίκους της Έδεσσας»].
 
Όσον αφορά τα οικονομικά μέτρα που έλαβε κατά της Εκκλησίας, θα τα αιτιολογήσει μ' ένα επιχείρημα άκρως... χριστιανικό («Προς του κατοίκους της Έδεσσας»):

"Αφού λοιπόν ο θαυμάσιος νόμος τους, τούς προτρέπει να απαρνηθούν τα υπάρχοντα τους για να πορευτούν πιο εύκολα προς τη βασιλεία των ουρανών, γι' αυτό κι εμείς, συμφωνώντας με τους αγίους τους, δώσαμε διαταγή να κατασχεθούν όλα τα χρήματα της εκκλησίας των Εδεσσητών και να δοθούν στους στρατιώτες και τα κτήματα τους να προστεθούν στα δικά μας ιδιόκτητα. Κι αυτό για να φτωχύνουν και να βάλουν μυαλό, αλλά και για να μη στερηθούν τη βασιλεία των ουρανών στην οποία ακόμα ελπίζουν. Και τους κατοίκους της Εδέσσης τους προειδοποιώ να μένουν μακριά από καυγάδες και εξεγέρσεις, για να μη μου κεντρίσουν το αίσθημα της φιλανθρωπίας και τους τιμωρήσω με ξίφος, φωτιά και εξορία, για διατάραξη της κοινωνικής γαλήνης."

Αναφερόμενος στους κληρικούς, θα γράψει («Προς τους κατοίκους της Βόστρας»):

"Αντί να χαίρονται που έμειναν ατιμώρητοι για τις κακές τους πράξεις, ποθούν την παλιά τους εξουσία, κι επειδή δεν μπορούν πια να δικάζουν, να γράφουν διαθήκες, να βάζουν στο χέρι ξένες κληρονομιές και να τα χαρίζουν όλα στον εαυτό τους, κινούν τα νήματα για να προκαλέσουν αταξία, ρίχνουν λάδι στη φωτιά και πάνω στα παλιά δεινά τολμούν να συσσωρεύουν καινούρια, οδηγώντας τον λαό σε διχόνοια. Σκέφτηκα λοιπόν πως έπρεπε να αναγγείλω στους κατοίκους όλων των πόλεων με το διάταγμα αυτό, ότι απαγορεύεται να ξεσηκώνονται μαζί με τους κληρικούς, να παρασύρονται απ' αυτούς και να σηκώνουν πέτρες δείχνοντας απείθεια στους άρχοντες. Έχουν το ελεύθερο να συγκεντρώνονται όποτε θέλουν και να προσεύχονται για τον εαυτό τους όπως επιθυμούν. Αν όμως κάποιοι προσπαθούν να τους πείσουν να ξεσηκωθούν -δήθεν- για τα συμφέροντα τους, ας μη συμμετέχουν σε ταραχές για να μη τιμωρηθούν."

Και συνεχίζει:

"Μονοιάσετε εσείς ο λαός μεταξύ σας. Όλοι ας αποφύγουν τις αντιπαλότητες και ας μη παρανομεί κανείς- και οι παραστρατημένοι να μην παρανομούν σε βάρος όσων ορθά και δίκαια λατρεύουν τους θεούς σύμφωνα με την παράδοση αιώνων, και όσοι λατρεύουν τους θεούς να μην καταστρέφουν και λεηλατούν τα σπίτια εκείνων που -περισσότερο λόγω άγνοιας παρά από πεποίθηση- έχουν παραστρατήσει...

Και τώρα όπως και πολλές φορές στο παρελθόν, παρακινώ αυτούς που διακατέχονται από αληθινό σεβασμό στους θεούς να μην αδικούν τα πλήθη των χριστιανών, ούτε να τους επιτίθενται και να τους προσβάλλουν. Περισσότερο πρέπει να λυπόμαστε παρά να μισούμε όσους σφάλλουν πάνω στα πιο σημαντικά ζητήματα· γιατί το μεγαλύτερο καλό είναι η θεοσέβεια ενώ αντίθετα το μεγαλύτερο κακό είναι η ασέβεια
."

Η Ενιαία Όραση της Πραγματικότητας: Μια Μυστική Έρευνα για το Έδαφος Όλης της Ύπαρξης

I. Η Σιωπή Πριν τον Λόγο

Υπάρχει μια σιωπή που προηγείται κάθε λόγου, μια ακινησία που κρατά το σύμπαν στην αμέτρητη παλάμη της πριν ανάψει ένα αστέρι, πριν ανακύψει μια σκέψη στο νου οποιουδήποτε πλάσματος. Όσοι έχουν αγγίξει αυτή τη σιωπή — έστω και στιγμιαία, έστω και σαν τρέμουλο στα όρια της συνηθισμένης συνείδησης — γνωρίζουν ότι δεν μπορεί να ονομαστεί χωρίς να αλλοιωθεί αμέσως. Και όμως, η κλήση του μύστη είναι ακριβώς αυτό το αδύνατο καθήκον: να υποδείξει το ανείπωτο, να χαράξει με λέξεις το περίγραμμα αυτού που οι λέξεις δεν μπορούν ποτέ να περιλάβουν.

Αυτή η σιωπή, αυτή η απέραντη και φωτεινή ακινησία, είναι αυτό που τα βαθύτερα ρεύματα της ανθρώπινης εμπειρίας έχουν από καιρό αναγνωρίσει ως το Έδαφος όλων των πραγμάτων. Όχι σιωπή κενού ή απουσίας, αλλά πληρότητας τόσο απόλυτης που κανένας ήχος δεν θα μπορούσε να προσθέσει τίποτα σε αυτήν. Οι φιλόσοφοι την έχουν ονομάσει το Απόλυτο. Οι θεολόγοι την έχουν ονομάσει Θεό. Ο ποιητής υποκλίνεται μπροστά της, άφωνος. Ο θεωρητικός βυθίζεται σε αυτήν σαν πέτρα που βυθίζεται σε ήρεμο νερό — κατεβαίνει, κατεβαίνει, μέχρι που δεν υπάρχει πια πέτρα, ούτε νερό, ούτε καμία κάθοδος. Υπάρχει μόνο Εκείνο.

Αυτή είναι η έρευνα που μας περιμένει εδώ: όχι ένα επιχείρημα για να κερδηθεί, αλλά ένα τοπίο για να διασχιστεί. Όχι ένα θεώρημα για να αποδειχθεί, αλλά μια αυγή για να γίνει αντιληπτή. Ο αναζητητής που πλησιάζει αυτές τις σελίδες καλείται όχι απλώς να διαβάσει, αλλά να θυμηθεί — να ανακαλέσει κάτι που η ψυχή πάντοτε γνώριζε, παρόλο που ο θόρυβος της καθημερινής ζωής έχει από καιρό πνίξει τη φωνή του.

II. Η Αντικειμενική Πραγματικότητα: Το Έδαφος Κάτω από Όλα τα Εδάφη

Αυτό που οι μεγάλες παραδόσεις έχουν διαισθανθεί, και αυτό που η ειλικρινής έρευνα συνεχίζει να επιβεβαιώνει, είναι ότι υπάρχει μια Πραγματικότητα τόσο θεμελιώδης, τόσο απαραίτητη, ώστε κάθε άλλη μορφή ύπαρξης να στηρίζεται επάνω της όπως τα κύματα στηρίζονται στον ωκεανό. Αυτή η Πραγματικότητα — ας την ονομάσουμε Αντικειμενική Πραγματικότητα, όχι με την ψυχρή, κλινική έννοια της εργαστηριακής επιστήμης, αλλά με την βαθύτερη μεταφυσική έννοια — δεν είναι δημιούργημα του ανθρώπινου νου. Δεν αναδύεται όταν το μάτι ανοίγει, ούτε εξαφανίζεται όταν το μάτι κλείνει. Υπήρχε πριν η συνείδηση γνωρίσει τον εαυτό της, και θα παραμείνει όταν κάθε ατομική φλόγα συνείδησης έχει επιστρέψει στη φωτιά από την οποία αναζωπυρώθηκε.

Η Αντικειμενική Πραγματικότητα είναι η Βάση. Είναι η Στήριξη. Είναι το Κέντρο από το οποίο προέρχεται κάθε αναφορά, ο αόρατος άξονας γύρω από τον οποίο γυρίζει αιώνια ο τροχός της ύπαρξης. Το να μιλάμε γι’ αυτήν ως «πράγμα μεταξύ πραγμάτων» είναι ήδη παρανόηση, διότι δεν είναι κάποιο συγκεκριμένο ον που μπορεί να δειχθεί, να καταγραφεί ή να μετρηθεί. Είναι περισσότερο σαν το φως που καθιστά δυνατή κάθε όραση, το ίδιο αόρατο. Περισσότερο σαν τον άνεμο που λυγίζει τα χόρτα δέκα χιλιάδων χωραφιών ταυτόχρονα, χωρίς να ανήκει σε κανένα από αυτά. Είναι απέραντη πέρα από την ικανότητα οποιασδήποτε παράδοσης να την περιλάβει· ξεχειλίζει κάθε θεολογικό σύνορο, κάθε φιλοσοφικό σύνορο, απλώνοντας προς τα έξω — και προς τα μέσα — σε περιοχές που ο συνηθισμένος νους ονομάζει Μυστήριο.

Όσοι έχουν σταθεί στο κατώφλι αυτού του Μυστηρίου δεν επιστρέφουν με βεβαιότητες. Επιστρέφουν με παρουσία. Με μια ποιότητα προσοχής που έχει μεταμορφωθεί. Με μια γνώση που δεν είναι η γνώση των γεγονότων, αλλά η γνώση ενός εραστή που αναγνωρίζει τον αγαπημένο όχι από περιγραφή αλλά από τον ιδιαίτερο τρόπο που πέφτει το πρωινό φως πάνω σε ένα οικείο πρόσωπο.

Η Αντικειμενική Πραγματικότητα, με αυτή την έννοια, υπερβαίνει αυτό που η κοινή συνείδηση αντιλαμβάνεται ως «άμεσα αντικειμενικό» — τον κόσμο των σχημάτων, των ονομάτων και των μετρήσιμων αποστάσεων. Είναι το Απροσδιόριστο που συντηρεί το προσδιορίσιμο, ο ωκεανός της ύπαρξης μέσα στον οποίο κάθε συγκεκριμένο πράγμα επιπλέει σαν σταγόνα του εαυτού του.

III. Η Ψευδαίσθηση του Χωρισμένου Εαυτού

Μέσα σε αυτή την απέραντη ολότητα, συμβαίνει κάτι αξιοθαύμαστο. Αναδύεται η Συνείδηση — αυτή η φωτεινή, μυστηριώδης ικανότητα. Και μέσα στη συνείδηση, ακόμα πιο αξιοθαύμαστα, αναδύεται η αίσθηση του εαυτού: ένα υποκείμενο που κοιτά προς τα έξω στα αντικείμενα, που αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως διακριτό, οριοθετημένο, χωρισμένο. Αυτό το υποκείμενο είναι αυτό που οι παραδόσεις ονομάζουν εγώ — όχι μόνο με την υποτιμητική έννοια, αλλά με την ακριβή έννοια: το «εγώ» που πιστεύει ότι στέκεται χωριστά από το Έδαφος από το οποίο προήλθε.

Αυτή η πίστη είναι η μεγάλη ψευδαίσθηση. Όχι ηθικό σφάλμα. Όχι αμαρτία με την τιμωρητική έννοια. Αλλά μια λανθασμένη αντίληψη — μια περίπτωση λανθασμένης ταυτότητας τόσο αρχαία και τόσο διάχυτη που ολόκληροι πολιτισμοί έχουν χτιστεί πάνω στα θεμέλιά της. Ο εαυτός κοιτά τον κόσμο σαν μέσα από ένα μικρό παράθυρο και μπερδεύει το παράθυρο με την ολότητα του ουρανού. Ονομάζει το θραύσμα και ξεχνά την ολότητα. Σχεδιάζει έναν κύκλο γύρω του στην άμμο και ονομάζει «άλλο» ό,τι βρίσκεται έξω από τον κύκλο.

Και όμως — και εδώ η μυστική διαίσθηση διαπερνά σαν ξαφνικό φως μέσα από τα σύννεφα της καταιγίδας — ο κύκλος είναι σχεδιασμένος στην άμμο. Ο χωρισμός είναι φαινομενικός, όχι έσχατος. Το κύμα δεν στέκεται χωριστά από τον ωκεανό· είναι ο ωκεανός, που προσωρινά παίρνει τη μορφή κύματος. Η ατομική φλόγα δεν κατέχει δική της ιδιωτική φωτιά· μοιράζεται τη μία φωτιά που καίει μέσα από όλα τα πράγματα.

Η αντίληψη ενός πραγματικά χωρισμένου υποκειμένου, δηλώνουν ομόφωνα οι μυστικές παραδόσεις, είναι ψευδαίσθηση — όχι ασήμαντη, διότι γεννά όλο τον ανθρώπινο πόνο, όλη την αποξένωση, όλη την απεγνωσμένη αρπαγή της μονιμότητας σε έναν κόσμο συνεχούς ροής. Αλλά παρ’ όλα αυτά ψευδαίσθηση. Και οι ψευδαισθήσεις, όσο αρχαίες και πειστικές κι αν είναι, είναι ευάλωτες στην αλήθεια. Διαλύονται, όπως διαλύεται η πρωινή ομίχλη όταν ανατέλλει ο ήλιος — όχι βίαια, όχι με προσπάθεια, αλλά με την απλή άφιξη του φωτός.

IV. Η Επιστροφή: Διάλυση ως Επιστροφή στο Σπίτι

Η διάλυση αυτής της ψευδαίσθησης είναι αυτό που κάθε αυθεντική πνευματική παράδοση, στο βαθύτερο ρεύμα της, έχει επιδιώξει να πραγματοποιήσει. Η λέξη «σωτηρία», στις αρχαιότερες ρίζες της, φέρει την έννοια της ολότητας — του να γίνει πάλι ολόκληρο ό,τι είχε σπάσει. Η λέξη «λύτρωση» υπονοεί μια επιστροφή, μια επαναγορά του χαμένου. Η βουδιστική έννοια του νιρβάνα δείχνει την κατάσβεση της ψευδούς φλόγας του χωρισμένου εαυτού, όχι ως αφανισμό, αλλά ως απελευθέρωση στο απεριόριστο. Η ινδουιστική μόκσα μιλά για απελευθέρωση από τον κύκλο της λανθασμένης ταυτότητας. Ο χριστιανός μύστης βυθίζεται στη Θεότητα — εκείνο το σιωπηλό βάθος κάτω ακόμα και από τα πρόσωπα της Τριάδας — και βρίσκει εκεί όχι απώλεια, αλλά την πληρότητα της ύπαρξης. Ο Σούφι εραστής διαλύεται στον Αγαπημένο, όχι σαν σταγόνα που εξατμίζεται στο τίποτα, αλλά σαν σταγόνα που επιστρέφει στην πηγή της, ανακαλύπτοντας ότι ήταν πάντοτε ο ωκεανός.

Αυτά δεν είναι απλώς μεταφορές εισαγόμενες για την ομορφιά τους. Είναι αναφορές. Είναι η μαρτυρία εκείνων που έχουν διασχίσει ένα συγκεκριμένο κατώφλι εσωτερικής εμπειρίας και έχουν επιστρέψει για να μιλήσουν για ό,τι συνάντησαν. Και ό,τι συνάντησαν — κάτω από την εκπληκτική ποικιλία πολιτισμικών εικόνων, θεολογικών γλωσσών, τελετουργικών μορφών — φέρει μια αξιοσημείωτη συνέπεια. Η διάλυση του χωρισμένου εαυτού δεν βιώνεται ως απώλεια. Βιώνεται ως επιστροφή. Ως αναγνώριση. Ως η βαθιά, οδυνηρή, χαρούμενη αίσθηση ότι κάποιος επέστρεψε σπίτι σε έναν τόπο που, στην αλήθεια, δεν είχε ποτέ εγκαταλείψει.

Αυτή η επιστροφή — αυτή η αναγνώριση της Αντικειμενικής Πραγματικότητας ως του Εδάφους από το οποίο αναδύθηκε ο ψευδής υποκείμενος, και στο οποίο τώρα συνειδητά επιστρέφει — είναι αυτό που οι μύστες έχουν ονομάσει Αλήθεια. Την έχουν ονομάσει Φως. Την έχουν ονομάσει Λύτρωση. Την έχουν ονομάσει Απελευθέρωση. Και ίσως πιο απλά, πιο συντριπτικά: την έχουν ονομάσει Αγάπη — την αγάπη που δεν χρειάζεται αντικείμενο διότι είναι η ίδια η ουσία της ύπαρξης, η ίδια η υφή του Πραγματικού.

V. Ο Ποταμός και τα Πολλά του Ονόματα

Όλοι οι ποταμοί ρέουν προς τη θάλασσα. Αρχίζουν από διαφορετικά βουνά, περνούν από διαφορετικά τοπία, κουβαλούν διαφορετικά ιζήματα, μιλούν διαφορετικές γλώσσες καθώς κυλούν πάνω από πέτρες και άμμο. Ένας ποταμός είναι σκοτεινός και ορμητικός· ένας άλλος είναι πλατύς και αργός και χρυσός στο ηλιοβασίλεμα. Ο ένας σκάβει βαθιά φαράγγια· ο άλλος απλώνεται σε τεράστιες εκβολές σε χίλια κανάλια. Ωστόσο όλοι τους — κάθε ποταμός που έχει ποτέ κυλήσει — καταλήγουν τελικά στο ίδιο σώμα νερού, στην ίδια αλμυρή θάλασσα, στον ίδιο αρχαίο τόπο συνάντησης.

Έτσι συμβαίνει και με τις μεγάλες πνευματικές παραδόσεις του κόσμου. Αναδύονται από διαφορετικά βουνά της ανθρώπινης εμπειρίας — διαφορετικές γεωγραφίες, διαφορετικούς αιώνες, διαφορετικές συναντήσεις με το Ιερό. Μιλούν στα Αραμαϊκά, στα Σανσκριτικά, στα Αραβικά, στα Ελληνικά, στη σιωπή του Ζεν. Χρησιμοποιούν θυμίαμα ή ασκητισμό, μουσική ή ακινησία, περίτεχνη τελετουργία ή ριζική απλότητα. Ονομάζουν το Απόλυτο διαφορετικά, περιγράφουν τη φύση του διαφορετικά, χαράσσουν διαφορετικούς δρόμους προς το κατώφλι του.

Και όμως. Και όμως όσοι έχουν ταξιδέψει αρκετά μακριά σε οποιονδήποτε από αυτούς τους ποταμούς αναφέρουν την ίδια θάλασσα. Όχι μια θάλασσα από πανομοιότυπα δόγματα — οι μορφές παραμένουν διακριτές και η διακριτότητά τους δεν πρέπει να διαλυθεί από συναισθηματική ομοιομορφία — αλλά μια θάλασσα από ίδια κατεύθυνση. Ίδιο πόθο. Ίδια άφιξη.

Αυτή η αναγνώριση αποτελεί το θεμέλιο αυτού που δικαίως μπορεί να ονομαστεί αντικειμενική προσέγγιση της θρησκείας — όχι με την έννοια της αποστασιοποιημένης, στείρας ανάλυσης, αλλά με την έννοια της προσοχής σε αυτό προς το οποίο οι ίδιες οι παραδόσεις δείχνουν, αντί να περιοριζόμαστε απλώς στην καταγραφή των εξωτερικών τους διαφορών. Μια τέτοια προσέγγιση δεν ισοπεδώνει τις παραδόσεις σε μια ενιαία γκρίζα ομοιογένεια. Ακούει τη νότα που διατρέχει όλες τους σαν μουσικό θέμα μέσα από παραλλαγές — άλλοτε μόλις ακουστή, άλλοτε διογκούμενη ώστε να γεμίσει ολόκληρη τη σύνθεση — και την αναγνωρίζει ως την ίδια νότα, παιγμένη σε χίλιες διαφορετικές τονικότητες.

Η επιστήμη των θρησκειών, που εργάστηκε επί αιώνες σε αυτό το συγκριτικό και ενοποιητικό έργο, έχει συνεισφέρει τεράστια σε αυτή την ακρόαση. Ωστόσο αυτό που χρειάζεται τώρα είναι κάτι που υπερβαίνει την ακαδημαϊκή επιστήμη: μια ζωντανή, βιωματική σύνθεση. Μια Θρησκεία της Εμπειρίας — όχι ένας νέος θεσμός, όχι ένα νέο σύνολο δογμάτων, αλλά ένας τρόπος έρευνας που ξεκινά από τη ζωντανή συνάντηση με την Πραγματικότητα και κινείται προς τα έξω προς τις παραδόσεις για φωτισμό, αντί να ξεκινά από τις παραδόσεις και να κινείται — ίσως ποτέ — προς την εμπειρία.

VI. Η Ανάγκη για Νέα Γλώσσα: Επαναπροσδιορισμός των Ιερών Όρων

Ένα από τα πιο λεπτά εμπόδια στον δρόμο αυτής της ενοποιημένης έρευνας είναι η ίδια η γλώσσα. Οι μεγάλες πνευματικές λέξεις — Ύπαρξη, Θεός, ψυχή, συνείδηση, ύπαρξη, εαυτός — κουβαλούν τεράστιο φορτίο. Έχουν φορτωθεί, αιώνα τον αιώνα, με τις συγκεκριμένες σημασίες συγκεκριμένων παραδόσεων, συγκεκριμένων φιλοσοφικών σχολών, συγκεκριμένων ιστορικών διαμαχών. Όταν ο ένας λέει «Θεός» και ο άλλος ακούει τη λέξη, δεν είναι βέβαιο ότι συναντούν την ίδια πραγματικότητα, ακόμα κι αν και οι δύο μιλούν ειλικρινά και από τα βάθη της εμπειρίας.

Αυτό δεν είναι απλώς πρόβλημα μετάφρασης μεταξύ γλωσσών. Είναι βαθύτερο πρόβλημα: ότι κάθε σύμβολο, κάθε έννοια, κάθε θεολογική διατύπωση είναι ένα δάχτυλο που δείχνει το φεγγάρι — και σε κάποιο σημείο της ιστορίας κάθε παράδοσης υπάρχει ο επίμονος πειρασμός να μπερδευτεί το δάχτυλο με το φεγγάρι. Να προστατευτεί η χειρονομία του δείξιμου, να κωδικοποιηθεί, να υπερασπιστεί έναντι άλλων χειρονομιών, ενώ το φεγγάρι κρέμεται ήρεμο και ακράτητο στον ανοιχτό ουρανό πάνω από όλες τις διαμάχες.

Αυτό που χρειάζεται, επομένως, είναι μια θαρραλέα προθυμία να κρατάμε τους όρους ελαφρά — να τους χρησιμοποιούμε ως αναγκαίες προσεγγίσεις, ως προσωρινά δοχεία που κουβαλούν κάτι που τελικά υπερβαίνει την χωρητικότητά τους. Όταν μιλάμε για Υποκείμενο και Αντικείμενο, πρέπει να θυμόμαστε ότι αυτή η διάκριση, τόσο χρήσιμη για τη χαρτογράφηση του εδάφους, τελικά διαλύεται στο ίδιο το έδαφος. Όταν μιλάμε για Θεό, πρέπει να θυμόμαστε ότι οι παραδόσεις πιο επίμονες στη θεϊκή υπερβατικότητα — οι αποφατικοί μύστες, οι δάσκαλοι του Ζεν, οι Σούφι ποιητές της αφανίσεως — είναι επίσης εκείνες που βεβαιώνουν πιο παθιασμένα ότι το Απόλυτο υπερβαίνει κάθε όνομα, συμπεριλαμβανομένου του ονόματος «Θεός».

Το να επαναπροσδιορίζουμε δεν σημαίνει να καταστρέφουμε. Σημαίνει να εξαγνίζουμε. Να επιστρέφουμε στη ζωντανή εμπειρία πίσω από τον όρο και να χτίζουμε τον όρο εκ νέου από αυτό το ζωντανό έδαφος, ώστε να δείχνει — όσο ατελώς κι αν είναι — πιο αληθινά.

VII. Ο Ορίζοντας της Θεωρίας: Προς μια Ενιαία Όραση

Καθώς ο αναζητητής στέκεται στην ακτή αυτής της απέραντης έρευνας — έχοντας ιχνηλατήσει το έδαφος της Αντικειμενικής Πραγματικότητας, έχοντας γίνει μάρτυρας της διάλυσης της ψευδαίσθησης του χωρισμού, έχοντας ακούσει τους ποταμούς των παραδόσεων να βρίσκουν την κοινή τους θάλασσα, έχοντας παλέψει με τα όρια και τις δυνατότητες της ιερής γλώσσας — κάτι αλλάζει. Όχι ως αποτέλεσμα επιχειρήματος. Όχι ως συμπέρασμα συλλογισμού. Αλλά ως η αλλαγή που συμβαίνει όταν, μετά από μακρά προσπάθεια, το μάτι χαλαρώνει και η στερεοσκοπική εικόνα αναδύεται από τα συστατικά της στρώματα σε ένα ενιαίο, τρισδιάστατο βάθος.

Αυτό που αναδύεται στην όραση είναι ένας ορίζοντας: η δυνατότητα μιας ενιαίας όρασης της Πραγματικότητας που δεν επιβάλλεται από έξω, αλλά αναγνωρίζεται από μέσα. Μιας όρασης που τιμά το ιδιαίτερο χωρίς να φυλακίζεται από αυτό. Που μιλά σε πολλαπλές γλώσσες ενώ ακούει τη μία σιωπή κάτω από κάθε λόγο. Που ερευνά το Ζωντανό — την πραγματική, άμεση, προσωπική συνάντηση με το Πραγματικό — ως το πρωταρχικό δεδομένο από το οποίο πρέπει να ξεκινά και στο οποίο πρέπει τελικά να επιστρέφει κάθε θεολογία, κάθε φιλοσοφία, κάθε πνευματική πρακτική.

Αυτή η ενιαία όραση δεν είναι ουτοπία για το μέλλον. Είναι, με κάποια έννοια, η αρχαιότερη και πιο προφανής αλήθεια: ότι η Πραγματικότητα είναι μία, ότι το Έδαφος της ύπαρξης είναι ένα, και ότι το ανθρώπινο ον — σε εκείνη την βαθύτερη διάσταση της εμπειρίας όπου το προσωπικό διαλύεται και το καθολικό αναπνέει — πάντοτε το γνώριζε αυτό, πάντοτε επέστρεφε σε αυτό, και πάντοτε θα το κάνει.

VIII. Η Άφιξη που Πάντοτε Ήταν Εδώ

Το μυστικό ταξίδι, όπως αποδεικνύεται, έχει μια παραδοξική δομή. Είναι ένα ταξίδι προς αυτό που ποτέ δεν απουσίασε. Μια αναζήτηση για αυτό που ποτέ δεν χάθηκε. Μια επιστροφή σε ένα σπίτι που ποτέ δεν εγκαταλείφθηκε. Ο αναζητητής διανύει τεράστιες εσωτερικές αποστάσεις — μέσα από χρόνια πρακτικής, μέσα από σκοτεινές νύχτες και φωτεινές αυγές, μέσα από τη συσσωρευμένη σοφία εκατό παραδόσεων — και φτάνει, τελικά, στην παρούσα στιγμή. Σε αυτή την ανάσα. Σε αυτή τη σιωπή. Στο Έδαφος που πάντοτε ήταν ήδη εδώ, κάτω από τον θόρυβο του αδιάκοπου σχολιασμού του χωρισμένου εαυτού.

Η Αντικειμενική Πραγματικότητα δεν ανταμείβει όσους τελικά την φτάνουν μετά από αρκετή προσπάθεια. Αποκαλύπτεται — πάντοτε αποκαλυπτόταν — σε εκείνον του οποίου η ψευδαίσθηση έχει γίνει αρκετά διαφανής ώστε να διαπεραστεί. Όχι η ψευδαίσθηση της ύπαρξης του κόσμου, αλλά η ψευδαίσθηση του να στέκεται κανείς χωριστά από αυτόν. Όταν αυτή η διαφάνεια ξημερώνει, αυτό που απομένει δεν είναι μια φιλοσοφική θέση. Δεν είναι μια θρησκευτική ένταξη. Δεν είναι καν μια εμπειρία, με την συνηθισμένη έννοια του κάτι που συμβαίνει και μετά περνά.

Αυτό που απομένει είναι αυτό: το Φως που δεν γνωρίζει σκοτάδι διότι είναι πρότερο και των δύο. Η Σιωπή που κρατά κάθε ήχο χωρίς να διαταράσσεται από κανέναν. Η Απεραντοσύνη που περιέχει κάθε όριο χωρίς να περιορίζεται. Το Έδαφος από το οποίο αναδύονται όλα τα υποκείμενα, στο οποίο όλα τα υποκείμενα επιστρέφουν, και το οποίο — στην αλήθεια — ποτέ δεν έγινε τίποτα άλλο από τον εαυτό του.

Αυτή είναι η Αντικειμενική Πραγματικότητα. Αυτή είναι η Διδασκαλία που διατρέχει κάτω από όλες τις διδασκαλίες. Αυτή είναι η Αλήθεια προς την οποία όλες οι παραδόσεις, στις βαθύτερες στιγμές τους, έχουν δείξει με τρεμάμενα, ευγνώμονα χέρια.

Δεν είναι αλλού. Δεν είναι στο μέλλον. Δεν είναι η ανταμοιβή μιας τελειοποιημένης πρακτικής.

Είναι εδώ. Είναι τώρα. Είναι η ίδια η ικανότητα με την οποία διαβάζονται αυτές οι λέξεις, και η σιωπή στην οποία διαλύονται, και η συνείδηση που κρατά και τα δύο — ακίνητη, αγέννητη, απεριόριστη — στο κέντρο όλων όσων υπάρχουν.

Ας ακούσει όποιος έχει αυτιά για τη σιωπή. Ας κοιτάξει όποιος έχει μάτια για το αόρατο. Και ας σταματήσει, απλώς — και επιτέλους — να φεύγει, όποιος είναι έτοιμος να επιστρέψει.

Η Σοφία της Άγνοιας

(Η Ιερή Φτώχεια του Μη-Γνωρίζειν)

Το Βάρος της Συσσωρευμένης Γνώσης

Υπάρχει ένα παράδοξο στην καρδιά της πνευματικής ζωής, που μπερδεύει όσους αναζητούν τη σοφία με συμβατικούς τρόπους. Ο αναζητητής ανακαλύπτει, συχνά μετά από χρόνια επίπονης μελέτης, ότι η «αποκήρυξη» της ίδιας της μάθησης γίνεται πύλη προς βαθιά ηρεμία. Αυτό δεν είναι εγκατάλειψη της κατανόησης από τεμπελιά ή αδιαφορία, αλλά συνειδητή απελευθέρωση από το συσσωρευμένο βάρος εννοιών, ορισμών και προσεκτικά κατασκευασμένων βεβαιοτήτων που βαραίνουν την ψυχή που επιδιώκει ένωση με το Απόλυτο.

Όταν κάποιος αφήνει κάτω τις βαριές πλάκες της αποκτημένης γνώσης, όταν ο νους σταματά την ανήσυχη καταλογογράφηση πληροφοριών και την ατέλειωτη κατηγοριοποίηση της εμπειρίας, αναδύεται μια αξιοσημείωτη «νηνεμία». Αυτή η νηνεμία δεν είναι άδεια· είναι έγκυος δυνατοτήτων, δονείται από μια νοημοσύνη που προηγείται και υπερβαίνει τον διανοητικό νου. Τα προβλήματα που ταλαιπωρούν τους μορφωμένους —οι αμφιβολίες, οι αντιφάσεις, οι ατέρμονες συζητήσεις που κατακερματίζουν τη συνείδηση— αρχίζουν να διαλύονται σαν πρωινή ομίχλη κάτω από τον ανατέλλοντα ήλιο της άμεσης επίγνωσης.

Σκεφτείτε τη φύση του ανθρώπινου λόγου, με τις πρόθυμες επιβεβαιώσεις και τις ευγενικές συμφωνίες του. Ανάμεσα στο έτοιμο «ναι» και το κολακευτικό «βεβαίως», ποια πραγματική διαφορά υπάρχει; Στην επιφάνεια, αυτές οι εκφράσεις συμφωνίας φαίνονται σχεδόν ίδιες, απλές παραλλαγές στην προφορά και το έθιμο. Ωστόσο, παρατηρήστε προσεκτικά τους καρπούς που φέρουν αυτές οι δύο απαντήσεις στον κήπο της ύπαρξης. Το ένα ναι μπορεί να πηγάζει από γνήσια διορατικότητα, ενώ το άλλο απλώς αντηχεί τη γνώμη του πλήθους. Η μία επιβεβαίωση μπορεί να αναδύεται από τα βάθη της αυθεντικής κατανόησης, ενώ η άλλη αντιπροσωπεύει μόνο το εύθραυστο κέλυφος της κοινωνικής συμμόρφωσης.

Το χάσμα ανάμεσα σε αυτές τις φαινομενικά παρόμοιες απαντήσεις —ανάμεσα στην αυθεντική παρουσία και την απλή παράσταση— εκτείνεται πλατύτερα από την άβυσσο ανάμεσα σε ουρανό και γη. Σε αυτό το χάσμα βρίσκονται όλες οι λύπες και οι χαρές της ανθρώπινης ύπαρξης, όλες οι γνήσιες μεταμορφώσεις και οι κούφιες μιμήσεις, όλες οι πραγματικές συναντήσεις με το Θείο και τα αμέτρητα υποκατάστατα που προσφέρει ο πολιτισμός στη θέση της πραγματικής υπέρβασης.

Ο Καθολικός Φόβος και η Άπειρη Ερώτηση

Αυτό που η ανθρωπότητα φοβάται συλλογικά είναι πράγματι άξιο φόβου, διότι το ένστικτο του είδους περιέχει αρχαία σοφία που ο ατομικός λογικός νους δεν μπορεί πάντα να αντιληφθεί. Ωστόσο, αυτή η αναγνώριση ανοίγει σε ένα τοπίο τόσο απέραντο, τόσο ατέλειωτο στην ερωτηματικότητά του, που ο νους συνηθισμένος σε στέρεο έδαφος νιώθει ξαφνικά να αιωρείται πάνω από ένα άπειρο βάθος.

Πόσες ερωτήσεις αναδύονται όταν κάποιος αρχίζει πραγματικά να εξετάζει την ύπαρξη; Πόσες φιλοσοφικές έρευνες απαιτούν προσοχή; Πόσα πνευματικά παράδοξα παρουσιάζονται για στοχασμό; Το εύρος αυτών των ερωτήσεων εκτείνεται πέρα από κάθε μέτρο, απλώνεται σε εδάφη που η γλώσσα δεν μπορεί να χαρτογραφήσει και η λογική να πλοηγηθεί. Σχηματίζουν έναν ωκεανό χωρίς ακτή, και η ψυχή που τολμά να εισέλθει σε αυτά τα νερά πρέπει να μάθει να κολυμπά σε ένα μέσο όπου οι συνηθισμένοι νόμοι της νοητικής βαρύτητας δεν ισχύουν πλέον.

Ο μύστης κατανοεί ότι αυτό το απέραντο δεν προορίζεται να κατακτηθεί μέσω συστηματικής έρευνας ή να επιλυθεί με έξυπνη επιχειρηματολογία. Αυτές οι ερωτήσεις σχηματίζουν την ίδια την υφή της ύπαρξης — δεν είναι προβλήματα που απαιτούν λύσεις, αλλά μυστήρια που προσκαλούν συμμετοχή. Το να στέκεται κανείς μπροστά τους με σεβασμό, να νιώθει το βάρος και το βάθος τους χωρίς να βιάζεται να απαντήσει, είναι να υιοθετεί τη στάση της γνήσιας σοφίας.

Η Μοναχική Φιγούρα Ανάμεσα στους Ικανοποιημένους

Ο κόσμος παρουσιάζεται ως ένα μεγάλο συμπόσιο όπου πλήθη συγκεντρώνονται σε ικανοποίηση και απόλαυση. Γλεντοκοπούν με βεβαιότητες, πίνουν βαθιά από τα πηγάδια της συμβατικής επιτυχίας, στέκονται υψηλά σε πύργους επιτευγμάτων, επιθεωρώντας τα κτήματά τους στην άνοιξη της υλικής ευημερίας. Τα πρόσωπά τους λάμπουν με την αυτοπεποίθηση εκείνων που γνωρίζουν τη θέση τους, που έχουν εξασφαλίσει τις θέσεις τους, που προχωρούν με σαφή σκοπό και καθορισμένους στόχους.

Ωστόσο, μέσα σε αυτή την εορτή, βαδίζει μια μοναχική φιγούρα που φαίνεται νωθρή και ακίνητη. Αυτή φαίνεται ανεπηρέαστη από τις γιορτές, ανέγγιχτη από τον γενικό ενθουσιασμό, αδιάφορη προς τις ανταμοιβές που κινητοποιούν τους άλλους. Οι επιθυμίες που ωθούν τη συνηθισμένη φιλοδοξία δεν έχουν ακόμη ξυπνήσει σε αυτή την ψυχή, ή ίσως έχουν ξυπνήσει και απελευθερωθεί, επιστρέφοντας στη σιωπή από την οποία αναδύεται κάθε κίνηση.

Αυτή η φιγούρα μοιάζει με βρέφος που δεν έχει ακόμη μάθει να χαμογελά στα κατάλληλα κοινωνικά ερεθίσματα, που κοιτάζει τον κόσμο με μάτια που δεν έχουν ακόμη εκπαιδευτεί να βλέπουν αυτό που η κοινωνία επιμένει ότι υπάρχει. Υπάρχει κάτι πτοημένο σε αυτή την εμφάνιση, κάτι εγκαταλελειμμένο, σαν αυτός ο περιπλανώμενος να μην έχει σπίτι να επιστρέψει, καμία σταθερή διεύθυνση στη γεωγραφία των κοσμικών επιτευγμάτων. Ενώ οι άλλοι επιδεικνύουν την αφθονία τους, το «αρκετό και με το παραπάνω», αυτός φαίνεται να έχει χάσει τα πάντα — ή ίσως να μην κατείχε ποτέ τίποτα με την συμβατική έννοια.

Η Θεϊκή Μωρία

Ο νους αυτής της μοναχικής φιγούρας λειτουργεί διαφορετικά από τις λαμπρές διάνοιες που κατοικούν στην αγορά των ιδεών. Εκεί που η συνηθισμένη συνείδηση διακρίνει, διαιρεί και κρίνει οριστικά, αυτή η επίγνωση κατοικεί σε μια κατάσταση που φαίνεται χαοτική στην εξωτερική παρατήρηση. Είναι το χάος όχι της αταξίας αλλά της προ-τάξης, το γόνιμο κενό από το οποίο αναδύεται η γνήσια δημιουργία, το σκοτάδι που προηγείται και καθιστά δυνατή κάθε εκδήλωση φωτός.

Οι συνηθισμένοι άνθρωποι λάμπουν με τη φωτεινότητα της αντανακλώμενης γνώσης, η νοημοσύνη τους γυαλίζει με δανεισμένες έννοιες και πρόβες συμπεράσματα. Φαίνονται γεμάτοι διάκριση, ικανοί να κάνουν λεπτές διακρίσεις και υποτίτλους επιχειρηματολογίες. Οι νοητικές τους ικανότητες λειτουργούν με εντυπωσιακή αποδοτικότητα, ταξινομώντας την εμπειρία σε τακτοποιημένες κατηγορίες, αρχειοθετώντας αντιλήψεις σε προκαθορισμένες δομές.

Αλλά ο μύστης φαίνεται σκοτεινιασμένος — τυλιγμένος σε ένα σκοτάδι που είναι στην πραγματικότητα ένα διαφορετικό είδος φωτισμού. Αυτός φαίνεται θαμπός και μπερδεμένος σύμφωνα με τα πρότυπα της κοσμικής εξυπνάδας, ανίκανος ή απρόθυμος να συμμετάσχει στις κοφτερές διακρίσεις που οι άλλοι κάνουν τόσο εύκολα. Είναι η θαμπάδα της βαθιάς απλότητας, η σύγχυση που αναδύεται όταν η συνείδηση αρνείται να κατακερματίσει την πραγματικότητα σε τεχνητές διαιρέσεις που κάνουν την συζήτηση εύκολη αλλά την αλήθεια άπιαστη.

Αυτή η φιγούρα φαίνεται να παρασύρεται σε μια απέραντη θάλασσα, να πλέει χωρίς σταθερό προορισμό, να ρίχνεται από ρεύματα που κινούνται σύμφωνα με νόμους πέρα από προσωπικό έλεγχο. Φαίνεται να μην υπάρχει πουθενά για ξεκούραση, κανένα στέρεο έδαφος για να υψωθεί η σημαία της βεβαιότητας. Ενώ οι άλλοι κατέχουν σαφώς καθορισμένες σφαίρες δράσης — τις καριέρες τους, τα έργα τους, τους ρόλους τους στην κοινωνία — αυτός πλέει μέσα στην ύπαρξη φαινόμενος θαμπός και ανίκανος, σαν κάποιον από τα σύνορα που δεν έχει μάθει τους εκλεπτυσμένους τρόπους της μητρόπολης.

Η Θηλάζουσα Μητέρα

Ωστόσο, αυτή η διαφορά από το πλήθος δεν είναι τυχαία ή ατυχής — είναι το ίδιο το σημάδι ενός βαθιού προσανατολισμού προς την πηγή της ύπαρξης καθαυτήν. Αυτό που αυτή η μοναχική φιγούρα εκτιμά πάνω από όλα είναι η «θηλάζουσα μητέρα», εκείνη η πρωταρχική γενετική αρχή από την οποία όλα αναδύονται και στην οποία όλα επιστρέφουν.

Αυτή η θηλάζουσα μητέρα είναι το Απόλυτο καθαυτό, συλληφθέν όχι ως μακρινή υπέρβαση αλλά ως οικεία τροφή, ως η ίδια η ουσία που συντηρεί τη συνείδηση από στιγμή σε στιγμή. Είναι το Τάο, ο Δρόμος, το έδαφος του είναι που δεν μπορεί να συλληφθεί από έννοιες αλλά αποκαλύπτεται συνεχώς σε όσους πλησιάζουν με άδεια χέρια και ανοιχτές καρδιές.

Το να εκτιμά κανείς αυτή τη θηλάζουσα μητέρα σημαίνει να προσανατολίζει ολόκληρη την ύπαρξή του γύρω από μια σχέση με την ιερή πηγή παρά με τα προϊόντα και τα παράγωγα που ρέουν από αυτήν. Σημαίνει να αναζητά τροφή στην αρχική πηγή παρά να γεμίζει τα δοχεία του σε δευτερεύοντα ρυάκια όπου το νερό έχει ήδη χάσει μέρος της φρεσκάδας και της ζωτικότητάς του. Σημαίνει να επιστρέφει, ξανά και ξανά, στο πρωταρχικό κενό που είναι ταυτόχρονα απόλυτη πληρότητα, στη σιωπή που περιέχει όλη τη μουσική, στην ακινησία που περιλαμβάνει όλη την κίνηση.

Η Σοφία Πέρα από τη Σοφία

Αυτός ο προσανατολισμός προς την πηγή παρά προς τις εκδηλώσεις αντιπροσωπεύει μια σοφία που υπερβαίνει τη συνηθισμένη σοφία. Είναι η γνώση που αναδύεται από την άγνοια, η κατανόηση που ανθίζει από την απορία, η σαφήνεια που κρυσταλλώνεται από τη σύγχυση. Εκεί που η συμβατική σοφία συσσωρεύει γνώση, αυτή η βαθύτερη σοφία την απελευθερώνει. Εκεί που η συνηθισμένη νοημοσύνη κατασκευάζει περίτεχνα νοητικά συστήματα, αυτή η ιερή απλότητα τα διαλύει.

Ο μύστης αναγνωρίζει ότι κάθε πράξη μάθησης, κάθε προσθήκη στο απόθεμα της γνώσης, κάθε τελειοποίηση της διανοητικής δεξιότητας, μπορεί να γίνει άλλο ένα στρώμα διαχωρισμού από την άμεση εμπειρία της πραγματικότητας. Ο νους χτίζει τα κάστρα του από έννοιες και θεωρίες, και αυτές οι δομές, όσο κομψές και εντυπωσιακές, ρίχνουν σκιές που σκιάζουν την άμεση παρουσία του Θείου.

Έτσι, η πνευματική πορεία συχνά περιλαμβάνει μια προοδευτική απλοποίηση, μια απογύμνωση από τα συσσωρευμένα συντρίμμια της μάθησης μέχρι η συνείδηση να σταθεί γυμνή μπροστά στην ύπαρξη καθαυτήν. Αυτό δεν είναι αντι-διανοητισμός αλλά μια κίνηση προς μια νοημοσύνη πιο θεμελιώδη από τον διανοητικό νου, προς μια γνώση που δεν εξαρτάται από το να παραμένουν ο γνωρίζων και το γνωστό ξεχωριστά.

Η Ιερή Κενότητα

Στα βάθη της στοχαστικής πρακτικής, ο ασκούμενος ανακαλύπτει ένα κενό που είναι παραδόξως η πληρέστερη δυνατή κατάσταση. Αυτό δεν είναι το κενό της στέρησης αλλά το κενό της δυνατότητας — σαν το κοίλο ενός μπολ που το κάνει χρήσιμο, σαν τον χώρο μέσα σε ένα δωμάτιο που το κάνει κατοικήσιμο. Ο νους αδειασμένος από τις φρενήρεις συσσωρεύσεις του γίνεται δοχείο ικανό να δεχθεί το άπειρο.

Αυτό το κενό εκδηλώνεται ως ένα ιδιόμορφο είδος φτώχειας, μια πνευματική ένδεια που είναι ταυτόχρονα υπέρτατος πλούτος. Το να μην κατέχει κανείς τίποτα στο βασίλειο της εννοιολογικής βεβαιότητας σημαίνει να κατέχει τα πάντα στο βασίλειο της άμεσης παρουσίας. Το να μην διεκδικεί σταθερή θέση σημαίνει να είναι ελεύθερος να καταλάβει οποιαδήποτε θέση. Το να μην υπερασπίζεται καμία συγκεκριμένη ερμηνεία σημαίνει να παραμένει ανοιχτός στη συνεχή αποκάλυψη της αλήθειας.

Τα πλήθη προσκολλώνται στις κτήσεις τους — τις γνώμες τους, τις πεποιθήσεις τους, τις προσεκτικά κατασκευασμένες ταυτότητές τους — και σε αυτή την προσκόλληση βρίσκουν μια προσωρινή αίσθηση ασφάλειας. Αλλά ο μύστης απελευθερώνει αυτές τις κτήσεις και ανακαλύπτει στην απελευθέρωση μια ασφάλεια πολύ πιο βαθιά: την ασφάλεια εκείνου που αναπαύεται στην αγκαλιά της θηλάζουσας μητέρας, συντηρούμενος όχι από προσωπικό επίτευγμα αλλά από την άνευ όρων γενναιοδωρία της ύπαρξης καθαυτήν.

Η Πορεία της Ιερής Μωρίας

Το να βαδίζει κανείς αυτή την πορεία απαιτεί προθυμία να φαίνεται μωρός στα μάτια του κόσμου. Ο πνευματικός υποψήφιος πρέπει να είναι έτοιμος να εγκαταλείψει τη λαμπρή εμφάνιση της νοημοσύνης, να παραιτηθεί από την ικανοποίηση του να γίνεται κατανοητός και εγκρινόμενος από το πλήθος, να κατοικεί σε μια απλότητα που οι εκλεπτυσμένες διάνοιες ερμηνεύουν ως απλοϊκότητα.

Αυτή η ιερή μωρία δεν είναι η μωρία της άγνοιας αλλά η μωρία της υπερβαμένης γνώσης. Είναι η μωρία εκείνου που έχει περάσει μέσα από τη μάθηση και έχει αναδυθεί από την άλλη πλευρά, κουβαλώντας όχι το βάρος των συσσωρευμένων γεγονότων αλλά την ελαφρότητα της άμεσης αντίληψης. Είναι η μωρία που γιορτάζεται σε μυστικές παραδόσεις σε όλους τους πολιτισμούς — ο άγιος τρελός, ο θεϊκός ηλίθιος, ο αθώος του οποίου η απλότητα κρύβει υπέρτατη σοφία.

Οι λαμπροί και νοήμονες παραμένουν παγιδευμένοι στη φυλακή της δικής τους εξυπνάδας, ανίκανοι να αντιληφθούν πραγματικότητες που δεν ταιριάζουν στα εννοιολογικά τους πλαίσια. Αλλά ο φαινομενικά θαμπός και μπερδεμένος μύστης κινείται ελεύθερα μέσα σε διαστάσεις εμπειρίας που παραμένουν για πάντα κλειστές σε όσους επιμένουν να κατανοούν τα πάντα μέσω λογικής ανάλυσης.

Η Επιστροφή στις Αρχές

Στην καρδιά της μυστικής συνείδησης βρίσκεται μια συνεχής επιστροφή στις αρχές, ένα αέναο επιστρέφω στο σπίτι προς την πηγή. Αυτό δεν είναι παλινδρόμηση σε βρεφικές καταστάσεις αλλά ανάκτηση της παρθένας επίγνωσης που προηγείται της επικάλυψης από κοινωνική προσαρμογή και εννοιολογική μάθηση. Το βρέφος που δεν έχει ακόμη χαμογελάσει κοινωνικά χαμόγελα κατέχει μια ποιότητα καθαρής παρουσίας που οι ενήλικες έχουν γενικά χάσει — και την οποία ο μύστης επιδιώκει να ανακτήσει σε υψηλότερο επίπεδο ενσωμάτωσης.

Αυτή η επιστροφή απαιτεί απελευθέρωση όλων όσων έχουν αποκτηθεί στο ταξίδι μακριά από την πηγή. Κάθε επίτευγμα πρέπει να αφεθεί, κάθε ταυτότητα να αμφισβητηθεί, κάθε βεβαιότητα να παραδοθεί. Η πνευματική πορεία συχνά μοιάζει με συστηματική απώλεια όλων όσων ο κόσμος θεωρεί πολύτιμα — μέχρι ο αναζητητής να ανακαλύψει ότι αυτό που φαινόταν ως απώλεια ήταν στην πραγματικότητα απελευθέρωση, αυτό που έμοιαζε με φτώχεια ήταν απεριόριστος πλούτος.

Η θηλάζουσα μητέρα περιμένει όσους επιστρέφουν με άδεια χέρια. Δεν ζητά τίποτα από τα παιδιά της παρά να έρθουν όπως είναι, χωρίς προσποίηση ή παράσταση, χωρίς τις διακοσμημένες μάσκες που απαιτεί η κοινωνική ζωή. Τρέφει όχι σύμφωνα με αξία ή επίτευγμα αλλά σύμφωνα με ανάγκη και δεκτικότητα. Και η τροφή της ικανοποιεί με τρόπους που κανένα κοσμικό συμπόσιο δεν μπορεί ποτέ.

Η Ειρήνη Πέρα από την Κατανόηση

Στο τέλος, η σοφία της άγνοιας οδηγεί σε μια ειρήνη που υπερβαίνει την κατανόηση — όχι επειδή είναι ακατανόητη αλλά επειδή υπερβαίνει τον τρόπο συνείδησης που επιδιώκει να κατανοήσει. Αυτή η ειρήνη αναδύεται όταν η φρενήρης αναζήτηση γνώσης παύει, όταν ο νους σταματά την ανήσυχη κίνησή του και εγκαθίσταται σε νηνεμία, όταν η συνείδηση αναγνωρίζει τη φύση της ως καθρέφτη παρά ως συσσωρευτή.

Η φαινομενική νωθρότητα του μύστη κρύβει βαθιά ζωτικότητα. Η φαινομενική σύγχυσή του καλύπτει κρυστάλλινη σαφήνεια. Η φαινομενική φτώχεια του φιλοξενεί άπειρο πλούτο. Και η φαινομενική μωρία του αποδεικνύει σοφία που οι κοσμικά σοφοί δεν μπορούν να συλλάβουν.

Το να εκτιμά κανείς τη θηλάζουσα μητέρα πάνω από όλα σημαίνει να προσανατολίζει ολόκληρη την ύπαρξή του γύρω από σχέση με την ιερή πηγή. Σημαίνει να επιλέγει το είναι αντί του έχειν, την παρουσία αντί της συσσώρευσης, το βάθος αντί του πλάτους. Σημαίνει να αναγνωρίζει ότι τα προβλήματα που συνοδεύουν τη μάθηση δεν είναι τυχαία στη διαδικασία μάθησης αλλά εγγενή σε αυτήν — και ότι η αποκήρυξή τους ανοίγει μονοπάτια σε διαστάσεις κατανόησης που η εννοιολογική γνώση δεν μπορεί ποτέ να προσεγγίσει.

Αυτή είναι η πρόσκληση που απευθύνεται σε κάθε ψυχή: να απελευθερώσει το βάρος της συσσωρευμένης μάθησης, να αγκαλιάσει την ιερή φτώχεια του μη-γνωρίζειν, να εμπιστευθεί τη θηλάζουσα μητέρα που συντηρεί όλη την ύπαρξη. Σε αυτή την απελευθέρωση και αυτή την εμπιστοσύνη, η συνείδηση ανακαλύπτει την αληθινή της φύση ως αχώριστη από το Απόλυτο, ως πάντα ήδη βυθισμένη στην Θεϊκή παρουσία που καμία ποσότητα μάθησης δεν μπορεί να φέρει πιο κοντά και καμία ποσότητα άγνοιας να απομακρύνει.

Το πλήθος θα συνεχίσει τις γιορτές του, ασφαλές στις κτήσεις του και περήφανο για τα επιτεύγματά του. Αλλά η μοναχική φιγούρα θα συνεχίσει να πλέει στην άπειρη θάλασσα, φαινόμενη πτοημένη αλλά εσωτερικά συντηρούμενη, φαινόμενη να έχει χάσει τα πάντα αλλά στην πραγματικότητα να κατέχει το ένα απαραίτητο — την οικεία σύνδεση με την πηγή όλων όσων υπάρχουν.

ΤΟ ΙΕΡΟ ΚΑΤΩΦΛΙ: Μια Μυστική Στοχαστική Προσέγγιση στην Απόγνωση του Αρτζούνα

Κεφάλαιο III — Η Κατάβαση στην Άβυσσο της Καρδιάς

I. Η Ερώτηση που Δεν Μπορεί να Μείνει Αναπάντητη

Υπάρχει μια στιγμή στη ζωή κάθε ψυχής που αναζητά, όταν οι ερωτήσεις που πάντα κουβαλούσε —ήσυχα, σχεδόν ασυνείδητα— ξεσπούν σε πλήρη και τρομερή φλόγα. Δεν πρόκειται για τις διαχειρίσιμες ερωτήσεις της φιλοσοφίας, που τις εξετάζεις με την ησυχία σου και τις αφήνεις στην άκρη όταν σε καλεί το δείπνο. Πρόκειται για τις ερωτήσεις που αναδύονται από τον ίδιο τον μυελό της ύπαρξης, εκείνες που, όταν τεθούν με ειλικρίνεια, αλλάζουν τα πάντα ό,τι αγγίζουν. Ακριβώς μια τέτοια ερώτηση —ή μάλλον, ένας ολόκληρος αστερισμός ερωτήσεων— ξεσπά από τον λαιμό του Αρτζούνα καθώς στέκεται ανάμεσα στους δύο στρατούς στο πεδίο του Κουρουξέτρα, με ένα τόξο εξαιρετικής δύναμης χαλαρό στα χέρια που έχουν ξεχάσει πώς να το κρατούν.

«Τι αξίζει να υποφέρει κανείς γι’ αυτό;» Τα λόγια του Αρτζούνα ηχούν πάνω από την πεδιάδα, αλλά ηχούν ακόμα πιο βαθιά μέσα στο εσωτερικό τοπίο κάθε ανθρώπου που έχει ποτέ αντιμετωπίσει την άβυσσο της αληθινής ηθικής αβεβαιότητας. Μιλάει για βασίλεια —βασίλεια για τα οποία πολέμησε, ονειρεύτηκε, θυσίασε το μισό της ζωής του για να τα ανακτήσει. Όμως, σε αυτή τη στιγμή, εκείνα τα βασίλεια έχουν χάσει τη βαρύτητά τους. Αιωρούνται μπροστά του σαν αντικείμενα που τα βλέπει κανείς μέσα στον πυρετό, πραγματικά και όμως με κάποιον τρόπο δίπλα στο θέμα. Ο θρόνος που κάποτε ποθούσε φαίνεται, μέσα στην σκληρή διαύγεια αυτής της στιγμής, χτισμένος από τα κόκαλα όλων όσων αγάπησε ποτέ. Και μπροστά σε τέτοιο όραμα, η όρεξη για νίκη απλώς εξανεμίζεται.

Αυτό που βιώνει ο Αρτζούνα αυτή τη στιγμή είναι κάτι που οι μεγάλες στοχαστικές παραδόσεις του κόσμου έχουν αναγνωρίσει και χαρτογραφήσει με εξαιρετική προσοχή: η κατάρρευση των κινητοποιητικών μυθευμάτων που συντηρούν την καθημερινή ζωή. Κάθε άνθρωπος, για να λειτουργεί μέσα στον κόσμο, κουβαλά ένα σύνολο πεποιθήσεων —για το τι έχει σημασία, τι αξίζει να κυνηγήσει, τι συνιστά επιτυχία και αποτυχία, τιμή και ντροπή. Αυτές οι πεποιθήσεις δεν εξετάζονται καθημερινά· λειτουργούν κάτω από το κατώφλι της συνειδητής εξέτασης, σχηματίζοντας την αόρατη αρχιτεκτονική μιας ζωής. Όμως υπάρχουν στιγμές —απώλειας, ακρότητας, ξαφνικής και συντριπτικής διαύγειας— όταν αυτή η αρχιτεκτονική αποκαλύπτεται, όταν η ψυχή φέρνεται πρόσωπο με πρόσωπο με τα ίδια της τα θεμέλια και τα βρίσκει ανεπαρκή. Αυτή είναι μια τέτοια στιγμή για τον Αρτζούνα. Η σκαλωσιά της κοσμικής του ταυτότητας έχει καταρρεύσει, και πέφτει μέσα στο κενό, ψάχνοντας για στηρίγματα που δεν υπάρχουν πια.

II. Η Ανατομία της Ιερής Θλίψης

Θα ήταν βαθιά παρανόηση αυτής της στιγμής να απορρίψουμε τη θλίψη του Αρτζούνα ως απλή συναισθηματικότητα —ως κατανοητή αλλά τελικά υπερβάσιμη απροθυμία ενός πολεμιστή να βλάψει αυτούς που αγαπά. Η ίδια η Γκίτα, με τη σοφία της δομής της, δεν την απορρίπτει έτσι. Αφιερώνει ολόκληρο ένα κεφάλαιο —το πρώτο κεφάλαιο ενός κειμένου που περιέχει δεκαοκτώ— στην πλήρη ανάπτυξη αυτής της θλίψης, σαν να λέει σε κάθε αναγνώστη σε κάθε εποχή: κοίταξε προσεκτικά εδώ. Μην βιάζεσαι να περάσεις. Αυτό που συμβαίνει εδώ δεν είναι εμπόδιο στη διδασκαλία· είναι το απαραίτητο έδαφος της διδασκαλίας.

Γιατί η θλίψη του Αρτζούνα δεν είναι απλώς προσωπική. Στο βαθύτερο επίπεδό της, είναι η θλίψη της ίδιας της συνείδησης —η θλίψη ενός όντος που έχει ξυπνήσει, έστω και για λίγο και επώδυνα, στο πραγματικό κόστος της ύπαρξης στον χρόνο και στη μορφή. Βλέπει τον Μπχίσμα —εκείνον τον μεγαλοπρεπή γέροντα του οποίου το ίδιο το όνομα παραπέμπει στη σανσκριτική ρίζα για το τρομερό ή το δέος— και δεν βλέπει έναν στρατηγικό εμπόδιο, αλλά έναν παππού: έναν άνθρωπο που τον κουνούσε στα γόνατά του, που τον δίδαξε, που είναι υφασμένος μέσα στον ίδιο τον ιστό του εσωτερικού του κόσμου. Βλέπει τον Ντρόνα, τον δάσκαλό του, τον άνθρωπο του οποίου τα χέρια πρώτα διαμόρφωσαν το κράτημα των δαχτύλων του νεαρού Αρτζούνα γύρω από το τόξο, που ψιθύρισε τα πρώτα μυστικά της τοξοβολίας στα αυτιά ενός αγοριού που δεν ήξερε ακόμα τι θα κόστιζε η κυριαρχία. Το να καταστρέψει τέτοιους ανθρώπους δεν είναι απλώς στρατιωτική πράξη. Είναι πράξη αυτοκαταστροφής, γιατί είναι μέρος του τι είναι ο Αρτζούνα.

Εδώ η μυστική παράδοση μιλά με ησυχία επείγουσα: το εαυτό δεν είναι αυτό που φανταζόμαστε. Δεν είμαστε απομονωμένες μονάδες συνείδησης που κινούνται μέσα σε έναν κόσμο ξεχωριστών αντικειμένων. Είμαστε, μάλλον, κόμβοι σε ένα τεράστιο και φωτεινό δίχτυ σχέσεων, συγκροτημένοι από τις συνδέσεις μας εξίσου, αν όχι περισσότερο, όσο από οποιαδήποτε εσωτερική ουσία. Όταν ο Αρτζούνα σαρώνει το πεδίο της μάχης και βλέπει τους δικούς του ανθρώπους, δεν κάνει απλώς ένα συναισθηματικό απογραφή. Παρατηρεί, με ξαφνική και τρομερή διαύγεια, το πλήρες εύρος του τι είναι πραγματικά το εαυτό —πόσο πλατιά εκτείνεται, πόσο βαθιά είναι μπλεγμένο με άλλες ψυχές, πόσο μεγάλο μέρος αυτού που λέμε «εγώ» είναι φτιαγμένο από τα πρόσωπα εκείνων που αγαπάμε. Σε αυτή την αναγνώριση βρίσκεται όχι αδυναμία αλλά σοφία· όχι δειλία αλλά η αρχή μιας ριζικής και μεταμορφωτικής ειλικρίνειας.

Και όμως η θλίψη δεν σταματά εκεί. Ο Αρτζούνα μιλά επίσης για την καταστροφή των οικογενειών, για τη διάλυση των αρχαίων δαρμικών παραδόσεων, για τους προγόνους που περιπλανώνται χωρίς τις προσφορές που τους συντηρούν στον κόσμο πέρα από τον θάνατο. Μεταβαίνοντας από την προσωπική απώλεια στις κοσμικές συνέπειες, ο θρήνος του ανοίγει σε κάτι υπερπροσωπικό —τη θλίψη όχι μόνο ενός ανθρώπου αλλά του ίδιου του πολιτισμού, του μεγάλου διαγενεακού υφάσματος υποχρέωσης, μνήμης και φροντίδας που συνιστά αυτό που οι άνθρωποι εννοούν με τη λέξη «σπίτι». Δεν κάνει λάθος που το νιώθει. Δεν πλανάται. Ο κόσμος όντως κρέμεται σε μια κλωστή στο Κουρουξέτρα. Αυτό που δεν έχει ακόμα κατανοήσει —αυτό που ολόκληρη η Γκίτα θα του ξεδιπλώσει— είναι η φύση της κλωστής στην οποία κρέμεται.

III. Η Σκοτεινή Νύχτα — Ανατολή και Δύση

Οι μεγάλοι μύστες των στοχαστικών παραδόσεων του κόσμου έχουν περιγράψει, ο καθένας στη δική του γλώσσα και με τις δικές του εικόνες, ακριβώς αυτό το ίδιο κατώφλι στο οποίο στέκεται τώρα ο Αρτζούνα. Ο Άγιος Ιωάννης του Σταυρού — San Juan de la Cruz — γράφοντας στο χρυσό λυκόφως του 16ου αιώνα στην Ισπανία, περιέγραψε τη «noche oscura del alma», τη σκοτεινή νύχτα της ψυχής, ως την απαραίτητη κάθαρση που περνά ο στοχαστής στο δρόμο προς την ένωση με το θείο. Σε αυτή τη σκοτεινή νύχτα, όλες οι παρηγοριές με τις οποίες η ψυχή συντηρούσε προηγουμένως την πνευματική της ζωή αποσύρονται. Η οικεία αίσθηση της παρουσίας του Θεού εξαφανίζεται. Η προσευχή φαίνεται κενή. Οι ευσεβείς πρακτικές που κάποτε έμοιαζαν να φέρνουν κοντά στο ιερό τώρα φαίνονται κούφιες, μηχανικές, άσκοπες. Η ψυχή γδύνεται από όλα όσα είχε μπερδέψει με το θείο, ώστε να μπορέσει να συναντήσει το ίδιο το θείο.

Οι Σούφι δάσκαλοι μιλούσαν για fana — αφανισμό — ως την μεγάλη πύλη του μυστικού δρόμου. Το εγώ, με όλες τις κατασκευές του ταυτότητας, υπερηφάνειας, προτιμήσεων και επιθυμιών, πρέπει να διαλυθεί πριν το φως του Αγαπημένου εισχωρήσει πλήρως. Αυτή η διάλυση δεν είναι ευχάριστη. Από κάθε μαρτυρία όσων την έχουν βιώσει, βιώνεται ως μορφή θανάτου — ο θάνατος όλων όσων θεωρούσε κανείς ότι είναι ο εαυτός του, ο θάνατος του κόσμου όπως τον γνώριζε. Και όμως —εδώ η παραδοξότητα βαθαίνει— ακριβώς αυτός ο θάνατος είναι η προϋπόθεση για μια νέα και πιο φωτεινή ζωή. Ο Σούφι ποιητής Ρουμί, που γνώριζε καλά την περιοχή της ιερής αφάνισης, μιλούσε για το κλάμα του καλαμιού ως τον ίδιο τον ήχο αυτής της λαχτάρας: το κλάμα του χωρισμού που είναι αχώριστο από την επιθυμία για ένωση.

Στην εβραϊκή μυστική παράδοση της Καμπάλα, η έννοια του tzimtzum περιγράφει την πρωταρχική συστολή του θείου φωτός που δημιουργεί χώρο για τη δημιουργία —μια απόσυρση που είναι ταυτόχρονα και πρόσκληση. Και μέσα στο ταξίδι της ψυχής υπάρχουν αντίστοιχες στιγμές συστολής, θεϊκής απόσυρσης, που δημιουργούν χώρο για μια νέα και πιο αυθεντική επέκταση. Ο Ψαλμωδός, που κραυγάζει από τα βάθη —«De profundis clamavi ad te, Domine»— από τα βάθη σε επικαλέστηκα, Κύριε — γνωρίζει αυτό το έδαφος. Το ίδιο και το Βιβλίο του Ιώβ, του οποίου ο πρωταγωνιστής γδύνεται από τα πάντα με τα οποία η συνηθισμένη ανθρώπινη αξιοπρέπεια συντηρείται, και βρίσκει, ακριβώς στα βάθη αυτής της γύμνωσης, μια συνάντηση με το θείο που καμία παρηγοριά δεν θα μπορούσε να είχε κάνει δυνατή.

Ο Αρτζούνα στέκεται στο ίδιο αρχαίο και καθολικό έδαφος. Το τόξο του πέφτει —και πέφτοντας, γίνεται το πιο σημαντικό τόξο σε όλη την πνευματική λογοτεχνία. Όχι εξαιτίας αυτού που θα επιτύχει στις μάχες που έρχονται, αλλά εξαιτίας αυτού που η πτώση του καθιστά δυνατό: το άνοιγμα της καρδιάς σε ριζική ευαλωτότητα, την έκθεση της ψυχής στη πιο αληθινή και απροστάτευτη μορφή της, τη δημιουργία μιας σιωπής αρκετά μεγάλης ώστε να δεχτεί τη διδασκαλία που το σύμπαν περίμενε, μέσα από όλες τις μακριές εποχές της ανθρώπινης σύγχυσης, να προσφέρει.

IV. Το Σώμα ως Ιερό Κείμενο

Ένα από τα πιο αξιοσημείωτα χαρακτηριστικά της κατάβασης του Αρτζούνα στην άβυσσο είναι ο τρόπος με τον οποίο αυτή γράφεται πάνω στο σώμα του. Δεν σκέφτεται απλώς τον τρόπο προς την απόγνωση, ούτε τη νιώθει ως καθαρά συναισθηματική καταιγίδα που περνά από τη συνείδησή του. Η θλίψη και η σύγχυση αυτού του ιερού κατωφλίου εκδηλώνονται στη σάρκα του με την αμεσότητα της αποκάλυψης: τα μέλη του τρέμουν, ο λαιμός του είναι ξερός, το δέρμα του καίει, τα μάτια του θολώνουν από την υγρασία, οι τρίχες του σηκώνονται όρθιες σαν να έχουν ηλεκτριστεί από το μέγεθος αυτού που αντιμετωπίζει. Το μεγάλο τόξο Γκάντιβα —του οποίου το όνομα αντηχεί με τη σανσκριτική λέξη για «αυτό που τραγουδά στη μάχη», το όργανο της δόξας του και της πιο ολοκληρωμένης ταυτότητάς του— γλιστρά από δάχτυλα που το κρατούσαν σταθερά μέσα από χίλιες δοκιμασίες.

Οι μυστικές παραδόσεις του σώματος —από τη σωματική σοφία του Τάντρα μέχρι τη χριστιανική θεολογία της ενσάρκωσης, από την ταοϊστική κατανόηση του τσι μέχρι την ιθαγενή γνώση της αναπνοής ως ιερού— όλες συγκλίνουν σε μια αλήθεια που η ορθολογιστική διάθεση τείνει να παραβλέπει: το σώμα δεν είναι απλώς το δοχείο της πνευματικής εμπειρίας· είναι το μέσο μέσω του οποίου η πνευματική αλήθεια γίνεται δεκτή, επεξεργάζεται και ενσωματώνεται. Όταν η ψυχή στέκεται στο κατώφλι της μεταμόρφωσης, το σώμα το γνωρίζει. Τρέμει. Ιδρώνει. Ανοίγει και συστέλλεται. Καταγράφει, στη δική του εύγλωττη γλώσσα της αίσθησης, το μέγεθος αυτού που ο νους και η καρδιά μόλις αρχίζουν να κατανοούν.

Τα τρεμάμενα μέλη του Αρτζούνα δεν είναι συμπτώματα αδυναμίας που πρέπει να ξεπεραστούν με εφαρμογή θέλησης. Είναι η ειλικρινής και κατάλληλη απάντηση του σώματος στην παρουσία του ιερού. Κάθε παράδοση που έχει καλλιεργήσει γνήσιο βάθος στοχασμού έχει αναγνωρίσει το φαινόμενο: το τρέμουλο του ευσεβούς μπροστά στη θεϊκή πραγματικότητα, τα δάκρυα που αναβλύζουν αβίαστα στη βαθιά προσευχή, η σωματική ακινησία που κατεβαίνει στον διαλογιζόμενο καθώς ο εννοιολογικός νους σωπαίνει, η ζεστασιά στο στήθος που οι χριστιανοί μύστες συνέδεαν με την παρουσία του Αγίου Πνεύματος, το τρέμουλο του Σούφι δερβίση χαμένου στην έκσταση του dhikr. Το σώμα είναι το όργανο πάνω στο οποίο το θείο παίζει την πιο οικεία μουσική του. Όταν τρέμει, κάτι πραγματικό συμβαίνει.

Και έτσι, όταν ο Αρτζούνα βυθίζεται στο δάπεδο του άρματος —εκείνου του βασιλικού οχήματος που το σέρνουν θεϊκά λευκά άλογα, καθοδηγούμενο από το χέρι του Απόλυτου— εκτελεί, στον φυσικό χώρο, τη χειρονομία που κάθε γνήσια πνευματική φιλοδοξία πρέπει τελικά να κάνει. Κατεβαίνει. Χαμηλώνει τον εαυτό του. Εγκαταλείπει την όρθια στάση του πολεμιστή, τη στάση της κυριαρχίας, του ελέγχου και της ετοιμότητας για δράση, και επιτρέπει στον εαυτό του να είναι, για αυτή τη στιγμή, απλώς ένας άνθρωπος με όλο το βάρος της ανθρωπιάς του: μπερδεμένος, θλιμμένος, καταβεβλημένος, ανίκανος. Στη γλώσσα της ενσαρκωμένης πνευματικής σοφίας, αυτή η κατάβαση δεν είναι ήττα. Είναι προετοιμασία. Ο σπόρος πρέπει να μπει στη γη πριν ανέβει στο φως.

V. Η Άβυσσος ως Δάσκαλος

Υπάρχει μια ποιότητα στα βαθύτερα είδη ανθρώπινου πόνου που οι συνηθισμένες καταγραφές της εμπειρίας δεν μπορούν να συλλάβουν πλήρως — μια ποιότητα ριζικής απογύμνωσης, έκθεσης, οδηγίας στο ίδιο το βράχο της ύπαρξής μας και αναγκαστικής αντιμετώπισης αυτού που πραγματικά υπάρχει εκεί. Οι φιλόσοφοι και θεολόγοι της αποφατικής παράδοσης —εκείνοι που προσεγγίζουν το ιερό μέσω της άρνησης, μέσω της προοδευτικής αφαίρεσης όλων όσων το θείο δεν είναι— μιλούν γι’ αυτή τη διαδικασία με μεγάλο σεβασμό. Είναι στην άβυσσο, επιμένουν, που συμβαίνουν οι πιο πραγματικές συναντήσεις. Είναι όταν έχουν απομακρυνθεί όλα τα βολικά μεσολαβητικά στοιχεία ανάμεσα στην ψυχή και την υπέρτατη πραγματικότητα, που η συνάντηση με το πιο πραγματικό γίνεται δυνατή.

Για τον Αρτζούνα, η άβυσσος στην οποία κατεβαίνει σε αυτό το πρώτο κεφάλαιο είναι η άβυσσος της αυτογνωσίας —η γνώση του πόσο βαθιά είναι προσκολλημένος, πόσο πλήρως η ταυτότητά του είναι δεμένη με σχέσεις, ρόλους και αποτελέσματα που δεν μπορεί πραγματικά να ελέγξει. Έχει χτίσει τον εαυτό του πάνω σε ορισμένες βεβαιότητες: ότι είναι πολεμιστής, ότι η υπόθεσή του είναι δίκαιη, ότι η νίκη είναι επιθυμητή, ότι η αγάπη των δικών του και η δύναμη του βραχίονα του θα αρκούν για να πλοηγηθεί σε όποιες προκλήσεις παρουσιάζει η ύπαρξη. Σε μια μοναδική συνεχή ματιά πάνω από το πεδίο της μάχης, όλες αυτές οι βεβαιότητες διαλύονται. Μένει με αυτό που η παράδοση Ζεν αποκαλεί «νου αρχάριου» —όχι με την γλυκιά, εκούσια έννοια της προσέγγισης μιας νέας πρακτικής με ανοιχτότητα και ταπεινότητα, αλλά με την ωμή, ακούσια, τρομακτική έννοια του να έχει αφαιρεθεί ό,τι νόμιζε ότι ήξερε, αφήνοντάς τον γυμνό μπροστά στο ερώτημα του τι είναι πραγματικά πραγματικό.

Και είναι εδώ —ακριβώς εδώ, στα βάθη αυτής της αβύσσου— που το μεγαλύτερο δώρο της Μπαγκαβάτ Γκίτα γίνεται δυνατό. Γιατί η διδασκαλία που ο Κρίσνα πρόκειται να προσφέρει δεν μπορεί να γίνει δεκτή από έναν άνθρωπο που πιστεύει ότι ήδη γνωρίζει. Δεν μπορεί να εισέλθει σε μια ψυχή θωρακισμένη με την πανοπλία της βεβαιότητας. Δεν μπορεί να διαπεράσει τις προσεκτικές κατασκευές με τις οποίες το εγώ διατηρεί την κυριαρχία του στον εσωτερικό κόσμο. Μόνο όταν αυτές οι κατασκευές έχουν διαρραγεί —όταν η πανοπλία έχει συντριβεί από τη θλίψη— μπορεί η διδασκαλία να βρει τον στόχο της. Η άβυσσος, με αυτή την έννοια, δεν είναι εχθρός του φωτισμού. Είναι η απαραίτητη προϋπόθεσή του, η ιερή γεωγραφία του, το σκοτεινό και γόνιμο έδαφος από το οποίο θα αναδυθεί ο λωτός της σοφίας.

Η μεγάλη ινδική φιλοσοφική παράδοση μιλά για vairagya —απάθεια ή απόσπαση— ως μία από τις βασικές προϋποθέσεις της γνήσιας πνευματικής έρευνας. Όμως το vairagya δεν είναι κάτι που ο νους μπορεί απλώς να αποφασίσει να αποκτήσει. Δεν είναι επίτευξη της θέλησης. Αναδύεται όταν τα πράγματα του κόσμου έχουν, μέσω του βάρους της εμπειρίας, αποκαλύψει την αδυναμία τους να ικανοποιήσουν τις βαθύτερες πείνες της ψυχής. Ο Αρτζούνα δεν αναζήτησε το vairagya. Χτυπήθηκε από αυτό, αιφνιδιάστηκε από αυτό, στη λιγότερο αναμενόμενη και πιο κρίσιμη στιγμή της ζωής του. Η θλίψη που τον αποσυναρμολογεί είναι επίσης, στη βαθιά ειρωνεία της πνευματικής μεταμόρφωσης, η χάρη που τον προετοιμάζει. Δεν το γνωρίζει ακόμα. Δεν μπορεί να δει, μέσα στο σκοτάδι της αβύσσου, το φως που περιμένει στο μακρινό τέλος του ταξιδιού του. Όμως ο αναγνώστης που προσεγγίζει αυτό το κείμενο από τη σκοπιά του όλου —που γνωρίζει ότι δεκαοκτώ κεφάλαια φωτεινής σοφίας ακολουθούν από αυτή τη στιγμή κατάρρευσης— μπορεί να δει αυτό που ο Αρτζούνα δεν μπορεί: ότι πέφτει, ναι, αλλά πέφτει προς τα πάνω.

Και έτσι η κατάβαση συνεχίζεται. Το τόξο μένει ακίνητο. Το άρμα στέκεται ακίνητο ανάμεσα στους στρατούς, κρατημένο σε μια αναστολή που μοιάζει ταυτόχρονα γεωλογική και θαυμαστή, σαν ο ίδιος ο χρόνος να έχει σταματήσει για να τιμήσει το μέγεθος αυτού που συμβαίνει. Και δίπλα στον Αρτζούνα, υπομονετικός σαν τον ουρανό, ανεξάντλητος σαν τον ωκεανό, τρυφερός όπως μόνο το Απόλυτο μπορεί να είναι τρυφερό —ο ηνίοχος περιμένει. Αυτός που είναι η πηγή και ο συντηρητής όλης της ύπαρξης περιμένει. Περιμένει όπως πάντα περίμενε, μέσα από κάθε σκοτεινή νύχτα κάθε ψυχής που έχει ποτέ τρέμει στο χείλος της δικής της μεταμόρφωσης. Περιμένει γιατί γνωρίζει —όπως ο Αρτζούνα δεν γνωρίζει ακόμα— ότι η σιωπή στο βάθος της αβύσσου δεν είναι κενή. Είναι γεμάτη. Είναι, στην πραγματικότητα, η πληρότητα από την οποία προκύπτουν όλα τα πράγματα, το έδαφος της ύπαρξης που καμία θλίψη δεν μπορεί να μειώσει και κανένα σκοτάδι δεν μπορεί να σβήσει. Σε εκείνη την πληρότητα, σε εκείνη τη σιωπή, σε εκείνη την ανεξάντλητη παρουσία αναμονής —η διδασκαλία αρχίζει.

«Πέφτει, ναι —αλλά πέφτει προς τα πάνω.»

Φοβάμαι ότι είμαστε υπερβολικά υπάκουοι για ν’ αλλάξουμε τον κόσμο

Φοβάμαι όσα βολέματα βαφτίσαμε ευτυχία, τις σκηνές με δανεικά κοστούμια και τους ηθοποιούς που απαγγέλουν μηχανικά τα λόγια τους. Φοβάμαι τους σεμνότυφους, που σκορπούν με το τσουβάλι την ηθική τους αλλά μυστικά φθονούν τους Ζορμπάδες του κόσμου μας.

Φοβάμαι τον χρόνο που τρέχει, τις κυλιόμενες σκάλες που μας οδηγούν πιο γρήγορα στη δύση, τους επιβάτες που σπρώχνονται για ένα κάθισμα στο μετρό και για μια θέση στο δημόσιο.

Φοβάμαι τα μάτια που δεν συνοδεύουν τα χαμόγελα, τους τέλειους που πνιγμένοι στο αψεγάδιαστο ποτάμι τους δεν αναθεωρούν, δεν αλλάζουν και δεν βλέπουν πέρα από τη μικροαστική τους μύτη.

Φοβάμαι αυτούς που τα έμαθαν όλα σε τούτη τη ζωή και πια περισπούδαστα και κοφτά απλώς μας τα ανακοινώνουν. Φοβάμαι μήπως ο κόσμος γέμισε από φιλήσυχους ανθρώπους που κοιτούν το σπιτάκι και τη δουλίτσα τους καθώς καρφάκι δεν τους καίγεται για όσες βόμβες προσγειώνονται σε ξένα κεφάλια.

Φοβάμαι εκείνους που περιφέρουν την εθνικότητά τους ως παράσημο υπεροχής και θαρρούν πως το ένδοξο παρελθόν θα τους σώσει από το θρασύδειλο παρόν τους.

Φοβάμαι τους αριστερούς που κατηγορούν τους δεξιούς και τους δεξιούς που στοχοποιούν αριστερούς. Υποψιάζομαι πως οι αντιμαχίες τους αποτελούν το ιδανικό πρόσχημα για να παραμείνουν αμετανόητα ίδιοι, βολεμένοι ωχαδελφιστές που απαιτούν μια δικαιοσύνη για την οποία ουδέποτε αγωνίστηκαν.

Φοβάμαι πως ποσώς μας ενδιαφέρει τελικά να αγωνιστούμε. Επιθυμούμε απλώς να την σκαπουλάρουμε για λίγο ακόμη, να γυαλίσουμε το διαμέρισμά μας και να μοστράρουμε το αυτοκίνητο στον γείτονα.

Φοβάμαι τους γάμους που θυμίζουν συμβόλαια θανάτου, τις βέρες που προχωρούν χέρι χέρι με τις κοινωνικές συμβάσεις και τους χλιαρούς εραστές που βαφτίσαμε αξιοζήλευτες σχέσεις.

Φοβάμαι όσους κόβουν και ράβουν την αφεντιά τους στα μέτρα του συντρόφου τους, αυτούς που για χάρη του άλλου τους μισού δεν έγιναν ποτέ ολόκληροι.

Φοβάμαι τις ψεύτικες ευγένειες, τα επιτηδευμένα χαμόγελα που ξεχειλίζουν πλήξη. Φοβάμαι τους σοβαροφανείς, που μας φορούν καπέλο τα χιλιάδες απωθημένα τους και τους σκληροπυρηνικούς οικογενειάρχες που στηρίζουν τα θεμέλια του σπιτιού τους σε δεσμούς αίματος κι όχι καρδιάς.

Φοβάμαι όσους φίλους δεν αποχαιρετήσαμε την ώρα που έπρεπε, βιώνοντας την πτώση τους στα μάτια μας και την αμήχανη σιωπή στους καφέδες μας. Φοβάμαι εκείνους που μετρούν τα κεράκια στα γενέθλιά μας στριμώχνοντάς μας στα άβολα κοστούμια των ηλικιακών περγαμηνών τους.

Φοβάμαι όσους πιστεύουν πως είμαστε πολύ νέοι ή αδιανόητα μεγάλοι για να διεκδικήσουμε τα όνειρά μας. Ίσως ποτέ τους δεν κάηκαν από τη φλόγα των δικών τους πόθων. Και φοβάμαι πως για κάθε ζωή που δε βιώθηκε στο έπακρο, μια ακόμη πανίσχυρη κατάρα εξαπλώνεται στο σύμπαν κι οι ψυχές δένονται σφιχτότερα στις αλυσίδες τους.

Φοβάμαι τους «φωτισμένους», που επίμονα μας συμβουλεύουν να μένουμε μακριά από τους τοξικούς ανθρώπους. Φοβάμαι ότι δεν αντιληφθήκαμε ακόμη πως τις φλέβες όλων μας κυλά μια κάποια τοξικότητα αφού οι σκιές στήνουν γέφυρα στο φως μας.

Φοβάμαι εκείνους που γυρεύουν επίμονα απαντήσεις μα δεν τολμούν να θέσουν τις καίριες ερωτήσεις. Φοβάμαι μήπως είμαστε υπερβολικά υπάκουοι για ν’ αλλάξουμε τον κόσμο κι αδιανόητα κυνικοί για να τον χρωματίσουμε.

Φοβάμαι πως στην πορεία σκοτώσαμε οριστικά το παιδί μέσα μας, που ήθελε απλώς να παίξει και να μάθει. Πια δεν παίζουμε. Γίναμε ώριμοι. Πια δεν μαθαίνουμε. Δηλώνουμε σοφοί.

Φοβάμαι πως σφιχταγκαλιασμένοι προχωράμε ως το τέλος με τις ψευδαισθήσεις μας. Φοβάμαι ότι τελικά δεν είναι οι άλλοι από τους οποίους πασχίζουμε να κρυφτούμε αλλά ο ίδιος ο εαυτός μας που δεν αντέχουμε ν’ αντικρίσουμε στον καθρέφτη.

Φοβάμαι ότι ταυτιστήκαμε με τις δανεικές πεποιθήσεις, τους σαφείς κανόνες και τις ξύλινες φωνές. Φοβάμαι μήπως χαθούμε προτού στ’ αλήθεια ζήσουμε, προτού αγγίξουμε τον ήλιο με τα δυο μας χέρια, ενωθούμε με το κύμα της θάλασσας και λάμψουμε με τη δύναμη των αστεριών του ουρανού.

Φοβάμαι ότι ποτέ δεν θα θυμηθούμε αυτό που ήδη βαθιά μέσα μας ξέρουμε. Πως γεννηθήκαμε ταξιδιώτες κι αν ένα ταξίδι μονάχα δικαιούμαστε, καλό θα ήταν να αξίζει τα καύσιμά του.

Τι πρέπει να ξέρετε για εκείνους που προτιμούν το ψέμα από την αλήθεια

Για να έχει ένα θεατρικό έργο επιτυχία και να αγγίξει το κοινό, θα πρέπει να είναι αληθοφανές, αλλά όχι αληθινό. Αυτό γράφει ο Αριστοτέλης στην «Ποιητική» του. Η ψεύτικη ιστορία είναι γοητευτική, διασκεδαστική και λειτουργεί καταπραϋντικά στην ψυχολογική μας κατάσταση. Η αλήθεια μας αγριεύει.

Υπάρχουν τα ψέματα που λέμε από ευγένεια ή από καλοσύνη. Μπορεί να πούμε «είσαι στις ομορφιές σου» σε κάποιον που είναι χάλια για να μην τον κάνουμε χειρότερα ή «θα γίνεις καλά, μη φοβάσαι» σ’ έναν ετοιμοθάνατο για να τον εμψυχώσουμε.

Υπάρχουν κι εκείνα που λέμε για τον εαυτό μας (συχνά και στον εαυτό μας). Αυτά δεν τα λέμε τόσο για να δείχνουμε καλύτεροι από ό, τι είμαστε, αλλά κυρίως για να μην χαλάσουμε την εικόνα που έχουν οι άλλοι για εμάς.

Υπάρχουν όμως και αυτά που λέμε για να χειραγωγούμε τους άλλους. Ενώ τα δύο πρώτα τα ξεστομίζουμε σχεδόν αυτόματα, τούτα εδώ χρειάζονται σχέδιο και ταλέντο.

Ο ψεύτης αυτού του είδους φροντίζει να γνωρίσει καλά το ακροατήριό του και να μάθει να το σερβίρει με τέχνη. Τότε μπορεί να πουλήσει οτιδήποτε σε σχεδόν σε οποιονδήποτε, είτε είναι πωλητής είτε πολιτικός.

Όσο πιο ανασφαλείς είμαστε, τόσο ευκολότερα πιστεύουμε στα ψέματα και γυρίζουμε την πλάτη στην αλήθεια.

Γιατί πιστεύει κάποιος τόσο εύκολα τα ψέματα;

Τον κολακεύουν και του αρέσει.

Η κολακεία είναι το μεγαλύτερο όπλο στα χέρια του ψεύτη. Λέει η πωλήτρια «με το σώμα που έχετε, δεν υπάρχει ρούχο που να μην δείχνει υπέροχο επάνω σας». Η πελάτισσα θα ντραπεί να φύγει χωρίς να αγοράσει κάτι. Λέει ο υποψήφιος «ο ελληνικός λαός είναι έξυπνος, έντιμος και ξέρει να αγωνίζεται για το δίκιο του», και ο ψηφοφόρος ψωνίζει με κλειστά τα μάτια. Ύστερα του σερβίρει ό, τι ψέμα να’ ναι και ο ψηφοφόρος το πιστεύει. Διότι, εκείνος που κατάλαβε πόσο έξυπνος και σπουδαίος είναι, δεν μπορεί να λέει ψέματα. Από εκεί και πέρα θα πιστέψει οτιδήποτε τον κάνει να αισθάνεται καλά.

Είναι άσχετος.

Όταν η κυβέρνηση ισχυρίζεται π.χ πως θα εξοικονομήσει 50 δις. από τη φορολόγηση των πλουσίων, θα πρέπει να γνωρίζεις

Α. πόσα ακριβώς είναι τα 50 δις. Β. ποιον θεωρεί πλούσιο.

Αν δεν έχεις την παραμικρή ιδέα για το πόσα χρήματα ξοδεύει το κράτος για τη μία ή την άλλη δουλειά, δεν έχεις ιδέα αν το ποσό αυτό είναι μικρό ή μεγάλο. Δεν σου λέει ποιους θεωρεί πλούσιους, αλλά σε διαβεβαιώνει ότι φορολογώντας τους θα μαζέψει αυτό το ποσό. Αυτός που δεν γνωρίζει από στατιστικές, ποσοστά και μεγέθη κρατικού προϋπολογισμού, δεν δυσκολεύεται να το πιστέψει.

Επειδή το είπε κάποιος που εμπιστεύεται.

Αν μία είδηση δημοσιευτεί στον διεθνή τύπο με έναν τρόπο και στον ελληνικό τύπο με έναν άλλο, πιστεύει τους «δικούς του». Αν υπάρχει διαφορά ανάμεσα σε μία δεξιά και μία αριστερή εφημερίδα, πιστεύουμε εκείνη που εκφράζει τις πολιτικές του πεποιθήσεις. Αν, λοιπόν, λέει ο πρωθυπουργός της Ελλάδας πως είμαστε εντάξει με τις υποχρεώσεις μας προς τους δανειστές μας, αλλά οι ηγέτες των άλλων χωρών λένε πως δεν είμαστε, μαντέψτε ποιον θα πιστέψει ο Έλληνας πολίτης!

Ύστερα είναι και οι αυθεντίες. Εκείνοι των οποίων τη γνώμη εκτιμούν ιδιαίτερα. Αυτός που ήταν στο Πολυτεχνείο, που έκανε εξορία, που έχει γράψει βιβλία, που είναι απόστρατος αξιωματικός... αυτός είπε ότι οι ξένοι μισούν την Ελλάδα και θέλουν να την καταστρέψουν. Θα έλεγε ποτέ ψέματα ένας τέτοιος σοβαρός άνθρωπος;

Για κακή μας τύχη, εδώ εμπίπτουν και οι πάσης φύσεως σελέμπριτις. Αν του πει ο περιπτεράς της γειτονιάς του πως κάποιος τον παρακολουθεί, θα τον πει παρανοϊκό. Αν πει ένας καλλιτέχνης (του εντέχνου κατά προτίμηση) ή η πρωινή ξανθιά της καρδιάς του πως δύο πράσινα όντα με κεραίες φύτευαν πατάτες στον κήπο του/της, ε, αυτό δεν μπορεί να το αμφισβητήσει. Κι ακόμα χειρότερα, για πολλούς και το πιο εξόφθαλμο ψέμα μοιάζει αληθινό αν το «είπαν στις ειδήσεις».

Τρέμει την αλήθεια.

Όσο εύπιστος και αν είναι κάποιος, έρχονται στιγμές που μέσα του γεννιούνται υποψίες. Ειδικά όταν ο ίδιος άνθρωπος τον κοροϊδέψει δεκάδες φορές. Όταν όμως του συμβεί αυτό, κάνει ό, τι περνά από το χέρι του για να αποδιώξει τις υποψίες. Γιατί;

Γιατί, αν αρχίσει να εξετάζει τα στοιχεία και τα επιχειρήματα, υπάρχει πιθανότητα να του αποδείξουν πως κακώς πίστευε αυτό το άτομο τόσο καιρό.mΠως του έλεγε συνεχώς ψέματα. Η διαχείριση αυτής της αποκάλυψης είναι μεγάλος μπελάς και το ξέρει. Ας πάνε, λοιπόν, στην ευχή οι ενδείξεις και οι αποδείξεις. Δεν θέλει να ζήσει τη δυσάρεστη κατάσταση της διάψευσης των προσδοκιών. Δεν θέλει να παραδεχτεί πως εξαπατήθηκε. Θα συνεχίσει να πιστεύει τον απατεώνα. Ακριβώς όπως μία γυναίκα που εξαρτάται οικονομικά από τον σύζυγό της, θα πιστεύει κάθε φορά πως ο άντρας της ήταν σε επαγγελματική συνάντηση και δεν θα βλέπει τα κοκκινάδια στα ρούχα του.

Ακούει αυτό που θέλει ν’ ακούσει.

Αυτός που συνήθισε να ζει με τα επιδόματα και τις επιδοτήσεις του κράτους, θα πιστέψει κάθε πληροφορία που επιβεβαιώνει την αναγκαιότητα αυτών των επιδομάτων και επιδοτήσεων. Κάθε είδηση που θα θέτει σε αμφισβήτηση αυτό το μοντέλο εξάρτησης, δεν την βλέπει καθόλου. Αν τον αναγκάσεις να την δει, θα αμφισβητήσει την πηγή ή θα προβάλει το ατράνταχτο επιχείρημα «γιατί, τα άλλα μοντέλα είναι καλύτερα;». Η αντίδραση αυτή οφείλεται στην ανάγκη να αποδιώξει τον πόνο που του προκαλεί η διανοητική ένταση. Νιώθει ασφαλής με τις πεποιθήσεις που ήδη έχει και, αν του ρίξεις τα τείχη που τον προστατεύουν, θα τρελαθεί. Γι’ αυτό δεν θα σε αφήσει να τα ρίξεις.

Έχει η αλήθεια πιθανότητες να νικήσει;

Οι άνθρωποι που επικαλούνται τον ορθολογισμό πέφτουν επίσης στην παγίδα ενός άλλου ψέματος. Νομίζουν πως με την παρουσίαση λογικών επιχειρημάτων θα πείσουν αυτόν που έχει πλανηθεί. Η αλήθεια είναι πως, αν δεν λάβετε υπόψιν σας τους ψυχολογικούς παράγοντες που αναφέρθηκαν παραπάνω, δεν θα πείσετε ποτέ κανέναν.

Για να έχετε πιθανότητες να καταρρίψετε δημοφιλείς μύθους, να θυμάστε:

1. Ξεριζώνοντας έναν μύθο, αφήνετε στην ψυχή του πιστού ένα τρομακτικό κενό, το οποίο πρέπει να αναπληρώσετε. Δεν μπορείς απλώς να πάρεις από το μωρό την αγαπημένη του κουβέρτα. Χρειάζεται να το παρηγορείς με άλλους τρόπους μέχρι να μάθει να κοιμάται χωρίς αυτήν.

2. Όσο χλευάζετε τον μύθο του και τον κατακρίνετε για την ευπιστία του, τόσο εκείνος προσκολλάται στο παραμύθι του. Μιλήστε του για την αξία της αλήθειας σας και όχι για τη γελοιότητα του μύθου του.

3. Μιλήστε απλά, κατανοητά και με λίγα λόγια. Όσο πιο πολύ μιλάτε τόσο περισσότερο εκείνος φοβάται πως προσπαθείτε να τον εξαπατήσετε.

4. Θα χρειαστεί να επαναλάβετε το επιχείρημά σας πολλές φορές. Την πρώτη φορά δεν θα το ακούσει καθόλου. Τη δεύτερη θα συγκρατήσει μία ή λέξεις που του έκαναν εντύπωση. Εσείς θα λέτε «μα τα ίδια λέγαμε και χτες», κι εκείνος θα νομίζει ότι τον κοροϊδεύετε.

5. Όσο πιο τερατώδες είναι το ψέμα που έχει καταπιεί τόσο πιο δύσκολα θα τον πείσετε πως είναι ψέμα. Η αλήθεια έχει χίλια καλά, αλλά δεν έχει τη γοητεία μίας συνωμοσίας, δεν πουλάει ελπίδα και χρειάζεται δουλειά για να γίνει κατανοητή.

Τι κάνεις, Σενέκα; Εγκαταλείπεις τη σχολή σου;

Ένα από τα πιο αινιγματικά και λιγότερο μελετημένα έργα του Σενέκα είναι το De otio (Περί ανάπαυλας), όπου ο συγγραφέας αναλύει τις απόψεις του για τον ελεύθερο χρόνο. Ο Στωικός φιλόσοφος έχει ήδη αφιερώσει δύο έργα και αρκετές από τις Ηθικές επιστολές στον Λουκίλιο προτρέποντας τον αναγνώστη του να αξιοποιήσει στο έπακρο τον χρόνο του, τη ζωή του. Με ποιον τρόπο όμως; Στα ρωμαϊκά χρόνια, ο Στωικισμός δεν επιτρέπει στο άτομο να απομονωθεί στον εαυτό του, καθώς οφείλει ακόμη και όταν φτάσει σε μεγάλη ηλικία να υπηρετεί το κοινό συμφέρον.

Το έργο ξεκινά απότομα, λόγω του ότι απουσιάζει η αρχή -όπως και το τέλος- χωρίς ωστόσο αυτό να αποτελεί πρόβλημα. Ο Σενέκας εν είδει απολογίας για τη ζωή του διατυμπανίζει στους Στωικούς φίλους του ότι «και όμως είναι ωφέλιμο να αποσυρθείς στον εαυτό σου» (proderit tamen per se ipsum secedere). Ήδη από τις πρώτες γραμμές του σωσμένου κειμένου ο συγγραφέας προσπαθεί απεγνωσμένα να αποδείξει ότι ο ελεύθερος χρόνος μπορεί να είναι και προσωπικός, να στοχεύει στην καλλιέργεια του εαυτού: «Μόνο στον ελεύθερο χρόνο μπορεί κάποιος να κατακτήσει αυτό που τον ευχαριστεί» (Tunc potest obtineri quod semel placuit. De otio 1.1).

«Αυτό που τον ευχαριστεί»; Διατυπώνοντας τη φράση ο Σενέκας οραματίζεται την αντίδραση των Στωικών. Έχει πολύ δύσκολο έργο και το ξέρει. Η ευχαρίστηση ή ηδονή δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση επιχείρημα. Το αντίθετο. Η ηδονή είναι κακός οδηγός και υποστηρίζεται από την αντίπαλη σχολή του Επίκουρου. Τότε, ένας ανώνυμος συνομιλητής κάνει την εμφάνισή του στο έργο:

«Τι κάνεις, Σενέκα; Εγκαταλείπεις τη σχολή σου; Σίγουρα, οι Στωικοί σου λένε: ‘Ως το τέλος της ζωής πρέπει να είμαστε δραστήριοι, να μην σταματάμε να προσπαθούμε για το κοινό καλό, να βοηθάμε τα άτομα, ακόμη και να τείνουμε το γέρικο χέρι μας στον εχθρό για βοήθεια. […] Εμείς είμαστε που δεν αφηνόμαστε στην ανάπαυλα παρά μόνο όταν έρθει ο θάνατος, και αν το επιτρέψουν οι συνθήκες ούτε ο θάνατος θα είναι ανάπαυλα για μας. Γιατί συζητάς τα διδάγματα του Επίκουρου στο στρατόπεδο του Ζήνωνα;»
Σενέκας, De otio 1.4

Ο διάλογος αντικατοπτρίζει την εποχή του Σενέκα, όπου το otium (που αρχικά σήμαινε απομάκρυνση από την πολιτική ζωή και την αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου) έχει δώσει τη θέση του στην τρυφηλή, γεμάτη απολαύσεις ζωή. Ο Σενέκας, βλέποντας την επικράτηση του επικούρειου βίου να αυξάνει τη δημοφιλία του ανάμεσα στις τάξεις των Ρωμαίων, επιχειρεί να επανερμηνεύσει την έννοια του otium, της ανάπαυλας, απελευθερώνοντάς την παράλληλα από την εμπλοκή στην πολιτική ζωή. Η διαφορά μεταξύ της επικούρειας και στωικής συμμετοχής στα κοινά απαλείφεται από τον ίδιο. «Οι δύο σχολές των Επικουρείων και των Στωικών διαφέρουν και σε αυτό το θέμα, ωστόσο και οι δύο μας ωθούν στην ανάπαυλα με διαφορετικούς τρόπους» (3.2).

Ο Σενέκας δεν θα υποστηρίξει την επικούρεια θέση, αλλά θα συνηγορήσει υπέρ του ελεύθερου ατομικού χρόνου αντλώντας επιχειρήματα από «το δικό του στρατόπεδο» αυτή τη φορά. Εκείνο των Στωικών. To υπέρτατο αγαθό (summum bonum), το «ὁμολογουμένως τῇ φύσει ζῆν», επιστρατεύεται: «Η Φύση μάς γεννά και για τα δύο, και για τον στοχασμό γύρω από τα πράγματα και για τη δράση (contemplationi rerum et actioni)» (5.1). Η φύση μάς καλεί να την ανακαλύψουμε. Το ίδιο και ο εαυτός μας. Και από εκεί πρέπει να ξεκινήσουμε.

Ο φιλόσοφος δεν εγκαταλείπει τη Σχολή του. Ο Στωικισμός στην εποχή του δεν έχει πάρει την τελική του μορφή και ο Σενέκας θα προσθέσει νέες ιδέες στη δεξαμενή του. Πολιτική ζωή δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς συγκρότηση του ατόμου, χωρίς περισυλλογή του εαυτού. Ο αυτοκράτορας Μάρκος Αυρήλιος που θα ακολουθήσει θα αποδείξει έμπρακτα την εφαρμογή του Στωικισμού στον πολιτικό βίο: Η καθημερινή περισυλλογή έχει αφετηρία το άτομο.

Η μυθολογία ως «ατραπός μύησης»

Ποιά η σχέση αρχαίας Ελληνικής μυθολογίας και φιλοσοφίας;

Ο μύθος λειτουργεί ως μία πρωτόγονη φιλοσοφία στην πιο ακατέργαστη μορφή του, σε μία εποχή που η ανθρωπότητα αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως μία ολότητα. Είναι η προφορική μετάδοση της συλλογικής μνήμης, της εμπειρίας και της γνώσης σε μία εποχή που ακόμα οι ανθρώπινες κοινότητες δεν έχουν αναπτύξει την φιλοσοφία και τις επιστήμες.

Η μετάδοση της γνώσης είναι εξαιρετικά σημαντική για την συνέχεια της κοινότητας. Έτσι για να είναι θελκτική και κατανοητή από τα νεαρότερα μέλη της κοινότητας, δημιουργείται ο μύθος καθώς η δύναμη των εικόνων είναι ισχυρότερη του λόγου. Η μετάδοση της γνώσης αρχικά γινόταν με τη μίμηση. Η μιμητική αναπαράσταση ήταν ζωντανό παράδειγμα. Ο άνθρωπος έπαιρνε το ξύλο ή την πέτρα και έδειχνε στους άλλους πώς να την επεξεργαστούν. Το παράδειγμα ήταν ζωντανό και άμεσα κατανοητό.

Το ίδιο γινόταν και στο κυνήγι. Χρειάστηκε όμως να διατυπωθούν όλα αυτά σε λογικές κατηγορίες, σε λογικές έννοιες και να εκφραστούν ως τέτοιες. Δεν μπορεί να υπάρξει λογική χωρίς την έκφρασή της. Αυτή η αναπαράσταση της συγκεκριμένης πράξης με το μύθο, με λογικές εικόνες, θα αλλάξει ριζικά τη συμπεριφορά και τη ζωή του ανθρώπου. Από την απλή αναπαράσταση – μίμηση, όπου ο νέος πρακτικά έβλεπε, περνάει στην αναπαράσταση με λόγια (με μύθο). Κάπου εδώ αρχίζει η μυθική έκφραση.

Η παιδευτική αξία των μύθων – και ιδιαίτερα των αρχαίων Ελληνικών – θα πρέπει να αναζητηθεί στη σημασία που έχουν ή που μπορούν να πάρουν, όταν τους προσεγγίζει κανείς στο συναισθηματικό «φορτίο»που μεταφέρουν και στην καλλιέργεια της ανθρώπινης φαντασίας που προσφέρουν. Η μελέτη των αρχαίων ελληνικών μύθων μας αποκαλύπτει αρχέτυπα, που εξακολουθούν να έχουν την δύναμη να φωτίζουν τα βαθύτερα μυστήρια της ύπαρξης μας, παράλληλα με την προ- ιστορία του τόπου μας.

Ο μύθος μεταφέρει στον πυρήνα του ιστορικές αλήθειες, περιγράφοντας πολύ συχνά πραγματικά γεγονότα. Για αυτό τον λόγο υπάρχουν διαχρονικά κοινά πολιτισμικά μοτίβα, που συναντώνται σε όλες τις μυθολογίες, αν και κάτω από διαφορετικές μορφές. Έτσι π.χ. ο παγκόσμιος κατακλυσμός είναι ένας Μύθος που περιγράφεται σε διαφορετικούς πολιτισμούς. Η Ιλιάδα επίσης ήταν ένας μύθος έως ότου ανακαλύφθηκε η Τροία από τον Σλήμαν.

Η μυθολογία επιγραμματικά, αποτελεί την κωδικοποιημένη συσσωρευμένη εμπειρία του παρελθόντος. Ο μύθος ήταν πάντα το κλειδί για το «επέκεινα», ήταν πάντα ένα εργαλείο ερμηνείας και κατανόησης του κόσμου.

Ο μύθος ανάμεσα στα άλλα, ποιούσε ήθος. Η σπουδαιότητα των μύθων, ο μυθαγωγικός και μυσταγωγικός τους χαρακτήρα, αποδεικνύεται από την καθολική, και συμβολική τους χρήσης κατά την τέλεση των αρχαίων μυστηρίων.

Για αυτό τον λόγο, σε ένα δεύτερο επίπεδο οι μύθοι, περιγράφουν εξιδανικευμένες ιστορίες ηρώων και Θεϊκών δυνάμεων χρησιμοποιώντας τα κατάλληλα αρχέτυπα με τους ανάλογους συμβολισμούς , ώστε να μας οδηγήσουν ασυνείδητα ή συνειδητά σε ανώτερες συνειδησιακές καταστάσεις. Οι μυθολογικές αναφορές εμπεριέχουν διαχρονικά αρχετυπικά σύμβολα και αλήθειες, που εάν κάποιος καταφέρει να τις αποσυμβολίσει, τότε ο μύθος αποτελεί τη «πύλη» για μία άλλη οπτική της ιστορίας της ανθρωπότητας και του συλλογικού ασυνείδητου.

Στην αρχαία Ελλάδα συντελέστηκε ένα ιδιαίτερα σημαντικό γεγονός για τον ανθρώπινο πολιτισμό. Αυτό έγινε όταν ο μυθολογικός λόγος, συνάντησε τον φιλοσοφικό, όταν αυτός εμφανίστηκε στην Ιωνία, κατά τα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ. Ακόμα και τότε όμως ο μύθος εξακολουθεί να χρησιμοποιείται παράλληλα με το λόγο – όπως για παράδειγμα στα ομηρικά έπη – αλλά σιγά σιγά χάνει τη θέση του και κυριαρχεί απόλυτα ο λόγος ως στοιχείο της λογικής. Καθώς χάνει τη θέση του στην καθημερινή χρήση, ο μύθος κερδίζει μιαν άλλη θέση. Προσδιορίζει την παλιά γνώση που είχε συσσωρευτεί στον Αιγιακό κόσμο ως τη στιγμή που χρησιμοποιείται ο λόγος.

Αν θέλαμε να ξεκινήσουμε από την ετυμολογία της λέξης, η απάντηση είναι απλή: Φιλοσοφία είναι η αγάπη για τη σοφία, όπως την όρισε ο Πυθαγόρας.Η Φιλοσοφία έμαθε τον άνθρωπο να σκέφτεται λογικά, πέρα από τα όρια, δόγματα και προκαταλήψεις, αναζητώντας να δώσει ερωτήματα, στη προέλευση του κόσμου, και του ανθρώπου.

Η Φιλοσοφία αποτελεί δημιούργημα συγκεκριμένων ατόμων (ή και ομάδων), για αυτό η παραγωγή και η μετάδοσή του απαιτεί πολιτισμό γραφής και προϋποθέτει την ύπαρξη εξατομικευμένης κοινωνίας. Η Φιλοσοφία είχε και έχει ως στόχο την γνώση, μία γνώση όμως που προϋπόθετε συνέπεια λόγων και πράξεων. Για αυτό τον λόγο οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι ζούσαν βίο που αποτελούσε πρότυπο για την κοινωνία και καθιέρωνε πρότυπα συμπεριφοράς για την κοινωνία των πολιτών.

Παρά τα διακριτικά τυπολογικά χαρακτηριστικά τους, μύθος και Φιλοσοφία επιτελούν την ίδια λειτουργία. Συνθέτουν ερμηνείες του κόσμου, κοσμοεικόνες, και για τον σκοπό αυτό χρησιμοποιούν σε μεγάλο βαθμό τα ίδια εργαλεία, με βασικότερο τη διάκριση δύο επιπέδων πραγματικότητας: θεϊκός-ανθρώπινος κόσμος, ουσία-φαινόμενο, δέον-είναι· διάκριση πάνω στην οποία βασίζουν την οντολογία και την ηθική τους. Η παρουσία του μύθου είναι αισθητή στην φιλοσοφική σκέψη, κυρίως στις περιπτώσεις φιλοσόφων με μυστικιστικές τάσεις, όπως οι Πυθαγόρειοι, ο Εμπεδοκλής, ο Πλάτωνας, οι Στωικοί, που αποδέχονται τη εγκυρότητα του περιεχομένου κάποιων μυθικών αφηγήσεων. Ο Πλούταρχος στο έργο του Πλούταρχος, «Περί του ΕΙ του εν Δελφοίς», αναφέρει πως :

«Έργο της φιλοσοφίας είναι να ζητεί, να απορεί και να θαυμάζει. Τα σχετικά με το θεό μοιάζουν σαν να έχουν κρυφτεί μέσα σε αινίγματα τα οποία χρειάζονται εξήγηση και διδασκαλία της προελεύσεως».

Συνεπώς Μύθος και φιλοσοφία σχετίζονται μεταξύ τους. Ο Ιεροκλής σε υπόμνημα στα χρυσά Έπη του Πυθαγόρα 1.1 – 2.1, αναφέρει:

«Η φιλοσοφία είναι κάθαρση και τελείωση της ανθρώπινης ζωής. Κάθαρση από την υλική αλογία και του θνητού σώματος τελείωση ως ανάκτηση της κατάλληλης ευδαιμονίας η οποία και οδηγεί στην ομοίωση με το θείο.»

Υπάρχει κάποιο στοιχείο σας έκανε να ξεχωρίσετε την αρχαία Ελληνική μυθολογία από τις υπόλοιπες μυθολογικές παραδόσεις;

Οι μυθικές φιγούρες που παρουσιάζουν οι ελληνικοί μύθοι είναι τόσο ζωντανές και κατανοητές που ακόμα και σήμερα, εάν και δεν αποτελούν πλέον μοντέλα συμπεριφοράς, μπορούν να γίνουν για όσους έρθουν σε επαφή μαζί τους πρότυπα ανθρωπισμού, ηθικής και ηρωισμού, στην αυθεντική τους μορφή. Εάν οι μύθοι υπήρξαν οδηγοί της ανθρώπινης ζωής, αυτό το έκαναν αβίαστα και με πνεύμα ελευθερίας, χωρίς προσπάθεια επιβολής. Συντέλεσαν και συντελούν στη διαμόρφωση του ανθρώπινου χαρακτήρα προβάλλοντας τη θέση του ανθρώπου απέναντι στους Θεούς και στο Σύμπαν.

Πρώτοι οι Έλληνες, έκαναν τους θεούς κατ’ εικόνα και ομοίωση τους. Ο ελληνικός κόσμος της αρχαιότητας, μολονότι είχε έναν ιδιότυπο σεβασμό στους 12 θεούς που είχαν πάθη ανθρώπινα, τιμούσε -σε βάρος του Διός- τον Προμηθέα.Σύμφωνα με τον μύθο, γνωρίζοντας και αυτός το τέλος του, συνειδητά, μπήκε στη διαδικασία της Θυσίας, θεωρώντας πως το φως που έδινε, ήταν ανώτερο αυτού. Άρα η Θυσία, ήταν δίκαια. O Σωκράτης, στο πρόβλημα συνείδησης του καλού και του κακού που του τέθηκε ύστερα από το περίφημο «ουδείς εκών κακός» (γιατί ενώ πολλές φορές ξέρουμε το καλό, τελικά πράττουμε το αντίθετο) απάντησε πως «είναι καλύτερο τότε να αδικείσαι, παρά να αδικείς».

Ο ελληνικός κόσμος πήρε το μέρος τέτοιων Θυσιών, έναντι των θεών του, καθώς τιμούσε πρωτίστως την υπέρβαση ως θεία. Αν ο στόχος του Οδυσσέα ήταν καλός και δίκαιος, δεν ήταν για τον Έλληνα «ύβρις» η αντιπαλότητά του με τον Ποσειδώνα. Η θέληση για πίστη και η ανωτερότητα αυτής από τον απλό συνυπολογισμό (δια ορθολογισμού) κόστους και οφέλους, ήταν η κινητήριος δύναμη της φιλοσοφικής σκαπάνης του ελληνικού κόσμου...

Οι ήρωες τους ήταν πρότυπα για ολόκληρη την κοινωνία προς όφελος της κοινωνίας. Παρόλα αυτά, οι ήρωες είναι τραγικοί τύποι, και αυτοί υποταγμένοι στην μοίρα και στο πεπρωμένο του ανθρώπινου βίου, εξαρτώμενοι από τα καπρίτσια και τις αδυναμίες των Θεών. Ο καθένας μπορεί να βρει σ’ αυτούς κάτι που να τον αγγίζει, ενώ πίσω και πέρα από του συμβολισμούς βρίσκεται το πανανθρώπινο αρχετυπικό στοιχείο της ανθρώπινης ύπαρξης. Η Ελληνική Μυθολογία, σύμφωνα με πολλούς μελετητές, έπαιξε σημαίνοντα ρόλο στην ευρύτερη αγωγή και παιδεία του ανθρώπου εξαιτίας της σημασίας του εύρους και του βάθους που αυτή έδωσε στις ανθρώπινες αξίες..

Η μελέτη των αρχαίων ελληνικών μύθων μας αποκαλύπτει αρχέτυπα, που εξακολουθούν να έχουν την δύναμη να φωτίζουν τα βαθύτερα μυστήρια της ύπαρξης μας, παράλληλα με την προ- ιστορία του τόπου μας.

Για ποίο λόγο ονομάσατε τα blog σας «μυσταγωγία και μυθαγωγία»;

Ακριβώς λόγω του ότι ο μύθος ποιεί ήθος, συνεπώς και αγωγή, ενώ σε ένα βαθύτερο συνειδησιακό επίπεδο οδηγεί τον αναγνώστη στην συνειδητοποίηση πως το ταξίδι της ανθρώπινης ψυχής που συμβολίστηκε από τον Όμηρο με την Οδύσσεια, είναι ο κύκλος της ανθρώπινης εμπειρίας μέσα στη φύση, στη διάρκεια του οποίου μετά από πολλές περιπέτειες και οδύνες, ο άνθρωπος κατορθώνει να θυμηθεί την πραγματική του πατρίδα, την πνευματική Ιθάκη. Στο ταξίδι του αυτό, που είναι ένα μυστήριο, οι μυθολογικές αναφορές στέκουν αρωγοί στον άνθρωπο για να του θυμίζουν την καταγωγή του και να του αποκαλύπτουν τους δρόμους της επιστροφής του προς το πνευματικό του λίκνο.

Εάν κάποιος ασχοληθεί με αγάπη με την αρχαία Ελληνική μυθολογία, τότε τα αρχετυπικά μηνύματα που αυτή εντός της «κυοφορεί», μπορούν να γονιμοποιήσουν συνειδητά και ασυνείδητα πρότυπα συμπεριφοράς, που αν και δεν αποτελούν σήμερα τα κυρίαρχα, είναι όμως ικανά να ενεργοποιήσουν τον δρόμο της ψυχής και του νου, σε ένα ταξίδι που οδηγεί στην Ιθάκη. Μία Ιθάκη η οποία συμβολίζει μία χώρα όπου αποθεώνονται πανανθρώπινες άυλες αξίες, πρότυπα ηρωισμού, αρετής και ανθρωπισμού, στην πιο αυθεντική μορφή τους.

H επιστροφή της ψυχής στην πνευματική της εστία, σηματοδοτείται πάντοτε από τον αγώνα του μυθικού ήρωα, που υπερβαίνει τις προκλήσεις και τα καλέσματα της ύλης και με μια συνεχή επιλογή και διάκριση ανάμεσα στο Kαλό και το Kακό, πορευμένος την ατραπό της Aρετής, φθάνει στο πολυπόθητο τέρμα. Kαι αυτή η πορεία του μεταφυσικού ήρωα, του Hρακλή, του Οδυσσέα, του Aρτζούνα και του Γκιλγκαμές, γίνεται το πρότυπο και ο στόχος ενός συνειδητού ήρωα, που είναι ο καθένας από μας.

Ο πνευματικός άνθρωπος είναι αυτός, που δρα θετικά και συμμετέχει στα κοινά, επειδή δεν σκέπτεται μόνο τον εαυτό του. Έχοντας αντιληφθεί τις αληθινές αξίες της ζωής, εργάζεται για την αρετή, την ενότητα και την πνευματικότητα. Είναι εκείνος που βιώνοντας και αφομοιώνοντας την πνευματική πραγματικότητα, εμφανίζει και καθιερώνει τα πνευματικά ιδανικά….

Ο Πλωτίνος, (Εννεάς 3η, Πραγματεία 4η), αναφέρει σχετικά: Τί είδους είναι, λοιπόν, ο σπουδαίος Άνθρωπος;

−Είναι εκείνος που έχει την Ικανότητα να ενεργεί με το Καλύτερο μέρος του.

Μπορείτε να μας δώσετε κάποια παραδείγματα του παιδευτικού χαρακτήρα των μυθολογικών αναφoρών;

Ο μεγαλύτερος μυθαγωγός της αρχαίας Ελλάδος, υπήρξε αναμφισβήτητα ο Όμηρος. Όμηρος τραγούδησε για έναν μεγάλο πόλεμο όπου συμμετείχαν θεοί και υπεράνθρωποι ήρωες. Εξυμνώντας τα αμέτρητα ανδραγαθήματα των παλαιοτέρων εκείνων ηρώων, διαπαιδαγώγησε τους νεότερους παραδίδοντας αθάνατα πρότυπα ηρωισμού και αρετής που όλοι οι Έλληνες θέλησαν να μιμηθούν. Σειρές γενεών ανδρώθηκαν στην Αρχαία Ελλάδα έχοντας ως πρότυπο ζωής την ανδρεία, την αγάπη για τον φίλο και την περιφρόνηση προς τον θάνατο του Αχιλλέα.

Την επινοητικότητα, τη φρόνηση και την καρτερικότητα του Οδυσσέα, το πνευματικό κάλλος και τη ρητορική δεινότητα του Νέστορα, το ακατάβλητο πείσμα, την περηφάνια και την αξιοπρέπεια του Έκτορα που δεν παραιτείται από τον αγώνα παρ’ όλο που ξέρει ότι είναι μάταιος. Την εμψύχωση, την προτροπή για αιδώ και αντοχή στις δυσμενέστερες συνθήκες του Αίαντα, αθάνατα ηρωικά υποδείγματα που δεν συναντούνται πουθενά αλλού την εποχή εκείνη.

Αυτό από μόνο του αρκεί για να εξηγήσει γιατί ο Όμηρος είναι «πατέρας των Ελλήνων», καθώς η αρετή της ανδρείας και της ρητορικής δεξιότητας και πειθούς, η επίτευξη της τελειότητας σε λόγια και έργα, αποτελούσαν τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά του Ελληνικού ιδανικού.

Ίσως λοιπόν δεν θα ήταν παρακινδυνευμένο να υποστηριχθεί πως εάν οι Έλληνες δεν είχαν ανατραφεί με την ηρωοκεντρική παιδεία του Ομήρου είναι αμφίβολο εάν θα είχαν αναπτύξει το θρυλικό ηρωικό ήθος που τους διέκρινε. Για παράδειγμα, η συγκλονιστική εποποιία κατά της Περσικής αυτοκρατορίας δεν ήταν αποτέλεσμα μόνο της τεχνολογικής και στρατηγικής τους ανωτερότητας, αλλά και του διαχρονικού φρονήματος του Έλληνα οπλίτη που είχε εμφυτευμένο μέσα του το αρχέτυπο του Ομηρικού ήρωα. Στα σχόλια στην Πολιτεία 1.174, o Πρόκλος μας αποκαλύπτει πως ο Όμηρος, ήταν κάτι παραπάνω από ένας απλός ραψωδός.. :

«Ο Όμηρος, ακολουθώντας μιαν άλλη και τελειότερη, κατά την γνώμη μου,κατάσταση της ψυχής, απομακρυνόμενος από το κατ’ αίσθηση ωραίο και τοποθετώντας τη νόηση του πάνω από κάθε ορατή και φαινομενική αρμονία, υψώνοντας μάλιστα τον νου της ψυχής του προς την αόρατη και πραγματική υπαρκτή αρμονία και οδηγημένος στην αληθινή ωραιότητα, έχασε το φως του, όπως λένε εκείνοι που συνηθίζουν κάτι τέτοια μυθολογήματα…. είναι πάντως ολοφάνερο ότι οι μυθοπλάστες δικαιολογημένα λένε ότι τυφλώθηκε εκείνος που αγαπά την θέαση τέτοιων πραγμάτων στον κόσμο, αυτός που από τα φανερά πράγματα και τις απεικονίσεις ανυψώθηκε προς την απόκρυφη για τις αισθήσεις μας θέαση. Αφού λοιπόν κάποιοι έκρυβαν μέσω των συμβόλων κάθε φορά την περί των όντων αλήθεια, έπρεπε και η παράδοση σχετικά με αυτούς να μεταδοθεί στους μεταγενεστέρους με τρόπο κυρίως συμβολικό».

Σε σχέση τώρα, με το ερώτημα σας, θα περιοριστώ σε τέσσερα μόνο χαρακτηριστικά παραδείγματα από τον Όμηρο.

Στη ραψωδία Α 260, ο Όμηρος βάζει τον Νέστωρα να απευθύνεται στον Αγαμέμνονα και τον Αχιλλέα, τον μεγαλύτερο ίσως ήρωα του, να του λέει πως αυτός (ο Αχιλλέας ), δεν ήταν τίποτα μπροστά στους παλιούς ήρωες που αυτός γνώριζε:

Εγώ είχα σμίξει με άντρες κάποτε πολύ τρανότερούς σας —χρόνια παλιά—κι αυτοί τα λόγια μου δεν τα αψηφούσαν, όχι. Άντρες παρόμοιους δεν αντάμωσα κι ουδέ και θα ανταμώσω, σαν τον Πειρίθο ή τον Πολύφημο, που ίδια θεός λογιόταν, σαν τον Εξάδιο, σαν το Δρύαντα, σαν τον Καινέα το ρήγα, σαν το Θησέα, στην όψη που 'μοιαζε θεός, το γιο του Αιγέα Πολλά αντρειωμένο εκείνοι εστάθηκαν στης γης τους άντρες μέσα, πολλά αντρειωμένοι, και πολέμησαν και με πολλά αντρειωμένους με του βουνού τους δράκους τα 'βαλαν και τους χάλασαν όλους. Μα αυτούς εγώ συναπαντήθηκα, φτασμένος απο την Πύλο.”

Ο Αχιλλέας επίσης, λέει στον Πηλέα, όταν ο τελευταίος εξιστορούσε τις ηρωικές περιπέτειες των Αργοναυτών:

«∆ε θα’ ρθει και για µένα καμία περίσταση, που να κάνω µμεγάλα έργα, και να δοξαστώ κι εγώ;» Εδώ φαίνεται καθαρά το ηρωικό πρότυπο του Ομήρου.

Ο Όμηρος βάζει επίσης τον Αχιλλέα να αποκαλύψει το εξής συγκλονιστικό στην Βρισηίδα :

«Θα σου πω ένα μυστικό. Ένα μυστικό που δεν το διδάσκουν στους ναούς. Οι Θεοί ζηλεύουν το ανθρώπινο γένος πότε θα πεθάνουν και πως η κάθε στιγμή για αυτούς μπορεί να είναι και η τελευταία Τα πάντα είναι πιο όμορφα επειδή είμαστε καταδικασμένοι, να πεθάνουμε, καθώς ζούμε μόνο μία φορά.»

Τέλος στη Ιλιάδα κατά τη διάρκεια μίας εκ των μαχών, εμφανίζεται πάνω από το στρατόπεδο των Τρώων ένας αετός ο οποίος κρατάει στα νύχια του ένα μεγάλο φίδι. Ξαφνικά το φίδι δαγκώνει τον αετό, ο οποίος αφήνει το φίδι να πέσει. Ο Πολυδάμας οινοσκόπος, ερμηνεύει το σημάδι ως κακό οιωνό, και απειλήται το ηθικό των Τρώων. Ο Έκτορας τότε λέει την διάσημη φράση:

«Είς οιωνός άριστος, αμύνεσθαι περί πάτρης».

Ένας είναι ο καλύτερος οιωνός, ν’ αγωνιζόμαστε για την πατρίδα. Με τα λόγια αυτά ο Έκτωρ εμψυχώνει τους συμπατριώτες του.

Ο στίχος είναι σαφής. Μην περιμένεις από τους θεούς και από τους καλούς οιωνούς να σε σώσουν! Ο καλύτερος από τους οιωνούς, είναι το να υπερασπιστείς εσύ, αγωνιζόμενος την πατρίδα σου, διότι αν δεν το κάνεις εσύ, δεν θα το κάνει για εσένα κανένας άλλος!

Μπορείτε να μας δώσετε κάποια παραδείγματα του μυσταγωγικού χαρακτήρα των μυθολογικών αναφoρών;

Θα σας αναφέρω αρχικά κάποια αποσπάσματα από τον Πρόκλο ο οποίος μας αποκαλύπτει Πρόκλος «Εις τον Πλάτωνος πρώτον Αλκιβιάδη, βιβλίο Α’, 5.3– 5.12ς:

«Ότι οι μύθοι επιδρούν και στους πολλούς το δείχνουν οι τελετές. Αυτές πράγματι, χρησιμοποιώντας τους μύθους, με σκοπό να κλείσουν μέσα τους την απόρρητη αλήθεια σχετικά με τους θεούς, αποβαίνουν για τις ψυχές αιτίες της ταύτισης αισθημάτων με τα δρώμενα κατά τρόπο άγνωστο σε εμάς και θεϊκό. Έτσι άλλοι από αυτούς που μετέχουν στις ιερές τελετές καταπλήσσονται κυριευμένοι από το θεϊκό δέος , ενώ άλλοι που προσαρμόζουν την διάθεση τους προς τα ιερά σύμβολα και εξέρχονται από τον εαυτό τους, τοποθετούνται στην περιοχή των θεών και ευφορούνται από το πνεύμα τους».

Και συμπληρώνει:

«Σε εκείνους που έμπαιναν στο τέμενος της Ελευσίνας η επιγραφή ανακοίνωνε να μην εισέρχονται στο άδυτο οι αμύητοι και οι ατέλεστοι, έτσι και στην είσοδο του Δελφικού ναού υπήρχε αναγεγραμμένο “Γνώθι σ’ αυτόν”, το οποίο δήλωνε τον τρόπο της ανοδικής πορείας προς την Θεότητα, και της πιο ωφέλιμης και αποτελεσματικής οδού, που οδηγεί στην κάθαρση, λέγοντας σχεδόν ολοκάθαρα σε όσους μπορούν να καταλάβουν, ότι αυτός που γνωρίζει τον εαυτό του, αρχίζοντας από την εστία του, μπορεί να έρθει σε επαφή με τον θεό ο οποίος αποκαλύπτει τη σύνολη αλήθεια και είναι αρχηγέτης της καθαρτήριας ζωής. Αντίθετα, εκείνος που αγνοεί ποιος είναι, ατέλεστος και αμύητος όντας, είναι ακατάλληλος για να μετέχει στην πρόνοια του Απόλλωνα.»

Συνεπώς αναφέρει ι ο Πρόκλος στα σχόλια στον Κρατύλο 155:

«Ο άνθρωπος πρέπει να απογυμνωθεί από το σαρκίο το οποίο είναι περιβεβλημένος, όπως ο Οδυσσέας από τα κουρελιασμένα ρούχα του και να μην ενδύεται πλέον» (ο σκοπός της ψυχής είναι να απαλλαγεί από τους χιτώνες που έχει ενδυθεί για να μπορέσει να ενωθεί ξανά με την πηγή της που είναι το νοητό).»

Ας δούμε τώρα πως ο μέσα από τις μυθολογικές αναφορές αναδεικνύονται συμβολικά οι ιδιότητες των θεών των αρχαίων Ελλήνων.

Ο Πρόκλος στα σχόλια στον Παρμενίδη 1035.34, αναφέρει πως:

«Στο άγαλμα της Αθηνάς ο Φειδίας παρέθεσε τον δράκοντα, ενώ στο άγαλμα τής Αφροδίτης, στην Ήλιδα, την χελώνα, επειδή οι παρθένες χρειάζονται φύλαξη, ενώ στις ύπανδρες ταιριάζει να οικουρούν και να σιωπούν. Η τρίαινα τού Ποσειδώνα είναι σύμβολο τού τρίτου χώρου, τον οποίον κατέχει η θάλασσα, κατά σειρά ταγμένη μετά από τον ουρανό και τον αέρα. Γι’ αυτό ονόμασαν έτσι την Αμφιτρίτη και τους Τρίτωνες.»

Ο δε Πορφύριος στο «Περί Αγαλμάτων», μας αποκαλύπτει για τον τρόπο με τον οποίοσυνήθιζαν να επικονίζουν το άγαλμα του Διός (αποσπ. 4):

«το ομοίωμα του Διός το έπλασαν κατά την ανθρώπινη μορφή, διότι νους ήταν και σύμφωνα με αυτόν δημιουργούσε, ολοκληρώνοντας τα πάντα δια σπερματικών λόγων. Τον εμφανίζουν να κάθεται, υπαινισσόμενοι την σταθερότητα της δυνάμεώς του. Έχει γυμνό το πάνω μέρος του σώματός καθότι είναι φανερός στα νοερά και στα ουράνια μέρη του κόσμου, ενώ τα πρόσθια και κάτω μέρη είναι σκεπασμένα, καθότι είναι αφανής και απόκρυφος στα κάτω μερη του κόσμου. Στο αριστερό χέρι έχει το σκήπτρο, καθόσον στην αριστερή πλευρά εδρεύει και λειτουργεί η καρδιά, που είναι το πιο ηγεμονικό και νοερό σπλάχνο όλων των μερών του σώματος αφού βασιλεύς του κόσμου είναι ο δημιουργικός νους. Στο δεξί χέρι φέρει είτε τον αετό, καθότι προΐσταται των θεών του αέρος, όπως ο αετός που είναι μεταρσιωτικό πτηνό, είτε άγαλμα νίκης, διότι αυτός ενίκησε τα πάντα.»

Ποία τα εργαλεία που χρησιμοποιούσαν οι μυθοπλάστες για να δημιουργήσουν τις αλληγορικές τους διηγήσεις;

H μυθολογία χρησιμοποιεί ως εργαλεία παγκόσμια αρχετυπικά σύμβολα και εικόνες.

Ο Αριστοτέλης τόνισε το γεγονός ότι η φαντασία λειτουργεί κυρίως μέσω της όρασης, λέγοντας ότι «η ψυχή δεν σκέφτεται χωρίς εικόνες», και πως «η φαντασία είναι μια διανοητική λειτουργία ανάμεσα στις αισθήσεις και τη νόηση, η οποία μετατρέπει τις εντυπώσεις των αισθήσεων σε εικόνες», ενώ ο Πλωτίνος έλεγε, ότι : « ο δρόμος προς τη Σοφία και την απελευθέρωση από την ύλη βρίσκεται μέσα στην συμβολική αντίληψη – την ανάπτυξη της ενεργητικής φαντασίας που μεταφράζει τα σύμβολα σε Γνώση».

Ο Πλωτίνος θεωρούσε πως η ψυχή εμπεριέχει όλες τις αναγκαίες λειτουργίες ώστε να μπορεί να αποκτήσει επικοινωνία με το Όλον και πίστευε ότι η συμβολική αντίληψη του κόσμου μέσα σε αναλογικό πλαίσιο, ήταν ο δρόμος της σοφίας και της απελευθέρωσης από τα κατώτερα στοιχεία της ύλης και των συναισθημάτων.

Σύμφωνα με την Νεοπλατωνική αντίληψη οι αρχετυπικές εικόνες ή Πλατωνικές ιδέες μπορούν να προσεγγιστούν ενορατικά ως και να αποτυπωθούν ως εικόνες εφόσον η υπερβατικό δεν μπορεί να μεταβιβαστεί λεκτικά. Οπότε, ξεκινώντας από την οπτική επαφή με ένα σύμβολο, αν κανείς εντρυφήσει σε αυτό μέσω της συμβολικής αντίληψης, αρχίζει και αντιλαμβάνεται την εσωτερική φύση των πραγμάτων, και του ανθρώπου, και τη δική τους με το Όλον.

Τα σύμβολα θα λέγαμε πως είναι για τον νου, ότι τα εργαλεία για τα χέρια, μεγιστοποιούν τις δυνατότητες. Αρκεί κάποιος να κατέχει τις κλείδες αποσυμβολισμού, ώστε να του αποκαλυφθεί μία άλλη ιστορικά και μεταφυσικά πραγματικότητα, πίσω από το πέπλο της φαντασίας και του συλλογικού ασυνείδητου.

Ο Πρόκλος αναφέρει: «Αυτοί που μιλούν για τα θεϊκά πράγματα μέσω ενδείξεων μιλούν είτε συμβολικά και μυθικά, είτε μέσω εικόνων, ενώ από όσους φανερώνουν τις σκέψεις τους χωρίς προκάλυμμα, άλλοι εκφράζονται επιστημονικά και άλλοι σύμφωνα με την έμπνευση που στέλνουν οι θεοί.

Aν οι μύθοι προέτασαν το φανερό τους περιεχόμενο στο σύνολό τους αντί για την αλήθεια που είναι εγκαθιδρυμένη στην απόρρητη περιοχή και χρησιμοποιούν για τα αφανή και άγνωστα στους πολλούς διανοήματα [και το κατεξοχήν ιδιαίτερο αγαθό τους είναι το ότι δεν αποκαλύπτουν κανένα στοιχείο της Αλήθειας στου βέβηλους, αλλά φανερώνουν μόνο κάποια ίχνη της όλης Μυσταγωγίας τους σε εκείνους που από της φύση τους έχουν την ικανότητα να περιδιαβούν την απροσπέλαστη για πολλούς θεωρία (=θέαση)], και αν οι άλλοι, αντί να αναζητούν την Αλήθεια που βρίσκεται κρυμμένη μέσα στους Μύθους, ασχολούνται μόνο με την εξωτερική προσχηματική μορφή των μυθικών πλασμάτων και, αντί για την κάθαρση του νου, ακολουθούν τις φανταστικές και μορφοποιητικές εικόνες, τότε ποιο τέχνασμα μπορεί να βρεθεί ώστε να κατηγορηθούν οι Μύθοι για κάποια δική τους παρανομία και όχι εκείνοι που κάνουν κακή χρήση των Μύθων για τη δική τους αδιαφορία;”

Ποιά τα εργαλεία που χρησιμοποιείται εσείς στον αποσυμβολισμό των μύθων;

Καταρχάς, θα πρέπει να αναφέρω πως για να κατανοήσουμε τους ανθρώπους τους παρελθόντος, πρέπει να απομακρυνθούμε από τον τρόπο σκέψης, και δράσης του σήμερα, και να βιώσουμε όσο αυτό είναι εφικτό την εποχή τους, η οποία ήταν εντελώς διαφορετική από την δική μας. Η Dion Fortune, αναφέρει σχετικά με τις μυσταγωγικές παραδόσεις που έφτασαν ως εμάς:

«Όσο κοντύτερα στην πηγή, τόσο καθαρότερο το ποτάμι. Για να ανακαλύψουμε τις πρώτες αρχές που διέπουν ένα σύστημα πρέπει να ανατρέξουμε στην πηγή. Αν και σε ένα ποτάμι συμβάλλουν πολλοί παραπόταμοι κατά την διάρκεια της πορείας του, δεν είναι απαραίτητο να είναι οπωσδήποτε μολυσμένοι. Αν θέλουμε να διαπιστώσουμε την καθαρότητα τους, τους συγκρίνουμε με το παρθένο ρεύμα. Αν περάσουν αυτήν την δοκιμασία, τότε μπορεί κάλλιστα να τους επιτραπεί να αναμιχθούν με το κύριο ρεύμα».

Σύμφωνα με τον Πορφύριο, πρώτος ο ραψωδός Θεαγένης από το Ρήγιο της κάτω Ιταλίας στο τέλος του 6ου αιώνα, παράλληλα με τα συνήθη σχόλια στον Όμηρο, ασχολήθηκε και με την αλληγορική ερμηνεία, η όποια, θα πρέπει να αφορούσε τόσο την παρουσίαση των Θεών, όσο και μεμονωμένες μυθολογικές αφηγήσεις.

Επίσης υπάρχουν μαρτυρίες για έναν μαθητή από την σχολή του Αναξαγόρα, τον 5ο π.χ αι., τον Μητρόδωρο τον Λαμψακηνό, ο οποίος εξήγησε κάποια αμφιλεγόμενα χωρία των Ομηρικών επών με τρόπο παρόμοιο με αυτόν του Θεαγένη, δηλαδή είτε ως φυσικά φαινόμενα είτε ως ηθικά διδάγματα, χρησιμοποιώντας τις κοσμολογικές αρχές του Αναξαγόρα. Από πολλούς άλλους πρώιμους ξηγητές του Ομήρου, όπως ο Διογένης από την Απολλωνία ο Δημόκριτος ή ο Πρόδικος, γνωρίζουμε σήμερα μόνο τα ονόματα τους, με την βοήθεια μεταγενεστέρων και εν μέρει αβέβαιων μαρτυριών μπορούμε να έχουμε μόνο μία ασαφή εικόνα της δικής τους αλληγορικής ερμηνείας.

Σε κάθε περίπτωση ακολουθώντας την αλληγορική ατραπό που ξεκινάει με τον Πλάτωνα και φτάνει έως του Νεοπλατωνικούς για τον αρχαίο Ελληνικό κόσμο, μπορούμε να υποστηρίξουμε πως οι μύθοι είναι ένας οδηγός συμβολισμού, μυσταγωγίας και μυθαγωγίας.

Έχουν θέση οι μύθοι στον σύγχρονο κόσμο;

Η μυθολογία δεν εκλογικεύεται, ερμηνεύεται όμως χρησιμοποιώντας μεθόδους τις οποίες μας άφησαν παρακαταθήκη ο Πλάτωνας, οι Στωικοί, οι Νέο Πλατωνικοί, αλλά και πιο σύγχρονοι ερευνητές όπως ο Carl Jung και ο Joseph Campell. Σε αυτούς θα στηριχθούμε για το μαγικό μας ταξίδι στην Ελληνική μυθολογία.

Η δύναμη των μύθων δεν πέθανε ποτέ, απλώς μετασχηματίστηκε ο τρόπος διήγησης τους. Σήμερα οι μεγαλύτερες επιτυχίες της έβδομης τέχνης όπως ο πόλεμος των άστρων, το Άβαταρ, το Μάτριξ, κ.λ.π, βασίστηκαν γύρω από το ταξίδι του ήρωα το οποίο ακολουθεί ένα σταθερό μοντέλο, τον «μονόμυθο» όπως τον αποκαλεί ο Joseph Campell, ένα μοντέλο που ακολουθούν όλοι πολιτισμοί, και βάσει του οποίου, χτίζουν τα διάφορα έπη και τους ηρωικούς τους μύθους.

Ο George Lucas δημιουργός του πολέμου των άστρων, παραδέχεται πως ο πόλεμος των άστρων αποτελεί ένα κλασσικό έπος, σε ένα φουτουριστικό περιβάλλον. Αλλά τι είναι ένα κλασικό έπος; Ο γερμανός ανθρωπολόγος Adolph Bastian (1826-1905), πρότεινε για πρώτη φορά την ιδέα ότι οι μύθοι από όλο τον κόσμο φαίνεται να κατασκευάζονται από τις ίδιες «βασικές ιδέες». Αυτές οι βασικές ιδέες είναι που ο Carl Jung ονόμασε «αρχέτυπα», τα οποία ο ίδιος πίστευε ότι είναι τα δομικά στοιχεία όχι μόνο του ασυνείδητου νου, αλλά ενός συλλογικού ασυνειδήτου.

Το 1949 ο Joseph Campbell ξεκίνησε μια επανάσταση στην ανθρωπολογία (τη μελέτη των ανθρώπων και του πολιτισμού) με το βιβλίο του «Ο ήρωας με τα χίλια πρόσωπα». Πάνω σε αυτό το βιβλίο βασίστηκε κυρίως η ιστορία του πολέμου των άστρων από τον George Lucas. Βασικό γνώρισμα όλων των μυθολογικών ηρώων, είναι να ξεχωρίσουν από το καθημερινό συνηθισμένο άνθρωπο, και να θυσιαστούν προς χάριν του κοινωνικού συνόλου. Η ατραπός τους ξεκινά με ένα «εσωτερικό ταξίδι», το οποίο αντιστοιχεί, και μετουσιώνεται στην αναζήτηση της εξισορρόπησης του συνηθισμένου κόσμου, μέσα από συμβολικά ταξίδια και άθλους.

Το ταξίδι αυτό έχει ως σκοπό να μας υποδείξει, πως η ατραπός της αυτό-ανακάλυψης δεν σημαίνει να ψάχνεις μόνο για καινούργια μέρη, και να ξεπερνάς τα εμπόδια και τις αντιξοότητες, αλλά κυρίως αυτό: Nα έχεις «καινούργια μάτια», ώστε να βλέπεις τον κόσμο διαφορετικά!.

Όπως λέει ο Πλωτίνος:

«Μία ψυχή δεν μπορεί να δει το ωραίο αν δεν είναι ωραία αυτή η ίδια. Κλειστείτε στον εαυτό σας και κοιτάξτε. Κι αν δε βρίσκετε τον εαυτό σας όμορφο, πράξτε όπως ο δημιουργός ενός αγάλματος που πρέπει να γίνει όμορφο ... κόβει από δω, λειαίνει από κει, κάνει αυτή τη γραμμή πιο ανάλαφρη, εκείνη πιο καθαρή, μέχρι που θα εμφανιστεί ένα όμορφο πρόσωπο...»

Το αρχέτυπο του ήρωα, ήταν είναι και θα είναι διαχρονικό. Σε ένα διαφορετικό πολιτισμικό πλαίσιο για παράδειγμα, ο σύγχρονος ο ήρωας του Hollywood Arnold Schwarzenegger, αναφέρει σε συνέντευξη του:

«Από μικρός είχα ιδιαίτερη αγάπη στην Ελλάδα, στους αρχαίους μύθους και ήρωες. Για εμάς, που έχουμε ασχοληθεί με το body building, η αρχαία Ελλάδα είναι πάντα στο επίκεντρο, νιώθουμε σαν συνεχιστές των αρχαίων Ελλήνων και για αυτό το λόγο αγαπώ ιδιαιτέρως τον Ηρακλή».

Όταν το 1984 με πρωτοκάλεσε ο JamesCameron για να παίξω στον Εξολοθρευτή, δεν μου άρεσε καθόλου ο ρόλος και του είπα «δεν θέλω να παίξω ένα χαρακτήρα που δεν είναι ηρωικός». Στις επιφυλάξεις μου απάντησε:

«Μην ανησυχείς, ο τρόπος που θα κινηματογραφήσω την ταινία θα είναι τέτοιος που εσύ, αν και θα είσαι ο “κακός”, στο τέλος θα είσαι ο απόλυτος ήρωας». Τότε δεν κατάλαβα τι εννοούσε, όταν όμως είδα την ταινία, συνειδητοποίησα ότι είχε δίκιο»!