9.11. Οι ελαφροί ας με λέγουν ελαφρό
Ο Διογένης από τη Σινώπη του Πόντου, ο Κράτης από τη Θήβα, ο Δημώναξ από την Κύπρο, ο Περεγρίνος και άλλοι ογδόντα γνωστοί Κυνικοί δεν κέρδισαν κάποια περίοπτη θέση στις ιστορίες της φιλοσοφίας. Ο Αριστοτέλης δεν καταδέχεται να κατονομάσει τον Διογένη, χαρίζοντάς του μόνο μια αναφορά με τη λέξη «κύων». Ποτέ οι μεγάλοι φιλόσοφοι από την εποχή τους έως σήμερα δεν τους αντιμετώπισαν ευθέως ως συνομιλητές στα μεγάλα φιλοσοφικά ερωτήματα της μεταφυσικής, της κοσμολογίας, της γνωσιολογίας.
Και όμως η φιλοσοφική στάση τους είναι παρούσα σε όλη τη διάρκεια της αρχαιότητας. «Και ποιος δεν έχει ακούσει για τον σκύλο από τη Σινώπη;» ρωτούσε το 380 μ.Χ. ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, ζώντας αποσυρμένος στην Καππαδοκία, όχι μακριά από τη γενέθλια πόλη του Διογένη. Ο Κυνισμός επηρέασε τη διαμόρφωση της στωικής φιλοσοφίας, πέρασε σε λογοτεχνικά είδη όπως η «διατριβή» και η σάτιρα, και δεν άφησε ανεπηρέαστο τον χριστιανισμό. Αποτελεί, κατά παράδοξο τρόπο, τη σωκρατική κληρονομιά, όπως εμμέσως παραδέχθηκε και ο Πλάτων αποκαλώντας τον Διογένη «έναν τρελαμένο Σωκράτη». Η μορφή του Διογένη πρόβαλε σαν μια σύνθεση ασκητισμού και αναίδειας - σαν ένας νέος Σωκράτης.
Οι Κυνικοί έδειξαν ότι η σχέση του ανθρώπου με την αλήθεια, ή έστω με την προσωπική του αλήθεια, είναι κατόρθωμα ατομικό, ενίοτε και μοναχικό - αν και το πετυχαίνει ανάμεσα στους άλλους ανθρώπους. Υπήρξαν Κυνικοί που, δυναμωμένοι με την άσκηση, διακινδύνευσαν την προσωπική τους υπόληψη, παραβαίνοντας κανόνες κοινωνικούς. Όλα αυτά τα έκαναν, για να φέρουν τον καθένα αντιμέτωπο με την ανθρώπινη φύση του, απογυμνωμένο από τις ευκολίες αλλά και τις δυσκολίες της καθημερινότητας, του πολιτισμού. Άλλοι τούς είπαν φιλοσόφους, άλλοι τρελούς. Αυτοί απλώς επιδίωξαν να ταρακουνήσουν την αυταρέσκεια, την αυτοϊκανοποίηση όσων κατείχαν (ή νόμιζαν ότι κατείχαν) κάτι: οι πλούσιοι και οι ισχυροί το χρήμα και την κοινωνική καταξίωση, οι φιλόσοφοι τη γνώση, κάθε άνθρωπος τη βολή του.
Κανένας, ειδικά ο άνθρωπος που θέλει να νιώθει ασφάλεια (κοινωνική, πολιτική, συναισθηματική ή όποια άλλη) και επενδύει σε αυτήν, δεν θέλει δίπλα του κάποιον που διαρκώς να τον πειράζει, όχι απλώς να αμφισβητεί ή να κλονίζει τις χρόνιες πεποιθήσεις του αλλά να φέρεται προς αυτές σαν να είναι χρόνιες ασθένειες που επείγει η θεραπεία τους. Κανένας ίσως δεν θέλει δίπλα του έναν αναρχικό που κοροϊδεύει τις βεβαιότητες των άλλων και ποδοπατεί την υπεροψία τους (με κίνδυνο, βέβαια, να κατηγορηθεί και ο ίδιος για οίηση).
Οι Κυνικοί, αντίθετα από τις άλλες Σχολές, πίστεψαν ότι, για να φιλοσοφήσει κανείς, οφείλει να καταλάβει ότι η ζωή μέσα στον ανθρώπινο πολιτισμό είναι γεμάτη ασυνέπειες, αν συγκριθεί με τη φυσική ζωή. Γι᾽ αυτό προχώρησαν στη συνολική ρήξη με τον κόσμο των κοινωνικών συμβάσεων: τον απέρριψαν ολοκληρωτικά ως αντίθετο προς την ανθρώπινη φύση. Ωστόσο, δεν είχαν σκοπό ούτε προσπάθησαν να αναμορφώσουν την κοινωνική ή την πολιτική ζωή. Αρκέστηκαν συχνά σε έναν επιδεικτικό ασκητισμό, κάποτε μάλιστα στις αυλές και στους κύκλους των πλουσίων.
Η αναφορά στον Διογένη, η πίστη στο παράδειγμά του, στον τρόπο ζωής του και στις φιλοσοφικές αρχές του κράτησαν τους Κυνικούς για αιώνες, παρόλο που δεν συγκρότησαν ποτέ σχολή ούτε έδωσαν τόση σημασία στο να θεμελιώσουν με αυστηρά φιλοσοφικό τρόπο τις απόψεις τους. Τους άρεσε να πλάθουν ιστορίες για τον Διογένη, συναξάρια θαυμαστών πράξεων, αγιογραφικές επινοήσεις της παράδοσης. Ιστορίες σαν κι αυτή που μόλις τελείωσε.
erevoktonos
Φῶς καὶ Φωνὴ Ἐξυπνισμοῦ ἐν τῷ Αἰῶνι τῆς Νυκτός!
Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2026
Η δικαιοσύνη αξίζει περισσότερο από την εξουσία και τον πλούτο
Δεν έχουμε πληροφορίες για τον ελληνιστικό τραγωδό Απολλωνίδη. Το όνομά του εμφανίζεται μόνο στον Στοβαίο, ο οποίος παραθέτει αποσπάσματά του, και στον Φιλόδημο, που τον αναφέρει δυο φορές.
Ορισμένοι τον ταυτίζουν με κάποιον Απολλωνίδη, που εμφανίζεται ως συμμέτοχος σε διαγωνισμό τραγωδίας σε επιγραφή από την αιγυπτιακή Πτολεμαΐδα (OGIS 51), αλλά... η ταύτιση είναι αμφίβολη. Το μόνο βέβαιο είναι ότι έζησε πριν από τον Φιλόδημο (110-39 π.Χ.).
Παρακάτω μεταφράζεται το εκτενέστερο σωζόμενο χωρίο του από κάποια χαμένη τραγωδία:
Φεῦ φεῦ͵ γυναῖκες͵ ὡς ἐν ἀνθρώποις ἄρα οὐ χρυσός͵ οὐ τυραννίς͵ οὐ πλούτου χλιδή τοσοῦτον εἶχε διαφόρους τὰς ἡδονάς ὡς ἀνδρὸς ἐσθλοῦ καὶ γυναικὸς εὐσεβοῦς γνώμη δικαία καὶ φρονοῦσα, τἄνδικα.
Αλίμονο, γυναίκες! Μες στους ανθρώπους ούτε ο χρυσός, ούτε η τυραννίδα, ούτε του πλούτου η χλιδή, τόσο έξοχη προσφέρει απόλαυση, όσο του αγαθού ανδρός και της ευσεβούς γυναίκας η δίκαιη κρίση που συλλογίζεται την αλήθεια.
Φεῦ φεῦ͵ γυναῖκες͵ ὡς ἐν ἀνθρώποις ἄρα οὐ χρυσός͵ οὐ τυραννίς͵ οὐ πλούτου χλιδή τοσοῦτον εἶχε διαφόρους τὰς ἡδονάς ὡς ἀνδρὸς ἐσθλοῦ καὶ γυναικὸς εὐσεβοῦς γνώμη δικαία καὶ φρονοῦσα, τἄνδικα.
Αλίμονο, γυναίκες! Μες στους ανθρώπους ούτε ο χρυσός, ούτε η τυραννίδα, ούτε του πλούτου η χλιδή, τόσο έξοχη προσφέρει απόλαυση, όσο του αγαθού ανδρός και της ευσεβούς γυναίκας η δίκαιη κρίση που συλλογίζεται την αλήθεια.
Θεός είναι ο οίνος και στους θεούς προσφέρεται
"Δύο είναι, νεαρέ μου, τα πρώτα αγαθά για τους ανθρώπους: η θεά Δήμητρα η γη τουτέστιν, όπως σ' αρέσει μπορείς και να την προσφωνείς. Αυτή τρέφει τους ανθρώπους με στερεά τροφή.
Θεός είναι ο οίνος και στους θεούς προσφέρεται σπονδή ώστε αυτός διασφαλίζει τα αγαθά στους ανθρώπους."
Βάκχαι, Ευριπίδης
Ο γόνος της Σεμέλης ήλθε αργότερα, αλλά ισάξια η προσφορά του:..
Του βότρυος το νάμα εφεύρεση κι εισαγωγή δική του στην κοινωνία των ανθρώπων. Διώχνει τη λύπη από τους ταλαίπωρους θνητούς, όταν τα σωθικά τους πλημμυρίσει της αμπέλου φέρνει τον ύπνο, στη λήθη ρίχνει τις πίκρες της ημέρας, φάρμακο άλλο για τις δυστυχίες δεν υπάρχει της ζωής.
Θεός είναι ο οίνος και στους θεούς προσφέρεται σπονδή ώστε αυτός διασφαλίζει τα αγαθά στους ανθρώπους."
Βάκχαι, Ευριπίδης
Υπάρχουν δυο μορφές γνώσης, η μια γνήσια, η άλλη σκοτεινή
"Υπάρχουν δυο μορφές γνώσης, η μια γνήσια, η άλλη σκοτεινή.
Όταν η σκοτεινή μορφή δεν μπορεί πλέον να δει τίποτε άλλο απειροελάχιστο ούτε να ακούσει ούτε να μυρίσει ούτε να γευτεί ούτε να αντιληφθεί με την αφή, αλλά πρέπει να αναζητεί κάτι πιο λεπτό, τότε έρχεται η γνήσια μορφή γνώσης, μια και έχει όργανο να σκεφτεί πιο λεπτά."
Και στη σκοτεινή ανήκουν όλα αυτά που ακολουθούν: όραση, ακοή, οσμή, γεύση, αφή.
Η άλλη, η γνήσια, είναι...
ξέχωρη απ' αυτήν.
Όταν η σκοτεινή μορφή δεν μπορεί πλέον να δει τίποτε άλλο απειροελάχιστο ούτε να ακούσει ούτε να μυρίσει ούτε να γευτεί ούτε να αντιληφθεί με την αφή, αλλά πρέπει να αναζητεί κάτι πιο λεπτό, τότε έρχεται η γνήσια μορφή γνώσης, μια και έχει όργανο να σκεφτεί πιο λεπτά."
Δημόκριτος
Δεν πρέπει κανείς να διστάζει να φιλοσοφεί
"Δεν πρέπει κανείς ούτε όταν είναι νέος να διστάζει να φιλοσοφεί, ούτε πάλι σαν είναι γέροντας να βαριεστίζει και να μη φιλοσοφεί. Κανένας δεν είναι άγουρος ακόμη, και για κανέναν δεν είναι πια πολύ αργά να φροντίσει για την υγεία της ψυχής του. Κι όποιος λέει ότι δεν ήρθε ακόμη ο καιρός να φιλοσοφήσει ή ότι ο καιρός αυτός έχει περάσει πια, μοιάζει σ᾽ εκείνον ο οποίος λέει ότι... δεν έχει έρθει ακόμη ο καιρός για την ευτυχία ή ότι δεν είναι πια καιρός γι᾽ αυτήν. Πρέπει, επομένως, και ο γέροντας να φιλοσοφεί και ο νέος: ο ένας για να μείνει, κι όταν γερνά, νέος χάρη στα όμορφα πράγματα, καθώς με χαρά θα ανατρέχει στα περασμένα, ο άλλος για να ᾽ναι και ως νέος συνάμα γέροντας, καθώς δεν θα τον κυριεύσει φόβος για τα μελλούμενα. Είναι λοιπόν ανάγκη να στοχαζόμαστε τα πράγματα που φέρνουν την ευτυχία, αφού όταν υπάρχει ευτυχία έχουμε τα πάντα, ενώ όταν αυτή λείπει κάνουμε τα πάντα για να την έχουμε."
Επίκουρος, Επιστολή προς Μενοικέα
"Mήτε νέος τις ὢν μελλέτω φιλοσοφεῖν, μήτε γέρων ὑπάρχων κοπιάτω φιλοσοφῶν. οὔτε γὰρ ἄωρος οὐδείς ἐστιν οὔτε πάρωρος πρὸς τὸ κατὰ ψυχὴν ὑγιαῖνον. ὁ δὲ λέγων ἢ μήπω τοῦ φιλοσοφεῖν ὑπάρχειν ὥραν ἢ παρεληλυθέναι τὴν ὥραν, ὅμοιός ἐστιν τῷ λέγοντι πρὸς εὐδαιμονίαν ἢ μὴ παρεῖναι τὴν ὥραν ἢ μηκέτι εἶναι. ὥστε φιλοσοφητέον καὶ νέῳ καὶ γέροντι, τῷ μὲν ὅπως γηράσκων νεάζῃ τοῖς ἀγαθοῖς διὰ τὴν χάριν τῶν γεγονότων, τῷ δὲ ὅπως νέος ἅμα καὶ παλαιὸς ᾖ διὰ τὴν ἀφοβίαν τῶν μελλόντων· μελετᾶν οὖν χρὴ τὰ ποιοῦντα τὴν εὐδαιμονίαν, εἴπερ παρούσης μὲν αὐτῆς πάντα ἔχομεν, ἀπούσης δὲ πάντα πράττομεν εἰς τὸ ταύτην ἔχειν."
Επίκουρος, Επιστολή προς Μενοικέα
Η Αποθέωση του Μικρού Εαυτού
Το Φωτισμένο Εγώ: Η Τελευταία και Πιο Εκλεπτυσμένη Μεταμφίεση
Όταν η Αφύπνιση Γίνεται Επίτευγμα
Ο Πρωταγωνιστής του Πνευματικού Δράματος
Φωτισμένη Αυτο-εκτίμηση έναντι της Αυθεντικής Μεταμόρφωσης
Η Σύγχυση του Βιώνοντος με την Πραγματικότητα
Όσοι αποκηρύσσουν τη φιλοδοξία συχνά κάνουν μια περίεργη ανακάλυψη: η φιλοδοξία δεν έχει πάει πουθενά. Απλώς άλλαξε ρούχα. Το άτομο που κάποτε ήθελε να θαυμάζεται για την επιτυχία του, τώρα νιώθει μια ελαφρά ευχαρίστηση από το γεγονός ότι είναι εκείνος που δεν χρειάζεται πλέον θαυμασμό. Το άτομο που κάποτε μάζευε αποκτήματα, τώρα μαζεύει εγκράτεια. Δεν έχει συμβεί τίποτα δραματικό, και τίποτα δεν έχει προσποιηθεί. Κι όμως, κάτι που υποτίθεται ότι είχε τελειώσει εξακολουθεί να είναι ήσυχα κυρίαρχο.
Αυτό είναι ανησυχητικό να το παρατηρεί κανείς, γιατί υποδηλώνει ότι η σκάλα που ακουμπάμε στο ιερό μπορεί να ακουμπά στον ίδιο τοίχο με κάθε άλλη σκάλα. Την ανεβαίνουμε με ειλικρίνεια, με προσπάθεια, μερικές φορές με πραγματικό πόνο, και δεν μπορούμε εύκολα να διακρίνουμε αν ανεβαίνουμε προς την ελευθερία ή απλώς προς έναν υψηλότερο όροφο του ίδιου κτιρίου.
Η υποψία πρέπει να ακολουθηθεί αργά. Δεν κατηγορεί την πνευματικότητα ότι είναι ψεύτικη. Ρωτά κάτι πιο οικείο και λιγότερο άνετο. Αν η αφύπνιση είναι αυτό που θέλουμε, και το θέλω είναι η δραστηριότητα ενός εαυτού, τότε σχηματίζεται μια ερώτηση κάτω από κάθε πρακτική, μια ερώτηση που καμία τεχνική δεν φαίνεται ικανή να φτάσει: ποιος είναι εκείνος που θέλει να αφυπνιστεί;
1 — Η Ίδια Πείνα με Διαφορετικό Λεξιλόγιο
Ο συνηθισμένος εαυτός θέλει πράγματα που μπορεί να ονομάσει. Πλούτο, για να είναι ασφαλής. Αναγνώριση, για να μετράει. Εξουσία, για να μην είναι στο έλεος των άλλων. Ηδονή, για να ξεχάσει για λίγο την ίδια του την ανησυχία. Ο πνευματικοποιημένος εαυτός θέλει πράγματα που ακούγονται εντελώς διαφορετικά: καθαρότητα, σοφία, σπάνιες εμπειρίες, ένα πιο ήσυχο είδος αυθεντίας, και στο τέλος της λίστας, την ίδια την αφύπνιση. Η μία λίστα μυρίζει αγορά, η άλλη θυμίαμα, και είναι δελεαστικό να συμπεράνει κανείς ότι κάποιος που έχει μετακινηθεί από την πρώτη στη δεύτερη έχει αλλάξει στη ρίζα.
Βάλε τις δύο λίστες δίπλα δίπλα και κοίτα όχι τα αντικείμενα αλλά τη γραμματική. Και στις δύο υπάρχει κάποιος που δεν είναι ακόμη αρκετός, και κάτι που, μόλις αποκτηθεί, θα κάνει αυτόν τον κάποιον περισσότερο. Θέλω να γίνω κάτι περισσότερο. Η πρόταση επιβιώνει από κάθε αντικατάσταση του αντικειμένου της. Μπορεί να ειπωθεί για μια περιουσία ή για ένα όραμα, για έναν τίτλο ή για τη σιωπή, και η εσωτερική της μορφή δεν αλλάζει. Ένας άντρας δίνει το ρολόι του ως χειρονομία αποστασιοποίησης, και μια εβδομάδα αργότερα παρατηρεί ότι περιμένει κάποιον να τον ρωτήσει πού πήγε.
Αν είναι έτσι, το εγώ κατανοείται καλύτερα από την κίνησή του παρά από τα περιεχόμενά του. Είναι λιγότερο μια συλλογή συγκεκριμένων επιθυμιών και περισσότερο μια στάση απέναντι στον εαυτό: μια συνεχής αίσθηση ανεπάρκειας που γέρνει προς το μέλλον και υπόσχεται στον εαυτό της ανακούφιση. Πριν επιλεγεί οποιοσδήποτε στόχος, η έλλειψη έχει ήδη γίνει αισθητή. Ο στόχος είναι ένα όνομα που δίνεται εκ των υστέρων σε μια πείνα που υπήρχε πρώτη. Το να αλλάξεις λοιπόν τον στόχο μπορεί να σημαίνει μόνο να αλλάξεις την ετικέτα στο μπουκάλι.
Γιατί οι υψηλότεροι στόχοι αισθάνονται τόσο διαφορετικοί; Εν μέρει επειδή είναι διαφορετικοί σε αξία. Το να θέλεις σοφία είναι καλύτερο από το να θέλεις ένα μεγαλύτερο σπίτι σχεδόν με κάθε τρόπο που έχει σημασία για τον κόσμο. Υπάρχει όμως και ένας δεύτερος λόγος, λιγότερο κολακευτικός. Μια άξια φιλοδοξία φέρνει μια ιδιαίτερη ανακούφιση. Για πρώτη φορά η πείνα φαίνεται δικαιολογημένη· η ανησυχία έχει λάβει ένα ευγενές όνομα, και δεν χρειάζεται πλέον να ντρεπόμαστε γι’ αυτήν. Η ανακούφιση είναι γνήσια. Αυτό που κρύβει είναι ότι η ανησυχία εξακολουθεί να είναι εκεί, τώρα αξιοσέβαστη. Το πνευματικό λεξιλόγιο μπορεί να είναι η πιο αξιοπρεπής μεταμφίεση που φόρεσε ποτέ το θέλω.
Εδώ εμφανίζεται το πρώτο παράδοξο, και αξίζει να το νιώσουμε πριν το αναλύσουμε. Η επιθυμία να ελευθερωθούμε από το εγώ είναι μια επιθυμία, και μια επιθυμία είναι κάτι που κάποιος έχει. Η επιθυμία να υπερβούμε τον εαυτό μπορεί να είναι η πιο εκλεπτυσμένη επιθυμία του εαυτού, εκείνη στην οποία προτείνει, με τέλεια ευγένεια, τη δική του συνταξιοδότηση ενώ παραμένει σταθερά καθισμένος στην καρέκλα.
Κάνει αυτό κάθε φιλοδοξία ύποπτη; Ίσως όχι. Κάποια λαχτάρα μπορεί να είναι η έλξη κάτι πραγματικού· κάποια άλλη μπορεί να είναι η παλιά πείνα με νέο ρούχο· και στην αρχή οι δύο μπορεί να είναι αδιάκριτες. Προς το παρόν αρκεί να ακούσουμε την ήσυχη πρόταση που συνοδεύει τη δική μας λαχτάρα: Θα είμαι περισσότερο από αυτό. Παρατηρήστε πόσο φυσικά ακούγεται. Παρατηρήστε πόσο λίγο μοιάζει με εγώ και πόσο πολύ με φιλοδοξία.
Αν η δομή παραμένει σταθερή, θα πρέπει να λειτουργεί και στον ναό. Τι κάνει εκεί;
2 — Ο Πρωταγωνιστής του Ιερού Δράματος
Μόλις ο εαυτός εισέλθει στην πνευματική ζωή, φέρνει μαζί του το παλαιότερο ταλέντο του: αφηγείται ιστορίες. Ένας δρόμος δεν είναι μόνο μια κατεύθυνση· είναι μια πλοκή. Υπάρχει μια αρχή στην δυσαρέσκεια, ένα μέσο αγώνα, ένα σημείο καμπής της αποκάλυψης, ένα τέλος στην άφιξη. Το σχήμα είναι τόσο οικείο που σπάνια το βλέπουμε ως σχήμα. Το θεωρούμε απλώς αυτό που είναι η πνευματική ζωή.
Κοιτάξτε τα ρήματα που απαιτεί το δράμα. Ο εαυτός πειθαρχεί τον εαυτό του, πράγμα που σημαίνει ότι διαιρείται σε εκείνον που διατάζει και εκείνον που υπακούει. Μετράει τον εαυτό του, πράγμα που σημαίνει ότι κρατά έναν εσωτερικό λογαριασμό, συγκρίνοντας το σήμερα με πέρυσι και, πιο διακριτικά, τον εαυτό του με τους άλλους. Προχωρά τον εαυτό του, πράγμα που προϋποθέτει στάδια και μια θέση επάνω τους. Και τελικά, στην πιο τολμηρή εκδοχή, δηλώνει τον εαυτό του αφυπνισμένο. Αυτοπειθαρχία, αυτομέτρηση, αυτοπροαγωγή, αυτοδήλωση: το πρόθεμα δεν είναι διακόσμηση. Είναι ολόκληρη η ιστορία.
Ένας δρόμος με στάδια χρειάζεται κάποιον να στέκεται σε κάθε στάδιο. Αν υπάρχουν βαθμοί προόδου, πρέπει να υπάρχει ένα άτομο που έχει φτάσει στο πέμπτο και όχι στο τρίτο, και αυτό το άτομο έχει μια τάξη, όσο ήπια κι αν κρατιέται. Ο εσωτερικός βαθμολογητής μπορεί να μιλά τη γλώσσα της ταπεινοφροσύνης — δεν είμαι πολύ προχωρημένος —, αλλά και αυτό είναι μέτρηση. Σε μια περίοδο πνευματικής άσκησης, κάποια μπορεί να παρατηρήσει ότι ευχαριστιέται που κάθεται πιο ήσυχα από το άτομο δίπλα της, και μετά να νιώσει λίγο ντροπή για την ευχαρίστηση, και μετά λίγο ευχαρίστηση για την ντροπή. Θα μπορούσε κανείς να ρωτήσει ποιος μετράει και ποιος μετριέται, και πόσο πλήρως και οι δύο είναι «εγώ».
Η δήλωση «είμαι αφυπνισμένος» είναι το αποκορύφωμα της πλοκής, και περιέχει μια ήσυχη παραδοξότητα. Ό,τι κι αν σημαίνει η αφύπνιση, υποτίθεται ότι αφορούσε το τέλος ενός ορισμένου είδους διεκδικητή. Το να την ανακοινώσεις επαναφέρει τον διεκδικητή στο προσκήνιο, φορώντας τον ωραιότερο τίτλο του. Η αυθεντία ακολουθεί φυσικά: εκείνος που έχει φτάσει μπορεί τώρα να καθοδηγεί, να αναγνωρίζεται, να συμβουλεύεται. Το εγώ έχει λάβει μια μεγαλύτερη σκηνή, έναν πλουσιότερο ρόλο και ένα πιο κολακευτικό τέλος από ό,τι είχε ποτέ στην καθημερινή ζωή.
Η ταπεινοφροσύνη μπορεί να παιχτεί κι εδώ. Υπάρχει μια ταπεινοφροσύνη που βιώνεται, η οποία σπάνια γνωρίζει τον εαυτό της, και μια ταπεινοφροσύνη που επιδεικνύεται, η οποία γνωρίζει πολύ καλά τον εαυτό της και παρακολουθεί το κοινό της. Από μέσα, μπορούν να αισθάνονται σχεδόν το ίδιο.
Κι όμως κάτι σε αυτή την περιγραφή θα έπρεπε να μας κάνει να σταθούμε. Αν μπορώ να παρακολουθώ τον εαυτό μου να παίζει τον ήρωα, δεν είμαι εντελώς ταυτόσημος με τον ήρωα. Η ικανότητα να βλέπεις τον χαρακτήρα ως χαρακτήρα είναι μια μικρή ρωγμή στην ιστορία. Θα επιστρέψουμε σε αυτήν.
Πρώτα, μια πραγματική δυσκολία. Η πρακτική φαίνεται απαραίτητη· κανείς δεν αφυπνίζεται, υποθέτουμε, κάνοντας τίποτα. Κι όμως κάθε πράξη πρακτικής τρέφει τον πρωταγωνιστή. Όποιος έχει καθίσει στη σιωπή γνωρίζει τον σχολιασμό που τρέχει από κάτω: αυτό πηγαίνει καλά· αποτυγχάνω· είμαι πιο προχωρημένος από πέρυσι. Η πρακτική είναι πραγματική, και το ίδιο και ο σχολιαστής. Δεν μπορούμε να απορρίψουμε το ένα ή να αγνοήσουμε το άλλο.
Εδώ υψώνεται μια ένσταση, και είναι δίκαιη. Πολλοί που βαδίζουν αυτόν τον δρόμο δεν είναι ηθοποιοί. Το εννοούν με όλη τους την καρδιά. Δεν καθαρίζει η ειλικρίνεια το δράμα;
3 — Όταν η Ειλικρίνεια Δεν Επαρκεί
Η ένσταση αξίζει όλο της το βάρος, αλλιώς το επιχείρημα γίνεται φθηνό. Είναι εύκολο να επικρίνεις την υποκρισία: τον δάσκαλο που λαχταρά οπαδούς, τον αναζητητή που επιδεικνύει ευσέβεια. Τίποτα όμως από όσα ειπώθηκαν μέχρι τώρα δεν εξαρτάται από την ανειλικρίνεια. Η φιλοδοξία μπορεί να είναι ολόψυχη, ακόμη και ευγενής, και η δομή της αυτοαναφοράς μπορεί να παραμένει ακριβώς εκεί που ήταν.
Η ειλικρίνεια και η αυτοαναφορά ανήκουν σε διαφορετικά επίπεδα. Η ειλικρίνεια αφορά την ποιότητα μιας πρόθεσης: αν είναι τίμια, ελεύθερη από υπολογισμό, πρόθυμη να πληρώσει τίμημα. Η αυτοαναφορά αφορά τη δομή εκείνου που προτίθεται: αν κάθε πράξη, όσο καθαρή κι αν είναι, οργανώνεται ακόμη γύρω από ένα «εγώ» που κάνει, βελτιώνεται, φτάνει. Ένα άτομο μπορεί να είναι εντελώς αληθινό στο να θέλει ελευθερία και παρ’ όλα αυτά να είναι, σε αυτό ακριβώς το θέλω, το κέντρο γύρω από το οποίο περιστρέφεται το θέλω. Μπορεί να είναι υψηλά στον πρώτο άξονα και αμετάβλητο στον δεύτερο.
Γι’ αυτό ο κίνδυνος είναι μεγαλύτερος εκεί όπου η φιλοδοξία είναι πιο όμορφη. Η υποψία ξυπνά από αυτό που φαίνεται άσχημο και αφοπλίζεται από αυτό που φαίνεται καλό. Η απληστία αναγγέλλεται, γι’ αυτό φυλαγόμαστε από αυτήν. Μια λαχτάρα για καθαρότητα δεν αναγγέλλεται ως απειλή, και ο εαυτός βρίσκει εκεί την ασφαλέστερη κρυψώνα του. Κανείς δεν εξετάζει τα κίνητρα ενός ανθρώπου που θέλει μόνο να είναι καλός.
Τι, λοιπόν, διακρίνει τη γνήσια μεταμόρφωση από τον φωτισμένο αυτοθαυμασμό; Από έξω μπορεί να μοιάζουν σχεδόν το ίδιο. Και οι δύο μπορεί να δείχνουν ηρεμία, πραότητα, μια πειθαρχημένη ζωή, έναν πειστικό τρόπο με τα λόγια. Από μέσα η διαφορά σπάνια είναι ευκολότερο να βρεθεί, και εδώ η έρευνα συναντά το δυσκολότερο εμπόδιό της: εκείνος που θα διαγνώσει είναι ο ύποπτος. Το μυαλό που ρωτά «Είμαι ελεύθερος από αυτοαναφορά;» είναι το μυαλό του οποίου η αυτοαναφορά είναι υπό αμφισβήτηση, και οποιαδήποτε ετυμηγορία εκδίδει φέρει την υπογραφή του. Μια ευνοϊκή ετυμηγορία είναι κολακευτική. Μια δυσμενής μπορεί επίσης να είναι κολακευτική, αφού ένα άτομο που βλέπει τόσο βαθιά μέσα από τον εαυτό του πρέπει να είναι αξιοσημείωτο.
Υπάρχει επίσης μια λεπτή ικανοποίηση που συνοδεύει την πνευματική πρόοδο, και είναι δύσκολο να ονομαστεί. Δεν είναι ακριβώς υπερηφάνεια. Είναι μια ζεστασιά, μια αίσθηση ότι βρίσκεσαι στη σωστή πλευρά κάτι, ότι έχεις γίνει λίγο πιο πραγματικός από τους άλλους ανθρώπους. Μπορεί να περάσει για ευγνωμοσύνη. Πολλοί έχουν παρατηρήσει υπερηφάνεια στην ταπεινοφροσύνη τους, μετά υπερηφάνεια στην παρατήρηση, και έχουν νιώσει τον ίλιγγο της, σαν ο εαυτός να ήταν μια αίθουσα καθρεφτών της οποίας η έξοδος ήταν επίσης καθρέφτης.
Τίποτα από αυτά δεν είναι κατηγορία, και δεν έχει σκοπό να ντροπιάσει τους ειλικρινείς. Είναι μια αναγνώριση του πόσο βαθιά μπορεί να τρέχει η δομή: βαθύτερα από την πρόθεση, βαθύτερα από τον χαρακτήρα, ίσως βαθύτερα από οτιδήποτε μπορούμε να θελήσουμε. Και αυτό το βάθος παράγει το αδιέξοδο. Αν η προσπάθεια περνάει από το ίδιο κέντρο, το να προσπαθείς περισσότερο δεν βοηθάει· αν η καθαρότητα του κινήτρου δεν είναι εγγύηση, το να καθαρίσεις το κίνητρο δεν είναι λύση. Ο αναζητητής φαίνεται παγιδευμένος, και η παγίδα πρέπει να γίνει αισθητή αντί να προσπεραστεί βιαστικά.
Κι όμως το αδιέξοδο υποδηλώνει κάτι. Αν το πρόβλημα δεν μπορεί να λυθεί με ένα καλύτερο είδος προσπάθειας, ίσως αυτό που χρειάζεται είναι ένα διαφορετικό είδος όρασης: όχι μια βελτίωση εκείνου που κοιτάζει, αλλά μια καθαρή ματιά σε εκείνον που κοιτάζει. Απέναντι σε αυτό στέκεται αυτό που δεν έχει ακόμη αντιμετωπιστεί. Σίγουρα οι έκτακτες εμπειρίες αποδεικνύουν κάτι.
4 — Ο Βιωματής που Εκλαμβάνεται για το Πραγματικό
Εδώ το επιχείρημα πρέπει να είναι προσεκτικό, γιατί τίποτα δεν είναι ευκολότερο από τον φθηνό σκεπτικισμό. Οι άνθρωποι αναφέρουν εμπειρίες μεγάλης έντασης: μια ξαφνική διάλυση των ορίων, ένα κύμα ειρήνης, μια αντίληψη ενότητας, μια φωτεινή διαύγεια. Δεν χρειάζεται να τις αρνηθούμε. Το ερώτημα δεν είναι αν συμβαίνουν τέτοιες εμπειρίες. Είναι πιο σεμνό: όταν κάποιος λέει «το έχω βιώσει αυτό», τι ακριβώς έχει ισχυριστεί, και ποιος το ισχυρίζεται;
Μια εμπειρία είναι ένα γεγονός. Έρχεται, έχει μια υφή, και περνάει. Πολύ γρήγορα γίνεται κάτι άλλο: μια κατοχή. Μπαίνει σε μια βιογραφία. Γίνεται «η εμπειρία μου», ένα κεφάλαιο στην ιστορία της «διαδρομής μου», που προσφέρεται ως απόδειξη της «προόδου μου». Το γεγονός το ίδιο μπορεί να μην έμοιαζε καθόλου με εκείνον που αργότερα το οικειοποιείται, κι όμως η οικειοποίηση είναι το πρώτο πράγμα που συμβαίνει μετά. Το κέντρο που λέει «αυτό ήταν δικό μου» φτάνει μετά την εμπειρία, όπως φτάνει μετά από κάθε εμπειρία, για να συλλέξει.
Έτσι οι εμπειρίες γίνονται τρόπαια. Κάποιος μπορεί να έχει ένα έκτακτο όραμα και να παραμένει ακριβώς ο ίδιος διεκδικητής, τώρα με ένα διαπιστευτήριο. Το κέντρο είναι άθικτο, ίσως ακόμη και ενισχυμένο, αφού μπορεί πλέον να λέει ότι έχει δει. Μια πιο έντονη εμπειρία δεν σημαίνει απαραίτητα έναν πιο λεπτό εαυτό. Η ένταση ανήκει στην εμπειρία. Η λεπτότητα είναι ιδιότητα κάτι εντελώς άλλου.
Κάτω από αυτό βρίσκεται η σύγχυση που δίνει στον τίτλο της ενότητας το όνομά της. Εκείνος που κοιτάζει εκλαμβάνεται για αυτό που βλέπεται. Ο βιωματής, ένα κέντρο οικειοποίησης, λαμβάνεται για την Πραγματικότητα που έγινε αντιληπτή, σαν η ματιά και ο βλέπων να ήταν ένα πράγμα εξαρχής. Ένα άτομο μπορεί τότε να πει, με πλήρη ειλικρίνεια, ότι έχει πραγματοποιήσει το απόλυτο, όταν αυτό που έχει συμβεί είναι ότι ο βιωματής έχει προαχθεί. Ό,τι κι αν σημαίνει εδώ η Πραγματικότητα, δεν φαίνεται να είναι ένα αντικείμενο που ένα υποκείμενο μπορεί να κατέχει. Το να την αντιμετωπίζεις ως τέτοια σημαίνει να την μειώνεις σε κάτι που ο εαυτός μπορεί να οικειοποιηθεί, που είναι ακριβώς αυτό που κάνει ο εαυτός με όλα τα άλλα.
Αν αυτό είναι σωστό, το πραγματικό ερώτημα μετακινείται. Δεν είναι πλέον τι βιώθηκε αλλά τι είναι ενήμερο του βιώματος. Εμπειρίες κάθε είδους, συμπεριλαμβανομένων των πιο έκτακτων, εμφανίζονται και εξαφανίζονται· ό,τι είναι ενήμερο αυτών δεν φαίνεται να εμφανίζεται και να εξαφανίζεται μαζί με καθεμιά. Μια στοχαστική έρευνα μπορεί απλώς να στραφεί προς την αίσθηση του «εγώ» που εμφανίζεται μετά από οποιαδήποτε εμπειρία για να την διεκδικήσει. Από πού έρχεται αυτός ο διεκδικητής; Είναι παρών κατά τη διάρκεια της ίδιας της εμπειρίας, ή φτάνει μια στιγμή αργότερα, ως σκέψη;
Ακόμη κι εδώ περιμένει μια παγίδα, και πρέπει να ονομαστεί. Το να πεις «ο βιωματής δεν είναι η Πραγματικότητα» μπορεί να γίνει μια έξυπνη έννοια, που κρατιέται από τον βιωματή, ο οποίος τώρα θεωρεί τον εαυτό του ως εκείνον που καταλαβαίνει ότι ο βιωματής δεν είναι η Πραγματικότητα. Το κέντρο έχει αποκτήσει άλλο διαπιστευτήριο, αυτή τη φορά στη φιλοσοφία. Καμία δήλωση δεν προστατεύει από αυτό, συμπεριλαμβανομένης αυτής που μόλις έγινε.
Αυτό προς το οποίο δείχνουμε δεν μπορεί να είναι αντικείμενο εμπειρίας για ένα υποκείμενο καθόλου· το πλαίσιο υποκειμένου-αντικειμένου είναι το ίδιο υπό έρευνα. Και αν το κίνητρο, η αφήγηση, η ειλικρίνεια και η εμπειρία δεν μπορούν να πιστοποιήσουν την αφύπνιση, παραμένει ένα απότομο ερώτημα: τι μπορεί να ειπωθεί γι’ αυτήν καθόλου;
5 — Πέρα από έναν Πιο Μεγαλοπρεπή Εαυτό
Ίσως η τίμια αρχή είναι αρνητική. Ο φωτισμός δεν μπορεί να είναι τίτλος. Δεν μπορεί να είναι μια κατάσταση που απονέμεται ή διεκδικείται, μια αυθεντία, ή μια ανώτερη κατάσταση καταταγμένη πάνω από άλλες. Δεν μπορεί να είναι μια πιο μεγαλοπρεπής ταυτότητα για τον χωριστό εαυτό, γιατί μια ταυτότητα, όσο μεγαλοπρεπής κι αν είναι, παραμένει μια μορφή της κίνησης με την οποία ξεκινήσαμε: Θέλω να γίνω κάτι περισσότερο. Ο πιο μεγαλειώδης δυνατός εαυτός παραμένει ένας εαυτός.
Τι είναι λοιπόν; Όχι η προαγωγή του εαυτού αλλά η διάβλεψη του εαυτού ως κέντρου αναφοράς. Είναι η διαφορά ανάμεσα στο να γίνεις κάτι περισσότερο και στο τέλος της ανάγκης να γίνεις. Δεν είναι δύο στάδια σε έναν δρόμο. Είναι διαφορετικά στο είδος. Το ένα είναι μια κίνηση· το άλλο είναι η ήσυχη παύση της κίνησης, και θα ήταν λάθος να σκεφτούμε την παύση ως επίτευγμα, αφού το επίτευγμα είναι η ίδια η κίνηση.
Αυτό δίνει στο παράδοξο της αναζήτησης την πιο οξεία μορφή του. Η προσπάθεια δεν μπορεί να φτάσει αυτό που δεν είναι αντικείμενο προσπάθειας. Κι όμως η προσπάθεια δεν μπορεί να εγκαταλειφθεί με διάταγμα επίσης, αφού το διάταγμα είναι άλλη μια προσπάθεια, και εκείνος που αποφασίζει να σταματήσει να προσπαθεί εξακολουθεί να προσπαθεί. Ίσως η έξοδος δεν βρίσκεται καθόλου στο να κάνεις. Το να βλέπεις καθαρά τη δομή είναι μια διαφορετική πράξη από το να την πολεμάς. Το να πολεμάς το εγώ σημαίνει να του δίνεις έναν αντίπαλο άξιο του εαυτού του, και πάντα ευημερούσε με αυτό. Το να το βλέπεις, απλά και χωρίς εχθρότητα, ως την κίνηση που είναι, σημαίνει να στέκεσαι για μια στιγμή κάπου αλλού από μέσα του. Μιλήσαμε για τη μικρή ρωγμή στην ιστορία, το γεγονός ότι μπορεί κανείς να παρακολουθεί τον εαυτό του να παίζει τον ήρωα. Αυτή η παρακολούθηση δεν ήταν ποτέ μέρος της πλοκής.
Τι θα παρέμενε; Όχι απουσία εμπειρίας· τίποτα εδώ δεν απαιτεί αποκήρυξη της εμπειρίας. Αυτό που αποκηρύσσεται, αν ταιριάζει η λέξη, είναι η διεκδίκηση. Οι εμπειρίες έρχονται όπως πριν, ίσως πιο πλήρως, αλλά κανείς δεν τις συλλέγει. Θα υπήρχε μια ήσυχη απουσία του πρωταγωνιστή, μια ζωή χωρίς πνευματικό αφηγητή, στην οποία τα πράγματα παρατηρούνται χωρίς να μετατρέπονται σε αποδείξεις. Είναι δύσκολο να περιγραφεί, και η δυσκολία είναι διδακτική. Η γλώσσα είναι διαμορφωμένη σε μεγάλο βαθμό από εκείνον που θέλει να γίνει κάτι περισσότερο, και όταν μιλά για ελευθερία από εκείνον, τείνει να κάνει την ελευθερία άλλη μια κατοχή.
Κάτι από αυτό μπορεί να αναγνωριστεί στην επιστροφή στο συνηθισμένο: την κουζίνα, τον καιρό, το πρόσωπο ενός άλλου ανθρώπου, που βλέπεται χωρίς να χρησιμοποιείται, σε έναν κόσμο όπου κανείς δεν χρειάζεται να είναι ιδιαίτερος. Αυτό δεν είναι επίτευγμα. Μπορεί καλύτερα να περιγραφεί ως αυτό που υπήρχε εξαρχής, χωρίς εμπόδια. Η Πραγματικότητα δεν απουσίαζε ποτέ και δεν χρειαζόταν να επιτευχθεί· καλυπτόταν, αν καλυπτόταν από κάτι, από την έκταση.
Οποιαδήποτε περιγραφή αυτής της όρασης κινδυνεύει να γίνει νέος στόχος, και αυτά τα λόγια πρέπει να αναγνωρίσουν τα όρια της ίδιας τους της γλώσσας. Ό,τι ειπωθεί εδώ μπορεί να αρπαχτεί από εκείνον που αφορά και να γίνει διαπιστευτήριο. Η τίμια εναπομένουσα πράξη δεν είναι ούτε να το πιστέψεις ούτε να το επιχειρήσεις, αλλά να κοιτάξεις.
Ποιος είναι εκείνος που θέλει να αφυπνιστεί;
Το ερώτημα είναι το ίδιο όπως πριν, αν και δεν συμπεριφέρεται πλέον σαν γρίφος για το κίνητρο. Ρωτημένο αργά, μετατρέπεται σε ένα κοίταγμα. Μείνε μαζί του χωρίς να βιαστείς να απαντήσεις. Δες τι συμβαίνει σε εκείνον που ρωτά. Και παρατήρησε, αν μπορείς, αν χάνεται κάτι ουσιαστικό όταν δεν μένει κανείς να είναι ο ήρωας της ιστορίας.
Όταν η Αφύπνιση Γίνεται Επίτευγμα
Ο Πρωταγωνιστής του Πνευματικού Δράματος
Φωτισμένη Αυτο-εκτίμηση έναντι της Αυθεντικής Μεταμόρφωσης
Η Σύγχυση του Βιώνοντος με την Πραγματικότητα
Όσοι αποκηρύσσουν τη φιλοδοξία συχνά κάνουν μια περίεργη ανακάλυψη: η φιλοδοξία δεν έχει πάει πουθενά. Απλώς άλλαξε ρούχα. Το άτομο που κάποτε ήθελε να θαυμάζεται για την επιτυχία του, τώρα νιώθει μια ελαφρά ευχαρίστηση από το γεγονός ότι είναι εκείνος που δεν χρειάζεται πλέον θαυμασμό. Το άτομο που κάποτε μάζευε αποκτήματα, τώρα μαζεύει εγκράτεια. Δεν έχει συμβεί τίποτα δραματικό, και τίποτα δεν έχει προσποιηθεί. Κι όμως, κάτι που υποτίθεται ότι είχε τελειώσει εξακολουθεί να είναι ήσυχα κυρίαρχο.
Αυτό είναι ανησυχητικό να το παρατηρεί κανείς, γιατί υποδηλώνει ότι η σκάλα που ακουμπάμε στο ιερό μπορεί να ακουμπά στον ίδιο τοίχο με κάθε άλλη σκάλα. Την ανεβαίνουμε με ειλικρίνεια, με προσπάθεια, μερικές φορές με πραγματικό πόνο, και δεν μπορούμε εύκολα να διακρίνουμε αν ανεβαίνουμε προς την ελευθερία ή απλώς προς έναν υψηλότερο όροφο του ίδιου κτιρίου.
Η υποψία πρέπει να ακολουθηθεί αργά. Δεν κατηγορεί την πνευματικότητα ότι είναι ψεύτικη. Ρωτά κάτι πιο οικείο και λιγότερο άνετο. Αν η αφύπνιση είναι αυτό που θέλουμε, και το θέλω είναι η δραστηριότητα ενός εαυτού, τότε σχηματίζεται μια ερώτηση κάτω από κάθε πρακτική, μια ερώτηση που καμία τεχνική δεν φαίνεται ικανή να φτάσει: ποιος είναι εκείνος που θέλει να αφυπνιστεί;
1 — Η Ίδια Πείνα με Διαφορετικό Λεξιλόγιο
Ο συνηθισμένος εαυτός θέλει πράγματα που μπορεί να ονομάσει. Πλούτο, για να είναι ασφαλής. Αναγνώριση, για να μετράει. Εξουσία, για να μην είναι στο έλεος των άλλων. Ηδονή, για να ξεχάσει για λίγο την ίδια του την ανησυχία. Ο πνευματικοποιημένος εαυτός θέλει πράγματα που ακούγονται εντελώς διαφορετικά: καθαρότητα, σοφία, σπάνιες εμπειρίες, ένα πιο ήσυχο είδος αυθεντίας, και στο τέλος της λίστας, την ίδια την αφύπνιση. Η μία λίστα μυρίζει αγορά, η άλλη θυμίαμα, και είναι δελεαστικό να συμπεράνει κανείς ότι κάποιος που έχει μετακινηθεί από την πρώτη στη δεύτερη έχει αλλάξει στη ρίζα.
Βάλε τις δύο λίστες δίπλα δίπλα και κοίτα όχι τα αντικείμενα αλλά τη γραμματική. Και στις δύο υπάρχει κάποιος που δεν είναι ακόμη αρκετός, και κάτι που, μόλις αποκτηθεί, θα κάνει αυτόν τον κάποιον περισσότερο. Θέλω να γίνω κάτι περισσότερο. Η πρόταση επιβιώνει από κάθε αντικατάσταση του αντικειμένου της. Μπορεί να ειπωθεί για μια περιουσία ή για ένα όραμα, για έναν τίτλο ή για τη σιωπή, και η εσωτερική της μορφή δεν αλλάζει. Ένας άντρας δίνει το ρολόι του ως χειρονομία αποστασιοποίησης, και μια εβδομάδα αργότερα παρατηρεί ότι περιμένει κάποιον να τον ρωτήσει πού πήγε.
Αν είναι έτσι, το εγώ κατανοείται καλύτερα από την κίνησή του παρά από τα περιεχόμενά του. Είναι λιγότερο μια συλλογή συγκεκριμένων επιθυμιών και περισσότερο μια στάση απέναντι στον εαυτό: μια συνεχής αίσθηση ανεπάρκειας που γέρνει προς το μέλλον και υπόσχεται στον εαυτό της ανακούφιση. Πριν επιλεγεί οποιοσδήποτε στόχος, η έλλειψη έχει ήδη γίνει αισθητή. Ο στόχος είναι ένα όνομα που δίνεται εκ των υστέρων σε μια πείνα που υπήρχε πρώτη. Το να αλλάξεις λοιπόν τον στόχο μπορεί να σημαίνει μόνο να αλλάξεις την ετικέτα στο μπουκάλι.
Γιατί οι υψηλότεροι στόχοι αισθάνονται τόσο διαφορετικοί; Εν μέρει επειδή είναι διαφορετικοί σε αξία. Το να θέλεις σοφία είναι καλύτερο από το να θέλεις ένα μεγαλύτερο σπίτι σχεδόν με κάθε τρόπο που έχει σημασία για τον κόσμο. Υπάρχει όμως και ένας δεύτερος λόγος, λιγότερο κολακευτικός. Μια άξια φιλοδοξία φέρνει μια ιδιαίτερη ανακούφιση. Για πρώτη φορά η πείνα φαίνεται δικαιολογημένη· η ανησυχία έχει λάβει ένα ευγενές όνομα, και δεν χρειάζεται πλέον να ντρεπόμαστε γι’ αυτήν. Η ανακούφιση είναι γνήσια. Αυτό που κρύβει είναι ότι η ανησυχία εξακολουθεί να είναι εκεί, τώρα αξιοσέβαστη. Το πνευματικό λεξιλόγιο μπορεί να είναι η πιο αξιοπρεπής μεταμφίεση που φόρεσε ποτέ το θέλω.
Εδώ εμφανίζεται το πρώτο παράδοξο, και αξίζει να το νιώσουμε πριν το αναλύσουμε. Η επιθυμία να ελευθερωθούμε από το εγώ είναι μια επιθυμία, και μια επιθυμία είναι κάτι που κάποιος έχει. Η επιθυμία να υπερβούμε τον εαυτό μπορεί να είναι η πιο εκλεπτυσμένη επιθυμία του εαυτού, εκείνη στην οποία προτείνει, με τέλεια ευγένεια, τη δική του συνταξιοδότηση ενώ παραμένει σταθερά καθισμένος στην καρέκλα.
Κάνει αυτό κάθε φιλοδοξία ύποπτη; Ίσως όχι. Κάποια λαχτάρα μπορεί να είναι η έλξη κάτι πραγματικού· κάποια άλλη μπορεί να είναι η παλιά πείνα με νέο ρούχο· και στην αρχή οι δύο μπορεί να είναι αδιάκριτες. Προς το παρόν αρκεί να ακούσουμε την ήσυχη πρόταση που συνοδεύει τη δική μας λαχτάρα: Θα είμαι περισσότερο από αυτό. Παρατηρήστε πόσο φυσικά ακούγεται. Παρατηρήστε πόσο λίγο μοιάζει με εγώ και πόσο πολύ με φιλοδοξία.
Αν η δομή παραμένει σταθερή, θα πρέπει να λειτουργεί και στον ναό. Τι κάνει εκεί;
2 — Ο Πρωταγωνιστής του Ιερού Δράματος
Μόλις ο εαυτός εισέλθει στην πνευματική ζωή, φέρνει μαζί του το παλαιότερο ταλέντο του: αφηγείται ιστορίες. Ένας δρόμος δεν είναι μόνο μια κατεύθυνση· είναι μια πλοκή. Υπάρχει μια αρχή στην δυσαρέσκεια, ένα μέσο αγώνα, ένα σημείο καμπής της αποκάλυψης, ένα τέλος στην άφιξη. Το σχήμα είναι τόσο οικείο που σπάνια το βλέπουμε ως σχήμα. Το θεωρούμε απλώς αυτό που είναι η πνευματική ζωή.
Κοιτάξτε τα ρήματα που απαιτεί το δράμα. Ο εαυτός πειθαρχεί τον εαυτό του, πράγμα που σημαίνει ότι διαιρείται σε εκείνον που διατάζει και εκείνον που υπακούει. Μετράει τον εαυτό του, πράγμα που σημαίνει ότι κρατά έναν εσωτερικό λογαριασμό, συγκρίνοντας το σήμερα με πέρυσι και, πιο διακριτικά, τον εαυτό του με τους άλλους. Προχωρά τον εαυτό του, πράγμα που προϋποθέτει στάδια και μια θέση επάνω τους. Και τελικά, στην πιο τολμηρή εκδοχή, δηλώνει τον εαυτό του αφυπνισμένο. Αυτοπειθαρχία, αυτομέτρηση, αυτοπροαγωγή, αυτοδήλωση: το πρόθεμα δεν είναι διακόσμηση. Είναι ολόκληρη η ιστορία.
Ένας δρόμος με στάδια χρειάζεται κάποιον να στέκεται σε κάθε στάδιο. Αν υπάρχουν βαθμοί προόδου, πρέπει να υπάρχει ένα άτομο που έχει φτάσει στο πέμπτο και όχι στο τρίτο, και αυτό το άτομο έχει μια τάξη, όσο ήπια κι αν κρατιέται. Ο εσωτερικός βαθμολογητής μπορεί να μιλά τη γλώσσα της ταπεινοφροσύνης — δεν είμαι πολύ προχωρημένος —, αλλά και αυτό είναι μέτρηση. Σε μια περίοδο πνευματικής άσκησης, κάποια μπορεί να παρατηρήσει ότι ευχαριστιέται που κάθεται πιο ήσυχα από το άτομο δίπλα της, και μετά να νιώσει λίγο ντροπή για την ευχαρίστηση, και μετά λίγο ευχαρίστηση για την ντροπή. Θα μπορούσε κανείς να ρωτήσει ποιος μετράει και ποιος μετριέται, και πόσο πλήρως και οι δύο είναι «εγώ».
Η δήλωση «είμαι αφυπνισμένος» είναι το αποκορύφωμα της πλοκής, και περιέχει μια ήσυχη παραδοξότητα. Ό,τι κι αν σημαίνει η αφύπνιση, υποτίθεται ότι αφορούσε το τέλος ενός ορισμένου είδους διεκδικητή. Το να την ανακοινώσεις επαναφέρει τον διεκδικητή στο προσκήνιο, φορώντας τον ωραιότερο τίτλο του. Η αυθεντία ακολουθεί φυσικά: εκείνος που έχει φτάσει μπορεί τώρα να καθοδηγεί, να αναγνωρίζεται, να συμβουλεύεται. Το εγώ έχει λάβει μια μεγαλύτερη σκηνή, έναν πλουσιότερο ρόλο και ένα πιο κολακευτικό τέλος από ό,τι είχε ποτέ στην καθημερινή ζωή.
Η ταπεινοφροσύνη μπορεί να παιχτεί κι εδώ. Υπάρχει μια ταπεινοφροσύνη που βιώνεται, η οποία σπάνια γνωρίζει τον εαυτό της, και μια ταπεινοφροσύνη που επιδεικνύεται, η οποία γνωρίζει πολύ καλά τον εαυτό της και παρακολουθεί το κοινό της. Από μέσα, μπορούν να αισθάνονται σχεδόν το ίδιο.
Κι όμως κάτι σε αυτή την περιγραφή θα έπρεπε να μας κάνει να σταθούμε. Αν μπορώ να παρακολουθώ τον εαυτό μου να παίζει τον ήρωα, δεν είμαι εντελώς ταυτόσημος με τον ήρωα. Η ικανότητα να βλέπεις τον χαρακτήρα ως χαρακτήρα είναι μια μικρή ρωγμή στην ιστορία. Θα επιστρέψουμε σε αυτήν.
Πρώτα, μια πραγματική δυσκολία. Η πρακτική φαίνεται απαραίτητη· κανείς δεν αφυπνίζεται, υποθέτουμε, κάνοντας τίποτα. Κι όμως κάθε πράξη πρακτικής τρέφει τον πρωταγωνιστή. Όποιος έχει καθίσει στη σιωπή γνωρίζει τον σχολιασμό που τρέχει από κάτω: αυτό πηγαίνει καλά· αποτυγχάνω· είμαι πιο προχωρημένος από πέρυσι. Η πρακτική είναι πραγματική, και το ίδιο και ο σχολιαστής. Δεν μπορούμε να απορρίψουμε το ένα ή να αγνοήσουμε το άλλο.
Εδώ υψώνεται μια ένσταση, και είναι δίκαιη. Πολλοί που βαδίζουν αυτόν τον δρόμο δεν είναι ηθοποιοί. Το εννοούν με όλη τους την καρδιά. Δεν καθαρίζει η ειλικρίνεια το δράμα;
3 — Όταν η Ειλικρίνεια Δεν Επαρκεί
Η ένσταση αξίζει όλο της το βάρος, αλλιώς το επιχείρημα γίνεται φθηνό. Είναι εύκολο να επικρίνεις την υποκρισία: τον δάσκαλο που λαχταρά οπαδούς, τον αναζητητή που επιδεικνύει ευσέβεια. Τίποτα όμως από όσα ειπώθηκαν μέχρι τώρα δεν εξαρτάται από την ανειλικρίνεια. Η φιλοδοξία μπορεί να είναι ολόψυχη, ακόμη και ευγενής, και η δομή της αυτοαναφοράς μπορεί να παραμένει ακριβώς εκεί που ήταν.
Η ειλικρίνεια και η αυτοαναφορά ανήκουν σε διαφορετικά επίπεδα. Η ειλικρίνεια αφορά την ποιότητα μιας πρόθεσης: αν είναι τίμια, ελεύθερη από υπολογισμό, πρόθυμη να πληρώσει τίμημα. Η αυτοαναφορά αφορά τη δομή εκείνου που προτίθεται: αν κάθε πράξη, όσο καθαρή κι αν είναι, οργανώνεται ακόμη γύρω από ένα «εγώ» που κάνει, βελτιώνεται, φτάνει. Ένα άτομο μπορεί να είναι εντελώς αληθινό στο να θέλει ελευθερία και παρ’ όλα αυτά να είναι, σε αυτό ακριβώς το θέλω, το κέντρο γύρω από το οποίο περιστρέφεται το θέλω. Μπορεί να είναι υψηλά στον πρώτο άξονα και αμετάβλητο στον δεύτερο.
Γι’ αυτό ο κίνδυνος είναι μεγαλύτερος εκεί όπου η φιλοδοξία είναι πιο όμορφη. Η υποψία ξυπνά από αυτό που φαίνεται άσχημο και αφοπλίζεται από αυτό που φαίνεται καλό. Η απληστία αναγγέλλεται, γι’ αυτό φυλαγόμαστε από αυτήν. Μια λαχτάρα για καθαρότητα δεν αναγγέλλεται ως απειλή, και ο εαυτός βρίσκει εκεί την ασφαλέστερη κρυψώνα του. Κανείς δεν εξετάζει τα κίνητρα ενός ανθρώπου που θέλει μόνο να είναι καλός.
Τι, λοιπόν, διακρίνει τη γνήσια μεταμόρφωση από τον φωτισμένο αυτοθαυμασμό; Από έξω μπορεί να μοιάζουν σχεδόν το ίδιο. Και οι δύο μπορεί να δείχνουν ηρεμία, πραότητα, μια πειθαρχημένη ζωή, έναν πειστικό τρόπο με τα λόγια. Από μέσα η διαφορά σπάνια είναι ευκολότερο να βρεθεί, και εδώ η έρευνα συναντά το δυσκολότερο εμπόδιό της: εκείνος που θα διαγνώσει είναι ο ύποπτος. Το μυαλό που ρωτά «Είμαι ελεύθερος από αυτοαναφορά;» είναι το μυαλό του οποίου η αυτοαναφορά είναι υπό αμφισβήτηση, και οποιαδήποτε ετυμηγορία εκδίδει φέρει την υπογραφή του. Μια ευνοϊκή ετυμηγορία είναι κολακευτική. Μια δυσμενής μπορεί επίσης να είναι κολακευτική, αφού ένα άτομο που βλέπει τόσο βαθιά μέσα από τον εαυτό του πρέπει να είναι αξιοσημείωτο.
Υπάρχει επίσης μια λεπτή ικανοποίηση που συνοδεύει την πνευματική πρόοδο, και είναι δύσκολο να ονομαστεί. Δεν είναι ακριβώς υπερηφάνεια. Είναι μια ζεστασιά, μια αίσθηση ότι βρίσκεσαι στη σωστή πλευρά κάτι, ότι έχεις γίνει λίγο πιο πραγματικός από τους άλλους ανθρώπους. Μπορεί να περάσει για ευγνωμοσύνη. Πολλοί έχουν παρατηρήσει υπερηφάνεια στην ταπεινοφροσύνη τους, μετά υπερηφάνεια στην παρατήρηση, και έχουν νιώσει τον ίλιγγο της, σαν ο εαυτός να ήταν μια αίθουσα καθρεφτών της οποίας η έξοδος ήταν επίσης καθρέφτης.
Τίποτα από αυτά δεν είναι κατηγορία, και δεν έχει σκοπό να ντροπιάσει τους ειλικρινείς. Είναι μια αναγνώριση του πόσο βαθιά μπορεί να τρέχει η δομή: βαθύτερα από την πρόθεση, βαθύτερα από τον χαρακτήρα, ίσως βαθύτερα από οτιδήποτε μπορούμε να θελήσουμε. Και αυτό το βάθος παράγει το αδιέξοδο. Αν η προσπάθεια περνάει από το ίδιο κέντρο, το να προσπαθείς περισσότερο δεν βοηθάει· αν η καθαρότητα του κινήτρου δεν είναι εγγύηση, το να καθαρίσεις το κίνητρο δεν είναι λύση. Ο αναζητητής φαίνεται παγιδευμένος, και η παγίδα πρέπει να γίνει αισθητή αντί να προσπεραστεί βιαστικά.
Κι όμως το αδιέξοδο υποδηλώνει κάτι. Αν το πρόβλημα δεν μπορεί να λυθεί με ένα καλύτερο είδος προσπάθειας, ίσως αυτό που χρειάζεται είναι ένα διαφορετικό είδος όρασης: όχι μια βελτίωση εκείνου που κοιτάζει, αλλά μια καθαρή ματιά σε εκείνον που κοιτάζει. Απέναντι σε αυτό στέκεται αυτό που δεν έχει ακόμη αντιμετωπιστεί. Σίγουρα οι έκτακτες εμπειρίες αποδεικνύουν κάτι.
4 — Ο Βιωματής που Εκλαμβάνεται για το Πραγματικό
Εδώ το επιχείρημα πρέπει να είναι προσεκτικό, γιατί τίποτα δεν είναι ευκολότερο από τον φθηνό σκεπτικισμό. Οι άνθρωποι αναφέρουν εμπειρίες μεγάλης έντασης: μια ξαφνική διάλυση των ορίων, ένα κύμα ειρήνης, μια αντίληψη ενότητας, μια φωτεινή διαύγεια. Δεν χρειάζεται να τις αρνηθούμε. Το ερώτημα δεν είναι αν συμβαίνουν τέτοιες εμπειρίες. Είναι πιο σεμνό: όταν κάποιος λέει «το έχω βιώσει αυτό», τι ακριβώς έχει ισχυριστεί, και ποιος το ισχυρίζεται;
Μια εμπειρία είναι ένα γεγονός. Έρχεται, έχει μια υφή, και περνάει. Πολύ γρήγορα γίνεται κάτι άλλο: μια κατοχή. Μπαίνει σε μια βιογραφία. Γίνεται «η εμπειρία μου», ένα κεφάλαιο στην ιστορία της «διαδρομής μου», που προσφέρεται ως απόδειξη της «προόδου μου». Το γεγονός το ίδιο μπορεί να μην έμοιαζε καθόλου με εκείνον που αργότερα το οικειοποιείται, κι όμως η οικειοποίηση είναι το πρώτο πράγμα που συμβαίνει μετά. Το κέντρο που λέει «αυτό ήταν δικό μου» φτάνει μετά την εμπειρία, όπως φτάνει μετά από κάθε εμπειρία, για να συλλέξει.
Έτσι οι εμπειρίες γίνονται τρόπαια. Κάποιος μπορεί να έχει ένα έκτακτο όραμα και να παραμένει ακριβώς ο ίδιος διεκδικητής, τώρα με ένα διαπιστευτήριο. Το κέντρο είναι άθικτο, ίσως ακόμη και ενισχυμένο, αφού μπορεί πλέον να λέει ότι έχει δει. Μια πιο έντονη εμπειρία δεν σημαίνει απαραίτητα έναν πιο λεπτό εαυτό. Η ένταση ανήκει στην εμπειρία. Η λεπτότητα είναι ιδιότητα κάτι εντελώς άλλου.
Κάτω από αυτό βρίσκεται η σύγχυση που δίνει στον τίτλο της ενότητας το όνομά της. Εκείνος που κοιτάζει εκλαμβάνεται για αυτό που βλέπεται. Ο βιωματής, ένα κέντρο οικειοποίησης, λαμβάνεται για την Πραγματικότητα που έγινε αντιληπτή, σαν η ματιά και ο βλέπων να ήταν ένα πράγμα εξαρχής. Ένα άτομο μπορεί τότε να πει, με πλήρη ειλικρίνεια, ότι έχει πραγματοποιήσει το απόλυτο, όταν αυτό που έχει συμβεί είναι ότι ο βιωματής έχει προαχθεί. Ό,τι κι αν σημαίνει εδώ η Πραγματικότητα, δεν φαίνεται να είναι ένα αντικείμενο που ένα υποκείμενο μπορεί να κατέχει. Το να την αντιμετωπίζεις ως τέτοια σημαίνει να την μειώνεις σε κάτι που ο εαυτός μπορεί να οικειοποιηθεί, που είναι ακριβώς αυτό που κάνει ο εαυτός με όλα τα άλλα.
Αν αυτό είναι σωστό, το πραγματικό ερώτημα μετακινείται. Δεν είναι πλέον τι βιώθηκε αλλά τι είναι ενήμερο του βιώματος. Εμπειρίες κάθε είδους, συμπεριλαμβανομένων των πιο έκτακτων, εμφανίζονται και εξαφανίζονται· ό,τι είναι ενήμερο αυτών δεν φαίνεται να εμφανίζεται και να εξαφανίζεται μαζί με καθεμιά. Μια στοχαστική έρευνα μπορεί απλώς να στραφεί προς την αίσθηση του «εγώ» που εμφανίζεται μετά από οποιαδήποτε εμπειρία για να την διεκδικήσει. Από πού έρχεται αυτός ο διεκδικητής; Είναι παρών κατά τη διάρκεια της ίδιας της εμπειρίας, ή φτάνει μια στιγμή αργότερα, ως σκέψη;
Ακόμη κι εδώ περιμένει μια παγίδα, και πρέπει να ονομαστεί. Το να πεις «ο βιωματής δεν είναι η Πραγματικότητα» μπορεί να γίνει μια έξυπνη έννοια, που κρατιέται από τον βιωματή, ο οποίος τώρα θεωρεί τον εαυτό του ως εκείνον που καταλαβαίνει ότι ο βιωματής δεν είναι η Πραγματικότητα. Το κέντρο έχει αποκτήσει άλλο διαπιστευτήριο, αυτή τη φορά στη φιλοσοφία. Καμία δήλωση δεν προστατεύει από αυτό, συμπεριλαμβανομένης αυτής που μόλις έγινε.
Αυτό προς το οποίο δείχνουμε δεν μπορεί να είναι αντικείμενο εμπειρίας για ένα υποκείμενο καθόλου· το πλαίσιο υποκειμένου-αντικειμένου είναι το ίδιο υπό έρευνα. Και αν το κίνητρο, η αφήγηση, η ειλικρίνεια και η εμπειρία δεν μπορούν να πιστοποιήσουν την αφύπνιση, παραμένει ένα απότομο ερώτημα: τι μπορεί να ειπωθεί γι’ αυτήν καθόλου;
5 — Πέρα από έναν Πιο Μεγαλοπρεπή Εαυτό
Ίσως η τίμια αρχή είναι αρνητική. Ο φωτισμός δεν μπορεί να είναι τίτλος. Δεν μπορεί να είναι μια κατάσταση που απονέμεται ή διεκδικείται, μια αυθεντία, ή μια ανώτερη κατάσταση καταταγμένη πάνω από άλλες. Δεν μπορεί να είναι μια πιο μεγαλοπρεπής ταυτότητα για τον χωριστό εαυτό, γιατί μια ταυτότητα, όσο μεγαλοπρεπής κι αν είναι, παραμένει μια μορφή της κίνησης με την οποία ξεκινήσαμε: Θέλω να γίνω κάτι περισσότερο. Ο πιο μεγαλειώδης δυνατός εαυτός παραμένει ένας εαυτός.
Τι είναι λοιπόν; Όχι η προαγωγή του εαυτού αλλά η διάβλεψη του εαυτού ως κέντρου αναφοράς. Είναι η διαφορά ανάμεσα στο να γίνεις κάτι περισσότερο και στο τέλος της ανάγκης να γίνεις. Δεν είναι δύο στάδια σε έναν δρόμο. Είναι διαφορετικά στο είδος. Το ένα είναι μια κίνηση· το άλλο είναι η ήσυχη παύση της κίνησης, και θα ήταν λάθος να σκεφτούμε την παύση ως επίτευγμα, αφού το επίτευγμα είναι η ίδια η κίνηση.
Αυτό δίνει στο παράδοξο της αναζήτησης την πιο οξεία μορφή του. Η προσπάθεια δεν μπορεί να φτάσει αυτό που δεν είναι αντικείμενο προσπάθειας. Κι όμως η προσπάθεια δεν μπορεί να εγκαταλειφθεί με διάταγμα επίσης, αφού το διάταγμα είναι άλλη μια προσπάθεια, και εκείνος που αποφασίζει να σταματήσει να προσπαθεί εξακολουθεί να προσπαθεί. Ίσως η έξοδος δεν βρίσκεται καθόλου στο να κάνεις. Το να βλέπεις καθαρά τη δομή είναι μια διαφορετική πράξη από το να την πολεμάς. Το να πολεμάς το εγώ σημαίνει να του δίνεις έναν αντίπαλο άξιο του εαυτού του, και πάντα ευημερούσε με αυτό. Το να το βλέπεις, απλά και χωρίς εχθρότητα, ως την κίνηση που είναι, σημαίνει να στέκεσαι για μια στιγμή κάπου αλλού από μέσα του. Μιλήσαμε για τη μικρή ρωγμή στην ιστορία, το γεγονός ότι μπορεί κανείς να παρακολουθεί τον εαυτό του να παίζει τον ήρωα. Αυτή η παρακολούθηση δεν ήταν ποτέ μέρος της πλοκής.
Τι θα παρέμενε; Όχι απουσία εμπειρίας· τίποτα εδώ δεν απαιτεί αποκήρυξη της εμπειρίας. Αυτό που αποκηρύσσεται, αν ταιριάζει η λέξη, είναι η διεκδίκηση. Οι εμπειρίες έρχονται όπως πριν, ίσως πιο πλήρως, αλλά κανείς δεν τις συλλέγει. Θα υπήρχε μια ήσυχη απουσία του πρωταγωνιστή, μια ζωή χωρίς πνευματικό αφηγητή, στην οποία τα πράγματα παρατηρούνται χωρίς να μετατρέπονται σε αποδείξεις. Είναι δύσκολο να περιγραφεί, και η δυσκολία είναι διδακτική. Η γλώσσα είναι διαμορφωμένη σε μεγάλο βαθμό από εκείνον που θέλει να γίνει κάτι περισσότερο, και όταν μιλά για ελευθερία από εκείνον, τείνει να κάνει την ελευθερία άλλη μια κατοχή.
Κάτι από αυτό μπορεί να αναγνωριστεί στην επιστροφή στο συνηθισμένο: την κουζίνα, τον καιρό, το πρόσωπο ενός άλλου ανθρώπου, που βλέπεται χωρίς να χρησιμοποιείται, σε έναν κόσμο όπου κανείς δεν χρειάζεται να είναι ιδιαίτερος. Αυτό δεν είναι επίτευγμα. Μπορεί καλύτερα να περιγραφεί ως αυτό που υπήρχε εξαρχής, χωρίς εμπόδια. Η Πραγματικότητα δεν απουσίαζε ποτέ και δεν χρειαζόταν να επιτευχθεί· καλυπτόταν, αν καλυπτόταν από κάτι, από την έκταση.
Οποιαδήποτε περιγραφή αυτής της όρασης κινδυνεύει να γίνει νέος στόχος, και αυτά τα λόγια πρέπει να αναγνωρίσουν τα όρια της ίδιας τους της γλώσσας. Ό,τι ειπωθεί εδώ μπορεί να αρπαχτεί από εκείνον που αφορά και να γίνει διαπιστευτήριο. Η τίμια εναπομένουσα πράξη δεν είναι ούτε να το πιστέψεις ούτε να το επιχειρήσεις, αλλά να κοιτάξεις.
Ποιος είναι εκείνος που θέλει να αφυπνιστεί;
Το ερώτημα είναι το ίδιο όπως πριν, αν και δεν συμπεριφέρεται πλέον σαν γρίφος για το κίνητρο. Ρωτημένο αργά, μετατρέπεται σε ένα κοίταγμα. Μείνε μαζί του χωρίς να βιαστείς να απαντήσεις. Δες τι συμβαίνει σε εκείνον που ρωτά. Και παρατήρησε, αν μπορείς, αν χάνεται κάτι ουσιαστικό όταν δεν μένει κανείς να είναι ο ήρωας της ιστορίας.
Η Ερώτηση κάτω από την Ερώτηση
Για το να ρωτά κανείς τι είναι ο Θεός, και αν μπορεί να γνωσθεί
Ι. Η Απάντηση στο χέρι κάποιου άλλου
Υπάρχει ένα είδος απογευμάτος του Οκτωβρίου, όταν το φως μπαίνει χαμηλά και κίτρινο, το τσάι έχει κρυώσει κατά το ήμισυ δίπλα σε ένα ανοιχτό βιβλίο, και ο νους, ζεσταμένος από το δωμάτιο, αρχίζει να ρωτά τι είναι ο Θεός. Τι είναι η πραγματικότητα; Οι ερωτήσεις φτάνουν καλοντυμένες. Έχουν μακριά καταγωγή, και φαίνεται να υπόσχονται μια πρόταση στο τέλος του δρόμου: κάτι που θα μπορούσε κανείς να υπογραμμίσει, να υπερασπιστεί σε ένα τραπέζι δείπνου, να το κουβαλήσει έξω στη βροχή σαν ομπρέλα.
Δεν είναι ανόητες ερωτήσεις. Ολόκληρες βιβλιοθήκες έχουν φυτρώσει από αυτές. Αλλά κοίτα τι ζητούν. Ζητούν μια απάντηση που μπορεί να διατυπωθεί, να υποστηριχθεί με επιχειρήματα και να κρατηθεί ως πίστη, και ό,τι μπορεί να διατυπωθεί μπορεί να παραδοθεί. Ένα βιβλίο μπορεί να την κρατήσει. Μια διάλεξη μπορεί να την κρατήσει, ή ένα δόγμα χαραγμένο πάνω από την πόρτα μιας εκκλησίας. Κάποιος άλλος μπορεί να κατέχει την απάντηση, και εγώ μπορώ να την δανειστώ, όπως δανείζεται κανείς ένα παλτό ένα κρύο βράδυ και ξεχνά, για λίγο, ότι κόπηκε για άλλο σώμα.
Μια τέτοια απάντηση είναι παρηγορητική, και το λέω χωρίς περιφρόνηση. Κάθεται στο ράφι σαν ένα βάζο με μαρμελάδα, με ετικέτα, αξιόπιστο, έτοιμο για τον χειμώνα. Ωστόσο ένα βάζο με μαρμελάδα δεν είναι οπωρώνας, και αυτός που έχει φάει μόνο από βάζα μπορεί να αρχίσει να αναρωτιέται, κάποιο ήσυχο βράδυ, πώς είναι το δέντρο.
Αφορισμός
Μια απάντηση που μπορεί να παραδοθεί δεν ήταν ποτέ το ίδιο το πράγμα. Ήταν μόνο η σκιά, διπλωμένη προσεκτικά.
ΙΙ. Ο Άνεμος στον σφένδαμο
Κάτω από την πρώτη ερώτηση ζει μια άλλη, πιο ήσυχη, και δεν ντύνεται για παρέα. Μπορώ να το γνωρίσω αυτό άμεσα, μέσα από την ίδια μου την ύπαρξη; Η γραμματική στρέφεται προς τα μέσα και ολόκληρος ο καιρός αλλάζει.
Σκέψου τον άνεμο που κινείται μέσα από έναν σφένδαμο στο τέλος του φθινοπώρου. Μπορείς να διαβάσεις χίλιες περιγραφές αυτού του ήχου, και μερικές θα είναι όμορφες. Έπειτα στέκεσαι στο παράθυρο, και ο ήχος απλώς φτάνει, και οι περιγραφές πέφτουν σαν φύλλα. Κανείς δεν μπορεί να τον ακούσει για σένα. Κανείς δεν μπορεί να σταθεί στο κρύο για λογαριασμό σου.
Αυτό είναι το σημείο καμπής πάνω στο οποίο στρέφεται ολόκληρη η μυστικιστική οδός. Μια ερώτηση για τον κόσμο γίνεται μια ερώτηση που περιλαμβάνει αυτόν που την θέτει. Η πρώτη μπορεί να απαντηθεί από μια πολυθρόνα. Η δεύτερη μπορεί να απαντηθεί μόνο με το να ζεις, αργά, με το παράθυρο ανοιχτό.
Όποιος έχει αγαπήσει έναν τόπο το γνωρίζει αυτό. Ο χάρτης μιας πόλης μπορεί να είναι ακριβής μέχρι την τελευταία λωρίδα και πάλι να μην σου δίνει τη μυρωδιά του καπνού ξύλου στους δρόμους της το σούρουπο. Το να γνωρίζεις για κάτι και το να γνωρίζεις είναι χωριστά δωμάτια στο ίδιο σπίτι.
Αφορισμός
Η πρώτη ερώτηση ζητά μια πρόταση. Η δεύτερη ζητά μια ζωή.
ΙΙΙ. Ο Δρόμος που άλλοι έχουν περπατήσει
Μόλις η ερώτηση μετατοπιστεί, οι παλιές διδασκαλίες αρχίζουν να φαίνονται διαφορετικές. Πριν, ήταν αυθεντίες. Τις αποδεχόταν κανείς ή τις κατέβαζε με επιχειρήματα, και είτε έτσι είτε αλλιώς έμενε καθισμένος, δικαστής σε ένα μικρό ιδιωτικό δικαστήριο.
Τώρα διαβάζονται περισσότερο σαν σημάδια που άφησαν κατά μήκος ενός δρόμου άνθρωποι που τον περπάτησαν νωρίτερα. Ένα ρητό από κάποιον δάσκαλο που έχει πεθάνει από καιρό δεν είναι πια μια ετυμηγορία με την οποία να συμφωνήσει κανείς. Είναι πιο κοντά σε έναν γείτονα που δείχνει προς ένα μονοπάτι μέσα στα δάση και λέει, πήγαινε και δες. Τα λόγια χάνουν τη δύναμή τους να διατάζουν, και αποκτούν μια πιο παράξενη δύναμη, που είναι η δύναμη να δοκιμάζονται.
Έτσι περπατά κανείς. Το μονοπάτι ανοίγει, ή δεν ανοίγει, και αυτή είναι η μόνη απόδειξη που υπήρξε ποτέ. Καμία γραφή δεν μπορεί να μιλήσει για τα πόδια του ίδιου του περιπατητή, και οι καλύτεροι δάσκαλοι φαίνεται να το ήξεραν.
Υπάρχει μια ελευθερία σε αυτό που η παλαιότερη στάση δεν πρόσφερε ποτέ. Τίποτα δεν χρειάζεται να πιστευτεί εκ των προτέρων. Τίποτα δεν χρειάζεται να απορριφθεί με θυμό επίσης. Απλώς κάνει κανείς το πρώτο βήμα και κρατά ένα ειλικρινές μάτι σε ό,τι συμβαίνει.
Αφορισμός
Μια διδασκαλία που αποδέχεται κανείς είναι ένας φράχτης. Μια διδασκαλία που δοκιμάζει κανείς είναι ένας δρόμος.
ΙV. Η Ανοιχτή πόρτα
Θα ήταν ανέντιμο να προσποιηθούμε ότι κάτι από όλα αυτά είναι άνετο. Η εννοιολογική ερώτηση προσφέρει ένα ζεστό δωμάτιο, μια σταθερή απάντηση, μια εστία δίπλα στην οποία να καθίσει κανείς ενώ το βράδυ σκοτεινιάζει. Η υπαρξιακή ερώτηση αφήνει την πόρτα να ανοίξει. Μπαίνει η βροχή. Τίποτα δεν υπόσχεται στο τέλος παρά περισσότερη έρευνα, και την ανησυχητική πιθανότητα ότι η απάντηση, αν έρθει, μπορεί να μη πάρει ποτέ τη μορφή πρότασης.
Πολλοί από εμάς νιώθουμε εδώ μια μικρή λύπη, μια μελαγχολία σαν την τελευταία εβδομάδα ενός μακρού καλοκαιριού. Θέλαμε να φτάσουμε κάπου. Μας ζητείται αντ’ αυτού να συνεχίσουμε να περπατάμε, με άδεια χέρια.
Ίσως γι’ αυτό τόσοι πολλοί μένουν με την πρώτη ερώτηση. Είναι καλή μαζί μας. Μας αφήνει να πιστεύουμε ότι έχουμε καταλάβει, και υπάρχει μια πραγματική τρυφερότητα σε αυτή την πίστη, που δεν πρέπει να χλευάζεται. Αλλά η εστία, όσο ζεστή κι αν είναι, δεν μας είπε ποτέ πώς είναι η βροχή.
Και όμως η ανοιχτή πόρτα έχει το δικό της δώρο. Σε ένα σπίτι με όλα τα παράθυρα σφραγισμένα ο αέρας γίνεται ακίνητος, και ό,τι αναπνέεται εκεί έχει αναπνευστεί πριν. Έξω στον δρόμο, ακόμη και στη βροχή, αρχίζει κανείς να μυρίζει τη γη.
Αφορισμός
Η βεβαιότητα ζεσταίνει το δωμάτιο. Η έρευνα ανοίγει την πόρτα.
V. Ποια ερώτηση έχεις ρωτήσει;
Κάτσε για λίγο στη σιωπή, και ρώτα τον εαυτό σου κάτι απλό. Όταν αναρωτήθηκες για τα βαθύτερα πράγματα, για τον θάνατο, για ό,τι κρατά τον κόσμο ενωμένο, ποια ερώτηση ήταν δική σου; Μάζευες απαντήσεις, όπως μαζεύει κανείς πεσμένα φύλλα, πιέζοντας τα καλύτερα ανάμεσα στις σελίδες ενός βιβλίου; Ή κάτι μέσα σου ήθελε να γνωρίσει, και όχι απλώς να γνωρίζει για;
Παρατήρησε πώς νιώθει το απόγευμα όταν κρατάς την πρώτη ερώτηση. Παρατήρησέ το ξανά με τη δεύτερη. Η διαφορά μπορεί να είναι μικρή, μια μετατόπιση στο στήθος, ένα χαλάρωμα ή ένα σφίξιμο, και μπορεί να σου πει περισσότερα από οποιοδήποτε επιχείρημα.
Και σκέψου, χωρίς βιασύνη, τι μπορεί να αλλάξει αν η ερώτηση δεν ήταν πια «τι είναι», αλλά «μπορώ να το γνωρίσω άμεσα». Δεν χρειάζεται να αποφασίσεις σήμερα. Η βροχή θα συνεχίσει έτσι κι αλλιώς.
Αφορισμός
Η ερώτηση μέσα στην οποία ζεις αποφασίζει ποιες απαντήσεις μπορούν να σε βρουν.
Ι. Η Απάντηση στο χέρι κάποιου άλλου
Υπάρχει ένα είδος απογευμάτος του Οκτωβρίου, όταν το φως μπαίνει χαμηλά και κίτρινο, το τσάι έχει κρυώσει κατά το ήμισυ δίπλα σε ένα ανοιχτό βιβλίο, και ο νους, ζεσταμένος από το δωμάτιο, αρχίζει να ρωτά τι είναι ο Θεός. Τι είναι η πραγματικότητα; Οι ερωτήσεις φτάνουν καλοντυμένες. Έχουν μακριά καταγωγή, και φαίνεται να υπόσχονται μια πρόταση στο τέλος του δρόμου: κάτι που θα μπορούσε κανείς να υπογραμμίσει, να υπερασπιστεί σε ένα τραπέζι δείπνου, να το κουβαλήσει έξω στη βροχή σαν ομπρέλα.
Δεν είναι ανόητες ερωτήσεις. Ολόκληρες βιβλιοθήκες έχουν φυτρώσει από αυτές. Αλλά κοίτα τι ζητούν. Ζητούν μια απάντηση που μπορεί να διατυπωθεί, να υποστηριχθεί με επιχειρήματα και να κρατηθεί ως πίστη, και ό,τι μπορεί να διατυπωθεί μπορεί να παραδοθεί. Ένα βιβλίο μπορεί να την κρατήσει. Μια διάλεξη μπορεί να την κρατήσει, ή ένα δόγμα χαραγμένο πάνω από την πόρτα μιας εκκλησίας. Κάποιος άλλος μπορεί να κατέχει την απάντηση, και εγώ μπορώ να την δανειστώ, όπως δανείζεται κανείς ένα παλτό ένα κρύο βράδυ και ξεχνά, για λίγο, ότι κόπηκε για άλλο σώμα.
Μια τέτοια απάντηση είναι παρηγορητική, και το λέω χωρίς περιφρόνηση. Κάθεται στο ράφι σαν ένα βάζο με μαρμελάδα, με ετικέτα, αξιόπιστο, έτοιμο για τον χειμώνα. Ωστόσο ένα βάζο με μαρμελάδα δεν είναι οπωρώνας, και αυτός που έχει φάει μόνο από βάζα μπορεί να αρχίσει να αναρωτιέται, κάποιο ήσυχο βράδυ, πώς είναι το δέντρο.
Αφορισμός
Μια απάντηση που μπορεί να παραδοθεί δεν ήταν ποτέ το ίδιο το πράγμα. Ήταν μόνο η σκιά, διπλωμένη προσεκτικά.
ΙΙ. Ο Άνεμος στον σφένδαμο
Κάτω από την πρώτη ερώτηση ζει μια άλλη, πιο ήσυχη, και δεν ντύνεται για παρέα. Μπορώ να το γνωρίσω αυτό άμεσα, μέσα από την ίδια μου την ύπαρξη; Η γραμματική στρέφεται προς τα μέσα και ολόκληρος ο καιρός αλλάζει.
Σκέψου τον άνεμο που κινείται μέσα από έναν σφένδαμο στο τέλος του φθινοπώρου. Μπορείς να διαβάσεις χίλιες περιγραφές αυτού του ήχου, και μερικές θα είναι όμορφες. Έπειτα στέκεσαι στο παράθυρο, και ο ήχος απλώς φτάνει, και οι περιγραφές πέφτουν σαν φύλλα. Κανείς δεν μπορεί να τον ακούσει για σένα. Κανείς δεν μπορεί να σταθεί στο κρύο για λογαριασμό σου.
Αυτό είναι το σημείο καμπής πάνω στο οποίο στρέφεται ολόκληρη η μυστικιστική οδός. Μια ερώτηση για τον κόσμο γίνεται μια ερώτηση που περιλαμβάνει αυτόν που την θέτει. Η πρώτη μπορεί να απαντηθεί από μια πολυθρόνα. Η δεύτερη μπορεί να απαντηθεί μόνο με το να ζεις, αργά, με το παράθυρο ανοιχτό.
Όποιος έχει αγαπήσει έναν τόπο το γνωρίζει αυτό. Ο χάρτης μιας πόλης μπορεί να είναι ακριβής μέχρι την τελευταία λωρίδα και πάλι να μην σου δίνει τη μυρωδιά του καπνού ξύλου στους δρόμους της το σούρουπο. Το να γνωρίζεις για κάτι και το να γνωρίζεις είναι χωριστά δωμάτια στο ίδιο σπίτι.
Αφορισμός
Η πρώτη ερώτηση ζητά μια πρόταση. Η δεύτερη ζητά μια ζωή.
ΙΙΙ. Ο Δρόμος που άλλοι έχουν περπατήσει
Μόλις η ερώτηση μετατοπιστεί, οι παλιές διδασκαλίες αρχίζουν να φαίνονται διαφορετικές. Πριν, ήταν αυθεντίες. Τις αποδεχόταν κανείς ή τις κατέβαζε με επιχειρήματα, και είτε έτσι είτε αλλιώς έμενε καθισμένος, δικαστής σε ένα μικρό ιδιωτικό δικαστήριο.
Τώρα διαβάζονται περισσότερο σαν σημάδια που άφησαν κατά μήκος ενός δρόμου άνθρωποι που τον περπάτησαν νωρίτερα. Ένα ρητό από κάποιον δάσκαλο που έχει πεθάνει από καιρό δεν είναι πια μια ετυμηγορία με την οποία να συμφωνήσει κανείς. Είναι πιο κοντά σε έναν γείτονα που δείχνει προς ένα μονοπάτι μέσα στα δάση και λέει, πήγαινε και δες. Τα λόγια χάνουν τη δύναμή τους να διατάζουν, και αποκτούν μια πιο παράξενη δύναμη, που είναι η δύναμη να δοκιμάζονται.
Έτσι περπατά κανείς. Το μονοπάτι ανοίγει, ή δεν ανοίγει, και αυτή είναι η μόνη απόδειξη που υπήρξε ποτέ. Καμία γραφή δεν μπορεί να μιλήσει για τα πόδια του ίδιου του περιπατητή, και οι καλύτεροι δάσκαλοι φαίνεται να το ήξεραν.
Υπάρχει μια ελευθερία σε αυτό που η παλαιότερη στάση δεν πρόσφερε ποτέ. Τίποτα δεν χρειάζεται να πιστευτεί εκ των προτέρων. Τίποτα δεν χρειάζεται να απορριφθεί με θυμό επίσης. Απλώς κάνει κανείς το πρώτο βήμα και κρατά ένα ειλικρινές μάτι σε ό,τι συμβαίνει.
Αφορισμός
Μια διδασκαλία που αποδέχεται κανείς είναι ένας φράχτης. Μια διδασκαλία που δοκιμάζει κανείς είναι ένας δρόμος.
ΙV. Η Ανοιχτή πόρτα
Θα ήταν ανέντιμο να προσποιηθούμε ότι κάτι από όλα αυτά είναι άνετο. Η εννοιολογική ερώτηση προσφέρει ένα ζεστό δωμάτιο, μια σταθερή απάντηση, μια εστία δίπλα στην οποία να καθίσει κανείς ενώ το βράδυ σκοτεινιάζει. Η υπαρξιακή ερώτηση αφήνει την πόρτα να ανοίξει. Μπαίνει η βροχή. Τίποτα δεν υπόσχεται στο τέλος παρά περισσότερη έρευνα, και την ανησυχητική πιθανότητα ότι η απάντηση, αν έρθει, μπορεί να μη πάρει ποτέ τη μορφή πρότασης.
Πολλοί από εμάς νιώθουμε εδώ μια μικρή λύπη, μια μελαγχολία σαν την τελευταία εβδομάδα ενός μακρού καλοκαιριού. Θέλαμε να φτάσουμε κάπου. Μας ζητείται αντ’ αυτού να συνεχίσουμε να περπατάμε, με άδεια χέρια.
Ίσως γι’ αυτό τόσοι πολλοί μένουν με την πρώτη ερώτηση. Είναι καλή μαζί μας. Μας αφήνει να πιστεύουμε ότι έχουμε καταλάβει, και υπάρχει μια πραγματική τρυφερότητα σε αυτή την πίστη, που δεν πρέπει να χλευάζεται. Αλλά η εστία, όσο ζεστή κι αν είναι, δεν μας είπε ποτέ πώς είναι η βροχή.
Και όμως η ανοιχτή πόρτα έχει το δικό της δώρο. Σε ένα σπίτι με όλα τα παράθυρα σφραγισμένα ο αέρας γίνεται ακίνητος, και ό,τι αναπνέεται εκεί έχει αναπνευστεί πριν. Έξω στον δρόμο, ακόμη και στη βροχή, αρχίζει κανείς να μυρίζει τη γη.
Αφορισμός
Η βεβαιότητα ζεσταίνει το δωμάτιο. Η έρευνα ανοίγει την πόρτα.
V. Ποια ερώτηση έχεις ρωτήσει;
Κάτσε για λίγο στη σιωπή, και ρώτα τον εαυτό σου κάτι απλό. Όταν αναρωτήθηκες για τα βαθύτερα πράγματα, για τον θάνατο, για ό,τι κρατά τον κόσμο ενωμένο, ποια ερώτηση ήταν δική σου; Μάζευες απαντήσεις, όπως μαζεύει κανείς πεσμένα φύλλα, πιέζοντας τα καλύτερα ανάμεσα στις σελίδες ενός βιβλίου; Ή κάτι μέσα σου ήθελε να γνωρίσει, και όχι απλώς να γνωρίζει για;
Παρατήρησε πώς νιώθει το απόγευμα όταν κρατάς την πρώτη ερώτηση. Παρατήρησέ το ξανά με τη δεύτερη. Η διαφορά μπορεί να είναι μικρή, μια μετατόπιση στο στήθος, ένα χαλάρωμα ή ένα σφίξιμο, και μπορεί να σου πει περισσότερα από οποιοδήποτε επιχείρημα.
Και σκέψου, χωρίς βιασύνη, τι μπορεί να αλλάξει αν η ερώτηση δεν ήταν πια «τι είναι», αλλά «μπορώ να το γνωρίσω άμεσα». Δεν χρειάζεται να αποφασίσεις σήμερα. Η βροχή θα συνεχίσει έτσι κι αλλιώς.
Αφορισμός
Η ερώτηση μέσα στην οποία ζεις αποφασίζει ποιες απαντήσεις μπορούν να σε βρουν.
Νιρόντα-Σαμαπάττι
Η Επίτευξη της Παύσης στον Βουδισμό
Το Φεγγάρι πίσω από το Τελευταίο Σύννεφο: Από την Επίγνωση στην Ησυχία όπου τελειώνει η Αντίληψη
Ι. Καθισμένος στο Σκοτάδι
Η οδός αρχίζει με κάτι μικρό. Κάθεται κανείς και παρατηρεί την αναπνοή. Τίποτα άλλο δεν ζητείται. Έρχεται το βράδυ, το δωμάτιο χάνει τις άκρες του, και η προσοχή επιστρέφει συνεχώς στο ίδιο αμυδρό σημείο, όπως ο σκώρος επιστρέφει στο λυχνάρι.
Οι παλιοί βουδιστές δάσκαλοι χαρτογράφησαν ό,τι ακολουθεί με την υπομονή των τοπογράφων. Η επίγνωση σταθεροποιεί τον νου. Ο σταθερός νους περνά μέσα από τις οκτώ τζχάνες, ένα δωμάτιο που ανοίγει στο επόμενο, το καθένα πιο ήσυχο από το προηγούμενο. Δεν υπάρχει καθόλου δράμα σε όλα αυτά. Μια λίμνη δεν αναγγέλλει ότι έχει ηρεμήσει. Απλώς παρατηρείς, μια νύχτα, ότι τα αστέρια στην επιφάνειά της έχουν σταματήσει να τρέμουν.
Τίποτα δεν επιτυγχάνεται ακόμη. Ο νους απλώς μαθαίνει πώς είναι να αφήνει κάτι κάτω. Οι σκέψεις εξακολουθούν να έρχονται, αλλά έρχονται όπως τα σύννεφα διασχίζουν έναν ήσυχο ουρανό: φαίνονται, επιτρέπονται, φεύγουν. Η σιωπή συγκεντρώνεται στα κενά ανάμεσά τους, και για πρώτη φορά τα κενά φαίνονται μεγαλύτερα από τα σύννεφα.
Αφορισμός
Η οδός αρχίζει εκεί όπου τελειώνει η προσπάθεια: μια αναπνοή, ένα σκοτεινό δωμάτιο, ένας νους που μαθαίνει να αναπαύεται.
ΙΙ. Χώρος χωρίς Ορίζοντα
Πέρα από την τέταρτη τζχάνα οι μορφές πέφτουν μακριά. Πρώτα έρχεται ο άπειρος χώρος, ένας ουρανός χωρίς ορίζοντα. Έπειτα η άπειρη συνείδηση, η γνώση που γεμίζει εκείνον τον ουρανό.
Όποιος έχει ξαπλώσει σε μια πλαγιά τα μεσάνυχτα έχει γευτεί λίγο από αυτό. Το σώμα συρρικνώνεται σε ένα μικρό ζεστό πράγμα, και το σκοτάδι όχι. Οι δάσκαλοι είναι προσεκτικοί εδώ. Η απεραντοσύνη δεν είναι το τέλος του δρόμου. Είναι ακόμη ένας τόπος στον οποίο μπορεί να σταθεί κανείς, και ό,τι μπορεί να σταθεί μπορεί να εγκαταλειφθεί.
Έτσι ο ασκούμενος συνεχίζει να βαδίζει, χωρίς βιασύνη. Δεν υπάρχει κανείς να συγχαρεί. Τα αστέρια δεν χειροκροτούν έναν ταξιδιώτη που περνά από κάτω τους, και το σκοτάδι, όσο πλατύ κι αν είναι, δεν ζητά τίποτα σε αντάλλαγμα.
Ο άπειρος χώρος και η άπειρη συνείδηση δεν είναι στολίδια του ταξιδιού αλλά ο καιρός του. Έρχονται, είναι θαυμαστά, περνούν. Μαθαίνει κανείς να δέχεται τέτοια δώρα όπως η νύχτα δέχεται το φεγγάρι, χωρίς να προσπαθεί να το κρατήσει.
Αφορισμός
Ακόμη και ο ατελείωτος ουρανός είναι μια κατοικία. Πέρασε μέσα από αυτόν, και μην χτίσεις σπίτι.
ΙΙΙ. Το Σταμάτημα του Ρολογιού
Τότε έρχεται η νιρόντα-σαμαπάττι, η επίτευξη της παύσης. Η αντίληψη σταματά. Το συναίσθημα σταματά. Το Θεραβαντα Αμπιντάμα την περιγράφει με μια ακρίβεια σχεδόν κλινική, όπως θα περιέγραφε κανείς ένα ρολόι που έχει πάψει να χτυπά.
Κι όμως λέγεται ότι παραμένει μια φωτεινή γνώση. Δεν θα προσποιηθώ ότι αυτό είναι εύκολο να κρατηθεί. Κάθεται στην ίδια την άκρη της συνοχής, και θα προτιμούσα να το κοιτάξω με προσοχή παρά να το καταπιώ ολόκληρο. Το Μαχαμούντρα μιλά γι’ αυτό με μια φωνή, το Ντζόγκτσεν το αποκαλεί ρίγκπα, πρωταρχική επίγνωση, και οι σχολές που τσακώνονται για δόγμα φαίνεται ακόμη να δείχνουν το ίδιο φεγγαρόφωτο πεδίο. Αν αυτή η συμφωνία αποδεικνύει κάτι, δεν μπορώ να πω.
Ας μείνει η ερώτηση ανοιχτή. Η σιωπή δεν χρειάζεται υπερασπιστή.
Ό,τι μπορεί να ειπωθεί ειλικρινά είναι μικρό. Κάτι αναφέρεται. Οι αναφορές είναι προσεκτικές, και προέρχονται από ανθρώπους που είχαν λίγο λόγο να εξωραΐσουν. Πέρα από αυτό, ο νους μπορεί μόνο να καθίσει δίπλα στο μυστήριο, όπως κάθεται κανείς δίπλα σε μια κοιμισμένη λίμνη τη νύχτα, χωρίς να απαιτεί να μιλήσει.
Αφορισμός
Εκεί όπου σταματά το ρολόι, κάτι ακόμη γνωρίζει την ησυχία. Άφησε την ερώτηση αναπάντητη.
ΙV. Το Φεγγάρι στο Νερό
Η κενότητα, η σουνυάτα, παρερμηνεύεται εύκολα ως το τίποτα καθόλου. Είναι πιο κοντά στο φεγγάρι σε μια λίμνη: ολοφάνερα εκεί, και αδύνατο να το πιάσει κανείς. Τίποτα δεν μπορεί να συλληφθεί, και αυτό περιλαμβάνει την ίδια την επίγνωση, που γίνεται ψεύτικη τη στιγμή που γίνεται αντικείμενο. Το μάτι δεν βλέπει τον εαυτό του. Ακόμη και ο παρατηρητής, κοιταγμένος απευθείας, διαλύεται μέσα στο βλέμμα.
Η οδός έχει τις ομίχλες της. Η νωθρότητα μπορεί να περάσει για ειρήνη. Η αποσύνδεση μπορεί να περάσει για ελευθερία. Μια κενή έκσταση μπορεί να περάσει για παύση, και ο κοιμισμένος πιστεύει ότι έχει ξυπνήσει. Η καθαρή νύχτα και η βαριά ομίχλη κρύβουν και οι δύο τον κόσμο, αλλά μόνο η μία από αυτές είναι ξύπνια.
Γι’ αυτό οι δάσκαλοι επιμένουν στη διάκριση. Η πλατιά, φωτεινή ηρεμία μιας αληθινής διάνοιξης έχει μια ποιότητα που η νωθρότητα δεν έχει ποτέ: είναι καθαρή. Η νωθρότητα είναι βαριά και θαμπή, σαν όνειρο από το οποίο δεν μπορεί κανείς να ξυπνήσει. Ο τίμιος ασκούμενος μαθαίνει να ρωτά, απαλά και χωρίς συναγερμό, αν η σιωπή ακούει ή απλώς κοιμάται.
Αφορισμός
Το φεγγάρι στο νερό δεν μπορεί να κρατηθεί. Μην μπερδέψεις την ομίχλη με τον ουρανό.
V. Ξύπνιος, και Όχι Μόνος
Η διδασκαλία δεν τελειώνει σε μια σπηλιά. Η σίλα, η ηθική συμπεριφορά, και η συμπόνια δεν είναι διακοσμήσεις πάνω της. Είναι τα δοκάρια που κρατούν την πραγματοποίηση όρθια. Χωρίς αυτά, η ενόραση ξινίζει σε ψυχρότητα, ή σε μια ήσυχη υπερηφάνεια που φορά τους μανδύες της ταπεινότητας.
Ό,τι προσθέτει ο Βουδισμός, νομίζω, είναι τούτο: η κενότητα δεν είναι απλώς αρνητική. Είναι ξύπνια. Κενή από κάθε σταθερό εαυτό, είναι γεμάτη από ό,τι μπορεί ακόμη να αναδυθεί. Και δεν μπορεί να χωριστεί από την τρυφερότητα προς κάθε ον που ακόμη υποφέρει επειδή ένας εαυτός θεωρήθηκε στερεός, ενώ ποτέ δεν ήταν.
Το πρόσωπο που επιστρέφει από την ηρεμία δεν επιστρέφει ανώτερο. Ο ουρανός δεν το έκανε ψηλότερο. Απλώς κατεβαίνει τον λόφο στο πρώτο φως, και τα όντα που συναντά στον δρόμο, κουρασμένα, φοβισμένα, κρατώντας σφιχτά τον εαυτό τους, δεν είναι πια ακριβώς ξένοι.
Δεν υπάρχει τίποτα μεγαλειώδες σε αυτό. Ένα χέρι που απλώνεται, μια υπομονετική λέξη, μια πόρτα που μένει ανοιχτή. Η σιωπή που έχει πραγματικά εισέλθει κανείς δεν κλείνει πίσω από εκείνον που μπήκε. Συνεχίζει να ακούει, μέσα από αυτόν, όλο τον κόσμο που υποφέρει και κοιμάται.
Προς το πρωί επιστρέφει ο ψίθυρος του ανέμου. Το σκοτάδι αραιώνει, και τίποτα δεν έχει χαθεί.
Αφορισμός
Η κενότητα που είναι ξύπνια είναι ήδη καλοσυνάτη. Εκεί όπου κανένας εαυτός δεν είναι στερεός, κανείς δεν είναι ξένος.
Το Φεγγάρι πίσω από το Τελευταίο Σύννεφο: Από την Επίγνωση στην Ησυχία όπου τελειώνει η Αντίληψη
Ι. Καθισμένος στο Σκοτάδι
Η οδός αρχίζει με κάτι μικρό. Κάθεται κανείς και παρατηρεί την αναπνοή. Τίποτα άλλο δεν ζητείται. Έρχεται το βράδυ, το δωμάτιο χάνει τις άκρες του, και η προσοχή επιστρέφει συνεχώς στο ίδιο αμυδρό σημείο, όπως ο σκώρος επιστρέφει στο λυχνάρι.
Οι παλιοί βουδιστές δάσκαλοι χαρτογράφησαν ό,τι ακολουθεί με την υπομονή των τοπογράφων. Η επίγνωση σταθεροποιεί τον νου. Ο σταθερός νους περνά μέσα από τις οκτώ τζχάνες, ένα δωμάτιο που ανοίγει στο επόμενο, το καθένα πιο ήσυχο από το προηγούμενο. Δεν υπάρχει καθόλου δράμα σε όλα αυτά. Μια λίμνη δεν αναγγέλλει ότι έχει ηρεμήσει. Απλώς παρατηρείς, μια νύχτα, ότι τα αστέρια στην επιφάνειά της έχουν σταματήσει να τρέμουν.
Τίποτα δεν επιτυγχάνεται ακόμη. Ο νους απλώς μαθαίνει πώς είναι να αφήνει κάτι κάτω. Οι σκέψεις εξακολουθούν να έρχονται, αλλά έρχονται όπως τα σύννεφα διασχίζουν έναν ήσυχο ουρανό: φαίνονται, επιτρέπονται, φεύγουν. Η σιωπή συγκεντρώνεται στα κενά ανάμεσά τους, και για πρώτη φορά τα κενά φαίνονται μεγαλύτερα από τα σύννεφα.
Αφορισμός
Η οδός αρχίζει εκεί όπου τελειώνει η προσπάθεια: μια αναπνοή, ένα σκοτεινό δωμάτιο, ένας νους που μαθαίνει να αναπαύεται.
ΙΙ. Χώρος χωρίς Ορίζοντα
Πέρα από την τέταρτη τζχάνα οι μορφές πέφτουν μακριά. Πρώτα έρχεται ο άπειρος χώρος, ένας ουρανός χωρίς ορίζοντα. Έπειτα η άπειρη συνείδηση, η γνώση που γεμίζει εκείνον τον ουρανό.
Όποιος έχει ξαπλώσει σε μια πλαγιά τα μεσάνυχτα έχει γευτεί λίγο από αυτό. Το σώμα συρρικνώνεται σε ένα μικρό ζεστό πράγμα, και το σκοτάδι όχι. Οι δάσκαλοι είναι προσεκτικοί εδώ. Η απεραντοσύνη δεν είναι το τέλος του δρόμου. Είναι ακόμη ένας τόπος στον οποίο μπορεί να σταθεί κανείς, και ό,τι μπορεί να σταθεί μπορεί να εγκαταλειφθεί.
Έτσι ο ασκούμενος συνεχίζει να βαδίζει, χωρίς βιασύνη. Δεν υπάρχει κανείς να συγχαρεί. Τα αστέρια δεν χειροκροτούν έναν ταξιδιώτη που περνά από κάτω τους, και το σκοτάδι, όσο πλατύ κι αν είναι, δεν ζητά τίποτα σε αντάλλαγμα.
Ο άπειρος χώρος και η άπειρη συνείδηση δεν είναι στολίδια του ταξιδιού αλλά ο καιρός του. Έρχονται, είναι θαυμαστά, περνούν. Μαθαίνει κανείς να δέχεται τέτοια δώρα όπως η νύχτα δέχεται το φεγγάρι, χωρίς να προσπαθεί να το κρατήσει.
Αφορισμός
Ακόμη και ο ατελείωτος ουρανός είναι μια κατοικία. Πέρασε μέσα από αυτόν, και μην χτίσεις σπίτι.
ΙΙΙ. Το Σταμάτημα του Ρολογιού
Τότε έρχεται η νιρόντα-σαμαπάττι, η επίτευξη της παύσης. Η αντίληψη σταματά. Το συναίσθημα σταματά. Το Θεραβαντα Αμπιντάμα την περιγράφει με μια ακρίβεια σχεδόν κλινική, όπως θα περιέγραφε κανείς ένα ρολόι που έχει πάψει να χτυπά.
Κι όμως λέγεται ότι παραμένει μια φωτεινή γνώση. Δεν θα προσποιηθώ ότι αυτό είναι εύκολο να κρατηθεί. Κάθεται στην ίδια την άκρη της συνοχής, και θα προτιμούσα να το κοιτάξω με προσοχή παρά να το καταπιώ ολόκληρο. Το Μαχαμούντρα μιλά γι’ αυτό με μια φωνή, το Ντζόγκτσεν το αποκαλεί ρίγκπα, πρωταρχική επίγνωση, και οι σχολές που τσακώνονται για δόγμα φαίνεται ακόμη να δείχνουν το ίδιο φεγγαρόφωτο πεδίο. Αν αυτή η συμφωνία αποδεικνύει κάτι, δεν μπορώ να πω.
Ας μείνει η ερώτηση ανοιχτή. Η σιωπή δεν χρειάζεται υπερασπιστή.
Ό,τι μπορεί να ειπωθεί ειλικρινά είναι μικρό. Κάτι αναφέρεται. Οι αναφορές είναι προσεκτικές, και προέρχονται από ανθρώπους που είχαν λίγο λόγο να εξωραΐσουν. Πέρα από αυτό, ο νους μπορεί μόνο να καθίσει δίπλα στο μυστήριο, όπως κάθεται κανείς δίπλα σε μια κοιμισμένη λίμνη τη νύχτα, χωρίς να απαιτεί να μιλήσει.
Αφορισμός
Εκεί όπου σταματά το ρολόι, κάτι ακόμη γνωρίζει την ησυχία. Άφησε την ερώτηση αναπάντητη.
ΙV. Το Φεγγάρι στο Νερό
Η κενότητα, η σουνυάτα, παρερμηνεύεται εύκολα ως το τίποτα καθόλου. Είναι πιο κοντά στο φεγγάρι σε μια λίμνη: ολοφάνερα εκεί, και αδύνατο να το πιάσει κανείς. Τίποτα δεν μπορεί να συλληφθεί, και αυτό περιλαμβάνει την ίδια την επίγνωση, που γίνεται ψεύτικη τη στιγμή που γίνεται αντικείμενο. Το μάτι δεν βλέπει τον εαυτό του. Ακόμη και ο παρατηρητής, κοιταγμένος απευθείας, διαλύεται μέσα στο βλέμμα.
Η οδός έχει τις ομίχλες της. Η νωθρότητα μπορεί να περάσει για ειρήνη. Η αποσύνδεση μπορεί να περάσει για ελευθερία. Μια κενή έκσταση μπορεί να περάσει για παύση, και ο κοιμισμένος πιστεύει ότι έχει ξυπνήσει. Η καθαρή νύχτα και η βαριά ομίχλη κρύβουν και οι δύο τον κόσμο, αλλά μόνο η μία από αυτές είναι ξύπνια.
Γι’ αυτό οι δάσκαλοι επιμένουν στη διάκριση. Η πλατιά, φωτεινή ηρεμία μιας αληθινής διάνοιξης έχει μια ποιότητα που η νωθρότητα δεν έχει ποτέ: είναι καθαρή. Η νωθρότητα είναι βαριά και θαμπή, σαν όνειρο από το οποίο δεν μπορεί κανείς να ξυπνήσει. Ο τίμιος ασκούμενος μαθαίνει να ρωτά, απαλά και χωρίς συναγερμό, αν η σιωπή ακούει ή απλώς κοιμάται.
Αφορισμός
Το φεγγάρι στο νερό δεν μπορεί να κρατηθεί. Μην μπερδέψεις την ομίχλη με τον ουρανό.
V. Ξύπνιος, και Όχι Μόνος
Η διδασκαλία δεν τελειώνει σε μια σπηλιά. Η σίλα, η ηθική συμπεριφορά, και η συμπόνια δεν είναι διακοσμήσεις πάνω της. Είναι τα δοκάρια που κρατούν την πραγματοποίηση όρθια. Χωρίς αυτά, η ενόραση ξινίζει σε ψυχρότητα, ή σε μια ήσυχη υπερηφάνεια που φορά τους μανδύες της ταπεινότητας.
Ό,τι προσθέτει ο Βουδισμός, νομίζω, είναι τούτο: η κενότητα δεν είναι απλώς αρνητική. Είναι ξύπνια. Κενή από κάθε σταθερό εαυτό, είναι γεμάτη από ό,τι μπορεί ακόμη να αναδυθεί. Και δεν μπορεί να χωριστεί από την τρυφερότητα προς κάθε ον που ακόμη υποφέρει επειδή ένας εαυτός θεωρήθηκε στερεός, ενώ ποτέ δεν ήταν.
Το πρόσωπο που επιστρέφει από την ηρεμία δεν επιστρέφει ανώτερο. Ο ουρανός δεν το έκανε ψηλότερο. Απλώς κατεβαίνει τον λόφο στο πρώτο φως, και τα όντα που συναντά στον δρόμο, κουρασμένα, φοβισμένα, κρατώντας σφιχτά τον εαυτό τους, δεν είναι πια ακριβώς ξένοι.
Δεν υπάρχει τίποτα μεγαλειώδες σε αυτό. Ένα χέρι που απλώνεται, μια υπομονετική λέξη, μια πόρτα που μένει ανοιχτή. Η σιωπή που έχει πραγματικά εισέλθει κανείς δεν κλείνει πίσω από εκείνον που μπήκε. Συνεχίζει να ακούει, μέσα από αυτόν, όλο τον κόσμο που υποφέρει και κοιμάται.
Προς το πρωί επιστρέφει ο ψίθυρος του ανέμου. Το σκοτάδι αραιώνει, και τίποτα δεν έχει χαθεί.
Αφορισμός
Η κενότητα που είναι ξύπνια είναι ήδη καλοσυνάτη. Εκεί όπου κανένας εαυτός δεν είναι στερεός, κανείς δεν είναι ξένος.
Το Εσώτερο Φως: Περί της Όρασης με την Οποία Βλέπουμε
Το Φως που Καθιστά τα Πάντα Ορατά: Κουάκεροι, Σούφι και η Καθολική Γλώσσα της Φώτισης
Ο Γυαλισμένος Καθρέφτης: Η Σιωπή των Κουάκερων, η Καρδιά των Σούφι και η Καμπάλα για την Αντανάκλαση του Θείου
Βλέποντας μέσα από αυτό που δεν είναι ορατό: Γιατί κάθε μυστικιστής μιλά για το φως: από τον Τζορτζ Φοξ και τον Ιμπν Αραμπί έως το Ζοχάρ.
Χωρίς Κλήρο, Χωρίς Δόγμα, Μόνο Φως: Πώς το Εσωτερικό Φως των Κουάκερων εκδημοκράτισε την έννοια του Θεού — και τι γνώριζαν ήδη οι Σούφι και οι Καμπαλιστές.
Nur: Το Εσωτερικό Φως στις Διάφορες Παραδόσεις: Από τον οίκο συγκέντρωσης των Κουάκερων στην καρδιά των Σούφι και στο Ειν Σοφ.
Ένα φωτοστέφανο ζωγραφίζεται γύρω από το κεφάλι ενός χριστιανού αγίου, γύρω από το κεφάλι ενός Βούδα, γύρω από το κεφάλι μιας ινδουιστικής θεότητας, και κανένας ξένος από άλλη παράδοση δεν χρειάζεται να του εξηγηθεί. Οι Σούφι μιλούν για το nur, το φως που οι ισλαμικοί μύστες τοποθετούν στην καρδιά της δημιουργίας. Ένας Καμπαλιστής περιγράφει το Ein Sof, το Άπειρο, που ακτινοβολεί προς τα έξω μέσω των δέκα σεφιρότ. Ένας Κουακέρος του δέκατου έβδομου αιώνα λέει ότι σε κάθε άνθρωπο καίει ένα Εσώτερο Φως, και στοιχηματίζει μια ολόκληρη ζωή πάνω σε αυτό.
Αυτές οι παραδόσεις διαφωνούν σχεδόν σε όλα: στη φύση του Θεού, στη δομή της ψυχής, στον σκοπό μιας ανθρώπινης ζωής. Κι όμως, όταν φτάνουν στην εικόνα του τόπου όπου ο άνθρωπος συναντά το θείο, συνεχίζουν να φτάνουν στην ίδια εικόνα.
Αυτό είναι παράξενο, γιατί οι αισθήσεις πρόσφεραν άλλες επιλογές. Η αποκάλυψη θα μπορούσε να είναι μια φωνή, μια αφή, ένα άρωμα, μια γεύση. Μερικές παραδόσεις μιλούν έτσι, αλλά καμία από αυτές τις εικόνες δεν έγινε το κοινό νόμισμα των μυστών. Το φως έγινε.
Γιατί το φως; Και τι μας λέει αυτή η επιλογή για το πώς οι άνθρωποι κατανοούν τη διορατικότητα, και για τη διαφορά ανάμεσα στο να βλέπεις καθαρά και στο να μη βλέπεις καθόλου;
1 — Η Όραση που Βλέπει τον Εαυτό της Αόρατο
Σκεφτείτε τι θα σήμαιναν οι άλλες αισθήσεις. Μια φωνή από τον ουρανό είναι ένα γεγονός: συμβαίνει σε έναν χρόνο, έχει πηγή, και τελειώνει. Η αφή είναι επαφή, και η επαφή χρειάζεται δύο πράγματα να συναντηθούν σε ένα σύνορο. Η γεύση και η όσφρηση καταναλώνουν ή διαλύουν το αντικείμενό τους. Καθεμία από αυτές τις εικόνες κρατά το θείο στην απέναντι πλευρά κάποιου ορίου, ως κάτι που φτάνει, πιέζει επάνω μας, ή προσλαμβάνεται.
Το φως δεν φτάνει όπως φτάνει ένας ήχος, ως ένα ακόμη πράγμα μέσα στο δωμάτιο. Είναι το δωμάτιο που γίνεται ορατό. Το φως δεν είναι ένα γεγονός μέσα στην αντίληψη. Είναι το άνοιγμα μέσα στο οποίο τα πράγματα δείχνουν τον εαυτό τους καθόλου.
Εδώ υπάρχει μια ιδιαιτερότητα που ίσως εξηγεί την επιλογή. Ποτέ δεν βλέπουμε το ίδιο το φως. Βλέπουμε φωτισμένα πράγματα: έναν τοίχο, ένα πρόσωπο, ένα χωράφι, τη σκόνη που στριφογυρίζει σε μια ηλιαχτίδα. Ακόμη και η ακτίνα είναι ορατή μόνο επειδή σωματίδια την πιάνουν. Κοίταξε κατευθείαν στην πηγή και το μάτι κατακλύζεται· κοίταξε οτιδήποτε άλλο και το φως έχει εξαφανιστεί μέσα σε αυτό που αποκαλύπτει. Το φως είναι αυτό μέσα από το οποίο κοιτάζουμε, ποτέ αυτό που κοιτάζουμε. Είναι το πιο παρόν στοιχείο κάθε οπτικής στιγμής και το λιγότερο διαθέσιμο στην προσοχή.
Τώρα φανταστείτε έναν Θεό που είναι το έδαφος κάθε γνώσης, όχι ένα αντικείμενο γνώσης ανάμεσα σε άλλα. Ένας τέτοιος Θεός θα είχε ακριβώς αυτή τη δομή. Δεν θα μπορούσε να βρεθεί ανάμεσα στα πράγματα που γνωρίζονται, όπως δεν μπορεί να βρεθεί η φωτεινότητα ενός δωματίου ανάμεσα στα έπιπλα. Η μεταφορά ίσως άντεξε επειδή είναι ακριβής για μια σχέση, αυτήν ανάμεσα στη συνείδηση και σε ό,τι εμφανίζεται μέσα της.
Η καθημερινή μας ομιλία ήδη φέρει αυτή την υπόθεση τόσο βαθιά που σχεδόν δεν την ακούμε. Λέμε «βλέπω» όταν καταλαβαίνουμε. Ονομάζουμε ένα επιχείρημα καθαρό, έναν άνθρωπο διαυγή, μια ξαφνική κατανόηση φωτισμό. Μιλάμε για το να μένουμε στο σκοτάδι και για το να βλέπουμε επιτέλους το φως. Η διορατικότητα, η αποκάλυψη και η ηθική διαύγεια φτάνουν όλες ντυμένες ως όραση. Οι μύστες δεν επέβαλαν αυτό το ιδίωμα στην ανθρώπινη σκέψη. Το κληρονόμησαν και το πίεσαν όσο μπορούσε να φτάσει.
Ακολουθεί ένας ήσυχος κίνδυνος. Μια μεταφορά που επαναλαμβάνεται για χιλιετίες μπορεί να γίνει αόρατη ακριβώς με τον τρόπο που είναι το φως. Τη χρησιμοποιούμε για να δούμε τα πάντα άλλα και ποτέ δεν την κοιτάζουμε. Κάποιος μπορεί να λέει «θείο φως» μια ολόκληρη ζωή χωρίς να ρωτήσει τι ισχυρίζεται.
Ρωτήστε το τώρα, και η ερώτηση γυρίζει πάνω στον εαυτό της. Τι είναι το θείο φως; Η μορφή της ερώτησης φαίνεται να τοποθετεί το φως κάπου, ως ένα ακόμη αντικείμενο προς εντοπισμό ανάμεσα στα πράγματα που καθιστά ορατά. Αν το φως είναι η συνθήκη της όρασης, τότε το «πού βρίσκεται;» μπορεί να είναι κακώς διατυπωμένο, σαν να ρωτάμε ποιο αντικείμενο στο δωμάτιο είναι ο φωτισμός. Κι όμως, το να μιλάμε καθόλου για το φως είναι ήδη να το κάνουμε υποκείμενο μιας πρότασης. Ό,τι πούμε στη συνέχεια θα πρέπει να χρησιμοποιήσει μια γλώσσα που το ίδιο της το υποκείμενο ήσυχα υπονομεύει.
Ίσως ένα μικρό πείραμα είναι ο μόνος τίμιος τρόπος να αρχίσουμε. Ενώ διαβάζετε αυτές τις λέξεις, η προσοχή ακουμπά σε σχήματα και νοήματα. Υπάρχει κάτι σε αυτή τη στιγμή που δεν εμφανίζεται μέσα σε κάποια διαύγεια; Πού, μέσα στη δική σας συνείδηση αυτή τη στιγμή, βρίσκεται η φωτεινότητα μέσα στην οποία βλέπονται αυτές οι λέξεις;
Αν αυτή η φωτεινότητα δεν είναι κάτι που κατέχει ένας άνθρωπος, τότε κανείς δεν χρειάζεται να του δοθεί πρόσβαση σε αυτήν. Οι Κουακέροι πίεσαν αυτή την υπόνοια πιο μακριά από οποιονδήποτε.
2 — Το Φως χωρίς Θυρωρό
Στην Αγγλία του δέκατου έβδομου αιώνα, ένα κίνημα συγκεντρώθηκε γύρω από τον Τζορτζ Φοξ πάνω σε έναν ισχυρισμό που ακουγόταν μετριοπαθής και αποδείχθηκε εκρηκτικός. Κάθε άνθρωπος φέρει ένα Εσώτερο Φως και μπορεί να συναντήσει το θείο απευθείας, χωρίς ιερέα, δόγμα ή μυστήριο που να κανονίζει τη συνάντηση.
Προσέξτε πόσα αφαιρεί αυτή η πρόταση. Ένας ιερέας είναι κάποιος που στέκεται ανάμεσα. Ένα δόγμα είναι μια φόρμουλα στην οποία πρέπει να συναινέσει κανείς πριν επιτραπεί η συνάντηση. Ένα μυστήριο είναι ένα κατώφλι με φύλακα. Αφαιρέστε και τα τρία και η θρησκευτική ζωή γίνεται λιτή και σχεδόν απροστάτευτη: ένας άνθρωπος, και ό,τι είναι παρόν σε αυτόν τον άνθρωπο.
Η συνηθισμένη ανάγνωση είναι πολιτική, και η πολιτική ήταν πραγματική. Αλλά η αφαίρεση προκύπτει από την ίδια τη μεταφορά. Αν το θείο είναι το φως με το οποίο βλέπει κανείς, κανένας θεσμός δεν μπορεί να το δελτιοποιήσει. Η μορφή που παρεμβάλλεται ανάμεσα σε έναν άνθρωπο και σε αυτό το φως θα βλεπόταν και η ίδια από αυτό. Ο θυρωρός εξαρτάται από τον φωτισμό όσο και ο προσκυνητής. Ένας ιερέας δεν μπορεί να χορηγήσει σε κανέναν την ικανότητα να αντιλαμβάνεται· το πολύ-πολύ μπορεί να του υπενθυμίσει ότι ήδη την έχει. Μια μεταφορά βασιλείας ή νόμου θα έδειχνε προς την αντίθετη κατεύθυνση, προς την ιεραρχία, τις εντολές που εκδίδονται από πάνω προς τα κάτω, την υπακοή που οφείλεται. Το φως δεν έχει αλυσίδα διοίκησης. Πέφτει πάνω στον ζητιάνο και στον επίσκοπο την ίδια στιγμή.
Πολλά απορρέουν από αυτό. Η λατρεία μπορούσε να είναι σιωπή, αφού ο λόγος είναι ένα είδος διαμεσολάβησης, λέξεις που στέκονται ανάμεσα στην καρδιά και σε αυτό που συναντά. Αν το φως είναι ήδη μέσα, η ταιριαστή στάση είναι η προσοχή, όχι η αίτηση ή η απαγγελία. Ακολουθεί επίσης η ισότητα: αν το φως βρίσκεται σε όλους, κανείς δεν είναι πνευματικά υποτελής, και ο βαθμός κατά γέννηση ή εκπαίδευση χάνει τη θρησκευτική του αυθεντία. Ακολουθεί επίσης ένας ορισμένος τρόπος να βλέπει κανείς τους άλλους ανθρώπους. Η πρώιμη κουακερική αντίθεση στη δουλεία φαίνεται λιγότερο σαν πολιτικό πρόγραμμα προσκολλημένο σε μια θεολογία και περισσότερο σαν η ίδια η θεολογία εν δράσει. Το να πιστεύεις ότι το φως βρίσκεται σε κάθε άνθρωπο σημαίνει ότι γίνεται ολοένα δυσκολότερο να κοιτάξεις έναν άνθρωπο και να δεις ιδιοκτησία. Η ηθική διαύγεια εδώ δεν είναι μια ξεχωριστή ικανότητα που προστίθεται στην ευσέβεια. Είναι ο ίδιος φωτισμός που πέφτει πάνω σε ένα άλλο ανθρώπινο πρόσωπο.
Υπάρχει όμως διαφορά ανάμεσα στο να πιστεύεις στο φως και στο να κατευθύνεσαι από αυτό. Ένας άνθρωπος μπορεί να κρατά το δόγμα ότι όλοι φέρουν ένα Εσώτερο Φως και να συνεχίζει να μεταχειρίζεται τους ανθρώπους με τους παλιούς τρόπους. Το δόγμα είναι μια πρόταση. Το φως, αν οι Κουακέροι έχουν δίκιο, είναι πιο κοντά από οποιαδήποτε πρόταση. Αυτό που ισχυρίστηκε το κίνημα ήταν ένα διαφορετικό είδος συνάντησης, μια συνάντηση που κανείς άλλος δεν μπορούσε να υποστεί εκ μέρους κάποιου άλλου.
Και εδώ η αφήγηση συναντά μια δυσκολία που δεν μπορεί να αποφύγει. Αν το φως είναι καθολικό και άμεσο, γιατί οι άνθρωποι διαφωνούν τόσο συχνά, σφάλλουν και σκοντάφτουν; Αν η πρόσβαση είναι εγγυημένη, γιατί η διαύγεια είναι τόσο σπάνια; Ένα φως που πέφτει πάνω σε όλους θα έπρεπε να μην αφήνει κανέναν στο σκοτάδι, κι όμως το σκοτάδι είναι ολοφάνερα παντού, ακόμη και μέσα σε κοινότητες αφιερωμένες στο φως.
Κάτι πρέπει να στέκεται εμπόδιο, αν και δεν μπορεί να είναι η απουσία του φωτός. Οι Σούφι απάντησαν με μια εικόνα εντυπωσιακής ακρίβειας.
3 — Ο Καθρέφτης και η Σκουριά του
Για τους Σούφι, η ανθρώπινη καρδιά, το qalb, δεν είναι πρώτα απ’ όλα η έδρα του συναισθήματος. Είναι ένα όργανο αντίληψης, μια ικανότητα με την οποία κάτι γνωρίζεται. Η ορθή της φύση είναι αυτή του καθρέφτη, φτιαγμένου να αντανακλά τη θεία ακτινοβολία. Το πρόβλημα είναι ότι ο καθρέφτης έχει αμαυρωθεί. Σε μια ζωή μαζεύει σκουριά: συνήθεια, αυτομέριμνα, απόσπαση, οι μικρές συνεχείς παραμορφώσεις του θέλω και του φοβάμαι. Ένας αμαυρωμένος καθρέφτης δεν σταματά να δέχεται φως. Επιστρέφει κάτι θολό, παραμορφωμένο, ή τίποτα καθόλου.
Η μετατόπιση από την κουακερική εικόνα είναι λεπτή αλλά πραγματική. Οι Κουακέροι τόνισαν την παρουσία: το φως είναι εδώ, σε όλους, τώρα. Η σουφική εικόνα στρέφεται στην προετοιμασία: το φως είναι εδώ, αλλά το όργανο που θα το δεχόταν έχει αμβλυνθεί. Η ερώτηση μετακινείται από την πρόσβαση στη δεκτικότητα.
Η υπονοούμενη πρακτική είναι αφαιρετική. Τίποτα δεν χρειάζεται να προστεθεί σε έναν καθρέφτη για να αντανακλά. Το γυάλισμα αφαιρεί· δεν εγκαθιστά. Έτσι η πειθαρχία που οι Σούφι συνταγογραφούν, με την επανάληψή της, τη μνήμη της, την υπομονετική της προσοχή, δεν αποκτά φως. Καθαρίζει ό,τι το αποκρύπτει. Η αναζήτηση, υπό αυτή την οπτική, μοιάζει λιγότερο με ταξίδι προς κάτι μακρινό και περισσότερο με την αργή αφαίρεση όσων στέκονται ανάμεσα στον εαυτό και σε ό,τι είναι ήδη κοντά.
Υπάρχει ένα παράδοξο στον ίδιο τον καθρέφτη. Ένας τέλειος καθρέφτης δεν έχει εικόνα δική του. Δείχνει μόνο ό,τι στέκεται μπροστά του, και όσο πιο καθαρός γίνεται, τόσο λιγότερο μπορεί να γίνει αντιληπτός ως καθρέφτης, όπως ένα καθαρό παράθυρο χάνεται μέσα στη θέα. Ένας εαυτός στην πιο τελειωμένη του μορφή θα ήταν ένας εαυτός λιγότερο εμπόδιο. Τείνουμε να φανταζόμαστε την πνευματική ανάπτυξη ως ενίσχυση κάτι, ενός εαυτού που γίνεται μεγαλύτερος, σοφότερος, πιο επιτυχημένος. Αυτή η εικόνα υποδηλώνει το αντίστροφο: έναν εαυτό πιο πλήρως τον εαυτό του όταν είναι λιγότερο εμπόδιο, και μια γνώση στην οποία ο γνωρίζων γίνεται το καθαρό μέσο αυτού που γνωρίζεται.
Αυτό ζητά μια ιδιαίτερη ταπεινότητα, και δεν είναι αυτοταπείνωση. Ο καθρέφτης δεν περιφρονεί τον εαυτό του. Απλώς δεν διεκδικεί την πατρότητα του φωτός που φέρει. Η δεκτικότητα είναι η προθυμία να μην είναι η πηγή.
Η εμπειρία που περιγράφει αυτό δεν είναι εξωτική. Οι περισσότεροι άνθρωποι γνωρίζουν στιγμές όπου ο νοητικός θόρυβος υποχωρεί, μετά από έναν μακρύ περίπατο ή στην πρώτη ησυχία του πρωινού, και η αντίληψη φαίνεται ξαφνικά πιο οξεία. Τα χρώματα είναι πιο παρόντα· ένα πρόσωπο είναι πιο πλήρως πρόσωπο. Τίποτα δεν έχει προστεθεί στον κόσμο. Κάτι έχει απελευθερωθεί σε εκείνον που αντιλαμβάνεται, και η διαύγεια μοιάζει λιγότερο με κέρδος και περισσότερο με το σήκωμα ενός βάρους που είχε σταματήσει να παρατηρεί. Το αν τέτοιες στιγμές είναι ματιές σε ό,τι εννοούν οι Σούφι δεν είναι κάτι που μπορεί να το αποφασίσει η ίδια η εμπειρία. Μπορεί μόνο να δείξει για τι μιλάει ο ισχυρισμός.
Παραμένει μια δυσκολία, και η παράδοση την αναγνωρίζει. Απαιτείται προσπάθεια για να αφαιρεθεί η σκουριά, κι όμως η προσπάθεια δεν παράγει το φως. Το γυάλισμα είναι αναγκαίο, αλλά δεν μπορεί να είναι η αιτία αυτού που λάμπει στον καθρέφτη. Πώς μπορεί κάτι να είναι ταυτόχρονα κάτι προς το οποίο εργάζεται κανείς και απλώς δοσμένο; Η ερώτηση δεν είναι ελάττωμα στην εικόνα. Είναι το σημείο όπου η εικόνα δείχνει. Μια πρακτική που εγγυόταν τα αποτελέσματά της θα ήταν μια τεχνική, και μια τεχνική θα μετέτρεπε το φως σε προϊόν. Κι όμως χωρίς πρακτική η σκουριά μένει.
Ο καθρέφτης δείχνει τη σχέση ανάμεσα στον αναζητητή και στο φως, και αφήνει μια περαιτέρω ερώτηση για το ίδιο το φως. Αν ο καθρέφτης αντανακλά μια ακτινοβολία που προηγείται από αυτόν, ποια είναι η σχέση αυτής της ακτινοβολίας με τον κόσμο, και με την φαινομενική της απουσία; Γιατί υπάρχει καθόλου σκουριά, και γιατί υπάρχουν σκιές σε μια δημιουργία που λέγεται ότι φωτίζεται από την πηγή της; Οι Καμπαλιστές πήραν την έρευνα πίσω στην αρχή.
4 — Το Δωμάτιο που Δημιουργήθηκε από την Απόσυρση
Η καμπαλιστική εικόνα αρχίζει με ένα άπειρο: το Ein Sof, το Άπειρο, που ακτινοβολεί προς τα έξω μέσω των δέκα σεφιρότ, των σταδίων ή αγγείων μέσω των οποίων το θείο φως ρέει στη φανέρωση. Μέχρι εδώ η εικόνα είναι γνώριμη, ένα φως που ρέει από μια πηγή. Αλλά μια άλλη ιδέα τρέχει αντίθετα σε αυτήν, μία από τις πιο τολμηρές στη μυστική φαντασία. Προτού μπορέσει να υπάρξει ένας κόσμος, το φως έπρεπε να συσταλεί. Αυτό είναι το tzimtzum: μια θεία απόσυρση που δημιουργεί χώρο.
Η λογική είναι σχεδόν χωρική. Αν το άπειρο γεμίζει τα πάντα, τίποτα άλλο δεν μπορεί να υπάρχει. Δεν υπάρχει τόπος για ένα πλάσμα, δεν υπάρχει χώρος για ένα άλλο, δεν υπάρχει κενό μέσα στο οποίο ένας κόσμος θα μπορούσε να σταθεί. Για να υπάρξει οτιδήποτε διακριτό, το φως πρέπει να συγκρατήσει τον εαυτό του και να αφήσει έναν χώρο που δεν καταλαμβάνει πλήρως.
Αυτό ανατρέπει μια υπόθεση που οι περισσότεροι από εμάς κουβαλάμε, ότι το έργο του φωτός είναι να λάμπει και ότι το σκοτάδι είναι απλώς η αποτυχία του φωτός. Εδώ η φαινομενική απουσία του θείου δεν είναι αποτυχία αλλά γενναιοδωρία. Το κενό δεν είναι αυτό που το φως δεν είχε τη δύναμη να γεμίσει. Είναι αυτό που το φως επέλεξε να αφήσει. Χωρίς αυτόν τον αυτοπεριορισμό δεν θα υπήρχε κόσμος, και κανείς να τον θαυμάζει.
Αν πιεστεί περισσότερο, η ιδέα αλλάζει τη δυσκολία της προηγούμενης ενότητας. Η σκουριά στον καθρέφτη φαινόταν εμπόδιο, μια λυπηρή συσσώρευση. Αλλά ίσως κάποιο μέτρο αοριστίας δεν μπορεί να διαχωριστεί από το να είναι κανείς καθόλου διακριτός αντιληπτής. Ένας βλέπων πρέπει να στέκεται κάπου· το να στέκεται κάπου είναι το να βρίσκεται σε απόσταση, και η απόσταση είναι ένα είδος απόκρυψης. Το πέπλο μπορεί να είναι μέρος αυτού που καθιστά δυνατή την όραση, και έναν βλέποντα μαζί της. Ένα φως που δεν άφηνε κανένα κενό δεν θα άφηνε κανέναν να το ατενίσει.
Το φως και η φαινομενική του απουσία, λοιπόν, δεν είναι απλές αντιθέσεις. Στέκονται σε σχέση, όπως μια λέξη και η σιωπή που της δίνει σχήμα. Μια αποκάλυψη χωρίς τίποτα κρυμμένο θα ήταν μια πλημμύρα, όχι μια αποκάλυψη. Επιστρέφουμε στην παρατήρηση της πρώτης ενότητας, τώρα σε βαθύτερο επίπεδο. Το φως δεν μπορεί να ειδωθεί άμεσα, και η αυτοαπόκρυψή του φαίνεται ενσωματωμένη στη δομή της ύπαρξης.
Μια συνέπεια είναι μια δελεαστική διαίσθηση: ότι ο χωρισμός επιτρέπεται από το φως, όχι αντιτίθεται σε αυτό. Η απόσταση του αναζητητή από την πηγή θα κρατιόταν μέσα στην ίδια την πηγή. Το αίσθημα του αποκομμένου, που τόσες παραδόσεις αντιμετωπίζουν ως τη βασική ανθρώπινη δυσκολία, θα ήταν το σχήμα που παίρνει το φως όταν δημιουργεί χώρο για εμάς.
Η δυσκολία δεν μπορεί να διαλυθεί με επιχειρήματα, και η παράδοση δεν το επιχειρεί. Το θείο λέγεται ότι είναι παντού, το έδαφος όλων όσων είναι, και επίσης ότι έχει αποσυρθεί. Η παρουσία και η απουσία πρέπει να κρατηθούν μαζί, χωρίς να αφήσουμε καμία από τις δύο να καταπιεί την άλλη. Αν το φως είναι απλώς παντού, δεν υπάρχει χώρος για τον κόσμο. Αν είναι απλώς εξαφανισμένο, τίποτα δεν θεμελιώνει τον κόσμο.
Ούτε είναι αυτό μόνο ένα κοσμολογικό αίνιγμα. Πολλοί που κάθονται σε προσευχή ή σιωπή συναντούν εποχές όπου τίποτα δεν απαντά: ξηρασία, επίπεδη αίσθηση, μια ησυχία που μοιάζει με εγκατάλειψη. Η παράδοση υποδηλώνει έναν άλλο τρόπο να τη συναντήσουμε. Η σιωπή δεν χρειάζεται να είναι η απουσία του φωτός. Μπορεί να είναι ο χώρος μέσα στον οποίο το φως κατέστησε δυνατό να είναι κάποιος παρών καθόλου. Το δωμάτιο έχει δημιουργηθεί. Τι κάνει κανείς μέσα σε αυτό είναι άλλο ζήτημα.
5 — Η Συνθήκη της Όρασης
Κοιτάξτε ξανά τους τρεις δρόμους. Οι Κουακέροι έφτασαν στο φως μέσω της παρουσίας: βρίσκεται σε όλους, απευθείας, χωρίς φύλακα. Οι Σούφι έφτασαν μέσω της διαφάνειας: γίνεται δεκτό από μια καρδιά καθαρισμένη από ό,τι την αποκρύπτει. Οι Καμπαλιστές έφτασαν μέσω της προέλευσης: είναι αυτό που αποσύρεται για να δημιουργήσει χώρο ώστε να υπάρχει κάποιος που να βλέπει.
Αυτοί είναι διαφορετικοί δρόμοι, και η ειλικρίνεια απαιτεί να το πούμε. Μια κουακερική συνάντηση σε σιωπή, μια σουφική πειθαρχία της ανάμνησης, και μια καμπαλιστική διαλογιστική πάνω στα σεφιρότ δεν είναι η ίδια πρακτική με τρία ονόματα. Τα δόγματά τους για τον Θεό, τη δημιουργία και τον άνθρωπο αποκλίνουν βαθιά. Μια κοινή μεταφορά δεν είναι κοινή εμπειρία. Γνωρίζουμε ότι οι παραδόσεις περιγράφουν το ιερό στη γλώσσα του φωτός· από την περιγραφή μόνη της δεν μπορούμε να γνωρίζουμε αν περιέγραφαν το ίδιο πράγμα. Μπορεί κανείς να πιστεύει ότι το έκαναν, και να διαβάζει τη σύγκλιση ως απόδειξη μιας κοινής πραγματικότητας. Μπορεί εξίσου να τη διαβάζει ως απόδειξη του πώς τείνουν τα ανθρώπινα μυαλά να μιλούν για ό,τι τα υπερβαίνει. Αυτό που υποστηρίζει η σύγκριση είναι πιο μετριοπαθές, και ίσως πιο ενδιαφέρον. Και οι τρεις φτάνουν σε μία δομή: το θείο συναντιέται λιγότερο ως κάτι προς εξέταση και περισσότερο ως αυτό με το οποίο εξετάζεται οτιδήποτε καθόλου.
Αν αυτό ισχύει, η αναζήτηση αλλάζει χαρακτήρα. Δεν μπορεί να είναι η επιδίωξη ενός αντικειμένου, επειδή το φως δεν ήταν ποτέ αλλού. Γίνεται μια στροφή της προσοχής, από ό,τι βλέπεται προς αυτό με το οποίο βλέπεται οτιδήποτε. Και εδώ τα προηγούμενα νήματα ενώνονται. Η ηθική αντίληψη του Κουακέρου και η γυαλισμένη καρδιά του Σούφι δεν είναι ξεχωριστά επιτεύγματα, το ένα ηθικό και το άλλο στοχαστικό. Το να δεις έναν άνθρωπο αληθινά, χωρίς τις παραμορφώσεις του αυτοσυμφέροντος και της συνήθειας, είναι ήδη το να έχεις καθαρίσει λίγο από τον καθρέφτη. Το να καθαρίσεις τον καθρέφτη είναι ήδη το να αρχίσεις να βλέπεις τους ανθρώπους όπως είναι. Το να βλέπεις ορθά και το να ενεργείς ορθά πλησιάζουν στο να είναι μία κίνηση, επειδή και τα δύο είναι ο ίδιος φωτισμός που πέφτει πάνω στον κόσμο. Ο Κουακέρος που δεν μπορούσε να κοιτάξει έναν άνθρωπο και να δει ιδιοκτησία δεν εφάρμοζε έναν κανόνα. Κάτι είχε γίνει διαυγές.
Γιατί λοιπόν το φως; Ίσως επειδή η επιλογή της εικόνας είναι η ίδια μια ανακάλυψη. Οι άνθρωποι άπλωσαν το χέρι προς το φως επειδή, στη δομή της δικής τους συνείδησης, υπάρχει κάτι πολύ όμοιο με αυτό: μια φωτεινότητα που δεν είναι ποτέ αντικείμενο, μια διαύγεια μέσα στην οποία εμφανίζονται τα πάντα ενώ αυτή παραμένει αθέατη. Και ίσως γι’ αυτό ήταν πάντοτε τόσο δύσκολο να την παρατηρήσουμε. Τίποτα δεν την αποκρύπτει. Είναι υπερβολικά κοντά για να την κοιτάξουμε, υπερβολικά πολύ η ίδια η συνθήκη του κοιτάγματος.
Αυτό το κείμενο μίλησε για το φως σε μήκος, και αυτή είναι η δυσκολία που πρέπει τελικά να παραδεχτεί. Καμία περιγραφή δεν υποκαθιστά το να παρατηρήσεις. Κάθε πρόταση για τη συνθήκη της όρασης ήταν μια πρόταση για ένα αντικείμενο, που είναι ακριβώς αυτό που η συνθήκη δεν είναι. Η γλώσσα μπορεί να δείξει, αλλά δεν μπορεί να σταθεί εκεί όπου τελειώνει το δείξιμο.
Έτσι η μόνη τίμια κατάληξη είναι μια μικρή χειρονομία, όχι ένα συμπέρασμα. Κάντε μια παύση για μια στιγμή μέσα στην καθημερινή αντίληψη: η σελίδα, το δωμάτιο, ο ήχος κάποιου που κινείται αλλού στο σπίτι. Αφήστε την προσοχή να μην ακουμπήσει σε κανένα από αυτά, αλλά στη διαύγεια μέσα στην οποία όλα εμφανίζονται. Μην προσπαθήσετε να κάνετε αυτή τη διαύγεια πράγμα. Παρατηρήστε μόνο ότι είναι ήδη εδώ, και ότι όποιος ρωτά πού είναι το φως στέκεται μέσα σε αυτό από την αρχή.
Τι είναι αυτό που βλέπει, και με ποιο φως βλέπεται;
Ο Γυαλισμένος Καθρέφτης: Η Σιωπή των Κουάκερων, η Καρδιά των Σούφι και η Καμπάλα για την Αντανάκλαση του Θείου
Βλέποντας μέσα από αυτό που δεν είναι ορατό: Γιατί κάθε μυστικιστής μιλά για το φως: από τον Τζορτζ Φοξ και τον Ιμπν Αραμπί έως το Ζοχάρ.
Χωρίς Κλήρο, Χωρίς Δόγμα, Μόνο Φως: Πώς το Εσωτερικό Φως των Κουάκερων εκδημοκράτισε την έννοια του Θεού — και τι γνώριζαν ήδη οι Σούφι και οι Καμπαλιστές.
Nur: Το Εσωτερικό Φως στις Διάφορες Παραδόσεις: Από τον οίκο συγκέντρωσης των Κουάκερων στην καρδιά των Σούφι και στο Ειν Σοφ.
Ένα φωτοστέφανο ζωγραφίζεται γύρω από το κεφάλι ενός χριστιανού αγίου, γύρω από το κεφάλι ενός Βούδα, γύρω από το κεφάλι μιας ινδουιστικής θεότητας, και κανένας ξένος από άλλη παράδοση δεν χρειάζεται να του εξηγηθεί. Οι Σούφι μιλούν για το nur, το φως που οι ισλαμικοί μύστες τοποθετούν στην καρδιά της δημιουργίας. Ένας Καμπαλιστής περιγράφει το Ein Sof, το Άπειρο, που ακτινοβολεί προς τα έξω μέσω των δέκα σεφιρότ. Ένας Κουακέρος του δέκατου έβδομου αιώνα λέει ότι σε κάθε άνθρωπο καίει ένα Εσώτερο Φως, και στοιχηματίζει μια ολόκληρη ζωή πάνω σε αυτό.
Αυτές οι παραδόσεις διαφωνούν σχεδόν σε όλα: στη φύση του Θεού, στη δομή της ψυχής, στον σκοπό μιας ανθρώπινης ζωής. Κι όμως, όταν φτάνουν στην εικόνα του τόπου όπου ο άνθρωπος συναντά το θείο, συνεχίζουν να φτάνουν στην ίδια εικόνα.
Αυτό είναι παράξενο, γιατί οι αισθήσεις πρόσφεραν άλλες επιλογές. Η αποκάλυψη θα μπορούσε να είναι μια φωνή, μια αφή, ένα άρωμα, μια γεύση. Μερικές παραδόσεις μιλούν έτσι, αλλά καμία από αυτές τις εικόνες δεν έγινε το κοινό νόμισμα των μυστών. Το φως έγινε.
Γιατί το φως; Και τι μας λέει αυτή η επιλογή για το πώς οι άνθρωποι κατανοούν τη διορατικότητα, και για τη διαφορά ανάμεσα στο να βλέπεις καθαρά και στο να μη βλέπεις καθόλου;
1 — Η Όραση που Βλέπει τον Εαυτό της Αόρατο
Σκεφτείτε τι θα σήμαιναν οι άλλες αισθήσεις. Μια φωνή από τον ουρανό είναι ένα γεγονός: συμβαίνει σε έναν χρόνο, έχει πηγή, και τελειώνει. Η αφή είναι επαφή, και η επαφή χρειάζεται δύο πράγματα να συναντηθούν σε ένα σύνορο. Η γεύση και η όσφρηση καταναλώνουν ή διαλύουν το αντικείμενό τους. Καθεμία από αυτές τις εικόνες κρατά το θείο στην απέναντι πλευρά κάποιου ορίου, ως κάτι που φτάνει, πιέζει επάνω μας, ή προσλαμβάνεται.
Το φως δεν φτάνει όπως φτάνει ένας ήχος, ως ένα ακόμη πράγμα μέσα στο δωμάτιο. Είναι το δωμάτιο που γίνεται ορατό. Το φως δεν είναι ένα γεγονός μέσα στην αντίληψη. Είναι το άνοιγμα μέσα στο οποίο τα πράγματα δείχνουν τον εαυτό τους καθόλου.
Εδώ υπάρχει μια ιδιαιτερότητα που ίσως εξηγεί την επιλογή. Ποτέ δεν βλέπουμε το ίδιο το φως. Βλέπουμε φωτισμένα πράγματα: έναν τοίχο, ένα πρόσωπο, ένα χωράφι, τη σκόνη που στριφογυρίζει σε μια ηλιαχτίδα. Ακόμη και η ακτίνα είναι ορατή μόνο επειδή σωματίδια την πιάνουν. Κοίταξε κατευθείαν στην πηγή και το μάτι κατακλύζεται· κοίταξε οτιδήποτε άλλο και το φως έχει εξαφανιστεί μέσα σε αυτό που αποκαλύπτει. Το φως είναι αυτό μέσα από το οποίο κοιτάζουμε, ποτέ αυτό που κοιτάζουμε. Είναι το πιο παρόν στοιχείο κάθε οπτικής στιγμής και το λιγότερο διαθέσιμο στην προσοχή.
Τώρα φανταστείτε έναν Θεό που είναι το έδαφος κάθε γνώσης, όχι ένα αντικείμενο γνώσης ανάμεσα σε άλλα. Ένας τέτοιος Θεός θα είχε ακριβώς αυτή τη δομή. Δεν θα μπορούσε να βρεθεί ανάμεσα στα πράγματα που γνωρίζονται, όπως δεν μπορεί να βρεθεί η φωτεινότητα ενός δωματίου ανάμεσα στα έπιπλα. Η μεταφορά ίσως άντεξε επειδή είναι ακριβής για μια σχέση, αυτήν ανάμεσα στη συνείδηση και σε ό,τι εμφανίζεται μέσα της.
Η καθημερινή μας ομιλία ήδη φέρει αυτή την υπόθεση τόσο βαθιά που σχεδόν δεν την ακούμε. Λέμε «βλέπω» όταν καταλαβαίνουμε. Ονομάζουμε ένα επιχείρημα καθαρό, έναν άνθρωπο διαυγή, μια ξαφνική κατανόηση φωτισμό. Μιλάμε για το να μένουμε στο σκοτάδι και για το να βλέπουμε επιτέλους το φως. Η διορατικότητα, η αποκάλυψη και η ηθική διαύγεια φτάνουν όλες ντυμένες ως όραση. Οι μύστες δεν επέβαλαν αυτό το ιδίωμα στην ανθρώπινη σκέψη. Το κληρονόμησαν και το πίεσαν όσο μπορούσε να φτάσει.
Ακολουθεί ένας ήσυχος κίνδυνος. Μια μεταφορά που επαναλαμβάνεται για χιλιετίες μπορεί να γίνει αόρατη ακριβώς με τον τρόπο που είναι το φως. Τη χρησιμοποιούμε για να δούμε τα πάντα άλλα και ποτέ δεν την κοιτάζουμε. Κάποιος μπορεί να λέει «θείο φως» μια ολόκληρη ζωή χωρίς να ρωτήσει τι ισχυρίζεται.
Ρωτήστε το τώρα, και η ερώτηση γυρίζει πάνω στον εαυτό της. Τι είναι το θείο φως; Η μορφή της ερώτησης φαίνεται να τοποθετεί το φως κάπου, ως ένα ακόμη αντικείμενο προς εντοπισμό ανάμεσα στα πράγματα που καθιστά ορατά. Αν το φως είναι η συνθήκη της όρασης, τότε το «πού βρίσκεται;» μπορεί να είναι κακώς διατυπωμένο, σαν να ρωτάμε ποιο αντικείμενο στο δωμάτιο είναι ο φωτισμός. Κι όμως, το να μιλάμε καθόλου για το φως είναι ήδη να το κάνουμε υποκείμενο μιας πρότασης. Ό,τι πούμε στη συνέχεια θα πρέπει να χρησιμοποιήσει μια γλώσσα που το ίδιο της το υποκείμενο ήσυχα υπονομεύει.
Ίσως ένα μικρό πείραμα είναι ο μόνος τίμιος τρόπος να αρχίσουμε. Ενώ διαβάζετε αυτές τις λέξεις, η προσοχή ακουμπά σε σχήματα και νοήματα. Υπάρχει κάτι σε αυτή τη στιγμή που δεν εμφανίζεται μέσα σε κάποια διαύγεια; Πού, μέσα στη δική σας συνείδηση αυτή τη στιγμή, βρίσκεται η φωτεινότητα μέσα στην οποία βλέπονται αυτές οι λέξεις;
Αν αυτή η φωτεινότητα δεν είναι κάτι που κατέχει ένας άνθρωπος, τότε κανείς δεν χρειάζεται να του δοθεί πρόσβαση σε αυτήν. Οι Κουακέροι πίεσαν αυτή την υπόνοια πιο μακριά από οποιονδήποτε.
2 — Το Φως χωρίς Θυρωρό
Στην Αγγλία του δέκατου έβδομου αιώνα, ένα κίνημα συγκεντρώθηκε γύρω από τον Τζορτζ Φοξ πάνω σε έναν ισχυρισμό που ακουγόταν μετριοπαθής και αποδείχθηκε εκρηκτικός. Κάθε άνθρωπος φέρει ένα Εσώτερο Φως και μπορεί να συναντήσει το θείο απευθείας, χωρίς ιερέα, δόγμα ή μυστήριο που να κανονίζει τη συνάντηση.
Προσέξτε πόσα αφαιρεί αυτή η πρόταση. Ένας ιερέας είναι κάποιος που στέκεται ανάμεσα. Ένα δόγμα είναι μια φόρμουλα στην οποία πρέπει να συναινέσει κανείς πριν επιτραπεί η συνάντηση. Ένα μυστήριο είναι ένα κατώφλι με φύλακα. Αφαιρέστε και τα τρία και η θρησκευτική ζωή γίνεται λιτή και σχεδόν απροστάτευτη: ένας άνθρωπος, και ό,τι είναι παρόν σε αυτόν τον άνθρωπο.
Η συνηθισμένη ανάγνωση είναι πολιτική, και η πολιτική ήταν πραγματική. Αλλά η αφαίρεση προκύπτει από την ίδια τη μεταφορά. Αν το θείο είναι το φως με το οποίο βλέπει κανείς, κανένας θεσμός δεν μπορεί να το δελτιοποιήσει. Η μορφή που παρεμβάλλεται ανάμεσα σε έναν άνθρωπο και σε αυτό το φως θα βλεπόταν και η ίδια από αυτό. Ο θυρωρός εξαρτάται από τον φωτισμό όσο και ο προσκυνητής. Ένας ιερέας δεν μπορεί να χορηγήσει σε κανέναν την ικανότητα να αντιλαμβάνεται· το πολύ-πολύ μπορεί να του υπενθυμίσει ότι ήδη την έχει. Μια μεταφορά βασιλείας ή νόμου θα έδειχνε προς την αντίθετη κατεύθυνση, προς την ιεραρχία, τις εντολές που εκδίδονται από πάνω προς τα κάτω, την υπακοή που οφείλεται. Το φως δεν έχει αλυσίδα διοίκησης. Πέφτει πάνω στον ζητιάνο και στον επίσκοπο την ίδια στιγμή.
Πολλά απορρέουν από αυτό. Η λατρεία μπορούσε να είναι σιωπή, αφού ο λόγος είναι ένα είδος διαμεσολάβησης, λέξεις που στέκονται ανάμεσα στην καρδιά και σε αυτό που συναντά. Αν το φως είναι ήδη μέσα, η ταιριαστή στάση είναι η προσοχή, όχι η αίτηση ή η απαγγελία. Ακολουθεί επίσης η ισότητα: αν το φως βρίσκεται σε όλους, κανείς δεν είναι πνευματικά υποτελής, και ο βαθμός κατά γέννηση ή εκπαίδευση χάνει τη θρησκευτική του αυθεντία. Ακολουθεί επίσης ένας ορισμένος τρόπος να βλέπει κανείς τους άλλους ανθρώπους. Η πρώιμη κουακερική αντίθεση στη δουλεία φαίνεται λιγότερο σαν πολιτικό πρόγραμμα προσκολλημένο σε μια θεολογία και περισσότερο σαν η ίδια η θεολογία εν δράσει. Το να πιστεύεις ότι το φως βρίσκεται σε κάθε άνθρωπο σημαίνει ότι γίνεται ολοένα δυσκολότερο να κοιτάξεις έναν άνθρωπο και να δεις ιδιοκτησία. Η ηθική διαύγεια εδώ δεν είναι μια ξεχωριστή ικανότητα που προστίθεται στην ευσέβεια. Είναι ο ίδιος φωτισμός που πέφτει πάνω σε ένα άλλο ανθρώπινο πρόσωπο.
Υπάρχει όμως διαφορά ανάμεσα στο να πιστεύεις στο φως και στο να κατευθύνεσαι από αυτό. Ένας άνθρωπος μπορεί να κρατά το δόγμα ότι όλοι φέρουν ένα Εσώτερο Φως και να συνεχίζει να μεταχειρίζεται τους ανθρώπους με τους παλιούς τρόπους. Το δόγμα είναι μια πρόταση. Το φως, αν οι Κουακέροι έχουν δίκιο, είναι πιο κοντά από οποιαδήποτε πρόταση. Αυτό που ισχυρίστηκε το κίνημα ήταν ένα διαφορετικό είδος συνάντησης, μια συνάντηση που κανείς άλλος δεν μπορούσε να υποστεί εκ μέρους κάποιου άλλου.
Και εδώ η αφήγηση συναντά μια δυσκολία που δεν μπορεί να αποφύγει. Αν το φως είναι καθολικό και άμεσο, γιατί οι άνθρωποι διαφωνούν τόσο συχνά, σφάλλουν και σκοντάφτουν; Αν η πρόσβαση είναι εγγυημένη, γιατί η διαύγεια είναι τόσο σπάνια; Ένα φως που πέφτει πάνω σε όλους θα έπρεπε να μην αφήνει κανέναν στο σκοτάδι, κι όμως το σκοτάδι είναι ολοφάνερα παντού, ακόμη και μέσα σε κοινότητες αφιερωμένες στο φως.
Κάτι πρέπει να στέκεται εμπόδιο, αν και δεν μπορεί να είναι η απουσία του φωτός. Οι Σούφι απάντησαν με μια εικόνα εντυπωσιακής ακρίβειας.
3 — Ο Καθρέφτης και η Σκουριά του
Για τους Σούφι, η ανθρώπινη καρδιά, το qalb, δεν είναι πρώτα απ’ όλα η έδρα του συναισθήματος. Είναι ένα όργανο αντίληψης, μια ικανότητα με την οποία κάτι γνωρίζεται. Η ορθή της φύση είναι αυτή του καθρέφτη, φτιαγμένου να αντανακλά τη θεία ακτινοβολία. Το πρόβλημα είναι ότι ο καθρέφτης έχει αμαυρωθεί. Σε μια ζωή μαζεύει σκουριά: συνήθεια, αυτομέριμνα, απόσπαση, οι μικρές συνεχείς παραμορφώσεις του θέλω και του φοβάμαι. Ένας αμαυρωμένος καθρέφτης δεν σταματά να δέχεται φως. Επιστρέφει κάτι θολό, παραμορφωμένο, ή τίποτα καθόλου.
Η μετατόπιση από την κουακερική εικόνα είναι λεπτή αλλά πραγματική. Οι Κουακέροι τόνισαν την παρουσία: το φως είναι εδώ, σε όλους, τώρα. Η σουφική εικόνα στρέφεται στην προετοιμασία: το φως είναι εδώ, αλλά το όργανο που θα το δεχόταν έχει αμβλυνθεί. Η ερώτηση μετακινείται από την πρόσβαση στη δεκτικότητα.
Η υπονοούμενη πρακτική είναι αφαιρετική. Τίποτα δεν χρειάζεται να προστεθεί σε έναν καθρέφτη για να αντανακλά. Το γυάλισμα αφαιρεί· δεν εγκαθιστά. Έτσι η πειθαρχία που οι Σούφι συνταγογραφούν, με την επανάληψή της, τη μνήμη της, την υπομονετική της προσοχή, δεν αποκτά φως. Καθαρίζει ό,τι το αποκρύπτει. Η αναζήτηση, υπό αυτή την οπτική, μοιάζει λιγότερο με ταξίδι προς κάτι μακρινό και περισσότερο με την αργή αφαίρεση όσων στέκονται ανάμεσα στον εαυτό και σε ό,τι είναι ήδη κοντά.
Υπάρχει ένα παράδοξο στον ίδιο τον καθρέφτη. Ένας τέλειος καθρέφτης δεν έχει εικόνα δική του. Δείχνει μόνο ό,τι στέκεται μπροστά του, και όσο πιο καθαρός γίνεται, τόσο λιγότερο μπορεί να γίνει αντιληπτός ως καθρέφτης, όπως ένα καθαρό παράθυρο χάνεται μέσα στη θέα. Ένας εαυτός στην πιο τελειωμένη του μορφή θα ήταν ένας εαυτός λιγότερο εμπόδιο. Τείνουμε να φανταζόμαστε την πνευματική ανάπτυξη ως ενίσχυση κάτι, ενός εαυτού που γίνεται μεγαλύτερος, σοφότερος, πιο επιτυχημένος. Αυτή η εικόνα υποδηλώνει το αντίστροφο: έναν εαυτό πιο πλήρως τον εαυτό του όταν είναι λιγότερο εμπόδιο, και μια γνώση στην οποία ο γνωρίζων γίνεται το καθαρό μέσο αυτού που γνωρίζεται.
Αυτό ζητά μια ιδιαίτερη ταπεινότητα, και δεν είναι αυτοταπείνωση. Ο καθρέφτης δεν περιφρονεί τον εαυτό του. Απλώς δεν διεκδικεί την πατρότητα του φωτός που φέρει. Η δεκτικότητα είναι η προθυμία να μην είναι η πηγή.
Η εμπειρία που περιγράφει αυτό δεν είναι εξωτική. Οι περισσότεροι άνθρωποι γνωρίζουν στιγμές όπου ο νοητικός θόρυβος υποχωρεί, μετά από έναν μακρύ περίπατο ή στην πρώτη ησυχία του πρωινού, και η αντίληψη φαίνεται ξαφνικά πιο οξεία. Τα χρώματα είναι πιο παρόντα· ένα πρόσωπο είναι πιο πλήρως πρόσωπο. Τίποτα δεν έχει προστεθεί στον κόσμο. Κάτι έχει απελευθερωθεί σε εκείνον που αντιλαμβάνεται, και η διαύγεια μοιάζει λιγότερο με κέρδος και περισσότερο με το σήκωμα ενός βάρους που είχε σταματήσει να παρατηρεί. Το αν τέτοιες στιγμές είναι ματιές σε ό,τι εννοούν οι Σούφι δεν είναι κάτι που μπορεί να το αποφασίσει η ίδια η εμπειρία. Μπορεί μόνο να δείξει για τι μιλάει ο ισχυρισμός.
Παραμένει μια δυσκολία, και η παράδοση την αναγνωρίζει. Απαιτείται προσπάθεια για να αφαιρεθεί η σκουριά, κι όμως η προσπάθεια δεν παράγει το φως. Το γυάλισμα είναι αναγκαίο, αλλά δεν μπορεί να είναι η αιτία αυτού που λάμπει στον καθρέφτη. Πώς μπορεί κάτι να είναι ταυτόχρονα κάτι προς το οποίο εργάζεται κανείς και απλώς δοσμένο; Η ερώτηση δεν είναι ελάττωμα στην εικόνα. Είναι το σημείο όπου η εικόνα δείχνει. Μια πρακτική που εγγυόταν τα αποτελέσματά της θα ήταν μια τεχνική, και μια τεχνική θα μετέτρεπε το φως σε προϊόν. Κι όμως χωρίς πρακτική η σκουριά μένει.
Ο καθρέφτης δείχνει τη σχέση ανάμεσα στον αναζητητή και στο φως, και αφήνει μια περαιτέρω ερώτηση για το ίδιο το φως. Αν ο καθρέφτης αντανακλά μια ακτινοβολία που προηγείται από αυτόν, ποια είναι η σχέση αυτής της ακτινοβολίας με τον κόσμο, και με την φαινομενική της απουσία; Γιατί υπάρχει καθόλου σκουριά, και γιατί υπάρχουν σκιές σε μια δημιουργία που λέγεται ότι φωτίζεται από την πηγή της; Οι Καμπαλιστές πήραν την έρευνα πίσω στην αρχή.
4 — Το Δωμάτιο που Δημιουργήθηκε από την Απόσυρση
Η καμπαλιστική εικόνα αρχίζει με ένα άπειρο: το Ein Sof, το Άπειρο, που ακτινοβολεί προς τα έξω μέσω των δέκα σεφιρότ, των σταδίων ή αγγείων μέσω των οποίων το θείο φως ρέει στη φανέρωση. Μέχρι εδώ η εικόνα είναι γνώριμη, ένα φως που ρέει από μια πηγή. Αλλά μια άλλη ιδέα τρέχει αντίθετα σε αυτήν, μία από τις πιο τολμηρές στη μυστική φαντασία. Προτού μπορέσει να υπάρξει ένας κόσμος, το φως έπρεπε να συσταλεί. Αυτό είναι το tzimtzum: μια θεία απόσυρση που δημιουργεί χώρο.
Η λογική είναι σχεδόν χωρική. Αν το άπειρο γεμίζει τα πάντα, τίποτα άλλο δεν μπορεί να υπάρχει. Δεν υπάρχει τόπος για ένα πλάσμα, δεν υπάρχει χώρος για ένα άλλο, δεν υπάρχει κενό μέσα στο οποίο ένας κόσμος θα μπορούσε να σταθεί. Για να υπάρξει οτιδήποτε διακριτό, το φως πρέπει να συγκρατήσει τον εαυτό του και να αφήσει έναν χώρο που δεν καταλαμβάνει πλήρως.
Αυτό ανατρέπει μια υπόθεση που οι περισσότεροι από εμάς κουβαλάμε, ότι το έργο του φωτός είναι να λάμπει και ότι το σκοτάδι είναι απλώς η αποτυχία του φωτός. Εδώ η φαινομενική απουσία του θείου δεν είναι αποτυχία αλλά γενναιοδωρία. Το κενό δεν είναι αυτό που το φως δεν είχε τη δύναμη να γεμίσει. Είναι αυτό που το φως επέλεξε να αφήσει. Χωρίς αυτόν τον αυτοπεριορισμό δεν θα υπήρχε κόσμος, και κανείς να τον θαυμάζει.
Αν πιεστεί περισσότερο, η ιδέα αλλάζει τη δυσκολία της προηγούμενης ενότητας. Η σκουριά στον καθρέφτη φαινόταν εμπόδιο, μια λυπηρή συσσώρευση. Αλλά ίσως κάποιο μέτρο αοριστίας δεν μπορεί να διαχωριστεί από το να είναι κανείς καθόλου διακριτός αντιληπτής. Ένας βλέπων πρέπει να στέκεται κάπου· το να στέκεται κάπου είναι το να βρίσκεται σε απόσταση, και η απόσταση είναι ένα είδος απόκρυψης. Το πέπλο μπορεί να είναι μέρος αυτού που καθιστά δυνατή την όραση, και έναν βλέποντα μαζί της. Ένα φως που δεν άφηνε κανένα κενό δεν θα άφηνε κανέναν να το ατενίσει.
Το φως και η φαινομενική του απουσία, λοιπόν, δεν είναι απλές αντιθέσεις. Στέκονται σε σχέση, όπως μια λέξη και η σιωπή που της δίνει σχήμα. Μια αποκάλυψη χωρίς τίποτα κρυμμένο θα ήταν μια πλημμύρα, όχι μια αποκάλυψη. Επιστρέφουμε στην παρατήρηση της πρώτης ενότητας, τώρα σε βαθύτερο επίπεδο. Το φως δεν μπορεί να ειδωθεί άμεσα, και η αυτοαπόκρυψή του φαίνεται ενσωματωμένη στη δομή της ύπαρξης.
Μια συνέπεια είναι μια δελεαστική διαίσθηση: ότι ο χωρισμός επιτρέπεται από το φως, όχι αντιτίθεται σε αυτό. Η απόσταση του αναζητητή από την πηγή θα κρατιόταν μέσα στην ίδια την πηγή. Το αίσθημα του αποκομμένου, που τόσες παραδόσεις αντιμετωπίζουν ως τη βασική ανθρώπινη δυσκολία, θα ήταν το σχήμα που παίρνει το φως όταν δημιουργεί χώρο για εμάς.
Η δυσκολία δεν μπορεί να διαλυθεί με επιχειρήματα, και η παράδοση δεν το επιχειρεί. Το θείο λέγεται ότι είναι παντού, το έδαφος όλων όσων είναι, και επίσης ότι έχει αποσυρθεί. Η παρουσία και η απουσία πρέπει να κρατηθούν μαζί, χωρίς να αφήσουμε καμία από τις δύο να καταπιεί την άλλη. Αν το φως είναι απλώς παντού, δεν υπάρχει χώρος για τον κόσμο. Αν είναι απλώς εξαφανισμένο, τίποτα δεν θεμελιώνει τον κόσμο.
Ούτε είναι αυτό μόνο ένα κοσμολογικό αίνιγμα. Πολλοί που κάθονται σε προσευχή ή σιωπή συναντούν εποχές όπου τίποτα δεν απαντά: ξηρασία, επίπεδη αίσθηση, μια ησυχία που μοιάζει με εγκατάλειψη. Η παράδοση υποδηλώνει έναν άλλο τρόπο να τη συναντήσουμε. Η σιωπή δεν χρειάζεται να είναι η απουσία του φωτός. Μπορεί να είναι ο χώρος μέσα στον οποίο το φως κατέστησε δυνατό να είναι κάποιος παρών καθόλου. Το δωμάτιο έχει δημιουργηθεί. Τι κάνει κανείς μέσα σε αυτό είναι άλλο ζήτημα.
5 — Η Συνθήκη της Όρασης
Κοιτάξτε ξανά τους τρεις δρόμους. Οι Κουακέροι έφτασαν στο φως μέσω της παρουσίας: βρίσκεται σε όλους, απευθείας, χωρίς φύλακα. Οι Σούφι έφτασαν μέσω της διαφάνειας: γίνεται δεκτό από μια καρδιά καθαρισμένη από ό,τι την αποκρύπτει. Οι Καμπαλιστές έφτασαν μέσω της προέλευσης: είναι αυτό που αποσύρεται για να δημιουργήσει χώρο ώστε να υπάρχει κάποιος που να βλέπει.
Αυτοί είναι διαφορετικοί δρόμοι, και η ειλικρίνεια απαιτεί να το πούμε. Μια κουακερική συνάντηση σε σιωπή, μια σουφική πειθαρχία της ανάμνησης, και μια καμπαλιστική διαλογιστική πάνω στα σεφιρότ δεν είναι η ίδια πρακτική με τρία ονόματα. Τα δόγματά τους για τον Θεό, τη δημιουργία και τον άνθρωπο αποκλίνουν βαθιά. Μια κοινή μεταφορά δεν είναι κοινή εμπειρία. Γνωρίζουμε ότι οι παραδόσεις περιγράφουν το ιερό στη γλώσσα του φωτός· από την περιγραφή μόνη της δεν μπορούμε να γνωρίζουμε αν περιέγραφαν το ίδιο πράγμα. Μπορεί κανείς να πιστεύει ότι το έκαναν, και να διαβάζει τη σύγκλιση ως απόδειξη μιας κοινής πραγματικότητας. Μπορεί εξίσου να τη διαβάζει ως απόδειξη του πώς τείνουν τα ανθρώπινα μυαλά να μιλούν για ό,τι τα υπερβαίνει. Αυτό που υποστηρίζει η σύγκριση είναι πιο μετριοπαθές, και ίσως πιο ενδιαφέρον. Και οι τρεις φτάνουν σε μία δομή: το θείο συναντιέται λιγότερο ως κάτι προς εξέταση και περισσότερο ως αυτό με το οποίο εξετάζεται οτιδήποτε καθόλου.
Αν αυτό ισχύει, η αναζήτηση αλλάζει χαρακτήρα. Δεν μπορεί να είναι η επιδίωξη ενός αντικειμένου, επειδή το φως δεν ήταν ποτέ αλλού. Γίνεται μια στροφή της προσοχής, από ό,τι βλέπεται προς αυτό με το οποίο βλέπεται οτιδήποτε. Και εδώ τα προηγούμενα νήματα ενώνονται. Η ηθική αντίληψη του Κουακέρου και η γυαλισμένη καρδιά του Σούφι δεν είναι ξεχωριστά επιτεύγματα, το ένα ηθικό και το άλλο στοχαστικό. Το να δεις έναν άνθρωπο αληθινά, χωρίς τις παραμορφώσεις του αυτοσυμφέροντος και της συνήθειας, είναι ήδη το να έχεις καθαρίσει λίγο από τον καθρέφτη. Το να καθαρίσεις τον καθρέφτη είναι ήδη το να αρχίσεις να βλέπεις τους ανθρώπους όπως είναι. Το να βλέπεις ορθά και το να ενεργείς ορθά πλησιάζουν στο να είναι μία κίνηση, επειδή και τα δύο είναι ο ίδιος φωτισμός που πέφτει πάνω στον κόσμο. Ο Κουακέρος που δεν μπορούσε να κοιτάξει έναν άνθρωπο και να δει ιδιοκτησία δεν εφάρμοζε έναν κανόνα. Κάτι είχε γίνει διαυγές.
Γιατί λοιπόν το φως; Ίσως επειδή η επιλογή της εικόνας είναι η ίδια μια ανακάλυψη. Οι άνθρωποι άπλωσαν το χέρι προς το φως επειδή, στη δομή της δικής τους συνείδησης, υπάρχει κάτι πολύ όμοιο με αυτό: μια φωτεινότητα που δεν είναι ποτέ αντικείμενο, μια διαύγεια μέσα στην οποία εμφανίζονται τα πάντα ενώ αυτή παραμένει αθέατη. Και ίσως γι’ αυτό ήταν πάντοτε τόσο δύσκολο να την παρατηρήσουμε. Τίποτα δεν την αποκρύπτει. Είναι υπερβολικά κοντά για να την κοιτάξουμε, υπερβολικά πολύ η ίδια η συνθήκη του κοιτάγματος.
Αυτό το κείμενο μίλησε για το φως σε μήκος, και αυτή είναι η δυσκολία που πρέπει τελικά να παραδεχτεί. Καμία περιγραφή δεν υποκαθιστά το να παρατηρήσεις. Κάθε πρόταση για τη συνθήκη της όρασης ήταν μια πρόταση για ένα αντικείμενο, που είναι ακριβώς αυτό που η συνθήκη δεν είναι. Η γλώσσα μπορεί να δείξει, αλλά δεν μπορεί να σταθεί εκεί όπου τελειώνει το δείξιμο.
Έτσι η μόνη τίμια κατάληξη είναι μια μικρή χειρονομία, όχι ένα συμπέρασμα. Κάντε μια παύση για μια στιγμή μέσα στην καθημερινή αντίληψη: η σελίδα, το δωμάτιο, ο ήχος κάποιου που κινείται αλλού στο σπίτι. Αφήστε την προσοχή να μην ακουμπήσει σε κανένα από αυτά, αλλά στη διαύγεια μέσα στην οποία όλα εμφανίζονται. Μην προσπαθήσετε να κάνετε αυτή τη διαύγεια πράγμα. Παρατηρήστε μόνο ότι είναι ήδη εδώ, και ότι όποιος ρωτά πού είναι το φως στέκεται μέσα σε αυτό από την αρχή.
Τι είναι αυτό που βλέπει, και με ποιο φως βλέπεται;
VI. Η ΤΕΤΡΑΠΛΗ ΑΝΑΒΑΣΗ
1. Ο Δρόμος που Περπατιέται
Κανείς ποτέ δεν πείστηκε με επιχειρήματα να βρει την ησυχία. Ένας άνθρωπος μπορεί να πειστεί, με τον λεπτότερο συλλογισμό, ότι οι φόβοι του είναι αβάσιμοι, και παρ’ όλα αυτά να ξυπνά τη νύχτα με το παλιό τρέμουλο στο στήθος, σαν η καρδιά να μην έχει ειδοποιηθεί για τα συμπεράσματα στα οποία έφτασε ο νους. Ο αρχαίος δάσκαλος το ήξερε καλά αυτό. Είχε δει πόσο γρήγορα μια διδασκαλία, μόλις κατανοηθεί, γίνεται ακόμη ένα στολίδι του ανήσυχου νου, θαυμαζόμενο στο φως της ημέρας και λησμονημένο στο σκοτάδι. Κι έτσι, αφού έδειξε ότι ο κόσμος είναι ένα αδιάσπαστο Όλον, ότι η ψυχή είναι μια κλωστή περασμένη μέσα από τον πηλό, και ότι η θάλασσα κάτω από την καταιγίδα βρίσκεται ήδη σε ειρήνη, στράφηκε επιτέλους στο μόνο ερώτημα που έχει σημασία για ένα ζωντανό ον: πώς φτάνει κανείς στην ειρήνη;
Η απάντησή του δεν ήταν ούτε φόρμουλα ούτε αποκάλυψη, αλλά ένας τρόπος βαδίσματος. Ο δρόμος από τον τρεμάμενο εαυτό προς την ατάραχη ψυχή δεν ανοίγει με την ευχή, ούτε με την πίστη, ούτε με την απλή ακρόαση ωραίων λόγων. Ανεβαίνεται, βήμα προς βήμα, με την απλή εργασία των ημερών — και κάθε βήμα, δίδασκε, αντιστοιχεί σε ένα από τα κρυφά ρεύματα που υφάνθηκαν στο σώμα κατά τη δημιουργία του. Η θερμότητα που φλέγεται ως σκέψη, ο άνεμος που κινείται ως ζωτική επιθυμία, η αερώδης ακινησία που κατακάθεται ως ανάπαυση, και η ανώνυμη φλόγα πίσω από τη φλόγα: αυτά τα τέσσερα δεν είναι μόνο οι φωνές με τις οποίες η ψυχή ζει μέσα στη σάρκα· είναι επίσης οι τέσσερις πόρτες από τις οποίες μπορεί να αφήσει πίσω της τον πυρετό της σάρκας. Κάθε ρεύμα, σωστά συντονισμένο, γίνεται αρετή· κάθε αρετή, σωστά περπατημένη, γίνεται σκαλοπάτι· και τα τέσσερα σκαλοπάτια μαζί σχηματίζουν μια ανάβαση που δεν εγκαταλείπει τη γη, κι όμως υψώνει εκείνον που την ανεβαίνει πάνω από όλα όσα η γη μπορεί να απειλήσει.
Γι’ αυτό ο δάσκαλος μιλούσε για την αρετή με τόση τρυφερότητα, και γι’ αυτό ποτέ δεν επέτρεπε να εκληφθεί ως καθήκον, ή ως ανταμοιβή, ή ως στολίδι. Η αρετή ήταν γι’ αυτόν η ίδια η αρχιτεκτονική της γαλήνης — το σχήμα που παίρνει η ειρήνη όταν εισέρχεται σε μια ανθρώπινη ζωή.
Αφορισμός
Ο δρόμος προς την ησυχία δεν βρίσκεται με το να σκέφτεσαι τον προορισμό, αλλά με το να μάθεις να τοποθετείς τα πόδια.
2. Το Πρώτο Βήμα — Η Φρόνηση, η Τέχνη της Μέτρησης
Το πρώτο βήμα είναι το πιο ταπεινό, και γι’ αυτό τον λόγο το πιο συχνά περιφρονημένο. Είναι η Φρόνηση, ο νηφάλιος λογισμός που ο παλιός δάσκαλος ονόμαζε, με μια δόση τρυφερότητας, «την τέχνη της μέτρησης». Δεν μοιάζει με υλικό μυστικισμού. Μοιάζει με αριθμητική. Κι όμως την τοποθέτησε στη βάση της ανάβασης όπως ο κηπουρός τοποθετεί την πρώτη πέτρα ενός μονοπατιού, γνωρίζοντας ότι κάθε μεταγενέστερο βήμα θα στηριχθεί επάνω της.
Τι μετρά η ψυχή; Μετρά την απόσταση ανάμεσα στο πράγμα που επιθυμείται και στο πράγμα που πραγματικά κερδίζεται. Κάθε ηδονή, έλεγε ο δάσκαλος, φτάνει ακολουθούμενη από τη σκιά της: το γλέντι που ακολουθείται από την αρρώστια, η τιμή που ακολουθείται από τον φθόνο των αντιπάλων, ο έρωτας που αρπάζεται βιαστικά και ακολουθείται από χρόνια πίκρας. Η αστόχαστη καρδιά βλέπει μόνο το φωτεινό πρόσωπο του πράγματος που βρίσκεται μπροστά της και τρέχει προς αυτό με ανοιχτά χέρια. Η φρόνιμη καρδιά σταματά, και σε εκείνη την παύση κάνει κάτι σχεδόν θαυμαστό — κοιτάζει το σύνολο του πράγματος, το πρωί μετά καθώς και το βράδυ πριν, και έτσι σπάει τη γοητεία με την οποία η στιγμή προσποιείται ότι είναι το παν.
Σε αυτή την παύση η θερμότητα που φλέγεται ως σκέψη δαμάζεται για πρώτη φορά. Αφημένη στον εαυτό της, αυτή η εσωτερική φωτιά πηδά από τη μία εικόνα στην άλλη, τρεφόμενη από φήμες και μάταιες γνώμες, ανάβοντας τρόμο από σκιές και δόξα από καπνό. Η Φρόνηση δεν σβήνει τη φλόγα· τη διδάσκει να φωτίζει αντί να καίει. Ξεδεύει την ψυχή από τις προκαταλήψεις — από τις χίλιες κληρονομημένες κρίσεις για το τι πρέπει να φοβάται και τι να επιθυμεί, που επιβλήθηκαν στον νου προτού μπορέσει να αντισταθεί. Ένας άνθρωπος που έχει μάθει να μετρά αρχίζει, για πρώτη φορά, να βλέπει τη ζωή του με αθόλωτα μάτια.
Εδώ επίσης ο δάσκαλος ήθελε να γίνει σωστά κατανοητός. Η Φρόνηση δεν είναι υπολογισμός για χάρη του κέρδους· είναι προσοχή στην υπηρεσία της ειρήνης. Είναι η πρώτη μορφή που παίρνει η σοφία όταν κατεβαίνει από τα ύψη σε μια ανθρώπινη ώρα. Και εκείνος που έχει περπατήσει αυτό το βήμα αρκετό καιρό ανακαλύπτει ένα παράξενο πράγμα: ότι το μεγαλύτερο μέρος του πόνου του δεν του επιβλήθηκε ποτέ από τον κόσμο, αλλά συναρμολογήθηκε από τη δική του αμέτρητη επιθυμία, και ότι ό,τι συναρμολογήθηκε από τον νου μπορεί επίσης, με υπομονή, να αποσυναρμολογηθεί.
Αφορισμός
Εκείνος που μαθαίνει να μετρά τη σκιά κάθε χαράς έχει ήδη αρχίσει να βαδίζει έξω από το σκοτάδι.
3. Το Δεύτερο Βήμα — Η Εγκράτεια, το Κούρδισμα της Χορδής
Το δεύτερο βήμα είναι η Εγκράτεια, και εδώ ο αρχαίος δάσκαλος παρεξηγείται περισσότερο από εκείνους που τον έχουν ακούσει μόνο από απόσταση. Φαντάζονται έναν αυστηρό ασκητή, χλωμό από την άρνηση. Τίποτα δεν θα μπορούσε να απέχει περισσότερο από την αλήθεια. Η Εγκράτεια, όπως την δίδασκε, δεν λιμοκτονεί τον εαυτό· τον κουρδίζει. Η εικόνα στην οποία κατέφευγε ήταν του μουσικού: η σκορπισμένη επιθυμία της καρδιάς, χαλαρή και θορυβώδης σαν ένα ακούρδιστο όργανο, τραβιέται απαλά προς τη μοναδική χορδή της αληθινής ανάγκης, μέχρι η νότα που ηχεί να γίνει καθαρή.
Γιατί ο άνεμος που κινείται μέσα μας ως ζωτική ενέργεια είναι από τη φύση του ανήσυχος. Φυσά προς ό,τι γυαλίζει, και στο φύσημά του σηκώνει τη σκόνη της ατέλειωτης επιθυμίας — για πλούτο που ποτέ δεν νιώθει αρκετός, για έπαινο που ξεχνιέται μέχρι το βράδυ, για λιχουδιές που αμβλύνουν την ίδια τη γλώσσα που προορίζονταν να ευφράνουν. Ο δάσκαλος διέκρινε, με την υπομονή του κηπουρού, τρία είδη επιθυμίας: τις φυσικές και αναγκαίες, που είναι λίγες και εύκολα ικανοποιούνται· τις φυσικές αλλά μη αναγκαίες, που μπορούν να απολαυσθούν αλλά δεν χρειάζεται να κυνηγηθούν· και τις κενές, που δεν έχουν ρίζα στη φύση καθόλου και γι’ αυτό δεν μπορούν ποτέ να ικανοποιηθούν, αφού τρέφονται από τη γνώμη και όχι από την ανάγκη.
Το να ακολουθεί κανείς αυτή τη διάκριση σε μια ολόκληρη ζωή σημαίνει να υποστεί μια ήσυχη μεταμόρφωση. Η ψυχή, που κάποτε ένιωθε τον εαυτό της ζητιάνο στις πόρτες χιλίων κόσμων, ανακαλύπτει — συχνά προς μεγάλη της έκπληξη — πόσο λίγα πραγματικά χρειαζόταν για την ευχαρίστηση. Ένα κομμάτι ψωμί, ένα ποτήρι νερό, μια στέγη απέναντι στη βροχή, η συντροφιά ενός φίλου: όταν αυτά είναι παρόντα, και η καρδιά είναι κουρδισμένη, το πιο απλό γεύμα γίνεται συμπόσιο, και ο πιο φτωχός κήπος παλάτι. Ο ίδιος ο δάσκαλος, λέγεται, ζητούσε μόνο λίγο τυρί για να κάνει γιορτή. Αυτό δεν ήταν καύχημα φτώχειας, αλλά η χαρούμενη μαρτυρία ενός ανθρώπου που είχε βρει ότι το πλουσιότερο από όλα τα αγαθά είναι η απουσία της λαχτάρας.
Και εδώ βρίσκεται το μυστικό του δεύτερου βήματος: ότι το να επιθυμεί κανείς λιγότερο δεν σημαίνει να αισθάνεται λιγότερο, αλλά να αισθάνεται πιο αληθινά. Η κουρδισμένη χορδή δεν σωπαίνει· αντηχεί. Η ψυχή που έχει τραβηχτεί προς τις ανάγκες της βρίσκει ότι ο κόσμος, μη πια αρπαζόμενος, αρχίζει να δίνεται ελεύθερα — η γεύση του ψωμιού, η ζεστασιά του ήλιου σε έναν τοίχο, ο ήχος των φύλλων — ως δώρα και όχι ως έπαθλα.
Αφορισμός
Η καρδιά που ζητά λίγα ακούει, επιτέλους, πόσα ήδη δίνονται.
4. Το Τρίτο Βήμα — Το Θάρρος, Μέσα από τη Σκιά
Το τρίτο βήμα είναι το πιο μοναχικό, γιατί πρέπει να το κάνει κάθε ψυχή μόνη της. Είναι το Θάρρος, και το έδαφός του είναι η σκιά από την οποία όλοι οι άνθρωποι φεύγουν — η σκιά του θανάτου. Η Φρόνηση έχει μετρήσει και η Εγκράτεια έχει κουρδίσει, αλλά κάτω από το μετρημένο και το κουρδισμένο εξακολουθεί να υπάρχει, στους περισσότερους από εμάς, μια κρύα λίμνη τρόμου, από την οποία κάθε άλλος φόβος αντλεί το νερό του. Όσο αυτή η λίμνη παραμένει, η ψυχή δεν μπορεί ποτέ πραγματικά να ησυχάσει· θα κρατιέται, ακόμη και στις πιο ήρεμες ώρες της, από το στρίφωμα της φευγαλέας στιγμής, φοβούμενη την ώρα στην οποία το στρίφωμα θα σκιστεί.
Το θάρρος για το οποίο μιλούσε ο δάσκαλος δεν είναι το θάρρος του στρατιώτη, που αντιμετωπίζει έναν κίνδυνο για να κερδίσει ένα έπαθλο. Είναι το θάρρος εκείνου που βαδίζει ίσια μέσα στο πράγμα που φοβάται, με ανοιχτά μάτια, και το κοιτάζει μέχρι να πάψει να είναι φάντασμα. Ζήτησε από την τρεμάμενη καρδιά να κάνει αυτό που ολόκληρη η ανθρώπινη κουλτούρα έχει συνωμοτήσει να εμποδίσει: να σταθεί μπροστά στον θάνατο χωρίς πέπλο διάσπασης, και να ρωτήσει, ήσυχα, τι ακριβώς είναι αυτό που περιμένει εκεί για να μας βλάψει. Και στο ερώτημα, ο τρόμος αρχίζει να χαλαρώνει, όπως ένας κόμπος χαλαρώνει σε ένα χέρι που δεν τραβά πια εναντίον του.
Γιατί η αερώδης ακινησία που κατακάθεται μέσα μας ως ανάπαυση είναι επίσης ο τόπος όπου μαζεύεται ο φόβος· είναι το έδαφος πάνω στο οποίο η ψυχή ξαπλώνει τη νύχτα και αναρωτιέται αν θα σηκωθεί. Όταν το θάρρος εισέρχεται σε αυτό το έδαφος, δεν διώχνει τον φόβο με τη βία. Αλλάζει τη φύση της ίδιας της ακινησίας, ώστε αυτό που κάποτε ήταν η σιωπή του τρόμου να γίνεται η σιωπή της ειρήνης. Αυτή είναι η μεταστοιχείωση που βρίσκεται στην καρδιά του τρίτου βήματος — η ίδια ακινησία, η ίδια ησυχία, αλλά τώρα πια όχι στοιχειωμένη.
Αυτό που βρίσκει η ψυχή στην άλλη πλευρά της σκιάς δεν είναι η εκμηδένιση, όπως φαντάζονται οι φοβισμένοι, αλλά μια παράξενη και σταθερή ανεξαρτησία από κάθε απειλή που η γένεση μπορεί να υψώσει εναντίον της. Οι καταιγίδες εξακολουθούν να φυσούν· το σώμα εξακολουθεί να γερνά και να πονά· οι αγαπημένοι εξακολουθούν να φεύγουν. Αλλά εκείνος που έχει περπατήσει μέσα από τη σκιά κουβαλά μια ελευθερία που καμία καταιγίδα δεν μπορεί να του αφαιρέσει, γιατί ο τελευταίος όμηρος που κρατούσε η τύχη εναντίον του έχει ήσυχα απελευθερωθεί. Μπορεί τώρα να αγαπά χωρίς παζάρι, και να ζει χωρίς να προετοιμάζεται για το χτύπημα — και αυτό, ήξερε ο δάσκαλος, είναι η αρχή μιας χαράς που δεν είναι πια δανεική.
Αφορισμός
Η σκιά που κοιτάζεται στο πλήρες φως γίνεται μόνο το περίγραμμα μιας πόρτας.
5. Το Τέταρτο Βήμα — Η Δικαιοσύνη, το Βάδισμα με το Όλον
Το τέταρτο και υψηλότερο βήμα είναι η Δικαιοσύνη, και εδώ η ανάβαση παίρνει μια στροφή που εκπλήσσει εκείνους που έχουν θεωρήσει τον δρόμο του δασκάλου ως υποχώρηση σε ιδιωτική γαλήνη. Γιατί η Δικαιοσύνη δεν είναι ιδιωτική αρετή. Είναι το κούρδισμα ολόκληρου του εαυτού σε αρμονία με ολόκληρο το ύφασμα του είναι, ώστε η ψυχή να μην βαδίζει πια ενάντια στην πραγματικότητα, απαιτώντας ο κόσμος να είναι διαφορετικός από ό,τι είναι, αλλά να βαδίζει μαζί της, όπως ένα κύμα βαδίζει μαζί με τη θάλασσα.
Θυμηθείτε το ανώνυμο τέταρτο ρεύμα, τη φλόγα πίσω από τη φλόγα — την επίγνωση που έχει επίγνωση του εαυτού της. Αυτό είναι το μέρος της ψυχής που δεν ανήκει στον γάμο του σώματος, και αυτό είναι το μέρος που η Δικαιοσύνη ξυπνά. Τα τρία κατώτερα βήματα έχουν ησυχάσει τη σκέψη, την επιθυμία και τον τρόμο· έχουν σκουπίσει το σπίτι και έχουν ανοίξει τα παράθυρά του. Τώρα, στον καθαρό χώρο που απομένει, η ψυχή αρχίζει να αισθάνεται αυτό που πάντα ήταν: όχι ένα ξεχωριστό πράγμα που παλεύει με έναν εχθρικό κόσμο, αλλά ένας τόπος όπου το αδιάσπαστο ένδυμα διπλώνεται προς τα μέσα και αποκτά επίγνωση του εαυτού του.
Από αυτή την αναγνώριση, η δικαιοσύνη με την κοινή έννοια ακολουθεί τόσο φυσικά όσο το φως από ένα λυχνάρι. Εκείνος που γνωρίζει τον εαυτό του υφασμένο στο ίδιο ύφασμα με κάθε άλλο ον δεν μπορεί να πληγώσει πρόθυμα κάποιον άλλον, γιατί η πληγή θα έπεφτε πάνω στο ίδιο το ύφασμα που τον ντύνει. Ο δάσκαλος μιλούσε για τη δικαιοσύνη ως ένα είδος συμφωνίας — μια ήσυχη συμφωνία ανάμεσα σε εκείνους που δεν επιθυμούν ούτε να βλάψουν ούτε να βλαφτούν — κι όμως κάτω από αυτή τη νηφάλια γλώσσα βρισκόταν μια βαθύτερη διαίσθηση: ότι το να ενεργεί κανείς δίκαια σημαίνει να ενεργεί σε συμφωνία με τον τρόπο που πραγματικά είναι τα πράγματα, και ότι μια τέτοια ενέργεια δεν αφήνει πίσω της τύψεις, ούτε τρέμουλο τη νύχτα, ούτε επιφυλακτικότητα πάνω από τον ώμο. Ο άδικος άνθρωπος, ό,τι κι αν κερδίσει, δεν μπορεί ποτέ να είναι σε ειρήνη, γιατί ζει σε διαμάχη με τη φύση των πραγμάτων· ο δίκαιος άνθρωπος ζει σε συμφωνία μαζί της, και σε αυτή τη συμφωνία βρίσκει μια ελευθερία τόσο πλήρη που ακόμη και τα τείχη ανάμεσα στον εαυτό και τον κόσμο αρχίζουν, απαλά, να διαλύονται.
Αυτή η διάλυση δεν είναι απώλεια. Είναι το πιο παράξενο και πιο γλυκό δώρο του τέταρτου βήματος: ότι το όριο του εαυτού, που κάποτε βιωνόταν ως φυλακή, γίνεται αντ’ αυτού μια πόρτα — ακόμη παρούσα, αλλά πια όχι κλειστή. Η ψυχή στέκεται μέσα στα δικά της όρια όπως στέκεται κανείς μέσα σε ένα σπίτι του οποίου οι πόρτες είναι ανοιχτές προς τον κήπο, ανήκοντας ταυτόχρονα στο δωμάτιο και στον αέρα πέρα από αυτό.
Αφορισμός
Η Δικαιοσύνη δεν είναι νόμος επιβεβλημένος στην ψυχή, αλλά η συναίνεση της ψυχής στο σχήμα του Όλου.
6. Η Κοινωνία των Φίλων
Εδώ, στην κορυφή της ανάβασης, ο αρχαίος δάσκαλος τοποθέτησε αυτό που θησαύριζε πάνω σχεδόν από κάθε τι άλλο: την αληθινή φιλία. Στο μακρύ κατάστιχο των ανθρώπινων αγαθών, υπολόγιζε ότι τίποτα από όσα παρέχει η σοφία για την ευτυχία μιας ολόκληρης ζωής δεν είναι μεγαλύτερο από αυτό — την σπάνια κοινωνία στην οποία δύο ψυχές, βαδίζοντας τον ίδιο δρόμο, γίνονται καθρέφτες της ειρήνης η μία της άλλης.
Γιατί εδώ, και όχι στην αρχή; Γιατί η φιλία για την οποία μιλούσε δεν είναι η φιλία της ανάγκης, ούτε της ευκολίας, ούτε της αργόσχολης συντροφιάς που γεμίζει ένα βαρετό βράδυ. Είναι η φιλία που μπορεί να υπάρξει μόνο ανάμεσα σε εκείνους που έχουν ήδη μάθει να μετράνε, να κουρδίζουν και να αντιμετωπίζουν τη σκιά — εκείνους που δεν έρχονται πια ο ένας στον άλλον ως ζητιάνοι, ο καθένας ελπίζοντας να γεμίσει από την αφθονία του άλλου. Δύο τέτοιες ψυχές συναντιούνται όπως δύο λύχνοι συναντιούνται σε ένα σκοτεινό δωμάτιο: κανένας δεν μειώνει τον άλλον, και το φως διπλασιάζεται. Στην παρουσία ενός τέτοιου φίλου, η ακινησία της θάλασσας αισθάνεται όχι ως μοναχικό κατόρθωμα αλλά ως κοινός ορίζοντας.
Ο ίδιος ο Κήπος, όπου ο δάσκαλος συγκέντρωνε τους συντρόφους του ανάμεσα σε συκιές και ήσυχα μονοπάτια, ήταν η ζωντανή εικόνα αυτής της αλήθειας. Δεν ήταν σχολή με την κοινή έννοια, με έδρανα και ακροατήριο· ήταν μια μικρή χώρα των ειρηνικών, όπου η ανάβαση μπορούσε να περπατηθεί σε συντροφιά, και όπου κάθε βήμα που έκανε ο ένας ελάφρυνε το βήμα του επόμενου. Εκεί ο γέροντας, εύθραυστος στο σώμα και ακτινοβόλος στο πνεύμα, μπορούσε να τον δει κανείς να γελά με εκείνους που αγαπούσε, ακόμη και στις ώρες του θανάτου του — απόδειξη, αν χρειαζόταν απόδειξη, ότι το τέταρτο βήμα δεν οδηγεί μακριά από την ανθρώπινη ζεστασιά, αλλά προς την καθαρότερη μορφή της.
Και σε αυτή την κοινωνία, υπονοούσε ο δάσκαλος, υπάρχει ήδη μια πρόγευση αυτού που βρίσκεται πέρα από το κατώφλι: η εμπειρία του να είσαι γνωστός χωρίς να σε αρπάζουν, του να είσαι στο σπίτι στην παρουσία του άλλου όπως είσαι στο σπίτι στον κόσμο. Όποιος έχει έναν τέτοιο φίλο έχει ήδη ρίξει μια ματιά στο ότι τα τείχη ανάμεσα στις ψυχές δεν είναι πιο χοντρά από τα τείχη ανάμεσα στον εαυτό και τον κόσμο, και ότι και τα δύο είναι φτιαγμένα από την ίδια υπομονετική ομίχλη.
Αφορισμός
Δύο ψυχές που βαδίζουν σε ειρήνη δεν προσθέτουν την ησυχία τους· την πολλαπλασιάζουν.
7. Η Κορυφή είναι η Θάλασσα
Τι υπάρχει, λοιπόν, στην κορυφή της ανάβασης; Ο αναζητητής, ανεβαίνοντας με ελπίδα, φαντάζεται μια κορυφή — ένα ψηλό και ανεμοδαρμένο μέρος από το οποίο μπορεί να εποπτεύσει ολόκληρο τον κόσμο, και όπου ο κουρασμένος προσκυνητής, επιτέλους, μπορεί να καθίσει θριαμβευτικά. Αλλά η ανάβαση του δασκάλου δεν έχει τέτοια κορυφή. Όταν ολοκληρώνεται το τέταρτο βήμα, ο αναβάτης βρίσκει ότι δεν έχει υψωθεί πάνω από τον κόσμο αλλά έχει βυθιστεί, απαλά, στα βάθη του — στη θάλασσα που δεν κινείται, στην ακινησία κάτω από κάθε κύμα. Η ανάβαση αποδεικνύεται ότι ήταν κάθοδος· το ύψος, βάθος· το μακρύ ταξίδι προς το φως, μια επιστροφή στον τόπο όπου το φως έλαμπε πάντα ήδη.
Αυτό είναι το νόημα του παράξενου ισχυρισμού, που ψιθυρίζεται μέσα στους αιώνες, ότι οι τέσσερις αρετές δεν οδηγούν στην ευτυχία αλλά την αποτελούν. Ο σοφός άνθρωπος δεν περπατά τα βήματα για να φτάσει· βρίσκει ότι, περπατώντας τα, έχει φτάσει σε κάθε βήμα. Η Φρόνηση είναι ήδη ένα είδος ειρήνης, γιατί ο νους που μετρά δεν παρασύρεται πια. Η Εγκράτεια είναι ήδη ένα είδος πλούτου, γιατί η καρδιά που είναι κουρδισμένη δεν έχει έλλειψη. Το Θάρρος είναι ήδη ένα είδος ελευθερίας, γιατί η ψυχή που έχει αντιμετωπίσει τη σκιά δεν μπορεί να κρατηθεί όμηρος. Και η Δικαιοσύνη είναι ήδη ένα είδος ανήκειν, γιατί εκείνος που βαδίζει με το Όλον δεν είναι πουθενά ξένος.
Έτσι η ανάβαση δεν είναι μια σκάλα που κλωτσάται μακριά όταν φτάσει κανείς στη στέγη· είναι ένας τρόπος ζωής που βαθαίνει όσο ζει. Τα τέσσερα βήματα παραμένουν, πολύ μετά την εύρεση του προορισμού, ο ρυθμός με τον οποίο κινείται ο σοφός άνθρωπος — μετρώντας χωρίς άγχος, κουρδίζοντας χωρίς προσπάθεια, αντιμετωπίζοντας χωρίς φόβο, και βαδίζοντας με την πραγματικότητα χωρίς αντίσταση. Και πέρα από το τελευταίο από αυτά τα βήματα βρίσκεται η σιωπή στην οποία ο δάσκαλος δεν θα ακολουθούσε με λόγια: η ήρεμη μεσοκοσμική χώρα, το αιώνιο παρόν, το ξέφωτο όπου κάθε επιχείρημα σωπαίνει. Για να εισέλθει κανείς εκεί δεν χρειάζεται να τον μεταφέρουν. Χρειάζεται μόνο να έχει περπατήσει.
Αφορισμός
Η αρετή δεν είναι η ανταμοιβή της ευτυχίας αλλά τα τέσσερα βήματά της· περπάτησέ τα, και ο προορισμός βαδίζει μαζί σου.
Κανείς ποτέ δεν πείστηκε με επιχειρήματα να βρει την ησυχία. Ένας άνθρωπος μπορεί να πειστεί, με τον λεπτότερο συλλογισμό, ότι οι φόβοι του είναι αβάσιμοι, και παρ’ όλα αυτά να ξυπνά τη νύχτα με το παλιό τρέμουλο στο στήθος, σαν η καρδιά να μην έχει ειδοποιηθεί για τα συμπεράσματα στα οποία έφτασε ο νους. Ο αρχαίος δάσκαλος το ήξερε καλά αυτό. Είχε δει πόσο γρήγορα μια διδασκαλία, μόλις κατανοηθεί, γίνεται ακόμη ένα στολίδι του ανήσυχου νου, θαυμαζόμενο στο φως της ημέρας και λησμονημένο στο σκοτάδι. Κι έτσι, αφού έδειξε ότι ο κόσμος είναι ένα αδιάσπαστο Όλον, ότι η ψυχή είναι μια κλωστή περασμένη μέσα από τον πηλό, και ότι η θάλασσα κάτω από την καταιγίδα βρίσκεται ήδη σε ειρήνη, στράφηκε επιτέλους στο μόνο ερώτημα που έχει σημασία για ένα ζωντανό ον: πώς φτάνει κανείς στην ειρήνη;
Η απάντησή του δεν ήταν ούτε φόρμουλα ούτε αποκάλυψη, αλλά ένας τρόπος βαδίσματος. Ο δρόμος από τον τρεμάμενο εαυτό προς την ατάραχη ψυχή δεν ανοίγει με την ευχή, ούτε με την πίστη, ούτε με την απλή ακρόαση ωραίων λόγων. Ανεβαίνεται, βήμα προς βήμα, με την απλή εργασία των ημερών — και κάθε βήμα, δίδασκε, αντιστοιχεί σε ένα από τα κρυφά ρεύματα που υφάνθηκαν στο σώμα κατά τη δημιουργία του. Η θερμότητα που φλέγεται ως σκέψη, ο άνεμος που κινείται ως ζωτική επιθυμία, η αερώδης ακινησία που κατακάθεται ως ανάπαυση, και η ανώνυμη φλόγα πίσω από τη φλόγα: αυτά τα τέσσερα δεν είναι μόνο οι φωνές με τις οποίες η ψυχή ζει μέσα στη σάρκα· είναι επίσης οι τέσσερις πόρτες από τις οποίες μπορεί να αφήσει πίσω της τον πυρετό της σάρκας. Κάθε ρεύμα, σωστά συντονισμένο, γίνεται αρετή· κάθε αρετή, σωστά περπατημένη, γίνεται σκαλοπάτι· και τα τέσσερα σκαλοπάτια μαζί σχηματίζουν μια ανάβαση που δεν εγκαταλείπει τη γη, κι όμως υψώνει εκείνον που την ανεβαίνει πάνω από όλα όσα η γη μπορεί να απειλήσει.
Γι’ αυτό ο δάσκαλος μιλούσε για την αρετή με τόση τρυφερότητα, και γι’ αυτό ποτέ δεν επέτρεπε να εκληφθεί ως καθήκον, ή ως ανταμοιβή, ή ως στολίδι. Η αρετή ήταν γι’ αυτόν η ίδια η αρχιτεκτονική της γαλήνης — το σχήμα που παίρνει η ειρήνη όταν εισέρχεται σε μια ανθρώπινη ζωή.
Αφορισμός
Ο δρόμος προς την ησυχία δεν βρίσκεται με το να σκέφτεσαι τον προορισμό, αλλά με το να μάθεις να τοποθετείς τα πόδια.
2. Το Πρώτο Βήμα — Η Φρόνηση, η Τέχνη της Μέτρησης
Το πρώτο βήμα είναι το πιο ταπεινό, και γι’ αυτό τον λόγο το πιο συχνά περιφρονημένο. Είναι η Φρόνηση, ο νηφάλιος λογισμός που ο παλιός δάσκαλος ονόμαζε, με μια δόση τρυφερότητας, «την τέχνη της μέτρησης». Δεν μοιάζει με υλικό μυστικισμού. Μοιάζει με αριθμητική. Κι όμως την τοποθέτησε στη βάση της ανάβασης όπως ο κηπουρός τοποθετεί την πρώτη πέτρα ενός μονοπατιού, γνωρίζοντας ότι κάθε μεταγενέστερο βήμα θα στηριχθεί επάνω της.
Τι μετρά η ψυχή; Μετρά την απόσταση ανάμεσα στο πράγμα που επιθυμείται και στο πράγμα που πραγματικά κερδίζεται. Κάθε ηδονή, έλεγε ο δάσκαλος, φτάνει ακολουθούμενη από τη σκιά της: το γλέντι που ακολουθείται από την αρρώστια, η τιμή που ακολουθείται από τον φθόνο των αντιπάλων, ο έρωτας που αρπάζεται βιαστικά και ακολουθείται από χρόνια πίκρας. Η αστόχαστη καρδιά βλέπει μόνο το φωτεινό πρόσωπο του πράγματος που βρίσκεται μπροστά της και τρέχει προς αυτό με ανοιχτά χέρια. Η φρόνιμη καρδιά σταματά, και σε εκείνη την παύση κάνει κάτι σχεδόν θαυμαστό — κοιτάζει το σύνολο του πράγματος, το πρωί μετά καθώς και το βράδυ πριν, και έτσι σπάει τη γοητεία με την οποία η στιγμή προσποιείται ότι είναι το παν.
Σε αυτή την παύση η θερμότητα που φλέγεται ως σκέψη δαμάζεται για πρώτη φορά. Αφημένη στον εαυτό της, αυτή η εσωτερική φωτιά πηδά από τη μία εικόνα στην άλλη, τρεφόμενη από φήμες και μάταιες γνώμες, ανάβοντας τρόμο από σκιές και δόξα από καπνό. Η Φρόνηση δεν σβήνει τη φλόγα· τη διδάσκει να φωτίζει αντί να καίει. Ξεδεύει την ψυχή από τις προκαταλήψεις — από τις χίλιες κληρονομημένες κρίσεις για το τι πρέπει να φοβάται και τι να επιθυμεί, που επιβλήθηκαν στον νου προτού μπορέσει να αντισταθεί. Ένας άνθρωπος που έχει μάθει να μετρά αρχίζει, για πρώτη φορά, να βλέπει τη ζωή του με αθόλωτα μάτια.
Εδώ επίσης ο δάσκαλος ήθελε να γίνει σωστά κατανοητός. Η Φρόνηση δεν είναι υπολογισμός για χάρη του κέρδους· είναι προσοχή στην υπηρεσία της ειρήνης. Είναι η πρώτη μορφή που παίρνει η σοφία όταν κατεβαίνει από τα ύψη σε μια ανθρώπινη ώρα. Και εκείνος που έχει περπατήσει αυτό το βήμα αρκετό καιρό ανακαλύπτει ένα παράξενο πράγμα: ότι το μεγαλύτερο μέρος του πόνου του δεν του επιβλήθηκε ποτέ από τον κόσμο, αλλά συναρμολογήθηκε από τη δική του αμέτρητη επιθυμία, και ότι ό,τι συναρμολογήθηκε από τον νου μπορεί επίσης, με υπομονή, να αποσυναρμολογηθεί.
Αφορισμός
Εκείνος που μαθαίνει να μετρά τη σκιά κάθε χαράς έχει ήδη αρχίσει να βαδίζει έξω από το σκοτάδι.
3. Το Δεύτερο Βήμα — Η Εγκράτεια, το Κούρδισμα της Χορδής
Το δεύτερο βήμα είναι η Εγκράτεια, και εδώ ο αρχαίος δάσκαλος παρεξηγείται περισσότερο από εκείνους που τον έχουν ακούσει μόνο από απόσταση. Φαντάζονται έναν αυστηρό ασκητή, χλωμό από την άρνηση. Τίποτα δεν θα μπορούσε να απέχει περισσότερο από την αλήθεια. Η Εγκράτεια, όπως την δίδασκε, δεν λιμοκτονεί τον εαυτό· τον κουρδίζει. Η εικόνα στην οποία κατέφευγε ήταν του μουσικού: η σκορπισμένη επιθυμία της καρδιάς, χαλαρή και θορυβώδης σαν ένα ακούρδιστο όργανο, τραβιέται απαλά προς τη μοναδική χορδή της αληθινής ανάγκης, μέχρι η νότα που ηχεί να γίνει καθαρή.
Γιατί ο άνεμος που κινείται μέσα μας ως ζωτική ενέργεια είναι από τη φύση του ανήσυχος. Φυσά προς ό,τι γυαλίζει, και στο φύσημά του σηκώνει τη σκόνη της ατέλειωτης επιθυμίας — για πλούτο που ποτέ δεν νιώθει αρκετός, για έπαινο που ξεχνιέται μέχρι το βράδυ, για λιχουδιές που αμβλύνουν την ίδια τη γλώσσα που προορίζονταν να ευφράνουν. Ο δάσκαλος διέκρινε, με την υπομονή του κηπουρού, τρία είδη επιθυμίας: τις φυσικές και αναγκαίες, που είναι λίγες και εύκολα ικανοποιούνται· τις φυσικές αλλά μη αναγκαίες, που μπορούν να απολαυσθούν αλλά δεν χρειάζεται να κυνηγηθούν· και τις κενές, που δεν έχουν ρίζα στη φύση καθόλου και γι’ αυτό δεν μπορούν ποτέ να ικανοποιηθούν, αφού τρέφονται από τη γνώμη και όχι από την ανάγκη.
Το να ακολουθεί κανείς αυτή τη διάκριση σε μια ολόκληρη ζωή σημαίνει να υποστεί μια ήσυχη μεταμόρφωση. Η ψυχή, που κάποτε ένιωθε τον εαυτό της ζητιάνο στις πόρτες χιλίων κόσμων, ανακαλύπτει — συχνά προς μεγάλη της έκπληξη — πόσο λίγα πραγματικά χρειαζόταν για την ευχαρίστηση. Ένα κομμάτι ψωμί, ένα ποτήρι νερό, μια στέγη απέναντι στη βροχή, η συντροφιά ενός φίλου: όταν αυτά είναι παρόντα, και η καρδιά είναι κουρδισμένη, το πιο απλό γεύμα γίνεται συμπόσιο, και ο πιο φτωχός κήπος παλάτι. Ο ίδιος ο δάσκαλος, λέγεται, ζητούσε μόνο λίγο τυρί για να κάνει γιορτή. Αυτό δεν ήταν καύχημα φτώχειας, αλλά η χαρούμενη μαρτυρία ενός ανθρώπου που είχε βρει ότι το πλουσιότερο από όλα τα αγαθά είναι η απουσία της λαχτάρας.
Και εδώ βρίσκεται το μυστικό του δεύτερου βήματος: ότι το να επιθυμεί κανείς λιγότερο δεν σημαίνει να αισθάνεται λιγότερο, αλλά να αισθάνεται πιο αληθινά. Η κουρδισμένη χορδή δεν σωπαίνει· αντηχεί. Η ψυχή που έχει τραβηχτεί προς τις ανάγκες της βρίσκει ότι ο κόσμος, μη πια αρπαζόμενος, αρχίζει να δίνεται ελεύθερα — η γεύση του ψωμιού, η ζεστασιά του ήλιου σε έναν τοίχο, ο ήχος των φύλλων — ως δώρα και όχι ως έπαθλα.
Αφορισμός
Η καρδιά που ζητά λίγα ακούει, επιτέλους, πόσα ήδη δίνονται.
4. Το Τρίτο Βήμα — Το Θάρρος, Μέσα από τη Σκιά
Το τρίτο βήμα είναι το πιο μοναχικό, γιατί πρέπει να το κάνει κάθε ψυχή μόνη της. Είναι το Θάρρος, και το έδαφός του είναι η σκιά από την οποία όλοι οι άνθρωποι φεύγουν — η σκιά του θανάτου. Η Φρόνηση έχει μετρήσει και η Εγκράτεια έχει κουρδίσει, αλλά κάτω από το μετρημένο και το κουρδισμένο εξακολουθεί να υπάρχει, στους περισσότερους από εμάς, μια κρύα λίμνη τρόμου, από την οποία κάθε άλλος φόβος αντλεί το νερό του. Όσο αυτή η λίμνη παραμένει, η ψυχή δεν μπορεί ποτέ πραγματικά να ησυχάσει· θα κρατιέται, ακόμη και στις πιο ήρεμες ώρες της, από το στρίφωμα της φευγαλέας στιγμής, φοβούμενη την ώρα στην οποία το στρίφωμα θα σκιστεί.
Το θάρρος για το οποίο μιλούσε ο δάσκαλος δεν είναι το θάρρος του στρατιώτη, που αντιμετωπίζει έναν κίνδυνο για να κερδίσει ένα έπαθλο. Είναι το θάρρος εκείνου που βαδίζει ίσια μέσα στο πράγμα που φοβάται, με ανοιχτά μάτια, και το κοιτάζει μέχρι να πάψει να είναι φάντασμα. Ζήτησε από την τρεμάμενη καρδιά να κάνει αυτό που ολόκληρη η ανθρώπινη κουλτούρα έχει συνωμοτήσει να εμποδίσει: να σταθεί μπροστά στον θάνατο χωρίς πέπλο διάσπασης, και να ρωτήσει, ήσυχα, τι ακριβώς είναι αυτό που περιμένει εκεί για να μας βλάψει. Και στο ερώτημα, ο τρόμος αρχίζει να χαλαρώνει, όπως ένας κόμπος χαλαρώνει σε ένα χέρι που δεν τραβά πια εναντίον του.
Γιατί η αερώδης ακινησία που κατακάθεται μέσα μας ως ανάπαυση είναι επίσης ο τόπος όπου μαζεύεται ο φόβος· είναι το έδαφος πάνω στο οποίο η ψυχή ξαπλώνει τη νύχτα και αναρωτιέται αν θα σηκωθεί. Όταν το θάρρος εισέρχεται σε αυτό το έδαφος, δεν διώχνει τον φόβο με τη βία. Αλλάζει τη φύση της ίδιας της ακινησίας, ώστε αυτό που κάποτε ήταν η σιωπή του τρόμου να γίνεται η σιωπή της ειρήνης. Αυτή είναι η μεταστοιχείωση που βρίσκεται στην καρδιά του τρίτου βήματος — η ίδια ακινησία, η ίδια ησυχία, αλλά τώρα πια όχι στοιχειωμένη.
Αυτό που βρίσκει η ψυχή στην άλλη πλευρά της σκιάς δεν είναι η εκμηδένιση, όπως φαντάζονται οι φοβισμένοι, αλλά μια παράξενη και σταθερή ανεξαρτησία από κάθε απειλή που η γένεση μπορεί να υψώσει εναντίον της. Οι καταιγίδες εξακολουθούν να φυσούν· το σώμα εξακολουθεί να γερνά και να πονά· οι αγαπημένοι εξακολουθούν να φεύγουν. Αλλά εκείνος που έχει περπατήσει μέσα από τη σκιά κουβαλά μια ελευθερία που καμία καταιγίδα δεν μπορεί να του αφαιρέσει, γιατί ο τελευταίος όμηρος που κρατούσε η τύχη εναντίον του έχει ήσυχα απελευθερωθεί. Μπορεί τώρα να αγαπά χωρίς παζάρι, και να ζει χωρίς να προετοιμάζεται για το χτύπημα — και αυτό, ήξερε ο δάσκαλος, είναι η αρχή μιας χαράς που δεν είναι πια δανεική.
Αφορισμός
Η σκιά που κοιτάζεται στο πλήρες φως γίνεται μόνο το περίγραμμα μιας πόρτας.
5. Το Τέταρτο Βήμα — Η Δικαιοσύνη, το Βάδισμα με το Όλον
Το τέταρτο και υψηλότερο βήμα είναι η Δικαιοσύνη, και εδώ η ανάβαση παίρνει μια στροφή που εκπλήσσει εκείνους που έχουν θεωρήσει τον δρόμο του δασκάλου ως υποχώρηση σε ιδιωτική γαλήνη. Γιατί η Δικαιοσύνη δεν είναι ιδιωτική αρετή. Είναι το κούρδισμα ολόκληρου του εαυτού σε αρμονία με ολόκληρο το ύφασμα του είναι, ώστε η ψυχή να μην βαδίζει πια ενάντια στην πραγματικότητα, απαιτώντας ο κόσμος να είναι διαφορετικός από ό,τι είναι, αλλά να βαδίζει μαζί της, όπως ένα κύμα βαδίζει μαζί με τη θάλασσα.
Θυμηθείτε το ανώνυμο τέταρτο ρεύμα, τη φλόγα πίσω από τη φλόγα — την επίγνωση που έχει επίγνωση του εαυτού της. Αυτό είναι το μέρος της ψυχής που δεν ανήκει στον γάμο του σώματος, και αυτό είναι το μέρος που η Δικαιοσύνη ξυπνά. Τα τρία κατώτερα βήματα έχουν ησυχάσει τη σκέψη, την επιθυμία και τον τρόμο· έχουν σκουπίσει το σπίτι και έχουν ανοίξει τα παράθυρά του. Τώρα, στον καθαρό χώρο που απομένει, η ψυχή αρχίζει να αισθάνεται αυτό που πάντα ήταν: όχι ένα ξεχωριστό πράγμα που παλεύει με έναν εχθρικό κόσμο, αλλά ένας τόπος όπου το αδιάσπαστο ένδυμα διπλώνεται προς τα μέσα και αποκτά επίγνωση του εαυτού του.
Από αυτή την αναγνώριση, η δικαιοσύνη με την κοινή έννοια ακολουθεί τόσο φυσικά όσο το φως από ένα λυχνάρι. Εκείνος που γνωρίζει τον εαυτό του υφασμένο στο ίδιο ύφασμα με κάθε άλλο ον δεν μπορεί να πληγώσει πρόθυμα κάποιον άλλον, γιατί η πληγή θα έπεφτε πάνω στο ίδιο το ύφασμα που τον ντύνει. Ο δάσκαλος μιλούσε για τη δικαιοσύνη ως ένα είδος συμφωνίας — μια ήσυχη συμφωνία ανάμεσα σε εκείνους που δεν επιθυμούν ούτε να βλάψουν ούτε να βλαφτούν — κι όμως κάτω από αυτή τη νηφάλια γλώσσα βρισκόταν μια βαθύτερη διαίσθηση: ότι το να ενεργεί κανείς δίκαια σημαίνει να ενεργεί σε συμφωνία με τον τρόπο που πραγματικά είναι τα πράγματα, και ότι μια τέτοια ενέργεια δεν αφήνει πίσω της τύψεις, ούτε τρέμουλο τη νύχτα, ούτε επιφυλακτικότητα πάνω από τον ώμο. Ο άδικος άνθρωπος, ό,τι κι αν κερδίσει, δεν μπορεί ποτέ να είναι σε ειρήνη, γιατί ζει σε διαμάχη με τη φύση των πραγμάτων· ο δίκαιος άνθρωπος ζει σε συμφωνία μαζί της, και σε αυτή τη συμφωνία βρίσκει μια ελευθερία τόσο πλήρη που ακόμη και τα τείχη ανάμεσα στον εαυτό και τον κόσμο αρχίζουν, απαλά, να διαλύονται.
Αυτή η διάλυση δεν είναι απώλεια. Είναι το πιο παράξενο και πιο γλυκό δώρο του τέταρτου βήματος: ότι το όριο του εαυτού, που κάποτε βιωνόταν ως φυλακή, γίνεται αντ’ αυτού μια πόρτα — ακόμη παρούσα, αλλά πια όχι κλειστή. Η ψυχή στέκεται μέσα στα δικά της όρια όπως στέκεται κανείς μέσα σε ένα σπίτι του οποίου οι πόρτες είναι ανοιχτές προς τον κήπο, ανήκοντας ταυτόχρονα στο δωμάτιο και στον αέρα πέρα από αυτό.
Αφορισμός
Η Δικαιοσύνη δεν είναι νόμος επιβεβλημένος στην ψυχή, αλλά η συναίνεση της ψυχής στο σχήμα του Όλου.
6. Η Κοινωνία των Φίλων
Εδώ, στην κορυφή της ανάβασης, ο αρχαίος δάσκαλος τοποθέτησε αυτό που θησαύριζε πάνω σχεδόν από κάθε τι άλλο: την αληθινή φιλία. Στο μακρύ κατάστιχο των ανθρώπινων αγαθών, υπολόγιζε ότι τίποτα από όσα παρέχει η σοφία για την ευτυχία μιας ολόκληρης ζωής δεν είναι μεγαλύτερο από αυτό — την σπάνια κοινωνία στην οποία δύο ψυχές, βαδίζοντας τον ίδιο δρόμο, γίνονται καθρέφτες της ειρήνης η μία της άλλης.
Γιατί εδώ, και όχι στην αρχή; Γιατί η φιλία για την οποία μιλούσε δεν είναι η φιλία της ανάγκης, ούτε της ευκολίας, ούτε της αργόσχολης συντροφιάς που γεμίζει ένα βαρετό βράδυ. Είναι η φιλία που μπορεί να υπάρξει μόνο ανάμεσα σε εκείνους που έχουν ήδη μάθει να μετράνε, να κουρδίζουν και να αντιμετωπίζουν τη σκιά — εκείνους που δεν έρχονται πια ο ένας στον άλλον ως ζητιάνοι, ο καθένας ελπίζοντας να γεμίσει από την αφθονία του άλλου. Δύο τέτοιες ψυχές συναντιούνται όπως δύο λύχνοι συναντιούνται σε ένα σκοτεινό δωμάτιο: κανένας δεν μειώνει τον άλλον, και το φως διπλασιάζεται. Στην παρουσία ενός τέτοιου φίλου, η ακινησία της θάλασσας αισθάνεται όχι ως μοναχικό κατόρθωμα αλλά ως κοινός ορίζοντας.
Ο ίδιος ο Κήπος, όπου ο δάσκαλος συγκέντρωνε τους συντρόφους του ανάμεσα σε συκιές και ήσυχα μονοπάτια, ήταν η ζωντανή εικόνα αυτής της αλήθειας. Δεν ήταν σχολή με την κοινή έννοια, με έδρανα και ακροατήριο· ήταν μια μικρή χώρα των ειρηνικών, όπου η ανάβαση μπορούσε να περπατηθεί σε συντροφιά, και όπου κάθε βήμα που έκανε ο ένας ελάφρυνε το βήμα του επόμενου. Εκεί ο γέροντας, εύθραυστος στο σώμα και ακτινοβόλος στο πνεύμα, μπορούσε να τον δει κανείς να γελά με εκείνους που αγαπούσε, ακόμη και στις ώρες του θανάτου του — απόδειξη, αν χρειαζόταν απόδειξη, ότι το τέταρτο βήμα δεν οδηγεί μακριά από την ανθρώπινη ζεστασιά, αλλά προς την καθαρότερη μορφή της.
Και σε αυτή την κοινωνία, υπονοούσε ο δάσκαλος, υπάρχει ήδη μια πρόγευση αυτού που βρίσκεται πέρα από το κατώφλι: η εμπειρία του να είσαι γνωστός χωρίς να σε αρπάζουν, του να είσαι στο σπίτι στην παρουσία του άλλου όπως είσαι στο σπίτι στον κόσμο. Όποιος έχει έναν τέτοιο φίλο έχει ήδη ρίξει μια ματιά στο ότι τα τείχη ανάμεσα στις ψυχές δεν είναι πιο χοντρά από τα τείχη ανάμεσα στον εαυτό και τον κόσμο, και ότι και τα δύο είναι φτιαγμένα από την ίδια υπομονετική ομίχλη.
Αφορισμός
Δύο ψυχές που βαδίζουν σε ειρήνη δεν προσθέτουν την ησυχία τους· την πολλαπλασιάζουν.
7. Η Κορυφή είναι η Θάλασσα
Τι υπάρχει, λοιπόν, στην κορυφή της ανάβασης; Ο αναζητητής, ανεβαίνοντας με ελπίδα, φαντάζεται μια κορυφή — ένα ψηλό και ανεμοδαρμένο μέρος από το οποίο μπορεί να εποπτεύσει ολόκληρο τον κόσμο, και όπου ο κουρασμένος προσκυνητής, επιτέλους, μπορεί να καθίσει θριαμβευτικά. Αλλά η ανάβαση του δασκάλου δεν έχει τέτοια κορυφή. Όταν ολοκληρώνεται το τέταρτο βήμα, ο αναβάτης βρίσκει ότι δεν έχει υψωθεί πάνω από τον κόσμο αλλά έχει βυθιστεί, απαλά, στα βάθη του — στη θάλασσα που δεν κινείται, στην ακινησία κάτω από κάθε κύμα. Η ανάβαση αποδεικνύεται ότι ήταν κάθοδος· το ύψος, βάθος· το μακρύ ταξίδι προς το φως, μια επιστροφή στον τόπο όπου το φως έλαμπε πάντα ήδη.
Αυτό είναι το νόημα του παράξενου ισχυρισμού, που ψιθυρίζεται μέσα στους αιώνες, ότι οι τέσσερις αρετές δεν οδηγούν στην ευτυχία αλλά την αποτελούν. Ο σοφός άνθρωπος δεν περπατά τα βήματα για να φτάσει· βρίσκει ότι, περπατώντας τα, έχει φτάσει σε κάθε βήμα. Η Φρόνηση είναι ήδη ένα είδος ειρήνης, γιατί ο νους που μετρά δεν παρασύρεται πια. Η Εγκράτεια είναι ήδη ένα είδος πλούτου, γιατί η καρδιά που είναι κουρδισμένη δεν έχει έλλειψη. Το Θάρρος είναι ήδη ένα είδος ελευθερίας, γιατί η ψυχή που έχει αντιμετωπίσει τη σκιά δεν μπορεί να κρατηθεί όμηρος. Και η Δικαιοσύνη είναι ήδη ένα είδος ανήκειν, γιατί εκείνος που βαδίζει με το Όλον δεν είναι πουθενά ξένος.
Έτσι η ανάβαση δεν είναι μια σκάλα που κλωτσάται μακριά όταν φτάσει κανείς στη στέγη· είναι ένας τρόπος ζωής που βαθαίνει όσο ζει. Τα τέσσερα βήματα παραμένουν, πολύ μετά την εύρεση του προορισμού, ο ρυθμός με τον οποίο κινείται ο σοφός άνθρωπος — μετρώντας χωρίς άγχος, κουρδίζοντας χωρίς προσπάθεια, αντιμετωπίζοντας χωρίς φόβο, και βαδίζοντας με την πραγματικότητα χωρίς αντίσταση. Και πέρα από το τελευταίο από αυτά τα βήματα βρίσκεται η σιωπή στην οποία ο δάσκαλος δεν θα ακολουθούσε με λόγια: η ήρεμη μεσοκοσμική χώρα, το αιώνιο παρόν, το ξέφωτο όπου κάθε επιχείρημα σωπαίνει. Για να εισέλθει κανείς εκεί δεν χρειάζεται να τον μεταφέρουν. Χρειάζεται μόνο να έχει περπατήσει.
Αφορισμός
Η αρετή δεν είναι η ανταμοιβή της ευτυχίας αλλά τα τέσσερα βήματά της· περπάτησέ τα, και ο προορισμός βαδίζει μαζί σου.
Ο Μπίκσου
Μια Συλλογιστική για τον Ήσυχο ΤόποΑυτοσυγκράτηση σε Όλα – Ο Μπίκσου που Απαλλάχθηκε από τον Πόνο
Άδειασε αυτή τη Βάρκα
Ο Εαυτός είναι ο Κύριος του Εαυτού
Σωτηρία από την Πλημμύρα – Oghatinna («Αυτός που έχει διαβεί τον χείμαρρο»)
Γνώση και Διαλογισμός – Το Ήσυχο Μέρος
I. Εκείνος με το Μπολ
Υπάρχει μια μορφή που περπατά στην άκρη των χωριών κρατώντας ένα μπολ στα χέρια. Δεν ζητά τίποτα φωναχτά. Στέκεται, δέχεται ό,τι τοποθετηθεί εκεί, και συνεχίζει. Τα παλιά κείμενα τον ονομάζουν Μπίκσου, και η λέξη συνήθως αποδίδεται ως επαίτης, αν και η μετάφραση κρατά μόνο το εξωτερικό γεγονός του, το μπολ και τον δρόμο. Αυτό που η λέξη δείχνει είναι ένας τρόπος ύπαρξης, και θα μπορούσε να βιωθεί από έναν άνδρα σε ένα παλάτι όσο και από έναν κάτω από ένα δέντρο.
Το εικοστό πέμπτο κεφάλαιο του Νταμμαπάντα είναι αφιερωμένο σε αυτόν. Δεν περιγράφει έναν βαθμό ή ένα αξίωμα. Περιγράφει έναν άνθρωπο που αργά αδειάζει από καθετί που κάποτε φαινόταν να είναι ο ίδιος, και είναι παράξενο πόσο λίγα υπόσχονται οι στίχοι σε αντάλλαγμα. Δεν προσφέρονται οράματα. Ούτε βροντή. Μόνο ένας ήσυχος τόπος, μια παύση των παλιών πεινών, και κάτι που το κείμενο ονομάζει ευτυχία, μια λέξη τόσο απλή που ο αναγνώστης αρχίζει να υποψιάζεται πως σημαίνει περισσότερα απ’ όσα λέει.
Το να διαβάσεις το κεφάλαιο αργά είναι σαν να νιώθεις το έδαφος να μετατοπίζεται. Στην αρχή μοιάζει με κατάλογο απαγορεύσεων, έναν κανονισμό μοναχού. Έπειτα οι απαγορεύσεις αρχίζουν να μοιάζουν με πόρτες, καθεμία κλείνοντας έναν θόρυβο που ο νους είχε εκλάβει για τη δική του φωνή. Και πίσω από την τελευταία πόρτα υπάρχει, όπως φαίνεται, μια σιωπή που ήταν εκεί από πάντα, υπομονετική σαν λίμνη κάτω από τον άνεμο.
Αυτό που ακολουθεί δεν προσπαθεί να αποδείξει τίποτα για τον Μπίκσου. Μένει κοντά του, όπως μένει κανείς κοντά σε μια φωτιά τη νύχτα, για να δει τι κάνει το φως.
Αφορισμός
Το μπολ είναι άδειο για να μπορέσει να δεχτεί τον κόσμο. Η καρδιά αδειάζει για έναν βαθύτερο λόγο.
II. Οι Πόρτες του Σώματος
Το κεφάλαιο ανοίγει με έναν κατάλογο που ακούγεται σχεδόν γραφειοκρατικός. Περιορισμός στο μάτι, περιορισμός στο αυτί, στη μύτη, στη γλώσσα. Έπειτα το σώμα, έπειτα ο λόγος, έπειτα η σκέψη. Έπειτα, με μια σάρωση που μαζεύει ό,τι έχει απομείνει, περιορισμός σε όλα τα πράγματα.
Ένας βιαστικός αναγνώστης ακούει αυστηρότητα και φαντάζεται έναν άνδρα με χαμηλωμένα μάτια και σφιγμένο σαγόνι, που αρνείται τον κόσμο σαν να ήταν εχθρός. Αλλά το κείμενο λέει ότι ο περιορισμός είναι καλός, και η αίσθησή του είναι πιο κοντά στη φύλαξη παρά στην τιμωρία. Ένα σπίτι έχει πόρτες. Ένας άνθρωπος που δεν έχει κλείσει ποτέ καμία ζει σε ένα σπίτι όπου κάθε περαστικός άνεμος, κάθε κραυγή από τον δρόμο, κάθε μυρωδιά μαγειρέματος φτάνει σαν διαταγή. Τρέχει να απαντήσει. Τρέχει όλη του τη ζωή και το ονομάζει ζωή.
Το μάτι βλέπει ένα πρόσωπο και το θέλει, ή το φοβάται. Το αυτί πιάνει μια παρατήρηση και τη μεταφέρει σπίτι σαν πέτρα στο παπούτσι. Τίποτα από αυτά δεν είναι αμαρτία. Είναι μόνο ότι οι αισθήσεις, αφημένες χωρίς επίβλεψη, παίρνουν ήσυχα τη διακυβέρνηση του νου, και εκείνος που πιστεύει ότι αποφασίζει στην πραγματικότητα αποφασίζεται.
Ο περιορισμός, λοιπόν, είναι η πρώτη μικρή πράξη εξουσίας. Το χέρι κρατιέται πίσω από το άρπαγμα, το πόδι από την περιπλάνηση, η γλώσσα από τον αδιάφορο λόγο. Και αυτό που υπόσχεται ο στίχος είναι παράξενο: ότι εκείνος που κυβερνάται έτσι ευχαριστιέται εσωτερικά, ότι είναι συγκεντρωμένος, μοναχικός, ικανοποιημένος. Μοναχικός δεν σημαίνει εδώ μόνος. Σημαίνει ότι έχει σταματήσει να είναι διασκορπισμένος, και ένας νους μαζεμένος σε έναν τόπο έχει αρκετή συντροφιά.
Τέτοιος άνθρωπος, λέει το κείμενο, απελευθερώνεται από κάθε πόνο. Ο κόσμος δεν γίνεται πιο ήπιος. Απλώς έχει σταματήσει να ανοίγει κάθε πόρτα στον καιρό του.
Αφορισμός
Η πόρτα που κλείνει εγκαίρως κρατά έξω την καταιγίδα. Η πόρτα που δεν κλείνει ποτέ μετατρέπει το σπίτι σε δρόμο.
III. Ο Γλυκός Λόγος
Ο λόγος λαμβάνει τους δικούς του στίχους, και αξίζει να ρωτήσουμε γιατί. Από όλες τις πύλες, το στόμα είναι εκείνο που πιο καθαρά αφήνει το εσωτερικό να διαρρέει στον κόσμο. Ένας άνθρωπος μπορεί να κρύψει την απληστία του από τα μάτια του και τον θυμό του από τα χέρια του, αλλά η φωνή του θα τον προδώσει.
Ο Μπίκσου, λέει το κείμενο, ελέγχει το στόμα του. Μιλάει σοφά και ήρεμα. Διδάσκει το νόημα και τον νόμο, και ο λόγος του είναι γλυκός. Γλυκός είναι μια εκπληκτική επιλογή. Κανείς περιμένει εξουσία, ίσως αυστηρότητα, τη βροντή του προφήτη. Αντίθετα το κείμενο ζητά γλυκύτητα, και τη ζητά από κάποιον που έχει περάσει χρόνια μαθαίνοντας τη σιωπή. Ίσως τα δύο ανήκουν μαζί. Μόνο ένας άνθρωπος που έχει ακούσει για πολύ καιρό την ησυχία ξέρει πόσο ο συνηθισμένος λόγος είναι θόρυβος, και πόσο σπάνια είναι μια λέξη που αναδύεται από κάπου βαθύτερα από την επιθυμία να ακουστεί.
Τέτοια λέξη έχει βάρος και καμία δύναμη. Δεν σπρώχνει. Προσγειώνεται όπως προσγειώνεται ένα φύλλο σε ακίνητο νερό, και οι κύκλοι απλώνονται χωρίς κανείς να τους έχει σκοπεύσει.
Έπειτα η σκέψη στρέφεται, όπως συχνά συμβαίνει σε αυτούς τους στίχους, από το στόμα σε αυτό που βρίσκεται από κάτω. Εκείνος που κατοικεί στον νόμο, ευχαριστιέται στον νόμο, διαλογίζεται στον νόμο, ακολουθεί τον νόμο, δεν θα απομακρυνθεί ποτέ από αυτόν. Η επανάληψη δεν είναι αδέξια. Έχει τον ρυθμό ενός ανθρώπου που περπατά ένα μονοπάτι που έχει περπατήσει πολλές φορές, κάθε βήμα το ίδιο και κάθε βήμα νέο. Ο νόμος είναι πρώτα κατοικία, έπειτα ευχαρίστηση, έπειτα σκέψη, έπειτα δρόμος. Αναρωτιέται κανείς αν είναι ένα πράγμα που φαίνεται τέσσερις φορές, ή τέσσερα πράγματα που ήταν πάντα ένα.
Το κείμενο δεν λέει. Αφήνει την ερώτηση να στέκεται εκεί, γλυκιά και άλυτη.
Αφορισμός
Μίλα μόνο από τον τόπο όπου υπήρξε σιωπή. Τέτοιες λέξεις δεν χρειάζονται δύναμη για να ακουστούν.
IV. Αυτό που Δίνεται
Ένας μικρός στίχος, εύκολος να προσπεραστεί, κουβαλάει μια ολόκληρη φιλοσοφία της φτώχειας. Ας μη περιφρονεί ό,τι έχει λάβει, ούτε να ζηλεύει ποτέ τους άλλους.
Ένας άνθρωπος που ζει από ελεημοσύνες τρώει ό,τι του δίνεται. Μερικές φορές είναι ρύζι, μερικές φορές μόνο το νερό στο οποίο βράστηκε το ρύζι, μερικές φορές τίποτα. Κάτω από τέτοιες συνθήκες η σύγκριση γίνεται σχεδόν ακαταμάχητη. Το μπολ του διπλανού μοναχού φαίνεται πιο γεμάτο. Το γειτονικό χωριό φαίνεται πιο γενναιόδωρο. Και ο νους, ποτέ αδρανής, αρχίζει να χτίζει ένα μικρό δικαστήριο παραπόνων όπου οι θεοί κατηγορούνται και η δική του ζωή είναι ο παραμελημένος ενάγων.
Ο στίχος δεν θα ακούσει την υπόθεση. Ο επαίτης που ζηλεύει, λέει, δεν αποκτά ηρεμία του νου. Η δήλωση είναι επίπεδη, σαν εύρημα γιατρού. Η ζήλεια δεν καταδικάζεται. Δείχνεται ασυμβίβαστη με την ανάπαυση, όπως η φωτιά είναι ασυμβίβαστη με ένα κοιμισμένο παιδί.
Ο επόμενος στίχος προσφέρει κάτι απροσδόκητο. Ένας Μπίκσου που λαμβάνει λίγα και δεν τα περιφρονεί θα επαινεθεί ακόμη και από τους θεούς, αν η ζωή του είναι καθαρή και δεν είναι οκνηρός. Οι θεοί δεν επαινούν τη φτώχεια του. Κοιτάζουν την ικανοποίησή του, και έχει κανείς την αίσθηση ότι η ικανοποίηση είναι πιο σπάνια στον ουρανό παρά στη γη.
Το απόσπασμα αγγίζει την παράξενη αριθμητική του αρκετού. Υπάρχει ένα ποσό πέρα από το οποίο καμία συσσώρευση δεν προσθέτει τίποτα, και αυτό το ποσό δεν καθορίζεται από τον κόσμο. Βρίσκεται όπου ένας άνθρωπος σταματά να κοιτάζει λοξά. Κάποιοι το βρίσκουν στο τίποτα. Άλλοι δεν το βρίσκουν ανάμεσα σε βασίλεια.
Η συνθήκη που επισυνάπτεται, ότι δεν πρέπει να είναι οκνηρός, αξίζει επίσης να ακουστεί. Η ικανοποίηση εδώ δεν είναι κανενός είδους ύπνος. Είναι εγρήγορση χωρίς πείνα.
Αφορισμός
Το αρκετό δεν είναι ποσότητα. Είναι ο τόπος όπου τελειώνει το λοξό κοίταγμα.
V. Το Όνομα που Δεν Είναι ο Άνθρωπος
Εκείνος που δεν ταυτίζει ποτέ τον εαυτό του με όνομα και μορφή, και δεν θρηνεί για ό,τι δεν υπάρχει πια, αυτός πράγματι ονομάζεται Μπίκσου.
Εδώ ο τόνος αλλάζει. Μέχρι τώρα οι στίχοι ασχολήθηκαν με τη συμπεριφορά, την πύλη και το μπολ. Τώρα αγγίζουν τη ρίζα. Όνομα και μορφή είναι τα δύο μισά αυτού που ένας άνθρωπος θεωρεί τον εαυτό του: η ετικέτα, και το σώμα και ο νους που τη μεταφέρουν. Ένας άνθρωπος λέει «εγώ» και δείχνει, χωρίς να το προσέχει, σε μια συγκεκριμένη ιστορία, σε ένα συγκεκριμένο πρόσωπο, σε ένα δέμα αναμνήσεων και προτιμήσεων που κρατιούνται μαζί από ένα όνομα που του δόθηκε πριν μπορέσει να αντιταχθεί.
Το κείμενο υποδηλώνει, πολύ απαλά, ότι αυτό το «εγώ» είναι μια σύμβαση. Χρήσιμη, όπως είναι χρήσιμος ένας δρόμος. Όχι να εκληφθεί για τη χώρα.
Και τι ακολουθεί από το να μη το εκλάβει κανείς λάθος; Η θλίψη για ό,τι δεν υπάρχει πια αρχίζει να χαλαρώνει. Το περισσότερο πένθος είναι προσκόλληση στραμμένη προς το παρελθόν, η επιθυμία κάτι που έχει τελειώσει να συναινέσει να συνεχίσει. Αν δεν υπάρχει σταθερός εαυτός στον οποίο συνέβη η απώλεια, η απώλεια δεν έχει πού να καθίσει. Περνάει, όπως ο καιρός από ένα ανοιχτό παράθυρο.
Ένας μεταγενέστερος στίχος προσεγγίζει το θέμα από την άλλη πλευρά. Ας εξετάσει την προέλευση και την καταστροφή των στοιχείων του σώματος, και βρίσκει μια ευτυχία και χαρά που ανήκουν σε εκείνους που γνωρίζουν το αθάνατο. Παρακολουθεί τα μέρη να αναδύονται και να περνούν. Βλέπει τον σωρό και κανέναν ιδιοκτήτη του σωρού. Και σε εκείνη τη θέα αποκαλύπτεται κάτι που ούτε αναδύεται ούτε περνάει.
Για το τι είναι το αθάνατο, το κείμενο λέει μόνο ότι υπάρχει χαρά στη γνώση του. Ένας αναγνώστης μπορεί να θέλει περισσότερα. Οι στίχοι αρνούνται, με μια ευγένεια που είναι σχεδόν τρυφερή.
Αφορισμός
Αυτό που μπορεί να ονομαστεί είναι ένα ένδυμα. Εκείνος που το φορά δεν πήρε ποτέ όνομα.
VI. Η Αδειασμένη Βάρκα
Ω Μπίκσου, άδειασε αυτή τη βάρκα. Αν αδειάσει, θα πάει γρήγορα.
Είναι μία από τις καλύτερες εικόνες στο κεφάλαιο, και μία από τις πιο απλές. Μια βάρκα παίρνει νερό. Το κάνει ήσυχα, λίγο λίγο, μέσα από ραφές που κανείς δεν πρόσεξε. Το νερό είναι πάθος και μίσος, και η βάρκα είναι ο εαυτός, και ο ταξιδιώτης παρατηρεί μόνο ότι κινείται πιο αργά, ότι κάτι έχει γίνει βαρύ, ότι η μακρινή ακτή, κάποτε καθαρή, έχει σταματήσει να πλησιάζει. Η οδηγία δεν είναι να κωπηλατήσει πιο δυνατά. Είναι να αδειάσει.
Κόψε το πάθος και το μίσος, λέει ο στίχος, και θα πας στη Νιρβάνα. Το «κόψε» είναι μια κοφτερή λέξη, σχεδόν χειρουργική, και κάθεται παράξενα δίπλα στην ευγένεια αλλού. Αλλά όποιος έχει προσπαθήσει να χαλαρώσει μια μακρόχρονη μνησικακία ξέρει ότι στο τέλος δεν είναι ήπιο. Είναι μια απόφαση που λαμβάνεται σε κάποια συγκεκριμένη στιγμή με μια καθαρή λεπίδα, μετά από χρόνια λύσης κόμπων που συνέχιζαν να δένονται ξανά.
Έπειτα έρχεται ένας στίχος που αντιστέκεται σε οποιαδήποτε τακτοποιημένη ανάγνωση. Κόψε τα πέντε, άφησε τα πέντε, ύψωσε πάνω από τα πέντε. Ο μεταφραστής προσθέτει, σε παρένθεση, ότι τα πρώτα πέντε είναι οι αισθήσεις, και αφήνει τα υπόλοιπα στον αναγνώστη. Ο ρυθμός ξεπερνά ούτως ή άλλως την εξήγηση. Είναι μια κραυγή σε τρεις κινήσεις, σαν άνθρωπος που ανεβαίνει από ένα πηγάδι: κόψε, άφησε, ύψωσε. Όποιος έχει ξεφύγει από τα δεσμά ονομάζεται Ογκατίννα, σωσμένος από την πλημμύρα.
Η πλημμύρα είναι μια ωραία εικόνα δίπλα στη βάρκα. Μια βάρκα δεν προοριζόταν ποτέ να μείνει στο νερό. Είναι ένας τρόπος να περάσει κανείς, και ο άνθρωπος που έχει περάσει δεν έχει χρήση για αυτήν.
Αφορισμός
Μην κωπηλατείς πιο δυνατά. Άδειασε. Η μακρινή ακτή είναι πιο κοντά από το βάρος που κουβαλάς.
VII. Το Άδειο Σπίτι
Διαλογίσου, ω Μπίκσου, και μη γίνεσαι απρόσεκτος.
Η προειδοποίηση που ακολουθεί είναι η πιο σκληρή στο κεφάλαιο. Μην στρέψεις τη σκέψη σου σε ό,τι δίνει ευχαρίστηση, μήπως από απροσεξία αναγκαστείς να καταπιείς τη σιδερένια μπάλα, και φωνάξεις στη φωτιά: αυτός είναι ο πόνος. Η εικονογραφία είναι της κόλασης, και σκοπεύει να τρομάξει. Ωστόσο ο φόβος έχει μια παράξενη ποιότητα. Είναι ο φόβος εκείνου που έχει δει πόσο εύκολα η προσοχή γλιστρά προς ό,τι την κολακεύει, και πού καταλήγει η απαλή πλαγιά. Η σιδερένια μπάλα είναι λιγότερο τιμωρία από έξω παρά η καταπιεσμένη συνέπεια ενός νου που δεν στράφηκε ποτέ να κοιτάξει τον εαυτό του.
Ανάμεσα στην προειδοποίηση και την ευχαρίστηση βρίσκεται ένας σύντομος στίχος που μπορεί να είναι το ήσυχο κέντρο ολόκληρου του κεφαλαίου. Χωρίς γνώση δεν υπάρχει διαλογισμός, χωρίς διαλογισμό δεν υπάρχει γνώση. Το καθένα είναι η ρίζα και ο καρπός του άλλου. Ένας άνθρωπος δεν μπορεί να καθίσει τον δρόμο του προς τη σοφία χωρίς κάποια λάμψη κατανόησης να καθίσει μαζί της, και καμία κατανόηση δεν βαθαίνει αν δεν μεταφερθεί στη σιωπή. Τα δύο μεγαλώνουν σαν ένα ζευγάρι χέρια που πλένουν το ένα το άλλο.
Εκείνος που έχει και τα δύο είναι κοντά στη Νιρβάνα. Κοντά, και όχι εκεί. Το κείμενο είναι προσεκτικό σε αυτό.
Και έπειτα το σπίτι. Ένας Μπίκσου που έχει μπει στο άδειο του σπίτι, και του οποίου ο νους είναι ήρεμος, αισθάνεται μια χαρά πέρα από την ανθρώπινη όταν βλέπει καθαρά τον νόμο. Το σπίτι είναι άδειο, και αυτό δεν είναι θρήνος. Είναι η προϋπόθεση της χαράς. Ένα δωμάτιο γεμάτο έπιπλα, όσο ωραία κι αν είναι, δεν έχει χώρο όπου κάτι να εμφανιστεί. Στο γυμνό δωμάτιο το φως από το παράθυρο πέφτει στο πάτωμα, και ο άνθρωπος που το βλέπει αισθάνεται κάτι που καμία ανθρώπινη ευχαρίστηση δεν του έχει διδάξει ποτέ.
Αφορισμός
Η γνώση ανοίγει την πόρτα και η σιωπή περνάει. Καμία δεν πηγαίνει μόνη.
VIII. Ο Κύριος του Εαυτού
Κοντά στο τέλος το κεφάλαιο στρέφεται προς τα μέσα και μιλάει σε δεύτερο πρόσωπο, με μια ευθύτητα σχεδόν οικεία. Ξύπνα τον εαυτό σου με τον εαυτό σου. Εξέτασε τον εαυτό σου με τον εαυτό σου. Προστατευμένος από τον εαυτό σου και προσεκτικός, θα ζήσεις ευτυχισμένα.
Κανένας δάσκαλος δεν κατονομάζεται εδώ, κανένας θεός, κανένας θεσμός. Εκείνος που ξυπνά και εκείνος που ξυπνά είναι ο ίδιος. Ακούγεται σαν αίνιγμα, και αξίζει να μείνει κανείς μαζί του. Ποιος είναι ο εαυτός που ξυπνά τον εαυτό; Όποια απάντηση κι αν επιχειρηθεί, ο στίχος έχει ήδη δράσει: ο κοιμισμένος έχει απευθυνθεί, και κάτι μέσα του έχει απαντήσει.
Γιατί ο εαυτός είναι ο κύριος του εαυτού, ο εαυτός είναι το καταφύγιο του εαυτού. Θα μπορούσε να διαβαστεί σαν καύχημα, το παλιό δόγμα του αυτοδημιούργητου ανθρώπου. Δεν είναι αυτό. Ο εαυτός που είναι κύριος εδώ είναι εκείνος που έχει παρακολουθηθεί και ηρεμήσει μέσα από όλους αυτούς τους στίχους, και όχι ο θορυβώδης που ήθελε και ζήλευε και έκλαιγε για ό,τι δεν υπήρχε πια. Υπάρχουν δύο στο σπίτι, φαίνεται, και ο ένας κυβερνούσε στο όνομα του άλλου χωρίς να του ζητηθεί.
Γι’ αυτό χαλιναγώγησε τον εαυτό σου όπως ο έμπορος χαλιναγωγεί ένα καλό άλογο. Η λέξη «καλό» έχει σημασία. Ένας έμπορος δεν σπάει το άλογό του. Το εκτιμά, εξαρτάται από αυτό, και κρατά τα ηνία ελαφρά και με προσοχή, γιατί ο δρόμος είναι μακρύς και το άλογο δυνατό. Ο περιορισμός των εναρκτήριων στίχων επιστρέφει εδώ, μαλακωμένος από την εικόνα: ένας αναβάτης και ένα δώρο, εκεί όπου θα μπορούσε κανείς να περιμένει δεσμοφύλακα και φυλακισμένο.
Ανάμεσα σε αυτές τις εκκλήσεις, σχεδόν απαρατήρητο, το κείμενο αφήνει μία ακόμη εικόνα. Όπως το φυτό Βασίκα ρίχνει τα μαραμένα άνθη του, έτσι πρέπει οι άνθρωποι να ρίχνουν το πάθος και το μίσος. Το άνθος δεν κόβεται. Έχει τελειώσει, και πέφτει.
Αφορισμός
Δύο είναι στο σπίτι, εκείνος που θορυβεί και εκείνος που παρακολουθεί. Ας κρατάει ο παρατηρητής τα ηνία.
IX. Το Φεγγάρι Ελεύθερο από Σύννεφα
Η αρχή, λέει το κείμενο, για έναν σοφό Μπίκσου είναι η επαγρύπνηση πάνω στις αισθήσεις, η ικανοποίηση, ο περιορισμός κάτω από τον νόμο. Έπειτα ευγενείς φίλοι, των οποίων η ζωή είναι καθαρή και που δεν είναι οκνηροί. Έπειτα η ελεημοσύνη, και η τελειότητα στα καθήκοντα, και στην πληρότητα της χαράς ένα τέλος του πόνου. Είναι ένα μετριοπαθές πρόγραμμα. Θα μπορούσε να γραφτεί στον τοίχο οποιουδήποτε κελιού. Ωστόσο το τέλος του μιλιέται με όρους για τους οποίους η γλώσσα αγωνίζεται: ο ήσυχος τόπος, η παύση των φυσικών επιθυμιών, η ευτυχία.
Η ίδια πρόταση επιστρέφει δύο φορές στο κεφάλαιο, σχεδόν λέξη προς λέξη. Ο Μπίκσου που ενεργεί με καλοσύνη, που είναι ήρεμος στο δόγμα του Βούδα, θα φτάσει στον ήσυχο τόπο. Η επανάληψη σε τέτοια κείμενα δεν είναι αμέλεια. Είναι ο τρόπος που χτυπιέται ξανά μια καμπάνα για να βαθαίνει ο ήχος.
Ονομάζεται ήσυχος, εκείνος του οποίου το σώμα και η γλώσσα και ο νους έχουν ηρεμήσει, που είναι συγκεντρωμένος και έχει απορρίψει τα δολώματα του κόσμου. Δολώματα. Ο κόσμος σχεδιάζεται εδώ σαν λίμνη γεμάτη ψαράδες, κάθε αγκίστρι ντυμένο με κάτι όμορφο, και ο ήσυχος είναι το ψάρι που κολυμπάει δίπλα, αβίαστο και χωρίς να αγκιστρωθεί.
Το κεφάλαιο κλείνει με το φεγγάρι. Εκείνος που, ακόμη και ως νέος Μπίκσου, εφαρμόζει τον εαυτό του στο δόγμα του Βούδα, φωτίζει αυτόν τον κόσμο σαν το φεγγάρι όταν είναι ελεύθερο από σύννεφα. Ακόμη και ως νέος Μπίκσου. Το κείμενο θα μπορούσε να κάνει τη λάμψη βραβείο της μεγάλης ηλικίας. Την δίνει στον αρχάριο. Και τα σύννεφα δεν καταστρέφονται ποτέ από το φεγγάρι. Περνούν. Το φεγγάρι δεν έγινε πιο φωτεινό. Αποκαλύφθηκε.
Ίσως αυτό είναι το όλο. Ο Μπίκσου δεν προσθέτει τίποτα στον κόσμο, και έχει αφαιρέσει από τον εαυτό του σχεδόν καθετί που δεν ήταν ποτέ δικό του. Περπατά στην άκρη των χωριών με ένα μπολ, και οι χωρικοί που βάζουν ρύζι μέσα μερικές φορές κοιτάζουν ψηλά και αισθάνονται, χωρίς να μπορούν να πουν γιατί, ότι το βράδυ έχει γίνει λίγο πιο πλατύ. Έπειτα φεύγει κάτω από τον δρόμο, και η ησυχία που κουβαλούσε μένει πίσω για λίγο, σαν τη ζεστασιά σε έναν τόπο όπου κάποιος έχει καθίσει.
Αφορισμός
Το φεγγάρι δεν γίνεται φωτεινό. Αποκαλύπτεται. Έτσι και με εκείνον που έχει σταματήσει να κρύβεται από το φως.
Άδειασε αυτή τη Βάρκα
Ο Εαυτός είναι ο Κύριος του Εαυτού
Σωτηρία από την Πλημμύρα – Oghatinna («Αυτός που έχει διαβεί τον χείμαρρο»)
Γνώση και Διαλογισμός – Το Ήσυχο Μέρος
I. Εκείνος με το Μπολ
Υπάρχει μια μορφή που περπατά στην άκρη των χωριών κρατώντας ένα μπολ στα χέρια. Δεν ζητά τίποτα φωναχτά. Στέκεται, δέχεται ό,τι τοποθετηθεί εκεί, και συνεχίζει. Τα παλιά κείμενα τον ονομάζουν Μπίκσου, και η λέξη συνήθως αποδίδεται ως επαίτης, αν και η μετάφραση κρατά μόνο το εξωτερικό γεγονός του, το μπολ και τον δρόμο. Αυτό που η λέξη δείχνει είναι ένας τρόπος ύπαρξης, και θα μπορούσε να βιωθεί από έναν άνδρα σε ένα παλάτι όσο και από έναν κάτω από ένα δέντρο.
Το εικοστό πέμπτο κεφάλαιο του Νταμμαπάντα είναι αφιερωμένο σε αυτόν. Δεν περιγράφει έναν βαθμό ή ένα αξίωμα. Περιγράφει έναν άνθρωπο που αργά αδειάζει από καθετί που κάποτε φαινόταν να είναι ο ίδιος, και είναι παράξενο πόσο λίγα υπόσχονται οι στίχοι σε αντάλλαγμα. Δεν προσφέρονται οράματα. Ούτε βροντή. Μόνο ένας ήσυχος τόπος, μια παύση των παλιών πεινών, και κάτι που το κείμενο ονομάζει ευτυχία, μια λέξη τόσο απλή που ο αναγνώστης αρχίζει να υποψιάζεται πως σημαίνει περισσότερα απ’ όσα λέει.
Το να διαβάσεις το κεφάλαιο αργά είναι σαν να νιώθεις το έδαφος να μετατοπίζεται. Στην αρχή μοιάζει με κατάλογο απαγορεύσεων, έναν κανονισμό μοναχού. Έπειτα οι απαγορεύσεις αρχίζουν να μοιάζουν με πόρτες, καθεμία κλείνοντας έναν θόρυβο που ο νους είχε εκλάβει για τη δική του φωνή. Και πίσω από την τελευταία πόρτα υπάρχει, όπως φαίνεται, μια σιωπή που ήταν εκεί από πάντα, υπομονετική σαν λίμνη κάτω από τον άνεμο.
Αυτό που ακολουθεί δεν προσπαθεί να αποδείξει τίποτα για τον Μπίκσου. Μένει κοντά του, όπως μένει κανείς κοντά σε μια φωτιά τη νύχτα, για να δει τι κάνει το φως.
Αφορισμός
Το μπολ είναι άδειο για να μπορέσει να δεχτεί τον κόσμο. Η καρδιά αδειάζει για έναν βαθύτερο λόγο.
II. Οι Πόρτες του Σώματος
Το κεφάλαιο ανοίγει με έναν κατάλογο που ακούγεται σχεδόν γραφειοκρατικός. Περιορισμός στο μάτι, περιορισμός στο αυτί, στη μύτη, στη γλώσσα. Έπειτα το σώμα, έπειτα ο λόγος, έπειτα η σκέψη. Έπειτα, με μια σάρωση που μαζεύει ό,τι έχει απομείνει, περιορισμός σε όλα τα πράγματα.
Ένας βιαστικός αναγνώστης ακούει αυστηρότητα και φαντάζεται έναν άνδρα με χαμηλωμένα μάτια και σφιγμένο σαγόνι, που αρνείται τον κόσμο σαν να ήταν εχθρός. Αλλά το κείμενο λέει ότι ο περιορισμός είναι καλός, και η αίσθησή του είναι πιο κοντά στη φύλαξη παρά στην τιμωρία. Ένα σπίτι έχει πόρτες. Ένας άνθρωπος που δεν έχει κλείσει ποτέ καμία ζει σε ένα σπίτι όπου κάθε περαστικός άνεμος, κάθε κραυγή από τον δρόμο, κάθε μυρωδιά μαγειρέματος φτάνει σαν διαταγή. Τρέχει να απαντήσει. Τρέχει όλη του τη ζωή και το ονομάζει ζωή.
Το μάτι βλέπει ένα πρόσωπο και το θέλει, ή το φοβάται. Το αυτί πιάνει μια παρατήρηση και τη μεταφέρει σπίτι σαν πέτρα στο παπούτσι. Τίποτα από αυτά δεν είναι αμαρτία. Είναι μόνο ότι οι αισθήσεις, αφημένες χωρίς επίβλεψη, παίρνουν ήσυχα τη διακυβέρνηση του νου, και εκείνος που πιστεύει ότι αποφασίζει στην πραγματικότητα αποφασίζεται.
Ο περιορισμός, λοιπόν, είναι η πρώτη μικρή πράξη εξουσίας. Το χέρι κρατιέται πίσω από το άρπαγμα, το πόδι από την περιπλάνηση, η γλώσσα από τον αδιάφορο λόγο. Και αυτό που υπόσχεται ο στίχος είναι παράξενο: ότι εκείνος που κυβερνάται έτσι ευχαριστιέται εσωτερικά, ότι είναι συγκεντρωμένος, μοναχικός, ικανοποιημένος. Μοναχικός δεν σημαίνει εδώ μόνος. Σημαίνει ότι έχει σταματήσει να είναι διασκορπισμένος, και ένας νους μαζεμένος σε έναν τόπο έχει αρκετή συντροφιά.
Τέτοιος άνθρωπος, λέει το κείμενο, απελευθερώνεται από κάθε πόνο. Ο κόσμος δεν γίνεται πιο ήπιος. Απλώς έχει σταματήσει να ανοίγει κάθε πόρτα στον καιρό του.
Αφορισμός
Η πόρτα που κλείνει εγκαίρως κρατά έξω την καταιγίδα. Η πόρτα που δεν κλείνει ποτέ μετατρέπει το σπίτι σε δρόμο.
III. Ο Γλυκός Λόγος
Ο λόγος λαμβάνει τους δικούς του στίχους, και αξίζει να ρωτήσουμε γιατί. Από όλες τις πύλες, το στόμα είναι εκείνο που πιο καθαρά αφήνει το εσωτερικό να διαρρέει στον κόσμο. Ένας άνθρωπος μπορεί να κρύψει την απληστία του από τα μάτια του και τον θυμό του από τα χέρια του, αλλά η φωνή του θα τον προδώσει.
Ο Μπίκσου, λέει το κείμενο, ελέγχει το στόμα του. Μιλάει σοφά και ήρεμα. Διδάσκει το νόημα και τον νόμο, και ο λόγος του είναι γλυκός. Γλυκός είναι μια εκπληκτική επιλογή. Κανείς περιμένει εξουσία, ίσως αυστηρότητα, τη βροντή του προφήτη. Αντίθετα το κείμενο ζητά γλυκύτητα, και τη ζητά από κάποιον που έχει περάσει χρόνια μαθαίνοντας τη σιωπή. Ίσως τα δύο ανήκουν μαζί. Μόνο ένας άνθρωπος που έχει ακούσει για πολύ καιρό την ησυχία ξέρει πόσο ο συνηθισμένος λόγος είναι θόρυβος, και πόσο σπάνια είναι μια λέξη που αναδύεται από κάπου βαθύτερα από την επιθυμία να ακουστεί.
Τέτοια λέξη έχει βάρος και καμία δύναμη. Δεν σπρώχνει. Προσγειώνεται όπως προσγειώνεται ένα φύλλο σε ακίνητο νερό, και οι κύκλοι απλώνονται χωρίς κανείς να τους έχει σκοπεύσει.
Έπειτα η σκέψη στρέφεται, όπως συχνά συμβαίνει σε αυτούς τους στίχους, από το στόμα σε αυτό που βρίσκεται από κάτω. Εκείνος που κατοικεί στον νόμο, ευχαριστιέται στον νόμο, διαλογίζεται στον νόμο, ακολουθεί τον νόμο, δεν θα απομακρυνθεί ποτέ από αυτόν. Η επανάληψη δεν είναι αδέξια. Έχει τον ρυθμό ενός ανθρώπου που περπατά ένα μονοπάτι που έχει περπατήσει πολλές φορές, κάθε βήμα το ίδιο και κάθε βήμα νέο. Ο νόμος είναι πρώτα κατοικία, έπειτα ευχαρίστηση, έπειτα σκέψη, έπειτα δρόμος. Αναρωτιέται κανείς αν είναι ένα πράγμα που φαίνεται τέσσερις φορές, ή τέσσερα πράγματα που ήταν πάντα ένα.
Το κείμενο δεν λέει. Αφήνει την ερώτηση να στέκεται εκεί, γλυκιά και άλυτη.
Αφορισμός
Μίλα μόνο από τον τόπο όπου υπήρξε σιωπή. Τέτοιες λέξεις δεν χρειάζονται δύναμη για να ακουστούν.
IV. Αυτό που Δίνεται
Ένας μικρός στίχος, εύκολος να προσπεραστεί, κουβαλάει μια ολόκληρη φιλοσοφία της φτώχειας. Ας μη περιφρονεί ό,τι έχει λάβει, ούτε να ζηλεύει ποτέ τους άλλους.
Ένας άνθρωπος που ζει από ελεημοσύνες τρώει ό,τι του δίνεται. Μερικές φορές είναι ρύζι, μερικές φορές μόνο το νερό στο οποίο βράστηκε το ρύζι, μερικές φορές τίποτα. Κάτω από τέτοιες συνθήκες η σύγκριση γίνεται σχεδόν ακαταμάχητη. Το μπολ του διπλανού μοναχού φαίνεται πιο γεμάτο. Το γειτονικό χωριό φαίνεται πιο γενναιόδωρο. Και ο νους, ποτέ αδρανής, αρχίζει να χτίζει ένα μικρό δικαστήριο παραπόνων όπου οι θεοί κατηγορούνται και η δική του ζωή είναι ο παραμελημένος ενάγων.
Ο στίχος δεν θα ακούσει την υπόθεση. Ο επαίτης που ζηλεύει, λέει, δεν αποκτά ηρεμία του νου. Η δήλωση είναι επίπεδη, σαν εύρημα γιατρού. Η ζήλεια δεν καταδικάζεται. Δείχνεται ασυμβίβαστη με την ανάπαυση, όπως η φωτιά είναι ασυμβίβαστη με ένα κοιμισμένο παιδί.
Ο επόμενος στίχος προσφέρει κάτι απροσδόκητο. Ένας Μπίκσου που λαμβάνει λίγα και δεν τα περιφρονεί θα επαινεθεί ακόμη και από τους θεούς, αν η ζωή του είναι καθαρή και δεν είναι οκνηρός. Οι θεοί δεν επαινούν τη φτώχεια του. Κοιτάζουν την ικανοποίησή του, και έχει κανείς την αίσθηση ότι η ικανοποίηση είναι πιο σπάνια στον ουρανό παρά στη γη.
Το απόσπασμα αγγίζει την παράξενη αριθμητική του αρκετού. Υπάρχει ένα ποσό πέρα από το οποίο καμία συσσώρευση δεν προσθέτει τίποτα, και αυτό το ποσό δεν καθορίζεται από τον κόσμο. Βρίσκεται όπου ένας άνθρωπος σταματά να κοιτάζει λοξά. Κάποιοι το βρίσκουν στο τίποτα. Άλλοι δεν το βρίσκουν ανάμεσα σε βασίλεια.
Η συνθήκη που επισυνάπτεται, ότι δεν πρέπει να είναι οκνηρός, αξίζει επίσης να ακουστεί. Η ικανοποίηση εδώ δεν είναι κανενός είδους ύπνος. Είναι εγρήγορση χωρίς πείνα.
Αφορισμός
Το αρκετό δεν είναι ποσότητα. Είναι ο τόπος όπου τελειώνει το λοξό κοίταγμα.
V. Το Όνομα που Δεν Είναι ο Άνθρωπος
Εκείνος που δεν ταυτίζει ποτέ τον εαυτό του με όνομα και μορφή, και δεν θρηνεί για ό,τι δεν υπάρχει πια, αυτός πράγματι ονομάζεται Μπίκσου.
Εδώ ο τόνος αλλάζει. Μέχρι τώρα οι στίχοι ασχολήθηκαν με τη συμπεριφορά, την πύλη και το μπολ. Τώρα αγγίζουν τη ρίζα. Όνομα και μορφή είναι τα δύο μισά αυτού που ένας άνθρωπος θεωρεί τον εαυτό του: η ετικέτα, και το σώμα και ο νους που τη μεταφέρουν. Ένας άνθρωπος λέει «εγώ» και δείχνει, χωρίς να το προσέχει, σε μια συγκεκριμένη ιστορία, σε ένα συγκεκριμένο πρόσωπο, σε ένα δέμα αναμνήσεων και προτιμήσεων που κρατιούνται μαζί από ένα όνομα που του δόθηκε πριν μπορέσει να αντιταχθεί.
Το κείμενο υποδηλώνει, πολύ απαλά, ότι αυτό το «εγώ» είναι μια σύμβαση. Χρήσιμη, όπως είναι χρήσιμος ένας δρόμος. Όχι να εκληφθεί για τη χώρα.
Και τι ακολουθεί από το να μη το εκλάβει κανείς λάθος; Η θλίψη για ό,τι δεν υπάρχει πια αρχίζει να χαλαρώνει. Το περισσότερο πένθος είναι προσκόλληση στραμμένη προς το παρελθόν, η επιθυμία κάτι που έχει τελειώσει να συναινέσει να συνεχίσει. Αν δεν υπάρχει σταθερός εαυτός στον οποίο συνέβη η απώλεια, η απώλεια δεν έχει πού να καθίσει. Περνάει, όπως ο καιρός από ένα ανοιχτό παράθυρο.
Ένας μεταγενέστερος στίχος προσεγγίζει το θέμα από την άλλη πλευρά. Ας εξετάσει την προέλευση και την καταστροφή των στοιχείων του σώματος, και βρίσκει μια ευτυχία και χαρά που ανήκουν σε εκείνους που γνωρίζουν το αθάνατο. Παρακολουθεί τα μέρη να αναδύονται και να περνούν. Βλέπει τον σωρό και κανέναν ιδιοκτήτη του σωρού. Και σε εκείνη τη θέα αποκαλύπτεται κάτι που ούτε αναδύεται ούτε περνάει.
Για το τι είναι το αθάνατο, το κείμενο λέει μόνο ότι υπάρχει χαρά στη γνώση του. Ένας αναγνώστης μπορεί να θέλει περισσότερα. Οι στίχοι αρνούνται, με μια ευγένεια που είναι σχεδόν τρυφερή.
Αφορισμός
Αυτό που μπορεί να ονομαστεί είναι ένα ένδυμα. Εκείνος που το φορά δεν πήρε ποτέ όνομα.
VI. Η Αδειασμένη Βάρκα
Ω Μπίκσου, άδειασε αυτή τη βάρκα. Αν αδειάσει, θα πάει γρήγορα.
Είναι μία από τις καλύτερες εικόνες στο κεφάλαιο, και μία από τις πιο απλές. Μια βάρκα παίρνει νερό. Το κάνει ήσυχα, λίγο λίγο, μέσα από ραφές που κανείς δεν πρόσεξε. Το νερό είναι πάθος και μίσος, και η βάρκα είναι ο εαυτός, και ο ταξιδιώτης παρατηρεί μόνο ότι κινείται πιο αργά, ότι κάτι έχει γίνει βαρύ, ότι η μακρινή ακτή, κάποτε καθαρή, έχει σταματήσει να πλησιάζει. Η οδηγία δεν είναι να κωπηλατήσει πιο δυνατά. Είναι να αδειάσει.
Κόψε το πάθος και το μίσος, λέει ο στίχος, και θα πας στη Νιρβάνα. Το «κόψε» είναι μια κοφτερή λέξη, σχεδόν χειρουργική, και κάθεται παράξενα δίπλα στην ευγένεια αλλού. Αλλά όποιος έχει προσπαθήσει να χαλαρώσει μια μακρόχρονη μνησικακία ξέρει ότι στο τέλος δεν είναι ήπιο. Είναι μια απόφαση που λαμβάνεται σε κάποια συγκεκριμένη στιγμή με μια καθαρή λεπίδα, μετά από χρόνια λύσης κόμπων που συνέχιζαν να δένονται ξανά.
Έπειτα έρχεται ένας στίχος που αντιστέκεται σε οποιαδήποτε τακτοποιημένη ανάγνωση. Κόψε τα πέντε, άφησε τα πέντε, ύψωσε πάνω από τα πέντε. Ο μεταφραστής προσθέτει, σε παρένθεση, ότι τα πρώτα πέντε είναι οι αισθήσεις, και αφήνει τα υπόλοιπα στον αναγνώστη. Ο ρυθμός ξεπερνά ούτως ή άλλως την εξήγηση. Είναι μια κραυγή σε τρεις κινήσεις, σαν άνθρωπος που ανεβαίνει από ένα πηγάδι: κόψε, άφησε, ύψωσε. Όποιος έχει ξεφύγει από τα δεσμά ονομάζεται Ογκατίννα, σωσμένος από την πλημμύρα.
Η πλημμύρα είναι μια ωραία εικόνα δίπλα στη βάρκα. Μια βάρκα δεν προοριζόταν ποτέ να μείνει στο νερό. Είναι ένας τρόπος να περάσει κανείς, και ο άνθρωπος που έχει περάσει δεν έχει χρήση για αυτήν.
Αφορισμός
Μην κωπηλατείς πιο δυνατά. Άδειασε. Η μακρινή ακτή είναι πιο κοντά από το βάρος που κουβαλάς.
VII. Το Άδειο Σπίτι
Διαλογίσου, ω Μπίκσου, και μη γίνεσαι απρόσεκτος.
Η προειδοποίηση που ακολουθεί είναι η πιο σκληρή στο κεφάλαιο. Μην στρέψεις τη σκέψη σου σε ό,τι δίνει ευχαρίστηση, μήπως από απροσεξία αναγκαστείς να καταπιείς τη σιδερένια μπάλα, και φωνάξεις στη φωτιά: αυτός είναι ο πόνος. Η εικονογραφία είναι της κόλασης, και σκοπεύει να τρομάξει. Ωστόσο ο φόβος έχει μια παράξενη ποιότητα. Είναι ο φόβος εκείνου που έχει δει πόσο εύκολα η προσοχή γλιστρά προς ό,τι την κολακεύει, και πού καταλήγει η απαλή πλαγιά. Η σιδερένια μπάλα είναι λιγότερο τιμωρία από έξω παρά η καταπιεσμένη συνέπεια ενός νου που δεν στράφηκε ποτέ να κοιτάξει τον εαυτό του.
Ανάμεσα στην προειδοποίηση και την ευχαρίστηση βρίσκεται ένας σύντομος στίχος που μπορεί να είναι το ήσυχο κέντρο ολόκληρου του κεφαλαίου. Χωρίς γνώση δεν υπάρχει διαλογισμός, χωρίς διαλογισμό δεν υπάρχει γνώση. Το καθένα είναι η ρίζα και ο καρπός του άλλου. Ένας άνθρωπος δεν μπορεί να καθίσει τον δρόμο του προς τη σοφία χωρίς κάποια λάμψη κατανόησης να καθίσει μαζί της, και καμία κατανόηση δεν βαθαίνει αν δεν μεταφερθεί στη σιωπή. Τα δύο μεγαλώνουν σαν ένα ζευγάρι χέρια που πλένουν το ένα το άλλο.
Εκείνος που έχει και τα δύο είναι κοντά στη Νιρβάνα. Κοντά, και όχι εκεί. Το κείμενο είναι προσεκτικό σε αυτό.
Και έπειτα το σπίτι. Ένας Μπίκσου που έχει μπει στο άδειο του σπίτι, και του οποίου ο νους είναι ήρεμος, αισθάνεται μια χαρά πέρα από την ανθρώπινη όταν βλέπει καθαρά τον νόμο. Το σπίτι είναι άδειο, και αυτό δεν είναι θρήνος. Είναι η προϋπόθεση της χαράς. Ένα δωμάτιο γεμάτο έπιπλα, όσο ωραία κι αν είναι, δεν έχει χώρο όπου κάτι να εμφανιστεί. Στο γυμνό δωμάτιο το φως από το παράθυρο πέφτει στο πάτωμα, και ο άνθρωπος που το βλέπει αισθάνεται κάτι που καμία ανθρώπινη ευχαρίστηση δεν του έχει διδάξει ποτέ.
Αφορισμός
Η γνώση ανοίγει την πόρτα και η σιωπή περνάει. Καμία δεν πηγαίνει μόνη.
VIII. Ο Κύριος του Εαυτού
Κοντά στο τέλος το κεφάλαιο στρέφεται προς τα μέσα και μιλάει σε δεύτερο πρόσωπο, με μια ευθύτητα σχεδόν οικεία. Ξύπνα τον εαυτό σου με τον εαυτό σου. Εξέτασε τον εαυτό σου με τον εαυτό σου. Προστατευμένος από τον εαυτό σου και προσεκτικός, θα ζήσεις ευτυχισμένα.
Κανένας δάσκαλος δεν κατονομάζεται εδώ, κανένας θεός, κανένας θεσμός. Εκείνος που ξυπνά και εκείνος που ξυπνά είναι ο ίδιος. Ακούγεται σαν αίνιγμα, και αξίζει να μείνει κανείς μαζί του. Ποιος είναι ο εαυτός που ξυπνά τον εαυτό; Όποια απάντηση κι αν επιχειρηθεί, ο στίχος έχει ήδη δράσει: ο κοιμισμένος έχει απευθυνθεί, και κάτι μέσα του έχει απαντήσει.
Γιατί ο εαυτός είναι ο κύριος του εαυτού, ο εαυτός είναι το καταφύγιο του εαυτού. Θα μπορούσε να διαβαστεί σαν καύχημα, το παλιό δόγμα του αυτοδημιούργητου ανθρώπου. Δεν είναι αυτό. Ο εαυτός που είναι κύριος εδώ είναι εκείνος που έχει παρακολουθηθεί και ηρεμήσει μέσα από όλους αυτούς τους στίχους, και όχι ο θορυβώδης που ήθελε και ζήλευε και έκλαιγε για ό,τι δεν υπήρχε πια. Υπάρχουν δύο στο σπίτι, φαίνεται, και ο ένας κυβερνούσε στο όνομα του άλλου χωρίς να του ζητηθεί.
Γι’ αυτό χαλιναγώγησε τον εαυτό σου όπως ο έμπορος χαλιναγωγεί ένα καλό άλογο. Η λέξη «καλό» έχει σημασία. Ένας έμπορος δεν σπάει το άλογό του. Το εκτιμά, εξαρτάται από αυτό, και κρατά τα ηνία ελαφρά και με προσοχή, γιατί ο δρόμος είναι μακρύς και το άλογο δυνατό. Ο περιορισμός των εναρκτήριων στίχων επιστρέφει εδώ, μαλακωμένος από την εικόνα: ένας αναβάτης και ένα δώρο, εκεί όπου θα μπορούσε κανείς να περιμένει δεσμοφύλακα και φυλακισμένο.
Ανάμεσα σε αυτές τις εκκλήσεις, σχεδόν απαρατήρητο, το κείμενο αφήνει μία ακόμη εικόνα. Όπως το φυτό Βασίκα ρίχνει τα μαραμένα άνθη του, έτσι πρέπει οι άνθρωποι να ρίχνουν το πάθος και το μίσος. Το άνθος δεν κόβεται. Έχει τελειώσει, και πέφτει.
Αφορισμός
Δύο είναι στο σπίτι, εκείνος που θορυβεί και εκείνος που παρακολουθεί. Ας κρατάει ο παρατηρητής τα ηνία.
IX. Το Φεγγάρι Ελεύθερο από Σύννεφα
Η αρχή, λέει το κείμενο, για έναν σοφό Μπίκσου είναι η επαγρύπνηση πάνω στις αισθήσεις, η ικανοποίηση, ο περιορισμός κάτω από τον νόμο. Έπειτα ευγενείς φίλοι, των οποίων η ζωή είναι καθαρή και που δεν είναι οκνηροί. Έπειτα η ελεημοσύνη, και η τελειότητα στα καθήκοντα, και στην πληρότητα της χαράς ένα τέλος του πόνου. Είναι ένα μετριοπαθές πρόγραμμα. Θα μπορούσε να γραφτεί στον τοίχο οποιουδήποτε κελιού. Ωστόσο το τέλος του μιλιέται με όρους για τους οποίους η γλώσσα αγωνίζεται: ο ήσυχος τόπος, η παύση των φυσικών επιθυμιών, η ευτυχία.
Η ίδια πρόταση επιστρέφει δύο φορές στο κεφάλαιο, σχεδόν λέξη προς λέξη. Ο Μπίκσου που ενεργεί με καλοσύνη, που είναι ήρεμος στο δόγμα του Βούδα, θα φτάσει στον ήσυχο τόπο. Η επανάληψη σε τέτοια κείμενα δεν είναι αμέλεια. Είναι ο τρόπος που χτυπιέται ξανά μια καμπάνα για να βαθαίνει ο ήχος.
Ονομάζεται ήσυχος, εκείνος του οποίου το σώμα και η γλώσσα και ο νους έχουν ηρεμήσει, που είναι συγκεντρωμένος και έχει απορρίψει τα δολώματα του κόσμου. Δολώματα. Ο κόσμος σχεδιάζεται εδώ σαν λίμνη γεμάτη ψαράδες, κάθε αγκίστρι ντυμένο με κάτι όμορφο, και ο ήσυχος είναι το ψάρι που κολυμπάει δίπλα, αβίαστο και χωρίς να αγκιστρωθεί.
Το κεφάλαιο κλείνει με το φεγγάρι. Εκείνος που, ακόμη και ως νέος Μπίκσου, εφαρμόζει τον εαυτό του στο δόγμα του Βούδα, φωτίζει αυτόν τον κόσμο σαν το φεγγάρι όταν είναι ελεύθερο από σύννεφα. Ακόμη και ως νέος Μπίκσου. Το κείμενο θα μπορούσε να κάνει τη λάμψη βραβείο της μεγάλης ηλικίας. Την δίνει στον αρχάριο. Και τα σύννεφα δεν καταστρέφονται ποτέ από το φεγγάρι. Περνούν. Το φεγγάρι δεν έγινε πιο φωτεινό. Αποκαλύφθηκε.
Ίσως αυτό είναι το όλο. Ο Μπίκσου δεν προσθέτει τίποτα στον κόσμο, και έχει αφαιρέσει από τον εαυτό του σχεδόν καθετί που δεν ήταν ποτέ δικό του. Περπατά στην άκρη των χωριών με ένα μπολ, και οι χωρικοί που βάζουν ρύζι μέσα μερικές φορές κοιτάζουν ψηλά και αισθάνονται, χωρίς να μπορούν να πουν γιατί, ότι το βράδυ έχει γίνει λίγο πιο πλατύ. Έπειτα φεύγει κάτω από τον δρόμο, και η ησυχία που κουβαλούσε μένει πίσω για λίγο, σαν τη ζεστασιά σε έναν τόπο όπου κάποιος έχει καθίσει.
Αφορισμός
Το φεγγάρι δεν γίνεται φωτεινό. Αποκαλύπτεται. Έτσι και με εκείνον που έχει σταματήσει να κρύβεται από το φως.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις
(
Atom
)