Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2026

Η Δύναμη των Σκεπτομορφών

Η σκέψη εκφράζεται μέσω του νου δίνοντας στα λόγια χρώμα, ύφος, βαρύτητα.

Οι σπόροι έμπνευσης, οι μεγάλες ιδέες, οι ανώτερες συλλήψεις ενυπάρχουν στην έκφραση της Δημιουργίας μέσα σε έναν Ενεργειακό Ωκεανό, περιπλανώμενες στο Σύμπαν ελεύθερες, πρόσφορες για χρήση από όλους μας.

Εάν χρησιμοποιούμε την ανώτερη έκφραση της ύπαρξής μας, αυτό που πολλές φορές αποκαλέσαμε Ανώτερο Εαυτό, μέσω της δημιουργικής μας φαντασίας και της αγάπης για την εξέλιξη, τότε οι συλλήψεις των σκέψεών μας θα μπορούν να δομούν δημιουργικές σκεπτομορφές από το επίπεδο των Ανώτερων Κόσμων εκφράζοντάς τες στον κόσμο των συνανθρώπων μας.

Οι σκέψεις πλανώνται γύρω μας σε μια νοητική αύρα και πολλές φορές εξαπλώνονται και διασκορπίζονται στον περιβάλλοντα χώρο.

Όπως και τα συναισθήματα, δονούν και αποτυπώνονται γύρω μας, επηρεάζουν εμάς αλλά και τους άλλους ολόγυρα με ανάλογα αποτελέσματα κάθε φορά.

Μοιάζουν με τους χτύπους ενός τυμπάνου που άλλοτε παρασέρνει τους χορευτές στους δικούς του κραδασμούς δημιουργώντας ρυθμό, έκσταση, ανάταση ψυχής και άλλοτε τους αφήνει εμβρόντητους μέσα στις ψευδαισθήσεις τους, την αναταραχή και τη δυσαρμονία.

Οι σκέψεις είναι άλλοτε καθαρά νοητικές και άλλοτε υποκινούνται από διαταραγμένα συναισθήματα, από εξάρσεις, από εκρηκτικές διαθέσεις. Πολλές φορές τα συναισθήματα είναι υποκινητές σκέψεων και ιδεών και είναι φυσικό να υπάρχει μια σύνθεση του συναισθήματος με το νου.

Άραγε ποιος είναι ο σκοπός της σκέψης;

Μήπως η ανακάλυψη της εσωτερικής βούλησης του ανθρώπου ώστε, σαν μονάδα, να κατευθυνθεί στην εξερεύνηση του εσωτερικού του κόσμου αλλά και στη διαμόρφωση του περιβάλλοντός του;

Φαίνεται πιθανώς ρομαντικό αν πούμε πως, αλλάζοντας τον τρόπο σκέψης μας αλλάζει και η εξωτερική κατάσταση του κόσμου.

Η δύναμη διάχυσης ιδεών που δημιουργούν θετικές εστίες μπορούν να αλλάξουν τον πόνο, την φτώχεια, αυτό που λέμε αδικία στον κόσμο. Μπορούν να δώσουν ελπίδα, όραμα, αγάπη και ελευθερία πόλωσης προς ανώτερες συνειδησιακές καταστάσεις που οδηγούν την ανθρώπινη ύπαρξη σε μια ορθότερη χρήση της λέξης, Άνθρωπος.

Οι σκέψεις συσσωρεύονται μέσα μας με έναν τρόπο κάπως μαγνητικό θα λέγαμε. Εάν κάποιος πολώνεται στα υλικά αποκτήματα, αρχίζοντας από μία σκέψη η οποία ολοένα αυξάνει, θα έλκει γύρω του αντίστοιχες σκέψεις φτιάχνοντας ένα πεδίο, ένα πλέγμα συγκεκριμένων σκέψεων ωθώντας τον να είναι αυτό ακριβώς που σκέφτεται.

Υπάρχει πληθώρα σκέψεων γύρω μας, σκέψεις που ψάχνουν όμοιές τους για να ενοποιηθούν ή για να «φυτρώσουν» για πρώτη φορά και έτσι οι σκέψεις της Αγάπης τραβούν Αγάπη, οι σκέψεις της Ειρήνης έλκουν Ειρήνη.

`Ενας άνθρωπος που εκπέμπει αγνές δονήσεις, σκεπτόμενος υψηλά θέματα εκπέμπει δονήσεις που τείνουν να ενεργόποιήσουν και σε άλλους σκέψεις αγνής καρδιάς και νου του ίδιου επιπέδου.

Μήπως τελικά ο κόσμος μας δεν κινείται με τα λόγια αλλά με τις σκέψεις, μήπως για αυτό και εμείς, ως σκεπτόμενα όντα, έχουμε μεγάλη ευθύνη για την ποιότητα των σκέψεών μας. Αν δεχθούμε πως οι σκέψεις μας ταξιδεύουν-περιφέρονται, μήπως τότε με τις σκέψεις μας σπέρνουμε μελλοντικά γεγονότα;

Ίσως είναι δύσκολο να αποδεχθούμε ή να αφομοιώσουμε το γεγονός ότι, η σκέψη έχει το ίδιο αποτέλεσμα με την πράξη. Αν θέλουμε όμως να πάρουμε μέρος στην πορεία της παγκόσμιας εξέλιξης, θα πρέπει να κατανοήσουμε βαθιά τη σημασία της σκέψης.

Η σκέψη προσελκύει ισόμορφη ενεργό δράση και ελέγχει τη ζωτική μας παρόρμηση. Πώς λοιπόν επιδεικνύουμε τόσο λίγη αγωνιστικότητα για την κάθαρση της σκέψης; Η συνειδητότητα προσελκύει όλες τις ζωτικές εκφράσεις και ο δημιουργός της σκέψης διαποτίζει το διάστημα. Για αυτό είναι τόσο επιτακτικός ο αγώνας της διεύρυνσης των σκέψεων και της κατανόησης των θεμελίων της ζωής. Κάθε ζωή δομείται πάνω στη δική της τροχιά και κάθε ζωή έχει ένα θεμέλιο, όπου όλες οι πράξεις πρέπει να ανταποκρίνονται στο ανώτατο.

Ένα πολύ σημαντικό στοιχείο για την εξέλιξή μας ατομικά, ομαδικά αλλά και πλανητικά είναι το ζήτημα των σκεπτομορφών. Των σκέψεων που μορφοποιούνται μέσα από τη δημιουργική φαντασία, σκέψεις που αποκτούν υπόσταση, υπόσταση οντότητας και πλανώνται επηρεάζοντας όχι μόνο το δημιουργό τους αλλά και άλλους ανθρώπους, άλλοτε προκαλώντας σύγχυση και άλλοτε στρέφοντάς τους προς την κατεύθυνση που υποδεικνύουν.¨Αλλοτε είναι σκέψεις αποκυήματα της φαντασίας και άλλοτε έχουν υπόβαθρο και υπόσταση στο υλικό πεδίο.

Οι σκεπτομορφές δεν είναι πάντα αρνητικές, υπάρχουν θετικές, δημιουργικές σκεπτομορφές, σκέψεις-μορφές που βοηθούν στην εξέλιξη και τις οποίες αναμφίβολα μπορούμε να διαφυλάξουμε και να επιτρέψουμε την ελεύθερη διακίνησή τους.

Θα μπορούσαμε βέβαια με μια θέληση «κάθαρσης» θα λέγαμε, να απομακρύνουμε επιμελημένα τις αρνητικές-βλαβερές σκεπτομορφές αφήνοντας το χώρο καθαρό και ελεύθερο για νέα δεδομένα θετικά και δημιουργικά.

Οι αρνητικές σκεπτομορφές επηρεάζουν πρόσωπα και καταστάσεις τόσο ατομικά όσο και ομαδικά, δημιουργούν αλλοιώσεις και όσο παραμένουν σε ένα χώρο και συντηρούνται από αυτόν τόσο δημιουργούν σύγχυση, πλάνες και δυσάρεστες καταστάσεις, καθώς και ένα γενικότερο συναισθηματικό και νοητικό αποπροσανατολισμό.

Είναι πoλύ σημαντική η διατήρηση της καθαρότητας της σκέψης και για να το επιτύχουμε αυτό θα πρέπει να εξυψώσουμε τη συνείδησή μας, τα ιδανικά μας, τα οράματά μας, σε ανώτερο επίπεδο, σε ένα επίπεδο πιο κοντά στο χώρο της δημιουργικής φαντασίας και της διανόησης. Μακριά από την πλάνη και τη σύγχυση που μας εγκλωβίζουν στραγγαλίζοντας τα όνειρά μας, κόβοντας τα φτερά της δημιουργικότητάς μας.

Ζούμε μέσα στην πλάνη και χειριζόμαστε την πλάνη σαν να είναι αλήθεια, καταλήγοντας σε πλήρη ανισορροπία με όλες τις αρνητικές επιπτώσεις. Κάθε πράξη είναι αποτέλεσμα μιας σκέψης, η πράξη ακολουθεί, αυτό που λέμε υποσυνείδητη σκέψη, μέσω του οποίου εκφράζεται το ατομικό ασυνείδητο και ένα μέρος τους φυλετικού ασυνείδητου. Υπάρχει και η δημιουργική σκέψη, η υπερσυνείδητη σκέψη όπου λειτουργεί η αφηρημένη συνείδηση μέσω των ιδεών.

Όταν η ανθρώπινη ενέργεια ρέει προς τα έξω, λειτουργεί-δονείται πάνω σε διάφορες βαθμίδες της λεπτοφυούς ύλης του νοητικού και σε συνέχεια του αστρικού-συγκινησιακού μας κόσμου παράγοντας ενέργεια σε «μορφή» μαζί με χρώματα.

Οι σκέψεις μας δεν έχουν έναν απλό τρόπο έκφρασης, σύμφωνα με την ιδιοσυγκρασία του καθενός αλλά και την ποιοτική αντιληπτική μας ικανότητα, υπάρχουν σκέψεις με διαφορετικό κραδασμό και με ποικιλία χρωμάτων. Έχουν προσπαθήσει να απεικονίσουν τα χρώματα μιας σκεπτομορφής, αποδίδοντας με αυτόν τον τρόπο τη χαρά, τη θλίψη, την ελπίδα, τη στοργή, την αγάπη, αλλά και το μίσος, το θυμό, το φόβο και την οργή.

Ισως περισσότερο από ποτέ, στη σημερινή εποχή, όταν παράγουμε σκέψεις, έχουμε ανάγκη από σοφία και αγάπη, ώστε να είμαστε δημιουργικοί, φωτεινοί άνθρωποι. Δεν είναι τόσο ονειροπόλο το να θέλουμε να πετάμε στη φαντασία, στο νου μα και στην καρδιά με τα φτερά της σοφίας και της αφοσίωσης, με τη δυνατότητα σύλληψης ανώτερων ιδεών ανιδιοτελώς.

Αυτό που αποκαλούμε θεία δύναμη, αυτά τα ισχυρά κύματα θείου νόμου που ρέουν προς τα κάτω, δεν είναι ό,τι καλύτερο για τους δικούς μας νόες, για τις δικές μας συγκινήσεις, ώστε να οδηγηθεί η ύπαρξή μας σε μια ποιοτική αναβάθμιση και κατ’ επέκταση όλης της ανθρωπότητας και του πλανήτη;

Αυτό δεν είναι που οδηγεί στην ανώτερη έκφραση της ύπαρξής μας είτε σαν καλλιτέχνες, είτε σαν επιστήμονες, είτε σαν διανοητές μα, κύρια σαν Άνθρωποι που επιθυμούν ευλαβικά να ανυψώσουν την σκέψη προς τα εξυψωμένα ανώτερα πνευματικά επίπεδα της ύπαρξής τους; Και είναι κάτι που μπορούμε να το επιτύχουμε, γιατί δεν πρόκειται να χρησιμοποιήσουμε λάθος την ισχυρή δύναμη της σκέψης, αν πάντα τη διαχειριζόμαστε σε συνάρτηση με το Θείο Σχέδιο της Εξέλιξης και της εξύψωσης του κόσμου.

`Ισως να δημιουργείται το ερώτημα ποια σκέψη είναι αποτελεσματικότερη, η διατυπωμένη ή εκείνη που δεν έχει εκφραστεί. Πράγματι, ίσως φαίνεται πως η χρήση λεκτικών τύπων θα μπορούσε να προσθέσει δύναμη. Οι άνθρωποι που προσελκύονται από εξωτερικά φαινόμενα φαντάζονται ότι ένα λεκτικό πλαίσιο αυξάνει την αποτελεσματικότητα της σκέψης.

Εντούτοις, κάτι τέτοιο δεν είναι παρά μια συμβατικότητα. Οι λέξεις δε βοηθούν την ουσία, η άφατη σκέψη είναι πολύ ισχυρότερη. Ίσως χρειάζεται να συνηθίσουμε στο γεγονός πως η σκέψη κυβερνά το ανθρώπινο πεπρωμένο.

Και εδώ είναι που πρέπει να συνειδητοποιήσουμε την ευθύνη για τις δικές μας σκέψεις.

Παλιότερα, ήταν υπεύθυνος κανείς για τη δράση των σκέψεών του. Αργότερα κατανοήθηκε η σημασία του λόγου και τώρα ίσως ήρθε ο καιρός να γνωρίσουμε την πύρινη δύναμη που εκφράζεται μέσω της σκέψης μας. Είναι προτιμότερο να μάθουμε την έννοια της σιωπής και να εξαγνίσουμε τις ανεξέλεκτες σκέψεις μας.

Θα πρέπει να αναγνωριστεί ότι η ενέργεια της σκέψης είναι μία από τις ύψιστες εκδηλώσεις της Πρωταρχικής Ενέργειας. Είναι αδύνατο να απομονώσουμε τη σκέψη από τη θεμελιώδη ενέργεια του Κόσμου.

Η σκέψη γεννά ορισμένα ρεύματα που χρησιμεύουν ως αφυπνιστές ή ανανεωτές του Σύμπαντος. `Ετσι σαν σκεπτόμενα όντα μετέχουμε στη δημιουργία του κόσμου κυριολεκτικά, όχι αλληγορικά.

Επομένως, ο άνθρωπος έχει μεγάλη ευθύνη για την ποιότητα της σκέψης του. Κάθε ευγενής και ισχυρή σκέψη παράγει ωραίους κραδασμούς, αλλά η κακεντρεχής σκέψη γεμίζει τη Γη με θανατηφόρα σκουπίδια. Κατά τη σύλληψη ή την αποστολή μιας σκέψης παρατηρούμε μια σειρά εκδηλώσεων που επιβεβαιώνουν το γεγονός πως η σκέψη είναι ενέργεια και ως τέτοια παράγει ενέργεια.

Ας κρατήσουμε τις σκέψεις μας αγνές, γιατί είναι ότι καλύτερο για να γίνουν τα «φαινόμενα της ζωής» πραγματικότητα. Οι αγνές σκέψεις με ομορφιά αποκαλύπτουν το μονοπάτι της αλήθειας και η ομορφιά γεννιέται μέσα από την αστραπή της σκέψης.

Η ταχύτητα μετάδοσης της σκέψης ακόμη και από απόσταση είναι απίστευτη. Μια σκέψη μπορεί να εξαγνίσει, αλλά μπορεί και να προσελκύσει χαοτικά φαινόμενα.

Ας μάθουμε να σκεφτόμαστε, ας δώσουμε και στα παιδιά την ευκαιρία να σκέφτονται γιατί καμία διάλεξη, καμία διδασκαλία δεν μπορεί να μας διδάξει να σκεφτόμαστε. Η σκέψη παρέχει μορφή, η σκέψη παρέχει δημιουργικότητα, η σκέψη παρέχει την δυνατότητα εφέλκυσης ενός πλανήτη. Η ανθρώπινη σκέψη είναι σαν το πυρ.

Η ποιότητα και η διαδοχή μικρών σκέψεων θέτει τα θεμέλια μεγάλων πράξεων. Μόνο μια ορθή και αταλάντευτη σκέψη μπορεί να υπερνικήσει το σκοτάδι του χάους.

Στη μεταβίβαση της σκέψης μας ο κύριος υποκινητής είναι η καρδιά μας. Στέλνοντας σκέψεις ας συντονίσουμε τις καρδιές μας και σαν αστραπή ας στραφούμε προς την εξύψωση της δημιουργίας, σαν μια αντανάκλαση του ίδιου του Πνεύματος στη Γη.

Άλλο η αγάπη άνευ όρων και άλλο η αγάπη άνευ ορίων

Είναι φορές που ενώ προπονούμαι στην αγάπη, στο άνοιγμα, στην κατανόηση και στην αποδοχή άνευ όρων, παρατηρώ τον άλλον να το επωφελείται, σαν να τον βολεύει και να βολεύεται, σαν να το χρησιμοποιεί προκειμένου να κάνει τα καπρίτσια της προσωπικότητας του, σαν να του δίνει δύναμη αυτή η στάση μου. Και όσο περισσότερο προσπαθώ να δω τα πράγματα από την δική του σκοπιά καλοπροαίρετα και με καλή πρόθεση, για άλλη μια φορά παρατηρώ ότι αρχίζω να καταπιέζω τις δικές μου ανάγκες, ότι ο άλλος ξεπερνάει τα όρια του και αρχίζει και μου στερεί την ελευθερία μου. Και είναι εκείνη η στιγμή που πρέπει να βάλω τα όρια μου, που πρέπει να πάρω θέση και πρέπει να τον βάλω στην θέση του, από την άποψη να του πω τα σύκα σύκα και την σκάφη σκάφη.

Γιατί αγάπη άνευ όρων δεν σημαίνει και αγάπη δίχως όρια. Η αγάπη δίχως όρια είναι προβληματική. Με την αγάπη δίχως όρια δείχνεις στον άλλον ότι δεν υπολογίζεις τον εαυτό σου και δεν μπορεί και εκείνος να σε υπολογίζει. Η αγάπη για να υπάρξει χρειάζεται όρια. Όρια που λένε ότι μέχρι εδώ μπορείς να έρχεσαι στα δικά μου χωράφια, μέχρι εδώ μπορώ να κάνω υπομονή με αυτή τη συμπεριφορά, μέχρι εδώ μπορώ να ανεχθώ, μέχρι εδώ σου επιτρέπω.

Δεν είμαστε ολοκληρωμένοι ακόμα για να βιώνουμε την αγάπη δίχως όρους που να μην μας απασχολούν και τα όρια. Γιατί αν πραγματικά μπορούμε να βιώνουμε αγάπη άνευ όρων, μπορούμε να μην έχουμε και όρια. Και τότε δεν θα είναι απαραίτητα τα όρια γιατί όταν και η άλλη πλευρά λειτουργεί κάτω από το πλαίσιο της αγάπης άνευ όρων δεν υφίσταται καν η έννοια των ορίων.

Τα όρια τα χρειάζεται η προσωπικότητα για να επιβιώσει και να αισθάνεται βολικά στις καθημερινές συναλλαγές της με τους ανθρώπους. Και επειδή σαν προσωπικότητες λειτουργούμε επί το πλείστον στην καθημερινότητα μας, είναι αναγκαίο να βάλουμε τα όρια μας, ακόμα και αν πειραματιζόμαστε με την αγάπη άνευ όρων.

Πολλές φορές το μπερδεύουμε και πιστεύουμε ότι αυτό είναι που πρέπει να κάνουμε και εκεί που πρέπει να φτάσουμε. Ναι έτσι είναι, άλλα πως θα φτάσουμε ως εκεί; Όταν ακόμα μαθαίνουμε τον εαυτό μας, όταν ακόμα μαθαίνουμε τα όρια μας, όταν ακόμα μαθαίνουμε να ελέγχουμε τις αντιδράσεις μας και τα συναισθήματα μας, όταν ακόμα ο νους μας εξαντλεί με την δραστηριότητα του, με τι εφόδια να κατακτήσουμε την αγάπη άνευ όρων; Ένα βήμα την φορά, έτσι ώστε να μπορούμε να είμαστε ήρεμοι και σταθεροί στην καθημερινότητα μας, να είμαστε αποδοτικοί και αποτελεσματικοί στους ρόλους μας και συγχρόνως, χαρούμενοι, δημιουργικοί και αποταυτισμένοι από τα εξωτερικά γεγονότα. Όταν μάθουμε και εξασκηθούμε αρκετά στο να αγαπάμε τους εαυτούς μας άνευ όρων και ορίων, τότε θα μπορέσουμε να το κάνουμε πράξη αυτό και στους γύρω μας. Αλλά αυτό μαθαίνουμε αυτή την εποχή. Ακόμα πειραματιζόμαστε και είναι φρόνιμο να πειραματιστούμε με τον εαυτό μας πρώτα. Είναι πιο ασφαλές και έχει σίγουρη επιτυχία.

Αγαπάω τον εαυτό μου άνευ όρων σημαίνει, ότι αποδέχομαι τα λάθη μου, αποδέχομαι την κακοκεφιά μου, αποδέχομαι την άρνηση μου να κάνω κάτι, αποδέχομαι ότι δεν μπορώ να καταφέρω κάτι, αποδέχομαι ότι κάτι με προβληματίζει, αποδέχομαι ότι έχω αδυναμίες, αποδέχομαι ότι έχω φοβίες, αποδέχομαι τα στραβά μου. Αλλά για να τα αποδεχτώ πρέπει να αντέχω να τα γνωρίσω.

Πρέπει να απενοχοποιηθώ ότι πρέπει να είμαι το «καλό παιδί» και να κοιτάξω μέσα μου να δω όλα αυτά που δεν ταιριάζουν στην ταμπέλα του καλού παιδιού. Και αυτά τα στοιχεία μου να τα αγκαλιάσω και να τα αγαπήσω, άνευ όρων. Μπορώ να το κάνω αυτό; Αυτό είναι μια πολύ καλή πρακτική για να προχωρήσω στην αγάπη άνευ όρων και στους άλλους.

Μην ψάχνουμε λοιπόν το δάσος και χάνουμε το δέντρο. Ένα βήμα την φορά κάθε φορά και ας ξεκινήσουμε από εμάς. Μην θέλουμε να σώσουμε τον κόσμο και να βοηθήσουμε τους άλλους. Ας ξεκινήσουμε από εμάς. Και η βοήθεια μετά που θα δώσουμε είναι το παράδειγμα μας είναι αυτό που εκπέμπουμε, είναι η ισορροπία και η ηρεμία μας, είναι η σταθερότητα που μας χαρακτηρίζει στα καθημερινά πρακτικά ζητήματα.

Γιατί η πνευματικότητα ξεκινάει και γίνεται πράξη στην καθημερινότητα μας και στους ρόλους που μας έχει αναθέσει η ζωή. Και είναι πνευματικότητα να φτάσω καμιά φορά στο σημείο και να φωνάξω στον άλλον και να του πω την βλακεία του, αλλά όχι γιατί εγώ έχω θυμώσει, αλλά γιατί το κρίνω απαραίτητο για την περίσταση και για να μπουν τα πράγματα στη θέση τους και γιατί χρειάζεται και ο άλλος να πάρει τα μαθήματα του. Και έτσι η καθημερινή εμπειρία μου γίνεται ουσιαστική και πνευματική αλλά εξαιρετικά γειωμένη και πρακτική.

ΕΡΜΗΣ Ο ΤΡΙΣΜΕΓΙΣΤΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΑΡΡΗΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΕΝΟΣ

Περί της Ερμητικής Οδού, της Εσωτερικής Φιλοσοφίας και της Γνώσεως του Μοναδικού Θεού.

Υπάρχει μια γνώση που δεν γεννιέται από τα βιβλία, ούτε εξαντλείται μέσα στις λέξεις, ούτε υποτάσσεται στους συλλογισμούς του ανθρώπινου νου. Είναι η γνώση που προϋπάρχει κάθε γνώσεως, η αλήθεια που κρύβεται πίσω από τα φαινόμενα, η σιωπηλή φωνή που ακούγεται μόνον όταν ο άνθρωπος παύσει να θορυβεί εσωτερικά. Οι αρχαίοι μύστες την αναζήτησαν μέσα στα άδυτα των ιερών, οι φιλόσοφοι την πλησίασαν με τον λόγο, οι ποιητές την διαισθάνθηκαν μέσα από τα σύμβολα και οι αληθινοί αναζητητές αφιέρωσαν ολόκληρη τη ζωή τους στην προσέγγισή της. Διότι γνώριζαν πως πίσω από την πολλαπλότητα του κόσμου υπάρχει μια ενότητα, πίσω από τις αμέτρητες μορφές μια αόρατη αρχή, πίσω από το φως των άστρων και το φως της συνειδήσεως μια Πηγή υπεράνω κάθε περιγραφής. Αυτή η Πηγή είναι το Ένα, το Απόλυτο, το Άρρητο, ο Μοναδικός Θεός, από τον οποίο πηγάζουν τα πάντα και προς τον οποίο, κατά την εσωτερική οδό, επιστρέφει η ψυχή όταν αφυπνισθεί από τη λήθη της.

Στο κατώφλι αυτής της πανάρχαιας αναζητήσεως στέκει η μυστηριώδης μορφή του Ερμή του Τρισμεγίστου, του τρεις φορές μεγάλου, του σοφού που η παράδοση περιβάλλει με το πέπλο της ιερής αρχαιότητας. Στη μορφή του ενώθηκαν στοιχεία του ελληνικού Ερμή και του αιγυπτιακού Θωθ, του θεϊκού γραφέως, προστάτη της σοφίας, της ιερής γραφής και της γνώσεως των ουρανίων νόμων. Ο Ερμής ο Τρισμέγιστος δεν είναι απλώς ένα όνομα μέσα στην ιστορία των ιδεών, είναι ένα σύμβολο της γέφυρας ανάμεσα στο θείο και το ανθρώπινο, ανάμεσα στον ουρανό και τη γη, ανάμεσα στο αόρατο Αρχέτυπο και στην ορατή δημιουργία. Η ερμητική παράδοση τον παρουσιάζει ως διδάσκαλο που δεν περιορίζεται στη μετάδοση πληροφοριών, αλλά αποβλέπει στη μεταμόρφωση του ίδιου του ανθρώπου. Διότι ο αληθινός δάσκαλος δεν προσφέρει απλώς απαντήσεις· οδηγεί τον μαθητή στο σημείο εκείνο όπου οι απαντήσεις παύουν να είναι εξωτερικές και γίνονται βίωμα και επίγνωση.

Τα ερμητικά κείμενα, ιδίως όσα συγκεντρώθηκαν υπό την ονομασία Corpus Hermeticum, αναδύθηκαν στον ελληνοαιγυπτιακό κόσμο των πρώτων αιώνων μ.Χ., μέσα σε ένα περιβάλλον όπου η ελληνική φιλοσοφία συναντούσε τις αιγυπτιακές θρησκευτικές παραδόσεις και τις αναζητήσεις της ύστερης αρχαιότητας. Στις σελίδες τους συναντούμε μια κοσμοθεωρία όπου ο νους μπορεί να γίνει καθρέφτης της θείας νοήσεως. Ο κόσμος δεν παρουσιάζεται ως άψυχη συσσώρευση πραγμάτων, αλλά ως ζωντανή τάξη, ως εκδήλωση ενός βαθύτερου Λόγου, ως ιερό βιβλίο του οποίου τα γράμματα είναι τα άστρα, οι αναλογίες της φύσεως, οι ρυθμοί της ζωής και οι αόρατες σχέσεις που συνέχουν τα πάντα. Ο άνθρωπος, μικρός κόσμος μέσα στον μεγάλο Κόσμο, φέρει μέσα του τη δυνατότητα να αναγνωρίσει αυτή την αρμονία, επειδή συμμετέχει, κατά την ερμητική αντίληψη, τόσο στην υλική όσο και στην πνευματική διάσταση της υπάρξεως.

Η ερμητική φιλοσοφία δεν ζητεί από τον άνθρωπο να εγκαταλείψει τον κόσμο, αλλά να μάθει να τον βλέπει με διαφορετικά μάτια. Να μη συγχέει το φαινόμενο με την ουσία, το πρόσκαιρο με το αιώνιο. Διότι όποιος βλέπει μόνον την εξωτερική μορφή των πραγμάτων παραμένει αιχμάλωτος της επιφανείας, ενώ όποιος αναζητεί την αρχή τους εισέρχεται σταδιακά στο πεδίο της εσωτερικής φιλοσοφίας. Εκεί, κάθε πράγμα αποκτά μια δεύτερη διάσταση: το φως γίνεται σύμβολο της νοήσεως, η σιωπή γίνεται γλώσσα της ψυχής, ο ουρανός γίνεται εικόνα του απείρου και η αυτογνωσία γίνεται πύλη προς τη θεογνωσία. Η φύση δεν αντιμετωπίζεται ως αντικείμενο εκμεταλλεύσεως, αλλά ως αποκάλυψη μιας τάξεως που υπερβαίνει τις ανθρώπινες επιθυμίες και τους περιορισμούς της ατομικής υπάρξεως.

Στην καρδιά αυτής της διδασκαλίας βρίσκεται η ιδέα πως η άγνοια δεν είναι απλώς η έλλειψη πληροφοριών, αλλά μια βαθύτερη λήθη: η λήθη της αληθινής φύσεως του ανθρώπου και της σχέσεώς του με την πρώτη Αρχή. Ο άνθρωπος γνωρίζει τα ονόματα των άστρων, μελετά τις κινήσεις τους, αναλύει τα στοιχεία της ύλης και οικοδομεί θεωρίες για τη λειτουργία του σύμπαντος· και όμως, δύναται να αγνοεί το βαθύτερο ερώτημα που φωλιάζει μέσα του: ποιος είναι εκείνος που γνωρίζει; Ποια είναι η πηγή της συνειδήσεως; Από πού αναδύεται η δυνατότητα να αντιλαμβανόμαστε την ύπαρξη και να αναζητούμε το νόημά της; Η εξωτερική γνώση μπορεί να διευρύνει τον ορίζοντα του ανθρώπου, αλλά η εσωτερική γνώση στρέφει τον ίδιο τον άνθρωπο προς την πηγή του βλέμματος. Και εκεί αρχίζει η μύηση, όχι ως τελετουργική επίδειξη ούτε ως απόκτηση μυστικών τίτλων, αλλά ως αργή κάθαρση της ψυχής από την πλάνη, την αλαζονεία, τον φόβο και την ψευδαίσθηση πως το εγώ αποτελεί το κέντρο των πάντων.

Δεν είναι τυχαίο ότι πολλές από τις μεγάλες μορφές της ελληνικής φιλοσοφίας άγγιξαν ερωτήματα που συγγενεύουν με την ερμητική αναζήτηση. Ο Πυθαγόρας, μέσα από την παράδοση που συνδέθηκε με το όνομά του, αναζήτησε την αρμονία των αριθμών και την τάξη που συνέχει το σύμπαν. Ο Πλάτων στράφηκε προς τον κόσμο των νοητών Ιδεών και προς το Αγαθό, το οποίο τοποθέτησε υπεράνω της συνηθισμένης γνώσεως και της απλής αισθητηριακής εμπειρίας. Ο Πλωτίνος, πολλούς αιώνες αργότερα, ανέπτυξε μια φιλοσοφία επιστροφής της ψυχής προς το Ένα, την υπέρτατη αρχή που υπερβαίνει ακόμη και τη συνηθισμένη διάκριση μεταξύ νοούντος και νοουμένου. Στον Νεοπλατωνισμό, όπως και σε ορισμένα ερμητικά κείμενα, η πνευματική πορεία δεν είναι απλώς συσσώρευση εννοιών, είναι άνοδος από την πολλαπλότητα προς την ενότητα, από τον περισπασμό προς τη συγκέντρωση, από την προσκόλληση στις μορφές προς τη θέαση της βαθύτερης αρχής τους.

Μπορούμε, λοιπόν, να μιλήσουμε για μια μυστική συγγένεια ανάμεσα σε αυτές τις φιλοσοφικές οδούς, χωρίς να χρειάζεται να υποστηρίξουμε ότι όλοι οι Έλληνες φιλόσοφοι υπήρξαν κρυφοί οπαδοί του Ερμή του Τρισμεγίστου. Δεν διαθέτουμε ιστορικές αποδείξεις για έναν τέτοιο καθολικό ή οργανωμένο μυστικό δεσμό. Εκείνο που μπορούμε να διακρίνουμε είναι κάτι βαθύτερο από μια κρυφή ένταξη σε κάποια σχολή: μια κοινή δίψα για την πρώτη Αρχή, μια επαναλαμβανόμενη προσπάθεια να διαπεραστεί το πέπλο των αισθήσεων και να αναζητηθεί η ενότητα πίσω από την πολλαπλότητα. Οι Πυθαγόρειοι, οι Πλατωνικοί, οι Νεοπλατωνικοί και οι Ερμητιστές δεν αποτελούσαν ένα ενιαίο σώμα με μία κοινή διδασκαλία, ωστόσο, σε ορισμένα από τα βαθύτερα ερωτήματά τους, οι δρόμοι τους συναντώνται σαν υπόγειοι ποταμοί που, ενώ κυλούν μέσα από διαφορετικά εδάφη, αναζητούν τον ίδιο ωκεανό.

Ίσως, μάλιστα, η έννοια του «κρυφού» να πρέπει να νοηθεί όχι πάντοτε ως μυστική ιστορική οργάνωση, αλλά ως εσωτερική διάσταση της φιλοσοφίας, την οποία δεν μπορεί να προσεγγίσει κανείς με την απλή απομνημόνευση των δογμάτων της. Διότι μια διδασκαλία μπορεί να είναι γραμμένη ανοιχτά και, παρ’ όλα αυτά, να παραμένει αθέατη για εκείνον που δεν είναι έτοιμος να κατανοήσει το βάθος της. Οι λέξεις είναι διαθέσιμες σε όλους, αλλά η αληθινή τους σημασία αποκαλύπτεται ανάλογα με την ωριμότητα του νου, την καθαρότητα της προθέσεως και την ικανότητα του ανθρώπου να αναγνωρίζει τις ίδιες του τις πλάνες. Υπό αυτή την έννοια, η εσωτερική οδός δεν είναι κατ’ ανάγκην ένα κλειστό μυστικό, είναι μια ανοιχτή πύλη που παραμένει αόρατη όσο ο αναζητητής κοιτάζει μόνο την εξωτερική επιφάνεια.

Η εσωτερική φιλοσοφία αρχίζει εκεί όπου ο άνθρωπος παύει να θεωρεί τη γνώση ιδιοκτησία του εγώ. Δεν αρκείται στο να ρωτά τι είναι ο κόσμος, αλλά τολμά να ρωτήσει ποια σχέση έχει ο ίδιος με τον κόσμο και με την αρχή της υπάρξεως. Δεν επιδιώκει απλώς να επιβληθεί στη φύση, αλλά να κατανοήσει την τάξη της. Δεν αναζητεί το μυστικό για να αποκτήσει εξουσία πάνω στους άλλους, αλλά για να ελευθερωθεί από την εξουσία των δικών του παθών και ψευδαισθήσεων. Η πραγματική εσωτερική εργασία δεν μετριέται με το πλήθος των συμβόλων που γνωρίζει κάποιος, ούτε με τις τελετές που εκτελεί, ούτε με τους τίτλους που διεκδικεί. Μετριέται από το κατά πόσον ο άνθρωπος γίνεται δικαιότερος, ταπεινότερος, σοφότερος, πιο ειλικρινής απέναντι στον εαυτό του και περισσότερο ικανός να αναγνωρίζει το ιερό ακόμη και εκεί όπου δεν υπάρχει καμία εξωτερική ένδειξη μεγαλείου.

Στην ερμητική παράδοση, ο άνθρωπος καλείται να γνωρίσει τον εαυτό του, όχι για να λατρέψει την ατομικότητά του, αλλά για να διακρίνει μέσα της την αντανάκλαση μιας ευρύτερης πνευματικής πραγματικότητας. Η αυτογνωσία δεν αποτελεί τον τελικό προορισμό, είναι το κατώφλι της θεογνωσίας. Όταν ο άνθρωπος εξετάζει τις σκέψεις του, τα κίνητρά του, τους φόβους και τις επιθυμίες του, αρχίζει να αντιλαμβάνεται πόσο συχνά συγχέει την αλήθεια με ό,τι τον εξυπηρετεί, την αγάπη με την προσκόλληση, τη σοφία με την υπεροχή και την ελευθερία με την ικανοποίηση κάθε επιθυμίας. Η εσωτερική εργασία τον καλεί να αποκαταστήσει την τάξη μέσα του, ώστε ο νους να μην κυριαρχείται από τα πάθη και η ψυχή να μη διασκορπίζεται σε αμέτρητες κατευθύνσεις. Τότε η σιωπή δεν είναι κενό, αλλά εγρήγορση, η περισυλλογή δεν είναι φυγή, αλλά επιστροφή, και η γνώση δεν είναι απλώς κατοχή μιας αλήθειας, αλλά μεταβολή ολόκληρης της υπάρξεως.

Αλλά ποιος είναι ο απώτερος σκοπός αυτής της πορείας; Ποιο είναι το μυστήριο που καθιστά όλες τις επιμέρους γνώσεις ατελείς, όταν δεν φωτίζονται από μια βαθύτερη κατανόηση; Η ερμητική σκέψη μάς οδηγεί προς το ερώτημα του Ενός, της πρώτης και υπέρτατης Αρχής, από την οποία εξαρτάται η ενότητα του παντός. Στο Corpus Hermeticum, ιδίως στις πραγματείες που εξετάζουν τον Νου και τη θεία δημιουργία, ο Θεός προσεγγίζεται ως η υπέρτατη πραγματικότητα, η πηγή της ζωής και της νοήσεως, η αρχή που δεν εξαντλείται σε καμία από τις μορφές που προέρχονται από αυτήν. Το Ένα δεν είναι ένα ακόμη αντικείμενο ανάμεσα στα άλλα, ούτε μια οντότητα που μπορούμε να τοποθετήσουμε δίπλα στα δημιουργήματά του. Είναι εκείνο προς το οποίο παραπέμπει κάθε βαθύτερη αναζήτηση της ενότητας, εκείνο που δεν μπορεί να περικλειστεί από τις ανθρώπινες κατηγορίες και να περιοριστεί από τα όρια του λόγου.

Εδώ βρίσκεται το μεγάλο παράδοξο της θεογνωσίας: όσο περισσότερο ο άνθρωπος συνειδητοποιεί το μεγαλείο του Θείου, τόσο περισσότερο αντιλαμβάνεται τα όρια της δικής του γνώσεως. Ο Θεός δεν γίνεται πλήρως κατανοητός όπως κατανοείται ένα μαθηματικό θεώρημα ή ένα φυσικό φαινόμενο. Μπορούμε να στοχαστούμε τις ιδιότητές του, να αναζητήσουμε τα ίχνη του μέσα στην τάξη του κόσμου, να τον προσεγγίσουμε με τη φιλοσοφία, την προσευχή, την ηθική ζωή και τον στοχασμό, όμως η ουσία του Απολύτου υπερβαίνει την ανθρώπινη περιγραφή. Η αληθινή σοφία δεν είναι να προσποιείται κανείς πως κατέχει τον Θεό μέσα σε ένα σύστημα εννοιών, αλλά να αναγνωρίζει πως κάθε αληθινή γνώση, όταν φτάνει στα βαθύτερα όριά της, γίνεται ταπεινή αναζήτηση ενώπιον του Απείρου.

Γι’ αυτό και η βαθύτερη γνώση κάθε γνώσεως είναι η γνώση του ΕΝΟΣ ΜΟΝΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ. Όχι επειδή οι επιμέρους επιστήμες, οι τέχνες και οι φιλοσοφίες στερούνται αξίας, αλλά επειδή καμία από αυτές, εξεταζόμενη μεμονωμένα, δεν απαντά από μόνη της στο έσχατο ερώτημα του Είναι. Η γνώση των αριθμών αποκαλύπτει σχέσεις· η γνώση της φύσεως αποκαλύπτει νόμους· η γνώση της ιστορίας αποκαλύπτει την πορεία των ανθρώπινων πολιτισμών, η γνώση της ψυχής φωτίζει τα βάθη της συνειδήσεως. Μα η ΘΕΟΓΝΩΣΙΑ θέτει το ερώτημα που διαπερνά όλα τα υπόλοιπα: ποια είναι η πρώτη πηγή της υπάρξεως, ποια είναι η αρχή που καθιστά δυνατή την ενότητα μέσα στην πολλαπλότητα και ποιο είναι το βαθύτερο νόημα της ζωής; Η γνώση του Θεού, όπως νοείται εδώ, δεν ακυρώνει τις άλλες γνώσεις, τις τοποθετεί μέσα σε έναν ευρύτερο ορίζοντα νοήματος και υπευθυνότητας.

Το Ένα δεν είναι απλώς το άθροισμα των πολλών. Δεν είναι το αποτέλεσμα μιας προσθέσεως ούτε το τελευταίο στοιχείο ενός καταλόγου. Είναι η αρχή της ενότητας, εκείνο που επιτρέπει στα πολλά να υπάρχουν ως πολλά, χωρίς να αποκόπτονται από κάθε βαθύτερη συνοχή. Στη νεοπλατωνική φιλοσοφία, το Ένα υπερβαίνει ακόμη και το Είναι και τη νόηση, ενώ στην ερμητική γραμματεία ο Θεός παρουσιάζεται ως πηγή του κόσμου, του Νου και της ζωής. Οι δύο παραδόσεις δεν ταυτίζονται σε όλα τα σημεία τους, αλλά συναντώνται στην αναγνώριση πως η ύψιστη Αρχή δεν περιορίζεται από τις κατηγορίες με τις οποίες ο άνθρωπος οργανώνει την καθημερινή εμπειρία του. Το Απόλυτο δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο κατοχής. Μπορεί, όμως, να γίνει αντικείμενο αδιάκοπης αναζητήσεως, ευλάβειας και εσωτερικής μεταμορφώσεως.

Αν ο άνθρωπος επιθυμεί να προσεγγίσει αυτή την Αρχή, οφείλει πρώτα να κατανοήσει πως η γνώση δεν είναι πάντοτε δύναμη με την κοσμική έννοια του όρου. Η συσσώρευση πληροφοριών μπορεί να γεννήσει υπερηφάνεια, η πολυμάθεια μπορεί να ενισχύσει την αυταπάτη της αυτάρκειας και η κατοχή σπάνιων διδασκαλιών μπορεί να μετατραπεί σε νέο είδος δουλείας, όταν χρησιμοποιείται για να διαχωρίζει τους ανθρώπους σε δήθεν εκλεκτούς και ανάξιους. Η εσωτερική σοφία κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση. Όσο πλησιάζει ο άνθρωπος την αλήθεια, τόσο περισσότερο συνειδητοποιεί την ευθύνη του απέναντι στους άλλους. Όσο βαθύτερα στοχάζεται το θείο, τόσο λιγότερο δικαιολογείται να περιφρονεί το ανθρώπινο. Και όσο περισσότερο αναζητεί την ενότητα, τόσο δυσκολότερο γίνεται να δικαιολογήσει το μίσος, την αδικία και την αλαζονεία.

Η αληθινή μύηση, επομένως, δεν είναι η απόκτηση μιας μυστικής λέξεως που ανοίγει όλες τις πόρτες, ούτε η αποκάλυψη ενός κρυμμένου τύπου που εξαναγκάζει το σύμπαν να υπακούσει. Είναι η αργή αναγέννηση του βλέμματος. Είναι η στιγμή κατά την οποία ο άνθρωπος αρχίζει να βλέπει την ύπαρξη όχι μόνο μέσα από τις ανάγκες του, αλλά και μέσα από την ευγνωμοσύνη, τον σεβασμό και την επίγνωση της κοινής του ρίζας με όλα τα όντα. Είναι η στιγμή που η φιλοσοφία παύει να είναι μόνο λόγος και γίνεται τρόπος ζωής, οπου η αναζήτηση του Θεού δεν περιορίζεται σε θεωρητικές διακηρύξεις, αλλά εκδηλώνεται στην αλήθεια των πράξεων, στην καθαρότητα των προθέσεων και στην αγάπη προς τον πλησίον.

Και ίσως εδώ να αποκαλύπτεται το βαθύτερο μυστικό του Ερμή του Τρισμεγίστου: το μυστήριο δεν βρίσκεται αποκλειστικά σε κάποιον χαμένο ναό, σε μια απαγορευμένη βιβλιοθήκη ή σε μια ξεχασμένη αδελφότητα. Βρίσκεται και στην ίδια την ανθρώπινη ύπαρξη, στον νου που αναζητεί, στη συνείδηση που εξετάζει τον εαυτό της, στην καρδιά που επιθυμεί να διακρίνει το αληθινό από το απατηλό. Τα σύμβολα και τα κείμενα μπορούν να δείξουν την κατεύθυνση, οι δάσκαλοι μπορούν να φωτίσουν τον δρόμο και η φιλοσοφία μπορεί να οικοδομήσει τις γέφυρες, κανένα, όμως, δεν μπορεί να υποκαταστήσει την προσωπική εργασία της ψυχής. Ο άνθρωπος πρέπει να διαβεί ο ίδιος το κατώφλι από τη γνώση των πραγμάτων προς την αναζήτηση της πρώτης Αρχής.

Ας φανταστούμε, λοιπόν, τον Ερμή να στέκεται ανάμεσα στις στήλες ενός αρχαίου ιερού, εκεί όπου το φως του ήλιου εισέρχεται αργά από ένα στενό άνοιγμα και σχηματίζει στο δάπεδο μια λεπτή γραμμή χρυσού. Δεν κρατεί στα χέρια του την εξουσία του κόσμου, αλλά το σύμβολο της γνώσεως. Δεν καλεί τον αναζητητή να θαυμάσει το πρόσωπό του, αλλά να κοιτάξει πέρα από αυτό. Και η φωνή του, σαν ψίθυρος που διασχίζει τους αιώνες, μοιάζει να λέει πως η αληθινή σοφία αρχίζει όταν ο άνθρωπος πάψει να λατρεύει τα είδωλα της ίδιας του της σκέψεως. Να μην εκλαμβάνει τις σκιές ως την πηγή του φωτός, ούτε τις λέξεις ως την πλήρη πραγματικότητα εκείνου που επιχειρούν να περιγράψουν. Να μελετά, να ερευνά, να συλλογίζεται, αλλά και να σιωπά όταν το μυστήριο υπερβαίνει τις δυνατότητες της εκφράσεως.

Διότι όλα τα μονοπάτια της γνώσεως, όταν ακολουθούνται με ειλικρίνεια και χωρίς την τύφλωση της αλαζονείας, μπορούν να γίνουν αφορμές βαθύτερου στοχασμού. Και κάθε αληθινός στοχασμός, αν φτάσει αρκετά βαθιά, συναντά το ερώτημα του Ενός. Δεν είναι ανάγκη να ισχυριστούμε πως όλες οι φιλοσοφίες διδάσκουν ακριβώς το ίδιο ή πως κάθε σοφός ακολουθεί την ίδια πνευματική οδό. Αρκεί να αναγνωρίσουμε πως η ανθρώπινη αναζήτηση επανέρχεται αδιάκοπα στην απορία για την πρώτη Αρχή, για το νόημα της υπάρξεως και για τη σχέση του πεπερασμένου με το Άπειρο. Αυτή η απορία είναι το άσβεστο πυρ της φιλοσοφίας, η πνοή της εσωτερικής αναζητήσεως, η αφετηρία μιας πορείας που δεν ολοκληρώνεται με την κατοχή μιας απαντήσεως, αλλά βαθαίνει όσο ο άνθρωπος μαθαίνει να προσεγγίζει το μυστήριο με ταπεινότητα.

Και όταν, ύστερα από μακρά περιπλάνηση μέσα στις θεωρίες, στα σύμβολα, στις αντιφάσεις και στα ερωτήματα, ο αναζητητής σταθεί ενώπιον της σιωπής, ίσως αντιληφθεί πως δεν ήταν η γνώση που του έλειπε πάντοτε, αλλά η ορθή σχέση με εκείνο που γνώριζε. Ίσως καταλάβει πως η σοφία δεν είναι να εξηγεί κανείς τα πάντα, αλλά να διακρίνει ποια ερωτήματα οδηγούν στην αλήθεια και ποια γεννιούνται από την ανάγκη του εγώ να κυριαρχήσει. Ίσως τότε η ερμητική οδός αποκαλυφθεί ως πορεία επιστροφής: από τη διασπορά στη συγκέντρωση, από την πλάνη στη διάκριση, από την αυτάρκεια στην ευγνωμοσύνη, από την επιφανειακή γνώση στη βαθύτερη αναζήτηση του Θείου.

Το Ένα δεν χρειάζεται να φωνάξει για να είναι παρόν. Η σιωπή του δεν είναι απουσία, όπως και το σκοτάδι ενός κλειστού ιερού δεν σημαίνει πως το φως έχει πάψει να υπάρχει. Ο άνθρωπος είναι εκείνος που καλείται να καθαρίσει το βλέμμα του, να εξαγνίσει την πρόθεσή του και να αναζητήσει με ειλικρίνεια την αλήθεια. Και τότε, μέσα από την άσκηση του νου, την καλλιέργεια της αρετής, τη μελέτη της φιλοσοφίας και την εσωτερική περισυλλογή, η γνώση μπορεί να γίνει σοφία, η σοφία ευλάβεια και η ευλάβεια βαθύτερη επίγνωση της σχέσεως του ανθρώπου με το Θείο.

Αυτό είναι το μήνυμα που μπορούμε να αντλήσουμε από την ερμητική παράδοση και τις συγγενείς φιλοσοφικές αναζητήσεις: πως η γνώση αποκτά το βαθύτερο νόημά της όταν δεν αποκόπτεται από το ερώτημα της πρώτης Αρχής, όταν δεν γίνεται όργανο υπεροχής, αλλά μέσο αυτογνωσίας και πνευματικής ωριμάνσεως. Πως η αναζήτηση του Ενός δεν απαιτεί την περιφρόνηση του κόσμου, αλλά την κατανόηση της θέσεώς μας μέσα σε αυτόν. Και πως ο άνθρωπος, όσο κι αν προχωρήσει στις επιμέρους γνώσεις, δεν παύει να στέκεται ενώπιον ενός μυστηρίου που τον υπερβαίνει και ταυτόχρονα τον καλεί να γίνει βαθύτερα συνειδητός, ελεύθερος και υπεύθυνος.

Διότι η ύψιστη γνώση δεν είναι να γνωρίζει ο άνθρωπος τα πάντα για τα δημιουργήματα, αλλά να αναζητεί με όλη του την ύπαρξη την Πηγή από την οποία προέρχονται. Και η βαθύτερη σοφία κάθε γνώσεως είναι η γνώση του ΕΝΟΣ ΜΟΝΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ — όχι ως ιδιοκτησία του νου, αλλά ως αδιάκοπη αναζήτηση της Αλήθειας, ως ταπεινή προσέγγιση του Απείρου και ως εσωτερική επιστροφή προς την Αρχή των πάντων.

Εκεί όπου οι λέξεις σιωπούν, αρχίζει η περισυλλογή. Εκεί όπου η περισυλλογή βαθαίνει, γεννιέται η σοφία. Και εκεί όπου η σοφία εγκαταλείπει την αλαζονεία της, ο άνθρωπος στρέφεται προς το Ένα, το Άρρητο και το Αιώνιο.

Η Αλήθεια

Ένας άνθρωπος, σ’ όλη του τη ζωή έψαχνε την Αλήθεια και δεν μπορούσε να τη βρει. Πέρασε απ’ όλες τις χώρες του κόσμου, βρέθηκε στις χώρες του Βορρά, στις χώρες του Νότου και της Δύσης χωρίς αποτέλεσμα.

Κάποια φορά που βρέθηκε σε μια μικρή χώρα της Ανατολής, ένοιωσε κουρασμένος και απελπισμένος και κάθισε κοντά στην είσοδο μιας σπηλιάς. Ξαφνικά, από το εσωτερικό της σπηλιάς ακούστηκε κάποιος θόρυβος σαν γρύλισμα. Ο άνθρωπος σηκώθηκε και πλησίασε την είσοδο με ένα ξίφος στο χέρι. Ξεχώρισε μια σκοτεινή μορφή που του φάνηκε ότι ανήκε σε γυναίκα. Μπήκε στη σπηλιά όπου βασίλευε φοβερή δυσοσμία. Όταν τα μάτια του συνήθισαν στο σκοτάδι, είδε πράγματι μια γυναίκα, γριά και αποκρουστική, ρυτιδιασμένη, τριχωτή και βρωμερή.

Εκείνη, σήκωσε προς το μέρος του τα θολά μάτια της και τον ρώτησε, τι θέλει.

– Αναζητώ την Αλήθεια, απάντησε εκείνος.

– Τη βρήκες, του είπε η γριά.

– Εσύ είσαι η Αλήθεια;

– Ναι.

– Πώς μπορώ να είμαι σίγουρος;

Εκείνη του έδωσε αποδείξεις. Ήξερε τα πάντα για αυτόν, το όνομά του, την ηλικία του, τις περιπέτειές του. Ο άνθρωπος έμεινε αποσβολωμένος και απογοητευμένος, ρώτησε με αμηχανία:

– Είσαι τόσο άσχημη! Ποτέ δεν είχα συναντήσει τίποτα πιο τρομερό από ‘σένα. Όμως όλοι θέλουν να σε γνωρίσουν! Θα με ρωτήσουν! Πρέπει να τους πω κάτι! Τι να τους πω;

– Πες τους ψέματα, είπε η Αλήθεια, πες τους ότι είμαι νέα και ωραία, και όλοι θα σε πιστέψουν.

Η γλώσσα του Θεού

Το μπουντρούμι είναι βαθύ και πέτρινο, το σχήμα του ενός σχεδόν τέλειου ημισφαίριου, αν και το πάτωμα (που είναι επίσης πέτρινο) είναι λίγο μικρότερο από έναν μεγάλο κύκλο, γεγονός που εντείνει κάπως τα αισθήματα της καταπίεσης και της απεραντοσύνης.

Ένας μεσότοιχος το χωρίζει στα δύο. Ο τοίχος αυτός, παρόλο που είναι πανύψηλος, δεν φτάνει ως την κορυφή του θόλου, από τη μια μεριά είμαι εγώ, ο Τζινακάν, μάγος της πυραμίδας του Καολόμ, που πυρπολήθηκε απ’ τον Πέδρο δε Αλβαράδο. από την άλλη, είναι ένας ιαγουάρος, που με τον μυστικό και ισοσκελή βηματισμό του μετράει τον χρόνο και τον χώρο της αιχμαλωσίας του. Ένα μεγάλο παράθυρο με κάγκελα, σύρριζα στο πάτωμα, κόβει τον κεντρικό τοίχο. Την ώρα που δεν έχει σκιά [= το μεσημέρι], ανοίγει στο ταβάνι μια καταπακτή, κι ένας δεσμοφύλακας, που τον έχουν ξεθωριάσει πια τα χρόνια, πιάνει να γυρίζει μια σιδερένια τροχαλία και μας κατεβάζει, στην άκρη ενός σκοινιού, κανάτες με νερό και κομμάτια κρέας. Τότε, στο μπουντρούμι μπαίνει φως. εκείνη τη στιγμή, μπορώ να δω τον ιαγουάρο.

Δεν ξέρω πια πόσα χρόνια κείτομαι εδώ κάτω στα σκοτάδια. εγώ, που κάποτε, ήμουν νέος και μπορούσα να πηγαινοέρχομαι σ’ αυτή τη φυλακή, τώρα δεν έχω τίποτα να κάνω παρά να περιμένω παίρνοντας τη στάση του θανάτου μου, το τέλος που μου προορίζουν οι θεοί.

Ωθούμενος απ’ την ανάγκη να κάνω κάτι, να γεμίσω τελοσπάντων τον χρόνο μου, θέλησα να θυμηθώ, μες στο σκοτάδι μου, όλα όσα γνώριζα. Νύχτες ολόκληρες σπατάλησα για να θυμηθώ τη σειρά και τον αριθμό ορισμένων ερπετών σκαλισμένων σε πέτρα ή το σχήμα ενός φαρμακευτικού δέντρου. Έτσι υπέταξα τα χρόνια, έτσι ανέκτησα ό,τι μου ανήκε. Μια νύχτα ένιωσα ότι προσέγγιζα μια πολύτιμη ανάμνηση. πριν ακόμη δει τη θάλασσα, ο ταξιδιώτης νιώθει μια αναταραχή στο αίμα του. Λίγες ώρες αργότερα, άρχισα να διακρίνω καθαρότερα αυτή την ανάμνηση. ήταν μία από τις παραδόσεις του θεού. Την πρώτη μέρα της Δημιουργίας, ο θεός, προβλέποντας ότι στη συντέλεια των καιρών θα επισυμβούν ερήμωση και χαλασμός, έγραψε την μαγική φράση που μπορεί να εξορκίσει όλα αυτά τα δεινά. Την έγραψε δε κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να φτάσει και στις πιο απόμακρες γενιές και να είναι απρόσβλητη απ’ την τύχη. Κανείς δεν ξέρει ούτε πού την έγραψε ούτε με τι χαρακτήρες, μας αρκεί όμως να γνωρίζουμε ότι κάπου υπάρχει, μυστική, κι ότι μια μέρα κάποιος εκλεκτός θα την διαβάσει.

Σκέφτηκα λοιπόν ότι, όπως πάντα, είχαμε φτάσει στη συντέλεια των καιρών κι ότι η μοίρα, που μ’ έφερε να είμαι ο τελευταίος ιερέας του θεού, μπορεί και να μου έδινε το προνόμιο να διαισθανθώ αυτή τη γραφή. Το γεγονός ότι ήμουν κλεισμένος σε μια φυλακή δεν μου απαγόρευε αυτή την ελπίδα. μπορεί και να ‘χα δει χιλιάδες φορές την επιγραφή στο Καολόμ και να υπολειπόταν απλώς το να την καταλάβω. Η σκέψη αυτή, πρώτα με εμψύχωσε κι ύστερα με βύθισε σ’ ένα είδος ιλίγγου.

Πάνω στη γη υπάρχουν σχήματα αρχαία, σχήματα άφθαρτα και αιώνια. οποιοδήποτε απ’ αυτά θα μπορούσε να είναι το σύμβολο που αναζητούσα. Ο λόγος του θεού θα μπορούσε να ‘ναι ένα βουνό ή ένας ποταμός ή η αυτοκρατορία ή η διάταξη των άστρων. Όμως στο πέρασμα των αιώνων τα βουνά ισοπεδώνονται και η πορεία ενός ποταμού εκτρέπεται συνήθως κι οι αυτοκρατορίες γνωρίζουν αλλαγές και συντριβή, κι η διάταξη των άστρων μεταβάλλεται. Όλα αλλάζουν στο στερέωμα. Το βουνό και τ’ άστρα είναι άτομα – και τ’ άτομα περνούν. Έψαξα κάτι πιο ανθεκτικό, πιο άτρωτο. Σκέφτηκα τα γένη των δημητριακών, των χορταρικών, των πουλιών, των ανθρώπων. Μπορεί η μαγική φράση να ‘ταν γραμμένη στο πρόσωπό μου, μπορεί εγώ ο ίδιος να ήμουν το τέρμα της αναζήτησής μου. Σ’ αυτή την αγωνία βρισκόμουν, όταν θυμήθηκα ότι ο ιαγουάρος ήταν μία από τις ιδιότητες του θεού.

Και τότε η ψυχή μου γέμισε ευσπλαχνία. Φαντάστηκα το πρώτο πρωινό του χρόνου, φαντάστηκα τον θεό μου να εμπιστεύεται το μήνυμα στο ολοζώντανο δέρμα των ιαγουάρων, που θα ζευγάρωναν και θα γεννοβολούσαν αδιάκοπα, σε σπήλαια, σε φυτείες ζαχαροκάλαμου, σε νησιά, μέχρι να δεχθούν το μήνυμα οι τελευταίοι άνθρωποι. Φαντάστηκα αυτό το δίκτυο των τίγρεων, αυτόν τον έμπυρο λαβύρινθο των τίγρεων, που σκορπούσε τον τρόμο στις βοσκές και στα κοπάδια, μόνο και μόνο για να φυλάξει ένα σχέδιο. Στο διπλανό κελί υπήρχε ένας ιαγουάρος. εξέλαβα αυτή τη γειτνίαση ως επιβεβαίωση της εικασίας μου και ως μυστική χάρη. Αφιέρωσα πολλά χρόνια για να μάθω τη σειρά και τη διάταξη των κηλίδων. Κάθε τυφλή μέρα που περνούσε, μου παραχωρούσε μια στιγμή φως, κι έτσι μπόρεσα να εντυπώσω στη μνήμη μου τα μαύρα σχήματα πάνω στο κίτρινο τρίχωμα. Άλλα ήταν στίγματα. άλλα σχημάτιζαν εγκάρσιες ραβδώσεις στο μέσα μέρος των πελμάτων. άλλα, δακτυλιωτά, επαναλαμβάνονταν. Μπορεί και να ήταν ένας μόνον ήχος ή μια μόνη λέξη. Πολλά είχαν κόκκινο περίγραμμα. Δεν θα πω πόσο κοπιαστικό ήταν το έργο μου. Πολλές φορές ούρλιαξα μέσα στο μπουντρούμι ότι ένα τέτοιο κείμενο δεν μπορεί να το αποκρυπτογραφήσει κανείς.

Σιγά σιγά, το συγκεκριμένο αίνιγμα που με βασάνιζε άρχισε να με ανησυχεί λιγότερο από το γενικό: Τι φράση γράφει ένας θεός; Τι είδους φράση θα συνέθετε μια απόλυτη διάνοια; Αναλογίστηκα ότι σε όλες τις ανθρώπινες γλώσσες δεν υπάρχει ούτε μία πρόταση που να μην περικλείει το σύμπαν. όταν λες «ο τίγρης», λες τις τίγρεις που τον γέννησαν, τις χελώνες και τα ελάφια που κατασπάραξε, τα χόρτα που έτρωγαν αυτά τα ελάφια, τη γη που βλάστησε αυτά τα χόρτα, τον ουρανό που φώτισε τη γη. Αναλογίστηκα ότι, στη γλώσσα ενός θεού, κάθε λέξη θα έπρεπε όχι απλώς να εκφράζει αυτή την άπειρη αλληλουχία των γεγονότων, αλλά και να την εκφράζει μ’ έναν τρόπο όχι περιφραστικό, αλλά απερίφραστο. όχι διαδοχικό, αλλά ακαριαίο. Με τον καιρό, η ιδέα μιας θείας φράσης άρχισε να μου φαίνεται παιδαριώδης ή βλάσφημη. Ένας θεός, σκέφτηκα, πρέπει να λέει μόνο μία λέξη και, μ’ αυτή τη λέξη, να εκφράζεται η πληρότητα.

Κανένα φώνημά του δεν μπορεί να είναι έλασσον του σύμπαντος ή ατελέστερο του σύμπαντος χρόνου. Οι φιλόδοξες και φτωχές ανθρώπινες λέξεις όλα, κόσμος, σύμπαν, δεν είναι παρά απόηχοι ή ομοιώματα αυτού του φωνήματος που είναι ισότιμο με μια ολόκληρη γλώσσα ή με όλα όσα μπορεί να περιλαμβάνει μία γλώσσα.

Κάθε άνθρωπος συγχέεται, βαθμιαία, με τη μορφή της μοίρας του. κάθε άνθρωπος είναι, πάνω απ’ όλα, οι περιστάσεις του. Πάνω από αποκρυπτογράφος ή εκδικητής, πάνω από ιερέας του θεού, ήμουν ένας φυλακισμένος. Γύρισα στη σκληρή μου φυλακή απ’ τον ανεξάντλητο λαβύρινθο των ονείρων, σαν να επέστρεφα στο σπίτι μου. Ευλόγησα την υγρασία της, ευλόγησα τον τίγρη της, ευλόγησα τον φεγγίτη, ευλόγησα το γέρικο, βασανισμένο μου κορμί, ευλόγησα το σκότος και την πέτρα.

Και τότε συνέβη αυτό που δεν μπορώ ούτε να ξεχάσω ούτε να περιγράψω. Συνέβη η ένωσή μου με το θείον, με το σύμπαν (δεν ξέρω αν αυτές οι λέξεις διαφέρουν). Η έκσταση δεν επαναλαμβάνει τα σύμβολά της. υπάρχουν κάποιοι που είδαν τον Θεό σε μία λάμψη, υπάρχουν άλλοι που τον διέκριναν σ’ ένα σπαθί ή στους κύκλους ενός ρόδου. Εγώ είδα έναν θεόρατο Τροχό, που δεν ήταν μπρος στα μάτια μου, ούτε πίσω, ούτε στο πλάι μου, αλλά παντού, ταυτόχρονα. Ο Τροχός αυτός ήταν φτιαγμένος από νερό, αλλά και από φωτιά, παρόλο δε που φαινόταν το περίγραμμά του, ήταν άπειρος. Τον αποτελούσαν, το ‘να μέσα στ’ άλλο, όλα τα πράγματα που θα είναι, που είναι και που ήταν. εγώ ήμουν μία ίνα μέσα σ’ εκείνον τον ολοκληρωτικό μίτο, και ο Πέδρο δε Αλβαράδο, που με βασάνιζε, μια άλλη. Εκεί ήταν τα αίτια και τ’ αποτελέσματα, και δεν χρειαζόταν παρά να δω αυτόν τον Τροχό για να τα καταλάβω όλα, μέχρι τέλους. Ω χαρά τού να καταλαβαίνεις, πόσο πιο μεγάλη είσαι απ’ τη χαρά τού να φαντάζεσαι ή του να αισθάνεσαι! Είδα το σύμπαν και είδα τα κρυφά σήματα του σύμπαντος. Είδα τις απαρχές, όπως τις περιγράφει η Βίβλος των Κοινών. Είδα τα βουνά που αναδύθηκαν απ’ το νερό, είδα τους πρώτους ανθρώπους από ξύλο, είδα τα πιθάρια που χιμήξαν στους ανθρώπους, είδα τα σκυλιά που τους ρήμαξαν τα πρόσωπα. Είδα τον απρόσωπο θεό που υπάρχει, πίσω απ’ τους θεούς. Είδα άπειρες διεργασίες που κατέληγαν σε μία και μόνη μακαριότητα και, καταλαβαίνοντας τα πάντα, μπόρεσα να καταλάβω και τη γραφή του τίγρη. Είναι ένας τύπος, ο οποίος αποτελείται από δεκατέσσερις τυχαίες λέξεις (από δεκατέσσερις λέξεις που δείχνουν τυχαίες). θα μου έφτανε να τον εκφέρω με δυνατή φωνή για να γίνω παντοδύναμος. Θα μου έφτανε να τον εκφέρω για να γκρεμίσω αυτό το πέτρινο μπουντρούμι, για να εισχωρήσει η μέρα μες στη νύχτα μου, για να γίνω νέος, για να γίνω αθάνατος, για να ξεσκίσει ο τίγρης τον Αλβαράδο, για να βυθίσω το άγιο μου μαχαίρι σε στήθια ισπανικά, για να παλινορθώσω την πυραμίδα, για να παλινορθώσω την αυτοκρατορία. Σαράντα συλλαβές, δεκατέσσερις λέξεις, και εγώ, ο Τζινακάν, θα κυβερνούσα τα εδάφη που κάποτε κυβέρνησε ο Μοκτεζούμα. Κι όμως το ξέρω πως δεν θα τις πω ποτέ αυτές τις λέξεις, γιατί τον Τζινακάν δεν τον θυμάμαι πια.

Ας πεθάνει μαζί μου το μυστήριο που είναι γραμμένο στους τίγρεις. Όποιος έχει δει το σύμπαν, όποιος έχει δει τα έμπυρα σήματα του σύμπαντος, δεν μπορεί πια να σκέφτεται έναν άνθρωπο, να σκέφτεται τις κοινότοπες ευτυχίες ή δυστυχίες του, ακόμη κι αν πρόκειται για τον εαυτό του. Τι τον νοιάζει η ζωή αυτού του άλλου, η πατρίδα αυτού του άλλου, τώρα που ο ίδιος δεν είναι πια κανένας; Γι’ αυτό και δεν εκφέρω τον τύπο, γι’ αυτό κι αφήνω τις μέρες να με ξεχάσουν, γερμένος εδώ κάτω στο σκοτάδι…

Χόρχε Λουίς Μπόρχες

Φιλοσοφία και Ανθρώπινη Εξέλιξη

- Πες μου πώς πέθανε;

- Θα σου πω πώς έζησε.
(Διάλογος που αναφέρεται στο Σαμουράι αρχηγό Κατσουμότο)

Φιλοσοφία (από τη λέξη φιλο-σοφία, αγάπη στη σοφία) είναι η αναζήτηση που κατανοεί τη βαθύτερη έννοια των πραγμάτων, όπως: τα μυστήρια της Φύσης και του Σύμπαντος, την ιστορία και τα ανθρώπινα κίνητρα που υπογραμμίζουν κάθε γεγονός του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος. Και, ίσως το πιο σημαντικό, τον εαυτό μας, την αληθινή μας ταυτότητα και δύναμη.

Η φιλοσοφία συνεπάγεται εσωτερική ανάπτυξη. Όταν μέσω της αναζήτησης καταλαβαίνουμε κάτι καλύτερα, αυτό μας επιτρέπει να δράσουμε με περισσότερη ευφυΐα. Επίσης αυτό διευρύνει το πεδίο των γνώσεών μας, επιτρέποντάς μας να προχωρήσουμε ακόμα πιο πέρα την αναζήτησή μας. Θα μπορούσε να υποστηρίξει κάποιος ότι είναι η πιο σημαντική δραστηριότητα που έχουμε να κάνουμε.

Με μια ευρύτερη έννοια, αυτή η αναζήτηση κατανόησης είναι αυτή που έχει ωθήσει τα μεγάλα κατορθώματα της ανθρωπότητας, επιστημονικά, καλλιτεχνικά, θρησκευτικά ή οργανωτικά. Είναι αυτή που ωθεί εμάς τους ανθρώπους να φιλοδοξούμε να βελτιωθούμε. Πολλά παραδείγματα ζωντανεύουν τις σελίδες της ιστορίας. Τι ώθησε το Χέντελ και το Βιβάλντι να γράψουν τις μελοποιήσεις του Dixit Dominus; Τι ώθησε το Ζοζέρ και τον Ιμχοτέπ να χτίσουν το θαυμάσιο και πολύπλοκο λατρευτικό Ναό της Σακκάρα; Τι ώθησε τον Τζορντάνο Μπρούνο και άλλους να διακινδυνεύσουν το διωγμό και το θάνατο, για να διδάξουν επιστήμες σε μια ιστορική στιγμή που ήταν εχθρική στην έρευνα και στον ελεύθερο λόγο; Τι ώθησε την Έλενα Π. Μπλαβάτσκυ να ταξιδεύει ακούραστα σε μακρινά μέρη του κόσμου για να κάνει την έρευνά της, όταν κάτι τέτοιο φαινόταν «αρρωστημένη συμπεριφορά» για μια γυναίκα μόνη της και τι την ώθησε στη συνέχεια να προωθήσει μια διεθνή και πολυπολιτισμική φιλοσοφία ακόμα και όταν της επιτέθηκε ένα αντιδραστικό «status quo»; Και τι θα λέγατε για την ανδρεία του Ιουλιανού, της Υπατίας, του Σωκράτη, για όλους εκείνους που προώθησαν τη σοφία κι εργάστηκαν για να φέρουν τους ανθρώπους κοντά και για ν’ αποκαταστήσουν την κατανόηση και την αρμονία; Τι θα λέγατε γι’ αυτούς που ήρθαν, σχεδίασαν κι έχτισαν δομές, οι οποίες θα ενέπνεαν αμέτρητες ψυχές για αιώνες και χιλιετίες, όπως είναι το αρχαίο Περού, η Ελλάδα, η Κίνα, η Ρώμη, η Μεσοποταμία, η Αίγυπτος, η Ιαπωνία και άλλοι πολιτισμοί, μερικοί από τους οποίους είναι γνωστοί και άλλοι άγνωστοι; Αυτές οι δομές έγιναν από λίθο, πολύτιμα ξύλα και μέταλλα. Τι θα λέγατε για εκείνα τα αριστουργήματα της υψηλής λογοτεχνίας του κόσμου, τα οποία έγιναν από ιδέες και αφηρημένες έννοιες;

Αυτά τα φωτεινά αστέρια που έλαμψαν τέλεια σ’ αυτόν τον αστερισμό που ονομάζουμε ανθρωπότητα, τι αντιπροσωπεύουν; Ήταν ατυχήματα, συμπτώσεις, χτυπήματα της τύχης, παρεκκλίσεις; Ή αποτέλεσαν σκαλοπάτια για την εξελικτική ανάβαση προς την πολιτιστική, διανοητική και πνευματική ανάπτυξη; Πολλά περισσότερα επιτεύγματα και κατορθώματα θα μπορούσαν να αναφερθούν. Πολλοί τόμοι έχουν γραφτεί προκειμένου να τα εξηγήσουν και να τα ερμηνεύσουν. Με λίγα λόγια, αυτά τα επιτεύγματα ήταν σημαντικές πρόοδοι, που έγιναν από άνδρες και γυναίκες, οι οποίοι είναι οι ήρωες και αρχηγοί μας.

Αυτά τα υψηλά σημεία αντιπροσωπεύουν και δείχνουν την εξέλιξη. Η εξέλιξη είναι κάτι περισσότερο από ανάπτυξη περίπλοκων οργανισμών από απλά κύτταρα. Δεν είναι γραμμική αλλά μάλλον κυκλική και σπειροειδής, που φαινομενικά παλινδρομεί κατά καιρούς αλλά από μια πιο ευρεία οπτική γωνία και πάντοτε ανεβαίνει. Μπορεί να λάβει μέρος σε αόρατα πεδία (όπως η ανθρώπινη ψυχή) όπως ακριβώς γίνεται και με την κοινώς ονομαζόμενη φυσική εξέλιξη.

Για τους κλασικούς πολιτισμούς όλα είχαν σχέση μεταξύ τους, από το μικρότερο έντομο μέχρι το φωτεινότερο αστέρι. Η σχέση βασίζεται στην κοινή ατραπό της ανάβασης. Κι εμείς οι άνθρωποι βρισκόμαστε στην ίδια ατραπό. Στην Ανατολή αυτή η ατραπός ονομάζεται Δάρμα. Στη σύγχρονη αντίληψη για την εξέλιξη πολύ λίγα πράγματα μπορούμε να διακρίνουμε γι’ αυτήν την ατραπό.

Η Έλενα Μπλαβάτσκυ ισχυριζόταν ότι…

…η ανθρώπινη καρδιά δεν έχει ακόμα διερευνηθεί πλήρως και γι αυτό το λόγο ποτέ μέχρι τώρα δεν κατορθώσαμε να αντιληφθούμε, ούτε καν να κατανοήσουμε, το εύρος των δυνάμεών της. Είναι υπερβολικό να πιστεύει κανείς ότι ο άνθρωπος θα έπρεπε να αναπτύσσει νέου τύπου διαισθήσεις και στενότερες σχέσεις με τη φύση; Η λογική της εξέλιξης θα πρέπει να μας διδάσκει τόσα πολλά, εάν η λογική αυτή βασίζεται στα θεμιτά συμπεράσματά της. Αν κάπου στην εξελικτική πορεία από το φυτό μέχρι τον πλέον εξελιγμένο άνθρωπο έχει εμπλακεί κάποια ψυχή, προικισμένη με πνευματικά προσόντα, δεν είναι παράλογο να συμπεράνουμε και να πιστέψουμε ότι μια αντιληπτική ικανότητα εξελίσσεται παράλληλα με τον άνθρωπο αλλά και μέσα σ’ αυτόν, δίνοντάς του την ικανότητα διάκρισης όσον αφορά γεγονότα και αλήθειες, ακόμα κι εκείνες που υπερβαίνουν το συνήθη βαθμό αντίληψής μας.

Τους Σαμουράι, τους Ρωμαίους και τους Σπαρτιάτες στρατιώτες, τους Προ-κολομβιανούς και τους Νορβηγούς τους τιμούσαν και η απόδοση αυτής της τιμής ήταν γι’ αυτούς πιο σημαντική από τον ίδιο τους τον εαυτό. Ο Βούδας και ο Ιησούς εξέφρασαν ιδανικά συμπάθειας και κατανόησης, τα οποία παραμένουν δυνατά μελλοντικά κατορθώματα για όλους μας.

Η λέξη εξελίσσομαι σημαίνει «ξεδιπλώνω, ανοίγω». Αυτό θα μπορούσε να σημαίνει ότι έχουμε μέσα μας ένα σπόρο που εμπεριέχει δώρα πέρα από κάθε φαντασία. Να είναι άραγε το πυρ, το οποίο ο έλληνας Τιτάνας Προμηθέας κληροδότησε σε μας στο φημισμένο μύθο.

Όταν μας συναρπάζει κάποιος αγώνας της παλαίστρας ή το άρωμα κάποιου πευκοδάσους ή όταν κάποιος αστερισμός πολύ παλιός φθάνει στα μάτια μας και μας κάνει να ξεχάσουμε τα ασήμαντα προβλήματά μας, μπαίνουμε στον πειρασμό να ασκηθούμε στη φιλοσοφία, μπαίνουμε στον πειρασμό να «ερωτευτούμε» τη σοφία και ψάχνουμε να γνωρίσουμε το άγνωστο, μπαίνουμε στον πειρασμό να ερευνήσουμε, να μάθουμε, να εξερευνήσουμε, να γράψουμε, να τραγουδήσουμε, να μοιράσουμε, να αναπτυχθούμε πέρα από τον εαυτό μας. Αυτό είναι το κάλεσμα της φιλοσοφίας.

Ο κόσμος μπορεί να αγγίξει την ψυχή σου, αλλά δεν χρειάζεται να γίνει ο δεσμοφύλακάς της

Ο κόσμος απλώς συμβαίνει, είναι ο νους που τον ντύνει με το πέπλο του καλού και του κακού, της απώλειας και της ευτυχίας, της σωτηρίας και της καταστροφής. Δεν είναι πάντοτε το γεγονός που μας συντρίβει, αλλά το νόημα που του αποδίδουμε, οι προσδοκίες που διαψεύδονται και οι φόβοι που ξυπνούν μέσα μας.

Ο άνθρωπος γίνεται αιχμάλωτος όχι μόνο των περιστάσεων, αλλά κυρίως των ερμηνειών του. Βλέπει τον κόσμο μέσα από τις πληγές, τις πεποιθήσεις και τις προσκολλήσεις του, συγχέοντας συχνά τη δική του αντίληψη με την ίδια την πραγματικότητα.

Η αληθινή εσωτερική εργασία αρχίζει όταν στρέφει το βλέμμα προς τα μέσα και αναρωτιέται: Υποφέρω από αυτό που συνέβη ή από αυτό που πιστεύω ότι σημαίνει;

Εδώ βρίσκεται η πρώτη πύλη της αυτογνωσίας. Η ερμητική αλχημεία της ψυχής δεν απαιτεί να αλλάξουμε τον κόσμο, αλλά να μεταμορφώσουμε τη συνείδηση με την οποία τον αντικρίζουμε. Να μετατρέψουμε την άκριτη αντίδραση σε επίγνωση, τον φόβο σε κατανόηση και την προσκόλληση σε εσωτερική ελευθερία.

Αυτό δεν σημαίνει να αρνούμαστε τον πόνο ή να αποδεχόμαστε παθητικά την αδικία. Σημαίνει να μην επιτρέπουμε σε όσα συμβαίνουν να καθορίζουν ολοκληρωτικά το ποιοι είμαστε. Δεν μπορούμε να ελέγξουμε κάθε γεγονός, μπορούμε όμως να εξετάσουμε την κρίση μας και να επιλέξουμε τη στάση μας απέναντί του.

Η βαθύτερη μύηση είναι να διακρίνεις το γεγονός από την ερμηνεία του, την πραγματικότητα από τις σκιές του νου σου.

Γιατί η αληθινή ελευθερία δεν βρίσκεται στην εξουσία πάνω στον κόσμο, αλλά στη γνώση του εαυτού. Όταν παύεις να απαιτείς από τη ζωή να υπακούει στις προσδοκίες σου, ανακαλύπτεις μέσα σου έναν χώρο που δεν εξαρτάται από κάθε εξωτερική μεταβολή.

Και τότε κατανοείς το μυστικό: ο κόσμος μπορεί να αγγίξει την ψυχή σου, αλλά δεν χρειάζεται να γίνει ο δεσμοφύλακάς της. Το κλειδί της ελευθερίας βρίσκεται στον τρόπο που επιλέγεις να τον βλέπεις.

Η μάθηση βασίζεται στη μίμηση

Οι βιολογικοί οργανισμοί διαθέτουν μηχανισμούς προσαρμογής στο περιβάλλον, τους οποίους μεταδίδουν, κληρονομούν στους απογόνους τους. Υπάρχουν διαφορετικοί βαθμοί στο πόσο ισχυρά μεταδίδεται η πληροφορία. Στην εξελικτική διαδικασία δημιουργούνται νέα επίπεδα πολυπλοκότητας, στον ίδιο οργανισμό, που περιέχουν όλο και περισσότερη ποσότητα πληροφορίας αλλά και ευλυγισίας για περισσότερες εναλλακτικές επιλογές απέναντι στο περιβάλλον. Για παράδειγμα η ανάπτυξη του μετωπιαίου φλοιού στον ανθρώπινο εγκέφαλο που εξυπηρετεί τις νοητικές λειτουργίες ή η ανάπτυξη των κέντρων του λεγόμενου συναισθηματικού εγκεφάλου στα θηλαστικά, δημιούργησαν οργανισμούς, συστήματα, που περιέχουν μεγαλύτερη ποσότητα πληροφορίας απ’ ότι οι μονοκύτταροι ή άλλοι ατελέστεροι οργανισμοί, όπως και πολύ περισσότερες εναλλακτικές δυνατότητες, επιλογές δράσης. Στις λειτουργίες των κυττάρων έχουμε κληρονομημένες δυνατότητες, επειδή και τα πλαίσια λειτουργίας τους είναι συγκεκριμένα. Στις νοητικές λειτουργίες η ποσότητα της πληροφορίας, ως δυνητικές εναλλακτικές επιλογές δράσης απέναντι στο περιβάλλον, που έχει συσσωρευθεί εξελικτικά, είναι τεράστια.

Υπάρχουν διαφορετικοί βαθμοί “ισχυρής” ή λιγότερο “ισχυρής” μετάδοσης της κληρονομούμενης πληροφορίας ή δυνατότητας, που μεταβιβάζεται κληρονομικά. Θα λέγαμε ότι για λόγους οικονομίας της φύσης, όταν είναι μεγάλη η ποσότητα των πληροφοριών που πρέπει να μεταβιβασθούν, ένα μέρος μεταβιβάζεται ισχυρά ή λιγότερο ισχυρά και το μεγαλύτερο μέρος υπάρχει δυνητικά και αφήνεται η μορφή που θα πάρει, στην αλληλεπίδρασή της με το περιβάλλον. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, μεταβιβάζεται κατά κάποιο τρόπο η βάση του προγράμματος και αφήνεται στην αλληλεπίδραση με το περιβάλλον η περαιτέρω υλοποίηση αυτού του προγράμματος, η οποία γίνεται μετά τη γέννηση. Αυτή η εξέλιξη έδωσε πολύ περισσότερα περιθώρια για ευλυγισία και καλύτερη προσαρμογή.

Η μάθηση αφορά αυτή τη διαδικασία που η πληροφορία περιέχεται ως δυνατότητα και εξαρτάται περισσότερο από την αλληλεπίδραση με το περιβάλλον για το ποια μορφή θα πάρει. Αυτό βέβαια είναι αρκετά γενικό αλλά αποτελεί τη βάση πάνω στην οποία βασίζεται και η έννοια της μάθησης στον άνθρωπο, ως κατάκτηση νέων δεξιοτήτων και γνώσης. Για παράδειγμα τα νευρωνικά κυκλώματα πάνω στα οποία βασίζεται η εκμάθηση της γλώσσας, που κατανέμονται σε πολλές περιοχές του εγκεφάλου, υπάρχουν εκ γενετής. Από την αλληλεπίδραση με το ανθρώπινο περιβάλλον το παιδί θα μάθει να μιλάει και μάλιστα με συγκεκριμένους κανόνες, ανεξάρτητα σε μεγάλο βαθμό από τον τρόπο καθοδήγησης ή και μη καθοδήγησης από το περιβάλλον, αρκεί να υπάρχει αυτή η αλληλεπίδραση. Το πόσο όμως θα καλλιεργήσει τη γλώσσα και θα τη χειρίζεται καλύτερα, εξαρτάται από τους διαφορετικούς τρόπους αλληλεπίδρασης με το περιβάλλον και τα κίνητρα, επιθυμίες, που έχουν δημιουργηθεί. Ή η αντίληψη για παράδειγμα των εννοιών της ποσότητας, του χώρου, του χρόνου, υπάρχουν μέσα στις ισχυρά μεταβιβαζόμενες ικανότητες, οι οποίες εμφανίζονται σε πρώιμα χρονικά παράθυρα της ανάπτυξης και πάνω στις οποίες και σε υποστήριξη από τον υπόλοιπο εγκέφαλο, στηρίζεται η παραπέρα ανάπτυξή των σχέσεών μας με το φυσικό περιβάλλον και η ανάπτυξη της γνώσης.

Η μάθηση δεν ταυτίζεται με την νόηση, είναι στην ουσία ένα εργαλείο της, την εξυπηρετεί. Οι νοητικές λειτουργίες δηλαδή εξυπηρετούν την καλύτερη προσαρμογή του οργανισμού στο περιβάλλον.

Αν δούμε ατελείς οργανισμούς, θα δούμε ότι κληρονομούν όλους τους μηχανισμούς τους αλληλεπίδρασης με το περιβάλλον ολοκληρωμένους. Σ’ αυτούς η μάθηση γίνεται όχι στα χρονικά περιθώρια ενός οργανισμού αλλά σε βάθος πολλών γενεών μέσα από την εξελικτική πίεση, με παθητικό χαρακτήρα. Η μάθηση αφορά το είδος. Για παράδειγμα τα πουλιά που ζουν σε λίμνες και έχουν αναπτύξει μακρύ ράμφος για να μπορούν να τρώνε διάφορα σκουλήκια, ψάρια μέσα από το νερό ή οι κάκτοι στην έρημο που έχουν παχύ φύλλωμα για να συγκρατούν το λιγοστό νερό και να μην εξατμίζεται ή τα ζώα της ερήμου που έχουν αναπτύξει ανατομικούς μηχανισμούς στους νεφρούς τους αλλά και ορμονικούς, ώστε να μην αφυδατώνονται, μπορούμε να πούμε ότι αποτελούν μια μορφή γνώσης, με μια ευρεία έννοια του όρου, ώστε να προσαρμόζονται στο περιβάλλον που ζουν. Αυτό είναι αποτέλεσμα μακρών επιλεκτικών διαδικασιών που συμβαίνουν μακροχρόνια στο αντίστοιχο είδος. Δηλαδή ανάμεσα σε πολλά είδη κάκτων επιβίωσαν αυτά που είχαν το παχύτερο τοίχωμα. Το ίδιο με τα πουλιά, επιβίωσαν αυτά που είχαν μακρύτερο ράμφος επειδή βρίσκανε ευκολότερα την τροφή τους. Αποτελούν οι παραπάνω διαδικασίες μια μορφή μάθησης, αν το δούμε ιστορικά, σε βάθος χρόνου και το αναφέρουμε επειδή δείχνει μια βασική πλευρά της μάθησης, ότι με μια ευρεία έννοια στηρίζεται πάνω σε επιλεκτικές διαδικασίες. (Πιθανόν, με μια ακόμη πολύ πιο ευρεία έννοια, ανάλογοι επιλεκτικοί μηχανισμοί να λειτουργούν και στο επίπεδο της ανόργανης ύλης. Από τις πολλές δυνατότητες που υπάρχουν σε μία κβαντική κατάσταση, στον χορό των υποατομικών σωματιδίων ή κυματομορφών, να επικρατεί αυτή που στις συνθήκες των συγκεκριμένων αλληλοσυσχετίσεων της, να μπορεί να έχει κάποια σταθερότητα και είναι ικανή με αυτό τον τρόπο να υπάρξει).

Αυτοί οι επιλεκτικοί μηχανισμοί μάθησης φαίνεται ότι λειτουργούν και στο εσωτερικό των οργανισμών. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της διαδικασίας είναι η λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος. Η εξέλιξη έχει εφοδιάσει τον ανθρώπινο οργανισμό με ένα μεγάλο πλήθος αντισωμάτων και κυττάρων με μνήμη για την παραγωγή αυτών των αντισωμάτων, για όλα τα πιθανά αντιγόνα, έτσι όπως τα έχει αντιμετωπίσει στην διάρκεια της εξέλιξης. Παράλληλα υπάρχει και ένας βαθμός ευλυγισίας στην δομή των ανοσοσφαιρινών (ανοσοσφαιρίνες είναι τα αντισώματα), ώστε να προσαρμόζονται σε παραλλαγές παρόμοιων αντιγόνων. Δηλαδή το αντιγόνο που προσβάλει τον οργανισμό, επιλέγει το αντίστοιχο αντίσωμά του, που ήδη προϋπάρχει μέσα του στα κύτταρα μνήμης, που όταν χρειασθεί μπορεί να πολλαπλασιασθούν και να το παράγουν σε μεγάλες ποσότητες. Δηλαδή η αναγνώριση των αντιγόνων από τα αντισώματα είναι μια αμφίδρομη διαδικασία και αποτελεί μια μορφή γνώσης για τον οργανισμό.

Οι επιλεκτικές αυτές διαδικασίες λειτουργούν με ένα τροποποιημένο φυσικά τρόπο και στη νόηση ανώτερης τάξης που κατέκτησε ο άνθρωπος παρ’ όλο που αποτελούν ένα φαινόμενο ασύγκριτα πολυπλοκότερο, επειδή παρεμβάλλεται η συνείδηση που μπορεί να τους δώσει έναν ενεργητικό χαρακτήρα και να να μην είναι μια απλά παθητική επιλογή της καταλληλότερης συμπεριφοράς ή τρόπου δράσης, από τις πολλές εναλλακτικές δυνατότητες που έχει δημιουργήσει ο οργανισμός με τη συμβολή και της νοητικής επεξεργασίας.

Πράγματι η επιλογή του καταλληλότερου τρόπου δράσης φαίνεται να στηρίζεται σε επιλεκτικές διαδικασίες ανάμεσα σε διαφορετικές εναλλακτικές δυνατότητες. Αλλά με τη μάθηση με την έννοια της απόκτησης νέων δεξιοτήτων, γνώσεων, τι γίνεται; Θα δούμε ότι και εδώ λειτουργούν με έναν άλλο τρόπο οι επιλεκτικές διαδιακασίες, έχοντας άλλη κατεύθυνση, όπου η επιλογή αφορά κυρίως τον οργανισμό που “επιλέγει” μια συμπεριφορά, τρόπο δράσης, γνώση, που υπάρχει στο περιβάλλον και την ενσωματώνει ο ίδιος, πάνω σε ένα έδαφος νευρωνικών κυκλωμάτων που μπορούν να δεχθούν τη νέα γνώση.

Πως γίνεται σε νευροβιολογικό επίπεδο αυτή η διαδικασία της επικοινωνίας και της ενσωμάτωσης τρόπων δράσης;

Σε κάποιο στάδιο της ανάπτυξης, οι επιλεκτικές διαδικασίες που χαρακτηρίζουν τη διαδικασία της προσαρμογής και της ‘’γνώσης’’ που αποκτιέται με αυτό τον τρόπο από τους οργανισμούς, συνυπάρχουν με την ανάπτυξη ενός συστήματος νευρώνων που έχουν ανακαλυφθεί τη δεκαετία του 90, τους κατοπτρικούς νευρώνες, με τους οποίους η μάθηση, σε μεγάλο βαθμό, γίνεται μέσω της μίμησης συμπεριφορών, τρόπων δράσης των άλλων. Επιλογή δηλαδή από το περιβάλλον. Η μάθηση, όπως αναφέρθηκε, χρειάζεται όταν εκτός από τις κληρονομημένες ικανότητες, υπάρχουν επιπλέον δυνατότητες που μπορούν να εκφρασθούν, να υλοποιηθούν. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, μεταβιβάζεται κατά κάποιο τρόπο η βάση του προγράμματος και αφήνεται στην αλληλεπίδραση με το περιβάλλον η περαιτέρω υλοποίηση αυτού του προγράμματος. Αυτή η εξέλιξη έδωσε πολύ περισσότερα περιθώρια για ευλυγισία και καλύτερη προσαρμογή. Φαίνεται ότι σε αυτή τη διαδικασία παίζουν το ρόλο τους οι κατοπτρικοί νευρώνες.

Ας μιλήσουμε όμως λίγο περισσότερο γι αυτή τη σημαντική ανακάλυψη, τους κατοπτρικούς νευρώνες.

Την δεκαετία του 80 και του 90, μία ερευνητική ομάδα στο πανεπιστήμιο της Πάρμα στην Ιταλία, με επικεφαλής τον καθηγητή Giacomo Rizzolatti, δουλεύοντας με πιθήκους macacus, ανακάλυψε την ύπαρξη των λεγόμενων κατοπτρικών νευρώνων στον κινητικό και τον αισθητηριακό φλοιό. Οι νευρώνες αυτοί πυροδοτούνται και όταν οι πίθηκοι κάνουν μία κίνηση για να πιάσουν για παράδειγμα το φαγητό τους αλλά και όταν βλέπουν έναν άλλο πίθηκο ή και τον άνθρωπο να κάνει κάτι ανάλογο. Αυτό σημαίνει ότι και στις δύο περιπτώσεις γίνεται μια αναπαράσταση της κίνησης, ώστε να κινητοποιηθει ανάλογα ή όχι, ο αντίστοιχος κινητικός μηχανισμός.

Οι νευρώνες αυτοί έχουν μελετηθεί περισσότερο στους πιθήκους. Στον άνθρωπο, αν και η συγκεκριμένη μελέτη τους δεν είναι εύκολη όπως είναι κατανοητό, απ’ ότι φαίνεται εξελίχθηκαν πολύ περισσότερο και συνδέθηκαν με πολύ περισσότερα κινητικά, αισθητηριακά κέντρα, μνημονικές εγχαράξεις, ώστε να αποτελέσουν τη βάση για κινητοποίηση περισσότερων συνειρμικών περιοχών και η μίμηση να πάρει πιο σύνθετο και επεξεργασμένο χαρακτήρα. Οι συνδέσεις αυτές των κατοπτρικών νευρώνων και η πυροδότηση, αντίστοιχων συνειρμικών περιοχών, που ανάλογα με το εξελικτικό στάδιο είναι λιγότερες ή πολύ περισσότερες, ώστε να είναι δυνατή η μικρότερη ή μεγαλύτερη επεξεργασία του αρχικού ερεθίσματος, δίνουν το μέτρο της κλιμάκωσης αυτών των ενεργειών. Από μια απλή μιμητική πράξη που κάνει ένας πίθηκος ή ένα μωρό παιδί που του βγάζουμε τη γλώσσα και μας την βγάζει και αυτό, μέχρι τη μάθηση σύνθετων δεξιοτήτων ή την αναγνώριση των προθέσεων των άλλων αλλά και την ανάπτυξη της γλώσσας, στην εξέλιξη των οποίων ίσως συνέβαλαν. Πιστεύεται όμως ότι τέτοιοι νευρώνες υπάρχουν και σε κατώτερες εξελικτικές βαθμίδες, για παράδειγμα σε πολλά είδη πτηνών. Η ενεργοποίηση αυτών των νευρώνων στον άνθρωπο φαίνεται να γίνεται από την ηλικία των 12 μηνών, που από τότε αρχίζουν να μιμούνται τις κινήσεις των άλλων.

Ένας μεγάλος σύγχρονος νευρολόγος, ο Vilayanur Ramachandran, τη θεωρεί τη μεγαλύτερη ανακάλυψη των τελευταίων χρόνων, που θα παίξει ρόλο για την κατανόηση της ανάπτυξης της ανθρώπινης νοημοσύνης και ψυχολογίας, ανάλογο με την ανακάλυψη του DNA για την βιολογία. Η ανάπτυξη των κατοπτρικών νευρώνων και η μάθηση σαν μίμηση, θεωρεί ότι αποτέλεσε την κινητήρια δύναμη στα μεγάλα άλματα προς τα εμπρός στην ανθρώπινη εξέλιξη. Εξηγούν επίσης γι αυτόν και την επιγενετική κληρονομικότητα όπως επίσης και την πολιτιστική κληρονομιά και πως αυτή μεταδίδεται, δίνοντας στην εξέλιξη μια ευρύτερη διάσταση από αυτήν που στηρίζεται καθαρά στο γονίδιο. Η διάδοση των όποιων ανακαλύψεων γινόταν μέσα από την μίμηση και η επίδραση που αυτό είχε στην περαιτέρω ανάπτυξη των ανθρώπων και των κοινωνιών τους, πυροδοτούσε μια διαδικασία που οδήγησε στη σύγχρονη ανθρώπινη συνείδηση. Στην εμφάνιση της γλώσσας, πάνω σε ένα προϋπάρχον έδαφος στον εγκέφαλο και μιας βελτιωμένης φωνητικής συσκευής, μέσω της μίμησης των ήχων μπορεί να εξηγηθεί η ανάπτυξη των βελτιωμένων σε ποσότητα και ποιότητα φωνητικών συμπλεγμάτων στον άνθρωπο, η παράλληλη εξέλιξη αντίστοιχων δομών στον εγκέφαλο αλλά και η σταδιακή μάθηση της ομιλίας μέσα σε συγκεκριμένα χρονικά παράθυρα στην παιδική ηλικία.

(Επίσης ο (Ουκρανικής καταγωγής) Καναδός ψυχολόγος Albert Bandura, είχε υποστηρίξει από τη δεκαετία του 70 και του 80, την άποψη ότι ο βασικός μηχανισμός της μάθησης είναι η μίμηση συμπεριφορών, γνώσεων, από το κοινωνικό περιβάλλον).

Στον εγκέφαλο των ερπετών λειτουργούν άμεσα αντανακλαστικά τόξα, για διάφορες επιλογές δράσης. Μια διαδικασία όμως μάθησης υπάρχει και εδώ και στο βαθμό που υπάρχει διαδικασία μάθησης το πιο πιθανό είναι ότι αυτή γίνεται μέσω κατοπτρικών νευρώνων.

Οι κατοπτρικοί νευρώνες δηλαδή λειτουργούν από ένα πιο στοιχειώδες επίπεδο από το να μιμηθούν μια κίνηση, όπως για παράδειγμα στο κελάηδημα των πουλιών ή στις μιμητικές πράξεις των νεαρών πιθήκων, όπου και έχουν μελετηθεί, μέχρι την αναπαράσταση μετάδοση συναισθημάτων και τη μεταβίβαση σκέψεων μέσω της κινητοποίησης μικρότερων ή μεγαλύτερων συνειρμικών περιοχών.
Στη μετάδοση σκέψεων, επειδή παρεμβάλλεται ο ανεπτυγμένος μετωπιαίος φλοιός, που λόγω της αφηρημένης νόησης έχει δημιουργήσει πολύ περισσότερες εναλλακτικές λύσεις και μπορεί να βάλει βέτο, να αναστείλει δράσεις, η μετάδοση των σκέψεων παίρνει ένα πολύ πιο πολύπλοκο χαρακτήρα. Η δυνατότητα κριτικής προσέγγισης, από τον εαυτό που έχει αποκτήσει αυτονομία, διαφοροποιεί αυτόν τον τομέα της μετάδοσης από τους υπόλοιπους, απλών κινήσεων ή συναισθημάτων των οποίων η πρόσληψη γίνεται χωρίς επεξεργασία, σε συνθήκες σχετικής καταστολής της δράσης του μετωπιαίου φλοιού.

Δηλαδή η μάθηση μέσω της μίμησης στον άνθρωπο μπορεί να γίνει είτε με μια παθητική διαδικασία, όπου γίνεται μεταβίβαση μιας συμπεριφοράς, σκέψης ή συναισθημάτων κλπ, χωρίς επεξεργασία από τον δέκτη είτε με παρέμβαση του μετωπιαίου φλοιού να γίνει επεξεργασία της πρόσληψης. Για παράδειγμα στα παιδιά που δεν έχει ωριμάσει ο μετωπιαίος φλοιός και ο έλεγχος που μπορεί να ασκήσει στον συναισθηματικό εγκέφαλο, αυτή η επεξεργασία είναι ατελής. Τα παιδιά είναι παθητικοί δέκτες στην ουσία συμπεριφορών ή γνώσεων που προσλαμβάνουν από το περιβάλλον.

Εδώ όμως προκύπτει ένα ερώτημα. Θεωρητικά είναι άπειρα τα ερεθίσματα από το περιβάλλον. Ποια προσλαμβάνονται από αυτά; Εδώ πρέπει να υποθέσουμε την παρεμβολή κάποιας μικρότερης ή μεγαλύτερης συνάφειας στη σχέση αυτών που (αλληλο)επηρεάζονται, ανάμεσα σε νευρωνικά δίκτυα που θέλουν και μπορούν να (αλληλο)επηρεασθούν. Έτσι η πρόσληψη συμπεριφορών γίνεται στα παιδιά από εκείνους που θεωρούν σημαντικούς γι αυτούς. Γονείς, από τους οποίους αισθάνονται και εξαρτημένοι ή άλλα σημαντικά γι αυτά πρόσωπα. Ο επηρεασμός όμως γίνεται όχι μόνο από αυτούς αλλά και από το γενικότερο περιβάλλον, την τηλεόραση, φίλους κλπ. Αυτοί καλύπτουν είτε τα αισθήματα ασφάλειας που έχουν ανάγκη είτε έχει σχέση με τις συνειδητές ή ασυνείδητες επιθυμίες που έχουν αρχίσει να διαμορφώνουν για την παραπέρα ανάπτυξή τους. Αυτό μπορούμε να το δούμε και στους ενήλικες όπου επηρεαζόμαστε από άτομα που συνειδητά ή ασυνείδητα θέλουμε να επηρεαστούμε επειδή θεωρούμε ότι αυτό ωφελεί την ανάπτυξη του εαυτού. Όπως και για να υπάρχει επηρεασμός πρέπει να υπάρχει κάποια επαφή, κοινές συμπεριφορές, αναγνωρίσιμες, χωρίς τεράστιες διαφορές, αν και αυτό δεν είναι απόλυτο επειδή η πολυπλοκότητα της ανθρώπινης συγκρότησης πάντα αφήνει περιθώρια ώστε να υπάρξουν σημεία επαφής για επηρεασμό.

Στους ενήλικες η παρέμβαση του μετωπιαίου φλοιού που ελέγχει τον συναισθηματικό εγκέφαλο αλλά και κάνει επεξεργασία των προσλαμβανόμενων ερεθισμάτων, η μάθηση μπορεί να βασίζεται στην πρόσληψη μέσω της μίμησης αλλά η επεξεργασία από τον μετωπιαίο φλοιό κρίνει τι θα γίνει αποδεκτό και τι όχι προσαρμόζοντας την μέσω της λογικής συνοχής με το σύστημα αξιών, γνώσεων που έχει διαμορφώσει. Όμως όταν ο μετωπιαίος φλοιός για κάποιο λόγο είναι κατεσταλμένος, από ένα ισχυρό συναίσθημα, μια απειλή ή κάτι άλλο, ή σε συνθήκες συμμετοχής σε μια ομάδα, όπου για διάφορους λόγους πρυτανεύει το πνεύμα της ομάδας ή όταν η εικόνα του εαυτού εξαρτάται ισχυρά από τη γνώμη των άλλων σε προσωπικότητες παθητικές-παιδικές, τότε μπορεί εύκολα να μεταδοθούν συναισθήματα, σκέψεις χωρίς ή με μικρή επεξεργασία από την λογική, τον μετωπιαίο φλοιό δηλαδή.

(Κάτι παρόμοιο γίνεται με τον υπνωτισμό, την υποβολή ή την αυθυποβολή.

Στον υπνωτισμό με κάποιο τρόπο αποσπάται η προσοχή σε ένα ουδέτερο ερέθισμα, το συνειδητό χαλαρώνει, ώστε να δοθεί η ευκαιρία κατάληψης του υποσυνείδητου ή να μείνει το πεδίο ελεύθερο για να περάσουν τα μηνύματα στον δέκτη. Ή όταν μια ισχυρή εντύπωση επηρεάζει το υποσυνείδητο, η δραστηριότητα της συνείδησης τείνει να εξαφανισθεί.

Στην υποβολή έχουμε παρόμοιους μηχανισμούς. Πρέπει να υπάρχει ένα πρόσωπο ή ένας θεσμός, μια ομάδα, που τα θεωρούμε σημαντικά, καθώς και η ιδέα που υποβάλλεται να έχει σχέση με δικές μας επιθυμίες, συνειδητές ή ασυνείδητες ή φόβους για την ασφάλειά μας που πιστεύουμε ότι θα αποτραπούν υιοθετώντας τις αντίστοιχες ιδέες, ώστε να υπάρχουν αντίστοιχα κίνητρα για να δεχθούμε αυτό που μας υποβάλλεται. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις που υπάρχουν ισχυρές επιθυμίες ή φόβοι, το συναίσθημα που τις περιβάλλει είναι αρκετά ισχυρό ώστε να παρεμποδίσει τη δραστηριότητα του μετωπιαίου φλοιού και την επαρκή λογική εξεργασία.

Στην αυθυποβολή η ιδέα από την οποία επηρεαζόμαστε υπάρχει ήδη στη δεξαμενή της σκέψης που υπάρχει μέσα μας, αλλά αποκτά κάτω από ειδικές συνθήκες μεγαλύτερη σημασία και επηρεάζει, καταλαμβάνοντας το υποσυνείδητο, όλο τον τρόπο σκέψης.

Γίνεται δηλαδή σ’ αυτές τις περιπτώσεις, μίμηση της υποβαλλόμενης συμπεριφοράς, χωρίς την παρέμβαση του μετωπιαίου φλοιού και της λογικής επεξεργασίας που μπορεί να την υποβάλλει, επιδρώντας σε πολύ ισχυρές περιοχές του υποσυνείδητου.

Η υποβολή όπως και η αυθυποβολή, είναι ένας πανίσχυρος μηχανισμός που μπορεί να λειτουργήσει είτε θετικά, δημιουργώντας και το γνωστό φαινόμενο placebo, είτε αρνητικά ως αρνητική υποβολή που κινητοποιεί τους μηχανισμούς του φόβου και του αντίστοιχου στρες. Γι αυτά όμως ίσως κάνουμε αναφορά σε κάποια άλλη ανάρτηση.

Επίσης σε παρόμοιους μηχανισμούς στηρίζεται και η συναισθηματική μεταδοτικότητα).

Η αναζήτηση συνεχώς νέας γνώσης πως εξηγείται; Με βάση αυτά που αναφέρθηκαν, η απάντηση πρέπει να είναι η εξελικτική πίεση για καλύτερη προσαρμογή στις συνεχώς μεταβαλλόμενες συνθήκες του περιβάλλοντος. Εξ άλλου και οι άνθρωποι αλλάζουν όταν δημιουργηθεί κρίση στον ακολουθούμενο τρόπο δράσης τους, που βλέπουν ότι δεν τους εξυπηρετεί πια ή ότι στρέφεται σε βάρος τους.

Αλλά και τα ίδια τα νευρωνικά κυκλώματα φαίνεται να έχουν με κάποιο τρόπο την τάση της ολοκλήρωσης τους, της συνέχισης δηλαδή της αποκάλυψης τους. Αναζητούν την πληροφορία, τη γνώση δηλαδή, για αυτή τη συνέχεια. O homo sapiens, ονομάσθηκε “το ανικανοποίητο είδος”, για αυτή την τάση να αναζητά πάντα νέες πληροφορίες, να μαθαίνει από αυτές, να εδραιώνει αυτή τη γνώση και να συνεχίζει. Ως ένα βαθμό ή καλύτερα από ένα σημείο και πέρα, αυτό φαίνεται να οφείλεται στο ότι ο άνθρωπος κατακτώντας τη γλώσσα και τη συνείδηση ανωτέρου επιπέδου που τον χαρακτηρίζει, άλλαξε σε μεγάλο βαθμό και τον νοητικό προσανατολισμό του. Ενώ μέχρι τότε η νόηση αποσκοπούσε στενά στην προσαρμογή στο φυσικό περιβάλλον, επειδή ο ανταγωνισμός και η προσαρμογή αφορούσε την επιβίωση σε σχέση με το φυσικό περιβάλλον, από τη δημιουργία των κοινωνιών, την κατάκτηση της γλώσσας, την απόκτηση δηλαδή της ανθρώπινης νόησης όπως την ξέρουμε, ο ανταγωνισμός και η προσαρμογή έγινε κυρίως ενδοειδική διαδικασία, στρέφεται μέσα στην κοινωνία ή ανάμεσα στις ομάδες μεταξύ τους οπότε πήρε και διαφορετικό προσανατολισμό. Η ανάγκη έτσι της προσαρμογής στις απαιτήσεις της ομάδας μπορεί να πάρει πολύ διαφορετικά χαρακτηριστικά από τις ανάγκες για παράδειγμα του πως θα προφυλαχθούμε από το κρύο ή από τα άγρια θηρία. Άρα οι ανάγκες του ενδοειδικού πια ανταγωνισμού και προσαρμογής, προσανατολίζουν και σε άλλους δρόμους τη νοητική ανάπτυξη, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι προηγούμενες ανάγκες εξαφανίζονται, απλά ιεραρχούνται διαφορετικά. Έτσι ανέπτυξε ικανότητες που αν τις δει κάποιος από τη στενή σκοπιά των εξελικτικών αναγκών σε σχέση με την προσαρμογή στη φύση, φαίνονται άσκοπες, περιττές και ανεξήγητες, όπως για παράδειγμα την τέχνη, τις επιστήμες κλπ, γίνονται όμως απόλυτα κατανοητές αν τις δούμε αυτές τις δραστηριότητες από τη σκοπιά της κοινωνικής συνείδησης και των νέων αναγκών που προκύπτουν από αυτή τη συνάφεια και αλληλεπίδραση μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης κοινωνίας. Όπως και την ανάγκη συνεχούς διεύρυνσης αυτών των γνώσεων που προκύπτει από αυτόν τον ανταγωνισμό.

Μαρία Αντουανέτα: Από τις Βερσαλλίες στη γκιλοτίνα – Οι τελευταίες ημέρες μιας βασίλισσας

Το πρωί της 16ης Οκτωβρίου 1793, η Μαρία Αντουανέτα εγκατέλειψε τη φυλακή της Κονσιερζερί στο Παρίσι για την τελευταία διαδρομή της ζωής της. Η γυναίκα που είχε συνδεθεί με τη μεγαλοπρέπεια των Βερσαλλιών οδηγούνταν πλέον στη γκιλοτίνα, έχοντας χάσει τον θρόνο, τον σύζυγό της και την επαφή με τα παιδιά της.

Ήταν 37 ετών, λίγες εβδομάδες πριν από τα γενέθλιά της. Η εκτέλεσή της αποτέλεσε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα γεγονότα της Γαλλικής Επανάστασης, συμπυκνώνοντας τη σύγκρουση ανάμεσα στην παλαιά μοναρχική τάξη και στη νέα επαναστατική εξουσία.

Η διαδρομή της είχε αρχίσει πολύ μακριά από τη γαλλική πρωτεύουσα. Γεννημένη στη Βιέννη στις 2 Νοεμβρίου 1755, ήταν κόρη της Μαρίας Θηρεσίας και του αυτοκράτορα Φραγκίσκου Α΄.

Ο γάμος της με τον διάδοχο του γαλλικού θρόνου, τον μελλοντικό Λουδοβίκο ΙΣΤ΄, πραγματοποιήθηκε στις 16 Μαΐου 1770, όταν εκείνη ήταν μόλις δεκατεσσάρων ετών. Επρόκειτο για μια δυναστική ένωση που υπηρετούσε τη συμφιλίωση της Γαλλίας με την Αυστρία, δύο δυνάμεων με μακρά ιστορία ανταγωνισμού.

Η νεαρή αρχιδούκισσα βρέθηκε σε μια αυλή όπου ακόμη και οι προσωπικές στιγμές υπάκουαν σε αυστηρούς κανόνες. Το ξύπνημα, το ντύσιμο και τα γεύματα αποτελούσαν τελετουργίες, με την παρουσία αυλικών και αξιωματούχων. Όταν ο σύζυγός της έγινε βασιλιάς το 1774, εκείνη ανέλαβε τον ρόλο της βασίλισσας χωρίς να έχει συμπληρώσει τα δεκαεννέα της χρόνια.



Η δυσκολία προσαρμογής της, οι επιλογές της και η επιθυμία της για μεγαλύτερη ιδιωτικότητα προκάλεσαν αντιδράσεις, οι οποίες σταδιακά ξεπέρασαν τα όρια της αυλής.

Η αγάπη της για τη μόδα, τις διασκεδάσεις και την πολυτέλεια προσέφερε εύφορο έδαφος στους επικριτές της. Σε μια χώρα που αντιμετώπιζε σοβαρή οικονομική κρίση, η βασίλισσα μετατράπηκε σε προσωποποίηση της σπατάλης.

Το προσωνύμιο «Μαντάμ Έλλειμμα» απέδιδε στη δική της συμπεριφορά τα δημοσιονομικά προβλήματα της μοναρχίας, απλουστεύοντας μια πολύ ευρύτερη κρίση. Παράλληλα, η αυστριακή καταγωγή της τροφοδοτούσε υποψίες για τις πολιτικές της προτιμήσεις και επέτρεπε στους αντιπάλους της να την παρουσιάζουν ως ξένη προς τα συμφέροντα της Γαλλίας.

Η δημόσια εικόνα της επιβαρύνθηκε ιδιαίτερα από την υπόθεση του περιδέραιου το 1785. Μια απάτη, στην οποία χρησιμοποιήθηκε το όνομά της για την απόκτηση ενός πανάκριβου διαμαντένιου κοσμήματος, εξελίχθηκε σε μεγάλο σκάνδαλο.

Παρότι η ίδια δεν είχε συμμετάσχει στην εξαπάτηση, η υπόθεση ενίσχυσε την ήδη διαδεδομένη δυσπιστία απέναντί της. Η απόσταση ανάμεσα στην πραγματική εμπλοκή της και στην αντίληψη του κοινού δείχνει πόσο ευάλωτη είχε γίνει η μοναρχία: η φήμη μπορούσε πλέον να αποδειχθεί ισχυρότερη από την αποκατάσταση των γεγονότων.

Με το ξέσπασμα της Επανάστασης το 1789, η θέση της βασιλικής οικογένειας άλλαξε ριζικά. Τον Οκτώβριο, η πορεία προς τις Βερσαλλίες και η εισβολή στο ανάκτορο οδήγησαν στη μεταφορά της στο Παρίσι.

Η εγκατάσταση στο παλάτι του Κεραμεικού περιόρισε την ελευθερία της και έφερε τους μονάρχες υπό την άμεση πίεση της πρωτεύουσας. Η αποτυχημένη απόπειρα φυγής στη Βαρέν, τον Ιούνιο του 1791, έπληξε ακόμη περισσότερο την εμπιστοσύνη προς τον βασιλιά και τη βασίλισσα, ενισχύοντας την πεποίθηση ότι επιδίωκαν να ανατρέψουν τις επαναστατικές αλλαγές.



Η επίθεση στον Κεραμεικό στις 10 Αυγούστου 1792 σηματοδότησε την ουσιαστική κατάρρευση της βασιλικής εξουσίας. Η οικογένεια οδηγήθηκε στη φυλακή του Ταμπλ και η μοναρχία καταργήθηκε τον Σεπτέμβριο. Στις 21 Ιανουαρίου 1793, ο Λουδοβίκος ΙΣΤ΄ εκτελέστηκε, αφήνοντας τη Μαρία Αντουανέτα χήρα και κρατούμενη.

Το καλοκαίρι αποχωρίστηκε και τον μικρό γιο της, ενώ τη νύχτα της 1ης προς τη 2α Αυγούστου μεταφέρθηκε μόνη στην Κονσιερζερί, τη φυλακή που συνδέθηκε με τις τελευταίες εβδομάδες της ζωής της.

Στην Κονσιερζερί παρέμεινε υπό συνεχή επιτήρηση, με δύο χωροφύλακες να την παρακολουθούν ημέρα και νύχτα. Η δυνατότητά της να γράφει ήταν περιορισμένη και η ιδιωτικότητά της σχεδόν ανύπαρκτη. Παράλληλα, υποστηρικτές της μοναρχίας αναζητούσαν τρόπους να τη φυγαδεύσουν, χωρίς επιτυχία.

Η γνωστή «συνωμοσία του γαρίφαλου», κατά την οποία επιχειρήθηκε να της παραδοθούν κρυφά μηνύματα για σχέδιο απόδρασης, αποκαλύφθηκε και επιδείνωσε τη θέση της. Οι λεπτομέρειες της κράτησής της χρειάζονται προσοχή, καθώς μεταγενέστερες αφηγήσεις τις περιέβαλαν με θρύλους.

Η δίκη άρχισε στις 14 Οκτωβρίου 1793 ενώπιον του Επαναστατικού Δικαστηρίου. Η Γαλλία αντιμετώπιζε εξωτερικό πόλεμο και εσωτερικές εξεγέρσεις, ενώ η καταστολή των θεωρούμενων εχθρών της Δημοκρατίας εντεινόταν. Σε αυτό το περιβάλλον, η πρώην βασίλισσα παρουσιαζόταν ως ενσάρκωση της αντεπανάστασης.

Οι δικηγόροι της, Κλοντ Φρανσουά Σοβό-Λαγκάρντ και Γκιγιόμ Αλεξάντρ Τρονσόν-Ντικουντρέ, είχαν ελάχιστο χρόνο για την προετοιμασία της υπεράσπισης. Η διαδικασία εξελίχθηκε με ταχύτητα, μέσα σε ατμόσφαιρα έντονης πολιτικής εχθρότητας.

Οι κατηγορίες αφορούσαν την εξάντληση του δημόσιου ταμείου, τη συνεννόηση με εχθρικές δυνάμεις και τη συμμετοχή σε συνωμοσίες κατά της ασφάλειας του κράτους. Στη διάρκεια των καταθέσεων, πολιτικές αιτιάσεις αναμείχθηκαν με προσωπικές επιθέσεις και φήμες.



Η υπεράσπιση υπογράμμισε την έλλειψη επαρκών αποδείξεων, όμως η διαδικασία δύσκολα μπορούσε να αποσυνδεθεί από την πολιτική της λειτουργία. Στο πρόσωπο της κατηγορουμένης, το δικαστήριο αντιμετώπιζε ταυτόχρονα μια συγκεκριμένη γυναίκα και το σύμβολο ενός καθεστώτος που η Επανάσταση είχε ανατρέψει.

Η πιο φορτισμένη στιγμή ήρθε όταν διατυπώθηκε εναντίον της η κατηγορία της αιμομιξίας με τον γιο της. Η Μαρία Αντουανέτα αντέδρασε επικαλούμενη τη μητρική ιδιότητά της και απευθυνόμενη στις μητέρες που βρίσκονταν στην αίθουσα.

Η απάντησή της προκάλεσε συγκίνηση, χωρίς να αλλάξει την έκβαση. Τα ξημερώματα της 16ης Οκτωβρίου κρίθηκε ένοχη και καταδικάστηκε σε θάνατο. Η εκτέλεση θα πραγματοποιούνταν την ίδια ημέρα, αφήνοντάς της μόνο λίγες ώρες για να προετοιμαστεί για το τέλος.

Στο διάστημα αυτό έγραψε μια τελευταία επιστολή προς την Ελισάβετ, αδελφή του Λουδοβίκου ΙΣΤ΄. Στο κείμενο εξέφραζε την πίστη της, την αγάπη για τα παιδιά της και την αγωνία για το μέλλον τους.

Η επιστολή δεν έφτασε στην παραλήπτριά της. Λίγο αργότερα, με κομμένα μαλλιά και δεμένα χέρια, οδηγήθηκε με ανοιχτό κάρο στην πλατεία της Επανάστασης, τη σημερινή Κονκόρντ. Γύρω στο μεσημέρι, η γκιλοτίνα έβαλε τέλος στη ζωή της, ολοκληρώνοντας τη δραματική πτώση της.

Η σορός της ενταφιάστηκε στο κοιμητήριο της Μαντλέν και το 1815 τα λείψανά της μεταφέρθηκαν στη βασιλική του Σεν Ντενί. Μετά τον θάνατό της, η εικόνα της συνέχισε να αλλάζει: για ορισμένους παρέμεινε σύμβολο της μοναρχικής αλαζονείας, για άλλους έγινε τραγική μορφή της επαναστατικής βίας.

Η ιστορική προσέγγιση απαιτεί να διακρίνονται οι πολιτικές επιλογές της από τις συκοφαντίες που τη συνόδευσαν.

Οι ημέρες από τις 14 έως τις 16 Οκτωβρίου 1793 παραμένουν χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο η πολιτική σύγκρουση μπορεί να καθορίσει τη δικαιοσύνη και την ανθρώπινη μοίρα.

Μια Υπέροχη Υπόσχεση

Η ΧΡΥΣΗ ΕΠΟΧΗ ΚΑΙ ΜΕΤΑ; ΜΙΑ ΥΠΕΡΟΧΗ ΥΠΟΣΧΕΣΗ

Ολόκληρη η σύγχρονη έννοια της ευτυχίας στηρίζεται σε μια διάσημη φράση του Βολταίρου από το ποίημα του Ο Κοσμικός (1736): «Ο γήινος Παράδεισος είναι εδώ όπου βρίσκομαι», εποικοδομητική, γόνιμη δήλωση που στην συνέχεια δεν θα πάψουν να την παραφράζουν ή να την επαναλαμβάνουν λες και θέλουν να σιγουρευτούν για την αλήθεια της .

Υπέροχη, σοκαριστική φράση που καταλύει αιώνες καταπίεσης και ασκητισμού και που δεν παύουμε να την μελετάμε μες στην συγκλονιστική της απλότητα. Αργότερα, ο Βολταίρος, τρομοκρατημένος όπως και ολόκληρη η εποχή του από τον σεισμό της Λισαβόνας, θα απαρνηθεί αυτόν τον φλογερό οπτιμισμό, αυτό το προκλητικό εγκώμιο της πολυτέλειας και της ηδονής και, μπροστά στην άλογη αγριότητα της φύσης και των ανθρώπων, θα υιοθετήσει μια πιο μετριοπαθή στάση: «Μια μέρα, όλα θα είναι καλά, να η ελπίδα μας. Όλα είναι καλά σήμερα, να η αυταπάτη».

Όμως για τον Βολταίρο το κακό δεν θα απκτήσει ποτέ κάποιο θετικό στοιχείο, ποτέ δεν θα γίνει το τίμημα του σφάλματος ή το αποτέλεσμα της Πτώσης των πρωτοπλάστων, και ως προς αυτό είναι ένας απογοητευμένος σύγχρονός μας. Ο Διαφωτισμός και η Γαλλική Επανάσταση όχι μόνο διακήρυξαν την κατάργηση του προπατορικού αμαρτήματος, αλλά μπήκαν στην ιστορία σαν μια υπόσχεση ευτυχίας προς όλη την ανθρωπότητα. Η ευτυχία δεν είναι πια μια μεταφυσική χίμαιρα, μια απίθανη ελπίδα κρυμμένη μες στα απόκρυφα και πολύπλοκα μυστήρια της σωτηρίας, η ευτυχία είναι εδώ και τώρα, ή τώρα ή ποτέ.

Ο Χάινριχ Χάινε, για παράδειγμα: «Να κατεβάσουμε την Θεία Βασιλεία επί της γης». Ο Γιερ Λερού το 1849: «Ο Παράδεισος πρέπει να έρθει στη γη». Ο Ερνστ Μπλοχ το 1921: «Τώρα είναι αδύνατον να μην έρθει ο καιρός της Θείας Βασιλείας». Ο Αντρέ’ Μπρετόν: «Εσύ είσαι, Νάντια; Είναι αλήθεια πως το επέκεινα, ολόκληρο το επέκεινα βρίσκεται σε αυτήν την ζωή;» Ο Πωλ Ελυάρ: «Υπάρχει ένας άλλος κόσμος, αλλά βρίσκεται ολόκληρος μέσα σε αυτόν εδώ». Και ο Αλμπέρ Καμύ: «Το Βασίλειό μου είναι ολόκληρο του κόσμου τούτου».

Θεμελιακή αντιστροφή, μεταβολή του άξονα της ιστορίας: ο Μπένθαμ, ο Άγγλος πατέρας του ωφελιμισμού, ζητά «το μάξιμουμ της ευτυχίας για το μάξιμουμ των ανθρώπων», και ο Άνταμ Σμιθ βλέπει ένα θεϊκό σημάδι μες στην επιθυμία των ανθρώπων να ομορφύνουν την ζωή τους. Ο Λοκ συνιστούσε την αποφυγή της uneasiness, της μη-άνεσης, παντού δηλαδή ξεπροβάλλει η έντονη πεποίθηση πως είναι λογικό να επιδιώκεται η επικράτηση της ευζωίας επί της γης.

Θαυμαστή εμπιστοσύνη στην τελειοποιησιμότητα του ανθρώπου, στην ικανότητά του να απελευθερωθεί από το αιώνιο αναμάσημα της δυστυχίας, στην βούλησή του να δημιουργήσει κάτι το καινούριο, δηλαδή κάτι καλύτερο. Εμπιστοσύνη στις συνδυασμένες δυνάμεις της επιστήμης, της παιδείας και του εμπορίου που θα φέρουν την χρυσή εποχή του ανθρώπινου είδους, μια εποχή της οποίας την έλευση προφήτευε το 1814 ο ουτοπιστής Σαιν-Σιμόν (πιστός, ως προς αυτό, στην έμπνευση του Φράνσις Μπαΐηκον, ο οποίος τον 17ο αιώνα ήδη μιλούσε για την δημιουγία μιας ιδανικής πόλης, της Νέας Ατλαντίδας. που θα την κυβερνούσαν επιστήμονες). Και, τέλος, βεβαιότητα πως η ανθρωπότητα είναι η μόνη υπεύθυνη για τα κακά που την βασανίζουν και πως μόνο εκείνη μπορεί να τα μειώσει, να τα διορθώσει δίχως να προστρέξει σε έναν Μέγα Ωρολογοποιό ή σε μια Εκκλησία που παραπέμπει στο υπερπέραν.

Μεθυστικό συναίσθημα μιας μεσσιανικής αυγής, μιας επανέναρξης του χρόνου, που θα μπορούσε να μεταμορφώσει αυτή την κοιλάδα των δακρύων σε μια κοιλάδα ρόδων. Η ιστορία δεν βρομάει πια, ευωδιάζει, ο κόσμος ξαναγίνεται η κοινή πατρίδα που το μέλλον της είναι το ίδιο σημαντικό για μας όσο και η μέριμνα για την προσωπική μοίρα μας μετά τον θάνατο. Αφού η απόσταση ανάμεσα στην ανθρωπότητα και τον Πλάστη της δεν παύει να μεγαλώνει από τον Μεσσαίωνα και ύστερα, ο άνθρωπος δεν μπορεί να υπολογίζει παρά μόνο στις δικές του δυνάμεις για να οργανώσει την γήινη ζωή του. Ολόκληρη η ύπαρξή του οφείλει να είναι η απόδειξη του καλού, σύμφωνα με μια φράση του Ντυπόν ντε Νεμούρ, που παρωδεί τον οπτιμισμό του Λάιμπνιτς.

Η ελπίδα για ευτυχία θριαμβεύει κατατροπώνοντας την ιδέα της σωτηρίας και την ιδέα του μεγαλείου, μέσα στην διπλή απόρριψη της θρησκείας και του φεουδαρχικού ηρωισμού. Προτιμούμε να είμαστε ευτυχισμένοι παρά μεγαλόπρεποι ή σωσμένοι. Αυτό που άλλαξε με την Αναγέννηση είναι πως, χάρη στην υλική και την τεχνολογική πρόοδο, η διαμονή επί της γης έπαψε να θεωρείται σαν μια τιμωρία ή ένα άχθος.

Ικανός να καταπολεμήσει την δυστυχία και να χειριστεί το πεπρωμένο του, ο άνθρωπος νιώθει να μειώνεται η αηδία απέναντι στον ίδιο τον εαυτό του. «Η τραχιά γεύση τής ζωής» (Χουιζίνγκα) που επιτείνεται στην Ευρώπη από τα μέσα του Μεσαίωνα, επιβάλλει να ρίξουμε ένα καινούριο βλέμμα, όλο καλοσύνη, πάνω στην κατοικία μας, παντού σημειώνεται μια αποκατάσταση του ενστίκτου, «μια κατάκτηση του ευχάριστου» (Πωλ Μπενισού). Ο κόσμος μπορεί να είναι ένας γόνιμος κήπος κι όχι πια ένας στείρος περίβολος, οι απολαύσεις είναι πραγματικές, και ο πόνος δεν συνοψίζει από μόνος του το σύνολο της ανθρώπινης εμπειρίας (καθώς μαρτυρεί όλη η ουτοπιστική παράδοση αρχίζοντας από τον Τόμας Μωρ και τον Καμπανέλλα).

Προπάντων πρέπει να συμφιλιωθούμε με το σώμα μας και να πάψουμε να το βλέπουμε σαν το εφήμερο και αηδιαστικό περίβλημα της ψυχής στο οποίο πρέπει να δυσπιστούμε και να επιθυμούμε να απαλλαγούμε από αυτό. Στο εξής είναι ένας φίλος, το μόνο μας στήριγμα επί της γης, ο πιο πιστός μας σύντροφος που πρέπει να τον προσέχουμε, να τον περιποιούμαστε, να τον φροντίζουμε σύμφωνα με όλους τους κανόνες της ιατρικής και της υγιεινής, ενώ η Εκκλησία δίδασκε πως έπρεπε να το καταπιέζουμε, να το καταφρονούμε, να το λησμονούμε. Θρίαμβος της άνεσης: αποθέωση του καπιτονέ, του παραγεμισμένου, του βολικού, του καθετί που μετριάζει την πρόσκρουση, εξασφαλίζει την άνεσή μας.

Κοντολογίς, οι δυτικές κοινωνίες τόλμησαν, ενάντια στις ίδιες τους τις παραδόσεις, να προβάλουν ως απάντηση στον πόνο όχι τις ουράνιες παρηγοριές, αλλά την βελτίωση ετούτου του κόσμου. Πρόκειται για μια πράξη ασύλληπτης τόλμης, που η Διακήρυξη της Αμερικανικής Ανεξαρτησίας σπεύδει να εγγράψει στο καταστατικό της, βεβαιώνοντας πως «η ζωή, η ελευθερία και η επιδίωξη της ευτυχίας» αποτελούν τμήμα των αναπαλλοτρίωτων ανθρώπινων δικαιωμάτων.

Η ανθρωπότητα δεν έχει πια να δώσει λογαριασμό παρά μονάχα στον εαυτό της. Καθώς το εκφράζει εύγλωττα ο Καντ, «εξαρτάται από μας να κάνουμε το παρόν να μας δώσει μια υπόσχεση για το μέλλον», μια υπόσχεση που ανήκει περισσότερο στην κατηγορία τού «αρεστού» παρά του «επιτακτικού», δηλαδή αναφέρεται σε μια αναδιαμόρφωση του πλανήτη μας σύμφωνα με τις επιθυμίες και τους πόθους του ανθρώπου . Η ιδέα της προόδου αντικαθιστά την ιδέα της αιωνιότητας, το μέλλον γίνεται το καταφύγιο της ελπίδας, ο τόπος της συμφιλίωσης του ανθρώπου με τον εαυτό του.

Σε αυτόν συγκλίνουν η ατομική και η συλλογική ευτυχία, ιδιαίτερα στον αγγλοσαξονικό ωφελιμισμό, που θέτει την ευτυχία στην υπηρεσία όλου του ανθρώπινου είδους, ώστε να απαλλαγεί από τις κατηγορίες περί ανηθικότητας που την βάραιναν. Σύμφωνα με τους ωφελιμιστές, η δίκαιη πράξη είναι πάντα συνδεδεμένη με την ευχαρίστηση και η άδικη με την δυσφορία. Η ανθρωπότητα, λοιπόν, βρίσκεται σε μια συνεχή πορεία προς το καλό, η ηθική πρόοδος μπορεί καμιά φορά «να ανακοπεί αλλά όχι να διακοπεί οριστικά» (Καντ).

Ο ανθρώπινος χρόνος εγκυμονεί ένα ευτυχισμένο μέλλον, τα πάντα γίνονται δυνατά, ακόμα και αυτό που ως χθες ήταν ασύλληπτο, και αυτή ακριβώς η καινούρια πεποίθηση εμψυχώνει την τάση για ακόμα περισσότερη δικαιοσύνη και ισότητα. Η φριχτή μεσαιωνική νύχτα δείχνει πια να έχει περάσει οριστικά. Για τους πιο εξημμένους, για έναν Κοντορσέ για παράδειγμα, η ευτυχία είναι απλούστατα μοιραία, σύμφυτη με την θριαμβευτική πορεία του ανθρώπινου πνεύματος, που είναι μη αναστρέψιμη και άσφαλτη. «Μια και μόνη στιγμή», γράφει αναφερόμενος στη Γαλλική Επανάσταση, «έβαλε έναν αιώνα απόστασης ανάμεσα στον σημερινό και τον αυριανό άνθρωπο». Μας είναι αδύνατον να μην επιθυμούμε την ευτυχία μας: αυτός είναι ένας φυσικός νόμος της ανθρώπινης καρδιάς, παρόμοιος με τους νόμους της ύλης στον φυσικό κόσμο, το ηθικό αντίστοιχο της συμπαντικής βαρύτητας.

ΟΙ ΑΜΦΙΣΗΜΙΕΣ ΤΗΣ ΕΔΕΜ

Όμως η μελλοντική γη της επαγγελίας απομακρύνεται μόλις καταφέρουμε να την διακρίνουμε και έχει μια παράξενη ομοιότητα με το χριστιανικό υπερπέραν.

Εξαερώνεται κάθε φορά που πάμε να την αδράξουμε, μας απογοητεύει μόλις την πλησιάσουμε. Εξού και το διφορούμενο της ιδέας της προόδου: κάλεσμα για προσπάθεια, κουράγιο, ελπίδα για επιτυχία εκεί όπου οι προηγούμενες γενιές απέτυχαν, αλλά και υπεράσπιση της παρούσας δυστυχίας εν ονόματι ενός μαγευτικού μακρινού μέλλοντος. Το αύριο ξαναγίνεται η αιώνια δικαιολογία για την δυστυχία, και ο ιστορικός οπτιμισμός παίρνει την όψη μιας ατέρμονης κάθαρσης.

Η Εδέμ είναι πάντα για αργότερα. Την χριστιανική θεώρηση του πόνου θα την διαδεχθούν πολυάριθμες λαϊκές ερμηνείες: η εγελιανή, που θεωρεί τα βάσανα των λαών στο κύλισμα του χρόνου σαν αναγκαίες αναβαθμίδες του πνεύματος προς την τελείωσή του• η μαρξιστική, που βλέπει την βία σαν μαμή της ιστορίας και κηρύσσει την κατάργηση των εκμεταλλευτριών τάξεων για να επισπεύσει την ίδρυση μιας τέλειας κοινωνίας• η νιτσεϊκή, που εξυμνεί την αγριότητα και το κακό σαν μέσα για την επιλογή των ισχυρότερων και την βελτίωση του ανθρώπινου είδους• και γενικά όλες οι ιδεολογίες που επιτάσσουν την θυσία του μέρους προς χάριν του όλου.

Όλες οι κοσμοθεωρίες για τις οποίες το κακό είναι μια στιγμή του καλού και που ακόμα και μέσα στα πιο φρικιαστικά μαρτύρια διαβλέπει έναν μυστικό σκοπό. Από κει και πέρα, οποιαδήποτε συμφορά μπορεί να δικαιολογηθεί μιας και έχει την θέση της μες στην γενική οικονομία του σύμπαντος, κάθε καταστροφή ετοιμάζει μια μελλοντική δημιουργία και η Ιστορία είναι η ιστορία των λαθών που σιγά σιγά γίνονται αλήθειες.

Οι εφιάλτες διαλύθηκαν. Οι πιο αποτρόπαιες πράξεις του ανθρώπου ενάντια στον συνάνθρωπο συμβάλλουν αναγκαστικά στο καλό των πάντων. Από αυτήν την άποψη η κραυγή του Χέγκελ: «Αν κατά τύχη υπήρχε κάτι που η αντίληψη δεν θα μπορούσε να αφομοιώσει και να ξεδιαλύνει, θα έπρεπε να το θεωρήσουμε την πιο μεγάλη δυστυχία», ισχύει για ολόκληρη την σύγχρονη εποχή. Όταν η απελπισία περισσεύει, απαξιώνει όλες τις ερμηνείες, όλα τα σοφίσματα, γελοιοποιεί τις προσπάθειες για ταύτιση του πραγματικού με το λογικό. Απέναντι στον πόνο, οι Μοντέρνοι, παρά τα επιτεύγματά τους, δεν είναι λιγότερο παραληρηματικοί από τους θρήσκους προγόνους τους. Κι αυτό επειδή πλήττει την αλαζονεία τους με μια άγρια διάψευση: την διάψευση της παντοδυναμίας.

Και ξέρουμε πως στην Γαλλία, για παράδειγμα, έπρεπε να περιμένουμε ως τα τελευταία χρόνια του εικοστού αιώνα για να υποχρεώσουμε τους γιατρούς να κατευνάζουν τους πόνους των ασθενών που έχουν φτάσει στο τελευταίο στάδιο (και να αναγνωρίσουν τους πόνους των νεογέννητων), ενώ μέχρι τότε αρκούνταν να τους υποβαθμίζουν, να τους αντιμετωπίζουν σαν ενδεικτικά συμπτώματα. Όμως οι εκπληκτικές σοφιστείες των φιλοσόφων, των ιδεολόγων ή της κατεστημένης εξουσίας, που προσπαθούν να νομιμοποιήσουν την δυστυχία, σκοντάφτουν πάνω σε αυτό το απαράκαμπτο γεγονός -οι δημοκρατικές κοινωνίες χαρακτηρίζονται από μια όλο και αυξανόμενη αλλεργία απέναντι στον πόνο. Το ότι ο πόνος εξακολουθεί να υπάρχει και να πολλαπλασιάζεται μας σκανδαλίζει ακόμα περισσότερο, μια και δεν έχουμε πια την καταφυγή στον Θεό για να παρηγορηθούμε. Σχετικά με αυτό, ο Διαφωτισμός γέννησε κάποιες αντιφάσεις με τις οποίες δεν έχουμε ξεμπλέξει ακόμα.

Οι ηθικές επιταγές του χριστιανισμού δεν ζητούσαν να τις εξηγήσουμε παρά μόνο με έναν εντελώς στοιχειώδη τρόπο. Σε αυτόν τον κόσμο δεν υπήρχε παρά ατέλεια και μετριότητα, η ελπίδα της λύτρωσης ήταν τοποθετημένη στο υπερπέραν. Στα συνηθισμένα πλάσματα έπεφτε ο κλήρος της δειλίας και του εγωισμού, στους δικαίους και τους αγίους η υποχρέωση να εκπροσωπούν μια άλλη τάξη, να σκορπίζουν την αγάπη και το έλεος δίχως υπολογισμό. Με άλλα λόγια, απέναντι στις εγκόσμιες ιδεολογίες, οι θρησκείες θα έχουν πάντα ένα θεμελιακό πλεονέκτημα: δεν χρειάζεται να προσφέρουν αποδείξεις.

Οι υποσχέσεις τους δεν ανήκουν στην ανθρώπινη ή στην χρονική κλίμακα, σε αντίθεση με τα γήινα ιδεώδη μας που οφείλουν να υποτάσσονται στον νόμο της επαλήθευσης. Από αυτό ακριβώς πέθανε ο κομμουνισμός, από την τρομακτική σύγκρουση ανάμεσα στα αναμενόμενα θαύματα και την εξευτελιστική πραγματικότητα. Δεν αρκεί να κηρύξεις τον Παράδεισο επί της γης, πρέπει και να τον υλοποιήσεις με την μορφή της καλύτερης ζωής, των ευχαριστήσεων, διατρέχοντας πάντα τον πιθανό κίνδυνο να διαψεύσεις τις προσδοκίες των ανθρώπων.

Σε αυτήν την πρώτη δυσκολία προστίθεται και μια άλλη. Η θρησκεία αποθαρρύνει τις πολύ ακριβείς αναπαραστάσεις του Παραδείσου. Αυτός ο τόπος της απόλυτης αγαλλίασης όπου δεν υπάρχει πια μήτε πείνα, μήτε δίψα, μήτε κακία, μήτε ο χρόνος, όπου τα σώματα θα αναστηθούν προικισμένα με την αιώνια νεότητα, εν μέσω μιας περίλαμπρης βασιλικής αυλής γεμάτης από αγίους, δεν προσφερόταν για μια πολύ συγκεκριμένη απεικόνιση. Σε αντίθεση με τις χιλιαστικές αιρέσεις, η Εκκλησία ερμήνευε πάντα τα εσχατολογικά κείμενα σαν αλληγορίες — μια θρησκευτική σύνεση που χαρακτηρίζει όλους τους μονοθεϊσμούς: το θεϊκό ενδιαίτημα βρίσκεται πέρα από κάθε ανθρώπινη φαντασία.

“Συνιστά το άπαν της αγαλλίασης και την «ενατένιση του θείου», υψωμένα σε μια βαθμίδα πυράκτωσης για την οποία μάς είναι αδύνατον να σχηματίσουμε ακόμα και την ελάχιστη ιδέα. Αν κάποιος μπορούσε να δει τον Θεό καταπρόσωπο, θα κεραυνοβολούνταν στην στιγμή: είναι από την φύση του αόρατος, μη απεικονίσιμος, ασύλληπτος. Δεν μπορούμε να πούμε τι είναι, μονάχα τι δεν είναι, μπορούμε να μιλάμε γι’ αυτόν «μόνο διά της αρνήσεως.»” (Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης).

Η δύναμη της ιδέας περί σωτηρίας έγκειται στο ότι η σωτηρία είναι μια ανείπωτη έκσταση κοντά στον Κύριο. Η θρησκευτική σκέψη «έχει ως απαρέγκλιτο όρο την μη έλευση της σωτηρίας σε οποιαδήποτε περίπτωση, ενώ η λαϊκή άποψη περί ευτυχίας απαιτεί την έλευσή της δίχως την παραμικρή χρονοτριβή. Είναι ένα μειονέκτημα του πεζού κόσμου το γεγονός πως δεν ανέχεται το ακαθόριστο και τις αναβολές. Ίσως, κάτω από αυτό το πρίσμα, να υπάρχει μια φρονιμάδα στην ιδέα της προόδου, στην σιωπηλή παραδοχή πως η παρούσα στιγμή δεν εμπεριέχει όλες τις δυνατές τέρψεις. Η υποψία πως ο παράδεισος, έτσι και κατέβαινε στην γη, ίσως να μας έδινε μια αιωνιότητα πλήξης, η ανομολόγητη επιθυμία μας να μη δούμε ποτέ την πλήρη πραγματοποίηση των ονείρων μας από φόβο μην απογοητευτούμε, εξηγούν επίσης την γοητεία της προόδου.

Με αυτήν δίνεται στον χρόνο η δυνατότητα να φέρει στο στάδιο της ωρίμανσης καινούριες απολαύσεις ανανεώνοντας παράλληλα τις παλιές. Καινούρια αντικείμενα πόθου λαμπυρίζουν στο βάθος του μέλλοντος. Χάρη σε αυτό, αντίθετα με τα όσα λέει το διάσημο ρητό, η ευτυχία μπορεί να έχει μια ιστορία. Η ιστορία αυτή συνοψίζεται στον τρόπο με τον οποίον η κάθε εποχή, η κάθε κοινωνία σκιαγραφεί το όραμα του επιθυμητού και διαχωρίζει το ευχάριστο από το ανυπόφορο. Η ευτυχία μπορεί να αναφέρεται τόσο στην άμεση απόλαυση όσο και στην ελπίδα σε ένα σχέδιο ικανό να αποκαλύψει καινούριες πηγές χαράς, καινούριες τελειώσεις.

Η ΕΜΜΟΝΗ ΤΟΥ ΠΟΝΟΥ

Αφότου ο σκοπός της ζωής δεν είναι πια το καθήκον αλλά η ευδαιμονία, η παραμικρή δυσαρέσκεια μας πλήττει σαν μια προσβολή. Στον 18ο αιώνα όπως και σήμερα, η έμμονη ύπαρξη του πόνου, αυτής της ανεξάντλητης λέπρας του ανθρώπινου είδους, παραμένει η απόλυτη αισχρότητα. Ο χριστιανισμός, μες στην μεγάλη του σύνεση, δεν ισχυρίστηκε ποτέ πως θα απαλείψει το κακό από την γη. Αυτή ήταν μια τρελή φιλοδοξία των πελαγιανών, μια φιλοδοξία που παρέπεμπε στην ειδωλολατρία.

Ο Πασκάλ χαρακτήρισε πολύ σωστά σαν παράφρονη την βούληση του ανθρώπου να αναζητήσει μόνος του το φάρμακο για τα δεινά του. Όμως ο Διαφωτισμός πιστεύει στην αναγέννηση του ανθρώπινου είδους χάρη στις συνενωμένες δυνάμεις της γνώσης, της βιομηχανίας και της λογικής. Δεν υπάρχει καμιά αχαλίνωτη αισιοδοξία μέσα σε αυτήν την πίστη παρά μόνο ένα καλά δοσολογημένο μείγμα υπολογισμού και καλής θέλησης. Μπορούμε να δώσουμε τέλος σε όλα σχεδόν τα δεινά που μαστίζουν το ανθρώπινο είδος. Είναι απλώς θέμα χρόνου και υπομονής.

Αλλά ο πόνος, μες στην ακούραστη επανέλευσή του, διαψεύδει την αυταπάτη της απόλυτης εκλογίκευσης του κόσμου. Στο εξής, ο άνθρωπος αναλαμβάνει να τον απαλείψει στο μέτρο των δυνατοτήτων του• μια συναρπαστική αλλά και αβάσταχτη ευθύνη. Υπήρχε κάτι το βολικό στο προπατορικό αμάρτημα, ένας οπτιμισμός μέσα σε αυτήν την ιδιαίτερη κόλαση που φέρουμε όλοι εντός μας. Χάνεται μες στα βάθη του χρόνου, επιμερίζεται σε όλους μας και ξαλαφρώνει το άτομο από ένα φορτίο που βαραίνει ολόκληρο το ανθρώπινο είδος. Τελικά, δεν υπάρχει καμιά τραγωδία σε αυτό. Στις χειρότερες, στις πιο φριχτές στιγμές της ιστορίας, έρχεται να επιβεβαιώσει την αναγκαιότητα της εξιλέωσης.

Τα πάντα αλλάζουν όταν το κακό εμφανίζεται με φόντο την πίστη στην ανθρώπινη καλοσύνη. Τότε γίνεται μια αποτυχία, μια αίρεση. Να που τώρα είμαστε υπόλογοι για κάθε εκτροπή και έλλειψη, ένοχοι για την διάψευση της ωραίας γνώμης που έχει το ανθρώπινο είδος για τον ίδιο τον εαυτό του. Κατάρρευση και πανικός! Κι ενώ ορισμένοι θα προσπαθήσουν να καταπολεμήσουν το κακό στο σύνολό του όπως οι επαναστάτες, ή κομματάκι κομματάκι όπως οι μεταρρυθμιστές, γεννιέται η υποψία πως ένα τέτοιο εγχείρημα είναι μάλλον ουτοπικό και πως το κακό θα συνοδεύει πάντα την ανθρώπινη εμπειρία σαν μια σκιά.

Προτού ακόμα η Γαλλική Επανάσταση επισφραγίσει τους γάμους της αρετής με το ικρίωμα και διαψεύσει το όνειρο μιας ιδανικής κοινωνίας, ολόκληρος ο αιώνας είχε βιώσει την δύσκολη κατάκτηση της ευτυχίας. Πίστευαν πως είχαν ανοίξει ένα καινούριο κεφάλαιο, πως είχαν σβήσει την αδικία, κι εντούτοις ξανάπεφταν στα ίδια. Ο παλιός κόσμος δεν ήθελε με κανέναν τρόπο να πεθάνει. Ακόμα και απελευθερωμένο από την άγνοια και τις προκαταλήψεις, το ανθρώπινο πνεύμα κατέγραφε πάντα ένα χάσμα ανάμεσα στις αξίες και τα γεγονότα.

Στο εξής, στερημένος από τα θρησκευτικά του άλλοθι, ο πόνος δεν σημαίνει πια τίποτα, μας βαραίνει σαν ένας φριχτός μπόγος από ασχήμιες, που δεν ξέρουμε τι να τον κάνουμε. Δεν ερμηνεύεται πια, διαπιστώνεται. Έχει γίνει ο εχθρός που πρέπει να εξοντώσουμε, αφού ακυρώνει όλες τις προσπάθειές μας να εγκαθιδρύσουμε μια ορθολογική τάξη επί της γης. Αλλά, εξαιτίας ενός αλλόκοτου παράδοξου, που τις συνέπειές του θα τις αναπτύξουμε αργότερα, όσο πιο πολύ τον καταδιώκουμε τόσο πιο πολύ απλώνεται, πολλαπλασιάζεται.

Οτιδήποτε αντιστέκεται στην καθάρια δύναμη της νόησης, στην ικανοποίηση των αισθήσεών μας, στην διάθεση της προόδου, παίρνει το όνομα του πόνου. Η κοινωνία της διακηρυγμένης ευτυχίας γίνεται σιγά σιγά μια κοινωνία στοίχε ιωμένη από την απελπισία, από τον φόβο του θανάτου, της αρρώστιας, των γηρατειών. Κάτω από το χαμογελαστό προσωπείο της οσμίζεται παντού την ασφυκτική μυρωδιά του ολέθρου.

Τέλος, μόλις πρόσφατα απελευθερωμένη από τα σιδερένια δεσμά της ηθικολογίας, η ηδονή ανακαλύπτει την ευθραυστότητα της και συναντά ένα άλλο μεγάλο πρόσκομμα: την πλήξη. Δεν αρκεί να αποτινάξεις από πάνω σου τα ταμπού και τις φοβίες για να χαρείς μακάρια την ηδονή. Η ευτυχία ανταποκρίνεται σε μια οικονομία, σε υπολογισμούς, σε σταθμίσεις. Έχει ανάγκη από ποικιλία όσο και από αντιθέσεις.

Η ικανοποίηση είναι γι’ αυτήν το ίδιο μοιραία όσο και η παρεμπόδιση. Κι εδώ επίσης ο Βολταίρος, πρωτοπόρος και κριτικός ταυτόχρονα, φαίνεται πως έχει πει τα πάντα. Ο άνθρωπος, γράφει στον Αγαθούλη, είναι διχασμένος «ανάμεσα στον σπαραγμό της ανησυχίας και τον λήθαργο της πλήξης». Και η Ζυλί στην Νέα Ελοίζα θα προχωρήσει ακόμα μακρύτερα: «Παντού δεν βλέπω παρά αφορμές για ευχαρίστηση, κι εγώ δεν είμαι ευχαριστημένη (…) είμαι πολύ ευτυχισμένη και πλήττω». (Έκτο μέρος, όγδοη επιστολή).

Σκανδαλώδεις φράσεις που θέτουν σε αμφισβήτηση την καθιερωμένη ευφορία δίχως εντούτοις να την απορρίπτουν. Η ευτυχία είναι ντελικάτη όχι επειδή υποκύπτει κάτω από το βάρος των απαγορεύσεων, αλλά επειδή αυτοεξαντλείται μόλις αναπτυχθεί ελεύθερα. Και από τον 17ο αιώνα η ευδαιμονία και το ψυχικό κενό θα προχωρούν χέρι χέρι (το ζευγάρωμα αυτό το είχαν ήδη επισημάνει οι Αρχαίοι).

Κοντολογίς, πριν καλά καλά προλάβουμε να την βαφτίσουμε, η ευτυχία χτυπά πάνω σε δύο εμπόδια: διαλύεται μες στην καθημερινή ζωή και συναντά παντού τον πεισματάρη πόνο. Από κάποια άποψη, ο Διαφωτισμός έθεσε στον εαυτό του έναν υπέρμετρο στόχο: να μη φανεί κατώτερος του χριστιανισμού σε ό,τι καλύτερο έχει ο δεύτερος. Να κλέψει από τις θρησκείες τα προνόμιά τους για να πράξει καλύτερα από εκείνες, αυτό ήταν και παραμένει το σχέδιο της νεότερης εποχής. Και οι μεγάλες ιδεολογίες των δυο τελευταίων αιώνων (ο μαρξισμός, ο σοσιαλισμός, ο φασισμός, ο φιλελευθε¬ρισμός) ίσως δεν ήταν παρά τα γήινα υποκατάστατα των μεγάλων θρησκειών, έτσι που η δυστυχία να εξακολουθήσει να έχει ένα, έστω και ελάχιστο, νόημα.

Δίχως αυτό θα γινόταν πραγματικά αβάσταχτη. Η σύγχρονη εποχή παραμένει λοιπόν στοιχειωμένη από αυτό ακριβώς που υποτίθεται πως έχει ξεπεράσει. Αυτό που θα έπρεπε να είχε εγκαταλειφθεί, να μείνει πίσω, έρχεται να ταλανίσει τις σημερινές γενεές όπως μια τύψη ή μια νοσταλγία. Να γιατί, καθώς έλεγε ευφυέστατα ο Τσέστερτον, ο σημερινός κόσμος είναι «γεμάτος από χριστιανικές ιδέες που έγιναν τρελές». Η ευτυχία είναι μια από αυτές τις ιδέες. Τουλάχιστον ο 18ος αιώνας δεν υπήρξε ο αιώνας της αυθάδικης ευδαιμονίας αλλά της εύθραυστης ευτυχίας, της ευαισθησίας που πληγατνεται διαρκώς μη βρίσκοντας στον πραγματικό κόσμο τα όσα πρόσμενε. Ο 21ός αιώνας δεν θα έχει αυτή τη σωφροσύνη.