Σάββατο 28 Ιανουαρίου 2023

Αρχαϊκή Επική Ποίηση: Από την Ιλιάδα στην Οδύσσεια - 9. Ιλιάδα

9.11. Οι άλλοι θεοί

Σε διάκριση προς τον ιλιαδικό ρόλο του Δία, που είναι ρυθμιστικός, διαιτητικός και αποφασιστικός, ο ρόλος των άλλων θεών αποδεικνύεται κατά βάση παρεμβατικός, εκτελεστικός και διχαστικός (ως δίχα θυμὸν ἔχοντες ορίζονται στο πρωτότυπο, Υ 32), καθώς μοιράζονται σε συμμάχους των Αχαιών και των Τρώων. Ο πληρέστερος κατάλογός τους εμφανίζεται, όπως είδαμε, στην εικοστή ραψωδία, ενόψει της επικείμενης θεομαχίας (Υ 31-40).

Ωστόσο δεν είναι ισότιμος ο ρόλος όλων των θεών στα δρώμενα του έπους. Εξέχουν, ως αντίπαλοι μεταξύ τους, η Αθηνά και ο Απόλλων. Μικρότερο, αλλά δραστήριο επίσης, ρόλο αναλαμβάνουν στο πλευρό των Αχαιών η Ήρα και ο Ποσειδών, και στο πλευρό των Τρώων ο Άρης και η Αφροδίτη. Η παρέμβαση των λοιπών θεών είναι μάλλον ευκαιριακή. Στο παραδειγματικό πάντως ζεύγος Αθηνά-Απόλλων αναγνωρίζονται, με πληρότητα και σαφήνεια, όλες οι τυπικές μορφές της ιλιαδικής θεϊκής παρουσίας.

Οι αντίπαλοι θεοί κατεβαίνουν συχνά στο πεδίο της μάχης, αυτοπρόσωποι ή μεταμορφωμένοι, ενθαρρύνοντας ή ελέγχοντας το σύνολο του συμμαχικού τους στρατού. Συχνότερα όμως επεμβαίνουν ή για να παρασταθούν σε έναν φιλικό ή για να αντισταθούν σε έναν εχθρικό τους ήρωα. Η παράστασή τους επιμερίζεται αναλόγως προς την περίσταση: αποτρέπουν λόγου χάριν την κρίσιμη στιγμή ένα φονικό πλήγμα· καλύπτουν τον κινδυνεύοντα ήρωα με νεφέλη, που τον καθιστά αόρατο στον επιτιθέμενο· αναρπάζουν από το πεδίο της μάχης έναν δικό τους ήρωα, για να τον σώσουν από βέβαιο ή πιθανό θάνατο· παγιδεύουν, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, τον αντίπαλο ήρωα και τον καθιστούν ανίκανο να υπερασπιστεί τον εαυτό του· θεραπεύουν κάποιον βαριά πληγωμένο ή συνεφέρνουν έναν λιπόθυμο· καθιστούν εύστοχη τη φιλική βολή και άστοχη τη βολή του εχθρού· εξωραΐζουν το φιλικό τους κακοποιημένο σώμα· διαμαρτύρονται στον Δία για τη θετική ή την αρνητική μεροληψία του για συγκεκριμένους ήρωες.

Αθηνά και Απόλλων εξάλλου ισορροπούν μεταξύ τους και ως προς τις συμμαχικές και εχθρικές επιλογές τους: η Αθηνά παρέχει την προστασία της κυρίως στον Διομήδη και στον Αχιλλέα και αντιμάχεται κατεξοχήν τον Έκτορα· ο Απόλλων προστατεύει προπάντων τον Αινεία και τον Έκτορα και αντιστέκεται στον Αχιλλέα και στον «αντ᾽ αυτού» Πάτροκλο. Η αντιθετική αυτή εξισορρόπηση φαίνεται καθαρότερα στις δύο κορυφαίες αναιρέσεις του έπους: του Πατρόκλου και του Έκτορα, στις οποίες εμπλέκονται, με σκανδαλιστικό μάλιστα τρόπο, στην πρώτη ο Απόλλων και στη δεύτερη η Αθηνά.

Ο Πάτροκλος, ντυμένος με την πανοπλία του Αχιλλέα, στην ακμή της αριστείας (ύστερα μάλιστα από τον φόνο του Σαρπηδόνα), έχει ξεπεράσει το εντεταλμένο από τον Αχιλλέα όριο της απώθησης των Τρώων από τα πυρπολούμενα πλοία των Αχαιών, και προχωρεί ακάθεκτος στην τειχισμένη Τροία, απειλώντας να την κυριέψει. Οπότε επεμβαίνει από ψηλά ο Απόλλων, στητός στον ψηλό πύργο του κάστρου. Τρεις φορές ο Πάτροκλος πατά το πόδι του στο αγκωνάρι του τείχους, και τρεις φορές ο θεός αποκρούει την ασπίδα του με τα αθάνατα χέρια του και τον εκσφενδονίζει προς τα πίσω. Την τέταρτη φορά τον αναγκάζει σε υποχώρηση με τη φοβερή φωνή του:

Πίσω, μην κάνεις άλλο βήμα, Πάτροκλε, κι ας είσαι φύτρα ένδοξης γενιάς. Όχι, γραφτό δεν είναι με το κοντάρι σου να πέσει περήφανη των Τρώων η πόλη· μήτε κι από του Αχιλλέα το δόρυ, που δεν συγκρίνεται η ρώμη του με τη δική σου (Π 707-709).

Έπειτα ο θεός προτρέπει και πείθει τον Έκτορα να μη διστάσει άλλο, να βγει αντιμέτωπος στον Πάτροκλο, υπόσχεται να του παρασταθεί. Όμως ο Πάτροκλος έχει κι αυτός τον νου του: αφήνοντας το άρμα του, πεζός ορμά, με δόρυ και μαρμάρινο λιθάρι, στον ηνίοχο του Έκτορα, τον Κεβριόνη, και τον εξοντώνει. Ο Έκτωρ, πληγωμένος στο φιλότιμό του, αντεπιτίθεται, κι ακολουθεί βίαιη σύγκρουση: ποιος θα τραβήξει προς το μέρος του τον νεκρό, ενώ Τρώες και Αχαιοί συμβάλλονται με δόρατα, με βέλη, λιθάρια και ασπίδες, γύρω στο σώμα του ηνιόχου, κι αυτός, φαρδύς πλατύς πεσμένος στο χώμα, έχει ξεχάσει για καλά την ιππική του τέχνη.

Η αμφίρροπη αναμέτρηση παρατείνεται, ωσότου να δύσει ο ήλιος. Τότε οι Αχαιοί παίρνουν προσώρας το πάνω χέρι, τραβώντας προς το μέρος τους το σώμα του Κεβριόνη, αφαιρώντας και τα όπλα του. Ο Πάτροκλος, στο μεταξύ, αγριεμένος σαν τον Άρη, σε τρεις εφόδους, σκοτώνει εννιά κάθε φορά πολεμιστές. Η τέταρτη όμως έφοδος θα αποδειχτεί μοιραία. Γιατί πέφτει επάνω του ο Απόλλων φοβερός, χωρίς ο ίδιος να τον πάρει είδηση, όπως τον σκέπαζε πυκνή νεφέλη. Στάθηκε πίσω του ο θεός, με την παλάμη τον χτύπησε στους ώμους και στην πλάτη, κι αυτός παραζαλίστηκε και θόλωσαν τα μάτια του. Έπειτα του πήρε απ᾽ το κεφάλι την περικεφαλαία, τη ρίχνει κάτω, κι όπως αυτή με θόρυβο κατρακυλούσε ανάμεσα στα πόδια των αλόγων, η χαίτη της μολεύτηκε στη σκόνη και στο αίμα. Συνάμα, μέσα στα χέρια του, έσπασε το μακρύ, το ασήκωτο, το χάλκινο κοντάρι, κι έφυγε απ᾽ τους ώμους, μαζί με το λουρί, η περίφημη ασπίδα του. Τον απογύμνωσε, τέλος, του Δία ο γιος, ο Απόλλων, κι από τον θώρακά του. Έμεινε τότε ο Πάτροκλος εμβρόντητος, παρέλυσαν τα μέλη του. Και πάνω εκεί ο Εύφορβος, ο γιος του Πάνθου, τον ακοντίζει, δεν μπόρεσε όμως και να τον σκοτώσει. Τότε επεμβαίνει ο Έκτορας και, φτάνοντας κοντά, βύθισε το δόρυ του στο κάτω μέρος της κοιλιάς, βρήκε τα σπλάχνα του, κι ο Πάτροκλος γκρεμίστηκε νεκρός (Π 777-822).

Αυτή είναι η πιο εντυπωσιακή παρουσία του Απόλλωνα μέσα στο έπος, συγκρίσιμη μόνο με την εμφάνισή του στην αρχή της πρώτης ραψωδίας. Όταν ανταποκρίνεται στην προσευχή και στην ευχή του Χρυσή, και κατεβαίνει οργισμένος από τον Όλυμπο, με τόξο και φαρέτρα στους ώμους, όμοιος με τη μαύρη νύχτα. Στήνεται αντίκρυ στο στρατόπεδο των Αχαιών, απ᾽ όπου ρίχνει φονικά τα βέλη του, πρώτα στις μούλες και στους σκύλους, μετά στα σώματα των πολεμιστών (Α 43-53).

Η δεύτερη μεγάλη αναίρεση, του Έκτορα τώρα από τον Αχιλλέα, δραματοποιείται στην εικοστή δεύτερη ραψωδία. Εκεί, με δόλο πάλι, συνεργεί η θεά Αθηνά, ισορροπώντας κατά κάποιον τρόπο τον δολερό ρόλο του Απόλλωνα στην προηγούμενη αναίρεση του Πατρόκλου. Παίρνοντας τη μορφή του Δηίφοβου, πείθει τον Έκτορα να σταματήσει την πανικόβλητη φυγή του γύρω από το κάστρο της Τροίας· μαζί τα δύο αδέλφια να αντισταθούν στον Αχιλλέα, για να τον αποκρούσουν. Τα φονικά παρεπόμενα της θεϊκής αυτής απάτης τα είδαμε. Έπονται τώρα τρεις παρατηρήσεις:

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως ο ρόλος του Απόλλωνα και της Αθηνάς στις δύο αυτές κορυφαίες αναιρέσεις του έπους είναι, συγκριτικά και απόλυτα, ενισχυμένος και έντονα δραματοποιημένος από τον ποιητή: η συμμετοχή τους στα δρώμενα αποδεικνύεται άμεση και καταλυτική, στον βαθμό που συντελεί εξ επαφής στον θάνατο δύο κορυφαίων ηρώων. Παρά ταύτα, πρόκειται για ρόλο επιτελεστικό, όχι ρυθμιστικό και αποφασιστικό. Γιατί, τόσο ο θάνατος του Πατρόκλου όσο και ο θάνατος του Έκτορα έχουν προαποφασιστεί και κυρωθεί με τη βουλή του Δία, στην οποία υπόκειται η βουλή του ποιητή. Επομένως ο Απόλλων και η Αθηνά συνεργούν μόνο στον τρόπο πραγματοποίησης της διπλής αυτής βουλής. Με άλλα λόγια: οι δύο θεοί στην προκειμένη περίσταση αναλαμβάνουν και διεκπεραιώνουν ρόλο εργαλειακό.

Η δεύτερη παρατήρηση διατυπώνεται ως ερώτηση: η δραστική και δόλια επέμβαση των δύο θεών στις δύο αυτές αναιρέσεις μειώνει το επικό κύρος και το κλέος των θνησκόντων ηρώων; Παρά τα φαινόμενα ενδέχεται να συμβαίνει μάλλον το αντίστροφο. Αν δεχτούμε ότι τόσο ο θάνατος του Πατρόκλου όσο και ο θάνατος του Έκτορα δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί με όρους μόνον ηρωικού ανταγωνισμού και ηρωικής αναμέτρησης. Το μέγεθος της επικής τους αρετής είναι τόσο αυξημένο, ώστε απαιτείται άμεση θεϊκή επέμβαση, για να προκύψει το θανάσιμο τέλος τους. Επομένως, όσο κι αν φαίνεται περίεργο, οι δύο θεοί, με τη δόλια ανάμειξή τους, συμβάλλουν στην ανάδειξη αυξημένης αρετής και αυξημένου μεταθανάτιου κλέους.

Γίνεσαι αυτό που αγαπάς

O ευτυχισμένος άνθρωπος δεν είναι ένας άνθρωπος χωρίς προβλήματα, αλλά κάποιος που ζει και εκτιμά το «εδώ και τώρα» του και καθημερινά βρίσκει την ευκαιρία να ευγνωμονεί, να χαίρεται, να δημιουργεί και να απολαμβάνει τα μικρά και μεγάλα δώρα που η ζωή φέρνει στο δρόμο του.

Παράλληλα, μέσα από όλα τα θετικά συναισθήματα που βιώνει, κάθε του σκέψη, απόφαση και πράξη συντελούν στο να χτίσει ένα μέλλον φωτεινό, δημιουργικό και άνετο σε όλα τα μήκη και πλάτη της ζωής του και των αναγκών του.

Υπάρχουν όμως, άνθρωποι που ενώ περνούν καλά δεν καταλήγουν να γίνονται ουσιαστικά ευτυχισμένοι. Τέτοιους ανθρώπους τους ονομάζω «καλοπερασάκηδες».

Ο καλοπερασάκιας κάνει ακριβώς το ίδιο με τον ευτυχισμένο όσον αφορά το πώς χρησιμοποιεί το παρόν του. Περνάει καλά, νιώθει καλά, χαίρεται με τη ζωή του.

Με μια σημαντική διαφορά όμως. Αδιαφορεί για το μέλλον. Δεν σκέφτεται για τις μελλοντικές επιπτώσεις που οι τωρινές του ηδονές και απολαύσεις μπορεί να έχουν. Νομίζει ότι το μέλλον από μόνο του θα είναι όπως το παρόν του. Κι εδώ είναι που κάνει το μεγάλο, το στρατηγικό, το ζωτικής σημασίας λάθος.

Δεν μπορεί να καταλάβει τη μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο «ζω καλά» και στο «περνάω καλά». H διαφορά ανάμεσα στο «περνάω καλά» και στο «ζω καλά» βρίσκεται στο αποτύπωμα που αφήνουν πίσω τους διαχρονικά οι πράξεις και οι εμπειρίες σου.

Αυτό ακριβώς είναι και το μήνυμα που προσπαθώ να περάσω σε ένα από τα βιβλία μου με τον τίτλο «Ζεις ή Υπάρχεις;».

Έχει μεγάλη σημασία να θυμόμαστε πως τόσο ο καλοπερασάκιας, όσο και ο αληθινά ευτυχισμένος άνθρωπος βιώνουν παρόμοια συναισθήματα.

Η ευτυχία όμως, του «καλοπερασάκια» μπορεί και να έχει ημερομηνία λήξης, ενώ η ευτυχία που βιώνει ο αληθινά ευτυχισμένος είναι διαχρονική.

Γιατί όταν κάποιος συστηματικά βιώνει θετικά συναισθήματα τότε η ζωή του γεμίζει από ιδέες, η ψυχή του δυναμώνει, τα σχέδια του αποκτούν στρατηγική υπόσταση και οι πράξεις του βιώσιμη αποτελεσματικότητα.

Πράγμα που σταδιακά, μπορεί να επιφέρει μια εύρωστη επαγγελματική και οικονομική σταθερότητα και ευημερία.

Το ίδιο δεν ισχύει για τον καλοπερασάκια. Γιατί ο καλοπερασάκιας δεν έχει και τόσο καλές σχέσεις με αυτό που ονομάζω «μακροχρόνια προοπτική». Νομίζει ότι το μέλλον του θα είναι ίδιο με το παρόν του, αγνοώντας τις σημαντικές επιπτώσεις που μπορεί να υπάρχουν από την ακατάσχετη συσσώρευση απολαύσεων χωρίς αντίκρισμα.

Με άλλα λόγια, δεν έχει τη φαντασία και τη δεξιότητα να σχεδιάσει ένα μέλλον που να υποστηρίζεται και να δημιουργείται μέσα από θετικά βήματα, σκέψεις, αποφάσεις και πράξεις σε καθημερινή βάση.
Κι αυτό είναι μεγάλο πρόβλημα. Ένα πρόβλημα που πολλοί αντιμετωπίζουν στα γεράματα τους όταν είναι φυσικά ανήμποροι να το διορθώσουν.

Γι αυτό, φίλες και φίλοι, φροντίστε να ξεκαθαρίσετε μέσα σας τι ακριβώς θέλετε από την ίδια τη ζωή.

Ο υπέρτατος «νόμος» του σύμπαντος που είναι ο Νόμος Αιτίας-Αποτελέσματος υπαγορεύει πως για κάθε τι υπάρχει αιτία. Για κάθε αποτέλεσμα που υπάρχει στη ζωή μας, υπάρχει και η αντίστοιχη αιτία.

Αυτό ακριβώς προκαθορίζει στο αν κάποιος είναι αληθινά ευτυχισμένος ή απλά «καλοπερασάκιας».

Ο αληθινά ευτυχισμένος άνθρωπος ζει τη ζωή του έτσι ώστε τα αποτελέσματα των τωρινών του πράξεων, ηδονών, ευχαριστήσεων να αντανακλούν μελλοντικά και να έχουν διάρκεια. Κάτι που δεν κάνει ο καλοπερασάκιας.

Αν θέλετε μόνο χαρές για τώρα, μπορείτε να τις έχετε. Αλλά αν το «αύριο» σας είναι γεμάτο ρωγμές από τα κενά που αφήνουν πίσω τους οι ηδονές χωρίς νόημα και προοπτική, τότε μάλλον θα πρέπει να σκεφτείτε καλύτερα το μονοπάτι που θα ακολουθήσετε.

Γίνεσαι αυτό που αγαπάς!

H αγάπη σου για κάτι εύκολα αποδεικνύεται.

Μέσα από όλα όσα κάνεις σε σχέση με αυτό που ισχυρίζεσαι ότι αγαπάς. Είτε είναι άνθρωπος ή κάτι άλλο, όπως για παράδειγμα, η δουλειά σου, η υγεία σου, οι σπουδές σου, οι στόχοι σου.

Αν αγαπάς αληθινά κάτι, τότε το διεκδικείς, παλεύεις για να το κατακτήσεις! Έτσι αποδεικνύεται πόσο πολύ αγαπάς.
Αν αγαπάς να ξεκουράζεσαι περισσότερο απ’ όσο να δημιουργείς, τότε καταντάς λιγότερο ενεργητικός και αποτελεσματικός σε ότι κι αν κάνεις. Μένεις πίσω σε θέματα εργασιακά. Γίνεσαι εύκολα αναλώσιμος και ξεπερνιέσαι από τους ανταγωνιστές σου.
Αν αγαπάς να φοβάσαι περισσότερο απ’ όσο να τολμάς, τότε καταντάς να παίρνεις από τη ζωή πολύ λιγότερα από αυτά που θα μπορούσες να είχες πάρει.
Αν αγαπάς να σκέφτεσαι μονάχα τον εαυτό σου και να αδιαφορείς για τους άλλους, αργά ή γρήγορα θα μείνεις μονάχος στη ζωή.

Αργά η γρήγορα, γίνεσαι αυτό που αγαπάς. Και η αγάπη δεν είναι μονάχα κάτι το θετικό, αλλά έχει και το σκοτεινό της πρόσωπο.

Όπως η αγάπη για οκνηρία, για λαιμαργία, για ναρκωτικά, για κάθε λογής δραστηριότητα ή συνήθεια που μπορεί να σε οδηγήσουν σε δύσκολα, θλιβερά μονοπάτια και προορισμούς.

Η αγάπη για κάτι δεν μετριέται με τα λόγια, ούτε με τις υποσχέσεις. Μετριέται μόνο μέσα από τις πράξεις που κάνεις καθημερινά! Γι’ αυτό, διάλεξε σοφά τι αγαπάς. Κι αυτό που θα διαλέξεις κάνε το ανθίσει μέσα από τις πράξεις σου. Όλα όσα κάνεις γι’ αυτό καθημερινά.

Γιατί αργά ή γρήγορα, αυτό θα γίνεις!
Ένα βασικό μάθημα ζωής για τους ανθρώπους

Οι εποχές αλλάζουν και αλλάζουν ραγδαία. Το ίδιο και οι ανθρώπινες στάσεις, σχέσεις και συμπεριφορές.
Ευδοκιμεί το απρόοπτο, το αναπάντεχο και το παράλογο με όλο και περισσότερους ανθρώπους στις ημέρες μας.

Ίσως, επειδή δεν μπορούν να διαχειριστούν τις πολλαπλές αλλαγές...
Ίσως επειδή ο φόβος του αγνώστου τους έχει "γονατίσει"...
Ίσως επειδή τα ψυχικά τους αποθέματα δύναμης εξαντλούνται...

Δεν ξέρω.

Αυτό όμως, που ξέρω είναι πως στο χέρι μας είναι να φροντίσουμε να χαλυβδωνόμαστε σε καθημερινή βάση από όλα εκείνα τα άβολα, τα δύστροπα, τα εχθρικά και τα αφύσικα που μπορεί να εμφανιστούν μπροστά μας χωρίς προειδοποίηση και να απειλήσουν τις ισορροπίες μας.

Να λοιπόν, ένα πολύτιμο μάθημα ζωής που όσο πιο γρήγορα το αντιληφθούμε, τόσο περισσότερο πόνο θα γλιτώσουμε! Μην έχεις την απαίτηση ή την ψευδαίσθηση ότι ο άλλος θα σε σεβαστεί επειδή εσύ πρώτος τον σεβάστηκες!

Είναι σαν να νομίζεις ότι το λιοντάρι δεν θα σου επιτεθεί επειδή εσύ δεν του επιτέθηκες πρώτος.

Γι’ αυτό, φρόντισε να έχεις περιορισμένες απαιτήσεις και προσδοκίες από τους άλλους και να μην εκπλήσσεσαι όταν καλοί άνθρωποι δείχνουν άσχημες συμπεριφορές.
Να μη δίνεις δεύτερες ευκαιρίες σε κακούς και μοχθηρούς ανθρώπους αλλά να συμπονάς τους αδύναμους και τους αδαείς κάποιες φορές. Τέλος, πάνω απ’ όλα, να προστατεύεις τον ίδιο σου τον εαυτό από την αφέλεια, την ευπιστία και την απόλυτη εμπιστοσύνη που ίσως, δείχνεις σε ανθρώπους που γνωρίζεις ελάχιστα.

H αξία του χτες Είναι ότι κουβαλάει τρία πράγματα μαζί του.
Εσύ φίλε και φίλη, αξίζει να τιμάς και να θυμάσαι τα δυο από αυτά. Τις χαρές και τα μαθήματα.

Το παρελθόν κουβαλάει μαζί του πόνο, αναμνήσεις χαράς και μαθήματα. Όσο θυμάσαι το παρελθόν και αναμοχλεύεις τον πόνο, μένεις κολλημένος, αποδυναμωμένος και σκοτεινός.
Νεκρώνεσαι κυριολεκτικά, γιατί το χτες δεν υπάρχει πια.

Όσο όμως, θυμάσαι τις χαρές που σου έχει δώσει, η ψυχή σου φωτίζεται, ξεκουράζεται, ανανεώνεται.
Ακόμα καλύτερα, είναι όταν παίρνεις τα "μαθήματα" που έχει να σου προσφέρει και τα χρησιμοποιείς στο να ζεις τη ζωή σου σοφά, δημιουργικά, χαρούμενα και αποτελεσματικά.

Αν θέλεις να χτίσεις ένα "αύριο" που να αξίζει να ζεις, χρειάζεται να θυμάσαι τα μαθήματα όλων εκείνων των χτες που θες να ξεχάσεις!

Γι' αυτό, μην εστιάζεσαι στον πόνο του χτες αλλά στα μαθήματα που έχει να σου δώσει και να θυμάσαι με ευγνωμοσύνη όλες εκείνες τις χαρές που ένιωσες γιατί έτσι το μυαλό σου θα μπορέσει να γεννήσει νέες φωτεινές σκέψεις που θα σε σπρώξουν να κάνεις πράγματα που θα σου δώσουν νέες χαρές!

Μποντλέρ: Έρως, η μεγάλη υπόθεση της ζωής

«Όποιος γράφει αποφθέγματα, αγαπά να τονίζει το χαρακτήρα του».

«Οι νέοι μακιγιάρονται, οι γέροι καλλωπίζονται».

«Ο κόσμος, αυτό το απέραντο σύστημα αντιφάσεων -έχοντας σε μεγάλη εκτίμηση κάθε τι γερασμένο-, γρήγορα, ας σχεδιάσουμε στα πρόσωπά μας ρυτίδες· -το συναίσθημα όντας γενικά της μόδας, ας στολίσουμε την καρδιά μας με γιρλάντες σαν μια προμετωπίδα.

Προς τι λοιπόν; Αν δεν είστε αληθινοί άνθρωποι, να είστε αληθινά ζώα. Να είστε ανεπιτήδευτοι, και θα είστε χωρίς άλλο χρήσιμοι ή ευχάριστοι σε κάποιους. Η καρδιά μου -έστω και στα δεξιά-, θα βρει εύκολα χίλιους συν-παρίες ανάμεσα στα τρία δισεκατομμύρια όντα που βόσκουν στις τσουκνίδες του συναισθήματος!».

«Αν αρχίζω από τον έρωτα, το κάνω γιατί ο έρωτας είναι για όλους -μάταια προσπαθούν να το αρνηθούν-, η μεγάλη υπόθεση της ζωής».

«Να θυμάστε τούτο, ότι πρέπει κυρίως να φυλάγεστε από το παράδοξο στον έρωτα. Είναι η απλότητα που σώζει, είναι η απλότητα που φέρνει ευτυχία, ακόμη κι αν η ερωμένη σας είναι άσχημη σαν τη γριά Μομπ, τη βασίλισσα των τρόμων! Γενικά, για τους ανθρώπους του κόσμου -το είπε ένας δεινός ηθογράφος-, ο έρωτας δεν είναι παρά ο έρωτας για το παιχνίδι, ο έρωτας για τη μάχη. Είναι μεγάλο λάθος· ο έρωτας πρέπει να είναι ο έρωτας· η μάχη και το παιχνίδι δεν επιτρέπονται παρά σαν πολιτική σε περίπτωση έρωτα».

«Κανόνας γενικός και συνοπτικός: στον έρωτα, φυλαχθείτε από τη σελήνη και τα αστέρια, φυλαχθείτε από την Αφροδίτη της Μήλου, από τις λίμνες, τις κιθάρες, τις σκοινένιες σκάλες και από όλα τα μυθιστορήματα -ακόμη κι από το ομορφότερο του κόσμου-, έστω κι αν είναι γραμμένο από τον ίδιο τον Απόλλωνα!».

«Αλλά να αγαπάτε πολύ, σθεναρά, τολμηρά, ανατολίτικα, άγρια αυτήν που αγαπάτε· ο έρωτάς σας -έχοντας κατανοήσει την έννοια της αρμονίας- να μη βασανίζει τον έρωτα ενός άλλου· η εκλογή σας να μη διαταράζει την κατάσταση. Στους Ίνκας αγαπούσαν την αδερφή τους· αρκεστείτε στην ξαδέρφη σας. Μη σκαρφαλώνετε ποτέ στα μπαλκόνια, μην περιυβρίζετε ποτέ τα όργανα της δημοσίας τάξεως· μη στερείτε στην ερωμένη σας την ικανοποίηση να πιστεύει στους Θεούς, και όταν θα τη συνοδεύετε στον ναό, να ξέρετε να βρέχετε ευπρεπώς τα χέρια σας μέσα στο αγνό και δροσερό νερό στο αγιασματάρι».

«Επειδή κάθε ηθική μαρτυρά για την καλή θέληση των νομοθετών -επειδή κάθε θρησκεία είναι μια υπέρτατη παραμυθία για όλους τους πονεμένους, -επειδή κάθε γυναίκα είναι ένα κομμάτι από την ουσιαστική γυναίκα, -επειδή ο έρωτας είναι το μόνο πράγμα για το οποίο αξίζει να συνθέσεις ένα σονέτο και να βάλεις εκλεκτά εσώρουχα, -σέβομαι όλα αυτά τα πράγματα περισσότερο από οποιονδήποτε και καταγγέλλω ως συκοφάντη όποιον θα χρησιμοποιούσε αυτό το κομμάτι ηθικής σαν αφορμή για σταυροκοπήματα και σαν τροφή για σκάνδαλο».

Σαρλ Μποντλέρ, Αποφθέγματα παρηγοριάς για τον έρωτα

Οι ζωές μας κρύβονται μέσα σε λίγες φωτογραφίες

Κι αν οι ζωές μας κρυβόντουσαν μέσα σε φωτογραφίες θα τις φροντίζαμε σαν το απόλυτο σημαντικό μας.

Δε θα τις κρύβαμε σε ένα ντουλάπι ούτε θα σκίζαμε το άλλο μας μισό.

Δε θα τις βρίσκαμε πεταμένες όπου υπάρχει κενό στο συρτάρι, ούτε και καταχωνιασμένες.

Γιατί η ζωή μας βρίσκεται σε εκείνες τις φωτογραφίες.

Αυτές που τραβήξαμε κι αυτές που δεν τραβήξαμε αλλά θυμόμαστε ακόμα σε ένα στιγμιαίο κλικ του μυαλού μας.

Πόσο σημαντικές και οι δύο.

Μόνο που στην μία περίπτωση τις βλέπεις πάντα μπροστά σου όταν τις αγγίζεις και τις άλλες τις φέρνεις στο μυαλό σου πάντα όταν νοσταλγείς.

Όταν νοσταλγείς τους ανθρώπους που βρίσκονται μέσα σε αυτές.

Κομμάτια, μέρες, εποχές και στιγμές της ζωής σου κρατημένες σε φωτογραφίες.

Πάντα λάτρευα τις φωτογραφίες.

Μου θύμιζαν την ζωή μου μέχρι τώρα όταν ξεχνούσα τα ασήμαντα που τελικά ήταν σημαντικά.

Όλα εκείνα τα άσχημα και τα όμορφα που συνέβησαν.

Τις πιο χαρούμενες και τις πιο λυπημένες μου στιγμές.

Τους ανθρώπους που έχασα, τους ανθρώπους που κράτησα, εκείνους που έφυγαν κι εκείνους που έμειναν χωρίς να χρειαστεί να πω κουβέντα.

Εκείνους που σήμερα τους αποκαλώ ανθρώπους μου κι αγαπημένους μου.

Εκείνους που μοιραστήκαμε στιγμές, μέρες, χρόνια ολόκληρα.

Με πολλά γέλια και πολλά κλάματα, με χορούς και πάρτυ.

Με τσακωμούς και παρεξηγήσεις.

Οι άνθρωποι μου βρίσκονται σε άπειρες φωτογραφίες.

Ντυμένοι καλά και μη, κρατώντας ποτά και τσιγάρα στα χέρια, να γελάνε, να τραγουδάνε, με μαγιω και με εγκυμοσύνες, με νυφικά και στολές αποκριάτικες.

Σε νησιά, παραλίες και τα πιο κόζυ μέρη που υπάρχουν.

Άλλοι πάλι δεν έχω ιδέα που μπορεί να βρίσκονται όμως εύχομαι να αγάπησαν την διαδρομή μας όσο κι εγώ.

Οι φωτογραφίες είναι από τα ωραιότερα αποσμάσματα της ζωής μας.

Δε λένε ποτέ ψέματα και δεν μπορούν να υποκριθούν για τίποτα.

Δεν μπορείς να κρυφτείς όσο κι αν τις κρύβεις.

Όσο κι αν τις καταχωνιάζεις σε μέρη που δεν χρησιμοποιείς συχνά.

Κι αυτή είναι η γοητεία της.

Όλα αυτά τα χρώματα που έχει και που δεν ξεθωριάζουν ποτέ, ακόμα κι αν στο μυαλό σου είναι ασπρόμαυρη.

Να κρατάς τις φωτογραφίες σαν φυλαχτό, σε όλα αυτά που συνέβησαν και σε όλα όσα έρθουν.

Να τις φροντίζεις και να τις βάζεις σε όμορφα μεγάλα κάδρα πολλές-πολλές μαζί.

Κυρίως όλες εκείνες που σε έκαναν να χαμογελάς πριν το κλικ.

Όλες εκείνες που είναι αυθόρμητες κι ευτυχισμένες.

Λάο Τσε: Πρόσεξε τη συμπεριφορά σου, γίνεται το πεπρωμένο σου

Το στοιχείο του αέρα ελέγχει το στοιχείο της φωτιάς και αλληλεπιδρά με αυτό. Χωρίς οξυγόνο, η φωτιά εξαφανίζεται, ενώ στον δυνατό άνεμο γίνεται πυρκαγιά και εξαπλώνεται ανεξέλεγκτα. Ο αέρας, πιο λεπτοφυής, καθώς βρίσκεται στην ιεραρχία πιο ψηλά από τα υπόλοιπα στοιχεία, μπορεί να ασκεί έντονο έλεγχο πάνω σε αυτά.

Ομοίως και η σκέψη μας, ο νοητικός μας κόσμος έχει τη δυνατότητα να επηρεάσει τα συναισθήματά μας, τις πράξεις μας, τη ροή των καταστάσεων γύρω μας και την ύλη που μας αποτελεί και μας περιβάλλει. Έτσι, δημιουργούμε την πραγματικότητά μας.

Είτε το γνωρίζουμε είτε όχι, η πραγματικότητα που βιώνουμε αυτή τη στιγμή στη ζωή μας, είναι το αποτέλεσμα των σκέψεων του παρελθόντος. Οι σκέψεις μας προκαλούν καταστάσεις και γεγονότα, από τα πιο ασήμαντα έως τα πιο σημαντικά της ζωής μας. Η θετική σκέψη είναι απλά μια επιλογή. Είναι η επιλογή του ρεαλιστή. Ο ρεαλιστής, είναι ρεαλιστής γιατί γνωρίζει ότι η ίδια η πραγματικότητα είναι αυτός ο νόμος, ο νόμος της αιτίας και του αποτελέσματος, ο νόμος της σκέψης, που είναι δημιουργική ή καταστροφική.

Η ελεύθερη βούλησή μας πηγάζει από τη δυνατότητα που έχουμε να σκεφτόμαστε ελεύθερα. Είναι όμως ελεύθερος όποιος σκέφτεται ελεύθερα; Όχι φυσικά. Αν και η ελευθερία είναι μια κατάσταση που υπερβαίνει τον κόσμο της σκέψης, όποιος σκέφτεται είναι δέσμιος τουλάχιστον από τις επιπτώσεις των σκέψεών του. Αν δεν δεχτούμε ότι ο άνθρωπος είναι φυλακισμένος στη σκέψη και ότι η ίδια η σκέψη είναι μια φυλακή, ας δεχτούμε τουλάχιστον ότι είναι δέσμιος από τις επιπτώσεις της σκέψης.

Υπάρχει άραγε κάποια ανώτερη λειτουργία που εκτελεί το νοητικό σώμα μας από αυτή της θετικής δημιουργικής σκέψης; Φυσικά και υπάρχει. Υπάρχει κάτι πολύ ανώτερο που μπορούμε να κάνουμε με το νοητικό μας σώμα ακόμα και από το να σκεφτόμαστε θετικά.

Να θέτουμε το νοητικό μας σώμα στην υπηρεσία του ανώτερου πιο λεπτοφυούς σώματος, να προσφέρουμε το νοητικό μας σώμα στην υπηρεσία της ψυχής. Για να γίνει λοιπόν το νοητικό μας σώμα όχημα της ψυχής, θα πρέπει να εξαγνιστεί. Τα αποτυπώματα των αρνητικών σκέψεων θα πρέπει να ξεκινήσουν να εξαλείφονται, οι νοητικές παραμορφώσεις θα πρέπει να εναρμονιστούν.

Όχι μόνο οι σκέψεις που κάνουμε για τον εαυτό μας θα πρέπει να είναι θετικές, αλλά και οι σκέψεις που κάνουμε για τους συνανθρώπους μας. Όταν σκεφτόμαστε αρνητικά για τους άλλους, η αρνητικότητα που δημιουργούμε, πριν εξαπολυθεί για να δημιουργήσει νοητική βλάβη στον άλλον, μολύνει πρώτα εμάς.

Ο πομπός της σκέψης λαμβάνει την ουσία της σκέψης και αλληλεπιδρά με αυτήν, αρκετά πιο πριν από τον δέκτη. Η αρνητική νοητική ενέργεια μολύνει και επιβαρύνει πρώτα την ίδια την εστία της δημιουργίας της. Έτσι, γίνεται πιο δύσκολο για τον άνθρωπο να αντικρίσει το άλλο άκρο της ύπαρξης του και να συνειδητοποιήσει ότι αυτή είναι η αληθινή φύση του.

Ο νους μας λοιπόν σκέφτεται και παίρνει αποφάσεις. Μπορεί να μετατραπεί σε όργανο κατώτερων ζωικών παρορμήσεων ή σε όργανο της ψυχής. Οι σκέψεις μπορεί να ενισχύουν και να ενισχύονται από τις κατώτερες ορμές μας ή από τα ανώτερα ιδανικά μας. Αυτή ακριβώς είναι η ελεύθερη βούληση που έχει να κάνει με τις σκέψεις και τις αποφάσεις μας.
  • Πρόσεξε τις σκέψεις σου, γίνονται λέξεις.
  • Πρόσεξε τις λέξεις σου, γίνονται πράξεις.
  • Πρόσεξε τις πράξεις σου, γίνονται συνήθειες.
  • Πρόσεξε τις συνήθειές σου, γίνονται συμπεριφορά.
  • Πρόσεξε τη συμπεριφορά σου, γίνεται το πεπρωμένο σου…
Λάο Τσε

Βαρέθηκα

Βαρέθηκα να ξυπνάω το πρωί με το μυαλό μου γεμάτο σκέψεις, σκέψεις που δεν τις κάλεσε κανείς, μα θρονιάστηκαν για τα καλά.

Βαρέθηκα να κοιτάω στον καθρέφτη και να μη βλέπω πια εκείνο το παιδί, γιατί ξέρω πολύ καλά, ότι είναι εκεί μέσα, κρυμμένο πίσω από όλα αυτά που μου φορέσανε.

Βαρέθηκα τους ανθρώπους με τα ψεύτικα χαμόγελα και τις κάλπικες αγκαλιές, άνθρωποι φοβισμένοι που δεν τολμούν να δεχτούν τον εαυτό τους.

Βαρέθηκα την υποκρισία, τα ψέμματα και τους δήθεν, όσους παριστάνουν κάτι άλλο από αυτό που είναι και ξεχνούν.

Βαρέθηκα όσους κρύβουν τα ελαττώματά τους και πιστεύουν πως είναι κάτι καλύτερο και πιο δυνατό από τον διπλανό τους.

Βαρέθηκα όσους νομίζουν ότι μπορούν να εξουσιάζουν ανθρώπους και καταστάσεις με το έτσι θέλω.

Βαρέθηκα και τους πολιτικούς που σαν γουρούνια κυλιούνται οικειοθελώς στη λάσπη, που μολύνουν χώρες ολόκληρες με ψεύτικες υποσχέσεις και πουλάνε τη σάπια τους εικόνα μιλώντας για αξίες όπως ο σεβασμός και η κατανόηση.

Βαρέθηκα που ακόμη επικαλείται τη Δημοκρατία, ένας δυτικός πολιτισμός που για να χτιστεί, πάτησε πάνω σε ό,τι εκείνη πρεσβεύει.

Βαρέθηκα και τους «ανυποψίαστους» που τρώνε τη μασημένη τροφή για καινούρια, αυτούς που σαν άβουλα όντα βλέπουν τη ζωή τους να φτιάχνεται από άλλους.

Βαρέθηκα τα άδεια βλέμματα και τις κενές ματιές, που πονάνε πιο πολύ και από το χειρότερο πόνο. Και πονάνε γιατί δεν ξέρεις πώς γιατρεύονται, απλά σε κυριεύουν.

Βαρέθηκα τους ανθρώπους που δεν εκτιμούν όσα έχουν και ψάχνουν συνεχώς να αποκτήσουν κάτι που δεν θα εκτιμήσουν ποτέ.

Βαρέθηκα τα σκυθρωπά πρόσωπα στο δρόμο, που σαν ζόμπι παραδομένα στη μαύρη τους μοίρα, απλά διεκπεραιώνουν την κάθε μέρα.

Βαρέθηκα που μας μαθαίνουν πως η ζωή είναι μόνο αγώνας και ζόρι, που όταν νιώθουμε ευτυχία νιώθουμε μαζί και φόβο.

Βαρέθηκα την αγένεια, τα ψυχρά λόγια και αυτούς που νομίζουν ότι για να μιλήσεις αρκεί απλά να ανοίξεις το στόμα σου.

Βαρέθηκα τις σχέσεις στις οποίες όλα θεωρούνται δεδομένα και κανένας δεν παλεύει πια για τίποτα.

Και τέλος, βαρέθηκα και μένα, γιατί πολλά από αυτά τα κάνω κι εγώ, κι ας το μετανιώνω μετά.

Γιατί είμαι κι εγώ ένα γρανάζι και δεν κάνω τίποτα για να το αλλάξω.

Όποιος, λοιπόν, δεν αγαπά την μοναξιά δεν αγαπά και την ελευθερία

Το ν’ αρκείται κανείς στον εαυτό του, το να είναι γι’ αυτόν τα πάντα σ’ όλες τις περιστάσεις και να μπορεί να λέγει omnia mea mecum porto [όλα τα δικά μου τα έχω επάνω μου] είναι αναμφίβολα η ιδιότητα που προάγει την ευτυχία μας περισσότερο από κάθε τι άλλο. Για τον λόγο αυτό, η ρήση του Αριστοτέλη η ευδαιμονία των αυτάρκων εστί [η ευτυχία ανήκει στους αυτάρκεις] (Ηθ. Ευδ. Ζ’ 2) δεν μπορεί να τύχει ποτέ υπερβολικής επαναλήψεως· και τούτο, αφενός, διότι μόνο στον εαυτό του μπορεί να βασίζεται κανείς με αρκετή βεβαιότητα και, αφετέρου, διότι τα δεινά που συνδέονται με την κοινωνικότητα, οι κόποι και οι ζημίες, οι κίνδυνοι και οι θλίψεις – όλα τούτα είναι αναρίθμητα και αναπόφευκτα.

Κατ’ αρχάς, κάθε κοινωνική διασύνδεση απαιτεί κατ’ ανάγκη μία αμοιβαία προσαρμογή κι έναν συγκερασμό. Για τον λόγο αυτό, όσο περισσότερα άτομα συμμετέχουν σ’ αυτήν τόσο πιο άνοστη γίνεται. Να είναι κανείς απόλυτα ο εαυτός του δεν μπορεί παρά μόνον όσο είναι μόνος- όποιος, λοιπόν, δεν αγαπά την μοναξιά δεν αγαπά και την ελευθερία, καθώς μόνον όταν είναι κανείς μόνος είναι και ελεύθερος – ο καταναγκασμός είναι ο αχώριστος σύντροφος κάθε κοινωνίας. Κατά συνέπεια, το πόσο ο κάθε άνθρωπος αποφεύγει, αντέχει ή αγαπά την μοναξιά του αντιστοιχεί ακριβώς στην αξία του ίδιου του εαυτού του, καθώς στην μοναξιά του νιώθει ο μεν ενδεής τω πνεύματι την πνευματική του ένδεια, ο δε μεγαλοφυής τη μεγαλοφυΐα του – κοντολογής, ο καθένας το πώς όντως είναι. Περαιτέρω, όσο υψηλότερα βρίσκεται κανείς στη Ιεραρχική κλίμακα της φύσης τόσο πιο μοναχικός είναι, και μάλιστα κατ’ ουσίαν και κατ’ ανάγκη. Τότε, όμως, συνιστά γι’ αυτόν ευεργεσία ν’ αντιστοιχεί στην πνευματική μοναξιά – ειδάλλως, η συχνή παρουσία πλασμάτων ετερογενών εισβάλλει οχληρά μέσα του, μάλιστα εχθρικά, και του στερεί τον εαυτό του χωρίς να έχει τίποτε να του προσφέρει ως αποζημίωση.

Κατόπιν, ενώ η φύση έχει εισαγάγει ανάμεσα στους ανθρώπους, τόσο σε ηθικό όσο και σε διανοητικό επίπεδο, την μέγιστη δυνατή διαφορετικότητα, η κοινωνία, θεωρώντας αυτή τη διαφορετικότητα ως ένα τίποτε, καθιστά όλους ίσους, ή, μάλλον, υποκαθιστά τις φυσικές με τις τεχνητές διαφορές και τις ιεραρχίες των τάξεων και των βαθμών, οι οποίες πολύ συχνά, είναι αντιδιαμετρικά αντίθετες από την φυσική ιεραρχία. Χάρη σε αυτή τη διάταξη εκείνοι που η φύση είχε τοποθετήσει χαμηλά έχουν καλή θέση, ενώ εκείνοι, αντίθετα, για τους οποίους προέβλεψε υψηλή θέση αδικούνται – για αυτό τον λόγο, τούτοι οι τελευταίοι προσπαθούν να αποσπαστούν από κάθε συνάθροιση, αφού σε κάθε τέτοια κυριαρχεί, όσο περισσότεροι μετέχοντες, το κοινό κι ευτελές.

Η καλούμενη “καλή κοινωνία” αναγνωρίζει κάθε λογής προτερήματα πλην των πνευματικών- τούτα, μάλιστα, τα θεωρεί λαθραίο εμπόρευμα μας εξαναγκάζει, λοιπόν, να αποδεικνύουμε άπειρη μακροθυμία με κάθε ανοησία, μούρλα, διαστροφή, ηλιθιότητα- τα προσωπικά προτερήματα, αντίθετα, πρέπει να εκλιπαρούν τη συγγνώμη της ή να κρύβονται. Κατά συνέπεια, η κοινωνία που καλείται “καλή κοινωνία” δεν έχει μόνο το μειονέκτημα ότι μας παρουσιάζει ανθρώπους που δε μπορούμε ούτε να επαινέσουμε ούτε να αγαπήσουμε ακόμα αλλά και δε μας επιτρέπει να είμαστε ο εαυτός μας όπως αρμόζει στη φύση μας- απεναντίας, μας εξαναγκάζει, χάριν του αρμονικού συγκερασμού μας με τους άλλους, να συρρικνωθούμε, ή μάλιστα και να παραμορφώσουμε οι ίδιοι τον εαυτό μας.

Επιθυμώντας σε πείσμα των ψευδαισθήσεων

Γιατί επιμένουμε στο σφάλμα; Γιατί επιμένουμε να επιδιώκουμε απατηλούς σκοπούς, να τρέφουμε ανέφικτες ή καταστροφικές επιθυμίες; Γιατί παραμένουμε μέσα σε σχέσεις αλλοτριωτικών και εξουθενωτικών συναισθηματικών εξαρτήσεων; Γιατί αφήνουμε τον εαυτό μας έρμαιο ανάμεσα στις συμπληγάδες του μίσους, του φθόνου, της ζήλιας, των ενοχών, των τύψεων, της χαμηλής αυτοεκτίμησης;

Υπάρχει ένα κόκκινο νήμα που διατρέχει όλες τις συναισθηματικές περιπλανήσεις μας: Ο άνθρωπος έχει ανάγκη να πιστεύει σε κάτι, έστω κι αν αυτό είναι εσφαλμένο. Έχει επίσης ανάγκη να επιθυμεί κάτι, οτιδήποτε, έστω κι αν αυτή η επιθυμία είναι μια ψευδαίσθηση. Κατά τον ίδιο τρόπο ο άνθρωπος έχει ανάγκη να αγαπά κάτι, να συνδέεται με κάτι, έστω κι αν στην πραγματικότητα αυτό το κάτι τον καταστρέφει περισσότερο παρά τον προάγει, τον θλίβει παρά τον χαροποιεί. Να πώς θέτει ο Σπινόζα αυτή την αρχή:

«Το Πνεύμα, όσο μπορεί, προσπαθεί να φαντάζεται όσα αυξάνουν ή επικουρούν τη δύναμη ενέργειας του Σώματος».

Καθώς η σωματική κατάσταση αντανακλά την ψυχική μας κατάσταση και αντιστρόφως, προτιμάμε να σκεφτόμαστε ό,τι ενδυναμώνει το σώμα μας δίνοντάς του περισσότερη ενέργεια. Η παρουσία ορισμένων πραγμάτων μας δίνει χαρά, άρα αυξάνει την ενέργεια, την αυτοπεποίθηση, τις ικανότητες, με άλλα λόγια τη δύναμή μας. Έτσι ακόμη κι όταν λείπουν αυτά τα πράγματα, εμείς δεν μπορούμε να μη φανταζόμαστε μια κάποια αιτία χαράς, πραγματική ή φανταστική.

Όλοι το έχουμε ζήσει. Μια ευτυχής ερωτική γνωριμία, μια αρμονική οικογενειακή ζωή, μια φιλία που φαινόταν στέρεη μας είχαν δώσει την εντύπωση ότι επικεντρωνόμασταν στον εαυτό μας, είχαν ενισχύσει τη διάθεσή μας για ζωή, την εμπιστοσύνη στον εαυτό μας και στους άλλους, μας είχαν κάνει πιο δραστήριους και αποτελεσματικούς. Στη σχέση με τον σύντροφό μας για παράδειγμα είχαμε νιώσει να γινόμαστε διαφορετικοί: πιο δυνατοί, πιο συγκεντρωμένοι, ικανοί να αντλούμε από πηγές που μέχρι τότε ήταν ανεξερεύνητες για εμάς. Όταν η σχέση μας άρχισε να φθείρεται και ο σύντροφός μας να μας δίνει περισσότερη λύπη και λιγότερη χαρά, εμείς συνεχίσαμε παρ’ όλα αυτά να τον φανταζόμαστε σαν μια αιτία χαράς που αύξανε τη δύναμή μας. Ακόμη και όταν επέρχεται η ρήξη και βρισκόμαστε μόνοι, εξακολουθούμε να φανταζόμαστε μια παρόμοια αιτία χαράς, είτε νοσταλγώντας το πρόσωπο που χάσαμε είτε προβάλλοντας τα ίδια συναισθήματα και επιθυμίες σε πρόσωπα που συναντάμε τυχαία. Ανεξάρτητα από το αν το αντικείμενο είναι λάθος ή φανταστικό, εμείς εξακολουθούμε να έχουμε ανάγκη να προβάλλουμε τα συναισθήματά μας επάνω σε κάτι.

Δεν μπορούμε να κάνουμε διαφορετικά, κι αυτό επειδή πρόκειται για τη ζωτική μας δύναμη, για την ισορροπία των εσωτερικών μας δυνάμεων. Για να σταθούμε απέναντι στα εμπόδια και τους κινδύνους της ζωής, για να έχουμε το κουράγιο να τα ξεπερνάμε, φανταζόμαστε κάτι το οποίο πιστεύουμε ότι μπορεί να μας ενδυναμώσει. Και, αντιστρόφως, προσπαθούμε να αρνιόμαστε την ύπαρξη όποιου πράγματος νομίζουμε ότι μας απειλεί· να γιατί ορισμένοι έχουν ανάγκη να μισούν πάση θυσία, να αντιτίθενται σε κινδύνους ανύπαρκτους, να δίνουν φανταστικές μάχες…

Φιλοσοφώ σημαίνει κρίνω τα πράγματα καλά

Υπάρχει αλήθεια και αλήθεια.

Υπάρχει μια επιστημονική αλήθεια και μια φιλοσοφική αλήθεια. Στην αρχή, οι επιστήμες και η φιλοσοφία ήταν ένα. Η καθολική γνώση τις περιλάμβανε και τις δύο δίχως διάκριση.

Ο μεγάλος Γάλλος μαθηματικός Ανρύ Πουανκαρέ είπε όμως ότι η επιστήμη απαντά στο ερώτημα «Πώς;» ενώ η φιλoσοφία στο ερώτημα «Γιατί;» Για να κάνουμε σαφέστερη τη διάκριση, πρέπει να προσθέσουμε τα εξής: Η γεωμετρία αποσπάστηκε από τη φιλοσοφία τον καιρό του Ευκλείδη· η αστρονομία αποχωρίστηκε από τον κοινό κορμό με τον Πτολεμαίο, αλλά έπρεπε να περιμένουμε ως το τέλος του 17ου αιώνα (Νεύτων) για να αποσπαστεί η φυσική από τη μεταφυσική, ως το τέλος του 18ου αιώνα (Λαβουαζιέ) για να χωριστεί η χημεία από την αλχημεία, ως την αρχή του 19ου αιώνα για να ανακαλυφθεί η βιολογία από τον Λαμάρκ- το 1850 ανέπτυξε ο Αύγουστος Κοντ την κοινωνιολογία, την οποία διέκρινε από τη φιλοσοφία, ενώ η Ψυχολογία αποσπάστηκε γύρω στα 1880 από την κοινή ρίζα (χάρη στον αυθορμητισμό και χάρη σε ανθρώπους όπως ο Βέμπερ, ο Φέχνερ και ο Βουντ, που εφάρμοσαν στο εργαστήριο μια πειραματική Ψυχολογία).

Το αντικείμενο της φιλοσοφίας είναι η αναζήτηση του απόλυτου. Ο Αριστοτέλης ήδη μίλησε για την «αναζήτηση των πρώτων αρχών και των πρώτων αιτίων».

Πιο κοντά σε μας βρίσκεται ο Μπιρλού, που επιστρέφει σε μια αριστοτελική έννοια και λέει: «Η φιλοσοφία ασχολείται με την αναζήτηση των πρώτων αρχών μέσω μιας ανάλυσης του πνεύματος και με την προοπτική μιας πλήρους σύνθεσης».

Ερώτηση: Μήπως η φιλοσοφία είναι η τέχνη της λεπτολογίας;

— Οι εχθροί της φιλοσοφίας την κατηγορούν ότι αναπτύσσει ιδέες τόσο γενικές, ώστε δεν είναι καθόλου χρήσιμες στην πραγματικότητα. Αυτό δεν είναι σωστό. Η φιλοσοφία μάς επιτρέπει, χάρη στη λογική ή στην τέχνη της τέλειας εξαγωγής συμπερασμάτων, να αναλύουμε καταστάσεις και να προσδιορίζουμε τις καλύτερες δυνατές λύσεις· μας επιτρέπει να βρούμε τη σοφία μέσω της καθυπόταξης των παθών μας, και να κρίνουμε σωστά τη θέση μας μέσα στην κοινωνία. Ο κοινός νους δεν απατάται όταν λέει ότι κάποιος παίρνει κάτι φιλοσοφικά, όταν αυτός ο κάποιος διατηρεί την ψυχραιμία του μέσα στη χειρότερη δυστυχία και δεν αφήνει να τον καταβάλουν τα σκληρά χτυπήματα της μοίρας. Φιλοσοφώ σημαίνει κρίνω τα πράγματα καλά- και ο Καρτέσιος προσθέτει: «εκεί να κρίνεις σωστά, για να πράττεις σωστά».

Ο Καντ, ο μεγαλύτερος ίσως φιλόσοφος όλων των εποχών, βάφτισε το σύστημά του μ’ ένα πολύ χαρακτηριστικό όνομα: Κριτικισμός. Τα τρία σημαντικότερα έργα του ονομάζονται Κριτική του Καθαρού Λόγου (1781), Κριτική του Πρακτικού Λόγου (1788) και Κριτική της Κριτικής Δύναμης (1790). Ανήγαγε όλα τα ερωτήματα της φιλοσοφίας σε τρία ερωτήματα-κλειδιά:

— Τι μπορώ να γνωρίσω;

— Τι πρέπει να κάνω;

— Σε τι μου επιτρέπεται να ελπίζω;

Εδώ εκφράζεται ένα πνεύμα διαφορετικό από κείνο που αναδύεται όταν ασχολείται η θρησκεία με τα ερωτήματα αυτά. Η θρησκεία είναι συνδεδεμένη πάντα με μια ορθοδοξία, δεν αμφισβητεί τίποτα. Δεν προχωράει μέσω ερωτημάτων. Προσφέρει λύσεις, οριστικές απαντήσεις. ‘Ένας μεγάλος σύγχρονος φιλόσοφος, ο Καρλ Γιάσπερς (1883-1974), σημειώνει στην εισαγωγή του στη φιλοσοφία ότι η φιλοσοφία δε δίνει ποτέ λύσεις σε προβλήματα· γιατί «η απάντηση στο πρόβλημα θέτει καινούργια ερωτήματα». Ας πάρουμε το παράδειγμα του θανάτου: η θρησκεία μάς δίνει λύσεις κατάλληλες για όλους. Ορισμένες θρησκείες μιλούν για νιρβάνα, για μηδέν· , ο χριστιανισμός, αντίθετα, δίνει τη λύση της Δευτέρας Παρουσίας και της λύτρωσης. Όσον αφορά τη φιλοσοφία, υπάρχουν τόσες λύσεις, όσοι και φιλόσοφοι. Ο καθένας πιστεύει πως έχει βρει το δικό του σύστημα. ‘Ένας σύγχρονος Γάλλος φιλόσοφος, ο Ζωρζ Γκισντόρφ, διευκρινίζει τούτο το γεγονός: «Καμιά φιλοσοφία δεν μπόρεσε να δώσει τέλος στη φιλοσοφία, παρόλο που αυτό είναι η κρυφή επιθυμία κάθε φιλοσοφίας».

Δε θέλουμε να δούμε τη φιλοσοφία σαν περιοχή γνώσης παρόμοια με τις άλλες, ούτε σαν καλά ταξινομημένη γνώση, βολική και πρακτική. Η φιλοσοφία είναι πάνω απ’ όλα στοχασμός, μια ερωτηματοθεσία, μια επαναερωτηματοθεσία, μια δοκιμασία και θεώρηση τον εαυτού της, μια συνεχής αναζήτηση του Είναι. Κάθε αναζήτηση δεν κατευθύνεται όμως προς ένα σκοπό;

Όχι απαραίτητα. Η φιλοσοφία είναι η αναζήτηση της αλήθειας ή μιας αλήθειας· αλλά οι φιλόσοφοι δεν πιστεύουν ότι αυτή η αλήθεια μπορεί να συλληφθεί οριστικά ή απόλυτα. Εξακολουθούν να φιλοσοφούν, παρά την ύπαρξη χιλιάδων έργων, που σωρεύονται στις βιβλιοθήκες με την προσωπική τους άποψη για το σύμπαν.

Κανένας φιλόσοφος δεν πιστεύει ότι είναι δυνατόν να εφαρμοστούν πλήρως οι απόψεις του. Μια γενναία μητέρα παρουσίασε μια μέρα στον Ρουσσώ ένα μικρό παιδί που είχε διαπαιδαγωγηθεί σύμφωνα με τις αρχές του Αιμιλίου. Ο Ρουσσώ φώναξε αγανακτισμένος: «Δεν κάνατε καλά, κυρία μου!» Ερωτήματα, αμφιβολία και αβεβαιότητα είναι τα καλύτερα κριτήρια της φιλοσοφικής πράξης. Ο Καντ είχε δίκιο όταν έλεγε: «Δεν υπάρχει φιλοσοφία που να μπορεί κανείς να τη μάθει· το μόνο που μπορεί να μάθει κανείς, είναι να φιλοσοφεί».

Επιστήμονες δημιούργησαν σύστημα τεχνητής νοημοσύνης που δημιουργεί από το μηδέν νέες πρωτεΐνες με αντιμικροβιακή δράση

Επιστήμονες στις ΗΠΑ δημιούργησαν ένα νέο σύστημα τεχνητής νοημοσύνης με την ονομασία ProGen, που είναι ικανό να δημιουργεί από το μηδέν πρωτεΐνες (τεχνητά ένζυμα) που καταστρέφουν βακτήρια.

Μερικά από αυτά τα ένζυμα που δοκιμάστηκαν στο εργαστήριο, αποδείχθηκε ότι δουλεύουν εξίσου καλά με αυτά της φύσης, ακόμη και όταν οι τεχνητά δημιουργημένες «αλυσίδες» (αλληλουχίες) αμινοξέων τους έχουν σημαντικές διαφορές με οποιαδήποτε γνωστή φυσική πρωτεΐνη.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον καθηγητή βιολογικής μηχανικής Τόμας Φρέιζερ της Φαρμακευτικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας στο Σαν Φρανσίσκο, οι οποίοι έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό βιοτεχνολογίας «Nature Biotechnology», δήλωσαν ότι η νέα τεχνολογία – που δουλεύει με παρόμοιο τρόπο με τα «έξυπνα» συστήματα που παράγουν κείμενα -μπορεί να αποδειχθεί πιο ισχυρή από την υπάρχουσα τεχνολογία σχεδιασμού πρωτεϊνών. Θα δώσει έτσι νέα ώθηση στην ανάπτυξη καινοτόμων πρωτεϊνών χρήσιμων σε διάφορα πεδία, από την ανάπτυξη νέων φαρμακευτικών θεραπειών έως την αποδόμηση των πλαστικών στο περιβάλλον.

Οι ερευνητές τροφοδότησαν το νέο σύστημα τεχνητής νοημοσύνης (μηχανικής μάθησης) με αλληλουχίες αμινοξέων από 280 εκατομμύρια διαφορετικές πρωτεΐνες κάθε είδους και το άφησαν να επεξεργαστεί τις πληροφορίες αυτές επί μερικές εβδομάδες.

Στη συνέχεια το «έξυπνο» σύστημα δημιούργησε ένα εκατομμύριο δικές του αλληλουχίες, από τις οποίες οι επιστήμονες επέλεξαν 100 για δοκιμή, με βάση την ομοιότητά τους με τις φυσικές πρωτεΐνες.

Τελικά κατέληξαν σε πέντε τεχνητές πρωτεΐνες που δοκιμάστηκαν σε βακτήρια E.coli και συγκρίθηκαν με τις φυσικές. Δύο από τις τεχνητές πρωτεΐνες κατέστρεψαν τους παθογόνους μικροοργανισμούς.

Παρόλο που στις φυσικές πρωτεΐνες ακόμη και μία μόνο μετάλλαξη μπορεί να κάνει μη λειτουργική την πρωτεΐνη, διαπιστώθηκε ότι οι εν λόγω τεχνητές πρωτεΐνες (ένζυμα) ήταν λειτουργικές ακόμη και όταν μόνο το 31% της αλληλουχίας των αμινοξέων τους έμοιαζε με κάποιας γνωστής φυσικής πρωτεΐνης.

«Η ικανότητα δημιουργίας λειτουργικών πρωτεϊνών από το μηδέν δείχνει ότι εισερχόμαστε πλέον σε μια νέα εποχή σχεδιασμού πρωτεϊνών, με πολλές δυνητικές θεραπευτικές εφαρμογές», δήλωσε ο κύριος ερευνητής δρ Αλί Μαντανί της νεοφυούς εταιρείας βιοτεχνολογίας Profluent της Καλιφόρνιας.

Νέα γονίδια βρέθηκαν στο DNA: Η επιστήμη συνεχίζει να μας εκπλήσσει

Το οροπέδιο του Θιβέτ βρίσκεται 4500 χιλιάδες μίλια πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας και εκεί υπάρχει μόνο το 60% του οξυγόνου της ατμόσφαιρας συγκριτικά με άλλα μέρη στο ίδιο υψόμετρο. Παρ’ όλο που οι επισκέπτες δυσκολεύονται κατά την ανάβασή τους στο βουνό, οι γηγενείς Θηβετιανοί ανεβαίνουν με άνεση, χωρίς να τους επηρεάζει η έλλειψη οξυγόνου. Αυτή τους η ικανότητα δεν προέρχεται από συνήθεια ή συστηματική προπόνηση. Απλώς γεννήθηκαν έτσι. Η μετάλλαξη ενός γονίδιου -ή και περισσότερων- ευθύνεται για το ότι μπορούν αξιοποιούν την έλλειψη οξυγόνου προς όφελός τους. Αυτό είναι κάτι που συμβαίνει ήδη από τη γέννηση, καθώς τα μωρά σε αυτή την περιοχή εμφανίζουν μεγαλύτερο κορεσμό οξυγόνου, γεγονός που τους δίνει καλύτερες πιθανότητες επιβίωσης στις συγκεκριμένες συνθήκες. Οι συγκεκριμένες γενετικές αλλαγές εκτιμάται ότι έχουν συμβεί τα τελευταία 3000 χρόνια και βρίσκονται ακόμη σε εξέλιξη. Συναρπαστικό, έτσι;

Σε αυτό το σημείο ας ξεκαθαρίσουμε λίγο τον όρο μετάλλαξη. Οι περισσότεροι από εμάς όταν ακούμε ότι κάτι είναι αποτέλεσμα μετάλλαξης σκεφτόμαστε κατευθείαν κάτι αρνητικό. Στην πραγματικότητα όμως υπάρχουν και ωφέλιμες και βλαπτικές μεταλλάξεις και πολλές φορές δεν αρκεί μία μεμονωμένα να μας επηρεάσει, αλλά πρέπει να συνυπάρχουν κι άλλες. Άλλωστε, το γεγονός ότι οι άνθρωποι έχουν τη σημερινή μορφή τους οφείλεται στον συνδυασμό πολλών μεταλλάξεων. Οπότε, μια μετάλλαξη ίσως δεν είναι και τόσο τρομακτικό τελικά.

Και μιας και μιλάμε για τους ανθρώπους σήμερα αξίζει να αναφέρουμε ότι πέρα από αποτέλεσμα μεταλλάξεων είμαστε και αποτέλεσμα εξέλιξης. Σύμφωνα με το επίσημο λεξικό του Stanford, «Η εξέλιξη, με τη σύγχρονη σημασία της στη βιολογία, αναφέρεται συνήθως στις αλλαγές στις αναλογίες των βιολογικών τύπων σε έναν πληθυσμό με την πάροδο του χρόνου». Στην πραγματικότητα, η εξέλιξη μάς έχει οδηγήσει εδώ που είμαστε τώρα είναι και πολύ πιθανό να μας οδηγήσει και σε άλλες μορφές σε βάθος χρόνου. Η φύση συνεχώς αλλάζει και θα ήταν εγωιστικό να μην ακολουθούμε.

Το γενετικό μας υλικό αποκρυπτογραφήθηκε το 1953 από δύο σημαντικούς επιστήμονες, τους Watson και Crick. Στο όχι και τόσο μακρινό όμως 2003, οι επιστήμονες υποστήριξαν ότι αποκωδικοποίησαν κάθε σημαντική πτυχή της διπλής έλικας του DNA και ολοκληρώθηκε η αλληλουχία και η δομή της. Υποστήριξαν, επίσης, ότι κάποια μέρη της αλληλουχίας παρέμεναν άγνωστα αλλά αυτό δεν ήταν κάτι αξιοσημείωτο και δεν έπαιζαν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της δομής της. Τα μέρη αυτά τα αποκαλούσαν «junks», δηλαδή άχρηστα.

Ξεχνούσαν όμως ότι ακόμη και στα σκουπίδια κρύβονται καμιά φορά θησαυροί. Έπρεπε να περάσουν σχεδόν 20 χρόνια για να αποδειχθεί ότι οι υποψίες πως αυτά τα κομμάτια έπαιζαν πρωτεύοντα ρόλο στην ανθρώπινη υγεία και σε ένα τεράστιο φάσμα ασθενειών ήταν πραγματικότητα. Το 2022 έμελλε να είναι χρονιά – σταθμός, καθώς οι επιστήμονες προσδιόρισαν τελικά την άγνωστη αλληλουχία γονιδίων και του υπόλοιπου 8%, που ως τότε παρέμενε άγνωστο.

Η ανακάλυψη όμως δε σταμάτησε εκεί. Οι επιστήμονες βρήκαν σε αυτές τις περιοχές και ορισμένα «ορφανά γονίδια» -αυτή είναι η επιστημονική τους ονομασία. Τα ορφανά γονίδια είναι ορισμένες γενετικές αλληλουχίες που κωδικοποιούν πρωτεΐνες που δεν έχουν προφανείς προγόνους. Μερικά από αυτά -υποθέτουν οι ερευνητές- προέκυψαν αυθόρμητα κατά τη διάρκεια της εξέλιξης, σε αντίθεση με άλλα που κληρονομήσαμε από τους προγόνους μας. Τα γονίδια αυτά είτε συνδέονται με την υγιή ανάπτυξη ενός κυττάρου είτε με μία ποικιλία παθήσεων, όπως η μυϊκή δυστροφία. Η μελέτη αυτή ήταν η πρώτη που εξέτασε την εξελικτική πορεία που ανθρώπινου γονιδιώματος και -όπως είναι φυσικό- εγείρει πολλαπλά ερωτηματικά και ανοίγει τον δρόμο για νέες ενδιαφέρουσες ερευνητικές δραστηριότητες.

Κάθε αρχή είναι δύσκολη και σε αυτό περιλαμβάνεται και η κατανόηση της λειτουργίας αυτών των γονίδιων. Η επιστήμη εξελίσσεται ραγδαία και η απάντηση αναμένεται να έρθει αργά ή γρήγορα. Εξελισσόμαστε από την πρώτη στιγμή της δημιουργίας μας και θα ήταν τουλάχιστον ανόητο να πιστεύουμε ότι αυτό ξαφνικά σταματάει. Σε εκατομμύρια χρόνια η μορφή του ανθρώπου -έτσι όπως την ξέρουμε- δε θα είναι ίδια. Η Γη αλλάζει και για να επιβιώσει ένα είδος σε συγκριμένες συνθήκες οφείλει να ακολουθήσει την αλλαγή, ακριβώς όπως συνέβη και με τους Θιβετιανούς γηγενείς.

Η εξέλιξή μας ίσως απέχει πολύ από αυτό που βλέπουμε σε ταινίες επιστημονικής φαντασίας ή σε διάφορα βιντεοπαιχνίδια, όπου μας παρουσιάζουμε με υπερδυνάμεις αλλά ίσως χρειαστεί να επιβιώσουμε σε δυσμενείς συνθήκες, όπως η δραματική αύξηση της θερμοκρασίας ή σε άλλους πλανήτες, όπως ο Άρης, με τελείως διαφορετικό περιβάλλον από αυτό της Γης. Το ανθρώπινο είδος προκειμένου να εγκλιματιστεί σε αυτές τις συνθήκες και να επιβιώσει αναπόφευκτα πρέπει να εξελιχθεί.

Η έρευνα αποτελεί την εναρκτήριο δύναμη για να ανοίξουν οι δρόμοι προς νέα ενδιαφέροντα επιτεύγματα και αναμένουμε να ακούσουμε και να γράψουμε για αυτά.

Πρόσεχε τους νάρκισσους ανθρώπους. Μπορούν να σε καταστρέψουν

Με την απαράμιλλη γοητεία τους οι νάρκισσοι κάνουν τα πάντα για να σε σαγηνεύσουν, να αισθανθείς τιμή που βρίσκεσαι πλάι τους. Ταπεινά, ήσυχα, πονηρά σε τυλίγουν και σε αφοπλίζουν.

Οι νάρκισσοι έχουν πλάσει μια εικόνα για τον εαυτό τους με την οποία προβάλλονται, την οποία έχουν οι ίδιοι πιστέψει, αλλά κατά βάση δεν ισχύει. Είναι μόνο μια μάσκα, πίσω από τον καθρέφτη, πίσω από το κενό που υποβόσκει μέσα τους.

Ο Νάρκισσος με βάση τον Οβίδιο, αισθάνεται ότι υπάρχει κοιτάζοντας τον εαυτό του στον καθρέφτη. Αναζητά την αντανάκλαση του στο βλέμμα των άλλων. Για αυτό και προσπαθεί να γοητεύει τους γύρω του, ώστε να θαυμάζει ο ίδιος τον εαυτό του μέσα από την αντανάκλαση του.

Αν κάποιος πάψει να τον θαυμάζει και τον καταλάβει, τότε παύει να αισθάνεται την επιθυμία να είναι κοντά του. Το πρόσωπο αυτό μπορεί να γίνει μέχρι αντικείμενο μίσους από την στιγμή που δεν έχει κάτι άλλο να δώσει, ή επιθυμεί να φύγει από κοντά του.

Ο νάρκισσος άνθρωπος έχει συνήθως τα παρακάτω χαρακτηριστικά γνωρίσματα:

-Πιστεύει ότι είναι σπουδαίος και μοναδικός.

-Έχει ανάγκη να τον θαυμάζουν.

-Έχει την αντίληψη ότι όλοι του οφείλουν και πρέπει να τον υπηρετούν.

-Έχει ελλιπή ενσυναίσθηση.

-Εκμεταλλεύεται τις διαπροσωπικές του σχέσεις.

-Αισθάνεται ζήλια με την επιτυχία των άλλων και γίνεται ανταγωνιστικός.

-Είναι υπερόπτης.

-Είναι εγωκεντρικός.

-Έχει ευαισθησία στην κριτική και εκφράζει συνήθως θυμό.

Για τους νάρκισσους ανθρώπους ότι και αν προσφέρεις δεν είναι αρκετό, δεν μένουν ποτέ απόλυτα ικανοποιημένοι.

Συχνά καταλήγουν να θεωρούν τους εαυτούς τους θύματα, πιστεύοντας πως είναι σχεδόν πάντα υπεύθυνη η «μητέρα» ή ο «πατέρας» το άτομο το οποίο έχουν επιλέξει και κάνουν προβολή των παιδικών βιωμάτων τους. Μέσα από τα συσσωρευμένα παιδικά τραύματα τα οποία δεν έχουν ποτέ επιλύσει, διότι θεωρούν τους εαυτούς τους τέλειους, καταλήγουν να εθελοτυφλούν για την πραγματικότητα τους. Τα άλυτα αυτά εσωτερικά θέματα, τα αντικατοπτρίζουν στον άνθρωπο που επιλέγουν.

Δεν βλάπτουν σκόπιμα, προκαλούν κακό όμως σαν να ξέρουν να υπάρχουν μονάχα με αυτόν τον τρόπο. Κυριαρχώντας και καταπατώντας τους γύρω τους, δίχως σεβασμό, ώστε να αισθάνονται υπεροχή.

Όσο η σχέση αναπτύσσεται με έναν νάρκισσο, παρατηρείται άρνηση αποδοχής της προσωπικότητας του άλλου, διότι οι απόψεις και οι συμπεριφορές των υπολοίπων οφείλουν να συμβαδίζουν με την αντίληψη που έχουν.

Δεν είναι αληθινά υποκειμενικοί, διαστρεβλώνουν συχνά την πραγματικότητα των γεγονότων, έτσι καταλήγουν να είναι συνήθως ανεύθυνοι. Επιρρίπτουν εύκολα ευθύνες στους γύρω τους, αφού οι ίδιοι δεν φταίνε ποτέ, επομένως όλα τα κακά που συμβαίνουν είναι ευθύνη άλλων. Αμύνονται με τον μηχανισμό της προβολής. Η επίθεση στους άλλους είναι ο τρόπος τους για να αποφεύγουν τον πόνο. Τον πόνο που ίσως νιώσουν αν αναλάβουν την ευθύνη, μέσα από την συνειδητοποίηση, την ενοχή και την μετάνοια. Αντί αυτού και της εξέλιξης, επιλέγουν να μείνουν ασφαλείς στην ωραιοποιημένη πραγματικότητα τους.

Ενώ έχουν μειωμένους ηθικούς φραγμούς, προσπαθούν να δώσουν την εντύπωση ότι είναι ηθικοί. Φοβούνται τον χωρισμό, διότι όταν είναι μόνοι τους αισθάνονται άβολα και χρειάζονται την στήριξη των άλλων. Δεν γνωρίζουν όμως τι είναι αγάπη, αλλά πιστεύουν πως αγαπούν. Κάθε χαρά που προσφέρουν, περνάει από ένα δικό τους φίλτρο, μέσα από τις όμορφες πράξεις δηλαδή που κάνουν, έχουν ως κίνητρο να λάβουν εκείνοι πρώτιστος ευχαρίστηση.

Είναι μια ψύχωση, μια διαστροφή η οποία γίνεται δύσκολα αντιληπτή και δεν αναζητά εύκολα κάποιος θεραπεία για αυτήν. Μόνο αν ο νάρκισσος αντιληφθεί το κενό του, ίσως μπορέσει να θεραπευτεί, αφού ζητήσει βοήθεια.

Ποιός όμως μπορεί να μείνει δίπλα σε έναν νάρκισσο που έχει άρνηση για την ψυχική του κατάσταση, αν θέλει να νιώσει ουσιαστική αγάπη, όταν ο νάρκισσος παραμένει απασχολημένος να καλύπτει τις δικές του ανάγκες και αντιλαμβάνεται την δίκη του πραγματικότητα και μόνο.

Όπως το μυθικό πρόσωπο του Νάρκισσου που δεν ανταποκρίθηκε στον εκδηλούμενο έρωτα της Νύμφης Ήχους με την οποία υποτίθεται ήταν ερωτευμένος, αφήνοντας το κάλεσμα της να εξασθενεί σιγά σιγά, διότι είχε μείνει αυτοθαυμαζόμενος στο νερό του ποταμού που το χρησιμοποιούσε ως κάτοπτρο.

Έτσι έφυγε από την ζωή μη έχοντας ζήσει στιγμές, μη έχοντας μοιραστεί όμορφα συναισθήματα, διατηρώντας μόνο την λατρεία προς την παροδική του εικόνα. Η οποία έσβησε άδοξα, αφήνοντας πίσω του ένα όμορφο άνθος που φέρει το όνομα του και μια ορολογία για την διαταραχή αυτή της προσωπικότητας.

Η λογική του Αριστοτέλη

Ο Αριστοτέλης πίστευε ότι όλα όσα έχουμε μέσα στο μυαλό μας, ως ιδέες και σκέψεις, έχει φτάσει μέχρι τη συνείδηση μας χάρη σε όλα όσα έχουμε δει κι ακούσει. Είμαστε, όμως, προικισμένοι από τη γέννησή μας και με μυαλό, που σκέφτεται λογικά. Έχουμε την ικανότητα να ταχτοποιούμε τις εμπειρίες μας και όσα αντιλαμβάνονται 0ι αισθήσεις μας με λογικό τρόπο σε κατηγορίες και είδη. Κατ’ αυτό τον τρόπο, γεννιούνται μέσα στο μυαλό του ανθρώπου έννοιες όπως «πέτρα», «φυτό», «ζώο» και «άνθρωπος».

O Αριστοτέλης δεν αρνιόταν το γεγονός ότι ο άνθρωπος διαθέτει από γεννησιμιού του την ικανότητα να σκέφτεται λογικά. Αντίθετα κατά τον Αριστοτέλη, η λογική είναι το βασικότερο χαρακτηριστικό του ανθρώπου.

Το μυαλό μας, όμως, είναι εντελώς «αδειανό» ώσπου αρχίζουμε και το τροφοδοτούμε με εμπειρίες. O άνθρωπος, επομένως, δεν έχει «ιδέες» από γεννησιμιού του.

Αυτή ήταν μία από τις κύριες διαφωνίες που είχε ο Αριστοτέλης με τον Πλάτωνα και την Θεωρία των Ιδεών του.

H λέξη «λογική» (όχι όμως και η έννοια) ήταν άγνωστη στην εποχή του Αριστοτέλη. Τη λέξη λογική με τη σημερινή της έννοια τη χρησιμοποίησε αργότερα πρώτος ο Αλέξανδρος ο Αφροδισιεύς (δίδαξε στην Αθήνα περιπατητική φιλοσοφία το 198 έως 211 μ.Χ.)

Η λογική αναδείχθηκε σε επιστήμη από τον Αριστοτέλη. Γι αυτό και ο κορυφαίος Γερμανός φιλόσοφος Καντ είπε ότι «η λογική δεν μπόρεσε να κάνει ούτε ένα βήμα μπροστά από τη λογική που ξέρουμε από την εποχή του Αριστοτέλη».

H λογική είναι μέρος ή για να το πούμε διαφορετικά εργαλείο της φιλοσοφίας. Αναφέρεται σε κάποιους συλλογισμούς που καταλήγουν σε χρήσιμα – μπορεί όμως και όχι – συμπεράσματα.

Ένα τέτοιο συμπέρασμα παρμένο και διασκευασμένο από το βιβλίο του ντε Κρεσέντο είναι το ακόλουθο.

Όταν κάνεις τη σκέψη ότι ο οπαδός μιας ομάδας, λόγω συναισθηματισμού, δεν είναι αντικειμενικός ως προς την ομάδα του και αν ξέρεις ότι ένας δημοσιογράφος είναι οπαδός του ΠΑΟ, συμπεραίνεις ότι ο δημοσιογράφος αυτός δεν σχολίασε αντικειμενικά έναν αγώνα του ΠΑΟ της προηγουμένης Κυριακής.

Αυτός είναι ένας λογικός συλλογισμός.

Η λογική για τον Αριστοτέλη δεν είναι αυτόνομη επιστήμη, είναι όμως χρήσιμη για τον πάθε επιστήμονα. Διότι η λογική είναι αυτή που θα τον βοηθήσει να επισημάνει σε ποια θέματα πρέπει να αναζητήσει την απόδειξη και τι είδους απόδειξη. Επομένως, η λογική είναι ένα εργαλείο για τον κάθε επιστήμονα.

Με τη λογική ασχολήθηκε ο Αριστοτέλης κυρίως στα “Αναλυτικά πρότερα”, όπου περιγράφει διάφορα σχήματα σκέψης, ενώ στα “Αναλυτικά ύστερα” περιγράφει τον επιστημονικό συλλογισμό, και στα Τοπικά το διαλεκτικό συλλογισμό.

Τι είναι όμως «συλλογισμός» κατά τον Αριστοτέλη. Συλλογισμός γι αυτόν είναι μια αλληλουχία σκέψεων που μπαίνει σε λειτουργία όταν τεθεί κάποιο ζήτημα. Με την εμφάνιση του συγκεκριμένου ζητήματος ακολουθεί κάποια σκέψη, η οποία είναι συνέπεια της αλήθειας του ζητήματος. Και αυτό συνεχίζεται χωρίς να χρειάζονται πρόσθετα (εξωτερικά) στοιχεία.

Για να γίνει αυτό πιο κατανοητό, ας αναφέρουμε μια γνωστή φράση από την γεωμετρία:

«Τα προς τρίτον τινί ίσα και αλλήλοις ίσα».

Δηλαδή, αν αποδειχθεί ότι δύο γωνίες A και B, ξεχωριστά η καθεμία, είναι ίσες με μία τρίτη Γ, τότε και οι γωνίες A και B θα είναι και μεταξύ τους ίσες.

Μια άλλη φράση, που είναι επίσης πολύ οικεία σε όλους όσους πέρασαν από το σχολείο, είναι η εξής:

«Διά της εις άτοπον απαγωγής»

Τη φράση αυτή την έχουμε χρησιμοποιήσει για επίλυση προβλημάτων γεωμετρίας και λέει ότι, μια πρόταση αποδεικνύεται αληθής, εφόσον θεωρώντας την αρχικά λανθασμένη προκύπτει συλλογιστικά κάτι ψευδές.

Είδος συλλογισμού είναι και η «επαγωγή».

Ας αναφέρουμε ένα παράδειγμα για να γίνει κατανοητό περί τίνος πρόκειται.

Για να καταλήξεις στο συμπέρασμα ότι οι οχιές, τα φίδια, είναι δηλητηριώδεις, δεν είναι ανάγκη, ούτε είναι δυνατόν, να διαπιστώσεις κάτι τέτοιο με όλες τις οχιές. Εξετάζεις έναν αριθμό από αυτές και καταλήγεις ότι το ίδιο συμβαίνει και με τις υπόλοιπες. Δηλαδή, η επαγωγή οδηγεί από τη μερική γνώση στην καθολική. Γιατί, όταν ο νους του ανθρώπου αντιληφθεί την αλήθεια για ορισμένο αριθμό περιπτώσεων, μπορεί να συλλάβει τη δυνατότητα της ισχύος της αλήθειας αυτής σε όλες τις ανάλογες περιπτώσεις.

H «απόδειξη» είναι επιστημονικός συλλογισμός, και το αποτέλεσμα αυτού του συλλογισμού είναι πάντα αληθινό, ενώ το αποτέλεσμα κάποιων συλλογισμών, όπως αναφέραμε πιο πριν, μπορεί να είναι ορισμένες φορές και λανθασμένο.

Είναι αδύνατο να υπάρχουν άμεσες αποδείξεις για όλα τα πράγματα. Κάτι τέτοιο θα τραβούσε επ’ άπειρον και τελικά δεν θα αποδεικνυόταν τίποτα. Επειδή, ό,τι καινούργιο προέκυπτε, θα έπρεπε και αυτό να αποδειχτεί.

Σε ό,τι αφορά τα αξιώματα που υπάρχουν στις επιστήμες θεωρούνται δεδομένα, μόνον εφόσον μπορούν να εφαρμοστούν στην πράξη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το αξίωμα του Ευκλείδη:

«Αν από ίσα αφαιρεθούν ίσα, η ισότητα δεν μεταβάλλεται»

Τέλος, είναι αδύνατον δύο αντιφατικές προτάσεις για το ίδιο πράγμα να είναι συγχρόνως αληθινές και οι δύο. Είναι αδύνατον την ίδια στιγμή και να βεβαιώνουμε και να αρνούμαστε κάτι (η αντίφαση) και συγχρόνως να λέμε την την αλήθεια. Αναγκαστικά μόνο το ένα σκέλος της αντίφασης θα είναι αληθινό. Αυτό βεβαίως είναι προφανές γιατί το αντίθετο θυμίζει τη λογική τον Νασρεντίν Χότζα. O Χότζας, όντας κάποτε κατής (δικαστής), δίκαζε μια διαφορά ανάμεσα σε δύο γείτονες. Όταν άκουσε τον πρώτο, αποφάνθηκε: «Έχεις πέρα για πέρα δίκιο». Όταν μίλησε ο αντίδικος τον, ο Χότζας τον είπε: «Μα βέβαια, έχεις δίκιο». H γυναίκα τον, που παρακολουθούσε την δίκη, απόρησε: «Μα Χότζα, πώς γίνεται να λες ότι έχουν κι οι δύο δίκιο;». Κι εκείνος της αποκρίθηκε: «Σωστά, κι εσύ δίκιο έχεις».

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΠΛΑΤΑΪΚΟΣ

ΙΣΟΚΡ 14.42–50

Ο Ισοκράτης καλεί τους Αθηναίους να βοηθήσουν τους Πλαταιείς

Ο ομιλητής (βλ. ΙΣΟΚΡ 14.1–6) ανασκεύασε τα επιχειρήματα που είχαν επικαλεστεί οι Θηβαίοι, για να δικαιολογήσουν την επίθεσή τους εναντίον των Πλαταιών (374/3 π.Χ), τονίζοντας ότι αυτή ήταν προϊόν της αλαζονείας μιας πόλης, που, μόλις ένιωσε ισχυρή, καταστρατήγησε κάθε έννοια δικαίου. Το τελευταίο κατά τον ανώνυμο Πλαταιέα θα οδηγούσε τους Θηβαίους στην καταστροφή, όπως είχε συμβεί κατά το παρελθόν σε αντίστοιχες περιπτώσεις.


[42] Μηδεὶς οὖν ὑμῶν ὀρρωδείτω μετὰ τοῦ δικαίου ποιού-
μενος τοὺς κινδύνους, μηδ’ οἰέσθω συμμάχων ἀπορήσειν,
ἂν τοῖς ἀδικουμένοις ἐθέλητε βοηθεῖν ἀλλὰ μὴ Θηβαίοις
μόνοις· οἷς νῦν τἀναντία ψηφισάμενοι πολλοὺς ἐπιθυμεῖν
ποιήσετε τῆς ὑμετέρας φιλίας. ἢν γὰρ ἐνδείξησθ’ ὡς
ὁμοίως ἅπασιν ὑπὲρ τῶν συνθηκῶν παρεσκεύασθε πολε-
μεῖν, [43] τίνες εἰς τοῦτ’ ἀνοίας ἥξουσιν ὥστε βούλεσθαι
μετὰ τῶν καταδουλουμένων εἶναι μᾶλλον ἢ μεθ’ ὑμῶν τῶν
ὑπὲρ τῆς αὑτῶν ἐλευθερίας ἀγωνιζομένων; Εἰ δὲ μή, τί
λέγοντες, ἢν πάλιν γένηται πόλεμος, ἀξιώσετε προσάγε-
σθαι τοὺς Ἕλληνας, εἰ τὴν αὐτονομίαν προτείνοντες ἐκδώ-
σετε πορθεῖν Θηβαίοις ἥντιν’ ἂν βούλωνται τῶν πόλεων;
[44] πῶς δ’ οὐ τἀναντία φανήσεσθε πράττοντες ὑμῖν
αὐτοῖς, εἰ Θηβαίους μὲν μὴ διακωλύσετε παραβαίνοντας
τοὺς ὅρκους καὶ τὰς συνθήκας, πρὸς δὲ Λακεδαιμονίους
ὑπὲρ τῶν αὐτῶν τούτων προσποιήσεσθε πολεμεῖν; καὶ τῶν
μὲν κτημάτων τῶν ὑμετέρων αὐτῶν ἀπέστητε, βουλόμενοι
τὴν συμμαχίαν ὡς μεγίστην ποιῆσαι, τούτους δὲ τὴν
ἀλλοτρίαν ἔχειν ἐάσετε καὶ τοιαῦτα ποιεῖν ἐξ ὧν ἅπαντες
χείρους εἶναι νομιοῦσιν ὑμᾶς;

[45] Ὃ δὲ πάντων δεινότατον, εἰ τοῖς μὲν συνεχῶς
μετὰ Λακεδαιμονίων γεγενημένοις δεδογμένον ὑμῖν ἐστὶ
βοηθεῖν, ἤν τι παράσπονδον αὐτοῖς ἐκεῖνοι προστάττωσιν,
ἡμᾶς δ’ οἳ τὸν μὲν πλεῖστον χρόνον μεθ’ ὑμῶν ὄντες διατε-
τελέκαμεν, τὸν δὲ τελευταῖον μόνον πόλεμον ὑπὸ Λακεδαι-
μονίοις ἠναγκάσθημεν γενέσθαι, διὰ ταύτην τὴν πρόφασιν
ἀθλιώτατα πάντων ἀνθρώπων περιόψεσθε διακειμένους.
[46] τίνας γὰρ ἂν ἡμῶν εὕροι τις δυστυχεστέρους, οἵτινες καὶ
πόλεως καὶ χώρας καὶ χρημάτων ἐν μιᾷ στερηθέντες ἡμέρᾳ,
πάντων τῶν ἀναγκαίων ὁμοίως ἐνδεεῖς ὄντες ἀλῆται καὶ
πτωχοὶ καθέσταμεν, ἀποροῦντες ὅποι τραπώμεθα, καὶ
πάσας τὰς οἰκήσεις δυσχεραίνοντες. ἤν τε γὰρ δυστυχοῦ-
ντας καταλάβωμεν, ἀλγοῦμεν ἀναγκαζόμενοι πρὸς τοῖς
οἰκείοις κακοῖς καὶ τῶν ἀλλοτρίων κοινωνεῖν· [47] ἤν θ’ ὡς
εὖ πράττοντας ἔλθωμεν, ἔτι χαλεπώτερον ἔχομεν, οὐ ταῖς
ἐκείνων φθονοῦντες εὐπορίαις, ἀλλὰ μᾶλλον ἐν τοῖς τῶν
πέλας ἀγαθοῖς τὰς ἡμετέρας αὐτῶν συμφορὰς καθορῶντες,
ἐφ’ αἷς ἡμεῖς οὐδεμίαν ἡμέραν ἀδακρυτὶ διάγομεν ἀλλὰ πεν-
θοῦντες τὴν πατρίδα καὶ θρηνοῦντες τὴν μεταβολὴν τὴν
γεγενημένην ἅπαντα τὸν χρόνον διατελοῦμεν. [48] τίνα
γὰρ ἡμᾶς οἴεσθε γνώμην ἔχειν ὁρῶντας καὶ τοὺς γονέας
αὑτῶν ἀναξίως γηροτροφουμένους καὶ τοὺς παῖδας οὐκ
ἐπὶ ταῖς ἐλπίσιν αἷς ἐποιησάμεθα παιδευομένους, ἀλλὰ
πολλοὺς μὲν μικρῶν ἕνεκα συμβολαίων δουλεύοντας, ἄλ-
λους δ’ ἐπὶ θητείαν ἰόντας, τοὺς δ’ ὅπως ἕκαστοι δύνανται
τὰ καθ’ ἡμέραν ποριζομένους, ἀπρεπῶς καὶ τοῖς τῶν προγό-
νων ἔργοις καὶ ταῖς αὑτῶν ἡλικίαις καὶ τοῖς φρονήμασιν
τοῖς ἡμετέροις; [49] ὃ δὲ πάντων ἄλγιστον, ὅταν τις ἴδῃ
χωριζομένους ἀπ’ ἀλλήλων μὴ μόνον πολίτας ἀπὸ πολι-
τῶν, ἀλλὰ καὶ γυναῖκας ἀπ’ ἀνδρῶν καὶ θυγατέρας ἀπὸ
μητέρων καὶ πᾶσαν τὴν συγγένειαν διαλυομένην, ὃ πολ-
λοῖς τῶν ἡμετέρων πολιτῶν διὰ τὴν ἀπορίαν συμβέβηκεν·
ὁ γὰρ κοινὸς βίος ἀπολωλὼς ἰδίας τὰς ἐλπίδας ἕκαστον
ἡμῶν ἔχειν πεποίηκεν. [50] οἶμαι δ’ ὑμᾶς οὐδὲ τὰς ἄλλας
αἰσχύνας ἀγνοεῖν τὰς διὰ πενίαν καὶ φυγὴν γιγνομένας,
ἃς ἡμεῖς τῇ μὲν διανοίᾳ χαλεπώτερον τῶν ἄλλων φέρομεν,
τῷ δὲ λόγῳ παραλείπομεν, αἰσχυνόμενοι λίαν ἀκριβῶς τὰς
ἡμετέρας αὐτῶν ἀτυχίας ἐξετάζειν.

***
Κανείς λοιπόν από σας ας μη διστάση να διακινδυνεύση χάριν της δικαιοσύνης και κανείς ας μη νομίση ότι θα σας λείψουν οι σύμμαχοι, αν θέλετε να βοηθήτε τους αδικουμένους, και όχι μόνο τους Θηβαίους. Τούτων αν απορρίψετε τις προτάσεις και αποφασίσετε τα αντίθετα ακριβώς, θα κάνετε πολλούς να επιθυμήσουν τη φιλία σας. Διότι, όταν δείξετε καθαρά ότι χάριν των συνθηκών είστε έτοιμοι να πολεμήσετε για όλους με την ίδια προθυμία, ποιοι θα είναι τόσον ανόητοι, ώστε να προτιμήσουν να είναι μάλλον με τους υποδουλωτάς των παρά με σας που αγωνίζεσθε για την ελευθερία τους; Αν όμως δεν τηρήσετε αυτή τη στάση, τότε ―αν γίνη πάλι πόλεμος― με ποια επιχειρήματα θα θελήσετε να προσελκύσετε τους Έλληνες, εφ' όσον, ενώ υποστηρίζετε την αυτονομία, αφίνετε τους Θηβαίους να κυριεύουν όποια πόλη θέλουν; Και πώς δεν θα φανήτε ότι αντιφάσκετε προς τον εαυτό σας, εάν τους μεν Θηβαίους δεν τους εμποδίσετε να παραβαίνουν τους όρκους και τις συμφωνίες, ενώ προς τους Λακεδαιμονίους ―για την ίδια αιτία― θα δείξετε προθυμία να πολεμήσετε; Έπειτα, εσείς εγκαταλείψατε τα δικά σας κτήματα για να κάνετε τη συμμαχία όσο το δυνατόν ισχυροτάτη, και τώρα θα αφίσετε αυτούς να κατέχουν ξένη χώρα και να κάνουν πράγματα τέτοια που θ' αναγκάσουν όλο τον κόσμο να σας νομίση κακούς;

Το δε φοβερώτερο απ' όλα θα ήταν, εάν σας φαινόταν ότι πρέπει, εκείνους μεν που υπήρξαν συνεχώς με τους Λακεδαιμονίους, να τους βοηθήτε, όταν αυτοί τους επιβάλλουν κάτι αντίθετο προς τις συμφωνίες, εμάς όμως, που τον περισσότερο καιρό είμαστε διαρκώς μαζί σας και μόνο στον τελευταίο πόλεμο αναγκαστήκαμε να βρεθούμε με τους Λακεδαιμονίους, να μας αφίσετε ―γι' αυτόν μόνο το λόγο― να είμαστε στην πιο αξιολύπητη κατάσταση, στην οποία βρέθηκαν ποτέ άνθρωποι. Γιατί πράγματι, ποιους θα μπορούσε να βρη κανείς πιο δυστυχισμένους από μας που χάσαμε σε μια μέρα και την πατρίδα μας και τη γη μας και τα χρήματά μας, και τώρα, στερούμενοι και τα πιο αναγκαία πράγματα, γυρίζουμε σαν ζητιάνοι περιπλανώμενοι, μη ξέροντας πού να στραφούμε κι' υποφέροντας σ' όποιο μέρος κι' αν καταφύγουμε. Διότι, κι' όταν εύρωμε εκεί δυστυχισμένους ανθρώπους, πονούμε, αφού αναγκαζόμαστε, εκτός των δικών μας κακών, να συμμετέχωμε και στων άλλων τις θλίψεις· κι' όταν πάλι έλθωμε σ' ευτυχισμένους, υποφέρουμε ακόμη περισσότερο· όχι βέβαια γιατί φθονούμε τα αγαθά των άλλων, αλλά γιατί κοντά στις ευτυχίες των, αισθανόμεθα βαθύτατα τις συμφορές μας. Τις συμφορές αυτές που εξαιτίας των ούτε μια μέρα δεν περνούμε χωρίς δάκρυ, αλλά πενθούμε καθημερινά το χαμό της πατρίδας μας και θρηνούμε για την ανατροπή που μας ηύρε. <Αλήθεια>, ποια θαρρείτε πως είναι η ψυχική μας διάθεση, όταν βλέπωμε και τους γονείς μας να περνούν δυστυχισμένα γηρατειά, και τα παιδιά μας ν' ανατρέφονται όχι όπως ελπίσαμε κάποτε, παρά να γίνωνται δούλοι εξ αιτίας μικροδανείων, ή να πηγαίνουν υπηρέτες, κι' άλλα πάλι ν' αγωνίζωνται για το καθημερινό τους ψωμάκι μ' όποιο τρόπο μπορούν, με τρόπο δηλαδή που δεν ταιριάζει ούτε στα έργα των προγόνων τους, ούτε στην ηλικία τους ούτε στην ατομική μας υπερηφάνεια; Και το πιο σπαραχτικό απ' όλα, να βλέπη κανείς να χωρίζωνται όχι μόνο πολίτες από συμπολίτες, αλλά και γυναίκες απ' τους άνδρες τους και κορίτσια απ' τις μητέρες τους, κι' όλοι οι συγγενικοί δεσμοί να διαλύωνται, όπως συνέβη σε πολλούς απ' τους συμπολίτες μας λόγω της δυστυχίας. Γιατί αφού ο κοινός μας βίος χάθηκε, έκανε τον καθένα μας μονάχα στον εαυτό του να στηρίζη τις ελπίδες του. Πιστεύω δε ότι δεν αγνοείτε και τις άλλες ταπεινώσεις που φέρνει η φτώχεια κι' η εξορία, ταπεινώσεις που εμείς βέβαια μέσα στην ψυχή μας τις νιώθουμε βαρύτερ' απ' τους άλλους, αλλά στις συζητήσεις μας τις παραλείπομε, γιατί ντρεπόμαστε να εξετάζωμε τις ατυχίες μας σε όλες τους τις λεπτομέρειες.

Παρασκευή 27 Ιανουαρίου 2023

Αρχαϊκή Επική Ποίηση: Από την Ιλιάδα στην Οδύσσεια - 9. Ιλιάδα

9.10. Ἆθλα ἐπὶ Πατρόκλῳ - Ἕκτορος λύτρα


Στις δύο τελευταίες ραψωδίες του έπους τα πολεμικά δρώμενα υποχωρούν. Μένουν ωστόσο ακόμη σε εκκρεμότητα τα νεκρά σώματα του Πατρόκλου και του Έκτορα. Αυτή η διπλή εκκρεμότητα ρυθμίζεται τώρα, σκοπεύοντας σε ομόλογο στόχο, που είναι η έντιμη ταφή των δύο ηρώων. Στην περίπτωση του Πατρόκλου η έντιμη τελετή καταλαμβάνει όλο το μήκος της εικοστής τρίτης ραψωδίας. Στην περίπτωση του Έκτορα εκβάλλει στο τέλος της εικοστής τέταρτης ραψωδίας ως επίλογος ενός δραματοποιημένου διαλόγου ανάμεσα στον Αχιλλέα και στον Πρίαμο, ο οποίος αποφασίζεται και προγραμματίζεται από τον Δία.

Η εικοστή τρίτη ραψωδία (επιγράφεται «Ἆθλα ἐπὶ Πατρόκλῳ») μοιράζεται σε τρία μέρη: στο πρώτο μέρος εντοπίζονται η θρηνητική πρόθεση του νεκρού Πατρόκλου (στον θρήνο συμμετέχει και η Θέτις) και η εμφάνιση του φάσματός του στον μοναχικό, παράλιο ύπνο του Αχιλλέα· απαιτεί ο Πάτροκλος την άμεση ταφή του, προλέγοντας τον επικείμενο θάνατο του αγαπημένου εταίρου, παρακαλώντας να σμίξει τότε στην ίδια τεφροδόχο η δική του τέφρα με την τέφρα του φίλου του. Στο δεύτερο μέρος συντάσσονται όλα τα στοιχεία της ταφής: ετοιμασία της πυράς, θυσία ζώων και αιχμαλώτων, αποχαιρετισμός του νεκρού, καύση, συλλογή των οστών και της τέφρας, επιτάφιος τύμβος. Στο τρίτο και εκτενέστερο μέρος προκηρύσσονται και τελούνται τα επιτάφια άθλα με τα αντίστοιχα έπαθλα.

Στο μεταξύ, παρεμβάλλονται (Ψ 182-191) στοιχεία για τον συνεχιζόμενο εκδικητικό αικισμό του νεκρού Έκτορα από τον Αχιλλέα, ο οποίος όμως ενδιαμέσως θεραπεύεται με την προστατευτική και εξωραϊστική επέμβαση της Αφροδίτης και του Απόλλωνα: εκείνη αποδιώχνει μέρα νύχτα τα αρπαχτικά σκυλιά και μυρώνει με αθάνατο ροδέλαιο το πληγωμένο σώμα· εκείνος επιφέρει από τον ουρανό στη γη ένα γαλάζιο σύννεφο, ισκιώνοντας τον τόπο, ώστε ο αμείλικτος ήλιος να μη μαραζώσει το δέρμα, τα νεύρα και τα μέλη του νεκρού.

Αυτό εξάλλου το θέμα γεφυρώνει την εικοστή τρίτη με την εικοστή τέταρτη ραψωδία. Μετά το δείπνο όλοι πηγαίνουν για ύπνο. Μόνος, νηστικός και άγρυπνος, παραμένει ο Αχιλλέας, θρηνώντας για τον χαμό του φίλου του, κυριευμένος από τον πόθο της αρρενωπής ομορφιάς του και από την ανάμνηση των κοινών τους κατορθωμάτων και παθών. Ανίκανος να ηρεμήσει, πηγαινοέρχεται ξέφρενος στην ακρογιαλιά, περιμένοντας πότε θα ξημερώσει. Τότε προσδένει στο άρμα και διασύρει το σώμα του Έκτορα γύρω από τον τύμβο του Πατρόκλου, προτού το αφήσει πίστομα πάνω στη σκόνη. Μεσολαβεί όμως πάλι ο Απόλλων αποτρέποντας όλες τις βλάβες και καλύπτοντας με τη χρυσή του ασπίδα το γυμνό κορμί, για να μη γδαρθεί από τον άγριο διασυρμό (Ω 1-21).

Το αποτρόπαιο θέαμα προκαλεί τη συμπάθεια και την οργή των άλλων θεών, οι οποίοι παροτρύνουν τον Ερμή να κλέψει το διασυρόμενο σώμα. Η Ήρα όμως και η Αθηνά αντιστέκονται, επιμένοντας στο μίσος τους για την Τροία και τον Πάρη, εξαιτίας της μεροληπτικής εκείνης κρίσης του, με την οποία τις απέρριψε, ενδίδοντας από λαγνεία στη γοητεία και στην υπόσχεση της Αφροδίτης. Έντεκα μέρες οι θεοί ταλαντεύονται. Τη δωδέκατη (σε θεών αγορά, που την εποπτεύει ο Δίας) παίρνει τον λόγο ο Απόλλων: αγανακτεί με την αναλγησία των θεών για τον Έκτορα, τη γυναίκα και τον γιο του, αλλά και με την ακατανόητη ανοχή τους απέναντι στον ανελέητο Αχιλλέα, που κακοποιεί με βαναυσότητα το άψυχο σώμα ενός νεκρού. Η Ήρα εντούτοις διαφωνεί, επιμένοντας στην καταγωγική διαφορά μεταξύ Έκτορα και Αχιλλέα: θνητός ο ένας, από θνητό πατέρα και θνητή μάνα· γόνος θεάς ο άλλος, που τον γάμο της με τον θεοφίλητο Πηλέα τον επικύρωσαν με την παρουσία τους όλοι οι ολύμπιοι θεοί.

Στο σημείο αυτό επεμβαίνει πάλι ο Δίας και επιβάλλει τη δική του βουλή. Στην αρχή του λόγου του ελέγχει τη μεροληψία της Ήρας υπέρ του Αχιλλέα, εξισώνοντας τους δύο ήρωες, με κριτήριο την έμπρακτη ευσέβειά τους. Αμέσως μετά απορρίπτει ρητώς την πρόταση της απάτης (να κλέψει κρυφά από τον Αχιλλέα ο Ερμής το σώμα του Έκτορα) ως αταίριαστη στο ήθος και των δύο ηρώων. Αντ᾽ αυτού ο Δίας προβάλλει τη δική του διπλή εντολή: η Ίρις να καλέσει τη Θέτιδα στον Όλυμπο· η Ίρις να επισκεφθεί τον Πρίαμο στο κάστρο της Τροίας. Τα δύο κεφάλαια της εντολής εξειδικεύονται και εκτελούνται διαδοχικά.

Η Ίρις προσκαλεί τη Θέτιδα στον Όλυμπο από τη θαλάσσια σπηλιά της, όπου θρηνεί για τη θανάσιμη μοίρα του γιου της, μετά τον φόνο του Έκτορα. Την υποδέχεται με συμπάθεια ο Δίας, αναγνωρίζοντας το βαρύ της πένθος. Μετά την ενημερώνει: για την εξέγερση των άλλων θεών μπροστά στη συνεχιζόμενη κακοποίηση του νεκρού Έκτορα από τον Αχιλλέα· για την απόρριψη της πρότασης να κλέψει ο Ερμής το διασυρόμενο σώμα του ήρωα. Τέλος, εκθέτει τη δική του πρόταση: να βρεθεί η Θέτις, με δίχως καθυστέρηση, στο πλάι του γιου της· να του μιλήσει για την αγανάκτηση των άλλων θεών (αλλά και τη δική του), επειδή κρατεί αλύτρωτο ακόμη το σώμα του Έκτορα· να τον πιέσει να το απολυτρώσει. Στο μεταξύ, η Ίρις θα μεταβεί στην Τροία, για να πείσει τον Πρίαμο, φτάνοντας στα πλοία των Αχαιών και ικετεύοντας τον Αχιλλέα, να πάρει πίσω, αντί λύτρων, το νεκρό σώμα του γιου του.

Η Θέτις πραγματοποιεί αμέσως τη βουλή του Δία. Βρίσκει τον Αχιλλέα στη σκηνή του να στενάζει, παραμένοντας άφαγος, άγρυπνος και ανέραστος. Του ανακοινώνει το ολύμπιο μήνυμα, και εκείνος το αποδέχεται αδιαμαρτύρητα. Στη συνέχεια η Ίρις εκτελεί τη δεύτερη εντολή του Δία, διεξοδικά πάλι διατυπωμένη από τον θεό: ο Πρίαμος να επιχειρήσει την απολύτρωση του Έκτορα, προσφέροντας ανάλογα λύτρα στον Αχιλλέα· να προχωρήσει στο στρατόπεδο των Μυρμιδόνων συνοδευμένος μόνο από έναν κήρυκα· την καθ᾽ οδόν προστασία του θα την εξασφαλίσει ο Ερμής· ήρεμη υποδοχή θα βρει στη σκηνή του Αχιλλέα.

Φτάνοντας η Ίρις στο κάστρο της Τροίας, πέφτει σε πένθος πάνδημο. Στην αυλή του παλατιού, γύρω από τον πατέρα τους θρηνούν οι άλλοι γιοι του· στη μέση ο Πρίαμος, σφαδάζει απαρηγόρητος, καλυμμένος με κάπα, ρίχνοντας στο κεφάλι και στον λαιμό κοπριά, μαζεμένη με τα ίδια του τα χέρια. Η Ίρις τού δίνει θάρρος, δηλώνει την καλή της πρόθεση και του μεταδίδει αυτούσιο και ακέραιο το μήνυμα του Δία. Ο Πρίαμος υπακούει και εντέλλεται να ζέψουν στην άμαξα τις μούλες, να δέσουν πάνω της μια κάσα. Ο ίδιος κατεβαίνει στον μοσχομυρισμένο θάλαμο, όπου φυλάγονται τα πολύτιμα πλούτη, φωνάζει την Εκάβη και της ανακοινώνει το μήνυμα του Δία. Όταν εκείνη, με λόγια και με κλάματα, προσπαθεί να τον αποτρέψει από το επικίνδυνο αυτό διάβημα, αυτός παραμένει ανένδοτος. Δίχως χρονοτριβή ετοιμάζεται και ετοιμάζει, διαλέγοντας τα λύτρα, απωθώντας τους Τρώες που προσπαθούν να τον εμποδίσουν.

Διαπιστώνεται εύκολα η ανταπόκριση της τελευταίας αυτής ρυθμιστικής βουλής με την αρχική βουλή της πρώτης ραψωδίας. Εκεί ανεβαίνει η Θέτις στον Όλυμπο, ικετεύοντας τον Δία να εκπληρώσει το αίτημα του Αχιλλέα, και ο θεός ανταποκρίνεται, ορίζοντας την αρχή και την ενδιάμεση περιπέτεια του ιλιαδικού πολέμου. Εδώ καλείται η Θέτις στον Όλυμπο, με σκοπό να μεταφέρει στον Αχιλλέα την απόφαση του θεού για το πέρας τώρα του ιλιαδικού πολέμου. Και στις δύο σκηνές ενέχονται τα ίδια πρόσωπα, με αντίστροφη μάλιστα σειρά και φορά: Αχιλλέας-Θέτις-Δίας στη μία περίσταση· Δίας-Θέτις-Αχιλλέας στη δεύτερη· από το στρατόπεδο προς τον Όλυμπο στην πρώτη ραψωδία, από τον Όλυμπο προς το στρατόπεδο στην τελευταία ραψωδία. Ως εδώ η ανταπόκριση αφορά τη σκηνοθεσία. Μεγαλύτερη ωστόσο σημασία έχει η ουσία της.

Το ζητούμενο στην τελική αυτή καμπή είναι πώς θα περατωθεί το έπος της Ιλιάδας: αν ο ιλιαδικός μύθος και πόλεμος θα διακριθεί όχι μόνο ποσοτικά αλλά και ποιοτικά από τον τρωικό μύθο και πόλεμο· αν και πώς θα αντισταθεί στα παραδοσιακά συμφραζόμενα που προβλέπουν νίκη των Αχαιών, άλωση και πυρπόληση της Τροίας, εξόντωση των Τρώων. Τον ρόλο αυτόν υποβάλλει ο ποιητής στον Δία, και ο θεός τον αναλαμβάνει με την, τελευταία και τελεσίδικη, βουλή του. Αντιπροτείνοντας: στην εκδίκηση τη συμφιλίωση· στον πόλεμο την αναστολή του· στη βεβήλωση του νεκρού σώματος την ταφή του· στον θανάσιμο χωρισμό τον νεκρώσιμο νόστο.

Οι ποιητικοί αυτοί στόχοι προβάλλονται στη -δραματικότερη και διεξοδικότερη- εταιρική ομιλία του έπους, ανάμεσα στον Πρίαμο και στον Αχιλλέα, που πάει να πει: ανάμεσα στον θύτη και στο θύμα, στον πατέρα και στον φονιά του Έκτορα. Το χάσμα γεφυρώνεται από τον ομόλογο σπαραγμό των δύο ομιλητών, ο οποίος οφείλεται στο διαλυτικό μένος του πολέμου. Αυτό που δοκιμάζει, όταν δεν εξαρθρώνει, όλες τις ομιλητικές σχέσεις του έπους, με κορυφαίο παράδειγμα τη διάλυση του τριγώνου: Έκτωρ-Ανδρομάχη-Αστυάναξ. Ο Αχιλλέας έχει χάσει τον πιο αγαπημένο εταίρο του· ο Πρίαμος τον πιο αγαπημένο του γιο. Αυτή η αμοιβαία απώλεια τους φέρνει κοντά και τους συμφιλιώνει. Επιπλέον: η πατρική μορφή του Πριάμου ανακαλεί στον νου του Αχιλλέα τη μορφή του δικού του πατέρα, του Πηλέα, που έχει ξεμείνει στη Φθία και αγνοείται εδώ η τύχη του.

Έγινε λόγος για νεκρώσιμο νόστο του Έκτορα, που είδαμε ότι εφαρμόστηκε άλλη μία φορά στην περίπτωση του λύκιου Σαρπηδόνα. Τα δύο αυτά παραδείγματα είναι ομόλογα και ομότροπα μεταξύ τους. Αναφέρονται και τα δύο στη βουλή του Δία, από όπου και αντλούν το τελετουργικό και ποιητικό τους κύρος. Προκύπτουν ως οριστική λύση, ύστερα από προηγούμενη διαφωνία, διατυπωμένη και τις δύο φορές από την Ήρα. Και στα δύο παραδείγματα η εντολή του νεκρώσιμου νόστου μεταδίδεται από τον Δία σε έναν θεό (στον Απόλλωνα στην περίπτωση του Σαρπηδόνα· στη Ίριδα στην περίπτωση του Έκτορα), προϋποθέτει εξωραϊσμό του νεκρού, εγγυάται ασφαλή επιστροφή και τιμητική ταφή του νεκρού.

Ο θεματικός αυτός πυρήνας επιτρέπει να μιλούμε για νεκρώσιμο νόστο, ως δραματική και συγκρίσιμη παραλλαγή του θετικού νόστου. Άποψη που υποστηρίζεται και από όσα εξαγγέλλει η Κασσάνδρα στην έξοδο της εικοστής τέταρτης ραψωδίας (Ω 704-706). Αναγνωρίζοντας η κόρη του Πριάμου από τις επάλξεις του κάστρου της Τροίας τον ερχομό του πατέρα της, βλέποντας να επιστρέφει με το σώμα του Έκτορα πάνω στο άρμα του, καλεί όλους τους Τρώες που κρέμονται στα τείχη, αναφωνώντας:

Ελάτε, Τρώες και Τρωάδες, θα δουν τώρα τα μάτια σας τον Έκτορα, αν κι άλλοτε χαρούμενοι τον είδατε, από τη μάχη να γυρίζει ζωντανός (στο πρωτότυπο ακούγεται εδώ η μετοχή νοστήσαντι), καμάρι κι αγαλλίαση της πόλης και του δήμου.

Παρά τις αναλογικές ομοιότητές τους, τα δύο αυτά παραδείγματα σε κρίσιμα σημεία διαφέρουν. Ο εξωραϊσμός του Σαρπηδόνα ανατίθεται από τον Δία στον Απόλλωνα, ο οποίος καλείται επιπλέον να προνοήσει για τη μεταφορά του νεκρού στη Λυκία από τον Ύπνο και τον Θάνατο. Στην περίπτωση όμως του Έκτορα τον ρόλο του Απόλλωνα τον αναλαμβάνει ο Αχιλλέας: αυτός δίνει εντολή στις δούλες να λούσουν, να μυρώσουν και να ντύσουν το γυμνό σώμα· αυτός, με τα ίδια του τα χέρια, το απιθώνει σε μαλακό στρώμα και επιβλέπει την ώρα που το σηκώνουν οι εταίροι, για να το βάλουν πάνω στην άμαξα. Η πομπή εξάλλου του νεκρού δεν επαφίεται τη φορά αυτή στον Ύπνο και στον Θάνατο, αλλά τη διεκπεραιώνει ο ίδιος ο Πρίαμος, υπό την προστασία του Ερμή.

Η είσοδος του νεκρού Έκτορα στο κάστρο της Τροίας και η πρόθεσή του στην αίθουσα του βασιλικού παλατιού δραματοποιούνται στο έπακρο: με τους σπαρακτικούς θρήνους της Ανδρομάχης, της Εκάβης και της Ελένης· με τον κηδευτικό επίλογο του Πριάμου. Όσο για την ταφή του νεκρού (πυρά, συλλογή των οστών, εναπόθεσή τους σε χρυσή λάρνακα, τύμβος), την καταθέτει με οριακή οικονομία ο ποιητής στους τελευταίους δεκαεπτά στίχους του έπους (Ω 788-804).

Συγκρίνοντας τα δύο παραδείγματα νεκρώσιμου νόστου στην Ιλιάδα, τόσο ως προς τις ομοιότητες όσο και προπαντός ως προς τις διαφορές τους, μπορούμε να πούμε ότι το πρώτο (με τα θαυματουργικά και τα τελετουργικά του στοιχεία) παραπέμπει στην αρχαιότερη επική παράδοση, ενώ το δεύτερο εκπροσωπεί τον ιλιαδικό μετασχηματισμό της, όπου το θαύμα υποχωρεί τώρα μπροστά στο ανθρώπινο δράμα και στη φιλάνθρωπη λύση του. Σ᾽ αυτό τον μετασχηματισμό συμβάλλει πάλι ο Δίας, με την εξελισσόμενη (θεολογική και ποιητική) βουλή του, υποβολέας της οποίας παραμένει πάντα ο ανώνυμος μέσα στο έπος ποιητής. Θεός και ραψωδός επομένως συνεργάζονται, προκειμένου να οριστούν, όχι μόνο η αρχή και η ενδιάμεση πλοκή, αλλά και το συμφιλιωτικό τέλος του ιλιαδικού πολέμου.

Ναι, είναι όμορφο το κουτί! Έξω από αυτό όμως η ομορφιά είναι απεριόριστη

Φόβος είναι οποιαδήποτε ανθρώπινη δράση η οποία δεν πηγάζει μέσα από επίγνωση και αγάπη. Είναι οποιοδήποτε συναίσθημα, δράση, σκέψη το οποίο λαμβάνει χώρα μέσα από την άγνοια για το τι πραγματικά είσαι. Είναι οτιδήποτε συμβαίνει μέσα σου ή έξω από εσένα επειδή ταυτίζεσαι με τις σκέψεις και τα συναισθήματα σου. Είναι όταν έχεις να επιλέξεις ανάμεσα στο άγνωστο και το γνωστό/δεδομένο/ασφαλές και επιλέγεις το δεύτερο, επειδή το άγνωστο δεν μπορείς να ξέρεις τι θα σου φέρει ούτε να έχεις τον έλεγχο αυτών που θα συμβούν.

Όμως εκεί είναι η ομορφιά, στο να μην ξέρεις τι θα συμβεί, να μην έχεις κανένα απολύτως έλεγχο, γιατί όντως δεν είσαι σε θέση να ξέρεις τι θα συμβεί την αμέσως επόμενη στιγμή. Όταν αποδέχεσαι ότι <δεν ξέρεις> ανοίγεις μία νέα πόρτα που σου επιτρέπει να αντιληφθείς και να αναγνωρίσεις ότι ναι, όλα αυτά που γνωρίζεις μέχρι τώρα ναι είναι χρήσιμα, άλλα έχεις ακόμα άπειρες δυνατότητες και ευκαιρίες για να βιώσεις νέες εμπειρίες και να αποκτήσεις σιγά σιγά μια πιο διευρημένη εικόνα για το ποια/ός πραγματικά είσαι.

Μένοντας στο ασφαλές-γνώριμο περιορίζεις την αντίληψη και τη συνείδηση σου – είναι σαν να έχεις φτιάξει ένα μεγάλο πέτρινο κουτί και ζεις μέσα σ’ αυτό. Ενώ ξέρεις ότι η ζωή που υπάρχει μέσα σ’ αυτό είναι περιορισμένη, εσύ επιλέγεις το πέτρινο κουτί. Ναι, είναι όμορφο το κουτί! Έξω από αυτό όμως η ομορφιά είναι απεριόριστη, ενώ μέσα σ αυτό η ομορφιά περιορίζεται εντός των τοίχων που εσύ έχεις χτίσει, ώστε να νιώθεις ασφαλής, επιλέγοντας συνειδητά ή ασυνείδητα να χάσεις την υπόλοιπη μαγεία, η οποία μένει ανεξερεύνητη και περιμένει εσένα να συναντηθείτε γιατί αυτή είναι εκεί και υπάρχει ανεξάρτητα από το χώρο και τον χρόνο. Η φύση είναι τα πάντα και συμπεριλαμβανομένου και εμάς χωρίς καμία διάκριση και όσο συμπαγής και να φαίνονται οι τοίχοι άλλο τόσο ευάλωτοι είναι απέναντι στα φαινόμενα της.

Φαντάσου ένα ποτάμι που ρέει, το ποτάμι είσαι εσύ, η ροή έχει να κάνει με τα συναισθήματα, τις σκέψεις πού κάνεις σε σχέση με τα γεγονότα που σου συμβαίνουν. Όταν βάζεις ένα τοίχο στο ποτάμι και σταματάς τη ροή είναι σαν να σταματάς τη ζωή, αντιστέκεσαι σ’ αυτό που σου συμβαίνει, δεν το αποδέχεσαι και θέλεις να σταματήσει εκεί που έβαλες τον τοίχο γιατί φοβάσαι ότι αν βγάλεις τον τοίχο δεν ξέρεις τι θα συμβεί και αν θα μπορείς να έχεις τον έλεγχο. Αλλά ποιος είπε ότι ο άνθρωπος είναι έλεγχος, φόβος και χωρίς τρωτά σημεία. Άνθρωπος είναι να είσαι απόλυτα τρωτός και να ξέρεις πως ότι σου συμβαίνει έχει σκοπό την εξέλιξή σου. Γιατί όταν αντιληφθείς ότι είσαι πλήρως τρωτός τότε ανοίγεσαι και είσαι έτοιμος να πετάξεις μαζί με τον άνεμο έχοντας εμπιστοσύνη σ’ αυτόν ότι θα σε πάει εκεί που έχεις ανάγκη και όχι απαραίτητα εκεί που εσύ θες, γιατί κάποιες φορές αυτό που θέλουμε δεν συνάδει μ αυτό που χρειαζόμαστε ώστε να εξελιχτούμε.

Ίσως να μην μπορείς να ξέρεις τα γεγονότα που θα σου συμβούν, έχεις όμως την ικανότητα να επιλέξεις τη συμπεριφορά σου απέναντι σ αυτά. Θα πηγάζει μέσα από φόβο ή μέσα από επίγνωση και αγάπη. Τι θα επιλέξεις , τα φτερά της ελευθερίας ώστε να πετάς και να βιώνεις κάθε εμπειρία στο μέγιστο ή θα προτιμήσεις τα δεσμά της ασφάλειας; Γιατί αν παρατηρήσεις τη ζωή σου ποτέ δεν ήσουν πραγματικά ασφαλείς και όσο το αρνείσαι είναι σαν να χάνεις την μοναδική ευκαιρία που σου δίνεται στη ζωή.

Ασφάλεια θα νιώσεις μόνο όταν συνειδητοποιήσεις ότι δεν υπάρχει καμία ασφάλεια.

Ρόμπερτ Χάουαρντ – Ο τελευταίος βάρδος

Ο συγγραφέας Ρόμπερτ Έρβιν Χάουαρντ (Robert Ervin Howard /1906 – 1936) γεννήθηκε στο Peaster του Τέξας στις 22 Ιανουαρίου το 1906 από πατέρα γιατρό κι από μητέρα Ιρλανδικής καταγωγής. Θα’ ναι αυτή που θα τον μυήσει στην επική ποίηση και στους θρύλους της γης των προγόνων της (το δεύτερο όνομα του συγγραφέα Erwin είναι το επίθετο της μητέρας του). Ο Howard έζησε στη μικρή πόλη Cross Plains. Στα δεκαοκτώ του πρωτοεμφανίζεται σαν επαγγελματίας συγγραφέας γράφοντας σε λαϊκά περιοδικά περιπετειώδη διηγήματα, τα λεγόμενα «pulps».

Ευγενικός, φιλόζωος, μελετά και γράφει πολύ. Έφτασε να γράψει σε περίπου 12 χρόνια πάνω από πεντακόσια έργα μαζί μ’ εκείνα που έμειναν ατελείωτα. Ασχολείται όμως και με την πυγμαχία και την ιππασία, ταξιδεύει στις περιοχές των ινδιάνων, έχει συχνή αλληλογραφία με τον Χ. Φ. Λάβκραφτ και επηρεάζεται από τα θέματα των διηγημάτων του. Πέθανε στις 11 Ιουνίου του 1936.

Ψηλός και ογκώδης με αγάπη για την φύση και τα σπόρι πόρρω απείχε η εικόνα του από αυτή που συνήθως σχηματίζουμε στο μυαλό μας όταν ακούμε οτι κάποιος γράφει. Κι όμως αυτός ο γιγαντόσωμος τύπος στα λιγοστά χρόνια της συγγραφικής του πορείας μπόρεσε να παραγάγει τέτοιον όγκο έργου που ανάλογο του πολλοί φτασμένοι συγγραφείς δεν καταφέρνουν να επιδείξουν ούτε μετά από δεκαετίες επιτυχημένης καριέρας.

Το προσωπικό του κίνητρο δεν ήταν το οικονομικό κέρδος. Πουλούσε βέβαια τα διηγήματα του αντί ελάχιστων δολαρίων σε λαϊκά περιοδικά της εποχής μας αλλά ωστόσο δεν τα είδε ποτέ να εκδίδονται να γίνονται βιβλία και να πουλούν εκατομμύρια αντίτυπα όπως θα του άξιζε. Αντίθετα λοιπόν από ότι συμβαίνει σήμερα με κάποιους από τους πιο γνωστούς και πολυγραφότατους συγγραφείς της λογοτεχνίας του φανταστικού, της εποχής μας, αυτό που ενέπνεε τον Χάουαρντ και τον κέντριζε να γράφει δεν ήταν το δέλεαρ των χρημάτων και της προβολής.

Ώστε έτσι γίνεται ακόμα πιο θαυμαστή και αξιοπερίεργη η περίπτωση του καθώς φαίνεται οτι το μοναδικό του ερέθισμα, αυτο που τον κέντριζε να γράφει ήταν η απο μέσα του αναβλύζουσα επιθυμία να διηγηθεί ιστορίες, να πει πράγματα. Σε τελική ανάλυση τούτο οφείλει να είναι το μοναδικό, το υπέρτατο, το αυθεντικό κίνητρο κάθε αληθινού και γνήσιου δημιουργού.

Και ο Χάουαρντ υπήρξε πράγματι ένας αληθινός δημιουργός. Μεγαλωμένος με τους παράξενους θρύλους της Κέλτικης μυθολογίας που απο μικρός είχε συνηθίσει να ακούει από τα χείλη της μητέρας του, αλλά και τις τρομακτικές ιστορίες που οι Ινδιάνοι σαμάνοι ψιθύριζαν τις νύχτες γύρω απο την φωτιά, ήταν επόμενο να σχηματίσει μια εξωπραγματική και σχεδόν απόκοσμα ονειρική αντίληψη για τον κόσμο που μας περιβάλλει.

Το έργο του: «Ο τελευταίος βάρδος» – όπως χαρακτηρίσανε τον Howard – βασικά θεωρείται συγγραφέας αρχέγονων αβυσσαλεοτήτων και μαχών και κυκλικών χρονικά καταστροφών, προγενέστερων της εμφάνισης των «Αρίων Γιων», των λευκών σπορέων του πολιτισμού μας. Κατά τον Howard, υπήρξε ένα μεσοδιάστημα συγκρούσεων ανάμεσα στις σκοτεινές δυνάμεις του κακού και της μαγείας και μια σειρά από βάρβαρους ήρωες που μάχονταν ενάντια στους δαίμονες του χάους.

Ο συγγραφέας διακρίνει επιβιώσαντα στοιχεία του πανθέου του κακού, των «μεγάλων παλαιών» του «Σεθ» και του αρχαίου Όφεως να προεκτείνονται ιστορικά και να συγκρούονται με τα πιστεύω των περισσότερων ηρώων του. Ο ήρωάς του είναι σχεδόν πάντα λευκός, κέλτικης καταγωγής και Άριος στο πνεύμα. Με το Άριος στο πνεύμα, ο Howard εννοεί τον αιώνιο πολεμιστή, την Άρια μυθική θεώρηση του κόσμου και του σύμπαντος και την ιδέα – έννοια του αγώνα και της νίκης.

Η σύντομη ζωή του Howard φαίνεται πυρετώδης, καταδιωκόμενη από το πάθος της μνήμης του αίματος του Κέλτη πολεμιστή, που απλώνεται στη λογοτεχνική του δημιουργία. Η καταγραφή της «φυλετικής μνήμης» του Howard αναπτύσσεται διαμέσου μιας διαδοχής από επιστροφές ενός αρχαϊκού τύπου ηθικά και σωματικά Αρίου, που μάχεται στην αυγή των κόσμων εναντίον προανθρωπίνων και υπανθρωπίνων μορφών ζωής, πρωτόγονων φυλών, συμβόλων υλικής και ζωώδους αγριότητας όπως πιθηκοειδή όντα ή ενσαρκώσεις του Σεθ του Θεού – Όφεως, φανατικά εχθρού του ανθρώπου.

Στην ιεραρχία των σχέσεων ανάμεσα σε φυλετικές μορφές και πνευματικότητα, ο Howard θέτει στην κορυφή τον Άριο ήρωα χαρακτηριζόμενο από υψηλή ηθική καθαρότητα και από αδάμαστη ανδρεία. Στους μελαμψούς σημίτες ο συγγραφέας διακρίνει τον τύπο του ανατολίτη, τον ραδιούργο και προδότη, τον αφιερωμένο σε απαγορευμένες λατρείες. Αντίθετα οι νέγροι για τον Howard είναι υπηρέτες του Σεθ και των «μεγάλων παλαιών» (βλέπε τη μυθολογία του Lovecraft). Αυτοί συνεχίζουν την από μέρους τους λατρεία του Όφεως και της μαύρης μαγείας, ενώ ο αγώνας τους εναντίον των λευκών τείνει στην μεταφυσική παλινόρθωση του κακού.

Στο «Skull face» ένα διαφορετικό διήγημά του, ο Howard διηγείται την προσπάθεια κίτρινων και μαύρων υπό την ηγεσία ενός ιερέα μαύρης μαγείας της Ατλαντίδος, να διαφθείρουν τους λευκούς με την διάδοση των ναρκωτικών (προφητικός ο Howard), νικώντας τους μετά διαμέσου μιας βίαιας εξεγέρσεως των μαύρων. Η προσπάθεια όμως αυτή θα αποτύχει χάρη στον Stephen Costigan αποτοξινωμένο πρώην ναρκομανή, σ’ ένα Λονδίνο που σημαδεύεται από την αλαζονεία των βιομηχανιών και απ’ τους εργατικούς αγώνες.

Το πνεύμα ενάντια στον σύγχρονο κόσμο είναι αυτό που διαπνέει τους άνδρες της φυλής που περιγράφει ο Howard. Αυτός (δηλαδή ο Howard), αρνείται την έννοια της προόδου και δέχεται την ιδέα της ιστορίας σαν κυκλικής διαγραφής του εαυτού της, σε διαδοχικά κύματα τελικών καταστροφών και αρχικών γεννήσεων. Η βαρβαρότητα -ο τρόπος υπάρξεως, η ηθική του βαρβάρου- είναι για τον Howard έκφραση της χρυσής αρχέγονης εποχής της καθαρότητας, της αρχής του κόσμου.

Στην αρχή κάθε ιστορικού κύκλου, είναι οι βάρβαροι κατά τον Howard που δημιουργούν την ιστορία. Ο δε ηρωικός άνθρωπος διαμορφώνεται απ’ τις απλές δυνάμεις που ο βάρβαρος φυλάει στην ψυχή του. Αλλά και στο τέλος του κύκλου του χρόνου, πάλι οι βάρβαροι είναι αυτοί που προκαλούν την αντεξέλιξη και βοηθούν με την «ήττα» της ιστορίας, την επιστροφή στην μυθική εποχή του επόμενου κύκλου.

Όλες οι εποχές διαγράφουν κλείνοντας, τον ζωτικό τους κύκλο. Όπως η εποχή του Κόναν, του γνωστότερου ήρωα που αναδείχθηκε μέσα από τις ιστορίες του, όπως η προηγούμενη της Ατλαντίδος ή η αρχαϊκή της Λεμουρίας. Μόνον η μυθική μορφή του πολεμιστή δεν διαλύεται και ούτε διασπάται.

«Ο τελευταίος βάρδος» -όπως τον χαρακτήρισαν- θεωρείται συγγραφέας αρχέγονων αβυσσαλεοτήτων και μαχών και κυκλικών χρονικά καταστροφών, προγενέστερων της εμφάνισης των «Αρίων Γιων», των λευκών σπορέων του πολιτισμού μας. Κατά τον Howard, υπήρξε ένα μεσοδιάστημα συγκρούσεων ανάμεσα στις σκοτεινές δυνάμεις του κακού και της μαγείας και μια σειρά από βάρβαρους ήρωες που μάχονταν ενάντια στους δαίμονες του χάους.

Ο Χάουαρντ ήταν χαμένος στα όνειρα του και σε τούτο έμοιαζε πολύ του Λάβκραφτ, του άλλου μεγάλου της φανταστικής λογοτεχνίας, του υπερφυσικού τρόμου, με τον οποίο υπήρξαν φίλοι. Μια τέτοια δυσπροσάρμοστη μορφή όπως ο Χάουαρντ δύσκολα μπορούσε να βρει την θέση του μέσα στον σύγχρονο κόσμο ακόμα και αν επρόκειτο για το Τέξας των πρώτων δεκαετιών του εικοστού αιώνα. Έτσι η συγγραφή παράξενων ιστοριών έγινε το καταφύγιο του, το δικό του όχημα απόδρασης από το πνιγηρό σύγχρονο κόσμο που τότε ακόμα μόλις που ανέτειλε δειλά.

Ίσως η δύναμη της πένας του να οφείλεται σε αυτό ακριβώς το βιωματικό στοιχείο. Ο συγγραφέας Χάουαρντ μέσω της καλπάζουσας ζωηρής του φαντασίας ζούσε τις ιστορίες,έμπαινε ο ίδιος στους ονειρικούς κόσμους και στα χαμένα βασίλεια που περιέγραφε και ταυτιζόταν με τους ήρωες που έπλαθε -όπως ακριβώς κι ο Λάβγκραφτ.

Κι αυτό το ζωντανό πνεύμα των ιστοριών του ειναι κάτι που ο αναγνώστης διαπιστώνει αμέσως. Διαβάζοντας μια ιστορία του Κόναν νιώθεις φρέσκος, δυνατός και ακμαίος όπως όταν αναπνέεις τον καθαρό αναζωογονητικό αέρα του βουνού. Η ανάγνωση αυτών των ιστοριών λειτουργεί πραγματικά σαν οξυγόνο για τον καταπιεσμένο, σχεδόν ευνουχισμένο άνθρωπο της πόλης που ζει μέσα σε ένα φυσικά αλλά και ηθικά μολυσμένο περιβάλλον.

Ο άνθρωπος που ‘χει μάθει να αναπνέει την μούχλα και την σκόνη του μικρού του γραφείου και να ζει με τους σύγχρονους ρυθμούς κυνηγώτας την επιτυχία, βουλιάζοντας όμως ταυτόχρονα μέσα στον ηθικό σχετικισμό του, αποτελματωμένος από τον καταιγισμό των πληροφοριών που δεν προλαβαίνουν να μετουσιωθούν σε γνώση, αυτό ο άνθρωπος σοκάρεται θετικά ερχόμενος σε επαφή με έναν κόσμο όπου το καλό και το κακό αενάως, πολεμούν μεταξύ τους λυσσαλέα, όπου μάγοι και μυθικά τέρατα συνυπάρχουν με σκληρούς πολεμιστές και γυναίκες πρόθυμες να υποταχτούν στα δυνατά μπράτσα του νικητή, όπου τελικά η μόνη δικαιοσύνη η υπέρτατη αλήθεια είναι το σπαθί, το ατσάλι.

Αυτός ειναι ο κόσμος του Κόναν, ο κόσμος που έπλασε ο Χάουαρντ με την γοητευτική του πένα. Ενας κόσμος που ξεπροβάλλει μέσα από την αχλή του μύθου θέτοντας σε αμφισβήτηση την γραμμική μας αντίληψη περί χρόνου, ξυπνώντας ίσως μέσα μας αταβιστικές μνήμες απο αλλόκοτες εποχές.Κι αυτός ο κόσμος μπορεί πραγματικά να σοκάρει τον σύγχρονο άνθρωπο – καταναλωτή, τον υπερτεχνολογικό τρωγλοδύτη, τον αρουραίο των μεταμοντέρνων μητροπόλεων. Είναι ένας κόσμος αρχετυπικά αρσενικός, ένας κόσμος όπου λατρεύεται η δύναμη, το σθένος, η αντοχή, η ευθύτητα, η τιμιότητα, η φιλιά, η τόλμη, το θάρρος, οι κατ’ εξοχήν δηλαδή καθολικά συμπαντικές, φιλοεπιβιωτικές, πανανθρώπινες αξίες.

Φαντάζεστε ποιος θα ήταν αντίκτυπος αν στον δικό μας ανάποδο, μαλθακοποιημένο και εκτρωματικά θυληκοποιημένο κόσμο, βάζαμε υποχρεωτικά στα σχολεία την ανάγνωση των ιστοριών του Κόναν. Σαν τσουνάμι θα είχε καταρχάς ξεσηκωθεί το μιαρό και ύπουλο φεμινιστικό κίνημα να καταπιεί τους εμπνευστές αυτής της απόφασης, αλλά όμως κάποια απο τα σημερινά αδύναμα, φιλάσθενα και πνευματικώς απσυντονισμένα σημερινά παιδιά θα έβρισκαν στον Κιμμέριο με τα μακριά μαύρα μαλλιά και τα γαλάζια μάτια που πιστεύει μόνο στο ατσάλι, έναν ήρωα να ταυτιστούν, ένα αθάνατο πρότυπο ηρωικής ζωής.

Εκτός από τον Κόναν ο Χάουαρντ έπλασε κι άλλους ήρωες. Ο Σόλομων Καίην – ο πουριτανός πιονιέρος που γυρνάει τον κόσμο πολεμώντας το κακό -ειναι ο δεύτερος πιο γνωστός ήρωας του. Ο Καίην προϋπήρξε του Κόναν. Ο δημιουργός του έγραψε μόνο έξι ιστορίες με ήρωα τον μαυροντυμένο Άγγλο πουριτανό πριν τον εγκαταλείψει χαμένο κάπου στα βάθη της Αφρικανικής ζούγκλας όπου αιώνια κυνηγάει τις αναρίθμητες μεταμορφώσεις του ίδιου αρχτετυπικού κακού, του διαβόλου. Ο Καίην, σε αντίθεση με τον Κόναν, ειναι πολύπλοκος, ανεξιχνίαστος, μυστηριώδης, εσωστρεφής αλλά και διχασμένος. Η θρησκευτικότητα του έρχεται πάντοτε σε σύγκρουση με τα άγρια ένστικτά του τα οποία μόλις και μπορεί να αποκρύψει κάτω από την μάσκα του θρησκευτικού φανατισμού.

Θα λέγαμε οτι ο Καίην είναι πολύ πιο βαθύς κι ενδιαφέρον ήρωας από τον απλοϊκό Κόναν. Ο Κιμμέριος βάρβαρος, αιώνιος μισθοφόρος, γυρνάει τον κόσμο θέτοντας το ξίφος του στην υπηρεσία όποιου του προσφέρει χρήμα, ποτό, φαΐ, γυναίκες. Ο Καίην αναζητά την περιπέτεια για την περιπέτεια. Δεν τον ενδιαφέρουν οι γυναίκες, το φαΐ, τα χρήματα, τα υλικά αγαθά. Κείνο που χρειάζεται είναι το κατάλληλο ηθικό κίνητρο για να δικαιολογήσει στην πολύπλοκη και ταραγμένη από τα ερωτηματικά συνείδηση του, την επιθυμία του για πόλεμο και φόνο. Και το βρίσκει στην θρησκεία, αποκοιμίζει την συνείδηση του πείθοντας την οτι πολεμάει το κακό.

Κατά μία έννοια ο Άγγλος πουριτανός με το ωχρό πρόσωπο και τα μαύρα ρούχα ειναι μια απεικόνιση της ίδιας της ψυχής της Ευρώπης. Οι λαοί της δυτικής Ευρώπης, οι λαοί δυτικά των Άλπεων εκχριστιανίστηκαν σταδιακά και πολύ αργότερα από τους μεσογειακούς λαούς. Γνωρίζουμε ότι τα αρχαία παγανιστικά έθιμα επιβίωναν ακόμη στα σκιερά δάση του βορρά αιώνες μετά την πτώση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Κατά μια έννοια λοιπόν κάποιοι ευρωπαϊκοί λαοί ακόμα και όταν εκχριστιανίστηκαν παρέμειναν στο βάθος της καρδιάς του παγανιστές.

Το σκοτάδι της χριστιανικής θρησκείας κατάφερε μόνο να αποκρούσει στα βάθη της συλλογικής τους συνείδησης τα κατάλοιπα χιλιάδων χρόνων βαρβαρότητας. Οι άνθρωποι αυτοί ενδύθηκαν τον χριστιανικό μανδύα αλλά όχι και τα σκοτάδια του. Μέσα τους παρέμεινε ζωντανή και άσβεστη η δίψα για πόλεμο, κατάκτηση, λεηλασία, ηρωισμό. Το ποτάμι των βάρβαρων φυλετικών ενστίκτων βρήκε διέξοδο την εποχή των μεγάλων ανακαλύψεων και του εκχριστιανισμού των αγρίων λαών των ηπείρων που ανακαλύπτονταν.

Σε αυτή ακριβώς την εποχή των μεγάλων ανακαλύψεων και των θρησκευτικών πολέμων, δρα ο Καίην αντιπροσωπεύοντας τον διχασμένο ανάμεσα στην θρησκεία και την βαρβαρότητα ψυχισμό της Ευρώπης. Ακόμα και το όνομα με το οποίο τον βάφτισε ο Χάουαρντ δεν είναι τυχαίο. Δίκαιος και σοφός σαν τον βασιλιάς Σολομών (που όμως στα γεράματα του εξετράπη της θεϊκής οδού) αλλά και φονιάς όπως ο Κάιν.

Εκτός απο τις ιστορίες του Κόναν και τις άλλες με ήρωα τον Καίην, ο Χάουαρντ έγραψε επίσης και ιστορίες της μυθολογίας Κθούλου ενώ καταπιάστηκε και με κάθε γνωστό λογοτεχνικό είδος. Εγραψε έργα αστυνομικά, καουμπόικα, ταξιδιωτικά, αθλητικά άρθρα και άλλα πολλά. Οι γείτονες της οικογένειας Χάουαρντ συχνά έκαναν παρατήρηση στον πατέρα του Ρόμπερτ γιατί ο ήχος από τα πλήκτρα της γραφομηχανής που ασταμάτητα χτυπούσε ο γιος του δεν τους άφηναν να κοιμηθούν.

Κάποιες απο αυτές τις ιστορίες ο Χάουαρντ τις πουλούσε για λίγα δολάρια στα λαϊκά περιοδικά εκείνης της εποχής. Τότε και σε κάποιο βαθμό ακόμα και σήμερα τα λογοτεχνικά είδη με τα οποία καταπιάστηκε ο Χάουαρντ θεωρούνταν ευτελή. Κάτι σαν παραλογοτεχνία. Όμως το ύφος της γραφής του, συχνά περίτεχνο κάποιες φορές πομπώδες αλλά πάντοτε μοναδικά ατμοσφαιρικό, εκπληκτικά ζωντανό, διαψεύδει αυτή την θεωρία. Ο Χάουαρντ ήταν μεγάλος συγγραφέας. Σε τελική ανάλυση δεν υπάρχει καλή και κακή λογοτεχνία, λογοτεχνία ευτελή, η λογοτεχνία σοβαρή. Υπάρχουν μόνο καλοί και κακοί συγγραφείς.

Ο Χάουαρντ μέσα σε λίγα χρόνια κατάφερε να γραψει εικοσιέξι ιστορίες με τον Κόναν και πόσες άλλες ακόμα με άλλους ήρωες… Ο Κόναν όμως ήταν αυτός που έμελλε να αναδείξει τον δημιουργό του χρόνια μετά τον θάνατο εκείνου, κάνοντας τον γνωστό σε όλο τον κόσμο.

Με βάση τις ιστορίες του Χάουαρντ με ήρωα τον Κόναν γυρίστηκαν ταινίες, γράφτηκαν τραγούδια, βιβλία, και κόμιξ. Από την κοσμοθεωρία του Χάουαρντ όπως αυτή διαφαίνεται μέσα από τις ιστορίες κυρίως του Κόναν εμπνεύστηκαν ακόμα και πολιτικά κινήματα έστω και αν αυτή δεν ήταν ακριβώς η πρόθεση του δημιουργού του. Εν κατακλείδι θα λέγαμε ότι αν κανείς θέλει να πάρει ένα γερό σφηνάκι ηρωικής φαντασίας, αν κανείς θέλει να αποδράσει από το γυαλί, το μέταλλο και το σκυρόδεμα, τα ευτελή υλικά του σημερινού μας κόσμου μαζί με την αφόρητη καταπίεση- έως ευνουχιστικού βαθμού, που αυτός ασκεί- ας διαβάσει Κόναν, ας διαβάσει Καίην, ας διαβάσει τις ιστορίες του Χάουαρντ.

Η πρώτη επαγγελματική προσπάθεια του Howard ήταν για το περιοδικό Weird Tales, με την ιστορία Spear and Fang να του αποδίδει το ποσό των 16 δολαρίων. Το 1926, ξεκίνησε την συγγραφή ενός από τα καλύτερα έργα του, του The Shadow Kingdom, ενώ τον Αύγουστο του 1928 δημοσιεύθηκε στο προαναφερθέν περιοδικό το διήγημα Red Shadows, που αργότερα μετονομάστηκε σε Σόλομον Κέιν. Το The Shadow Kingdom δημοσιεύθηκε ένα χρόνο αργότερα. Μέσα στο 1929, το περιοδικό Ghost Series δημοσίευσε το The Apparition in the Prize Ring, ενώ το περιοδικό Argosy εξέδωσε το Crowd-Horror.

Ο Χάουαρντ γνώρισε μεγάλη επιτυχία όταν το περιοδικό Fight Stories ξεκίνησε να δημοσιεύει τις ιστορίες του ναύτη Στιβ Κόστιγκαν, όπου παρουσίαζε τον πρωταγωνιστή σε πρώτο πρόσωπο και συμπεριέλαβε πολλά κωμικά στοιχεία.

Μετά το 1930, οι ιστορίες του επηρεάστηκαν από στοιχεία ανατολίτικου πολιτισμού και ιστορικά γεγονότα. Τον Φεβρουάριο του 1932, δημοσίευσε το ποίημα με τίτλο Κιμμερία, που ονομάστηκε από την φανταστική χώρα από την οποία προερχόταν ο Κόναν ο βάρβαρος. Στα τέλη της ίδιας χρονιάς, έγινε γνωστός για πρώτη φορά ο Κόναν μέσω του Weird Tales και από το 1933 ως το 1936 έγραψε δεκαεπτά διηγήματα με τον βάρβαρο πρωταγωνιστή.

Ο Χάουαρντ είχε σχέση με την Νόβαλαϊν Πράις, η οποία αργότερα είχε σχέση και με τον καλύτερο του φίλο, Τρούετ Βίνσον. Ο ίδιος, υπέφερε από κατάθλιψη και από οιδιπόδειο σύμπλεγμα, ενώ φοβόταν το γήρας, κάτι που είναι φανερό από την “αιώνια νεότητα” πολλών από τους πρωταγωνιστές του. Όταν έμαθε ότι η μητέρα του βρίσκεται σε κώμα και δεν θα επανέλθει, αυτοπυροβολήθηκε στις 11 Ιουνίου 1936. Πλέον, το σπίτι του στο Κρος Πλέινς του Τέξας έχει μετατραπεί σε μουσείο.

***
“Αποτρόπαιες πράξεις σε κάποια απ’ τις μυστικές του αίθουσες. Στις σπηλιές, βαθιά στους λόφους όπου οδηγούν οι σήραγγες, εξασκεί τρομαχτική και ανίερη μαγεία. Για πειραματόζωα χρησιμοποιεί ζώα – ερπετά, αράχνες, μεγάλους πιθήκους – ερυθρόδερμους αιχμαλώτους μα και ανθρώπους της ίδιας του της φυλής. Βαθιά στα φρικιαστικά σπήλαια φτιάχνει κτήνη από ανθρώπους και ανθρωποειδή από κτήνη, αναμειγνύοντας το κτηνώδες και το ανθρώπινο σε μια τρομαχτική δημιουργία.

Κανείς δεν τολμά να μαντέψει τις τερατωδίες που έχουν γεννηθεί στο σκοτάδι, ή τις μορφές του τρόμου και της βλασφημίας που απέκτησαν οντότητα όλα αυτά τα χρόνια που ο Γκόθαν επιδίδεται στις αποκρουστικές του πράξεις. Γιατί, δεν είναι σαν τους άλλους ανθρώπους κι έχει ανακαλύψει το μυστικό της αιωνιότητας. Μέχρι που έφερε στην ζωή ένα πλάσμα που ακόμη κι αυτός φοβάται -το τερατώδες, θανατηφόρο, ακατονόμαστο Πράγμα που κρατά αλυσοδεμένο στο μακρινότερο σπήλαιο, όπου άλλο ανθρώπινο πόδι δεν έχει πατήσει εκτός απ’ το δικό του. Θα το ελευθέρωνε για να το χρησιμοποιήσει εναντίον μου, αν τολμούσε…”

Ο δεύτερος τόμος των σκοτεινών διηγημάτων του Ρόμπερτ Ε. Χάουαρντ, που ολοκληρώνει τον κύκλο των έργων του με αναφορές στην Μυθολογία Κθούλου/ΟΙ ΘΕΟΙ ΤΗΣ ΜΠΑΛ-ΣΑΓΚΟΘ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΘΟΥΛΟΥ.

***
“Ο φον Τζανζ πέρασε ολόκληρη την ζωή του (1795 – 1840) ερευνώντας απαγορευμένα θέματα. Ταξίδεψε απανταχού της γης, κατάφερε να διεισδύσει σ’ ένα σωρό μυστικές αδελφότητες και μελέτησε από το πρωτότυπο αναρίθμητα βιβλία εσωτερισμού, ελάχιστα γνωστά στο πλατύ κοινό, καθώς και παρόμοιας θεματολογίας χειρόγραφα. Στα κεφάλαια της Μαύρης Βίβλου, τα οποία απ’ την μια χαρακτηρίζονται από εντυπωσιακή αφηγηματική διαύγεια και απ’ την άλλη από σκοτεινή αμφιλογία, υπάρχουν αναφορές και υπαινιγμοί που μπορούν να παγώσουν το αίμα στις φλέβες σου. Διαβάζοντας κανείς αυτά που ο φον Τζανζ τόλμησε να γράψει, αναρωτιέται για όλα εκείνα που δεν τόλμησε να αποκαλύψει.

Ποια σκοτεινά θέματα να πραγματευόταν άραγε στις πυκνογραμμένες εκείνες σελίδες του αδημοσίευτου πρωτοτύπου, πάνω στο οποίο δούλευε ακατάπαυστα επί μήνες προτού πεθάνει, και οι οποίες βρέθηκαν σκισμένες και διασκορπισμένες στο πάτωμα της κλειδαμπαρωμένης κάμαρας όπου βρέθηκε νεκρός, με το λαιμό του γεμάτο νυχιές; Δεν θα το μάθει ποτέ κανείς, μιας και ο επιστήθιος φίλος του συγγραφέα, ο Γάλλος Αλέξις Λαντό, αφού ξόδεψε μια ολόκληρη νύχτα ενώνοντας τα κομμάτια και διαβάζοντας όσα ήταν γραμμένα εκεί, στο τέλος τους έβαλε φωτιά και τα έκανε όλα στάχτη, κι έπειτα έκοψε κι ο ίδιος το λαιμό του μ’ ένα ξυράφι.”

11 από τα καλύτερα διηγήματα φαντασίας του Ρόμπερτ Ε. Χάουαρντ, έργα διαφορετικά μεταξύ τους ως προς το ύφος και τη θεματολογία, μα με κοινό χαρακτηριστικό τις σκοτεινές αναφορές στην Μυθολογία Κθούλου. Μια ανθολογία απαραίτητη σε κάθε λάτρη των Λαβκραφτικών τρόμων.

***
“Προτού δημιουργήσει τον Κόναν τον Βάρβαρο, ο ανυπέρβλητος Ρόμπερτ Χάουαρντ μας είχε δώσει έναν άλλο ήρωα: τον σκυθρωπό Σόλομον Κέιν, έναν Άγγλο πουριτανό, που οι περιπέτειές του διαδραματίζονται τον 16ο αιώνα, την εποχή των μεγάλων ανακαλύψεων, τότε που το φως και η πρόοδος συμπλέκονταν με το σκότος και την οπισθοδρόμηση. Στα βαλτοτόπια της Αγγλίας και στα σκοτεινά μονοπάτια του γερμανικού Μέλανα Δρυμού, αλλά και στις βαθιές ζούγκλες και τις σαβάνες της Αφρικής, ο Σόλομον Κέιν θα αντιμετωπίσει φαντάσματα και ζωντανούς νεκρούς, άγρια θηρία και ακόμη αγριότερες φυλές, ανακαλύπτοντας τρομερά απομεινάρια χαμένων πολιτισμών, ξεχασμένων από την ανθρωπότητα. Ένα αμάλγαμα φωτός και σκοταδιού, ανεκτικότητας και ρατσισμού, πραότητας και βιαιότητας, ο Σόλομον Κέιν, ο μαυροντυμένος Άγγλος, έχει μοναδικό του μέλημα την περιπλάνηση στα μήκη και τα πλάτη του γνωστού και άγνωστου κόσμου αναζητώντας και πολεμώντας το κακό σε οποιαδήποτε μορφή του”

ΣΟΛΟΜΟΝ ΚΕΪΝ /ΚΟΚΚΙΝΕΣ ΣΚΙΕΣ.

***
“Ακολουθώντας την παρόρμηση που τον σπρώχνει να ταξιδεύει συνεχώς σε καινούργια μέρη, ο Κόναν ο Κιμμέριος θα φτάσει στην μυθική Ανατολή, πέρα από τα ιβοριανά σύνορα. Στην Ζαμπούλα, το εμπορικό σταυροδρόμι της ερήμου, θα βρεθεί αντιμέτωπος με ανθρωποφάγους σκλάβους κι έναν τρομερό επαγγελματία στραγγαλιστή. Σε μια μυστηριώδη χαμένη πόλη θα πολεμήσει με έναν δαίμονα, που ακόμα κι η δική του δύναμη δεν είναι αρκετή για να τον νικήσει. Τέλος, στους πρόποδες των πιο ψηλών βουνών της Γης, εκεί που παίζονται οι τύχες δύο βασιλείων, θα καταλήξει στο Κάστρο των Μαύρων Προφητών της Γίμσα, για να τα βάλει με τον ισχυρότερο μάγο που βρέθηκε ποτέ στον δρόμο του”.

ΟΙ ΜΑΥΡΟΙ ΠΡΟΦΗΤΕΣ / ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ.

***
“Ο βασιλιάς των Πικτών Μπραν Μακ Μορν ομοιάζει με τον Κόναν αλλά έχει και κάποιες εμφανείς διαφορές. Είναι κι αυτός μυώδης αλλά όχι τόσο πληθωρικός όσο ο Κιμμέριος. Διαθέτει την ενστικτώδη σοφία του Κόναν αλλά ακόμη πιο ακονισμένη. Είναι αριστοκράτης ενώ ο Κιμμέριος όχι. Επιπλέον, σε αντίθεση με την τυχοδιωκτική κοσμοθέαση του Κόναν, ο Μπραν δρα βασιζόμενος σε παραδοσιακές και πατριωτικές αξίες ζωής. Σε αυτό το βιβλίο περιλαμβάνονται δυο νουβέλες από τον κόσμο του Μπραν, ένα ποίημα κι ένα άρθρο με ιστορικό και πολιτικό περιεχόμενο, που είχε γράψει ο Χάουαρντ όταν ήταν μαθητής.

Οι νουβέλες είναι τα Σκουλήκια της Γης και Η Χαμένη Φυλή. Η πρώτη είναι η πιο χαρακτηριστική περιπέτεια του Μπραν Μακ Μορν, δοσμένη αφηγηματικά από την μεριά των Πικτών. Η Χαμένη Φυλή είναι μια ιστορία που αφορά τους Πίκτες αλλά πρωταγωνιστής είναι ένας Κέλτης πολεμιστής. Και οι δυο είναι περιπέτειες επικής φανταστικής λογοτεχνίας, στις οποίες ανιχνεύονται πολλά στοιχεία υπερφυσικού τρόμου. Το βιβλίο κλείνει με το άρθρο που φέρει τον τίτλο Πόσα οφείλει το Έθνος μας στο Νότο. Πρόκειται για ένα κείμενο αποκαλυπτικό των παραδοσιοκρατιών ιδεών και του τρόπου με τον οποίο ερμήνευσε την αμερικανική ιστορία, καθ’ όλη την διάρκεια της ζωής του, του ο Ρόμπερτ Ε. Χάουαρντ.”