Δευτέρα 25 Απριλίου 2022

ΟΜΗΡΟΣ: Ἰλιάς (22.188-22.246)

Ἕκτορα δ᾽ ἀσπερχὲς κλονέων ἔφεπ᾽ ὠκὺς Ἀχιλλεύς.
ὡς δ᾽ ὅτε νεβρὸν ὄρεσφι κύων ἐλάφοιο δίηται,
190 ὄρσας ἐξ εὐνῆς, διά τ᾽ ἄγκεα καὶ διὰ βήσσας·
τὸν δ᾽ εἴ πέρ τε λάθῃσι καταπτήξας ὑπὸ θάμνῳ,
ἀλλά τ᾽ ἀνιχνεύων θέει ἔμπεδον ὄφρα κεν εὕρῃ·
ὣς Ἕκτωρ οὐ λῆθε ποδώκεα Πηλεΐωνα.
ὁσσάκι δ᾽ ὁρμήσειε πυλάων Δαρδανιάων
195 ἀντίον ἀΐξασθαι ἐϋδμήτους ὑπὸ πύργους,
εἴ πώς οἱ καθύπερθεν ἀλάλκοιεν βελέεσσι,
τοσσάκι μιν προπάροιθεν ἀποστρέψασκε παραφθὰς
πρὸς πεδίον· αὐτὸς δὲ ποτὶ πτόλιος πέτετ᾽ αἰεί.
ὡς δ᾽ ἐν ὀνείρῳ οὐ δύναται φεύγοντα διώκειν·
200 οὔτ᾽ ἄρ᾽ ὁ τὸν δύναται ὑποφεύγειν οὔθ᾽ ὁ διώκειν·
ὣς ὁ τὸν οὐ δύνατο μάρψαι ποσίν, οὐδ᾽ ὃς ἀλύξαι.
πῶς δέ κεν Ἕκτωρ κῆρας ὑπεξέφυγεν θανάτοιο,
εἰ μή οἱ πύματόν τε καὶ ὕστατον ἤντετ᾽ Ἀπόλλων
ἐγγύθεν, ὅς οἱ ἐπῶρσε μένος λαιψηρά τε γοῦνα;
205 λαοῖσιν δ᾽ ἀνένευε καρήατι δῖος Ἀχιλλεύς,
οὐδ᾽ ἔα ἱέμεναι ἐπὶ Ἕκτορι πικρὰ βέλεμνα,
μή τις κῦδος ἄροιτο βαλών, ὁ δὲ δεύτερος ἔλθοι.
ἀλλ᾽ ὅτε δὴ τὸ τέταρτον ἐπὶ κρουνοὺς ἀφίκοντο,
καὶ τότε δὴ χρύσεια πατὴρ ἐτίταινε τάλαντα,
210 ἐν δὲ τίθει δύο κῆρε τανηλεγέος θανάτοιο,
τὴν μὲν Ἀχιλλῆος, τὴν δ᾽ Ἕκτορος ἱπποδάμοιο,
ἕλκε δὲ μέσσα λαβών· ῥέπε δ᾽ Ἕκτορος αἴσιμον ἦμαρ,
ᾤχετο δ᾽ εἰς Ἀΐδαο, λίπεν δέ ἑ Φοῖβος Ἀπόλλων.
Πηλεΐωνα δ᾽ ἵκανε θεὰ γλαυκῶπις Ἀθήνη,
215 ἀγχοῦ δ᾽ ἱσταμένη ἔπεα πτερόεντα προσηύδα·
«νῦν δὴ νῶι ἔολπα, Διῒ φίλε φαίδιμ᾽ Ἀχιλλεῦ,
οἴσεσθαι μέγα κῦδος Ἀχαιοῖσι προτὶ νῆας,
Ἕκτορα δῃώσαντε μάχης ἄατόν περ ἐόντα.
οὔ οἱ νῦν ἔτι γ᾽ ἔστι πεφυγμένον ἄμμε γενέσθαι,
220 οὐδ᾽ εἴ κεν μάλα πολλὰ πάθοι ἑκάεργος Ἀπόλλων
προπροκυλινδόμενος πατρὸς Διὸς αἰγιόχοιο.
ἀλλὰ σὺ μὲν νῦν στῆθι καὶ ἄμπνυε, τόνδε δ᾽ ἐγώ τοι
οἰχομένη πεπιθήσω ἐναντίβιον μαχέσασθαι.»
Ὣς φάτ᾽ Ἀθηναίη, ὁ δ᾽ ἐπείθετο, χαῖρε δὲ θυμῷ,
225 στῆ δ᾽ ἄρ᾽ ἐπὶ μελίης χαλκογλώχινος ἐρεισθείς.
ἡ δ᾽ ἄρα τὸν μὲν ἔλειπε, κιχήσατο δ᾽ Ἕκτορα δῖον
Δηϊφόβῳ ἐϊκυῖα δέμας καὶ ἀτειρέα φωνήν·
ἀγχοῦ δ᾽ ἱσταμένη ἔπεα πτερόεντα προσηύδα·
«ἠθεῖ᾽, ἦ μάλα δή σε βιάζεται ὠκὺς Ἀχιλλεύς,
230 ἄστυ πέρι Πριάμοιο ποσὶν ταχέεσσι διώκων·
ἀλλ᾽ ἄγε δὴ στέωμεν καὶ ἀλεξώμεσθα μένοντες.»
Τὴν δ᾽ αὖτε προσέειπε μέγας κορυθαίολος Ἕκτωρ·
«Δηΐφοβ᾽, ἦ μέν μοι τὸ πάρος πολὺ φίλτατος ἦσθα
γνωτῶν, οὓς Ἑκάβη ἠδὲ Πρίαμος τέκε παῖδας·
235 νῦν δ᾽ ἔτι καὶ μᾶλλον νοέω φρεσὶ τιμήσασθαι,
ὃς ἔτλης ἐμεῦ εἵνεκ᾽, ἐπεὶ ἴδες ὀφθαλμοῖσι,
τείχεος ἐξελθεῖν, ἄλλοι δ᾽ ἔντοσθε μένουσι.»
Τὸν δ᾽ αὖτε προσέειπε θεὰ γλαυκῶπις Ἀθήνη·
«ἠθεῖ᾽, ἦ μὲν πολλὰ πατὴρ καὶ πότνια μήτηρ
240 λίσσονθ᾽ ἑξείης γουνούμενοι, ἀμφὶ δ᾽ ἑταῖροι,
αὖθι μένειν· τοῖον γὰρ ὑποτρομέουσιν ἅπαντες·
ἀλλ᾽ ἐμὸς ἔνδοθι θυμὸς ἐτείρετο πένθεϊ λυγρῷ.
νῦν δ᾽ ἰθὺς μεμαῶτε μαχώμεθα, μηδέ τι δούρων
ἔστω φειδωλή, ἵνα εἴδομεν εἴ κεν Ἀχιλλεὺς
245 νῶϊ κατακτείνας ἔναρα βροτόεντα φέρηται
νῆας ἔπι γλαφυράς, ἦ κεν σῷ δουρὶ δαμήῃ.»

***
Και αδιάκοπα τον Έκτορα κατάτρεχε ο Πηλείδης
σαν σκύλος οπού σήκωσεν αλάφι απ᾽ την μονιά του
190 και στου βουνού τα σύλλακκα, στους λόγγους το ξετρέχει
και αν κάτω από χαμόδενδρο κρυμμένο του ξεφύγει
ο σκύλος τρέχει ως να το εβρεί στα χνάρια του πατώντας.
Ομοίως δεν εκρύβονταν ο Έκτωρ του Αχιλλέως.
Και όσες φορές με σκίρτημα προς τες Δαρδάνιες πύλες
195 εχύνετο να πεταχθεί στους πύργους αποκάτω,
να τον βοηθήσουν άνωθεν εκείνοι με τ᾽ ακόντια,
πρόφθανε και τον έσπρωχνε κατά την πεδιάδα
ο Αχιλλεύς, κι έτρεχε αυτός στης πόλεως προς το μέρος.
Και όπως στον ύπνον δεν μπορείς να καταφθάσεις άλλον
200 και τούτος να ξεφύγει σε, παρόμοια να τον πιάσει
δεν ημπορούσ᾽ ο Αχιλλεύς, ούτε να φύγει εκείνος.
Και πώς από το θάνατον θα είχε φύγει ο Έκτωρ,
αν δεν εσίμων᾽ ύστερη φορά σιμά του ο Φοίβος
στα γόνατά του δύναμιν και στην ψυχήν να δώσει;
205 Και αν δεν ημπόδιζ᾽ ο Αχιλλεύς με νεύματα τα πλήθη
να ρίχνουν εις τον Έκτορα, μήπως την δόξαν λάβει
άλλος που πρωτοκτύπησε, κι ύστερος κείνος έλθει;
Αλλ᾽ όταν τέταρτην φοράν εις τες πηγές εφθάσαν
τότ᾽ έστησε τ᾽ ολόχρυσο στατέρι του ο πατέρας
210 και δύο μοίρες έβαλε του τεντωτού θανάτου,
μοίραν εδώ του Έκτορος κι εκεί του Αχιλλέως.
Το σήκωσε και έγυρε του Έκτορος η μοίρα
ως εις τον Άδην, κι έφυγεν από σιμά του ο Φοίβος.
Και ήλθε τότε η Αθηνά στο πλάγι του Πηλείδη
215 και του έλεγε: «Διίφιλε, λαμπρότατε Αχιλλέα,
τώρα θα πάρομεν εμείς δόξαν λαμπράν, ελπίζω,
τούτον νεκρόν να φέρομεν στων Αχαιών τα πλοία,
τον Έκτορα, οπού άσβεστον πολέμου δίψαν είχε·
δεν γίνεται απ᾽ τα χέρια μας τώρα να φύγει πλέον
220 όσα και αν κάμει χάριν του ο μακροβόλος Φοίβος,
και αν κυλισθεί γονατιστός προς τον πατέρα Δία.
Αλλά ΄δω μείνε ανάσασιν να πάρεις και πηγαίνω
και θα τον πείσω αντίστηθα με σε να πολεμήσει».
Της Αθηνάς υπάκουσε και εχάρηκε ο Πηλείδης,
225 κι εστάθη στο χαλκόλογχο κοντάρι ακουμπισμένος·
αυτού τον άφησε η θεά, και σ᾽ όλο της το σώμα
και στην ακούραστην φωνήν του Δηιφόβου ομοιώθη.
Κι ήβρε τον θείον Έκτορα, πλησίασε και του ᾽πε:
«Στα στενά σ᾽ έχει, αγαπητέ, ο γρήγορος Πηλείδης,
230 που ολόγυρα σε κυνηγά στα τείχη του Πριάμου·
αλλ᾽ ας μείνομε ακλόνητοι μαζί ν᾽ αντισταθώμεν».
Και ο μέγας της απάντησεν, ο λοφοσείστης Έκτωρ:
«Δηίφοβ᾽ εγώ πάντοτε σε πρώτον αγαπούσα
απ᾽ όσους γέννησ᾽ αδελφούς η Εκάβη του Πριάμου,
235 αλλά τώρ᾽ ακριβότερα θα σε τιμήσει ο νους μου.
Αφού μ᾽ είδαν τα μάτια σου, να βγεις από το τείχος
ετόλμησες γι᾽ αγάπη μου κι οι άλλοι μέσα μένουν».
Τότε η γλαυκόφθαλμη θεά σ᾽ εκείνον απαντούσε:
«Αγαπητέ, και η σεβαστή μητέρα και ο πατέρας
240 και οι φίλοι όλοι αραδικώς θερμά μ᾽ επαρακάλουν
να μείνω αυτού· τόσο πολύς όλους τους πήρε τρόμος.
Αλλά εμέ βασάνιζεν ο πόνος σου, αδελφέ μου.
Και ας πεταχθούμε τώρα ευθύς στην μάχην και ας βροντήσουν
γενναία τα κοντάρια μας, να ιδούμε αν ο Πηλείδης
245 τα αιματωμένα λάφυρα θα πάρει των κορμιών μας
στες πρύμνες ή απ᾽ την λόγχην σου θα ξεψυχήσει εκείνος».

Σαδισμός

Το ανθρώπινο ον είναι ένα συνονθύλευμα ψυχολογικών, βιολογικών και κοινωνικών μηχανισμών που βρίσκονται σε συνεχή αλληλεπίδραση μεταξύ τους και καθορίζουν την προσωπικότητα του.

Από βιολογικής άποψης, οι πιο ισχυρές ενστικτώδεις ενορμήσεις του ανθρώπου είναι η επιβίωση, δηλαδή η ανάγκη να κρατήσει τον εαυτό του ζωντανό και η αναπαραγωγή, η οποία είναι μία μορφή μεταθανάτιας επιβίωσης μεταφέροντας τμήματα του εαυτού μας μέσω των γονιδίων και δημιουργώντας έτσι ζωή.

Ωστόσο, στον αστερισμό της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης, πέρα από τα ένστικτα διατήρησης και διαιώνισης της ζωής υπάρχουν και κακοήθεις μορφές επιθετικών ενστίκτων, που τείνουν να καταστρέψουν τη ζωή. Δύο από τα πιο αξιοσημείωτα κακοήθη και παθολογικά υποκατάστατα της ζωής είναι ο σαδισμός, τον οποίο πραγματεύεται αυτό το κείμενο, καθώς και η νεκροφιλία.

Ο σαδισμός ως όρος έχει τις ρίζες του στον 18αι., και βασίστηκε στη ζωή και στα γραπτά του Γάλλου μυθιστοριογράφου Μαρκήσιου ντε Σαντ. Ως ιατρικός όρος πρώτο-χρησιμοποιήθηκε κάποια χρόνια αργότερα από τον ψυχίατρο Κrafft- Εbing για να περιγράψει μια μορφή διαταραχής της προσωπικότητας γνωστής ως "psychopathia sexualis".

Μεταγενέστεροι μελετητές προσεγγίζουν τον σαδισμό ως ένα μοτίβο συμπεριφορών που κυμαίνεται από τη μη σεξουαλική ψυχολογική ή σωματική βία έως τη σεξουαλική κακοποίηση και τα βασανιστήρια που καταλήγουν σε φόνο. Αν ανατρέξουμε στη σημερινή βιβλιογραφία θα δούμε ότι υπάρχει μια πληθώρα ερμηνειών αναφορικά με το φαινόμενο του σαδισμού.

Σύμφωνα με την επικρατέστερη, ο σαδισμός ορίζεται ως το αίσθημα της σεξουαλικής (ή μη) διέγερσης και η ευχαρίστηση που αισθάνεται κάποιος όταν προξενεί συναισθηματικό ή σωματικό πόνο σε ένα άλλο ανθρώπινο πλάσμα. Ο ίδιος ο Φρόυντ θεωρούσε το σαδισμό καθώς και το μαζοχισμό ως διαστροφές της σεξουαλικότητας του ατόμου μέσω των οποίων το άτομο δύναται να νιώσει σεξουαλική ικανοποίηση.

Προσωπικά πιστεύω ότι ο σαδισμός είναι ένα πιο ευρύ και πολύπλοκο φαινόμενο και δε μπορεί να απομονωθεί στη σφαίρα της σεξουαλικής ζωής. Το σεξ είναι μία μόνο πτυχή της ανθρώπινης δραστηριότητας και μια διαταραχή προσωπικότητας, όπως ο σαδισμός, μπορεί να εκφραστεί μόνο σε ένα περιορισμένο βαθμό κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής πράξης και δε μπορεί να είναι δηλωτικό στοιχείο μιας διαταραχής. Επομένως, ο σαδισμός δεν μπορεί να οριστεί ως σεξουαλικό φαινόμενο παρόλο που μπορούμε να εντοπίσουμε εκφάνσεις του στη σεξουαλική ζωή.

Επίσης ο σαδισμός υπερβαίνει το αίσθημα ευχαρίστησης και την επιθυμία να προκαλέσουμε πόνο στον άλλο, διότι και αυτός ο ορισμός είναι ανεπαρκής να εξηγήσει σε βάθος το φαινόμενο. Αντιθέτως, ως σαδισμό θα μπορούσαμε να ορίσουμε την επιθυμία ενός ατόμου να κυριαρχήσει απόλυτα πάνω σε ένα άλλο πλάσμα, να ασκήσει σε αυτό απόλυτο έλεγχο και να το μετατρέψει σε άβουλο αντικείμενο της θέλησης του. Όλες οι παραπάνω εκφάνσεις και μορφές του σαδισμού είναι αποτέλεσμα της προαναφερθείσας παρώθησης, της ευχαρίστησης δηλαδή που δίνει η απόλυτη κυριαρχία σε ένα έμβιο ον.

Αυτή κάθε αυτή η σαδιστική παρόρμηση αντιβαίνει στο φαινόμενο της ζωής και λειτουργεί ως υποκατάστατο της τελευταίας. Ασκώντας πλήρη κυριαρχία σε ένα ανθρώπινο πλάσμα, ο σαδιστής του στερεί μια βασική και θεμελιώδη αρχή της ζωής, την ικανότητα να δράσει ελεύθερα και αυθόρμητα. Έτσι το θύμα της σαδιστικής βίας το οποίο στερείται της προσωπικής του ελευθερίας μετατρέπεται, κατά μία βαθύτερη ψυχολογικά έννοια, σε ά-ψυχο ον.

Ο σαδιστής δεν αγαπά τη ζωή αλλά τη φθονεί. Μέσω αυτής της αντισταθμιστικής και σαδιστικής βίας εκδικείται τη ζωή αρπάζοντας βίαια από αυτήν το πιο όμορφο κομμάτι της, την ελευθερία, με τον ίδιο τρόπο που ο Πλούτωνας άρπαξε την όμορφη Περσεφόνη και την οδήγησε στο ζοφερό σκοτάδι του Άδη.

Ο χειρότερος εχθρός σου να είναι ο ίδιος σου ο εαυτός

Κουράστηκες να γυρεύεις την Αλήθεια κι έμαθες να κρύβεσαι στης κοινωνίας το φιλήδονο χειροκρότημα..

Φόρεσες την πρέπουσα ηθική σαν σκάφανδρο και άνευ όρων παραδόθηκες σε αυτή την εκφυλισμένη κακοφωνία.. έπαψες να αναζητάς το Αληθινό, αυτό που η ψυχή σου λαχτάρησε..

Απωθημένα καλά κρυμμένα σε νύχτες μοναξιάς δίπλα σε αποτσίγαρα και θρυμματισμένα γυαλιά..

Θόλωσε το είδωλο στον καθρέπτη, έμοιασε μονομιάς γνώριμο κι ύστερα ο χειρότερος εχθρός σου απέκτησε τη δική σου μορφή, το δικό σου βλέμμα..

Βαρύ το τίμημα της αποδοχής, βλέπεις.. σκλαβιά μεγάλη..

Γκουρμέ κυρίως πιάτο σερβίρονται απόψε οι γαζωμένες φωτογραφίες ενός φωτεινού χτες που έσβησε μαζί με την αυθεντικότητα που θυσίασες στο βωμό του κονιορτοποιημένου σου «φαίνεσθαι»..

Στο φιλντισένιο πύργο του Flaubert λιποτάκτης στης καρδιάς σου το κάλεσμα, άξιζε άραγε να θυσιαστείς;

Μίζερες σκέψεις, άρρωστη λογική, ψεύτικα χαμόγελα καλά καμουφλαρισμένα σε ασβεστωμένα πρόσωπα η παντοτινή σου καταδίκη..

Και τότε κατάλαβες πως είναι από τις τιμωρίες η πιο απάνθρωπη, ο χειρότερος εχθρός σου να ναι ο ίδιος σου ο εαυτός..

Πόσο τραγική διαπίστωση..πόσο ηχηρό έναυσμα για Αλλαγή..

Θέσε ένα μόνο ερώτημα στον εαυτό σου κάποια νύχτα από εκείνες που ντύνεσαι παιδί και το μονοπάτι της αναγέννησης θα σου αποκαλυφθεί:

Αν σου ζητούσα να απαριθμήσεις όσα αγαπάς, σε ποια θέση θα έβαζες τον εαυτό σου;

Το Πλατωνικό matrix και η επικούρεια πραγματικότητα

Η λογική μοιάζει σαν την πλαστελίνη που με πρόσχημα την αλήθεια, ο καθένας την πλάθει προσδίδοντας την διαφορετικά χαρακτηριστικά ανάλογα με τις πεποιθήσεις του και τις επιδιώξεις του.

Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι η εκ διαμέτρου αντίθετες θέσεις του ιδεαλισμού και του υλισμού. Δύο "αλήθειες" που συνυπάρχουν στον κόσμο μας αλλά δεν ενώνονται πουθενά. Κύριοι εκφραστές των δύο αυτών πόλων ο Πλάτωνας και ο Επίκουρος. Από την μια ο θεοποιημένος κόσμος των ιδεών φτιαγμένος απ' όλα όσα δεν μπορούμε να κατανοήσουμε, δίδοντας του μεταφυσικές ιδιότητες, και από την άλλη η υλική φύση του σύμπαντος και οι αισθήσεις που μας βοηθούν να την κατανοήσουμε στο μέτρο του δυνατού.

Η Πλατωνική λογική είναι δυσνόητη και εφικτή μόνο μέσα από μυστηριώδεις τρόπους επαφής με τα υπερκόσμια. Η πεποίθηση ότι ο γήινος κόσμος δεν είναι παρά μόνο ένα matrix αυθύπαρκτων και αιώνιων αληθειών, μιας πραγματικότητας δηλαδή που βρίσκεται σε μία άλλη διάσταση και απλά αντανακλά τη σκιά των ιδεών της στον δικό μας κόσμο, είναι αντιεπιστημονική αφού δεν βασίζεται σε αποδείξεις παρά μόνο σε αναπόδεικτες υποθέσεις.

Μια τέτοια λογική οδηγεί τον άνθρωπο στην μυθοπλασία, στις ψευδαισθήσεις και τον βυθίζει στο σκοταδισμό. Τρανό παράδειγμα οι συνωμοσιολόγοι οι οποίοι εμφορούμενοι από την απολυτότητα των ιδεών τους, παραποιούν την πραγματικότητα για να δημιουργήσουν τον δικό τους φανταστικό κόσμο.

Η επικούρεια λογική δέχεται την απειρότητα των κόσμων και αντιλαμβάνεται το γαλαξία που ζούμε, ως μια υλική πραγματικότητα, που είτε μπορεί να είναι όμοια είτε να διαφοροποιείται από τους υπόλοιπους γαλαξίες, ανάλογα με τις τυχαίες ή μηχανιστικές κινήσεις των σωματιδίων και τις συνθήκες που επικρατούν σε αυτούς.

Η παραδοχή αυτή αφαιρεί από τον ιδεαλισμό των πολιτικών τις αυθεντίες και τους εθνοσωτήρες, αλλά και των θρησκειών το αφήγημα της δημιουργίας και της θείας παρέμβασης ενώ ταυτόχρονα οδηγεί στο συμπέρασμα πώς σε ένα υλικό σύμπαν τίποτα δεν γεννιέται από το τίποτα, και πως ότι συμβαίνει σε αυτά που παρατηρούμε με τις αισθήσεις, συμβαίνει και σε αυτά που δεν μπορούμε να τα δούμε με τις αισθήσεις.

Η επιστημονική μεθοδολογία η οποία ερευνά, πειραματίζεται, και καταλήγει σε συμπεράσματα τα οποία είτε διαψεύδονται είτε επαληθεύονται, είναι η ορθολογική προσέγγιση των φαινομένων.

Νίτσε: Οι περιφρονητές του σώματος

«Σ’ αυτούς που το σώμα περιφρονούν θέλω να πω δυο λόγια. Μήτε να πολυδιδαχτούν και μήτε να πολυδιδάξουν πρέπει -φτάνει μονάχα να πουν στο ίδιο τους το σώμα: χαίρε- και τότε θα βουβαθούν.

«Σώμα είμαι και ψυχή» - έτσι μιλάει το παιδί. Και γιατί δε θα ’πρεπε τάχα να μιλάει κανείς σαν τα παιδιά;

Όμως αυτός που ξύπνησε και βλέπει συνειδητά, λέει: Σώμα είμ’ ολόκληρος και τίποτ’ άλλο, κι είναι μια λέξη απλή η ψυχή, για κάτι που έχει σχέση με το σώμα.

Το σώμα είναι ένα μεγάλο λογικό, μια ποικιλία με μια μόνη αίσθηση, ένας πόλεμος και μια ειρήνη, ένα κοπάδι κι ένας βοσκός.

Του σώματός σου όργανο είναι και η μικρή σου λογική, αδερφέ μου που «πνεύμα» την φωνάζεις, ένα μικρό όργανο κι ένα παιχνιδάκι του μεγάλου σου λογικού.

Λες «Εγώ» κι είσαι περήφανος γι’ αυτή τη λέξη. Το πιο μεγάλο όμως -κι αυτό δεν θέλεις να το πιστέψεις- είναι το σώμα σου και το μεγάλο του λογικό! αυτό δε λέει «Εγώ», αυτό δρα σαν «Εγώ».

Ό,τι οι αισθήσεις νιώθουν κι ό,τι το πνεύμα αναγνωρίζει, αυτό δεν αποτελεί τον τελικό σκοπό. Όμως οι αισθήσεις και το πνεύμα πασχίζουν να σε πείσουν ότι αυτό είναι ο σκοπός του παντός: πόσο ματαιόδοξα είναι!

Αισθήσεις και πνεύμα, είν’ όργανα και παιχνιδάκια. Πίσω τους κρύβεται ο «εαυτός». Ο «εαυτός» ερευνάει ακόμα, με τα μάτια των αισθήσεων κι ακούει μετ’ αφτιά του πνεύματος.

Ολοένα ακούει ο «εαυτός» και ψαχουλεύει, ζυγιάζει, εκβιάζει, κατακτάει, ρημάζει. Κυριαρχεί κι είναι όμοια του «Εγώ» κυρίαρχος.

Πίσω από τους στοχασμούς και τα αισθήματά σου, αδερφέ μου, σηκώνεται ένας πιο τρανός αφέντης, ένας άγνωστος σοφός -αυτός ονομάζεται «εαυτός». Κατοικεί στο κορμί σου, είναι το ίδιο το κορμί σου.

Και βρίσκεται πιο πολύ λογικό μέσα στο κορμί σου, παρά μέσα στη σπουδαιότερη σοφία σου. Και ποιος ξέρει τάχα γιατί έχει ανάγκη το κορμί σου τη μεγαλύτερη σοφία σου;

Ο «εαυτός» σου γελάει για το εγώ σου και για τα περήφανα πηδήματά του. «Τι είναι για μένα τούτα τα πηδήματα και τα φτερουγίσματα της σκέψης;» λέει μέσα του: «Ξεστρατίζει το σκοπό μου. Εγώ χειραγωγούμαι από το Εγώ και είμαι των ιδεών ο υποβολέας».

Ο Εαυτός προστάζει το Εγώ: «νιώσε πόνο!» Κι αυτό πονάει και στοχάζεται να μην πονάει πια - κι είν’ αυτό ακριβώς που πρέπει να στοχάζεται.

Ο Εαυτός προστάζει το Εγώ: «νιώσε χαρά!» κι αυτό χαίρεται και στοχάζεται, πώς να χαίρεται πιο πολύ - κι αυτό ακριβώς πρέπει να στοχάζεται.

Στους περιφρονητές του κορμιού θέλω να πω δυο λόγια: Τιμή σ’ αυτούς που περιφρονούν. Τι δημιούργησε όμως την εκτίμηση και την περιφρόνηση, την αξία και τη θέληση;

Ο δημιουργός Εαυτός, δημιούργησε για λογαριασμό του, εκτίμηση και περιφρόνηση, δημιούργησε χαρά και πόνο. Τ ο δημιουργό σώμα, δημιούργησε το πνεύμα, σάμπως χέρι της θέλησής του.

Ακόμα και στη βλακεία σας και στην περιφρόνησή σας, τον Εαυτό σας υπηρετείτε, περιφρονητές του κορμιού. Σας το λέω: Κι ο Εαυτός σας ακόμα θέλει να πεθάνει και ξεμακραίνει από τη ζωή!

Δε μπορεί πια να κάνει αυτό που πολύ θέλει: παραπάνω από τον εαυτό του να δημιουργήσει. Αυτό θέλει πιο πολύ, αυτός είναι ο πόθος του ολάκερος.

Όμως πολύ αργά του είναι κιόλας για κάτι τέτοιο: - κι έτσι ποθεί να δώσει ο εαυτός σας, ω καταφρονητές του κορμιού! Γιατί δε μπορείτε πια να δημιουργήσετε τίποτα πιο πάνω από τον εαυτό σας.

Και τούτος είναι ο λόγος που αγανακτείτε εναντίον του κορμιού και της γης.

Ένας φθόνος ασυνείδητος κρύβεται στη λοξή ματιά της καταφρόνησής σας.

Δεν παίρνω το δρόμο σας, ω καταφρονητές του κορμιού! Δεν είστε για μένα γέφυρα για τον Υπεράνθρωπο!»

Αυτά έλεγε ο Ζαρατούστρας.

Νίτσε, Τάδε έφη Ζαρατούστρας

Εγώ, μόνο εσάς φοβάμαι

Φοβάμαι.

Φοβάμαι γιατί ζω σ έναν κόσμο που δεν πολεμάει για τίποτα.

Κάθεται στον καναπέ του και δεν ξεβολεύεται ούτε για να αλλάξει κανάλι στην τηλεόραση. Στέλνει τη γάτα, το σκύλο, το παιδί του ή ακόμα χειρότερα «εύχεται» το κανάλι να αλλάξει μόνο του.

Γενικεύεις, θα μου πείτε. Γενικεύω ναι, αλλά δεν κάνω τίποτα παραπάνω απ΄ το να περιγράψω αυτό που βλέπω.

Οι εξαιρέσεις επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Εξαιρέσεις που έψαξα για να τις βρω, δεν σκόνταψα μπροστά τους.

Έψαξα να τους βρω και κάνω ότι μπορώ για να παραμείνω κι εγώ δίπλα τους.

Δίπλα στους ψαγμένους, τους πειραγμένους, τους ασυγκράτητους, τους αβόλευτους, τους περίεργους, τους δρομείς, τους πεινασμένους, τους διαφορετικούς, τους λίγους.

Οι πολλοί δείχνουν χορτάτοι. Άλλο που στην πραγματικότητα είναι κουρασμένοι, απογοητευμένοι, αφημένοι στην κατάσταση που ζουν, αδιάφοροι, μοιρολάτρες.

Τους μιλάς για πόλεμο και υποχωρούν πριν μπουν στο πεδίο της μάχης. Κάνεις λόγο για τα όπλα και σου μιλάνε για την άδεια που δεν έχουν. Για στολή εκστρατείας και σου περιγράφουν τις πυτζάμες που φοράνε.

Όχι, δεν τους αρέσει. Όχι, δεν περνάνε καλά ούτε είναι ευτυχισμένοι.

Πολύ μακριά απ΄ όσα ήθελαν, ανάποδα απ΄ ότι υπολόγιζαν.

Σταθεροί μέσα στην αστάθεια τους, ακίνητοι σ έναν κόσμο που τρέχει δίπλα τους, πεθαμένοι δίπλα σε ζωντανούς που παλεύουν για να ζήσουν.

Αρκεί να μην αλλάξει το πρόγραμμα, να μη βγουν από τις συνήθειες μιας ζωής, να μην αλλάξουν πρόσωπα, σπίτια, θέα, τσέπες, παπούτσια.

Ακόμα και το παράπονο, παραμένει κι αυτό σταθερό.

Παραπονιούνται για αυτά που δεν μπορούν ν αλλάξουν χωρίς καν να προσπαθήσουν. Απλά ξέρουν ότι ακόμα κι η προσπάθεια θέλει κόπο.

Πόσο μάλλον η επιμονή για το τελικό αποτέλεσμα.

Σταθερές δουλειές, σχέσεις, φίλοι, έρωτες. Σταθερές όχι από άποψη. Από ανάγκη και μόνο.

Σε λανθασμένες βάσεις οι περισσότερες, έρχονται και γίνονται θηλιά που τους πνίγει.

Μόνοι τους την πέρασαν στο λαιμό τους, μόνοι τους παραπονιούνται, μόνοι τους δεν βλέπουν ότι δεν υπάρχει καρεκλάκι από κάτω.

Στο πάτωμα στηρίζονται, αλλά η θηλιά παραμένει γερά δεμένη.

Είναι οι ίδιοι που παραπονιούνται για τα παιδιά τους που φεύγουν απ' το σπίτι γιατί δεν θέλουν οι ίδιοι να τα αποχωριστούν αρνούμενοι την εξέλιξή τους.

Είναι οι ίδιοι που δουλεύουν τη σφραγίδα αλλά δεν τόλμησαν ποτέ να μάθουν κάτι παραπάνω για να εξελιχθούν.

Οι ίδιοι που διάλεξαν τους φίλους τους για να τους κανακεύουν, να τους ευχαριστούν και να μη τους προβληματίζουν.

Αυτοί που ονόμασαν έρωτα ένα απλό ενδιαφέρον, χωρίς να έχουν ζήσει ποτέ στο πετσί τους πως είναι να πεθαίνει η ψυχή σου για έναν άνθρωπο. Πως είναι να επιλέγεις και όχι να αποδέχεσαι το τυχαίο. Πως είναι να μη φοβάσαι να ωριμάσεις, να αναλάβεις ευθύνες, να τραβήξεις τον άλλο από το γιακά, να τον απορρίψεις αν χρειαστεί, να τον ταρακουνήσεις, να τον παρασύρεις μαζί σου ένα βήμα παρακάτω.

Οι ίδιοι που φοβούνται τη μοναξιά και ας τη ζουν καθημερινά έχοντας δίπλα τους τόσους ανθρώπους.

Αυτοί, ναι, αυτοί που γκρινιάζουν όλη μέρα γιατί δεν έχουν αποδεχθεί την κατάσταση που ζουν. Απλά περιμένουν να αλλάξει μαγικά χωρίς κόπο και προσπάθεια.

Τους αρκεί που ο μετρονόμος παραμένει σταθερός. Ούτε πιο αργά, ούτε πιο γρήγορα.

Κολλημένος σ ένα ρυθμό, τους κοίμισε.

Τώρα ονειρεύονται να πάρουν τη ζωή τους στα χέρια τους, αλλά η θέληση παραμένει στα όνειρά τους.

Ζουν εκεί , αντί να ζουν την πραγματικότητα.

Ανώδυνα. Αυτό πάνω απ΄ όλα.

Δεν φοβάμαι τελικά. Δεν φοβάμαι γιατί βρίσκομαι στους λίγους αλλά αντέχω να πληρώνω το βαρύ αντίτιμο.

Δεν φοβάμαι γιατί δεν συμβιβάστηκα ποτέ με τα δεδομένα, κι αν το έκανα σε κάποια απ' αυτά, ήταν και αυτό μια συνειδητή απόφαση.

Δεν μου επιτρέπεται να γκρινιάζω, ούτε να παραπονιέμαι.

Δεν φοβάμαι τελικά . Μόνο εσάς φοβάμαι.

Μη με παρασύρετε στον ύπνο σας και ζω στα όνειρα και όχι στην πραγματικότητα.

Η δύναμη και η υγεία

Οι φυσικές δυνάμεις εντός μας είναι οι πραγματικοί θεραπευτές της νόσου” -Ιπποκράτης (Πατέρας της Δυτικής Ιατρικής)

Τι σημαίνει να είναι κανείς υγιής; Ίσως απαντήσατε “Να μην είναι άρρωστος”, αλλά στην πραγματικότητα είναι πολύ παραπάνω απο αυτό. Αν είστε έτσι κι έτσι ή καλούτσικα ή τίποτα το ιδιαίτερο, δεν είστε πραγματικά υγιής.

Ό,τι σκέφτεστε μέσα σας είναι αυτό που πιστεύετε πως ισχύει. Οι πεποιθήσεις δεν είναι παρά επαναλαμβανόμενες σκέψεις οι οποίες συνοδεύονται απο ισχυρά συναισθήματα, όπως “Αρπάζω εύκολα κρυολογήματα”, “Έχω ευαίσθητο στομάχι”, “Δυσκολεύομαι να χάσω βάρος”. Όλα αυτά είναι πεποιθήσεις, όχι γεγονότα!

Μια πεποίθηση δημιουργείται όταν έχετε πάρει την απόφασή σας, έχετε εκδώσει την ετυμηγορία, έχετε διπλοκλειδώσει την πόρτα κι έχετε πετάξει το κλειδί. Αλλά ό,τι πιστεύετε και αισθάνεστε πως είναι αληθινό θα υλοποιηθεί για σας, είτε οι πεποιθήσεις σας είναι ωφέλιμες είτε επιζήμιες. Όποιες πεποιθήσεις εκπέμπετε, πρέπει να τις λάβετε πίσω όπως ορίζει ο νόμος της έλξης.

Το φαινόμενο του ψευδοφάρμακου (πλασέμπο) είναι η απόδειξη της δύναμης της πεποίθησης στην ιατρική. Σε μια ομάδα ασθενών χορηγούνται πραγματικά χάπια ή αγωγή και σε μια άλλη το πλασέμπο-ένα δισκίο ζάχαρης ή ψεύτικη αγωγή-,αλλά σε καμία απ’τις δυο δε γνωστοποιείται αν λαμβάνει τη θεραπεία για τα συμπτώματα ή την ασθένεια. Κι όμως η ομάδα που λαμβάνει το πλασέμπο παρουσιάζει συχνά αξιοσημείωτη βελτίωση και μείωση ή ακόμα και εξαφάνιση των συμπτωμάτων. Τα εκπληκτικά αποτελέσματα του φαινομένου ψευτοφάρμακου καταδεικύουν συχνά τη δύναμη των πεποιθήσεων πάνω στο σώμα μας.

Τα συναισθήματα που έχετε κατακλύζουν κάθε κύτταρο και όργανο σε όλο σας το σώμα. Όταν έχετε καλά συναισθήματα, εκπέμπετε αγάπη και προσελκύετε τη δύναμη της υγείας σε πλήρη ισχύ, με εκπληκτικά αποτελέσματα στο σώμα σας. Όταν έχετε κακά συναισθήματα η ένταση κάνει τα νεύρα και τα κύτταρά τας να συσπώνται, η ζωτική παραγωγή χημικών ουσιών στο σώμα σας αλλάζει, τα αιμοφόρα αγγεία συστέλλονται, η αναπνοή σας ριχαίνει και όλα αυτά μαζί μειώνουν τη δύναμη της υγείας στα όργανα και σε ολόκληρο το σώμα σας.

Η ασθένεια είναι απλά η κατάληξη ενός σώματος που δεν έχει χαλαρώσει για πολύ καιρό, λόγω αρνητικών συναισθημάτων, όπως το άγχος, η ανησυχία και ο φόβος.

Η ευγνωμοσύνη είναι ο μεγάλος πολλαπλασιαστής, γι’ αυτό να ευχαριστείτε για την υγεία σας κάθε μέρα.

O νικητής είναι μόνος

Κόντρα σε όλες τις αντιξοότητες, σε όλους αυτούς που σου λένε πως δεν υπάρχει περίπτωση να τα καταφέρεις. Σε αυτούς που σου υπερτονίζουν τα αρνητικά σου κάθε φορά που πας να κάνεις κάτι καινούριο στη ζωή σου. Απλά χαμογέλασε και θυμήσου πως ο νικητής είναι μόνος.

Δεν χρειάζεσαι κανέναν να σου κόβει τα φτερά ούτε να σου τα μεγαλώνει. Χρειάζεσαι μόνο μία απόφαση, μια απόφαση από εσένα, να συνεχίσεις σε αυτό που θεωρείς σωστό για το παρόν και το μέλλον σου.

Ο νικητής είναι «κομματάκι ημίτρελος» ρισκάρει να τα παίξει όλα για όλα είτε τα έχει όλα είτε δεν έχει τίποτα. Μόνο, επειδή νιώθει, πως αυτό τον εκφράζει, και ξέρει πως αυτός ο δρόμος πηγαίνει προς την επιτυχία του.

Ο νικητής δεν κολλάει στα στερεότυπα δημιουργεί δικά του πλαίσια τα όποια όμως ποτέ δεν τα αμπαρώνει. Τα αφήνει μισόκλειστα γιατί ξέρει πως κάποια στιγμή θα χρειαστεί να τα ανοίξει για να περάσει. Δεν μένει σε μία μόνο ιδέα, αλλάζει πολλές μέχρι να φτάσει στο επιθυμητό σημείο.

Ο νικητής χαράζει την προσωπική του γκραβούρα πάνω στο μέταλλο της ζωής.

Ο νικητής είναι η ψυχή σου. Σώπασε και άκουσε την γιατί κάτι έχει να σου πει, μην την καταπιέζεις.

Μη φοβηθείς τίποτα, θα πετύχεις πλάι στον εαυτό σου!

ΒΟΥΔΙΣΜΟΣ ΜΑΝΤΥΑΜΑΚΑ (ΣΟΥΝΥΑΒΑΝΤΑ)

Η «ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ» («ΣΧΕΤΙΚΙΣΤΙΚΗ») ΘΕΩΡΗΣΗ ΤΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ

Μαντυαμάκα (Σουνυαβάντα): Όλα Είναι Σουνυάτα. Το Βιτζνάνα (η πιο λεπτή μορφή αντίληψης) είναι σουνυάτα. Όταν αυτό συνειδητοποιείται (όταν το βιτζνάνα "διαλύεται" σαν λειτουργία) αναδύεται η Τζνάνα (η Τζνάνα Παραμίτα), η Μη-Δυαδική Γνώση (Αντβάγια) της Πραγματικότητας, η Πραγματικότητα.

Προοίμιο

«Σαν τα αστέρια, μία οφθαλμαπάτη, σαν λυχνάρι, μία μασκαράτα, δροσοσταλίδες ή μία πομφόλυγα, ένα όνειρο, μία αστραπή ή σύννεφο, έτσι θα έπρεπε να βλέπουμε αυτό που είναι εθισμένο»

Σουνυάτα

Για τον Αρχέγονο Βουδισμό η Έσχατη Πραγματικότητα είναι Απροσδιόριστη. Θεωρείται σαν Αδειοσύνη, Άπειρο, Απροσδιόριστο. Μέσα σε Αυτή την «Αδειοσύνη», με αίτιο την άγνοια (αβίντυα), το σφάλμα, την λανθασμένη αντίληψη (μόχα) εμφανίζεται σε κοσμικό και ατομικό επίπεδο το γίγνεσθαι (σαμσάρα), σαν διαδικασία, σαν εξέλιξη, σαν διαδοχή στιγμιαίων καταστάσεων (ντάρμας)… Τα ντάρμας υπάρχουν σαν στιγμιαία εξαρτημένα φαινόμενα, σαν απλά φαινόμενα ή σαν αιτίες των αντικειμένων, μπορούν δηλαδή να προσδιορισθούν «έτσι» ή «έτσι» και πάντως θεωρούνται πραγματικά…. Το Νιρβάνα πραγματοποιείται με το σβήσιμο των διαδικασιών εξέλιξης, που θεωρούνται «πραγματικές»…

Έτσι Νιρβάνα και Σαμσάρα θεωρούνται και τα δύο πραγματικά και αντίθετα…

Γιά το Σουνυαβάντα το Σουνυάτα (Κενότητα) αποτελεί την Μόνη Πραγματικότητα. Το Σουνυάτα δεν προσδιορίζεται, είναι σαν να μην «υπάρχει» (γι’ αυτό δίνει την «εντύπωση» του Κενού). Tο Σουνυάτα είναι το Απόλυτο, η Έσχατη Πραγματικότητα που δεν υπάγεται σε κατηγορίες της νόησης. Δεν μπορούμε με κανένα τρόπο να «συλλάβουμε» το Σουνυάτα. Το Σουνυάτα (η Κενότητα) είναι «Κενή». Στο Σουνυάτα, στο Απόλυτο, δεν μπορούν να αποδοθούν προσδιορισμοί, ιδιότητες. Αυτό που υπάρχει είναι το Σουνυάτα, δεν υπάρχει τίποτα διαφορετικό, ό,τι εμφανίζεται διαφορετικό, το φαινόμενο, είναι επίσης Σουνυάτα. Το Σαμσάρα λοιπόν δεν είναι παρά μια φαινομενική πραγματικότητα. Τα ντάρμας είναι Σουνυάτα, δηλαδή δεν μπορούν να προσδιορισθούν (δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν σαν υποστηρίγματα της αντίληψης). Τα ντάρμας εμφανίζονται αλλά δεν διαρκούν, είναι αναλαμπές μέσα στο Σουνυάτα, δεν υπάρχουν σταθερά εκεί, άρα δεν διαφέρουν από το Σουνυάτα Έτσι και τα «πράγματα» αυτά καθεαυτά δεν είναι προσδιορίσιμα. Έτσι μόνο το Σουνυάτα αποτελεί Πραγματικότητα … Το Νιρβάνα πραγματοποιείται…Έτσι Νιρβάνα και Σαμσάρα είναι το ίδιο…

Έτσι η Μόνη Πραγματικότητα που υπάρχει είναι το Σουνυάτα (Κενότητα), δεν υπάρχει κάποια διαφορετική κατάσταση, δεν υπάρχει Νιρβάνα, δεν υπάρχει ύπαρξη, σαμσάρα, κάρμα, δεν υπάρχει πραγμάτωση, δεν υπάρχει τίποτα, όλα αυτά είναι φαντασιακές καταστάσεις. Αυτός που αντιλαμβάνεται το Σουνυάτα βιώνει την Πραγματικότητα. Όποιος δεν το αντιλαμβάνεται βυθίζεται σε μια φαντασιακή πραγματικότητα όπου όλα όμως δεν έχουν καμιά πραγματική ύπαρξη. Έτσι αυτό που οφείλουν οι «υπάρξεις» είναι η συνειδητοποίηση του Σουνυάτα, της Μόνης Πραγματικότητας. Όσο δεν το συνειδητοποιούν είναι μέσα στο φαντασιακό. Έτσι στο Σουνυαβάντα η έννοια της Πραγμάτωσης διαφοροποιείται. Το ζητούμενο δεν είναι όπως στο Θεραβάντα το σβήσιμο των διαδικασιών εξέλιξης αλλά η συνειδητοποίηση ότι υπάρχει μόνο Μία Πραγματικότητα κι ότι όλες οι καταστάσεις ύπαρξης είναι φαντασιακές. Αν και η Πραγματικότητα τίθεται διαφορετικά και η έννοια της πραγμάτωσης διαφοροποιείται όμως και στο Σουνυαβάντα υπάρχει κάτι να πραγματωθεί, η συνειδητοποίηση του Σουνυαβάντα, της Μόνης Πραγματικότητας. Έτσι ανάμεσα στο Θεραβάντα και το Σουνυαβάντα δεν υπάρχει καμιά διαφορά, απλά υπάρχει μια διαφορετική περιγραφή και μια διαφορετική προσέγγιση της Πραγματικότητας.

Σουνυάτα και ντάρμας (φαινόμενο, φαινόμενα, κόσμος)

Το Σουνυάτα αποτελεί την Μόνη Πραγματικότητα. Ό,τι εμφανίζεται (προσδιορίσιμο, υπαρκτό, αντικειμενικό) είναι μόνο φαινόμενο που όταν αναλυθεί στους προσδιορισμούς του (λακσάνα – χαρακτηριστικά, προσδιορισμοί, υποστηρίγματα της νόησης) δεν έχει καμία πραγματικότητα δική του (σβαμπάβα – αυτούπαρξη, υπόσταση, πραγματικότητα) κι έτσι «διαλύεται» πάλι στο Σουνυάτα.

Έτσι με αυτή την έννοια υπάρχει μόνο το Σουνυάτα, δεν υπάρχει τίποτα άλλο από το Σουνυάτα, κάποια αντικειμενική πραγματικότητα, αυθύπαρκτα αντικείμενα, κλπ. Τα ντάρμα που για το Θεραβάντα ήταν πραγματικά για το Σουνυαβάντα δεν διαφέρουν από το Σουνυάτα. Τα σκάντας που για το Θεραβάντα θεωρούνταν αληθινά για το Σουνυάτα δεν είναι παρά φαινόμενα που υφαίνονται μέσα στο Σουνυάτα. Το βιτζνάνα (η «συνείδηση» μιάς ατομικής ύπαρξης) όταν αναλυθεί στους προσδιορισμούς του, στην «φύση» του είναι μόνο αντίληψη, είναι φαινόμενο που η βαθύτερη φύση του είναι Σουνυάτα. Το ίδιο όλα τα φαινόμενα, τα σαμσκάρας, οι εντυπωμένες αντιλήψεις που τροφοδοτούν τάσεις, ένστικτα, επιθυμίες, όταν αναλυθούν στην λειτουργία τους δεν έχουν καμιά πραγματικότητα, είναι μόνο αντιλήψεις, είναι Σουνυάτα. Τα αντικείμενα της αντίληψης, της αίσθησης, τα αντικείμενα, είναι όλα φαινόμενα.

Το Σουνυάτα είναι η Μόνη Πραγματικότητα. Όλα τα φαινόμενα είναι αντιλήψεις μόνο (κι όταν αναλυθούν στην φύση τους είναι απατηλά), δεν έχουν καμία πραγματικότητα, είναι Σουνυάτα. Έτσι δεν υπάρχει καμιά ουσιαστική διάκριση ανάμεσα στο Σουνυάτα και την αντίληψη των φαινομένων (που συνθέτουν την εμπειρία του φαινομενικού κόσμου). Υπάρχουν τρεις ποικιλίες φαινομένων, τα φαινόμενα βιτζνάνα, τα φαινόμενα σαμσκάρα, και τα εξωτερικά φαινόμενα. Τα εξωτερικά, αντικειμενικά, φαινόμενα είναι απατηλά, δεν συνθέτουν κάποιο αντικειμενικό, αυθύπαρκτο, κόσμο, δεν υπάρχουν ουσιαστικά. Βέβαια όλα αυτά τα φαινόμενα, όταν εκδηλώνονται, υπακούουν στην δική τους νομοτέλεια. Δεν υπάρχει λοιπόν διάκριση ανάμεσα στο Σουνυάτα και τα φαινόμενα. Απλά υπάρχει αντίληψη του Σουνυάτα ή αντίληψη των φαινομένων που δεν διαφέρουν από το Σουνυάτα.

Σουνυάτα, η Μόνη Πραγματικότητα

Εφόσον μόνο το Σουνυάτα Είναι Πραγματικότητα κι όλα τα φαινόμενα υφαίνονται στο Σουνυάτα και δεν διαφέρουν ουσιαστικά από το Σουνυάτα, είναι Σουνυάτα, δεν υπάρχει σαμσάρα, ούτε έξοδος από το σαμσάρα. Απλά υπάρχει αντίληψη του Σουνυάτα ή αντίληψη των φαινομένων που είναι επίσης Σουνυάτα, είναι το ίδιο κι ας φαίνονται «διαφορετικά». Επίσης ο νόμος του κάρμα (της αιτιότητας, της σύνδεσης αιτίου αποτελέσματος) αφορά μονάχα την «εικονική» πραγματικότητα.

Μονάχα το Σουνυάτα είναι Πραγματικότητα, όλα τα άλλα είναι μονάχα όνειρο, αυταπάτη.

Ντυάνα

Το Σουνυάτα είναι η Μόνη Πραγματικότητα (στο Σουνυάτα υφαίνονται όλα τα φαινόμενα και δεν διαφέρουν από Αυτό). Υπάρχει αντίληψη του Σουνυάτα ή αντίληψη των φαινομένων, που είναι επίσης Σουνυάτα. Μπόντι είναι η αντίληψη ότι μόνο το Σουνυάτα είναι πραγματικότητα. Όταν τα φαινόμενα αναλύονται και διαλύονται στο Σουνυάτα υπάρχει Μπόντι. Όταν τα φαινόμενα αφήνονται να εκδηλώνονται δεν υπάρχει Μπόντι. Υπάρχουν τρία είδη φαινομένων, τα φαινόμενα βιτζνάνα, τα φαινόμενα σαμσκάρα, όλα τα φαινόμενα της αντίληψης.

Η Πρακτική που οδηγεί στο Μπόντι είναι το Ντυάνα. Σκοπός του Ντυάνα είναι να εξουδετερωθούν όλα τα φαινόμενα, να διαλυθούν μέσα στο Σουνυάτα. Τα φαινόμενα της αντίληψης που δεν θεωρούνται διαφορετικά από το Σουνυάτα απορρίπτονται έτσι κι αλλιώς σαν μη πραγματικά (σαν απλά φαινόμενα). Μένουν λοιπόν δύο είδη φαινομένων. Τα σαμσκάρα, που είναι νοητικά εντυπώματα και πρέπει να απορρίπτονται ξανά και ξανά καθώς αναδύονται από το βάθος της ύπαρξης, από τα ένστικτα, τις μνήμες, κλπ. και τα φαινόμενα βιτζνάνα που δομούν την αντίληψη μιας προσωπικής ύπαρξης που πρέπει να από-δομείται συνεχώς μέχρι να διαλυθεί στο Σουνυάτα. Στην συνέχεια πρέπει να από-δομηθεί η ίδια η αντίληψη της Σουνυάτα, που σχετίζεται με τις εσωτερικές νοητικές λειτουργίες. Η Αληθινή Σουνυάτα είναι πέραν όλων αυτών.

Το Ντυάνα έχει λοιπόν Πέντε Βαθμίδες (ή Επτά Βαθμίδες, αν λάβουμε υπ’όψιν μας ότι η απόρριψη της εσωτερικής νοητικότητας έχει τρία στάδια):

1) Απόρριψη του σάμτζνα (αντιληπτική διαδικασία). Τα φαινόμενα της αντίληψης, σαν αντικειμενικά φαινόμενα, απορρίπτονται έτσι κι αλλιώς.

2) Απόρριψη, Εξάλειψη του σαμσκάρα (διανόηση). Τίποτα δεν μπορεί να θεωρηθεί σαν στήριγμα ή να χρησιμοποιηθεί σαν βάση για διανοητική εργασία.

3) Απόρριψη, Εξουδετέρωση, του βιτζνάνα (συνείδηση, θεώρηση). Ακόμα και η προσωπική λύτρωση μέσα στο Νιρβάνα πρέπει να απορριφθεί. Το ίδιο το Νιρβάνα σαν προσωπική επίτευξη είναι απατηλό.

4) Απόρριψη της Εσωτερικής Νοητικής Δραστηριότητας… Δεν υπάρχει διάκριση ανάμεσα στο Σουνυάτα και την νοητική δραστηριότητα, το Νιρβάνα και τα σκάντα.

α) Όλα είναι Σουνυάτα – το υποκείμενο και το αντικείμενο διαχωρίζονται.

β) Η ίδια η συνείδηση είναι Σουνυάτα – υποκείμενο αντικείμενο ταυτίζονται.

γ) Η Σουνυάτα είναι άδεια από Σουνυάτα – δεν υπάρχει υποκείμενο, αντικείμενο.

5) ΜΠΟΝΤΙ, (Πραγμάτωση, Επίτευξη, Φώτιση).

Όταν φτάσουμε στην αντίληψη του Σουνιάτα τότε αντιλαμβανόμαστε ότι δεν υπάρχει καμιά διάκριση σε Σουνιάτα και φαινόμενα, καμιά διάκριση.

Μπόντι

Σύμφωνα με την διδασκαλία του Σουνυαβάντα όλα είναι Σουνυάτα, δεν υπάρχει κάτι άλλο από το Σουνυάτα, όλα τα φαινόμενα είναι Σουνυάτα. Όταν το συνειδητοποιούμε υπάρχει Μπόντι. Επομένως Μπόντι σημαίνει αντίληψη της Πραγματικότητας, της Μόνης Πραγματικότητας που υπάρχει, δεν σημαίνει επίτευξη κάποιας άλλης κατάστασης. Όταν δεν αντιλαμβανόμαστε την Πραγματικότητα (όταν δεν υπάρχει Μπόντι) είμαστε σε μια ονειρική κατάσταση, μη πραγματική σε τελευταία ανάλυση. Τελικά είτε αντιλαμβανόμαστε την Πραγματικότητα, είτε όχι. Όταν την αντιλαμβανόμαστε είναι σαν να ξυπνάμε στην Πραγματικότητα, την Μόνη Πραγματικότητα, οι άλλες καταστάσεις είναι σαν να μην υπάρχουν. Δεν υπάρχει επίτευξη λοιπόν με την έννοια ότι μεταβαίνουμε από μια πραγματική κατάσταση σε μια άλλη πραγματική κατάσταση.

Η Καλλιέργεια της αυτεπίγνωσης

H αυτεπίγνωση αφορά στην ικανότητα να αναγνωρίζουμε τις σκέψεις και τα συναισθήματά μας, καθώς και τις δυνατότητες και αδυναμίες μας. Επίσης η ενσυνειδητότητα αφορά σε μια συγκεκριμένη ποιότητα επίγνωσης του εαυτού μας και του χώρου που μας περιβάλλει, καθώς εστιάζουμε στην παρούσα στιγμή με διάθεση περιέργειας και αποδοχής, χωρίς επίκριση.

Η Καλλιέργεια της αυτεπίγνωσης

Η καλλιέργεια της αυτεπίγνωσης είναι πολύ σημαντική, επειδή μας βοηθάει να αναπτύξουμε την ικανότητα της αυτορύθμισης, δηλαδή τη διαχείριση της εσωτερικής μας διάθεσης και των δυσάρεστων συναισθημάτων μας.

Έτσι όσο πιο ανεπτυγμένη αυτεπίγνωση έχουμε, τόσο καλύτερη αυτορύθμιση επιτυγχάνουμε. Δηλαδή μπορούμε να διαχειριζόμαστε τα συναισθήματά μας και να ρυθμίζουμε τις αντιδράσεις μας. Αυτό μας οδηγεί σε καλύτερη επαφή με τον εαυτό μας και αίσθηση αυτοελέγχου, αποφεύγοντας να γίνουμε έρμαιο συναισθημάτων που μας κατακλύζουν και τα βιώνουμε με δυσφορία.

Η αύξηση της αυτεπίγνωσης μπορεί επιπλέον να μας βοηθήσει να αξιολογήσουμε την κατάσταση της ψυχικής μας υγείας και τη γενικότερη αίσθηση ικανοποίησης από τον τρόπο ζωής μας και να εντοπίσουμε πιθανές δυσκολίες στον εαυτό μας που μας εμποδίζουν σε διάφορους τομείς ( σχέσεις, εργασία, αυτοπεποίθηση, κλπ). Αυτή η διαδικασία μπορεί να μας κινητοποιήσει στο να θέσουμε νέους στόχους και να προχωρήσουμε σε νέες, καλύτερες επιλογές που να ταιριάζουν με τις συναισθηματικές μας ανάγκες και τον τρόπο ζωής που επιθυμούμε.

Αυεπίγνωση, συναισθηματικές ανάγκες και το νόημα που αποδίδουμε στις εμπειρίες μας

Γενικότερα η αυτεπίγνωση συνδέεται με την αναγνώριση των συναισθηματικών αναγκών και την αναζήτηση του προσωπικού νοήματος που αποδίδουμε στις εμπειρίες μας.

Κάθε άνθρωπος αντιλαμβάνεται και ερμηνεύει τα βιώματά του με το δικό του τρόπο, γι’ αυτό και θεωρείται ότι δεν υπάρχει μία και μόνο αντικειμενική πραγματικότητα. Επίσης συνδέεται με την έννοια της ανάληψης ευθύνης για τις πράξεις και τις επιλογές μας.

Η αύξηση της επίγνωσης των εμπειριών μας, οδηγεί σε μια πιο ξεκάθαρη θέαση για αυτό που νιώθουμε, σκεφτόμαστε και πράττουμε.

Έτσι αναλαμβάνουμε την ευθύνη του εαυτού μας και νιώθουμε αυτόνομοι και έτοιμοι να κάνουμε επιλογές, αντί να νιώθουμε εξαρτημένοι από τους άλλους και τις διαθέσεις τους, άρα αδύναμοι να αντιδράσουμε.

Με αυτή τη νέα θέαση του εαυτού, οι σχέσεις με τους άλλους επαναπροσδιορίζονται και αρχίζουν να γίνονται αντιληπτές υπό μια άλλη οπτική, όπου μπορεί κάποιος να νιώθει καλά όταν είναι μόνος, ενώ συγχρόνως μπορεί να συνυπάρχει και να αντλεί ευχαρίστηση από τις διαπροσωπικές σχέσεις. Μπορεί να νιώθει ελεύθερος να αποτελεί μέλος μιας σχέσης ή μιας ομάδας χωρίς να χάνει την ατομικότητά του μέσα σε αυτήν και χωρίς να ακολουθεί πράγματα που δεν τον εκφράζουν.

Η ανάληψη της ευθύνης του εαυτού δίνει νόημα στην ύπαρξη μας.

Όταν αντιμετωπίζουμε δυσκολίες, είναι πολύ βοηθητικό να κατανοήσουμε ότι αν και δεν μπορούμε να ελέγξουμε όλες τις υπάρχουσες συνθήκες, μπορούμε να επιλέξουμε το δικό μας δρόμο για το πώς θα αυτοπροσδιοριζόμαστε και πώς θα κινηθούμε μέσα στα διάφορα πλαίσια και καταστάσεις.

Όταν κάποιος παίρνει την ευθύνη των επιλογών του, τότε μόνο μπορεί να μάθει για τις συνέπειες των πράξεων του, για τις δυνατότητες του και τα όρια του.

Χρειάζεται να αναγνωρίσουμε ότι είμαστε συγχρόνως “δημιουργοί” και “δημιουργήματα” των καταστάσεων που αντιμετωπίζουμε και έτσι κάθε κατάσταση απαιτεί την ανταπόκρισή μας σε αυτό που συμβαίνει.

Αν κατηγορούμε συνέχεια τους άλλους ως υπαίτιους και παίρνουμε το ρόλο του θύματος, τότε θα συνεχίσουμε να παραμένουμε εξαρτημένοι, να νιώθουμε σύγχυση και να παραμένουμε σε καταστάσεις που δεν μας εκφράζουν. Όταν αναγνωρίσουμε τα παραπάνω, τότε θα καταλάβουμε ότι έχουμε τη δυνατότητα να αντιδράσουμε, ότι μπορούμε να πάρουμε αποφάσεις και να κάνουμε κάτι διαφορετικό.
  • Πώς βιώνω τον εαυτό μου; (νοητικά, συναισθηματικά, σωματικά),
  • Με ποιους τρόπους χρειάζομαι να δρω και να σχετίζομαι με τους άλλους για να νιώθω καλά;
  • Πώς μπορώ να ζήσω μια ζωή που να έχει νόημα για μένα;
Για να βρούμε τις δικές μας απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα μπορούμε να αντλήσουμε έμπνευση από τα εξής:

Ο εαυτός είναι προϊόν των επιλογών μας. Οποιαδήποτε επιλογή αποτελεί πράξη αυτο-έκφρασης.

Οι δυσκολίες δεν μπορούν να ξεπεραστούν με το να τις αποφεύγει κάποιος.

Ο άνθρωπος μπορεί να αλλάζει συνεχώς και να ξεπερνά τις δυσκολίες με το να μαθαίνει μέσα από τις εμπειρίες της ζωής

Η καλλιέργεια της αυτεπίγνωσης και η διαμόρφωση του νοήματος της ζωής μας είναι μια συνεχής εξελικτική διαδικασία.

Έτσι σε διαφορετικές φάσεις της ζωής μας μπορεί να αποδίδουμε διαφορετικό νόημα στα πράγματα, να έχουμε διαφορετικές ανάγκες και οι επιλογές μας να είναι διαφορετικές

Μια ζωή με νόημα αναφέρεται στις επιθυμίες, στους στόχους, στα όνειρα για το μέλλον και στην κάλυψη των βαθύτερων συναισθηματικών αναγκών

Η επίγνωση των εμπειριών μας οδηγεί σε μεγαλύτερη επίγνωση του εαυτού μας και βοηθά να ωριμάσουμε ψυχολογικά και να εξελιχθούμε. Με το να αναζητήσουμε και να κάνουμε τις δικές μας επιλογές και να είμαστε υπεύθυνοι για αυτές, μπορούμε να έχουμε ενεργό ρόλο στο σχεδιασμό της ζωής μας.

Το πέταγμα

-''Φοβάμαι Γέροντα'' -'' Τι φοβάσαι;'' -'' Φοβάμαι τα πάντα.'' -''Δηλαδή;'' -''Φοβάμαι τις φωνές. Φοβάμαι τις γρήγορες ομιλίες. Φοβάμαι τους ανθρώπους που χαμογελούν ψεύτικα.'' -''Τι σκέφτεσαι να κάνεις;'' -''Σκέφτομαι να τινάξω τα μυαλά μου στον αέρα.'' -'' Μα η ζωή είναι δώρο που σου δίνεται μια φορά.'' -''Το ξέρω αλλά φοβάμαι.''

Τότε ο γέροντας του έδωσε ένα χαρτί.

''Τι είναι αυτό;''

Το βρήκα πριν πολλά χρόνια σε ένα νεκροταφείο. Μου έδωσε το κουράγιο να ξεπεράσω μια σπάνια αρρώστια. Από τότε το δίνω σε ανθρώπους που έχουν τα ίδια προβλήματα με εσένα.'

''Τι πρόβλημα έχω;''

''Θα σου πω όταν θεραπευτείς.''

Ο γέροντας βγήκε από τη σκηνή. Ο άντρας πήρε το χαρτί με τα χέρια του να τρέμουν. Άρχισε να διαβάζει προσπαθώντας να συγκρατήσει τα δάκρυα του.

''Σε ένα χώρο που υπάρχουν νεκροί, που αργά ή γρήγορα θα τους συναντήσω και εγώ, θα σας πω τις φορές που γεννήθηκα ξανά. Δεν ξέρω αν είναι πολλές ή λίγες, αλλά είναι αληθινές.
Γεννιέμαι κάθε φορά που ξημερώνει μια καινούρια μέρα.
Γεννιέμαι όταν ακουμπάω το χέρι ενός ετοιμοθάνατου και είναι ακόμα ζεστό. Γεννιέμαι όταν τα χωράφια είναι υγρά μετά από μια βροχή και έτοιμα να ανθίσουν.
Γεννιέμαι όταν οι ιδέες κάποιων ανθρώπων, αναζωπυρώνονται με τα χρόνια όλο και περισσότερο.
Γεννιέμαι κάθε φορά που οι πόρτες των διαμερισμάτων παραμένουν ανοιχτές και με ένα πιάτο φαί στη πόρτα.
Γεννιέμαι όταν συνειδητοποιώ πως δεν είναι μακριά το τέλος αλλά ούτε και η αρχή για να ένα καινούργιο ξεκίνημα. Το ένα μπλέκεται στο άλλο χωρίς να καταλαβαίνεις τη διάφορα.
Γεννιέμαι κάθε φορά που το όχι μου είναι πιο δυνατό από την πλειοψηφία και ανακαλύπτω τη διαφορετικότητα μου.
Γεννιέμαι καθώς συνειδητοποιώ πως οι αλυσίδες που με έχουν δεμένο, δεν είναι τόσο δυνατές όσο νόμιζα.
Γεννιέμαι βλέποντας ανθρώπους να φυτεύουν ξανά δέντρα σε ένα καμένο δάσος. Ίσως γιατί ξέρω πως αν δε καταστρέφεις, δε μπορείς να ανθίσεις πουθενά''.

Ο άντρας βγήκε έξω από τη σκηνή.

Ο γέροντας κοιτούσε το γαλανό ουρανό ατάραχος.

''Το διάβασα γέροντα.'' ''Και τι κατάλαβες;''
'Ότι θέλω να ξαναγεννηθώ αλλά δε μπορώ.''
''Γιατί;''
''Βλέπω τοίχους παντού. Νιώθω εγκλωβισμένος.''

'Έλα μαζί μου.''

''Φοβάμαι πως δεν υπάρχει χώρος να περπατήσω.''

''Δρόμοι υπάρχουν μόνοι για αυτούς που θέλουν περπατήσουν.''

''Και που θα σε βγάλουν;''

'Όλοι οι δρόμοι σε βγάζουν κάπου, αρκεί να τους περπατήσεις ως το τέλος. Έλα μαζί μου.''

Άρχισαν να περπατάνε σε μια μεγάλη ανηφόρα που οδηγούσε στην κορυφή του βουνού. Γύρω τους υπήρχαν δέντρα, χώμα και το άγγιγμα ενός κρύου αέρα που τους ανατρίχιαζε. Κάθε βήμα του άντρα, ήταν πιο σταθερό από το προηγούμενο. Έπειτα από λίγο, έφτασαν σε ένα σταυροδρόμι.

''Θα μου πεις τι πρόβλημα είχα;''

''Είναι ευχάριστο που χρησιμοποιείς παρελθόν.''

''Δε κατάλαβα γιατί το έκανα αυτό.''

''Το έκανες γιατί θεραπεύτηκες.''

''Τι είχα;''

''Μπέρδεψες το φοβάμαι με το φοβούνται και το δε μπορούν με το δε μπορώ. Προχώρα.''

Τότε o άντρας κοίταξε γύρω του. Ο ένας δρόμος οδηγούσε στην πόλη και ο άλλος στη κορυφή του βουνού.

''Ποιο δρόμο να ακολουθήσω γέροντα;''

''Τον πιο δύσκολο γιε μου. Αυτός αξίζει.''

''Είναι δύσκολο.''

''Είναι ο προορισμός σου.''

'Έπειτα ο άντρας κίνησε να φύγει. Προτού κάνει δυο βήματα, ο γέροντας του φώναξε.

''Πέταξε όσο πιο ψηλά μπορείς, πριν γίνεις χώμα. Αυτό αξίζει.''

Ο άντρας σε λίγο χάθηκε...

Το όνειρο του Tolstoi

Θυμάμαι τον Λέοντα Τολστόι. Έβλεπε ένα όνειρο, το οποίο ερμηνεύεται από ψυχαναλυτές διαφόρων σχολών για πάνω από έναν αιώνα. Το όνειρο ήταν πολύ παράξενο για τους ψυχαναλυτές – αν και για να το καταλάβεις, δεν χρειάζεται να ξέρεις από ψυχανάλυση, αλλά απλώς να έχεις κοινή λογική.

Το όνειρο επαναλαμβανόταν κάθε βράδυ για πολλά χρόνια. Ήταν περίεργα εφιαλτικό και ο Τολστόι ξυπνούσε κάθε βράδυ μέσα στη νύχτα ιδρωμένος – αν και μέσα στο όνειρο δεν υπήρχε καθόλου κίνδυνος, αλλά μια αίσθηση ματαιότητας. Η ματαιότητα ήταν το πρόβλημα, που έφτασε να γίνει εφιάλτης.

Εκείνο το όνειρο αντιπροσωπεύει τη ζωή όλων σχεδόν των ανθρώπων. Καμία ψυχαναλυτική σχολή δεν μπόρεσε να κατανοήσει τι είδους όνειρο είναι αυτό, επειδή δεν έχει προηγούμενο. Το όνειρο ήταν κάθε βράδυ το ίδιο: Μια απέραντη έρημος – όσο μακριά μπορούσες να δεις, ήταν απλώς έρημος και έρημος… Και δυο μπότες, τις οποίες ο Τολστόι αναγνώριζε πως ήταν δικές του, να περπατούν και να περπατούν…

Εκείνος όμως δεν βρισκόταν εκεί και το μόνο που ακουγόταν, ήταν ο ήχος από τις μπότες που περπατούσαν πάνω στην άμμο. Κι αυτό συνεχιζόταν και συνεχιζόταν, επειδή η έρημος δεν έχει τελειωμό. Οι μπότες του περπατούσαν, χωρίς να φτάνουν ποτέ πουθενά. Κοιτάζοντας προς τα πίσω, έβλεπε τα ίχνη από τις μπότες να χάνονται στο άπειρο. Κοιτάζοντας προς τα μπρος, έβλεπε τις μπότες να συνεχίζουν να περπατούν.

Κανονικά, αυτό δεν θα το θεωρούσες εφιάλτη. Αν όμως το σκεφτείς από λίγο πιο κοντά – κάθε βράδυ το ίδιο όνειρο – η απόλυτη ματαιότητα, που δεν καταλήγει πουθενά… Να μην υπάρχει κανένας προορισμός… και να μην υπάρχει κανένας μέσα στις μπότες… να είναι απολύτως άδειες!

Το διηγήθηκε σε όλους τους διάσημους ψυχαναλυτές της εποχής του στη Ρωσία. Κανένας όμως δεν μπορούσε να κατανοήσει τη σημασία του, επειδή κανένα βιβλίο δεν περιγράφει κάποιο αντίστοιχο όνειρο. Ήταν απολύτως μοναδικό. Για μένα όμως δεν τίθεται θέμα ψυχανάλυσης. Είναι ένα απλό όνειρο, που αντιπροσωπεύει τη ζωή όλων των ανθρώπων. Περπατάς μέσα σε μια έρημο, επειδή δεν περπατάς προς το στόχο που είναι εγγεγραμμένος μέσα σου. Και δεν πρόκειται να φτάσεις πουθενά.

Όσο πιο μακριά πηγαίνεις, τόσο περισσότερο απομακρύνεσαι από τον εαυτό σου. Κι όσο περισσότερο ψάχνεις να βρεις κάποιο νόημα, τόσο θα βρίσκεις την απόλυτη κενότητα και τίποτε άλλο. Αυτή είναι η σημασία του ονείρου: Ο άνθρωπος λείπει και μόνο οι μπότες περπατούν.

Δεν βρίσκεσαι μέσα σ’ αυτό που κάνεις, δεν βρίσκεσαι μέσα σ’ αυτό που είσαι και δεν είσαι αυτό που προσποιείσαι.

Έτσι, η ζωή μοιάζει να μην έχει κανένα νόημα. Είναι η απόλυτη κενότητα – σκέτη υποκρισία.

Πώς αντιδρούν οι ψύλλοι… και πώς οι αετοί

Η Φύση μάς παραδίδει τα καλύτερα μαθήματα.

Αν δώσουμε κι εμείς στον εαυτό μας την ευκαιρία να τα παρατηρήσουμε, ίσως καταλάβουμε πολλά.

Έτσι αντιδρούν οι ψύλλοι

Ξέρετε, ο ψύλλος είναι το μοναδικό πλάσμα στον κόσμο, που έχει την ικανότητα να πηδάει 800 φορές πιο ψηλά από το σωματικό του ύψος. Πήρανε, λοιπόν, τον ψύλλο και τον κλείσανε σε ένα κουτάκι ύψους 20 εκατοστών. Ο ψύλλος, φυσικά, ξεκίνησε να κάνει αυτό που ξέρει πολύ καλά. Στην προσπάθειά του, όμως, να πηδήσει ψηλά, χτύπησε το κεφάλι του στην οροφή του κουτιού και πόνεσε.

Προσπάθησε και δεύτερη φορά. Το ίδιο αποτέλεσμα. Προσπάθησε και τρίτη. Ξανά τα ίδια.

Φυσικά, επειδή καθόλου δεν του άρεσε να πονάει, περιόρισε το άλμα του στα 20 εκατοστά. Τότε ξαναπήραν τον ψύλλο και τον έκλεισαν σε ένα κουτάκι ύψους 10 εκατοστών. Ο κακομοίρης ο ψύλλος μας, ξανά τα ίδια. Κάθε προσπάθεια και πόνος, κάθε πόνος και απογοήτευση. Και πάλι, το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να περιορίσει το άλμα τον στα 10 εκατοστά αυτή τη φορά. Το μαρτύριό του, όμως, δεν σταμάτησε εδώ. Τον πήρανε τον ψύλλο μας και τον έκλεισαν τώρα σε ένα σπιρτόκουτο. Δεν άργησε να καταλάβει πως δεν μπορούσε και πάλι να κάνει αυτό που ήξερε και μπορούσε, να πηδάει δηλαδή ψηλά. Περιόρισε και πάλι το άλμα τον στο ύψος μόλις ενός σπιρτόκουτου. Και κάπου εδώ τελείωσε το μαρτύριό του και ο ψύλλος μας αφέθηκε και πάλι ελεύθερος στη φύση να κάνει ό,τι ήθελε και ήταν προικισμένος από τη φύση του να κάνει. Μόνο που δεν ξαναπήδησε ποτέ πιο ψηλά από το ύψος ενός σπιρτόκουτου. Είχε πάρει καλά. το μάθημά του.

Οι αετοί όμως …

Ο περήφανος αετός, εκεί κάπου στα σαράντα του χρόνια βρίσκεται μπροστά σε ένα τεράστιο πρόβλημα για την ύπαρξή του. Σε ένα τεράστιο δίλημμα για την ίδια τη ζωή του. Η μύτη του έχει μεγαλώσει πάρα πολύ και έχει κυρτώσει υπερβολικά προς το στόμα του, πράγμα που τον εμποδίζει να φάει. Τα νύχια του έχουν κι αυτά μεγαλώσει πολύ, έχουν γυρίσει προς το δέρμα του και δεν του επιτρέπουν πια να κυνηγάει τα θηράματά τον. Και τα πούπουλά του έχουν βαρύνει υπερβολικά και δεν μπορεί εύκολα να πετάξει.

Δύο δρόμοι ανοίγονται μπροστά του. Ο ένας είναι να αποδεχθεί τη μοίρα του, να ευχαριστήσει τη φύση για όσα του πρόσφερε και να πεθάνει με αξιοπρέπεια.

Ο άλλος είναι πολύ διαφορετικός, και συνήθως τον ακoλουθεί.

Με όση δύναμη του μένει ανεβαίνει στο πιο ψηλό βουνό, μόνος του, απομονωμένος για τρεις ολόκληρους μήνες. 90 ημέρες απομόνωσης, όπου προσπαθεί να στήσει ξανά τον εαυτό τον από την αρχή.

Στην πρώτη φάση σπάει τη μύτη τον, χτυπώντας την με όση δύναμη έχει στα βράχια, αγνοώντας τον πόνο. Σε πολύ σύντομο χρόνο ένα καινούριο, δυνατό και υγιές κόκαλο θα έχει πάρει τη θέση της παλιάς τον μύτης. Με αυτήν τώρα θα ξεριζώσει τα νύχια από τα πόδια του, περιμένοντας να φυτρώσουν άλλα, νέα και γερά. Κι όταν γίνει κι αυτό, με τα νέα του γερά νύχια θα μαδήσει τα παλιά του πούπουλα, που τον εμπόδιζαν στο πέταγμά τον. Μόλις συμβεί και αυτό, υγιής και δυνατός, είναι έτοιμος για την περίφημη πτήση της αναγέννησης. Την περίφημη πτήση προς μια ζωή, που θα κρατήσει άλλα σαράντα ολόκληρα χρόνια.

Εκεί που όλα είχαν τελειώσει, άλλη μια ολόκληρη ζωή και χιλιάδες στιγμές απόλυτης ελευθερίας και δύναμης ανοίγονται μπροστά του.

Stephen Hawking: Χώρος και Χρόνος

Οι αντιλήψεις που έχουμε σήμερα για την κίνηση των σωμάτων άρχισαν να διαμορφώνονται την εποχή του Γαλιλαίου και του Νεύτωνα. Πριν από αυτήν οι άνθρωποι πίστευαν στον Αριστοτέλη που υποστήριζε ότι η φυσική κατάσταση ενός σώματος είναι η ακινησία και όχι η κίνηση· η κίνηση είναι το αποτέλεσμα της επίδρασης πάνω στο σώμα μίας δύναμης ή ώθησης· συνεπώς ένα βαρύ σώμα πρέπει να πέφτει πιο γρήγορα από ένα ελαφρύ, αφού η δύναμη που το ωθεί προς τη Γη είναι μεγαλύτερη.

Κατά την αριστοτελική παράδοση θα ήταν δυνατό να ανακαλύψουμε, με την νόηση και μόνο, όλους τους νόμους που κυβερνούν το Σύμπαν έτσι δεν φαίνονταν απαραίτητες οι πειραματικές επαληθεύσεις. Κανείς λοιπόν δεν ενδιαφέρθηκε να εξακριβώσει αν πράγματι τα σώματα με διαφορετικά βάρη κινούνται κατά την πτώση τους με διαφορετικές ταχύτητες — ως την εποχή του Γαλιλαίου.

Ο Γαλιλαίος έκανε τα πειράματα που διέψευσαν τελικά τη θεωρία του Αριστοτέλη. Λέγεται ότι έριξε σφαίρες διαφορετικού βάρους από τον περίφημο κεκλιμένο πύργο της Πίζας και διαπίστωσε ότι έφτασαν ταυτόχρονα στο έδαφος. Η ιστορία αυτή είναι σχεδόν βέβαιο πως δεν ανταποκρίνεται σε πραγματικά γεγονότα· ο Γαλιλαίος όμως έκανε ένα παρόμοιο και εξίσου αποφασιστικό πείραμα. Άφησε να κυλήσουν σφαίρες με διαφορετικό βάρος πάνω σ’ ένα κεκλιμένο επίπεδο. Επειδή στην περίπτωση αυτή οι ταχύτητες των σφαιρών είναι μικρότερες, η παρατήρηση της κίνησής τους είναι ευκολότερη.

Οι μετρήσεις του Γαλιλαίου έδειχναν ότι η ταχύτητα κάθε σώματος αυξάνει με το ίδιο ρυθμό, ανεξάρτητα από το πόσο βάρος έχει. Για παράδειγμα, αν αφήσουμε μια σφαίρα να κυλήσει πάνω σ’ ένα κεκλιμένο επίπεδο με κλίση 10% (δηλαδή σε κεκλιμένο επίπεδο όπου για κάθε εκατό μέτρα στο μήκος έχουμε διαφορά δέκα μέτρα στο ύψος), μετά από ένα δευτερόλεπτο θα κινείται με ταχύτητα ενός περίπου μέτρου το δευτερόλεπτο, μετά από δύο δευτερόλεπτα με ταχύτητα δύο μέτρων το δευτερόλεπτο, κ.ο.κ. (δηλαδή η ταχύτητά της θα αυξάνει με ρυθμό ένα μέτρο το δευτερόλεπτο) ανεξάρτητα από το πόσο βάρος έχει.

Κάτι ανάλογο συμβαίνει και αν αφήσουμε σφαίρες με διαφορετικό βάρος να πέσουν από κάποιο ύψος. Φυσικά μία μικρή μεταλλική σφαίρα θα πέφτει πιο γρήγορα από ένα κουβάρι μαλλί· αυτό όμως συμβαίνει γιατί η αντίσταση του αέρα είναι πολύ μεγάλη στο κουβάρι του μαλλιού και το επιβραδύνει. Αν χρησιμοποιήσουμε δύο σώματα που δεν συναντούν μεγάλη αντίσταση αέρα, όπως δύο διαφορετικά βαρίδια, θα διαπιστώσουμε ότι πέφτουν με τον ίδιο ρυθμό.

Οι μετρήσεις του Γαλιλαίου οδήγησαν στους νόμους της κίνησης του Νεύτωνα. Στα πειράματα με το κεκλιμένο επίπεδο, η αιτία που το σώμα αυξάνει την ταχύτητα του είναι το βάρος του. Αυτό δείχνει πως όταν μια δύναμη, όπως το βάρος, δρα πάνω σε ένα σώμα τείνει να αλλάξει την κίνηση του, και όχι μόνο να την προκαλέσει ή να την διατηρήσει, όπως υποστήριζε η θεωρία του Αριστοτέλη. Όταν δεν ασκείται πάνω στο σώμα κάποια δύναμη ή ώθηση, η κινητική του κατάσταση παραμένει η ίδια (δηλαδή η ταχύτητα του σώματος διατηρείται σταθερή).

Την ιδέα αυτή την πρωτοδιατύπωσε το 1687 ο Νεύτων, στις «Μαθηματικές Αρχές της Φυσικής Φιλοσοφίας» και είναι γνωστή ως ο πρώτος νόμος του: αν πάνω σε ένα σώμα δεν ασκείται κάποια δύναμη, τότε θα συνεχίσει να κινείται σε ευθεία γραμμή και με την ίδια ταχύτητα. Ο δεύτερος νόμος του Νεύτωνα περιγράφει αυτό που συμβαίνει όταν πάνω σε ένα σώμα ασκείται μια δύναμη: τότε το σώμα επιταχύνεται (δηλαδή αλλάζει η ταχύτητα του) με ρυθμό ανάλογο της δύναμης αυτής. (Για παράδειγμα, η επιτάχυνση είναι διπλάσια όταν και η δύναμη είναι διπλάσια).

Η επιτάχυνση ενός σώματος εξαρτάται επίσης από την ποσότητα ύλης που περιέχει, δηλαδή τη μάζα του: είναι τόσο πιο μικρή όσο πιο μεγάλη είναι η μάζα. ( Όταν η ίδια δύναμη δρα πάνω σε ένα σώμα με διπλάσια μάζα, θα το επιταχύνει με μισή επιτάχυνση). Ένα συνηθισμένο παράδειγμα είναι το αυτοκίνητο: όσο μεγαλύτερη είναι η δύναμη της μηχανής του τόσο μεγαλύτερη είναι και η επιτάχυνση του. Όσο βαρύτερο είναι όμως ένα αυτοκίνητο τόσο μικρότερη είναι η επιτάχυνση του σχετικά με ένα άλλο με ίδια δύναμη μηχανής αλλά ελαφρύτερο.

Εκτός από αυτούς τους δύο νόμους της κίνησης για την ταχύτητα και την επιτάχυνση ο Νεύτων διατύπωσε και το νόμο της βαρύτητας. Σύμφωνα με αυτόν όλα τα σώματα έλκονται μεταξύ τους· η δύναμη της βαρύτητας μεταξύ δύο σωμάτων, ας πούμε του σώματος Α και του σώματος Β, είναι ανάλογη με τη μάζα του Α και επίσης ανάλογη με τη μάζα του Β. Αν δηλαδή η μάζα του Α γίνει διπλάσια, τότε και η δύναμη της βαρύτητας μεταξύ τους θα γίνει διπλάσια.

Αυτό ίσως φαίνεται φυσικό, γιατί μπορεί κανείς να φανταστεί το καινούργιο σώμα (με τη διπλάσια μάζα) σαν την ένωση δύο σωμάτων (με την αρχική μάζα). Το καθένα θα έλκει το Β με την αρχική δύναμη· έτσι η συνολική δύναμη μεταξύ του Α (με τη διπλάσια μάζα) και του Β θα είναι διπλάσια. Για παράδειγμα, αν η μάζα του ενός σώματος διπλασιαστεί και του άλλου τριπλασιαστεί, τότε η ελκτική δύναμη μεταξύ τους θα εξαπλασιαστεί. Μπορεί λοιπόν κανείς να καταλάβει γιατί όλα τα σώματα πέφτουν με τον ίδιο ρυθμό: ένα σώμα με διπλάσιο βάρος θα έλκεται από τη Γη με διπλάσια δύναμη αλλά θα έχει και τη διπλάσια μάζα. Αυτές οι δυο επιδράσεις θα αλληλοεξουδετερωθούν, οπότε (σύμφωνα με το δεύτερο νόμο του Νεύτωνα) η επιτάχυνση του θα παραμείνει η ίδια.

Ο νόμος του Νεύτωνα για τη βαρύτητα μας λέει επίσης ότι όσο περισσότερο απέχουν τα σώματα τόσο μικρότερη είναι η δύναμη της βαρύτητας. Αν η απόσταση του Α από το Β (ή του Β από το Α) διπλασιαστεί, η δύναμη της βαρύτητας μεταξύ τους θα γίνει τέσσερις φορές μικρότερη. Αν η απόσταση τους τριπλασιαστεί, η δύναμη θα γίνει εννιά φορές μικρότερη, κ.ο.κ. Ο νόμος του Νεύτωνα για τη βαρύτητα προβλέπει με μεγάλη ακρίβεια τις τροχιές της Γης, της Σελήνης και των πλανητών στο ηλιακό σύστημα. Αν η βαρυτική έλξη των σωμάτων αυξανόταν με μεγαλύτερο ρυθμό όσο πιο μικρή γινόταν η απόσταση, οι τροχιές των πλανητών δεν θα ήταν ελλειπτικές αλλά σπειροειδείς προς τον Ήλιο· αν μειωνόταν με μεγαλύτερο ρυθμό όσο πιο μεγάλη γινόταν η απόσταση, οι δυνάμεις της βαρύτητας από τα άλλα άστρα θα κυριαρχούσαν και οι πλανήτες θα διέφευγαν από το ηλιακό σύστημα.

Η διαφορά των ιδεών του Αριστοτέλη από τις ιδέες του Γαλιλαίου και του Νεύτωνα, είναι μεγάλη. Ο Αριστοτέλης πίστευε σε μία ιδανική απόλυτη κατάσταση ηρεμίας όπου θα βρίσκονταν όλα τα σώματα αν δεν επιδρούσαν πάνω τους κάποιες δυνάμεις ή ωθήσεις. Από τους νόμους του Νεύτωνα όμως μπορούμε να συμπεράνουμε ότι δεν υπάρχει απόλυτο κριτήριο για το αν ένα σώμα βρίσκεται σε κατάσταση ηρεμίας ή όχι.

Ας πάρουμε για παράδειγμα δύο σώματα, το Α και το Β, που απομακρύνονται το ένα από το άλλο με σταθερή ταχύτητα. Μπορούμε να πούμε ότι το Α είναι σε κατάσταση ηρεμίας και το Β κινείται σε σχέση με το Α, αλλά μπορούμε επίσης να πούμε ότι το Β είναι σε κατάσταση ηρεμίας και το Α κινείται σε σχέση με το Β. Αν λοιπόν αγνοήσουμε προς στιγμήν την κίνηση της Γης γύρω από τον εαυτό της και τον Ήλιο, μπορούμε να πούμε ότι η Γη βρίσκεται σε κατάσταση ηρεμίας ενώ ένα τρένο πάνω της κινείται προς τον Βορρά με εκατό χιλιόμετρα την ώρα, ή ότι το τρένο βρίσκεται σε κατάσταση ηρεμίας ενώ η Γη ολόκληρη κινείται προς το Νότο με εκατό χιλιόμετρα την ώρα.

Αν κάνουμε πειράματα με κινούμενα σώματα πάνω σε αυτό το τρένο, οι νόμοι του Νεύτωνα θα εξακολουθούν να ισχύουν. Για παράδειγμα, παίζοντας πινγκ – πονγκ σ’ ένα τραπέζι που βρίσκεται πάνω στο τρένο θα διαπιστώσουμε ότι το μπαλάκι ακολουθεί τους νόμους του Νεύτωνα, ακριβώς όπως και ένα μπαλάκι σε ένα τραπέζι που βρίσκεται πάνω στο έδαφος. Δεν υπάρχει κανένας τρόπος να πούμε αν κινείται το τρένο ή η Γη.

Η έλλειψη απόλυτου κριτηρίου της κατάστασης ηρεμίας σημαίνει ότι δεν μπορεί κανείς να προσδιορίσει αν δύο γεγονότα που συνέβησαν σε διαφορετικές χρονικές στιγμές, συνέβησαν στο ίδιο σημείο του χώρου ή όχι. Ας επιστρέψουμε στο παράδειγμα του τρένου που κινείται με εκατό χιλιόμετρα την ώρα και ας υποθέσουμε ότι αφήνουμε το μπαλάκι του πινγκ – πονγκ να πέσει από το τραπέζι πάνω στο δάπεδο. Αν αναπηδήσει χτυπώντας στο ίδιο σημείο δυο φορές μέσα σε ένα δευτερόλεπτο, για κάποιον που δεν βρίσκεται πάνω στο τρένο το σημείο όπου χτύπησε την πρώτη φορά με το σημείο όπου χτύπησε τη δεύτερη είναι διαφορετικά, και μάλιστα απέχουν μεταξύ τους περίπου 28 μέτρα (γιατί τόση θα είναι η απόσταση που θα έχει διανύσει το τρένο σε ένα δευτερόλεπτο).

Βλέπουμε λοιπόν ότι η ανυπαρξία απόλυτης κατάστασης ηρεμίας σημαίνει ότι δεν μπορούμε να προσδώσουμε σε ένα γεγονός μια απόλυτη θέση στο χώρο, όπως πίστευε ο Αριστοτέλης. Οι θέσεις των γεγονότων και οι μεταξύ τους αποστάσεις θα είναι διαφορετικές για έναν παρατηρητή πάνω στο τρένο και για έναν πάνω στο έδαφος, και δεν θα υπάρχει κανένας λόγος να προτιμήσουμε τις θέσεις και τις αποστάσεις που αντιλαμβάνεται ο ένας από αυτές που αντιλαμβάνεται ο άλλος.

Ο Νεύτων ανησυχούσε πολύ από την ανυπαρξία απόλυτης θέσης στο χώρο, ή, όπως αποκλήθηκε, την ανυπαρξία του απόλυτου χώρου. Πίστευε ότι η ανυπαρξία ενός απόλυτου χώρου δεν συμφωνούσε με την ιδέα ενός απόλυτου Θεού. Αποδέχτηκε λοιπόν τον απόλυτο χώρο, αν και αυτό φαινόταν ότι έρχεται σε αντίθεση με τους νόμους της κίνησης που διατύπωσε ο ίδιος.

Πολλοί επιστήμονες άσκησαν κριτική στον Νεύτωνα για τη στάση του αυτή· ιδιαίτερα οξεία ήταν η κριτική του Berkley, ενός φιλοσόφου που θεωρούσε ότι όλα τα υλικά αντικείμενα στο χώρο και το χρόνο είναι μια ψευδαίσθηση.

Ο Νεύτων, όπως και ο Αριστοτέλης, πίστευε και στον απόλυτο χρόνο. Πίστευε δηλαδή ότι μπορεί κανείς να είναι βέβαιος, χωρίς καμιάν αμφιβολία, για το χρονικό διάστημα μεταξύ δύο γεγονότων, αρκεί να χρησιμοποιήσει για τις μετρήσεις του ένα ακριβές ρολόι. Ο χρόνος ήταν κάτι εντελώς διαφορετικό και ανεξάρτητο από το χώρο. Ακόμη και σήμερα αυτή είναι η άποψη της κοινής λογικής των περισσότερων. Είμαστε όμως υποχρεωμένοι να αλλάξουμε τις αντιλήψεις μας για το χώρο και το χρόνο.

Οι φαινομενικά εύλογες απόψεις της κοινής λογικής λειτουργούσαν και λειτουργούν ακόμη πολύ καλά όταν έχουμε να κάνουμε με αντικείμενα όπως τα μήλα που πέφτουν στην Γη ή τους πλανήτες που κινούνται στο ηλιακό σύστημα. Είναι όμως εντελώς άχρηστες και λανθασμένες όταν τα αντικείμενα που αντιμετωπίζουμε κινούνται με ταχύτητες που πλησιάζουν την ταχύτητα του φωτός.

Το 1676 ο Δανός αστρονόμος Ole Roemer ανακάλυψε ότι το φως διαδίδεται με πεπερασμένη αλλά πολύ μεγάλη ταχύτητα. 0 Roemer μέτρησε τα χρονικά διαστήματα μεταξύ των διαδοχικών διελεύσεων των δορυφόρων του Δία πίσω από τον πλανήτη αυτόν (οι εν λόγω διελεύσεις ονομάζονται εκλείψεις των δορυφόρων). Παρατήρησε λοιπόν ότι δεν είναι ακριβώς ίσα, όπως θα περίμενε κανείς από ένα ανάλογο περιοδικό φαινόμενο. Καθώς η Γη και ο Δίας κινούνται γύρω από τον Ήλιο, η μεταξύ τους απόσταση μεταβάλλεται. Ο Roemer παρατήρησε ότι τα διαστήματα αυτά είναι μεγαλύτερα όσο μακρύτερα βρίσκεται η Γη από τον Δία. Υποστήριξε λοιπόν ότι το φαινόμενο αυτό οφείλεται στο ότι το φως καθυστερεί περισσότερο να φτάσει από τον Δία στη Γη όσο μεγαλύτερη είναι η μεταξύ τους απόσταση.

Από τις μετρήσεις των διαφορών στην απόσταση του Δία από τη Γη, και των διαφορών στα χρονικά διαστήματα μεταξύ των διαδοχικών εκλείψεων, ο Roemer υπολόγισε με μεγάλη ακρίβεια την ταχύτητα του φωτός. Το κατόρθωμα του — που όχι μόνον απέδειξε ότι το φως διαδίδεται με πεπερασμένη ταχύτητα αλλά και τη μέτρησε — ήταν πολύ σημαντικό, αν μάλιστα σκεφτούμε ότι συντελέστηκε δέκα χρόνια πριν τη δημοσίευση των Μαθηματικών Αρχών του Νεύτωνα.

Χρειάστηκε να περάσουν δύο σχεδόν αιώνες ακόμη για να φτάσουμε στη διατύπωση μιας θεωρίας για τη φύση και τη διάδοση του φωτός. Το 1865 ο Βρετανός φυσικός James Clerkκατάφερε να ενοποιήσει τις επιμέρους θεωρίες που χρησίμευαν ώς τότε στην περιγραφή των δυνάμεων του ηλεκτρισμού και του μαγνητισμού.

Οι εξισώσεις της θεωρίας του Maxwell προέβλεπαν την ύπαρξη ηλεκτρομαγνητικών περιοδικών διαταραχών στο χώρο, των ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων προέβλεπαν επίσης ότι αυτές οι περιοδικές διαταραχές, αυτά τα κύματα, κινούνταν με σταθερή ταχύτητα μέσα στο χώρο. Αν το μήκος κύματος αυτών των κυμάτων (δηλαδή η απόσταση των κορυφών δύο γειτονικών κυμάτων) είναι ένα μέτρο ή και περισσότερο, τότε έχουμε τα ραδιοφωνικά κύματα ή ραδιοκύματα. Μικρότερα μήκη κύματος

Hawking Stephen, Το χρονικό του χρόνου

Αστική Νέο-Μυθολογία

Πάρα πολύ παράξενα Urban Legends.

Μια ολόκληρη αστική νεομυθολογία, περιρρέουσα, εξελισσόμενη, διαπλεκόμενη, διαδεδομένη. Ποιες διαδρομές ακολουθεί η Ροή της Πληροφορίας μέσα στην πόλη; Κάποια περίεργα γκράφιτι σε συγκεκριμένους τοίχους, μηνύματα γραμμένα σε άγνωστα αλφάβητα. Οικοδομικά τετράγωνα στα οποία απαγορεύεται η πρόσβαση. Κλειδωμένες οικοδομές, κρυμμένοι άνθρωποι. Υπόγειες στοές κάτω από την πόλη, δίκτυα ολόκληρα, μυστικές διαδρομές. Κεραίες, παντού κεραίες που λαμβάνουν σήματα από το Άγνωστο, κι ανάμεσά τους κεραίες ασυνήθιστες που παρακολουθούν κωδικοποιημένες εκπομπές σε απαγορευμένες συχνότητες. Παράξενα εγκαταλειμμένα σπίτια που κανείς δεν τα αναπαλαιώνει ή δεν τα γκρεμίζει. Στοιχειωμένα σπίτια. Δρομάκια που δεν υπάρχουν σε κανέναν οδικό χάρτη. Μοναχικοί εκκεντρικοί που διεξάγουν νυχτερινές εξερευνήσεις σε ερημικούς δρόμους.

Journal of Urban Mysteries (J.O.U.M.). Ένα έντυπο αγνώστων λοιπών στοιχείων, που κυκλοφορεί επιλεκτικά μόνο σε κλειστούς κύκλους εδώ και εξήντα χρόνια, για τα τεύχη του οποίου πολλοί μελετητές πληρώνουν υπέρογκα ποσά, βάζουν ακόμη και ειδικούς ντετέκτιβ για να τα εντοπίσουν.

Θυροτηλέφωνα που έχουν ένα παράξενο τίτλο στο κουδούνι, ή ονόματα ανύπαρκτων ανθρώπων που δεν ζουν στην οικοδομή, μηνύματα-σημαδούρες για ταξιδιώτες. Εκκλησίες και εκκλησάκια. Αγάλματα που κοιτούν ακίνητα το κενό. Καρτοτηλέφωνα που χτυπούν μόνα τους τη νύχτα, ένας περαστικός σηκώνει το ακουστικό, μιλά ανέκφραστος με κάποιον άγνωστο συνομιλητή, κρατά σημειώσεις, απομακρύνεται και χάνεται μέσα στις σκιές. Εκείνο το συγκλονιστικό βιβλίο: General and Rare Memorials pertaining to the Perfect Art of Navigation, (Γενικά και Σπάνια Απομνημονεύματα σχετικά με την Τέλεια Τέχνη της Πλοήγησης), το οποίο εκδόθηκε το 1777

Οι Εξωπόλεις του Παύλου Ζίκα-Θεοδωρόπουλου

Οι Πόλεις της Κόκκινης Νύχτας του Γουίλιαμ Σ. Μπάρροουζ. Incunabula. Κλειδωμένα sites στο internet. To αστυμαγικό σουρεαλιστικό Paris Peasant του Louis Aragon. Things Near and Far. Far off Things. Megapolisomancy: A New Science of Cities. Ένα μήνυμα του Ε. Τ. Α. Χόφμαν: «Οι νεκροί ζουν αλλού. Οι νεκροί έχουν πόλεις…» Ιστορίες που τις διηγούνται κάποιοι ψιθυριστά σε μικρές παρέες φίλων σε ημιφωτισμένες συνοικιακές καφετερίες. Άνθρωποι που εξαφανίστηκαν το βράδυ καθώς γύριζαν στο σπίτι…

The Atlas of Cities That Never Were (Ο Άτλας των Πόλεων που Ποτέ δεν Υπήρξαν): λίγοι άνθρωποι έχουν ξεφυλλίσει τους χάρτες αυτής της θρυλικής έκδοσης σύγχρονου «Metapolitan» Φανταστικού, γνωρίζοντας τι ακριβώς είναι αυτό που βλέπουν. Τραγούδια και κωδωνοκρουσίες από το πουθενά μέσα στην πόλη τη νύχτα.

Το ογκώδες και εξαίσιο Hypnerotomachia Polyphili του Francesco Colonna, του 1499, το σπανιότατο βιβλίο που ευθύνεται για το θέμα των ονειρικών πολιτειών και αρχιτεκτονικών, με τις περιπλανήσεις του ήρωα του σε εναλλακτικές πραγματικότητες, και γεμάτο από τα σκίτσα και τις γκραβούρες που σχεδίασε ο συγγραφέας από τα πράγματα που είδε εκεί. Urbis Chartarum Secretum, ένα μυστικό χαρτοφυλάκιο με ειδικούς χάρτες μεγάλων πόλεων και «εσωκοσμικά» πολεοδομικά και αρχιτεκτονικά σχέδια. Somnium Scipionis (Σκιπίωνος Ενύπνιον) του Μακρόβιου. Mundus Symbolicus (Συμβολικός Κόσμος) του Πιτσινέλι.

Αρχαία βιβλία χαμένα σε μυστικές βιβλιοθήκες, παραλλαγμένα και διασκευασμένα από σύγχρονους μελετητές, βοηθήματα σε εφαρμογές ενός αστικού μετα-σαμανισμού. Ραβασάκια σε γραμματοκιβώτια χωρίς παραλήπτη. Λάμπες σε εισόδους πολυκατοικιών που αναβοσβήνουν με σήματα μορς. Οδηγοί ταξί που κάνουν παράξενες ερωτήσεις. Μεταλλικά καπάκια με παράξενα σύμβολα στα πεζοδρόμια. Εναλλακτικοί χάρτες της πόλης των Αθηνών που κυκλοφορούν από χέρι σε χέρι. Μαύρα φορτηγάκια. Εκπαιδευμένα ταχυδρομικά περιστέρια στις ταράτσες. Παράθυρα με μυστικές θέες. Σκοτεινές ρωγμές που οδηγούν «αλλού» ανάμεσα στα κτίρια τη νύχτα. Η οδός Μαύρης Πέτρας στην Άνω Πόλη της Θεσσαλονίκης, όλοι πηγαίνουν εκεί επειδή διάβασαν ένα διήγημά μου. Πέρα από τα Βάθη της Νύχτας. Οι Κήποι του Πασσά. Ο λόφος του Φιλοπάππου. Παρανοητικές Οντότητες. Αιθερικοί νυχτοπερπατητές. Μικροί ανεμοστρόβιλοι στις πλατείες. Ο Ουμρ Αταγουίλ, ο Πανάρχαιος, κρυμμένος σε μία ταράτσα της οδού Τερψιθέας…

«Λεωφόρους Μη Βαδίζειν»

Εξερεύνησα τις περίτεχνες λεπτομέρειες μιας Βαμπιρικής Αρχιτεκτονικής. Υπάρχουν βαμπιρικά κτίρια μέσα στις πόλεις. Έχουν χαρακτηριστικά αναγνωριστικά στοιχεία. Απομυζούν την ενέργεια των επισκεπτών τους, τη συγκεντρώνουν σαν συσσωρευτές ενέργειας, έπειτα λειτουργούν σαν ενισχυτές γι’ αυτούς που θέλουν να την εκμεταλλευτούν…

Μπαίνεις μέσα σε ένα κτίριο ή σε ένα σπίτι, ξαφνικά νιώθεις κουρασμένος και αδιάθετος, ανεξήγητα έχεις χάσει απότομα όλη σου την ενέργεια. Έπειτα, όταν φεύγεις, κάποιος έρχεται εκεί και εφαρμόζει μερικές πολύ παράξενες τεχνικές, λαμβάνοντας τη χαμένη σου ενέργεια.

Ή δεν έρχεται κανένας, μπαίνει ο επόμενος τυχαίος επισκέπτης και ξαφνικά νιώθει να φορτίζεται ενεργειακά, αδικαιολόγητα, νιώθει ξαφνικά καλή διάθεση ή υπερένταση, αν είναι κουρασμένος νιώθει αμέσως ξεκούραστος ή θέλει να το βάλει στα πόδια. Πρέπει να κατασκευάσω μια αρχιτεκτονική φιλολογία. Είναι άραγε δυνατόν να υπάρχει μια γοτθική τεχνολογία αιχμαλώτισης των ανθρώπινων ψυχών;

Ένας νέος αρχιτεκτονικός μυστικισμός

Θυμάμαι τον ποιητή Μαρίνο Χαραλάμπους να μου λέει ότι μόνο στη Θεσσαλονίκη κατοικούν πεντακόσιες χιλιάδες Πρόσγειοι. Είναι βρικόλακες, σκιές, φαντάσματα και στοιχειώματα, πνεύματα που δεν έχουν εγκαταλείψει τη γη, που είναι προσκολλημένοι στη γη: Πρόσγειοι. Οι περισσότεροι είναι γόνοι παλιών οικογενειών, μαζεύονται σε παλιά σπίτια, στοιχειώνουν τους ενοίκους τους ή τους ανυποψίαστους περαστικούς…

Ένας νέος αρχιτεκτονικός μυστικισμός. Τα υπόγεια των κτιρίων της πόλης επικοινωνούν με εκπομπές από τον Κάτω Κόσμο. Οι ουρανοξύστες, τα πολύ ψηλά κτίρια, οι ναοί και τα καμπαναριά μέσα στην πόλη, λειτουργούν ως δίαυλοι επικοινωνίας με τον ουράνιο κόσμο, η πόλη είναι συνδεδεμένη με τον ουρανό μέσω αυτών.

Στο πολύ παράξενο και συναρπαστικό βιβλίο Αντίκοσμος της Λένας Αδαμοπούλου, η συγγραφέας αναφέρει: «Όλα τα υπερβολικά ψηλά κτίρια ανά τον κόσμο δέχονται πάρα πολλά αστροπελέκια κάθε χρόνο. Πώς άραγε θα το εξηγούσε αυτό ένας αστυμάγος; Πάντως μέχρι σήμερα υπάρχουν επιστημονικές μελέτες και έχουν γίνει διάφορα πειράματα για να αποδείξουν ακριβώς την ομοιότητα αυτής της αρχέγονης δύναμης σε σύγκριση με τα μόρια του φορτίου ενός κεραυνού. Όλα αυτά φυσικά παραπέμπουν στη γνωστή θεωρία περί «Μεγαστυμαντείας», γιατί, όπως ήδη ανέφερα, οι δημιουργοί του πύργου του Μάνια αποσκοπούσαν στη χρήση της γεωδυναμικής ενέργειας της πόλης τους. Ωστόσο, η ιστορία πάει ακόμη πιο μακριά, γιατί και οι ίδιοι οι κωδωνοκρούστες κατείχαν πολλά μυστικά για την απόκρυφη τέχνη της χρήσης των καμπανών.

Πολλές καμπάνες, σε πολλές εκκλησίες της Ευρώπης, έφεραν την επιγραφή «δαμάζω τους κεραυνούς». Οι κωδωνοκρούστες προσπαθούσαν, με τις καμπάνες τους, να παγιδεύσουν τους κεραυνούς, να κλέψουν τον ουράνιο ηλεκτρισμό, να δαμάσουν τις καταιγίδες. Αυτά τα πολύ ψηλά καμπαναριά, αναρριχώμενα στον ουρανό, φαίνεται ότι έπαιζαν πολλούς ρόλους. Εκτός απ’ όλους τους υπόλοιπους ρόλους που είχαν, όπως να καλούν τους πιστούς για την λειτουργία, να ανακοινώνουν διάφορα γεγονότα, να κρούουν το σήμα του κινδύνου, λειτουργούσαν και σαν διαβιβαστές μηνυμάτων στις αόρατες δυνάμεις, και ως συσσωρευτές ενέργειας.

“Με άλλα λόγια οι καμπάνες που βαπτίζονταν με κάποιο τελετουργικό, μπορούσαν να έχουν μια θεμιτή ηχητική πρόσβαση στον κόσμο των πνευμάτων. Με δονήσεις και ισχυρούς ήχους μπορούσαν να γίνουν αντιληπτά τα μηνύματα που μετέφεραν στον αόρατο κόσμο, ψηλά προς τον ουρανό, και γι’ αυτό είναι άλλωστε τόσο συνηθισμένο τα καμπαναριά να είναι πολύ ψηλά. Τα καμπαναριά «δείχνουν» προς τον ουρανό. Παλαιότερα ήταν τα πιο ψηλά σημεία των πόλεων, και λειτουργούν σαν κεραίες εκπομπής. Εκπέμπουν μηνύματα στους κατοίκους της πόλης, στους κατοίκους του αιθέρα, στο σύμπαν.

Λειτουργούν και ως δέκτες της συμπαντικής δύναμης, αν προσαρτηθεί ένα αλεξικέραυνο στην κορυφή τους, όμως που διοχετεύεται τελικά αυτή η δύναμη; Τα παράθυρα των καμπαναριών λειτουργούν ως ηχεία που δονούν τις νότες που παράγουν οι καμπάνες. Επίσης, υποκρίνονται ότι ο ήχος τους έρχεται από τον ουρανό (γι’ αυτό είναι τόσο ψηλά τα καμπαναριά), είναι ένα κάλεσμα που έρχεται από τη Βασιλεία των Ουρανών για να συγκεντρώσει τους πιστούς στο θάλαμο υποδοχής της Βασιλείας, τον εσωτερικό αεροδιάδρομο, δηλαδή τον ναό. Μέσα στον ναό, οι τρούλοι λειτουργούν ως εικόνες ενός εσωτερικού ουρανού”

“Ο Ουρανός είναι δικτυωμένος με τους ναούς της πόλης, απ’ όπου διέρχονται τα πνεύματα προς το ταξίδι τους για την «άλλη πλευρά». Περνούν μέσα από τους ναούς, όπου στέκουν οι πύλες για την αντίπερα όχθη. Και υπάρχουν παλιές εκκλησίες που διαθέτουν πολύ ψηλά καμπαναριά αλλά και πολύ βαθιά υπόγεια. Είναι διπολικοί «σύνδεσμοι» που ο αστικός εξερευνητής μπορεί να τους ανακαλύψει, να παρακολουθήσει την δραστηριότητά τους, τελικά να τους χρησιμοποιήσει.” Λένα Αδαμοπούλου, “Αντίκοσμος“

Εκκεντρικοί αισθητιστές εξερευνούν τις ατμόσφαιρες της πόλης, γλιστρούν από σοκάκι σε σοκάκι, εμπνέονται, εντοπίζουν, κατασκοπεύουν, σημειώνουν, εκστασιάζονται, συναντούν την αστική αποκάλυψη, δημιουργούν με τρόπους καλλιτεχνικούς την νέα αποκαλυπτική αστική φιλολογία, που με την σειρά της δανείζει ιδέες στην μεταμοντέρνα μυθολογία της μεγαλούπολης.

Συνομιλούν με τα κτίρια, αφουγκράζονται το παρελθόν, παρακολουθούν φαντάσματα, βλέπουν την αστική φρίκη, αλλά ανακαλύπτουν και την μεταφυσική ομορφιά των διαδρομών και των τόπων, την έξοδο προς το μυστήριο. Βλέπουν πράγματα που οι άλλοι άνθρωποι δεν βλέπουν, γνωρίζουν όλα εκείνα που κανείς άλλος δεν γνωρίζει μέσα στην πόλη. Διαβάζω στο εξαίσιο έργο Η Χρυσή Πύλη της Δύσης τον Μαρίνο Χαραλάμπους να μονολογεί λουσμένος από αστυμαγική έκσταση:

Δίπλα μου, αισθάνομαι την αρχή της Εγνατίας οδού να δίνει σαν φωτεινός ποταμός την εντύπωση της μεγάλης, ακόρεστης εισόδου στην πόλη. Όλα τα αρπακτικά, θαρρείς, όντα του κάμπου, αγέλες χωρικών ντυμένων με τις παχειές, μαύρες, μεσαιωνικές τσόχες, τους αμπάδες, έρχονται να την καταστρέψουν λεηλατώντας την αισθητική της ηρεμία, ποδοπατώντας με τραχύτητα, αγοράζοντας ηδονή και φθηνά εμπορεύματα. Τους υποδέχονται βαριεστημένοι έμποροι με αργές κινήσεις και οι κακομοίρηδες άνθρωποι των κατωτέρων στρωμάτων, αυτοί που μαζί με τα σκουπίδια προσδίδουν μια καταδικασμένη στην νεκροβίωση μορφή στον τόπο της απωλεσμένης Χρυσής Πύλης, καθώς γεννιούνται, ζουν φυτοζωώντας και πεθαίνουν στην παραβαρδάρειο χώρα, τόπο κατοίκων χωρίς σπίτι και υποχρεώσεις πολίτη.

Γι’ αυτό η περιοχή πέρα από τον δυτικό τομέα φέρει την τραγικότητα της ανέκφραστης, νεκρωμένης ψυχής, της έλλειψης των αισθημάτων, του ακρωτηριασμένου μέλους που έσφαλε, του απολιθώματος. Είναι μια απέραντη, κακοποιημένη μάντρα, από γκρίζο, περιοχή ανυπολόγιστης ανίας, μια ήρεμη κόλαση από κούραση, αδράνεια, χασίς, γράσα και τέφρα, ένα συνεχές εφήμερο έλος από λιμνασμένο πάθος που ποτέ δεν ξεσπά ολοκληρωτικά, και γι’ αυτό μετεωρίζεται στα πρόσωπα παντοτινά επικίνδυνο, η πηγή των καημών. Είναι τόπος αχαρακτήριστος, μη διατηρητέος –αν και αρχαιότατος– ανεκδήλωτος, χωρίς φιλοδοξίες, νεκρός για πάντα, αν και οι αρτηρίες του σφύζουν από ζωή, αφορμή για ένα νατουραλιστικό ποίημα που δεν γράφτηκε ποτέ, ένας βιασμός στη λάσπη μέσα σε τόση κίνηση.

Τον καιρό εκείνον είχα αποφασίσει να αξιοποιήσω και μαζί να καταδείξω τις σκηνοθετικές δυνατότητες των μεγάλων στοών της Θεσσαλονίκης. Και ήσαν οι δαίδαλοι αυτών των μοναδικών διαβάσεων του περασμένου αιώνα η επίγεια ηχώ των υπογείων στρατιωτικών σηράγγων της που κοιμούνται σε πολύπλοκους σχηματισμούς αγκαλιασμένες με τους αιώνες, μυστικές μνήμες του αμυντικού αριστουργήματος του μεγάλου Δημήτριου του Πολιορκητού.

Σ’ αυτές τις στοές, στα πόδια τους, μεγάλωσα και σήκωσα τα μάτια μου στους φολιδωτούς τρούλους τους, στην ομορφιά τους. Και από το στυλ και τα στολίδια τους μυήθηκα αργότερα στην Τέχνη και στην Αρχιτεκτονική. Σαν πολύπλοκο σύστημα αθέατων διαβάσεων, κρυφών διαδρόμων και διαδρομών, γοήτευαν το καλλιτεχνικό, μαζί περιπετειώδες και τυχοδιωκτικό μέρος της πολύπλοκης ψυχής μου. Βρισκόμουν πάλι μέσα στην άηχη, γαλήνια, θα ’λεγα μαρμαρωμένη στοά, την περίφημη Cite Modiano, την δική μου καταφυγή και παυσίλυπο, ψηλά στα υπερώα, αποτυπώνοντας μία μελαγχολική συνομιλία με το υπερήφανο κτίριο, φωτογραφίζοντας την ακίνητη ατμόσφαιρά της, πηχτή στην ησυχία του μεσημεριού, μακρινάρια που μαγνήτιζαν τα μάτια της ψυχής μου και απότομες σκάλες που γκρεμίζονταν στο degradé σκοτάδι, γαλαρίες που έσβηναν στην ανυπαρξία.

Οι θόρυβοι των δρόμων της αγοράς φιλτράρονταν με το φως σε παυσίλυπη μοναξιά. Η σκόνη έσβηνε τα βήματα δίπλα στα παράθυρα, ο χρόνος σταματούσε στα παλιά κρύσταλλα, σ’ έναν μυστικό, έμμεσο φωτισμό, αμετάβλητο όλη την ημέρα. Εκεί ηρεμούσα.

Από τα ανοίγματά της οι ήχοι της αγοράς με χάιδευαν θροΐζοντας απόμακροι, σβήνοντας μεμιάς, τι παράξενο, ένα γύρω στις σιδερένιες γρίλιες χωρίς να ταράζουν τον ακίνητο αέρα σ’ αυτές τις μισόφωτες passages με την μεταφυσική ατμόσφαιρα από παλιωμένα υδροχρώματα και σκιερές οροφές, που σαν εποχή τούς ταίριαζε μόνον ο χειμώνας και οι σιδερένιες σόμπες.

Και ήσαν έρημες και πολύπλοκες οι σκοτεινές στοές, αλλοπρόσαλλοι οι δρόμοι σαν τα γεγονότα της ζωής μου και σαν τις σκέψεις ανήσυχες, μια τακτική αταξία στην πολλαπλότητα των επικοινωνιών, καθώς ο δαίδαλος των διαβάσεων με ρουφούσε σαν δίνη με έναν μυστικό ερωτισμό, με μόνη ελπίδα την καταφυγή των ματιών στο τελευταίο φως ψηλά στις θριαμβικές στέγες και τα στολίδια, στη φυγή, στην αναζήτηση της ανεύρεσης…

Κάθε μήνα, ένας δύο άνθρωποι εμφανίζονταν και άνοιγαν τις πόρτες του μεσοπολέμου, στα πάλαι ποτέ δικηγορικά και συμβολαιογραφικά γραφεία, τα οποία με τις ξεχασμένες εδώ και εκεί ντεμοντέ ταμπέλες τους, τενεκεδένιες, βαμμένες λευκές με μπλε γράμματα ή κρυστάλλινες μαύρες με χρυσά, μου θύμιζαν ανάλογα τον 19ο αιώνα, και που τώρα ήσαν αποθήκες των ισογείων καταστημάτων της στοάς, φέροντας μεγάλα χάρτινα, λευκά κουτιά με κούκλες, μπομπονιέρες γάμων από τούλι, φουντωτές σαν φούστες από χορεύτριες του κλασσικού μπαλέτου, ανακλάσεις από έγχρωμα κρύσταλλα δώρα ή βάζα Βοημίας και πάλι χάνονταν χωρίς να με χαιρετίσουν.

Κατά τις μελαγχολικές περιηγήσεις μου, Όνειρα ατέλειωτα οδηγούσαν τον καιρό εκείνον τις νύχτες τα βήματά μου με επίμονη επανάληψη σε τεράστια, ασυνήθιστα κτίρια, ζεστά από ομορφιά, που ποτέ μου στη ζωή αυτή δεν είχα αντικρίσει, οκέλλες αιγυπτιακές και αραβικές σαν εκείνες τις δύο του παππού μου στην Αλεξάνδρεια και το Πορτ-Σαΐντ και άλλα κτίρια, και ευρύχωρους προθαλάμους γραφείων με υψηλές οροφές σε μισοφωτισμένες στοές σε χρώμα ώχρας, με μερικούς αρχι-υπαλλήλους που με υποδέχονταν όρθιοι στους διαδρόμους που τα σκούρα προπολεμικά ρούχα τούς προσέδιδαν κάποια επισημότητα, φορώντας επάνω από τα μανίκια, όπως οι λογιστές, μαύρες, μακριές μανσέτες με λάστιχο, που προστάτευαν τα λευκά τους μανικέτια, και οι οποίοι είχα την εντύπωση ότι μου έδιναν κάποιες σημαντικές πληροφορίες.

Σε μια μικρή, ασβεστωμένη ανηφοριά, που έστριβε αριστερά στίλβοντας στο φως των άστρων στη νύχτα, ντυμένη όλο σπιτάκια στα λευκά και σε χρυσές ώχρες βρίσκονταν δύο κατεστραμμένα παλαιά τεμένη, έτσι που να μου δείχνουν τον θόλο τους από μέσα, καθώς ορθώνονταν σε μια μισοσκότεινη ατμόσφαιρα ανεξήγητα, φανερά ερμητικά και απόκρυφα σύμβολα εμπρός μου, όπου κάποιος, το ένοιωθα, με οδηγούσε να τα ιδώ, θέμα απόκοσμο σαν το έργο Οι Ατταβισμοί του Σαλβαδόρ Νταλί, ατταβισμοί μιας παλαιότερης ζωής, σαν μία ξεχασμένη ένταση ενός βίου μιας μαγικής πόλης από το παρελθόν στα μάτια μου, εμένα του ρομαντικού τεχνοκράτη.

Όμως παράλληλα ήταν φανερό, όπως και σε άλλα όνειρά μου, ότι αναζητούσα με αγωνία κάτι που είχα χάσει μέσα από περιπέτειες και ριψοκίνδυνες καταστάσεις στην πόλη, ίσως το ίδιο το πραγματικό μου πρόσωπο ύστερα από τόσες διαφορετικές ζωές κάτω από το αναγκαστικό determinatio μιας αιώνιας αποστολής. Και φάνταζαν εμπρός μου σαν σαγηνευτικοί θησαυροί όλα αυτά, τα ζωηρά, έγχρωμα όνειρα, που ήσαν, φαίνεται, δημιουργήματά μου, σε κάποια άλλη ζωή, τα οποία από κάποια αιτία δεν τα ολοκλήρωσα και το γεγονός αυτό βασάνιζε την ψυχή μου. Σε τι ανακαλύψεις οδηγήθηκα! […] Μαρίνος Χαραλάμπους, “Η Χρυσή Πύλη της Δύσης”

Θυμάμαι τον περιβόητο μελετητή και πειραματιστή Παύλο Ζίκα-Θεοδωρόπουλο να γράφει αινιγματικά στις Εξωπόλεις του: «Η θέα τους διανοίγεται μέσα από το δίκτυο των διαδρομών της πόλης, όπως αυτό μπορεί να γίνει ορατό μόνο από συγκεκριμένα τοπογραφικά σημεία, η ακριβής θέση των οποίων μαρκάρεται πάνω στα κατά τόπους πεζοδρόμια με συγκεκριμένα σημάδια κατανοητά μόνο από εκείνους και από κανέναν άλλον απολύτως. Η κυκλοφορία τους, από εδώ προς τα εκεί, διεξάγεται κατά τις πιο σκοτεινές νύχτες, και συνήθως στα σημεία εκείνα καίγονται οι λάμπες του δρόμου και δεν λειτουργούν. Οι άνθρωποι της περιοχής, καθώς κοιμούνται, τους ονειρεύονται, παραλλαγμένους. Πολλοί είσοδοι πολυκατοικιών, λεβητοστάσια και στοές, χρησιμεύουν ως είσοδοι διαφυγής προς τις Εξωπόλεις. Φωτογραφίζονται» Παύλος Ζίκας-Θεωδορόπουλος, Εξωπόλεις, εκδ. Χάος

Ο θρυλικός Alan Moore και το The Moon And Serpent Grand Egyptian Theatre Of Marvels.

Ο D. M. Mitchell γράφει για τη δεύτερη πράξη αυτού του μυστηριακού σώου στο Λονδίνο: «Alan Moore began to read The Map Drawn On Vapour, a paean/hymn to large cities and the dreaming, subtle undercurrent which infuses and inhabits them. Linking themes political, magickal and historical in a powerful vision of Megapolisomancy he conjured a shifting picture of the current state of human society. His Partner, David J., mimed, mummed and performed enigmatic symbolic gestures at the stage periphery»

Παράξενοι άνθρωποι στο διπλανό σας διαμέρισμα που μελετούν κάθε νύχτα τις πολυπλοκότητες μιας «Νεο-Πυθαγόρειας Μεταγεωμετρίας», σχεδιάζοντας χάρτες της πόλης με στερεογράμματα. Άλλοι άνθρωποι που κάθε μέρα –στις καθημερινές τους διαδρομές και ρουτίνες– ακολουθούν πιστά την «Στρατηγική της Αράχνης»: θυμάμαι ένα βιβλίο μέσα σ’ ένα κλειδωμένο ντουλάπι κάπου στο Λονδίνο, κι εμένα να παρακαλώ τον κλειδοκράτορα για να μου το δώσει: The Spider Glyph in Time του Mauricio Santos-Lobos. Ηλεκτρονικές συζητήσεις με τον Kevin Lynch και ένα ντοσιέ στο γραμματοκιβώτιό μου με τον περίτεχνο τίτλο Form Values in Urban History and The Dimensions of Mystic Performance: Place Utopias, Urban Textures and Secret Networks.

Κανείς, απολύτως κανείς, δεν έχει διηγηθεί ανοιχτά τίποτε για τη μυστική ζωολογία της μεγαλούπολης, ούτε για τις παράδοξες χρήσεις της, ούτε για τον αστικό Γουέντιγκο, ούτε για την μορφολογία των ανέμων και τους χάρτες της κυκλοφορίας τους μέσα στην πόλη, ούτε για τους εξερευνητές των υπόγειων σιδηροδρόμων, και για την υπόγεια πόλη που βρίσκεται κάτω από την πόλη, για την οποία δεν συζητάει κανείς, ούτε για τους Mole-People, ούτε για την «Ζώνη», ούτε για τις «Συν-Οικίες»

Άραγε ποιος μπορεί να μιλήσει απερίσκεπτα, με λεπτομέρειες, για τις οπτικές πυραμίδες και για τους αστυμαγικούς κοίλους καθρέφτες, για τα συστήματα «Συντονισμού», για τις υπνωτικές εκπομπές Υμηττού, για την αστική Τηλε-Όραση, για τις διευθύνσεις που δεν υπάρχουν, για τα μυστικά των πολυκατοικιών, για τα Λοραλίνε, για τον αστικό θρύλο της Σαλαμαντρίνα, για τους σύγχρονους καθρέφτες του Αρχιμήδη από κτίριο σε κτίριο στο κέντρο της Αθήνας, για τα στοιχειακά υγρά στους υπονόμους της Θεσσαλονίκης, ούτε για το πως ακριβώς έγινε και εξαφανίστηκαν από παντού τα ξωτικά εξαιτίας των μεγαλουπόλεων και του ηλεκτρισμού, και πού πήγαν.

Σε κάποια γωνιακά παράθυρα, σκιές αγναντεύουν τους δρόμους. Ημερολόγια ονείρων και οι τοποθεσίες της πόλης που έχουν εμφανιστεί ως φόντο σε αυτά τα όνειρα. Πρέπει να κατασκευαστεί μια Ονειρική Γεωγραφία για τις πολιτείες των ονείρων μας και τις Ονειροχώρες, να συγγραφεί μια «Αστυ-νομία» (οι νόμοι του Άστυ, της Πόλης), να κατατεθεί ένα Αλμανάκ για το τη «Νεκροπολιτειακή Εποχή» που έρχεται. Πρέπει να ανακαλυφθούν τα μυστικά ονόματα όλων των πόλεων και να προφερθούν. Οι πολιτείες είναι πολύπλοκα κατασκευάσματα, αρχιτεκτονικά, διανοητικά, υπερδιαστασιακά.

Χιλιάδες άνθρωποι δίπλα και πάνω σε χιλιάδες ανθρώπους, αμέτρητα στρέμματα δίπλα και πάνω σε στρέμματα από τσιμέντο, από κάτω τους οι υπόνομοι και δίκτυα υπόγειων στοών, από πάνω τους οι ταράτσες, οι ουρανοξύστες, οι εκκλησίες, οι αεροδιάδρομοι του ουρανού, ολόγυρα η μπερδεμένη οικολογία των αρουραίων, των περιστεριών και των γατιών, η αιματοβαμμένη τροφική αλυσίδα των οργανισμών των δρόμων, τα καταστήματα και οι αποθήκες της βιοπάλης, τα σκουπίδια, οι ζητιάνοι, οι ρυθμικές μουσικές των βημάτων, οι πορτοφολάδες, τα φώτα, οι καθρέφτες, οι πινακίδες, τα συνθήματα στους τοίχους.

Όλα τους, σχηματίζουν έναν τιτάνιο, χαοτικό, ζωντανό οργανισμό. Γκραφίτι, κυκλοφορία, έγκλημα, fast food, ταραχές και διαδηλώσεις, πάρκα, φωνές, βιτρίνες, φώτα, πινακίδες, νομάδες των πόλεων, οχήματα, παράθυρα, πρασιές, διαφημίσεις, βλέμματα, φοβίες, σκιές, θερμοκρασίες, ζωτικοί χώροι, φαντασιώσεις, ραντεβού, ρολόγια, εκκλησίες, καλώδια, μπαρ, σωλήνες, καμινάδες, πόρτες, χρώματα, κεραίες, οθόνες, αγάλματα, παπούτσια, ρόδες, τίτλοι εφημερίδων, αναμνήσεις, εικόνες, πρόσωπα, διαδρομές, μυστικά – όλα τους ενώνονται αν τα κοιτάξεις με το σωστό τρόπο. Το απόκρυφο και πολυσύνθετο πρόσωπο της πόλης, μια γιγάντια οντότητα, ο ξενιστής μας, μέσα στον οποίο ζούμε ως παράσιτα, ο ένας εις βάρος του άλλου, πολιορκημένοι από νυχτερινούς δαίμονες ανικανοποίητων επιθυμιών και καταναλωτικών αναγκών.

Οι Urbanomancers, οι «Αστυμάγοι»

Μπορούν να δουν τα patterns, τα στοιχειακά στερεότυπα της πόλης, τους μετα-μορφικούς σχεδιασμούς, να τους βολιδοσκοπήσουν, να τους μετατρέψουν σε καινούργια σχήματα. Γνωρίζουν ότι υπάρχει μονάχα μία πολιτεία στον κόσμο, εκείνη που την αντικρίζουμε φευγαλέα στα όνειρα, η Αρχετυπική Πόλη, το μακρινό καθρέφτισμα εκείνης της πόλης που ξεκίνησε κάποτε να ορθώνεται στις άμμους της Μέσης Ανατολής πριν από πέντε χιλιάδες χρόνια, που εμφανίζεται μια φορά κάθε αιώνα για να καταπιεί τους απερίσκεπτους εξερευνητές, που σκορπά τα κατοπτρικά της είδωλα μέσα στο χωρόχρονο.

Όλες οι πόλεις θέλουν να γίνουν αυτή η Πόλη. Κι οι «Αστυμάγοι» πάντοτε ξέρουν το πνεύμα του πλήθους, το πνεύμα της πόλης. Διαισθάνονται τα κενά ανάμεσα στις περιοχές, κενά από τα οποία μπορείς να διαφύγεις «αλλού», κενά τα οποία μπορούν και να σε παγιδεύσουν, κενά στα οποία μπορεί να στηθεί μια παρα-νοητική ενέδρα.

Ξέρουν γιατί ο χρόνος δεν κυλά φυσιολογικά αργά τη νύχτα στο Μετρό. Ξέρουν τι θα συμβεί αν χτυπήσεις τρεις φορές στη μικρή πράσινη πόρτα στη γωνία της 4ης και της 5ης οδού. Μπορούν να διαβάζουν τα ονόματα πίσω από τα ονόματα, τα τοπωνύμια πίσω από τα τοπωνύμια. Μπορούν να φτιάξουν χάρτες που θα σε οδηγήσουν σε κρυφές τοποθεσίες, να σου διδάξουν αντισυμβατικούς τρόπους για να κάνεις τις καθημερινές γνωστές σου διαδρομές. Κανένας Αστυμάγος δεν θα πήγαινε την νύχτα σε ένα πάρκο με συγκεκριμένα αναγνωριστικά χαρακτηριστικά.

Δεν μπορείς να εντοπίσεις έναν «Πολιτειουργό» αν ο ίδιος δεν θέλει να τον εντοπίσεις, δεν μπορείς να τον παρακολουθήσεις, να ακολουθήσεις τα ίχνη του, δεν θα μάθεις ποτέ τίποτε γι’ αυτόν αν αυτός θέλει να σου κρυφτεί. Δεν μπορείς να ξεφύγεις απ’ αυτόν αν θέλει να σε παγιδεύσει, βρίσκεις τον εαυτό σου να καταλήγει εκεί ακριβώς που αυτός θέλει να είσαι. Ακόμη κι αν αυτός είναι πολύ μακριά, έρχονται σ’ αυτόν από το πουθενά συμπτώσεις που μεταφέρουν συγχρονιστικές πληροφορίες για τις κινήσεις σου, μέσα από τυχαία περιστατικά και μηνύματα που παρακολουθεί.

Μπορεί να σε καλέσει όποτε θέλει, να σε κάνει να ακολουθήσεις συγκεκριμένες διαδρομές για να τον συναντήσεις. Είναι ο Άρχων του Λαβύρινθου. Γνωρίζει ειδικές πληροφορίες για τα γκέτο της πόλης, για τις στατιστικές ατυχημάτων σε συγκεκριμένα σημεία, γνωρίζει τον ιδιότροπο συγχρονισμό των φαναριών της κυκλοφορίας, ξέρει ποιοι τύποι ανθρώπων συχνάζουν σε ποια μέρη, γνωρίζει –με δικούς του υπολογισμούς και έρευνες– τους χάρτες του ηλεκτρικού, του υδραυλικού και του τηλεφωνικού δικτύου της πόλης -χάρτες που απαγορεύεται να τους γνωρίζει ο πολίτης.

Γνωρίζει τις διαδρομές των ταχυδρόμων, μπορεί να αφήσει μηνύματα σε όλη την πόλη τοποθετημένα έτσι ώστε να τα δουν μονάχα οι άνθρωποι της επιλογής του, ξέρει τι σημαίνουν τα παράξενα σύμβολα από τα οποία βρίθουν οι δρόμοι της πόλης, διακρίνει τα μικρά καρφάκια που σημαδεύουν κάποια συγκεκριμένα πεζοδρόμια, γνωρίζει τα χρονοδιαγράμματα και τις διαδρομές των λεωφορείων και βγάζει εκπληκτικά συμπεράσματα παρακολουθώντας σε ποιες στάσεις κατεβαίνουν κάποιοι άνθρωποι, μπορεί να παρακολουθήσει τη δράση των Παρανοητικών Οντοτήτων μέσα στην πόλη, κατέχει τα μυστικά που ξεκλειδώνει η γνώση παλιών χαρτών της πόλης, που υποδεικνύουν τι υπήρχε εκεί που τώρα υπάρχει κάτι άλλο.

Μπορεί να ταξιδεύει με τρόπους απερίγραπτους, μπορεί να είναι αόρατος.

Μπορεί και να μην ισχύουν όλα αυτά, να είναι απλά ένας πολύπλοκος αστικός θρύλος.

Όμως, η ίδια η πόλη δεν είναι άραγε ένας αστικός θρύλος;

Άγιος Γεώργιος - Ο προστάτης των απανταχού παπαρολόγων

 Από πού βγαίνει το όνομα Γιώργος

Με καταφανώς Ελληνικές ρίζες, το όνομα Γιώργος, σύγχρονη εκδοχή του Γεώργιος, προέρχεται από τις λέξης γη+έργο, και σημαίνει «γεωργός», αυτός δηλαδή που δουλεύει τη γη. Το όνομα έχει δωδεκαθεΐστικές καταβολές, αφού η λέξη «γεωργός» αναφέρεται στον Αριστοφάνη και, σύμφωνα με τις αρχαιοελληνικές πηγές, αποτελούσε επιθετικό προσδιορισμό του Δία («Ζευς Γεωργός»), καθώς μέσα στα καθήκοντά του ήταν και η προστασία των σοδειών. Ο Αἴλιος Ἡρωδιανός τον 2ο αιώνα μ.Χ. συμπεριέλαβε το «Γεώργιος» στα θεοφορικά ονόματα, ήτοι ονόματα που προήλθαν από αυτά των Θεών με την προσθήκη της κατάληξης «-ιος» (όπως για παράδειγμα και το «Δημήτριος». Το γυναικείο αντίστοιχο όνομα είναι Γεωργία


Ο 'Αγιος και Μεγαλομάρτυρας Γεώργιος έζησε κατά τα τέλη του γ' και αρχές δ' μ.Χ. αιώνα στους χρόνους του φοβερού διώκτη των χριστιανών Διοκλητιανού. Κατάγονταν από τη χώρα της Καππαδοκίας, από μεγάλη και ένδοξη γενιά. Πρώτα ήταν αξιωματικός στο τάγμα των «Τριβούνων» και λίγο πριν αρχίσουν τα μαρτύρια του πήρε προαγωγή και έγινε Κόμης ένα αξίωμα, που σήμερα θα το λέγαμε Έπαρχος, Ηγεμών ή Στρατηλάτης.

Εκείνους τους χρόνους ο σατανόπληκτος βασιλιάς Διοκλητιανός γεμάτος από θαυμασμό προς τους θεούς των ειδώλων είχε βγάλει αυστηρές διαταγές προς τους υπηκόους του όσοι Χριστιανοί αφήσουν την θρησκεία τους, αρνηθούν τον Χριστό και προσκυνήσουν τα είδωλα, αυτοί ν' απολαμβάνουν βασιλικές τιμές και πολλά άλλα' όσοι χριστιανοί δεν αρνηθούν τον Χριστό και τη θρησκεία του, να θανατώνονται.

Νεότατος τότε ο Άγιος Γεώργιος μόλις είχε περάσει τα είκοσι χρόνια του φανερώνεται μοναχός του πως είναι χριστιανός. Κι όχι μονάχα αυτό, μπροστά στον αυτοκράτορα και τους αξιωματούχους του, γκρεμίζει τα πλανεμένα κι αδύναμα είδωλα των θεών, περιγελώντας όλους τους ειδωλολάτρες, που πιστεύουν στα άψυχα αγάλματα των ψεύτικων αυτών θεών.

Ο τύραννος Αυτοκράτωρ, εκτιμώντας την ένδοξη γενιά και την ανδρειωσύνη του Αγίου Γεωργίου στους πολέμους, άρχισε τα παρακάλια και τις υποσχέσεις να τον μεταπείσει. Μα ο 'Αγιος στέκεται σταθερός κι απαρασάλευτος, δυνατός σα διαμάντι, στη θρησκεία του Χριστού. Αρχίζουν οι απειλές, οι φοβέρες. Ο 'Αγιος τα καταφρονεί όλα. Χτυπούν τον 'Αγιο μ' ένα κοντάρι στην κοιλιά. Μα κατά θαυματουργικό τρόπο, ενώ έτρεξε αίμα πολύ από τη σάρκα του Αγίου, αυτός έμεινε ζωντανός και το κοντάρι λύγισε προς τα πίσω, για να μη διαπεράσει την αγιασμένη σάρκα του.

Από εκεί τον φέρνουν στα μεγαλύτερα μαρτύρια: τον δένουν γυμνό σε ένα τροχό, ο οποίος είχε γύρω του μπηγμένα μαχαίρια κοφτερά και τον κατρακυλούν σ' έναν κατήφορο. Κι ενώ το σώμα του Αγίου καταματώθηκε και κατατεμαχίστηκε, άγγελος Κυρίου στη στιγμή συναρμολόγησε τα κομμάτια του και παρουσιάστηκε πάλι ο 'Αγιος γερός, όπως πρώτα.

Βλέποντας τη θαυματουργούσα παρουσία του αληθινού Θεού, πολλοί από τους ειδωλολάτρες γύρισαν στην πίστη του Χριστού. Μα ο Διοκλητιανός δεν τους άφησε για πολύ να ζήσουν σε τούτο τον κόσμο. Τους αποκεφάλιζε αμέσως απ' το θυμό του. Την ίδια τύχη θα έχει αργότερα και η γυναίκα του η βασίλισσα Αλεξάνδρα, που βλέποντας τα θαύματα, ομολόγησε πως ο Χριστός είναι ο αληθινός θεός, και όχι τα είδωλα.

Και τα μαρτύρια του Αγίου Γεωργίου συνεχίζονται. Τον βάζουν μέσα σε ασβέστη που έβραζε κι εκείνος μένει ανέπαφος. Οι πιστοί προσεύχονται, άλλοι απ' τους ειδωλολάτρες κλονίζονται κι άλλοι προσεύχονται στον Χριστό. Παραγγέλνουν ένα ζευγάρι σιδερένια υποδήματα με καρφιά από μέσα κοκκινισμένα στη φωτιά. Τα φορούν στα πόδια του Αγίου και τον αναγκάζουν να τρέξει. Μα εκείνος δεν χρειάζεται καμιά ώθηση από τους στρατιώτες. Σπρώχνει μόνος του τον εαυτό του, λέγοντας:

«Τρέχε Γεώργιε, τρέχε ίνα φθάσης το ποθούμενον!» Και παρακαλεί τον θεό να τον γιατρεύει και να του δίνει υπομονή ως το τέλος της ζωής του: «Κοίταξε από τους ουρανούς, Κύριε και ιδέ τον κόπον μου και άκουσον τους στεναγμούς του παιδευόμενου δούλου Σου, ότι επερίσσευσαν οι εχθροί μου και μίσος άδικον εμίσησάν με, δια το 'Αγιον Σου όνομα, αλλά ιάτρευσόν με, Δέσποτα, ότι εταράχθησαν τα κόκκαλά μου, και δός μου υπομονήν έως τέλους της ζωής μου, δια να μην ειπούν οι εχθροί μου, ότι με εξεδικήθησαν».

Σαν είδε ο αιμοβόρος τύραννος πως και τα σιδερένια πυρωμένα υποδήματα δεν έβλαψαν τον 'Αγιο, διέταξε να τον δέσουν και να τον δείρουν χειροδύναμοι στρατιώτες άσπλαχνα μέχρι θανάτου με ξερά βούνευρα. Όμως μάταια κουράστηκαν οι στρατιώτες. Ο στρατιώτης του Χριστού, ο «νοερός αδάμας της καρτερίας», έστεκε μπροστά του υγιέστατος. Η τυραννία του Διοκλητιανού περνούσε δύσκολες στιγμές. Κείνη την ώρα ο Μαγνέντιος, φίλος και σύμβουλος του αυτοκράτορα, θέλησε να πειράξει πνευματικά τον 'Αγιο, μια που τα σωματικά μαρτύρια δεν τον πείραζαν σε τίποτε.

Λέγει λοιπόν στον 'Αγιο Γεώργιο ν' αναστήσει, αν είναι αληθινός ο θεός του, ένα νεκρό που κείτονταν εκεί κοντά τους από τα παμπάλαια χρόνια πεθαμένος. Ο 'Αγιος γίνεται μια φωτεινή λαμπάδα τώρα, έτοιμος να καεί για να φωτίσει τους ειδωλολάτρες να πιστέψουν. Γονατίζει πάνω στον τάφο, σηκώνει το νου και τα χέρια του και προσεύχεται στον Θεό. Ώ θεία, ώ αγία πίστη του Αγίου Γεωργίου! Ο νεκρός ανοίγει τον τάφο του, ανασταίνεται, προσκυνάει τον 'Αγιο και δοξάζει τη δύναμη και τη θεότητα του Χριστού. Ο βασιλιάς και η σπείρα του τα 'χουν χαμένα. Ρωτούν τον αναστημένο νεκρό ποιος είναι κι αυτός τους αποκρίνεται πως ζούσε πριν ακόμη έρθει ο Χριστός στον κόσμο. Κι επειδή ήταν ειδωλολάτρης καιγόταν μέσα σε φωτιές τόσα χρόνια που ήταν πεθαμένος. Ο αναστημένος ήταν ένας δυνατός έλεγχος για την ειδωλολατρεία και κόσμος πολύς έρχονταν στην πίστη του Χριστού, γι' αυτό ο Αυτοκράτορας διέταξε να τον σκοτώσουν. Μαζί του κι ένας άλλος πρώην ειδωλολάτρης, που ο 'Αγιος του ανάστησε το νεκρό βόδι του (οϊμέ!!!), για ν' οργώνει το χωράφι του, μαρτύρησε κάτω από τα σπαθιά των απίστων.

Εκείνο, όμως, που έδωσε τη χαριστική βολή στον ειδωλολάτρη αυτοκράτορα και τράβηξε τους περισσότερους ειδωλολάτρες στη θρησκεία του Χριστού, ήταν η επίσκεψη του Αγίου στο ναό των ειδώλων, με την κρυφή ελπίδα του Μαγνετίου πως θα τον γυρίσει στη λατρεία των ειδώλων. Μπαίνοντας στο ναό ο 'Αγιος στάθηκε μπρος στο άγαλμα του Απόλλωνα και το ρώτησε αν ο Χριστός είναι Θεός κι αν πρέπει να Τον προσκυνούμε. Τότε ο δαίμονας που ήταν μέσα στο είδωλο κλαίγοντας σχεδόν και θρηνώντας αποκρίθηκε πως ο Χριστός είναι ο μόνος αληθινός Θεός! Και με το λόγο τούτο, σα να έγινε σεισμός κι ευθύς όλα τα είδωλα έπεσαν κάτω και συντρίφτηκαν. Και γέμισε ο τόπος από μαρμάρινα συντρίμματα των θεών, που δεν μπόρεσαν να σώσουν τον εαυτό τους από τον αφανισμό! Όρμησαν τότε πάνω του οι ιερείς των ειδώλων και τον πήγαν άρον-άρον στον αυτοκράτορα. Εκείνος έδωσε διαταγή να τους βγάλουν έξω από το κάστρο τον 'Αγιο και τη βασίλισσα Αλεξάνδρα, που έβριζε τον αυτοκράτορα και τα είδωλα και να τους αποκεφαλίσουν. Η βασίλισσα εξουθενωμένη, καθώς έκατσε στο δρόμο σ' ένα έναν ξερόλιθο, παρέδωσε στον Κύριο την ψυχή της.

Ο 'Αγιος προχωρούσε. Και σαν έφτασε στον ορισμένο τόπο σήκωσε τ' αγιασμένα χέρια του και προσευχήθηκε μ' αυτά τα λόγια: «Δοξασμένος να είσαι, Κύριε ο Θεός μου, ότι δεν με έδωκες εις κυνήγι εκείνων που με ζητούσαν, ούτε χαροποίησες τους εχθρούς μου κατεπάνω μου αλλά με γλίτωσες, ωσάν το πουλί από την παγίδα των κυνηγών και τώρα επακουσόν μου, Δέσποτα, 'Αγιε και προστάτευσόν με το δούλον Σου εις τούτην την ώρα την υστερινήν και γλύτωσε την ψυχήν μου από την πονηριά του κακού δαίμονος και των υπηρεσιών του και μην ενθυμηθής τα κακά που μου έκαναν οι εχθροί μου, συγχώρησε τους και δός τους ειρήνην και αγάπην και καθοδήγησέ τους εις το θέλημά Σου. Δέξου, Κύριε μου, και τη δική μου ψυχή και ανάπαυσέ την με τις ψυχές των Αγίων Σου· και εκείνους που επικαλούνται το όνομα μου για βοήθεια, χάρισέ τους τα αιτήματά των, ότι Σύ είσαι ευλογητός και δεδοξασμένος εις τους αιώνας. Αμήν». Και σκύβοντας πρόθυμα το λαιμό του, αποκεφαλίσθηκε από τους στρατιώτες και παρέδωσε στα χέρια του θεού το πνεύμα του. Το 'Αγιο Λείψανο του οι χριστιανοί το πήγαν στην Παλαιστίνη, όπου έκαμε άπειρα θαύματα, κι εκεί και σ' όλο το χριστιανικό κόσμο, που καταφεύγει με πίστη στη χάρη του.

Δεν μπορούμε να επεκταθούμε και ν' αναφέρουμε έστω και απλό κατάλογο από τα θαύματα του Αγίου Γεωργίου (σ.σ: γιατί δεν μας αναφέρετε τουλάχιστον, το «θαύμα με τον δράκο»;*). Εκείνο που θα χρειάζονταν να τονίσουμε είναι πως βλέποντας και εμείς σήμερα τα παθήματα, τα μαρτύρια, την καρτερία και την πίστη, με την οποία αγωνίστηκε ως το τέλος ο 'Αγιος, να αναθεωρήσουμε «την έκβαση της αναστροφής», για να μιμηθούμε «την πίστιν εκείνου».

Για να χρησιμοποιηθεί μια φράση του καθηγητή Λιαντίνη, μήπως κατάλαβες τι συμβαίνει εδώ τίμιε αναγνώστη; Η επίσημη ιστοσελίδα του ελληνικού στρατού, μας αραδιάζει ένα κάρο θρησκόληπτα παραμύθια με δράκους και φίδια. Ιστορίες γι' αγρίους δηλαδή, τριτοκοσμικής χώρας, θεοκρατικού καθεστώτος. Να υποθέσουμε λοιπόν η ασφάλεια της χώρας μας επαφίεται στον «προστάτη» του ελληνικού στρατού και όχι στο αξιόμαχόν του (το οποίο πληρώνουμε αδρά);

Ελληνική Βικιπαίδεια:

Το 303 μ.Χ. όταν άρχισαν οι λυσσαλέοι διωγμοί του Διοκλητιανού, ο Άγιος Γεώργιος δε δίστασε να ομολογήσει τη χριστιανική του πίστη, προκαλώντας το αδυσώπητο μένος του Διοκλητιανού, ο οποίος τον υπέβαλε σε σειρά φρικτών βασανιστηρίων. Η πίστη του Αγίου γίνεται αφορμή να βαπτισθούν οι στρατιωτικοί Ανατόλιος και Πρωτολέων, Βίκτωρ και Ακίνδυνος, Ζωτικός και Ζήνωνας, Χριστοφόρος και Σεβιριανός, Θεωνάς, Καισάριος και Αντώνιος, των οποίων την μνήμη εορτάζει η Εκκλησία στις 20 Απριλίου, και η βασίλισσα Αλεξάνδρα, σύζυγος του Διοκλητιανού, μαζί με τους δούλους της Απολλώ, Ισαάκιο και Κοδράτο, των οποίων η μνήμη τιμάται στις 21 Απριλίου.

Ο Διοκλητιανός δεν το περίμενε και έφριξε με την στάση του Γεωργίου. Τότε άρχισε για τον Άγιο μια σειρά φρικτών βασανιστηρίων, αλλά και θαυμάτων, που έφεραν πολλούς ειδωλολάτρες στη χριστιανική πίστη. Αφού τον λόγχισαν, ξέσκισαν τις σάρκες του με ειδικό τροχό από μαχαίρια. Έπειτα, τον έριξαν σε λάκκο με βραστό ασβέστη και κατόπιν τον ανάγκασαν να βαδίσει με πυρωμένα μεταλλικά παπούτσια. Από όλα αυτά ο Θεός τον κράτησε ζωντανό και έγινε αιτία να εξευτελιστούν τα είδωλα και οι εκφραστές τους.

Ο Άγιος μαρτύρησε προσευχόμενος, «απετμήθη την κεφαλήν», την Παρασκευή 23 Απριλίου του έτους 303 μ.Χ. Κατά δε τον υπολογισμό του ιστορικού Ευσεβίου, και σύμφωνα με το μακεδονικό ημερολόγιο, αντιστοιχούσε στην Παρασκευή της Διακαινησίμου, του Πάσχα. Κρυφά σήκωσαν οι Χριστιανοί το πάντιμο λείψανο του και το έθαψαν, μαζί με αυτό της αγίας μητρός του, η οποία μαρτύρησε την ίδια ή την επόμενη ημέρα. Ο πιστός υπηρέτης του Αγίου, Πασικράτης, εκτελώντας την επιθυμία του Αγίου, παρέλαβε το άγιο λείψανο του Μάρτυρα, μαζί με αυτό της μητέρας του, και τα μετέφερε στην Λύδδα της Παλαιστίνης. Από εκεί, όπως βεβαιώνουν οι πηγές, οι Σταυροφόροι πήραν τα ιερά λείψανα της Αγίας Πολυχρονίας και τα μετέφεραν στην Δύση.

Μετά τον μαρτυρικό θάνατο του Αγίου μαρτύρησαν και οι συνδέσμιοί του Ευσέβιος, Νέων, Λεόντιος, Λογγίνος και άλλοι τέσσερις μαζί. Την μνήμη τους τιμά η Εκκλησία στις 23 Απριλίου. Βλέπουμε, ότι με κέντρο την ημέρα του μαρτυρίου του Αγίου, δημιουργείται μέσα στον λειτουργικό χρόνο της Εκκλησίας, ένας εορτολογικός κύκλος, ο οποίος καλλιεργείται περισσότερο από τα Τυπικά της Κωνσταντινούπολης, που ξεκινά στις 20 Απριλίου και τελειώνει στις 24 του αυτού μηνός. Ο εορτολογικός αυτός κύκλος δείχνει την περίοπτη θέση του Μάρτυρος στην ζωή της Εκκλησίας. Από την υμνογραφία της Ορθόδοξης Εκκλησίας κοσμείται με τα επίθετα «ο μαργαρίτης ο πολύτιμος», «ο αριστεύς ο θείος», «ο λέων ο ένδοξος», «ο αστήρ ο πολύφωτος», «του Χριστού οπλίτης», «της ουρανίου στρατιάς ο συνόμιλος».

Καταλαβαίνεις τίμιε αναγνώστη το επίπεδο της εν λόγω διαδικτυακής εγκυκλοπαίδειας; Ξέφραγο αμπέλι, όπου ο κάθε πικραμένος κάνει το κομμάτι του και βγάζει τα σώψυχά του...
 
Αλλά ως Έλληνες έχουμε και έναν σοβαρό λόγο να εορτάζουμε τον άγιο Γεώργιο-μάγο Χουντίνι, καθώς μας έκανε την τιμή να μας... «καθαιρέσει». Στους «Χαιρετισμούς» του αγίου Γεωργίου διαβάζουμε:
 
«Χαίρε, Ελλήνων ο καθαιρέτης».

«Χαίρε, ο ειδώλων εκτίλας την άκανθαν
 
«Χαίρε, θεούς ψευδωνύμους συντρίψας
 
«Χαίρε, ο συντρίψας τα άψυχα είδωλα
 
«Χαίρε, δαιμόνων ο καταλύτης·
 χαίρε, ελλήνων ο καθαιρέτης
 
«Χαίρε, πολυθεΐας πλατυσμόν ο συστείλας.»
 
«Χαίρε, πρηστήρ βωμών φλογερώτατε·
 χαίρε, τυφών ξοάνων σφοδρότατε

«Αλληλούια. Τρόπαιον ανεστήσω, και παγκράτιον μέγα, Ελλήνων κατά πάσης της πλάνης»
 (Υμνολόγιον το Χαρμόσυνον).

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Ο Άγιος Γεώργιος (γεωργός) ουδέποτε υπήρξε ως φυσικό πρόσωπο, είναι από τους ψευδοάγιους που εφευρέθηκαν για να μεταλλάξουν τις αρχαίες πατροπαράδοτες εορτές, στην προκειμένη περίπτωση την εορτή της άνοιξης και του περιηλίου καθώς και την αντικατάσταση του μύθου του Περσέα και της Ανδρομέδας. Η καθολική εκκλησία τον διέγραψε από το αγιολόγιό της και το εορτολόγιό της!

-----------------
* Ήταν τέτοιες οι τερατολογίες που περιέβαλαν τον άγιο Γεώργιο, ώστε τον 9ο αιώνα, ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Νικηφόρος Α' αποδοκίμασε δημοσίως τα «θαύματα» του «αγίου» ως «τερατώδεις λήρους» και «φλυαρίας ανάμεστα». Το πλέον πολυθρύλητο βέβαια «θαύμα» του η Δρακοκτονία. «Υπήρξε» λοιπόν ένας φτερωτός δράκοντας, σύμφωνα με την παράδοση, στα περίχωρα της Κυρήνης, περιοχή της σημερινής Λιβύης, ο οποίος έστηνε καρτέρι δίπλα σε μια πηγή και κατασπάρασσε όσους πήγαιναν εκεί για να πιουν νερό. Για να κορέσουν την πείνα του και να τον καλοπιάσουν, οι χωρικοί του έστελναν κάθε μέρα στη σπηλιά του δύο πρόβατα. Ο δράκος όμως σύντομα αποδείχθηκε ανικανοποίητος και άρχισε πάλι τα «γιουρούσια» στην πηγή. Αποφάσισε τότε ο βασιλιάς να του δίνουν ως τροφή από ένα παιδί την ημέρα, έπειτα από κλήρωση, μέχρι να γινόταν κάποιο «θαύμα» που θα τους απάλλασσε από τον «κακό μπελά» που τους είχε βρει. Και ως εκ του θαύματος, την ημέρα που ήταν η σειρά της κόρης του βασιλιά να αποτελέσει το γεύμα του δράκου, ο καλός Θεός τους λυπήθηκε κι έστειλε τον Άγιο Γεώργιο για να εξολοθρεύσει τον δράκο. Ο Άγιος, μετά από φοβερή μονομαχία (στο διαδίκτυο υπάρχουν και λεπτομέρειες της «μάχης» μάλιστα!) με τον δράκο, τον σκότωσε κι έτσι σώθηκε και η κόρη του βασιλιά. Όπως ήταν «φυσικό», μετά από τέτοιοι «θαύμα», όλο το χωριό που ήταν ειδωλολάτρες, βαπτίστηκαν Χριστιανοί.
Λεπτομέρεια: Η Δρακοκτονία παρουσιάζεται στην βιογραφία του Αγίου Γεωργίου μετά τον 12ο αιώνα. Μέχρι τότε η εκκλησιαστική εικονογραφία τον παρουσιάζει πεζό και όχι όπως τον γνωρίζουμε σήμερα, δηλαδή έφιππο σε λευκό άλογο και σκοτώνοντας τον φτερωτό δράκο με το δόρυ του.

Και το τέλος...