Κυριακή, 1 Μαρτίου 2015

ΓΙΑ ΤΟΝ ΗΡΟΔΟΤΟ

Η ΓΕΝΕΣΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ

 Μερικές παρατηρήσεις τώρα για την ιστοριογραφία, αρχίζοντας από τον Ηρόδοτο. Χρονολογική υπόμνηση: έζησε μεταξύ 480 και 420 περίπου. Υποθέτω βεβαίως ότι τον έχετε διαβάσει. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι υπήρχε ήδη, πριν από αυτόν, σημαντικός αριθμός ιστοριογραφικών κειμένων. Δεν μιλάω για χρονικά ή για αρχεία, όπως αυτά που βρίσκουμε πρακτικά από τότε που έχουμε γραπτά κείμενα, στην Αίγυπτο, στη Βαβυλώνα ή αλλού, αλλά για τους λογογράφους – τους συγγραφείς έργων πεζού λόγου για διάφορα θέματα που εμφανίστηκαν στην Ιωνία τον 6ο αιώνα, ο σημαντικότερος από τους οποίους είναι ο Εκαταίος ο Μιλήσιος. Έφτασε στην ακμή του λίγο πριν από το 500 και του χρωστάμε, μεταξύ άλλων έργων, το έργο Περίοδος γης ή ταξίδι γύρω από τη Γη, περιγραφή του τότε γνωστού κόσμου από την οποία διασώθηκαν μερικά αποσπάσματα. Το πρώτο στη συλλογή του Jacoby([1]) είναι εντελώς χαρακτηριστικό και δίνει τον τόνο για όλα όσα θα ακολουθήσουν: «Γράφω αυτό που νομίζω ότι είναι αλήθεια, διότι οι Έλληνες διηγούνται ιστορίες τόσο πολυάριθμες όσο και παράλογες». Ιδού λοιπόν το μέλος μιας κοινότητας όπου υπάρχουν παραδόσεις, καλά θεμελιωμένες παραστάσεις, το οποίο δηλώνει εκ προοιμίου δύο πράγματα: ότι του φαίνονται παράλογα αυτά που σκέφτεται η κοινότητα του και ότι έχει ο ίδιος την πρόθεση να γράψει αυτό που του φαίνεται αληθινό. Ο Εκαταίος δεν αποτελεί μεμονω­μένη περίπτωση. Έχουμε τα ονόματα πολλών άλλων συγγραφέων, πριν ή μετά τον Ηρόδοτο, όπως ο Ξάνθος ο Λυδός, ο Ελλάνικος ο Μυτιληναίος, ο Σκύλαξ ο Καρυανδεύς κ.ά., οι οποίοι γράφουν κυρίως για τους Έλληνες της Ασίας και για τους Πέρσες, αλλά κανένα έργο τους δεν διασώθηκε, καθώς και άλλοι, όπως ο Αντίοχος ο Συρακόσιος, οι οποίοι ενδιαφέρονται κυρίως για τις αποικίες της Μεγάλης Ελλάδας. Η καθεαυτό Ελλάδα όμως δεν φαίνεται να έχει προκαλέσει ακόμη μεγάλο ενδιαφέρον. Στη συνέχεια έρχεται ο Ηρόδοτος. Ο Ηρόδοτος ταξίδεψε πολύ – πιθανώς περί το 450, επομένως μετά τους Μηδικούς Πολέμους-, το λέει και μπορούμε να τον πιστέψουμε: οι αρχαιολογικές ανασκαφές επιβεβαίωσαν όσα λέει σε πολλά σημεία. Σχετικά με τις περιστάσεις της σύνθεσης των γραπτών του έχουν συσσωρευτεί αναρίθμητες θεωρίες, διατριβές κ.λπ. Δεν υπάρχει λόγος να μπούμε σε αυτό το θέμα· θα παραμερίσουμε πολλά σημαντικά ζητήματα για να επικεντρωθούμε σε μερικές ουσιώδεις για μας πλευρές, στο πλαίσιο αυτού του σεμιναρίου. Σχετικά με τη σύνθεση, αυτό που μας ενδιαφέρει είναι ότι αν και η Ἱστορίη, η έρευνα, είναι αναμφίβολα από ορισμένες απόψεις ανολοκλήρωτη και θα μπορούσε ο Ηρόδοτος να επανέλθει, η μορφή με την οποία μας παραδίδεται είναι απολύτως συγκροτημένη – ακόμη κι αν η διαίρεση σε εννέα βιβλία έγινε αργότερα – και το πρόγραμμά του εμφανίζεται με απόλυτη σαφήνεια Αρχικά στόχος του έργου, όπως αναφέρεται στην εισαγωγή του, είναι να μην αφήσει να βυθιστούν στη λήθη αυτά τα περίφημα έργα μεγάλα τε και θωμαστά, αυτά τα επιτεύγματα των Ελλήνων και των Βαρβάρων. Ο συγγραφέας θέλει επιπλέον να περιγράφει αυτό που θεωρεί ως τη θεμελιώδη διαμάχη της εποχής του, τη διαμάχη ανάμεσα σε Πέρσες και Έλληνες, ανάμεσα στην Ασία και την Ευρώπη και να ανιχνεύσει τις ρίζες της. Αλλά, πίσω από όλα αυτά, εμφανίζεται σε τρίτο επίπεδο ένα άλλο θέμα που διατρέχει όλο το έργο, ως αντίσταξη στις διαδοχικές αφηγήσεις: ο Ηρόδοτος θέλει τελικά να περιγράψει πώς αυτό που υπήρξε μεγάλο έγινε τελικά μικρό και πώς το μικρό έγινε μεγάλο. Να περιγράψει επομένως αυτό το είδος κοσμικής ταλάντευσης – κι εδώ ο νους μας πάει αμέσως στον Αναξίμανδρο([2]) – που έφερε μικρές πόλεις σε θέσεις παγκόσμιας κυριαρχίας και αυτοκρατορίες σε καταποντισμό.

Σχετικά με ό, τι μας είναι γνωστό για τις δραστηριότητες καταγραφής των γεγονότων σε άλλες κοινωνίες αλλά ακόμη και στην Ελλάδα – με την επιφύλαξη όσων έγραψαν ο Εκαταίος και οι άλλοι, για τους οποίους δεν γνωρίζουμε πολλά – έχουμε λοιπόν μια πρώτη τομή που εκπροσωπείται από τον Ηρόδοτο. Στη συνέχεια, είκοσι περίπου χρόνια αργότερα, μια δεύτερη τομή, κατά μία έννοια ακόμη πιο εκπληκτική, με τον Θουκυδίδη. Βεβαίως, τα επιτεύγματά μας σήμερα είναι πολύ περισσότερα και πολύ καλύτερα, τόσο σε σύγκριση με τον Θουκυδίδη όσο και, ας πούμε, με τον Ευκλείδη. Αλλά κατά τον ίδιο τρόπο που, όπως λέει ο Bourbaki στον πρόλογο του Elements, κάθε φορά που τα μαθηματικά χρειάστηκε να επιστρέφουν στα θεμέλιά τους, ξαναγυρίσαμε στον Ευκλείδη και στους Έλληνες για να μάθουμε τι είναι αυστηρή απόδειξη, έτσι και ο πραγματικός σημερινός ιστορικός – όποια κι αν είναι τα, εκατό φορές ανώτερα, μέσα που διαθέτει, με τα αρχαιολογικά ευρήματα, τους υπολογιστές, τους δέκα βοηθούς που δουλεύουν γι’ αυτόν – έχει πάντα σε μια γωνιά του μυαλού του την ιδέα μιας αφήγησης-εξήγησης, μιας καταγραφής- παγίωσης των γεγονότων, όπως τα βρίσκουμε στον Πελοποννησιακό Πόλεμο. Και ο ίδιος ο Θουκυδίδης δεν φοβήθηκε να διεκδικήσει αυτή την παραδειγματική αξία του έργου του. Θα προσπαθήσουμε να δούμε αργότερα ποια είναι ακριβώς η διαφορά μεθόδου των δύο αυτών συγγραφέων. Αλλά πώς πρέπει να ερμηνευτεί αυτή η ρήξη που συντελείται τον 5ο αιώνα με τη σύσταση της ιστοριογραφίας; Που αποτελεί επίσης, ας μην το ξεχνάμε, σύσταση και της γεωγραφίας και της εθνολογίας ή της εθνογραφίας, διότι το έργο του Ηροδότου είναι το πρώτο βιβλίο εθνογραφίας ή περιγραφής εθίμων των λαών που διαθέτουμε. Ας αρχίσουμε αποκλείοντας τις ψευδοεξηγήσεις που βασίζονται σε «αντικειμενικούς» παράγοντες, όπως οι ανάγκες της ναυσιπλοΐας ή του εμπορίου. Οι Φοίνικες ασχολούνται με τη ναυσιπλοΐα και το εμπόριο από τον 13ο αιώνα, αλλά δεν γνωρίζουμε κανένα Φοίνικα ιστορικό ή γεωγράφο. Τα αρχεία της Σιδώνας και της Τύρου και στη συνέχεια της Καρχηδόνας έπρεπε να είναι γεμάτα από οδηγίες για το τάδε ή το δείνα πέρασμα, για τη διάρκεια της διαδρομής από τη Σικελία στην Ισπανία όταν οι άνεμοι είναι ευνοϊκοί κ.λπ. Εν ολίγοις, τεχνικές ή διοικητικές και καθαρά εργαλειακές γνώσεις, μονοπώλιο μιας συγκεκριμένης συντεχνίας. Ο Ηρόδοτος υιοθετεί την άποψη της ανιδιοτελούς γνώσης: ταξιδεύει και καταγράφει ό, τι βλέπει, αλλά αυτό που κάνει δεν έχει καμιά πρακτική χρησιμότητα. Εκτός κατά μία ιδιαίτερη έννοια, για την οποία κάνει επίσης λόγο ο Θουκυδίδης: χρησιμότητα για να γνωρίσουμε τις ανθρώπινες υποθέσεις γενικά, για να μάθουμε τι κρύβεται πίσω από την ανάπτυξη και τον εκφυλισμό των πόλεων και των αυτοκρατοριών, για να εκφέρουμε κρίση σχετικά με μια πολιτική ή με τη διεξαγωγή ενός πολέμου. Και αυτό φαίνεται πολύ καθαρά στις περίφημες παρεκβάσεις του, για τις οποίες τόσο συχνά τον έχουν κατακρίνει και χάρη στις οποίες οι καθηγητές πανεπιστημίων του 19ου και του 20ου αιώνα τον κοίταζαν αφ’ υψηλού και σημείωναν στο περιθώριο: εκτός θέματος, μακρηγορία, άχρηστο, ας προχωρήσουμε στα γεγονότα κ.λπ. Διότι ο Ηρόδοτος μιλά για ένα λαό, ασχολείται με τον τάδε βασιλιά. Και ξαφνικά κάνει μια μεγάλη παράκαμψη, διότι θέλει να διηγηθεί κάτι σχετικό με αυτόν το βασιλιά, για τους προγόνους του ή για κάποιο θαυμαστό γεγονός που συνέβη κατά τη βασιλεία του. Σε αυτές τις περιπτώσεις είναι σαφές ότι ο Ηρόδοτος θέτει ως στόχο μια ανιδιοτελή γνώση. Αισθάνεται όμως επίσης ευχαρίστηση να διηγείται – πράγμα οφθαλμοφανές, και αυτός είναι εξάλλου ο λόγος που και ο αναγνώστης αισθάνεται ευχαρίστηση διαβάζοντάς τον. Οι ιστορίες που διηγείται είναι σχεδόν πάντα πολύ όμορφες. Ακόμη, μάλιστα, και όταν είναι φοβερές, όπως η ιστορία του βασιλιά Αστυάγη ο οποίος σε ένα γεύμα δίνει στον υπήκοο του Άρπαγα, από τον οποίο είναι δυσαρεστημένος, να φάει τη σάρκα του ίδιου του παιδιού του και τον αφήνει να το καταλάβει βάζοντας να του φέρουν το κεφάλι καλυμμένο με πέπλο και παροτρύνοντάς τον να ξανασερβιριστεί.([3])

Υπάρχουν πολλές παρόμοιες διηγήσεις που πλησιάζουν ενίοτε τις ιστορίες τρόμου – αυτό όμως δεν σημαίνει πως είναι όλες ψεύτικες.

Βρίσκουμε επίσης στον Ηρόδοτο σε συγκεκριμένη μορφή – πράγμα που επιτυγχάνεται ουσιαστικά μέσω των αφηγήσεων – την ίδια κριτική των θεσμισμένων παραστάσεων, την ίδια σχετικοποίηση των δικών τους θεσμών στην οποία επιδίδονται την ίδια εποχή σοφιστές, σαν τον Πρωταγόρα. Όπως θα πει αργότερα ο Αριστοτέλης, η φωτιά καίει κατά τον ίδιο τρόπο εδώ και στους Πέρσες, αλλά το δίκαιο δεν είναι το ίδιο παντού ([4]) ή, όπως λέει ο Αισχύλος -πρόκειται για ένα από τα ουσιώδη διδάγματα των Ευμενίδων -, το δίκαιο αλλάζει από στιγμή σε στιγμή – και, ακόμη περισσότερο, από τόπο σε τόπο. Σχετικοποίηση των θεσμών της οποίας ο Ηρόδοτος προσφέρει εξαιρετική απεικόνιση, που συνοδεύεται ενίοτε από έρευνα για την καταγωγή της ανθρωπότητας. Και θυμάστε σχετικά με αυτό τη συζήτησή μας με αφορμή τους στίχους 248-254 και 443-506 του Προμηθέα δεσμώτη ή του χορικού της Αντιγόνης.([5]) Τα ερωτήματα αυτά εμφανίζονται στους λόγους του Πρωταγόρα, οι οποίοι θα μεταφερθούν στη συνέχεια από τον Πλάτωνα, και φυσικά στον Θουκυδίδη, στο τμήμα του Βιβλίου Α που ονομάζεται «Αρχαιολογία», όπου περιγράφει τους αρχαϊκούς χρόνους στην Ελλάδα. Διαφαίνονται επίσης και σε άλλους τομείς, π.χ. στην ιατρική έρευνα της εποχής, έτσι όπως μπορούμε να τη γνωρίσουμε μέσω των κειμένων της Ιπποκράτειας Σχολής, η οποία θέτει ιδιαίτερα μια έντονη διαφορά ανάμεσα στη φύσιν και στο νόμον, ανάμεσα στη φύση και στο θεσμό/συνθήκη/έθιμο, ανάμεσα αφενός σε αυτό που ανάγεται πράγματι στη φύση, δηλαδή στην περίπου αμετάβλητη συγκρότηση του ανθρώπινου όντος ως ψυχοφυσικού όντος (για την Ιπποκράτεια Σχολή, η διάκριση μεταξύ ψυχής και σώματος δεν υπάρχει με τη συγκεκριμένη μορφή), και αφετέρου δε στο στοιχείο που ανάγεται στις συνήθειες, οι οποίες μπορεί να αλλάξουν. Επιπλέον, έχουμε την πολύ βαθιά παρατήρηση που συναντάμε σε ορισμένα ιπποκράτεια κείμενα της ίδιας εποχής, όπως η φράση: τελικά ο νόμος μπορεί να γίνει φύσις. Το γεγονός ότι ζει κανείς σε μια κοινωνία όπου οι θεσμοί, τα ήθη και τα έθιμα είναι αυτό που είναι δημιουργεί ένα είδος φύσης εξίσου ισχυρής με την πρώτη – πράγμα που οδηγεί τελικά στην αμφισβήτηση των ίδιων των όρων, και των ορίων της διάκρισης.([6]) Ελπίζω να έχουμε αργότερα τη δυνατότητα να μελετήσουμε αυτή την τόσο σημαντική αλληλεπίδραση ανάμεσα στην πολιτική σκέψη, με την ευρεία έννοια, του 5ου αιώνα και στους ιστορικούς.

Ωστόσο, ας επανέλθουμε στον ίδιο τον Ηρόδοτο. Η αντί­ληψή του περί ιστορίας εμφανίζεται στο τέλος του Βιβλίου Α,5, εκεί όπου παρουσιάζει το τρίτο μεγάλο θέμα για το οποίο σας μίλησα πριν. «Θα μιλήσω επίσης, λέει, για μικρές και μεγάλες πόλεις των ανθρώπων, διότι η πλειονότητα από εκείνες που παλιά ήταν μεγάλες έγιναν μικρές, και εκείνες που στην εποχή μου ήταν μεγάλες υπήρξαν παλιότερα μικρές. Γνωρίζοντας επομένως ότι η ευδαιμονία,([7]) η ανθρώπινη ευτυχία, δεν μένει ποτέ στάσιμη στο ίδιο σημείο, θα μνημονεύσω και τις μεν και τις δε». Η ευδαιμονία έγκειται στο να έχει κανείς με το μέρος του ένα καλό δαίμονα, μια καλή θεία προστασία. Οι διακυμάνσεις της ευδαιμονίας επισημαίνονται σε όλο το έργο, αλλά το κλειδί για την κατανόησή της δίνεται ευθύς εξαρχής. Λέω κλειδί, διότι και εδώ έχουμε πάλι μουσικότητα και αντίστιξη. [Σημ. Περιθ. της 22-9-1984: Προαναγγελία της υπόλοιπης ιστορίας του Ηροδότου στο Ιο Βιβλίο, με την ιστορία του Κροίσου = «πρελούδιο», τα leitmotivs – όπως στο «Ένας έρωτας του Swann».] Προκειμένου να μιλήσει για τη διαμάχη ανάμεσα στην Ασία και την Ευρώπη, ο Ηρόδοτος στρέφεται στο παρελθόν. Δίνει την «ασιατική» εκδοχή των παραδόσεων για την απαγωγή της Ιούς, τον Τρωικό πόλεμο κ.λπ. Στη συνέχεια λέει: δεν ξέρω αν αυτές οι ιστορίες είναι αληθείς ή ψευδείς, αυτό όμως που ξέρω είναι ότι υπάρχει ένα πρόσωπο το οποίο πρώτο επιτέθηκε στους Έλληνες: ο Κροίσος, βασιλιάς της Λυδίας – και αυτή είναι η ρίζα της διαμάχης μεταξύ Ασίας και Ευρώπης. Έτσι ο Ηρόδοτος έρχεται να διηγηθεί στο Βιβλίο Α την ιστορία του Κροίσου, ιστορία εξαιρετική, που τη διασχίζουν από τη μια άκρη στην άλλη θέματα τραγικά και ταυτόχρονα τόποι, οι κοινοί τόποι που επισημάναμε πέρυσι,([8]) όχι κοινοτοπίες αλλά τόποι προς τους οποίους συγκλίνουν πράγματι οι ελληνικές ιδέες σχετικά με την ανθρώπινη ύπαρξη, με το πεπρωμένο και το θάνατο. Υπάρχει στην ιστορία του Κροίσου κάτι σαν αναγγελία αυτού που θα δούμε επί το έργον στη συνέχεια: τη μεγέθυνση και την ὕβριν, πάνω στην οποία στηρίζεται η μεγέθυνση. Η πολιτική φιλοσοφία, αν μπορεί να πει κανείς, των σχέσεων ανάμεσα σε ισχυρές δυνάμεις που θα αποτελέσει πλήρως τη φιλοσοφία του Θουκυδίδη διατρέχει ήδη όλο το έργο του Ηροδότου: κάθε δύναμη, ό, τι και να κάνουμε, έχει πάντα στόχο της την επέκτασή της. Τουλάχιστον για τους λαούς που φτάνουν σε κάποιο βαθμό «ιστορικής» ύπαρξης. Μιλώντας με σύγχρονους όρους, θα λέγαμε ότι από τη στιγμή που υπάρχει Κράτος, υπάρχει και ώθηση προς την επέκταση και την αύξηση της δύναμης. Ο Ηρόδοτος περιγράφει το φαινόμενο αυτό επανειλημμένα: είναι η περίπτωση των βασιλέων της Λυδίας, και κυρίως του Κροίσου, στη συνέχεια του Κύρου, του Καμβύση, του Δαρείου και του Ξέρξη. Ο Κύρος οικοδομεί μια αυτοκρατορία, αλλά δεν μπορεί να επαναπαυτεί, θέλει επίσης να υποδουλώσει τους Μασσαγέτες, ένα λαό της στέπας, στα βόρεια του Εύξεινου Πόντου. Πρόκειται για μια ιστορία που επαναλαμβάνεται μέχρι τις μέρες μας: ο κατακτητής καταποντίζεται κυνηγώντας άπιαστους ιππείς που ζουν νομαδικά, που δεν έχουν πόλη να υπερασπιστούν ή που εφαρμόζουν την πολιτική της καμένης γης. Ο Κύρος πεθαίνει εκεί. Ο Καμβύσης κατακτά την Αίγυπτο, αλλά δεν αρκείται σε αυτό· στέλνει τα στρατεύματα προς το νότο, στα όρια του τότε γνωστού κόσμου και ο στρατός του χάνεται μέσα σε αμμοθύελλες. Ο Δαρείος θέλει επίσης να κατακτήσει τη Σκυθία, έρχεται αντιμέτωπος με ένα εχθρό που επιτίθεται και εξαφανίζεται. Υποχρεώνεται έτσι να υποχωρήσει για να αποφύγει την καταστροφή. Και γνωρίζετε τι συνέβη με τον Ξέρξη στην Ελλάδα.

Ώθηση επομένως, ὕβρις, και στη συνέχεια νέμεσις, επανέρχονται αδιάκοπα.([9]) Είναι φυσικά ένας τρόπος να βλέπει κανείς τα πράγματα, μια ερμηνεία. Αλλά κάνω αμέσως μια παρατήρηση, για να αποφύγω κάποιες σύγχρονες πλάνες. Ο Ηρόδοτος δεν εφευρίσκει εκ του μηδενός την ήττα του Δαρείου απέναντι στους Σκύθες για να στηρίξει μια a priori θέση σχετικά με την ὕβριν και τη νέμεσιν. ο Δαρείος σαφώς απέτυχε επιχειρώντας να εισβάλει στη Σκυθία, όπως και ο Ξέρξης απέτυχε στην εισβολή του στην Ελλάδα, και, όπως ο Κύρος, σκοτώθηκε. Το γεγονός ότι ο Ηρόδοτος βλέπει τα πράγματα σύμφωνα με ένα συγκεκριμένο σχήμα, φαντασιακό σχήμα – το δικό του, που είναι και το σχήμα της Ελλάδας – δεν σημαίνει ότι αυτό που βλέπει δεν έχει δική του ύπαρξη, ανεξάρτητη από εκείνον. Με αυτό θέλω να πω ότι δεν είναι δυνατό να συγκαλύψουμε το ζήτημα μιας αλήθειας που υπάρχει πέρα από την αφήγηση όταν μιλάμε για κάποιον σαν τον Ηρόδοτο – όσο για τον Θουκυδίδη, δεν χρειάζεται καν να το αναφέρουμε. Σήμερα κάποιοι θα ήθελαν να κλειστούν μέσα στο κείμενο, διότι για αυτούς δεν υπάρχει καμιά άλλη λογική εκτός από τη λογική του κειμένου, του συγγραφέα και του ακροατηρίου του, ενώ το εξωτερικό ανάφορο περνάει σε δεύτερο πλάνο. Όμως το κείμενο είναι το συγκεκριμένο κείμενο επειδή ακριβώς υπάρχει ένα ανάφορο. Το πρόβλημα της σχέσης κειμένου και ανάφορου τίθεται αμέσως πάντα, και αυτό ισχύει και για τον Ηρόδοτο. Υπάρχει ένα ζήτημα ακρίβειας ή ανακρίβειας, αλήθειας ή μη-αλήθειας όσων γράφει ο Ηρόδοτος – ή οποιοσδήποτε άλλος – και δεν πρέπει ποτέ να το ξεχνάμε αυτό όταν ασχολούμαστε με την άλλη πλευρά, δηλαδή με τον τρόπο με τον οποίο ο Ηρόδοτος βλέπει τον κόσμο και την Ιστορία, καθώς και τα φαντασιακά σχήματα σύμφωνα με τα οποία τα βλέπει. Δεν μπορούμε να αποφύγουμε κανένα από αυτά τα ζητήματα.

Μίλησα πριν από λίγο για τόπους, για κοινούς τόπους. Στην ιστορία του Κροίσου, όπως τη διηγείται ο Ηρόδοτος, ξαναβρίσκουμε θέματα που υπάρχουν παντού στην Ελλάδα, από τον Όμηρο μέχρι τους τραγικούς. Αυτό αληθεύει ιδιαίτερα για τη διήγηση της επίσκεψης του Σόλωνα στον Κροίσο, η οποία είναι οπωσδήποτε θρύλος, δεδομένου ότι οι χρονολογίες που γνωρίζουμε την αποκλείουν εντελώς. Το ουσιώδες της αφήγησης([10]) έγκειται στις απαντήσεις που δίνει ο Σόλων στην ερώτηση: Ποιος είναι ο ευτυχέστερος άνθρωπος στον κόσμο; Ο Κροίσος περιμένει βεβαίως να τον ακούσει να προφέρει το όνομά του. Οι απαντήσεις του Σάλωνα – που είναι πράγματι εντελώς ειρωνικές- περιστρέφονται γύρω από μια κεντρική ιδέα: δεδομένου ότι είναι δυνατό να εμφανιστούν, μέχρι και την τελευταία μέρα της ζωής μας, ολοκληρωτικές ανατροπές της τύχης, κανείς δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ευτυχής πριν πεθάνει. Το πρώτο όνομα που δίνει είναι: Τέλλος ο Αθηναίος, ένας απλός πολίτης, ο οποίος μέσα σε μια πλούσια πόλη είδε να μεγαλώνουν τα καλά και όμορφα παιδιά του και βρήκε τέλος ένδοξο θάνατο στο πεδίο της μάχης. Το λέει αυτό στον Κροίσο, ο οποίος έχει στη διάθεσή του χρυσό, εξουσία, γυναίκες, δούλους… Ο Κροίσος δικαίως εκπλήσσεται. Θα τον αναφέρει άραγε δεύτερο; Η δεύτερη όμως απάντηση του προξενεί ακόμη μεγαλύτερη έκπληξη: πρόκειται για τον Κλέοβι και τον Βίτωνα, γιους μιας ιέρειας της Ήρας στο Άργος. Πρέπει να την οδηγήσουν στο ιερό της θεάς, τα βόδια που θα έσυραν το άρμα της δεν έχουν ακόμη γυρίσει από τους αγρούς, οι γιοι της ζεύονται το άρμα και τη μεταφέρουν. Η μητέρα ζητά από τη θεά να τους δώσει για ανταμοιβή ό,τι καλύτερο μπορεί να αποκτήσει ο άνθρωπος. Και η θεά εκπληρώνει την ευχή της: οι γιοι της που κοιμήθηκαν εξαντλημένοι δεν θα ξαναξυπνήσουν. Η θεά έδειξε έτσι, λέει ο Σόλων, ότι για τον άνθρωπο είναι προτιμότερο τεθνάναι μάλλον ή ζώειν, να είναι νεκρός παρά να ζει.([11]) Θα συναντήσουμε συχνά αυτές τις ιδέες στην τραγωδία, με περίπου ταυτόσημες διατυπώσεις – αυτό συμβαίνει εν γένει στην περίπτωση όπου ο χορός πρέπει να βγάλει το δίδαγμα όσων διαδραματίστηκαν.

Δεν μπορούμε να πούμε για κανένα ότι είναι ευτυχής πριν από την τελευταία μέρα του([12]) ή πάλι, όπως στους περίφημους στίχους στον Οιδίποδα επί Κολωνώ: «Η μεγαλύτερη ευτυχία απ’ όλες είναι να μη γεννηθεί κανείς, και το καλύτερο πράγμα, κατά δεύτερο λόγο, είναι άπαξ και γεννηθεί([13]) να επιστρέψει το γρηγορότερο εκεί από όπου ήρθε». Και ας μην ξεχνάμε τον Πίνδαρο: «Ο άνθρωπος είναι το όνειρο μιας σκιάς».([14]) Η άποψη αυτή είναι πάντοτε παρούσα στον Ηρόδοτο,[15] όπως και το θέμα του «φθόνου των Θεών»: όταν οι άνθρωποι ξεπερνούν ένα κάποιο μέτρο ευτυχίας, επέρχεται η τιμωρία τους. Και βρίσκουμε επίσης στον Ηρόδοτο, σας το θυμίζω, σε εμβρυακή μορφή μια θεωρία της εξουσίας, εκλαμβανόμενη ως πανταχού παρούσα ώθηση για επέκταση.<…>

Όσο για τη μέθοδο, και κυρίως για αυτό που θα ονομάζαμε σήμερα κριτική των μαρτυριών και των πηγών, γνωρίζουμε ότι ο Ηρόδοτος κάνει πολλές διακρίσεις, και κατά πρώτον τη διάκριση ανάμεσα σε ό, τι προέρχεται από την ἀκοήν και σε ό, τι προέρχεται από την ὄψιν,([16]) ανάμεσα σ’ αυτό για το οποίο έχει ακούσει να μιλάνε και σ’ αυτό που έχει δει με τα ίδια του τα μάτια. Η φράση αρχίζει συχνά με το λέγουσι, λένε ότι… για να προσθέσει αμέσως είτε ότι δεν μπορεί να εκφέρει γνώμη επ’ αυτού, είτε ότι ο ίδιος είδε κάτι άλλο. Η σημασία την οποία δίνει στην όψιν, στο βλέμμα, μας παραπέμπει φυσικά στις αρχές της ιατρικής – η ιατρική είναι κατά πρώτο και κύριο λόγο το ιατρικό βλέμμα. Θυμάστε ίσως το απόσπασμα του Ηράκλειτου για το οποίο μιλήσαμε πέρυσι: «Τα μάτια είναι καλύτεροι μάρτυρες από τα αυτιά».([17]) Είναι αυτονόητο ότι δεν πρόκειται εδώ για ψυχοφυσική μέτρηση σε εργαστήριο της αξιοπιστίας των διαφόρων οργάνων: τα αυτιά είναι η παράδοση – αυτό που ακούει κανείς, αυτό που λέγεται, αυτό που επαναλαμβάνεται από τα μέλη της φυλής, της πόλης ή της οικογένειας. Τα μάτια είναι η προσωπική γνώση. Ασφαλώς και τα μάτια μπορούν επίσης να κάνουν λάθος, αλλά είναι τουλάχιστον δυνατό να προσπαθήσει κανείς να επαληθεύσει ο ίδιος αν το τάδε άγαλμα αγίου πράγματι ματώνει τη δείνα ημερομηνία. Στους δύο όρους, ἀκοή και ὄψις, προστίθεται ένας τρίτος που ο Θουκυδίδης θα υιοθετήσει στη συνέχεια: η γνώμη, η σκέψη ή η κρίση. Και σε συνάρτηση ακριβώς με τη γνώμην, ο Ηρόδοτος αποφασίζει για την αξιοπιστία της αφήγησης.

Ας περάσουμε τώρα σε μια άλλη άποψη που δεν είναι άσχετη με τη μέθοδο, αλλά προχωρά ακόμη πιο μακριά. Πρόκειται για το ζήτημα της αμεροληψίας του Ηροδότου. Θα επεκταθώ λίγο επ’ αυτού διότι πρόκειται για ουσιώδες σημείο σχετικά με όλα όσα μας ενδιαφέρουν σε αυτό το σεμινάριο. Σας υπενθυμίζω ότι στο μέρος που κατά συνθήκη ονομάζεται προοίμιον ή πρόλογος, δηλαδή μερικές αράδες που προηγούνται του κυρίως σώματος του έργου, ο Ηρόδοτος μας λέει για ποιο λόγο γράφει: διότι έργα μεγάλα τε και θωμαστά, που έχουν επιτελεστεί είτε από τους Έλληνες, είτε από τους Βαρβάρους, πρέπει να προφυλαχθούν από τη λήθη, πράγμα που σημαίνει ότι τοποθετούνται απευθείας οι Έλληνες και οι Βάρβαροι στο ίδιο επίπεδο, χωρίς καμία ποιοτική διάκριση. Τόσο οι μεν όσο και οι δε έχουν εκτελέσει μεγάλα και θαυμαστά έργα ή επιτεύγματα. Επίσης, αμέσως μετά, αρχίζοντας να εκθέτει τους λόγους της διαμάχης μεταξύ Ελλήνων και Βαρβάρων, θα μιλήσει για το τι λένε περί αυτού οι Περσέων λόγιοι, οι σοφοί και πολυμαθείς Πέρσες. Ο Ηρόδοτος τους θεωρεί κατά μία έννοια ως «συναδέλφους», των οποίων ζήτησε την άποψη για τις ρίζες της διαμάχης: υπάρχουν λόγιοι στην Περσία, όπως υπάρχουν στην Ελλάδα. Δείχνει επίσης αμεροληψία όταν εξετάζει τους παράλογους μύθους που διηγούνται οι Έλληνες για τους μεν και τους δε. Πρέπει να αγνοεί κανείς τα πάντα για τους Αιγύπτιους ώστε να πιστέψει ότι ο Ηρακλής, όπως διηγούνται οι Έλληνες, παραλίγο να προσφερθεί ως θυσία στην Αίγυπτο.([18]) Αρνείται να πάρει θέση σχετικά με την ακρίβεια των λεγομένων από τους ιερείς των άλλων λαών για τα θαύματα και τα σημεία και τέρατα για τα οποία μιλάνε, διότι πιστεύει πως όλοι οι άνθρωποι – Έλληνες, Αιγύπτιοι ή Σκύθες- έχουν περίπου τις ίδιες γνώσεις για τα θεία.([19]) Και το πιο εκπληκτικό είναι ότι τον βλέπει κανείς να επιμένει στα όσα οι Έλληνες έχουν δανειστεί, χωρίς την παραμικρή επιφύλαξη, το αντίθετο μάλιστα θα έλεγε κανείς. Ο τάδε θεός προέρχεται από τους Αιγύπτιους, το τάδε έθιμο από αλλού κ.λπ.([20]) Διασκεδαστική λεπτομέρεια, αυτή η ίδια η αμεροληψία του Ηροδότου ήταν παραδόξως η αιτία για την οποία κατηγορήθηκε για μεροληψία κατά την αρχαιότητα. Ιδιαίτερα από τον Πλούταρχο, ο οποίος πέντε αιώνες μετά γράφει μια μικρή πραγματεία με τίτλο Περί της Ηροδότου κακοηθείας,([21]) όπου κατηγορεί το συγγραφέα μας για διάφορα πράγματα, και κυρίως για το ότι είναι φιλοβάρβαρος. Ακόμη κι αν είχε δίκιο ο Πλούταρχος, απλώς θα επιβεβαίωνε όσα λέω εδώ περί αμεροληψίας, διότι αν δεν είμαστε σε θέση να βεβαιώσουμε ότι ο Ηρόδοτος ήταν απλώς πληρωμένος πράκτορας του Μεγάλου Βασιλέως ή άλλων βάρβαρων βασιλέων, δεν βλέπουμε για ποιο λόγο θα ήταν φιλοβάρβαρος αν όχι από πεποίθηση, επειδή είχε διαπιστώσει στους λεγάμενους βαρβάρους αξιέπαινα και αξιομνημόνευτα πράγματα. Εν ολίγοις, επειδή είχε διαρρήξει αυτό που ονομάζω γνωστικό εγκλεισμό([22]) του κόσμου στον οποίο ανήκε και είχε στρέψει το βλέμμα του στον έξω κόσμο με θαυμασμό και ενδιαφέρον. Από την άλλη μεριά, δεν γνωρίζουμε Αιγύπτιο, Βαβυλώνιο ή άλλο συγγραφέα που να συμπεριφέρθηκε σαν φιλοβάρβαρος απέναντι στους Πέρσες όντας ταυτόχρονα αναγνωρισμένος ως μεγάλος συγγραφέας από τον ίδιο του το λαό.

Σας έλεγα ότι η αμεροληψία του Ηροδότου είναι ήδη έκδηλη στα σχόλιά του σχετικά με την καταγωγή των θεών ή των θεών των Ελλήνων. Εμφανίζεται όμως εξίσου καθαρά στη στάση του απέναντι σε δύο μη ελληνικούς λαούς: τους Πέρσες και τους Αιγύπτιους. Είναι ιδιαίτερα εκπληκτικό να διαπιστώνει κανείς σε ποιο βαθμό όσα αναφέρει για τους Πέρσες αποπνέουν το θαυμασμό του για αυτούς – οι διηγήσεις του τελειώνουν συχνά με το «αυτό το επαινώ». Ανάμεσα σε πολλά άλλα, θυμάστε αναμφίβολα μια παρατήρηση που δύσκολα μπορεί να μη θεωρήσει κανείς όμορφη: οι Πέρσες μαθαίνουν τρία μόνο πράγματα στα παιδιά τους: να ιππεύουν, να χειρίζονται το τόξο και να λένε την αλήθεια.([23]) Το πορτρέτο του Κύρου που σκιαγραφεί είναι εντελώς θετικό, ακόμη και ο Ξέρξης δεν είναι εντελώς «αρνητικό»([24]) πρόσωπο – είναι ένας βασιλιάς με πολλές αρετές, αλλά η ὕβρις του τον ωθεί σε καταστροφική εισβολή στην Ευρώπη. Οι Αιγύπτιοι δεν είναι απλώς ένας από τους πιο αρχαίους λαούς. Η αιγυπτιακή σοφία είναι πηγή κάθε σοφίας. Όπως αναφέρει, για ορισμένους ο Ζάλμοξις, θεότητα των Θρακών, ήταν απλώς ένας άνθρωπος, μαθητής του Πυθαγόρα. Αυτό όμως δεν πείθει καθόλου τον Ηρόδοτο, για τον οποίο ο Θραξ είναι σαφώς προγενέστερος του Έλληνα φιλοσόφου.([25]) Εξάλλου οι ίδιοι οι Πυθαγόρειοι φαίνεται να έχουν δανειστεί από τους Αιγύπτιους…([26]) Αυτή η γοητεία που ασκεί ο αιγυπτιακός πολιτισμός αποτελεί εξάλλου σταθερά της ελληνικής πολιτιστικής παράδοσης, που απαντάται επίσης, παραδείγματος χάρη, στον Πλάτωνα, για εντελώς διαφορετικούς λόγους.

Αμεροληψία επίσης όταν συζητούνται τα έθιμα των άλλων λαών, που μπορεί να είναι ενίοτε στα μάτια ενός Έλληνα – ή στα δικά μας τα μάτια – εντελώς περίεργα, μέχρι τερατώδη. Και αυτό σε τέτοιο βαθμό, που σύγχρονοι φιλόλογοι αισθάνθηκαν υποχρεωμένοι να υπερασπιστούν τον Ηρόδοτο απέναντι στην κατηγορία της ανηθικότητας…([27]) – λες και το γεγονός ότι δεν εκφέρει κανείς ως παρατηρητής αξιολογικές κρίσεις αποδεικνύει την απουσία ηθικής συναίσθησης. Αμεροληψία επίσης, και αυτό είναι ακόμη πιο αξιοπρόσεκτο, όταν τίθεται το θέμα της διαμάχης μεταξύ Ελλήνων. Παρά ταύτα το γεγονός ότι ο Ηρόδοτος τάσσεται υπέρ των Αθηναίων,([28]) το ότι έχει δημοκρατικά αισθήματα([29]) είναι, κατά τη γνώμη μου, αναμφισβήτητο. Υπάρχει ασφαλώς στο έργο του μια πολιτική κρίση που τον ωθεί να διακρίνει ανάμεσα σε Έλληνες και Βαρβάρους, στους μεν υπάρχει ελευθερία, στους δε δεσποτισμός. Η διάκριση κατά τον Ηρόδοτο περιορίζεται ουσιαστικά σε αυτό και δεν διστάζει να το διαβεβαιώσει, όπως δεν διστάζει να πει ότι η ελευθερία εμφανίζεται κατεξοχήν στην Αθήνα, όπου έζησε πριν μετοικήσει στους Θούριους περί το 440. Δύσκολα λοιπόν μπορεί να βάλει στο ίδιο επίπεδο μια πόλη όπου συντελούνται χιλιάδες πράγματα – η τραγωδία, η κωμωδία, η Ακρόπολη, ο αναβρασμός που προκαλεί η παρουσία των σοφιστών – με τη Σπάρτη όπου, αν εξαιρέσει κανείς κάποιες στρατιωτικές επιδόσεις, δεν συμβαίνει τίποτα. Παρ’ όλα αυτά, δεν θα βρούμε κανένα ίχνος αυτών των αισθημάτων στην εντελώς ψύχραιμη αφήγηση των διενέξεων μεταξύ των δύο πόλεων.

Γνωρίζετε ότι υπήρξε ανέκαθεν μια συζήτηση για την ικανότητα κριτικής σκέψης του Ηροδότου, στον οποίο αποδόθηκε ως χαρακτηριστικό η ευπιστία ή η «αφέλεια» όταν αναφέρει θρύλους και μύθους. Εφόσον τον έχετε σίγουρα διαβάσει, δεν αγνοείτε ότι βρίσκουμε στο έργο του πολλές ιστορίες απολύτως απίστευτες. Όχι σε ό, τι αφορά τα έθιμα – στο πεδίο αυτό, χωρίς θετικές αποδείξεις, δεν θα μπορούσαμε ποτέ να πούμε ότι υπάρχουν «απίστευτα» πράγματα -, αλλά σε ό, τι αφορά το κλίμα κάποιας χώρας ή τη συμπεριφορά κάποιου ζώου. Παραδείγματος χάρη, τα περίφημα μυρμήγκια της Ινδίας, στο μύθο που μας μεταφέρει ο Ηρόδοτος χωρίς να τον κρίνει, στο Βιβλίο Γ.([30]) Είναι, απ’ ό, τι μας λέει, πιο μικρά από τα σκυλιά, αλλά μεγαλύτερα από τις αλεπούδες. Εκτός από αυτό, όπως και τα ελληνικά μυρμήγκια, σκάβουν στοές μέσα στη γη και πετάνε το χώμα στην επιφάνεια. Όμως το χώμα αυτό είναι ανακατεμένο με χρυσό και έτσι οι Ινδοί προμηθεύονται εν αφθονία αυτό το μέταλλο. Ας θυμηθούμε επίσης τον τρόπο με τον οποίο οι Άραβες αποκτούν, κατά την αφήγησή του, το μύρο και τα άλλα αρωματικά.([31]) (Η γη της Αραβίας, λέει εξάλλου, αποπνέει μια μαγευτική μυρωδιά – που οφείλεται αναμφίβολα στα perfumes of Arabia, για τα οποία μιλάει η Lady Macbeth και τα οποία παρά τη δύναμή τους δεν μπορούσαν να διώξουν τη μυρωδιά του αίματος από το χέρι της.) Το μύρο βλασταίνει πάνω σε δένδρα που τα φυλάνε φτερωτά φίδια, τα οποία οι Άραβες διώχνουν με καπνούς. Όσο για την κανέλα, που βρίσκεται στην όχθη μιας λίμνης προστατευμένης από νυχτερίδες, τη μαζεύουν καλύπτοντας εντελώς το σώμα τους με δέρματα βοδιού. Για το κινάμωμον, το σίναμο, είναι επίσης εκπληκτικό, διότι λέγεται ότι μεγάλα πουλιά το χρησιμοποιούν για να φτιάξουν τις φωλιές τους και ότι οι Άραβες καταφεύγουν σε περίεργα τεχνάσματα για να τις ρίξουν. Το λάδανον, με τη σειρά του, το βρίσκουν κρεμασμένο στα γένια των τράγων… Πρόκειται για ιστορίες αγρίων, θα έλεγε κανείς αμέσως. Αρκεί να διερωτηθεί στη συνέχεια: κατά τι είναι απίστευτες; Και μετά έρχεται η ερώτηση: σε τι έγκειται το απίστευτο; Μίλησα πριν, και όχι εντελώς τυχαία, για ένα άγαλμα που ματώνει ή δακρύζει σε κάποια συγκεκριμένη ημερομηνία. Είναι ή όχι απίστευτο; Αλλά απίστευτο για ποιον; Μήπως δεν υπάρχουν χιλιάδες άνθρωποι τον 20ο αιώνα που το πιστεύουν χωρίς την παραμικρή αμφιβολία; Είναι αδύνατο, είναι μάλιστα οριακά γελοίο να θέλει κανείς να εφαρμόσει στον Ηρόδοτο τους κα- νόνες της σύγχρονης επιστημονικής ή ιστορικής εργασίας, που άρχισαν πράγματι να επιβάλλονται μόνο προς τα τέλη του 18ου αιώνα, και ιδιαίτερα τους ίδιους κανόνες αξιοπιστίας. Γνωρίζετε την ιστορία του Pierre Bayle και του παιδιού που γεννήθηκε με ένα χρυσό δόντι. Γυναικουλίστικες ιστορίες όλα αυτά, σκέφτηκε ο Bayle, αλλά θεωρεί παρά ταύτα τον εαυτό του υποχρεωμένο, περί τα τέλη του 17ου αιώνα, να τις ανασκευάσει. Αν πάρουμε τις ταξιδιωτικές διηγήσεις μέχρι και τον 19ο αιώνα – και ίσως τα πράγματα δεν είναι διαφορετικά σήμερα -, θα διαπιστώσουμε μια αφέλεια που μας εκπλήσσει σχετικά με τη ζωή των Ινδιάνων της Βραζιλίας ή της Βόρειας Αμερικής, τους ιθαγενείς της Γης του Πυ­ρός και της Πολυνησίας, και αυτό ακόμη και από καλλιεργημένους περιηγητές, από ορθολογιστές, που δεν έχουν καμία σχέση με τσαρλατάνους. Δεν αντιστέκομαι στον πειρασμό να σας διαβάσω ένα απόσπασμα κάποιου αμερικανού ιεραπόστολου που βρήκα στο τελευταίο βιβλίο του Simon Leys.([32]) Ιδού λοιπόν τι γράψει ο Arthur Smith σε κάποιο πόνημα που διαβάστηκε πολύ στην εποχή του και που τιτλοφορείται Chinese Characteristics: «Αυτό που στερούνται οι Κινέζοι δεν είναι οι διανοητικές ικανότητες […], αυτό που τους λείπει είναι ο Χαρακτήρας και η Συνείδηση. […] Η κινεζική κοινωνία μοιάζει με μερικά τοπία της Κίνας: από απόσταση, φαίνονται ωραία και ευχάριστα, αλλά όταν πλησιάσει κανείς ανακαλύπτει πάντα ένα σωρό απαίσια και βδελυρά πράγματα και η ατμόσφαιρά τους είναι μολυσμένη». Δυστυχώς «υπό την παρούσα κατάσταση της Κίνας», η υιοθέτηση πολιτισμένων προτύπων «αποτελεί απόλυτη ηθική αδυναμία». Και ο καλός πάστορας συμπεραίνει ότι: «Αυτό που χρειάζεται η Κίνα είναι η ηθική ευθύτητα και για να το πετύχει είναι απολύτως αναγκαίο να αποκτήσει γνώση του Θεού, καθώς και της σχέσης ανάμεσα στον άνθρωπο και στο Θεό». Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με το «απίστευτο»: πρόκειται πράγματι για ένα περίεργο μείγμα που περιέχει μύθευμα και αξιολογική κρίση ιδιαίτερου τύπου. Και βρισκόμαστε στα τέλη του 19ου αιώνα. Θα βρούμε σε πολλούς άλλους περιηγητές ανάλογες παρατηρήσεις, αξιολογικές κρίσεις που τυφλώνουν και δεν επιτρέπουν να δει κανείς το οφθαλμοφανές. Το ζήτημα δεν είναι λοιπόν αν στην αφήγηση του Ηροδότου υπάρχουν μύθοι, απίστευτα πράγματα. Δεν είναι καν γιατί ο Ηρόδοτος το πιστεύει – στην εποχή του πίστευαν πολλά που σήμερα μας φαίνονται απίστευτα. Το πιστευτό, το αξιόπιστο, εξαρτάται προφανώς κάθε φορά από τον πολιτισμό και τις γνώσεις- ακόμη και μέσα σ’ ένα αυστηρό ή υποτιθέμενα αυστηρό, επιστημονικό διανοητικό πλαίσιο όπως το σημερινό, δεν είναι πάντα εύκολο να αποφασίσουμε αν κάτι είναι πιστευτό ή όχι. Ένα παράδειγμα: Το 1951, ο Ludwig Gross περιγράφει για πρώτη φορά τον υπεύθυνο για τη λευχαιμία του ποντικού ιό, ζήτημα πολύ σημαντικό για όλη την έρευνα πάνω στον καρκίνο. Κάποιοι συνάδελφοί του σε διάφορα συνέδρια έφτασαν μέχρι και να τον αποκαλέσουν ψεύτη, απλώς και μόνο διότι σύμφωνα με την επιστημονική θεωρία της εποχής, η λευχαιμία και ο καρκίνος δεν μπορούσαν να προέρχονται από ιό. Εν ολίγοις: η άποψη ότι «τα μυρμήγκια της Ινδίας βγάζουν το χρυσάφι της γης σκάβοντας τρύπες» είναι σίγουρα λανθασμένη. Κατά τι όμως είναι καθαυτή απίστευτη; Είναι περισσότερο «απίστευτη» από αυτό που κάνει ο μεταξοσκώληκας, παραδείγματος χάρη; Η ιστορία των αρωματικών και ο τρόπος με τον οποίο τα προμηθεύονται οι Άραβες: ιδού κάτι επίσης απίστευτο. Ας υποθέσουμε τώρα ότι ο δικός μας ο Μεσαίωνας δεν είχε ανακαλύψει ή μάλλον ανακαλύψει εκ νέου την ιερακοτροφία και το κυνήγι με το γεράκι, που μας είναι επομένως λίγο πολύ οικείο, και ότι διαβάζαμε σήμερα σε κάποιον αρχαίο συγγραφέα μια ιστορία στην οποία περιγράφεται ο τρόπος με τον οποίο οι Σαυρομάτες ή οι Ατάραντες εξέτρεφαν τα γεράκια για να προμηθεύονται το κρέας άλλων πουλιών. Άραγε η ιστορία αυτή θα ήταν, ενδογενώς, πιο πιστευτή ή λιγότερο πιστευτή από τον τρόπο με τον οποίο οι Άραβες, σύμφωνα με τη διήγηση του Ηροδότου, προμηθεύονται τα αρωματικά βότανα; Γενικά, πρέπει να θέτει κανείς το ερώτημα: τι είναι πράγματι αδύνατο; Και για ποιον; Και κάτω από ποιες συνθήκες; Χωρίς να υιοθετήσουμε ριζικά σκεπτικιστική θέση, σας θυμίζω ότι δεν μπορούμε ποτέ να είμαστε σίγουροι ότι δεν εμπιστευόμαστε πράγματα που είναι τελικά ψεύτικα και παράλογα. Και ότι, όπως μόλις είδαμε, το αντίστροφο είναι εξίσου κοινότοπο: πολλοί επιστήμονες θεωρούν μυθεύματα ανακαλύψεις που μερικά χρόνια αργότερα αποδεικνύονται αληθείς.

Το ουσιώδες δεν είναι εξάλλου αν ο Ηρόδοτος πιστεύει ή δεν πιστεύει αυτά που μεταφέρει. Το ερώτημα που πρέπει να θέσουμε είναι γιατί μεταφέρει τις ιστορίες αυτές με προφανή ευχαρίστηση -για να μην πούμε απόλαυση -, ποιος είναι ο ρόλος στη δική του την παράσταση του κόσμου των θωμαστών – των εκπληκτικών, μαγικών, ασυνήθιστων πραγμάτων. Από τη μια μεριά, το επαναλαμβάνω, τα αφηγείται διότι ο σκοπός του είναι να καταγράψει τα αξιοθαύμαστα και, κατά συνέπεια, αξιομνημόνευτα πράγματα’ αλλά αναμφίβολα επίσης – και ο Hartog στο Le Miroir d’ Herodote([33]) το τονίζει δικαίως— διότι για τους Έλληνες, όπως εξάλλου για όλους σχεδόν τους λαούς πριν από τους νεότερους χρόνους, υπάρχει μια θεμελιώδης συνάρθρωση του κόσμου, όπου ο χώρος, με την ευρύτερη έννοια, δεν είναι ομοιογενής. Δεν είναι καθόλου το ίδιο πράγμα να μιλά κανείς για το εδώ και για το αλλού. Όχι με την ανεκδοτολογική ή περιγραφική έννοια – άλλα βουνά, άλλα ποτάμια -, αλλά ποιοτικά. Στις παραδοσιακές πεποιθήσεις, των Αφρικανών, των Ινδιάνων της Αμερικής ή άλλων, πέρα από εκείνο το ποτάμι ή εκείνη την οροσειρά εκτείνεται ένας απολύτως μαγικός κόσμος. Το ίδιο ισχύει και για τους Έλληνες στην αρχαϊκή εποχή, και μάλιστα πολύ αργότερα. Στην Οδύσσεια περιγράφονται αἱ ἐσχατιαί, τα πέρατα του κόσμου, ως χώροι των θεών και των τεράτων, των Κυκλώπων ή των Λαιστρυγόνων. Στο κέντρο βρίσκεται ο δικός μας ο κόσμος, των Ελλήνων και των Τρώων, όπου γνωρίζουμε περίπου τι συμβαίνει. Λίγο πιο μακριά βρίσκονται οι Φοίνικες, έμποροι και ναυτικοί που από καιρού εις καιρόν μένουν για μικρά χρονικά διαστήματα στον τόπο μας. Λίγο πιο πέρα ακόμη, οι Φαίακες, οι «γκρίζοι άνθρωποι» που μένουν κάπου ανάμεσα στο εδώ και το πραγματικό αλλού. Και στη συνέχεια, ακόμη πιο πέρα είναι η γη των θαυμάτων, των θαυμάτων που δεν έχουν τελειωμό. Και οι κοσμογονίες μιλάνε μόνο για αυτά: Θυμάστε ότι στον Ησίοδο υπάρχει από τη μια ένας ορατός και οικείος κόσμος, που φωτίζεται από τον Ήλιο και τα αστέρια, και από την άλλη -ένας χώρος ποιοτικά διαφορετικός – υπάρχουν οι τερατώδεις ρίζες του κόσμου, όπου είναι καταχωνιασμένοι οι Τιτάνες και άλλα τρομερά πλάσματα, τα Τάρταρα διατρέχονται από τρομακτικές θύελλες.

Στην κεντρική περιοχή όπου ζούμε, που μας είναι οικεία, με τη χλωρίδα, την πανίδα και το κλίμα της, αντιπαρατίθενται είτε αιφνίδια, είτε βαθμιαία, αυτές αἱ ἐσχατιαί, αυτά τα πέρατα της οικουμένης, το πέρας του οικείου κόσμου που θα μπορούσε να είναι σαν μια κυκλική επιφάνεια έξω από την οποία, αν περπατούσαμε σταθερά προς την ίδια κατεύθυνση, θα συναντούσαμε όλο και πιο περίεργα πράγματα. Η γοητεία τῶν ἐσχατιῶν εμποτίζει βαθιά το δυτικό φαντασιακό. Δεν μπορούμε να μην αναφέρουμε τη φιλολογία επιστημονικής φαντασίας, φυσικά, ή ακόμη και την Αφήγηση του Άρθουρ Γκόρντον Πυμ στα γραπτά του Poe, και το μυθιστόρημα του Jules Verne που αποτελεί συνέχειά του, όπου ο ήρωας κατεβαίνοντας συνεχώς προς νότον, καταλήγει εκεί όπου η θερμοκρασία ανατρέπεται μέχρις ότου τα παγωμένα νερά της θάλασσας βράζουν… Ξαναβρίσκουμε εδώ το μεγάλο ζήτημα της ομογενοποίησης του χώρου που δεν αφορά μόνο στον πλανήτη Γη, αλλά στο σύμπαν ολόκληρο. Περιττεύει να πούμε σε ποιο βαθμό αυτή η ιδέα ενός ομοιογενούς χώρου βρίσκεται σε απευθείας αντίθεση με το φαντασιακό και τα δόγματα όχι μόνο των αρχαίων πεποιθήσεων αλλά επίσης και των τριών μεγάλων μονοθεϊστικών θρησκειών, για τις οποίες

η Γη είναι το κέντρο του κόσμου, είναι ο πλανήτης που ο Θεός δημιούργησε για τον άνθρωπο.

Η ιδέα του ποιοτικά διαφορετικού χαρακτήρα των περά- των του κόσμου και των κατοίκων τους επέζησε πρακτικά μέχρι την πραγματική ομογενοποίηση του γήινου χώρου στα νεότερα χρόνια, πράγμα που είναι αμφίβολο αν συνέβη πριν από τον 20ό αιώνα, και τούτο ακόμη και στην ευρωπαϊκή πολιτιστική σφαίρα. Σας θυμίζω ότι υπήρξαν στην Ισπανία του 16ου αιώνα θεολογικο-νομικές αντεγκλήσεις – δεν μιλώ εδώ για πρακτική, αλλά για υψηλή θεωρία – προκειμένου να αποφασιστεί μέχρι ποιου σημείου οι Ινδιάνοι της Αμερικής διέθεταν λογική. Θεωρήθηκε πραγματικό θαύμα το γεγονός ότι αυτά τα δίποδα ήταν προικισμένα με ικανότητα ομιλίας, όπως οι κατακτητές. Αλλά η ομοιότητα έφτανε άραγε πιο μακριά; Αποφάσισαν τελικά ότι ναι και ότι έπρεπε να τους εκχριστιανίσουν, πράγμα που δεν εμπόδισε καθόλου εξάλλου, ανάλογα με τις περιστάσεις, να τους εξολοθρεύουν. Αυτή η ομογενοποίηση συντελείται επομένως πολύ αργά. Και μάλιστα στον 20ο αιώνα ο σκληρός πυρήνας της υπόθεσης – η αναγνώριση της διαφορετικότητας του άλλου – δεν έχει προχωρήσει καθόλου. Είμαστε ακόμη στο ίδιο σημείο. Από τη στιγμή που υπάρχει ομογενοποίηση, αναφύονται άλλοι τρόποι κατάργησης ή συγκάλυψης της διαφορετικότητας του άλλου, όπως ο επιστημονισμός ή ο θετικισμός, στο πλαίσιο των οποίων οι άλλοι παύουν να είναι θαύματα και γίνονται, αντιθέτως, εντελώς κοινοί, περιορίζονται να αντιπροσωπεύουν απλώς πρωτόγονες καταστάσεις της ιστορίας της ανθρωπότητας. Ή πάλι, πιο πρόσφατα, γίνονται κοινότοποι, κατά τη στρουκτουραλιστική μέθοδο, στο πλαίσιο της οποίας αυτοί οι «άλλοι» απλώς συνδυάζουν «διαφορετικά» τα ίδια στοιχεία, τα ίδια σημασιολογικά θεμέλια με τα δικά μας. Το πραγματικό όμως πρόβλημα είναι ότι ο άλλος δεν είναι ούτε θαύμα ούτε κάτι το εκπληκτικό ούτε τέρας ούτε αντίγραφο του εαυτού μου. Το πρόβλημα αυτό δεν αντιμετωπίζεται εκτενέστερα από τη σύγχρονη σκέψη από όσο αντιμετωπιζόταν παλαιότερα. (Δεν μιλώ για τον κοινό πολίτη ούτε καν για τον κύριο Le Pen.)

Πώς θα μπορούσε ο Ηρόδοτος να μη μιλά για θωμαστά και για ανήκουστα πράγματα; Είναι όμως αλήθεια ότι πέρα από μια περιοχή σχετικά οικεία -που είναι στην πραγματικότητα αρκετά ευρεία και δεν περιορίζεται στην Ελλάδα, αλλά περιλαμβάνει και τη Λυδία, την Περσική αυτοκρατορία, την Αίγυπτο – ο κόσμος είναι όλο και πιο παράξενος και οριακά μη κατοικήσιμος. Απομακρυνόμαστε από το πεδίο που θα μπορούσε να έχει βιωθεί και να γίνει αντιληπτό από ανθρώπινα όντα. Σίγουρα, ο Ηρόδοτος αποδίδει σε αυτούς που ζουν στις εσχατιάς· εξαιρετικά έθιμα και φυσικές ιδιότητες. Μπορεί όμως πράγματι να πει κανείς ότι αντιπαραθέτει συνολικά και συστηματικά Έλληνες και Βαρβάρους; Πρόκειται για πολύ διαδεδομένη θέση, την οποία φαίνεται να συμμερίζεται σε κάποιο βαθμό ακόμη κι ένας ιδιαίτερα προσεκτικός αναγνώστης, όπως ο Frarncois Hartog. Είναι εν μέρει ταυτολογική, διότι ποιο άλλο πρίσμα εκτός από το ελληνικό πρίσμα θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ο Ηρόδοτος προκειμένου να κατανοήσει τους βαρβάρους και να ερμηνεύσει τον πολιτισμό τους; Είναι όμως επίσης απλουστευτική: γιατί άραγε η διαφορά στις περιπτώσεις, που αυτή υφίσταται, μεταξύ Ελλήνων και Βαρβάρων, μεταξύ «ημών» και των «άλλων», θα όφειλε ο Ηρόδοτος πάντοτε να την αντιμετωπίζει ως σύνολο ριζικών αντιθέσεων;
-----------------------
[1] <F. Jacoby, Die Fragmente der gnechischen Historiker, 1, Ber­lin, Weidemann 1923. Θα το βρούμε επίσης στο L ’Histoirc d’Homere ? Augustin. Prefaces des historiens et textes sur l’histoire, συγκεντρωμέ­να και σχολιασμένα από τον F. Hartog, μεταφρασμένα από τον Μ. Casevitz, Paris, Seuil 1999, συλλ. «Points Essais», σ. 42-43. >

[2] <Βλ. ΕΙΛ, σ. 281-305.>

[3] <Ηρόδοτος, Α, 119.>

[4] <Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια, Ε, 1134b 26.>

[5] <Σεμινάριο της 2ας Μαΐου 1984 που δεν περιλαμβάνεται εδώ (βλ. «Αισχύλεια ανθρωπογονία…», στο Ανθρωπολογία, πολιτική, φιλοσοφία, Αθήνα ό.π., σ. 11-33).>

[6] <Βλ. κυρίως στην Ιπποκράτεια Συλλογή το δοκίμιο Περί αε­ρίων, υδάτων και τόπων. Έκδοση και γαλλ. μτφρ. στη συλλ. «Bude» του J. Jouanna (Les Belles Lettres, CUF 1996). Μτφρ. μόνο, παρουσίαση και σημειώσεις του J. Jouanna και C. Magdelaine στο Hippo- crate, L’Art de la medecine, Paris, GF Flammarion 1999.>

[7] <Ο Καστοριάδης επιλέγει, γι’ αυτή τη λέξη καθώς και για άλλες στη συνέχεια, να δώσει τον τύπο της αττικής διαλέκτου.>

[8] <Πρβλ. ΕΙΑ, σ. 151-160,257-259, 293-299.>

[9] <Ηρόδοτος, Α, 34, 71, 86 (Κροίσος), Α, 204-214 (Κύρος), Γ, 27-32, 37-38, 64-66 (Καμβύσης), Γ, 120-128 (Πολυκράτης και Ορέτης), Ζ, 34-36 (Ξέρξης).>

[10] <Ηρόδοτος, Α, 30-33.>

[11] <Ηρόδοτος, Α, 31, 17.>

[12] <Αισχύλος, Αγαμέμνων, 928-929′ Σοφοκλής, Οιδίποδας Τύ­ραννος, 1526-1530· Ευριπίδης, Ανδρομάχη, 100-103· Τρωάδες, 509- 510. Σύγκριση με τον Αριστοτέλη, Ηθικά Νικομάχεια, A, 1100a – 1101b.>

[13] <Σοφοκλής, Οιδίποδας επί Κολωνώ, 1224-1227. Αλλά βρίσκουμε επίσης την ίδια διατύπωση στον Θέογνη και στον Βακχυλίδη.>

[14] <Πίνδαρος, 8οςΠυθιόνικος, V, 95-96· επίσης Σοφοκλής, Οιδίποδας Τύραννος, 1186-1188 («ἰώ γενεαί βροτῶν, ὡς ὑμᾶς ἴσα καί τό μηδέν ζώσας ἐναριθμώ – Φτωχές ανθρώπινες γενιές, μόνο ένα τίποτα βλέπω σε σας!»· Αίας, 125-126 («ὁρῶ γάρ ἡμᾶς οὐδέν ὄντας ἄλλο πλήν εἴδωλ’ ὅσοιπερ ζῶμεν ἤ κούφην σκιάν – βλέπω ότι εμείς οι ζωντανοί δεν είμαστε τίποτε άλλο από φαντάσματα ή κούφιες σκιές»),>

[15] <Ηρόδοτος, Α, 85 (Κροίσος στην πυρά), Β, 40-43, Ζ, 46 (Αρταβάνης σχετικά με τα δάκρυα του Ξέρξη: «ο θάνατος γίνεται για τον άνθρωπο το πιο επιθυμητό καταφύγιο»)· Ζ, 203 («δεν θα δούμε ποτέ άνθρωπο που, από τη μέρα της γέννησής του, δεν είχε τη δυστυχία να εμπλέκεται στο πεπρωμένο του»).

[16] <Ηρόδοτος, Β, 99, και πρβλ. σχεδόν όλο το Βιβλίο Β. Αλλά επίσης Α, 75,95,14,172,182,214, Γ, 3,9, Δ, 5,16,81,105,195, Ε, 45, 86, και κυρίως την προειδοποίηση Ζ, 152: «Σε ό, τι με αφορά, έχω μεν την υποχρέωση να μεταφέρω αυτά που λέγονται, αλλά ασφαλώς δεν είμαι υποχρεωμένος να τα πιστεύω – πρέπει να ληφθεί υπόψη αυτή η επιφύλαξη απ’ άκρου εις άκρον του έργου μου…»>

[17] <Πρόκειται για το απόσπασμα DK 22 Β 101a του Ηράκλειτου. Βλ. ΕΙΑ, σ. 345-346.>

[18] <Ηρόδοτος, Α, 45.>

[19] <Ηρόδοτος, Β, 3.>

[20] <Ηρόδοτος, Β, 43-44, 49, 50-51, 54, 58, Δ, 189, Ε, 58.>

[21] <Πρόσφατη γαλλ. έκδοση των Μ. Cuvigny και G. Lachenaud: Plutarque, CEuvres morales, τόμ. XII, 1, Traites 54-57, Paris, Les Belles Lettres, CUF («Bude») 1981 .>

[22] <Βλ., π.χ., στο Χώροι τον ανθρώπου, ό.π., «Το φαντασιακό: η δημιουργία στο κοινωνικο-ιστορικό πεδίο» (1981), σ. 118 κ.εξ.· «Η λογική των μαγμάτων και το ζήτημα της αυτονομίας» (1981), σ. 324- 336· «Οντολογικό βάρος της ιστορίας της επιστήμης» (1985), σ. 345- 360· και Sujet et Vente… (1986-1987), σ. 212-249.>

[23] <Ηρόδοτος, Α, 136.>

[24] <Βλ. ωστόσο, Θ, 108, το καθόλου ένδοξο επεισόδιο της στάσης του απέναντι στη γυναίκα και την κόρη του αδελφού του Μασίστη.>

[25] <Ηρόδοτος, Δ, 95-96.>

[26] <Ηρόδοτος, Β, 123.>

[27] <Π.χ. Ph.-E. Legrand, επιμ. και έκδ. του Ηροδότου, στη συλλ. «Bude», μαζί με εισαγωγή (Paris, Les Belles Lettres, CUF 1932, σ. 119-130).>

[28] <Ηρόδοτος, Z, 139.>

[29] <Ηρόδοτος, E, 78.>

[30] <Ηρόδοτος, Γ, 102-105.>

[31] <Ηρόδοτος, Γ, 107-113.>

[32] <S. Leys, La Foret en feu. Essais sur la culture et la politique chinoises, Paris, Hermann 1983, σ. 53-54, επανέκδ. στο Essais sur la Chine, Paris, Laffont, συλλ. «Bouquins» 1999, σ. 605. To Chinese Characteristics (1894) του Arthur H. Smith μεταφράστηκε πολλές φορές στην Κίνα κατά τον 20ό αιώνα, ακόμη και πρόσφατα. Το έργο μεταφράστηκε στα γαλλικά με τίτλο Moeurs cuneuses des Chi- nois (Paris, Payot 1927), επανεκδόθηκε από το Πανεπιστήμιο του Michigan το 2003.>

[33] <Hartog, Le Miroir d’Herodote, Paris, Gallimard 1980, αναθ. έκδ. 2001, συλλ. «Follio», κυρίως σ. 499 κ.εξ.>

Ασκητική

Η “Ασκητική” του Καζαντζάκη είναι αναμφίβολα το πιο ιδιαίτερο και προσωπικό έργο του μεγάλου Έλληνα στοχαστή. Όπως πολύ ορθά αναφέρει στη κριτική του ο Πάτροκλος Σταύρου: “Η Ασκητική είναι ο Νίκος Καζαντζάκης, και ο Νίκος Καζαντζάκης είναι η Ασκητική”. Κατάφερε σε ένα διήγημα, σε ένα ταξίδι του στοχασμού, να ξεδιπλώσει όλη την έκταση και το βάθος της πλούσιας πνευματικότητάς του, όπως λίγοι άλλοι κατάφεραν (π.χ. ο Ντοστογιέφσκι στο “Υπόγειο” κι ο Νίτσε στο “Τάδε έφη Ζαρατούστρα). Κάθε σελίδα του στάζει από σταγόνες ψυχικής σοφίας που του χάρισε η πολυεπίπεδη μόρφωσή του και κάθε πρόταση λάμπει από το χρυσό φως της κατανόησής του για τη ζωή. 
Η Ασκητική φυσικά δεν είναι “εύκολο” διήγημα – απαιτεί δύναμη ψυχής, σκληρή πειθαρχία και -κύριως- το απαραίτητο σθένος και την αναγκαία αυταπάρνηση για να δεχθείς την Αλήθεια του. Ο Καζαντζάκης εδώ όχι μόνο δεν είναι “διακριτικός” και “προσεκτικός” με τον αναγνώστη, αλλά του συμπεριφέρεται με πρωτόγνωρη σκληρότητα – τον ρίχνει απροετοίμαστο ευθύς εξαρχής στο πεδίο της μάχης, μίας μάχης βάναυσης και ανελέητης. 
Όποιος αντέξει, άντεξε – οι υπόλοιποι ας αποχωρήσουν. Όποιος δέχεται να ακούσει τη Κραυγή ας ανοίξει τα αυτιά του – οι υπόλοιποι ας τα κλείσουν. Όποιος μπορεί να ανηφορήσει, ας πάρει βαθιά ανάσα κι ας κάνει το βήμα – οι υπόλοιποι ας μείνουν στις θέσεις τους.
Όποιος Θέλει την Αλήθεια, ας την αρπάξει – οι υπόλοιποι ας επαναπαυτούν στο ψέμα.
“Χρέος μας λοιπόν να συλλάβουμε τ’ όραμα που χωράει κι εναρμονίζει τις δύο τεράστιες τούτες άναρχες, ακατάλυτες ορμές΄ και με τ’ όραμα τούτο, να ρυθμίσουμε το στοχασμό μας και την πράξη”.
Μία τελετή μύησης στο Χάος 
Η δομή του συγγράμματος θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί πως μοιάζει με τελετή μύησης – όχι φυσικά μία τελετή σκοτεινού μυστικισμού, αλλά μίας δοκιμασίας απέναντι στο φως. Ο Καζαντζάκης περνάει τον αναγνώστη από διαφορετικά επίπεδα κατανόησης, του δείχνει έναν δρόμο από ξεκάθαρα βήματα πριν του δώσει την εντολή να αφεθεί στο χάος. Υπάρχει διαβάθμιση, τα σκαλοπάτια του ανηφορικού μονοπατιού είναι ευδιάκριτα.
Ο αναγνώστης σε πρώτο βαθμό καλείται να αντιληφθεί τη μοναδικότητά του, την υποκειμενική αλήθεια του Εγώ του. Ύστερα, παρουσιάζεται μπροστά του η ενδογενής διπολικότητα της ψυχοσύνθεσής του, αντικρίζει την αέναη μάχη του μυαλού με την καρδιά του. Και ύστερα, γνωρίζει όλο και μεγαλύτερες διπολικότητες, καλείται να κατακτήσει και να αγκαλιάσει στο στήθος του ολοένα και πιο γιγάντιους πόλους, στα πλαίσια μεγαλύτερων ιδεατών συνθηκών (π.χ. ανθρωπότητα, Γη, Φύση). Σε κάθε νέα ενότητα το βιβλίο αναφλέγεται και αναγεννιέται από τις στάχτες του, αρπάζει βίαια τα λάβαρα που κέρδισε ο αναγνώστης και του ορίζει έναν νέο, ακόμη πιο φοβερό και δύσκολο άθλο. 
Κάθε γραμμή κι ένα ακόμη χτύπημα, κάθε παράγραφος ένα νέο εμπόδιο. Πάντα όμως μαζί μας κι ο Καζαντζάκης, για να μας δίνει κουράγιο και να μας ωθεί να υπερβούμε τον εαυτό μας. 
“Πού πάμε; Μη ρωτάς! Ανέβαινε, κατέβαινε. Δεν υπάρχει αρχή, δεν υπάρχει τέλος. Υπάρχει η τωρινή τούτη στιγμή, γιομάτη πίκρα, γιομάτη γλύκα, και τη χαίρουμαι όλη. 
Καλή είναι η ζωή, καλός ο θάνατος, η Γης στρογγυλή και στερεή, σα στήθος γυναικός στις πολυκάτεχες παλάμες μου. 
Δίνουμε σε όλα. Αγαπώ, πονώ, αγωνίζουμε. Ο κόσμος μου φαντάζει πλατύτερος από το νου, η καρδιά μου ένα μυστήριο σκοτεινό και παντοδύναμο. (…)
Ένα καράβι είναι το σώμα μας και πλέει απάνω σε βαθιογάλαζα νερά. Ποιος είναι ο σκοπός μας; Να ναυαγήσουμε!” 
Ένας μαγευτικός χορός φιλοσοφιών
Ένα εκπληκτικό στοιχείο που δεν μπορούμε να παραμερίσουμε, είναι οι πλούσιοι συμβολισμοί και οι διαφορετικές φιλοσοφίες που “ζευγαρώνουν” και συναντιούνται σε όλη την έκταση της Ασκητικής. Ο Καζαντζάκης δεν έχει μονάχα το απαραίτητο γνωστικό υπόβαθρο για να αξιοποιεί πλήθος ιδεών στο έργο του, αλλά έχει κυρίως και την αναγκαία οξυδέρκεια και το μεγαλείο πνεύματος για να διεισδύσει στην ουσία τους και να τις αναμείξει. 
Και τι δεν συναντούμε σε αυτό το έργο. Τις Ιδέες του Πλάτωνος, τις “ιδεατές φόρμες” από τις οποίες πλάθονται τα όντα της πραγματικότητάς μας: “Πέρα από τα ζώα ενεδρεύω να δω το πρόσωπο το αρχέγονο που μάχεται δημιουργώντας, συντρίβοντας, ξαναχύνοντας τις αρίφνητες μάσκες να τυπωθεί στο ρεούμενο κρέας”. 
Την έννοια της ροής, του ακούσματος του Ενός ρυθμού (Τάο), που είναι ο πυρήνας του Ταοϊσμού: “Ρέει η καρδιά μου. Δε ζητώ την αρχή και το τέλος του κόσμου. Ακολουθώ το φοβερό ρυθμό του και πάω”. 
Ο “Αντίχριστος” του Νίτσε, που πράττει την “Επαναξιολόγηση των Αξιών”: “Στενή είναι η αρετή, δεν μπορώ να αναπνέψω΄ μικρός, στενός είναι ο Παράδεισος, δε με χωράει΄ σαν άνθρωπος μου φαίνεται ο Θεός σας, δεν τον θέλω!
Ο “Υπεράνθρωπος”, πάλι του Νίτσε, η ενεργητική παρουσία της προσωπικής υπέρβασης: “Αγωνία μέσα σου. Κάποιος παλεύει να φύγει, να ξεσκιστεί από τη σάρκα σου, να γλιτώσει από σένα. Ένας σπόρος στο μυαλό σου δε θέλει πια να ‘ναι μαζί σου, δε χωράει πια στο σπλάχνο σου, μάχεται για ελευτερία”.
Η “Φύση του Βούδα”, η Νιρβάνα, στην οποία εισέρχεται ο άνθρωπος όταν ξεφύγει από το Κάρμα, όταν δώσει τέλος στον κύκλο των μετενσαρκώσεων: “Ένας κύκλος είναι η λύτρωση΄ κλείσε τον!
Η έννοια της “δημιουργίας” όπως την όρισε ο Μπεργκσόν, μίας δημιουργίας λειτουργικής που επεμβαίνει στη ζωή (σεβόμενη πάντα τον αιώνιο νόμο της αλλαγής) και που παντρεύει τη “γνώση” με τη “πράξη”: “Η στερνή, η πιο ιερή μορφή της θεωρίας είναι η πράξη. Όχι να βλέπεις πώς πηδάει η σπίθα από τη μια γενεά στην άλλη, παρά να πηδάς, να καίγεσαι μαζί της”. 
Συμβολισμοί σίγουρα υπάρχουν κι άλλοι, αλλά αυτοί επαρκούν για να αναδείξουν την ομορφιά αυτού του αριστοτεχνικά δομημένου οικοδομήματος. Ο Καζαντζάκης είχε ευρεία και ουσιαστική μόρφωση και οι επιρροές του εμφανίζονται αστραφτερές σε κάθε σπιθαμή της Ασκητικής. Δεν πρόκειται ωστόσο για μία στυγνή και “αδιαφόρως ακαδημαϊκή” παράθεση συμβολισμών – κάθε άλλο. Ο σπουδαίος Έλληνας συγγραφέας δύναται να ασκήσει σε αυτές τις τεράστιες ιδέες την αδιαμφισβήτητη πνευματική γοητεία του και να τις υποτάξει στη δικιά του, προσωπική χορογραφία. 
Το τελικό έργο αποτελεί ένα θαύμα πλουραλισμού, ποικιλομορφίας και απαράμιλλης φυσικής ομοιογένειας. 
 
Η Κραυγή της Αλήθειας και το Κάλεσμα της Ελευθερίας
Το έργο, παρότι στηρίζεται στο χάος, στο αδύνατο, στην άβυσσο μεταξύ κάθε διπολικότητας, έχει έναν πολύ συγκεκριμένο πυρήνα – ή μάλλον, μία καρδιά, ναι, “καρδιά” ταιριάζει περισσότερο όταν αναφερόμαστε στην Ασκητική. Μία καρδιά από την οποία μπορείς να ακούσεις όχι έναν χτύπο, αλλά μία Κραυγή.
“Κι αφουγκράσου: Στον ύπνο, στον έρωτα, στη δημιουργία, σε μιαν αφιλοκερδή σου περήφανη πράξη ή μέσα σε βαθιά απελπισμένη σιωπή, ξάφνου μπορεί ν’ ακούσεις την Κραυγή και να κινήσεις”.
Αυτή η Κραυγή είναι το απόγειο του ταξιδιού του Νίκου Καζαντζάκη, η ανώτερη πνευματική κατάκτηση και συνειδητοποίησή του. Είναι ένας ύμνος της αλήθειας, μία συγχορδία ειλικρίνειας, το όνομα του χάους – και, το πιο σημαντικό, είναι η φωνή των θέλω μας. 
Ποια είναι αυτή η Κραυγή που μας καλεί να ακούσουμε και να ακολουθήσουμε ο Καζαντζάκης; Ποια είναι αυτή η Κραυγή που έρχεται σαν κεραυνός από τα σπλάχνα της ψυχής μας, από το σκοτεινότερο σπήλαιο της Ύπαρξής μας; Είναι η φωνή του μεγαλύτερου, του -αίωνια αγανακτισμένου- Θέλω μας. 
Είναι η προσταγή του εαυτού μας, η διαταγή του βαθύτερου “εγώ” μας, η σπίθα της πιο υποκειμενικής μας πραγματικότητάς. Είναι ο χορός του “εγώ” με το χάος, ο έρωτας του εαυτού μας για τον αγώνα, το νικηφόρο σάλπισμα του επερχόμενου θριάμβου μας απέναντι στη τυραννία της διπολικότητας. 
Είναι το ειλικρινέστερο γέλιο του Υπερανθρώπου, η ιερότερη εξομολόγηση του “ΝιτσεϊκούΑντίχριστου, το άκουσμα της λυτρωτικής ποινής του Ρασκόλνικωφ, το σοφό ψιθύρισμα του ποταμιού του Σιντάρτα – είναι η μελωδία της σιωπής.
Είναι ο εαυτός σου. Είναι “εσύ”. Είναι αυτό που “Θέλεις”, αυτό που όλοι ακούν με τα αυτιά, αλλά λίγοι με τη καρδιά τους. 
Είναι αυτό που τόσο “απλά”: “Θες να κάνεις”. Αυτό που Εσύ Θέλεις να κάνεις – όχι η κοινωνία, όχι οι φίλοι σου, όχι ο Θεός, ούτε καν η ζωή η ίδια. 
Είναι το δικό σου “Θέλω” – αυτό (και μονάχα αυτό) που μπορεί να φέρει ηρεμία στο “Είναι” σου, να σου δώσει απλόχερα τη μεγαλύτερη ευτυχία – την ευτυχία του να είσαι ο εαυτός σου. “Να είναι κανείς αυτό που είναι”, όπως είπε κι ένας από τους μεγάλους δασκάλους του Καζαντζάκη, ο Νίτσε. 
Άκου λοιπόν αυτή τη Κραυγή – απλώς άκου τη. Ύστερα, ύψωσε περήφανα το Θέλω σου απέναντι σε ολόκληρη την Ύπαρξη, με θάρρος και αυταπάρνηση. Και τότε, κάνε το βήμα, όρμησε και κατέκτησε το χάος. 
Γίνε ελεύθερος…
“Να μάθεις να υπακούς. Μονάχα όποιος υπακούει σε ανώτερό του ρυθμό είναι λεύτερος”.
 Νικος Καζαντζάκης

Να επιζητούμε συναναστροφή με ανθρώπους που μας κάνουν καλύτερους, όχι με εκείνους που ενθαρρύνουν τον χειρότερο μας εαυτό

Οι άνθρωποι είναι σαν τα χημικά στοιχεία: όταν δύο από αυτά έρχονται σε επαφή, είτε αδρανούν είτε αντιδρούν. Στη δεύτερη περίπτωση αλλάζουν και τα δύο.
Πολλές φορές, μετά από μια βραδιά που περάσαμε μαζί με άλλους, λέμε: «Απόψε το κανιβαλίσαμε». Τι σημαίνει αυτό; Το αισθητικό μας επίπεδο έπεσε, η συμπεριφορά μας αλλοιώθηκε λόγω της ύπαρξής μας στο εσωτερικό μιας ομάδας. Η ομάδα εξασκεί μια μορφή πίεσης, μας κάνει όλους λίγο πολύ όμοιους, μας ισοπεδώνει.

Χρειάζεται προσοχή: όταν συναναστρεφόμαστε ανθρώπους, είτε γινόμαστε ίδιοι με αυτούς («Αν ο γείτονάς σου είναι βρόμικος, θα σε βρομίσει κι εσένα» λέει ο Επίκτητος) είτε εκείνοι ακολουθούν τους δικούς μας τρόπους. Οι περισσότεροι από μας δεν καταφέρνουμε να κατευθύνουμε τις συναναστροφές μας — αφηνόμαστε να μας κατευθύνουν εκείνες. Η οχλοκρατία είναι η ακραία μορφή αυτής της συμπεριφοράς: το άτομο αποποιείται κάθε ευθύνη και συμπεριφέρεται σαν μέλος ενός κοπαδιού.

Λέει ο Βρετανός συγγραφέας Τέρρυ Πράτσετ: «Το IQ του όχλου ισούται με το IQ του πιο ηλιθίου που βρίσκεται μέσα σ’ αυτόν διαιρεμένο διά του πλήθους του».

Συχνά παρασυρόμαστε από χυδαίες αντιλήψεις, χρησιμοποιούμε χυδαία γλώσσα, η αυτοάμυνά μας εξασθενεί. Κατά κάποιον τρόπο χάνουμε τον εαυτό μας — ο Όσκαρ Ουάιλντ έλεγε: «Να είσαι ο εαυτός σου, όλοι οι άλλοι ρόλοι είναι πιασμένοι». Για να διατηρήσουμε τον εαυτό μας, χρειάζεται ένστικτο και αυστηρότητα στην επιλογή των ανθρώπων που μας περιβάλλουν. Χρειάζεται ένστικτο και αυστηρότητα στην επιλογή των συζητήσεων και των πράξεων στις οποίες συμμετέχουμε. Το ερώτημα είναι ένα: θα το έλεγα αυτό, θα έκανα το Α ή θα έκανα το Β αν ήμουν μόνος; Θα έλεγα το Α ή το Β, θα έκανα το Α ή το Β αν έπρεπε να αναλάβω ολόκληρη την ευθύνη;

Καλό είναι να μη συζητάμε πράγματα που είναι σημαντικά για μας με ανθρώπους που δεν γνωρίζουμε και δεν εμπιστευόμαστε. «Ου πάντα τοις πάσι ρητά» (δεν λέγονται όλα σε όλους) έγραφε ο Πυθαγόρας ο Σάμιος. Οι άνθρωποι μπορούν να παρερμηνεύσουν, να διαστρεβλώσουν, να κουτσομπολέψουν.

Ανεξαρτήτως τόπου και χρόνου, πρέπει να συμπεριφερόμαστε σαν διακεκριμένα πρόσωπα. Και να θυμόμαστε πως ο φθόνος των άλλων για μας δεν είναι παρά συντετριμμένος θαυμασμός.

Όσο δε μιλάει το στόμα μας, θα μιλάει το σώμα μας

Τι μας λέει αυτή η φράση; Πώς αντιμετωπίζουμε τις δυσκολίες που τυχαίνουν στη ζωή μας; Κάποιοι εξωτερικεύουν τα συναισθήματα τους στους “σημαντικούς άλλους”, τους ανθρώπους από το περιβάλλον τους που νιώθουν πιο κοντά και άρα μιλάει το στόμα τους πρώτα. Άλλοι αντιμετωπίζουν στωικά κάθε δυσκολία της ζωής τους, χωρίς να εκφράζονται και να εκτονώνουν την ένταση τους, κάτι που δίνει περισσότερες πιθανότητες να μιλήσει στο σώμα τους πρώτα.

Τι είναι αυτό που συμβάλλει στο πώς θα διαχειριστούμε τις δυσκολίες; Η οικογένεια είναι το πρώτο σύστημα στο οποίο βιώνουμε τις πρώτες δυσκολίες της ζωής μας και οι γονείς μας οι πρώτοι άνθρωποι στους οποίους στρεφόμαστε για στήριξη. Όλα ξεκινούν από το δεσμό προσκόλλησης τον οποίο αναπτύξαμε με τους γονείς μας. Αν έχουμε αναπτύξει ασφαλή προσκόλληση και οι γονείς ανταποκρίνονταν πλήρως και άμεσα στις ανάγκες μας, αυτό σημαίνει ότι αργότερα ως νήπια, παιδιά και έφηβοι, οι γονείς μας ήταν δίπλα μας χωρίς κρίσεις, επικριτικά σχόλια και ενοχές, αλλά με άνευ όρων αποδοχή και ενσυναίσθηση. Τα παραπάνω, έχουν ως αποτέλεσμα να θωρακιζόμαστε ως προσωπικότητες, να αναπτύσσουμε υψηλή αυτοπεποίθηση και να βιώνουμε τις δυσκολίες της ζωής ως εύκολα διαχειρίσιμες. Αν οι δυσκολίες της ζωής μας άπτονται ζητήματα υγείας και είναι σοβαρές, τότε και πάλι αν ο δεσμός προσκόλλησης με τους γονείς μας ήταν ο ασφαλής, παρά το γεγονός ότι στην αρχή θα μας σοκάρει η νέα κατάσταση, δε θα αργήσουμε να βρούμε τη δύναμη να το παλέψουμε!

Αντίθετα, αν ο δεσμός προσκόλλησης ήταν αγχώδης-αποφευκτικός, όπου οι γονείς δεν ανταποκρίνονται άμεσα,είναι συνήθως επικριτικοί και αντιδρούν έντονα με θυμό ή/και τιμωρία, ή αγχώδης-αμφιθυμικός, όπου οι γονείς χαρακτηρίζονται από ασταθή απαιτητικότητα και είναι απρόβλεπτοι στην ανταπόκριση τους αγνοώντας τα σήματα του βρέφους, τότε είναι πιο πιθανό να μην εξωτερικεύουμε τα συναισθήματα μας, οπότε να μιλάει το σώμα μας, ή να τα εξωτερικεύουμε με λάθος τρόπο κάνοντας κακό σε εμάς τους ίδιους. Για παράδειγμα μπορεί να θυμώνουμε με το παραμικρό και να έχουμε ξεσπάσματα, με αποτέλεσμα να εμφανίσουμε υπέρταση ή συχνούς και έντονους πονοκεφάλους ή αν δεν εξωτερικεύουμε καθόλου τα συναισθήματα μας, ενδέχεται να εκδηλωθεί κάποιο αυτοάνοσο νόσημα ή κάποια νεοπλασία (καρκίνος). Στα αυτοάνοσα νοσήματα ο οργανισμός στρέφεται ενάντια στα ίδια του τα κύτταρα για κάποιο ανεξήγητο λόγο, ενώ στις νεοπλασίες στην αναγέννηση των κυττάρων αντί για υγιή γεννιούνται καρκινικά κύτταρα.

Το σώμα μας πάντα μας δίνει κάποια σημάδια προειδοποιητικά ότι κάτι δεν πάει καλά. Εμείς το ακούμε; Όταν αρχίζει να “μιλάει” το σώμα μας αν το ακούσουμε από την αρχή και ανταποκριθούμε σε αυτό που “λέει”, τότε μπορούμε να βοηθήσουμε τον εαυτό μας και να ανατρέψουμε την έναρξη μιας νόσου. Ακόμα όμως και όταν μία χρόνια νόσος εκδηλωθεί τότε αν απευθυνθούμε σε ειδικό και δουλέψουμε με τον εαυτό μας, τότε η διαδικασία της αυτοίασης μπορεί να ενεργοποιηθεί και είτε να υπάρξει απόλυτη ίαση, είτε σε περιπτώσεις ανίατων νοσών, τα συμπτώματα να υποχωρήσουν και να κερδίσουμε την ποιότητα ζωής που μας αξίζει.

Μήπως ζεις παρατεταμένη εφηβεία;

Η ενηλικίωση είναι μια λέξη που κάνει τους πάντες να τρομάζουν. Ειδικά αυτούς που θέλουν να νιώθουν για πάντα παιδιά. Μήπως όμως ήρθε η ώρα να αντιμετωπίσεις την πικρή αλήθεια; Διάβασε παρακάτω δεκαεπτά από τα πιο συνήθη συμπτώματα και πάρε τις αποφάσεις σου: θα παραμείνεις ένας αιώνιος Πήτερ Παν, ή θα μπεις με τους υπόλοιπους στο κλαμπ των μεγάλων;

1. Μένεις ακόμα με τους γονείς σου Ο πιο κλασικός συναγερμός. Σίγουρα, είναι πολύ βολικό να μην ανησυχείς για το ποιος θα σου φτιάξει φαγητό και θα στρώσει το κρεβάτι σου. Μα, αν το καλοσκεφτείς, όλα αυτά που κάνουν οι γονείς σου για σένα είναι πράγματα που εύκολα θα έκανες μόνος σου, αρκεί να αφιέρωνες λίγο χρόνο. Ειδικά αν κάθε μέρα βρίσκεις λόγο να γκρινιάσεις για το πόσο δεν αντέχεις να μένεις άλλο μαζί τους επειδή σε καταπιέζουν, και ‘δεν είσαι πια έφηβος’, το είπες και μόνος σου.

2. Έχεις πει την φράση ‘Δεν έχω κάρτα’ το τελευταίο τρίμηνο Ενηλικίωση σημαίνει ευθύνες, κι ευθύνες σημαίνει πως το ιστορικό των κλήσεων στο κινητό σου δεν θα αποτελείται από σουβλατζίδικα και βραδινές υπαρξιακές συζητήσεις με τους κολλητούς σου. Σκέψου τα βλέμματα όλων αν βρεθείς σε δύσκολη θέση και αναγκαστείς να ψάχνεις γύρω σου για κάποιο τηλέφωνο να δανειστείς. Τώρα πήγαινε βάλε κάρτα, ή βρες ένα πρόγραμμα που να σηκώνει η τσέπη σου.

3. Φτιάχνεις σενάρια στο κεφάλι σου Αν έχεις την τάση να φρικάρεις εύκολα και να προτιμάς να σκέφτεσαι τι θα γίνει στο μέλλον, και να χορογραφείς αυτό το μέλλον με περίτεχνα σενάρια, μάλλον χρειάζεσαι να πάρεις μια βαθιά ανάσα και να δεις τα πράγματα ορθολογιστικά. Έξτρα πόντοι προσβολής στον εαυτό και την νοημοσύνη σου αν γίνεσαι έτσι στα ερωτικά.

4. Αποκαλείς τον έναν μήνα ‘σοβαρή σχέση’
Όχι. Απλά όχι. Ωρίμασε λίγο. Και γίνε πιο επιλεκτικός.

5. Αρνείσαι να ξυπνήσεις πριν τις 11
Εδώ είσαι αδικαιολόγητος ακόμα κι αν είσαι άνεργος. Θα μου πεις πως δεν είσαι πρωινός τύπος, μα η ανθρωπότητα έχει βρει ένα εξαιρετικό φάρμακο εδώ και μερικούς αιώνες—τον καφέ. Και σκέψου ότι υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος που χάνεις αν κοιμάσαι όλο το πρωί. Είναι ο κόσμος των υπεύθυνων ενηλίκων που προσπαθούν να βάλουν την ζωή τους σε τάξη.

6. Δεν έχεις μάθει ακόμα να μαγειρεύεις Δεν σου είπαμε να φτιάξεις πάπια αλά προβενσάλ. Μπορείς να αρχίσεις από μακαρόνια, μετά να προχωρήσεις σε μπριζόλες και, αν νιώθεις αρκετά ριψοκίνδυνος, δανείσου την συνταγή της μαμάς σου για παστίτσιο. Δεν πρόκειται να βγει καλύτερο από της μαμάς σου, αλλά δεν έχεις ιδέα πόσο ολοκληρωμένο θα σε κάνει να αισθανθείς.

7. Αγοράζεις φρούτα και λαχανικά (και τα αφήνεις έναν μήνα στο ψυγείο)
Ίσως να σε έπιασε κρίση επειδή είδες μπροστά σου στο σούπερ μάρκετ έναν παππού που τα ‘χε χαμένα και το καλάθι του ήταν πανομοιότυπο με το δικό σου (πέντε μπουκάλια κρασί, αληθινή, τρομακτική ιστορία που σου ανοίγει τα μάτια) και σκέφτηκες πως πρέπει να κάνεις πιο σωστές επιλογές. Το πρώτο βήμα ήταν σωστό, μετά όμως πρέπει όντως να φας εκείνο το μαρούλι που αγόρασες. Το ντρέσινγκ από μούχλα στην σαλάτα σου δεν είναι κάτι που θες στη ζωή σου.

8. Τα δώρα σου είναι φτηνά—στην καλύτερη
Όταν ήσουν παιδάκι, μπορούσες να φτιάξεις ένα κολιέ από μακαρόνια και όλοι θα το έλεγαν χαριτωμένο. Όταν είσαι σοβαρός ενήλικας, τα δώρα σου πρέπει να το δείχνουν αυτό. Αν πάρεις μια κορνίζα των €9.99, το πιο λογικό είναι να φύγει απ’ το παράθυρο. Δεν έχει σημασία που το μπάτζετ σου είναι περιορισμένο, σημασία έχει η σκέψη. Και, προς θεού, μην γίνεις ποτέ ο τύπος που όταν τον καλούνε σε πάρτι λέει ‘Θα φέρω τον εαυτό μου’. Είναι πιο ντροπιαστικό κι απ’ το να πας με άδεια χέρια.

9. Χρησιμοποιείς την λέξη φίλος υπερβολικά εύκολα
Διαβάζοντας το προηγούμενο, πρέπει να σκέφτηκες ‘Αν πάρω δώρα για κάθε έναν από τα φιλαράκια μου, δεν θα είχα λεφτά ούτε για τσίχλες’. Κι αυτό είναι πρόβλημα. Γιατί είτε είσαι ο πιο συμπαθητικός άνθρωπος στον κόσμο, είτε πρέπει σοβαρά να αναθεωρήσεις τι σημαίνει για σένα φιλία. Μετά από κάποια ηλικία, τα άτομα που θα βγεις απλά για έναν καφέ παύουν να έχουν οποιονδήποτε λειτουργικό ρόλο στην ζωή σου. Δεν είσαι στο λύκειο, και δεν χρειάζεται να έχεις καλές σχέσεις με όλους.

10. Πιστεύεις ακόμα ότι οι Nirvana μιλάνε στην ψυχή σου Ή οτιδήποτε άκουγες στο λύκειο. Το να παθαίνεις νοσταλγικές κρίσεις πού και πού και να δίνεις πόνο, να αναβιώνεις την εποχή που ήσουν ένας σκοτεινός έφηβος που κρυβόταν στο πίσω μέρος της αυλής για να καπνίσει δεν είναι λογικό. Τα –ενήλικα– κουλ παιδιά δεν καπνίζουν στα κρυφά και έχουν ανακαλύψει κι άλλα είδη μουσικής.

11. Νοσταλγείς την δεκαετία που γεννήθηκες
Για την ακρίβεια, νοσταλγείς το ότι δεν ήξερες τι σημαίνει η λέξη λογαριασμός. Αλλά ας πούμε ότι νοσταλγείς εξίσου και την αισθητική της παιδικής σου ηλικίας, δεν σε κρίνουμε, όλοι είμαστε ένοχοι εδώ.

12. Δικαιολογείς τον εαυτό σου για τα πάντα Αυτή είναι μια χρήσιμη δεξιότητα που έχουμε μάθει όλοι, μα από ένα σημείο και μετά είναι ανεπίτρεπτο να μην μπορείς να αποδεχτείς το λάθος σου. Θυμήσου, το να είσαι ενήλικος έχει να κάνει με την αυτογνωσία, και κανείς δεν μπορεί να σεβαστεί έναν άνθρωπο που βάζει τον εαυτό του συνεχώς στην θέση του θύματος. Πέραν του ότι δεν είναι καθόλου ρεαλιστικό, δεν ζεις σε ταινία του Ξανθόπουλου, που ό,τι μπορεί να πάει στραβά, θα πάει.

13. Κάνεις check-in όπου πας
Υπάρχουν τρεις λόγοι για να κάνεις check-in. α) Για να δείξεις σε όλους πόσο τέλεια περνάς. β) Για να δείξεις σε ένα συγκεκριμένο άτομο πόσο τέλεια περνάς χωρίς να είσαι μαζί του. γ) Επειδή κάνεις δημόσιες σχέσεις για ένα μαγαζί και το αφεντικό είπε πως θα σε απολύσει αν δεν κάνεις καλά την δουλειά σου. Από όλα αυτά, μόνο η τρίτη περίπτωση είναι κάτι που δεν θα έκανε ένα δεκαπεντάχρονο—άσχετα που είναι εξίσου ενοχλητικό.

14. Δεν έχεις μάθει να λες όχι
Είναι τόσο σημαντική λέξη. Και είναι ακόμα πιο σημαντικό να την αποδεσμεύσεις από κάθε αίσθημα ενοχής. Δεν χρειάζεσαι να σκεφτείς δικαιολογία για να πεις όχι. Κάποιες φορές θέλεις απλά να μείνεις μέσα, να φορέσεις τις πιτζάμες σου από νωρίς και να μην κάνεις τίποτα. Ένα απ’ τα προνόμια του να είσαι ενήλικας είναι πως κανένας δεν μπορεί να σε αναγκάσει να κάνεις κάτι που δεν θες.

15. Έχεις απλήρωτους λογαριασμούς
Κι όχι επειδή δεν έχεις λεφτά να τους πληρώσεις. Επειδή βαριέσαι. Μικρό μυστικό: οι ενήλικες δείχνουν ένα πολύ ξεχωριστό είδος κατανόησης σε κάποιον που έφαγε όλο το πρωί του να τρέχει απ’ την μία δημόσια υπηρεσία στην άλλη. Μπορεί ακόμα και να σε αγκαλιάσουν.

16. Δεν ξέρεις πώς λειτουργούν τα ηλεκτρικά στο σπίτι σου
Είσαι στο σπίτι, περνάς την ώρα σου, ξαφνικά σβήνουν τα φώτα. Τι κάνεις; Αναβοσβήνεις τους διακόπτες. Συνειδητοποιείς ότι αυτό δεν δούλεψε ποτέ στην ιστορία του κόσμου. Παίρνεις τηλέφωνο τον πατέρα σου. Δεν ξέρει να αλλάζει ασφάλειες εξ αποστάσεως. Παίρνεις τηλέφωνο στην ΔΕΗ. Γελάνε στα μούτρα σου επειδή δεν ξέρεις να εξηγήσεις το πρόβλημά σου. Καλείς ηλεκτρολόγο, σου φτιάχνει τον πολύτιμο ηλεκτρισμό. Πληρώνεις τον ηλεκτρολόγο. Συγχαρητήρια, μόλις έκανες μια ενήλικη πράξη. Και μιας που τον έχεις πρόχειρο, ζήτησέ του να σου εξηγήσει πώς δουλεύουν τα πάντα εκεί μέσα, καμία γνώση δεν μένει άχρηστη.

17. Η ιδέα του οχτάωρου σε απωθεί και σε σοκάρει Άνθρωποι που δουλεύουν εννιά με πέντε; Υπερωρίες; Μισθοδοσία; Αν τα ακούς αυτά και σε πιάνει κρύος ιδρώτας ή αποστρέφεις το βλέμμα με περιφρόνηση, δεν είσαι ακόμα έτοιμος. Κι όταν λέω πως δεν είσαι έτοιμος, εννοώ πως έχεις καθυστερήσει ήδη μερικά χρόνια και θα ήταν καλό να αποδεχτείς πώς δουλεύει ο κόσμος. Δεν είναι ανάγκη να απαρνηθείς τους ευγενείς πόθους που έχεις για να τον αλλάξεις, αλλά η προσαρμοστικότητα είναι σημαντικό εφόδιο.

18. Γκρινιάζεις για το ‘σύστημα’
Υπήρχε μια περίοδος που μπορούσες να φιλοσοφείς με τις ώρες για την κοινωνία και την πολιτική και να τα ανάγεις όλα στην τελευταία θεωρία της οποίας τις βασικές αρχές προσποιήθηκες πως διάβασες στο ίντερνετ. Καθόλου τυχαίο δεν ήταν πως εκείνη την εποχή το ενοίκιο και την πρόσβασή σου στο ίντερνετ είχαν αναλάβει να πληρώνουν οι γονείς σου. Φτάνει όμως μια μέρα που οι ισορροπίες θεωρίας και πράξης αρχίζουν να βαραίνουν προς την δεύτερη. Και σταμάτα να λες με απογοήτευση πως κανένα κόμμα δεν σε εκφράζει απόλυτα.

Η ύψιστη συνειδητοποίηση

“Όσο το «εγώ» κυριαρχεί στη ζωή σας, υπάρχουν δύο τρόποι να είστε δυστυχισμένοι, να μην πάρετε αυτό που θέλετε και να πάρετε αυτό που θέλετε” – Eckhart Tolle

Πόσο χρόνο αλήθεια σπαταλούμε προσπαθώντας να γίνουμε κάτι που δεν είμαστε; Πολύ περισσότερο από ότι μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε είναι η απάντηση. Στην πραγματικότητα, χωρίς αυτή την πεποίθηση, ότι υπάρχει πάντα ένας στόχος που πρέπει να επιτευχθεί, μια κατάσταση ύπαρξης που είναι ανώτερη από αυτήν στην οποία βρισκόμαστε τώρα, ένας υποθετικός χρόνος ή τόπος που θα μας προσφέρει περισσότερη ευτυχία απ’ την παρούσα στιγμή, ο εγωικός μας νους πολύ δύσκολα μπορεί να σταθεί στα πόδια του. Η αδιάκοπη ανάγκη να γίνουμε κάτι άλλο από αυτό που είμαστε είναι αυτή που μας κρατάει συνέχεια διχασμένου και διατηρεί το εγώ μας ζωντανό.

Ας το παρατηρήσουμε λίγο περισσότερο. Ξυπνάμε το πρωί και το μυαλό μας επιμένει πως είμαστε ακόμα κουρασμένοι και θέλουμε να γίνουμε αυτός που θα συνεχίσει να κοιμάται στο κρεβάτι του. Την ώρα που πλενόμαστε, αντί να βιώσουμε τη χαρά του δροσερού νερού στο πρόσωπό μας, νιώθουμε το αίσθημα της πείνας και θέλουμε να γίνουμε αυτός που κάθεται στο τραπέζι και τρώει το πρωινό του. Έπειτα βρισκόμαστε στη δουλειά και το μόνο που θέλουμε είναι να γίνουμε το πρόσωπο που έχει τελειώσει το ωράριο εργασίας του και επιστρέφει στο σπίτι του. Ένας συνάδελφος μπορεί να μας εκνευρίζει και επειδή διαβάσαμε ότι δεν πρέπει να έχουμε επικριτικές σκέψεις για έναν άλλον συνάνθρωπο μας, θέλουμε να γίνουμε εκείνο το γαλήνιο πρόσωπο που δεν θα θυμώνει με κανένα. Βλέπετε τώρα τι κάνουμε συνεχώς; Και όλα αυτά δυστυχώς σε καθημερινή βάση χωρίς διάλειμμα.

Ας προσθέσουμε τώρα και τις διαρκείς υποσυνείδητες σκέψεις να γίνουμε πλουσιότεροι, πιο αδυνατισμένοι, πιο γυμνασμένοι, πιο ευτυχισμένοι, πιο ερωτευμένοι, έπειτα να αποκτήσουμε περισσότερη ελευθερία στις σχέσεις μας κ.ο.κ. Ας θεωρήσουμε τώρα ότι τελικά πετυχαίνουμε τον στόχο που ζητάμε ή καλυτέρα τον στόχο που το εγώ νομίζει ότι ζητάει. Νομίζετε ότι το εγώ θα είναι πλέον ικανοποιημένο; Δεν μπορεί ποτέ να είναι ικανοποιημένο. Η αγνή, η αληθινή, η φυσική κατάσταση του βιώματος της πληρότητας και της ικανοποίησης σημαίνει θάνατος για το εγώ κι έτσι δεν μπορεί να παραμείνει εκεί και να την ανεχτεί για πολύ. Ή θα βρούμε λοιπόν γρήγορα ένα καινούργιο πρόβλημα για να ανησυχούμε ή θα αρχίσουμε, αγγίζοντας τα όρια της παράνοιας, να ανησυχούμε που δεν βρίσκουμε λόγο να ανησυχούμε (όλα μου πάνε καλά αλλά ανησυχώ ότι αυτό δε θα κρατήσει για πολύ).

Οι παραπάνω διαπιστώσεις μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το εγώ δεν μπορεί να παραμείνει για πολύ καιρό σε ηρεμία και γαλήνη. Εγώ και ειρήνη δεν συμβαδίζουν. Φυσικά θα μας πλανέψει δίνοντας μας την ψευδαίσθηση ότι είναι ικανοποιημένο για μικρά διαστήματα. Χωρίς αυτά τα διαλείμματα ανακούφισης που νιώθουμε όταν κατακτούμε το αντικείμενο της επιθυμίας μας, δε θα είχαμε την ανταμοιβή για τα βάσανα και τις ταλαιπωρίες που περνάμε το μεγαλύτερο διάστημα της ζωής μας κυνηγώντας αυτές τις επιθυμίες. Έτσι όλη την ώρα πείθουμε τον εαυτό μας ότι έχουμε κάποιο πρόβλημα, ότι κάτι μας λείπει. Πιθανόν να μας λείπει ο ιδανικός σύντροφος και νιώθουμε μοναξιά, μας λείπει μια καλύτερη δουλειά και νιώθουμε πλήξη ή μας λείπει η ψυχική ηρεμία και νιώθουμε συνεχώς εκνευρισμένοι γι’ αυτό αναζητούμε μια πιο γαλήνια κατάσταση ζωής.

Έτσι αφού είμαστε πεπεισμένοι ότι υπάρχει ένα πρόβλημα που πρέπει οπωσδήποτε να διορθωθεί, ξοδεύουμε το χρόνο μας προσπαθώντας να γίνουμε κάτι άλλο, να προσεγγίσουμε μια διαφορετική κατάσταση του νου (που πιστεύουμε ότι είναι καλύτερη) από αυτή στην οποία βρισκόμαστε. Το κάνουμε αυτό είτε υπεραναλύοντας συνεχώς το πρόβλημα στο μυαλό μας, είτε αποσπώντας τον εαυτό μας με κάτι άλλο έτσι ώστε να ξεχάσουμε για λίγο αυτό το πρόβλημα, μόνον όμως για να μαζέψουμε δυνάμεις να επαναλάβουμε τον φαύλο αυτό κύκλο λίγο αργότερα. Αυτή η αέναη προσπάθεια να γίνω κάτι άλλο από αυτό που είμαι, πηγάζει από μια εσφαλμένη βασική πεποίθηση… ότι αυτό το άλλο που θα γίνω θα είναι καλύτερο από αυτό που είμαι τώρα. Πως θα μπορούσαμε λοιπόν να υπερβούμε όλα αυτά τα υποτιθέμενα προβλήματα που εκλιπαρούν για την προσοχή μας σε καθημερινή βάση και να αγγίξουμε ένα σημείο ικανοποίησης μέσα στην ίδια μας την ύπαρξη;

 “Ψάξε για την απάντηση μέσα στην ερώτησή σου” – Ρουμί

Οποτεδήποτε υπάρχει ένα πρόβλημα μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι αυτό απορρέει απ’ τον απατηλό κόσμο του μυαλού μας. Όταν ο αληθινός εαυτός εμφανίζεται στο προσκήνιο εξαφανίζεται ως δια μαγείας η πεποίθηση ότι υπάρχει ένα μέρος, μια κατάσταση του νου ή μια μελλοντική χρονική κατάσταση που μπορεί να είναι καλύτερη απ’ την παρούσα στιγμή. Ο αληθινός μας εαυτός δεν έχει ποτέ κανένα πρόβλημα με κανέναν και με τίποτα. Δεν χαρακτηρίζει τον θυμό, την απογοήτευση, τη θλίψη, τη μοναξιά, τη χαρά ή την γαλήνη ως καλό ή κακό συναίσθημα∙ απλώς τα παρατηρεί και τα αφήνει να υπάρχουν όπως είναι. Δεν είναι γι’ αυτόν παρά καταστάσεις της ύπαρξης που έρχονται, μένουν για λίγο και αποσύρονται. Καθώς οι συγκινήσεις και τα συναισθήματα δεν θεωρούνται ούτε καλά, ούτε κακά απ’ τον αυθεντικό εαυτό, αυτός ούτε τα αποφεύγει, ούτε τα επιδιώκει. Όταν βλέπουμε ότι ο νους μας αρχίζει πάλι να μας ταλαιπωρεί με ένα νέο ζήτημα μπορούμε τότε ακριβώς να αναρωτηθούμε: “Ποιο μέρος του εαυτού μας είναι ανικανοποίητο τώρα;”. Αφού ο αληθινός εαυτός είναι πάντα ικανοποιημένος δε μπορεί παρά να είναι οι διεργασίες του μυαλού μας που επιμένουν να πιστέψουμε ότι υπάρχει ένα πρόβλημα που πρέπει να λυθεί. Μόλις εξακριβώσουμε ότι είναι το εγώ μας και όχι ο αληθινός εαυτός που μας οδηγεί να πιστέψουμε ότι πρέπει να γίνουμε κάτι διαφορετικό (είτε αυτό είναι ένα διαφορετικό συναίσθημα, είτε η επίτευξη μιας διαφορετικής συνθήκης, μπορούμε να ερευνήσουμε τότε βαθύτερα τα αίτια και να αναρωτηθούμε πια περιορισμένη πεποίθηση διατηρούμε για τη ζωή που προκαλεί τέτοια δυσαρέσκεια στο εγώ μας. Το κάνουμε αυτό ρωτώντας τον εαυτό μας:

Γιατί είναι (προσθέστε όποια κατάσταση θέλετε εδώ) ένα πρόβλημα;

Σ’ αυτό το σημείο, μπορεί να αντιληφθούμε ότι η ίδια η περιορισμένη πεποίθησή μας είναι ο πραγματικός ένοχος (και όχι η κατάσταση που προσδιορίζεται ως πρόβλημα) και τότε τα προβλήματα αρχίζουν αυτόματα να επιλύονται από μόνα τους. Όταν αλλάζει ο τρόπος που βλέπω τα προβλήματα, τα προβλήματα απλοποιούνται ή παύουν να υπάρχουν. Για να αλλάξει ο τρόπος που βλέπω τα προβλήματα απαιτείται διεύρυνση της συνείδησης μου. Για να πραγματοποιηθεί διεύρυνση της συνείδησης απαιτείται υπέρβαση των περιοριστικών πεποιθήσεών μου. Τότε αρχίζω να γίνομαι κάτοχος της ύψιστης τέχνης της παρατήρησης του ίδιου μου του νου, με όλες τις αγωνίες, τις φοβίες και τις επιθυμίες του, χωρίς να πιστεύω τις ιστορίες που μου λέει. Χωρίς την πίστη μου σ’ αυτές τις ιστορίες, δεν είναι παρά απλές σκέψεις που εμφανίζονται και εξαφανίζονται γρήγορα χωρίς να αφήνουν το στίγμα τους. Επιτρέπω σε κάθε συναίσθημα που αναδύεται κατά τη διάρκεια της μέρας να κάνει τον κύκλο του και να αποσυρθεί χωρίς το μυαλό να προσκολλάται με μανία σ’ αυτό και να το ενισχύει.

Μην απομακρύνεσαι! Νιώσε άβολα. Άσε τον φόβο, τις ανασφάλειες και τις αγωνίες σου να σε οδηγήσουν ως τα βάθη της κολάσεως του νου σου, μέχρι να καταβροχθίσουν ολοκληρωτικά τον εαυτό τους. Οι μόνες σου επιλογές είναι η παρατήρηση, η αποδοχή και τελικά η αγάπη!

Το εγώ θα σε ικετεύσει να του δώσεις την προσοχή σου. Απεγνωσμένα θα προσπαθήσει να σε πείσει ότι υπάρχουν έκτακτες ανάγκες, ότι υπάρχουν πράγματα για τα οποία θα πρέπει να νοιώσεις υπέρμετρο άγχος και φόβο, ότι υπάρχουν άνθρωποι από τους οποίους πρέπει να προφυλαχτείς άμεσα και άλλοι, οι ανταγωνιστές σου, που οφείλεις να τους ξεπεράσεις χρησιμοποιώντας κάθε μέσο. Αδιαφόρησε τελείως… Νιώσε ελεύθερος από την ένταση και ήρεμος στην ύπαρξη αυτών των υποτιθέμενων προβλημάτων έτσι ώστε να μην μπορούν πλέον να θεωρηθούν ως προβλήματα. Όταν καταφέρεις να παρατηρήσεις, να αποδεχτείς και τελικά να αγαπήσεις ένα πρόβλημα, πως μπορεί αυτό να απειλήσει τον νου σου; Στην πλήρη αποδοχή και αγάπη όλων αυτών των μικρών ιστοριών που αναδύονται καθημερινά στο νου, το εγώ αρχίζει να συρρικνώνεται. Ξέρει πως όσες καινούργιες θλιβερές ιστορίες και να εφεύρει για να στρέψεις την προσοχή σου σ’ αυτό εσύ θα τις αποδεχτείς όλες και θα τις αγαπήσεις χωρίς όρους. Σ’ αυτήν την χωρίς όρους αποδοχή και αγάπη του ποιός είσαι, του που βρίσκεσαι και του τι κάνεις την συγκεκριμένη στιγμή συνειδητοποιείς ότι δεν υπήρξε ποτέ κανένα πραγματικό πρόβλημα. Δεν υπήρξε ποτέ, ούτε και πρόκειται να υπάρξει καλύτερη χρονική στιγμή απ’ το τώρα. Το «εκεί» δεν ήταν, ούτε θα γίνει ποτέ, καλύτερο απ’ το «εδώ». Είναι η ύψιστη συνειδητοποίηση.

Στοχασμοί

* Παλιότερα, όταν κάποιος προσπαθούσε να σκέφτεται —και ήταν αυτό κά­τι το πολύ σπάνιο— το καταλάβαινες αμέσως. Έβλεπες πώς προσπαθούσε, ήθελε να γίνει πιο σοφός και προετοιμαζόταν για μια ιδέα. Σταματούσε στη μέση του δρόμου, έπαιρνε ένα σοβαρό ύφος, σαν να προσευχόταν, έμενε ασάλευτος για ολόκληρες ώρες, στο ένα του πό­δι ή και στα δύο, σαν να «του έρχονταν ή Ιδέα». Ε, τό­τε το πράγμα «άξιζε τον κόπο αυτόν».

* Σήμερα σκεφτόμαστε αρκετά γρήγορα, στην πο­ρεία, την ώρα πού περπατάμε, μέσα σε κάθε λογής υπο­θέσεις, ακόμα και όταν σκεφτόμαστε τα σοβαρότερα πράγματα. Δεν έχουμε ανάγκη από πολλή προετοιμα­σία, ούτε και από πολλή σιωπή. Όλα πραγματοποιούν­ται σαν να είχαμε στο κεφάλι μας μια μηχανή πού να γυρίζει ασταμάτητα και πού συνεχίζει να δουλεύει, ακόμα και στις ασχημότερες συνθήκες.

* Σήμερα ό στοχασμός έχει χάσει όλη του την εξωτερική αξιοπρέπεια.Έχουν ρεζιλέψει το τελετουργικό και την επίσημη στάση εκείνου που στοχάζεται, δεν μπο­ρούμε πλέον να ανεχθούμε έναν σοφό της παλιάς σχο­λής.

* Όποιος επιθυμεί σήμερα να μελετήσει τις ηθικές άξιες, ανοίγει μπροστά του ένα απέραντο πεδίο μόχθου.

* Ο Χριστιανισμός είναι αντίθετος προς κάθε πνευματική ευρωστία, χριστιανικός Λόγος είναι μόνο ο άρρωστος Λόγος. Ο Χριστιανισμός συμμαχεί με καθετί ηλίθιο, ξεστομίζει κατάρες εναντίον του πνεύματος, εναντίον της ανωτερότητας του υγιούς πνεύματος.

* Επειδή η αρρώστια ανήκει στην ουσία του Χριστιανισμού, η τυπική χριστιανική κατάσταση, η «πίστη» πρέπει να είναι επίσης μια μορφή αρρώστιας, και κάθε ευθύς, έντιμος, επιστημονικός δρόμος προς την αλήθεια απορρίπτεται από την Εκκλησία επειδή θεωρείται απαγορευμένος δρόμος. Ακόμη και η αμφιβολία είναι αμάρτημα. Η παντελής έλλειψη ψυχολογικής καθαρότητας στον ιερέα -την οποία προδίδουν τα μάτια του- είναι μια συνέπεια της παρακμής.

* Ο ιερέας των δύο φύλων, είναι ψεύτης ακριβώς επειδή είναι άρρωστος· το ένστικτό του απαιτεί να μη παραχωρηθούν ποτέ στην αλήθεια τα δικαιώματα της. «Ό,τι προκαλεί αρρώστια είναι καλό· ό,τι βγαίνει μέσα από την πληρότητα, από την αφθονία, από τη δύναμη, είναι κακό» -έτσι σκέφτεται ο πιστός. Μπορώ να καταλάβω αμέσως αν κάποιος είναι προορισμένος για θεολόγος από το αν δεν έχει άλλη εκλογή παρά να πει ψέματα. Ένα άλλο διακριτικό σημείο του θεολόγου είναι η ανικανότητα του για φιλολογία.

* Φιλολογία είναι η τέχνη να διαβάζεις καλά, να μπορείς να ξεχωρίζεις τα γεγονότα, χωρίς να τα παραποιείς με ερμηνείες, χωρίς να χάνεις την προσοχή, την υπομονή και τη λεπτότητα στην προσπάθεια σου να τα κατανοήσεις… Ο τρόπος με τον οποίο ένας θεολόγος ερμηνεύει, στο Βερολίνο ή στη Ρώμη, έναν «στίχο της Αγίας Γραφής» ή ένα γεγονός -λόγου χάρη μια νίκη των στρατευμένων της πατρίδας κάτω από το φως των «Ψαλμών» του Δαβίδ- είναι πάντα τόσο θρασύς που κάνει έξω φρενών τον φιλόλογο.

* Η «ισότητα ψυχών μπροστά στον Θεό», αυτή η ψευτιά, αυτό το πρόσχημα για το μίσος όλων των αποβρασμάτων, αυτή η εκρηκτική ύλη μιας έννοιας που κατάληξε να γίνει επανάσταση, σύγχρονη ιδέα, και η αρχή της παρακμής ολόκληρης της τάξης της κοινωνίας, είναι χριστιανικός δυναμίτης. Τα «ανθρωπιστικά» αγαθά του Χριστιανισμού!

* Ο παρασιτισμός, η μοναδική πρακτική της Εκκλησίας, που ρουφάει, με το ιδανικό της αναιμικότητας, της «αγιότητας», όλο το αίμα, όλη την αγάπη, όλη την ελπίδα για ζωή· το επέκεινα, ως θέληση για άρνηση κάθε πραγματικότητας· ο σταυρός, ως αναγνωριστικό σημάδι για την πιο υποχθόνια συνωμοσία που υπήρξε ποτέ εναντίον της υγείας, της ομορφιάς, ο,οτιδήποτε καλοφτιαγμένου, εναντίον του θάρρους, του πνεύματος, της καλοσύνης της ψυχής, εναντίον της ίδιας της ζωής…

* Θέλω να γράψω σ’ όλους τους τοίχους, όπου υπάρχουν τοίχοι, αυτήν την αιώνια κατηγορία εναντίον του Χριστιανισμού· έχω γράμματα για να κάνω ακόμη και τους τυφλούς να δουν. Ονομάζω τον Χριστιανισμό μοναδική μεγάλη μάστιγα, μοναδική μεγάλη εσωτερική διαφθορά,μοναδικό μεγάλο ένστικτο εκδίκησης, που δεν βρίσκει μέσο αρκετό δηλητηριώδες,αρκετά ύπουλο, αρκετά υποχθόνιο, αρκετά ποταπό.

Τον ονομάζω μοναδικό και αθάνατο στίγμα της ανθρωπότητας και ο χρόνος μετριέται από την καταραμένη μέρα από την οποία άρχισε τούτη η συμφορά -από την πρώτη μέρα του Χριστιανισμού! Γιατί να μη τον μετρούμε από την τελευταία μέρα του Χριστιανισμού; Γιατί όχι από σήμερα; Επαναξιολόγηση όλων των αξιών!

Χαραυγή (1881)

* Όποιος τιμωρείται, δεν είναι πια εκείνος που έχει κάνει την πράξη. Είναι πάντα ο αποδιοπομπαίος τράγος. (252)

* Όποιος ζει όπως τα παιδιά – δηλαδή δεν παλεύει για το ψωμί του και δεν πιστεύει ότι οι πράξεις του έχουν τελική σημασία – παραμένει παιδιάστικος. (280)

* Η γυναίκα αυτή είναι όμορφη και έξυπνη: αχ, πόσο εξυπνότερη θα είχε γίνει, αν δεν ήταν όμορφη! (282)

* Ήταν φίλοι, έπαψαν όμως να είναι, και διέκοψαν συγχρόνως τη φιλία τους, ο ένας επειδή πίστευε ότι είχε παραγνωριστεί πάρα πολύ, ο άλλος επειδή πίστευε ότι είχε αναγνωριστεί πάρα πολύ – και επ’ αυτού εξαπατήθηκαν και οι δύο! – διότι κανένας τους δε γνώριζε αρκετά τον εαυτό του. (287)

* Δεν αρκεί να αποδεικνύουμε ένα πράγμα, πρέπει επίσης να παρασύρουμε ή να ανεβάζουμε τους ανθρώπους προς αυτό. Γι’ αυτό πρέπει να μάθει ο γνώστης να λέει τη σοφία του και συχνά με τρόπο που να ηχεί σαν τρέλα! (330)

* Είμαστε σαν βιτρίνες μαγαζιών στις οποίες συνεχώς τακτοποιούμε, κρύβουμε ή φανερώνουμε τις υποτιθέμενες ιδιότητες που αποδίδουν άλλοι σε εμάς,  για να εξαπατάμε τον εαυτό μας. (385)

* Αρχίζει κανείς ξεμαθαίνοντας να αγαπάει άλλους και καταλήγει στο να μη βρίσκει πια τίποτε που να αξίζει καθ’ εαυτό να το αγαπήσει. (401)

* Όποιος θέλει να σκοτώσει τον αντίπαλό του, ας αναλογιστεί μήπως έτσι ακριβώς τον απαθανατίζει μέσα του. (406)

* Η γιατρειά για τον έρωτα εξακολουθεί να είναι στις περισσότερες περιπτώσεις εκείνο το παλιό δραστικό φάρμακο, η ανταπόδοση αγάπης. (415)

* Η δεξιοτεχνία επιτυγχάνεται όταν δε σφάλλει, ούτε διστάζει κανείς στην εκτέλεση. (537)

Η χαρούμενη επιστήμη (1882)

Είμαστε όλοι ηφαίστεια που περιμένουν την ώρα της έκρηξής τους, κανένας δεν ξέρει όμως πότε, σε λίγο ή σε πολύ, θα γίνει η έκρηξη αυτή – ούτε καν ο θεός. (Πρώτο βιβλίο, 9)

* Κάποτε ήμασταν τόσο κοντά ο ένας στον άλλο μέσα στη ζωή που τίποτα δε φαινόταν να εμποδίζει τη φιλία και την αδερφοσύνη μας, και μόνο ένα γεφυράκι υπήρχε ανάμεσα μας. Ακριβώς τη στιγμή που πήγαινες να ανέβεις σε αυτό σε ρώτησα: «Θέλεις να περάσεις το γεφυράκι για να με συναντήσεις;» – και τότε έπαψες πια να το θέλεις κι όταν σε παρακάλεσα ξανά έμεινες σιωπηλός. Από τότε βουνά κι ορμητικοί ποταμοί κι ό,τι άλλο χωρίζει κι αποξενώνει μπήκαν ανάμεσά μας κι ακόμα κι όταν το θέλαμε, δεν ήταν μπορετό να συναντηθούμε! Μα όταν θυμάσαι τώρα εκείνο το μικρό γεφυράκι δεν έχεις πια λόγια – μόνο λυγμούς και απορία. (Πρώτο βιβλίο, 16)

* Λίγες χιλιετίες ακόμη στο δρόμο του τελευταίου αιώνα! – και καθετί που θα κάνει ο άνθρωπος θα εκφράζει την ανώτερη εξυπνάδα γι’ αυτό όμως η εξυπνάδα θα χάσει όλη την αξιοπρέπειά της. Τότε θα είναι σίγουρα αναγκαίο να είναι κανείς έξυπνος, αυτό όμως θα είναι τόσο κοινό και συνηθισμένο πράγμα, που ένα ευγενέστερο γούστο θα θεωρεί αυτή την αναγκαιότητα χυδαιότητα. Κι όπως ακριβώς μια τυραννία ασκούμενη από την αλήθεια και την επιστήμη μπορεί να ανεβάσει ψηλά την τιμή του ψέματος, έτσι και μια τυραννία της εξυπνάδας μπορεί να προκαλέσει την εμφάνιση ενός είδους ευγένειας. Το να είσαι ευγενής – αυτό μπορεί ίσως τότε να σημαίνει, να έχεις τρέλες μέσα στο κεφάλι σου. (Πρώτο βιβλίο, 20)

* Οι λόγοι και οι προθέσεις που υπάρχουν πίσω από τη συνήθεια προστίθενται σε αυτήν μέσω ενός ψέματος, μόλις κάποιοι αρχίσουν να αμφισβητούν τη συνήθεια και να ρωτούν για τις προθέσεις και τους σκοπούς της. Εδώ έγκειται η μεγάλη ανεντιμότητα των συντηρητικών όλων των εποχών: είναι αυτοί που προσθέτουν ψέματα. (Πρώτο βιβλίο, 29)

* Ο άνθρωπος εκπαιδεύτηκε από τις πλάνες του: Πρώτον, πάντα έβλεπε τον εαυτό του ως ατελή, δεύτερον, προίκιζε τον εαυτό του με φανταστικές ιδιότητες, τρίτον, έβαζε τον εαυτό του στην ιεραρχία των όντων σε λάθος βαθμίδα ανάμεσα στο ζώο και τη φύση τέταρτον, επινοούσε συνεχώς καινούριους πίνακες των καλών και τους δεχόταν για ένα διάστημα ως αιώνιους και μη εξαρτώμενους από όρους: το αποτέλεσμα ήταν πως άλλοτε η μια και άλλοτε η άλλη ανθρώπινη ενόρμηση και κατάσταση έπαιρνε την πρώτη θέση και εξευγενιζόταν λόγω αυτής της εκτίμησης. Αν αγνοήσουμε αυτές τις τέσσερις πλάνες, θα αγνοήσουμε και την ιδιότητα του να είσαι άνθρωπος, την ανθρωπιά και την «ανθρώπινη αξιοπρέπεια». (Τρίτο βιβλίο, 115)

Κανένας νικητής δεν πιστεύει στην τύχη. (Τρίτο βιβλίο, 258)

* Τι λέει η συνείδησή σου; «Πρέπει να γίνεις αυτός που είσαι.» (Τρίτο βιβλίο, 270)

* Έδωσα ένα όνομα στον πόνο μου και τον φωνάζω «σκύλο». Είναι το ίδιο πιστός, το ίδιο φορτικός και αδιάντροπος, το ίδιο διασκεδαστικός και έξυπνος όσο κάθε άλλος σκύλος – και μπορώ να τον μαλώνω και να ξεσπώ πάνω του, όταν έχω τις κακές μου, όπως κάνουν άλλοι με τους σκύλους, τους υπηρέτες και τις γυναίκες τους. (Τέταρτο βιβλίο, 312)

* Είναι αλήθεια ότι υπάρχουν άνθρωποι που ακούν ακριβώς την αντίθετη διαταγή όταν πλησιάζει ένας μεγάλος πόνος: ποτέ άλλοτε δε δείχνουν πιο περήφανοι, πιο φιλοπόλεμοι και πιο ευτυχισμένοι, ναι, ο ίδιος ο πόνος τούς χαρίζει τις μεγαλύτερες στιγμές τους! Αυτοί είναι οι ηρωικοί άνθρωποι, οι μεγάλοι προμηθευτές πόνου της ανθρωπότητας: αυτοί οι λίγοι ή σπάνιοι άνθρωποι που χρειάζονται την ίδια απολογία που χρειάζεται γενικά και ο ίδιος ο πόνος – και πράγματι! δεν πρέπει να τους την αρνηθούμε! Είναι οι πρωταρχικές δυνάμεις διατήρησης και ανάπτυξης του είδους, έστω και μόνον επειδή αντιστέκονται στο βόλεμα και δεν κρύβουν ότι αποστρέφονται αυτό το είδος ευτυχίας. (Τέταρτο βιβλίο, 318)

Τάδε έφη Ζαρατούστρα (1885)

*Ο άνθρωπος της γνώσης δεν πρέπει να αγαπά μόνο τους εχθρούς του, αλλά και να μπορεί να μισεί τους φίλους του.

* Πρέπει να έχει κανείς χάος μέσα του για να μπορέσει να γεννήσει ένα αστέρι που χορεύει.

* Εσύ, μεγάλο άστρο! Αν δεν είχες αυτούς που φωτίζεις, τι θα ήταν η ευτυχία σου; (Πρόλογος 1)

* Σας διδάσκω τον Υπεράνθρωπο. Ο άνθρωπος είναι κάτι που πρέπει να ξεπεραστεί. Εσείς τι έχετε κάνει για να τον ξεπεράσετε; (Πρόλογος 3)

* Τι είναι ο πίθηκος για τον άνθρωπο; Ένα αντικείμενο για περίγελο ή μια επώδυνη ντροπή. Και ακριβώς το ίδιο πρέπει να είναι ο άνθρωπος για τον Υπεράνθρωπο: ένα αντικείμενο για περίγελο ή μια επώδυνη ντροπή. (Πρόλογος 3)

* Ο άνθρωπος είναι ένα βρόμικο ποτάμι. Πρέπει να είσαι θάλασσα για να μπορείς να δέχεσαι ένα βρόμικο ποτάμι χωρίς να λερώνεσαι. (Πρόλογος 3)

* Ο άνθρωπος είναι ένα σχοινί, τεντωμένο ανάμεσα στο ζώο και στον Υπεράνθρωπο – ένα σχοινί πάνω από μια άβυσσο. (Πρόλογος 4)

* Αυτό που είναι μεγάλο στον άνθρωπο είναι ότι αυτός είναι γεφύρι και όχι σκοπός: αυτό που μπορεί να αγαπήσει κανείς στον άνθρωπο είναι ότι αυτός είναι ένα πέρασμα και μια δύση. (Πρόλογος 4)

* Πρέπει να έχει κανείς χάος μέσα του για να μπορέσει να γεννήσει ένα αστέρι που χορεύει. (Πρόλογος 5)

* Ζοφερή είναι η ανθρώπινη ύπαρξη και πάντα δίχως νόημα: ένας παλιάτσος μπορεί να γίνει η μοίρα της. (Πρόλογος 6)

* Το να κοιμάσαι δεν είναι ασήμαντη τέχνη: χρειάζεται, για να το πετύχεις, να αγρυπνάς όλη τη μέρα. (Μέρος πρώτο, Για τις έδρες της αρετής)

* Αν η ζωή δεν είχε κανένα νόημα και έπρεπε να διαλέξω την α-νοησία, τότε η α-νοησία αυτή θα μου φαινόταν η πιο αξιοδιάλεχτη. (Μέρος πρώτο, Για τις έδρες της αρετής)

* Υπάρχει μεγαλύτερη σοφία στο σώμα σου, παρά στους βαθύτερους συλλογισμούς σου. (Μέρος πρώτο, Για τους περιφρονητές του σώματος)

* Ο άνθρωπος είναι κάτι που πρέπει να ξεπεραστεί: και γι’ αυτό πρέπει να αγαπάς τις αρετές σου – γιατί απ’ αυτές θα χαθείς. (Για τις χαρές και τα πάθη)

* Το εγώ μου είναι κάτι που πρέπει να υπερνικηθεί: το εγώ μου είναι για εμένα η μεγάλη περιφρόνηση του ανθρώπου. (Για τον ωχρό εγκληματία)

* Από όλα όσα έχουν γραφτεί, αγαπώ μόνο αυτό που γράφει κανείς με το αίμα του. (Για την ανάγνωση και τη γραφή)

* Βλέπετε προς τα πάνω, όταν ποθείτε την ανύψωση. Κι εγώ βλέπω προς τα κάτω γιατί είμαι ανυψωμένος. (Για την ανάγνωση και τη γραφή)

* Πάντα υπάρχει λίγη παραφροσύνη στην αγάπη. Αλλά και πάντα υπάρχει λίγη λογική στην παραφροσύνη. (Για την ανάγνωση και τη γραφή)

* Θα πίστευα μόνο σε ένα θεό που ξέρει να χορεύει. ( Για την ανάγνωση και τη γραφή)

* Δε σκοτώνει κανείς με την οργή, αλλά με το γέλιο. ( Για την ανάγνωση και τη γραφή)

* Αν ήθελα να κουνήσω αυτό το δέντρο με τα χέρια μου, δε θα τα κατάφερνα. Ο άνεμος όμως, που δεν τον βλέπουμε, το τυραννά και το λυγίζει όπως θέλει. Αόρατα χέρια μας τυραννούν και μας λυγίζουν κι εμάς με το χειρότερο τρόπο. (Για το δέντρο πάνω στο βουνό)

* Αν πιστεύατε περισσότερο στη ζωή, θα παραδινόσασταν λιγότερο στη στιγμή. Αλλά δεν έχετε αρκετό περιεχόμενο μέσα σας για να περιμένετε – ούτε καν για να τεμπελιάζετε! (Για τους κήρυκες του θανάτου)

* Ο πόλεμος και το θάρρος έχουν κατορθώσει περισσότερα μεγάλα πράγματα απ’ ό,τι η αγάπη προς τον πλησίον. (Για τον πόλεμο και τους πολεμιστές)

* Πρέπει να έχετε μόνο εχθρούς που αξίζει να μισείτε, όχι όμως εχθρούς για να τους περιφρονείτε. Πρέπει να είστε περήφανοι για τους εχθρούς σας: γιατί τότε τα κατορθώματα του εχθρού σας θα είναι και δικά σας. (Για τον πόλεμο και τους πολεμιστές)

* Για τις μεγάλες ψυχές, η γη είναι ακόμη ελεύθερη. Για τις μεγάλες ψυχές, ελεύθερη είναι ακόμη μια ελεύθερη ζωή. Αληθινά, όποιος κατέχει λίγα, κατέχεται εξίσου λίγο: ευλογημένη να είναι η μικρή φτώχεια! ( Για το νέο είδωλο)

* Γίνε και πάλι όμοιος με το δέντρο που αγαπάς, αυτό με τα πλατιά κλαδιά: σιωπηλό και με τα κλαδιά στημένα κρέμεται πάνω απ’ τη θάλασσα. (Για τις μύγες της αγοράς)

* Στον κόσμο, τα καλύτερα πράγματα δεν αξίζουν τίποτε, αν δεν υπάρχει ένας που να τα βγάλει στη σκηνή: μεγάλους άνδρες ονομάζει ο λαός αυτούς τους σκηνοθέτες. (Για τις μύγες της αγοράς)

* Εκείνος που φτάνει στη γνώση, κατεβαίνει απρόθυμα στα νερά της αλήθειας, όχι όταν αυτή είναι βρόμικη, αλλά όταν είναι ρηχή. (Για την αγνότητα)

* Υπάρχουν άνθρωποι που δεν μπορούν να ελευθερωθούν από τις δικές τους αλυσίδες και όμως είναι ελευθερωτές των φίλων τους. (Για τον φίλο)

* Όσα δίνετε στον φίλο σας, εγώ θα τα δώσω στον εχθρό μου και πάλι δε θα γίνω φτωχότερος. (Για τον φίλο)

* Η συναναστροφή με τους ανθρώπους χαλάει το χαρακτήρα, ιδιαίτερα όταν δεν έχει κανείς τέτοιον. (Για την αγάπη προς τον πλησίον)

* Όλα στη γυναίκα είναι αίνιγμα και όλα στη γυναίκα έχουν λύση: ονομάζεται εγκυμοσύνη. (Για τη γριά και τη νέα γυναικούλα)

* Ο αληθινός άνδρας θέλει δύο πράγματα: τον κίνδυνο και το παιχνίδι. Γι’ αυτό θέλει τη γυναίκα, σαν το πιο επικίνδυνο παιχνίδι. (Για τη γριά και τη νέα γυναικούλα)

* Ο Ιησούς πέθανε πολύ νωρίς, αυτός ο ίδιος θα απαρνιόταν τη διδασκαλία του, αν έφτανε στη δική μου ηλικία! (Για τον εθελούσιο θάνατο)

* Ο άνθρωπος της γνώσης δεν πρέπει να αγαπά μόνο τους εχθρούς του, αλλά και να μπορεί να μισεί τους φίλους του. (Για τη δωρήτρια αρετή)

* Ανταμείβει κανείς άσχημα το δάσκαλο, όταν μένει πάντα μαθητής. (Για τη δωρήτρια αρετή)

Πέρα Από το Καλό και το Κακό (1886)

Από τις προκαταλήψεις των φιλοσόφων

* Οι φυσιολόγοι πρέπει να σκέφτονται καλά πριν θεωρήσουν δεδομένο ότι η ενόρμηση της αυτοσυντήρησης είναι η κύρια ενόρμηση στα οργανικά όντα. Κάτι ζωντανό επιθυμεί πάνω από όλα να διαχύσει τη ρώμη του – όλη η ζωή είναι μια θέληση για δύναμη, η αυτοσυντήρηση είναι μόνο μία από τις έμμεσες και συχνότερες συνέπειές της.

* Ίσως η φυσική είναι μόνο μια ερμηνεία και τακτοποίηση του κόσμου, και όχι μια εξήγηση του κόσμου.

* Ασφαλώς δεν είναι το μικρότερο θέλγητρο μιας θεωρίας το ότι είναι ανασκευάσιμη, ακριβώς γι’ αυτό προσελκύει τα πιο εκλεπτυσμένα μυαλά.

* Η θέληση δεν είναι μόνο ένα σύμπλεγμα αισθάνεσθαι και σκέπτεσθαι, αλλά προπαντός ένα αίσθημα: συγκεκριμένα, το αίσθημα της διοίκησης.

* Οι φιλόσοφοι, κάτω από ένα αόρατο ξόρκι διαγράφουν πάντα την ίδια τροχιά, όσο ανεξάρτητοι κι αν νιώθουν μεταξύ τους, με τη θέλησή τους για κριτική ή για συστηματοποίηση, κάτι μέσα τους τους οδηγεί, κάτι τους βάζει σε μια καθορισμένη σειρά τον ένα μετά τον άλλο: είναι ακριβώς αυτή η έμφυτη συστηματοποίηση και σχέση των εννοιών.

* Ο ψυχολόγος θα μπορούσε τουλάχιστον να απαιτήσει να αναγνωριστεί και πάλι η ψυχολογία ως βασίλισσα των επιστημών, ενώ οι άλλες επιστήμες υπάρχουν για να την υπηρετούν και να την προετοιμάζουν. Γιατί η ψυχολογία είναι και πάλι ο δρόμος προς τα βασικά προβλήματα.

Το ελεύθερο πνεύμα

* Κανένας δεν ψεύδεται τόσο όσο ο αγανακτισμένος άνθρωπος.

* Δε γνωρίζω τίποτε που να με έκανε να στοχαστώ περισσότερο το κρύψιμο και τη φύση Σφίγγας του Πλάτωνα όσο αυτό το ευτυχώς διασωθέν περιστατικό: το ότι κάτω από το μαξιλάρι του νεκροκρέβατού του δε βρήκαν καμιά «Βίβλο», τίποτε αιγυπτιακό, πυθαγόρειο, πλατωνικό – αλλά τον Αριστοφάνη.

* Πολύ λίγοι είναι φτιαγμένοι για ανεξαρτησία – είναι ένα προνόμιο των δυνατών.

* Οι υψηλότερες διοράσεις μας πρέπει – και θα έπρεπε! – να ηχούν σαν τρελές σε ορισμένες περιπτώσεις, σαν εγκλήματα, όταν φτάνουν με ανεπίτρεπτο τρόπο στα αυτιά εκείνων που δεν είναι φτιαγμένοι και προορισμένοι γι’ αυτές.

* Το στοιχείο της οργής και το στοιχείο του σεβασμού που χαρακτηρίζουν τη νεότητα, μοιάζουν να μην αφήνουν σε ησυχία τον εαυτό τους ώσπου να παραποιήσουν ανθρώπους και πράγματα με τέτοιο τρόπο που να μπορούν να ξεσπάσουν σ’ αυτά – η νεότητα ως τέτοια είναι κάτι που παραποιεί και εξαπατά.

* Το ξεπέρασμα της ηθικής, υπό μια ορισμένη έννοια ακόμη και η αυτοϋπέρβαση της ηθικής: ας είναι αυτό το όνομα για εκείνη τη μακρόχρονη μυστική εργασία που έχει κρατηθεί για τις πιο επιτήδειες, πιο έντιμες και επίσης πιο κακεντρεχείς συνειδήσεις τής σήμερον, ως ζώσες λυδίες λίθους της ψυχής.

* Όταν ο άνθρωπος καταπιάνεται με τις αλήθειες με πάρα πολύ ανθρώπινο τρόπο – ψάχνει δηλαδή το αληθινό μόνο και μόνο για να κάνει το καλό – βάζω στοίχημα πως δε βρίσκει τίποτε.

Η θρησκευτική φύση

* Κάποτε οι άνθρωποι θυσίαζαν στους θεούς τους ανθρώπους, ίσως εκείνους που αγαπούσαν περισσότερο. Ύστερα, στην ηθική εποχή της ανθρωπότητας, οι άνθρωποι θυσίαζαν στους θεούς τους τα ισχυρότερα ένστικτα που είχαν, τη φύση τους. Τέλος, τι άλλο έμεινε να θυσιάσουν; Καθετί παρηγορητικό, άγιο, θεραπευτικό, γεμάτο ελπίδα, γεμάτο πίστη σε μια κρυμμένη αρμονία, σε μια μελλοντική μακαριότητα και δικαιοσύνη. Τον ίδιο το θεό.

Γνωμικά και ιντερμέδια

* Η γοητεία της γνώσης θα ήταν μικρή αν δεν έπρεπε να υπερνικηθεί τόσο πολλή ντροπή στο δρόμο προς αυτήν.

* Όχι η δύναμη, αλλά η διάρκεια των υψηλών αισθημάτων είναι εκείνη που κάνει τους ανώτερους ανθρώπους.

* Όποιος φτάνει το ιδανικό του, απ’ αυτό το ίδιο το γεγονός το ξεπερνά κιόλας.

Ωριμότητα του ανθρώπου: το να ξαναβρίσκει κανείς τη σοβαρότητα που είχε παιδί, όταν έπαιζε.

* Πώς; Ένας μεγάλος άνθρωπος; Εγώ βλέπω πάντα μόνο τον ηθοποιό του ίδιου του τού ιδεώδους.

* Όταν γυμνάσει κανείς τη συνείδησή του, αυτή τον φιλάει την ίδια στιγμή που τον δαγκώνει.

* Δεν υπάρχουν καθόλου ηθικά φαινόμενα, αλλά μόνο μια ηθική ερμηνεία των φαινομένων.

* Ο αισθησιασμός επισπεύδει τόσο την ανάπτυξη του έρωτα, που η ρίζα παραμένει αδύναμη και μπορεί να ξεριζωθεί εύκολα.

* Στην αληθινή αγάπη, η ψυχή είναι εκείνη που περιβάλλει το σώμα.

* Η γυναίκα δε θα είχε το δαιμόνιο του καλλωπισμού, αν δεν είχε το ένστικτο ότι παίζει το δεύτερο ρόλο.

* Όποιος παλεύει με τέρατα, πρέπει να προσέξει να μη γίνει τέρας. Κι όταν κοιτάς πολλή ώρα μέσα σε μια άβυσσο, κοιτάει και η άβυσσος μέσα σε σένα.

* Το να έχει κανείς ταλέντο δεν είναι αρκετό: πρέπει να έχει και την άδειά σας να το έχει – ε, φίλοι μου;

* Οι ποιητές είναι αναιδείς απέναντι στα βιώματά τους: τα εκμεταλλεύονται.

* Το να μιλάς πολύ για τον εαυτό σου μπορεί να είναι και ένα μέσο για να τον κρύβεις.

* Στον έπαινο υπάρχει περισσότερη ενόχληση απ’ ότι στη μομφή.

* Αγαπάμε τελικά τις επιθυμίες μας και όχι αυτό που επιθυμούμε.

* Δε με συντάραξε το ότι μου είπες ψέματα, αλλά το ότι δε σε πιστεύω πια.

Για τη φυσική ιστορία της ηθικής

* Κάθε ηθική είναι ένα κομμάτι τυραννίας εναντίον της φύσης, καθώς και εναντίον της λογικής.

* Για όσο καιρό η ωφέλεια που κυριαρχεί στις ηθικές αξιολογικές κρίσεις είναι αποκλειστικά η ωφέλεια για την αγέλη, για όσο καιρό το βλέμμα είναι στραμμένο αποκλειστικά στη διατήρηση της κοινότητας και το ανήθικο εντοπίζεται ακριβώς και αποκλειστικά σε ό,τι μοιάζει να βάζει σε κίνδυνο την ύπαρξη της κοινότητας: για όσο καιρό συμβαίνουν αυτά, δεν μπορεί να υπάρχει ηθική της αγάπης για τον πλησίον.

Η γενεαλογία της ηθικής (1887)

* Οι ιερείς είναι πάντα οι πιο κακοί εχθροί. Γιατί; Επειδή είναι οι πιο αδύναμοι. Η αδυναμία τους γεννάει μέσα τους ένα τερατώδες, άγριο, διανοητικό και δηλητηριασμένο μίσος.

* Η ιστορία της ανθρωπότητας θα ήταν μια πολύ ηλίθια υπόθεση, αν δεν υπήρχε το πνεύμα που φύσηξαν μέσα της οι αδύναμοι.

* Ενώ κάθε αριστοκρατική ηθική γεννιέται από μια θριαμβευτική αυτοκατάφαση, η ηθική των δούλων αντιθέτει πρώτα ένα «όχι» σε ό,τι δεν αποτελεί μέρος του εαυτού της, σε ό,τι είναι διαφορετικό από αυτήν, σε ό,τι «μη εγώ»: και αυτό το «όχι» είναι η δημιουργική πράξη της.

* Στους αδύναμους και τους καταπιεσμένους, η ευτυχία εμφανίζεται κυρίως με τη μορφή του ναρκωτικού, της ανάπαυσης, της ειρήνης, του «Σαββάτου», της πνευματικής και σωματικής χαλάρωσης, με λίγα λόγια με την παθητική της μορφή.

* Πόσο σέβεται τον εχθρό του ο ανώτερος άνθρωπος! Κι ένας τέτοιος σεβασμός είναι ο έτοιμος δρόμος για την αγάπη!

* Σήμερα δε βλέπουμε τίποτα που να μας αφήνει να γίνουμε μεγαλύτεροι∙ διαισθανόμαστε πως όλα όσο πάνε μικραίνουν, πως όσο πάνε περιορίζονται σε κάτι πιο μικρό, πιο ακίνδυνο, πιο φρόνιμο, πιο μέτριο και πιο αδιάφορο, ως τον υπερθετικό βαθμό των κινεζισμών και των χριστιανικών αρετών∙ ας μην αμφιβάλλουμε, ο άνθρωπος γίνεται όλο και «καλύτερος».

* Και η ανημποριά που δεν εκδικείται, με το ψέμα γίνεται «καλοσύνη»∙ η φοβισμένη χαμέρπεια «ταπεινοφροσύνη»∙ η υποταγή σε εκείνους που μισούμε «υπακοή». Ό,τι το ακίνδυνο υπάρχει στο αδύναμο ον, η δειλία του, εκείνη η δειλία που υπάρχει άφθονη μέσα του (…) στολίζεται με ένα καλόηχο όνομα και ονομάζεται «υπομονή», και καμιά φορά μάλιστα και «αρετή», και τίποτε άλλο.

* Πόσο αίμα και πόση τιμή βρίσκεται στο βάθος των «καλών πραγμάτων»!

* Όλα τα μεγάλα πράγματα χάνονται από μόνα τους, με μια πράξη αυτοκατάργησης.

* Ο άνθρωπος θα προτιμήσει συντομότερα να θέλει το μηδέν, παρά να μη θέλει τίποτα.

Ο Αντίχριστος (1888)

* Τι είναι καλό; Ό,τι ανυψώνει στον άνθρωπο το αίσθημα της δύναμης, τη θέληση για απόκτηση δύναμης, την ίδια τη δύναμη. Τι είναι κακό; Ό,τι γεννιέται από την αδυναμία. Τι είναι ευτυχία; Το αίσθημα ότι η δύναμη μεγαλώνει – ότι μια αντίσταση εξουδετερώνεται.

* Οι αδύναμοι και οι αποτυχημένοι πρέπει να εκλείψουν: είναι η πρώτη αρχή της δικής μας αγάπης για τον άνθρωπο.

* Η ευσπλαχνία αρνείται τη ζωή, την κάνει ακόμη πιο άξια άρνησης. Η ευσπλαχνία είναι η πρακτική του μηδενισμού.

* Ο άνθρωπος δεν είναι κατά κανένα τρόπο η κορώνα της δημιουργίας, κάθε ζων ον στέκει δίπλα του στο ίδιο επίπεδο τελειότητας.

* Στον χριστιανισμό ούτε η ηθική ούτε η θρησκεία έχουν κάποιο σημείο επαφής με την πραγματικότητα.

* Τι σημασία θα είχε ένας θεός που δε θα ήξερε τίποτα από οργή, εκδίκηση, φθόνο, περιφρόνηση, δόλο και βία, που θα αγνοούσε το γοητευτικό ξέσπασμα της νίκης και της εκμηδένισης; Κανείς δε θα καταλάβαινε ένα τέτοιο θεό∙ γιατί λοιπόν τον έχουμε;

* Η αγάπη είναι μια κατάσταση όπου ο άνθρωπος βλέπει συνήθως τα πράγματα έτσι όπως αυτά δεν είναι.

* Ο Χριστός, ήταν ένας πολιτικός εγκληματίας, στο βαθμό που μπορούσαν να υπάρχουν πολιτικοί εγκληματίες σε μια παράλογα απολιτική κοινότητα. Πέθανε επειδή ήταν ένοχος. Δεν υπάρχει λόγος να ισχυριζόμαστε – αν και αυτό γίνεται πολλές φορές – ότι πέθανε για τις αμαρτίες των άλλων.

* Η ίδια η λέξη «χριστιανισμός» είναι παρανόηση: στην πραγματικότητα υπήρχε μόνο ένας χριστιανός, κι αυτός πέθανε πάνω στο σταυρό.

* «Μην κρίνεις» λένε αυτοί (οι ιερείς), αλλά στέλνουν στην κόλαση ό,τι στέκει στο δρόμο τους. Αφήνοντας το θεό να κρίνει, κρίνουν αυτοί δοξάζοντας το θεό, δοξάζουν τους εαυτούς τους∙ απαιτώντας τις αρετές που τους χρειάζονται για να κρατηθούν στην κορυφή, δίνουν στον εαυτό τους τη μεγαλειώδη όψη μιας πάλης για την αρετή.

* Εναντίον της ανίας, ακόμα και οι θεοί αγωνίζονται μάταια.

* Έτσι ο θεός δημιούργησε τη γυναίκα. Αυτό ήταν πράγματι το τέλος της ανίας – αλλά και άλλων πραγμάτων! Η γυναίκα ήταν το δεύτερο λάθος του θεού.

* Μια σύντομη επίσκεψη σε ένα φρενοκομείο δίνει μια αναμφισβήτητη απόδειξη για το ότι η πίστη κάνει τους ανθρώπους μακάριους μόνο σε ορισμένες περιστάσεις, για το ότι η μακαριότητα δεν μετατρέπει μια παγιωμένη ιδέα σε αληθή ιδέα, και για το ότι η πίστη δεν κινεί βουνά, αλλά υψώνει βουνά εκεί που δεν υπάρχουν.

* Μια σύντομη επίσκεψη σε ένα φρενοκομείο δείχνει πως η πίστη δεν αποδεικνύει τίποτε.

* Πίστη σημαίνει να μη θέλεις να μάθεις την αλήθεια.

* Νιχιλισμός και χριστιανισμός: ομοιοκαταληκτούν μεταξύ τους, αλλά αυτό δεν είναι το μοναδικό κοινό χαρακτηριστικό τους.

* Ονομάζω το χριστιανισμό μοναδική μεγάλη μάστιγα, μοναδική μεγάλη εσωτερική διαφθορά, μοναδικό μεγάλο ένστικτο εκδίκησης, που δε βρίσκει μέσο αρκετά δηλητηριώδες, αρκετά ύπουλο, αρκετά υποχθόνιο, αρκετά ποταπό. Τον ονομάζω μοναδικό και αθάνατο στίγμα της ανθρωπότητας.

* Και ο χρόνος μετριέται από την καταραμένη μέρα από την οποία άρχισε τούτη η συμφορά – από την πρώτη μέρα του χριστιανισμού! Γιατί να μην τον μετρούμε από την τελευταία μέρα του χριστιανισμού; Γιατί όχι από σήμερα; Επαναξιολόγηση όλων των αξιών!

* Καταδικάζω τον Χριστιανισμό. Εγείρω εναντίον του Χριστιανισμού τη δριμύτερη κατηγορία που δέχτηκε ποτέ. Είναι για μένα η πιο μεγάλη διαφθορά που μπορεί να διανοηθεί το ανθρώπινο μυαλό. Ήθελε να είναι η πιο μεγάλη διαφθορά που μπορεί να φανταστεί κανείς.

Το Λυκόφως των Ειδώλων (1888)

* Ακόμα και ο πιο θαρραλέος από εμάς σπάνια έχει το θάρρος για αυτό που γνωρίζει.

* Για να ζεις μόνος, πρέπει να είσαι ζώο ή θεός – λέει ο Αριστοτέλης. Ξέχασε την τρίτη περίπτωση: πρέπει να είσαι και τα δύο – φιλόσοφος.

* Πώς; Είναι ο άνθρωπος απλώς ένα λάθος του θεού; Ή ο θεός απλώς ένα λάθος του ανθρώπου;

* Από τη σχολή πολέμου της ζωής. – Ό,τι δε με σκοτώνει με κάνει πιο δυνατό.

* Τι; Ψάχνεις; Θα ήθελες να δεκαπλασιαστείς, να εκατονταπλασιαστείς; Ψάχνεις οπαδούς; – Ψάξε για μηδενικά!

* Δυσπιστώ απέναντι σε όλους τους συστηματοποιητές και τους αποφεύγω. Η θέληση για σύστημα είναι έλλειψη ακεραιότητας.

* Το σκουλήκι συσπειρώνεται όταν το πατούν. Έτσι είναι έξυπνο. Με αυτό τον τρόπο μειώνει τις πιθανότητες να το ξαναπατήσουν. Στη γλώσσα της ηθικής: ταπεινοφροσύνη.

* Δίχως τη μουσική η ζωή θα ήταν ένα λάθος.

* Ο απογοητευμένος μιλά: Ψάχνω μεγάλους ανθρώπους, μα βρίσκω πάντα τους πιθήκους του ιδεώδους τους.

* Η συνταγή για τη δική μου ευτυχία; Ένα Ναι, ένα Όχι, μια ευθεία γραμμή, ένας σκοπός.

Το Πρόβλημα του Σωκράτη

* Το καθετί στο Σωκράτη είναι υπερβολικό, γελοίο, καρικατούρα, το καθετί είναι επίσης συγκαλυμμένο, υστερόβουλο, υποχθόνιο.

* Παντού όπου η αυθεντία εξακολουθεί να ανήκει στις καλές συνήθειες, παντού όπου δεν αιτιολογεί κανείς αλλά διατάζει, ο διαλεκτικός είναι ένα είδος παλιάτσου, γελούν μαζί του, δεν τον παίρνουν στα σοβαρά. Ο Σωκράτης ήταν ο παλιάτσος που κατάφερε να τον πάρουν στα σοβαρά.

Το «Λογικό» στη Φιλοσοφία

* Φοβάμαι ότι δε θα απαλλαχτούμε από το θεό, αφού πιστεύουμε ακόμη στη γραμματική.

* Να πλάθουμε μύθους για ένα κόσμο «άλλο» απ’ αυτόν εδώ είναι κάτι που δεν έχει κανένα νόημα, με την προϋπόθεση ότι δεν κυριαρχεί μέσα μας ένα ένστικτο συκοφαντίας, υποτίμησης, ενοχοποίησης της ζωής: στην έσχατη περίπτωση εκδικούμαστε τη ζωή με τη φαντασμαγορία μιας «άλλης», μιας «καλύτερης» ζωής.

Η Ηθική ως Αντίφυση

* Να χτυπάς τα πάθη στη ρίζα σημαίνει να χτυπάς τη ζωή στη ρίζα: η πρακτική της εκκλησίας είναι εχθρική προς τη ζωή.

* Το πιο δηλητηριώδες πράγμα εναντίον των αισθήσεων δεν έχει ειπωθεί από τους ανίκανους ούτε από τους ασκητές, αλλά από εκείνους που ήταν αδύνατο να γίνουν ασκητές, από εκείνους που είχαν ανάγκη να είναι ασκητές.

* Η αντιφυσική ηθική, δηλαδή σχεδόν όλες οι ηθικές που έχουν έως σήμερα διδαχθεί, τιμηθεί και κηρυχθεί, στρέφεται εναντίον των ενστίκτων της ζωής – είναι άλλοτε κρυφή άλλοτε ηχηρή και θρασεία καταδίκη αυτών των ενστίκτων.

Τι Λείπει από τους Γερμανούς

* Στοιχίζει ακριβά το να αποκτάς δύναμη, η δύναμη αποβλακώνει.

* Οι Γερμανοί αποβλακώθηκαν ηθελημένα εδώ και μια χιλιετία περίπου: πουθενά αλλού δεν έγινε πιο διεφθαρμένη κατάχρηση των δύο μεγάλων ευρωπαϊκών ναρκωτικών, του αλκοόλ και του χριστιανισμού.

* Η κουλτούρα και το κράτος είναι ανταγωνιστές:το ένα ζει εις βάρος του άλλου, το ένα ανθεί εις βάρος του άλλου.

* Όλα τα μεγάλα, όλα τα ωραία πράγματα δεν μπορούν ποτέ να είναι κοινή ιδιοκτησία: το ωραίο είναι για τους λίγους.

* Να μάθει κανείς να σκέφτεται: Στα σχολεία μας κανείς δεν έχει πια την παραμικρή ιδέα αυτού του πράγματος.

Ακροβολισμοί Ενός Παράκαιρου Ανθρώπου

* Η δύναμη που δεν έχει πια ανάγκη να αποδείξει τον εαυτό της∙ που απαξιώνει να αρέσει∙ που απαντά δύσκολα∙ που δεν αισθάνεται κανένα μάρτυρα γύρω της∙ που ζει δίχως να έχει συνείδηση ότι υπάρχει αντίθεση προς αυτήν που στηρίζεται στον εαυτό της, μοιρολατρικά, ένας νόμος μεταξύ νόμων: αυτό μιλά ως μεγάλο στυλ από μόνο του.

* Οι πιο πνευματικοί άνθρωποι, με την προϋπόθεση ότι είναι και οι πιο θαρραλέοι, βιώνουν και τις πιο οδυνηρές τραγωδίες: γι’ αυτό όμως τιμούν τη ζωή, γιατί τους αντιτάσσει τη μεγαλύτερή της αντιπαλότητα.

* Στο ωραίο, ο άνθρωπος παίρνει τον εαυτό του ως μέτρο της τελειότητας∙ σε ακραίες περιπτώσεις, μέσα στο ωραίο λατρεύει τον εαυτό του.

* Ο πραγματικός άνθρωπος δεν αξίζει απείρως περισσότερο από οποιονδήποτε απλώς επιθυμητό, ονειρεμένο, κατασκευασμένο και ψεύτικο άνθρωπο; Από οποιονδήποτε ιδεώδη άνθρωπο; Και μόνον ο ιδεώδης άνθρωπος προσβάλλει το γούστο του φιλοσόφου.

* Πρέπει να δημιουργηθεί μια καινούργια ευθύνη, αυτή του γιατρού, για όλες τις περιπτώσεις όπου το ύψιστο συμφέρον της ζωής, της ανιούσας ζωής, απαιτεί την πιο ανενδοίαστη απώθηση και παραμέρισμα της εκφυλισμένης ζωής – για παράδειγμα, στην περίπτωση του δικαιώματος να τεκνοποιήσεις, του δικαιώματος να γεννηθείς, του δικαιώματος να ζεις. Να πεθαίνεις περήφανα όταν δεν είναι πια μπορετό να ζεις περήφανα.

* Δεν είναι στο χέρι μας να εμποδίσουμε τη γέννησή μας: μπορούμε όμως να διορθώσουμε αυτό το λάθος – γιατί πολλές φορές είναι λάθος. Όταν καταργεί κανείς τον εαυτό του, κάνει το πιο αξιοπρόσεκτο πράγμα που υπάρχει: με αυτό κερδίζει σχεδόν το δικαίωμα να ζει.

* Η αξία ενός πράγματος δεν έγκειται μερικές φορές σε εκείνο που πετυχαίνουμε με αυτό, αλλά σε εκείνο που πληρώνουμε για αυτό.

* Φιλελευθερισμός: με άλλα λόγια, αγελαία αποκτήνωση.

* Γιατί, τι είναι ελευθερία; Είναι το να έχεις τη θέληση να αναλάβεις την ευθύνη για τον εαυτό σου. Το να διατηρείς την απόσταση που μας χωρίζει τον ένα από τον άλλο. Το να γίνεις πιο αδιάφορος απέναντι στον κόπο, τη δυσκολία, τη στέρηση, ακόμα και την ίδια τη ζωή. Το να είσαι έτοιμος να θυσιάσεις για την υπόθεσή σου ανθρώπους – δίχως να εξαιρείσαι ούτε εσύ ο ίδιος.

* Πρέπει να έχεις ανάγκη να είσαι δυνατός (πολεμιστής) – αλλιώς δε γίνεσαι ποτέ.

* Αν θέλεις ένα σκοπό, τότε πρέπει επίσης να θέλεις και τα μέσα για αυτόν: αν θέλεις δούλους, τότε είσαι τρελός αν τους εκπαιδεύεις να γίνουν αφέντες.

* Είναι ανάξιο για τις μεγάλες καρδιές να διαδίδουν την ταραχή που νιώθουν. Μπορεί επίσης να είναι μεγαλείο ψυχής το να μη φοβόμαστε μπροστά στο άκρως αναξιοπρεπές.

Τι Οφείλω στους Αρχαίους

*Ο Πλάτωνας είναι ανιαρός.

* Στη μεγαλύτερη συμφορά που αντιπροσωπεύει ο χριστιανισμός, ο Πλάτωνας είναι εκείνη η αμφισημαντότητα και γοητεία που ονομάζεται «ιδεώδες», η οποία έκανε τις ευγενέστερες φύσεις της αρχαιότητας να παρανοήσουν τον εαυτό τους και να περάσουν τη γέφυρα που οδηγούσε στο «σταυρό».

* Τα μεγάλα λόγια και στάσεις ταιριάζουν πολύ στους παρακμιακούς.

* Οι «πόνοι της γέννας» καθαγιάζουν κάθε πόνο∙ κάθε γίγνεσθαι και αναπτύσσεσθαι, καθετί που υπόσχεται ένα μέλλον, προϋποθέτει τον πόνο.

* Αν κάποιος θέλει να απαλλαγεί από την αίσθηση της αβάσταχτης καταπίεσης, ίσως αναγκαστεί να καταφύγει στο χασίς.

* Ο θεός είναι νεκρός!

* Να μην ξεχνάμε! Όσο πιο ψηλά πετάμε τόσο πιο μικροί φαντάζουμε σ´εκείνους που δεν μπορούν να πετάξουν.

* Τι θεωρείς πιο ανθρώπινο; Να απαλλάσσεις κάποιον από ντροπή.

* Οι σκέψεις είναι πάντα σκιές των συναισθημάτων μας -πάντα σκοτεινότερες, κενότερες και απλούστερες απ᾽ αυτά.

* Κάθε αληθινή πίστη είναι αδιάψευστη, εκπληρώνει αυτό που ο πιστός ελπίζει να βρει σ’ αυτήν, δεν προσφέρει όμως ούτε το ελάχιστο έρεισμα για τη θεμελίωση μιας αντικειμενικής αλήθειας. Θέλεις να επιδιώξεις ψυχική ηρεμία και ευτυχία, τότε πίστευε, θέλεις να είσαι ένας απόστολος της αλήθειας, τότε αναζήτησέ την.

* Η ευτυχία μου: Από τότε που κουράστηκα να γυρεύω, έμαθα να βρίσκω. Από τότε που κάποιος άνεμος μού εναντιώθηκε, ταξιδεύω με όλους τους ανέμους.

* Θεωρώ απαραίτητο να πλύνω τα χέρια μου, αφότου έρθω σε επαφή με θρήσκους ανθρώπους.

* Ο βαθμός και η φύση της σεξουαλικότητας στον άνδρα ανεβαίνουν ως την υψηλότερη κορυφή του πνεύματός του.

Ο Νίτσε υπήρξε δριμύτατος επικριτής των κατεστημένων σκέψεων και τάξεων, ιδιαίτερα του Χριστιανισμού. Πληθώρα συγγραμμάτων του γράφτηκαν με οξύ και επιθετικό ύφος, χρησιμοποιώντας ευρέως αφορισμούς. Το φιλοσοφικό του έργο εκτιμήθηκε ιδιαίτερα κατά το πρώτο μισό του 20ου αιώνα, περίοδο κατά την οποία εδραιώθηκε η θέση του και αναγνωρίστηκε ως ένας από τους μείζονες φιλοσόφους και από το σκεπτόμενο και ανώτερα πνευματικό αναγνωστικό κοινό.

Μερικοί γεννιούνται μετά το θάνατο τους. Γνωρίζω καλά στις συνθήκες κάτω από τις οποίες μπορώ να γίνω κατανοητός, και, επομένως, κατ’ ανάγκη κατανοητός. Πρέπει να ‘ναι κανείς έντιμος στα ζητήματα του πνεύματος, έντιμος μέχρι σκληρότητας για να μπορέσει να αντέξει τη σοβαρότητα μου, το πάθος μου.

Πρέπει να ‘ναι κανείς εξασκημένος να ζει στα βουνά να βλέπει κάτω του την ελεεινή, εφήμερη φλυαρία της πολιτικής και της συμφεροντολογίας των λαών. Πρέπει να ‘χει γίνει κανείς αδιάφορος, να μη ρωτά αν η αλήθεια είναι χρήσιμη ή αν μπορεί να αποβεί μοιραία για κάποιον. Χρειάζεται η προτίμηση που δείχνουν οι δυνατοί σε ερωτήματα, που κανείς σήμερα δεν έχει το θάρρος να αγγίξει, το θάρρος για το απαγορευμένο, ο προορισμός για τον λαβύρινθο, η πείρα των επτά μοναξιών. Καινούρια αυτιά για καινούρια μουσική.

Καινούρια μάτια γ’ αυτό που βρίσκεται πιο μακριά από καθετί άλλο. Μια καινούρια συνείδηση για αλήθειες που ήταν βουβές μέχρι σήμερα. Και η θέληση να υιοθετήσουμε την οικονομία του μεγάλου στυλ: να κρατήσουμε τη δύναμη του, τον ενθουσιασμό του… Τον αυτοσεβασμό του, την αγάπη για τον εαυτό του, την απεριόριστη ελευθερία απέναντι στον εαυτό του.

Μόνο τέτοιοι άνθρωποι είναι αναγνώστες μου, σωστοί αναγνώστες μου- μόνο τέτοιοι προορίζονται για αναγνώστες μου: τι μ’ ενδιαφέρει το υπόλοιπο; Αυτό δεν είναι παρά η ανθρωπότητα. Πρέπει να ‘ναι κανείς πάνω από την ανθρωπότητα σε δύναμη, σε ανωτερότητα της ψυχής σε περιφρόνηση.

Η «ισότητα ψυχών μπροστά στον Θεό», αυτή η ψευτιά, αυτό το πρόσχημα για το μίσος όλων των αποβρασμάτων, αυτή η εκρηκτική ύλη μιας έννοιας που κατάληξε να γίνει επανάσταση, σύγχρονη ιδέα, και η αρχή της παρακμής ολόκληρης της τάξης της κοινωνίας, είναι χριστιανικός δυναμίτης.

Τα «ανθρωπιστικά» αγαθά του Χριστιανισμού! Να δημιουργείς μεσ’ από την «humanitas» (την ιδιότητα να είσαι άνθρωπος) μια αυτοαντίφαση, μια τέχνη αυτοβεβήλωσης, μια θέληση για ψέματα με οποιοδήποτε τίμημα, μια αποστροφή, μια περιφρόνηση για όλα τα καλά και τίμια ένστικτα! Αυτά είναι μερικά από τα αγαθά του Χριστιανισμού!

Νίτσε