Τετάρτη, 27 Απριλίου 2016

Ανθολογία Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας, ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΟΡΩΜΑΪΚΗ ΕΠΟΧΗ, ΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΙΑ, ΦΛΑΒΙΟΣ ΙΩΣΗΠΟΣ - Περὶ τοῦ Ἰουδαϊκοῦ πολέμου 6, 271-288, 300-309

«Ἀλίμονό σου, Ιερουσαλήμ»

Στο έργο του Περὶ τοῦ Ἰουδαϊκοῦ πολέμου ο Ιώσηπος παρουσιάζει την προϊστορία (βιβλίο 1ο) και την κυρίως ιστορία (βιβλία 2ο-7ο) της εξέγερσης των Ιουδαίων εναντίον των Ρωμαίων από την αρχή της το 66 μ.Χ. μέχρι την οριστική της καταστολή, όταν οι Ρωμαίοι κατέλαβαν το φρούριο Μασάδα το 73 μ.Χ. Καθώς ο Ιώσηπος είχε διαδραματίσει ο ίδιος ηγετικό ρόλο στην εξέγερση, χρησιμοποίησε ως πηγή για τη συγγραφή του, μεταξύ άλλων, τις προσωπικές του σημειώσεις. Στη μορφή που σώζεται το έργο -η αρχική του σύνταξη στην αραμαϊκή γλώσσα έχει χαθεί- απευθυνόταν κυρίως στις μορφωμένες ανώτερες τάξεις των Ρωμαίων. Βαθύτερη επιδίωξη του Ιώσηπου στον Ιουδαϊκό πόλεμο, όταν πια ζούσε ευνοούμενος των αυτοκρατόρων στη Ρώμη, ήταν να επιρρίψει όλες τις ευθύνες στις αντιμαχόμενες φατρίες των Ιουδαίων και ιδιαίτερα σε αυτήν των ζηλωτών, απαλλάσσοντας έτσι από κάθε υπαιτιότητα τον ιουδαϊκό λαό και την αριστοκρατία. Στο πέμπτο και στο έκτο βιβλίο του έργου εξιστορείται η πολιορκία και η άλωση της Ιερουσαλήμ (70 μ.Χ.) Στο απόσπασμα από το έκτο βιβλίο που ανθολογείται εδώ περιγράφεται η πυρπόληση του Ναού μετά την κατάληψη της πόλης αλλά και το κλίμα που είχε διαμορφωθεί σ᾽ αυτήν από διάφορους ψευδοπροφήτες.

Περὶ τοῦ Ἰουδαϊκοῦ πολέμου 6, 271-288, 300-309

[6.271] καιομένου δὲ τοῦ ναοῦ τῶν μὲν προσπιπτόντων ἦν ἁρπαγή, φόνος δὲ τῶν καταλαμβανομένων μυρίος καὶ οὔτε ἡλικίας ἦν ἔλεος οὔτ᾽ ἐντροπὴ σεμνότητος, ἀλλὰ καὶ παιδία καὶ γέροντες καὶ βέβηλοι καὶ ἱερεῖς ὁμοίως ἀνῃροῦντο, καὶ πᾶν γένος ἐπεξῄει περισχὼν ὁ πόλεμος, ὁμοῦ τούς τε ἱκετεύοντας καὶ τοὺς ἀμυνομένους. [6.272] συνήχει δὲ ἡ φλὸξ ἐπὶ πλεῖστον ἐκφερομένη τοῖς τῶν πιπτόντων στεναγμοῖς, καὶ διὰ μὲν τὸ ὕψος τοῦ λόφου καὶ τὸ τοῦ φλεγομένου μέγεθος ἔργου πᾶσαν ἄν τις ἔδοξε καίεσθαι τὴν πόλιν, τῆς δὲ βοῆς ἐκείνης οὐδὲν ἐπινοηθῆναι δύναιτ᾽ ἂν ἢ μεῖζον ἢ φοβερώτερον. [6.273] τῶν τε γὰρ Ῥωμαϊκῶν ταγμάτων ἀλαλαγμὸς ἦν συμφερομένων, καὶ τῶν στασιαστῶν πυρὶ καὶ σιδήρῳ κεκυκλωμένων κραυγή, τοῦ τε ἀποληφθέντος ἄνω λαοῦ τροπή τε μετ᾽ ἐκπλήξεως εἰς τοὺς πολεμίους καὶ πρὸς τὸ πάθος οἰμωγαί. [6.274] συνεβόα δὲ τοῖς ἐπὶ τοῦ λόφου τὸ κατὰ τὴν πόλιν πλῆθος· ἤδη δὲ πολλοὶ τῷ λιμῷ μαραινόμενοι καὶ μεμυκότες ὡς εἶδον τὸ τοῦ ναοῦ πῦρ, εἰς ὀδυρμοὺς πάλιν καὶ κραυγὴν εὐτόνησαν· συνήχει δὲ ἥ τε Περαία καὶ τὰ πέριξ ὄρη βαρυτέραν ποιοῦντα τὴν βοήν. [6.275] ἦν δὲ τοῦ θορύβου τὰ πάθη φοβερώτερα· τὸν μέν γε τοῦ ἱεροῦ λόφον ἐκ ῥιζῶν ἄν τις ἔδοξε βράττεσθαι πάντοθεν τοῦ πυρὸς καταγέμοντα, δαψιλέστερον δὲ τὸ αἷμα τοῦ πυρὸς εἶναι καὶ τῶν φονευόντων πλείους τοὺς φονευομένους· [6.276] οὐδαμοῦ γὰρ ἡ γῆ διεφαίνετο τῶν νεκρῶν, ἀλλὰ σωροῖς ἐπιβαίνοντες οἱ στρατιῶται σωμάτων ἐπὶ τοὺς διαφεύγοντας ἔθεον. [6.277] τὸ μὲν οὖν λῃστρικὸν πλῆθος ὠσάμενοι τοὺς Ῥωμαίους μόλις εἰς τὸ ἔξω διεκπίπτουσιν ἱερὸν κἀκεῖθεν εἰς τὴν πόλιν, τοῦ δημοτικοῦ δὲ τὸ λειφθὲν ἐπὶ τὴν ἔξω στοὰν κατέφυγε. [6.278] τῶν δὲ ἱερέων τινὲς τὸ μὲν πρῶτον ἀπὸ τοῦ ναοῦ τούς τε ὀβελοὺς καὶ τὰς ἕδρας αὐτῶν μολίβου πεποιημένας ἀνασπῶντες εἰς τοὺς Ῥωμαίους ἠφίεσαν, [6.279] αὖθις δὲ ὡς οὔτε ἤνυόν τι καὶ τὸ πῦρ ἐπ᾽ αὐτοὺς ἀνερρήγνυτο, ἐπὶ τὸν τοῖχον ἀναχωρήσαντες ὄντα ὀκτάπηχυν τὸ εὖρος ἔμενον. [6.280] δύο γε μὴν τῶν ἐπισήμων, παρὸν σωθῆναι πρὸς Ῥωμαίους μεταστᾶσιν ἢ διακαρτερεῖν πρὸς τὴν μετὰ τῶν ἄλλων τύχην, ἑαυτοὺς ἔρριψαν εἰς τὸ πῦρ καὶ τῷ ναῷ συγκατεφλέγησαν, Μηϊρός τε υἱὸς Βελγᾶ καὶ Ἰώσηπος Δαλαίου.
[6.281] Ῥωμαῖοι δὲ μάταιον τὴν ἐπὶ τοῖς πέριξ φειδὼ κρίναντες τοῦ ναοῦ φλεγομένου πάντα συνεπίμπρασαν, τά τε λείψανα τῶν στοῶν καὶ τὰς πύλας πλὴν δύο, τῆς μὲν ἐκ τῶν ἀνατολικῶν τῆς δὲ μεσημβρινῆς· καὶ ταύτας ὕστερον κατέσκαψαν. [6.282] ἔκαιον δὲ καὶ τὰ γαζοφυλάκια, ἐν οἷς ἄπειρον μὲν χρημάτων πλῆθος ἄπειροι δ᾽ ἐσθῆτες καὶ ἄλλα κειμήλια, συνελόντι δ᾽ εἰπεῖν, πᾶς ὁ Ἰουδαίων σεσώρευτο πλοῦτος, ἀνεσκευασμένων ἐκεῖ τοὺς οἴκους τῶν εὐπόρων. [6.283] ἧκον δὲ καὶ ἐπὶ τὴν λοιπὴν στοὰν τοῦ ἔξωθεν ἱεροῦ· καταφεύγει δ᾽ ἐπ᾽ αὐτὴν ἀπὸ τοῦ δήμου γύναια καὶ παιδία καὶ σύμμικτος ὄχλος εἰς ἑξακισχιλίους. [6.284] πρὶν δὲ Καίσαρα κρῖναί τι περὶ αὐτῶν ἢ κελεῦσαι τοὺς ἡγεμόνας, φερόμενοι τοῖς θυμοῖς οἱ στρατιῶται τὴν στοὰν ὑφάπτουσι, καὶ συνέβη τοὺς μὲν ῥιπτοῦντας αὑτοὺς ἐκ τῆς φλογὸς διαφθαρῆναι, τοὺς δὲ ἐν αὐτῇ· περιεσώθη δὲ ἐκ τοσούτων οὐδείς. [6.285] τούτοις αἴτιος τῆς ἀπωλείας ψευδοπροφήτης τις κατέστη κατ᾽ ἐκείνην κηρύξας τὴν ἡμέραν τοῖς ἐπὶ τῆς πόλεως, ὡς ὁ θεὸς ἐπὶ τὸ ἱερὸν ἀναβῆναι κελεύει δεξομένους τὰ σημεῖα τῆς σωτηρίας. [6.286] πολλοὶ δ᾽ ἦσαν ἐγκάθετοι παρὰ τῶν τυράννων τότε πρὸς τὸν δῆμον προφῆται προσμένειν τὴν ἀπὸ τοῦ θεοῦ βοήθειαν καταγγέλλοντες, ὡς ἧττον αὐτομολοῖεν καὶ τοὺς ἐπάνω δέους καὶ φυλακῆς γενομένους ἐλπὶς παρακροτοίη. [6.287] πείθεται δὲ ταχέως ἄνθρωπος ἐν συμφοραῖς, ὅταν δ᾽ ἤδη καὶ τῶν κατεχόντων δεινῶν ἀπαλλαγὴν ὁ ἐξαπατῶν ὑπογράφῃ, τόθ᾽ ὁ πάσχων ὅλος γίνεται τῆς ἐλπίδος. [6.288] τὸν γοῦν ἄθλιον δῆμον οἱ μὲν ἀπατεῶνες καὶ καταψευδόμενοι τοῦ θεοῦ τηνικαῦτα παρέπειθον, τοῖς δ᾽ ἐναργέσι καὶ προσημαίνουσι τὴν μέλλουσαν ἐρημίαν τέρασιν οὔτε προσεῖχον οὔτ᾽ ἐπίστευον, ἀλλ᾽ ὡς ἐμβεβροντημένοι καὶ μήτε ὄμματα μήτε ψυχὴν ἔχοντες τῶν τοῦ θεοῦ κηρυγμάτων παρήκουσαν.
[6.300] τὸ δὲ τούτων φοβερώτερον, Ἰησοῦς γάρ τις υἱὸς Ἀνανίου τῶν ἰδιωτῶν ἄγροικος πρὸ τεσσάρων ἐτῶν τοῦ πολέμου τὰ μάλιστα τῆς πόλεως εἰρηνευομένης καὶ εὐθηνούσης, ἐλθὼν εἰς τὴν ἑορτήν, ἐν ᾗ σκηνοποιεῖσθαι πάντας ἔθος τῷ θεῷ, κατὰ τὸ ἱερὸν ἐξαπίνης ἀναβοᾶν ἤρξατο [6.301] «φωνὴ ἀπὸ ἀνατολῆς, φωνὴ ἀπὸ δύσεως, φωνὴ ἀπὸ τῶν τεσσάρων ἀνέμων, φωνὴ ἐπὶ Ἱεροσόλυμα καὶ τὸν ναόν, φωνὴ ἐπὶ νυμφίους καὶ νύμφας, φωνὴ ἐπὶ τὸν λαὸν πάντα.» τοῦτο μεθ᾽ ἡμέραν καὶ νύκτωρ κατὰ πάντας τοὺς στενωποὺς περιῄει κεκραγώς. [6.302] τῶν δὲ ἐπισήμων τινὲς δημοτῶν ἀγανακτήσαντες πρὸς τὸ κακόφημον συλλαμβάνουσι τὸν ἄνθρωπον καὶ πολλαῖς αἰκίζονται πληγαῖς. ὁ δὲ οὔθ᾽ ὑπὲρ αὑτοῦ φθεγξάμενος οὔτε ἰδίᾳ πρὸς τοὺς παίοντας, ἃς καὶ πρότερον φωνὰς βοῶν διετέλει. [6.303] νομίσαντες δὲ οἱ ἄρχοντες, ὅπερ ἦν, δαιμονιώτερον τὸ κίνημα τἀνδρὸς ἀνάγουσιν αὐτὸν ἐπὶ τὸν παρὰ Ῥωμαίοις ἔπαρχον. [6.304] ἔνθα μάστιξι μέχρι ὀστέων ξαινόμενος οὔθ᾽ ἱκέτευσεν οὔτ᾽ ἐδάκρυσεν, ἀλλ᾽ ὡς ἐνῆν μάλιστα τὴν φωνὴν ὀλοφυρτικῶς παρεγκλίνων πρὸς ἑκάστην ἀπεκρίνατο πληγήν «αἰαὶ Ἱεροσολύμοις.» [6.305] τοῦ δ᾽ Ἀλβίνου διερωτῶντος, οὗτος γὰρ ἔπαρχος ἦν, τίς εἴη καὶ πόθεν, καὶ διὰ τί ταῦτα φθέγγοιτο, πρὸς ταῦτα μὲν οὐδ᾽ ὁτιοῦν ἀπεκρίνατο, τὸν δὲ ἐπὶ τῇ πόλει θρῆνον εἴρων οὐ διέλειπεν, μέχρι καταγνοὺς μανίαν ὁ Ἀλβῖνος ἀπέλυσεν αὐτόν. [6.306] ὁ δὲ τὸν μέχρι τοῦ πολέμου χρόνον οὔτε προσῄει τινὶ τῶν πολιτῶν οὔτε ὤφθη λαλῶν, ἀλλὰ καθ᾽ ἡμέραν ὥσπερ εὐχὴν μεμελετηκώς «αἰαὶ Ἱεροσολύμοις» ἐθρήνει. [6.307] οὔτε δέ τινι τῶν τυπτόντων αὐτὸν ὁσημέραι κατηρᾶτο οὔτε τοὺς τροφῆς μεταδιδόντας εὐλόγει, μία δὲ πρὸς πάντας ἦν ἡ σκυθρωπὴ κλῃδὼν ἀπόκρισις. [6.308] μάλιστα δ᾽ ἐν ταῖς ἑορταῖς ἐκεκράγει· καὶ τοῦτ᾽ ἐφ᾽ ἑπτὰ ἔτη καὶ μῆνας πέντε εἴρων οὔτ᾽ ἤμβλυνεν τὴν φωνὴν οὔτ᾽ ἔκαμεν, μέχρις οὗ κατὰ τὴν πολιορκίαν ἔργα τῆς κλῃδόνος ἰδὼν ἀνεπαύσατο. [6.309] περιιὼν γὰρ ἀπὸ τοῦ τείχους «αἰαὶ πάλιν τῇ πόλει καὶ τῷ λαῷ καὶ τῷ ναῷ» διαπρύσιον ἐβόα, ὡς δὲ τελευταῖον προσέθηκεν «αἰαὶ δὲ κἀμοί», λίθος ἐκ τοῦ πετροβόλου σχασθεὶς καὶ πλήξας αὐτὸν παραχρῆμα κτείνει, φθεγγομένην δ᾽ ἔτι τὰς κλῃδόνας ἐκείνας τὴν ψυχὴν ἀφῆκε. [6.310] ταῦτά τις ἐννοῶν εὑρήσει τὸν μὲν θεὸν ἀνθρώπων κηδόμενον καὶ παντοίως προσημαίνοντα τῷ σφετέρῳ γένει τὰ σωτήρια, τοὺς δ᾽ ὑπ᾽ ἀνοίας καὶ κακῶν αὐθαιρέτων ἀπολλυμένους, [6.311] ὅπου γε Ἰουδαῖοι καὶ τὸ ἱερὸν μετὰ τὴν καθαίρεσιν τῆς Ἀντωνίας τετράγωνον ἐποίησαν, ἀναγεγραμμένον ἐν τοῖς λογίοις ἔχοντες ἁλώσεσθαι τὴν πόλιν καὶ τὸν ναόν, ἐπειδὰν τὸ ἱερὸν γένηται τετράγωνον.

***
[271] Ο Ναός λαμπάδιαζε και οι στρατιώτες άρπαζαν ό,τι έβρισκαν μπροστά τους, και οι σκοτωμένοι δεν είχαν μετρημό. Ούτε για ηλικία υπήρχε έλεος ούτε ντροπή για ό,τι ήταν σεβαστό. Αλλά και παιδιά και γέροντες, και λαϊκοί και ιερείς όμοια περνούσαν από το μαχαίρι· όλες τις τάξεις τις είχε περιλάβει ο πόλεμος και χτυπούσε μαζί αυτούς που ικέτευαν και αυτούς που αντιστέκονταν. [272] Αντηχούσε η φλόγα και απλωνόταν μακριά ανάμιχτη με τους στεναγμούς αυτών που έπεφταν, ενώ το ύψος του λόφου και η έκταση της φωτιάς έδιναν την εντύπωση ότι καιγόταν όλη η πόλη, κι από το βουητό εκείνο δεν θα μπορούσε κανένας να φανταστεί πιο μεγάλο ή πιο φοβερό. [273] Από τη μια ο αλαλαγμός των ρωμαϊκών λεγεώνων που ορμούσαν κατά μάζες μαζί με την κραυγή των στασιαστών περικυκλωμένων από φωτιά και ξίφη, κι από την άλλη η φυγή του λαού που είχε απομείνει ψηλά και έτρεχε πανικόβλητος στους εχθρούς και οι θρήνοι για τη συμφορά. [274] Και ήταν σε συμφωνία με τις κραυγές όσων ήταν πάνω στο λόφο οι κραυγές του πλήθους μέσα στην πόλη. Τότε όμως πολλοί που ήταν εξαντλημένοι από την πείνα και βουβοί, μόλις είδαν τη φωτιά του Ναού, ξαναβρήκαν τη δύναμή τους για θρήνους και κραυγές. Αντηχούσαν μαζί η Περαία και τα γύρω βουνά κάνοντας τη βουή τρομακτικότερη.
[275] Αλλά φοβερότερα από το βουητό ήταν τα παθήματά τους. Θα νόμιζε κανένας ότι ο ιερός λόφος έβραζε από τους πρόποδες κυκλωμένος ολόγυρα από τη φωτιά, κι ότι το αίμα ήταν πιο άφθονο από τη φωτιά και περισσότεροι οι σκοτωμένοι από αυτούς που τους σκότωναν. [276] Πού να φανεί η γη από τους νεκρούς. Αλλά οι στρατιώτες, πατώντας πάνω στους σωρούς των πτωμάτων, κυνηγούσαν όσους προσπαθούσαν να διαφύγουν. [277] Το πλήθος λοιπόν των ληστών απωθώντας τους Ρωμαίους ξεγλιστρούσε με δυσκολία στο έξω ιερό κι από κει στην πόλη, ενώ όσοι απόμειναν από το λαό κατέφυγαν στην έξω στοά. [278] Κάποιοι από τους ιερείς στην αρχή ξήλωναν από το Ναό τους οβελούς και τις μολύβδινες βάσεις τους και τους σφενδόνιζαν κατά των Ρωμαίων. [279] Έπειτα όμως, αφού τίποτα δεν πετύχαιναν ενώ η φωτιά ανέβαινε προς το μέρος τους, τραβήχτηκαν στον τοίχο που είχε πλάτος οχτώ πήχεις και εκεί περίμεναν. [280] Δύο όμως από τους επίσημους, παρόλο που μπορούσαν να σωθούν πηγαίνοντας στους Ρωμαίους ή να περιμένουν να συμμεριστούν την τύχη των άλλων, ρίχτηκαν στη φωτιά και έγιναν παρανάλωμα μαζί με το Ναό· ήταν ο Μηϊρός του Βελγά και ο Ιώσηπος του Δαλαίου.
[281] Οι Ρωμαίοι, θεωρώντας ανώφελη την προσπάθεια να προφυλάξουν τα γύρω κτίρια ενώ ο Ναός καιγόταν, έβαλαν φωτιά σε όλα, και στ᾽ απομεινάρια των στοών και στις πύλες, εκτός από δύο, τη μία στ᾽ ανατολικά και την άλλη νότια. Αργότερα τις γκρέμισαν κι αυτές απ᾽ τα θεμέλια. [282] Μαζί έκαιγαν και τα θησαυροφυλάκια όπου υπήρχε άπειρο χρήμα, άπειρος ρουχισμός και άλλα κειμήλια, μ᾽ ένα λόγο ήταν σωρευμένος όλος ο πλούτος των Ιουδαίων εκεί είχαν μεταφέρει οι εύποροι τον πλούτο τους.
[283] Πήγαν και στην άλλη στοά του εξωτερικού ιερού. Σ᾽ αυτήν είχαν καταφύγει τα γυναικόπαιδα του λαού και όχλος ανάκατος, γύρω στους έξι χιλιάδες. [284] Πριν λοιπόν πάρει ο Καίσαρας την απόφασή του γι᾽ αυτούς ή διατάξει τους επικεφαλής, οι στρατιώτες, σπρωγμένοι από τη μανία τους, βάζουν φωτιά στη στοά. Κι έγινε τούτο. Κάηκαν κι όσοι πηδούσαν από τη στοά αλλά κι όσοι παρέμειναν σ᾽ αυτήν. Από τόσο πλήθος δεν σώθηκε κανένας. [285] Αίτιος του χαμού τους στάθηκε κάποιος ψευδοπροφήτης που προφήτεψε εκείνη την ημέρα σε όσους ήταν μέσα στην πόλη ότι ο θεός προστάζει ν᾽ ανεβούν στο ιερό για να λάβουν τα σημεία της σωτηρίας.
[286] Υπήρχαν πολλοί προφήτες τότε μέσα στο λαό, εγκάθετοι των τυράννων, που κήρυτταν να περιμένουν τη βοήθεια του θεού. Έτσι θα αυτομολούσαν λιγότερο, και ξεπερνώντας κάθε φόβο και προφύλαξη θα τους παραπλανούσε η ελπίδα. [287] Ο άνθρωπος στις συμφορές πείθεται εύκολα, κι όταν αυτός που τον ξεγελά περιγράφει και την απαλλαγή από τα δεινά που τον ταλαιπωρούν, τότε ο βασανισμένος παραδίνεται ολόκληρος στην ελπίδα.
[288] Τον δυστυχισμένο λαό λοιπόν παραπλανούσαν τότε οι απατεώνες και ψευδοκήρυκες του Θεού, και μήτε πρόσεχε μήτε πίστευε στα ολοφάνερα σημεία που προμηνούσαν τη μελλοντική ερήμωση. Αλλά σαν να είχαν κεραυνοβοληθεί και να μην είχαν μήτε μάτια μήτε ψυχή, άκουσαν λανθασμένα τις παραγγελίες του Θεού.
...
[300] Και το πιο φοβερό απ᾽ αυτά· τέσσερα χρόνια πριν από τον πόλεμο, και ενώ η πόλη περνούσε μέρες αδιατάραχτης ειρήνης και ευημερίας, κάποιος Ιησούς γιος του Ανανία, ένας απλός χωρικός, ήρθε στην εορτή που είχαν τη συνήθεια να στήνουν σκηνές για το Θεό. Αφού λοιπόν στάθηκε προς το ιερό, ξαφνικά άρχισε να φωνάζει: [301] «Φωνή από την ανατολή, φωνή από τη δύση, φωνή από τους τέσσερις ανέμους, φωνή κατά της Ιερουσαλήμ και του Ναού, φωνή κατά των αντρών και των γυναικών, φωνή κατά του λαού όλου». Γύριζε σ᾽ όλα τα στενά μέρα και νύχτα και φώναζε τα ίδια λόγια. [302] Κάποιοι από τους επίσημους πολίτες που αγανάκτησαν με τους δυσοίωνους λόγους, συνέλαβαν τον άνθρωπο και τον καταπλήγωσαν με τα χτυπήματά τους. Αυτός όμως, ούτε για να υπερασπιστεί τον εαυτό του έλεγε τίποτα ούτε έδινε εξηγήσεις, ιδιαιτέρως σ᾽ αυτούς που τον χτυπούσαν, αλλά φώναζε συνέχεια τις ίδιες λέξεις που έλεγε πρώτα.
[303] Νομίζοντας οι άρχοντες -που ήταν και η αλήθεια- ότι η συμπεριφορά του ανθρώπου είχε κάτι δαιμονικό, τον οδήγησαν στον ρωμαίο έπαρχο. [304] Εδώ, αν και το μαστίγιο τον έσκιζε ως τα κόκαλα, ούτε ικέτεψε ούτε δάκρυσε καν. Αλλά κάνοντας όσο το δυνατό θρηνητικότερη τη φωνή του, απαντούσε σε κάθε χτύπημα «Αλίμονό σου, Ιερουσαλήμ». [305] Στις ερωτήσεις του Αλβίνου -αυτός ήταν ο έπαρχος- ποιος ήταν και από πού ήρθε και γιατί έλεγε αυτά τα πράγματα, δεν απαντούσε το παραμικρό, δεν έπαυε όμως να θρηνολογεί για την πόλη, ώσπου ο Αλβίνος τον έβγαλε τρελό και τον απέλυσε. [306] Κι αυτός ως την έκρηξη του πολέμου ούτε πλησίασε κανέναν πολίτη ούτε τον είδαν να μιλάει σε κανέναν, αλλά σαν να είχε αποστηθίσει κάποια προσευχή θρηνούσε όλη τη μέρα «Αλίμονό σου, Ιερουσαλήμ». [307] Ούτε κανέναν από αυτούς που του έδιναν τροφή ευλογούσε· η ίδια λυπητερή φράση ήταν απάντηση σε όλους. [308] Στις εορτές φώναζε περισσότερο. Θρηνολογώντας έτσι εφτά χρόνια και πέντε μήνες, ούτε τη φωνή του άλλαζε ούτε κουραζόταν, ώσπου κατά την πολιορκία, βλέποντας έργο την προφητεία του, ξεκουράστηκε. [309] Τριγυρίζοντας στο τείχος φώναζε διαπεραστικά: «Αλίμονο πάλι στην πόλη και το λαό και το Ναό». Κι όταν στο τέλος πρόσθεσε «αλίμονό μου κι εμένα», μια πέτρα φεύγοντας από ένα μηχάνημα, τον πέτυχε και τον σκότωσε. Αμέσως του έφυγε η ψυχή ενώ έλεγε αυτή την προφητεία.
[310] Όταν αναλογιστεί κανένας αυτά τα πράγματα θα βρει ότι ο Θεός φροντίζει για τους ανθρώπους και προλέγει με κάθε τρόπο πώς θα σωθεί ο λαός του. Οι άνθρωποι όμως από ανοησία και λανθασμένες δικές τους επιλογές χάνονται. [311] Έτσι οι Ιουδαίοι μετά την εκθεμελίωση της Αντωνίας έκαναν το ιερό τετράγωνο, παρόλο που έχουν γραμμένο στα βιβλία τους ότι η πόλη κι ο Ναός θα κυριευθούν, όταν το ιερό γίνει τετράγωνο.

ΜΕΛΙΣΣΟΣ

Χρονολογικά μπορούμε με ασφάλεια να τοποθετήσουμε τον Μέλισσο στα μέσα ή στα τέλη του 5ου αι. π.Χ. Σε γενικές γραμμές, υποστήριζε στην πραγματεία του πως ό, τι υπάρχει είναι 1) χρονικά άπειρο 2) χωρικά άπειρο (ἀρχήν οὐκ ἔχει οὐδέ τελευτήν, ἀλλ’ ἄπειρόν ἐστιν) 3) Ένα (Ἕν) 4) ομοιογενές (ὅμοιον) 5) αμετάβλητο, δηλαδή δεν αναδιατάσσεται (οὔτ' ἄν.,.μετακοσμέοιτο, DK30B7), δεν νιώθει πόνο (οὔτε ἀλγεῖ), δεν νιώθει λύπη (οὔτε ἀνιᾶται), δεν κινείται (οὐδέ κινεῖται) 6) είναι, επίσης, αδιαίρετο και 7) ασώματο (ἀσώματον εἶναι βούλεται τό ὄν, απ. Β9).
 
Η μεθοδική αυτή υπεράσπιση μιας εκδοχής του Ελεατικού μονισμού διατυπώθηκε σε λιτό ιωνικό πεζό λόγο και στους αντίποδες του υψηλού και σκοτεινού ποιητικού λόγου του Παρμενίδη. Οι διατυπώσεις του Μέλισσου, χάρη στον σχετικά απλό χαρακτήρα του έργου του, αποτελούν απηχήσεις παλαιότερα διατυπωμένων απόψεων του Ελεατισμού και όχι του ίδιου του Παρμενίδη. Ενώ σε γενικές γραμμές τα συμπεράσματα του Μέλισσου ταυτίζονται με τα συμπεράσματα του Παρμενίδη, δεν συμβαίνει, ωστόσο, το ίδιο με τους αποδεικτικούς του συλλογισμούς. Διακρίνουμε ελάχιστα ίχνη της πλέον θεμελιώδους παρμενίδειας αρχής, της απόρριψης του μη είναι. Επιπλέον, ενώ, όπως είδαμε, ο Παρμενίδης συνάγει ως επί το πλείστον κάθε γνώρισμα του είναι ακλουθώντας ανεξάρτητο αποδεικτικό συλλογισμό για το καθένα, σχεδόν όλοι οι αποδεικτικοί συλλογισμοί του Μέλισσου διατυπώνονται σε αλυσιδωτή ακολουθία, κατά την οποία το κάθε γνώρισμα προκύπτει άμεσα από το προηγούμενο.
 
Ο Μέλισσος δεν επιδιώκει την άκρως εκλεπτυσμένη διερεύνηση στην οποία επιδίδεται ο Παρμενίδης εφαρμόζοντας μια λογική που βασίζεται στις έννοιες του ἐόντος και του μή ἐόντος. Θεωρώ ότι ο Μέλισσος συγγράφει το έργο του ως Ίωνας φυσικός φιλόσοφος απευθυνόμενος σε ομόδοξους ακροατές του και εκθέτει το ελεατικό "Εν με επιχειρήματα που εναρμονίζονται με την κοσμολογία των Ιώνων. Ο τίτλος της πραγματείας του (κατά πάσα πιθανότητα γνήσιος παρά τις επιφυλάξεις ορισμένων μελετητών), Περί φύσεως Περί τοῦ ὄντος, σε τελική ανάλυση προσδίδει στην έκθεσή του τον χαρακτήρα μιας ελεατικής φυσικής πραγματείας. Οι αποκλίσεις του από τον Παρμενίδη, που συνίστανται στην υιοθέτηση της καθημερινής γλώσσας της εποχής του και στην παραδοχή ενός χωρικά άπειρου όντος, αποτελούν συμπτώματα του προγράμματος του παρά της πνευματικής του ανεξαρτησίας.
 
Για τους δύο πρώτους αποδεικτικούς συλλογισμούς του βιβλίου του το κείμενο που διαθέτουμε είναι πιθανώς πλήρες. Έχω, ωστόσο, την πεποίθηση ότι οι μελετητές δεν κατόρθωσαν να διαχωρίσουν σωστά το πρώτο επιχείρημα του στοχαστή που αφορά το χρονικό άπειρο από το δεύτερο επιχείρημά του που αφορά το χωρικό άπειρο.[1]
 
(i) «Το ὄν άπειρο στον χρόνο»
(DK30B1) ἀεί ἦν ὅ,τι ἦν καί ἀείἔεσται. Εἰ γάρ ἐγένετο, ἀναγκαῖόν ἐστι πρίν γενέσθαι εἶναι μηδέν· εἰ τοίνυν μηδέν ἦν, οὐδαμά ἄν γένοιτο οὐδέν ἐκ μηδενός· ὅτε τοίνυν οὐκ ἐγένετο, ἔστι τε καί ἀεί ἦν καί ἀεί ἔσται [«Ό,τι και αν ήταν πάντοτε υπήρχε και πάντα θα υπάρχει. Γιατί αν γεννήθηκε, είναι ανά­γκη να μην ήταν τίποτε πριν γεννηθεί (ή: είναι ανάγκη, πριν αυτό γεννηθεί να μην υπήρχε τίποτε). Αν όμως αυτό δεν ήταν τίποτε (ή: αν δεν υπήρχε τίποτε), τότε δεν θα μπορούσε με κανέναν τρόπο να γεννηθεί κάτι από το μηδέν (αρχή του αποσπάσματος Β2). Εφόσον, λοιπόν, δεν γεννήθηκε, τότε και είναι και πάντοτε ήταν και πάντα θα είναι»].
 
Ενώ ο Παρμενίδης είχε ως αφετηρία του μια εξαιρετικά παράδοξη αρχή, την απόρριψη του μή ἐόντος, η αφετηριακή αρχή του Μέλισσου, η αιτιακή θέση του ότι «τίποτε δεν θα μπορούσε να γεννηθεί από το μηδέν», είναι σχεδόν απίθανο να προκαλούσε εντύπωση στους ακροατές του. Μια τέτοια αρχή ή υπόθεση είχε ήδη τις ρίζες της σε μια καθολική αξιωματική αρχή της προσωκρατικής φιλοσοφίας που πρέσβευε την ύπαρξη μιας αιώνιας αρχέγονης πρώτης ύλης του σύμπαντος. Η αρχή αυτή, η οποία σπάνια αμφισβητήθηκε στην αρχαιότητα, θεωρούνταν γενικά αδιαφιλονίκητη. Σε σύγκριση με τον Παρμενίδη, ο Μέλισσος μας επιτρέπει να συμπληρώσουμε την αντίστροφη αρχή «Τίποτε δεν θα μπορούσε να μηδενισθεί ολοκληρωτικά» ως προϋπόθεση της μελλοντικής θεωρίας περί αφθαρσίας της ύλης.
 
Δεν θα έπρεπε, επίσης, να προκαλεί έκπληξη, ιδιαίτερα στο πνευματικό περιβάλλον της Ιωνίας,[2] η απόπειρα του Μέλισσου να εκφράσει αυτήν την αναλλοίωτη υπόσταση του όντος ορίζοντάς το ως άπειρο στον χρόνο, ενώ ο Παρμενίδης είχε επιλέξει να συγχωνεύσει το παρελθόν και το μέλλον στο παρόν. Δεν είναι ανάγκη να συμπεράνουμε ότι πρόκειται για καίρια φιλοσοφική διαφωνία. Ίσως ο Μέλισσος θεωρεί ότι ο ρόλος του ως στοχαστή εξαντλείται στο να παρουσιάσει τη σκέψη του Παρμενίδη με το φιλοσοφικό ιδιόλεκτο που κατανοούν οι ακροατές του.
 
(ii) «Το όν άπειρο στον χώρο»
(συνέχεια του αποσπάσματος DK30B2) καί ἀρχήν οὐκ ἔχει οὐδέ τελευτήν, ἀλλ' ἄπειρον ἔστιν. εἰ μέν γάρ ἐγένετο, ἀρχην ἄν εἶχεν (ἤρξατο γάρ ἄν πότε γινόμενον) καί τελευτήν (ἐτελευτησε γάρ ἄν πότε γινόμενον)· ὅτε δέ μήτε ἤρξατο μήτε ἐτελεύτησεν, ἀεί τέ ἦν καί ἀεί ἔσται, οὐκ ἔχει ἀρχην οὐδέ τελευτήν [«και δεν έχει καμία αρχή (στον χώρο) ούτε τέλος, αλλά είναι άπειρο. Γιατί αν είχε γεννηθεί, θα είχε μια αρχή (στον χώρο)-γιατί κάποια στιγμή θα είχε αρχίσει η διαδικασία γένεσής του-και ένα τέλος-γιατί κάποια στιγμή θα έπαυε η διαδικασία γένεσής του). Αφού, όμως, ούτε άρχισε ούτε τελείωσε (η διαδικα­σία), και αφού υπήρχε πάντοτε και πάντα θα υπάρχει, τότε δεν έχει καμία αρχή (στον χώρο) ούτε τέλος»].
 
Από τον Αριστοτέλη και ύστερα, οι μελετητές εντοπίζουν στο σημείο αυτό τον εξής εσφαλμένο συλλογισμό: «όταν είναι χ, ψ και όεν ισχύει το χ, τότε δεν ισχύει και το ψ». Ίσως πρόκειται για άδικη εκτίμηση. Evo'j τα επιχειρήματα του Παρμενίδη προφανώς απευθύνονταν σε ακροατές εξοικειωμένους με τη σύλλη­ψη ενός πεπερασμένου σύμπαντος, ο Μέλισσος υποθέτει το αντίθετο, όπως ίσως θα υποθέταμε και εμείς, ότι το σύμπαν είναι άπειρο εκτός αν υπάρχει η δυνατότητα να αποδειχθεί κάτι διαφορετικό. Το γεγονός και πάλι αντικατο­πτρίζει την παιδεία των ακροατών του στον χώρο της ιώνιας φυσικής φιλοσο­φίας· η ιδέα περί απείρου σύμπαντος, η οποία στα χρόνια του Αναξίμανδρου είχε ήδη αρχίσει να διαμορφώνεται, συνιστούσε στην εποχή του Μέλισσου γνώ­ρισμα της κοσμολογίας του Αναξαγόρα και στη συνέχεια θα αποτελούσε πρω­τεύουσα αρχή της Ατομικής θεωρίας.
 
Ο Μέλισσος θέτει το εξής ερώτημα: Τι μπορεί να οριοθετήσει το ον, Αν τίπο­τε δεν είναι σε θέση να το οριοθετήσει, τότε το ον είναι άπειρο. Το μόνο πράγ­μα που θα μπορούσε να καταστήσει το ον πεπερασμένο θα ήταν μια διαδικασία γένεσης, η οποία, καθώς θα ήταν πεπερασμένη χρονικά, το μόνο που θα γεν­νούσε θα ήταν ένα πεπερασμένο στον χώρο ον. Όσο είναι σε θέση κανείς να κατασκευάσει έναν δρόμο που να εκτείνεται στο άπειρο, άλλο τόσο είναι σε θέση να δημιουργήσει μια οντότητα άπειρης έκτασης- αρκεί μόνο να λάβουμε υπόψη ότι κάθε διαδικασία αυτού του τύπου πρέπει να αρχίζει κάποια στιγμή (επομένως και από κάποιο σημείο στον χώρο) και κάποιοι στιγμή (άρα και σε κάποιο σημείο του χώρου) να παύει. Κατά συνέπεια, εφόσον το επιχείρημα (ί) ήδη κατέδειξε ότι το ον ποτέ δεν γεννήθηκε, δεν υπάρχει τίποτε που να το περιορίζει στον χοίρο με αποτέλεσμα να γίνεται άπειρο από έλλειψη ορίων.
 
Επιπλέον, ο Μέλισσος, αν και με κάποια ασάφεια, εξηγεί πως το χωρικό άπειρο που υποδεικνύει το επιχείρημα (ίί) εξαρτάται από λογική άποψη αλλά και είναι παράλληλο προς το χρονικό άπειρο που υποδεικνύει το επιχείρημα (ί). Τα αποσπάσματα Β2-4 ίσως αποτελούν μια ενότητα: (κατακλείδα αποσπάσματος Β2) ον γάρ άεί είναι άνυστόν, δ,τι μη παν εστι [«γιατί κάτι που δεν είναι ολόκληρο δεν μπορεί να υπάρχει πάντα»]· (Β3) όλλ’ ώσπερ εστιν άεί, οϋτω καί τό μέγεθος άπειρον άεί χρή είναι [«Αλλά όπως ακριβώς υπάρχει πάντα, έτσι πρέπει πάντα να είναι και άπειρο στο μέγεθος»]· (Β4) άρχήν τε καί τέλος έχον ούδέν ούτε άίδιον οντε άπειρόν έστιν [«όταν κάτι έχει αρχή και τέλος δεν είναι ούτε αιώνιο ούτε άπειρο»].
 
Στη συνέχεια, ο Μέλισσος μεταβαίνει από το χωρικό άπειρο στην ενότητα του όντος (iii): εἰ γάρ <ἄπειρον> εἴη, ἕν εἴη ἄν· εἰ γάρ δύο εἴη, οὐκ ἄν δύναιτο ἄπειρα εἶναι, ἀλλ’ ἔχοι ἄν πείρατα πρός ἄλληλα (Β6) [«γιατί αν ήταν <άπειρο> θα ήταν ένα.· γιατί αν ήταν δύο, δεν θα ήταν δυνατόν να είναι άπειρα, αλλά το ένα θα έθετε περιορισμούς στο άλλο», (μτφρ. Δ.Κ.)]· Το γνώρισμα αυτό δίνει στην οντότητα που περιγράφει ο Μέλισσος το όνομά της: Ἕν. Από την ενότητα του όντος (iii) ο στοχαστής συνάγει την ομοιογένεια του (iν): ν δέ ὄν ὅμοιον εἶναι πάντη · εἰ γάρ ἀνόμοιον, πλείω ὄντα οὐκ ἄν ἔτι ἕν εἶναι, ἀλλά πολλά [«καθώς είναι ένα, είναι όμοιο παντού· γιατί αν ήταν ανόμοιο, θα ήταν πολλαπλό και δεν θα ήταν πλέον ένα, αλλά πολλά» (μτφρ. Δ.Κ.)]· αν κάτι είναι ετερογενές είναι και πολλαπλό (θα ήταν αναπόφευκτα και πολλαπλό).[3]
 
Αντίθετα απ’ ὅ, τι συμβαίνει στον Παρμενίδη, η επιφανειακή σημασία των δύο παραπάνω διαδοχικών συμπερασμάτων δεν επιδέχεται καμία αμφισβήτη­ση. Ανοιχτό παραμένει ακόμη το ζήτημα σχετικά με την ποιότητα των επιχει­ρημάτων του Μέλισσου. Ίσως ο περιπατητικός Εύδημος είχε άδικο όταν προέβαλε την ένσταση πως η μετάβαση από το γνώρισμα (ii) στο γνώρισμα (iii) ισχύ­ει μόνο για πράγματα άπειρα προς πάσα κατεύθυνση, εφόσον είναι σαφές ότι ο Μέλισσος έχει υπόψη του αυτή τη μορφή απείρου στο (ii) επιχείρημά του. Από την άλλη πλευρά, η μοναδική μορφή ενότητας που μπορεί το συμπέρασμα εύλο­γα να υπονοεί είναι ο ενιαίος χαρακτήρας· αυτό, βέβαια, δεν συνεπάγεται ότι ο ενιαίος χαρακτήρας του όντος δεν μπορεί να συμβαδίζει με μια ετερογενή πολ- λαπλότητά του (οι περισσότεροι, για παράδειγμα, πιστεύουμε ότι το σύμπαν φέρει και τις δύο ιδιότητες).
 
Ύστερα από μια επιγραμματική σύνοψη των έως τώρα συμπερασμάτων [οὕτως οὖν ἀΐδιόν ἐστι καί ἄπειρον καί ἕν καί ὅμοιον πᾶν (Β7.1 )|, ακολουθεί ένα γενικό επιχείρημα για τον προσδιορισμό του επόμενου γνωρίσματος:
(v) «το ον είναι αμετάβλητο»
καί οὔτ’ ἄν ἀπολλύοι τί οὔτε μεῖζον γίνοιτο οὔτε μετακοσμέοιτο οὔτε ἄλγεϊ οὔτε ἀνιᾶται· εἰ γάρ τί τούτων πάσχοι, οὐκ ἄν ἔτι ἐν εἴη. Εἰ γάρ ἑτεροιοῦται, ἀνάγκη τό ἐόν μή ὅμοιον εἶναι, ἀλλά ἀπόλλυσθαι τό πρόσθεν ἐόν, τό δέ οὐκ ἐόν γίνεσθαι. Εἰ τοίνυν τριχί μιῇ μνρίοις ἔτεσιν ἑτεροῖον γίνοιτο, ὀλεῖται πᾶν ἐν τῷ παντί χρόνῳ  (Β7.2) [«Και δεν μπορεί να χάσει τίποτε ούτε να γίνει μεγαλύτερο ούτε να αναδιαταχθεί, και δεν νιώθει ούτε πόνο ούτε λύπη· γιατί αν πάθαινε κάτι από αυτά, δεν θα ήταν πια ένα. Γιατί αν μεταβάλλεται, τότε είναι ανάγκη το έόν να μην είναι όμοιο, αλλά αυτό που προϋπήρχε να χάνεται και αυτό που δεν υπήρχε να γεννιέται. Αν μεταβαλλόταν έστω και κατά μια τρίχα σε διάστημα δέκα χιλιάδων χρόνων, θα χανόταν ολοσχερώς στο σύνολο του χρόνου»].
 
Η παραπάνω διατύπωση, υπό κανονικούς όρους και με δεδομένη τη σχέση αιτίου-αιτιατού ατην οποία υπακούει η επιχειρηματολογία του Μέλισσου, θεω­ρείται ότι αποτελεί ένα νέο συμπέρασμα που απορρέει από το γνώρισμα της ομοιογένειας (iv) μολονότι η αιτιακή σύνδεση είναι στην καλύτερη περίπτωση αδύναμη. Αν υποθέταμε ότι το ον μεταβάλλεται, θα μπορούσε μια τέτοια υπό­θεση να ακυρώσει τα γνωρίσματα του όμοιου και ενός, με τη σημασία που αυτά έχουν στο τέταρτο και στο τρίτο επιχείρημα αντίστοιχα; Ακόμη πιο ενδιαφέ­ρουσα είναι η πρόσθετη αιτιολόγηση του αμετάβλητου χαρακτήρα του όντος, η οποία απορρέει από το γνώρισμα του χρονικού απείρου (i): κάθε μεταβολή συνεπάγεται σε κάποιο βαθμό φθορά και, αν λάβουμε υπόψη το χρονικό άπει­ρο, όταν αφανίζονται τα μέρη ενός πράγματος, τότε και αυτί) αφανίζεται συνο­λικά. Αν το καθένα από τα μέρη ενός πράγματος είναι φθαρτό, τότε ενδέχεται να αφανισθούν όλα μαζί και (πρόκειται για έμμεση προεξαγγελία της αρχής της πληρότητας;) όταν κάτι είναι πιθανό να πραγματοποιηθεί δεν μπορεί να παρα­μένει απραγματοποίητο στο διηνεκές.
 
Στη συνέχεια, παρατίθενται τέσσερα επιχειρήματα για την αναίρεση ισάριθ­μων συγκεκριμένων μορφών μεταβολής (Β7.3-10). Τα τρία πρώτα στρέφονται κα­τά α) της αναδιάταξης β) του πόνου και γ) της λύπης και σε μεγάλο βαθμό συνι- στούν μια εκ νέου εφαρμογή του γενικού επιχειρήματος ότι η μεταβολή θα καταρ­γούσε τα μόνιμα γνωρίσματα του χρονικού απείρου (i) και της ομοιογένειας (iv). Όσον αφορά όμως τον πόνο (β), ο Μέλισσος σπεύδει να διευκρινίσει ότι, αν το 'Έναισθανόταν πόνο, αυτό θα σήμαινε ότι εξασθενεί η «δύναμή» του. Η παρατή­ρηση αυτή δεν εμπίπτει στην αλυσιόοιτή ακολουθία των συλλογισμών του αλλά υ­ποβάλλει τη σημαντική ιδέα ότι το Ἕν εξομοιώνεται με θεότητα.[4] Η εξίσωση του πρωταρχικού όντος με θεο αποδεικνύεται, για μια ακόμη φορά, ότι δεν προκα- λούσε καμία έκπληξη σε ακροατές εξοικειωμένους με το έργο του Αναξίμανδρου, του Αναξιμένη και του Ηράκλειτου, ώστε να. χρειάζεται ιδιαίτερα επιχειρήματα. Αποτελεί, ωστόσο, και σημείο επαφής με τον Παρμενίδη, ο οποίος, όπως διαπι­στώσαμε, τηρούσε την ίδια ακριβώς παράδοση, όταν ταύτιζε τη νόηση με το όν.
 
Το πιο καταλυτικό επιχείρημα εναντίον μιας ορισμένης μορφής μεταβολής είναι αυτό που στρέφεται κατά της κίνησης (Β7.7-10) και μπορεί να υποδιαιρε­θεί ως εξής:
 
(vi) «Το ον είναι ακίνητο»
  1. οὐδέ κέν ἐόν ἔστιν οὐδέν τό γάρ κενεόν οὖδεν ἔστιν οὐκ ἄν οὖν εἴη τό γέ μηδέν [«Και τίποτε δεν υπάρχει που να είναι κενό- γιατί το κενό δεν είναι τίποτε· συνεπώς, αυτό που δεν είναι τίποτε, δεν μπορεί να υπάρχει»].
2.   οὐδέ κινεῖται· ὑποχωρήσω γάρ οὔκ ἔχει οὐδαμῇ. ἀλλά πλέον ἔστιν. εἰ μέν γάρ κενεόν ἦν, ὑπεχώρει ἄν εἰς τό κενόν· κενοῦ δέ μή ἐόντος οὐκ ἔχει ὅκῃ ὑποχωρήσει. (πνκνόν δέ καί ἀραιόν οὔκ ἄν εἴη. τό γάρ ἄραιον ὄνκ ἀνυστόν πλέον εἶναι, ὁμοίως τῷ πνκνῷ. ἄλλ' ἤδη τό ἀραιον γέ κενεώτερον γίνεται τοῦ πνκνοῦ. κρίσιν δέ ταύτην χρή ποιήσασθαι τοῦ πλέω καί τοῦ μή πλέω· εἰ μέν οὖν χωρεῖ τί ἤ εἰσδέχεται, οὐ πλέων· εἰ δέ μήτε χωρεῖ μήτε εἰσδέχεται, πλέων.) [«Ούτε κινείται. Διότι δεν μπορεί να υποχοιρήσει αε καμία κατεύθυνση, αλλά είναι πλήρες. Γιατί αν υπήρχε κενό, θα κινούνταν μέσα στο κενό· εφόσον, όμως, όεν υπάρχει κενό, δεν έχει που να κινηθεί. (Λεν μπορούν να υπάρχουν το πυκνό και το αραιό. Γιατί το αραιό δεν μπορεί να είναι, εξίσου πλήρες με το πυκνό, αλλά το αραιό ήδη έχει μεγαλύτερο κενό απ’ ό.τι το πυκνό. Και το κριτήριο για να διακρίνουμε το πλήρες από το κενό είναι το εξής: αν κάτι κινείται ή είναι απορροφητικό δεν είναι πλήρες, ενιό αν δεν κινείται ούτε είναι απορροφητικό, τότε είναι πλήρες)»]
3.   ἀνάγκη τοίνυν πλέων εἶναι, εἰ κενόν μή ἔστιν. εἰ τοίνυν πλέων ἔστιν, οὐ κινεῖται.  Σύνοψη: [«Συνεπώς, πρέπει να είναι πλήρες, αν δεν υπάρχει κενό- αν όμως είναι πλήρες, δεν κινείται»].
 
Πρόκειται για το πρώτο μαρτυρημένο επιχείρημα, το οποίο παρουσιάζει την κίνηση να εξαρτάται από το κενό (παρά το γεγονός ότι η απόρριψη της κίνησης από τον Παρμενίδη ίσως έμμεσα εξυπακούει ήδη την απουσία κενού). Η απόρ­ριψη του κενού από τον Μέλισσο, με το επιχείρημα ότι αυτό δεν είναι, τίποτε και ως εκ τούτου όεν υπάρχει, αποτελεί την πλησιέστερη θέση του προς τη συλ­λογιστική του Παρμενίδη, ο οποίος εφαρμόζει μια λογική που βασίζεται στις έννοιες του έόντος και του μή έόντος. Ο Μέλισσος δεν αρνείται την ύπαρξη ενός εξωτερικού κενού εντός του οποίου το Ένθα μπορούσε να κινηθεί. Αυτό είναι ελάχιστα αναγκαίο αν λάβουμε τυτόψη ότι το "Εν είναι άπειρο προς όλες τις κατευθύνσεις. Απορρίπτει κάθε ανάμειξη του κενού με άλλα στοιχεία η οποία θα περιόριζε την πυκνότητά του και έτσι θα επιτρεπόταν η κίνηση λόγιο της επακόλουθης πίεσης ή ανακατανομής· αυτή είναι η σημασία της παρενθετι­κής διατύπωσης του δεύτερου αποσπάσματος (Β7.8-9).
 
Απομένει η μετάβαση από την «ακινησία» (v) στην «αόιαιρετότητα» (vi) του όντος (απ. Β10). Η διαίρεση θεωρείται διαδικασία που συνεπάγεται την κίνηση των τμημάτων τα οποία διαχωρίζονται (εἰ γάρ διῄρηται τό ἐόν κινεῖται κινούμενον δέ οὐκ ἄν εἴη). Καταλήγουμε στο συμπέρασμα του απ. Β9 το οποίο δεν εναρμονίζεται απόλυτα με την αλυσιδωτή ακολουθία των υπόλοιπων επιχειρημάτων, καθώς αποτελεί στην ουσία ένα επιπλέον εξαγόμενο του τρίτοτι γνωρίσματος (της ενότητας):
(vii) «Το ον είναι ασώ
ματο».
ἕν δ’ ἐόν δεῖ αὐτό σῶμα μή ἔχειν. εἰ δέ ἔχει πάχος, ἔχοι ἄν μόρια, καί οὐκέτι ἕν εἴη (Β9). [«Και καβοκ είναι ένα δεν πρέπει να έχει σώμα. Αν όμως είχε όγκο θα είχε μέρη και επομένως δεν θα ήταν πια ένα»].
 
Είναι παράδοξο που το εν, ενώ αποδείχθηκε ότι είναι απολύτως πυκνό και συνεπώς ακίνητο, πρέπει τώρα να αποδειχθεί ότι είναι ασώματο. Σε γενικές γραμμές φαίνεται πιο πιθανό πως ο Μέλισσος στο χωρίο αυτό αρνείται ότι το ενέχει κάποιο σώμα με οργανικά μέρη και ως εκ τούτου απορρίπτει την ανθρωπομορφική σύλληψη της θεότητας. Πρέπει να παραδεχθούμε, ωστόσο, ότι η αναφορά στον όγκο υποδηλώνει πως στόχος της απορριπτικής επίθεσης του Μέλισσου ήταν η σωματική υπόσταση του όντος.
 
Όπως ο Παρμενίδης (Ε)Κ28Β6) απέρριπτε την αξιοπιστία της αισθητηριακής αντίληψης προφανιος σε μια ξεχωριστή ενότητα της πραγματείας του, έτσι και ο Μέλισσος έστρεφε τα οντολογικά του συμπεράσματα εναντίον των αισθήσε­ων (DK30B8):
μέγιστον μέν οὖν σημεῖον οὗτος ὁ λόγος, ὅτι ἕν μόνον ἔστιν ἀτάρ καί τάδε σημεῖα, εἰ γάρ ἦν πολλά, τοιαῦτα χρή αὐτά εἶναι, οἶον πέρ ἔγω φημι τό ἕν εἶναι, εἰ γάρ ἔστι γῆ καί ὕδωρ καί ἀήρ καί πῦρ καί σίδηρος καί χρυσός, καί τό μέν ζῶον τό δέ τεθνηκός, καί μέλαν καί λευκόν καί τά ἄλλα, ὅσα φασίν οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἀληθῆ, εἰ δή ταῦτα ἔστι, καί ἠμεῖς ὀρθῶς ὁρῶμεν καί ἀκούομεν, εἶναι χρή ἕκαστον τοιοῦτον, οἶον πέρ τό πρῶτον ἔδοξεν ἡμῖν καί μή μεταπίπτειν μηδέ γίνεσθαι ἑτεροῖον, ἀλλά ἀεί εἶναι ἕκαστον, οἷον πέρ ἐστιν. Νῦν δέ φαμεν ὀρθῶς ὁρᾶν καί ἀκούειν καί συνιέναι· δοκεῖ δέ ἡμῖν τό τέ θερμόν ψυχρόν γίνεσθαι καί τό ψυχρόν θερμόν καί τό σκληρόν μαλθακόν καί τό μαλθακόν σκληρόν καί τό ζῶον ἀποθνήσκειν καί ἐκ μή ζῶντος γίνεσθαι, καί ταῦτα πάντα ἑτεροιοῦσθαι, καί ὅ,τι ἦν τέ καί ὁ νῦν οὐδέν ὁμοῖον εἶναι, ἀλλ' ὁ τέ σίδηρος σκληρός ἐών τῷ δακτύλῳ κατατρίβεσθαι ὁμουρέων, καί χρυσός καί λίθος καί ἄλλο ὅ,τι ἰσχυρόν δοκεῖ εἶναι πᾶν, ἐξ ὕδατός τέ γῆ καί λίθος γίνεσθαι· ὥστε συμβαίνει μήτε ὁρᾶν μήτε τά ὄντα γινώσκειν. Οὐ τοίνυν ταῦτα ἀλλήλοις ὁμολογεῖ, φαμένοις γάρ εἶναι πολλά καί ἀίδια καί εἴδη τέ καί ἰσχύν ἔχοντα, πάντα ἑτεροιοῦσθαι ἡμῖν δοκεῖ καί μεταπίπτειν ἐκ τοῦ ἑκάστοτε ὁρωμένου. δῆλον τοίνυν, ὅτι οὐκ ὀρθῶς ἑωρῶμεν οὐδέ ἐκεῖνα πολλά ὀρθῶς δοκεῖ εἶναι· οὐ γάρ ἄν μετέπιπτεν, εἰ ἀληθῆ ἦν· ἀλλ’ ἦν οἶον πέρ ἐδόκει ἕκαστον τοιοῦτον. Τοῦ γάρ ἐόντος ἄληθινοῦ κρεῖσσον οὐδέν. ἤν δέ μεταπέςῃ, τό μέν ἐόν ἀπώλετο, τό δέ οὐκ ἐόν γέγονεν.Οὕτως οῦν, εἰ πολλά εἴη, τοιαῦτα χρή εἶναι, οἶον πέρ τό ἕν.
[«Αυτό το επιχείρημα λοιπόν είναι η ισχυρότερη απόδειξη για το ότι υπάρ­χει μόνο ένα- όσα, όμως, ακολουθούν συνιστούν περαιτέρω αποδείξεις. Αν υπήρχαν πολλά, θα έπρεπε να είναι έτσι όπως ακριβώς εγώ υποστηρίζω ότι είναι το Ένα. Γιατί αν υπάρχουν η γη, το νερό, ο αέρας, η φωτιά, ο σίδηρος και ο χρυσός, και αν άλλα πλάσματα είναι ζωντανά ενώ άλλα νεκρά, και αν υπάρχει μαύρο και άσπρο και όλα τα άλλα που θεωρούν οι άνθρωποι ότι είναι αλη­θινά, αν λοιπόν υπάρχουν αυτά και αν εμείς βλέπουμε και ακούμε σωστά, τότε ίο καθένα από αυτά πρέπει να είναι έτσι ακριβώς όπως μας φάνηκε την πρώτη φορά ότι είναι και να μην μεταβάλλεται ή να γίνεται διαφορετικό αλλά το καθέ­να να είναι όπως ακριβώς είναι.
 
Υποστηρίζουμε, ωστόσο, ότι βλέπουμε και ακούμε και καταλαβαίνουμε σω­στά. Και όμως, έχουμε την εντύπωση ότι το θερμό γίνεται ψυχρό και το ψυχρό θερμό, ότι το σκληρό γίνεται μαλακό και το μαλακό σκληρό, ότι τα ζωντανά πλά­σματα πεθαίνουν και γεννιούνται από αυτά που δεν είναι ζωντανά· έχουμε την ε­ντύπωση ότι όλα αυτά μεταβάλλονται και πως αυτό που ήταν δεν είναι διόλου ό­μοιο με αυτό που είναι τώρα: ο σίδηρος, μολονότι σκληρός, θρυμματίζεται όταν τον τρίβουμε με τα δάχτυλα και το ίδιο συμβαίνει με τον χρυσό και με τον λίθο και με ό,τι άλλο μας φαίνεται ότι είναι σκληρό· η γη και οι λίθοι προέρχονται από το νερό. Επομένως, ούτε βλέπουμε ούτε κατανοούμε τα όντα.
 
Όλα αυτά, όμως, δεν συμφωνούν μεταξύ τους. Διότι, ενώ υποστηρίξαμε ότι υπάρχουν πολλά και αιώνια που έχουν μορφή και δύναμη, μας φαίνεται εντού­τοις ότι όλα αλλάζουν και διαφοροποιούνται από την κατάσταση στην οποία τα βλέπουμε κάθε φορά. Επομένως, είναι φανερό ότι δεν βλέπουμε σωστά και ότι είναι λάθος να πιστεύουμε ότι όλα αυτά που μας φαίνονται πολλά υπάρ­χουν. Γιατί αν ήταν αληθινά δεν θα είχαν μεταπτώσεις αλλά το καθετί θα ήταν όπως ακριβώς φαινόταν ότι είναι. Γιατί τίποτε δεν είναι ανώτερο από το αλη­θινό. Αν όμως συμβαίνουν μεταπτώσεις, τότε αφανίζεται το έόν και γεννιέται το μη έόν. Κατά συνέπεια, αν υπήρχαν πολλά, θα έπρεπε να είναι όπως ακρι­βώς είναι το Ένα»].
 
Το ἐόν πρέπει να είναι αμετάβλητο (πέμπτο γνώρισμα του όντος). Αν τα αισθητά αντικείμενα υπήρχαν, θα έπρεπε να είναι αμετάβλητα. Οι ίδιες οι αισθήσεις, ωστόσο, μας τα παρουσιάζουν μεταβαλλόμενα. Επομένως, τα αντι­κείμενα που αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις αποτελούν ψευδαισθήσεις.
 
 
Ανασκόπηση
 
Η πρώιμη κοσμολογική παράδοση ερεύνησε τη σύσταση του σύμπαντος με εμπειρικά κατά κύριο λόγο μέσα, επιδιώκοντας να εντοπίσει μια προνομιακή πρώτη ύλη στον κύκλο του μετασχηματισμού των στοιχείων και να ερμηνεύσει τους κανόνες της συμπεριφοράς της παραβάλλοντάς την με οικεία πρότυπα τάξης από τον χώρο της βιολογίας, της μηχανικής ή της πολιτικής. Ούτε ο Παρ­μενίδης αλλά ούτε και ο Μέλισσος επιχειρούν να δράσουν τελείως ανεξάρτητα από τον τομέα της κοσμολογίας. Παραμένουν εντός των ορίων της και αμφι­σβητούν τα εμπειρικά κριτήρια που αυτή εφαρμόζει, τα οποία, επειδή υποδείκνυαν πολλές και ανταγωνιστικές απαντήσεις, δεν ενέπνεαν πλέον εμπιστοσύ­νη. Ως εκ τούτου και οι δύο στοχαστές προτείνουν μια νέα αφετηρία: επικα­λούνται αρχές εκ των προτέρων θεσπισμένες για να διαπιστώσουν σε ποιόν βαθμό είναι αυτές ικανές να περιορίσουν τις πιθανές απαντήσεις στα ερωτή­ματα των κοσμολόγων. Το αποτέλεσμα είναι συνταρακτικό· το σύμπαν, εξαι- τίας της τέλειας ομοιογένειας που εμφανίζει στον χώρο και στον χρόνο, ίσως δεν παρουσιάζει κανένα από τα διακριτικά γνωρίσματα, των οποίων την εξή­γηση θεωρούσαν έως τότε οι κοσμολόγοι επιβεβλημένη.
 
Έως εδώ, δεν παρατηρείται καμία άλλη διαφορά μεταξύ του Παρμενίδη και του Μέλισσου, εκτός από τις τυπικές υφολογικές διαφορές που διαχωρίζουν τον πεζό από τον έμμετρο λόγο. Εμφανίζουν ένα επιπλέον κοινό χαρακτηριστι­κό, φυσική συνέπεια των εκ των προτέρων θεσπισμένων αρχών που εφαρμό­ζουν στην προσέγγισή τους: το έντονο ενδιαφέρον για τη συλλογιστική τους μέ­θοδο, μολονότι ο Μέλισσος εδώ υπερτερεί, καθώς επιβάλλει στους αποδεικτι­κούς του συλλογισμούς ένα σαφέστερο συνολικό αρχιτεκτονικό σχέδιο. Ακόμη και οι προκείμενες που οι στοχαστές προϋποθέτουν και τις οποίες επικαλού­νται, ενδέχεται σε κάποιο βαθμό να επικαλύπτονται, όπως, για παράδειγμα, σι προβληματισμοί τους για το πώς ο διαθέσιμος χώρος μπορεί να περιορίζει την κίνηση. Ωστόσο, ακριβώς στο σημείο αυτό μπορούμε να εντοπίσουμε τις πιο χα­ρακτηριστικές διαφορές τους. Οι αφετηριακές αρχές της παρμενίδειας θεωρίας δεν εμπίπτουν στην παράδοση της φυσικής φιλοσοφίας· εννοούμε τις αρχές της αναφορικής λειτουργίας και της άρνησης, τους όρους της νόησης, και τη λογική συμπεριφορά του ρήματος είναι. Οι αρχές που εκ των προτέρων θέτει ο Μέλισ­σος, η αδυναμία γένεσης εκ του μηδενός και ο άπειρος χώρος και χρόνος, αντι­προσωπεύουν εκείνο το είδος αρχών οι οποίες δεν προκαλούσαν πλέον καμία αμηχανία σε ακροατές εξοικειωμένους με την κοσμολογική παράδοση. Μπο­ρούμε, συνεπώς, να παραβάλουμε τον Μέλισσο με τον Ζήνωνα. Ανέλαβαν, ο κα­θένας με τον τρόπο του, να υπερασπισθούν ενώπιον ενός δύσπιστου κοινού την κοσμοαντίληψη του Παρμενίδη, προωθώντας την με όρους που το κοινό αυτό κατανοούσε. Ο Ζήνωνας το επιτυγχάνει επικαλούμενος με διαλεκτικό τρόπο τις κοινόχρηστες υποθέσεις των ακροατών του αναφορικά με τον χώρο και τον χρόνο. Ο Μέλισσος επιδιώκει τον ίδιο στόχο επικαλούμενος ως φυσικός φιλό­σοφος τις αρχές που διέπουν την επιστημονική σκέψη του καιρού του.
-------------------
[1] Το επιχείρημα (απ. Β1): ἀεί ἦν ὅ,τι ἦν καί ἀεί ἔσται. εἰ γάρ ἐγένετο, ἀναγκαῖόν ἐστι πρίν γενέσθαι εἶναι μηδέν εἰ τοίνυν μηδέν ἦν, οὐδαμά ἄν γένοιτο οὐδέν ἐκ μηδενός. (αρχή αποσπάσματος Β2) ὅτε τοίνυν οὐκ ἐγένετο, ἔστι τε καί ἀεί ἦν καί ἀεί ἔσται. 2ο επιχείρημα (συνέχεια αποσπάσματος Β2) καί ἄρχην οὐκ ἔχει οὐδέ τελευτήν, ἄλλ ’ ἄπειρόν ἐστιν. Εἰ μέν γάρ ἐγένετο, ἀρχήν ἄν εἶχεν (ἤρξατο γάρ ἄν πότε γινόμενον) καί τελευτήν (ἐτελεύτησε γάρ ἄν πότε γινόμενον), ὅτέ δέ μήτε ἤρξατο μήτε ἐτελεύτησεν, ἀεί τέ ἦν καί ἀεί ἔσται, οὐκ ἔχει ἀρχήν οὐδέ τελευτήν. [Για τη νεοελληνική απόδοση των χωρίων βλ. παρακάτω σσ. 201], Στο απ. Β2 δεν υπάρχει λόγος, όπως πιστεύουν οι Diels-Kranz και άλλοι μελετητές, να προ­στεθεί ο σύνδεσμος καί πριν από τη φράση οὐκ ἔχει ἀρχήν· αρκεί να θεωρήσουμε ότι το προηγούμενο τε συνδέει παρατακτικά τις δύο προτάσεις και όχι τους ρηματικούς τύπους ἦν / ἔσται. Στην αγγλόφωνη βιβλιογραφία για τον Μέλισσο δεν γίνεται ομόφωνα αποδεκτό ότι το δεύτερο επιχείρημα υποδηλώνει το χωρικό άπειρο (βλ. ειδικότερα Reale [277])· βλ. ωστόσο μια αξιοσημείωτη διαφορετική εκδοχή στους KRS, 393-95 (ελληνική μτφρ. σσ. 396-98). 
[2] Πβ. Ηράκλειτος DK22B30. 
[3] Το χωρίο που παρατίθεται προέρχεται από παράφραση του Μέλιοσου στην ψευόοαρι- στοτελική πραγματεία με τον τίτλο Περί Μελίσσου, Ξενοφάνους καί Γοργίου 974α12-14. 
[4] Για τις μαρτυρίες που αναφέρουν ότι ο Μέλισσος εξίσωνε το Ἕν με θεό, βλ. DK30A13. 

Από την υστερία στον οίστρο

Ήτανε ο αιώνας της βικτωριανής ηθικής. Κι ήταν, επίσης, πάνω κάτω τα χρόνια που ο ψυχίατρος Jean-Martin Charcot συνέλεγε στην Iconographie του ενσταντανέ με τις νεαρές νοσηλευόμενες της κλινικής Pitié-Salpêtrière, στις οποίες ο ίδιος και ενώπιον κοινού –ως βιρτουόζος σκηνοθέτης ή βιτσιόζος μάγος– προκαλούσε κρίσεις με σπασμούς στη μήτρα μέσω του αγγίγματος ράβδου μεταλλικής. Ο αιώνας καθιέρωνε την “υστερία” ως αναπότρεπτη σχεδόν νευρωσική παρεκτροπή της μήτρας. Ήδη απ” τo 1862, ο θετικιστής λεξικογράφος Émile Littré είχε ανεπιφύλακτα αποδώσει τον όρο στο ιπποκρατικό corpus, ενώ λίγες δεκαετίες πιο μετά, στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, ο γυναικολόγος Hunter Robb θα εξέδιδε μεταφρασμένες ενότητες του Περί Γυναικείων υπό τον τίτλο Hippocrates on Hysteria. Η “υστερία” σφραγιζόταν ως αυστηρά γυναικεία υπόθεση και μάλιστα με τη βούλα αυθεντίας χρονικού βάθους: την αίγλη της ιατρικής εργογραφίας της αρχαιότητας.

Κατά τη γνωστή τους συνήθεια να μην ονοματίζουν αρρώστειες, αλλά να περιγράφουν κλινική εικόνα και συμπτώματα, οι ιπποκρατικοί δεν είχαν χρησιμοποιήσει τον όρο “υστερία”,. Στους Αφορισμούς τους (5.35), ανέφεραν γυναῖκας ὑπὸ τῶν ὑστερικῶν ἐνοχλουμένας. Αλλά ετούτο το αόριστα εκφρασμένο το αίτιο το παθητικό (τα ζητήματα που έχουν να κάνουν με τη μήτρα) γεννούσε τόσους προβληματισμούς που, τον 2ο αιώνα μ.Χ., στα σχόλιά του ο Γαληνός αναρωτιότανε πώς να το καταλάβει. Θα “τανε –σκέφτηκε– η πνίξ η ὑστερικὴ, η ασφυξία της μήτρας που χρειαζότανε να εκτονωθεί, να φτερνιστεί σχεδόν, με αλοιφές μουστάρδας και ξυδιού κατά τις παραδόσεις που κατέγραφε ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος (Naturalis Historia 20.87.238).

Στην πνῖγα της υστέρας είχανε εκτενώς αναφερθεί οι ιπποκρατικοί, κυρίως στην Περί Γυναικείων διατριβή τους. Η μήτρα ήτανε γι” αυτούς κάτι σπογγώδες, νοτερό, που, όποτε δεν απήλαυε της εφυγραντικής ευεργεσίας της ερωτικής συνεύρεσης, ξεραίνονταν κι απισχαινόταν. Γύρναγε, τότε, ανάποδα η μήτρα κι άλλαζε θέση, μετακινούμενη μέσα στο σώμα σε αναζήτηση μυχών δροσιάς. Αν όρμαγε η υστέρα στο συκώτι, απέφρασσε τα αγγεία του κι έφερνε οιδήματα. Αν έβαζε πλώρη για το διάφραγμα ή τα πνευμόνια, έκανε εντονότερο το πνιγηρό το αίσθημα, έφερνε δύσπνοια, αναστροφή στις κόρες των ματιών, λιποθυμία. Κι αν καταχωνιαζόταν στο κρανίο, έφερνε πονοκέφαλο και πυρετό, ανορεξία κι αϋπνίες. Έπρεπε τότε ο γιατρός να λούσει τη γυναίκα με ζεστό νερό, αλλιώς με κρύο, και να την βάλει να εισπνέει ουσίες με έντονες οσμές. Κι αν όλα αυτά δεν έπιαναν, έπρεπε να την εν-καπνίσει χαμηλά, επιμελώς επί ώρες, με ατμούς βρασμένου σκόρδου και λαδιού, με θυμιατήρι πήλινο τροφοδοτούμενο με καρβουνάκια. Στερεωμένο στο έδαφος και αεροστεγές, το σκεύος θα απέληγε ψηλά σε καλαμάκι που να εισχωρεί στο αιδοίο, καθώς η ασθενής θα στέκονταν πάνω απ” το αγγείο ανακούρκουδα. Η μήτρα της, μπορούσε, έτσι, να εφελκυστεί τρόπον τινά και να ηρεμήσει.

Οι παθογενείς περιπλανήσεις της υστέρας μέσα στο σώμα έμειναν καλύτερα γνωστές από τον Τίμαιο ή Περί Φύσεως Λόγον του Πλάτωνα (91c). Η μήτρα –διατεινόταν– είναι γη που περιμένει να σπαρεί, αλλά και ζώο επιθυμητικό που, όταν για χρόνο πολύ μείνει άκαρπο ή σε αναζήτηση συνουσίας, “χαλεπῶς ἀγανακτοῦν φέρει, καὶ πλανώμενον πάντῃ κατὰ τὸ σῶμα, τὰς τοῦ πνεύματος διεξόδους ἀποφράττον, ἀναπνεῖν οὐκ ἐῶν εἰς ἀπορίας τὰς ἐσχάτας ἐμβάλλει καὶ νόσους παντοδαπὰς ἄλλας παρέχει.”

Με τέτοιες φανταστικές μαγγανείες πάντοτε ο λόγος ο ορθός, ξεδιπλώνοντας τις περί τῶν ὑστερικῶν διαγνώσεις του, ιατρικοποιούσε τη γυναικεία επιθυμία για να την κανονικοποιήσει. Ο παλαιότερος μύθος, τουλάχιστον, είχε δει το θέμα πιο εν-πράγματα. Ίσως και πιο ευ-συν-κίνητα. Όταν μιλούσε για τα πάθη της Ιούς, εκείνης της βασιλοπούλας του Άργους, που ο Δίας την εκάλεσε με ονειροφαντασίες της νύχτας να “βγει να τρέξει ελεύθερη για έρωτα στης Λέρνας τα λειβάδια. Ο Προμηθέας Δεσμώτης του Αισχύλου σώζει τον άξονα των αφηγήσεων για την κόρη που διώχτηκε απ” το σπίτι του πατέρα της και, μεταμορφωμένη σε γελάδα (βούκερως, κεράστις) ή κεντημένη απ” τη βοϊδόμυγα (οἰστροδίνητος), χάραξε με το ίδιο το κορμί της τις πολυπλάνητες περιπλανήσεις (πολυπλάνους πλάνας) μιας ανθρωπογεωγραφίας ολόκληρης: από το πέλαγος που το “πανε Ιόνιο από τ” όνομά της, μέχρι το πέρασμα του βοδιού στον Βόσπορο και, τελικά, στην Αίγυπτο που θα “βρισκε τη θεϊκή επαφή. Δεν ήταν να εκπλήσσει η μεταμόρφωσή της –σάμπως κι η Ίσιδα, η θεά του έρωτα, δεν απεικονιζόταν πάντοτε με κέρατα γελάδας; Κι ούτε κι ο οἶστρος ήτανε τρομακτικός –δεν έγινε η βοϊδόμυγα η έκφραση της τέχνης και της έμπνευσης;

Στο τέλος του επεισοδίου που την αφορά στον Προμηθέα Δεσμώτη, η Ιώ φεύγει απ” τη σκηνή σε αλλοφροσύνη. Ποιο θέατρο θα χώραγε την ποίηση των μυκηθμών της; Και ποιο κοινό θα συγκρατούσε το ασύντακτο, ασύνδετα λειψό της φθέγμα, τις ηχηρές δονήσεις της γλωσσολαλιάς της;

οἵ, ἓ ἕ.. ἰὼ ἰὼ…

Φωνήνετα ολοστρόγγυλα ήταν ολόκληρη η οἰστρήλατος Ιώ.

Η θέληση να δίνεις, να μοιράζεις και να θυσιάζεσαι

Στη σύγχρονη κοινωνία θεωρούμε ότι ο τρόπος ύπαρξης στη βάση του έχει είναι ριζωμένος στην ανθρώπινη φύση και γι' αυτό είναι αδύνατο ν' αλλάξει. Η ίδια ιδέα εκφράζεται στο δόγμα ότι οι άνθρωποι βασικά είναι τεμπέληδες, παθητικοί από τη φύση τους, ότι δε θέλουν να δουλέψουν ή να κάνουν κάτι άλλο παρά μόνο όταν τους σπρώχνει το ελατήριο του υλικού κέρδους... ή η πείνα... ή ο φόβος της τιμωρίας.

Αυτό το δόγμα δεν αμφισβητείται σχεδόν από κανένα και καθορίζει τις μεθόδους της μόρφωσης και της δουλειάς μας. Αλλά δεν είναι τίποτα άλλο παρά η έκφραση της επιθυμίας ν' αποδείξουμε την αξία της κοινωνικής μας τοποθέτησης, υποστηρίζοντας ότι αυτή η τοποθέτηση ακολουθεί τις ανάγκες της ανθρώπινης φύσης. Σε ανθρώπους που ζουν ή έζησαν σε διαφορετικές κοινωνίες, η ιδέα του έμφυτου εγωισμού και της τεμπελιάς θα φαινόταν τόσο απίστευτη, όσο το αντίθετο φαίνεται σ' εμάς.

Η αλήθεια είναι ότι και οι δυο τρόποι ζωής, με βάση το είναι και με βάση το έχει, βρίσκονται μέσα στις δυνατότητες της ανθρώπινης φύσης: η βιολογική μας ορμή για επιβίωση δυναμώνει την τάση του έχει, αλλά ο εγωισμός και η τεμπελιά δεν είναι οι μοναδικές έμφυτες ροπές στα ανθρώπινα πλάσματα.

Εμείς οι άνθρωποι έχουμε μια έμφυτη και βαθιά ριζωμένη επιθυμία να υπάρχουμε: να εκφράζουμε τις ικανότητές μας, να είμαστε δραστήριοι, να δημιουργούμε σχέσεις με τους άλλους, να ξεφεύγουμε από τη φυλακή του εγωισμού. Η αλήθεια αυτής της θεωρίας αποδεικνύεται από τόσες πολλές μαρτυρίες, που θα μπορούσε εύκολα να γεμίσει ένας ολόκληρος τόμος.

Ο D. Ο. Hebb διατύπωσε την ουσία του προβλήματος στον πιο γενικό του τύπο, δηλώνοντας ότι το μοναδικό πρόβλημα συμπεριφοράς είναι η έλλειψη δραστηριότητας και όχι η δραστηριότητα. Τα σχετικά στοιχεία που ακολουθούν αποδεικνύουν αυτή τη γενική θέση:
Τα στοιχεία από τη συμπεριφορά των ζώων. Πειράματα και άμεση παρατήρηση δείχνουν ότι πολλά είδη ζώων αναλαμβάνουν δύσκολες δουλειές μ' ευχαρίστηση, ακόμα και όταν δεν τους προσφέρεται υλική ανταμοιβή.

Πειράματα νευροφυσιολογίας αποδεικνύουν την έμφυτη δραστηριότητα των νευρικών κυττάρων.
Νηπιακή συμπεριφορά. Πρόσφατες μελέτες δείχνουν ότι τα μικρά νήπια έχουν την ικανότητα και την ανάγκη ν' αντιδρούν ενεργητικά σε πολύπλοκα ερεθίσματα: αυτές οι παρατηρήσεις έρχονται σε αντίθεση με τη θεωρία του Freud ότι το νήπιο δέχεται τα εξωτερικά ερεθίσματα σαν απειλή και κινητοποιεί την επιθετικότητά του για να αποδιώξει αυτή την απειλή.

Συμπεριφορά της εκμάθησης. Πολλές μελέτες δείχνουν ότι το παιδί κι ο έφηβος είναι τεμπέληδες, γιατί το υλικό της μάθησής τους προσφέρεται με τρόπο ξερό και νεκρό, που είναι αδύνατο να τους ξυπνήσει πραγματικό ενδιαφέρον. Αν εξουδετερωθούν η πίεση και η πλήξη και το υλικό προσφερθεί ζωντανά, τότε μπαίνουν σε κίνηση αξιοσημείωτη δραστηριότητα και πρωτοβουλία.

Συμπεριφορά της εργασίας. Το κλασικό πείραμα του Ε. Mayo έδειξε ότι μια δουλειά που είναι από την ίδια της τη φύση πληκτική αποκτά ενδιαφέρον, αν οι εργάτες ξέρουν πως παίρνουν μέρος σ' ένα πείραμα, που το διευθύνει ένα άτομο ζωντανό και προικισμένο με την ικανότητα να τους ξυπνήσει την περιέργεια και τη συμμετοχή τους. Το ίδιο αποδείχτηκε σε πολλά εργοστάσια στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ. Ο διευθυντής έχει για τους εργάτες μια στερεότυπη εικόνα. Οι εργάτες δεν ενδιαφέρονται πραγματικά για τη δραστήρια συμμετοχή τους στη δουλειά — εκείνο που θέλουν είναι μεγαλύτερα ημερομίσθια. Επομένως, η άμεση συμμετοχή στα κέρδη και όχι η συμμετοχή στη δουλειά είναι ένα κίνητρο για μεγαλύτερη παραγωγικότητα. Οι διευθυντές μπορεί να έχουν δίκιο σχετικά με τις μεθόδους εργασίας που προσφέρουν. Η πείρα όμως έδειξε —κι έπεισε αρκετούς από αυτούς— ότι αν οι εργάτες μπορούν να είναι πραγματικά δραστήριοι, υπεύθυνοι και ενήμεροι του ρόλου τους, τότε κι αυτοί που πρώτα ήταν αδιάφοροι αλλάζουν σημαντικά και παρουσιάζουν εφευρετικότητα, ενεργητικότητα, φαντασία και ικανοποίηση σε μεγάλο βαθμό.

Ο πλούτος των στοιχείων από την κοινωνική και πολιτική ζωή. Η πεποίθηση ότι οι άνθρωποι δε θέλουν να κάνουν θυσίες είναι αφάνταστα λαθεμένη. Όταν ο Churchill στην αρχή του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου ανάγγειλε ότι αυτό που ζητούσε από τους Βρετανούς ήταν αίμα, ιδρώτας και δάκρυα, δεν το έκανε για να τους απογοητεύσει: αντίθετα, έκανε έκκληση στη βαθιά ριζωμένη επιθυμία των ανθρώπων να κάνουν θυσίες, να δίνουν από τον εαυτό τους. Η αντίδραση των Βρετανών —και των Γερμανών και των Ρώσων— στον χωρίς διάκριση βομβαρδισμό των πυκνοκατοικημένων πόλεων από τους διάφορους εμπόλεμους, αποδεικνύει ότι οι κοινές θυσίες δεν αποδυνάμωσαν το πνεύμα τους, αντίθετα δυνάμωσαν την αντίστασή τους. Αυτοί που πίστευαν ότι οι τρομοκρατικοί βομβαρδισμοί μπορούσαν να σπάσουν το ηθικό του εχθρού και να βοηθήσουν να τελειώσει ο πόλεμος έκαναν λάθος.

Είναι πάντως θλιβερό για τον πολιτισμό μας που ο πόλεμος και ο πόνος κινητοποιούν τους ανθρώπους για θυσίες περισσότερο απ' ό,τι η ειρηνική ζωή. Ο καιρός της ειρήνης μοιάζει πάνω απ' όλα να ενθαρρύνει τη φιλαυτία. Ευτυχώς υπάρχουν περιστάσεις σε ειρηνικούς καιρούς, όπου η ανθρώπινη προσπάθεια για δόσιμο και αλληλεγγύη βρίσκουν την έκφρασή τους στη συμπεριφορά των ατόμων. Οι απεργίες των εργατών, ιδιαίτερα ως την εποχή του πρώτου παγκόσμιου πολέμου, είναι ένα παράδειγμα τέτοιας βασικά μη βίαιης συμπεριφοράς. Οι εργάτες ζητούσαν μεγαλύτερα ημερομίσθια, αλλά ταυτόχρονα διακινδύνευαν και υποβάλλονταν εκούσια σε ταλαιπωρίες παλεύοντας για την αξιοπρέπειά τους και για την ικανοποίηση από τη βίωση της ανθρώπινης αλληλεγγύης. Η απεργία ήταν ένα φαινόμενο το ίδιο «θρησκευτικό» όσο και οικονομικό. Αν και τέτοιες απεργίες γίνονται ακόμα και σήμερα, οι περισσότερες είναι για λόγους οικονομικούς — παρόλο που κι αυτές που γίνονται για καλύτερες συνθήκες δουλειάς έχουν πρόσφατα αυξηθεί.

Η ανάγκη που νιώθουν οι άνθρωποι να δώσουν και να μοιραστούν και η προθυμία τους να κάνουν θυσίες για τους άλλους υπάρχουν ακόμα ανάμεσα στα μέλη μερικών επαγγελμάτων, όπως οι νοσοκόμοι, οι γιατροί, οι μοναχοί και οι μοναχές. Πολλοί, αν όχι οι περισσότεροι απ' αυτούς τους επαγγελματίες, μιλάνε μόνο, χωρίς να πιστεύουν, στο σκοπό της βοήθειας και της θυσίας. Παρόλα αυτά, ο χαρακτήρας ορισμένων απ' αυτούς ανταποκρίνεται στις αξίες που επαγγέλλονται. Τις ίδιες ανάγκες τις βρίσκουμε να επιβεβαιώνονται και να εκφράζονται σε πολλά κοινόβια μέσα στους αιώνες, είτε θρησκευτικά είτε σοσιαλιστικά είτε ουμανιστικά. Βρίσκουμε την επιθυμία για δόσιμο στους ανθρώπους που προσφέρουν το αίμα τους (χωρίς πληρωμή), στις περιπτώσεις που οι άνθρωποι διακινδυνεύουν τη ζωή τους για να σώσουν μιαν άλλη. Βρίσκουμε τη θέληση για δόσιμο να εκδηλώνεται στους ανθρώπους που πραγματικά αγαπούν. Η «ψεύτικη αγάπη», δηλαδή ο αμοιβαίος εγωισμός που μοιράζονται δυο άτομα, κάνει τους ανθρώπους πιο εγωιστές (κι αυτό συμβαίνει αρκετά συχνά). Η πραγματική αγάπη μεγαλώνει την ικανότητά μας ν' αγαπάμε και να δίνουμε στους άλλους. Αυτός που αγαπάει πραγματικά, αγαπάει ολόκληρο τον κόσμο, μέσα από την αγάπη του/της για ένα συγκεκριμένο πρόσωπο.

Αντίστροφα, βλέπουμε ότι αρκετοί άνθρωποι, και ιδιαίτερα οι νέοι, δεν αντέχουν την πολυτέλεια και τον εγωιστικό τρόπο ζωής μέσα στις πλούσιες οικογένειές τους. Σε αντίθεση με τις προσδοκίες των γονιών τους, που πιστεύουν ότι τα παιδιά τους «έχουν ό,τι επιθυμήσουν», οι νέοι αυτοί επαναστατούν ενάντια στη νέκρα και την απομόνωση της ζωής τους. Γιατί είναι γεγονός ότι δεν έχουν ό,τι επιθυμούν και επιθυμούν αυτό ακριβώς που δεν έχουν.

Αξιοσημείωτα παραδείγματα τέτοιων ανθρώπων στους παλιούς χρόνους είναι τα παιδιά των πλούσιων Ρωμαίων στα χρόνια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, που αγκάλιασαν τη θρησκεία της φτώχιας και της αγάπης. Άλλο παράδειγμα είναι ο Βούδας: σαν πρίγκιπας που ήταν, μπορούσε να δοκιμάσει κάθε απόλαυση και πολυτέλεια που ήθελε, αλλά ανακάλυψε ότι η απόκτηση και η κατανάλωση υλικών αγαθών έφερνε δυστυχία και θλίψη. Ένα πιο πρόσφατο παράδειγμα (στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα) είναι τα παιδιά της ανώτερης τάξης της Ρωσίας, οι Ναρόντνικοι. Μη αντέχοντας το περιβάλλον της νωθρότητας και αδικίας, που μέσα του είχαν μεγαλώσει, οι νέοι αυτοί άνθρωποι έφυγαν από τα σπίτια τους και πήγαν να ζήσουν μαζί με τους φτωχούς χωριάτες, βάζοντας έτσι τα θεμέλια του επαναστατικού αγώνα στη Ρωσία.

Το ίδιο φαινόμενο μπορούμε να διαπιστώσουμε ανάμεσα στα παιδιά, αγόρια και κορίτσια, των πλούσιων οικογενειών των ΗΠΑ και της Γερμανίας, που βλέπουν τη ζωή τους μέσα στο πλούσιο οικογενειακό τους περιβάλλον πληκτική και χωρίς νόημα. Αλλά πέρα απ' αυτό, βρίσκουν ανυπόφορη τη σκληρότητα του κόσμου απέναντι στους φτωχούς και την απειλή του πυρηνικού πολέμου για λόγους κύρους μερικών ατόμων. Έτσι φεύγουν από το οικογενειακό τους περιβάλλον —ψάχνοντας για ένα νέο τρόπο ζωής— και μένουν ανικανοποίητοι γιατί καμιά δημιουργική προσπάθεια δεν καταλήγει σε επιτυχία. Πολλοί από αυτούς τους νέους ήταν αρχικά οι πιο ιδεαλιστές, οι πιο ευαίσθητοι της νέας γενιάς, τους έλειπε όμως η παράδοση, η ωριμότητα, η πείρα και η πολιτική γνώση: το αποτέλεσμα είναι ότι πέφτουν τώρα στην απελπισία, υπερεκτιμούν ναρκισσιστικά τις ικανότητες και τις δυνατότητες που έχουν κι αγωνίζονται να επιτύχουν το αδύνατο με τη χρήση βίας. Φτιάχνουν τις δήθεν επαναστατικές ομάδες και ζητούν να σώσουν τον κόσμο με πράξεις τρομοκρατίας και καταστροφής, χωρίς ν' αντιλαμβάνονται ότι το μόνο που κάνουν είναι να μεγαλώνουν τη γενική τάση για βία και απανθρωπιά. Έχουν χάσει την ικανότητα ν' αγαπούν και την αντικατέστησαν με την επιθυμία να θυσιάσουν τη ζωή τους. (Η αυτοθυσία είναι συχνά η λύση για τα άτομα που θέλουν με πάθος ν' αγαπήσουν, αλλά έχουν χάσει αυτή την ικανότητα και βλέπουν στη θυσία της ίδιας τους της ζωής τη βίωση της αγάπης στην πιο απόλυτη μορφή). Αλλά αυτοί οι νέοι που αυτοθυσιάζονται, είναι πολύ διαφορετικοί από τους μάρτυρες της αγάπης, που θέλουν να ζήσουν γιατί αγαπούν τη ζωή, και που δέχονται το θάνατο μόνο όταν είναι αναγκασμένοι να πεθάνουν για να μην προδώσουν τον εαυτό τους. Οι σημερινοί μας νέοι που θυσιάζουν τη ζωή τους είναι οι κατηγορούμενοι αλλά συνάμα και οι κατήγοροι. Είναι οι ίδιοι μια απόδειξη ότι στο κοινωνικό μας σύστημα μερικοί από τους καλύτερους νέους ανθρώπους καταντούν τόσο απομονωμένοι και απελπισμένοι, που σαν μοναδική διέξοδο από την απελπισία τους βρίσκουν μόνο την καταστροφή και το φανατισμό.

Η ανθρώπινη επιθυμία για ένωση με άλλους ανθρώπους, είναι ριζωμένη στις ειδικές συνθήκες ύπαρξης που χαρακτηρίζουν το ανθρώπινο είδος, και είναι ένα από τα δυνατότερα κίνητρα της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Συνδυάζοντας την ελάχιστη, ενστικτώδη αποφασιστικότητα και τη μέγιστη ανάπτυξη της λογικής ικανότητας, εμείς οι άνθρωποι χάσαμε την αρχέγονη ενότητα με τη φύση. Για να μη νιώθουμε τέλεια απομονωμένοι —πράγμα που θα μας καταδίκαζε στην τρέλα— χρειαζόμαστε μια νέα ενότητα: με τους συνανθρώπους μας, με τη φύση. Αυτή η ανθρώπινη ανάγκη για ενότητα με άλλους ανθρώπους πραγματώνεται με πολλούς τρόπους: μέσα από το συμβιωτικό δεσμό με τη μητέρα, μ' ένα είδωλο, με τη φυλή του καθενός, το έθνος του, την τάξη του, τη θρησκεία του, το σύλλογό του, την επαγγελματική του οργάνωση. Συχνά βέβαια, αυτοί οι δεσμοί μπλέκονται μεταξύ τους και παίρνουν μια μορφή έκστασης — όπως συμβαίνει στα μέλη ορισμένων θρησκευτικών δογμάτων ή στον όχλο που ετοιμάζεται να λιντσάρει κάποιον, ή στα ξεσπάσματα της εθνικής υστερίας σε περίπτωση πολέμου. Για παράδειγμα, όταν άρχισε ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος, συνέβη μια από τις πιο δραστικές μορφές της «ένωσης». Ξαφνικά, από τη μια μέρα στην άλλη, οι άνθρωποι εγκατέλειψαν χρόνων πεποιθήσεις για ειρήνη, αντιμιλιταρισμό, σοσιαλισμό. Οι επιστήμονες ξέχασαν τη μακρόχρονη παιδεία τους γι' αντικειμενικότητα, κριτική σκέψη και αμεροληψία, για να ενωθούν με το μεγάλο Εμείς.

Η επιθυμία για ένωση με τους άλλους, φανερώνεται τόσο στους πιο ποταπούς τύπους συμπεριφοράς π.χ. σε πράξεις σαδισμού και καταστροφής, όσο και στους πιο υψηλούς, όπως στην αλληλεγγύη που στηρίζεται σ' ένα ιδανικό ή μια πεποίθηση. Είναι ακόμα η βασική αιτία της ανάγκης για προσαρμογή. Τ' ανθρώπινα πλάσματα φοβούνται μην καταντήσουν απόβλητοι της κοινωνίας, περισσότερο και από τον ίδιο τους το θάνατο. Το κρίσιμο σημείο σε κάθε κοινωνία είναι το είδος της ενότητας και της αλληλεγγύης που δημιουργεί, καθώς και το είδος που μπορεί να προωθήσει κάτω από τις δοσμένες συνθήκες της κοινωνικοοικονομικής της δομής.

Αυτές οι θεωρήσεις δείχνουν ότι και οι δύο τάσεις υπάρχουν μέσα στους ανθρώπους: η μια, το έχει —η κατοχή— που σε τελευταία ανάλυση χρωστάει τη δύναμή της στο βιολογικό παράγοντα της επιθυμίας για επιβίωση. Η άλλη, το είναι —η τάση για δόσιμο και θυσία— που χρωστάει τη δύναμή της στις ειδικές συνθήκες της ανθρώπινης ύπαρξης και στην έμφυτη ανάγκη του κάθε ανθρώπου να ξεπερνάει την απομόνωσή του και να γίνεται ένα με τους άλλους. Αφού αυτές οι δυο αντιφατικές δυνάμεις υπάρχουν σ' όλους τους ανθρώπους, είναι επόμενο ότι η κοινωνική δομή με τις αξίες και τους κανόνες της αποφασίζει ποια από τις δύο θα υπερισχύσει. Οι πολιτισμοί που καλλιεργούν την απληστία γι' αποκτήματα, δηλαδή τον τρόπο ζωής με βάση το έχει, έχουν τη ρίζα τους στη μια από αυτές τις ανθρώπινες δυνάμεις. Οι πολιτισμοί που υποθάλπουν το είναι και την κοινοκτημοσύνη είναι ριζωμένοι στην άλλη δύναμη. Πρέπει ν' αποφασίσουμε ποια από τις δυο θέλουμε να καλλιεργήσουμε, ξέροντας πάντως ότι η απόφασή μας θα καθοριστεί βασικά από την κοινωνικοοικονομική δομή της συγκεκριμένης κοινωνίας, που μας σπρώχνει προς τη μια ή την άλλη λύση.

Από τις παρατηρήσεις μου στον τομέα της ομαδικής συμπεριφοράς, έχω βγάλει το συμπέρασμα ότι οι δυο ακραίες ομάδες, που εκδηλώνουν βαθιά ριζωμένους και σχεδόν αναλλοίωτους τους τύπους του έχει και του είναι, δεν αποτελούν παρά μια μικρή μειοψηφία. Στη μεγάλη πλειοψηφία και οι δυο δυνατότητες είναι πραγματικές: ποια θα κυριαρχήσει και ποια θα καταπιεστεί, εξαρτάται από τους παράγοντες του περιβάλλοντος.

Αυτή η θεωρία έρχεται σε αντίθεση με την πλατιά παραδοχή του ψυχαναλυτικού δόγματος, ότι το περιβάλλον δημιουργεί ουσιαστικές αλλαγές στην ανάπτυξη της προσωπικότητας κατά τη νηπιακή και την πρώτη παιδική ηλικία. Μετά απ' αυτή την περίοδο, ο χαρακτήρας έχει καθοριστεί και δύσκολα αλλάζει κάτω από την επίδραση εξωτερικών γεγονότων. Αυτό το ψυχαναλυτικό δόγμα έγινε αποδεκτό, γιατί οι βασικές συνθήκες της παιδικής ηλικίας συνεχίζονται και στην κατοπινή ζωή των περισσότερων ανθρώπων, αφού γενικά εξακολουθούν να υπάρχουν και οι ίδιες κοινωνικές συνθήκες. Υπάρχουν όμως πολλά παραδείγματα, που δείχνουν ότι μια δραστική αλλαγή στο περιβάλλον οδηγεί σε μια βασική αλλαγή στη συμπεριφορά π.χ. στην περίπτωση που παύουν να τροφοδοτούνται οι αρνητικές δυνάμεις, ενώ αντίθετα καλλιεργούνται και ενθαρρύνονται οι θετικές.

Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε ότι η συχνότητα και η έκταση της επιθυμίας για μοίρασμα, δόσιμο και θυσία, δεν είναι κάτι που μας παραξενεύει, αν συλλογιστούμε τις συνθήκες ύπαρξης του ανθρώπινου είδους. Εκείνο που παραξενεύει είναι ότι αυτή η ανάγκη έχει τόσο καταπιεστεί, που τελικά οι εγωιστικές πράξεις είναι κανόνας στις βιομηχανικές (και άλλες) κοινωνίες, ενώ οι πράξεις αλληλεγγύης είναι η εξαίρεση. Αλλά κατά ένα παράδοξο τρόπο, αυτό ακριβώς το φαινόμενο προκαλείται από την ανάγκη για ένωση. Μια κοινωνία που έχει σαν αρχές της την κατοχή, το κέρδος και την ιδιοκτησία φτιάχνει ένα κοινωνικό χαρακτήρα προσανατολισμένο προς το έχει. Από τη στιγμή που το κυρίαρχο σχήμα έχει διαμορφωθεί, κανένας δε θέλει να βρίσκεται έξω απ' αυτό, να είναι στην ουσία ένας απόβλητος. Για ν' αποφύγει αυτό τον κίνδυνο, το άτομο προσαρμόζεται στην πλειοψηφία, που τα μέλη της έχουν σαν μοναδικό κοινό σημείο τον αμοιβαίο τους ανταγωνισμό.

Σαν αποτέλεσμα της κυρίαρχης θέσης που έχει πάρει ο εγωισμός, τα ηγετικά στελέχη της κοινωνίας μας πιστεύουν ότι οι άνθρωποι δραστηριοποιούνται μόνο με την προσδοκία υλικών αποκτημάτων π.χ. με ανταμοιβές, και δε θ' ανταποκριθούν σε μια έκκληση γι' αλληλεγγύη και θυσίες.

Έτσι, μ' εξαίρεση τον καιρό του πολέμου, αυτές οι εκκλήσεις δε γίνονται παρά σπάνια και οι ευκαιρίες να παρατηρήσουμε τα πιθανά τους αποτελέσματα πηγαίνουν χαμένες. Μόνο μια ριζικά διαφορετική κοινωνικοοικονομική δομή και μια ριζικά διαφορετική εικόνα της ανθρώπινης φύσης, μπορούν να δείξουν ότι η δωροδοκία δεν είναι ο μοναδικός (ή ο καλύτερος) τρόπος να επηρεάσουμε τους ανθρώπους.

Γιατί η ζωή δοκιμάζει σκληρά τους καλούς ανθρώπους;

Η ζωή τεστάρει τους ανθρώπους κάθε μέρα. Και για λόγους που δεν γνωρίζουμε, ο καθένας περνάει μια διαφορετική δοκιμασία. Κάποιοι παλεύουν με δύσκολους υπολογισμούς κι άλλοι αντιμετωπίζουν απλά μαθηματικά. Έτσι ή αλλιώς, όλοι πρέπει να ασχοληθούμε με αυτό που μας έτυχε.

Γιατί τελικά, όλα μας δίνονται στην τύχη. Γονίδια, τόπος, οικονομική κατάσταση – όλα είναι ζήτημα του που θα κάτσει η μπίλια. Ωστόσο, ό,τι κι αν φέρει η ζωή στο δρόμο σας, εσείς πρέπει να αποφασίσετε αν θα είστε θύμα ή αγωνιστής. Εσείς επιλέγετε αν η ζωή σας θα είναι γλυκιά ή πικρή. Και εκείνοι που επιλέγουν να είναι γλυκιά – οι αγωνιστές – είναι οι ισχυρότεροι.

Ο Ελβετός ψυχίατρος και συγγραφέας, Elisbeth Kübler-Ross, έχει δηλώσει πολύ σωστά: Οι πιο όμορφοι άνθρωποι είναι εκείνοι που έχουν γνωρίσει την ήττα, τον πόνο, τον αγώνα, την απώλεια και βρήκαν το δρόμο τους. Αυτά τα άτομα έχουν μια εκτίμηση, μια ευαισθησία και μια κατανόηση της ζωής που τους γεμίζει με συμπόνια, ευγένεια, και ένα βαθύ ενδιαφέρον αγάπης. Με άλλα λόγια, οι καλοί άνθρωποι δεν γεννήθηκαν καλοί – επέλεξαν να είναι.

Οι καλοί άνθρωποι φέρνουν φως στον κόσμο, επειδή προέρχονται από σκοτεινά παρελθόντα.

Στον κόσμο του σκότους στον οποίο γεννήθηκαν, χρησιμοποιούν τη θετικότητα ως ένα φανάρι για να δημιουργήσουν περισσότερο φως. Αντιμετωπίζουν συχνά κακοτυχίες. Ωθούνται σε επιζήμιες καταστάσεις, όπως τα ναρκωτικά ή η φτώχεια. Και έχουν μάθει όχι μόνο να πετυχαίνουν. Έχουν μάθει να ξεπερνούν. Πετάνε τα δεκανίκια και κάνουν το αδύνατο: Διδάσκουν τον εαυτό τους να τρέχει και να καλύπτει τη διαφορά με τους άλλους σε έναν κόσμο που δεν περιμένει κανέναν.

Οι καλοί άνθρωποι αγαπούν τα δύσκολα επειδή έχουν πληγωθεί περισσότερο.

Αυτοί οι άνθρωποι είναι πιθανόν να σας περιποιηθούν καλύτερα αν έχουν πληγωθεί από έναν πρώην εραστή. Γιατί συμβαίνει αυτό; Τα άτομα που έχουν ραγισμένες καρδιές ξέρουν πως είναι να ξανακολλάνε τα κομμάτια τους.

Οι καλοί άνθρωποι έχουν μάθει με σκληρό τρόπο ότι τα μειονεκτήματα είναι ευκαιρίες για ανάπτυξη.

Συνήθως γεννιούνται απαισιόδοξοι. Αλλά με την πάροδο του χρόνου, μαθαίνουν πώς να είναι θετικοί. Ίσως συνειδητοποιούν ότι κάθε μικρό πράγμα που φαίνεται να τους τραβάει κάτω στη ζωή γίνεται τελικά ένα σκαλοπάτι προς την επιτυχία.

Οι καλοί άνθρωποι δεν θέλουν να πληγωθούν οι άλλοι με τον τρόπο που πληγώθηκαν οι ίδιοι.

Μπορεί να έχουν δεχθεί πειράγματα για τις φακίδες τους, τα μεγάλα αυτιά ή την ακμή. Ίσως μια σωματική αναπηρία τους κάνει να αισθάνονται αόρατοι στους άλλους ανθρώπους. Ίσως η ίδια η αόρατη αναπηρία τους αποτρέπει από το να πάρουν τη φροντίδα που χρειάζονται. Και επειδή ξέρουν πως είναι να αισθάνεσαι βασανισμένος, δεν θα ήθελαν ποτέ να προκαλέσουν σε κάποιο άλλον αυτό το ίδιο είδος πόνου. Η καλοσύνη προκύπτει από εκείνους που έχουν γνωρίσει μόνο την σκληρότητα.

Αντί να παρενοχλούν τους άλλους, οι καλοί άνθρωποι σπάνε την κυκλική φύση της αναισθησίας. Δίνουν φιλοφρονήσεις και λένε λόγια ενθάρρυνσης. Θέλουν οι άλλοι να αισθάνονται πραγματικά όμορφοι και με αυτοπεποίθηση αντί άσχημοι και κακοί.

Οι καλοί άνθρωποι επιλέγουν να είναι αγωνιστές που βοηθούν τους άλλους να επιβιώσουν.

Μπορούν να αντιμετωπίσουν οποιαδήποτε κατάσταση βρεθεί στον δρόμο τους. Ξέρουν ότι μπορούν να επιβιώσουν παντού, επειδή το έχουν ήδη κάνει. Γνωρίζοντας ότι μπορούν να υπομένουν, κάνουν ό,τι μπορούν για να βοηθήσουν τους άλλους να προχωρήσουν μπροστά. Στον αγώνα της ζωής, οι περισσότεροι δρομείς συνήθως κοιτάνε μόνο μπροστά και επικεντρώνονται στον εαυτό τους. Αλλά οι άνθρωποι που έχουν υποφέρει κοιτάνε εκείνους που μπορεί να βιώνουν παρόμοιες δυσκολίες. Φτιάχνουν το κέφι των φίλων, μοιράζουν μπουκάλια νερού και παρακινούν τους άλλους να τρέξουν μαζί τους. Γίνονται η χείρα βοηθείας που θα ήθελαν να είχαν για τον εαυτό τους.

Ξεφτιλίσου ν' αγιάσουμε!

Ξεφτίλα. Πόσο μ' ενοχλεί αυτή η λέξη. «Ξεφτιλίζεσαι», μου είπε. Ναι, μπορεί να 'χεις και εσύ τα δίκια σου, δεν αντιλέγω, μπορεί να ξεφτιλίζομαι. Όμως να σου πω κάτι, ρε φίλε, πώς ορίζεται τελικά η ξεφτίλα; Δηλαδή, αν δεν παλεύουμε γι’ αυτά που θέλουμε είναι εγωισμός κι αν παλεύουμε είναι ξεφτίλα;

Και μετά αναρωτιόμαστε γιατί σήμερα τελειώνουν τόσο άδοξα οι σχέσεις. Θα σας απαντήσω εγώ. Γιατί κανένας από τους δύο δεν είχε το πείσμα του κερατά να διεκδικήσει τον άλλον μέχρι τέλους. Γιατί οι άνθρωποι πλέον φοβούνται μην χάσουν λίγη από την αξιοπρέπειά τους και συμβιβάζονται με τις καταστάσεις.

Αλλά για ποια αξιοπρέπεια μου μιλάς; Όταν αυτός ο άνθρωπος είναι η ζωή σου, όταν ανασαίνεις μόνο όταν βρίσκεσαι στην αγκαλιά του, όταν ξέρεις πως αυτός είναι η ευτυχία σου, πώς μπορείς να τον αφήνεις να φεύγει έτσι εύκολα από τη ζωή σου κοιτώντας καθωσπρεπισμούς;

Όχι, δεν μιλάω για όλες τις σχέσεις. Μιλάω για εκείνες τις σχέσεις που βλέπεις ότι αξίζουν μια δεύτερη ευκαιρία, που ότι έδινες, το έπαιρνες πίσω και με το παραπάνω, που δεν αναλωνόσουν σε κάτι μικρό και ψεύτικο. Όλες οι σχέσεις υποβάλλονται σε δοκιμασίες. Ο χωρισμός είναι μια δοκιμασία. Δοκιμασία στην οποία βάζεις τον εαυτό σου να αναλογιστεί τα λάθη σου, τη συμπεριφορά σου, τα «θέλω» και τις αντοχές σου. Βλέπεις αν έχεις τη δύναμη και τη θέληση να καταλάβεις, να συγχωρέσεις και να ζητήσεις συγχώρεση.

Θέλει μαγκιά να τα τινάξεις όλα στον αέρα και να προχωρήσεις, θέλει όμως ακόμη περισσότερη μαγκιά να βρεις το θάρρος να μείνεις και να διεκδικήσεις, να προσπαθήσεις γι’ αυτό που επιθυμείς όσο τίποτα άλλο, γι’ αυτό που με τόσο κόπο κατέκτησες κι έκανες δικό σου, το ένιωσες και το βίωσες σε όλο του το μεγαλείο.

Δε θα το κάνεις με όλους τους ανθρώπους, θα το κάνεις με αυτόν τον «έναν», που ξέρεις ότι θα σβήνει πάντα κάθε επόμενο, και κανείς και τίποτα δε θα μπορεί να συγκριθεί μαζί του, μαζί με τις στιγμές σας. Μ’ αυτόν που την αγάπη του την ένιωθες στο πετσί σου σε κάθε βλέμμα, σε κάθε άγγιγμα κι αν χωρίσατε ξέρεις μέσα σου ότι η καινούρια αρχή θα σας φέρει πιο κοντά και θα σβηστούν λάθη του παρελθόντος, γιατί όταν αγαπάς αληθινά μένεις, συγχωρείς και παλεύεις. Τίποτα δεν τελειώνει, όσο παραμένει η επιθυμία.

Γι’ αυτό σου λέω, μάτια μου, τόλμα, τρέξε, διεκδίκησε, ζήσε. Μην κοιτάς αξιοπρέπειες κι εγωισμούς. Πάλεψε για την ευτυχία σου, γι’ αυτό που έχεις ανάγκη . Μη γεμίζεις τα κενά βράδια σου με συμβιβασμούς. Η ανάγκη σου δεν είναι ξεφτίλα. Ξεφτίλα είναι να παραιτείσαι απ’ ό,τι σε κρατάει ζωντανό με το πρόσχημα ότι τελείωσε και δεν μπορείς να το αλλάξεις.

Ξεφτίλα είναι να φοβάσαι να παλέψεις, μην τυχόν και σε δουν να χάνεις την αξιοπρέπειά σου. Ό,τι θέλεις να το κυνηγάς, να το διεκδικείς μέχρι τέλους όσο κι αν πρέπει να ρίξεις τον εγωισμό σου. Αν εσύ έχεις βρει τη δύναμη να συγχωρέσεις τα λάθη του άλλου, τότε τι περιμένεις; Πήγαινε βρες τον, προσπάθησε, μίλα του, ζήτα συγγνώμη . Γιατί θα έρθει η στιγμή μετά από μήνες, χρόνια, που θα τον δεις κάπου τυχαία, θα ανταλλάξετε από εκείνες τις ματιές που μόνο εσείς ξέρετε και θα μετανιώνεις που δε ρίσκαρες, που δεν προσπάθησες να ζήσεις τη ζωή σου όπως θέλεις, που θα συνεχίσεις με την αιώνια απορία «Τι θα γινόταν αν;».

Το να εκφράζεις τα συναισθήματα σου και την αγάπη σου μόνο «ξεφτίλα» δεν αρμόζει να χαρακτηρίζεται. Κι αν οι προσπάθειές σου δε σου φέρουν το επιθυμητό αποτέλεσμα, δεν έχεις να διακινδυνεύσεις τίποτα. Φτάνει που θα ξέρεις ότι εσύ πάλεψες για τον έρωτά σου, ότι η αγάπη σου ήταν μεγαλύτερη απ’ τον εγωισμό σου. Και θα συνεχίσεις με το κεφάλι ψηλά, που βρήκες τη δύναμη να διεκδικήσεις και θα σταθείς και πάλι στα πόδια σου γνωρίζοντας ότι εσύ τουλάχιστον έκανες τα πάντα γι’ αυτό που για ‘σένα άξιζε, και αν ο άλλος το αγνόησε εσύ θα ξέρεις ότι έδωσες όλο σου το «είναι» για κάτι που δεν άξιζε και τόσο τελικά.

Τουλάχιστον, όμως, τώρα θα ξέρεις. Θα πεις «Με γεια μου, με χαρά μου. Φτου και από την αρχή» και θα προχωρήσεις έχοντας ανακαλύψει τις αντοχές του εαυτού σου και το μέχρι πού μπορεί να φτάσεις για τα «θέλω» σου.

Όπως λέει και ο αγαπημένος Νίκος Καζαντζάκης «Ό,τι επιθυμείς να το φωνάζεις δυνατά, αγρίμι να γίνεσαι. Δεν ταιριάζει η μετριότητα με τη λαχτάρα.» Γι’ αυτό σου λέω, μην αφήνεις την απελπισία και την παραίτηση να ζουν μέσα σου. Κυνήγησε την ευτυχία σου, γιατί ανεξάρτητα απ’ το αποτέλεσμα μόνο όταν παλεύεις για κάτι, επιστρέφει το χαμόγελο στα χείλη σου.

Δύσκολο να βρεις το «ό,τι πρέπει» στην εποχή του «ό,τι να 'ναι»

Η εποχή της ταχύτητας, του γρήγορου, και του παροδικού. Μια εποχή που σιγά-σιγά ισοπεδώνει κάθε «πιστεύω σου» και καταπίνει όλα τις επιθυμίες σου. Μια εποχή που κάνει τους ανθρώπους να ξεφτίζουν και να ζουν όχι για να κυνηγήσουν όνειρα, αλλά για να κυνηγηθούν από υποχρεώσεις.

Μια εποχή που στο πέρασμά της θα ήταν αδιανόητο να αφήσει ανέπαφο τον έρωτα. Πιο πιθανό είναι να κουτουλήσεις έναν μονόκερο σε κάποιο στενό μέρα μεσημέρι παρά τον έρωτα.

Γιατί;
Μα γιατί αντικαταστάθηκε, εκσυγχρονίστηκε, μετονομάστηκε, φθάρθηκε και στο τέλος χάθηκε.

Ας ξανασυστηθούμε λοιπόν. Ο έρωτας ή μάλλον «ένα στα γρήγορα και πακέτο για το σπίτι», όπως θα έπρεπε να τον αποκαλούμε στην εποχή μας, αποτελεί μακράν ένα είδος προς εξαφάνιση. Ψάχνω, ψάχνεις, ψάχνει, ψαχνόμαστε και ποτέ δε συναντιόμαστε.

Άνθρωποι έρχονται στη ζωή σου, άλλοι περνοδιαβαίνουν από αυτή με ταχύτητα φωτός, άλλοι κάθονται μέχρι να γίνουν η συνήθειά σου και μετά εξαφανίζονται με ελαφρά τη καρδία, αθόρυβα και αναπάντεχα. Άλλοι πάλι, κάνουν quest star εμφανίσεις μόνο και μόνο για να δώσουν απλά το παρόν, να πάρουν τη δόση τους, να καλύψουν τα κενά τους και να ξαναχαθούν στο συνονθύλευμα των απρόσωπων συναναστροφών τους.

Το κοινό σε όλους τους παραπάνω περαστικούς είναι η ταχύτητα. Έρχονται γρήγορα, ερωτεύονται γρήγορα και εξαφανίζονται ακόμα πιο γρήγορα. Με ιλιγγιώδεις ρυθμούς η ζωή, με ιλιγγιώδεις και ο έρωτας. Αυτό δεν είναι έρωτας άλλωστε σήμερα; Ένα δώρο με φανταχτερό περιτύλιγμα που μέσα έχει μια σύμβαση με ημερομηνία λήξης. Ένα συμφωνητικό με ληξιπρόθεσμα συναισθήματα και όρους πλαστούς. Περιορισμοί στα συναισθήματα, κανόνες στα «πρέπει» και άνθρωποι αναλώσιμοι που μιλάνε πολύ και νιώθουν λίγο.

Φιλίες που βαφτίζονται έρωτες για να σπάσει για λίγο η ρουτίνα και μετά διεκδικούν πανηγυρικά πίσω τα χαμένα φιλικά κεκτημένα και μεγαλεία. Έρωτες και λουλούδια που σε καθηλώνουν με τη φλόγα τους για ένα διάστημα και μετά σκάνε πανηγυρικά γεμίζοντας το χώρο από τα αποκαΐδια σας.

Έρωτες χαλαροί που συνάδουν με το αλαφροΐσκιωτο της εποχής κι επιτάσσουν να μη δεθείς συναισθηματικά. Να είστε και φίλοι, αλλά να είστε και εραστές, θυμίζοντας το «ένα πίτα γύρο απ’ όλα χωρίς κρεμμύδι». Έρωτες πολυπρόσωποι που αλλάζουν σαν πουκάμισα αδειανά και στο τέλος μένει πάντα η ίδια γλυκόπικρη γεύση. Έρωτες που δεν είναι έρωτες αλλά σωσίβιες λέμβοι για να σε γλιτώσουν από το να πνιγείς μέσα στα κενά και τις ανασφάλειές σου. Και κάπου εκεί βούλιαξε το νόημα. Ο έρωτας και η σημασία του στην εποχή μας, δεν υπέστησαν απλά εκσυγχρονισμό αλλά βιασμό από εμάς τους ίδιους.

Ο έρωτας δεν είναι μπαλαντέρ για να γεμίζεις τον άδειο σου χρόνο, ούτε ανέχεται ημερομηνίες λήξης και τελεσίγραφα. Δεν ντύνεται με περιττές λέξεις, νοθευμένα σ’ αγαπώ και μεγάλες ταμπέλες. Έχει ένα πρόσωπο κι αυτό όσο δύσκολο κι αν είναι να το βρεις μέσα στα χιλιάδες που περνάνε μπροστά από τα μάτια σου, θα το ξεχωρίσεις σίγουρα. Και όταν το βρεις δε θα προσπαθήσεις να το αλλάξεις και σίγουρα δε θα το αφήσεις ποτέ να φύγει. Εγκαταλείπεις μόνο ό,τι και όποιον δεν ήταν ποτέ περαστικός από τη ζωή σου. Ξεχνάς αυτόν που ουσιαστικά δεν υπήρξε ποτέ εκεί για σένα, αυτόν που φοβήθηκε να δεθεί, αυτόν που τσιγκουνεύτηκε να δώσει αλλά κυρίως να νιώσει.

Είναι δύσκολο να βρεις το «ό,τι πρέπει» στην εποχή του «ό,τι να ΄ναι», να ξεχωρίσεις το νοθευμένο από το αυθεντικό, να μη βαφτίσεις το γρήγορο και το επιφανειακό έρωτα και να βρεις τον άνθρωπο-καθρέπτη. Τον άνθρωπο αυτόν που θα τον κοιτάς και θα βλέπεις στα μάτια του να καθρεπτίζεσαι εσύ.

Μιλάτε στον εαυτό σας; Δείτε τι σημαίνει για την… ευφυία σας!

Μήπως μιλάτε συχνά μόνοι σας; Και όχι μόνο στην ησυχία του σπιτιού σας. Μήπως μιλάτε στον εαυτό σας ακόμα και όταν περπατάτε στον δρόμο, ή όταν είστε στο γραφείο, ή όταν κάνετε ψώνια;

Το να “σκεφτόμαστε φωναχτά” μας βοηθάει να υλοποιήσουμε, ή να αναλύσουμε καλύτερα αυτό που σκεφτόμαστε. Μας βοηθά να έχουμε μια καλύτερη “αίσθηση των πραγμάτων”.

Το κακό είναι ότι μας κάνει να μοιάζουμε και... τρελοί. Αυτό δεν θα σκεφτόσασταν κι εσείς, αν βλέπατε κάποιον να μιλάει στον εαυτό του; Πόσο μάλλον να διαφωνεί και μαζί του! Θα λέγατε ότι “ακούει φωνές” και, άρα, είναι τρελός. Και όμως όλα αυτά είναι λάθος αντιλήψεις.

Εάν συνηθίζετε κι εσείς να μιλάτε στον εαυτό σας, σταματήστε να νιώθετε ενοχές. Δεν είστε τρελοί, ούτε ψυχικά ασθενούς. Τι να μιλάει κανείς στον εαυτό του, αποδεικνύεται, ότι είναι τελικά σημάδι ανεπτυγμένης εφυίας!

Σε μια μελέτη, οι ψυχολόγοι Daniel Swigley και Gary Lupyan υπέθεσαν ότι το να μιλάμε στον εαυτό μας μπορεί να είναι επωφελές. Και αν το σκεφτείτε, είναι προφανώς αλήθεια. Οι πιο έξυπνοι άνθρωποι στη γη συνηθίζουν να μιλάνε στον εαυτό τους. Από τους μεγαλύτερους στοχαστές, μέχρι τους πιο γνωστούς ποιητές και επιστήμονες, όλοι σχεδόν, συνήθιζαν να μιλούν στον εαυτό τους! Είναι πασίγνωστη η παραδοχή του Albert Einstein ότι επαναλάμβανε τις σκέψεις στον εαυτό του για να τις επεξεργάζεται καλύτερα.

Το να μιλάτε στον εαυτό σας συμβάλλει να οργανώσετε τις σκέψεις σας

Σύμφωνα με την ψυχολόγο Linda Sapadin, μιλώντας φωναχτά στον εαυτό σας, σας βοηθά να επιβεβαιώσετε σημαντικές και δύσκολες αποφάσεις. Σας βοηθά να αποσαφηνίσει τις σκέψεις σας, να προσέξετε το τι είναι σημαντικό και να σιγουρευτείτε για οποιεσδήποτε αποφάσεις αμφιταλαντεύεστε.

Το να μιλάτε στον εαυτό σας, σας βοηθάει να πετύχετε τους στόχους σας

Κάνοντας απλά μια λίστα με τους στόχους σας δύσκολα σας βοηθάει να τους πετύχετε. Καμιά φορά, δε, μπορεί να σας φανούν και “βουνό” και να σας αποθαρρύνουν να τους κυνηγήσετε. Το να μιλάτε όμως στον εαυτό σας για αυτούς τους στόχους θα σας βοηθήσει να κάνετε πιο σταθερά βήματα για κάθε στόχο ξεχωριστά. Αν αναλύετε με τον εαυτό σας το τι χρειάζεται κάθε φορά να κάνετε, τότε το κάθε βήμα θα σας φαίνεται λιγότερο δύσκολο και η όλη προσπάθεια πιο περιεκτική.

Όπως λέει και η Sapadin: “Το να λέτε φωναχτά τους στόχους σας, σας βοηθάει να εστιάζετε την προσοχή σας, να ελέγχετε το αίσθημα εγκατάλειψης της προσπάθειας και να απομονώνετε τυχόν περισπασμούς. Έτσι βάζετε τα πράγματα στη σωστή τους διάσταση και γίνονται πιο χειροπιαστά”.

Έναστρος ουρανός

Τίποτα δεν εμπνέει περισσότερο απ’ τον καθαρό και έναστρο ανοιξιάτικο ουρανό. Ας διαθέσουμε λίγο χρόνο για να απολαύσουμε την ομορφιά του κι ας διαλογιστούμε πάνω στην απεραντοσύνη του Σύμπαντος και στη θέση μας μέσα σ’ αυτό.

Η πολυάσχολη ζωή μας μπορεί να μας κρατά σε ένα συνεχές τρέξιμο από τη δουλειά στο σπίτι και αντίστροφα. Είναι σημαντικό να κάνουμε ένα διάλειμμα και να νιώσουμε το δέος που προκαλεί η ομορφιά του νυχτερινού ουρανού. Κοιτώντας προς τα πάνω θα νιώσουμε σίγουρα μηδαμινοί μπροστά στη μεγαλοπρέπεια και στο μέγεθος του Σύμπαντος. Αντιμέτωποι με μια τέτοια ασύλληπτη απεραντοσύνη, τίποτα δε θα έχει τόση σημασία και η αγωνία μας θα μετριαστεί, ενώ το σώμα κι ο νους μας θα βρουν την πολυπόθητη ανακούφιση από την πίεση της καθημερινής ζωής.

Την επόμενη φορά που ο κόσμος θα σας φανεί τόσο βαρύς, περιμένετε να βραδιάσει και κοιτάξτε ψηλά προς τον ουρανό. Τίποτα στον κόσμο δεν μπορεί να συναγωνιστεί αυτό το θέαμα. Παραδοθείτε στη στιγμή και νιώστε ότι είστε μέρος του Σύμπαντος, καθώς και όλων όσων συμπεριλαμβάνονται σ’ αυτό.

Η τέχνη της παρατήρησης

Αν η εικόνα που έχετε για τον εαυτό σας και την αξία του καθορίζεται από το τι σκέφτονται οι άλλοι για σας, αυτή είναι η χειρότερη μορφή φυλάκισης που μπορεί κανείς να διανοηθεί. Ο τρόπος να βγείτε απ’ αυτή τη φυλακή είναι να σταματήσετε να επηρεάζεστε από τις πράξεις των άλλων απέναντί σας.

Η πρώτη αντίδραση που έχει πάντα κανείς, όταν κάποιος άλλος του φέρεται με τρόπο που δεν του αρέσει, είναι να υπερασπιστεί τη θέση του. Πριν αρχίσετε όμως να υπερασπίζεστε τον εαυτό σας, αναρωτηθείτε τι συμβαίνει μέσα σας και όχι πώς μπορείτε να αμυνθείτε πιο αποτελεσματικά.

Ο σοφός άνθρωπος θα σταματήσει αμέσως να υπερασπίζεται τον εαυτό του, επειδή η άμυνα απορροφά την ενέργεια που απαιτείται για να παρατηρήσει πραγματικά εκείνο που συμβαίνει μέσα του. Κάθε φορά που κάποιος εκδηλώνει συγκεκριμένη στάση απέναντί σας, σας παρέχεται μια ευκαιρία να εξασκηθείτε στην τέχνη της παρατήρησης, με την προϋπόθεση ότι θα εστιάσετε την προσοχή σας στον εαυτό σας. Από τη στιγμή που αντιδράτε, ο χώρος για να αντιληφθείτε αυτό που συμβαίνει μέσα σας, καθώς και κάθε πιθανότητα επιλογής, έχουν ήδη χαθεί.

Ενώ έχετε επίγνωση για όλα εκείνα που συμβαίνουν στον εξωτερικό κόσμο, η παρατήρηση συμβαίνει εσωτερικά. Τότε δεν υπάρχει ανάγκη αντίδρασης προς τον εξωτερικό κόσμο. Η αντίδραση θα είναι πάντα το σημάδι που θα σας υποδεικνύει ότι απουσιάζει η ολοκληρωμένη παρατήρηση.

Να μην αντιδράτε δεν σημαίνει να γίνετε παθητικοί. Σημαίνει να παρατηρείτε ολοκληρωτικά οτιδήποτε υπάρχει, έτσι ώστε να έχετε την επιλογή κάθε δευτερόλεπτο να παρατηρείτε τι συμβαίνει μέσα σας. Οτιδήποτε κι αν παρατηρείτε, ακόμη και στον εξωτερικό κόσμο, δεν έχει καμία σημασία, αν δεν είναι ταυτόχρονα συνδεδεμένο με τον εσωτερικό, εκεί όπου εσωτερικός και εξωτερικός κόσμος γίνονται ένα.