Παρασκευή, 28 Ιουνίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Νεφέλαι (510-562)

510 ΧΟ. ἀλλ᾽ ἴθι χαίρων τῆς ἀνδρείας
εἵνεκα ταύτης.
εὐτυχία γένοιτο τἀν-
θρώπῳ, ὅτι προήκων
εἰς βαθὺ τῆς ἡλικίας
515 νεωτέροις τὴν φύσιν αὑ-
τοῦ πράγμασιν χρωτίζεται
καὶ σοφίαν ἐπασκεῖ.

ὦ θεώμενοι, κατερῶ πρὸς ὑμᾶς ἐλευθέρως
τἀληθῆ, νὴ τὸν Διόνυσον τὸν ἐκθρέψαντά με.
520 οὕτω νικήσαιμί τ᾽ ἐγὼ καὶ νομιζοίμην σοφός,
ὡς ὑμᾶς ἡγούμενος εἶναι θεατὰς δεξιοὺς
καὶ ταύτην σοφώτατ᾽ ἔχειν τῶν ἐμῶν κωμῳδιῶν,
πρώτους ἠξίωσ᾽ ἀναγεῦσ᾽ ὑμᾶς, ἣ παρέσχε μοι
ἔργον πλεῖστον· εἶτ᾽ ἀνεχώρουν ὑπ᾽ ἀνδρῶν φορτικῶν
525 ἡττηθεὶς οὐκ ἄξιος ὤν· ταῦτ᾽ οὖν ὑμῖν μέμφομαι
τοῖς σοφοῖς, ὧν οὕνεκ᾽ ἐγὼ ταῦτ᾽ ἐπραγματευόμην.
ἀλλ᾽ οὐδ᾽ ὣς ὑμῶν ποθ᾽ ἑκὼν προδώσω τοὺς δεξιούς.
ἐξ ὅτου γὰρ ἐνθάδ᾽ ὑπ᾽ ἀνδρῶν, οἷς ἡδὺ καὶ λέγειν
ὁ σώφρων τε χὠ καταπύγων ἄριστ᾽ ἠκουσάτην,
530 κἀγὼ —παρθένος γὰρ ἔτ᾽ ἦν, κοὐκ ἐξῆν πώ μοι τεκεῖν—
ἐξέθηκα, παῖς δ᾽ ἑτέρα τις λαβοῦσ᾽ ἀνείλετο,
ὑμεῖς δ᾽ ἐξεθρέψατε γενναίως κἀπαιδεύσατε,
ἐκ τούτου μοι πιστὰ παρ᾽ ὑμῶν γνώμης ἔσθ᾽ ὅρκια.
νῦν οὖν Ἠλέκτραν κατ᾽ ἐκείνην ἥδ᾽ ἡ κωμῳδία
535 ζητοῦσ᾽ ἦλθ᾽, ἤν που ᾽πιτύχῃ θεαταῖς οὕτω σοφοῖς·
γνώσεται γάρ, ἤνπερ ἴδῃ, τἀδελφοῦ τὸν βόστρυχον.
ὡς δὲ σώφρων ἐστὶ φύσει σκέψασθ᾽· ἥτις πρῶτα μὲν
οὐδὲν ἦλθε ῥαψαμένη σκυτίον καθειμένον
ἐρυθρὸν ἐξ ἄκρου, παχύ, τοῖς παιδίοις ἵν᾽ ᾖ γέλως·
540 οὐδ᾽ ἔσκωψε τοὺς φαλακρούς, οὐδὲ κόρδαχ᾽ εἵλκυσεν,
οὐδὲ πρεσβύτης ὁ λέγων τἄπη τῇ βακτηρίᾳ
τύπτει τὸν παρόντ᾽ ἀφανίζων πονηρὰ σκώμματα,
οὐδ᾽ εἰσῇξε δᾷδας ἔχουσ᾽, οὐδ᾽ ἰοὺ ἰοὺ βοᾷ,
ἀλλ᾽ αὑτῇ καὶ τοῖς ἔπεσιν πιστεύουσ᾽ ἐλήλυθεν.
545 κἀγὼ μὲν τοιοῦτος ἀνὴρ ὢν ποητὴς οὐ κομῶ,
οὐδ᾽ ὑμᾶς ζητῶ ᾽ξαπατᾶν δὶς καὶ τρὶς ταὔτ᾽ εἰσάγων,
ἀλλ᾽ ἀεὶ καινὰς ἰδέας εἰσφέρων σοφίζομαι,
οὐδὲν ἀλλήλαισιν ὁμοίας καὶ πάσας δεξιάς·
ὃς μέγιστον ὄντα Κλέων᾽ ἔπαισ᾽ εἰς τὴν γαστέρα,
550 κοὐκ ἐτόλμησ᾽ αὖθις ἐπεμπηδῆσ᾽ αὐτῷ κειμένῳ.
οὗτοι δ᾽, ὡς ἅπαξ παρέδωκεν λαβὴν Ὑπέρβολος,
τοῦτον δείλαιον κολετρῶσ᾽ ἀεὶ καὶ τὴν μητέρα.
Εὔπολις μὲν τὸν Μαρικᾶν πρώτιστον παρείλκυσεν
ἐκστρέψας τοὺς ἡμετέρους Ἱππέας κακὸς κακῶς,
555 προσθεὶς αὐτῷ γραῦν μεθύσην τοῦ κόρδακος οὕνεχ᾽, ἣν
Φρύνιχος πάλαι πεπόηχ᾽, ἣν τὸ κῆτος ἤσθιεν.
εἶθ᾽ Ἕρμιππος αὖθις ἐποίησεν εἰς Ὑπέρβολον,
ἅλλοι τ᾽ ἤδη πάντες ἐρείδουσιν εἰς Ὑπέρβολον,
τὰς εἰκοὺς τῶν ἐγχέλεων τὰς ἐμὰς μιμούμενοι.
560 ὅστις οὖν τούτοισι γελᾷ, τοῖς ἐμοῖς μὴ χαιρέτω·
ἢν δ᾽ ἐμοὶ καὶ τοῖσιν ἐμοῖς εὐφραίνησθ᾽ εὑρήμασιν,
εἰς τὰς ὥρας τὰς ἑτέρας εὖ φρονεῖν δοκήσετε.

***
510 ΚΟΡ. Στο καλό, στο καλό
για το θάρρος σου αυτό.
Καλή τύχη να ᾽χει ο άντρας αυτός,
γιατί ενώ
έχει μπει στα βαθιά γερατειά,
με καινούριες ιδέες χρωματίζει το νου
και σοφία προσπαθεί ν᾽ αποχτήσει.

Ω θεατές, την αλήθεια σ᾽ εσάς, μά το θεό το Διόνυσο
που μ᾽ ανάστησε, τώρα θα πω, θα μιλήσω ελεύθερα.
520 Όσο, βέβαια, τη νίκη ποθώ κι άξιο να με πουν ποιητή,
άλλο τόσο είν᾽ αλήθεια που εγώ, έχοντάς σας για έξυπνους
κι από πίστη πως το έργο μου αυτό, που πολύ το δούλεψα,
έξοχο είναι, είπα θα ᾽πρεπε εσείς πρώτοι να το κρίνετε·
κι όμως έχασα εγώ, νικητές βγήκαν άλλοι, του σωρού·
άδικο ήταν· σ᾽ εσάς τους σοφούς το παράπονο θα πω,
που για χάρη σας έκανα εγώ τόσον κόπο και δουλειά.
Μα τους έξυπνους πάλι από σας δεν τους παρατώ. Γιατί
από τότε που κάποιοι —χαρά, να μιλείς μπροστά σ᾽ αυτούς—
μου παινέσαν ένα έργο μου εδώ, το Σεμνό και τον Αισχρό,
530 —σαν παρθένα, δεν ήταν σωστό να γεννήσω τότ᾽ εγώ,
τ᾽ άφησα έκθετο, κι άλλη μικρή κοπελιά το σήκωσε
και με γνοιαστήκατ᾽ εσείς με στοργή και μου τ᾽ αναθρέψατε—
από τότε κρατώ της καλής γνώμης σας ενέχυρο.
Λοιπόν έρχεται τώρα κι αυτή η κωμωδία μου ψάχνοντας,
σαν Ηλέκτρα του μύθου, μη βρει ξύπνιους όπως πριν θεατές·
θα γνωρίσει ασφαλώς, αν τη δει, την πλεξίδα του αδερφού.
Γιά κοιτάχτε πόσο είναι σεμνή· πρώτο, δε σας ήρθε εδώ
μ᾽ ένα πέτσινο πράμα, χοντρό και στην άκρη κόκκινο,
κρεμασμένο μπροστά, να γελούν βλέποντάς το τα παιδιά·
540 δεν κορόιδεψε αυτή φαλακρούς, ούτε κόρδακα έσυρε,
κι αν μες στο έργο ένας γέρος μιλά, δε χτυπά άλλο πρόσωπο
με ραβδί, μήπως έτσι οι χοντρές ανοστιές του ξεχαστούν·
δε χιμά μέσα δω με δαδιά, με τρελά ξεφωνητά,
στον εαυτό της μπιστεύεται αυτή μόνο και στους στίχους της.
Κι ενώ τέτοιος ποιητής είμ᾽ εγώ, δεν το παίρνω απάνω μου
κι ούτε δα ξεγελώ το κοινό λέοντας δυο και τρεις φορές
όλο τα ίδια· έχω νου που γεννά νέες μορφές κάθε φορά,
που όλες έξυπνες, μα η καθεμιά πάντα νέα κι αλλιώτικη.
Στην ακμή του τον Κλέωνα γερά στην κοιλιά τον βάρεσα,
550 μα σα στρώθηκε χάμω στη γη, δεν τον τσαλαπάτησα.
Ενώ οι άλλοι, σαν είδαν λαβή να τους δίνει ο Υπέρβολος,
τον ζουπάνε το δόλιο διαρκώς, και τη μάνα του μαζί.
Πρώτος ο Εύπολης, δίνοντας μια παραμόρφωση κακή,
ο άθλιος ναι, στους δικούς μας «Ιππείς», σέρνει εδώ το Μαρικά·
για να γίνει κι ο κόρδακας, γριά πρόσθεσε μπεκρού, τη γριά
που ήταν πλάσμα του Φρύνιχου· εκεί κήτος την κατάπινε.
Γράφει ο Έρμιππος έργο, κι αυτό για το μαύρο Υπέρβολο,
κι όλοι οι άλλοι από τότε χιμούν πάνω στον Υπέρβολο,
τις εικόνες που εγώ ᾽χα σκεφτεί για τα χέλια κλέβοντας.
560 Νόστιμα όποιος τα κρίνει όλ᾽ αυτά, στα δικά μου ας μη γελά·
μα αν εγώ κι όσα ο νους μου γεννά σας χαρίζουμε χαρά,
μυαλωμένους ανθρώπους εσάς θα σας λένε δω κι εμπρός.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΑΕΤΟΣ

ΑΕΤΟΣ
(αστερισμός)
 
αἰετός, […] ἀρχὸς οἰωνῶν (Πίνδ., Π 1.6-7)
 
Ο αετός είναι το ιερό πουλί του Δία (Διὸς ὂρνις). Όταν οι θεοί μοίρασαν τα πουλιά, έτυχε στον Δία ο αετός, το πουλί που πετά ψηλότερα από όλα, κοντά στον ήλιο, χωρίς να καίγονται τα φτερά του. Λεγόταν ακόμη ότι, όταν ο Δίας ενηλικιώθηκε και κίνησε εναντίον των Τιτάνων, φανερώθηκε αετός και από τότε τον έκανε ιερό σύμβολό του και τον καταστέρωσε. (Ερατοσθένους Καταστερισμοί, 1,30)* Λεγόταν ακόμη ότι ο Δίας έστειλε τον αετό του για να αρπάξει τον ωραίο Γανυμήδη και να τον φέρει στον Όλυμπο και ότι τον τίμησε κάνοντάς τον αστερισμό στον ουρανό, σε ανάμνηση της πράξης του.
---------------------------
*Αστερισμός του Αετού
 
Οὗτός ἐστιν ὁ Γανυμήδην ἀνακομίσας εἰς οὐρανὸν τῷ Διί, ὅπως ἔχῃ οἰνοχόον. ἔστι δὲ ἐν τοῖς ἄστροις, δι' ὅσον καὶ πρότερον, ὅτε οἱ Θεοὶ τὰ πτηνὰ διεμερίζοντο, τοῦτον ἔλαχεν ὁ Ζεύς. μόνον δὲ τῶν ζῴων ἀνθήλιον ἵπταται ταῖς ἀκτῖσιν οὐ ταπεινούμενον· ἔχει δὲ τὴν ἡγεμονίαν ἁπάντων· ἐσχημάτισται δὲ διαπεπταμένος τὰς πτέρυγας ὡς ἂν καθιπτάμενος. Ἀγλαοσθένης δέ φησιν ἐν τοῖς Ναξικοῖς γενόμενον τὸν Δία ἐν Κρήτῃ καὶ κατὰ κράτος ζητούμενον, δὶς ἐκκλαπέντα, ἐκεῖθεν ἐκκλαπῆναι καὶ ἀχθῆναι εἰς Νάξον, ἐκτραφέντα δὲ καὶ γενόμενον ἐν ἡλικίᾳ τὴν τῶν Θεῶν βασιλείαν κατασχεῖν· ἐξορμῶντος δὲ ἐκ τῆς Νάξου ἐπὶ τοὺς Τιτᾶνας καὶ ἀετὸν αὐτῷ φανῆναι συνιόντα, τὸν δὲ οἰωνισάμενον ἱερὸν αὑτοῦ ποιήσασθαι [κατηστερισμένον] καὶ διὰ τοῦτο τῆς ἐν οὐρανῷ τιμῆς ἀξιωθῆναι.
Ερατοσθένης, Καταστερισμοί, 1,30

Ευτυχία: Η έννοια της για τον καθένα μας

Η ευτυχία είναι μια πολυδιάστατη έννοια, που έχει αποτελέσει αντικείμενο μελέτης για πολλούς, στην προσπάθεια τους, να γίνει όσο το δυνατό κατανοητή η σημασία της και ο ρόλος που παίζει στην ψυχική ολοκλήρωση του ατόμου.

Η ευτυχία είναι ένας σύνθετος όρος και συνίσταται από το ευ και την τύχη, δηλαδή σημαίνει την καλή τύχη που οδηγεί στην ευδαιμονία. Βέβαια, ο σκοπός του άρθρου δεν είναι αποκλειστικά για να δώσει τον ορισμό της λέξης καθαυτής, αλλά για να αντιπαραβάλει την έννοια αυτή μέσα στα δεδομένα της σύγχρονης κοινωνίας.

Τι θεωρείται ευτυχία σήμερα ή ποιος είναι τελικά ο ευτυχισμένος άνθρωπος, υπάρχει άραγε;

Για τον καθένα από μας η ευτυχία, ορίζεται, ως κάτι διαφορετικό, παίρνοντας έτσι πολλές μορφές. Κατά την άποψη μου είναι όταν επιτυγχάνεις ένα δύσκολο εγχείρημα που το είχες θέσει ως στόχο σου ή όταν έχεις καταφέρει να ξεχωρίσεις γι’ αυτό σου το επίτευγμα. Το ρήμα ξεχωρίζω, χρησιμοποιείται, εδώ, με την έννοια της φήμης που μπορεί να έχει αποκτήσει κάποιος, ακόμα και μέσα σε μια μικρή ομάδα ενός συνόλου, που αποτελεί μέρος της κοινωνίας. Αυτό που μόλις περιέγραψα ως ευτυχία, είναι κάτι σχετικό γιατί αποτελεί ένα πολύ μικρό μέρος, στην σύνθεση αυτής.

Βέβαια λαμβάνοντας υπ’ όψη τα σημερινά δεδομένα η έννοια αυτή, κάποιες φορές συγχέεται με τον καταναλωτισμό. Ευτυχισμένος δηλαδή είναι αυτός που έχει τα περισσότερα αγαθά. Ανταποκρίνεται όμως αυτός ο ισχυρισμός στην πραγματικότητα; Έχω χρήματα άρα είμαι ευτυχισμένος. Αγόρασα ότι πιο καινούργιο κυκλοφόρησε, συνεπώς είμαι και ευτυχισμένος. Για πόσο κρατάει αυτή η ευτυχία; Μπορεί να χαρακτηριστεί αυτή η χαρά που προσφέρει η αγορά ενός αντικειμένου, ως ευτυχία; Το να έχεις χρήματα και αγαθά εννοείται πως συμβάλλουν στο να είσαι ευτυχισμένος, δεν μπορεί κάποιος να πει το αντίθετο. Όπως είχε πει και ο Ξενοφών «Όσα περισσότερα έχω, τόσο πιο ευχάριστα ζω». Όλα αυτά, θεωρώ, ότι αποτελούν τα μέσα για να είναι κάποιος ευτυχισμένος. Ευτυχία

Όμως, που πραγματικά κρύβεται η αληθινή ευτυχία, για να είναι ολοκληρωμένη; Ολοκληρωμένη μπορεί να χαρακτηριστεί η ευτυχία, όταν ενδόμυχα μας, εκεί που υπήρχε η αίσθηση ενός κενού που χρειάζεται να καλυφθεί, τη θέση του έχει πάρει πλέον η ευτυχία και το αίσθημα αυτό παύει να υπάρχει. Σαν ένα κομμάτι από παζλ, που ενώ έχει ολοκληρωθεί του λείπει ακόμα ένα τελευταίο κομμάτι το οποίο κάπου έχει χαθεί και προσπαθούμε να το βρούμε.

Εκτός από τα χρήματα και τα αγαθά, είναι και η ανάγκη του ατόμου να περιβάλλεται από ανθρώπους που τον αγαπούν και θα βρεθούν στο πλευρό του ανά πάσα στιγμή.

Παράδειγμα αποτελεί, ένας ευτυχισμένος γάμος, που δεν έχει να κάνει μόνο με τα χρήματα αλλά και με την αλληλοκατανόηση και αγάπη που υπάρχει ανάμεσα στο ζευγάρι. Δηλαδή με λίγα λόγια οι διαπροσωπικές σχέσεις που έχει αναπτύξει το άτομο. Άλλο παράδειγμα αποτελεί η υγεία ενός ατόμου, το να είναι κάποιος υγιής είναι ευτυχία, γιατί αν δεν υγιής, όσο αισιόδοξος και αν είναι, πάντα κάτι θα τον βασανίζει μέσα του, όπως το παράδειγμα με το παζλ που έγινε αναφορά παραπάνω. Ευτυχία, μπορεί να πει κάποιος, είναι να είμαστε χαρούμενοι μ’ αυτά που έχουμε και να προσπαθούμε να κατακτήσουμε ακόμα πιο πολλά χωρίς όμως να φθονούμε τους γύρω μας, γι' αυτά που ήδη έχουν εκείνοι.

Όλα αυτά οδηγούν στο εξής συμπέρασμα, ότι πρέπει να ξεχωρίσουμε τι όντως πραγματικά αξίζει. Ποια «πράγματα» έχουν μεγαλύτερη αξία και θα πρέπει να δώσουμε ιδιαίτερη προσοχή. Δηλαδή ποια είναι αυτά που θα οικοδομήσουν την ευτυχία μας. Στον καθένα από μας, είναι απολύτως λογικό αυτά τα κριτήρια, να υφίστανται διαφοροποίηση. Την απάντηση αυτή, θα πρέπει να δώσουμε εμείς οι ίδιοι.

Κλείνοντας θα παραθέσω το παρακάτω απόσπασμα από τη Θεωρία της Ηδονής του Giacomo Leopardi: «Δεν υπάρχει στη ζωή πιο μεγάλη απόλαυση ούτε πιο μεγάλη ευτυχία από το να μην έχεις συνείδηση ότι ζεις».

Ο πραγματικός λόγο που είμαστε αφηρημένοι

Όταν θέλουμε να συγκεντρωθούμε πραγματικά και να είμαστε λιγότερο αφηρημένοι, αποδεικνύεται πως δυσκολευόμαστε πολύ. Τείνουμε να σκεφτόμαστε ότι η προσοχή μας αφαιρείται λόγω των ηλεκτρονικών συσκευών, των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και των χιλιάδων άλλων ειδοποιήσεων και ερεθισμάτων που επιζητούν να στρέψουμε το βλέμμα μας προς εκείνα.

Όμως, σύμφωνα με έρευνα δύο ψυχολόγων του Χάρβαρντ, το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι το χαοτικό μας περιβάλλον, αλλά ο νους μας. Οι ψυχολόγοι Matthew Killingsworth και Daniel Gilbert βρήκαν ότι ο ανθρώπινος νους είναι ουσιαστικά προγραμματισμένος σε αυτή την κατάσταση συνεχούς αφηρημάδας.

Σε μια έρευνα με δείγμα 2.250 ενήλικες, οι ερευνητές συμπέραναν ότι ξοδεύουμε περίπου το 47% της μέρας μας αφηρημένοι. Η περιπλάνηση του νου είναι μια εμπειρία τόσο κοινή και φυσική για εμάς, που δεν την προσέχουμε καν.

Συμβαίνει όταν περιμένουμε στην πύλη του αεροδρομίου και φανταζόμαστε ότι βρισκόμαστε ήδη στον προορισμό μας και απολαμβάνουμε ένα κοκτέιλ. Ή όταν είμαστε στο ταξί και σκεφτόμαστε τα emails που ξεχάσαμε να απαντήσουμε νωρίτερα το πρωί. Ή όταν περιμένουμε στην αίθουσα συνάντησης, αλλά φανταζόμαστε ότι αντιθέτως είμαστε σε ένα μπαρ και διασκεδάζουμε. Όλοι είμαστε οικείοι με αυτή την κατάσταση και φαίνεται πως πρόκειται για αυτόματη κατάσταση λειτουργίας του εγκεφάλου μας.

«Δεν υπάρχει τίποτε παράξενο σ’ αυτό. Η αφηρηµάδα (mind wandering) είναι τόσο διαδεδοµένη επειδή είναι αδύνατο να σταματήσουμε τη σκέψη, ο ανθρώπινος εγκέφαλος είναι φτιαγµένος για να εργάζεται ακατάπαυστα», αναφέρουν οι επιστήμονες.

Αυτή η διαπίστωση έχει δύο επιπλοκές. Αρχικά, δείχνει ότι η αφηρημάδα είναι κυρίως ένα παιχνίδι του νου. Αν πραγματικά θέλουμε να συγκεντρωθούμε, αν θέλουμε να διαχειριστούμε τους περισπασμούς της ψηφιακής εποχής, το μονοπάτι πρέπει να περιλαμβάνει την ανάπτυξη μιας νέας συνήθειας πιο αποτελεσματικής ως προς τη διαχείριση του πιο πολύτιμου πόρου μας: της προσοχής μας.

Υπάρχει όμως και μια άλλη διαπίστωση/ συμπέρασμα: Πρέπει να εστιάζουμε λιγότερο στο τι κάνουμε και περισσότερο στο πώς είμαστε. Αυτή η έρευνα αποκάλυψε επίσης ότι η περιπλάνηση του νου έχει περισσότερο να κάνει με την δυστυχία παρά με τις δραστηριότητες τις οποίες κάνουμε. Αυτός δεν είναι ο τρόπος που φυσιολογικά σκεφτόμαστε.

Γενικά σκεφτόμαστε ότι κάνοντας ευχάριστα πράγματα νιώθουμε και ευτυχισμένοι. Αλλά αυτοί οι ερευνητές βρήκαν ότι οι δραστηριότητες είναι υπεύθυνες μόνο για το 4.6% της ευτυχίας μας. Η πλήρης παρουσία μας στο παρόν, αντί για την περιπλάνηση του νου, αντιστοιχεί στο περίπου 10.8%. Οπότε στόχος μας είναι να καταφέρουμε να ελέγξουμε όσο περισσότερο μπορούμε το πότε ο νους μας θα περιπλανηθεί και πότε θα συγκεντρωθεί.

Η NASA ψάχνει για ζωή στον Τιτάνα τον μεγαλύτερο δορυφόρο του Κρόνου

Είναι δυνατόν πίσω από την ελληνική Μυθολογία να κρύβονται πληροφορίες για ουράνια σώματα που κατοικούνται από όντα στο Διάστημα; Τιτάνες, Έλληνες Θεοί, Κρόνος, Δίας... συνθέτουν ένα ψηφιδωτό που -ενδέχεται- να ανοίξει την πύλη στην ανθρωπότητα σε έναν άγνωστο, υπέροχο, αλλά εξίσου επικίνδυνο κόσμο.

Τελικά, είμαστε μόνοι ή το σκοτεινό διάστημα κρύβει εκπλήξεις; Σύντομα θα γίνουμε λίγο σοφότεροι -ίσως και περισσότερο από... λίγο- σε ό,τι έχει σχέση με τη «γειτονιά μας», το Ηλιακό σύστημα, καθώς η NASA στέλνει drone στον Τιτάνα, το μεγαλύτερο φεγγάρι -δορυφόρο- του Κρόνου. Του πλανήτη που πήρε το όνομά του από τον πατέρα των Ελλήνων θεών και που φαίνεται να κρύβει πολλά μυστικά πίσω από τους δακτυλίους του ή και μποστά από το υπέροχο αυτό φαινόμενο.

Όπως ανακοίνωσε με μεγάλη περηφάνια η NASA την Πέμπτη, η αποστολή Dragonfly θα προσεγγίσει την επιφάνεια του Τιτάνα και θα προβεί σε διάφορες έρευνες, αναζητώντας ζωή, έστω και σε επίπεδο μικροβίων.

Το διαστημόπλοιο που θα ερευνήσει τον Τιτάνα, θα εκτοξευθεί το 2026 και θα φτάσει στον δορυφόρο του Κρόνου το 2034.

Οι μέχρι τώρα μελέτες δείχνουν ότι το μεγαλύτερο φεγγάρι του Κρόνου έχει πυκνή ατμόσφαιρα και διαθέτει λίμνες με μεθάνιο, το συστατικό που ενδέχεται να έχει σχηματιστεί από ζωντανούς οργανισμούς που απεβίωσαν.

Τα πρώτα στοιχεία για τον Τιτάνα συνέλεξε το Cassini , το οποίο ολοκλήρωσε το 2017 μία 20ετή έρευνα στον Κρόνο. Απ' όσα έχουν συλλέξει και εκτιμήσει οι επιστήμονες της NASA, η περίπτωση του Τιτάνα παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Για τον λόγο αυτόν κρίθηκε σκόπιμο να ξεκινήσει η οργάνωση μίας μεγάλης αποστολής, καθώς οι πιθανότητες να βρεθεί ζωή στον μεγάλο δορυφόρο ή να υπάρχουν στοιχεία που θα μπορούν να στηρίξουν ζωή, είναι πολύ υψηλότερες του μέσου όρου.

Η διδασκαλία των Αρίων

Η «γνώση» παράγει «απόσπαση»
 
O Julius Evola [Ιούλιος Έβολα] υπήρξε ακέραιος στοχαστής και φιλόσοφος μιας πνευματικής παρακαταθήκης και ενός ηρωικού τρόπου ζωής στα πρότυπα των αρχαίων ευγενών πολεμιστών. Μιας ασκητικής διδασκαλίας, διαχωρισμένης με τον πλέον αυτάρκη τρόπο, από το μη – αυθύπαρκτο και αδρανές υλιστικό πνεύμα της σύγχρονης μαζικοποίησης, στρεφόμενης καθαρά προς ένα υπερβατικό κέντρο έξω και πέρα από την αιτιότητα και την αναγκαιότητα της εξαρτημένης δημιουργίας και καταστροφής. Το πνεύμα ενός Ολύμπιου, αξονικού νου ο οποίος ατάραχος και γαλήνιος φωτίζει σαν ήλιος τις πλάνες και τις ψευδαισθήσεις των απέραντων δημιουργιών και του κύκλου της ζωής.
 
Σ’ αυτήν την καθοδική πορεία του ανθρώπινου πολιτισμού, την οποία ο Έβολα παρομοίωσε με την σκοτεινή εποχή της Ινδουιστικής Κάλι Γιούνγκα, το σιδηρούν γένος του Ησίοδου, αλλά και ως το Λυκόφως των Θεών, παρέθεσε ένα πλήθος «υπερβατικών σημείων αναφοράς» προτείνοντας στην ουσία τόσο το δρόμο της ατομικής δράσης, όσο και τον δρόμο του «Γνώθι σ’ Αυτόν».
 
Σκοπός του ήταν η αφύπνιση και η απελευθέρωση της ενεργητικής αρχής του ανθρώπου και το άλμα αυτού προς το εσωτερικό του κέντρο, το ενστικτώδες. Στον πυρήνα του οποίου βρίσκεται το πρόβλημα του “απαραβίαστου της ύπαρξης”, το Είναι, η Ψυχή, πρόσωπο με πρόσωπο με το αδηφάγο κι ακόρεστο Γίγνεσθαι που μας περιβάλλει.
 
«Ο καθένας είναι άρχοντας του εαυτού του, δεν υπάρχει κανένας άλλος άρχοντας και με το να κυριεύσεις τον εαυτό σου θα έχεις έναν αφέντη όμοια του οποίου είναι δύσκολο να βρεις»
 
Ο βρυχηθμός του λιονταριού
 
«Αν, από τη μια μεριά, αυτός ο πολιτισμός θερίζει περισσότερα θύματα από κάθε άλλο γνωστό παγανιστικό είδωλο, από την άλλη μεριά, η φύση του είναι τέτοια που μέσα σ’ αυτόν, ακόμα και ο ηρωισμός, η θυσία και ο αγώνας, επιδεικνύουν σχεδόν χωρίς εξαίρεση, έναν σκοτεινό “στοιχειώδη” και απλά γήινο χαρακτήρα, ακριβώς εξαιτίας της ελλείψεως κάποιου ανώτερου, υπερβατικού στοιχείου αναφοράς»
 
Οι τεχνικές της πνευματικής πραγμάτωσης που παραθέτει στα βιβλία του μπορούν να θεωρηθούν ως απόπειρες, άλλες φορές σε εξωτερικό και άλλες φορές σε εσωτερικό επίπεδο, να προάγει μια αλλαγή στη νοοτροπία του Ιταλού, τον οποίο σκιαγραφεί στερεότυπα σαν τον τύπο που παίζει μαντολίνο, τρώει μακαρόνια και είναι όλο πίτσα, μαφία-πολιτική και εκκλησία. Αντίστοιχες περιγραφές μπορούν να γίνουν αυθόρμητα για τον σύγχρονο Έλληνα αστό, υποταγμένο στις προδιαθέσεις του για άρτο και θεάματα, με την συνοδεία εκκλησιαστικών ύμνων και λαϊκών ασμάτων.
 
«Άπαξ και η απόσπαση ερμηνευτεί κυρίως με αυτή την εσωτερική αίσθηση, φαίνεται ίσως ευκολότερο να επιτευχθεί σήμερα σε κάποιο πιο φυσιολογικό και παραδοσιακό πολιτισμό. Αυτός που είναι ακόμα ένα “Άριο” πνεύμα σε μια μεγάλη Ευρωπαϊκή ή Αμερικάνικη πόλη, με τους ουρανοξύστες και την άσφαλτο, με τα πολιτικά και τα σπορ, με τα πλήθη που χορεύουν και κραυγάζουν, με του υποστηρικτές της κοσμικής κουλτούρας και της άψυχης επιστήμης και ούτω καθεξής – ανάμεσα σε όλα αυτά μπορεί να νιώσει τον εαυτό του πιο μόνο, αποσπασμένο και περιπλανώμενο από ότι θα ήταν στην εποχή του Βούδα σε συνθήκες φυσικής απομόνωσης και πραγματικής περιπλάνησης.
 
Η μεγαλύτερη δυσκολία, από αυτή την άποψη, βρίσκεται στο να δώσει κανείς, σε αυτή την αίσθηση της εσωτερικής απομόνωσης, που σήμερα μπορεί να συμβαίνει σε πολλούς σχεδόν αυθόρμητα, ένα θετικά γεμάτο, απλό και διάφανο χαρακτήρα, με εξάλειψη κάθε ίχνους κενότητας, μελαγχολίας, διχόνοιας ή άγχους. Η απομόνωση και η μοναξιά δεν θα πρέπει να είναι βάρος, δυστυχία, κάτι το οποίο κάποιος πάσχει, το οποίο γεννιέται άθελα, ακούσια, ούτε ένα είδος καταφυγίου ή ασύλου που μεταφέρεσαι με τη βία ή κάτω από περιστάσεις, αλλά απεναντίας, μια φυσική, απλή και ελεύθερη ψυχική διάθεση. Σε ένα κείμενο διαβάζουμε: «Η μοναξιά αποκαλείται σοφία, αυτός ο οποίος είναι μόνος θα ανακαλύψει ότι είναι χαρούμενος»
 
Κατεξοχήν νεοπλατωνικός φιλόσοφος, πολέμιος του χριστιανικού πνεύματος αλλά και των σύγχρονων κοινωνικοπολιτικών επαναστάσεων που οδήγησαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στην αστικοποίηση και ισοπέδωση της ιδιαίτερης ατομικής αρχής του ανθρώπου, ο σύγχρονος αυτός Ηράκλειτος, ακολούθησε μια γραμμή ελεύθερη προκαταλήψεων από φιλοσοφικές, πολιτικές ή θρησκευτικές πεποιθήσεις.
 
Ως προς αυτές, ενστερνίστηκε την άποψη του Νίτσε, ότι οι πεποιθήσεις είναι οι εχθροί της αλήθειας, χειρότεροι από τα ψεύδη, διότι οποιοδήποτε ψεύδος, με όση τέχνη και να υφανθεί, πάντα έχει σαν εχθρό την κριτική ανάλυση, την ικανότητα για ΔΙΑΚΡΙΣΗ.
 
Η οξύτατη και ψυχρή αναλυτική ικανότητά του θεωρεί και ξεπερνά πολιτικοκοινωνικά συστήματα, όπως θρησκευτικό-μοναρχικά, πρωτόγονα και ανιμιστικά, πεφωτισμένα και φεουδαρχικά, αστικό – εμπορικά και επιλεκτικά, κολλεκτιβιστικά και καπιταλιστικά. Απολύτως η θεωρητική του ανάλυση ίσταται υπεράνω του καλού και του κακού και στέκεται σαν πρόταση για άμεση δράση και εξέγερση ενάντια στο σύγχρονο κατεστημένο, ανεξάρτητα από πολιτικές πεποιθήσεις, δόγματα και δοξασίες.
 
«Ένα γήινο τελλουρικό πνεύμα μπορεί να θεωρήσει εντελώς φυσιολογικό ένα σκοτεινό αυτοπροσδιορισμό με τη δημιουργία και τις στοιχειώδεις δυνάμεις της, σε τέτοια έκταση που ούτε καν αντιλαμβάνεται την τραγική της άποψη – όπως συμβαίνει κάποιες φορές μεταξύ των Νέγρων, των άγριων, πρωτόγονων και απολίτιστων λαών, ακόμα και μεταξύ συγκεκριμένων Σλάβων. Ένα «Διονυσιακό» πνεύμα μπορεί να θεωρήσει την καθολική παροδικότητα, μικρής σημασίας, αντιπαραθέτοντας σε αυτή το carpediem (το άδραγμα της μέρας), τη χαρά της στιγμής, τον ενθουσιασμό ενός διεφθαρμένου όντος που απολαμβάνει από στιγμή σε στιγμή διεφθαρμένα πράγματα, μια χαρά όλο και πιο έντονη μέσα σε αυτά.
 
Ένα «σεληνιακό» πνεύμα, θρησκευτικά προδιαθετημένο, μπορεί με τη σειρά του να δει στο απροσδόκητο της ζωής μια εξιλέωση ή μια εξέταση, στην αντιμετώπιση της οποίας οφείλει να συμπεριφερθεί με μετριοφροσύνη και μοιρολατρία, έχοντας πίστη στην αδιαπέραστη και ανεξιχνίαστη θεία θέληση, διατηρώντας την αίσθηση του »πλάσματος» που δημιουργήθηκε απ” το τίποτα. Από άλλους πάλι ο θάνατος μας, θεωρείται ένα απόλυτα φυσικό και τελικό φαινόμενο, η σκέψη του οποίου δεν θα έπρεπε ούτε για μια στιγμή να αναστατώσει μια ζωή προσανατολισμένη προς γήινες φιλοδοξίες. Τέλος ένα «Φαουστιανό», «τιτανικό» ή Νιτσεϊκό πνεύμα μπορεί να πιστεύει και να διακηρύσσει έναν «τραγικό ηρωισμό», να επιθυμεί δημιουργία κι ακόμα να επιθυμεί την «αιώνια επιστροφή». Και ούτω καθεξής.
 
Από τα παραπάνω παραδείγματα φαίνεται εύκολα ότι η Γνώση παράγει Απόσπαση, μονάχα στη περίπτωση μιας ιδιαίτερης φυλής ενός πνεύματος, εκείνη την οποία με μια ιδιαίτερη ευθυκρισία έχουμε αποκαλέσει ΗΡΩΙΚΗ. Μονάχα σε εκείνους τους οποίους αυτή η φυλή επιβιώνει και οι οποίοι το επιθυμούν, είναι δυνατόν το θέαμα του καθολικού απροσδόκητου να γίνει η αρχή της αφυπνίσεως, να καθορίσει την επιλογή των κλίσεων, να προκαλέσει και να διεγείρει την αντίδραση που ακολουθείται από το «Όχι, δεν θέλω άλλο από αυτό», όπως και από το «Αυτό δεν ανήκει σε μένα, δεν είμαι αυτό, αυτό δεν είναι ο εαυτός μου» επεκταμένα σε όλες τις καταστάσεις της σαμσαρικής ύπαρξης.
 
Η εργασία τότε έχει μία και μοναδική δικαιολογία – δικαίωση: πρέπει να γίνει, δηλαδή, για το ευγενές και ηρωικό πνεύμα δεν υπάρχει εναλλακτική επιλογή. «Εκείνο το οποίο είναι να γίνει έχει γίνει» – αυτή είναι η καθολική επαναλαμβανόμενη φράση που αναφέρεται στους Αρίους οι οποίοι έχουν καταστρέψει την άγνοια και έχουν επιτύχει την αφύπνιση»
 
«Η διδασκαλία των Αρίων αποκαλείται πέραν της φαντασίας και είναι ανεπίδεκτη αφομοίωσης από κάθε διαδικασία συλλογισμού. Εκείνο το οποίο δεν μπορεί να κατανοηθεί με την λογική. Αντίθετα παρουσιάζεται ως μια »αφύπνιση». Κάποιος μπορεί να δει με μιας, την αντιστοιχία ανάμεσα σε αυτή τη μέθοδο και τις απόψεις του Πλάτωνα περί αναμνήσεως, αναπόλησης ή αναθύμισης, υπερνικώντας την κατάσταση της λήθης. Στην διδασκαλία της αφυπνίσεως, ο Έβολα παρουσίασε τον αρχέγονο ασκητικό Βουδισμό με ένα αριστοκρατικό χαρακτήρα, ο οποίος ορίζει μέσα στον άνθρωπο ένα ουσιαστικό πυρήνα μεταφυσικό και προκαταρκτικό.
 
«Ο βρυχηθμός του λιονταριού» είναι ο προσδιορισμός του πρίγκιπα Σιντάρτα – του Βούδα. Αυτός που ανήκει στην κάστα των πολεμιστών, ένας ασκητικός πολεμιστής ο οποίος άνοιγε ένα μονοπάτι μόνος του με την δικιά του δύναμη. Σε αντίθεση με την ερμηνεία που δόθηκε απ’ τους θρησκευτικούς αντιπροσώπους του βουδισμού, «σαν απλός ηθικός κώδικας βασισμένος στην ευσπλαχνία, τον ανθρωπισμό και έχοντας αποδράσει απ’ τη ζωή επειδή αυτή είναι «δεινοπάθημα» η οποία θεωρήθηκε εξωγενής, βέβηλη και επιφανειακή.
 
Η πρωταρχική σημασία του όρου άσκηση – από το ασκέω, «να εκγυμνάζομαι» – ήταν απλά εκγύμναση και κατά τη Ρωμαϊκή έννοια πειθαρχία. Ο αντίστοιχος Ινδο – Άριος όρος είναι tapas και έχει μια αντίστοιχη σημασία, με εξαίρεση το ότι, η ρίζα tap, που σημαίνει «είμαι καυτός» ή «λάμπω» περιέχει επίσης την ιδέα μιας έντονης και σφοδρής συγκέντρωσης λάμψης, σαν από φωτιά.
 
Με την ανάπτυξη του δυτικού πολιτισμού, ωστόσο, ο όρος άσκηση έχει πάρει μια ιδιαίτερη σημασία που διαφέρει απ την αρχική. Όχι μόνο υποθέτει μια αποκλειστικά θρησκευτική σημασία, αλλά απ’ το γενικό ύφος της πίστης και του θρησκευτικού δόγματος που έχει έρθει να κυριαρχήσει ανάμεσα στον δυτικό κόσμο, ο ασκητισμός είναι άρρηκτα δεμένος με ιδέες που έχουν να κάνουν με νέκρωση και ταπείνωση της σάρκας, καθώς και με επίπονη, οδυνηρή απάρνηση του κόσμου: έχει έτσι φτάσει να αντιπροσωπεύει τη μέθοδο με την οποία αυτή η πίστη συνήθως συνηγορεί και υποστηρίζεται σαν την πλέον κατάλληλη για την απόκτηση »σωτηρίας» και την συμφιλίωση του ανθρώπου με τον δημιουργό του, παραφορτωμένος πάντα με πρωταρχικές αμαρτίες.
 
«To μίσος του πρωταρχικού χριστιανισμού για κάθε μορφή γονιμοποιού πνευματικότητας, το στιγματίζειν του σαν παραφροσύνη και αμάρτημα υπερηφάνειας όλων αυτών των πραγμάτων που μπορούν να βοηθήσουν σε μια ενεργή υπέρβαση της ανθρώπινης κατάστασης, εκφράζουν με τρόπο καθαρό την μη κατανόηση για το ηρωικό σύμβολο.
 
Το δυναμικό που η νέα πίστη γνώρισε να παράγει μεταξύ αυτών που αισθάνονταν το ζωντανό μυστήριο του χριστού, του σωτήρα και απ αυτό ήλξαν την δύναμη για μια φρενίτιδα του μαρτυρίου, δεν εμποδίζει το ότι η έλευση του χριστιανισμού σημαίνει μια πτώση. Με αυτό το δυναμικό συνολικά, πραγματοποιήθηκε μια ειδική μορφή εκείνου του ευνουχισμού που ανήκει στους κύκλους σεληνιακού-ιερατικού τύπου.
 
Η παρούσα κρίση των δυτικών θρησκειών βασισμένες στην πίστη, είναι γνωστή σε όλους και δεν χρειάζεται να επισημάνουμε τον ολοκληρωτικά κοσμικό, υλιστικό και σαμσαρικό χαρακτήρα της νοοτροπίας η οποία δεσπόζει στους σύγχρονους καιρούς μας. Έχουμε την δικαιοδοσία να ρωτήσουμε τους εαυτούς μας, κάτω από αυτές τις συνθήκες, ποιο σύστημα, βασισμένο αυστηρά στη γνώση, ελεύθερο από στοιχεία τόσο πίστεως όσο και νοησιαρχίας, όχι δεμένο με μια τοπικά οργανωμένη παράδοση, αλλά στην πραγματικότητα κατευθυνόμενο προς το ενστικτώδες, θα μπορούσε να προσφέρει. Είναι προφανές ότι αυτό το μονοπάτι ταιριάζει μόνο σε μια πολύ μικρή μειονότητα, που έχει το χάρισμα μιας εξέχουσας εσωτερικής δύναμης»
 
Η προσπάθεια του Έβολα να παρουσιάσει τον άνθρωπο ως Άτομο εξ’ ολοκλήρου πνευματικό, που αγωνίζεται στο πεδίο της μάχης και δεν παραιτείται άνανδρα από τις περιπέτειες της ζωής, είναι σύμφωνη με το ιδεώδες του να ξεπερνά κάποιος τις φυσικές αντιστάσεις με την δύναμη της θέλησης του και με σκοπό να αφυπνιστεί από τις πλάνες. Η αποφασιστικότητα του – είναι καλύτερα να πεθάνεις μαχόμενος παρά να ζεις νικημένος – φέρνει τον άνθρωπο αντιμέτωπο με την ευθύνη της ύπαρξής του, αποσπώντας τον από το μη – αυθύπαρκτο και εξαρτημένο πνεύμα του υλισμού.
 
«Η γνώση σε ένα κείμενο παρομοιάζεται με την λάμψη μιας αστραπής. Κάποιος προτρέπεται να «ανυψωθεί και να αφυπνιστεί» όταν αντιληφθεί την ίδια του την παθητικότητα, την ίδια του την νωθρότητα, το ότι δεν αφήνει την στιγμή να περάσει – αν η κατάλληλη στιγμή αφεθεί να περάσει, εκείνη τη στιγμή κατά την οποία κάποιος θα ήταν σε θέση να υπερνικήσει την δύναμη στην οποία τόσο οι άνθρωποι, όσο και οι θεοί υπόκεινται, ο δαίμονας του θανάτου θα επιβεβαίωνε την ισχύ του. Πρέπει να μπαίνουμε στην μάχη καθημερινά – αύριο ίσως να μην υπάρχουμε. Δεν υπάρχει ανακωχή για μας με τον μεγάλο στρατό του θανάτου. Μονάχα, κάποιος που ζει μ' αυτόν τον τρόπο, που αγωνίζεται ακούραστα μέρα και νύχτα, επιτυγχάνει την ευδαιμονία, επιτυγχάνει την μακαριότητα και αποκαλείται ευλογημένος σοφός»
 
Η φύση του ανυπόστατου και παροδικού γίγνεσθαι νοείται ως μια ροή, ένα ρεύμα, κάτι το οποίο δεν ξεκινάει με την γέννηση ούτε διακόπτεται από τον θάνατο. Όταν οι συνθήκες, οι οποίες έχουν καθορίσει τον συνδυασμό των στοιχείων και των καταστάσεων σε ένα βλαστό, δεν είναι πλέον αποτελεσματικές, το άτομο ως τέτοιο – δηλαδή ως συγκεκριμένο άτομο – διαλύεται, καταναλώνεται και επιστρέφει, ανάλογα με τις κλίσεις και τις προδιαθέσεις, σε νέο “όνομα και μορφή”, όχι απόλυτα όμοιο, ούτε απόλυτα διαφορετικό – διαμορφωμένο, καθορισμένο και εξαρτημένο από περιεχόμενο, το οποίο είναι παροδικό. Η ίδια η ζωή λοιπόν, μορφοποιεί και αναλώνει τον εαυτό της, αυτοστιγμεί, ακατάπαυστα και απεριόριστα, σε ένα απρόσωπο και αιώνιο κύκλο επιθυμίας και δίψας για δημιουργία και καταστροφή. Τον κύκλο των γεννήσεων, της ειμαρμένης και της αναγκαιότητας.

«Αυτό το ρεύμα είναι μια φαντασμαγορία κενή από ουσία: πέρα από αυτό ο ασκητής, ο οποίος προχωράει σαν εκείνον του οποίου το κεφάλι φλέγεται, αναζητά την «ακλόνητη κατοικία»
 
Έτσι λοιπόν βλέπουμε ότι η κληρονομιά, πέρα από τους υπαινιγμούς μιας γήινης βιολογικής κατεύθυνσης, θεωρείται κάτι πολύ πιο αχανές. Μέσα στα ευρύτερα πλαίσια μιας διαδικασίας καύσης και αναζωπύρωσης, όπου τα γένη, οι φυλές, τα είδη τοποθετούνται πλέον, σε μια αλυσίδα προδιαθέσεων και επιθυμιών, ταυτιζόμενες με την πλάνη του Εγώ, αλλά υποκείμενες ουσιαστικά στο μη αυθύπαρκτο.
 
Επίσης, γίνεται αντιληπτή από το υπεραισθητό μάτι, η παρουσία μιας οντότητας, ενός »δαίμονα», ο οποίος έχει μια προ- και μια αλληλογενέθλια ύπαρξη, τρεφόμενη από την «επιθυμία» και μεταφερόμενη από τις παρορμήσεις τροφοδοτούμενες από άλλες ζωές και η οποία αναζητά να φανερωθεί σε μια νέα ύπαρξη μέσω της διαδικασίας μιας νέας «καύσης». Πρόκειται για μια ζωή η οποία δεν εξαντλείται ανάμεσα στα όρια του ατόμου, αλλά η οποία θεωρείται μάλλον ως η «ζωή» αυτής της ζωής και η οποία σχετίζεται με τις αντιλήψεις του »δαίμονα», του »σωσία» και του «μεγαλοφυή» στις διάφορες μυθολογίες και καταγράφεται ως παρουσία απαραίτητη, επιπρόσθετα σ” αυτή των γονέων, για να συμβεί μια γέννηση.
 
«Αν επιθυμούμε να βρούμε την καταγωγή της φωτιάς η οποία καίει με κάποιο ιδιαίτερο κούτσουρο, θα ήταν παράλογο να αναζητήσουμε την καταγωγή του δέντρου από το οποίο το κούτσουρο προήλθε, και του δάσους στο οποίο το δέντρο ανήκε και πάει λέγοντας – το πολύ πολύ να μπορούσαμε να ανακαλύψουμε την ποιότητα της καύσιμης ύλης. Η καταγωγή της φωτιάς, αντίθετα, θα έπρεπε να αναζητηθεί στην φύση της φωτιάς αυτής καθαυτής, και όχι σ’ αυτή του ξύλου, αναζητώντας την σπίθα που άναψε την φλόγα και μετά την φλόγα από την οποία η σπίθα προήλθε και ούτω καθεξής. Όμοια, η πιο ουσιαστική και αληθινή «άμεση» κληρονομιά ενός ατόμου δεν βρίσκεται στην γενεαλογία των γήινων γονέων του. Τα ανθρώπινα όντα είναι κληρονόμοι, διάδοχοι και υιοί πράξεων και όχι κάποιου πατέρα και μητέρας. Δίπλα από την κληρονομία του σώματος κάποιου, υπάρχει η σαμσαρική κληρονομιά και τελικώς υπάρχει η κληρονομιά του, η οποία είναι η αρχή »εκ των άνω» επισκιασμένη από την άγνοια»
 
«Με την βασική προϋπόθεση ότι ο ασκούμενος στη διδασκαλία είναι πραγματικά άνθρωπος, και λαμβάνοντας υπόψη την περίπτωση ότι δεν είναι όλοι που φαίνεται να είναι άνθρωποι, πραγματικά «άνθρωποι», ανάλογα με το πως οι στοιχειώδεις δυνάμεις διαμορφώνουν τα διάφορα καλούπια των ειδών, έχουμε την πρωταρχική ώθηση για αφύπνιση. Αυτή η πιθανότητα είναι εφικτή ακριβώς στον άνθρωπο και συνδέεται με μια ουσιαστική θεμελιώδη ελευθερία η οποία ξεπερνάει ακόμα και το επίπεδο των «θεών». Αυτό, λόγω της διττότητας της φύσης του, εν μέρει θνητός, εξαρτημένος και υπό κατοχή και εν μέρει και ουσιαστικά αθάνατος, του δίνει την ευκαιρία να φτάσει στο υπερθεϊστικό αποκορύφωμα, το οποίο πράγματι είναι μια «μεγαλειώδης απελευθέρωση».
 
«Υπάρχουν κάποιοι οι οποίοι σε συγκεκριμένες στιγμές είναι ικανοί να αποσπαστούν απ’ τους εαυτούς τους, να βρεθούν κάτω από την επιφάνεια, κάτω στα σκοτεινά βάθη της δυνάμεως που κυβερνά το σώμα τους και εκεί όπου αυτή η δύναμη χάνει το όνομα και την ταυτότητά της. Έχουν την αίσθηση αυτής της δύναμης να εκτείνεται και να εσωκλείει το «εγώ» και το «μη εγώ», διαποτίζοντας όλη τη φύση, στηρίζοντας και τεκμηριώνοντας τον χρόνο, υποστηρίζοντας μυριάδες όντα σαν να ήταν μεθυσμένα ή σε παραίσθηση από τοξικές ουσίες, επανεγκαθιστώντας τον εαυτό της σε χιλιάδες μορφές, ακαταμάχητη, ατίθαση, ανεξάντλητη, ακατάπαυστη, απεριόριστη, φλέγουσα με αιώνια ανεπάρκεια και αίσθημα πείνας.
 
Αυτός ο οποίος φτάνει σ” αυτή την τρομερή αντίληψη, σαν μια άβυσσο που ξαφνικά ανοίγει, αρπάζει το μυστήριο της samsara και της σαμσαρικής συνείδησης και αντιλαμβάνεται και ζει πλήρως την διδασκαλία της μη αυθυπαρξίας, του «μη εγώ». Το πέρασμα από την καθαρή ατομική συνείδηση σε αυτή την σαμσαρική συνείδηση που εμπεριέχει αόριστες πιθανότητες διαβίωσης, τόσο καταχθόνιες, όσο και ουράνιες – αυτή, ουσιαστικά, είναι η βάση της Διδασκαλίας της Αφυπνίσεως.»
 
«Υπάρχουν έντονες, οργανικές μορφές φόβου, μορφές τις οποίες μπορούμε σχεδόν να τις αποκαλέσουμε υπερβατικές από την στιγμή που δεν περιορίζονται σε απλές ψυχολογικές καταστάσεις ενός ατόμου αλλά οι οποίες προέρχονται από συγκεκριμένες αβυσσαλέες επαφές»
 
Ο ίδιος ο Έβολα έδρασε σε μια εποχή αποϊεροποιημένη από το παραδοσιακό πνεύμα των αρχαίων ηρωικών πολιτισμών. Το ανθρώπινο γένος, έχοντας αφομοιώσει ως αληθινή, την προσκόλλησή του σε ένα θρησκευτικό πνεύμα παθητικού, σεληνιακού τύπου, υπέστη στον πυρήνα του μια ισοπέδωση της ενεργητικής ηλιακής του αρχής και αποποιήθηκε τις δυνατότητές του για άμεση απελευθέρωση. Η ψυχή του σύγχρονου ανθρώπου έπαψε να αντιλαμβάνεται και να διακρίνει ενστικτωδώς και άμεσα τις ενέργειες εκείνες που τον τοποθετούσαν στο πάνθεον των ηρώων και κατέπεσε σε μια μαζική φρενίτιδα πλάνης, μαρτυρίου, βίας και εξιλέωσης από παράγοντες εξωγενείς και βέβηλους. Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο ο άνθρωπος, οικειοθελώς εξαγοράστηκε, δημιουργώντας ο ίδιος και διαιωνίζοντας την περίτεχνη κοσμική φυλακή του με τον ανεύθυνο και αδρανοποιημένο τρόπο ζωής ή κατά πόσο εκδιώχθηκε από το μεταφυσικό κέντρο του, κατακερματισμένος και εξόριστος από το ένστικτο και την πηγή.
 
«Μιλούν για το «ανάχωμα, πέρα από το οποίο ακόμα και η νύχτα μοιάζει με μέρα, αφού ο κόσμος του brahman είναι αμετάβλητο φως», ένα ανάχωμα αποτελούμενο από το atma εναντίον εκείνου το οποίο ούτε η σήψη, ούτε ο θάνατος, ούτε ο πόνος, ούτε οι καλές πράξεις, ούτε οι κακές πράξεις μπορούν να επικρατήσουν. Μιλούν για τον «δρόμο των θεών» που οδηγεί κάποιον μετά το θάνατο προς το απόλυτο και ενστικτώδες, όπου δεν υπάρχει επιστροφή. Αλλά την ίδια στιγμή ένας άλλος δρόμος λαμβάνεται υπόψη, κατά μήκος του οποίου κάποιος επιστρέφει, ΤΟ ΑΤΟΜΟ ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟΝ ΣΙΓΑ ΣΙΓΑ ΘΥΣΙΑΖΕΤΑΙ ΣΕ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΘΕΟΤΗΤΕΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΟΠΟΙΕΣ ΓΙΝΕΤΑΙ ΤΡΟΦΗ, ΩΣΤΕ ΝΑ ΕΜΦΑΝΙΣΤΕΙ ΤΕΛΙΚΑ ΞΑΝΑ ΣΤΗ ΓΗ. Στα αρχαία κείμενα η πιθανότητα μιας απελευθέρωσης δεν εξετάζεται για αυτούς που πηγαίνουν σε εκείνον τον δεύτερο δρόμο».
 
«Βρισκόμαστε, σήμερα, στό τέλος ἑνός κύκλου. Ἀπό αἰῶνες, χωρίς στήν ἀρχή νά γίνη ἀντιληπτό, πολλαπλές ἐξελίξεις κατέστρεψαν στήν Δύσι κάθε φυσική καί νομική τάξι, νόθευσαν κάθε ὑψηλή ἀντίληψι γιά τήν ζωή, τήν δρᾶσι, τήν γνῶσι, τόν ἀγῶνα. Ἡ κίνησις αὐτῆς τῆς πτώσεως, ἡ ταχύτης της, ὁ παραλογισμός της ὀνομάστηκαν πρόοδος. Σήμερα βρισκόμαστε στό μέσον ἑνός κόσμου ἐρειπίων. Τό ἐρώτημα εἶναι τό ἑξῆς: ὑπάρχουν ἄνθρωποι ὀρθοί στά πόδια τους ἀνάμεσα σ᾽ αυτά τά ερείπια; Καί τί πρέπει, τί μποροῦν νά κάνουν οἱ ἄνθρωποι αὐτοί;
 
Σάν πνεῦμα ὑπάρχει κάτι πού μπορεῖ νά χρησιμεύση σάν ἀχνάρι στίς δυνάμεις μας, δυνάμεις Ἐξεγέρσεως καί Ἀνορθώσεως: εἶναι τό Ἱπποτικό Πνεῦμα. Εἶναι ἡ στάσις ἐκείνων πού ἤξεραν νά ἀγωνίζωνται ἔστω και ἂν γνώριζαν ὃτι ἡ μάχη ἦταν «ὑλικά» χαμένη. Ἐκείνων πού ἤξεραν νά δώσουν ἰσχύ στίς λέξεις τοῦ ἀρχαίου ρητοῦ «ἡ πίστης εἶναι πιό δυνατή από τήν φωτιά. Πρέπει να δοκιμαστοῦμε. Ὀφείλουμε νά γνωρίζουμε ποῖοι εἴμαστε. Μπροστά σ᾿ ἓναν κόσμο πλημμυρισμένο ἀπό βόρβορο καί μέ ἀρχή του τό ὃτι «πρῶτα ἔρχεται το στομάχι καί ὕστερα οἱ Ἀρχές» πρέπει νά αντιταχθοῦμε. Ἐμείς δέν μποροῦμε νά κάνουμε διαφορετικά. Αὐτός εἶναι ὁ Δρόμος μας. Αὐτή ἡ «Υπαρξίς μας» -Julius Evola
 
Julius Evola, Διδασκαλία της Αφυπνίσεως

Αρχαία Ελληνική Γραμματεία: ΗΣΙΟΔΟΣ - Ἔργα καὶ Ἡμέραι (213-247)

Ὦ Πέρση, σὺ δ᾽ ἄκουε Δίκης, μηδ᾽ ὕβριν ὄφελλε·
ὕβρις γάρ τε κακὴ δειλῷ βροτῷ, οὐδὲ μὲν ἐσθλὸς
215 ῥηιδίως φερέμεν δύναται, βαρύθει δέ θ᾽ ὑπ᾽ αὐτῆς
ἐγκύρσας ἄτῃσιν· ὁδὸς δ᾽ ἑτέρηφι παρελθεῖν
κρείσσων ἐς τὰ δίκαια· δίκη δ᾽ ὑπὲρ ὕβριος ἴσχει
ἐς τέλος ἐξελθοῦσα· παθὼν δέ τε νήπιος ἔγνω.
αὐτίκα γὰρ τρέχει Ὅρκος ἅμα σκολιῇσι δίκῃσιν·
220 τῆς δὲ Δίκης ῥόθος ἑλκομένης ᾗ κ᾽ ἄνδρες ἄγωσιν
δωροφάγοι, σκολιῇς δὲ δίκῃς κρίνωσι θέμιστας·
ἣ δ᾽ ἕπεται κλαίουσα πόλιν καὶ ἤθεα λαῶν,
ἠέρα ἑσσαμένη, κακὸν ἀνθρώποισι φέρουσα,
οἵ τέ μιν ἐξελάσωσι καὶ οὐκ ἰθεῖαν ἔνειμαν.
225 οἳ δὲ δίκας ξείνοισι καὶ ἐνδήμοισι διδοῦσιν
ἰθείας καὶ μή τι παρεκβαίνουσι δικαίου,
τοῖσι τέθηλε πόλις, λαοὶ δ᾽ ἀνθέουσιν ἐν αὐτῇ·
Εἰρήνη δ᾽ ἀνὰ γῆν κουροτρόφος, οὐδέ ποτ᾽ αὐτοῖς
ἀργαλέον πόλεμον τεκμαίρεται εὐρύοπα Ζεύς·
230 οὐδέ ποτ᾽ ἰθυδίκῃσι μετ᾽ ἀνδράσι λιμὸς ὀπηδεῖ
οὐδ᾽ ἄτη, θαλίῃς δὲ μεμηλότα ἔργα νέμονται.
τοῖσι φέρει μὲν γαῖα πολὺν βίον, οὔρεσι δὲ δρῦς
ἄκρη μέν τε φέρει βαλάνους, μέσση δὲ μελίσσας·
εἰροπόκοι δ᾽ ὄιες μαλλοῖς καταβεβρίθασι·
235 τίκτουσιν δὲ γυναῖκες ἐοικότα τέκνα γονεῦσιν·
θάλλουσιν δ᾽ ἀγαθοῖσι διαμπερές· οὐδ᾽ ἐπὶ νηῶν
νίσονται, καρπὸν δὲ φέρει ζείδωρος ἄρουρα.
οἷς δ᾽ ὕβρις τε μέμηλε κακὴ καὶ σχέτλια ἔργα,
τοῖς δὲ δίκην Κρονίδης τεκμαίρεται εὐρύοπα Ζεύς.
240 πολλάκι καὶ ξύμπασα πόλις κακοῦ ἀνδρὸς ἀπηύρα,
ὅστις ἀλιτραίνῃ καὶ ἀτάσθαλα μηχανάαται.
τοῖσιν δ᾽ οὐρανόθεν μέγ᾽ ἐπήγαγε πῆμα Κρονίων,
λιμὸν ὁμοῦ καὶ λοιμόν, ἀποφθινύθουσι δὲ λαοί·
οὐδὲ γυναῖκες τίκτουσιν, μινύθουσι δὲ οἶκοι
245 Ζηνὸς φραδμοσύνῃσιν Ὀλυμπίου· ἄλλοτε δ᾽ αὖτε
ἢ τῶν γε στρατὸν εὐρὺν ἀπώλεσεν ἢ ὅ γε τεῖχος
ἢ νέας ἐν πόντῳ Κρονίδης ἀποτείνυται αὐτῶν.

***
Πέρση, εσύ στη Δικαιοσύνη υπάκουε, μην εξακολουθείς την αδικία.
Είναι κακή η αδικία για τον ταπεινό θνητό, μα ούτε και ο ευγενής
να την αντέξει εύκολα μπορεί, μα καταβάλλεται απ᾽ αυτήν,
όταν οι συμφορές τον βρίσκουν. Όμως υπάρχει από την άλλη οδός
καλύτερη να την περάσεις που οδηγεί στο δίκαιο. Και η δικαιοσύνη
νικά, στο τέλος σαν εμφανιστεί, την αδικία. Σαν πάθει ο ανόητος μαθαίνει.
Γιατί αμέσως τρέχει ο Όρκος μαζί με τις κακοδικίες.
220 Και ταραχή σηκώνεται, όταν η Δικαιοσύνη σέρνεται όπου τυχόν την πάνε
οι δωροφάγοι άντρες που κρίνουνε τα δίκαια με κρίσεις στρεβλές.
Κι εκείνη κλαίγοντας ακολουθεί στην πόλη και τα μέρη που συχνάζουνε τα πλήθη
ντυμένη με ομίχλη και φέρνει το κακό σε κείνους τους ανθρώπους
που τη διώχνουν και δεν την απονέμουν ίσια.

Μα όσοι απονέμουν κρίσεις δίκαιες στους ξένους και τους ντόπιους
κι από του δίκαιου την οδό δεν παρεκβαίνουν,
ακμάζει η πόλη τους κι ανθεί ο λαός σε τούτη.
Ειρήνη που τα νιάτα τρέφει έχουν στη γη τους κι ούτε ποτέ
ο Δίας που μακριά ηχεί πόλεμο σκληρό γι᾽ αυτούς ορίζει.
230 Ούτε ο λοιμός σ᾽ ανθρώπους έρχεται που δίκαια κρίνουν
ούτ᾽ η καταστροφή, μα νέμονται στις ευωχίες τούς καρπούς απ᾽ τα χωράφια που φροντίζουν.
Βιος πολύ σε τούτους φέρνει η γη και στα βουνά η βελανιδιά
φέρνει στην άκρη των κλαδιών τα βελανίδια, στη μέση τα μελίσσια.
Και τα πυκνότριχα αρνιά απ᾽ το μαλλί βαραίνουν,
γεννάν παιδιά οι γυναίκες τους που μοιάζουν στους γονείς τους.
Ευδαιμονούν με τα αγαθά τους αδιάκοπα. Σε πλοία επάνω
δεν ταξιδεύουν, μα η σιτοδότρα γη καρπό τούς δίνει.
Σ᾽ εκείνους όμως που τους νοιάζει η αδικία η κακή και τ᾽ άθλια έργα
ορίζει τιμωρία ο Δίας που μακριά ηχεί, ο γιος του Κρόνου.
240 Πολλές φορές από έναν άνθρωπο κακό μια πόλη στο σύνολό της υποφέρει,
αν αμαρτάνει αυτός και μηχανεύεται ανόσια έργα.
Σ᾽ αυτούς μεγάλη συμφορά απ᾽ τον ουρανό στέλνει ο γιος του Κρόνου,
λιμό συνάμα και λοιμό, κι οι άνθρωποι αφανίζονται.
Ούτε οι γυναίκες τους γεννάν, μικραίνουν οι οικογένειες
μ᾽ απόφαση του Ολύμπιου Δία. Κι άλλοτε πάλι
μεγάλη τους στρατιά αφανίζει ο γιος του Κρόνου ή τείχος
ή πλοία τους στη θάλασσα εκδικείται.