Σάββατο, 15 Ιουνίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Λυσιστράτη (1295-1320)

1295 ΠΡΥ. Λάκων, πρόφαινε δὴ σὺ μοῦσαν ἔτι νέαν.

ΛΑ. Ταΰγετον αὖτ᾽ ἐραννὸν ἐκλιπῶἁ,
Μῶἁ μόλε, ‹μόλε,› Λάκαινα, πρεπτὸν ἁμὶν
κλέωἁ τὸν Ἀμύκλαις σιὸν
1300 καὶ Χαλκίοικον ἄνασσαν,
Τυνδαρίδας τ᾽ ἀγασώς,
τοὶ δὴ πὰρ Εὐρώταν ψιάδδοντι.
εἶα μάλ᾽ ἔμβη,
ὢ εἶα κοῦφα πᾶλον,
1305 ὡς Σπάρταν ὑμνίωμες,
τᾷ σιῶν χοροὶ μέλοντι
καὶ ποδῶν κτύπος,
‹ὅχ᾽› ἇτε πῶλοι ταὶ κόραι
πὰρ τὸν Εὐρώταν
1310 ἀμπαδίοντι, πυκνὰ ποδοῖν
ἀγκονίωαἱ,
ταὶ δὲ κόμαι σείονται
ἇπερ Βακχᾶν θυρσαδδωἇν καὶ παιδδωἇν.
ἁγῆται δ᾽ ἁ Λήδας παῖς
1315 ἁγνὰ χοραγὸς εὐπρεπής.

ἀλλ᾽ ἄγε, κόμαν παραμπύκιδδε χερὶ ποδοῖν τε πάδη
ἇ τις ἔλαφος, κρότον δ᾽ ἁμᾶ ποίη χορωφελήταν,
1320 καὶ τὰν κρατίσταν παμμάχον, τὰν Χαλκίοικον ὕμνη.

***
Αποτέλεσμα εικόνας για ΛυσιστράτηΠΡΥ. Πες μας κι άλλο τραγούδι, Μοραΐτη.
ΛΑΚ. Απ᾽ τον ψηλό Ταΰγετό σου,ω Μούσα, μοραΐτισσα, έλανα μας δοξάσεις τον αφέντητων Αμυκλών, Θεό μεγάλο.1300 Και την Χαλκίοικο δέσποινά μας,την Αθηνά, και τους Διοσκούρους,που παίζουνε κάτου στο ρέματου Ευρώτα. Χάιντε και προχώρακι αψηλοπήδα φτερωμένοςγια να τιμήσουμε τη Σπάρτη,που της αρέσει να χορεύεικαι να ποδοχτυπά το χώμα.Κι οι κοπελιές μας σαν πουλάριαδίπλα στον ποταμόν Ευρώτα1310 χοροπηδάνε και σηκώνουντον κουρνιαχτό κι ο αγέρας παίζειμε τα μαλλιά τους, όμοιες Βάκχεςμε το θυρσό· κι έχουν μπροστάρηπανέμορφη κι αγνή, την κόρητης Λήδας, τη θεϊκιάν Ελένη.
Χάι! με κορδέλα στα μαλλιά, χέρια και πόδια, χτύπα,σαν τη λαφίνα, και πολύ βρόντο κι αντάρα κάνε1320 και την ακαταμάχητην Χαλκίοικο δόξαζέ την.




Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΑΝΤΕΙΣ - ΤΗΛΕΜΟΣ

Ο Τήλεμος, γιος του Εύρημου, είναι διάσημος μάντης στη χώρα των Κυκλώπων. Προείπε στον Πολύφημο ότι θα τον τύφλωνε ο Οδυσσέας:
 
Στο μεταξύ, ο Τήλεμος ο μάντης, ο Τήλεμος ο γιος του Εύρημου, που κανενός πουλιού το πέταγμα δεν μπορούσε να τον εξαπατήσει, ήρθε στης Σικελίας το βουνό, στην Αίτνα, απευθύνθηκε στον βλοσυρό Πολύφημο και είπε: «Ο Οδυσσέας θα σου βγάλει εκείνο το ένα μάτι σου στη μέση του μετώπου». Εκείνος γέλασε και απάντησε: «Εσύ, ο πιο ανόητος από τους μάντεις, κάνεις λάθος, κάποιος άλλος, ένα κορίτσι, το έχει κιόλας πάρει». Μ’ αυτό τον τρόπο ειρωνεύτηκε την αληθινή προειδοποίηση που μάταια δόθηκε, κατηφόρισε κάτω στην ακτή με άλμα γίγαντα κι επέστρεψε κουρασμένος στη σκοτεινή σπηλιά του. (Οβ., Μετ. 13.771 κ.ε.)
 
Αλί μου, τα παλιά μοιρόγραφτα με βρίσκουν όλα τώρα! Ζούσε ένας μαντολόγος όμορφος, τρανός στα μέρη τούτα, κι ήταν που γιός του Ευρύμου, ο Τήλεμος, στη μαντοσύνη ο πρώτος, που εδώ μαντολογώντας γέρασε, στη χώρα των Κυκλώπων αυτός και τούτα μου προφήτεψε πως θα γενούν μια μέρα, απ’ του Οδυσσέα τα χέρια κάποτε πως θα ᾿χανα το φως μου. (Οδ. ι 507-512)

Η Υλιστική φιλοσοφία από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα

Πριν αρχίσουμε ακόμα ας κάνουμε μια παρένθεση, σαν εισαγωγή, να δούμε τι είναι η φιλοσοφία. Πολλοί νομίζουν ότι η φιλοσοφία είναι οι όμορφες φράσεις, όπως, 
«αγάπη σημαίνει να μην αναγκαστείς να ζητήσεις ποτέ συγνώμη» ή «τα δάκρυα είναι σαν τα διαμάντια, γι’ αυτό μην τα χαρίζεις σε όσους δεν τ’ αξίζουν».
Οι Έλληνες πρώτο φιλόσοφο θεωρούσαν τον Αναξίμανδρο (610-540) που ήταν μαθητής ενός από τους επτά σοφούς της αρχαιότητας, του Θαλή του Ίωνα από τη Μίλητο (624-547).

Ο Θαλής ήταν εμπνευστής της γεωμετρίας και της αστρονομίας ενώ ο Αναξίμανδρος διάδοχος της πρώτης Φιλοσοφικής Σχολής των Φυσιοκρατών (Υλιστών) που θεωρούσε πρώτη αρχή του κόσμου το Άπειρο, σαν απροσδιόριστη ύλη που ήταν αγέννητη, άφθαρτη και αθάνατη που βρίσκεται σε αιώνια και αδιάκοπη κίνηση. Ο Ηράκλειτος (540-480) έμεινε στην αιωνιότητα με την περίφημη φράση του που σαν αξίωμα και σήμερα χρησιμοποιούμε. Ναι, «τα πάντα ρει» και σ’ αυτό κανένας δεν διαφωνεί!

Δεν χρειάζεται νομίζω να πούμε τίποτε περισσότερο. Οι πρώτες αρχές, σαν αξιώματα, που σήμερα η Επιστήμη χρησιμοποιεί, από τότε είχαν μπει.

Τώρα μπορούμε, νομίζω, να δώσουμε ένα γενικό ορισμό, τι εννοούμε φιλοσοφία, χωρίς να παρεκκλίνουμε εννοιολογικά από εκείνους που πρώτοι προσπάθησαν να πάρουν απαντήσεις ρωτώντας, όχι το Ιερατείο, όπως έκαναν οι ποιητές των μύθων, αλλά από τη φύση την ίδια. 
Φιλοσοφία είναι η προσπάθεια του ανθρώπου να ανακαλύψει την αλήθεια των όντων (αυτών που υπάρχουν δηλαδή) και των φαινομένων της πραγματικότητας. Επίσης πρέπει να γνωρίζουμε ότι η επιστήμη είναι εκείνη που μελετά το σύνολο των φαινομένων της ύλης σε σχέση με την κίνηση και τις διάφορες μορφές των μετατροπών της.
Ανάμεσα στους δυο αυτούς ορισμούς φαίνεται μία ουσιαστική σύνδεση όπου η επιστήμη και η φιλοσοφία συνδέονται, γιατί η μια στηρίζει την άλλη. Αν ανάμεσα στις δύο χαθεί αυτή η σχέση τότε σημαίνει ότι η μια από τις δυο διατυπώνεται  λανθασμένα. Η φιλοσοφία, που μπορεί αυτό να το κάνει καλύτερα, είναι ο Διαλεκτικός Υλισμός. Όμως μέχρι να φτάσουμε εκεί, ο δρόμος από την αρχαιότητα ήταν πολύ μακρύς.

Ο φιλοσοφικός λόγος στέκεται ανάμεσα στο μύθο και την επιστήμη, που σήμερα άλλαξε ριζικά τη ζωή μας. Η θρησκεία επιτέλεσε τον σκοπό της σε μια πρωτόγονη και αρχαία χρονική στιγμή που ήταν απαραίτητη για να ενώσει τις φυλές με συνεκτικούς δεσμούς και φαντασιακά στοιχεία αποχρωματισμένα μεταφυσικά.

Οι μύθοι δημιουργήθηκαν, διαδόθηκαν και αφηγήθηκαν, μέσα στο χρόνο, δίνοντας την ευκαιρία στους ποιητές της εποχής να περιγράψουν τον κόσμο, με τις δυνατότητες που είχαν τότε και κυρίως με την γόνιμη και πλούσια φαντασία τους. Οι ανθρωπόμορφοι θεοί του «κατ’ εικόνα και ομοίωσιν» δεν ήταν τίποτα περισσότερο από φυσικές δυνάμεις που εκείνο τον καιρό ο άνθρωπος αδυνατούσε με άλλο τρόπο να εξηγήσει τον κόσμο του. Τούτο το κατάφεραν πρώτοι οι υλιστές φιλόσοφοι κάτω από την επίδραση της Ιωνικής σχολής. Έκτοτε ο νους του ανθρώπου διακόσμησε τα πάντα. Αν στη μέση δεν έμπαινε η ιδεαλιστική φιλοσοφία και ο Μεσαίωνας των χριστιανών η επιστήμη, μια αναπνοή δρόμος ήταν! Να τι ήταν αυτό που ανάδειξε τον Ελληνισμό. Αυτό που έκανε τον Επίκουρο να πει «Αν ήμουν θεός, δεν θα ζητούσα από τους λάτρεις μου να με παρακαλούν, ούτε καν να με αγαπούν. Θα τους ζητούσα να προσπαθήσουν να με καταλάβουν». 

Αν θεοί είναι οι φυσικές δυνάμεις που θεοποιήθηκαν, σύμφωνα με τον Πρόδικο, επειδή μας είναι ωφέλιμες, χρέος έχουμε πρωτίστως να τις καταλάβουμε. Γιατί δεν πρέπει να πιστεύουμε για να καταλάβουμε, αλλά πρέπει πρώτα να προσπαθούμε να καταλάβουμε για να πιστέψουμε τον κόσμο στον οποίο ζούμε. Γι' αυτό και δεν πρέπει να ενστερνιζόμαστε καμία Ιερή Γνώση που, υποτίθεται, αντιπροσωπεύει το Απόλυτο, αλλά την Εγκόσμια Αλήθεια, προϊόν της ανθρώπινης νόησης, προκειμένου να γνωρίσουμε τον κόσμο μας πραγματικά!

Τούτη είναι η μέγιστη κατάκτηση που οι Αρχαίοι Έλληνες επέτυχαν με την φιλοσοφία (Ιωνική σχολή). Να ποιοι είναι Έλληνες, αυτοί που δεν έχουν ανάγκη ούτε το «όμαιμον», ούτε το «ομόγλωσσον» ούτε τα «ομότροπα» ήθη και έθιμα που μας κάνουν να ξεχωρίζουμε. Ξεχωρίζει αυτός που στη θέση της εγωιστικής ανωτερότητας βάζει την ισοτιμία και αλληλεγγύη των λαών και στην θέση της θρησκείας την επιστήμη και την λογική. Τέλος αντί της βίας ασκεί την συνεργασία στην βάση της ισότητας και του ανθρωπισμού, με χαρακτηριστικά εκείνα που τον διαφοροποιούν από το ζώο και την αγελαία του συμπεριφορά.

Μεταξύ των αρχαίων Ελλήνων και των υποτιθέμενων ελληναράδων υπάρχει τόση σχέση όση σχέση μπορεί να έχει ένας φιλοσοφικός τρίβωνας από μια τροφαντή αρβανίτικη φουστανέλα!

Ο μύθος κατά κόρο χρησιμοποιήθηκε από τον Πλάτωνα, αφού στη συνείδηση των Ελλήνων ήταν τόσο δυνατός που εξέφραζε την αλήθεια και συχνά χρησιμοποιήθηκε σαν απόδειξη. Έτσι ο μύθος, για τον Πλάτωνα, αποτελεί αποδεικτικό καταφύγιο στην προσπάθειά του να τεκμηριώσει ένα μεταφυσικό πρόβλημα. Την λογική αυτή οι ιδεαλιστές την χρησιμοποιούν ακόμα, ενώ την υλιστική φιλοσοφία την αποσιώπησαν.

Όμως ας κάνουμε μια αναδρομή στο παρελθόν για να δούμε πώς άρχισε το επιχείρημα αυτό της υλιστικής φιλοσοφίας. 

Σαν όρος η λέξη «υλισμός» εμφανίζεται τον 17ο αιώνα, όμως οι πρώτοι υλιστές φιλόσοφοι (υλοζωιστές και φυσιοκράτες) εμφανίζονται στην Ελλάδα από τον 6ο αιώνα πριν τη νέα χρονολόγηση, όπου ο δημοκρατικός αέρας που δειλά-δειλά κάνει την εμφάνισή του στα πράγματα ευνοεί το φιλοσοφικό στοχασμό και τη συλλογική επιστημονική έρευνα. Ο φυσιοκρατικός υλισμός, σαν κοινωνικό φαινόμενο και αλληλένδετος με τη δημοκρατία, αποτελούσε πάντα την προοδευτικότερη κίνηση στο κοινωνικό γίγνεσθαι. 

Αναμφισβήτητα θεμελιωτής του αρχαιοελληνικού υλισμού θεωρείται ο Θαλής ο Μιλήσιος (624-547) που ήταν ένας εκ των 7 σοφών της αρχαιότητας.

Την εποχή εκείνη δεν είχε τόσο σημασία αν έβρισκε κανείς την αδιαμφισβήτητη αλήθεια όσο ότι κατάφερε να βρει απαντήσεις ρωτώντας κατευθείαν τη φύση, παρατηρώντας και υπολογίζοντας με τη λογική και όχι απευθυνόμενος σε κάποιο μαντείο ή ιερατείο, όπως συνήθως γινόταν ως τότε. Για πρώτη φορά ο άνθρωπος πατώντας γερά πάνω στη γη, τα μάτια του, η σκέψη του αλλά και ο νους του, μετρώντας και υπολογίζοντας, πετούσε στα άστρα! Να για παράδειγμα πώς κατάφερε ο Θαλής να μετρήσει το ύψος μιας πυραμίδας στην Αίγυπτο: κάρφωσε μία ράβδο ενός μέτρου στο έδαφος. Τη στιγμή που το μήκος της σκιάς του συνέπιπτε με το πραγματικό της ύψος, ο σοφός Θαλής ήταν βεβαιότατος ότι, και η σκιά της πυραμίδας θα συνέπιπτε με το πραγματικό της ύψος! Τόσο απλά!
Η έννοια της αρχής έχει τις ρίζες της στη σχολή της Μιλήτου. Σαν πρωταρχική αρχή, ήταν η ουσία από την οποία άρχιζαν τα πάντα να έχουν λόγο ύπαρξης.

Θεωρούσε πρώτη αρχή (principium), σαν πρώτη ύλη του κόσμου δηλαδή, το νερό και γι’ αυτό θεώρησε τη γη να πλέει μέσα σε αυτό. Το νερό βέβαια του Θαλή είναι έμψυχο, περικλείει εντός του ζωή (υλοζωισμός). Η ψυχή είναι η δύναμη εκείνη που μορφώνει και κινεί οτιδήποτε βρίσκεται στο σύμπαν. Ύλη και Δύναμη αποτελούν μια αδιαίρετη φυσική οντότητα που δεν γίνεται να ξεχωρίσουμε. 

Ο Αναξίμανδρος (610-540) ήταν ο δεύτερος Μιλήσιος φιλόσοφος, συγγενής, μαθητής και διάδοχος της φιλοσοφικής σχολής της Μιλήτου. Θεωρούσε σαν πρώτη ύλη του κόσμου το άπειρο, μια απροσδιόριστη ύλη αγέννητη, άφθαρτη και αθάνατη, που βρίσκεται σε αιώνια και αδιάκοπη κίνηση. Από αυτήν την ύλη αποσπώνται τα αντίθετα που δημιουργούν τα αντικείμενα και τα φαινόμενα του κόσμου. Αυτή η έννοια του απείρου μοιάζει με αυτό που σήμερα εννοούμε ενέργεια που για τον Αναξίμανδρο αποτελεί τη φυσική αρχή του κόσμου! 

Ο Αναξιμένης (586-525) είναι ο τρίτος μεγάλος φιλόσοφος της Μιλήτου και μαθητής του Αναξίμανδρου που στη θέση του άπειρου βάζει τον αέρα. Όταν αραιώνεται γίνεται πυρ κι όταν συμπυκνώνεται γίνεται άνεμος, νερό, ύστερα σύννεφο, γη και πέτρα. Ο Αέρας του Αναξιμένη είναι ζωογόνος, όπως και το νερό του Θαλή. 

Ο Ηράκλειτος (540-480) δέχεται τη συνεχή ροή στο Σύμπαν. Τα αντίθετα ταυτίζονται με την αμοιβαία διαδοχή και αλλαγή. Όλα αλλάζουν και ανανεώνονται ποτέ δεν είναι ίδια, «τα πάντα ρει». Μόνο ο «λόγος» είναι σταθερός. Είναι ο εσωτερικός ρυθμός του κόσμου, που μεταβάλλεται σύμφωνα με τον αιώνιο Λόγο. Αυτός είναι ένας εσωτερικός κανόνας που ο Ηράκλειτος πότε τον λέει Δία και πότε Ειμαρμένη. Την τάξη αυτή του κόσμου δεν την δημιούργησε ούτε ο θεός ούτε οι άνθρωποι, αλλά υπήρχε πάντα και θα υπάρχει σαν ένα αιώνιο ζωντανό πυρ που ανάβει και σβήνει σύμφωνα με ορισμένα μέτρα (νόμοι). Ο ήλιος θα συνεχίσει να κινείται όπως γνωρίζουμε, αλλιώς θα τον συλλάβουν οι Ερινύες για παράβαση του νόμου και της τάξης!

Σαν πρωταρχικό συστατικό του κόσμου δέχεται τη φωτιά (πυροκρατική φυσική θεωρία) που την ταυτίζει με την ψυχή (αείζωον πυρ) και αλληλοϋποκαθίσταται μέσα στη συνεχή ανακύκλωση των πάντων. 

Ο Αναξαγόρας (500-428) γεννήθηκε στις Κλαζομενές της Μ. Ασίας και γι’ αυτό διαμόρφωσε υλιστικές αντιλήψεις κάτω από την επίδραση της Ιωνικής σχολής. Ο Αναξαγόρας δέχεται ότι η αρχική κατάσταση του κόσμου ήταν μια άμορφη και ακίνητη μάζα, αποτελούμενη από αναρίθμητα και απειροελάχιστα, άφθαρτα σωματίδια που τα ονόμαζε σπέρματα ή χρήματα. Όλα αυτά τέθηκαν σε κίνηση (κοσμική δίνη) που προκάλεσε ο Νους. Με την περιστροφική επίδραση και μέσω της αρχής της σύνδεσης και αποσύνδεσης των στοιχείων, ταξινομήθηκαν και αποτέλεσαν την ουσία του υλικού κόσμου. Η υλιστική θεωρία του Αναξαγόρα δεν του επέτρεψε να δεχτεί το Νου σαν εξωκοσμική και υπερφυσική δύναμη. Ο υλικός κόσμος του ήταν έτσι οργανωμένος, ώστε από τη φύση του να σκέφτεται και να αυτοδημιουργείται. Η έννοια του σκοπού, του τέλους, που ο Αριστοτέλης θα διατυπώσει, μετά από έναν αιώνα σαν τελεολογική αντίληψη, είναι στηριγμένη στον Αναξαγόρα που πρώτος συνέλαβε. Κατηγορήθηκε σαν άθεος από τους πολιτικούς αντιπάλους του Περικλή, τους ολιγαρχικούς του Θουκυδίδη και συγκεκριμένα από τον Κλέωνα, γιατί πρόσβαλε τη θεότητα θεωρώντας τον ήλιο «διάπυρη πέτρα. Ο Αναξαγόρας εκτός από τον ήλιο δίδαξε ότι και η σελήνη δημιουργήθηκε από το ίδιο υλικό με τη γη και οι Γαλαξίες είναι πολλά αστέρια που τα περισσότερα δε φαίνονται. Οι βροντές, έλεγε, είναι σύγκρουση νεφών, και οι αστραπές βίαιη τριβή αυτών. Την πρόκληση των σεισμών την απέδιδε στην καταβύθιση του αέρα μέσα στη γη. 

Ο Δημόκριτος (460-370) γεννήθηκε στα Άβδηρα της Θράκης, χρησιμοποιώντας τη γνώση των προκατόχων του επινόησε την ατομική του θεωρία. Τα αντικείμενα (η ύλη) αποτελούνται από πλήθος αόρατα μόρια-άτομα που είναι αιώνια, αμετάβλητα, άφθαρτα και αδιαίρετα (άτμητα), βρίσκονται σε διαρκή κίνηση και δημιουργούν στροβιλική κίνηση μέσα στο σύμπαν. Αυτή την κοσμογονική δίνη την ονόμασε ανάγκη και την αναγκαιότητα της φύσης να συμπεριφέρεται, πότε έτσι και πότε αλλιώς, σήμερα την λέμε νομοτέλεια.

Οι αισθήσεις είναι το μοναδικό μέσο γνώσης έλεγε ο Πρωταγόρας και ο Δημόκριτος διακήρυττε ότι η συνείδηση είναι το αποτέλεσμα της επίδρασης των αντικειμένων πάνω στα αισθητήρια όργανα. Απέρριπτε την εκδοχή του τυχαίου με την έννοια του αναίτιου και ό,τι ξεφεύγει από την αισθητηριακή γνώση μπορεί να ανακαλυφθεί με τη λογική.


Δεν πίστευε στην αθανασία της ψυχής. Τέτοιες δεισιδαιμονίες διακήρυττε πλάθουν οι άνθρωποι στη διάρκεια της βασανισμένης και της ταλαιπωρημένης από φόβους ζωής τους.

Ο Δημόκριτος έλεγε για το σύμπαν ότι είναι άπειρο και αδημιούργητο και οι κόσμοι του συνεχώς δημιουργούνται ενώ άλλοι καταστρέφονται. Άλλοι έχουν ζωή και άλλοι όχι. Ακόμα έλεγε ότι ορισμένοι κόσμοι έχουν έναν ή και δυο ήλιους και άλλοι κανέναν, που τους τοποθετούσε μακρύτερα από τους πλανήτες! Κάπως έτσι δημιουργήθηκε η ζωή και στο δικό μας πλανήτη, με τη βοήθεια της ζωοποιούς υγρασίας πράγμα που έκανε τον Λακτάντιο, απολογητή του χριστιανισμού 800 χρόνια αργότερα να φρίξει! Η βιολογία και η αστροβιολογία στις μέρες μας δικαίωσε το Δημόκριτο. 

Ο Επίκουρος (341-270) ήταν Αθηναίος. Όπως και ο Δημόκριτος, δεχόταν ότι ο κόσμος αποτελείται από πολύ μικρές άτομες φύσεις, τα άτομα, που συνεχώς κινούνται και δε χάνονται ποτέ (είναι άφθαρτα) και έχουν διαφορετικό μέγεθος, βάρος και σχήμα.

Δεχόταν το κενό (αναφή φύση) γιατί χωρίς αυτό δε θα μπορούσε να υπάρχει κίνηση. Όπως και ότι δεν υπάρχει τίποτα έξω από το σύμπαν, ούτε γεννιέται κάτι από το τίποτα.

Η περιστροφική κίνηση των άστρων είναι νομοτέλεια (φυσική αναγκαιότητα) που προέκυψε από τη διαμόρφωση κατά τη γέννηση του κόσμου! Για τη μελέτη της φύσης, ο Επίκουρος ήταν κατηγορηματικός. Δε δεχόταν αντιεπιστημονικές υποθέσεις που δε στηρίζονταν πουθενά. Όλα τα φυσικά φαινόμενα στηρίζονται σε φυσικά αίτια, αν δεν τα αναγνωρίσουμε έτσι κινούμαστε μέσα στο ψεύδος και στην πλάνη. Αυτός ήταν και ο λόγος που ασχολήθηκε με τα μετέωρα προκειμένου να καταδείξει τις αιτίες των ουρανίων φαινομένων. Πίστευε ακόμα ότι και αυτά που σήμερα δεν μπορούμε να εξηγήσουμε η φυσική τους αιτία θα γνωστεί στο μέλλον.


Απομυθοποίησε επίσης τα φαινόμενα από τη θεοποίηση που υπέστησαν, ώστε ο άνθρωπος να απαλλαγεί από τις δεισιδαιμονίες και το φόβο που τον προκαλούν η άγνοια και η αμάθεια και τον κρατά δέσμιο σε όλη του τη ζωή. Όταν κατανοήσει ότι το κάθε φαινόμενο οφείλεται σε κάποια φυσικά αίτια αποδεσμεύεται από τους φόβους του και διασφαλίζει την ιδανική κατάσταση της ζωής, την ψυχική γαλήνη (αταραξία). Κατανοώντας τη φύση, ο άνθρωπος ολοκληρώνεται, διαλύει το μύθο και λυτρώνεται από την άγνοια και την αμάθεια. Κατανοώντας τη φύση λοιπόν καταχτούμε τη θέση που μας αρμόζει μέσα στη φύση, αντιλαμβανόμαστε τι μας ενώνει, γινόμαστε ηθικότεροι. Αυτή είναι η φιλοσοφία του Επίκουρου, η τέχνη του ζην, γιατί και η ζωή είναι τέχνη. 

Οι ιδέες αυτές θα υποστηριχθούν αργότερα (ύστερη αρχαιότητα) μόνο από τους Επικούρειους και θα ξεχαστούν και πάλι μέχρι να τους «ανακαλύψουν» ξανά οι φιλόσοφοι του 17ου  και 18ου αιώνα, στις μέρες μας δηλαδή!

Ο σκοταδισμός του Μεσαίωνα έκανε καλά τη δουλειά του για κάμποσους αιώνες.

Σύνδεσε την αθεΐα με την Επικούρεια φιλοσοφία και στον υλισμό έδωσε άλλη έννοια. Για τους χριστιανούς ο υλισμός ήταν η αγάπη για την ευτελή ύλη που σκοπό είχε μόνο την ηδονή, τις απολαύσεις και γενικά την ακόλαστη ζωή.

Ό,τι ακριβώς αντίθετα όριζε η επικούρεια φιλοσοφία και με αποτροπιασμό καταδίκαζε! Όμως ποιος μπορούσε να αντισταθεί στον ιδεολογικό πόλεμο της κατασυκοφάντησης… όταν πίσω από την αντίρρηση κρυβόταν η δαμόκλειος σπάθα του συστήματος… 

Όταν γιγαντώνεται η εξουσία και θεοποιείται το κράτος, η καταπίεση, η δυστυχία και η εκμηδένιση του ανθρώπου βρίσκεται στην ημερήσια διάταξη.

Η ανθρωπότητα έζησε μέρες φρίκης, όσο θρησκεία και εξουσία, σαν τις δυο πλευρές του ίδιου νομίσματος, είχαν έναν και μοναδικό σκοπό: την υποταγή στο σύστημα. Ο ένας εξαρτιόταν από τον άλλον.

Απ’ τον Θεοδόσιο και τον Ιουστινιανό μέχρι τον Φερντινάντο Κορτέζ και από το Βυζάντιο μέχρι το Μεξικό, η εξουσιαστική δύναμη του χριστιανισμού έδειξε το αληθινό της πρόσωπο. Σήμερα το εκπαιδευτικό σύστημα δεν τολμά να καταπιαστεί με την ιστορία αυτή, παρά επιγραμματικά με βιασύνη προσπερνά! 

Ο αναγεννησιακός ουμανισμός του 16ου αιώνα ήταν αυτός που ανάγκασε τον άνθρωπο να χειριστεί το νου και τη λογική σαν πραγματικά εργαλεία ώστε η ανθρωπότητα να βγει απ’ αυτό το σκοτεινό και μακρόχρονο τούνελ που καταρράκωσε την αξιοπρέπεια του ανθρώπου. Αναβιώνοντας τις ηθικές αξίες της αρχαίας Ελλάδας η ανθρωπότητα άνοιξε πανιά και πάλι για να οδηγηθεί στην κατάκτηση της φύσης και την κοινωνική πρόοδο.

Οι ανθρωπιστικές μελέτες (ουμανισμός) ήταν ο προάγγελος του Διαφωτισμού. Ο δρόμος ήταν πια ανοιχτός… Μπορεί τα σκυλιά να μην ήταν δεμένα ακόμα, όμως όταν ο άνθρωπος κατάλαβε τη δύναμή του, κατάφερε να τα δέσει!

Τα νέα επιστημονικά επιτεύγματα του ανθρώπου άλλαξαν την κοινωνία και την αντίληψη του γι αυτή. Μπορεί ο χριστιανισμός να κοίμισε την ανθρωπότητα για χίλια πεντακόσια χρόνια, όμως ο Δημόκριτος, ο Επίκουρος, ο Αρίσταρχος, και τόσοι άλλοι, γαντζώθηκαν και πάλι στο νου του ανθρώπου. Η ελληνική υλιστική φιλοσοφία έλαμψε και το φως της διαχύθηκε παντού. Το ρήγμα στη σχολαστική φιλοσοφία του Μεσαίωνα ήταν γεγονός και ο δρόμος δεν είχε γυρισμό.

Η κίνηση αποδείχτηκε ότι ήταν ιδιότητα της ύλης. Το θεϊκό «κινούν αίτιο» της αριστοτελικής φιλοσοφίας δέχτηκε θανάσιμο πλήγμα. Η ύλη είναι αιώνια. Η ηθική δεν έχει σαν πηγή το θεό και οι νόμοι δεν καθορίζονται από αυτόν. Ο θεός σαν δημιουργός ήταν περιττός και στην καλύτερη περίπτωση δεν υπήρχε. 

Το 1625 ο Πιέρ Γκασεντί (1592-1655) καταπιανόταν με την αστρονομία και την επικούρεια φιλοσοφία και οι υλιστικές ιδέες αναβιώνουν και πάλι. Εμπλουτίζονται με τον Τόμας Χομπς (1588-1679) που θεωρείται ο θεμελιωτής του μηχανιστικού υλισμού.

Όλα πια έχουν σχέση με την κίνηση της ύλης σύμφωνα με τους μηχανιστικούς νόμους. Στην προεπαναστατική Γαλλία οι φιλόσοφοι δημιουργούν τομές στην προϋπάρχουσα χριστιανική σκέψη. Η πραγματικότητα αποτελείται μόνο από ύλη, στηρίζοντας κάθε αντίληψη αποκλειστικά στη λογική και την εμπειρία.

Κατάλαβε ότι η ανθρώπινη συνείδηση όχι μόνο εξαρτάται από τη λειτουργία του εγκεφάλου αλλά είναι και προϊόν της (Ντιντερώ1713-1784, Λαμετρί 1709-1751). Ο άνθρωπος είναι μια μηχανή, και η νόησή του, μία λειτουργία του εγκεφάλου που διέπεται από φυσικούς νόμους (Χόλμπαχ 1723-1789).

Πριν πούμε δυο λόγια και για κείνους που τον 18ο αιώνα έκαναν το αποφασιστικότερο βήμα στον Υλισμό, πρέπει να γνωρίζουμε ότι ένας άθεος μπορεί και να μην γνωρίζει ότι είναι Υλιστής. Ένας Υλιστής όμως είναι πεπεισμένος ότι είναι άθεος επειδή η φιλοσοφία αυτή είναι εντελώς απαλλαγμένη από την μεταφυσική.

Ο Πάουλ Χάινριχ Ντίτριχ γνωστός και σαν βαρόνος Χόλμπαχ (1723-1789) υποστήριξε το συστηματικό υλισμό και απορρίπτοντας κάθε μορφή θρησκείας έγινε εκπρόσωπος του αθεϊσμού. Ό,τι υπάρχει βρίσκεται μέσα στην φύση, έλεγε, οτιδήποτε αναφέρεται έξω από αυτήν είναι δημιούργημα της φαντασίας. Πίστευε ότι ολόκληρο το σύμπαν ήταν ένα σύνολο ύλης, κίνησης και απεριόριστης αλληλουχίας αιτίων και αιτιατών. Ώριμος αθεϊστής ο Χόλμπαχ, απορρίπτοντας τη μέλλουσα ζωή και τη θεία κρίση, πίστευε επίσης ότι ο άνθρωπος πρέπει να στρέφει τις προσπάθειές του για να κάνει ευκολότερη τη δική του ζωή και να ευτυχεί προσπαθώντας να φανεί αντάξιος της αγάπης των υπολοίπων.

Οι θρησκευτικές μεταρρυθμίσεις έδωσαν νέα ώθηση! Ο άνθρωπος επιτέλους κατάφερε να αντισταθεί στο ράσο.

Αλλά εκεί όπου ο υλισμός έπεισε για την ανυπαρξία του θεού, η ηθική είχε και πάλι την τιμητική της. Χωρίς να υπάρχει αναγκαίος σύνδεσμος μεταξύ θρησκείας και ηθικής, γίνεται κατανοητό ότι οι άθεοι είναι εναρετώτεροι των πιστών γιατί «καθοδηγούνται» από μία συλλογική συνείδηση που την «επιβάλλουν» στην κοινωνία με την εκμάθηση και την εκπαίδευση, σαν χρέος και καθήκον του ανθρώπου, και όχι με κίνητρο την ανταμοιβή και τα εκβιαστικά διλήμματα που εφευρίσκει η θρησκεία. 

Τη διαπίστωση αυτή είχε κάνει και ο Πιέρ Μπάυλ (1647-1706). Ήταν Γάλλος φιλόσοφος, πρώιμος εκπρόσωπος του Διαφωτισμού που με το έργο του «Ιστορικό και Κριτικό Λεξικό» άσκησε σημαντική επίδραση στον Βολτέρο, τον Ντιντερό και τον Φώερμπαχ. Επειδή πίστευε ότι η γνώση δεν μπορεί να θεωρηθεί αναμφίβολα αξιόπιστη, παρά μόνο πιθανή άρα και τα θρησκευτικά δόγματα δεν μπορούν να θεμελιωθούν ορθολογικά και γι’ αυτό υποστήριζε ότι την ηθική δεν πρέπει να την ταυτίζουμε με τη θρησκεία. «Η λαϊκή ηθική που ωθεί τον άθεο προς τον ενάρετο βίο» έλεγε «είναι τόσο αυστηρή, όσο και κάθε πειθαρχία θρησκευτικής έμπνευσης». Επίσης με παρρησία διακήρυττε ότι ο άθεος μπορεί να είναι ηθικός και έντιμος άνθρωπος. Ο  άνθρωπος, έλεγε, γίνεται κατώτερος όχι με τον αθεϊσμό αλλά με τις δεισιδαιμονίες!

Έτσι είχαν τα πράγματα μέχρι την Γαλλική επανάσταση και το Διαφωτισμό. Κάτι έλλειπε όμως ακόμα. Ο μηχανιστικός υλισμός είχε ελλείψεις που ενοχλούσαν και δεν μπορούσε να αποδώσει στο μέγιστο την αλήθεια για τον κόσμο. Πρώτο και κύριο εκείνοι οι μηχανιστικοί υλιστές ερμήνευαν τον κόσμο υλιστικά, όμως την πρώτη κίνηση την απέδιδαν ακόμα στο Θεό. 

Ο Χέγκελ και ο Φώερμπαχ (μαζί με τον Καντ) εκπροσωπούν την κλασική γερμανική φιλοσοφία. Ανήκουν όμως και οι τρεις σε διαφορετικά φιλοσοφικά στρατόπεδα. Αυτοί που μας ενδιαφέρουν για την ώρα είναι οι δυο πρώτοι κυρίως.

Ο Τζωρτζ Χέγκελ (1770-1831) ήταν Γερμανός φιλόσοφος που εκπροσώπησε τον αντικειμενικό ιδεαλισμό και θεμελίωσε τη συστηματική θεωρία της διαλεκτικής. Η διαλεκτική είναι μια διαδικασία γίγνεσθαι. Αντικειμενικός ιδεαλιστής, ο Χέγκελ, θεωρούσε τον κόσμο και τα φαινόμενά του σαν μία Απόλυτη Ιδέα ή Παγκόσμιο Πνεύμα. Η φύση, η κοινωνία και η νόηση είναι η εξέλιξη του Παγκόσμιου Πνεύματος που στη θρησκεία παίρνει τη θέση του θεού. Κάτω από την οπτική αυτή, η ιδέα στον άνθρωπο, αποκτά συνείδηση, βούληση και προσωπικότητα και στη φύση πραγματώνεται σαν εσωτερική νομοτελειακή αναγκαιότητα.

Η μέγιστη συμβολή του Χέγκελ αναμφισβήτητα είναι η διαλεκτική στην οποία η ενότητα των αντιθέτων, σαν πολικές έννοιες αλληλοσυμπληρώνονται ή αλληλοαποκλείονται. Η αντίφαση αυτή είναι η κινητήριος δύναμη του πνεύματος, που σαν εσωτερικός παλμός, δημιουργεί τη διαδικασία ενός αδιάκοπου γίγνεσθαι (σταδιακή ανάπτυξη του πνεύματος).

Η στρέβλωση ανάμεσα στον ιδεαλισμό και τη διαλεκτική δεν ξεπεράστηκε ποτέ από το μεγάλο Γερμανό φιλόσοφο, δημιουργώντας μία μεγαλειώδη αντίφαση που αναβίωσε αντεστραμμένη στο Μαρξισμό, όπου στη θέση του Απόλυτου Πνεύματος, ο θεμελιωτής του διαλεκτικού υλισμού, όπως θα δούμε πιο κάτω, τοποθέτησε τον υλικό κόσμο! Την αντίφαση αυτή όμως, πριν από τον Μαρξ, ανακάλυψε ένας άλλος μεγάλος φιλόσοφος της κλασικής γερμανικής φιλοσοφίας, ο Φώερμπαχ, που ξεσκόνισε με την κριτική του τη φιλοσοφία του Χέγκελ. 

Ο Λουδοβίκος Φώερμπαχ (1804-1872) ήταν υλιστής. Δεχόταν την πραγματικότητα υλικά και αντικειμενικά. Τον κόσμο, έλεγε, δεν τον έφτιαξε κανένας θεός, γιατί αυτός υπήρχε ανέκαθεν, ούτε τον όριζε καμιά δύναμη αλλά οι φυσικές δυνάμεις που τις αναγνωρίζουμε με νόμους. Η σκέψη, τόνιζε, εξαρτάται από τον εγκέφαλο και γι' αυτό, πίστευε ότι, η νόηση είναι αναπόσπαστη από την ύλη. Το πρώτο μεγάλο βήμα προς την διαλεκτική είχε γίνει. Το πνεύμα είναι προϊόν της ύλης και όχι το αντίθετο που μας οδηγεί στον ιδεαλισμό. Ο τελευταίος, έλεγε, είναι μία μεγάλη ανοησία. Πέρα όμως απ’ όλα αυτά τα θετικά, θεωρώντας τις ανθρώπινες αισθήσεις σαν την κινητήρια δύναμη της ιστορίας, παρέβλεψε τα φαινόμενα της κοινωνικής ζωής, όπως επίσης και τις νομοτέλειές τους. Με λίγα λόγια εξετάζοντας το θέμα μόνο θεωρητικά, παρέβλεψε την ανθρώπινη δράση, σαν πράξη, μέσα στην ιστορία του ανθρώπου.

Η νόηση έχει πραγματική δύναμη και γι αυτό δεν πρέπει να μένει έξω από τα φαινόμενα. Ο Φώερμπαχ μπορεί να εξηγούσε καλά τον κόσμο όμως χωρίς τη γνώση και τη δράση του ανθρώπου δεν προέβλεπε πώς αυτός μπορούσε να αλλάξει. Αυτό δηλαδή που έκανε ο Μαρξ, όταν από τον Χέγκελ πήρε τη διαλεκτική και από τον Φώερμπαχ υιοθέτησε τον υλισμό που τόσο θαυμαστά περιέγραψε εμπλουτίζοντάς τον. Από τον Φώερμπαχ διδάχτηκε ακόμα πώς με τη θρησκεία ο άνθρωπος ολοκληρωτικά αποξενώνεται από τον κόσμο του. 

Ο Καρλ Μαρξ (1818-1883) μαζί με τον Φρειδερίκο Ένγκελς (1820-1895) ήταν οι φιλόσοφοι που θεμελίωσαν τον διαλεκτικό υλισμό. Ο Μαρξ αμφισβήτησε τον Χέγκελ μεταξύ άλλων και μέσα από την κριτική που έκανε στον Νταβίντ Στράους και τον Μπρούνο Μπάουερ, όταν ο πρώτος διαχώρισε τη φιλοσοφία από τη θρησκεία και την λογική από την ιστορία. Παράλληλα, δέχεται και την κριτική του Φώερμπαχ προς τον Χέγκελ. Το Είναι δεν μπορεί να μείνει χωρισμένο από τη συνείδηση. Ούτε η συνείδηση από το Είναι. Έχοντας τα υλιστικά όπλα του Φώερμπαχ και τη διαλεκτική του Χέγκελ, την οποία θα αντιστρέψει όπως είπαμε, για να δείξει όχι τη σταδιακή εξέλιξη του πνεύματος αλλά το μηχανισμό για την ανάπτυξη της κοινωνίας. Με τα εφόδια αυτά, δίκαια ονομάστηκε θεμελιωτής του διαλεκτικού και ιστορικού υλισμού, αναπτύσσοντας επιστημονικά τη νομοτελειακή ανάπτυξη της φύσης, εντοπίζοντας παράλληλα και το βασικό πρόβλημα της φιλοσοφίας που είναι αυτό της σχέσης του Είναι και της Νόησης.

Το ερώτημα που έθεσε ήταν τι προϋπήρξε, η ύλη ή το πνεύμα; Υπήρχε ο κόσμος προαιώνια ή είναι δημιούργημα κάποιου θεού; Όμως το ζήτημα δεν είναι μόνο η διαφορά ανάμεσα στον υλισμό και τον ιδεαλισμό αλλά κυρίως αν η νόηση μπορεί να γνωρίσει τον πραγματικό κόσμο και αν οι αντιλήψεις και οι παραστάσεις μας είναι οι αληθινές του αντανακλάσεις.

Η θρησκεία, με την ανάπτυξη του διαλεκτικού υλισμού, αποδείχτηκε, πέρα ως πέρα μια απατηλή θεωρία. Η κοσμοαντίληψή της παραμορφώνει τον κόσμο, διαστρεβλώνοντας την ερμηνεία των φαινομένων της φύσης και της κοινωνίας. Όμως, στον αγώνα της να εκτοπίσει την επιστήμη και την αλήθεια, έστω και μετά από αρκετούς αιώνες βρέθηκε βαριά λαβωμένη. 

Στον υλισμό, η ύλη αναγνωρίζεται σαν η μοναδική βάση του κόσμου (μονισμός). Ο διαλεκτικός υλισμός θεωρεί τη συνείδηση λειτουργία του εγκεφάλου που αντανακλά τον αντικειμενικό κόσμο. Όμως σαν επιστήμη ερευνά τους πιο γενικούς νόμους της κίνησης και της ανάπτυξης της φύσης, της κοινωνίας και της νόησης. Σαν γενική μέθοδος γνώσης του κόσμου αναγνωρίζει την αμοιβαία σχέση των φαινομένων και των αντικειμένων, την κίνηση και την ανάπτυξη του κόσμου σαν αποτέλεσμα των εσωτερικών αντιθέσεων που δρουν μέσα του. Η διαλεκτική, απαλλαγμένη από το μυστικισμό, θα γίνει αναγκαιότητα για τις φυσικές επιστήμες, και το χρηστικότερο εργαλείο για τη διερεύνησή της.

Η πορεία εξέλιξης της επιστήμης και της κοινωνίας επιβεβαιώνει την ορθότητα του φιλοσοφικού υλισμού, του διαλεκτικού και ιστορικού υλισμού με τον καλύτερο τρόπο.  

Όμως, ας αρχίσουμε από τους ορισμούς και το βασικό πρόβλημα της φιλοσοφίας που θίγει η υλιστική αντίληψη για τον κόσμο. Πρώτα, βέβαια, πρέπει να ξεκαθαρίσουμε πώς βλέπουμε τον κόσμο μας: μονιστικά ή δυιστικά; 

Ο μονισμός είναι μία φιλοσοφική αντίληψη που δέχεται σαν βάση του υπαρκτού κόσμου μία πηγή, μια αρχή και θεμελιώδη. Δέχεται ότι αυτή είναι υλική.

H πρώτη αρχή, το «όντως ον» που ενέπνευσε τους πρώτους υλιστές φιλόσοφους της αρχαιότητας, δεν είναι το πνεύμα, αλλά ένα υλικό στοιχείο (το Νερό για παράδειγμα στον Θαλή τον Μιλήσιο ή η Φωτιά για τον Ηράκλειτο) και από αυτό προήλθαν όλα τα’ άλλα..

Υπάρχει και μονισμός που δέχεται σαν αρχή το πνεύμα, την ιδέα (Πλάτων).

Οι πρώτοι λέγονται Υλιστές, οι δεύτεροι Ιδεαλιστές. Μεταξύ τους όμως υπάρχει ανειρήνευτη φιλοσοφική διαμάχη ορίζοντας το βασικό πρόβλημα της φιλοσοφίας

Ο δυϊσμός είναι η φιλοσοφική αντίληψη που δέχεται σαν βάση του υπαρκτού κόσμου δυο αδιαίρετες πηγές, την ύλη και το πνεύμα, σαν μια προσπάθεια συμφιλίωσης των δυο φιλοσοφικών κατευθύνσεων. Οι δυϊστές δέχονται την ύλη και το πνεύμα σαν ανεξάρτητες οντότητες που δεν έχουν τίποτα κοινό μεταξύ τους (Ρενέ Ντεκάρτ). Όμως αυτή η φιλοσοφική κοσμοθεώρηση οδηγεί αναπόφευκτα στον ιδεαλισμό, στον αντίποδα του οποίου βρίσκεται ο υλισμός και φυσικά ανάμεσά τους η προαιώνια διαμάχη.

Ποια η διαφορά μεταξύ τους; 

Το βασικό πρόβλημα της φιλοσοφίας είναι αυτό που ερευνά τη σχέση της Νόησης με το Είναι. Την σχέση της συνείδησης και του κόσμου, για να το πούμε πιο απλά.

Το βασικό ζήτημα της φιλοσοφίας, όπως αλλιώς λέγεται, θέλει τη φιλοσοφία χωρισμένη σε δυο μεγάλα στρατόπεδα, αυτό του υλισμού και εκείνο του ιδεαλισμού.

Τα στρατόπεδα αυτά αφορούν κατευθύνσεις σκέψης.
 
Γιατί όμως η φιλοσοφία χωρίζεται ανάμεσα στις δυο αυτές κατευθύνσεις;

Την απάντηση στο ερώτημα αυτό την δίνει η ίδια η φιλοσοφία. Οι βασικές φιλοσοφικές κατευθύνσεις κάθε σχολής έχουν διαφορετικό προσανατολισμό, γιατί η πάλη μεταξύ υλισμού και ιδεαλισμού είναι η κινητήρια δύναμη της φιλοσοφικής σκέψης και νομοτέλεια της ιστορικής της πορείας. Ο φιλόσοφος και γενικά ο άνθρωπος ωριμάζει μέσα στην κοινωνική πάλη και στις αντιθέσεις της και γι' αυτό από την οπτική αυτή εξαρτώνται όλα του τα συμπεράσματα για τον κόσμο.

Ο τρόπος που σκέπτεται αφορά την ερμηνεία που θα δώσει ο ίδιος για τον κόσμο του.

Μπορεί να τον γνωρίσει… πόσο και γιατί… 

Ο υλισμός θεωρεί τον κόσμο μας καθοριστικό, θεμελιακό και πρωτεύων, τη δε συνείδηση, τη σκέψη και το πνεύμα δευτερεύοντα. Συνεπώς η ύλη προηγείται, ενώ η συνείδηση σαν δευτερεύων παράγοντας είναι προϊόν εξέλιξης της ύλης, του εγκέφαλου δηλαδή. Η συνείδηση είναι η ιδεατή αντανάκλαση του υλικού κόσμου (ανθρώπινος εγκέφαλος) και στον άνθρωπο χρησιμεύει σαν μέσο για να τον ερμηνεύει, γι’ αυτό είναι αδιανόητο να νοηθεί αποσπασμένη από τον εγκέφαλο που την γεννά. Οι υλιστές φιλόσοφοι δέχονται ότι τον κόσμο μας δεν τον δημιούργησε κανένας. Είναι αιώνιος (αΐδιος) και απειρόμορφος και ό,τι υπάρχει γύρω του υπάρχει αντικειμενικά και ανεξάρτητα από αυτόν, από την συνείδησή του. Τα αντικείμενα υπάρχουν ανεξάρτητα απ’ τη σκέψη μας. Είναι αντικειμενικά. Υπάρχουν είτε τα σκεφτόμαστε είτε όχι. Είτε υπάρχουμε εμείς είτε όχι!
 
Στον ιδεαλισμό η ιδέα, η σκέψη, η συνείδηση, το πνεύμα και ο θεός είναι το καθοριστικό, το θεμελιακό και το πρωτεύον. Ο κόσμος, η φύση, η ύλη παράγονται ή εξαρτούνται από τη συνείδηση, το πνεύμα και το θεό. Οι ιδεαλιστές φιλόσοφοι δέχονται ότι το πνεύμα υπήρχε πριν τον υλικό μας κόσμο. Αυτόν τον δημιούργησε το πνεύμα, το ιδεατό, δηλαδή ο θεός (εν αρχή ην ο Λόγος) και συνεπώς δεν είναι παντοτινός αλλά πρόσκαιρος και προσωρινός που εξαρτάται απόλυτα από το θεό.
Να πού ευθύνεται ο διαφορετικός προσανατολισμός της κάθε σχολής! Αυτός είναι ο λόγος που η ιδεαλιστική θεώρηση του Πλάτωνα, παρόλο που ακολούθησε παράλληλη πορεία με το Δημόκριτο και αργότερα με τον Επίκουρο, δε συναντήθηκαν ποτέ. Γι αυτό και η υλιστική θεώρηση του κόσμου είναι ασυμβίβαστη με την ιδέα της ύπαρξης του θεού. Κάθε ανάμειξη μεταξύ τους είναι «μπασταρδεμένη φιλοσοφία» που οδηγεί αναπόφευκτα στον ιδεαλισμό. 
 
Η διαλεκτική σαν μεθοδολογία και λογική επιχειρηματολογία έχει εφαρμογή στη σκέψη, στη φύση και στην ιστορία.

Στην διαλεκτική τα δυο αντίθετα αποτελούν την θέση και την αντίθεση που αίρονται σε κάτι ανώτερο: στην σύνθεση. Έτσι ξεπερνούμε τις αντιθέσεις στη σκέψη μας και στην αντίληψή μας για τον κόσμο. Σαν φιλοσοφική μέθοδος η διαλεκτική αποκαλύπτει την κινητήρια δύναμη και την πηγή κάθε εξελικτικής διαδικασίας στην φύση και την κοινωνία.
Βασικές της θέσεις είναι.

α) Θεωρεί την ύλη σαν το μοναδικό θεμέλιο του κόσμου.

β) Δέχεται την καθολική αλληλουχία των πραγμάτων και των φαινομένων.

γ) Υποστηρίζει ότι η κίνηση και η εξέλιξη είναι αποτέλεσμα των εσωτερικών αντιθέσεων. 

Τόσο ο υλισμός όσο και ο ιδεαλισμός μπορεί να είναι διαλεκτικός ή μεταφυσικός, όμως ο υλισμός ποτέ δεν ταυτίζεται με την μεταφυσική γιατί η επιστημονική πρακτική ποτέ δεν συνδέθηκε με τον ιδεαλισμό.

Οι ιδεαλιστές, την διαλεκτική δεν την εφαρμόζουν ούτε στην εξήγηση των φαινομένων της φύσης, ούτε στην γνώση. Δεν μπορούν να αντιληφθούν ότι ο κόσμος δεν είναι δημιούργημα, αλλά αΐδιος και παντοτινός. Ούτε μπορούν να αντιληφθούν την αναγκαιότητα των νόμων ή την ύπαρξη των αντικειμενικών νομοτελειών της φύσης και γι' αυτό δεν μπορούν να κατανοήσουν ότι η κίνηση της ύλης είναι το αναγκαίο αποτέλεσμα της ύπαρξης και της ουσίας της!

Την φύση δεν την έφτιαξε κανένας θεός και γι' αυτό δεν κατευθύνεται από θεούς, αλλά από φυσικές δυνάμεις και τους νόμους που την ορίζουν. 

Επίσης, δεν κατανοούν γιατί η νόηση είναι αναπόσπαστη από την ύλη και αποτέλεσμα της λειτουργίας του εγκεφάλου. Γι' αυτό και θεωρούν την ύλη… προϊόν του πνεύματος κι όχι το αντίθετο.

Πρέπει να το βάλουμε καλά στο μυαλό: Η ενότητα του κόσμου, συνίσταται στην υλικότητά του και η νόηση είναι προϊόν του ανθρώπινου εγκεφάλου, ενώ ο ίδιος ο άνθρωπος είναι με τη σειρά του προϊόν της νομοτελειακής ανάπτυξη της φύσης και της κοινωνίας.

Με λίγα λόγια, όπως έλεγε και ο Φώερμπαχ ο υλισμός, ο αισθητός κόσμος, στον οποίο ανήκουμε και εμείς οι ίδιοι, είναι ο μοναδικός πραγματικός και υπαρκτός κόσμος, ενώ όλα τα άλλα είναι ιδεαλιστικές ανοησίες.

Να γιατί ο διαλεκτικός υλισμός είναι το θεωρητικό όπλο του αναζητητή της αλήθειας και το ανώτατο επίτευγμα της φιλοσοφικής σκέψης. Μόνο χάριν αυτής μπορούμε να αποκτήσουμε τη λογική που αντιστέκεται στην αλλοτριωμένη μας συνείδηση και μας αποξενώνει από τον κόσμο.

Διαφορετικά, χαμένοι στον ίδιο μας τον κόσμο, θα υπνοβατούμε στο υπερβατικό και την ουτοπία!

Τέλος πρέπει να ξέρουμε ότι η διαλεκτική, απαλλαγμένη από τη μεταφυσική, θα γίνει αναγκαιότητα για τις φυσικές επιστήμες και το χρηστικότερο μέσον για τη διερεύνησή της. 

Η πορεία εξέλιξης της επιστήμης και της κοινωνίας επιβεβαιώνει την ορθότητα του φιλοσοφικού υλισμού, του διαλεκτικού και ιστορικού υλισμού με τον καλύτερο τρόπο, γιατί διαλεκτική σημαίνει κίνηση. Κίνηση της φύσης, της γνώσης και της κοινωνίας σε ένα αέναο γίγνεσθαι!

Να ένα παράδειγμα ξεπεράσματος της αντίθεσης: Στην κλασική φυσική η ύλη και το κενό αποτελούν την αντίθεση (το ον και το μη ον της αρχαιότητας). Στην κβαντομηχανική το κενό θεωρείται «μέσον», είναι φορέας ενέργειας που μετέχει στους μετασχηματισμούς των σωματιδίων. Η «διακύμανση του κενού» χρειάζεται διαλεκτική λογική προκειμένου να κατανοηθεί! Χωρίς αυτήν κινδυνεύουμε να παρεκτραπούμε σε παραλογισμούς και ιδεαλιστικές ανοησίες και ο ιδεαλιστής δεν διαθέτει τα μέσα για να απαλλαγεί από την οντολογική αβεβαιότητα, υιοθετώντας στη λογική του το θεό για να καλύψει τα κενά. Τα κενά αυτά, οι ιδεαλιστές τα αναπληρώνουν με τον μυστικισμό, τις δεισιδαιμονίες, την μαγεία, την αστρολογία και κάθε λογής παραλογισμό που υποτίθεται εκπορεύεται με μυσταγωγικό τρόπο από το θεό.

Ας δούμε και την εξέλιξη των ιδεών στην φυσική, μέσα από τον Νεύτωνα και τον Καρτέσιο, σχετικά με την δημιουργία του κόσμου. 

Ο θεός του Καρτέσιου (1596-1650) ήταν ένα τέλειο ον που θα διασφάλιζε την κίνηση του σύμπαντος αιώνια, διαφορετικά θα ήταν ένα ατελές κατασκεύασμα, σαν ρολόι που ήθελε συνεχώς κούρδισμα. Στο ανώτερο σημείο της πυραμίδας των προτάσεών του βρισκόταν η περίφημη ρήση του «Cogito, ergo sum» το οποίο τον ωθούσε στην αναμφισβήτητη κρίση του ότι κάτω από την υποκειμενική τους κρίση βρισκόταν ένα τέλειο ον που δημιούργησε ένα τέλειο κόσμο. 

Ο Νεύτων (1643-1727) πλησίασε περισσότερο αυτό που λέμε επιστήμη. Θεμελιωτής της κλασικής ουράνιας φυσικής στηρίχτηκε στη γλώσσα των μαθηματικών και στην παρατήρηση. Στην Νευτώνεια φυσική επιτρέπονται οι υποθέσεις όταν υποτάσσονται στη φύση των φαινομένων. Η γνώση επιτέλους αποκτά επιστημονική μορφή, θεμελιώνοντας στην ουσία τον μηχανιστικό υλισμό. Όμως οι αντιλήψεις του αυτές και η βαθιά θρησκευτική πίστη του τον κρατούν κι αυτόν αιχμάλωτο των μεταφυσικών αντιλήψεων.

Ο κόσμος, πίστευε, δημιουργήθηκε από το θεό εκ του μηδενός, ενώ ο χώρος, σαν δοχείο όπου η ύλη κατανέμεται, ήταν πεπερασμένος και απόλυτος, αν και όχι αιώνιος όπως ο θεός!

Και στον Νεύτωνα τα συμπεράσματα αυτά ήταν αυθαίρετα και σε σύμπνοια με την θεολογία. Ο Νεύτων σπατάλησε ατέλειωτες ώρες μελετώντας την Βίβλο, αναζητώντας μέσα από την χρονολόγηση των αρχαίων βασιλείων του Ισραήλ, τον χρόνο που ο θεός δημιούργησε τον κόσμο. Έτσι και η φυσική του αναγκαστικά στηρίχθηκε στον απόλυτο χώρο και χρόνο.

Η απόλυτη βεβαιότητα της γνώσης του Καρτέσιου κι η φυσική αντίληψη του Νεύτωνα για τον απόλυτο χώρο και χρόνο σήμερα δημιουργούν στρεβλώσεις. 
Όταν ρωτάμε πώς δημιουργήθηκε ο κόσμος προϋποθέτουμε ότι ο κόσμος είναι «δημιούργημα» και ως εκ τούτου προϋποτίθεται ένας «Δημιουργός».

Καλύτερα όμως δεν θα ήταν αν πριν ρωτήσουμε, με τον τρόπο αυτό, να αναρωτηθούμε αν ο κόσμος είναι δημιούργημα…

Πώς όμως μπορούμε να απαντήσουμε σε ένα τέτοιο ερώτημα;

Μπροστά στο δίλημμα λοιπόν αν ο κόσμος μας είναι δημιούργημα, η μόνη αρμόδια να απαντήσει είναι η φιλοσοφία και μάλιστα, ο διαλεκτικός υλισμός, που συνεπής με το μονισμό του δέχεται την ύλη αυθύπαρκτη και άπειρη. Άπειρη όχι μόνο στο χώρο αλλά και στο χρόνο. Η έννοια «ύλη» δεν είναι επιστημονική έννοια, αλλά φιλοσοφική. Όταν αναφερόμαστε για παράδειγμα στην «αφθαρσία της ύλης» η επιστήμη δεν μπορεί με κανένα τρόπο να επαληθεύσει ή να διαψεύσει την πρόταση, αφού σαν έννοια δεν διαθέτει μέτρο της ύλης και του Σύμπαντος!

Η αρχή της αφθαρσίας της ύλης δεν είναι φυσικός νόμος αλλά οντολογικό αξίωμα της φιλοσοφίας.

Από την άλλη όμως ούτε μπορούμε να δεχτούμε την πράξη δημιουργίας αφού αυτή θα αντέφασκε με το αέναο γίγνεσθαι του Σύμπαντος. Η αιωνιότητα της κίνησης για παράδειγμα είχε διατυπωθεί από τους πρώτους υλιστές. Ο Δημόκριτος απέρριπτε την ιδέα της αρχικής ώθησης λέγοντας ότι η κίνηση δεν έχει αρχή, ότι είναι αιώνιαάπειρη και άφθαρτη.

Σήμερα η επιστήμη δέχεται και η φιλοσοφία συνηγορεί ότι η εξέλιξη είναι ένα αδιάκοπο γίγνεσθαι. Το κάθε τι αρνείται τον εαυτό του περνώντας σε κάτι ανώτερο που κι αυτό προορίζεται να χαθεί δίνοντας τη θέση του σε κάτι καινούριο. Αυτό λέγεται εξέλιξη και είναι παρούσα σε όλες της εκφάνσεις της πραγματικότητας. Η αιωνιότητα της κίνησης και το αέναο γίγνεσθαι αντιφάσκει με την «αρχή του κόσμου», θεωρώντας την πράξη δημιουργίας παράλογη κι εξωπραγματική. 

Όμως, πώς φτάσαμε στην υπόθεση της δημιουργίας του κόσμου με το Big Bang;

Όλα άρχισαν μετά μια δεκαετία περίπου από την καθολική αποδοχή της Γενικής Θεωρίας της Σχετικότητας. Ο Αϊνστάιν βέβαια διατύπωσε τη θεωρία σε γεωμετρία Riemann και την κατανόησε σαν τοπικότητα, ενός χώρου που βρίσκεται σε συμφωνία με τις συντεταγμένες των τεσσάρων διαστάσεων του Minkowski (χωροχρόνος). Αφορά δηλαδή ένα τοπικό σημείο του Σύμπαντος και όχι το Όλο.

Το ότι το μοντέλο αυτό (big bang) προτάθηκε το 1927 από έναν ιερέα της Ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας, τον Αββά Georges Lemaître, (τότε ήταν μόνο 34 ετών) νομίζω να σας λέει κάτι αυτό. Τότε ο διάσημος αστρονόμος Arthur Eddington, βαθύτατα χριστιανός κι αυτός (κουάκερος και μέλος του «Τάγματος της Αξίας») υποστήριξε με θέρμη τη υπόθεση του Λεμαίτρ εξηγώντας την διαστολή του Σύμπαντος με την μετατόπιση προς το ερυθρό (νόμος του Χάμπλ). Η αρχή είχε γίνει. Πάνω στην προκατάληψη του παπά Λεμαίτρ και του βαθύτατα χριστιανού Έντιγκτον επένδυσαν στο άμεσο μέλλον κι άλλοι επιστήμονες τις εργασίες τους, μέχρι και ο Πάπας, «ολοκληρώνοντας» μια υπόθεση που για κάποιους κατέληξε σε «επιστημονική θεωρία»!

Σαν μαθηματικό μοντέλο, το κοσμολογικό πρότυπο, θεώρησε το Σύμπαν ομοιογενές και ισότροπο. 

Στην φύση αρέσει να κρύπτεται και σε μας να την αποκαλύπτουμε.

Φυσικά όλα αυτά τα σενάρια δεν λέγονται επιστημονικές θεωρίες. Η επιστημονική θεωρία είναι η ανώτατη μορφή οργάνωσης της επιστημονικής γνώσης που στηρίζεται σε αξιόπιστους και επιβεβαιωμένους νόμους και πρακτικές που δίνουν μια ολοκληρωμένη αντίληψη για την πραγματικότητα και δεν αποβλέπουν απλά και μόνο να εξηγήσουν εικασίες, όσο και να συνηγορούν αυτές με κάποια επιστημονικά στοιχεία!
 
Για παράδειγμα είναι αυθαίρετη η υπόθεση της πρωταρχικής έκρηξης που υποτίθεται ότι θα γεννήσει την υπάρχουσα ύλη (1054γραμμάρια) από μια μηδενικού όγκου σημειακή μοναδικότητα… άπειρης πυκνότητας. 

Ολόκληρη η παραπάνω πρόταση στερείται λογικής! Σαν «γεγονός» θεωρείται κάτι παραπάνω από παράλογη, αν «κάτι» γεννιέται από το «τίποτα» σε χρόνο… μηδέν! 

Ο ουσιαστικότερος λόγος που κάνει την «υπόθεση» αδύναμη προκειμένου να εξηγήσει τις αιτίες που προκάλεσαν το «συμβάν» είναι τόσο ανύπαρκτες, όσο και ο χρόνος που ένα τέτοιο «γεγονός» λαμβάνει χώρα, ακριβώς εκεί που δεν υπάρχει ούτε χώρος ούτε χρόνος και συνεπώς βρίσκεται εκτός πεδίου φυσικής!

Υποτίθεται πως στηρίζεται στην Γενική θεωρία της Σχετικότητας, όμως είναι αυτή που αναιρεί την λογική για μια τέτοια υπόθεση. Με άπειρη πυκνότητα και θερμοκρασία της προκειμένης ιδιομορφίας οι εξισώσεις δεν έχουν νόημα και δεν μπορούν να λυθούν!

Το μηδέν και το άπειρο δεν είναι φυσικά μεγέθη και συνεπώς δεν μπορούν να συνυπολογιστούν στις εξισώσεις της Σχετικότητας!

Το άπειρο δεν είναι αριθμός και δεν μπορεί να μειωθεί όσες φορές και να διαιρεθεί! Οι φιλοσοφικές έννοιες δεν είναι φυσικά μεγέθη.

Το big bang αν απέρριπτε μερικές εξωτικές απόψεις και δεχόταν κάποια φυσικά μεγέθη ώστε να έχουν νόημα οι υπολογισμοί των εξισώσεων, σαν τοπικότητα για παράδειγμα, θα είχε κάποιο κύρος να υποστηριχτεί σαν μια επιστημονική υπόθεση. 

Τέλος, για να κλείσω και το κεφάλαιο της Διαλεκτικής, πρέπει να πω ότι οι ιδέες και τα αισθήματα είναι υποκειμενικά δεδομένα και όχι πραγματικές οντότητες. Δεν έχουν φυσικό αντίκρισμα και γι' αυτό δεν μπορούν ούτε να αποδειχτούν ούτε να διαψευστούν. Ο φυσικός κόσμος, λοιπόν, διέπεται από νόμους που αποκλείουν οποιαδήποτε εξωτερική παρέμβαση. Καμιά φυσική εξίσωση δεν προβλέπει θεϊκή παρέμβαση.

Ο υλισμός θεμελιώνεται στα αξιώματα της αντικειμενικότητας και γι' αυτό θεωρεί ότι νόηση, χωρίς υλικό υπόβαθρο, δεν μπορεί να υπάρξει. Η νόηση είναι προϊόν της λειτουργίας του εγκεφάλου και όχι υλική ουσία και γι' αυτό δεν μπορεί να έχει αυτοτελή ύπαρξη.

Να γιατί η θρησκεία και ο μυστικισμός είναι η φενακισμένη αντίληψη της πραγματικότητας και όσοι εγκλωβίζονται σ’ αυτήν, εκτός του ότι ερμηνεύουν λανθασμένα τον κόσμο, ζουν αποξενωμένοι σ’ αυτόν υπονομεύοντας την επίγεια ζωή και υποταγμένοι στο ψέμα ζουν την απατηλή ελπίδα της μετά θάνατον ανταμοιβής ή με τον φόβο μιας αιώνιας τιμωρίας που γελοιοποιεί τη λογική και την αισθητική του νοήμονος ανθρώπου.

Η αυτάρκεια είναι το μυστικό συστατικό για σταθερή ευτυχία

Είμαστε, από τη φύση μας, εξαρτημένα πλάσματα – πράγμα που δεν είναι και τόσο κακό. Είναι μια παρηγοριά να ξέρουμε ότι μπορούμε να βασιζόμαστε στους άλλους και ότι κι εκείνοι μπορούν να υπολογίζουν σ’ εμάς. Αυτό το διδασκόμαστε ως όντα, όταν μαζευόμαστε γύρω από τα πιο αδύναμα μέλη για να τα προστατέψουμε.

Η ευτυχία, ωστόσο, είναι μια από τις προκλήσεις της ζωής – η υπέρτατη ίσως πρόκληση – στην οποία πρέπει τελικά να προχωρήσουμε μόνοι. Οι άλλοι μπορούν βέβαια να προσφέρουν τη συμπαράστασή τους, αλλά η πιο δύσκολη και εσωτερική δουλειά είναι έργο δικιά μας και μόνο.

Η στήριξη και η ενθάρρυνση που σας προσφέρουν οι άλλοι, απλά δεν έχουν αρκετή δύναμη για να βελτιώσουν τη σωματική σας κατάσταση, ειδικά αν εσείς οι ίδιοι κατακλύζεστε από τους φόβους που μπορεί να γεννήσει μια ασθένεια ή έχετε υιοθετήσει παθητική στάση.

Κάποτε γνώρισα μια γυναίκα που υπέφερε από λύκο και κατάθλιψη βαριάς μορφής. Της είπα ότι είχε ανάγκη να ανακτήσει ως ένα βαθμό τη χαμένη της ελπίδα. «Αφήνω τους φίλους μου να ελπίζουν για μένα, απάντησε. «Εγώ, και που σηκώνομαι το πρωί, πολλά κάνω».

Αυτό είναι κλασικό παράδειγμα ατόμου που περιμένει από τη φιλική θέληση να κάνει τις εσωτερικούς του διεργασίες για λογαριασμό του. Όση παρηγοριά κι αν χαρίζουν οι φίλοι και οι συγγενείς, η δύναμή της εκμηδενίζεται όταν ο αποδέκτης δεν προσπαθεί να βοηθήσει τον εαυτό του.

Σε μια άλλη περίπτωση, συμβούλεψα έναν φίλο που έπασχε κατάθλιψη να αφιερώσει μια ώρα κάθε μέρα στην κατάθλιψη. Μέσα σ’ αυτή την ώρα, του είπα, θα επέτρεπε στον εαυτό του να κλάψει, να ουρλιάξει ή να αρχίσει να χτυπάει ένα στρώμα – οτιδήποτε, αρκεί να απελευθέρωνε την οργή, το φόβο και τη θλίψη που συμβάλλουν στο δυνάμωμα της κατάθλιψης.

Αλλά μόλις περνούσε εκείνη η ώρα, θα έπρεπε να αρχίσει να ξαναμπεί στο μονοπάτι της ελπίδας. Έτσι, όταν θα συναντιόταν με τους φίλους του ή τα μέλη της οικογένειάς του για να δεχτεί τη στοργική και θετική τους υποστήριξη, θα είχε πολύ μεγαλύτερες δυνατότητες να απορροφήσει την ισχυρή ενέργεια που μετέδιδαν στο περιβάλλον του.

Όσο κι αν θα θέλαμε να μπορούν οι άλλοι να περπατήσουν για λογαριασμό μας, δεν μπορούν. Μπορούμε πάντοτε να είμαστε δεκτικοί στην αγάπη και τη στήριξη των άλλων, αλλά η πραγματική δύναμη για τη δουλειά που πρέπει να γίνει, πρέπει να έρθει από μέσα μας.

Ένα αρνητικό μυαλό δεν θα σου προσφέρει ποτέ μια θετική ζωή

Ένας αρνητικά σκεπτόμενος σύντροφος, μια χειριστική φίλη, ένας συνάδελφος θρασύς και τοξικός που κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του για να σε μειώσει με κάθε ευκαιρία. Εσύ. Εσύ που προσπερνάς όλα τα παραπάνω, τα δέχεσαι παθητικά και ελπίζεις σε μια μέρα θετική. Δεν θα σου την προσφέρεις ποτέ.

Το ότι αρνείσαι να δεχτείς κάποια «στραβά» της ζωής σου είτε από φόβο, είτε από συνήθεια, δεν βοηθά. Και κυρίως δεν βοηθά εσένα. Ελπίζοντας σε μια ευτυχία, δώρο εξ’ ουρανού με μεταμεσονύχτιες προσευχές να τη συνοδεύουν… Άστο. Αυτά τα πράγματα πηγαίνουν αλλιώς. Και για να μιλάμε σωστά, χτίζονται. Βήμα βήμα, σκαλί το σκαλί, ανάσα την ανάσα. Με θέληση.

Όταν βασική σου προτεραιότητα είναι οι άλλοι, ο σύντροφος, η φίλη, η μάνα, ο συνάδελφος, τότε μην περιμένεις μια ζωή γεμάτη ευτυχία να σου σερβιριστεί για πρωινό. Δεν τη θες. Δεν το δείχνεις. Δεν το νιώθεις. Δε σε αφορά ειλικρινά.

Σε ενδιαφέρει να συντηρήσεις μια αδιάφορη σχέση που σε ρίχνει και εν καιρώ φθίνει, αλλά τη θες, σε ενδιαφέρει να κρατήσεις τη φίλη, γιατί… είναι φίλη, σε ενδιαφέρει η μάνα γιατί είναι μάνα και δε θες να τη στεναχωρήσεις, σε ενδιαφέρει ο συνάδελφος γιατί θες η επαγγελματική σου εικόνα να είναι «ακέραια» και «συνεπής» και δέχεσαι ό,τι δέχεσαι.

Θα σου πω το εξής. Άλλο ακέραιος και συνεπής και άλλο θύμα. Άλλο «θέλω να βλέπω τη μητέρα μου ευτυχισμένη» και άλλο «θα κάνω ό,τι χρειαστεί για να μην απογοητευτεί από εμένα». Άλλο «θέλω να είμαι καλά με το σύντροφό μου» και άλλο «δέχομαι τα πάντα προκειμένου να είναι αυτός καλά, άρα… και εγώ» και άλλο «Έτσι είναι η Γιώτα μωρέ, την ξέρω, μην της χαλάσω το χατίρι» και άλλο «γίνομαι χίλια κομμάτια για να περάσει το δικό της».

Όταν προτεραιότητά σου είναι οι άλλοι, οι όποιοι άλλοι και η σχέση σου μαζί τους, τότε μάντεψε: χάνεις εσένα. Πηγαίνεις με τα νερά τους, διαβάζεις τους κώδικες επικοινωνίας τους και «για το καλό της σχέσης σας» τους υιοθετείς, χάνεις την ταυτότητά σου, χάνεις το είναι σου το αληθινό, τις δικές σου ανάγκες, τα δικά σου θέλω και έπειτα χάνεσαι.

Ποιο το νόημα όλων αυτών; Ποιος εν τέλει είναι καλά; Ποιος άραγε έχει διατηρήσει την πιο αρνητική στάση στην ιστορία; Προσοχή! Αρνητικός δεν είναι μόνο εκείνος που υιοθετεί μια στάση «μίζερη» απέναντι στη ζωή, ή κάνει μαύρες σκέψεις και το εκφράζει. Αρνητική είναι η τοξικότητα, η εξάρτηση, η παθητικότητα στο χειρισμό. Ξέρεις την απάντηση.

Όταν κάνω λόγο για θετικότητα και «θετική ζωή», μιλάω για την ευτυχία. Για μια ευτυχία ολόψυχη και ολοκληρωμένη. Απόλυτη, χαμογελαστή, βαθιά. Προσωπικά, ξέρω ότι την αξίζεις. Κι εγώ την αξίζω και όλοι μας. Κατά πόσο όμως έχουμε τα μάτια μας πραγματικά στραμμένα σε εκείνη την πολυπόθητη κυρία Ευτυχία, όταν διαρκώς μπουκώνουμε με αρνητισμό οικειοθελώς, μαζεύουμε χαστούκια τα οποία εξίσου οικειοθελώς δεχόμαστε, καταπίνουμε συναισθήματα;

Η απάντηση είναι μέσα μας και την ξέρουμε όλοι. Όταν ξεκινήσουμε σοβαρά να ακούμε τη φωνή μας, το παιδί μέσα μας, τις ανάγκες, τα θέλω, το σώμα, τη διαίσθησή μας, όταν ξεκινήσουμε να νιώσουμε τα όνειρά μας, όταν αποδεχτούμε τα δεδομένα της πραγματικότητάς μας ως έχει, τα αγκαλιάσουμε και περάσουμε σε «ξεσκαρτάρισμα» ανθρώπων, καταστάσεων και μη υγιών για εμάς συνθηκών, τότε η κυρία Ευτυχία θα μας κλείσει το μάτι.

Τότε, θα αισθανθούμε μέσα μας ένα Φως. Τότε, αυτό το Ερεβοκτόνο Φως θα περιλούσει την καρδιά μας και θα αστράψει το μυαλό μας. Τότε θα ευτυχήσουμε. Κόντρα σε προβλέψεις δυσοίωνες για την έως τώρα πορεία μας, κόντρα σε φόβους και εγκλωβισμούς. Η κυρία Ευτυχία τότε θα μας χαμογελάσει και όσο τη στηρίζουμε θα μας στηρίζει. Φυσικά, όμορφα και αβίαστα. Όπως οφείλει να είναι η Ευτυχία για τον κάθε ένα από εμάς. Όπως την αξίζουμε.

Η κατάθλιψη ίσως είναι ο τρόπος του εγκεφάλου να μας πει ότι πρέπει να λύσουμε ένα πρόβλημα

Η ιδέα ότι η κατάθλιψη μπορεί να είναι μια βιολογική προσαρμογή, παρά μια ψυχική διαταραχή, είναι μία συγκλονιστική εξελικτική προσέγγιση.

Κάθε στιγμή, περίπου το 5% του πληθυσμού των ανεπτυγμένων χωρών, αναφέρει ένα μέτριας ή μείζον καταθλιπτικό επεισόδιο.

Η μείζων καταθλιπτική διαταραχή είναι τόσο συνηθισμένη που εκτιμάται ότι ένας στους έξι ανθρώπους, θα τη βιώσει σε κάποιο σημείο της ζωής του.

Ο επιπολασμός της κατάθλιψης παρουσιάζει επίσης οικονομικά προβλήματα. Είναι μία από τις πιο κοινές αιτίες δυσλειτουργικότητας και αναπηρίας, έχει επιπτώσεις στο χώρο εργασίας και είναι υπεύθυνη για ένα πλήθος δαπανών που σχετίζονται με την αυτοκτονία. Το οικονομικό βάρος της κατάθλιψης μόνο στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, για παράδειγμα, εκτιμάται ότι ανήλθε σε 210,5 δισ. δολάρια το 2010.

Γιατί λοιπόν μια τέτοια εξουθενωτική κατάσταση επηρεάζει τόσους πολλούς ανθρώπους;

Η παραδοσιακή αντίληψη είναι ότι η κατάθλιψη είναι μια κατάρρευση του τρόπου που τα πράγματα υποτίθεται ότι δουλεύουν στον εγκέφαλο μας, όπως χημικές ανισορροπίες που μπορούν να αποκατασταθούν μέσω ενός συνδυασμού φαρμάκων και μεταβολών συμπεριφοράς.

Αλλά υπάρχει και η θεωρία που υποστηρίζει ότι αντί η κατάθλιψη να είναι καθαρά μια διαταραχή, μπορεί να είναι μια συγκεκριμένη στρατηγική συμπεριφοράς που έχουμε εξελίξει, δηλαδή μια βιολογική προσαρμογή που εξυπηρετεί έναν σκοπό. Αυτός ο σκοπός μπορεί να είναι ότι πρέπει να σταματήσουμε ότι κάνουμε, για να κατανοήσουμε και να αντιμετωπίσουμε ένα σημαντικό πρόβλημα.

Η βασική ιδέα είναι ότι αυτό που θεωρούμε σαν διαταραχή, στην πραγματικότητα είναι ένας τρόπος που ο εγκέφαλός μας αναλύει και υπερναλύει ένα πρόβλημα, με την ελπίδα να βρεθεί ένας τρόπος αντιμετώπισης του.

Οι ερευνητές προτείνουν ότι ένα δύσκολο ή περίπλοκο πρόβλημα, προκαλεί μια «καταθλιπτική» αντίδραση σε μερικούς ανθρώπους που τους βάζει σε ένα είδος αναλυτικής λειτουργίας.

Με την κατάθλιψη υπάρχει μια αύξηση στον μηρυκασμό, στην εμμονή για την πηγή του πόνου, μαζί με αυξημένη αναλυτική δραστηριότητα στον εγκέφαλο και τον ύπνο REM, που βοηθά στην επεξεργασία της μνήμης. Ένα σημαντικό σύμπτωμα της κατάθλιψης είναι η ανηδονία, η αδυναμία δηλαδή να απολαύσετε τις συνήθεις δραστηριότητες. Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, αυτά τα πράγματα θα μπορούσαν να διαταράξουν αυτή τη φάση «επεξεργασίας».

Αυτή η υπόθεση θα μπορούσε να εξηγήσει το γεγονός ότι τα περισσότερα καταθλιπτικά επεισόδια συμβαίνουν μετά από ένα σημαντικό γεγονός στη ζωή μας, όπως ο θάνατος ή το τέλος μιας σχέσης.

Οι Άντριους και Τόμσον στο άρθρο τους, υποδεικνύουν ακόμη ότι η ιδέα αυτή θα μπορούσε να εξηγήσει γιατί η κατάθλιψη και το άγχος έχουν συννοσηρότητα.

Υποθέτουμε ότι η κατάθλιψη και το άγχος συχνά συνυπάρχουν επειδή ορισμένα προβλήματα απαιτούν τόσο την ανάλυση (προωθούμενη από καταθλιπτική επίδραση) όσο και την επαγρύπνηση (προωθούμενη από το άγχος), έγραψαν στο άρθρο τους. Η ανάλυση επιτρέπει σε κάποιον να κατανοήσει τον παράγοντα υποκίνησης. Η επαγρύπνηση είναι ένας τρόπος να προσπαθήσουμε να την εμποδίσουμε από το να ξανασυμβεί.

Οι συνέπειες για τη θεραπεία

Όσο συναρπαστικές και να είναι οι εξελικτικές εξηγήσεις, είναι δύσκολο να αποδειχθεί ότι είναι σωστές, ειδικά αν δεν έχουν ακόμη ενισχυθεί από άλλες έρευνες.

Η ιδέα ότι η κατάθλιψη μπορεί να είναι μια βιολογική προσαρμογή, παρά μια διανοητική διαταραχή δεν έχει ακόμη τη συναίνεση της κοινότητας της ψυχικής υγείας. Και ακόμα κι αν η υπόθεση είναι σωστή, είναι πιθανόν ελλιπής και δεν εξηγεί όλες τις πτυχές της κατάθλιψης.

Τα πολύπλοκα προβλήματα συνήθως έχουν διάφορες αιτίες. Περίπου το 20% των περιπτώσεων κατάθλιψης δεν ακολουθούνται μετά από ένα σημαντικό συμβάν ζωής, μπορεί να υπάρχει κάποια αιτία στο παρελθόν, αλλά δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα. Γνωρίζουμε επίσης ότι η γενετική μπορεί να παίξει κάποιο ρόλο στην ευαισθησία ενός ατόμου στην κατάθλιψη. Όπως επισημαίνουν οι Άντριους και Τόμσον, υπάρχουν διάφοροι τύποι κατάθλιψης, μερικοί από τους οποίους μπορεί να έχουν διαφορετικές αιτίες. Λένε επίσης ότι υπάρχουν εναλλακτικές εξελικτικές εξηγήσεις που θα μπορούσαν να συνυπάρχουν με την υπόθεσή τους.

Αν όμως η υπόθεση του αναλυτικού μηρυκασμού θα μπορούσε να επικυρωθεί περαιτέρω, θα μπορούσε να έχει σοβαρές επιπτώσεις για το πώς αντιμετωπίζουμε αυτό το είδος ψυχικής ασθένειας στο μέλλον.

Σε αυτή την περίπτωση, η προσέγγιση για τη θεραπεία της κατάθλιψης θα μπορούσε να αλλάξει για να αντιμετωπίζει περισσότερο την υποκείμενη αιτία παρά να θεραπεύει μόνο τα συμπτώματα. Ένας ανθρωπολόγος είπε ότι εάν η θεωρία είναι σωστή, η αντιμετώπιση της κατάθλιψης με αντικαταθλιπτικά φάρμακα, μπορεί να είναι σαν να θεραπεύεις ένα σπασμένο οστό με παυσίπονα αντί να παρέχονται και παυσίπονα και ένας γύψος για να βοηθήσουν να επουλωθεί το σπάσιμο. Με αυτή τη λογική, η ψυχοθεραπεία θα ήταν ένα σημαντικό μέρος της θεραπείας, καθώς μπορεί να βοηθήσει τους ανθρώπους να καταλάβουν καλύτερα και να αντιμετωπίσουν αυτό που θα μπορούσε να είχε προκάλεσει τα καταθλιπτικά επεισόδια τους.

Τα παραδοσιακά αντικαταθλιπτικά φάρμακα είναι πολύ αποτελεσματικά, ακόμη και ζωτικής σημασίας, για μερικούς. Αλλά αυτές οι προσεγγίσεις δεν λειτουργούν μακροπρόθεσμα για όλους, γι’ αυτό και οι ερευνητές διερευνούν κάθε είδους διαφορετικές θεραπείες.

Ακόμη και αν διαπιστωθεί ότι η κατάθλιψη είναι ένα είδος εξελικτικού «εργαλείου» ή προσαρμογής, δεν θα βοηθούσε αναγκαστικά τους ανθρώπους να λύσουν το πρόβλημα που την προκάλεσε. Όμως, νέες θεωρητικές προσεγγίσεις για τη θεραπεία της κατάθλιψης, μπορεί να μας βοηθήσουν να σκεφτούμε νέες ή καλύτερες μορφές θεραπείας, κάτι που είναι πάντα ευπρόσδεκτο.

Η σιωπή όταν σπάει κάνει θόρυβο

Αποτέλεσμα εικόνας για magic powersΠόσο όμορφη και σπάνια ιδιότητα είναι τελικά η σιωπή. Η σιωπή είναι πιο δυνατή σε νόημα κι από την κάθε μικρούλα λέξη. Κάνει τον πιο ηχηρό, τον πιο εκκωφαντικό θόρυβο χωρίς να χρειαστεί να αρθρώσεις ούτε λέξη.

Οι λέξεις, ο λόγος, είναι αιτία παρεξηγήσεων, μα το να παραμένει κανείς σιωπηλός και ήσυχος σε μια γωνιά παρακολουθώντας λόγια και κουβέντες, διαλόγους, συζητήσεις επί συζητήσεων και πάει λέγοντας, του εξασφαλίζει μια υπέροχη αίσθηση ηρεμίας και γαλήνης που καμιά λέξη δεν μπορεί να περιγράψει.

Πόσο περιττεύουν οι λέξεις μπροστά στο μεγαλείο της σιωπής. Πόσο άσκοπη ενέργεια σπαταλάει κανείς στην προσπάθειά του να πείσει, να μεταπείσει, να εξηγήσει, να αιτιολογήσει, να δικαιολογήσει, να συμβουλέψει, να πει τη γνώμη του απρόσκλητα και προκλητικά. Πόσο χώρο μεταξύ δυο ανθρώπων καταλαμβάνουν τα λόγια.

Τόσο που δε μένει χώρος για σκέψη, την κατεξοχήν πνευματική διεργασία αυτή του νου που λαμβάνει χώρο σιωπηλά. Πρώτα τρέχει η γλώσσα μας και μετά η σκέψη μας, δυστυχώς.

Κι εγώ το είχα συνήθεια να παραβγαίνω σε ατέρμονους διαλόγους και να μην αφήνω να πέφτει τίποτα κάτω, αλλά διέκρινα σε έναν άνθρωπο που γνώρισα τη δική του υπεροχή. Όσο εγώ φλυαρούσα κρίνοντας, χαρακτηρίζοντας, συμβουλεύοντας, υπεραναλύοντας κ.ο.κ., εκείνος απλώς άκουγε ενεργητικά συγκρατώντας την παραμικρή λεπτομέρεια από τα λεγόμενά μου. Τι ματαιότητα! Τι ρηχότητα! Πόσο πολύτιμη είναι τελικά η σιωπή.

Η σιωπή είναι χρυσός. Είναι δύναμη. Είναι αρετή. Όταν σιωπάς δε σημαίνει πως δεν έχεις τίποτα να πεις. Μερικές φορές, μπορεί να σημαίνει ότι ο άλλος δεν είναι έτοιμος να ακούσει τις σκέψεις σου. Να ακούσει, όχι με την πρόθεση να συμβουλέψει μήτε να απαντήσει, μα με πρόθεση να σε καταλάβει, να σε νιώσει, να σου κάνει χώρο να απλώσεις τις σκέψεις σου και να ακούσεις αυτά που σκέφτεσαι και λες. Και θα πάρεις ο ίδιος τις απαντήσεις που ζητάς. Όχι από τον συνομιλητή, αλλά από τον ίδιο σου τον εαυτό. Ο συνομιλητής είναι απλώς παρών στο να ακούει ενεργητικά. Να διαισθάνεται, να ενσυναισθάνεται και να καθοδηγεί τη συζήτηση με τέτοιον τρόπο ώστε να πάρεις εσύ τις απαντήσεις που γυρεύεις.

Είναι σπουδαίο το να έχεις τη δύναμη να κλείσεις το στόμα μπροστά στη λύπη, στο θυμό, ακόμα και στην χαρά και στην ευτυχία του άλλου. Άστον να το μοιραστεί, άστον να το βγάλει από μέσα του, ό,τι κι αν είναι αυτό, χωρίς διάθεση κριτικής και συμβουλές, χωρίς να του κλέψεις το χρόνο και τη χαρά να το εκφράσει έτσι όπως θέλει, όσο θέλει, για όσο θέλει, και είναι βέβαιο ότι θα κάνει το ίδιο με σένα. Εσύ σε κάθε περίπτωση θα του έχεις προσφέρει το μεγάλο δώρο της σιωπής, του χρόνου που χρειάζεται να πει όσα σκέφτεται.

Η σιωπή μπορεί να σημαίνει κι άλλα πολλά. Μπορεί να σημαίνει αδιαφορία και απαξίωση, μπορεί να σημαίνει διαφωνία, ευαισθησία με την έννοια του ανθρώπου που έχει τις αισθήσεις του σε πλήρη λειτουργία• σε κάθε περίπτωση η σιωπή είναι ένα μάθημα που χαίρομαι πολύ που το διδάχτηκα έστω και αργά. Γι’ αυτό εκτιμώ τους ανθρώπους που μιλούν με τη σιωπή τους. Μου λένε περισσότερα από όσα προσπαθούν να μου πουν σε λέξεις. Ακόμη, οι πιο σιωπηλοί σε νοιάζονται περισσότερο από όσους με μανία προσπαθούν να σε πείσουν πως σε νοιάζονται.

Είναι αυτοί που θα μιλήσεις μαζί τους στο τηλέφωνο ή βγαίνετε για να τα πείτε και τους έχει πιάσει μια ανελέητη λύσσα για κουβέντα που στο τέλος της επαφής νιώθεις άδειος. Σαν να έβγαλε την υποχρέωση από πάνω του να γεμίσει το χρονικό διάστημα που βρίσκεται μαζί σου με ένα τεράστιο κενό, μιλώντας ασταμάτητα χωρίς να έχει αντιληφθεί την ελάχιστη δική σου οπτική. Ας λένε ότι το κάνουν, δεν μας γνωρίζουν βαθιά τέτοιοι άνθρωποι, είναι χάσιμο χρόνου μια ουσιαστική σχέση μαζί τους. Θα σου πάρουν κυριολεκτικά τα αφτιά, θα σηκώσουν τόσο σκόνη στο πέρασμά τους και θα είσαι ΕΣΥ και μόνο που θα την έχεις εισπνεύσει.

Η σιωπή είναι μια τέχνη που την κατέχουν μόνο όσοι γνωρίζονται σε βάθος, μόνο όσοι καταφέρνουν με ένα βλέμμα, μια αγκαλιά ή λέξη να πουν όσα με τα λόγια δεν μπορούν ή δε θέλουν να πουν. Γι’ αυτό, ας μιλάμε μόνο όταν έχουμε κάτι να πούμε, ας ακούμε χωρίς ανταπόκριση και ας είμαστε με όσους δε χρειάζεται να λέμε πολλά για να μας καταλάβουν. Αυτοί μας ξέρουν. Και είναι αυτοί που είναι έτοιμοι να ακούσουν τις σκέψεις μας.

ROLF DOBELLI: Η παρανόηση σχετικά με την πολυδιαφημισμένη αυθεντικότητα

Σας αρέσουν οι αυθεντικοί άνθρωποι; Σίγουρα. Με αυθεντικούς ανθρώπους ξέρεις πάντα πού βρίσκεσαι- ξέρεις τι σκέφτονται και τι νιώθουν, τι κάνουν και τι κάνετε μαζί τους. Τέτοιοι ανεπιτήδευτοι άνθρωποι δεν κρατούν μυστικό τον εσωτερικό τους εαυτό- έτσι η προσωπική επαφή είναι στενή, ευχάριστη και αποτελεσματική.

Αλλά για πόση αυθεντικότητα μιλάμε; Ας κάνουμε ένα πείραμα σκέψης. Ας υποθέσουμε ότι συναντιέστε με την υπεραυθεντική Λίζα για γεύμα. Μετά από 20 λεπτά καθυστέρηση, εμφανίζεται αναμαλλιασμένη λες και έχει αρπαχτεί με γάτα. Μουρμουρίζει μια συγγνώμη και στη συνέχεια διαλαλεί και την ακούει όλο το εστιατόριο ότι «δεν είχε διάθεση για φαγητό», «και μάλιστα σε αυτό το εστιατόριο που ήταν κάποτε της μόδας αλλά δεν είναι πια». Οι άνθρωποι στα γύρω τραπέζια αφήνουν κάτω το πιρούνι τους. Μετά από μια στιγμή σιωπής η Λίζα αρχίζει να εγκωμιάζει μεγαλοφώνως την εμφάνισή σας, αλλά δεν παραλείπει να πει ότι το ρολόι σας «δεν ταιριάζει» με το υπόλοιπο σύνολο. Στη συνέχεια, σκύβει πάνω από το τραπέζι, αρπάζει το ποτήρι με το κρασί που είχατε παραγγείλει και το πίνει μονορούφι: «Συγνώμη, διψούσα τρομερά!». Μετά το ορεκτικό ακουμπάει το κεφάλι της στο τραπέζι και πέφτει για ύπνο, ενώ εσείς βρίσκεστε στο έλεος των βλεμμάτων των άλλων. Πέντε λεπτά αργότερα φτάνουν τα μακαρόνια και η Λίζα ξυπνάει, τεντώνεται με ένα ζωώδες χασμουρητό και λέει χαμογελώντας: «Χωρίς έναν υπνάκο στα γρήγορα δεν είμαι ο εαυτός μου». Και αρπάζει με τα δάχτυλα το ένα μακαρόνι μετά το άλλο, βουτηγμένα στη σάλτσα, και τα ρουφάει επειδή είναι «πολύ πιο διασκεδαστικό» από το να τα φάει κανονικά. Στη συνέχεια, σας περιγράφει με λεπτομέρειες, λέγοντας ότι θέλει να «τα πετάξει από πάνω της», τα όνειρα που είδε την προηγούμενη νύχτα – δεν βγάζετε άκρη και ζητάτε τον λογαριασμό. Αγαπητέ αναγνώστη, να τι μπορεί να είναι η αυθεντικότητα.

Μια σύσταση: μην πέφτετε θύμα της διαφήμισης περί αυθεντικότητας. Για διάφορους λόγους. Πρώτον, το απλό γεγονός ότι δεν γνωρίζουμε πραγματικά ποιοι είμαστε. Όπως είδαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο, ο πυρήνας μας δεν είναι αξιόπιστη πυξίδα, αλλά μάλλον ένα συνονθύλευμα συγκρουόμενων συναισθημάτων. Δεν κατανοούμε τον εαυτό μας. Τι ακριβώς πρέπει να αποκαλύψει η αυθεντικότητα; Η αυθεντικότητα δικαιούται να έχει τη θέση της στην ερωτική ζωή ή σε πολύ στενές φιλίες, αλλά όχι έναντι περιστασιακών γνωριμιών και σίγουρα όχι στον δημόσιο χώρο.

Δεύτερον, μη συμπεριφέρεστε έτσι ώστε να γελοιοποιείστε. Αν ψάξετε να βρείτε μια προσωπικότητα -έναν πολιτικό, έναν στρατηγό, έναν φιλόσοφο, έναν οικονομολόγο, έναν επιστήμονα- που εκτιμάτε και σέβεστε στον μέγιστο βαθμό και η οποία ανοίγει δημοσίως την καρδιά της, δεν θα βρείτε καμία. Οι άνθρωποι γίνονται σεβαστοί επειδή κρατούν τις υποσχέσεις τους, όχι γιατί μας επιτρέπουν να μοιραστούμε τους εσωτερικούς τους μονολόγους.

Τρίτον, τα κύτταρα είναι τα δομικά στοιχεία της ζωής. Κάθε κύτταρο περιβάλλεται από κυτταρική μεμβράνη. Η λειτουργία της είναι να προστατεύει το κύτταρο από τους επιβλαβείς εισβολείς και να ρυθμίζει με ακρίβεια ποια μόρια θα περάσουν και ποια όχι. Στο επίπεδο του οργανισμού παρατηρείται η ίδια διαδικασία- για τους ίδιους λόγους . Τα ζώα έχουν δέρμα, τα φυτά φλοιό. Ένας οργανισμός χωρίς εξωτερικά σύνορα θα πεθάνει αμέσως. Η αυθεντικότητα δεν είναι παρά η εγκατάλειψη αυτών των φραγμών σε ψυχολογικό επίπεδο. Με συνέπεια οι άλλοι να μπορούν να σας εκμεταλλευτούν για να επιτύχουν τους δικούς τους σκοπούς. Δεν είναι μόνο ότι γίνεστε γελοίοι, γίνεστε και ευάλωτοι.

ΡΟΛΦ ΝΤΟΜΠΕΛΛΙ, Η τέχνη της καλής ζωής

Μελέτη ίσως λύσει το μυστήριο του χαμηλού επίπεδου CO2 κατά τη διάρκεια των εποχών των παγετώνων

Από τότε που οι επιστήμονες προσδιόρισαν για πρώτη φορά ότι το ατμοσφαιρικό διοξείδιο του άνθρακα (CO2) ήταν σημαντικά χαμηλότερο κατά τη διάρκεια των περιόδων των παγετώνων από ότι στις θερμότερες φάσεις, έχουν αναζητήσει να ανακαλύψουν το γιατί, διατυπώνοντας την θεωρία ότι μπορεί να είναι μια συνάρτηση της ωκεάνιας κυκλοφορίας, του θαλάσσιου πάγου, της φορτωμένης με σίδηρο σκόνης ή της θερμοκρασίας. Ακόμη κανένα μοντέλο υπολογιστή βασιζόμενο στα υπάρχοντα δεδομένα δεν είναι ικανό να εξηγήσει γιατί τα επίπεδα του CO2 ήταν ένα τρίτο χαμηλότερο όταν υπήρχε μια εποχή πάγου.

Μια νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε αυτή την εβδομάδα στο Science Advances, παρέχει αδιάσειστα στοιχεία για μια λύση – συνδυασμός της μεταβολής της θερμοκρασίας του θαλάσσιου νερού και του σιδήρου από τη σκόνη από τις ηπείρους του νότιου ημισφαιρίου. Όπως αναφέρεται στο KTVZ.COM: «Πολλές μελέτες του παρελθόντος που ανάλυσαν τις θερμοκρασίες των ωκεανών έκαναν υποθέσεις ότι οι θερμοκρασίες αυτές μειώθηκαν με τον ίδιο ρυθμό σε όλη την υδρόγειο – περίπου 2,5 βαθμοί Κελσίου», είπε ο Andreas Schmittner, επιστήμονας για το κλίμα στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο του Oregon και ένας από τους συγγραφείς της μελέτης. «Όταν έτρεχαν τα μοντέλα τους, η θερμοκρασία ευθύνονταν μόνο για ένα μικρό ποσό της μείωσης του ατμοσφαιρικού CO2».

«Γνωρίζουμε τώρα ότι οι ωκεανοί ψυχράθηκαν πολύ περισσότερο σε ορισμένες περιοχές, όσο και πέντε βαθμοί Κελσίου στα μέσα γεωγραφικά πλάτη», συνέχισε ο Schmittner. «Καθώς το κρύο νερό έχει υψηλότερο βαθμό διαλυτότητας του CO2, είχε τη δυνατότητα να απορροφά πολύ περισσότερο άνθρακα από την ατμόσφαιρα από ότι οι προηγούμενες μελέτες αιτιολογούσαν – και πραγματοποιήθηκε περισσότερο από αυτή τη δυνατότητα».

Ο Schmittner και οι συνεργάτες του εκτίμησαν ότι οι ψυχρότερες θερμοκρασίες του ωκεανού θα δικαιολογούσαν περίπου τη μισή της μείωσης του CO2 κατά τη διάρκεια του τελευταίου παγετωνικού μέγιστου – ή στην αποκορύφωση της τελευταίας εποχής των παγετώνων. Άλλο ένα τρίτο ή περίπου, λένε, πιθανά προκλήθηκε από μια αύξηση της φορτωμένης με σίδηρο σκόνης που προέρχονταν από τις ηπείρους και την «λίπανση» της επιφάνειας του Νότιου Ωκεανού. Μια αύξηση στο σίδηρο θα ωθούσε την παραγωγή φυτοπλαγκτόν, απορροφώντας περισσότερο άνθρακα και αποθηκεύοντάς το βαθειά στον ωκεανό.

Τα μοντέλα των ερευνητών υποστηρίζουν ότι αυτός ο συνδυασμός δικαιολογεί περισσότερο από τα τρία-τέταρτα του μειωμένου ποσού του ατμοσφαιρικού CO2 κατά τη διάρκεια της τελευταίας εποχής των παγετώνων. Κατά τη διάρκεια του τελευταίου παγετωνικού μέγιστου, τα επίπεδα CO2 ήταν περίπου 180 μέρη ανά εκατομμύριο, ενώ τα επίπεδα το 1800 μ.Χ. – λίγο πριν τη Βιομηχανική Επανάσταση – ήταν περίπου 280 μέρη ανά εκατομμύριο.

Ο Schmittner διατύπωσε την άποψη ότι το εναπομένον ποσό του μειωμένου άνθρακα μπορεί να αποδοθεί στις μεταβολές στη διαθεσιμότητα των θρεπτικών στοιχείων και/ή στην αλκαλικότητα των ωκεανών. «Η αύξηση σε σίδηρο πιθανά είναι αποτέλεσμα του πάγου που αποξέει το τοπίο σε Παταγονία, Αυστραλία και Νέα Ζηλανδία, εξάγοντας τον σίδηρο από πέτρες και χώμα», ανέφερε ο Schmittner. «Καθώς ήταν πολύ κρύο και σκληρό, ο σίδηρος θα σηκωνόταν από τον αέρα και θα αποθέτονταν στον ωκεανό. Το τρισδιάστατο μοντέλο μας του παγκόσμιου ωκεανού συμφωνεί καλά με τις παρατηρήσεις από τα ωκεάνια ιζήματα από το τελευταίο παγετώδες μέγιστο, δίνοντάς μας έναν υψηλό βαθμό εμπιστοσύνης για τα αποτελέσματα».

Οι ερευνητές λένε ότι όταν η Γη ψύχθηκε κατά τη διάρκεια της τελευταίας περιόδου παγετώνων, οι ωκεανοί φυσικά ψύχθηκαν επίσης – εκτός από τις περιοχές κοντά στους πόλους, που ήδη ήταν τόσο ψυχρές όσο ήταν δυνατόν χωρίς να παγώσουν. Κατά τη διάρκεια των θερμών φάσεων, η διαφορά στις θερμοκρασίες επιφάνειας του ωκεανού μεταξύ των μεγάλων και των μέσων γεωγραφικών πλατών ήταν σημαντική. Καθώς το θερμότερο νερό κινείται προς την Ανταρκτική και αρχίζει να ψύχεται, η χαμένη θερμότητα πηγαίνει στην ατμόσφαιρα, αυξάνοντας τη δυνατότητα του ωκεανού να απορροφά CO2.

«Είναι όπως όταν βγάζεις μια μπύρα από το ψυγείο», αναφέρει ο Schmittner. «Καθώς θερμαίνεται, οι φυσαλίδες βγαίνουν έξω. Το διοξείδιο του άνθρακα είναι ένα αέριο και μπορεί να διαλύεται στο νερό καθώς επίσης μέσα στον ωκεανό από την ατμόσφαιρα και είναι περισσότερο διαλυτό σε ψυχρότερο νερό. Όμως η διαδικασία αυτή παίρνει χρόνο και έτσι ο ωκεανός δεν υλοποιεί όλη τη δυνατότητά του να δέχεται CO2 σε αυτά τα νερά γύρω από την Ανταρκτική που γεμίζουν μεγάλο μέρος του βαθέως ωκεανού».

Όταν τα μέσα γεωγραφικά πλάτη των ωκεανών άρχισαν να ψύχονται, άρχισαν να απορροφούν περισσότερο CO2 από την ατμόσφαιρα και να εκπέμπουν λιγότερο επειδή το CO2 είναι περισσότερο διαλυτό στο πιο κρύο νερό. «Ήταν ο τέλειος συνδυασμός που μπορεί να εξηγήσει σχεδόν ακριβώς γιατί τα επίπεδα CO2 ήταν περίπου ένα τρίτο χαμηλότερα κατά τη διάρκεια των περιόδων των παγετώνων», ανέφερε ο Schmittner.

Παρανοητικές Οντότητες στις Μεγαλουπόλεις

Urban Paramental Entities.
 
Η μικρή πόλη, που μπορούσες να την εξερευνήσεις με μία ματιά (και αποτελούσε τον γενικό κανόνα το 1800), στα μέσα και στο τέλος του 19ου αιώνα αντικαταστάθηκε από την Μεγάπολη (Megapolis). Σε ένα παλιό θρησκόληπτο κείμενο διάβασα να αποκαλούν τις Μεγαπόλεις: «Πόλεις του Μολώχ». Τα μεσαιωνικά τείχη είχαν σχεδόν όλα γκρεμιστεί και τα όρια της πόλης επεκτείνονταν πλέον ανεμπόδιστα όλο και πιο βαθιά μέσα στην εξοχή. Ίσως γι’ αυτό κάποιοι να έβλεπαν τότε τη Μεγάπολη σαν μία μεταδοτική ασθένεια, σαν μία επιδημία που εξαπλώνεται και καταβροχθίζει την γεωγραφία του Θεού, ως ένα βλάσφημο δημιούργημα του ανθρώπου που αντιγράφει με τεχνητό τρόπο το θεϊκό οικοδόμημα της Φύσης, κάτι σαν ένας «πύργος της Βαβέλ» σε οριζόντια επέκταση (που φιλοξενεί πολλούς άλλους πύργους της Βαβέλ σε κάθετη επέκταση).
 
Πολυκατοικίες συμπιεσμένες η μία πάνω στην άλλη, καταλαμβάνοντας όσο το δυνατόν λιγότερο χώρο, ανυπολόγιστες μάζες πληθυσμών εξασθενίζουν μέρα με την ημέρα, χάνοντας κάθε ελπίδα και κάθε προσωπικότητα, μελαγχολούν, αρρωσταίνουν, πεθαίνουν, απελπίζονται, εγκληματούν, μεταλλάσσονται σε ανήμπορα αυτόματα προορισμένα για συγκεκριμένες –και πάντα ασφυκτικά περιορισμένες– δραστηριότητες. Το παράξενο είναι ότι οι μαζάνθρωποι έπρεπε πάντα να «διασφαλίζουν» αυτές τις συνθήκες, με την ίδια την ζωή τους και τον χρόνο τους, χωρίς ποτέ κανείς να εξεγερθεί και να ανατινάξει αυτόν τον παράλογο ζυγό από πάνω του.
 
Ο μαζάνθρωπος προσφέρει στη Μεγάπολη τον εαυτό του.
 
Η Μεγάπολη είναι η φυλακή του και το εκτροφείο του, η πατρίδα και το σπίτι του, το τσίρκο του και ο τάφος του. Ο Homo Megapolitan λειτουργεί ως αναπόσπαστο μέρος του συνόλου των ομοίων του, και ως αναπόσπαστο μέρος της Μεγάπολης. Μία ζωντανή συλλογική οντότητα που κατοικεί μέσα σε μία τεχνητή συλλογική οντότητα. Το σύνολο των ανθρώπων είναι η σάρκα και η Μεγάπολη είναι το καβούκι της. Κυψέλη. Λόφος τερμιτών. Μαλάκιο και όστρακο. Μούμια και πυραμίδα.
 
Ο Homo Megapolitan αφοδεύει μέσα στη Μεγάπολη. Η ίδια η Μεγάπολη αφοδεύει με το τιτάνιο αποχετευτικό της σύστημα, ένα λαβυρινθώδες μεταλλικό παχύ έντερο που μεταφέρει τις αφοδεύσεις της κάτω από τις επιφάνειες των δρόμων, προς τη θάλασσα ή τους τόπους βιολογικού καθαρισμού. Παντού από κάτω μας κυκλοφορούν σε μια αέναη ροή οι αφοδεύσεις μέσα στο παχύ έντερο της Μεγάπολης. Ο Homo Megapolitan παράγει αμέτρητους τόνους σκουπιδιών: αποφάγια, συσκευασίες προϊόντων, χαρτί και πλαστικό, κι όλα τα ανομολόγητα πράγματα που προκύπτουν από την χρήση πάσης φύσεως καταναλωτικών προϊόντων. Από το διάστημα η Γη φαίνεται σαν ακατοίκητη, κανένα από τα επιτεύγματά μας δεν διακρίνεται από τόσο ψηλά, εκτός από δύο: το Σινικό Τείχος και ο πανύψηλος σκουπιδότοπος της Νέας Υόρκης! (κι αυτό όχι σίγουρα)
 
Το συγκεντρωμένο πλήθος των Μεγαπόλεων καταναλώνει αμύθητες περιουσίες οξυγόνου, νερού και τροφής. Καθημερινά χάνει αμέτρητα τρισεκατομμύρια κύτταρα από το συλλογικό σώμα του (μια διαρροή κυττάρων από όλα τα σώματα όλων των ανθρώπων), τα οποία επικαλύπτουν σαν αόρατη κρούστα τους τόπους της Μεγάπολης, έτσι ώστε αυτή να αποκτά ένα συλλογικό ανάμεικτο κυτταρικό σώμα. Καθημερινά χάνει αμέτρητα τρισεκατομμύρια τρίχες, που συσσωρεύονται στη Μεγάπολη, νύχια, κύτταρα, σωματικά υγρά, δάκρυα, σάλιο, ιδρώτα, σπέρμα, πλακούντα, κερί, λίπος, λάδι, τερηδόνα, αίμα, βλέννα, οξέα, σκόνη, εκατοντάδες, χιλιάδες, εκατομμύρια σώματα χάνουν συνέχεια τον εαυτό τους ίντσα προς ίντσα μέσα στη Μεγάπολη, κι η Μεγάπολη τα απορροφά όλα αυτά, τα αφομοιώνει, αποκτά σάρκα, αποκτά σώμα για να ενδυθεί, εξανθρωπίζεται και τερατοποιείται.
 
Η Μεγάπολη είναι γεμάτη μικρόβια, βακτήρια, ιούς, μικροοργανισμούς που συντηρούνται και μεταδίδονται από το πλήθος που την κατοικεί. Αέρια, καυσαέρια, νεκρές ύλες, μέταλλα, μούχλα, σαπίλα, πτώματα, πετρώματα, ακτινοβολίες, συχνότητες, υπέρηχοι και υπόηχοι, ηλεκτρομαγνητικά πεδία, χημικές ουσίες, αναρίθμητα ακατονόμαστα πράγματα συσσωρεύονται από το πλήθος στη Μεγάπολη και από τη Μεγάπολη στο πλήθος. Έτσι, ο πληθυσμός της πόλης είναι μια αόριστη μάζα, ενσωματωμένη στην πόλη, άνθρωποι και πόλη είναι μια οντότητα ανακατωμένη, τιτάνια, τερατόμορφη, αόρατη, μια ενιαία μάζα, αφομοιωμένη στον εαυτό της ξανά και ξανά, μέσα από ανεξιχνίαστες διαδικασίες.
 
Κι ο πληθυσμός υπακούει στους ίδιους νόμους της ίδιας καθημερινότητας, κοινής και αναπόφευκτης για όλους, δουλεύει και σχολάει την ίδια ώρα, ψυχαγωγείται μαζικά στα δεδομένα και προδιαγεγραμμένα μέρη, με τους ίδιους τρόπους, φεύγει και επιστρέφει στην πόλη τις ίδιες μέρες και τις ίδιες εποχές, περιμένει στα φανάρια, ιδρώνει στα αυτοκίνητα, αγοράζει τα ίδια προϊόντα, έχει τις ίδιες αγωνίες, τις ίδιες ανάγκες, βλέπει τα ίδια τηλεοπτικά κανάλια.
 
Οι Homines Megapolitans ζουν ο ένας πάνω στον άλλον, ο ένας δίπλα στον άλλον, ο ένας κάτω από τον άλλον, ακούνε συνέχεια ο ένας τον άλλον, μιλάνε συνέχεια ο ένας στον άλλον, ασχολούνται συνέχεια ο ένας με τον άλλον, ζηλεύουν και μισούν ο ένας τον άλλον, πουλάνε και αγοράζουν, κοιμούνται όλοι μαζί και ξυπνούν όλοι μαζί, τρομάζουν όλοι μαζί και χαίρονται όλοι μαζί, ιδρώνουν όλοι μαζί ποτάμια ιδρώτα που κυλούν στους δρόμους όταν κάνει ζέστη, κι όταν κάνει κρύο οι ανάσες τους και τα χνώτα τους επηρεάζουν τα σύννεφα, όταν βρέχει τότε τα κτίρια ιδρώνουν το νερό πάνω στο πλήθος, το πλήθος κουβαλά πάνω του την πόλη σε υγρή μορφή, η πόλη στεγνώνει μέσα στα σπίτια τους, σκουπίζουν τα σπίτια τους και η σκόνη επιστρέφει στους δρόμους της πόλης, στα κτίρια, στα παράθυρα, στα σπίτια.
 
Η Μεγάπολη είναι ζωντανή. Είναι μια ζωντανή οντότητα.
 
Εξαιτίας του πληθυσμού της είναι ζωντανή. Κι ο πληθυσμός της είναι μεταλλαγμένος.
 
Αυτή η οντότητα κι αυτός ο πληθυσμός, μπορεί να παρατηρηθεί, να παρακολουθηθεί, να οδηγήσει σε στατιστικά συμπεράσματα, σε επεμβάσεις, σε ροές, σε έλεγχο. Η Μεγάπολη είναι ο ξενιστής, ο Homo Megapolitan είναι το παράσιτο. Όλα αυτά είναι ένα σύστημα, ένας πολυσύνθετος βιότοπος, που μπορεί να μελετηθεί. Είναι ένα σύστημα ανοικτό σε παρατήρηση και πειραματισμούς, ιδέες και concepts, σημειολογία και μεθοδολογίες επέμβασης.
 
Μια Αστυμαγεία, μια Πολιτειουργία, ένα Megapolisomancy είναι εφικτό, είναι δυνατό. Είναι εφικτό μόνο και μόνο γιατί το πλήθος και η πόλη είναι μια ζωντανή, ενιαία, αλληλεπιδραστική, interactive οντότητα.
 
Η μεγαλούπολη μπορεί να ιδωθεί ως ένα μεταφυσικό τιτάνιο τέρας που υλοποιείται σταδιακά στο γήινο πεδίο για να καταστρέψει την Φύση και να την αντικαταστήσει με τεχνητή Φύση. Αλλά η μεγαλούπολη μπορεί να ιδωθεί και ως μαγική, υπέροχη και τρομακτική, περιπετειώδης και μυστική, ανεξερεύνητη και άγνωστη. Μια λαβυρινθώδης terra incognita γεμάτη μυστικά.
 
Ναι, ίσως η Μεγάπολη να είναι η μοντέρνα κόλαση, αλλά είναι μια περιπετειώδης κόλαση, πλημμυρισμένη από μυστήρια. Το μεγαλύτερο από αυτά τα μυστήρια είναι το ότι ο νους, ίσως, να μπορεί να συνδεθεί -να δικτυωθεί- με την πόλη.
 
Η ίδια η πόλη μπορεί να λειτουργήσει –με μια μαγική μεταφορά– σαν μια παραβολή του νου, ο νους και η πόλη μπορούν να συνεργαστούν και να γίνουν ένας μεγάλος νους, οι δυο υπέρτατες πολυπλοκότητες, η μικροκοσμική και η μακροκοσμική, η πολυπλοκότητα του πνεύματος εκφρασμένη μέσα από τις διεργασίες του νου, και η πολυπλοκότητα του σύμπαντος εκφρασμένη μέσα από τις διεργασίες της πόλης: και οι δύο εκφράσεις μπορούσαν να νιώσουν η μια την άλλη, να συνεργαστούν, να συμβεί μια αλληλοεπίδραση, μαγική, πρωτόγνωρη, παράλογη αλλά λειτουργική. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα μια αστική φώτιση. Θα μπορούσες να γίνεις ένας Urbanomancer Illuminatus
 
Θα καταλάβαινες και θα έβλεπες την Μεγάπολη με έναν τελείως διαφορετικό τρόπο από τον τρόπο με τον οποίο έβλεπε την πόλη ο μέσος άνθρωπος. Ο μέσος άνθρωπος δεν βλέπει την πόλη, βλέπει μόνο τον εαυτό του, τις προσωπικές του υποθέσεις και το περιβάλλον τους, βλέπει μονάχα τα πράγματα που τον αφορούν, ζει μέσα σε ένα μικρό συντονισμένο δίκτυο από συνήθειες και αυτοματισμούς. Για τον μέσο πολίτη, η πόλη δεν είναι παρά ένα σκηνικό, ένα θολό θεατρικό σκηνικό, ή κάποια από τα αδιάφορα και ασύνδετα κομμάτια ενός θολού θεατρικού σκηνικού, ανάμεσα στο οποίο ο πολίτης παίζει έναν ρόλο πρωταγωνιστώντας στο έργο του σαν υπνωτισμένος ηθοποιός.
 
Ο δικτυωμένος νους, όμως, ατενίζει λεπτομερώς και κατανοεί την πολυπλοκότητα της πόλης, κοιτά γύρω του και καταλαβαίνει, βλέπει καθαρά την μεγάλη εικόνα, διάφανη και καθαρή σαν κρύσταλλο. Παρακολουθεί όλες τις μικρές λεπτομέρειες, οι σχέσεις και οι διασυνδέσεις τους, του φανερώνονται. Είτε καταλαβαίνει τον σύγχρονο κόσμο με όλες του τις κρυφές λεπτομέρειες, είτε δημιουργεί μέσα στον νου του έναν κόσμο με όλες τις λεπτομέρειες (αλήθεια, άραγε, υπάρχει καμιά διαφορά;). Ατενίζει τις πολυκατοικίες και καταλαβαίνει ότι πρόκειται για κυψέλες. Βλέπει τους δρόμους και καταλαβαίνει ότι είναι οι φλέβες και οι αρτηρίες ενός τιτάνιου οργανισμού. Περπατάει στο κέντρο της πόλης και ξέρει ότι βαδίζει μέσα στην καρδιά της, ακούει τους παλμούς της.
 
Αγγίζει τους τοίχους ενός κτιρίου και καταλαβαίνει πόσο παλιό είναι, τι έχει περάσει μέσα στα χρόνια, νιώθει τις αγωνίες των ενοίκων του, τους ανθρώπους που έφυγαν και τους ανθρώπους που ήρθαν, και αν είναι νεόκτιστο νιώθει τα δομικά υλικά να σπαράζουν μέσα του αποζητώντας να απελευθερωθούν, και αν το κτίσμα είναι παλιό τα νιώθει να έχουν παραδεχθεί την ήττα τους, να βρίσκονται σε έναν αιώνιο λήθαργο, αλλά να εκπέμπουν και μια παράξενη σιωπηλή σοφία. Τα σπίτια του μιλούν.
 
Μπορείς να δεις την πόλη όπως την βλέπει ένα περιστέρι ή μια νυχτερίδα, μπορείς να δεις μια καμινάδα σαν ένα παρατηρητήριο ή σαν μια ουράνια είσοδο του κτιρίου, ξέρεις να μυρίζεις τις καμινάδες και να καταλαβαίνεις πράγματα για τους ενοίκους. Μπορείς να δεις την πόλη όπως τη βλέπει ένας άστεγος ζητιάνος, που καθισμένος κάτω κοιτά συνέχεια τα πεζοδρόμια καθώς ζητιανεύει, για να μην κοιτά τα βλέμματα των περαστικών, και μπορείς να διακρίνεις τις αποκαλυπτικές λεπτομέρειες πάνω στις πλάκες του πεζοδρομίου, μπορείς να ακολουθήσεις έτσι τα πιο αδιόρατα ίχνη, σαν ινδιάνος ανιχνευτής.
 
Βλέπεις τα τυχαία καλλιτεχνήματα που σχηματίζονται πάνω στο σκηνικό της πόλης, έναν λεκέ πάνω σ’ έναν τοίχο που μοιάζει με χαμογελαστό ανθρώπινο πρόσωπο, τρεις βγαλμένους πλίνθους και μια μικρή λακκούβα κάτω στον δρόμο που σχηματίζουν ένα πρόσωπο που μορφάζει από τον πόνο, τα ρούχα μιας μπουγάδας που ανεμίζουν σαν πολεμικά λάβαρα, το τζάμι της εισόδου ενός καθαριστήριου που καθρεφτίζει από απέναντι μια ομπρέλα κι η αντανάκλαση μπερδεύεται με μια διαφημιστική αφίσα με το πρόσωπο μιας τραγουδίστριας με έντονο μέικ-απ και με ένα κρεμασμένο σακάκι, και φτιάχνουν έναν Ασιάτη με κινέζικο καπέλο να στέκεται όρθιος πίσω από το τζάμι.
 
Εντοπίζεις τις χημικές ουσίες που πλανιούνται στην ατμόσφαιρα, τις αλλαγές στην ποιότητα του οξυγόνου, τις οσμές που όλοι τις μυρίζουν αλλά κανείς δεν ξέρει να τις αναγνωρίσει, τις αδιόρατες μεταλλάξεις των υλικών από την μόλυνση της μεγαλούπολης, ανιχνεύεις τις διαδρομές του γκαζιού, τα ίχνη των εργοστασίων πάνω στα ρούχα των εργατών που γυρίζουν στο σπίτι τους από την δουλειά. Καταλαβαίνεις ότι ένα κτίριο είναι ο ξενιστής των ανθρώπων-ιών που λειτουργούν ζημιογόνα μέσα του και το καταστρέφουν σιγά-σιγά, βλέπεις τους ιούς της γρίπης να εκσφενδονίζονται από ένα στόμα καθώς βήχει μέσα στο κουρείο και να κολλάνε πάνω στα βλέφαρα ενός πελάτη, βλέπεις και τα σκουπίδια του κουρείου στην πίσω αυλή, γεμάτα από τα κομμένα μαλλιά πενήντα-εκατό ανθρώπων, τρίχες όλων των χρωμάτων που θα παρασυρθούν από τον αέρα και θα γίνουν ένα με την πόλη ταξιδεύοντας στους δρόμους, στα μπαλκόνια, στις σκεπές, στα λεωφορεία.
 
Παρακολουθείς τις γάτες, τα αδέσποτα σκυλιά, βγάζεις συμπεράσματα ανακαλύπτοντας τα στέκια τους, τις καθημερινές διαδρομές τους, τις αυθόρμητες κρυψώνες τους, τους φόβους τους, την χαρά τους, τις έχθρες τους, τους τρόπους με τους οποίους βρίσκουν την αμφίβολη τροφή τους και τα μέρη που συνήθως την ανακαλύπτουν, τα μέρη που αποφεύγουν και τα μέρη που συμπαθούν, τις ανεξήγητες ανησυχίες τους, τους ανθρώπους που συμπαθούν και τους τύπους των ανθρώπων που αντιπαθούν, τα σημεία που διαλέγουν για να κοιμηθούν. Κι όλα αυτά υπακούνε σε νομοτέλειες που έχουν να κάνουν με την κρυφή τάξη της πόλης, που τα αστικά ζώα την καταλαβαίνουν όπως τα άγρια ζώα καταλαβαίνουν και ακολουθούν τους νόμους του δάσους ή της ζούγκλας.
 
Βλέπεις τις τελετές της πόλης, τα παράξενα καθημερινά τελετουργικά τυπικά, την πόλη που καθαρίζεται ρυθμικά από τις σκούπες των οδοκαθαριστών την αυγή, την πόλη που ξυπνά με ξυπνητήρια κι έπειτα σέρνει παντόφλες, κι έπειτα καταναλώνει νερό από τους σωλήνες, κι έπειτα ντύνεται με όλα τα χρώματα, κι έπειτα οι πόρτες ανοίγουν, τα λεωφορεία σταματούν, γεμίζουν, αγκομαχούν κι απομακρύνονται, κουδούνια χτυπούν σε τακτά χρονικά διαστήματα, πόρτες τρίζουν, τακούνια χτυπούν στους δρόμους, κάθε φορά με τον ίδιο τρόπο, τινάχτρες χτυπούν τα χαλιά που κρέμονται στα μπαλκόνια, καρδιές χτυπούν, μπουγάδες ανεμίζουν βορειοανατολικά, καμινάδες που στέλνουν μηνύματα με σήματα καπνού προς άγνωστο παραλήπτη.
 
Κι όταν αρχίζει να νυχτώνει, μπορείς να καθίσεις σε μια ψηλή ταράτσα και να δεις την τελετουργία των φώτων, τα βλέπεις να ανάβουν ένα-ένα σε μια συγκεκριμένη περιοχή, να μεταδίδονται σαν φωταγωγική επιδημία, σχεδόν μπορείς να ξέρεις από πού θα ξεκινήσουν και προς τα πού θα συνεχίσουν, συνήθως μία περιοχή ανάβει πάντα πρώτη. Σιγά-σιγά «η πόλη πέφτει μέσα στη νύχτα», το βλέπεις, δεν «πέφτει η νύχτα μέσα στην πόλη», η πόλη βυθίζεται στο σκοτάδι, και στην πτώση της ανάβει φώτα για να φωτίσει τους σκοτεινούς βυθούς, οι άνθρωποι βαδίζουν αργά στους δρόμους και παραμερίζουν το σκοτάδι, το σπρώχνουν με τον όγκο τους, σαν να βαδίζουν κόντρα στον άνεμο, χωρίς να το καταλαβαίνουν.
 
Ακούς την πόλη.
 
Μπορείς να ακούσεις την ανάσα της, την εισπνοή της και την εκπνοή της.
 
Όταν εισπνέει οι άνθρωποι νιώθουν για λίγο άσχημα, κι όταν εκπνέει όλοι νιώθουν για λίγο όμορφα. Οι μικροί θόρυβοι της πόλης ενώνονται σε ένα τιτάνιο ψιθύρισμα, ένα απόμακρο μουρμουρητό που δεν άκουγε σχεδόν κανείς επειδή το κάλυπτε κάποιος κοντινός θόρυβος, αλλά εσύ μπορείς να το ακούς πίσω από τους ήχους, να έρχεται από μακριά, από παντού, να ταλαντώνεται σαν μια αρμονική στη χορδή μιας κιθάρας, μπορείς να ακούς τις αλλαγές στην ταλάντωση, να παρατηρείς την αρμονική να αλλάζει, και να παρατηρείς τι συμβαίνει γύρω σου όταν η αρμονική της πόλης αλλάζει.
 
Οι φωνές, όλες μαζί, τα γέλια, τα κλάματα, τα τραγούδια, οι συζητήσεις, οι καβγάδες, οι αναστεναγμοί, όλες οι φωνές προορισμένες να ταξιδέψουν στον αέρα και να ενωθούν μεταξύ τους, να συλλαβίσουν τη φωνή της μεγαλούπολης, που αλλάζει ανάλογα με τις ώρες της ημέρας, τα ακούσματα μπορούν να λειτουργήσουν ως ρολόι…
 
Η κάθε περιοχή της Μεγάπολης έχει μια ενεργειακή προσωπικότητα, μία δονητική πραγματικότητα, ξεχωριστή από όλες τις άλλες. Αντίστοιχα, κάθε πόλη έχει μία ευκρινή συνολική προσωπικότητα που την χρωματίζει και την δονεί. Αν κάποιος προσελκύεται, μαγνητίζεται, νιώθει μία έλξη προς μία συγκεκριμένη πόλη, μία «συμπάθεια», σημαίνει ότι συντονίζεται με την ενέργεια της πόλης εκείνης. Σε κάποιο ανώτερο επίπεδο συνείδησης, καταλαβαίνει ότι έχει να μάθει πολλά από αυτήν την πόλη.
 
Η πείρα μου μ’ έχει διδάξει ότι οι άνθρωποι είτε ελκύονται από το γνώριμο και το οικείο, είτε ελκύονται από εκείνο που θα επιθυμούσαν να είναι αλλά δεν είναι, από εκείνο που θα ήθελαν να γίνουν. Η έλξη αυτή μπορεί να καταλήξει σε μία πράξη μεταμόρφωσης. Ελπίζεις να αλλάξεις, με το να προσεγγίσεις όσο πιο κοντά μπορείς και να αγκαλιάσεις εκείνο το πράγμα το οποίο δεν είσαι. Αλλαγή μέσω του συνειρμού, της σύνδεσης, της σχέσης, της αντιστοιχίας.
 
Συχνά μία πόλη μεταμορφώνει έναν άνθρωπο, που την προσέγγισε γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο. Πολλοί άνθρωποι ουσιαστικά πηγαίνουν στη μεγαλούπολη για να κερδίσουν αυτοπεποίθηση, αυτοέλεγχο και προσωπική δύναμη, και για να αυξήσουν την αίσθηση της προσωπικής τους ταυτότητας και της ανεξαρτησίας τους. Συχνά το πετυχαίνουν αυτό απλώς με το να βαδίζουν στους δρόμους. Αν τα καταφέρουν εκεί, θα τα καταφέρουν οπουδήποτε. Αν ανακαλύψουν τάξη μέσα στο χάος της μεγαλούπολης, με τον ίδιο τρόπο θα βάλουν σε τάξη και τον εαυτό τους…
 
Οι πόλεις, όμως, κρύβουν παγίδες.
 
Συχνά συμβαίνει τελικά να βρεθεί κάποιος παγιδευμένος σε μια περιοχή της πόλης, να μην μπορεί να ξεκολλήσει από εκεί όσο κι αν προσπαθεί. Συχνά συμβαίνει να κατοικεί κάποιος σε μια τέτοια παγίδα. Η φασματική πλευρά της συγκεκριμένης περιοχής έχει συλλάβει το ενεργειακό του φάσμα και προσπαθεί να το αφομοιώσει. Το ίδιο το διαμέρισμα ή το κτίριο στο οποίο ζει, γίνεται ένα τεράστιο φασματικό αυγό το οποίο εκτρέφει καθημερινά το υβρίδιο που το ενοικεί, ώσπου η διαδικασία να ολοκληρωθεί. Ο άνθρωπος έχει αφομοιωθεί από την περιοχή-παγίδα, αυτή πλέον χαρακτηρίζει απόλυτα την προσωπικότητά του, συχνά ακόμη και την εξωτερική του εμφάνιση. Αυτός είναι ο λόγος που, μερικές φορές, όταν συναντούμε έναν άνθρωπο καταλαβαίνουμε αμέσως σε ποιά περιοχή της πόλης μένει. Έχει μεταμορφωθεί σε αντιπροσωπευτικό δείγμα της περιοχής…
 
Τα κτίρια είναι σαν φυτά και η πόλη είναι σαν τσιμεντένιος κήπος ή σαν τιτάνιο απολιθωμένο δάσος. Τα κτίρια αναπνέουν θερμότητα και υγρασία. Κατά τη διάρκεια της ημέρας εισπνέουν θερμότητα και υγρασία και κατά τη διάρκεια της νύχτας εκπνέουν –εκπέμπουν– θερμότητα και υγρασία.
 
Όταν αυτό συμβαίνει αντίστροφα, αυτό σημαίνει ότι τα συγκεκριμένα κτίρια έχουν «αναπνευστικά προβλήματα» και αυτό αποδεικνύεται πολύ αρνητικό για τους ενοίκους τους, οι οποίοι παρουσιάζουν ζαλάδες, πονοκεφάλους, πόνους στα κόκαλα, στη μέση και στην πλάτη, ή αποκτούν και οι ίδιοι αναπνευστικά προβλήματα.
 
Η πόλη ολόκληρη έχει τον δικό της μεταβολισμό. Ο αστικός αυτός μεταβολισμός εκφράζεται με ηλεκτρομαγνητικά ρεύματα που διατρέχουν τους δρόμους της πόλης, ακολουθώντας τα πολεοδομικά κανάλια ενέργειας που εγκλωβίζουν αυτά τα ρεύματα σε συγκεκριμένες επαναλαμβανόμενες ροές. Αυτό, σε συγκεκριμένες αστικές περιοχές, δημιουργεί κυκλώματα και βραχυκυκλώματα. Εκεί, μία μαγνητική πυξίδα παρουσιάζει ευκρινείς αποκλίσεις και η δύναμη της βαρύτητας είναι παραδόξως ελάχιστα αυξημένη, κάτι που μειώνει την ενεργειακή κινητικότητα.
 
Τα κτίρια είναι σαν δόντια ριζωμένα πάνω στα ούλα του εδάφους, φυτρώνουν σε οδοντοστοιχίες μέσα στο στόμα της πόλης, και τα κτίρια είναι δυνατόν να πάσχουν από ένα είδος ενεργειακής τερηδόνας. Αυτό εμφανίζεται με σημάδια σήψης και με εκπομπές ακτινοβολιών που εκλαμβάνουν από την ατμόσφαιρα και τις αποδίδουν πάλι στην ατμόσφαιρα κατά την διάρκεια της νύχτας…
 
Κυνηγώντας φαντάσματα στους δρόμους τις νύχτες, στα σοκάκια, μέσα στις στοές των υπόγειων εγκαταστάσεων του μετρό και σε εγκαταλειμμένα εργοστάσια, σε φωταγωγούς, σε σκοτεινές πρασιές, σε εγκαταλειμμένα οικήματα, σε παλιά ψηλά σπίτια και σε ταράτσες κακόφημων συνοικιών, μπορείς να παρακολουθήσεις την εξέλιξη της «παρανοητικής» ζωής που στοιχειώνει αόρατη τη Μεγάπολη, αεικίνητη, έρπουσα, ιπτάμενη, πανταχού παρούσα…
 
Οι ανυπολόγιστα τεράστιες ποσότητες μετάλλων, χημικών μειγμάτων και χαρτιού που αφομοιώνονται στις μεγάλες πόλεις. Οι απίστευτες ποσότητες κηροζίνης και φυσικών αερίων, οι καύσεις, τα αέναα ρεύματα του ηλεκτρισμού που τρέχουν σε αμέτρητες χιλιάδες μέτρα καλωδίων, οι αναρίθμητοι τόνοι δεξαμενών χημικών ουσιών, οι τιτάνιες ποσότητες σιδήρου και ατσαλιού στους ουρανοξύστες και στις πολυκατοικίες, οι ατέλειωτοι όγκοι χαρτιού που ξοδεύονται για κυβερνητικά αρχεία και για την δημοσιογραφία, οι διαφημίσεις, τα ανυπολόγιστα κολασμένα νέφη σουλφουρικού οξέως που παράγονται από την κατασκευή του ατσαλιού, ο κονιορτός των τσιμέντων, η θερμότητα των συσκευών και των μηχανημάτων και των κτιρίων και των ανθρώπων, οι δονήσεις του τσιμέντου και του σιδήρου, οι χυμοί των εξατμίσεων, τα υγρά των μπαταριών, οι αναταραχές των ηλεκτρομαγνητικών πεδίων της ατμόσφαιρας από τα εκατομμύρια χιλιόμετρα ηλεκτρικών καλωδίων που μας κυκλώνουν από παντού…
 
Όλα αυτά, μαζί με την διαρροή των ανθρώπινων κυττάρων και των σωματικών υγρών, τις τρίχες, τη σκόνη, τη μούχλα, την υγρασία, τις αφοδεύσεις, τα σκουπίδια και τους ατμούς τους, τα πτώματα των μικρών ζώων, τις τηλεοπτικές εκπομπές στην ατμόσφαιρα, τις ακτινοβολίες των πομπών κάθε είδους και των δεκτών κάθε είδους, τα ραδιοκύματα, όλα αυτά, μαζί με τη διαρροή ενέργειας από τα σώματα των ανθρώπων λόγω του φόβου τους, την βρωμιά των σωμάτων, τις μολυσμένες αύρες και την βραχυκυκλωμένη βιοενέργεια, μαζί με τους εφιάλτες που βλέπουν τα εκατομμύρια των ανθρώπων τις νύχτες, τις αναθυμιάσεις του αλκοόλ και των τσιγάρων και τις παραισθήσεις των ναρκωτικών, τα οράματα των ψυχοπαθών, τις υλοποιημένες φαντασιώσεις των θρησκόληπτων, την διαρρέουσα σεξουαλική ενέργεια, τα έντονα μίση και την αλαζονεία και την ματαιοδοξία και την μισαλλοδοξία, τις ασφυκτιούσες ανικανοποίητες καταναλωτικές επιθυμίες, τον στατικό ηλεκτρισμό, τις δονήσεις όλων των μυριάδων θορύβων, τα τιτάνια κύματα πόνου και θλίψης και απελπισίας και άγχους από εκατομμύρια ανθρώπους…

Ποιες είναι οι ψυχολογικές και πνευματικές συνέπειες όλων αυτών των απειλητικών πραγμάτων που αφομοιώνονται στις μεγαλουπόλεις;
 
Ποια είναι τα συμπτώματά τους;
 
Αποκαλούμε αυτά τα ανεπιθύμητα πνευματικά συμπτώματα: Παρα-νοητικές Δυνάμεις («Paramental Forces»), οι αόρατες συγκεντρώσεις των οποίων δημιουργούν Παρα-νοητικές Οντότητες («Paramental Entities»).
 
Όλα αυτά τα ακατονόμαστα πράγματα που αφομοιώνονται και κυκλοφορούν και συγκεντρώνονται και αλληλεπιδρούν στις μεγαλουπόλεις, σαν μέσα σε μία θάλασσα που σφύζει από τυχαία ζωή, όλα αυτά και ακόμη περισσότερα, όλο και πιο ακατονόμαστα, σχηματίζουν μια τεράστια αλυσιδωτή αντίδραση με συγκεκριμένες επιδράσεις στο αιθερικό πεδίο, οι οποίες ενώνονται με τις «δυνάμεις της νοητικής πληροφορίας», σχηματίζουν «ηλεκτρο-χημικο-σκεπτομορφικά» πεδία που δημιουργούν «αυτοματικές οντότητες», (κάτι σαν φασματικές δυναμικές σκεπτομορφές ή ηλεκτρομαγνητικά φαντάσματα. Επίσης, ενεργειακές οντότητες, τεχνητά δημιουργημένες, που στοιχειώνουν τους χώρους από τους οποίους μπορούν να συντηρηθούν).
 
Ως «δυνάμεις νοητικής πληροφορίας» νοούνται οι φόβοι του πληθυσμού (π.χ. οι έμμονοι φόβοι για πιθανούς εγκληματίες που καραδοκούν στο σκοτάδι των διαδρόμων και των δρόμων, που προέρχονται κυρίως από τα μέσα ενημέρωσης με τις συνεχείς ειδήσεις περί εγκλημάτων στις πόλεις), τα εφιαλτικά όνειρα, το συγκεντρωμένο πένθος των συγγενών των νεκρών που πεθαίνουν σχεδόν μαζικά κάθε εβδομάδα στην μεγαλούπολη, οι αρνητικές συγκεντρώσεις αιθερικών ατμοσφαιρών από τα νοσοκομεία, από τα δικαστήρια και τις φυλακές, το άγχος της εργασίας που όλο και διογκώνεται, οι ανικανοποίητες σεξουαλικές επιθυμίες που ενισχύονται συνεχώς από τον κόσμο της πληροφορίας (π.χ. από τις διαφημίσεις και τα πορνό), από την συγκεντρωμένη οργή διαμαρτυριών, διαδηλώσεων, γηπέδων, μαζικών και προσωπικών συγκρούσεων, κλπ, κλπ…
 
Οι Paramental οντότητες που δημιουργούνται από τις χημικές και ηλεκτρικές ενώσεις, την κάθε είδους μόλυνση και φθορά των υλικών, και από τις δυνάμεις νοητικής πληροφορίας, κατοικούν παντού, εισχωρούν παντού, είναι ικανές για όλα, κινούνται συνήθως μέσα στη νύχτα όταν η καθημερινή πραγματικότητα γίνεται πιο ρευστή και ασαφής, η δράση τους περιλαμβάνει αμέτρητες απερίγραπτες καταστάσεις, ζουν όμως μόνο μέσα στις πόλεις, όπου συντηρούνται και τρέφονται με τους πιο απίστευτους τρόπους…
 
Έτσι, οι πολυκατοικίες και οι ασφυκτικές συγκεντρώσεις κτισμάτων στις μεγαλουπόλεις είναι νεκροπολιτειακοί τύμβοι, τερατόμορφα κάθετα φέρετρα της ζωντανής ανθρωπότητας, υψιτενείς σπηλαιώδεις κυψέλες, χώροι εκτροφής των χειρότερων Παρανοητικών Οντοτήτων…
 
Κτίρια πάνω σε κτίρια, Μεγαπόλεις πάνω σε Μεγαπόλεις, τερατόμορφες κατασκευές εξαιρετικής πολυπλοκότητας που τελικά κατασκευάζουν μεταλλαγμένους ανθρώπους, συγκεντρώνουν απρόβλεπτα τις δυνάμεις του σύμπαντος, κατακλύζουν τον κόσμο με ένα γιγάντιο συνονθύλευμα απορριφθέντων υλικών, το οποίο αναπαράγεται συνεχώς μέσα από τον εαυτό του, δημιουργώντας μεταλλαγμένη ζωή κάθε είδους και μορφής, απρόβλεπτης μορφής.
 
Χρειαζόμαστε έναν Σκοτεινό Πυθαγόρα για να κατασκοπεύσει το κακό επίστρωμα των τερατοπόλεών μας και να κρυφακούσει τα παράφωνα βλάσφημα τραγούδια τους, με τον ίδιο τρόπο που ο Φωτεινός Πυθαγόρας κατασκόπευσε την δομή των ουράνιων σφαιρών και των κρυστάλλινων συμφωνιών τους, πριν από δυόμισι χιλιάδες χρόνια…
 
Μπορούμε, ναι, μπορούμε να κατασκοπεύσουμε ...«την παρανοημοσύνη αζωικής προέλευσης που δημιουργείται μέσα στις εξωτερικές και εσωτερικές κατασκευές μας, όντα πιο ύπουλα από την αράχνη και τη νυφίτσα, που θα είναι οι αιώνιοι σύντροφοί μας μέσα στις πυραμίδες των μεγαλουπόλεων, όπου θα βρίσκονται αιθερικώς ταριχευμένοι οι αυτοματικοί σωσίες μας, στοιχειώνοντας για πάντα τους χώρους στους οποίους κάποτε κατοίκησαν…» -De Castries
 
Κάτι μεταμορφώνει την πόλη σε ζωντανές οντότητες μέσω αλληλεπιδράσεων και αόρατων σχέσεων με τον κόσμο του υπερφυσικού, και κανείς δεν μπορεί να χαρτογραφήσει τα αόρατα μονοπάτια που ακολουθούν αυτές οι οντότητες ανάμεσά μας. Παρ’ όλα αυτά, έχουν συγκεκριμένη τυπολογία και πολυμορφική ανατομία, αλλά δεν μπορεί να συζητήσει κανείς δημόσια για τους τύπους τους, σκορπώντας τον πανικό στον ευαίσθητο νου, δημιουργώντας ακόμη μεγαλύτερη παρανοημοσύνη…
 
Η μεγαλούπολη, την νύχτα, μετατρέπεται σε ένα εφιαλτικό όργιο σκοτεινών μυστικών.
Αυτό φαίνεται ότι είναι γνωστό ήδη από το 1859, όταν ο Τσαρλς Ντίκενς είχε γράψει το βιβλίο A Tale of Two Cities (Ιστορία των Δύο Πόλεων), όπου, εκτός από το γεγονός του ότι σε πολλά σημεία υπονοεί την ύπαρξη μιας «αόρατης πόλης μέσα στην πόλη», υπάρχει μια σκηνή στην οποία «η πόλη μετασχηματίζεται στο ίδιο το μυστήριο του τρόμου» («a city translated into the very mystery of terror»). Ο Ντίκενς περιγράφει κάτι σαφέστατα «παρανοητικό» που μαγεύει μια ολόκληρη πόλη τη νύχτα, την καθιστά μαγική και αλλαγμένη, σημειώνοντας ότι «το Λονδίνο την νύχτα είναι ένα πανηγύρι σκοτεινών μυστικών» («London by night is a celebration of dark secrets»). (Ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο πάνω στο ζήτημα, από τον Peter Conrad, έναν ικανότατο κριτικό τού Ντίκενς, υπάρχει στον τόμο Everyman History of English Literature, 471, 1985).
 
Με την παρουσία των παρανοητικών οντοτήτων που κυκλοφορούν αθέατες μέσα στο ημίφως της πόλης, ο φόβος βαδίζει την νύχτα δίπλα μας. Έρχεται στον νου εκείνο το ανησυχητικό έργο του εκκεντρικού Λονδρέζου βιβλιοπώλη Elkin Mathews, Fear Walks the Night (Ο Φόβος Βαδίζει τη Νύχτα, 1885), (ένας εξαίσιος τίτλος τον οποίο αργότερα «δανείστηκε» για μια συλλογή διηγημάτων του ο Fredrick Cowles, και όχι μόνο), στις σελίδες του οποίου «σκιαγραφείται» (κυριολεκτικά) η νυχτερινή τοπολογία του φόβου μέσα στην πόλη, καθώς και κρυφά σημεία της πόλης που συγκεκριμένες στιγμές της νύχτας λειτουργούν ως πύλες από τις οποίες μπορεί η σκέψη σου (;) να περάσει μέσα στα όνειρα των ανθρώπων της εκάστοτε περιοχής και να τα μετασχηματίσει σε εφιάλτες…
 
Η Παρανοημοσύνη, δημιουργημένη και ανεξαρτοποιημένη μέσα στο χάος της Μεγάπολης, παρακολουθεί σιωπηλά, αναζητά ξενιστές, εφορμάει αρχικά διστακτικά, έπειτα απότομα, χωρίς να αφήνει ορατά ίχνη. Αιθερικά πλοκάμια που εισβάλλουν στο δωμάτιο από τα ανοιχτά νυχτερινά παράθυρα, όταν εσύ κοιμάσαι, πληροφορίες που ταξιδεύουν στους σωλήνες της ύδρευσης, σκιές που καραδοκούν στα σοκάκια, ένας βόμβος, μια τιτάνια φασματική αμοιβάδα, μια ηλεκτρομαγνητική νυχτερίδα, μια κυματίζουσα αιωρούμενη διάφανη μέδουσα, ένα ψυχασθενικό κράνος που κρέμεται αόρατο αλλά έτοιμο να φορεθεί, μια ιπτάμενη αιθερική αφρικάνικη μάσκα, οι Ξενομορφιστές, οι ανόργανοι εχθροί που είναι παντού και πουθενά…