Σάββατο, 6 Οκτωβρίου 2018

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Πέρσαι (950-973)

950 ΞΕ.› Ἰάων γὰρ ἀπηύρα, [στρ. β]
Ἰάων ναύφαρκτος
Ἄρης ἑτεραλκὴς
νυχίαν πλάκα κερσάμενος
δυσδαίμονά τ᾽ ἀκτάν.

955 ΧΟ. — οἰοιοῖ, βόα καὶ πάντ᾽ ἐκπεύθου.
— ποῦ δὲ φίλων ἄλλος ὄχλος;
— ποῦ δέ σοι παραστάται,
οἷος ἦν Φαρανδάκης,
Σούσας, Πελάγων, Δοτάμας, Ψάμμις,
960 Σουσισκάνης τ᾽, ἠδ᾽ Ἀγαβάτας
Ἀγαβάτανα λιπών;

ΞΕ. ὀλοοὺς ἀπέλειπον [ἀντ. β]
Τυρίας ἐκ ναὸς
ἔρροντας ἐπ᾽ ἀκταῖς
965 Σαλαμινιάσι, στυφελοῦ
θείνοντας ἐπ᾽ ἀκτᾶς.

ΧΟ. — οἰοιοῖ, ποῦ δή σοι Φαρνοῦχος;
— κἀριόμαρδός γ᾽ ἀγαθός;
— ποῦ δὲ Σευάλκης ἄναξ,
970 ἢ Λίλαιος εὐπάτωρ,
Μέμφις, Θάρυβις, καὶ Μασίστρας,
Ἀρτεμβάρης τ᾽ ἠδ᾽ Ὑσταίχμας;
τάδε σ᾽ ἐπανέρομαι.

***
ΞΕΡΞΗΣ
950 Των Ιώνων ήταν που μας άρπαξε
των Ιώνων ο καραβομάχος
ο Άρης, που βάρυν᾽ απ᾽ το μέρος τους,
θερίζοντας τη μαύρη άπλα της θάλασσας
και τους κατάρατους γιαλούς και βράχους.

ΧΟΡΟΣ
Ώχου μου σκούζω, μα ρωτώ
για όλους να μάθω, πού ᾽ν᾽ οι τόσοι
οι φίλ᾽ οι άλλοι; πού οι πιστοί σου ακόλουθοι
ο Φαραντάκης, Σούσαντας
Πελάγωνας, Δοτάμης κι ο Αγδαβάτης,
960 Ψάμμης κι ο που τ᾽ Αγβάταν᾽ άφησε
να σ᾽ ακλουθήσει Σουσισκάνης;

ΞΕΡΞΗΣ
Τους άραχλους τους άφησα,
αφού από Τυριανή γαλέρα
βουλιάξανε, να παραδέρνουνε
γύρω στης Σαλαμίνας τους γιαλούς
χτυπώντας την τραχιά τη ξέρα.

ΧΟΡΟΣ
Ώχου μου, πού ᾽ναι κι ο Φαρνούχος σου,
πού ᾽ν᾽ ο γενναίος ο Αριόμαρδός σου;
πού κι ο Σευάκης βασιλιάς,
970 ο Λίλαιος, ξακουστή γενιά,
ο Μέμφης, πού ο Υσταίχμιος
Μασίστρας, Αρτεμβάρης, Θάρυβης,
σε ρωτώ πάλι, πες μας;

Για την παρέκβαση του «ΕΠΙΤΑΦΙΟΥ» στην Ιστορία του Θουκυδίδη

«Τον ίδιο χειμώνα οι Αθηναίοι κρατώντας την προγονική συνήθεια οργάνωσαν με δημόσια φροντίδα την τελετή της ταφής γι' αυτούς που σκοτώθηκαν πρώτοι σε τούτον τον πόλεμο, με τέτοιον τρόπο· κάνουν μια εξέδρα, και πριν από δύο μέρες εκθέτουν τα κόκαλα των νεκρών- και φέρνει καθένας στον δικό του αν θελήσει κάτι. Και όταν έρθει η ώρα να τους βγάλουν, σέρνουν αμάξια θήκες κυπαρισσένιες, μια για κάθε φυλή. Του καθενός τα κόκαλα βρίσκονται μέσα στη θήκη της φυλής που ανήκε. Και είναι ένα φέρετρο, που το κουβαλούν στρωμένο άδειο, των εξαφανισμένων, αυτών που έτυχε να μην τους βρουν να τους σηκώσουν. Στην κηδεία παίρνει μέρος όποιος θέλει και από τους ντόπιους και από τους ξένους- κι είναι και γυναίκες μπροστά, οι συγγένισσες, που κλαίνε πάνω στον τάφο1. Πάνε λοιπόν και τους βάζουν στο δημόσιο νεκροταφείο, που βρίσκεται στην πιο ωραία συνοικία έξω από την πόλη. Σ' αυτό θάβουν κάθε φορά τους νεκρούς του πολέμου, εξόν απ' όσους έπεσαν στο Μαραθώνα. Εκείνων η παλικαριά έκριναν ότι στάθηκε απαρομοίαστη και έτσι τους έκαναν στο ίδιο μέρος και τον τάφο. Και όταν τους σκεπάσει η γη, ένας που τον ξέρουν για μυαλωμένο πολύ κι έχει και ξεχωριστή επιβολή στους άλλους, τον έχει ορίσει η πολιτεία και μιλά πάνω σ' αυτούς λέγοντας τον έπαινο που τους ταιριάζει. Έπειτα φεύγουν. Με τέτοιον τρόπο κάνουν την ταφή. Και όσο βάστηξε ο πόλεμος, κάθε φορά που τους τύχαινε, κρατούσαν τη συνήθεια αυτή.» 2
 
Ἔτσι λοιπόν μᾶς παρουσιάζεται, στίς Ἱστορίες τοῦ Θουκυδίδη, ἡ «παρέκβαση» (ὅπως τήν ὀνομάζουν οἱ ἱστορικοί τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδας), ἡ σχετική μέ τή δημόσια ταφή πού ἔγινε στήν Ἀθήνα. Πράγματι, ἀνάμεσα στό πρῶτο καί στό δεύτερο ἔτος τοῦ Πελοποννησιακοῦ πολέμου παρεμβάλλεται στήν ἀφήγησή τοῦ Θουκυδίδη ἡ περιγραφή μίας τελετῆς, πού συνυφαίνεται βέβαια μέ τήν ἐξιστό-ρηση τῶν στρατιωτικῶν γεγονότων, ἀλλά καί τή διακόπτει ταυτόχρονα γι' ἀρκετό διάστημα. Πρέπει ὅμως νά καταλάβουμε γιατί ἕνας ἀρχαῖος Ἕλληνας, πού γράφει ἱστορία, σταματάει ξαφνικά τή διήγησή του γιά νά περιγράψει μιά ταφή· γιατί εἰσάγει, μέσα στόν διηγηματικά χρόνο, μιά ἱερουργία πού ἐπιβραδύνει τόν ρυθμό τῆς ἀφήγησης.
 
Σέ τί ἀποβλέπει ἡ περιγραφή μίας ταφῆς
 
Ὑπάρχουν ταφές, πού τίς ἀναφέρει ἁπλά καί μόνο ὁ ἀρχαῖος ἱστορικός, γιατί ἀποτελοῦν μοναδικά γεγονότα κι ἑρμηνεύονται ἔτσι ἀπό μόνες τους. Ἄς πάρουμε τήν ταφή τῶν Ἑλλήνων νεκρῶν στή μάχη τῶν Πλαταιῶν, στό τέλος τῶν Μηδικῶν πολέμων, ἔτσι ὅπως τήν ἀναφέρει ὁ Ἡρόδοτος (9.85)· μέ τήν εὐκαιρία μιᾶς νίκης, οἱ διάφορες ἑλληνικές πόλεις ἐκφράζουν τί ἀκριβῶς εἶναι οἱ ἴδιες μέσα ἀπό τόν τρόπο ταφῆς πού υἱοθετοῦν: ἡ Σπάρτη δείχνει τήν ἱεραρχική της ἀντίληψη, ἡ Τεγέα, ἡ Ἀθήνα κι ἄλλες ἀκόμη πόλεις διακηρύσσουν τήν ἰδέα τῆς ἰσότητας μπροστά στόν θάνατο, κι ὅσοι πάλι Ἕλληνες συνεργάστηκαν μέ τόν ἐπιδρομέα προσπαθοῦν νά κρύψουν τήν ἀπουσία τους στό κενό ἄδειων τύμβων, πού δέν ξεγελοῦν κανέναν. Ἀφοῦ λοιπόν γίνουν ὅλα αὐτά καί μοιραστοῦν οἱ ρόλοι, ἡ διήγηση μπορεῖ νά συνεχίσει ἄλλωστε, ἡ ἀναφορά αὐτῶν τῶν πράξεων δέν τήν εἶχε, οὐσιαστικά διακόψει. Ὅταν ὅμως ὁ ἱστορικός ἀρνεῖται νά περιοριστεῖ ἀποκλειστικά στό συγκεκριμένο γεγονός καί περιγράφει μέ λεπτομέρειες τίς φάσεις μιᾶς τελετῆς πού ἐπαναλαμβάνονται σέ κάθε ἀνάλογη περίσταση, τότε σέ τί ἀκριβῶς ἀποβλέπει;
 
Ἴσως στό νά ὑπογραμμίσει μιά διαφορά. Κι αὐτό κάνει, ὡς ἱστορικός, ὁ Ἡρόδοτος, ὅταν ἀσχολεῖται μέ τίς ταφικές πρακτικές τῶν βαρβάρων, ἤ περιγράφει λεπτομερειακά τήν κηδεία τῶν βασιλέων τῆς Σκυθίας ἤ ἀκόμη καί τῶν βασιλέων τῆς Σπάρτης, γιά νά συλλάβει καλύτερα τήν ἑτερότητα (την ἑτεροτητα πού διακρίνει τούς «ἄλλους» ἀπό τους Ἕλληνες, ἀλλά καί τούς Σπαρτιάτες ἀπό τόν κανόνα πού λέγεται «Ἑλλάς».. 3 Ἄλλωστε, ἡ φιλολογική παράδοση εἶδε γενικά μέ συγκατάβαση αὐτά τά ἐθνογραφικά περίεργα του Ἡροδότου, χωρίς ν' ἀναρωτηθεῖ σέ τί ἀποβλέπουν τέτοιου εἴδους ἀναπτύξεις. πού «παραγεμίζουν» ὑποτίθεται τόν χρόνο τῆς διήγησης, ὥσπου νά ἔρθει ἡ στιγμή τῆς «ἱστορικῆς» ἐπιτέλους διαπραγμάτευσης τῶν Μηδικῶν πολέμων. Μέ τόν Θουκυδίδη ὅμως, τά πράγματα εἶναι διαφορετικά: ἱστορικός «σοβαρός», μ' ἕνα πρόγραμμα πέρα γιά πέρα σοβαρό, ἀναφέρει μονάχα ἐκείνες τίς τελετές, πού εἶναι ἰσχυρά φορτισμένες μέ ἱστορική σημασία: στό τρίτο βιβλίο, διηγεῖται τόν καθαρμό τῆς Δήλου ἀπό τους Ἀθηναίους, γιατί ἀκριβῶς βλέπει σ' αὐτό τό γεγονός μιά πολιτική πράξη τῶν Ἀθηναίων σέ σχέση μέ τούς συμμάχους τους, σέ σχέση μέ τούς ἄλλους Ἕλληνες στό ἕκτο βιβλίο (32), στέκεται γιά μιά στιγμή στή θρησκευτική παρουσίαση τῆς ἀναχώρησης τῶν πλοίων γιά τή σικελική ἐκστρατεία, γιατί ἀκριβῶς θέλει νά τονίσει καλύτερα τόν ἐπίσημο καί συλλογικό χαρακτήρα τῆς ἐμπλοκῆς τῆς ἀθηναϊκῆς πόλης σ' αὐτή τήν περιπέτεια. Ὅσο γιά τή δημοτελῆ ταφή πού ὀργάνωσαν οἱ κάτοικοι τῆς Ἀμφίπολης γιά τόν Σπαρτιάτη στρατηγό Βρασίδα, αὐτή τήν ἀναφέρει ἀκριβῶς τή στιγμή πού μιλάει γιά τίς δυσχέρειες τῶν Ἀθηναίων μέ τούς συμμάχους τους (5, 11)· γιατί, αὐτή ἡ ταφή, προσημαίνοντας τήν ἵδρυση μιᾶς ἡρωϊκῆς λατρείας, δηλώνει στούς Ἕλληνες ὅτι μιά ἀθηναϊκή ἀποικία μπορεῖ νά περάσει στό σπαρτιατικό στρατόπεδο, ἀλλάζοντας τόν οἰκιστή ἥρωά της. Πῶς ὅμως νά κατατάξουμε τήν τελετή τῆς δημόσιας ἀθηνάίκῆς ταφῆς μέσα σ' αὐτή τή σειρά τῶν τριῶν γεγονότων, πού ἀφοροῦν μιά συγκεκριμένη στιγμή κι ἔχουν περιστασιακή σημασία: Ὁλόκληρη ἡ «παρέκβαση» τοῦ Θουκυδίδη ἐκφράζει, ἀντίθετα, τόν διαρκῆ χρόνο τῆς ἐπανάληψης: φέρνοντας στήν πατρίδα τά κόκαλα τῶν νεκρῶν τους, οἱ Ἀθηναῖοι δέν ὑπακούουν στίς ἔκτακτες ἀνάγκες της στιγμῆς, ἀλλά σ' ἕναν πάτριον νόμο, σ' ἕνα προγονικό ἔθιμο, πού ἡ γέννηση του χάνεται — ἄν πιστέψουμε τόν Θουκυδίδη — στήν ἀσάφεια τοῦ χρόνου τῶν προγόνων. Κι ὁ ἱστορικός φροντίζει νά σημειώσει, ὅτι ὁ πάτριος νόμος ἐφαρμόστηκε ἐπανειλημμένα κατά τή διάρκεια τοῦ πολέμου. Μπορεῖ κανείς νά προσθέσει ὅτι ἡ γραφή τοῦ Θουκυδίδη, χωρίς νά χάοει τήν περίφημη πυκνότητά της, μοιάζει νά ἐπιβραδύνει ἀνεπαίσθητα τόν ρυθμό της γιά νά περιγράψει τήν τελετή σέ ὅλη της τή διάρκεια. Μήπως κι ὁ ἱστορικός στράφηκε προσωρινά πρός τήν ἐθνογραφία; Ἡ ὑπόθεση δέν εἶναι πιθανή, γιατί θά σήμαινε ὅτι μπορεῖ κανείς νά δεῖ τήν Ἀθήνα μέ τό ἴδιο μάτι πού βλέπει τούς «ἄλλους». Τό κείμενο ὅμως δέν ἔχει γιά σκοπό νά διαπραγματευτεῖ τό ἴδιο, σάν νά πρόκειται γιά τό «ἄλλο». Ἴσως σκεφτεῖ κανείς πώς ὁ Θουκυδίδης, περιγράφοντας τή δημόσια ταφή τῶν πολιτῶν, θέλησε νά συναγωνιστεῖ τόν Ἡρόδοτο, πού κατέγραψε τίς ἱερουργίες τοῦ ἐνταφιασμοῦ τῶν Σπαρτιατῶν βασιλέων. Πράγματι, ἀνάμεσα στίς δύο περιγραφές ὑπάρχει κάτι σάν ἔντονη ἀντιπαράθεοη, καί μποροῦμε κάλλιστα νά πούμε ὅτι, στήν οἰκονομία τοῦ ἱστορικοῦ ἔργου, ἡ ἀθηναϊκή τελετή ἀντιστοιχεῖ στή σπαρτιατική τελετή πού περιγράφει ὁ Ἡρόδοτος. Θά ἔπρεπε πάντως νά δείξουμε ὅτι οἱ δύο αὐτές τελετές παρουσιάζουν κι ἄλλες διαφορές, κι ὄχι μόνο τήν ὑπαρκτή, ἀναμφισβήτητα, πολικότητα ἀνάμεσα σέ δύο πολιτειακά πρότυπα, πού ἀντιτάσοονται τό ἕνα στό ἄλλο, ὅπως ὁ καταναγκασμός στήν ἔλευθερια4. Μποροῦμε βέβαια νά ὑποθέσσυμε, ὅτι ὁ Θουκυδίδης θέλησε ν' ἀνταγωνιστεῖ τόν Ἡρόδοτο στήν περίπτωση ὅμως αὐτή, ἡ στρατηγική τοῦ Ἀθηναίου ἱστορικοῦ θά τόν ἀνάγκαζε μᾶλλον ν’ ἀποφύγει ὁποιαδήποτε περιγραφή, καί νά τό διακηρύξει μέ δύναμη καί σαφήνεια.
 
Ἡ περιγραφή λοιπόν αὐτῆς τῆς τελετῆς παραμένει ἀνεξήγητη. Καί μιά πού οὔτε ὁ ἐθνογραφικός στόχος, οὔτε ἡ πρόθεση γιά μιάν ἀνταγωνιστική γραφή ἀρκοῦν γιά νά τήν ἐξηγήσουν, πρέπει νά ψάξουμε ἀλλοῦ. Ἄν στραφοῦμε στό ἔπος, ἴσως μπορέσουμε ν' ἀνοίξουμε κάποιο δρόμο πρός τό κείμενο τοῦ Θουκυδίδη — γιατί, οἱ ἐπικές ἀξίες καί κυρίως τό κλέος, αὐτή ἡ δόξα πού ζεῖ γιατί λέγεται, δέν εἶναι καί τόσο ἄσχετες μέ τή γραφή τοῦ ἱστορικοῦ, ὅπως θά μποροῦσε κανείς, ἤ καί θά ἤθελε ἀκόμη νά τό πιστέψει. Ξέρουμε ὅτι ἡ Ἰλιάδα ἀφιερώνει ὁλόκληρη ραψωδία στήν ταφῆ τοῦ Πατρόκλου, ἀλλά πολύ πιό πρίν ἀπό αὐτή τήν ραψωδία, ὁ θρῆνος τοῦ Ἀχιλλέα σημαδεύει κατά διαστήματα τή διήγηση.
 
Ἡ ταφή τοῦ Πατρόκλου, μιά τελετή μοναδική κι ἀνώμαλη ἀπό πολλές ἀπόψεις, δέν περιγράφεται μέ ρεαλιστικό τρόπο, ἐκτός κι ἄν ἀποδώσουμε στό Ψ τῆς Ἰλιάδας τόν ρεαλισμό πού προσιδιάζει σέ κάθε λογοτεχνικό δημιούργημα. Ἄλλωστε, θάβοντας τόν Πάτροκλο, πού ἦταν τό «διπλό» του Ἀχιλλέα, οἱ Ἀχαιοί θάβουν, θά λέγαμε, τόν ἴδιο τόν Ἀχιλλέα, ἀκόμη ζωντανό, τόν Ἀχιλλέα πού θά πεθάνει ἀργότερα, κάπου ἐκεῖ στό κενό πού χωρίζει τήν Ἰλιάδα ἀπό τήν Ὀδύσσεια, παρ' ὅλο πού ἡ Ἰλιάδα δέν παύει νά θρηνεῖ τόν μελλοντικό του θάνατο. Ὁ Πάτροκλος εἶναι νεκρός: γιά τούς Ἀχαιούς, ὁ θάνατός του σημαίνει τό τέλος τῶν πολύχρονων ἀγώνων μπροστά στήν Τροία, σημαίνει τό προοίμιο τῆς τελευταίας πράξης πού δέν θά μᾶς διηγηθεῖ ἤ Ἰλιάδα. Ὁ ἐπικός ποιητής, ἀναστέλλοντας τόν χρόνο τῆς μάχης γιά νά περιγράψει, σέ ὅλη της τήν ἔκταση, αὐτή τήν ταφή τή φαρτισμένη μέ τό κλέος καί μέ τόν θάνατο τοῦ Ἀχιλλέα, ὁλοκληρώνει συμβολικά τήν ἱστορία, πού τό ἔπος του θά τήν ἀφήσει ἀτελείωτη.
 
Ξαναγυρίζοντας στόν Θουκυδίδη, μποροῦμε λοιπόν νά ὑποθέσουμε ὅτι, στό δεύτερο βιβλίο τῶν Ἱστοριῶν του. Οἱ Ἀθηναῖοι πολίτες εἶναι σάν τόν Πάτροκλο, καί ἡ πόλη σάν τόν Ἀχιλλέα Ἡ πρώτη χρονιά ταῦ πολέμου ἔχει μόλις τελειώσει, γεμάτη ἐπιτυχίες καί ἐμπόδια, καί πολλοί ἔχουν ἤδη δώσει τή ζωή τους γιά την Ἀθήνα καί ὅλα εἶναι ἕτοιμα γιά τή συνέχεια. Ἀλλά ποιά εἶναι ἡ συνέχεια; Μήπως τό τέλος τοῦ πολέμου, τό 405, μέ τήν ἥττα τῆς Ἀθήνας; Ἴσως. Ἀναμφισβήτητα ὅμως, στό κείμενο τοῦ Θουκυδίδη, ἡ τελετή τῆς ταφῆς στοχεύει πέρα ἀπό τό κείμενο πάει μακρύτερα ἀπό ὁποιοδήποτε γεγονός, ἀποβλέπει στή μελλοντική δόξα τῆς πόλης, πού θά πάρει τή θέση τοῦ ἥρωα.
 
Γιά τόν Θουκυδίδη, ἡ περιγραφή τῆς ταφικῆς ἱερουργίας εἶναι ἕνας τρόπος γιά νά ἐξασφαλίσει στό ἑξῆς τήν εἴσοδο τῆς Ἀθήνας στήν αἰωνιότητα τῆς μνήμης, χάρη στούς νεκρούς καί δοξασμένους πολίτες της. Ἀλλά ὁ Ἐπιτάφιος λόγος θά μεταστρέψει τόν ἔπαινό τους, γιά νά τόν ἀφιερώσει καλύτερα, σάν ἕνα ὕμνο στήν πόλη. («Ἀσχολήθηκα περισσότερο μέ τήν πόλη, γιά νά τιμήσω καλύτερα αὐτούς ἐδῶ τους ἄντρες, καί ἀπό αὐτή τήν ἄποψη, τό μεγαλύτερο μέρος τοῦ ἐπαίνου ἔχει ἤδη εἰπωθεῖ», θά δηλώσει στήν οὐσία ὁ ρήτορας, τή στιγμή πού θά ἐκφωνήσει τόν ἔπαινο πού ταιριάζει στούς νεκρούς). Ἡ περιγραφή λοιπόν μιᾶς ταφικῆς ἱερουργίας, στά πλαίσια μιᾶς ἱστορικῆς ἀφήγηοης, εἰσάγει, θά λέγαμε, τόν χρόνο τῶν γεγονότων σ' ἕνα ἄχρονο παρόν (μέ τήν εὐκαιρία κάποιας διακοπῆς τῶν ἐχθροπραξιῶν], σέ μιά στιγμή μετέωρη, ὅπου, σέ ὅλη τή διάρκεια τῆς τελετουργίας, ἡ δύναμη στό ἀποκορύφωμά της, συμπίπτει μέ τά λόγια πού τήν ἔκφραζουν.
 
Γιατί πρέπει ἐπίσης νά μιλήσουμε γιά τόν λόγο καί γιά τόν ρήτορα. Ὁ ἀναγνώστης θά παρατήρησε μέ ποιό «ἀθέμιτο» τρόπο παραλείψαμε, στό κείμενο τοῦ Θουκυδίδη, τό τέλος τῆς «παρέκβασης», γιά νά κρατήσουμε ὅσο γίνεται περισσότερο τήν ἀνωνυμία καί τοῦ λόγου, καί τοῦ ρήτορα. Εἶναι μιά σκόπιμη παράλειψη, πού πρέπει τώρα νά ἐπανορθώσουμε.
 
«Γιά τούς πρώτους λοιπόν τούτους (νεκρούς) ὅρισαν νά μιλήσει ὁ Περικλῆς, ὁ γιός τοῦ Ξανθίππου Καί όταν ἔφτασε ἡ ὥρα, προχώρησε ἀπό τόν τάφο σ' ἕνα βῆμα πού τό εἶχαν κάνει ψηλό, γιά νά μπορεῖ ν' ἀκούγεται ὅσο γινόταν πιό μακριά στό μαζεμένο πλῆθος, καί ἔλεγε κάπου τέτοια».
 
Ἔτσι λοιπόν, γι' αὐτή τήν ἰδιαίτερη περίσταση, ὁ ρήτορας λέγεται Περικλῆς, καί γιά τίς γενιές τῶν ἀναγνωστῶν, ἡ ὁμιλία του γίνεται ὁ κατ' ἐξοχήν Ἐπιτάφιος λόγος, ὁ μόνος, ὁ ἀληθινός: ἕνα πρότυπο γιά νά μιλήσει κανείς γιά τήν Ἀθήνα, γιά νά στοχαστεῖ τήν πόλη. Τό ἀθηναϊκό βέβαια εἶδος τοῦ ἐπιτάφιου λόγου, πού ἐπινοεῖ, γιά χάρη τῶν μεταγενεστέρων, τήν ἰδεατή πόλη τῆς Ἀθήνας μέσα σ' ἕνα νεκροταφεῖο, ἀποτελεῖ πρότυπο ἀπό μόνο του. Ὁ Ἐπιτάφιος ὅμως λόγος τοῦ Περικλῆ εἶναι τό πρότυπο αὐτού του προτύπου. Δέν θά ἐπεκταθοῦμε στίς ἀνεπανάληπτες τύχες αὐτοῦ τοῦ λόγου: οἱ πολιτικοί ἄντρες τόν διαβάζουν, ἀναζητώντας ρητορικά ὑποδείγματα*, οἱ ἱστορικοί της ἀρχαίας Ἑλλάδας τόν χρησιμοποιοῦν ὡς τεκμήριο γιά τή δημοκρατία, οἱ φίλοι τῶν κλασικῶν σπουδῶν τόν ἐπικαλοῦνται ὡς ὕψιστη ἀναφορά. Ξαναγυρίζοντας ὅμως στήν τελετή τῆς ταφῆς, θά πρέπει νά προσδιορίσουμε τήν ἰδέα πού μᾶς ὑπέβαλε ἡ σύγκριση μέ τόν Ὅμηρο: ὅτι δηλαδή ὁ ἱστορικός, περιγράφοντας τίς διαδοχικές φάσεις μιᾶς τελετῆς, οἰκοδομεῖ τό κλέος. Χρειάζεται βέβαια μιά τελετουργία γιά νά γεννηθεῖ μιά πράξη λόγου, ὅπως εἶναι ὁ Ἐπιτάφιος λόγος ἀλλά μιά τελετουργία πού γίνεται κείμενο, ἀλληλουχία πράξεων πού ἤδη ἀποτελοῦν λόγο. Ἡ τελετή τῆς ταφῆς ἀνάλαμβάνει αὐτή τή λειτουργία: ἀνάμεσα στήν ἀφήγηοη τῶν πράξεων καί στόν λόγο-γεγονός τοῦ ρήτορα, ἕτοιμο ν' αὐτονομηθεῖ στή μνήμη τῶν μεταγενεστέρων, ὁ ἱστορικός μετατρέπει σέ λόγια τίς χειρονομίες τοῦ πένθους καί τῆς ἀνάμνησης.
 
Τί μᾶς λέει ἡ τελετή τῆς ταφῆς
 
Ὁ ἱστορικός εἶδε καί ἄκουσε. Τό ἱστορικό κείμενο παρουσιάζει στόν ἀναγνώοτη τήν ταφή σάν κάτι πού ἔχει ἤδη γίνει ἀντικείμενο σκέψης, σάν προάκουσμα τοῦ λόγου πού θ' ἀκολουθήσει. Σέ αὐτή τήν παρουσίαση, ἔχει ἤδη εἰπωθεῖ αὐτό πού θά ἐπιλέξει ὁ ρήτορας γιά τόν λόγο του-πρότυπο.
 
Καί πρῶτα-πρῶτα, ἡ προαιώνια ταυτότητα τῆς πόλης. Ὁρίζοντας ὡς πάτριον νόμον τήν πρακτική τῶν Ἀθηναίων νά θάβουν τούς νεκρούς τους μέ δημόσια φροντίδα, ὁ Θουκυδίδης προστατεύει αὐτή τήν πρακτική ἀπό ὁποιονδήποτε θά ἐπιχειροῦσε νά χρονολογήσει τή γέννησή της: ἄς προσπαθήσουν οἱ μέλλοντες ἱστορικοί νά προσδιορίσουν χρονολογικά τό γεγονός. Ὅμως θά ὑποχρεωθοῦν ἐπιπλέον νά παραβλέψουν τήν ἀναφορά στούς νεκρούς του Μαραθώνα, μιάν ἀναφορά τόσο πολύτιμη, πού δίνει ἰδιαίτερο βάρος στόν ἰσχυρισμό — ὄχι καί πολύ ἀξιόπιστο ἄλλωστε — ὅτι μόνο ἡ ὑψηλή ἀρετή τῶν Μαραθωνομάχων τούς χάρισε τό προνόμιο νά θαφτοῦν στό πεδίο τῆς Μάχης. Ὁ ἱστορικός της ἀρχαίας Ἑλλάδας γνωρίζει βέβαια ὅτι αὐτό ἦταν γενικά τό ἔθιμο τῶν πόλεων, μετά ἀπό κάθε μάχη, κι ἔχει ἄλλωστε κάθε λόγο νά πιστεύει πώς ἡ «προγονική» πρακτική της Ἀθήνας δέν ὑπῆρχε ἀκόμη τήν ἐποχή της μάχης τοῦ Μαραθώνα. Γιά ν' ἀντιμετωπίσει ὅμως τούς ἰσχυρισμούς τοῦ Θουκυδίδη, ὁ σημερινός ἱστορικός πρέπει νά ἐνισχύσει, ὅσο γίνεται περισσότερο, τήν ἀποδεικτική του ἐπιχειρηματολογία. γιατί τό κείμενο, μέ τή λιτή του ἀκρίβεια, ἔχει τό κύρος μέ τό μέρος του, καί γιά πολλούς ἀναγνῶστες, ἡ ὑπόθεση ἔχει ἐκ τῶν προτέρων κριθεῖ: μέ τόν νόμον της, ἡ Ἀθήνα ὑπῆρξε πάντοτε ἡ Ἀθήνα. Μετά τήν ταυτότητα, ἡ εὐγένεια, ἡ ἀριστοκρατική καταγωγή. Ἡ ὀργάνωση τῆς προθέσεως τῶν λειψάνων, ἡ τοποθέτησή τους σέ θῆκες κυπαρισσένιες καί ἡ ἐκφορά τους πάνω σέ ἁμάξια. ἀποτελσύν τρία χαρακτηριστικά πού θυμίζουν, κατά τή διάρκεια τῆς τελετῆς, τίς ἀριστοκρατικές ταφές: ἡ πρόθεσις ἀποκτᾶ ὅλο της τό νόημα στά πλαίσια ἕνος ἀριστοκρατικοῦ τρόπου ζωῆς, τό κυπαρισσένιο ξύλο ἐγγυᾶται μιάν αἰώνια ἀνάμνηση. καί τό ἁμάξι, σύμβολο τῆς ἡρωικῆς πομπῆς, ταιριάζει στήν ἐπίσημότητα τῆς τελετῆς (γιατί, θ' ἀρκοῦσε ἕνας ἄνθρωπος γιά νά κουβαλήσει μόνος του, στό νεκροταφεῖο, τή θήκη ἑνός ἁπλοῦ νεκροῦ). Τέλος, ἤ νεκρική πομπή καταλήγει σ' ἕναν χῶρο μεγάλης συμβολικῆς σημασίας, στόν Κεραμεικό, ἐκεῖ ὅπου βρίσκεται τό δημόσιον αήμα· ἔχει ὅμως ἰδιαίτερο νόημα τό γεγονός, ὅτι ὁ Θουκυδίδης ἀναφέρεται μονάχα στήν ὀμορφιά αὐτοῦ τοῦ χώρου. Ταφή τῶν πολιτῶν, ταφή ἀριστοκρατῶν... Κι ὅμως, ἡ δημοκρατία ὑπάρχει στήν περιγραφή μέ τή μορφή αὐτῆς της ἐλευθερίας στήν πράξη, πού ἀναγνωρίζεται ἀπό ὅλους, ἀκόμη καί ἀπό τους πολιτικούς ἀντίπαλους, ὡς τό εἰδικότερο γνώρισμα τῆς Ἀθήνας: ἡ πρόθεσις, πολιτειακή καί συλλογική τιμή, συμβιβάζεται μέ τούς πηγαινοερχομούς τῶν βυθισμένων στό πένθος συγγενῶν, ἀνέχεται τίς ἰδιωτικές προσφορές, πού ὁ καθένας μπορεῖ ἐλεύθερα νά φέρει στόν νεκρό του κι ὅταν ἔρθει ἡ στιγμή, κανείς δέν ἀποκλείεταί ἀπό τήν νεκρική πομπή, ἐφ ὅσον βέβαια θέλει νά συμμετάσχει, ἀπό πεποίθηση ἤ περιέργεια κι ἔτσι ἐκδηλώνεται αὐτή ἡ καλή πολιτική θέληση, πού θεμελιώνει τή ζωή σέ μιά δημοκρατία. Ἀριστοκρατικό ἰδεῶδες, δημοκρατική πρακτική: ὅπως ἀκριβῶς καί ἡ περιγραφή τῆς ταφῆς, ἔτσι καί ὁ Ἐπιτάφιος λόγος θά μπορέσει νά συνδέσει τόν ἔπαινο τῆς ἀθηναϊκῆς πολιτείας μέ τή σταθερή ἀναφορά στίς ἀξίες τῶν Ἀρίστων7. Πέρα ὅμως ἀπό κάθε προσδιορισμό, πάνω κι ἀπό τήν εὐγένεια, πάνω κι ἀπό τήν ἰσότητα, ἡ περιγραφή θέλει νά ἀναδείξει τόν βαθιά πολιτειακό χαρακτήρα τῆς τελετῆς — κι ἀφοῦ γίνει αὐτό, ὁ Ἐπιτάφιος λόγος θά μπορέσει, στή συνέχεια, νά συγκροτήσει μέ ἰδιαίτερη ἔμφαση μιά πόλη-πρότυπο. Σημειώνουμε ἔτσι μέ πόση ἐπιμονή μιλᾶ ὅ Θουκυδίδης γιά τόν τρόπο συγκέντρωσης τῶν λειψάνων («... σέρνουν ἁμάξια θῆκες κυπαρισσένιες, μιά γιά κάθε φυλή. Τοῦ καθενός τά κόκαλα βρίσκονται μέσα στή θήκη τῆς φυλῆς πού ἀνῆκε»): κατά φυλές λοιπόν, σύμφωνα μέ αὐτές τίς κατ' ἐξοχήν πολιτικές ἑνότητες πού, ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Κλεισθένη, διασφαλίζουν τόν καταμερισμό καί τήν ἀνάμιξη τῶν Ἀθηναίων πολιτῶν8 μονάχα ἕνας ἀπρόσεκτος ἀναγνώστης θά μποροῦσε ν' ἀμφιβάλει γιά τή σημαντική διευκρίνηση πού γίνεται ἐδῶ. Πάντως, αὐτή ἡ περιγραφή, πού δέν νοιάζεται καί τόσο γιά τή γραφικότητα, προτιμάει γενικά τή συνοπτικότητα ἀπό τήν ἐμμονή, καί λίγα λόγια ἀρκοῦν γιά νά ὁρίσουν τόν ρήτορα πού θά βγάλει τόν Ἐπιτάφιο λόγο: τόν ρήτορα, τόν «ὁρισμένο» ἀπό τήν πόλη γιατί ἔτσι χαρακτηρίζεται ὁ Περικλῆς, αὐτος εἶναι ὁ τίτλος τῆς δόξας του. Στόν ἀναγνώστη πέφτει ὁ κλῆρος νά καθορίσει, ἄν θέλει κι ἄν μπορεῖ, ποιά ἀρχή τόν διόρισε καί μετά ἀπό ποιά ψηφοφορία: γιά τόν Θουκυδίδη, τό οὐσιαστικό ἔχει δηλωθεῖ. Τέλος, μέ τήν ἴδια συνοπτικότητα μιλάει τό κείμενο γιά τίς γυναῖκες — πού καταφθάνουν πρός τό τέλος καί σύμφωνα μέ τούς κανονισμούς — γι’ αὐτές τίς φορτικές μοιρολογίστρες, πού τή συγκίνηση τους προσπάθησαν νά τήν κατευθύνουν οἱ ταφικοί νόμοι κάθε ἑλληνικῆς πόλης: σέ μιά στιγμή τῆς περιγραφῆς, οἱ γυναῖκες ἐμφανίζονται κι ἀρχίζουν τόν πρεπούμενο θρῆνο. Ἐμφανίζονται μετά τήν πρόθεση, μετά τή νεκρική πομπή, τή στιγμή ὅπου ἡ γῆ θά σκεπάσει τά κόκαλα τῶν πολιτῶν — μιά στιγμή ὅπου, σύμφωνα μέ τή συνοπτική αὐτή περιγραφή, τό οὐσιαστικό μέρος τῆς τελετουργίας ἔχει ἤδη συντελεστεῖ. Κι' ὅταν, τέλος, προχωρεῖ ὁ ρήτορας πρός τό βῆμα, ἡ περιγραφή τά ἔχει ἤδη ὅλα πεῖ. Γιά νά μιλήσουμε πιό συγκεκριμένα, ὁ ἱστορικός ἔχει ἤδη πεῖ ὅλα ἐκεῖνα πού ὁ ἴδιος ἤθελε νά σκεφτεῖ ἤ νά μάθει ὁ ἀκροατής. Γιατί — ὅπως δείχνουν ἄλλες πηγές, περισσότερο ἀποσπασματικές, ἀλλά λιγότερο δομημένες — ὑπάρχουν στήν τελετή ὁρισμένες στιγμές, καί μάλιστα ὁλόκληρες φάσεις, πού δέν ἀναφέρονται ἐδῶ.
 
Σύμφωνα μέ τήν ἀντίληψη τοῦ Θουκυδίδη, ὅλα ὁλοκληρώνονται στόν Ἐπιτάφιο λόγο: ὁ ρήτορας λέει τόν ἔπαινο, καί ὕστερα ὅλοι φεύγουν.
 
Ἔτσι ἁπλά, δίχως μιά λέξη, δίχως μιά χειρονομία; Στήν πραγματικότητα, ἡ τελευταία φράση κάθε ἐπιτάφιου λόγου, ὅπως ἄλλωστε καί τοῦ Περικλῆ, καλεῖ τό ἀκροατήριο νά μή σκορπίσει προτοῦ τιμήσει τούς νεκρούς, συλλογικά καί ὁ καθένας τόν δικό του. μ' ἕναν τελευταῖο θρῆνο. Γιατί λοιπόν δέν λέγεται τίποτε γι' αὐτό τό τελευταῖο μοιρολόγι; Εἶναι βέβαιο ὅτι, σ' αὐτή τή μονογραμμική περιγραφή, ἕνας τέτοιος θρῆνος θά ἦταν ἐπανάληψη τοῦ θρήνου τῶν γυναικών, πού, μαζεμένες γύρω ἀπό τόν τάφο, χαιρέτησαν ὁλοφυρόμεναι τήν ἄφιξη τῆς νεκρικῆς πομπῆς. Ἀλλά ὑπάρχουν πιό σοβαροί λόγοι γι' αὐτήν τή σιωπή, λόγοι πού σχετίζονται καί μέ τήν οἰκονομία τοῦ ἱστορικοῦ ἔργου, καί μέ τόν τελικό σκοπό πού χαρακτηρίζει τήν ἐπίσημη ρητορεία. Στό δεύτερο βιβλίο τῶν Ἱστοριῶν, ἡ τελευταία λέξη τοῦ Ἐπιτάφιου λόγου πρέπει νά ἐπισφραγίσει τήν τελετή, καί ἡ τελετή αὐτή χρησιμεύει μέ τή σειρά της γιά νά ὁλοκληρωθεῖ ἡ διήγηση τοῦ πρώτου ἔτους τοῦ πολέμου Κι ἐπειδή ὁ ἐπιτάφιος λόγος, ὡς εἶδος, δομεῖται πάνω σέ μιάν ἄρνηση καί σέ μιά μετάθεση — ἄρνηση νά κλαφτοῦν οἱ νεκροί, μετάθεση ἀπό τό σπαραγμό πρός τόν ἔπαινο — ἡ ἀναφορά σ' αὐτόν τόν λόγο, στό τέλος τῆς περιγραφῆς τῆς ταφῆς, κατασταίνει ἐκ τῶν προτέρων μάταιο τόν ἱερουργικό θρῆνο —πράγμα πού δείχνει σιωπηρά ἡ φράση: Ἔπειτα φεύγουν».
 
Ἄλλωστε, ἄν στηριζόταν κανείς μόνο στόν Θουκυδίδη, θ' ἀγνοοῦσε τελείως τούς ἐπιταφίους ἀγῶνες, πού ἀποτελοῦσαν ἀναπόσπαστο μέρος τῆς ταφικῆς τελετῆς ἤ τῶν γιορταστικῶν τελετουργιῶν πού, κάθε χρόνο, ἀνακαλοῦσαν στή μνήμη τῶν ἀνθρώπων τούς πολίτες πού ἔπεσαν πολεμώντας γιά τήν Ἀθήνα. Θά λέγαμε καί πάλι ὅτι αὐτές οἱ παρασιωπήσεις δέν εἶναι τυχαῖες. Ἐπειδή ἀκριβῶς τό τελετουργικό στοιχεῖο ἀποτελεῖ τή θεσμική πλευρά τοῦ Ἐπιτάφιου λόγου, ἀξίζει νά περιληφθεῖ σέ μιάν ἱστορική διήγηση πού κάνει τόν ἐπικήδειο μιά πράξη λόγου. Αὐτό ὅμως τό τελετουργικό στοιχεῖο γίνεται κάτι σάν ἕνα σχεδιάγραμμα, πού ὅλα του τά σημεῖα πρέπει νά συγκλίνουν γιά νά παράγουν τό πολιτικό στοιχεῖο, αὐτή τήν ἰδεατότητα. Ἀπουσιάζει λοιπόν ἡ ταφική λατρεία, αὐτές οἱ χειρονομίες πού γίνονται δίχως τή μεσολάβηση τοῦ λόγου, αὐτές οἱ τελετές πού ὁδηγοῦν, κάθε χρόνο, τήν κοινότητα στούς θρήνους. Ἀπουσιάζει καί ὁ ἐπιτάφιος ἀγών, πού θά εἶχε τή δυνατότητα, στά πλαίσια τῆς διήγησης, νά ἐλευθερώσει τόν χῶρο γιά τόν συναγωνισμό τῶν ἀτόμων, τά ὁποῖα μετέχουν σέ μιάν ἅμιλλα ἀνάμεσα σέ ζωντανούς, πού παλεύουν γιά τίς ἀξίες τῶν ζωντανῶν. Γιά τόν Θουκυδίδη ὅμως, καί ἡ ταφῆ καί ὁ Ἐπιτάφιος λόγος περικλείνουν ἕνα καί μόνο δίδαγμα: ὅτι ἡ μορφή τοῦ πολίτη ἀποκτᾶ τό ὕψιστο μεγαλεῖο της στή μορφή τοῦ Ἀθηναίου νεκροῦ κι ἔτσι ἡ πόλη συνειδητοποιεῖ τόν ἑαυτό της μέσα στή δόξα της. Πρέπει λοιπόν νά τό παραδεχτοῦμε: χωρίς τόν Ἐπιτάφιο λόγο, δέν θά εἴχαμε τήν περιγραφή. Καί τήν περιγραφή τή διακατέχει ἐντελῶς αὐτός ὁ λόγος. Κι ὅταν ἀκόμη χρησιμοποιοῦμε τή λέξη περιγραφή, πρέπει ν' ἀναγνωρίσουμε ὅτι, σέ ὅλο αὐτό τό κείμενο, τά λόγια πρωτεύουν συνεχῶς σέ σχέση μέ τό θέαμα. Ἀκόμη καί τή μεγάλη πομπή τῶν ἁμαξιῶν, θά πρέπει κανείς νά τήν ἀποοπάσει κυριολεκτικά ἀπό τίς λέξεις, γιά νά τῆς δώσει μέ τή φαντασία του τή διάσταση θεάματος πού ἔχει. Ὅλη ἡ ὀμορφιά ἔχει καταφύγει στόν Κεραμεικό κι αὐτό ὅμως τό στοιχεῖο τοῦ ὡραίου μιλᾶ λιγότερο στό μάτι καί περισσότερο στήν πολιτική νόηση, καί (ἄς εἴμαστε βέβαιοι!) ὁ Θουκυδίδης δέν πρόκειται νά περιγράψει τό ἀνάγλυφο πού στόλιζε τό μνημεῖο τοῦ 430, ἕνα μνημεῖο πού οἱ ἀρχαιολόγοι προσπαθοῦν ἀκόμη, κάθε τόσο, ν' ἀποκαταστήσουν τή μορφή καί τή διάταξή του. Τέλος, ἡ στιγμή τῆς προθέσεως, παρ' ὅλο πού εἶναι οὐσιαστική στήν περιγραφή τοῦ Θουκυδίδη, δέν ἔχει πιά τήν ἴδια λειτουργία πού εἶχε στό ἔπος, νά παρουσιάσει δηλαδή στούς συγγενεῖς τό σῶμα, γιά νά τό δοῦν γιά τελευταία φορά, ἕνα σῶμα νεκρό, ἀλλά ὡραιοποιημένο9. Ἐπειδή ὅμως τώρα ἡ πρόθεσις ἀφορᾶ μονάχα τά κόκαλα, λείψανα ἤδη ἀπάμακρα, ὅπου κανείς δέν ἀναγνωρίζει πιά τά ἀγαπημένο του πρόσωπο, μποροῦμε νά πούμε, ὅτι αὐτό πού ἐκτίθεται εἶναι τελικά μιά ἰδέα: στή θέση τοῦ ὡραίου νεκροῦ, ἔχουμε τήν ἰδέα τοῦ ὡραίου θανάτου.
 
Στό σημεῖο αὐτο — θά πεῖ κανείς — ἡ εὐθύνη πέφτει ὁλότελα στήν πόλη τῆς Ἀθήνας. Αὐτή ἀποφάσισε ἔτσι, κι ὄχι ὁ ἱστορικός. Καί ἡ πομπή; Καί ὁ Κεραμεικός; Ποιός θό τά περιγράψει; Στόν πολιτειακό λόγο, ἡ νόηση ἀποφάσισε τελικά σέ βάρος τῆς ὅρασης. Τή συνέχεια, ἄς τήν πλάσουν μέ τή φαντασία τους ὅσοι τούς ἀρέσοῦν οἱ παράτες. Ἐκτός κι ἄν προτιμᾶ κανείς ν ἀναλογιστεῖ τήν πετυχημένη αὐτή συνάντηση τῆς Ἀθήνας καί τοῦ Θουκυδίδη: ἡ Ἀθήνα, ἡ πρώτη δημοκρατία πού σφράγισε τήν συνοχή της, τιμώντας τόν θάνατο τῶν δικῶν της, συλλαμβάνει νοητικά τόν ἑαυτό της μέσα ἀπό ἕναν θεσμό πένθους καί δόξας καί ὁ ἱστορικός ἀνασυσταίνει, γιά τούς μεταγενέστερους, τήν ταφή, δίνοντας της τή μορφή μιᾶς τελετῆς λόγου. Ὁ ρήτορας μπορεῖ τώρα πιά νά προχωρήσει πρός τό βῆμα. Σ’ αὐτόν ἀνήκεῖ πάντα ἡ τελευταία λέξη.
 ---------------
Σημειώσεις
 
1) Σημ.της μέτ. Γιά τό χωρίο καί γυναῖκες πάρεισιν αἱ προσήκουσαί ἐπί τον τάφον ὀλοφυ­ρόμεναι, η συγγραφέας δέχεται, στη μελέτη της, τήν ἐξῆς μετάφραση: «καί οἱ συγγένισσες γυναῖκες εἶναι παροῦσες στόν τάφο καί θρηνοῦν.
2) Θουκυδίδης. ΙΙ. 34. 1-7 Γιά τή λεπτομερειακή ἀνάλυση τῆς ταφικής τελε­ταῆς, ἄς μοῦ ἐπιτραπεῖ νά παραπέμψω στό βι­βλίο μου L Invention d Athenes Histoire de l oraigon funebre dans la cite classique Παρίσι - Χάγη - Ν   Υόρκη Ι9β1 σέλ 17-42 31
3) Βλ F Hartog, Le Miroir Herodole Essai sur la representation de l autre Πάριοι 1960, σελ 148-170. καί γιά τά προβλήματα ταῆς περιγρα­φῆς, σελ 259-268
4) Βλ L Invention d’ Athenes σελ 46-47
5) Βλ Annie Schnapp-Gourbeillon -Les funerailles de Patrocle - στό La mort les morts dans les societes anciennes, Καίμπριτζ Παρίσι 1982. σελ 77-87 G. Nagy. The Best of the Archaeans, Βαλτιμόρη - Λονδίνο. 1979
6) ὁ Φλωρεντινός Λεονάρντο Μπρούνι τόν μι­μήθηκε τόν 15ο αἰώνα, γιά νά ἐξυμνήσει τή Φλωρεντία, τή νέα Αθήνα. Τόν 20ο αἰώνα ο Τζων Φ. Κέννεντυ ἀναφέρθηκε, φαίνεται σ’ αὐ­τόν, ὅταν ἔβγαλε τόν ἐναρκτήριο λόγο του. Ὅσο για τον δικτάτορα Μεταξά τόν εἶχε διαβάσει τόσο καλά ὥστε ἀπαγόρευσε τη διδασκαλία του στά ελληνικό σχολεία
7) Αυτό προσπάθησα νά δείξω στό βιβλίο Linvention d Athenes, σελ 175-224
8) Βλ. Ρ. Leveque Ρ. Vidal-Naquet,  Ctisthene l’ Atnenien, Παρίσι, 1964
9) Ὅπως έδειξε ὁ J Ρ. Vernant («La belle et le cadavre outrage». Journal de Psychologie, 1980 σελ 233-234).

Πίνδαρος

Ο Πίνδαρος στο Άργος άφησε την τελευταία του πνοή, ενώ παρακολουθούσε κάποιους αγώνες στο Θέατρο ή στο Γυμναστήριο του Άργους. Ήταν ογδόντα ετών.
 
Ο Πίνδαρος είναι μέγας λυρικός ποιητής, ο τελευταίος εκπρόσωπος της αρχαϊκής ελληνικής ποίησης. Έχουν σωθεί πολλοί επίνικοί του, ύμνοι στους νικητές των τεσσάρων πανελλήνιων αγώνων.
 
Ο Πίνδαρος αίρεται πάνω από την απλή πραγματικότητα των αγώνων, ανάγεται στον κόσμο του μύθου και με βαθύ θρησκευτικό αίσθημα του δίνει ζωή. Το ύφος του είναι υψιπε­τές, η σύνταξη ιδιότυπη. Υμνεί τη σοφία, την αρετή, το κάλλος, σύμφωνα με τα ιδεώδη της δωρικής αριστοκρατικής αντίληψης. Χρησιμοποιεί μεγαλειώδεις εικόνες απαράμιλλης εκφραστικότητας.
  
Ο μεγαλύτερος και πιο φημισμένος λυρικός ποιητής της αρχαίας Ελλάδας. Γεννήθηκε στις Κυνός Κεφαλές της Βοιωτίας (ένα χωριό κοντά στη Θήβα), μεταξύ των ετών 522 – 518 π.χ.  και πέθανε στο Άργος, μετά το 446 π.Χ. ίσως γύρω στα 438.  Ο πατέρας του ονομαζόταν Δαΐδαντος, η μητέρα του Λαοδίκη (κατά άλλους Κλεοδίκη ή Κλευδίκη ή Κλειδίκη), και είχε έναν αδερφό τον Ερμότιμο (Ερείτιμος ή Ερωτιώνας). Με τη σύζυγό του Μεγακλεία (ή Τιμοξένη) απέκτησε τρία παιδιά, δύο κόρες την Εύμητιν ( ή Πολύμητιν) [1] και την Πρωτομάχην και έναν γιο τον Δαΐφαντο. Ο Πίνδαρος καταγόταν από αριστοκρατική γενιά και αυτό τον οφέλησε τόσο στη μόρφωσή του, όσο και σε διάφορες κρίσιμες καταστάσεις της ζωής του, όπως ήταν οι Μηδικοί πόλεμοι.
 
Τα πρώτα βήματά του στη μουσική και την ποιητική σύνθεση τα έκανε στο πλευρό του θείου του του Σκοπελίνου, ο οποίος τον δίδαξε την αυλητική και την  εγχώρια ποίηση. Στη συνέχεια, ο Πίνδαρος διψώντας για περισσότερη μόρφωση και καλλιέργεια της ποιητικής του τέχνης κατέφυγε στην Αθήνα, δεδομένο ότι η Θήβα δεν μπορούσε να του προσφέρει πολλά πνευματικά εφόδια. Ως δάσκαλοί του  αναφέρονται οι Αγαθοκλής ή ο Απολλόδωρος· πιθανή φαίνεται και η μαθητεία του κοντά στον Λάσο τον Ερμιονέα.  
 
Σημαντικό υπήρξε το γεγονός ότι μελέτησε παλιούς ποιητές, επικούς και λυρικούς (όπως τον Όμηρο, τον Ησίοδο, τον Αλκμάνα, τον Στησίχορο) και διδάχτηκε την Πυθαγορική φιλοσοφία και την τεχνική της χορικής σύνθεσης (στην οποία και ξεχώρισε) εφόσον οι Αθηναίοι καλλιεργούσαν τον διθύραμβο και την τεχνική της τραγωδίας και των θεατρικών παραστάσεων. Στην Αθήνα πέρα από τη μόρφωσή του δε δέχτηκε καμία άλλη παρέμβαση όσον αφορά την ιδεολογία του. Οι δημοκρατικές κινήσεις, που άρχιζαν να επικρατούν εκεί δεν είχαν καμία απήχηση στο νεαρό τότε Πίνδαρο, ίσως εξαιτίας της πιθανής καταγωγής από το αρχαίο και ένδοξο γένος των Αιγειδών. Εξάλλου, η χορική ποίηση ανήκε στο αριστοκρατικό ιδεώδες και είχε απήχηση στον αριστοκρατικό κόσμο.
 
Κομβική υπήρξε η θέση του την περίοδο των Μηδικών Πολέμων. Τους δύσκολους αυτούς χρόνους η Θήβα παίρνει το μέρος του Ξέρξη. Σίγουρα, η αριστοκρατία κινδυνεύει. Τα αριστοκρατικά και ολιγαρχικά κινήματα στρέφονται και στηρίζουν τις δυνάμεις τους προς το δεσποτισμό, εφόσον απειλούνται άμεσα πλέον από τα δημοκρατικά κινήματα.
 
Στο σημείο αυτό παρεμβαίνει ο Θηβαίος ποιητής, ο οποίος επιθυμεί μέσα από την ποίησή του να αναχαιτίσει ένα μέρος του λαού της Θήβας που τίθεται εναντίον των Περσών. Επικαλείται τους κινδύνους και τις συνέπειες που επιφέρει ένας πόλεμος και τους συμβουλεύει να στραφούν προς την ειρήνη και να αποφύγουν την αντιαριστοκρατική πολιτική.
 
Τα γεγονότα δεν είναι θετικά για τον Πίνδαρο. Οι Πέρσες χάνουν τον πόλεμο και οι Θηβαίοι – κυρίως οι αριστοκράτες – υπέστησαν κυρώσεις. Ο Πίνδαρος απογοητεύτηκε με την κατάληξη και καταστράφηκε τόσο υλικά όσο και ηθικά. Εγκαταλείπει τη Θήβα και επιβάλλει στον εαυτό του ένα είδος εξορίας στο νησί της Αίγινας – την οποία θεωρεί δεύτερή του πατρίδα. Η φήμη του δε χάνεται εξαιτίας της φιλομηδικής στάσης του, αντίθετα ενισχύεται , επικυρώνεται και συνδέεται με το περίφημο εγκώμιο των Αθηνών, το οποίο συνθέτει μετά τη νίκη των Ελλήνων στη Σαλαμίνα.
 
Μετά τους Μηδικούς πολέμους, ο ίδιος και η τέχνη του αρχίζουν να γίνονται γνωστοί. Η περίοδος 480-460π.Χ. ήταν η πιο γόνιμη και δημιουργική. Η φήμη του ξεπέρασε τα όρια της Βοιωτίας και απλώθηκε και στην υπόλοιπη Ελλάδα.
 
Το 476 οι τύραννοι των Συρακουσών και του Ακράγαντος, Ιέρων και Θήρων αντίστοιχα τον καλούν στις βασιλικές αυλές και του ζητούν να συνθέσει ύμνους κατά παραγγελία. Η περίοδος αυτή εγκαινιάζει την αρχή μιας σειράς συγγραφών από υμνητικές ωδές για διάφορες αξιοσημείωτες προσωπικότητες. Τύραννοι, βασιλείς, θρησκευτικοί άρχοντες, πλούσιοι πολίτες του ζητούν συνεχώς χορικές συνθέσεις για διάφορα γεγονότα της ζωής τους και της πολιτείας, προσφέροντάς του για τις υπηρεσίες του χρυσό, ανάλογα την περίσταση.
 
Ο χορικός αυτός ποιητής είναι ταυτόχρονα ικανός επαγγελματίας και κάτοχος της ιερής σοφίας των Δελφών. Όλοι τιμούν και σέβονται το έργο και την προσφορά του στην πολιτεία και αυτό φαίνεται από τις ενέργειες των Αθηναίων, οι οποίοι του αφιερώνουν χάλκινο ανδριάντα και του απονέμουν το τίτλο το προξένου.
 
Ο Πίνδαρος έγραψε ποιήματα σ’ όλα τα είδη της λυρικής ποίησης: ύμνους (ποιήματα προς τιμή των θεών), παιάνες (άσματα προς τιμή του Απόλλωνα), διθυράμβους (αποτελούν μέρος λατρευτικών εκδηλώσεων προς τιμή του Διόνυσου), προσόδια (άσματα ικεσίας ή ευχαριστίας, που τελούνταν κατά την πορεία μιας πομπής σε ιερό), παρθένια (εκτελούνταν από χορούς κοριτσιών σε δωρικές περιοχές), υπορχήματα (χορικά άσματα, με κύριο χαρακτηριστικό το ορχηστικό στοιχείο) εγκώμια (δοξαστικοί ύμνοι) και θρήνους (επιτάφια άσματα), υμνώντας θεούς, ήρωες και ανθρώπους.
 
Ο Αλεξανδρινός γραμματικός Αριστοφάνης Βυζάντιος διαίρεσε το έργο του σε 17 βιβλία τα οποία χωρίζονται σε:
Ύμνοι (1 βιβλίο)
Παιάνες (1 βιβλίο)
Διθύραμβοι (2 βιβλία)
Προσωδία (1 βιβλίο)
Παρθένια (3 βιβλία)
Υπορχήματα (1 βιβλίο)
Εγκώμια (1 βιβλίο)
Θρήνοι (1 βιβλίο)
Επινίκια (4 βιβλία).
Από αυτό το εκτενές σώμα συνθέσεων έχουν διασωθεί πλήρεις μόνο οι επινίκιες ωδές (πρόκειται για χορικά ποιήματα που σκοπό είχαν να υμνήσουν το πανηγυρισμό για τη νίκη στους πανελλήνιους αθλητικούς αγώνες. Επίσης, συντελούσαν στο να μείνει το όνομα του νικητή γνωστό στους αιώνες και να αποκτήσει μια θέση στον ανώτερο και άφθαρτο κόσμο των ημιθέων. Τέλος αποτελούσε ένδειξη σωματικής και ψυχικής δύναμης).
 
Συγκεκριμένα, κάθε βιβλίο επινίκιων ωδών αναφέρεται σ’ έναν από τους τέσσερις πανελλήνιους αγώνες, έτσι έχουμε: 14 επίνικους σε ολυμπιονίκες, 12 επίνικους σε πυθιονίκες, 11 επίνικους σε νεμεονίκες, και 8 επίνικους σε ισθμιονίκες. Τα υπόλοιπα είναι γνωστά από παραπομπές άλλων συγγραφέων ή σπαράγματα παπύρων.
 
Τα είδη της χορικής ποίησης του Πινδάρου περιλαμβάνουν κάποια κύρια χαρακτηριστικά. Ειδικότερα, ως προς τη μορφή των ωδών χρησιμοποιούσε άλλοτε όμοιες μετρικά στροφές και άλλοτε σειρές από στροφή, αντιστροφή και επωδό.
 
Ως προς το περιεχόμενο έχουν τέσσερα συστατικά, δηλαδή αρχίζουν με επίκληση σε κάποιο θεό ή τις μούσες, ακολουθούν πληροφορίες για το πρόσωπο του νικητή, την οικογένειά του ή τη νίκη του σε άλλες γιορτές, στη συνέχεια δίνουν κάποια μυθική αφήγηση προσαρμοσμένη στη συγκεκριμένη περίσταση και συνήθως κλείνουν με διατύπωση ηθικών αποφθεγμάτων που αποτελούσαν τον απώτερο σκοπό του. Δεν περιέγραφε τις λεπτομέρειες των αγώνων.
  
Η γλώσσα του Πινδάρου είναι η λογοτεχνική δωρική, αναμειγνύει όμως αιολικά και επικά γλωσσικά στοιχεία, είναι η γλώσσα του έπους. Δεν πρόκειται για μία ομιλούμενη διάλεκτο, αλλά για ένα καλλιτεχνικό κατασκεύασμα με έντονο προσωπικό ύφος. Ακόμη, η επιλογή σύνθετων λέξεων αντί απλών, η υπερβολική χρήση των περιφράσεων, ο πλούτος των εικόνων, τα τολμηρά υπερβατά, οι θαυμαστές μεταφορές που κρύβουν ένα βαθύτερο συμβολισμό, η απότομη μετάβαση από τη μια εικόνα στην άλλη και η συχνή αλλαγή του υποκειμένου καθιστούν την ποίησή του περίπλοκη, δυσνόητη και σκοτεινή. Η ενότητα διασφαλίζεται από τη σύνδεση των ιδεών με τις ηθικές και θρησκευτικές αξίες.
 
Επιπλέον, πρόκειται για ποίηση έντονα θρησκευτική, γεμάτη μουσική, αυστηρά αρμονική, με ευθύτητα, σεμνότητα, επιτηδευμένη και κομψή μέχρις ορισμένου σημείου. Διαποτίζεται από δωρικές αντιλήψεις και κυριαρχείται από αριστοκρατικές ιδέες. Τέλος, είναι έντονος και φανερός ο διαχωρισμός ανάμεσα στους άρχοντες και το λαό. Αναμφισβήτητα, η πινδαρική ωδή – κυρίως η φόρμα της -, αποτέλεσε το παράδειγμα για πολλούς νεότερους ποιητές, όπως ο Κάλβος.
 
Τα παραπάνω χαρακτηριστικά της ποίησής του φαίνονται καθαρά στην περίφημη δέκατη επινίκια ωδή, η οποία είναι αφιερωμένη στον επιφανή Αργείο αθλητή, Θεαίο. Με τη συγκεκριμένη ωδή εξυμνεί ταυτόχρονα το πρόσωπο του παλαιστή, τη γενιά του και τη πόλη που τον ανέθρεψε.    
 
        Αναλυτικά, διαβάζουμε:  
Θεαίω, Αργείω, Παλαιστή
1
«Υμνείστε, ω Χάριτες, του Δαναού την πόλη
και τις πενήντα τις λαμπρόθρονες τις κόρες του.
Υμνείστε το Άργος, όπου η Ήρα έχει το λαμπρό το δώμα
αντάξιο της θείας καταγωγής της.
Από δόξα άφθιτη το Άργος απασπράπτει,
χάρις στα επιτεύγματα των πάντολμων των τέκνων της.
Θα παρέτεινα τον ύμνο, ανιστορώντας
τους άθλους του Περσέα, που δάμασε
τη Μέδουσα – Γοργόνα. Πολυάριθμες είναι οι πόλεις,
που το Άργος έκτισε κι εποίκισε στην Αίγυπτο
με τα χέρια του Επάφου.
Και να ιστορήσω για την Υπερμήστρα,
που μόνη αυτή, ατάραχη,
το ξίφος δεν απέσυρε απ’ τη θήκη;
2
Άλλοτε η ξανθή θεά, η θεά η γλαυκώπις,
έκαμε αθάνατο το Διομήδη.
Κοντά στις Θήβες, με κεραυνό του Δία,
έθαψε κάτω απ’ τη γη, τον μάντη, γιο του Οϊκλέους,
που τρομερός ήταν στον πόλεμο, ωσάν θύελλα.
Και με τις γυναίκες τις καλλίκομες το Άργος
κρατά κι εδώ την πρώτη θέση.
Εδώ ο Δίας ήλθε για την Αλκμήνη, την Δανάη,
αξιόπιστο, λοιπόν, αυτό που είπα. Το Άργος έδωσε
στου Αδράστου τον πατέρα και στον Λυγκέα
το γόνιμο το πνεύμα και της δικαιοσύνης την αγάπη.
3
Την γενναιότητα του Αμφυτρίωνα το Άργος
έχει θρέψει. Ο υπέρτατος θεός εισέδυσε
στο γένος του ήρωα αυτού, όταν τα χαλκά τα όπλα του
φορώντας, τους Τηλεβόες εξολόθρευσε.
Ο βασιλέας των αθανάτων τη μορφή του πήρε
κι εισόρμησε στο δώμα του κι έσπειρε τότε
το ατρόμητο του Ηρακλέους γένος.
Κι αυτός τώρα, ο Ηρακλής, έχει στον Όλυμπο
ως σύζυγο, την πλέον ωραία απ’ τις θεές, την Ήβη,
σύντροφο της Ήρας, της μητέρας της,
του γάμου αυτού εγγύηση ιερή.
4
Ωστόσο η πνοή μου είναι αδύνατη
Όλες τις δόξες του Άργους ν’ αριθμήσω.
Άλλωστε και ορθό δεν είναι
να προκαλώ των ακροατών τον κόρο.
Και τώρα, ω Μούσα, ας αφυπνίσεις
της λύρας τις μελίρρυτες χορδές
και ας στραφούμε προς τους ανδρείους αθλητές.
Ιδού οι αγώνες, που έχουν ως βραβείο το χαλκό
και καλούν τα πλήθη στις λαμπρές της Ήρας
τις εκατόμβες. Εκεί ο Θεαίος, ο γιος του Ουλία,
απέσπασε τη λήθη των μόχθων και των πόνων του
με την περίλαμπρη τη νίκη του.
5
Ανάμεσα σε όλο το έθνος των Ελλήνων
στην Πυθώνα εθριάμβευσε
και από την τύχη οδηγούμενος,
ενίκησε και στον Ισθμό και στη Νεμέα.
Έδωσε το έναυσμα να καλλιεργήσουν
οι Μούσες τον αγρό τους,
με τρεις νίκες στης θάλασσας
τις θύρες και τρεις φορές στη σεβάσμια κοιλάδα,
όπου την εορτή τελούν, που ο Άδραστος εθέσπισε.
Ω Δία, ω πατέρα, αυτό που ονειρευόταν
δεν το ξεστόμισαν τα χείλη του,
αφού από σένα η κάθε επιτυχία είναι εξαρτημένη.
Ωστόσο δεν τολμά η φιλοδοξία να τον εγγίσει,
αν δεν την υπερασπίσει και η καρδιά του.
Εύνοια άδικη αυτός δεν σου ζητεί.
6
Δεν ψάλλω τίποτε, που του Θεού τη συγκατάβαση δεν έχει
και όλων αυτών, που τη μεγάλη νίκη διεκδικούν
στους πλέον ένδοξους αγώνες. Δεν είναι η Πίσα,
που τελεί τους ανώτερους απ’ όλους, αυτούς που
καθιέρωσε και θέσπισε ο Ηρακλής;
Ωστόσο, δύο φορές ήδη – ωραίο προοίμιο! –
οι Αθηναίοι, στις εορτές τους τις επίσημες,
με αλαλαγμούς τον υποδέχτηκαν και εκόμισε
στον θαρραλέο της Ήρας το λαό,
τους καρπούς της ελιάς, σε αμφορείς που διακοσμούσαν
με ποικίλματα από πηλό, ψημένο από τις φλόγες.
7
Έτσι, ω Θεαίε, συνεχίζονται
των μητριών προγόνων σου
τα κλέη – πασίγνωστη του γένους σου η φήμη -,
χάρις στην εύνοια των Χαρίτων και των Τυνδαριδών,
που ενωμένοι ήσαν πάντα. Αν ήμουν κι εγώ
από το αίμα του Θρασύκλου και του Αντία,
θα βάδιζα στην πόλη του Άργους
με το μέτωπο ψηλά.
Χάρις σ’ αυτούς με πόσες νίκες δεν δοξάσθηκε
του Προίτου η πόλη, όπου θεωρούν τιμή
να τρέφουν άλογα! Έχουν νικήσει τέσσερες φορές
στον Ισθμό και τέσσερες φορές ακόμη
εδέχθησαν στεφάνια από των Κλεωναίων τα χέρια.
8
Από τη Σικυώνα έχουν επιστρέψει στο Άργος
με φιάλες, από κρασί γεμάτες.
Απ’ την Πελλήνη, με τους ώμους τους κατάφορτους
από Χλαίνες μαλθακές.
Και δεν μπορώ ν’ απαριθμήσω
τα απειράριθμα από χαλκό βραβεία.
Ανάπαυλα είναι απαραίτητη εδώ. Δεν έχω το χρόνο
να μετρήσω όσα ο Κλείτωρ και η Τεγέα
και το Λύκαιο, στου Δία τον ιππόδρομο, κατέκτησαν.
Και των Αχαιών οι πόλεις είχαν εκθέσει
ως έπαθλο αυτών,
που χάρις στη γοργάδα των κνημών
και στων χεριών τη δύναμη, κατέκτησαν
μια περίδοξη, μια νίκη θριαμβική! »        
( Στις στροφές 9-15, οι οποίες δεν καταχωρούνται εδώ, εγκωμιάζονται οι ήρωες Διό­σκουροι, που είχαν επισκεφθεί το Άργος και είχαν φιλοξενηθεί από τον Παμφάο, πρόγονο του Θεαίου. Χρονολογία, 500 π.χ. περίπου.)
 
Όσον αφορά τον χαρακτήρα του, ο Πίνδαρος υπήρξε βαθιά ηθικολόγος και θρησκευόμενος άνθρωπος. Τις ιδέες του τις εμφανίζει όχι θεωρητικά, αλλά ως βιωμένη σοφία. Αξίες του αποτελούσαν το κάλλος, η ομορφιά, η ειλικρίνεια και η αποστροφή από την κολακεία. Κύρια αρετή γι’ αυτόν είναι η ευσέβεια και η σωφροσύνη.
 
Οι αρετές που οδηγούσαν στην επιτυχία δεν ήταν επίκτητες , αλλά κληρονομικές. Πίστευε ότι ένας θνητός δεν είχε το δικαίωμα σύγκρισης ή υπεροχής απέναντι σ’ ένα θεό. Ούτε οι πλούσιοι, ούτε οι φτωχοί μπορούσαν να είναι ισότιμοι με τους θεούς. Οι θεοί είναι οι υπέρτατοι ρυθμιστές της τάξης και των νόμων, είναι αλάνθαστοι και παντοδύναμοι – τη σημαντικότερη θέση στο Πάνθεό του κατέχουν ο Δίας, ο οποίος διαθέτει απεριόριστη δύναμη και ο Απόλλωνας, ο οποίος είναι προστάτης των αριστοκρατικών ιδεών.
 
Καθήκον και υποχρέωση του ενάρετου και σεμνού ανθρώπου είναι η ευγνωμοσύνη και η αιδώς. Ακόμη, ο άνθρωπος οφείλει να είναι δίκαιος και να εκπληρώνει τις επιθυμίες που επιβάλλουν οι θρησκευτικοί, οι πολιτικοί, οι κοινωνικοί και οι ηθικοί θεσμοί. Ο κόσμος στον οποίο πιστεύει είναι ο αιώνιος, ο αμετάβλητος, που εμπνέεται από την παράδοση. Στην ποίησή του την υψηλότερη θέση κατέχουν οι θεοί, οι ημίθεοι και οι ήρωες, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν την ομορφιά σε όλους τους τομείς. Κατά γενική ομολογία, ήταν ένας αρκετά συντηρητικός διανοούμενος που η βαθιά πίστη του στη θρησκεία δεν του επέτρεπε να ασχοληθεί με την επιστήμη, τη φιλοσοφία, την πρόοδο, τα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα της πολιτείας. Σέβεται και τίμα την παράδοση και τη θρησκεία χωρίς υποκρισία.
 
Η περίοδος της ακμής του φτάνει μέχρι το 450 π.Χ. περίπου. Η φήμη του και η δόξα της τέχνης του δε μειώνονται, απλά ο ποιητής δεν είναι ο εαυτός του, έχει χάσει την αυτοπεποίθησή του, έχει ξεφύγει από τον προορισμό του και έχει καμφθεί εξαιτίας του καινούργιου κόσμου που αρχίζει να διακρίνεται και κυρίως να εγκαθίστανται.
 
Ένα κύμα από ριζοσπαστικές ιδέες, λαοκρατικά κινήματα, ελευθερόστομους ποιητές και φιλοσόφους αρχίζει να κυριαρχεί. Το όραμά του για πανελλήνια ένωση διαψεύδεται. Ο Πίνδαρος βρίσκεται πλέον σε σύγχυση, αγωνία και αμφισβήτηση για το αν όλα αυτά που πρέσβευε, μέσα από τις χορικές του συνθέσεις, άξιζαν στην πραγματικότητα ή ήταν υπερβολές. Αρχίζει να αμφιβάλει, να αναρωτιέται και να αναιρεί τις αντιλήψεις του παρελθόντος, να κρίνει το παρόν και να βλέπει με σκεπτικισμό και μελαγχολία το μέλλον. Όλα αυτά διακρίνονται στον 8ο  Πυθιόνικο, τον οποίο δημιούργησε το 446π.Χ. και πιθανόν αποτελεί το τελευταίο δημιούργημα του ποιητή, δεδομένου ότι δεν υπάρχει κάποιο άλλο χρονολογικό στοιχείο.
 
Κανένας άλλος λυρικός ποιητής δε θεωρείται τόσο μεγάλος όσο ο Πίνδαρος, ο οποίος με τα ποιήματά του εξέφρασε υψηλές ιδέες γεμάτες αρμονία, ποιότητα, ηθικό και θρησκευτικό βάθος.
 
Ο θάνατός του, σχετίζεται με την παράδοση, η οποία συνδέει το τέλος του με μια μαντεία του Απόλλωνα ή του Άμμωνα, που του υποσχεθήκαν έναν ήρεμο, γαλήνιο και ήσυχο θάνατο. Ο Θηβαίος ποιητής πέθανε σε ηλικία 80 ετών, πάνω στην αγκαλιά του νεαρού ερωμένου του, του Θεόξενου από την Τένεδο, στο αρχαίο θέατρο του Άργους, (κατά άλλους στο στάδιο ή το γυμναστήριο ). Οι κόρες του μετέφεραν και έθαψαν την τέφρα του στη Θήβα.
 
Μετά από αιώνες οι Θηβαίοι έδειχναν τα ερείπια του οίκου του κοντά στο Ιερό της Μητέρας των Θεών και το τάφο του μέσα στον Ιππόδρομο. Η αξία του και η φήμη του επιβεβαιώνεται και από ένα ιστορικό ανέκδοτο. Συγκεκριμένα, ο Μέγας Αλέξανδρος, αναγνωρίζοντας την προσφορά του στα εγκώμια που συνέθεσε προς τιμή του Αλέξανδρου Α’ της Μακεδονίας, σεβάστηκε και δεν κατεδάφισε το σπίτι του, τη στιγμή που κατέστρεφε και κυρίευε την πόλη της Θήβας (335 π.Χ.).
-------------------
[1] Σύμφωνα με όσα γράφει ο Θωμάς Μαγίστρος, ο οποίος ήταν θεολόγος, ρήτορας, φιλόλογος και συγγραφέας. Καταγόταν από τη Θεσσαλονίκη και έζησε την περίοδο 1275-1347. Έγραψε έργα γραμματικής, πολιτικά και ρητορικά έργα και σχολιασμό έργων του Πινδάρου, του Αισχύλου, του Σοφοκλή, του Ευριπίδη, του Αριστοφάνη και του Συνέσιου. 

Αν είναι να εγκαταλείψεις κάτι, αυτό ας είναι το παρελθόν. Όχι ο εαυτός σου

Υπάρχουν άνθρωποι που μοιάζουν με σφαλιστά παράθυρα
Οι γρίλιες τους έχουν πιάσει υγρασία και μούχλα
Άνθρωποι κλειστοί, που σου προκαλούν ασφυξία, όπως οι κλειστοί χώροι.

Είναι εκείνοι που δεν σου αφήνουν χώρο κοντά τους ν’ αναπνεύσεις
Γιατί έχουν μάθει να χρησιμοποιούν όλο τ’ οξυγόνο από φόβο κι ανασφάλεια
Γιατί δεν ξέρουν να μοιράζονται πράγματα.

Δεν αφήνουν το χάδι ενός άλλου ανθρώπου να τους αγγίξει και να τους ζεστάνει
Να φωτίσει την όψη και την καρδιά τους
Ν’ ανανεώσει την πίστη τους στους ανθρώπους

Τους έχουν ταυτοποιήσει όλους μ’ εκείνον που τους ρήμαξε κάποτε
Τα μάτια τους είναι θαμπά. Η ελπίδα έχει ξεθωριάσει μέσα τους
Δεν αναζητούν νέους ορίζοντες. Σταμάτησαν να ψάχνουν νέους κόσμους

Αγνοούν την αξία των ταξιδιών, κυρίως των εσωτερικών
Σταμάτησαν να χτίζουν γέφυρες επικοινωνίας κι ακροβατούν χωρίς φως σε τεντωμένο σχοινί
Έμειναν καιρό μέσα σε κάμαρες φορτωμένες από λόγια που ξέβαψαν στους τοίχους.

Ξόδεψαν μερόνυχτα στο να μην ακούν το χτύπημα στην εξώπορτα

Κι ας έλιωναν από προσμονή
Παρόλα αυτά δεν το έμαθαν.

Μόνος του κανείς δεν σώθηκε
Χάθηκε στην θύελλα των κακών στιγμών
Πνίγηκε στην αυτολύπηση και στην κατήφεια.

Οχυρώθηκε πίσω από τα τείχη της πικρίας και του κυνισμού.
Η σωτηρία βρίσκεται στο «άνοιγμα»
Είναι ετοιμοπόλεμη στο «μαζί».

Περιμένει στο σφίξιμο των χεριών και στο ζεστό αγκάλιασμα
Μόνο τότε οι πληγές γιατρεύονται κι οι σκιές εξαφανίζονται.

Γι’ αυτό σου λέω, αφέσου. Χαλάρωσε
Έλα ν’ αναζητήσουμε νέους ήλιους και θάλασσες.

Διώξε την σκόνη από μέσα σου. Άνοιξε τα παράθυρα της ψυχής σου
Πάψε να σκοντάφτεις στο χθες.

Αν είναι να εγκαταλείψεις κάτι, αυτό ας είναι το παρελθόν
Όχι, τον εαυτό σου εντός των τειχών.

Ποιος αποφασίζει για τη ζωή σου; Εσύ ή το πεπρωμένο;

Η δύναμη βρίσκεται μέσα μας και είναι το μοναδικό αντίδοτο στην απογοήτευση και την παραίτηση.

Στη δική μας γωνιά συναντά κανείς με αξιοθαύμαστο συγχρονισμό τα κωμικά και τα τραγικά. Οι άνθρωποι τα εισπράττουν όλα αυτά με αίσθημα αδυναμίας. Η απογοήτευση είναι ο κυρίαρχος ψυχικός τόνος του καιρού. Περισσότερο ίσως και από τον φόβο. Αλλά η απογοήτευση που οδηγεί σε κυνική αποστασιοποίηση είναι διαιώνιση της κρίσης μες στις συνειδήσεις.

Σε πολλά πρόσωπα την βλέπω την απογοήτευση. Πρόσωπα που δεν τολμούν ούτε προλαβαίνουν καν να μειδιάσουν, αφού εγκαταλείπουν τα όνειρά τους την αμέσως επόμενη στιγμή που αυτά γεννιούνται στην καρδιά και στο μυαλό τους. Και σε πολλές συζητήσεις ακούω σε διάφορες παραλλαγές «εδώ που ζούμε δεν γίνεται τίποτα». Είναι σαν το πεπρωμένο μιας ολόκληρης χώρας και των πολιτών της να είναι προδιαγραμμένο.

Αυτό το άρθρο είναι η μοναδική απάντηση που μπορώ να δώσω σήμερα σε όλους εκείνους τους ανθρώπους που πιστεύουν ότι δεν έχουν καμία δύναμη να αλλάξουν το οτιδήποτε στη ζωή τους.

Η ΖΩΗ ΣΕ ΔΥΟ (Ή ΤΡΕΙΣ) ΠΡΑΞΕΙΣ
Μπορεί κανείς να πιστεύει στην τύχη, το πεπρωμένο και τη μοίρα ή να μην πιστεύει. Ανεξάρτητα όμως από το τι πιστεύει καθένας και καθεμία από εμάς, τρία πράγματα είναι 100% σίγουρα για τη ζωή, όπου κι αν κατοικεί κανείς:

1. Δεν υπάρχει περίπτωση η ζωή (η μοίρα και το πεπρωμένο) να μην φέρει στο δρόμο μας δυσκολίες και πόνο.

2. Δεν υπάρχει περίπτωση η ζωή (η μοίρα και το πεπρωμένο) να μην φέρει στο δρόμο μας δώρα και ευλογίες.

3. Δεν υπάρχει περίπτωση η ζωή (η μοίρα και το πεπρωμένο) να μην φέρει στο δρόμο μας την αγάπη και την απώλεια.

Αυτά τα τρία στοιχεία είναι σαν τρεις ηθοποιούς που μοιράζονται την σκηνή όπου παίζεται καθημερινά το έργο της ζωής μας. Αυτά που η μοίρα φέρνει στη ζωή μας είναι δεδομένα. Δεν είναι όμως σε καμία περίπτωση δεδομένο το τι θα κάνουμε εμείς με αυτά. Κι εκεί είναι που τίθεται το ζήτημα της δύναμης. Μπορείς να καθίσεις πίσω, να χωθείς μέσα στο κάθισμά σου και να αφήσεις τους ηθοποιούς να έρχονται και να φεύγουν από τη σκηνή όπως προστάζει κάθε φορά το πεπρωμένο (της χώρας, των πολιτικών της, το δικό σου). Πόσο αναπαυτικό όμως θα είναι αυτό το κάθισμα, αν σκεφτείς ότι μιλάμε για την ίδια σου τη ζωή, την οποία έχεις ουσιαστικά αφήσει να λειτουργεί στον αυτόματο πιλότο; Τότε, ναι, όλα όσα συμβαίνουν γύρω σου τα εισπράττεις με αίσθημα αδυναμίας, νιώθεις απογοήτευση, σταματάς να ονειρεύεσαι, παραιτείσαι. Αν όμως αναλάβεις το ρόλο που σου αναλογεί, του ενός και μοναδικού σκηνοθέτη της ζωής σου, τότε ανακτάς τη δύναμή σου και αποφασίζεις εσύ. 

Αποφασίζεις… Όταν εμφανίζονται στη σκηνή της ζωής σου οι ηθοποιοί της δυσκολίας και του πόνου, αποφασίζεις αν θα καθίσεις να φας κι άλλα χαστούκια και, το χειρότερο, αν θα συνεχίσεις να χαστουκίζεσαι μόνος σου, βουλιάζοντας στην αυτολύπηση ή αν χρειάζεται να μάθεις να λειτουργείς αλλιώς. Έχω γνωρίσει ανθρώπους που βρέθηκαν σε αναπηρικό αμαξίδιο στην ηλικία των +/-20. Ανεξάρτητα από το αν «έφταιγε» κάποιος άλλος, οι ίδιοι ή η μοίρα, κάποιοι από αυτούς έγιναν motivational speakers, πρωταθλητές, παραολυμπιονίκες και γιατροί. Κι εγώ γκρινιάζω για τη μείωση μισθού; Respect… Ακόμα κι αν σήμερα είναι όλα μαύρα, σίγουρα υπάρχει κάτι που με κάνει να περιμένω το αύριο. Κάτι για το οποίο αρχίζω να προσπαθώ από σήμερα και που μου δίνει τη δύναμη να ξανασηκωθώ.

Αποφασίζεις… Όταν αναλαμβάνουν οι ηθοποιοί με τα δώρα και τις ευλογίες, είσαι σίγουρος ότι κοιτάζεις στη σκηνή ή μαζεύεις με το πλαστικό κουταλάκι ό,τι έχει απομείνει στο κυπελάκι του παγωτού που πήρες από το φουαγιέ; Ή μήπως το μυαλό σου έχει μείνει στην προηγούμενη πράξη, που οι χαρακτήρες του πόνου και της δυσκολίας μονοπωλούσαν τη σκηνή; Με άλλα λόγια, πόσο συχνά αναγνωρίζεις πόσο τυχερός είσαι που έχεις κάποιους ανθρώπους στη ζωή σου ή που μπορείς να σηκώνεσαι κάθε μέρα και να στέκεσαι στα πόδια σου; Και πόσο συχνά προσπερνάς ένα καλό σήμερα λόγω ενός άσχημου χθες;

Αποφασίζεις… Να λες σ’ αυτούς που αγαπάς πόσο σημαντικοί είναι για εσένα. Να στέκεσαι σ’ εκείνα που σε ενώνουν με το σύντροφό σου αντί να αφήνεις να κλωθογυρίζουν στο μυαλό σου όσα σας χωρίζουν. Να ευχαριστείς τους σημαντικούς άλλους που είναι στη ζωή σου και να τους κρατάς το χέρι όταν το χρειάζονται. Αν αποφασίζεις να κάνεις όλα τα παραπάνω, όταν η ζωή φέρει στη σκηνή την απώλεια κι οι προβολείς (μοιάζει σαν να) αφήνουν για λίγο την αγάπη στο σκοτάδι, τότε θα έχεις πολλά όμορφα για να θυμάσαι με σεβασμό και ευγνωμοσύνη, δίχως πικρία ή λύπη.

Ο Brendon Burchard ξεκινά το κείμενό του λέγοντας πως το πρώτο κριτήριο για το πώς θα καταλήξουμε να ζούμε τη ζωή μας είναι το ποιοι θέλουμε να είμαστε«Το ποιοι θα γίνουμε δεν είναι τυχαίο, αλλά εξαρτάται από την πρόθεσή μας… Δεν μπορούμε να ελέγξουμε τα πάντα στη ζωή μας, αλλά σίγουρα μπορούμε να ελέγξουμε το πώς αντιδρούμε στα πάντα.  Το ποιοι αποφασίζουμε να είμαστε τελικά μας βοηθά να φτιάξουμε εμείς για εμάς το πεπρωμένο που ονειρευόμαστε, αντί να δεχτούμε ό,τι φέρνει η τύχη». Μερικές παραγράφους αργότερα, καταλήγει στο εξής: «Σε τι θα επιλέξεις να επικεντρωθείς σήμερα, αύριο, την επόμενη φορά που η μοίρα θα σου δείξει το καλό ή το κακό της πρόσωπο; Τι θα κάνεις γι’ αυτό; Αυτό είναι το ερώτημα για μια ζωή σχεδιασμένη με συνειδητότητα». 

Η ιστορία της λέξης “θέλω”

Τι ισχύ έχει στις μέρες μας ένα αφοπλιστικό χαμόγελο; Καμιά.

Γι’ αυτό ο καθείς παίρνει ένα όπλο από τον οίκο του, ένα ακόντιο και πορεύεται προς το κέντρο, χρησιμοποιώντας στις συναλλαγές του ένα ρήμα: το θέλω, το βούλομαι.

Όταν φθάνει στο γραφείο του αρχιτέκτονα, του δικηγόρου, του γιατρού, του εφημέριου, του χρηματιστή κτλ, δεν ζητάει τη συμβουλή του. Το βουλεύω, το έχω κατά νουν, το σκέπτομαι, απ’ όπου το “συμβουλεύω τινί”, “συμβουλεύω τινί χρῶμαι”, το αντικαθιστά αυτομάτως με το βούλομαι: το επιθυμώ· γι’ αυτό η πρώτη του λέξη είναι “θέλω”.

Φτάνει στο γραφείο του ιατρού. Θέλω απ’ αυτό, από το άλλο. Πέντε κρέμες, οκτώ κουτιά υπόθετα και σιρόπια και ηρεμιστικά και παυσίπονα και μισό κιλό βιταμίνες για να μην ξανάρχομαι.

Άλλοι πεθαίνουν από τις αρρώστιες και από την πείνα στην Αφρική, την Ασία, τη Νότια Αμερική και εδώ αρρωσταίνουμε από την κατανάλωση άχρηστων και πολλές φορές επικίνδυνων ουσιών.

Εδώ το “θέλω” υπηρετεί την ακόρεστη λαιμαργία, την υπερβολική πείνα αυτών που βούλονται μετά βουλιμίας.

Οι άνθρωποι βουλιμιούν -λέει σκωπτικά ο Αριστοφάνης- έχουν πείνα βοός (βους + λιμός= βουλιμία).

Η Βουλή, που προέρχεται από το βούλομαι και όχι από το μεταγενέστερο βουλεύω, σχετίζεται με τη βολή (του βάλλω). Ο βάλλων και εθέλων είναι ο πάλλων, ο κραδαίνων, ο σείων το ακόντιο. Η συμβουλή (από το βουλεύω) του γεροντότερου (βουλευτή) είναι το πώς να ρίξει σωστά το ακόντιο αυτός που βούλεται, που θέλει – για να “πιάσει” το θήραμα.

Με τη σωστή συμβουλή, η βολή γίνεται ευκολία. Ο άνθρωπος γίνεται εύ-βολος και έτσι τα ευ-βολεύει , τα τακτοποιεί , τα βολεύει.

Να μια οικογένεια λέξεων λοιπόν – βούλομαι, βουλή, βολή – που γεφυρώνουν τόσα χρόνια ιστορίας και που η ρίζα τους η αρχική χάνεται στα πρώτα χρόνια του κυνηγετικού μας βίου.

Τότε που οι νομάδες πρόγονοί μας έτρεχαν με τα ακόντια για την καθημερινή επιβίωση.

Προσοχή! Αν ο ''Θεός'' Θέλει δεν Είναι, αν Είναι δεν Θέλει τίποτα!