Τρίτη, 5 Φεβρουαρίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Εἰρήνη (657-705)

ἀλλ᾽ ὅ τι σιωπᾷς, ὦ πότνια, κάτειπέ μοι.
ΕΡ. ἀλλ᾽ οὐκ ἂν εἴποι πρός γε τοὺς θεωμένους·
ὀργὴν γὰρ αὐτοῖς ὧν ἔπαθε πολλὴν ἔχει.
660 ΤΡ. ἡ δ᾽ ἀλλὰ πρὸς σὲ μικρὸν εἰπάτω μόνον.
ΕΡ. εἴφ᾽ ὅ τι νοεῖς αὐτοῖσι πρὸς ἔμ᾽, ὦ φιλτάτη.
ἴθ᾽ ὦ γυναικῶν μισοπορπακιστάτη.
εἶἑν· ἀκούω. ταῦτ᾽ ἐπικαλεῖς; μανθάνω.
ἀκούσαθ᾽, ὑμεῖς, ὧν ἕνεκα μομφὴν ἔχει.
665 ἐλθοῦσά φησιν αὐτομάτη μετὰ τἀν Πύλῳ
σπονδῶν φέρουσα τῇ πόλει κίστην πλέαν
ἀποχειροτονηθῆναι τρὶς ἐν τἠκκλησίᾳ.
ΤΡ. ἡμάρτομεν ταῦτ᾽· ἀλλὰ συγγνώμην ἔχε·
ὁ νοῦς γὰρ ἡμῶν ἦν τότ᾽ ἐν τοῖς σκύτεσιν.
670 ΕΡ. ἴθι νυν, ἄκουσον οἷον ἄρτι μ᾽ ἤρετο·
ὅστις κακόνους αὐτῇ μάλιστ᾽ ἦν ἐνθάδε,
χὤστις φίλος κἄσπευδεν εἶναι μὴ μάχας.
ΤΡ. εὐνούστατος μὲν ἦν μακρῷ Κλεώνυμος.
ΕΡ. ποῖός τις οὖν εἶναι δοκεῖ τὰ πολεμικὰ
675 ὁ Κλεώνυμος; ΤΡ. ψυχήν γ᾽ ἄριστος, πλήν γ᾽ ὅτι
οὐκ ἦν ἄρ᾽ οὗπέρ φησιν εἶναι τοῦ πατρός.
εἰ γάρ ποτ᾽ ἐξέλθοι στρατιώτης, εὐθέως
ἀποβολιμαῖος τῶν ὅπλων ἐγίγνετο.
ΕΡ. ἔτι νυν ἄκουσον οἷον ἄρτι μ᾽ ἤρετο·
680 ὅστις κρατεῖ νῦν τοῦ λίθου τοῦ ᾽ν τῇ πυκνί.
ΤΡ. Ὑπέρβολος νῦν τοῦτ᾽ ἔχει τὸ χωρίον.
αὕτη, τί ποιεῖς; τὴν κεφαλὴν ποῖ περιάγεις;
ΕΡ. ἀποστρέφεται τὸν δῆμον ἀχθεσθεῖσ᾽ ὅτι
οὕτω πονηρὸν προστάτην ἐπεγράψατο.
685 ΤΡ. ἀλλ᾽ οὐκέτ᾽ αὐτῷ χρησόμεθ᾽ οὐδέν, ἀλλὰ νῦν
ἀπορῶν ὁ δῆμος ἐπιτρόπου καὶ γυμνὸς ὢν
τοῦτον τέως τὸν ἄνδρα περιεζώσατο.
ΕΡ. πῶς οὖν ξυνοίσει ταῦτ᾽ ἐρωτᾷ τῇ πόλει.
ΤΡ. εὐβουλότεροι γενησόμεθα. ΕΡ. τρόπῳ τίνι;
690 ΤΡ. ὅτι τυγχάνει λυχνοποιὸς ὤν. πρὸ τοῦ μὲν οὖν
ἐψηλαφῶμεν ἐν σκότῳ τὰ πράγματα,
νυνὶ δ᾽ ἅπαντα πρὸς λύχνον βουλεύσομεν.
ΕΡ. ὢ ὤ,
οἷά μ᾽ ἐκέλευσεν ἀναπυθέσθαι σου. ΤΡ. τὸ τί;
ΕΡ. πάμπολλα, καὶ τἀρχαῖ᾽ ἃ κατέλιπεν τότε·
695 πρῶτον δ᾽ ὅ τι πράττει Σοφοκλέης ἀνήρετο.
ΤΡ. εὐδαιμονεῖ· πάσχει δὲ θαυμαστόν. ΕΡ. τὸ τί;
ΤΡ. ἐκ τοῦ Σοφοκλέους γίγνεται Σιμωνίδης.
ΕΡ. Σιμωνίδης; πῶς; ΤΡ. ὅτι γέρων ὢν καὶ σαπρὸς
κέρδους ἕκατι κἂν ἐπὶ ῥιπὸς πλέοι.
700 ΕΡ. τί δαὶ Κρατῖνος ὁ σοφός; ἔστιν; ΤΡ. ἀπέθανεν,
ὅθ᾽ οἱ Λάκωνες ἐνέβαλον. ΕΡ. τί παθών; ΤΡ. ὅ τι;
ὡρακιάσας· οὐ γὰρ ἐξηνέσχετο
ἰδὼν πίθον καταγνύμενον οἴνου πλέων.
χἄτερα πόσ᾽ ἄττ᾽ οἴει γεγενῆσθ᾽ ἐν τῇ πόλει;
705 ὥστ᾽ οὐδέποτ, ὦ δέσποιν᾽, ἀφησόμεσθά σου.

***
Μα, σεβαστή, γιατί σωπαίνεις; Πες μου.
ΕΡΜ. Τα ᾽χει με τους θεατές· έχει τραβήξει
πολλά απ᾽ αυτούς, και δε μιλά μπροστά τους.
660 ΤΡΥ. Τότε ας τα πει σ᾽ εσένα, μες στ᾽ αφτί σου.
ΕΡΜ. Φίλτατη εσύ, ω εχθρά των όπλων, πες μου·
τα αισθήματά σου απέναντί τους ποιά είναι;
Κολλά το αφτί του στο στόμα της Ειρήνης.
Ναι, ακούω… παραπονιέσαι… ναι, το νιώθω.
Ακούστ᾽ εσείς ποιό είν᾽ το παράπονό της.
Μετά απ᾽ αυτά που γίνηκαν στην Πύλο
αυθόρμητα ήρθε, μου είπε, στην Αθήνα
με μια κάσα συνθήκες· κι η συνέλευση
τής είπε τρεις φορές, με ψήφο, το όχι.
ΤΡΥ. Φταίξαμε, ναι, μα εσύ συμπάθησέ μας·
τομάρια τότε τύλιγαν το νου μας.
670 ΕΡΜ. Κάτι άλλο τώρα με ρωτά· ποιοί να ήταν
οι εχθροί της μες στην πόλη, και ποιός ήταν
φίλος της κι έλεγε «όχι πια άλλες μάχες».
ΤΡΥ. Ο Κλεώνυμος, ο πιο πιστός της φίλος.
ΕΡΜ. Ως μαχητής ο Κλεώνυμος πώς είναι;
ΤΡΥ. Καλή ψυχή· μονάχα που δεν είναι
γιος εκεινού που τονε λέει πατέρα·
όσες φορές στρατιώτη τον καλούσαν,
πάθαινε… αποβολή των όπλων που είχε.
ΕΡΜ. Άκουσε τώρα τί άλλο με ρωτάει:
680 «Ποιός ρήτορας στην Πνύκα ξεχωρίζει;»
ΤΡΥ. Ο Υπέρβολος κρατά γερά το βήμα.
Τί κάνεις, θεά; Γυρίζεις το κεφάλι;
ΕΡΜ. Κακό της κάνει να ᾽χουν οι Αθηναίοι
διαλέξει αυτόν τον άθλιο για αρχηγό τους.
ΤΡΥ. Θα τον παραμερίσουμε, μα τώρα
δεν έβρισκε ο λαός μας κηδεμόνα
κι όντας γυμνός τυλίχτηκε με δαύτον.
ΕΡΜ. Μπορεί έτσι να προκόψει, λέει, η Αθήνα;
ΤΡΥ. Πιο φωτεινές οι σκέψεις μας θα γίνουν.
690 ΕΡΜ. Πώς; ΤΡΥ. Μα είναι λυχναράς. Λοιπόν ως τώρα
στα σκοτεινά τα πασπατεύαμε όλα·
τώρα οδηγός μας θα είναι το λυχνάρι.
ΕΡΜ. Ωω,
τί μου λέει να ρωτήσω! ΤΡΥ. Τί σου λέει;
ΕΡΜ. Πολλά· για κείνα που ήξερε πριν φύγει·
και πρώτα πρώτα, ο Σοφοκλής τί κάνει.
ΤΡΥ. Λαμπρά· κάτι όμως έπαθε. ΕΡΜ. Τί πράμα;
ΤΡΥ. Γίνεται ο Σοφοκλής μας Σιμωνίδης.
ΕΡΜ. Και πώς αυτό; ΤΡΥ. Το τέλος του σιμώνει,
μα για λεφτά αρμενίζει και σε ψάθα.
700 ΕΡΜ. Κι ο Κρατίνος πώς πάει; ΤΡΥ. Πέθανε τότε
που οι Λάκωνες μας πάτησαν τη χώρα.
ΕΡΜ. Τί του ᾽ρθε; ΤΡΥ. Κόλπο· του ᾽σπασε ένα κιούπι
κρασί, και δεν το βάσταξε η καρδιά του.
Και πόσα ακόμα γίνηκαν στην πόλη!
Γι᾽ αυτό, κυρά, ποτέ πια δε μας φεύγεις.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΚΡΗΤΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ, ΚΑΥΝΟΣ - ΒΥΒΛΙΣ

Ο Καύνος και η Βυβλίς ήταν τα δίδυμα παιδιά του Κρήτα Μίλητου και της Ειδοθέας, κόρη του βασιλιά Εύρυτου. Τα δίδυμα αδέλφια σε διάφορες εκδοχές εμφανίζονται ερωτευμένα το ένα με το άλλο, άλλοτε ο Καύνος μόνο νιώθει το άνομο πάθος* για την αδελφή του, άλλοτε μόνο η Βυβλίδα.
 
Στην εκδοχή που θέλει τον Καύνο ερωτευμένο με την αδελφή του, για να πολεμήσει τον έρωτα που ένιωθε, έφυγε σε άλλη χώρα πέρα από τη Μίλητο, συνοίκισε τους σκορπισμένους Ίωνες και έχτισε την πόλη Καύνο**. Η Βυβλίδα κρεμάστηκε.
 
Άλλοι πάλι λένε ότι ήταν η Βυβλίδα αυτή που ερωτεύτηκε τον αδελφό της και αυτός, από αποστροφή, κατέφυγε στη χώρα των Λελέγων, όπου έχτισε πόλη με το όνομά του. Η κόρη, μη αντέχοντας τον πόνο της, άρχισε να περιπλανιέται στη Μ. Ασία. Όταν πήγε να γκρεμιστεί από ένα βράχο, οι Νύμφες, νιώθοντας λύπη για το πόνο της, τη μεταμόρφωσαν σε αστείρευτη πηγή, όπως αστείρευτα ήταν και τα δάκρυα της κοπέλας. Κατά άλλους, η Βυβλίδα κρεμάστηκε από μια βαλανιδιά και από το δάκρυά της ανέβλυσε η ομώνυμη πηγή Βυβλίδα. Ο Καύνος παντρεύτηκε στη Λυκία τη Νύμφη Προνόη και απέκτησαν τον Αιγιαλέα. Σε ανάμνηση της Βυβλίδας δόθηκε το όνομά της σε δύο πόλεις, στη Βύβλο της Φοινίκης και στη Βύβλο της Καρίας.
 
Οι κυριότερες πηγές του μύθου των δύο αδελφών είναι από νεότερους μυθογράφους, κυρίως τον Παρθένιο και τον Αντωνίνο Λιβεράλη (1ο αι. π.Χ. και 2ο μ.Χ. αντίστοιχα), ενώ ο Οβίδιος*** δίνει μια διαφορετική πλοκή του μύθου στήνοντας μια τραγωδία λόγων, όχι σωμάτων. Πρότυπό του υπήρξε ο έρωτας της Κανάκης για τον αδελφό του Μακαρέα που τροφοδότησε την ελληνιστική ερωτογραφία και την ψυχογραφική έξαρση της εποχής αλλά και τροφοδοτήθηκε από πραγματικά επεισόδια μεταξύ βασιλέων. Ο δέκατος τρίτος Πτολεμαίος παντρεύτηκε την αδελφή του, την έβδομη Κλεοπάτρα, 51 π.Χ., ο Καλιγούλα εκδήλωνε μια ύποπτη φιλαδέλφεια, ενώ ο Νέρων έπαιξε τον ρόλο της Κανάκης, απολαμβάνοντας την ώρα του αιμομικτικού της τοκετού (Σώματα που άλλαξαν τη θωριά τους. Διαδρομές στις "Μεταμορφώσεις" του Οβίδιου).
----------------------
*Καύνιος έρως
Ο Αριστοτέλης, μιλώντας για την παθολογία του έρωτα στη Ρητορική δηλώνει:
λέγω δὲ ἀφ᾽ ἑαυτοῦ μέν, οἷον εἰ περὶ ἔρωτος εἴη τὸ ἐνθύμημα ὡς σπουδαῖος, ἡ ἔνστασις διχῶς· ἢ γὰρ καθόλου εἰπόντα ὅτι πᾶσα ἔνδεια πονηρόν, ἢ κατὰ μέρος ὅτι οὐκ ἂν ἐλέγετο Καύνιος ἔρως, εἰ μὴ ἦσαν καὶ πονηροὶ ἔρωτες. (Αρ., Ρητ., 1402a36-1402b3).
Ο Αριστοτέλης αναφέρεται εδώ στον αιμομικτικό έρωτα του Καύνου για τη δίδυμη αδελφή του, τον οποίο χρησιμοποιεί ως παρά­δειγμα για να δείξει αφενός τα δεινά που μπορεί να προκαλέσει ο έρωτας, αφετέρου για να τονίσει τη διττή πλευρά του, ότι δηλ. μπορεί να αποβεί θετικό πρά­γμα για τη ζωή του ανθρώπου αλλά και αρνητικό.
Τέλος, και ο ο Στέφανος Βυζάντιος αναφέρεται στην παροιμία Καύνιος έρως (=παράνομος, αιμομικτικός έρως).
 
**Η πόλη Καύνος
Η παράδοση για την κρητική καταγωγή των Καυνίων μαρτυρείται αλλά και αμφισβητείται ταυτόχρονα από τον Ηρόδοτο (1.172): «Παρό το γεγοός ότι οι Καύνιοι λένε ότι προέρχονται από την Κρήτη, εγώ πιστεύω ότι είναι αυτόχθονες». Αντίθετα, ο Στράβων (14.2) αποδέχεται την παράδοση για την καταγωγή των κατοίκων και της νομοθεσίας τους από την Κρήτη. Όσο για τον Στέφανο Βυζάντιο μαρτυρεί πόλη με αυτό το όνομα και στην Κρήτη, πιθανόν όμως πρόκειται για την Καύδο που δεν ἠταν πόλη αλλά το νησί Γαύδος.
Δεν αποκλείεται η επινόηση του κρητικού πρίγκηπα, δισέγγονου του Μίνωα όχι μόνο να μνημειώνει την κρητική προέλευση της Καύνου, ή την επιθυμία για κρητική προέλευση, αλλά και η επινόηση του ονόματός του να αιτιολογείται από τα θερινά καύματα που έκαμναν δυσάρεστο το κλίμα της πόλης (Στράβων 14.2) ή από το ερωτικό πάθος του για την αδελφή του ή της αδελφής του γι' αυτόν.
 
***Βυβλίδα και Καύνος
Ας μάθουν της Βυβλίδας τα δεινά, για ν' αγαπάνε φρόνιμα οι γυ­ναίκες
για κείνη τη Βυβλίδα σας μιλώ που πόθησε φριχτά τον αδερφό της.
Δεν ήτανε αγάπη αδελφική - αλλιώτικος ο πόθος της, και λάθος.
Δεν το 'νιωσε στην πρώτη του αρχή· κρυφόκαιγε η φωτιά μες στην καρδιά
της
και τα φιλιά που του 'δινε συχνά ποσώς δεν τα λογάριαζε για κρίμα,
μήτε τα χάδια και τις αγκαλιές όπως σφιχτά κρεμιόταν στο λαιμό του.
Τον αγαπούσε - αίμα κι αδερφός, κι όλο μ' αυτό το ψέμα ξεγελιόταν.
Αγάπη που ξεστράτισες μετά… Τώρα, σαν έρθει η ώρα να βρεθούνε,
ντύνεται και στολίζεται γι' αυτόν, θέλει γι' αυτόν να φαίνεται ωραία,
κι αν τύχει άλλη, πιο όμορφη, εκεί ζηλεύει που είναι όμορφη η άλλη.
Όμως κρατεί το πάθος της κρυφό· όσο κι αν έχει μέσα της καμίνι
την πεθυμιά της δεν την κάνει ευχή - μα το καμίνι μέσα της να καίει.
Έφτασε, τέλος, να τον προσφωνεί «αφέντη μου», μισεί το «αδερφέ μου»,
θέλει «Βυβλίδα» να τη λέει κι αυτός, τ' όνομα παρατώντας της συγ­γένειας.
Δεν την κολάζει ελπίδα πονηρή, δεν είναι τέτοια η τόλμη της - στον ξύπνο.
Ύστερα πάλι σε ύπνο γαληνό, καθώς ο νους της χαλαρώνει, βλέπει
συχνά-πυκνά εκείνο που ποθεί. Μες στ' όνειρο μια νύχτα τα κορμιά τους
είδε να σμίγουν· ένιωσε ντροπή κι ας ήτανε στο λήθαργο πεσμένη.
Τινάχτηκε απάνω, σιωπηλά γυρίζαν οι σκηνές μες στο μυαλό της
κι ύστερα πήρε να μονολογεί, αμφίβολη μέσα στη σύγχυσή της:
«Φριχτές εικόνες νύχτας σιωπηλής, αλίμονο, τι θέλετε να πείτε;
Μη σώσουνε και βγουν αληθινά, δεν πρέπουν τέτοια όνειρα σε μένα.
Ωραίος είναι, όπως κι αν τον δεις, μάτι κακό αυτό δε θα τ' αρνιόταν.
Αρέσει· λογικά μπορεί κι εγώ στον έρωτα για κείνον να 'χα πέσει,
κι ο έρωτάς μας θα 'ταν ταιριαστός - πλην είμασε αδέλφια, αυτό με
βλάφτει.
Ξύπνια ποτέ μη μπω σε πειρασμό! Αυτό ζητώ, κι αυτό μονάχα φτάνει!
Μόνο στον ύπνο, αν γίνεται, συχνά να έβλεπα αυτά που μόλις είδα…
Στα όνειρα δε μαρτυράει κανείς, κι ό,τι στον ύπνο ευφραίνεσαι είναι ψέμα.
Γλυκιά Αφροδίτη, του έρωτα θεά, κι εσύ πετούμενο παιδί της Αφροδίτης,
ποια σύγκορμη με πήρε ηδονή, πώς ένιωσα τη γλύκα ως την κορφή της,
και πώς κατόπι λύθηκα μεμιάς βαθιά χαλαρωμένη ως το μεδούλι.
Τα φέρνω στο μυαλό μου και μεθώ, κι ας ήταν όλα τόσο φευγαλέα,
κι ας έριξε με φθόνο βιαστική η νύχτα του ονείρου την αυλαία.
Ν' άλλαζα όνομα, αν ήταν δυνατό, να μοιραστώ τον έρωτα μαζί σου!
Θα 'μου για σένα νύφη ταιριαστή, θα χαίρονταν για μένα ο γονιός σου,
θα ήσουν, Καύνε, τέλειος γαμπρός, καμάρι και χαρά για τον γονιό μου!
Των αθανάτων να 'ταν η βουλή τα πάντα να μοιράζεσαι μαζί μου,
τα πάντα παρεχτός απ' τη γενιά - φτωχιά εγώ κι εσύ από αρχόντους.
Είσαι ωραίος, σε ποθούν πολλές, σίγουρα κάποια θα την κάνεις μάνα,
κάποια που όμως δε θα είμαι εγώ, γιατί οι γονιοί σου είναι γονιοί μου.
Για μένα θα 'σαι πάντα ο αδελφός. Αυτό που μοιραζόμαστε με βλάφτει.
Λοιπόν, τα όνειρα τι θέλουν να μου πουν; Όνειρα, θα μου πεις, κι ας πα' να
λένε…
Ή μήπως κάτι λένε τελικά και δε μπορώ να τ' αψηφήσω κιόλας;
Να με φυλάξουν οι θεοί… Οι θεοί; Που είχαν αδερφές για ερωμένες;
Τη Ρέα, όμαιμή του κι αδερφή, την πήρε για γυναίκα του ο Κρόνος,
ο Ωκεανός επήρε την Τηθύ, του Όλυμπου ο άρχοντας την Ήρα.
Ωστόσο, άλλοι οι νόμοι για θεούς, άλλα των ουρανών τα συνοικέσια·
ίσως και να 'ναι λάθος να μετρώ τ' ανθρώπινα με αλλιώτικη μεζούρα.
Ένα απ' τα δυο: ή ξεριζώνω ευθύς την άνομη αγάπη απ' την καρ­διά μου
ή, αν δε βρω τη δύναμη γι' αυτό, να με προκάνει θέλω ο μαύρος χά­ρος
κι εκεί στο ξόδι μου, άψυχο κορμί, να με νεκροφιλήσει ο αδερφός μου.
Μα πώς ν' αποφασίσω μοναχή; Να μη γνωρίζει αυτός τι συλλογιέμαι;
Πες πως εγώ το βρίσκω ταιριαστό, αλλά σ' εκείνον φαίνομαι κακούργα…
Για μια στιγμή… του Αίολου οι γιοι δεν μπήκανε σ' αδελφική παστάδα;
Το έκαναν - αλλά και τι μ' αυτό; ν' ακολουθήσω τα δικά τους χνάρια;
Και πού με βγάζουν τέτοιοι λογισμοί; Μακριά από μένα έρωτας κα­κούργος!
Όπως αρμόζει θα τον αγαπώ - σαν αδερφή, και τίποτα πιο πέρα!
Ας υποθέσω, όμως, πως αυτός ήταν ο πρώτος που έκανε το «λάθος»:
θ' αρνιόμουνα, αν το 'θελε αυτός, να μοιραστώ μαζί του τέτοιο πάθος;
Φαντάζομαι πως όχι, και αφού δεν θα αρνιόμουνα εν τοιαύτη περι­πτώσει,
πρέπει να του μιλήσω - αν μπορεί η γλώσσα μου τι νιώθω να αρθρώσει.
Άμα τη σμπρώξει ο έρωτας μπορεί - κι αν η ντροπή κρατήσει τη λαλιά
μου,
υπάρχει λύση: γράμμα μυστικό θα πει τον πόνο μου, θα πει τα μυ­στικά
μου».
Της φάνηκε πως έκανε καλά, κι οι δισταγμοί αφήκαν το μυαλό της.
Ανάγειρε στην κλίνη το κορμί και στηριγμένη πάνω στον αγκώνα
«ας μάθει», λέει, «πως έχω τρελαθεί· το ν έρωτα μου ας ομολογήσω!
Τραβάω τώρα ίσια στο γκρεμό, φωτιά και λάβρα ό,τι συλλογιέμαι».
Γράφει εκείνα που 'χει στο μυαλό. Σαν την ψυχή της έτρεμε το χέρι,
κρατάει τη γραφίδα στο δεξί, τη δέλτο στο άλλο για να γράψει απάνω.
Αρχίζει και διστάζει ξαφνικά, γράφει και καταριέται τα γραμμένα·
γράφει και ξανασβήνει τη γραφή, το 'να ταιριάζει τ' άλλο να τ' αλ­λάξει,
τη μια πετάει τη δέλτο μακριά, μετά ξανά στα χέρια της την πιάνει.
Τι θέλει, τι γυρεύει; Αγνοεί. Δεν της αρέσει αυτό που πάει να κάνει,
στην όψη καθρεφτίζονται μαζί όλη η ντροπή και όλη η αποκοτιά της.
Πήγε να γράψει πρώτα «αδερφή»· το έσβησε αμέσως και κατόπι
αλλάζοντας τις λέξεις στο κερί άλλη αρχή προτίμησε να κάνει.
«Πρώτα να 'σαι καλά και δυνατός· αυτό σ' το γράφει μια που σ' αγαπάει.
Μόνο αν το θες, θα 'ναι κι αυτή καλά. Άμα ρωτάς ποιο είναι τ' όνομά μου,
ντρέπομαι να το πω· κι άμα ρωτάς τι θέλω, κάλλιο δίχως να με ξέρεις
να την παλέψω τούτη τη δουλειά - πρώτα να ξέρω πως αυτό που ελπίζω
δεν είναι τόσο ανέλπιδο, μετά να μάθεις και το όνομα… Βυβλίδα.
Έχω πληγή βαθιά μες στην καρδιά, κι είναι σημάδια που το μαρ­τυράνε:
το φέγγρισμα της όψης, των ματιών το βούρκωμα και το χλομό το χρώμα,
οι στεναγμοί που βγάνω ξαφνικά, χωρίς γιατί, χωρίς καμιάν αιτία,
οι αγκαλιές και τα πολλά φιλιά. Θα το 'νιωθες αν πρόσεχες λιγάκι:
φιλιά και αγκαλιές της αδερφής που ωστόσο αδερφικά δεν πολυμοιάζαν.
Το τραύμα που έχω μέσα μου βαρύ, αρρώστια μαραζώνει την καρδιά μου,
η τρέλα μου, φωτιά και πυρκαγιά, μ' έχει ρημάξει, κι όμως - το φωνάζω -
μάρτυρες έχω τους θεούς, και τι δεν έκανα να βρω τη γιατρειά μου…
Πάσχισα κι αντιστάθηκα πολύ, πολέμησα τον Έρωτα με λύσσα
μήπως και τον απόδιωχνα, αλλά πόσο, θαρρείς, αντέχει ένα κορίτσι;
Ξεπέρασα κι αυτήν την αντοχή. Και τίποτε άλλο δε μου μένει τώρα
παρά να πω πως λύγισα, και πως τρεμάμενη ζητώ να με συνδράμεις.
Σε λαχταρώ και σ' έχω ερωτευτεί, στο χέρι σου η ζωή κι ο θάνα­τος μου.
Εσύ θ' αποφασίσεις ποιο απ' τα δυο. Δεν ειν' εχθρός που σε παρα­καλάει,
ικέτιδα στα πόδια σου αυτή που όντας κιόλας πλάι σου γυρεύει
αχώριστα με σένα να ενωθεί και να σφιχτεί απάνω σου δεμένη.
Άσε τούς γέροντες να ξέρουν το σωστό: λάθος, σωστό, τι πρέπει, τι δεν
πρέπει,
τι δεν ταιριάζει, ποιο είναι το καλό με τους δικούς τους νόμους ας ορίζουν.
Για μας η Αφροδίτη λέει «ναι» και τόλμη απ' τη νιότη μας ζητάει.
Ακόμα δεν το μάθαμε το «μη», κι αυτό είναι το πιστεύω μας: τα πάντα
για τα χρυσά μας νιάτα επιτρεπτά, και οι θεοί μας δείχνουνε τον δρόμο.
Τι μας κρατάει; Πατρική οργή, έγνοια του κόσμου, φήμη, τ' όνομα μας
ή τάχα φόβος; Είναι, θα μου πεις, πολλά που μας φοβίζουν όμως, τότε
θα 'μαστε αδερφός και αδερφή και θα 'χουμε κρυφό τον έρωτά μας.
Έχω το ελεύθερο μαζί σου να μιλώ, χώρια και μακριά από τούς άλ­λους,
σαν αδερφή σου που είμαι φανερά παίρνεις τις αγκαλιές και τα φιλιά μου.
Ό,τι απομένει ας γίνεται κρυφά - δεν είναι άλλωστε πολύ το παρα­πέρα…
Δείξε συμπόνια, δεν μιλώ εγώ, μιλάει το πάθος που είναι θεριεμένο,
αλλιώς θα πουν με σκότωσες εσύ, γιατί αυτό θα γράφει πάνω ο τάφος».
Τόσα χαμένα λόγια - η γραφή απλώνονταν στο κερωμένο ξύλο,
φτάνοντας ως την άκρη χαμηλά την τελευταία αράδα του μαντάτου.
Ήταν στεγνή η γλώσσα της γι' αυτό στο δαχτυλίδι της την πέτρα με το
δάκρυ
την έβρεξε μονάχα και μ' αυτό εσφράγισε τα αίσχη της γραφής της.
Παράγγειλε έναν δούλο της να 'ρθει, κι απ' τη ντροπή της ήταν ξα­ναμμένη.
Τρέμοντας τον καλόπιασε «Πιστό, καλό μου παλικάρι, σύρε αμέσως
να δώσεις…» (λίγο κόμπιασε εδώ) «…στον αδερφό μου τούτο εδώ το
γράμμα».
Έκανε να τη δώσει, κι η γραφή έπεσε καταγής - κακό σημάδι.
Αψήφησε την κακοσημαδιά, και το 'στειλε. Ο δούλος βρήκε ώρα
και τα φανερωμένα της γραφής επήγε και παράδωσε στον Καύνο.
Σαν αστραπή τον βάρεσε η οργή· μέσα στη σαστιμάρα του εκείνος
το γράμμα διαβασμένο ως τα μισά αφήνοντας το πέταξε μακριά του
κι όρμηξε του τρεμάμενου παιδιού ν' αρπάξει το λαρύγγι με το χέρι:
«Τσακίσου όσο ακόμα το μπορείς, ρουφιάνε ανόσιας λύσσας!» του φω­νάζει,
«κι άμα δεν ήταν να ξεσκεπαστεί μαζί με τη ντροπή της κι η δικιά μου,
θάνατος απ' τα χέρια μου αυτά θα ήτανε η άξια πλερωμή σου».
Έφυγε ο δούλος μες στην ταραχή να φέρει το μαντάτο στην κυρά του,
πως έγινε ο Καύνος σα θεριό. Το άκουσε και χλόμιασε η Βυβλίδα -
της πλάκωσε μια ψύχρα την καρδιά και το κορμί της σα παραλυμένο.
Ο νους της καταλάγιασε μετά, όμως το πάθος φούντωνε ακόμα,
άρθρωσε λίγα λόγια σιγανά και η φωνή ακούγονταν πνιγμένη:
«Καλά να πάθω, αστόχαστη εγώ, που έδωσα ολοφάνερα σημάδια
κι άνοιξα την καρδιά μου. Μυστικά τα μυστικά μου έπρεπε να μείνουν
κι όχι σε γράμμα τόσο βιαστικό να εμπιστευτώ αισθήματα και λόγια.
Με τα μισόλογα και με το μαλακό έπρεπε πρώτα να τον δοκιμάσω,
κι έτσι να δω τι έχει κατά νου. Δεν έπρεπε ν' απλώσω τα πανιά μου
προτού να σιγουρέψω τον καιρό και με φυσήξει πρύμο τ' αεράκι.
Έτσι μονάχα θα 'χα σιγουριά σε τούτο το απόκοτο ταξίδι.
Τώρα τι έκανα; Αμόλησα πανιά, άφησα το καράβι στους άνεμους
κι όπως με πάει στα βράχια θα ριχτώ. Με πλάκωσε τ' αγριεμένο κύμα,
κι εδώ που είμαι τώρα, στα βαθιά, αδύνατο τη ρότα μου ν' αλλάξω.
Αψήφησα την κακοσημαδιά· σίγουρα τα σημάδια και μου λέγαν
στο πάθος τούτο να μην αφεθώ. Το είδα φανερά την ώρα εκείνη
που έπεσε το γράμμα καταγής σα να 'λεγε «κι η ελπίδα σου θα πέσει».
Δεν ήτανε η μέρα τυχερή… τη μέρα έπρεπε ν' αλλάξω ή το σχέδιο -
μάλλον η μέρα έφταιξε, θαρρώ. Ένας θεός μου έκανε σινιάλο,
τα προμηνούσε όλα καθαρά, όμως ο νους μου ήταν τυφλωμένος.
Να πάω, να του μιλήσω, να τον δω, η ίδια να του πω τον έρωτά μου -
αυτό ήταν το πρεπούμενο, κι εγώ αντίς γι' αυτό στηρίχτηκα στο γράμμα.
Θα έβλεπε το δάκρυ μου καυτό, θα 'νιώθε τη λαχτάρα μου στο βλέμμα,
θα του 'λεγα με λόγια ζωντανά αυτά που δε χώρεσαν στη γραφή μου.
Ακόμα κι αν δεν το 'θελε, εγώ στην αγκαλιά του μέσα θα ριχνόμουν,
ακόμα κι αν μ' αρνιόταν, πάλι εγώ με όψη σα χλομή και πεθαμένη
θα έπεφτα στα πόδια του, νεκρή, θα γύρευα να μ' αναστήσει εκείνος.
Θα έκανα ό,τι ήταν δυνατόν, κι αν το καθένα χώρια ήταν λίγο
τη γνώμη του ν' αλλάξει, όλα μαζί θα ήταν αρκετά για να λυγίσει.
Εξάλλου είναι πάντα πιθανό το φταίξιμο να το 'χει ο ταχυδρόμος:
μπορεί να μην του το 'πε μαλακά, να 'ταν στραβή η ώρα που τον βρήκε,
μπορεί κι εκείνος να 'χε κατά νου άλλες σκοτούρες κι άλλα να σκε­φτόταν.
Όλα αυτά μου κάναν τη ζημιά, γιατί ο Καύνος μου δεν είναι δα και τέρας,
δεν τον εγέννησε ανήμερο θεριό, δεν είναι σίδερο και πέτρα η καρδιά του -
όχι, δεν τον ανάθρεψαν θεριά, δε βύζαξε της λέαινας το γάλα!
Θα νικηθεί! Τη δεύτερη φορά! Το άρχισα και δεν αλλάζω γνώμη,
κι ούτε θα κάνω πίσω όσο ζω κι έχω ανάσα μέσα μου ακόμη.
Ξέγραψ' τα, πες δεν έγιναν ποτέ… αυτά θα 'ταν καλύτερο για μένα,
μα τώρα που έχω αρχίσει προτιμώ να βγάνω πέρα τα αρχινισμένα.
Πες ότι το σκοπό μου παρατώ· αυτό θα ήταν ίσως κάποια λύση·
πλην τόλμησα, αυτό είναι γεγονός, κι εκείνος δε μπορεί να λησμονήσει.
Αν σταματήσω τώρα, θα σκεφτεί «ένα παιχνίδι ήταν, τίποτ' άλλο»,
πως μια παγίδα έστησα απλά σε πειρασμό μονάχα να τον βάλω
Όχι, δεν ήταν, θα συλλογιστεί, του έρωτα η ανίκητη μανία,
ήτανε καθαρή διαστροφή, γυναικείο βίτσιο, αστόχαστη λαγνεία.
Το κρίμα το έχω κάνει, τελικά, αυτό δε γίνεται με τίποτα ν' αλλάξει:
τον κάλεσα σε κλίνη ερωτική, δεν το 'κρυψα και του το έχω γράψει.
Ακόμα κι αν σταμάταγα εδώ, δεν είναι πια αθώα η Βυβλίδα -
και όπου δε χωρεί άλλο κακό, υπάρχει χώρος μόνο για ελπίδα».
Κουβάρι στο μυαλό οι λογισμοί· που τόλμησε την τρώει το σαράκι,
κι όμως ορέγεται ξανά τη δοκιμή. Η δυστυχής δοκίμασε τα πάντα,
τα πάντα καταλήξαν στο μηδέν, εκείνος την κρατούσε μακριά του.
Στην τρέλα δε φαινόταν τελειωμός, έτσι ο Καύνος σκέφτηκε ν' αφήσει
το αίσχος και μαζί το πατρικό, να χτίσει άλλη πόλη σ' άλλα μέρη.
Λένε πως τότε μες στην ταραχή ξεσάλωσε η κόρη της Μιλήτου·
την έκανε η θλίψη μανιακή, ξέσκιζε ό,τι απάνω της φορούσε
και σα μαινάδα με τον οδυρμό μελάνιαζε τα στήθια και τα μπράτσα.
Της σάλεψε, το ξέρουν Όλοι πια, κι αυτή ό,τι ανόσιο λαχταρούσε
τ' ομολογάει τώρα όπου σταθεί κι αναζητεί τού πρόσφυγα τα χνάρια.
Τώρα που ο Καύνος έφυγε μακριά, πατρίδα σπίτι αδιάφορα για κείνην.
Σαν τις πιστές στον Ίσμαρο ψηλά, όταν τις κρούει ο θύρσος και βακχεύουν
στου τρίτου χρόνου απάνω τη γιορτή, καθώς τιμούν τον Βάκχο συ­ναγμένες,
παρόμοια ολόλυζε κι αυτή γυρνώντας στα χωράφια και τούς κάμπους -
μάρτυρες της Βουβάσσου οι κοπελιές. Πορεύτηκε κατόπι σ' άλλα μέρη
τους Λέλεγες περνώντας κι από κει στις χώρες της Λυκίας και τους Κάρες.
Διάβηκε τα νερά των ποταμών, τον Κράγο και τον Λίμυρο, τον Ξάνθο,
κι έφτασε ως τη ράχη του βουνού, της Χίμαιρας μονιά, που 'χει κε­φάλι
από λιοντάρι, του φιδιού ουρά κι ένα κορμί που ανασαίνει φλόγες.
Τον γύρεψες σε δάση και βουνά κι αποσταμένη κόπασες, Βυβλίδα.
Σωριάστηκες στο χώμα το σκληρό, με τα μαλλιά της κεφαλής χυμένα,
κρύβεις την όψη μες στις φυλλωσιές που στρώσανε τα δέντρα στο ρουμάνι.
Νύμφες πάσχιζαν κι άλλα ξωτικά με χέρι τρυφερό να σε σηκώσουν,
τον έρωτα σου τούτο τον πικρό πώς να τον γιάνεις όλες σε ορμήνευαν,
κουράγιο δίναν και παρηγοριά - κι ήταν κλειστά τ' αφτιά σου στις
ορμήνειες.
Αμίλητη πλαγιάζεις καταγής, κρατείς σφιχτά στα νύχια το χορτάρι
κι από τα μάτια δάκρυ ποταμός την πρασινάδα ολόγυρα νοτίζει.
Μια φλέβα δάκρυ δίχως τελειωμό λένε πως της χάρισαν οι Ναϊάδες,
κι ήταν το δάκρυ δώρο ταιριαστό, αστείρευτο να της κρατεί το κλάμα.
Σαν τις χοντρές σταγόνες ρετσινιού που βγάζει χαρακιά πάνω σε πεύκο,
σαν κατραμιού απόσταγμα παχύ, και σα νερό πρώτα κρουσταλλιασμένο
που λειώνει στου ζέφυρου την πνοή, του ερχομού της άνοιξης σημάδι,
σα χιόνι σε λιακάδα λαμπερή όταν πρωί το βρίσκει η ηλιαχτίδα,
έτσι κυλάει το δάκρυ της στη γη - και μες στο δάκρυ έλειωσε η Βυβλίδα.
Και γένηκε πηγή σε λαγκαδιά που τ' όνομα της κόρης έχει πάρει
και βγάνει ίσαμε σήμερα νερό πλάι σε πυκνό κατάμαυρο πουρνάρι.
(Οβ., Μεταμορφώσεις 9. 454-665)

Ο Αριστοτέλης και η φιλία ως καθρέφτισμα του εαυτού

Αποτέλεσμα εικόνας για ερεβοκτονοσ Ο Αριστοτέλης και η φιλία ως καθρέφτισμα του εαυτούΟ Αριστοτέλης προχωρώντας το ένατο βιβλίο από τα «Ηθικά Νικομάχεια» ξεκαθαρίζει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για να συνάπτει κανείς υγιείς φιλίες είναι η σχέση που έχει με τον εαυτό του: «Οι φιλικές σχέσεις του ανθρώπου με τους άλλους, στις οποίες βασίζονται κατά κανόνα και οι ορισμοί της φιλίας, φαίνεται ότι έχουν την αρχή τους στη φιλική σχέση του ανθρώπου με τον ίδιο τον εαυτό του» (1166a 4, 1-3).
 
Η εικόνα του εαυτού παρουσιάζεται ως κύριος διαμορφωτικός παράγοντας για τις σχέσεις με τους άλλους, καθώς αυτός που στερείται αυτοεκτίμησης είναι αδύνατο να συνάψει και σοβαρές φιλίες. Η άσκηση της αρετής είναι και πάλι το κυρίαρχο στοιχείο, αφού μόνο ο ενάρετος είναι σε θέση να εκτιμά τον εαυτό του. Η αρετή, ως επίτευξη του καλού που οριοθετείται από τη μεσότητα, θα επιφέρει την ψυχική ισορροπία, δηλαδή τη συναισθηματική πληρότητα, η οποία θα καταστήσει κάποιον ικανό να έρθει σε ουσιαστική επαφή με τους άλλους ξεπερνώντας τη ρηχότητα της απλής ευχαρίστησης ή του οφέλους, που χαρακτηρίζουν τα κατώτερα είδη φιλίας.
 
Οι σχέσεις με τον εαυτό είναι οι συνθήκες της ισορροπίας (ή της ανισορροπίας), που αναγκαστικά αντανακλώνται και στις σχέσεις με τους άλλους. Ο ενάρετος κατέχοντας τη γαλήνη της αγάπης του εαυτού έχει τη δυνατότητα να τη μοιραστεί ή, αν πρέπει να ειπωθεί διαφορετικά, απαραίτητη προϋπόθεση, για να αγαπήσει κανείς τους άλλους, είναι πρωτίστως να αγαπά τον εαυτό του: «… ο ενάρετος άνθρωπος βρίσκεται πάντοτε σε απόλυτη συμφωνία με τον εαυτό του, και επιθυμεί τα ίδια πάντοτε πράγματα με όλη του την ψυχή· έτσι: και επιθυμεί για τον εαυτό του τα αγαθά πράγματα (γιατί το χαρακτηριστικό του ενάρετου ανθρώπου είναι να εργάζεται με όλες του τις δυνάμεις για το αγαθό) και αυτό το κάνει για τον ίδιο τον εαυτό του (αφού το κάνει για χάρη του διανοητικού μέρους της ψυχής του, του μέρους δηλαδή που θεωρείται πως είναι ο ίδιος του ο εαυτός)» (1166a 4, 14-19).
 
Το ότι ο ενάρετος «επιθυμεί τα ίδια πάντοτε πράγματα με όλη του την ψυχή» δε σηματοδοτεί τη στασιμότητα του μονοδιάστατου που δεν ανανεώνεται ή δεν εξελίσσεται ποτέ, αλλά τη σταθερότητα των κινήτρων της συμπεριφοράς που είναι πάντα η επίτευξη του καλού, όπως ορίζεται από τους κανόνες της αρετής. Οι προτεραιότητες ή οι προτιμήσεις είναι δυνατό να αλλάξουν από την πνευματική ή διανοητική καλλιέργεια που αποτελεί διαρκή εξελικτική διαδικασία. Εκείνο, όμως, που δεν αλλάζει ποτέ είναι ο τελικός στόχος των ενεργειών που είναι πάντα η πραγμάτωση της αρετής.
 
Η διευκρίνιση ότι ο ενάρετος «αυτό το κάνει για τον ίδιο τον εαυτό του» δεν καταδεικνύει μόνο την ισορροπία που επέρχεται από τη σύμπλευση του εαυτού με τις πράξεις, αλλά και την ουσία της αρετής που επέρχεται με τον εθισμό κι ολοκληρώνεται μονάχα όταν συνδεθεί με τα συναισθήματα. Όταν κάποιος νιώθει χαρά ασκώντας την αρετή, δεν μπορεί παρά να το κάνει συνέχεια. Η διαρκής αίσθηση της χαράς από τις πράξεις που ενισχύουν την αυτοεικόνα είναι η εκπλήρωση της ψυχικής ισορροπίας, που εν τέλει θα οδηγήσει στην ευτυχία.
 
Σε τελική ανάλυση, ο άνθρωπος θα εισπράξει την ευτυχία πρώτα από τον εαυτό του και στη συνέχεια θα τη μεταδώσει στους άλλους μέσα από τις φιλίες που θα συνάψει. Η υγιής εικόνα του εαυτού σε συνδυασμό με τις υγιείς σχέσεις με τους άλλους (που θα προκύψουν) θα επιφέρουν την ύψιστη ευτυχία, δηλαδή την ανώτερη μορφή ολοκλήρωσης που έχει να κάνει με την πληρότητα του εαυτού που εναρμονίζεται με τους γύρω. Υπό αυτές τις συνθήκες ο άνθρωπος είναι έτοιμος και να προσφέρει και να εισπράξει ευτυχία, και οι σχέσεις αυτού του είδους των ανθρώπων κρίνονται ιδανικές.
 
Το διανοητικό μέρος της ψυχής του ανθρώπου που «θεωρείται ο ίδιος του ο εαυτός» είναι η αναφορά της λογικής που πρέπει να βρίσκεται σε ισορροπία με το συναίσθημα. Η λογική χαράζει το δρόμο της αρετής (και μάλιστα η λογική του φρόνιμου ανθρώπου) και το συναίσθημα γεννιέται από τον εθισμό που συνδυάζει την πραγμάτωση της αρετής με τη χαρά μετατρέποντας τη συνήθεια σε μόνιμο στοιχείο του χαρακτήρα. Η ευτυχία αυτού του είδους είναι το νόημα της ζωής και γι’ αυτό έχει κάτι το θεϊκό μέσα της.
 
Ο άνθρωπος που τη βιώνει αγαπά τη ζωή, ως καθαυτό αγαθό που προσφέρει ανεξάντλητες απολαύσεις. Γι’ αυτό και διψάει να ζήσει περισσότερο: «θέλει, επίσης, για τον εαυτό του (και μάλιστα για εκείνο το μέρος του μέσω του οποίου σκέφτεται) να ζει και να διασώζεται. Γιατί η ύπαρξη είναι για τον ενάρετο άνθρωπο ένα αγαθό, και ο κάθε άνθρωπος επιθυμεί για τον εαυτό του ό,τι είναι αγαθό» (1166a 4, 19-22).
 
Η αγάπη για τη διατήρηση της ύπαρξης είναι η αγάπη για τον εαυτό που θέλει να ζήσει. Κι αυτό, βέβαια, δεν πρέπει να εκληφθεί ως άποψη που θέλει τον μη ενάρετο να επιδιώκει το θάνατό του. Ο Αριστοτέλης θα συμπληρώσει: «Όλα όμως αυτά τα στοιχεία για τα οποία μιλήσαμε φαίνεται ότι τα έχει και η πλειονότητα των ανθρώπων, ακόμη κι αν πρόκειται για άτομα κατώτερης αξίας» (1166b 4, 2-3). Πράγματι, ακόμη και οι πιο ευτελείς θέλουν επίσης να ζήσουν και θέλουν επίσης να νιώσουν το θεϊκό στοιχείο της ευτυχίας.
 
Αυτός είναι και ο λόγος που ο Αριστοτέλης θα δώσει κι άλλα χαρακτηριστικά του ενάρετου ανθρώπου: «Ο ενάρετος, επίσης, άνθρωπος θέλει να περνάει όλο του τον καιρό με τον εαυτό του· γιατί αυτό είναι κάτι που το κάνει με ευχαρίστηση, αφού και των παλαιότερων πράξεων η ανάμνηση είναι τερπνή και οι προσδοκίες και οι προβλέψεις του για τις μελλοντικές του πράξεις είναι καλές και γι’ αυτό ευχάριστες» (1166a 4, 25-29).
 
Η φράση «θέλει να περνάει όλο του τον καιρό με τον εαυτό του» δεν πρέπει να ερμηνευτεί ως τάση για απομόνωση ή για αποφυγή των άλλων. Κάτι τέτοιο θα ήταν παράλογο και πλήρως αντιφατικό σ’ ένα φιλοσοφικό κείμενο που εξαίρει τη φιλία και μάλιστα από τον Αριστοτέλη που υποστηρίζει ότι ο άνθρωπος είναι από τη φύση κοινωνικό ον. (Θα έλεγε κανείς ότι μια τέτοια ερμηνεία θα ισοδυναμούσε με την παραδοχή ότι ο ενάρετος άνθρωπος είναι αντίθετος με τη φύση).
 
Είναι προφανές ότι ο Αριστοτέλης αναφέρεται στην ψυχική ισορροπία του ενάρετου ανθρώπου, που όχι μόνο είναι σε θέση να συνάψει τις γνησιότερες φιλίες, αλλά ταυτόχρονα έχει τη δυνατότητα να απολαύσει και τις μοναχικές του στιγμές. Η αγάπη για τον εαυτό και η ευχαρίστηση που αντλεί τόσο από τις πράξεις του παρελθόντος, όσο και από αυτές που σχεδιάζει για το μέλλον, τον καθιστά ολοκληρωμένο, ώστε να μπορεί να χαίρεται ακόμα και μόνος. Κι αυτό δεν αφορά τον αποκλεισμό από τους άλλους, αλλά την εκδοχή της ύψιστης ευτυχίας που μπορεί να βιωθεί και ατομικά.
 
Η καλλιέργεια του πνεύματος, η αυτογνωσία, η ενίσχυση των ενδιαφερόντων (κάθε είδους) προϋποθέτουν τη μοναχικότητα. Όσο απαραίτητο είναι να έχει κανείς γνήσιους φίλους, άλλο τόσο πρέπει να μένει και μόνος. Κι αυτός που ξέρει να τα εξισορροπεί αυτά αντλώντας ευτυχία είναι ο ενάρετος άνθρωπος.
 
Οι τιποτένιοι δε θα μπορέσουν ποτέ να φτάσουν σ’ αυτά τα ύψη: «Πραγματικά, στους τελείως αχρείους ανθρώπους, στους ανθρώπους των ανόσιων πράξεων, δεν τα συναντούμε σε καμιά περίπτωση τα στοιχεία αυτά – ούτε καν δίνουν οι άνθρωποι αυτοί την εντύπωση ότι τα έχουν. Θα έλεγα ότι και στους γενικά μικρής αξίας ανθρώπους δεν τα συναντούμε· γιατί οι άνθρωποι αυτοί βρίσκονται σε διάσταση με τον ίδιο τους τον εαυτό: άλλα επιθυμούν κι άλλα θέλουν, όπως κάνουν π.χ. οι ακρατείς άνθρωποι: στη θέση αυτών που θεωρούν ότι είναι για τους ίδιους καλά πράγματα, προτιμούν να επιλέγουν τα ευχάριστα, που είναι όμως βλαβερά γι’ αυτούς· άλλοι, πάλι, από δειλία και οκνηρία αποφεύγουν να κάνουν αυτά που θεωρούν ότι είναι τα καλύτερα γι’ αυτούς» (1166b 4, 5-12).
 
Οι άνθρωποι αυτού του είδους είναι αδύνατο να τρέφουν αυτοεκτίμηση. Όσο κι αν δεν το παραδέχονται ή αν υπερασπίζουν τον εαυτό τους στην περίπτωση που τους κατηγορούν, στο βάθος έχουν επίγνωση των πράξεών τους. Αυτό που μένει είναι να μειώνουν τις προσπάθειες των άλλων, ακριβώς για να κρύψουν τη δική τους αδυναμία. Κι αυτή είναι η απαρχή της κακίας, που έχει να κάνει πρωτίστως με την κακή εικόνα του εαυτού και που, βέβαια, επηρεάζει αρνητικά και τις σχέσεις που θα συναφθούν. Ο πραγματικά άξιος, που με μόχθο πετυχαίνει αυτά που επιθυμεί, συνήθως δεν είναι αρεστός σε τέτοιους ανθρώπους. Οι επιτυχίες του λειτουργούν ως υπενθύμιση της ανεπάρκειάς τους.
 
Εν τέλει, βιώνουν την αντίληψη του εαυτού με τρόπο συγκρουσιακό κι αυτό τους εμποδίζει να φτάσουν στην ψυχική ισορροπία. Από αυτή την άποψη, η αρετή είναι το μέσο που θα συμφιλιωθεί κανείς με τον εαυτό του. Και η αποδοχή του εαυτού είναι το θεμέλιο για την αποδοχή του άλλου. Ο άνθρωπος που δεν αποδέχεται τον εαυτό του είναι αδύνατο να φτάσει στην ευτυχία. Σε ακραίες περιπτώσεις ενδέχεται να φτάσει κανείς και στο μίσος ενάντια στον εαυτό, δηλαδή στο μίσος ενάντια στην ίδια την ύπαρξη, που μετατρέπει τη ζωή σε μαρτύριο: «Άλλοι, επίσης, που έχουν κάνει πολλές φοβερές πράξεις και έχουν γίνει μισητοί λόγω της κακίας τους, βαριούνται πια τη ζωή τους και καταλήγουν να σκοτώσουν τον ίδιο τους τον εαυτό» (1166b 4, 13-15).
 
Η αυτοκαταστροφή, όμως, αυτού του είδους αφορά περιπτώσεις πολύ εξεζητημένες. Ο συνηθισμένος αχρείος προτιμά την ποταπότητα. Και την προτιμά, όχι επειδή πράγματι τη θεωρεί προτιμότερη, αλλά επειδή δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. Οι αδυναμίες του χαρακτήρα του (τεμπελιά, δειλία, φόβος στην ανάληψη ευθυνών, έλλειψη αυτοπεποίθησης, επίγνωση αδυναμιών που αδυνατεί να αντιπαρέλθει, ανασφάλειες κάθε είδους, επιρρέπεια σε ηδονές που τον αποπροσανατολίζουν κλπ) τον καθιστούν τόσο ανίσχυρο να διεκδικήσει τις πραγματικές του επιθυμίες που τον καθηλώνουν. Κι αυτή είναι η οπτική της πιο συντριπτικής ήττας. Η ανειλικρίνεια, η χυδαία ανταγωνιστικότητα, η κακοήθεια και η ευτέλεια είναι η κατάδειξη του συμπλέγματος της κατωτερότητας που δεν πρέπει με τίποτε να ομολογηθεί.
 
Γι’ αυτό και δεν αρέσκονται να κάνουν παρέα με τον εαυτό τους. Γιατί την ευθύνη πρέπει να τη ρίχνουν πάντα σε άλλους και πρέπει όλοι να πειστούν γι’ αυτό. Και κυρίως ο εαυτός τους – πράγμα όχι και τόσο εύκολο. Κι αφού δεν πείθουν τον εαυτό, είναι προτιμότερο να τον αποφεύγουν. Οι συναναστροφές κάθε είδους κρίνονται πρωτίστως ανακουφιστικές, καθώς απομακρύνουν το πρόβλημα: «Ψάχνουν, επίσης, οι κακοί άνθρωποι να βρουν συντρόφους για να περνούν μαζί τους τις ώρες και τις μέρες τους και αποφεύγουν να μένουν μόνοι με τον εαυτό τους· ο λόγος είναι ότι, μένοντας μόνοι τους, αναθυμούνται πολλές δυσάρεστες πράξεις τους (ξέροντας την ίδια στιγμή ότι θα κάνουν και άλλες παρόμοιες στο μέλλον), όταν όμως είναι μαζί με άλλους, τις ξεχνούν» (1166b 4, 16-19).
 
Όμως, αυτού του είδους οι συναναστροφές δεν μπορούν να έχουν καμία ποιότητα. Πρόκειται για φιλίες ευχαρίστησης και μάλιστα στην ευτελέστερη εκδοχή τους. Κατά κανόνα διαρκούν ελάχιστα. Η δυσαρμονία της ψυχής κατά κάποιο τρόπο τους ακρωτηριάζει αποξενώνοντάς τους από τους άλλους, αλλά κυρίως από τον ίδιο τους τον εαυτό: «γιατί στην ψυχή τους γίνεται ένα είδος εμφύλιου πολέμου: το ένα μέρος της ψυχής τους εξαιτίας της κακίας του λυπάται και πονάει που απέχει από κάποια πράγματα, το άλλο, αντίθετα, ευχαριστιέται, και ενώ το ένα τους τραβάει προς τα εδώ, το άλλο τους τραβάει προς τα εκεί, σαν για να τους κομματιάσουν. Και αν είναι αδύνατο ο άνθρωπος να νιώσει την ίδια στιγμή λύπη και χαρά, εν πάση περιπτώσει ύστερα από λίγο λυπάται που ένιωσε ευχαρίστηση, και θα ήθελε τα συγκεκριμένα αυτά πράγματα να μη του είχαν δώσει ευχαρίστηση· γιατί οι μικρής αξίας άνθρωποι είναι γεμάτοι μεταμέλειες» (1166b 4, 21-27).
 
Η μεταμέλεια εδώ πρέπει να εκληφθεί περισσότερο ως ενοχή απέναντι σε πράξεις που επαναλαμβάνονται χωρίς, όμως, και να θεωρούνται σωστές. Η σημασία της πραγματικής μετάνοιας εμπεριέχει τη δράση για την ανατροπή μιας κατάστασης και οι άνθρωποι αυτοί παραμένουν παθητικοί, κυριολεκτικά έρμαια των αδυναμιών τους. Γι’ αυτό δεν έχουν άλλη επιλογή από την περιχαράκωση. Αλίμονο σ’ αυτόν που θα τολμήσει να τους κάνει κριτική. Δεν υπάρχει περίπτωση να χαρακτηριστεί φίλος, όσο καλές προθέσεις κι αν έχει. Αυτομάτως θα δημιουργηθεί πόλωση. Οι σχέσεις πρέπει να παραμένουν επιφανειακές.
 
Ο ενάρετος άνθρωπος είναι το ακριβώς αντίθετο: «Τις λύπες του, επίσης, και τις χαρές του ο ενάρετος άνθρωπος τις μοιράζεται κατά κύριο λόγο με τον εαυτό του· γιατί το ίδιο πράγμα είναι γι’ αυτόν πάντοτε δυσάρεστο και το ίδιο πάντοτε ευχάριστο, και όχι τη μια φορά αυτό και την άλλη κάποιο άλλο· γιατί –για να το πούμε έτσι– ο ενάρετος άνθρωπος δεν αισθάνεται ποτέ μεταμέλεια» (1166a 4, 29-32).
 
Η μεταμέλεια ερμηνεύεται και πάλι ως ενοχή. Ο ενάρετος άνθρωπος ασφαλώς και μετανιώνει, αν κάπου έχει σφάλλει, και διαρκώς μ’ αυτό τον τρόπο βελτιώνει τον εαυτό του. Γι’ αυτό και είναι ενάρετος. Δεν έχει, όμως, λόγο να νιώθει ενοχές. Γιατί και τα λάθη του δεν έχουν πρόθεση. Κι αυτός είναι ο λόγος που τα έχει καλά με τον εαυτό του.
 
Το συμπέρασμα για τον Αριστοτέλη είναι σαφές: οι σχέσεις με το φίλο είναι σχέσεις με τον ίδιο τον εαυτό: «Επειδή λοιπόν όλα αυτά χαρακτηρίζουν τον ενάρετο άνθρωπο στη σχέση του προς τον ίδιο τον εαυτό του, και επειδή η σχέση του προς το φίλο του είναι σαν τη σχέση του με τον εαυτό του (γιατί ο φίλος είναι ένας άλλος εαυτός μας), γι’ αυτό και η φιλία θεωρείται ότι είναι κάτι από όλα αυτά, και, ακόμη, ότι φίλοι είναι αυτοί που χαρακτηρίζονται από όλα αυτά» (1166a 4, 32-36).
 
Κι αν κάποιος χρειάζεται περισσότερες διευκρινήσεις, ο Αριστοτέλης θα επαναλάβει γι’ αυτούς που δεν κατέχουν την αρετή: «Αν, επομένως, αυτού του είδους η κατάσταση είναι ένα εξαιρετικά ελεεινό πράγμα, πρέπει να βάζει κανείς όλα του τα δυνατά για να αποφεύγει την κακία και να προσπαθεί να είναι καλός άνθρωπος· γιατί τότε και με τον εαυτό του θα έχει φιλική σχέση και με κάποιον άλλον θα μπορεί να γίνει φίλος» (1166b 4, 29-33).
 
Αριστοτέλης: Ηθικά Νικομάχεια

Αισχύλος: το βασίλειο του φόβου και της αγωνίας

Στον τραγικό κόσμο του Αισχύλου, ο φόβος, από όλα τα ανθρώπι­να συναισθήματα, είναι αυτός του οποίου η παρουσία γίνεται περισσότερο αισθητή[1]. Με μιαν έννοια, θα μπορούσαμε να πούμε για όλο το θέατρο του Αισχύλου, αυτό που λέει για τις πρώτες του τραγωδίες, πως ό,τι ακούμε μέσα σε αυτές «δεν είναι παρά η παθιασμένη κραυγή της αγωνίας». Και αυτό κά­νει το θέατρο του Αισχύλου να ξεχωρίζει, όταν το συγκρίνουμε με τις άλλες τραγωδίες που μας έχουν σωθεί[2].
 
Κλασική δεν είναι η εξ υπαρχής ενότητα, αλλά η ενότητα του αγώνα, η συμφιλιωμένη διχοστασία, η γιατρεμένη αγωνία (B. Snell)
 
Φυσικώ τω λόγω, αυτόν τον φόβο και αυτή την αγωνία τα εκ­φράζει συνήθως ο χορός, καθώς είναι αρκετά στενά εμπλεγμένος στη δράση, ώστε τούτη να τον επηρεάζει έντονα, ενώ συγχρόνως παραμένει, από τη φύση του, ανίκανος να την διεξαγάγει ο ίδιος. Με εξαίρεση τις Χοηφόρες και τις Ευμενίδες, όλοι οι χοροί του Αι­σχύλου αποτελούνται από τρομαγμένους ανθρώπους. Μπορούμε να πούμε συνοψίζοντας, ότι ο φόβος στον Αισχύλο, εί­ναι κατά κάποιο τρόπο η ίδια η ανθρώπινη δυστυχία. Πράγμα που μας το δείχνει παραδειγματικά ένα χωρίο του Προμηθέως, όπου οι Ωκεανίδες οικτίρουν τη μοίρα της Ιούς και τα τρομερά της πήμα­τα, λύματα, δείματα (δυστυχίες, φρίκες, τρόμους) που τους παγώ­νουν την καρδιά· (690) αυτό μας δείχνει, ακόμα πιο έντονα και το χορικό των Χοηφόρων, όπου οι αιτίες της δυστυχίας του ανθρώ­που καλούνται δεινά δειμάτων άχη, (586) χωρίο που χωρίς αμφι­βολία, όπως το δείχνουν τα συμφραζόμενα αναφέρεται στα τέρα­τα, αλλά που θα σήμαινε επιλέξει μεταφρασμένο: «οι φοβερές ωδί­νες των τρόμων»[3].
     
Η ΧΡΗΣΙΜΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΦΟΒΟΥ
 
Υπάρχουν δύο τρόποι να δαμάσει κανείς τον φόβο· και οι δύο όμως συνδέονται με την ιδέα κάποιων νόμιμων ποινών. Δεν είναι τυχαίο ότι και οι δύο αναφέρονταν ως ευχές, ο ένας στην αρχή, ο άλλος στο τέλος της Ορέστειας.
 
1. Δίας Σωτήρας
 
Στην αρχή του Αγαμέμνονος, ο χορός έχει έναν φόβο, ακαθό­ριστο, συγκεχυμένο. Φοβάται εξαιτίας των χρησμών, εξαιτίας της δικής του κρίσης, φοβάται χωρίς να γνωρίζει τι ακριβώς φοβάται. Αλλά στο μέσο ακριβώς του χορικού, όταν κάνει λόγο για την αγωνία του, σταματάει μια στιγμή για να προσευχηθεί στον Δία. Γιατί έχει εμπιστοσύνη στον Δία. Ο Δίας μόνο μπορεί να του επι­τρέψει να αποβάλει την ακαθόριστη ανησυχία που τον διακατέχει: «Μόνο τον Δία αναγνωρίζω ικανό να με απαλλάξει πραγματικά από το βάρος της στείρας αγωνίας μου (165). Και γιατί; Διότι άνοιξε στους ανθρώπους τους δρόμους της σοφίας δίνοντάς τους για νόμο: «να μαθαίνει κανείς παθαίνοντας» (176). Με άλλα λό­για, η οδύνη δεν είναι άσκοπη, και δεν είναι ατελέσφορη[4].
 
Θα βγαίναμε από τα όρια της παρούσης μελέτης αν ζητούσαμε να προσδιορίσουμε πραγματικά, σε όλη του τη διάσταση, το νόη­μα που ο ίδιος ο χορός δίνει σε μια τέτοια ομολογία πίστεως. Εντούτοις, από την άποψη του φόβου δύο είναι οι παρατηρήσεις που θα μπορούσαν να γίνουν.
 
Πρώτα απ’ όλα ο χορός μιλάει μόνο για πάθημα· και σκέφτεται χωρίς αμφιβολία κυρίως τούτη ή την άλλη Θεϊκή τιμωρία που, πλήττοντας τον ασύνετο, μαθαίνει και τον ίδιο και τους άλλους να σέβονται τη σωφροσύνη. Πράγμα που προϋποθέτει ήδη ότι πρέπει κανείς να εμπιστεύεται τον Δία. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Και αυτό το είδος εφησυχασμού που αποζητάει η καρδιά θα της το εξα­σφαλίσει εντέλει το ηθικό βάσανο. Πράγματι, το πάθημα για το οποίο πρόκειται συμβαίνει όντως «κατά τον ύπνο»· τοποθετείται, όπως και ο φόβος ο ίδιος, «μπροστά στην καρδιά»[5] και μοιάζει να συνιστάται από μνήμες (180: μνησιπήμων). Να πούμε ότι πρόκει­ται για τις τύψεις[6] είναι εδώ τουλάχιστον τόσο ανακριβές, όσο και στις περιπτώσεις που εξετάσαμε παραπάνω· αλλά το πάθημα που εξετάζουμε τις αντικαθιστά κάπως, ιδίως αν η ουσία του είναι να ξαναζεί κανείς το μάθημα που μόλις υπέστη και να διαπερνάται από αυτό, ακόμα και ασυνείδητα, ώσπου να συνετιστεί.
 
Πράγμα που σημαίνει ότι το πάθημα έχει ένα νόημα. Επομένως φαίνεται σαν να μπορούσε κανείς σχεδόν να αποφύγει να εκτεθεί στον φόβο, στο μέτρο που εκ των προτέρων εμπιστεύεται τον Δία και αφήνεται σε αυτόν. Σε άλλους το φρονείν ή σωφρονείν έρχεται παρά τη θέλησή τους, σαν μια ευεργετική βία· «αλλά ο άνθρωπος που με όλη του την ψυχή θα δοξάσει το θριαμβευτικό όνομα του Δία, αυτός θα έχει την ύψιστη σοφία»[7].
 
Βέβαια αυτό λέει σε γενικές γραμμές και το κείμενο των Πα­ροιμιών, 15.33: «αρχή σοφίας φόβος Θεού». Εδώ όμως η θεϊκή δι­καιοσύνη παρουσιάζεται στον χορό τόσο καθησυχαστική και τόσο ενθαρρυντική που τούτος σκέφτεται μόνο να υμνήσει τον θρίαμβο του Δία, και όχι -τη φορά αυτή- να κάνει λόγο για φόβο.
 
H ύπαρξη τρομερών Θεών -ή μάλλον μιας τρομερής θείας φύ­σης- έχει λοιπόν το παράδοξο αποτέλεσμα ότι μπορεί να γαληνεύ­σει μια ορισμένη μορφή αγωνίας, αμφιβολίας, ανησυχίας[8]. Και συμβαίνει αυτό που περιγράφει ο M.R. Couffignal: «Αυτό το αίσθημα εξάρτησης, όπου κυριαρχεί ο φόβος, αμβλύνεται από μια ορισμένη τρυφερότητα προς τη θεότητα, ακόμα και μια ορισμένη εμπιστοσύνη». Η θεϊκή οργή δεν ξεσπά χωρίς λόγο· προλαβαίνει το κακό πραγματοποιώντας το.
 
2. Ο Φόβος μέσα στην Πόλη
 
Ωστόσο η εμπιστοσύνη που μπορεί κανείς να αντλήσει από αυτή την ιδέα είναι μια εμπιστοσύνη αρχής, που έχει κάτι το τυφλό, όπως ακριβώς και η βούληση του Δία διατηρεί κάτι το απροσπέ­λαστο. Ώστε δεν είναι στο μεταφυσικό πεδίο που θα μπορέσει πο­τέ ο φόβος να δαμαστεί ολοκληρωτικά, αλλά σε ένα πεδίο, όπου οι εντολές και οι ποινές έχουν έναν πιο συγκεκριμένο χαρακτήρα: αυτό συμβαίνει όντως στο πεδίο της πόλεως. Και ο Αισχύλος δεν θα ήταν ένας Αθηναίος του καιρού του, αν είχε παραβλέψει αυτή τη δυνατότητα. Πράγματι ήταν ένας από τους πρώτους που έθεσαν τις βάσεις μιας δοξασίας, στην οποία έρχονται αντιμέτωποι από πρακτική άποψη ο καλός και ο κακός φόβος. Πρέπει μάλιστα να αναγνωρίσουμε ότι έχοντας τοποθετήσει την ιδέα του φόβου στο κέντρο του έργου του, οδηγήθηκε, αρκετά φυσιολογικά, να δώσει στην αντίθεση αυτή μια ιδιαίτερη δύναμη και καθαρότητα.
 
Μια πρώτη διάκριση κάνει ήδη την εμφάνισή της στον Αγαμέ­μνονα, όταν οι γέροντες, πάνω στον παροξυσμό της αγωνίας τους, κάνουν λόγο για το μόνο φάρμακο που υπάρχει για τους πειρασμούς της ύβρεως· και αυτό είναι ένας φόβος, μια συστολή, ένας όκνος: «Αν τουλάχιστον ένας σοφός φόβος, κρατώντας με σωφρο­σύνη το τιμόνι, ξέρει να ξεφορτωθεί λίγα από τα συσσωρευμένα πλούτη, το σπίτι δεν πέφτει ολόκληρο από το βάρος της ευμάρειας». Πρόκειται εδώ για ένα φόβο που συγγενεύει με τη σωφροσύ­νη και για μια ηθική της μετριοπάθειας. Δείχνει όμως τουλάχιστον ότι ο φόβος μπορεί να γίνει επωφελής όταν παρεμβαίνει εκ των προτέρων, ως κανόνας συμπεριφοράς.
 
Αλλά για να είναι επωφελής, δεν πρέπει να αποβλέπει μόνο στην προστασία από τις εκπλήξεις της τύχης. Πρέπει να παρεμ­βαίνει για να εμποδίσει κάθε σφάλμα, κάθε αδικία· και γι’ αυτό πρέπει να πιστεύεις στην τιμωρία της αδικίας, πρέπει να έχεις πί­στη στους κυβερνώντες. H σημασία αυτής της διάκρισης φαίνεται πρωτίστως σε κάθε ανθρώπινη διακυβέρνηση.
 
O κακός φόβος είναι αυτός που εμπνέουν οι κακοί αφέντες. Κα­θώς δεν είναι δίκαιοι, ο φόβος που τους περιβάλλει δεν συνοδεύε­ται από σεβασμό. Αυτό συμβαίνει με την Κλυταιμνήστρα και τον Αίγισθο, όταν κατέχουν τη βασιλική εξουσία· και οι γυναίκες του χορού διαμαρτύρονται (Χοη. 55 κε). «Ο παλιός σεβασμός (σέβας[9]), ο ανίκητος, αδιάφθορος, απρόσβλητος, που διαπερνούσε την καρ­διά και τα αφτιά του λαού, έχει πια χαθεί: ο φόβος μόνο βασιλεύ­ει»[10] (φοβεῑτε δέ τις). Ωστόσο ο φόβος έχει από μόνος του τη χρη­σιμότητά του, βεβαιώνουν οι Ερινύες· και καθώς το χωρίο όπου το θυμίζουν, απηχεί την ομολογία πίστεως των γερόντων, μπορούμε ήδη να σκεφτούμε ότι η δικαιολογία που δίνουν δεν είναι μάταιη.

«Υπάρχουν περιπτώσεις», λένε, (Ευμ. 516), «όπου ο Φόβος (το δει­νόν) είναι χρήσιμος, και όπου πρέπει να στέκει μόνιμα μες στις καρδιές σαν άγρυπνος φρουρός. Γιατί ποιος άνθρωπος και ποια πόλη, αν τίποτε δεν υπάρχει κάτω από τον ουρανό που να τους εμπνέει φόβο, θα διατηρούσαν τον σεβασμό που οφείλουν στη Δικαιοσύνη» (σέβοι). Ο φόβος αυτός έχει γίνει κάτι το αφηρημένο: το δεινόν. Παρεμβαίνει εδώ επίσης πριν από το αμάρτημα. Από την άλλη, για να εγγυηθεί τον σεβασμό της δικαιοσύνης πρέπει προφα­νώς να είναι θεμελιωμένος στην πίστη σε μια δικαιοσύνη. Θα παρατηρήσουμε μόνο ότι αν οι δύο όροι, φόβος και σεβασμός μοιά­ζουν εδώ συμφιλιωμένοι, ο φόβος στα μάτια των Ερινύων έρχεται πρώτος και ο σεβασμός είναι η συνέπειά του.
 
Αυτή είναι η μόνη τροποποίηση που θα επιφέρει η Αθηνά στο πρόγραμμά τους, που κατά τα άλλα ξαναπιάνει για λογαριασμό της (Ευμ. 690 κε): «Πάνω σ’ αυτό το βουνό, λέω, στο εξής, ο Σεβα­σμός και ο Φόβος, ο αδερφός του (σέβας… φόβος τε συγγενής), μέ­ρα και νύχτα θα κρατούν τους πολίτες μακριά από το έγκλημα. Ούτε αναρχία, ούτε δεσποτισμός, αυτός είναι ο κανόνας που συμ­βουλεύω την πόλη μου να σεβαστεί (σέβειν). Και να μην εκδιωχθεί κάθε είδος φόβου (το δεινόν) έξω από τα τείχη της· αν δεν έχει τί­ποτε να φοβηθεί, ποιος θνητός κάνει αυτό που οφείλει;» (τις γαρ δεδοικώς μηδέν ένδικος βροτών). Ελευθερώνοντας τον Ορέστη από τον τρόμο στον οποίο ήταν καταδικασμένος, η Αθηνά δεν έθιξε το κύρος της αρχής των επίφοβων ποινών· αλλά, εγγυώμενη εκ των προτέρων ότι θα είναι εύλογες, ανάγοντας τη σχετική απόφαση στον Δία, έδωσε στον φόβο μια δικαίωση που τον έκανε χρήσιμο.
 
Πολύ μετά τον Αισχύλο, ο Πλάτων στους Νόμους, θα θυμηθεί αυτό το είδος αποκάλυψης· και αυτός επίσης θα επιμείνει στη χρη­σιμότητα του καλού φόβου. Οι δύο δοξασίες είναι προφανώς συγ­γενικές, και κατά τον Κ. Θ. Βουρβέρη[11] συγκλίνουν. Αντιθέτως θα θέλαμε, για να προσδιορίσουμε καλύτερα τη σκέψη του Αισχύλου, να υπογραμμίσουμε εδώ αυτό που τις διακρίνει.
 
Στον Πλάτωνα η τιμωρία που φοβάται ο καλός φόβος είναι η ατίμωση. Για να δηλώσει το συναίσθημα αυτό ο Πλάτων χρησιμο­ποιεί τις λέξεις αιδώς (647α· 699c) ή αισχύνη (671d). Και διευκρι­νίζει ότι πρόκειται για την κρίση που διατυπώνουν οι φίλοι μας (647b: φίλων δε φόβος αισχύνης περί κακής). Χωρίς αμφιβολία ονομάζει αυτόν τον φόβο «θεϊκό»· αλλά το κάνει μόνο στο 671d, σε μια σύνοψη του 647α, όπου προσθέτει τη λέξη θείον, όπως προ­σέθεσε τη λέξη κάλλιστον· και δεν είναι βέβαιο ότι η αξία του ενός διαφέρει πολύ από την αξία του άλλου[12].

Όπως και να έχει, δεν πρόκειται για τον φόβο των θεών. Τούτος είναι βέβαια υπαρκτός και στην Πολιτεία ο Πλάτων βάζει στο στόμα του Κεφάλου μια ωραία ανάπτυξη για τον κακό ύπνο του γέροντα, που αρχίζει να σκέφτεται τις μεταθανάτιες τιμωρίες[13] . Αλλά πιο άμεσα στην πρά­ξη, αυτό πάνω στο οποίο η πόλη θέλει κυρίως να υπολογίζει είναι ο φόβος της ατίμωσης. Εδώ άλλωστε ο Πλάτων συναντά μια παλιά ομηρική παράδοση· διότι όταν στην Ιλιάδα, στο Ο, 657, ο ίδιος καλός φόβος συγκρατεί τους πολεμιστές από τη φυγή (αιδώς και δέος), ο ποιητής προσθέτει: «Ασταμάτητα, νουθετούν οι μεν τους δε».
 
O φόβος της τιμωρίας είναι κάτι πιο αποτρόπαιο. Και αυτή εί­ναι η μορφή που προτιμούν οι ρεαλιστές πολιτικοί άρχοντες του Σοφοκλή: «Ποτέ, σε μια πόλη, οι νόμοι δεν θα είχαν την απαιτού­μενη δύναμη, αν δεν υποστηρίζονταν από τον φόβο (δέος), και μια στρατιά δεν θα είχε σοφή πειθαρχία, αν δεν την υπερασπίζονταν ο φόβος και ο σεβασμός (φόβου-αιδούς). Όσο γεροδεμένος κι αν είναι από τη φύση του κανείς, πρέπει να έχει στο νου του ότι μπορεί να πέσει ακόμα και από ένα μικρό κακό. Όποιος αισθάνεται φόβο και σεβασμό (δέος-αισχύνη), να το ξέρεις καλά, έχει ελπίδες σωτη­ρίας… Ένας σωτήριος φόβος πρέπει πάντα (δέοςκαίριον) να υπάρχει»… (Αίας, 1071 κε)[14].
 
Αλλά, όπως και ο πλατωνικός φόβος των Νόμων, ο φόβος που επικαλείται ο Μενέλαος εδώ παραμένει ένας φόβος, αν μπορούμε να το πούμε έτσι, πολιτικής φύσεως.
 
Αντίθετα ο αισχύλειος φόβος, όσο κι αν έρχεται να ενταχθεί ξαφνικά στα πλαίσια της πόλης και σαν σε ένα πολιτικό πρόγραμ­μα, είναι πάντοτε ο φόβος της Ερινύας· και ο σεβασμός που τον συνοδεύει, που του είναι συγγενικός[15], είναι ο σεβασμός που έχει κανείς για τους θεούς· είναι σέβας, όρος χαρακτηριστικός της ευ­σέβειας έτσι όπως την εκφράζει ο Αισχύλος[16]. H Αθηνά προσθέτει την ιδέα του ταρβείν (Ευμ., 700: τοιόνδε τοι ταρβούντες ενδίκως σέβας), που θυμίζει ό,τι έχει το θρησκευτικό έντονο, ζωντανό, ο φόβος που μπορεί να εμπνεύσει, ακόμα και εκ των προτέρων, η Ερινύα.
 
Όπως ακριβώς στις Ικέτιδες, η εξουσία του λαού και αυτή των θεών συναντιόνται λοιπόν και συνεργάζονται. Και όταν ακόμα η πολιτική τάξη έχει αποκατασταθεί, το αισχύλειο σύμπαν παραμέ­νει ασπαίρον από την διπλή ζωή που το κατοικεί, και θέλει τίποτε να μην στερείται από θεϊκή παρουσία. Ο φόβος διατηρεί εδώ τον ιερό χαρακτήρα του ως το τέλος.
 
Έχει όμως αλλάξει πρόσωπο. Ένας ευλαβικός σεβασμός έχει πάρει τη θέση του -ή θα ήθελε να πάρει τη θέση της σκοτεινής αγω­νίας που περιγράψαμε. Και μπορεί κανείς να πει ότι δεν υπάρχει πιο ωραία μαρτυρία της βαθιάς φιλοδοξίας που διαπνέει το έργο, από το να βλέπουμε τη συγκινητική πομπή που κλείνει με τόση με­γαλοπρέπεια τις Ευμενίδες, να γιορτάζει στην πραγματικότητα μια συμφιλίωση που σημαίνει το τέλος της αγωνίας και την έλευση του καλού φόβου, σε έναν δίκαιο κόσμο[17].
--------------------
 [1] Philologus, Supplementband, 1928, 164 σ. in-8ο. Tο χωρίο που ακολουθεί είναι παρ­μένο από τη σ. 43: «Από τη σκηνή των πρώτων έργων του Αισχύλου ηχεί μόνο η πα­θητική κραυγή της αγωνίας».
[2] Ο B. Snell επιμένει στον ρόλο που είχε ο φόβος στον Φρύνιχο. (βλ. του ιδίου, εκτός από την προαναφερθείσα μελέτη, Die Entdeckung des Geistes, σ. 114. Αλλά ο Φρύνι­χος μας είναι πολύ λίγο γνωστός για να μπορεί η σύγκριση να είναι γόνιμη).
[3] H σχέση που δηλώνει η γενική δεν διατηρείται σε καμία από τις μεταφράσεις.
[4] ο Αισχύλος μοιάζει να έχει συλλάβει την ιδέα της γονιμότητας του πάσχειν: όταν τούτο δεν είναι «δίκαιο» στο φως του παρελθόντος, «δικαιολογείται» στην προοπτι­κή του μέλλοντος: η Ιώ εξαγοράζει έτσι με τα πάθη της το προνόμιο που τελικά της εκ­χωρείται. Αλλά αυτό προφανώς προϋποθέτει ότι ο εν λόγω πόνος είναι προσωρινός και ότι τα δεινά του παίρνουν τέλος στην ειρήνη.
[5] Πβ. παραπάνω, σ. 46. Οι προσεγγίσεις που επιχειρήσαμε παραπάνω μοιάζουν επαρ­κείς, χωρίς να χρειάζεται να επιστρατεύσει κανείς μια ιδιαίτερη θεωρία περί ύπνου. Πβ. όμως σχετικά το εμπεδόκλειο απόσπασμα Β 105, κατά το οποίο η συγκέντρωση του αίματος στην καρδιά γεννά τη σκέψη (νόημα).
[6] Πβ. P. Mazon, ad loc.
[7] Το παν Θα σήμαινε μάλλον «στα πάντα, πλήρως»: δεν πρόκειται για φιλοσοφία, αλ­λά για πρακτική σοφία.
[8] Πβ. Snell, Aischylos…,σ. 118: «Κατονομαζόμενος και χαρακτηρισμένος ο φόβος αυτός χάνει τη φρίκη του».
[9] Ο σεβασμός αυτός είναι φυσικός όταν απευθύνεται σε έναν ηγεμόνα άξιο του ονό­ματός του: πβ. Πέρσες, 694 κε, όπου οι διαφορετικές λέξεις που δηλώνουν τον φόβο, τον σεβασμό, την ανησυχία για το μέλλον χρησιμοποιούνται απ’ ό,τι φαίνεται αδια­κρίτως.
[10] Ορισμένοι σκέφθηκαν ότι ο φόβος αυτός θα μπορούσε να αναφέρεται στην Κλυ­ταιμνήστρα: πράγμα που η παραπάνω προσέγγιση καθιστά απίθανο. Ο σχολιαστής καταλάβαινε ήδη πολύ καλά το απόσπασμα.
[11] Βλ. για παράδειγμα, Βουρβέρη, Θεῑος φόβος, Επιστημονική Επετηρίς της φιλοσοφικής σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, 1953-4, σ. 121-132.
[12] Κατά τον Βουρβέρη, η λέξη «θείος» δικαιολογείται από μια τάση σεβασμού της θεί­ας βούλησης παν άρχει του σύμπαντος. Ακόμα κι αν αυτή η απόχρωση είναι υπαρκτή, βρισκόμαστε μακριά από το ιερό.
[13] Πολιτείας 330d κε Πβ. ιδιαίτερα: εισέρχεται αυτώ δέος και φροντίς… δείματος με­στός… Θαμά εγειρόμενος δειμαίνει.
[14] Μπορούμε να πλησιάσουμε αυτό το χωρίο που λέει ο Κρέων στην Αντιγό­νη, 663 κε, το ίδιο και ο Επίχαρμος, απ. 221 (αναφέρεται από τον σχολιαστή του Αίαντα), κλπ.
[15] Συγγενής στον στίχο 691 κε, δεν μπορεί να σημαίνει παρά μια συγγένεια ανάμεσα στον φόβο και το σέβας: o Verall βλέπει επιπλέον έναν υπαινιγμό στη συγγένεια ανά­μεσα στον Άρη (αφού πρόκειται για τον Άρειο Πάγο) και τον Φόβο (γιο του Άρη κα­τά την Θεογονία, 940). Αυτή η ερμηνεία φαίνεται υπερβολικά εξεζητημένη.
[16] Πβ. Couffignal, Pech. de Sc. Rel., 1947, 328-346.
[17] Η μελέτη αυτή ξαναπιάνει τον μίτο συμπερασμάτων διαφόρων διαλέξεων που δό­θηκαν στα Πανεπιστήμια του Γκαίτινγκεν (Göttingen), του Αμβούργου, τον Λονδίνου και της Οξφόρδης: δράττομαι της ευκαιρίας για να εκφράσω την ζωηρή μου αναγνώ­ριση σε αυτούς που με υποδέχθηκαν στα πανεπιστήμια αυτά.

Σεξουαλικότητα και ενοχή

Μια σύζυγος «του καθήκοντος». Όλα τα κάνει από υποχρέωση. Υποτιμάει τον σύζυγό της και τις ανάγκες της κόρης της για εγγύτητα. Μια γυναίκα που –από πάντα- φοβάται να αφεθεί στις συνασθηματικές της παρορμήσεις. Ο έρωτας ως στάση και απόφαση ζωής απουσιάζει παντελώς από το ρεπερτόριο των επιλογών της. Ο ρόλος της ως μητέρας μοιάζει να πραγματώνεται μέσα από την εμφύσηση στα παιδιά της –κυρίως στην κόρης της- της «καθηκοντολαγνείας», της απαξίωσης της αυθόρμητης χαράς και των συνασθηματικών παρορμήσεων στην καθημερινότητα των σχέσεων.

Είναι σύνηθες η ασυνείδητη αμφιθυμία & η επίκριση των γονέων απέναντι στον δικό τους ερωτισμό να μεταβιβάζεται ως ανεπεξέργαστη πληροφορία και στάση ζωής στα παιδιά τους. Τα παιδιά την εσωτερικεύουν και την αναπαράγουν ως ύστατη προσπάθεια -μοιάζοντας εσωτερικά με τους γονείς τους- να αναπληρώσουν το βαθύ ψυχικό κενό που μέσα τους έχει δημιουργήσει η απουσία συναισθηματικής εγγύτητας με τους γονείς στα πρώιμα χρόνια της σχέσης τους.

Πολύ συχνά επίσης μέσα σε ένα ζευγάρι η επιλογή της αυτοαπαξίωσης χρησιμοποιεί τον έταιρο της σχέσης ως έναυσμα απενοχοποίησης της ασυνείδητης πρόθεσης για αυτοκαταστροφή. Κι αυτή προαποφασισμένη ασυνείδητα από σχεσιακές πληγές που ποτέ δεν έγιναν αντικείμενο ψυχοθεραπευτικής επεξεργασίας.

Όταν η ανάγκη για έλεγχο του εαυτού και των συναισθημάτων των άλλων δεν διοχετεύεται στην σεξουαλικότητα, πολύ συχνά μεταστρέφεται σε χρόνια δυσθυμία, επιθετικότητα και κατάθλιψη.

Κατάθλιψη κι ανηδονία που η επόμενη γενιά, έως ότου την αντιμετωπίσει ψυχοθεραπευτικά, την φέρει ως έμβλημα μιας συγγένειας στην ουσία της ανολοκλήρωτης, γι’ αυτό τραυματικής.

Σήμερα, στην περίπτωση της Μαρίας, η ψυχοθεραπεία, η αυτοαποδοχή και η ανένοχη χαρά πιάνονται χέρι χέρι. Ο εσωτερικός πειραματισμός της Μαρίας με στοίχημα την ψυχική της ολοκλήρωση αγγίζει τον πρώτο του σκαλοπάτι, που είναι η αποδοχή του δικαιώματος στην χαρά της ηδονής.

Οι χορτασμένες από την οδύνη μνήμες δίνουν την σκυτάλη στο δικαίωμα της σωματικής ηδονής.

Οι εφηβικές τις ανάγκες σήμερα, μεταχρονολογημένα, αλλά ταυτόχρονα στην κατάλληλη στιγμή, αρχίζουν να βγαίνουν στο φως του ήλιου της επίγνωσης και να ικανοποιούνται.

Ο αυτοερωτισμός δεν είναι όνειδος, ούτε κατάρα, όπως λένε κάποιοι που έκαναν την ενοχικότητα τους καραμέλα αυτοδικαίωσης, τον τρόμο τους μπρος στην ευχαρίστηση ασπίδα ηθικής περιφρούρησης του εγώ τους.

Ο άνθρωπος είναι φύσει ερωτικό πλάσμα.

Χρειάζεται, ως αναγκαία προϋπόθεση ολοκλήρωσης, να συνδεθεί με την εσωτερική ερωτική του διάσταση για να βεβαιωθεί κι ενδοψυχικά πως έχει εκείνες τις προσλαμβάνουσες που του χρειάζονται για να διευρυνθεί ψυχικά και υπαρξιακά.

Ο αυνανισμός είναι μια αρχική απόπειρα να προσεγγίσει κανείς την σεξουαλικότητά του, να την ανιχνεύσει και να «κατοχυρώσει» την ταυτότητά του ως εν ενεργεία ερωτικό ον, κι αργότερα ως εταίρος της διαπροσωπικής σχέσης.

Η σεξουαλικότητα είναι βέβαια μόνο μια -αν και βασική και σημαντική- απ’ τις παραφυάδες των υπαρξιακών δυνατοτήτων του ερωτικού ανθρώπου. Η κυρίαρχη και πιο γειωμένη του διάσταση.

Ο αυνανισμός είναι μια αφορμή σύνδεσης με την πυρηνική ενέργεια της ψυχής που συνήθως στην πρώιμη φάση της εξέλιξής της θέλει να ανακαλύψει τις προοπτικές της.

Μόνο συναντώντας κανείς το σώμα του σαν πηγή ανένοχης ευχαρίστησης, θα μπορέσει -αν αυτό χρειάζεται ψυχικά- να το υπερβεί. Να το κάνει σκαλοπάτι μέσα από το οποίο, σε μεταγενέστερη φάση, θα κατεβεί στο υπόγειο της ψυχής για να συναντήσει σκιές, να αποκρυπτογραφήσει βιωματικά το δίπολο «ηδονή-οδύνη», να βρεθεί με το σύνολο του υπαρξιακά κομματιασμένου του εαυτού.

Η ανακάλυψη του αυτοερωτισμού και το ολόθερμο αγκάλιασμα της σεξουαλικότητας ως βασική πηγή ψυχοσωματικής ευχαρίστησης είναι αναγκαίες προϋποθέσεις για την υπέρβαση της ανάγκης να παραμείνει κανείς φοβικά εγκλεισμένος στον εαυτό του. Αφού ζήσει τις -φυσικά κι αναμενόμενα- μοναχικές εκδοχές της ερωτικής διάθεσης, να θελήσει να τις αφήσει πίσω για να προχωρήσει στο δημιουργικό και περίπλοκο αλισβερίσι των κατ’ ουσίαν σχέσεων.

Είναι η πύλη απ’ την οποία θα περάσει αυτός που θέλει να σχετισθεί πιο ουσιαστικά με τους άλλους και τελικά να χρησιμοποιήσει το σώμα και την ηδονή ως προγεύσεις της χωρίς τέλος ψυχοσυναισθηματικής διεύρυνσης του εαυτού, ως την βάση επίτευξης υπέρλογων επιθυμιών και βίωσης μεγαλύτερου βάθους αποκαλύψεων.

Το μόνο που πρέπει να φοβάσαι είναι το λίγο

Έμαθες να συμβιβάζεσαι στις σχέσεις σου. Τις περισσότερες φορές δεν καταλάβαινες τους συμβιβασμούς σου, γιατί έμαθες να αναλαμβάνεις εσύ την ευθύνη και να δικαιολογείς τους άλλους.

Συμβιβαζόσουν γιατί κυριαρχούσε ο φόβος σου. Ο φόβος σου για τη μοναξιά, ο φόβος σου της εγκατάλειψης, ο φόβος της απώλειας. Και οι φόβοι σου σε έκαναν να ξεχνάς τον εαυτό σου. Τον έβαζες πάντα τελευταίο. Τις ανάγκες σου, τα θέλω σου. Και κατέληγες να εξαρτάσαι από τους άλλους.

Κατέληγες όχι μόνο να ακουμπάς επάνω τους, αλλά να αγκιστρώνεσαι από πάνω τους. Κι οι άλλοι έμεναν γιατί ικανοποιούταν το Εγώ τους, άλλοι έφευγαν γιατί πνίγονταν μέσα στην υπερβολική εκδήλωση των συναισθημάτων σου.

Κι εσύ πάντα μέσα στη δυστυχία. Μέσα στη σκέψη ότι κανένας δεν σε θέλει πραγματικά. Γιατί έμαθες εσύ να μην αγαπάς τον εαυτό σου. Γιατί έμαθες να μην τον φροντίζεις. Γιατί έμαθες να αρκείσαι στα λίγα και να δικαιολογείς τους άλλους.

Μία μόνιμη δικαιολογία υπήρχε πάντα. Για όλους όσους ήρθαν, για όλους όσους έφυγαν και για όλους όσους δεν μπήκαν. Δικαιολογούσες πάντα τους άλλους, όμως πονούσες. Πονούσες γιατί ήθελες να δώσεις τόσα πολλά και έπαιρνες πάντα τόσα λίγα.

Σκέφτηκες όμως ότι εσύ δεν άφηνες ποτέ περιθώριο στον άλλον να κάνει κάτι; Σκέφτηκες άραγε ποτέ ότι κάλυπτες όλες τις ανάγκες και τα θέλω των άλλων πριν καν εκφραστούν; Ήσουν πάντα εκεί για όλους, χωρίς να διεκδικείς τίποτα για σένα. Ή όταν διεκδικούσες, το έκανες τόσο θυμωμένα, που οι άλλοι έφευγαν. Έτσι έμαθες. Και κάθε χωρισμός, κάθε φορά το έκανε πιο δύσκολο. Γιατί κινητοποιούσε όλους σου τους φόβους.

Να σου πω όμως κάτι; Δεν μπορείς να συνεχίσεις άλλο έτσι. Εσύ πρέπει να αλλάξεις, όχι οι άλλοι. Εσύ πρέπει να δώσεις αξία στον εαυτό σου. Εσύ πρέπει να μάθεις να διεκδικείς την αξία σου. Και αν δεν μπορείς μόνος σου, αν δεν μπορείς μόνη σου, μην φοβάσαι να ζητήσεις βοήθεια. Γιατί οι σύμμαχοι στη ζωή μας είναι πολύτιμοι. Το μόνο που πρέπει να φοβάσαι είναι το λίγο.

Ο χάρτης για τον δρόμο σας προς την Ευημερία

Για να διαβάζετε αυτές τις γραμμές, μάλλον έχετε ήδη φτάσει σε ένα σημείο στο οποίο είπατε στον εαυτό σας:

«Όλο στα ίδια και στα ίδια πέφτω; Γιατί; Και κυρίως… Ως πότε;».

«Enough!».

Μήπως λοιπόν ήρθε η ώρα να βγάλουμε τη ζωή σας από συρτάρι; Τώρα. Όχι… κάποια μέρα.

Πριν δούμε το πώς, ας μάθουμε λίγη χρήσιμη πληροφορία που θα σας βοηθήσει να καταλάβετε προς τα πού είναι ο δρόμος προς το φως και τη χαρά.

Τι λέτε;

Οι άνθρωποι που βίωσαν δυσκολίες στην παιδική τους ηλικία τείνουν να δημιουργούν μια αφήγηση στο μυαλό τους που πολλές φορές είναι αμείλικτη σχετικά με το πόσο αξίζουν ή μέχρι το πού μπορούν να φτάσουν.

Το χειρότερο όμως δεν είναι αυτό. Το χειρότερο είναι ότι αυτή η αφήγηση ενσωματώνεται τόσο βαθιά στον λογικό επεξεργαστή του μυαλού τους που πλέον δεν την ξεχωρίζουν καν, και την αντιλαμβάνονται ως μια αντικειμενική αλήθεια.

Και από εκεί αρχίζει ο φαύλος κύκλος μιας… δυσάρεστης ή και δύσκολης ζωής. Τι μπορούμε όμως να κάνουμε για να απελευθερωθούμε:

α. Από αυτή την εσωτερική αφήγηση

β. Από τον φαύλο κύκλο των δυσκολιών;

Το πρώτο βήμα είναι το να καταλάβουμε λίγο αυτό το υπερόπλο που έχουμε όλοι μας και το οποίο λέγεται Ανθρώπινος Εγκέφαλος.
Ο ανθρώπινος εγκέφαλος και οι σκέψεις του

Ο Dr Joe Dispenza μας ενημερώνει ότι ο ανθρώπινος εγκέφαλος κάνει 60,000-70,000 σκέψεις την ημέρα.

Ωστόσο, στο μεγαλύτερο μέρος του, το μυαλό μας είναι ένα αρχείο του προσωπικού μας παρελθόντος. Δηλαδή είναι μια απεικόνιση της ζωής που έχουμε ζήσει. Το 90% των αυτόματων σκέψεων που κάνουμε λοιπόν, αφορούν το παρελθόν. Καλά μέχρι εδώ; Πάμε να δούμε την επόμενη χρήσιμη πληροφορία:

Ποιες σκέψεις μένουν και ποιες ξεθωριάζουν; Και με ποιο τρόπο αυτό διαμορφώνει το μέλλον μας;

Εδώ κρύβεται μια σημαντική πληροφορία. Ο τρόπος λειτουργίας του ανθρώπινου μυαλού είναι έτσι δομημένος έτσι ώστε να συγκρατεί καλύτερα τις εμπειρίες… πόνου ή φόβου που έχει ζήσει.

Όχι, δεν έχει κακό σκοπό. Το κάνει έτσι ώστε να μας κάνει να αποφύγουμε παρόμοιες καταστάσεις στο μέλλον. Παράλληλα, έχει τάση να κάνει υποτίμηση των θετικών που μας συμβαίνουν μετά από λίγο χρονικό διάστημα.

Παραδείγματος χάριν, σκεφτείτε τη χαρά που πήρατε μόλις αποκτήσατε το καινούριο σας κινητό… Ή τη χαρά που αγοράσατε εκείνες τα ακριβά πράγματα.

Και στη συνέχεια σκεφτείτε πόσο σύντομα πέρασε η ένταση αυτού του θετικού συναισθήματος και αυτά που αποκτήσατε πέρασαν στα δεδομένα.

Και τώρα σκεφτείτε εκείνον τον καυγά που είχατε πριν από χρόνια με την μητέρα ή τον πατέρα σας. Ή με τον ή την σύζυγό σας.

Πόσο νωπά είναι τα λόγια τους στη μνήμη σας και πόσο ζωντανό είναι ακόμα το συναίσθημα. Και πόση πίκρα σας δημιουργούν ακόμα και σήμερα.

Όπως είπαμε και νωρίτερα ο εγκέφαλός μας τείνει να συγκρατεί ευκολότερα εκείνα τα γεγονότα που μας πόνεσαν.

Από τα παραπάνω μπορείτε να καταλάβετε ότι ένας μη γυμνασμένος εγκέφαλος έχει συνήθως αυτόματα την πυξίδα του στραμμένη στα αρνητικά.

Δεν είναι θέμα αρνητικού ή αδύναμου χαρακτήρα. Είναι απλά ο πρωτόγονος τρόπος της φύσης του να μας προστατέψει.

Ρίξτε όμως μια καλή ματιά στη ζωή σας. Όταν έχετε την προσοχή σας στα δυσάρεστα που σας έχουν συμβεί, νιώθετε ότι προοδεύετε; Νιώθετε ότι σας πάνε τα πράγματα καλά;

Μάλλον όχι. Ο λόγος είναι ότι στη ζωή δεν ήρθαμε για να βιώσουμε την προστασία και την ασφάλεια. Δεν ήρθαμε να γνωρίσουμε τον εαυτό μας «Προστατευμένο».

Στη ζωή ήρθαμε για να αναπτυχθούμε, να διευρύνουμε την ύπαρξή μας και να γνωρίσουμε τον αληθινό εαυτό μας. Και μέσα από αυτόν να δημιουργήσουμε ευημερία για εμάς και τους γύρω μας.

Στη ζωή ήρθατε για να βιώσετε την ύπαρξή σας ως δώρο αφύπνισης και χαράς.

Ωστόσο, όσο ο εγκέφαλός σας δείχνει στο… παρελθόν…, εσείς θα συνεχίζετε να αναπαράγετε μοτίβα δυσκολιών του παρελθόντος.

Μπορεί να αγωνίζεστε για την οικονομική αφθονία αλλά ο εγκέφαλός σας έχει σαν χάρτη και προορισμό τη στέρηση που ζήσατε μικροί.

Εσείς μπορεί να διψάτε για σχέσεις και ο εγκέφαλός σας να τρέχει μακριά από κάθε δέσμευση.

Εσείς μπορεί να ζητάτε ευτυχία αλλά να παίρνετε και πάλι το ρόλο του θύματος, ή του σωτήρα σε μια νέα σχέση ή συνεργασία.

Αυτό συμβαίνει γιατί παρόλο που προσπαθείτε να δημιουργήσετε ένα καλύτερο μέλλον, παλεύετε με τον ίδιο εγκεφαλικό εξοπλισμό που αντιστοιχεί σε όσα έχετε ήδη ζήσει.

Και μάλιστα στα πιο δυσάρεστα από αυτά που έχετε ζήσει.

Έτσι εξηγείται το ότι ζείτε μια νέα κατάσταση που όμως είναι πανομοιότυπη με το παρελθόν.

Για να το πω με λίγα λόγια,

ένα παιδί που δεν ένιωσε αρκετό για να το αγαπήσουν οι γονείς του με τον τρόπο με τον οποίο εκείνο χρειαζόταν…

θα γίνει ένας ενήλικας που δεν θα νιώθει αρκετός για να ζήσει τη ζωή με τον τρόπο που εκείνος χρειάζεται.

Υπάρχει όμως πλέον ο τρόπος με τον οποίο με λίγη καθημερινή εξάσκηση μπορούμε να αλλάξουμε τα νευρωνικά κυκλώματα με τέτοιο τρόπο με τον οποίο θα πάψουν να σαμποτάρουν τα σχέδιά μας και θα συνεργαστούν μαζί μας για την υλοποίηση του οράματός μας.

Με αυτόν τον τρόπο ο εγκέφαλός σας θα πάψει να αποτελεί ένα αρχείο πόνου του παρελθόντος και θα γίνει ο χάρτης για τον δρόμο σας προς την Ευημερία.

Οι ευκαιρίες και οι προκλήσεις που έχει ο καθένας μας είναι πολύ περισσότερες από αυτές που πιστεύουμε

Τα πάντα έχουν μια αντανάκλαση. Μακάρι, όλοι να μπορούσαμε να το αντιληφθούμε αυτό και να το παίρνουμε ως δεδομένο. Τότε, τα πράγματα, οι καταστάσεις και οι διάφορες περιστάσεις της ζωής του ανθρώπου θα μπορούσαν να ήταν, και να είναι πιο αρμονικές, πιο «πετυχημένες» κ.α.

Με το να λες και να εκφράζεις την γνώμη σου για «κάτι», για το οτιδήποτε, είναι πιθανόν να έλκεις παραπλήσια, αν όχι ταυτόσημα και ανάλογα αυτού του «κάτι» πράγματα και αυτόματα να μετατρέπεται η ζωή σου σε πιο ιδανική, μοναδική, παρά σε ονειρική και εξιδανικευμένη...

Και επανέρχομαι, στις δύο όψεις του ενός νομίσματος. Αυτή, την εντύπωση, ίσως και γνώμη έχουν οι περισσότεροι από εμάς. Εγώ, διαφωνώ. Δεν είναι δύο οι όψεις και οι πιθανές λύσεις, επιλογές για αυτό το «κάτι» είναι πολύ περισσότερες.

Οι ευκαιρίες και οι προκλήσεις που έχει ο καθένας μας είναι πολύ περισσότερες από αυτές που πιστεύουμε εμείς οι ίδιοι για τους εαυτούς μας. Υπάρχουν απεριόριστα παραδείγματα που το τεκμηριώνουν. Η τεκμηρίωση μέσω παραδειγμάτων μπορεί να είναι πολύ πιο πειστική και ενθαρρυντική στο να σε κάνουν να θέλεις ο ίδιος να πάρεις το τιμόνι της δική σου ζωής.

Είμαστε στο 2019, έχω την εντύπωση ότι η παιδεία και οι πανανθρώπινες αξίες που αγωνίστηκαν σθεναρά οι πρόγονοί μας εκλείψαν!

Τί έχει αλλάξει στον τρόπο διαβίωσης των ανθρώπων τους προηγούμενους αιώνες; Η απάντηση που μπορώ αυτή την στιγμή να δώσω από την δική μου οπτική είναι ότι ο καθένας μας όπως επιλέγει τα πάντα για τους οποιουσδήποτε λόγους να το πράττει με μαζικότητα, σαφήνεια, εχεμύθεια (όπου χρειάζεται), για να καταλήξουμε στην Δικαιοσύνη...

Ο εγωκεντρισμός δεν είναι κάτι κακό, ενώ η εγωλατρία είναι κάτι αρρωστημένο, φοβερό

Η ενήλικη αγάπη, κατά την άποψή μου, αποκαλύπτεται τη στιγμή που κάποιος, μαθημένος να δίνει προτεραιότητα στον εαυτό του, απολαμβάνει οτιδήποτε κάνει για τον άνθρωπο που αγαπά.

Η μοναδική βοήθεια που δεν αφήνει πίσω της οφειλές, είναι αυτή που υποκινείται από τη χαρά να βοηθάς.

Αν θέλεις το πιστεύεις, αν δεν θέλεις δεν το πιστεύεις, πάντως, —με τις δικές μου γνώσεις και με τις δικές μου αναφορές— στη ζωή σου δεν υπάρχει κανένας πιο σημαντικός από σένα. Θα Μπορούσε κάποιος να μου πει: “Μα τι λες… Και η αρετή; Κι αυτά που μας διδάσκει η κοινωνία, κι όλοι εκείνοι που από κάθε πλευρά μάς λένε: Αγάπα τον άλλον ως σ' εαυτόν; Τι γίνεται μ’ αυτό το μήνυμα που συμμερίζονται όλα τα πνευματικά δόγματα και οι περισσότερες θρησκείες;” Παραδέχομαι ότι, ως υπόθεση της ιδανικής αγάπης, κάπως έτσι έχουν τα πράγματα. Πρόσεξε, όμως. Λένε: “Αγάπα τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου”, και όχι: “περισσότερο κι απ’ τον εαυτό σου”. Έτσι δεν είναι; Και ξέρεις γιατί δεν το λένε; Γιατί αυτή η άποψη —που παραπέμπει στην ιδέα της ανωτερότητας και της μεγίστης τελειότητας— περνάει μέσα από τη λαϊκή σοφία που μας πληροφορεί ότι στην καθημερινή ζωή, το να φτάσει κανείς ν’ αγαπάει τον άλλον όπως τον εαυτό του είναι ό,τι περισσότερο μπορεί να του ζητηθεί. Αυτό φαίνεται να είναι το μέτρο της ιδανικής αγάπης: το αν είναι ή όχι κάποιος ικανός να αγαπήσει τον εαυτό του. Κι αμέσως μετά, να κάνει ό,τι μπορεί για να δει αν θα τα καταφέρει ν’ αγαπήσει και τον άλλον όπως τον εαυτό του.

Κι αυτό μας φέρνει ξανά σε κάτι που είπες εσύ πριν: ότι ο εγωιστής πιστεύει πως είναι το μέτρο των πάντων και το κέντρο του κόσμου. Ο εγωιστής —υποστήριζες προηγουμένως— είναι εγωκεντρικός και… όσο κι αν μου κοστίζει… συμφωνώ! Να ξέρεις πως μ’ ενοχλεί απίστευτα να διαλύω μια βαθιά ριζωμένη διαφωνία μπροστά σε κάποια περιστασιακή συμφωνία… Γιατί, γενικά, το χαίρομαι πολύ να εναντιώνομαι, να πηγαίνω κόντρα στα λεγάμενα κάποιου, να διαφωνώ με την καλή έννοια — με καταλαβαίνεις…

«Καταλαβαίνω ότι είσαι πολύ κακός άνθρωπος…»

«Όχι, δεν είμαι κακός, αλλά εδώ που φτάσαμε είναι αναγκαίο να διαχωρίσουμε τον εγωκεντρισμό από την εγωλατρία. Εγωκεντρισμός είναι να αισθάνεσαι πως είσαι το κέντρο του κόσμου — και, πράγματι, ούτε αυτό θεωρώ πως είναι κακό. Γιατί ο άνθρωπος ΕΙΝΑΙ το κέντρο του κόσμου. Αλλά… ποιανού κόσμου; Προσοχή: του κόσμου που κατοικεί ο ίδιος: του ΔΙΚΟΥ ΤΟΥ κόσμου. Ας το καταλάβουμε έτσι: ο κόσμος που απαρτίζεται απ’ όλα τα πράγματα που γνωρίζω κι αγαπώ έχει επίκεντρο εμένα, και ο κόσμος όλων των ΔΙΚΩΝ ΣΟΥ πραγμάτων έχει κέντρο του ΕΣΕΝΑ.

Ο καθένας μας είναι το κέντρο του κόσμου όπου ζει, κι όλα όσα συμβαίνουν γύρω του περνάνε αναγκαστικά απ’ αυτόν.

Η εγωλατρία παραπέμπει αλλού: στο να νομίζει κάποιος πως είναι το κέντρο του κόσμου και της ζωής των άλλων. Κι εδώ είναι το μπέρδεμα. Το κακό, το αρρωστημένο και το φοβερό είναι η εγωλατρία κι όχι ο εγωκεντρισμός, γιατί ο εγωλάτρης (εγωλατρία σημαίνει θεοποίηση του εγώ) νομίζει πως είναι θεός- θεωρεί τον εαυτό του ανώτερο ον. Άλλο είναι να ξέρω πως είμαι το κέντρο του κόσμου όπου ζω εγώ, κι άλλο, πολύ διαφορετικό, να νομίζω πως εγώ είμαι το κέντρο του κόσμου όπου ζουν όλοι αυτοί.

Αυτό είναι εγωλατρία, αυτό είναι ματαιοδοξία, αυτό είναι κάτι ανάξιο, όπως ανάξιο είναι να μειώνω τον εαυτό μου επιτρέποντας στους άλλους να θεωρούν πως αποτελούν εκείνοι το κέντρο της δικής μου ζωής.

Κανείς δεν μπορεί να βλέπει πέρα από τα όρια του εαυτού του

Κανείς δεν μπορεί να βλέπει πέρα από τα όρια του εαυτού του. Με τούτο εννοώ ότι ο καθένας μπορεί να συλλάβει και να κατανοήσει τον άλλον μόνον ανάλογα με την δική του ευφυΐα. Εάν κάποιος έχει ευφυΐα του πλέον χαμηλού είδους, τότε όλα τα πνευματικά χαρίσματα, ακόμη και τα πλέον έκτακτα, δεν θα του κάνουν καμία εντύπωση˙ σ’ έναν άνθρωπο προικισμένο μ’ αυτά, δεν θα προσέξει παρά τα χαμηλότερα στοιχεία της ατομικότητάς του, όλες του δηλ. τις αδυναμίες, τα ελαττώματα της ιδιοσυγκρασίας και του χαρακτήρα. Τούτα τα στοιχεία είναι αυτά που, κατά την αντίληψή του, συνθέτουν την προσωπικότητα του άλλου, ενώ οι υπέρτερες πνευματικές ικανότητες είναι γι’ αυτόν τόσο αντιληπτές όσο τα χρώματα για τον τυφλό˙ διότι το πνεύμα είναι αόρατο για όποιον δεν έχει και ο ίδιος πνεύμα, κάθε δε αξιολόγηση είναι το γινόμενο της αξίας του αξιολογουμένου επί την γνωστική ικανότητα του αξιολογούντος.

Από τούτα προκύπτει ότι, όποτε συνομιλούμε με κάποιον, καταβιβάζουμε τον εαυτό μας στο επίπεδό του, καθότι όλα εκείνα στα όποια υπερτερούμε αυτού εξαφανίζονται, απαρατήρητη δε περνά ακόμη και η απάρνηση του εαυτού μας που απαιτείται για την ισοπέδωση αυτή. Εάν αναλογισθεί κανείς πόσο χαμηλά είναι το φρόνημα και τα προσόντα των περισσότερων ανθρώπων, δηλ. πόσο ποταποί είναι, θα συνειδητοποιήσει ότι δεν είναι δυνατόν να μιλά μαζί τους χωρίς να γίνει και ο ίδιος, στην διάρκεια της συνομιλίας, ποταπός (κατ’ αναλογία με το φαινόμενα της πτώσεως της ισχύος κατά την διανομή του ηλεκτρικού ρεύματος)˙ θα κατανοήσει τότε σε βάθος το νόημα και το εύστοχον της εκφράσεως sich gemein machen, αλλά και θ’ αποφεύγει κάθε συναναστροφή στην όποια δεν μπορεί να επικοινωνήσει παρά με την parlie honteuse (επονείδιστο μέρος) της φύσης του. Θα κατανοήσει επίσης ότι, απέναντι σε ηλίθιους και μουρλούς, δεν υπάρχει παρά ένας και μόνον τρόπος να καταστήσει εμφανή την φρόνηση του, κι αυτός δεν είναι άλλος από το να μην μιλά μαζί τους. Όμως, ενεργώντας έτσι, κάποιοι άνθρωποι ενίοτε θα νιώθουν μέσα στην κοινωνία όπως ο χορευτής που προσήλθε σ’ έναν χορό και δεν συνάντησε παρά μόνο παράλυτους˙ με ποιόν τώρα να χορέψει;

Arthur Schopenhauer, Εγχειρίδιο πρακτικής σοφίας