Σάββατο, 29 Αυγούστου 2015

Η Απόσταση Της Σελήνης

Η Απόσταση Της ΣελήνηςΚάποτε, σύμφωνα μ’ όσα υποστηρίζει ο σερ Τζορτζ Ντάρβιν, η Σελήνη βρισκότανε πολύ κοντά στη Γη. Οι παλίρροιες ήταν αυτές που τη σπρώξανε σιγά-σιγά μακριά, οι παλίρροιες που η ίδια η Σελήνη προκαλεί στα γήινα νερά και στη διάρκεια τους, η Γη χάνει αργά αλλά σταθερά ενέργεια.

-Το ξέρω καλά! αναφώνησε ο γέρο-Κφβφκ, εσείς δε μπορείτε να το θυμάστε αλλά εγώ μπορώ. Εμείς, τη Σελήνη την είχαμε πάντα, πελώρια, πάνω από τα κεφάλια μας: όταν ήταν πανσέληνος -νύχτες φωτεινές σα μέρες, μ’ ένα φως στο χρώμα του βούτυρου- έλεγες πως θα πέσει και θα μας πλακώσει. Όταν, πάλι, είχαμε νουμηνία, κυλούσε στον ουρανό σα μαύρη ομπρέλα που τη παίρνει ο αέρας κι όταν γέμιζε, προχωρούσε με τα κέρατά της τόσο χαμηλά, που ‘λεγες πως τώρα θα καρφωθεί στο λόφο κάποιου ακρωτήριου και θα μείνει κει, αγκυροβολημένη για πάντα.

Ολάκερος ο μηχανισμός όμως λειτουργούσε διαφορετικά απ’ ότι σήμερα, ίσως γιατί οι αποστάσεις από τον Ήλιο ήτανε διαφορετικές, όπως διαφορετικές ήταν οι τροχιές κι η κλίση δε θυμάμαι πια ακριβώς ποιού πράματος. Από εκλείψεις, άλλωστε, με τη Γη και τη Σελήνη τόσο κολλημένες, άλλο τίποτα, αν ήτανε ποτέ δυνατό, αυτά τα δυο κήτη να μη βρίσκανε τρόπο να σκιάζουνε συνεχώς το ‘να τ’ άλλο. Η τροχιά; Ελλειπτική, εννοείται, άλλοτε έπεφτε πάνω μας κι άλλοτε έπαιρνε να πετά.
‘Όταν η Σελήνη κατηφόριζε χαμηλά, οι παλίρροιες έπαιρναν την ανηφόρα και κανείς δε μπορούσε πια να τις συγκρατήσει. Υπήρχαν νύχτες με χαμηλή πανσέληνο και τόσο ψηλή πλημμυρίδα, που λίγο έλειπε -λίγα μόνο μέτρα- να πέσει η Σελήνη στη θάλασσα. Αν προσπαθήσαμε ποτέ ν’ ανέβουμε; Και βέβαια! Αρκούσε να πάμε με τη βάρκα ακριβώς από κάτω, να υψώσουμε μια σκάλα και να σκαρφαλώσουμε. Το σημείο απ’ όπου η Σελήνη περνούσε πιο χαμηλά, βρισκότανε στο πέλαγος των Τσίγκινων Βράχων. Πηγαίναμε κει με κείνες τις βάρκες με κουπί που συνηθιζότανε τότε, στρογγυλεμένες, χωρίς καρίνα κι από φελλό.

Χωρούσαμε ένα σωρό κόσμος: *εγώ, ο καπετάνιος Βχντ, η γυναίκα του, ο ξάδελφός μου ο κουφός και πότε-πότε η μικρή Ξλτχλξ, που τότε θα ‘τανε δώδεκα χρονώ. Κείνες τις νύχτες το νερό ήταν ήρεμο σαν λάδι, ασημένιο σαν υδράργυρος και τα ψάρια -βιολετιά μες στο νερό- δε μπορούσαν ν’ αντισταθούν στην έλξη της Σελήνης κι ανέβαιναν στην επιφάνεια του νερού μαζί με τα χταπόδια και τις μέδουσες, στο χρώμα του ζαφειριού. Μικροσκοπικά ζώα -μικρά καβούρια, καλαμάρια κι ακόμα ελαφρά και διάφανα φύκια και μικρά κοράλια- φεύγαν από τη θάλασσα, πετούσανε και κατέληγαν στη Σελήνη, να αιωρούνται από κείνη την ασβεστώδη οροφή ή να μένουν μετέωρα κάπου στη μέση, σ’ ένα φωσφορίζον σμήνος που μεις ενοχλούσαμε σείοντας μπανανόφυλλα.

Οργανώσαμε ως εξής τη δουλειά: παίρναμε στη βάρκα μια σκάλα, ένας τη κρατούσε, άλλος ανέβαινε στη κορφή κι ένας τρίτος τραβούσε κουπί, μέχρι να φτάσουμε ακριβώς κάτω από τη Σελήνη. Γι’ αυτό έπρεπε να ‘μαστε πολλοί (σας ανέφερα μόνο τους βασικούς). Μόλις η βάρκα πλησίαζε τη Σελήνη, κείνος που βρισκότανε στη κορφή, ξεφώνιζε τρομαγμένος: “Αλτ! Αλτ! Θα χτυπήσω το κεφάλι μου!” Αυτή την εντύπωση μας έδινε, έτσι καταπώς τη βλέπαμε πάνω μας τόσο τεράστια, τόσο τραχιά, γεμάτη κοφτερές προεξοχές κι οδοντωτές άκρες.

Τώρα ίσως τα πράματα να ‘ναι διαφορετικά, τότε όμως η Σελήνη, ή καλύτερα ο πυθμένας της, η κοιλιά της, το τμήμα κείνο που περνούσε τόσο κοντά στη Γη, ώστε έλεγες πως σέρνεται πάνω της, ήτανε σκεπασμένη από κρούστα αιχμηρών λεπιών. Έμοιαζε με κοιλιά ψαριού κι η μυρωδιά της, απ’ ότι θυμάμαι, έστω κι αν δεν ήταν έντονη σαν του ψαριού, θύμιζε καπνιστό σολομό. Στη πραγματικότητα, ακόμα και στη κορφή της σκάλας, την άγγιζες μόνον αν τέντωνες τα χέρια ισορροπώντας όρθιος στο τελευταίο σκαλί.

Γνωρίζαμε καλά τις αποστάσεις (ακόμα δεν είχε περάσει από το μυαλό μας ότι σιγά-σιγά απομακρυνόταν). Το μόνο που ‘πρεπε να προσέχουμε ήτανε που θα βάζαμε τα χέρια μας. Διάλεγα μια προεξοχή που μου φαινόταν σταθερή (έπρεπε ν’ ανέβουμε όλοι, με τη σειρά, σε ομάδες των πεντέξι ατόμων), στηριζόμουνα στο ‘να χέρι, ύστερα και στ’ άλλο κι αμέσως ένιωθα σκάλα και βάρκα να ξεφεύγουν από τα πόδια μου και τη κίνηση της Σελήνης να με τραβά από την έλξη της Γης. Ναι, η Σελήνη είχε μια δύναμη που σε ξερίζωνε, το καταλάβαινες την ίδια κείνη στιγμή του περάσματος από τη μια στην άλλη: έπρεπε, λοιπόν, να τιναχτείς με μια κίνηση προς τα πάνω, να ισορροπήσεις καλά στις διάφορες προεξοχές, ν’ ανασηκώσεις τα πόδια σου και να ξαναβρεθείς όρθιος στο σεληνιακό έδαφος.

Από τη Γη φαινόσουνα σα κρεμασμένος με το κεφάλι ανάποδα, για σένα όμως ήταν η συνηθισμένη στάση και το μόνο παράξενο ήτανε πως όταν σήκωνες τα μάτια ψηλά, έβλεπες πάνω από το κεφάλι σου το λαμπρό θαλάσσιο θόλο και τη βάρκα με τους συντρόφους σου να λικνίζονται ανάποδα σα τσαμπί από κληματαριά. Ο μόνος που σε κείνα τ’ άλματα έδειχνε ιδιαίτερο ταλέντο, ήταν ο ξάδελφος μου ο κουφός. Μόλις τα χοντροκομμένα χέρια του αγγίζανε τη σεληνιακή επιφάνεια (πηδούσε πάντα πρώτος από τη σκάλα) γινότανε ξαφνικά, σίγουρα κι ευέλικτα.

Βρίσκαν αμέσως όχι μόνο το σημείο απ’ όπου θα μπορούσαν να πιαστούν για ν’ ανέβει αλλά κι έδιναν την εντύπωση πως αρκούσε η πίεση της παλάμης του για να βρεθεί κολλημένος στο έδαφος του δορυφόρου. Μια φορά, μάλιστα, είχα την εντύπωση ότι ενώ κείνος σήκωνε ψηλά τα χέρια, κινήθηκε η ίδια η Σελήνη για να τόνε συναντήσει. Το ίδιο ικανός ήταν και στη κάθοδο του στη Γη, έν εγχείρημα ακόμα πιο δύσκολο. Για μας τους υπόλοιπους ήταν άλμα που κάναμε απ’ τη Γη με τη διαφορά ότι τώρα δεν υπήρχε τίποτα που πάνω του θα μπορούσες να στηριχτείς.

Ο ξάδελφος μου, όμως αντί να ριχτεί με τα χέρια μπρος, στηνότανε στη σεληνιακή επιφάνεια με το κεφάλι κάτω, σα να ‘θελε να κάνει κατακόρυφη αναστροφή κι άρχιζε να πηδά στηριζόμενος στα χέρια του. Μεις τόνε βλέπαμε από τη βάρκα ορθό στον αέρα, λες και κρατούσε τη τεράστια μπάλα της Σελήνης και την έπαιζε στα χέρια του, μέχρι που τα πόδια του φτάνανε σ’ απόσταση που μας βοηθούσε να τόνε πιάσουμε από τους αστράγαλους και να τόνε κατεβάσουμε κάτω, μες στη βάρκα.
Τώρα εσείς θα με ρωτήσετε τι διάολο πηγαίναμε να κάνουμε στη Σελήνη. Θα σας εξηγήσω. Πηγαίναμε να μαζέψουμε γάλα, μ’ ένα μεγάλο κουτάλι κι ένα μαστέλο. Το σεληνιακό γάλα ήτανε τόσο πυκνό, που θύμιζε μυζήθρα. Έπηζε στα μικρά διάκενα ανάμεσα στον ένα και στον άλλο βράχο, με τη ζύμωση διαφορετικών σωμάτων κι ουσιών γήινης προέλευσης που τα ‘παιρνε ο αέρας από λιμνοθάλασσες, λιβάδια και δάση, μόλις ο δορυφόρος περνούσε πάνω τους. Βασικά συστατικά του ήταεν φυτικοί χυμοί, γυρίνοι βάτραχου, κατράμι, φακές, μέλι μέλισσας, αμυλάλευρο, αυγά μιρσινιού, μούχλες διάφορες, γύρις, ζελατινώδεις ουσίες, σκουλήκια, ρετσίνι, πιπέρι, ορυκτά άλατα, υλικά καύσης.

Αρκούσε να βυθίσεις το κουτάλι στη βάση ενός βράχου, απ’ αυτούς που κάλυπτανε την άγονη επιφάνεια της Σελήνης κι αμέσως γέμιζε μ’ αυτή τη πολύτιμη λάσπη. Εννοείται, η λάσπη αυτή δεν ήτανε πεντακάθαρη. Η σαβούρα ήτανε πάντα αρκετή: κατά τη διάρκεια της ζύμωσης (όταν η Σελήνη περνούσε μες στο καυτό αέρα των ερήμων δε συγχωνεύονταν πάντα όλα τα σώματα. Μερικά μέναν ακέρια κει: νύχια και χόνδροι, καρφιά, ιππόκαμποι, φουντούκια και διάφορες ρίζες, τσόφλια, αγκίστρια, μερικές φορές και καμιά χτένα. Έτσι μόλις μαζεύαμε αυτό τον πουρέ, ήμαστε αναγκασμένοι να τόνε ξαφρίσουμε, να τόνε περάσουμε από το σουρωτήρι. Αλλά η δυσκολία ήταν άλλη: πώς να τον μεταφέρουμε στη Γη.

Κάναμε, λοιπόν, το εξής: εκσφενδονίζαμε τη κάθε κουταλιά μανουβράροντας το κουτάλι με τα δυο μας χέρια σα να ‘τανε καταπέλτης. Η μυζήθρα πετούσε κι αν η ρίψη ήταν αρκετά δυνατή, πήγαινε και χτυπούσε στο ταβάνι, δηλαδή στη θαλάσσια επιφάνεια. ‘Όταν έφτανε κει, έμενε να επιπλέει κι ήτανε πανεύκολο να τη μαζέψεις και να τη τραβήξεις μες στη βάρκα. Ο ξάδελφος έδειχνε και σ’ αυτές τις ρίψεις ιδιαίτερη καπατσοσύνη: είχε καλό σημάδι και δύναμη. Με αποφασιστική κίνηση κατόρθωνε να βρει το στόχο, ένα κάδο που κρατούσαμε μες στη βάρκα. Εγώ αντίθετα, τα ‘κανα συχνά θάλασσα. Η κουταλιά δε κατόρθωνε να νικήσει τη σεληνιακή έλξη και γύριζε πάλι πίσω, πάνω στο ‘να μου μάτι.

Δε τελείωσα όμως ακόμα με τις ικανότητες του ξαδέλφου μου. Το να βγάζει γάλα κάτω από τους βράχους ήτανε, γι’ αυτόν, παιχνίδι: αντί για κουτάλι αρκούσε, μερικές φορές, να χώσει κάτω από τα θραύσματα των βράχων το γυμνό του χέρι ή και μόνον ένα δάχτυλο. Δε δούλευε με σύστημα αλλά προχωρούσε μόνος σ’ απομονωμένα σημεία, μετακινούμενος διαρκώς από το ‘να μέρος στ’ άλλο με πηδηματάκια, λες κι ήθελε να κάνει αστεία στη Σελήνη, να τη ξαφνιάσει, να τη γαργαλίσει.

Όπου, όμως, έχωνε το χέρι του, το γάλα πεταγόταν έξω, όπως από τους μαστούς μιας κατσίκας. Εμείς οι υπόλοιποι δεν είχαμε να κάνουμε τίποτα περισσότερο από το να τρέχουμε πίσω του και να μαζεύουμε με τα κουτάλια την ουσία που κείνος ανακάλυπτε εδώ κι εκεί. Είχαμε πάντα την αίσθηση πως όλ’ αυτά γίνονταν στη τύχη, αφού οι διαδρομές του κουφού δε έμοιαζαν ν’ αποσκοπούν σε κάποιο συγκεκριμένο στόχο. Υπήρχαν σημεία για παράδειγμα, που κείνος άγγιζε, μόνο και μόνο για την ευχαρίστηση που του προξενούσε το άγγιγμά τους: σχισμές ανάμεσα στη μια και στην άλλη πέτρα, γυμνές και τρυφερές πτυχώσεις της σεληνιακής σάρκας.

Μερικές φορές, ο ξάδελφος έχωνε όχι τα δάχτυλα του χεριού αλλά -με μια καλά υπολογισμένη κίνηση- το μεγάλο δάχτυλο του ποδιού (ανέβαινε πάντα ξυπόλυτος στη Σελήνη) κι έδειχνε πως αυτό, για κείνον, ήτανε το άκρον άωτο της διασκέδασης, αν έκρινε κανείς από το σκούξιμο που ξεπετιόταν από το λαρύγγι του κι από τα νέα πηδήματα που ακολουθούσαν. Το έδαφος της Σελήνης δεν ήτανε παντού σκεπασμένο με βράχους αλλά, κάθε τόσο, αποκάλυπτε ακανόνιστες γυμνές ζώνες από γλιστερή, χλωμή άργιλο.

Σ’ αυτούς τους μαλακούς χώρους, ο κουφός άρχιζε να κάνει τούμπες ή πηδηματάκια σα να ‘τανε πουλί, λες κι ήθελε ν’ αποτυπώσει χνάρια πάνω στη σεληνιακή πάστα. Κι ενώ συνέχιζε ν’ απομακρύνεται, κάποια στιγμή τόνε χάναμε από τα μάτια μας. Στη Σελήνη υπήρχανε περιοχές που κανείς μας δεν είχε λόγο ή περιέργεια να εξερευνήσει κι εκεί εξαφανιζόταν ο ξάδελφος μου. Είχα μάλιστα αρχίσει να πιστεύω πως όλες αυτές οι τούμπες και τα πηδηματάκια που του άρεσε να κάνει μπρος στα μάτια μας δεν ήτανε παρά προκαταρκτική άσκηση, ένα πρελούδιο σε κάτι το μυστικό, που σίγουρα θα εκτυλισσότανε σε κείνες τις απόκρυφες περιοχές.

Όλες εκείνες τις νύχτες στ’ ανοιχτά των Τσίγκινων Βράχων, είχαμε ιδιαίτερη διάθεση. Ήμαστε χαρούμενοι αλλά και κάπως σα μετέωροι, λες και μες στο κρανίο μας είχαμε ψάρι στη θέση του μυαλού, ένα ψάρι που επέπλεε υπό την επήρεια της Σελήνης.

Ταξιδεύαμε πάντα τραγουδώντας. Η γυναίκα του καπετάνιου έπαιζε άρπα. Είχε μακριά χέρια που κείνες τις νύχτες ασημοφεγγίζανε σα χέλια και σκοτεινές μυστηριώδεις μασχάλες που θύμιζαν αχινούς. Ο ήχος της άρπας ήτανε τόσο γλυκός κι οξύς που δε μπορούσαμε να τον αντέξουμε κι ήμαστε αναγκασμένοι να βγάζουμε μακρόσυρτες κραυγές, όχι τόσο για να συνοδεύσουμε τη μουσική, όσο για να προστατέψουμε την ακοή μας. Διάφανες μέδουσες αναδύονταν στη θαλάσσια επιφάνεια, πάλλονταν για λίγο κι άρχιζαν να πετάνε λικνιζόμενες προς τη Σελήνη.

Η μικρή Ξλτχλξ διασκέδαζε να τις πιάνει στον αέρα πράμα διόλου εύκολο. Μια φορά, ενώ προσπαθούσε με τα χέρια τεντωμένα ν’ αρπάξει μια έκανε ένα πηδηματάκι και βρέθηκε με τη σειρά της μετέωρη. Αδυνατούλα όπως ήτανε, της έλειπαν εκείνες οι ουγγιές που θα τη βοηθούσαν να νικήσει την έλξη της Σελήνης και να επιστρέψει στη Γη: πετούσε, λοιπόν, πάνω από τη θάλασσα, ανάμεσα στις αιωρούμενες μέδουσες. Ξάφνου τρόμαξε έβαλε τα κλάματα ύστερα γέλασε κι άρχισε να παίζει πιάνοντας στον αέρα καβουράκια και ψαράκια, που κάθε τόσο έφερνε στο στόμα της και δάγκωνε.

Εμείς τραβούσαμε με ζέση κουπί μην απομακρυνθούμε από κοντά της: η Σελήνη έφευγε ακολουθώντας τη τροχιά της παρασύροντας πίσω της ψηλά στον ουρανό κείνο τον αφρό της θαλάσσιας πανίδας και το σωρό των μεγάλων σγουρών φυκιών και το κοριτσάκι που αιωρούνταν κάπου κει ανάμεσα. Είχε δυο λεπτές κοτσίδες η Ξλτχλξ, που ‘λεγες πως πετούσανε για λογαριασμό τους, ορθωμένες προς τη πλευρά της Σελήνης. Στο μεταξύ κλωτσούσε, έδινε καλαμιές στον αέρα, λες κι ήθελε να εξουδετερώσει κείνη τη φοβερή δύναμη κι οι κάλτσες της -είχε χάσει τα σαντάλια της στο πέταγμα- γλυστρούσαν από τα πόδια και κρέμονταν γοητευμένες από την έλξη της Γης. Εμείς επάνω στη σκάλα, προσπαθούσαμε να τις πιάσουμε.

Η ιδέα ν’ αρχίσει να τρώει τα αιωρούμενα ζωάκια, αποδείχτηκε καλή. Όσο πιότερο βάρος κέρδιζε η Ξλτχλξ, τόσο πιότερο κατέβαινε προς τη Γη. Επειδή, μάλιστα απ’ όλα κείνα τα αιωρούμενα σώματα, το δικό της είχε μεγαλύτερο όγκο, μαλάκια, φύκια και πλαγκτόν άρχισαν να κολλάνε πάνω της κι έτσι το κοριτσάκι δεν άργησε να σκεπαστεί από μικροσκοπικά πυριτολιθικά κοχύλια, χιτινώδεις εξωσκελετούς, όστρακα, ίνες από θαλάσσια φυτά. Κι όσο πιότερο χανόταν μέσα σε κείνο το συνονθύλευμα, τόσο πιότερο λευτερωνόταν από τη σεληνιακή επίδραση, μέχρι που στο τέλος ακράγγιξε το χνούδι της θάλασσας και βυθίστηκε μέσα της.

Εμείς κωπηλατούσαμε έτοιμοι να τη μαζέψουμε και να τη βοηθήσουμε: το σώμα της είχε μείνει μαγνητισμένο και χρειάστηκε να ιδρώσουμε αρκετά για να τη γδύσουμε τελείως απ’ ό,τι είχε κολλήσει πάνω της. Τρυφερά κοράλλια ήτανε τυλιγμένα γύρω από το κεφάλι της, ενώ σε κάθε χτενισιά οι αντσούγες κι οι μικρές γαρίδες πέφτανε βροχή από τα μαλλιά της. Τα μάτια της είχανε σφραγιστεί από όστρακα πεταλίδας που ‘χανε κολλήσει πάνω στα βλέφαρα με τις βεντούζες τους.
Πλοκάμια σουπιάς είχανε τυλιχτεί γύρω από τα χέρια και το λαιμό της. Τέλος, τα ρουχαλάκια της έμοιαζαν υφασμένα μόνον από φύκια και σφουγγάρια. Της βγάλαμε τα περσότερα. Κείνη, όμως, συνέχισε ακόμα για πολλές βδομάδες να ξεκολλά από πάνω της πτερύγια ψαριών και κοχύλια. Το τραυματισμένο όμως, από μικροσκοπικά διάτομα, δέρμα της παρέμεινε -για όποιον τη κοίταζε προσεκτικά- κεντημένο με λεπτό σύννεφο από μικρά σημαδάκια.

Τόσο διαφιλονικούμενο ήταν, λοιπόν, το μεσοδιάστημα ανάμεσα στη Γη και τη Σελήνη από τις δυο έλξεις που εξισορροπούνταν μεταξύ τους. Θα σας πω, μάλιστα, κάτι ακόμα: ένα σώμα που κατέβαινε από το δορυφόρο στη Γη, έμενε για κάποιο χρονικό διάστημα επηρεασμένο από τη σεληνιακή δύναμη κι αρνιόταν να υποταχτεί στην έλξη του κόσμου μας. Ακόμα κι εγώ που ‘μουνα ψηλός και χοντρός, κάθε φορά που ανέβαινα κει πάνω, αργούσα μετά να ξαναπροσαρμοστώ στα πάνω-κάτω της Γης, κι οι σύντροφοι έπρεπε να με αρπάζουν από τα χέρια και να με κρατάνε σφιχτά, κρεμασμένοι σα τσαμπιά από τη ταλαντευόμενη βάρκα, ενώ εγώ, με το κεφάλι κάτω, συνέχιζα να τεντώνω τα πόδια μου προς τον ουρανό.

-“Κρατήσου! Κρατήσου σφιχτά από μας!” μου φώναζαν κι εγώ σ’ αυτή μου τη προσπάθεια κατέληγα μερικές φορές να πιάνομαι από το ένα βυζί της κυρίας Βχντ, που τα ‘χε στητά και στρογγυλά κι αυτή η επαφή ήτανε καλή και σίγουρη, ασκούσε μια έλξη ίδια ή και πιο δυνατή από της Σελήνης, ιδιαίτερα αν στη κατάβασή μου, με το κεφάλι κάτω, κατόρθωνα με το άλλο χέρι να σφίξω και τους γοφούς της κι έτσι περνούσα και πάλι σε τούτο τον κόσμο κι έπεφτα με πάταγο μες στη βάρκα κι ο καπετάνιος Βχντ μου πετούσε ένα κουβά νερό για να με συνεφέρει.

‘Έτσι ξεκίνησε ο έρωτάς μου για τη γυναίκα του καπετάνιου και μαζί τα βάσανά μου, Κι αυτό, γιατί δεν άργησα να συνειδητοποιήσω σε ποιον απευθύνονταν τα γεμάτα νόημα βλέμματα της κυρίας: όταν τα χέρια του ξαδέλφου μου ακουμπούσαν με σιγουριά στο δορυφόρο, εγώ τη παρατηρούσα και στο βλέμμα της διάβαζα τις σκέψεις που της γεννούσε κείνη η οικειότητα ανάμεσα στον κουφό και τη Σελήνη κι όταν εκείνος εξαφανιζόταν για τις μυστηριώδεις σεληνιακές του περιπλανήσεις, την έβλεπα ν’ ανησυχεί, να κάθεται λες πάνω σε κάρβουνα κι όλα ήταν πλέον ξεκάθαρα, ότι δηλαδή η κυρία Βχντ είχε αρχίσει να ζηλεύει τη Σελήνη κι εγώ να ζηλεύω τον ξάδελφο μου. Είχε μάτια σα διαμάντια, η κυρία Βχντ. Έκαιγαν όταν κοίταζε προκλητικά τη Σελήνη κι ήταν σα να της έλεγε:
-“Δε θα τον έχεις”!

Ενώ εγώ ένιωθα να μ’ έχουν αποκλείσει από παντού. Αυτός που λιγότερο έμοιαζε να καταλαβαίνει όλα τούτα, ήταν ο κουφός. ‘Οταν τον βοηθούσαμε να κατέβει τραβώντας τον -όπως ήδη σας εξήγησα- από τα πόδια, η κυρία Βχντ έχανε κάθε αυτοέλεγχο κι έκανε τα πάντα για να του θυμίσει τη παρουσία της και να τον αγκαλιάσει με τα αργυρόχρωμα χέρια της. Εγώ ένιωθα τότε μια σουβλιά στη καρδιά (τις φορές που κατόρθωνα να πιαστώ από το κορμί της, αυτό ήταν γλυκό κι ευγενικό αλλά όχι τεταμένο προς τα μπρος, όπως με το ξάδελφο μου), ενώ κείνος έμενε αδιάφορος, χαμένος ακόμα στη σεληνιακή του έκσταση.

Κοίταζα τον καπετάνιο περίεργος να δω αν πρόσεχε κι εκείνος τη συμπεριφορά της συζύγου του. Καμιά έκφραση όμως δε διαπερνούσε ποτέ κείνο το σκαμμένο από την αλμύρα πρόσωπο, το χαρακωμένο από μαύρες σαν από κατράμι ρυτίδες. Επειδή ο κουφός ήτανε πάντα ο τελευταίος που άφηνε τη Σελήνη, η κατάβασή του ήτανε, για τις βάρκες, σημάδι αναχώρησης. Τότε, με μια ασυνήθιστα αβρή κίνηση, ο Βχντ έπαιρνε από το βάθος της βάρκας την άρπα και την έδινε στη σύζυγό του. Κείνη ήταν αναγκασμένη να τη πάρει και να εκμαιεύσει κάποιες νότες. Τίποτα δε μπορούσε να την απομακρύνει απ’ τον κουφό, όσο ο ήχος της άρπας. Εγώ, τότε, άρχιζα να τραγουδώ κείνο το μελαγχολικό τραγούδι, που λέει:
“Κάθε ψάρι λαμπερό
είναι στην επιφάνεια
είναι στην επιφάνεια,
κάθε ψάρι σκοτεινό
είναι στον πάτο
είναι στον πάτο…”
κι όλοι, εκτός από τον ξάδελφο, τραγουδούσαν μαζί του.

Κάθε μήνα, μόλις ο δορυφόρος απομακρυνόταν, ο κουφός κλεινότανε πάλι στον εαυτό του στην απόσταση που ‘χε συνήθως από τα πράματα του κόσμου. Μόνον η προσμονή της πανσελήνου τον έβγαζε από το λήθαργο. Κείνη τη φορά είχα κανονίσει τα πράματα έτσι, ώστε να μην είναι η σειρά μου ν’ ανέβω πάνω και, συνεπώς, να μείνω στη βάρκα, κοντά στη γυναίκα του καπετάνιου. Μόλις, όμως, ο ξάδελφός μου ανέβηκε στη σκάλα, η κυρία Βχντ είπε:
-“Σήμερα θέλω ν’ ανέβω κι εγώ κει πάνω”!
Δεν είχε συμβεί ποτέ ν’ ανέβει η γυναίκα του καπετάνιου στη Σελήνη. Ο Βχντ όχι μόνο δεν έφερε καμιά αντίρρηση, αλλά σχεδόν την έσπρωξε ν’ ανέβει τη σκάλα, φωνάζοντας:
-“Πήγαινε λοιπόν!” ενώ όλοι βαλθήκαμε να τη βοηθάμε κι εγώ την έσπρωχνα από πίσω και την ένιωθα στην αγκαλιά μου στρογγυλή και τρυφερή και για να τη στηρίζω πίεζα πάνω της τις παλάμες και το πρόσωπο κι όταν την ένιωθα ν’ απομακρύνεται προς τη σεληνιακή σφαίρα μ’ έπιασε κάτι σα λαχτάρα για τη χαμένη αυτή επαφή κι αποφάσισα να ριχτώ κι εγώ πίσω της λέγοντας:
-“Πηγαίνω πάνω, να βοηθήσω λιγάκι”! Μ’ άρπαξε κάτι σα σφικτήρας.
-“Συ θα μείνεις εδώ, γιατί έχεις δουλειά να κάνεις” με διέταξε χωρίς να υψώσει διόλου τον τόνο της φωνής του ο καπετάνιος Βχντ.

Ήδη κείνη τη στιγμή, οι προθέσεις του καθενός ήτανε ξεκάθαρες. Εγώ όμως, δεν καταλάβαινα τίποτα και σήμερα ακόμα δεν είμαι σίγουρος ότι έχω ορμηνέψει σωστά τα πράματα. Σίγουρα η γυναίκα του καπετάνιου έτρεφε από καιρό την επιθυμία ν’ απομονωθεί κει πάνω με το ξάδελφο μου (ή τουλάχιστο να μη τον αφήσει ν’ απομονωθεί μόνος του με τη Σελήνη) αλλά το πιθανότερο, το σχέδιό της είχε πολύ πιο φιλόδοξο στόχο και σίγουρα είχε σχεδιαστεί μαζί με τον κουφό: να κρυφτούν μαζί κει πάνω και να μείνουνε στη Σελήνη έναν ολάκερο μήνα.

‘Ίσως, βέβαια, ο ξάδελφός μου, κουφός όπως ήταν, να μην είχε καταλάβει αυτό που κείνη προσπαθούσε να του εξηγήσει ή και να μην είχε καν συνειδητοποιήσει πως ήταν αντικείμενο των πόθων της κυρίας. Κι ο καπετάνιος; Προφανώς δεν έβλεπε την ώρα να γλυτώσει από τη σύζυγό του, γι’ αυτό κι όταν εκείνη αυτοεξορίστηκε τελικά κει πάνω, τον είδαμε να εγκαταλείπεται στις άνομες ροπές του και να βουλιάζει στο βίτσιο, πράμα που μας έκανε να καταλάβουμε γιατί δεν είχε κάνει τίποτα για να τη κρατήσει κοντά του.

Να ‘ξερε, όμως, ήδη από την αρχή πως η τροχιά της Σελήνης είχε αρχίσει να ξεμακραίνει; Κανείς από μας δε μπορούσε να υποπτευθεί κάτι τέτοιο. Ο κουφός ίσως, μόνον ο κουφός: με το πρωτογενή τρόπο που αναγνώριζε τα πράματα, είχε προαισθανθεί πως εκείνη τη νύχτα ήταν αναγκασμένος να πει αντίο στη Σελήνη. Γι’ αυτό και κρύφτηκε στα μυστικά του μέρη και δε ξαναφάνηκε, παρά μόνο για να επιστρέψει στη βάρκα. Η γυναίκα του καπετάνιου ήταν αναγκασμένη να τον ακολουθεί: την είδαμε να διασχίζει τη βραχώδη έκταση πολλές φορές, σε μήκος και πλάτος και ξαφνικά να σταματά κοιτάζοντας εμάς που ‘χαμε μείνει στη βάρκα, λες κι ήθελε να μας ρωτήσει μήπως τον είχαμε δει.
Σίγουρα υπήρχε κάτι το ασυνήθιστο κείνη τη νύχτα. Η επιφάνεια της θάλασσας, αντί να ‘ναι τεντωμένη όπως πάντα όταν είχαμε πανσέληνο, τώρα έμοιαζε χαλαρή, μαλθακή, λες κι ο σεληνιακός μαγνήτης δεν ασκούσε πια τη δύναμή του. Το φως, επίσης, δε θύμιζε το φως των άλλων πανσελήνων, λες και το σκότος αυτή τη φορά ήτανε πιο πηχτό. Ακόμα κι οι σύντροφοι κει πάνω πρέπει να συνειδητοποίησαν ότι κάτι συνέβαινε, γι’ αυτό και σηκώνανε συνεχώς προς το μέρος μας τα φοβισμένα μάτια τους. Κι από τα στόματά τους, όπως κι από τα δικά μας, βγήκε, την ίδια στιγμή, μια κραυγή:
-“Η Σελήνη απομακρύνεται”!

Δεν είχε ακόμα σβήσει καλά-καλά η κραυγή, όταν στη Σελήνη εμφανίστηκε ο ξάδελφος μου, τρέχοντας. Δε φαινότανε φοβισμένος ούτε καν έκπληκτος: ακούμπησε τα χέρια στο έδαφος κι ύστερα έκανε το συνηθισμένο του σάλτο, αλλά τούτη τη φορά έμεινε να αιωρείται στον αέρα, όπως είχε ήδη συμβεί στη μικρή Ξλτχλξ. για μια στιγμή φάνηκε να γυρίζει ανάμεσα στη Σελήνη και τη Γη, μετά στράφηκε ανάποδα κι ύστερα, με μια προσπάθεια σαν του κολυμβητή που πρέπει να νικήσει κάποιο ρεύμα, πήρε το δρόμο, μ’ ασυνήθιστη βραδύτητα, για τον πλανήτη μας.

Από τη Σελήνη, οι άλλοι ναύτες βιάστηκαν ν’ ακολουθήσουνε το παράδειγμά του. Κανείς δε σκεφτόταν να στείλει στις βάρκες το μαζεμένο σεληνιακό γάλα, ούτε ο καπετάνιος τα ‘βαλε με κανένα γι’ αυτή τη παράλειψη. Είχαν ήδη αργοπορήσει πολύ, δύσκολα μπορούσες τώρα πια να καλύψεις την απόσταση. Όσο, όμως, κι αν προσπάθησαν να μιμηθούν το πέταγμα ή το κολύμπι του ξαδέλφου μου, μείναν να χειρονομούν αιωρούμενοι στη μέση του ουρανού.

-“Συσπειρωθείτε! Κοθώνια! Συσπειρωθείτε!” ούρλιαξε ο καπετάνιος. Στη διαταγή του, οι ναύτες προσπάθησαν να μαζευτούν, να γίνουν ένα σώμα, να σπρώξουν όλοι μαζί μέχρι να φτάσουν τη περιοχή της γήινης έλξης: ύστερα, ξάφνου, ένας καταρράχτης από κορμιά έπεσε μ’ ορμή στη θάλασσα. Οι βάρκες, τώρα τρέχαν να τους μαζέψουν.

-“Περιμένετε! Λείπει η κυρία!” φώναξα. Η σύζυγος του καπετάνιου είχε επιχειρήσει με τη σειρά της το άλμα, αλλά είχε μείνει στον αέρα, λίγα μόλις μέτρα από τη Σελήνη και κουνούσε αργά τα μακριά ασημένια χέρια της στο κενό. Σκαρφάλωσα στη σκάλα και στη μάταιη προσπάθειά μου να της προσφέρω στήριγμα, άπλωνα την άρπα προς το μέρος της. “Δε τη φτάνει! Πρέπει να πάμε να τη πιάσουμε!” κι έκανα να ριχτώ στο κενό σείοντας την άρπα.

Πάνω από το κεφάλι μου ο τεράστιος σεληνιακός δίσκος δεν ήταν πια όπως πριν, τόσο πολύ είχε μικρύνει, τόσο πολύ συστελλόταν, λες κι ήτανε το βλέμμα μου αυτό που τον έσπρωχνε μακριά κι ο αδειασμένος ουρανός πλάταινε σε μια άβυσσο που γέμιζε σιγά-σιγά αστέρια κι η νύχτα έριχνε πάνω μου μ’ ορμή ένα ποτάμι κενού, με έπνιγε στον πανικό και στον ίλιγγο. “Φοβάμαι!” σκέφτηκα.
“Φοβάμαι να βουτήξω! Είμαι ένας δειλός!” κι εκείνη τη στιγμή βούτηξα. Κολυμπούσα στον ουρανό με μανία απλώνοντας την άρπα προς το μέρος της, ενώ κείνη, αντί να ‘ρθει προς τη μεριά μου, γύριζε γύρω από τον εαυτό της δείχνοντάς μου άλλοτε το αδιάφορο πρόσωπό της κι άλλοτε τα νώτα της.
-“Ας ενωθούμε!” φώναξα κι ήδη τη πλησίαζα και την έπιανα από τη μέση κολλώντας τα μέλη μου πάνω στα δικά της. “Ας ενωθούμε για να πέσουμε μαζί!” και συγκέντρωνα τις δυνάμεις μου για να κολλήσω πάνω της και τις αισθήσεις μου για ν’ απολαύσουνε την ολοκλήρωση αυτού του σφιχταγκαλιάσματος. ‘Έτσι, άργησα να συνειδητοποιήσω ότι ναι μεν την έβγαζα από τη κατάσταση ταλάντωσης, αλλά παράλληλα την έσπρωχνα να ξαναπέσει στη Σελήνη.

‘Άργησα να το συνειδητοποιήσω ή μήπως αυτή ήταν, από την αρχή η πρόθεσή μου; Ακόμα δεν είχα κατορθώσει να συγκροτήσω τη σκέψη μου κι ήδη κραυγή έβγαινε από το λαιμό μου: “Θα ‘μαι γω αυτός που θα μείνει μαζί σου ένα μήνα!” ή μάλλον: “Πάνω σου!” φώναξα μες στη παραφορά μου: “Εγώ, πάνω σου, ένα μήνα!” κι εκείνη τη στιγμή η πτώση στο σεληνιακό έδαφος είχε λύσει το σφιχταγκάλιασμα μας, μας είχε ρίξει μένα δω κι εκείνη κει, ανάμεσα σε κρύα βράχια.

Σήκωσα τα μάτια μου, όπως έκανα κάθε φορά που άγγιζα τη σεληνιακή κρούστα, σίγουρος ότι θα ξανάβρισκα πάνω από το κεφάλι μου τη πατρώα θάλασσα σα μιαν απέραντη οροφή και την είδα, ναι την είδα και τούτη τη φορά, αλλά πόσο πιο ψηλά και πόσο πιο περιορισμένη από ακτές και σκοπέλους κι ακρωτήρια και πόσο πιο μικρές φαίνονταν οι βάρκες κι αγνώριστα τα πρόσωπα των συντρόφων κι αδύναμες οι φωνές τους! ‘Ένας ήχος έφτασε στ’ αφτιά μου, όχι από μακρινή απόσταση: η κυρία Βχντ είχε ξαναβρεί την άρπα της και τη χάιδευε βγάζοντας μια πονεμένη σα κλάμα συγχορδία.

‘Άρχισε έτσι ένας μακρύς μήνας. Η Σελήνη γύριζε αργά γύρω από τη Γη. Στην αιωρούμενη σφαίρα βλέπαμε όχι πια την οικεία μας ακρογιαλιά αλλά ωκεανούς βαθείς σαν αβύσσους κι ερήμους από λευκόπυρα ηφαιστειογενή πετρώματα και βράχινα τείχη από οροσειρές κομμένες με το λεπίδι ορμητικών ποταμών και πόλεις ελώδεις και νεκροπόλεις από τάφο κι αυτοκρατορίες από άργιλο και λάσπη. Η απόσταση έβαφε το καθετί με το ίδιο πάντα χρώμα: οι άγνωρες προοπτικές έκαναν άγνωρη τη κάθε εικόνα. Μπουλούκια από ελέφαντες και σμήνη από ακρίδες διέσχιζαν απ’ άκρη σ’ άκρη τις πεδιάδες που ‘τανε τόσον όμοια πλατιές και πυκνές, ώστε να μη ξεχωρίζουν η μια από την άλλη.
Θα ‘πρεπε να ‘μουν ευτυχισμένος: όπως στα όνειρά μου, ήμουν μόνος μαζί της, η οικειότητα με τη Σελήνη -που τόσες φορές ζήλεψα στον ξάδελφό μου- και με τη κυρία Βχντ ήτανε τώρα πια αποκλειστικό μου προνόμιο, τριάντα σεληνιακές μέρες και νύχτες απλώνονταν μπρος μας. Η σεληνιακή επιφάνεια μας έτρεφε με το γάλα της, αυτό το γάλα με την οικεία κι υπόξινη γεύση του, το βλέμμα μας υψωνότανε προς τον κόσμο που μας είχε γεννήσει, επιτέλους τονε βλέπαμε σ’ όλη τη πολύμορφη έκτασή του, εξερευνούσαμε κομμάτια του που ποτέ κανείς γήινος δεν είχε δει ενώ ταυτόχρονα θαυμάζαμε τ’ άστρα που λάμπανε πέρα από τη Σελήνη, μεγάλα σα φρούτα από φως, που ωριμάσανε στα κυρτά κλαδιά του ουρανού κι όλα ξεπερνούσαν ακόμα και τις πιο λαμπρές μας προσδοκίες κι όμως κι όμως, για μας ήταν μια εξορία.

Δε σκεφτόμουνα παρά τη Γη. Μόνον η Γη έκανε τον καθένα μας να ‘ναι ο εαυτός του κι όχι κάποιος άλλος. Εκεί πάνω, ξεκομμένοι από τη Γη, ήταν σαν εγώ να μην ήμουν πια εγώ, ούτε κείνη για μένα η γνωστή κείνη. Δεν έβλεπα την ώρα να γυρίσω στη Γη κι έτρεμα στην ιδέα πως ίσως την είχα χάσει για πάντα. Η πλήρωση του ερωτικού μου ονείρου είχε διαρκέσει μόνο τη στιγμή της ένωσής μας ενώ στροβιλιζόμασταν ανάμεσα στη Γη και τη Σελήνη.

Χωρίς το γήινο έδαφός μου ο έρωτάς μου δε γνώριζε παρά τη βασανιστική νοσταλγία των όσων μας έλειπαν. Ένα που, ένα γύρω, ένα μετά. Αυτά ένιωθα εγώ. Κείνη όμως; Κάθε φορά που ρωτούσα τον εαυτό μου, ένιωθα να με ζώνουν οι διάφορες φοβίες μου. Γιατί, αν και κείνη με τη σειρά της δε σκεφτότανε παρά τη Γη, αυτό θα μπορούσε να ‘ναι καλό σημάδι, αφού θα σήμαινε πως επιτέλους είχαμε κατακτήσει αλληλοκατανόηση. Μπορούσε όμως επίσης να ‘ναι απόδειξη πως όλα πια ήταν μάταια, γιατί οι πόθοι της είχαν ακόμα σα μοναδικό στόχο τον κουφό.

‘Όμως τίποτα. Δε σήκωνε ποτέ το βλέμμα της προς το μέρος του παλιού πλανήτη, περπατούσε χλωμή σε κείνους τους ξερότοπους μουρμουρίζοντας νανουρίσματα και χαϊδεύοντας την άρπα της, λες κι είχε προσαρμοστεί απόλυτα με τη προσωρινή (πίστευα εγώ) σεληνιακή της κατάσταση. Να ‘ταν άραγε, ένδειξη πως είχα κατατροπώσει τον αντίπαλό μου; Όχι. Αλίμονο είχα χάσει με μιαν απελπιστική ήττα. Γιατί κείνη είχε πια καταλάβει πως ο ξάδελφός μου ήταν ερωτευμένος με τη Σελήνη, και το μόνο που τώρα πια ήθελε, ήταν να γίνει η ίδια η Σελήνη, να εξομοιωθεί με το αντικείμενο κείνου του εξωγήινου έρωτα.

Όταν πάλι η Σελήνη ολοκλήρωσε το γύρο του πλανήτη, βρέθηκα πάλι πάνω από τους Τσίγκινους Βράχους. Τρόμαξα να τους γνωρίσω, ούτε στις πιο μαύρες προβλέψεις μου δε περίμενα να τους δω τόσο σμικρυμένους απ’ τη μεγάλη απόσταση. Σε κείνη τη θάλασσα -που θύμιζε νερόλακκο- οι σύντροφοι είχαν επιστρέψει, τούτη τη φορά χωρίς τις άχρηστες πλέον σκάλες. Από τις βάρκες σηκώθηκε κάτι σα δάσος από μακριά δόρατα. Έκαστος κράδαινε από ‘να δόρυ, ενισχυμένο στην αιχμή του μ’ ένα γάντζο ή άγκιστρο, ίσως με την ελπίδα ν’ απομυζήσουν ακόμα λίγη από την τελευταία σεληνιακή μυζήθρα κι ίσως-ίσως να μπορέσουν να δώσουν κάποια βοήθεια και σε μας τους δυστυχείς.

‘Έγινε αμέσως φανερό ότι δεν υπήρχε μακρόξυλο ικανό να φτάσει τη Σελήνη και τα δόρατα ξανάπεσαν -μικρά, γελοία και ταπεινωμένα- στο νερό. Σ’ αυτή μάλιστα τη κίνηση, μια δυο βάρκες έχασαν την ισορροπία τους κι αναποδογύρισαν. Κείνη, όμως ακριβώς τη στιγμή, από ‘να άλλο πλεούμενο, άρχισε να ορθώνεται ένα δόρυ πιο μακρύ, που το ‘χανε σύρει μέχρις εκεί κρατώντας το στην επιφάνεια του νερού: ήταν από μπαμπού, από πολλά καλάμια μπαμπού βαλμένα το ‘να μες στ’ άλλο, και για να σηκωθεί έπρεπε να το μετακινούν αργά -γιατί, έτσι λεπτό που ‘τανε, κινδύνευε να σπάσει από τις δονήσεις- και το μανουβράρουν με μεγάλη δύναμη και μαεστρία, ώστε το βάρος του να μην ανατρέψει τη βάρκα. Και να: ήτανε φανερό πως η άκρη κείνου του κονταριού θ’ άγγιζε τη Σελήνη.

Πράγματι, το ‘δαμε να χαϊδεύει κι ύστερα να πιέζει τη βραχώδη επιφάνεια, να στηρίζεται σ’ αυτή για μια στιγμή και να της δίνει μετά μια μικρή σπρωξιά ή μάλλον μια δυνατή σπρωξιά που την έκανε ν’ απομακρυνθεί λιγάκι κι ύστερα να τη χτυπά πάλι στο ίδιο σημείο σα να θέλει να την εκτινάξει, να την απομακρύνει και πάλι. Τότε τον αναγνώρισα ή καλύτερα, τότε τον αναγνωρίσαμε κι οι δύο -εγώ κι η κυρία- τον ξάδελφο μου, ναι, δε μπορούσε να ‘ναι άλλος παρά μόνο κείνος, που ‘παιζε για τελευταία φορά με τη Σελήνη ένα από τα τυπικά παιχνίδια του, με τη Σελήνη στην άκρη του κονταριού του, λες κι ήθελε να τη κρατήσει σε ισορροπία.

Τότε συνειδητοποιήσαμε επίσης ότι όλη αυτή η καπατσοσύνη του δεν είχε κανένα στόχο, δεν απέβλεπε σε τίποτα συγκεκριμένο μάλλον το αντίθετο, θα ‘λεγε κανείς πως προσπαθούσε απλά ν’ απομακρύνει τη Σελήνη, πως τη βοηθούσε να φύγει μακριά, πως ήθελε να τη συνοδέψει στη μακρινή της τροχιά. Ήταν κι αυτό ένα τυπικό γνώρισμά του, τυπικό γνώρισμα ενός ανθρώπου που δε μπορούσε να διανοηθεί επιθυμίες που θα ‘ρχονταν σε σύγκρουση μ’ αυτές της Σελήνης, με τη μοίρα της κι αν τώρα η Σελήνη ήθελε ν’ απομακρυνθεί απ’ αυτόν, εκείνος χαιρόταν αυτή την απομάκρυνση όπως μέχρι τώρα χαιρότανε το πλησίασμά της.

Τί έπρεπε να κάνει μπρος σ’ αυτή τη συμπεριφορά η κυρία Βχντ; Εκείνη τη στιγμή θέλησε να δείξει σ’ όλους ότι ο έρωτάς της για τον κουφό δεν ήταν ένα περαστικό καπρίτσιο αλλά μια αμετάκλητη επιλογή, ένα τάμα. Αν αυτό που ο ξάδελφός μου τώρα αγαπούσε ήταν μια μακρινή Σελήνη, κείνη θα ‘μενε μακριά, στη Σελήνη. Το κατάλαβα βλέποντας ότι δεν έκανε ούτ’ ένα βήμα προς το μπαμπού, απλά έστρεφε την άρπα ψηλά στον ουρανό, προς τη πλευρά της Γης, πιτσικάροντας τις χορδές.
Λέω πως την είδα, αλλά στη πραγματικότητα ήταν μόνο με την άκρη του ματιού μου που συνέλαβα την εικόνα της, γιατί μόλις το κοντάρι άγγιξε τη σεληνιακή επιφάνεια, εγώ πήδηξα και πιάστηκα απ’ αυτό και τώρα γρήγορος σαν ερπετό σκαρφάλωνα πάνω στους κόμπους του μπαμπού, ανέβαινα με χέρια και με γόνατα, ελαφρύς στο αραιωμένο διάστημα, σπρωγμένος από φυσική δύναμη που με διέταζε να επιστρέψω στη Γη, ξεχνώντας το λόγο που μ’ είχε οδηγήσει κει πάνω ή ίσως έχοντας πιότερο από ποτέ συνείδηση αυτού του λόγου και της άτυχης κατάληξής του κι ήδη η ανάβασή μου στο αιωρούμενο καλάμι είχε φτάσει σε σημείο που δε χρειαζότανε πια να καταβάλλω καμιά προσπάθεια αλλά ν’ αφήσω απλά τον εαυτό μου να γλιστρήσει με το κεφάλι κάτω, στην έλξη της Γης, μέχρι που το καλάμι έσπασε σε χίλια κομμάτια κι εγώ βρέθηκα στη θάλασσα ανάμεσα στις βάρκες.

Ήταν η γλυκιά επιστροφή, η πατρίδα που ‘χα ξαναβρεί κι όμως η σκέψη μου έμενε φορτισμένη με πόνο για κείνη που χάθηκε και τα μάτια μου καρφώνονταν στη για πάντα άπιαστη Σελήνη, ψάχνοντάς τη. Και την είδα. Ήταν εκεί που την είχα αφήσει, ξαπλωμένη σε μιαν ακρογιαλιά ακριβώς πάνω από τα κεφάλια μας και δεν έλεγε τίποτα. Είχε το ίδιο χρώμα με τη Σελήνη. Κρατούσε στο ‘να χέρι της την άρπα και γιόμιζε τον κόσμο με αργά κι αραιά αρπίσματα.

Διακρινόταν καθαρά το σχήμα του στήθους, των χεριών, των πλευρών της, έτσι όπως ακόμα τη θυμάμαι, έτσι όπως ακόμα και τώρα που η Σελήνη έγινε κείνος ο μακρινός, επίπεδος και μικρός κύκλος, τη γυρεύω πάντα με το βλέμμα μου, μόλις φανεί στον ουρανό το πρώτο κομμάτι της κι όσο πιότερο μεγαλώνει τόσο περισσότερο φαντάζομαι ότι τη βλέπω, κείνη ή κάτι από κείνη αλλά μόνο κείνη, σ’ εκατό, σε χίλιες διαφορετικές όψεις, κείνη που κάνει Σελήνη τη Σελήνη, και σε κάθε πανσέληνο σπρώχνει τους σκύλους κι εμένα να ουρλιάζουμε μαζί όλη τη νύχτα.

Calvino Italo “Η Απόσταση Της Σελήνης”
“La Distanza Della Luna”
Ο Ίταλο Καλβίνο (1923 – 1985) ήταν Ιταλός πεζογράφος, δοκιμιογράφος και δημοσιογράφος. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους Ιταλούς λογοτέχνες του 20ου αιώνα. Γεννήθηκε στην Κούβα αλλά σε νεαρή ηλικία εγκαταστάθηκε με τους γονείς στο Σαν Ρέμο της ιταλικής Ριβιέρα. Το 1943 μπαίνει στους παρτιζάνους της ιταλικής αντίστασης, στη ταξιαρχία Γαριβάλδι και μαζί με τον Σκάλφαρι δημιουργούνε τη ΜUL (Movemend Universitarian Liberal). Το 1947 μπαίνει στον εκδοτικό οίκο Εϊνάντι όπου εργάζονται επίσης οι Νορμπέρτο Μπόμπιο, Νατάλια Γκίνσμπουργκ, Τσέζαρε Παβέζε κι Έλιο Βιτορίνι.

Επισκέπτεται τις ΗΠΑ όπου παραμένει για 6 μήνες, κυρίως στη Νέα Υόρκη και ύστερα από λίγα χρόνια παντρεύεται τη Έσθερ Σίνγκερ, που ‘χε γνωρίσει στις ΗΠΑ κι ο γάμος γίνεται στην Αβάνα, στη διάρκεια ενός ταξιδιού στη γενέτειρα που συνάντησε και τον Ερνέστο Τσε Γκεβάρα. Επιστρέφοντας στην Ιταλία συνεργάζεται εκ νέου με τον Εϊνάντι, εκδίδει τα “Κοσμοκωμικά” και δημιουργεί την OULiPo (OUvroir de Litterature Potentielle).

Στον Γαλλικό Μάη του 1968 γνωρίζει κι επηρεάζεται από τον Ρεημόν Κενώ, ενώ έρχεται σε επαφή και με τους Ρολάν Μπαρτ και Κλωντ Λεβί-Στρως. Το 1975 γίνεται επίτιμο μέλος της Αμερικανικής Ακαδημίας και την επόμενη χρονιά κερδίζει το βραβείο για την Ευρωπαϊκή Λογοτεχνία. Επισκέπτεται Ιαπωνία και Μεξικό, καθώς επίσης κι αρκετές αμερικάνικες πόλεις, δίνοντας διαλέξεις. Το 1981 κερδίζει το γαλλικό παράσημο της Λεγεώνας της Τιμής.
«H φαντασία είναι σαν τη μαρμελάδα, χρειάζεται να την αλείψουμε πάνω σε μια στερεή φέτα ψωμιού. Διαφορετικά, αν η βάση είναι η φαντασία, παραμένουν όλα ένα άμορφο πράγμα, σαν μαρμελάδα, πάνω στην οποία τίποτα δεν μπορεί να οικοδομηθεί. Πριν από μερικά χρόνια έλεγαν «H φαντασία στην εξουσία» και ήταν ένα ωραίο σύνθημα, όμως στο βάθος το σημαντικό είναι ακριβώς το αντίθετο. Είναι η φαντασία να μην πάρει ποτέ την εξουσία, να μη γίνει σύνθημα και πρόγραμμα, να μην επισημοποιηθεί ποτέ, να μη γίνει υποχρεωτική.
Χρειάζεται η φαντασία να έχει κάτι με το οποίο να συγκρούεται, ώστε να μη χάνει τη δύναμή της. Σε έναν κόσμο από στέρεα πράγματα, που προχωράει προς τα εμπρός, έστω με τρόπο λίγο περιορισμένο, λίγο σφιχτό, μπορείς πάντοτε να σηκώνεις τις χρωματιστές σημαιούλες, να κρεμάς φτερά, φτερούγες πεταλούδας. Αντίθετα, αν όλα είναι φτερά και φτερούγες πεταλούδας, δεν έχεις πλέον κανένα μέρος όπου να μπορείς να κρεμάσεις τη φαντασία σου, τη δημιουργικότητά σου, δεν μπορείς να τη στερεώσεις, όλα γίνονται ομοιόμορφα και ο κόσμος γίνεται περισσότερο γκρίζος»
----------------
*Τι πλάσματα άραγε να είναι ο “… εγώ, ο καπετάνιος Βχντ, η γυναίκα του, ο ξάδελφός μου ο κουφός και πότε-πότε η μικρή Ξλτχλξ, που τότε θα ‘τανε δώδεκα χρονώ”

Η ανθρωπότητα ως ολότητα

Δυστυχώς η ανθρωπότητα αγνόησε και αγνοεί εντελώς τα λόγια του Πλάτωνα :
«Αθηναίος : Και ποιος δικαστής θα ήταν καλύτερος ;Εκείνος που θα θανάτωνε τα κακά αδέλφια και θα άφηνε να τα βέλτιστα να εξουσιάζουν ή εκείνος που θα έδινε την εξουσία στους χρηστούς αλλά θα άφηνε τους χείρους να ζήσουν κάτω από την εξουσία των βέλτιστους ; Θα μπορούσαμε μάλιστα να βρούμε και τρίτο δικαστή, κάποιον που θα πλησίαζε τη διαιρεμένη οικογένεια και, χωρίς να σκοτώσει κανέναν, θα φρόντιζε να συμφιλιώσει τα μέλη της και να τους δώσει νόμους που θα εξασφάλιζαν την ειρήνη μεταξύ τους.
Κλεινίας : Ναι, αυτός ο νομοθέτης και δικαστής θα ήταν αναμφισβήτητα προτιμότερος.
Αθ. : θεσπίζοντας όμως τους νόμους θα απέβλεπε στην ειρήνη και όχι στον πόλεμο.
Κλ.: Ορθά.
ΑΘ. : Τι να πούμε τότε για τον άνθρωπο που οργανώνει ολόκληρη την πόλη ; Όταν κανονίζει τη συμπεριφορά των μελών της θα δώσει περισσότερη σημασία στον εξωτερικό ή στον εσωτερικό πόλεμο, που ονομάζεται στάσις(εμφύλιος πόλεμος) ; Αυτός είναι, θεωρώ, το τελευταίο πράγμα που θα ευχόταν κανένα για την πατρίδα του. Κι αν μάλιστα ξεσπάσει ποτέ, όλοι θέλουν να σταματήσει το ταχύτερο.
Κλ. : Αφαλώς θα δώσει μεγαλύτερη προσοχή στο δεύτερο.
ΑΘ. : Στην περίπτωση της στάσεως(εμφυλίου πολέμου) όμως, μπορεί να συμβεί ένα από τα δύο. Να νικήσει η μία πλευρά εξοντώνοντας την άλλη ή να επικρατήσει γρήγορα η ειρήνη και η φιλία μετά από διαπραγματεύσεις. Ποιο από τα δύο θα προτιμούσες, αν υποθέσουμε ότι η πόλη πρέπει να έχει στραμμένη την προσοχή της σε εξωτερικούς εχθρούς ;
Κλ. : Όλοι θα προτιμούσαν τη δεύτερη λύση για την πατρίδα τους.
ΑΘ. : Δεν θα είχε, λοιπόν, και ο νομοθέτης τις ίδιες απόψεις :
Κλ. : Ασφαλώς.
ΑΘ. : κάθε νομοθέτης δεν αποβλέπει στο άριστο όταν νομοθετεί ;
Κλ. : Σίγουρα.
ΑΘ. : Το άριστο, συνεπώς, δεν είναι ο ούτε ο πόλεμος ούτε η στάσις(εμφύλιος πόλεμος) – και μακάρι να μη χρειαστεί ποτέ να καταφύγουμε σε αυτά – αλλά η ειρήνη και η φιλία ανάμεσα στους ανθρώπους. Έτσι θα έλεγε ότι η νίκη μιας πόλεως πάνω στον εαυτό της δεν είναι απλά κάτι άριστο αλλά απόλυτα αναγκαίο. Μοιάζει με τον άρρωστο που, αφού πήρε τα φάρμακα του ιατρού, βρίσκεται τώρα στην καλύτερη δυνατή κατάσταση, ενώ δεν συμβαίνει το ίδιο με κάποιον που δεν χρειάστηκε την ιατρική βοήθεια. Παρόμοια, οποιοσδήποτε έχει τέτοιες αντιλήψεις για την ευδαιμονία μιας πόλεως ή ακόμα και ενός ατόμου, δεν θα γίνει ποτέ άξιος πολιτικός και ακριβής νομοθέτης, αν οι νόμοι του αποβλέπουν αποκλειστικά και μόνο στον πόλεμο αντί στην εδραίωση της ειρήνης.»[1]
 
Εξ ου και τα περίφημα λόγια του ποιητή Θεόγνη, πολίτη των εν Σικελία Μεγαρέων:
«Όποιος μένει πιστός, Κύρνε, μέσα στην φονική διχοστασία, αξίζει το βάρος του σε χρυσό και ασήμι».[2]
 
Μάλιστα σχετικά με τα λόγια του Θεόγνη ο Πλάτων λέγει πως :
«Κατά την γνώμη μας εκείνος που μετέχει σε ένα τόσο σκληρό πόλεμο είναι πολύ ανώτερος από τους άλλους, στον ίδιο βαθμό που ο συνδυασμός δικαιοσύνης, σωφροσύνης, φρόνησης και ανδρείας είναι πολύ ανώτερος από την ανδρεία μόνη της. Σε μια στάση(εμφύλιο πόλεμο) κανένας δεν μπορεί να μένει δίκαιος και πιστός χωρίς αυτές τις αρετές».[3]
 
Σχολιάζοντας δε ο Πρόκλος τα λόγια του Πλάτωνα μας λέγει πως :
«ο Πλάτων αποδέχεται τον Θεόγνη ως μετέχοντα στην πολιτική επιστήμη και στην αρετή, την οποία ονόμασε πιστότητα, ηγεμόνα και σύμβουλο.»[4]
 
Ξέχασε η ανθρωπότητα τα λόγια και του Πλουτάρχου του Χαιρωνεύς, του διατελέσαντος ιερέας στο(ν) εν Δελφοίς ναό & μαντείο του Απόλλωνα :
«Από τη Φύση δεν υπάρχει πατρίδα, καθώς ούτε σπίτι, ούτε αγρός, ούτε χαλκουργείο, όπως έλεγε ο Αρίστων, ούτε ιατρείο, αλλά γίνεται ή καλύτερα ονομάζεται και αποκαλείται, το καθένα τους σε σχέση με αυτό που το κατοικεί και το χρησιμοποιεί. Ο άνθρωπος, όπως λέει ο Πλάτων (“Τίμαιος”, 90.a.6), “δεν είναι φυτό της γης”, ούτε ακίνητο, “αλλά ουράνιο”, όπου σαν άλλη ρίζα η κεφαλή κρατάει το σώμα όρθιο, στραμμένο προς τον ουρανό. Επομένως, εύστοχα είπε ο Ηρακλής : “Αργείος ή Θηβαίος αφού δεν καυχιέμαι για μία (δηλαδή για κάποια πόλη που ανήκει)∙ κάθε πύργος Ελλήνων είναι για μένα πατρίδα”. Ο Σωκράτης το είπε ακόμη πιο εύστοχα, λέγοντας πως δεν είναι Αθηναίος, ούτε Έλλην, αλλά Κόσμιος (του Κόσμου), όπως θα έλεγε κανείς ότι είναι Ρόδιος ή Κορίνθιος, επειδή δεν θέλησε να κλειστεί μέσα στα όριο του Σουνίου, του Ταινάρου και των Κεραυνίων. “Βλέπεις εκεί ψηλά τον άπειρο αιθέρα, και τη γη έχει πέριξ στις υγρές του αγκάλες” τούτα είναι τα όρια της πατρίδας μας και κανείς εντός τους δεν είναι φυγάς, ξένος ή αλλοδαπός, όπου υπάρχει το ίδιο πυρ, ύδωρ, αήρ, οι ίδιοι άρχοντες, διοικητές, πρυτάνεις, ο ήλιος, η σελήνη, ο φωσφόρος. Οι ίδιοι νόμοι για όλους, ένα το πρόσταγμα και μία η ηγεμονία, οι βόρειες τροπές (χειμερινό ηλιοστάσιο) οι νότιες τροπές (θερινό ηλιοστάσιο), οι ισημερίες, οι Πλειάδες, ο Αρκτούρος, οι ώρες της σποράς και οι ώρες του φυτεύματος. Ένας ο Βασιλιάς και Άρχων∙ “ο Θεός που είναι αρχή και μέση και τέλος του σύμπαντος, που το διατρέχει από τη φύση του απ’ άκρου εις άκρον σε όλη του την έκτασή του. Τον ακολουθεί από πίσω του η Δίκη, η τιμωρός όσων παραβαίνουν τον Θείο Νόμο” (Πλάτων “Νόμοι, 716.Α”) τον οποίο εφαρμόζουμε όλοι εμείς οι άνθρωποι από τη φύση μας προς όλους τους ανθρώπους σαν να ήταν συμπολίτες μας.»[5]
 
Άλλωστε – κατά πως λέγει ο Πρόκλος :
«Η σταθερή και αΐδιος “ευγένεια”[6] των ψυχών εξαρτάται από τους θεούς περί τους οποίους εσπάρησαν και από τις θεϊκές δυνάμεις υπό τις οποίες ετάχθησαν. Διότι ευγενέστερες είναι αυτές που ακολουθούν τους υψηλότερους θεούς και όσες συνδέονται με τις μεγαλύτερες δυνάμεις κατά την δια κλήρου διανομή μέσα στο σύμπαν. Το ίδιο λέω και για τις πόλεις. Διότι η διαφορά ως προς τους κλήρους αρχίζει από ψηλά και φτάνει μέχρι τις ψυχές. Λέμε λοιπόν ότι άλλοι κλήροι είναι οι εμπύριοι, άλλοι οι αιθέριοι, άλλοι οι ουράνιοι, άλλοι των χθόνιων θεών, και ότι από τις ψυχές άλλες είναι της Ηλιακής σφαίρας, άλλες της Ερμαϊκής σφαίρας, άλλες της Σεληνιακής. Η τοιαύτη κατά τόπους διακλήρωση των ψυχών όντως είναι άξια φρονήματος, ενώ η “ες τς παρ μν πλεις κα τος ν γ τπους ποβλπουσα δικρισις τοπς στι κα χαυντητος ατα τας ψυχας».[7]
 
Ξέχασε η ανθρωπότητα την διδασκαλία των θεώτατων φιλοσόφων & ιερέων Πυθαγόρα και Πλάτωνα:
«Οι Πυθαγόρειοι έλεγαν ότι τα πάντα γεννιούνται από τους πρώτους και ηγετικούς αριθμούς και ότι όλα τα εγκόσμια λαμβάνουν υπόσταση από τους τρείς Θεούς. Ένδειξη αυτών των Θεών περιέχουν η μονάδα, η δυάδα και η τριάδα, ώστε πρέπει να ξεκινήσει από αυτές και να έχει τον νου του σε αυτές όποιος πρόκειται να γίνει μελετητής της Φύσης. Επιπλέων, τα συναίτια των φυσικών πραγμάτων έχουν μελετηθεί και από άλλους, όμως το τελικό, το υποδειγματικό και το δημιουργικό αίτιο έχουν εξεταστεί ειδικά από εκείνους. Αυτά, λοιπόν, τα αίτια δηλώνονται με τους εν λόγω αριθμούς. Το τελικό με την μονάδα, γιατί είναι επικεφαλής των αριθμών, στη θέση του Αγαθού. Το υποδειγματικό με τη δυάδα, γιατί η ετερότητα των όντων διαχώρισε τις πρωταρχικές αιτίες των πάντων. Επιπλέον, η δυάδα είναι αρχή της τετράδας των νοητών υποδειγμάτων. Το δημιουργικό, τέλος, αίτιο δηλώνεται με την τριάδα. Γιατί ο νους ταιριάζει στην τριάδα, καθώς είναι τρίτος από το όντως ΟΝ με ενδιάμεση την ζωή, ή τρίτος από τον πατέρα με ενδιάμεση την δύναμη, ή τρίτος από το νοητό με ενδιάμεση την νόηση. Γιατί όποια σχέση έχει η μονάδα προς την δυάδα, την ίδια σχέση έχει το όντως ΟΝ προς την ζωή, ο πατέρας προς την δύναμη, και το νοητό προς την νόηση. Και όποια σχέση έχει η δυάδα προς την τριάδα, την ίδια σχέση έχει η ζωή, η δύναμη και η νόηση προς τον νου. Επιπλέον όλα τα θεία υπάρχουν σε όλα τα θεία και είναι ενωμένα μεταξύ τους, ώστε να είναι και όλοι οι θεοί μέσα σε έναν και καθένας τους μέσα σε όλους και να συγκρατούνται με την θεία φιλία. Και ο Σφαίρος που υπάρχει εκεί περιέχει την μία ένωση των θεών. Δικαιολογημένα, λοιπόν, και ο Σωκράτης, έχοντας κατά νου το θείο, κάνει αρχή από την κοινωνία και την ομόνοια και σε αυτήν καλεί και τους άλλους. Έξαλλου, και η παράθεση γεύματος και η συμμετοχή σε γεύμα είναι λέξεις που ταιριάζουν στους Θεούς, και εξίσου στους εγκόσμιους θεούς. Γιατί ανεβαίνουν μαζί με τους ανεξάρτητους θεούς σε “σε γεύμα και γιορτή”, όπως λέει ο Σωκράτης στον “Φαίδρο, 247.a”, και το τραπέζι την ημέρα της γεννήσεως της Αφροδίτης παρατίθεται από τον “μεγάλο” Ζευς. Ανάλογα, λοιπόν, ζητά και ο Σωκράτης να συμβαίνουν ανάμεσα και στα μέλη της παρέας του και να κοινωνήσουν μεταξύ τους τις περί τα θεία νοήσεις. Και δεν είναι καθόλου περίεργο που ο Τίμαιος και φιλοξενεί τους άλλους και φιλοξενείται από αυτούς, επειδή και από τους θεολόγους έχουν εξυμνηθεί μεταδόσεις και ανταλλαγές των δυνάμεων, καθώς τα θεία συμπληρώνουν το ένα το άλλο και συμπληρώνονται το ένα από το άλλο. Έτσι και από τους Φοιβόληπτους ποιητές ακούσαμε ότι οι θεοί φιλεύουν αλλήλους με τις νοητικές ενέργειές τους ή με τις προνοητικές πράξεις τους στο σύμπαν : “εκείνοι με χρυσά κύπελλα ο ένας τον άλλον χαιρετούσαν, κοιτάζοντας την πόλη των Τρώων”. Αν, μάλιστα, γνωρίζουν και νοούν ο ένας τον άλλον, “γιατί οι θεοί δεν είναι άγνωστοι ο ένας στον άλλον”, και αν το νοητό είναι τροφή του νοητικού, σύμφωνα με τον χρησμό, είναι φανερό ότι και η ανταλλαγή φιλοξενίας υπάρχει πρώτα στους θεούς και οι σοφότεροι άνθρωποι, μιμούμενοι και σε αυτό τους θεούς, μεταδίδουν ο ένας στον άλλο γενναιόδωρα τις νοήσεις τους.»[8]
 
Εξ ου και οι Πυθαγόρειοι μιμούμενοι τους Θεούς :
  • «πρέσβευαν την φυσική επικοινωνία, την επικοινωνία των φυσικών όντων, τόσο εν τη γενέσει, με βάση την οποία όλα καθίστανται ρητά και συμμετρικά μεταξύ τους, όσο και την εν τοις ουρανίοις. Γιατί και εκείνα μεταδίδουν το ένα στο άλλο τις δυνάμεις τους.»[9] Εξ ου και σχολιάζοντας τα λόγια του Σωκράτης του “Τίμαιου, 17.a” που λέγει : «Φυσικά, και κατά δύναμη δε θα παραλείψουμε τίποτα. Γιατί δεν θα ήταν δίκαιο, ενώ χτές φιλευτήκαμε από εσένα με όσα φιλέματα ήταν πρέπον, να μη σου ανταποδώσουμε τη φιλοξενία με προθυμία εμείς οι υπόλοιποι», ο Πρόκλος εξηγεί πως : «Φυσικά διδάγματα που πρέπει να πάρουμε από αυτό το χωρίο είναι τα εξής : πρώτον, η ανταπόδοση των λόγων αποτελεί εικόνα της επικοινωνίας και της ανταλλαγής των δυνάμεων στα έργα της Φύσης. Λόγω της ανταλλαγής αυτής όλα έχουν συμπαραταχτεί και συντελούν στην μία αρμονία του σύμπαντος. Δεύτερον, οι ενέργειες της Φύσης εναλλάσσονται, καθώς κάθε φορά το ένα ή το άλλο αίτιο προκαλεί το ένα ή το άλλο αποτέλεσμα. Με αυτό μοιάζει η ανταπόδοση της φιλοξενίας στον χτεσινό οικοδεσπότη. Θεολογικά δόγματα είναι τα εξής : το δημιουργικό αίτιο προχωρά μέσα από όλα και συμπληρώνει τα πάντα και αποκόπτει κάθε έλλειψη με τη δύναμή του και την γόνιμη αφθονία του, με βάση την οποία δεν αφήνει τίποτα στερημένο από τον εαυτό του. Γιατί χαρακτηρίζεται από υπερπληρότητα, επάρκεια και πλήρη τελειότητα. Αλλά και η ανταπόδοση της φιλοξενίας είναι παρμένη από την φιλοξενία των μύθων για τους θεούς, με βάση την οποία οι θεοί χαιρετούν ο ένας τον άλλον, “εκείνοι με χρυσά κύπελλα ο ένας τον άλλον χαιρετούσαν” λέγει ο Όμηρος στην “Ιλιάδα, Δ’ 4”. Μάλιστα πληρούνται με νέκταρ κοντά στον μέγιστο Ζευς. Και δεν έχει ειπωθεί απλά “να σου αντιδώσουμε τη φιλοξενία (ἀνθεστιᾶν)” αλλά να “να σου ανταποδώσουμε τη φιλοξενία (ἀνταφεστιᾶν)”. γιατί το “αποδίδω” συμπεριλαμβάνει την ολοκληρωτική αποπληρωμή της φιλοξενίας. Αυτό παρατηρείται και στα καθολικότερα όντα. Γιατί και οι φαινόμενες διακοσμήσεις (=Κόσμοι) με την κορυφαία καταλληλότητά τους προσκαλούν τις αφανείς δυνάμεις, και εκείνες λόγω της αφθονίας της αγαθότητά τους τις/τους τελειοποιούν και αυτές/αυτούς, και συνδέονται όλα αυτά μεταξύ τους και η μετάδοση της τελειότητας γίνεται ανταπόδοση της πρόσκλησης. Επιπλέον, η πραγματοποίηση όλων αυτών σύμφωνα με το “δίκαιο” αποτελεί εικόνα της Δίκης/Δικαιοσύνης που μαζί με τον Ζευς τακτοποιεί τα πάντα, το δε “πρέπον” αποτελεί εικόνα της αιτίας που φωτίζει το σύμπαν με το κάλλος του δημιουργού, και τα “φιλέματα” είναι εικόνα της ανταλλαγής που είναι καθορισμένη σύμφωνα με τις θείες ιδιότητες. Γιατί καθένα θείο έχει δικές του δυνάμεις και ενέργειες. Όπως ακριβώς, λοιπόν, ο Σωκράτης φίλεψε τον Τίμαιο με τους λόγους της φιλοσοφίας του, έτσι και ο καθένας από τους θεούς ενεργώντας με βάση τις δικές του δυνάμεις συντελεί στη μια και ανώτερη πρόνοια του δημιουργού για το σύμπαν.»[10]
  • «έθεταν την Φιλία και την ομονοητική[11] ζωή ως σκοπό ολόκληρης της φιλοσοφίας τους.»[12], εξ ου και «αυτή ο Σωκράτης στον “Τίμαιο” την έχει προβάλει πριν από όλα αποκαλώντας τον Τίμαιο φίλο.»[13] Αλλά και ο Πλάτων στους “Νόμους” λέγει ότι : «Θα βρούμε λοιπόν την πρώτη (καλύτερη) πόλη, πολιτεία (πολίτευμα), και νόμους εκεί που ισχύει το παλιό γνωμικό το οποίο λέει ότι τα αγαθά των φίλων είναι κοινά. Δεν ξέρω βέβαια αν υπάρχει ή θα υπάρξει κάποτε μια κοινωνία, όπου τα πάντα θα ανήκουν σε όλους – κοινές γυναίκες, κοινά παιδιά και αγαθά αλλά σε μία τέτοια πόλη η έννοια της ατομικής ιδιοκτησίας θα εξαφανιστεί ολοκληρωτικά. Τα πάντα θα είναι στην διάθεση όλων, ακόμα και εκείνα που από την φύση τους αποτελούν ιδιοκτησία κάθε ανθρώπου, όπως τα όμματα ή τα ώτα ή τα χέρια, με την έννοια ότι όλοι οι πολίτες βλέπουν, ακούνε και ενεργούν από κοινού επιβάλλουν τη μεγαλύτερη δυνατή ενότητα στην πόλη και είναι οι καλύτεροι που μπορούν να υπάρξουν. Σε μια τέτοια πόλη κατοικούν είτε Θεοί είτε παίδες θεών και η ζωή όλων όσων έχουν τέτοιους νόμους είναι στ’ αλήθεια ευφραινόμενοι. Επομένως, δεν χρειάζεται να ψάξουμε αλλού για να βρούμε πιο υποδειγματικό πολίτευμα από αυτό. Αν πραγματοποιηθούν όσα είπαμε, θα το κάνουν αθάνατο και δεύτερο σε αξία.»[14] Άλλωστε : «η τελειότητα επέρχεται στις ψυχές μέσω της φιλίας και της (επι)κοινωνίας με τα ενάρετα ήθη, πράγμα που φρόντιζαν ιδιαιτέρως οι Πυθαγόρειοι, κάνοντας σκοπό της ζωής τους την καθαρότατη φιλία.»[15] Μιας και «η αληθινή φιλία είναι χαρακτηριστικό των ίδιων των Θεών και των ανώτερων από εμάς γενών, και φτάνει στις αγαθές ψυχές.»[16] Όμως «Οφείλουμε να ξέρουμε ότι η φιλία είναι μεν πράγμα σεβαστό και πολύτιμο, χρειάζεται όμως ζωή πρέπουσα στους θεούς και νοητική. Διότι για πρώτη φορά έλαβε υπόσταση μεταξύ των Θεών με τη νοητική ζωή και τον, κατά Εμπεδοκλή, νοητό θεό, τον οποίο εκείνος αποκαλεί συνήθως “Σφαίρο”.»[17] Αλλά και ο Πρόκλος λέγει ότι : «Τελικός σκοπός της άριστης πολιτείας είναι η ένωση, όπως βέβαια και της συστάσεως του Κόσμου, και πριν από τον Κόσμο τούτο το Ένα. Διότι η ομοιότητα ανήκει στην συστοιχία του Ενός. Εξ ου και όλα τα στοιχεία που λαμβάνουν την πρόοδό τους παράγονται μέσω της ομοιότητας από τα οικεία του αίτια, και όλα όσα επιστρέφουν προς τις αρχές επιστρέφουν μέσω της ομοιότητας λόγω του πόθου τους για το Ένα. Διότι αυτό που δεν μπόρεσε να παραμείνει στο Ένα αποδέχεται το όμοιο ως συγγενικό προς το Ένα. Η αρμονία επίσης και ο ρυθμός, των οποίων προΐστανται οι Μούσες, έχουν την ύπαρξή τους μέσα από την ομοιότητα. Για τούτο βέβαια δεν δημιουργούν όλοι οι λόγοι ρυθμούς ή αρμονίες, αλλά αυτοί της ομοιότητας επιμόριοι και πολλαπλάσιοι. Οι πολυσχιδής και πολυσύνθετος χαρακτήρας των άλλων λόγων είναι ξένος προς τους μουσικούς λόγους. Σε αλληλουχία λοιπόν προς τις δικές τους ενέργειες και προς τα δώρα που προσφέρουν στον Κόσμο, οι Μούσες ανήγαγαν τη διχοστασία στην ανομοιότητα και την φιλία στην ομοιότητα της ζωής. Και ο ίδιος άλλωστε ο ιερός αριθμός των Μουσών ανήκει στη φύση της ταυτότητας και της ομοιότητας, διότι είναι τετράγωνος παραγόμενος από τον πρώτο περιττό και τέλειο, που προσδιορίζεται από τρείς τριάδες, και δεν είναι μόνο τέλειος, αλλά τέλειος ως προς όλες τις αναφορές του, συνδεδεμένος με τη μονάδα από την οποία προήλθε και σπεύδοντας και αυτός να είναι ένα καινούριο ένα.»[18]
  • «θεωρούσαν ότι οι συμφωνίες, τις οποίες έκαναν ανάμεσά τους, έπρεπε να παραμένουν σε αυτούς σταθερές.»[19] : εξ ου και ο Σωκράτης στην αρχή του “Τίμαιου” αναζητά και ρωτά που είναι το τέταρτο πρόσωπο που υπήρχε στην συνάντηση της “Πολιτείας”.
  • «Ασπάζονταν την κοινοκτημοσύνη στις ανακαλύψεις των δογμάτων και τα συγγράμματα του ενός Πυθαγορείου ήταν κοινά όλων τους.»[20] : «Αυτό το επιβεβαιώνει και ο Σωκράτης, στον “Τίμαιο” καλώντας τους ίδιους να γίνουν διαιτυμόνες και εστιάτορες, πληρούντες και πληρομενους, διδάσκοντες και μανθάνοντες.»[21] : Και βέβαια «ο Πλάτων μέσω της ίδιας της μίμησης των τέλειων ανδρών μας σκιαγραφεί τα πρότυπα των καθηκόντων, πρότυπα που έχουν πολύ μεγαλύτερη επίδραση από αυτά που εμπεριέχονται σε ξερούς κανόνες. Γιατί η μίμηση διαμορφώνει τη ζωή των ακροατών σύμφωνα με τα χαρακτηριστικά του αντικειμένου της. Με αυτά, λοιπόν, δηλώνει με το τι θα χορτάσει ο φιλόσοφος. Με την ακρόαση των λόγων και ποιο θα θεωρήσει ότι είναι το αληθινό γεύμα. Όχι αυτό που έχουν πιστέψει οι περισσότεροι – γιατί αυτό είναι ζωώδες -, αλλά αυτό που χορταίνει τον άνθρωπο που έχουμε μέσα μας. Για αυτό και χρησιμοποιείται συχνά από τον Πλάτωνα το ρήμα “φιλεύω” για τα λόγια. “Ή μήπως είναι φανερό ότι ο Λυσίας σας φίλεψε με λόγια” (βλ. “Φαίδρος, 227.b”) και “Μόνο εσείς οι δυο φιλευτείτε και σε εμάς μην δώσετε” (βλ. Λυσίας, 211.c”)».[22]
Τελειώνοντας την παρούσα μελέτη θα παραθέσουμε τα λόγια του Πλάτωνα που – ακολουθώντας πιστά και ακλόνητα τους εκ του Διός εγγεγραμμένους στη ουσία της ψυχής ειμάρμενους νόμους – λέγει αφενός πως :
«”Ποια πράξη όμως είναι αρεστή στο θεό και σύμφωνη με την θέλησή του ;; Υπάρχει μόνο μία, που την εκφράζει το παλιό ρητό : στο όμοιο αρέσει το όμοιο που τηρεί το μέτρο. Τα υπερβολικά δεν είναι αρεστά ούτε μεταξύ τους ούτε σε εκείνα που έχουν μέτρο. Κατά την άποψή μας, ο θεός είναι το βασικό μέτρο των πραγμάτων, πολύ περισσότερο από τον άνθρωπο όπως υποστηρίζουν μερικοί. Αν θέλει λοιπόν κανείς να γίνει προσφιλής στον θεό πρέπει να καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια να του μοιάσει. Σύμφωνα με την παραπάνω αρχή, όποιος είναι συνετός θα έχει την φιλία του θεού – αφού θα του μοιάζει – ενώ ο μη σώφρων και άδικος, ως εντελώς διαφορετικός από τον θεό, θα είναι εχθρός του. Το ίδιο ισχύει  και για όλα τα άλλα. Πρέπει να αντιληφθούμε ότι λογική συνέπεια του συλλογισμού αυτού είναι το εξής δίδαγμα, που το θεωρώ κάλλιστο και αληθέστατο από όλα τα άλλα. Για τον αγαθό άνθρωπο, το κάλλιστο και άριστο μέσο για να ζήσει ευδαίμονα βίο είναι να θύειν στους θεούς και να προσομιλεί αεί μαζί τους με την ευχή, τα αναθήματα και την θεραπεία.  Για τον κακό άνθρωπο είναι φυσικό να συμβαίνει το αντίθετο, αφού έχει ακάθαρτη ψυχή. Τόσο ο θεός όσο και ο αγαθός άνθρωπος δεν είναι σωστό να δέχονται δώρα από βρώμικα χέρια – κάτι που σημαίνει ότι ο κόπος που καταβάλλουν οι ασεβείς για να αποκτήσουν την εύνοια των θεών πάει χαμένος, ενώ το αντίθετο συμβαίνει με τις προσπάθειες των ενάρετων. Αυτός λοιπόν πρέπει να είναι ο στόχος μας. Ποια όμως είναι τα βέλη μας και τα μηχανήματα με τα οποία θα τα εκτοξεύσουμε ;; Ας πούμε πως αυτά είναι τα όπλα μας, πρώτο και καλύτερο θεωρείται η απόδοση τιμών στους Ολύμπιους θεούς που έχουν την πόλη και μετά στους χθόνιους θεούς. Στους πρώτους κατά τον σκοπό της ευσέβειας πρέπει ορθότατα να προσφέρονται τα άρτια και τα δεξιά, ενώ στους δεύτερους τα περιττά και αριστερά. Στην συνέχεια ο έμφρων οργιασθείς θα αποδώσει τιμές στους Δαίμονες και στους Ήρωες. Έπειτα στα ιδρύματα των πατρώων Θεών – όπως προστάζει ο νόμος – και τέλος στους ζωντανούς γονείς, αφού είναι σωστό και δίκαιο να πληρώνει κανείς πρώτα τα πιο σημαντικά χρέη του  και στην συνέχεια τα υπόλοιπα. Πρέπει να θεωρεί ότι όλα όσα απέκτησε και διαθέτει τα χρωστά σε εκείνους που τον γέννησαν και τον μεγάλωσαν, ώστε να τα χρησιμοποιεί πρόθυμα για την εξυπηρέτησή τους. Πρέπει να τους βοηθά με την περιουσία του, με τη σωματική του δύναμη και με όλη τη δύναμη της ψυχής τους. Έτσι ξεπληρώνει τις φροντίδες και τους κόπους που κατέβαλαν για αυτόν, το δάνειο δηλ. που του έδωσαν όταν ήταν νέος, το οποίο έχουν μεγάλη ανάγκη στα γεράματά τους. Σε όλη του τη ζωή ο άνθρωπος οφείλει να μιλά με ευδημία στους γονείς του, γιατί τα άστοχα και επιπόλαια λόγια τιμωρούνται αυστηρά. Όλες οι πράξεις μας παρακολουθούνται εκ της Νεμέσεως, αγγέλου της Δίκης. Αν οι γονείς οργιστούν, ο νέος πρέπει να υποχωρεί και να τους αφήνει να ξεσπάσουν με λόγια ή με έργα, χωρίς να τους κρατά κακία. Πρέπει να αντιλαμβάνεται ότι είναι φυσικό να θυμώνει ένας πατέρας όταν θεωρεί ότι το παιδί τον αδικεί. Κι όταν πεθάνουν οι γονείς μας, πρέπει να τους κάνουμε την σωφρονέστατη και καλλίστη ταφή, χωρίς να ξεπερνάμε τα όρια αλλά και χωρίς να υστερούμε σε όσα έφτιαχναν οι πρόγονοί μας για τους δικούς τους γονείς. Κάθε έτος οφείλουμε να τιμάμε την διαιώνιση της μνήμη τους και να τους προσφέρουμε το μερίδιο που τους ανήκει από τα αγαθά που διαθέτουμε. Αν το κάνουμε αυτό και ζήσουμε συμφώνως με τους κανόνες που αναφέραμε, καθένας μας θα πάρει την αμοιβή που του αξίζει από τους θεούς και από τοα κρείττονα γένη, έτσι ώστε να περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του ευτυχισμένος”. Οι νόμοι καθόρισαν επίσης τις υποχρεώσεις μας προς τα τέκνα, τους συγγενείς, τους φίλους και τους συμπολίτες μας αλλά και τα ξενικά προς θεών θεραπεύματα. Όρισαν επίσης τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να φερόμαστε σε κάθε κατηγορία αυτών των ανθρώπων, αν θέλουμε να ζήσουμε μια όμορφη ζωή χωρίς να παραβαίνουμε τον νόμο, αλλά πείθοντας και άλλοτε τιμωρώντας εκείνους που δεν θέλουν να συμμορφωθούν, ώστε η πόλη μας να γίνει εύδαιμον και μακαρία με την βοήθεια των θεών».[23]
 
Αφετέρου ότι :
«Αν ένας άνθρωπος τιμά και σέβεται τους συγγενείς του, που έχουν το ίδιο αίμα και λατρεύουν τους ίδιους θεούς, αυτός είναι λογικό να ελπίζει ότι οι γενέθλιοι θεοί θα είναι εύνους στην των παιδιών του σπορά. Επίσης θα κερδίσει την ευμένεια των Θεών αν θεωρεί τις υπηρεσίες που του προσφέρουν οι φίλοι και οι εταίροι πολύ ανώτερες από όσο τις θεωρούν οι ίδιοι και, αντίθετα, αν θεωρεί ότι οι δικές του υπηρεσίες προς εκείνους είναι πολύ πιο μικρές. Σχετικά με την πόλη και τους συμπολίτες του, άριστος είναι ο άνθρωπος, που, αντί να επιδιώκει τη διάκριση στην Ολυμπία και στους άλλους αγώνες, ειρηνικούς και πολεμικούς, προτιμά να έχει φήμη ότι υπακούει στους νόμους της πατρίδας του υπηρετώντας τους όλη τους τη ζωή με μεγαλύτερη αφοσίωση από οποιονδήποτε άλλο. Όσο για τις σχέσεις με τους ξένους, πρέπει να θεωρεί να θεωρεί τα συμβόλαιο αγιότατα. Όλα σχεδόν τα αμαρτήματα προς τους ξένους, που βρίσκονται κάτω από την προστασία των Θεών, προκαλούν πολύ αυστηρές τιμωρίες από εκείνες που επιβάλλονται σε αδικήματα προς συμπολίτες μας. Ο ξένος όντας έρημος εταίρων και συγγενών είναι ελεεινότερος(συμπαθέστερος) σε Θεούς και ανθρώπους. Έτσι, αυτός που μπορεί να βοηθήσει στην τιμωρία των ενόχων το κάνει με μεγαλύτερη προθυμία. Και φυσικά, περισσότερο από όλους μπορεί να επιβάλει τιμωρίες ο των ξένων προστάτης θεός ή δαίμονα, που ακολουθεί τον Ζεύς τον ξένιο. Μεγάλη λοιπόν ευλάβεια και προμήθεια για όποιο σκέφτεται το μέλλον το να πορευτεί προς το τέλος της ζωής του δίχως να έχει αδικήσει κάποιον ξένο. Το μέγιστο αμάρτημα, πάνω και από τα σε ξένους και συμπολίτες, είναι προς τους ικέτες. Ο θεός, τον οποίο επικαλείται ο ικέτης για την εκτέλεση των υποσχέσεων που το έδωσαν, γίνεται φύλακας του παθόντος και δεν παραλείπει ποτέ να μείνει ατιμώρητος ο φταίχτης».[24]
 
Αλλά και πως :
«Πρέπει να τιμάμε τον ξένιο Ζεύς και να μην διώχνουμε τους ξένους από το τραπέζι μας και από τις θυσίες μας, όπως κάνουν οι κάτοικοι του Νείλου, ούτε με άγριους νόμους να τους εμποδίζουμε να επισκέπτονται την χώρα μας».[25]
 
Γιατί κατά πως λέγει ο Πλάτων :
«λένε οι σοφοί ότι τον ουρανό και τη γη και τους Θεούς και τους ανθρώπους συνδέουν η κοινωνία, η φιλία, η κοσμιότητα, η σωφροσύνη και η δικαιοσύνη και ότι εξαιτίας αυτών, οι σοφοί ονομάζουν το σύμπαν τούτου “Κόσμο” και όχι ακοσμία ούτε ακολασία.»[26]
Ξεχάσαμε η άνθρωπο τα λόγια του Αχιλλέα :
«γιατί δεν είναι αντάξια της ψυχής μου ούτε όσα λένε
πως είχε αποκτήσει το Ίλιον, η καλοκατοικημένη πόλη,
πριν από την ειρήνη, πριν έλθουν οι γιοί των Αχαιών εδώ,
ούτε όσα το λίθινο κατώφλι του τοξευτή εντός κλείνει,
του Φοίβου Απόλλωνος, στην πετρώδη Πυθώνα»[27]
 
Έτσι απάντησε ο Αχιλλέας στους Αχαιούς, όταν εκείνοι του ζήτησαν να μπει ξανά στην μάχη και να δεχτεί τα δώρα του Αγαμέμνονα ως αντάλλαγμα ξεχάσει την αδικία του ….
Ήθελε να τους πει με άλλα λόγια ότι και ο Σωκράτης θα έλεγε αιώνες μετά :
«Αλλά τώρα πια είναι ώρα να φύγουμε, εγώ για να πεθάνω, κι εσείς για να ζήσετε. Ποιοι από εμάς πηγαίνουν σε καλύτερο πράγμα, είναι άγνωστο σε όλους εκτός από τον Θεό.»[28]
 
Ήθελαν και οι δύο να πουν πως:
«Από όλα τα πράγματα που κατέχει ο άνθρωπος, το πιο ιερό μετά τους θεούς είναι η ψυχή. Ξέρουμε ότι κάθε άνθρωπος αποτελείται από δυο ειδών στοιχεία. Ορισμένα, τα οποία κυριαρχούν, είναι πιο δυνατά και πιο καλά, ενώ τα άλλα, κατώτερα και πιο αδύναμα, οφείλουν να υποτάσσονται στα προηγούμενα. Ο Άνθρωπος πρέπει πάντα να προτιμά εκείνα που κυριαρχούν παρά εκείνα που υποτάσσονται. Έτσι, όταν λέω ότι τόσο μετά τους Θεούς, που είναι κύριοι της μοίρας μας, όσο και μετά τους δαίμονες ή τους ήρωες ο άνθρωπος πρέπει να τιμά την ψυχή του, νομίζω ότι μιλώ σωστά. Σπάνια όμως το πετυχαίνει κάποιος αυτό. Απλά, νομίζει πως το καταφέρνει. Γιατί τίποτα κακό δεν αξίζει να τιμηθεί, αφού η τιμή είναι θείο δώρο. Οπωσδήποτε νομίζει ότι εξυψώνει την ψυχή του με λόγια ή δώρα ή υποχωρήσεις και δεν φροντίζει να την κάνει καλύτερη, φαντάζεται ότι την τιμά αλλά στην πραγματικότητα δεν κάνει κάτι τέτοιο. Για παράδειγμα, κάθε άνθρωπος που φτάνει στην εφηβεία νομίζει πως τα ξέρει όλα και φαντάζεται ότι τιμά την ψυχή του με τους επαίνους και με το να την αφήνει να κάνει ότι θέλει. Σύμφωνα όμως με όσα είπαμε πριν από λίγο, δεν πρόκειται για τιμή αλλά βλάβη, αφού έχουμε δεχτεί ότι η ψυχή βρίσκεται στη δεύτερη θέση μετά τους θεούς. Επίσης, όταν κάποιος πιστεύει ότι η ευθύνη για τα αμαρτήματα που κάνει δεν είναι δική του αλλά των άλλων, τους οποίους κατηγορεί για τις συχνές και σοβαρές κακοτυχίες του θεωρώντας τον εαυτό του ανεύθυνο για αυτά, νομίζει ότι έτσι τιμά την ψυχή του. Πετυχαίνει όμως ακριβώς αντίθετο. Το ίδιο γίνεται και όταν ρίχνεται στις απολαύσεις και αδιαφορεί για τις συστάσεις και τις συμβουλές του νομοθέτη, αφού ντροπιάζει την ψυχή του και τη γεμίζει με τύψεις και ενοχές. Ή, για να πάρουμε την αντίθετη περίπτωση, όταν δεν υπομένει τους κόπους, τους φόβου, τους πόνους και τις λύπες αλλά τα αποφεύγει από δειλία, όχι μόνο δεν τιμά την ψυχή του αλλά την ντροπιάζει. Το ίδιο γίνεται και όταν θεωρεί τη ζωή το μεγαλύτερο αγαθό του Κόσμου. Η σκέψη αυτή ατιμάζει την ψυχή γιατί πιστεύει ότι όλα όσα υπάρχουν στον Άδη είναι κακά, ενώ θα έπρεπε να αντιταχθεί σε αυτή την απαίσια ιδέα και να ηρεμήσει την ψυχή του με την σκέψη ότι δεν ξέρει αν η συνάντηση μας με τους εκεί θεούς είναι ίσως το μεγαλύτερο αγαθό. Όταν κάποιος δίνει μεγαλύτερη αξία στο κάλλος παρά στην αρετή, ντροπιάζει την ψυχή του με απόλυτο και ολοκληρωτικό τρόπο. Ο λόγος γιατί πιστεύει ότι το σώμα έχει μεγαλύτερη αξία από την ψυχή, κάτι εντελώς λανθασμένο. Κανένα γηγενές πράγμα δεν είναι εντιμότερο των Ολύμπιων. Όποιος πιστεύει κάτι το διαφορετικό για την ψυχή δεν κατανοεί πόσο υπέροχο είναι αυτό το αγαθό που περιφρονεί.»[29]
 
Μάλιστα ο Πλάτων λέγει πως :
«αν διαλυθεί η σύνθεση του σώματος και ιδρυθεί η ψυχή στον οικείο της τόπο, το σώμα που απομένει, το γεώδες και άλογο, δεν είναι πλέον ο άνθρωπος. Διότι εμείς είμαστε ψυχή, ζώο αθάνατο κλεισμένο μέσα σε θνητό φρούριο. Και το σώμα τούτο το προσάρτησε η Φύση ως κατοικία για κακό. Σε αυτό ηδονές είναι επιπόλαιες, φευγαλέες και ανάμεικτες και περισσότερες οδύνες, και οι πόνοι βαθείς, πολύχρονοι και χωρίς χαρές. Από ασθένειες και φλεγμονές των αισθητηρίων οργάνων, και ακόμα από τις εσωτερικές κακώσεις υποφέροντας αναγκαστικά η ψυχή, επειδή είναι διάσπαρτη σε όλους τους πόρους του σώματος, ποθεί τον ουράνιο και σύμφυλο αιθέρα, και διψά γι’ αυτόν, προσμένοντας την εκεί ζωή και αυτούς που θα συναντήσει. Επομένως η απαλλαγή του ζην είναι μεταβολή κάποιου κακού σε αγαθό»[30].
 
Εξ ου και όταν επιχειρεί να μεταστρέψει τον φόβο του Αξίοχου για τον θάνατο ο Σωκράτης του λέγει :
«Αν από την αρχή, Αξίοχε, από άγνοια, δεν έπαιρνες κατά κάποιο τρόπο ως δεδομένη την αίσθηση, δεν θα φοβόσουν τον θάνατο. Τώρα όμως εσύ βασανίζεις τον εαυτό σου, φοβούμενος ότι θα στερηθείς την ψυχή, δίνεις ψυχή στην στέρηση, και τρέμεις μήπως δεν αισθάνεσαι, και νομίζεις πως θα καταλάβεις με αίσθηση την αίσθηση που δεν υπάρχει. Σχετικά με αυτά υπάρχουν πολλοί και καλοί λόγοι για την αθανασία της ψυχής. Καμία θνητή φύση δεν θα μπορούσε να κάνει τόσο μεγάλα έργα, ώστε να καταφρονήσει τη βία των δυνατότερων της θηρίων, να διασχίσει πελάγη, να χτίσει πόλεις, να εγκαθιδρύσει πολιτεύματα, να αναβλέψει στον ουρανό και να δει περιφορές άστρων και τροχιές ήλιου και σελήνης, και ανατολές και δύσεις, και εκλάψεις και ταχείες αποκαταστάσεις, και ισημερίες και διττά ηλιοστάσια, και χειμώνες Πλειάδων, και θερινούς ανέμους και βροχές, και εξαίσιους συρμούς καταιγίδων, και να παραδώσει στον αιώνα τα παθήματα του Κόσμου, αν δεν υπήρχε κάποιο όντως θείο πνεύμα στην ψυχή, με το οποίο να αντιλαμβάνεται και να γνωρίζει τόσο σπουδαία πράγματα. Ώστε δεν πηγαίνεις στον θάνατο αλλά στην αθανασία, Αξίοχε, και δεν θα στερηθείς τα αγαθά αλλά θα νιώσεις πιο ειλικρινά την απόλαυση, ούτε θα αναμειχθούν με θνητό σώμα οι ηδονές, αλλά θα είναι απρόσβλητες από κάθε οδύνη. Διότι θα φτάσεις εκεί, αφού απαλλαγείς από τούτη εδώ τη φυλακή, εκεί που δεν υπάρχει πόνος και στεναγμός και γήρας, αλλά ζωή γαλήνια δίχως δυστυχίες, ατενίζοντας με ησυχία απαρασάλευτη, εξετάζοντας από κοντά τη Φύση, φιλοσοφώντας όχι για όχλο και θέατρο, αλλά για την αμφιθαλή αλήθεια».[31]
 
Και για περισσότερη ανάλυση του λέγει :
«Αν μάλιστα θέλεις κι άλλη συζήτηση, θα σου μιλήσω για εκείνο που με πληροφόρησε ο Γωβρύης, ένας μάγος. Είπε, λοιπόν ότι, κατά την εκστρατεία του Ξέρξη, ο παππούς και ομώνυμός του, όταν στάλθηκε στην Δήλο, για να κρατήσει το νησί όπου γεννήθηκαν οι δυο Θεοί ασύλητο, από κάποιες χάλκινες δέλτους, τις οποίες κόμισαν εκ των Υπερβορείων η Ώπις και η Εκαέργη, έμαθε πως μετά την λύση από το σώμα η ψυχή προχωρεί σε άδηλο τόπο, στην υπόγεια οίκηση, όπου βρίσκεται η βασιλεία του Πλούτωνα, που δεν είναι μικρότερη από την αυλή του Διός, επειδή η μεν γη κατέχει τα μέσα του Κόσμου, ο δε πόλος είναι σφαιροειδής, του οποίου το ένα ημισφαίριο έλαβαν οι ουράνιοι Θεοί, και το άλλο οι υπένερθεν, και είναι οι πρώτοι αδέλφια, οι άλλοι παίδες των αδελφών. Τα δε πρόπυλα της οδού προς τον Πλούτωνα είναι οχυρωμένα με σιδερένιους μοχλούς και κλειδιά. Μόλις τούτα ανοίξουν, περιμένει ο ποταμός Αχέρων, και μετά από αυτόν ο Κωκυτός, τους οποίους πρέπει να διαβεί κανείς για να φτάσει κοντά στον Μίνωα και τον Ραδάμανθυ, στον τόπο που ονομάζεται πεδίο της αλήθειας. Εκεί κάθονται δικαστές που ανακρίνουν όποιον φτάνει με ποιο τρόπο έζησε και με τι απασχόλησε το σώμα του όσο κατοικούσε σε αυτό. Είναι, βέβαια, αδύνατο να πει κάποιος ψέματα. Όσοι στην διάρκεια της ζωής εξ αγαθού δαίμονος εμπνεύστηκαν, στον των ευσεβών χώρο οικίζονται, όπου υπάρχουν εν αφθονία και όλες τις ώρες(εποχές) όλοι οι καρποί, και ρέουν πηγές καθαρών υδάτων, και ποίκιλα άνθη ανθίζουν σε λειμώνες, και διατριβές φιλοσόφων και θέατρα ποιητών, και κυκλικοί χοροί και μουσικά ακούσματα, και μελωδικά συμπόσια και ευωχίες αυτοχορήγητες, και ακήρατος αλυπία και γλυκιά δίαιτα. Γιατί ούτε πολύ κρύο ούτε πολύ ζέστη υπάρχει, αλλά πνέει ευχάριστος αέρας, σπαρμένος με απαλές αχτίδες του ήλιου. Εκεί οι μυημένοι κατέχουν την προεδρία. Και εκεί συντελείται η όσια αγιστεία. Πως, λοιπόν, πρώτος δεν θα τιμηθείς εσύ, που έχεις συγγενικούς δεσμούς με τους Θεούς ; Κατά τον παλαιό λόγο, μάλιστα, και ο Ηρακλής και ο Διόνυσος, προτού κατέβουν στην Άδη, μυήθηκαν εκεί, και το θάρρος για να πορευτούν το άντλησαν παρά της Ελευσινίας Θεάς. Όσοι, πάλι, πέρασαν την ζωή τους κάνοντας κακουργήματα, οδηγούνται από τις Ερινύες προς το έρεβος και το χάος δια του Ταρτάρου, όπου διαμένουν οι ασεβείς και οι πίθοι των Δαναΐδων δεν γεμίζουν ποτέ ύδωρ και η δίψα του Ταντάλου είναι αιώνια, και τα σπλάχνα του Τιτυού τρώγονται αιώνια και αναδημιουργούνται, και κυλά προς τα πάνω αδιάκοπα τον βράχο ο Σίσυφος, του οποίου το τέλος των βασάνων γίνεται πάλι η αρχή τους. Εκεί οι κακοί, όπως τους γλύφουν θηρία και καίγονται επίπονα από λαμπάδες των Ποινών και υποβάλλονται σε κάθε είδους βασανιστήριο, βασανίζονται από αΐδιες τιμωρίες. Ετούτα άκουσα από τον Γωβρύη, και εσύ μπορείς να κρίνεις, Αξίοχε. Εγώ, βέβαια, καθώς έλκομαι εκ της λογικής προν την αντίθετη, τούτο μόνο γνωρίζω καλά, ότι η ψυχή είναι αθάνατη, καθώς και ότι εγκαταλείπει τούτο τον τόπο και απαλλάσσεται από λύπες.»[32]
-----------------------------
[1] Βλ. Πλάτων «Νόμοι, 627.d.11 – 628.e.1»:
     Leg 627.d.11 ` to     Leg 628.e.1   {ΑΘ.} Πότερος οὖν ἀμείνων, ὅστις τοὺς μὲν ἀπολέσειεν αὐτῶν ὅσοι κακοί, τοὺς δὲ βελτίους ἄρχειν αὐτοὺς αὑτῶν προστάξειεν, ἢ ὅδε ὃς ἂν τοὺς μὲν χρηστοὺς ἄρχειν, τοὺς χείρους δ᾽ ἐάσας ζῆν ἄρχεσθαι ἑκόντας ποιήσειεν; τρίτον δέ που δικαστὴν πρὸς ἀρετὴν εἴπωμεν, εἴ τις εἴη τοιοῦτος ὅστις παραλαβὼν συγγένειαν μίαν διαφερομένην, μήτε ἀπο λέσειεν μηδένα, διαλλάξας δὲ εἰς τὸν ἐπίλοιπον χρόνον, νόμους αὐτοῖς θείς, πρὸς ἀλλήλους παραφυλάττειν δύναιτο ὥστε εἶναι φίλους.  
{ΚΛ.} Μακρῷ ἀμείνων γίγνοιτ᾽ ἂν ὁ τοιοῦτος δικαστής τε καὶ νομοθέτης.  
{ΑΘ.} Καὶ μὴν τοὐναντίον γε ἢ πρὸς πόλεμον ἂν βλέπων αὐτοῖς τοὺς νόμους διανομοθετοῖ.  
{ΚΛ.} Τοῦτο μὲν ἀληθές.    
{ΑΘ.} Τί δ᾽ ὁ τὴν πόλιν συναρμόττων; πρὸς πόλεμον αὐτῆς ἂν τὸν ἔξωθεν βλέπων τὸν βίον κοσμοῖ μᾶλλον, ἢ πρὸς πόλεμον τὸν ἐν αὐτῇ γιγνόμενον ἑκάστοτε, ἣ δὴ καλεῖται στάσις; ὃν μάλιστα μὲν ἅπας ἂν βούλοιτο μήτε γενέσθαι ποτὲ ἐν ἑαυτοῦ πόλει γενόμενόν τε ὡς τάχιστα ἀπαλλάττεσθαι.  
{ΚΛ.} Δῆλον ὅτι πρὸς τοῦτον.  
{ΑΘ.} Πότερα δὲ ἀπολομένων αὖ τῶν ἑτέρων εἰρήνην τῆς στάσεως γενέσθαι, νικησάντων δὲ ποτέρων, δέξαιτ᾽ ἄν τις, μᾶλλον ἢ φιλίας τε καὶ εἰρήνης ὑπὸ διαλλαγῶν γενομένης, οὕτω τοῖς ἔξωθεν πολεμίοις προσέχειν ἀνάγκην εἶναι τὸν νοῦν;  
{ΚΛ.} Οὕτω πᾶς ἂν ἐθέλοι πρότερον ἢ ᾽κείνως περὶ τὴν αὑτοῦ γίγνεσθαι πόλιν.  
{ΑΘ.} Οὐκοῦν καὶ νομοθέτης ὡσαύτως;  
{ΚΛ.} Τί μήν;  
{ΑΘ.} Ἆρα οὖν οὐ τοῦ ἀρίστου ἕνεκα πάντα ἂν τὰ νόμιμα τιθείη πᾶς;  
{ΚΛ.} Πῶς δ᾽ οὔ;  
{ΑΘ.} Τό γε μὴν ἄριστον οὔτε ὁ πόλεμος οὔτε ἡ στάσις, ἀπευκτὸν δὲ τὸ δεηθῆναι τούτων, εἰρήνη δὲ πρὸς ἀλλήλους ἅμα καὶ φιλοφροσύνη, καὶ δὴ καὶ τὸ νικᾶν, ὡς ἔοικεν, αὐτὴν αὑτὴν πόλιν οὐκ ἦν τῶν ἀρίστων ἀλλὰ τῶν ἀναγκαίων· ὅμοιον ὡς εἰ κάμνον σῶμα ἰατρικῆς καθάρσεως τυχὸν ἡγοῖτό τις ἄριστα πράττειν τότε, τῷ δὲ μηδὲ τὸ παράπαν δεηθέντι σώματι μηδὲ προσέχοι τὸν νοῦν, ὡσαύτως δὲ καὶ πρὸς πόλεως εὐδαιμονίαν ἢ καὶ ἰδιώτου διανοούμενος οὕτω τις οὔτ᾽ ἄν ποτε πολιτικὸς γένοιτο ὀρθῶς, πρὸς τὰ ἔξωθεν πολεμικὰ ἀποβλέπων μόνον καὶ πρῶτον, οὔτ᾽ ἂν νομοθέτης ἀκριβής, εἰ μὴ χάριν εἰρήνης τὰ πολέμου νομοθετοῖ μᾶλλον ἢ τῶν πολεμικῶν ἕνεκα τὰ τῆς εἰρήνης.  
 
[2]      Eleg 1.77 ` to     Eleg 1.78 Πιστὸς ἀνὴρ χρυσοῦ τε καὶ ἀργύρου ἀντερύσασθαι   ἄξιος ἐν χαλεπῆι, Κύρνε, διχοστασίηι.
 
[3] Βλ. Πλάτων «Νόμοι, 630.a.7 – 630.b.3»:
     Leg 630.a.7 ` to     Leg 630.b.3 τοῦτον δή φαμεν ἐν πολέμῳ χαλεπωτέρῳ ἀμείνονα ἐκείνου πάμπολυ γίγνεσθαι, σχεδὸν ὅσον ἀμείνων δικαιοσύνη καὶ 630.b σωφροσύνη καὶ φρόνησις εἰς ταὐτὸν ἐλθοῦσαι μετ᾽ ἀνδρείας, αὐτῆς μόνης ἀνδρείας. πιστὸς μὲν γὰρ καὶ ὑγιὴς ἐν στάσεσιν οὐκ ἄν ποτε γένοιτο ἄνευ συμπάσης ἀρετῆς·
 
[4] Βλ. Πρόκλος «Εις τας Πλάτωνος Πολιτείας υπόμνημα, βιβλίο Β’, 1.187.21 – 1.187.24» :
     in R 1.187.21 ` to     in R 1.187.24 ἐνταῦθα τοίνυν ἀποδέχεται τὸν Θέογνιν ὡς πολιτικῆς ἐπιστήμης μετέχοντα καὶ τῆς ὅλης ἀρετῆς, ἣν δὴ πιστότητα κέκληκεν, ἡγεμόνα καὶ σύμβουλον·
 
[5] Βλ., Πλούταρχος ο Χαιρωνεύς «Περί Φυγής, 600.E.7 – 601.B.6» :
     De exilio 600.E.7 ` to     De exilio 601.B.6   Οἷόν ἐστιν ἡ νῦν σοι παροῦσα μετάστασις ἐκ τῆς νομιζομένης πατρίδος. φύσει γὰρ οὐκ ἔστι πατρίς, ὥσπερ οὐδ᾽ οἶκος οὐδ᾽ ἀγρὸς οὐδὲ χαλκεῖον, ὡς Ἀρίστων (St. V. Fr. I 371) ἔλεγεν, οὐδ᾽ ἰατρεῖον· ἀλλὰ γίνεται μᾶλλον δ᾽ ὀνομάζεται καὶ καλεῖται τούτων ἕκαστον ἀεὶ πρὸς τὸν 600.F οἰκοῦντα καὶ χρώμενον. ὁ γὰρ ἄνθρωπος, ᾗ φησιν ὁ Πλάτων (Tim. 90a), «φυτὸν οὐκ ἔγγειον» οὐδ᾽ ἀκίνητον   «ἀλλ᾽ οὐράνιόν» ἐστιν, ὥσπερ ἐκ ῥίζης τὸ σῶμα τῆς κεφαλῆς ὀρθὸν ἱστάσης πρὸς τὸν οὐρανὸν ἀνεστραμμένον. ὅθεν εὖ μὲν ὁ Ἡρακλῆς εἶπεν (Trag. adesp. 392)            «Ἀργεῖος ἢ Θηβαῖος· οὐ γὰρ εὔχομαι       μιᾶς· ἅπας μοι πύργος Ἑλλήνων πατρίς.»      ὁ δὲ Σωκράτης βέλτιον, οὐκ Ἀθηναῖος οὐδ᾽ Ἕλλην ἀλλὰ κόσμιος εἶναι φήσας, ὡς ἄν τις Ῥόδιος εἶπεν ἢ Κορίνθιο, ὅτι μηδὲ Σουνίῳ μηδὲ Ταινάρῳ μηδὲ τοῖς Κεραυνίοις ἐνέκλεισεν ἑαυτόν.        «ὁρᾷς τὸν ὑψοῦ τόνδ᾽ ἄπειρον αἰθέρα, καὶ γῆν πέριξ ἔχονθ᾽ ὑγραῖς <ἐν> ἀγκάλαις;»           ( Eur. fr. 941, 1. 2 )      οὗτοι τῆς πατρίδος ἡμῶν ὅροι [εἰσί], καὶ οὐδεὶς οὔτε φυγὰς ἐν τούτοις οὔτε ξένος οὔτ᾽ ἀλλοδαπός, ὅπου τὸ αὐτὸ πῦρ ὕδωρ ἀήρ, ἄρχοντες οἱ αὐτοὶ καὶ διοικηταὶ καὶ πρυτάνεις ἥλιος σελήνη φωσφόρος· οἱ αὐτοὶ νόμοι πᾶσι, ὑφ᾽ ἑνὸς προστάγματος καὶ μιᾶς ἡγεμονίας τροπαὶ βόρειοι τροπαὶ νότιοι ἰσημερίαι Πλειὰς Ἀρκτοῦρος ὧραι σπόρων ὧραι φυτειῶν· εἷς δὲ βασιλεὺς καὶ ἄρχων· «θεὸς ἀρχήν τε καὶ μέσα καὶ τελευτὴν ἔχων τοῦ παντὸς εὐθείᾳ περαίνει κατὰ φύσιν περιπορευόμενος· τῷ δ᾽ ἕπεται Δίκη τῶν ἀπολειπομένων τοῦ θείου νόμου τιμωρός» (Plat. Legg. 716a), ᾗ χρώμεθα πάντες ἄνθρωποι φύσει πρὸς πάντας ἀνθρώ πους ὥσπερ πολίτας.
 
[6] καλή καταγωγή.
 
[7] Βλ. Πρόκλος «Εις τον Πλάτωνος πρώτον Αλκιβιάδη, βιβλίο Α’, 113.2 – 113.13» :
     in Alc 113.2 ` to     in Alc 113.13 ἡ δὲ ἑστῶσα καὶ ἀΐδιος εὐγένεια τῶν ψυχῶν ἀπὸ τῶν θεῶν ἤρτηται περὶ οὓς ἐσπάρησαν, καὶ τῶν θείων δυνάμεων ὑφ᾽ ἃς ἐτάχθησαν· εὐγενέστεραι γὰρ αἱ τῶν θεῶν ὑψηλοτέρων ὀπαδοὶ καὶ αἱ δυνάμεων μειζόνων ἐξημμέναι κατὰ τὴν ἐν τῷ παντὶ διακλήρωσιν. τὸ δὲ αὐτὸ λέγω καὶ περὶ τῶν πόλεων. ἄνωθεν γὰρ ἡ κατὰ τοὺς κλήρους διαφορὰ διήκει καὶ μέχρι τῶν ψυχῶν· καί φαμεν τοὺς μὲν ἐμπυρίους εἶναι, τοὺς δὲ αἰθερίους, τοὺς δὲ οὐρανίους, τοὺς δὲ χθονίους θεούς, καὶ τῶν ψυχῶν τὰς μὲν τῆς ἡλιακῆς εἶναι σφαίρας, τὰς δὲ τῆς Ἑρμαϊκῆς, τὰς δὲ τῆς σεληνιακῆς. καὶ ἔστιν ἡ τοιαύτη κατὰ τόπους διακλήρωσις τῶν ψυχῶν ὄντως ἀξία φρονήματος, ἡ δὲ εἰς τὰς παρ᾽ ἡμῖν πόλεις καὶ τοὺς ἐν γῇ τόπους ἀποβλέπουσα διάκρισις ἄτοπός ἐστι καὶ χαυνότητος αἰτία ταῖς ψυχαῖς.
 
[8] Βλ. Πρόκλος «Εις τον Τίμαιο Πλάτωνος, βιβλίο Α’, 1.17.10 – 1.18.28» :
     in Ti 1.17.10 ` to     in Ti 1.18.28 διὰ τῶν πρώτων καὶ ἡγεμονικῶν ἀριθμῶν πάντα ἐγέννων οἱ ἄνδρες, καὶ ἀπὸ τῶν τριῶν θεῶν πᾶσι τὴν ὑπόστασιν ἐδίδοσαν τοῖς ἐγκοσμίοις. τούτων ἔνδειξιν ἔχουσιν ἥ τε μονὰς καὶ ἡ δυὰς καὶ ἡ τριάς, ὥστε ἀπ᾽ αὐτῶν ἄρχεσθαι δέον καὶ πρὸς αὐτὰς βλέπειν τὸν ἐσόμενον τῆς φύσεως θεατήν. ἔτι τὰ μὲν συν αίτια τῶν φυσικῶν πραγμάτων καὶ παρ᾽ ἄλλοις ἐτεθεώρητο, τὸ δὲ τελικὸν καὶ παραδειγματικὸν καὶ ποιητικὸν ἰδίως παρ᾽ αὐτοῖς ἐξητάζετο. ταῦτ᾽ οὖν τὰ αἴτια διὰ τῶν ἐκκειμένων ἀριθμῶν δηλοῦται, τὸ μὲν τελικὸν διὰ τῆς μονάδος· ἐν τἀγαθοῦ γὰρ τάξει προέστηκε τῶν ἀριθμῶν· τὸ δὲ παραδειγματικὸν διὰ τῆς δυάδος· ἡ γὰρ ἑτερότης τῶν ὄντων διέκρινε τὰς πρωτουργοὺς αἰτίας τῶν ὅλων· ἔτι δὲ καὶ ἡ δυὰς ἀρχὴ τῆς τετρακτύος ἐστὶ τῶν νοητῶν παραδειγμάτων· τὸ δὲ ποιητικὸν σημαίνεται διὰ τῆς τριάδος· οἰκεῖος γὰρ ὁ νοῦς τῇ τριάδι, τρίτος ὢν ἀπὸ τοῦ ὄντος διὰ μέσης τῆς ζωῆς, ἢ ἀπὸ τοῦ πατρὸς διὰ τῆς δυνάμεως, ἢ ἀπὸ τοῦ νοητοῦ διὰ τῆς νοήσεως· ἀνάλογον γὰρ ὡς μονὰς πρὸς δυάδα, οὕτως τὸ ὂν πρὸς τὴν ζωήν, καὶ ὁ πατὴρ πρὸς τὴν δύναμιν, καὶ τὸ νοητὸν πρὸς τὴν νόησιν· ὡς δὲ δυὰς πρὸς τριάδα, ἥ τε ζωὴ πρὸς τὸν νοῦν καὶ ἡ δύναμις καὶ ἡ νόησις. ἔτι τὰ θεῖα πάντα ἐν πᾶσίν ἐστι καὶ ἥνωται ἀλλήλοις, ὡς εἶναι καὶ πάντας ἐν ἑνὶ καὶ ἐν πᾶσιν ἕκαστον καὶ διὰ τῆς θείας φιλίας συνέχεσθαι· καὶ ὁ ἐκεῖ <Σφαῖρος> [Emped. frg. 27D.] τὴν μίαν ἕνωσιν περιέχει τῶν θεῶν. εἰκότως ἄρα καὶ ὁ Σωκράτης εἰς τὸ θεῖον βλέπων κοινωνίας καὶ ὁμονοίας προκατάρχει καὶ εἰς ταύ την καὶ τοὺς ἄλλους παρακαλεῖ. καὶ μὴν καὶ ἡ ἑστίασις καὶ ἡ δαὶς προσήκοντά ἐστιν ὀνόματα τοῖς θεοῖς καὶ οὐχ ἥκιστα τοῖς ἐγκοσμίοις· συνανίασι γὰρ τοῖς ἀπολύτοις θεοῖς <ἐπὶ δαῖτά τε καὶ θοίνην>, ὥς φησιν ὁ ἐν τῷ <Φαίδρῳ Σωκράτης> [247.a ], καὶ ἡ ἑστίασις ἡ ἐν τοῖς γενεθλίοις τῆς Ἀφροδίτης παρὰ τῷ μεγάλῳ γίγνεται Διί. ταῦτα δὴ καὶ ὁ Σωκράτης ἀνάλογον ἀξιοῖ γίγνεσθαι περὶ αὐτούς, νοήσεων θείων κοινωνοῦντας ἀλλήλοις. καὶ οὐδὲν θαυμαστόν, εἰ καὶ Τίμαιος ἑστιᾷ τοὺς ἄλλους καὶ ἑστιᾶται παρ᾽ αὐτῶν, ἐπεὶ καὶ παρὰ τοῖς <θεολόγοις> μεταδόσεις εἰσὶ δυνάμεων ὑμνημέναι καὶ μετουσίαι, πληρούντων τε ἄλληλα τῶν θείων καὶ πληρουμένων ὑπ᾽ ἀλλήλων· οὕτω γὰρ καὶ παρὰ τοῖς <φοιβολήπτοις ποιηταῖς> ἠκούσαμεν, ὅτι δεξιοῦνται ἀλλήλους οἱ θεοὶ ταῖς νοεραῖς ἐνεργείαις ἢ ταῖς προνοητικαῖς εἰς τὸ πᾶν ποιήσεσι·              
<τοὶ δὲ χρυσέοις δεπάεσσι δειδέχατ᾽ ἀλλήλους Τρώων πόλιν εἰσορόωντες> [Δ 4]. εἰ δὲ καὶ γιγνώσκουσιν ἀλλήλους καὶ νοοῦσιν·   <οὐ γάρ τ᾽ ἀγνῶτες θεοὶ ἀλλήλοισι πέλονται> [ε 79]· τροφὴ δὲ τὸ νοητὸν τῷ νοοῦντι κατὰ τὸ <λόγιόν> ἐστι, δῆλον ὅτι καὶ τὸ ἀνταφεστιᾶν πρώτως ἐν τοῖς θεοῖς, καὶ τῶν ἀνθρώπων οἱ σοφώτεροι μιμούμενοι καὶ ταύτῃ τοὺς θεοὺς μεταδιδόασιν ἀλλήλοις ἀφθόνως τῶν οἰκείων ἕκαστοι νοήσεων.
 
[9] Βλ. Πρόκλος «Εις τον Τίμαιο Πλάτωνος, βιβλίο Α’, 1.17.4 – 1.17.7» :
     in Ti 1.17.4 ` to     in Ti 1.17.7 ἔτι τὴν φυσικὴν κοινωνίαν οἱ ἄνδρες ἐπρέσβευον, τήν τε ἐν τῇ γενέσει, καθ᾽ ἣν πάντα ῥητὰ καὶ σύμμετρα ἀλλήλοις ἀποτελεῖται, καὶ τὴν ἐν τοῖς οὐρανίοις· μεταδίδωσι γὰρ ἀλλήλοις καὶ ἐκεῖνα τῶν οἰκείων δυνάμεων.
 
[10] Βλ. Πρόκλος «Εις τον Τίμαιο του Πλάτωνα, βιβλίο Α’, 1.25.8 – 1.26.8» :
     in Ti 1.25.8 ` to     in Ti 1.26.8 φυσικὰ δὲ τὸ τὴν ἀντίδοσιν τῶν λόγων εἰκόνα φέρειν τῆς ἐν τοῖς φυσικοῖς ἔργοις κοινωνίας τῶν δυνάμεων καὶ ἀμοιβῆς, δι᾽ ἣν πάντα συντέτακται καὶ εἰς τὴν μίαν ἁρμονίαν συντελεῖ τοῦ παντός, καὶ τὸ κατὰ χρόνον ἐξαλλάττεσθαι τὰς τῆς φύσεως ἐνεργείας, νῦν μὲν ἄλλων, νῦν δὲ ἄλλων ποιούντων εἰς ἄλλα καὶ ἄλλα· τούτοις γὰρ ἔοικε τὸ ἀνταφεστιᾶν τὸν ἑστιάσαντα χθές. θεολογικὸν δὲ τὸ τὸ δημιουργικὸν αἴτιον διὰ πάντων προϊέναι καὶ πάντα πληροῦν καὶ πᾶσαν ἔλλειψιν ἀποκόπτειν διὰ τῆς ἑαυτοῦ δυνάμεως καὶ τῆς γονίμου περιουσίας, καθ᾽ ἣν οὐδὲν ἀφίησιν ἔρημον ἑαυτοῦ· τῷ γὰρ ὑπερπλήρει καὶ τῷ ἱκανῷ καὶ τῷ παντελείῳ χαρακτηρίζεται. καὶ μὴν καὶ τὸ <ἀνταφεστιᾶν> ἀπὸ τῆς ἐν ταῖς θεομυθίαις ἑστιάσεως εἵλκυσται, καθ᾽ ἣν δεξιοῦνται ἀλλήλους οἱ θεοί· <τοὶ δὲ χρυσέοις δεπάεσσι Δειδέχατ᾽ ἀλλήλους> [Δ 4]· παρὰ τῷ μεγίστῳ Διὶ πληρούμενοι τοῦ νέκταρος. καὶ οὐδὲ ἁπλῶς εἴρηται ἀνθεστιᾶν, ἀλλ᾽ ἀνταφεστιᾶν· ἡ γὰρ ἀφεστίασις τὴν ὁλοτελῆ τῆς ἑστιάσεως ἀποπλήρωσιν συνείληφεν. ὁρᾶται δὲ τοῦτο καὶ ἐν τοῖς ὅλοις· αἵ τε γὰρ φαινόμεναι διακοσμήσεις διὰ τῆς ἑαυτῶν ἄκρας ἐπιτηδειότητος προκαλοῦνται τὰς ἀφανεῖς δυνάμεις, καὶ ἐκεῖναι δι᾽ ἀγαθότητος ὑπερβολὴν καὶ ταύτας τελειοῦσι, καὶ συνάπτεται ταῦτα πάντα ἀλλήλοις, καὶ ἀνταπόδοσις γίνεται τῆς προκλήσεως ἡ τῆς τελειότητος μετάδοσις. ἔτι τοίνυν τὸ μετὰ <τοῦ δικαίου> ταῦτα πάντα ποιεῖν εἰκόνα φέρει τῆς Δίκης τῆς ἅμα τῷ Διὶ πάντα ταττούσης, τὸ <δὲ πρέπον> τῆς τῷ καλῷ τῷ δημιουργικῷ τὰ ὅλα καταλαμπούσης αἰτίας, τὰ <δὲ ξένια> τῆς κατὰ τὰς θείας ἰδιότητας ἀφωρισμένης ἐξαλλαγῆς· ἕκαστον γὰρ τῶν θείων οἰκείας ἔχει δυνάμεις καὶ ἐνεργείας. ὥσπερ οὖν ὁ <Σωκράτης> τοῖς ἀπὸ τῆς ἑαυτοῦ φιλοσοφίας λόγοις ἐξένισε τὸν Τίμαιον, οὕτω δὴ καὶ τῶν θεῶν ἕκαστος κατὰ τὰς ἰδίας ἐνεργῶν δυνάμεις συντελεῖ πρὸς τὴν μίαν τοῦ δημιουργοῦ καὶ ὑπερέχουσαν πρόνοιαν τῶν ὅλων.
 
[11] «το ιδιαίτερο έργο της δικαιοσύνης, και καμίας άλλης τέχνης, είναι να δημιουργεί φιλία μέσα στις πόλεις.»
—-Βλ. Πλάτων «Κλειτόφων, 409.d.4 – 6.» —-
     Clit 409.d.4 ` to     Clit 409.d.6 τὸ τῆς δικαιοσύνης ἴδιον ἔργον, ὃ τῶν ἄλλων οὐδεμιᾶς, φιλίαν ἐν ταῖς πόλεσιν ποιεῖν.
«η όντως φιλία δηλώνεται με μεγαλύτερη σαφήνεια με τη λέξη ομόνοια.»
—-Βλ. Πλάτων «Κλειτόφων, . 409.e.3 – 4» —-
     Clit 409.e.3 ` to     Clit 409.e.4 τὴν δὲ ὄντως καὶ ἀληθῶς φιλίαν εἶναι σαφέστατα ὁμόνοιαν.
 
[12] Βλ. Πρόκλος «Εις τον Τίμαιο Πλάτωνος, βιβλίο Α’, 1.15.27 – 1.15.28» :
     in Ti 1.15.27 ` to     in Ti 1.15.28 τὴν φιλίαν οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι σκοπὸν ἐτίθεντο πάσης τῆς ἑαυτῶν φιλοσοφίας καὶ τὴν ὁμονοητικὴν ζωήν·
 
[13] Βλ. Πρόκλος «Εις τον Τίμαιο Πλάτωνος, βιβλίο Α’, 1.15.28 – 1.15.30» :
     in Ti 1.15.28 ` to     in Ti 1.15.30 ταύτην δὴ καὶ ὁ Σωκράτης πρὸ πάντων προβέβληται φίλον τὸν Τίμαιον ἀποκαλῶν.
 
[14] Βλ. Πλάτων «Νόμοι, 739.b.8 – 739.e.3» :
     Leg 739.b.8 ` to     Leg 739.e.3 Πρώτη μὲν τοίνυν πόλις τέ ἐστιν καὶ πολιτεία καὶ νόμοι ἄριστοι, ὅπου τὸ πάλαι λεγόμενον ἂν γίγνηται κατὰ πᾶσαν τὴν πόλιν ὅτι μάλιστα· λέγεται δὲ ὡς ὄντως ἐστὶ κοινὰ τὰ φίλων. τοῦτ᾽ οὖν εἴτε που νῦν ἔστιν εἴτ᾽ ἔσται ποτέ— κοινὰς μὲν γυναῖκας, κοινοὺς δὲ εἶναι παῖδας, κοινὰ δὲ χρή ματα σύμπαντα—καὶ πάσῃ μηχανῇ τὸ λεγόμενον ἴδιον πανταχόθεν ἐκ τοῦ βίου ἅπαν ἐξῄρηται, μεμηχάνηται δ᾽ εἰς τὸ δυνατὸν καὶ τὰ φύσει ἴδια κοινὰ ἁμῇ γέ πῃ γεγονέναι, οἷον ὄμματα καὶ ὦτα καὶ χεῖρας κοινὰ μὲν ὁρᾶν δοκεῖν καὶ ἀκούειν καὶ πράττειν, ἐπαινεῖν τ᾽ αὖ καὶ ψέγειν καθ᾽ ἓν ὅτι μάλιστα σύμπαντας ἐπὶ τοῖς αὐτοῖς χαίροντας καὶ λυπου μένους, καὶ κατὰ δύναμιν οἵτινες νόμοι μίαν ὅτι μάλιστα πόλιν ἀπεργάζονται, τούτων ὑπερβολῇ πρὸς ἀρετὴν οὐδείς ποτε ὅρον ἄλλον θέμενος ὀρθότερον οὐδὲ βελτίω θήσεται. ἡ μὲν δὴ τοιαύτη πόλις, εἴτε που θεοὶ ἢ παῖδες θεῶν αὐτὴν οἰκοῦσι πλείους ἑνός, οὕτω διαζῶντες εὐφραινόμενοι κατοι κοῦσι· διὸ δὴ παράδειγμά γε πολιτείας οὐκ ἄλλῃ χρὴ σκοπεῖν, ἀλλ᾽ ἐχομένους ταύτης τὴν ὅτι μάλιστα τοιαύτην ζητεῖν κατὰ δύναμιν.
 
[15] Βλ. Πρόκλος «Εις τον Πλάτωνος Παρμενίδη, τόμος Α’, 677.24 – 677.29» :
     in Prm 677.24 ` to in Prm 677.29 διὰ φιλίας καὶ κοινωνίας τῶν σπουδαίων ἠθῶν ἡ τελειότης προσγίγνεται ταῖς ψυχαῖς, περὶ ἣν οἱ Πυθαγόρειοι διαφερόντως ἐσπούδαζον, τέλος ποιούμενοι τῆς ἑαυτῶν ζωῆς τὴν καθαρωτάτην φιλίαν•
 
[16] Βλ. Πρόκλος, «Εις τον Πλάτωνος πρώτον Αλκιβιάδη, βιβλίο Α’, 113.13 – 113.15 :
     in Alc 113.13 ` to     in Alc 113.15 ἡ ἀληθινὴ φιλία καὶ τῶν θεῶν ἐστὶν αὐτῶν καὶ τῶν κρειττόνων ἡμῶν γενῶν, ἥκει δὲ καὶ εἰς ψυχὰς τὰς ἀγαθάς·
 
[17] Βλ. Πρόκλος, «Εις τον Πλάτωνος πρώτον Αλκιβιάδη, βιβλίο Α’, 113.17 – 113.21 :
     in Alc 113.17 ` to     in Alc 113.21 δέον δὲ γιγνώσκειν, ὅτι σεμνὸν μὲν καὶ τίμιον ἡ φιλία ἐστί, δεῖται δὲ ζωῆς θεοπρεποῦς καὶ νοερᾶς· ἐπεὶ καὶ τὴν πρώτην ἐν τοῖς θεοῖς ὑπέστη καὶ τῇ νοερᾷ ζωῇ καὶ τῷ κατὰ τὸν Ἐμπεδοκλέα νοητῷ θεῷ· «<σφαῖρον>» δὲ αὐτὸν ἐκεῖνος εἴωθεν ἀποκαλεῖν.
 
[18] Βλ. Πρόκλος «Εις τας Πλάτωνος Πολιτείας υπόμνημα, (Β’[συνέχεια], 2.80.6 – 2.80.28) :
     in R 2.80.6 ` to     in R 2.80.28   ΜΕ. Τέλος ἐστὶν τῆς ἀρίστης πολιτείας ἡ ἕνωσις, ὥσπερ δὴ καὶ τοῦ κόσμου τῆς συστάσεως, καὶ πρὸ τοῦδε τοῦ κόσμου τὸ ἕν. καὶ γὰρ ἡ ὁμοιότης τῆς τοῦ ἑνός ἐστι συστοιχίας· διὸ καὶ πάντα τὰ προϊόντα δι᾽ ὁμοιότητος ἀπὸ τῶν οἰκείων αἰτίων παράγεται, καὶ πάντα τὰ ἐπιστρέφοντα πρὸς τὰς ἀρχὰς δι᾽ ὁμοιότητος ἐπιστρέφει πόθῳ τοῦ ἑνός· τὸ γὰρ ἐν τῷ ἑνὶ μεῖναι μὴ δυνηθὲν τὸ ὅμοιον ὡς συγγενὲς ἀσπάζεται πρὸς τὸ ἕν. καὶ ἡ ἁρμονία δὲ καὶ ὁ ῥυθμὸς δι᾽ ὁμοιότητος ἔχουσιν τὴν ὕπαρξιν, ὧν αἱ Μοῦσαι προεστᾶσιν· ὅθεν δὴ καὶ οὐ πάντες λόγοι ῥυθμοὺς ποιοῦσιν ἢ ἁρμονίας, ἀλλ᾽ οἱ τῆς ὁμοιότητος ὄντες ἐπιμόριοι καὶ πολλαπλάσιοι· τὸ δὲ πολυσχιδὲς τῶν ἄλλων λόγων καὶ πολυσύνθετόν ἐστι τῶν μουσικῶν λόγων ἀλλότριον. ἑπομένως ἄρα ταῖς ἑαυτῶν ἐνεργείαις αἱ Μοῦσαι καὶ τοῖς δώροις, οἷς δωροῦνται τὸν κόσμον, εἰς τὴν ἀνομοιότητα τὴν στάσιν ἀνήγαγον καὶ αὖ τὴν φιλίαν εἰς τὴν ὁμοιότητα τῆς ζωῆς· ἐπεὶ καὶ αὐτὸς ὁ τῶν Μουσῶν ἱερὸς ἀριθμὸς τῆς ταὐτοῦ καὶ ὁμοίου φύσεώς ἐστιν, ἐκ τοῦ πρώτου περιττοῦ καὶ τελείου τετράγωνος ὤν, ἐν τρισὶ τριάσιν ἀφωρισμένος, καὶ οὐ μόνον τέλειος ὤν, ἀλλὰ κατὰ πάντα τέλειος, εἴς τε τὴν μονάδα συνελισσόμενος, ἀφ᾽ ἧς προῆλθεν, καὶ ἓν νέον εἶναι καὶ αὐτὸς ἐπειγόμενος. καὶ ἔστω καὶ ἡμῖν τοῦτο τέλος τῆς τοῦ λόγου τῶν Μουσῶν ἐπιβλέψεως ἐπὶ τὸ ἓν ἀναγαγοῦσι τὴν θεωρίαν.
 
[19] Βλ. Πρόκλος «Εις τον Τίμαιο Πλάτωνος, βιβλίο Α’, 1.15.30 – 1.15.31» :
     in Ti 1.15.30 ` to     in Ti 1.15.31 τὰς ὁμολογίας ᾤοντο χρῆναι βεβαίας αὐτοῖς διαμένειν, ἃς πρὸς ἀλλήλους ἐποιοῦντο·
 
[20] Βλ. Πρόκλος «Εις τον Τίμαιο Πλάτωνος, βιβλίο Α’, 1.16.1 – 1.16.3» :
     in Ti 1.16.1 ` to     in Ti 1.16.3 τὴν κοινωνίαν ἠσπάζοντο τὴν ἐν ταῖς εὑρέσεσι τῶν δογμάτων, καὶ τὰ ἑνὸς συγγράμματα κοινὰ πάντων ἦν·
 
[21] Βλ. Πρόκλος «Εις τον Τίμαιο Πλάτωνος, βιβλίο Α’, 1.16.3 – 1.16.6» :
     in Ti 1.16.3 ` to     in Ti 1.16.6 τοῦτο καὶ ὁ Σωκράτης βεβαιοῖ τοὺς αὐτοὺς δαιτυμόνας καὶ ἑστιάτορας γίγνεσθαι παρακαλῶν, πληροῦντάς τε καὶ πληρουμένους, διδάσκοντας καὶ μανθά νοντας.
 
[22] Βλ. Πρόκλος «Εις τον Τίμαιο Πλάτωνος, βιβλίο Α’, 1.16.8 – 1.16.19» :
     in Ti 1.16.8 ` to     in Ti 1.16.19 ὁ δὲ Πλάτων δι᾽ αὐτῆς τῆς μιμήσεως τῶν ἀρίστων ἀνδρῶν τοὺς τῶν καθηκόντων ἡμῖν ὑπογράφει τύπους, οἳ πολὺ τὸ δραστικώτερον ἔχουσι τῶν ἐν κανόσι ψιλοῖς ἀποκειμένων· διατίθησι γὰρ ἡ μίμησις τὰς τῶν ἀκουόντων ζωὰς κατὰ τὴν ἑαυτῆς ἰδιότητα. περὶ τίνα οὖν ὁ φιλόσοφος μάλιστα πλεονάσει, δηλοῖ διὰ τούτων· ὅτι περὶ τὴν τῶν λόγων ἀκρόασιν· καὶ τίνα ἡγήσεται θοίνην εἶναι ἀληθινήν· ὅτι οὐχ ἣν οἱ πολλοὶ ἥγηνται—ζωώδης γάρ—ἀλλὰ τὴν ἑστιῶσαν τὸν ἐν ἡμῖν ἄνθρωπον. διὸ καὶ πολὺ παρ᾽ αὐτῷ τὸ ἑστιᾶσθαι ἐπὶ τῶν λόγων· ἢ <δῆλον, ὅτι τῶν λόγων ὑμᾶς Λυσίας εἱστία> [Phaedr. 227.B]; καὶ <ὑμεῖς μόνω ἑστιάσεσθον, ἡμῖν δὲ οὐ μεταδίδοτον> [Lys. 211.D].
 
[23] Βλ. Πλάτων «Νόμοι, 716.c.1 – 718.b.5» :
     Leg 716.c.1 ` to     Leg 718.b.5 {ΑΘ.} «Τίς οὖν δὴ πρᾶξις φίλη καὶ ἀκόλουθος θεῷ; μία, καὶ ἕνα λόγον ἔχουσα ἀρχαῖον, ὅτι τῷ μὲν ὁμοίῳ τὸ ὅμοιον ὄντι μετρίῳ φίλον ἂν εἴη, τὰ δ᾽ ἄμετρα οὔτε ἀλλήλοις οὔτε τοῖς ἐμμέτροις. ὁ δὴ θεὸς ἡμῖν πάντων χρημάτων μέτρον ἂν εἴη μάλιστα, καὶ πολὺ μᾶλλον ἤ πού τις, ὥς φασιν, ἄνθρωπος· τὸν οὖν τῷ τοιούτῳ προσφιλῆ γενησόμενον, εἰς δύναμιν ὅτι μάλιστα καὶ αὐτὸν τοιοῦτον ἀναγκαῖον γίγνεσθαι, καὶ κατὰ τοῦτον δὴ τὸν λόγον ὁ μὲν σώφρων ἡμῶν θεῷ φίλος, ὅμοιος γάρ, ὁ δὲ μὴ σώφρων ἀνόμοιός τε καὶ διάφορος καὶ <ὁ> ἄδικος, καὶ τὰ ἄλλ᾽ οὕτως κατὰ τὸν αὐτὸν λόγον ἔχει. νοήσωμεν δὴ τούτοις ἑπόμενον εἶναι τὸν τοιόνδε λόγον, πντων κλλιστον κα ληθστατον ομαι λγων, ς τ μν γαθ θειν κα προσομιλεν ε τος θεος εχας κα ναθμασιν κα συμπσ θεραπείᾳ θεν κλλιστον κα ριστον κα νυσιμτατον πρς τν εδαμονα βον κα δ κα διαφερντως πρπον, τῷ δὲ κακῷ τούτων τἀναντία πέφυκεν. ἀκάθαρτος γὰρ τὴν ψυχὴν ὅ γε κακός, καθαρὸς δὲ ὁ ἐναντίος, παρὰ δὲ μιαροῦ δῶρα οὔτε ἄνδρ᾽ ἀγαθὸν οὔτε θεὸν ἔστιν ποτὲ τό γε ὀρθὸν δέχεσθαι· μάτην οὖν περὶ θεοὺς ὁ πολύς ἐστι πόνος τοῖς ἀνοσίοις, τοῖσιν δὲ ὁσίοις ἐγκαιρότατος ἅπασιν. σκοπὸς μὲν οὖν ἡμῖν οὗτος οὗ δεῖ στοχάζεσθαι· βέλη δὲ αὐτοῦ καὶ οἷον ἡ   τοῖς βέλεσιν ἔφεσις τὰ ποῖ᾽ ἂν λεγόμενα ὀρθότατα φέροιτ᾽ ἄν; πρῶτον μέν, φαμέν, τιμὰς τὰς μετ᾽ Ὀλυμπίους τε καὶ τοὺς τὴν πόλιν ἔχοντας θεοὺς τοῖς χθονίοις ἄν τις θεοῖς ἄρτια καὶ δεύτερα καὶ ἀριστερὰ νέμων ὀρθότατα τοῦ τῆς εὐσεβείας σκοποῦ τυγχάνοι, τὰ δὲ τούτων ἄνωθεν [τὰ περιττὰ] καὶ ἀντίφωνα, τοῖς ἔμπροσθεν ῥηθεῖσιν νυνδή. μετὰ θεοὺς δὲ τούσδε καὶ τοῖς δαίμοσιν ὅ γε ἔμφρων ὀργιάζοιτ᾽ ἄν, ἥρωσιν δὲ μετὰ τούτους. ἐπακολουθοῖ δ᾽ αὐτοῖς ἱδρύματα ἴδια πατρῴων θεῶν κατὰ νόμον ὀργιαζόμενα, γονέων δὲ μετὰ ταῦτα τιμαὶ ζώντων· γονέων δὲ μετὰ ταῦτα τιμαὶ ζώντων· ὡς θέμις ὀφείλοντα ἀποτίνειν τὰ πρῶτά τε καὶ μέγιστα ὀφειλήματα, χρεῶν πάντων πρεσβύτατα, νομίζειν δέ, ἃ κέκτηται καὶ ἔχει, πάντα εἶναι τῶν γεννησάντων καὶ θρεψαμένων πρὸς τὸ παρέχειν αὐτὰ εἰς ὑπηρεσίαν ἐκείνοις κατὰ δύναμιν πᾶσαν, ἀρχόμενον ἀπὸ τῆς οὐσίας, δεύτερα τὰ τοῦ σώματος, τρίτα τὰ τῆς ψυχῆς, ἀπο τίνοντα δανείσματα ἐπιμελείας τε καὶ ὑπερπονούντων ὠδῖνας παλαιὰς ἐπὶ νέοις δανεισθείσας, ἀποδιδόντα δὲ παλαιοῖς ἐν τῷ γήρᾳ σφόδρα κεχρημένοις. παρὰ δὲ πάντα τὸν βίον ἔχειν τε καὶ ἐσχηκέναι χρὴ πρὸς αὑτοῦ γονέας εὐφημίαν διαφερόντως, διότι κούφων καὶ πτηνῶν λόγων βαρυτάτη ζημία—πᾶσι γὰρ ἐπίσκοπος τοῖς περὶ τὰ τοιαῦτα ἐτάχθη Δίκης Νέμεσις ἄγγελος—θυμουμένοις τε οὖν ὑπείκειν δεῖ καὶ ἀποπιμπλᾶσι τὸν θυμόν, ἐάντ᾽ ἐν λόγοις ἐάντ᾽ ἐν ἔργοις δρῶσιν τὸ τοιοῦτον, συγγιγνώσκοντα, ὡς εἰκότως μάλιστα πατὴρ ὑεῖ δοξάζων ἀδικεῖσθαι θυμοῖτ᾽ ἂν διαφερόντως. τελευτησάντων δὲ γονέων ταφὴ μὲν ἡ σωφρονεστάτη καλλίστη, μήτε ὑπεραίροντα τῶν εἰθισμένων ὄγκων μήτ᾽ ἐλλείποντα ὧν οἱ προπάτορες τοὺς ἑαυτῶν γεννητὰς ἐτίθεσαν, τάς τε αὖ κατ᾽ ἐνιαυτὸν τῶν ἤδη τέλος ἐχόντων ὡσαύτως ἐπιμελείας τὰς κόσμον φερούσας ἀποδιδόναι· τῷ δὲ μὴ παραλείπειν μνήμην ἐνδελεχῆ παρεχόμενον, τούτῳ μάλιστ᾽ ἀεὶ πρεσβεύειν, δαπάνης τε τῆς διδομένης ὑπὸ τύχης τὸ μέτριον τοῖς κεκμηκόσιν νέμοντα. ταῦτ᾽ ἂν ποιοῦντες καὶ κατὰ ταῦτα ζῶντες ἑκάστοτε ἕκαστοι τὴν ἀξίαν ἂν παρὰ θεῶν καὶ ὅσοι κρείττονες ἡμῶν κομιζοίμεθα, ἐν ἐλπίσιν ἀγαθαῖς διάγοντες τὸ πλεῖστον τοῦ βίου.» ἃ δὲ πρὸς ἐκγόνους καὶ συγγενεῖς καὶ φίλους καὶ πολίτας, ὅσα τε ξενικὰ πρὸς θεῶν θεραπεύματα καὶ ὁμιλίας συμπάντων τούτων ἀποτελοῦντα τὸν αὑτοῦ βίον φαιδρυνάμενον κατὰ νόμον κοσμεῖν δεῖ, τῶν νόμων αὐτῶν ἡ διέξοδος, τὰ μὲν πείθουσα, τὰ δὲ μὴ ὑπείκοντα πειθοῖ τῶν ἠθῶν βίᾳ καὶ δίκῃ κολάζουσα, τὴν πόλιν ἡμῖν συμβουληθέντων θεῶν μακαρίαν τε καὶ εὐδαίμονα ἀποτελεῖ·
 
[24] Βλ. Πλάτων «Νόμοι, 729.c.5 – 730.a.9» :
     Leg 729.c.5 ` to     Leg 730.a.9 συγγνειαν δ κα μογνων θεν κοινωναν πσαν τατο φσιν αματος χουσαν τιμν τις κα σεβμενος, ενους ν γενεθλους θεος ες παδων ατο σπορν σχοι κατ λγον. καὶ μὴν τό γε φίλων καὶ ἑταίρων πρὸς τὰς ἐν βίῳ ὁμιλίας εὐμενεῖς ἄν τις κτῷτο, μείζους μὲν καὶ σεμνοτέρας τὰς ἐκείνων ὑπηρεσίας εἰς αὑτὸν ἡγούμενος ἢ ᾽κεῖνοι, ἐλάττους δ᾽ αὖ τὰς αὑτοῦ διανοούμενος εἰς τοὺς φίλους χάριτας αὐτῶν τῶν φίλων τε καὶ ἑταίρων. εἰς μὴν πόλιν καὶ πολίτας μακρῷ ἄριστος ὅστις πρὸ τοῦ Ὀλυμπίασιν καὶ ἁπάντων ἀγώνων πολεμικῶν τε καὶ εἰρηνικῶν νικᾶν δέξαιτ᾽ ἂν δόξῃ ὑπηρεσίας τῶν οἴκοι νόμων, ὡς ὑπηρετηκὼς πάντων κάλλιστ᾽ ἀνθρώπων αὐτοῖς ἐν τῷ βίῳ. πρὸς δ᾽ αὖ τοὺς ξένους διανοητέον ὡς ἁγιώτατα συμβόλαια ὄντα· σχεδν γρ πντ στ τ τν ξνων κα ες τος ξνους μαρτματα παρ τ τν πολιτν ες θεν νηρτημνα τιμωρν μλλον. ρημος γρ ν ξνος ταρων τε κα συγγενν λεειντερος νθρποις κα θεος· δυνμενος ον τιμωρεν μλλον βοηθε προθυμτερον, δναται δ διαφερντως ξνιος κστων δαμων κα θες τ ξενίῳ συνεπμενοι Δι. πολλς ον ελαβεας, κα σμικρν προμηθεας νι, μηδν μρτημα περ ξνους μαρτντα ν τ βίῳ πρς τ τλος ατο πορευθναι. ξενικν δ α κα πιχωρων μαρτημτων τ περ τος κτας μγιστον γγνεται μρτημα κστοις· μεθ ο γρ κετεσας μρτυρος κτης θεο τυχεν μολογιν, φλαξ διαφρων οτος το παθντος γγνεται, στ οκ ν ποτε τιμρητος πθοι τυχν ν παθε.
 
[25] Βλ. Πλάτων «Νόμοι, 953.e.2 – 953.e.4» :
     Leg 953.e.2 ` to     Leg 953.e.4 τιμῶντας ξένιον Δία, μὴ βρώμασι καὶ θύμασι τὰς ξενηλασίας ποιουμένους, καθάπερ ποιοῦσιν νῦν θρέμματα Νείλου, μηδὲ κηρύγμασιν ἀγρίοις.
 
[26] Βλ. Πλάτων «Γοργίας, 507.e.6 – 508.a.4» :
     Gorg 507.e.6 ` to     Gorg 508.a.4 φασὶ δ᾽ οἱ σοφοί, ὦ Καλλίκλεις, καὶ οὐρανὸν καὶ γῆν καὶ θεοὺς καὶ ἀνθρώπους τὴν κοινωνίαν συνέχειν καὶ φιλίαν καὶ κοσμιότητα καὶ σωφροσύνην καὶ δικαιότητα, καὶ τὸ ὅλον τοῦτο διὰ ταῦτα κόσμον καλοῦσιν, ὦ ἑταῖρε, οὐκ ἀκοσμίαν οὐδὲ ἀκολασίαν.
 
[27] Βλ. Όμηρος «Ιλιάδα, Ι’, στ. 401 – 405» :
     Il 9.401 ` to     Il 9.405 οὐ γὰρ ἐμοὶ ψυχῆς ἀντάξιον οὐδ᾽ ὅσα φασὶν
Ἴλιον ἐκτῆσθαι εὖ ναιόμενον πτολίεθρον  
τὸ πρὶν ἐπ᾽ εἰρήνης, πρὶν ἐλθεῖν υἷας Ἀχαιῶν,
οὐδ᾽ ὅσα λάϊνος οὐδὸς ἀφήτορος ἐντὸς ἐέργει
Φοίβου Ἀπόλλωνος Πυθοῖ ἔνι πετρηέσσῃ.
 
[28] Βλ. Πλάτων «Απολογία Σωκράτους. 42.a.2 – 42.a.5» :
     Apol 42.a.2 ` to     Apol 42.a.5 ἀλλὰ γὰρ ἤδη ὥρα ἀπιέναι, ἐμοὶ μὲν ἀποθανουμένῳ, ὑμῖν δὲ βιωσομένοις· ὁπότεροι δὲ ἡμῶν ἔρχονται ἐπὶ ἄμεινον πρᾶγμα, ἄδηλον παντὶ πλὴν ἢ τῷ θεῷ.  
 
[29] Βλ. Πλάτων «Νόμοι 726.a.2 – 727.e.3»:
     Leg 726.a.2 ` to     Leg 727.e.3 πάντων γὰρ τῶν αὑτοῦ κτημάτων μετὰ θεοὺς ψυχὴ θειότατον, οἰκειότατον ὄν. τὰ δ᾽ αὑτοῦ διττὰ πάντ᾽ ἐστὶ πᾶσιν. τὰ μὲν οὖν κρείττω καὶ ἀμείνω δεσπόζοντα, τὰ δὲ ἥττω καὶ χείρω δοῦλα· τῶν οὖν αὑτοῦ τὰ δεσπόζοντα ἀεὶ προτιμητέον τῶν δουλευόντων. οὕτω δὴ τὴν αὑτοῦ ψυχὴν μετὰ θεοὺς ὄντας δεσπότας καὶ τοὺς τούτοις ἑπομένους τιμᾶν δεῖν λέγων δευτέραν, ὀρθῶς παρακελεύομαι. τιμᾷ δ᾽ ὡς ἔπος εἰπεῖν ἡμῶν οὐδεὶς ὀρθῶς, δοκεῖ δέ· θεῖον γὰρ ἀγαθόν που τιμή, τῶν δὲ κακῶν οὐδὲν τίμιον, ὁ δ᾽ ἡγούμενος ἤ τισι λόγοις ἢ δώροις αὐτὴν αὔξειν ἤ τισιν ὑπείξεσιν, μηδὲν βελτίω δὲ ἐκ χείρονος αὐτὴν ἀπεργαζόμενος, τιμᾶν μὲν δοκεῖ, δρᾷ δὲ τοῦτο οὐδαμῶς. αὐτίκα παῖς εὐθὺς γενόμενος ἄνθρωπος πᾶς ἡγεῖται πάντα ἱκανὸς εἶναι γιγνώσκειν, καὶ τιμᾶν οἴεται ἐπαινῶν τὴν αὑτοῦ ψυχήν, καὶ προθυμούμενος ἐπιτρέπει πράττειν ὅτι ἂν ἐθέλῃ, τὸ δὲ νῦν λεγόμενόν ἐστιν ὡς δρῶν ταῦτα βλάπτει καὶ οὐ τιμᾷ· δεῖ δέ, ὥς φαμεν,   μετά γε θεοὺς δευτέραν. οὐδέ γε ὅταν ἄνθρωπος τῶν αὑτοῦ ἑκάστοτε ἁμαρτημάτων μὴ ἑαυτὸν αἴτιον ἡγῆται καὶ τῶν πλείστων κακῶν καὶ μεγίστων, ἀλλὰ ἄλλους, ἑαυτὸν δὲ ἀεὶ ἀναίτιον ἐξαιρῇ, τιμῶν τὴν αὑτοῦ ψυχήν, ὡς δὴ δοκεῖ, ὁ δὲ πολλοῦ δεῖ δρᾶν τοῦτο· βλάπτει γάρ. οὐδ᾽ ὁπόταν ἡδοναῖς παρὰ λόγον τὸν τοῦ νομοθέτου καὶ ἔπαινον χαρίζηται, τότε οὐδαμῶς τιμᾷ, ἀτιμάζει δὲ κακῶν καὶ μεταμελείας ἐμπιμπλὰς αὐτήν. οὐδέ γε ὁπόταν αὖ τἀναντία τοὺς ἐπαινουμένους πόνους καὶ φόβους καὶ ἀλγηδόνας καὶ λύπας μὴ διαπονῇ καρτερῶν ἀλλὰ ὑπείκῃ, τότε οὐ τιμᾷ ὑπείκων· ἄτιμον γὰρ αὐτὴν ἀπεργάζεται δρῶν τὰ τοιαῦτα σύμπαντα. οὐδ᾽ ὁπόταν ἡγῆται τὸ ζῆν πάντως ἀγαθὸν εἶναι, τιμᾷ, ἀτιμάζει δ᾽ αὐτὴν καὶ τότε· τὰ γὰρ ἐν Ἅιδου πράγματα πάντα κακὰ ἡγουμένης τῆς ψυχῆς εἶναι, ὑπείκει καὶ οὐκ ἀντιτείνει διδάσκων τε καὶ ἐλέγχων ὡς οὐκ οἶδεν οὐδ᾽ εἰ τἀναντία πέφυκεν μέγιστα εἶναι πάντων ἀγαθῶν ἡμῖν τὰ περὶ τοὺς θεοὺς τοὺς ἐκεῖ. οὐδὲ μὴν πρὸ ἀρετῆς ὁπόταν αὖ προτιμᾷ τις κάλλος, τοῦτ᾽ ἔστιν οὐχ ἕτερον ἢ ἡ τῆς ψυχῆς ὄντως καὶ πάντως ἀτιμία. ψυχῆς γὰρ σῶμα ἐντιμότερον οὗτος ὁ λόγος φησὶν εἶναι, ψευδόμενος· οὐδὲν γὰρ γηγενὲς Ὀλυμπίων ἐντιμότερον, ἀλλ᾽ ὁ περὶ ψυχῆς ἄλλως δοξάζων ἀγνοεῖ ὡς θαυμαστοῦ τούτου κτήματος ἀμελεῖ.
 
[30] Βλ. Πλάτων «Αξίοχος, 365.e.3 – 366.b.1» :
     Ax 365.e.3 ` to     Ax 366.b.1 τῆς συγκρίσεως ἅπαξ διαλυθείσης καὶ τῆς ψυχῆς εἰς τὸν οἰκεῖον ἱδρυθείσης τόπον, τὸ ὑπολειφθὲν σῶμα, γεῶδες ὂν καὶ ἄλογον, οὐκ ἔστιν ὁ ἄνθρωπος. ἡμεῖς μὲν γάρ ἐσμεν ψυχή, ζῷον ἀθάνατον ἐν θνητῷ καθειργμένον φρουρίῳ· τὸ δὲ σκῆνος τουτὶ πρὸς κακοῦ περιήρμοσεν ἡ φύσις, ᾧ τὰ μὲν ἥδοντα ἀμυχιαῖα καὶ πτηνὰ καὶ εἰς πλείους ὀδύνας ἀνακεκραμένα, τὰ δὲ ἀλγεινὰ ἀκραιφνῆ καὶ πολυχρόνια καὶ τῶν ἡδόντων ἄμοιρα· νόσους δὲ καὶ φλεγμονὰς τῶν αἰσθητηρίων, ἔτι δὲ τὰς ἐντὸς κακότητας, οἷς ἀναγκαστῶς, ἅτε παρεσπαρμένη τοῖς πόροις, ἡ ψυχὴ συναλγοῦσα τὸν οὐράνιον ποθεῖ καὶ σύμφυλον αἰθέρα, καὶ διψᾷ, τῆς ἐκεῖσε διαίτης καὶ χορείας ὀριγνωμένη. ὥστε ἡ τοῦ ζῆν ἀπαλλαγὴ κακοῦ τινός ἐστιν εἰς ἀγαθὸν μεταβολή.
[31] Βλ. Πλάτων «Αξίοχος, 370.a.4 – 370.d.6» :
     Ax 370.a.4 ` to     Ax 370.d.6 ἀρχὴν γάρ, ὦ Ἀξίοχε, μὴ συνυποτιθέμενος ἁμῶς γέ πως μίαν αἴσθησιν, κατὰ τὸ ἀνεπιστῆμον, οὐκ ἄν ποτε πτυρείης τὸν θάνατον. νῦν δὲ περιτρέπεις σεαυτόν, δειματούμενος στερήσεσθαι τῆς ψυχῆς, τῇ δὲ στερήσει περιτιθεῖς ψυχήν, καὶ ταρβεῖς μὲν τὸ μὴ αἰσθήσεσθαι, καταλήψεσθαι δὲ οἴει τὴν οὐκ ἐσομένην αἴσθησιν αἰσθήσει· πρὸς τῷ πολλοὺς καὶ καλοὺς εἶναι λόγους περὶ τῆς ἀθανασίας τῆς ψυχῆς. οὐ γὰρ δὴ θνητή γε φύσις τοσόνδε ἂν ἤρατο μεγεθουργίας, ὥστε καταφρονῆσαι μὲν ὑπερβαλλόντων θηρίων βίας, διαπεραιώσασθαι δὲ πελάγη, δείμασθαι δὲ ἄστη, καταστήσασθαι δὲ πολιτείας, ἀναβλέψαι δὲ εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἰδεῖν περιφορὰς ἄστρων καὶ δρόμους ἡλίου τε καὶ σελήνης, ἀνατολάς τε καὶ δύσεις, ἐκλείψεις τε καὶ ταχείας ἀποκαταστάσεις, ἰσημερίας τε καὶ τροπὰς διττάς, καὶ Πλειάδων χειμῶνας, καὶ θέρους ἀνέμους τε καὶ καταφορὰς ὄμβρων, καὶ πρηστήρων ἐξαισίους συρμούς, καὶ τὰ τοῦ κόσμου παθήματα παραπήξασθαι πρὸς τὸν αἰῶνα, εἰ μή τι θεῖον ὄντως ἐνῆν πνεῦμα τῇ ψυχῇ, δι᾽ οὗ τὴν τῶν τηλικῶνδε περίνοιαν καὶ γνῶσιν ἔσχεν. ὥστε οὐκ εἰς θάνατον ἀλλ᾽ εἰς ἀθανασίαν μεταβάλλεις, ὦ Ἀξίοχε, οὐδὲ ἀφαίρεσιν ἕξεις τῶν ἀγαθῶν ἀλλ᾽ εἰλικρινεστέραν τὴν ἀπόλαυσιν, οὐδὲ μεμειγμένας θνητῷ σώματι τὰς ἡδονὰς ἀλλ᾽ ἀκράτους ἁπασῶν ἀλγηδόνων. κεῖσε γὰρ ἀφίξῃ μονωθεὶς ἐκ τῆσδε τῆς εἱρκτῆς, ἔνθα ἄπονα πάντα καὶ ἀστένακτα καὶ ἀγήρατα, γαληνὸς δέ τις καὶ κακῶν ἄπονος βίος, ἀσαλεύτῳ ἡσυχίᾳ εὐδιαζόμενος, καὶ περιαθρῶν τὴν φύσιν, φιλοσοφῶν οὐ πρὸς ὄχλον καὶ θέατρον ἀλλὰ πρὸς ἀμφιθαλῆ τὴν ἀλήθειαν.
 
[32] Βλ. Πλάτων «Αξίοχος, 371.a.1 – 372.a.8» :
     Ax 371.a.1 ` to     Ax 372.a.8 {ΣΩ.} Εἰ δὲ καὶ ἕτερον βούλει λόγον, ὃν ἐμοὶ ἤγγειλε Γωβρύης, ἀνὴρ μάγος· ἔφη κατὰ τὴν Ξέρξου διάβασιν τὸν πάππον αὑτοῦ καὶ ὁμώνυμον, πεμφθέντα εἰς Δῆλον, ὅπως τηρήσειε τὴν νῆσον ἄσυλον ἐν ᾗ οἱ δύο θεοὶ ἐγένοντο, ἔκ τινων χαλκέων δέλτων, ἃς ἐξ Ὑπερβορέων ἐκόμισαν Ὦπίς τε καὶ Ἑκαέργη, ἐκμεμαθηκέναι μετὰ τὴν τοῦ σώματος λύσιν τὴν ψυχὴν εἰς τὸν ἄδηλον χωρεῖν τόπον, κατὰ τὴν ὑπόγειον οἴκησιν, ἐν ᾗ βασίλεια Πλούτωνος οὐχ ἥττω τῆς τοῦ Διὸς αὐλῆς, ἅτε τῆς μὲν γῆς ἐχούσης τὰ μέσα τοῦ κόσμου, τοῦ δὲ πόλου ὄντος σφαιροειδοῦς, οὗ τὸ μὲν ἕτερον ἡμισφαίριον θεοὶ ἔλαχον οἱ οὐράνιοι, τὸ δὲ ἕτερον οἱ ὑπένερθεν, οἱ μὲν ἀδελφοὶ ὄντες, οἱ δὲ ἀδελφῶν παῖδες. τὰ δὲ πρόπυλα τῆς   εἰς Πλούτωνος ὁδοῦ σιδηροῖς κλείθροις καὶ κλεισὶν ὠχύρωται. ταῦτα δὲ ἀνοίξαντα ποταμὸς Ἀχέρων ἐκδέχεται, μεθ᾽ ὃν Κωκυτός, οὓς χρὴ πορθμεύσαντας ἀχθῆναι ἐπὶ Μίνω καὶ Ῥαδάμανθυν, ὃ κλῄζεται πεδίον ἀληθείας. ἐνταυθοῖ καθέζονται δικασταὶ ἀνακρίνοντες τῶν ἀφικνουμένων ἕκαστον, τίνα βίον βεβίωκε καὶ τίσιν ἐπιτηδεύμασιν ἐνῳκίσθη τῷ σώματι. ψεύσασθαι μὲν οὖν ἀμήχανον. ὅσοις μὲν οὖν ἐν τῷ ζῆν δαίμων ἀγαθὸς ἐπέπνευσεν, εἰς τὸν τῶν εὐσεβῶν χῶρον οἰκίζονται, ἔνθα ἄφθονοι μὲν ὧραι παγκάρπου γονῆς βρύουσιν, πηγαὶ δὲ ὑδάτων καθαρῶν ῥέουσιν, παντοῖοι δὲ λειμῶνες ἄνθεσι ποικίλοις ἐαριζόμενοι, διατριβαὶ δὲ φιλοσόφων καὶ θέατρα ποιητῶν καὶ κύκλιοι χοροὶ καὶ μουσικὰ ἀκούσματα, συμπόσιά τε εὐμελῆ καὶ εἰλαπίναι αὐτοχορήγητοι, καὶ ἀκήρατος ἀλυπία καὶ ἡδεῖα δίαιτα· οὔτε γὰρ χεῖμα σφοδρὸν οὔτε θάλπος ἐγγίγνεται, ἀλλ᾽ εὔκρατος ἀὴρ χεῖται ἁπαλαῖς ἡλίου ἀκτῖσιν ἀνακιρνάμενος. ἐνταῦθα τοῖς μεμυημένοις ἐστίν τις προεδρία· καὶ τὰς ὁσίους ἁγιστείας κἀκεῖσε συντελοῦσιν. πῶς οὖν οὐ σοὶ πρώτῳ μέτεστι τῆς τιμῆς, ὄντι γεννήτῃ τῶν θεῶν; καὶ τοὺς περὶ Ἡρακλέα τε καὶ Διόνυσον κατιόντας εἰς Ἅιδου πρότερον λόγος ἐνθάδε μυηθῆναι, καὶ τὸ θάρσος τῆς ἐκεῖσε πορείας παρὰ τῆς Ἐλευσινίας ἐναύσασθαι. ὅσοις δὲ τὸ ζῆν διὰ κακουργημάτων ἠλάθη, ἄγονται πρὸς Ἐρινύων ἐπ᾽ ἔρεβος καὶ χάος διὰ Ταρτάρου, ἔνθα χῶρος ἀσεβῶν καὶ Δαναΐδων ὑδρεῖαι ἀτελεῖς καὶ Ταντάλου δίψος καὶ Τιτυοῦ σπλάγχνα αἰωνίως ἐσθιόμενα καὶ γεννώμενα καὶ Σισύφου πέτρος ἀνήνυτος, οὗ τὰ τέρματα αὖθις ἄρχει πόνων. ἔνθα θηρσὶν περιλιχμώμενοι καὶ λαμπάσιν ἐπιμόνως πυρούμενοι Ποινῶν καὶ πᾶσαν αἰκίαν αἰκιζόμενοι ἀιδίοις τιμωρίαις τρύχονται. ταῦτα μὲν ἐγὼ ἤκουσα παρὰ Γωβρύου, σὺ δ᾽ ἂν ἐπικρίνειας, Ἀξίοχε. ἐγὼ γὰρ λόγῳ ἀνθελκόμενος τοῦτο μόνον ἐμπέδως οἶδα, ὅτι ψυχὴ ἅπασα ἀθάνατος, ἡ δὲ ἐκ τοῦδε τοῦ χωρίου μετασταθεῖσα καὶ ἄλυπος. ὥστε ἢ κάτω ἢ ἄνω εὐδαιμονεῖν σε δεῖ, Ἀξίοχε, βεβιωκότα εὐσεβῶς.