Σάββατο, 5 Σεπτεμβρίου 2015

Ποιμένες και ποίμνιο - Η ηθική της αμαρτίας και των «δούλων»

Για να γνωρίσει κανείς τον εαυτό του, λέει ο Νίτσε, πρέπει πρώτα να τον αναζητήσει. Πρέπει λοιπόν να επιστρέψει στις ρίζες, στο «απώτερο παρελθόν». Διότι «το μέλλον ανήκει σ’ εκείνον ο οποίος θα έχει την πιο μακριά μνήμη».
Το μεγάλο έγκλημα των ηθικολόγων στα μάτια του Νίτσε, είναι ότι έδωσαν στον πόνο μια δηλητηριασμένη εξήγηση: Εάν κανείς υποφέρει, είναι γιατί έκαμε ένα λάθος, μια αμαρτία. Παράλληλα, οι ιερείς «στιγμάτισαν όλα τα αισθήματα της ηδονής, βλέποντας σ’ αυτά την αμαρτία και την γοητεία», «έδωσαν τα ονόματα τα πιο ιερά στα αισθήματα αδυναμίας», «παραχάραξαν την Αγάπη για να την κάμουν Εγκατάλειψη και Αλτρουισμό», «είδαν στην μεγαλοσύνη μία άρνηση» , «θεώρησαν τη ζωή σαν τιμωρία, την ευτυχία σαν πειρασμό, το πάθος σαν κάτι το διαβολικό, την εμπιστοσύνη σαν ανίερη» (ίδιο έργο).

Η φοβερότερη ασθένεια
Για τον Νίτσε, βρισκόμαστε μπροστά σε μία ασθένεια: «την τρομερότερη ασθένεια πού ενδήμησε ποτέ μέσα στους ανθρώπους». Η καταγωγή της ασθένειας αυτής είναι η εμφάνιση, σε μια καθορισμένη εθνογεωγραφική περίμετρο, ενός ηθικού τύπου, φορέως μιας νοοτροπίας και μιας προθέσεως, του οποίου ή τελειότερη ενσάρκωση είναι ο ιερεύς. Για τον ιερέα, οποιοδήποτε γεγονός είναι μία ηθική ένδειξη. Ο κόσμος δεν είναι πλέον γεμάτος γεγονότα αντικειμενικά ουδέτερα, τα οποία αξιολογούνται από τις συγκυρίες. Είναι γεμάτος μόνον από τιμωρίες και ανταμοιβές. Οποιοδήποτε ευτυχές γεγονός είναι ένδειξη μιας ανταμοιβής «γραμμένης» στην αιώνια τάξη πραγμάτων. Οποιοδήποτε ατυχές γεγονός είναι ένδειξη μιας τιμωρίας, που τιμωρεί ένα «ηθικό λάθος» σημερινό, περασμένο, ή και μελλοντικό.
Η προσπάθεια επέτυχε; Είναι γιατί η θεότης άκουσε τις εκκλήσεις που της έκαμαν.
Απέτυχε; Είναι γιατί οι προσευχές δεν ήσαν αρκετά ευλαβείς, ή γιατί ο ενδιαφερόμενος ήταν ασεβής (δεν ήταν αγνός).
Ξεκινά κανείς μία επίμεμπτη πράξη και παρ’ όλα αυτά κερδίζει; Είναι γιατί συγχωρήθηκε.
Απέτυχε και πιάστηκε; Τιμωρήθηκε.
Έτσι, για κάθε συγκυρία της ζωής, με κατάλληλο χειρισμό της διαλεκτικής και της λογοκοπίας, εγκαλώντας αδιερεύνητα και ανεξέλεγκτα δόγματα, ο ιερεύς εξηγεί ακάματα το γιατί και το πως, των καταστάσεων που ο ίδιος φαντάζεται.

Μια πειθαρχία παρά φύσιν
Όταν κακομεταχειρίζεται κανείς το σώμα, γράφει ό Νίτσε (στην «Θέληση της δυνάμεως»), δημιουργεί το κατάλληλο έδαφος για τα αισθήματα ένοχης, δηλαδή μία αρρωστημένη κατάσταση πού χρειάζεται μία εξήγηση. Αυτήν την εξήγηση, ό ιερεύς την παρέχει με μία θέρμη σχεδόν μονομανιακή, επωφελούμενος της ασθένειας και τού υποβόσκοντος μαζοχισμού. Η κακοδιαθεσία την οποία δημιούργησε ή αμφιβολία είναι το τίμημα πού ό άνθρωπος πρέπει να πλήρωση για την προσβολή που έκαμε. Συνειδητά ή όχι, προς την θεότητα. Και ή προσβολή πρέπει να εξιλεωθεί μέσω του ιερέως, ο οποίος ανακαλύπτει την φύση της, αναλύει τις αιτίες της και προτείνει ένα φάρμακο.
Ο ιερεύς παρουσιάζεται έτσι ως μεσάζων μεταξύ τού δημιουργού-λυτρωτού και τού αμαρτωλού όντος, μεταξύ του ανθρώπου που κάνει λάθη και του Θεού που είναι τέλειος. Χάρις στην μεσίτευση του, στην ικανότητά του (γιατί ξέρει το κακό όπως ο γιατρός ξέρει την ασθένεια και ό ψυχαναλυτής τα συμπλέγματα), η θεότης θα ευαρεστηθεί να ξεπλύνει την ακαθαρσία, να σταματήσει την οργή της, να εξαφανίσει το λάθος, να πέρασει τέλος το όνομα τού θνητού από τον πίνακα των κολάσιμων κατηγοριών στο τετράδιο των ουράνιων αμοιβών και των ευλογημένων οραμάτων!
Ο άνθρωπος «ο οποίος υποφέρει από μία οποιαδήποτε αιτία, φυσιολογική ασφαλώς» αναρωτιέται για τους λόγους του πόνου του. Τότε συναντά κάποιον που γνωρίζει ακόμη αυτό που είναι κρυφό, τον μάγο του, τον ασκητικό ιερέα, ο οποίος του δίνει μία πρώτη ένδειξη για την αιτία του πόνου του. Πρέπει να την αναζητήσει στον ίδιο τον εαυτό του, σε ένα λάθος που έκαμε στο παρελθόν. Πρέπει να εξηγήσει τον πόνο του σαν μια τιμωρία… Άκουσε, κατάλαβε ο δυστυχής, τώρα έχει γίνει σαν μία κότα, γύρω από την οποία έχει χαραχθεί μία γραμμή. Δεν μπορεί πλέον να βγει από τις κυκλικές αυτές γραμμές, από άρρωστος, έχει γίνει αμαρτωλός.
Η συναίσθηση του λάθους μας, παρουσιάσθηκε ακατέργαστη κατά κάποιο τρόπο. Στα χέρια του ιερέως, αυτού του καλλιτέχνη του συναισθήματος τού λάθους, αυτό το συναίσθημα άρχισε να παίρνει μορφή! –και τι μορφή! Η αμαρτία! γιατί αυτό είναι το όνομα που δίνει ό ιερεύς στην ζωική «κακή συνείδηση», η αμαρτία έμεινε ως τώρα το βασικό γεγονός στην ιστορία της άρρωστης ψυχής και αντιπροσωπεύει για μας την πιο ολέθρια επιδεξιότητα της θρησκευτικής ερμηνείας. Η έννοια της αμαρτίας ανήκει ειδικά στον ιερέα. Στο λεξιλόγιο του παλαιού ευρωπαϊκού κόσμου, δεν υπάρχει λέξη για να την ερμηνεύσεις. Στην γλώσσα του Βιργιλίου και του Κικέρωνος, το «πεκάτουμ» θέλει να πει λάθος, έγκλημα, δηλαδή συγκεκριμένα πράγματα ενώ στην ελληνική γλώσσα ή ανάλογη λέξη ήταν «ύβρις».
Η έννοια της αμαρτίας δεν είναι παρά μία ιερατική παρέκκλιση, αναλογούσα σε μία ιδέα, την οποίαν η Αρχαιότητα δεν είχε ποτέ συνειδητοποιήσει, ένα πολύ ειδικό λάθος, βασιζόμενο σε μυστήρια, σε δόγματα και σε αισθήματα ενοχής. Ένα λάθος που έγινε έναντι της θεότητας μόνον και των δικών της απαιτήσεων και ιεροτήτων.
Για τον Νίτσε, η αποθέωση του ηθικού τύπου που ενσαρκώνεται από τον ιερέα, είναι το «ασκητικό ιδεώδες». Ο φιλόσοφος επιμένει στον ρόλο του ασκητού, στον οποίον βλέπει «την αντίφαση φτιαγμένη άνθρωπο».
Υπάρχει σ’ αυτόν ένα αχόρταγο ένστικτο, το οποίο θέλει να τα βάλει με την ζωή, την δική του και των άλλων. Δηλαδή δεν επιβεβαιώνεται παρά με το να αρνείται (η θέση του δεν είναι παρά μία άρνηση) δεν δέχεται να υπάρχει, παρά για να ρίχνει το ανάθεμα επάνω σε ότι υπάρχει. Δεν έχει παρά μίσος για τον κόσμο, για τις φυσικές λειτουργίες, για το σφρίγος, την δύναμη, το κάλλος και την χαρά.
Ο άνθρωπος με την κακή συνείδηση έπιασε μία θρησκευτική υπόθεση, για να ωθήσει το ίδιο του το βασανιστήριο σε βαθμό σκληρότητας και οξύτητας τρομακτικό. Μία υποχρέωση προς τον Θεό. Η σκέψη αυτή, γίνεται γι’ αυτόν ένα όργανο βασανισμού. Παίρνει από τον Θεό και τις τελευταίες αντιθέσεις που μπορεί να φανταστεί μέσα από τα ίδια του τα ζωικά και αχαλίνωτα ένστικτα και μεταλλάσσει τα ίδια αυτά ένστικτα, σε λάθη έναντι του Θεού (εχθρότητα, αντίδραση, επανάσταση έναντι του κυρίου, του πατέρα, του προγόνου και της αρχής του κόσμου). Στέκεται στο κέντρο της αντιθέσεως μεταξύ Θεού και Διαβόλου, αποβάλλει από τον εαυτό του όλες τις αρνήσεις, ότι τον ωθεί στην άρνηση του εαυτού του, στην άρνηση της φύσεως, του φυσιολογικού, την πραγματικότητα της ύπαρξης του, για να επιτύχει την βεβαιότητα ενός πράγματος πραγματικού, ζωντανού, αληθινού, Θεού, αγίου, Θεού δικαίου, Θεού δημίου, το υπερπέραν, το αιώνιο μαρτύριο, την κόλαση, το απροσμέτρητο μεγαλείο της τιμωρίας και του λάθους. Πρόκειται για ένα είδος τρέλας θελήσεως για ψυχική σκληρότητα, ανάλογη της οποίας δεν θα βρει κανείς.
Αυτός ό εκδικητής (και ζηλόφθονος) Θεός, γίνεται μόνιμος κατήγορος, γιατί είναι πάντοτε μοναδικός για εκδίκηση. Άλλωστε πως δεν θα ήταν; Έτσι, ο αδύνατος αυτοκαταδικάζεται ανέκκλητα την ίδια στιγμή που θέλει να εξαφτεί από ενθουσιασμό. Πρέπει πλέον να εξομοιώσει τον πόθο του με αυτήν την προοπτική της σωτηριολογίας, όπου ο θρίαμβος, το μαρτύριο, η λύτρωση και η εξαφάνιση του εγώ, είναι αδιάλυτα ανακατεμένα.

Η αντιστροφή των αξιών
Η «ηθική της αμαρτίας» επιδεικνύει έτσι μία αληθινή αποστροφή προς το σώμα και τις δραστηριότητές του. Είναι «κακά πράγματα», που επαναφέρουν τον άνθρωπο «στα ένστικτά του», «στο κτήνος που κοιμάται μέσα του». Διότι το ένστικτο της πάλης και το γεννητικό ένστικτο είναι βασικά ένστικτα ζωής, ιδιαίτερα παραγωγικά και ανανεωτικά. Αυτά που αντιτίθενται περισσότερο στις επιδιώξεις του ιερέα και του ασκητού.
Η ικανότης του ιερέα να αλλάζει το όνομα των άξιων δεν είναι λιγότερο αξιοπρόσεκτη. Ονομάζει την ανικανότητα θεληματική αποχή, την παραίτηση απομάκρυνση από τα πράγματα του κόσμου αυτού, την αδράνεια ταπεινοφροσύνη, την ανανδρία αφοσίωση στον κοινό σκοπό, κλπ. Δύο τύποι συμπεριφοράς βρίσκονται αντιμέτωποι εδώ. Στις αντιθέσεις της ηθικής της τιμής της Παλαιάς Δύσεως (ευγενής-χαμηλός, άξιος-ανάξιος, γνήσιος-αμφίβολος, θαρραλέος-δειλός, πιστός-προδότης, λογικό-παράλογο, ορθολογικό-ανισόρροπο, έντιμο-άτιμο), η ηθική της αμαρτίας απαντά με αφηρημένες αντιθέσεις, οι οποίες δεν είναι παρά παραμορφώσεις: καλό-κακό, ταπεινό-παράλογο, υποταγμένο-υπερήφανο, πνευματικό-σωματικό, αδύναμο-αυθάδες, μετριόφρον-απεριόριστο.
Παράλληλα, ό ιερεύς βάζει την αμφιβολία στην καρδιά των δυνατών. Επωφελείται από τις ανησυχίες τους, τούς πόθους τους, τις αποθαρρύνσεις τους, ακόμη και από τις φιλοδοξίες τους, για να τούς πείσει και να τούς καθησύχαση. Κάνει να γεννηθεί μέσα τους ο σπόρος της αρρώστιας, το συναίσθημα της ένοχης. Με αυτόν τον τρόπο, με την δημιουργία του συναισθήματος αυτού, ο ιερεύς κατορθώνει να πείσει τούς συνομιλητές του να απαρνηθούν τις φυσικές αντιδράσεις τους να αγωνιστούν εναντίον των βαθύτερων ενστίκτων τους.
Ανάλογα με τις συγκυρίες και τις εποχές, ο ηθικολόγος θα προσπαθήσει να γίνει πιστευτό το ότι είναι εγωιστικό να σκέπτεται κανείς τούς δικούς του (την οικογένεια, την χώρα του), πριν να σκεφθεί τούς «λαούς του κόσμου», ότι είναι ντροπή να είναι υπερήφανος για τον πολιτισμό από τον οποίο προέρχεται, ότι είναι φαντασιώδες να ανταμείβονται οι καλύτεροι, ότι είναι άδικο να φανερώνει κανείς τις διαφορές της αξίας τού καθενός, ή να κάνει επιλογή.
Οι εξαθλιωμένοι μόνον είναι καλοί, οι φτωχοί, οι ανίκανοι, οι μικροί μόνον είναι καλοί, αυτοί που υποφέρουν, αυτοί που έχουν ανάγκη, είναι κι αυτοί είναι οι μόνοι ευλαβείς, οι μόνοι ευλογημένοι από τον Θεό. Σ’ αυτούς μόνον θα ανήκει η ευλογία. Αντίθετα, εσείς οι άλλοι, οι οποίοι είσθε ευγενείς και δυνατοί, είσαστε στην αιωνιότητα οι κακοί, οι σκληροί, οι αχόρταγοι, οι πλεονέκτες, οι ανίεροι και αιωνίως θα μείνετε οι αποδιωγμένοι, οι καταραμένοι, οι κολασμένοι.
Αυτοί που είναι καταραμένοι στα μάτια τού ιερέως δεν είναι δυνατοί και κακοί, είναι κακοί γιατί είναι δυνατοί. Είναι το πνεύμα τού Λόγου επί τού Όρους: «Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι, αύτοίς γάρ εσταί η βασιλεία των ουρανών». Και είναι ακόμη ή παραβολή τού αντικειμένου των Ευαγγελίων: «Οι έσχατοι έσονται πρώτοι».
Ο Νίτσε παρομοιάζει τον ιερέα με το αιλουροειδές, που τραυματίζει θανατηφόρα αντί να σκοτώσει, γιατί παίρνει την προφύλαξη να μην σκοτώσει. Ικανοποιείται με το να πληγώσει και να μολύνει την πληγή. Ο πληγωμένος ζητά βοήθεια και τότε ο ιερέας τρέχει, εφοδιασμένος με φάρμακα που δεν θα ανακουφίσουν παρά στιγμιαία, αλλά που, όπως το ναρκωτικό, θα δημιουργήσουν έναν εθισμό, τού οποίου ο άρρωστος θα είναι δούλος. Σκοτεινός φορέας μικροβίων, ζωντανός πόθος εξαπλώσεως στον κόσμο της αρρώστιας της οποίας υπήρξε πρώτο θύμα, είναι πλέον ό κατάλληλος για να οδηγεί στην βοσκή την αγέλη των αρρώστων, να οργανώνει την εξουσία του στην αυτοκρατορία των βασανισμένων.
Ο ιερέας είναι ο άνθρωπος που αλλάζει την κατεύθυνση της μνησικακίας. Γιατί δίνει στο ον που υποφέρει έναν λόγο για να υποφέρει. Χρησιμοποιεί αυτό το βάσανο για να επιβάλει μία πειθαρχία, να καθορίσει τούς όρους τής εξαγοράς. Με δύο λόγια, υποδεικνύει «μία αιτία που μπορεί να υποφέρει κι αυτή με τη σειρά της». «Υποφέρω, άρα κάποιος πρέπει να είναι η αιτία», έτσι σκέπτονται όλα τα αρρωστημένα πρόβατα. Τότε ο βοσκός τους, ο ασκητικός ιερεύς, τούς άπαντα: «Πράγματι, πρόβατό μου, κάποιος πρέπει να είναι η αιτία: αλλά η αιτία είσαι εσύ. Εσύ είσαι ή αιτία του εαυτού σου!».
Ο ιερεύς είναι αυτός που φροντίζει τις αρρώστιες που ο ίδιος καλλιεργεί. Κάθε φορά που προτείνει μία ανακούφιση, το τίμημά της είναι ένα νέο βάσανο. Δεν περιποιείται σε τελευταία ανάλυση, παρά για να εξασφαλίσει καλύτερα την βορά του. Όταν το λάθος εξαγνισθεί, είναι ανάγκη γι’ αυτόν να εξηγεί κάθε νέα ατυχία με ένα νέο λάθος, που απαιτεί έναν νέο εξαγνισμό!

Ο δυνατός άνθρωπος κι ο αποδιοπομπαίος τράγος
Ο ιερεύς ενθαρρύνει αυτήν την αυταπάτη, γιατί είναι ευκολότερο να διοικεί μία υποταγμένη μάζα, η οποία έχει τις ίδιες σκέψεις, παρά αυτόνομα άτομα, τα οποία είναι μία «οικουμένη» το καθένα μόνο του. «Δεν πρέπει να εξαπατάται κανείς», προσθέτει ό Νίτσε, «οι δυνατοί έχουν την τάση να διαχωρίζονται ενώ οι αδύνατοι ΝΑ ενώνονται».
Η ηθική των «δούλων» είναι λοιπόν μία ηθική μαζική. Οι αδύνατοι αποτελούν μία μάζα, επί της οποίας βασιλεύει η πειθαρχία των θεολόγων. Αλλά συγχρόνως με την υποταγή του, ο αδύνατος λυπάται γι’ αυτήν. Η θρησκεία του εκφράζει την αρρώστια του και συνάμα την διαμαρτυρία του εναντίον του εαυτού του.
Αυτό το αντιφατικό ένστικτο, που σε τελευταία ανάλυση δεν είναι παρά μία ασυνείδητη άρνηση του εαυτού του, μία μετάφραση τής «μεταμέλειας του εαυτού του» δημιουργεί την «επιθυμία τής απελευθερώσεως», ή ακριβέστερα, να βρει έναν αποδιοπομπαίο τράγο γι’ αυτήν την επιθυμία. Και ο αποδιοπομπαίος τράγος έχει υποδειχθεί, ήδη από πριν. Θα είναι ό δυνατός άνθρωπος, αυτός πού είναι πραγματικά «απελευθερωμένος», γιατί η προσωπικότητά του δεν υποτάχθηκε ποτέ, δεν αλλοτριώθηκε ποτέ αυτός που ζει στον δικό του ρυθμό. Ο ενεργών και όχι ενεργούμενος.
Η αδυναμία και η ανικανότητα των ιερέων μεγαλώνουν μέσα τους ένα μίσος τερατώδες, σκοτεινό, διανοητικό και δηλητηριώδες. Αφού πέρασε είκοσι χρόνια στην έρημο, ο ασκητής νόμισε ότι οι στερήσεις και τα βάσανα στα οποία ο ίδιος θεληματικά υπέβαλε τον εαυτό του, έδιναν «φυσιολογικό» το δικαίωμα να υποβάλλει την ανθρωπότητα σε όσα είχε υποφέρει ο ίδιος!

Η ηθική της τιμής και η ηθική της αμαρτίας
Η ηθική της τιμής, που χαρακτηρίζει περιληπτικά την ηθική συμπεριφορά του Παλαιοδυτισμού (του Παλαιoευρωπαϊσμού γενικά), αντιτίθεται ριζικά σε αυτό που αποκαλέσαμε ηθική της αμαρτίας. Κάθε φορά πού επικρατεί «η ηθική των δούλων», η γλώσσα έχει την τάση να συνδέει την έννοια των λέξεων, «καλός» και «κουτός». Στην κοινή γλώσσα, ένα «καλό παιδί» είναι πάντα ένα αγαθό παιδί, αφοσιωμένο, αλλά τελικά λίγο βλάκας. Κατά τον ίδιο τρόπο θα μιλήσει κανείς για μία «καλή σταδιοδρομία», υπονοώντας «μία μικροσταδιοδρομία», ένα «καλό δρόμο». Αν είναι «καλό», θα πει ότι είναι «μικρό». Όχι μεγάλο προς Θεού! Ένας «καλός άνθρωπος» θα είναι ένα ασήμαντο πρόσωπο, οπωσδήποτε παθητικός, εύσπλαχνος, το αντίθετο ενός τολμηρού, δηλαδή με δύο λόγια το αντίθετο ενός γενναίου ανθρώπου.
***

Επίλογος με τα λόγια ενός παλαιού γνωστού ιερέως:
«ΧΑΙΡΕ ΣΤΡΑΤΙΩΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΥΤΟΥ ΔΟΞΗΣ ΥΠΕΡΔΙΚΕ, ΧΑΙΡΕΤΕ Ω ΜΑΚΑΡΙΑΙ ΧΕΙΡΕΣ ΤΟΥΣ ΓΟΥΝ ΔΥΣΣΕΒΕΙΣ ΚΑΙ ΑΛΑΣΤΟΡΑΣ ΕΛΛΗΝΙΣΤΑΣ ΚΑΙ ΠΥΡΙ ΚΑΙ ΣΙΔΗΡΩ ΚΑΙ ΥΔΑΤΙ ΚΑΙ ΠΑΣΙ ΤΡΟΠΟΙΣ ΕΞΑΓΑΓΑΤΕ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΗΣ ΖΩΗΣ ΡΑΒΔΙΖΕ, ΕΙΡΓΕ, ΕΙΤΑ ΓΛΩΣΣΑΝ ΑΦΑΙΡΕΙ, ΕΙΤΑ ΧΕΙΡΑΝ ΑΠΟΤΕΜΝΕ, ΚΑΙ ΑΝ ΟΥΤΩ ΜΕΝΕΙ ΚΑΚΟΣ, ΘΑΛΑΤΤΗΣ ΠΕΜΠΕ ΒΥΘΩ».
Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, Σχολάριος

Η πολιτική σημασία των εξωαστικών ιερών

Τα ιερά αποτέλεσαν χώρο διαμόρφωσης του συλλογικού πνεύματος που οδήγησε  εξελικτικά στην πορεία στη της διαμόρφωση της Ελληνικής πόλεως, καθώς αποτέλεσαν χώρο συνάντησης Θεού και ανθρώπων αλλά και ανθρώπων μεταξύ τους. Όντας στην εποχή ακόμα των μικρών οικισμών, οι άνθρωποι βρήκαν στο Θείο μια αιτία να έρθουν πιο κοντά πνευματικά και στο ιερό ένα χώρο να οριοθετήσουν την πίστη τους. Η κοινή τους πορεία σε αυτό τον τομέα έφερε τους Έλληνες ένα βήμα πιο κοντά στο συνοικισμό και στη γέννηση της πόλεως. Η σημασία των ιερών ήταν πολλαπλή: Κοινωνική, πολιτική, στρατιωτική, θρησκευτική και συμβολική.

Τα εξωαστικά ιερά της περιόδου μπορούμε να τα χωρίσουμε σε δύο κατηγορίες. Στα καθαρά εξωαστικά  (μεθοριακά) και στα προαστιακά ή περιαστικά. Ξεχωριστή περίπτωση αποτελούν τα ιερά των ακροπόλεων. Τα καθαρά εξωαστικά ιερά απείχαν απο 6 ως 12 χιλιόμετρα από την πόλη και συνεπώς αν και όχι δυσπρόσιτα, ήταν μακριά από τις καθημερινές εκδηλώσεις λατρείας αλλά και από κάθε άλλη ανθρώπινη δραστηριότητα. Κάποια από τα γνωστότερα και σπουδαιότερα ιερά της αρχαιότητας ανήκουν σε αυτή την κατηγορία. Τα προαστιακά ιερά βρίσκονται κοντά στον οικισμό ή στις παρυφές του. Κάποιες φορές τα συναντούμε πλέον εντός πόλεως, σημάδι μια μεταγενέστερης του μνημείου εδαφικής επέκτασης και δόμησης. Οι κυριότερες θεότητες που τύγχαναν της τιμής ανέγερσης ενός εξωαστικού ιερού ήταν η Αθηνά, η Ήρα, ο Απόλλων και η Άρτεμις. Δε λείπουν βέβαια ναοί για το Δια και τον Ποσειδώνα αλλά σε καμία περίπτωση η ανέγερση των ιερών δε σχετίζεται με την ιεραρχία των Ολύμπιων Θεών που έχουμε στο μυαλό μας.

Η πολιτική τους σημασία έγκειται στην συμβολική του αξία και έπειτα στη γεωγραφική τους θέση. Οι αμφικτιονίες και περιπτώσεις όπως η δωρική εξάπολις κατά τον αποικισμό της Μ. Ασίας αποτελούν ξεχωριστά παραδείγματα. Στη δεύτερη περίπτωση ξεχωριστές πόλεις για να διατηρήσουν τη φυλετική τους συνοχή και ομόνοια όρισαν ένα ιερό ως κέντρο της ένωσης τους. Στη πρώτη περίπτωση (των αμφικτιονιών) επρόκειτο για ενώσεις διάφορων φυλών που σκοπό είχαν την φροντίδα και διαχείριση του ιερού που όμως σταδιακά μορφοποιήθηκαν σε ομοσπονδίες με μεγάλη πολιτική σημασία για τα ελληνικά πράγματα.

Η ανέγερση , εκμετάλλευση και διαχείριση ενός ιερού ήταν θέμα ύψιστης σημασίας για μια πόλη. Παρατηρείται συχνά μια προσπάθεια ανταγωνισμού γειτονικών και αντίπαλων πόλεων στην ανέγερση ναών και μέσω αυτών την επίδειξη της πίστης τους. Συχνά το κόστος ήταν δυσβάσταχτο αλλά οι πόλεις δεν υπολόγιζαν τέτοια θέματα προκειμένου να ευχαριστήσουν τους θεούς και να δείξουν σε όλο τον κόσμο τι είναι ικανές να δημιουργήσουν. Ήταν λοιπόν σύμβολα για τη δύναμη και τον πλούτο της πόλης, πάντα μέσα σε ένα υγιές ή έστω ομαλό πολιτικό πλαίσιο.

Η γεωγραφική θέση του εξωαστικού ιερού ήταν πολυσήμαντη. Αρχικά οριοθετούσε τα σύνορα της χώρας της πόλεως. Τοποθετημένα στην άκρη μιας πεδιάδας, κοντά σε μια ακτή ή ένα δάσος και πάντα σε οπτική επαφή με την πόλη, ο ναός συμβόλιζε νοητικά και πρακτικά τα όρια της επικράτειας. Καταπάτηση του ιερού σήμαινε την καταπάτηση του χώρου της πόλεως και προκλητική ενέργεια που συχνά οδηγούσε σε πολεμική σύγκρουση. Αποτελούσε λοιπόν γεωγραφικό όριο και σύνορο. Αλλά όχι μόνο αυτό. Η λειτουργία του ιερού είναι θρησκευτική και η πίστη είναι μια πνευματική λειτουργία που δε χωρίζει αλλά ενώνει. Συνεπώς ένα εξωαστικό ιερό ανάμεσα σε δυο πόλεις και η γιορτή του τιμώμενου Θεού ήταν μια ευκαιρία για τους κατοίκους των όμορων περιοχών να συναντηθούν, να επικοινωνήσουν, να διασκεδάσουν και να τιμήσουν την εορτή μαζί.

Ακόμα πιο σημαντική λειτουργία ήταν αυτή του ελέγχου της περιοχής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το Ηραίον του Άργους. Οι Αργείοι ήλεγχαν το ιερό το οποίο δέσποζε σε όλη την αργολική πεδιάδα. Οπτική επαφή με το ναό είχαν και οι πόλεις των Μυκηνών, της Τίρυνθας, του Ναυπλίου. Συνεπώς η κατοχή του ιερού συμβόλιζε τον τυπικό ή και πρακτικό  (πολιτικό και στρατιωτικό) έλεγχο όλης της αργολικής πεδιάδος και αυτό ήταν αδιαμφισβήτητο. Σε ένα άλλο παράδειγμα η Αθήνα, με το ναό της Αρτέμιδος Βραυρώνας και του Ποσειδώνα στο Σούνιο, ο έλεγχος της Ελευσίνας και του ναού της Δήμητρας- Κόρης, το Αμφιαράειο αποτελούσαν τυπικά σύνορα και αποδείξεις ελέγχου της περιοχής από τους Αθηναίους. Λειτουργώντας σαν ένα είδους φρουρίου, εξασφάλιζαν και υποδήλωναν αθηναϊκή επιρροή στα ανατολικά δυτικά νότια και βόρεια της πόλεως, κυκλώνοντας όλη την Αττική ως χώρα της πόλεως των Αθηνών. Πρέπει να πούμε τέλος πως η καταστροφή ενός εξωαστικού ιερού κατά τον πόλεμο αποτελούσε κύριο πλήγμα για την  πολιτική ύπαρξη της πόλης και το ηθικό των πολιτών της, ιδιαίτερα δε στις μικρές πόλεις που τα ιερά αυτά αποτελούσαν τα κύρια ή και μοναδικά ιερά τους. Εξαίρεση και πάλι οι πόλεις που διέθεταν Ακρόπολη.

Συνεπώς με τα παραπάνω στοιχεία και λαμβάνοντας υπόψιν μας και τις άλλες πτυχές της λειτουργίας και της σημασίας των ιερών γενικότερα και των εξωαστικών ειδικότερα, φτάνουμε εύκολα στο συμπέρασμα ότι τα ιερά αυτά είχαν διπλή αξια: Αφενός συναποτέλεσαν σημείο εκκίνησης στη δημιουργία της πόλεως-κράτους, αφετέρου συνόδεψαν τις πόλεις όλη τη διάρκεια της πορείας τους ως φάροι δύναμης, επιρροης, πολιτισμού και πιστεως.

Η «αυτοδιόρθωση» της αθηναϊκής Δημοκρατίας και η γραφή παρανόμων

Συνηθίζουμε να λέμε πως «στη δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα». Λέμε επίσης πως «ο λαός είναι ώριμος», «ο λαός ξέρει», «ο λαός έχει και μνήμη και κρίση». Και, όταν κάποτε τα πράγματα στραβώνουν, υποστηρίζουμε -λίγο πιο χαμηλόφωνα- πως «ο λαός παραπλανήθηκε».

Γυρίζοντας, ωστόσο, αρκετούς αιώνες πίσω, διαπιστώνουμε πως στην αρχαία Αθήνα, την κοιτίδα της δημοκρατίας, υπήρχαν και πρόβλεψη για τη θωράκιση από επιζήμιες αποφάσεις του «παραπλανημένου λαού» αλλά και τρόποι αποκατάστασης από τυχόν ζημίες.

Η Αθήνα των κλασικών χρόνων γέννησε την πιο εξελιγμένη μορφή δημοκρατίας πριν τη σύγχρονη εποχή. Το 508 π.Χ. ο αθηναϊκός λαός ξεσηκώθηκε απέναντι σε έναν ακόμα πολιτικό αρχηγό που αποπειράθηκε να εγκαταστήσει τυραννία. Τον έδιωξε, μαζί με τα ξένα στρατεύματα που στήριζαν την προσπάθειά του, ενώ συνέλαβε και εκτέλεσε τους αριστοκράτες υποστηρικτές του. Ο αθηναϊκός λαός δεν μπορούσε πλέον να ανεχθεί τους βίαιους ανταγωνισμούς της πολιτικής ελίτ. Στο αίτημά του για αλλαγές ανταποκρίθηκε ο Κλεισθένης που, με τις μεταρρυθμίσεις του, έδωσε δύναμη στην Εκκλησία του Δήμου και στη Βουλή - ένα νέο σώμα με 500 μέλη που αποτελούσαν τους τελικούς κριτές των λαϊκών αποφάσεων. Μέχρι το 450 π.Χ. οι πολίτες ενίσχυσαν τη νεόκοπη δημοκρατία, παίρνοντας αποφάσεις για εύρος θεμάτων και αναθέτοντας στον ίδιο το λαό την απονομή της δικαιοσύνης και την επίβλεψη των κρατικών αξιωματούχων.

Αναπόσπαστο στοιχείο της δημοκρατίας ήταν η συμμετοχή του μεγαλύτερου δυνατού αριθμού πολιτών στη διακυβέρνηση. Θεωρητικά, όλοι οι Αθηναίοι πολίτες μπορούσαν να παρακολουθούν τις συνεδριάσεις τις Εκκλησίας του Δήμου, να απευθύνονται σε αυτήν στους συμπολίτες τους, να συμμετέχουν στα δικαστήρια, αλλά και να διεκδικούν με κλήρο συμμετοχή στα αξιώματα.

Δημοκρατικό στην αφετηρία του, αυτό το σύστημα διακυβέρνησης δεν ήταν χωρίς προβλήματα. Εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, τα κριτήρια που έπρεπε να πληρούν οι αξιωματούχοι δεν περιλάμβαναν την εμπειρία ή την καταλληλότητα, ενώ το γεγονός πως καθένας μπορούσε να εισηγηθεί και να στηρίξει την άποψή του ενίοτε οδηγούσε σε αρνητικά αποτελέσματα για την πόλη. Η συνειδητοποίηση αυτών των ατελειών οδήγησε στην εισαγωγή περιορισμών στη νομοθετική δύναμη -ή, μάλλον, ασυδοσία- του Δήμου, σε μια κορυφαία έκφραση λαϊκού αυτοπεριορισμού.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα της «αυτοδιόρθωσης» ήταν η γραφή παρανόμων, μια ποινική κατηγορία η οποία αφορούσε όσους παραβίαζαν το νόμο. Στην Αθήνα, οι νομοθετικές διαδικασίες ξεκινούσαν από τον Δήμο και κατέληγαν σε αυτόν. Κάθε πολίτης είχε το δικαίωμα να διατυπώσει νομοθετικές προτάσεις και να τις εισηγηθεί στους συμπολίτες του στην Εκκλησία του Δήμου. Εφόσον εγκρίνονταν από την Εκκλησία, οι προτάσεις αυτές γίνονταν ψηφίσματα, από τα οποία ορισμένα είχαν τον χαρακτήρα των σύγχρονών μας υπουργικών αποφάσεων ή διοικητικών πράξεων και άλλα την ισχύ νόμων. Αφότου ένα ψήφισμα είχε εγκριθεί από την Εκκλησία του Δήμου, κάθε πολίτης μπορούσε να οδηγήσει τον εισηγητή του -του οποίου το όνομα αναγραφόταν στο ψήφισμα- σε δίκη, υποστηρίζοντας πως ήταν επιζήμιο και αντέβαινε στους νόμους της πόλης («ως παρά τους νόμους το ψήφισμ' είρηται» και «ασύμφορον έστι τη πόλει...», Δημοσθένης, Κατά Αριστοκράτους 23.18). Όταν ξεκινούσε μια τέτοια δίκη, το ψήφισμα έπαυε να ισχύει μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης σε ένα από τα λαϊκά δικαστήρια της πόλης. Εάν ο εισηγητής κρινόταν ένοχος για αντισυνταγματική συμπεριφορά, το ψήφισμα ακυρωνόταν αυτόματα και ο εισηγητής τιμωρούνταν με πρόστιμο ή και θάνατο. Τρεις καταδίκες οδηγούσαν τον κατηγορούμενο σε ατιμία, δηλαδή στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων.

Το μέτρο της γραφής παρανόμων άρχισε να ισχύει στο δεύτερο μισό του 5ου αιώνα π.Χ. Αρχικά χρησίμευσε ως προστασία της δημοκρατίας και δικλείδα ασφαλείας απέναντι σε όσους την απειλούσαν. Στόχος του ήταν κυρίως να περιορίσει τα δεινά που οφείλονταν στην κατάχρηση της παντοδυναμίας του Δήμου, ιδίως όταν αυτός παρασυρόταν από ιδιοτελείς προτάσεις ή δημαγωγία. Τρία, κυρίως, στοιχεία αυτής της πρακτικής έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους σύγχρονούς μας. Το πρώτο είναι η δυνατότητα κάθε πολίτη να παρέμβει καίρια για θέματα που αφορούσαν το δημόσιο συμφέρον. Δεύτερο στοιχείο είναι η διερεύνηση και διευθέτηση του προβλήματος από τον ίδιο τον λαό. Σε αντίθεση με τα ισχύοντα στη σύγχρονη εποχή, όπου οι νομοθετικές αποφάσεις κρίνονται από ολιγομελή αντιπροσωπευτικά σώματα και κάποτε υπάρχει η δυνατότητα της άσκησης βέτο, στην αρχαία Αθήνα ήταν ο ίδιος ο λαός, ως σώμα δικαστών, που έκρινε τις αποφάσεις των πολιτών στην Εκκλησία. Τρίτο ήταν η αποδοχή της ατομικής ευθύνης, η οποία δεν περιοριζόταν στους αξιωματούχους αλλά επεκτεινόταν σε πρόσωπα που δεν κατείχαν δημόσιο αξίωμα. Η γραφή παρανόμων δεν στρεφόταν εναντίον του Δήμου, αλλά εναντίον των πολιτών που τον παρέσυραν σε παράνομες και βλαπτικές αποφάσεις.

Η εφαρμογή του μέτρου δεν ήταν απρόσκοπτη. Το πρώτο πλήγμα ήρθε το 411 π.Χ., όταν δύο ολιγαρχικοί προσπάθησαν και πέτυχαν να εγκαθιδρύσουν στην πόλη ολιγαρχικό πολίτευμα. Οι μεθοδεύσεις τους που προηγήθηκαν του «πραξικοπήματος» περιλάμβαναν μεταξύ άλλων τη χρήση της γραφής παρανόμων για να ελεγχθεί ο λαός και να παρεμποδιστούν αναγκαίες μεταρρυθμίσεις.

Η γραφή παρανόμων εφαρμόστηκε ξανά στον 4ο αιώνα π.Χ., με την αποκατάσταση της δημοκρατίας, και χρησιμοποιήθηκε συχνά στη διάρκειά του. Λειτούργησε τόσο προληπτικά, αποθαρρύνοντας όσους ήθελαν να εξαπατήσουν τον Δήμο, όσο και κατασταλτικά, οδηγώντας στην ακύρωση προβληματικών αποφάσεων. Ωστόσο, όπως μαρτυρούν οι αρχαίες πηγές, η χρήση της δεν ήταν πάντοτε η ενδεδειγμένη. Παρότι θεσμοθετήθηκε ως μέτρο για την προστασία της δημοκρατίας, η γραφή παρανόμων χρησιμοποιήθηκε ορισμένες φορές για να πλήξει πολιτικούς αντιπάλους και έγινε δημοφιλής μέθοδος για την υποβολή κατηγορίας εναντίον εξεχόντων πολιτικών ανδρών που υπέβαλλαν συχνά προτάσεις στην Εκκλησία. Σε αυτό το πλαίσιο, φαίνεται πως ορισμένες φορές αντικατέστησε τον οστρακισμό που είχε καταργηθεί από το 416 π.Χ. Επίσης, χρησιμοποιήθηκε για την τακτοποίηση «προσωπικών λογαριασμών», με αληθινές αλλά και με ψευδείς κατηγορίες. Εκτός από τη χρήση του για ίδιους σκοπούς, το μέτρο ενίοτε έφερε αποτελέσματα αντίθετα από τα επιθυμητά, καθώς χρησιμοποιήθηκε για να εμποδίσει μεταρρυθμίσεις και θεσμικές αλλαγές που κρίνονταν αναγκαίες από τον λαό.

Η σοβαρότητα των ποινών που αφορούσαν τη γραφή παρανόμων έκανε τους Αθηναίους να αναζητήσουν τρόπους για να την αποφύγουν. Για παράδειγμα, προκειμένου να παρακάμψουν οι ίδιοι τον κίνδυνο μιας κατηγορίας, οι ρήτορες, οι πιο σταθεροί αγορητές στην Εκκλησία του Δήμου, έβαζαν συχνά βοηθούς τους να εμφανιστούν ως εισηγητές των πιο «επισφαλών» προτάσεων, κρατώντας για τον εαυτό τους το ρόλο του απλού υποστηρικτή τους. Επίσης, βρήκαν ένα «παραθυράκι», μια διαδικασία που απομάκρυνε από τον εισηγητή μιας πρότασης τις κυρώσεις της γραφής παρανόμων. Πρόκειται για τη διαδικασία της «άδειας», σύμφωνα με την οποία ένας πολίτης ζητούσε εκ των προτέρων από το Δήμο να δώσει την συγκατάθεσή του για να κάνει μια παράνομη πρόταση. Αν έπαιρνε την άδεια, προχωρούσε χωρίς φόβο να κατηγορηθεί. Για να πάρει, ωστόσο, την άδεια χρειαζόταν να εξασφαλίσει στην ψηφοφορία που ακολουθούσε τουλάχιστον 6000 ψήφους, όπως ακριβώς προβλεπόταν για τον οστρακισμό.

Η ενθουσιώδης συμμετοχή των πολιτών στην άσκηση της νομοθετικής εξουσίας οδήγησε σε άτακτη παραγωγή ψηφισμάτων και αυτή, με τη σειρά της, σε μια «άναρχη πολυνομία», κατά τον Μιχάλη Σακελλαρίου. Αυτή η συνειδητοποίηση, η οποία περιστασιακά θεραπεύτηκε και από τη γραφή παρανόμων, ωρίμασε την ανάγκη για μετάβαση από τη ριζοσπαστική φάση της δημοκρατίας σε μια ηπιότερη. Σε αυτό το πλαίσιο, στα τέλη του 5ου και στις αρχές του 4ου αι. π.Χ. οι αθηναϊκοί νόμοι εκκαθαρίστηκαν από τη Βουλή, δημιουργήθηκε ο θεσμός των νομοθετών, ενώ θεσμοθετήθηκε επίσης η ετήσια αναθεώρηση νόμων (επιχειροτονία). Έκτοτε, η γραφή παρανόμων μπορούσε να ισχύσει για ψηφίσματα, όχι όμως πλέον για τους νόμους.
----------------------
Ενδεικτική βιβλιογραφία:

Αισχίνης, Κατά Κτησιφώντος
Δημοσθένης, Κατά Νεαίρας
Δημοσθένης, Περί Στεφάνου
Ι. Giannadaki, "The time limit (prothesmia) in the graphe paranomon", Dike 17 (2014), 15-34
E. M. Harris - L. Rubinstein (επιμ.), The Law and the Courts in ancient Greece (Λονδίνο 2004)
D. Pritchard, War, Democracy and Culture in Classical Athens (Καίμπριτζ 2014)
Μ. Β. Σακελλαρίου, Η Αθηναϊκή Δημοκρατία (Ηράκλειο 1999)
H. Yunis, "Law, Politics, and the Graphe Paranomon in Fourth-Century Athens", GRBS 29 (1988) 361-82.

Το κλέος ἄφθιτον του Αχιλλέα

Επιφανείς ήρωες της Ιλιάδας, όπως ο Σαρπηδόνας (Μ 310-328), θεωρούν αδιανόητη τη διάζευξη του ρόλου των ηγεμόνων από τον ρόλο των προμάχων. Οι ηγεμόνες, προκειμένου να απολαύσουν τις πλουσιοπάροχες τιμές τους σαν να είναι θεοί αλλά και για να επιτρέψουν στους υπηκόους τους να λένε ότι δεν κυβερνούν ἀκλεεῖς τη χώρα τους (Μ 318), οφείλουν, αρνούμενοι την υπόθεση ότι είναι αγέραστοι και αθάνατοι όπως οι ολύμπιοι, να μάχονται στην πρώτη γραμμή της μάχης, με συνείδηση για τον αναπόδραστό τους θάνατο. Ενόψει αυτής της παράδοξης πραγματικότητας, η διατήρηση της τιμής και της εγκωμιαστικής φήμης των ηρώων εξαρτάται από το εὖχος: από το αν θα σκοτώσουν ή θα σκοτωθούν στο πεδίο της μάχης (πρβ. Μ 305-306). Ο γιος του Δία, ο Σαρπηδόνας, επάξια κερδίζει το κλέος του με τύμβο και στήλη (Π 457 = 675), γυρίζοντας νεκρός στην πατρίδα του Λυκία.

Η ιλιαδική αυτή νόρμα αξιών προβληματοποιείται και δραματοποιείται με το κλέος του Αχιλλέα, που αντιπροσωπεύει όχι μόνο τις απαιτήσεις αλλά και τις αντιφάσεις της ηρωικής ζωής. Ο χολωμένος γιος της Θέτιδας, σε μια κρίση αυτοσυνειδησίας στη σκηνή της «Πρεσβείας», αντιδρώντας στην πρόταση του Οδυσσέα να επιστρέψει στη μάχη ενόψει τιμών και κύδους, αναφέρεται στη διπλή του μοίρα, όπως, λέει, του την είπε κάποτε η μητέρα του (I 412-416):
Αν μένοντας εδώ πολεμώ γύρω από την πόλη των Τρώων, είναι χαμένος για μένα ο γυρισμός [νόστος], η δόξα μου όμως θα είναι αθάνατη [κλέος ἄφθιτον ἔσται]. Αν πάλι γυρίσω στο σπίτι μου στην αγαπημένη μου πατρική γη, είναι χαμένη για μένα η μεγάλη δόξα [κλέος ἐσθλόν], θα ζήσω όμως πολλά χρόνια, και ούτε που θα με βρει γρήγορα το τέλος του θανάτου.
 
Το δίλημμα του Αχιλλέα εμφανίζεται κατ᾽ αρχάς ως παράδοξο, δεδομένου» ότι είναι ο μόνος ήρωας στην Ιλιάδα που γνωρίζει ότι είναι «ολιγόζωος» (μινυνθάδιος, ὠκύμορος), ότι δεν πρόκειται να ζήσει για πολύ. Η Θέτιδα στην Ιλιάδα δεν του θέτει παρόμοιο δίλημμα, προλέγει όμως τον επικείμενο θάνατό του (Σ 95-96). Ωστόσο, ο ήρωας σ᾽ αυτό το σημείο της ιλιαδικής αφήγησης, βυθισμένος στον εγωκεντρικό του θυμό για την προσβολή της τιμής του από τον Αγαμέμνονα, βρίσκεται κατά κάποιον τρόπο έξω από τη νόρμα της ηρωικής ηθικής, που θέλει την τιμή και το κλέος να εξαρτώνται από το εὖχος. Ο οργισμένος ήρωας, αρνούμενος να δεχθεί οποιονδήποτε συμβιβασμό με τον βασιλιά των Αχαιών, απειλεί να επιστρέψει στη Φθία, γιατί, όπως έχει ήδη δηλώσει: «τίποτε δεν αξίζει όσο η ζωή» του (I 401). Εξ αποτελέσματος ωστόσο το δίλημμα για κλέος δίχως νόστο ή για νόστο χωρίς κλέος δηλώνεται από τον Αχιλλέα στον Οδυσσέα, για να επιτονιστεί με τραγικό τρόπο το αναπόφευκτο της πρώτης επιλογής.
 
Με τον εξαιρετικό χαρακτήρα του κλέους του Αχιλλέα συνδέεται το επίθετο ἄφθιτον («που δεν φθίνει, δεν μαραίνεται και δεν αποσυντίθεται»), λέξη που μόνον εδώ εμφανίζεται να συνοδεύει το κλέος. Η ρίζα (*φθι-) του επιθέτου (από το ρήμα φθίω/φθίνω, φθινύθω) παραπέμπει στον μαρασμό των φυτών, με τον οποίο συγκρίνεται η φυσική απόληξη της ζωής των ανθρώπων. Όπως λέει ο Απόλλωνας, σε αντίθεση προς τους θεούς, οι θνητοί (Φ 464-466):
σαν τα φύλλα κι αυτοί άλλοτε τρώνε τον καρπό της γης και είναι όλο φλόγα, και άλλοτε πεθαίνουν [φθινύθουσιν] χωρίς πνοή.
 
Το επίθετο ἄφθιτον αναιρεί τη φυσική διαδικασία (της άνθισης και του μαρασμού των φυτών)· κατ᾽ επέκταση, τον φυσικό κύκλο της ζωής των θνητών (της γέννησης και του θανάτου τους, πρβ. Ζ 145-149).
 
Μέχρι σήμερα δεν έχει συμφωνηθεί αν η έκφραση κλέος ἄφθιτον είναι μια γενική λογοτυπική έκφραση -κληρονομιά της ινδοευρωπαϊκής ηρωικής ποίησης- οπότε το ἄφθιτον κοσμεί απλώς το κλέος (ως αθάνατη δόξα)· ή αν η έκφραση είναι επινόηση του ποιητή, οπότε το ἄφθιτον προσδιορίζει με κατηγορηματικό τρόπο το κλέος (ως δόξα που θα μείνει αιώνια). Πάντως, το ἄφθιτον ἔσται είναι μετρικά ισοδύναμη έκφραση με αντίστοιχες εκφράσεις που αναφέρονται είτε στην έκταση του κλέους, στο πλαίσιο του παρόντος (κλέος οὐρανὸν ἵκει «που έχει φτάσει ως τον ουρανό», Θ 192, ι 20), είτε στη μελλοντική του διάρκεια (κλέος οὐ ποτ᾽ ὀλεῖται «που δεν θα χαθεί ποτέ», Β 325, Η 91, ω 196). Στη σημασιολογική συγγένεια της έκφρασης ἄφθιτον ἔσται με το οὐ ποτ᾽ ὀλεῖται εντοπίζεται η εξής ποιοτική διαφορά: το ἄφθιτον κοσμεί και άλλες λέξεις, εκτός από το κλέος, ενώ η περίφραση οὐ ποτ᾽ ὀλεῖται αναφέρεται μόνο στη δόξα που δεν θα χαθεί ποτέ.
 
Στην επική παράδοση οι λέξεις που περιγράφονται με το ἄφθιτον έχουν κοινό τους παρονομαστή το αστείρευτο ρεύμα του νερού, τη φωτιά, το σπέρμα ή το φυτικό απόσταγμα, όπως το κρασί. Στον βαθμό που και οι θεοί αναπαριστούν αυτές τις ουσίες/ιδιότητες, μπορεί να κατέχουν τον χαρακτηρισμό ἄφθιτον, όπως και τα αντικείμενα ή οι ιδιότητες που έχουν κατασκευάσει και τους ανήκουν: ἄφθιτον αἰεί, για παράδειγμα, είναι το σκήπτρο του Αγαμέμνονα (Β 46, 186) που έχει κατασκευάσει, μαζί με τα ἄμβροτα όπλα του Αχιλλέα, ο Ήφαιστος, ενώ ἄφθιτα μήδεα ονομάζονται οι ακατάλυτες βουλές του Δία (Ω 88).
 
Ο ποιητής έτσι έχει φροντίσει να δώσει εξαιρετική σημασία στο κλέος του Αχιλλέα, συνδέοντάς το με τον χώρο των θεών. Σ᾽ αυτό τον χώρο πρόκειται να ενταχθεί ο ήρωας, επιλέγοντας να πεθάνει στην Τροία για να κερδίσει κλέος ἄφθιτον. Σύμφωνα μάλιστα με τη μεθομηρική Αιθιοπίδα, που αποδίδεται στον Αρκτίνο, η Θέτιδα άρπαξε τον γιο της από τη νεκρική πυρά και τον μετέφερε στη Λευκὴν νῆσον, κατά κάποιον τρόπο αποθεώνοντάς τον. Στο ιλιαδικό έπος όμως αυτή η αναφορά που υμνεί τη θνητότητα των ηρώων αποσιωπάται. Ο Αχιλλέας στην Ιλιάδα, όπως ένα λουλούδι, θα μαραθεί πάνω στη νιότη του (ἥβης ἄνθος, Ν 384), όμως το κλέος του δεν θα πέσει, επειδή δεν είναι προϊόν της φύσης αλλά της επικής αοιδής.
 
Εξάλλου, τον Αχιλλέα απασχολεί η επιβίωση της δόξας του μέσα στο επικό τραγούδι, ώστε και αυτός να γίνει αοίδιμος από τις μέλλουσες γενιές, όπως η Ελένη (Ζ 357-358). Στην αρχή της «Πρεσβείας» οι αχαιοί απεσταλμένοι βρίσκουν τον ήρωα, με τη σιωπηλή συντροφιά του Πατρόκλου, να τέρπεται με τη φόρμιγγά του - λάφυρο από την άλωση της πόλης του Ηετίωνα, πατέρα της Ανδρομάχης (I 189-191):
Μ᾽ αυτήν εκείνος εύφραινε την ψυχή του και τραγουδούσε παλληκαριές αντρών [κλέα ἀνδρῶν]. Μονάχα ο Πάτροκλος καθόταν αντίκρυ του σωπαίνοντας και περίμενε πότε θα πάψει να τραγουδά ο εγγονός του Αιακού.
 
Με την εξαίρεση της Ελένης, που συστήνεται σαν να παίρνει τη σκυτάλη από τον ποιητή υφαίνοντας στον ιστό της τον πόλεμο Αχαιών και Τρώων (Γ 126-128), ο Αχιλλέας είναι ο μοναδικός ήρωας στην Ιλιάδα που, σαν ποιητής του εαυτού του, εμφανίζεται να ψάλλει κλέα ἀνδρῶν. Αν και πιθανολογείται ότι τα αοίδιμα κλέα συνδέονται με το κατόρθωμα της άλωσης της πόλης του πατέρα της Ανδρομάχης (πρβ. Ζ 395-397, 414-429) συνιστώντας ένα είδος μικρόκοσμου ως προς το θέμα της Ιλιάδας, το περιεχόμενο του τραγουδιού του ήρωα μένει αδήλωτο. Έχει ιδιαίτερη πάντως σημασία ότι εδώ ο Αχιλλέας, λίγο πριν παρατήσει τη φόρμιγγά του για να πιάσει τα όπλα, με μοναδικό και σιωπηλό ακροατή τον Πάτροκλο, ευφραίνεται με το βασικό θέμα, με το οποίο ο ποιητής τέρπει τους ακροατές του. Ο ποιητής έτσι παρουσιάζει λίγο πολύ ως ομότεχνό του τον κεντρικό ήρωα του έπους του.
 
Και ο Έκτορας ωστόσο κερδίζει αθάνατο κλέος, το οποίο θα συντηρείται και θα διαιωνίζεται με το σῆμα του. Όμως, το κλέος του τρωαδίτη ήρωα προϋποθέτει τον θάνατό του στην Ιλιάδα. Αντίθετα, ο θάνατος του «ολιγόζωου» Αχιλλέα, αν και από την αρχή του έπους προεξαγγέλλεται, διαρκώς αναβάλλεται και δεν εμφανίζεται, μετακινούμενος έξω από τη δράση του ιλιαδικού έπους. Εξάλλου, το κλέος του Αχιλλέα εμφανίζεται κάπως ασφαλέστερο από του Έκτορα. Τα μνημεία, όπως προβλέπεται τουλάχιστον για το ένδοξο τείχος των Αχαιών (Η 451, Μ 17-30), μπορεί μετά το τέλος του τρωικού πολέμου να γκρεμιστούν, για να τα θυμούνται οι μέλλουσες γενιές μόνο μέσα από την επική αοιδή.
 
Άλλοι ιλιαδικοί ήρωες, όπως ο Σαρπηδόνας και ο Έκτορας, οδηγούνται στο κλέος ενόψει τιμών και της αἰδοῦς, υπερασπιζόμενοι τον λαό και την πόλη τους. Ο Αχιλλέας θα κερδίσει ἄφθιτον κλέος με διαφορετικό τρόπο. Αρνούμενος τιμές, δώρα και φιλότητα, επιστρέφει στη μάχη, για να υπερασπιστεί τον εαυτό του, την προσβεβλημένη δική του τιμή, και για να εκδικηθεί τον θάνατο του φίλου του Πατρόκλου. Η μῆνις καθήλωσε τον ήρωα στην αποχή του από τον πόλεμο, στερώντας του το ορθόδοξο κλέος που διεκδικούν άλλοι επιφανείς ήρωες. Την ίδια όμως στιγμή, εξαιτίας ακριβώς της πολεμικής του αδράνειας, ο ήρωας θα μείνει για να πεθάνει στην Τροία κερδίζοντας αιώνια δόξα. Και το κλειδί, το εξιλαστήριο θύμα, για τον ένδοξο θάνατο του ήρωα στην Ιλιάδα είναι ο σιωπηλός ακροατής της αοιδής του, ο Πάτροκλος. Ο θάνατος του αγαπημένου εταίρου από τον Έκτορα φέρνει τον Αχιλλέα στη μάχη και τον βάζει στην τροχιά του δικού του θανάτου (Σ 95-96). Από απόσταση ο θάνατος του Πατρόκλου είναι κλέος ἐσθλόν (Ψ 280). Από κοντά ωστόσο η απώλειά του μεταφράζεται σε ἄχος (Σ 22) και πένθος (Σ 73, πρβ. Ψ 283), που οδηγεί τον Αχιλλέα στην κατάκτηση του δικού του κλέους (Σ 121):
 
Τώρα όμως θα ήθελα να πάρω δόξα μεγάλη [κλέος ἐσθλόν].

Αφήστε τα πράγματα να φύγουν

ΒιβλίοΚάποιος πρέπει πάντα να ξέρει πότε ένα στάδιο τελειώνει. Αν επιμένουμε να μένουμε περισσότερο από τον αναγκαίο χρόνο, χάνουμε τη χαρά και το νόημα των άλλων σταδίων που πρέπει να περάσουμε. Κλείσιμο κύκλων, κλείσιμο ανοιχτής πόρτας, τέλος του κεφαλαίου ό,τι όνομα και να δώσουμε, αυτό που είναι σημαντικό είναι να αφήνουμε τις στιγμές της ζωής που έχουν τελειώσει, στο παρελθόν.
   
Έχασες τη δουλειά σου; Τελείωσε μια σχέση αγάπης; Άφησες το σπίτι των γονιών σου; Πήγες στο εξωτερικό να ζήσεις; Μία μακρόχρονη φιλία τελείωσε ξαφνικά; Μπορείς να ξοδέψεις πολύ χρόνο, με το να αναρωτιέσαι τι και γιατί συνέβη.

Μπορείς να πεις στον εαυτό σου ότι δεν θα κάνεις άλλο βήμα μέχρι να βρεις γιατί πράγματα που ήταν σημαντικά και σταθερά στη ζωή σου έγιναν σκόνη, έτσι απλά. Αλλά, μια τέτοια στάση μπορεί να προκαλέσει πολύ άγχος σε όσους/ες εμπλέκονται: τους γονείς, το/τη σύζυγο, τους φίλους, τα παιδιά σου, την αδερφή σου. Όλοι κλείνουν κεφάλαια, γυρνάνε φύλλα, συνεχίζουν τη ζωή και θα νιώθουν άσχημα να σε βλέπουν εσένα σταθερά ακίνητο, σε ένα σημείο.

Τα γεγονότα περνάνε και το καλύτερο που μπορούμε να κάνουμε είναι να τα αφήσουμε πραγματικά να φύγουν.
Για αυτό είναι τόσο σημαντικό (ανεξάρτητα πόσο επώδυνο μπορεί να είναι) να καταστρέφεις σουβενίρ, να κινείσαι, να δίνεις πολλά πράγματα σε ορφανά, να πουλάς ή να χαρίζεις βιβλία που έχεις στο σπίτι. Οτιδήποτε υπάρχει στον ορατό κόσμο είναι εκδήλωση του αόρατου κόσμου, αυτού που συμβαίνει στην ψυχή μας – και το να απαλλάσσεσαι από συγκεκριμένες αναμνήσεις επίσης σημαίνει να δημιουργήσεις χώρο για νέες αναμνήσεις που θα αντικαταστήσουν τις παλιές.

Αφήστε τα πράγματα να φύγουν. Απελευθερώστε τα. Αποκοπείτε από αυτά.
Κανείς δεν παίζει τη ζωή με σημαδεμένα χαρτιά, οπότε κάποιες φορές κερδίζουμε και κάποιες χάνουμε. Μην περιμένετε τίποτα σε ανταπόδοση, μην περιμένετε οι προσπάθειές σας να αναγνωριστούν, η ευφυΐα σας να ανακαλυφθεί, η αγάπη σας να γίνει κατανοητή.

Σταματήστε να ανάβετε τη συναισθηματική σας τηλεόραση για να παρακολουθείτε το ίδιο πρόγραμμα, αυτό που σας έδειξε πόσο πολύ υποφέρατε από απώλειες: αυτό σας δηλητηριάζει μόνο, τίποτε άλλο.
Τίποτε δεν είναι πιο επικίνδυνο από το να μην αποδεχόμαστε τις ερωτικές σχέσεις που διαλύονται, τη δουλειά που μας έταξαν αλλά ποτέ δεν ξεκίνησε, τις αποφάσεις που αναβάλλονται, περιμένοντας την «ιδανική στιγμή».

Πριν ξεκινήσει ένα κεφάλαιο, το παλιό πρέπει να τελειώσει: πείτε στον εαυτό σας ό,τι τελείωσε ποτέ δε θα επιστρέψει. Θυμηθείτε ότι υπήρχε καιρός που ζούσατε, χωρίς αυτό το πράγμα ή τον άνθρωπο- τίποτε δεν είναι αναντικατάστατο, μια συνήθεια δεν είναι ανάγκη. Αυτό μπορεί να ακούγεται αυτονόητο, μπορεί να είναι δύσκολο αλλά είναι πολύ σημαντικό.

Κλείσιμο κύκλων. Όχι για χάρη του εγωισμού, της αλαζονείας, αλλά επειδή απλά δεν ταιριάζουν πια στη ζωή σας.

Κλείστε την πόρτα, αλλάξτε το δίσκο, καθαρίστε το σπίτι, τινάξτε τη σκόνη.
Σταματήστε να είστε αυτό που ήσασταν και αλλάξτε σε αυτό που είστε.

Για εκείνους που το χρειάζονται αυτό σήμερα...

Είσαι ισχυρός ...
όταν πάρεις τη θλίψη σου και της διδάξεις να χαμογελάει.
 
Είσαι γενναίος ...
όταν θα ξεπεράσεις τον φόβο σου, και βοηθήσεις τους άλλους να κάνουν το ίδιο.

Είσαι ευτυχισμένος ...
όταν βλέπεις ένα λουλούδι, και είσαι ευγνώμων για αυτή την ευλογία.

Είσαι τρυφερός ...
όταν ο δικός σου πόνος, δεν τυφλώνει τον πόνο των άλλων.

Είσαι σοφός ...
όταν ξέρεις τα όρια της σοφίας σου.

Είσαι αληθινός ...
όταν παραδέχεσαι ότι υπάρχουν φορές, που κοροϊδεύεις τον εαυτό σου.

Είσαι ζωντανός ...
όταν η αυριανή ελπίδα σημαίνει περισσότερα για εσένα, απ' ότι το χθεσινό λάθος.

Είσαι μεγάλος ...
όταν ξέρεις τι είσαι, αλλά όχι αυτό που πρόκειται να γίνεις.

Είσαι ελεύθερος ...
όταν έχεις τον έλεγχο του εαυτού σου, και δεν εύχεσαι να ελέγχεις τους άλλους.

Είσαι αξιότιμος ...
όταν βρεις την τιμή σου, ώστε να μπορείς να τιμήσεις τους άλλους.

Είσαι γενναιόδωρος ...
όταν μπορείς να πάρεις τόση γλύκα, όση μπορείς και να δώσεις.

Είσαι ταπεινός ...
όταν δεν ξέρεις πόσο ταπεινός είσαι.

Είσαι στοχαστικός ...
όταν με βλέπεις όπως ακριβώς είμαι, και μου φέρεσαι απλά, όπως ακριβώς είσαι εσύ.

Είσαι ελεήμων ...
όταν θα συγχωρήσεις στους άλλους, τα λάθη που καταδικάζεις στον εαυτό σου.
 
Είσαι όμορφος ...
όταν δεν χρειάζεσαι έναν καθρέφτη για να σου το πει.
 
Είσαι πλούσιος ...
όταν ποτέ δεν χρειάζεσαι, περισσότερα από όσα έχεις.
 
Εσύ είσαι εσύ ...
όταν βρίσκεσαι σε ειρήνη... τότε ποιος δεν είναι?...!

ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ (ΜΕΡΟΣ Β')

Ο ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ (ΘΟΥΚΥΔΙΔΟΥ ΙΣΤΟΡΙΑΙ)

Βιβλίο Α΄

Οι Λακεδαιμόνιοι επί περισσότερο από 400 έτη διατηρούσαν τό ίδιο πολίτευμα καί γι αυτό κατέστησαν ισχυροί. Ασκούσαν δε τήν αρχηγία επί τών συμμάχων τους, όχι καθιστώντας αυτούς φόρου υποτελείς, αλλά μεριμνώντας μόνον όπως κυβερνώνται κατά πολίτευμα ολιγαρχικόν, πρός τό συμφέρον τής Σπάρτης. Αντίθετα οι Αθηναίοι υποχρέωσαν μέ τόν καιρό τίς συμμαχικές τους πόλεις, πλήν τής Χίου καί Λέσβου, νά τούς παραδώσουν τά πολεμικά τους πλοία καί επέβαλαν καί φόρους. Έτσι έγιναν ισχυρότατοι. Οι Επιδάμνιοι, άποικοι τών Κερκυραίων, ζήτησαν τήν συνδρομή τών τελευταίων γιά ν' ανταπεξέλθουν στίς συγκρούσεις μέ τούς γείτονες βαρβάρους καί τούς εξορισθέντες απ' τούς ολιγαρχικούς...

Επειδή οι Κερκυραίοι αδιαφόρησαν, εστράφησαν στούς Κορινθίους, οι οποίοι άλλωστε ήσαν καί οι αρχικοί έποικοι καί τής Κερκύρας, κατόπιν μάλιστα χρησμού τών Δελφών. Οι Κορίνθιοι έσπευσαν σέ βοήθεια αλλά ηττήθηκαν απ' τούς Κερκυραίους καί κατά ξηρά καί κατά θάλασσα. Αφού πέρασαν δύο χρόνια συγκέντρωσαν πάλι στρατό από πολλές πόλεις, κυρίως τής Πελοποννήσου, καί ετοιμαζόταν γιά νέα εκστρατεία. Οι Κερκυραίοι φοβήθηκαν, επειδή δέν ανήκαν σέ καμμία συμμαχία κι έστειλαν πρέσβεις στήν Αθήνα ζητώντας βοήθεια. Αλλά καί οι Κορίνθιοι έστειλαν πρέσβεις στήν Αθήνα προσπαθώντας ν' αποτρέψουν τούς Αθηναίους από κάτι τέτοιο. Στήν πρώτη εκκλησία οι Αθηναίοι έκλιναν πρός τό μέρος τών Κορινθίων.

Τήν επομένη όμως αποφάσισαν τήν σύναψη αμυντικής συμφωνίας μέ τούς Κερκυραίους καί έστειλαν μάλιστα 10 πλοία πρός βοήθειά τους. Κατόπιν τούτων οι Κορίνθιοι έστειλαν 150 πλοία κατά τών Κερκυραίων, οι οποίοι αντέταξαν 110 μαζί μέ τά Αθηναϊκά. Στήν πρώτη ναυμαχία νίκησαν οι Κορίνθιοι, αλλά όχι αποφασιστικά. Άλλωστε τά 10 Αθηναϊκά δέν συμμετείχαν ενεργά. Οι Αθηναίοι εν τώ μεταξύ έστειλαν άλλα 20 πλοία. Η ναυμαχία όμως δέν επαναλήφθηκε καί οι Κορίνθιοι επέστρεψαν στήν Κόρινθο, αφού άφησαν μερικούς αποίκους στό Ανακτόριον, στήν είσοδο τού Αμβρακικού, έχοντες μαζί τους 1000 αιχμαλώτους.

Τρόπαιον νίκης έστησαν καί οι δύο πλευρές, διεκδικώντας τήν τελική νίκη. Έτσι οι Κορίνθιοι θεωρούσαν υπαιτίους τούς Αθηναίους γιά τήν καταπάτηση τής 30ετούς ειρήνης, αφού πολέμησαν εναντίον τους όταν αυτοί επεχείρησαν νά τιμωρήσουν τούς Κερκυραίους. Μετά ακολούθησαν τά γεγονότα τής Ποτείδαιας, η οποία ήτο μέν αποικία τών Κορινθίων, αλλά συμμετείχε τής Αθηναϊκής Συμμαχίας ως φόρου υποτελής στήν Αθήνα. Έτσι οι μέν Κορίνθιοι εργάζονταν γιά τήν αποστασία τής Ποτείδαιας, οι δέ Αθηναίοι ήθελαν νά προλάβουν κάτι τέτοιο καί προέβησαν μάλιστα καί σέ πράξεις βίαιες κατά τής Ποτείδαιας.

Έτσι άρχισε καί η πολιορκία αυτής πού ήδη αποστάτησε. Τούς Ποτειδαιάτες βοηθούσαν καί Κορίνθιοι πού είχαν ήδη σταλεί εκεί, αλλά κι ο Βασιλιάς τής Μακεδονίας Περδίκκας, γιός τού Αλεξάνδρου, ο οποίος βρισκόταν καί σέ αγώνα κατά τού αδελφού του Φιλίππου, πού διεκδικούσε τόν θρόνο καί υποστηριζόταν απ' τούς Αθηναίους. Οι Λακεδαιμόνιοι δέ είχαν υποσχεθεί ότι, άν κινδύνευε η Ποτείδαια, θά εισέβαλαν στήν Αττική. Διαρκούσης λοιπόν τής πολιορκίας οι Κορίνθιοι έστειλαν πρέσβεις στήν Σπάρτη καί ζητούσαν τήν εμπλοκή της. 

Πρέσβεις όμως έστειλαν καί οι Αθηναίοι καί ζητούσαν τήν μή ανάμειξη τής Σπάρτης. Στήν αρχή η Σπάρτη έκλινε πρός τό μέρος τών Κορινθίων. Ο βασιλιάς Αρχίδαμος τάχτηκε καί αυτός υπέρ τής απόψεως ότι η Αθήνα είχε παραβιάσει τήν 30ετή ειρήνη, δέν ήθελε όμως τήν άμεση έναρξη πολεμικών επιχειρήσεων συνετά σκεπτόμενος. Συνέστησε τήν αποστολή πρέσβεων στήν Αθήνα γιά νά ζητήσουν εξηγήσεις καί ταυτόχρονα ν' αρχίσουν πολεμικές προετοιμασίες γιά νά κερδίσουν καί χρόνο. Στήν ψηφοφορία πού ακολούθησε οι Σπαρτιάτες αποφάσισαν ότι πράγματι η Αθήνα είχε παραβιάσει τήν ειρήνη.

Μετά τά Μηδικά καί ενώ αδιαμφισβήτητος ηγέτης τών Ελλήνων είχε αναδειχθεί ο Βασιλιάς τής Σπάρτης Παυσανίας, εν τούτοις μέ πολλές αυταρχικές καί λάθος πράξεις του έγινε αντιπαθής ακόμα καί στήν Σπάρτη. Τό αποτέλεσμα ήταν οι άλλες πόλεις νά προτιμούν τούς Αθηναίους, οι οποίοι τελικά έκαναν καί τήν Αθηναϊκή Συμμαχία μέ εισφορές τών πόλεων αυτών. Εκείνη τήν περίοδο ο Θεμιστοκλής κατάφερε μέ πονηριά νά κτίσει τά μακρά τείχη. 

Ενώ δηλαδή έδωσε εντολή γιά τήν έναρξη τών εργασιών, ο ίδιος πήγε στήν Σπάρτη, όπου ήτο άλλωστε πολύ αγαπητός, γιά νά συνεννοηθεί δήθεν μαζί τους γιά τό θέμα τών τειχών, στήν πραγματικότητα όμως γιά νά κερδίσει χρόνο. Έτσι κατάφερε τελικά νά εξαπατήσει τούς Σπαρτιάτες. Στά χρόνια πού ακολούθησαν έλαμψε καί τό άστρο τού Κίμωνος, ιδιαίτερα μετά τήν διπλή νίκη του (ναυμαχία καί πεζομαχία) στόν Ευρυμέδοντα ποταμό. 

Η Αθήνα λοιπόν είχε γίνει πανίσχυρη αλλά καί αυτή άρχισε νά είναι καταπιεστική γιά τούς συμμάχους της, οι οποίοι άρχισαν νά δυσανασχετούν καί νά αποστατούν απ' τήν Συμμαχία. Έτσι αναγκάστηκαν νά καταπνίξουν καί τήν επανάσταση τών Θασίων, οι οποίοι ζήτησαν τήν βοήθεια τών Λακεδαιμονίων. Οι τελευταίοι όμως όχι μόνο δέν ανταποκρίθηκαν, αλλά καί οι ίδιοι ζήτησαν τήν βοήθεια τών Αθηναίων γιά νά αντιμετωπίσουν τούς επαναστατήσαντας Είλωτες (Μεσσήνιους), οι οποίοι θέλησαν νά εκμεταλλευτούν ισχυρό σεισμό πού συνέβη στήν περιοχή. 

Οι Μεσσήνιοι εκδιώχθηκαν καί οι Αθηναίοι τούς εγκατέστησαν στήν Ναύπακτο, τήν οποία είχαν κυριεύσει προσφάτως από τούς Οζόλας Λοκρούς. Αλλά καί οι Μεγαρείς εγκατέλειψαν τούς Λακεδαιμονίους καί προσεχώρησαν στήν Αθηναϊκή Συμμαχία, επειδή πιεζόταν απ' τόν πόλεμο πού τούς έκαναν οι Κορίνθιοι λόγω συνοριακών διαφορών εξάπτοντας έτσι καί τό μίσος τών τελευταίων κατά τών Αθηναίων. Τό πρώτον συγκρούστηκαν οι Αθηναίοι μέ τούς Κορινθίους καί Επιδαυρίους, όταν επεχείρησαν απόβαση στήν Αλιάδα, όπου καί ηττήθηκαν.

 
Μετά περιήλθαν σέ πόλεμο μέ τούς Αιγινήτες, τούς οποίους κατεναυμάχησαν καί στήν συνέχεια πολιορκούσαν. Οι Κορίνθιοι εν τώ μεταξύ επέδραμαν στήν Μεγαρίδα σέ υπεράσπιση τής οποίας εστάλησαν καί Αθηναίοι. Η νίκη διεκδικήθηκε κι απ' τίς δύο πλευρές, αλλά μάλλον οι Αθηναίοι νίκησαν. Αλλά καί οι Σπαρτιάτες μέ 1500 οπλίτες καί 10.000 συμμάχους τους εξεστράτευσαν κατά τών Φωκαίων υπό τόν Νικομήδη (γιό τού Κλεομβρότου) πού επετρόπευε τόν ανήλικο Βασιλιά Πλειστοάνακτα (γιό τού Παυσανία) νικώντας τους. 

Οι Φωκείς είχαν εκστρατεύσει κατά τού Βοιού, τού Κυτινίου και τού Ερινεού, πού ανήκαν στούς Δωριείς. Καί ενώ οι Λακεδαιμόνιοι μελετούσαν τήν επιστροφή τους, συνήφθη η μάχη τής Τανάγρας μέ 14000 Αθηναίους καί Θεσσαλικό ιππικό, τό οποίο όμως λιποτάκτησε στούς Λακεδαιμονίους. Νικητές αναδείχτηκαν οι Σπαρτιάτες, οι οποίοι μετά ταύτα γύρισαν στήν χώρα τους. Μετά δίμηνο περίπου οι Αθηναίοι υπό τόν Μυρωνίδη εξεστράτευσαν κατά τών Βοιωτών, νίκησαν στά Οινόφυτα, έγιναν κύριοι τής Βοιωτίας καί τής Φωκίδος καί κατεδάφισαν τά τείχη τής Τανάγρας λαβόντες καί 100 ομήρους, συμπλήρωσαν τά δικά τους τείχη καί υπέταξαν καί τούς Αιγινήτες. 

Επίσης μέ τόν στόλο τους υπό τόν Τολμίδη, γυιό τού Τολμαίου, έκαψαν τόν ναύσταθμο τών Λακεδαιμονίων (Γύθειο), κατέλαβαν τήν Χαλκίδα, απεβιβάστηκαν καί στήν Σικυώνα καί νίκησαν στήν μάχη πού ακολούθησε. Επίσης μέ συμμάχους τους κατέπλευσαν στήν Αίγυπτο γιά νά στηρίξουν επανάσταση κατά τού Βασιλιά τών Περσών Αρταξέρξη. Μετά πάντως από 6 χρόνια κατάφεραν οι Πέρσες μέ τόν Μεγάβυζο νά καταπνίξουν τήν επανάσταση καί νά καταστρέψουν τόν στόλο τών Ελλήνων.

Προηγουμένως είχαν αποτύχει οι προσπάθειες διά τού Μεγαβάζου νά πείσουν τούς Λακεδαιμόνιους μέ χρήματα νά εισβάλουν στήν Αττική. Ολίγον χρόνο αργότερα 1000 Αθηναίοι υπό τόν Περικλή τού Ξανθίππου, κατέπλευσαν κατά μήκος τής Σικυώνος καί αφού νίκησαν μετά από απόβαση πού πραγματοποίησαν παρέλαβαν μερικούς Αχαιούς καί κατέπλευσαν κατά τών Οινιάδων καί μετά από αποτυχημένη πολιορκία τήν εγκατέλειψαν. Μετά τρία χρόνια συνωμολογήθηκε συνθήκη πενταετούς ειρήνης μεταξύ Πελοποννησίων καί Αθηναίων.

Έτσι οι Αθηναίοι μέ τόν Κίμωνα εξεστράτευσαν κατά τής Κύπρου, όπου καί ο θάνατος τού Κίμωνος, οπότε επέστρεψαν εις τά ίδια παρά τήν νίκην πού κατήγαγαν νεκρού όντος τού Κίμωνος κατά τών Φοινίκων, Κιλίκων καί Κυπρίων. Τήν περίοδο εκείνη ενέσκηψε κι ο λοιμός στήν Αθήνα. Μετά ταύτα οι Λακεδαιμόνιοι ενεπλάκησαν στόν Ιερό Πόλεμο καί καταλαβόντες τό ιερό τών Δελφών τό παρέδωσαν στούς κατοίκους αυτών. 

Αλλά αφού αποχώρησαν, οι Αθηναίοι τό επανακατέλαβαν καί τό παρέδωσαν στούς Φωκείς. Μετά από λίγο καιρό οι Αθηναίοι εξεστράτευσαν μέ τό Τολμίδη κατά τού Ορχομενού καί τής Χαιρωνείας. Παρά τίς αρχικές τους επιτυχίες αναγκάστηκαν νά αποσυρθούν καί οι Βοιωτοί ανέκτησαν τήν ανεξαρτησία τους. Ολίγο μετά μέ τόν Περικλή εξεστράτευσαν κατά τής Ευβοίας πού επαναστάτησε, αλλά αναγκάστηκε νά γυρίσει γιατί καί τά Μέγαρα επανεστάτησαν. 

Εν τώ μεταξύ καί οι Λακεδαιμόνιοι μέ τόν Πλειστοάνακτα εισέβαλαν στήν Αττική, έφτασαν μέχρι τήν Ελευσίνα καί αφού ερήμωσαν τήν περιοχή γύρισαν πίσω. Τότε καί ο Περικλής εξεστράτευσε πάλι κατά τής Ευβοίας, τήν οποία υπέταξε ολοσχερώς. Μετά τήν επιστροφή τους απ' τήν Εύβοια συνωμολόγησαν τήν Τριακονταετή Ειρήνη μέ τούς Λακεδαιμονίους. Κατά τό έκτο έτος αυτής έγινε εκστρατεία κατά τής Σάμου, η οποία είχε αποστατήσει. Αφού νίκησαν πρόσκαιρα οι Σάμιοι, υποτάχτηκαν τελικά στούς Αθηναίους μετά 9μηνη πολιορκία. Επίσης υποτάχτηκαν καί οι Βυζάντιοι. 

Μετά παρέλευση ολίγων ετών συνέβησαν τά Κερκυραϊκά καί τά Ποτειδαιατικά πού προαναφέρθηκαν. Η δύναμη τών Αθηνών είχε ανέβη πολύ καί άρχισαν νά βάζουν χέρι καί στούς Συμμάχους τών Λακεδαιμονίων. Καί ενώ οι τελευταίοι στήν αρχή αδιαφορούσαν, στό τέλος θεώρησαν υπευθύνους τούς Αθηναίους γιά τήν παράβαση τής 30ετούς Ειρήνης καί ρώτησαν τό Μαντείο τών Δελφών, άν πρέπει νά αναλάβουν τόν πόλεμο. 

Η απάντηση ήταν ότι άν διεξάγουν τόν πόλεμο μέ όλες τους τίς δυνάμεις θά νικήσουν καί ο ίδιος (ο θεός) θά τούς βοηθήσει είτε τόν επικαλεσθούν είτε όχι. Έτσι συγκάλεσαν πάλι τούς συμμάχους τους γιά ν' αποφασίσουν, κι αυτοί πράγματι κατηγορούσαν τούς Αθηναίους, ιδιαίτερα οι Κορίνθιοι πού ανησυχούσαν γιά τήν Ποτείδαια είπαν μεταξύ άλλων:

''ψηφίσασθε τόν πόλεμον μή φοβηθέντες τό αυτίκα δεινόν, τής δ' απ' αυτού διά πλείονος ειρήνης επιθυμήσαντες. Εκ πολέμου μέν γάρ ειρήνη μάλλον βεβαιούται, αφ' ησυχίας δέ μή πολεμήσαι ούχ ομοίως ακίνδυνον.''


Έτσι αποφάσισαν τόν πόλεμο χωρίς νά τόν ξεκινήσουν όμως άμεσα λόγω τού απαράσκευου. Άρχισαν μάλιστα διάφορες αιτιάσεις, ώστε, άν αρνιόταν νά τίς ικανοποιήσουν οι Αθηναίοι, νά είχαν καλύτερες προφάσεις γιά πόλεμο. Η πρώτη αιτίαση ήταν ο εξαγνισμός τού ανουσιουργήματος κατά τής θεάς Αθηνάς (Κυλώνειον άγος, θανάτωση Ικέτιδων τής θεάς)ελπίζοντας ν' αποδυναμώσουν καί τόν Περικλή, ο οποίος εμπλεκόταν στό άγος λόγω τής καταγωγής τής γυναίκας του.

Ο Περικλής εξωθούσε τούς Αθηναίους στόν πόλεμο. Αλλά καί οι Αθηναίοι ζήτησαν απ' τούς Σπαρτιάτες νά εξαγνίσουν τό άγος τού Ταινάρου (φόνος Ειλώτων πού προσέφυγαν ικέτες στό ναό τού Ποσειδώνος στό Ταίναρο) καί τό άγος τής χαλκιοίκου Αθηνάς (περίπτωση Παυσανία). Οι Λακεδαιμόνιοι κατηγόρησαν μέ πρέσβεις στήν Αθήνα τόν Θεμιστοκλή ως υπεύθυνο τού "Μηδισμού" τού Παυσανία καί ζήτησαν νά επιβληθεί καί σ' αυτόν η ποινή τού θανάτου. 

Οι Αθηναίοι συμφώνησαν καί από κοινού μέ τούς Λακεδαιμονίους άρχισαν τόν διωγμό τού Θεμιστοκλή. Ο τελευταίος αναζήτησε τελικά άσυλο στήν Κέρκυρα, αλλά δέν τού δώσανε. Μετά κατέφυγε στόν Άδμητο, Βασιλιά τών Μολοσσών, πού τού έδωσε άσυλο μετά τήν παρέμβαση τής γυναίκας του. Τελικά όμως ο Θεμιστοκλής αναγκάστηκε νά καταφύγει στήν Ιωνία, στόν γιό τού τού Ξέρξη, Αρταξέρξη. Αφού τού υποσχέθηκε ότι θά τόν ωφελήσει άν τόν δεχτεί, τού ζήτησε ένα χρόνο προθεσμία γιά νά μάθει Περσικά καί νά τού εξηγήσει ο ίδιος πώς θά τόν ωφελούσε. 

Ο Αρταξέρξης τόν έκανε σατράπη τής Μαγνησίας, αλλά τελικά ο Θεμιστοκλής πέθανε χωρίς ποτέ νά τόν ωφελήσει. Μερικοί λένε ότι αυτοκτόνησε ακριβώς επειδή δέν ήθελε νά βοηθήσει τούς Πέρσες κατά τής πατρίδος του. Τά οστά του μεταφέρθηκαν κρυφά στήν Αθήνα όπου καί ετάφησαν. Οι Λακεδαιμόνιοι εν συνεχεία ζητούσαν τήν λύση τής πολιορκίας τής Ποτείδαιας καί τήν απελευθέρωση τών Αιγινητών, κυρίως όμως ζητούσαν τήν ανάκληση τού περί Μεγαρέων Ψηφίσματος, διά τού οποίου απαγορευόταν σ'αυτούς ( τούς Μεγαρείς) η χρήση τής Αττικής αγοράς καί τών λιμένων τής Αθηναϊκής ηγεμονίας. 

Αλλά οι Αθηναίοι δέν δεχόταν καί κατηγορούσαν τούς Μεγαρείς ότι επεξέτειναν τίς καλλιέργειές τους καταχρηστικώς επί τής ιεράς γής καί ότι εδέχοντο τούς δραπετεύοντας δούλους τους. Τελικά ήρθε η τελευταία πρεσβεία από τήν Σπάρτη καί ζητούσε απ' τούς Αθηναίους ν' αποδώσουν τήν ανεξαρτησία στούς Έλληνες, προκειμένου νά διατηρηθεί η ειρήνη. Οι Αθηναίοι άκουσαν τήν εισήγηση τού Περικλή καί απάντησαν ότι θά ανακαλέσουν τό ψήφισμα άν καί οι Λακεδαιμόνιοι παύσουν τίς ξενηλασίες κατά τών Αθηναίων καί τών συμμάχων τους. 

Είπαν μάλιστα ότι δεχόταν διαιτησία καί ότι δέν θά έκαναν αυτοί αρχή στόν πόλεμο πού επέκειτο. Μετά ταύτα οι πρέσβεις γύρισαν στήν Σπάρτη καί έκτοτε δέν υπήρξε άλλη πρεσβεία.

Βιβλίο Β΄

1ο Έτος

Από τό σημείο αυτό αρχίζει καί η εξιστόρηση τού πολέμου. Η τριακονταετής ειρήνη διήρκησε 14 έτη μετά τήν υποταγή τής Ευβοίας. Κατά τήν άνοιξη τού 15ου έτους οι Θηβαίοι εισήλθαν στήν Πλάταια, σύμμαχο τών Αθηναίων, καί προσπάθησαν νά καταλάβουν τήν πόλη μέ προδοσία. Απέτυχαν όμως καί οι Πλαταιείς σκότωσαν ακόμα καί τούς αιχμαλώτους. Μετά ταύτα έστειλαν καί πρέσβεις στήν Αθήνα καί η τελευταία έστειλε φρουρά καί τρόφιμα στήν Πλάταια. Αυτό ήταν τό τέλος τής 30ούς ειρήνης. 

Καί οι δύο πλευρές άρχισαν τίς προετοιμασίες καί τίς προσπάθειες νά προσεταιριστούν τόν Πέρση Βασιλιά. Οι περισσότερες πόλεις πάντως ήταν μάλλον μέ τό μέρος τών Λακεδαιμονίων, οι οποίοι άλλωστε διεκήρυττον ότι θά απελευθερώσουν όλες τίς πόλεις απ' τήν Αθηναϊκή κυριαρχία καί ετοίμαζαν πρός τούτο στόλο εκ 500 πλοίων. Σύμμαχοι τών Λακεδαιμονίων ήταν όλοι οι εντός τού Ισθμού πλήν τών Αργείων καί τών Αχαιών (αργότερα καί οι Αχαιοί), οι Μεγαρείς, οι Φωκείς, οι Λοκροί, οι Βοιωτοί, οι Αμπρακιώτες, οι Λευκάδιοι καί οι Ανακτόριοι. 

Σύμμαχοι τών Αθηναίων ήταν οι Χίοι, οι Λέσβιοι, οι Πλαταιείς, οι κατοικούντες τήν Ναύπακτο Μεσσήνιοι, οι περισσότεροι Ακαρνάνες, οι Κερκυραίοι, οι Ζακύνθιοι, οι Κάριοι, οι γείτονες τών Καρίων Δωριείς, η Ιωνία, ο Ελλήσποντος, τά παράλια τής Θράκης, καί οι ανατολικώς τής Πελοποννήσου νήσοι πλήν τής Μήλου καί τής Θήρας. Αρχηγός τών Λακεδαιμονίων ήταν ο βασιλιάς Αρχίδαμος, ενώ τών Αθηναίων ο Περικλής.

80 μέρες μετά τά γεγονότα τών Πλαταιών ο Αρχίδαμος εξεστράτευσε κατά τής Αττικής καί εστρατοπέδευσε στίς Αχαρνές, αφού προηγουμένως κωλυσιεργούσε καί δέν κατάφερε τελικά νά κυριεύσει τήν Οινόη, όπου οι Αθηναίοι διατηρούσαν φρουρά. Οι Αχαρνές ήταν απ' τούς μεγαλύτερους δήμους τών Αθηνών καί διέθετε 3.000 οπλίτες. Ο Αρχίδαμος απ' τήν αρχή δέν ήταν παθιασμένος υπέρ τού πολέμου, ήταν άλλωστε μάλλον φίλος τών Αθηναίων καί ήθελε νά εξαντλήσει όλα τά περιθώρια ελπίζοντας ότι κάποια στιγμή οι Αθηναίοι θά υποχωρήσουν.


Απ' τήν άλλη πλευρά ο Περικλής παρά τίς πιέσεις καί τίς έριδες τών Αθηναίων δέν έβγαινε πρός συνάντηση τών Λακεδαιμονίων, αλλ' απέστειλε στόλο 100 πλοίων νά περιπλεύσουν τήν Πελοπόννησο λεηλατώντας τίς ακτές υφιστάμενος τήν δενδροτόμηση τής Αττικής, στήν οποία προέβαιναν οι Σπαρτιάτες όσο είχαν καί αυτοί προμήθειες. Όταν εξαντλήθηκαν αυτές επέστρεψαν στήν Πελοπόννησο, τό στράτευμα διελύθη καί ο καθείς γύρισε στήν πόλη του.

Οι Αθηναίοι εγκαθιστούσαν φρουρές όπου νόμιζαν ότι πρέπει, εξόπλισαν δέ 100 τριήρεις γιά αποκλειστική χρήση σέ περίπτωση άμεσου κινδύνου. Επίσης ψήφισαν νόμο σύμφωνα μέ τόν οποίο, όποιος εισηγηθεί τήν χρήση τών 1.000 ταλάντων πού πήραν απ' τήν Ακρόπολη, γιά άλλη χρήση πέραν εκείνης πού θά επιβαλλόταν μέ τήν εισβολή ξένων πλοίων στόν Πειραιά, νά θανατώνεται. Εν τώ μεταξύ τά 100 πλοία πού περιέπλεαν τήν Πελοπόννησο συνεπικουρούμενα από άλλα 50 Κερκυραϊκά, επραγματοποίουν ερημώσεις στά παράλια. 

Επεχείρησαν μάλιστα νά καταλάβουν τήν Μεθώνη, δέν τά κατάφεραν όμως εξ αιτίας τού Σπαρτιάτη Βρασίδα, πού ήταν στήν περιοχή μέ 100 άνδρες, καί έσπευσε σέ βοήθεια τής πόλης. Ο Βρασίδας τιμήθηκε γι αυτό αργότερα απ' τήν Σπάρτη. Επίσης άλλα 30 Αθηναϊκά πλοία επεχείρουν αποβάσεις στήν Λοκρίδα καί προστάτευαν τήν Εύβοια. Τό ίδιο θέρος εξεδίωξαν καί τούς Αιγινήτες είτε επειδή θεωρούσαν ότι αυτοί υποδαύλιζαν τόν πόλεμο κατά τών Αθηναίων, είτε επειδή προτιμούσαν νά κατοικείται η Αίγινα από Αθηναίους λόγω τής στρατηγικής της θέσης βρισκόμενη πολύ κοντά στήν Πελοπόννησο. 

Στούς Αιγινήτες οι Σπαρτιάτες παρεχώρησαν γή μεταξύ Λακωνικής καί Αργολίδος, επειδή κι αυτοί τούς είχαν βοηθήσει τήν εποχή τού σεισμού. Τόν ίδιο καιρό παρατηρήθηκε έκλειψη ηλίου, ενώ οι Αθηναίοι συνήψαν συμμαχία μέ τόν Σιτάλκη, Βασιλιά τών Θρακών αλλά και τού Περδίκκα τών Μακεδόνων. Εν τώ μεταξύ ο Αθηναϊκός στόλος κατέλαβε τό Σόλιον, πολίχνη τών Κορινθίων, καί τήν παρέδωσαν στούς Ακαρνάνες Παλαιρείς. 

Επίσης κατέλαβαν τόν Αστακό καί αφού εξεδίωξαν τόν τύραννο Εύαρχο, προσήρτησαν τήν πόλη στήν συμμαχία τους. Τό φθινόπωρο εισέβαλαν στήν Μεγαρίδα μέ όλες τους τίς δυνάμεις (10.000 οπλίτες) υπό τόν Περικλή καί ερήμωσαν τήν περιοχή. Τόν χειμώνα όμως τού ιδίου έτους ο Ακαρνάν Εύαρχος μέ τήν βοήθεια τών Κορινθίων αποκαταστάθηκε στόν Αστακό. Τόν ίδιο χειμώνα οι Αθηναίοι σύμφωνα μέ πατροπαράδοτο έθιμο ετέλεσαν δημοσία δαπάνη τήν κηδεία τών πρώτων νεκρών στό Δημόσιο Σήμα καί ο Περικλής εκφώνησε τόν περίφημο επιτάφιό του .

2ο Έτος

Τό επόμενο θέρος πάλι οι Λακεδαιμόνιοι υπό τόν Αρχίδαμο εισέβαλαν καί δήωναν τήν Αττική. Τότε δέ ενέσκηψε καί ο θανατηφόρος λοιμός, πού έπληξε κυρίως τήν Αθήνα, προερχόμενος απ' τήν Αιθιοπία. Από τήν νόσο προσεβλήθη καί ο Θουκυδίδης καί τήν περιγράφει μέ τά μελανότερα χρώματα. 

Η νόσος ήτο τόσο φθοροποιός σέ ανθρώπους καί ζώα, πού πολλοί θυμήθηκαν τόν χρησμό πού δόθηκε στούς Λακεδαιμονίους όταν ρώτησαν τόν θεό γιά τόν πόλεμο, κι αυτός τούς απάντησε ότι θά βοηθήσει κι ο ίδιος άν πολεμήσουν μέ όλες τους τίς δυνάμεις. Έτσι εκείνο τό θέρος οι Αθηναίοι εμαστίζοντο τόσο από τόν λοιμό όσο κι απ' τίς δηώσεις τών Λακεδαιμονίων πού έμειναν στή Αττική επί 40 μέρες καί εδενδροτόμουν μέχρι καί τό Λαύριο. Αντίστοιχα οι Αθηναίοι έστειλαν τόν στόλο τους καί ερήμωνε περιοχές τής Πελοποννήσου. 

Αλλά καί κατά τής Ποτείδαιας έστειλαν δυνάμεις (4.000) υπό τόν Άγνωνα, χωρίς νά καταφέρουν όμως νά κυριεύσουν τήν πόλη, τής οποίας η πολιορκία συνεχιζόταν. Έτσι γύρισαν πίσω μετά από παραμονή 40 ημερών κι αφού πέθαναν 1.050 οπλίτες απ' τόν λοιμό. Έτσι οι Αθηναίοι τά έβαζαν πάλι μέ τόν Περικλή, πού τόν θεωρούσαν υπεύθυνο τής καταστροφής καί τού πολέμου κι αυτός αναγκάστηκε νά συγκαλέσει τήν συνέλευσι τού λαού γιά νά τούς εμψυχώσει.

" ... εγώ γάρ ηγούμαι πόλιν πλείω ξύμπασαν ορθουμένην ωφελείν τούς ιδιώτας ή καθ' έκαστον τών πολιτών ευπραγούσαν, αθρόαν δέ σφαλλομένην. ... δουλοί γάρ φρόνημα τό αιφνίδιον καί απροσδόκητον καί τώ πλείστω παραλόγω ξυμβαίνον. ... αίσχιον δέ έχοντας αφαιρεθήναι ή κτωμένους ατυχήσαι ... οίτινες πρός τάς ξυμφοράς γνώμη μέν ήκιστα λυπούνται, έργω δέ μάλιστα αντέχουσιν, ούτοι καί πόλεων καί ιδιωτών κράτιστοι εισίν."

Καί πράγματι κατάφερε ο Περικλής νά ανυψώσει τό ηθικό τών Αθηναίων πληρώνοντας κι αυτός ένα πρόστιμο. Δυστυχώς όμως επέζησε μόνο 2 έτη καί 6 μήνες απ' τήν έναρξη τού πολέμου. Έτσι οι Αθηναίοι στερήθηκαν έναν ικανότατο άνδρα πού μέ τήν ρητορικήν του δεινότητα αλλά καί τήν συνετή του πολιτική κατάφερνε νά πείθει πάντα τά πλήθη, πότε τήν αλαζονεία τους μετριάζοντας καί πότε τό ηθικό τους ανυψώνοντας.
 
Μετά από αυτόν αναδείχτηκαν άνδρες, πού ενώ ήσαν ίσοι μεταξύ τους προσπαθούσαν νά ξεπεράσουν ο ένας τόν άλλο μέ πράξεις, πού άν πετύχαιναν θά ωφελούσαν λίγους, ενώ άν αποτύγχαναν θά έβλαπταν τή πόλη. Δέν ακολούθησαν τήν στρατηγική τού Περικλή σύμφωνα μέ τήν οποία θά νικούσαν μόνον άν σιγά - σιγά έφθειραν τόν αντίπαλο καί δέν διακινδύνευαν τήν πόλη. 

Κατά τήν διάρκεια τού ιδίου θέρους οι Λακεδαιμόνιοι κατέπλευσαν μέ 100 πλοία κατά τής Ζακύνθου, η οποία άν καί αποικία τών Αχαιών ήταν σύμμαχος τών Αθηναίων. Ερήμωσαν μεγάλο μέρος τού νησιού αλλά δέν κατάφεραν νά τούς αναγκάσουν σέ συνθηκολόγηση καί απέπλευσαν. Κατά τό τέλος τού ιδίου θέρους πρέσβεις πού εστάλησαν διά ξηράς πρός τόν Πέρση Βασιλιά γιά νά ζητήσουν βοήθεια αλλά συνελήφθησαν απ' τόν γιό τού Σιτάλκη, παραδόθηκαν στούς Αθηναίους καί αυτοί τούς εφόνευσαν χωρίς δίκη. 

Τόν ίδιο καιρό 30 πλοία υπό τόν Αθηναίο στρατηγό Φορμίωνα προσέτρεξαν σέ βοήθεια εξορισθέντων Αμπρακιωτών, πού είχαν καταλάβει τήν πόλη τους καί από κοινού μέ τούς Ακαρνάνες, υπό τήν προστασία τών οποίων είχαν τεθεί οι εξόριστοι, εξεδίωξαν τούς Αμπρακιώτες κι από τότε οι Ακαρνάνες ήταν σύμμαχοι τών Αθηναίων. Η σπουδαιότερη πόλη τού κράτους τών Αμφιλοχιτών ήταν τό Άργος (τό Αμφιλοχικόν) τό οποίον εκτίσθη απ' τόν Αμφίλοχο τόν γιό τού Αμφιαράου, Βασιλιά τού Άργους. 

Στήν αρχή μάλιστα οι Αμπρακιώτες ζούσαν μαζί μέ τούς Αργείους. Αργότερα όμως εξανδραπόδισαν τούς τελευταίους κι έκτοτε χρονολογείται τό μίσος Αμπρακιωτών - Αργείων. Κατά τήν διάρκεια τού χειμώνα οι Αθηναίοι μέ τόν Φορμίωνα σταθμεύουν στή Ναύπακτο καί αποκλείουν τόν Κορινθιακό κόλπο, ενώ οι Ποτειδαιάτες παραδίδουν τήν πόλη τους υπό όρους στούς Αθηναίους στρατηγούς. Μερικοί Ποτειδαιάτες αναγκάστηκαν νά φάνε ανθρώπινο κρέας διαρκούσης τής πολιορκίας. Αλλά καί οι Αθηναίοι πολύ εταλαιπωρούντο καί καταξοδευόταν. Έτσι πέρασε καί τό 2ο έτος τού πολέμου.

3ο Έτος

Κατά τό θέρος τού επομένου έτους οι Πελοποννήσιοι υπό τόν Βασιλιά Αρχίδαμο εξεστράτευσαν κατά τών Πλαταιών καί παρά τίς προσπάθειες διά πρέσβεων νά αποτραπεί η σύγκρουσίς τους ενθυμούμενοι όρκους καί υποσχέσεις πού δόθηκαν επί Παυσανία μετά τήν περίφημη μάχη τών Πλαταιών, η σύγκρουσις επήλθε. Πλέον τού διμήνου προσπαθούσε ο Αρχίδαμος νά καταλάβει τήν πόλη χωρίς μάχες καί αφού δέν τό κατάφερε, προέβη σέ τακτική πολιορκία πού τήν ανέθεσε μετά τίς προετοιμασίες σέ 80 οπλίτες καί τούς Θηβαίους ενώ τό υπόλοιπο στράτευμα απήλθε. 

Αλλά καί οι Αθηναίοι τό ίδιο θέρος έκαναν αποτυχημένη εκστρατεία στήν Χαλκιδική. Οι Λακεδαιμόνιοι τόν ίδιο καιρό παρακινούμενοι απ' τούς Αμπρακιώτες (Κορίνθιοι άποικοι) επεχείρησαν νά αποσπάσουν τούς Ακαρνάνες απ' τήν Αθηναϊκή Συμμαχία. Εξεστράτευσαν λοιπόν μαζί μέ Λευκάδιους, Αμπρακιώτες καί βαρβάρους Χάονες καί άλλους τής περιοχής κατά τής πόλης Στράτος χωρισμένοι όμως σέ τρείς ανεξαρτήτους φάλαγγες. 

Η επιχείρηση απέτυχε αφού οι βάρβαροι Χάονες θεώρησαν ότι μόνοι τους θά καταλάμβαναν τήν πόλη καί επιτέθηκαν μέ αλλαλαγμούς. Ηττήθηκαν όμως απ' τούς Ακαρνάνες καί επιστρέφοντας συμμαζεύτηκαν στό στρατόπεδο τών Ελλήνων υπό τόν Λακεδαιμόνιο Κνήμο. Έτσι ο Κνήμος παραιτήθηκε απ' τήν κατάληψη τής πόλης, αφού καί ο στόλος τών Κορινθίων δέν είχε φανεί, πού θά βοηθούσε κι αυτός στήν κατάληψη τής Ακαρνανίας. 

Πρός βοήθειά του είχαν έλθει μόνο απ' τήν πόλη τών Οινιάδων. Εν τώ μεταξύ καί ενώ ο στόλος τών Κορινθίων αποτελούμενος από 47 πλοία ήτο παρασκευασμένος γιά αποστολή σέ ξηρά, αναγκάστηκε νά ναυμαχήσει μέ τά 20 πλοία τού Αθηναίου Φορμίωνα πού φύλαγε τήν Ναύπακτο καί υπέστη πανωλεθρία. Τά διασωθέντα πλοία ήρθαν στήν Κυλήνη, όπου έφτασε καί ο Κνήμος μέ τούς "πεζικάριους". 

Από τήν Σπάρτη όμως έστειλαν συμβούλους τόν Βρασίδα καί άλλους καί ετοίμαζαν νέα ναυμαχία αφού συγκέντρωσαν νέο στόλο από 77 πλοία. Αλλά κι ο Φορμίων ζήτησε ενισχύσεις απ' τήν Αθήνα, η οποία τού έστειλε άλλα 20 πλοία, τά οποία όμως χρονοτριβούσαν στήν Κρήτη. Αφού οι αρχηγοί καί τών δύο παρατάξεων εμψύχωσαν μέ ομιλίες τους τούς στρατιώτες, μετά παρέλευσι 6-7 ημερών συγκρούστηκαν οι στόλοι μέ τήν μπλόφα τού Κνήμου, ότι θά καταπλεύσει στήν Ναύπακτο. 

Αρχικά οι Λακεδαιμόνιοι πέτυχαν νά αποκλείσουν τά 9 απ' τά 20 Αθηναϊκά σκάφη αλλά απέτυχαν στήν άτακτη προσπάθεια νά κυνηγήσουν τά υπόλοιπα πλοία πού κατέφυγαν στήν Ναύπακτο. Έτσι τρόπαια έστησαν καί οι δύο πλευρές. Μετά ταύτα οι μέν Λακεδαιμόνιοι επανήλθαν στά ίδια, οι δέ Αθηναίοι ενισχύθηκαν μέ τά 20 πλοία πού ήλθαν εν τώ μεταξύ απ' τήν Κρήτη. 



Στό τέλος τού ιδίου θέρους οι Λακεδαιμόνιοι κατάφεραν ν' αποβιβαστούν στήν Σαλαμίνα καί νά συλλάβουν 3 πλοία, ενώ αρχικά σκόπευαν νά καταπλεύσουν στόν αφύλακτο έως τότε Πειραιά. Τόν ίδιο περίπου καιρό στίς αρχές τού χειμώνα, εξεστράτευσε ο Σιτάλκης, Βασιλιάς τών Οδρυσών (Θράκες) μέ πολλά θρακικά φύλα (150.000 στρατιώτες) εναντίον τού Περδίκκα τής Μακεδονίας έχοντας μαζί του καί τόν Αμύντα, γιό τού Φιλίππου καί ανηψιό τού Περδίκκα. 

Παρά τό γεγονός ότι έμεινε περίπου ένα μήνα σέ Μακεδονία καί Χαλκιδική ερημώνοντας τίς χώρες, δέν κατάφερε τόν σκοπό του, νά ανατρέψει δηλαδή τόν Περδίκκα. Ο τελευταίος άλλωστε ήλθε σέ συνεννόηση μέ τόν Σεύθη, Βασιλιά τών Σκυθών (;) στόν οποίο έδωσε τήν αδελφή του Στρατονίκη γιά σύζυγο μέ πολλή προίκα καί ο οποίος έπεισε τόν Σιτάλκη νά επιστρέψει, συνεπικουρούσης καί τής κακοκαιρίας. Τόν ίδιο χειμώνα η Αθηναϊκή φρουρά τής Ναυπάκτου εξεστράτευσε στήν Ακαρνανία υπό τόν Φορμίωνα μέ 400 Αθηναίους καί 400 Μεσσηνίους. 

Κατέπλευσε στόν Αστακό, προχώρησε δέ καί στό εσωτερικό αντικαθιστώντας τίς ηγεσίες μέ άλλους πού είχαν περισσότερη εμπιστοσύνη. Κατά τών Οινιαδών, πού μόνοι απ' τούς Ακαρνάνες ήταν παραδοσιακά εχθροί τών Αθηναίων δέν επεχείρησαν εκστρατεία, διότι κατά τόν χειμώνα ο Αχελώος καθιστά τήν πόλη απόρθητο μέ τά έλη πού δημιουργεί. Έτσι γύρισαν στήν Ναύπακτο καί τήν άνοιξη έπλευσαν στήν Αθήνα. Έτσι έληξε τό τρίτο έτος τού πολέμου.

4ο Έτος

Τό επόμενο θέρος οι Λακεδαιμόνιοι εξεστράτευσαν στήν Αττική καί εδήωναν τήν περιοχή μέχρις ότου εξαντλήθηκαν τά αποθέματά τους, οπότε επέστρεψαν στήν χώρα τους. Μετά τήν απόσυρσή τους επανεστάτησαν οι Λέσβιοι, πλήν τής Μυθήμνης, κατά τών Αθηναίων καί οι τελευταίοι απέκλεισαν ναυτικά τήν νήσο. Τήν ίδια εποχή εξεστράτευσε κατά τών Οινιαδών ο γυιός τού Φορμίωνος Ασώπιος συγκαλέσας γενική επιστράτευση τών Ακαρνάνων. Απέτυχε όμως νά υποτάξει τήν πόλη καί κατέπλευσε στήν Λευκάδα, όπου καί έκανε απόβαση. 

Επιστρέφοντας όμως στά πλοία σκοτώθηκε μαζί μέ άλλους στρατιώτες κι έτσι οι Αθηναίοι απέπλευσαν καί μετά από αυτή τήν αποτυχία. Εν τώ μεταξύ Λέσβιοι πρέσβεις έπεισαν τούς Λακεδαιμονίους καί τούς συμμάχους τους νά δεχτούν στήν συμμαχία τους καί τήν Μυτιλήνη. Κατά προτροπή μάλιστα αυτών εισέβαλαν ξανά στήν Αττική καί ετοιμαζόταν γιά επίθεση κατά τών Αθηνών από ξηρά καί θάλασσα. Οι σύμμαχοί τους όμως εβράδυναν καί ήταν απρόθυμοι νά βοηθήσουν αφού ήταν απασχολημένοι μέ τήν συγκομιδή τών καρπών. 

Οι Αθηναίοι όμως αντελήφθησαν τίς προετοιμασίες καί έκαναν επίδειξη δυνάμεως μέ 100 τριήρεις πού έπλευσαν στόν Ισθμό κι έκαναν αποβάσεις κατά βούληση. Εκείνη τήν εποχή οι Αθηναίοι διατηρούσαν πανίσχυρο στόλο εκ 250 τριήρεων, αλλ' είχαν εξαντλήσει καί τό ταμείο τους γιά τήν συντήρησή του. Οι Σπαρτιάτες κατόπιν τούτων αποθαρρύνθηκαν καί γύρισαν πίσω. Αργότερα όμως πάλι ετοίμασαν στόλο γιά νά τόν στείλουν στήν Λέσβο. Εν τώ μεταξύ οι Μυτιληνιοί εξεστράτευσαν κατά τής Μηθύμνης, αλλ' απέτυχαν νά τήν καταλάβουν κι έφυγαν. 

Εν συνεχεία καί οι Μηθύμνιοι κατέπλευσαν κι επιχείρησαν νά αλώσουν τήν Άντισσα, αλλ' απέτυχαν καί αυτοί. Αφού έμαθαν αυτά οι Αθηναίοι έστειλαν τόν Πάχητα στρατηγό μέ 10.000 στρατιώτες κι απέκλεισαν τήν Μυτιλήνη καί από ξηράς. 

Κατά τήν διάρκεια τού χειμώνα, μία ασέληνη καί βροχερή νύκτα 212 Πλαταιείς κατώρθωσαν νά διαφύγουν τής πολιορκίας τών Σπαρτιατών καί Βοιωτών καί νά φτάσουν στήν Αθήνα. Αλλά καί οι Αθηναίοι είχαν μιά αποτυχία αφού στόλος 13 πλοίων πού μάζευε φόρους γιά τό ταμείο υπέστη επίθεση απ' τούς Κάρες κοντά στόν Μαίανδρο ποταμό καί διεφθάρει. 

Πρός τό τέλος τού χειμώνα ήρθε μέ πολεμικό πλοίο ο Λακεδαιμόνιος Σάλαιθος καί μπήκε στήν Μυτιλήνη κρυφά καί ενεθάρρυνε τούς Μυτιληναίους λέγοντάς τους ότι επίκειται αφ' ενός επιδρομή Σπαρτιατών στήν Αττική καί αφ' ετέρου αναμένονται στήν Μυτιλήνη 40 συμμαχικά πλοία. Έτσι έληξε καί τό τέταρτο έτος τού πολέμου.

5ο Έτος

Τό επόμενο θέρος πράγματι εισέβαλαν ξανά στήν Αττική οι Λακεδαιμόνιοι καί δενδροτομούσαν εκ νέου τήν περιοχή κάνοντας τούς Αθηναίους νά υποφέρουν περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Τά 40 πλοία όμως υπό τόν Αλκίδα εβράδυναν νά πλεύσουν στήν Μυτιλήνη, η οποία αναγκάστηκε νά συνθηκολογήσει μέ τόν Πάχητα παρά τίς προσπάθειες τού Σάλαιθου νά τούς πείσει νά επιχειρήσουν έξοδο πολεμώντας.


Έτσι ο Αλκίδας αφού δέν πείστηκε ούτε νά πλεύσει πλέον στήν Μυτιλήνη καί νά επιχειρήσει ανακατάληψη, ούτε τούς Ίωνες νά προσεταιριστεί αποστερώντας τούς Αθηναίους από τήν καλύτερη πηγή προσόδων, αποφάσισε νά γυρίσει πίσω άπρακτος. Ο Πάχης απ' τήν άλλη, αφού κατέπλευσε στόν λιμένα τών Κολοφωνίων Νότιον, τούς απήλλαξε από βαρβάρους καί Αργείους πού είχαν κυριεύσει τήν άνω πόλη. 

Εν συνεχεία γύρισε στήν Μυτιλήνη κι αφού κράτησε μέρος τής δύναμής του, τούς υπόλοιπους έστειλε στήν Αθήνα, μαζί μέ τόν Σάλαιθο καί τούς υπόλοιπους αιχμαλώτους γιά τήν τύχη τών οποίων θ' αποφάσιζε η Αθήνα, σύμφωνα μέ τούς όρους συνθηκολόγησης. Πράγματι οι Αθηναίοι εκτέλεσαν αμέσως τόν Σάλαιθο, γιά τούς άλλους δέ αποφάσισαν παρασυρόμενοι απ' τόν Κλέωνα καί αυτούς νά θανατώσουν αλλά καί στούς υπόλοιπους Μυτιληνιούς νά επιφέρουν τόν όλεθρο εκδικούμενοι τήν αποστασία τους. 

Πρός τούτο έστειλαν αγγελιαφόρο στόν Πάχητα. Όμως σύντομα μεταμελήθηκαν καί συνεκάλεσαν τόν Δήμο νά αποφασίσει εκ νέου. Αυτή τή φορά ο Κλέων δέν κατάφερε νά τούς πείσει, αλλ' οι Αθηναίοι πείστηκαν απ' τόν Διόδοτο, πού συνεβούλευε νά θανατωθούν μόνο οι υπαίτιοι τής αποστασίας.

Τό ιδιο θέρος οι Αθηναίοι υπό τόν Νικία κατέλαβον τήν νήσο Μινώα έμπροσθεν τών Μεγάρων, αλλά καί οι Πλαταιείς μή αντέχοντες τήν πείνα αποφάσισαν νά παραδοθούν στούς Λακεδαιμονίους, οι οποίοι τούς υποσχέθηκαν δίκη. Πραγματι ήρθαν δικαστές από τήν Σπάρτη, αλλ' αυτοί δέν απηύθυναν κάποια κατηγορία στούς Πλαταιείς αλλ' απλώς τούς ρώτησαν άν προσέφεραν στόν παρόντα πόλεμο καμμιά υπηρεσία στούς Σπαρτιάτες ή τούς συμμάχους τους. 

Οι Πλαταιείς πήραν όμως τόν λόγο καί μακρυγόρησαν αναφερόμενοι στίς υπηρεσίες αυτών έναντι τού Παυσανία καί τών λοιπών Ελλήνων υπομημνίσκοντας τήν στάση αυτών όσο καί τών Θηβαίων κατά τά Περσικά. Τόν λόγο πήραν καί οι Θηβαίοι πού ανάμεσα στά άλλα υποστήριξαν ότι δέν "μήδισε" όλη η πόλη κατά τούς πολέμους εκείνους αλλά μόνο οι δεσπότες (τύραννοι), οι οποίοι καταδυνάστευαν καί τόν δήμο αποβλέποντες σέ ίδιον όφελος. 

Βιβλίο Γ΄

Τελικά οι Σπαρτιάτες θανάτωσαν τούς 200 Πλαταιείς καί τούς 25 Αθηναίους πού συνεπολιορκούντο. Τήν πόλη παρέδωσαν γιά ένα χρόνο σέ εξορίστους Μεγαρείς καί αργότερα τήν κατέσκαψαν. Απ' τά υλικά κατεδάφισης έκτισαν ναό στήν Ήρα καί ξενώνα. Εν τώ μεταξύ τά 40 πλοία πού προοριζόταν γιά τήν Μυτιλήνη αφού ταλαιπωρήθηκαν διωκώμενα από Αθηναϊκά αλλά καί από τρικυμίες έφτασαν στήν Κυλήνη όπου βρήκαν άλλα 13 τών Λευκαδίων καί τών Αμπρακιωτών. 

Έτσι 53 πλοία υπό τόν Αλκίδα καί τόν Βρασίδα κατέπλευσαν στήν Κέρκυρα όπου θέλησαν νά επωφεληθούν τού εμφυλίου σπαραγμού πού επικρατούσε εκεί. Πράγματι ο εμφύλιος μεταξύ φιλολακώνων ολιγαρχικών καί φιλοαθηναίων δημοκρατικών υποδαυλίστηκε απ' τούς αιχμαλώτους Κερκυραίους πού είχαν συλληφθεί κατά τά γεγονότα τής Επιδάμνου καί αφέθηκαν τώρα ελεύθεροι ακριβώς μ' αυτή τήν ελπίδα. Νά εργαστούν δηλαδή γιά τά συμφέροντα τών Πελοποννησίων. Έτσι τελικά επικράτησε ένας φοβερά ανθρωποκτόνος εμφύλιος σπαραγμός. 

Τά Πελοποννησιακά πλοία νίκησαν σέ ναυμαχία τά 60 Κερκυραϊκά καί τά 13 Αθηναϊκά πού στάθμευαν στήν Ναύπακτο καί αφού συνέλαβαν 13 πλοία καί προέβησαν σέ ερημώσεις τής απέναντι στεριάς, απέπλευσαν επί τά ίδια. 

Μέ τό πού αντελήφθησαν αυτό οι Κερκυραίοι καί μέ τήν ασφάλεια πού τούς παρείχαν 60 νέα Αθηναϊκά πλοία υπό τόν Ευρυμέδοντα πού έπλευσαν εκεί μετά όμως τόν απόπλου τών Πελοποννησίων, άρχισαν νά θανατώνουν τούς ολιγαρχικούς. 500 απ' τούς τελευταίους διεκπεραιώθηκαν στήν απέναντι στεριά, κι από 'κεί, όταν έφυγε ο Αθηναϊκός στόλος, εξορμούσαν κατά τής Κερκύρας, η οποία άρχισε νά υποφέρει από πείνα. Αργότερα πέρασαν μόνιμα στό νησί καί αφού οχυρώθηκαν στό όρος Ιστώνη, έγιναν κύριοι τής υπαίθρου. 

Ταυτόχρονα ζήτησαν πάλι τήν βοήθεια τών Λακεδαιμονίων. Πρός τό τέλους τού θέρους οι Αθηναίοι έστειλαν 20 πλοία στή Σικελία γιά νά υποστηρίξουν τούς Λεοντίνους πού είχαν εμπλακεί σέ πόλεμο μέ τούς Συρακουσίους. Βάσις τών επιχειρήσεών των ήταν τό Ρήγιον, σκοπός δέ τών Αθηναίων ήταν καί η μή τροφοδοσία τής Σπάρτης μέ σίτο απ' τήν Σικελία. Κατά τόν επακολουθήσαντα χειμώνα η νόσος ενέσκηψε καί πάλι στήν Αθήνα καί διήρκεσε αυτή τή φορά 1 έτος ενώ τήν πρώτη φορά είχε διαρκέσει 2 έτη.


Απ' τήν νόσο χάθηκαν 4.400 οπλίτες καί 300 ιππείς, ενώ άγνωστος είναι ο αριθμός τών λοιπών κατοίκων. Επίσης τόν χειμώνα αυτό έγιναν καί πολλοί σεισμοί, πρό πάντων στόν Ορχομενό. Τόν ίδιο χειμώνα 30 Αθηναϊκά καί συμμαχικά πλοία κατέπλευσαν στίς νήσους τού Αιόλου, πού ήταν σύμμαχοι τών Συρακοσίων καί αφού εδενδροτόμησαν τήν χώρα, απέπλευσαν χωρίς όμως νά καταφέρουν νά πάρουν μέ τό μέρος τους τούς κατοίκους. Έτσι πέρασε καί τό 5ο έτος τού πολέμου.

6ο Έτος

Τό θέρος πού ακολούθησε χαρακτηρίστηκε από σεισμούς πού δημιούργησαν παλιρροϊκά κύματα καί έπληξαν τήν πόλη τών Οροβιών τής Ευβοίας, τήν νήσο Αταλάντη απέναντι απ' τούς Οπουντίους Λοκρούς καί τήν Πεπάρηθο. Ως πρός τίς επιχειρήσεις στήν Σικελία οι Αθηναίοι υπέταξαν τήν Μεσσήνη, καταπλεύσαντες στήν Μήλο υπό τόν Νικία απέτυχαν νά τήν προσαρτήσουν στήν Συμμαχία τους καί κατευθυνθέντες στόν Ωρωπό απεβίβασαν στρατιώτες πού συνήψαν νικηφόρες μάχες μέ τούς Ταναγραίους καί λίγους Θηβαίους. 

Τόν ίδιο καιρό ίδρυσαν οι Λακεδαιμόνιοι τήν Ηράκλεια στήν Τραχίνια, επειδή θεωρούσαν τήν θέση στρατηγική σέ σχέση μάλιστα μέ τήν Εύβοια. Δέν επέπρωτο όμως νά ακμάσει, διότι καί συνεχώς επολεμείτο απ' τούς Θεσσαλούς πού φοβούντο τήν ανάπτυξή της, αλλά καί οι Λακεδαιμόνιοι άρχοντες ήταν καταπιεστικοί καί συνέτειναν στήν φθορά τής πόλης. Τό ίδιο θέρος 30 Αθηναϊκά πλοία υπό τόν Δημοσθένη πού περιέπλεαν τήν Πελοπόννησο, κατέπλευσαν στούς Λευκαδίους υποστηριζόμενοι απ' όλους τούς Ακαρνάνες, πλήν τών Οινιάδων, καί Κεφαλήνες καί Κερκυραίους. 

Δέν πείστηκαν όμως απ' τούς Ακαρνάνες νά περιτειχίσουν τήν πόλη τής Λευκάδος καί νά τήν αλώσουν οριστικά. Αντίθετα πείστηκαν απ' τούς Μεσσηνίους τής Ναυπάκτου νά εκστρατεύσουν κατά τών Αιτωλών, οι οποίοι ήταν ψηλοί καί ωκύποδες συμπεριλαμβανομένων καί τών ωμοφάγων Ευρυτάνων πού μιλούσαν δυσνόητη γλώσσα. Η εκστρατεία όμως απέβη ολέθρια γιά τούς Αθηναίους, τούς οποίους αρνήθηκαν νά βοηθήσουν οι Ακαρνάνες εκδηλώνοντας μ' αυτό τόν τρόπο τήν δυσφορία τους πού δέν εισακούστηκαν ως πρός τήν Λευκάδα. 

Στήν συνέχεια οι Αιτωλοί έπεισαν τούς Λακεδαιμονίους καί οι τελευταίοι έστειλαν 3000 οπλίτες απ' τούς συμμάχους τους υπό τόν Σπαρτιάτη Ευρύλοχο καί εδήωναν τήν περιοχή τής Ναυπάκτου, κατέλαβαν μάλιστα καί τό Μολείριον (Αντίριον) πού ήταν αποικία τών Κορινθίων, καί απειλούσαν μάλιστα καί τήν Ναύπακτο. Όμως ο Δημοσθένης έπεισε αυτή τή φορά τούς Ακαρνάνες καί 1000 οπλίτες απ' αυτούς εισήλθαν στήν πόλη καί τήν έσωσαν ενισχύοντάς την. 

Ο Ευρύλοχος όταν έμαθε τά νέα αυτά ήλθε στήν Πλευρώνα καί Καλυδώνα καί περίμενε τούς Αμπρακιώτες, όπως είχε συνεννοηθεί μαζί τους, γιά νά επιτεθεί κατά τών Ακαρνάνων καί συγκεκριμμένα εναντίον τού Αμφιλοχικού Άργους. Τόν χειμώνα οι Αθηναίοι τής Σικελίας έκαναν μιά αποτυχημένη απόπειρα κατάληψης τής Ακροπόλεως τής Ινήσσης, πού κατείχαν οι Συρακούσιοι καί μετά γύρισαν καί δήωναν τήν Λοκρίδα. Τόν ίδιο χειμώνα έγινε καθαρμός τής Δήλου καί δέν επετρέπετο πλέον ούτε νά γενιέται κανείς στό ιερό νησί, ούτε καί νά πεθαίνει. 

Καθιερώθηκαν καί πανηγύρεις κάθε πενταετία μέ οργάνωση καί ιπποδρομιών. Ταυτόχρονα ο Ευρύλοχος, πού στρατοπέδευε στήν Πλευρώνα, μέ 3.000 οπλίτες διέσχισε όλη τήν Ακαρνανία καί ενώθηκε μέ τούς Αμπρακιώτες, πού είχαν καταλάβει τήν πόλη Όλπη καί ετοιμαζόταν νά επιτεθούν κατά τού Άργους. Στήν μάχη πού διεξήχθη μετά από λίγες μέρες, νίκησαν οι Ακαρνάνες πού υποστηρίζονταν απ' τούς Αθηναίους υπό τόν Δημοσθένη ενώ οι Λακεδαιμόνιοι μέ τούς Αμπρακιώτες υπέστησαν πανωλεθρία, ο ίδιος δέ ο Ευρύλοχος σκοτώθηκε. 

Υπήρξε καί αυτή μία απ' τίς φονικότερες μάχες τού μέχρι τώρα πολέμου. Εν τώ μεταξύ οι Ακαρνάνες δέν επεχείρησαν άλωση τής Αμπρακίας πού θά τήν κατελάμβαναν μέ τόν πρώτο αλαλαγμό, φοβούμενοι μήπως οι Αθηναίοι καταστούν γι' αυτούς χειρότεροι γείτονες απ' τούς Αμπρακιώτες. 

Μετά ταύτα ο Δημοσθένης γύρισε στήν Αθήνα, ενώ οι Ακαρνάνες συνωμολόγησαν 100ετή συνθήκη ειρήνης μέ τούς Αμπρακιώτες, σύμφωνα μέ τήν οποία δέν υποχρεούντο νά συμπράττουν στούς επιθετικούς πολέμους εναντίον Λακεδαιμονίων ή Αθηναίων, όφειλαν όμως νά βοηθούνται αμοιβαίως αμυντικά. Τόν ίδιο χειμώνα ο Αθηναϊκός στόλος στήν Σικελία ενήργησε απόβαση στήν Ιμέρα αλλά καί στίς νήσους τού Αιόλου. Έστειλαν μάλιστα καί άλλα 40 πλοία στήν Σικελία. Κατά τήν αρχή τής ανοίξεως εξερράγη καί τό ηφαίστειο τής Αίτνας, 50 χρόνια μετά τήν προηγούμενη έκρηξη, καί κατέστρεψε μέρος τής χώρας τών Καταναίων. Έτσι συμπληρώθηκε καί τό 6ο έτος τού πολέμου.

Βιβλίο Δ΄
7ο Έτος

Τό επόμενο θέρος εισέβαλαν οι Συρακούσιοι μέ 10 πλοία καί άλλα τόσα οι Λοκροί στήν Μεσσήνη καί τήν απέσπασαν απ' τήν Αθήνα. Ταυτόχρονα οι Λοκροί εισέβαλαν μέ πεζικό στό Ρήγιο καί αφού τό δήωσαν απήλθαν. Ήδη από τό τέλος τής ανοίξεως οι Λακεδαιμόνιοι υπό τόν Άγι, τόν γυιό τού Αρχιδάμου, είχαν εισβάλει στήν Αττική καί τήν εδενδροτόμουν. Οι Αθηναίοι απ' τήν άλλη έστειλαν τά 40 πλοία γιά τήν Σικελία αφού περνούσαν όμως πρώτα απ' τήν Κέρκυρα.


Περιπλέοντας όμως τήν Πελοπόννησο ο Δημοσθένης, πού ήταν ένας εκ τών επί κεφαλής, πρότεινε ν' αποβιβαστούν στήν Πύλο καί νά εντειχίσουν τό χωρίο. Έτσι καί έγινε τελικά παρά τήν διαφωνία τών άλλων συνεπικουρούντος καί τού κακού καιρού. Έτσι οχύρωσαν τήν Πύλο κι έμεινε εκεί ο Δημοσθένης μέ 5 πλοία, ενώ οι άλλοι συνέχισαν πρός Κέρκυρα καί Σικελία. Όταν οι Λακεδαιμόνιοι έμαθαν τά περί τής Πύλου, επέστρεψαν απ' τήν Αττική, όπου είχαν παραμείνει μόνο 15 μέρες. Ταυτόχρονα ο στρατηγός τών Αθηναίων Σιμωνίδης κατέλαβε τήν Ηιόνα στήν Θράκη. 

Καί ενώ οι Λακεδαιμόνιοι ετοίμαζαν τήν επιδρομή κατά τής Πύλου καί απεβίβασαν καί στρατιώτες στήν νήσο Σφακτηρία, ο Δημοσθένης ειδοποίησε τόν στόλο πού κατεθυνόταν υπό τόν Σοφοκλή καί Ευρυμέδοντα πρός τήν Κέρκυρα νά γυρίσουν στήν Πύλο αποστέλλοντας δύο πλοία. Αλλά καί οι Λακεδαιμόνιοι προσεκάλεσαν τήν μοίρα τών 60 πλοίων πού ήταν στήν Κέρκυρα. Έτσι άρχισαν οι συγκρούσεις πού τελικά απέβησαν σέ βάρος τών Σπαρτιατών, αφού εν τώ μεταξύ προσήλθε κι ο Αθηναϊκός στόλος ενισχυμένος σέ 70 πλοία. 

Η συμφορά πού έπαθαν οι Λακεδαιμόνιοι ήταν τέτοια, πού όταν έμαθαν στήν Σπάρτη οι αρχηγοί τους τά νέα, θέλησαν νά 'ρθούν επί τόπου οι ίδιοι γιά νά διαπιστώσουν τήν πραγματικότητα. Προκειμένου δέ νά σώσουν τούς στρατιώτες τους πού ήταν αποκλεισμένοι στήν Σφακτηρία, ζήτησαν ανακωχή απ' τούς Αθηναίους σύμφωνα μέ τήν οποία τούς παρέδοσαν τά πλοία τους μέχρις ότου θά γύριζαν οι πρέσβεις πού θά έστελναν στήν Αθήνα γιά νά διαπραγματευτούν όρους ειρήνης. 

Πράγματι οι πρέσβεις ήλθαν στήν Αθήνα αλλά τελικά δέν συμφώνησαν στούς όρους τής ειρήνης, αφού ο δημαγωγός Κλέων πού είχε μεγάλη επιρροή στό λαό, θεωρώντας ότι βρίσκεται σέ θέση ισχύος, δέν διευκόλυνε τήν κατάσταση. Έτσι οι πρέσβεις γύρισαν πίσω άπρακτοι, οι Αθηναίοι όμως δέν επέστρεφαν τά πλοία στούς Λακεδαιμονίους καί οι συγκρούσεις ξανάρχισαν. Παράλληλα στήν Σικελία οι Συρακούσιοι συγκέντρωσαν στόλο στήν Μεσσήνη, τήν οποία ήδη χρησιμοποιούσαν σάν βάση καί ήθελαν νά ναυμαχήσουν μέ τά Αθηναϊκά πλοία στό Ρήγιο, πρίν έρθουν κι αυτά πού πολιορκούσαν τήν Σφακτηρία. 

Πράγματι έγινε μιά ναυμαχία στό στενό (Χάρυβδη) μεταξύ Σικελίας καί Ιταλίας (Μεσσήνη - Ρήγιον) ανάμεσα σέ 30 πλοία τών Συρακουσίων καί 24 Αθηναϊκών - Ρηγίων καί νίκησαν οι Αθηναίοι. Αλλά όταν οι Αθηναίοι θέλησαν νά επιτεθούν στήν Μεσσήνη αποκρούστηκαν. Έτσι έπλευσαν πρός τήν Καμάρινα, η οποία επρόκειτο νά παραδοθεί απ' τόν Αρχία στούς Συρακουσίους. Αλλά καί οι Μεσσήνιοι εξεστράτευσαν κατά τής γειτονικής Νάξου, αποικίας τών Χαλκιδέων, καί άρχισαν νά δηώνουν τήν περιοχή. 

Στήν συνέχεια όμως τούς αντεπιτέθηκαν οι Νάξιοι βοηθούμενοι κι απ' τούς ντόπιους βαρβάρους καί τούς έτρεψαν σέ φυγή. Εναντίον τής Μεσσήνης ήλθαν πάλι οι Αθηναίοι γιά νά βοηθήσουν τούς Λεοντίνους, τούς οποίους νικούσαν οι Μεσσήνιοι, έκλεισαν τούς τελευταίους στήν πόλη τους καί γύρισαν στό Ρήγιο. Στήν συνέχεια γινόταν εχθροπραξίες μεταξύ τών διαφόρων πόλεων διά ξηράς, χωρίς τήν συμμετοχή Αθηναίων.

Εν τώ μεταξύ η πολιορκία τής Σφακτηρίας συνεχιζόταν πρός μεγάλη στενοχώρια τών Αθηναίων, οι οποίοι πίστευαν ότι οι αποκλεισμένοι στήν έρημη γή Σπαρτιάτες σύντομα θ' αναγκαζόταν νά παραδοθούν από τήν έλειψη τροφίμων. Αυτοί όμως άντεχαν αφού πολλοί καί κυρίως Είλωτες τούς τροφοδοτούσαν διασπώντας μέ κίνδυνο τής ζωής τους τόν κλοιό τών Αθηναίων αποβλέποντας στά σημαντικά κίνητρα πού είχαν βάλει οι Σπαρτιάτες. Έτσι αυτοί πού εταλαιπωρούντο τώρα ήταν οι Αθηναίοι, οι οποίοι πλέον ανησυχούσαν ακόμη περισσότερο λόγω τού επερχόμενου χειμώνα. 

Ο Κλέων υβρίζετο θεωρούμενος αίτιος τής μή σύναψης ειρήνης όταν τούς παρακαλούσαν οι Λακεδαιμόνιοι, αλλά κι αυτός απέδιδε τίς ευθύνες στούς στρατηγούς υπαινισσόμενος κυρίως τόν Νικία. Ο τελευταίος ευχαρίστως παραιτήθηκε τής στρατηγίας γιά νά αναλάβει ο Κλέων, πράγμα πού έγινε, παρά τό ότι ο Κλέων στήν πραγματικότητα δέν επιθυμούσε κάτι τέτοιο. Αφού συγκέντρωσε ο Κλέων στρατό απέπλευσε γιά τήν Σφακτηρία πρός βοήθεια τού Δημοσθένη, δήλωσε δέ ότι εντός 20 ημερών θά φέρει αιχμαλώτους τούς Σπαρτιάτες πού ήταν αποκλεισμένοι στό νησί. 

Έτσι στρατός πού μεταφέρθηκε μέ 70 πλοία απεβιβάσθη καί στίς δύο πλευρές τού νησιού καί αιφνιδίασε τούς πολιορκημένους, οι οποίοι μετά από πολλές καί άνισες μάχες αναγκάστηκαν νά παραδοθούν μέ τόν οπλισμό τους, αφού πρώτα συμβουλεύθηκαν τούς συμπατριώτες τους τής απέναντι ξηράς. Οι τελευταίοι τούς παρήγγειλαν νά αποφασίσουν οι ίδιοι χωρίς όμως νά κάνουν κάτι ατιμωτικό. Αιχμαλωτίστηκαν 292 από τούς 420 στρατιώτες τής Σφακτηρίας. 

Η πολιορκία είχε κρατήσει 72 μέρες καί ο Κλέων, μολονότι κανείς δέν τό είχε πιστεύσει, πραγματοποίησε τήν υπόσχεσή του. Μετά ταύτα καί οι δύο στρατοί απεσύρθησαν από τήν Πύλο. Μεγάλη κατάπληξη δέ προκάλεσε στούς Έλληνες τό γεγονός τής αιχμαλωσίας τών Σπαρτιατών, γιατί οι τελευταίοι τούς είχαν συνηθήσει ή νά νικούν ή νά φονεύονται άπαντες. Εν τώ μεταξύ οι Μεσσήνιοι τής Ναυπάκτου έστησαν φρουρά στήν Πύλο, τήν οποία θεωρούσαν άλλωστε δική τους, καί πολλοί Είλωτες αυτομολούσαν, οι δέ Λακεδαιμόνιοι άρχισαν νά ανησυχούν, αλλά δέν πετύχαιναν τίποτε μέ πρεσβείες πού έστελναν στήν Αθήνα.


Τό ίδιο θέρος οι Αθηναίοι μέ 80 πλοία υπό τόν Νικία έκαναν απόβαση καί συνήψαν μάχη στόν Ισθμό μέ τούς Κορινθίους. Νίκησαν οι Αθηναίοι αλλά όταν διαπίστωσαν ότι ερχόταν κι άλλοι πρός βοήθεια τών Κορινθίων, επεβιβάστηκαν στά πλοία κι έφυγαν αφού πρώτα έστησαν τρόπαιο, περισυνέλεξαν τούς νεκρούς τους καί σκύλεψαν τούς αντιπάλους τους. Εν συνεχεία προέβαιναν σέ ληστρικές επιδρομές σέ Επίδαυρο, Τροιζήνα καί Αλιάδα, μέχρι πού απομόνωσαν τά Μέθανα απ' τήν ξηρά μέ τείχος, κι άφησαν εκεί φρουρά. Μετά γύρισαν στά ίδια. 

Τήν ίδια εποχή η Αθηναϊκή μοίρα υπό τόν Σοφοκλή καί Ευρυμέδοντα κατευθύνθηκε πρός τήν Σικελία. Περνώντας απ' τήν Κέρκυρα κατώρθωσε νά αιχμαλωτίσει τούς Κερκυραίους ολιγαρχικούς πού ήταν στήν Ιστώνη καί κυριαρχούσαν στήν ύπαιθρο, καί αφού τούς παρέδωσε στούς δημοκρατικούς, εκείνοι τούς εξόντωσαν δολίως. Έτσι ο εμφύλιος στήν Κέρκυρα σταμάτησε, αφού οι εναπομείναντες ολιγαρχικοί ήσαν ευάριθμοι καί ανάξιοι λόγου. Ακολούθως ο στόλος ήρθε στήν Σικελία όπου προέβαινε σέ εχθροπραξίες. 

Πρός τό τέλος τού θέρους οι Ακαρνάνες μέ τήν Αθηναϊκή φρουρά τής Ναυπάκτου κυρίευσαν τό Ανακτόριο πού ανήκε στήν Κόρινθο καί τού λοιπού κατοικείτο από Ακαρνάνες. Τόν επόμενο χειμώνα οι Αθηναίοι έτυχε νά συλλάβουν τόν Πέρση Αρταφέρνη, πού κόμιζε επιστολή στήν Σπάρτη, καί τόν έστειλαν μέ πρέσβεις στήν Έφεσο γιά προώθηση δικών τους συμφερόντων. Επειδή όμως τότε είχε πεθάνει ο Αρταξέρξης, ο γυιός τού Ξέρξη, οι πρέσβεις γύρισαν άπρακτοι πίσω. Τήν ίδια εποχή κι οι Χίοι γκρέμισαν τό τείχος κατ' εντολήν τών Αθηναίων, πού φοβόταν μήπως αποστατήσουν. Έτσι έληξε καί τό 7ο έτος τού πολέμου.

8ο Έτος

Τό επόμενο θέρος συνέβη σεισμός καί σημειώθηκε μερική έκλειψις ηλίου. Οι εξόριστοι Μυτιληνοί υποστηριζόμενοι καί από Πελοποννησίους κατέλαβαν τήν Άντανδρο καί από 'κεί επετίθετο στήν απέναντι Μυτιλήνη καί στίς Αιολικές πόλεις τής ξηράς. Τό ίδιο θέρος οι Αθηναίοι μέ 60 πλοία υπό τόν Νικία κατέλαβαν τά Κήθυρα, τά οποία εκατοικούντο από Λακεδαιμονίους καί εκυβερνώντο απ' τόν Κηθυροδίκη πού εστέλλετο κατ' έτος. 

Από 'κεί επί μίαν επραγματοποίουν αποβάσεις καί δηώσεις στά παράλια τής Λακωνικής, στίν Ασίνη καί τό Έλος. Στήν συνέχεια δήωναν τά παράλια μέχρι τήν Επίδαυρο. Κυρίευσαν δέ καί τήν Θουρία, πόλη τής Κυνουρίας, πού είχαν παραχωρήσει οι Λακεδαιμόνιοι στούς Αιγινήτες, οι οποίοι καί θανατώθηκαν. Εν τώ μεταξύ στήν Γέλα τής Σικελίας είχαν έλθει πρέσβεις απ' όλες τίς πόλεις καί συνδιαλέγοντο. Ο Συρακούσιος Ερμοκράτης επεσήμανε τούς κινδύνους πού διατρέχει από τούς Αθηναίους όλη η Σικελία.

... πέφυκε γάρ τό ανθρώπειον διά παντός άρχειν μέν τού είκοντος (υποκύπτοντος), φυλάσσεσθαι δέ τό έπιον (επιδρομέα)...

Τελικά οι Σικελιώτες πείστηκαν απ' τόν Ερμοκράτη καί συνήψαν μεταξύ τους ειρήνη. Οι σύμμαχοι δέ τών Αθηναίων ενημέρωσαν τούς τελευταίους καί αυτοί απέπλευσαν απ' τήν Σικελία. Όταν όμως έφτασαν στήν Αθήνα, οι Αθηναίοι εξόρισαν τούς στρατηγούς Πυθόδωρο καί Σοφοκλή ενώ στόν Ευρυμέδοντα επέβαλαν χρηματική ποινή μέ τήν κατηγορία ότι δέν κυρίευσαν τήν Σικελία, επειδή τάχα δωροδοκήθηκαν. 

Τό ίδιο θέρος οι δημοκρατικοί Μεγαρείς αποφάσισαν νά παραδώσουν τήν πόλη τους στούς Αθηναίους καί επειδή καταπιεζόταν απ' αυτούς, αφού δίς τού έτους εισέβαλαν στήν Μεγαρίδα, αλλά καί από τούς εξορίστους ολιγαρχικούς παρενοχλούντο. Πράγματι οι συνωμότες εξουδετέρωσαν τήν Πελοποννησιακή φρουρά μέ τήν βοήθεια Αθηναίων καί τό λιμάνι τών Μεγαρέων Νύσσαια περιήλθε στά χέρια 4.000 Αθηναίων οπλιτών καί 700 ιππέων. Εν τώ μεταξύ στήν περιοχή ήρθε ο Σπαρτιάτης Βρασίδας καί Βοιωτοί πρός υπεράσπιση τών Μεγάρων καί συνολικά ανερχόταν στούς 6.000 οπλίτες. 

Η μάχη τελικά δέν έγινε, αφού οι Αθηναίοι υποχώρησαν, καί ο Βρασίδας έγινε δεκτός στά Μέγαρα, όπου άρχισαν καί διαβουλεύσεις. Μετά, οι μέν Αθηναίοι απεσύρθησαν ο δέ Βρασίδας γύρισε στήν Κόρινθο καί ετοίμαζε τήν εκστρατεία στήν Χαλκιδική. Στά Μέγαρα οι συνωμότες θανατώθηκαν καί τό πολίτευμα μετετράπη σέ άκραν ολιγαρχία. Τό ίδιο θέρος Αθηναϊκά πλοία επιτέθηκαν κατά τής Αντάνδρου, πού ήταν ορμητήριο φυγάδων Μυτιληναίων καί τήν κατέλαβαν. 

Τόν ίδιο καιρό οι Αθηναίοι μέ τόν Δημοσθένη έφτασαν στήν Ναύπακτο μέ 40 πλοία καί αφού συγκέντρωσε στρατό Ακαρνάνων, οι οποίοι είχαν αναγκάσει καί τούς Οινιάδας νά ενταχθούν στήν Αθηναϊκή Συμμαχία, έπλευσε κατά τών Σίφων, παραλιακή Βοιωτική πόλη. Εν τώ μεταξύ ο Βρασίδας διήσχυσε τήν Θεσσαλία καί ήλθε στό Δίον, πόλη τής επικρατείας τού Περδίκκα. Ο Βρασίδας ήτο πολύ δραστήριος αλλά καί δίκαιος, γι' αυτό καί λίαν αγαπητός. 

Μάλιστα οι πολίτες τών διαφόρων πόλεων πιστεύοντες ο΄τι όλοι οι Σπαρτιάτες ήσαν σάν κι' αυτόν, είτε αποστατούσαν απ' τούς Αθηναίους πανδημεί, είτε παρέδιδαν τίς πόλεις στόν Βρασίδα μέ προδοσία. Οι Αθηναίοι θεώρησαν τόν Βρασίδα υποκινητή τής εκστρατείας τού Βρασίδα καί τού κήρυξαν τόν πόλεμο. Από κοινού ο Περδίκκας καί ο Βρασίδας εξεστράτευσαν κατά τού Αρραβαίου, γυιού τού Βρομερού, Βασιλέως τών Λυγκηστών Μακεδόνων, ομόρων τού Περδίκκα.


Εκεί ο μέν Περδίκκας ήθελε βιαίως καί άμεσα νά καταστρέψει τόν Αρραβαίο, αλλά ο συνετός Βρασίδας ήθελε πρώτα νά συνεννοηθεί μαζί του μήπως αποφευχθεί ο πόλεμος. Τελικά πρός μεγάλη δυσφορία τού Περδίκκα, ο Βρασίδας πράγματι συνεννοήθηκε μέ τόν Αρραβαίο καί η μάχη αποφεύχθηκε. Στήν συνέχεια ο Βρασίδας ήλθε κατά τής Ακάνθου. η οποία ήτο αποικία τών Ανδρίων. Εκεί οι πολίτες διηρέθηκαν σχετικά μέ τό άν έπρεπε νά τού ανοίξουν τίς πύλες ή όχι καί ο Βρασίδας τούς μήνυσε νά μήν αποφασίσουν πρίν τόν ακούσουν.

"... απάτη γάρ ευπρεπεί αίσχιον τοίς γε εν αξιώματι πλεονεκτήσαι ή βία εμφανεί. τό μέν γάρ ισχύος δικαιώσει, ήν η τύχη έδωκεν, επέρχεται, τό δέ γνώμης αδίκου επιβουλή..." (πράγματι, γιά όσους τουλάχιστον απολαμβάνουν τήν κοινήν εκτίμηση, είναι περισσότερο αισχρόν νά εξυπηρετούν τήν πλεονεξία μέ δολιότητα υπό εύσχημον κάλυμμα, παρά μέ φανερή βία. διότι η βία στηρίζεται στό δικαίωμα τής δυνάμεως, η οποία είναι δώρο τής τύχης, ενώ η δολία πολιτική στήν επιβουλή μοχθηρής διαθέσεως).

Πράγματι οι Ακάνθιοι άκουσαν τόν Βρασίδα καί αφού προέβησαν σέ φανερή ψηφοφορία αποφάσισαν νά αποστατήσουν απ' τούς Αθηναίους. Τούς ακολούθησαν μάλιστα τά Στάγειρα, αποικία κι αυτά τών Ανδρίων. Τόν επόμενο χειμώνα απέτυχε απόπειρα τού Δημοσθένη καί τού Ιπποκράτη νά αλώσουν τίσ Σίφες καί τήν Χαιρώνεια, λόγω εγκαίρου ενημερώσεως τών Βοιωτών. Έτσι ο Ιπποκράτης ήλθε στήν συνέχεια στό Δήλιον καί αφού τό εντείχισε, επέστρεφε στήν Αθήνα. Οι συγκεντρωθέντες Βοιωτοί όμως πείστηκαν απ' τόν Βοιωτάρχη Παγώνδα, νά επιτεθούν κατά τών Αθηναίων. 

Οι Βοιωτοί αριθμούσαν 7.000 οπλίτες, 10.000 ψιλούς, 1.000 ιππείς καί 500 πελταστές καί ισοπληθείς ήταν καί οι Αθηναίοι. Στήν μάχη πού ακολούθησε νίκησαν οι Βοιωτοί, οι οποίοι στήν συνέχεια αποσύρθηκαν στήν Τανάγρα, όπου σχεδίαζαν επίθεση κατά τού Δηλίου. Έτσι έστειλαν κήρυκα στούς Αθηναίους κι αφού τούς κατηγόρησαν ότι παραβίασαν τά κρατούντα στούς Έλληνες παραβιάζοντες ιερούς χώρους, τούς ζήτησαν νά φύγουν απ' τό Δήλιον, γιά νά τούς επιτρέψουν μετά νά περισυλλέξουν τούς νεκρούς τους. 

Τελικά τό Δήλιον ανακατελήφθη απ' τούς Βοιωτούς 17 μέρες μετά τήν προηγηθείσα μάχη. Απ' τούς Βοιωτούς απωλέστηκαν περίπου 500, ενώ απ' τούς Αθηναίους 1.000 συμπεριλαμβανομένου καί τού ίδιου τού Ιπποκράτη. Τόν ίδιο καιρό κι ο Δημοσθένης υπέστη ήττα, όταν αποβιβάστηκε στήν Σικυώνα, αλλά καί στήν Θράκη ο Σιτάλκης πέθανε καί τόν διαδέχτηκε ο ανηψιός του Σεύθης. 

Τόν ίδιο χειμώνα ο Βρασίδας εξεστράτευσε κατά τής Αμφίπολης, στίς όχθες τού Στρυμώνα, η οποία ήτο αποικία τών Αθηναίων, ιδρυθείσα καί ονομασθείσα από τόν Άγνωνα, γυιό τού Νικίου. Έφτασε πολύ γρήγορα στήν ύπαιθρο τής πόλης, τήν οποία καί άρχισε νά διαρπάζει. Εν τώ μεταξύ οι Αμφιπολίτες ζήτησαν καί ήλθε πρός βοήθειά τους ο στρατηγός Θουκυδίδης (ο ιστορικός) μέ 7 πλοία πού ναυλοχούσαν στήν Θάσο, αποικία τών Παρίων. Ο Βρασίδας όμως πρόλαβε καί πέτυχε τήν προσάρτηση τής Αμφίπολης μέ ευνοϊκούς όρους γιά τούς Αμφιπολίτες.

Ο Θουκυδίδης κατέπλευσε στήν γειτονική Ηιόνα, πρός υποστήριξή της. Πράγματι ο Βρασίδας επιτιθέμενος κατ' αυτής από ξηρά καί θάλασσα απεκρούσθη. Προσεχώρησε όμως σ' αυτόν η Μύρκινος, η Γαληψός καί η Οισύμη, αποικία τών Θασίων. Η πτώση τής Αμφίπολης επτόησε τούς Αθηναίους πού φοβόταν τήν περαιτέρω αποστασία πόλεων στόν μετριοπαθή Βρασίδα. 

Ο τελευταίος μάλιστα ζήτησε ενισχύσεις από τήν Σπάρτη, η οποία όμως τού τήν αρνήθηκε έιτε διότι εφθονείτο από ανταγωνιστές του είτε διότι κάποιοι ήθελαν νά απελευθερώσουν τούς αιχμαλώτους τής Σφακτηρίας καί νά τερματίσουν τόν πόλεμο. Καί ενώ οι Μεγαρείς κατά τόν αυτόν χειμώνα κατέλαβαν καί γκρέμισαν τά Μακρά Τείχη, ο Βρασίδας προχώρησε στήν Ακτή από τόν πορθμό τού Ξέρξη μέχρι τήν χερσόνησο τού Άθω προσαρτώντας τίς διάφορες πόλεις εκτός τής Σάνης καί τού Δίου, τών οποίων ερήμωνε τήν ύπαιθρο. 

Επειδή όμως οι πόλεις δέν παρεδίδοντο, εξεστράτευσε γιά νά μήν χάνει καιρό κατά τής Τορώνης τής Χαλκιδικής, τήν οποία κατείχε Αθηναϊκή φρουρά. Εύκολα κυρίευσε τήν πόλη βοηθούμενος κι από φιλολάκωνες Τορωναίους. Αφού καθυσύχασε τούς πολίτες λέγοντάς τους ανάλογα μέ αυτά πού είχε πεί στούς Ακανθίους, περί απελευθερώσεως δηλαδή τών πόλεων από τόν Αθηναϊκό ζυγό, περί δικαιοσύνης κλπ, άρχισε επιθέσεις κατά τής Ληκύθου, ακροπόλεως τής Τορώνης, όπου είχαν καταφύγει καί οι περισσότεροι Αθηναίοι. 

Πράγματι εντός δύο ημερών κυρίευσε καί τήν Λήκυθο. Τόν υπόλοιπο χειμώνα τόν πέρασε διαχειριζόμενος τίς διάφορες υποθέσεις τών πόλεων πού είχε καταλάβει. Έτσι πέρασε καί τό 8ο έτος τού πολέμου.


9ο Έτος

Στήν αρχή τής ανοίξεως Λακεδαιμόνιοι καί Αθηναίοι συνωμολόγησαν ανακωχή ενός έτους κατά τήν οποία διαπραγματευόταν τούς όρους διαρκεστέρας ειρήνης. Καί ενώ συνωμολογείτο η ανακωχή, ο Βρασίδας προσήρτησε καί τήν Σκιώνη, πόλη τής χερσονήσου τής Παλλήνης. Μετά μάλιστα τήν ομιλία του, ανάλογη μέ εκείνη πρός τούς Τορωναίους, οι Σκιωναίοι τού απέδωσαν πολλές τιμές θεωρώντας τον απελευθερωτή τής Ελλάδος. 

Οι Αθηναίοι όμως δέν δέχτηκαν τήν αποστασία τής Σκιώνης, όπως καί τής Μένδης, πού έγινε μετά δύο μέρες, θεωρούντες ότι πραγματοποιήθηκαν μετά τήν υπογραφή τής ανακωχής. Αλλά κι ο Βρασίδας δέν εννοούσε νά εγκαταλείψει τίς πόλεις αυτές. Έτσι οι μέν Αθηναίοι ετοιμάζονταν νά καταπλεύσουν σ' αυτές οργιζόμενοι πού ακόμα καί νησιώτες τολμούσαν νά τούς εγκαταλείψουν (η Σκιώνη ήτο σάν νησί αποκομένη από τήν υπόλοιπη ξηρά λόγω τού Ισθμού), ο δέ Βρασίδας ενίσχυσε τήν άμυνα αυτών μέ 500 Πελοποννησίους οπλίτες καί 300 Χαλκιδείς πελταστές υπό τόν Πολυδαμίδα. 

Στήν συνέχεια μαζί μέ τόν Περδίκκα εξεστράτευσαν κατά τών Λυγκηστών τού Αρραβαίου. Στήν μάχη πού έγινε μεταξύ τών πολυπληθών στρατευμάτων νίκησαν ο Περδίκκας καί ο Βρασίδας καί ενώ ο πρώτος ήθελε νά συνεχίσει τίς λεηλασίες στήν χώρα τού Αρραβαίου, ο δεύτερος ανησυχούσε γιά τήν τύχη τής Μένδης καί ήθελε νά επιστρέψει. Καί ενώ συνέβαιναν αυτά οι Ιλλυριοί, τούς οποίους περίμενε ως συμμάχους ο Περδίκκας, τάχθηκαν μέ τό πλευρό τού Αρραβαίου, προκαλώντας πανικό στό στρατόπεδο τών Μακεδόνων, πού άρχισαν νά υποχωρούν ατάκτως. 

Ο Βρασίδας έμαθε τήν επομένη τά καθέκαστα καί αφού ενεψύχωσε τούς στρατιώτες του, άρχισε νά υποχωρεί μέ τάξη. Οι Ιλλυριοί, νομίσαντες ότι καί οι Λακεδαιμόνιοι τούς φοβήθηκαν, επεχείρησαν επανειλημμένως νά τούς επιτεθούν αλλά πάντα απεκρούοντο από τόν ευφυή σχηματισμό τών Σπαρτιατών. Έτσι χάρις στήν στρατηγική ιδιοφυϊα τού Βρασίδα, οι Λακεδαιμόνιοι κατάφεραν νά φτάσουν στήν Άρνισα, η οποία ανήκε στήν επικράτεια τού Περδίκκα. 

Έκτοτε όμως ο τελευταίος καί λόγω τής οξύτατης δυσαρέσκειας τών Πελοποννησίων κατά τών Μακεδόνων, πού τούς εγκατέλειψαν στούς Ιλλυριούς, μισούσε τόν Βρασίδα καί ήθελε ν' απαλλαγεί απ' αυτόν. Πρός τούτο ήλθε σέ συνεννόηση μέ τούς Αθηναίους. Ο Βρασίδας εν τώ μεταξύ γύρισε στήν Τορώνη καί ησύχαζε, ενώ η Μένδη είχε ήδη πέσει στά χέρια τών Αθηναίων Νικία καί Νηκηράτου, κυρίως λόγω έριδος μεταξύ δημοκρατικών καί φιλολακώνων, η δέ Σκιώνη είχε αποκλειστεί απ' τούς Αθηναίους. 

Τό ίδιο θέρος οι Θηβαίοι κατεδάφισαν τό τείχος τών Θεσπιέων, τούς οποίους κατηγόρησαν ως Αττικίζοντας, εκάη δέ καί ο ναός τής Ήρας στήν Αργολίδα από αμέλεια τής ιέρειας Χρυσίδος, η οποία καί έφυγε φοβούμενη τούς Αργείους. Κατά τόν επακολουθήσαντα χειμώνα οι Αθηναίοι καί οι Λακεδαιμόνιοι λόγω τής ανακωχής έμεναν ήσυχοι. Οι Μαντινείς όμως καί οι Τεγεάτες μέ τούς εκατέρωθεν συμμάχους συνήψαν μάχη στό Λαοδάκειον τής Ορεσθίδος, αλλ' η νίκη υπήρξε αμφίβολος άν καί τά δύο στρατεύματα έστησαν τρόπαια. 

Στό τέλος τού ιδίου χειμώνα ο Βρασίδας εν καιρώ νυκτός έκανε μία απόπειρα νά καταλάβει τήν Ποτείδαια, έγινε όμως αντιληπτός καί αποτραβήχτηκε αμέσως.

ΤΑ ΜΕΤΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Η ΘΗΒΑ

Κατά το 398 π.Χ. ο άνεμος των αλλαγών φυσά προς τη σπαρτιάτικη πρωτεύουσα. Ο βασιλιάς Άγης που είχε υποστηρίξει το νέο ιμπεριαλιστικό όραμα της Σπάρτης, πεθαίνει. Ο αδελφός του, ο Αγησίλαος, ανεβαίνει στο θρόνο. Ο νέος βασιλιάς είναι ακόμα ένας ιμπεριαλιστής που θέλει να κατακτήσει όλη την Ελλάδα και να βάλει δικούς του στις κυβερνήσεις όλων των πόλεων. Αποξενώνει, λοιπόν, όλη την Ελλάδα και κυρίως τη Θήβα, στην προσπάθειά του να εξαφανίσει το μίσος των Θηβαίων για τη Σπάρτη. 

Η Θήβα ήταν πάντα από τους ισχυρότερους συμμάχους της Σπάρτης. Τοποθετημένη στη Βοιωτία, η Θήβα βρισκόταν γεωγραφικά σε στρατηγική θέση ως σύμμαχος στον Πελοποννησιακό πόλεμο και η Σπάρτη την χρησιμοποίησε για να κατακτήσει την Αθήνα. Όμως, ερήμην της Σπάρτης, η Θήβα εκμεταλλεύτηκε τον πόλεμο για να γίνει πιο δυνατή και πιο πλούσια. Αρπάζει κάθε πλούτο που βρίσκεται στην περιοχή της, και στην πάροδο του πολέμου οι Θηβαίοι αρχίζουν να νιώθουν αρκετά ισχυροί στρατιωτικά και καταφέρνουν να ενώσουν όλη τη Βοιωτία. 

Εκμεταλλεύονται επίσης τις καλές ημέρες του πολέμου για να σχηματίσουν μια νέα και δυνατή κυβέρνηση. Στη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου στη Θήβα έγινε μια φοβερή επανάσταση. Από συντηρητική κοινωνία η Θήβα μετατράπηκε σε δημοκρατική. Η σκέψη μιας δημοκρατικής Θήβας, τόσο κοντά στην Αθήνα, ήταν μια προοπτική που τρομοκρατούσε τους Σπαρτιάτες. Όταν δεν μπορούσε με το καλό να κερδίσει μια πόλη σύμμαχο, η Σπάρτη χρησιμοποιούσε τη μόνη τακτική που γνώριζε ως εξωτερική πολιτική.


Οι Σπαρτιάτες, αντί να κατευνάσουν τους Θηβαίους και να μοιραστούν την εξουσία μαζί τους, προτιμούν να υποδουλώσουν τη Θήβα, διαλύοντας τη δημοκρατία και την ανεξαρτησία της. Η Σπάρτη χρησιμοποιεί πολύ βία και προσπαθεί να ανατρέψει την κυβέρνηση. Δημιουργείται έντονη αντίδραση, που δεν περιορίζεται απλά σε μια αντι-σπαρτιάτικη στάση, αλλά ενώνει όλους τους δημοκρατικούς.

ΣΥΜΜΑΧΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΘΗΝΑ

Μετά την απομάκρυνση των Τριάκοντα Τυράννων, το 403 π.Χ., οι Αθηναίοι είχαν αρχίσει αργά, αλλά σταθερά, να φτιάχνουν ξανά τον στόλο τους. Εκπαίδευαν μια νέα γενιά ικανών στρατιωτών και ανέπτυσσαν μια πιο ισχυρή δημοκρατία. Είναι ειρωνικό το ότι η ήττα τους από τη Σπάρτη στον πόλεμο ήταν ένα από τα καλύτερα πράγματα που είχαν συμβεί στην Αθήνα, αν το δούμε από την οπτική γωνία της δημοκρατίας. 

Επειδή, μετά την αιμοσταγή ολιγαρχία που είχε επιβάλλει η Σπάρτη, η δημοκρατία θα ερχόταν στην Αθήνα για να μείνει. Η Αθήνα ήταν μια σημαντική σύμμαχος της Θήβας, για την πρώτη αιματηρή δεκαετία του 4ου αιώνα π.Χ. Η Θήβα υπέγραψε και μια συμμαχία με το Άργος και την Κόρινθο, σχηματίζοντας έτσι ένα ενωμένο μέτωπο κατά της Σπάρτης. Το σημείο κλειδί είναι τώρα η Κόρινθος, η οποία ήταν η βασική σύμμαχος της Πελοποννησιακής συμμαχίας. 

Η αποστασία της και η συμμαχία της με την Αθήνα, τη Βοιωτία, τη Θήβα και το Άργος, ήταν πολύ ισχυρό χτύπημα για τη Σπάρτη. Το 379 π.Χ., οι Θηβαίοι καταφέρνουν, με μια πετυχημένη εξέγερση να απομακρύνουν τη Σπαρτιάτικη ολιγαρχία από τη Θήβα. Το νέο καθεστώς αφοσιώνεται στο πώς θα εκδικηθεί τη Σπάρτη. Υπήρχαν πολλές πόλεις που μισούσαν τη Σπάρτη, για τους δικούς τους λόγους, ώστε πηγαίνουν με το μέρος της Θήβας. 

Η λίστα των αποστατών της Σπάρτης μεγάλωνε. Αν μια πόλη-κράτος δεν μισούσε τη Σπάρτη για τον ιμπεριαλισμό της ή για τη βαναυσότητά της, τη μισούσε για ένα νέο λόγο. Οι ελάχιστοι εναπομείναντες σύμμαχοι της Σπάρτης άρχισαν φοβούνται ότι η Σπάρτη κέρδιζε πολέμους, επειδή ήταν πρόθυμη να θυσιάζει τα συμμαχικά της στρατεύματα και όχι τους δικούς της. Στον πόλεμο τους έβαζαν πάντα στην αριστερή πτέρυγα. Αυτό σήμαινε ότι, ο εχθρός που και αυτός τοποθετούσε την ομάδα κρούσης στην αριστερή πτέρυγα, δεν θα αντιμετώπιζε τους Σπαρτιάτες. 

Σε μια σειρά από μάχες, οι Σπαρτιάτες πολεμούσαν συνήθως τα κατώτερα στρατεύματα του εχθρού. Συνεπώς, αν ήθελαν να ξεφορτωθούν κάποιον ύποπτο σύμμαχό τους, τον τοποθετούσαν στην αριστερή πτέρυγα. Αυτή ήταν η πάγια τακτική των Σπαρτιατών. Είναι ειρωνικό το ότι αυτή η πόλη-κράτος, η πιο απομονωμένη, η πιο αντι-ιμπεριαλιστική, που ήταν απρόθυμη να πολεμήσει, εκτός και αν ήταν απολύτως απαραίτητο, μαχόταν τώρα σε όλο τον Ελληνικό κόσμο για να διατηρήσει τον έλεγχό του. 

Όλα κρίθηκαν στα Λεύκτρα της Βοιωτίας. Κυρίως επειδή είχαν καταπιεστεί από τους Σπαρτιάτες, είχαν εκπαιδευτεί και είχαν μάθει πολλά από αυτούς και επειδή είχαν μια γενιά από εξέχοντες αρχηγούς. Οι Θηβαίοι, λοιπόν, πραγματοποιούν το αδιανόητο. Νικούν το σπαρτιάτικο στρατό σε μια φοβερή μάχη.

Η ΜΑΧΗ ΣΤΑ ΛΕΥΚΤΡΑ

Το 371 π.Χ., οι Σπαρτιάτες επιστρέφουν στη νέα δημοκρατική Θήβα, για να προσπαθήσουν για άλλη μια φορά να την ανακαταλάβουν. Συναντήθηκαν στα Λεύκτρα, όπου ο Επαμεινώνδας οδηγεί 300 άντρες του Ιερού Λόχου και μια μεγάλη δύναμη από συμμαχικά στρατεύματα. Η Θήβα επίσης έχει αναπτύξει νέες τακτικές, με τις οποίες μπορεί να αντιμετωπίσει τη Σπαρτιάτικη φάλαγγα. Το πρώτο πράγμα που έκανε ο Επαμεινώνδας ήταν να βάλει τους καλύτερους άντρες του στα αριστερά. 

Αυτό σήμαινε ότι η μάχη θα γινόταν ανάμεσα στην ελίτ των στρατών. Ο Επαμεινώνδας δε θα σκότωνε Πελοποννήσιους συμμάχους, αλλά Σπαρτιάτες και θα έλεγε στους δικούς του συμμάχους: «Δεν θα τα βάλετε εσείς με τους Σπαρτιάτες, αλλά εμείς». Ο Σπαρτιάτικος στρατός, όχι μόνο ηττήθηκε, αλλά καταστράφηκε. Πάνω από το 70% των αντρών που πολέμησαν εδώ, έχασαν τη ζωή τους. Δυο από τους βασικούς λόγους που η Σπάρτη έχασε τη σημαντική μάχη των Λεύκτρων είναι πρώτον, η ακαμψία της. 

Δεν μπορούσε να αντιδράσει στην αλλαγή της γραμμής, στις νέες ειδικές δυνάμεις, στον νέο εξοπλισμό. Και ο δεύτερος λόγος είναι απλώς οι αριθμοί. Οι Σπαρτιάτες δεν διαθέτουν πλέον αρκετούς άντρες. Απλά δεν έχουν τους 9.000 άντρες με τους οποίους είχαν πολεμήσει στους Περσικούς πολέμους, ούτε τους 5.000 άντρες με τους οποίους είχαν πολεμήσει στον Πελοποννησιακό πόλεμο. Είναι πλέον μόλις κάποιες εκατοντάδες Σπαρτιάτες, και όσοι από αυτούς μπορούν να πολεμήσουν καλά, δεν είναι αρκετοί.


Ο στρατός του Επαμεινώνδα σκοτώνει 700 στρατιώτες, που οι Σπαρτιάτες δεν μπορούν να αναπληρώσουν και αλλάζει την εικόνα που όλοι είχαν για τον αήττητο σπαρτιάτικο στρατό. Και το πιο σημαντικό είναι ότι ο Επαμεινώνδας δεν είδε τη νίκη αυτή σαν ένα τέλος, αλλά σαν την αρχή. Μετά την ήττα στα Λεύκτρα, ένας αποδυναμωμένος και ταπεινωμένος Σπαρτιάτικος στρατός επιστρέφει στην πατρίδα του για να ανασυνταχθεί. 

Είναι μια αποκαρδιωτική ήττα για τους Σπαρτιάτες, αλλά δεν θα αποτελούσε το τελειωτικό χτύπημα, αν το σπαρτιάτικο σύστημα είχε την ικανότητα, τα μέσα και την ευελιξία για να αντιδράσει στην ήττα αυτή. Αυτά όμως ακριβώς είναι που λείπουν από τους Σπαρτιάτες. Η κοινωνική και πολιτική δομή της Σπάρτης, γίνεται τώρα το μεγαλύτερο μειονέκτημά της. Αυτό που κάποτε αποτελούσε την πηγή δύναμης και σταθερότητας, τώρα γίνεται πηγή αδυναμίας και αδράνειας.

Ο Θρίαμβος του Επαμεινώνδα

Το καλοκαίρι του 371 π.Χ. αντιπρόσωποι από όλες σχεδόν τις Ελληνικές πόλεις συγκεντρώθηκαν στη Σπάρτη για να διαπραγματευτούν τους όρους μιας νέας συνθήκης ειρήνης. Η πρωτοβουλία ανήκει στον Aθηναίο Καλλίστρατο ο οποίος πρότεινε να αποσταλεί πρεσβεία στη Σπάρτη για τη σύναψη ειρήνης. Από βολιδοσκοπήσεις είχε φανεί ότι και η Σπάρτη ήταν ευδιάθετη στο να συμφωνήσει, ώστε να πάψουν τα όπλα να έχουν τον κύριο λόγο. 

Αποφασίστηκε, λοιπόν, με πρωτοβουλία των Αθηναίων να συγκροτηθεί πανελλήνιο συνέδριο στη Σπάρτη. Πρώτοι κλήθηκαν στο συνέδριο οι Θηβαίοι. Επικεφαλής της θηβαϊκής αντιπροσωπείας ήταν ο Επαμεινώνδας. Εκπρόσωπος της Σπάρτης ήταν ο Αγησίλαος ο οποίος είχε και την προεδρία του συνεδρίου. Εκπρόσωποι των Αθηνών ήταν ο Καλλίστρατος, ο Καλλίας και ο Αυτοκλής. Αντιπροσώπους έστειλαν και η Μακεδονία και η Περσία.

Πρώτος μίλησε ο Αθηναίος Καλλίας ο οποίος τόνισε ότι δεν είναι σωστό να βρίσκονται σε ανταγωνσιμό οι Αθηαναίοι και οι Σπαρτιάτες. Στη συνέχεια πήρε το λόγο ο Αυτοκλής ο οποίος υπήρξε ιδιαίτερα επιθετικός απέναντι στη Σπάρτη, τονίζοντας πως όχι μόνο δεν εγγυάται τη αυτονομία των ελληνικών πόλεων αλλά αντιθέτως την παραβιάζει. Τελευταίος πήρε το λόγο ο Καλλίστρατος ο οποίος ήταν δεινός ρήτορας. 

Ο λόγος του ήταν διαλλακτικός για να αντισταθμίσει την επιθετικότητα του Αυτοκλή. Μετά από έντονες διαβουλεύσεις οι Σπαρτιάτες δέχτηκαν τελικά τις προτάσεις των Αθηναίων σύμφωνα με τις οποίες οι ελληνικές πόλεις θα έμεναν αυτόνομες όπως είχε συμφωνηθεί στην Ανταλκίδειο ειρήνη αλλά καμία δε θα ήταν υπέυθυνη για την τήρηση αυτού του όρου.

Ενώ έφτασε η στιγμή να δοθούν οι καθιερωμένοι όρκοι για να επικυρωθεί η συμφωνία, προκλήθηκε σύγκρουση μεταξύ των Θηβαίων και των Σπαρτιατών. Οι Αθηναίοι δίνοντας το καλό παράδειγμα ορκίσθηκαν μόνο για τον εαυτό τους. Το ίδιο έπραξαν και οι αντιπρόσωπποι των πόλεων που ανήκαν στην Αθηναϊκή Συμμαχία. Αντίθετα οι Σπαρτιάτες ορκίσθηκαν για λογαριασμό της πόλης τους και των συμμάχων της. 

Ο Επαμεινώνδας σηκώθηκε και διαμαρτυρήθηκε ζωηρά. Ήταν ο μόνος που σε όλη τη διάρκεια των συζητήσεων δεν έσκυβε το κεφάλι στις κυριαρχικές απαιτήσεις των Σπαρτιατών. Εφόσον οι Λακεδαιμόνιοι ορκίζονται και για λογαριασμό των Συμμάχων τους, το ίδιο θα κάνουν και οι Θηβαίοι: θα ορκιστούν για ολόκληρο το Κοινό των Βοιωτών του οποίου ήταν πρόεδροι. Τελικά ενώ όλοι οι αντιπρόσωποι συμφώνησαν στην επικύρωση, εξεραίθηκαν οι Θηβαίοι και δεν συμπεριελήφθησαν στη συνθήκη. 

Αυτό εξέθετε τη Θήβα σε μεγάλο κίνδυνο αλλά η προσωπική αρετή του Επαμεινώνδα ενέπνευσε αποφασιστικότητα στους συμπολίτες του ώστε να αντισταθούν στην απόφαση αυτή. Γιατί οι Λακεδαιμόνιοι και οι Αθηναίοι που μοιράζονταν την κυριαρχία στην ξηρά και στη θάλασσα αντίστοιχα, μπορεί να έκαναν αμοιβαίες παραχωρήσεις αλλά δεν ήθελαν την εμφάνιση κάποιου τρίτου σε ότι αφορά τη διεκδίκηση της ηγεμονίας. Χαρακτηρισιτκή είναι η στιχομυθία του Αγησιλάου και του Επαμεινώνδα όπως τη διασώζει ο Πλούταρχος. 

Οργισμένος, γράφει, σηκώθηκε ο Αγησίλαος και είπε στον Επαμεινώνδα: «Αποκρίσου με σαφήνεια. Θέλεις ή δε θέλεις να αφήσεις αυτόνομη τη Βοιωτία;» Και ο Επαμεινώνδας διατηρώντας την ψυχραιμία του αντασπάντησε: «Αποκρίσου με σαφήνεια. Θέλεις ή δε θέλεις να αφήσεις αυτόνομη τη Λακωνία;»


Το χάσμα ήταν πια αγεφύρωτο και οι εξελίξεις ισοδυναμούσαν με κήρυξη πολέμου. Τα γεγονότα εξελίχθηκαν ταχύτατα. Οι Σπαρτιάτες ανακάλεσαν από παντούς τις δυνάμεις τους με εξαίρεση το συμμαχικό στράτευμα που βρισκόταν στη Φωκίδα. Ο Βασιλιάς τους Κλεόμβροτος που το διοικούσε, έλαβε εντολή να επιτεθεί κατά της Θήβας αν αυτή δεν παραχωρούσε αυτονομία στις Βοιωτικές πόλεις. 

Ταυτόχρονα στάλθηκε τελεσίγραφο στη Θήβα το περιεχόμενο του οποίου ήταν προκλητικό: το Κοινό των Βοιωτών έπρεπε να διαλυθεί και παράλληλα έπρεπε να επανιδρυθούν οι Πλαταιές και οι Θεσπιές και τα εδάφη τους να αποδοθούν στους παλαιούς ιδιοκτήτες τους. Οι Θηβαίοι απέρριψαν το τελεσίγραφο, ισχυριζόμενοι ότι όπως εκείνοι δεν είχαν επέμβει ποτέ στη Λακωνία, έτσι και οι Σπαρτιάτες δε νομιμοποιούντο να αναμιγνύονται στις βοιωτικές υποθέσεις. Ο ισχυρισμός αυτός αμφισβητούσε ευθέως το ρόλο και το ειδικό βάρος της Σπάρτης.

Αμέσως μετά ο Κλεόμβροτος εισήλθε στη Βοιωτία και προέλασε μέχρι τη Χαιρώνεια. Ο Επαμεινώνδας, επικεφαλής του Βοιωτικού στρατού, έσπευσε στην Κορώνεια για να καλύψει το στενό της Πέτρας. Ο Σπαρτιάτης Βασιλιάς, αφού υποχώρησε στην Άμβρυσσο (Δίστομο) της Φωκίδας, κινήθηκε ανάμεσα στις νότιες πλαγιές του Ελικώνα και στις ακτές του Κορινθιακού, ανέτρεψε τα ελαφρά τμήματα προκάλυψης υπό τον Χαιρέα, που κάλυπταν την περιοχή και κατέλαβε τη Θίσβη, τις Σίφες και την Κρεύση, οχυρωμένο ναύσταθμο των Βοιωτών. 

Με την κίνησή του αυτή εξασφάλισε πλήρως την επικοινωνία του με την Πελοπόννησο και απερίσπαστος προέλασε βόρεια προς τις Θεσπιές, όπου είχαν ήδη εγκατασταθεί οι Θηβαίοι και οι σύμμαχοί τους. Το πεδίο της μάχης ήταν η πεδιάδα ανάμεσα στα δύο στρατεύματα βορειοδυτικά της πολίχνης των Λεύκτρων, μήκους περίπου 2000 μέτρων από τα δυτικά προς τα ανατολικά και 3000 μέτρων από βορρά προς νότο.

Το Σπαρτιατικό στράτευμα ανερχόταν σε 10000 άντρες (9000 πεζοί και 1000 ιππείς), από τους οποίους περίπου 2300 (τέσσερις μόρες) αν Λακεδαιμόνιοι (από αυτούς οι 700 ήταν Σπαρτιάτες). Το ιππικό του ήταν πολύ κατώτερο του Βοιωτικού σε μαχητική αξία, αφού ακόμα και οι Σπαρτιάτες ιππείς ήταν «οι τοις σώμαιν αδυνατώτατοι και ήκιστα φιλότιμοι», όμως συνολικά το ηθικό του στρατού ήταν υψηλό. 

Ο Επαμεινώνδας διοικούσε 6000 άνδρες (5000 πεζοί 1000 ιππείς), από τους οποίους 3500 ήταν Θηβαίοι. Το ηθικό τους, ιδιαίτερα των συμμάχων, ήταν χαμηλό, επειδή αντιμετώπιζαν αριθμητικά υπέρτερο εχθρό και μάλιστα ικανό αριθμό Σπαρτιατών, που θεωρούνταν ανίκητοι σε εκ παρατάξεως μάχη. Αρχικά προέκυψαν διαφωνίες ως προς τον χώρο διεξαγωγής της μάχης. Τρεις Βοιωτάρχες είπαν ότι όφειλαν να αποσυρθούν από την πεδιάδα και να καταλάβουν υψηλότερο έδαφος ή να αμυνθούν μέσα από τα τείχη της Θήβας. 

Ο Επαμεινώνδας και άλλοι δύο επέμεναν στην άμεση αντιπαράθεση, φοβούμενοι ότι οποιαδήποτε υποχώρηση θα πυροδοτούσε διαθέσεις αποστασίας πολλών πόλεων. Το αδιέξοδο έλυσε η άφιξη του έβδομου Βοιωτάρχη, υπεύθυνου για τη φρούρηση των διαβάσεων του Κιθαιρώνα, που συντάχθηκε με την άποψη του Επαμεινώνδα. Ακόμα και μετά τη λήψη της απόφασης για μάχη, επικρατούσε ανησυχία στις τάξεις των Βοιωτών. 

Σε συνεργασία με τον Πελοπίδα ο Επαμεινώνδας φρόντισε να διασπείρει φήμες για ευνοϊκούς οιωνούς και παλαιούς χρησμούς που προέβλεπαν ήττα των Λακεδαιμονίων στα Λεύκτρα. Ο ίδιος προσπαθούσε να εμψυχώσει τους άνδρες του μνημονεύοντας συχνά τον Ομηρικό λόγο: 

«Εις οιωνός άριστος, αμύνεσθαι περί πάτρης».

Οι Σπαρτιάτες και οι σύμμαχοί τους έλαβαν τη συνηθισμένη διάταξη μάχης. Με ομοιόμορφο βάθος φάλαγγας 12 ανδρών, ο Κλεόμβροτος με τους Λακεδαιμόνιους κατέλαβε τα δεξιό της παράταξης και οι σύμμαχοι το κέντρο και το αριστερό. Το συμμαχικό ιππικό τάχθηκε στο αριστερό άκρο, ενώ το σπαρτιατικό στο δεξιό άκρο και μπροστά από τη φάλαγγα των Λακεδαιμονίων. 

Ο Επαμεινώνδας διέταξε τους Θηβαίους να σχηματίσουν ένα συμπαγές παραλληλόγραμμο πλάτους 64 και βάθους 50 ανδρών, το οποίο τάχθηκε στην αριστερή πτέρυγα, απέναντι από τους Λακαιδεμόνιους. Το κέντρο και το δεξιό κατέλαβαν οι σύμμαχοι, με το βάθος της φάλαγγάς τους να μην υπερβαίνει τους 12 άνδρες. Το δεξιό άκρο κατέλαβε το Βοιωτικό ιππικό, ενώ το ιππικό των Θηβαίων τάχθηκε μπροστά από τους πεζούς συμπατριώτες του. Ο Ιερός Λόχος, ένα ανεξάρτητο επίλεκτο σώμα 300 οπλιτών υπό την ηγεσία του Πελοπίδα, τάχθηκε πίσω από τη φάλαγγα των Θηβαίων στην αριστερή πτέρυγα.


Ο Επαμεινώνδας άρχισε τη μάχη με κεραυνοβόλα επίθεση του Θηβαϊκού ιππικού κατά του αντίστοιχου Σπαρτιατικού, τη στιγμή που ο Κλεόμβροτος κινούσε προς τα δεξιά τμήματα της φάλαγγάς του, εκτελώντας τον τυπικό ελιγμό πλευροκόπησης που συνήθιζαν οι Σπαρτιάτες. Οι Λακεδαιμόνιοι ιππείς άντεξαν ελάχιστα εμπρός στην ορμητικότητα των αντιπάλων τους και υποχώρησαν άτακτα προς τις τάξεις του Σπαρτιατικού πεζικού, προκαλώντας μεγάλη σύγχυση και παρεμποδίζοντας τον σε εξέλιξη ελιγμό. 

Πριν προλάβουν να ανασυνταχθούν οι Λακεδαιμόνιοι δέχθηκαν σφοδρή επίθεση από το Θηβαϊκό τετράπλευρο με επικεφαλής τον Επαμεινώνδα. Ο Κλεόμβροτος με τους επίλεκτους Σπαρτιάτες συγκράτησαν αρχικά τους επιτιθέμενους, ενώ τα τμήματα του δεξιού άκρου προσπάθησαν να υπερφαλαγγίσουν τους Θηβαίους. Τον κίνδυνο απεσόβησε ο Πελοπίδας με τον Ιερό Λόχο, που πρόσβαλλε έγκαιρα και αποφασιστικά τα παραπάνω τμήματα. 

Η σύγκρουση δεν επεκτάθηκε στην υπόλοιπη παράταξη αφού οι σύμμαχοι και των δύο αντιπάλων παρέμειναν απλοί θεατές. Παρά την αυτοθυσία των Λακεδαιμονίων, η αριθμητική ανωτερότητα των Θηβαίων άρχισε να αποφέρει καρπούς. Η φάλαγγα διασπάσθηκε, ο ίδιος ο Κλεόμβροτος τραυματίσηκε θανάσιμα και μαζί του έπεσαν οι επιφανέστεροι Σπαρτιάτες πολέμαρχοι, όπως ο Δείνων, ο Σφοδρίας και ο γιός του Κλεώνυμος. Τελικά οι Σπαρτιάτες κατόρθωσαν να παραλάβουν τον ζώντα ακόμα βασιλιά τους και να υποχωρήσουν στο στρατόπεδό τους. 

Στο πεδίο της μάχης άφησαν 400 Σπαρτιάτες και 600 Λακεδαιμόνιους νεκρούς, μαζί και τη φήμη του αήτητου που τους συνόδευε μέρι τότε. Οι απώλειες των Θηβαίων ήταν πολύ μικρότερες. Ήταν 6η Ιουλίου του 371 π.Χ., 20 μόλις μέρες μετά την αποχώρηση της Θηβαϊκής αντιπροσωπείας από το συνέδριο της Σπάρτης. Οι ημέρες ήταν αρκετές για να μετατραπεί η Θήβα από μια σχετικά αδύναμη και επισφαλή πόλη στη νέα ανερχόμενη δύναμη του Ελλαδικού χώρου.

Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΜΑΝΤΙΝΕΙΑΣ

Το 362 π.Χ., οι Σπαρτιάτες χάνουν και πάλι από τους Θηβαίους στη δεύτερη μάχη της Μαντινείας. Οι Σπαρτιάτες ήταν τόσο προσηλωμένοι στις παραδόσεις τους, που αρνούνται να μάθουν κάτι νέο από τις εμπειρίες τους. Και αυτό γίνεται ιδιαίτερα φανερό στη μάχη της Μαντινείας, όπου, ενώ έχουν να αντιμετωπίσουν τις ίδιες ακριβώς τακτικές, από τις οποίες έχασαν στα Λεύκτρα, χάνουν και πάλι. 

Όταν κάνεις μια κίνηση και ο άλλος σε χτυπάει, μαθαίνεις από αυτό και φροντίζεις να μην επαναλάβεις την ίδια κίνηση. Αλλά η Σπάρτη δεν θέλει τις καινοτομίες. Ήταν στον χαρακτήρα της συντηρητική και διατηρούσε τις ίδιες τακτικές. Η Σπάρτη δεν έχασε μόνο το γόητρό της στη μάχη, αλλά δεν διέθετε και την ικανότητα να ανταπεξέλθει στις νέες μορφές πολέμου που είχαν προκύψει. Ο πόλεμος πλέον μεταφερόταν και στη θάλασσα, απαιτούσε πολιορκητικές γνώσεις, μελέτη και άλλες ικανότητες, πέρα από τη δύναμη. 

Μόλις μια πόλη-κράτος λέει ότι θα σας δηλητηριάσουμε το νερό σας, θα επιτεθούμε νύχτα, θα χρησιμοποιήσουμε τοξότες και άρματα, τότε το σπαρτιάτικο σύστημα καταρρέει. Ο πόλεμος εξελισσόταν, όχι όμως και η Σπάρτη. Συνέχιζαν τις βάρβαρες τακτικές τους με την εγκατάλειψη των ανεπιθύμητων νεογέννητων ή τη δοκιμασία της διαμαστίγωσης. Ίσως είχαν γίνει υπερβολικά σκληροί με τον γενετικό αφανισμό των ασθενέστερων. 

Το 370 π.Χ., οι ενήλικες άντρες είναι μόλις 1.000. Κατά ειρωνικό τρόπο, τα μεγάλα ιδεώδη της Σπάρτης την οδηγούν στον αφανισμό της. Το σύστημα που ανακήρυττε αμάρτημα τη δειλία, είχε οδηγήσει τους καλύτερους πολεμιστές της όχι στα στρατιωτικά συντάγματα αλλά στα νεκροταφεία. Ο ορισμός της δειλίας δεν είχε ακριβώς τη σημερινή έννοια. Δεν σήμαινε αναγκαστικά ότι κάποιος το έβαζε στα πόδια, αλλά γι’ αυτούς, όταν κάποιος επεβίωνε σε μια μάχη, στην οποία όλοι οι άλλοι είχαν σκοτωθεί, αυτό σήμαινε ότι ήσουν δειλός, επειδή έπρεπε και συ να σκοτωθείς. 

Η μείωση του πληθυσμού οφειλόταν επίσης στη μείωση των γεννήσεων, κάτι που συνέβαινε εδώ και μισό αιώνα. Σίγουρα, οι τιμωρίες, σε όσους επισκέπτονταν τη νύχτα γυναίκες, μείωναν κατά πολύ τις πιθανότητες απόκτησης παιδιών. Και αυτό συνέβαλε κατά πολύ στην τραγική μείωση του Σπαρτιάτικου πληθυσμού με το πέρασμα του χρόνου. 

Για έναν υγιή πληθυσμό, οι γυναίκες θα έπρεπε να γεννούν στα 15, 16, 17 και 18 τους, κάτι που ήταν απαραίτητο στις ηλικίες αυτές στον αρχαίο κόσμο, δεδομένων των παιδικών ασθενειών και της αυξημένης παιδικής θνησιμότητας. Άρα, η τακτική που ακολουθούσαν ήταν καταστροφική. Παρόλο που η ελίτ των στρατιωτών είχε συρρικνωθεί, το σπαρτιάτικο σύστημα συνωμοτούσε στην περαιτέρω μείωση των στρατιωτών.


Ήταν πολύ εύκολο το να χάσεις τη θέση σου, παρά να προβιβαστείς. Μπορούσες να υποβιβαστείς επειδή δεν έφτιαχνες καλά το φαγητό για τους συστρατιώτες σου, επειδή έτρεμες στη μάχη, και για ένα σωρό άλλα παραπτώματα. Έτσι, οι Σπαρτιάτες ανέπτυξαν μια πολύ επικίνδυνη μορφή κοινωνίας που αποτελείτο από ανθρώπους που δέχονταν μεγάλη πίεση, αλλά και που τους στερούσαν πολύ εύκολα την τιμή τους. Και όλα αυτά σε μια κοινωνία που η τιμή ήταν το παν. 

Η Σπάρτη επέτρεπε όλα αυτά να συμβαίνουν, αλλά δεν ήταν πρόθυμη να κάνει στροφή στην ιδεολογία της και να προσπαθήσει να φτιάξει μια νέα ελίτ στρατιωτικών, αποκτώντας κάποιον πλούτο. Αυτό ήταν ένα τρομερό λάθος της Σπάρτης. Βλέπουμε, λοιπόν, μια πόλη που δείχνει να μην έχει επαφή με την πραγματικότητα.

Διευκρινίζεται ότι στην Μαντίνεια διεξήχθησαν τρεις μάχες με την κάτωθι χρονολογική σειρά:
  • Το 418 π.Χ στην οποία πολέμησαν Σπαρτιάτες και Αρκάδες εναντίον Αργείων – Μαντίνειων και Αθηναίων και νίκησε ο συνασπισμός των Σπαρτιατών. Η μάχη έγινε στα πλαίσια του Πελοποννησιακού πολέμου και θεωρείται στρατηγικής σημασίας για την μετέπειτα έκβαση του πολέμου.
  • Το 362 π.Χ στην οποία αναφέρεται το παρόν άρθρο.
  • Το 207 π.Χ μεταξύ Σπαρτιατών με αρχηγό τον βασιλέα Μαχανίδα και των Αχαιών με αρχηγό τον Φιλοποίμενα, κατά την οποίαν επεκράτησαν οι Αχαιοί.
Ο Επαμεινώνδας ως ηγέτης της Θήβας κατά την διάρκεια της Θηβαϊκής ηγεμονίας είχε ως στόχο να πλήξει το σπαρτιατικό κύρος, κάτι το οποίο είχε προσπαθήσει ανεπιτυχώς όταν επεχείρησε να αλώσει τη Σπάρτη. Έτσι στράφηκε προς την Μαντίνεια, επειδή εκεί υπήρχε συγκεντρωμένος στρατός Σπαρτιατών, Αθηναίων και Μαντινείων. 

Ήταν προς το συμφέρον της Θήβας να στηρίξει τις αρκαδικές πόλεις εναντίον της Σπάρτης, ώστε να αποδείξει ότι η Βοιωτία ήταν σε θέση να παράσχει προστασία στους συμμάχους της και άρα μπορούσε να αναλάβει την ηγεμονία της Ελλάδας. Στη συμμαχία της Θήβας ανήκαν τότε οι Αργείοι, αρκετοί Αρκάδες, οι Σικυώνιοι, οι Θεσσαλοί, οι Βοιωτοί, οι Ευβοείς, οι Λοκροί και οι Μαλιείς. Στη συμμαχία της Σπάρτης ανήκαν οι Αθηναίοι, οι Ηλείοι, αρκετές πόλεις της Αχαϊας και οι Μαντίνειοι.

Φθάνοντας στην ευρύτερη περιοχή ο Επαμεινώνδας έδωσε εντολή σε ένα τμήμα ιππικού να διατηρήσει όλη τη νύκτα φωτιές σε ένα ύψωμα ορατό από τη Σπάρτη και οδήγησε τον κύριο όγκο του στρατού του με μεγάλη ταχύτητα πίσω στην Τεγέα. Φθάνοντας εκεί, επέτρεψε στους πεζούς να αναπαυθούν και διέταξε τους ιππείς να συνεχίσουν την προέλασή τους ως τη Μαντίνεια, για να κατακόψουν τα βοσκήματα, να καταστρέψουν τα σπαρτά και να αιχμαλωτίσουν ή να σκοτώσουν τους ανθρώπους που θα βρίσκονταν στην ύπαιθρο (ήταν εποχή θερισμού).

Οι Θηβαίοι ιππείς έφθασαν στα σύνορα της Μαντινείας σχεδόν ταυτόχρονα με την είσοδο στην πόλη των Αθηναίων ιππέων, οι οποίο διήνυσαν με μεγάλη σπουδή την απόσταση από την Ελευσίνα ως εκεί. Οι Αθηναίοι, παρόλο που δεν είχαν ακόμη γευματίσει ούτε είχαν δώσει τροφή στα άλογα τους, δέχθηκαν να αντιπαραταχθούν στους αριθμητικά και ποιοτικά υπέρτερους Βοιωτούς και Θεσσαλού εξόρμησαν από τις πύλες, απώθησαν τους εχθρούς και έσωσαν τους ανθρώπους που βρίσκονταν στην ύπαιθρο, καθώς και τα ζώα και τα γεννήματα των Μαντινέων.

Σε λίγο έφθασαν στη Μαντίνεια και οι Αθηναίοι οπλίτες (6.000 άνδρες) και συνολικά οι συγκεντρωμένες αντιβοιωτικές δυνάμεις ανήλθαν σε 20.000 πεζούς και ως 2.000 ιππείς με αρχηγό τον Αγησίλαο Β’. Η είσοδος των Αθηναίων πεζών στη Μαντίνεια απετέλεσε μίαν ακόμη αποτυχία του Επαμεινώνδα, που από την αρχή της εκστρατείας αυτής δεν είχε κάποια επιτυχία.

Εν τω μεταξύ πλησίαζε η λήξη της προθεσμίας που του είχε δοθεί, για να περατώσει την εκστρατεία, λόγω αντίδρασης των Βοιωτών που είχαν κηρυχθεί εναντίον της νέας πολεμικής περιπέτειας και επέτυχαν να περιορίσουν τη διάρκειά της. Έτσι ο Επαμεινώνδας αποφάσισε να επιτεθεί το ταχύτερο εναντίον των εχθρών και να τους πλήξει όσο γινόταν πιο συντριπτικά και να διατηρήσει το κύρος του μεταξύ των Βοιωτών και των συμμάχων τους.


Η Τεγέα και η Μαντίνεια βρίσκονται σε μία πεδιάδα του Αρκαδικού υψιπέδου που έχει μήκος 29 χιλιόμετρα και πλάτος που ποικίλλει από 18 χιλιόμετρα ως 1.800 μέτρα (ανάμεσα στις υψομετρικές καμπύλες των 640 μέτρων). Οι δύο πόλεις απείχαν μόλις 17,5 χιλιόμετρα σε ευθεία γραμμή.

Το στενότερο μέρος της πεδιάδος βρίσκεται σε απόσταση 11 χιλιομέτρων βόρεια από την Τεγέα και 6,5 νότια από τη Μαντίνεια. Ανατολικά και δυτικά από το στενό υψώνονται απότομα δύο βουνά ανατολικά  η Καπνίστρα, που αποτελεί ένα αντέρεισμα του Παρθενίου, δυτικά ο Μύτικας, ένας πρόβολος του Μαινάλου. Βόρεια από το στενό εκτεινόταν ένα δάσος. Όλα αυτά τα στοιχεία καθιστούσαν αυτή τη θέση μια θαυμάσια γραμμή άμυνας της Μαντινείας.

Οι αμυνόμενοι μπορούσαν να εκμεταλλευθούν την κάλυψη του δάσους, για να αποκρύψουν τις κινήσεις τους, τη στενότητα του χώρου, για να εξουδετερώσουν ενδεχόμενη αριθμητική υπεροχή του αντιπάλου, τα υψώματα από τις δύο μεριές του στενού, για να στηρίξουν τις πτέρυγές τους και για να αποφύγουν κύκλωση. Ό Επαμεινώνδας έθεσε σε κίνηση τα τμήματά του το πρωινό της 27ης Ιουνίου (ή της 4ης Ιουλίου) με κατεύθυνση προς βορρά. 

Όταν έφθασε περίπου στη θέση που σήμερα λέγεται Άγιος Βασίλειος σταμάτησε την προέλασή του και παρέταξε τις δυνάμεις του με μέτωπο προς βορρά, με την ακόλουθη σειρά: αριστερά τους Βοιωτούς, στη συνέχεια τους Αρκάδες, έπειτα άλλους Πελοποννησίους, κατόπιν τους Στερεοελλαδίτες και τέλος τους Αργείους στις υπώρειες της Καπνίστρας. Μπροστά από τα κέρατα τοποθετήθηκαν αποσπάσματα ιππικού. Άλλοι ιππείς, ψιλοί και οπλίτες προωθήθηκαν λίγο βορειότερα, για να αποτελέσουν προκάλυψη του κυρίου σώματος.

Τα στρατεύματα του αντίπαλου συνασπισμού κατέλαβαν το στενό: δεξιά οι Μαντινείς και άλλοι Αρκάδες, έπειτα οι Λακεδαιμόνιοι και οι μισθοφόροι τους, στη συνέχεια οι Ηλείοι, οι Αχαιοί, διάφορα μικρά τμήματα και τέλος οι Αθηναίοι. Οι ιππείς τοποθετήθηκαν μπροστά από τους πεζούς: οι Σπαρτιάτες και οι Ηλείοι στο δεξιό, οι Αθηναίοι στο αριστερό. Οι Λακεδαιμόνιοι που έλαβαν μέρος στη μάχη ήταν εκείνοι που έφθασαν στη Μαντίνεια πριν από την εισβολή του Επαμεινώνδα στη Σπάρτη. Οι εννέα λόχοι που αποπειράθηκε να οδηγήσει στη Μαντίνεια ο Αγησίλαος επέστρεψαν στη Σπάρτη και την υπερασπίσθηκαν εναντίον του Επαμεινώνδα.

Έπειτα από αυτή τη δράση τους δεν γίνεται λόγος γι’ αυτούς ούτε για τον Αγησίλαο. Φαίνεται λοιπόν ότι έμειναν στη Σπάρτη όχι μόνο με τον σκοπό να προλάβουν νέα επιδρομή του Επαμεινώνδα, αλλά και διότι η Σπαρτιατική κυβέρνηση ήξερε πλέον τον όγκο των εχθρικών δυνάμεων που παρεμβάλλονταν ανάμεσα στη Λακωνία και στη Μαντίνεια.

Ό Επαμεινώνδας δεν άφησε τον στρατό στην θέση που τον παρέταξε αρχικά, αλλά τον μετακίνησε ΒΔ στις υπώρειες του Μύτικα. Δεν γνωρίζουμε αν είχε προμελετήσει τις διαδοχικές κινήσεις του ή αν τις αποφάσισε έπειτα από επιτόπια μελέτη των τοπογραφικών και τακτικών δεδομένων. Πάντως είναι βέβαιο ότι η αλλαγή θέσεως του προσέφερε σημαντικά πλεονεκτήματα, η διαπίστωση των όποιων μας επιτρέπει να αντιληφθούμε τη σκέψη του Θηβαίου στρατηγού.

Στην μάχη της Μαντινείας ο Επαμεινώνδας διέρρηξε την εχθρική παράταξη ρίχνοντας επάνω της ένα ογκώδες τμήμα του στρατού του με στενό μέτωπο και μεγάλο βάθος. Πρέπει λοιπόν να θεωρηθεί ως απόλυτα βέβαιο ότι αυτό το στοιχείο απετέλεσε από την αρχή αφετηρία και βάση των σχεδίων του. Στην παράταξη που αντιμετώπιζε τώρα ο Επαμεινώνδας υπήρχαν δύο ισχυρά σημεία…….η αριστερή πλευρά του εχθρού, όπου παρατάσσονταν οι Αθηναίοι και η δεξιά, όπου είχαν λάβει θέση οι Μαντινείς και άλλοι βόρειοι Αρκάδες, οι λίγοι Λακεδαιμόνιοι και οι μισθοφόροι των Λακεδαιμονίων.

Ο Επαμεινώνδας προτίμησε να κλονίσει το δεύτερο, επειδή όπως έχει εύλογα υποθέσει, βρισκόταν πολύ κοντά στον δρόμο της Μαντινείας και πλησιέστερα προς την πόλη ώστε αν διέλυε το αριστερό άκρο της εχθρικής παρατάξεως, δεν θα απέκοπτε την υποχώρηση του μεγαλύτερου τμήματος του εχθρού προς τη Μαντίνεια ενώ, αν διέλυε το δεξιό, θα παρεμβαλλόταν ανάμεσα στους υπόλοιπους εχθρούς και στο καταφύγιό τους.

Ο πρώτος λοιπόν λόγος που έκαμε τον Επαμεινώνδα να μετακινήσει την παράταξή του προς τα δυτικά ήταν η πρόθεσή του να φέρει τους Βοιωτούς, που θα χρησιμοποιούσε ως δύναμη κρούσεως, απέναντι στο δεξιό των έχθρων και πιο κοντά τους. Συγχρόνως αυτή η μετακίνηση του έδωσε τη δυνατότητα να προσδώσει στο αριστερό της παρατάξεώς του το βάθος που ήθελε, χωρίς τούτο να γίνει αντιληπτό από τους αντιπάλους, αφού μάλιστα τους απάτησε ως προς τις προθέσεις του με ένα πρόσθετο στρατήγημα. Συγκεκριμένα ο στρατός του Επαμεινώνδα εξετέλεσε τις ακόλουθες κινήσεις.


Η όλη παράταξη έστρεψε επ’ αριστερά και βάδισε προς τα ΒΔ. Όταν η κεφαλή της φάλαγγας έφθασε στους πρόποδες του Μύτικα, οι πρώτοι λόχοι των Βοιωτών κατέθεσαν τα όπλα και υποκρίθηκαν ότι ετοιμάζονταν να καταυλισθούν. Οι επόμενοι λόχοι προχωρούσαν και αυτοί προς τις υπώρειες του βουνού, αριστερά από τους προηγουμένους, σαν να πήγαιναν και αυτοί να στρατοπεδεύσουν. Οι εχθροί, βλέποντας αυτές τις κινήσεις, πείσθηκαν ότι ο Επαμεινώνδας δεν σκόπευε να επιτεθεί εκείνη την ημέρα και έτσι έλυσαν τους ζυγούς, αφοπλίστηκαν και ετοιμάσθηκαν να γευματίσουν.

Οι Αρκάδες πήραν θέση αμέσως πίσω από τους Βοιωτούς που φαίνονταν από τον εχθρό και στη συνέχεια τα άλλα συμμαχικά τμήματα. Όταν σταμάτησαν και οι Αργείοι, που αποτελούσαν την οπισθοφυλακή, όλος ο στρατός του Επαμεινώνδα εξετέλεσε στροφή προς τα δεξιά. Τώρα όμως η παράταξή του παρουσίαζε τα ακόλουθα χαρακτηριστικά: δεν ήταν πια παράλληλη με την αντίπαλη, αλλά σχημάτιζε μαζί της μια γωνία, το ενισχυμένο κέρας της ήταν κοντά στο τμήμα της εχθρικής παρατάξεως που επρόκειτο να πλήξη και παρουσίαζε μια αιχμή προς την κατεύθυνσή του.

Αν ο Επαμεινώνδας έδιδε στο ενισχυμένο κέρας βάθος 50 στοίχων, όπως στα Λεύκτρα, αυτό θα είχε μέτωπο 140 ασπίδων. Οι υποθέσεις που έχουν διατυπωθεί αναφορικά με το βάθος και το μήκος του κέντρου και του δεξιού στηρίζονται σε παραδοχές εξαιρετικά ελαστικές και επί πλέον έχουν αγνοήσει το γεγονός ότι ο Επαμεινώνδας χρησιμοποίησε άγνωστο αριθμό οπλιτών έκτός από τη φάλαγγα.

Μπροστά από την παράταξη των οπλιτών πήρε θέση ο κύριος όγκος του ιππικού μαζί με «αμίππους», δηλαδή πεζούς με ελαφρύ οπλισμό, ειδικά εκπαιδευμένους να συνεργάζονται στενά με το ιππικό. Τέλος κάπου παράμερα περίμενε το τμήμα προκαλύψεως που όπως ελέχθη αποτελούσαν ιππείς, ψιλοί και οπλίτες. Ή διαγώνια διάταξη που έδωσε ο Επαμεινώνδας στη φάλαγγα των οπλιτών του σε σχέση με την αντιμέτωπη αποτελεί μιαν από τις διαφορές που παρουσιάζει ή μάχη της Μαντινείας σε σύγκριση μέ τη μάχη των Λεύκτρων.

Αυτή ή διάταξη εκφράζεται κυριολεκτικά με τον όρο «λοξή φάλαγξ», η χρησιμοποίηση του οποίου στη μάχη των Λεύκτρων από τον Διόδωρο είναι αδικαιολόγητη και πρέπει να θεωρηθεί ως μία από τις συνηθισμένες ανακρίβειες που έχουν οι περιγραφές μαχών από τον Διόδωρο (παρασύρεται από τον Έφoρo αρχαίο ιστορικό από την Κύμη που έζησε από το 400 π.Χ – 330 π.Χ, από τον οποίον και αντλεί στοιχεία).

Η ιδέα της λοξής φάλαγγας προεκτείνει μιαν άλλη ιδέα του Επαμεινώνδα, περισσότερο βασική: την μη εμπλοκή στη μάχη του κέντρου και του δεξιού της παρατάξεώς του, η οποία υπαγορευόταν από διάφορους λόγους, με πρωταρχικό την έλλειψη εμπιστοσύνης στην πίστη ή στις μαχητικές ικανότητες των συμμάχων. Χωρίς να συγκρούονται με τα αντίπαλα τμήματα, το κέντρο και το δεξιό τα κρατούσαν στη θέση τους εκπνέοντας τους τον φόβο ότι θα τα προσέβαλλαν και μάλιστα από τα πλάγια, αν επιχειρούσαν να μετακινηθούν για να βοηθήσουν το φίλιο κέρας που υπέφερε.

Δεύτερη διαφορά ανάμεσα στις μάχες των Λεύκτρων και της Μαντινείας είναι ήαιχμηρότητα του ενισχυμένου κέρατος. Ωστόσο δεν πρόκειται για νεωτερισμό του Επαμεινώνδα, διότι ο Πελοπίδας διέρρηξε κοντά στην Τεγύρα παράταξη Λακεδαιμονίων με τον ιερό λόχο σε σχήμα σφήνας και ακόμη παλαιότερα ο Ιάσων των Φερών είχε πειραματιστεί με ρομβοειδείς συντάξεις ιππικού. Επίσης οι άμιπποι είχαν κάποιο παρελθόν.

Τρίτη διαφορά ανάμεσα στις δύο μεγάλες μάχες του Επαμεινώνδα είναι η χρησιμοποίηση στη δεύτερη από αυτές μεικτού αποσπάσματος προκαλύψεως. Με αυτό είχε σκοπό να παρεμποδίσει τούς Αθηναίους να βοηθήσουν το τμήμα της φιλίας παρατάξεως πού θα δεινοπαθούσε από τη δράση του ενισχυμένου εχθρικού κέρατος.

Τέταρτη διαφορά ήταν ότι ο Επαμεινώνδας μεταχειρίσθηκε στη Μαντίνεια τέχνασμα, για να εξαπατήσει τους εχθρούς ως προς τις προθέσεις του. Έτσι τούς έκαμε να λύσουν τις γραμμές τους πριν την επίθεσή και να χαλαρώσουν ψυχικά και πνευματικά.

Μόλις συμπληρώθηκαν οι μετακινήσεις και αναδιατάξεις των τμημάτων του, ο Επαμεινώνδας έδωσε το σύνθημα της επιθέσεως αιφνιδιάζοντας τούς εχθρούς. Όσοι δεν είχαν ακόμη αφοπλισθεί έτρεχαν στις θέσεις τους οι άλλοι φορούσαν βιαστικά τις πανοπλίες τους οι ιππείς χαλίνωναν τα άλογα και «όλοι έμοιαζαν με ανθρώπους πού μάλλον περίμεναν να πάθουν παρά να προξενήσουν κακό». Εν τω μεταξύ τα τμήματα του Επαμεινώνδα ξεκινούσαν. Στο αριστερό προπορευόταν ένα ισχυρό απόσπασμα ιππικού, ίσως από 1.500 άνδρες, σε σχήμα εμβόλου που συνοδευόταν από ισάριθμους άμιππους.


Πίσω βάδιζε το ενισχυμένο αριστερό της φάλαγγας των οπλιτών, επίσης σαν έμβολο τα τμήματα που σχημάτιζαν το κέντρο και το δεξιό διατάχθηκαν κλιμακωτά και προχωρούσαν διατηρώντας τη λοξότητα της παρατάξεώς τους. Συγχρόνως το μικτό απόσπασμα προκαλύψεως εξορμούσε προς την κατεύθυνση των Αθηναίων με εντολή να τούς εμποδίσει να βοηθήσουν το δεξιό της φιλίας παρατάξεως, πού επρόκειτο να δεχθεί το κύριο βάρος της επιθέσεως.

Αυτό το απόσπασμα χωρίσθηκε σε δύο ομάδες : η μία, πού είχε πολλούς ιππείς, ίσως περισσότερους από 1.000, και ισάριθμους άμίππους, εξαπέλυσε μετωπική επίθεση εναντίον του αθηναϊκού ιππικού η άλλη, πού είχε κυρίως ψιλούς (Αινιάνες, Μαλιείς και άλλους ορεσίβιους) και οπλίτες (Ευβοείς) και λιγότερους ιππείς, έσπευσε να καταλάβει υψώματα στο αριστερό των Αθηναίων.

Οι αντίπαλοι διέθεταν συνολικά 2.000 ιππείς, εκ των οποίων καλύτεροι ήταν οι Αθηναίοι ενώ οι υπόλοιποι ήταν πολύ κατώτεροι από τούς Θεσσαλούς και τους Βοιωτούς. Επιπλέον δεν είχαν την υποστήριξη αμίππων και δεν ήταν εξασκημένοι να αντιμετωπίζουν συνδυασμένες επιθέσεις ιππέων και ψιλών. Τέλος είχαν παραταχθεί, μπροστά από τα δύο κέρατα της φάλαγγας των οπλιτών, κατά τον συνηθισμένο τρόπο, δηλαδή σε βάθος έξι ίππων.

Για όλους αυτούς τούς λόγους υπέκυψαν στις επιθέσεις των Βοιωτών και των Θεσσαλών. Για τούς Αθηναίους πού κάλυπταν τους πεζούς συμπολίτες τους, στο αριστερό, αναφέρεται ότι υποχώρησαν με τάξη. Οι δε Βοιωτοί ιππείς στράφηκαν εναντίον των Αθηναίων οπλιτών, επιδιώκοντας να τούς υπερφαλαγγίσουν. 

Συγχρόνως κινήθηκαν με τον ίδιο σκοπό οι ψιλοί, οι οπλίτες και οι ιππείς που είχαν προκαταλάβει τα υψώματα. Οι αμυνόμενοι άρχιζαν να κάμπτονται, όταν κατέφθασε απόσπασμα Ηλείων ιππέων, που φαίνεται ότι εκτελούσε χρέη εφεδρείας. Αυτοί απέκρουσαν τους Βοιωτούς, αφού τους προκάλεσαν απώλειες. Τον ίδιο καιρό το αθηναϊκό ιππικό επενέβαινε πάλι στη μάχη και εξόντωνε τα εχθρικά τμήματα που έρχονταν από τα υψώματα.

Ενώ οι Αθηναίοι, ενισχυμένοι από το ιππικό των Ηλείων, απέκρουαν τελικά την εναντίον τους επίθεση, οι Αρκάδες και οι Λακεδαιμόνιοι οπλίτες, στο άλλο άκρο της παρατάξεως, υπέκυπταν, αφού δέχθηκαν πρώτα το βάρος του εχθρικού ιππικού, που είχε πια απωθήσει το φίλιο, και στη συνέχεια των Βοιωτών οπλιτών που κατέφθασαν πυκνά συνταγμένοι σε σχήμα εμβόλου. Οι τάξεις των αμυνόμενων αραίωσαν από την ώθηση, τις διεισδύσεις των επιτιθεμένων, τους βαρείς τραυματισμούς, τους θανάτους, τις υποχωρήσεις και στο τέλος υπέκυψαν παρασύροντας το κέντρο της παρατάξεώς τους που δεν είχε υποστεί καμία επίθεση ως τώρα.

Εκείνη όμως τη στιγμή τραυματίσθηκε θανάσιμα ο Επαμεινώνδας και οδηγήθηκε στο στρατόπεδο, όπου εξέπνευσε. Οι άνδρες του έχασαν το θάρρος τους μόλις έμαθαν το δυσάρεστο γεγονός και σταμάτησαν τη δίωξη των αντιπάλων επιστρέφοντας στο στρατόπεδο ως να είχαν ηττηθεί. Ορισμένα τμήματα αμίππων που προχώρησαν πολύ βαθιά στα νώτα του εχθρού δεν αντελήφθησαν τι γινόταν, απομονώθηκαν ενώ προσήγγιζαν τους Αθηναίους και οι πιο πολλοί από αυτούς σκοτώθηκαν .

Έτσι καμία παράταξη δεν νίκησε στο σύνολό της. Νικητές και ηττημένοι υπήρχαν και στις δύο πλευρές. Οι Θηβαίοι από τη μία και οι Αθηναίοι από την άλλη θεώρησαν τους εαυτούς των νικητές, επειδή έμειναν κύριοι του πεδίου, όπου έστησαν μάλιστα και τρόπαια. Οι ίδιοι όμως είχαν αφήσει νεκρούς σε σημεία του πεδίου της μάχης που εγκατέλειψαν. Σύμφωνα με τις ελληνικές αντιλήψεις, αίτηση ανακωχής για την ταφή των νεκρών σήμαινε αναγνώριση της ήττας.

Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ

Στην πιο αδύναμη φάση της, η Σπάρτη πρέπει να αντιμετωπίσει τη μεγαλύτερη πρόκληση. Για πρώτη φορά στην ιστορία της, η αποδυναμωμένη Σπάρτη δέχεται εισβολή και αναγκάζεται να υπερασπιστεί τον εαυτό της στα ίδια της τα εδάφη. Ο Επαμεινώνδας, ο οραματιστής Θηβαίος στρατηγός είχε ένα νέο όραμα. Να αλλάξει τον χάρτη της Πελοποννήσου και να αποκόψει τη δύναμη της Σπάρτης από την πηγή της. Δεν ήθελε μόνο να διαλύσει τη φυσική της δύναμη, αλλά να συντρίψει τον μύθο της σπαρτιάτικης ανωτερότητας. 

Καταλάβαινε ότι η Σπάρτη δεν θα μπορούσε να υπάρξει, αν καταστρεφόταν η παραδοσιακή της ισορροπία, δηλαδή, αν απελευθερώνονταν οι είλωτες. Για την επιβίωσή τους, ήταν άμεσα εξαρτημένοι από τα εργατικά χέρια τους. Χωρίς τη Μεσσηνία, η Σπάρτη δε θα διέθετα πλέον τα μέσα για να είναι μια μεγάλη δύναμη. Με την κάλυψη των συμμάχων του, δηλαδή της Αθήνας, της Κορίνθου και του Άργους, ο Επαμεινώνδας ξεκίνησε την πρώτη φάση του σχεδίου του για την καταστροφή της Σπάρτης.


Στις αρχές του 369 π.Χ., καταφθάνει στη Μεσσηνία κι ανακοινώνει ότι οι Μεσσήνιοι δεν είναι πλέον Είλωτες, αλλά επιστρέφουν στις ρίζες τους, ως ελεύθεροι και ανεξάρτητοι Έλληνες. Συνέβη όπως και στις Νότιες πολιτείες της Αμερικής, όπου τη μια μέρα οι μαύροι ήταν σκλάβοι και την επόμενη ήταν πολίτες στην ίδια τους τη πολιτεία. Ο Επαμεινώνδας και οι δυνάμεις του παρέμειναν στη Μεσσηνία 4 μήνες κι οι ελεύθεροι πια είλωτες, που πιθανόν αριθμούσαν τους 250.000, χτίζουν ένα τεράστιο τείχος γύρω από τη νέα πόλη-κράτος, τη Μεσσήνη. 

Οι Μεσσήνιοι, απόγονοι τόσων γενιών Ειλώτων, που είχαν οδηγήσει τη Σπάρτη στη δόξα, με κόστος την ίδια τους την ελευθερία και τη ζωή, ήταν πλέον στην ευχάριστη θέση να βιώσουν το θάνατο της μεγάλης σπαρτιάτικης πολιτικής. Αυτό που οι Σπαρτιάτες προσπαθούσαν να αποφύγουν για αιώνες, δηλαδή την ανεξαρτησία της Μεσσηνίας, ήταν ακριβώς αυτό που συνέβη. Και ενώ οι είλωτες έχτιζαν τα τείχη της Μεσσήνης, ο Επαμεινώνδας προχώρησε στη δεύτερη φάση του πολεμικού του σχεδίου.

Οι συμμαχικές δυνάμεις οχύρωσαν μια στρατηγική πόλη στα σύνορα της Αρκαδίας: τη Μεγαλόπολη. Ήταν ακόμα μια μεγάλη και ισχυρή πόλη, καλά οχυρωμένη και στα χέρια ανθρώπων που είχαν κάθε λόγο να φοβούνται την αναβίωση της Σπάρτης. Φρόντισαν η Σπάρτη να μην αποκτήσει ξανά τη δύναμη που διέθετε κάποτε. Από αυτή τη στιγμή και μετά, η Σπάρτη γίνεται ένας δεινόσαυρός.

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΣΠΑΡΤΗΣ

Ο Επαμεινώνδας είναι τώρα έτοιμος για εισβολή. Έχει στριμώξει τη Σπάρτη και διαθέτει 70.000 στρατό. Ήταν ένας πανέξυπνος άνθρωπος, επειδή δημιούργησε έναν στρατό που διψούσε για εκδίκηση. Αυτή ήταν η πρώτη μάχη σε λακωνικό έδαφος, μετά από 600 χρόνια. Λεγόταν ότι για 600 χρόνια οι Σπαρτιάτισσες δεν είχαν δει καπνό από εχθρικά πυρά. Αυτό όμως είχε τελειώσει. 

Έτσι η Σπάρτη αναγκάστηκε να κάνει κάτι πρωτοφανές: να υποχωρήσει. Έτσι έγινε η δεύτερη μεγαλύτερη δύναμη του Ελληνικού κόσμου. Η εξέλιξη της ιστορίας ήταν εναντίον της Σπάρτης, όπως η δημογραφία και η γεωγραφία. Η τύχη της την εγκατέλειψε όταν εμφανίστηκε ο Επαμεινώνδας. Μετά την απελευθέρωση της Μεσσηνίας το 370 π.Χ., η Σπάρτη δεν θα έφτανε ποτέ ξανά τις δόξες που κάποτε απολάμβανε στον Ελληνικό κόσμο. Έπεσαν από το θρόνο τους. 

Είχαν ζήσει σ’ ένα καλά σφραγισμένο περιβάλλον, όπου ανακύκλωναν τις αρετές τους και απέφευγαν τη διαφθορά και τους πειρασμούς που έρχονταν από έξω. Ενώ άλλες πόλεις-κράτη προβάλλονταν τώρα, η Σπάρτη έγινε η σκιά του παλαιότερου εαυτού της. Μετατράπηκε σ’ ένα είδος ζωντανού μουσείου. Μάλιστα, στους ρωμαϊκούς χρόνους, έγινε κάτι σαν θεματικό πάρκο, όπου ηγέτες όπως ο Αδριανός έρχονταν στη Σπάρτη για να παρατηρήσουν και να θαυμάσουν τον τρόπο ζωής των ντόπιων.

ΣΥ­ΝΕΠΕΙ­ΕΣ ΤΟ­Υ­ ΠΟ­ΛΕΜΟ­Υ­

Πο­ιε­ς ήτα­ν­ ο­ι ε­πιπτώ­σε­ις α­υ­το­ύ το­υ­ μα­κρο­χρόν­ιο­υ­ πο­λέ­μο­υ­, πο­υ­ α­πο­τέ­λε­σε­ στα­θμό στη­ν­ ιστο­ρί­α­ τη­ς α­ρχα­ί­α­ς Ελλάδα­ς; Τρε­ις σχε­δόν­ δε­κα­ε­τί­ε­ς ε­ν­όπλω­ν­ συ­γκρο­ύσε­ω­ν­ ε­ί­χα­ν­ α­φήσε­ι τη­ν­ Αθήν­α­ η­ττη­μέ­ν­η­, ο­ικο­ν­ο­μικά κα­τε­στρα­μμέ­ν­η­ κα­ι χω­ρί­ς η­θικό, α­ν­α­τρέ­πο­ν­τα­ς τη­ν­ ισο­ρρο­πί­α­ με­ τη­ν­ Πε­ρσική  Αυ­το­κρα­το­ρί­α­. Η η­γε­μο­ν­ί­α­ τη­ς ε­ί­χε­ χα­θε­ί­ κα­ι, μα­ζί­ με­ τη­ν­ πο­λιτική, έ­χα­σε­ κα­ι τη­ν­ πο­λιτιστική η­γε­σί­α­ τη­ς Ελλάδα­ς. Ό­μω­ς κα­ι ο­ι ν­ικη­τέ­ς δε­ν­ ήτα­ν­ σε­ κα­λύτε­ρη­ κα­τάστα­ση­ κα­ι γρήγο­ρα­ α­πο­δε­ί­χθη­κε­ ότι 
δε­ν­ ήτα­ν­ ικα­ν­ο­ί­ ν­α­ δια­τη­ρήσο­υ­ν­ τη­ν­ πα­ν­ε­λλήν­ια­ η­γε­μο­ν­ί­α­ .

Μια­ πο­λύ ση­μα­ν­τική ε­πί­πτω­ση­ ήτα­ν­ το­ γε­γο­ν­ός, ότι έ­ν­α­ «τρί­το­ μέ­ρο­ς», ο­ι Πέ­ρσε­ς, ε­ί­χε­ πα­ρέ­μβε­ι στη­ σύγκρο­υ­ση­, ε­πιδιώ­κο­ν­τα­ς το­υ­ δικο­ύς το­υ­ στόχο­υ­ς, τη­ν­ α­ν­άκτη­ση­ δη­λα­δή τω­ν­ πε­ριο­χώ­ν­ πο­υ­ ε­ί­χα­ν­ χα­θε­ί­ λιγότε­ρο­ α­πό έ­ν­α­ν­ α­ιώ­ν­α­ πριν­. Με­ το­ν­ πε­ριζήτη­το­ χρυ­σό πο­υ­ προ­σέ­φε­ρα­ν­, κέ­ρδισα­ν­ τη­ν­ α­ν­α­γν­ώ­ριση­ τω­ν­ δικα­ιω­μάτω­ν­ το­υ­ς ε­πί­ τω­ν­ ε­λλη­ν­ικώ­ν­ πόλε­ω­ν­ τη­ς Ιω­ν­ί­α­ς. Κα­ν­έ­ν­α­ς δε­ θα­ μπο­ρο­ύσε­ ν­α νικήσε­ι στο­ν­ Πε­λο­πο­ν­ν­η­σια­κό Πόλε­μο­ χω­ρί­ς τα­ χρήμα­τα­ τω­ν­ Πε­ρσώ­ν­. 

Οι ν­ικη­τέ­ς α­ν­έ­λα­βα­ν­ το­ ρόλο­ ε­ν­α­ν­τί­ο­ν­ το­υ­ ο­πο­ί­ο­υ­ υ­πο­τί­θε­τα­ι ότι ε­ί­χα­ν­ πο­λε­μήσε­ι κα­ι προ­σπάθη­σα­ν­ ν­α­ φέ­ρο­υ­ν­ κάτω­ α­πό τη­ν­ ε­ξο­υ­σί­α­ το­υ­ς τις πόλε­ις πο­υ­ ε­ί­χα­ν­ «ε­λε­υ­θε­ρώ­σε­ι».Επιπτώ­σε­ις υ­πήρξα­ν­ κα­ι στη­ μο­ρφή πο­υ­ πήρα­ν­ ο­ι πο­λε­μικέ­ς ε­πιχε­ιρήσε­ις. Τε­λε­ί­ω­σα­ν­ ο­ι η­μέ­ρε­ς τω­ν­ η­ρω­ικώ­ν­ μα­χώ­ν­ τω­ν­ Πε­ρσικώ­ν­ πο­λέ­μω­ν­, τα­ α­πο­τε­λέ­σμα­τα­ τω­ν­ ο­πο­ί­ω­ν­ κριν­ότα­ν­ με­ μια­ α­πο­φα­σιστική σύγκρο­υ­ση­. Ο α­γώ­ν­α­ς ε­πε­κτάθη­κε­ σε­ ν­έ­ο­υ­ς φο­ν­ικο­ύς κα­ι δα­πα­ν­η­ρο­ύς ο­ρί­ζο­ν­τε­ς κα­ι ο­ πόλε­μο­ς έ­χα­σε­ κάθε­ η­θικό φρα­γμό. Η πο­λύχρο­ν­η­ πο­λε­μική α­ν­τιπα­ράθε­ση­ δε­ δη­μιο­ύργη­σε­ ν­έ­ε­ς μο­ρφέ­ς πο­λε­μικής τέ­χν­η­ς.

Εισήγα­γε­ στη­ν­ Ελλάδα­ τη­ν­ έ­ν­ν­ο­ια­ το­υ­ ε­πα­γγε­λμα­τί­α­ στρα­τιώ­τη­. Κα­τά τη­ διάρκε­ια­ το­υ­ μα­κρο­χρόν­ιο­υ­ πο­λέ­μο­υ­, ο­ι πο­λί­τε­ς, πο­υ­ κάπο­τε­ κα­λο­ύν­τα­ν­ υ­πό τα­ όπλα­ σε­ πε­ρί­πτω­ση­ κιν­δύν­ο­υ­, υ­πη­ρε­το­ύσα­ν­ συ­ν­ε­χώ­ς στο­υ­ς στρα­το­ύς, με­τα­τρέ­πο­ν­τα­ς το­υ­ς σε­ μόν­ιμα­ σώ­μα­τα­ κα­ι πε­ρν­ώ­ν­τα­ς με­γάλα­ χρο­ν­ικά δια­στήμα­τα­ μα­κριά α­πό τα­ σπί­τια­ το­υ­ς. Αυ­τό α­ν­α­πόφε­υ­κτα­ δη­μιο­ύργη­σε­ το­ν­ ε­πα­γγε­λμα­τισμό.


Το­ πρα­γμα­τικό σύστη­μα­ τω­ν­ μισθο­φόρω­ν­, πο­υ­ έ­γιν­ε­ ση­μα­ν­τικός πα­ράγο­ν­τα­ς τη­ς Ελλη­ν­ικής ιστο­ρί­α­ς, ήτα­ν­ κυ­ρί­ω­ς προ­ϊ­όν­ το­υ­ Πε­λο­πο­ν­ν­η­σια­κο­ύ Πο­λέ­μο­υ­. Οι πο­λιτικο­ί­ ε­ξόριστο­ι κα­ι ο­ι ε­πα­γγε­λμα­τί­ε­ς
στρα­τιώ­τε­ς πο­υ­ βρέ­θη­κα­ν­ χω­ρί­ς ε­ργα­σί­α­, έ­γιν­α­ν­ μισθο­φόρο­ι, έ­το­ιμο­ι ν­α­ υ­πη­ρε­τήσο­υ­ν­ όπο­ιο­ν­ το­υ­ς πλήρω­ν­ε­ κα­λύτε­ρα­. Πο­λλο­ί­ α­πό α­υ­το­ύς κα­τέ­φυ­γα­ν­ στη­ν­ Πε­ρσί­α­. Δε­κα­τρε­ί­ς χιλιάδε­ς α­πό α­υ­το­ύς το­υ­ς μισθο­φόρο­υ­ς, ο­ι θρυ­λικο­ί­ Μύριο­ι υ­πό το­ν­ Αθη­ν­α­ί­ο­ Ξε­ν­ο­φώ­ν­τα­, φί­λο­ κα­ι μα­θη­τή το­υ­ Σω­κράτη­, πέ­τυ­χα­ν­ το­ μυ­θικό το­υ­ς κα­τόρθω­μα­ στα­ βάθη­ τη­ς Πε­ρσί­α­ς, πο­υ­ όπω­ς συ­μφω­ν­ο­ύν­ πο­λλο­ί­ ιστο­ρικο­ί­ άν­ο­ιξε­ το­ δρόμο­ το­υ­ Με­γάλο­υ­ Αλε­ξάν­δρο­υ­.

Οι ν­ί­κε­ς τω­ν­ Ελλήν­ω­ν­ στο­υ­ς Πε­ρσικο­ύς πο­λέ­μο­υ­ς ε­ί­χα­ν­ φέ­ρε­ι το­ κέ­ν­τρο­ το­υ­ α­ρχα­ί­ο­υ­ κόσμο­υ­ στη­ν­ Ελλάδα­. Η φθο­ρά το­υ­ Πε­λο­πο­ν­ν­η­σια­κο­ύ Πο­λέ­μο­υ­ με­τα­τόπισε­ το­ κέ­ν­τρο­ α­υ­τό στη­ν­ Πε­ρσί­α­ κα­ι στο­ν­ Ελλη­ν­ισμό τη­ς Δύση­ς. Η κα­τάστα­ση­ α­υ­τή δια­τη­ρήθη­κε­, μέ­χρι το­ ν­έ­ο­ κα­ι σφριγη­λό Ε­λλη­ν­ικό βα­σί­λε­ιο­ τη­ς Μα­κε­δο­ν­ί­α­ς ν­α­ α­ν­α­λάβε­ι τη­ν­ η­γε­μο­ν­ί­α­ τη­ς Ελλάδα­ς κα­ι ν­α­ φέ­ρε­ι το­ν­ Ελλη­ν­ικό πο­λιτισμό μέ­χρι τη­ν­ Ιν­δική χε­ρσόν­η­σο­.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Αν θα θέλαμε να κάνουμε έναν απολογισμό για τα όσα επέφερε αυτός ο πόλεμος στον Ελληνικό χώρο, σίγουρα το πρώτο που θα αναφέραμε ήταν η διάσπαση της ενότητας που επικράτησε κατά τους Περσικούς πολέμους (492-479 π.Χ.) που έληξαν με το θρίαμβο των ενωμένων Ελλήνων. Ο Ηρόδοτος ο Αλικαρνασσέας (5ος αι. π.Χ.), ο πατέρας της Ιστορίας, «pater historiae” τον αποκαλεί ο Ρωμαίος Κικέρωνας, μας περιγράφει αυτούς τους πολέμους στο έργο του “Ηροδότου Ιστορίαι» και στα Δ΄ (Μελπομένη), Ε΄ (Τερψιχόρη), ΣΤ΄(Ερατώ), Ζ΄ (Πολύμνια), Η΄ (Ουρανία), Θ΄ (Καλλιόπη) βιβλία του έργου του. 

Εδώ, οφείλουμε να διευκρινίσουμε και να επισημάνουμε ότι μιλώντας για ενωμένους Έλληνες εννοούμε συμμαχικά, μέσα από την πολιτειακή και διοικητική οργάνωση των Ελλήνων σε πόλεις - κράτη, γιατί οι αρχαίοι Έλληνες ήδη διέθεταν κοινή εθνική συνείδηση και ταυτότητα, πολύ πριν τους Περσικούς, η οποία διατηρείται ανόθευτη και γνήσια σε μια αδιάσπαστη συνέχεια μέχρι τις μέρες μας, για την οποία είμαστε όλοι υπερήφανοι.

Σημαντική παράμετρος για να αντιληφθούμε πλήρως τη σημασία αυτού του πολέμου για τους Έλληνες είναι τα όσα μας εξηγεί ο Θουκυδίδης με επιστημονική αντικειμενικότητα και αμεροληψία, βασισμένος σε αποδεικτικά στοιχεία που πείθουν για την αλήθεια των καταγραφών του. Η σφοδρότητα και η αγριότητα του Πελοποννησιακού πολέμου οδήγησαν το μεγάλο αρχαίο Έλληνα ιστορικό, τον Αθηναίο Θουκυδίδη, το μεγαλύτερο ιστορικό της αρχαιότητας με διαχρονική λάμψη και παγκόσμια ακτινοβολία του πρότυπου επιστημονικού έργου του, να αποφασίσει να τον καταγράψει. 

Όπως αναφέρει ο Θουκυδίδης στο προοίμιο του έργου του «Ιστορίαι», τη στιγμή που ξέσπασε ο πόλεμος Αθηναίων και Λακεδαιμονίων και των συμμάχων τους, οι δυο αντιμαχόμενες πλευρές βρίσκονταν στην ακμή της δύναμής τους, ήταν καλά προετοιμασμένοι και οι υπόλοιποι Έλληνες έπαιρναν το μέρος ή ήταν έτοιμοι να εισχωρήσουν στη μια ή στην άλλη παράταξη. Αυτό το γεγονός έκανε τον Θουκυδίδη να τον αξιολογήσει ως τον πιο σημαντικό και τον πιο σπουδαίο απ’ όσους προηγήθηκαν, και από τον Τρωικό και από τους Περσικούς. 

Επίσης, η πρωτοφανής ένταση του πολέμου, η μεγάλη διάρκειά του, ο εκτενής χώρος διεξαγωγής και ανάπτυξης πολεμικών επιχειρήσεων σε στεριά και θάλασσα, ήταν παράγοντες που τον προκάλεσαν να ξεκινήσει αυτό το σημαντικότατο αλλά και πρότυπο και πρωτότυπο ωςπρος την αντιμετώπιση του γεγονότος πόνημα. Έτσι, ξεκίνησε τη συγγραφή του κατά τη διάρκεια της διεξαγωγής του πολέμου, αμέσως μετά την έναρξή του, όπως καταμαρτυρεί ο ίδιος. 

Επανερχόμενοι στις συνέπειες και στα αποτελέσματα του Πελοποννησιακού πολέμου θα προσθέταμε σε ανθρωπιστικό και ηθικό επίπεδο και σε επίπεδο δικαιοσύνης και αισθήματος δικαίου ότι τα ήθη εξαχρειώθηκαν και εξαγριώθηκαν, αξίες διαχρονικές εκφυλίστηκαν και διασύρθηκαν, αρχές πατροπαράδοτες καταπατήθηκαν, συμφωνίες παραβιάστηκαν, η ασέβεια και η επιορκία επικράτησαν ανάμεσα σε υποκριτές «συμμάχους», η γλώσσα παραποιήθηκε ως προς το νόημα και την αυθεντικότητά της, η ανθρωπιά εξαφανίστηκε.

Η κακοποίηση ανθρώπων, κοινωνιών, πόλεων - κρατών, πολιτισμικών κατακτήσεων συμπυκνώνει τα όσα διαπράχθηκαν. Έγιναν άδικες και ανόσιες πράξεις και από τις δυο πλευρές, βαρβαρότητες, αγριότητες, δεν υπήρξε έλεος και οίκτος. Η λογική και το μέτρο των μετριοπαθών και ειρηνόφιλων πλευρών και των δυο στρατοπέδων συχνά παραμερίζονταν από τη δύναμη των λόγων του πάθους και των άκρων των πολεμοχαρών και σκληροπυρηνικών που εξοστράκιζαν οποιαδήποτε ελπίδα άμεσης και ειρηνικής διευθέτησης των όποιων προβλημάτων.

Συμφέρον όσων υποστήριζαν και επιζητούσαν αυτόν τον πόλεμο ήταν να διατηρήσουν την αντιπαλότητα, το μίσος, την εχθρότητα, την όξυνση στις σχέσεις των αντιμαχόμενων πλευρών.


Τα κίνητρα ήταν η απόκτηση δύναμης και εξουσίας, ο έλεγχος, η κυριαρχία, η εξουδετέρωση των αντιπάλων. Η διαπλοκή, οι μυστικές συνεννοήσεις, η διπλωματία, η προσωπική φιλοδοξία του καθενός από τους πρωταγωνιστές, η διπλοπροσωπία, η δημαγωγία, η εκμετάλλευση προς ίδιον όφελος, η διαφθορά των ηθών και η κατάπτωση της ηθικής αξίας, ο χρηματισμός, η εξαγορά των αντιπάλων, η προδοσία, ήταν αναμφισβήτητα χαρακτηριστικά αυτού του πολέμου.

Πέρα από τα προαναφερόμενα, σημαντικότατες υπήρξαν και οι κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες και η πολιτισμική ανάσχεση. Από αυτήν την πολεμική στάση πληθυσμοί χάθηκαν, η γη έμεινε ακαλλιέργητη, το εμπόριο μαράζωσε και η δημιουργική δραστηριότητα γενικά εκτοπίστηκε αφού οι προϋποθέσεις και οι συνθήκες ευημερίας, προόδου, εξέλιξης και ευδαιμονίας ευημερούν μόνο σε περίοδο ειρήνης και αρμονικής συνύπαρξης των ανθρώπων.

Με άλλα λόγια, ο πολιτισμός έμεινε στάσιμος και η οπισθοδρομικότητα επήλθε σ’ όλα τα επίπεδά του και τις εκφράσεις του. Επιπλέον, εξετάζοντας τις επιπτώσεις στα αντίπαλα δέη, ανεπηρέαστο δεν έμεινε το πολιτικό και πολιτειακό επίπεδο. Η Αθηναϊκή δημοκρατία καταπατήθηκε και υπέστη φθορά. Αυτό τεκμηριώνεται με τα εξής: Δημιουργήθηκε πρόσφορο έδαφος για την εκδήλωση δημαγωγικών στάσεων, ο Αθηναϊκός λαός μετατράπηκε σε όχλο.

Με την ολιγαρχική μεταρρύθμιση με το καθεστώς των 400, με το καθεστώς των 5000 (410 π.Χ.). Αυτήν την περίοδο οι συνέπειες της αποτυχημένης Σικελικής εκστρατείας (415-413 π.Χ.) προκάλεσαν έντονες εσωτερικές αντιδράσεις και αντιπαραθέσεις στο πολιτικό σκηνικό, που, παρόλο που είχαν ως στόχο και απαιτούσαν τον περιορισμό των δημαγωγικών δραστηριοτήτων που απέβαιναν όχι εις όφελος της πόλης, προκάλεσαν ολιγαρχική μεταρρύθμιση του πολιτεύματος και του πολιτειακού καθεστώτος. 

Κατά τον Αριστοτέλη, αυτή η πολιτειακή μετατροπή πήρε εκτάσεις τρομοκράτησης της δημοκρατικής παράταξης, επιβολής ομάδας της ολιγαρχικής παράταξης, η εξουσία ασκούνταν ουσιαστικά από τη Βουλή των 400, τα μέλη της Εκκλησίας του δήμου περιορίστηκαν στους 5000 πολίτες, οι οποίοι «χρήμασι καί σώμασι» είχαν τη δυνατότητα να ωφελούν περισσότερο την πόλη, οι άρχοντες δεν κληρώνονταν πλέον αλλά εκλέγονταν, η μισθοφορά εκτός από κάποιες ελάχιστες περιπτώσεις καταργήθηκε. 

- Ακόμα, με την προσωρινή κατάλυση του δημοκρατικού πολιτεύματος με το καθεστώς της τυραννίας των Τριάκοντα, Αθηναίων ολιγαρχικών που επιθυμούσαν την εξάρτηση της Αθήνας από τη Σπάρτη και για άλλους λόγους και για να απολαμβάνουν προσωπικά προνόμια και να εκπληρώσουν τη φιλοδοξία για απόκτηση εξουσίας. Με την ήττα της Αθήνας η Εκκλησία του δήμου προχώρησε στη μεταρρύθμιση και την αναγκαστική εκλογή των Τριάκοντα τυράννων, ανωτέρων αρχόντων με ολιγαρχικές πεποιθήσεις και φιλοσπαρτιατικές διαθέσεις, ανάμεσα στους οποίους υπήρχαν άτομα εμπαθή και φιλόδοξα, ανεξέλεγκτα και ανήθικα. 

Η αρχή των Τριάκοντα που δημιουργήθηκε λόγω των συνθηκών της ήττας και με την πρωτοβουλία και τη μέριμνα του Σπαρτιάτη στρατηγού Λύσανδρου φρόντισε για την εξουδετέρωση των αντιπάλων δημοκρατικών και των πιθανών αντιπάλων που θα μπορούσαν να προκαλέσουν τη διατάραξη της σταθερότητας της εξουσίας της, επανέφερε στον Άρειο Πάγο τα δικαιώματα που ίσχυαν πριν τις μεταρρυθμίσεις του Εφιάλτη, κατήργησε τα δικαστήρια ενόρκων, η Βουλή των 500 είχε πλέον και αρμοδιότητες ποινικού δικαστηρίου, συγκρότησε κατάλογο χιλίων «φίλων», έμπιστων πολιτών που εναλλάσσονταν στην εξουσία και επικροτούσαν άκριτα τις αποφάσεις των τυράννων. 

- Η δημοκρατία στην πόλη - κράτος των Αθηνών επανήλθε και αποκαταστάθηκε πλήρως και διατηρήθηκε ως την εμφάνιση της δύναμης των Μακεδόνωνκαι την ανάμιξή τους στις εσωτερικές υποθέσεις της Αθήνας και στα πολιτικά θέματά της. Ο στρατηγός Κόνωνας που συμμετείχε στη ναυμαχία στους Αιγός ποταμούς ξαναέκτισε τα γκρεμισμένα τείχη της Αθήνας και πρωταγωνίστησε στην ανάκαμψή της και στην ανάπτυξή της.

Επίσης, και ο ηθικός κώδικας υπέστη διασυρμό στην Αθήνα. Το σύστημα αξιών και αρχών παραβιάστηκε. Αξίες ανατράπηκαν, αρχές καταπατήθηκαν, κοινωνικά ήθη και γενικότερα η ηθική χαλάρωσαν. Αυτά δηλώνουν οι τραγωδίες του Ευριπίδη και οι κωμωδίες του Αριστοφάνη, που παρέχουν τη δυνατότητα πληροφόρησης εκ των έσω και από άμεσους αυτόπτες και αυτήκοους μάρτυρες για την εσωτερική κατάσταση που επικρατούσε στο «κλεινόν άστυ» μέσα από τον ευφυή λόγο της λογοτεχνικής ικανότητας και ευαισθησίας. 

Ακόμα, μετά την ήττα υπήρχαν και άλλες αρνητικές επιπτώσεις στην Αθήνα ως προς την ηγετική θέση της στην εξωτερική πολιτική και την πολιτισμική της πρωτοπορία, έτσι όπως αυτή εκφράζεται με τη φράση του Περικλή στο έργο του Θουκυδίδη, που την αποκαλεί «παίδευσις της Ελλάδος». Επήλθε η κατάλυση και η πλήρης διάλυση της Αθηναϊκής Ηγεμονίας.


Η Αθήνα έπαψε σε οικονομικό επίπεδο να είναι η οικονομική και εμπορική δύναμη της εποχής. Επιπλέον, η Αθήνα συνθηκολόγησε με τους ταπεινωτικούς όρους του αφοπλισμού και της δουλικής υπακοής στις προθέσεις των Σπαρτιατών σε ζητήματα στρατιωτικά και εξωτερικής πολιτικής. 

Οι αγώνες για την αποκατάσταση της Αθήνας περιελάμβαναν και αποστροφή προς την Περσική πλευρά για βοήθεια, όπως έκαναν και οι αντίπαλοι, έχοντας έτσι και οι δυο αντίπαλες πόλεις - κράτη ευθύνη για τη ανάμειξη των Περσών στα πράγματα της Ελλάδος. Το μεγαλείο της Αθήνας δεν επανήλθε ποτέ ως προς το μέγεθος και τη λάμψη της που ξεχώριζαν αυτήν την πόλη - κράτος παρ’ όλες τις προσπάθειες.

Η πρωτοκρατορία άλλαξε. Η Σπάρτη έγινε κυρίαρχη στα Ελληνικά τεκταινόμενα. Ωστόσο, επειδή η εποφθαλμιούσα πολιτική των Περσών έναντι των Ελληνικών πόλεων - κρατών της Ιωνίας ήταν προκλητική, οι Σπαρτιάτες εγκατέστησαν στρατιωτικές φρουρές στις πόλεις και στη συνέχεια προχώρησαν σε πόλεμο εναντίων των βαρβάρων. 

Η Σπάρτη συνέχισε να έχει διπλωματικές επαφές και την υποστήριξη των Περσών φυσικά με ανταλλάγματα, όπως είναι οι όροι της «Ανταλκιδείου» ειρήνης. Απέναντι στις Ελληνικές πόλεις επέδειξε αλαζονική και ηγεμονική συμπεριφορά στην προσπάθειά της να επιβληθεί, να ασκήσει εξουσία, να ελέγξει καταστάσεις και να σταθεροποιήσει την επικυριαρχική εξουσία της προκαλώντας έντονες αντιδράσεις και δυσαρέσκειες. Η δύναμή της, όμως, δεν μπορούσε να επιβληθεί από μόνη της. 

Οι αρνητικές επιπτώσεις του πολέμου ήταν εμφανείς και στο στρατόπεδο των νικητών Σπαρτιατών. Επομένως, σύμφωνα με όλα τα παρα-πάνω μπορούμε να συμπεράνουμε πως παρά τη νίκη και την επικράτηση των Σπαρτιατών, και οι δυο πλευρές κατέληξαν εξουθενωμένες. Ήταν η απόλυτη σύγκρουση.

Πέρα από όλα αυτά, η συμπεριφορά που επέδειξαν και η τακτική που ακολούθησαν τόσο η Αθήνα όσο και η Σπάρτη κάθε άλλο παρά θα μπορούσε να επαινεθεί. Καθώς επιδίωκαν την επικράτηση και την κατατρόπωση του εχθρού δε δίστασαν, αλλά, αντιθέτως, επιδίωξαν τη σύναψη συμμαχίας και την υποστήριξη των παλαιών εχθρών, που πάντα εποφθαλμιούσαν την Ελλάδα και δεν ξεχνούσαν την επεκτατική πολιτική τους απέναντί της, των Περσών. 

Όσα υψηλά ιδανικά συνεπικούρησαν για να πετύχουν την ελευθερία και την ανεξαρτησία τους, παραμερίστηκαν. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να ξεκινήσουν σχέσεις εξάρτησης και οι Πέρσες να αναμειχθούν στα εσωτερικά ζητήματα των Ελλήνων και να ρυθμίζουν τα Ελληνικά θέματα με την ανοχή και την παρότρυνση των ίδιων των Ελλήνων. Επομένως, μέσα από μια γενικότερη θεώρηση βάσει αντικειμενικών κριτηρίων η εξωτερική πολιτική και διπλωματία δεν κινήθηκε με τη λογική του πραγματικού οφέλους που μπορεί να εξασφαλίσει μια συμμαχία. 

Επίσης, ως προς την πολιτική που άσκησαν φρόντισαν να παραβιάζονται και να καταπατώνται οι «σπονδαί», οι συμφωνίες ειρήνης που συνήπταν μεταξύ τους. Έτσι, η ειρήνη φαινόταν ανεπαρκής για να ικανοποιήσει τις αντιμαχόμενες δυνάμεις και καθίστατο αδύνατη η όποια διαπραγματευτική επίλυση των διαφορών τους μέσα από εποικοδομητικό και ουσιαστικό διάλογο με ειλικρινείς προθέσεις και ισχυρές θέσεις. 

Μετά το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου οι διενέξεις δε σταμάτησαν και οι εχθροπραξίες συνεχίστηκαν. Η Σπάρτη με τους συμμάχους της ήταν η νικήτρια. Η κυριαρχία της σύντομα αμφισβητήθηκε από τη Θήβα. Αλλά και αυτή δε διήρκησε και πολύ. Η Ελληνική δύναμη από το βορρά, οι Μακεδόνες, έκαναν για πρώτη φορά τη δυναμική εμφάνισή τους. Ο Βασιλιάς Φίλιππος και ο Μέγας Αλέξανδρος άνοιξαν μια νέα λαμπρή σελίδα στην Ελληνική ιστορία. 

Η εποχή της πόλης - κράτους άλλαζε σε εποχή του κράτους υπό τη μορφή αυτοκρατορίας. Η ονομαστή αυτοκρατορία του Μεγάλου Αλέξάνδρου πραγματοποιούνταν. Ο εμπνευστής της πέτυχε και με την εκστρατεία του έφτασε μέχρι τις Ινδίες κατατροπώνοντας με τις επιτυχημένες επιθέσεις του τους Πέρσες. Και το αξιοσημείωτο όλων είναι ότι μέχρι και σήμερα ο Μέγας Αλέξανδρος ενώνει πολιτισμικά τις περιοχές από τις οποίες πέρασε με την Ελλάδα. Οι Έλληνες, λοιπόν, γνωρίζουν μια νέα ακμή και δόξα με το μεγάλο Έλληνα στρατηλάτη.


Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΣΠΑΡΤΗΣ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ

Ο μεγάλος ιστορικός Θουκυδίδης είχε πει πως όταν οι μελλοντικές γενιές θα δουν την Αθήνα θα σκεφτούν ότι ήταν δέκα φορές μεγαλύτερη από ό,τι ουσιαστικά ήταν και ότι η Σπάρτη ήταν δέκα φορές μικρότερη από ό,τι ήταν στην πραγματικότητα. Οι Σπαρτιάτες είχαν ελάχιστα να επιδείξουν στον κόσμο. Τα σπίτια και οι ναοί τους ήταν απλά κτίρια. Μόλις χάθηκε η δύναμη της Σπάρτης, δεν είχε τίποτε απομείνει για να δει ο κόσμος. 

Ενώ η Αθήνα, όχι μόνο διατηρήθηκε ζωντανή, αλλά βρίσκεται εκεί για να τη θαυμάσει όλος ο κόσμος. Οι Σπαρτιάτες κρύφτηκαν πίσω από την κληρονομιά τους. Όμως, πολύ σύντομα οι Αθηναίοι σκεπτικιστές αναβίωσαν τις αξίες της σπαρτιάτικης κοινωνίας στις δικές τους πόλεις-κράτη. Ήταν πρωτοπόροι της συνταγματικής κυβέρνησης. Έστησαν ένα σύστημα το οποίο οι υπόλοιποι Έλληνες ακολούθησαν. Ενώ πολλές ελληνικές πόλεις υπέφεραν από εμφύλιους πολέμους, οι Σπαρτιάτες δεν υπέφεραν, Ποιο ήταν το μυστικό τους; 

Οι αρχαίοι δεν μπορούσαν να αποφασίσουν, ούτε κι εμείς. Ήταν η δημοκρατία, ήταν η ολιγαρχία, ήταν ένας συνδυασμός και των δύο; Τι από όλα; Υπήρχε όμως κάτι στο σύστημα αυτό, που το βοήθησε να διατηρηθεί για ένα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, και να εμπνεύσει μια παράδοση πολιτικών θεωριών τις οποίες απασχόλησε πολύ η σταθερότητα. Ήταν ένα υπόδειγμα αξιών του ελληνικού πολιτισμού. Ο Σωκράτης, ο Ξενοφών και ο Πλάτωνας στήριξαν τις ιδέες τους κατά πολύ στην πολιτική των Σπαρτιατών. Πολλοί τους θεωρούσαν ως την ιδανική κοινωνία.

Τους επόμενους 20 αιώνες, υπήρξαν φιλόσοφοι και πολιτικοί που ανέτρεχαν ξανά και ξανά στο ένδοξο παρελθόν της Σπάρτης. Η Σπάρτη εξιδανικεύτηκε κατά την Ιταλική Αναγέννηση και το ολιγαρχικό της πολίτευμα, λόγω της σταθερότητάς του, χρησιμοποιήθηκε συχνά ως πρότυπο για τη Βενετία. Τον 18ο αιώνα, στη Γαλλία, ο κόσμος ήταν συνεπαρμένος με τη Σπάρτη. Ο Ρουσσώ έλεγε ότι ήταν μια δημοκρατία ημίθεων, όχι ανθρώπων. Στη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης, πολλοί ήθελαν να πεθάνουν ένδοξα, όπως οι Σπαρτιάτες. 

Στη διάρκεια της Αμερικανικής Επανάστασης, η Σπάρτη αποτελούσε πηγή έμπνευσης σε αυτούς που ήθελαν να δημιουργήσουν ένα σταθερό και δημοκρατικό έθνος. Ο Τόμας Τζέφερσον είχε πει κάποτε, ότι είχε μάθει περισσότερα διαβάζοντας την ιστορία του Θουκυδίδη, παρά τις τοπικές εφημερίδες. Ο Θουκυδίδης περιγράφει την ιστορία για το πώς αυτή η δημοκρατική Αθήνα, έχασε τον Πελοποννησιακό πόλεμο. 

Ο Τζέφερσον και οι υπόλοιποι που δημιούργησαν το σύνταγμα, πήραν ως παράδειγμα τη Σπάρτη και όχι την Αθήνα. Οι ιδρυτές του Αμερικανικού έθνους θεωρούσαν την Αθήνα, μια αμιγή δημοκρατία, που τα αγαθά της απολάμβαναν όμως μόνον οι αριστοκράτες, ως ένα φρικτό παράδειγμα διακυβέρνησης, ενώ τη Σπάρτη ως ένα καλό παράδειγμα, επειδή εκεί όλοι ήταν πάνω από όλα πολίτες. Όταν επισκεφτόμαστε σήμερα την Ακρόπολη και βλέπουμε τον Παρθενώνα, σκεφτόμαστε: «Αυτό είναι το λίκνο της δημοκρατίας». 

Όμως, το 20ο αιώνα, το παράδειγμα της Σπάρτης ασπάστηκαν όχι δημοκρατικές κυβερνήσεις, αλλά δικτάτορες που εντυπωσιάστηκαν από τις πιο φαύλες πτυχές της Σπαρτιάτικης κοινωνίας. Οι Ναζί αναζητούσαν στη Σπάρτη ένα ιδανικό, ενώ ο Χίτλερ και πολλοί φίλοι του μιλούσαν με θαυμασμό γι’ αυτήν. Ο Χίτλερ είχε εκφράσει την επιθυμία να δημιουργήσει είλωτες σε άλλες χώρες, για να υπηρετούν την ανώτερη Γερμανική φυλή. Η Ρωσία και η ναζιστική Γερμανία ασπάστηκαν αυτή τη νοοτροπία. 

Με τη στρατολόγηση και τη σκληρή εκπαίδευση και με μια κυβέρνηση που ελέγχει τη ζωή όλων, έχεις ένα δυνατό στρατό για ένα χρονικό διάστημα. Τελικά, όμως, οι αντιφάσεις της Σοβιετικής, της Γερμανικής ή της Σπαρτιάτικης κοινωνίας αποκαλύπτονται. Εύλογα, λοιπόν, θα έλεγα ότι οι αρχές των ολοκληρωτικών καθεστώτων βρίσκονται στη Σπαρτιάτικη κοινωνία.

ΕΠΙ­ΛΟ­ΓΟ­Σ

Ο Πε­λο­πο­ν­ν­η­σια­κός πόλε­μο­ς α­πο­τε­λε­ί­ ση­μα­ν­τικό στα­θμό στη­ν­ ιστο­ρί­α­ τη­ς α­ρχα­ί­α­ς Ελλάδα­ς. Η 
έ­κβα­σή το­υ­, όπο­ια­ κα­ι α­ν­ ήτα­ν­, θα­ έ­πα­ιζε­ α­πο­φα­σιστικό ρόλο­ στη­ν­ ιστο­ρική ε­ξέ­λιξη­ το­υ­ α­ρχα­ί­ο­υ­ Ελλη­ν­ισμο­ύ. Πέ­ρα­ όμω­ς α­πό τις συ­ν­έ­πε­ιε­ς α­υ­το­ύ, όπω­ς α­υ­τέ­ς α­ν­α­φέ­ρθη­κα­ν­ πα­ρα­πάν­ω­, η­ με­λέ­τη­ 
το­υ­ μέ­σα­ α­πό τις πη­γέ­ς κα­ι, κυ­ρί­ω­ς, το­ έ­ργο­ το­υ­ Θο­υ­κυ­δί­δη­ έ­χε­ι πο­λλά ν­α­ διδάξε­ι στο­ σύγχρο­ν­ο­ 
με­λε­τη­τή τη­ς Ιστο­ρί­α­ς.

Τα­ μο­ν­τέ­λα­ πο­υ­ ε­φάρμο­σε­ ο­ α­ρχα­ί­ο­ς Ιστο­ρικός για­ ν­α­ ε­ρμη­ν­ε­ύσε­ι τη­ συ­μπε­ριφο­ρά τω­ν­ συ­γχρόν­ω­ν­ το­υ­ πο­λιτικώ­ν­ ο­ν­το­τήτω­ν­, μπο­ρο­ύν­ κάλλιστα­ ν­α­ χρη­σιμο­πο­ιη­θο­ύν­ α­πό το­υ­ς ση­με­ριν­ο­ύς με­λε­τη­τέ­ς τω­ν­ διε­θν­ώ­ν­ σχέ­σε­ω­ν­. Επί­ση­ς, ο­ι στρα­τη­γικέ­ς, πο­υ­ ε­φα­ρμόστη­κα­ν­ α­πό το­υ­ς δύο­ α­ν­τιπάλο­υ­ς, πα­ρα­μέ­ν­ο­υ­ν­ δια­χρο­ν­ικέ­ς κα­ι μπο­ρο­ύν­ ν­α­ χρη­σιμο­πο­ιη­θο­ύν­ σα­ν­ ο­δη­γο­ί­ τω­ν­ σύγχρο­ν­ω­ν­ η­γε­τώ­ν­.
 

Τα μαθήματα που πήραμε από τη Σπάρτη συνεχίζουν να επηρεάζουν ακόμα και τις σημερινές κοινωνίες. Οι Σπαρτιάτες ήταν οι δημιουργοί αυτού που ονομάζουμε: δυτική στρατιωτική πειθαρχία. Κι αυτό αποτέλεσε τεράστιο πλεονέκτημα της Δύσης στην ελληνική και στη Ρωμαϊκή περίοδο, στον Μεσαίωνα, στην Αναγέννηση μέχρι και σήμερα. Οι στρατοί της Δύσης έχουν απλά διαφορετική γνώμη για το τι σημαίνει πειθαρχία. 

Για παράδειγμα, ένας δυτικός στρατός εναντίον ενός Ιρακινού ή Ιρανικού στρατού συνήθως έχει το πλεονέκτημα, ακόμα κι αν ο εχθρός υπερτερεί αριθμητικά. Οφείλουμε, λοιπόν, αυτή την κληρονομιά της δυτικής πειθαρχίας, στη Σπάρτη. Μπορούμε να διδαχτούμε από αυτούς, ότι η τιμή θα πρέπει να αποτελεί σημαντικό στοιχείο της ανθρώπινης ζωής. Κάποιος μπορεί να ζήσει χωρίς τιμή, επειδή τα υλικά μέσα το καθιστούν αυτό εφικτό, αλλά κανείς δεν μπορεί να πεθάνει χωρίς τιμή. Επειδή, όταν πεθαίνουμε γίνεται κατά κάποιο τρόπο ο απολογισμός της ζωής μας. 

Το μεγαλείο, όμως, της Σπάρτης επισκιάζεται από το γεγονός ότι πολλοί άνθρωποι πλήρωσαν ένα τεράστιο τίμημα για τα επιτεύγματά της. Έπρεπε να καθυποτάξουν όλες τις ανθρώπινες ιδιότητες που ήταν αναγκαία για την υγιή ανάπτυξη ενός ανθρώπου. Και το εκμεταλλεύτηκαν αυτό για να δικαιολογήσουν τη βαναυσότητα και την αλαζονεία τους. Στόχευαν στην ανωτερότητα και στην τιμή, θυσιάζοντας όμως ακόμα και την προσωπική τους ελευθερία.

Και αυτό ήταν μια καρικατούρα της ανθρώπινης ευημερίας. Μπορεί κανείς να πει ότι τελικά η Σπάρτη πήρε αυτό που της άξιζε. Οι σύγχρονες κοινωνίες έχουν ένα πλεονέκτημα: Μπορούν να κρατήσουν τα καλύτερα από αυτά που είχε να προσφέρει η Σπάρτη και να απορρίψουν τα υπόλοιπα. Τε­λε­ιώ­ν­ο­ν­τα­ς κρί­ν­ε­τα­ι σκόπιμο­ ν­α­ α­ν­α­φε­ρθο­ύν­ τα­ λόγια­ το­υ­ Ερμο­κράτη­ προ­ς το­υ­ς Συ­ρα­κο­ύσιο­υ­ς, τα­ ο­πο­ί­α­ κα­τα­δε­ικν­ύο­υ­ν­ τη­ν­ δια­χρο­ν­ικότη­τα­ τω­ν­ διδα­γμάτω­ν­ το­υ­ Πε­λο­πο­ν­ν­η­σια­κο­ύ πο­λέ­μο­υ­:

«Δε­ν­ κα­τη­γο­ρώ­ ε­κε­ί­ν­ο­υ­ς πο­υ­ ε­πιζη­το­ύν­ ν­α­ ε­πε­κτε­ί­ν­ο­υ­ν­ τη­ν­ ε­ξο­υ­σί­α­ το­υ­ς . Κα­τη­γο­ρώ­ ε­κε­ί­ν­ο­υ­ς πο­υ­ ε­ί­ν­α­ι πρόθυ­μο­ι ν­α­ υ­πο­τα­χτο­ύν­», Θο­υ­κυ­δί­δο­υ­ Ιστο­ρί­α­ Βιβλ.Δ. «Αλλά η­ α­λη­θέ­στα­τη­ α­ιτί­α­, ήτις όμω­ς πα­ρέ­με­ιν­ε­ α­φα­ν­ής, μήπο­τε­ λε­χθήσα­, φρο­ν­ώ­ ότι υ­πήρξε­ν­ η­ γιγάν­τω­σις τω­ν­ Αθη­ν­ώ­ν­ ήτις ε­ν­ε­πο­ί­ε­ι το­ν­ φόβο­ν­ ε­ις το­υ­ς Λα­κε­δα­ιμόν­ιο­υ­ς κα­ι η­ν­άγκα­σε­ το­ύτο­υ­ς ν­α­ πο­λε­μήσο­υ­ν­».