Τετάρτη, 9 Δεκεμβρίου 2015

Ανθολογία Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας, ΕΛΕΓΕΙΑ, ΑΡΧΙΛΟΧΟΣ

Πολεμιστής και ποιητής

Οι παρακάτω στίχοι αποτελούν πιθανώς αυτοτελές δίστιχο, και όχι απόσπασμα. Το δὲ (στ. 1) δεν σημαίνει απαραιτήτως ότι έχει προηγηθεί κάτι, όπως έχει υποστηριχθεί. Ο ποιητής, που δεν έγραφε απλώς ποιήματα, αλλά ήταν αναγκασμένος να πολεμάει κιόλας, με τρόπο επιγραμματικό ως προς τη διατύπωση και τολμηρό ως προς το περιεχόμενο, μιλάει για τις δύο "ασυμβίβαστες" ιδιότητές του, του πολεμιστή και του ποιητή.

Αυτό και το επόμενο δίστιχο αποτελούν χαρακτηριστικά δείγματα για δύο βασικούς τρόπους συνδέσεως διστίχων: στο πρώτο καθένας από τους δύο στίχους είναι νοηματικά αυτοτελής, στο δεύτερο οι δύο στίχοι συνδέονται στενά.

Απόσπασμα 1

εἰμὶ δ᾽ ἐγὼ θεράπων μὲν Ἐνυαλίοιο ἄνακτος
καὶ Μουσέων ἐρατὸν δῶρον ἐπιστάμενος.

***
Υπηρετώ τον Ενυάλιο1 άνακτα
και κατέχω το εράσμιο δώρο των Μουσών.2

-----------
1 Θεός του πολέμου. Άλλες φορές το Ἐνυάλιος είναι επίθετο του Άρη.
2 Οι επικοί και λυρικοί ποιητές της αρχαϊκής εποχής ανάγουν την προέλευση της ποίησης πρωτίστως στις Μούσες.

 

ἐν δορὶ

Το δίστιχο συνέχεται από το τριπλό ἐν δορί,που επαναλαμβάνεται σε μετρικώς καίριες θέσεις. Ο Αρχίλοχος απογυμνώνει τον πόλεμο από κάθε μεγαλείο και τον βλέπει τραγικά συνδεδεμένο με τη σκληρή ζωή του και τα προσωπικά του βιώματα.

Απόσπασμα 2

ἐν δορὶ μέν μοι μᾶζα μεμαγμένη. ἐν δορὶ δ᾽ οἶνος
Ἰσμαρικός, πίνω δ᾽ ἐν δορὶ κεκλιμένος.

***
Με το κοντάρι μου κερδίζω το κριθαρένιο ψωμί,
με το κοντάρι το κρασί το Ισμαρικό,
πίνω γερμένος στο κοντάρι.

Ο ρίψασπις

Οι στίχοι που ακολουθούν ενδέχεται να είναι απόσπασμα, δεν αποκλείεται όμως να είναι αυτοτελές ποίημα.

Ο Αρχίλοχος (ή ο ήρωάς του), μπροστά στο δίλημμα να εγκαταλείψει την ασπίδα και να σωθεί ή να πέσει μαχόμενος, όπως απαιτούσε το ηρωικό ιδεώδες του έπους, επιλέγει το πρώτο και υπερασπίζεται την επιλογή του, απορρίπτοντας το ιδεώδες του έπους. Η ζωή, ακόμα και του ριψάσπιδος, προβάλλεται ως «μέγα καλό και πρώτο».

Απόσπασμα 5

ἀσπίδι μὲν Σαΐων τις ἀγάλλεται, ἣν παρὰ θάμνῳ,
ἔντος ἀμώμητον, κάλλιπον οὐκ ἐθέλων·
αὐτὸν δ᾽ ἐξεσάωσα. τί μοι μέλει ἀσπὶς ἐκείνη;
ἐρρέτω· ἐξαῦτις κτήσομαι οὐ κακίω.

***
Με την ασπίδα μου1 κάποιος Σάιος,2 το ξέρω, αγάλλεται.
Ήταν όπλο αψεγάδιαστο, κι εγώ την εγκατέλειψα πλάι στο θάμνο,
όμως δεν το ᾽θελα· έσωσα τη ζωή μου.
Τι με νοιάζει πια η ασπίδα εκείνη; Ώρα καλή·
θα ξαναβρώ άλλη, όχι κατώτερη.
--------------

1 Για τον αρχαίο η ασπίδα, δεν ήταν απλώς ένα από τα όπλα του μαχητή, ήταν το όπλο κατ᾽ εξοχήν και είχε αξία εμβλήματος, ήταν δηλ. κάτι ανάλογο με τη σημερινή σημαία, μόνο που εκεί η ευθύνη εξατομικευόταν. Θυμίζουμε κάποια στοιχεία: η Σπαρτιάτισσα προέπεμπε τον γιο της στη μάχη με το λακωνικότατο «ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς» (ή την ασπίδα ή πάνω στην ασπίδα)· ο ρίψασπις ζούσε μέσα στην καταισχύνη· ασπίδες αφιερώνονταν στους θεούς έπειτα από επιτυχίες· τέλος, ακόμη και πεζοί συγγραφείς, αντί να γράψουν λ.χ. πεντακισχίλιοι ὁπλῖται, γράφουν ἀσπίς πεντακισχιλίη.
2 Σάιοι: θρακικός λαός.


Ελεγεία για τους ναυαγούς

Οι στίχοι απευθύνονται σε κάποιον Περικλή, που μαζί με άλλους, έξοχους άντρες πνίγηκε σε ναυάγιο. Η άποψη, που έχει επανειλημμένα διατυπωθεί, ότι το απόσπασμα προέρχεται από την ελεγεία που έγραψε ο Αρχίλοχος για τον άντρα της αδερφής του, ο οποίος επίσης χάθηκε στη θάλασσα, δεν στηρίζεται επαρκώς.

Στους σωζόμενους, εξαιρετικά εύρυθμους στίχους η διαβεβαίωση για την ειλικρίνειατης οδύνης των θρηνούντων και την πάνδημη συμμετοχή στο πένθος συνδυάζεται με το δραστικότατο στη μονολεκτικότητά του εγκώμιο των νεκρών (τοίους), ενώ η επίγνωση ότι το μόνο αντίδοτο που έδωσαν οι θεοί είναι η τλημοσύνη (η "καρτερία", η "δύναμη να αντέχει κάποιος") και ότι ο πόνος είναι κοινή μοίρα των θνητών οδηγεί στην τελική προτροπή προς τους θρηνούντες να αντέξουν και να σταματήσουν το θρήνο.

Απόσπασμα 13
κήδεα μὲν στονόεντα Περίκλεες οὔτέ τις ἀστῶν
μεμφόμενος θαλίῃς τέρψεται οὐδὲ πόλις·
τοίους γὰρ κατὰ κῦμα πολυφλοίσβοιο θαλάσσης
ἔκλυσεν, οἰδαλέους δ᾽ ἀμφ᾽ ὀδύνῃς ἔχομεν
5 πνεύμονας. ἀλλὰ θεοὶ γὰρ ἀνηκέστοισι κακοῖσιν
ὦ φίλ᾽ ἐπὶ κρατερὴν τλημοσύνην ἔθεσαν
φάρμακον. ἄλλοτε ἄλλος ἔχει τόδε· νῦν μὲν ἐς ἡμέας
ἐτράπεθ᾽, αἱματόεν δ᾽ ἕλκος ἀναστένομεν,
ἐξαῦτις δ᾽ ἑτέρους ἐπαμείψεται. ἀλλὰ τάχιστα
10 τλῆτε, γυναικεῖον πένθος ἀπωσάμενοι.

***
Κανείς πολίτης με το νου στη συμφορά, γογγύζοντας,
δε θα ξεδώσει, Περικλή, στο γλέντι μήτε η πόλη.
Το κύμα του βουερού βυθού έπνιξε τέτοιους άντρες,
που από το κλάμα είναι πρησμένα τα πνεμόνια μας.
Μα στ᾽ αθεράπευτα δεινά, βοτάνι, φίλε,5
τη σιδερένια υπομονή οι θεοί μάς δώρισαν.
Παντού χτυπάει η συμφορά, που τώρα στράφηκε
σε μας και για την ανοιχτή πληγή μοιρολογάμε.
Μα πάλι σ᾽ άλλους θα τραβήξει. Φίλοι, γρηγοράτε,
κάντε καρδιά κι αφείστε τα γυναίκεια κλάματα.10