Παρασκευή 15 Σεπτεμβρίου 2023

O Σχηματισμός των λέξεων στην Αρχαία Ελληνική γλώσσα

Τονισμός του -της


§ 349. Οι συνθήκες τονισμού των ουσιαστικών σε -της (των nomina agentis και των μετονοματικών) είναι πολύ συγκεχυμένες και προφανώς σε ορισμένες μεμονωμένες περιπτώσεις και σε μερικές ομάδες δεν είχαν παραδοθεί αξιόπιστα ούτε στους αρχαίους γραμματικούς. Γενικός κανόνας πρέπει να θεωρηθεί ο ακόλουθος: τα παράγωγα σε -της από ονόματα είναι βαρύτονα, παρόμοια τα παλιά nomina agentis σε -της, δηλαδή τα σύνθετα μαζί με ορισμένους παλιούς, μη σύνθετους σχηματισμούς, που δεν μνημονεύθηκαν παραπάνω, όπως ἱκέτης 'αυτός που ζητά προστασία' (Όμ.) και κλέπτης (Όμ.) [1] · αντίθετα, οξύτονοι πρέπει να είναι εκείνοι οι σχηματισμοί σε -της που σύμφωνα με την § 345 αντικατέστησαν το οξύτονο -τήρ· δηλαδή: οἰκέτης δημότης πολ ί̄̄ της δεσμώτης και συ-βώτης ἀγωνο-θέτης ἀγκυλο-μήτης αλλά βουλευτής ὑβριστής ὀρχηστής.

§ 350. Η διαίρεση όμως αυτή καταστρατηγείται πολύ συχνά. Εδώ δύο μόνο μεμονωμένες περιπτώσεις που αποδεικνύουν την ταυτόχρονη εμπλοκή πολλών παραγόντων: 1) Στη θέση του ομηρικού δοτήρ (δίπλα στο δωτήρ) 'δότης' περιμένουμε αργότερα το *δοτής, βρίσκουμε όμως το δότης (ελληνιστ.), επειδή το -δότης ως β΄ συνθετικό συνθέτων ήταν συνηθέστερο (δικαιο-, μισθο-, οἰνο-, ὀλβο-, καθώς και προ-). Αντίθετα διατηρείται το κριτής 'κριτής, διαιτητής· δικαστής' δίπλα στο ὑποκριτής 'ηθοποιός' κτλ., παρά το -κρίτης (δικαιο-, ὀνειρο-, ξενο-), επειδή το κριτής με την έννοια 'δικαστής' (αττ. δικαστής) αντιπροσωπεύει ένα δωρικό κριτήρ, και ως νομικός όρος είχε πιο ανθεκτική αυτόνομη ύπαρξη από άλλες λέξεις. 2) Παραδείγματα όπως φιλαθλητής 'λάτρης του αθλητισμού' δεν είναι φυσικά συνενώσεις με κυβερνήτη το nomen agentis, αλλά ανήκουν στον ιδιότυπο μισό ονοματικό, μισό ρηματικό τύπο σύνθεσης με κυρίαρχο το α΄ συνθετικό, που εξετάστηκε στις § 76 κεξξ., 114 κεξ.
------------------------
155 Αυτά ίσως προήλθαν από σύνθετα, αλλά αυτή η διαδικασία βρίσκεται πολύ μακριά από την παράδοσή μας και ιστορικά δεν σχετίζεται καθόλου με τη μεταγενέστερη αντικατάσταση του -τήρ από το -της.

Καλύτερα χαμένος, παρά μετανιωμένος

Νόμιζα πως είχα χρόνο και έδινα το χρόνο μου στους άλλους.

Αστείρευτος θεωρούσα πως ήταν και έλεγα “δεν πειράζει μωρέ, θα έρθει και η δική μου στιγμή”.

Νόμιζα πως είχα χρόνο και πουλούσα φτηνά τον δικό μου, για να ευχαριστιούνται οι άλλοι και πιστεύοντας ότι μια μέρα θα κάνω και εγώ αυτά που ποθεί η ψυχή μου.

Νόμιζα πως έχω δυνάμεις που δεν θα με εγκαταλείψουν ποτέ και έκανα υπομονή, πιστεύοντας ότι θα αλλάξουν τα πράγματα, ότι θα αλλάξουν οι άνθρωποι και θα ζήσω την αγάπη που μου αξίζει, την ευτυχία που μου αναλογεί.

Έτσι πίστευα και έκρυβα τις δικές μου ανάγκες για αργότερα. Δεν μπορεί, κάποια στιγμή θα πραγματοποιηθούν και τα δικά μου όνειρα. Θα πάω εκείνο το ταξίδι που τόσα χρόνια λαχταρούσα.

Θα γελάσω σαν μικρό παιδί και κάποιος θα πάρει από πάνω μου, όλα εκείνα τα βάρη που κοντεύουν να με πνίξουν. Όλα τα παράπονα που μετά βίας τα κρύβω.

Θα καταλάβουν την αξία μου και θα αγαπηθώ με πάθος, σαν εκείνες τις ταινίες στο σινεμά, που φιλιούνται οι άνθρωποι και η οθόνη πετάει φλόγες, έτοιμες να σε παρασύρουν μαζί τους.

Έκλεινα τα μάτια μου στα απαθή βλέμματα που είχα δίπλα μου. Έκλεινα τα αυτιά μου στις προσβολές και στους καυγάδες, που σκοπό είχαν μόνο να με μειώσουν και να με απαξιώσουν.

Πίστευα ο χρόνος θα τα αλλάξει. Πίστευα ότι όλα θα φτιάξουν και μαγικά η ζωή μου θα μεταμορφωθεί, στη ζωή που είχα ονειρευτεί.

Έδινα, έδινα, έδινα και λαχταρούσα πίσω να πάρω απλά μια όμορφη κουβέντα, ένα χάδι, μια αγκαλιά, από εκείνες που όλα τα διορθώνουν μέσα σου.

Και ξέρεις τι πήρα; Τίποτα!

Τίποτα δεν πήρα, διότι οι περισσότεροι άνθρωποι είναι παρτάκηδες. Κοιτάζουν μόνο τον εαυτό τους και πώς θα περάσουν αυτοί καλά.

Δεν τους νοιάζει τι περνάς εσύ. Δεν ενδιαφέρονται καν για τα “θέλω” σου.

Άργησα να το καταλάβω και δεν ξέρω πλέον, αν έχω άλλο χρόνο. Διότι ο χρόνος τελικά τελειώνει, δεν είναι αέναος.

Νομίζετε ότι θα ζήσετε αιώνια;
Νομίζετε ότι έχετε χρόνο;
Λυπάμαι… Τελειώνει.
Αν περιμένετε τη Δευτέρα παρουσία, θα σας στεναχωρήσω. Ίσως αργήσει ακόμη.

Η ζωή περνάει.
Η ζωή τελειώνει, μέρα με τη μέρα.
Μην αφήσετε άλλο να περάσει.
Δεν θα έχετε χρόνο, ούτε για να το μετανιώσετε.

Καιρό το ήθελα.
Καιρό το σκεφτόμουν και όλο το ανέβαλλα.
Από σήμερα όμως, αλλάζω τη ζωή μου.

Από σήμερα θα κάνω αυτό που ευχαριστεί εμένα.
Από σήμερα θα δίνω το χρόνο μου, σε όποιον μόνο τον αξίζει.
Τέλος οι αναβολές και τέλος οι δικαιολογίες στον εαυτό μου.

Δεν υπάρχουν πια.

Τα χρόνια περνούν και δεν θα έρθουν ξανά πίσω.
Γι’ αυτό το αποφάσισα.
Ο εθισμός στη βλακεία, “μας τελείωσε”.
Ήρθε η ώρα να παλέψω για αυτά που θέλω.
Ήρθε η ώρα να υλοποιήσω τα όνειρα μου ή όσα προλαβαίνω από αυτά.

Και δεν θα με σταματήσει κανείς.

Και ξέρεις κάτι;
Καλύτερα χαμένος, παρά μετανιωμένος.

Η Οδός της Αληθινής Αυτογνωσίας

Ο ΑΛΗΘΙΝΟΣ ΕΑΥΤΟΣ Είναι η Αιώνια Βάση Πάνω στην Οποία χτίζονται όλες οι πρόσκαιρες αντιλήψεις, εμπειρίες, δραστηριότητες. Είναι ο Ουρανός που «φιλοξενεί» τα διαβατάρικα σύννεφα που εμφανίζονται από το «πουθενά» και χάνονται στους ορίζοντες του χρόνου.

Η Κατανόηση της Ζωής είναι Σύλληψη του πραγματικού νοήματος «αυτού που συμβαίνει». Αυτή η Κατανόηση δεν αποκτιέται με την συσσώρευση γνώσεων, εμπειριών, ή με δραστηριότητες.

Η Πραγματική (Πραγματωμένη) Γνώση του Εαυτού, δηλαδή η Βιωματική Μετοχή στην Αληθινή Ουσία μας, είναι η Πραγματική Ζωή και Ελευθερία. Είναι η Βιωματική Μετοχή στο Απεριόριστο, στην Ενότητα της Ύπαρξης, Όπου Όλα Συνδέονται με Αληθινή Αγάπη και Μετουσιώνονται σε Κοινή Ουσία.

Αυτή είναι η Μόνη Αληθινή Αυτογνωσία κι όχι η αυτογνωσία του περιορισμένου, του διαχωρισμένου εαυτού, του «φαινομενικού εαυτού», του «άρρωστου εαυτού», αυτό είναι μονάχα απλή «ψυχολογική» αυτογνωσία.

Η ειλικρινής αυτογνωσία είναι απλά ένα Δίλλημα: Ή θα γιατρευτούμε, ή θα παραμένουμε μέσα στην αρρώστια.

Η ΟΔΟΣ της Αληθινής Αυτογνωσίας (όχι της απλής ψυχολογικής αυτογνωσίας) είναι η ΜΟΝΗ ΟΔΟΣ που Οδηγεί στην Ελευθερία και στην Αληθινή Ζωή, στη Χώρα της Αλήθειας.

Όχι η αποδοχή μιας διδασκαλίας ή η «πίστη» στα λόγια ενός άλλου ανθρώπου. Κανείς δεν μπορεί να «χορτάσει» για λογαριασμό μας, ή να «ξεδιψάσει» για εμάς… είναι κάτι που πρέπει να κάνουμε μόνοι μας. Η καταφυγή σε διδασκαλίες, ή στα λόγια άλλων (συμπεριλαμβανομένου και του γράφοντος) είναι όχι μόνο απόρριψη της Αληθινής Αυτογνωσίας, της Ελευθερίας της Ύπαρξης και της Δράσης, είναι όχι απλά πνευματική αδυναμία, είναι καταφυγή σε ένα «τεχνητό παράδεισο», δηλαδή στη φαντασία, στο όνειρο, στη ψευδαίσθηση.

Η Πραγματική Ελευθερία (κι η Αληθινή Πνευματική Επανάσταση) είναι η Απελευθέρωση από τις «ψευδαισθήσεις», δηλαδή από όλες τις δραστηριότητες που «παραποιούν» την Πραγματικότητα, «αυτό που συμβαίνει», όχι μια δραστηριότητα στο χώρο του γίγνεσθαι (της αντιληπτικής διαδικασίας και του χρόνου), όχι μια δραστηριότητα μέσα στην σκέψη, όχι μια διαδικασία (μια εξέλιξη) μέσα στον χρόνο.

Όλες οι δραστηριότητες μέσα στο γίγνεσθαι (όλες οι διαδικασίες μέσα στον χρόνο) είναι «ψευδαισθητικά ταξίδια» που μας αφήνουν στη «μέση». Όσες γνώσεις κι εμπειρίες κι αν συσσωρεύσουμε, μας αφήνουν πάλι μέσα στον χώρο της ψευδαίσθησης.

Η «Έξοδος» δεν γίνεται μέσω μιας τέτοιας δραστηριότητας. Η Έξοδος είναι μάλλον μια Ολοκληρωτική «Παραίτηση» από κάθε τέτοια δραστηριότητα.

Η Πραγματική Ελευθερία, η Πραγματική Επανάσταση είναι η Γνώση του Αληθινού Εαυτού μας κι όχι η διερεύνηση των «ψευδαισθητικών καταστάσεών» του.

Η ειλικρινής αυτογνωσία είναι η Αρχή της Σοφίας, αλλά αυτή η αυτογνωσία πρέπει να Ανθίσει σε Αληθινή Αμάραντη Αυτογνωσία… όπως το «μπουμπούκι» πρέπει να ολοκληρωθεί σε λουλούδι για να είναι λουλούδι.

Όταν, Μέσα στην «Άγνωστη στο Βάθος» της Ύπαρξή μας, «πάψουν» όλες οι ψευδαισθητικές δραστηριότητες, τότε Μέσα σε Αυτή την «Υπαρξιακή Σιωπή» Γεννιέται η Αντίληψη, η «Αίσθηση» Μιας Διαφορετικής Πραγματικότητας, που «Αναγνωρίζεται» σαν το Αληθινό, Ζωντανό αλλά Χωρίς Ιδιότητες, Χωρίς Αλλοιώσεις, Χωρίς Όρια και Περιορισμούς… Η «Γεύση» της Αληθινής Ύπαρξης, της Αληθινής Ζωής, της Αληθινής Εμπειρίας.

Είναι Μια «Αντίληψη» Τελείως Διαφορετική, Καθαρή Αντίληψη, χωρίς «παρατηρητή», χωρίς «εμπειρία», χωρίς «μνήμη», που υφίσταται μόνο όσο εκδηλώνεται.

Το Αληθινό Μπορεί να Υπάρξει Μονάχα Μέσα στη Σιωπή.

Όταν προσπαθούμε με την αντίληψη, την σκέψη, κάποια δραστηριότητα, να κατακτήσουμε το Αληθινό, να το ζήσουμε, τότε αυτό που συλλαμβάνουμε είναι απλά μια εμπειρία της σκέψης, μια ακόμα ψευδαίσθηση, κάτι που η ίδια η σκέψη προβάλει και ζει και «βεβαιώνει» τον εαυτό της ότι είναι πραγματικό.

Η σκέψη μπορεί να ολοκληρωθεί μονάχα στην Σιωπή, να φτάσει μονάχα μέχρι την Σιωπή. Από Εκεί και Πέρα Απλώνονται τα Άγνωστα Βάθη της Πραγματικότητας.

Πρέπει να Υπάρξει Σιωπή, να «τελειώσουν» όλες οι δραστηριότητες, οι προσπάθειες, οι επιθυμίες, οι «εμπειρίες», για να Αποκαλυφθεί το Πραγματικό.

Αυτή ακριβώς η Υπαρξιακή Σιωπή (να Βιώνεις την Σιωπή) είναι η Ελευθερία από τους περιορισμούς, από την συσσωρευμένη γνώση, την μνήμη, την φαντασία, από τον χρόνο (σαν διαδικασία εξέλιξης).

Όταν Υπάρξει Πραγματικά Αυτή η Σιωπή, που δεν είναι προϊόν προσπάθειας, επιθυμίας, δραστηριότητας, το πραγματικό τελείωμα των ψευδαισθήσεων, τότε Βιώνουμε το Άχρονο. Το Βιώνουμε με τους δικούς Του όρους, στην δική Του Κατάσταση, «εμείς» απουσιάζουμε τελείως.

Τότε, μονάχα τότε, Βιώνουμε την Αληθινή Ουσία μας, τον Αληθινό Εαυτό μας, την Πραγματική Ελευθερία, την Αληθινή Ζωή, την Αιωνιότητα. Τότε η Αίσθηση της Απεραντοσύνης Έχει Περιεχόμενο, η Ειρήνη Έχει Απέραντο Βάθος, και η Μακαριότητα Έχει Ατελείωτη Έκταση.

Άνθρωπος, Σύμπαν και Νόμος της Έλξης

Το Σύμπαν στο οποίο ζούμε, βασίζεται σε κάποιους κανόνες. Ο σημαντικότερος όλων είναι ο Νόμος της Έλξης. Γιατί, όμως, αυτό; Επειδή όλα – μα, όλα – στη ζωή μας βασίζονται σε αυτό τον νόμο, ο οποίος εφαρμόζεται, ακατάπαυστα – έστω και εν αγνοία μας – με ακρίβεια και χωρίς εξαιρέσεις.

Γι’ αυτό και είναι τόσο απαραίτητο να τον γνωρίζουμε. Για να μπορέσουμε, επιτέλους, να αρχίσουμε, να τον αξιοποιούμε, προς όφελός μας.

Νόμος της έλξης: Τα ομώνυμα έλκονται

Εκείνο που ορίζει ο Νόμος της Έλξης, είναι ότι τα ομώνυμα έλκονται. Αυτό, με απλά λόγια, σημαίνει ότι οτιδήποτε σκεφτόμαστε, έντονα, είναι αυτό που επιτρέπουμε να έρθει στην πραγματικότητά μας.

Ας δούμε, όμως, πώς λειτουργεί, πρακτικά, ο Νόμος της Έλξης. Κάθε σκέψη (θετική ή αρνητική) που κάνουμε, προκαλεί μία δόνηση. Όταν αυτή η σκέψη είναι έντονη – και θα καταλάβουμε ότι είναι έντονη, επειδή θα νιώθουμε, παράλληλα, ένα ανάλογο έντονο συναίσθημα (θετικό ή αρνητικό) – η δόνηση που προκαλείται, είναι πιο ισχυρή.

Το Σύμπαν, ακριβώς, επειδή δε διακρίνει τους ανθρώπους ευνοώντας κάποιους και παραγκωνίζοντας κάποιους άλλους λειτουργεί απέναντι σε όλους μας, με τον ίδιο τρόπο. Γι’ αυτό και αναφερόμαστε σε συμπαντικό νόμο.

Ο Νόμος της Έλξης λοιπόν απαντά, πάντοτε, στις σκέψεις μας, ανταποκρινόμενος στις δονήσεις που αυτές εκπέμπουν. Όσο πιο έντονη είναι μία σκέψη τόσο πιο έντονη είναι η δόνηση που αυτή εκπέμπει και τόσο πιο άμεση η ανταπόκριση του Σύμπαντος σε αυτή τη δόνηση.

Επομένως όταν κάνουμε μία επίμονη και έντονη σκέψη (δεμένη με συναίσθημα), τόσο περισσότερη ενέργεια της δίνουμε ώστε αυτή σύντομα να αποκτήσει και υλική υπόσταση.

Με άλλα λόγια, εάν επιθυμούμε κάτι πολύ και το σκεφτόμαστε, έντονα, με τη δόνηση της σκέψης μας, ενεργοποιούμε τη διαδικασία της υλοποίησής του.

Ωστόσο, εδώ, χρειάζεται προσοχή. Εάν σκεφτόμαστε, έντονα και κάτι που δεν το επιθυμούμε με τη δόνηση που εκπέμπει η σκέψη μας επίσης ενεργοποιούμε τη διαδικασία της υλοποίησής του. Αυτό συμβαίνει επειδή το Σύμπαν δε διακρίνει – ούτε, φυσικά και θα ήταν ορθό να διακρίνει – τις θετικές ή τις αρνητικές σκέψεις μας παρεμβαίνοντας με αυτόν τον τρόπο στη ζωή μας.

Το Σύμπαν απλώς ανταποκρίνεται σε αυτό που εμείς σκεφτόμαστε και αισθανόμαστε. Αυτό είναι κάτι που χρειάζεται όλοι να συνειδητοποιήσουμε γιατί μόνο τότε θα μπορέσουμε να αξιοποιήσουμε τον Νόμο της Έλξης προς όφελός μας.

Η δύναμη των θετικών σκέψεων

Αφού αναλύθηκε η καθοριστική σημασία που έχουν οι σκέψεις μας για το περιεχόμενο της ίδιας μας της ζωής, αντιλαμβανόμαστε όλοι τη δύναμη των θετικών σκέψεων.

Πώς όμως μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι οι σκέψεις που κάνουμε ανά πάσα στιγμή είναι όντως, θετικές και επομένως οι δονήσεις που αυτές εκπέμπουν, επηρεάζουν ανάλογα το σημείο έλξης μας ώστε να ενεργοποιηθεί η διαδικασία προσέλκυσης όλων αυτών που επιθυμούμε;

Ας μην ξεχνάμε ότι οι σκέψεις που κάνουμε στη διάρκεια κάθε μέρας είναι αναρίθμητες, και δεν είναι φυσικά δυνατόν να ελέγχουμε την καθεμία. Κάτι τέτοιο, πέρα από ανέφικτο, θα ήταν και πολύ ψυχοφθόρο.

Υπάρχει, όμως, ένας πολύ απλός αλλά και ο πλέον αξιόπιστος τρόπος, για να διαπιστώνουμε, ανά πάσα στιγμή, εάν οι σκέψεις που κάνουμε, κινούνται σε θετική κατεύθυνση. Πώς; Από τον τρόπο που αισθανόμαστε. Τα συναισθήματά μας, δηλαδή, είναι εκείνα που μας μαρτυρούν, αδιάψευστα, εάν οι σκέψεις μας και κατ’ επέκταση, οι δονήσεις που αυτές εκπέμπουν, διαμορφώνοντας το σημείο έλξης μας, έχουν θετικό ή αρνητικό πρόσημο.

Η ανθρώπινη φύση

Γιατί, όμως, τα συναισθήματά μας έχουν αυτήν την καταλυτική δύναμη; Στο σημείο αυτό, χρειάζεται να αναφερθούν κάποια πράγματα για την ανθρώπινη φύση. Κάθε άνθρωπος είναι ένα τρίπτυχο, το οποίο αποτελείται από το Υλικό Σώμα του, το «Εγώ» του (δηλαδή, την προσωπικότητα που έχει διαμορφώσει με βάση τη σκέψη και τις πεποιθήσεις του) και τον Ανώτερο Εαυτό του (δηλαδή, το εσώτερο, άφθαρτο και σοφό μέρος της ύπαρξής του, που τον προσανατολίζει σταθερά στον σκοπό της ζωής του ώστε να νιώθει πληρότητα και ευτυχία).

Κάθε άνθρωπος, λοιπόν, με τη σκέψη του, πλάθει μία άποψη ή καταλήγει σε ένα συμπέρασμα για ένα θέμα. Όταν αυτή η άποψη ή το συμπέρασμα συμφωνεί με την οπτική που έχει ο Ανώτερος Εαυτός του για το συγκεκριμένο θέμα τότε, προκαλείται μέσα του, ένα θετικό συναίσθημα.

Αντιθέτως, όταν η άποψη την οποία σχηματίζει ένας άνθρωπος ή το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει, έρχεται σε αντίθεση με την οπτική του Ανώτερου Εαυτού του για το συγκεκριμένο θέμα, τότε, προκαλείται μέσα του ένα αρνητικό συναίσθημα.

Ο Ανώτερος Εαυτός, όμως του κάθε ανθρώπου γνωρίζει πολύ καλύτερα από το «Εγώ» του ποιος στ’ αλήθεια είναι ο συγκεκριμένος άνθρωπος, ποιος είναι ο σκοπός της ζωής του, και τι είναι εκείνο που μπορεί να τον κάνει ευτυχισμένο.

Γι’ αυτό είναι τόσο σημαντικά τα συναισθήματα που νιώθουμε. Επειδή αποτελούν την απόλυτα ακριβή πυξίδα που μας δείχνει πού, ακριβώς, βρισκόμαστε, και ποια είναι η κατεύθυνση που οδηγεί στην προσωπική μας ανέλιξη και ευτυχία.

Η ταύτιση του υλικού και του Ανώτερου Εαυτού

Έτσι, λοιπόν, όταν υπάρχει ταύτιση, μεταξύ του υλικού και του Ανώτερου Εαυτού μας (κάτι που αποδεικνύεται από το θετικό συναίσθημα που νιώθουμε), μπορούμε και διαμορφώνουμε, ανάλογα και το σημείο έλξης μας, με αποτέλεσμα, να προσελκύουμε θετικά πράγματα και εμπειρίες.

Όταν, όμως, υπάρχει αντίθεση, μεταξύ του υλικού και του Ανώτερου Εαυτού μας, το αρνητικό συναίσθημα που προκύπτει, αποτελεί, ουσιαστικά, ένα μήνυμα, προς εμάς, ώστε να αλλάξουμε κατεύθυνση στη σκέψη μας. Κι αυτό γιατί οι σκέψεις μας διαμορφώνουν, ανάλογα, το σημείο έλξης μας και ουσιαστικά καθορίζουν εάν αυτά που θα προσελκύσουμε στη ζωή μας, θα είναι θετικά ή περιοριστικά.

Γι’ αυτό λοιπόν να εμπιστευθούμε τα συναισθήματά μας και να επιδιώκουμε, πάντα, να στρέφουμε τη σκέψη μας σε ό,τι γεμίζει, με χαρά και ευτυχία, την ψυχή μας. Αξίζει να σημειωθεί, επίσης και κάτι πολύ σημαντικό που χρειάζεται να το έχουμε, πάντα, υπόψη μας.

Είναι πολύ πιο εύκολο να αλλάξουμε κατεύθυνση στη σκέψη μας από τις πρώτες στιγμές που θα αρχίσουμε να νιώθουμε δυσάρεστα, παρά αργότερα, όταν οι αρχικές δυσάρεστες σκέψεις έχουν προσελκύσει (με βάση τον Νόμο της Έλξης), ακόμη περισσότερες ομοειδείς σκέψεις δίνοντάς τες μεγαλύτερη ένταση και βάζοντάς μας σε μία αρνητική τροχιά, από την οποία είναι πολύ πιο δύσκολη η αναστροφή.

Επομένως, περιληπτικά, μπορούμε να πούμε ότι σύμφωνα με τον Νόμο της Έλξης, τον οποίο ο Ανώτερος Εαυτός μας, ως το σοφό και άφθαρτο μέρος της ύπαρξής μας, τον γνωρίζει, πολύ καλά, η μία θετική σκέψη θα προσελκύσει μία άλλη παρόμοια θετική σκέψη, δυναμώνοντας, μέσα μας, το φως που θα φωτίσει τον δικό μας δρόμο της ευτυχίας.

Ας ακολουθήσουμε αυτόν τον δρόμο με σταθερά βήματα.
Ας εστιάσουμε τη σκέψη μας σε όλα όσα νιώθουμε ότι λαχταρά η ψυχή μας.

Και τότε, να είμαστε σίγουροι ότι όχι μόνο θα προσελκύσουμε τις αληθινές επιθυμίες μας, αλλά θα νιώθουμε ένα συναίσθημα χαράς για τη ζωή μας που δε θα μπορεί κανένας εξωτερικός παράγοντας να το επηρεάσει επειδή η βάση του θα βρίσκεται στο πιο πολύτιμο κομμάτι του εαυτού μας, δηλαδή, τον άφθαρτο Ανώτερο Εαυτό μας.

Καταληκτικά, αφού αναλύθηκε – με βάση τα παραπάνω – ο τρόπος λειτουργίας του Συμπαντικού Νόμου της Έλξης είναι πλέον στη δική μας ευχέρεια να αρχίσουμε να τον αξιοποιούμε προς όφελός μας.

Ας αδράξουμε, λοιπόν, την ευκαιρία κι ας ξεκινήσουμε από τώρα!

Ο πιο αποτελεσματικός τρόπος να έχουν τα παιδιά διαρκή χαρά είναι να τους δώσετε ένα όραμα

Οι γονείς και οι δάσκαλοι συχνά αγωνιούν για να βλέπουν τα παιδιά τους γεμάτα χαρά και προσπαθούν να τα κάνουν χαρούμενα με διάφορους τρόπους. Ο πιο αποτελεσματικός τρόπος να κάνετε τα παιδιά να έχουν διαρκή χαρά είναι να τους δώσετε ένα όραμα και να τα ενθουσιάσετε στο να πετύχουν το όραμά τους. Απ’ τη στιγμή που ένα όραμα συντονιστεί με τις ψυχές τους, ο αγώνας προς αυτό το όραμα θα δημιουργεί ελπίδα και χαρά στις καρδιές τους.

Μια απ’ τις πιο ευαίσθητες ευθύνες των δασκάλων ή των γονιών είναι το να δίνουν ένα όραμα στα παιδιά τους και να τα κάνουν πραγματικά να βλέπουν ότι οι γονείς ή οι δάσκαλοί τους είναι άνθρωποι οράματος.

Το όραμα πάντα σχετίζεται με μελλοντικά κατορθώματα, νίκες ή επιτεύγματα που περιλαμβάνουν την πρόοδο και την προστασία της ανθρωπότητας, ένα όραμα που σχετίζεται με την ειρήνη, την συνεργασία, την εξαφάνιση των δυστυχιών του κόσμου, ή ένα όραμα που σχετίζεται με μεγάλα άλματα στα πεδία της ανθρώπινης προσπάθειας.

Ο κόσμος νομίζει ότι δεν είναι εύκολο να δώσει όραμα στα παιδιά, αλλά είναι το πιο ελκυστικό πράγμα για τα παιδιά.

Οράματα δοσμένα μέσα από ιστορίες, παραμύθια, βιογραφίες και αληθινά παραδείγματα ανθρώπινων κατορθωμάτων βυθίζονται βαθιά στην συνειδητότητα του παιδιού και γίνονται πηγές έμπνευσης, χαράς και προσπάθειας.

Το άγχος θεριεύει όταν προσπαθούμε να ελέγξουμε τα πάντα γύρω μας

Υπάρχει ένα ερώτημα το οποίο βασανίζει το μεγαλύτερο μέρος του ανθρωπίνου πληθυσμού. Και αυτό δεν είναι άλλο από το «Γιατί νιώθω άγχος;»

Ξεκινώντας χρειάζεται να δώσουμε έναν ορισμό στην λέξη την οποία χρησιμοποιούμε καθημερινά. Το άγχος είναι μια αντίδραση της ψυχής και κατ’ επέκταση του σώματος όταν αντιμετωπίζουμε κάτι το οποίο μας είναι άγνωστο. Ως άνθρωποι θέλουμε να ανακαλύψουμε καινούργιες πτυχές της ζωής και να αποκτήσουμε καινούργιες εμπειρίες, ταυτόχρονα όμως θέλουμε να είμαστε και ασφαλείς. Το τίμημα που χρειάζεται να πληρώσουμε ώστε να ζήσουμε κάτι το οποίο δεν έχουμε ζήσει έως τώρα είναι το συναίσθημα του άγχους.

Όσο πιο μακριά βρίσκετε αυτή η εμπειρία από την ζώνη άνεσης μας τόσο εντονότερο θα είναι και το συναίσθημα του άγχους. Σε αυτό το σημείο είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι το άγχος είναι το συναίσθημα που βιώνουμε όταν η ζωή μας φέρνει αντιμέτωπους με μια απρόβλεπτη πρόκληση. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ζωή είναι γεμάτη από τέτοιου είδους γεγονότα που σχεδόν καθημερινά προκαλούν αγχώδεις αντιδράσεις, αυτές οι αντιδράσεις λαμβάνουν χωρά ως σωματικά συμπτώματα όπως, ταχυκαρδία, εφίδρωση, γρήγορη και ρηχή αναπνοή αλλά και πολλές άλλες σωματικές αντιδράσεις. Σημαντικό ρολό στην πρόκληση του άγχους διαδραματίζουν οι εμπειρίες του παρελθόντος. Οι τραυματικές εμπειρίες του παρελθόντος συμβάλλουν σημαντικά στις μετέπειτα αγχώδεις αντιδράσεις χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε.

Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν μπορούν να αντιληφθούν τα σημάδια του άγχους και ως εκ τούτου αδυνατούν να λάβουν τα καταλληλά μετρά για να το αντιμετωπίσουν. Το εν λόγω φαινόμενο παρατηρείται συχνά διότι ‘’κρατάμε’’ τον εαυτό μας απασχολημένο, με αποτέλεσμα τα σημάδια οποία προαναφέραμε λαμβάνουν χωρά στο ασυνείδητο κομμάτι του ψυχισμού μας, δηλαδή δεν έχουμε επιγνώσεις ότι υπάρχουν και επηρεάζουν σημαντικά την συμπεριφορά μας.

Οι περισσότεροι άνθρωποι πιστεύουμε ότι θα σταματήσουμε να βιώνουμε άγχους εάν εξαλειφθούν όλα τα προβλήματα της ζωής μας. Είναι όμως αυτός ο σωστός τρόπος αντιμετωπίσεις του άγχους ; Προφανέστατά ΟΧΙ. Και εδώ γεννιέται ένα εύλογο ερώτημα: Αν η εξάλειψη των προβλημάτων δεν είναι λύση τότε ποια είναι;

Η απάντηση σε αυτό ερώτημα ίσως να μοιάζει περιπλοκή αλλά αν σκεφτούμε σοφά θα διαπιστώσουμε ότι λύση σε όλα μας τα προβλήματα είναι η ψυχική ανθεκτικότητα. Και εύλογα κάποιοι θα αναρωτηθούν τι σημαίνει ‘’ψυχική ανθεκτικότητα’’.

Με τον όρο ψυχική ανθεκτικότητα ‘’Resilience’’αναφερόμαστε στην ικανότητα μας να αντέχουμε ή να ανακάμπτουμε γρήγορα από προκλητικές καταστάσεις. Αναμφίβολα δεν μπορούμε να έχουμε το πλήρη έλεγχο της ζωής μας, αυτό που σιγουρά όμως μπορούμε να ελέγξουμε, εν μέρη τουλάχιστον είναι εαυτός μας. Η ενδυνάμωση του εαυτού μας σε ψυχικό επίπεδο είναι η σοφότερε επένδυση που θα μπορούσαμε να κάνουμε. Όταν επιλέγουμε συνειδητά να βάλουμε κάποιες δοκιμασίες στον εαυτό μας, τότε επιστρατεύουμε ένα μέρος του δυναμικού μας ώστε να μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε μια πρόκληση όταν αυτή μας χτυπήσει την πόρτα. Όπως γυμνάζουμε και τρέφουμε το σώμα μας, έτσι ακριβώς χρειάζεται να γυμνάσουμε και να θρέψουμε και την ψυχή μας. Με αυτόν τρόπο, οποία πρόκληση και αν έρθει θα μας βρει ετοίμους και ως εκ τούτου το άγχος θα μειωθεί σημαντικά, διότι βαθιά μέσα μας γνωρίζουμε το ποσό δυνατοί ή αδύναμοι είμαστε.

Όταν καταφέρουμε να δυναμώσουμε τον εαυτό μας μπορούμε να γίνουμε και ευάλωτοι. Ευάλωτος γίνεσαι όταν εκτίθεσαι στο άγνωστο, όταν φοβάσαι αλλά πάρα τον φόβο συνεχίζεις να διεκδικείς τα όνειρα σου. Οι περισσότεροι άνθρωποι πιστεύουν ότι ευαλωτότητα είναι αδυναμία. Το να αισθάνεσαι σημαίνει να είσαι ευάλωτος. Το να πιστεύει κανείς ότι η ευαλωτότητα είναι αδυναμία, σημαίνει να πιστεύει ότι το συναίσθημα είναι αδυναμία, αυτό που ισχύει όμως είναι το ακριβώς αντίθετό, η ευαλωτότητα είναι δύναμή. Γινόμαστε ευάλωτοι όταν είμαστε αυθεντικοί διότι ρισκάρουμε να απορριφθούμε για αυτό που πραγματικά είμαστε και η απόρριψη πονάει, αλλά μόνο όταν είμαστε αυθεντικοί μπορούμε να ζήσουμε μια ζωή έμπλεη νοήματος.

Το αντίθετου του ελέγχου είναι η εμπιστοσύνη. Το άγχος θεριεύει όταν προσπαθούμε να ελέγξουμε τα πάντα γύρω μας, μπορεί όμως να μειωθεί εάν εμπιστευτούμε τον εαυτό μας.

Ο Πλάτωνας για την ουσία της ζωής, τη δημιουργία του ανθρώπινου σώματος και της ενέργειας

Ο Πλάτωνας μιλά για τη δημιουργία του ανθρώπινου σώματος με λεπτομέρεια. Λέει ότι ο άνθρωπος είναι θείο δημιούργημα και ότι ο σκοπός του είναι να θυμηθεί τη θεότητα του. Λέει ότι η ενέργεια της ζωής που διαθέτει ο άνθρωπος, προέρχεται από τον ίδιο τον Θεό και όχι από κάποια τυχαιότητα. Ονομάζει την ενέργεια της ζωής ουσία. Μιλά με λεπτομέρεια για το πώς διοχετεύεται η ουσία αυτή στο σώμα κατά τη γέννηση.

Ο Πλάτωνας δεν αποκρύπτει τίποτα. Μιλά για τον εγκέφαλο, για το νωτιαίο μυελό, τα νεύρα και τα ανθρώπινα όργανα και τονίζει ότι μέσα σε αυτά βρίσκεται ο Θεός. Λέει ότι η θεϊκή ουσία ή η ενέργεια της ζωής διαπερνά όλο το σώμα και ότι αυτό είναι μελετημένο με τέτοιο τρόπο, ώστε ο άνθρωπος να μην ξεχαστεί μέσα σε αυτό.

Η ουσία όμως, όπως λέει ο Πλάτωνας, δεν διοχετεύεται και στις δύο πλευρές του σώματος με τον ίδιο τρόπο. Ο ίδιος λέει, ότι η δεξιά πλευρά του σώματος είναι διαφορετική από την αριστερή. Επίσης λέει, ότι η δεξιά πλευρά του σώματος διαχέεται με διαφορετική ενέργεια από την αριστερή. Λέει ότι η ενέργεια της ζωής η οποία διατηρεί τον άνθρωπο ζωντανό είναι δύο ειδών. Η μία ενέργεια είναι αμετάβλητη και έρχεται κατ’ ευθείαν από τον Θεό και η άλλη είναι μεταβλητή. Η αμετάβλητη καθαρή ουσία μεταφέρεται μέσα στη δεξιά πλευρά μέσα στο σώμα και η μεταβλητή ουσία μεταφέρεται μέσα στην αριστερή πλευρά.

Ο Πλάτωνας λέει συγκεκριμένα για την ουσία της ζωής:

“Έτσι χρησιμοποίησε (ο δημιουργός) ολόκληρο το αρχικό μείγμα. Αυτή τη σύνθεση τη χώρισε κατά μήκος φτιάχνοντας δύο κομμάτια (το αρσενικό και το θηλυκό). Αφού έβαλε το ένα μισό πάνω στο άλλο, όπως το σχήμα του Χ, τα λύγισε κυκλικά ενώνοντας πρώτα τα άκρα τους και στη συνέχεια τα σημεία αυτά μεταξύ τους, σχηματίζοντας έτσι δύο κάθετους κύκλους.

Σε αυτούς τους κύκλους, τον ένα μέσα στον άλλο, έδωσε κίνηση που γίνεται πάντα με τον ίδιο τρόπο και στον ίδιο τόπο. Ύστερα έδωσε στο αμετάβλητο την εξωτερική κίνηση (αρσενικό), ενώ την εσωτερική στο μεταβλητό (θηλυκό) και κανόνισε ώστε η κίνηση του αμετάβλητου να γίνεται πλευρικά προς τα δεξιά, ενώ η κίνηση του μεταβλητού διαγώνια προς τα αριστερά. Την υπεροχή την έδωσε στην περιστροφή του αμετάβλητου, την οποία άφησε άσχιστη.

Αντίθετα, έσχισε έξι φορές την εσωτερική περιστροφή δημιουργώντας εφτά άνισους κύκλους (εφτά τσάκρα, εφτά αδένες) με τα διπλά και τα τριπλά διαστήματα, τρία από κάθε είδος. Ύστερα όρισε ότι αυτοί οι κύκλοι θα κινούνται σε αντίθετη κατεύθυνση (αντίθεση αρσενικού-θηλυκού). Από τους εφτά εσωτερικούς κύκλους (τσάκρα, αδένες) κανόνισε, ώστε οι τρεις να περιστρέφονται με την ίδια ταχύτητα (τα τρία πρώτα και χαμηλότερα τσάκρα), ενώ οι υπόλοιποι τέσσερις κύκλοι (τα υψηλότερα τσάκρα) με ταχύτητες διαφορετικές τόσο μεταξύ τους όσο και σχετικά με τους πρώτους τρεις, όμως σταθερά και με κανονικότητα”.

Το κείμενο του Πλάτωνα είναι αποκαλυπτικό. Θα σταθούμε στο κείμενο ορίζοντας τα σημεία που θεωρούμε σημαντικά:

Η αντίθεση θηλυκού-αρσενικού βρίσκεται μέσα στο σώμα. Οι κύκλοι της ενέργειας μέσα στο σώμα κινούνται σε αντίθετη κατεύθυνση. Η αρσενική ουσία μέσα στο σώμα κινείται προς τα δεξιά και πλευρικά, ενώ η θηλυκή ουσία κινείται διαγώνια προς τα αριστερά. Η κίνηση αυτή είναι αντιθετική μεταξύ τους.

Η κίνηση (κινήσει πέριξ αυτάς έλαβε) της ενέργειας των δύο αντίθετων πόλων γίνεται πάντα με τον ίδιο τρόπο και στον ίδιο τόπο. Η φράση του Πλάτωνα «η κατά ταυτά εν ταυτώ περιαγομένη κίνησις» σημαίνει, περιστροφή σφαίρας (κύκλου) γύρω από τον άξονα της. Αυτό σημαίνει ότι η ενέργεια κινείται περιστροφικά και ότι η περιστροφή της μοιάζει με την κίνηση ενός τροχού γύρω από τον άξονα της.

Η ουσία της ζωής δεν διαμοιράζεται με τον ίδιο τρόπο δεξιά και αριστερά μέσα στο σώμα. Στη δεξιά πλευρά η ενέργεια είναι αμετάβλητη ενώ στην αριστερή είναι μεταβλητή και σχισμένη σε εφτά άνισα μέρη.

Οι εφτά άνισοι κύκλοι (τσάκρα, αδένες) δεν περιστρέφονται με την ίδια ταχύτητα. Τα τρία πρώτα τσάκρα περιστρέφονται με την ίδια ταχύτητα, ενώ τα υπόλοιπα τέσσερα έχουν διαφορετικές ταχύτητες μεταξύ τους και διαφορετικές από τα πρώτα τρία.

Η υπεροχή της ενέργειας δόθηκε στη δεξιά πλευρά του σώματος, επειδή αυτή η πλευρά διαθέτει άσχιστη ενέργεια και συνδέεται κατ’ευθείαν με τον δημιουργό.

Σημαντικό, δεν είναι μόνο το φως που χρησιμεύει σ’ εμένα, αλλά κι αυτό που χρησιμοποιώ για να μπορέσουν να δουν κι οι άλλοι

Μεταξύ μας, εγώ πιστεύω πως το να μη γεράσεις εξαρτάται μέχρις ενός ορισμένου σημείου κι από σένα. Εφόσον συνειδητοποιήσεις ότι το κλειδί στην υπόθεση της ζωής είναι η συνεχής ανάπτυξη, μπορείς να καθυστερήσεις τα γηρατειά. Όταν κάποιος σκεφτεί: “Ωραία, φτάνει, καλά ήταν ως εδώ, αρκετά. Δε μ’ ενδιαφέρει να αναπτυχθώ παραπάνω, γιατί να μάθω περισσότερα, γιατί να θέλω ν’ ακούσω κι άλλα”, σημαίνει ότι έχει χάσει το τρένο. Εδώ αρχίζει πραγματικά η διαδικασία της γήρανσης, όταν σταματήσεις ν’ αναπτύσσεσαι. Το κλειδί της νεότητας είναι η ανάπτυξη, η συνεχής και αέναη εξέλιξη, η αναζήτηση καινούργιων πραγμάτων, η έρευνα, οι στόχοι, τα σχέδια και οι επιθυμίες.

«Ναι, έτσι είναι… Πάρε για παράδειγμα τον Πικάσο, που στα 80 του, ζωγράφιζε σαν 20χρονος. Εδώ φαίνεται ότι δεν γερνούσε, ότι συνέχιζε να ψάχνει και να κάνει καινούργια πράγματα, ενώ στην αντίθετη περίπτωση, όπως λες, η ζωγραφική του μπορεί να είχε μείνει στάσιμη ή να ήταν κατώτερης ποιότητας. Λέγεται ότι αυτό συμβαίνει, γενικά, σ’ εκείνους που ασχολούνται με τη δημιουργία.»

«Αυτή η ατέρμονη αναζήτηση της ανάπτυξης δεν έχει λόγο να αφορά αποκλειστικά και μόνο τον εαυτό μας. Το είδος της ανάπτυξης που “σε ξανανιώνει” εντοπίζεται επίσης, -και ίσως περισσότερο απ’ οπουδήποτε αλλού— στη βοήθεια που παρέχουμε σε όποιον μπορεί να μάθει.

Αναπτυσσόμαστε και όταν δίνουμε, όχι μόνο όταν παίρνουμε. Καθένας από εμάς μπορεί να μεταδώσει τα λιγοστά που ξέρει, κι έτσι να κάνει ένα βήμα πιο μπροστά.»

Υπάρχει μια παμπάλαιη ιστορία που περιγράφει πολύ ωραία αυτήν την ιδέα.

Πριν από εκατοντάδες χρόνια, σ’ ένα χωριό της Ανατολής, ήταν ένας τύπος που μια νύχτα περπατούσε στα σκοτεινά δρομάκια του χωριού κρατώντας ένα αναμμένο φανάρι. Το χωριό, νύχτα χωρίς φεγγάρι, ήταν πάντα κατασκότεινο. Κάποια στιγμή, ο τύπος πέφτει πάνω σ’ έναν φίλο του. Τον κοιτάζει ο φίλος, κι αμέσως τον αναγνωρίζει: είναι ο Γκούμο, ο τυφλός του χωριού. Δεν κρατιέται και του λέει:

«Καλά, Γκούμο, τι κάνεις με το φανάρι στο χέρι; Αφού εσύ δεν βλέπεις…»

Και ο τυφλός του απαντάει:

«Το φανάρι δεν το έχω για να βλέπω. Εγώ, και στο σκοτάδι ακόμα, ξέρω τους δρόμους από μνήμης. Το φανάρι το έχω για να βρίσκουν τον δρόμο τους οι άλλοι βλέποντας εμένα.»

«Σημαντικό, δεν είναι μόνο το φως που χρησιμεύει σ’ εμένα, αλλά κι αυτό που χρησιμοποιώ για να μπορέσουν να δουν κι οι άλλοι. Ο καθένας μας μπορεί να φωτίσει τον δρόμο για λογαριασμό του, αλλά και για να φέξει στους υπόλοιπους — χωρίς να είναι και υποχρεωμένος.»

Σωκράτης: Ο Βίος και η Διδασκαλία ενός Μεγάλου Φιλοσόφου

Όταν αποφάσισα να γράψω για τον Σωκράτη ο οποίος είναι και ο αγαπημένος μου φιλόσοφος, σκέφτηκα πως το εγχείρημα μου μάλλον είναι τολμηρό. Και αυτό γιατί αναρωτήθηκα πως μπορείκάποιος να συλλάβει τον τρόπο σκέψης και διδασκαλίας ενός τέτοιου ανθρώπου και να μπορέσει σε μερικές σελίδες του Word να αποτυπώσει, πόσο μάλλον να αναλύσει ότι έχει σχέση με αυτόν. Σταδιακά όμως το χέρι μου άρχισε να τρέχει και σιγά γύρισα πίσω στην εποχή του βίου του και της διδασκαλίας του. Αυτό το άρθρο δεν είναι παρά ένας φόρος τιμής σε έναν άνθρωπο που έπαιξε σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη της αρχαίας Ελληνικής φιλοσοφίας και μετά το τέλος του, αφήνοντας ανεξίτηλα σημάδια στον τρόπο σκέψης πολλών ανθρώπων από την εποχή του μέχρι και σήμερα, δημιουργώντας μια αίσθηση για το ήθος και την αξιοπρέπεια όπως πολύ λίγοι το έκαναν στο πέρασμα του χρόνου, με την πορεία της ζωής του και του αξιοπρεπή αλλά άδικου θανάτου του που αποτέλεσε μια από τις μελανότερες σελίδες του θεσμού της Δημοκρατίας. Αυτό το άρθρο είναι μια ευκαιρία ώστε όσοι ενδιαφέρονται για τον Σωκράτη να βρουν μια μικρή και συνοπτική πηγή γι' αυτόν, και όσους θέλουν να μάθουν περισσότερα και να πάρουν μια γεύση, να μπορέσουν να το κάνουν χωρίς περίπλοκες διαδικασίες ή έρευνες.

Ο Σωκράτης γεννήθηκε το 470 π.Χ. και πέθανε το 399 π.Χ. στην Αθήνα, στον Δήμο Αλωπεκής. Ήταν από μια ταπεινή οικογένεια όπου ο πατέρας του Σωφρονίσκος ήταν γλύπτης και η μητέρα του Φαιναρέτη μαμή. Ακολούθησε στην αρχή το επάγγελμα του πατέρα του αλλά τα παράτησε για να ασχοληθεί αποκλειστικά με τη φιλοσοφία. Δεν είναι πολλά πράγματα γνωστά για τη μόρφωση που ακολούθησε αλλά το πιο πιθανό είναι να μορφώθηκε όπως όλοι οι νέοι της εποχής του δείχνοντας όμως προσωπική προτίμηση στα έργα του Αρχέλαου και του Αναξαγόρα που τον επηρέασαν ιδιαίτερα στον τρόπο σκέψης του. Κατά πάσα πιθανότητα μεγάλο μέρος της εκπαίδευσης του όφειλε και σε προσωπική του αυτοδιδαχή. Παντρεύτηκε την Ξανθίππη, μια γυναίκα που φημιζόταν για τον δύστροπο και ιδιότροπο χαρακτήρα της. Έκαναν τρείς γιους, τον Λαμπροκλή, τον Σωφρονίσκο και τον Μενέξενο. Τα πενιχρά εισοδήματα τους λόγο του γεγονότος πως ο Σωκράτης δεν δεχόταν δώρα και χρήματα προκαλούσαν την οργή της Ξανθίππης που όμως όπως λέγεται εκείνος δεχόταν με παρομοιώδη καρτερία και ηρεμία. Μάλιστα απο τον Πλάτωνα μαθαίνουμε πως ενώ ο Σωκράτης δεν έπαιρνε τίποτα, οι σοφιστές, όπως ο Πρόδικος ο Κείος έπαιρνε 50 δραχμές (μισή μνα) για σειρά μαθημάτων γραμματικής, και 1 δραχμή για περιληπτικό μάθημα. Παρόλα αυτά η οικογένεια του δεν πρέπει να ήταν ιδιαίτερα φτωχή, και ειδικά ο πατέρας του, άσχετα από την γεμάτη πενία ζωή που ο Σωκράτης ακολούθησε.

Σαν άνθρωπος και σαν φιλόσοφος αποτελεί πραγματικά μια σπανιότατη και μοναδική φυσιογνωμία που έχει γίνει αντικείμενο πολλών συζητήσεων αφού πράγματι είναι ένα φαίνομενο το πως έζησε, δίδαξε και στο τέλος πέθανε. Ας κάνουμε την αρχή από άτομο του πρώτα. Ήταν ένας χαρακτήρας τίμιος, νομοταγής και ηθικός. Χαρακτηριστικό είναι πως εκτός απο την ανήθικη κατηγορία της διαφθοράς των νέων και την εισαγωγή καινών δαιμονίων που οδήγησε στη δίκη του, ποτέ κανένας δεν βρέθηκε να τον κατηγορήσει για κάτι ανήθικο, μεμπτό ή παράνομο. Ήταν εξαιρετικά νομοταγής και δεν παρέλειπε να εκτελεί τα πολιτικά και θρησκευτικά του καθήκοντα. Σεβόταν τους νόμους και τους θεσμούς και αγαπούσε την πατρίδα του. Μάλιστα ήταν ένας άνθρωπος με ήρεμη αλλά δυνατή θέληση, γενναίος και αποφασιστικός. Πολέμησε με θάρρος σε 3 εκστρατείες του Πελοποννησιακού Πολέμου. Στην πολιορκία της Ποτείδαιας (432-429 πΧ) στη μάχη του Δηλίου (424 πΧ) και στην μάχη της Αμφίπολης (422 πΧ) όπου επέδειξε ανδρεία, αυταπάρνηση και αντοχή στις κακουχίες. Απόδειξη του πόσο ηθικός και δίκαιος χαρακτήρας ήταν φάνηκε σε πολλές στιγμές της ζωής του. Χαρακτηριστικά, το 406 π.Χ όπου ήταν επιστάτης των πρυτάνεων, (πρόεδρος της βουλής) όρθωσε το ανάστημα του παρά τις πιέσεις και τις απειλές, και ήταν ο μόνος που αντιτάχθηκε στην άδικη και παράνομη ψηφοφορία απόφασης θανάτωσης των νικηφόρων στρατηγών της ναυμαχίας των Αργινουσών που λόγω της θαλασσοταραχής, δεν κατάφεραν να περισυλλέξουν και να τιμήσουν τα πτώματα των νεκρών. Μετά το τέλος του Πελοποννησιακού Πολέμου και την κατάλυση της Δημοκρατίας από τους ολιγαρχικούς και τους τριάκοντα τυράννους ο Σωκράτης ήρθε πολλές φορές σε σύγκρουση μαζί τους και ειδικά με τον Κριτία. Η ειρωνεία είναι πως ο Κριτίας ήταν παλαιότερα μαθητής του Σωκράτη αλλά και του Γοργία. Ήταν συγγραφέας, ρήτορας φιλόσοφος και ποιητής και πριν γίνει ολιγαρχικός, ένας μορφωμένος και φιλελεύθερος άνθρωπος. Όταν όμως ακολούθησε τον πατέρα του στην ολιγαρχία και αργότερα ανακηρύχτηκε ο αρχηγός των τριάκοντα τυράννων, έγινε σκληρός, αιμοβόρος και αρχομανής με αποτέλεσμα μείνει γνωστός κυρίως για τη θηριωδία του.

Η παράνομη κατάληψη της εξουσίας με την βοήθεια των Σπαρτιατών, οι δημεύσεις περιουσιών και οι καταδίκες σε θάνατο έκαναν τον Σωκράτη να συγκρουστεί μαζί τους πολλές φορές και να αρνηθεί να συλλάβει ανθρώπους που επαναστατούσαν στην καταπίεση τους και οι τύρρανοι θεωρούσαν απειλή. Εκτός από το συμβάν με τους στρατηγούς, άλλη απόδειξη του χαρακτήρα του ήταν αυτό με τον Λέοντα τον Σαλαμίνιο το οποίο αναφέρει και στην απολογία του:

<<Εγώ λοιπόν, ω άνδρες Αθηναίοι, δεν κατέλαβα ποτέ κανένα άλλο αξίωμα στην πόλη, διετέλεσα όμως κάποτε βουλευτής. Και έτυχε να πρυτανεύσει η δική μας φυλή, η Αντιοχίς, τότε που εσείς με τους δέκα στρατηγούς που δεν μάζεψαν τους ναυαγούς τη μέρα της ναυμαχίας θέλατε να τους δικάσετε όλους μαζί παράνομα, όπως αργότερα το καταλάβατε όλοι σας. Τότε μόνος από όλους τους πρυτάνεις σας εναντιώθηκα, υποστηρίζοντας οτι δεν πρέπει να κάνετε τίποτα αντίθετο προς τους νόμους και ψήφισα ενάντια στη θέληση σας. Και ενώ ήταν έτοιμοι οι ρήτορες να με καταγγέλλουν και να βάλουν να με συλλάβουν και εσείς τους παροτρύνατε με φωνές, έκρινα πως είναι προτιμότερο να διακινδυνεύσω όντας με την πλευρά του νόμου και του δικαίου, παρά να είμαι με το μέρος το δικό σας που δεν σκεφτόσαστε δίκαια, από φόβο μη φυλακιστώ ή μη θανατωθώ… Άλλα όταν έγινε ολιγαρχία, οι τριάκοντα πάλι με κάλεσαν μαζί με τους άλλους τέσσερις στην Θόλο, μας διέταξαν να πάμε να φέρουμε από τη Σαλαμίνα τον Λέοντα τον Σαλαμίνιο, για να τον σκοτώσουμε… Τότε λοιπόν εγώ, όχι με τα λόγια αλλά έμπρακτα απέδειξα πάλι σε εμένα για να μιλήσω πιο καθαρά ότι δεν με ενδιαφέρει διόλου ο θάνατος. Το μόνο που με ενδιαφέρει είναι να μην διαπράξω κάτι άδικο ή ανόσιο… Αλλά αφού βγήκαμε από τη Θόλο, ενώ οι τέσσερεις πήγαν στη Σαλαμίνα και έφεραν τον Λέοντα εγώ έφυγα και πήγα στο σπίτι μου, και ίσως να είχα πεθάνει γι αυτή μου την πράξη αν δεν είχε καταλυθεί σύντομα η εξουσία τους…>>

Η ιστορία θέλει το Σωκράτη να είναι γνωστός και για την ασχήμια του. Ήταν φαλακρός, με στραβή και μεγάλη μύτη, χοντρά χείλια και πλαδαρό πρόσωπο. Φορούσε συνεχώς τον ίδιο φθαρμένο χιτώνα και κυκλοφορούσε λερός και ξυπόλυτος στις αγορές, τα γυμναστήρια και τους δρόμους πιάνοντας ατελείωτες φιλοσοφικές και πολιτικές συζητήσεις με αποτέλεσμα οι κωμωδιογράφοι της εποχής να βρίσκουν πλούσιο υλικό για να τον σατιρίζουν, πράγμα όμως που τον άφηνε παγερά αδιάφορο. Ποτέ δεν ένιωθε προσβεβλημένος, και πάντα αντιμετώπιζε τα πάντα με χιούμορ, και απλές αλλά αποστομωτικές απαντήσεις. Αν και η εξωτερική του εμφάνιση δεν ήταν και η καλύτερη, είχε ένα οξυδερκές πνεύμα και μια χαρισματική προσωπικότητα που καθήλωνε το πλήθος γύρω του. Νηφάλιος και μελίρρυτος, ασκούσε μια παράξενη γοητεία σε όσους βρίσκονταν κοντά του και μπορούσαν να τον ακούν με τις ώρες μαγεμένοι από την αύρα που απέπνεε…

Η πορεία του Σωκράτη ως φιλοσόφου έχει το εξής ασυνήθιστο: Δεν άφησε τίποτα γραπτό. Όλα όσα γνωρίζουμε προέρχονται από τις καταγραφές του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη και του Ξενοφώντα. Επίσης άλλη μία προέρχεται τον 5ο αιώνα π.Χ από τον Λιβάνιο. Καμία όμως δεν αντικαθιστά σε αξία και πιστότητα αυτή του Πλάτωνα αφού η φιλοσοφία και κυρίως ο θάνατος του συγκλόνισε την κοινωνία εκείνης της εποχής και ειδικά τον Πλάτωνα που στην ηλικία των 28 ετών είχε αρχίσει να διαμορφώνει σταδιακά τη δική του υπόσταση. Η Απολογία συγκεκριμένα γράφτηκε το 396 π.Χ. Τα λόγια δεν είναι πιστή αντιγραφή όμως θεωρείται σχεδόν σίγουρο πως ο Πλάτωνας τα έγραψε όσο πιο πιστά μπορούσε να τα θυμηθεί αν και ίσως έβαλε και δικές του ιδέες μέσα στις καταγραφές των διδασκαλιών και της Απολογίας του διδασκάλου του. Του Ξενοφώντα θεωρείται μάλλον μιμητικό του Πλάτωνα, και ακόμα πιο πιθανό να έχουν παραποιηθεί λόγια του Σωκράτη αφού δεν μπορούσε να συλλάβει τις ιδέες του τόσο όσο ο μεγαλοφυής Πλάτωνας.

Αφετηρία της Σωκρατικής σκέψης ήταν ο σκεπτικισμός. <<Εν οίδα ότι ουδέν οίδα>>. Ο τρόπος σκέψης του στρεφόταν κυρίως γύρω από τα καθημερινά προβλήματα της ζωής. Αγαπούσε τους ανθρώπους και του άρεσε να έρχεται σε επαφή με τις έννοιες τους και με ότι τους απασχολούσε. Μιλούσε συχνά για το ήθος, την καλοσύνη, το δίκαιο, την ανδρεία και τα αντίθετα τους. Έλεγε στους νέους, ειδικά στα παιδιά των πλουσίων, να μην δίνουν σημασία στα υλικά αγαθά και να μην νοιάζονται για πλούτη, παρά μόνο για αυτοβελτίωση. Πίστευε πως ο άνθρωπος με χρήση λογικών μεθόδων μπορούσε να βρει λύση σε ότι τον απασχολεί και την πραγματική αλήθεια.

Η μεγαλοφυής μέθοδος της διαλογικής συζήτησης που ονομάστηκε <<μαιευτική>> και που είχε ως βάση τη λογική πως η μαμή βοηθάει όχι το μωρό αλλά τον τοκετό του, έκανε κάθε συνομιλητή του να βρει μόνος του μέσα από ένα σωστό διάλογο - με τις κατάλληλες ερωτήσεις – την απάντηση που έψαχνε σε ότι τον απασχολούσε, επειδή θεωρούσε ότι αυτή βρισκόταν ήδη μέσα του. Ο συνομιλητής λοιπόν μέσω του διαλόγου, αντί να λάβει οποιαδήποτε απάντηση, μέσω ερωτήσεων την εκμαίευε από μόνος του. Στην περίπτωση όμως της μεθόδου της <<ειρωνείας>> ο Σωκράτης προσποιούνταν άγνοια επί του θέματος, κέρδιζε τον συνομιλητή και αφού τον άφηνε να αναπτύξει τη θεωρεία του υποτίθεται για να τον διαφωτίσει μέσω περίπλοκων και έξυπνων ερωτήσεων, ανάγκαζε τον <<γνώστη>> να παραδεχτεί την άγνοιά του. Συνήθιζε να εκθειάζει τον συνομιλητή, ώστε στο τέλος να φανεί η πραγματική έλλειψη γνώσης του, και η αληθινή πνευματικότητα του Σωκράτη. Θεωρούσε λοιπόν πως εάν ο άνθρωπος έχει το γνώθι σαυτόν, να γνωρίζει δηλαδή τον εαυτο του, θα βρει τους ηθικούς κανόνες που θα τον διέπουν αφού μέσα από την αυτογνωσία γίνεται ο καθένας ενάρετος και κατανοεί την φύση των πραγμάτων στο πραγματικό της βάθος, - κάτι που φυσικά και τότε όπως και σήμερα - ήταν εξαιρετικά δύσκολο να συναντήσεις στους περισσότερους ανθρώπους. Η παραδοχή πως κανένας δεν είναι παντογνώστης, οδηγεί στο αγαθό και ενάρετο. Στην ευσέβεια και το σεβασμό. Ο Σωκράτης θεωρούσε αρετή τη σύνεση και τη φρόνηση. Γι αυτόν αγαθό είναι ότι κάνουμε με γνώση, ενώ για την κακία έλεγε πως <<ουδείς εκών αμαρτάνει>>. Κανένας δεν αμαρτάνει επειδή το θέλει παρά μόνο από απερισκεψία, ανοησία και άγνοια. Σαν ιδρυτής της ηθικής επιστήμης και της Σωκρατικής διαλεκτικής προήγαγε την βελτίωση των ανθρώπινων ενστίκτων όπως αυτά εκδηλώνονται με κεντρικό πυρήνα τη διδασκαλία και την διάπλαση της προσωπικότητας των νέων. Αυτό το επεδίωκε γιατί πίστευε πως η αρετή είναι κάτι που διδάσκεται αφού η γνώση και η πράξη συνδέονται άμεσα.

Αν και το ποιόν του Σωκράτη ήταν σε γενικές γραμμές γνωστό σε όλους, ο σπουδαίος φιλόσοφος είχε και εχθρούς που ενοχλούνταν από τη χαρισματική του προσωπικότητα, την ενασχόληση του με τους εκπροσώπους της μισαλλοδοξίας, της κακεντρέχειας, της αρχομανίας, της στενομυαλιάς και της ηθικολογικής κατά τα άλλα ασυδοσίας. Στάθηκε μεγάλος πολέμιος ειδικά των αρχόντων και των σοφιστών και φαίνεται χαρακτηριστικά πως ο Σωκράτης ήξερε πολύ καλά που άρχιζε η πνευματική ελευθερία του ανθρώπινου νου σπάζοντας τους φραγμούς του παρωπιδισμού, και που υπήρχε η διαχωριστική γραμμή της ασυδοσίας αυτής και της κακής χρήσης της ελευθερίας. Μάθαινε τους ανθρώπους να σκέφτονται: Προσπαθούσε να αφυπνίσει τις συνειδήσεις ώστε να μπορούν να ξεχωρίζουν ποτέ πρέπει να είναι πνευματικά ελεύθεροι και σκεπτόμενοι άνθρωποι ώστε να κατανοούν την πραγματικότητα, και πότε πρέπει να καταλαβαίνουν και να αντιστέκονται στην προσπάθεια διάβρωσης και κακών ιδεών στο όνομα της δήθεν ελευθερίας του λόγου. Αυτό θεωρήθηκε και το πιο απειλητικό. Το ότι μάθαινε τον κόσμο να χρησιμοποιεί το κεφάλι του και ήταν εξαιρετικά ικανός να καυτηριάζει όλους αυτούς που το μόνο που μπορούσαν να κάνουν αφού δεν μπορούσαν να καταφέρουν και κάτι καλύτερο, ήταν να τον ειρωνεύονται.

Η ειλικρίνεια του και η ειρωνεία του στα κακώς κείμενα της τότε κοινωνίας ενοχλούσαν πάρα πολλούς από αυτούς, και κάποιοι βάλθηκαν να τον εξοντώσουν. Βρέθηκε τότε το 399 π.Χ. ένας άγνωστος τραγικός ποιητής ο Μέλητος, ένας πλούσιος βυρσοδέψηςμε μεγάλη πολιτική επιρροή στην Αθήνα ο Άνυτος, κι ένας ρήτορας ο Λύκων. Ο Μέλητος εμφανίστηκε σαν κυρίως κατήγορος αλλά υποκινητής ήταν ο Άνυτος ο οποίος δεν ήταν αμέμπτου ηθικής και μάλλον είχε λόγο να αντιπαθεί το Σωκράτη αφού κάποια στιγμή τον είχε κατακρίνει ανοιχτά και αυστηρά επειδή εξανανάγκασε τον γιο του να ακολουθήσει το επάγγελμα του και δεν του επέτρεψε να ασχοληθεί με τη φιλοσοφία. Κατά τον Αριστοτέλη και το Διόδωρο κάποτε θα καταδικαζόταν σε θάνατο αλλά δωροδόκησε τους δικαστές. Η κατηγορία ήταν ότι δεν αναγνωρίζει τους θεούς τους, εισάγει καινούριους θεούς ή δαίμονες (καινά δαιμόνια), πλανά και διαφθείρει τους νέους. Εδώ θα πρέπει να τονίσω, επειδή έχει συζητηθεί πάρα πολύ, πως το δαιμόνιο που αναφέρεται δεν έχει τη σημασία που αποδίδει η χριστιανική θρησκεία σήμερα, αλλά ήταν μια κατώτερη θεότητα, ένα πνεύμα οδηγός που δρούσε σαν ενδιάμεσο επικοινωνίας, σαν μια εσωτερική φωνή, μεταξύ θεού και ανθρώπων. Κάθε άνθρωπος είχε το δικό του δαίμονα – πνεύμα οδηγό και είναι σαν το φύλακα άγγελο. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι πως όταν ο ρήτορας Λυσίας προσφέρθηκε να του γράψει την απολογία του για τη δίκη, αρνήθηκε και δεν θέλησε ούτε ο ίδιος να γράψει κάτι γιατί όπως είπε ο τρόπος ο οποίος έζησε, χωρίς να πειράξει κανέναν ήταν η καλύτερη απολογία και το δαιμόνιον τούτον απέτρεπε λοιπόν από κάτι τέτοιο. Γενικότερα ο Σωκράτης εμφανίζεται να αναφέρει αρκετές φορές αυτό το περιβόητο δαιμόνιον. Στην Απολογία λέγει πως <<είναι μια φωνή που ακούω η οποία όποτε την ακούω με αποτρέπει από κάτι που πρόκειται να κάνω και ποτέ δεν με προτρέπει σε τίποτα>>. Επίσης ο Πλάτωνας συμπληρώνει στο Συμπόσιο πως το δαιμόνιον ήταν ενδιάμεσο ον ανάμεσα σε θεούς και ανθρώπους. Δεν εννοείται λοιπόν κάποια πνευματική υπόσταση με την έννοια αρνητικής οντότητας. Οι κατηγορίες βασίστηκαν περισσότερο στο φόβο της επιρροής που εξασκούσε ο Σωκράτης ειδικά στο νέο και προοδευτικό αίμα του τόπου, παρά στο ότι υπήρχε αμφιβολία της ηθικής του. Σημαντικό ρόλο έπαιξε η άμεση και καυστική του ειλικρίνεια, η αμεσότητα και η ευρύτητα της αποδοχής των λόγων του όχι μόνο στη νεολαία, αλλά και σε όλους όσους απεχθάνονταν τους δήθεν γνώστες και διδασκάλους, που το μόνο που ήθελαν είναι να επηρεάζουν, να κατευθύνουν συνειδήσεις, να ελέγχουν και να χειροκροτούνται. Είχε επίσης ενοχλήσει το γεγονός πως ο Σωκράτης δεν ξεχώριζε τους μαθητές του και μέσα σε αυτούς ήταν και παιδιά ολιγαρχικών. Η ευθύτητα και το καυστικό του χιούμορ δεν ήταν παρά μια μύγα στα πλευρά όλων των κομπλεξικών φαφλατάδων και αλαζόνων της εποχής, που απλά δεν μπορούσαν να συγκριθούν μαζί του σε πνευματικό επίπεδο και αντί να εκτιμήσουν τη συνεισφορά του και να προσπαθήσουν να μάθουν κάτι, ανησυχούσαν μη ξεμπροστιαστούν και αρχίσει ο κόσμος να αφυπνίζεται και στραφεί εναντίον τους. Καίριο ρόλο στην έχθρα εναντίον του έπαιξε και ο Αριστοφάνης, ο οποίος έκανε ότι μπορούσε για να τον παρουσιάσει ως γελοίο, γραφικό και έκφυλο αλλά παρόλα αυτά επικίνδυνο και τρελό, παρασύροντας πολλούς σε αυτή τη νοοτροπία που σαφώς επηρέασε και τη δικαστική απόφαση. Αν και η προσφορά της διδαχής του στους ολιγαρχικούς είχε θεωρηθεί ύποπτη, θα πρέπει να σκεφτούμε πως εκτός από το γεγονός πως ο Σωκράτης δεν αρνιόταν τη γνώση σε κανέναν που την αναζητούσε, τα παιδιά των πλουσίων είχαν πιο άνετη πρόσβαση στη γνώση και περισσότερο χρόνο να την απολαύσουν από τα παιδιά των φτωχών. Εκτός αυτού, οι κατηγορίες ήρθαν και σε μια εποχή που ο Πελοποννησιακός Πόλεμος είχε αφήσει ανεξίτηλα σημάδια και οι Αθηναίοι ήταν πιο ευαίσθητοι από ποτέ σε ζητήματα της πόλης τους και της θρησκείας τους νιώθοντας την ανάγκη να κρατήσουν την κοινωνική και θρησκευτική συνοχή τους στα πάντα περισσότερο από ποτέ, χωρίς καμία παραφωνία που θα μπορούσε να θεωρηθεί γι αυτούς απειλή της υπάρχουσας δομής. Δεν ήταν λοιπόν δύσκολο να βρεθεί ένα εξελαστήριο θύμα. Κατά τη γνώμη μου οι κατήγοροι του Σωκράτη δεν ήταν παρά απλοί εκπρόσωποι, τα όργανα που χρησιμοποιήθηκαν για την εξόντωση του, ενώ από πίσω υπήρχαν πολύ περισσότεροι. Εδώ παρατηρούμε πως η εποχή του Σωκράτη ελάχιστα διαφέρει από τη δική μας.

Ο Μέλητος έπρεπε σύμφωνα με το νόμο να πάει με ένα ή δυο μάρτυρες και να γνωστοποιήσει στο Σωκράτη τις κατηγορίες ώστε να εμφανιστεί στον άρχοντα βασιλέα και τη βασίλειον στοά στο ΒΔ τμήμα της αγοράς, ώστε να του αποδοθούν και επίσημα. Σύμφωνα με τους Πλατωνικούς διαλόγους Θεαίτητον και Ευθύφρων, ο Σωκράτης προκειμένου να μην καθυστερήσει, διέκοψε μια συνομιλία που είχε με τον Θεόδωρο τον Μεγαρέα τον γεωμέτρη και τον μαθητή του Θεαίτητο και φτάνοντας εκεί έπιασε κουβέντα με τον Ευθύφρονα που περίμενε εκεί για μια δική του υπόθεση. Η δίκη ορίστηκε και θα εκδικαζόταν από την Ηλιαία, το λαϊκό δικαστήριο που αριθμούσε 6.000 μέλη πάνω απο 30 χρονών από 10 Αθηναϊκές φυλές. Στη δίκη του Σωκράτη κληρώθηκαν και παρέστησαν 500 δικαστές. Η στάση του Σωκράτη ήταν περήφανη και γαλήνια και η απολογία του ένα πραγματικό μάθημα για όλους. Ο Άνυτος επέμενε στην θανατική ποινή υποστηρίζοντας μάλιστα πως ή δεν έπρεπε να γίνει αυτή η δίκη καθόλου ή ο Σωκράτης έπρεπε να καταδικαστεί σε θάνατο. Μεγάλη η αδημονία του να τον ξεφορτωθεί.

Η Απολογία του Σωκράτη χωρίζεται σε τρία μέρη στα οποία και θα επεκταθούμε με μια συνοπτική ανάλυση στο καθένα από αυτά ώστε σε γενικές γραμμές να γίνει κατανοητή η περιβόητη αυτή Απολογία.: Στο πρώτο και κυριότερο μέρος της ο Σωκράτης αρχίζει αρνούμενος ότι είναι δεινός ρήτορας όπως οι κατήγοροι τον χαρακτηρίζουν με το επιχείρημα του Άνυτου πως θα μπορούσε να τους πλανέψει. Δηλώνει πως θα μιλήσει όπως ακριβώς αισθάνεται καλώντας όλους όσους είναι μέσα στο ακροατήριο να πουν εάν ισχύουν όσα αρνητικά λέγονται γι' αυτόν. Αναλύει το πραγματικό νόημα της σοφίας και κατά πόσο είναι σοφός ή όχι σαν άνθρωπος, συνεχίζοντας με λεπτομέρεια για όσα λέγονται εις βάρος του. Ακολουθεί ένας διάλογος με τον Μέλητο όπου τον προκαλεί να αποδείξει με ποιον τρόπο διαφθείρει τους νέους. Ο διάλογος αυτός για να αναλυθεί λέξη προς λέξη χρειάζεται ένα άρθρο μόνο του. Τα δικά μου συμπεράσματα ήταν πως ο Μέλητος απαντώντας απλά και μονολεκτικά στις διαυγείς, έξυπνες και περίπλοκες, ουσιαστικά ρητορικές για αυτόν ερωτήσεις του Σωκράτη, στερείται ικανοποιητικών απαντήσεων και πνευματώδους επιχειρηματολογίας και κατά τη γνώμη μου απορώ πως εκείνη την εποχή έπεισε το δικαστήριο περί διαφθοράς του Σωκράτη. Εάν δεν έπαιζαν και άλλοι παράγοντες ρόλο που ανέφερα νωρίτερα σε προηγούμενη παράγραφο μάλλον θα επιβεβαιωνόταν ο Σωκράτης ο οποίος είχε πει πως <<είναι σε όλους φανερό πως εάν δεν είχα παρουσιαστεί για να με κατηγορήσουν ο Άνυτος καιο Λύκων, θα χρώσταγε (ο Μέλητος) και 1000 δραχμές πρόστιμο επειδή δεν θα έπαιρνε ούτε το 1/5 των ψήφων>> εννοώντας τις ψήφους της καταδίκης του που δεν θα ήταν ούτε το 1/5, και σε αυτή την περίπτωση ο Μέλητος θα αναγκαζόταν να επιβαρυνθεί με πρόστιμο. Εν ολίγοις για μένα οι κατήγοροι απλά αδυνατούν να πείσουν. Διαβάζοντας ο καθένας την Απολογία μπορεί να βγάλει τα συμπεράσματα του. Στη συνέχεα καταθέτει παραδείγματα του ήθους του κατά τη διάρκεια της ζωής του αναφέροντας και ονομαστικά παρευρισκόμενους στο ακροατήριο που τον γνωρίζουν και που είναι εκεί για μάρτυρες υπεράσπισης ή κατηγορίας καταλήγοντας πως δεν φοβάται τον θάνατο και δεν θα παρακαλέσει κάνοντας εν τέλει αυτό που νιώθει σωστό. Στην πρώτη ψηφοφορία των δικαστών τον κρίνουν ένοχο με περίπου 280 υπέρ της ενοχής του και 220 κατά αυτής.

Το δεύτερο μέρος της Απολογίας είναι μετά την ανακοίνωση της ψηφοφορίας και όταν τον ρωτούν οι δικαστές τι ποινή θέλει να του επιβληθεί. Ο Σωκράτης δεν αγανακτεί για την απόφαση και μάλιστα απορεί που καταδικάστηκε με τόσο μικρή διαφορά. Μάλιστα κάποια στιγμή εξοργίζει το δικαστήριο λέγοντας πως πρέπει ως ποινή να του επιβληθεί δια βίου και δωρεάν σίτιση στο πρυτανείο όπως γίνεται στους ευεργέτες της πόλης. Εναλλακτικά αντιπροτείνει ένα πρόστιμο 30 μνων με εγγυητές τον Κρίτωνα, Απολλόδωρο και Κριτόβουλο. Ότι λέει δεν το λέει από αλαζονεία αλλά γιατί πραγματικά είναι εντάξει με τον εαυτό του και νιώθει πως ποτέ στη ζωή του δεν έβλαψε κανέναν, αντίθετα έκανε μόνο καλό. Ίσως επειδή διαισθανόταν την επικείμενη απόφαση και ήθελε να προκαλέσει λίγο όλη αυτή τη κωμωδία εναντίον του.

Μετά και το δεύτερο σκέλος ακολουθεί και η επόμενη ψηφοφορία όπου τον καταδικάζει σε θάνατο και μάλιστα με περισσότερες ψήφους. Εκεί ακολουθεί το τρίτο και τελευταίο μέρος. Απορεί γιατί βιάζονται να σκοτώσουν έναν 70χρονο που βρίσκεται ήδη στη δύση της ζωής του. Δεν μετανιώνει για ότι είπε και έκανε και δεν θα προσπαθήσει να αποφύγει την καταδίκη.

Μάλιστα λέει χαρακτηριστικά κάτι που μου έκανε εξαιρετική εντύπωση: <<Θέλω όμως σε εσάς που με καταψηφίσατε να δώσω και ένα χρησμό για το μέλλον: Γιατί ήδη βρίσκομαι στο σημείο που οι άνθρωποι σαν πρόκειται να πεθάνουν- αποκτούν τη δυνατότητα να προλέγουν καλύτερα. Λέω λοιπόν, σε όσους από εσάς, άνδρες με σκοτώσατε, ότι αμέσως μετά το θάνατο μου, θα τιμωρηθείτε πολύ χειρότερα. Μα τον Δία, απ όσο με τιμωρείται σκοτώνοντας με. Γιατί τώρα με την πράξη σας αυτή νομίζετε πως θα απαλλαγείτε από το να δίνετε λόγο για τη ζωή σας. Αλλά ακριβώς το αντίθετο θα συμβεί όπως εγώ σας τα λέω. Γιατί θα αυξηθούν εκείνοι που σας ελέγχουν, τους οποίους εγώ μέχρι τώρα, χωρίς να το καταλαβαίνετε εμπόδιζα >>. Να σχολιάσω απλά πως αυτό αποδείχτηκε επιεικώς προφητικό απο τότε μέχρι και σήμερα και επαναλαμβάνεται συνεχώς και καθημερινά; Συνεχίζει διερωτώμενος τι υπάρχει στην άλλη ζωή και ευελπιστεί να συναντήσει πραγματικούς δικαστές στον Άδη και να συναντήσει τις μεγάλες προσωπικότητες της ιστορίας. Κατακρίνει τους κατηγόρους του που πίστεψαν πως θα μπορούσαν να τον βλάψουν με αυτό τον τρόπο, και αποχαιρετά όλους με τα συγκλονιστικά λόγια: <<Αλλά τώρα είναι ώρα να φύγουμε, εγώ για να πεθάνω και εσείς για να ζήσετε. Ποιοι απο μας πηγαίνουν σε καλύτερο μέρος είναι άγνωστο σε όλους μας εκτός από το Θεό…

Στη φυλακή έμεινε ένα μήνα περίπου λόγο της απουσίας του ιερού πλοίου της πόλης, της Πάραλου που βρισκόταν στην Πύλο για τις γιορτές του Απόλλωνα. Όσο απουσίαζε το ιερό πλοίο κανένας δεν μπορούσε να εκτελεστεί. Μάλιστα καθυστέρησε λόγο τρικυμίας Ο Κρίτων που ήταν πιστός φίλος του Σωκράτη, τον επισκέφτηκε για να τον ειδοποιήσει πως το πλοίο φάνηκε στο Σούνιο, άρα πλησίαζε και η ώρα της εκτέλεσης της ποινής. Παρά την επιμονή τη δική του όπως και άλλων φίλων και μαθητών του να δραπετεύσει, εκείνος αρνήθηκε κατηγορηματικά να το κάνει. Θα δεχόταν την ποινή του με ηρεμία και αξιοπρέπεια μένοντας πιστός στους κανόνες της πολιτείας και της απόφασης του δικαστηρίου, δείχνοντας έτσι πως εξακολουθεί να τιμά και να σέβεται τους νόμους. Εκτός από αυτό όμως η πράξη του να μην εμποδίσει το θάνατο του έκρυβε και βαθύτερο νόημα. Δραπετεύοντας θα έπρεπε να ζήσει σαν φυγάς μακριά από τον τόπο του και αυτό δεν το ήθελε. Δεν τον ενδιέφερε να ζήσει όση ζωή του απέμεινε στα 70 του χρόνια στην εξορία, μακριά απο τη ζωή και το περιβάλλον που γνώριζε και αγαπούσε, σαν ένας δραπέτης. Άλλωστε για τον Σωκράτη ο θάνατος που θα ερχόταν από το κώνειο, δεν ήταν παρά μια επιτάχυνση της χρονικής στιγμής του θανάτου που θα ερχόταν από γηρατειά έτσι και αλλιώς κάποια στιγμή. Δεν έβλεπε τον θάνατο σαν το τέλος. Εκτός από αυτό όμως, με την αυτοθυσία του δεν ήθελε παρά να αποδείξει στους υπόλοιπους την μεγάλη αλήθεια που γι αυτόν ήταν αυτονόητη: Πως με τον αδιαμαρτύρητο θάνατο του και υποφέροντας αγόγγυστα την αδικίατης εκτέλεσης του αποδείκνυε αυτόματα πως έμενε πιστός στις πεποιθήσεις και τις αρχές που σε όλους δίδασκε μια ζωή, πλήττοντας έτσι τη μισαλλοδοξία και τη δεισιδαιμονία. Στους πλατωνικούς διαλόγους Κρίτων και Φαίδωνα καταγράφεται και αυτή η συνομιλία με τον Κριτία, αλλά και η φοβερή στιγμή του θανάτου του. Οι φίλοι του και μαθητές του τον επισκέπτονται στο κελί του για να του κάνουν συντροφιά και να του δώσουν θάρρος, αν και μάλλον ο Σωκράτης δίνει θάρρος σε αυτούς. Κατά το τέλος της ημέρας ο φρουρός φέρνει το κώνειο που πίνει χωρίς ίχνος ταραχής και αγωνίας. Η δραματική διήγηση κορυφώνεται με τον Σωκράτη να νιώθει στα πόδια τούτο μούδιασμα του θανάτου και όταν πλησιάζει η ώρα να ξεψυχήσει λέει και τα τελευταία λόγια στον Κριτία, να θυσιάσει στον Ασκληπιό για λογαριασμό του ένα κόκορα. Το τραγικό του τέλος έρχεται με τη λεπτομερειακή εξιστόρηση ακόμα και των συσπάσεων του προσώπου του καθώς χάνει το χρώμα του και πεθαίνει. Πραγματικά συγκλονιστική στιγμή…Και έτσι τελειώνει η ζωή ενός από τους μεγαλύτερους φιλοσόφους της αρχαίας Ελλάδας αλλά και μια σελίδα ντροπής για την ιστορία μας και το θεσμό της Δημοκρατίας…

Η σπάνια φιλοσοφική οντότητα του Σωκράτη είχε συγκεντρώσει γύρω του πολλούς μαθητές που ίδρυσαν τις λεγόμενες Σωκρατικές Σχολές, προσθέτοντας στον κορμό της διδασκαλίας του και την δική τους φιλοσοφική αντίληψη. Αυτές ήταν: Η Μεγαρική ή Εριστική Σχολή, η Κυνική Σχολή και η Κυρηναϊκή Σχολή. Θα αναλύσουμε συνοπτικά το αντικείμενο της κάθε μίας ώστε να δοθεί ένα γενικό νόημα χωρίς να ξεφύγουμε απο την κεντρική ουσία που είναι ο βίος του Σωκράτη, αφού για να μιλήσουμε εις βάθος για την κάθε μια, θα χρειαστεί και εδώ ένα ολόκληρο άρθρο.

Στην Μεγαρική που ιδρύθηκε από τον μαθητή του Σωκράτη, Ευκλείδη από τα Μέγαρα, διδασκόταν πως το ον είναι ένα και ταυτίζεται με το αγαθό στοιχείο παρόλο που μπορεί να εμφανίζεται με διαφορετικές έννοιες και ονομασίες. Ο άνθρωπος πρέπει να επιδιώκει την ανύψωσή του μέχρι τη θεϊκή νόηση και αυτό επιτυγχάνεται με τον διαλεκτικό έλεγχο. Επίσης επικεντρώνεται στον τρόπο που γίνεται μέσα από πολλές εννοιολογικές αποδόσεις μιας έννοιας να διατηρήσεις την σημασία της. Η Μεγαρική Σχολή έπαιξε καταλυτικό ρόλο στη διαμόρφωση της Πλατωνικής θεωρίας των Ιδεών, αφού μετά το θάνατο του Σωκράτη, ο Πλάτωνας έμεινε αρκετό καιρό με τον Ευκλείδη.

Στην Κυνική Σχολή που ιδρύθηκε από τον Αντισθένη διδασκόταν ο αυτοέλεγχος, η αρετή και η σωφροσύνη που δίδασκε ο Σωκράτης, και που είναι το μέσον για το υπέρτατο αγαθό, την αρετή. Αυτή επιτυγχάνεται με την αυτογνωσία και με την πειθαρχία στον καθημερινό βίο μας. Η πειθαρχία και η απαλλαγή από την ηδονή, απελευθερώνει από τις ανάγκες. Ζούσαν αυστηρά, λιτά και σεμνά, περιφρονώντας τον πολιτισμό και τα αγαθά του και οτιδήποτε έχει σχέση με τη γνώση που σχετίζεται με τον πολιτισμό. Ζούσαν στη φύση θεωρώντας πως έτσι προφυλάσσονται από τις κακοτοπιές και τις απογοητεύσεις της κοινωνίας και επιτυγχάνουν την θέωση. Αντιπροσωπευτικότερος μαθητής αυτής της Σχολής, ήταν ο Διογένης από την Σινώπη που πέρασε μεγάλο μέρος της ζωής του μέσα σε ένα πιθάρι, κρατώντας ένα φανάρι και κραυγάζοντας πως ψάχνει να βρει έναν αληθινό και τίμιο άνθρωπο! Άλλη μία από τις άπειρες αποδείξεις της διαχρονικότητας ή ακόμα και της προφητικής, επίκαιρης διδασκαλίας του Σωκράτη.

Στην Κυρηναϊκή Σχολή, η σχολή που βγήκε μέσα από τη γνώση της ηδονής που δημιούργησε ο Αρίστιππος πρέσβευαν την αρετή που προέρχεται από τη γνώση και το ενάρετο που προέρχεται από την πράξη που προσφέρει ευχαρίστηση. Ευχαρίστηση όμως που δεν πρέπει να σε καταλαμβάνει, κάνοντας σε σκλάβο της. Η ηδονή είναι ευτυχία και η ευδαιμονία της στιγμής η μεγαλύτερη ευτυχία, αφού το παρελθόν έχει ήδη μείνει πίσω μας και το μέλλον αργεί ακόμα να έρθει όποτε το παρόν έχει τη μεγαλύτερη αξία με βασική προϋπόθεση όμως, η ευδαιμονία αυτή να μην προκαλείται ποτέ σε βάρος κάποιου άλλου και να του προκαλεί δυστυχία. Ο Αρίστιππος διδάσκει τη φιλοσοφία ως τέχνη ζωής που αποσκοπεί στην διατήρηση της εσωτερικής ευτυχίας.

Μπορεί να πέρασαν αιώνες και αιώνες από το θάνατό του Σωκράτη αλλά τα κληροδοτήματα του και η συνεισφορά του στην ανθρώπινη εξέλιξη της σκέψης και των αξιών του πολιτισμού μας, εξακολουθούν και παραμένουν επίκαιρα μέχρι σήμερα. Η διδασκαλίες του επαληθεύονται συνεχώς, αφού ο καθένας από εμάς ψάχνει να βρει κάθε μέρα τον πραγματικό εαυτό του, να τον ανακαλύψει και να δημιουργήσει το ήθος, το χαρακτήρα και τις αρχές του. Κάθε μέρα υπάρχουν άνθρωποι που ορθώνουν το ανάστημα τους στα κακώς κείμενα αυτού του κόσμου με μόνη ασπίδα την ειλικρίνεια και τη σιδερένια θέληση που χρειάζεται για να αντιταχθείς σε αυτά. Και κάθε μέρα υπάρχει και ένας Σωκράτης εκεί έξω που καταδικάζεται σε θάνατο και πίνει και αυτός το δικό του κώνειο. Η προσπάθεια συγγραφής ενός τέτοιου άρθρου είναι για εκείνον και για όλους αυτούς που κρύβουν ένα Σωκράτη μέσα τους….

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΠΛΑΤΩΝ, ΘΕΑΙΤΗΤΟΣ

ΠΛ Θεαιτ 184b–186e

Η γνώση δεν προέρχεται από τις αισθήσεις

Μετά την παρέκβαση, όπου συγκρίθηκαν οι φιλόσοφοι με όσους συχνάζουν στα δικαστήρια (βλ. σχετικά ΠΛ Θεαιτ 172a–174a και 176a–177a), η συζήτηση επανήλθε στον έλεγχο του αξιώματος του Πρωταγόρα ότι « πάντων χρημάτων μέτρον ἄνθρωπος» (βλ. και ΠΛ Θεαιτ 169d–171e).

Υποστηρίχθηκε, λοιπόν, ότι μέτρο σε κάθε ζήτημα είναι ο ειδικός και ότι, λόγω της αέναης ροής των πραγμάτων, ο ορισμός πως "γνώση είναι η αίσθηση" δεν έχει καμιά αξία. Λόγω της σπουδαιότητας του θέματος, Σωκράτης και Θεόδωρος συμφωνούν ότι πρέπει με τη μαιευτική μέθοδο να βοηθήσουν τον Θεαίτητο να εξωτερικεύσει τις απόψεις του για τη γνώση.

ΣΩ. Ἔτι τοίνυν, ὦ Θεαίτητε, τοσόνδε περὶ τῶν εἰρη-
μένων ἐπίσκεψαι. αἴσθησιν γὰρ δὴ ἐπιστήμην ἀπεκρίνω·
ἦ γάρ;

ΘΕΑΙ. Ναί.

ΣΩ. Εἰ οὖν τίς σε ὧδ’ ἐρωτῴη· «Τῷ τὰ λευκὰ καὶ μέλανα
ὁρᾷ ἄνθρωπος καὶ τῷ τὰ ὀξέα καὶ βαρέα ἀκούει;» εἴποις ἂν
οἶμαι «Ὄμμασί τε καὶ ὠσίν.»

ΘΕΑΙ. Ἔγωγε.

[184c] ΣΩ. Τὸ δὲ εὐχερὲς τῶν ὀνομάτων τε καὶ ῥημάτων καὶ
μὴ δι’ ἀκριβείας ἐξεταζόμενον τὰ μὲν πολλὰ οὐκ ἀγεννές,
ἀλλὰ μᾶλλον τὸ τούτου ἐναντίον ἀνελεύθερον, ἔστι δὲ ὅτε
ἀναγκαῖον, οἷον καὶ νῦν ἀνάγκη ἐπιλαβέσθαι τῆς ἀποκρίσεως
ἣν ἀποκρίνῃ, ᾗ οὐκ ὀρθή. σκόπει γάρ· ἀπόκρισις ποτέρα
ὀρθοτέρα, ᾧ ὁρῶμεν τοῦτο εἶναι ὀφθαλμούς, ἢ δι’ οὗ ὁρῶμεν,
καὶ ᾧ ἀκούομεν ὦτα, ἢ δι’ οὗ ἀκούομεν;

ΘΕΑΙ. Δι’ ὧν ἕκαστα αἰσθανόμεθα, ἔμοιγε δοκεῖ, ὦ
Σώκρατες, μᾶλλον ἢ οἷς.

[184d] ΣΩ. Δεινὸν γάρ που, ὦ παῖ, εἰ πολλαί τινες ἐν ἡμῖν
ὥσπερ ἐν δουρείοις ἵπποις αἰσθήσεις ἐγκάθηνται, ἀλλὰ μὴ
εἰς μίαν τινὰ ἰδέαν, εἴτε ψυχὴν εἴτε ὅτι δεῖ καλεῖν, πάντα
ταῦτα συντείνει, ᾗ διὰ τούτων οἷον ὀργάνων αἰσθανόμεθα
ὅσα αἰσθητά.

ΘΕΑΙ. Ἀλλά μοι δοκεῖ οὕτω μᾶλλον ἢ ἐκείνως.

ΣΩ. Τοῦδέ τοι ἕνεκα αὐτά σοι διακριβοῦμαι, εἴ τινι ἡμῶν
αὐτῶν τῷ αὐτῷ διὰ μὲν ὀφθαλμῶν ἐφικνούμεθα λευκῶν τε
[184e] καὶ μελάνων, διὰ δὲ τῶν ἄλλων ἑτέρων αὖ τινῶν· καὶ ἕξεις
ἐρωτώμενος πάντα τὰ τοιαῦτα εἰς τὸ σῶμα ἀναφέρειν; ἴσως
δὲ βέλτιον σὲ λέγειν αὐτὰ ἀποκρινόμενον μᾶλλον ἢ ἐμὲ
ὑπὲρ σοῦ πολυπραγμονεῖν. καί μοι λέγε· θερμὰ καὶ σκληρὰ
καὶ κοῦφα καὶ γλυκέα δι’ ὧν αἰσθάνῃ, ἆρα οὐ τοῦ σώματος
ἕκαστα τίθης; ἢ ἄλλου τινός;

ΘΕΑΙ. Οὐδενὸς ἄλλου.

ΣΩ. Ἦ καὶ ἐθελήσεις ὁμολογεῖν ἃ δι’ ἑτέρας δυνάμεως
[185a] αἰσθάνῃ, ἀδύνατον εἶναι δι’ ἄλλης ταῦτ’ αἰσθέσθαι, οἷον ἃ
δι’ ἀκοῆς, δι’ ὄψεως, ἢ ἃ δι’ ὄψεως, δι’ ἀκοῆς;

ΘΕΑΙ. Πῶς γὰρ οὐκ ἐθελήσω;

ΣΩ. Εἴ τι ἄρα περὶ ἀμφοτέρων διανοῇ, οὐκ ἂν διά γε
τοῦ ἑτέρου ὀργάνου, οὐδ’ αὖ διὰ τοῦ ἑτέρου περὶ ἀμφοτέρων
αἰσθάνοι’ ἄν.

ΘΕΑΙ. Οὐ γὰρ οὖν.

ΣΩ. Περὶ δὴ φωνῆς καὶ περὶ χρόας πρῶτον μὲν αὐτὸ
τοῦτο περὶ ἀμφοτέρων ἦ διανοῇ, ὅτι ἀμφοτέρω ἐστόν;

ΘΕΑΙ. Ἔγωγε.

ΣΩ. Οὐκοῦν καὶ ὅτι ἑκάτερον ἑκατέρου μὲν ἕτερον, ἑαυτῷ
δὲ ταὐτόν;

[185b] ΘΕΑΙ. Τί μήν;

ΣΩ. Καὶ ὅτι ἀμφοτέρω δύο, ἑκάτερον δὲ ἕν;

ΘΕΑΙ. Καὶ τοῦτο.

ΣΩ. Οὐκοῦν καὶ εἴτε ἀνομοίω εἴτε ὁμοίω ἀλλήλοιν,
δυνατὸς εἶ ἐπισκέψασθαι;

ΘΕΑΙ. Ἴσως.

ΣΩ. Ταῦτα δὴ πάντα διὰ τίνος περὶ αὐτοῖν διανοῇ; οὔτε
γὰρ δι’ ἀκοῆς οὔτε δι’ ὄψεως οἷόν τε τὸ κοινὸν λαμβάνειν
περὶ αὐτῶν. ἔτι δὲ καὶ τόδε τεκμήριον περὶ οὗ λέγομεν· εἰ
γὰρ δυνατὸν εἴη ἀμφοτέρω σκέψασθαι ἆρ’ ἐστὸν ἁλμυρὼ ἢ οὔ,
[185c] οἶσθ’ ὅτι ἕξεις εἰπεῖν ᾧ ἐπισκέψῃ, καὶ τοῦτο οὔτε ὄψις οὔτε
ἀκοὴ φαίνεται, ἀλλά τι ἄλλο.

ΘΕΑΙ. Τί δ’ οὐ μέλλει, ἥ γε διὰ τῆς γλώττης δύναμις;

ΣΩ. Καλῶς λέγεις. ἡ δὲ δὴ διὰ τίνος δύναμις τό τ’ ἐπὶ
πᾶσι κοινὸν καὶ τὸ ἐπὶ τούτοις δηλοῖ σοι, ᾧ τὸ «ἔστιν»
ἐπονομάζεις καὶ τὸ «οὐκ ἔστι» καὶ ἃ νυνδὴ ἠρωτῶμεν
περὶ αὐτῶν; τούτοις πᾶσι ποῖα ἀποδώσεις ὄργανα δι’ ὧν
αἰσθάνεται ἡμῶν τὸ αἰσθανόμενον ἕκαστα;

ΘΕΑΙ. Οὐσίαν λέγεις καὶ τὸ μὴ εἶναι, καὶ ὁμοιότητα
καὶ ἀνομοιότητα, καὶ τὸ ταὐτόν τε καὶ [τὸ] ἕτερον, ἔτι δὲ
[185d] ἕν τε καὶ τὸν ἄλλον ἀριθμὸν περὶ αὐτῶν. δῆλον δὲ ὅτι
καὶ ἄρτιόν τε καὶ περιττὸν ἐρωτᾷς, καὶ τἆλλα ὅσα τού-
τοις ἕπεται, διὰ τίνος ποτὲ τῶν τοῦ σώματος τῇ ψυχῇ
αἰσθανόμεθα.

ΣΩ. Ὑπέρευ, ὦ Θεαίτητε, ἀκολουθεῖς, καὶ ἔστιν ἃ ἐρωτῶ
αὐτὰ ταῦτα.

ΘΕΑΙ. Ἀλλὰ μὰ Δία, ὦ Σώκρατες, ἔγωγε οὐκ ἂν
ἔχοιμι εἰπεῖν, πλήν γ’ ὅτι μοι δοκεῖ τὴν ἀρχὴν οὐδ’ εἶναι
τοιοῦτον οὐδὲν τούτοις ὄργανον ἴδιον ὥσπερ ἐκείνοις, ἀλλ’
[185e] αὐτὴ δι’ αὑτῆς ἡ ψυχὴ τὰ κοινά μοι φαίνεται περὶ πάντων
ἐπισκοπεῖν.

ΣΩ. Καλὸς γὰρ εἶ, ὦ Θεαίτητε, καὶ οὐχ, ὡς ἔλεγε
Θεόδωρος, αἰσχρός· ὁ γὰρ καλῶς λέγων καλός τε καὶ
ἀγαθός. πρὸς δὲ τῷ καλῷ εὖ ἐποίησάς με μάλα συχνοῦ λόγου
ἀπαλλάξας, εἰ φαίνεταί σοι τὰ μὲν αὐτὴ δι’ αὑτῆς ἡ ψυχὴ
ἐπισκοπεῖν, τὰ δὲ διὰ τῶν τοῦ σώματος δυνάμεων. τοῦτο γὰρ
ἦν ὃ καὶ αὐτῷ μοι ἐδόκει, ἐβουλόμην δὲ καὶ σοὶ δόξαι.

[186a] ΘΕΑΙ. Ἀλλὰ μὴν φαίνεταί γε.

ΣΩ. Ποτέρων οὖν τίθης τὴν οὐσίαν; τοῦτο γὰρ μάλιστα
ἐπὶ πάντων παρέπεται.

ΘΕΑΙ. Ἐγὼ μὲν ὧν αὐτὴ ἡ ψυχὴ καθ’ αὑτὴν ἐπορέγεται.

ΣΩ. Ἦ καὶ τὸ ὅμοιον καὶ τὸ ἀνόμοιον καὶ τὸ ταὐτὸν καὶ
ἕτερον;

ΘΕΑΙ. Ναί.

ΣΩ. Τί δέ; καλὸν καὶ αἰσχρὸν καὶ ἀγαθὸν καὶ κακόν;

ΘΕΑΙ. Καὶ τούτων μοι δοκεῖ ἐν τοῖς μάλιστα πρὸς
ἄλληλα σκοπεῖσθαι τὴν οὐσίαν, ἀναλογιζομένη ἐν ἑαυτῇ τὰ
[186b] γεγονότα καὶ τὰ παρόντα πρὸς τὰ μέλλοντα.

ΣΩ. Ἔχε δή· ἄλλο τι τοῦ μὲν σκληροῦ τὴν σκληρότητα
διὰ τῆς ἐπαφῆς αἰσθήσεται, καὶ τοῦ μαλακοῦ τὴν μαλακότητα
ὡσαύτως;

ΘΕΑΙ. Ναί.

ΣΩ. Τὴν δέ γε οὐσίαν καὶ ὅτι ἐστὸν καὶ τὴν ἐναντιότητα
πρὸς ἀλλήλω καὶ τὴν οὐσίαν αὖ τῆς ἐναντιότητος αὐτὴ ἡ
ψυχὴ ἐπανιοῦσα καὶ συμβάλλουσα πρὸς ἄλληλα κρίνειν
πειρᾶται ἡμῖν.

ΘΕΑΙ. Πάνυ μὲν οὖν.

ΣΩ. Οὐκοῦν τὰ μὲν εὐθὺς γενομένοις πάρεστι φύσει
[186c] αἰσθάνεσθαι ἀνθρώποις τε καὶ θηρίοις, ὅσα διὰ τοῦ σώματος
παθήματα ἐπὶ τὴν ψυχὴν τείνει· τὰ δὲ περὶ τούτων ἀνα-
λογίσματα πρός τε οὐσίαν καὶ ὠφέλειαν μόγις καὶ ἐν χρόνῳ
διὰ πολλῶν πραγμάτων καὶ παιδείας παραγίγνεται οἷς ἂν καὶ
παραγίγνηται;

ΘΕΑΙ. Παντάπασι μὲν οὖν.

ΣΩ. Οἷόν τε οὖν ἀληθείας τυχεῖν, ᾧ μηδὲ οὐσίας;

ΘΕΑΙ. Ἀδύνατον.

ΣΩ. Οὗ δὲ ἀληθείας τις ἀτυχήσει, ποτὲ τούτου ἐπιστήμων
ἔσται;

[186d] ΘΕΑΙ. Καὶ πῶς ἄν, ὦ Σώκρατες;

ΣΩ. Ἐν μὲν ἄρα τοῖς παθήμασιν οὐκ ἔνι ἐπιστήμη,
ἐν δὲ τῷ περὶ ἐκείνων συλλογισμῷ· οὐσίας γὰρ καὶ ἀλη-
θείας ἐνταῦθα μέν, ὡς ἔοικε, δυνατὸν ἅψασθαι, ἐκεῖ δὲ
ἀδύνατον.

ΘΕΑΙ. Φαίνεται.

ΣΩ. Ἦ οὖν ταὐτὸν ἐκεῖνό τε καὶ τοῦτο καλεῖς, τοσαύτας
διαφορὰς ἔχοντε;

ΘΕΑΙ. Οὔκουν δὴ δίκαιόν γε.

ΣΩ. Τί οὖν δὴ ἐκείνῳ ἀποδίδως ὄνομα, τῷ ὁρᾶν ἀκούειν
ὀσφραίνεσθαι ψύχεσθαι θερμαίνεσθαι;

[186e] ΘΕΑΙ. Αἰσθάνεσθαι ἔγωγε· τί γὰρ ἄλλο;

ΣΩ. Σύμπαν ἄρ’ αὐτὸ καλεῖς αἴσθησιν;

ΘΕΑΙ. Ἀνάγκη.

ΣΩ. Ὧι γε, φαμέν, οὐ μέτεστιν ἀληθείας ἅψασθαι· οὐδὲ
γὰρ οὐσίας.

ΘΕΑΙ. Οὐ γὰρ οὖν.

ΣΩ. Οὐδ’ ἄρ’ ἐπιστήμης.

ΘΕΑΙ. Οὐ γάρ.

ΣΩ. Οὐκ ἄρ’ ἂν εἴη ποτέ, ὦ Θεαίτητε, αἴσθησίς τε καὶ
ἐπιστήμη ταὐτόν.

ΘΕΑΙ. Οὐ φαίνεται, ὦ Σώκρατες. καὶ μάλιστά γε νῦν
καταφανέστατον γέγονεν ἄλλο ὂν αἰσθήσεως ἐπιστήμη.

***
ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Τούτο μόνο λοιπόν, Θεαίτητε, πρόσεξε ακόμα σχετικά με όσα είπαμε. Αποκρίθηκες ότι η γνώση είναι αίσθηση, δεν είν' έτσι;

ΘΕΑΙΤΗΤΟΣ: Ναι.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Αν λοιπόν κάποιος σε ρωτούσε, με τι βλέπει ο άνθρωπος τα λευκά και τα μαύρα, και με τι ακούει τους βαρύτονους και τους οξύτονους ήχους, θα έλεγες νομίζω με τα μάτια και με τ' αυτιά.

ΘΕΑΙΤΗΤΟΣ: Μάλιστα.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Το να χειρίζεται όμως κανείς με ευκολία, δίχως και πολλήν ακρίβεια, τα ονόματα και τα ρήματα, αν το εξέτασης, δεν είναι ως επί το πλείστον αγένεια, αλλά μάλλον το αντίθετό του είναι ανελεύθερο πράγμα. Όμως κάποτε, όπως και τώρα, είναι αναγκαίο να καταπιασθούμε με την απόκριση που έδωκες, μήπως και δεν είναι ορθή. Πρόσεξε λοιπόν ποια απόκριση είναι ορθότερη: τα μάτια είναι εκείνα με τα όποια βλέπομε ή τα μάτια είναι εκείνα μέσω των οποίων βλέπομε; και τα αυτιά είναι εκείνα με τα οποία ακούμε ή εκείνα μέσω των οποίων ακούμε;

ΘΕΑΙΤΗΤΟΣ: Μου φαίνεται ορθότερα να ειπούμε, Σωκράτη, για κάθε αισθητήριο ότι μέσω αυτού αισθανόμαστε παρά ότι με αυτό αισθανόμαστε.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Γιατί θα ήταν φοβερό, παιδί μου, αν ήταν μέσα μας εγκατεστημένες πολλές αισθήσεις, σαν μέσα σε δουρείους ίππους, χωρίς να κατατείνουν όλα αυτά σε μια λογική ενότητα, είτε ψυχή είτε οτιδήποτε άλλο πρέπει να την πούμε, και μ' αυτήν δια μέσου αυτών, όπως δια μέσου οργάνων, αισθανόμαστε όσα είναι αισθητά.

ΘΕΑΙΤΗΤΟΣ: Έτσι μου φαίνεται ορθότερα παρά με τον άλλο τρόπο.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Σου τα λέω με τόση ακρίβεια για να δούμε αν με κάτι δικό μας που μένει πάντα το ίδιο, δια μέσου των οφθαλμών φθάνωμε ως τα λευκά και τα μαύρα, και δια μέσου των άλλων φθάνωμε πάλι ως άλλα, και αν θα μπόρεσης, όταν ερωτηθής, να τα αναφέρης όλα τα παρόμοια στο σώμα. Όμως είναι καλύτερα να τα λες εσύ και να αποκρίνεσαι παρά να καταπιάνωμαι εγώ αντί για σένα με πολλά. Λέγε μου λοιπόν, εκείνα δια μέσου των οποίων αισθάνεσαι τα θερμά και τα σκληρά και τα ελαφρά και τα γλυκά, δεν τα θεωρείς, το καθένα απ' αυτά, μέρος του σώματος, ή μήπως κανενός άλλου;

ΘΕΑΙΤΗΤΟΣ: Κανενός άλλου.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Θα θέλησης ακόμα να παραδεχθής ότι όσα αισθάνεσαι δια μέσου μιας αίσθησης είναι αδύνατον αυτά να τα αισθανθής δια μέσου άλλης, π.χ. όσα αισθάνεσαι μέσω της ακοής αδύνατον να τα αισθανθής μέσω της όρασης ή όσα μέσω της όρασης αδύνατον μέσω της ακοής;

ΘΕΑΙΤΗΤΟΣ: Πώς δεν θα θελήσω;

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Αν λοιπόν διανοήσαι κάτι και για τα δύο, τούτο δεν θα το αισθάνεσαι ούτε με το ένα όργανο ούτε πάλι με το άλλο.

ΘΕΑΙΤΗΤΟΣ : Όχι βέβαια.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Για τη φωνή λοιπόν και για το χρώμα, πρώτα–πρώτα διανοείσαι και για τα δυο τούτο εδώ, ότι και τα δύο υπάρχουν;

ΘΕΑΙΤΗΤΟΣ: Μάλιστα.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Κι ακόμα ότι το καθένα είναι διαφορετικό από το άλλο, με τον εαυτό του όμως ίδιο;

ΘΕΑΙΤΗΤΟΣ: Πώς αλλιώς;

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Και ότι αμφότερα είναι δύο, το καθένα όμως από τα δύο ένα;

ΘΕΑΙΤΗΤΟΣ: Και αυτό.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Και δεν είσαι σε θέση να εξέτασης, αν είναι όμοια ή ανόμοια το ένα με το άλλο;

ΘΕΑΙΤΗΤΟΣ: Ίσως.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Αυτά λοιπόν όλα δια μέσου τίνος οργάνου τα σκέπτεσαι γι' αυτά; Γιατί βέβαια ούτε δια μέσου της ακοής ούτε δια μέσου της οράσεως μπορείς να συλλάβης το κοινό γι' αυτά. Ακόμη, για ό,τι συζητούμε υπάρχει και αυτό εδώ το τεκμήριο· αν δηλαδή ήταν δυνατόν να τα εξέταση κανείς και τα δύο, αν είναι αλμυρά ή όχι, γνωρίζεις δια μέσου τίνος θα τα εξέτασης; κι αυτό δεν φαίνεται να είναι ούτε η όραση ούτε η ακοή, αλλά κάτι άλλο.

ΘΕΑΙΤΗΤΟΣ: Πώς όχι, αφού είναι η αίσθηση δια μέσου της γλώσσας;

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Καλά λες. Δια μέσου τίνος οργάνου όμως εργάζεται η δύναμη που σου φανερώνει το κοινό σε όλα και σ' αυτά εδώ, μ' αυτήν πού εκφράζεις το Είναι και το δεν Είναι και όσα τώρα εμείς ρωτούσαμε γι' αυτά; Σ' αυτά όλα ποια όργανα θα δώσης, δια μέσου των οποίων εκείνο που αισθάνεται μέσα μας λαβαίνει αίσθηση για το καθένα;

ΘΕΑΙΤΗΤΟΣ: Εννοείς το Είναι και το μη Είναι και την ομοιότητα και την ανομοιότητα και την ταυτότητα και την ετερότητα, και προσέτι το ένα και τους άλλους αριθμούς που λέμε γι' αυτά. Και είναι φανερό ότι ρωτάς, το άρτιο και το περιττό και τ' άλλα που σχετίζονται μ' αυτά δια μέσου τίνος σωματικού μας οργάνου τα αισθάνεται η ψυχή;

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Έξοχα, καλέ μου Θεαίτητε, παρακολουθείς, και αυτά ακριβώς είναι που σ' ερωτώ.

ΘΕΑΙΤΗΤΟΣ: Αλλά μα το Δία, Σωκράτη μου, εγώ τουλάχιστον δεν έχω να ειπώ τίποτ' άλλο, παρά ότι κατ' αρχήν δεν υπάρχει κανένα παρόμοιο όργανο ειδικό γι' αυτά, όπως για τ' άλλα· αντίθετα μου φαίνεται ότι η ψυχή από μόνη της στοχάζεται τα κοινά για όλα αυτά.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Είσαι όμορφος λοιπόν, Θεαίτητε, και όχι όπως έλεγε ο Θεόδωρος άσχημος. Γιατί όποιος μιλάει καλά, είναι όμορφος και καλός. Κι εκτός από την ομορφιά μού έκαμες και καλό, γιατί μ' απάλλαξες από μεγάλη μακρολογία, αφού σου φαίνεται ότι μερικά η ψυχή τα στοχάζεται από μόνη της, άλλα πάλι δια μέσου των δυνάμεων του σώματος. Γιατί αυτό ακριβώς ήτανε και η δική μου γνώμη, ήθελα όμως να είναι και δική σου.

ΘΕΑΙΤΗΤΟΣ: Μα και σε μένα έτσι φαίνεται.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Σε ποια λοιπόν από τα δύο βάζεις το Είναι; γιατί αυτό κατ' εξοχήν τα συνοδεύει όλα.

ΘΕΑΙΤΗΤΟΣ: Σ' αυτά που αγαπάει να στοχάζεται η ψυχή από μόνη της.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Μήπως και την ομοιότητα και την ανομοιότητα και την ταυτότητα και την ετερότητα;

ΘΕΑΙΤΗΤΟΣ: Ναι.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Μήπως όμως και το όμορφο και το άσχημο και το καλό και το κακό;

ΘΕΑΙΤΗΤΟΣ: Και αυτών το Είναι, νομίζω, κατ' εξοχήν στη σχέση του ενός με τ' άλλο στοχάζεται η ψυχή, κι αναλογίζεται μέσα της τα περασμένα και τα παρόντα απέναντι στα μέλλοντα.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Στάσου όμως. Με άλλο τίποτα ή με την επαφή θα αισθανθή τη σκληρότητα του σκληρού και τη μαλακότητα του μαλακού;

ΘΕΑΙΤΗΤΟΣ: Ναι.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Το Είναι όμως και ότι υπάρχουν τα δυο τους, και την εναντιότητα του ενός με τ' άλλο, και το Είναι πάλι της εναντιότητας, προσπαθεί μόνη της η ψυχή μέσα μας να κρίνη καθώς επιστρέφει και συγκρίνει το ένα με τάλλο.

ΘΕΑΙΤΗΤΟΣ: Δίχως άλλο.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Μερικά λοιπόν παθήματα είναι από τη φύση δοσμένο να τα αισθάνωνται αμέσως μόλις γεννηθούν και οι άνθρωποι και τα ζώα, όσα δηλαδή καταφθάνουν δια μέσου του σώματος στην ψυχή, ενώ οι διαλογισμοί γι' αυτά και ως προς το Είναι και ως προς την ωφέλεια έρχονται με μόχθο και πολύν καιρό μέσα από πολλή άσκηση και παιδεία, σ' όσους βέβαια έρχονται;

ΘΕΑΙΤΗΤΟΣ: Είναι ολωσδιόλου έτσι.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Είναι λοιπόν δυνατόν να επιτύχωμε την αλήθεια μ' εκείνο το μέρος του εαυτού μας που δεν συλλαβαίνει ούτε το Είναι;

ΘΕΑΙΤΗΤΟΣ: Αδύνατο.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Για ό,τι πράγμα όμως αστοχήσει κανείς την αλήθεια, θα γίνη ποτέ γνώστης του;

ΘΕΑΙΤΗΤΟΣ: Πώς να γίνη, Σωκράτη μου;

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Μέσα λοιπόν στα παθήματα των αισθήσεων δεν υπάρχει γνώση, ενώ μέσα στους διαλογισμούς γι' αυτά υπάρχει. Γιατί, όπως φαίνεται, εδώ μεν μπορεί κανείς ν' αγγίξη το Είναι και την αλήθεια, εκεί όμως είναι αδύνατο.

ΘΕΑΙΤΗΤΟΣ: Έτσι φαίνεται.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Θα το ειπής λοιπόν εκείνο και τούτο το ίδιο, ενώ έχουν τόσες διαφορές;

ΘΕΑΙΤΗΤΟΣ: Δεν θα ήταν δίκαιο.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Τι όνομα λοιπόν δίνεις σ' εκείνο, δηλαδή στο να βλέπης, ν' ακούς, να οσφραίνεσαι, να κρυώνης και να ζεσταίνεσαι;

ΘΕΑΙΤΗΤΟΣ: Το λέγω αισθάνεσθαι, τι άλλο;

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Όλα λοιπόν αυτά τα λες αίσθηση;

ΘΕΑΙΤΗΤΟΣ: Κατ' ανάγκη.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Σ' αυτή λοιπόν, λέμε, δεν είναι δοσμένο να αγγίση την αλήθεια, γιατί ούτε και το Είναι.

ΘΕΑΙΤΗΤΟΣ: Όχι βέβαια.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Ούτε τη γνώση λοιπόν.

ΘΕΑΙΤΗΤΟΣ: Όχι βέβαια.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Δεν θα μπορούσε λοιπόν ποτέ να είναι, Θεαίτητε, η αίσθηση και η γνώση το ίδιο πράγμα.

ΘΕΑΙΤΗΤΟΣ: Δεν φαίνεται, Σωκράτη μου. Και τώρα πιο πολύ έγινε ολοφάνερο ότι άλλο είναι η γνώση και άλλο η αίσθηση.