Πέμπτη 12 Ιανουαρίου 2023

Αρχαϊκή Επική Ποίηση: Από την Ιλιάδα στην Οδύσσεια - 7. Οι Μεγάλοι Απόλογοι

7. Οι Μεγάλοι Απόλογοι


Πρόκειται ασφαλώς για τη μεγαλύτερη σε έκταση εσωτερική διήγηση της Οδύσσειας, που πιάνει το ένα έκτο στο σύνολο του έπους. Το ζήτημα είναι αν στην ποσοτική αυτή υπεροχή αντιστοιχεί ανάλογη ποιοτική (που πάει να πει: ποιητική) υπεροχή, και πώς αυτή ελέγχεται. Τρεις συντελεστές προτείνονται εδώ, για να μετρηθεί η ποιοτική στάθμη των «Μεγάλων Απολόγων»: το περιβάλλον τους (η θέση δηλαδή που κατέχουν μέσα στο έπος, με τα προηγούμενα και με τα επόμενά τους)· το αξονικό θέμα τους (καλύτερα: τα δύο βασικά θέματά τους, που συμπλέκονται μεταξύ τους)· η σύνταξή τους (ο τρόπος δηλαδή που μοιράζονται τα μέρη τους τόσο στο εσωτερικό της κάθε ραψωδίας όσο και στο συνολικό πλαίσιο των τεσσάρων ραψωδιών).

7.1. Το περιβάλλον

Στον βαθμό που οι «Μεγάλοι Απόλογοι» (ραψωδίες ι-μ) αναφέρονται γενικότερα στον Οδυσσέα και ειδικότερα στον επίμαχο νόστο του, γειτονεύουν τόσο με τους απολόγους του Νέστορα και του Μενελάου (που προηγήθηκαν αντίστοιχα στην τρίτη και στην τέταρτη ραψωδία) όσο και με τα δύο ακραία τραγούδια του Δημοδόκου, που ακούστηκαν στην όγδοη ραψωδία. Στην πρώτη περίπτωση ο αμφίβολος νόστος του Οδυσσέα εντάσσεται στο πλαίσιο συγγενικών και αντιθετικών νόστων άλλων ηρώων του τρωικού πολέμου (προέχει ως παράδειγμα, άλλα και ως αντιπαράδειγμα, ο τραγικός νόστος του Αγαμέμνονα). Στη δεύτερη περίπτωση απαγγέλλονται από τον τυφλό αοιδό, μπροστά στον ίδιο τον Οδυσσέα και στους επιφανείς Φαίακες, δύο τρωικά κατορθώματα του ήρωα (το ένα από την αρχή, το άλλο από το τέλος του πολέμου). Και τα δύο ωστόσο ορίζουν, καθένα με τον τρόπο του, το εμπόλεμο παρελθόν του Οδυσσέα, αποτελώντας αντίστιξη στη μεταπολεμική περιπέτεια του νόστου του, υποβοηθώντας, όπως είδαμε (κυρίως το δεύτερο τραγούδι του Δημοδόκου), να ανοίξει επιτέλους ο φάκελος των «Απολόγων». Σ᾽ αυτή τη διπλή σκαλωσιά πατούν και ανεβαίνουν οι «Μεγάλοι Απόλογοι».

Με το τέλος τους εξάλλου αποφασίζεται τελεσίδικα η επιστροφή του Οδυσσέα στην Ιθάκη. Κλείνει δηλαδή ο κύκλος του εξωτερικού νόστου και ανοίγει ο κύκλος του εσωτερικού νόστου. Η μετακίνηση του ήρωα από τον ένα κύκλο στον άλλο πραγματοποιείται με θαλάσσιο ταξίδι, που το διεκπεραιώνει το αυτόματο καράβι των Φαιάκων, ενώ ο Οδυσσέας βυθίζεται σε αξύπνητο ύπνο, που μοιάζει με θάνατο. Στον βυθό αυτού του παρ᾽ ολίγον θανάσιμου ύπνου βουλιάζουν, για να ξεχαστούν, όλα τα προηγούμενα πάθη του ήρωα, αυτά που ιστόρησε ο ίδιος στους «Μεγάλους Απολόγους» του. Βρισκόμαστε στη μέση ακριβώς του έπους, σε βαθιά τομή, με την οποία η Οδύσσεια κόβεται στα δύο. Ο ακροατής έχει την αίσθηση πως κάτι εδώ τελείωσε και κάτι άλλο τώρα αρχίζει. Σ᾽ αυτό συντελούν και οι στίχοι ν 70-92, που λειτουργούν συγχρόνως ως επίλογος του πρώτου μέρους της Οδύσσειας (προπάντων των «Μεγάλων Απολόγων») και ως προοίμιο του δεύτερου μέρους του έπους (το οποίο εκβάλλει στη «Μνηστηροφονία»).

Από εδώ και πέρα οι «Μεγάλοι Απόλογοι» απωθούνται και λησμονούνται, καθώς στον κύκλο τώρα του εσωτερικού νόστου προγραμματίζεται, προάγεται και συντελείται το άλλο μεγάλο θέμα της Οδύσσειας, η «Μνηστηροφονία». Θα πρέπει να περιμένουμε μέχρι το τέλος περίπου της εικοστής τρίτης ραψωδίας, για να ακουστεί ο απόηχος των «Απολόγων» στο παλάτι της Ιθάκης. Ο αναγνωρισμός του Οδυσσέα από την Πηνελόπη έχει συντελεστεί, οι σύζυγοι εναγκαλισμένοι ξεσπούν σε ανακουφιστικό κλάμα, κάνουν έρωτα, κι ύστερα μετακενώνουν ο ένας στον άλλο τις εμπειρίες τους από τα είκοσι χρόνια του χωρισμού τους. Στο σημείο αυτό, ευέλικτος και πονηρός ο ποιητής, αφήνει να ακουστεί (σε πλάγιο όμως λόγο και σε καταλογική μορφή) ο αντίλαλος από τους ξεχασμένους «Μεγάλους Απολόγους» σε τριάντα τέσσερις μόλις στίχους (ψ 310-343): ο Οδυσσέας ιστορεί στην Πηνελόπη με ακραία συντομία μία μετά την άλλη τις περιπέτειες του εξωτερικού του νόστου, αποσιωπώντας ωστόσο στοιχεία της παρασυζυγικής συμπεριφοράς του, που θα μπορούσαν να θίξουν τη φιλοτιμία της γυναίκας του. Και οι «Μικροί Απόλογοι», όπως και οι «Μεγάλοι», σφραγίζονται με τον ύπνο του ήρωα, αποτυπωμένο στους δύο καταληκτικούς στίχους της αφηγηματικής ενότητας (ψ 342-343):

Ήταν αυτή η τελευταία του λέξη, καθώς ύπνος γλυκύς,
λυσιμελής τον έπιασε, κι έλυσε τις φροντίδες της ψυχής του.

Όταν η σιωπή… κάνει θόρυβο

Μην υποτιμάς τους ανθρώπους που σωπαίνουν. Δεν είναι ότι δεν μπορούν να αντιμιλήσουν. Να σε βάλουν στη θέση σου. Να σε πληγώσουν. Να σου μιλήσουν με άσχημα λόγια. Να σε υποτιμήσουν. Να σε κρίνουν. Να σε κατηγορήσουν, όπως ο κάθε ένας μπορεί να θεωρεί. Απλά επιλέγουν τη σιωπή. Γιατί η σιωπή είναι η δύναμή τους.

Η σιωπή είναι η κινητήριος εσωτερική τους δύναμη. Προτιμούν να χαμογελάσουν σιωπηλά από το να αντιμιλήσουν και να λάβουν μέρος σε άσκοπες συζητήσεις που δεν θα βγάλουν πουθενά με «κολλημένα» μυαλά και «πιστεύω» γιατί απλά ξέρουν πως ένα χαμόγελο έχει περισσότερο φως από το σκοτάδι του θυμού.

Προτιμούν να σταματήσουν έναν τσακωμό με τη σιωπή από το να σε βάλουν στη θέση σου γιατί απλά δεν θα σπαταλήσουν την ενέργειά τους σε ανθρώπους που σκέφτονται στενόμυαλα, που ανήκουν σε «κουτάκια», που τα «θέλω» τους είναι έρμαια των ορέξεων άλλων ανθρώπων. Προτιμούν να παραμείνουν στη σιωπή από το να σε πληγώσουν γιατί απλά γνωρίζουν πολύ καλά πως όσα λόγια τους ξεστομίζεις είναι απόρροια των δικών σου ανασφαλειών, των λανθασμένων πεποιθήσεών σου, της επιρροής σου από άλλους ανθρώπους ή ακόμα και από τη διαρκή προσκόλλησή σου στο παρελθόν ανάλογα φυσικά των βιωμάτων σου.

Προτιμούν να μείνουν στη σιωπή από το να σου μιλήσουν με άσχημα λόγια γιατί γνωρίζουν πολύ καλά πως το να «βρίσεις» κάποιον είναι πολύ πιο εύκολο από το να τον καταλάβεις πραγματικά, από το να τον αγαπήσεις, από το να του δείξεις πως είσαι δίπλα του και ας θυμώνει για τους δικούς του λόγους μαζί σου, από το να «σκύψεις» πάνω του και να τον βοηθήσεις.

Προτιμούν να μείνουν στη σιωπή από το να σε υποτιμήσουν γιατί έχουν βρεθεί σε μια ανάλογη θέση και έχουν γνωρίσει από πρώτο χέρι τα συναισθήματα του υποβιβασμού. Ξέρουν πόσο πονάει κάποιος όταν τον υποβιβάζουν, τον μειώνουν, τον υποτιμούν. Δεν θα το έκαναν ποτέ αυτό σε εσένα γι’ αυτό και επιλέγουν τη σιωπή. Είναι ο σωστότερος δρόμος τις περισσότερες φορές, ακόμα και αν οι προθέσεις των άλλων φαίνονται και είναι κακόβουλες.

Προτιμούν να μείνουν στη σιωπή από το να σε κρίνουν ή να σε κατηγορήσουν για κάτι γιατί γνωρίζουν πάρα πολύ καλά πως ο νόμος του κάρμα υπάρχει και για κάποιους μπορεί να αποδειχθεί ανελέητος. Δεν θα σε βλάψουν ποτέ γιατί δεν θέλουν το κακό που θα σου προκαλέσουν να επιστρέψει σε εκείνους. Δεν θα σου φερθούν ποτέ όπως δεν θα ήθελαν να τους φέρονται.

Η σιωπή είναι μία ήρεμη δύναμη που λίγοι κατέχουν. Είναι πάρα πολύ δύσκολο να φτάνεις στο σημείο να μην παρασύρεσαι από τα συναισθήματά σου και να έχεις τον πλήρη έλεγχό τους. Για αυτό σου ξαναλέω: Μην υποτιμάς τους ανθρώπους που σωπαίνουν. Ξέρουν καλύτερα.

Αντιθέτως, επέλεξε στη ζωή σου να κάνεις όμορφα πράγματα για τους άλλους, θετικές σκέψεις για τη ζωή σου και για τους ανθρώπους που αγαπάς και σε αγαπούν αλλά και για όλους τους ανθρώπους τους οποίους συναναστρέφεσαι στην καθημερινότητά σου ώστε να έχεις ένα θετικό κάρμα ως αποτέλεσμα.

Και αν καμιά φορά λαμβάνεις την αρνητικότητα των άλλων ανθρώπων, απάντησέ τους με τη σιωπή σου. Θα τους κάνεις να έχουν δεύτερες σκέψεις για την συμπεριφορά τους και για το θυμό τους. «Η σιωπή είναι χρυσός». Για να το λένε οι παλιοί, κάτι ξέρουν.

Φως και σκιά: Σκιάς όναρ άνθρωπος

«Υπάρχει βαθιά σκιά εκεί όπου υπάρχει πολύ φως» (Γκαίτε).

Ανιχνεύοντας τη βαθύτερη ουσία της πραγματικότητας και διερευνώντας τα μυστικά δώματά της εύκολα διαπιστώνουμε τα ζεύγη των αντιθέτων που τη συνθέτουν. Μερικά από αυτά είναι εμφανή και άλλα δυσδιάκριτα ή αφανή. Ζεύγη που διαχέονται σε όλα τα επίπεδα της υλικής, πνευματικής, ψυχοσυναισθηματικής, κοινωνικής και ηθικής πραγματικότητας: Τέτοια ζεύγη είναι: Ζωή-Θάνατος, Ύλη-Πνεύμα, Καλό-κακό, Ωραίο-Άσχημο, Ελευθερία-Δουλεία, Χαρά-Λύπη, Προοδευτικός-Συντηρητικός, Εγώ-Εμείς, Ανατολή-Δύση, Κρύο-Ζέστη, Μέρα-Νύχτα….

Κυρίαρχη θέση στη δημιουργία αντιθετικών ζευγών κατέχει και το φως. Αυτό είτε ως έννοια είτε με την επιστημονική του εκδοχή αντιπαρατίθεται με το σκοτάδι, το έρεβος, το ζόφο, τη σκιά. Υπάρχουν τα αυτόφωτα ουράνια σώματα (ήλιος…) όπως και τα ετερόφωτα (σελήνη……) Μιλάμε για αυτόφωτους ανθρώπους (οι χαρισματικοί που εκπέμπουν δικό τους φως) αλλά και για ετερόφωτους (είναι αυτοί που δεν έχουν δικό τους φως αλλά φωτίζονται και φωτίζουν με φως που παίρνουν από αλλού.)

«Όταν ο ήλιος του πολιτισμού είναι χαμηλά στον ορίζοντα, ακόμα και οι νάνοι ρίχνουν μεγάλες σκιές» ( Καρλ Κράους).

Το φως και το σκοτάδι έχουν ταυτιστεί με αντίστοιχες ιστορικές περιόδους. Ο μεσαίωνας (5ος-15ος αιώνας μ.Χ.) παραπέμπει σε σκοτεινούς χρόνους, όπου κυριαρχούσε η αμάθεια, οι προλήψεις και η παρακμή. Είναι οι αιώνες του πνευματικού σκοταδισμού και του ανορθολογισμού. Αντίθετα, η Αναγέννηση και ο Διαφωτισμός έχουν ταυτιστεί με το φως, αφού άκμασαν οι επιστήμες και στην ερμηνεία των φαινομένων κυριάρχησε η λογική εξήγηση και η απόδειξη (ορθολογισμός).

α. Το Φως και η Αλήθεια

Μεταφορικά το φως βαδίζει παράλληλα με την αλήθεια. Οι ζηλωτές της αλήθειας-σε όλες τις αποχρώσεις της-στοχεύουν στην αποκάλυψή της και στο εκτυφλωτικό της φως. Γνωστή εξάλλου είναι η φράση «να λάμψει η αλήθεια» ή «όλα στο φως». Αντίθετα το ψέμα γειτνιάζει με το σκοτάδι και το κρυφό. Όσοι χρησιμοποιούν το ψέμα στοχεύουν στην απόκρυψη κάποιων στοιχείων με ιδιοτελή κίνητρα. Επειδή το φως αποκαλύπτει και καθιστά εμφανείς όλες τις πλευρές της πραγματικότητας, φοβίζει τους ανθρώπους και ιδιαίτερα εκείνους που γαλουχήθηκαν στην πλάνη, στις ψευδαισθήσεις και στη μονομερή θέαση της πραγματικότητας.

Ο Καμύ διακήρυξε πως «η αλήθεια όπως και το φως, τυφλώνει». Για αυτό πολλοί αποφεύγουν το φως και την αλήθεια. Είναι αυτοί που δεν θέλουν να αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα όπως ακριβώς είναι, αλλά μέσα από τους παραμορφωτικούς φακούς των δογμάτων και των διαφόρων ιδεολογικών.

β. Το σπήλαιο του Πλάτωνα

Ο Πλάτωνας αποτύπωσε με ενάργεια και διεισδυτικότητα τη σχέση του ανθρώπου με το φως που είναι ταυτισμένο με την αλήθεια. Οι δεσμώτες-στο μύθο του σπηλαίου-οχυρωμένοι στο δικό τους σύμπαν (σκιές, σκοτάδι…) φοβούνται να αντικρίσουν το φως του ήλιου (αλήθεια). Οι δεσμώτες είναι οι ακαλλιέργητοι και οι υποτακτικοί που ζουν με το φόβο της αποκάλυψης της πλάνης τους. Το φως το αντιπροσωπεύουν οι πνευματικοί άνθρωποι που είναι ταγμένοι να αφυπνίσουν τους συνανθρώπους τους (δεσμώτες) και όχι να ασκήσουν την εξουσία τους στους ακαλλιέργητους.

Τη σχέση της αλήθειας με το φως διατύπωσε και ο Μένανδρος με το αποφθεγματικό «Άγει δε προς φως την αλήθεια χρόνος».

γ. Άνθρωπος και Σκιά

Εκείνη, όμως, η σχέση του φωτός που προκαλεί το ενδιαφέρον του ανθρώπου είναι αυτή με τη σκιά. Βαδίζουν παράλληλα, αφού η σκιά προϋποθέτει το φως και ταυτόχρονα αισθητοποιεί την απουσία του στο «σώμα» της. Στο σώμα της σκιάς ενυπάρχει εκείνο το κομμάτι του όντος που δεν φωτίζεται. Κάθε τι που υφίσταται ως υλική οντότητα έχει και τη σκιά του στο βαθμό που φωτίζεται. Το μηδέν, το κενό, το άυλο δεν παράγουν σκιά και ούτε αναγνωρίζονται από τη σκιά τους.

Το φως έχει ταυτιστεί με τη ζωή και με κάθε πηγή ενέργειας και δύναμης. Αντίθετα, η σκιά έχει δαιμονοποιηθεί και ταυτίστηκε με το θάνατο, τον Άδη και το κακό. Προκαλεί δέος, φόβο και τρόμο. Από τη φύση της η σκιά έχει ένα μυστηριακό χαρακτήρα γι’ αυτό και προκαλεί ανάμεικτα και περίεργα συναισθήματα στον άνθρωπο. Στην προσπάθειά μας να την ορίσουμε εννοιολογικά την αντιμετωπίζουμε ως κάτι που υφίσταται υλικά, τη στιγμή που δεν εμπίπτει στην κατηγορία των πραγμάτων που έχουν υλική ύπαρξη. Η σκιά, δηλαδή, είναι ταυτισμένη με την υλική οντότητα χωρίς να ταυτίζεται σημασιολογικά με αυτή. Για τη δημιουργία της σκιάς ισχύει το σχήμα: Φως-ον-σκιά.

Ωστόσο στενή είναι η σχέση της σκιάς με τον άνθρωπο. Μεταφορικά υποδηλώνει το εφήμερο, τη ματαιότητα και το ευμετάβλητο της ανθρώπινης ύπαρξης. Ο Πίνδαρος χαρακτήρισε τον άνθρωπο ως όνειρο σκιάς «επάμεροι˙ τι δε τις; τί δ’ ού τις; σκιάς όναρ άνθρωπος…» (εφήμεροι, τι είναι κανείς και τί δεν είναι; Ίσκιος ονείρου ο άνθρωπος). Η θέση αυτή συμπληρώνει τη θέση του Ομήρου για την περατότητα της ανθρώπινης ζωής «οίη περ φύλλων γενεή, τοίη δε και ανδρών…» (Και των θνητών η γενεά των φύλλων ομοιάζει).

Αλλά και στις διανθρώπινες σχέσεις και δημόσιες υποθέσεις χρησιμοποιείται μεταφορικά η έννοια της σκιάς, εκφράζοντας την απουσία ή την ανάγκη φωτός και διαφάνειας. «Τις σχέσεις μας σκιάζει μία παλιά σύγκρουση» ή «η κυβέρνηση δεσμεύεται να ρίξει άπλετο φως στην υπόθεση για να μην υπάρχουν σκιές που μπορούν να δημιουργήσουν ένα κλίμα δυσπιστίας…»

Εξίσου γνωστή και η αφοριστική φράση «η σκιά είναι μία ένδειξη του ότι υπάρχω». Υπερβαίνοντας το Καρτεσιανό «cogito, ergo sum» για πολλούς η σκιά είναι δηλωτικό της ύπαρξης, της κίνησης, της ζωής και γενικά της ενότητας του ανθρώπινου όντος.

Η «σκιά, λοιπόν, μας ακολουθεί παντού» ως ακοίμητος φρουρός και βεβαιώνει την παρουσία μας. Μας δεσμεύει, μας ελέγχει αλλά και μας απελευθερώνει από τις δεσμεύσεις της ύλης. Πολλές φορές μας φοβίζει αλλά και μας ενθαρρύνει, γιατί σύμφωνα και με την λαϊκή ρήση «Μη φοβάσαι τις σκιές˙ είναι απόδειξη πως υπάρχει φως».

Όταν πεθαίνουμε, πεθαίνει κι αυτή μαζί μας. Πολλές φορές, όμως, η σκιά μας πλανάται σε χώρους οικείους αλλά και στη συνείδηση ή στη μνήμη των ανθρώπων που μας αγάπησαν πολλοί ή μας μίσησαν.

Η σκιά τον «απόντων» άλλοτε ανακουφίζει την ψυχή μας κι άλλοτε μας τραυματίζει συναισθηματικά.

«Πάντα εμείς το φως και η σκιά…
Πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα
και πάντα εγώ η σκιά που μεγαλώνει» (Οδ. Ελύτης)

Τα όρια μεταξύ αγάπης κι εξάρτησης

Έχουν τόσα ειπωθεί για το θέμα της αγάπης σε μία σχέση, χωρίς να δίνεται έμφαση στο ότι, ο τρόπος με τον οποίο ένας άνθρωπος αγαπά, εξαρτάται από την προσωπικότητά του, και όχι από τον σύντροφό του. Όλοι οι άνθρωποι λένε ότι αγαπούν, η έκφανση της αγάπη τους όμως είναι μοναδική και διαφορετική, όπως η προσωπικότητα κάθε ατόμου.

Η επιλογή του συντρόφου βασίζεται στη σχέση με την μητέρα και τον πατέρα, τη σχέση μεταξύ τους, και τη σχέση μας μαζί τους. Έτσι για παράδειγμα μία ψυχρή σχέση δύο γονέων, μπορεί ακόμη και να έχει ως επίδραση στην κόρη, το να μη νιώθει να αγγίξει τρυφερά τον σύντροφό της.

Η αιτία που ένας άνθρωπος δημιουργεί εξαρτημένες σχέσεις σχετίζεται με την αυτοεκτίμησή του (την αγάπη και εμπιστοσύνη προς τον εαυτό του), την αίσθηση ότι δεν μπορεί να σταθεί μόνος του στην ζωή, και η ρίζα όλων αυτών έχει διαμορφωθεί από τις επιδράσεις των γονιών του στην παιδική του ηλικία, οι οποίες δεν βρίσκονται στο συνειδητό κομμάτι της μνήμης μας. Έτσι για παράδειγμα ένα άτομο το οποίο δεν έλαβε βαθύ ενδιαφέρον από τους γονείς σε μικρή ηλικία, μπορεί να έχει πολύ μεγαλύτερη την ανάγκη να λάβει τα συναισθήματα αυτά στην ενήλικη ζωή από τον σύντροφό του.

Ένας τέτοιος άνθρωπος ασυνείδητα, δεν εκτιμά, δεν αγαπά τον εαυτό του ή και μπορεί να τον τιμωρεί παραμελώντας τον σε περιόδους μοναχικότητας. Ουσιαστικά αναζητά ένα κίνητρο, την φροντίδα «από έξω», τον σύντροφο, για να ενεργοποιηθεί στη ζωή.

Έτσι για παράδειγμα ένας άντρας ο οποίος είχε μία ψυχρή μητέρα μπορεί να αναζητά από την σύντροφό του μία «νέα μητέρα», καθώς και την τρυφερότητα και φροντίδα που δεν έχει πάρει, και δεν εννοούμε φυσικά σε επίπεδο υλικών αγαθών. Ομοίως η ψυχρότητα ενός πατέρα προς την κόρη του μπορεί πχ να κάνει μία γυναίκα να αναζητά σχέσεις με άντρες με ιδιαίτερα μεγάλη διαφορά ηλικίας οι οποιοι συμβολίζουν την πατρική φιγούρα και την ασφάλεια.Το θέμα είναι ότι αυτό το κομάτι της προσωπικότητάς μας είναι ασυνείδητο και δεν μπορούμε να το αναλύσουμε και να το συνειδητοποιήσουμε μόνοι μας.

Πως μπορεί να καταλάβει κανείς εάν βρίσκεται σε μια τέτοια σχέση;

Ένας άνθρωπος που εξαρτάται πολύ από την σχέση του μπορεί να φοβάται πολύ το να μείνει μόνος του, ακόμη και αν το ταίρι του του φέρεται με σκληρό ή άσχημο τρόπο.

Μπορεί, παρ όλα αυτά να τονίζει και να εξιδανικεύει ένα καλό χαρακτηριστικό του συντρόφου του, πχ φυσική ομορφιά, και να «αγνοεί εσκεμμένα» τα αρνητικά που τυχόν να είναι πολύ περισσότερα, από φόβο μην μείνει μόνος του.

Ποιες είναι οι επιπτώσεις στα άτομα που την απαρτίζουν;

Δεν μπορεί να φύγει από την σχέση αυτή ακόμη και αν νιώθει υποτιμημένος. Επιπλέον, καθώς ο σύντροφός του τον εκλαμβάνει ως δεδομένο λόγω των συναισθηματικών του αναγκών, είναι πιθανό να τον υποτιμά και να τον μειώνει. Αυτό αυξάνει ακόμη περισσότερο την αδυναμία του να φύγει από μία σχέση.

Στην περίπτωση που δεν λαμβάνει θετικά συναισθήματα από το ταίρι του αυτό συγκρούεται με την αδυναμία του να φύγει και τον φόβο της μοναξιάς, με αποτέλεσμα η σύγκρουση αυτή να του δημιουργεί έντονο άγχος, ακόμη και ψυχοσωματικά συμπτώματα.

Συνήθως,τέτοια άτομα έλκουν ανθρώπους που μπορεί να θέλουν την σχέση με ένα άτομο που βρίσκεται σε εξάρτηση από αυτούς, καθώς μπορούν εύκολα να το «χειριστούν» και να επιβάλλουν τα δικά τους θέλω.

Όπως ο Κ. Γιουνγκ είχε αναφέρει, «είναι οι βασανισμένοι άνθρωποι αυτοί που γίνονται βασανιστές», αναφερόμενος στο ότι η ψυχρότητα πολλών ανθρώπων οφείλεται στα γονεικά τους βιώματα. Οι άνθρωποι αυτοί ,συχνά προερχόμενοι από «ψυχρές» οικογένειες, στις οποίες δεν έζησαν οι ίδιοι, ούτε παρατήρησαν στους γονείς τους τρυφερότητα, έχουν και οι ίδιοι μειωμένη την ικανότητα να νιώσουν τα συναισθήματα του άλλου (ενσυναίσθηση).

Μπορεί ακόμη και να έχουν και μία «ψυχρή» αντίληψη για το άλλο φύλο, όπως αναφέραμε ή να θεωρούν την έκφραση της τρυφερότητας ως αδυναμία. Τέτοιοι άνθρωποι είναι σπάνιο να δεχθούν να διερευνήσουν τον εαυτό τους μέσω ενός ειδικού. Το να αναζητήσει λοιπόν αυξημένη φροντίδα από αυτούς, ο άνθρωπος ο οποίος την έχει ανάγκη έχει ως αποτέλεσμα μία πολύ επιβαρυμένη και ψυχοφθόρα γι αυτόν σχέση.

Τι χρειάζεται να κάνει κάποιος όταν αντιληφθεί ότι βρίσκεται σε μια τέτοια σχέση;

Συνήθως το άτομο δεν μπορεί να το αντιληφθεί ότι βρίσκεται σε μία τέτοια σχέση, ασυνείδητα μπορεί να το «αρνείται» στον εαυτό του, λόγω του φόβου της μοναξιάς. Αυτό που μπορεί να το βοηθήσει να ζητήσει τη γνώμη ενός ειδικού, είναι το άγχος ή η δυσφορία που μπορεί να νιώθει κάποιες στιγμές μέσα στη σχέση του, λόγω της μη κάλυψης των συναισθηματικών του αναγκών.

Μπορεί ένας ενήλικας να απαλλαγεί από τις δυσάρεστες επιπτώσεις, που έχουν προκύψει από μια προβληματική σχέση με τους γονείς του κατά την παιδική του ηλικία; Κι αν ναι, με ποιο τρόπο αλλάζει η σημερινή ζωή του;

Βεβαίως και μπορεί, αλλά όχι μόνος του. Και αυτό δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως αδυναμία όπως ακριβώς η επίσκεψή μας στον οδοντίατρο δεν σημαίνει ότι είμαστε ασθενείς, απλά δεν γνωρίζουμε και δεν μπορούμε να επέμβουμε μόνοι μας στο «χαλασμένο δόντι».

Το θέμα είναι ότι το άτομο δεν μπορεί, λόγω «αμυνών» του μυαλού μας, να συνειδητοποιήσει ότι επιλέγω τον τάδε σύντροφο λόγω των γονιών μου, ή φέρομαι κατά αυτόν ή τον άλλον τρόπο στο άλλο φύλο. Το αίσθημα ότι δεν αντλεί πλήρη ικανοποίηση από την σχέση του ή νιώθει συχνά δυσάρεστα, μπορεί να «θάβεται» με την αιτιολογία ότι φταίει το ίδιο το άτομο ή ο σύντροφος.

Μην ξεχνάμε ότι θεωρούμε ότι το μυαλό μας είναι κάτι που πρέπει να το ξέρουμε εμείς, κρυμμένο στην φράση «έλα τώρα που θα μιλήσεις σε ψυχολόγο, πες το σε έναν φίλο». Η άρνηση αυτή είναι χαρακτηριστική του φόβου πολλών ανθρώπων μήπως χαρακτηριστούν ακόμη και από τον εαυτό τους ως «αδύναμοι».

Βέβαιο είναι ότι τέλειος άνθρωπος, χωρίς ευάλωτα σημεία στην προσωπικότητά του, δεν υπάρχει. Η προσωπικότητά μας εξελίσσεται στη διάρκεια όλης μας της ζωής, στην ψυχοθεραπεία όμως αυτό συμβαίνει με ένα πολύ πιο δυναμικό τρόπο.

Μάλιστα μετά από την δουλειά με ειδικό, η οποία αντίθετα με άλλους μύθους, δεν διαρκεί χρόνια, ο άνθρωπος θα έχει μάθει να γνωρίζει και να διορθώνει μόνος του καταστάσεις που παλιά δεν μπορούσε, ακόμη και νέες, άγνωστες. Η προσωπικότητά του ισχυροποιείται, καθώς συνειδητοποιεί βαθύτερους φόβους για την αυτάρκειά του και αυτοί παύουν οριστικά μέσα από την αλληλεπίδραση με τον ειδικό.

Από την στιγμή που «λύνονται» θέματα μέσα μας, και γινόμαστε πιο ολοκληρωμένοι ως προσωπικότητες, αυτό σημαίνει ότι επιλέγουμε πολύ πιο ώριμα τον σύντροφό μας και τί ζητούμε από αυτόν.

Το ακατόρθωτο είναι μόλις μία σκέψη μακριά

Τι θα σήμαινε αν γινόσασταν υπερφυσικοί; Τι θα γινόταν αν μπορούσατε να συντονιστείτε με συχνότητες πέρα από τον υλικό μας κόσμο; Θα θέλατε να αλλάξετε τη χημεία του εγκεφάλου σας για να αποκτήσετε πρόσβαση σε υπερβατικά επίπεδα συνειδητότητας; Είστε έτοιμοι να δημιουργήσετε ένα νέο μέλλον και να μεταμορφώσετε τη βιολογία σας ώστε να θεραπευτείτε βαθιά;

Ο τρόπος λειτουργίας του εγκεφάλου μας και πώς αυτός μπορεί να αναβαθμιστεί, προκειμένου να επιτύχουμε μία καλύτερη ποιότητα ζωής, ξεκινώντας από το εσωτερικό μας.

Η Παρούσα στιγμή

Αν θέλετε να βιώσετε το υπερφυσικό στη δική σας ζωή, θεραπεύοντας το σώμα σας, δημιουργώντας νέες ευκαιρίες που δεν μπορούσατε ποτέ να φανταστείτε πριν και έχοντας υπερβατικές, μυστικιστικές εμπειρίες, πρέπει πρώτα να κατακτήσετε την έννοια της παρούσας στιγμής: το αιώνιο τώρα. Αυτές τις μέρες γίνεται πολύς λόγος για το να είσαι παρών ή να βρίσκεσαι στο τώρα.

Ενώ οι περισσότεροι άνθρωποι καταλαβαίνουν τα βασικά του τι σημαίνει αυτό (να μη σκέφτεστε το μέλλον ή να μη ζείτε στο παρελθόν), θέλω να σας προσφέρω μια εντελώς διαφορετική κατανόηση της έννοιας. Αυτό θα απαιτήσει να ξεπεράσετε τον φυσικό κόσμο –συμπεριλαμβανομένου του σώματός σας, της ταυτότητάς σας και του περιβάλλοντός σας– και ακόμα και τον ίδιο τον χρόνο. Εδώ είναι που μετατρέπετε τη δυνατότητα σε πραγματικότητα.

Εξάλλου, αν δεν ξεπεράσετε αυτό που νομίζετε ότι είστε και τον τρόπο με τον οποίο έχετε μάθει να πιστεύετε ότι ο κόσμος λειτουργεί, δεν είναι δυνατόν να δημιουργήσετε μια νέα ζωή ή ένα νέο πεπρωμένο. Έτσι, κατά μια πολύ πραγματική έννοια, πρέπει να ξεφύγετε από τον δρόμο σας, να υπερβείτε τη μνήμη του εαυτού σας ως ταυτότητα και να επιτρέψετε σε κάτι μεγαλύτερο από σας, σε κάτι μυστικιστικό, να αναλάβει την εξουσία. Εδώ θα σας εξηγήσω πώς λειτουργεί αυτό.

Πρώτον, ας δούμε πώς λειτουργεί ο εγκέφαλος. Όταν ενεργοποιείται οποιοσδήποτε νευρολογικός ιστός στον εγκέφαλο ή στο σώμα, δημιουργείται νους. Κατά συνέπεια, από νευροεπιστημονική άποψη, ο νους είναι ο εγκέφαλος σε δράση. Για παράδειγμα, έχετε ένα συγκεκριμένο μυαλό για να οδηγήσετε το αυτοκίνητό σας. Έχετε ένα άλλο μυαλό για να κάνετε ντους. Έχετε ένα διαφορετικό μυαλό όταν τραγουδάτε ένα τραγούδι ή ακούτε μουσική. Χρησιμοποιείτε ένα συγκεκριμένο επίπεδο νου για να εκτελέσετε καθεμιά από αυτές τις πολύπλοκες λειτουργίες, επειδή πιθανώς το έχετε κάνει αυτό χιλιάδες φορές, οπότε ο εγκέφαλός σας ενεργοποιείται με πολύ συγκεκριμένο τρόπο κάθε φορά που κάνετε κάποια από αυτές.

Όταν ο εγκέφαλός σας είναι σε δράση καθώς οδηγείτε το αυτοκίνητό σας, για παράδειγμα, στην πραγματικότητα ενεργοποιείτε μια συγκεκριμένη ακολουθία, μοτίβο και συνδυασμό νευρολογικών δικτύων. Αυτά τα νευρωνικά δίκτυα είναι απλώς ομάδες νευρώνων που συνεργάζονται ως κοινότητα –ακριβώς όπως ένα αυτόματο πρόγραμμα λογισμικού ή μια μακροεντολή– επειδή έχετε κάνει τη συγκεκριμένη ενέργεια τόσο πολλές φορές. Με άλλα λόγια, οι νευρώνες που πυροδοτούνται μαζί για να φέρουν εις πέρας την εργασία συνδέονται περισσότερο μεταξύ τους.

Καθώς επιλέγετε συνειδητά να εκτελέσετε το έργο της οδήγησης του οχήματός σας, θα μπορούσαμε να πούμε ότι επιλέγετε και καθοδηγείτε αυτόματα αυτούς τους νευρώνες στον εγκέφαλό σας να ενεργοποιηθούν για να δημιουργήσετε ένα επίπεδο νου.

Ως επί το πλείστον, ο εγκέφαλός σας είναι προϊόν του παρελθόντος. Έχει σχηματιστεί και διαμορφωθεί ώστε να γίνει ένα ζωντανό αρχείο όλων όσων έχετε μάθει και βιώσει μέχρι αυτό το σημείο της ζωής σας. Η μάθηση, από νευροεπιστημονική άποψη, είναι όταν οι νευρώνες στον εγκέφαλό σας συγκεντρώνονται για να σχηματίσουν χιλιάδες συναπτικές συνδέσεις και αυτές οι συνδέσεις στη συνέχεια συναρμολογούνται σε πολύπλοκα, τρισδιάστατα νευρολογικά δίκτυα.

Σκεφτείτε τη μάθηση ως αναβάθμιση του εγκεφάλου σας. Όταν δίνετε προσοχή σε γνώσεις ή πληροφορίες και αυτές βγάζουν νόημα, αυτή η αλληλεπίδραση με το περιβάλλον αφήνει βιολογικό αποτύπωμα στον εγκέφαλό σας. Όταν βιώνετε κάτι νέο, οι αισθήσεις σας γράφουν την ιστορία νευρολογικά στον εγκέφαλό σας και ακόμα περισσότεροι νευρώνες συγκεντρώνονται για να δημιουργήσουν ακόμα πιο εμπλουτισμένες συνδέσεις, αναβαθμίζοντας ακόμα περισσότερο τον
εγκέφαλό σας.

Οι εμπειρίες όχι μόνο ενισχύουν τα εγκεφαλικά κυκλώματα, αλλά δημιουργούν και συναισθήματα. Σκεφτείτε τα συναισθήματα ως τα χημικά κατάλοιπα από προηγούμενες εμπειρίες – ή χημική ανατροφοδότηση. Όσο ισχυρότερο είναι το συναισθηματικό πηλίκον από ένα γεγονός στη ζωή σας, τόσο περισσότερο η εμπειρία αφήνει μια μόνιμη εντύπωση στον εγκέφαλό σας. Έτσι σχηματίζονται οι μακροπρόθεσμες μνήμες. Έτσι, αν μάθηση σημαίνει να δημιουργείς νέες συνδέσεις στον εγκέφαλό σου, οι αναμνήσεις είναι όταν διατηρείς αυτές τις συνδέσεις. Όσο περισσότερο επαναλαμβάνετε μια σκέψη, μια επιλογή, μια συμπεριφορά, μια εμπειρία ή ένα συναίσθημα, τόσο περισσότερο αυτοί οι νευρώνες πυροδοτούνται και συνδέονται μεταξύ τους, και τόσο περισσότερο θα διατηρήσουν μια μακροπρόθεσμη σχέση.

Δεδομένου ότι οι αισθήσεις σάς συνδέουν με το εξωτερικό περιβάλλον και καταγράφουν νευρολογικά την αφήγηση στον εγκέφαλό σας, όταν βιώνετε ένα ιδιαίτερα φορτισμένο συναισθηματικό γεγονός –κακό ή καλό–, εκείνη η στιγμή αποτυπώνεται νευρολογικά στον εγκέφαλό σας ως ανάμνηση.

Επομένως, όταν μια εμπειρία αλλάζει το πώς αισθάνεστε κανονικά χημικά και οξύνει την προσοχή σας σε αυτό που την προκάλεσε, θα συνδέσετε ένα συγκεκριμένο πρόσωπο ή πράγμα με το πού βρίσκεται το σώμα σας σε μια συγκεκριμένη στιγμή και τόπο. Έτσι δημιουργείτε αναμνήσεις αλληλοεπιδρώντας με τον εξωτερικό κόσμο. Είναι ασφαλές να πούμε ότι το μόνο μέρος που υπάρχει πραγματικά το παρελθόν είναι στον εγκέφαλό σας – και στο σώμα σας.

Ισοκράτης: Να χαίρεσαι για όσα σου συμβαίνουν

Να απεχθάνεσαι το αύθαδες γέλιο και να μη δέχεσαι θρασείς λόγους, γιατί το πρώτο χαρακτηρίζει τον ανόητο, ενώ το δεύτερο τον τρελό. Όσα είναι ντροπή να κάνεις, αυτά να θεωρείς ότι δεν είναι καλό ούτε να τα λες. Να συνηθίζεις τον εαυτό σου να μην είναι σκυθρωπός, αλλά σκεπτικός, γιατί το πρώτο θα σε κάνει να φαίνεσαι αυθάδης, ενώ το δεύτερο συνετός. Να πιστεύεις ότι σου ταιριάζουν η κοσμιότητα, η αιδώς, η δικαιοσύνη, η σωφροσύνη, καθώς όλα αυτά πρέπει να υπερισχύουν στον χαρακτήρα των νέων.

Επίσης μην έχεις την ελπίδα ότι θα κρυφτείς, αν κάνεις μια επαίσχυντη πράξη, γιατί ακόμα και αν κρυφτείς από τους άλλους, εσύ τουλάχιστον θα έχεις τύψεις συνείδησης. Να φοβάσαι τους θεούς, να τιμάς τους γονείς, να σέβεσαι τους φίλους, να υπακούς στους νόμους. Να επιδιώκεις τις απολαύσεις που συνοδεύονται από καλή φήμη. Διότι η ευχαρίστηση που συνοδεύεται από το καλό είναι το μεγαλύτερο αγαθό, ενώ χωρίς το καλό είναι το μεγαλύτερο κακό.

Να προφυλάσσεσαι από τις κατηγορίες, ακόμα και αν είναι ψευδείς, γιατί οι περισσότεροι άνθρωποι αγνοούν την αλήθεια και κοιτάζουν μόνο τις φήμες. Να έχεις στο μυαλό σου να πράττεις σαν να πρόκειται να μάθουν όλοι τις πράξεις σου, γιατί ακόμα και αν προς στιγμή κρύψεις την αλήθεια, αργότερα θα αποκαλυφθεί. Κυρίως όμως θα αποκτήσεις μεγάλη υπόληψη, εάν δείχνεις ότι δεν κάνεις εκείνα, για τα οποία θα κατηγορούσες τους άλλους, εάν τα έκαναν.

Αν είσαι φιλομαθής, θα γίνεις και πολυμαθής. Όσα γνωρίζεις, να τα διαφυλάσσεις με την εξάσκηση, ενώ όσα δεν έχεις μάθει, να τα προσλαμβάνεις με την μελέτη. Διότι είναι εξίσου ντροπή, όταν ακούσεις έναν ωφέλιμο λόγο, να μην τον συγκρατήσεις, και όταν οι φίλοι σου δίνουν ένα αγαθό να μην το πάρεις. Να περνάς τον ελεύθερο χρόνο σου ακούγοντας ευχάριστους διδακτικούς λόγους, γιατί θα μάθεις εύκολα αυτά που οι άλλοι ανακαλύπτουν με πολύ μόχθο.

Να πιστεύεις ότι πολλά μαθήματα είναι σημαντικότερα από πολλά χρήματα, γιατί τα χρήματα αμέσως χάνονται, ενώ τα μαθήματα είναι διαχρονικά, γιατί η σοφία είναι το μόνο αγαθό που ποτέ δεν χάνεται. Να μην διστάζεις να διανύεις μεγάλη απόσταση για να έρθεις κοντά σε ανθρώπους που υπόσχονται ότι διδάσκουν κάτι χρήσιμο. Γιατί είναι ντροπή οι έμποροι να διασχίζουν τόσο μεγάλα πελάγη για να αυξήσουν την περιουσία τους, ενώ οι νεότεροι να μην υπομένουν ούτε τις πορείες στη στεριά, προκειμένου να πλουτίσουν το πνεύμα.

Στους τρόπους να είσαι ευγενικός και στα λόγια σου φιλόφρων. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό της ευγένειας να υποδέχεσαι με χαρά όσους συναντάς και της φιλοφροσύνης να συζητάς φιλικά με αυτούς. Να είσαι ευχάριστος με όλους, αλλά να συναναστρέφεσαι τους ενάρετους. Έτσι και κανένας δεν θα σε αντιπαθεί και θα γίνεις φίλος των ενάρετων ανθρώπων. Να αποφεύγεις τις πολύ συχνές συναναστροφές με τα ίδια πρόσωπα και τις πολύ μεγάλες συζητήσεις, γιατί όλα αυτά προκαλούν τον κορεσμό.

Να είσαι ικανοποιημένος με την κατάσταση στην οποία βρίσκεσαι, αλλά πάντοτε να επιδιώκεις να την βελτιώσεις. Κανένα να μην κατηγορήσεις για την δυστυχία του, γιατί οι εναλλαγές της τύχης είναι κοινές σε όλους και το μέλλον άγνωστο. Να ευεργετείς τους ενάρετους ανθρώπους, γιατί η ευγνωμοσύνη που οφείλει αυτός που ευεργετήθηκε είναι ωραίος θησαυρός στην καρδιά του. Όταν ευεργετείς τους κακούς, θα πάθεις τα ίδια με όσους ταΐζουν τους ξένους σκύλους, γιατί αυτοί γαβγίζουν το ίδιο και σε εκείνους που τους δίνουν τροφή και στους τυχαίους διαβάτες. Έτσι και οι κακοί αδικούν και εκείνους που τους ωφελούν και εκείνους που τους βλάπτουν.

Να μισείς τους κόλακες, όπως ακριβώς τους απατεώνες, γιατί και οι δύο βλάπτουν όσους τους πιστεύουν. Εάν θεωρείς φίλους σου εκείνους που σου χαρίζουν μεγάλη χαρά, αλλά σου κάνουν μεγάλο κακό, δεν θα έχεις στη ζωή σου εκείνους που σου δυσάρεστοι, αλλά ταυτόχρονα σε ωφελούν πολύ. Να είσαι καταδεκτικός με όσους σε πλησιάζουν, άλλα όχι επηρμένος, γιατί στην αλαζονεία των επηρμένων μόλις και μετά βίας την υποφέρουν οι δούλοι, ενώ τον τρόπο των καταδεκτικών τον δέχονται όλοι ευχάριστα

Να πιστεύεις ότι τίποτα από τα ανθρώπινα πράγματα δεν είναι δεδομένο, γιατί με αυτό τον τρόπο ούτε θα χαρείς πάρα πολύ για την ευτυχία σου ούτε θα λυπηθείς πολύ για τις ατυχίες σου. Να χαίρεσαι για τα αγαθά που σου συμβαίνουν, αλλά να μετριάζεις τη λύπη σου για τις ατυχίες που σε πλήττουν. Βέβαια και στη μια και στην άλλη περίπτωση να μη φανερώνεις τα συναισθήματα σου, γιατί είναι παράλογο να κρύβουμε μέσα στα σπίτια μας την περιουσία, αλλά να περπατάμε στους δρόμους φανερώνοντας τις σκέψεις μας.

Ισοκράτης προς το Δημόνικο

Πλάτωνας: Αυτό που αξίζει δεν είναι να ζεις για να αποκτήσεις περισσότερα αλλά να ζεις καλά

Ο Πλάτωνας ήταν ο πιο γνωστός μαθητής του Σωκράτη και δάσκαλος του Αριστοτέλη. Το έργο του με τη μορφή φιλοσοφικών διαλόγων έχει σωθεί ολόκληρο και άσκησε τεράστια επιρροή στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία και γενικότερα στη δυτική φιλοσοφική παράδοση μέχρι τις ημέρες μας. Μεταξύ άλλων, έγραψε την Απολογία του Σωκράτους, το Συμπόσιο όπου μιλά για την φύση του έρωτα, ενώ σε δύο μακρούς διαλόγους, την Πολιτεία και τους Νόμους, περιέγραψε την ιδανική πολιτεία. Τα έργα του Πλάτωνα είναι 36 και όλα, εκτός από την Απολογία, διαλογικά. Μεταξύ των άλλων υπήρξε και ο ιδρυτής της Ακαδημίας.

Ο Πλάτωνας για την ευτυχία

“Απ’ όλους τους θεούς, η Αγάπη είναι ο καλύτερός μας φίλος, αρωγός και γιατρευτής στα βάσανα που μας κλείνουν το δρόμο για την ευτυχία. Ο άνθρωπος που εξαρτά την ευτυχία του από τον εαυτό του και όχι από τους άλλους, έχει υιοθετήσει τον καλύτερο τρόπο για μια ευτυχισμένη ζωή. Είναι ένας άνθρωπος σώφρων, ένας άνθρωπος με σιδερένιο χαρακτήρα και σοφία”

Για τον Πλάτωνα, η ευτυχία είναι δυνατή όταν ο άνθρωπος μπορεί να δει την ουσία των πραγμάτων. Στην φιλοσοφία του αναφέρει πως η ευτυχία έχει να κάνει με το μυαλό και την σκέψη και όχι με την ψευδαίσθηση που μας παρέχουν οι αισθήσεις μας. Ο Πλάτων αναγνωρίζει ότι δεν μπορεί να είναι κανείς ευτυχισμένος χωρίς να δει το έργο του Θεού στον κόσμο. Αν αναγνωρίσει το θαύμα της ζωής θα έχει βρει την ουσία της ανθρώπινης ευτυχίας.

Για τον Πλάτωνα η άσκηση της αρετής είναι ο δρόμος για να προσδιορίσετε την ευτυχία. Αν το έργο του ανθρώπου εναρμονίζεται με την αρετή, την σοφία και την δικαιοσύνη τότε περπατά στο δρόμο της ευτυχίας. Για τον Πλάτωνα, η αρετή είναι η γνώση του τι είναι πραγματικά καλό και η ιδέα του τι είναι καλό δεν είναι μια σχετική αξία αλλά μια απόλυτη αξία, γιατί αν δεν ήταν έτσι δεν θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο γνώσης για τον άνθρωπο. Η πλατωνική φιλοσοφία περιγράφει τον αισθητό κόσμο ως απάτη, επειδή η πρώτη αληθινή πραγματικότητα είναι η ιδέα του ενάρετου ανθρώπου. Υποστηρίζει ότι η ανθρώπινη ευτυχία δεν εξαρτάται από υλικά ή εξωτερικά αγαθά και ότι ο δίκαιος και ενάρετος άνθρωπος είναι αναγκαστικά ένας ευτυχισμένος άνθρωπος.

Τα έργα του Πλάτωνα είναι 36 και όλα, εκτός από την Απολογία, διαλογικά. Μεταξύ των άλλων υπήρξε και ο ιδρυτής της Ακαδημίας.

Ακολουθούν μερικές φράσεις του με αξία..
  1. Άγνοια, η ρίζα και ο μίσχος όλου του κακού.
  2. Από τις απολαύσεις, άλλες μεν είναι καλές κι άλλες κακές. Καλές μεν είναι οι ωφέλιμες, κακές είναι οι βλαβερές. Σκοπός όλων των πράξεών μας πρέπει να είναι το καλό και χάριν αυτού πρέπει τα πάντα να πράττουμε.
  3. Αυτή η πόλη είναι αυτό που είναι γιατί οι πολίτες της είναι αυτό που είναι.
  4. Αυτός που κλέβει λίγα κλέβει με την ίδια επιθυμία με αυτόν που κλέβει πολλά, αλλά με μικρότερη δύναμη.
  5. Αφήστε τους γονείς να κληροδοτήσουν στα παιδιά τους όχι πλούτη, αλλά το πνεύμα του σεβασμού.
  6. Δεν είναι δυνατόν δύο κακοί να γίνουν ποτέ φίλοι, ούτε ένας καλός να μην έχει φίλο καλό.
  7. Δικαιοσύνη σημαίνει ο καθένας να νοιάζεται για τις δουλειές του και να μην αναμιγνύεται στις δουλειές των άλλων.
  8. Εάν ο άνθρωπος λάβει την ορθή παιδεία, μέσα του ξυπνάει σφοδρή η δύναμη και η θέληση να αναπτυχθεί ως το θεϊκότερο και ημερότερο ζώο. Αλλά αν δεν τύχη της καλής και επιμελούς ανατροφής, γίνεται το πιο άγριο απ’ όσα γεννάει η γη.
  9. Εκείνος που θέλει να γίνει άριστος, δεν πρέπει να αγαπά περισσότερο τον εαυτό του, μήτε τα δικά του, αλλά τα δίκαια.
  10. Όπως λένε οι κτίστες, οι μεγάλες πέτρες δεν στέκονται καλά χωρίς τις μικρότερες.
  11. Όμοιος ομοίω αεί πελάζει. (Όμοιος τον όμοιο αγαπά κι όμοιος τον όμοιο θέλει.)
  12. Η υπερβολική ελευθερία μοιάζει με υπερβολική δουλεία, αφού αλλάζει και τον πολίτη και την πολιτεία
  13. Φαίνεται πως η υπερβολική ελευθερία μετατρέπεται σε υπερβολική υποδούλωση
  14. Αυτό που αξίζει δεν είναι να ζεις για να αποκτήσεις περισσότερα αλλά να ζεις καλά
  15. Ο θεός δεν έχει ευθύνη για τις πράξεις αυτών που έχουν ελευθερία επιλογής
  16. Άνθρωπος: αυτός που αναλογίζεται και κρίνει όσα έχει δει.
  17. Δεν πρέπει να νοιαζόμαστε τόσο πολύ, για το τι θα πουν για μας οι πολλοί, αλλά τι θα πει όποιος ξέρει καλά για τα δίκαια και τα άδικα, ο ένας δηλαδή και αυτή θα είναι η αλήθεια.
  18. Καλύτερα να σε αδικούν παρά να αδικείς
  19. Το λακωνίζειν εστί φιλοσοφείν
  20. Πας μη Έλλην βάρβαρος
  21. Όταν μιλούν άσχημα για σένα, ζήσε έτσι ώστε κανένας να μην μπορεί να τους πιστέψει.
  22. Ζώον δίπουν άπτερον (ο ορισμός του ανθρώπου κατά τον Πλάτωνα)
  23. Το βλάκα μπορείς να τον καταλάβεις από δυο ενδείξεις: μιλάει για πράματα που είναι γι’ αυτόν άχρηστα και εκφράζει γνώμη για κάτι που κανένας δεν τον ρωτάει.
  24. Μια από τις τιμωρίες που δεν καταδέχεσαι να ασχοληθείς με την πολιτική είναι ότι καταλήγεις να σε κυβερνούν οι κατώτεροί σου.
  25. Οι σοφοί μιλούν επειδή έχουν κάτι να πουν. Οι ανόητοι μιλούν επειδή πρέπει κάτι να πουν.
  26. Δεν υπάρχει πιο ακριβής ένδειξη κακής οργάνωσης της πολιτείας, από την αφθονία γιατρών και νομικών.
  27. Αυτή και μόνο είναι η ρίζα από όπου ξεπετιέται ένας τύραννος: όταν εμφανίζεται για πρώτη φορά είναι ο προστάτης.
  28. Φόβος είναι η ψυχική ταραχή που προκαλείται από την αναμονή του κακού.
  29. Η τιμιότητα, ως επί το πλείστον, είναι λιγότερο επικερδής από την ατιμία.
  30. O θάνατος δεν είναι τίποτε άλλο, παρά ο διαχωρισμός δύο πραγμάτων, του ενός απ’ το άλλο, δηλαδή της ψυχής από το σώμα.
  31. Όλοι οι πόλεμοι γίνονται για την απόκτηση υλικών αγαθών
  32. Ένας που σκέφτεται σωστά είναι καλύτερος από μύριους που δεν σκέφτονται
  33. Κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει από το πεπρωμένο του
  34. Ο Θεός δεν είναι ποτέ καθόλου άδικος
  35. Από όλες τις ηδονές ο έπαινος είναι η πιο γλυκιά.
  36. Η ένωση της ψυχής και του σώματος [η γέννηση] δεν είναι με κανένα τρόπο καλύτερη από το χωρισμό τους
  37. Η ψυχή έρχεται στον Άδη χωρίς να κουβαλάει τίποτε άλλο πέρα από την παιδεία της και την αγωγή της
  38. Η γνώση δημιουργεί ευημερία
  39. Το καλό είναι καλό επειδή αρέσει στους θεούς ή αρέσει στους θεούς επειδή είναι καλό;
  40. Ένας ήρωας γεννιέται ανάμεσα σε 100, ένας σοφός βρίσκεται ανάμεσα σε 1.000, αλλά ένας ολοκληρωμένος άνθρωπος μπορεί να μην βρεθεί ούτε ανάμεσα σε 100.000.

ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ: Δημαγωγούς ή ηγέτες;

Ποιος αλήθεια λογικός άνθρωπος, αν ήταν ξένος και δεν είχε προλάβει να διαφθαρεί κι αυτός μαζί μας, βλέποντάς μας δεν θα μας περνούσε για σχιζοφρενείς; Από τη μια επαιρόμαστε για τα κατορθώματα των προγόνων μας κι έχουμε την αξίωση να εκθειάζουν την πόλη μας για τα αλλοτινά της επιτεύγματα, κι από την άλλη κάνουμε τα εντελώς αντίθετα από εκείνους.

[Το πρόβλημα είναι ότι] Έχετε αποκτήσει την συνήθεια να απορρίπτετε τους πάντες – εκτός από εκείνους που συμβαδίζουν με τις επιθυμίες σας. Κάνετε έτσι τους ρήτορες να μην προβληματίζονται σχετικά με το τι συμφέρει την πόλη, αλλά να βγάζουν λόγους για να σας ευχαριστήσουν. Σε αυτό επιδίδονται οι περισσότεροι. Κι όμως, αν πράγματι θέλετε το συμφέρον της πόλης, περισσότερο πρέπει να δίνετε προσοχή σε εκείνους που σας εναντιώνονται, παρά σ’ εκείνους που σας χαρίζονται. Διότι όσοι σας λένε μόνο ό,τι θέλετε να ακούσετε μπορεί κάλλιστα να σας εξαπατούν – τα ευχάριστα λόγια επισκοτίζουν τη δυνατότητά σας να διακρίνετε το καλύτερο –, ενώ από όσους δεν σας συμβουλεύουν χαϊδεύοντάς σας τ’ αφτιά δεν κινδυνεύετε να πάθετε κάτι τέτοιο· γιατί ο μόνος τρόπος για να σας μεταπείσουν αυτοί είναι να σας καταδείξουν τι συμφέρει την πόλη. Άλλωστε, πως είναι δυνατόν οι πολίτες να κρίνουν τα περασμένα ή να σκεφθούν για τα μέλλοντα, αν δεν παραθέτουν τους λόγους των διαφωνούντων και δεν ακούνε και τους μεν και τους δε με την ίδια προσήλωση;

Φοβάμαι βέβαια μήπως ματαιοπονώ. Έχουμε εδώ και πολύ καιρό διαφθαρεί από ανθρώπους που σε τίποτε άλλο δεν είναι ικανοί απ’ το να μας απατούν και οι οποίοι τόσο περιφρονούν το λαό, ώστε και σε πόλεμο δεν θα διστάσουν να τον παρασύρουν προκειμένου να χρηματισθούν αυτοί.

Κι εκείνο που παρατηρώ είναι ότι η οργή σας στρέφεται περισσότερο εναντίον εκείνων που σας επικρίνουν παρά εναντίον εκείνων που έχουν γίνει αιτία των δεινών σας. Συνηθίζετε να μισείτε όχι τόσο τους υπαίτιους, όσο τους κατήγορους των σφαλμάτων. Και πραγματικά φοβούμαι μήπως προσπαθώντας να σας κάνω καλό με πληρώσετε με κανένα κακό! Θα ντρεπόμουν ωστόσο αν έδινα την εντύπωση ότι νοιάζομαι για την προσωπική μου φήμη κι όχι για την κοινή σωτηρία.

Χρέος και δικό μου και όλων όσοι πονούν την πόλη μας είναι να προτιμούμε όχι τους ευχάριστους, αλλά τους πιο ωφέλιμους λόγους. Να ξέρετε δε ότι, ενώ για τα νοσήματα του σώματος πολλές και διάφορες θεραπείες έχουν βρεθεί από τους γιατρούς, για τις ψυχές που είναι γεμάτες άγνοια και πονηρές επιθυμίες δεν υπάρχει άλλο φάρμακο από το λόγο που τολμά να επιπλήττει όσους σφάλουν. Μου φαίνεται μάλλον γελοίο να υπομένουμε τις καυτηριάσεις και τις τομές των γιατρών προκειμένου ν’ απαλλαγούμε από χειρότερους πόνους, και ν’ αποδοκιμάζουμε τους λόγους πριν
δούμε αν έχουν τη δύναμη να ωφελήσουν τους ακούοντες.

Κι ωστόσο, οι περισσότεροι ρητορεύουν ενώπιον του λαού υπερασπιζόμενοι όχι τα συμφέροντα της πόλης, αλλά αυτά άποτα οποία κάτι προσδοκούν να κερδίσουν. Απορώ πραγματικά που δεν μπορείτε να διακρίνετε ότι καμία φάρα δεν είναι χειρότερη για το λαό από τους πονηρούς ρήτορες και δημαγωγούς, γιατί αυτοί επιδιώκουν να στερούμαστε τα αναγκαία της καθημερινής ζωής, επειδή βλέπουν ότι όσοι είναι αυτάρκεις ανήκουν στην πόλη και διατυπώνουν τις ορθότερες απόψεις· ενώ όσοι ζουν απ’ το δημόσιο είναι αναγκασμένοι για να μην περιπέσουν σε ανέχεια , να τελούν υπό την εξουσία τους. Σε πενία λοιπόν, για να τους εξουσιάζουν, θα έβλεπαν ευχαρίστως να περιέρχονται όλοι οι πολίτες. Τρανή απόδειξη: δεν κοιτούν με ποιο τρόπο θα παράσχουν τα προς το ζην σε όσους έχουν ανάγκη, αλλά πώς θα εξισώσουν τους θεωρούμενους πλούσιους με τους απόρους. Δεν υπάρχει τίποτε πιο επικίνδυνο από το να ηγούνται οι χειρότεροι των καλύτερων και να προστάζουν οι πλέον ανόητοι τους φρονιμότερους. Οι ηγέτες εκείνοι που ανταποκρίνονται στα όσα πρέπει να πράξουν, οφείλουν να αγαπούν ταυτόχρονα τους πολίτες και την πόλη τους· διότι ούτε ίππους ούτε σκύλους ούτε ανθρώπους ούτε κανένα άλλο πράγμα εξουσιάζει κανείς καλά, αν δεν χαίρεται για αυτά που πρέπει να φροντίζει. Να μεριμνούν για το λαό και να θεωρούν πρωταρχικό να είναι ευχαριστημένος από τη διακυβέρνησή τους – δεδομένου ότι, από τα ολιγαρχικά και από όλα τα άλλα καθεστώτα, τα μακροβιότερα είναι όσα υπηρετούν καλύτερα το λαό.

Ο σωστός ηγέτης ούτε επιτρέπει να παρεκτρέπεται ο όχλος ούτε ανέχεται να εξευτελίζεται, αλλά επιδιώκει οι άριστοι να έχουν τα αξιώματα και οι άλλοι να μην αδικούνται καθόλου· διότι αυτά είναι τα πρωταρχικά και σπουδαιότερα στοιχεία ενός χρηστού πολιτεύματος.

ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, Η ΠΑΡΑΚΜΗ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ

Μην επιτρέπεις στις νευρώσεις της κοινωνίας να γίνονται και δικές σου

Θέλεις να έχεις τον απόλυτο έλεγχο της ζωής σου. Είναι πολύ πιθανόν να έχεις τελειώσει κάποια πανεπιστημιακή σχολή που να σου εγγυάται το επαγγελματικό σου μέλλον. Να δουλεύεις για μια επιχείρηση με σύμβαση αορίστου χρόνου. Να έχεις πάρει δάνειο από τράπεζα για να αγοράσεις και να έχεις ένα ιδιόκτητο διαμέρισμα. Κι επίσης ένα συνταξιοδοτικό πρόγραμμα για να μη χρειαστεί να ανησυχείς όταν φτάσει η μέρα της συνταξιοδότησής σου. Τελικά, σίγουρα θα έχεις ακολουθήσει κατά γράμμα αυτό που το σύστημα σου έχει πει να κάνεις για να έχεις μια φυσιολογική ζωή. Δηλαδή, πλήρως προγραμματισμένη και, πρωταρχικά, σίγουρη και χωρίς κανέναν κίνδυνο. Με κάθε απόφαση που παίρνεις λαχταράς να έχεις τη βεβαιότητα ότι πρόκειται για τη σωστή επιλογή, προλαμβάνοντας σφάλματα και λάθη. Ωστόσο, αυτός ο τύπος συμπεριφοράς δηλώνει πασιφανώς ότι αισθάνεσαι ανυπεράσπιστος και ανασφαλής. Κι αυτό, με τη σειρά του, αποκαλύπτει ότι γενικά δεν ξέρεις να συμβιώνεις με την αβεβαιότητα, αναπόσπαστη από την ύπαρξή σου. Παραδόξως, αν η προσπάθεια να έχεις τον έλεγχο σου προκαλεί ένταση, η αποποίησή του σου προκαλεί ακόμα μεγαλύτερο άγχος. Γι’ αυτό αισθάνεσαι παγιδευμένος.

Η μόνη βεβαιότητα που υπάρχει είναι ότι αργά ή γρήγορα θα πεθάνεις. Κι εν τω μεταξύ, είσαι καταδικασμένος να παίρνεις αποφάσεις. Ωστόσο, η έλλειψη θάρρους σε εμποδίζει να κάνεις χρήση της ελευθερίας σου να επιλέξεις. Όσο μεγαλύτερες είναι οι αβεβαιότητες σου, τόσο περισσότερο αφήνεσαι να σε οδηγεί η γνώμη της πλειοψηφίας, αρνούμενος τη δυνατότητα ν’ ακούσεις τον εαυτό σου. Κι έτσι επιτρέπεις στις νευρώσεις της κοινωνίας να γίνονται και δικές σου. Σε πολλές περιπτώσεις βιώνεις φόβο χωρίς να απειλείσαι από κάποιον πραγματικό και επερχόμενο κίνδυνο. Το νοσηρό της υπόθεσης είναι ότι για να δικαιολογήσεις και να διατηρήσεις τον φόβο σου, συνηθίζεις να επινοείς αυτά τα απειλητικά σενάρια μες στο μυαλό σου. Πόσες φορές δε φοβήθηκες ότι θα έχανες κάτι χωρίς να υπάρχει καμιά επιστημονική εκτίμηση που να υποστηρίζει ότι πράγματι ήσουν σε σημείο να το χάσεις; Αυτή η γνωστική στρέβλωση είναι γνωστή στην καθομιλουμένη ως «αν-ησυχία». Και το ίδιο με το «άγχος», τον «φόβο» και την «ανασφάλεια», δηλώνει πασιφανώς έλλειμμα «εμπιστοσύνης». Το χάρισμα αυτό ασκείται και αναπτύσσεται όταν αρχίζεις ν’ ακούς την εσωτερική σου φωνή, τολμώντας να παίρνεις αποφάσεις από μόνος σου, αποδεχόμενος τις συνέπειες των πράξεών σου. Και σου επιτρέπει να διακρίνεις το κάρμα που εσύ ο ίδιος δημιουργείς κάθε φορά που διαλέγεις τη μία ή την άλλη επιλογή, όσο μικρή κι ασήμαντη και να νομίζεις πως είναι.

Υποφέρεις επειδή σκέφτεσαι το χειρότερο που μπορεί να σου συμβεί, πιστεύοντας πως έτσι, σε περίπτωση που σου συμβεί θα είσαι περισσότερο προετοιμασμένος να το αντιμετωπίσεις. Επίσης, υποφέρεις επειδή φοβάσαι να χάσεις αυτό που έχεις, πιστεύοντας πως σε περίπτωση που το χάσεις, δε θα μπορείς να είσαι ευτυχισμένος.

Αντιλαμβάνεσαι το παράλογο της δοκιμασίας σου; Ο φόβος σου δεν είναι καθόλου πραγματικός· Είναι παντελώς φανταστικός. Υπάρχει μόνο μέσα στο μυαλό σου. Για να ξεπεράσεις τους φόβους σου οφείλεις να κατανοήσεις ότι η αναζήτηση εξωτερικής σιγουριάς είναι μια μάχη προκαταβολικά χαμένη. Η αληθινή σιγουριά δεν έχει σχέση με τις εξωτερικές συνθήκες, οι οποίες διέπονται από συμπαντικούς νόμους που δεν μπορείς να ελέγξεις. Πρόκειται για μια εσωτερική ψυχική κατάσταση η οποία σου επιτρέπει να ζεις με εμπιστοσύνη, θάρρος και γενναιότητα, απελευθερώνοντάς σε από τη ριζωμένη εμμονή σου να σκέφτεσαι δυνητικές απειλές και μελλοντικούς κινδύνους. Μάθε να πιστεύεις πως, ό,τι και να συμβεί, κάποιο όφελος θα έχεις. Και προπαντός, βρες τη βεβαιότητα μέσα σου ότι ποτέ δε θα σου λείψει το αναγκαίο για να μπορείς να είσαι ευτυχισμένος. Η εμπιστοσύνη στη ζωή είναι το φάρμακο που χρειάζεσαι για να θεραπεύσεις τους φόβους και τις ανασφάλειές σου.

Οι Θεοί – Υπνος και Θάνατος

“Ο Ύπνος είναι πρόσκαιρος Θάνατος και ο Θάνατος, αιώνιος Ύπνος” Ευριπίδης.

«Ύπνε, βασιλιά όλων των Θεών κι όλων των ανθρώπων να κοιμίσεις για χάρη μου τα ωραία μάτια του Δία, κάτω από τα φρύδια του, αμέσως μόλις εγώ κοιμηθώ μαζί του ερωτικά»

«αὐτίκ’ ἐπεί κεν ἐγὼ παραλέξομαι ἐν φιλότητι» Ιλιάδα, Ξ 237.

Από πανάρχαιους χρόνους γενεές από μύστες μελέτησαν τα μυστήρια της ζωής και του θανάτου και στην συνέχεια τα δίδαξαν στους άλλους. Το «δεν υπάρχει θάνατος, ο θάνατος είναι ζωή και η ζωή είναι θάνατος» ήταν η ηχώ των Ελευσινίων μυστηρίων και ένας από τους κυριότερους σκοπούς της μύησης παντού ανά τον κόσμο ήταν και εξακολουθεί να είναι η εξοικείωση του ανθρώπου με το ορόσημο που λέγεται «θάνατος»

Ένας από τους κυριότερους σκοπούς αυτής της μύησης ήταν να εξοικειώσει τον άνθρωπο με την ιδέα του θανάτου και να τον απαλλάξει από τον φόβο.

Όταν ο άνθρωπος γνωρίσει τι είναι στην πραγματικότητα ο θάνατος και κατανοήσει αυτό που συμβαίνει στην μεταθανάτια περίοδο, τότε γίνεται γνώστης του μυστηρίου της ζωής.

Ο θάνατος είναι ο μεγάλος ευεργέτης της εξέλιξης καθώς ανανεώνει την μορφή και κάθε κατάσταση ζωής. Κάτι παρόμοιο είναι και ο Ύπνος. Είναι η απώλεια της φυσικής εγρήγορσης για κάποιες ώρες, που όμως είναι σωτήριες και για την φυσική και την ψυχική υγεία του ανθρώπου.

Ο Θεός Ύπνος σύμφωνα με τους Αρχαίους Έλληνες είναι γιος της Νύχτας και του Ερέβους. Σύμφωνα με τον Ησίοδο στην Θεογονία ο Ύπνος και ο δίδυμος αδελφός του, ο Θάνατος, ήταν«δεινοί Θεοί» που κατοικούσαν στον Τάρταρο, «ένθα δε γης δνοφερής και ταρτάρου ηερόεντος», όπου ο Ήλιος ποτέ δεν τους βλέπει, «ούτε όταν ανεβαίνει στον ουρανό, ούτε όταν κατεβαίνει».

Στην Ελληνική μυθολογία ο Ύπνος ήταν Θεός ή δαίμονας, που αποτελούσε την προσωποποίηση του ύπνου. Τον φαντάζονταν νέο, ωραίο, με φτερά στους ώμους, να αποκοιμίζει τους κουρασμένους καθώς τους ραντίζει με ένα κλαδί μουσκεμένο από τη δροσιά της λήθης ή καθώς τους ποτίζει από ένα κέρας υπνωτικούς χυμούς ή απλά κουνώντας τα φτερά του.

Ο Ύπνος τριγυρίζει αθόρυβα στις στεριές και τις θάλασσες και είναι ήσυχος και καλός με τους ανθρώπους.

Τον θεωρούσαν ήσυχο και πράο Θεό ή δαίμονα, που πλανιόταν στην γη πότε ως ωραίο νέο, που έσπερνε στην Γη γλυκά όνειρα ή κοιμόταν σε μια κλίνη, πότε ως δαίμονα με φτερά, που μετέφερε ένα νεκρό με τον Θάνατο.

Κατά τον `Όμηρο, που τον αποκαλεί νήδυμο (γλυκύ), τόπος κατοικίας του Ύπνου ήταν η νήσος Λήμνος, ενώ από τους μεταγενέστερους συγγραφείς του αποδιδόταν μια δική του φανταστική πατρίδα, η «Νήσος των Ονείρων». Ο Ύπνος λατρευόταν πολύ στην κυρίως Ελλάδα. Σημαντικά κέντρα της λατρείας του Ύπνου ήταν η Επίδαυρος, η Τροιζήνα και η Ολυμπία.

Η δύναμη του Θεού Ύπνου είναι πολύ μεγάλη. Μπορεί να κοιμίσει όλους τους Θεούς και όλους τους ανθρώπους. Μάλιστα κοίμισε ακόμα και τον αρχηγό των Θεών, τον Δία, παρά την θέλησή του, ύστερα από πιέσεις της Θεάς Ήρας η οποία ήθελε να επηρεάσει την εξέλιξη του Τρωικού Πολέμου.

Η Ήρα επισκέπτεται τον Ύπνο στην Λήμνο που κατοικούσε. Τον προσφωνεί «άναξ πάντων τε θεών πάντων τ’ ανθρώπων», (άρχοντα, βασιλιά όλων των Θεών και των ανθρώπων) για να τον πείσει, αλλά ο Ύπνος το σκέφτεται να τα βάλει με τον Δία, διότι είχαν προηγούμενα από το παρελθόν. Πείθεται να το κάνει, αφού όμως πρώτα η Ήρα του ορκίστηκε να τον παντρέψει με μία από τις νεότερες Χάριτες, την γλυκιά Πασιθέη, που τόσο επιθυμούσε.

Η Πασιθέη είναι η Θεά της χαλάρωσης και της ξεκούρασης, και έτσι καταλαβαίνουμε γιατί είναι τόσο πολύ επιθυμητή στον Θεό Ύπνο.

Ο Ύπνος με την Ήρα αναχωρούν μαζί για να βρουν τον Δία. Η Ήρα σκορπάει στην καρδιά του Δία «γλυκιά αγάπη και επιθυμία» και ο Ύπνος μεταμορφωμένος σε πουλί, τον αποκοιμίζει.

Η Πηνελόπη λέει χαρακτηριστικά (Ομήρου Οδύσσεια, Τ 559-566):

“έχουμε, ώ ξένε, ονείρατα ζαβά, με κούφια λόγια,
κι απ’ όσα ονειρευόμαστε, σωστά δε βγαίνουν όλα.
Δυό θύρες τ’ αλαφροΐσκιωτα τα όνειρα έχουν πάντα
με κέρατο φτιαστή τη μιά, με φίλντισι την άλλη
όσα όνειρα απ’ το φίλντισι το πριονιστό διαβαίνουν,
χαμένα είναι κι ανώφελα, και τους θνητούς γελάνε.
πάλε όσα απ’ τα καλόξεστα τα κέρατα περάσουν, 
αληθινά του βγαίνουνε του ανθρώπου που τα βλέπει.”

Ο Ύπνος λέγεται ότι είχε είτε χίλιους, είτε τρεις γιους ή αδελφούς (εκτός από τον Θάνατο): τον Μορφέα, τον Φοβήτορα και τον Φάντασο, (όνειροι). Κατοικούσαν στις ακτές του ωκεανού, στην Δύση, σε ένα σπήλαιο κοντά στα σύνορα του Άδη. Οι όνειροι, έστελναν τα όνειρα στους θνητούς, μέσα από δύο πύλες που βρίσκονταν εκεί. Η μία πύλη ήταν φτιαγμένη από Κέρατο, και με αυτή έστελναν τα αληθινά όνειρα (προμηνύματα), ενώ με την δεύτερη που ήταν φτιαγμένη από Ελεφαντόδοντο, έστελναν τα ψεύτικα όνειρα.

Ο Θάνατος είναι αρχαιοελληνική θεότητα του θανάτου, ήταν προσωποποίηση του τέλους της ζωής. Ο Ησίοδος αναφέρει ότι είναι δίδυμος αδελφός του Ύπνου, οι οποίοι είναι “δεινοί θεοί” που κατοικούν στο σκοτεινό Τάρταρο και ποτέ δεν τους φωτίζει ο ήλιος.

Όμως ενώ ο Ύπνος ταξιδεύει ειρηνικά πάνω στην θάλασσα και στην γη και είναι ευχάριστος στους ανθρώπους, ο Θάνατος αντίθετα έχει σκληρή και σιδερένια καρδιά και μισείται από τους ανθρώπους, ακόμη κι από τους αθάνατους. Άλλες φορές ο Θάνατος χαρακτηρίζεται, ιδιαίτερα από τους τραγικούς, ως ευεργέτης και μάλιστα γιατρός, γιατί απαλύνει τους ανθρώπους από τις αρρώστιες και τους πόνους.

Στην Ιλιάδα ο Θάνατος εμφανίζεται, με εντολή του Δία και της Ήρας, για να παραλάβει το πτώμα του Σαρπηδόνα και να το μεταφέρει στην Λυκία. Ο Ευριπίδης παριστάνει το Θάνατο σαν βασιλιά των νεκρών, που φορά μαύρο πέπλο ή έχει μαύρα φτερά. Τον παρουσιάζει ως πικρό, αλόγιστο, άκριτο, λυπηρό, κακό δαίμονα.

Για την λατρεία του Θεού ελάχιστα πράγματα προσφέρονται, γιατί ο Θάνατος ούτε θέλει, ούτε δέχεται δώρα. Γι’ αυτόν δεν υπάρχει βωμός.

Συνήθως παριστάνεται σαν όμορφος νέος, άλλοτε με μαύρα φτερά και με σβησμένο ή μισοσβησμένο πυρσό. Δεν έδειχνε συμπόνοια σε κανέναν. Μερικές φορές συνοδεύεται από τον αδελφό του Ύπνο.

Ο Θάνατος είναι σκληρός και ανάλγητος Θεός με σιδερένια καρδιά, μισητός και σ’ αυτούς ακόμη τους αθάνατους Θεούς. Η προσωποποίηση του Θανάτου που τον παριστάνει ως σκελετό να κρατάει δρεπάνι είναι μεταγενέστερη.

Μόνο δύο θνητοί κατάφεραν να τον ξεγελάσουν: ο Ηρακλής (όταν απέσπασε την ψυχή της Άλκηστης) και ο βασιλιάς της Κορίνθου, Σίσυφος.

Ο Θάνατος, δίδυμος αδελφός του Ύπνου, σαν προσωποποίηση της λήξης της ζωής, στον Όμηρο συνοδεύεται με το επίθετο «μόρος» και το ουσιαστικό «κηρ», ενώ υποδηλώνεται ακόμη με τις φράσεις «μαύρη μοίρα» «κήρ μέλαινα», «ερεβενή νυξ», «νυξ μέλαινα», «νηλεές ήμαρ», «μόρος αινός», «στυγερόν σκότος», «θανάτου μέλαν νέφος», «μοίρα κακή θανάτοιο», «κηρ κακή μέλανος θανάτου», «τέλος θανάτοιο».

Ως προσωποποιημένος Θεός ο Θάνατος, χαρακτηριζόταν επίσης «μελάμπεπλος άναξ νεκρών», «κακός», «τανηλεγής», «αιέννυπνος», «δυσηλεγής», «δυσηχής».

Στα ελληνικά επιτύμβια επιγράμματα χαρακτηρίζεται «κακός δαίμων», «βαρύς», «άκριτος», «λυπηρός», «βάσκανος», «αλόγιστος», «κακός». Μερικές φορές πιστεύεται ότι έπινε και το αίμα των νεκρών.

Ο Θάνατος επηρεάζεται από τους Θεούς και μάλιστα από την Μοίρα και την Αίσα. Εκτός από τις Κήρες είχε και άλλους ακολούθους, με την βοήθεια των οποίων πραγματοποιούσε το άχαρο έργο του, χρησιμοποιώντας ύπουλους τρόπους, «εχθρούς γε θνητοίς και Θεοίς στυγουμένους».

Ο ίδιος ο Θάνατος ομολογεί ότι ευχαριστείται να παίρνει από την ζωή πάντα τους νέους. Κλείνοντάς τους τα μάτια και τη μύτη, παίρνει την ψυχή των ανθρώπων, την οποία μερικές φορές σαν ψυχοπομπός μεταφέρει και παραδίδει στον Άδη.

Οι αρχαίοι Έλληνες καλλιτέχνες παρίσταναν το Θάνατο, νέο με γενειάδα, με φτερά στους ώμους και βέβαια με σπαθί στην μέση, με το οποίο αφαιρεί την ψυχή ή απλά κόβει τα μαλλιά των ανθρώπων, καθώς το κόψιμο των μαλλιών είναι ένδειξη θανάτου. Επίσης τον παρίσταναν κρατώντας στο χέρι επιπλέον μία πλάστιγγα, είτε για να καθορίζει την διάρκεια του χρόνου της ανθρώπινης ζωής, είτε να ζυγοσταθμίζει τις ανθρώπινες πράξεις.

Ο Θάνατος δεν δωροδοκείται, διότι είναι ο μόνος από τους Θεούς, ο οποίος «ου δώρων ερά», ευχαριστιέται όμως με τις τιμές που του κάνουν οι άνθρωποι.

Ο Ύπνος απασχόλησε την τέχνη με πολλές μορφές και συχνά τον απεικονίζουν με φτερά αετού ή πεταλούδας στο μέτωπο ή με ένα κέρας, από το οποίο σκορπίζονται τα όνειρα. Στην αρχαία τέχνη, ο Ύπνος απεικονίζεται ως γυμνός νέος, μερικές φορές με γενειάδα και φτερά στο κεφάλι, ή ως κοιμώμενος άνδρας πάνω σε κρεβάτι από πούπουλα με μαύρες κουρτίνες γύρω, ενώ ο Μορφέας αποτρέπει τυχόν θορύβους που θα μπορούσαν να τον ξυπνήσουν.

Αρχικά τα όνειρα εμφανίζονταν ως αδελφοί ή αδελφές του Ύπνου, αλλά αργότερα το όνειρο καθιερώθηκε ως γιος του Ύπνου. Ο Ερμής ήταν κι αυτός Θεός του Ύπνου. Στην κιβωτό του Κυψέλου, στην Ολυμπία, τα δύο αδέλφια, δηλαδή ο Ύπνος και ο Θάνατος, εικονίζονται σαν αγοράκια που κοιμούνται στην αγκαλιά της μητέρας τους, ο Θάνατος ζωγραφισμένος με μαύρο χιτώνα και ο Ύπνος με άσπρο. Στην Σπάρτη η απεικόνισή του συνοδεύεται πάντα από εκείνη του Θανάτου. Σε μεταγενέστερα χρόνια ο Θάνατος και ο Ύπνος συγχωνεύτηκαν σε μία θεότητα.

Ο Αριστοφάνης και οι υπόλοιποι κωμικοί παρουσιάζουν τον Θάνατο σκληρό, αδυσώπητο, αμείλικτο και ανηλεή Θεό που δεν συγκινείται ούτε με δώρα ούτε με θυσίες, με άλλα λόγια περιγράφουν τον Θάνατο ως Θεό που ο άνθρωπος τρίζει τα δόντια του, όταν τον αντικρίζει. Γι’ αυτό εξάλλου, από την εποχή του Αριστοφάνη και μετά, ατόνησαν οι εκδηλώσεις λατρείας και οι ανεγέρσεις ναών και βωμών προς τιμήν του.

Οι τραγικοί ποιητές όμως, όπως π.χ. ο Φρύνιχος στη χαμένη «Άλκηστη», ο Σοφοκλής στον Οιδίποδα επί Κολωνώ ή ο Ευριπίδης στην Άλκηστη, μετριάζουν την σκληρότητά του και μάλιστα μερικές φορές, όταν απαλλάσσει τους ανθρώπους από συμφορές και αφόρητα βάσανα, τον παρουσιάζουν και ως ευεργέτη και γι’ αυτό, όπως γράφει και ο Όμηρος, οι άνθρωποι τον επικαλούνται για «βοήθεια». Στις περισσότερες παραστάσεις τα δύο αδέλφια ζωγραφίζονται μαζί, όμοια με τους «ανέμους» να μεταφέρουν συντροφικά κάποιον νεκρό στον Άδη.

Μάλιστα σε λευκή λήκυθο, υπάρχει η γνωστή παράσταση σχετική με τον Σαρπηδόνα, η οποία εμφανίζει τους δίδυμους αδελφούς: γλυκύς και ήρεμος ο Ύπνος, καταθλιπτικός και σκυθρωπός ο Θάνατος, να μεταφέρουν από κοινού έναν νεκρό με χαρακτηριστική λεπτότητα και προσοχή, σαν να προσπαθούν να μην αισθανθεί το «φορτίο» τους, δηλαδή ο μεταφερόμενος νεκρός, κανένα πόνο ή κανένα δυσάρεστο συναίσθημα. Ας κρατήσουμε τα τελευταία λόγια του ποιητή και φιλέλληνα Λόρδου Βύρωνα:

“Τώρα θα πάω να κοιμηθώ. Καληνύχτα.”

Αριστοτέλης: Γιατί οι άνθρωποι προτιμούν τις σωματικές ηδονές;

«Επειδή δεν πρέπει μόνο να λέμε την αλήθεια αλλά και το αίτιο του ψεύδους (Ἐπεὶ δ᾽ οὐ μόνον δεῖ τἀληθὲς εἰπεῖν ἀλλὰ καὶ τὸ αἴτιον τοῦ ψεύδους).»
Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια 1154a22-23

Ποια είναι η αλήθεια για την ηδονή και ποιο το ψεύδος; Η πραγμάτευση του Αριστοτέλη για την ηδονή ακολουθεί τη μέθοδό του. Ως φυσικός φιλόσοφος και βιολόγος δεν μπορεί να παραβλέψει ότι τα ζώα, οι άνθρωποι, ακόμη και τα μικρά παιδιά επιδιώκουν την ηδονή. Το γεγονός αυτό τον εμποδίζει να καταδικάσει την ηδονή εν γένει. Εδώ έγκειται το λάθος. Οι ηδονές καταδικάζονται συλλήβδην χωρίς να είναι όλες κακές. Για παράδειγμα, ακόμη και ο φρόνιμος άνθρωπος (αυτός που λειτουργεί με γνώμονα τη φρόνηση) έχει μερίδιο στην ηδονή, την ηδονή του νου. Οι περισσότεροι όμως όταν μιλούν για ηδονή εννοούν μόνο τη σωματική, με αποτέλεσμα να μονοπωλεί το όνομα:

«αλλά οι σωματικές ηδονές έχουν κληρονομήσει το όνομα (ἀλλ᾽ εἰλήφασι τὴν τοῦ ὀνόματος κληρονομίαν αἱ σωματικαὶ ἡδοναὶ) γιατί οι άνθρωποι ορμούν σ’ αυτές πολύ συχνά και όλοι συμμετέχουν σ’ αυτές· επειδή λοιπόν είναι οι μόνες γνώριμες, γι’ αυτό νομίζουν ότι είναι και οι μοναδικές.»
Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια 1153b33-1154a1

Η πρώτη αιτία της μαζικής προτίμησης των σωματικών ηδονών έχει ήδη λεχθεί. Πρόκειται για το γνωριμότερο είδος που ο καθένας μπορεί να απολαύσει χωρίς κόπο. Ωστόσο, αυτό δεν είναι αρκετό για τον Αριστοτέλη, που δεν παύει να αναζητεί τις αιτίες ακόμη και της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Επομένως, θα αναλύσει τους λόγους για τους οποίους οι περισσότεροι επιλέγουν τις σωματικές ηδονές. Όπως ομολογεί, «όταν κάτι που δεν είναι αληθές φαίνεται εύλογο, θα πρέπει να πιστέψουμε περισσότερο στο αληθές». Η παρουσίασή του λοιπόν θα αποτελέσει μια μεθοδική και συστηματική καταγραφή των επιχειρημάτων υπέρ των σωματικών ηδονών. Ένα προς ένα θα μελετηθούν όλα, αρχής γενομένης της σχέσης της ηδονής με τη λύπη.

«Επομένως πρέπει να πούμε για ποιον λόγο οι σωματικές ηδονές φαίνονται προτιμότερες από τις άλλες. Ο πρώτος λόγος είναι ότι η ηδονή αποδιώχνει τη λύπη· εξαιτίας της υπερβολικής λύπης, οι άνθρωποι επιδιώκουν την υπερβολική ηδονή και γενικά τη σωματική ως θεραπευτική. Αυτές οι θεραπευτικές ιδιότητες της ηδονής γίνονται έντονες, γι’ αυτό και τις επιδιώκουν, καθώς φαίνονται αντίθετες από τις άλλες.»
Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια 1154a25-30

Ξεκινά από την αρχή, από το αναμφισβήτητο γεγονός ότι η ηδονή απαλλάσσει από τη λύπη. Έχει ήδη ειπωθεί βέβαια ότι οι σωματικές αποτελούν τον γνωριμότερο τύπο ηδονής και πιο εύκολα προσβάσιμο από όλους, τόσο από τα ζώα όσο και από τους φαύλους ανθρώπους που λόγω συνήθειας τις ακολουθούν χωρίς κριτήριο. Αλλά η ευκολία ποτέ δεν αποτέλεσε επιχείρημα. Η απάντηση του Αριστοτέλη είναι διττή. Από τη μια, οι θεραπείες συμπληρώνουν μια έλλειψη είναι καλύτερο κάποιος να μην χρειάζεται θεραπεία παρά να στρέφεται προς τα εκεί για να αναπληρώσει το κενό. Θα προσθέσει και ένα τρίτο επιχείρημα: Οι ηδονές αυτές αναζητούνται στη διαδικασία ολοκλήρωσης και είναι μόνο κατά σύμπτωση καλές (κατὰ συμβεβηκὸς οὖν σπουδαῖαι). Θα επιστρέψει όμως στο προηγούμενο ζήτημα γρήγορα για να συμπληρώσει τη σκέψη του:

«Επιπλέον, οι άνθρωποι τις κυνηγούν εξαιτίας της σφοδρότητάς τους, και επειδή δεν έχουν τη δυνατότητα να χαρούν άλλες ηδονές (ὑπὸ τῶν ἄλλαις μὴ δυναμένων χαίρειν). Αυτοί, αλήθεια, συνηθίζουν τον εαυτό τους να έχει κάποια δίψα γι’ αυτές. Όταν λοιπόν είναι αβλαβείς, δεν είναι μεμπτό, αλλά το να είναι βλαβερές είναι κακό. Επειδή δεν έχουν άλλα πράγματα με τα οποία να χαρούν και σε πολλούς αυτά προκαλούν λύπη από τη φύση τους.»
Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια 1154b2-7

Ο Αριστοτέλης προσθέτει και άλλους τύπους ανθρώπου που επιλέγουν τις σωματικές ηδονές. Οι νέοι, τους οποίους παραλληλίζει με τους μεθυσμένους, ακολουθούν τις ηδονές. Εξάλλου, η νεότητα από μόνη της είναι κάτι ευχάριστο (καὶ ἡδὺ ἡ νεότης). Παρομοίως οι εκ φύσεως μελαγχολικοί χρειάζονται πάντοτε μία θεραπευτική αγωγή (οἱ δὲ μελαγχολικοὶ τὴν φύσιν δέονται ἀεὶ ἰατρείας), και λόγω της διέγερσης το σώμα τους επιδιώκει σφοδρές επιθυμίες. Ως εκ τούτου, για να απαλλαγούν από τη λύπη επιλέγουν την ηδονή και μάλιστα όχι την αντίθετη της λύπης αλλά οποιαδήποτε άλλη τυχαία ηδονή. Οι ηδονές όμως δεν λειτουργούν όλες ως αντίδοτο στον πόνο. Οι θεραπευτικές δεν προσφέρουν μόνιμα ηδονή, καθώς είναι τυχαίες.

Έχει γίνει φανερό ότι η ηδονή δεν μπορεί να είναι ούτε βλαβερή ούτε συμπτωματική για τον Αριστοτέλη. Στην ουσία προσπαθεί να αποκαταστήσει την έννοια της ηδονής, αποδεσμεύοντάς την από το σωματικό της περίβλημα. Οι σωματικές ηδονές είναι αναγκαίες αν δεν ξεπερνούν το μέτρο, αν δεν είναι βλαβερές. Ωστόσο, δεν είναι αυτές που προσφέρουν τη μεγαλύτερη ευχαρίστηση στον άνθρωπο, τουλάχιστον όχι σε όποιον έχει γευτεί άλλου είδους ηδονές. Όποιος όμως μένει σ’ αυτές, καθώς είναι οι μόνες γνώριμες για τον ίδιο, δεν μπορεί να αγγίξει την ευδαιμονία. Γι’ αυτό ούτε τα παιδιά ούτε τα ζώα ονομάζονται ευδαίμονα.

Η πραγμάτευση των σωματικών ηδονών είναι συνυφασμένη με την Αριστοτελική θεωρία της ψυχής. Η ψυχή αποτελείται από μέρη. Το κατώτερο μέρος της, το θρεπτικό, το μοναδικό κοινό σε όλα τα έμβια όντα (φυτά, ζώα, ανθρώπους) είναι αυτό που περιλαμβάνει τις λειτουργίες του σώματος που σχετίζονται με τις σωματικές ηδονές (τροφή, αναπαραγωγή). Μπορεί το σώμα στον Αριστοτέλη να είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την ψυχή (έμψυχο=έμβιο) αλλά ο άνθρωπος διακρίνεται από τα υπόλοιπα ζώα χάρη σε ανώτερες λειτουργίες. Αυτές είναι που θα οδηγήσουν στην ευδαιμονία. Και η ευδαιμονία ως κατάσταση περιλαμβάνει την ηδονή. Ακόμη και τη σωματική. Αυτό είναι όμως το κατώτερο είδος της.

Ο Αριστοτέλης συμπληρώνει τη θεωρία της ηδονής και με τη Μεταφυσική και Φυσική του φιλοσοφία. Η ανθρώπινη φύση δεν είναι απλή, το έμψυχο σώμα έχει λειτουργίες. Πολλές λειτουργίες. Η φύση του δεν είναι απλή. Αν ήταν μία (π.χ. μόνο η θρεπτική) θα ευχαριστιόταν μόνο με αυτά τα πράγματα. Αλλά ο άνθρωπος έχει αισθήσεις και φυσικά το ανώτερο μέρος της ψυχής είναι η νοητική. Ως φθαρτό ον ο άνθρωπος δεν έχει απλή φύση, ώστε να χαίρεται με τα ίδια πράγματα. Όπως ο Αριστοτελικός θεός, το πρώτο κινούν ακίνητο, η νοήσεως νόησις που είναι μακάριος:

«Δεν προσφέρει πάντοτε το ίδιο πράγμα ηδονή (οὐκ ἀεὶ δ᾽ οὐθὲν ἡδὺ τὸ αὐτὸ) λόγω του ότι δεν είναι απλή η φύση μας, αλλά ενυπάρχει και κάτι άλλο, σύμφωνα με το οποίο είμαστε φθαρτοί, ώστε αν κάτι πράττει κάτι άλλο, αυτό για μια άλλη φύση να είναι αντίθετο, όταν όμως εξισορροπούν, η πράξη δεν φαίνεται να προσφέρει ούτε ηδονή ούτε λύπη. Επειδή αν κάποιου η φύση ήταν απλή, η ίδια πράξη θα ήταν πάντα ευχάριστη. Για τον λόγο αυτό ο θεός χαίρεται πάντοτε με μία και απλή ηδονή (διὸ ὁ θεὸς ἀεὶ μίαν καὶ ἁπλῆν χαίρει ἡδονήν). Διότι η ενέργεια δεν είναι μόνο χαρακτηριστικό της κίνησης αλλά και της ακινησίας, και η ηδονή βρίσκεται περισσότερο στην ηρεμία παρά στην κίνηση.»
Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια 1154b21-28

Οι άνθρωποι μπορούν λόγω της φύσης τους να απολαύσουν την ηδονή με πολλούς τρόπους. Με το κατώτερο ή με το ανώτερο μέρος της ψυχής, ξεκινώντας με την ηδονή που απορρέει από τις λειτουργίες της θρεπτικής ψυχής (η οποία είναι κοινή σε όλα τα έμβια) έως τη νοητική λειτουργία του παθητικού ή ενεργητικού νου (η οποία είναι κοινή στον άνθρωπο και τον Αριστοτελικό θεό).

Αλλά ο Αριστοτέλης δεν έχει ολοκληρώσει την πραγμάτευση της ηδονής. Θα επανέλθει στο δέκατο βιβλίο των Ηθικών Νικομαχείων για να συνοψίσει τη θεωρία της ηδονής: Υπάρχουν καλές και κακές ηδονές, όπως οικείες και μη. Οι ηδονές των ζώων δεν είναι τελικά οι ίδιες με των ανθρώπων, σύμφωνα με τον Ηράκλειτο τον οποίο παραθέτει, «Οι όνοι θα προτιμούσαν τα άχυρα από το χρυσάφι» («ἑτέρα γὰρ ἵππου ἡδονὴ καὶ κυνὸς καὶ ἀνθρώπου, καθάπερ Ἡράκλειτός ϕησιν, ὄνους σύρματ’ ἂν ἑλέσθαι μᾶλλον ἢ χρυσόν· ἥδιον γὰρ χρυσοῦ τροπὴ ὄνοις» Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια 1176a7-8, DK 22 B9 ), καθώς η τροφή για τα ζώα είναι μεγάλη ηδονή. Ανάλογα και τα παιδιά θεωρούν σπουδαιότερα αυτά που αρέσουν στα ίδια. Με ποιο κριτήριο όμως;

Οι σωματικές ηδονές στον Αριστοτέλη βρίσκουν τη θέση τους. Δεν καταδικάζονται ούτε εξαίρονται. Όπως και όλες οι επιθυμίες είναι αποτέλεσμα μάθησης και ήθους, συνήθειας. Επομένως, αν κάποιος μπορεί να γευτεί όλα τα είδη της ηδονής, χωρίς να είναι καταδικασμένος στη γνωριμία μόνο των σωματικών ηδονών, μπορεί να επιλέξει την πιο ευχάριστη. Χωρίς περιορισμούς.

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΠΕΡΙ ΑΝΤΙΔΟΣΕΩΣ

ΙΣΟΚΡ 15.253–257

Εγκώμιο του λόγου και της τέχνης της πειθούς

Ο Ισοκράτης απέδωσε σε φθόνο τις επικρίσεις κατά της ρητορικής και υποστήριξε ότι, όπως δεν θα κατηγορούσε κανείς ποτέ εκείνον που κληροδότησε μια περιουσία, σε περίπτωση που οι κληρονόμοι του δεν τη χρησιμοποιούσαν ορθά, ή τον δάσκαλο της οπλομαχίας, αν οι μαθητές του στασίαζαν τελικά εναντίον της πόλεως, έτσι δεν θα έπρεπε να κατηγορείται και ο δάσκαλος της ρητορικής για ενδεχόμενη κακή χρήση της από τους μαθητές του. Και συνεχίζει:


[253] Οὐκοῦν χρὴ καὶ περὶ τῶν λόγων τὴν αὐτὴν
ἔχειν διάνοιαν ἥν περ καὶ περὶ τῶν ἄλλων, καὶ μὴ περὶ
τῶν ὁμοίων τἀναντία γιγνώσκειν, μηδὲ πρὸς τοιοῦτο
πρᾶγμα δυσμενῶς φαίνεσθαι διακειμένους, ὃ πάντων τῶν
ἐνόντων ἐν τῇ τῶν ἀνθρώπων φύσει πλείστων ἀγαθῶν
αἴτιόν ἐστι. τοῖς μὲν γὰρ ἄλλοις οἷς ἔχομεν, ὅ περ ἤδη
καὶ πρότερον εἶπον, οὐδὲν τῶν ζῴων διαφέρομεν, ἀλλὰ
πολλῶν καὶ τῷ τάχει καὶ τῇ ῥώμῃ καὶ ταῖς ἄλλαις εὐπο-
ρίαις καταδεέστεροι τυγχάνομεν ὄντες· [254] ἐγγενομέ-
νου δ’ ἡμῖν τοῦ πείθειν ἀλλήλους καὶ δηλοῦν πρὸς ἡμᾶς
αὐτοὺς περὶ ὧν ἂν βουληθῶμεν, οὐ μόνον τοῦ θηριωδῶς
ζῆν ἀπηλλάγημεν, ἀλλὰ καὶ συνελθόντες πόλεις ᾠκίσαμεν
καὶ νόμους ἐθέμεθα καὶ τέχνας εὕρομεν, καὶ σχεδὸν
ἅπαντα τὰ δι’ ἡμῶν μεμηχανημένα λόγος ἡμῖν ἐστιν ὁ
συγκατασκευάσας. [255] οὗτος γὰρ περὶ τῶν δικαίων καὶ
τῶν ἀδίκων καὶ τῶν καλῶν καὶ τῶν αἰσχρῶν ἐνομοθέτησεν,
ὧν μὴ διαταχθέντων οὐκ ἂν οἷοί τ’ ἦμεν οἰκεῖν μετ’
ἀλλήλων. τούτῳ καὶ τοὺς κακοὺς ἐξελέγχομεν καὶ τοὺς
ἀγαθοὺς ἐγκωμιάζομεν. διὰ τούτου τούς τ’ ἀνοήτους
παιδεύομεν καὶ τοὺς φρονίμους δοκιμάζομεν· τὸ γὰρ λέγειν
ὡς δεῖ τοῦ φρονεῖν εὖ μέγιστον σημεῖον ποιούμεθα, καὶ
λόγος ἀληθὴς καὶ νόμιμος καὶ δίκαιος ψυχῆς ἀγαθῆς καὶ
πιστῆς εἴδωλόν ἐστι. [256] μετὰ τούτου καὶ περὶ τῶν
ἀμφισβητησίμων ἀγωνιζόμεθα καὶ περὶ τῶν ἀγνοουμένων
σκοπούμεθα· ταῖς γὰρ πίστεσιν, αἷς τοὺς ἄλλους λέγοντες
πείθομεν, ταῖς αὐταῖς ταύταις βουλευόμενοι χρώμεθα,
καὶ ῥητορικοὺς μὲν καλοῦμεν τοὺς ἐν τῷ πλήθει λέγειν
δυναμένους, εὐβούλους δὲ νομίζομεν οἵτινες ἂν αὐτοὶ
πρὸς αὑτοὺς ἄριστα περὶ τῶν πραγμάτων διαλεχθῶσιν.
[257] εἰ δὲ δεῖ συλλήβδην περὶ τῆς δυνάμεως ταύτης
εἰπεῖν, οὐδὲν τῶν φρονίμως πραττομένων εὑρήσομεν
ἀλόγως γιγνόμενον, ἀλλὰ καὶ τῶν ἔργων καὶ τῶν δια-
νοημάτων ἁπάντων ἡγεμόνα λόγον ὄντα, καὶ μάλιστα
χρωμένους αὐτῷ τοὺς πλεῖστον νοῦν ἔχοντας.

Ὧν οὐδὲν ἐνθυμηθεὶς Λυσίμαχος κατηγορεῖν ἐτόλ-
μησε τῶν ἐπιθυμούντων τοιούτου πράγματος, ὃ τοσού-
των τὸ πλῆθος καὶ τηλικούτων τὸ μέγεθος ἀγαθῶν
αἴτιόν ἐστιν.

***
Πρέπει λοιπόν να έχωμεν και διά τους λόγους την ιδίαν γνώμην, την οποίαν έχομεν και περί των άλλων, και να μη κρίνωμεν διαφορετικά τα ίδια πράγματα, ούτε να φαινώμεθα ότι διακείμεθα δυσμενώς προς τοιούτον πράγμα, το οποίον από όλα τα αγαθά τα οποία υπάρχουν εις τον άνθρωπον είναι αίτιον πλείστων αγαθών. Πράγματι με τα άλλα μεν χαρακτηριστικά, τα οποία έχομεν, όπως και προηγουμένως είπον, καθόλου δεν διαφέρομεν των ζώων, αλλ' είμεθα μάλιστα κατώτεροι πολλών και κατά την ταχύτητα και κατά την δύναμιν και τας άλλας ικανότητας δράσεως· επειδή όμως απεκτήσαμεν την ικανότητα του να πείθωμεν αλλήλους και να καθιστώμεν γνωστάς εις ημάς τους ιδίους τας αποφάσεις μας, όχι μόνον απηλλάγημεν του να ζώμεν όπως τα άγρια θηρία, αλλά συγκεντρωθέντες και πόλεις εκτίσαμεν και νόμους εθέσαμεν και τέχνας εύρομεν και σχεδόν όλας τας εφευρέσεις μας ο λόγος είναι εκείνος ο οποίος μας επέτρεψε να τας φέρωμεν εις αίσιον πέρας. Διότι ο λόγος ενομοθέτησε περί των δικαίων και αδίκων και των καλών και αισχρών, άνευ του καθορισμού των οποίων δεν θα ηδυνάμεθα να κατοικώμεν μετ' αλλήλων. Διά του λόγου και τους κακούς εξελέγχομεν και τους αγαθούς εγκωμιάζομεν. Διά του λόγου μορφώνομεν τους έχοντας ανάγκην μορφώσεως και δοκιμάζομεν τους νοήμονας· διότι το να ομιλή τις όπως πρέπει θεωρούμεν ως μέγιστον σημείον της ορθής σκέψεως, και λόγος αληθής, σύμφωνος προς τον νόμον και προς την δικαιοσύνην, είναι εικών ψυχής υγιούς και ευπειθούς. Διά της βοηθείας του λόγου συζητούμεν και περί των δυναμένων να αμφισβητηθούν και ερευνώμεν περί των αγνοουμένων. Διότι τα επιχειρήματα, με τα οποία πείθομεν τους άλλους, μεταχειριζόμεθα, όταν σκεπτώμεθα, και ονομάζομεν ρήτορας εκείνους, οι οποίοι δύνανται να ομιλούν ενώπιον του πλήθους, θεωρούμεν δε ως συνετούς εκείνους, οι οποίοι δύνανται να συζητούν με τον εαυτόν των άριστα περί των διαφόρων υποθέσεων. Εάν δε πρέπει εν συντομία να ομιλήσω περί της δυνάμεως ταύτης, θα εύρωμεν ότι ουδέν εξ εκείνων τα οποία γίνονται με σύνεσιν γίνεται άνευ της βοηθείας του λόγου, αλλ' ότι ο λόγος είναι ο οδηγός όλων και των πράξεων και των σκέψεων και ότι κατ' εξοχήν χειρίζονται αυτόν εκείνοι οι οποίοι είναι πάρα πολύ νοήμονες. Χωρίς λοιπόν να λάβη ο Λυσίμαχος υπ' όψιν κανέν από αυτά, ετόλμησε να κατηγορή εκείνους που επιθυμούν να αποκτήσουν εκείνο το οποίον είναι αιτία τόσον πολλών και τόσον σπουδαίων αγαθών.