Τρίτη, 1 Δεκεμβρίου 2015

Ανθολογία Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας, ΕΠΟΣ, ΟΜΗΡΟΣ, Ιλιάδα

Ἰλιὰς Α 1-7

Το προοίμιο της Ιλιάδας

Η επική σύμβαση θέλει τα ηρωικά έπη να μην αρχίζουν κατευθείαν με την αφήγηση των γεγονότων, αλλά να προτάσσεται ένα προοίμιο. Στο προοίμιο ο επικός ποιητής, που έχει να χειριστεί ένα δυσεπισκόπητο υλικό και αντλεί τη νομιμοποίησή του από τη Μούσα, της οποίας ο ίδιος είναι το φερέφωνο, επικαλείται τη συνδρομή της για να μπορέσει να ανταποκριθεί στην ποιητική του αποστολή. Mε τον τρόπο αυτό η αφήγησή του εξυψώνεται και πιστώνεται με το κύρος της Μούσας.

Τα προοίμια των δύο ομηρικών επών παρουσιάζουν οφθαλμοφανείς ομοιότητες, που πιθανώς οφείλονται σε άμεση εξάρτηση. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι και στα δύο έπη το θέμα δηλώνεται εμφατικότατα ήδη με την πρώτη λέξη (μῆνιν, ἄνδρα) και ότι η επίκληση της Μούσας απαντά στον πρώτο κιόλας στίχο. Είναι αξιοσημείωτο ότι στην Ιλιάδα ως θέμα του ποιήματος ορίζεται από τον ποιητή όχι ο Τρωικός πόλεμος αλλά μια συναισθηματική αντίδραση, η οργή (μῆνις) του Αχιλλέα, η οποία αποτελεί τον άξονα γύρω από τον οποίο αναπτύσσεται η δράση του έπους.

Μῆνιν ἄειδε, θεά, Πηληϊάδεω Ἀχιλῆος
οὐλομένην, ἣ μυρί᾽ Ἀχαιοῖς ἄλγε᾽ ἔθηκε,
πολλὰς δ᾽ ἰφθίμους ψυχὰς Ἄϊδι προΐαψεν
ἡρώων, αὐτοὺς δὲ ἑλώρια τεῦχε κύνεσσιν
5 οἰωνοῖσί τε πᾶσι, Διὸς δ᾽ ἐτελείετο βουλή,
ἐξ οὗ δὴ τὰ πρῶτα διαστήτην ἐρίσαντε
Ἀτρεΐδης τε ἄναξ ἀνδρῶν καὶ δῖος Αχιλλεύς.

***
Τη μάνητα, θεά, τραγούδα μας του ξακουστού Αχιλλέα,
ανάθεμά τη, πίκρες που ᾽δωκε στους Αχαιούς περίσσιες
και πλήθος αντρειωμένες έστειλε ψυχές στον Άδη κάτω
παλικαριών, στους σκύλους ρίχνοντας να φάνε τα κορμιά τους
και στα όρνια ολούθε -έτσι το θέλησε να γίνει τότε ο Δίας-5
απ᾽ τη στιγμή που πρωτοπιάστηκαν και χώρισαν οι δυο τους,
του Ατρέα ο γιος ο στρατοκράτορας1 κι ο μέγας Αχιλλέας.
--------------
1 στρατοκράτορας: αρχηγός του στρατού.
 
Ἰλιὰς Δ 422-456

Η έναρξη της μάχης

Στην αρχή της τρίτης ραψωδίας οι Έλληνες και οι Τρώες παρουσιάζονται αντιμέτωποι, έτοιμοι να συγκρουστούν. Με την προσφιλή ωστόσο στον ποιητή τεχνική της επιβράδυνσης η έναρξη της μάχης αναστέλλεται. Παρεμβάλλεται η τειχοσκοπία, η μονομαχία του Μενελάου με τον Πάρη, οι παρεπόμενοι όρκοι και η επιορκία των Τρώων και, τέλος, η επιθεώρηση του στρατού από τον Αγαμέμνονα. Με τον τρόπο αυτό ο ποιητής, πριν από την περιγραφή της μάχης, εισάγει ή φωτίζει καλύτερα κεντρικά πρόσωπα του έπους (την Ελένη, τον Μενέλαο, τον Πάρη, τον Πρίαμο, τον Αγαμέμνονα, τους δύο Αίαντες, τον Διομήδη κ.ά.).

Στο απόσπασμα που ακολουθεί, μέσα από εντυπωσιακές εικόνες και παρομοιώσεις, που, κατά κάποιον τρόπο, δίνουν στην κίνηση των αντιπάλων στρατών διάσταση φυσικής δύναμης, περιγράφεται η στιγμή που Έλληνες και Τρώες βαδίζουν ο ένας εναντίον του άλλου και εμπλέκονται σε μια γενικευμένη μάχη.

ὡς δ᾽ ὅτ᾽ ἐν αἰγιαλῷ πολυηχέϊ κῦμα θαλάσσης
ὄρνυτ᾽ ἐπασσύτερον Ζεφύρου ὕπο κινήσαντος·
πόντῳ μέν τε πρῶτα κορύσσεται, αὐτὰρ ἔπειτα
425 χέρσῳ ῥηγνύμενον μεγάλα βρέμει, ἀμφὶ δέ τ᾽ ἄκρας
κυρτὸν ἐὸν κορυφοῦται, ἀποπτύει δ᾽ ἁλὸς ἄχνην·
ὣς τότ᾽ ἐπασσύτεραι Δαναῶν κίνυντο φάλαγγες
νωλεμέως πόλεμόνδε· κέλευε δὲ οἷσιν ἕκαστος
ἡγεμόνων· οἱ δ᾽ ἄλλοι ἀκὴν ἴσαν, οὐδέ κε φαίης
430 τόσσον λαὸν ἕπεσθαι ἔχοντ᾽ ἐν στήθεσιν αὐδήν,
σιγῇ δειδιότες σημάντορας· ἀμφὶ δὲ πᾶσι
τεύχεα ποικίλ᾽ ἔλαμπε, τὰ εἱμένοι ἐστιχόωντο.
Τρῶες δ᾽, ὥς τ᾽ ὄϊες πολυπάμονος ἀνδρὸς ἐν αὐλῇ
μυρίαι ἑστήκασιν ἀμελγόμεναι γάλα λευκόν,
435 ἀζηχὲς μεμακυῖαι ἀκούουσαι ὄπα ἀρνῶν,
ὣς Τρώων ἀλαλητὸς ἀνὰ στρατὸν εὐρὺν ὀρώρει·
οὐ γὰρ πάντων ἦεν ὁμὸς θρόος οὐδ᾽ ἴα γῆρυς,
ἀλλὰ γλῶσσ᾽ ἐμέμικτο, πολύκλητοι δ᾽ ἔσαν ἄνδρες.
ὦρσε δὲ τοὺς μὲν Ἄρης, τοὺς δὲ γλαυκῶπις Ἀθήνη
440 Δεῖμός τ᾽ ἠδὲ Φόβος καὶ Ἔρις ἄμοτον μεμαυῖα,
Ἄρεος ἀνδροφόνοιο κασιγνήτη ἑτάρη τε,
ἥ τ᾽ ὀλίγη μὲν πρῶτα κορύσσεται, αὐτὰρ ἔπειτα
οὐρανῷ ἐστήριξε κάρη καὶ ἐπὶ χθονὶ βαίνει·
ἥ σφιν καὶ τότε νεῖκος ὁμοίϊον ἔμβαλε μέσσῳ
445 ἐρχομένη καθ᾽ ὅμιλον, ὀφέλλουσα στόνον ἀνδρῶν.
οἱ δ᾽ ὅτε δή ῥ᾽ ἐς χῶρον ἕνα ξυνιόντες ἵκοντο,
σύν ῥ᾽ ἔβαλον ῥινούς, σὺν δ᾽ ἔγχεα καὶ μένε᾽ ἀνδρῶν
χαλκεοθωρήκων· ἀτὰρ ἀσπίδες ὀμφαλόεσσαι
ἔπληντ᾽ ἀλλήλῃσι, πολὺς δ᾽ ὀρυμαγδὸς ὀρώρει.
450 ἔνθα δ᾽ ἅμ᾽ οἰμωγή τε καὶ εὐχωλὴ πέλεν ἀνδρῶν
ὀλλύντων τε καὶ ὀλλυμένων, ῥέε δ᾽ αἵματι γαῖα.
ὡς δ᾽ ὅτε χείμαρροι ποταμοὶ κατ᾽ ὄρεσφι ῥέοντες
ἐς μισγάγκειαν συμβάλλετον ὄβριμον ὕδωρ
κρουνῶν ἐκ μεγάλων κοίλης ἔντοσθε χαράδρης,
455 τῶν δέ τε τηλόσε δοῦπον ἐν οὔρεσιν ἔκλυε ποιμήν·
ὣς τῶν μισγομένων γένετο ἰαχή τε πόνος τε.

***
Όπως στον πολυθόρυβο γιαλό σηκώνεται το ένα κύμα της θάλασσας πίσω από το άλλο, καθώς το σπρώχνει ο Ζέφυρος, και πρώτα υψώνεται βαθιά μέσα στο πέλαγος, και ύστερα σπάζοντας στην ξηρά βουίζει τρομερά, [425] και καμπουριασμένο σηκώνεται ψηλά γύρω από τους κάβους και τινάζει πέρα την άχνη της θάλασσας· έτσι προχωρούσαν τότε και οι φάλαγγες των Δαναών1 ακατάπαυτα, η μια πίσω από την άλλη, να μπουν στον πόλεμο· και καθένας από τους αρχηγούς πρόσταζε τους δικούς του. [430] Οι άλλοι προχωρούσαν βουβοί (θα έλεγες πως δεν είχε φωνή στα στήθη του τόσο πολύς στρατός που ακολουθούσε), δίχως μιλιά, γιατί φοβόνταν τους αρχηγούς τους· και γύρω απ᾽ όλους έλαμπαν τα πλουμισμένα όπλα που φορούσαν προχωρώντας στη γραμμή.

Οι Τρώες πάλι, όπως τα πρόβατα κάποιου βοσκού που έχει πολλά κοπάδια στέκονται αμέτρητα, καθώς τους αρμέγουν το άσπρο γάλα [435] και αδιάκοπα βελάζουν ακούγοντας τις φωνές των αρνιών τους· έτσι και η οχλοβοή των Τρώων υψώνονταν από τη μιαν άκρη ως την άλλη στο πλατύ στρατόπεδο· γιατί δεν ήταν ολωνών ίδιος ο θόρυβος ούτε η ομιλία τους μία· οι γλώσσες τους ήταν ανακατωμένες και ήταν άνθρωποι από πολλές μεριές συναγμένοι. Αυτούς τους ξεσήκωνε ο Άρης, τους άλλους η Αθηνά με τα γαλανά μάτια, [440] και ο Πανικός και ο Φόβος και η Έριδα,2 που λυσσομανάει άπαυτα, του αντροφόνου Άρη αδερφή μαζί και συντρόφισσα· που στην αρχή σηκώνεται σιγά σιγά, έπειτα όμως ακουμπά στον ουρανό το κεφάλι της και περπατά πάνω στη γη. Αυτή τότε έριξε ανάμεσά τους σκληρό πόλεμο, [445] τριγυρίζοντας μέσα στους πολεμιστές, πληθαίνοντας το βόγγο των αντρών.

Κι εκείνοι, όταν πια προχωρώντας έσμιξαν στο ίδιο μέρος, έγιναν ένα οι ασπίδες τους, ένα τα κοντάρια τους, ένα η ορμή των πολεμιστών που φορούσαν χαλκένιους θώρακες. Οι ασπίδες που είχαν αφαλό στη μέση χτυπούσαν η μια την άλλη, και σηκώνονταν πολλή αντάρα· [450] κι ακούγονταν οιμωγές μαζί και καυχησιές, αυτών που σκότωναν κι αυτών που σκοτώνονταν, και η γη πλημμύριζε από το αίμα. Όπως όταν βρέξει και κατεβάζουν τα ξεροπόταμα από τα βουνά και ρίχνουν μαζί το νερό από κρουνούς μεγάλους εκεί που σμίγουν τα δυο φαράγγια τους, μέσα από βαθιά χαράδρα, [455] και το βόγγο τους τον ακούει από μακριά πάνω στα βουνά ο βοσκός - έτσι, καθώς έσμιγαν κι αυτοί, ακούγονταν ξεφωνητά και παλέματα.
-------------
1 Ομηρική ονομασία των Ελλήνων. Συχνότερα ονομάζονται Αργείοι και Αχαιοί.
2 Ο Πανικός (στο πρωτότυπο: Δεῖμος), ο Φόβος, που σε άλλο σημείο του έπους εμφανίζεται ως γιος του Άρη, και η Έριδα είναι δαίμονες του πολέμου που πλαισιώνουν τον Άρη και εμβάλλουν τον φόβο στους μαχόμενους ή τους ξεσηκώνουν. Όπως έχει γραφεί, δεν είναι μορφές πλήρως προσωποποιημένες και έχουν λίγα χαρακτηριστικά, πέρα από αυτά που εξυπακούονται από το όνομά τους.
 
 Ἰλιὰς Ζ 381-502

Ἕκτορος και Ἀνδρομάχης ὁμιλία

Η μάχη που άρχισε στην τέταρτη ραψωδία (βλ. το προηγούμενο Κείμενο) συνεχίζεται. Οι Τρώες πιέζονται και υποχωρούν. Ο μάντης Έλενος προτρέπει τον αδελφό του τον Έκτορα και τον Αινεία να ανακόψουν την υποχώρηση των Τρώων και υποδεικνύει στον Έκτορα να γυρίσει στην πόλη και να ζητήσει από τη μητέρα τους την Εκάβη να συγκεντρώσει τις γυναίκες της Τροίας και να αναπέμψουν δέηση στην Αθηνά, στον ναό της θεάς. Ο Έκτορας ακολουθεί τις υποδείξεις του μάντη. Ενώ οι γυναίκες της Τροίας δέονται μάταια, εκείνος συναντάει τον Πάρη, που τον κατηγορεί σκληρά, και έπειτα σπεύδει στο σπίτι του, για να δει τη γυναίκα του και τον γιο του, σαν να πρόκειται να μην ξαναγυρίσει. Η Ανδρομάχη ωστόσο δεν βρίσκεται εκεί· γεμάτη αγωνία πήρε τον μικρό Αστυάνακτα και έτρεξε στα τείχη. Ο Έκτορας παίρνει τον δρόμο για το στρατόπεδο, όμως την ώρα που είναι έτοιμος να εγκαταλείψει την πόλη, συναντάει στις Σκαιές πύλες τη γυναίκα του και τον γιο του. Η Ανδρομάχη του θυμίζει ότι εκείνος είναι γι᾽ αυτή τα πάντα και του ζητάει να παραμείνει μέσα στα τείχη. Ο Έκτορας συμμερίζεται την αγωνία της, ξέρει ότι η Τροία θα πέσει, προτιμά να μη ζει παρά να δει τη γυναίκα του να σέρνεται στη σκλαβιά, ξέρει όμως και ότι δεν μπορεί να μείνει. Έπειτα στρέφεται στον γιο του και απλώνει τα χέρια του να τον αγκαλιάσει, εκείνος όμως αποτραβιέται τρομαγμένος στην αγκαλιά της τροφού που τον κρατάει. Ο Έκτορας γελάει, αποθέτει την περικεφαλαία, που τρόμαξε τον Αστυάνακτα, τον παίρνει στα χέρια του, τον χορεύει και ζητάει από τους θεούς να δώσουν να του μοιάσει και νa τον ξεπεράσει. Ενώ ο Έκτορας φεύγει για το στρατόπεδο, η Ανδρομάχη γυρίζει στο σπίτι και μαζί με τις θεραπαινίδες τον μοιρολογούν, ενώ είναι ακόμα ζωντανός.

Η Ἕκτορος και Ἀνδρομάχης ὁμιλία είναι η περιφημότερη σκηνή της Ιλιάδας. Σ᾽ αυτή τη σκηνή, και γενικότερα στο Ζ, ο ποιητής παρουσιάζει «τον μεγαλύτερο ήρωα των Τρώων - όχι τον φοβερό πολεμιστή, αλλά τον γυιό, τον αδερφό, τον σύζυγο, τον πατέρα· μας δείχνει τους δεσμούς που τον κρατούν στην πόλη μέσα και την ίδια στιγμή τον σπρώχνουν έξω στη μάχη για να τους υπερασπιστεί»

τὸν δ᾽ αὖτ᾽ ὀτρηρὴ ταμίη πρὸς μῦθον ἔειπεν·
«Ἕκτορ, ἐπεὶ μάλ᾽ ἄνωγας ἀληθέα μυθήσασθαι,
οὔτε πῃ ἐς γαλόων οὔτ᾽ εἰνατέρων ἐϋπέπλων
οὔτ᾽ ἐς Ἀθηναίης ἐξοίχεται, ἔνθα περ ἄλλαι
385 Τρῳαὶ ἐϋπλόκαμοι δεινὴν θεὸν ἱλάσκονται,
ἀλλ᾽ ἐπὶ πύργον ἔβη μέγαν Ἰλίου, οὕνεκ᾽ ἄκουσε
τείρεσθαι Τρῶας, μέγα δὲ κράτος εἶναι Ἀχαιῶν.
ἡ μὲν δὴ πρὸς τεῖχος ἐπειγομένη ἀφικάνει,
μαινομένῃ ἐϊκυῖα· φέρει δ᾽ ἅμα παῖδα τιθήνη.»
390 ἦ ῥα γυνὴ ταμίη, ὁ δ᾽ ἀπέσσυτο δώματος Ἕκτωρ
τὴν αὐτὴν ὁδὸν αὖτις ἐϋκτιμένας κατ᾽ ἀγυιάς.
εὖτε πύλας ἵκανε διερχόμενος μέγα ἄστυ
Σκαιάς, τῇ ἄρ᾽ ἔμελλε διεξίμεναι πεδίονδε,
ἔνθ᾽ ἄλοχος πολύδωρος ἐναντίη ἦλθε θέουσα
395 Ἀνδρομάχη, θυγάτηρ μεγαλήτορος Ἠετίωνος,
Ἠετίων, ὃς ἔναιεν ὑπὸ Πλάκῳ ὑληέσσῃ,
Θήβῃ Ὑποπλακίῃ, Κιλίκεσσ᾽ ἄνδρεσσιν ἀνάσσων·
τοῦ περ δὴ θυγάτηρ ἔχεθ᾽ Ἕκτορι χαλκοκορυστῇ.
ἥ οἱ ἔπειτ᾽ ἤντησ᾽, ἅμα δ᾽ ἀμφίπολος κίεν αὐτῇ
400 παῖδ᾽ ἐπὶ κόλπῳ ἔχουσ᾽ ἀταλάφρονα, νήπιον αὔτως,
Ἑκτορίδην ἀγαπητόν, ἀλίγκιον ἀστέρι καλῷ,
τὸν ῥ᾽ Ἕκτωρ καλέεσκε Σκαμάνδριον, αὐτὰρ οἱ ἄλλοι
Ἀστυάνακτ᾽· οἶος γὰρ ἐρύετο Ἴλιον Ἕκτωρ.
ἤτοι ὁ μὲν μείδησεν ἰδὼν ἐς παῖδα σιωπῇ·
405 Ἀνδρομάχη δέ οἱ ἄγχι παρίστατο δάκρυ χέουσα,
ἔν τ᾽ ἄρα οἱ φῦ χειρὶ ἔπος τ᾽ ἔφατ᾽ ἔκ τ᾽ ὀνόμαζε·
«δαιμόνιε, φθίσει σε τὸ σὸν μένος, οὐδ᾽ ἐλεαίρεις
παῖδά τε νηπίαχον καὶ ἔμ᾽ ἄμμορον, ἣ τάχα χήρη
σεῦ ἔσομαι· τάχα γάρ σε κατακτανέουσιν Ἀχαιοὶ
410 πάντες ἐφορμηθέντες· ἐμοὶ δέ κε κέρδιον εἴη
σεῦ ἀφαμαρτούσῃ χθόνα δύμεναι· οὐ γὰρ ἔτ᾽ ἄλλη
ἔσται θαλπωρή, ἐπεὶ ἂν σύ γε πότμον ἐπίσπῃς,
ἀλλ᾽ ἄχε᾽· οὐδέ μοι ἔστι πατὴρ καὶ πότνια μήτηρ.
ἤτοι γὰρ πατέρ᾽ ἁμὸν ἀπέκτανε δῖος Ἀχιλλεύς,
415 ἐκ δὲ πόλιν πέρσεν Κιλίκων εὖ ναιετάουσαν,
Θήβην ὑψίπυλον· κατὰ δ᾽ ἔκτανεν Ἠετίωνα,
οὐδέ μιν ἐξενάριξε, σεβάσσατο γὰρ τό γε θυμῷ,
ἀλλ᾽ ἄρα μιν κατέκηε σὺν ἔντεσι δαιδαλέοισιν
ἠδ᾽ ἐπὶ σῆμ᾽ ἔχεεν· περὶ δὲ πτελέας ἐφύτευσαν
420 νύμφαι ὀρεστιάδες, κοῦραι Διὸς αἰγιόχοιο.
οἳ δέ μοι ἑπτὰ κασίγνητοι ἔσαν ἐν μεγάροισιν,
οἱ μὲν πάντες ἰῷ κίον ἤματι Ἄϊδος εἴσω·
πάντας γὰρ κατέπεφνε ποδάρκης δῖος Ἀχιλλεὺς
βουσὶν ἐπ᾽ εἰλιπόδεσσι καὶ ἀργεννῇς ὀΐεσσι.
425 μητέρα δ᾽, ἣ βασίλευεν ὑπὸ Πλάκῳ ὑληέσσῃ,
τὴν ἐπεὶ ἂρ δεῦρ᾽ ἤγαγ᾽ ἅμ᾽ ἄλλοισι κτεάτεσσιν,
ἂψ ὅ γε τὴν ἀπέλυσε λαβὼν ἀπερείσι᾽ ἄποινα,
πατρὸς δ᾽ ἐν μεγάροισι βάλ᾽ Ἄρτεμις ἰοχέαιρα.
Ἕκτορ, ἀτὰρ σύ μοί ἐσσι πατὴρ καὶ πότνια μήτηρ
430 ἠδὲ κασίγνητος, σὺ δέ μοι θαλερὸς παρακοίτης·
ἀλλ᾽ ἄγε νῦν ἐλέαιρε καὶ αὐτοῦ μίμν᾽ ἐπὶ πύργῳ,
μὴ παῖδ᾽ ὀρφανικὸν θήῃς χήρην τε γυναῖκα·
λαὸν δὲ στῆσον παρ᾽ ἐρινεόν, ἔνθα μάλιστα
ἀμβατός ἐστι πόλις καὶ ἐπίδρομον ἔπλετο τεῖχος.
435 τρὶς γὰρ τῇ γ᾽ ἐλθόντες ἐπειρήσανθ᾽ οἱ ἄριστοι
ἀμφ᾽ Αἴαντε δύω καὶ ἀγακλυτὸν Ἰδομενῆα
ἠδ᾽ ἀμφ᾽ Ἀτρεΐδας καὶ Τυδέος ἄλκιμον υἱόν·
ἤ πού τίς σφιν ἔνισπε θεοπροπίων ἐῢ εἰδώς,
ἤ νυ καὶ αὐτῶν θυμὸς ἐποτρύνει καὶ ἀνώγει.»
440 τὴν δ᾽ αὖτε προσέειπε μέγας κορυθαίολος Ἕκτωρ·
«ἦ καὶ ἐμοὶ τάδε πάντα μέλει, γύναι· ἀλλὰ μάλ᾽ αἰνῶς
αἰδέομαι Τρῶας καὶ Τρῳάδας ἑλκεσιπέπλους,
αἴ κε κακὸς ὣς νόσφιν ἀλυσκάζω πολέμοιο·
οὐδέ με θυμὸς ἄνωγεν, ἐπεὶ μάθον ἔμμεναι ἐσθλὸς
445 αἰεὶ καὶ πρώτοισι μετὰ Τρώεσσι μάχεσθαι,
ἀρνύμενος πατρός τε μέγα κλέος ἠδ᾽ ἐμὸν αὐτοῦ.
εὖ γὰρ ἐγὼ τόδε οἶδα κατὰ φρένα καὶ κατὰ θυμόν·
ἔσσεται ἦμαρ ὅτ᾽ ἄν ποτ᾽ ὀλώλῃ Ἴλιος ἱρὴ
καὶ Πρίαμος καὶ λαὸς ἐϋμμελίω Πριάμοιο.
450 ἀλλ᾽ οὔ μοι Τρώων τόσσον μέλει ἄλγος ὀπίσσω,
οὔτ᾽ αὐτῆς Ἑκάβης οὔτε Πριάμοιο ἄνακτος
οὔτε κασιγνήτων, οἵ κεν πολέες τε καὶ ἐσθλοὶ
ἐν κονίῃσι πέσοιεν ὑπ᾽ ἀνδράσι δυσμενέεσσιν,
ὅσσον σεῦ, ὅτε κέν τις Ἀχαιῶν χαλκοχιτώνων
455 δακρυόεσσαν ἄγηται, ἐλεύθερον ἦμαρ ἀπούρας·
καί κεν ἐν Ἄργει ἐοῦσα πρὸς ἄλλης ἱστὸν ὑφαίνοις,
καί κεν ὕδωρ φορέοις Μεσσηΐδος ἢ Ὑπερείης
πόλλ᾽ ἀεκαζομένη, κρατερὴ δ᾽ ἐπικείσετ᾽ ἀνάγκη·
καί ποτέ τις εἴπῃσιν ἰδὼν κατὰ δάκρυ χέουσαν·
460 “Ἕκτορος ἥδε γυνή, ὃς ἀριστεύεσκε μάχεσθαι
Τρώων ἱπποδάμων, ὅτε Ἴλιον ἀμφιμάχοντο.”
ὥς ποτέ τις ἐρέει· σοὶ δ᾽ αὖ νέον ἔσσεται ἄλγος
χήτεϊ τοιοῦδ᾽ ἀνδρὸς ἀμύνειν δούλιον ἦμαρ.
ἀλλά με τεθνηῶτα χυτὴ κατὰ γαῖα καλύπτοι,
465 πρίν γέ τι σῆς τε βοῆς σοῦ θ᾽ ἑλκηθμοῖο πυθέσθαι.»
ὣς εἰπὼν οὗ παιδὸς ὀρέξατο φαίδιμος Ἕκτωρ·
ἂψ δ᾽ ὁ πάϊς πρὸς κόλπον ἐϋζώνοιο τιθήνης
ἐκλίνθη ἰάχων, πατρὸς φίλου ὄψιν ἀτυχθείς,
ταρβήσας χαλκόν τε ἰδὲ λόφον ἱππιοχαίτην,
470 δεινὸν ἀπ᾽ ἀκροτάτης κόρυθος νεύοντα νοήσας.
ἐκ δὲ γέλασσε πατήρ τε φίλος καὶ πότνια μήτηρ·
αὐτίκ᾽ ἀπὸ κρατὸς κόρυθ᾽ εἵλετο φαίδιμος Ἕκτωρ,
καὶ τὴν μὲν κατέθηκεν ἐπὶ χθονὶ παμφανόωσαν·
αὐτὰρ ὅ γ᾽ ὃν φίλον υἱὸν ἐπεὶ κύσε πῆλέ τε χερσίν,
475 εἶπε δ᾽ ἐπευξάμενος Διί τ᾽ ἄλλοισίν τε θεοῖσι·
«Ζεῦ ἄλλοι τε θεοί, δότε δὴ καὶ τόνδε γενέσθαι
παῖδ᾽ ἐμόν, ὡς καὶ ἐγώ περ, ἀριπρεπέα Τρώεσσιν,
ὧδε βίην τ᾽ ἀγαθόν, καὶ Ἰλίου ἶφι ἀνάσσειν·
καί ποτέ τις εἴποι “πατρός γ᾽ ὅδε πολλὸν ἀμείνων”
480 ἐκ πολέμου ἀνιόντα· φέροι δ᾽ ἔναρα βροτόεντα
κτείνας δήϊον ἄνδρα, χαρείη δὲ φρένα μήτηρ.»
ὣς εἰπὼν ἀλόχοιο φίλης ἐν χερσὶν ἔθηκε
παῖδ᾽ ἑόν· ἡ δ᾽ ἄρα μιν κηώδεϊ δέξατο κόλπῳ
δακρυόεν γελάσασα· πόσις δ᾽ ἐλέησε νοήσας,
485 χειρί τέ μιν κατέρεξεν ἔπος τ᾽ ἔφατ᾽ ἔκ τ᾽ ὀνόμαζε·
«δαιμονίη, μή μοί τι λίην ἀκαχίζεο θυμῷ·
οὐ γάρ τίς μ᾽ ὑπὲρ αἶσαν ἀνὴρ Ἄϊδι προϊάψει·
μοῖραν δ᾽ οὔ τινά φημι πεφυγμένον ἔμμεναι ἀνδρῶν,
οὐ κακόν, οὐδὲ μὲν ἐσθλόν, ἐπὴν τὰ πρῶτα γένηται.
490 ἀλλ᾽ εἰς οἶκον ἰοῦσα τὰ σ᾽ αὐτῆς ἔργα κόμιζε,
ἱστόν τ᾽ ἠλακάτην τε, καὶ ἀμφιπόλοισι κέλευε
ἔργον ἐποίχεσθαι· πόλεμος δ᾽ ἄνδρεσσι μελήσει
πᾶσι, μάλιστα δ᾽ ἐμοί, τοὶ Ἰλίῳ ἐγγεγάασιν.»
ὣς ἄρα φωνήσας κόρυθ᾽ εἵλετο φαίδιμος Ἕκτωρ
495 ἵππουριν· ἄλοχος δὲ φίλη οἶκόνδε βεβήκει
ἐντροπαλιζομένη, θαλερὸν κατὰ δάκρυ χέουσα.
αἶψα δ᾽ ἔπειθ᾽ ἵκανε δόμους εὖ ναιετάοντας
Ἕκτορος ἀνδροφόνοιο, κιχήσατο δ᾽ ἔνδοθι πολλὰς
ἀμφιπόλους, τῇσιν δὲ γόον πάσῃσιν ἐνῶρσεν.
500 αἱ μὲν ἔτι ζωὸν γόον Ἕκτορα ᾧ ἐνὶ οἴκῳ·
οὐ γάρ μιν ἔτ᾽ ἔφαντο ὑπότροπον ἐκ πολέμοιο
ἵξεσθαι, προφυγόντα μένος καὶ χεῖρας Ἀχαιῶν.

***
Πρόθυμη η οικονόμος του σπιτιού πήρε τον λόγο κι αποκρίθηκε:
«Έκτωρ, αφού προστάζεις την αλήθεια να σου πω·
όχι, μήτε σε νύφη της, μήτε σε συγγενή της πεπλοφόρο,
καν στον ναό της Αθηνάς δεν έτρεξε, όπου κι οι άλλες
καλλιπλόκαμες Τρωάδες τη φοβερή θεά παρακαλούν και λιτανεύουν.385
Στο Ίλιο ανέβηκε ψηλά, επάνω στον μεγάλο πύργο, ακούγοντας
πως φθείρονται οι Τρώες και πως μεγάλωσε πολύ των Αχαιών η νίκη·
εκεί στα τείχη εκείνη αλαφιασμένη φτάνει,
σαν παραλογισμένη, κι η παραμάνα πίσω της, με το παιδί στην αγκαλιά».

Την οικονόμο του σπιτιού του ακούγοντας, άφησε πίσω του390
το αρχοντικό του ο Έκτωρ, ορμητικός πήρε ξανά την ίδια οδό,
από καλά στρωμένους δρόμους, ώσπου περνώντας
τη μεγάλη, τειχισμένη πόλη, έφτανε πια στις πύλες που τις έλεγαν
Σκαιές,1 από όπου κι έμελλε να βγει στον κάμπο του πολέμου.
Και τότε εκεί την είδε, να τρέχει προς το μέρος του,
πολύδωρη την Ανδρομάχη, τη θυγατέρα του Ηετίωνα -395
ο Ηετίων, που άλλοτε κατοικούσε στη δασωμένη Πλάκο
τη Θήβα, στα ριζά της Πλάκου,2 όπου βασίλευε στους Κίλικες -
η κόρη του Ηετίωνα ήταν λοιπόν στον Έκτορα δοσμένη, ντυμένον τώρα στο χαλκό.
Εκεί τον συναπάντησε, στο πλάι της η παραμάνα
με το αθώο παιδί στην αγκαλιά, νήπιο ακόμη, κρατώντας όμορφον400
τον ακριβό Εκτορίδη, σαν άστρο λάμποντας.
Ο Έκτωρ τον αποκαλούσε πάντοτε Σκαμάνδριο,3 οι άλλοι όμως
Αστυάνακτα, γιατί ο πατέρας του ήταν ο μόνος που
κρατούσε της Τροίας το κάστρο.
Βλέποντας ο πατέρας το παιδί, αμίλητος του χαμογέλασε·
η Ανδρομάχη όμως βουρκωμένη τον πλησίασε,405
το χέρι της δένει στο χέρι του, του μίλησε, κι ήταν αυτός ο λόγος της:
«Δαιμόνιε, θα σε αφανίσει το ίδιο σου το μένος - και δεν
λυπάσαι το νήπιο τέκνο σου, την άμοιρην εμένα
που γρήγορα θα γίνω η χήρα σου. Γιατί, όπου να ᾽ναι,
θα πέσουν πάνω σου σωρός οι Αχαιοί, όλοι μαζί
θα σε σκοτώσουν· τότε κι εγώ το ᾽χω καλύτερο, αν είναι410
να σε χάσω, να με σκεπάσει η μαύρη γη· γιατί δεν θα
απομείνει πια στον κόσμον άλλη θαλπωρή, όταν εσύ θα βρεις
τον θάνατό σου - πόνος μόνον και θλίψη.
Το ξέρεις πως δεν ζει ο πατέρας μου μήτε κι η σεβαστή μου μάνα·
εκείνον τον εσκότωσε ο Αχιλλέας περήφανος,
όταν την πόλη των Κιλίκων, πάνω στην ακμή της,415
τη Θήβα την υψίπυλη την πάτησε· κι αν έσφαξε τον Ηετίωνα,
όμως δεν τον εσκύλευσε· μέσα του τον σεβάστηκε,
τον έκαψε με τα περίτεχνα όπλα του,
του σήκωσε και σήμα· και γύρω εκεί εφύτευσαν φτελιές
οι νύμφες του βουνού,4 κόρες του Δία, που κρατεί420
σείοντας την αιγίδα του.
Είχα κι επτά αδελφούς, που ζούσαν μέσα στο παλάτι,
επτά, και σε μια μέρα κατέβηκαν στον Άδη -
και τους επτά τους σκότωσε ακάθεκτος, σάμπως θεός, ο Αχιλλέας,
ασυναγώνιστος στο τρέξιμο, την ώρα που βοσκούσαν
βόδια, με τα λοξά τους βήματα, και γιδοπρόβατα άσπρα.
Όσο για τη μητέρα μου, βασίλισσα στη δασωμένη Πλάκο,425
αυτήν την πήρε σκλάβα κι εδώ την έφερε μαζί
με τ᾽ άλλα λάφυρα· μετά την ελευθέρωσε,
με λύτρα αμέτρητα· ωστόσο, και τη μάνα μου μες στο παλάτι
την βρήκε η Άρτεμη και την σημάδεψε με τα μακρά της βέλη.
Έκτορα, εσύ μου απόμεινες πατέρας, σεμνή μου μάνα
κι αδελφός, εκτός που είσαι ο ποθητός μου σύντροφος στο κρεβάτι.430
Γι᾽ αυτό σου λέω, δείξε επιτέλους έλεος, μείνε σ᾽ αυτόν
τον πύργο, να μην αφήσεις το παιδί σου ορφανό και χήρα τη γυναίκα σου.
Στήσε στρατό σ᾽ αυτήν εδώ την άγρια συκιά, όπου
της πόλης μας το κάστρο είναι ευάλωτο, κι όπου μπορεί
ο εχθρός το τείχος να πατήσει.
Ήδη δοκίμασαν, και τρεις φορές έκαναν έφοδο435
οι πιο γενναίοι, που παραστέκονται στον ένα και στον άλλο
Αίαντα,5 κι όσοι στον δοξασμένο Ιδομενέα,6 κι οι άλλοι γύρω
απ᾽ τους Ατρείδες, και του Τυδέα τον αντρείο γιο.7
Μπορεί να τους συμβούλευσε κάποιος που ξέρει από καλά
μαντεύματα· ίσως και μόνη της η ορμή τους
τους φέρνει και τους σπρώχνει εδώ».

Της αποκρίθηκεν αμέσως ο μέγας κορυθαίολος Έκτωρ:440
«Όλα που λες, γυναίκα, είναι και μέλημα δικό μου· κι όμως
αισχύνομαι τους Τρώες, τις Τρωάδες με τον μακρόσυρτό τους πέπλο,
αν είναι να φανώ δειλός, για ν᾽ αποφύγω τον κίνδυνο της μάχης.
Αλλά κι η ίδια μου η καρδιά το θέλει, έτσι που έμαθα
να δείχνομαι γενναίος, και πάντα πρώτος με τους Τρώες445
να μάχομαι, να υπερασπίζομαι το κλέος του πατέρα μου,
και το δικό μου κλέος.
Ωστόσο τώρα το βλέπω καθαρά, το προαισθάνονται ψυχή και νους·
έρχεται η μέρα που θα χαθεί η άγια Τροία,
ο Πρίαμος και ο λαός του εμπειροπόλεμου Πριάμου.
Κι όμως δεν με πονεί τόσο η τύχη που θα βρει τους Τρώες,450
μήτε τη μάνα μου Εκάβη, τον Πρίαμο τον ίδιο
που τώρα βασιλεύει, μήτε τ᾽ αδέλφια μου, γενναία και πολλά,
όταν θα κυλιστούν στη σκόνη απ᾽ τον εχθρό μας σκοτωμένα·
όσο πονώ για σένα, που κάποιος χαλκοντυμένος
Αχαιός μαζί του θα σε σέρνει δακρυσμένη, που θα σε κάνει σκλάβα, μια ελεύθερη.455
Κι ίσως βρεθείς στο Άργος8 τότε, υφαίνοντας ιστό μιας ξένης,
μπορεί να κουβανάς νερό από τη Μεσσηΐδα ή την Υπερεία,9
να μην το θες κι όμως να το υποφέρεις,
αφού θα το επιβάλλει βαριά η ανάγκη.
Και κάποιος τότε, βλέποντας να χύνεις μαύρο δάκρυ, θα πει:
"Δείτε, είναι του Έκτορα η γυναίκα αυτή, που πάντα αρίστευε460
στη μάχη ανάμεσα στους Τρώες, εκείνους που ήξεραν πώς να δαμάζουν
τα άλογά τους, πολεμώντας για την τειχισμένη Τροία".
Τόσα κάποιος θα πει, και σένα θ᾽ αφορμίζει,
θα περισσεύει ο πόνος σου, γιατί θα έχεις στερηθεί τον άντρα σου,
που δεν θα σ᾽ άφηνε να δεις μέρα σκλαβιάς.
Καλύτερα τότε κι εγώ νεκρός, παραχωμένος στης γης το χώμα,
να μην ακούω το βογκητό σου, να μην γνωρίσω τον διασυρμό σου».465

Έτσι μιλώντας ο γενναίος Έκτωρ το χέρι του άπλωσε να πάρει το παιδί,
μα το παιδί τραβήχτηκε στον κόλπο της καλλίζωνής του βάγιας,
τσιρίζοντας, γιατί φοβήθηκε την όψη του πατέρα του -
το τρόμαξε ο χαλκός, η αλογίσια φούντα,
που φοβερή την είδε να σαλεύει στην κορυφή του κράνους.470
Γέλασε τότε ο πατέρας του, γέλασε κι η σεμνή του μάνα,
κι ευθύς από την κεφαλή του βγάζει την περικεφαλαία ο γενναίος Έκτωρ,
την άφησε κάτω στη γη, κι αυτή λαμποκοπούσε.
Ύστερα σήκωσε στα χέρια του τον γιο του, τον φίλησε, τον χόρεψε,
και τέλος ύψωσε στον Δία και στους ολύμπιους θεούς ευχή:475
«Δία κι εσείς άλλοι θεοί, στέρξετε ο γιος μου
να γίνει κάποτε, όπως κι εγώ, επιφανής ανάμεσα στους Τρώες,
γενναίος κι ατρόμητος, στο Ίλιο να βασιλεύει με τη δύναμή του.
Και κάποιος τότε να το πει: "απ᾽ τον πατέρα του πολύ καλύτερος ο γιος",
όταν γυρίζει από τον πόλεμο και φέρει ματοβαμμένα τα όπλα480
εχθρού πολεμιστή που σκότωσε· τότε κι η μάνα του θα νιώσει
μέσα της καμάρι και χαρά».
Τέλειωσε την ευχή του κι έδωσε τον γιο του στα χέρια
της ακριβής γυναίκας του· τον υποδέχτηκεν εκείνη
στον μυρωμένο κόρφο της, και χαμογέλασε, με δακρυσμένο γέλιο·
όπως την είδε ο άντρας της, την ευσπλαχνίστηκε· το χέρι του
άπλωσε, την χάιδεψε, της μίλησε και την προσφώνησε:485
«Παράξενη, και μην αφήνεις τον καημό να τυραννάει τον νου σου·
κανείς δεν πρόκειται, πριν απ᾽ την ώρα μου,
στον Άδη να με στείλει·
έτσι κι αλλιώς δεν ξέρω και κανέναν να ξέφυγε ποτέ το ριζικό του,
γραμμένο από τη μέρα που γεννήθηκε,
μήτε ο δειλός μήτε ο γενναίος.
Πήγαινε τώρα σπίτι, φρόντιζε τα έργα που σου πρέπουν,490
τον αργαλειό και το αλακάτιν·10 πρόσταζε και τις δούλες
να κάνουν τη δουλειά τους· ο πόλεμος είναι το μέλημα του ανδρός,
του καθενός, και πιο πολύ δικό μου, απ᾽ όλους
όσοι γεννηθήκανε στην Τροία».

Έτσι της μίλησε, και πάλι φόρεσε το κράνος του λαμπρός ο Έκτωρ,
με το αλογίσιο του λοφίο, ενώ στο σπίτι η ακριβή γυναίκα του495
κινούσε, μα κάθε τόσο γύριζε πίσω της να τον δει,
στο δάκρυ βουτηγμένη.
Κι όταν σε λίγο φτάνει στο πλούσιο σπιτικό του Έκτορα,
φονιά του εχθρού του, έσμιξε με τις άλλες, τις πολλές της βάγιες,
κι όλες μαζί σήκωσαν μοιρολόι.
Έτσι εκείνες, ζωντανόν ακόμη, τον Έκτορα500
μοιρολογούσαν μες στο σπίτι του,
γιατί δεν πίστευαν πως θα τον δουν άλλη φορά να επιστρέφει
από τον πόλεμο, γλιτώνοντας από των Αχαιών το χέρι και το μένος.
--------------
1 Η ονομασία πιθανώς σημαίνει "η πύλη στα αριστερά". Η κύρια, αν όχι η μοναδική, πύλη της Τροίας προς την πλευρά του πεδίου της μάχης.
2 Πιθανολογείται ότι Πλάκος ονομαζόταν μια νότια απόληξη της Ίδης, κάτω από την οποία βρισκόταν, όπως δηλώνει και το όνομα, η Θήβη Υποπλακίη όπου ζούσαν οι Κίλικες με βασιλιά τους τον πατέρα της Ανδρομάχης Ηετίωνα. Οι Κίλικες αυτοί δεν ταυτίζονται με τους Κίλικες της ΝΑ Μικράς Ασίας. Στη Θήβα αιχμαλώτισε ο Αχιλλέας τη Χρυσηίδα, όταν κατέλαβε την πόλη.
3 Ο γιος του Έκτορα και της Ανδρομάχης ονομάζεται σταθερά Αστυάναξ, με εξαίρεση το χωρίο αυτό. Ο Σκάμανδρος ήταν ο κυριότερος ποταμός της Τροίας.
4 Οι νύμφες συνδέονται ίσως με τον χώρο του θανάτου.
5 Ο γνωστός Αίας, ο γιος του Τελαμώνα, του βασιλιά της Σαλαμίνας, και ο Αίας ο Λοκρός, ο γιος του Οιλέα.
6 Αρχηγός των Κρητών.
7 Τον Διομήδη.
8 Εδώ: η Ελλάδα.
9 Πηγές στην Ελλάδα. Αρχαίοι συγγραφείς τοποθετούσαν τη δεύτερη -κάποτε και την πρώτη- στη Θεσσαλία. Νεότεροι μελετητές θεωρούν πιο πιθανό ότι έχουμε να κάνουμε με γενικές ονομασίες (Μεσσηίς = Μέση πηγή, Υπέρεια = Άνω πηγή) που δίνονταν σε διάφορες πηγές. Για τον Όμηρο η υδροφορία (μεταφορά νερού) είναι συνήθης υπηρετική δραστηριότητα.
10 Το αλακάτιν = η ρόκα.
 
Ἰλιὰς Ρ 424-458

Τα άλογα του Αχιλλέα

Ο Πάτροκλος, πάνω στο άρμα που το σέρνουν τα αθάνατα άλογα του Αχιλλέα, φορώντας τα όπλα εκείνου, προχωρά πέρα από το σημείο που του είχε υποδείξει ο Αχιλλέας, φτάνει ως τις Σκαιές πύλες, εκεί όμως φονεύεται από τον Έκτορα (Π, Πατρόκλεια). Γύρω από το νεκρό σώμα του, που το διεκδικούν Έλληνες και Τρώες, ξεσπάει πεισματώδης μάχη που παραμένει επί πολύ αμφίρροπη και θα κριθεί τελικά υπέρ των Ελλήνων με την επέμβαση του ίδιου του Αχιλλέα. Στη διάρκεια της μάχης, κατά την οποία διακρίνεται ιδιαίτερα ο Μενέλαος (Ρ, Μενελάου ἀριστεία.), ο Έκτορας κατορθώνει να αφαιρέσει από τον νεκρό Πάτροκλο τα περίφημα όπλα. Ενώ οι θνητοί άνθρωποι συνεχίζουν να μάχονται, τα αθάνατα άλογα του Αχιλλέα μένουν μακριά από τη μάχη, στέκουν ασάλευτα και κλαίνε για τον θάνατο του Πατρόκλου.

Από τη σκηνή αυτή, που «όποιος τη διαβάσει μια φορά δεν την ξεχνάει ποτέ», εμπνεύστηκε ο Καβάφης το ποίημα του «Τα άλογα του Αχιλλέως».

ὣς οἱ μὲν μάρναντο, σιδήρειος δ᾽ ὀρυμαγδὸς
425 χάλκεον οὐρανὸν ἷκε δ᾽ αἰθέρος ἀτρυγέτοιο·
ἵπποι δ᾽ Αἰακίδαο μάχης ἀπάνευθεν ἐόντες
κλαῖον, ἐπεὶ δὴ πρῶτα πυθέσθην ἡνιόχοιο
ἐν κονίῃσι πεσόντος ὑφ᾽ Ἕκτορος ἀνδροφόνοιο.
ἦ μὰν Αὐτομέδων, Διώρεος ἄλκιμος υἱός,
430 πολλὰ μὲν ἂρ μάστιγι θοῇ ἐπεμαίετο θείνων,
πολλὰ δὲ μειλιχίοισι προσηύδα, πολλὰ δ᾽ ἀρειῇ·
τὼ δ᾽ οὔτ᾽ ἂψ ἐπὶ νῆας ἐπὶ πλατὺν Ἑλλήσποντον
ἠθελέτην ἰέναι οὔτ᾽ ἐς πόλεμον μετ᾽ Ἀχαιούς,
ἀλλ᾽ ὥς τε στήλη μένει ἔμπεδον, ἥ τ᾽ ἐπὶ τύμβῳ
435 ἀνέρος ἑστήκῃ τεθνηότος ἠὲ γυναικός,
ὣς μένον ἀσφαλέως περικαλλέα δίφρον ἔχοντες,
οὔδει ἐνισκίμψαντε καρήατα· δάκρυα δέ σφι
θερμὰ κατὰ βλεφάρων χαμάδις ῥέε μυρομένοισιν
ἡνιόχοιο πόθῳ· θαλερὴ δ᾽ ἐμιαίνετο χαίτη
440 ζεύγλης ἐξεριποῦσα παρὰ ζυγὸν ἀμφοτέρωθεν.
μυρομένω δ᾽ ἄρα τώ γε ἰδὼν ἐλέησε Κρονίων,
κινήσας δὲ κάρη προτὶ ὃν μυθήσατο θυμόν·
«ἆ δειλώ, τί σφῶϊ δόμεν Πηλῆϊ ἄνακτι
θνητῷ, ὑμεῖς δ᾽ ἐστὸν ἀγήρω τ᾽ ἀθανάτω τε;
445 ἦ ἵνα δυστήνοισι μετ᾽ ἀνδράσιν ἄλγε᾽ ἔχητον;
οὐ μὲν γάρ τί πού ἐστιν ὀϊζυρώτερον ἀνδρὸς
πάντων ὅσσα τε γαῖαν ἔπι πνείει τε καὶ ἕρπει.
ἀλλ᾽ οὐ μὰν ὑμῖν γε καὶ ἅρμασι δαιδαλέοισιν
Ἕκτωρ Πριαμίδης ἐποχήσεται· οὐ γὰρ ἐάσω.
450 ἦ οὐχ ἅλις ὡς καὶ τεύχε᾽ ἔχει καὶ ἐπεύχεται αὔτως;
σφῶϊν δ᾽ ἐν γούνεσσι βαλῶ μένος ἠδ᾽ ἐνὶ θυμῷ,
ὄφρα καὶ Αὐτομέδοντα σαώσετον ἐκ πολέμοιο
νῆας ἔπι γλαφυράς· ἔτι γάρ σφισι κῦδος ὀρέξω,
κτείνειν, εἰς ὅ κε νῆας ἐϋσσέλμους ἀφίκωνται
455 δύῃ τ᾽ ἠέλιος καὶ ἐπὶ κνέφας ἱερὸν ἔλθῃ.»
ὣς εἰπὼν ἵπποισιν ἐνέπνευσεν μένος ἠΰ.
τὼ δ᾽ ἀπὸ χαιτάων κονίην οὖδάσδε βαλόντε
ῥίμφα φέρον θοὸν ἅρμα μετὰ Τρῶας καὶ Ἀχαιούς.

***
Έτσι εκείνοι εμάχονταν· ο σιδερένιος θόρυβος της μάχης
ανέβαινε στον χάλκινο ουρανό, περνώντας απ᾽ τον άδειο αιθέρα.425
Όμως τα άλογα του Αιακίδη,1 αποτραβηγμένα μακριά από τη μάχη,
έκλαιγαν, από την ώρα που έμαθαν πως ο ηνίοχος
κυλίστηκε στη σκόνη, χτυπημένος από τον Έκτορα τον ανδροφόνο.
Ο Αυτομέδων,2 ο ανδρειωμένος γιος του Διώρη,
άλλοτε τα χτύπαε με το ελαφρύ μαστίγιο,
άλλοτε τους μιλούσε με λόγια γλυκά και άλλοτε τα φοβέριζε·430
εκείνα όμως δεν ήθελαν ούτε να πάνε πίσω στα καράβια
πλάι στον πλατύ Ελλήσποντο
ούτε να μπουν στον πόλεμο μαζί με τους Αχαιούς.
Όπως μένει ακίνητη μια στήλη,435
που στέκει πάνω στον τάφο ανδρός που πέθανε ή γυναίκας,
έτσι έμεναν ασάλευτα, ζεγμένα στο εξαίσιο άρμα,
με τα κεφάλια χαμηλωμένα στη γη·
ζεστά τα δάκρυα κυλούσαν από τα βλέφαρα τους στο χώμα,
καθώς εμύρονταν3 αποζητώντας τον ηνίοχο·
η σκόνη ερύπαινε τη θαλερή τους χαίτη
που ξέφευγε από τη ζεύλα και χυνόταν ζερβά δεξιά πλάι στο ζυγό.440

Όταν τα είδε που εμύρονταν, τα ελυπήθη ο γιος του Κρόνου,
κούνησε το κεφάλι του και είπε μιλώντας στην ψυχή του:
«Αχ δυστυχισμένα, γιατί να σας δώσουμε στον βασιλιά Πηλέα,
αυτός ένας θνητός, και εσείς αγέραστα και αθάνατα.
Μήπως για να γνωρίσετε τον πόνο μαζί με τους δύσμοιρους ανθρώπους;445
Γιατί από όλα τα πλάσματα που ανασαίνουν και σαλεύουν πάνω στη γη
κανένα δεν είναι πιο θλιβερό από τον άνθρωπο.
Όμως ο Έκτορας, ο γιος του Πριάμου, δεν θ᾽ ανεβεί ποτέ πάνω σε σας
ούτε στο λεπτοδουλεμένο άρμα· γιατί δεν θα τον αφήσω.
Δεν του αρκεί αλήθεια που έχει τα όπλα και κομπάζει όπως κομπάζει; 450
Ορμή στα γόνατα και στην ψυχή σας θα χαρίσω,
για να σώσετε και τον Αυτομέδοντα από τον πόλεμο
και να τον φέρετε στα βαθιά καράβια·
γιατί θα δώσω ακόμα δόξα στους Τρώες,
να σκορπίζουν τον θάνατο, ώσπου να φτάσουν στα καράβια με τα γερά σκαριά
και βασιλέψει ο ήλιος και απλωθεί το ιερό σκοτάδι».455

Είπε και στ᾽ άλογα εμφύσησε ορμή σφοδρή.
Εκείνα τίναξαν τη σκόνη από τις χαίτες τους χάμω στο χώμα
και ασυγκράτητα έφεραν το γρήγορο άρμα ανάμεσα στους Τρώες και τους Αχαιούς.
------------
1 Του Αχιλλέα, του εγγονού του Αιακού.
2 Ο ηνίοχος του Πατρόκλου, ο οποίος (Πάτροκλος) ήταν ο ίδιος ηνίοχος του Αχιλλέα.
3 Θρηνούσαν.
 
Ἰλιὰς Σ 478-508, 541-549, 561-572, 590-608

Η ασπίδα του Αχιλλέα

Όταν ο Αχιλλέας πληροφορείται τον θάνατο του Πατρόκλου, θρηνεί γοερά γιa τον χαμό του. Στα βάθη της θαλάσσης η μητέρα του, η Θέτις, ακούει τον θρήνο του και έρχεται να τον παρηγορήσει, συνοδευόμενη από τις αδελφές της, τις Νηρηίδες. Ο Αχιλλέας είναι αποφασισμένος να εκδικηθεί τον Έκτορα. Η μητέρα του πηγαίνει στον Όλυμπο για να του εξασφαλίσει όπλα, επειδή τα όπλα του, που τα είχαν χαρίσει άλλοτε οι θεοί στον Πηλέα, όταν παντρεύτηκε τη Θέτιδα, τα είχε δώσει στον Πάτροκλο και τώρα βρίσκονται στα χέρια του Έκτορα.

Ικανό τμήμα της ραψωδίας Σ, στην οποία οι Αλεξανδρινοί έδωσαν τον τίτλο Ὁπλοποιία, αφιερώνεται στην περιγραφή της καινούργιας ασπίδας (κατασκευή και -κυρίως- διακόσμηση), ενώ στα υπόλοιπα όπλα γίνεται απλώς σύντομη αναφορά. Φαίνεται ότι η ασπίδα είχε σχήμα κυκλικό και ότι οι παραστάσεις που την κοσμούσαν ήσαν διατεταγμένες σε ομόκεντρους κύκλους. Αντίθετα από ό,τι συμβαίνει σε ανάλογες περιγραφές, οι παραστάσεις της ασπίδας, που δεν αντλούν τα θέματά τους από τον μύθο, δεν έχουν επιλεγεί με σκοπό να εμβάλουν φόβο στους αντιπάλους, αλλά συγκροτούν μια ισορροπημένη επιλογή σκηνών από την καθημερινή ζωή, που πλαισιώνονται από την εικόνα του "σύμπαντος" (στο κέντρο) και την εικόνα του Ωκεανού (στην περιφέρεια). Ενδιαμέσως περιγράφονται με τη σειρά οι εξής παραστάσεις: 1) δύο πολιτείες, από τις οποίες η πρώτη (α) παρουσιάζεται σε ειρηνικές ασχολίες (γάμος, "δικαστήριο"), ενώ η δεύτερη (β) σε στιγμές πολέμου (πολιορκία, μάχη)· 2) όργωμα· 3) θερισμός· 4) τρύγος· 5) επίθεση λεόντων σε αγέλη βοδιών· 6) βοσκότοπος· 7) χορός. (Στο απόσπασμα που ακολουθεί παραλείπονται οι σκηνές 2β, 3, 5 και 6).

Η επιλογή του ποιητή να παρουσιάσει πάνω στην ασπίδα καθημερινές σκηνές του επιτρέπει να εισαγάγει στην επική αφήγηση, που αναφέρεται στο "εκεί" και το "τότε", στοιχεία από τον σύγχρονό του κόσμο, από το "εδώ" και το "τώρα". Ένα μέρος από τη γοητεία της περιγραφής απορρέει από το γεγονός ότι ο ποιητής, αντί να περιγράφει στατικές εικόνες, τις μετατρέπει σε ιστορίες γεμάτες ζωή και κίνηση.

ποίει δὲ πρώτιστα σάκος μέγα τε στιβαρόν τε
πάντοσε δαιδάλλων, περὶ δ᾽ ἄντυγα βάλλε φαεινὴν
480 τρίπλακα μαρμαρέην, ἐκ δ᾽ ἀργύρεον τελαμῶνα.
πέντε δ᾽ ἄρ᾽ αὐτοῦ ἔσαν σάκεος πτύχες· αὐτὰρ ἐν αὐτῷ
ποίει δαίδαλα πολλὰ ἰδυίῃσι πραπίδεσσιν.
ἐν μὲν γαῖαν ἔτευξ᾽, ἐν δ᾽ οὐρανόν, ἐν δὲ θάλασσαν,
ἠέλιόν τ᾽ ἀκάμαντα σελήνην τε πλήθουσαν,
485 ἐν δὲ τὰ τείρεα πάντα, τά τ᾽ οὐρανὸς ἐστεφάνωται,
Πληϊάδας θ᾽ Ὑάδας τε τό τε σθένος Ὠρίωνος
Ἄρκτον θ᾽, ἣν καὶ Ἄμαξαν ἐπίκλησιν καλέουσιν,
ἥ τ᾽ αὐτοῦ στρέφεται καί τ᾽ Ὠρίωνα δοκεύει,
οἴη δ᾽ ἄμμορός ἐστι λοετρῶν Ὠκεανοῖο.
490 ἐν δὲ δύω ποίησε πόλεις μερόπων ἀνθρώπων
καλάς. ἐν τῇ μέν ῥα γάμοι τ᾽ ἔσαν εἰλαπίναι τε,
νύμφας δ᾽ ἐκ θαλάμων δαΐδων ὕπο λαμπομενάων
ἠγίνεον ἀνὰ ἄστυ, πολὺς δ᾽ ὑμέναιος ὀρώρει·
κοῦροι δ᾽ ὀρχηστῆρες ἐδίνεον, ἐν δ᾽ ἄρα τοῖσιν
495 αὐλοὶ φόρμιγγές τε βοὴν ἔχον· αἱ δὲ γυναῖκες
ἱστάμεναι θαύμαζον ἐπὶ προθύροισιν ἑκάστη.
λαοὶ δ᾽ εἰν ἀγορῇ ἔσαν ἀθρόοι· ἔνθα δὲ νεῖκος
ὠρώρει, δύο δ᾽ ἄνδρες ἐνείκεον εἵνεκα ποινῆς
ἀνδρὸς ἀποφθιμένου· ὁ μὲν εὔχετο πάντ᾽ ἀποδοῦναι
500 δήμῳ πιφαύσκων, ὁ δ᾽ ἀναίνετο μηδὲν ἑλέσθαι·
ἄμφω δ᾽ ἱέσθην ἐπὶ ἴστορι πεῖραρ ἑλέσθαι.
λαοὶ δ᾽ ἀμφοτέροισιν ἐπήπυον, ἀμφὶς ἀρωγοί·
κήρυκες δ᾽ ἄρα λαὸν ἐρήτυον· οἱ δὲ γέροντες
ἥατ᾽ ἐπὶ ξεστοῖσι λίθοις ἱερῷ ἐνὶ κύκλῳ,
505 σκῆπτρα δὲ κηρύκων ἐν χέρσ᾽ ἔχον ἠεροφώνων·
τοῖσιν ἔπειτ᾽ ἤϊσσον, ἀμοιβηδὶς δὲ δίκαζον.
κεῖτο δ᾽ ἄρ᾽ ἐν μέσσοισι δύω χρυσοῖο τάλαντα,
τῷ δόμεν ὃς μετὰ τοῖσι δίκην ἰθύντατα εἴποι.
541 ἐν δ᾽ ἐτίθει νειὸν μαλακήν, πίειραν ἄρουραν,
εὐρεῖαν τρίπολον· πολλοὶ δ᾽ ἀροτῆρες ἐν αὐτῇ
ζεύγεα δινεύοντες ἐλάστρεον ἔνθα καὶ ἔνθα.
οἱ δ᾽ ὁπότε στρέψαντες ἱκοίατο τέλσον ἀρούρης,
545 τοῖσι δ᾽ ἔπειτ᾽ ἐν χερσὶ δέπας μελιηδέος οἴνου
δόσκεν ἀνὴρ ἐπιών· τοὶ δὲ στρέψασκον ἀν᾽ ὄγμους,
ἱέμενοι νειοῖο βαθείης τέλσον ἱκέσθαι.
ἡ δὲ μελαίνετ᾽ ὄπισθεν, ἀρηρομένῃ δὲ ἐῴκει,
χρυσείη περ ἐοῦσα· τὸ δὴ περὶ θαῦμα τέτυκτο.
561 ἐν δὲ τίθει σταφυλῇσι μέγα βρίθουσαν ἀλωὴν
καλὴν χρυσείην· μέλανες δ᾽ ἀνὰ βότρυες ἦσαν,
ἑστήκει δὲ κάμαξι διαμπερὲς ἀργυρέῃσιν.
ἀμφὶ δὲ κυανέην κάπετον, περὶ δ᾽ ἕρκος ἔλασσε
565 κασσιτέρου· μία δ᾽ οἴη ἀταρπιτὸς ἦεν ἐπ᾽ αὐτήν,
τῇ νίσοντο φορῆες, ὅτε τρυγόῳεν ἀλωήν.
παρθενικαὶ δὲ καὶ ἠΐθεοι ἀταλὰ φρονέοντες
πλεκτοῖς ἐν ταλάροισι φέρον μελιηδέα καρπόν.
τοῖσιν δ᾽ ἐν μέσσοισι πάϊς φόρμιγγι λιγείῃ
570 ἱμερόεν κιθάριζε, λίνον δ᾽ ὑπὸ καλὸν ἄειδε
λεπταλέῃ φωνῇ· τοὶ δὲ ῥήσσοντες ἁμαρτῇ
μολπῇ τ᾽ ἰυγμῷ τε ποσὶ σκαίροντες ἕποντο.
590 ἐν δὲ χορὸν ποίκιλλε περικλυτὸς ἀμφιγυήεις,
τῷ ἴκελον οἷόν ποτ᾽ ἐνὶ Κνωσῷ εὐρείῃ
Δαίδαλος ἤσκησεν καλλιπλοκάμῳ Ἀριάδνῃ.
ἔνθα μὲν ἠΐθεοι καὶ παρθένοι ἀλφεσίβοιαι
ὠρχεῦντ᾽, ἀλλήλων ἐπὶ καρπῷ χεῖρας ἔχοντες.
595 τῶν δ᾽ αἱ μὲν λεπτὰς ὀθόνας ἔχον, οἱ δὲ χιτῶνας
εἵατ᾽ ἐϋννήτους, ἦκα στίλβοντας ἐλαίῳ·
καί ῥ᾽ αἱ μὲν καλὰς στεφάνας ἔχον, οἱ δὲ μαχαίρας
εἶχον χρυσείας ἐξ ἀργυρέων τελαμώνων.
οἱ δ᾽ ὁτὲ μὲν θρέξασκον ἐπισταμένοισι πόδεσσι
600 ῥεῖα μάλ᾽, ὡς ὅτε τις τροχὸν ἄρμενον ἐν παλάμῃσιν
ἑζόμενος κεραμεὺς πειρήσεται, αἴ κε θέῃσιν·
ἄλλοτε δ᾽ αὖ θρέξασκον ἐπὶ στίχας ἀλλήλοισι.
603 πολλὸς δ᾽ ἱμερόεντα χορὸν περιίσταθ᾽ ὅμιλος
605 τερπόμενοι· δοιὼ δὲ κυβιστητῆρε κατ᾽ αὐτοὺς
μολπῆς ἐξάρχοντες ἐδίνευον κατὰ μέσσους.
ἐν δὲ τίθει ποταμοῖο μέγα σθένος Ὠκεανοῖο
ἄντυγα πὰρ πυμάτην σάκεος πύκα ποιητοῖο.

***
Επήρε πρώτα πρώτα κι έφτιαξε ασπίδα στέρεη, γιγάντια,
δουλεύοντάς τη ολόκληρη με τέχνη·
την έδεσε ολόγυρα με λαμπερό τριπλό στεφάνι που άστραφτε
και απ᾽ αυτό εκρέμασε λουρί ασημένιο.480
Το σώμα της ασπίδας το έστρωσε πέντε φορές
και πάνω του χάραξε πολλά στολίδια με το σοφό μυαλό του.

Έβαλε μέσα τη γης, έβαλε τον ουρανό, έβαλε τη θάλασσα,
έβαλε τον ήλιο τον ακάμαντο και το φεγγάρι ολόγιομο,
κι όλα τα αστέρια που στεφανώνουν τον ουρανό,
τις Πλειάδες,1 τις Υάδες, τον στιβαρό Ωρίωνα,485
την Άρκτο, που τήνε λεν και Αμάξι,
που μένει εκεί γυρνώντας γύρω γύρω και παραφυλάει τον Ωρίωνα,
αυτή που μόνη δεν μοιράζεται τα λουτρά του Ωκεανού.1
Έφτιαξε και δυο θεσπέσιες πολιτείες ανθρώπων490
που τους δαμάζει ο θάνατος.
Στη μια γίνονταν γάμοι και ξεφάντωναν·
με λαμπάδες που φεγγοβολούσαν
έπαιρναν από τα δώματα τις νύφες
και τις οδηγούσαν μέσα από την πόλη,
ενώ ξεχυνόταν πλούσιο το τραγούδι του υμεναίου· 2
νεαροί χορευτές στροβιλίζονταν,495
και ανάμεσά τους ηχούσαν αυλοί και φόρμιγγες.
Οι γυναίκες στέκονταν στις πόρτες και θαύμαζαν.
Οι άντρες ήσαν συναθροισμένοι στον τόπο που συνάζονται·
εκεί είχε ξεσπάσει μια φιλονικία·
φιλονικούσαν δύο για το τίμημα κάποιου που σκοτώθηκε·
ο ένας προσφερόταν να το πληρώσει στο ακέραιο
και αυτό το έλεγε ανοιχτά στον κόσμο,500
όμως ο άλλος δεν δεχόταν τίποτα,3
και οι δύο ήθελαν να πάνε σε κριτή να κρίνει.
Το πλήθος μοιρασμένο εκραύγαζε
βοηθώντας και τον ένα και τον άλλο.
Και οι κήρυκες εκεί επάλευαν να κρατήσουν τον κόσμο·
οι γέροντες εκάθονταν πάνω σε λαξεμένες πέτρες
μέσα στον ιερό κύκλο4
και από τους κήρυκες με τις φωνές που γεμίζουν τον αέρα505
έπαιρναν και κρατούσαν στα χέρια τους σκήπτρα.
Οι δυο που μάλωναν έτρεχαν τότε μπροστά τους,
και αυτοί εκρίναν ένας ένας.
Στη μέση εκεί ακουμπισμένα στο χώμα
περίμεναν δυο τάλαντα χρυσάφι,
για να δοθούν σ᾽ εκείνον από τους κριτές
που θα ᾽βγαζε την πιο δίκαιη κρίση.
...
Έβαλε και ένα νέο χωράφι ήμερο,541
γη καρπερή, απλόχωρη, οργωμένη τρεις φορές.
Πολλοί ζευγάδες εκεί μέσα πήγαιναν κι έρχονταν,
οδηγώντας τα ζευγάρια τους πέρα δώθε.
Και όταν γυρίζοντας έφταναν στην άκρη του χωραφιού,
ερχόταν τότες ένας άντρας και τους έδινε κρασί γλυκό σα μέλι·545
εκείνοι εγύριζαν στον όργο πάλι και πάλι,
γυρεύοντας να φτάσουν ως την άκρη του νέου χωραφιού
με το βαθύ χώμα.
Και το χωράφι πίσω τους εμαύριζε κι έμοιαζε οργωμένο,
ας ήτανε από χρυσάφι· ήτανε ένα θαύμα αυτό που έφτιαξε.
...
Έβαλε αμπέλι όμορφο, χρυσό,
με κλήματα που ελύγιζαν από το βάρος του καρπού·
ήτανε μαύρα τα σταφύλια του και τα κλήματα πέρα ώς την άκρη
έγερναν πάνω σε ασημένιες βέργες.
Από τη μια κι από την άλλη έβαλε αυλάκι εβένινο
και γύρω το έκλεισε με φράχτη από κασσίτερο.
Εκεί οδηγούσε μονάχα ένα μονοπάτι,565
απ᾽ όπου περνούσαν εκείνοι που μετέφεραν τον καρπό,
όταν τρυγούσαν το αμπέλι.
Παρθενικά κορίτσια και νέοι ανύμφευτοι και ανέμελοι
σήκωναν σε πλεχτά καλάθια τον καρπό γλυκό σα μέλι.
Εκεί στη μέση κάποιο αγόρι έπαιζε με τη λιγυρή φόρμιγγα
μελωδίες που ξυπνούν τον πόθο και με την ηδυπάθεια της φωνής του570
τραγουδούσε θεσπέσια το τραγούδι του Λίνου.5
Εκείνοι ακολουθούσαν χτυπώντας όλοι με τα πόδια τους το χώμα
και λικνίζονταν τραγουδώντας και αλαλάζοντας.
...
Εσκάλισε κι ένα χορό ο φημισμένος τεχνίτης με τα κυρτά πόδια590
όμοιο μ᾽ εκείνον που έφτιαξε κάποτε στην απλόχωρη Κνωσσό
ο Δαίδαλος για την καλλίκομη Αριάδνη.
Εκεί εχορεύαν νέοι ανύπαντροι και παρθένες βαρύτιμες,
κρατώντας ο ένας το χέρι του άλλου στον καρπό.
Οι γυναίκες φορούσαν αραχνοΰφαντα φορέματα,595
οι άντρες χιτώνες με τέλεια ύφανση, που αχνοφέγγιζαν από το λάδι.6
Εκείνες έφεραν ωραία στεφάνια, εκείνοι είχανε χρυσά μαχαίρια
που κρέμονταν από αλυσίδες ασημένιες·
με ασκημένα πόδια άλλοτες έτρεχαν αβίαστα,
όπως όταν ένας κεραμέας καθιστός600
δοκιμάζει ανάμεσα στις παλάμες του
το ζυγισμένο τροχό
να δει αν γυρίζει·
άλλοτε πάλι έτρεχαν σε δυο σειρές αντικρυστά.
Μέγα πλήθος όρθιο γύρω τους χαίρονταν τον χορό
που ξυπνάει τον πόθο· και δίπλα τους δυο ακροβάτες605
άρχιζαν το τραγούδι και στροβιλίζονταν εκεί στη μέση.

Έβαλε τέλος και το ακατάλυτο ποτάμι του Ωκεανού
πλάι στο ακρότατο στεφάνι της στερεής ασπίδας.
------------
1 Οι Πλειάδες (Πούλια) και οι Υάδες (πιθανώς από το ὕω = βρέχω) είναι αστερισμοί που βρίσκονται κοντά στον Ωρίωνα. Κατά τον Ησίοδο με την εμφάνιση των Πλειάδων αρχίζει ο θερισμός και με τη δύση τους το όργωμα. Έχει επισημανθεί ότι η εμφάνιση και η δύση των τριών αυτών αστερισμών καλύπτει το διάστημα από τον Μάιο έως τον Νοέμβριο, δηλαδή την περίοδο κατά την οποία λαμβάνουν χώρα οι τρεις γεωργικές δραστηριότητες που περιγράφονται στη συνέχεια σε σκηνές της ασπίδας (θερισμός, τρύγος, όργωμα). Δεδομένου ότι για τους αρχαίους η (επίπεδη) γη περιβρέχεται από τον ποταμό Ωκεανό, όλα τα αστέρια ανατέλλουν από τον Ωκεανό και δύουν στον Ωκεανό. Η (Μεγάλη) Άρκτος δεν δύει στον Ωκεανό, επειδή για τους κατοίκους του βορείου ημισφαιρίου είναι ορατή καθ᾽ όλο το έτος.
2 Το τραγούδι του γάμου. Ονομάζεται υμέναιος από την τελετουργικώς επαναλαμβανόμενη κραυγή ὑμήν.
3 Πιθανώς η διαφωνία των δύο είχε να κάνει με το ότι ο ένας (ο δράστης) προσφερόταν να καταβάλει το τίμημα, ενώ ο άλλος (ο συγγενής του θύματος) επέμενε στην αντεκδίκηση.
4 Ο κύκλος χαρακτηρίζεται ιερός, επειδή ο ίδιος ο Ζευς εποπτεύει την απονομή δικαιοσύνης και επειδή κοντά στον χώρο που συγκεντρώνονται πρέπει να υπήρχαν βωμοί.
5 Το (θρηνητικό) τραγούδι του Λίνου και η ίδια η μυθική μορφή του Λίνου έχουν ίσως την αφετηρία τους στην πιθανώς ανατολικής προελεύσεως πένθιμη κραυγή αἴλινον. Στην αρχαιότητα υπήρχαν διάφορες παραδόσεις σχετικά με τον Λίνο, με κοινό χαρακτηριστικό τους ότι τον θάνατό του τον ακολουθούσε καθολικός θρήνος. Σύμφωνα με μία εκδοχή, ανταγωνιζόταν τον Απόλλωνα στο τραγούδι και ο θεός τον σκότωσε.
6 Κατά την ύφανση χρησιμοποιούσαν λάδι για να γυαλίζουν τα ρούχα και ίσως για να γίνονται πιο απαλά.
 
Ἰλιὰς Φ 227-271

Η μάχη με τον ποταμό

Στην αρχή της προηγούμενης ραψωδίας (Υ, Θεομαχία) ο Ζευς, για να αποτρέψει την πρόωρη άλωση της Τροίας από τον Αχιλλέα, που είχε ήδη αποκηρύξει τον θυμό του (Τ, Μήνιδος ἀπόρρησις) και είχε επανέλθει στη μάχη, παρότρυνε τους θεούς να εμπλακούν ευθέως στη σύγκρουση. Εν συνεχεία περιγράφεται η είσοδος των θεών στη μάχη (Υ 47-66), αλλά η εξιστόρηση των θεομαχιών αναστέλλεται ώς τα μέσα της επόμενης ραψωδίας (Φ 328 κ.ε.). Ενδιαμέσως παρακολουθούμε σειρά σκηνών στις οποίες πρωταγωνιστεί ο Αχιλλέας: μάχεται με τον Αινεία, αψιμαχεί με τον Έκτορα, φονεύει πολλούς άλλους Τρώες. Η αφήγηση κλιμακώνεται με τον φόνο του Λυκάονα και του Αστεροπαίου. Ο Αχιλλέας ρίχνει τα νεκρά σώματά τους στον ποταμό και προκαλεί την αγανάκτησή του. Εκείνος του ζητάει να σταματήσει και, όταν δεν εισακούεται, του επιτίθεται. Η αφήγηση κορυφώνεται με την περιγραφή της μάχης με τον ποταμό στους στίχους που ακολουθούν.

ὣς εἰπὼν Τρώεσσιν ἐπέσσυτο δαίμονι ἶσος·
καὶ τότ᾽ Ἀπόλλωνα προσέφη ποταμὸς βαθυδίνης·
«ὢ πόποι, ἀργυρότοξε, Διὸς τέκος, οὐ σύ γε βουλὰς
230 εἰρύσαο Κρονίωνος, ὅ τοι μάλα πόλλ᾽ ἐπέτελλε
Τρωσὶ παρεστάμεναι καὶ ἀμύνειν, εἰς ὅ κεν ἔλθῃ
δείελος ὀψὲ δύων, σκιάσῃ δ᾽ ἐρίβωλον ἄρουραν.»
ἦ, καὶ Ἀχιλλεὺς μὲν δουρικλυτὸς ἔνθορε μέσσῳ
κρημνοῦ ἀπαΐξας· ὁ δ᾽ ἐπέσσυτο οἴδματι θύων,
235 πάντα δ᾽ ὄρινε ῥέεθρα κυκώμενος, ὦσε δὲ νεκροὺς
πολλούς, οἵ ῥα κατ᾽ αὐτὸν ἅλις ἔσαν, οὓς κτάν᾽ Ἀχιλλεύς·
τοὺς ἔκβαλλε θύραζε, μεμυκὼς ἠΰτε ταῦρος,
χέρσονδε· ζωοὺς δὲ σάω κατὰ καλὰ ῥέεθρα,
κρύπτων ἐν δίνῃσι βαθείῃσιν μεγάλῃσι.
240 δεινὸν δ᾽ ἀμφ᾽ Ἀχιλῆα κυκώμενον ἵστατο κῦμα,
ὤθει δ᾽ ἐν σάκεϊ πίπτων ῥόος· οὐδὲ πόδεσσιν
εἶχε στηρίξασθαι· ὁ δὲ πτελέην ἕλε χερσὶν
εὐφυέα μεγάλην· ἡ δ᾽ ἐκ ῥιζέων ἐριποῦσα
κρημνὸν ἅπαντα διῶσεν, ἐπέσχε δὲ καλὰ ῥέεθρα
245 ὄζοισιν πυκινοῖσι, γεφύρωσεν δέ μιν αὐτὸν
εἴσω πᾶσ᾽ ἐριποῦσ᾽· ὁ δ᾽ ἄρ᾽ ἐκ δίνης ἀνορούσας
ἤϊξεν πεδίοιο ποσὶ κραιπνοῖσι πέτεσθαι,
δείσας· οὐδέ τ᾽ ἔληγε θεὸς μέγας, ὦρτο δ᾽ ἐπ᾽ αὐτῷ
ἀκροκελαινιόων, ἵνα μιν παύσειε πόνοιο
250 δῖον Ἀχιλλῆα, Τρώεσσι δὲ λοιγὸν ἀλάλκοι.
Πηλεΐδης δ᾽ ἀπόρουσεν ὅσον τ᾽ ἐπὶ δουρὸς ἐρωή,
αἰετοῦ οἴματ᾽ ἔχων μέλανος, τοῦ θηρητῆρος,
ὅς θ᾽ ἅμα κάρτιστός τε καὶ ὤκιστος πετεηνῶν·
τῷ ἐϊκὼς ἤϊξεν, ἐπὶ στήθεσσι δὲ χαλκὸς
255 σμερδαλέον κονάβιζεν· ὕπαιθα δὲ τοῖο λιασθεὶς
φεῦγ᾽, ὁ δ᾽ ὄπισθε ῥέων ἕπετο μεγάλῳ ὀρυμαγδῷ.
ὡς δ᾽ ὅτ᾽ ἀνὴρ ὀχετηγὸς ἀπὸ κρήνης μελανύδρου
ἂμ φυτὰ καὶ κήπους ὕδατι ῥόον ἡγεμονεύῃ
χερσὶ μάκελλαν ἔχων, ἀμάρης ἐξ ἔχματα βάλλων·
260 τοῦ μέν τε προρέοντος ὑπὸ ψηφῖδες ἅπασαι
ὀχλεῦνται· τὸ δέ τ᾽ ὦκα κατειβόμενον κελαρύζει
χώρῳ ἔνι προαλεῖ, φθάνει δέ τε καὶ τὸν ἄγοντα·
ὣς αἰεὶ Ἀχιλῆα καὶ κιχήσατο κῦμα ῥόοιο
καὶ λαιψηρὸν ἐόντα· θεοὶ δέ τε φέρτεροι ἀνδρῶν.
265 ὁσσάκι δ᾽ ὁρμήσειε ποδάρκης δῖος Ἀχιλλεὺς
στῆναι ἐναντίβιον καὶ γνώμεναι εἴ μιν ἅπαντες
ἀθάνατοι φοβέουσι, τοὶ οὐρανὸν εὐρὺν ἔχουσι,
τοσσάκι μιν μέγα κῦμα διιπετέος ποταμοῖο
πλάζ᾽ ὤμους καθύπερθεν· ὁ δ᾽ ὑψόσε ποσσὶν ἐπήδα
270 θυμῷ ἀνιάζων· ποταμὸς δ᾽ ὑπὸ γούνατ᾽ ἐδάμνα
λάβρος ὕπαιθα ῥέων, κονίην δ᾽ ὑπέρεπτε ποδοῖιν.

***
Αυτά είπε, και όρμησε πάνω στους Τρώες, όμοιος με θεό· και τότε είπε στον Απόλλωνα ο ποταμός με τις βαθιές δίνες: «Πω πω, αργυρότοξε, γιε του Δία, [230] δε φύλαξες τις εντολές του γιου του Κρόνου, που σου έδινε πολλές παραγγελίες να παραστέκεσαι και να βοηθάς τους Τρώες, ως που να έρθει το δειλινό, που πέφτει αργά, και να ισκιώσει την εύφορη γη».

Είπε, και ο ξακουσμένος στο δόρυ Αχιλλέας πήδησε μέσα του ορμώντας από τον γκρεμό, και ο ποταμός χίμησε πάνω του με φουσκωμένο κύμα, και φουσκώνοντας ανατάραξε όλα του τα νερά, [235] και έσπρωξε τους πολλούς νεκρούς, που είχε σκοτώσει ο Αχιλλέας και βρίσκονταν άφθονοι μέσα του. Αυτούς τους έβγαζε έξω στην ξηρά μουγκρίζοντας σαν ταύρος. Τους ζωντανούς πάλι τους έσωζε στα όμορφα νερά του, κρύβοντάς τους μέσα στις βαθιές, μεγάλες του δίνες. [240] Και το κύμα υψώθηκε φοβερό, αναταραγμένο γύρω από τον Αχιλλέα, και το ρέμα τον έσπρωχνε πέφτοντας πάνω στην ασπίδα του· και ούτε μπορούσε να στηριχτεί στα πόδια του. Άρπαξε τότε με τα χέρια μια φτελιά καλοφτιαγμένη, μεγάλη· εκείνη όμως ξεριζώθηκε πέφτοντας και έριξε κάτω όλο τον γκρεμό, και σταμάτησε τα όμορφα νερά [245] με τα πυκνά κλαδιά της, και γεφύρωσε τον ποταμό καθώς έπεσε όλη μέσα του. Ο Αχιλλέας πήδησε έξω από το στρόβιλο και πήρε να τρέχει με τα γρήγορα πόδια του φοβισμένος. Ο μεγάλος όμως θεός δε σταμάτησε, μόνο όρμησε πάνω του, σκοτεινός στην κορυφή του, για να σταματήσει [250] το θείο Αχιλλέα από τον πόλεμο και να διώξει την καταστροφή από τους Τρώες. Ο γιος του Πηλέα πήδησε πέρα, όσο φτάνει η φόρα του κονταριού, έχοντας την ορμή του μαύρου αετού, του κυνηγάρη, που είναι μαζί το πιο δυνατό και το πιο γρήγορο από τα πουλιά. Όμοιος μ᾽ αυτόν πήδησε [255] και ο χαλκός έκανε φοβερό κρότο γύρω στο στήθος του·τραβήχτηκε έξω από τον ποταμό και το έβαλε στα πόδια, μα εκείνος, τρέχοντας από πίσω, τον κυνηγούσε με μεγάλο πάταγο. Όπως όταν ένας άνθρωπος, που ανοίγει αυλάκι από βρύση που τρέχει σκοτεινό νερό, φέρνει το ρέμα του νερού στα δέντρα και στα περιβόλια κρατώντας στα χέρια του το τσαπί και βγάζοντας έξω από το αυλάκι τα χώματα που το εμποδίζουν, [260] και καθώς εκείνο τρέχει κατρακυλούν όλα τα πετραδάκια από κάτω· τρέχοντας γρήγορα, κελαρύζει, σε μέρος κατηφορικό, και προφταίνει κι εκείνον που το οδηγεί· έτσι και τον Αχιλλέα, μ᾽ όλο που ήταν γρήγορος, τον πρόφταινε πάντα το κύμα του ποταμού, γιατί οι θεοί είναι ανώτεροι από τους ανθρώπους. [265] Όσες φορές ο γρήγορος στα πόδια θείος Αχιλλέας ήθελε να σταθεί αντίκρυ του και να καταλάβει αν όλοι οι αθάνατοι που ζουν στον πλατύ ουρανό τον έστρωσαν στο κυνήγι, άλλες τόσες το μεγάλο κύμα του ποταμού που είχε γεννηθεί από τη βροχή του Δία του κουκούλωνε τους ώμους· κι εκείνος πηδούσε με τα πόδια ψηλά, [270] βαθιά ταραγμένος μέσα του. Ο ποταμός του έκοβε τα γόνατα, τρέχοντας ορμητικός από κάτω του, και του φευγάτιζε κάτω από τα πόδια το χώμα.

Ένα ποντίκι που χαρίζει ελευθερία

Ο Διογένης από τη Σινώπη, γύρω στο 380 π.Χ., στην Αθήνα...

Στην αρχή δεν ένιωσε τίποτα, μέσα στη σύγχυση του ξυπνήματος. Μόνο το λήθαργο που προκαλεί η κούραση, σαν να είχε φτάσει το πρωί χωρίς να έχει κοιμηθεί.

Λίγες ώρες ανήσυχου ύπνου δεν ήταν αρκετές, για να τον ξεκουράσουν. Δεν κατάλαβε, άλλωστε, αμέσως που βρισκόταν. Είχε πονοκέφαλο, τα μάτια του ήταν πρησμένα. Ξαφνικά, όλα του ξανάρθαν στο νου: η ζέστη του αχυρώνα τον κυρίευσε, τα τσιμπήματα από τα κουνούπια και από το σανό, το βάσανο της πείνας, ο φόβος μιας μακριάς μέρας μπροστά του, όπως χθες, χωρίς να έχει τίποτα να βάλει στο στόμα του.

Στο τέλος τέλος, όλα αυτά δεν ήταν τίποτα μπροστά στη διαπεραστική αγωνία που ξανάρχισε να του σουβλίζει το μυαλό. Τι κάνει; Τι θα έκανε; Πώς θα ζούσε; Με τι; Και με ποιο σκοπό; Σύμφωνα με ποια αρχή; Από τότε που αυτό εξορίστηκε, που έφτασε στην Αθήνα, έχουν περάσει... εδώ που τα λέμε πόσες μέρες είναι; Ήδη είκοσι μέρες, ίσως είκοσι δύο, να που η μνήμη του έχει θολώσει, δεν ξέρει τι πρέπει να γίνει. Βλέπει τη ζωή του να έχει φτάσει σε αδιέξοδο. Ο Διογένης έχει την εντύπωση ότι η ύπαρξή του είναι στάσιμη, σε εκκρεμότητα, χωρίς κίνηση. Σαν να χτυπούσε σ’ έναν αόρατο τοίχο, ένα τοίχωμα ανθεκτικό, λείο, χωρίς ρωγμές.

Στην πατρίδα του, στη Σινώπη, όλα είχαν τελειώσει. Δεν μπορούσε τίποτα άλλο να κάνει παρά να το βάλει στα πόδια. Όταν ξανασκέφτεται αυτή την παλιά ιστορία, δεν κατορθώνει ακόμη να την καλοκαταλάβει. Το μαντείο του Απόλλωνα, που είχε συμβουλευτεί για να μάθει ποια ήταν η αποστολή του στη ζωή, είχε αποκριθεί: «Να νοθεύσεις το νόμισμα». Η απάντηση έμοιαζε ξεκάθαρη. Είχε βαλθεί λοιπόν, με τη βοήθεια του πατέρα του, του νομισματοκόπου, να νοθεύει τα κράματα, να αποσταθεροποιεί την κατασκευή των νομισμάτων. Μέχρι τη μέρα που κάποιοι δύσπιστοι ανακάλυψαν ότι είχε απορρυθμίσει το σύστημα των συναλλαγών. Τον έπιασαν και τον καταδίκασαν. Για να γλιτώσει το χειρότερο, έπρεπε να αυτοεξοριστεί.

Από τότε που έφτασε στην Αθήνα, νιώθει την ύπαρξή του παράξενα ξεκρέμαστη. Δεν αναρωτιέται απλώς και μόνο πού να μείνει ή ποιο επάγγελμα να ασκήσει. Αναζητά, χωρίς να βλέπει διέξοδο, μία κατεύθυνση για να είναι ευτυχισμένος. Δεν αγαπά ούτε τις συμβάσεις ούτε τα προσχήματα. Αλλά διστάζει ακόμα μεταξύ της απάτης και της σοφίας. Αυτό που, προφανώς, τον ενδιαφέρει είναι να αποδράσει από τις κοινωνικές πιέσεις, να γλιτώσει από τη βαρύτητα του νόμου. Αλλά υπάρχουν πολλοί τρόποι, για να το κατορθώσει αυτό. Θα ζει άραγε εκτός νόμου σαν κακοποιός ή σαν φιλόσοφος;

Απόλλωνας με σμίνθο (ποντίκι) στα πόδια του

Ακούγεται ένα γρατσούνισμα. Μόλις ένας θόρυβος, φευγαλέος, με διακοπές, ελαφρύς. Έρχεται από κάτω. Σκύβει, προσπαθεί να διακρίνει. Στο έδαφος είναι πιο σκοτεινά, δεν φαίνεται σχεδόν τίποτα. Ναι, είναι ένα ποντίκι. Ο Διογένης το βλέπει να πηγαινοέρχεται, να τρέχει σαν αστραπή, να μένει ακίνητο, να κάνει το ίδιο ξανά και ξανά. Το παρακολουθεί απορροφημένος να τσιμπολογάει κάτω από το άχυρο, στις ελάχιστες κοιλότητες του εδάφους, ό,τι βρίσκει για να ζήσει. Το παρακολουθεί για ώρα με το βλέμμα. Το ποντίκι δεν σταματά. Κι όμως, δεν παράγει κάποιο έργο. Καμία πίεση, κανένα τέχνασμα δεν το βαραίνει. Κι έτσι, δεν έχει καμία ανησυχία. Δεν έχει καν μία κατοικία, μία κρυψώνα, ένα οποιοδήποτε σταθερό σημείο. Το κοιτάξει που σταματά. Κοιμάται εδώ κι εκεί, οπουδήποτε, μόλις βρει κάτι σαν καταφύγιο.

Ξαπλωμένος πάνω στο σανό, ο Διογένης παρακολουθεί το ποντίκι με το βλέμμα, το ακούει να ψαχουλεύει όταν δεν το βλέπει πια, το φαντάζεται ακίνητο ή αποκοιμισμένο όταν βασιλεύει σιωπή. Μήπως, στα μάτια του, κάθε νόμισμα δεν είναι κίβδηλο, ένα άχρηστο τέχνασμα, ένας αφάνταστος παραλογισμός; Μήπως έχει έστω και την παραμικρή έγνοια για τα πλούτη, τους νόμους, το μόχθο, την επόμενη μέρα, την αποταμίευση; Μήπως ενδιαφέρεται για την ανάπαυση; Όχι, το ποντίκι προχωρεί. Προχωρεί ασταμάτητα ή σχεδόν, δίχως να του καίγεται καρφί για το σκοτάδι, για την κούραση, για την πείνα. Συνεχώς προχωρεί. Δεν κάνει τίποτα άλλο από το να υπάρχει, να πορεύεται μέσα στην ύπαρξη, με επιμονή και θάρρος, χωρίς να θέτει κάποιον ιδιαίτερο στόχο.

Εκείνη ακριβώς τη στιγμή ο Διογένης κατάλαβε ότι το να τρως, να κοιμάσαι, να συζητάς, αυτά μπορούν να γίνονται οπουδήποτε. Η ασταμάτητη διαδρομή είναι ο μόνος τόπος για να ζήσει. Έτσι πρέπει να είναι. Το «να νοθεύσεις το νόμισμα» δεν έχει καμία σχέση με τη νομισματική κίνηση ή τα κράματα των μετάλλων. Είναι το να καταστήσει ανίσχυρες τις κοινωνικές συμβάσεις, να γκρεμίσει όλες τις συνηθισμένες αξίες συναλλαγής, να δει ως κίβδηλες όλες τις κοινωνικές συμβατικότητες. Να μην ακολουθεί πια άλλους κανόνες παρά αυτούς της φύσης. Θα είναι δύσκολο. Θα χρειαστεί χρόνος, εξάσκηση, ν’ ασκήσει πίεση στον εαυτό του. Θα είναι αναγκαίο να πετάξει σταδιακά από πάνω του καθετί άχρηστο και φτιαχτό, όλα τα τεχνάσματα. Να μη διστάζει να σκανδαλίσει, ν’ αντέξει την ντροπή ή τον πόνο. Ναι, είναι φανερό, θα χρειαστεί χρόνο. Και θα είναι απότομος ο δρόμος. Αλλά μόλις αρχίσει το σκαρφάλωμα, θα μπορεί ν’ αγγίξει με τα χέρια του την απλή και ακατέργαστη ελευθερία του ποντικιού.

Ο Διογένης σκάει στα γέλια. Το ποντίκι το βάζει στα πόδια.

Το τραγικό

saupload_greek_tragedy_l_3_cΤο τραγικό είναι ένα προϊόν του στοχασμού και της τέχνης των αρχαίων ελλήνων. Είναι μία κατάκτηση πολιτισμού, που σημαδεύει πνευματικά την υψηλότερη στιγμή της παγκόσμιας  ιστορίας.
 
Ποτέ ο άνθρωπος δεν έφτασε ψηλότερα. Με την έννοια του τραγικού οι έλληνες έδωσαν στις εποχές και τους λαούς την ύπατη διδαχή και την ύπατη οδηγία βίου, που είναι σύμμετρη προς τη φύση του ανθρώπου.
 
Η κατανόηση του τραγικού βιώματος έσπρωξε την πράξη μας ως τα όριά της αναφορικά με όλους τους θεμελιώδεις χαρακτήρες της επιστήμης ,της ηθικής και της τέχνης. Αναφορικά με την αλήθεια, δηλαδή με τη βούλησή μας, με το ρεαλισμό, με τη δοκιμασία και τον πόνο, με τον αγώνα, με τη δικαιοσύνη, με την ευγένεια, με την ομορφιά. Εδώ συνοργανίζονται και συλλειτουργούν όλες οι συντεταγμένες του κατορθωμένου ανθρώπου, έτσι όπως τον ορίζει η φυσική του κατασκευή και η φυσική του καθίδρυση.
 
Το έκκεντρο σημείο του τραγικού βιώματος είναι η κατανόηση ότι η φύση και οι νόμοι της έχουν προορίσει να ταξιδεύσει τη ζωή του ο άνθρωπος στα στενά των Συμπληγάδων. Οι δύο αντικριστοί βράχοι, που μέσα στην απειλούμενη σύμπληξή τους οργανώνεται ο ρυθμός, η εγρήγορση και η αγωνία της ζωής μας, είναι οι δύο ισοσθενείς και αντίρροπες κατηγορίες του θετικού και του αρνητικού.
 
Είναι η φθορά και η αύξηση, η λύπη και η χαρά, το σκοτάδι και το φως, το άδικο και η αρετή, το μοιρολόι και το τραγούδι  μας, ο έρωτας και ο θάνατος, η Ύβρις και η Δίκη, για να το ειπώ φιλοσοφικά, το Μηδέν και το Είναι, τα δύο αναγκαία ημίση, που μας δίνουν το όλο, τόσο μέσα στη φύση όσο και μέσα στη ζωή μας.

Η ζωή μας, όπως μας δόθηκε από τη φύση, και όπως την τροποποιεί αέναα με κριτήριο την προσαρμογή στο περιβάλλον το ευγενικό εργαλείο του νου μας, είναι να ζούμε ταυτόχρονα την πάλη ανάμεσα στην Κόλαση και στον Παράδεισο, ανάμεσα στην απελπισία και στην ευφροσύνη. Να ζούμε στην καθημερινή μας πράξη την παλίντροπον αρμονία της φύσης που είπε ο Ηράκλειτος. Ο φυσικός χώρος διαμονής μας είναι το καθαρτήριο του Δάντη.
 
Η σύγχρονη επιστήμη με τη γλώσσα της κβαντομηχανικής, το τραχύ και το χαλεπό αυτής της οργάνωσης το ονόμασε «δαιμονική ή σχιζοφρενική» κατάσταση του ανθρώπου που αναδύεται μέσα στην αρχή της απροσδιοριστίας. Ο Ορέστης του Αισχύλου είναι το αρχέτυπο αυτής της φυσικής σχιζοφρένειας. Γι’ αυτό είναι ανάμεσα στα τραγικά και το πιο τραγικό πρόσωπο της αττικής τραγωδίας.
 
Ωστόσο, ενώ είμαστε ταγμένοι από τη φύση να ζούμε αυτή την αντινομία ανάμεσα στην ηδονή και την αλγηδόνα, να ζούμε το «δακρυόεν γελάν» όπως το λέει ο Όμηρος, από την άλλη πλευρά η φυσική μας ορμή μας φέρνει να αναζητούμε μονόπλευρα τη χαρά και ν’ αποφεύγουμε σταθερά τη λύπη. Ακούστε σε πόσο παιδαγωγική γλώσσα, αλλά και μαθηματική ταυτόχρονα, το λέει αυτό ο Δημόκριτος: «Ο άνθρωπος φυσικώς και αδιδάκτως φεύγει μεν την αλγηδόνα, διώκει δε την ηδονήν». Από τη φύση μας ζητάμε το ευχάριστο και αποστρέφουμε το πρόσωπο στη λύπη.
 
Η τάση αυτή, η οντολογικά λανθασμένη και αντιφατική, περισσότερο παρά ποτέ, στην εποχή μας ονομάζεται ευδαιμονισμός. Και δυστυχώς συνιστά το ιδεώδες τόσο της ζωής, όσο και της παιδείας. Εδώ εντοπίζω την αιτία της παρακμής του σύγχρονου πολιτισμού. Ο άνθρωπος έγινε σήμερα μισός και μισερός. Έγινε μονοσήμαντος, ανισοσκελής, ανισόρροπος. Έχασε την ισορροπία.
 
Και όλα αυτά επειδή έδιωξε από τη ζωή του την τραγική αίσθηση. Το να λέει δηλαδή ναι ακόμη και στην καταστροφή. Εσκότωσε το Διόνυσο και το μεγάλο Πάνα. εσκότωσε το θεό, καθώς είπε αλληγορικά ο Νίτσε.
 
Δ. Λιαντίνης

ΣΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΑΡΕΣΕΙ ΝΑ ΜΙΛΑΝΕ – ΟΙ ΑΝΤΡΕΣ ΜΙΛΑΝΕ ΜΕΣΑ ΤΟΥΣ

women-talkΌταν κάθονται οι γυναίκες να δουν μαζί μια ταινία στην τηλεόραση, συνήθως μιλάνε ταυτόχρονα για πολλά και διάφορα θέματα, όπως οι άντρες τους, τα παιδιά τους, οι δουλειές τους και τι συμβαίνει στη ζωή τους.
    
Όταν βλέπουν μαζί άντρες και γυναίκες μια ταινία, κάποια στιγμή οι άντρες θα πουν στις γυναίκες να πάψουν να μιλάνε. Οι άντρες ή θα μιλάνε ή θα βλέπουν τηλεόραση – δεν μπορούν να κάνουν και τα δύο ταυτόχρονα – και απορούν πώς τα καταφέρνουν οι γυναίκες. Επίσης, οι γυναίκες πιστεύουν ότι ο λόγος που μαζευόμαστε όλοι μαζί είναι για να διασκεδάσουμε και να αναπτύξουμε τις σχέσεις μας, όχι να καθόμαστε σαν βόδια με τα μάτια καρφωμένα στην οθόνη.

Στα διαφημιστικά διαλείμματα, ο άντρας ρωτά συχνά την γυναίκα να του εξηγήσει την υπόθεση και να του πει προς τα πού βαδίζει η σχέση των πρωταγωνιστών. Αντίθετα με τη γυναίκα, είναι ανίκανος να διαβάσει τα συγκαλυμμένα σήματα της γλώσσας του σώματος που αποκαλύπτουν τα συναισθήματα των ηρώων. Επειδή οι πρωτόγονες γυναίκες περνούσαν το χρόνο τους με τις άλλες γυναίκες και τα παιδιά της φυλής, ανέπτυξαν την ικανότητα της καλής επικοινωνίας για να διατηρούνται ομαλές οι σχέσεις. Για μια γυναίκα, ο λόγος εξακολουθεί να έχει σαφή στόχο: να χτίζει σχέσεις και να δημιουργεί φιλίες. Για τον άντρα «μιλώ» σημαίνει μεταφέρω τα γεγονότα.

Οι άντρες βλέπουν το τηλέφωνο σαν ένα εργαλείο με το οποίο μεταφέρεις γεγονότα και πληροφορίες στους άλλους, αλλά η γυναίκα το βλέπει σαν μέσο καλλιέργειας διαπροσωπικών σχέσεων. Η γυναίκα μπορεί να πάει με τη φίλη της δύο βδομάδες διακοπές κι όταν επιστρέψει στο σπίτι της να τηλεφωνήσει στην ίδια φίλη και να μιλάνε δύο ώρες.

Οι άντρες εξελίχτηκαν για να προστατεύουν και να λύνουν προβλήματα. Ο προσανατολισμός του εγκεφάλου τους και η διαπαιδαγώγησή τους τους απαγορεύουν να δείχνουν φόβο και αβεβαιότητα. Αυτός είναι ο λόγος που, όταν κληθεί ένας άντρας να λύσει ένα πρόβλημα, λέει συνήθως «Άφησέ το πάνω μου», ή «Θα το σκεφτώ». Κι αυτό κάνει, το σκέφτεται νοερά, με πρόσωπο ανέκφραστο. Μόνο όταν βρει τη λύση θα μιλήσει ή θα ζωντανέψει το πρόσωπό του για να δείξει πως είναι έτοιμος να ανακοινώσει τη λύση.

Οι άντρες μιλούν συνήθως μέσα τους γιατί δεν έχουν την εκφραστική ικανότητα των γυναικών να επικοινωνούν με λόγια. Όταν ένας άντρας κάθεται δίπλα στο παράθυρο και κοιτάζει έξω, το εγκεφαλογράφημα δείχνει ότι κουβεντιάζει με τον εαυτό του νοερά. Η γυναίκα που τον βλέπει νομίζει ότι κάθεται άπραγος ή πλήττει και προσπαθεί να του μιλήσει ή να του αναθέσει κάποια δουλειά. Τότε ο άντρας θυμώνει για τη διακοπή, γιατί όπως ξέρουμε, δεν μπορεί να κάνει δύο πράγματα ταυτόχρονα.

Επικούρεια φιλοσοφία

Προτομή του Επίκουρου (Μουσείο Λούβρου) _wikipediaΘέλεις να ᾽σαι ευτυχισμένος;
Φυσικά και θέλεις!
Τότε, τι σ᾽εμποδίζει;
Η ευτυχία σου εξαρτάται από σένα ολοκληρωτικά!
Να τι μας έχει αποκαλύψει η θεϊκή σοφία ενός ανθρώπου που πέρασε τη γαλήνια ζωή του ανάμεσά μας, και με το προσωπικό του παράδειγμα και τη διδασκαλία του, μας έδειξε το μονοπάτι για τη λύτρωση από τη δυστυχία.
Τον λέγαν Επίκουρο.

Τέτοια λόγια θα άκουγε κανείς από το στόμα ενός Επικούρειου, στην αγορά οποιασδήποτε πόλης της αρχαιότητας. Αν θυμίζουν θρησκευτικό κήρυγμα, αυτό δεν είναι τυχαίο. Τον Επίκουρο οι οπαδοί του τον τιμούσαν σαν θεϊκή ύπαρξη: ένα Σοφό που είχε την απάντηση για κάθε σημαντικό ζήτημα της ζωής. Αυτό που προσέλκυε τους οπαδούς ήταν η προοπτική της προσωπικής τους ευτυχίας, που για την επίτευξή της ο Επίκουρος πρόσφερε ξεκάθαρες φιλοσοφικές συμβουλές.

Το βασικό εμπόδιο στην ευτυχία, λέει ο Επίκουρος, είναι η ανησυχία. Όσο πλούσιος και διάσημος και να είσαι, δεν θα᾽σαι ευτυχισμένος αν δεν πάψεις να επιθυμείς περισσότερα πλούτη και φήμη. Όσο καλή και να είναι η υγεία σου, δεν θα είσαι ευτυχισμένος αν σε κατατρέχει ο φόβος της αρρώστιας και των γηρατειών. Δεν μπορείς να ευτυχήσεις σε τούτη τη ζωή αν ανησυχείς για την επόμενη ζωή. Δεν μπορείς να είσαι ευτυχισμένος αν πιστεύεις ότι θα σε κατατρέξει και θα σε τιμωρήσει κάποια ισχυρή θεϊκή δύναμη. Όμως μπορείς να είσαι ευτυχισμένος αν δεχθείς τις τέσσερις βασικές αλήθειες του επικουρισμού:
δεν μας απειλεί καμιά θεϊκή δύναμη
δεν υπάρχει μετά θάνατο ζωή
εύκολα αποκτιέται ότι πραγματικά χρειαζόμαστε
ότι μας κάνει να υποφέρουμε εύκολα μπορούμε να το υπομείνουμε.

Αυτή είναι η λεγόμενη τετραφάρμακος: η επικούρεια συνταγή ενάντια στην επιδημική ασθένεια που ονομάζεται ανθρώπινο άγχος. Όπως είπε ένας μεταγενέστερος Επικούρειος — ο Φιλόδημος από τα Γάδαρα, σ᾽ ένα έργο του με άγνωστο τίτλο, αποσπάσματα του οποίου σώζονται στον πάπυρο του Ηρακλείου, Herculaneum 1005, στήλη IV, στιχ.10-14

Μη φοβάσαι το θεό, μη σε στενοχωρεί ο θάνατος, το καλό εύκολα μπορείς να το κερδίσεις, το φοβερό εύκολα μπορείς να το αντέξεις.

«Το καλό εύκολα μπορείς να το κερδίσεις». Χρειαζόμαστε τροφή, νερό, προστασία από τα στοιχεία της φύσης και ασφάλεια από εχθρικά ζώα και ανθρώπους. Όλα τούτα είναι διαθέσιμα και μπορείς να τ᾽ αποκτήσεις με μικρή προσπάθεια ή λίγα λεφτά. Δεν έχουμε ανάγκη από χαβιάρι, σαμπάνιες, παλάτια και σωματοφύλακες, από πράγματα ακριβά που δύσκολα αποκτώνται και δύσκολα διατηρούνται. Οι άνθρωποι που επιθυμούν περισσότερα απ᾽ ότι πραγματικά χρειάζονται, κάνουν ένα θεμελιώδες λάθος που μειώνει τις πιθανότητες να αισθανθούν ικανοποιημένοι από τη ζωή· ένα λάθος που προκαλεί περιττές στενοχώριες. Ενώ τα σώματά μας χρειάζονται τροφή, νερό προστασία και ασφάλεια, το μόνο που χρειάζονταο οι ψυχές είναι η σιγουριά ότι το σώμα θα έχει αυτά που χρειάζεται. Αν το σώμα μου είναι ικανοποιημένο κι η ψυχή μου νιώθει σιγουριά, τότε θα είμαι ευδιάθετος κι η ευδιαθεσία μου αυτή είναι το κλειδί για την ευτυχία· χωρίς όμως την ευδιαθεσία, δεν μπορούμε ν᾽ απολαύσουμε τις λεγόμενες «χαρές» της ζωής. Το να ᾽ναι κανείς ευδιάθετος είναι μια κατάσταση γεμάτη ηδονή —μάλιστα, ο Επίκουρος την ονομάζει «όριο ηδονής» — κι είναι μια φυσική κατάσταση· αν όμως υποφέρουμε από άγχος και στενοχώρια, τότε χρειαζόμαστε εξάσκηση ώστε να επιτυγχάνουμε και να διατηρούμε την κατάσταση αυτή. Οι κανόνες της επικούρειας φιλοσοφίας επιτρέπουν στους οπαδούς της να αναγνωρίσουν πόσα λίγα είναι αυτά που χρειάζονται πραγματικά, να απολαμβάνουν την κατοχή τους και να απολαμβάνουν τη βεβαιότητα ότι θα εξακολουθήσουν να τα κατέχουν. Κι από την άλλη, δεν υπάρχει λόγος να μην απολαμβάνει κανείς περιστασιακές πολυτέλειες, αν συμβαίνει να είναι διαθέσιμες χωρίς δυσκολία. Η πολυτέλεια δεν είναι κακό πράγμα από μόνη της· όμως, ως και η παραμικρή εξάρτηση από πολυτέλειες είναι επιβλαβής για την ευτυχία, όπως επιβλαβής είναι κάθε επιθυμία για μη αναγκαία πράγματα.

«Το φοβερό εύκολα μπορείς να το αντέξεις». Χωρίς αμφιβολία, η αρρώστια κι ο πόνος είναι δυσάρεστα, όμως είμαστε από τη φύση μας έτσι φτιαγμένοι ώστε να μη χρειάζεταινα υποφέρουμε πάρα πολύ απ´ αυτά. Η αρρώστια είτε είναι σύντομη είτε χρονίζει, και είτε είναι ήπιας μορφής είτε οξεία· όμως ταλαιπωρία έντονη που να διαρκεί πολύ δεν είναι κάτι το συνηθισμένο· είναι ανώφελο λοιπόν να μας σκοτίζει η έγνοια για πόνους και ταλαιπωρίες που μας περιμένουν. Ομολογουμένως, η διαδαχή ετούτη είναιδύσκολο να γίνει αποδεκτή, ιδιαίτερα από νέους ανθρώπους· καθώς όμως οι άνθρωποι γερνούν και αποκτούν εμπειρία στο να υπομένουν τους πόνους, αναγνωρίζουν την αλήθεια της ολοένα και περισσότερο, όπως ο Ρωμαίος φιλόσοφος Σενέκας — Σενέκα επιστολές προς Λουκίλιο (LXXVIII. 7-10)— που η υγεία του κάθε άλλο παρά καλή ήταν. Ο ίδιος ο Επίκουρος πέθανε ύστερα από βασανιστικούς πόνους δύο εβδομάδων, από πέτρα στα νεφρά που του προκάλεσε επίσχεση ούρων· όμως ισχυρίστηκε ότι ο θάνατος τον εύρισκε ευδιάθετο, επειδή τις ώρες εκείνες διατηρούσε στο νου ζωντανή τη μνήμη των φίλων του, των ευχάριστων στιγμών και των συζητήσεων που ᾽χαν κάνει μαζί. Το ψυχικό μαρτύριο, αντίθετα από το σωματικό, είναι φρικτό να το υπομένει κανείς· όμως άπαξ και συλλάβεις την επικούρεια φιλοσοφία, δε θα χρειαστεί πια να το αντιμετωπίσεις. Μάθε τα όρια των αναγκών σου, αναγνώρισε τα όρια των δεινών που είναι πιθανό να υποφέρει το σώμα σου, και απόλαυσε τη σιγουριά ότι η ζωή σου θα είναι εξαιρετικά ηδονική αν δεν τη δηλητηριάζεις με άγχη και επιθυμίες.

«Μη σε στενοχωρεί ο θάνατος». Όσο είσαι ζωντανός, δεν έχεις σχέση μ᾽ αυτόν· μα κι όταν πεθάνεις, πάλι δεν έχεις να κάνεις μ᾽αυτόν, διότι τότε δε θα ᾽χεις να κάνεις με τίποτα. «Ένα τίποτα είναι για μας ο θάνατος», λέει ο Επίκουρος, γιατί «όταν υπάρχουμε εμείς, ο θάνατος είναι απών, και όταν ο θάνατος είναι παρών, δεν υπάρχουμε εμείς». — Επίκουρου επιστολή προς Μενοικέα 125 (βλ.σελίδα 255 του βιβλίου) Ο θάνατος είναι πάντοτε άσχετος μ᾽εμάς, αν και προκαλεί μεγάλη στενοχώρια σε πολλούς ανθρώπους για μεγάλο διάστημα της ζωής τους. Η έγνοια του θανάτου καλύπτει σαν πέπλο την εμπειρία της ζωής, είτε γιατί οι άνθρωποι προσβλέπουν σε μετά θάνατο ζωή και τρομοκρατούνται και εξευτελίζονται προκειμένου να κερδίσουν την εύνοια του Θεού, που θα μπορούσε κάλλιστα να τους τιμωρήσει για τις κακές τους πράξεις· είτε γιατί λυπούνται και τρομάζουν με την ιδέα ότι δεν θα υπάρχουν μετά το θάνατό τους. Όμως δεν υπάρχουν θεοί που να μας απειλούν, μα ακόμα και να υπήρχαν, εμείς δε θα είμασταν παρόντες για να μα τιμωρήσουν. Η ψυχή μας είναι ένα λεπτό πράγμα που διαλύεται όταν πεθαίνουμε· μα ακόμα κι αν το υλικό της ήταν τέτοιο που να επιβιώνει άθικτο, αυτό για μας πάλι δε θα σήμαινε τίποτα, γιατί ό,τι έχει σημασία είναι η συνέχεια του βιώματος, η οποία όμως διαρρηγνύεται με τον χωρισμό της ψυχής από το σώμα. Είναι παράλογο να φοβάσαι τη μη ύπαρξή σου, τη στιγμή που ήδη ξέρεις πως είναι το να μην υπάρχεις· σκέψου την εποχή που δεν είχες ακόμα γεννηθεί: ήταν τόσο απαράδεκτη η ανυπαρξία σου; Είναι μεγάλο μπέρδεμα το να στενοχωριέσαι για τη θνητότητά σου, κι είναι αχαριστία το να αγανακτάς με τους περιορισμούς της ζωής, σαν άπληστος συνδαιτυμόνας που έχει την απαίτηση να του σερβίρουν πιάτα επ᾽ αόριστον και αρνείται να σηκωθεί από το τραπέζι.

«Μη φοβάσαι το θεό». Οι θεοί είναι μακάριοι και αθάνατοι, ακριβώς όπως υποδηλώνεται από την ίδια την έννοια του «θεού». Όμως σύμφωνα με τον Επίκουρο, οι περισσότεροι άνθρωποι βρίσκονται σε κατάσταση σύγχυσης σε ό,τι έχει να κάνει με τους θεούς, πιστεύοντας πως οι θεοί ενδιαφέρονται πολύ για τις ανθρώπινες ενέργειες και καταβάλλουν μεγάλες προσπάθειες να ευνοήσουν τους πιστούς και να τιμωρήσουν τους θνητούς εχθρούς τους. Όχι· δεν συμβιβάζεται με την έννοια του Θείου η πίστη ότι οι θεοί καταβάλλουν προσπάθειες ή ότι έχουν έγνοιες. Η πιο ορθή αλλά και πιο ευχάριστη αντίληψη για τους θεούς είναι το να θεωρείς, όπως συχνά θεωρούσαν οι Έλληνες, ότι οι θεοί ζούν μακάριοι, απαλλαγμένοι από κάθε έγνοια, χωρίς ανάγκες, άτρωτοι, και ότι γενικά η ζωή τους είναι αξιοζήλευτη. Μια τέτοια σύλληψη μετατρέπει τους θεούς σε υποδείγματα προς μίμηση· μέσα στα όρια που επιβάλλει η ανθρώπινη φύση, οι Επικούρειοι αμιλλώνται την ευτυχία των θεών.

Ο Επίκουρος είπε ότι ήταν έτοιμος να παραβγεί με τον Δία σε ευτυχία, αρκεί να μην του έλειπε το κριθαρόψωμο και το νερό.

Αιλιανός Ιστορίες 4,13

Αν ωστόσο οι θεοί είναι τόσο ανεξάρτητοι, όπως υποδηλώνουν τα παραπάνω, τότε είναι βέβαιο ότι δεν θα προσέχουν τις λατρευτικές εκδηλώσεις μας και τις θυσίες που τους προσφέρουμε. (Είναι αλήθεια πως πολλοί πίστευαν ότι ο Επίκουρος υπονόμευε τα θεμέλια της παραδοσιακής θρησκείας). Επιπλέον, πώς μπορεί να εξηγήσει ο Επίκουρος τα θεϊκά ονόματα και τις οπτασίες, αν δεν μας τα στέλνουν οι ίδιοι οι θεοί με το θέλημά τους; Αυτές οι οπτασίες, απαντά ο Επίκουρος, είναι υλικές εικόνεςπου ταξιδεύουν μες στον κόσμο, όπως άλλωστε το κάθε τι που βλέπουμε ή φανταζόμαστε· επομένως πρόκειται για κάτι αληθινό. Ταξιδεύουν μες στον κόσμο εξ αιτίας των γενικών νόμων κίνησης των ατόμων κι όχι επειδή μας τις στέλνουν οι θεοί. Μα τότε, τι είδους σώματα θα πρέπει να έχουν οι θεοί, αν η εικόνα τους εκρέει από αυτά διαρκώς κι οι ίδιοι εξακολουθούν να παραμένουν άτρωτοι και ισχυροί; Τα σώματά τους απαντά ο Επίκουρος, διαρκώς εφοδιάζονται από παραστάσεις που ρέουν προς αυτούς· το σώμα ενός θεού ίσως να μην είναι τίποτα περισσότερο από μία εστία προς την οποία συγκεντρώνονται οι εικόνες που αργότερα θα ταξιδέψουν ως εμάς και θα συμβάλουν στην αντίληψή μας γι᾽ αυτό. — πρόκειται για μια υπόθεση· δεν είναι εύκολο να καταλάβει κανείς την επικούρεια θέση για την φύση των θεών, και ο αναγνώστης θα πρέπει να γνωρίζει ότι οι σύγχρονοι λόγιοι δεν συμφωνούν στην ερμηνεία των μαρτυριών.

Αν, ωστόσο, το Θείον δεν ασκεί καμία επιρροή προς όφελός μας, πως συμβαίνει να είναι ο κόσμος μας κατάλληλος για να τον κατοικούμε; Έγινε έτσι τυχαία, είπε ο Επίκουρος. Η απάντησή του αυτή, που έδωσε λαβή στους αρχαίους επικριτές του να τον χλευάσουν, τον τοποθετεί πολύ μπροστά από την εποχή του· είναι απάντηση που θα μπορούσε να δώσει και ένας σύγχρονός μας επιστήμονας. Ο Επίκουρος θεωρούσε ότι το σύμπαν είναι ένα υλικό σύστημα που διέπεται από υλικούς νόμους. Τα θεμελιώδη στοιχεία της ύλης είναι τα άτομα —θέση την οποία δανείστηκε από τον Δημόκριτο, έναν υλιστή φιλόσοφο. Κι από τον Επίκουρο, με τη σειρά του τη δανείστηκε ο Γάλλος Πιέρ Γκασεντί, που τον 17ο αιώνα εισήγαγε την ατομική θεωρία στη σύγχρονη επιστήμη, τα οποία κινούνται, συγκρούονται μεταξύ τους και σχηματίζουν μεγαλύτερες δομές σύμφωνα με φυσικούς νόμους. Αυτές οι μεγαλύτερες δομές μπορούν να εξελιχθούν σε ακόμη μεγαλύτερες με τη συσσώρευση περισσότερης ύλης, και κάποτε σχηματίζουν κόσμους ολόκληρους. Οι κόσμοι αυτοί είναι εξαιρετικά πολυάριθμοι και ποικίλοι. Κάποιοι απ᾽ αυτούς θα είναι ασταθείς, άλλοι όμως θα είναι σταθεροί. Οι τελευταίοι θα διατηρηθούν και —όπως ο δικός μας κόσμος— θα μοιάζουν να σχεδιάστηκαν έτσι ώστε να παραμένουν σταθεροί. Κάποτε, μέσα από τα στοιχεία των κόσμων αυτών, θ´ αναπτυχθούν έμβιες δομές. Σήμερα η θεωρία αυτή δεν είναι πια τόσο απίστευτη όσο ήταν για τους μη επικούρειους επιστήμονες και φιλοσόφους του αρχαίου κόσμου, και σε γενικές γραμμές ίσως είναι αληθινή.

Τυχαίνει σήμερα να έχουμε στη διάθεσή μας αρκετά στοιχεία της επικούρειας φυσικής φιλοσοφίας που πάνω της θεμελιωόταν το υπόλοιπο σύστημα του Επίκουρου. Όμως, δεν ήσαν λίγοι οι επικούρειοι που δεν ενδιαφέρονταν και τόσο γι´ αυτήν· ούτε και θεωρούνταν απαραίτητο γι´ αυτούς ένα τέτοιο ενδιαφέρον, εκτός κι αν οι ίδιοι έθεταν θεμελιώδη ερωτήματα, είτε από περιέργεια είτε από σκεπτικισμό. Αυτό που είχε τη μεγαλύτερη σημασία στη φυσική φιλοσοφία του Επίκουρου, ήταν η γενική πεποίθηση ότι ο καθένας μας έρχεται να ζήσει, πάνω στη γή ελεύθερος από μεταφυσικά δεσμά· ότι δεν είμαστε μαριονέτες κανενός Δημιουργού· ότι δεν υπάρχει σενάριο που θα πρέπει να ακολουθήσουμε και που μας θέτει υπό περιορισμό· ότι εναπόκειται σ´εμάς ν´ ανακαλύψουμε τους πραγματικούς περιορισμούς που μας επιβάλλει η φύση. Όταν το καταφέρουμε αυτό, θ´ανακαλύψουμε κάτι μαγευτικό: η ζωή είναι ελεύθερη, η ζωή είναι ωραία, η ευτυχία είναι εφικτή, μπορούμε ν´απολαύσουμε τη μακαριότητα των θεών αντί να αυτοεξευτελιζόμαστε εξ αιτίας των παρανοήσεών μας γι´αυτούς.

Λέγοντας ότι η ζωή είναι ελεύθερη, δεν εννοούμε ότι αψηφούμε κάθε ηθικό περιορισμό. Είναι πολύ κακή κίνηση το να εξαπατήσεις τους φίλους σου ή να βιαιοπραγήσεις στο δρόμο εναντίον άλλων ανθρώπων ή να προβείς σε οποιαδήποτε ενέργεια που θα μπορούσε να σε κάνει να στενοχωριέσαι για τις αντιδράσεις τους. Γιατί είναι κακή κίνηση; Όχι επειδή ο θεός έχει θεσπίσει ότι τέτοια πράγματα είναι «ανήθικα»· αλλά επειδή είναι ηλίθιο να κάνεις ο,τιδήποτε θα μπορούσε να σου προκαλέσει στεναχώρια και ταραχή για οτιδήποτε. Σύμφωνα με κάποιους ηθικούς φιλοσόφους (αρχαίους και σύγχρονους), η άποψη αυτή καθιστά τον επικουρισμό ανήθικη φιλοσοφία, επειδή αρνείται ότι το κακό υπάρχει εγγενώς στην ανήθικη συμπεριφορά. Αν μπορούσαμε να᾽μαστε σίγουροι ότι κανείς δεν θα την είχε ανακαλύψει, δεν θα ´χαμε λόγο να στεναχωριόμαστε για τις συνέπειές της, οπότε δεν θα ´χαμε λόγο να μην είμαστε ανήθικοι. Αυτό είναι αλήθεια, παραδέχεται ο Επίκουρος, ποτέ όμως δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι κανείς δεν θα την ανακαλύψει· οπότε, η πιο ήρεμη κατεύθυνση είναι να συμμορφωνόμαστε στους κανόνες της κοινωνικής ηθικής. Κανόνες που έχουν αναπτυχθεί στο πέρασμα των αιώνων για λόγους αρκετά κατανοητούς, και κυρίως για αμοιβαία προστασία από εχθρικές ενέργειες. Οι νομικοί και ηθικοί κανόνες υπηρετούν ένα καλό σκοπό· αν και δεν αξίζει τον κόπο να πασχίσεις να διακριθείς στο δημόσιο βίο και να σε τρώει το άγχος της πολιτικής ζωής. Πολύ πιο ικανοποιητική και πολύτιμη είναι η ανάπτυξη προσωπικών σχέσεων αμοιβαίας εμπιστοσύνης, γιατί στην ανάγκη ο φίλος θα σου παρασταθεί —όχι το δημόσιο πρόσωπο. Πραγματικά, οι φίλοι είναι η σπουδαιότερη άμυνά μας ενάντια στην ανασφάλεια, είναι για μας η μεγαλύτερη πηγή δύναμης, σύμφωνα με τις αλήθειες της επικούρειας φιλοσοφίας.

Οι φίλοι και η φιλοσοφία είναι οι δύο μεγαλύτεροι πόροι, που θα μας επιτρέψουν να ζήσουμε τη ζωή με σιγουριά και δίχως άγχος. Κι ίσως το καλύτερο απ´ όλα θα ήταν να είχαμε φίλους με τους οποίους να μοιραζόμασταν την επικούρεια φιλοσοφία μας· πολλοί επικούρειοι ζούσαν σε μικρές επικούρειες κοινότητες, όπως οι μαθητές του Πυθαγόρα σε παλαιότερους καιρούς. Αυτές οι κοινότητες είχαν ως πρότυπό τους τον Κήπο που ίδρυσε ο Επίκουρος σ´ ένα προάστιο της Αθήνας. Λίγα πράγματα ξέρουμε για την οργάνωση αυτών των κοινοτήτων, πέρα από το ότι δεν απαιτούσαν από τα μέλη να προσφέρουν την περιουσία τους (σε αντίθεση με τους Πυθαγόρειους και κάποιες σύγχρονες θρησκευτικές οργανώσεις), και το ότι γίνονταν σ´αυτές κανονικά μαθήματα και συζητήσεις πάνω στην επικούρεια φιλοσοφία. Στις κοινότητες αυτές, οι δούλοι και οι γυναίκες ήταν πρόσωπα ισότιμα με τους άρρενες πολίτες, πράγμα που ξέφευγε κατά πολύ από τα καθιερωμένα κοινωνικά πρότυπα της εποχής· ο Επίκουρος πίστευε ότι οι ταπεινής καταγωγής άνθρωποι ήταν σε θέση να καταλάβουν και να επωφεληθούν από τη φιλοσοφία του όσο και οι μορφωμένοι· ακόμη κι απ´αυτήν την άποψη, ο επικουρισμός βρισκόταν μπροστά από την εποχή του.Στην είσοδο του Κήπου του Επίκουρου, υπήρχε η επιγραφή: «Ξένε, καλά θα κάνεις να μείνεις εδώ· εδώ το υψηλότερο αγαθό είναι η ευχαρίστηση».

Το γεγονός ότι υπήρχαν γυναίκες μέλη στάθηκε αφορμή να διαδοθούν από εχθρικά πρόσωπα σκανδαλώδεις φήμες, ότι ο Κήπος ήταν τόπος ακατάπαυστων οργίων και γλεντιών· φήμες που προφανώς ενισχύθηκαν από τη θέση του Επίκουρου ότι η σωματική ηδονή είναι η πρωταρχική και βασική μορφή ηδονής. Όμως ο Επίκουρος πίστευε στο γάμο και στην οικογένεια, για όσους ήταν προετοιμασμένοι για τέτοιες ευθύνες· και αποδοκίμαζε τον σεξουαλικό έρωτα, διότι παγιδεύει τον εραστή μέσα σ´ ένα κουβάρι περιττών αναγκών και τρωτών συναισθηματικών καταστάσεων. Το τυπικό μοντέλο: αρχικά πόθος, μετά ξεμυάλισμα, στη συνέχεια εκπλήρωση και τέλος ζήλεια ή πλήξη. Σ´αυτή την αέναα επαναλαμβανόμενη ιστορία, πέρα από την ίδια την ερωτική πράξη δεν υπάρχει παρά η ανησυχία και η κατάπτωση. Ο Επίκουρος θεωρούσε το σεξ ως μια μη αναγκαία ηδονή που ποτέ δεν πρόσφερε πραγματικό όφελος σε κανέναν — …«και να´μαστε κι ευχαριστημένοι αν δεν μας βλάψει κιόλας»! (Διογένης Λαέρτιος, Χ 118). Η ερωτική πράξη από μόνη της δεν έχει τίποτε το επιλήψιμο· όμως πολύ πιο σημαντική από το σεξ ή τον έρωτα είναι η φιλία, που «χορεύει ολόγυρα στην οικουμένη, καλώντας μας να ξυπνήσουμε για χάρη της ευτυχίας» (Επίκουρου προσφώνησις 52).

Ένα από τα πιο αξιοσημείωτα γνωρίσματα της επικούρειας φιλοσοφίας είναι ότι μπορεί να γίνει κατανοητή σε πολλά γνωστικά επίπεδα. Δε χρειάζεται να είσαι φιλοσοφική διάνοια για να συλλάβεις τα κύρια νοήματα· γι αυτό και ο Επίκουρος επινόησε ρητά και αξιώματα που ο καθένας θα μπορούσε να τα απομνημονεύσει και να τα έχει στη διάθεσή του, να τον βοηθούν σε δύσκολες ώρες να ξεπερνά τις ταραχές της ψυχής… Υπήρχαν, για παράδειγμα, δαχτυλίδια με μικρούς σφραγιδόλιθους, αλλά και καθρεφτάκια, με χαραγμένη τη φράση «ένα τίποτα είναι ο θάνατος» —μικρά ενθυμήματα για να τα´χουν μαζί τους οι οπαδοί, ενώ θα καταγίνονταν με τις καθημερινές τους ασχολίες. Υποθέστε όμως ότι δεν σας πείθει το «ένα τίποτα είναι ο θάνατος», και ότι θέλετε αποδείξεις προτού οργανώσετε τη ζωή σας γύρω από την ιδέα αυτή. Για την περίπτωσή σας, ο Επίκουρος έγραψε επιστολές που συνόψιζαν τα βασικά του επιχειρήματα, και που κυκλοφορούσαν ελεύθερα ανάμεσα σε κείνους που ενδιαφέρονταν για το θέμα. Υποθέστε, πάλι, ότι ήδη διαθέτετε φιλοσοφική παιδεία και θέλετε να αποτιμήσετε τα επιχειρήματα του Επίκουρου παραβάλλοντάς τα με μιαν αντίπαλη επιχειρηματολογία κάποιου άλλου φιλοσόφου. Για το σκοπό αυτό έγραψε επιμελημένα και ολοκληρωμένα δοκίμια· η κύρια πραγματεία του πάνω στη φυσική φιλοσοφία έφτανε στον εκπληκτικό αριθμό των 37 τόμων. Ο Επίκουρος είχε γράψει και μια ενδιάμεση (πάντως αρκετά ενδελεχή) επιτομή αυτού του εκτενέστατου βιβλίου· γενικά, τα θέματα θα πρέπει να αναπτύσσονταν σε διάφορα επίπεδα όσον αφορά στην έκταση και στη λεπτολογία. Αν μας φαίνονται επιφανειακά τα στοιχεία που διαθέτουμε για ένα θέμα, προφανώς αυτό οφείλεται στο ότι οι πιο ενδελεχείς και εκτεταμένες συζητήσεις πάνω στο θέμα δεν έχουν διασωθεί.

Ο σημερινός μελετητής του επικουρισμού θα πρέπει να γνωρίζει ποιές είναι οι διαθέσιμες πηγές του. Κανέναν μεγάλο έργο του Επίκουρου δεν έχει διασωθεί στο ακέραιο, όμως τις πολλές του συνόψεις και συντομεύσεις έχουν επιβιώσει τρείς που περιλαμβάνονται αυτούσιες στο έργο Βίοι και Γνώμαι των εν Φιλοσοφία Ευδοκιμησάντων του Διογένη Λαέρτιου, ενός βιογράφου του 3ου μ.Χ. αιώνα. Είναι η Επιστολή στον Μενοικέα, όπου ο Επίκουρος εκφράζει συνολικά την άποψή του για την προσωπική ευτυχία· η Επιστολή στον Ηρόδοτο σκιαγραφεί την επικούρεια υλιστική φιλοσοφία της φύσης, και η Επιστολή στον Πυθοκλή καταγίνεται με τα φυσικά ουράνια φαινόμενα (που πολλοί τα θεωρούσαν έργο των θεών). Οι τρείς αυτές επιστολές απεικονίζουν με τον πιο έγκυρο τρόπο τις απόψεις και τον τρόπο που επιχειρηματολογούσε ο ίδιος ο Επίκουρος.Το ίδιο και οι επονομαζόμενες Κύριες Δόξες, ένα σύνολο 40 σύντομων και ζουμερών σημειώσεων-αποφθεγμάτων, συγκεντρωμένων έτσι ώστε να απομνημονεύονται εύκολα οι βασικές αρχές του επικούρειου συστήματος. Μια παρόμοια συλλογή, είναι η λεγόμενη Επίκουρου Προσφώνησις —ένα συμπίλημα ρητών του Επίκουρου και άλλων Επικούρειων.

Την εικόνα που σχηματίζουν τα ντοκουμέντα αυτά έρχονται να διευρύνουν τα αποσπάσματα των έργων του Επίκουρου. Σε μερικές περιπτώσεις πρόκειται κυριολεκτικά για σπαράγματα: απανθρακωμένα και εύθρυπτα κομμάτια παπύρων (ο πάπυρος ήταν το χαρτί της αρχαιότητας) που βρέθηκαν σε μιαν έπαυλη στο Ερκουλάνο —ή Ηράκλειο—, μια πόλη που μαζί με τη γειτονική της Πομπηία, καταστράφηκε στη μεγάλη έκρηξη του Βεζούβιου το 79 μ.Χ. Άλλα αποσπάσματα αποτελούν μικρά τμήματα των έργων του Επίκουρου που παρατίθενται από επικούρειους συγγραφείς όπως ο Φιλόδημος από τα Γάδαρα, τα βιβλία του οποίου βρέθηκαν απανθρακωμένα στην έπαυλη του Ερκουλάνου. Κι ακόμη, αρκετά αποσπάσματα του Επίκουρου βρίσκει κανείς μέσα στα έργα άλλων αρχαίων συγγραφέων, που διασώθηκαν με τον συνηθισμένο τρόπο: δια της αντιγραφής από το ένα χειρόγραφο βιβλίο σε άλλο. Μερικές φορές ο συγγραφέας μας λέει από ποια διατριβή ή ποια επιστολή παραθέτει το απόσπασμα· σε άλλες περιπτώσεις δεν είμαστε σε θέση να ξέρουμε από πού προέρχεται η περικοπή.

Ασύγρκιτα πιο χρήσιμη πηγή απ´ όλες είναι ένα ποίημα του Λουκρήτιου, ενός Ρωμαίου επικούρειου των αρχών του 1ου αι. π.Χ. Πρόκειται για ένα μακρύ διδακτικό ποίημα που αποτελείται από 6 βιβλία, με τίτλο DE RERUM NATURA (Για τη Φύση των Πραγμάτων), που παρουσιάζει σε λατινικό στίχο την επικούρεια φιλοσοφία της φύσης διανθισμένη με με απελευθερωτικές διδαχές και κηρύγματα κατά της δεισιδαιμονίας. Πρόκειται για μεγάλο κλασικό έργο της παγκόσμιας λογοτεχνίας, που εντυπωσιάζει τόσο με τις πλούσιες ποιητικές αρετές του όσο και με την άτεγκτη συνέπεια των ιδεών του. Δεδομένου ότι έχει χαθεί η Μεγάλη Επιτομή του Επίκουρου (μια λεπτομερής επιτομή των τριανταεπτά τόμων Περί Φύσεως), πάνω στην οποία φαίνεται ότι είναι βασισμένο το ποίημα του Λουκρήτιου, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε σε τι βαθμό αποτελεί αποτελεί πιστή έκφραση των θέσεων του πρώτου. Αν και δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι ο Λουκρήτιος δεν εισάγει νέες ιδέες, στο έργο του δεν βρίσκεται κανένα στοιχείο που να αντιβαίνει στις γνωστές θέσεις του Επίκουρου. Μια ενδελεχής μελέτη του επικουρισμού θα πρέπει οπωσδήποτε να περιλαμβάνει τον Λουκρήτιο στο κύριο σώμα των μαρτυριών.

Ο Επίκουρος ανέπτυξε ένα φιλοσοφικό σύστημα και καθιέρωσε ένα τρόπο ζωής που αξίζουν το σεβασμό και την κατανόηση, ίσως ακόμα και την αφοσίωσή μας. Στη Μεσόγειο της αρχαιότητας, αυτός ο τρόπος ζωής προσέλκυσε εκατοντάδες χιλιάδες οπαδούς σε κοινότητες που βάσταξαν πάνω από 600 χρόνια. Όμως, από την αρχή ακόμα της διδασκαλίας του, το μήνυμά του συνάντησε αντιδράσεις και διαστρεβλώθηκε· πρώτα από τους ακαδημαϊκούς φιλοσόφους και την πολιτική εξουσία και στη συνέχεια από τους χριστιανούς. Είναι γεγονός ότι οι Επικούρειοι σχεδόν ποτέ δεν ξεπούλησαν τα πιστεύω τους για να στραφούν σε άλλα φιλοσοφικά συστήματα, ενώ άλλες σχολές σε μόνιμη βάση έχαναν μαθητές, που στρέφονταν στον επικουρισμό. Γιατί; Ίσως γιατί οι Επικούρειοι έβρισκαν στο σύστημά τους ένα πραγματικό νόημα. Άλλη μια —χαρακτηριστικά περιφρονητική— εξήγηση δίνει ο Αρκεσίλαος, αντίπαλος του Επίκουρου: «Τον άντρα μπορείς να τον κάνεις ευνούχο· έναν ευνούχο όμως δεν μπορείς να τον κάνεις άντρα» (Διογένης Λαέρτιος, IV 43. Ο Αρκεσίλαος ήταν επικεφαλής της πλατωνικής Ακαδημίας στα χρόνια του Επίκουρου). Ακόμα και στις μέρες μας, οι επικριτές του επικουρισμού εξακολουθούν να τον παραποιούν, εμφαίζοντάς τον ως μια φυγόπονη πνευματικά, ρηχή, ηδονοθηρική, ανήθικη ή άθεη παρωδία της αληθινής φιλοσοφίας. Στις μέρες μας, ο επικουρισμός έφτασε να σημαίνει το αντίθετό του: ένας εξεζητημένος ζήλος για σπάνια και ακριβά εδέσματα και ποτά.

Παρακαλώ, βρείτε το κουράγιο να αγνοήσετε μια προκατάληψη δύο χιλιάδων ετών, και αποτιμήστε τη φιλοσοφία αυτή κρίνοντας από τα αξιόλογα χαρίσματά της.

Tα "μυστικά" της τύχης: Πώς θα την κάνεις να σου χαμογελάσει

Αρχίζουμε να ορίζουμε
Ας μου επιτραπεί να θέσω ένα όριο στο σημασιολογικό πεδίο της έννοιας της τύχης, τουλάχιστον γι' αυτές τις σελίδες. Αυτό μπορεί να μας βοηθήσει ν' αποφασίσουμε ποιο μέρος είμαστε διατεθειμένοι να της παραχωρήσουμε στις αποφάσεις μας και, τελικά, πόσο χώρο θα καταλήξουμε να της αναγνωρίσουμε στη ζωή μας.
Καταρχήν, μιλάμε για τύχη όταν κάποιος φαίνεται να επηρεάζεται σημαντικά από ένα απρόοπτο γεγονός.
Με άλλα λόγια, πρέπει να συνυπάρχουν και τα δύο (έκπληξη και συναισθηματικός αντίκτυπος) για να μιλήσουμε για τύχη.
Αν το γεγονός είναι καλό (ή κακό) για το άτομο αλλά δεν υπάρχει τίποτα το «τυχαίο» ή το απροσδόκητο, τότε δεν μιλάμε για τύχη. Για  παράδειγμα δεν θεωρούμε τύχη το ότι μας έδωσαν τα ρέστα στις αγορές μας σε γνήσια χαρτονομίσματα, γιατί δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς. Στο ίδιο παράδειγμα, θα αρχίζαμε να αισθανόμαστε τυχεροί αν αποδεικνυόταν πως έχουμε στο πορτοφόλι μας μόνο γνήσια χαρτονομίσματα, ενώ πληροφορηθήκαμε ότι κυκλοφορούν ψεύτικα στην περιοχή μας„ και αρκετοί γείτονες έπεσαν θύματα.
Το στοιχείο του απροόπτου —ή και του άδικου ακόμα— είναι απολύτως αναγκαίο προκειμένου η τύχη να είναι αντάξια του ονόματός της. Μας το λέει και ο Μαρκ Τουέιν στον Χάκλμπερι Φιν:
Μας χαροποιεί περισσότερο
το ένα δολάριο που βρίσκουμε στο δρόμο,
παρά τα δέκα
που παίρνουμε μισθό.
Πρέπει να θυμόμαστε ότι, εκτός από το απρόοπτο που προβλέπεται εξ ορισμού, κάποιος ή κάποιοι πρέπει να επωφελούνται ή να ζημιώνουν από το γεγονός. Διαφορετικά, αν το συμβάν είναι εντελώς ουδέτερο για όλους, δεν μπορούμε να μιλάμε για τύχη. Ας δώσουμε ένα απλό παράδειγμα: δεν είναι ούτε καλή ούτε κακή τύχη το ότι συμπτωματικά, αυτή τη στιγμή, σε κάποιο απομονωμένο σημείο του Ειρηνικού βρέχει... εκτός αν φανταστούμε ότι έχουμε στοιχηματίσει με κάποιον γι' αυτό.
Αυτό μας κάνει να συνειδητοποιήσουμε ότι η διάκριση μεταξύ τυχερού και άτυχου μόνο υποκειμενική μπορεί να είναι. Ποιος άλλος μπορεί, καλύτερα από μένα, να αξιολογήσει τα γεγονότα της ζωής μου σε μια δεδομένη στιγμή;
Το παραπάνω σημαίνει ότι σχεδόν οποιαδήποτε κατάσταση μπορεί να με κάνει να νιώσω αδικαιολόγητα τυχερός ή άτυχος, αφήνοντας να εννοηθεί ότι κάπου κρύβεται κάτι καλό για μένα που εγώ το αγνοώ — ή το αντίθετο. Κι ακόμα, ότι κάτι κακό για όλους μπορεί να είναι καλό για μένα — ή το αντίστροφο.
Πάντα με προβλημάτιζε η παρακάτω υπόθεση: η κοπελίτσα από το χωριό που είναι τρελά ερωτευμένη με τον πιο επικίνδυνο εγκληματία της μεγαλούπολης, τελικά γνωρίζεται μαζί του τυχαία και καταφέρνει να τον κάνει να την ερωτευτεί. Το κορίτσι είναι τυχερό ή άτυχο;
Δεν φτάνει που η τύχη είναι τυφλή, τυφλώνει και όσους ευνοεί.
Κικέρων
Από μια άλλη άποψη, μπορεί κάποιος να αισθάνεται τυχερός όταν αυτό που του συμβαίνει είναι απολύτως προβλέψιμο, ή αποτελεί την αναμενόμενη συνέπεια της συμπεριφοράς του (ή, αντιστρόφως, βρίσκει φυσικό αυτό που είναι για όλους ασυνήθιστο ή απολύτως απροσδόκητο).
 
Θα σας πω μια ιστορία για να χαμογελάσετε:
Επειδή η γυναίκα του δεν μπορούσε να τον συνοδεύσει εκείνη τη φορά, ο Αντόνιο κάλεσε τον φίλο του τον Μανουέλ να πάει μαζί του να γνωρίσει το Λας Βέγκας. Αφού του εξήγησε πόσο απλό είναι το παιχνίδι με τους κερματοδέκτες, ο Αντόνιο άφησε τον φίλο του στην αίθουσα των παιχνιδιών μ' ένα μπολ γεμάτο κέρματα και πήγε στο συνηθισμένο του τραπέζι του πόκερ. Δύο ώρες αργότερα γύρισε να πάρει τον Μανουέλ. Τον βρήκε μπροστά σε ένα αυτόματο μηχάνημα που πουλούσε λεμονάδα. Έβαζε ένα δολάριο, πατούσε το κουμπί κι έβγαζε ένα κουτάκι, μετά έβαζε άλλο δολάριο, πατούσε ένα άλλο κουμπί κι έβγαζε ένα άλλο κουτάκι. Δίπλα του είχε σχηματιστεί ένα βουνό από αναψυκτικά.
«Τι κάνεις εκεί;» τον ρωτάει ο Αντόνιο.
«Έχω τύχη» του λέει ο Μανουέλ. «Έχω κερδίσει κάπου είκοσι αναψυκτικά. Μέχρι να χάσω, δεν πρόκειται να σταματήσω.»
Αυτή τη στιγμή υπάρχουν δύο μόνο λόγοι που με κάνουν να αισθάνομαι —εγώ προσωπικά— πως ειμαι τυχερός. Θα μπορούσα με βεβαιότητα να πώ πως αισθάνομαι τυχερός όταν μου συμβαίνουν καλά πράγματα που δεν τα περίμενα, και όταν ΔΕΝ μου συμβαίνουν άσχημα πράγματα που θα έπρεπε να περιμένω να μου συμβούν.