Τρίτη 13 Ιουνίου 2023

O Σχηματισμός των λέξεων στην Αρχαία Ελληνική γλώσσα

3. Συντμημένοι τύποι και διπλασιασμός συμφώνων


§ 23. Προέκυψαν μάλλον από τον συναισθηματικό τονισμό ενός μέρους του ονόματος, όπως συμβαίνει σε μια προσφώνηση από απόσταση. Ήδη, όμως, σε πρώιμο στάδιο η σύντμηση πρέπει να πέρασε και σε άλλες πτώσεις πέρα από την κλητική και έτσι να απέκτησε την αξία ενός μέσου για τον σχηματισμό λέξεων. 

Υπέρ της παραγωγής των συντμήσεων από τις προσφωνήσεις συνηγορεί το γεγονός ότι το τελευταίο σύμφωνο του εναπομείναντος τμήματος της λέξης συχνά διπλασιάζεται, κάτι που αντιστοιχεί επίσης σε έντονη συμπάθεια: Κλέομμις = Κλεο-μένης, Στράττις = Στράτιπ-πος, Ἀγαθθώ = Ἀγαθ-· εδώ συμμετέχουν μερικές φορές και λέξεις που μοιάζουν με κύρια ονόματα: τίτθη (κλασ.) = τιθήνη (Όμ.) 'τροφός', γύννις 'θηλυπρεπής' (Αριστοφ.) σε σχέση με το γυνή 'γυναίκα'. Πρβ. και λατ. Varro σε σχέση με το v ā rus 'στραβοκάνης, ραιβοσκελής', cuppes 'λιχούδης' σε σχέση με το cupere*.
-------------------
*Σήμερα γίνεται δεκτό πως οι περισσότερες συντμήσεις κύριων ονομάτων συμβαίνουν στη βρεφική γλώσσα, κατά την προσπάθεια του μικρού παιδιού να αναπτύξει την (έμφυτη) γλωσσική του ικανότητα.

Η ευτυχία με διδάγματα της ιαπωνικής φιλοσοφίας

Τα διδάγματα της ιαπωνικής φιλοσοφίας ελκύουν πολύ τον δυτικό πολιτισμό. Ίσως επειδή ο ιαπωνικός πολιτισμός, η φιλοσοφία και οι ρίζες της πνευματικότητάς του είναι τόσο καθαρά και αυθεντικά. Επιπλέον, σχετίζονται πολύ με τη γνώση του πώς μπορούμε να ζούμε σε αρμονία με τη φύση και τους συνανθρώπους μας.

Ταυτόχρονα, θαυμάζουμε την ιαπωνική κουλτούρα επειδή κατέχει τη γνώση του πώς μπορούν να ξεπεραστούν οι δυσκολίες, να γίνει πραγματικό κτήμα μας η αίσθηση της ευτυχίας, και όλα αυτά με βάση τα απλά πράγματα στη ζωή και την αρμονία μεταξύ νου και φύσης.

Οι Ιάπωνες τονίζουν επίσης την αίσθηση αρμονίας που πρέπει να προκύπτει από τον μεγάλο σεβασμό που οφείλουμε στις παλαιότερες γενιές. Η ταπεινοφροσύνη του πνεύματος προάγει την αμοιβαιότητα, την υγιεινή ζωή, την αγνότητα και την πολύτιμη οικογενειακή αρμονία.

Είμαστε σίγουροι ότι αυτές οι διδασκαλίες μπορούν να σας βοηθήσουν πολύ και να σας εμπνεύσουν στη ζωή σας.

Διαβάστε παρακάτω για να μάθετε περισσότερα και να υιοθετήσετε ορισμένες από αυτές τις σοφές συμβουλές.

Κυνηγήστε αυτό που μπορείτε και αφήστε τα υπόλοιπα στο πεπρωμένο.

Το «κυνηγήστε αυτό που μπορείτε και αφήστε τα υπόλοιπα στο πεπρωμένο» μπορεί να μοιάζει αινιγματική ως συμβουλή, αλλά στην πραγματικότητα υπηρετεί έναν υψηλό σκοπό και αποκαλύπτει μια ενδιαφέρουσα αλήθεια.

Δεν έχουμε τον απόλυτο έλεγχο σε όλα όσα μας συμβαίνουν ή σε όσα μπορούν να μας συμβούν.

Ωστόσο, έχουμε την υποχρέωση να φροντίζουμε για τη δική μας ζωή, να προσέχουμε την κατεύθυνση στην οποία μας οδηγούν οι προθέσεις, οι επιθυμίες και οι στόχοι μας. Παρόλο που μέρος του ταξιδιού που προδιαγράφει το πεπρωμένο μας θα ανήκει για πάντα στο απροσδόκητο, ένα μεγάλο μέρος του ανήκει επίσης σε εμάς.

Μπορούμε να ορίσουμε ένα μεγάλο μέρος του μέλλοντός μας και είναι καθήκον μας να το διαμορφώσουμε σύμφωνα με τις επιθυμίες μας.

Μια ευγενική κουβέντα μπορεί να προσφέρει ζεστασιά

Το να μιλάμε με φιλικό και ευγενικό τρόπο δεν κοστίζει τίποτα, αλλά αξίζει πολύ.

Ωστόσο, δεν το κάνουμε πάντα. Δεν έχουμε πάντα το χρόνο ή δεν υπολογίζουμε αρκετά την ευημερία των ανθρώπων γύρω μας.

Ας το κάνουμε, λοιπόν. Ας χρησιμοποιήσουμε θετική γλώσσα που δίνει στους ανθρώπους φτερά, επιβεβαίωση, παρηγοριά, ενθάρρυνση και αυξάνει την αυτοεκτίμησή μας.

Αν ένα πρόβλημα έχει λύση, δεν χρειάζεται να σας ανησυχεί: από τα διδάγματα της ιαπωνικής φιλοσοφίας

Αν ένα πρόβλημα έχει λύση, δεν αξίζει την ανησυχία σας. Και αν δεν έχει, δεν αξίζει να ανησυχείτε γι’ αυτό ακόμα περισσότερο.

Η αποδοχή μιας πραγματικότητας είναι, χωρίς αμφιβολία, ένας από τους παραδοσιακούς πυλώνες της ιαπωνικής φιλοσοφίας. Μέσα από την αποδοχή, η νοητική διαύγεια συνοδεύεται από τα κατάλληλα συναισθήματα.

Αν κάτι δεν έχει λύση, το μόνο που αξίζει να κάνουμε είναι να γυρίσουμε σελίδα και να εστιάσουμε τις σκέψεις και τις ενέργειές μας σε κάτι άλλο.

Μη σταματάτε τη ροή των πραγμάτων. Μη φοβάστε όσα έρχονται.

Μερικές φορές, κρατάμε εμμονική σύνδεση με τα πράγματα, δεν είμαστε δεκτικοί σε όσους βρίσκονται γύρω μας ή προσπαθούμε να διατηρήσουμε δυσλειτουργικές σχέσεις και καταστάσεις.

Είναι γεγονός ότι στη ζωή θα υπάρχουν πάντα πράγματα που θα χρειαστεί να εγκαταλείψουμε. Μια φιλία ή μια αγάπη μπορεί να μην έχει πλέον νόημα. Είναι απαραίτητο να αφήνουμε πίσω μας τα πράγματα που δεν μας αναπτύσσουν ως προσωπικότητα.

Σε άλλες περιπτώσεις, πρέπει να είμαστε σε θέση να αντιληφθούμε ότι τα πράγματα αλλάζουν και υπάρχει κάτι καινούργιο που έρχεται και στο οποίο πρέπει να προσαρμοστούμε.

Αναζητήστε έγκαιρα απαντήσεις στις ερωτήσεις σας, από τα διδάγματα της ιαπωνικής φιλοσοφίας

Οι Ιάπωνες είναι πάντα πολύ σοφοί σε καθετί που σχετίζεται με την ανάληψη πρωτοβουλιών.

Αυτό οφείλεται σε κάτι πολύ ξεκάθαρο. Τα πάντα έχουν τη στιγμή τους και είναι ιδανικό να γνωρίζουμε πότε είναι ο καλύτερος χρόνος να κάνουμε ή να πούμε κάτι.

Τι σημαίνει αυτό; Βασικά, δεν πρέπει να προσπερνούμε τις ευκαιρίες, αλλά την ίδια στιγμή δεν πρέπει να βιαζόμαστε να κάνουμε απερίσκεπτες κινήσεις.

Θυμηθείτε ότι υπάρχει ο σωστός χρόνος για να κάνετε ερωτήσεις και ο σωστός χρόνος για να αναζητήσετε απαντήσεις. Υπάρχουν στιγμές που πρέπει να παραμείνουμε ακίνητοι και απλώς να παρακολουθήσουμε τα γεγονότα και άλλες όπου απαιτείται να δράσουμε.

Η καλή τύχη επισκέπτεται πάντα ένα χαρούμενο σπιτικό.

Η καλοτυχία σημαίνει πολλά παραπάνω από το να είναι κάποιος απλώς τυχερός. Συνεπάγεται την ικανότητα να είστε δεκτικοί στις ευκαιρίες, τα νέα σχέδια, τις σημαντικές ιδέες και τα δώρα που σας δίνονται είτε από τη μοίρα είτε επειδή τα κερδίσατε με προσπάθεια και αφοσίωση.

Πρέπει να είστε θετικοί. Είναι σημαντικό να αντιμετωπίσετε τη ζωή με αρμονία. Αυτό προέρχεται από τις θετικές σχέσεις, την οικογενειακή στήριξη, τους καλούς φίλους και την ευτυχία στην καρδιά σας, εκεί όπου το μυαλό σας ξέρει και καταλαβαίνει ότι όλα είναι εφικτά.

Ελπίζουμε ότι αυτές οι απλές αρχές σας έχουν κάνει να αναλογιστείτε τη ζωή σας διαφορετικά. Αυτός είναι ο σκοπός της ιαπωνικής φιλοσοφίας, εξάλλου. Δεν επιδιώκει να μας αλλάξει, αλλά να μας κάνει να σκεφτούμε τη δική μας πραγματικότητα για να τη διαμορφώσουμε με τον δικό μας τρόπο μέσα από την καλοσύνη και την ταπεινοφροσύνη.

Σας ενέπνευσαν αρκετά για να τις εφαρμόσετε;

Κάποια μέρα ή θα τους συγχωρήσω ή θα αδιαφορήσω

Κάποια μέρα, δεν έχω ιδέα πόσο κοντά είναι ή πόσο μακριά, θα σταματήσω να βασανίζω τον εαυτό μου με ερωτήματα που δεν μπορούν να απαντηθούν, προσπαθώντας να καταλαγιάσω τον θυμό μου και τα συναισθήματά μου, που είναι βαριά και επικίνδυνα τον τελευταίο καιρό.

Κάποια μέρα αυτές όλες οι σερνόμενες άναρθρες κραυγές που μέσα μου ουρλιάζουν και παλεύουν να βγουν προς τα έξω, θα ξεπεταχτούν και θα πνίξουν όλους αυτούς που με γέμισαν πληγές αγιάτρευτες.

Κάποια μέρα όλες αυτές οι σταμπαρισμένες δύσκολες στιγμές μου θα βρουν καταφύγιο ή στην αδιαφορία ή στην συγχώρεση. Δεν ξέρω τι απροσδόκητο συναίσθημα θα καταφέρει να κυριαρχήσει στην ψυχή μου, ποιος θα κοντραριστεί με ποιον, αλλά τότε ίσως να μην βρεθεί κανένας τόσο ικανός στον δρόμο μου, για να με παρασύρει στον δρόμο της σιωπής.

Είναι άγνωστο αν θα έχω δυνάμεις να παλέψω και να ανταποκριθώ γιατί όλα τώρα μυρίζουν ερείπιο και ρημαδιό. Δεν ξέρω αν καταφέρω να βρω την τόλμη που απαιτεί η περίσταση για να ξεστομίσω μια λέξη.

Κάποια μέρα ίσως καταφέρω να φέρω σε αμηχανία τους ανθρώπους-κοράκια που μαζεύτηκαν γύρω μου για να ξεσκίσουν την σάρκα μου, αδιαφορώντας για αυτούς ή συγχωρώντας τους.

Κάποια μέρα θα σταματήσω να σπαταλάω άδικα τις κουβέντες μου για αυτούς όλους, και δεν θα χρειάζεται πλέον να περιγράψω σε κανέναν αυτό που μου έκαναν.

Κάποια μέρα θα φύγω μακριά, θα τολμήσω να τους γυρίσω επιδεικτικά την πλάτη, θα σταματήσω να έχω κατανόηση και διάθεση. Κάποια μέρα ή θα αδιαφορήσω ή θα τους συγχωρήσω.

Η νιότη είναι μια κατάσταση του νου

«Οι νέοι είναι χαρούμενοι, γιατί έχουν την ικανότητα να βλέπουν την Ομορφιά. Όποιος διατηρεί αυτή την ικανότητα, δε γερνά ποτέ» –Φραντς Κάφκα

Να είστε νέοι.
Η νεότητα δεν είναι περίοδος της ζωής,
είναι κατάσταση του νου, η συνέπεια της προθυμίας,
η ιδιότητα της φαντασίας, η συναισθηματική δύναμη,
η νίκη του θάρρους ενάντια στη δειλία,
η νίκη της λαχτάρας για περιπέτεια ενάντια στο βόλεμα μιας άχρωμης ζωής.

Δεν γερνάμε γιατί διανύουμε έναν συγκεκριμένο αριθμό ετών,
γερνάμε γιατί εγκαταλείπουμε τον ενθουσιασμό μας.
Τα χρόνια ρυτιδώνουν το δέρμα, η απουσία ενθουσιασμού ρυτιδώνει την ψυχή,
η ανησυχία, η αμφιβολία, ο φόβος, η απελπισία
είναι εχθροί που σιγά σιγά μας κάνουν να γέρνουμε προς το έδαφος
και να γινόμαστε σκόνη πριν από το θάνατο…

Νέος είναι αυτός που αιφνιδιάζεται και θαυμάζει.
Που ρωτάει σαν αχόρταγο παιδί: «Και μετά;»
Προκαλείται από τα γεγονότα
και βρίσκει χαρά στο παιχνίδι της ζωής.

Είστε όσο νέα είναι η πίστη σας.
Όσο ηλικιωμένη είναι η αμφιβολία σας,
όσο νέα η αυτοπεποίθησή σας
Όσο νέα είναι η ελπίδα σας.

Όσο ηλικιωμένη είναι η απελπισία σας,
όσο νέα είναι η αγάπη που νιώθετε για τον εαυτό σας,
όσο ηλικιωμένη είναι η κριτική που ασκείτε σ΄εσάς και στους άλλους…
Θα μείνετε νέοι για όσο καιρό παραμένετε δεκτικοί και ανοιχτοί.
Δεκτικοί στο ωραίο, στο καλό, στο μεγάλο.
Ανοιχτοί στα μηνύματα του σώματός σας, της φύσης, του ανθρώπου, του απείρου….

Αν μια μέρα η καρδιά σας ταραχτεί από την απαισιοδοξία θυμηθείτε ότι το χαμόγελο και το γέλιο μπορούν να φωτίσουν ξανά την αιώνια νεότητά σας!

Η έξυπνη πόλη του κοντινού μέλλοντος

Η έννοια της έξυπνης πόλης

Τον 18ο αιώνα, λιγότερο από το 5% του παγκόσμιου πληθυσμού ζούσε σε μεγάλα αστικά κέντρα και η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων ασχολούνταν με την παραγωγή των απαραίτητων τροφίμων για επιβίωση. Σήμερα, παραπάνω από το 50% του παγκόσμιου πληθυσμού ζει σε πόλεις και πιθανότατα μέχρι το τέλος αυτού του αιώνα περισσότερο από το 80% του παγκόσμιου πληθυσμού θα έχει συγκεντρωθεί σε μεγάλα αστικά κέντρα (Nam & Pardo, 2021). Εύκολα, συμπεραίνουμε ότι οι πόλεις είναι το μέλλον της ανθρωπότητας.

Το μεγαλύτερο ποσοστό αυτής της αστικοποίησης γίνεται λόγω της ανάγκης των ανθρώπων για μια καλύτερη ζωή, συντελώντας μια βασική μέθοδο για την εξοικονόμηση ενέργειας και κατά συνέπεια των εκπομπών CO2 αναλογικά.

Αυτή η ταχεία μετάβαση του πληθυσμού σε μεγάλα αστικά κέντρα δημιουργεί πολλές προκλήσεις για τον σχεδιασμό, την ανάπτυξη και τη λειτουργία πόλεων που θα έχουν τη δυνατότητα να ικανοποιούν τις ανάγκες και τις απαιτήσεις του πληθυσμού αυτού. Αυτό αποτελεί τροφή για έρευνα για τους εκάστοτε ερευνητές και επιστήμονες, αρχιτέκτονες, μηχανικούς, σχεδιαστές, κτλ. Επομένως, εμφανίζεται μεγάλη ανάγκη για επανασχεδιασμό και αλλαγή των πόλεων. Τα πιο συνηθισμένα μέσα επίλυσης των προβλημάτων των αστικών περιοχών είναι η συνεργασία μεταξύ των ενδιαφερόμενων μερών, το ανθρώπινο κεφάλαιο, η καλή συνεννόηση, η δημιουργικότητα καθώς και οι επιστημονικές ιδέες που μπορούν να θεωρηθούν ως έξυπνες λύσεις (Caragliu, Del Bo, & Nijkamp, 2021).

Η έννοια της έξυπνης πόλης δεν είναι καινούρια. Τις δυο τελευταίες δεκαετίες, η υλοποίηση της ιδέας της έξυπνης πόλης αποτελεί πρόκληση για την ανάπτυξη των σύγχρονων αστικών κέντρων. Οι ρίζες της έννοιας της έξυπνης πόλης ορίζονται στα τέλη της δεκαετίας του 1990, με το κίνημα της Έξυπνης Ανάπτυξης, το οποίο υποστήριξε νέες πολιτικές για την πολεοδομία. Η έννοια όμως έχει υιοθετηθεί από το 2005 από μια σειρά εταιρειών τεχνολογίας, για την εφαρμογή πολύπλοκων συστημάτων πληροφοριών ώστε να ενσωματώσει τη λειτουργία των αστικών υποδομών και υπηρεσιών όπως τα κτίρια, τις μεταφορές, τα δίκτυα ύδρευσης και ηλεκτρισμού, καθώς και τη δημόσια ασφάλεια (Nam & Pardo, 2021). Και πλέον, συνδέεται σχεδόν με κάθε μορφή καινοτομίας που βασίζεται στην τεχνολογία, στο σχεδιασμό, την ανάπτυξη και τη λειτουργία των πόλεων, όπως για παράδειγμα με την μελέτη και δημιουργία του ηλεκτρικού οχήματος.

Πώς λειτουργεί μια “smart city” βγαλμένη από το μέλλον;

Τα νέα μοντέλα βιώσιμων πόλεων κινούνται γύρω από τον άξονα του “smart city”, δηλαδή πόλεων που λειτουργούν με «έξυπνη οικονομία», «έξυπνη μετακίνηση», «έξυπνο περιβάλλον», «έξυπνους ανθρώπους» και «έξυπνη διαβίωση».

Οι λύσεις αυτές πρέπει να συνδυάζονται μεταξύ τους, να αλληλεπιδρούν με την πόλη, να προσφέρουν στους κατοίκους διασυνδέσεις με την πόλη, να είναι επικεντρωμένες στο ολοκληρωμένο κτιριακό περιβάλλον, αλλά και να συμπεριλαμβάνουν όλα τα πεδία που επηρεάζουν τη διαβίωση. Ας δούμε όμως τι σημαίνει ο καθένας από αυτούς τους άξονες.

-Με τον όρο «έξυπνη οικονομία», εννοούμε την ηλεκτρονική επιχειρηματικότητα και το ηλεκτρονικό εμπόριο, την αυξημένη παραγωγή, τη διαδικασία παραγωγής και διανομής προϊόντων με γνώμονα την ICT (Information & Communications Technology), δηλαδή την ενσωμάτωση των ενoποιημένων επικοινωνιών και ηλεκτρονικών συστημάτων στη σύγχρονη εποχή , την προσανατολισμένη στην ICT καινοτομία, όπως επίσης και νέα προϊόντα, νέες υπηρεσίες και επιχειρηματικά μοντέλα.

-Η έννοια της «έξυπνης μετακίνησης» δίνει προτεραιότητα στις καθαρές και μη-μηχανοκίνητες επιλογές. Τα βιώσιμα συστήματα μετακίνησης περιλαμβάνουν τραμ, λεωφορεία, μετρό, αυτοκίνητα, ποδήλατα και πεζούς, τα οποία χρησιμοποιούν περισσότερους από έναν τρόπους μετακίνησης. Επίσης, θα πρέπει να παρέχεται στο κοινό ενημέρωση έτσι ώστε να εξοικονομούνται χρήματα και χρόνος, να βελτιώνεται η απόδοση των μετακινήσεων, για να μειωθούν οι εκπομπές CO2.

-Το «έξυπνο περιβάλλον» συνοψίζεται στην έννοια της «έξυπνης ενέργειας». Σε αυτή περιλαμβάνονται οι ανανεώσιμες πηγές, η μέτρηση της ενέργειας, ο έλεγχος της μόλυνσης, η ανακαίνιση των κτιρίων, η κατασκευή «πράσινων» κτιρίων, ο «πράσινος» αστικός σχεδιασμός, η αποδοτική χρήση των πόρων και τέλος, η επαναχρησιμοποίηση και αντικατάσταση των πόρων που εξυπηρετούν τους παραπάνω σκοπούς.

-Οι «έξυπνοι άνθρωποι» δεν είναι αποκλειστικά οι ιδιοφυίες. Στα πλαίσια μιας έξυπνης πόλης, οι ηλεκτρονικές δεξιότητες, η δυνατότητα εργασίας στα πλαίσια της ICT, η πρόσβαση στην εκπαίδευση, η ικανότητα διαχείρισης του ανθρώπινου δυναμικού μέσα σε μια κοινωνία που προωθεί την ευρηματικότητα και την καινοτομία, είναι μερικά από τα χαρακτηριστικά που καθιστούν κάποιον «έξυπνο άνθρωπο».

-Η «έξυπνη διαβίωση» περιλαμβάνει τρόπους ζωής, συμπεριφορές και κατανάλωση προσανατολισμένα στις αρχές της ICT. Περιλαμβάνει, επίσης, μια υγιή και ασφαλή ζωή σε μια ενεργή πολιτιστικά πόλη, με ποικίλες πολιτιστικές επιρροές, αλλά και καλής ποιότητας κατοικίες και καταλύματα.

Για να λειτουργήσει μια έξυπνη πόλη χρειάζεται κάποια στοιχεία που θα την εφοδιάσουν με τις κατάλληλες δυνατότητες.

Τι είναι το smart grid;

Το έξυπνο δίκτυο (Smart Grid) είναι ένα μοντέρνο Ηλεκτρικό Δίκτυο το οποίο χρησιμοποιεί Τεχνολογίες Πληροφοριακών και Επικοινωνιακών Συστημάτων (ICT) για τη συλλογή πληροφοριών που έχουν να κάνουν με την συμπεριφορά των παρόχων και των καταναλωτών ηλεκτρικής ενέργειας.

Προκειμένου να λειτουργήσει ένα έξυπνο δίκτυο χρειάζονται έξυπνοι μετρητές ηλεκτρικής ενέργειας οι οποίοι προσφέρουν το λεγόμενο smart metering.

Πώς δουλεύει ένας “έξυπνος μετρητής”;

Οι έξυπνοι μετρητές αποτελούν βασική παράμετρο για την ανάπτυξη και την λειτουργία των έξυπνων δικτύων. Ένας έξυπνος μετρητής επιτρέπει στον καταναλωτή να αλληλεπιδρά με το δίκτυο και κατά συνέπεια να συμμετέχει στην εξοικονόμηση ενέργειας της πόλης.

Μερικές από τις βασικές λειτουργίες των έξυπνων μετρητών είναι οι παρακάτω:

-Μέτρηση της ηλεκτρικής ενέργειας εξ' αποστάσεως σε πραγματικό χρόνο από τον διαχειριστή του δικτύου.
-Δυνατότητα απομακρυσμένης διακοπής και επανασύνδεσης του καταναλωτή.
-Ασφαλής μετάδοση των μετρητικών δεδομένων.
-Πρόληψη και ανίχνευση της κλοπής ρεύματος.
-Ο καταναλωτής μπορεί να έχει σε πραγματικό χρόνο τα δεδομένα της κατανάλωσής του προκειμένου να προσαρμόζει την ενεργειακή του συμπεριφορά.

“Έξυπνη πόλη” δίχως “έξυπνο κτίριο” δεν γίνεται!

Οι τεχνολογίες έξυπνων κτιρίων είναι παραπάνω από ικανές στο να παραδώσουν ένα smart-grid ready κτίριο παρόλο που το ενδιαφέρον της ευρύτερης αγοράς για έξυπνα κτίρια, μόλις τα τελευταία χρόνια έχει αρχίσει και αυξάνεται.

Ένα είναι σίγουρο, είναι αδύνατο να υπάρξει έξυπνη πόλη χωρίς έξυπνα κτίρια.

Για παράδειγμα, μπορεί να έχουμε μετρήσει την περίσσια ηλεκτρική ενέργεια που παράχθηκε από τα φωτοβολταϊκά σε ένα σημείο της πόλης αλλά με τι μηχανισμό αυτή θα καταναλωθεί από ένα άλλο σημείο της πόλης που υπάρχει έλλειψη ενέργειας προκειμένου να πετύχουμε μεγίστη αξιοποίηση των ΑΠΕ και μείωση της κατανάλωσης των ορυκτών καυσίμων; Το “έξυπνο κτίριο” είναι βασική προϋπόθεση για να πραγματοποιηθούν όλα τα παραπάνω.

Ευτυχώς, οι σοφιστές είναι οι ηττημένοι της Ιστορίας

Το μαρτυρά ο ίδιος ο όρος «σοφιστής»: από ειδήμων της γνώσης (αυτός που κατέχει τη σοφία) έφτασε να σημαίνει σχεδόν τσαρλατάνος.

Ο σοφιστής, σήμερα όπως και χθες, είναι αυτός που παίζει με τις λέξεις, αυτός που συνδυάζει παραπλανητικά επιχειρήματα με μοναδικό σκοπό να πάρει το πάνω χέρι σε μια συζήτηση.

Η κρίση του Αριστοτέλη είναι καταπέλτης: η γνώση των σοφιστών είναι μια γνώση των φαινομένων και, επομένως, μια γνώση φαινομενική. Μια πλάνα γνώση, φτιαγμένη από ευφάνταστες αλλά κενές λέξεις: αν ζούσαν στις μέρες μας, οι σοφιστές θα κατέκλυζαν τα τηλεοπτικά στούντιο, πρόθυμοι να στηρίξουν οποιαδήποτε άποψη, ικανοί για τις πιο απρόβλεπτες κωλοτούμπες. Ειδάλλως – αν και κατά βάθος είναι το ίδιο πράγμα-, θα τους βρίσκαμε στα παρασκήνια της πολιτικής, να πασχίζουν να ντύσουν με ωραία λόγια τις όχι πάντοτε ευγενείς προθέσεις των αφεντικών τους. Οι άλλοι, οι τίμιοι άνθρωποι και οι φιλόσοφοι, δεν κάνουν τέτοια πράγματα, ασχολούνται με σοβαρά προβλήματα και με πραγματικά αντικείμενα.

Το πρόβλημα όμως είναι ότι και οι σοφιστές, όσο ανενδοίαστους και ευτελείς κι αν τους θεωρούμε, ασχολούνται με πραγματικά αντικείμενα.

Ασχολούνται με τις λέξεις, οι οποίες είναι φάρμακον, όπως έλεγε ο Γοργίας, γιατρικό δηλαδή ή δηλητήριο, ουσίες που μπορούν να σώσουν, αλλά και να σκοτώσουν.

Οι σοφιστές υπόσχονταν σε όποιον τους συναναστρεφόταν ότι θα μάθαινε να χειρίζεται επιδέξια τη γλώσσα ώστε να επιβάλλει σε κάθε περίσταση τη δική του άποψη – διότι σε μια σύνθετη κοινωνία δεν κυριαρχούμε πλέον με τη βία, αλλά με τις λέξεις.

Οι λέξεις παίζουν μεγάλο ρόλο και, πού και πού, ένα μάθημα από τους σοφιστές δεν βλάπτει. Μόνο που το μάθημα των σοφιστών δεν εξαντλείται σε αυτή την πρακτική διάσταση, όπου το μόνο που μετράει είναι η πραγματική χειραγώγηση των λέξεων. Μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η υποκείμενη σκέψη.

Με λίγα λόγια, η φιλοσοφία είναι η φιλόδοξη απόπειρα να βρούμε το νόημα της πραγματικότητας. Υπάρχουμε εμείς και υπάρχει και ο κόσμος: καθήκον της φιλοσοφίας είναι να ανακαλύψει το νόημα του κόσμου, να αποδείξει την ορθολογικότητά του και να μας προσφέρει έναν οδηγό για τις πράξεις μας.

Για τους σοφιστές τα πράγματα είναι πιο σύνθετα. Υπάρχουμε εμείς και υπάρχει και ο κόσμος, αυτό είναι σίγουρο. Είναι όμως βέβαιο ότι υπάρχει κάποιος δεσμός ανάμεσα σε εμάς και στον κόσμο; Όλη η ευφυΐα των σοφιστών έγκειται ακριβώς σ’ αυτό: στην αναγνώριση της προβληματικής σχέσης που χωρίζει τους ανθρώπους και την πραγματικότητα, τα υποκείμενα και τα αντικείμενα. Η πραγματικότητα που μας περιβάλλει είναι εφήμερη, δεν φέρει κανένα αδιαφιλονίκητο νόημα και, πολύ περισσότερο, καμία απόλυτη αξία. 

Το ζητούμενο επομένως δεν είναι να αντλήσουμε νόημα από την πραγματικότητα· αντιθέτως, πρέπει εμείς οι ίδιοι να της δώσουμε σημασία και αξία – μια σημασία και μια αξία στα μέτρα του ανθρώπου. Στο σημείο αυτό οι σοφιστές υιοθετούν μια βασική ιδέα των Αρχαίων Ελλήνων (όχι όμως των φιλοσόφων): ο κόσμος δεν υπάρχει για χάρη μας, αλλά μάλλον εμείς πρέπει να προσαρμοστούμε στα μέτρα του. Και, για να το καταφέρουμε αυτό, το εργαλείο που έχουμε στη διάθεσή μας είναι ο λόγος: οι σκέψεις, οι συλλογισμοί, οι λέξεις και τα επιχειρήματα.

Η πηγή του κοινωνικού άγχους

Είναι γνωστά τα οφέλη που απέφερε ο δυτικός πολιτισμός τα τελευταία δυο χιλιάδες χρόνια: έχουν αυξηθεί σε πρωτοφανή βαθμό ο πλούτος, τα αποθέματα τροφίμων, οι επιστημονικές γνώσεις, τα καταναλωτικά αγαθά, η ασφάλεια του ατόμου, το προσδόκιμο επιβίωσης και οι δυνατότητες βιοπορισμού. Εκείνο όμως που παραμένει λιγότερο εμφανές και γεννά ερωτήματα είναι το ενδεχόμενο οι εντυπωσιακές αυτές πρόοδοι να συμπορεύονται με μια άνοδο της στάθμης του άγχους που νιώθουν οι κοινοί Δυτικοί πολίτες για τη θέση τους στον κόσμο, με άλλα λόγια μια έμφαση στην ενασχόλησή μας με ερωτήματα όπως τι σημαίνουμε για τους γύρω μας, τι έχουμε πετύχει στη ζωή μας και πόσα χρήματα κερδίζουμε.

Κατά παράδοξο τρόπο, η δραστική μείωση των στερήσεων δεν έχει καταργήσει την αίσθηση ότι στερούμαστε ούτε το φόβο μήπως στερηθούμε – ίσως μάλιστα να τα επιτείνει ολοένα και περισσότερο. Σε πληθυσμούς ολόκληρους που έχουν ευλογηθεί με πλούτη και με δυνατότητες κυριολεκτικά αδιανόητες για τους προγόνους τους, οι οποίοι καλλιεργούσαν την απρόβλεπτη γη της μεσαιωνικής Ευρώπης, παρατηρείται μια αξιοσημείωτη ευχέρεια του ατόμου να αισθάνεται ανεπάρκεια τόσο ως προς αυτό που είναι όσο και ως προς αυτά που κατέχει.

Πάντως, αυτή η αίσθηση της στέρησης δε φαίνεται ίσως τόσο παράξενη, αν τη δούμε με βάση το ψυχικό πλαίσιο στο οποίο αποφασίζουμε τι είναι «επαρκές». Όπως συμβαίνει γενικότερα με τον καθορισμό ορίων, κανείς μας δεν προσδιορίζει μόνος του ποιο είναι το ελάχιστα απαιτούμενο για να αισθάνεται φερ’ ειπείν πλούσιος ή ευυπόληπτος. Όλοι το συνάγουμε αφού πρώτα συγκρίνουμε τη θέση μας με την κατάσταση κάποιων που τους δεχόμαστε ως σημείο αναφοράς, αυτούς που θεωρούμε ίσους με εμάς.

Αδυνατούμε να εκτιμήσουμε τη θέση μας χωρίς αυτή τη σύγκριση ή με μια σύγκριση ανεπίκαιρη, όπως π.χ. σε σχέση με τη ζωή των προγόνων μας κατά το Μεσαίωνα. Το πόσο ευημερούμε ιστορικά ποσώς μας εντυπωσιάζει. Η μόνη περίπτωση να θεωρήσουμε ότι περνάμε μια χαρά είναι να έχουμε όσα –ή και λίγο περισσότερα- έχουν εκείνοι μαζί με τους οποίους μεγαλώνουμε, εκείνοι με τους οποίους εργαζόμαστε πλάι πλάι, εκείνοι που τους έχουμε για φίλους μας και με τους οποίους ταυτιζόμαστε στην κοινωνική ζωή.

Αν μας έβαζαν να μείνουμε σε μια ετοιμόρροπη τρώγλη και να δεχόμαστε τη βάναυση μεταχείριση κάποιου αριστοκράτη που ζει σ’ ένα ζεστό και στεγανό πύργο, η κατάστασή μας θα κατέληγε να μας φαίνεται φυσιολογική σε περίπτωση που βλέπαμε όλους τους όμοιούς μας να ζουν στις ίδιες συνθήκες μ’ εμάς – που θα ήταν μεν δυσάρεστες, όχι όμως και έδαφος για να ευδοκιμήσει ο φθόνος. Αν, ωστόσο, έχουμε ένα βολικό σπίτι και μια άνετη δουλειά, αλλά μάθουμε στήνοντας απερίσκεπτα το αυτί μας σε κάποια συνάντηση με τους πάλαι ποτέ συμμαθητές μας ότι κάποιοι από αυτούς (που είναι η ισχυρότερη «ομάδα αναφοράς») ζουν τώρα σε σπίτια μεγαλύτερα από το δικό μας, αγορασμένα με τα έσοδα από κάποια πολύ πιο γοητευτική απασχόληση, είναι πιθανόν στο γυρισμό ν’ αρχίσει να μας τυραννάει η αίσθηση ότι η ζωή μας έχει αδικήσει.

Επομένως, το άγχος και η δυσφορία πηγάζουν από μια αίσθηση ότι θα ήταν δυνατόν να έχουμε γίνει κάτι άλλο από αυτό που είμαστε – αίσθηση που προκύπτει όταν εκείνοι τους οποίους θεωρούμε ίσους μας διαθέτουν επιτεύγματα ανώτερα από τα δικά μας. Αν είμαστε μικρόσωμοι και ζούμε ανάμεσα σε ανθρώπους που έχουν όλοι ίσο ύψος μ’ εμάς, δεν πρόκειται ποτέ να μας απασχολήσει ιδιαίτερα το μπόι μας.

Αρκεί όμως κάποιοι από την ομάδα να ψηλώσουν ελάχιστα και τότε ρέπουμε ξαφνικά προς μια αίσθηση στενοχώριας, αρχίζουμε να δυσανασχετούμε και να ζηλεύουμε – κι ας μην έχουμε κοντύνει ούτε χιλιοστό εμείς οι ίδιοι.

Με δεδομένες τις μεγάλες ανισότητες που έχουμε να αντιμετωπίσουμε καθημερινά, το πιο αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό του φθόνου είναι μάλλον ότι καταφέρνουμε να μη ζηλεύουμε τους πάντες. Η ευημερία πολλών μας αφήνει ατάραχους – αλλά την ίδια στιγμή τα μικρά πλεονεκτήματα κάποιων άλλων μας τριβελίζουν διαρκώς και ανελέητα. Αιτία είναι ότι ζηλεύουμε μόνο εκείνους με τους οποίους νιώθουμε όμοιοι· φθονούμε μόνο τα μέλη της «ομάδας αναφοράς». Γι’ αυτό και ελάχιστες επιτυχίες είναι τόσο ανυπόφορες όσο οι επιτυχίες των στενών φίλων μας.

Ουδέποτε η δικαιοσύνη είχε αποδοθεί με καλύτερο τρόπο

Ο Ίβυκος σημαντικός λυρικός ποιητής του 6ου π. Χ. αιώνα ταξίδευε προς την Κόρινθο για να συμμετάσχει στον διαγωνισμό μουσικής κατά την διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων.

Από μακριά οι πύργοι της Ακροκορίνθου διακρίνονταν, καθώς ο ποιητής έμπαινε στο ιερό δάσος του Ποσειδώνος.

Ήταν πολύ ευτυχής αυτές τις στιγμές και όταν είδε ένα σμήνος γερανών να πετούν πάνω από το δάσος, για το ταξίδι τους προς στο νότο, είπε: «Καλή τύχη φίλοι. Βλέπω την παρουσία σας ως καλό οιωνό, είμαστε και οι δύο συνταξιδιώτες που αναζητάμε φιλοξενία».

Βρισκόταν τώρα στην καρδιά του δάσους και περπατούσε σε ένα στενό μονοπάτι, όταν δύο άνδρες, ληστές κατά τα φαινόμενα, εμφανίστηκαν μπροστά του. Ο Ίβυκος δεν μπορούσε να κάνει τίποτα παρά να φωνάξει για βοήθεια, αλλά ματαίως. Καθώς έπεφτε αιμόφυρτος στο χώμα θανάσιμα πληγωμένος, κατάφερε να πει: «Μαρτυρήστε τον φόνο μου γερανοί!» Αυτά ήταν τα τελευταία του λόγια.

Όχι πολύ αργότερα, το παραμορφωμένο του σώμα βρέθηκε και αναγνωρίσθηκε από τον φίλο του, που θα τον φιλοξενούσε.

Ενώ το πλήθος των θεατών, συγκεντρωμένο απ’ όλη την Ελλάδα, περίμεναν στο στάδιο να παρουσιαστεί ο Ίβυκος, με αγανάκτηση πληροφορήθηκαν την δολοφονία του.

Το γεγονός προξένησε μεγάλη θλίψη. Ήταν μεγάλη βλασφημία στους Θεούς και στην φιλοξενία.

Αργότερα στο θέατρο οι αναστατωμένοι θεατές άκουγαν με νεκρική σιγή και μεγάλο δέος, τα λόγια των Ερινύων:

«Ευτυχισμένος είναι ο άνθρωπος που έχει την ψυχή του καθαρή από έγκλημα …αυτούς τους ανθρώπους δεν τους ενοχλούμε… αλλά αλίμονο σε εκείνον που κρυφά έχει διαπράξει εγκλήματα. Εμείς, οι τρομεροί εκδικητές της νύχτας, τον κατατρέχουμε ως το τέλος της δυστυχισμένης και άθλιας ζωής του».

Ξαφνικά, ο ουρανός γέμισε από γερανούς που κατευθύνονταν προς το θέατρο. Και τότε μια αδύνατη φωνή γεμάτη φόβο, αλλά που ακούστηκε στην σιγή του θεάτρου, είπε: “Κοίτα, κοίτα σύντροφε.. οι γερανοί του Ίβυκου“.

Πραγματικά, δεν πήρε πολύ στους ακόμη θρηνούντες για τον Ίβυκο θεατές, να καταλάβουν πως η φωνή που ακούστηκε ανήκε στον δολοφόνο του Ίβυκου. Και μπορούσες να ακούσεις ανάμεσα στις φωνές του πλήθους: «Παρατηρήστε την δύναμη των Ευμενίδων, ο Ίβυκος θα πάρει εκδίκηση».

Αμέσως συνέλαβαν τον άνδρα που μίλησε και τον σύντροφο του.

Ουδέποτε η δικαιοσύνη είχε αποδοθεί με καλύτερο τρόπο…

Ο Αριστοτέλης, οι έξεις και η αρετή ως θέμα πολιτικό

Ο Αριστοτέλης ξεκινά το δεύτερο βιβλίο από τα «Ηθικά Νικομάχεια» τονίζοντας και πάλι ότι οι αρετές είναι δύο ειδών: «Δύο είναι, όπως είδαμε, τα είδη της αρετής, η διανοητική και η ηθική. Η διανοητική αρετή χρωστάει και τη γένεση και την αύξησή της κατά κύριο λόγο στη διδασκαλία (γι’ αυτό και εκείνο που χρειάζεται γι’ αυτήν είναι η πείρα και ο χρόνος), ενώ η ηθική αρετή είναι αποτέλεσμα του έθους (και το ίδιο της το όνομα, άλλωστε, μικρή μόνο διαφορά παρουσιάζει από τη λέξη έθος)». (1103a 1, 13-18).

Όπως ήδη έχει ξεκαθαρίσει (από το πρώτο βιβλίο), οι διανοητικές αρετές σχετίζονται με το λόγον έχον μέρος της ψυχής και αφορούν (κυρίως) την αντιληπτική δυνατότητα του ανθρώπου στις τέχνες, τη φιλοσοφία κι οτιδήποτε έχει να κάνει με διανοητικά – πνευματικά ερεθίσματα. Γι’ αυτό και χρειάζεται διδασκαλία και για τη «γένεση» και για την «αύξησή» της. Θα έλεγε κανείς ότι ο Αριστοτέλης διαχωρίζει τη γνώση από τη συμπεριφορά. Οι διανοητικές αρετές απευθύνονται στο κομμάτι της επιστημονικής γνώσης, ενώ οι ηθικές στο κομμάτι της καθημερινής συμπεριφοράς.

Αυτός είναι και ο λόγος που η ηθική αρετή στηρίζεται στο έθος. Με τον όρο έθος νοείται η συνήθεια, ο εθισμός σε ένα συγκεκριμένο τρόπο συμπεριφοράς που εν πολλοίς διαμορφώνει τον ανθρώπινο χαρακτήρα. Γι αυτό επικαλείται η ετυμολογική συγγένεια ήθος-έθος. Η ίδια γλωσσική ρίζα (προέρχονται από το μέλλοντα του ρήμα έχω – έξω – με την παραγωγική κατάληξη –σις) καταδεικνύει το συσχετισμό των εννοιών, καθώς από τις έξεις (συνήθειες) προέρχεται το ήθος (ηθική διάπλαση) του ανθρώπου.

Κι όταν στον αρχαίο λόγο αναφέρεται η λέξη έθος, δηλαδή εθισμός, δεν πρέπει να εκλαμβάνεται επακριβώς με την τρέχουσα νεοελληνική απόδοση. Γιατί στα νέα ελληνικά η λέξη εθισμός έχει πάρει αρνητική σημασία και υποδηλώνει πρωτίστως την ψυχολογική εξάρτηση σε κάτι. (Εθισμός στα ναρκωτικά, εθισμός στον τζόγο κτλ). Στα αρχαία Ελληνικά το έθος έχει περισσότερο ουδέτερη σημασία, υποδηλώνοντας τις συνήθειες που μπορεί να έχει κάποιος είτε αυτές είναι θετικές είτε αρνητικές.

Η αναγνώριση ότι η ηθική αρετή έχει να κάνει με τις έξεις έρχεται σε αντίθεση με το πνεύμα της εποχής που την απέδιδε περισσότερο σε παράγοντες που δεν καθόριζε ο άνθρωπος, όπως η καταγωγή, η θεϊκή εύνοια ή η φύση, «κάποιος θεός του φύτεψε μέσα του κάθε λογής τραγούδια» (ραψωδία χ, στ. 347/8) ή τους στίχους του Πίνδαρου «πάνου απ’ όλα το προίκισμα στέκει που ‘ χει η φύση δοσμένο του ανθρώπου».

Όμως, και πέρα απ’ αυτά είναι γνωστή η αποθεωτική παρουσίαση του Αγησιλάου από τον Ξενοφώντα, όπου η αδιαπραγμάτευτη ακεραιότητά του αποδίδεται στην ευγενική του καταγωγή, όπως και τα λόγια της Αντιγόνης (στην ομώνυμη τραγωδία του Σοφοκλή) προς την αδερφή της Ισμήνη «τώρα θα αποδείξεις αν έχεις γεννηθεί από ευγενική καταγωγή» (στ. 37 – 38) όταν την παροτρύνει να συμμετέχει στην ταφή του αδερφού.

Η τοποθέτηση του Αριστοτέλη ότι η φύση (ή η καταγωγή, ο θεός κλπ) δεν έχει καμία σχέση με την απόκτηση της ηθικής αρετής είναι η επιβεβαίωση ότι η ευτυχία που θα επέλθει μέσω αυτής είναι ενέργεια της ψυχής, αφού η ευδαιμονία δεν προέρχεται από κανένα δαίμονα. Ο Αριστοτέλης απελευθερώνει τον άνθρωπο από τη μοιρολατρική αντίληψη μιας τύχης που δεν εξαρτάται από αυτόν (ο άνθρωπος είναι ο δαίμονάς του εαυτού του), αλλά ταυτόχρονα τον οδηγεί προ των ευθυνών του. Αφού ο ίδιος πλάθει την τύχη του, φέρει και την ευθύνη των πράξεών του.

Προκειμένου να τεκμηριώσει την άποψη ότι η ηθική αρετή δεν προέρχεται από τη φύση στηρίζεται στην παρατήρηση. Παρατηρεί τις ιδιότητες που έχει η πέτρα και η φωτιά: «Παράδειγμα η πέτρα: καμωμένη από τη φύση να πηγαίνει προς τα κάτω, δεν είναι δυνατό να συνηθίσει να πηγαίνει προς τα πάνω, έστω κι αν χιλιάδες φορές προσπαθήσει κανείς να της το μάθει πετώντας την και ξαναπετώντας την προς τα πάνω· ούτε η φωτιά μπορεί να συνηθίσει να πηγαίνει προς τα πάνω». (1103a 1, 20-23).

Και το συμπέρασμα γενικεύεται: «γενικά δεν υπάρχει πράγμα καμωμένο από τη φύση να συμπεριφέρεται με έναν ορισμένο τρόπο, που να μπορεί να συνηθίσει να συμπεριφέρεται με άλλον τρόπο». (1103a 1, 23-24). Κι αν πρέπει να διατυπωθεί κι αλλιώς, ο Αριστοτέλης θα συμπληρώσει: «Πραγματικά, δεν υπάρχει πράγμα εφοδιασμένο από τη φύση με κάποιες ιδιότητες, που να μπορείς να το συνηθίσεις να αποκτήσει άλλες ιδιότητες». (1103a 1, 19-20).

Οι ιδιότητες, λοιπόν, που δίνονται από τη φύση είναι αμετάκλητες. Η πέτρα θα πηγαίνει πάντα προς τα κάτω (βαρύτητα) και κανείς δεν μπορεί να της μάθει το αντίθετο. Το ίδιο και ο καπνός προς τα πάνω. Τα χαρακτηριστικά των ανθρώπων, όμως, δεν τίθενται με τον ίδιο άκαμπτο τρόπο. Ο άνθρωπος – σε αντίθεση με την πέτρα – μπορεί να αλλάξει ή τουλάχιστον να διαμορφωθεί. Κι ο διαχωρισμός εδώ δεν αφορά τις διαφορετικότητα του ανθρώπου από την πέτρα, αλλά την αντίληψη των εκ φύσεως δοσμένων χαρακτηριστικών. Οτιδήποτε δίνεται από τη φύση δεν μπορεί να αλλάξει ή να διαμορφωθεί. Η ηθική αρετή μπορεί να αλλάξει και διαμορφώνεται. Άρα η ηθική αρετή δεν είναι από τη φύση. Από τη φύση είναι οι άκαμπτες ιδιότητες του ανθρώπου, όπως οι βιολογικές του ανάγκες, η γήρανση, ο θάνατος κλπ.

Όμως, εδώ ενέχει ένας κίνδυνος. Από τη στιγμή που η ηθική αρετή δεν είναι από τη φύση θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι είναι αντίθετη με αυτή. Μια τέτοια άποψη όχι μόνο θα απενοχοποιούσε όποιον δεν την έχει (κανείς δεν μπορεί να κατηγορηθεί ότι δεν έχει κάτι που είναι αντίθετο στη φύση του), αλλά θα την παρουσίαζε και ως κάτι αρνητικό, αφού το παρά φύσει είναι αρνητική έννοια. Γι’ αυτό ο Αριστοτέλης θα καταλήξει στο οριστικό συμπέρασμα: «οι αρετές δεν υπάρχουν μέσα μας εκ φύσεως – ούτε όμως και είναι αντίθετες προς τη φύση μας η γένεσή τους μέσα μας: η φύση μάς έκανε επιδεκτικούς στις αρετές, τέλειοι όμως σ’ αυτές γινόμαστε με τη διαδικασία του έθους». (1103a 1, 20-23).

Με άλλα λόγια, η ηθική αρετή δεν είναι έμφυτη, αλλά ούτε και παρά φύσει. Είναι σύμφυτη, αφού η φύση του ανθρώπου τον καθιστά ικανό να την αποκτήσει με τον εθισμό, αλλά δεν του δίνεται από θέση αρχής, όπως η όραση ή η ακοή. Η γνώση της φιλοσοφίας, η τέχνη του πολέμου ή οτιδήποτε μπορεί να μάθει κανείς είναι επίσης σύμφυτα, καθώς η φύση έδωσε στον άνθρωπο τη δυνατότητα να τα κατανοεί, αλλά ταυτόχρονα δε συγκαταλέγονται στις φυσικές ιδιότητες. Κι αν πρέπει να το πούμε αλλιώς, ο άνθρωπος είναι εφοδιασμένος από τη φύση ώστε να μπορεί να τα καταλάβει και να τα εφαρμόσει, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα τα έχει ως δεδομένα από τη γέννησή του. Η φύση δίνει τη δυνατότητα της αντίληψης· το κατά πόσο θα την αξιοποιήσει ο άνθρωπος είναι δικό του θέμα.

Και για να ενισχύσει την πεποίθηση ότι η ηθική αρετή δεν είναι έμφυτη αλλά σύμφυτη, ο Αριστοτέλης θα καταθέσει ακόμη ένα επιχείρημα: «Για καθετί που το έχουμε από τη φύση, πρώτα έχουμε τη δυνατότητα του να ενεργήσει· στην ενέργεια την ίδια φτάνουμε ύστερα (το πράγμα γίνεται φανερό στις αισθήσεις μας· πραγματικά, τις αισθήσεις της όρασης ή της ακοής δεν τις αποκτήσαμε έχοντας δει ή έχοντας ακούσει πολλές φορές, αλλά αντίθετα: έχοντας τες τις χρησιμοποιήσαμε· δεν τις αποκτήσαμε με τη χρήση), τις αρετές όμως τις αποκτούμε αφού πρώτα τις εφαρμόσουμε στην πράξη». (1103a 1, 27-33).

Με δυο λόγια, για όσα δίνονται από τη φύση ο άνθρωπος πρώτα έχει τη δυνατότητα να τα χρησιμοποιήσει και στη συνέχεια τα χρησιμοποιεί. Για παράδειγμα, όταν κάποιος γεννηθεί, έχει τη δυνατότητα να βλέπει και ακολούθως, χωρίς καμία εξάσκηση, βλέπει. Η δυνατότητα της όρασης συγκαταλέγεται στις ιδιότητες που δίνονται από τη φύση. Για να γίνει όμως κάποιος δίκαιος δεν ακολουθείται η ίδια διαδικασία, αφού πρώτα πρέπει να μάθει να είναι δίκαιος. Αυτό σημαίνει ότι με τη βοήθεια του γονιού ή κάποιου δασκάλου ή οποιουδήποτε έχει την πείρα να τον κατευθύνει πρώτα θα κάνει δίκαιες πράξεις, ώστε να τις μάθει και να εθιστεί σ’ αυτές, και στη συνέχεια μπορούμε να πούμε ότι είναι δίκαιος.

Ακολουθείται, δηλαδή, η αντίστροφη πορεία, καθώς προηγείται το ενεργεία (η εφαρμογή) και ακολουθεί το δυνάμει (η δυνατότητα). Αφού πρώτα κάποιος κάνοντας και ξανακάνοντας δίκαιες πράξεις (ενεργεία) γίνει δίκαιος, στη συνέχεια έρχεται η δυνατότητα (δυνάμει) να πραγματώνει τη δικαιοσύνη, όποτε το φέρουν οι περιστάσεις.

Οι έννοιες δυνάμει κι ενεργεία είναι θεμελιώδεις στο έργο του Αριστοτέλη. Το δυνάμει απευθύνεται κυρίως στην ύλη, ενώ το ενεργεία στη μορφή. Το πιο κλασικό παράδειγμα έχει να κάνει με το μάρμαρο, το οποίο είναι δυνάμει άγαλμα, έχει δηλαδή τη δυνατότητα να γίνει άγαλμα, πράγμα, όμως, που δεν προεξοφλείται αυτονόητα. Πρέπει να πάρει και τη μορφή, δηλαδή, να το φιλοτεχνήσει κάποιος γλύπτης για να γίνει και ενεργεία. Αν δε συμβεί αυτό παραμένει δυνάμει άγαλμα κι αν από κάποιο ατύχημα το μάρμαρο σπάσει και δεν μπορεί να φιλοτεχνηθεί, δε θα γίνει ποτέ ενεργεία.

Ο Αριστοτέλης για να γίνει περισσότερο κατανοητός θέτει την ηθική αρετή κατ’ αναλογία με τις τέχνες: «τα πράγματα δηλαδή που πρέπει πρώτα να τα μάθουμε προτού αρχίσουμε να τα κάνουμε, τα μαθαίνουμε κάνοντάς τα· π. χ. οι οικοδόμοι γίνονται χτίζοντας σπίτια, κιθαριστές παίζοντας κιθάρα· με τον ίδιο τρόπο γινόμαστε: δίκαιοι κάνοντας δίκαιες πράξεις, σώφρονες κάνοντας σώφρονες πράξεις, ανδρείοι κάνοντας ανδρείες πράξεις». (1103a 1, 34-36 και 1103b 1, 1-3).

Κανένας κιθαρίστας δεν μπορεί να ολοκληρωθεί στην τέχνη του μόνο θεωρητικά. Για να μάθει κιθάρα πρέπει να παίξει κιθάρα. Στην αρχή δε θα παίζει καλά, αλλά, αν δείξει επιμονή, θα βελτιώνεται. Το ενεργεία προηγείται από το δυνάμει, αφού παίζοντας αποκτά τη δυνατότητα. Το να παίζει, λοιπόν, κάποιος κιθάρα δεν είναι από τη φύση, καθώς στα από τη φύση χαρίσματα προηγείται το δυνάμει και ακολουθεί το ενεργεία. Είναι όμως σύμφυτη ιδιότητα, αφού η φύση έπλασε έτσι τον άνθρωπο, ώστε να κατανοεί τα ζητήματα της μουσικής. Με τον ίδιο τρόπο εκπληρώνεται και η ηθική αρετή, γεγονός που αποδεικνύει ξανά ότι δεν είναι από τη φύση (ούτε όμως και παρά φύσει).

Κι αφού τόσο στις τέχνες, όσο και στην ηθική αρετή προηγείται το ενεργεία κι ακολουθεί το δυνάμει, το ζήτημα έχει να κάνει με την ποιότητα που έχει αυτό το ενεργεία. Γιατί αν ο κιθαρίστας μαθαίνει να παίζει κιθάρα με άσχημο τρόπο, θα γίνει κακός κιθαρίστας. Με άλλα λόγια, αφού οι τέχνες (όπως και η ηθική αρετή) στηρίζονται στις έξεις (επαναλαμβανόμενες πράξεις που επιφέρουν εθισμό), αυτό που μένει είναι η εξασφάλιση των ποιοτικών έξεων, που θα επιφέρουν τα σωστά αποτελέσματα. Δε φτάνει να λέμε ότι η ηθική αρετή προκύπτει από τη συνήθεια, αλλά από την καλή συνήθεια.

Μόνο αν εθιστεί κανείς στο καλό, θα γίνει καλός· αν εθιστεί στο να κλέβει, θα γίνει κλέφτης: «χτίζοντας με καλό τρόπο σπίτια θα γίνουν καλοί οικοδόμοι, χτίζοντάς τα όμως με κακό τρόπο θα γίνουν κακοί· αν δεν ήταν έτσι, δε θα υπήρχε ανάγκη δασκάλου, και όλοι θα ήταν καλοί ή κακοί εκ γενετής». (1103b 1, 12-15).

Η αναλογία με την αρετή είναι πρόδηλη: «Το ίδιο συμβαίνει και με τις αρετές: κάνοντας αυτά που κάνουμε στην καθημερινή μας συνάφεια με τους άλλους ανθρώπους άλλοι γινόμαστε δίκαιοι και άλλοι άδικοι· επίσης: κάνοντας αυτά που κάνουμε στις επικίνδυνες και φοβερές περιστάσεις της ζωής και αποκτώντας σιγά σιγά τη συνήθεια να αισθανόμαστε φόβο ή θάρρος, άλλοι γινόμαστε ανδρείοι και άλλοι δειλοί. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και σε σχέση με τις επιθυμίες και την οργή: άλλοι γίνονται σώφρονες και πράοι και άλλοι ακόλαστοι και οργίλοι, οι πρώτοι με το να συμπεριφέρονται έτσι στις περιστάσεις αυτές και οι άλλοι με τον αντίθετο τρόπο». (1103b 1, 16-24).

Το τελικό συμπέρασμα είναι ξεκάθαρο: «Με δυο λόγια: οι έξεις γεννιούνται από την επανάληψη όμοιων ενεργειών». (1103b 1, 24-25). Ο άνθρωπος πρέπει να πράξει ανάλογα: «Γι’ αυτό και πρέπει να φροντίζουμε οι ενέργειές μας να έχουν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, αφού οι έξεις είναι τελικά αντίστοιχες προς τις διαφορές που οι ενέργειες αυτές παρουσιάζουν μεταξύ τους». (1103b 1, 25-28).

Οι καθημερινές συνήθειες του ανθρώπου για τον Αριστοτέλη έχουν τεράστια σημασία, αφού εν τέλει καθορίζουν την ποιότητά του. Αν κάποιος θέλει να μάθει ποιος είναι, δεν έχει παρά να δει τις συνηθισμένες του αντιδράσεις στα ερεθίσματα της καθημερινότητας. Αυτά που κάνει, αυτά είναι.

Από αυτή την άποψη, ο εθισμός ανάγεται σε ζήτημα υψίστης σημασίας: «Δεν έχει λοιπόν μικρή σημασία να αποκτά κανείς όσο γίνεται πιο νέος αυτές ή εκείνες τις συνήθειες· ίσα ίσα έχει πολύ μεγάλη σημασία, ή μάλλον σημαίνει το παν». (1103b 1, 28-30).

Η παιδεία, η οικογένεια, οι ιστορικές και κοινωνικές συγκυρίες, τα ήθη της εποχής, οι συνήθειες του τόπου παίζουν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του ανθρώπου, αφού τελικά διαμορφώνουν τις έξεις που θα πλάσουν το χαρακτήρα του.

Αναγκαστικά το θέμα παίρνει πολιτικές διαστάσεις, αφού το να έχουν οι πολίτες ηθική αρετή αποτελεί τον καθοριστικότερο παράγοντα για την αρμονία και την ομαλότητα της συμβίωσης. Οι πολίτες που δεν έχουν αρετή, που καταπατούν τους νόμους, που αδικούν τους γύρω τους, που καταχρώνται το δημόσιο χρήμα είναι αδύνατο να συγκροτήσουν την ιδανική πόλη. Πολύ περισσότερο όταν μένουν ατιμώρητοι. Η ατιμωρησία δεν επιφέρει μόνο την αγανάκτηση που θα λειτουργήσει διασπαστικά, αλλά θα δημιουργήσει και στρεβλά πρότυπα μετατρέποντας την καταπάτηση του νόμου σε καθεστώς. Αλίμονο αν δεν τιμωρείται ο κλέφτης. Γίνεται είδωλο. Και δεν υπάρχει τίποτε πιο επικίνδυνο για τη συνοχή της πόλης από αυτό.

Το έργο του νομοθέτη καλείται να δώσει τη λύση: «οι νομοθέτες κάνουν καλούς τους πολίτες τους ασκώντας τους να αποκτούν τις συγκεκριμένες συνήθειες – αυτή είναι η θέληση του κάθε νομοθέτη, και όσοι δεν τα καταφέρνουν σ’ αυτό, δεν πετυχαίνουν στο έργο τους· σ’ αυτό, άλλωστε, και διαφέρει τελικά το ένα πολίτευμα από το άλλο, το καλό από το λιγότερο καλό». (1103b 1, 4-8).

Ο νομοθέτης είναι ο μεγάλος παιδαγωγός της κοινωνίας. Είναι ο άνθρωπος που θα εθίσει τους πολίτες στην αρετή υποδεικνύοντας με τους νόμους του ποιο είναι το δίκαιο και ποιο το άδικο, ποια η ορθή συμπεριφορά και ποια όχι. Η συνοχή και η κοινωνική γαλήνη εξαρτώνται απόλυτα από αυτό. Από αυτή την άποψη, δε θα μπορούσε να υπάρξει τίποτε πιο επικίνδυνο από το διεφθαρμένο νομοθέτη.

Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΞΕΝΟΦΩΝ, ΚΥΡΟΥ ΑΝΑΒΑΣΙΣ

ΞΕΝ ΚΑναβ 2.1.7–2.1.20

Ο Αρταξέρξης απαιτεί την παράδοση των όπλων των Μυρίων

Μολονότι ο θάνατος του Κύρου κατά τη διάρκεια της μάχης στα Κούναξα (401 π.Χ), τρομοκράτησε τους ασιάτες στρατιώτες του, που τράπηκαν σε φυγή, οι Έλληνες μισθοφόροι κράτησαν τις θέσεις τους. Ωστόσο, αγνοούσαν το γεγονός της απώλειας του επικεφαλής τους μέχρι το επόμενο πρωί, οπότε το πληροφορήθηκαν από τους απεσταλμένους του Αριαίου, ενός από τους συμμάχους του Κύρου. Ο Κλέαρχος πρότεινε να κάνουν δεκτή την πρόταση του Αριαίου να τεθούν οι Μύριοι υπό τις διαταγές του. Αργότερα φτάνουν στο στρατόπεδο κήρυκες του Αρταξέρξη και του Τισσαφέρνη.


[2.1.7] καὶ ἤδη τε ἦν περὶ πλήθουσαν ἀγορὰν καὶ ἔρ-
χονται παρὰ βασιλέως καὶ Τισσαφέρνους κήρυκες οἱ μὲν
ἄλλοι βάρβαροι, ἦν δ’ αὐτῶν Φαλῖνος εἷς Ἕλλην, ὃς ἐτύγχανε
παρὰ Τισσαφέρνει ὢν καὶ ἐντίμως ἔχων· καὶ γὰρ προσε-
ποιεῖτο ἐπιστήμων εἶναι τῶν ἀμφὶ τάξεις τε καὶ ὁπλομαχίαν.
[2.1.8] οὗτοι δὲ προσελθόντες καὶ καλέσαντες τοὺς τῶν Ἑλλήνων
ἄρχοντας λέγουσιν ὅτι βασιλεὺς κελεύει τοὺς Ἕλληνας,
ἐπεὶ νικῶν τυγχάνει καὶ Κῦρον ἀπέκτονε, παραδόντας τὰ
ὅπλα ἰόντας ἐπὶ βασιλέως θύρας εὑρίσκεσθαι ἄν τι δύνωνται
ἀγαθόν. [2.1.9] ταῦτα μὲν εἶπον οἱ βασιλέως κήρυκες· οἱ δὲ Ἕλ-
ληνες βαρέως μὲν ἤκουσαν, ὅμως δὲ Κλέαρχος τοσοῦτον
εἶπεν, ὅτι οὐ τῶν νικώντων εἴη τὰ ὅπλα παραδιδόναι· ἀλλ’,
ἔφη, ὑμεῖς μέν, ὦ ἄνδρες στρατηγοί, τούτοις ἀποκρίνασθε
ὅ τι κάλλιστόν τε καὶ ἄριστον ἔχετε· ἐγὼ δὲ αὐτίκα ἥξω.
ἐκάλεσε γάρ τις αὐτὸν τῶν ὑπηρετῶν, ὅπως ἴδοι τὰ ἱερὰ
ἐξῃρημένα· ἔτυχε γὰρ θυόμενος. [2.1.10] ἔνθα δὴ ἀπεκρίνατο
Κλεάνωρ ὁ Ἀρκάς, πρεσβύτατος ὤν, ὅτι πρόσθεν ἂν ἀπο-
θάνοιεν ἢ τὰ ὅπλα παραδοίησαν· Πρόξενος δὲ ὁ Θηβαῖος,
Ἀλλ’ ἐγώ, ἔφη, ὦ Φαλῖνε, θαυμάζω πότερα ὡς κρατῶν
βασιλεὺς αἰτεῖ τὰ ὅπλα ἢ ὡς διὰ φιλίαν δῶρα. εἰ μὲν
γὰρ ὡς κρατῶν, τί δεῖ αὐτὸν αἰτεῖν καὶ οὐ λαβεῖν ἐλθόντα;
εἰ δὲ πείσας βούλεται λαβεῖν, λεγέτω τί ἔσται τοῖς στρα-
τιώταις, ἐὰν αὐτῷ ταῦτα χαρίσωνται. [2.1.11] πρὸς ταῦτα Φαλῖνος
εἶπε· Βασιλεὺς νικᾶν ἡγεῖται, ἐπεὶ Κῦρον ἀπέκτεινε. τίς
γὰρ αὐτῷ ἔστιν ὅστις τῆς ἀρχῆς ἀντιποιεῖται; νομίζει δὲ
καὶ ὑμᾶς ἑαυτοῦ εἶναι, ἔχων ἐν μέσῃ τῇ ἑαυτοῦ χώρᾳ καὶ
ποταμῶν ἐντὸς ἀδιαβάτων καὶ πλῆθος ἀνθρώπων ἐφ’ ὑμᾶς
δυνάμενος ἀγαγεῖν, ὅσον οὐδ’ εἰ παρέχοι ὑμῖν δύναισθε ἂν
ἀποκτεῖναι. [2.1.12] μετὰ τοῦτον Θεόπομπος Ἀθηναῖος εἶπεν· Ὦ
Φαλῖνε, νῦν, ὡς σὺ ὁρᾷς, ἡμῖν οὐδὲν ἔστιν ἀγαθὸν ἄλλο εἰ
μὴ ὅπλα καὶ ἀρετή. ὅπλα μὲν οὖν ἔχοντες οἰόμεθα ἂν καὶ
τῇ ἀρετῇ χρῆσθαι, παραδόντες δ’ ἂν ταῦτα καὶ τῶν σωμάτων
στερηθῆναι. μὴ οὖν οἴου τὰ μόνα ἀγαθὰ ἡμῖν ὄντα ὑμῖν
παραδώσειν, ἀλλὰ σὺν τούτοις καὶ περὶ τῶν ὑμετέρων ἀγα-
θῶν μαχούμεθα. [2.1.13] ἀκούσας δὲ ταῦτα ὁ Φαλῖνος ἐγέλασε καὶ
εἶπεν· Ἀλλὰ φιλοσόφῳ μὲν ἔοικας, ὦ νεανίσκε, καὶ λέγεις
οὐκ ἀχάριστα· ἴσθι μέντοι ἀνόητος ὤν, εἰ οἴει τὴν ὑμετέραν
ἀρετὴν περιγενέσθαι ἂν τῆς βασιλέως δυνάμεως. [2.1.14] ἄλλους
δέ τινας ἔφασαν λέγειν ὑπομαλακιζομένους, ὡς καὶ Κύρῳ
πιστοὶ ἐγένοντο καὶ βασιλεῖ ἂν πολλοῦ ἄξιοι γένοιντο, εἰ
βούλοιτο φίλος γενέσθαι· καὶ εἴτε ἄλλο τι θέλοι χρῆσθαι
εἴτ’ ἐπ’ Αἴγυπτον στρατεύειν, συγκαταστρέψαιντ’ ἂν αὐτῷ.
[2.1.15] ἐν τούτῳ Κλέαρχος ἧκε, καὶ ἠρώτησεν εἰ ἤδη ἀποκεκριμένοι
εἶεν. Φαλῖνος δὲ ὑπολαβὼν εἶπεν· Οὗτοι μέν, ὦ Κλέαρχε,
ἄλλος ἄλλα λέγει· σὺ δ’ ἡμῖν εἰπὲ τί λέγεις. [2.1.16] ὁ δ’ εἶπεν·
Ἐγώ σε, ὦ Φαλῖνε, ἄσμενος ἑόρακα, οἶμαι δὲ καὶ οἱ ἄλλοι
πάντες· σύ τε γὰρ Ἕλλην εἶ καὶ ἡμεῖς τοσοῦτοι ὄντες ὅσους
σὺ ὁρᾷς· ἐν τοιούτοις δὲ ὄντες πράγμασι συμβουλευόμεθά
σοι τί χρὴ ποιεῖν περὶ ὧν λέγεις. [2.1.17] σὺ οὖν πρὸς θεῶν συμ-
βούλευσον ἡμῖν ὅ τι σοι δοκεῖ κάλλιστον καὶ ἄριστον εἶναι,
καὶ ὅ σοι τιμὴν οἴσει εἰς τὸν ἔπειτα χρόνον [ἀνα]λεγόμενον,
ὅτι Φαλῖνός ποτε πεμφθεὶς παρὰ βασιλέως κελεύσων τοὺς
Ἕλληνας τὰ ὅπλα παραδοῦναι συμβουλευομένοις συνεβού-
λευσεν αὐτοῖς τάδε. οἶσθα δὲ ὅτι ἀνάγκη λέγεσθαι ἐν τῇ
Ἑλλάδι ἃ ἂν συμβουλεύσῃς. [2.1.18] ὁ δὲ Κλέαρχος ταῦτα ὑπήγετο
βουλόμενος καὶ αὐτὸν τὸν παρὰ βασιλέως πρεσβεύοντα συμ-
βουλεῦσαι μὴ παραδοῦναι τὰ ὅπλα, ὅπως εὐέλπιδες μᾶλλον
εἶεν οἱ Ἕλληνες. Φαλῖνος δὲ ὑποστρέψας παρὰ τὴν δόξαν
αὐτοῦ εἶπεν· [2.1.19] Ἐγώ, εἰ μὲν τῶν μυρίων ἐλπίδων μία τις ὑμῖν
ἐστι σωθῆναι πολεμοῦντας βασιλεῖ, συμβουλεύω μὴ παρα-
διδόναι τὰ ὅπλα· εἰ δέ τοι μηδεμία σωτηρίας ἐστὶν ἐλπὶς
ἄκοντος βασιλέως, συμβουλεύω σῴζεσθαι ὑμῖν ὅπῃ δυνατόν.
[2.1.20] Κλέαρχος δὲ πρὸς ταῦτα εἶπεν· Ἀλλὰ ταῦτα μὲν δὴ σὺ
λέγεις· παρ’ ἡμῶν δὲ ἀπάγγελλε τάδε, ὅτι ἡμεῖς οἰόμεθα,
εἰ μὲν δέοι βασιλεῖ φίλους εἶναι, πλείονος ἂν ἄξιοι εἶναι
φίλοι ἔχοντες τὰ ὅπλα ἢ παραδόντες ἄλλῳ, εἰ δὲ δέοι πολε-
μεῖν, ἄμεινον ἂν πολεμεῖν ἔχοντες τὰ ὅπλα ἢ ἄλλῳ παρα-
δόντες.

***
Και ήτο πλέον ώρα, κατά την οποίαν η αγορά είναι γεμάτη και ιδού έρχονται εκ μέρους του βασιλέως και του Τισσαφέρνους κήρυκες, εκ των οποίων οι μεν άλλοι όλοι ήσαν βάρβαροι, εις όμως εξ αυτών Έλλην, ο Φαλίνος, ο οποίος ετύχαινε να ευρίσκεται πλησίον του Τισσαφέρνους και να έχη τιμητικήν θέσιν παρ' αυτώ, καθόσον μάλιστα ισχυρίζετο ότι εγίνωσκε καλώς τα αφορώντα εις την τακτικήν και την οπλομαχίαν. Ούτοι άμα επλησίασαν εις το στρατόπεδον, εκάλεσαν τους αρχηγούς των Ελλήνων και λέγουν εις αυτούς ότι ο βασιλεύς διατάσσει τους Έλληνας, επειδή συμβαίνει να είναι νικητής και έχει φονεύσει τον Κύρον, να του παραδώσουν τα όπλα, και κατόπιν να υπάγουν εις τας θύρας των ανακτόρων του, και εκεί να προσπαθήσουν να επιτύχουν, αν ημπορούν, εκ μέρους του κάποιο καλόν δια τον εαυτόν τους.

Αυτά είπαν οι κήρυκες του βασιλέως και οι Έλληνες με μεγάλην των δυσφορίαν τα ήκουσαν. Ο Κλέαρχος όμως τούτο μόνον ηρκέσθη να είπη, ότι δηλαδή δεν είναι ίδιον των νικητών το να παραδίδουν τα όπλα. «Αλλά, προσέθεσε, σεις στρατηγοί, δώσατε εις τούτους την αξιοπρεπεστέραν και καλυτέραν απάντησιν που έχετε να δώσετε, και εγώ αμέσως θα επιστρέψω». Διότι τον εκάλεσε κάποιος από τους υπηρέτας να υπάγη να ίδη τα σπλάχνα των θυμάτων εξηγμένα, επειδή έτυχε κατά την ώραν εκείνην να προσφέρη θυσίαν. Τότε λοιπόν πρώτος έδωσεν απάντησιν ο Κλεάνωρ ο Αρκάς, ο οποίος ήτο πολύ γέρων, και είπεν ότι πρωτύτερα θα εφονεύοντο και έπειτα θα παρέδιδον τα όπλα. Κατόπιν ο Πρόξενος ο Θηβαίος, «Μα εγώ, είπε, Φαλίνε, εκπλήσσομαι και επιθυμώ να μάθω, τι από τα δύο συμβαίνει; Ως νικητής δηλαδή ο βασιλεύς τα ζητεί τα όπλα, ή ως δώρα δι' ένδειξιν φιλίας; Διότι, αν μεν τα ζητεί ως νικητής, τότε τι ανάγκη είναι να τα ζητή και δεν έρχεται να τα λάβη μόνος του; Αν δε πάλιν θέλει να τα λάβη δια της πειθούς, τότε ας μας είπη τι θα έχουν οι στρατιώται, άμα του τα δώσουν δια να τον ευχαριστήσουν;». Απαντών εις αυτά ο Φαλίνος είπε∙ «Ο βασιλεύς έχει την γνώμην ότι είναι νικητής, αφού έχει φονεύσει τον Κύρον. Διότι τις πλέον του διαμφισβητεί την αρχήν; Νομίζει δε ότι και σεις ανήκετε εις αυτόν, αφού σας έχει εις το μέσον της χώρας του και εις το μεταξύ ποταμών αδιάβατων, και δύναται να οδηγήση εναντίον σας πλήθος ανθρώπων τόσον πολύ, που και αν ακόμη σας τους παρέδιδε, δεν θα ηδύνασθε να τους φονεύσετε». Ύστερα από αυτόν ο Θεόπομπος ο Αθηναίος είπε∙ «Φαλίνε, τώρα καθώς και συ το βλέπεις, ημείς κανέν άλλο καλόν δεν έχομεν, παρά μόνον όπλα και ανδρείαν. Όπλα λοιπόν άμα έχομεν, νομίζομεν ότι ημπορούμεν να κάμνωμεν χρήσιν και της ανδρείας μας, ενώ άμα τα παραδώσωμεν, ενδεχόμενον είναι να στερηθώμεν και της ζωής μας. Μη φαντάζεσαι λοιπόν ότι τα μόνα αγαθά που έχομεν θα τα παραδώσομεν εις σας, παρά με αυτά και δια τα ιδικά σας αγαθά θα αγωνισθώμεν». Άμα τα ήκουσεν αυτά ο Φαλίνος εγέλασε και είπε∙ «Φιλόσοφος φαίνεται να είσαι, παλληκάρι μου, και δι' αυτό τα λόγια σου είναι πολύ νόστιμα. Πρέπει να ηξεύρεις όμως ότι είσαι ανόητος, αν φαντάζεσαι πως η ιδική σας ανδρεία ημπορεί να υπερισχύση της δυνάμεως του βασιλέως». Άλλοι δε μερικοί, που ήρχισαν να δειλιάζουν, έλεγαν, καθώς ήκουσα, ότι όπως εις τον Κύρον εδείχθησαν πιστοί, ούτω και εις τον βασιλέα θα ημπορούσαν να φανούν χρήσιμοι, αν θα ήθελε να γίνη φίλος των∙ και ότι είτε εις άλλο τίποτε θα ήθελε να τους χρησιμοποιήση είτε δι' εκστρατείαν εναντίον της Αιγύπτου, θα τον εβοήθουν να την υποτάξη.

Εις το μεταξύ ο Κλέαρχος επέστρεψε και ηρώτησε, αν είχαν δώσει πλέον απάντησιν. Αλλά έλαβε τον λόγον ο Φαλίνος και είπε∙ «Ούτοι, Κλέαρχε, άλλα λέγει ο ένας και άλλα λέγει ο άλλος∙ συ λοιπόν ειπέ μας, τι λέγεις;» Και εκείνος είπεν∙ «Εγώ, Φαλίνε, με μεγάλην μου ευχαρίστησιν σε είδα, καθώς και οι άλλοι, πιστεύω, όλοι. Διότι και συ είσαι Έλλην και ημείς επίσης που είμεθα τόσοι όσους μας βλέπεις. Επειδή δε ευρισκόμεθα εις τοιαύτας περιστάσεις, ζητούμεν την συμβουλήν σου, τι πρέπει να κάμωμεν σχετικώς με αυτά που μας λέγεις. Συ λοιπόν, δι' όνομα των θεών, συμβούλευσέ μας και ειπέ μας ό,τι νομίζεις πως είναι εντιμότατον και ωφελιμώτατον, και κάτι που θα σου φέρη τιμήν εις το μέλλον, όπου πάντοτε θα λέγουν οι άνθρωποι ότι ο Φαλίνος μίαν φοράν που εστάλη από τον βασιλέα, δια να διαβιβάση εις τους Έλληνας διαταγήν του να του παραδώσουν τα όπλα, επειδή εζήτουν περί τούτου την συμβουλήν του, τους συνεβούλευσε τα εξής…. Ηξεύρεις δε ότι εξάπαντος θα μνημονεύωνται εις την Ελλάδα όσα θα μας είπης ως συμβουλήν σου».

Με αυτά προσεπάθει με τρόπον ο Κλέαρχος να δελεάση τον Φαλίνον,επειδή ήθελεν ώστε, και αυτός που ήτο απεσταλμένος εκ μέρους του βασιλέως, να τους συμβουλεύση να μη παραδώσουν τα όπλα, δια να είναι περισσότερον αισιόδοξοι οι ΈΛληνες δια το μέλλον. Αλλά ο Φαλίνος τεχνηέντως εξέφυγε, και παρά την προσδοκίαν του Κλεάρχου είπε τα εξής∙ «Εγώ, αν μεν από τας απείρους ελπίδας υπάρχει δια σας μία οιαδήποτε να σωθήτε πολεμούντες εναντίον του βασιλέως, σας συμβουλεύω να μη θελήσετε να παραδώσετε τα όπλα∙ αν όμως δεν υπάρχει καμία ελπίς να σωθήτε χωρίς την θέλησιν του βασιλέως, τότε σας συμβουλεύω να προσπαθήσετε να εύρητε σωτηρίαν, με όποιον τρόπον είναι δυνατόν». Απαντών εις αυτά ο Κλέαρχος είπε∙ «Τέλος πάντων αυτή είναι η γνώμη σου∙ εκ μέρους ημών όμως πήγαινε και ειπέ τα εξής, ότι δηλαδή ημείς νομίζομεν ότι αν μεν θα εχρειάζετο να είμεθα φίλοι με τον βασιλέα, θα ήμεθα περισσότερον χρήσιμοι φίλοι έχοντες τα όπλα μας παρά αν ηθέλομεν τα παραδώσει εις άλλον∙ και αν θα εχρειάζετο πάλιν να κάμνωμεν πόλεμον, ότι θα επολεμούμεν καλύτερον έχοντες τα όπλα μας παρά αν τα παρεδίδαμεν εις άλλον».