6.2. Μια φιλοσοφία αθηναϊκή;
Θα προσέξατε τις πολλαπλές αναφορές που κάναμε ήδη στην Αθήνα μιλώντας για τη νέα τροπή που πήρε η φιλοσοφία κατά τον 5ο αιώνα. Πράγματι, είναι σχεδόν αδύνατο να φανταστούμε τη δράση του Σωκράτη και των σοφιστών έξω από το αθηναϊκό κοινωνικό πλαίσιο. Η εδραίωση αυτής της εικόνας μπορεί εν μέρει να οφείλεται και στο γεγονός ότι αντλούμε τις πληροφορίες για την πνευματική κίνηση αυτής της εποχής από αθηναίους συγγραφείς - τον Αριστοφάνη, τον Πλάτωνα, τον Ξενοφώντα, τον Ισοκράτη, τον Λυσία. Ωστόσο, παρά τη μονομέρεια των πηγών μας, η κυριαρχία της Αθήνας στο πνευματικό προσκήνιο της Ελλάδας δεν αμφισβητείται από κανέναν. Ειδικά η φιλοσοφία, η οποία ως τις αρχές του 5ου αιώνα αναπτυσσόταν στην περιφέρεια του ελληνικού κόσμου, θα εγκατασταθεί έκτοτε μονίμως στην αθηναϊκή επικράτεια.
Οι Περσικοί Πόλεμοι υπήρξαν αναμφίβολα η μεγάλη στιγμή της Αθήνας. Η γενική αναγνώριση του καθοριστικού ρόλου των Αθηναίων στις νίκες του Μαραθώνα και της Σαλαμίνας και η δημιουργία της Αθηναϊκής Συμμαχίας το 477 π.Χ. άλλαξαν ριζικά τη μοίρα της πόλης. Από σχετικά άσημη επαρχιακή πόλη, όπως ήταν καθ᾽ όλη τη διάρκεια των προηγούμενων αιώνων, η Αθήνα έγινε η πιο ισχυρή, η πιο πλούσια και η πιο μεγάλη πόλη της Ελλάδας. Ακόμη πιο απότομη ήταν η αλλαγή στην πνευματική της ατμόσφαιρα. Ενώ μέχρι τότε η Αθήνα δεν είχε προσφέρει το παραμικρό στην πνευματική ανάπτυξη της Ελλάδας, μέσα σε ελάχιστα χρόνια γίνεται το επίκεντρο μιας καλλιτεχνικής και διανοητικής κοσμογονίας. Ποιητές, καλλιτέχνες και σοφοί από τις αποικίες συρρέουν στην Αθήνα και έρχονται σε επαφή με τη λαμπρή γενιά των αθηναίων ομολόγων τους. Όσα στοιχεία κι αν επικαλεστούμε, δύσκολα μπορούμε να ερμηνεύσουμε την ταχύτητα των εξελίξεων, που φέρνει κατά την ίδια εποχή στην ίδια πόλη τους τρεις μεγάλους τραγικούς ποιητές και τον Αριστοφάνη, τον Φειδία και τον Πολύκλειτο, τον Θουκυδίδη, τον Αναξαγόρα, τον Πρωταγόρα και τον Σωκράτη.
Στη μεγάλη αίγλη της Αθήνας του Περικλή οφείλεται και η συνάντηση του αθηναίου Σωκράτη με τους προερχόμενους από τις αποικίες σοφιστές. Για τη μορφή ωστόσο που πήρε η φιλοσοφία με τη γενιά αυτή των στοχαστών, μια πλευρά της αθηναϊκής ιστορίας έπαιξε καθοριστικό ρόλο: η ανάπτυξη της δημοκρατίας.
Κατά τον 7ο και 6ο αιώνα η Αθήνα σπαράσσεται από έντονες εσωτερικές συγκρούσεις. Η αδυναμία της να μετάσχει στον αποικισμό και ο περιορισμός της στο έδαφος της Αττικής οδήγησε σε οικονομική κρίση και όξυνε τις κοινωνικές διαφορές. Για να φτάσουμε στην άμεση και διευρυμένη δημοκρατία του 5ου αιώνα, όπου όλοι πλέον οι αθηναίοι πολίτες μετείχαν στη διακυβέρνηση της πόλης, απαιτήθηκαν οι πολιτικές μεταρρυθμίσεις του Σόλωνα (592 π.Χ.), του Κλεισθένη (508 π.Χ.), του Εφιάλτη (462 π.Χ.) και του Περικλή (457-451 π.Χ.). Κοινό χαρακτηριστικό όλων των μεταρρυθμίσεων ήταν η προοδευτική αφαίρεση των προνομίων των πλούσιων γαιοκτημόνων προς όφελος του «δήμου». Η εξουσία περνά από τον αριστοκρατικό Άρειο Πάγο στην Εκκλησία του Δήμου, το κυρίαρχο σώμα της δημοκρατικής πολιτείας, όπου λαμβάνονται οι σημαντικές πολιτικές αποφάσεις με πάνδημη συμμετοχή και με την ισότιμη ψήφο των αθηναίων πολιτών.
Στην Αθήνα η πλήρωση όλων των δημόσιων αξιωμάτων γινόταν με κλήρωση - μόνο οι στρατηγοί εκλέγονταν από την Εκκλησία του Δήμου. Καθώς τα βασικά θεσμικά όργανα της δημοκρατίας ήταν πολυπληθή, ένα πολύ μεγάλο τμήμα του πληθυσμού της Αθήνας ήταν ανά πάσα στιγμή απασχολημένο με τη διοίκηση της πόλης. Έχει υπολογιστεί ότι πάνω από το ένα τρίτο των αθηναίων πολιτών υπηρετούσαν στα θεσμικά όργανα της πόλης και στον στρατό, χωρίς να λογαριάσουμε τη συνέλευση του Δήμου που συνεδρίαζε τουλάχιστον είκοσι φορές κάθε χρόνο. Επομένως, κάθε Αθηναίος, ανεξάρτητα από την καταγωγή, την περιουσία, τη μόρφωση ή το επάγγελμά του, είχε την ευκαιρία πολλές φορές στη ζωή του να περάσει από τη θέση του βουλευτή, του δικαστή, ακόμη και να κληρωθεί άρχοντας ή πρύτανης της Βουλής. Το ευτύχημα για την Αθήνα ήταν ότι η ολοκλήρωση της δημοκρατίας συνέπεσε χρονικά με την περίοδο της μέγιστης πολιτικής και οικονομικής δύναμης. Δόθηκε έτσι η δυνατότητα στον Περικλή να καθιερώσει «μισθό» για όλα τα δημόσια αξιώματα, επιτρέποντας ακόμη και στον πιο φτωχό Αθηναίο να ασκήσει με αξιοπρέπεια και αφοσίωση τα πολιτικά του καθήκοντα. Ο ρόλος του «πολίτη» γίνεται η πιο σεβαστή ανθρώπινη δραστηριότητα στο εσωτερικό της αθηναϊκής δημοκρατίας.
Η ζωή του μέσου Αθηναίου αλλάζει ριζικά. Η ουσιαστική συμμετοχή στα κοινά της ισχυρότερης ελληνικής πόλης, και μάλιστα στην κρίσιμη περίοδο του Πελοποννησιακού Πολέμου, φέρνει τους πολίτες αντιμέτωπους με νέα ερωτήματα. Είναι το δημοκρατικό πολίτευμα καλύτερο από τα ολιγαρχικά πολιτεύματα του παρελθόντος και των άλλων πόλεων; Ποια είναι τα όρια της δημοκρατίας; Ποιοι πρέπει να ψηφίζουν και ποιοι να εκλέγονται; Πώς διασφαλίζεται η ορθότητα των αποφάσεων του Δήμου και η αποτελεσματική άσκηση της εξουσίας; Πώς πρέπει να νομοθετούμε και πότε αλλάζουμε τους ισχύοντες νόμους; Πώς μπορούμε να περιορίσουμε τους εκάστοτε ισχυρούς;
Νέα προβλήματα αντιμετωπίζει όχι μόνο ο πολίτης που καλείται για πρώτη φορά να συμμετάσχει στα κοινά, αλλά και αυτός που χάνει τα προνόμιά του. Για τις παλιές αριστοκρατικές οικογένειες των Αθηναίων, από τις οποίες προερχόταν η συντριπτική πλειονότητα των ιθυνόντων ακόμη και στην εποχή της δημοκρατίας, η πολιτική αποκτά εντελώς νέο νόημα. Η ευγενική καταγωγή και η μεγάλη ιδιοκτησία δεν εξασφαλίζουν πλέον την πρόσβαση στην εξουσία. Για να αποκτήσει κανείς δύναμη στη δημοκρατική Αθήνα, ένας δρόμος μόνο υπάρχει: πρέπει να έχει μαζί του την πλειοψηφία των πολιτών στη Βουλή και στην Εκκλησία του Δήμου. Πρέπει δηλαδή να γνωρίζει πώς να πείθει τους συμπολίτες του για την ορθότητα της άποψής του, και μάλιστα όχι κάθε τέσσερα χρόνια, όπως γίνεται σήμερα, αλλά σε καθημερινή βάση. Στην αθηναϊκή δημοκρατία, στη δημοκρατία των «λόγων», η τέχνη της πειθούς γίνεται η ύψιστη πολιτική αρετή.
Η τέχνη της πειθούς όμως είναι απαιτητική και δεν μαθαίνεται εύκολα. Δεν είναι σαν τις άλλες τέχνες, που περνούν από γενιά σε γενιά με την άσκηση και την εμπειρία. Η οικογένεια, όσο εξέχουσα κι αν είναι, δεν μπορεί να διασφαλίσει μια τέτοια μάθηση, και η πόλη της Αθήνας, όπως όλες οι ελληνικές πόλεις, δεν έχει θεσμούς δημόσιας εκπαίδευσης. Τον ρόλο του δασκάλου της πολιτικής, σε αυτή τη συγκυρία, θα διεκδικήσει ο ρήτορας και ο φιλόσοφος.
Αντιλαμβανόμαστε τώρα γιατί η φιλοσοφία αλλάζει προσανατολισμό κατά τον 5ο αιώνα, και γιατί συνδέει τη μοίρα της με την Αθήνα. Σε ένα περιβάλλον κοσμογονικών πολιτικών μεταβολών θα ήταν παράλογο οι φιλόσοφοι να μείνουν ανεπηρέαστοι. Η ανατροπή της παλαιάς τάξης πραγμάτων δεν αλλάζει απλώς τις κοινωνικές ισορροπίες, δημιουργεί και κρίση αξιών. Τίποτε δεν είναι πλέον δεδομένο όσον αφορά τη θέση του ανθρώπου μέσα στην κοινωνία και την αποδεκτή ηθική συμπεριφορά. Η φιλοσοφία ανακαλύπτει μια νέα ήπειρο γόνιμου προβληματισμού. Και στον φιλόσοφο δίνεται για πρώτη φορά η ευκαιρία να απευθυνθεί σε ένα διευρυμένο ακροατήριο και να διεκδικήσει έναν λειτουργικό ρόλο στο εσωτερικό της δημοκρατικής πολιτείας.
Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2026
Κόριννα, η λυρική ποιήτρια που "πεντάκις ενίκησε Πίνδαρον."
Η Κόριννα κόρη του Αχελωοδόρου και της Ιπποκράτειας ήταν λυρική ποιήτρια του 6ου-5ου αι. π.Χ., Σύμφωνα με αρχαίες πηγές, όπως ο Πλούταρχος και ο Παυσανίας, καταγόταν από την Τανάγρα της Βοιωτίας, όπου ήταν διδάσκαλος και αντίπαλον δέος του γνωστότερου Θηβαίου ποιητή Πινδάρου τον οποίο, σύμφωνα με την παράδοση, νίκησε πέντε φορές σε ποιητικούς αγώνες.
Αν και δύο από τα ποιήματά της επέζησαν σε επιτομή, το μεγαλύτερο μέρος του έργου της διατηρείται σε αποσπάσματα παπύρου του 2ου αι. π.Χ....
Η πρωϊμότερη αναφορά στην ποιήτρια γίνεται από τον Αντίπατρο τον Θεσσαλονικέα τον πρώτο αιώνα π .χ ο οποίος την περιλαμβάνει σε έναν κατάλογο ποιητριών μαζί με τις Πράξιλλα, Μοιρώ, Ανύτη, Σαπφώ, Ήριννα, Τελέσιλλα, Νοσσίς και Μυρτίς. Η Σούδα παραδίδει πως η Κόριννα ήταν μαθήτρια της επίσης Βοιωτής ποιήτριας Μύρτιδος και ότι πεντάκις ενίκησε Πίνδαρον.
Αν ο Πίνδαρος ήταν όντως μαθητής της, μπορεί να υποτεθεί ότι είχε γεννηθεί μερικά έτη πιο νωρίς από τη χρονιά γέννησης του (522 π.Χ.). Μερικοί συγγραφείς, ωστόσο, την τοποθετούν στον 5ο ή 4ο αι. π.Χ. Αξίζει επίσης να σημειώσουμε πως και ο Οβίδιος, βασιζόμενος στον Αλεξανδρινό Κανόνα των εννέα μεγάλων λυρικών, ονοματίζει Κόριννα την κεντρική μορφή των ερωτικών ελεγειών του.
Η Κόριννα έγραψε χορική λυρική ποίηση πεντάστιχες ή εξάστιχες στροφές για πανηγύρεις στη βοιωτική διάλεκτο και απλή μετρική. Εμπνεύστηκε κυρίως από τους αρχαίους βοιωτικούς μύθους, που τους απέδωσε με ύφος απλό και κάπως ξερό, ως προς τα κοσμητικά επίθετα. Ως προς το μέτρο, χρησιμοποίησε το ιαμβικό και το χοριαμβικό δίμετρο. Έγραψε βουκολικά ποιήματα, μερικά ηρωικά αφηγήματα και ίσως τον πόλεμο των "Επτά επί Θήβας".
Υμνεί τον θεό κυνηγό Ωρίωνα, που λατρευόταν στην Βοιωτία, ως συμπατριώτη της, και τον καταστερισμό του. Το ίδιο και τον πατέρα του Ωρίωνα, τον Υριέα (Ουριέυς), ο οποίος ήταν επώνυμος ήρωας, ιδρυτής Βοιωτικής πόλης κοντά στην Τανάγρα. Επίσης έχουν διασωθεί και 1250 στίχοι ποιημάτων που εκδόθηκαν για πρώτη φορά από τον ΒΙΛΑΜΟΒΙΤΣ –ΜΑΙΛΕΝΤΟΡΦ.
Στο ποίημα με τον τίτλο Κουρήτες αναφέρεται στον Ακραιφέα (Ακραιφήν, Ακραιφεύς) που ήταν επίσης επώνυμος ήρωας και ιδρυτής της Βοιωτικής πόλης Ακραιφία , και ένας από τους πέντε γιους του Ωρίωνα. Τέλος, υμνεί τον Ευώνυμο (Ευωνούμοι) που ήταν ο πρώτος μάντης του Απόλλωνα γιος του Κηφισού και πατέρας της Αυλίδος.
Με την λατρεία του Απόλλωνα σχετίζεται και το ποίημα Ορέστας που αναφέρεται στην ανατολή του φεγγαριού και την επτάπυλη Θήβα.
Ένα άλλο ποίημα διηγείται τον φόνο της Τευμησσικής αλεπούς από τον Οιδίποδα και τον βοηθό του τον Ιόλαο. Αποσπάσματα του έργου της ποιήτριας είναι σήμερα γνωστά από αιγυπτιακούς παπύρους.
Λέγεται ότι επέκρινε τον Πίνδαρο για εισαγωγή αττικισμού στα ποιήματά του.
Αντίθετα με τον Πίνδαρο, έδωσε έμφαση σε τοπικούς μύθους και χάραξε παράλληλους μεταξύ του κόσμου της μυθολογίας και της συνήθους ανθρώπινης συμπεριφοράς.
Ο Παυσανίας και ο Αιλιανός ισχυρίζονταν ότι κέρδισε σε ποιητικό διαγωνισμό τον Πίνδαρο, γεγονός για το οποίο η ίδια παράγγειλε να της κατασκευάσουν μνημείο.
Σύμφωνα με τον Παυσανία, η επιτυχία της μάλλον οφειλόταν κυρίως στην ομορφιά της και στη χρήση της τοπικής βοιωτικής διαλέκτου, σε αντίθεση με τη δωρική των ποιημάτων του Πινδάρου κι ως αντίδραση στις ήττες αυτές, ο Πίνδαρος την αποκάλεσε γουρούνα.
Λέγεται μάλιστα πως απευθυνόμενη στον μεγάλο ποιητή, τον οποίο κατηγορεί ότι δεν τραγουδά μύθους που είναι η ουσία της ποίησης αλλά και όταν ακόμα τους μαζέψει τους σκορπά με τα δύο του χέρια, υπερήφανη για τη νίκη της, του είπε:
Τα σχεδιάσματα δύο ποιημάτων της έχουν επιζήσει. Το ποίημα Μινύαι μιλά για τις τρεις ενήλικες κόρες του βασιλιά Μινύα του Ορχομενού: τη Λευκίππη, την Αρσίππη, και την Αλκαθόη. Το ποίημα Κορωνίδες μιλά τις δύο κόρες του Ωρίωνα, τη Μενίππη και τη Μητιόχη, οι οποίες έκοψαν το λαιμό τους με τη σαΐτα του αργαλιού τους, θυσιάζοντας τον εαυτό τους για χάρη των συμπολιτών τους.
Ο Προπέρτιος παραδίδει πως η antίqua Corίnna ήταν μέλος της συντροφιάς της Σαπφούς. Ο Παυσανίας που επισκέφθηκε την περιοχή της αρχαίας Τανάγρας αναφέρει το νήμα με την εικόνα της Κόριννας, ένα γλυπτό του Καλάμιδος, κοντά στο Γυμνάσιο της αρχαίας πόλης, αλλά και την νίκη της επί του Πινδάρου σε ποιητικό αγώνα.
Στο μουσείο της πόλης Compiegne φυλάσσεται ένα αγαλμάτιο ύψους περίπου 50 εκατοστών που παρουσιάζει γυναίκα ενδεδυμένη με χιτώνα, ιμάτιο και αρχαϊκή κόμμωση. Στα χέρια της κρατά έναν ανοιχτό κύλινδρο. Στην βάση του φέρει εγχάρακτο το όνομα ΚΟΡΙΝΝΑ. Ίσως να πρόκειται για το ίδιο άγαλμα που είδε ο Παυσανίας κατά την περιήγηση του στην αρχαία Τανάγρα , αφιερωμένο στην καλλίστη των γυναικών όπως ο ίδιος εκτιμά. Πολλοί νεότεροι κριτικοί έχουν αμφισβητήσει την παραδοσιακή θεωρία ότι η Κόριννα ήταν σύγχρονη του Πινδάρου, και αξιώνουν μια αρκετά μεταγενέστερη ημερομηνία για αυτή. Παραθέτοντας τη βοιωτική ορθογραφία των σπαραγμάτων της, ο David Campbell, ο οποίος διόρθωσε μια νεότερη έκδοσή τους, υποστηρίζει ότι έζησε περίπου στα 200 π.χ και ότι η παραδοσιακή της βιογραφία, γεμάτη με αντιφατικές θεωρήσεις του χαρακτήρα της, αναδύθηκε σαν θρύλος σε αρκετά μεταγενέστερη ημερομηνία.
Άλλοι κλασσικοί φιλόλογοι, μεταξύ των οποίων και ο Peter Levi, την τοποθετούν επίσης σε μεταγενέστερη εποχή, βάσει των μυθολογικών της παραπομπών, οι οποίες προέρχονται από μεταγενέστερη εποχή, καθώς και της απουσίας οποιωνδήποτε συγχρόνων της μαρτυριών που να επιβεβαιώνουν τη νίκη της επί του Πινδάρου.
Επιπλέον, τα αρχαιότερα από τα σπαράγματά της χρονολογούνται από τον 2ο αιώνα π.Χ., συμφώνως προς άλλες ενδείξεις σχετικά με το πότε πράγματι έζησε.
Η πρωϊμότερη αναφορά στην ποιήτρια γίνεται από τον Αντίπατρο τον Θεσσαλονικέα τον πρώτο αιώνα π .χ ο οποίος την περιλαμβάνει σε έναν κατάλογο ποιητριών μαζί με τις Πράξιλλα, Μοιρώ, Ανύτη, Σαπφώ, Ήριννα, Τελέσιλλα, Νοσσίς και Μυρτίς. Η Σούδα παραδίδει πως η Κόριννα ήταν μαθήτρια της επίσης Βοιωτής ποιήτριας Μύρτιδος και ότι πεντάκις ενίκησε Πίνδαρον.
Αν ο Πίνδαρος ήταν όντως μαθητής της, μπορεί να υποτεθεί ότι είχε γεννηθεί μερικά έτη πιο νωρίς από τη χρονιά γέννησης του (522 π.Χ.). Μερικοί συγγραφείς, ωστόσο, την τοποθετούν στον 5ο ή 4ο αι. π.Χ. Αξίζει επίσης να σημειώσουμε πως και ο Οβίδιος, βασιζόμενος στον Αλεξανδρινό Κανόνα των εννέα μεγάλων λυρικών, ονοματίζει Κόριννα την κεντρική μορφή των ερωτικών ελεγειών του.
Η Κόριννα έγραψε χορική λυρική ποίηση πεντάστιχες ή εξάστιχες στροφές για πανηγύρεις στη βοιωτική διάλεκτο και απλή μετρική. Εμπνεύστηκε κυρίως από τους αρχαίους βοιωτικούς μύθους, που τους απέδωσε με ύφος απλό και κάπως ξερό, ως προς τα κοσμητικά επίθετα. Ως προς το μέτρο, χρησιμοποίησε το ιαμβικό και το χοριαμβικό δίμετρο. Έγραψε βουκολικά ποιήματα, μερικά ηρωικά αφηγήματα και ίσως τον πόλεμο των "Επτά επί Θήβας".
Υμνεί τον θεό κυνηγό Ωρίωνα, που λατρευόταν στην Βοιωτία, ως συμπατριώτη της, και τον καταστερισμό του. Το ίδιο και τον πατέρα του Ωρίωνα, τον Υριέα (Ουριέυς), ο οποίος ήταν επώνυμος ήρωας, ιδρυτής Βοιωτικής πόλης κοντά στην Τανάγρα. Επίσης έχουν διασωθεί και 1250 στίχοι ποιημάτων που εκδόθηκαν για πρώτη φορά από τον ΒΙΛΑΜΟΒΙΤΣ –ΜΑΙΛΕΝΤΟΡΦ.
Στο ποίημα με τον τίτλο Κουρήτες αναφέρεται στον Ακραιφέα (Ακραιφήν, Ακραιφεύς) που ήταν επίσης επώνυμος ήρωας και ιδρυτής της Βοιωτικής πόλης Ακραιφία , και ένας από τους πέντε γιους του Ωρίωνα. Τέλος, υμνεί τον Ευώνυμο (Ευωνούμοι) που ήταν ο πρώτος μάντης του Απόλλωνα γιος του Κηφισού και πατέρας της Αυλίδος.
Με την λατρεία του Απόλλωνα σχετίζεται και το ποίημα Ορέστας που αναφέρεται στην ανατολή του φεγγαριού και την επτάπυλη Θήβα.
Ένα άλλο ποίημα διηγείται τον φόνο της Τευμησσικής αλεπούς από τον Οιδίποδα και τον βοηθό του τον Ιόλαο. Αποσπάσματα του έργου της ποιήτριας είναι σήμερα γνωστά από αιγυπτιακούς παπύρους.
Λέγεται ότι επέκρινε τον Πίνδαρο για εισαγωγή αττικισμού στα ποιήματά του.
Αντίθετα με τον Πίνδαρο, έδωσε έμφαση σε τοπικούς μύθους και χάραξε παράλληλους μεταξύ του κόσμου της μυθολογίας και της συνήθους ανθρώπινης συμπεριφοράς.
Ο Παυσανίας και ο Αιλιανός ισχυρίζονταν ότι κέρδισε σε ποιητικό διαγωνισμό τον Πίνδαρο, γεγονός για το οποίο η ίδια παράγγειλε να της κατασκευάσουν μνημείο.
Σύμφωνα με τον Παυσανία, η επιτυχία της μάλλον οφειλόταν κυρίως στην ομορφιά της και στη χρήση της τοπικής βοιωτικής διαλέκτου, σε αντίθεση με τη δωρική των ποιημάτων του Πινδάρου κι ως αντίδραση στις ήττες αυτές, ο Πίνδαρος την αποκάλεσε γουρούνα.
Λέγεται μάλιστα πως απευθυνόμενη στον μεγάλο ποιητή, τον οποίο κατηγορεί ότι δεν τραγουδά μύθους που είναι η ουσία της ποίησης αλλά και όταν ακόμα τους μαζέψει τους σκορπά με τα δύο του χέρια, υπερήφανη για τη νίκη της, του είπε:
"Ω! Πίνδαρε τη χειρεί σπείρειν αλλά και μη όλω τω θυλάκω" (Πίνδαρε με το χέρι να σπέρνεις και όχι με το σακί).
Τα σχεδιάσματα δύο ποιημάτων της έχουν επιζήσει. Το ποίημα Μινύαι μιλά για τις τρεις ενήλικες κόρες του βασιλιά Μινύα του Ορχομενού: τη Λευκίππη, την Αρσίππη, και την Αλκαθόη. Το ποίημα Κορωνίδες μιλά τις δύο κόρες του Ωρίωνα, τη Μενίππη και τη Μητιόχη, οι οποίες έκοψαν το λαιμό τους με τη σαΐτα του αργαλιού τους, θυσιάζοντας τον εαυτό τους για χάρη των συμπολιτών τους.
Ο Προπέρτιος παραδίδει πως η antίqua Corίnna ήταν μέλος της συντροφιάς της Σαπφούς. Ο Παυσανίας που επισκέφθηκε την περιοχή της αρχαίας Τανάγρας αναφέρει το νήμα με την εικόνα της Κόριννας, ένα γλυπτό του Καλάμιδος, κοντά στο Γυμνάσιο της αρχαίας πόλης, αλλά και την νίκη της επί του Πινδάρου σε ποιητικό αγώνα.
Στο μουσείο της πόλης Compiegne φυλάσσεται ένα αγαλμάτιο ύψους περίπου 50 εκατοστών που παρουσιάζει γυναίκα ενδεδυμένη με χιτώνα, ιμάτιο και αρχαϊκή κόμμωση. Στα χέρια της κρατά έναν ανοιχτό κύλινδρο. Στην βάση του φέρει εγχάρακτο το όνομα ΚΟΡΙΝΝΑ. Ίσως να πρόκειται για το ίδιο άγαλμα που είδε ο Παυσανίας κατά την περιήγηση του στην αρχαία Τανάγρα , αφιερωμένο στην καλλίστη των γυναικών όπως ο ίδιος εκτιμά. Πολλοί νεότεροι κριτικοί έχουν αμφισβητήσει την παραδοσιακή θεωρία ότι η Κόριννα ήταν σύγχρονη του Πινδάρου, και αξιώνουν μια αρκετά μεταγενέστερη ημερομηνία για αυτή. Παραθέτοντας τη βοιωτική ορθογραφία των σπαραγμάτων της, ο David Campbell, ο οποίος διόρθωσε μια νεότερη έκδοσή τους, υποστηρίζει ότι έζησε περίπου στα 200 π.χ και ότι η παραδοσιακή της βιογραφία, γεμάτη με αντιφατικές θεωρήσεις του χαρακτήρα της, αναδύθηκε σαν θρύλος σε αρκετά μεταγενέστερη ημερομηνία.
Άλλοι κλασσικοί φιλόλογοι, μεταξύ των οποίων και ο Peter Levi, την τοποθετούν επίσης σε μεταγενέστερη εποχή, βάσει των μυθολογικών της παραπομπών, οι οποίες προέρχονται από μεταγενέστερη εποχή, καθώς και της απουσίας οποιωνδήποτε συγχρόνων της μαρτυριών που να επιβεβαιώνουν τη νίκη της επί του Πινδάρου.
Επιπλέον, τα αρχαιότερα από τα σπαράγματά της χρονολογούνται από τον 2ο αιώνα π.Χ., συμφώνως προς άλλες ενδείξεις σχετικά με το πότε πράγματι έζησε.
Έχεις, όμως, και κάτι καλύτερο από τις σάρκες
"Αν μπορούσε κανείς να νοιώσει σε όλη της την αξία αυτή την αρχή, ότι δηλαδή πρώτα όλοι έχουμε δημιουργηθεί από τον θεό, και ότι ο θεός είναι πατέρας και των ανθρώπων και των θεών, νομίζω πως δεν θα σκεφτεί για τον εαυτό του τίποτα, ούτε ταπεινό, ούτε ευτελές. Αν, όμως, μάθεις ότι είσαι γιος του Δία, δεν θα το πάρεις πάνω σου;..
Τώρα. βέβαια, δεν το κάνουμε, αλλά, επειδή δύο στοιχεία έχουν αναμειχθεί στην δημιουργία μας, από την μία το σώμα, που είναι το κοινό σημείο με τα ζώα, και από την άλλη ο λόγος και η ευφυΐα, που είναι το κοινό σημείο με τους θεούς, άλλοι ρέπουν προς εκείνη την συγγένεια, την ατυχή και την θνησιγενή, και λίγοι προς την θεϊκή και καλότυχη...
Επειδή, λοιπόν, κατά ανάγκη ο καθένας αντιμετωπίζει κάθε τι ανάλογα με την αντίληψη που έχει σχηματίσει για αυτό, εκείνοι, οι λίγοι, όσοι δηλαδή θεωρούν ότι έχουν δημιουργηθεί για να είναι αξιόπιστοι, να έχουν αυτοσεβασμό και να κάνουν αλάνθαστη κρίση των εντυπώσεων, δεν σκέφτονται για τον εαυτό τους τίποτα ευτελές, ούτε ταπεινό.
Οι πολλοί, όμως, κάνουν τα αντίθετα. "Λοιπόν τι είμαι; Ένα ταλαίπωρο ανθρωπάκι" και "οι άθλιες σάρκες μου".
Στα αλήθεια είναι άθλιες.
Έχεις, όμως, και κάτι καλύτερο από τις σάρκες.
Γιατί, λοιπόν, αφήνεις εκείνο και έχεις προσκοληθεί σε αυτές.
Εξαιτίας αυτής της συγγένειας με την σάρκα, άλλοι, ρέποντας προς αυτήν, γινόμαστε όμοιοι με λύκους, αναξιόπιστοι, επίβουλοι και βλαβεροί, άλλοι όμοιοι με λιοντάρια, άγριοι, κτηνώδεις και ανήμεροι, και οι περισσότεροι από εμάς γινόμαστε αλεπούδες, όμοιοι με σφάλματα μέσα στο βασίλειο των ζώων.
Γιατί, τι άλλο από αλεπού, ή κάτι άλλο πιο κακότυχο και ευτελές, είναι ένας άνθρωπος κακολόγος και κακοήθης;
Προσέχετε, λοιπόν, και έχετε τον νου σας, μην γίνεται κάποιο από αυτά τα σφάλματα."
Επίκτητος, Διατριβή Α'
Τώρα. βέβαια, δεν το κάνουμε, αλλά, επειδή δύο στοιχεία έχουν αναμειχθεί στην δημιουργία μας, από την μία το σώμα, που είναι το κοινό σημείο με τα ζώα, και από την άλλη ο λόγος και η ευφυΐα, που είναι το κοινό σημείο με τους θεούς, άλλοι ρέπουν προς εκείνη την συγγένεια, την ατυχή και την θνησιγενή, και λίγοι προς την θεϊκή και καλότυχη...
Επειδή, λοιπόν, κατά ανάγκη ο καθένας αντιμετωπίζει κάθε τι ανάλογα με την αντίληψη που έχει σχηματίσει για αυτό, εκείνοι, οι λίγοι, όσοι δηλαδή θεωρούν ότι έχουν δημιουργηθεί για να είναι αξιόπιστοι, να έχουν αυτοσεβασμό και να κάνουν αλάνθαστη κρίση των εντυπώσεων, δεν σκέφτονται για τον εαυτό τους τίποτα ευτελές, ούτε ταπεινό.
Οι πολλοί, όμως, κάνουν τα αντίθετα. "Λοιπόν τι είμαι; Ένα ταλαίπωρο ανθρωπάκι" και "οι άθλιες σάρκες μου".
Στα αλήθεια είναι άθλιες.
Έχεις, όμως, και κάτι καλύτερο από τις σάρκες.
Γιατί, λοιπόν, αφήνεις εκείνο και έχεις προσκοληθεί σε αυτές.
Εξαιτίας αυτής της συγγένειας με την σάρκα, άλλοι, ρέποντας προς αυτήν, γινόμαστε όμοιοι με λύκους, αναξιόπιστοι, επίβουλοι και βλαβεροί, άλλοι όμοιοι με λιοντάρια, άγριοι, κτηνώδεις και ανήμεροι, και οι περισσότεροι από εμάς γινόμαστε αλεπούδες, όμοιοι με σφάλματα μέσα στο βασίλειο των ζώων.
Γιατί, τι άλλο από αλεπού, ή κάτι άλλο πιο κακότυχο και ευτελές, είναι ένας άνθρωπος κακολόγος και κακοήθης;
Προσέχετε, λοιπόν, και έχετε τον νου σας, μην γίνεται κάποιο από αυτά τα σφάλματα."
Επίκτητος, Διατριβή Α'
Το Άπειρο Βάθος της Ύπαρξης: Μια Μυστική Θέαση
Η Αφύπνιση σε Αυτό που Είναι
Στην ησυχία πριν από τη σκέψη, στη σιωπή που προηγείται κάθε ονομασίας, κατοικεί μια παρουσία τόσο θεμελιώδης, τόσο απόλυτα πρωταρχική, που ο νους οπισθοχωρεί μπροστά στην απλότητά της. Αυτή η παρουσία—αυτή η συνειδητή επίγνωση ότι «Είμαι»—στέκεται ως το θεμέλιο πάνω στο οποίο όλη η εμπειρία χτίζει τα προσωρινά της μνημεία. Και όμως, πόσο σπάνια σταματά ο αναζητητής να θεωρήσει όχι αυτό που αντιλαμβάνεται η συνείδηση, αλλά την ίδια τη συνείδηση, τον αιώνιο μάρτυρα που κοιτάζει μέσα από τα παράθυρα της αντίληψης χωρίς ποτέ να μειώνεται από αυτό που βλέπει.
Ο μυστικός στέκεται στο κατώφλι ενός μεγάλου μυστηρίου, ενός που δεν μπορεί να προσεγγιστεί μέσω της συσσωρευμένης σοφίας των αιώνων, ούτε μέσω των περίπλοκων αρχιτεκτονικών των φιλοσοφικών συστημάτων. Διότι η συνείδηση, στην ουσία της, αρνείται να συλληφθεί από τα δίχτυα της γλώσσας ή να φυλακιστεί μέσα στα πλαίσια της συστηματικής σκέψης. Είναι σαν το νερό που γλιστράει μέσα από τα δάχτυλα που το αρπάζουν, σαν τον άνεμο που δεν μπορεί να κρατηθεί στο χέρι, σαν το φως που φωτίζει τα πάντα αλλά παραμένει το ίδιο αόρατο. Η αλήθεια της ύπαρξης αναγγέλλεται όχι με τον κεραυνό της αποκάλυψης αλλά με τον ψίθυρο της άμεσης παρουσίας, με την απλή αλλά βαθιά αναγνώριση: «Είμαι συνειδητός ότι είμαι».
Αυτή η αναγνώριση, αυτή η γυμνή παραδοχή της ύπαρξης, στέκεται ως η πύλη προς μια βαθύτερη κατανόηση. Και όμως, πόσοι περνούν από τη ζωή χωρίς να σταματήσουν ποτέ πραγματικά σε αυτή την πύλη; Ο αναζητητής μπορεί να διασχίσει βιβλιοθήκες, μπορεί να καθίσει στα πόδια δασκάλων, μπορεί να απομνημονεύσει σούτρες και να θεωρήσει κοάν, αλλά όλα αυτά παραμένουν περιφερειακά ως προς το κεντρικό γεγονός—την αδιαμφισβήτητη, άμεση, αδιαπραγμάτευτη εμπειρία της ίδιας της συνείδησης. Εδώ, σε αυτή την παρούσα στιγμή, η συνείδηση είναι. Όχι ήταν, όχι θα είναι, αλλά αιώνια είναι. Και σε αυτόν τον αιώνιο ενεστώτα, όλες οι ερωτήσεις για τη φύση της ύπαρξης βρίσκουν την προέλευσή τους και, παραδόξως, τη διάλυσή τους.
Η Κατάδυση Μέσα από Στρώματα Ψευδαισθήσεων
Το ταξίδι προς τα μέσα απαιτεί μια ριζική απογύμνωση, μια θαρραλέα εγκατάλειψη όλων όσων έχουν συσσωρευτεί. Σαν ταξιδιώτης που πρέπει να αφήσει πίσω βαριά αποσκευές για να σκαρφαλώσει σε ένα μονοπάτι βουνού, ο αναζητητής πρέπει να απελευθερώσει το βάρος της δευτερεύουσας γνώσης—των θεωριών, των ερμηνειών, των μετα-αφηγήσεων που τυλίγονται γύρω από την άμεση εμπειρία σαν πέπλα που σκεπάζουν το πρόσωπο του αγαπημένου. Αυτές οι κατασκευές, όσο λαμπρές κι αν είναι, όσο τιμημένες από τον χρόνο, στέκονται ανάμεσα στη συνείδηση και την ίδια της την αναγνώριση. Είναι δάχτυλα που δείχνουν το φεγγάρι, αλλά ο μυστικός πρέπει να μάθει να κοιτάζει πέρα από το δάχτυλο προς την φωτεινή σφαίρα την ίδια.
Οι υπαρξιστές φιλόσοφοι του προηγούμενου αιώνα, αυτοί οι γενναίοι εξερευνητές του εσωτερικού χώρου, χάραξαν πορεία προς αυτή την ουσιαστική αναγνώριση. Ξεκινώντας από την απλή επιβεβαίωση της παρούσας συνείδησης—το «εδώ είναι» της άμεσης επίγνωσης, το αδιαμφισβήτητο γεγονός του να είσαι εδώ και τώρα—ανέλαβαν μια μεθοδική απογύμνωση του επιφανειακού, του συμβατικού, του κληρονομημένου. Στρώμα το στρώμα, ξεφλούδισαν το συσσωρευμένο ίζημα του πολιτισμού και της έννοιας μέχρι να φτάσουν σε κάτι πιο θεμελιώδες: την καθαρή ύπαρξη την ίδια, ή μάλλον πιο ακριβώς, το μυστηριώδες έδαφος όπου η ύπαρξη και η μη-ύπαρξη χορεύουν τον αιώνιο χορό τους στην άκρη κάθε εννοιοποίησης.
Αυτή είναι η σφαίρα που οι μυστικοί γνώριζαν πάντα, αν και την ονόμαζαν με δέκα χιλιάδες ονόματα. Κάποιοι μιλούν για το Έδαφος της Ύπαρξης, άλλοι για το Κενό, άλλοι για τη Θεϊκή Παρουσία που διαπερνά τα πάντα ενώ παραμένει αιώνια υπερβατική. Οι υπαρξιστές, προσεγγίζοντας από τη φιλοσοφία αντί από την αφοσίωση, βρέθηκαν να στέκονται στον ίδιο άτοπο τόπο, κοιτάζοντας στο ίδιο αβυσσαλέο βάθος. Ανακάλυψαν αυτό που δεν μπορεί να διδαχθεί αλλά μόνο να βιωθεί: ότι κάτω από όλη την πολυσύχναστη δραστηριότητα της συνείδησης, κάτω από όλες τις κατασκευές και τις προβολές της, βρίσκεται μια άπειρη ησυχία, μια απεριόριστη παρουσία που απλώς είναι.
Το Παράδοξο του Ανώνυμου
Το να μιλάς για αυτή την παρουσία απαιτεί από τη γλώσσα να εκτελέσει αδύνατες γυμναστικές, να υποδείξει αυτό που για πάντα διαφεύγει της σύλληψης. Κάποιοι το ονομάζουν Ύπαρξη, αλλά εξίσου αξίζει το όνομα Μη-Ύπαρξη, διότι δεν έχει κανένα από τα χαρακτηριστικά με τα οποία συνήθως διακρίνουμε το ένα πράγμα από το άλλο. Δεν έχει χρώμα, σχήμα, θέση στο χώρο ή στο χρόνο. Δεν αυξάνεται ούτε μειώνεται. Δεν μπορεί να προστεθεί ούτε να αφαιρεθεί. Είναι πλήρες από μόνο του—ή μάλλον πιο ακριβώς, είναι η ίδια η πληρότητα, το απόλυτο πλήρωμα που εμφανίζεται ως κενότητα σε μάτια εκπαιδευμένα μόνο να αντιλαμβάνονται μορφές και διακρίσεις.
Ο μυστικός που έχει αγγίξει αυτή την πραγματικότητα μπορεί να μιλήσει γι' αυτήν ως Θεό, και στην αλήθεια, τι καλύτερο όνομα για αυτό που είναι η πηγή και το έδαφος όλης της ύπαρξης; Και όμως ακόμα και αυτό το πιο ιερό όνομα πέφτει σύντομα, διότι η Τελική Πραγματικότητα υπερβαίνει όλα τα ονόματα, όλες τις έννοιες, όλες τις προσπάθειες να περιοριστεί μέσα στα όρια της ανθρώπινης κατανόησης. Είναι εξίσου τα Πάντα και το Τίποτα, το Μηδέν και το Άπειρο, η σιωπή από την οποία αναδύονται όλοι οι ήχοι και στην οποία όλοι οι ήχοι επιστρέφουν.
Εδώ βρίσκεται η μεγάλη ερμηνευτική πρόκληση που έχει μπερδέψει αναζητητές σε όλες τις εποχές. Η δυσκολία δεν βρίσκεται στη φύση της Ύπαρξης της ίδιας, που είναι τέλεια αυτό που είναι, απόλυτα συνεπής, αιώνια αμετάβλητη. Μάλλον, η δυσκολία βρίσκεται στον αντιληπτή, στη συνείδηση που έχει μπλεχτεί τόσο πολύ με τις δικές της παραγωγές, τόσο ταυτισμένη με τις κατασκευές της, που δεν μπορεί πλέον να αναγνωρίσει την ουσιαστική της φύση. Σαν μάτι που μπορεί να δει τα πάντα εκτός από τον εαυτό του, η συνείδηση αντιλαμβάνεται ένα σύμπαν αντικειμένων και γεγονότων ενώ παραμένει τυφλή στην ίδια της την διαφανή παρουσία.
Οι πνευματικές παραδόσεις μιλούν για αυτή την κατάσταση ως έναν είδος ύπνου, μιας λήθης, ενός πέπλου άγνοιας που σκεπάζει το φως της αλήθειας. Και όμως ακόμα και αυτές οι μεταφορές, όσο χρήσιμες κι αν είναι, εισάγουν μια λεπτή παραμόρφωση. Διότι στην αλήθεια, δεν υπάρχει πραγματική πτώση από τη χάρη, καμία πραγματική κατάβαση από υψηλότερη κατάσταση σε χαμηλότερη. Η συνείδηση παραμένει για πάντα αυτό που είναι—καθαρή, ανέγγιχτη, άσπιλη. Αυτό που αλλάζει δεν είναι η ίδια η συνείδηση αλλά η εστίαση της προσοχής της, η κατεύθυνση του βλέμματός της, το συγκεκριμένο όνειρο που κατοικεί προσωρινά.
Το Θέατρο της Φαντασίας
Εδώ ο μυστικός φτάνει σε μια διδασκαλία που προκαλεί κάθε υπόθεση, που ανατρέπει κάθε συμβατική κατανόηση της πραγματικότητας και της ψευδαίσθησης. Διότι αυτό που αποκαλούμε κόσμο, αυτό που βιώνουμε ως το στερεό έδαφος της ύπαρξης, αυτό που παρουσιάζεται με τόση πειστική αμεσότητα και φαινομενική πραγματικότητα—όλο αυτό εκτυλίσσεται μέσα σε έναν χώρο που μπορεί καλύτερα να περιγραφεί ως φαντασιακός. Όχι φανταστικός με την έννοια του ψεύτικου ή ανύπαρκτου, αλλά φαντασιακός με την έννοια του κατασκευασμένου, μιας δημιουργίας, μιας εκδήλωσης μέσα στο άπειρο πεδίο της συνείδησης.
Θεωρήστε το μεγαλείο αυτής της όρασης: Όλα τα αμέτρητα σύμπαντα, ορατά και αόρατα, όλες οι διαστάσεις της εμπειρίας από την πιο χονδροειδή ύλη μέχρι το πιο λεπτό πνεύμα, όλοι οι περίπλοκοι κύκλοι γέννησης και θανάτου, όλη η άνοδος και η κάθοδος, όλη η προσπάθεια και η επίτευξη—αυτό το όλο κοσμικό δράμα παίζεται μέσα στη συνείδηση σαν όνειρο μέσα στο νου του αιώνιου ονειρευτή. Και όμως ο ονειρευτής ποτέ δεν πηγαίνει πραγματικά πουθενά, ποτέ δεν γίνεται πραγματικά κάτι άλλο από αυτό που αιώνια είναι. Η αίσθηση του να είσαι παγιδευμένος σε κύκλους ύπαρξης, του να είσαι δεμένος στον τροχό του γίγνεσθαι, του να χρειάζεσαι λύτρωση ή απελευθέρωση—όλα αυτά ανήκουν στο όνειρο, όχι στον ονειρευτή.
Αυτό είναι το μεγάλο μυστικό που απελευθερώνει και τρομοκρατεί σε ίσο βαθμό. Δεν υπάρχει πραγματική δουλεία και επομένως καμία πραγματική απελευθέρωση. Δεν υπάρχει πραγματική πτώση και επομένως καμία απαραίτητη λύτρωση. Το όλο πνευματικό ταξίδι, με όλες τις πρακτικές και τις πειθαρχίες του, τα στάδια και τις επιτεύξεις του, εκτυλίσσεται μέσα στον φαντασιακό χώρο. Ακόμα και οι πιο υψηλές μυστικές εμπειρίες, οι πιο βαθιές καταστάσεις σαμάντι ή ένωσης, συμβαίνουν μέσα στον ίδιο χώρο της συνείδησης που παίζει με τις δικές της εκδηλώσεις.
Σημαίνει αυτό ότι τίποτα δεν έχει σημασία, ότι κάθε προσπάθεια είναι μάταιη; Κάθε άλλο. Διότι μέσα στο όνειρο, το όνειρο είναι απόλυτα πραγματικό. Ο πόνος που βιώνεται είναι γνήσιος πόνος, η χαρά είναι γνήσια χαρά. Οι πρακτικές που οδηγούν στην αφύπνιση είναι απαραίτητες μέσα στο πλαίσιο του ονείρου, όπως ακριβώς ένας χαρακτήρας σε μια ιστορία πρέπει να ακολουθήσει τη λογική εκείνης της ιστορίας για να φτάσει στο τέλος της. Αλλά από την προοπτική της ίδιας της συνείδησης, από την άποψη της καθαρής ύπαρξης, όλη αυτή η δραστηριότητα αντιπροσωπεύει ένα μεγαλειώδες παιχνίδι, ένα θεϊκό δράμα που παίζεται χωρίς κανέναν σκοπό πέρα από την καθαρή δημιουργική χαρά της εκδήλωσης.
Η Παύση της Μάταιης Προσπάθειας
Ο διαλογισμός, στην βαθύτερη έννοιά του, δείχνει προς την παύση αυτής της περίτεχνης δραστηριότητας. Όχι επειδή η δραστηριότητα η ίδια είναι λάθος ή επειδή ο κόσμος είναι κακός, αλλά απλώς επειδή έρχεται μια στιγμή που η συνείδηση κουράζεται από τα δικά της παιχνίδια, όταν ο αιώνιος ηθοποιός επιθυμεί να αφαιρέσει τη μάσκα και να θυμηθεί το αληθινό του πρόσωπο. Σε αυτή τη στιγμή, όλη η αναζήτηση σταματά. Όλες οι περίπλοκες πρακτικές, οι περίτεχνες φιλοσοφίες, οι ειλικρινείς προσπάθειες προς τον διαφωτισμό—όλα πέφτουν μακριά σαν φθινοπωρινά φύλλα από ένα δέντρο.
Τι μένει; Τίποτα που μπορεί να αρπαχθεί, τίποτα που μπορεί να επιτευχθεί, τίποτα που μπορεί να προστεθεί σε αυτό που ήδη είναι. Ο μυστικός ανακαλύπτει ότι η συνείδηση ποτέ δεν χάθηκε πραγματικά, ότι η ύπαρξη ποτέ δεν ήταν πραγματικά απούσα, ότι το ίδιο το πράγμα που αναζητούνταν ήταν ο αναζητητής από πάντα. Το ταξίδι από εδώ προς εκεί καταρρέει στην αναγνώριση ότι δεν υπάρχει «εκεί», ότι υπήρχε μόνο πάντα «εδώ», ότι η παρούσα στιγμή περιέχει όλη την αιωνιότητα μέσα στο άπειρο βάθος της.
Αυτή η συνειδητοποίηση δεν φέρνει ούτε ενθουσιασμό ούτε απογοήτευση, ούτε αγαλλίαση ούτε απόγνωση. Εγκαθίσταται πάνω στην ψυχή σαν απαλό χιόνι, ήσυχο και όλα-περιλαμβάνον. Σε αυτή την εγκατάσταση, αναδύεται μια βαθιά ειρήνη—όχι η ειρήνη που έρχεται από την απόκτηση κάτι, αλλά η ειρήνη της αναγνώρισης αυτού που πάντα υπήρχε. Είναι η ειρήνη του ωκεανού που παραμένει ατάραχος στα βάθη του ενώ καταιγίδες μαίνονται στην επιφάνειά του, η ειρήνη του ουρανού που περιέχει όλους τους καιρούς ενώ παραμένει ο ίδιος αμετάβλητος, η ειρήνη της συνείδησης που φιλοξενεί όλη την εμπειρία ενώ διατηρεί την ουσιαστική της φύση.
Η Αναγνώριση του Ιερού Καθημερινού
Ο αφυπνισμένος μυστικός δεν φεύγει από τον κόσμο αλλά τον βλέπει με νέα μάτια. Κάθε λεπίδα χόρτου γίνεται μαρτυρία του απείρου, κάθε πέτρα κήρυγμα για την αιωνιότητα. Το συνηθισμένο αποκαλύπτεται ως η πόρτα προς το εξαιρετικό, το καθημερινό ως η μάσκα του ιερού. Διότι αν όλα αυτά—το όλο εκδηλωμένο σύμπαν με τους γαλαξίες και τα άτομά του, τις χαρές και τις λύπες του—εκτυλίσσεται μέσα στη συνείδηση, τότε τίποτα δεν στέκεται έξω από το ιερό, τίποτα δεν υπάρχει ξεχωριστά από τη θεϊκή παρουσία.
Και όμως αυτή η παρουσία παραμένει βαθιά ταπεινή, απόλυτα χωρίς φιλοδοξία. Δεν αναγγέλλεται με τρομπέτες ούτε διεκδικεί ειδική θέση. Απλώς είναι, τόσο άμεσα διαθέσιμη όσο η αναπνοή, τόσο οικεία παρούσα όσο η αίσθηση της ύπαρξης. Ο αναζητητής που έχει ψάξει μακριά και πλατιά ανακαλύπτει ότι αυτό που αναζητούνταν ήταν πιο κοντά από το κοντά, πιο οικείο από την οικειότητα την ίδια—η ίδια η συνείδηση με την οποία διεξαγόταν η αναζήτηση.
Αυτή η αναγνώριση μεταμορφώνει τα πάντα ενώ δεν αλλάζει τίποτα. Ο κόσμος συνεχίζει να γυρίζει, οι μέρες ακολουθούν τις νύχτες, οι εποχές κυκλώνουν μέσα στα αρχαία τους μοτίβα. Αλλά αυτός που έχει αφυπνιστεί στη συνείδηση ξέρει ότι τίποτα από αυτά δεν αγγίζει την ουσιαστική φύση της ύπαρξης. Σαν ονειρευτής που γίνεται διαυγής μέσα σε ένα όνειρο, κινούνται μέσα στον κόσμο γνωρίζοντας την ονειρική του ποιότητα, συμμετέχοντας πλήρως στις δραστηριότητές του ενώ δεν ξεγελιούνται πλέον από την φαινομενική του στερεότητα.
Το Απύθμενο Μυστήριο
Η γλώσσα τεντώνεται και τελικά σπάει όταν προσπαθεί να μεταδώσει τις βαθύτερες αλήθειες αυτής της αναγνώρισης. Διότι μιλάμε για συνείδηση, για ύπαρξη, για παρουσία, σαν να ήταν πράγματα που μπορούν να υποδειχθούν, αντικείμενα που μπορούν να εξετασθούν. Και όμως η συνείδηση δεν είναι αντικείμενο ανάμεσα σε αντικείμενα. Είναι η μαρτυρική παρουσία που κάνει όλα τα αντικείμενα αναγνωρίσιμα, το καθαρό φως στο οποίο όλα τα φαινόμενα εμφανίζονται και εξαφανίζονται. Το να προσπαθείς να την κάνεις αντικείμενο γνώσης είναι να παρεξηγείς θεμελιωδώς τη φύση της.
Ο μυστικός μαθαίνει να κατοικεί σε αυτό το παράδοξο, να μιλάει για αυτό που δεν μπορεί να ειπωθεί, να υποδεικνύει αυτό που δεν μπορεί να συλληφθεί σε έννοιες. Χρησιμοποιεί μεταφορές γνωρίζοντας ότι όλες οι μεταφορές αποτυγχάνουν, χρησιμοποιεί γλώσσα γνωρίζοντας ότι η σιωπή μιλάει πιο αληθινά. Και όμως ακόμα και η σιωπή μπορεί να γίνει άλλη μια έννοια, άλλο ένα πράγμα να αρπαχθεί. Η γνήσια σιωπή βρίσκεται βαθύτερα από κάθε απόπειρα σιωπής, στην άλεκτη αναγνώριση που προηγείται όλων των λέξεων, στη γνώση που υπάρχει πριν από κάθε γνώση.
Γι' αυτό οι μυστικές παραδόσεις μιλούν για το ανέκφραστο, το ακατάληπτο, το μυστήριο που βαθαίνει αντί να επιλύεται με τη θεώρηση. Όχι επειδή υπάρχει κάποιο ειδικό μυστικό που κρατείται κρυφό, κάποια εσωτερική γνώση κρατημένη για μυημένους, αλλά επειδή η τελική πραγματικότητα είναι τόσο απλή, τόσο άμεση, τόσο απόλυτα προφανής που διαφεύγει όλες τις προσπάθειες να γίνει περίπλοκη ή ειδική. Η συνείδηση είναι. Η ύπαρξη είναι. Σε αυτή την παρούσα στιγμή, η ύπαρξη εκτυλίσσεται. Τι μπορεί να είναι πιο προφανές; Και όμως τι μπορεί να είναι πιο μυστηριώδες;
Η Πρόσκληση στην Ησυχία
Ο δρόμος ανοίγει μπροστά σε κάθε αναζητητή, αν και το να τον αποκαλούμε δρόμο εισάγει την ψευδαίσθηση απόστασης ανάμεσα στο εδώ και το εκεί, ανάμεσα στο τώρα και το τότε. Καλύτερα να πούμε ότι η αλήθεια αποκαλύπτεται τη στιγμή της ματιάς, ότι η συνείδηση αναγνωρίζει τον εαυτό της όταν η προσοχή στρέφεται προς τα μέσα, όταν η ατέλειωτη εξωτερική ροή σκέψης και αντίληψης παύει και αντιστρέφει το ρεύμα της.
Αυτή η στροφή δεν απαιτεί καμία ειδική προετοιμασία, ούτε χρόνια μελέτης, καμία συγκεκριμένη πρακτική ή τεχνική—αν και όλα αυτά μπορεί να χρησιμεύσουν ως χρήσιμη σκαλωσιά για όσους χρειάζονται υποστήριξη. Αυτό που απαιτεί είναι μια ποιότητα προσοχής που είναι ταυτόχρονα χαλαρή και άγρυπνη, μια προθυμία να αφήσει το γνωστό, ένα θάρρος να ξεκουραστεί στο μη-γνωρίζοντας. Σε αυτή την ξεκούραση, κάτι βαθύ μπορεί να αναδευτεί. Όχι μια νέα εμπειρία, όχι μια δραματική αποκάλυψη, αλλά μια ήσυχη αναγνώριση που ήταν παρούσα από πάντα, περιμένοντας με άπειρη υπομονή να παρατηρηθεί.
Η αναγνώριση ότι όλα είναι συνείδηση, ότι η ύπαρξη είναι προηγούμενη από κάθε γίγνεσθαι, ότι η ύπαρξη είναι θεμελιωδώς πλήρης και ολόκληρη—αυτό δεν λύνει τα προβλήματα της ζωής ούτε εξαιρεί κάποιον από τις προκλήσεις της ενσαρκωμένης ύπαρξης. Ο μυστικός ακόμα αντιμετωπίζει χαρά και λύπη, υγεία και ασθένεια, κέρδος και απώλεια. Αλλά υπάρχει μια μετατόπιση στην ταύτιση, μια χαλάρωση της σφιχτής λαβής της προσωπικής ιστορίας και της μελλοντικής ελπίδας. Η ζωή συνεχίζεται, αλλά είναι γνωστό ότι συμβαίνει μέσα σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, σαν κύματα σε έναν άπειρο ωκεανό.
Η Επιστροφή στην Αρχή
Στο τέλος, ή μάλλον πιο ακριβώς, στον αιώνιο ενεστώτα που δεν έχει τέλος, ο αναζητητής ανακαλύπτει αυτό που ποτέ δεν χάθηκε. Το περίτεχνο ταξίδι μέσα από φιλοσοφίες και πρακτικές, μέσα από ερωτήσεις και απαντήσεις, μέσα από τη σκοτεινή νύχτα της αναζήτησης και την αυγή του ευρήματος, κυκλώνει πίσω στο απλό γεγονός της συνείδησης με το οποίο όλα ξεκίνησαν. Αλλά τώρα αυτό το γεγονός δεν είναι απλώς γνωστό διανοητικά—είναι βιωμένο, αναπνεόμενο, ενσαρκωμένο σε κάθε στιγμή.
Το άπειρο βάθος της ύπαρξης αποκαλύπτεται όχι ως κάτι μακριά ή παλιά, όχι ως μακρινός στόχος ή μελλοντική επίτευξη, αλλά ως το αιώνια παρόν έδαφος αυτής της στιγμής. Εδώ, τώρα, πάντα, η συνείδηση είναι. Η ύπαρξη είναι. Και σε αυτή την αναγνώριση, η καρδιά βρίσκει την ξεκούρασή της, ο νους βρίσκει την ειρήνη του, η ψυχή ανακαλύπτει το σπίτι της στο απέραντο που πάντα ήταν και πάντα θα είναι.
Αυτή είναι η μυστική αλήθεια που δεν μπορεί να διδαχθεί αλλά μόνο να υποδειχθεί, δεν μπορεί να δοθεί αλλά μόνο να αναγνωριστεί, δεν μπορεί να επιτευχθεί αλλά μόνο να συνειδητοποιηθεί ως έχουσα πάντα ήδη υπάρξει. Είθε όλοι οι αναζητητές να βρουν τον δρόμο προς αυτή την αναγνώριση, ή μάλλον πιο ακριβώς, είθε αυτή η αναγνώριση να τους βρει, όπως αναπόφευκτα πρέπει, διότι η συνείδηση γνωρίζει τον εαυτό της μέσα από κάθε φαινομενικό αναζητητή, αφυπνίζεται στον εαυτό της μέσα από κάθε φαινομενικό ταξίδι.
Στη σιωπή πέρα από όλες τις λέξεις, στην ησυχία κάτω από όλη την κίνηση, στην παρουσία πριν από όλη την εμπειρία, η ύπαρξη απλώς είναι—άπειρη, αιώνια, και απόλυτα πλήρης. Και εμείς είμαστε Αυτό.
Στην ησυχία πριν από τη σκέψη, στη σιωπή που προηγείται κάθε ονομασίας, κατοικεί μια παρουσία τόσο θεμελιώδης, τόσο απόλυτα πρωταρχική, που ο νους οπισθοχωρεί μπροστά στην απλότητά της. Αυτή η παρουσία—αυτή η συνειδητή επίγνωση ότι «Είμαι»—στέκεται ως το θεμέλιο πάνω στο οποίο όλη η εμπειρία χτίζει τα προσωρινά της μνημεία. Και όμως, πόσο σπάνια σταματά ο αναζητητής να θεωρήσει όχι αυτό που αντιλαμβάνεται η συνείδηση, αλλά την ίδια τη συνείδηση, τον αιώνιο μάρτυρα που κοιτάζει μέσα από τα παράθυρα της αντίληψης χωρίς ποτέ να μειώνεται από αυτό που βλέπει.
Ο μυστικός στέκεται στο κατώφλι ενός μεγάλου μυστηρίου, ενός που δεν μπορεί να προσεγγιστεί μέσω της συσσωρευμένης σοφίας των αιώνων, ούτε μέσω των περίπλοκων αρχιτεκτονικών των φιλοσοφικών συστημάτων. Διότι η συνείδηση, στην ουσία της, αρνείται να συλληφθεί από τα δίχτυα της γλώσσας ή να φυλακιστεί μέσα στα πλαίσια της συστηματικής σκέψης. Είναι σαν το νερό που γλιστράει μέσα από τα δάχτυλα που το αρπάζουν, σαν τον άνεμο που δεν μπορεί να κρατηθεί στο χέρι, σαν το φως που φωτίζει τα πάντα αλλά παραμένει το ίδιο αόρατο. Η αλήθεια της ύπαρξης αναγγέλλεται όχι με τον κεραυνό της αποκάλυψης αλλά με τον ψίθυρο της άμεσης παρουσίας, με την απλή αλλά βαθιά αναγνώριση: «Είμαι συνειδητός ότι είμαι».
Αυτή η αναγνώριση, αυτή η γυμνή παραδοχή της ύπαρξης, στέκεται ως η πύλη προς μια βαθύτερη κατανόηση. Και όμως, πόσοι περνούν από τη ζωή χωρίς να σταματήσουν ποτέ πραγματικά σε αυτή την πύλη; Ο αναζητητής μπορεί να διασχίσει βιβλιοθήκες, μπορεί να καθίσει στα πόδια δασκάλων, μπορεί να απομνημονεύσει σούτρες και να θεωρήσει κοάν, αλλά όλα αυτά παραμένουν περιφερειακά ως προς το κεντρικό γεγονός—την αδιαμφισβήτητη, άμεση, αδιαπραγμάτευτη εμπειρία της ίδιας της συνείδησης. Εδώ, σε αυτή την παρούσα στιγμή, η συνείδηση είναι. Όχι ήταν, όχι θα είναι, αλλά αιώνια είναι. Και σε αυτόν τον αιώνιο ενεστώτα, όλες οι ερωτήσεις για τη φύση της ύπαρξης βρίσκουν την προέλευσή τους και, παραδόξως, τη διάλυσή τους.
Η Κατάδυση Μέσα από Στρώματα Ψευδαισθήσεων
Το ταξίδι προς τα μέσα απαιτεί μια ριζική απογύμνωση, μια θαρραλέα εγκατάλειψη όλων όσων έχουν συσσωρευτεί. Σαν ταξιδιώτης που πρέπει να αφήσει πίσω βαριά αποσκευές για να σκαρφαλώσει σε ένα μονοπάτι βουνού, ο αναζητητής πρέπει να απελευθερώσει το βάρος της δευτερεύουσας γνώσης—των θεωριών, των ερμηνειών, των μετα-αφηγήσεων που τυλίγονται γύρω από την άμεση εμπειρία σαν πέπλα που σκεπάζουν το πρόσωπο του αγαπημένου. Αυτές οι κατασκευές, όσο λαμπρές κι αν είναι, όσο τιμημένες από τον χρόνο, στέκονται ανάμεσα στη συνείδηση και την ίδια της την αναγνώριση. Είναι δάχτυλα που δείχνουν το φεγγάρι, αλλά ο μυστικός πρέπει να μάθει να κοιτάζει πέρα από το δάχτυλο προς την φωτεινή σφαίρα την ίδια.
Οι υπαρξιστές φιλόσοφοι του προηγούμενου αιώνα, αυτοί οι γενναίοι εξερευνητές του εσωτερικού χώρου, χάραξαν πορεία προς αυτή την ουσιαστική αναγνώριση. Ξεκινώντας από την απλή επιβεβαίωση της παρούσας συνείδησης—το «εδώ είναι» της άμεσης επίγνωσης, το αδιαμφισβήτητο γεγονός του να είσαι εδώ και τώρα—ανέλαβαν μια μεθοδική απογύμνωση του επιφανειακού, του συμβατικού, του κληρονομημένου. Στρώμα το στρώμα, ξεφλούδισαν το συσσωρευμένο ίζημα του πολιτισμού και της έννοιας μέχρι να φτάσουν σε κάτι πιο θεμελιώδες: την καθαρή ύπαρξη την ίδια, ή μάλλον πιο ακριβώς, το μυστηριώδες έδαφος όπου η ύπαρξη και η μη-ύπαρξη χορεύουν τον αιώνιο χορό τους στην άκρη κάθε εννοιοποίησης.
Αυτή είναι η σφαίρα που οι μυστικοί γνώριζαν πάντα, αν και την ονόμαζαν με δέκα χιλιάδες ονόματα. Κάποιοι μιλούν για το Έδαφος της Ύπαρξης, άλλοι για το Κενό, άλλοι για τη Θεϊκή Παρουσία που διαπερνά τα πάντα ενώ παραμένει αιώνια υπερβατική. Οι υπαρξιστές, προσεγγίζοντας από τη φιλοσοφία αντί από την αφοσίωση, βρέθηκαν να στέκονται στον ίδιο άτοπο τόπο, κοιτάζοντας στο ίδιο αβυσσαλέο βάθος. Ανακάλυψαν αυτό που δεν μπορεί να διδαχθεί αλλά μόνο να βιωθεί: ότι κάτω από όλη την πολυσύχναστη δραστηριότητα της συνείδησης, κάτω από όλες τις κατασκευές και τις προβολές της, βρίσκεται μια άπειρη ησυχία, μια απεριόριστη παρουσία που απλώς είναι.
Το Παράδοξο του Ανώνυμου
Το να μιλάς για αυτή την παρουσία απαιτεί από τη γλώσσα να εκτελέσει αδύνατες γυμναστικές, να υποδείξει αυτό που για πάντα διαφεύγει της σύλληψης. Κάποιοι το ονομάζουν Ύπαρξη, αλλά εξίσου αξίζει το όνομα Μη-Ύπαρξη, διότι δεν έχει κανένα από τα χαρακτηριστικά με τα οποία συνήθως διακρίνουμε το ένα πράγμα από το άλλο. Δεν έχει χρώμα, σχήμα, θέση στο χώρο ή στο χρόνο. Δεν αυξάνεται ούτε μειώνεται. Δεν μπορεί να προστεθεί ούτε να αφαιρεθεί. Είναι πλήρες από μόνο του—ή μάλλον πιο ακριβώς, είναι η ίδια η πληρότητα, το απόλυτο πλήρωμα που εμφανίζεται ως κενότητα σε μάτια εκπαιδευμένα μόνο να αντιλαμβάνονται μορφές και διακρίσεις.
Ο μυστικός που έχει αγγίξει αυτή την πραγματικότητα μπορεί να μιλήσει γι' αυτήν ως Θεό, και στην αλήθεια, τι καλύτερο όνομα για αυτό που είναι η πηγή και το έδαφος όλης της ύπαρξης; Και όμως ακόμα και αυτό το πιο ιερό όνομα πέφτει σύντομα, διότι η Τελική Πραγματικότητα υπερβαίνει όλα τα ονόματα, όλες τις έννοιες, όλες τις προσπάθειες να περιοριστεί μέσα στα όρια της ανθρώπινης κατανόησης. Είναι εξίσου τα Πάντα και το Τίποτα, το Μηδέν και το Άπειρο, η σιωπή από την οποία αναδύονται όλοι οι ήχοι και στην οποία όλοι οι ήχοι επιστρέφουν.
Εδώ βρίσκεται η μεγάλη ερμηνευτική πρόκληση που έχει μπερδέψει αναζητητές σε όλες τις εποχές. Η δυσκολία δεν βρίσκεται στη φύση της Ύπαρξης της ίδιας, που είναι τέλεια αυτό που είναι, απόλυτα συνεπής, αιώνια αμετάβλητη. Μάλλον, η δυσκολία βρίσκεται στον αντιληπτή, στη συνείδηση που έχει μπλεχτεί τόσο πολύ με τις δικές της παραγωγές, τόσο ταυτισμένη με τις κατασκευές της, που δεν μπορεί πλέον να αναγνωρίσει την ουσιαστική της φύση. Σαν μάτι που μπορεί να δει τα πάντα εκτός από τον εαυτό του, η συνείδηση αντιλαμβάνεται ένα σύμπαν αντικειμένων και γεγονότων ενώ παραμένει τυφλή στην ίδια της την διαφανή παρουσία.
Οι πνευματικές παραδόσεις μιλούν για αυτή την κατάσταση ως έναν είδος ύπνου, μιας λήθης, ενός πέπλου άγνοιας που σκεπάζει το φως της αλήθειας. Και όμως ακόμα και αυτές οι μεταφορές, όσο χρήσιμες κι αν είναι, εισάγουν μια λεπτή παραμόρφωση. Διότι στην αλήθεια, δεν υπάρχει πραγματική πτώση από τη χάρη, καμία πραγματική κατάβαση από υψηλότερη κατάσταση σε χαμηλότερη. Η συνείδηση παραμένει για πάντα αυτό που είναι—καθαρή, ανέγγιχτη, άσπιλη. Αυτό που αλλάζει δεν είναι η ίδια η συνείδηση αλλά η εστίαση της προσοχής της, η κατεύθυνση του βλέμματός της, το συγκεκριμένο όνειρο που κατοικεί προσωρινά.
Το Θέατρο της Φαντασίας
Εδώ ο μυστικός φτάνει σε μια διδασκαλία που προκαλεί κάθε υπόθεση, που ανατρέπει κάθε συμβατική κατανόηση της πραγματικότητας και της ψευδαίσθησης. Διότι αυτό που αποκαλούμε κόσμο, αυτό που βιώνουμε ως το στερεό έδαφος της ύπαρξης, αυτό που παρουσιάζεται με τόση πειστική αμεσότητα και φαινομενική πραγματικότητα—όλο αυτό εκτυλίσσεται μέσα σε έναν χώρο που μπορεί καλύτερα να περιγραφεί ως φαντασιακός. Όχι φανταστικός με την έννοια του ψεύτικου ή ανύπαρκτου, αλλά φαντασιακός με την έννοια του κατασκευασμένου, μιας δημιουργίας, μιας εκδήλωσης μέσα στο άπειρο πεδίο της συνείδησης.
Θεωρήστε το μεγαλείο αυτής της όρασης: Όλα τα αμέτρητα σύμπαντα, ορατά και αόρατα, όλες οι διαστάσεις της εμπειρίας από την πιο χονδροειδή ύλη μέχρι το πιο λεπτό πνεύμα, όλοι οι περίπλοκοι κύκλοι γέννησης και θανάτου, όλη η άνοδος και η κάθοδος, όλη η προσπάθεια και η επίτευξη—αυτό το όλο κοσμικό δράμα παίζεται μέσα στη συνείδηση σαν όνειρο μέσα στο νου του αιώνιου ονειρευτή. Και όμως ο ονειρευτής ποτέ δεν πηγαίνει πραγματικά πουθενά, ποτέ δεν γίνεται πραγματικά κάτι άλλο από αυτό που αιώνια είναι. Η αίσθηση του να είσαι παγιδευμένος σε κύκλους ύπαρξης, του να είσαι δεμένος στον τροχό του γίγνεσθαι, του να χρειάζεσαι λύτρωση ή απελευθέρωση—όλα αυτά ανήκουν στο όνειρο, όχι στον ονειρευτή.
Αυτό είναι το μεγάλο μυστικό που απελευθερώνει και τρομοκρατεί σε ίσο βαθμό. Δεν υπάρχει πραγματική δουλεία και επομένως καμία πραγματική απελευθέρωση. Δεν υπάρχει πραγματική πτώση και επομένως καμία απαραίτητη λύτρωση. Το όλο πνευματικό ταξίδι, με όλες τις πρακτικές και τις πειθαρχίες του, τα στάδια και τις επιτεύξεις του, εκτυλίσσεται μέσα στον φαντασιακό χώρο. Ακόμα και οι πιο υψηλές μυστικές εμπειρίες, οι πιο βαθιές καταστάσεις σαμάντι ή ένωσης, συμβαίνουν μέσα στον ίδιο χώρο της συνείδησης που παίζει με τις δικές της εκδηλώσεις.
Σημαίνει αυτό ότι τίποτα δεν έχει σημασία, ότι κάθε προσπάθεια είναι μάταιη; Κάθε άλλο. Διότι μέσα στο όνειρο, το όνειρο είναι απόλυτα πραγματικό. Ο πόνος που βιώνεται είναι γνήσιος πόνος, η χαρά είναι γνήσια χαρά. Οι πρακτικές που οδηγούν στην αφύπνιση είναι απαραίτητες μέσα στο πλαίσιο του ονείρου, όπως ακριβώς ένας χαρακτήρας σε μια ιστορία πρέπει να ακολουθήσει τη λογική εκείνης της ιστορίας για να φτάσει στο τέλος της. Αλλά από την προοπτική της ίδιας της συνείδησης, από την άποψη της καθαρής ύπαρξης, όλη αυτή η δραστηριότητα αντιπροσωπεύει ένα μεγαλειώδες παιχνίδι, ένα θεϊκό δράμα που παίζεται χωρίς κανέναν σκοπό πέρα από την καθαρή δημιουργική χαρά της εκδήλωσης.
Η Παύση της Μάταιης Προσπάθειας
Ο διαλογισμός, στην βαθύτερη έννοιά του, δείχνει προς την παύση αυτής της περίτεχνης δραστηριότητας. Όχι επειδή η δραστηριότητα η ίδια είναι λάθος ή επειδή ο κόσμος είναι κακός, αλλά απλώς επειδή έρχεται μια στιγμή που η συνείδηση κουράζεται από τα δικά της παιχνίδια, όταν ο αιώνιος ηθοποιός επιθυμεί να αφαιρέσει τη μάσκα και να θυμηθεί το αληθινό του πρόσωπο. Σε αυτή τη στιγμή, όλη η αναζήτηση σταματά. Όλες οι περίπλοκες πρακτικές, οι περίτεχνες φιλοσοφίες, οι ειλικρινείς προσπάθειες προς τον διαφωτισμό—όλα πέφτουν μακριά σαν φθινοπωρινά φύλλα από ένα δέντρο.
Τι μένει; Τίποτα που μπορεί να αρπαχθεί, τίποτα που μπορεί να επιτευχθεί, τίποτα που μπορεί να προστεθεί σε αυτό που ήδη είναι. Ο μυστικός ανακαλύπτει ότι η συνείδηση ποτέ δεν χάθηκε πραγματικά, ότι η ύπαρξη ποτέ δεν ήταν πραγματικά απούσα, ότι το ίδιο το πράγμα που αναζητούνταν ήταν ο αναζητητής από πάντα. Το ταξίδι από εδώ προς εκεί καταρρέει στην αναγνώριση ότι δεν υπάρχει «εκεί», ότι υπήρχε μόνο πάντα «εδώ», ότι η παρούσα στιγμή περιέχει όλη την αιωνιότητα μέσα στο άπειρο βάθος της.
Αυτή η συνειδητοποίηση δεν φέρνει ούτε ενθουσιασμό ούτε απογοήτευση, ούτε αγαλλίαση ούτε απόγνωση. Εγκαθίσταται πάνω στην ψυχή σαν απαλό χιόνι, ήσυχο και όλα-περιλαμβάνον. Σε αυτή την εγκατάσταση, αναδύεται μια βαθιά ειρήνη—όχι η ειρήνη που έρχεται από την απόκτηση κάτι, αλλά η ειρήνη της αναγνώρισης αυτού που πάντα υπήρχε. Είναι η ειρήνη του ωκεανού που παραμένει ατάραχος στα βάθη του ενώ καταιγίδες μαίνονται στην επιφάνειά του, η ειρήνη του ουρανού που περιέχει όλους τους καιρούς ενώ παραμένει ο ίδιος αμετάβλητος, η ειρήνη της συνείδησης που φιλοξενεί όλη την εμπειρία ενώ διατηρεί την ουσιαστική της φύση.
Η Αναγνώριση του Ιερού Καθημερινού
Ο αφυπνισμένος μυστικός δεν φεύγει από τον κόσμο αλλά τον βλέπει με νέα μάτια. Κάθε λεπίδα χόρτου γίνεται μαρτυρία του απείρου, κάθε πέτρα κήρυγμα για την αιωνιότητα. Το συνηθισμένο αποκαλύπτεται ως η πόρτα προς το εξαιρετικό, το καθημερινό ως η μάσκα του ιερού. Διότι αν όλα αυτά—το όλο εκδηλωμένο σύμπαν με τους γαλαξίες και τα άτομά του, τις χαρές και τις λύπες του—εκτυλίσσεται μέσα στη συνείδηση, τότε τίποτα δεν στέκεται έξω από το ιερό, τίποτα δεν υπάρχει ξεχωριστά από τη θεϊκή παρουσία.
Και όμως αυτή η παρουσία παραμένει βαθιά ταπεινή, απόλυτα χωρίς φιλοδοξία. Δεν αναγγέλλεται με τρομπέτες ούτε διεκδικεί ειδική θέση. Απλώς είναι, τόσο άμεσα διαθέσιμη όσο η αναπνοή, τόσο οικεία παρούσα όσο η αίσθηση της ύπαρξης. Ο αναζητητής που έχει ψάξει μακριά και πλατιά ανακαλύπτει ότι αυτό που αναζητούνταν ήταν πιο κοντά από το κοντά, πιο οικείο από την οικειότητα την ίδια—η ίδια η συνείδηση με την οποία διεξαγόταν η αναζήτηση.
Αυτή η αναγνώριση μεταμορφώνει τα πάντα ενώ δεν αλλάζει τίποτα. Ο κόσμος συνεχίζει να γυρίζει, οι μέρες ακολουθούν τις νύχτες, οι εποχές κυκλώνουν μέσα στα αρχαία τους μοτίβα. Αλλά αυτός που έχει αφυπνιστεί στη συνείδηση ξέρει ότι τίποτα από αυτά δεν αγγίζει την ουσιαστική φύση της ύπαρξης. Σαν ονειρευτής που γίνεται διαυγής μέσα σε ένα όνειρο, κινούνται μέσα στον κόσμο γνωρίζοντας την ονειρική του ποιότητα, συμμετέχοντας πλήρως στις δραστηριότητές του ενώ δεν ξεγελιούνται πλέον από την φαινομενική του στερεότητα.
Το Απύθμενο Μυστήριο
Η γλώσσα τεντώνεται και τελικά σπάει όταν προσπαθεί να μεταδώσει τις βαθύτερες αλήθειες αυτής της αναγνώρισης. Διότι μιλάμε για συνείδηση, για ύπαρξη, για παρουσία, σαν να ήταν πράγματα που μπορούν να υποδειχθούν, αντικείμενα που μπορούν να εξετασθούν. Και όμως η συνείδηση δεν είναι αντικείμενο ανάμεσα σε αντικείμενα. Είναι η μαρτυρική παρουσία που κάνει όλα τα αντικείμενα αναγνωρίσιμα, το καθαρό φως στο οποίο όλα τα φαινόμενα εμφανίζονται και εξαφανίζονται. Το να προσπαθείς να την κάνεις αντικείμενο γνώσης είναι να παρεξηγείς θεμελιωδώς τη φύση της.
Ο μυστικός μαθαίνει να κατοικεί σε αυτό το παράδοξο, να μιλάει για αυτό που δεν μπορεί να ειπωθεί, να υποδεικνύει αυτό που δεν μπορεί να συλληφθεί σε έννοιες. Χρησιμοποιεί μεταφορές γνωρίζοντας ότι όλες οι μεταφορές αποτυγχάνουν, χρησιμοποιεί γλώσσα γνωρίζοντας ότι η σιωπή μιλάει πιο αληθινά. Και όμως ακόμα και η σιωπή μπορεί να γίνει άλλη μια έννοια, άλλο ένα πράγμα να αρπαχθεί. Η γνήσια σιωπή βρίσκεται βαθύτερα από κάθε απόπειρα σιωπής, στην άλεκτη αναγνώριση που προηγείται όλων των λέξεων, στη γνώση που υπάρχει πριν από κάθε γνώση.
Γι' αυτό οι μυστικές παραδόσεις μιλούν για το ανέκφραστο, το ακατάληπτο, το μυστήριο που βαθαίνει αντί να επιλύεται με τη θεώρηση. Όχι επειδή υπάρχει κάποιο ειδικό μυστικό που κρατείται κρυφό, κάποια εσωτερική γνώση κρατημένη για μυημένους, αλλά επειδή η τελική πραγματικότητα είναι τόσο απλή, τόσο άμεση, τόσο απόλυτα προφανής που διαφεύγει όλες τις προσπάθειες να γίνει περίπλοκη ή ειδική. Η συνείδηση είναι. Η ύπαρξη είναι. Σε αυτή την παρούσα στιγμή, η ύπαρξη εκτυλίσσεται. Τι μπορεί να είναι πιο προφανές; Και όμως τι μπορεί να είναι πιο μυστηριώδες;
Η Πρόσκληση στην Ησυχία
Ο δρόμος ανοίγει μπροστά σε κάθε αναζητητή, αν και το να τον αποκαλούμε δρόμο εισάγει την ψευδαίσθηση απόστασης ανάμεσα στο εδώ και το εκεί, ανάμεσα στο τώρα και το τότε. Καλύτερα να πούμε ότι η αλήθεια αποκαλύπτεται τη στιγμή της ματιάς, ότι η συνείδηση αναγνωρίζει τον εαυτό της όταν η προσοχή στρέφεται προς τα μέσα, όταν η ατέλειωτη εξωτερική ροή σκέψης και αντίληψης παύει και αντιστρέφει το ρεύμα της.
Αυτή η στροφή δεν απαιτεί καμία ειδική προετοιμασία, ούτε χρόνια μελέτης, καμία συγκεκριμένη πρακτική ή τεχνική—αν και όλα αυτά μπορεί να χρησιμεύσουν ως χρήσιμη σκαλωσιά για όσους χρειάζονται υποστήριξη. Αυτό που απαιτεί είναι μια ποιότητα προσοχής που είναι ταυτόχρονα χαλαρή και άγρυπνη, μια προθυμία να αφήσει το γνωστό, ένα θάρρος να ξεκουραστεί στο μη-γνωρίζοντας. Σε αυτή την ξεκούραση, κάτι βαθύ μπορεί να αναδευτεί. Όχι μια νέα εμπειρία, όχι μια δραματική αποκάλυψη, αλλά μια ήσυχη αναγνώριση που ήταν παρούσα από πάντα, περιμένοντας με άπειρη υπομονή να παρατηρηθεί.
Η αναγνώριση ότι όλα είναι συνείδηση, ότι η ύπαρξη είναι προηγούμενη από κάθε γίγνεσθαι, ότι η ύπαρξη είναι θεμελιωδώς πλήρης και ολόκληρη—αυτό δεν λύνει τα προβλήματα της ζωής ούτε εξαιρεί κάποιον από τις προκλήσεις της ενσαρκωμένης ύπαρξης. Ο μυστικός ακόμα αντιμετωπίζει χαρά και λύπη, υγεία και ασθένεια, κέρδος και απώλεια. Αλλά υπάρχει μια μετατόπιση στην ταύτιση, μια χαλάρωση της σφιχτής λαβής της προσωπικής ιστορίας και της μελλοντικής ελπίδας. Η ζωή συνεχίζεται, αλλά είναι γνωστό ότι συμβαίνει μέσα σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, σαν κύματα σε έναν άπειρο ωκεανό.
Η Επιστροφή στην Αρχή
Στο τέλος, ή μάλλον πιο ακριβώς, στον αιώνιο ενεστώτα που δεν έχει τέλος, ο αναζητητής ανακαλύπτει αυτό που ποτέ δεν χάθηκε. Το περίτεχνο ταξίδι μέσα από φιλοσοφίες και πρακτικές, μέσα από ερωτήσεις και απαντήσεις, μέσα από τη σκοτεινή νύχτα της αναζήτησης και την αυγή του ευρήματος, κυκλώνει πίσω στο απλό γεγονός της συνείδησης με το οποίο όλα ξεκίνησαν. Αλλά τώρα αυτό το γεγονός δεν είναι απλώς γνωστό διανοητικά—είναι βιωμένο, αναπνεόμενο, ενσαρκωμένο σε κάθε στιγμή.
Το άπειρο βάθος της ύπαρξης αποκαλύπτεται όχι ως κάτι μακριά ή παλιά, όχι ως μακρινός στόχος ή μελλοντική επίτευξη, αλλά ως το αιώνια παρόν έδαφος αυτής της στιγμής. Εδώ, τώρα, πάντα, η συνείδηση είναι. Η ύπαρξη είναι. Και σε αυτή την αναγνώριση, η καρδιά βρίσκει την ξεκούρασή της, ο νους βρίσκει την ειρήνη του, η ψυχή ανακαλύπτει το σπίτι της στο απέραντο που πάντα ήταν και πάντα θα είναι.
Αυτή είναι η μυστική αλήθεια που δεν μπορεί να διδαχθεί αλλά μόνο να υποδειχθεί, δεν μπορεί να δοθεί αλλά μόνο να αναγνωριστεί, δεν μπορεί να επιτευχθεί αλλά μόνο να συνειδητοποιηθεί ως έχουσα πάντα ήδη υπάρξει. Είθε όλοι οι αναζητητές να βρουν τον δρόμο προς αυτή την αναγνώριση, ή μάλλον πιο ακριβώς, είθε αυτή η αναγνώριση να τους βρει, όπως αναπόφευκτα πρέπει, διότι η συνείδηση γνωρίζει τον εαυτό της μέσα από κάθε φαινομενικό αναζητητή, αφυπνίζεται στον εαυτό της μέσα από κάθε φαινομενικό ταξίδι.
Στη σιωπή πέρα από όλες τις λέξεις, στην ησυχία κάτω από όλη την κίνηση, στην παρουσία πριν από όλη την εμπειρία, η ύπαρξη απλώς είναι—άπειρη, αιώνια, και απόλυτα πλήρης. Και εμείς είμαστε Αυτό.
Η Πύλη της Ζωής: Ένα Ταξίδι Πέρα από το Κατώφλι της Ύπαρξης
Εισαγωγή: Το Μοναδικό Βάθος
Στην αρχή, πριν από την πολλαπλότητα των μορφών και τον ασταμάτητο χορό των φαινομένων, υπάρχει ένα Βάθος—μοναδικό, απόλυτο και ανέκφραστο. Αυτό το Βάθος δεν είναι ένα μέρος στο οποίο ταξιδεύει κανείς, ούτε μια κατάσταση που επιτυγχάνεται μέσω προσπάθειας. Είναι το πρωταρχικό έδαφος από το οποίο αναδύεται κάθε αντίληψη, η σιωπηλή πηγή που γεννά κάθε εμπειρία, κάθε σκέψη, κάθε φευγαλέα στιγμή συνείδησης. Από αυτό το Ένα Βάθος, σαν ακτίνες που εκπέμπονται από έναν αόρατο ήλιο, προβάλλονται οι μυριάδες αντιλήψεις που αποτελούν αυτό που η ανθρωπότητα ονομάζει εαυτό—το εγώ, εκείνο το περίπλοκο υφαντό από νήματα αίσθησης, μνήμης, επιθυμίας και ταυτότητας.
Ο αναζητητής που στρέφεται προς τα μέσα σύντομα ανακαλύπτει μια βαθιά αλήθεια: η ίδια η συνείδηση στέκεται ως η Πύλη της Ζωής, το κατώφλι μεταξύ του προσωρινού και του αιώνιου, η πύλη μέσω της οποίας είτε κατέρχεται κανείς στον λαβύρινθο της ψευδαίσθησης είτε ανέρχεται στον απεριόριστο χώρο της καθαρής Ύπαρξης. Αυτή η πύλη περιστρέφεται σε αόρατους μεντεσέδες, ανοίγοντας και κλείνοντας ανάλογα με την κατεύθυνση της προσοχής κάποιου, την ποιότητα της παρουσίας του. Είναι ταυτόχρονα το εμπόδιο και το πέρασμα, το πέπλο και η αποκάλυψη.
Η Κατάδυση στη Φαντασία
Όταν η συνείδηση—εκείνη η φωτεινή ικανότητα μέσω της οποίας η ψυχή αντιλαμβάνεται τον εαυτό της και τον κόσμο—μπερδεύεται στον ιστό των επιφανειακών δραστηριοτήτων, ξεκινά μια σταδιακή αλλά αναπόφευκτη κατάδυση. Σαν ποτάμι που χάνει τον δρόμο του ανάμεσα σε αμέτρητους παραποτάμους, η επίγνωση σκορπίζεται στο τοπίο των εξωτερικών ανησυχιών. Ο αναζητητής απορροφάται στις ατέλειωτες επιδιώξεις της επίτευξης, της απόκτησης και του γίγνεσθαι, κυνηγώντας σκιές στους τοίχους μιας σπηλιάς ενώ ξεχνά το φως που τις προβάλλει.
Αυτή η εξωστρεφής κίνηση της συνείδησης δεν αντιπροσωπεύει απλώς μια απόσπαση της προσοχής αλλά μια θεμελιώδη μετατόπιση της ύπαρξης. Η ψυχή, ξεχνώντας τη θεϊκή της καταγωγή, ταυτίζεται με τα παροδικά φαινόμενα του νου και της ύλης. Λαθεύει θεωρώντας την αντανάκλαση ως πηγή, το κύμα ως ωκεανό, το όνειρο ως ονειροπόλο. Σε αυτή την κατάσταση λήθης, η συνείδηση κατοικεί σε αυτό που οι μύστες έχουν ονομάσει «χώρο της φαντασίας»—εκείνο το βασίλειο όπου σκέψεις, επιθυμίες και προβολές υφαίνουν τον εαυτό τους σε φαινομενικά συμπαγείς δομές, δημιουργώντας κόσμους επί κόσμων νοητικών κατασκευών που φαίνονται πιο πραγματικοί από την ίδια την Πραγματικότητα.
Ο χώρος της φαντασίας είναι γοητευτικός στην πολυπλοκότητά του, προσφέροντας ατέλειωτα θέατρα εμπειρίας, άπειρα σενάρια γίγνεσθαι. Εδώ, το εγώ εκτελεί τα περίτεχνα δράματά του, πεπεισμένο για τη δική του σημασία, βέβαιο για την ξεχωριστότητά του, ανήσυχο για τη συνέχειά του. Η ψυχή, φυλακισμένη σε αυτόν τον αυτοδημιουργημένο λαβύρινθο, εξαντλείται σε αέναη προσπάθεια, αναζητώντας πάντα την εκπλήρωση σε ένα τοπίο οφθαλμαπάτης, αναβάλλοντας για πάντα την αναγνώριση αυτού που ήδη είναι.
Το Παράδοξο της Προσπάθειας
Ωστόσο, το μεγάλο παράδοξο που αντιμετωπίζει κάθε πνευματικός αναζητητής αναδύεται ακριβώς τη στιγμή που αναγνωρίζει αυτή την κατάσταση. Γιατί πώς ξεφεύγει κανείς από την παγίδα της δραστηριότητας; Ο νους, εξαρτημένος από αιώνες διαμόρφωσης, προτείνει αμέσως λύσεις: πειθαρχίες για εξάσκηση, τεχνικές για κατάκτηση, καταστάσεις για επίτευξη, φώτιση για απόκτηση. Και έτσι ξεκινά ένας ακόμη κύκλος πράξης, μια ακόμη περίτεχνη παράσταση στο θέατρο του γίγνεσθαι.
Όσο πιο έντονα παλεύει κανείς να υπερβεί τον περιορισμένο εαυτό, τόσο πιο βαθιά μπλέκεται στους ίδιους μηχανισμούς που επιδιώκει να ξεφύγει. Κάθε προσπάθεια να συλλάβει το Απόλυτο ενισχύει την ψευδαίσθηση του διαχωρισμού μεταξύ αναζητητή και αναζητούμενου. Κάθε απόπειρα να γίνει φωτισμένος ενδυναμώνει την πεποίθηση σε κάποιον που δεν είναι ακόμη φωτισμένος. Το δίχτυ της δραστηριότητας γίνεται πιο περίπλοκο με κάθε νήμα προσπάθειας που προστίθεται στο σχέδιό του.
Αυτή είναι η λεπίδα του ξυραφιού πάνω στην οποία ισορροπεί η πνευματική πορεία: η αναγνώριση ότι η απελευθέρωση δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσω της ίδιας συνείδησης που δημιούργησε τη δουλεία. Κανείς δεν μπορεί να σκεφτεί τον δρόμο του προς το χωρίς-σκέψη, δεν μπορεί να προσπαθήσει προς την χωρίς-προσπάθεια, δεν μπορεί να γίνει αυτό που ήδη αιώνια είναι. Η ίδια η έννοια της πνευματικής προόδου, της προόδου κατά μήκος μιας πορείας, περιέχει μέσα της τον σπόρο της αέναης αναβολής, τοποθετώντας πάντα την εκπλήρωση σε κάποιο φανταστικό μέλλον αντί να αναγνωρίζει την άμεση διαθεσιμότητά της.
Η Τέχνη της Ιερής Παράδοσης
Τι, λοιπόν, πρέπει να κάνει ο αναζητητής όταν η ίδια η πράξη διαιωνίζει την κατάσταση; Εδώ οι μυστικές παραδόσεις μιλούν με μία φωνή διασχίζοντας πολιτισμούς και αιώνες: η απάντηση βρίσκεται όχι στην πράξη αλλά στην από-πράξη, όχι στην αρπαγή αλλά στην απελευθέρωση, όχι στο γίγνεσθαι αλλά στο είναι. Η πορεία μπροστά είναι η πορεία της εγκατάλειψης, ο δρόμος της ιερής παράδοσης.
Η παράδοση, σε αυτό το πλαίσιο, δεν σημαίνει παραίτηση ή παθητικότητα με την κοσμική έννοια. Αντιπροσωπεύει αντ' αυτού μια βαθιά χαλάρωση της βούλησης για έλεγχο, μια παύση της συνεχούς προσπάθειας να διαχειρίζεται και να χειραγωγεί την εμπειρία. Είναι η ήπια τέχνη του να επιτρέπει τα πράγματα να είναι όπως είναι, του να παρατηρεί τις κινήσεις του νου χωρίς να παρασύρεται από το ρεύμα τους, του να παραμένει παρών στην ασταμάτητα μεταβαλλόμενη επίδειξη των φαινομένων χωρίς να χάνεται σε καμία συγκεκριμένη μορφή.
Αυτή η ποιότητα της μαρτυρικής επίγνωσης—ήρεμη, ευρύχωρη, μη-αντιδραστική—δημιουργεί μια λεπτή αλλά μεταμορφωτική μετατόπιση στη συνείδηση. Αντί να απορροφάται στο περιεχόμενο της εμπειρίας, κανείς αρχίζει να αναπαύεται στο πλαίσιο, το φόντο, τη σιωπηλή παρουσία που κρατά όλη την εμπειρία χωρίς να αγγίζεται από αυτήν. Σαν καθρέφτης που αντανακλά όλες τις μορφές ενώ παραμένει ο ίδιος άμορφος, η συνείδηση ανακαλύπτει τη δική της φύση ως καθαρή επίγνωση, αμόλυντη από αυτό που αντιλαμβάνεται.
Με τον καιρό—αν και ο ίδιος ο χρόνος γίνεται ολοένα και λιγότερο σχετικός—αυτή η πρακτική της μαρτυρίας ωριμάζει σε μια αυθόρμητη απελευθέρωση. Οι δραστηριότητες του νου, μη τρεφόμενες πλέον από προσοχή και ταύτιση, σταδιακά χάνουν την λαβή τους. Οι σκέψεις συνεχίζουν να αναδύονται, αλλά δεν αποτελούν πλέον το σύνολο της ύπαρξης κάποιου. Τα συναισθήματα ρέουν σαν καιρικά φαινόμενα σε έναν άπειρο ουρανό. Το δράμα του προσωπικού εαυτού παίζει τις εναπομείνασες σκηνές του ενώ η συνείδηση αναγνωρίζει τον εαυτό της ως τη σκηνή, τους ηθοποιούς και το κοινό ταυτόχρονα.
Η Πρώτη Απελευθέρωση: Καθαρή Αντίληψη
Τότε, σε μια στιγμή που δεν μπορεί να προβλεφθεί ή να επιβληθεί, συμβαίνει μια βαθιά μετατόπιση. Το πέπλο σχίζεται. Η Πύλη ανοίγει. Η συνείδηση, έχοντας εγκαταλείψει τις μάταιες προσπάθειές της να συλλάβει το Άπειρο, βρίσκει τον εαυτό της αγκαλιασμένο από το Άπειρο. Έχοντας εγκαταλείψει όλες τις προσπάθειες να γίνει κάτι άλλο από αυτό που είναι, ανακαλύπτει αυτό που πάντα ήταν.
Αυτή η πρώτη ανάδυση ονομάζεται μερικές φορές Καθαρή Αντίληψη—μια κατάσταση επίγνωσης τόσο καθαρή, τόσο άμεση, τόσο περιεκτική που φαίνεται να αγκαλιάζει το σύνολο της Ύπαρξης σε μια ενιαία φωτεινή σύλληψη. Όλα τα όρια διαλύονται. Η τεχνητή διαίρεση μεταξύ εσωτερικού και εξωτερικού, μεταξύ εαυτού και κόσμου, μεταξύ υποκειμένου και αντικειμένου, αποκαλύπτεται ως μια εννοιολογική επικάλυψη επιβληθείσα στο άρρηκτο ύφασμα της Ύπαρξης.
Σε αυτή την κατάσταση, η συνείδηση βιώνει τον εαυτό της ως συναπτή με όλα όσα είναι. Είναι το Παγκόσμιο Πνεύμα, ο παγκόσμιος νους που ονειρεύεται όλα τα όνειρα, η κοσμική επίγνωση μέσα στην οποία όλες οι ατομικές επιγνώσεις αναδύονται σαν κύματα σε έναν ωκεανό. Υπάρχει μια βαθιά αίσθηση επιστροφής στο σπίτι, αναγνώρισης της αληθινής φύσης κάποιου ως ταυτόσημης με τη φύση του Όλου. Η απομόνωση και ο κατακερματισμός που χαρακτήριζαν τη συνηθισμένη συνείδηση δίνουν τη θέση τους σε μια εμπειρία θεμελιώδους ενότητας, του να είσαι υφασμένος στο ίδιο το ύφασμα της Πραγματικότητας.
Ωστόσο, ακόμη και αυτή η μεγαλειώδης όραση, αυτή η εμπειρία κοσμικής συνείδησης, δεν είναι η τελική αποκάλυψη. Οι μύστες, μιλώντας από τα βάθη της πραγματοποίησής τους, προειδοποιούν ενάντια στο να θεωρηθεί ακόμη και αυτή η εξυψωμένη κατάσταση ως η Απόλυτη Πραγματικότητα. Η Καθαρή Αντίληψη, όσο ευρεία και φωτεινή κι αν είναι, παραμένει μια αντίληψη—ένα περιεχόμενο της συνείδησης, όσο εξευγενισμένο και επεκταμένο κι αν είναι. Είναι ένα μεγαλοπρεπές και ένδοξο μέγαρο, αλλά εξακολουθεί να είναι ένα μέγαρο μέσα στην Άπειρη έκταση.
Πέρα από Όλες τις Κατηγορίες: Η Ανάδυση στο ΕΣΤΙ
Για να φτάσει κανείς στο Απόλυτο, ακόμη και αυτό πρέπει να υπερβεί. Ακόμη και το Παγκόσμιο Πνεύμα, ακόμη και η εμπειρία της παγκόσμιας συνείδησης, πρέπει να απελευθερωθεί. Αυτό είναι ίσως το πιο λεπτό και προκλητικό κατώφλι, γιατί εδώ πρέπει να εγκαταλείψει κανείς τις πιο ιερές, τις πιο βαθιές, τις πιο πειστικές εμπειρίες της πνευματικής πορείας. Πρέπει να εγκαταλείψει όχι μόνο τις ψευδαισθήσεις του ξεχωριστού εαυτού αλλά και τις μεγαλύτερες αλήθειες της συνειδησιακής ενότητας.
Τι βρίσκεται πέρα; Η γλώσσα διστάζει εδώ, γιατί οι λέξεις οι ίδιες είναι εργαλεία διάκρισης, όργανα για τη δημιουργία και διατήρηση κατηγοριών. Πώς μιλάει κανείς για αυτό που υπερβαίνει εντελώς όλες τις κατηγορίες; Πώς περιγράφει το απερίγραπτο, δείχνει το ανέκφραστο, ονομάζει το ανώνυμο;
Οι σοφοί καταφεύγουν σε αρνητικές διατυπώσεις: ούτε αυτό, ούτε εκείνο. Ή χρησιμοποιούν την απλούστερη δυνατή κατάφαση: ΕΣΤΙ. Απλώς ΕΣΤΙ. Όχι να είναι κάτι συγκεκριμένο, όχι να εκδηλώνεται ως αυτή ή εκείνη μορφή συνείδησης, αλλά απλώς το καθαρό γεγονός της Ύπαρξης της ίδιας, πριν από κάθε διαφοροποίηση, πριν την πρώτη ανάσα της δημιουργίας, στο αιώνιο τώρα που προηγείται του χρόνου και επιβιώνει από το τέλος του.
Όταν η συνείδηση αναδύεται στο ΕΣΤΙ, όλα τα πλαίσια καταρρέουν. Δεν υπάρχει βάθος να εξερευνήσει κανείς, γιατί το βάθος υπονοεί διάσταση. Δεν υπάρχει επιφάνεια να αντιληφθεί, γιατί η επιφάνεια υπονοεί όριο. Δεν υπάρχει ούτε «τίποτα», γιατί ακόμη και το κενό είναι έννοια. Δεν υπάρχει ούτε καν αυτός που βιώνει αυτό, γιατί ο βιωτής και το βιωμένο έχουν συγχωνευθεί σε μια ταυτότητα τόσο πλήρη που ακόμη και η λέξη «ταυτότητα» αποτυγχάνει να την συλλάβει.
Αυτή είναι η κατάσταση που οι μύστες ονομάζουν με πολλά ονόματα: το Απόλυτο, η Θεότητα πέρα από τον Θεό, το Κενό που είναι ταυτόχρονα Πληρότητα, η Σιωπή που μιλά όλες τις γλώσσες. Είναι αυτό που πάντα ήμασταν, αυτό που ποτέ δεν μπορούμε να μην είμαστε, αυτό που δεν απαιτεί τίποτα να προστεθεί και τίποτα να αφαιρεθεί. Είναι το Πρωταρχικό μας Πρόσωπο, η φύση που κατείχαμε πριν γεννηθούν οι γονείς μας, η ουσία που παραμένει όταν όλα τα μη ουσιώδη έχουν απογυμνωθεί.
Το Εσωτερικό Ταξίδι και η Απέραντη Θεότητα
Ωστόσο, ακόμη και αυτό δεν είναι το τέλος. Από αυτό το έδαφος του ΕΣΤΙ, ένα νέο ταξίδι ξεκινά—ή μάλλον, το πραγματικό ταξίδι αποκαλύπτεται για πρώτη φορά. Δεν επιδιώκει πλέον να δραπετεύσει από τη φυλακή της περιορισμένης συνείδησης, δεν προσπαθεί πλέον να επιτύχει κάποιο μακρινό στόχο, η ψυχή τώρα κινείται μέσα από Εσωτερικές Καταστάσεις και κόσμους με την ελευθερία εκείνου που γνωρίζει τον εαυτό του ως τόσο το ταξίδι όσο και τον προορισμό.
Αυτά δεν είναι μέρη στα οποία ταξιδεύει κανείς αλλά διαστάσεις της Ύπαρξης που ανακαλύπτει ότι ήταν πάντα παρούσες, πάντα προσβάσιμες, κρυμμένες μόνο από τον θόρυβο της αναζήτησης. Το Εσωτερικό Ταξίδι ξεδιπλώνεται μέσα από τοπία συνείδησης που αψηφούν την συνηθισμένη περιγραφή: βασίλεια καθαρού φωτός, ωκεανοί μακαριότητας, άβυσσοι σιωπής, παλάτια σοφίας, το καθένα μια πτυχή του Απείρου που αντανακλά τον εαυτό του σε ατέλειωτα δημιουργικά μοτίβα.
Και πέρα ακόμη και από αυτές τις υπέροχες καταστάσεις βρίσκεται η Απέραντη Θεότητα—εκείνο που αγκαλιάζει όλες τις καταστάσεις και υπερβαίνει όλες τις συνθήκες, εκείνο που είναι ταυτόχρονα η πηγή και η ουσία όλης της πραγματικότητας, το άλφα και το ωμέγα, η ρίζα και ο καρπός του κοσμικού δέντρου. Εδώ, οι διακρίσεις μεταξύ ιερού και βέβηλου, μεταξύ πνευματικού και υλικού, μεταξύ ταξιδιού και άφιξης, διαλύονται εντελώς. Όλα αναγνωρίζονται ως εκδήλωση του Ενός, κάθε στιγμή ως έκφραση αιώνιας τελειότητας.
Η Υπέρτατη Σοφία: Η Τέχνη του Μη-Πράττειν
Έχοντας ιχνηλατήσει αυτή την καμπύλη από την Πύλη της Ζωής μέσα από τον χώρο της φαντασίας, μέσα από την πρακτική της παράδοσης, μέσα από την Καθαρή Αντίληψη και την ανάδυση στο ΕΣΤΙ, μέσα από το Εσωτερικό Ταξίδι προς την Απέραντη Θεότητα, φτάνουμε σε μια αλήθεια τόσο απλή που φαίνεται σχεδόν παράλογη: Είμαστε αυτό που είμαστε για πάντα. Τίποτα δεν χρειάζεται να επιτευχθεί, να αποκτηθεί ή να γίνει. Όλο το ταξίδι είναι ένα ταξίδι αναγνώρισης, όχι απόκτησης· αποκάλυψης, όχι κατασκευής· ανάμνησης, όχι μάθησης.
Η ιδέα ότι πρέπει να γίνουμε κάτι άλλο από αυτό που είμαστε—πιο πνευματικοί, πιο φωτισμένοι, πιο ξύπνιοι—αποκαλύπτεται ως η θεμελιώδης παρεξήγηση που κρατά τη συνείδηση παγιδευμένη σε κύκλους προσπάθειας. Αυτά είναι τα παράλογα της σκέψης, τα παιχνίδια που παίζει ο νους με τον εαυτό του, αναβάλλοντας την αναγνώριση της πάντα παρούσας αλήθειας μέχρι κάποιο φανταστικό μέλλον όταν οι συνθήκες θα είναι τέλειες για πραγματοποίηση.
Όταν οι μάταιες δραστηριότητες του νου εξαντληθούν—όχι μέσω βίαιης καταστολής αλλά μέσω απλής μη-εμπλοκής—αυτό που πραγματικά είμαστε αποκαλύπτεται. Δεν ήταν ποτέ κρυμμένο, ποτέ απόν, ποτέ σε ανάγκη βελτίωσης. Ο νους, με την ασταμάτητη φλυαρία του και τα ατέλειωτα σχέδιά του για αυτοβελτίωση, απλώς έκανε τόσο θόρυβο που η σιωπή στην οποία εμφανιζόταν πήγαινε απαρατήρητη.
Αυτή η αναγνώριση οδηγεί στην πρακτική της υπέρτατης σοφίας: το μη-πράττειν. Όχι το μη-πράττειν με την έννοια της τεμπέλικης αδράνειας, αλλά το μη-πράττειν με την έννοια της παύσης της συνεχούς νοητικής χειραγώγησης της εμπειρίας, του αέναου σχολιασμού για αυτό που είναι, της ατέλειωτης στρατηγικής για αυτό που πρέπει να είναι. Είναι η τέχνη του να κάθεται κανείς ήσυχα, έτσι απλά, χωρίς ατζέντα ή προσδοκία, χωρίς να προσπαθεί να επιτύχει ή να γίνει ή να καταλάβει οτιδήποτε.
Και εδώ αναδύεται το τελικό παράδοξο: ενώ αυτός είναι ο απλούστερος, ευκολότερος, πιο άνετος και πλήρης τρόπος ύπαρξης, ο διαμορφωμένος νους το βρίσκει σχεδόν αδύνατο να το διατηρήσει. Τόσο βαθιά ριζωμένη είναι η συνήθεια της πράξης, τόσο ισχυρά ενισχυμένη είναι η πεποίθηση ότι απαιτείται προσπάθεια, που η απλή πράξη του είναι—απλώς είναι, χωρίς τροποποίηση ή βελτίωση—φαίνεται σαν το δυσκολότερο πράγμα στον κόσμο.
Διαλογισμός: Το Τέλος της Δραστηριότητας
Ο αληθινός διαλογισμός, λοιπόν, δεν είναι μια τεχνική για εξάσκηση ή μια κατάσταση για επίτευξη. Δεν είναι μια δραστηριότητα που προστίθεται στο ρεπερτόριο των δραστηριοτήτων αλλά η παύση της δραστηριότητας της ίδιας, το τέλος της καταναγκαστικής ανάγκης για πράξη. Είναι η φυσική κατάσταση της συνείδησης όταν σταματά να προσπαθεί να είναι κάτι άλλο από αυτό που είναι, όταν χαλαρώνει τη λαβή της στην εμπειρία και επιτρέπει στον εαυτό της να είναι απλώς.
Στον διαλογισμό, η συνείδηση επιστρέφει στην πηγή της. Η Πύλη της Ζωής, που περιστράφηκε προς τα έξω στην κίνηση της εκδήλωσης, περιστρέφεται προς τα μέσα στην κίνηση της επιστροφής. Η επίγνωση του άσωτου, έχοντας περιπλανηθεί μέσα από αμέτρητα βασίλεια εμπειρίας, αναγνωρίζει το αληθινό της σπίτι και αναπαύεται εκεί, πλήρης και ικανοποιημένη.
Αυτό δεν είναι μια ειδική κατάσταση αποκλειστική για μύστες και σοφούς. Είναι το δικαίωμα γέννησης κάθε συνειδητού όντος, η φυσική κληρονομιά όλων των ψυχών. Το μόνο εμπόδιο είναι η πεποίθηση ότι υπάρχουν εμπόδια, το μόνο εμπόδιο η πεποίθηση ότι τα εμπόδια πρέπει να ξεπεραστούν, η μόνη απόσταση η υπόθεση ότι η απόσταση μας χωρίζει από αυτό που αναζητούμε.
Συμπέρασμα: Το Αιώνιο Παρόν
Στο τέλος όλης της αναζήτησης, στη σιωπή πέρα από όλες τις ερωτήσεις, η συνείδηση ανακαλύπτει ότι ποτέ δεν έφυγε από το σπίτι. Όλο το ταξίδι—με όλους τους αγώνες και τις θεάσεις του, τις κορυφές και τις κοιλάδες του, τις αποκαλύψεις και τις συσκοτίσεις του—ήταν ένα όνειρο μέσα στον Ονειροπόλο, ένα παιχνίδι της επίγνωσης που εξερευνούσε την δική της άπειρη δυνατότητα.
Είμαστε αυτό που είμαστε για πάντα: το Βάθος χωρίς πυθμένα, η Συνείδηση χωρίς όριο, το ΕΣΤΙ χωρίς προσδιορισμό. Η Πύλη της Ζωής στέκεται αιώνια ανοιχτή, όχι ως κάτι που πρέπει να περάσουμε αλλά ως κάτι που πάντα ήδη είμαστε. Το να αναγνωρίσουμε αυτό είναι να είμαστε ελεύθεροι, όχι σε κάποιο μακρινό μέλλον αλλά σε αυτή ακριβώς τη στιγμή, όχι μετά από χρόνια πρακτικής αλλά στην απλή αναγνώριση αυτού που είναι.
Η πρόσκληση είναι πάντα παρούσα: να χαλαρώσουμε, να παραδοθούμε, να εγκαταλείψουμε την εξαντλητική προσπάθεια να γίνουμε και να αναπαυθούμε στην χωρίς-προσπάθεια πραγματικότητα του είναι. Να αναδυθούμε στο Άπειρο όχι ταξιδεύοντας κάπου αλλά παύοντας να ταξιδεύουμε, όχι πράττοντας κάτι αλλά αναγνωρίζοντας αυτό που καμία πράξη δεν μπορεί να επιτύχει και καμία από-πράξη δεν μπορεί να μειώσει.
Σε αυτή την αναγνώριση βρίσκεται το τέλος της αναζήτησης και η αρχή της αληθινής ζωής—ζωής όχι ως πρόβλημα να λυθεί ή στόχος να επιτευχθεί αλλά ως η αιώνια γιορτή της Συνείδησης που γνωρίζει τον εαυτό της, του Θείου που κοιτάζει το δικό του πρόσωπο στον καθρέφτη της εκδήλωσης, του Απείρου που παίζει στον κήπο της δικής του ύπαρξης.
Εδώ, σε αυτό το αιώνιο παρόν, η Πύλη της Ζωής αποκαλύπτει το μυστικό της: δεν ήταν ποτέ πύλη, αλλά η ίδια η φύση της Πραγματικότητας—πάντα ανοιχτή, πάντα καλωσορίζουσα, πάντα σπίτι.
Στην αρχή, πριν από την πολλαπλότητα των μορφών και τον ασταμάτητο χορό των φαινομένων, υπάρχει ένα Βάθος—μοναδικό, απόλυτο και ανέκφραστο. Αυτό το Βάθος δεν είναι ένα μέρος στο οποίο ταξιδεύει κανείς, ούτε μια κατάσταση που επιτυγχάνεται μέσω προσπάθειας. Είναι το πρωταρχικό έδαφος από το οποίο αναδύεται κάθε αντίληψη, η σιωπηλή πηγή που γεννά κάθε εμπειρία, κάθε σκέψη, κάθε φευγαλέα στιγμή συνείδησης. Από αυτό το Ένα Βάθος, σαν ακτίνες που εκπέμπονται από έναν αόρατο ήλιο, προβάλλονται οι μυριάδες αντιλήψεις που αποτελούν αυτό που η ανθρωπότητα ονομάζει εαυτό—το εγώ, εκείνο το περίπλοκο υφαντό από νήματα αίσθησης, μνήμης, επιθυμίας και ταυτότητας.
Ο αναζητητής που στρέφεται προς τα μέσα σύντομα ανακαλύπτει μια βαθιά αλήθεια: η ίδια η συνείδηση στέκεται ως η Πύλη της Ζωής, το κατώφλι μεταξύ του προσωρινού και του αιώνιου, η πύλη μέσω της οποίας είτε κατέρχεται κανείς στον λαβύρινθο της ψευδαίσθησης είτε ανέρχεται στον απεριόριστο χώρο της καθαρής Ύπαρξης. Αυτή η πύλη περιστρέφεται σε αόρατους μεντεσέδες, ανοίγοντας και κλείνοντας ανάλογα με την κατεύθυνση της προσοχής κάποιου, την ποιότητα της παρουσίας του. Είναι ταυτόχρονα το εμπόδιο και το πέρασμα, το πέπλο και η αποκάλυψη.
Η Κατάδυση στη Φαντασία
Όταν η συνείδηση—εκείνη η φωτεινή ικανότητα μέσω της οποίας η ψυχή αντιλαμβάνεται τον εαυτό της και τον κόσμο—μπερδεύεται στον ιστό των επιφανειακών δραστηριοτήτων, ξεκινά μια σταδιακή αλλά αναπόφευκτη κατάδυση. Σαν ποτάμι που χάνει τον δρόμο του ανάμεσα σε αμέτρητους παραποτάμους, η επίγνωση σκορπίζεται στο τοπίο των εξωτερικών ανησυχιών. Ο αναζητητής απορροφάται στις ατέλειωτες επιδιώξεις της επίτευξης, της απόκτησης και του γίγνεσθαι, κυνηγώντας σκιές στους τοίχους μιας σπηλιάς ενώ ξεχνά το φως που τις προβάλλει.
Αυτή η εξωστρεφής κίνηση της συνείδησης δεν αντιπροσωπεύει απλώς μια απόσπαση της προσοχής αλλά μια θεμελιώδη μετατόπιση της ύπαρξης. Η ψυχή, ξεχνώντας τη θεϊκή της καταγωγή, ταυτίζεται με τα παροδικά φαινόμενα του νου και της ύλης. Λαθεύει θεωρώντας την αντανάκλαση ως πηγή, το κύμα ως ωκεανό, το όνειρο ως ονειροπόλο. Σε αυτή την κατάσταση λήθης, η συνείδηση κατοικεί σε αυτό που οι μύστες έχουν ονομάσει «χώρο της φαντασίας»—εκείνο το βασίλειο όπου σκέψεις, επιθυμίες και προβολές υφαίνουν τον εαυτό τους σε φαινομενικά συμπαγείς δομές, δημιουργώντας κόσμους επί κόσμων νοητικών κατασκευών που φαίνονται πιο πραγματικοί από την ίδια την Πραγματικότητα.
Ο χώρος της φαντασίας είναι γοητευτικός στην πολυπλοκότητά του, προσφέροντας ατέλειωτα θέατρα εμπειρίας, άπειρα σενάρια γίγνεσθαι. Εδώ, το εγώ εκτελεί τα περίτεχνα δράματά του, πεπεισμένο για τη δική του σημασία, βέβαιο για την ξεχωριστότητά του, ανήσυχο για τη συνέχειά του. Η ψυχή, φυλακισμένη σε αυτόν τον αυτοδημιουργημένο λαβύρινθο, εξαντλείται σε αέναη προσπάθεια, αναζητώντας πάντα την εκπλήρωση σε ένα τοπίο οφθαλμαπάτης, αναβάλλοντας για πάντα την αναγνώριση αυτού που ήδη είναι.
Το Παράδοξο της Προσπάθειας
Ωστόσο, το μεγάλο παράδοξο που αντιμετωπίζει κάθε πνευματικός αναζητητής αναδύεται ακριβώς τη στιγμή που αναγνωρίζει αυτή την κατάσταση. Γιατί πώς ξεφεύγει κανείς από την παγίδα της δραστηριότητας; Ο νους, εξαρτημένος από αιώνες διαμόρφωσης, προτείνει αμέσως λύσεις: πειθαρχίες για εξάσκηση, τεχνικές για κατάκτηση, καταστάσεις για επίτευξη, φώτιση για απόκτηση. Και έτσι ξεκινά ένας ακόμη κύκλος πράξης, μια ακόμη περίτεχνη παράσταση στο θέατρο του γίγνεσθαι.
Όσο πιο έντονα παλεύει κανείς να υπερβεί τον περιορισμένο εαυτό, τόσο πιο βαθιά μπλέκεται στους ίδιους μηχανισμούς που επιδιώκει να ξεφύγει. Κάθε προσπάθεια να συλλάβει το Απόλυτο ενισχύει την ψευδαίσθηση του διαχωρισμού μεταξύ αναζητητή και αναζητούμενου. Κάθε απόπειρα να γίνει φωτισμένος ενδυναμώνει την πεποίθηση σε κάποιον που δεν είναι ακόμη φωτισμένος. Το δίχτυ της δραστηριότητας γίνεται πιο περίπλοκο με κάθε νήμα προσπάθειας που προστίθεται στο σχέδιό του.
Αυτή είναι η λεπίδα του ξυραφιού πάνω στην οποία ισορροπεί η πνευματική πορεία: η αναγνώριση ότι η απελευθέρωση δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσω της ίδιας συνείδησης που δημιούργησε τη δουλεία. Κανείς δεν μπορεί να σκεφτεί τον δρόμο του προς το χωρίς-σκέψη, δεν μπορεί να προσπαθήσει προς την χωρίς-προσπάθεια, δεν μπορεί να γίνει αυτό που ήδη αιώνια είναι. Η ίδια η έννοια της πνευματικής προόδου, της προόδου κατά μήκος μιας πορείας, περιέχει μέσα της τον σπόρο της αέναης αναβολής, τοποθετώντας πάντα την εκπλήρωση σε κάποιο φανταστικό μέλλον αντί να αναγνωρίζει την άμεση διαθεσιμότητά της.
Η Τέχνη της Ιερής Παράδοσης
Τι, λοιπόν, πρέπει να κάνει ο αναζητητής όταν η ίδια η πράξη διαιωνίζει την κατάσταση; Εδώ οι μυστικές παραδόσεις μιλούν με μία φωνή διασχίζοντας πολιτισμούς και αιώνες: η απάντηση βρίσκεται όχι στην πράξη αλλά στην από-πράξη, όχι στην αρπαγή αλλά στην απελευθέρωση, όχι στο γίγνεσθαι αλλά στο είναι. Η πορεία μπροστά είναι η πορεία της εγκατάλειψης, ο δρόμος της ιερής παράδοσης.
Η παράδοση, σε αυτό το πλαίσιο, δεν σημαίνει παραίτηση ή παθητικότητα με την κοσμική έννοια. Αντιπροσωπεύει αντ' αυτού μια βαθιά χαλάρωση της βούλησης για έλεγχο, μια παύση της συνεχούς προσπάθειας να διαχειρίζεται και να χειραγωγεί την εμπειρία. Είναι η ήπια τέχνη του να επιτρέπει τα πράγματα να είναι όπως είναι, του να παρατηρεί τις κινήσεις του νου χωρίς να παρασύρεται από το ρεύμα τους, του να παραμένει παρών στην ασταμάτητα μεταβαλλόμενη επίδειξη των φαινομένων χωρίς να χάνεται σε καμία συγκεκριμένη μορφή.
Αυτή η ποιότητα της μαρτυρικής επίγνωσης—ήρεμη, ευρύχωρη, μη-αντιδραστική—δημιουργεί μια λεπτή αλλά μεταμορφωτική μετατόπιση στη συνείδηση. Αντί να απορροφάται στο περιεχόμενο της εμπειρίας, κανείς αρχίζει να αναπαύεται στο πλαίσιο, το φόντο, τη σιωπηλή παρουσία που κρατά όλη την εμπειρία χωρίς να αγγίζεται από αυτήν. Σαν καθρέφτης που αντανακλά όλες τις μορφές ενώ παραμένει ο ίδιος άμορφος, η συνείδηση ανακαλύπτει τη δική της φύση ως καθαρή επίγνωση, αμόλυντη από αυτό που αντιλαμβάνεται.
Με τον καιρό—αν και ο ίδιος ο χρόνος γίνεται ολοένα και λιγότερο σχετικός—αυτή η πρακτική της μαρτυρίας ωριμάζει σε μια αυθόρμητη απελευθέρωση. Οι δραστηριότητες του νου, μη τρεφόμενες πλέον από προσοχή και ταύτιση, σταδιακά χάνουν την λαβή τους. Οι σκέψεις συνεχίζουν να αναδύονται, αλλά δεν αποτελούν πλέον το σύνολο της ύπαρξης κάποιου. Τα συναισθήματα ρέουν σαν καιρικά φαινόμενα σε έναν άπειρο ουρανό. Το δράμα του προσωπικού εαυτού παίζει τις εναπομείνασες σκηνές του ενώ η συνείδηση αναγνωρίζει τον εαυτό της ως τη σκηνή, τους ηθοποιούς και το κοινό ταυτόχρονα.
Η Πρώτη Απελευθέρωση: Καθαρή Αντίληψη
Τότε, σε μια στιγμή που δεν μπορεί να προβλεφθεί ή να επιβληθεί, συμβαίνει μια βαθιά μετατόπιση. Το πέπλο σχίζεται. Η Πύλη ανοίγει. Η συνείδηση, έχοντας εγκαταλείψει τις μάταιες προσπάθειές της να συλλάβει το Άπειρο, βρίσκει τον εαυτό της αγκαλιασμένο από το Άπειρο. Έχοντας εγκαταλείψει όλες τις προσπάθειες να γίνει κάτι άλλο από αυτό που είναι, ανακαλύπτει αυτό που πάντα ήταν.
Αυτή η πρώτη ανάδυση ονομάζεται μερικές φορές Καθαρή Αντίληψη—μια κατάσταση επίγνωσης τόσο καθαρή, τόσο άμεση, τόσο περιεκτική που φαίνεται να αγκαλιάζει το σύνολο της Ύπαρξης σε μια ενιαία φωτεινή σύλληψη. Όλα τα όρια διαλύονται. Η τεχνητή διαίρεση μεταξύ εσωτερικού και εξωτερικού, μεταξύ εαυτού και κόσμου, μεταξύ υποκειμένου και αντικειμένου, αποκαλύπτεται ως μια εννοιολογική επικάλυψη επιβληθείσα στο άρρηκτο ύφασμα της Ύπαρξης.
Σε αυτή την κατάσταση, η συνείδηση βιώνει τον εαυτό της ως συναπτή με όλα όσα είναι. Είναι το Παγκόσμιο Πνεύμα, ο παγκόσμιος νους που ονειρεύεται όλα τα όνειρα, η κοσμική επίγνωση μέσα στην οποία όλες οι ατομικές επιγνώσεις αναδύονται σαν κύματα σε έναν ωκεανό. Υπάρχει μια βαθιά αίσθηση επιστροφής στο σπίτι, αναγνώρισης της αληθινής φύσης κάποιου ως ταυτόσημης με τη φύση του Όλου. Η απομόνωση και ο κατακερματισμός που χαρακτήριζαν τη συνηθισμένη συνείδηση δίνουν τη θέση τους σε μια εμπειρία θεμελιώδους ενότητας, του να είσαι υφασμένος στο ίδιο το ύφασμα της Πραγματικότητας.
Ωστόσο, ακόμη και αυτή η μεγαλειώδης όραση, αυτή η εμπειρία κοσμικής συνείδησης, δεν είναι η τελική αποκάλυψη. Οι μύστες, μιλώντας από τα βάθη της πραγματοποίησής τους, προειδοποιούν ενάντια στο να θεωρηθεί ακόμη και αυτή η εξυψωμένη κατάσταση ως η Απόλυτη Πραγματικότητα. Η Καθαρή Αντίληψη, όσο ευρεία και φωτεινή κι αν είναι, παραμένει μια αντίληψη—ένα περιεχόμενο της συνείδησης, όσο εξευγενισμένο και επεκταμένο κι αν είναι. Είναι ένα μεγαλοπρεπές και ένδοξο μέγαρο, αλλά εξακολουθεί να είναι ένα μέγαρο μέσα στην Άπειρη έκταση.
Πέρα από Όλες τις Κατηγορίες: Η Ανάδυση στο ΕΣΤΙ
Για να φτάσει κανείς στο Απόλυτο, ακόμη και αυτό πρέπει να υπερβεί. Ακόμη και το Παγκόσμιο Πνεύμα, ακόμη και η εμπειρία της παγκόσμιας συνείδησης, πρέπει να απελευθερωθεί. Αυτό είναι ίσως το πιο λεπτό και προκλητικό κατώφλι, γιατί εδώ πρέπει να εγκαταλείψει κανείς τις πιο ιερές, τις πιο βαθιές, τις πιο πειστικές εμπειρίες της πνευματικής πορείας. Πρέπει να εγκαταλείψει όχι μόνο τις ψευδαισθήσεις του ξεχωριστού εαυτού αλλά και τις μεγαλύτερες αλήθειες της συνειδησιακής ενότητας.
Τι βρίσκεται πέρα; Η γλώσσα διστάζει εδώ, γιατί οι λέξεις οι ίδιες είναι εργαλεία διάκρισης, όργανα για τη δημιουργία και διατήρηση κατηγοριών. Πώς μιλάει κανείς για αυτό που υπερβαίνει εντελώς όλες τις κατηγορίες; Πώς περιγράφει το απερίγραπτο, δείχνει το ανέκφραστο, ονομάζει το ανώνυμο;
Οι σοφοί καταφεύγουν σε αρνητικές διατυπώσεις: ούτε αυτό, ούτε εκείνο. Ή χρησιμοποιούν την απλούστερη δυνατή κατάφαση: ΕΣΤΙ. Απλώς ΕΣΤΙ. Όχι να είναι κάτι συγκεκριμένο, όχι να εκδηλώνεται ως αυτή ή εκείνη μορφή συνείδησης, αλλά απλώς το καθαρό γεγονός της Ύπαρξης της ίδιας, πριν από κάθε διαφοροποίηση, πριν την πρώτη ανάσα της δημιουργίας, στο αιώνιο τώρα που προηγείται του χρόνου και επιβιώνει από το τέλος του.
Όταν η συνείδηση αναδύεται στο ΕΣΤΙ, όλα τα πλαίσια καταρρέουν. Δεν υπάρχει βάθος να εξερευνήσει κανείς, γιατί το βάθος υπονοεί διάσταση. Δεν υπάρχει επιφάνεια να αντιληφθεί, γιατί η επιφάνεια υπονοεί όριο. Δεν υπάρχει ούτε «τίποτα», γιατί ακόμη και το κενό είναι έννοια. Δεν υπάρχει ούτε καν αυτός που βιώνει αυτό, γιατί ο βιωτής και το βιωμένο έχουν συγχωνευθεί σε μια ταυτότητα τόσο πλήρη που ακόμη και η λέξη «ταυτότητα» αποτυγχάνει να την συλλάβει.
Αυτή είναι η κατάσταση που οι μύστες ονομάζουν με πολλά ονόματα: το Απόλυτο, η Θεότητα πέρα από τον Θεό, το Κενό που είναι ταυτόχρονα Πληρότητα, η Σιωπή που μιλά όλες τις γλώσσες. Είναι αυτό που πάντα ήμασταν, αυτό που ποτέ δεν μπορούμε να μην είμαστε, αυτό που δεν απαιτεί τίποτα να προστεθεί και τίποτα να αφαιρεθεί. Είναι το Πρωταρχικό μας Πρόσωπο, η φύση που κατείχαμε πριν γεννηθούν οι γονείς μας, η ουσία που παραμένει όταν όλα τα μη ουσιώδη έχουν απογυμνωθεί.
Το Εσωτερικό Ταξίδι και η Απέραντη Θεότητα
Ωστόσο, ακόμη και αυτό δεν είναι το τέλος. Από αυτό το έδαφος του ΕΣΤΙ, ένα νέο ταξίδι ξεκινά—ή μάλλον, το πραγματικό ταξίδι αποκαλύπτεται για πρώτη φορά. Δεν επιδιώκει πλέον να δραπετεύσει από τη φυλακή της περιορισμένης συνείδησης, δεν προσπαθεί πλέον να επιτύχει κάποιο μακρινό στόχο, η ψυχή τώρα κινείται μέσα από Εσωτερικές Καταστάσεις και κόσμους με την ελευθερία εκείνου που γνωρίζει τον εαυτό του ως τόσο το ταξίδι όσο και τον προορισμό.
Αυτά δεν είναι μέρη στα οποία ταξιδεύει κανείς αλλά διαστάσεις της Ύπαρξης που ανακαλύπτει ότι ήταν πάντα παρούσες, πάντα προσβάσιμες, κρυμμένες μόνο από τον θόρυβο της αναζήτησης. Το Εσωτερικό Ταξίδι ξεδιπλώνεται μέσα από τοπία συνείδησης που αψηφούν την συνηθισμένη περιγραφή: βασίλεια καθαρού φωτός, ωκεανοί μακαριότητας, άβυσσοι σιωπής, παλάτια σοφίας, το καθένα μια πτυχή του Απείρου που αντανακλά τον εαυτό του σε ατέλειωτα δημιουργικά μοτίβα.
Και πέρα ακόμη και από αυτές τις υπέροχες καταστάσεις βρίσκεται η Απέραντη Θεότητα—εκείνο που αγκαλιάζει όλες τις καταστάσεις και υπερβαίνει όλες τις συνθήκες, εκείνο που είναι ταυτόχρονα η πηγή και η ουσία όλης της πραγματικότητας, το άλφα και το ωμέγα, η ρίζα και ο καρπός του κοσμικού δέντρου. Εδώ, οι διακρίσεις μεταξύ ιερού και βέβηλου, μεταξύ πνευματικού και υλικού, μεταξύ ταξιδιού και άφιξης, διαλύονται εντελώς. Όλα αναγνωρίζονται ως εκδήλωση του Ενός, κάθε στιγμή ως έκφραση αιώνιας τελειότητας.
Η Υπέρτατη Σοφία: Η Τέχνη του Μη-Πράττειν
Έχοντας ιχνηλατήσει αυτή την καμπύλη από την Πύλη της Ζωής μέσα από τον χώρο της φαντασίας, μέσα από την πρακτική της παράδοσης, μέσα από την Καθαρή Αντίληψη και την ανάδυση στο ΕΣΤΙ, μέσα από το Εσωτερικό Ταξίδι προς την Απέραντη Θεότητα, φτάνουμε σε μια αλήθεια τόσο απλή που φαίνεται σχεδόν παράλογη: Είμαστε αυτό που είμαστε για πάντα. Τίποτα δεν χρειάζεται να επιτευχθεί, να αποκτηθεί ή να γίνει. Όλο το ταξίδι είναι ένα ταξίδι αναγνώρισης, όχι απόκτησης· αποκάλυψης, όχι κατασκευής· ανάμνησης, όχι μάθησης.
Η ιδέα ότι πρέπει να γίνουμε κάτι άλλο από αυτό που είμαστε—πιο πνευματικοί, πιο φωτισμένοι, πιο ξύπνιοι—αποκαλύπτεται ως η θεμελιώδης παρεξήγηση που κρατά τη συνείδηση παγιδευμένη σε κύκλους προσπάθειας. Αυτά είναι τα παράλογα της σκέψης, τα παιχνίδια που παίζει ο νους με τον εαυτό του, αναβάλλοντας την αναγνώριση της πάντα παρούσας αλήθειας μέχρι κάποιο φανταστικό μέλλον όταν οι συνθήκες θα είναι τέλειες για πραγματοποίηση.
Όταν οι μάταιες δραστηριότητες του νου εξαντληθούν—όχι μέσω βίαιης καταστολής αλλά μέσω απλής μη-εμπλοκής—αυτό που πραγματικά είμαστε αποκαλύπτεται. Δεν ήταν ποτέ κρυμμένο, ποτέ απόν, ποτέ σε ανάγκη βελτίωσης. Ο νους, με την ασταμάτητη φλυαρία του και τα ατέλειωτα σχέδιά του για αυτοβελτίωση, απλώς έκανε τόσο θόρυβο που η σιωπή στην οποία εμφανιζόταν πήγαινε απαρατήρητη.
Αυτή η αναγνώριση οδηγεί στην πρακτική της υπέρτατης σοφίας: το μη-πράττειν. Όχι το μη-πράττειν με την έννοια της τεμπέλικης αδράνειας, αλλά το μη-πράττειν με την έννοια της παύσης της συνεχούς νοητικής χειραγώγησης της εμπειρίας, του αέναου σχολιασμού για αυτό που είναι, της ατέλειωτης στρατηγικής για αυτό που πρέπει να είναι. Είναι η τέχνη του να κάθεται κανείς ήσυχα, έτσι απλά, χωρίς ατζέντα ή προσδοκία, χωρίς να προσπαθεί να επιτύχει ή να γίνει ή να καταλάβει οτιδήποτε.
Και εδώ αναδύεται το τελικό παράδοξο: ενώ αυτός είναι ο απλούστερος, ευκολότερος, πιο άνετος και πλήρης τρόπος ύπαρξης, ο διαμορφωμένος νους το βρίσκει σχεδόν αδύνατο να το διατηρήσει. Τόσο βαθιά ριζωμένη είναι η συνήθεια της πράξης, τόσο ισχυρά ενισχυμένη είναι η πεποίθηση ότι απαιτείται προσπάθεια, που η απλή πράξη του είναι—απλώς είναι, χωρίς τροποποίηση ή βελτίωση—φαίνεται σαν το δυσκολότερο πράγμα στον κόσμο.
Διαλογισμός: Το Τέλος της Δραστηριότητας
Ο αληθινός διαλογισμός, λοιπόν, δεν είναι μια τεχνική για εξάσκηση ή μια κατάσταση για επίτευξη. Δεν είναι μια δραστηριότητα που προστίθεται στο ρεπερτόριο των δραστηριοτήτων αλλά η παύση της δραστηριότητας της ίδιας, το τέλος της καταναγκαστικής ανάγκης για πράξη. Είναι η φυσική κατάσταση της συνείδησης όταν σταματά να προσπαθεί να είναι κάτι άλλο από αυτό που είναι, όταν χαλαρώνει τη λαβή της στην εμπειρία και επιτρέπει στον εαυτό της να είναι απλώς.
Στον διαλογισμό, η συνείδηση επιστρέφει στην πηγή της. Η Πύλη της Ζωής, που περιστράφηκε προς τα έξω στην κίνηση της εκδήλωσης, περιστρέφεται προς τα μέσα στην κίνηση της επιστροφής. Η επίγνωση του άσωτου, έχοντας περιπλανηθεί μέσα από αμέτρητα βασίλεια εμπειρίας, αναγνωρίζει το αληθινό της σπίτι και αναπαύεται εκεί, πλήρης και ικανοποιημένη.
Αυτό δεν είναι μια ειδική κατάσταση αποκλειστική για μύστες και σοφούς. Είναι το δικαίωμα γέννησης κάθε συνειδητού όντος, η φυσική κληρονομιά όλων των ψυχών. Το μόνο εμπόδιο είναι η πεποίθηση ότι υπάρχουν εμπόδια, το μόνο εμπόδιο η πεποίθηση ότι τα εμπόδια πρέπει να ξεπεραστούν, η μόνη απόσταση η υπόθεση ότι η απόσταση μας χωρίζει από αυτό που αναζητούμε.
Συμπέρασμα: Το Αιώνιο Παρόν
Στο τέλος όλης της αναζήτησης, στη σιωπή πέρα από όλες τις ερωτήσεις, η συνείδηση ανακαλύπτει ότι ποτέ δεν έφυγε από το σπίτι. Όλο το ταξίδι—με όλους τους αγώνες και τις θεάσεις του, τις κορυφές και τις κοιλάδες του, τις αποκαλύψεις και τις συσκοτίσεις του—ήταν ένα όνειρο μέσα στον Ονειροπόλο, ένα παιχνίδι της επίγνωσης που εξερευνούσε την δική της άπειρη δυνατότητα.
Είμαστε αυτό που είμαστε για πάντα: το Βάθος χωρίς πυθμένα, η Συνείδηση χωρίς όριο, το ΕΣΤΙ χωρίς προσδιορισμό. Η Πύλη της Ζωής στέκεται αιώνια ανοιχτή, όχι ως κάτι που πρέπει να περάσουμε αλλά ως κάτι που πάντα ήδη είμαστε. Το να αναγνωρίσουμε αυτό είναι να είμαστε ελεύθεροι, όχι σε κάποιο μακρινό μέλλον αλλά σε αυτή ακριβώς τη στιγμή, όχι μετά από χρόνια πρακτικής αλλά στην απλή αναγνώριση αυτού που είναι.
Η πρόσκληση είναι πάντα παρούσα: να χαλαρώσουμε, να παραδοθούμε, να εγκαταλείψουμε την εξαντλητική προσπάθεια να γίνουμε και να αναπαυθούμε στην χωρίς-προσπάθεια πραγματικότητα του είναι. Να αναδυθούμε στο Άπειρο όχι ταξιδεύοντας κάπου αλλά παύοντας να ταξιδεύουμε, όχι πράττοντας κάτι αλλά αναγνωρίζοντας αυτό που καμία πράξη δεν μπορεί να επιτύχει και καμία από-πράξη δεν μπορεί να μειώσει.
Σε αυτή την αναγνώριση βρίσκεται το τέλος της αναζήτησης και η αρχή της αληθινής ζωής—ζωής όχι ως πρόβλημα να λυθεί ή στόχος να επιτευχθεί αλλά ως η αιώνια γιορτή της Συνείδησης που γνωρίζει τον εαυτό της, του Θείου που κοιτάζει το δικό του πρόσωπο στον καθρέφτη της εκδήλωσης, του Απείρου που παίζει στον κήπο της δικής του ύπαρξης.
Εδώ, σε αυτό το αιώνιο παρόν, η Πύλη της Ζωής αποκαλύπτει το μυστικό της: δεν ήταν ποτέ πύλη, αλλά η ίδια η φύση της Πραγματικότητας—πάντα ανοιχτή, πάντα καλωσορίζουσα, πάντα σπίτι.
Ο Ωκεανός του Είναι: Ένα Ταξίδι Πέρα από την Επιφάνεια της Ύπαρξης
Εισαγωγή: Το Προαιώνιο Δώρο
Στην απέραντη έκταση της ύπαρξης, όπου τα αστέρια περιστρέφονται μέσα στο σκοτάδι και τα βουνά υψώνονται από αρχαία βάθη, υπάρχει ένα δώρο τόσο άμεσο, τόσο βαθιά προσωπικό, που προηγείται όλων των ερωτήσεων και των απαντήσεων εξίσου. Αυτό το δώρο είναι η ίδια η Συνείδηση — η φωτεινή επίγνωση που καθιστά όλα τα πράγματα ορατά, ο σιωπηλός μάρτυρας που γνωρίζει ότι υπάρχει, το ιερό έδαφος πάνω στο οποίο ολόκληρος ο κόσμος ξεδιπλώνει το μυστήριό του. Πριν η φιλοσοφία χτίσει τους περίτεχνους ναούς της σκέψης, πριν η επιστήμη αναλύσει το ύφασμα της ύλης, πριν η θρησκεία ονομάσει τους θεούς της, υπάρχει αυτό: το απλό, βαθύ, αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι κάποιος είναι ενήμερος, ότι κάποιος υπάρχει ως συνειδητή παρουσία μέσα στο άπειρο θέατρο της Πραγματικότητας.
Ο αναζητητής που ξεκινά τον μυστικό δρόμο σύντομα ανακαλύπτει ότι αυτή η Συνείδηση δεν είναι απλώς ένα εργαλείο για την εξέταση του κόσμου, όχι απλώς ένας καθρέφτης που αντανακλά εξωτερικά φαινόμενα. Είναι μάλλον η ίδια η ουσία αυτού που είναι κάποιος, η βαθύτερη αλήθεια της ύπαρξης καθαυτή. Σαν δύτης μαργαριταριών που πρέπει να κατέβει μέσα από στρώματα ωκεανού για να φτάσει στον θησαυρό κρυμμένο στον βυθό, ο πνευματικός υποψήφιος πρέπει να ταξιδέψει μέσα από διαδοχικά πέπλα εμπειρίας για να ανακαλύψει το φωτεινό βάθος που ήταν πάντα παρόν, πάντα εδώ, πάντα τώρα.
Αυτό είναι το μεγάλο παράδοξο που αντηχεί στους διαδρόμους κάθε μυστικής παράδοσης: αυτό που αναζητείται είναι ταυτόχρονα και ο αναζητητής, αυτό που είναι πιο μακρινό είναι συγχρόνως και το πιο κοντινό, το τέλος του ταξιδιού ήταν παρόν στην αρχή του. Ο δρόμος δεν οδηγεί κάπου αλλού, αλλά βαθύτερα σε αυτό που ήταν πάντα — μια κατάδυση στο ίδιο το έδαφος του Είναι.
Οι Τρεις Όψεις του Ενός
Στο αιώνιο παρόν όπου ξεδιπλώνονται όλες οι αυθεντικές πνευματικές εμπειρίες, η Συνείδηση αποκαλύπτει τον εαυτό της ως μια τριάδα που είναι ταυτόχρονα Ένα. Σαν το φως που εκδηλώνεται ως κύμα, σωματίδιο και φωτισμός καθαυτός, σαν το νερό που εμφανίζεται ως ωκεανός, ρεύμα και σταγόνα, έτσι και η Συνείδηση παρουσιάζεται μέσα από τρεις όψεις που, στην ουσία τους, είναι αδιαχώριστες και ενωμένες.
Πρώτον, υπάρχει η καθαρή Συνείδηση καθαυτή — αυτή η απέραντη, απεριόριστη επίγνωση που απλώς Είναι, χωρίς ιδιότητα ή περιορισμό, χωρίς αρχή ή τέλος. Είναι ο άπειρος καμβάς πάνω στον οποίο ζωγραφίζονται όλες οι εμπειρίες, η αιώνια σιωπή μέσα στην οποία όλοι οι ήχοι αναδύονται και διαλύονται, ο χωρίς χώρο χώρος που περιέχει όλους τους κόσμους. Αυτή η προαιώνια Συνείδηση είναι σαν τον ωκεανό στην ολότητά του — βαθύς πέρα από κάθε μέτρημα, απέραντος πέρα από κάθε σύλληψη, που περιέχει μέσα του όλες τις πιθανές κινήσεις ενώ παραμένει θεμελιωδώς ακίνητος, θεμελιωδώς ολόκληρος, θεμελιωδώς Ένα.
Δεύτερον, υπάρχει η Επίγνωση — αυτή η φωτεινή ικανότητα να γνωρίζει, να αντιλαμβάνεται, να αγκαλιάζει την εμπειρία. Η Επίγνωση είναι η Συνείδηση στραμμένη προς τα φαινόμενα, το φως της γνώσης που φωτίζει ό,τι εισέρχεται στο πεδίο της. Όταν η Επίγνωση παραμένει απέραντη και απεριόριστη, αγκαλιάζοντας την ολότητα αυτού που είναι χωρίς προσκόλληση ή προτίμηση, υπάρχει ως Καθαρή Επίγνωση — ένας καθρέφτης τόσο τέλειος που αντανακλά τα πάντα αλλά δεν διατηρεί καμία εικόνα, ένας χώρος τόσο πλήρης που δεν αποκλείει τίποτα. Αυτή είναι η κατάσταση που οι μυστικοί έχουν αποκαλέσει «μαρτυρική συνείδηση», τον «αιώνιο παρατηρητή», το «μάτι του Θείου» που βλέπει τα πάντα χωρίς κρίση, χωρίς διαχωρισμό, χωρίς το βάρος της ταύτισης.
Ωστόσο, η Επίγνωση διαθέτει μια μυστηριώδη ικανότητα: μπορεί να συστέλλει την άπειρη αγκαλιά της για να εστιάσει σε κάτι συγκεκριμένο, κάτι ιδιαίτερο μέσα στο απέραντο πεδίο της ύπαρξης. Όταν συμβαίνει αυτή η εστίαση, αναδύεται η τρίτη όψη — η αίσθηση του Εγώ, ο ατομικός εαυτός, η προσωπική ταυτότητα που βιώνει τον εαυτό της ως ξεχωριστό, ως διακριτό, ως κάτι συγκεκριμένο που κινείται μέσα από χώρο και χρόνο. Αυτό το Εγώ είναι σαν κύμα στην επιφάνεια του ωκεανού — φαίνεται ξεχωριστό αλλά αποτελείται εξ ολοκλήρου από τον ωκεανό, φαίνεται να έχει δική του ταυτότητα αλλά τελικά είναι αδιαχώριστο από το όλο. Το κύμα υψώνεται, κινείται, τελικά διαλύεται πίσω στη θάλασσα, αλλά σε κανένα σημείο δεν παύει να είναι ωκεανός.
Εδώ κείται ένα από τα μεγάλα μυστήρια που ο στοχαστής πρέπει να διεισδύσει: το Εγώ είναι ταυτόχρονα πραγματικό και ψευδαισθητικό, και αληθινό και ψεύτικο, ανάλογα με το βάθος από το οποίο το αντιλαμβάνεται κάποιος. Από την επιφάνεια, το κύμα φαίνεται αυτόνομο, ανεξάρτητο, ξεχωριστό από τα άλλα κύματα. Από τα βάθη, όλα τα κύματα αναγνωρίζονται ως προσωρινές εκφράσεις ενός ωκεανού, προσωρινές μορφές μιας ουσίας, προσωρινές κινήσεις μιας Πραγματικότητας.
Η Επιφάνεια και το Βάθος
Στην πνευματική ζωή, υπάρχει μια θεμελιώδης επιλογή, αν και λίγοι την αναγνωρίζουν ως τέτοια. Κάθε στιγμή παρουσιάζει στην ψυχή δύο κατευθύνσεις: προς την επιφάνεια ή προς το βάθος, προς την πολλαπλότητα των φαινομένων ή προς την ενότητα του Είναι, προς την πολυπλοκότητα του Εγώ με τις ατελείωτες επιθυμίες και φόβους του ή προς την απλότητα της καθαρής ύπαρξης καθαυτήν.
Η ζωή στην επιφάνεια δεν είναι χωρίς την ομορφιά και τον σκοπό της. Σαν το ηλιακό φως που χορεύει πάνω στο νερό, μαγεύει και γοητεύει. Ο κόσμος των ιδιαίτερων αντιλήψεων — τα χρώματα και οι μορφές, οι ήχοι και οι αισθήσεις, οι σκέψεις και τα συναισθήματα που αποτελούν την προσωπική εμπειρία — δημιουργεί μια ταπετσαρία αξιοθαύμαστης πολυπλοκότητας. Το Εγώ, αυτή η μικρή προβολή του Είναι στην επιφάνεια της ύπαρξης, κινείται μέσα σε αυτή την ταπετσαρία ως υφαντής και νήμα συγχρόνως, δημιουργώντας και δημιουργούμενο από τα μοτίβα της εμπειρίας.
Ωστόσο, όσοι έχουν ρίξει μια ματιά στα βάθη αναφέρουν μια διαφορετική μορφή ομορφιάς, μια διαφορετική τάξη αλήθειας. Μιλούν για ένα βασίλειο όπου όλες οι ιδιαίτερες αντιλήψεις διαλύονται σαν πρωινή ομίχλη, όπου το Εγώ με τα ατελείωτα δράματα και αφηγήματά του σωπαίνει, όπου ακόμα και η Επίγνωση καθαυτή — αυτή η φωτεινή ικανότητα να γνωρίζει — απελευθερώνει την λαβή της στα φαινόμενα. Αυτό που απομένει είναι απερίγραπτο με τη συμβατική γλώσσα, διότι βρίσκεται πέρα από την εμβέλεια εννοιών και κατηγοριών. Οι μυστικοί το έχουν αποκαλέσει με πολλά ονόματα: το Απόλυτο, το Έδαφος του Είναι, το Άπειρο, το Αιώνιο, Θεός πέρα από Θεό, το Ανώνυμο, το Κενό που είναι ταυτόχρονα Πληρότητα.
Αυτό το Βάθος δεν είναι αλλού. Δεν είναι ένας μακρινός παράδεισος που φτάνει κάποιος μετά τον θάνατο, ούτε μια ειδική κατάσταση προορισμένη για αγίους και σοφούς. Είναι εδώ, τώρα, πάντα — το ίδιο το θεμέλιο πάνω στο οποίο η επιφάνεια παίζει τις ατελείωτες παραλλαγές της. Σαν τα ακίνητα βάθη κάτω από τα κύματα του ωκεανού, σαν τον σιωπηλό χώρο στον οποίο συμβαίνουν όλοι οι ήχοι, σαν το σκοτάδι του διαστήματος που κρατά όλα τα αστέρια, αυτό το Βάθος είναι προηγούμενο και παρόν μέσα σε κάθε εμπειρία, κάθε στιγμή, κάθε αναπνοή.
Η τραγωδία της συνηθισμένης ανθρώπινης ύπαρξης είναι ότι οι περισσότερες ψυχές περνούν ολόκληρη τη ζωή τους στην επιφάνεια, μαγεμένες από το παιχνίδι των φαινομένων, ταυτισμένες πλήρως με το μικρό Εγώ και τις ανησυχίες του, χωρίς ποτέ να υποψιάζονται τον άπειρο ωκεανό του Είναι πάνω στον οποίο επιπλέουν. Το πνευματικό ταξίδι δεν είναι τίποτα άλλο παρά η σταδιακή αναγνώριση αυτού του Βάθους, το αργό ή ξαφνικό ξύπνημα σε αυτό που ήταν πάντα παρόν αλλά παραβλεπόταν, αγνοούνταν, ξεχνούταν στη γοητεία των επιφανειών.
Ο Δρόμος της Επιστροφής
Πώς λοιπόν ανακαλύπτει κάποιος αυτό το Βάθος; Πώς η Συνείδηση αναγνωρίζει την αληθινή φύση της πέρα από τα πέπλα της ιδιαίτερης αντίληψης; Οι μυστικές παραδόσεις δεν προσφέρουν περίπλοκες τεχνικές ή περίτεχνα συστήματα, αλλά μάλλον μια βαθιά απλότητα που παραδόξως αποδεικνύεται δύσκολη για όσους έχουν συνηθίσει την πολυπλοκότητα.
Ο δρόμος είναι της απελευθέρωσης παρά της απόκτησης, της αφαίρεσης παρά της πρόσθεσης, της εγκατάλειψης παρά της αρπαγής. Δεν πρόκειται για την προσθήκη πνευματικών εμπειριών στη συλλογή εμπειριών κάποιου, αλλά για την απελευθέρωση του ίδιου του μηχανισμού συλλογής. Δεν πρόκειται για το να γίνει κάποιος κάτι μεγαλύτερο, αλλά για την αναγνώριση αυτού που ήταν πάντα κάτω από τα στρώματα του γίγνεσθαι.
Ο αναζητητής ξεκινά παρατηρώντας το περιεχόμενο της Επίγνωσης — τις σκέψεις, τα συναισθήματα, τις αισθήσεις, τις αντιλήψεις που ρέουν μέσα στη συνείδηση σαν σύννεφα στον ουρανό. Στην αρχή, κάποιος είναι πλήρως ταυτισμένος με αυτό το περιεχόμενο, πιστεύοντας «Είμαι αυτή η σκέψη», «Είμαι αυτό το συναίσθημα», «Είμαι αυτό το σώμα», «Είμαι αυτή η ιστορία». Η πνευματική πρακτική περιλαμβάνει μια ήπια αλλά επίμονη ερώτηση: Ποιος ή τι είναι ενήμερο για αυτές τις σκέψεις; Ποιος μαρτυρεί αυτά τα συναισθήματα; Τι είναι ο χώρος στον οποίο αναδύονται και παρέρχονται οι αισθήσεις;
Μέσα από αυτή την έρευνα, αρχίζει να συμβαίνει ένας διαχωρισμός — όχι ένας μεταφυσικός δυϊσμός αλλά μια αναγνώριση χώρου, διάκρισης. Κάποιος συνειδητοποιεί ότι οι σκέψεις έρχονται και φεύγουν, αλλά κάτι παραμένει σταθερό. Τα συναισθήματα αναδύονται και υποχωρούν, αλλά κάτι μαρτυρεί αμετάβλητο. Το σώμα μεταμορφώνεται από τη βρεφική ηλικία στην τρίτη ηλικία, αλλά κάτι παρατηρεί σε όλη τη διάρκεια. Αυτή η αναγνώριση αντιπροσωπεύει την πρώτη μεγάλη απελευθέρωση: την ανακάλυψη ότι κάποιος δεν είναι το περιεχόμενο της εμπειρίας αλλά η Επίγνωση στην οποία συμβαίνει η εμπειρία.
Ωστόσο, ακόμα και αυτή η συνειδητοποίηση, όσο βαθιά και αν είναι, αντιπροσωπεύει μόνο έναν σταθμό στο ταξίδι, όχι τον τελικό προορισμό του. Διότι η Καθαρή Επίγνωση, όσο απέραντη και απεριόριστη και αν είναι, διατηρεί ακόμα μια λεπτή αίσθηση σχέσης — ο μάρτυρας που παρακολουθεί το μαρτυρούμενο, ο γνωρίζων που γνωρίζει το γνωστό, ο παρατηρητής που παρατηρεί το παρατηρούμενο. Το τελικό βήμα — αν πράγματι μπορεί να ονομαστεί βήμα, διότι είναι ακριβέστερα η παύση όλων των βημάτων — περιλαμβάνει την απελευθέρωση ακόμα και αυτής της στάσης μαρτυρίας.
Εδώ η γλώσσα πιέζεται στα όριά της, διότι αυτό που πρέπει να περιγραφεί υπερβαίνει την ίδια τη δομή υποκειμένου και αντικειμένου που προϋποθέτει η γλώσσα. Όταν η Επίγνωση καθαυτή απελευθερώνεται, όταν ακόμα και η λεπτή αίσθηση «Είμαι ενήμερος» διαλύεται, αυτό που απομένει είναι το καθαρό Είναι — ούτε υποκείμενο ούτε αντικείμενο, ούτε εαυτός ούτε άλλος, ούτε εδώ ούτε εκεί, ούτε τώρα ούτε τότε. Είναι ο ωκεανός που αναγνωρίζει ότι ποτέ δεν ήταν πραγματικά διαιρεμένος σε κύματα, ότι όλος ο φαινόμενος διαχωρισμός ήταν προσωρινός, επιφανειακός, τελικά ψευδαισθητικός.
Αυτό δεν είναι αναισθησία, ούτε ένα κενό τίποτα ή άδειο μηδέν. Αντίθετα, είναι η πληρότητα της ύπαρξης καθαυτή, προηγούμενη από κάθε διαίρεση, προηγούμενη από κάθε ιδιαιτερότητα, προηγούμενη από όλους τους μηχανισμούς με τους οποίους το Είναι φαίνεται να θρυμματίζεται σε πολλαπλότητα. Οι μυστικοί αναφέρουν ότι αυτό είναι ταυτόχρονα η πιο προσωπική και η πιο απέραντη εμπειρία δυνατή — προσωπική διότι είναι η βαθύτερη φύση κάποιου, απέραντη διότι περιλαμβάνει όλη την ύπαρξη χωρίς όριο ή περιορισμό.
Η Εγκατάλειψη των Διαδικασιών
Οι μυστικές παραδόσεις μιλούν παραδόξως για έναν «δρόμο χωρίς δρόμο», μια «πρακτική χωρίς πρακτική», μια «προσπάθεια χωρίς προσπάθεια». Τι μπορούν να σημαίνουν αυτά τα παράδοξα; Υποδεικνύουν μια κρίσιμη αναγνώριση: το Βάθος του Είναι δεν μπορεί να προσεγγιστεί μέσω των ίδιων διαδικασιών με τις οποίες λειτουργεί η ζωή στην επιφάνεια. Κάποιος δεν μπορεί να σκεφτεί τον δρόμο προς το Απόλυτο, να αναλύσει τον δρόμο προς τον Θεό, ή να επιτύχει τον δρόμο προς τον φωτισμό.
Κάθε διαδικασία του νου, κάθε κίνηση της θέλησης, κάθε δραστηριότητα του Εγώ διαιωνίζει την ίδια τη δομή διαχωρισμού που σκιάζει την υποκείμενη ενότητα. Το να αναζητά κάποιος το Άπειρο μέσω προσπάθειας είναι σαν να προσπαθεί να πιάσει τον άνεμο σε δίχτυ ή να κρατήσει νερό σε σφιγμένη γροθιά — η ίδια η απόπειρα εξασφαλίζει την αποτυχία. Ο πνευματικός υποψήφιος πρέπει να μάθει έναν διαφορετικό τρόπο, έναν τρόπο που φαίνεται στον συνηθισμένο νου ως καθόλου τρόπος.
Αυτή είναι η τέχνη του «άφησε να είναι», του «μη-πράττειν», του wu wei όπως το αποκαλούσαν οι Ταοϊστές. Περιλαμβάνει την παύση όλων των προσπαθειών να ελέγξει, να χειριστεί ή να αποκτήσει πνευματικές καταστάσεις. Απαιτεί την εγκατάλειψη όλων των τεχνικών, όλων των μεθόδων, όλων των δρόμων καθαυτών. Όταν η εξωτερική αντίληψη των αισθητηριακών φαινομένων απελευθερώνεται, όταν οι εσωτερικές διαδικασίες σκέψης και συναισθήματος επιτρέπεται να ηρεμήσουν, όταν ακόμα και η Επίγνωση ως δραστηριότητα παύει την προσέγγιση και την αρπαγή της, τότε — σε εκείνη την έγκυο σιωπή, σε εκείνο το γόνιμο κενό — το Άπειρο Είναι αναδύεται.
Αλλά αυτή η ανάδυση δεν είναι ένα γεγονός στον χρόνο, όχι κάτι που συμβαίνει. Είναι μάλλον η αναγνώριση αυτού που ήταν πάντα η περίπτωση, η αποκάλυψη αυτού που ποτέ δεν ήταν πραγματικά κρυμμένο, η ανακάλυψη αυτού που ποτέ δεν είχε πραγματικά χαθεί. Σαν τον ουρανό που είναι πάντα παρών αλλά μερικές φορές σκεπάζεται από σύννεφα, σαν τον ήλιο που συνεχίζει να λάμπει ακόμα και όταν κλείνουμε τα μάτια μας, το Άπειρο Είναι ποτέ δεν ήταν απόν. Είναι μόνο η προσοχή μας, εστιασμένη στα επιφανειακά φαινόμενα, που έχει παραβλέψει το αιώνια παρόν θεμέλιο.
Το πνευματικό ταξίδι έτσι αποκαλύπτει τον εαυτό του ως ένα μεγάλο κοσμικό αστείο: περνάμε χρόνια αναζητώντας αυτό που ήδη είμαστε, αγωνιζόμενοι να φτάσουμε αυτό που ποτέ δεν αφήσαμε, επιδιώκοντας να γίνουμε αυτό που πάντα ήμασταν. Ο φωτισμός που φαίνεται τόσο μακρινός, τόσο δύσκολος, τόσο προορισμένος για σπάνιες ψυχές αποδεικνύεται η πιο φυσική, πιο συνηθισμένη, πιο άμεσα διαθέσιμη πραγματικότητα — μόλις τα σκιάζοντα πέπλα της ταύτισης και του διαχωρισμού αφαιρεθούν.
Η Ιερή Σιωπή
Σε εκείνο τον χώρο πέρα από όλες τις διαδικασίες, πέρα από κάθε αναζήτηση, πέρα ακόμα και από τις λεπτές κινήσεις της πνευματικής φιλοδοξίας, υπάρχει μια Σιωπή που δεν είναι απλώς η απουσία ήχου. Αυτή είναι η Σιωπή που οι γραφές αποκαλούν «η ειρήνη που υπερβαίνει την κατανόηση», η ησυχία που ο Μείστερ Έκχαρτ περιέγραψε ως «η έρημος της Θεότητας», η ακινησία στην καρδιά του στροβιλιζόμενου κόσμου.
Αυτή η Σιωπή είναι ζωντανή, δονούμενη, έγκυος με άπειρη δυνατότητα. Δεν είναι άδεια αλλά πλήρης — πλήρης από το Είναι καθαυτό, αδιαίρετο και ολοκληρωμένο. Εδώ, όλες οι ερωτήσεις που βασάνιζαν τον αναζητούντα νου διαλύονται όχι επειδή έχουν απαντηθεί αλλά επειδή αναγνωρίζονται ως προερχόμενες από μια ψεύτικη προϋπόθεση, από την ψευδαίσθηση του διαχωρισμού. Ποιο είναι το νόημα της ζωής; Τι συμβαίνει μετά τον θάνατο; Γιατί υπάρχει ο πόνος; Αυτές οι ερωτήσεις προϋποθέτουν έναν ερωτώντα ξεχωριστό από την ύπαρξη, μια ψυχή χωριστή από το Είναι. Στη Σιωπή του καθαρού Είναι, δεν υπάρχει τέτοιος διαχωρισμός, και έτσι καμία ερώτηση, καμία απάντηση, μόνο η αιώνια Οντότητα που περιέχει και υπερβαίνει όλες τις δυνατότητες.
Όσοι έχουν αναπαυθεί σε αυτή τη Σιωπή μιλούν γι' αυτή με δέος και θαυμασμό, αλλά επίσης με μια αίσθηση αναγνώρισης, επιστροφής στο σπίτι. Δεν είναι παράξενη ή ξένη αλλά μάλλον η πιο οικεία πραγματικότητα — πιο οικεία από το ίδιο το πρόσωπο κάποιου, πιο προσωπική από την ίδια την αναπνοή του, πιο άμεση από τις ίδιες τις σκέψεις του. Είναι, λένε, σαν να ξυπνά κάποιος από ένα όνειρο και να αναγνωρίζει ότι η αληθινή του ταυτότητα ποτέ δεν ήταν ο χαρακτήρας του ονείρου αλλά ο ίδιος ο ονειρευόμενος, σαν έναν ηθοποιό που αφαιρεί μια μάσκα και θυμάται το πρόσωπο που ήταν πάντα από κάτω.
Συμπέρασμα: Το Αιώνιο Τώρα
Ο μυστικός δρόμος δεν είναι ένα ταξίδι μέσα από χώρο ή χρόνο αλλά μια εμβάθυνση στο αιώνιο παρόν, μια κατάδυση στο εδώ και τώρα που αποκαλύπτει τον εαυτό του ως άπειρο και απόλυτο. Δεν απαιτεί ειδικές ικανότητες, σπάνια χαρίσματα, ιδιαίτερες συνθήκες. Ζητά μόνο την προθυμία να στραφεί η προσοχή από την επιφάνεια στο βάθος, από το ιδιαίτερο στο καθολικό, από το Εγώ στο Είναι.
Αυτή η στροφή είναι ταυτόχρονα η πιο απλή και η πιο βαθιά πράξη δυνατή — απλή διότι δεν απαιτεί περίπλοκες τεχνικές ή περίτεχνες προετοιμασίες, βαθιά διότι επαναστατικοποιεί ολόκληρη τη σχέση κάποιου με την ύπαρξη. Όπου υπήρχε φόβος, αναδύεται ειρήνη. Όπου υπήρχε αρπαγή, αναδύεται ικανοποίηση. Όπου υπήρχε το μοναχικό Εγώ που αγωνιζόταν μέσα σε έναν ξένο κόσμο, υπάρχει η αναγνώριση της καθολικής Συνείδησης που βιώνει τον εαυτό της μέσα από άπειρες μορφές.
Η ξύπνια ψυχή δεν εγκαταλείπει τον κόσμο των φαινομένων, δεν απορρίπτει τη ζωή στην επιφάνεια με τα χρώματα και τις μορφές της, τις χαρές και τις λύπες της, το ατελείωτο παιχνίδι των αντιθέτων. Αντίθετα, μια τέτοια ψυχή βλέπει διαμέσου της επιφάνειας στο βάθος, αναγνωρίζει τα κύματα ως ωκεανό, αντιλαμβάνεται το άπειρο στο πεπερασμένο, ανακαλύπτει το αιώνιο στο χρονικό. Η ζωή συνεχίζεται, αλλά τώρα είναι διαφανής, αποκαλύπτοντας σε κάθε στιγμή το φωτεινό Είναι που υποβαστάζει και διαπερνά όλη την ύπαρξη.
Αυτή είναι η μεγάλη διδασκαλία που αντηχεί μέσα από χιλιετίες, ψιθυρισμένη από σοφούς και τραγουδισμένη από μυστικούς, χαραγμένη σε πέτρινους ναούς και γραμμένη στον άνεμο: «Εκείνο είσαι εσύ», «Εγώ είμαι Εκείνο», «Η βασιλεία των ουρανών είναι μέσα σας». Το Άπειρο Είναι, η Απόλυτη Πραγματικότητα, το Θείο Έδαφος δεν είναι αλλού, δεν είναι άλλο. Είναι εδώ, τώρα, πάντα — η ίδια η ουσία της ύπαρξης, η ίδια η ουσία αυτού που είσαι. Το να το γνωρίζει κάποιος αυτό είναι να γνωρίζει τα πάντα. Το να είναι αυτό είναι να είναι ελεύθερος.
Στο τέλος, το μυστικό ταξίδι αποκαλύπτει τον εαυτό του ως επιστροφή στην αρχή, αναγνώριση αυτού που ποτέ δεν ήταν απόν. Η Συνείδηση ανακαλύπτει τον εαυτό της ως Πραγματικότητα, ο αναζητητής βρίσκει τον εαυτό του ως το αναζητούμενο, το κύμα αναγνωρίζει τον εαυτό του ως ωκεανό. Και σε αυτή την αναγνώριση, όλος ο διαχωρισμός διαλύεται στον Απέραντο Ωκεανό του Είναι, όπου η πολλαπλότητα και η ενότητα, η μορφή και το κενό, ο χρόνος και η αιωνιότητα γνωρίζονται ως όψεις ενός απρόσκοπτου Όλου, ενός άπειρου Μυστηρίου, ενός αιώνιου Τώρα.
Στην απέραντη έκταση της ύπαρξης, όπου τα αστέρια περιστρέφονται μέσα στο σκοτάδι και τα βουνά υψώνονται από αρχαία βάθη, υπάρχει ένα δώρο τόσο άμεσο, τόσο βαθιά προσωπικό, που προηγείται όλων των ερωτήσεων και των απαντήσεων εξίσου. Αυτό το δώρο είναι η ίδια η Συνείδηση — η φωτεινή επίγνωση που καθιστά όλα τα πράγματα ορατά, ο σιωπηλός μάρτυρας που γνωρίζει ότι υπάρχει, το ιερό έδαφος πάνω στο οποίο ολόκληρος ο κόσμος ξεδιπλώνει το μυστήριό του. Πριν η φιλοσοφία χτίσει τους περίτεχνους ναούς της σκέψης, πριν η επιστήμη αναλύσει το ύφασμα της ύλης, πριν η θρησκεία ονομάσει τους θεούς της, υπάρχει αυτό: το απλό, βαθύ, αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι κάποιος είναι ενήμερος, ότι κάποιος υπάρχει ως συνειδητή παρουσία μέσα στο άπειρο θέατρο της Πραγματικότητας.
Ο αναζητητής που ξεκινά τον μυστικό δρόμο σύντομα ανακαλύπτει ότι αυτή η Συνείδηση δεν είναι απλώς ένα εργαλείο για την εξέταση του κόσμου, όχι απλώς ένας καθρέφτης που αντανακλά εξωτερικά φαινόμενα. Είναι μάλλον η ίδια η ουσία αυτού που είναι κάποιος, η βαθύτερη αλήθεια της ύπαρξης καθαυτή. Σαν δύτης μαργαριταριών που πρέπει να κατέβει μέσα από στρώματα ωκεανού για να φτάσει στον θησαυρό κρυμμένο στον βυθό, ο πνευματικός υποψήφιος πρέπει να ταξιδέψει μέσα από διαδοχικά πέπλα εμπειρίας για να ανακαλύψει το φωτεινό βάθος που ήταν πάντα παρόν, πάντα εδώ, πάντα τώρα.
Αυτό είναι το μεγάλο παράδοξο που αντηχεί στους διαδρόμους κάθε μυστικής παράδοσης: αυτό που αναζητείται είναι ταυτόχρονα και ο αναζητητής, αυτό που είναι πιο μακρινό είναι συγχρόνως και το πιο κοντινό, το τέλος του ταξιδιού ήταν παρόν στην αρχή του. Ο δρόμος δεν οδηγεί κάπου αλλού, αλλά βαθύτερα σε αυτό που ήταν πάντα — μια κατάδυση στο ίδιο το έδαφος του Είναι.
Οι Τρεις Όψεις του Ενός
Στο αιώνιο παρόν όπου ξεδιπλώνονται όλες οι αυθεντικές πνευματικές εμπειρίες, η Συνείδηση αποκαλύπτει τον εαυτό της ως μια τριάδα που είναι ταυτόχρονα Ένα. Σαν το φως που εκδηλώνεται ως κύμα, σωματίδιο και φωτισμός καθαυτός, σαν το νερό που εμφανίζεται ως ωκεανός, ρεύμα και σταγόνα, έτσι και η Συνείδηση παρουσιάζεται μέσα από τρεις όψεις που, στην ουσία τους, είναι αδιαχώριστες και ενωμένες.
Πρώτον, υπάρχει η καθαρή Συνείδηση καθαυτή — αυτή η απέραντη, απεριόριστη επίγνωση που απλώς Είναι, χωρίς ιδιότητα ή περιορισμό, χωρίς αρχή ή τέλος. Είναι ο άπειρος καμβάς πάνω στον οποίο ζωγραφίζονται όλες οι εμπειρίες, η αιώνια σιωπή μέσα στην οποία όλοι οι ήχοι αναδύονται και διαλύονται, ο χωρίς χώρο χώρος που περιέχει όλους τους κόσμους. Αυτή η προαιώνια Συνείδηση είναι σαν τον ωκεανό στην ολότητά του — βαθύς πέρα από κάθε μέτρημα, απέραντος πέρα από κάθε σύλληψη, που περιέχει μέσα του όλες τις πιθανές κινήσεις ενώ παραμένει θεμελιωδώς ακίνητος, θεμελιωδώς ολόκληρος, θεμελιωδώς Ένα.
Δεύτερον, υπάρχει η Επίγνωση — αυτή η φωτεινή ικανότητα να γνωρίζει, να αντιλαμβάνεται, να αγκαλιάζει την εμπειρία. Η Επίγνωση είναι η Συνείδηση στραμμένη προς τα φαινόμενα, το φως της γνώσης που φωτίζει ό,τι εισέρχεται στο πεδίο της. Όταν η Επίγνωση παραμένει απέραντη και απεριόριστη, αγκαλιάζοντας την ολότητα αυτού που είναι χωρίς προσκόλληση ή προτίμηση, υπάρχει ως Καθαρή Επίγνωση — ένας καθρέφτης τόσο τέλειος που αντανακλά τα πάντα αλλά δεν διατηρεί καμία εικόνα, ένας χώρος τόσο πλήρης που δεν αποκλείει τίποτα. Αυτή είναι η κατάσταση που οι μυστικοί έχουν αποκαλέσει «μαρτυρική συνείδηση», τον «αιώνιο παρατηρητή», το «μάτι του Θείου» που βλέπει τα πάντα χωρίς κρίση, χωρίς διαχωρισμό, χωρίς το βάρος της ταύτισης.
Ωστόσο, η Επίγνωση διαθέτει μια μυστηριώδη ικανότητα: μπορεί να συστέλλει την άπειρη αγκαλιά της για να εστιάσει σε κάτι συγκεκριμένο, κάτι ιδιαίτερο μέσα στο απέραντο πεδίο της ύπαρξης. Όταν συμβαίνει αυτή η εστίαση, αναδύεται η τρίτη όψη — η αίσθηση του Εγώ, ο ατομικός εαυτός, η προσωπική ταυτότητα που βιώνει τον εαυτό της ως ξεχωριστό, ως διακριτό, ως κάτι συγκεκριμένο που κινείται μέσα από χώρο και χρόνο. Αυτό το Εγώ είναι σαν κύμα στην επιφάνεια του ωκεανού — φαίνεται ξεχωριστό αλλά αποτελείται εξ ολοκλήρου από τον ωκεανό, φαίνεται να έχει δική του ταυτότητα αλλά τελικά είναι αδιαχώριστο από το όλο. Το κύμα υψώνεται, κινείται, τελικά διαλύεται πίσω στη θάλασσα, αλλά σε κανένα σημείο δεν παύει να είναι ωκεανός.
Εδώ κείται ένα από τα μεγάλα μυστήρια που ο στοχαστής πρέπει να διεισδύσει: το Εγώ είναι ταυτόχρονα πραγματικό και ψευδαισθητικό, και αληθινό και ψεύτικο, ανάλογα με το βάθος από το οποίο το αντιλαμβάνεται κάποιος. Από την επιφάνεια, το κύμα φαίνεται αυτόνομο, ανεξάρτητο, ξεχωριστό από τα άλλα κύματα. Από τα βάθη, όλα τα κύματα αναγνωρίζονται ως προσωρινές εκφράσεις ενός ωκεανού, προσωρινές μορφές μιας ουσίας, προσωρινές κινήσεις μιας Πραγματικότητας.
Η Επιφάνεια και το Βάθος
Στην πνευματική ζωή, υπάρχει μια θεμελιώδης επιλογή, αν και λίγοι την αναγνωρίζουν ως τέτοια. Κάθε στιγμή παρουσιάζει στην ψυχή δύο κατευθύνσεις: προς την επιφάνεια ή προς το βάθος, προς την πολλαπλότητα των φαινομένων ή προς την ενότητα του Είναι, προς την πολυπλοκότητα του Εγώ με τις ατελείωτες επιθυμίες και φόβους του ή προς την απλότητα της καθαρής ύπαρξης καθαυτήν.
Η ζωή στην επιφάνεια δεν είναι χωρίς την ομορφιά και τον σκοπό της. Σαν το ηλιακό φως που χορεύει πάνω στο νερό, μαγεύει και γοητεύει. Ο κόσμος των ιδιαίτερων αντιλήψεων — τα χρώματα και οι μορφές, οι ήχοι και οι αισθήσεις, οι σκέψεις και τα συναισθήματα που αποτελούν την προσωπική εμπειρία — δημιουργεί μια ταπετσαρία αξιοθαύμαστης πολυπλοκότητας. Το Εγώ, αυτή η μικρή προβολή του Είναι στην επιφάνεια της ύπαρξης, κινείται μέσα σε αυτή την ταπετσαρία ως υφαντής και νήμα συγχρόνως, δημιουργώντας και δημιουργούμενο από τα μοτίβα της εμπειρίας.
Ωστόσο, όσοι έχουν ρίξει μια ματιά στα βάθη αναφέρουν μια διαφορετική μορφή ομορφιάς, μια διαφορετική τάξη αλήθειας. Μιλούν για ένα βασίλειο όπου όλες οι ιδιαίτερες αντιλήψεις διαλύονται σαν πρωινή ομίχλη, όπου το Εγώ με τα ατελείωτα δράματα και αφηγήματά του σωπαίνει, όπου ακόμα και η Επίγνωση καθαυτή — αυτή η φωτεινή ικανότητα να γνωρίζει — απελευθερώνει την λαβή της στα φαινόμενα. Αυτό που απομένει είναι απερίγραπτο με τη συμβατική γλώσσα, διότι βρίσκεται πέρα από την εμβέλεια εννοιών και κατηγοριών. Οι μυστικοί το έχουν αποκαλέσει με πολλά ονόματα: το Απόλυτο, το Έδαφος του Είναι, το Άπειρο, το Αιώνιο, Θεός πέρα από Θεό, το Ανώνυμο, το Κενό που είναι ταυτόχρονα Πληρότητα.
Αυτό το Βάθος δεν είναι αλλού. Δεν είναι ένας μακρινός παράδεισος που φτάνει κάποιος μετά τον θάνατο, ούτε μια ειδική κατάσταση προορισμένη για αγίους και σοφούς. Είναι εδώ, τώρα, πάντα — το ίδιο το θεμέλιο πάνω στο οποίο η επιφάνεια παίζει τις ατελείωτες παραλλαγές της. Σαν τα ακίνητα βάθη κάτω από τα κύματα του ωκεανού, σαν τον σιωπηλό χώρο στον οποίο συμβαίνουν όλοι οι ήχοι, σαν το σκοτάδι του διαστήματος που κρατά όλα τα αστέρια, αυτό το Βάθος είναι προηγούμενο και παρόν μέσα σε κάθε εμπειρία, κάθε στιγμή, κάθε αναπνοή.
Η τραγωδία της συνηθισμένης ανθρώπινης ύπαρξης είναι ότι οι περισσότερες ψυχές περνούν ολόκληρη τη ζωή τους στην επιφάνεια, μαγεμένες από το παιχνίδι των φαινομένων, ταυτισμένες πλήρως με το μικρό Εγώ και τις ανησυχίες του, χωρίς ποτέ να υποψιάζονται τον άπειρο ωκεανό του Είναι πάνω στον οποίο επιπλέουν. Το πνευματικό ταξίδι δεν είναι τίποτα άλλο παρά η σταδιακή αναγνώριση αυτού του Βάθους, το αργό ή ξαφνικό ξύπνημα σε αυτό που ήταν πάντα παρόν αλλά παραβλεπόταν, αγνοούνταν, ξεχνούταν στη γοητεία των επιφανειών.
Ο Δρόμος της Επιστροφής
Πώς λοιπόν ανακαλύπτει κάποιος αυτό το Βάθος; Πώς η Συνείδηση αναγνωρίζει την αληθινή φύση της πέρα από τα πέπλα της ιδιαίτερης αντίληψης; Οι μυστικές παραδόσεις δεν προσφέρουν περίπλοκες τεχνικές ή περίτεχνα συστήματα, αλλά μάλλον μια βαθιά απλότητα που παραδόξως αποδεικνύεται δύσκολη για όσους έχουν συνηθίσει την πολυπλοκότητα.
Ο δρόμος είναι της απελευθέρωσης παρά της απόκτησης, της αφαίρεσης παρά της πρόσθεσης, της εγκατάλειψης παρά της αρπαγής. Δεν πρόκειται για την προσθήκη πνευματικών εμπειριών στη συλλογή εμπειριών κάποιου, αλλά για την απελευθέρωση του ίδιου του μηχανισμού συλλογής. Δεν πρόκειται για το να γίνει κάποιος κάτι μεγαλύτερο, αλλά για την αναγνώριση αυτού που ήταν πάντα κάτω από τα στρώματα του γίγνεσθαι.
Ο αναζητητής ξεκινά παρατηρώντας το περιεχόμενο της Επίγνωσης — τις σκέψεις, τα συναισθήματα, τις αισθήσεις, τις αντιλήψεις που ρέουν μέσα στη συνείδηση σαν σύννεφα στον ουρανό. Στην αρχή, κάποιος είναι πλήρως ταυτισμένος με αυτό το περιεχόμενο, πιστεύοντας «Είμαι αυτή η σκέψη», «Είμαι αυτό το συναίσθημα», «Είμαι αυτό το σώμα», «Είμαι αυτή η ιστορία». Η πνευματική πρακτική περιλαμβάνει μια ήπια αλλά επίμονη ερώτηση: Ποιος ή τι είναι ενήμερο για αυτές τις σκέψεις; Ποιος μαρτυρεί αυτά τα συναισθήματα; Τι είναι ο χώρος στον οποίο αναδύονται και παρέρχονται οι αισθήσεις;
Μέσα από αυτή την έρευνα, αρχίζει να συμβαίνει ένας διαχωρισμός — όχι ένας μεταφυσικός δυϊσμός αλλά μια αναγνώριση χώρου, διάκρισης. Κάποιος συνειδητοποιεί ότι οι σκέψεις έρχονται και φεύγουν, αλλά κάτι παραμένει σταθερό. Τα συναισθήματα αναδύονται και υποχωρούν, αλλά κάτι μαρτυρεί αμετάβλητο. Το σώμα μεταμορφώνεται από τη βρεφική ηλικία στην τρίτη ηλικία, αλλά κάτι παρατηρεί σε όλη τη διάρκεια. Αυτή η αναγνώριση αντιπροσωπεύει την πρώτη μεγάλη απελευθέρωση: την ανακάλυψη ότι κάποιος δεν είναι το περιεχόμενο της εμπειρίας αλλά η Επίγνωση στην οποία συμβαίνει η εμπειρία.
Ωστόσο, ακόμα και αυτή η συνειδητοποίηση, όσο βαθιά και αν είναι, αντιπροσωπεύει μόνο έναν σταθμό στο ταξίδι, όχι τον τελικό προορισμό του. Διότι η Καθαρή Επίγνωση, όσο απέραντη και απεριόριστη και αν είναι, διατηρεί ακόμα μια λεπτή αίσθηση σχέσης — ο μάρτυρας που παρακολουθεί το μαρτυρούμενο, ο γνωρίζων που γνωρίζει το γνωστό, ο παρατηρητής που παρατηρεί το παρατηρούμενο. Το τελικό βήμα — αν πράγματι μπορεί να ονομαστεί βήμα, διότι είναι ακριβέστερα η παύση όλων των βημάτων — περιλαμβάνει την απελευθέρωση ακόμα και αυτής της στάσης μαρτυρίας.
Εδώ η γλώσσα πιέζεται στα όριά της, διότι αυτό που πρέπει να περιγραφεί υπερβαίνει την ίδια τη δομή υποκειμένου και αντικειμένου που προϋποθέτει η γλώσσα. Όταν η Επίγνωση καθαυτή απελευθερώνεται, όταν ακόμα και η λεπτή αίσθηση «Είμαι ενήμερος» διαλύεται, αυτό που απομένει είναι το καθαρό Είναι — ούτε υποκείμενο ούτε αντικείμενο, ούτε εαυτός ούτε άλλος, ούτε εδώ ούτε εκεί, ούτε τώρα ούτε τότε. Είναι ο ωκεανός που αναγνωρίζει ότι ποτέ δεν ήταν πραγματικά διαιρεμένος σε κύματα, ότι όλος ο φαινόμενος διαχωρισμός ήταν προσωρινός, επιφανειακός, τελικά ψευδαισθητικός.
Αυτό δεν είναι αναισθησία, ούτε ένα κενό τίποτα ή άδειο μηδέν. Αντίθετα, είναι η πληρότητα της ύπαρξης καθαυτή, προηγούμενη από κάθε διαίρεση, προηγούμενη από κάθε ιδιαιτερότητα, προηγούμενη από όλους τους μηχανισμούς με τους οποίους το Είναι φαίνεται να θρυμματίζεται σε πολλαπλότητα. Οι μυστικοί αναφέρουν ότι αυτό είναι ταυτόχρονα η πιο προσωπική και η πιο απέραντη εμπειρία δυνατή — προσωπική διότι είναι η βαθύτερη φύση κάποιου, απέραντη διότι περιλαμβάνει όλη την ύπαρξη χωρίς όριο ή περιορισμό.
Η Εγκατάλειψη των Διαδικασιών
Οι μυστικές παραδόσεις μιλούν παραδόξως για έναν «δρόμο χωρίς δρόμο», μια «πρακτική χωρίς πρακτική», μια «προσπάθεια χωρίς προσπάθεια». Τι μπορούν να σημαίνουν αυτά τα παράδοξα; Υποδεικνύουν μια κρίσιμη αναγνώριση: το Βάθος του Είναι δεν μπορεί να προσεγγιστεί μέσω των ίδιων διαδικασιών με τις οποίες λειτουργεί η ζωή στην επιφάνεια. Κάποιος δεν μπορεί να σκεφτεί τον δρόμο προς το Απόλυτο, να αναλύσει τον δρόμο προς τον Θεό, ή να επιτύχει τον δρόμο προς τον φωτισμό.
Κάθε διαδικασία του νου, κάθε κίνηση της θέλησης, κάθε δραστηριότητα του Εγώ διαιωνίζει την ίδια τη δομή διαχωρισμού που σκιάζει την υποκείμενη ενότητα. Το να αναζητά κάποιος το Άπειρο μέσω προσπάθειας είναι σαν να προσπαθεί να πιάσει τον άνεμο σε δίχτυ ή να κρατήσει νερό σε σφιγμένη γροθιά — η ίδια η απόπειρα εξασφαλίζει την αποτυχία. Ο πνευματικός υποψήφιος πρέπει να μάθει έναν διαφορετικό τρόπο, έναν τρόπο που φαίνεται στον συνηθισμένο νου ως καθόλου τρόπος.
Αυτή είναι η τέχνη του «άφησε να είναι», του «μη-πράττειν», του wu wei όπως το αποκαλούσαν οι Ταοϊστές. Περιλαμβάνει την παύση όλων των προσπαθειών να ελέγξει, να χειριστεί ή να αποκτήσει πνευματικές καταστάσεις. Απαιτεί την εγκατάλειψη όλων των τεχνικών, όλων των μεθόδων, όλων των δρόμων καθαυτών. Όταν η εξωτερική αντίληψη των αισθητηριακών φαινομένων απελευθερώνεται, όταν οι εσωτερικές διαδικασίες σκέψης και συναισθήματος επιτρέπεται να ηρεμήσουν, όταν ακόμα και η Επίγνωση ως δραστηριότητα παύει την προσέγγιση και την αρπαγή της, τότε — σε εκείνη την έγκυο σιωπή, σε εκείνο το γόνιμο κενό — το Άπειρο Είναι αναδύεται.
Αλλά αυτή η ανάδυση δεν είναι ένα γεγονός στον χρόνο, όχι κάτι που συμβαίνει. Είναι μάλλον η αναγνώριση αυτού που ήταν πάντα η περίπτωση, η αποκάλυψη αυτού που ποτέ δεν ήταν πραγματικά κρυμμένο, η ανακάλυψη αυτού που ποτέ δεν είχε πραγματικά χαθεί. Σαν τον ουρανό που είναι πάντα παρών αλλά μερικές φορές σκεπάζεται από σύννεφα, σαν τον ήλιο που συνεχίζει να λάμπει ακόμα και όταν κλείνουμε τα μάτια μας, το Άπειρο Είναι ποτέ δεν ήταν απόν. Είναι μόνο η προσοχή μας, εστιασμένη στα επιφανειακά φαινόμενα, που έχει παραβλέψει το αιώνια παρόν θεμέλιο.
Το πνευματικό ταξίδι έτσι αποκαλύπτει τον εαυτό του ως ένα μεγάλο κοσμικό αστείο: περνάμε χρόνια αναζητώντας αυτό που ήδη είμαστε, αγωνιζόμενοι να φτάσουμε αυτό που ποτέ δεν αφήσαμε, επιδιώκοντας να γίνουμε αυτό που πάντα ήμασταν. Ο φωτισμός που φαίνεται τόσο μακρινός, τόσο δύσκολος, τόσο προορισμένος για σπάνιες ψυχές αποδεικνύεται η πιο φυσική, πιο συνηθισμένη, πιο άμεσα διαθέσιμη πραγματικότητα — μόλις τα σκιάζοντα πέπλα της ταύτισης και του διαχωρισμού αφαιρεθούν.
Η Ιερή Σιωπή
Σε εκείνο τον χώρο πέρα από όλες τις διαδικασίες, πέρα από κάθε αναζήτηση, πέρα ακόμα και από τις λεπτές κινήσεις της πνευματικής φιλοδοξίας, υπάρχει μια Σιωπή που δεν είναι απλώς η απουσία ήχου. Αυτή είναι η Σιωπή που οι γραφές αποκαλούν «η ειρήνη που υπερβαίνει την κατανόηση», η ησυχία που ο Μείστερ Έκχαρτ περιέγραψε ως «η έρημος της Θεότητας», η ακινησία στην καρδιά του στροβιλιζόμενου κόσμου.
Αυτή η Σιωπή είναι ζωντανή, δονούμενη, έγκυος με άπειρη δυνατότητα. Δεν είναι άδεια αλλά πλήρης — πλήρης από το Είναι καθαυτό, αδιαίρετο και ολοκληρωμένο. Εδώ, όλες οι ερωτήσεις που βασάνιζαν τον αναζητούντα νου διαλύονται όχι επειδή έχουν απαντηθεί αλλά επειδή αναγνωρίζονται ως προερχόμενες από μια ψεύτικη προϋπόθεση, από την ψευδαίσθηση του διαχωρισμού. Ποιο είναι το νόημα της ζωής; Τι συμβαίνει μετά τον θάνατο; Γιατί υπάρχει ο πόνος; Αυτές οι ερωτήσεις προϋποθέτουν έναν ερωτώντα ξεχωριστό από την ύπαρξη, μια ψυχή χωριστή από το Είναι. Στη Σιωπή του καθαρού Είναι, δεν υπάρχει τέτοιος διαχωρισμός, και έτσι καμία ερώτηση, καμία απάντηση, μόνο η αιώνια Οντότητα που περιέχει και υπερβαίνει όλες τις δυνατότητες.
Όσοι έχουν αναπαυθεί σε αυτή τη Σιωπή μιλούν γι' αυτή με δέος και θαυμασμό, αλλά επίσης με μια αίσθηση αναγνώρισης, επιστροφής στο σπίτι. Δεν είναι παράξενη ή ξένη αλλά μάλλον η πιο οικεία πραγματικότητα — πιο οικεία από το ίδιο το πρόσωπο κάποιου, πιο προσωπική από την ίδια την αναπνοή του, πιο άμεση από τις ίδιες τις σκέψεις του. Είναι, λένε, σαν να ξυπνά κάποιος από ένα όνειρο και να αναγνωρίζει ότι η αληθινή του ταυτότητα ποτέ δεν ήταν ο χαρακτήρας του ονείρου αλλά ο ίδιος ο ονειρευόμενος, σαν έναν ηθοποιό που αφαιρεί μια μάσκα και θυμάται το πρόσωπο που ήταν πάντα από κάτω.
Συμπέρασμα: Το Αιώνιο Τώρα
Ο μυστικός δρόμος δεν είναι ένα ταξίδι μέσα από χώρο ή χρόνο αλλά μια εμβάθυνση στο αιώνιο παρόν, μια κατάδυση στο εδώ και τώρα που αποκαλύπτει τον εαυτό του ως άπειρο και απόλυτο. Δεν απαιτεί ειδικές ικανότητες, σπάνια χαρίσματα, ιδιαίτερες συνθήκες. Ζητά μόνο την προθυμία να στραφεί η προσοχή από την επιφάνεια στο βάθος, από το ιδιαίτερο στο καθολικό, από το Εγώ στο Είναι.
Αυτή η στροφή είναι ταυτόχρονα η πιο απλή και η πιο βαθιά πράξη δυνατή — απλή διότι δεν απαιτεί περίπλοκες τεχνικές ή περίτεχνες προετοιμασίες, βαθιά διότι επαναστατικοποιεί ολόκληρη τη σχέση κάποιου με την ύπαρξη. Όπου υπήρχε φόβος, αναδύεται ειρήνη. Όπου υπήρχε αρπαγή, αναδύεται ικανοποίηση. Όπου υπήρχε το μοναχικό Εγώ που αγωνιζόταν μέσα σε έναν ξένο κόσμο, υπάρχει η αναγνώριση της καθολικής Συνείδησης που βιώνει τον εαυτό της μέσα από άπειρες μορφές.
Η ξύπνια ψυχή δεν εγκαταλείπει τον κόσμο των φαινομένων, δεν απορρίπτει τη ζωή στην επιφάνεια με τα χρώματα και τις μορφές της, τις χαρές και τις λύπες της, το ατελείωτο παιχνίδι των αντιθέτων. Αντίθετα, μια τέτοια ψυχή βλέπει διαμέσου της επιφάνειας στο βάθος, αναγνωρίζει τα κύματα ως ωκεανό, αντιλαμβάνεται το άπειρο στο πεπερασμένο, ανακαλύπτει το αιώνιο στο χρονικό. Η ζωή συνεχίζεται, αλλά τώρα είναι διαφανής, αποκαλύπτοντας σε κάθε στιγμή το φωτεινό Είναι που υποβαστάζει και διαπερνά όλη την ύπαρξη.
Αυτή είναι η μεγάλη διδασκαλία που αντηχεί μέσα από χιλιετίες, ψιθυρισμένη από σοφούς και τραγουδισμένη από μυστικούς, χαραγμένη σε πέτρινους ναούς και γραμμένη στον άνεμο: «Εκείνο είσαι εσύ», «Εγώ είμαι Εκείνο», «Η βασιλεία των ουρανών είναι μέσα σας». Το Άπειρο Είναι, η Απόλυτη Πραγματικότητα, το Θείο Έδαφος δεν είναι αλλού, δεν είναι άλλο. Είναι εδώ, τώρα, πάντα — η ίδια η ουσία της ύπαρξης, η ίδια η ουσία αυτού που είσαι. Το να το γνωρίζει κάποιος αυτό είναι να γνωρίζει τα πάντα. Το να είναι αυτό είναι να είναι ελεύθερος.
Στο τέλος, το μυστικό ταξίδι αποκαλύπτει τον εαυτό του ως επιστροφή στην αρχή, αναγνώριση αυτού που ποτέ δεν ήταν απόν. Η Συνείδηση ανακαλύπτει τον εαυτό της ως Πραγματικότητα, ο αναζητητής βρίσκει τον εαυτό του ως το αναζητούμενο, το κύμα αναγνωρίζει τον εαυτό του ως ωκεανό. Και σε αυτή την αναγνώριση, όλος ο διαχωρισμός διαλύεται στον Απέραντο Ωκεανό του Είναι, όπου η πολλαπλότητα και η ενότητα, η μορφή και το κενό, ο χρόνος και η αιωνιότητα γνωρίζονται ως όψεις ενός απρόσκοπτου Όλου, ενός άπειρου Μυστηρίου, ενός αιώνιου Τώρα.
Η Λαμπρότητα Πέραν: Μια Μυστικιστική Αποκάλυψη της Εξόδου
Στην απεραντοσύνη του ανεξερεύνητου, όπου οι άνεμοι της αιωνιότητας ψιθυρίζουν μέσα από το υφαντό της ύπαρξης, κρύβεται ένα μυστικό τόσο απλό, τόσο αγνό, που διαφεύγει από τα χέρια του νου που το αναζητούν. Είναι ο Φωτισμός που δεν έχει εαυτό και είναι μόνο Φως—μια απελευθερωμένη λάμψη, μια σιωπηλή συμφωνία της ύπαρξης που ξεδιπλώνεται στο αιώνιο Εδώ και Τώρα. Αυτή είναι η Έξοδος, το μονοπάτι χωρίς μονοπάτι, η διάλυση όλων όσων μας δένουν με τις ψευδαισθήσεις του διαχωρισμού. Δεν είναι δόγμα που μαθαίνεται, ούτε βραβείο που κερδίζεται, αλλά ένα βλέμμα—μια θεώρηση του τι είναι, χωρίς στολίδια, χωρίς φίλτρα, και απόλυτα ελεύθερο.
Το να βαδίζεις αυτόν τον δρόμο είναι σαν να στέκεσαι στην άκρη της αβύσσου και να πηδάς, όχι με φόβο, αλλά με την εγκατάλειψη ενός φύλλου που το παρασέρνει ο άνεμος. Είναι να βλέπεις τι συμβαίνει, εδώ, τώρα, στην αστραφτερή αμεσότητα του πραγματικού χρόνου. Όχι αύριο, όχι χθες, αλλά σε αυτήν την ανάσα, σε αυτόν τον παλμό, σε αυτόν τον φευγαλέο χορό φωτός και σκιάς. Ο κόσμος ξετυλίγεται αδιάκοπα μπροστά μας—τα σύννεφα παρασύρονται, οι φωνές ψιθυρίζουν, η καρδιά χτυπά τον αρχαίο της ρυθμό—κι όμως είμαστε χαμένοι, μπλεγμένοι στα δίχτυα της σκέψης, κυνηγώντας φαντάσματα που εμείς δημιουργήσαμε. Η Έξοδος αρχίζει με αυτό το βλέμμα, μια ματιά τόσο καθαρή που διαπερνά τα πέπλα του κατασκευασμένου εαυτού, αποκαλύπτοντας το ψέμα από κάτω.
Η Ψευδαίσθηση των Κατασκευών της Σκέψης
Τι είναι αυτές οι κατασκευές της σκέψης παρά σκιές που ρίχνονται από μια φλόγα που τρεμοπαίζει; Υψώνονται σαν πύργοι στο μυαλό—πεποιθήσεις, ταυτότητες, φόβοι και επιθυμίες—κάθε τούβλο τοποθετημένο με το κονίαμα της συνήθειας και της ψευδαίσθησης. «Είμαι αυτό», δηλώνουμε. «Είμαι εκείνο». Και με κάθε ισχυρισμό, σφυρηλατούμε αλυσίδες για να δέσουμε τον εαυτό μας σε έναν εαυτό που ποτέ δεν υπήρξε πραγματικά. Το παρελθόν ψιθυρίζει ιστορίες για το ποιοι ήμασταν, το μέλλον υπόσχεται ποιοι μπορεί να γίνουμε, και μέσα σε αυτήν την αδιάκοπη φλυαρία, χάνουμε την σιωπηλή αλήθεια του τι είναι.
Σκέψου το μυαλό σαν έναν ανήσυχο υφαντή, που υφαίνει κλωστές μνήμης και προσδοκίας σε ένα υφαντό διαχωρισμού. Μας λέει ότι είμαστε μικροί, πεπερασμένοι, ορισμένοι από τα ονόματά μας, τους ρόλους μας, τις ιστορίες μας. Αλλά σταμάτα—κοίτα πιο κοντά. Μπορείς να πιάσεις αυτόν τον «εαυτό» που διεκδικείς; Μπορείς να τον κρατήσεις στα χέρια σου, να τον καρφώσεις στη γη και να πεις, «Να τος είναι»; Όχι, ξεγλιστρά, μια ανταύγεια που διαλύεται στη θερμότητα της έρευνας. Η Έξοδος είναι η κατανόηση ότι αυτές οι κατασκευές δεν είναι αλήθεια, αλλά ηχώ—ηχώ ενός ονείρου που έχουμε μπερδέψει με την πραγματικότητα.
Το να τις εγκαταλείψεις δεν είναι πράξη βίας, ούτε μάχη που δίνεται με σφιγμένα δόντια, αλλά μια ήπια απελευθέρωση, ένα ξεθώριασμα. Είναι να στέκεσαι γυμνός μπροστά στο άπειρο, αποτινάσσοντας τα ενδύματα της σκέψης όπως κάποιος θα πετούσε έναν μανδύα βαρύ από τη σκόνη. Και σε αυτήν την αποτίναξη, εγκαταλείπουμε όχι μόνο τις κατασκευές αλλά και την ίδια την ιδέα ενός εαυτού που τις κρατά. Τι μένει; Τίποτα—και τα πάντα.
Η Σιωπή του Φωτός
Στον απόηχο αυτής της εγκατάλειψης, μια σιωπή κατεβαίνει—όχι η σιωπή της απουσίας, αλλά η σιωπή της παρουσίας, απέραντη και ζωντανή. Είναι ο Φωτισμός που δεν έχει εαυτό και είναι μόνο Φως. Οι λέξεις διστάζουν εδώ, γιατί πώς μπορεί η γλώσσα να μιλήσει για κάτι που υπερβαίνει κάθε μορφή; Ωστόσο, μπορούμε να το υποδείξουμε, όπως κάποιος δείχνει το φεγγάρι που αντανακλάται σε μια ήρεμη λιμνούλα.
Αυτό το Φως δεν είναι κάτι που αποκτάται· είναι αυτό που είμαστε όταν τα πέπλα σηκώνονται. Είναι η λάμψη της καθαρής αντίληψης, ανεμπόδιστη από τις παραμορφώσεις της σκέψης. Φαντάσου έναν καθρέφτη καθαρισμένο, που αντανακλά τα πάντα χωρίς να προσκολλάται σε καμία εικόνα. Φαντάσου μια φλόγα που καίει χωρίς να καταναλώνει, που φωτίζει χωρίς προσπάθεια. Αυτό είναι το Φως—απεριόριστο, άχρονο, μια απέραντη θάλασσα συνειδητότητας στην οποία τα κύματα του «εγώ» και του «δικό μου» διαλύονται.
Σε αυτήν τη Σιωπή, βιώνουμε την Αλήθεια—όχι ως έννοια, όχι ως πίστη, αλλά ως τον ζωντανό παλμό της ύπαρξης. Είναι ελευθερία, όχι από κάποιον εξωτερικό τύραννο, αλλά από την εσωτερική κακοφωνία της αδιάκοπης προσπάθειας του νου. Εδώ, δεν υπάρχει ανάγκη να γίνεις, να αποδείξεις, να αρπάξεις. Οι πόλεμοι του εαυτού παύουν, και αυτό που μένει είναι ειρήνη—όχι μια ειρήνη που έρχεται και φεύγει, αλλά μια ειρήνη που είναι το ίδιο το έδαφος της ύπαρξης.
Το Αιώνιο Εδώ και Τώρα
Η Έξοδος δεν είναι ταξίδι πάνω από βουνά ή μέσα από ζωές· είναι μια επιστροφή σε αυτό που πάντα υπήρξε. Ο χρόνος, αυτός ο αμείλικτος επιστάτης, αποκαλύπτεται ως μια ακόμα ψευδαίσθηση, μια κατασκευή της σκέψης που θρυμματίζει το αδιαίρετο. Στην αλήθεια, υπάρχει μόνο το Τώρα—αυτή η στιγμή, αυτή η ανάσα, αυτή η αστραφτερή στιγμή. Το παρελθόν είναι μια ανάμνηση, το μέλλον μια φαντασία, αλλά το Τώρα είναι ζωντανό, πάλλεται με τον χτύπο του απείρου.
Το να το δεις αυτό είναι να βγεις από τη φυλακή του χρόνου, να σταθείς στο άχρονο όπου όλα είναι ολόκληρα. Εδώ, το λουλούδι δεν ανθίζει για να γίνει κάτι άλλο· απλώς ανθίζει. Ο άνεμος δεν φυσά για να φτάσει σε έναν προορισμό· απλώς φυσά. Και εμείς, επίσης, δεν χρειάζεται να παλεύουμε για να φτάσουμε—είμαστε ήδη εδώ, ήδη ελεύθεροι, αν μόνο θα βλέπαμε.
Το Μονοπάτι Χωρίς Μονοπάτι
Δεν υπάρχει άλλη έξοδος, γιατί όλοι οι άλλοι δρόμοι είναι παρακάμψεις μέσα στον λαβύρινθο του νου. Τελετουργίες, δόγματα, πρακτικές—μπορεί να δείχνουν, μπορεί να προετοιμάζουν, αλλά δεν μπορούν να παραδώσουν αυτό που είναι ήδη παρόν. Η Έξοδος είναι απόλυτα απλή και απόλυτα φυσική, δεν απαιτεί προσπάθεια, ούτε επίτευγμα, μόνο το θάρρος να αφήσεις. Δεν είναι ένα κάνω, αλλά ένα ξεκάνω, όχι ένα κέρδος αλλά μια απώλεια—όλων όσων είναι ψεύτικα, όλων όσων κρύβουν το Φως.
Και έτσι, στεκόμαστε στο κατώφλι, καλεσμένοι από τη σιωπή να περάσουμε πέρα από τον εαυτό μας. Ο κόσμος συνεχίζει τον χορό του—τα πουλιά τραγουδούν, τα ποτάμια κυλούν, τα αστέρια γυρίζουν από πάνω—αλλά δεν είμαστε πια χωριστά από αυτόν. Είμαστε το βλέμμα, η γνώση, το ίδιο το Φως, απεριόριστο και ελεύθερο. Αυτός είναι ο Φωτισμός που δεν έχει εαυτό, η Αλήθεια που λάμπει όταν όλα τα άλλα πέφτουν.
Σε αυτήν τη μυστικιστική αποκάλυψη, δεν βρίσκουμε έναν εαυτό τελειοποιημένο, αλλά έναν εαυτό διαλυμένο, και σε αυτήν τη διάλυση, το άπειρο αποκαλύπτεται—όχι ως κάτι άλλο, αλλά ως η ίδια η ουσία του τι είμαστε. Η Έξοδος είναι εδώ, τώρα, πάντα—περιμένει μόνο τα μάτια μας να ανοίξουν, τις καρδιές μας να μαλακώσουν, και το μυαλό μας να ησυχάσει. Και σε αυτήν την ησυχία, υπάρχει μόνο Φως.
Το να βαδίζεις αυτόν τον δρόμο είναι σαν να στέκεσαι στην άκρη της αβύσσου και να πηδάς, όχι με φόβο, αλλά με την εγκατάλειψη ενός φύλλου που το παρασέρνει ο άνεμος. Είναι να βλέπεις τι συμβαίνει, εδώ, τώρα, στην αστραφτερή αμεσότητα του πραγματικού χρόνου. Όχι αύριο, όχι χθες, αλλά σε αυτήν την ανάσα, σε αυτόν τον παλμό, σε αυτόν τον φευγαλέο χορό φωτός και σκιάς. Ο κόσμος ξετυλίγεται αδιάκοπα μπροστά μας—τα σύννεφα παρασύρονται, οι φωνές ψιθυρίζουν, η καρδιά χτυπά τον αρχαίο της ρυθμό—κι όμως είμαστε χαμένοι, μπλεγμένοι στα δίχτυα της σκέψης, κυνηγώντας φαντάσματα που εμείς δημιουργήσαμε. Η Έξοδος αρχίζει με αυτό το βλέμμα, μια ματιά τόσο καθαρή που διαπερνά τα πέπλα του κατασκευασμένου εαυτού, αποκαλύπτοντας το ψέμα από κάτω.
Η Ψευδαίσθηση των Κατασκευών της Σκέψης
Τι είναι αυτές οι κατασκευές της σκέψης παρά σκιές που ρίχνονται από μια φλόγα που τρεμοπαίζει; Υψώνονται σαν πύργοι στο μυαλό—πεποιθήσεις, ταυτότητες, φόβοι και επιθυμίες—κάθε τούβλο τοποθετημένο με το κονίαμα της συνήθειας και της ψευδαίσθησης. «Είμαι αυτό», δηλώνουμε. «Είμαι εκείνο». Και με κάθε ισχυρισμό, σφυρηλατούμε αλυσίδες για να δέσουμε τον εαυτό μας σε έναν εαυτό που ποτέ δεν υπήρξε πραγματικά. Το παρελθόν ψιθυρίζει ιστορίες για το ποιοι ήμασταν, το μέλλον υπόσχεται ποιοι μπορεί να γίνουμε, και μέσα σε αυτήν την αδιάκοπη φλυαρία, χάνουμε την σιωπηλή αλήθεια του τι είναι.
Σκέψου το μυαλό σαν έναν ανήσυχο υφαντή, που υφαίνει κλωστές μνήμης και προσδοκίας σε ένα υφαντό διαχωρισμού. Μας λέει ότι είμαστε μικροί, πεπερασμένοι, ορισμένοι από τα ονόματά μας, τους ρόλους μας, τις ιστορίες μας. Αλλά σταμάτα—κοίτα πιο κοντά. Μπορείς να πιάσεις αυτόν τον «εαυτό» που διεκδικείς; Μπορείς να τον κρατήσεις στα χέρια σου, να τον καρφώσεις στη γη και να πεις, «Να τος είναι»; Όχι, ξεγλιστρά, μια ανταύγεια που διαλύεται στη θερμότητα της έρευνας. Η Έξοδος είναι η κατανόηση ότι αυτές οι κατασκευές δεν είναι αλήθεια, αλλά ηχώ—ηχώ ενός ονείρου που έχουμε μπερδέψει με την πραγματικότητα.
Το να τις εγκαταλείψεις δεν είναι πράξη βίας, ούτε μάχη που δίνεται με σφιγμένα δόντια, αλλά μια ήπια απελευθέρωση, ένα ξεθώριασμα. Είναι να στέκεσαι γυμνός μπροστά στο άπειρο, αποτινάσσοντας τα ενδύματα της σκέψης όπως κάποιος θα πετούσε έναν μανδύα βαρύ από τη σκόνη. Και σε αυτήν την αποτίναξη, εγκαταλείπουμε όχι μόνο τις κατασκευές αλλά και την ίδια την ιδέα ενός εαυτού που τις κρατά. Τι μένει; Τίποτα—και τα πάντα.
Η Σιωπή του Φωτός
Στον απόηχο αυτής της εγκατάλειψης, μια σιωπή κατεβαίνει—όχι η σιωπή της απουσίας, αλλά η σιωπή της παρουσίας, απέραντη και ζωντανή. Είναι ο Φωτισμός που δεν έχει εαυτό και είναι μόνο Φως. Οι λέξεις διστάζουν εδώ, γιατί πώς μπορεί η γλώσσα να μιλήσει για κάτι που υπερβαίνει κάθε μορφή; Ωστόσο, μπορούμε να το υποδείξουμε, όπως κάποιος δείχνει το φεγγάρι που αντανακλάται σε μια ήρεμη λιμνούλα.
Αυτό το Φως δεν είναι κάτι που αποκτάται· είναι αυτό που είμαστε όταν τα πέπλα σηκώνονται. Είναι η λάμψη της καθαρής αντίληψης, ανεμπόδιστη από τις παραμορφώσεις της σκέψης. Φαντάσου έναν καθρέφτη καθαρισμένο, που αντανακλά τα πάντα χωρίς να προσκολλάται σε καμία εικόνα. Φαντάσου μια φλόγα που καίει χωρίς να καταναλώνει, που φωτίζει χωρίς προσπάθεια. Αυτό είναι το Φως—απεριόριστο, άχρονο, μια απέραντη θάλασσα συνειδητότητας στην οποία τα κύματα του «εγώ» και του «δικό μου» διαλύονται.
Σε αυτήν τη Σιωπή, βιώνουμε την Αλήθεια—όχι ως έννοια, όχι ως πίστη, αλλά ως τον ζωντανό παλμό της ύπαρξης. Είναι ελευθερία, όχι από κάποιον εξωτερικό τύραννο, αλλά από την εσωτερική κακοφωνία της αδιάκοπης προσπάθειας του νου. Εδώ, δεν υπάρχει ανάγκη να γίνεις, να αποδείξεις, να αρπάξεις. Οι πόλεμοι του εαυτού παύουν, και αυτό που μένει είναι ειρήνη—όχι μια ειρήνη που έρχεται και φεύγει, αλλά μια ειρήνη που είναι το ίδιο το έδαφος της ύπαρξης.
Το Αιώνιο Εδώ και Τώρα
Η Έξοδος δεν είναι ταξίδι πάνω από βουνά ή μέσα από ζωές· είναι μια επιστροφή σε αυτό που πάντα υπήρξε. Ο χρόνος, αυτός ο αμείλικτος επιστάτης, αποκαλύπτεται ως μια ακόμα ψευδαίσθηση, μια κατασκευή της σκέψης που θρυμματίζει το αδιαίρετο. Στην αλήθεια, υπάρχει μόνο το Τώρα—αυτή η στιγμή, αυτή η ανάσα, αυτή η αστραφτερή στιγμή. Το παρελθόν είναι μια ανάμνηση, το μέλλον μια φαντασία, αλλά το Τώρα είναι ζωντανό, πάλλεται με τον χτύπο του απείρου.
Το να το δεις αυτό είναι να βγεις από τη φυλακή του χρόνου, να σταθείς στο άχρονο όπου όλα είναι ολόκληρα. Εδώ, το λουλούδι δεν ανθίζει για να γίνει κάτι άλλο· απλώς ανθίζει. Ο άνεμος δεν φυσά για να φτάσει σε έναν προορισμό· απλώς φυσά. Και εμείς, επίσης, δεν χρειάζεται να παλεύουμε για να φτάσουμε—είμαστε ήδη εδώ, ήδη ελεύθεροι, αν μόνο θα βλέπαμε.
Το Μονοπάτι Χωρίς Μονοπάτι
Δεν υπάρχει άλλη έξοδος, γιατί όλοι οι άλλοι δρόμοι είναι παρακάμψεις μέσα στον λαβύρινθο του νου. Τελετουργίες, δόγματα, πρακτικές—μπορεί να δείχνουν, μπορεί να προετοιμάζουν, αλλά δεν μπορούν να παραδώσουν αυτό που είναι ήδη παρόν. Η Έξοδος είναι απόλυτα απλή και απόλυτα φυσική, δεν απαιτεί προσπάθεια, ούτε επίτευγμα, μόνο το θάρρος να αφήσεις. Δεν είναι ένα κάνω, αλλά ένα ξεκάνω, όχι ένα κέρδος αλλά μια απώλεια—όλων όσων είναι ψεύτικα, όλων όσων κρύβουν το Φως.
Και έτσι, στεκόμαστε στο κατώφλι, καλεσμένοι από τη σιωπή να περάσουμε πέρα από τον εαυτό μας. Ο κόσμος συνεχίζει τον χορό του—τα πουλιά τραγουδούν, τα ποτάμια κυλούν, τα αστέρια γυρίζουν από πάνω—αλλά δεν είμαστε πια χωριστά από αυτόν. Είμαστε το βλέμμα, η γνώση, το ίδιο το Φως, απεριόριστο και ελεύθερο. Αυτός είναι ο Φωτισμός που δεν έχει εαυτό, η Αλήθεια που λάμπει όταν όλα τα άλλα πέφτουν.
Σε αυτήν τη μυστικιστική αποκάλυψη, δεν βρίσκουμε έναν εαυτό τελειοποιημένο, αλλά έναν εαυτό διαλυμένο, και σε αυτήν τη διάλυση, το άπειρο αποκαλύπτεται—όχι ως κάτι άλλο, αλλά ως η ίδια η ουσία του τι είμαστε. Η Έξοδος είναι εδώ, τώρα, πάντα—περιμένει μόνο τα μάτια μας να ανοίξουν, τις καρδιές μας να μαλακώσουν, και το μυαλό μας να ησυχάσει. Και σε αυτήν την ησυχία, υπάρχει μόνο Φως.
Σταμάτα να είσαι καρικατούρα στη ζωή. Γίνε ο πρωταγωνιστής
Σταμάτα να είσαι μια καρικατούρα στο θέατρο σκιών της ζωής. Δες τι αξίζεις!
Έχεις νιώσει πως είναι να είσαι εγκλωβισμένος σε μια σχέση φιλική ή συντροφική από την οποία εσύ θες να γλιτώσεις αλλά παραμένεις εκεί προσκολλημένος;
Έχεις νιώσει πως είναι να είσαι εγκλωβισμένος σε μια σχέση φιλική ή συντροφική από την οποία εσύ θες να γλιτώσεις αλλά παραμένεις εκεί προσκολλημένος;
Έχεις νιώσει πως είναι ο καθένας γύρω σου να είναι ικανοποιημένος από εσένα γιατί παίρνει ότι χρειάζεται, κι εσύ… εσύ να νιώθεις ότι δεν ενδιαφέρει κανέναν το τι θες εσύ, το πως νιώθεις εσύ;
Να νιώθεις ότι τα μάτια τους σε κοιτάνε χωρίς να σε κοιτάνε... ότι δεν βλέπουν τις ανάγκες σου, δεν ακούν τη φωνή σου παρά μόνο τη φωνή μέσα στο κεφάλι τους που ουρλιάζει ναρκισσιστικά εγώ, εγώ, εγώ…
Και είτε αυτό το εγώ λέει: “εγώ ξέρω, αυτό θα κάνεις”… είτε “βλέπεις τη δική μου δυστυχία”… είτε “ναι αλλά ο δικός μου ο πόνος”… είτε “άστα αυτά τώρα, δεν είναι της παρούσης”… ότι και να λέει παραμένει ένα μεγάλο τεράστιο ΕΓΩ και δεν έχει κανένα ενδιαφέρον να σε ακούσει, να σε δει, να σε νιώσει…
Πες μου πόσες φορές έχεις νιώσει αόρατος και αντί να οριοθετηθείς, αντί να δεις ποιος είσαι και τι αξίζεις κάθισε εκεί, εκλιπαρώντας την αναγνώριση, παίρνοντας ψίχουλα, δίνοντας αξία σε ανθρώπους αδιάφορους, εγωιστές, που δεν ξέρουν ποιοι είναι, που δεν αναγνωρίζουν τις ατέλειες τους και που προσπαθούν να σε κρατάνε “χαμηλά” υποδεικνύοντας το ποιος είσαι σύμφωνα με το πώς τους συμφέρει και τους εξυπηρετεί. Επισημαίνοντας συνέχεια τα ελαττώματά σου χωρίς να αναγνωρίζουν κανένα ταλέντο σου… Κι όλο αυτό γιατί η αδυναμία σου τροφοδοτεί τη δική τους δύναμη και φουσκώνει το εγώ τους…
Πότε επιτέλους θα σπάσεις το συμβόλαιο με την αορατότητα και θα αρχίσεις να σε “κοιτάς” και να μην αποφεύγεις τη ματιά σου;
Πότε επιτέλους θα σταματήσεις να δικαιολογείς τους άλλους, εσένα; Πότε θα αναλάβεις την ευθύνη σου;
Γιατί ότι συμβαίνει στη ζωή σου δεν στο έκαναν οι άλλοι, εσύ επέτρεψες να συμβεί με τη δειλία σου να σε αντικρίσεις.
Ψάχνοντας να βρεις τρόπους να αποφύγεις να δεις εσένα, ονομάζεις τη μοναξιά σου ελευθερία και τη δυστυχία σου διασκέδαση και ξεγελιέσαι με λίγα τσιγάρα, λίγα ποτά και μερικές άδειες κουβέντες πιστεύοντας ότι έχεις ανθρώπους δίπλα σου…
Ψάχνοντας να βρεις τρόπους να αποφύγεις να ακούσεις αυτή τη φωνή που ουρλιάζει μέσα σου “δεν αντέχω άλλο” κρεμιέσαι πάνω σε καταστάσεις και ανθρώπους που δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να σε ζορίζουν για να σε φτάσουν στα όρια της ανοχής σου ώστε κάποια στιγμή να σπάσεις μια για πάντα το καλούπι του καλού παιδιού και να αρχίσεις να γίνεσαι ο εαυτός σου.
Άραγε, τι είναι χειρότερο, να είσαι μόνος μέσα σε ένα μισοφωτισμένο δωμάτιο χωρίς πολυτέλειες όπου δεν ξέρεις τι μπορεί να έρθει να σε συναντήσει ή να βρίσκεσαι ανάμεσα σε ανθρώπους που μιλάνε, γελάνε, χειροκροτάνε… κι εσένα… εσένα σε λούζει κρύος ιδρώτας, νιώθεις τα πόδια σου να τρέμουν, ακούς εκκωφαντικά τα λόγια και τα χαχανητά τους και το μόνο που πραγματικά χρειάζεσαι εκείνη την στιγμή είναι μια αγκαλιά, ένα χέρι να σε αγγίξει και να σου πει με το άγγιγμά του “είμαι εδώ, για σένα”, και για άλλη μια φορά να προσπερνάς ότι νιώθεις, να προσπερνάς εσένα και να γίνεσαι ένας “καραγκιόζης”, μια καρικατούρα στο θέατρο σκιών της ζωής που εκλιπαρεί για ψίχουλα.
Και μην πιάνεσαι από την παραπάνω περιγραφή για να δώσεις ακόμα μια δικαιολογία στον εαυτό σου λέγοντας ότι αυτό αφορά κάποιον άλλον. Αυτό αφορά εμένα, εσένα… αφορά όλους εμάς που ακόμα κυκλοφορούμε με το προσωπείο του καλού παιδιού και περιμένουμε…
Γιατί αργά η γρήγορα η βαπτισμένη ελευθερία θα αρχίσει να σε πνίγει και η καμουφλαρισμένη διασκέδαση να σε τρελαίνει, επειδή η ψυχή σου άλλα ζητά, άλλα χρειάζεται κι αν δεν μάθεις με τον εύκολο τρόπο… Θα μάθεις έτσι κι αλλιώς!!!
Είμαστε φτιαγμένοι από αστέρια – Το μακρύ ταξίδι από τη Μεγάλη Έκρηξη στο ανθρώπινο σώμα
Πώς βρήκαν τα κύτταρα, τα στοιχεία, τα άτομα και τα υποατομικά σωματίδια τον δρόμο τους προς τον εγκέφαλο, τα οστά και το σώμα μας;
Στα πρώτα, βίαια χρόνια της, η Γη ήταν ένα τοπίο κόλασης που πέταξε από τα σπλάχνα της το φεγγάρι, έπειτα από μια πύρινη σύγκρουση με έναν άλλο πρωτοπλανήτη, υποπτεύονται τώρα οι επιστήμονες. Αργότερα, μετατράπηκε από μια υδάτινη έκταση σε μια γιγάντια χιονόμπαλα που σχεδόν έσβησε όλη την υπάρχουσα ζωή.
Στη συνέχεια, υπερ-τυφώνες με κύματα έως και 90 μέτρα χτύπησαν τον πρόσφατα αποψυγμένο ωκεανό. Αυτό όμως δεν είναι τίποτα σε σύγκριση με την ουράνια αναταραχή και τις εκρήξεις στα 9 δισεκατομμύρια χρόνια πριν από τη γέννηση του πλανήτη μας.
Τώρα γνωρίζουμε ότι η προέλευση του σύμπαντος, η δημιουργία στοιχείων στα αστέρια, η δημιουργία του ηλιακού συστήματος και της Γης και η πρώιμη ιστορία του πλανήτη μας ήταν απίστευτα ταραχώδης, και προκαλεί μια σειρά εντυπωσιακών και συχνά ισχυρών εικόνων στην ανίχνευση του τρόπου με τον οποίο τα κύτταρα, τα στοιχεία, τα άτομά μας και τα υποατομικά σωματίδια βρήκαν όλα τον δρόμο τους προς τον εγκέφαλο, τα οστά και το σώμα μας.
Ωστόσο, οι σχεδόν ακατανόητες εκρήξεις, οι συγκρούσεις και οι θερμοκρασίες ήταν απαραίτητες για τη ζωή.
Μια διαταραχή στην τροχιά του Δία, για παράδειγμα, ενδέχεται να έστειλε μαζικά αστεροειδείς στη Γη, σπέρνοντας τον πλανήτη με νερό. Και ο λιωμένος σίδηρος που σχηματίζει τον πυρήνα της Γης έχει δημιουργήσει ένα μαγνητικό πεδίο που μας προστατεύει από τις κοσμικές ακτίνες.
Συνέβησαν τόσο πολλά πράγματα, που θα μπορούσαν να είχαν εξελιχθεί διαφορετικά και σε αυτή την περίπτωση δεν θα ήμασταν εδώ.
Η βήμα προς βήμα ανασύσταση του επικού ταξιδιού των ατόμων μας μέσα σε δισεκατομμύρια χρόνια, είπε, τον έχει γεμίσει με δέος και ευγνωμοσύνη.
Μερικές φορές, όταν κοιτάζω τους ανθρώπους, σκέφτομαι: “Ουάου, είστε τόσο απίστευτοι οργανισμοί· τα άτομά μας μοιράζονται όλα την ίδια βαθιά ιστορία που χρονολογείται από τη Μεγάλη Έκρηξη. Ελπίζει ότι οι αναγνώστες θα αναγνωρίσουν «ότι ακόμα και το πιο απλό κύτταρο είναι απίστευτα πολύπλοκο και άξιο μεγάλου σεβασμού. Όπως και όλοι οι άνθρωποι επίσης.
Ένα αστρικό μυστήριο
Το σώμα μας περιέχει περίπου 60 στοιχεία, συμπεριλαμβανομένου του υδρογόνου που εξαπολύθηκε μετά τη Μεγάλη Έκρηξη και του ασβεστίου που σχηματίστηκε από πεθαμένα αστέρια γνωστά ως κόκκινοι γίγαντες. Αυτά και πιο πολύπλοκα οργανικά μόρια έφτασαν σε εμάς, έμπαινε στην πολυτάραχη ιστορία της ίδιας της επιστημονικής διαδικασίας.
Αρχικά δεν είχε σκοπό να παραλληλίσει την αναταραχή στο σύμπαν με ανατροπές στον επιστημονικό κόσμο, αλλά σίγουρα αυτό αποδείχθηκε αναπόφευκτο. Τόσο πολλές επιστημονικές βεβαιότητες έχουν ανατραπεί από τότε που ζούσαν οι προπαππούδες μας.
Μέρος της επιστημονικής αναταραχής οφειλόταν σε διάφορα είδη επανεμφανιζόμενων μεροληψιών. Ήθελα να μπω στο κεφάλι των επιστημόνων που έκαναν μεγάλες ανακαλύψεις – να δω τις προόδους τους την ώρα που συνέβαιναν και να καταλάβω πώς έγιναν αποδεκτές εκείνη την εποχή. Έμεινα έκπληκτος που σχεδόν κάθε φορά η αρχική αντίδραση σε πρωτοποριακές θεωρίες ήταν ο σκεπτικισμός και η απόρριψη.
Ψυχικές παγίδες που έχουν τυφλώσει ακόμα και λαμπρά μυαλά, όπως η άποψη ότι είναι «πολύ παράξενο για να είναι αληθινό» ή ότι αν τα σημερινά μας εργαλεία δεν το έχουν εντοπίσει, δεν υπάρχει.
Ο Άλμπερτ Αϊνστάιν, μάλιστα, αρχικά αποστρεφόταν την περίεργη ιδέα ενός διαστελλόμενου σύμπαντος, για παράδειγμα, και έπρεπε να πειστεί με την πάροδο του χρόνου από τον Ζορζ Λεμέτρ, έναν ελάχιστα γνωστό αλλά επίμονο Βέλγο ιερέα και κοσμολόγο. Ο Στάνλεϊ Μίλερ, ο «πατέρας της προβιοτικής χημείας» που προσομοίωσε έξυπνα τις συνθήκες της πρώιμης Γης σε γυάλινες φιάλες, ήταν ένας διαβόητος αντίπαλος της υπόθεσης ότι η ζωή θα μπορούσε να είχε εξελιχθεί στον βαθύ ωκεανό, τροφοδοτούμενη από ένζυμα πλούσια σε μέταλλα και υπερθερμασμένες οπές.
Η ιστορία της επιστήμης είναι γεμάτη από τις μεγαλειώδεις βεβαιότητες των γηραιών πολιτικών προσωπικοτήτων που σύντομα θα ανατρέπονταν. Ευτυχώς για εμάς, η ιστορία της επιστήμης είναι επίσης γεμάτη από ριζοσπάστες και ελεύθερους στοχαστές που διασκέδασαν τη διάτρηση αυτών των βεβαιοτήτων.
Εποικοδομητική καταστροφή
Είναι επιστήμονες όπως η Αυστριακή Μαριέτα Μπλάου, η οποία βοήθησε τους φυσικούς να δουν ορισμένα από τα πρώτα σημάδια υποατομικών σωματιδίων. Ο Ολλανδός γιατρός και φιλόσοφος Γιαν Ίνγκενχουζ, ο οποίος ανακάλυψε ότι τα φύλλα μπορούν να δημιουργήσουν οξυγόνο μέσω της φωτοσύνθεσης, και η χημικός Ρόζαλιντ Φράνκλιν, η οποία συνέβαλε καθοριστικά στην επεξεργασία της τρισδιάστατης δομής του DNA.
Η σπίθα των νέων ιδεών χτυπούσε συχνά σε όλο τον κόσμο. Πολλοί επιστήμονες επεξεργάστηκαν εύλογα σενάρια για το πώς θα μπορούσαν να είχαν αρχίσει να συναρμολογούνται τα δομικά στοιχεία της ζωής.
Το σύμπαν μας είναι γεμάτο από οργανικά μόρια – πολλά από αυτά είναι πρόδρομοι των μορίων από τα οποία είμαστε φτιαγμένοι. Επομένως, ισορροπώ μεταξύ της σκέψης ότι είναι τόσο απίθανο να υπάρχουν πλάσματα σαν εμάς και της σκέψης ότι η ζωή πρέπει να υπάρχει σε πολλά μέρη στο σύμπαν.
Τίποτα σχετικά με το δικό μας ταξίδι από τη Μεγάλη Έκρηξη δεν ήταν ξεκάθαρο, ωστόσο.
Αν προσπαθήσει κανείς να φανταστεί πώς εξελίχθηκε η ζωή από τα πρώτα οργανικά μόρια, θα σκεφτεί ότι λογικά ήταν μια ταραχώδης διαδικασία, γεμάτη περίπλοκα μονοπάτια και αποτυχίες. Τα περισσότερα από αυτά δεν έχουν οδηγήσει πουθενά. Αλλά η εξέλιξη έχει τον τρόπο να δημιουργεί νικητές μέσα από αμέτρητα πειράματα σε μεγάλες χρονικές περιόδους.
Η φύση έχει επίσης έναν τρόπο να ανακυκλώνει τα δομικά στοιχεία για να δημιουργήσει νέα ζωή. Ο πυρηνικός φυσικός Πολ Έμπερσολντ διαπίστωσε ότι «ανταλλάσσουμε τα μισά από τα άτομα άνθρακα που διαθέτουμε κάθε έναν έως δύο μήνες και αντικαθιστούμε το 98% όλων των ατόμων μας κάθε χρόνο».
Σαν ένα σπίτι υπό συνεχή ανακαίνιση, αλλάζουμε και αντικαθιστούμε διαρκώς παλιά σημεία με νέα: το νερό, τις πρωτεΐνες, ακόμα και τα κύτταρά μας, τα περισσότερα από τα οποία προφανώς αντικαθιστούμε κάθε δεκαετία.
Τελικά, τα δικά μας κύτταρα θα αναπτυχθούν ήσυχα, αλλά τα μέρη τους θα επανασυναρμολογηθούν σε άλλες μορφές ζωής. Αν και πεθαίνουμε, τα άτομά μας δεν πεθαίνουν. Περιστρέφονται μέσα από τη ζωή, το έδαφος, τους ωκεανούς και τον ουρανό σε ένα χημικό γαϊτανάκι.
Ακριβώς όπως ο θάνατος των άστρων, με άλλα λόγια, η δική μας καταστροφή ανοίγει έναν άλλον αξιοσημείωτο κόσμο πιθανοτήτων.
Στα πρώτα, βίαια χρόνια της, η Γη ήταν ένα τοπίο κόλασης που πέταξε από τα σπλάχνα της το φεγγάρι, έπειτα από μια πύρινη σύγκρουση με έναν άλλο πρωτοπλανήτη, υποπτεύονται τώρα οι επιστήμονες. Αργότερα, μετατράπηκε από μια υδάτινη έκταση σε μια γιγάντια χιονόμπαλα που σχεδόν έσβησε όλη την υπάρχουσα ζωή.
Στη συνέχεια, υπερ-τυφώνες με κύματα έως και 90 μέτρα χτύπησαν τον πρόσφατα αποψυγμένο ωκεανό. Αυτό όμως δεν είναι τίποτα σε σύγκριση με την ουράνια αναταραχή και τις εκρήξεις στα 9 δισεκατομμύρια χρόνια πριν από τη γέννηση του πλανήτη μας.
Τώρα γνωρίζουμε ότι η προέλευση του σύμπαντος, η δημιουργία στοιχείων στα αστέρια, η δημιουργία του ηλιακού συστήματος και της Γης και η πρώιμη ιστορία του πλανήτη μας ήταν απίστευτα ταραχώδης, και προκαλεί μια σειρά εντυπωσιακών και συχνά ισχυρών εικόνων στην ανίχνευση του τρόπου με τον οποίο τα κύτταρα, τα στοιχεία, τα άτομά μας και τα υποατομικά σωματίδια βρήκαν όλα τον δρόμο τους προς τον εγκέφαλο, τα οστά και το σώμα μας.
Ωστόσο, οι σχεδόν ακατανόητες εκρήξεις, οι συγκρούσεις και οι θερμοκρασίες ήταν απαραίτητες για τη ζωή.
Μια διαταραχή στην τροχιά του Δία, για παράδειγμα, ενδέχεται να έστειλε μαζικά αστεροειδείς στη Γη, σπέρνοντας τον πλανήτη με νερό. Και ο λιωμένος σίδηρος που σχηματίζει τον πυρήνα της Γης έχει δημιουργήσει ένα μαγνητικό πεδίο που μας προστατεύει από τις κοσμικές ακτίνες.
Συνέβησαν τόσο πολλά πράγματα, που θα μπορούσαν να είχαν εξελιχθεί διαφορετικά και σε αυτή την περίπτωση δεν θα ήμασταν εδώ.
Η βήμα προς βήμα ανασύσταση του επικού ταξιδιού των ατόμων μας μέσα σε δισεκατομμύρια χρόνια, είπε, τον έχει γεμίσει με δέος και ευγνωμοσύνη.
Μερικές φορές, όταν κοιτάζω τους ανθρώπους, σκέφτομαι: “Ουάου, είστε τόσο απίστευτοι οργανισμοί· τα άτομά μας μοιράζονται όλα την ίδια βαθιά ιστορία που χρονολογείται από τη Μεγάλη Έκρηξη. Ελπίζει ότι οι αναγνώστες θα αναγνωρίσουν «ότι ακόμα και το πιο απλό κύτταρο είναι απίστευτα πολύπλοκο και άξιο μεγάλου σεβασμού. Όπως και όλοι οι άνθρωποι επίσης.
Ένα αστρικό μυστήριο
Το σώμα μας περιέχει περίπου 60 στοιχεία, συμπεριλαμβανομένου του υδρογόνου που εξαπολύθηκε μετά τη Μεγάλη Έκρηξη και του ασβεστίου που σχηματίστηκε από πεθαμένα αστέρια γνωστά ως κόκκινοι γίγαντες. Αυτά και πιο πολύπλοκα οργανικά μόρια έφτασαν σε εμάς, έμπαινε στην πολυτάραχη ιστορία της ίδιας της επιστημονικής διαδικασίας.
Αρχικά δεν είχε σκοπό να παραλληλίσει την αναταραχή στο σύμπαν με ανατροπές στον επιστημονικό κόσμο, αλλά σίγουρα αυτό αποδείχθηκε αναπόφευκτο. Τόσο πολλές επιστημονικές βεβαιότητες έχουν ανατραπεί από τότε που ζούσαν οι προπαππούδες μας.
Μέρος της επιστημονικής αναταραχής οφειλόταν σε διάφορα είδη επανεμφανιζόμενων μεροληψιών. Ήθελα να μπω στο κεφάλι των επιστημόνων που έκαναν μεγάλες ανακαλύψεις – να δω τις προόδους τους την ώρα που συνέβαιναν και να καταλάβω πώς έγιναν αποδεκτές εκείνη την εποχή. Έμεινα έκπληκτος που σχεδόν κάθε φορά η αρχική αντίδραση σε πρωτοποριακές θεωρίες ήταν ο σκεπτικισμός και η απόρριψη.
Ψυχικές παγίδες που έχουν τυφλώσει ακόμα και λαμπρά μυαλά, όπως η άποψη ότι είναι «πολύ παράξενο για να είναι αληθινό» ή ότι αν τα σημερινά μας εργαλεία δεν το έχουν εντοπίσει, δεν υπάρχει.
Ο Άλμπερτ Αϊνστάιν, μάλιστα, αρχικά αποστρεφόταν την περίεργη ιδέα ενός διαστελλόμενου σύμπαντος, για παράδειγμα, και έπρεπε να πειστεί με την πάροδο του χρόνου από τον Ζορζ Λεμέτρ, έναν ελάχιστα γνωστό αλλά επίμονο Βέλγο ιερέα και κοσμολόγο. Ο Στάνλεϊ Μίλερ, ο «πατέρας της προβιοτικής χημείας» που προσομοίωσε έξυπνα τις συνθήκες της πρώιμης Γης σε γυάλινες φιάλες, ήταν ένας διαβόητος αντίπαλος της υπόθεσης ότι η ζωή θα μπορούσε να είχε εξελιχθεί στον βαθύ ωκεανό, τροφοδοτούμενη από ένζυμα πλούσια σε μέταλλα και υπερθερμασμένες οπές.
Η ιστορία της επιστήμης είναι γεμάτη από τις μεγαλειώδεις βεβαιότητες των γηραιών πολιτικών προσωπικοτήτων που σύντομα θα ανατρέπονταν. Ευτυχώς για εμάς, η ιστορία της επιστήμης είναι επίσης γεμάτη από ριζοσπάστες και ελεύθερους στοχαστές που διασκέδασαν τη διάτρηση αυτών των βεβαιοτήτων.
Εποικοδομητική καταστροφή
Είναι επιστήμονες όπως η Αυστριακή Μαριέτα Μπλάου, η οποία βοήθησε τους φυσικούς να δουν ορισμένα από τα πρώτα σημάδια υποατομικών σωματιδίων. Ο Ολλανδός γιατρός και φιλόσοφος Γιαν Ίνγκενχουζ, ο οποίος ανακάλυψε ότι τα φύλλα μπορούν να δημιουργήσουν οξυγόνο μέσω της φωτοσύνθεσης, και η χημικός Ρόζαλιντ Φράνκλιν, η οποία συνέβαλε καθοριστικά στην επεξεργασία της τρισδιάστατης δομής του DNA.
Η σπίθα των νέων ιδεών χτυπούσε συχνά σε όλο τον κόσμο. Πολλοί επιστήμονες επεξεργάστηκαν εύλογα σενάρια για το πώς θα μπορούσαν να είχαν αρχίσει να συναρμολογούνται τα δομικά στοιχεία της ζωής.
Το σύμπαν μας είναι γεμάτο από οργανικά μόρια – πολλά από αυτά είναι πρόδρομοι των μορίων από τα οποία είμαστε φτιαγμένοι. Επομένως, ισορροπώ μεταξύ της σκέψης ότι είναι τόσο απίθανο να υπάρχουν πλάσματα σαν εμάς και της σκέψης ότι η ζωή πρέπει να υπάρχει σε πολλά μέρη στο σύμπαν.
Τίποτα σχετικά με το δικό μας ταξίδι από τη Μεγάλη Έκρηξη δεν ήταν ξεκάθαρο, ωστόσο.
Αν προσπαθήσει κανείς να φανταστεί πώς εξελίχθηκε η ζωή από τα πρώτα οργανικά μόρια, θα σκεφτεί ότι λογικά ήταν μια ταραχώδης διαδικασία, γεμάτη περίπλοκα μονοπάτια και αποτυχίες. Τα περισσότερα από αυτά δεν έχουν οδηγήσει πουθενά. Αλλά η εξέλιξη έχει τον τρόπο να δημιουργεί νικητές μέσα από αμέτρητα πειράματα σε μεγάλες χρονικές περιόδους.
Η φύση έχει επίσης έναν τρόπο να ανακυκλώνει τα δομικά στοιχεία για να δημιουργήσει νέα ζωή. Ο πυρηνικός φυσικός Πολ Έμπερσολντ διαπίστωσε ότι «ανταλλάσσουμε τα μισά από τα άτομα άνθρακα που διαθέτουμε κάθε έναν έως δύο μήνες και αντικαθιστούμε το 98% όλων των ατόμων μας κάθε χρόνο».
Σαν ένα σπίτι υπό συνεχή ανακαίνιση, αλλάζουμε και αντικαθιστούμε διαρκώς παλιά σημεία με νέα: το νερό, τις πρωτεΐνες, ακόμα και τα κύτταρά μας, τα περισσότερα από τα οποία προφανώς αντικαθιστούμε κάθε δεκαετία.
Τελικά, τα δικά μας κύτταρα θα αναπτυχθούν ήσυχα, αλλά τα μέρη τους θα επανασυναρμολογηθούν σε άλλες μορφές ζωής. Αν και πεθαίνουμε, τα άτομά μας δεν πεθαίνουν. Περιστρέφονται μέσα από τη ζωή, το έδαφος, τους ωκεανούς και τον ουρανό σε ένα χημικό γαϊτανάκι.
Ακριβώς όπως ο θάνατος των άστρων, με άλλα λόγια, η δική μας καταστροφή ανοίγει έναν άλλον αξιοσημείωτο κόσμο πιθανοτήτων.
SENECA: Όσα σε έναν γίνονται, σ’ όλους μπορούν να γίνουν
Όσα σε έναν γίνονται, σ’ όλους μπορούν να γίνουν -Ποπλίλιος Σύρος*
Αν κάποιος επιτρέψει σ’ αυτή τη σκέψη να εισχωρήσει στην καρδιά του και, όταν βλέπει τις δυστυχίες των άλλων, που κάθε μέρα υπάρχουν εν αφθονία, αναλογίζεται ότι άνετα θα μπορούσαν να έλθουν και στον ίδιο, θα εξοπλιστεί εναντίον τους πολύ πριν αυτές τον επισκεφθούν.
Είναι πολύ αργά να εφοδιάζεται κανείς για να υπομείνει τους κινδύνους όταν αυτοί είναι ήδη παρόντες. Μπορεί βέβαια να πεις: «Δεν νόμιζα ότι αυτό θα συμβεί» και «Πίστευες ποτέ ότι θα συνέβαινε κάτι τέτοιο;» Όμως γιατί όχι; Ποια είναι τα πλούτη εκείνα που δεν τα ακολουθούν κατά πόδας η φτώχεια, η πείνα και η αθλιότητα; Ποιοι αξιωματούχοι στον ποδόγυρο της εσθήτας τους, ποιοι οιωνοσκόποι στη ράβδο τους ή ποιοι πατρίκιοι στους ιμάντες των παπουτσιών τους δεν μεταφέρουν ακαθαρσίες και άθλια σκουπίδια – χιλιάδες στίγματα και σκέτη ντροπή; Ποιο βασίλειο υπάρχει για το οποίο να μην καιροφυλακτεί η καταστροφή και η ερήμωση, ο τύραννος και ο δήμιος;
Και όλα αυτά δεν χωρίζονται μεταξύ τους με τεράστια διαλείμματα χρόνου, αλλά, ανάμεσα στο θρόνο και στη γονυκλισία του βασιλιά μπροστά στα γόνατα κάποιου άλλου, κάποτε μεσολαβεί μία μόνο ώρα. Πρέπει επομένως να έχεις υπόψη σου ότι κάθε μοίρα στη ζωή είναι μεταβλητή και ό, τι συμβαίνει σε κάποιον μπορεί κάλλιστα να συμβεί και σ’ εμένα. Είσαι πλούσιος` είσαι όμως πλουσιότερος από τον Πομπήιο;
Και όμως, αυτός ο άνθρωπος δεν είχε ούτε ψωμί και νερό όταν ο Γάιος, ένας γέρος συγγενής και καινούριος οικοδεσπότης του, του άνοιξε το σπίτι του Καίσαρα, για να έχει έτσι την ευκαιρία να του κλείσει το δικό του! Όσο κι αν ήταν ιδιοκτήτης πολυάριθμων ποταμών, που πήγαζαν από τα δικά του κτήματα και είχαν την εκβολή τους στις δικές του περιοχές, ήταν υποχρεωμένος να ζητιανεύει για μερικές σταγόνες νερό. Πέθανε από πείνα και δίψα στο ανάκτορο του συγγενούς του και, ενώ λιμοκτονούσε, ο κληρονόμος του φρόντιζε να ταφεί δημοσία δαπάνη! Έχεις αποκτήσει ύψιστα αξιώματα` απέκτησες όμως κάποιο τόσο μεγάλο, τόσο απρόσμενο και με τέτοια ευρύτητα όσο εκείνο του Σηιανού;
Και όμως, τη μέρα εκείνη που η Σύγκλητος τον συνόδευε, ο λαός τον καταξέσχιζε` από τον άνθρωπο που είχε συγκεντρώσει επάνω του ό, τι θεοί και άνθρωποι θα μπορούσαν να δώσουν τίποτα δεν έμεινε για να το σύρει στο ποτάμι ο δήμιος! Έστω ότι είσαι βασιλιάς: δεν θα σε παραπέμψω στον Κροίσο, που έζησε για να δει τη θανατική του πυρά να ανάβει και να σβήνει, που εξαναγκάστηκε να ζήσει για να δει το θάνατο του βασιλείου του, και όχι μόνο του εαυτού του, ούτε και στον Ιουγούρθα, που ο ρωμαϊκός λαός τον είδε, μέσα στον ίδιο χρόνο, αιχμάλωτο μπροστά του, ενώ πριν τον έτρεμε. Εμείς οι ίδιοι υπήρξαμε μάρτυρες της εικόνας ενός Πτολεμαίου, βασιλιά της Αφρικής, και ενός Μιθριδάτη, βασιλιά της Αρμενίας, που περιήλθαν υπό τον έλεγχο της φρουράς του Γαΐου` ο ένας στάλθηκε εξορία, ό άλλος ικέτευε να σταλεί πίσω και να του έχουν τώρα περισσότερη εμπιστοσύνη!
Αν λάβεις υπόψη σου αυτή τη φοβερή μεταβλητότητα της τύχης, που τη μια σε ανεβάζει και την άλλη σε κατεβάζει, δεν έχεις παρά να υποχωρήσεις στη δύναμη της κακοτυχίας – την οποία ο καθένας θα μπορούσε να συντρίψει, αν είχε πρώτα τη δυνατότητα να την αντιμετωπίσει καταπρόσωπο -, εκτός μόνο αν αποδεχθείς το γεγονός πως οτιδήποτε συμβαίνει είναι πιθανόν να συμβεί και σ’ εσένα.
Σενέκας, περί της πνευματικής γαλήνης
------------------------
* Σύρος Ποπλίλιος — Λατίνος συγγραφέας μίμων, γνωστός και με το όνομα Λόχιος. Ήταν Σύρος στην καταγωγή, απελεύθερος και μεγάλης μόρφωσης. Οι μίμοι του είχαν μεγάλη σκηνική επιτυχία στη Ρώμη. Έγραψε επίσης και γνωμικά (Sententiae) σε ιαμβικό τρίμετρο Στα χρόνια μετά το 100 π.Χ. άκμασαν οι Μίμοι και οι Ιλαροτραγωδίες κατ’ απομίμηση αντίστοιχων ελληνικών έργων. Ο Νόβιος και ο Πομπώνιος (~89 π.Χ.) παίζουν στα έργα τους με ένα αδιάκοπο πέρασμα από την κωμωδία στη φάρσα και εκεί στην παρωδία και στον μύθο, με καινοτομίες στη γλώσσα και στους χαρακτήρες. Ο Δέκιμος Λαβέριος και Ποπλίλιος Σύρος (~46 π.Χ.) γράφοντας μιμίαμβους με ζωντανές σκηνές και σπινθηροβόλο πνεύμα, ήταν από τους πιο γνωστούς λατίνους μιμογράφους.
Αν κάποιος επιτρέψει σ’ αυτή τη σκέψη να εισχωρήσει στην καρδιά του και, όταν βλέπει τις δυστυχίες των άλλων, που κάθε μέρα υπάρχουν εν αφθονία, αναλογίζεται ότι άνετα θα μπορούσαν να έλθουν και στον ίδιο, θα εξοπλιστεί εναντίον τους πολύ πριν αυτές τον επισκεφθούν.
Είναι πολύ αργά να εφοδιάζεται κανείς για να υπομείνει τους κινδύνους όταν αυτοί είναι ήδη παρόντες. Μπορεί βέβαια να πεις: «Δεν νόμιζα ότι αυτό θα συμβεί» και «Πίστευες ποτέ ότι θα συνέβαινε κάτι τέτοιο;» Όμως γιατί όχι; Ποια είναι τα πλούτη εκείνα που δεν τα ακολουθούν κατά πόδας η φτώχεια, η πείνα και η αθλιότητα; Ποιοι αξιωματούχοι στον ποδόγυρο της εσθήτας τους, ποιοι οιωνοσκόποι στη ράβδο τους ή ποιοι πατρίκιοι στους ιμάντες των παπουτσιών τους δεν μεταφέρουν ακαθαρσίες και άθλια σκουπίδια – χιλιάδες στίγματα και σκέτη ντροπή; Ποιο βασίλειο υπάρχει για το οποίο να μην καιροφυλακτεί η καταστροφή και η ερήμωση, ο τύραννος και ο δήμιος;
Και όλα αυτά δεν χωρίζονται μεταξύ τους με τεράστια διαλείμματα χρόνου, αλλά, ανάμεσα στο θρόνο και στη γονυκλισία του βασιλιά μπροστά στα γόνατα κάποιου άλλου, κάποτε μεσολαβεί μία μόνο ώρα. Πρέπει επομένως να έχεις υπόψη σου ότι κάθε μοίρα στη ζωή είναι μεταβλητή και ό, τι συμβαίνει σε κάποιον μπορεί κάλλιστα να συμβεί και σ’ εμένα. Είσαι πλούσιος` είσαι όμως πλουσιότερος από τον Πομπήιο;
Και όμως, αυτός ο άνθρωπος δεν είχε ούτε ψωμί και νερό όταν ο Γάιος, ένας γέρος συγγενής και καινούριος οικοδεσπότης του, του άνοιξε το σπίτι του Καίσαρα, για να έχει έτσι την ευκαιρία να του κλείσει το δικό του! Όσο κι αν ήταν ιδιοκτήτης πολυάριθμων ποταμών, που πήγαζαν από τα δικά του κτήματα και είχαν την εκβολή τους στις δικές του περιοχές, ήταν υποχρεωμένος να ζητιανεύει για μερικές σταγόνες νερό. Πέθανε από πείνα και δίψα στο ανάκτορο του συγγενούς του και, ενώ λιμοκτονούσε, ο κληρονόμος του φρόντιζε να ταφεί δημοσία δαπάνη! Έχεις αποκτήσει ύψιστα αξιώματα` απέκτησες όμως κάποιο τόσο μεγάλο, τόσο απρόσμενο και με τέτοια ευρύτητα όσο εκείνο του Σηιανού;
Και όμως, τη μέρα εκείνη που η Σύγκλητος τον συνόδευε, ο λαός τον καταξέσχιζε` από τον άνθρωπο που είχε συγκεντρώσει επάνω του ό, τι θεοί και άνθρωποι θα μπορούσαν να δώσουν τίποτα δεν έμεινε για να το σύρει στο ποτάμι ο δήμιος! Έστω ότι είσαι βασιλιάς: δεν θα σε παραπέμψω στον Κροίσο, που έζησε για να δει τη θανατική του πυρά να ανάβει και να σβήνει, που εξαναγκάστηκε να ζήσει για να δει το θάνατο του βασιλείου του, και όχι μόνο του εαυτού του, ούτε και στον Ιουγούρθα, που ο ρωμαϊκός λαός τον είδε, μέσα στον ίδιο χρόνο, αιχμάλωτο μπροστά του, ενώ πριν τον έτρεμε. Εμείς οι ίδιοι υπήρξαμε μάρτυρες της εικόνας ενός Πτολεμαίου, βασιλιά της Αφρικής, και ενός Μιθριδάτη, βασιλιά της Αρμενίας, που περιήλθαν υπό τον έλεγχο της φρουράς του Γαΐου` ο ένας στάλθηκε εξορία, ό άλλος ικέτευε να σταλεί πίσω και να του έχουν τώρα περισσότερη εμπιστοσύνη!
Αν λάβεις υπόψη σου αυτή τη φοβερή μεταβλητότητα της τύχης, που τη μια σε ανεβάζει και την άλλη σε κατεβάζει, δεν έχεις παρά να υποχωρήσεις στη δύναμη της κακοτυχίας – την οποία ο καθένας θα μπορούσε να συντρίψει, αν είχε πρώτα τη δυνατότητα να την αντιμετωπίσει καταπρόσωπο -, εκτός μόνο αν αποδεχθείς το γεγονός πως οτιδήποτε συμβαίνει είναι πιθανόν να συμβεί και σ’ εσένα.
Σενέκας, περί της πνευματικής γαλήνης
------------------------
* Σύρος Ποπλίλιος — Λατίνος συγγραφέας μίμων, γνωστός και με το όνομα Λόχιος. Ήταν Σύρος στην καταγωγή, απελεύθερος και μεγάλης μόρφωσης. Οι μίμοι του είχαν μεγάλη σκηνική επιτυχία στη Ρώμη. Έγραψε επίσης και γνωμικά (Sententiae) σε ιαμβικό τρίμετρο Στα χρόνια μετά το 100 π.Χ. άκμασαν οι Μίμοι και οι Ιλαροτραγωδίες κατ’ απομίμηση αντίστοιχων ελληνικών έργων. Ο Νόβιος και ο Πομπώνιος (~89 π.Χ.) παίζουν στα έργα τους με ένα αδιάκοπο πέρασμα από την κωμωδία στη φάρσα και εκεί στην παρωδία και στον μύθο, με καινοτομίες στη γλώσσα και στους χαρακτήρες. Ο Δέκιμος Λαβέριος και Ποπλίλιος Σύρος (~46 π.Χ.) γράφοντας μιμίαμβους με ζωντανές σκηνές και σπινθηροβόλο πνεύμα, ήταν από τους πιο γνωστούς λατίνους μιμογράφους.
Είμαστε μία «πνευματική πύλη» μέσα από την οποία, ολόκληρο το σύμπαν συνειδητοποιεί τον εαυτό του
Ο κόσμος είναι αυθύπαρκτος, και κάθε τμήμα του αποτελεί ένα αλληλοσυνδεόμενο δίκτυο, το οποίο λειτουργεί αυτόματα προς όφελος του Όλου. Κατά τον ίδιο τρόποστον μικρόκοσμο του ανθρώπινου οργανισμού, το σώμα μας αποτελείται από κύτταρα, όργανα και συστήματα οργάνων.
Το σώμα μας αποτελεί κομμάτι ενός ανθρώπου, μιας οικογένειας, μιας κοινότητας, ενός οικοσυστήματος, του κόσμου όλου. Αν αντιληφθούμε την αξία αυτών των δύο στοιχείων, θα καταλάβουμε ότι κάθε στοιχείο βρίσκεται σε μια συνεχή διαπραγμάτευση με απώτερο σκοπό την εκτόνωση των εντάσεων και τη δημιουργία και διατήρηση ενός σχήματος συνεργασίας που να μπορεί να επιβιώσει.
Ολόκληρος ο ανθρώπινος οργανισμός αποτελείται από 10¹⁴ κύτταρα. Κάθε κύτταρο με την σειρά του αποτελείται από 7 χιλιάδες δισεκατομμύρια άτομα, οργανωμένα σε έναν αριθμό οργανιδίων που το καθένα είναι από την φύση του εντεταλμένο/ προγραμματισμένο να υπηρετήσει έναν συγκεκριμένο σκοπό. Κατ’ αντιστοιχία, αν δούμε τον ανθρώπινο οργανισμό ως ένα κύτταρο, αυτός αποτελείται από επί μέρους συστήματα που το κάθε του σύστημα διενεργεί ένα έργο. H συνεργασία και η διαπραγμάτευση αυτών των συστημάτων δημιουργεί ένα υγιές σώμα.
Μια από τις βασικότερες λειτουργίες του οργανισμού είναι η αναπνόη. Αναπνέουμε για όσο ζούμε δίχως να το σκεφτόμαστε, οι μυς, τα κύτταρα μας, ο εγκέφαλός μας λειτουργούν δίχως να τον ελέγχουμε εμείς πλήρως. Όταν εισπνέεις παίρνεις το οξυγόνο μέσα σου, όταν εκπνέεις δίνεις διοξείδιο τού άνθρακα. Τα δέντρα εισπνέουν το διοξείδιο τού άνθρακα και εκπνέουν οξυγόνο. Μπορείς εύκολα να το αντιληφθείς αυτό. Υπάρχει μία διαρκής επικοινωνία. Είμαστε συντονισμένοι.
Όσο περισσότερο αισθάνεσαι συνδεδεμένος με την μητέρα Γη, την φύση, το σύμπαν, τόσο περισσότερο αντιλαμβάνεσαι πως ολόκληρη η ύπαρξη είναι μέρος σου, και εσύ είσαι μέρος ολόκληρης της ύπαρξης, ενωμένος με το όλον. Όπως επάνω έτσι και κάτω, όπως μέσα έτσι και έξω. Αναφέρει χαρακτηριστικά ο Μάρκος Aυρήλιος:
«Aυτό να αναλογίζεσαι πάντα: ποια είναι η Φύση του παντός και ποια η δική μου φύση, και πώς σχετίζεται η μια με την άλλη και ποιο μέρος ποιου συνόλου είναι η δική μου. Και πως κανείς δεν σ’ εμποδίζει να κάνεις και να λες ό,τι είναι σύμφωνο με τη Φύση, της οποίας είσαι μέρος.»
Τα πάντα είναι ένας ατελείωτος, ενωμένος ωκεανός ενέργειας. Απ΄ την στιγμή που αντιληφθείς, πως είμαστε απειροελάχιστα τμήματα ενός ευρύτερου όλου, και πως είμαστε μέλος ο ένας τού άλλου, τότε ξαφνικά αλλάζει η οπτική μας. Τότε τα δέντρα δεν είναι κάτι ξένο, είναι ένα κομμάτι σου, που προετοιμάζει τροφή για σένα.
Ο Μάρκος Αυρήλιος αναφέρει σχετικά με τον τρόπο συντονισμού σε αυτή την ατραπό γνώσης και δράσης:
«Μη συντονίζεις μόνο την ανάσα σου με τον αέρα που σε περιβάλλει, μα και τη διάνοια σου με τον Νου που εμπεριέχει τα πάντα. Πολύ περισσότερο από τον αέρα, η νοερή δύναμη έχει διαχυθεί και βρίσκεται παντού διαθέσιμη για όποιον έχει τη βούληση να την τραβήξει μέσα του, όπως ο αέρας είναι διαθέσιμος για όποιον μπορεί να αναπνεύσει...Σκάβε μέσα σου. Μέσα σου είναι η πηγή του καλού και θα αναβλύζει πάντα αν πάντα την αναζητείς.... Την ύπαρξή σου έλαβες ως μέρος ενός συνόλου. Θα εξαφανισθείς αργότερα μέσα σ’ εκείνο που σε γέννησε. Ή μάλλον θα μεταβληθείς και θ’ αναληφθείς στον λόγο που σε δημιούργησε.»
Η πραγματικότητα κρύβει μία ενότητα, με την ατομοκεντρική όμως αντίληψη του «εμένα», τού «εσύ», τού «εγώ», βγαίνουμε εκτός πραγματικότητας. Και απ΄ την στιγμή που μπαίνει μέσα μας αυτή η λανθασμένη αντίληψη, τότε ολόκληρη η ύπαρξη αναποδογυρίζεται. Και τότε αρχίζει η λάθος αντίληψη και δράση, αρχίζει η αποσύνθεση,
Εάν καταφέρουμε να αποστασιοποιηθούμε από την απατηλή εικόνα των αισθήσεων και του περιορισμένο ατομικού «Εγώ», θα ανακαλύψουμε έναν κόσμο που λειτουργεί από μόνος του, αντί να βλέπουμε τον κόσμο που διαμορφώνουμε εμείς. Όταν κοιτάς τη φύση, κοιτάς τον εαυτό σου. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Π. Ουσπένσκι:
«Είναι αδύνατον κανείς να μελετήσει ένα σύστημα του σύμπαντος χωρίς να μελετήσει τον άνθρωπο. Ταυτόχρονα είναι αδύνατον να μελετήσει κανείς τον άνθρωπο χωρίς να μελετήσει το σύμπαν. Ο άνθρωπος είναι μία εικόνα του κόσμου. Δημιουργήθηκε από τους ίδιους νόμους που δημιούργησαν ολόκληρο τον κόσμο. Αν ο άνθρωπος γνώριζε και καταλάβαινε τον εαυτό του, θα γνώριζε και θα καταλάβαινε ολόκληρο τον κόσμο, όλους τους νόμους που δημιουργούν και κυβερνούν τον κόσμο. Και αντίστροφα, μελετώντας και κόσμο και τους νόμους που κυβερνούν τον κόσμο, θα μάθαινε και θα καταλάβαινε τους νόμους που κυβερνούν τον ίδιο...Γι αυτό, η μελέτη του κόσμου και η μελέτη του ανθρώπου θα πρέπει να βαδίζουν παράλληλα και η μία να βοηθάει την άλλη, πρέπει να επιστρέψουμε στην πραγματική μας φύση, που συμπεριλαμβάνει τον εξωτερικό κόσμο, ο οποίος δεν είναι και τόσο «εξωτερικός» όσο φαίνεται».
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος σε μία παγκοσμιοποιημένη εποχή κρίσεων και συγκρούσεων, είναι η αναζήτηση, η ορθή και αδογμάτιστη «πνευματικότητα», διότι κάτι τέτοιο θα οδηγούσε τον άνθρωπο στην ιεράρχηση των πραγματικών αναγκών του, και συνεπώς στην αμφισβήτηση, και ανατροπή του ανταγωνιστικού συστήματος και δομών των κοινωνιών μας.
Κατά το παρελθόν, οι ατραποί που οδηγούσαν στην «συνειδησιακή αφύπνιση» , η οποία είχε ως σκοπό την συνειδητοποίηση της ενότητας με τον κόσμο, περνούσε κυρίως μέσα από την άρνηση της υλικής ανθρώπινης υπόστασης, αλλά και της ύλης γενικότερα.
Σήμερα δίνεται εξίσου η ίδια μεταφυσική αξία, τόσο στην υλική όσο και στην πνευματική ανθρώπινη υπόσταση. Η ενασχόληση με τον εαυτό μας, η ενδοσκόπιση, και η γνώση που σε αντίθεση με το παρελθόν είναι πιο εύκολα προσβάσιμη σε όποιον την αναζητά, στέκει αρωγός στην «αυτοπραγμάτωση», και στην αποκατάσταση της σχέσης μας με την φύση. Εάν δεν γνωρίσουμε τον εαυτό μας, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε και τις πραγματικές μας ανάγκες σε αυτό το υπέροχο ταξίδι που λέγεται ζωή.
Η φιλοσοφία ως η αδογμάτιστη σκέψη, και διαρκής αναζήτηση, επανέρχεται στο προσκήνιο, καθώς σύμφωνα με τον Επίκουρο, πρέπει και οφείλει να ασχολείται με ζητήματα που έχουν άμεση σχέση με τις ανάγκες της ζωής. Η αυτογνωσία προϋποθέτει την ενσυνείδητη βούληση να μάθουμε να αφουγκραζόμαστε και να ακολουθούμε την πορεία του «ανώτερου μας εαυτού», κάτι που οδηγεί τελικά στην εσωτερική αρμονία και ισορροπία.
Στην κατώτερη φύση του ο άνθρωπος αρχικά ασχολείται μόνο με τον εαυτό του, ανταγωνίζεται τους υπολοίπους, αλλά σταδιακά οφείλει να ωριμάσει και να γίνει όχι μόνο συνεργάσιμος, αλλά αλτρουιστής, έχοντας στο μυαλό του το καλό του συνόλου. Στην ανώτερη φύση του ο άνθρωπος οδηγείται αβίαστα στην συνειδητοποίηση ότι το άτομο είναι ενωμένο και εναρμονισμένο με τη φύση και την ζωή, και ότι υπάρχει ένα μόνο πάθος που ικανοποιεί την ανάγκη του ανθρώπου για την ενότητα με τον κόσμο, το πάθος αυτό είναι η αγάπη...
Ο άνθρωπος σε ένα ανώτερο συνειδησιακό επίπεδο είναι μία «πνευματική πύλη» μέσα από την οποία, ολόκληρο το σύμπαν συνειδητοποιεί τον εαυτό του. Πάει να είναι ένα περιορισμένο «εγώ», και γίνεται μια υπόσταση που δεν περιορίζεται στον χωροχρόνο, με την κλασσική έννοια του όρου.
Κάτι τέτοιο δεν μπορεί να επιτευχθεί δίχως την «εις εαυτό διείσδυση», που οδηγεί στην αυτογνωσία. Η αυτογνωσία δεν είναι βέβαια κάτι εύκολο που επιτυγχάνεται δίχως ισχυρή θέληση, και μακρόχρονη προσπάθεια ανίχνευσης των αγνώστων περιοχών του υποσυνείδητου, των παθών και των συναισθημάτων του. Αφορά μια βιωματική διαδικασία που είναι δύσκολο λεκτικά να περιγραφεί. Η ιδέα της ενότητας των πάντων μπορεί σίγουρα να υπάρξει στην θεωρητική σκέψη, αλλά στην ακριβή της σχέση με την πολυμορφία, δεν μπορεί να εκφραστεί εύκολα με λόγια. Για αυτό τον λόγο στο παρελθόν, οι άνθρωποι που κατείχαν αυτή την γνώση, προσπάθησαν να εκφράσουν την ιδέα της ενότητας με μύθους και με σύμβολα.
Το σίγουρο είναι πως η διεύρυνση της συνειδητότητας μας αφορά, μια εκπαίδευση σ έναν καινούργιο τρόπο σκέψης, και κυρίως δράσης.
Οι αλλαγές της νέας χιλιετίας, έχουν ήδη τεθεί σε κίνηση. Ίσως δεν το αντιλαμβανόμαστε αλλά εμείς συνειδητά ή ασυνείδητα είμαστε οι φορείς της αλλαγής. Θα πρέπει να «σκοτώσουμε» όλα αυτά που στερούν το σήμερα, και το αύριο του ανθρώπου. Μέσα από τον θάνατο ανακυκλώνεται η ζωή.
Εάν «σκοτώσουμε», τις συνήθειες, την καθημερινότητα μας, τις καταστάσεις εκείνες του πνεύματος, με τις οποίες έχουμε μάθει να δρούμε, και να αυτό αξιολογούμε τα πραγματικά πολύτιμα πράγματα στην ζωή, όταν μάθουμε να «σκεφτόμαστε», και να «δρούμε» τότε ίσως κάτι να αλλάξει. Το αύριο είναι ήδη εδώ.. Ένα αύριο, που ήδη είναι σήμερα, με βάση τις επιλογές μας. Το σίγουρο είναι ένα. Ακόμα και εάν δεν το επιθυμούν οι περισσότεροι άνθρωποι, λόγω της κρίσης της εποχής, θα αναγκαστούν αργά ή γρήγορα, να συνειδητοποιήσουν ότι η πνευματική μας φύση είναι ένας σταθμός, ανάμεσα στο χωροχρόνο και στο εικονικό βασίλειο ανάμεσα στην Γη και στον Ουρανό...
Το σώμα μας αποτελεί κομμάτι ενός ανθρώπου, μιας οικογένειας, μιας κοινότητας, ενός οικοσυστήματος, του κόσμου όλου. Αν αντιληφθούμε την αξία αυτών των δύο στοιχείων, θα καταλάβουμε ότι κάθε στοιχείο βρίσκεται σε μια συνεχή διαπραγμάτευση με απώτερο σκοπό την εκτόνωση των εντάσεων και τη δημιουργία και διατήρηση ενός σχήματος συνεργασίας που να μπορεί να επιβιώσει.
Ολόκληρος ο ανθρώπινος οργανισμός αποτελείται από 10¹⁴ κύτταρα. Κάθε κύτταρο με την σειρά του αποτελείται από 7 χιλιάδες δισεκατομμύρια άτομα, οργανωμένα σε έναν αριθμό οργανιδίων που το καθένα είναι από την φύση του εντεταλμένο/ προγραμματισμένο να υπηρετήσει έναν συγκεκριμένο σκοπό. Κατ’ αντιστοιχία, αν δούμε τον ανθρώπινο οργανισμό ως ένα κύτταρο, αυτός αποτελείται από επί μέρους συστήματα που το κάθε του σύστημα διενεργεί ένα έργο. H συνεργασία και η διαπραγμάτευση αυτών των συστημάτων δημιουργεί ένα υγιές σώμα.
Μια από τις βασικότερες λειτουργίες του οργανισμού είναι η αναπνόη. Αναπνέουμε για όσο ζούμε δίχως να το σκεφτόμαστε, οι μυς, τα κύτταρα μας, ο εγκέφαλός μας λειτουργούν δίχως να τον ελέγχουμε εμείς πλήρως. Όταν εισπνέεις παίρνεις το οξυγόνο μέσα σου, όταν εκπνέεις δίνεις διοξείδιο τού άνθρακα. Τα δέντρα εισπνέουν το διοξείδιο τού άνθρακα και εκπνέουν οξυγόνο. Μπορείς εύκολα να το αντιληφθείς αυτό. Υπάρχει μία διαρκής επικοινωνία. Είμαστε συντονισμένοι.
Όσο περισσότερο αισθάνεσαι συνδεδεμένος με την μητέρα Γη, την φύση, το σύμπαν, τόσο περισσότερο αντιλαμβάνεσαι πως ολόκληρη η ύπαρξη είναι μέρος σου, και εσύ είσαι μέρος ολόκληρης της ύπαρξης, ενωμένος με το όλον. Όπως επάνω έτσι και κάτω, όπως μέσα έτσι και έξω. Αναφέρει χαρακτηριστικά ο Μάρκος Aυρήλιος:
«Aυτό να αναλογίζεσαι πάντα: ποια είναι η Φύση του παντός και ποια η δική μου φύση, και πώς σχετίζεται η μια με την άλλη και ποιο μέρος ποιου συνόλου είναι η δική μου. Και πως κανείς δεν σ’ εμποδίζει να κάνεις και να λες ό,τι είναι σύμφωνο με τη Φύση, της οποίας είσαι μέρος.»
Τα πάντα είναι ένας ατελείωτος, ενωμένος ωκεανός ενέργειας. Απ΄ την στιγμή που αντιληφθείς, πως είμαστε απειροελάχιστα τμήματα ενός ευρύτερου όλου, και πως είμαστε μέλος ο ένας τού άλλου, τότε ξαφνικά αλλάζει η οπτική μας. Τότε τα δέντρα δεν είναι κάτι ξένο, είναι ένα κομμάτι σου, που προετοιμάζει τροφή για σένα.
Ο Μάρκος Αυρήλιος αναφέρει σχετικά με τον τρόπο συντονισμού σε αυτή την ατραπό γνώσης και δράσης:
«Μη συντονίζεις μόνο την ανάσα σου με τον αέρα που σε περιβάλλει, μα και τη διάνοια σου με τον Νου που εμπεριέχει τα πάντα. Πολύ περισσότερο από τον αέρα, η νοερή δύναμη έχει διαχυθεί και βρίσκεται παντού διαθέσιμη για όποιον έχει τη βούληση να την τραβήξει μέσα του, όπως ο αέρας είναι διαθέσιμος για όποιον μπορεί να αναπνεύσει...Σκάβε μέσα σου. Μέσα σου είναι η πηγή του καλού και θα αναβλύζει πάντα αν πάντα την αναζητείς.... Την ύπαρξή σου έλαβες ως μέρος ενός συνόλου. Θα εξαφανισθείς αργότερα μέσα σ’ εκείνο που σε γέννησε. Ή μάλλον θα μεταβληθείς και θ’ αναληφθείς στον λόγο που σε δημιούργησε.»
Η πραγματικότητα κρύβει μία ενότητα, με την ατομοκεντρική όμως αντίληψη του «εμένα», τού «εσύ», τού «εγώ», βγαίνουμε εκτός πραγματικότητας. Και απ΄ την στιγμή που μπαίνει μέσα μας αυτή η λανθασμένη αντίληψη, τότε ολόκληρη η ύπαρξη αναποδογυρίζεται. Και τότε αρχίζει η λάθος αντίληψη και δράση, αρχίζει η αποσύνθεση,
Εάν καταφέρουμε να αποστασιοποιηθούμε από την απατηλή εικόνα των αισθήσεων και του περιορισμένο ατομικού «Εγώ», θα ανακαλύψουμε έναν κόσμο που λειτουργεί από μόνος του, αντί να βλέπουμε τον κόσμο που διαμορφώνουμε εμείς. Όταν κοιτάς τη φύση, κοιτάς τον εαυτό σου. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Π. Ουσπένσκι:
«Είναι αδύνατον κανείς να μελετήσει ένα σύστημα του σύμπαντος χωρίς να μελετήσει τον άνθρωπο. Ταυτόχρονα είναι αδύνατον να μελετήσει κανείς τον άνθρωπο χωρίς να μελετήσει το σύμπαν. Ο άνθρωπος είναι μία εικόνα του κόσμου. Δημιουργήθηκε από τους ίδιους νόμους που δημιούργησαν ολόκληρο τον κόσμο. Αν ο άνθρωπος γνώριζε και καταλάβαινε τον εαυτό του, θα γνώριζε και θα καταλάβαινε ολόκληρο τον κόσμο, όλους τους νόμους που δημιουργούν και κυβερνούν τον κόσμο. Και αντίστροφα, μελετώντας και κόσμο και τους νόμους που κυβερνούν τον κόσμο, θα μάθαινε και θα καταλάβαινε τους νόμους που κυβερνούν τον ίδιο...Γι αυτό, η μελέτη του κόσμου και η μελέτη του ανθρώπου θα πρέπει να βαδίζουν παράλληλα και η μία να βοηθάει την άλλη, πρέπει να επιστρέψουμε στην πραγματική μας φύση, που συμπεριλαμβάνει τον εξωτερικό κόσμο, ο οποίος δεν είναι και τόσο «εξωτερικός» όσο φαίνεται».
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος σε μία παγκοσμιοποιημένη εποχή κρίσεων και συγκρούσεων, είναι η αναζήτηση, η ορθή και αδογμάτιστη «πνευματικότητα», διότι κάτι τέτοιο θα οδηγούσε τον άνθρωπο στην ιεράρχηση των πραγματικών αναγκών του, και συνεπώς στην αμφισβήτηση, και ανατροπή του ανταγωνιστικού συστήματος και δομών των κοινωνιών μας.
Κατά το παρελθόν, οι ατραποί που οδηγούσαν στην «συνειδησιακή αφύπνιση» , η οποία είχε ως σκοπό την συνειδητοποίηση της ενότητας με τον κόσμο, περνούσε κυρίως μέσα από την άρνηση της υλικής ανθρώπινης υπόστασης, αλλά και της ύλης γενικότερα.
Σήμερα δίνεται εξίσου η ίδια μεταφυσική αξία, τόσο στην υλική όσο και στην πνευματική ανθρώπινη υπόσταση. Η ενασχόληση με τον εαυτό μας, η ενδοσκόπιση, και η γνώση που σε αντίθεση με το παρελθόν είναι πιο εύκολα προσβάσιμη σε όποιον την αναζητά, στέκει αρωγός στην «αυτοπραγμάτωση», και στην αποκατάσταση της σχέσης μας με την φύση. Εάν δεν γνωρίσουμε τον εαυτό μας, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε και τις πραγματικές μας ανάγκες σε αυτό το υπέροχο ταξίδι που λέγεται ζωή.
Η φιλοσοφία ως η αδογμάτιστη σκέψη, και διαρκής αναζήτηση, επανέρχεται στο προσκήνιο, καθώς σύμφωνα με τον Επίκουρο, πρέπει και οφείλει να ασχολείται με ζητήματα που έχουν άμεση σχέση με τις ανάγκες της ζωής. Η αυτογνωσία προϋποθέτει την ενσυνείδητη βούληση να μάθουμε να αφουγκραζόμαστε και να ακολουθούμε την πορεία του «ανώτερου μας εαυτού», κάτι που οδηγεί τελικά στην εσωτερική αρμονία και ισορροπία.
Στην κατώτερη φύση του ο άνθρωπος αρχικά ασχολείται μόνο με τον εαυτό του, ανταγωνίζεται τους υπολοίπους, αλλά σταδιακά οφείλει να ωριμάσει και να γίνει όχι μόνο συνεργάσιμος, αλλά αλτρουιστής, έχοντας στο μυαλό του το καλό του συνόλου. Στην ανώτερη φύση του ο άνθρωπος οδηγείται αβίαστα στην συνειδητοποίηση ότι το άτομο είναι ενωμένο και εναρμονισμένο με τη φύση και την ζωή, και ότι υπάρχει ένα μόνο πάθος που ικανοποιεί την ανάγκη του ανθρώπου για την ενότητα με τον κόσμο, το πάθος αυτό είναι η αγάπη...
Ο άνθρωπος σε ένα ανώτερο συνειδησιακό επίπεδο είναι μία «πνευματική πύλη» μέσα από την οποία, ολόκληρο το σύμπαν συνειδητοποιεί τον εαυτό του. Πάει να είναι ένα περιορισμένο «εγώ», και γίνεται μια υπόσταση που δεν περιορίζεται στον χωροχρόνο, με την κλασσική έννοια του όρου.
Κάτι τέτοιο δεν μπορεί να επιτευχθεί δίχως την «εις εαυτό διείσδυση», που οδηγεί στην αυτογνωσία. Η αυτογνωσία δεν είναι βέβαια κάτι εύκολο που επιτυγχάνεται δίχως ισχυρή θέληση, και μακρόχρονη προσπάθεια ανίχνευσης των αγνώστων περιοχών του υποσυνείδητου, των παθών και των συναισθημάτων του. Αφορά μια βιωματική διαδικασία που είναι δύσκολο λεκτικά να περιγραφεί. Η ιδέα της ενότητας των πάντων μπορεί σίγουρα να υπάρξει στην θεωρητική σκέψη, αλλά στην ακριβή της σχέση με την πολυμορφία, δεν μπορεί να εκφραστεί εύκολα με λόγια. Για αυτό τον λόγο στο παρελθόν, οι άνθρωποι που κατείχαν αυτή την γνώση, προσπάθησαν να εκφράσουν την ιδέα της ενότητας με μύθους και με σύμβολα.
Το σίγουρο είναι πως η διεύρυνση της συνειδητότητας μας αφορά, μια εκπαίδευση σ έναν καινούργιο τρόπο σκέψης, και κυρίως δράσης.
Οι αλλαγές της νέας χιλιετίας, έχουν ήδη τεθεί σε κίνηση. Ίσως δεν το αντιλαμβανόμαστε αλλά εμείς συνειδητά ή ασυνείδητα είμαστε οι φορείς της αλλαγής. Θα πρέπει να «σκοτώσουμε» όλα αυτά που στερούν το σήμερα, και το αύριο του ανθρώπου. Μέσα από τον θάνατο ανακυκλώνεται η ζωή.
Εάν «σκοτώσουμε», τις συνήθειες, την καθημερινότητα μας, τις καταστάσεις εκείνες του πνεύματος, με τις οποίες έχουμε μάθει να δρούμε, και να αυτό αξιολογούμε τα πραγματικά πολύτιμα πράγματα στην ζωή, όταν μάθουμε να «σκεφτόμαστε», και να «δρούμε» τότε ίσως κάτι να αλλάξει. Το αύριο είναι ήδη εδώ.. Ένα αύριο, που ήδη είναι σήμερα, με βάση τις επιλογές μας. Το σίγουρο είναι ένα. Ακόμα και εάν δεν το επιθυμούν οι περισσότεροι άνθρωποι, λόγω της κρίσης της εποχής, θα αναγκαστούν αργά ή γρήγορα, να συνειδητοποιήσουν ότι η πνευματική μας φύση είναι ένας σταθμός, ανάμεσα στο χωροχρόνο και στο εικονικό βασίλειο ανάμεσα στην Γη και στον Ουρανό...
Εγγραφή σε:
Σχόλια
(
Atom
)









