Δευτέρα, 5 Φεβρουαρίου 2018

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ - Τῶν ἑπτὰ σοφῶν συμπόσιον (Ἠθικὰ 157e-158b)

Ὁ δὲ Σόλων ἔφη θαυμάζειν τὸν Ἄρδαλον εἰ τὸν νόμον οὐκ ἀνέγνωκε τῆς διαίτης τοῦ ἀνδρὸς ἐν τοῖς ἔπεσι τοῖς Ἡσιόδου γεγραμμένον· ἐκεῖνος γάρ ἐστιν ὁ πρῶτος Ἐπιμενίδῃ σπέρματα τῆς τροφῆς ταύτης παρασχὼν καὶ ζητεῖν ὁ διδάξας

[157f] ὅσον ἐν μαλάχῃ τε καὶ ἀσφοδέλῳ μέγ᾽ ὄνειαρ.
«Οἴει γάρ,» ὁ Περίανδρος εἶπε, «τὸν Ἡσίοδον ἐννοῆσαί τι τοιοῦτον; οὐκ ἐπαινέτην ὄντα φειδοῦς ἀεί, καὶ πρὸς τὰ λιτότατα τῶν ὄψων ὡς ἥδιστα παρακαλεῖν ἡμᾶς; ἀγαθὴ μὲν γὰρ ἡ μαλάχη βρωθῆναι, γλυκὺς δ᾽ ὁ ἀνθέρικος· τὰ δ᾽ ἄλιμα ταῦτα καὶ ἄδιψα φάρμακα μᾶλλον ἢ σιτία πυνθάνομαι καὶ μέλι καὶ τυρόν τινα βαρβαρικὸν δέχεσθαι καὶ σπέρματα πάμπολλα τῶν οὐκ εὐπορίστων. πῶς οὖν ἐῶμεν Ἡσιόδῳ τὸ
πηδάλιον μὲν ὑπὲρ καπνοῦ
κείμενον
ἔργα βοῶν δ᾽ ἀπόλοιτο καὶ ἡμιόνων ταλαεργῶν,
εἰ τοσαύτης δεήσει παρασκευῆς; θαυμάζω δέ

[158a] σου τὸν ξένον, ὦ Σόλων, εἰ Δηλίοις ἔναγχος ποιησάμενος τὸν μέγαν καθαρμὸν οὐχ ἱστόρησε παρ᾽ αὐτοῖς εἰς τὸ ἱερὸν κομιζόμενα τῆς πρώτης ὑπομνήματα τροφῆς καὶ δείγματα μετ᾽ ἄλλων εὐτελῶν καὶ αὐτοφυῶν μαλάχην καὶ ἀνθέρικον, ὧν εἰκός ἐστι καὶ τὸν Ἡσίοδον προξενεῖν ἡμῖν τὴν λιτότητα καὶ τὴν ἀφέλειαν.»
«Οὐ ταῦτ᾽,» ἔφη, «μόνον,» ὁ Ἀνάχαρσις, «ἀλλὰ καὶ πρὸς ὑγίειαν ἐν τοῖς μάλιστα τῶν λαχάνων ἑκάτερον ἐπαινεῖται.»
Καὶ ὁ Κλεόδωρος «ὀρθῶς,» ἔφη, «λέγεις. ἰατρικὸς γὰρ Ἡσίοδος, ὡς δῆλός ἐστιν οὐκ

[158b] ἀμελῶς οὐδ᾽ ἀπείρως περὶ διαίτης καὶ κράσεως οἴνου καὶ ἀρετῆς ὕδατος καὶ λουτροῦ καὶ γυναικῶν διαλεγόμενος καὶ συνουσίας καιροῦ καὶ βρεφῶν καθίσεως. ἀλλ᾽ Ἡσιόδου μὲν ἐμοὶ δοκεῖ δικαιότερον Αἴσωπος αὑτὸν ἀποφαίνειν μαθητὴν ἢ Ἐπιμενίδης· τούτῳ γὰρ ἀρχὴν τῆς καλῆς ταύτης καὶ ποικίλης καὶ πολυγλώσσου σοφίας ὁ πρὸς τὴν ἀηδόνα λόγος τοῦ ἱέρακος παρέσχηκεν. ἐγὼ δ᾽ ἂν ἡδέως ἀκούσαιμι Σόλωνος· εἰκὸς γὰρ αὐτὸν πεπύσθαι, πολὺν χρόνον Ἀθήνησιν Ἐπιμενίδῃ συγγενόμενον, ὅ τι δὴ παθὼν ἢ σοφιζόμενος ἐπὶ τοιαύτην ἦλθε δίαιταν.»

***
Ο Σόλωνα είπε τότε ότι του κάνει εντύπωση που ο Άρδαλος δεν διάβασε τους κανόνες του Επιμενίδη για τον τρόπο ζωής, όπως αυτοί αναγράφονται στα ποιήματα του Ησίοδου. Εκείνος είναι, πράγματι, που έδωσε πρώτος στον Επιμενίδη την αφορμή γι᾽ αυτό το είδος διατροφής, αυτός που τον δίδαξε να ψάχνει να βρει

[157f] τί όφελος μεγάλο κρύβεται μες στη μολόχα και στο ασφοδίλι.
«Πιστεύεις δηλαδή», είπε ο Περίανδρος, «ότι ο Ησίοδος είχε κάτι τέτοιο στο μυαλό του; Δεν πιστεύεις πως ήταν πάντα ένας επαινέτης της οικονομίας και ότι στην ουσία μάς παρακινεί να προτιμούμε τα πιο λιτά φαγητά ως τα πιο νόστιμα; Η μολόχα είναι, πράγματι, ωραία να την τρως, και είναι γλύκα το κοτσάνι απ᾽ τ᾽ ασφοδίλι, ενώ όλα αυτά που σταματούν την πείνα και τη δίψα —φάρμακα πιο πολύ παρά τροφές— ακούω ότι περιέχουν και μέλι και τυρί από ξένες χώρες και ένα πλήθος από σπόρους που δεν είναι καθόλου εύκολο να τους βρεις. Πώς λοιπόν θα βρισκόταν στον Ησίοδο «το τιμόνι πάνω από της εστίας τον καπνό;»
κι η εργασία των βοδιών και των υπομονετικών
των μουλαριών θα πήγαινε χαμένη,
αν είναι να χρειάζεται τόση προετοιμασία. Μου κάνει όμως εντύπωση,

[158a] Σόλωνα, που ο ξένος φίλος σου, κάνοντας τελευταία τον καθαρμό για χάρη των Δηλίων, δεν πρόσεξε ότι προσκομίζονται εκεί στον ναό ως ενθύμια και ως δείγματα του παλιού τρόπου διατροφής —μαζί με άλλα ευτελή και αυτοφυή φυτά— η μολόχα και το ασφοδίλι, τη λιτότητα και την απλότητα των οποίων είναι φυσικό να μας τη συστήνει ο Ησίοδος».
«Όχι μόνο αυτό», είπε ο Ανάχαρσης, «αλλά, επιπλέον, συστήνονται —και τα δυο τους— ως εξαιρετικά ωφέλιμα για την υγεία λαχανικά».
«Είναι σωστό αυτό που είπες», παρατήρησε ο Κλεόδωρος. «Άλλωστε ο Ησίοδος είχε πολλές ιατρικές γνώσεις: είναι φανερό ότι δεν είναι καθόλου

[158b] απρόσεκτα ούτε δείχνουν έλλειψη γνώσεων αυτά που λέει για τον καθημερινό τρόπο ζωής, για την ανάμειξη του κρασιού, για τη μεγάλη σημασία του νερού, για το λουτρό, για τις γυναίκες, για τον κατάλληλο για συνουσία χρόνο, για το πώς πρέπει να κάθονται τα βρέφη. Ο ίδιος, πάντως, πιστεύω ότι σωστότερα μπορεί να δηλώσει μαθητής του Ησίοδου ο Αίσωπος παρά ο Επιμενίδης: τα λόγια του γερακιού προς το αηδόνι έδωσαν πρώτα σ᾽ αυτόν την αφορμή γι᾽ αυτή την ωραία, την ποικίλη και πολύγλωσση σοφία που τον διακρίνει. Εν πάση περιπτώσει εγώ θα άκουγα με πολλή ευχαρίστηση τον Σόλωνα· γιατί είναι φυσικό αυτός να άκουσε (μια και συναναστράφηκε πολύν καιρό με τον Επιμενίδη στην Αθήνα) τί ακριβώς του συνέβη ή από ποιές σκέψεις παρακινημένος οδηγήθηκε σ᾽ αυτόν τον τρόπο ζωής».

Η κοινωνία είναι ένα πεδίο μάχης, το οποίο προσπαθούν να κυβερνήσουν οι νόμοι

Η τάξη που διέπει την κοινωνική ζωή δεν είναι παρά η επιφάνεια. Στην πραγματικότητα στα βάθη της μαίνεται πόλεμος, ένας πόλεμος που τα κίνητρά του δεν διαφέρουν σε τίποτα από εκείνα που οπλίζουν τα χέρια των λαών. Ο κάθε άνθρωπος έρχεται στη ζωή για να εξυπηρετήσει αποκλειστικά και μόνο τα δικά του συμφέροντα και τα δικά του πάθη, στο όνομα της φύσης του, η έκφραση της οποίας αποκαλείται Δικαίωμα της Προσωπικότητας. Το δικαίωμα αυτό, έτσι όπως εκφράζεται σε κάθε εποχή, καθορίζει τόσο τους κανόνες της μάχης όσο και τα όπλα που επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν. Προκύπτει ένας ολόκληρος κόσμος από στρατηγικές, ίντριγκες και τεχνάσματα, μια ολόκληρη τέχνη επίθεσης και άμυνας, μια ολόκληρη στρατηγική, πού, με παραλλαγές, ισχύει σε κάθε εποχή και σε κάθε τόπο. Η μάχη δίνεται άνθρωπο με άνθρωπο, κοινωνική τάξη σε κοινωνική τάξη. Και πάνω από τη μάχη αυτή υπερίπταται ως όραμα η ανεξάντλητη έννοια της Φιλοδοξίας, κύρια σημεία της οποίας είναι η Εξουσία, η Ισχύς, η Κοινωνική θέση, το Χρήμα και η Δόξα.

Αυτό δεν αποτελεί φαινόμενο της εποχής μας. Έτσι γινόταν πάντα. Η διαφορά είναι πως οι σύγχρονες κοινωνίες διεξάγουν τη μάχη κάτω από συνθήκες ιδιαίτερα ασαφείς. Δεν υπάρχει κάποια αυστηρή ταξική διάκριση που να περιορίζει τις δραστηριότητες του καθενός σε μια συγκεκριμένη σφαίρα. Ολόκληρη η κοινωνική μάζα καλείται να μπει στην αρένα με αιχμή του δόρατος την προσωπική πρωτοβουλία. Τίποτα δεν μπορεί πλέον να σταθεί εμπόδιο στο μέλλον ακόμα και του πιο ταπεινού ανθρώπου, αν αυτός έχει γεννηθεί με το μικρόβιο της Φιλοδοξίας.

• Πώς είναι λοιπόν δυνατόν να διατηρηθεί η ισορροπία κάτω από αυτές τις συνθήκες;
• Πώς είναι δυνατόν μέσα από τέτοιον έντονο ανταγωνισμό να μην περνάμε διαρκώς από τον εμφύλιο πόλεμο στον κοινωνικό πόλεμο;
• Πώς γίνεται με τόσους πολλούς ανθρώπους που πιέζονται από τις ανάγκες, τους πόθους και τα μίση τους, να μην καταλήξουν όλα, κάποια στιγμή, σε μια τεράστια εξέγερση;

Ποιος μπορεί να κάνει τις μάζες να ανεχθούν το ζυγό της δουλείας και της φτώχειας; Οι θρησκευτικές πεποιθήσεις; Η φιλοσοφία; Η αγάπη για τον ηγέτη ή η αγάπη για την πατρίδα; Οι ερωτήσεις αυτές μένουν αναπάντητες. ‘Η τάχα ο φόβος των νόμων; Μα αν τα πράγματα ωριμάσουν τόσο που να καταλήξουμε έτσι ώστε από τη μία πλευρά να βρεθούν μόνο αυτοί που επιθυμούν να υπερασπιστούν τους νόμους κι από την άλλη αυτοί που είναι αποφασισμένοι να τους ανατρέψουν, το ποιος θα νικήσει είναι θεωρητικά προφανές.

Πόσοι είναι οι άνθρωποι που η κοινωνία ευνοεί σε σχέση με τα εκατομμύρια αυτών που στην ουσία περιφρονεί; Μα απλώς ένα μικρό τρέμουλο να πιάσει όλους τους αδικημένους, θα γεμίσει μονομιάς με ερείπια η Οικουμένη.

ΠΕΡΙ ΠΟΛΥΦΙΛΙΑΣ

Είναι αδύνατον, άλλωστε, ν’ αποκτήσει κάποιος είτε πολλούς δούλους είτε πολλούς φίλους με μικρό νόμισμα.

Ποιο είναι λοιπόν το νόμισμα της φιλίας;
Είναι η καλή διάθεση και η γενναιοδωρία συνδυασμένες με την αρετή, από τα οποία τίποτα πιο σπάνιο δεν διαθέτει η φύση.

Όχι όπως συνηθίζεται σήμερα, που πολλοί αποκτούν τον τίτλο του φίλου πίνοντας ένα και μοναδικό ποτήρι μαζί ή παίζοντας μαζί σφαίρα ή κύβους ή περνώντας μια βραδιά κάτω από την ίδια στέγη, και μαζεύουν φιλίες από τα πανδοχεία, την παλαίστρα και την αγορά.

Η αληθινή φιλία αναζητά τρία πράγματα πάνω απ’ όλα, την αρετή ως κάτι ωραίο, την οικειότητα ως ευχάριστο και τη χρησιμότητα ως αναγκαίο.

Κανένα πλοίο, άλλωστε, δεν ρίχνεται στη θάλασσα, για να συναντήσει τόσες καταιγίδες, ούτε οι άνθρωποι, όταν υψώνουν προστατευτικά τείχη για οχυρά και φράγματα και κυματοθραύστες για τα λιμάνια, δεν προσδοκούν κινδύνους τόσο πολλούς και τόσο μεγάλους, σαν εκείνους για τους οποίους η φιλία, σωστά και σίγουρα δοκιμασμένη, υπόσχεται καταφύγιο και προστασία.

Για τούτο λοιπόν πρέπει να μη δεχόμαστε εύκολα τυχαίες γνωριμίες και να μη συνδεόμαστε στενά μαζί τους, ούτε πρέπει να κάνουμε φίλους εκείνους που μας κυνηγούν, αλλά θα πρέπει μάλλον να κυνηγάμε εμείς εκείνους που αξίζουν να είναι φίλοι. Δεν πρέπει, άλλωστε, κανείς σε καμιά περίπτωση να επιλέγει αυτό που μπορεί να κατακτηθεί εύκολα. Αντίθετα, πρέπει να ξεπερνάμε ή να παραμερίζουμε τις κολλιτσίδες και τα βάτα που γαντζώνονται πάνω μας και να συνεχίζουμε τον δρόμο προς την ελιά και το αμπέλι.

Έτσι, είναι πάντα καλό να μη συνδεόμαστε στενά με τον άνθρωπο που μας περιμένει με ανοιχτές αγκάλες, αλλά από δική μας πρωτοβουλία ν’ αγκαλιάζουμε εκείνους που εγκρίνουμε ως άξιους προσοχής μας και ως ωφέλιμους.

Όπως λοιπόν και ο Ζεύξις, όταν κάποιοι τον κατηγόρησαν ότι ζωγραφίζει αργά, αποκρίθηκε “Παραδέχομαι ότι μου παίρνει πολύ χρόνο, γιατί θα κρατήσει και πολύ χρόνο”, έτσι είναι απαραίτητο να διατηρούμε τη φιλία και την οικειότητα με το να τις υιοθετούμε, μόνο αφού έχουμε αναλώσει πολύ χρόνο για να τις κρίνουμε.

Είναι λοιπόν αλήθεια ότι, ενώ δεν είναι εύκολο να κρίνουμε μεγάλο αριθμό φίλων, είναι ωστόσο εύκολο να κάνουμε συντροφιά με πολλούς ταυτόχρονα, ή μήπως και τούτο είναι αδύνατο;

Η απόλαυση, βέβαια, της φιλίας βρίσκεται στην οικειότητά της και το πιο ευχάριστο μέρος της βρίσκεται στη συναναστροφή και στην καθημερινή συντροφικότητα.

Είναι φανερό τώρα ότι αυτό που ονομάζεται πολυφιλία προκαλεί το αντίθετο αποτέλεσμα.

Η φιλία, δηλαδή, φέρνει τους ανθρώπους κοντά και τους κρατά ενωμένους σε στενή συντροφικότητα μέσω της συνεχούς επαφής και της φιλοφροσύνης όπως της συκιάς ο χυμός δένει και πήζει το λευκό γάλα σύμφωνα με τον Εμπεδοκλή (γιατί τέτοια είναι η ενότητα και το δέσιμο που θέλει να επιτύχει η αληθινή φιλία) · από την άλλη όμως, το να έχει κάποιος πλήθος φίλων προκαλεί διάσπαση της ενότητας, διαχωρισμό και απομάκρυνση, αφού το άτομο καλείται από δω και από κει και μεταφέρει την προσοχή του πότε στον έναν και πότε στον άλλον, κι έτσι εμποδίζεται η μείξη και η στενή σύνδεση της εύνοιας στην οικειότητα που πλάθεται γύρω από τη φιλία και παίρνει σταθερή μορφή. Αυτό υποδηλώνει αμέσως και την ανισότητα που πρέπει να υπάρχει σχετικά με τις υπηρεσίες που πρέπει να προσφέρει κάποιος, και τη δύσκολη θέση στην οποία έρχεται αυτός, αφού τα χρήσιμα στοιχεία της φιλίας γίνονται άχρηστα με το να έχει κάποιος πολλούς φίλους. Άλλωστε,
η φροντίδα διαφορετικών ανθρώπων προκαλεί διαφορετική συμπεριφορά.

Ούτε, δηλαδή, οι φύσεις μας ρέπουν προς την ίδια κατεύθυνση με τις ορμές μας ούτε συναντάμε καθημερινά το ίδιο είδος τύχης· οι περιστάσεις επίσης που παρακινούν τις διάφορες πράξεις μας, όπως κι οι άνεμοι, είναι ευνοϊκές για την πορεία κάποιων (φίλων) ενώ είναι ενάντιες για άλλους

Αν οι φίλοι μας θέλουν τα ίδια πράγματα την ίδια στιγμή, είναι δύσκολο να τους ικανοποιήσουμε όλους είτε στα σχέδιά τους είτε στη δημόσια ζωή τους, στις φιλοδοξίες τους ή στην παροχή της φιλοξενίας τους.

Αν, μάλιστα, τύχει να είναι ταυτόχρονα απασχολημένοι με διαφορετικές δραστηριότητες και καταστάσεις και μας ζητούν την ίδια στιγμή ο ένας να πάμε μαζί του ταξίδι σε ξένα μέρη, ο άλλος να τον υπερασπιστούμε επειδή δικάζεται, ο άλλος, που είναι κατήγορος, να δικάσουμε μαζί του, ο άλλος να τον βοηθήσουμε στις αγορές και τις πωλήσεις του, ο άλλος να τον βοηθήσουμε στις γιορτές του γάμου του και ο άλλος να πενθήσουμε μαζί του στην κηδεία, τότε είναι πόλη γεμάτη με θυμίαμα και με παιάνες μαζί και στεναγμούς η πολυφιλία. Είναι αδύνατο να βρίσκεται κάποιος με όλους και άτοπο να μην είναι με κανένα, και, ωστόσο, εξυπηρετώντας έναν να δυσαρεστείς πολλούς προκαλεί στενοχώρια, γιατί όποιος αγαπά λυπάται να τον παραμελούν.

Οι περισσότεροι άνθρωποι αντιμετωπίζουν τις φιλίες με πολλά πρόσωπα προφανώς μόνο από την άποψη του τι μπορούν να προσφέρουν αυτές οι φιλίες, και παραβλέπουν το τι απαιτούν κι αυτές με τη σειρά τους, ξεχνώντας ότι όποιος δέχεται τις υπηρεσίες πολλών για τις ανάγκες του πρέπει αντίστοιχα να παράσχει παρόμοιες υπηρεσίες σε πολλούς, όταν τις χρειάζονται.

Περιέχει την αλήθεια ο λόγος του σοφού Χίλωνα, ο οποίος, απαντώντας σε κάποιον που καυχιόταν πως δεν έχει εχθρό, είπε: “Προφανώς ούτε φίλο έχεις”. Οι έχθρες, άλλωστε, ακολουθούν από κοντά τις φιλίες και είναι συνδεδεμένες μαζί τους, επειδή πραγματικά είναι αδύνατον ο φίλος να μη συμμερίζεται τις αδικίες που υφίσταται ο φίλος του ή τη δυσφήμιση ή τη δυσμένεια· και τούτο γιατί οι εχθροί κάποιου ανθρώπου αμέσως υποβλέπουν και μισούν τον φίλο του, ενώ πολλές φορές οι άλλοι φίλοι του νιώθουν φθόνο και ζήλια και προσπαθούν να τον απομακρύνουν.

Όπως προείπε ο χρησμός που δόθηκε στον Τιμησία σχετικά με την αποικία του.

Σύντομα το σμήνος του μελισσιού σου θ’ αποδειχτεί σφήκες, κατά παρόμοιο τρόπο, οι άνθρωποι που αναζητούν πλήθος φίλων πέφτουν χωρίς να το καταλάβουν σε σφηκοφωλιά εχθρών.

Για τους λόγους αυτούς, δεν αρμόζει να μη λογαριάζουμε κατ’ αυτό τον τρόπο την αρετή μας, συνδέοντας και διαπλέκοντάς την πότε με τον ένα και πότε με τον άλλον, αλλά (να κάνουμε το παραπάνω) μόνο με κείνους που είναι άξιοι να διατηρήσουν την ίδια συμμετοχή, δηλαδή με κείνους που μπορούν, με παρόμοιο τρόπο, ν’ αγαπούν και να συμμερίζονται.

Αυτό μάλιστα είναι το μεγαλύτερο όλων εμπόδιο της πολυφιλίας, το ότι η φιλία δημιουργείται μέσα από την ομοιότητα.

Πραγματικά, αν ακόμα και τα κτήνη ζευγαρώνουν με άλλα ανόμοια μόνο μετά από βίαιο καταναγκασμό και ζαρώνουν παράμερα και προσπαθούν θυμωμένα να ξεφύγουν το ένα από το άλλο, ενώ με ζώα του δικού τους είδους και ράτσας ζευγαρώνουν με αμοιβαία ικανοποίηση και δέχονται το σμίξιμο πρόθυμα και ευχάριστα, πώς είναι δυνατό να γεννηθεί φιλία ανάμεσα σε ανθρώπους που έχουν διαφορετικούς χαρακτήρες, ανόμοια συναισθήματα και τρόπο ζωής με διαφορετικές αρχές;

Στη συμφωνία και την αρμονία της φιλίας μας δεν πρέπει να υπάρχει κανένα στοιχείο ανόμοιο, ανώμαλο ή άνισο, αλλά, αν όλα είναι όμοια, γεννούν συμφωνία σε λόγους, σε αποφάσεις, σε απόψεις και σε αισθήματα, σαν δηλαδή να έχει διαιρεθεί μια ψυχή σε περισσότερα σώματα.

Ποιος άνθρωπος λοιπόν είναι τόσο ακαταπόνητος, τόσο μεταβλητός, τόσο πολύμορφος, ώστε να μπορεί να εξομοιώνεται με πολλούς ανθρώπους και να προσαρμόζεται;

Οι φιλίες, αντίθετα, επιδιώκουν την εξομοίωση των χαρακτήρων, των αισθημάτων, των λόγων, των ενασχολήσεων και των διαθέσεων.

Αυτά ήταν που έκανε κάποιος Πρωτέας, καθόλου τυχερός και καθόλου ενάρετος, που με μαγικά μπορούσε ν’ αλλάζει συχνά μέσα σε μια στιγμή από τη μια μορφή στην άλλη, να διαβάζει μαζί με τους λογίους, να κυλιέται στο χώμα μαζί με τους παλαιστές, να κυνηγάει μαζί με τους κυνηγούς, να μεθάει μαζί με τους μεθύσους, να συμμετέχει στις εκλογές μαζί με τους πολιτικούς, χωρίς να κατέχει εδραίο προσωπικό χαρακτήρα. Όπως λένε μάλιστα και οι φυσιοφιλόσοφοι για την άμορφη και άχρωμη ουσία και ύλη που υπόκειται κάθε πράγματος και μετατρέπεται από μόνη της, ώστε τη μια στιγμή να είναι σε διάπυρη κατάσταση, την άλλη να υγροποιείται, την άλλη να εξαερώνεται κι αμέσως πάλι να στερεοποιείται, έτσι και της πολυφιλίας θα υπόκειται κατ’ ανάγκη μια ψυχή ευεπηρέαστη, πολύμορφη, εύκαμπτη και ευμετάβολη.

Αλλά η φιλία επιζητεί σταθερό και σίγουρο χαρακτήρα, αμετάπτωτο σε έναν τόπο και σε μιας μορφής οικειότητα.

Γι’ αυτό και ο σταθερός φίλος είναι κάτι σπάνιο και δυσεύρετο.

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ, ΗΘΙΚΑ

Η Δυσκολία να Θέσουμε Όρια

Συγχέουμε την αγάπη με το να μην λέμε ποτέ «όχι» και ίσως να επιτρέπουμε στους άλλους να φέρονται με ανήθικους ή και άδικους τρόπους.

Θα θέλαμε κάποιος άλλος να μην μας λέει ποτέ «όχι» και να υποφέρει ενδόμυχα;
Θα θέλαμε οι άλλοι να συμφωνούν μαζί μας και να κάνουν αγγαρείες που δεν απολαμβάνουν, επειδή φοβούνται να πουν «όχι» ή επειδή πιστεύουν πως είναι υποχρεωμένοι να λένε «ναι»;

Μήπως θα προτιμούσαμε να απολαμβάνουν να κάνουν ό,τι τους ζητάμε επειδή μας αγαπούν;
Είναι τίμιο να λέμε «ναι» όταν νιώθουμε «όχι»;
Είναι τίμιο να λέμε «όχι» όταν νιώθουμε «ναι»;

Βοηθάμε τους άλλους, όταν τους επιτρέπουμε να φέρονται ανήθικα ή άδικα;
Βοηθάμε τους άλλους να γίνουν υπεύθυνα όντα μ’ αυτό τον τρόπο;

Λέμε «ναι» και δεν συγκρουόμαστε με τους άλλους από φόβο, υποχρέωση ή από αγάπη;
Το να λέμε «ναι» επειδή φοβόμαστε την απόρριψη, τη σύγκρουση, το θυμό, τα αντίποινα ή το να χάσουμε τον άλλον, ή ίσως επειδή είμαστε στο ρόλο του θύματος, δεν έχει πνευματική αξία και δεν είναι σε ευθυγράμμιση με τον ανώτερο εαυτό μας. Δεν είναι αλήθεια ούτε αγάπη – είναι βασισμένο στο φόβο.

Όταν λέμε «ναι» (ακόμη κι αν «θυσιάζουμε» κάποιες προσωπικές ανάγκες) με αγάπη και απολαμβάνουμε αυτό που κάνουμε, χωρίς πικρία ή συναισθήματα καταπίεσης, αυτό είναι σε ευθυγράμμιση με την αλήθεια και τον ανώτερο εαυτό μας.

Δεν υπάρχει πνευματικότητα στο φόβο ή στο ρόλο που παίζουμε.

Δεν είμαστε πιο πνευματικοί ή καλοί επειδή φοβόμαστε να πούμε «όχι» ή επειδή θυσιάζουμε τις ανάγκες μας παίζοντας το ρόλο του θύματος ή του αδικημένου. Δεν υπάρχει ειλικρίνεια και αίσθηση ευθύνης σ’ αυτό το «ναι».

Αν έχουμε κακομάθει τους γύρω μας από φόβο να θέσουμε όρια ή επειδή πιστεύαμε ότι αυτό ήταν μια μορφή αγάπης ή επειδή είχαμε την ψευδαίσθηση πως ήμασταν «καλοί» αν ήμασταν το θύμα, τότε θα χρειαστεί να κάνουμε σιγά-σιγά μια τέτοια αλλαγή με αγάπη και κατανόηση ότι είναι πιθανό να αντιδράσουν προς αυτή τη νέα πραγματικότητα.

Αυτό δεν σημαίνει πως δεν χρειάζεται να κάνουμε αυτή τη διόρθωση. Σημαίνει πως χρειάζεται να την κάνουμε με όσο πιο πολλή αγάπη και ευαισθησία μπορούμε, διαβεβαιώνοντας τους άλλους ότι τους αγαπάμε και ότι λόγω αυτής της αγάπης χρειάζεται να είμαστε πιο ειλικρινείς μαζί τους σχετικά με το τι απολαμβάνουμε να κάνουμε και τι όχι και, επίσης, ποιες συμπεριφορές είμαστε πρόθυμοι να αποδεχτούμε και ποιες όχι.

Ακολουθούν κάποιες ερωτήσεις που μπορούμε να θέσουμε στον εαυτό μας για να καθορίσουμε αν πραγματικά θέλουμε να λέμε «ναι» σε κάποιο αίτημα:
Είναι αυτό που μας ζητείται να κάνουμε σε ευθυγράμμιση με τη συνείδησή μας και τις ηθικές μας αξίες;
Είναι αυτό που μας ζητείται να κάνουμε καλό γι’ αυτούς ή μπορεί να τους βλάψει;
Αν ήμασταν στη θέση του άλλου, τι θα μας άρεσε πραγματικά να κάνουμε;
Σημείωση: Εδώ δεν είναι θέμα αν θα μας αγαπούν ή όχι, αλλά ποια είναι η πιο ωφέλιμη και γεμάτη αγάπη ανταπόκριση από εμάς σ’ αυτή την περίπτωση.
Τους έχουμε δώσει αρκετές ευκαιρίες; Τους έχουμε βοηθήσει αρκετές φορές, αλλά είδαμε πως δεν παίρνουν την ευθύνη για τη ζωή τους; Αισθανόμαστε πως χρειάζεται να τους δώσουμε περισσότερες ευκαιρίες;
Βοηθάμε τον άλλον επειδή πιστεύουμε ότι δεν μπορεί να το κάνει μόνος του ή επειδή φοβόμαστε ότι θα πάψει να μας αγαπά αν δεν το κάνουμε; Είναι αυτό αγάπη ή φόβος να μην μας αγαπούν; Αν ήμασταν σίγουροι ότι θα μας αγαπούσε ακόμη κι αν δεν τον βοηθούσαμε, θα κάναμε αυτό που μας ζητά;
Το κάνουμε αυτό επειδή πιστεύουμε πως είμαστε υπεύθυνοι για την πραγματικότητα του άλλου ή σαν ένα τρόπο να τον βοηθήσουμε να ξεκινήσει; Λύνουμε το πρόβλημά του ή τον βοηθάμε να το λύσει μόνος του;
Αντιλαμβανόμαστε τους άλλους σαν ψυχές σε εξέλιξη; Αυτό που κάνουμε βοηθά τον άλλον να εξελιχθεί περισσότερο συναισθηματικά και πνευματικά και να γίνει πιο υπεύθυνος και ώριμος; Ή επιτρέπουμε απλώς στην προσωπικότητα να γίνει ανεύθυνη και εξαρτημένη;
Έχουμε αρκετή διάθεση, χρόνο, ενέργεια ή και χρήματα να κάνουμε αυτό που ζητείται από εμάς;
Μπορούμε να το κάνουμε με αγάπη;

Εντούτοις, το μάθημά μας μπορεί να είναι ακριβώς το αντίθετο. Μπορεί να είναι να αφήσουμε τα εσωτερικά εμπόδια που μας εμποδίζουν να είμαστε ικανοί να κάνουμε με αγάπη και χαρά αυτό που μας ζητούν οι άλλοι.

Ίσως χρειάζεται να:
Απελευθερωθούμε από προγραμματισμούς πως καταπιεζόμαστε, ελεγχόμαστε, χρησιμοποιούμαστε ή αδικούμαστε.
Αφήσουμε την πίκρα ή το θυμό που έχουμε προς το άτομο για προηγούμενες πράξεις του.
Αυξήσουμε το ενεργειακό μας επίπεδο ώστε να μπορούμε να υπηρετούμε με χαρά.
Αφήσουμε τις προσκολλήσεις και τους εθισμούς σε ανέσεις ή κάποια ρουτίνα που δεν μας αφήνουν χρόνο ή ενέργεια να υπηρετήσουμε τους άλλους.
Αφήσουμε φόβους σχετικά με χρήματα, ενέργεια ή χρόνο και να μπορούμε να βάλουμε τις ανάγκες του άλλου πάνω από τους φόβους μας.
Συνειδητοποιούμε ότι το εγώ μάς ζητά να υπερβούμε τις προσωπικές μας ανάγκες αυτή τη στιγμή και να βοηθήσουμε τον άλλο.
Κάνουμε στους άλλους όπως θα θέλαμε να μας κάνουν εκείνοι, αν ήμασταν στην ίδια κατάσταση.
Μόνον εσείς μπορείτε να γνωρίζετε ποιο είναι το μάθημά σας.

Η αληθινή αγάπη συμπεριλαμβάνει και το να είμαστε ελεύθεροι να υπηρετούμε με αγάπη και χαρά και, επίσης, να μπορούμε να πούμε «όχι» με αγάπη.

Αν θες να μείνεις με τα προβλήματα, μη κοιτάς μέσα σου

Αν θες να μείνεις με τα προβλήματα, μη δίνεις ποτέ προσοχή σ’ εκείνον που βρίσκεται μέσα σου. Αν θες να μείνεις με την αγωνία, τότε μείνε στην περιφέρεια. Μην κοιτάζεις μέσα σου.

Αν όμως θέλεις ανάπαυση, αιώνια ειρήνη και αλήθεια τότε κοίταξε μέσα σου και οι πόρτες τού ουρανού σου ανοίγονται.

Είναι δύσκολο! Είναι δύσκολο γιατί είναι κάτι πολύ λεπτό. Είναι πολύ λεπτά τα σύνορα ανάμεσα στο ορατό και το αόρατο, στην ύλη και το πνεύμα.

Την ύλη μπορείς να τη δεις, αλλά δεν μπορείς να δεις το πνεύμα. Δεν φαίνεται. Μπορείς να δεις μέχρι εκεί που τελειώνει το ορατό. Δεν μπορείς να δεις το αόρατο, δεν φαίνεται.

Τότε τι πρέπει να γίνει;
Απλώς μείνε στα σύνορα του ορατού και μη βλέπεις το ορατό, κοίταξε στην αντίθετη κατεύθυνση. Σιγά-σιγά θα μπορείς να αισθανθείς το αόρατο. Πρόκειται για ένα αίσθημα, όχι για μια κατανόηση. Δεν μπορείς να το δεις, μπορείς μονάχα να το αισθανθείς. Είναι σαν τον αέρα. Έρχεται, τον αισθάνεσαι, μα δεν μπορείς να τον δεις. Είναι σαν τον ουρανό. Είναι εκεί, μα δεν μπορείς να πεις πού είναι, δεν μπορείς να τον προσδιορίσεις, δεν μπορείς να τον αγγίξεις. Βρίσκεται πάνω εκεί, είσαι μέσα του, αλλά δεν μπορείς να τον αγγίξεις.

Μείνε στα σύνορα του ορατού, κοιτάζοντας στην αντίθετη κατεύθυνση. Όποτε βρίσκεις μια ήσυχη στιγμή, κλείσε τα μάτια σου, άφησε πίσω το σώμα και ό,τι το αφορά, άφησε τον κόσμο του θανάτου, τον κόσμο της αγοράς, το γραφείο, τη γυναίκα σου, τα παιδιά σου. Άφησέ τους όλους. Την πρώτη φορά δεν θα αισθανθείς μέσα σου τίποτα.

Ο Χιουμ έχει πει:
"Πολλοί έχουν μιλήσει για το πώς να πηγαίνει κανείς μέσα του, πώς να κοπιάζει προς τα εκεί. Όποτε κοιτάζω, δεν βρίσκω τίποτα, μόνο σκέψεις, επιθυμίες, όνειρα, να κινούνται εδώ και εκεί, μόνο ένα χάος."

Κι εσύ έτσι θα αισθανθείς. Κι αν βγάλεις το συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει τίποτα αξιόλογο εξακολουθώντας να κοιτάζεις αυτό το χάος, τότε έχασες. Στην αρχή αυτό θα δεις, επειδή τα μάτια σου μόνο αυτό μπορούν να δουν. Χρειάζεται να συντονιστούν. Απλώς μείνε εκεί κοιτάζοντας τα όνει­ρα να μεταλλάσσονται. Ταξιδεύουν σαν τα σύννεφα στον ουρανό, αλλά καμιά φορά, ανάμεσα σε δυο σύννεφα, θα δεις το γαλάζιο τού ουρανού. Ανάμε­σα σε δυο όνειρα, σε δυο σκέψεις, θα έχεις ρίξει μια ματιά στον ουρανό που βρίσκεται παραπέρα. Μόνο μη βιάζεσαι. Αυτός είναι ο λόγος που λένε ότι αν βιάζεσαι, θα σου ξεφύγει.

Υπάρχει μια φράση του Ζεν, που λέει: "Να βιάζεσαι με αργό ρυθμό."

Σπεύδε βραδέως. Είναι σωστό! Να βιάζεσαι, είναι σωστό, γιατί πρόκειται να πεθάνεις. Μ’ αυτή την έννοια, να βιάζεσαι. Μέσα σου όμως, αν βιάζε­σαι υπερβολικά, θα χάσεις, επειδή θα βγάλεις συμπεράσματα πολύ γρή­γορα, πριν συντονιστούν τα μάτια σου. Μη συμπεραίνεις πολύ γρήγορα.

Να βιάζεσαι με αργό ρυθμό.

Απλώς περίμενε! Πήγαινε εκεί, κάθισε και περίμενε. Σιγά-σιγά, ο καινούργιος κόσμος τού αόρατου ξεκαθαρίζει, σε αγγίζει. Συντονίζεσαι μαζί του και τότε μπορείς ν’ ακούσεις την αρμονία, τη μελωδία. Η σιωπή αρχίζει τη δική της μουσική. Υπάρχει πάντα, αλλά είναι τόσο σιωπηλή, που χρειάζονται πολύ εξασκημένα αυτιά. Δεν είναι θόρυβος, είναι σαν σιωπή. Ο εσωτερικός ήχος είναι σαν τη σιωπή.

Η εσωτερική μορφή είναι δίχως μορφή. Μέσα σου δεν υπάρχει ούτε χρόνος ούτε χώρος. Τα πράγματα βρίσκονται στο χώρο, τα γεγονότα βρίσκονται στο χρόνο και τώρα οι φυσικοί λένε ότι αυτά τα δύο πράγματα δεν είναι ξέ­χωρα. Ακόμα και ο χρόνος δεν είναι παρά η τέταρτη διάσταση του χώρου.

Εσύ γνωρίζεις μόνο το χρόνο και το χώρο, τον κόσμο των πραγμάτων και των γεγονότων. Δεν γνωρίζεις τον κόσμο τού εαυτού σου, που παρα­τηρεί. Είναι πέρα κι από τα δύο. Δεν περιορίζεται σε κανένα χώρο και δεν περιορίζεται από κανένα χρόνο. Υπάρχει διάρκεια χωρίς το χρόνο, υπάρχει χώρος, αλλά χωρίς ύψος, μήκος, πλάτος. Είναι ένας κόσμος τελείως δια­φορετικός. Θα πρέπει να συντονιστείς μαζί του, μην είσαι λοιπόν ανυπόμονος Η ανυπομονησία είναι το μεγαλύτερο εμπόδιο.

Έφτασα στο σημείο να αισθάνομαι ότι όταν οι άνθρωποι αρχίζουν να δουλεύουν προς εκείνον που βρίσκεται μέσα τους, η ανυπομονησία είναι το μεγαλύτερο εμπόδιο. Χρειάζεται ατέλειωτη υπομονή. Μπορεί να συμβεί την επόμενη στιγμή, αλλά χρειάζεται ατέλειωτη υπομονή. Αν είσαι ανυπόμονος, μπορεί να μη συμβεί για πολλές ζωές, επειδή η ίδια η ανυπομονησία δεν θα σου επιτρέπει την ανάπαυση για την οποία μιλά ο Ιησούς, την ηρεμία. Ακόμα και το να προσδοκείς, θα γίνει εμπόδιο. Αν σκέφτεσαι ότι κάτι πρόκειται να συμβεί, κάτι καταπληκτικό, τότε τίποτα δεν πρόκειται να συμβεί. Όταν περιμένεις και προσδοκείς ότι πρόκειται να συμβεί κάποια φώτιση, θα σου ξεφύγει.

Μην προσδοκείς!
Οι προσδοκίες ανήκουν στον κόσμο του θανάτου, στη διάσταση του χωροχρόνου. Κανένας σκοπός δεν ανήκει στον εσωτερικό κόσμο. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος εκτός αν περιμένεις με ατέλειωτη υπομονή.

Να παρατηρείς και να έχεις υπομονή.
Και μια μέρα, ξαφνικά, βρίσκεσαι φωτισμένος. Μια μέρα, όταν υπάρχει ο κατάλληλος συγχρονισμός, όταν είσαι έτοιμος, ξαφνικά φωτίζεσαι. Όλο το σκοτάδι εξαφανίζεται και είσαι γεμάτος με ζωή, με αιώνια ζωή, που δεν πεθαίνει ποτέ.

Ευτυχία είναι όταν δεν υπάρχει τίποτα μέσα μας να συγκρουστεί… Και αυτό δεν μαθαίνεται, αποκαλύπτεται…

Πολλοί άνθρωποι, αυτήν την εποχή, αναζητούν έναν τρόπο για να είναι ευτυχισμένοι.
Ρωτάνε, προσπαθούν να μάθουν, ψάχνουν…


Όμως δεν υπάρχει κανένας τρόπος, που θα μας μάθει να είμαστε ευτυχισμένοι. Όσοι έδωσαν κάποιους «κανόνες ευτυχίας» απέτυχαν παταγωδώς να βοηθήσουν έστω και έναν άνθρωπο, να είναι ευτυχισμένος, σε διάρκεια χρόνου.

Αν δεν ξέρεις ποιος είσαι, κανένας δεν μπορεί να σε μάθει πως θα είσαι ευτυχισμένος, γιατί η ευτυχία δεν αφορά το ονοματεπώνυμό μας, την χώρα μας, ούτε καν το σύστημα ιδεών μας. Αφορά κάτι πιο βαθύ, το οποίο μας διαφεύγει συνεχώς και το οποίο φαίνεται να έχει αντίθετη άποψη, όσον αφορά την ευτυχία μας. Σαν να μας εναντιώνεται σε οτιδήποτε νομίζουμε ότι θα μας κάνει ευτυχισμένους, σαν να μην το αφορά αν έχουμε χρήματα, σύντροφο, σπίτι για να μείνουμε… Γιατί και αυτά όταν τα έχουμε, πάλι δεν είμαστε ευτυχισμένοι…

Ευτυχισμένος είναι εκείνος που αποδέχεται την Ζωή του και εδώ στον φυσικό κόσμο υπάρχουν χίλιοι λόγοι για να μην το κάνουμε… και αυτό το βαθύ μέσα μας εναντιώνεται, γιατί διακρίνει το πόσο βάρος μας είναι η Ζωή και δεν ξεγελιέται με τις διεξόδους που βρίσκουμε κατά καιρούς, για να ξεγελάμε την ματαιότητα και την ανία μας.

Μπορεί να φαίνεται ότι έχουμε συνείδηση της Ζωής, να ενδιαφερόμαστε να παραμείνουμε ζωντανοί, να προσέχουμε την υγεία μας, τον τρόπο ζωής μας, την τροφή μας… κάποιος θα έλεγε ότι είμαστε άνθρωποι που προσπαθούμε συνεχώς να παραμείνουμε ζωντανοί, ενώ όλα μέσα μας έχουν πεθάνει…
Προσαρμοστήκαμε σ’ αυτό. Συμβιβαστήκαμε… χωρίς να το θέλουμε, χωρίς καν να το συνειδητοποιούμε…Ανεβήκαμε σε ένα τραίνο που πάει αλλού από εκεί που είναι ο Εαυτός μας. Και αυτό το βαθύ μέσα μας διαμαρτύρεται…

Πώς να είμαι ευτυχισμένος όταν είμαι γεμάτος συγκρούσεις;
Όταν αλλού θέλω να πάω και αλλού πάω; Και κάποιος θα ρωτήσει εύλογα «γιατί να πάω αλλού, από εκεί που θέλω;»


Η σωστή ερώτηση όμως είναι «γιατί πάω αλλού, από εκεί που θέλω;» Κρύβει μια βαθιά συνειδητοποίηση αυτή η ερώτηση… Συνήθως δεν το συνειδητοποιούμε ότι το κάνουμε, πλανεμένοι από το σύστημα ιδεών μας, από τις ψευδαισθήσεις μας για το ποιος είμαστε.

 

Η εσωτερική σύγκρουση δεν είναι κάτι που παίρνουμε είδηση εύκολα… Ευτυχία λοιπόν είναι όταν δεν υπάρχει τίποτα μέσα μας να συγκρουστεί… Και αυτό δεν μαθαίνεται, αποκαλύπτεται.


Ο Μέγας Αλέξανδρος, το αθάνατο νερό

Στους περασμένους καιρούς, που οι Έλληνες ορίζαν, όταν ο βασιλιάς Aλέξανδρος, εκυρίευσε τον κόσμο, εκκάλεσε τους δημογέρωντες κι ερώτησε:

- Πώς να ζήσω πολλά χρόνια, να είμαι πάντα νέος; Έχω τόσα πολλά ακόμα να κάμνω σ΄ αυτόν τον Πάνω Κόσμο!
- Υπάρχει o τρόπος, αλλά είναι δυσκολότατος, του λέγουν αυτοί.
- Και ποιός είναι αυτός ο τρόπος; Θέλω να τον ξεύρω.
- Είναι να πάγεις, να φέρεις και να πιείς το Αθάνατο Νερό.
- Kαι πού εμπορώ να βρω αυτό το Αθάνατο Νερό, να τo πιώ ;
- Στην Άκρη του Κόσμου, πέρα απ΄ τα Δυό Βουνά, που διαρκώς ανοιγοκλείνουν, τόσο γλήγορα πού ο ταχύτερος σταυραετός δεν προφταίνει να περάσει.

Πολλά από τα καλύτερα βασιλόπαιδα προσεπάθησαν να περάσουν να φθάσουν στ΄ Αθάνατο αυτό Νερό. Κανένα δεν το κατάφερε. Τα έφαγαν τα Δυό Βουνά. Την ζωή τους, που την ήθελαν αιωνία, την έχασαν γιά πάντα. Αλλά, και να καταφέρεις και περάσεις, πολυχρονεμένε μας βασιλιά, αυτά τα τρομερά τα Δυό Βουνά, και άλλος κίνδυνος σε περιμένει. Μπρός σου, θα΄βρείς τον Μεγάλο Δράκο, φύλακας της πηγής με το Αθάνατο Νερό. Έχει εκατό μάτια ολόγυρα στο κεφάλι του, και μέρα νύχτα, ποτέ δεν κοιμάται. Όταν κλείνει τα πενήντα τα μισά του τα μάτια, τα άλλα του τα πενήντα μένουν ανοιχτά να παραμονεύουν. Πρέπει να τον σκοτώσεις γιά να πάρεις το Αθάνατο Νέρο. Έως τώρα κανείς δεν το κατόρθωσε...

Όταν τα ήκουσε ο Aλέξανδρος, πρόσταξε να σελώσουν το αγαπημένο του το άλογο, τον Βουκέφαλο, από όλα καλύτερο και γληγορότερο, πιό γλήγορο ακόμα κι από τον σταυραετό, ή κι από την αστραπή. Πείρε το τετραπίθαμό σπαθί, το τρεις οργυές κοντάρι.

Και έφιππος λοιπόν, δρόμο πέρνει δρόμο αφήνει, και φθάνει στην Άκρη του Κόσμου, κει που συνδυό δεν περπατούν, συντρείς δεν κουβεντιάζουν, στα Δυό Βουνά που του΄ παν οι δημογέροντες. Στέκεται ο Αλέξανδρος, τα βλέπει που αδιάκοπα, σαν να μασούν ανοιγοκλείνουν, και τόσο γλήγορα που μήτε γεράκι δεν μπορεί να περάσει χωρίς να τ΄αρπάξουν.

Ο Αλέξανδρος όμως, το γενναίο παλληκάρι, δεν εφοβήθηκε. δίνει μια καμτζικιά του Βουκεφάλου του, και σαν την αστραπήν επέρασαν, χωρίς να τους φάγουν τα δυό Βουνά κι εβγήκαν ζωντανοί. Μόνο, τρείς τρίχες της ουράς του αλόγου επιάσθηκαν...

Ο λεβέντης βασιλιάς αντίκρησε τον φοβερόν δράκοντα με τα εκατό μάτια, τα μισά με κλειστά τα βλέφαρα. Τραβάει το τετραπίθαμο σπαθί, ορμάει και τον σκότωνει, πριν ακόμα καταλάβει ο δράκος τι του γινόταναι, και έπεσε νεκρός στον τόπο.

Και έτσι έφθασε στην πηγή με τ΄Αθάνατο Νερό ο Αλέξανδρος... Εγέμισε τo χρυσό του το παγούρι, επότισε το άλογό του, και το καλό το παλληκάρι πήρε άλλο μονοπάτι, τον δρόμο της επιστροφής. Στον γυρισμό τα Δυό Βουνά ήτον ανοιχτά και γιά πάντα πιά ακίνητα.

Όταν έφθασε στο παλάτι του ο Αλέξανδρος εξέχασε να πει στην αδελφή του τι είχε στο χρυσό παγούρι.

Και να που μιά μέρα η αδελφή του πέρνει το χρυσό παγούρι, να το καθαρίσει και να το υαλίσει και χύνει το Αθάνατο Νερό στο περιβόλι ... Tο Αθάνατο Νερό επότισε μιαν αγριοκρομμυδιά που, από τότε, ποτέ δεν εμαράθηκε.

Όταν έμαθε η βασιλοπούλα τι ζημιά και τι κακό έκανε, απελπίσθηκε, κι έμηνε απαρηγόρητη.
- Θεέ μου! λέγει, πως να πιστεύσω που μια μέρα θα πεθάνει και ο αγαπημένος μου ο αδελφός, και που εγώ θα φταίω; Με πρέπει όταν πεθάνει ο Αλέξανδρος, να μπορέσω να τον ξαναφέρω στο φως του Επάνω Κόσμου.

Και από τότε, η αδελφή του βασιλιά έγινε ψάρι από τον ομφαλό ως τα πόδια της. Έπεσε γυναικόψαρο στην θάλασσα και εκεί ζει από τότε ως σήμερα. Είναι η Γοργόνα. Την πανσέληνο, στα πλοία της ανατολής, στης δύσης τα καράβια, την βλέπουνε και την ακούν, οι ναύτες και ψαράδες ! Η Γοργόνα η βασιλοπούλα διαρκώς γοργογυρίζει όλες τες αρμυρές θάλασσες. Και όταν συναντήσει καράβι, πάγει κοντά του, και του ρωτά με την γλυκιά της την φωνή, σαν να τραγουδάει:

Εσύ με τά λευκά πανιά, πελαγίσιο ταξιδιώτη,
γιά λέγε με, να σε χαρώ, αν ζει ο αδελφός μου.
Ζει ο βασιλιάς Aλέξανδρος;

Aλίμονο στον καραβοκύρη, στον ναύκληρο, στους ναύτες, άμα πει κανείς που απέθανε ο βασιλιάς Αλέξανδρος.

Τότε η Γοργόνα, από μεγάλη θλίψι και τρομερή οργή, αναταράζει τα ύδατα, σηκώνει τα κύματα ως τα σύννεφα, φυσάει σαν θρακιάς, ξεσχίζει τα πανιά, σπάει τα κουπιά. Γεμίζει η θάλασσα παλληκάρια, και σε φοβερή τρικυμία βουλιάζει και χάνεται το πλοίο...

Εάν όμως ο καραβοκύρης ξεύρει τι πρέπει να πει γιά να σωθούν όλοι τους, απαντήσει στην ωραία Γοργόνα:

Zει ο βασιλιάς Aλέξανδρος, ζει και βασιλεύει, και τον κόσμο κυριεύει!

Tότε, η ωραία Γοργόνα χαίρεται, λύνει την κόμη της, απλώνει τα χέρια της σαν αγκαλιά και προστατεύει το πλοίο, κάμνει την θάλασσα γάλα και σαν αμέτρητο χαμόγελο τα κύματα. Ο καραβοκύρης και οι ναύτες ακούουν τότε την Γοργόνα, να τραγουδάει έτσι που φεύγει:

Zει ο βασιλιάς Aλέξανδρος, ζει ο αδελφός μου,
ζει και βασιλεύει και τον κόσμο κυριεύει!

Το μυστικό πίσω από την απίστευτη ταχύτητα του γατόπαρδου

Οι επιστήμονες ανακάλυψαν ένα από τα κλειδιά που εξηγούν τις απίστευτες ταχύτητες του γρηγορότερου ζώου στον πλανήτη, του γατόπαρδου ή τσιτάχ.

Το Αμερικανικό Μουσείο Φυσικής Ιστορίας δημοσίευσε σήμερα μια έρευνα που αποδεικνύει ότι η απάντηση για τις απίστευτες ταχύτητες των τσιτάχ, που φτάνουν μέχρι τα 104 χλμ/ώρα, κρύβεται στο εσωτερικό του αυτιού τους.


Η έρευνα οδήγησε τους επιστήμονες σε νέες λεπτομέρειες σχετικά με τη δομή του εσωτερικού του αυτιού του γατόπαρδου, η οποία ευθύνεται για τη διατήρηση της ισορροπίας και της στάσης του σώματος του ζώου ενώ τρέχει. Οι επιστήμονες κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι τα σημερινά τσιτάχ έχουν σχεδιαστεί με αρκετές διαφορές στο κομμάτι της δομής των αυτιών τους σε σχέση με παλαιότερα είδη. Τα περισσότερα ζώα που μελετήθηκαν ήταν από τα σημερινά είδη των τσιτάχ ενώ ένα εκ των δειγμάτων που μελετήθηκε, έζησε περίπου μεταξύ 2.6 εκατομμυρίων και 126.000 χρόνων.

Οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν σαρώσεις για να μελετήσουν τρισδιάστατες εικονικές αναπαραστάσεις των σχημάτων του εσωτερικού του αυτιού των τσίτα. Από αυτές προέκυψε ότι τα αυτιά των σημερινών τσίτα έχουν πολύ διαφορετική δομή σε σχέση με αυτή των παλαιότερων.


Η ξεχωριστή ανατομία του αυτιού τους αντανακλά την αυξημένη ευαισθησία και τις πιο γρήγορες αντιδράσεις στις κινήσεις του κεφαλιού, εξηγώντας την εξαιρετική ικανότητα των τσιτάχ να διατηρούν το βλέμμα τους σταθερό στο θήραμά τους ακόμη και κατά τη στιγμή που τρέχουν με υψηλές ταχύτητες.

Νέο μοντέλο σκοτεινής ύλης εισάγει ένα φορτίο που επιτρέπει ακτινοβολία ενέργειας και διαμόρφωση σκοτεινών άστρων

Μία ευρέως επικρατούσα πίστη σχετικά με τη σκοτεινή ύλη είναι ότι δεν μπορεί να ψύχεται ακτινοβολώντας ενέργεια. Εάν μπορούσε, τότε ίσως να ομαδοποιείται και να δημιουργεί συμπαγή αντικείμενα με το ίδιο τρόπο που η βαρυονική ύλη διαμορφώνει πλανήτες, άστρα και γαλαξίες. Οι μέχρι τώρα παρατηρήσεις υποδηλώνουν ότι η σκοτεινή ύλη δεν κάνει κάτι τέτοιο – επενδύει εξωτερικά μόνο ως διάχυτη άλως που περικλείει τους γαλαξίες. Όμως τι γίνεται αν οι γαλαξίες περιέχουν συμπυκνωμένες περιοχές σκοτεινής ύλης και απλά δεν τις έχουμε βρει ακόμη; Οι Matthew Buckley και Anthony DiFranzo, από το Πανεπιστήμιο του Rutgers στο New Jersey, προτείνουν ένα νέο μοντέλο για την σκοτεινή ύλη που την επιτρέπει να ψυχθεί. Ενώ το μοντέλο τους επιτρέπει, η περισσότερη σκοτεινή ύλη σε έναν γαλαξία να διαμορφώνει μια άλω, προβλέπει επίσης χιλιάδες υποδομές σκοτεινής ύλης να είναι κατάσπαρτες παντού στον γαλαξία.

Η ψύξη της βαρυονικής ύλης που οδηγεί στη διαμόρφωση των κοσμικών δομών ήταν κυρίως εξαιτίας των αλληλεπιδράσεων μεταξύ φορτισμένων σωματιδίων. Εάν η σκοτεινή ύλη περιέχει σωματίδια που φέρουν κάτι ανάλογο με το φορτίο, ίσως θα μπορούσε επίσης να ψυχθεί. Οι Buckley και DiFranzo δημιούργησαν ένα μοντέλο στο οποίο η σκοτεινή ύλη περιέχει δυο τύπους φορτισμένων σωματιδίων – τα σκιώδη ισοδύναμα των πρωτονίων και ηλεκτρονίων – και δείχνουν ότι τέτοια σωματίδια θα μπορούσαν να ακτινοβολούν ενέργεια. Και άλλοι ερευνητές έχουν σκεφτεί την ψύξη της σκοτεινής ύλης, αλλά οι προσπάθειές τους δεν μπόρεσαν να εξηγήσουν γιατί η γαλαξιακή άλως δεν καταρρέει. Το νέο μοντέλο παρακάμπτει αυτό το πρόβλημα: Πάνω από κάποια κρίσιμη μάζα για το περιεχόμενο σκοτεινής ύλης σε ένα γαλαξία, ψυχόμενη κολλιέται στην άλω. Κάτω από αυτή τη μάζα, μια επαρκώς πυκνή ποσότητα σκοτεινής ύλης θα μπορούσε να συγκεντρωθεί μαζί, σε ένα συμπαγές αντικείμενο.

Οι συγγραφείς δεν προβλέπουν τι θα μπορούσαν να είναι αυτά τα αντικείμενα ή πώς οι αστρονόμοι θα μπορούσαν να τα βρούνε. Εικάζουν ότι ανάλογα με ορισμένες παραμέτρους του μοντέλου, αυτοί οι σκοτεινοί «κάτοικοι» θα μπορούσαν να έχουν εύρος μάζας από υπερβολικά μεγάλης μάζας άστρα μέχρι νάνοι γαλαξίες.

Ο συμπαντικός προορισμός του ανθρώπου κατά τον Πλάτωνα

Αποτέλεσμα εικόνας για μπέρναρντ σω χορόσ είναι η κάθετη έκφραση οριζόντιων επιθυμιώνΟι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν ότι κάθε άνθρωπος αποτελείται από το Νοητό (θεϊκό στοιχείο) και από την Ύλη. Το πρώτο, για λόγους που δεν είναι απαραίτητο να αναφερθούν εδώ, έπρεπε να αφυπνισθεί.

Η διαδικασία αυτή, αφύπνισης του εσωτερικού θείου, συμβολιζόταν μέσα από τα μυστήρια και τις τελετές της ανάστασης. Η αναγέννηση του Θείου ήταν πρωτίστως μία εσωτερική νίκη του ανθρώπου η οποία εξελισσόταν στην οδό που στο τέλος τον ένωνε με το Θείον.

Ο κοσμικός άνθρωπος για να το πετύχει αυτό, πρέπει να εναρμονιστεί (Νοητό – Ύλη) με τρόπο ανάλογο του σύμπαντος. [Ο δρόμος της φιλοσοφίας ενεργοποιούσε την φρόνηση (σωστή φορά νου) και οδηγούσε στην αλήθεια (θεία άλη ή απομάκρυνση από την λήθη)].

Ο Πλάτων, λέει σχετικά:
«Η σωστή φροντίδα για όλα τα πράγματα είναι μία και μοναδική: να προσφέρεις στο καθένα τις οικείες τροφές και κινήσεις. Οικείες όμως και συγγενείς κινήσεις για το θεϊκό στοιχείο που υπάρχει μέσα μας είναι οι σκέψεις και οι περιφορές του σύμπαντος.

Αυτές πρέπει να ακολουθούμε όλοι. Και τους δικούς μας κύκλους, που διαστρεβλώθηκαν κατά την γέννηση μας, πρέπει να τους επαναφέρουμε στην ορθή τροχιά μαθαίνοντας την αρμονία και την ομαλή περιφορά του σύμπαντος.

Έτσι θα εξομοιώσουμε τη νόηση μας με το αντικείμενο της – ομοιότητα σύμφωνη με την πρωταρχική της φύση. Και με την εξομοίωση αυτή θα κατακτήσουμε την προδιαγεγραμμένη άριστη ζωή, έχοντας εκπληρώσει τον σκοπό που έθεσαν και θα συνεχίσουν να θέτουν πάντα στους ανθρώπους οι θεοί».

Πλάτων, «Τίμαιος», 90c

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ ΛΑΪΚΙΣΜΟΣ

«Ο λαϊκισμός ακολουθεί τη δημοκρατία σαν σκιά» Mudde και Kaltwasser

 Συχνά στις πολιτικές αντιπαραθέσεις εκτοξεύονται κατηγορίες για τον φθηνό και χυδαίο λαϊκισμό των πολιτικών αντιπάλων. Όλοι διαβλέπουν μια λαϊκίστικη συμπεριφορά στην πολιτική των άλλων, αλλά ποτέ στη δική τους υποσχεσιολογία. Ο λαϊκίστικος λόγος ταυτίζεται με τη δημαγωγία την ίδια στιγμή που όλοι διακηρύττουν πως εκπροσωπούν το λαό και αγωνίζονται για τα συμφέροντά του. Κάθε θετική αναφορά στον «αγνό» λαό για άλλους υποκρύπτει μια βαθιά δημοκρατική πολιτική στάση και για άλλους το πρόπλασμα ενός υπολανθάνοντος λαϊκισμού.

 Στο δίκαιο του λαού «ομνύουν» και οι δημοκράτες και οι λαϊκιστές. Η λαϊκή κυριαρχία και η αρχή της πλειοψηφίας αποτελούν το κατ’ επίφαση βάθρο τόσο της ιδεολογίας των λαϊκιστών όσο και των δημοκρατών. Κάθε αναφορά στο λαό και κάθε ύμνος στο «αλάνθαστο κριτήριό» του εξαγνίζει και ηθικοποιεί κάθε ανομολόγητο στόχο τους. Κατά ειρωνικό τρόπο όλοι εκθειάζουν τη ρήση του Αβραάμ Λίνκολν «κυβέρνηση του λαού, από τον λαό, για τον λαό». Η αγιογράφηση του λαού προσδίδει εκ του ασφαλούς πιστοποιητικά ενός ειλικρινούς σεβασμού προς τη βούληση και το δίκαιό του.

 Όλα τα παραπάνω συνθέτουν τον πολιτικό και ιδεολογικό παραλογισμό της εποχής μας στο βαθμό που η σχέση Λαϊκισμού και Δημοκρατίας πολλές φορές είναι δυσδιάκριτη. Βέβαια, η επικρατούσα άποψη είναι πως ο λαϊκισμός φανερά συνιστά κίνδυνο για τη δημοκρατία. Ένθερμος θιασώτης αυτής της άποψης είναι ο Γάλλος στοχαστής Πιερ Ροζανβαλόν που πρεσβεύει πως ο λαϊκισμός πρέπει να εκλαμβάνεται ως «μία παράλογη αντιστροφή των ιδανικών και διαδικασιών της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας».
 
Στην αντίπερα όχθη βρίσκονται όλοι εκείνοι που υποστηρίζουν με θέρμη πως ο λαϊκισμός συνιστά τη μόνη αυθεντική μορφή δημοκρατίας στο βαθμό που επιτυγχάνει την ανάδειξη και κινητοποίηση των αποκλεισμένων τμημάτων μιας κοινωνίας. Υπέρμαχος αυτής της άποψης ο Λακλάου που διακηρύττει πως ο λαϊκισμός συντελεί σε έναν «εκδημοκρατισμό της δημοκρατίας». Υπόρρητα προτρέπουν σε μια διασταλτική ερμηνεία των νόμων και των θεσμών στο όνομα της θεμελιακής αρχής της πλειοψηφίας και του συνθήματος «δίκαιο είναι το δίκαιο των πολλών». Οι μειοψηφίες και οι μειονότητες οφείλουν ή να σωπάσουν υπακούοντας ή να εξαφανιστούν.

 Λίγοι, όμως, διαβλέπουν πως στο λαϊκισμό κυριαρχεί ένας «ηθικός μανιχαϊσμός» με τον αυθαίρετο διαχωρισμό του κοινωνικού σώματος στους «καλούς» (οι αδύναμοι, οι φτωχοί, οι πατριώτες, οι θρησκευόμενοι..) και στους «κακούς» (οι λίγοι, οι ισχυροί, οι πλούσιοι, οι μορφωμένοι, η ελίτ). Αυτή η απλουστευτική ερμηνεία της πραγματικότητας οδηγεί σε έναν επικίνδυνο λαϊκισμό γιατί ενεργοποιεί το μίσος των «εμείς» προς τους «άλλους».

Με την τακτική – τεχνική αυτή ο λαϊκισμός δίνει μια ταυτότητα στους αποκλεισμένους, όχι μέσα από μια διαδικασία αυτοκριτικής – αυτογνωσίας, αλλά κατασκευάζοντας τον εχθρό (οι μορφωμένοι, το μνημόνιο, οι ξένοι…). Έτσι, για το θύμα του λαϊκισμού προέχει – υπερτερεί η συμβολική πραγματικότητα έναντι της φυσικής πραγματικότητας. Ο ρεαλισμός χάνεται και το θύμα φαντασιώνεται έναν εχθρό που απειλεί την ευτυχία του. Οι φαντασιώσεις σκιάζουν τη λογική και τη συμπεριφορά την κινεί – ρυθμίζει η ψευδής συνείδηση. Εξάλλου, ο εθισμός στη διαρκή αναζήτηση ενόχων, η δαιμονοποίηση, η μνησικακία και η απλοποίηση της πραγματικότητας διαβρώνουν τόσο τον ψυχικό κόσμο όσο και τον πολιτικό ορθολογισμό.

Ο λαϊκιστής ηγέτης εδράζει την εξουσία του στις ενορμήσεις, τις φαντασιώσεις, τις φοβίες, τις ανασφάλειες και τις εσωτερικές συγκρούσεις του κάθε ατόμου χωριστά. Το διχασμένο Εγώ αυτών των ατόμων αναζητά σημείο αναφοράς για τη δόμηση μιας ταυτότητας. Γι’ αυτό και ο ηγέτης εφευρίσκει τον «άλλο», τον «εχθρό» και θωπεύει ή καλλιεργεί τόσο τον ατομικό όσο και τον συλλογικό ναρκισσισμό. Το μίσος προς τον «κατασκευασμένο» εχθρό θερμαίνει το ναρκισσισμό και καθιστά το άτομο δυνατό. Στην ουσία ο λαϊκισμός τρέφει την αβεβαιότητα του ατόμου και πάνω σε αυτή δομεί την εξουσία του.

 Σχετικά με το βασικό υπέδαφος που λιπαίνει τον λαϊκισμό ο Στέλιος Στυλιανίδης γράφει «Φαίνεται ότι όλο αυτό το πολύπλοκο κι ακόμα αχαρτογράφητο πολιτικά κοινωνικά υπέδαφος τροφοδοτεί τον ανορθολογισμό, την απελπισία, την ξενοφοβία, το ρατσισμό, την επικράτηση του θυμικού απέναντι στις διαδικασίες της σκέψης και ενισχύει την επικράτηση του λαϊκίστικού φαινομένου. Τα άτομα δεν έχουν ψυχικό και κοινωνικό χώρο να επενδύσουν ως συλλογικό όραμα, ως ελπίδα, και αναζητούν απεγνωσμένα νέα πεδία εκφόρτισης της εσωτερικευμένης βίας και απελπισίας, ταυτιζόμενα με τον απλουστευτικό λόγο των δημαγωγών» («Ο πειρασμός του λαϊκισμού»).
 
Αποτέλεσμα όλων αυτών η δημιουργία μιας συλλογικής αυταπάτης για την προοπτική εύκολων λύσεων από τον ηγέτη – μεσσία και η άρνηση της συνειδητοποίησης της ατομικής ευθύνης. Ο πολίτης παύει να λειτουργεί αυτόβουλα κι αναζητά τη σιγουριά της μάζας. Ο αγελαίος άνθρωπος είναι ο κατεξοχήν τύπος ανθρώπου του λαϊκισμού. Κι αυτό γιατί η ομάδα, η μάζα και η τυφλή προσήλωση στον ηγέτη λειτουργούν πολλαπλασιαστικά στη δύναμη του ανασφαλούς κι αδύναμου ανθρώπου.

 Ο Λαϊκισμός, επομένως, με όσα καταγράφηκαν ως γνωρίσματά του φαλκιδεύει από τη φύση του και υπονομεύει την ουσία της δημοκρατίας. Αυτό συμβαίνει, γιατί η δημοκρατία συνιστά τη δικαίωση του λαού και την ανύψωσή του σε καθοριστικό παράγοντα της ιστορίας, ενώ ο λαϊκισμός αποτελεί εξαπάτηση του λαού, την πολιτική του υποβάθμιση και τον εξοστρακισμό του στο περιθώριο των εξελίξεων.

 Η δημοκρατία εμπεριέχει τη λαϊκότητα, που αναδεικνύει τις γνήσιες αξίες του λαού. Αντίθετα, ο λαϊκισμός ισοπεδώνει, προβάλλει το κάλπικο και νοθεύει το πηγαίο και την αυθεντικότητα.
Επιπρόσθετα, η δημοκρατία στηρίζεται στην πολιτική συμμετοχή, ενώ ο λαϊκισμός προπαγανδίζει την «κατ’ επίφαση» πολιτική συμμετοχή. Η δημοκρατία καθιστά τον πολίτη αυτεξούσιο και αυτόβουλο, ενώ ο λαϊκισμός τον εγκλωβίζει στο βασίλειο του ετεροκαθορισμού και της ετεροβουλίας.

Η δημοκρατία απεχθάνεται τη δημαγωγία, ευνοεί την ιδεολογική καθαρότητα και πολιτική χειραφέτηση, χρησιμοποιεί το διάλογο κι αρνείται τους μύθους του μεσσιανισμού. Όλα αυτά, όμως, ακυρώνονται από το λαϊκισμό, γιατί ως ιδεολόγημα («αβαθής ιδεολογία») ευνοεί τη δημαγωγία και την προπαγάνδα, στοχεύει στην πολιτική και ιδεολογική χειραγώγηση και αναδεικνύει το μεσσιανικό χαρακτήρα των πολιτικών ηγετών.

 Δημοκρατία, λοιπόν, και λαϊκισμός είναι δυο ασύμβατες έννοιες, γι’ αυτό και ο λαϊκισμός ανθοφορεί όπου η δημοκρατία εμφανίζει προβλήματα δυσλειτουργίας. Επιβάλλει μια λοβοτομή στους άφωνους πολίτες και τους καθηλώνει στην κατάσταση του «πολιτισμένου θηρίου».
Την οργή, το μίσος, την αγανάκτηση, τη θλίψη, το φόβο και την αγωνία του πλήθους δεν μπορούμε να τα αφήσουμε να λειτουργήσουν ως θερμοκήπιο του λαϊκισμού. Η δημοκρατία οφείλει να αλλάζει και να εμπνέει.

«Μια δημοκρατία που δεν ασκεί αυτοκριτική καταδικάζεται στην παράλυση» J. Saramango

Η σκοτεινή πλευρά της ελευθερίας

Οι τέσσερις έσχατες έγνοιες, τέσσερα θεμελιώδη δεδομένα της ύπαρξης – ο θάνατος, η απομόνωση, η έλλειψη νοήματος, η ελευθερία– τα οποία, όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι μαζί τους, προκαλούν βαθύτατο άγχος. Αυτό που συνδέει την «ελευθερία» με το άγχος δεν είναι διαισθητικά προφανές, γιατί με την πρώτη ματιά η ελευθερία φαίνεται να περιέχει μόνο θετικές συνυποδηλώσεις.

Άλλωστε ολόκληρη η πορεία του δυτικού πολιτισμού δεν καθορίστηκε από τη λαχτάρα και τους αγώνες για πολιτική ελευθερία; Κι όμως, η ελευθερία έχει μια σκοτεινή πλευρά. Αν τη δει κανείς από την άποψη της αυτοδημιουργίας, της επιλογής, της βούλησης και της δράσης, η ελευθερία είναι ψυχολογικά σύνθετη και διαποτισμένη με άγχος.

Είμαστε υπεύθυνοι για τον εαυτό μας, με τη βαθύτερη έννοια του όρου. Όπως το διατύπωσε ο Σαρτρ, είμαστε οι δημιουργοί του εαυτού μας. Μέσα από τις συσσωρευόμενες επιλογές, τις πράξεις και τις αποτυχίες μας να δράσουμε, σχεδιάζουμε τελικά τον εαυτό μας. Δεν μπορούμε ν’ αποφύγουμε αυτή την ευθύνη, αυτή την ελευθερία. Με τα λόγια του Σαρτρ, «είμαστε καταδικασμένοι στην ελευθερία».

Η ελευθερία μας πηγαίνει ακόμα βαθύτερα από το ατομικό σχέδιο ζωής μας. Πάνε περισσότεροι από δυο αιώνες που ο Kant μας δίδαξε ότι έχουμε την ευθύνη να δώσουμε μορφή και νόημα όχι μόνο στον εσωτερικό αλλά και στον εξωτερικό κόσμο. Ερχόμαστε σ’ επαφή με τον εξωτερικό κόσμο μόνο όπως τον επεξεργάζεται ο νευρολογικός και ο ψυχολογικός μας εξοπλισμός.

Η πραγματικότητα δεν είναι καθόλου όπως τη φανταζόμασταν στην παιδική μας ηλικία – δεν μπαίνουμε σε (ούτε στο τέλος εγκαταλείπουμε) έναν καλά δομημένο κόσμο. Αντίθετα, εμείς παίζουμε τον κεντρικό ρόλο στην κατασκευή αυτού του κόσμου –και τον κατασκευάζουμε με τέτοιο τρόπο, ώστε να δείχνει πως υπάρχει ανεξάρτητα από μας.

Και ποια είναι η σχέση της ελευθερίας με το άγχος και με την κλινική μας δουλειά; Μπορούμε να βρούμε μια απάντηση αν κοιτάξουμε κάτω από τα πόδια μας. Αν εμείς είμαστε οι πρωταρχικοί κατασκευαστές του κόσμου, τότε από κάτω μας υπάρχει πουθενά στέρεο έδαφος; Τι υπάρχει από κάτω μας; Το τίποτα, das Nichts, όπως το έλεγαν οι Γερμανοί υπαρξιστές φιλόσοφοι. Το χάσμα, η άβυσσος της ελευθερίας. Και η συνειδητοποίηση αυτού του τίποτα που βρίσκεται στην καρδιά της ύπαρξης φέρνει το βαθύ άγχος.

Γι’ αυτό, παρόλο που η λέξη ελευθερία είναι απούσα από τις θεραπευτικές συνεδρίες κι από τα εγχειρίδια ψυχοθεραπείας, τα παράγωγά της –η ευθύνη, η βούληση, η επιθυμία, η απόφαση- είναι περίοπτοι θαμώνες κάθε ψυχοθεραπευτικής απόπειρας.

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΗ

Λόγω καταγωγής ο Σωκράτης ανήκε στον κατώτερο λαό: ήταν πληβείος. Ξέρουμε, μπορούμε ακόμη να δούμε, πόσο άσχημος ήταν. Αλλά η ασχήμια, από μόνη της ένα ελάττωμα, ήταν για τους  Ελληνες σχεδόν διάψευση. Ήταν λοιπόν ή όχι Έλληνας ο Σωκράτης; Η ασχήμια είναι πολλές φορές έκφραση μιας διασταυρωμένης, μιας ματαιωμένης από τη διασταύρωση εξέλιξης. Σ’ άλλες περιπτώσεις εμφανίζεται σαν κατιούσα εξέλιξη. Όσοι από τους εγκληματολόγους είναι ανθρωπολόγοι μας λένε πως ο τυπικός εγκληματίας είναι άσχημος: monstrum in fronte, monstrum in animo». Αλλά ο εγκληματίας είναι ένας παρακμιακός. Ήταν ο Σωκράτης ένας τυπικός εγκληματίας; Αυτό τουλάχιστον δεν θα διαψευδόταν από κείνη την περίφημη κρίση του φυσιογνωμιστή που τόσο άσχημα ηχούσε στους φίλους του Σωκράτη. Ένας ξένος που ήξερε να διαβάζει τις φυσιογνωμίες, πέρασε κάποτε από την Αθήνα και είπε κατάμουτρα στο Σωκράτη πως ήταν ένα monstrum – πως έκρυβε μέσα του όλες τις κακές έξεις και ορέξεις. Κι ο Σωκράτης περιορίστηκε ν’ απαντήσει: «Με ξέρεις πολύ καλά κύριε!»

Η παρακμή στο Σωκράτη δεν υποδεικνύεται μόνο από την παραδεδεγμένη αχαλινωσιά και αναρχία των ενστίκτων του, αλλά και από την υπερτροφία της λογικής ικανότητας και από την κακία του μαχητικού που τον διακρίνει. Ας μη ξεχνούμε επίσης εκείνες τις ακουστικές παραισθήσεις που, ως «δαιμόνιον του Σωκράτη», ερμηνεύτηκαν με θρησκευτικό τρόπο. Το καθετί σ’ αυτόν είναι παρατραβηγμένο, buffo, καρικατούρα- την ίδια στιγμή το καθετί είναι κρυμμένο, υστερόβουλο, υποχθόνιο.
 
Προσπαθώ να καταλάβω ποια ιδιοσυγκρασία δίνει αυτήν την σωκρατική εξίσωση λογικού, αρετής και ευτυχίας: αυτήν την εξίσωση την πιο περίεργη απ’ όλες, που έχει συν τοις άλλοις εναντίον της όλα τα ένστικτα των παλιότερων Ελλήνων.
 
Με τον Σωκράτη, το ελληνικό γούστο στρέφεται προς τη διαλεκτική: τι συνέβη λοιπόν ακριβώς; Πριν απ’ όλα χάθηκε ένα ευγενές γούστο- με τη διαλεκτική η πλέμπα ανεβαίνει στην κορυφή. Πριν το Σωκράτη, οι διαλεκτικοί τρόποι απορρίπτονταν από την καλή κοινωνία: θεωρούνταν κακοί τρόποι, ήταν επικίνδυνοι. Προειδοποιούσαν τους νέους γι’ αυτούς τους τρόπους. Επίσης, δυσπιστούσαν προς όσους παρουσίαζαν τα επιχειρήματά τους με τέτοιους τρόπους. Τα έντιμα πράγματα, όπως και οι έντιμοι άνθρωποι, δεν προσφέρουν τα επιχειρήματά τους έτσι με το χέρι. Είναι απρέπεια να δείχνει κανείς και τα πέντε δάκτυλα. Δεν αξίζει και πολύ ότι πρέπει πρώτα να αποδειχτεί. Παντού όπου αποτελεί ακόμη η αυθεντία μέρος της καλής συμπεριφοράς, παντού όπου δεν αναπτύσσει κανείς επιχειρήματα αλλά δίνει διαταγές, ο διαλεκτικός είναι ένα είδος γελωτοποιού: γελούν μαζί του, δεν τον παίρνουν στα σοβαρά. Ο Σωκράτης ήταν ο γελωτοποιός που κατάφερε να τον πάρουν στα σοβαρά: τί συνέβη λοιπόν τότε;
 
Διαλέγει κανείς τη διαλεκτική μόνο όταν δεν έχει άλλο μέσο. Ξέρει πως αυτή προκαλεί τη δυσπιστία, πως δεν είναι πολύ πειστική. Τίποτε δεν σβήνει ευκολότερα από την απήχηση του διαλεκτικού: το αποδεικνύει η απλή παρατήρηση κάθε συνάντησης στην οποία γίνεται συζήτηση. Η διαλεκτική μπορεί να είναι μόνο αυτοάμυνα στα χέρια εκείνων που δεν έχουν πια κανένα άλλο όπλο. Πρέπει κανείς να ενισχύσει το δίκιο του: μόλις τα καταφέρει δεν την χρησιμοποιεί πια. Οι Εβραίοι ήταν διαλεκτικοί γι’ αυτόν το λόγο Ο Reineke Fuchs ήταν διαλεκτικός: πώς; Ήταν κι ο Σωκράτης διαλεκτικός;
 
Είναι η ειρωνεία του Σωκράτη μια έκφραση εξέγερσης; Πληβείας αγανάκτησης; Απολαμβάνει τάχα, σαν καταπιεζόμενος, την ίδια του την αγριότητα με τις μαχαιριές των συλλογισμών του; Εκδικείται τους ευγενείς τους οποίους γοητεύει; – Ως διαλεκτικός κρατάει κανείς ένα ανελέητο εργαλείο στα χέρια του· μπορεί να γίνει τύραννος μ’ αυτό βάζει σε κίνδυνο αυτούς που κατακτάει. Ο διαλεκτικός αφήνει στον αντίπαλό του τη φροντίδα να αποδείξει ότι δεν είναι ηλίθιος: αφήνει τον άλλο εξοργισμένο και συνάμα αβοήθητο. Ο διαλεκτικός καθιστά ανίσχυρη τη νοημοσύνη του αντιπάλου του. – Πώς; Είναι η διαλεκτική του Σωκράτη απλώς μια μορφή εκδίκησης;
 
Σας έδωσα να καταλάβετε πώς μπορούσε να προκαλεί απέχθεια ο Σωκράτης: γι’ αυτό ακριβώς επιβάλλεται πιο πολύ τώρα να εξηγήσουμε τη γοητεία που ασκούσε. Ιδού ο πρώτος λόγος: ανακάλυψε ένα νέο είδος αγώνος κι έγινε ο πρώτος διδάσκαλός του στους ευγενείς κύκλους της Αθήνας. Γοήτευε ερεθίζοντας την αγωνιστική παρόρμηση των Ελλήνων – εισήγαγε μια παραλλαγή στον πυγμαχικό αγώνα μεταξύ νέων ανδρών και εφήβων. Ο Σωκράτης ήταν επίσης ένας μεγάλος ερωτικός.
 
Ο Σωκράτης όμως μάντευσε ακόμη περισσότερο. Είδε πίσω από τους ευγενείς Αθηναίους του· κατάλαβε ότι η περίπτωσή του, η ιδιοσυγκρασία του, δεν αποτελούσε πια εξαίρεση. Το ίδιο είδος εκφυλισμού αναπτυσσόταν σιωπηλά παντού: η παλιά Αθήνα είχε φτάσει στο τέλος της. – Και ο Σωκράτης κατάλαβε ότι όλος ο κόσμος τον χρειαζόταν – χρειαζόταν τα μέσα του, τη θεραπεία του, την προσωπική του τέχνη της αυτοσυντήρησης… Παντού τα ένστικτα βρίσκονταν σε κατάσταση αναρχίας· παντού όλοι απείχαν πέντε βήματα από την υπερβολή: το monstrum in animo ήταν κοινός κίνδυνος. «Οι παρορμήσεις θέλουν να γίνουν τύραννου πρέπει να βρούμε έναν ισχυρότερο αντι-τύραννο»… Όταν ο φυσιογνωμιστής αποκάλυψε στο Σωκράτη τί ήταν – ένα σπήλαιο γεμάτο από κακές ορέξεις – ο μεγάλος ειρωνικός άφησε να του ξεφύγει άλλη μιά λέξη που είναι κλειδί του χαρακτήρα του. «Αυτό είναι αλήθεια», είπε, «αλλά τις ελέγχω όλες». Πώς μπόρεσε ο Σωκράτης να γίνει κύριος του εαυτού του; – Κατά βάθος η περίπτωσή του ήταν απλώς η ακραία περίπτωση, απλώς το πιο χτυπητό παράδειγμα αυτού που είχε αρχίσει να γίνεται κοινή ανησυχία: κανείς δεν ήταν πια κύριος του εαυτού του, τα ένστικτα στρέφονταν ενάντια στον καθένα. Ο Σωκράτης γοήτευε επειδή ήταν η ακραία περίπτωση· η φοβερή του ασχήμια τό κάνε αυτό γνωστό σ’ όλα τα μάτια: είναι αυτονόητο βέβαια πως γοήτευε ακόμη περισσότερο σαν απάντηση, σαν λύση, σαν φαινομενική θεραπεία της περίπτωσης αυτής.
 
Όταν κανείς βρίσκει απαραίτητο, όπως έκανε ο Σωκράτης, να μετατρέψει το λογικό σε τύραννο, δεν μπορεί νά ‘ναι μικρός ο κίνδυνος ότι κάτι άλλο θα γίνει τύραννος. Τότε ανακαλύφτηκε σαν σωτήρας η ορθολογικότητα ούτε ο Σωκράτης ούτε οι «ασθενείς» του δεν ήταν ελεύθεροι να διαλέξουν την ορθολογικότητα: αυτό έγινε de rigueur, ήταν το τελευταίο τους καταφύγιο. Ο φανατισμός με τον οποίο όλος ο ελληνικός στοχασμός ρίχνεται στην ορθολογικότητα, προδίδει την ύπαρξη μιας απελπιστικής κατάστασης· υπήρχε κίνδυνος, δεν υπήρχε παρά’ μόνο μια εκλογή: ή να χαθείς ή να γίνεις παράλογα ορθολογικός… Ο μοραλισμός των Ελλήνων φιλοσόφων από τον Πλάτωνα και μετά είναι παθολογικά καθορισμένο, το ίδιο και η εκτίμηση που τρέφουν για τη διαλεκτική. Η εξίσωση λογικό = αρετή = ευτυχία σημαίνει απλώς: πρέπει να μιμηθεί κανείς το Σωκράτη και να βάζει μόνιμα απέναντι στις σκοτεινές ορέξεις ένα φώς ημέρας – το φως ημέρας του λογικού. Πρέπει κανείς νά ναι με κάθε τρόπο έξυπνος, διαυγής, λαμπρός: κάθε παραχώρηση στα ένστικτα, στο ασυνείδητο, οδηγεί προς τα κάτω…
 
Εξήγησα με ποιο τρόπο γοήτευε ο Σωκράτης: φαινόταν πως ήταν ένας γιατρός, ένας σωτήρας. Χρειάζεται ακόμη να καταδείξουμε το λάθος που ενυπήρχε στην πίστη του στην «ορθολογικότητα με κάθε τρόπο»; Οι φιλόσοφοι και οι μοραλιστές αυτοαπατώνται όταν πιστεύουν ότι απαλλάσσονται από την παρακμή με το να κηρύττουν απλώς πόλεμο εναντίον της. Η απαλλαγή είναι υπεράνω των δυνάμεών τους: αυτό που διαλέγουν ως μέσο, ως σωτηρία, δεν είναι παρά μια άλλη έκφραση της παρακμής- αλλάζουν την έκφρασή της αλλά δεν απαλλάσσονται από την ίδια την παρακμή. Ο Σωκράτης ήταν μια παρανόηση ολόκληρη η ηθική της βελτίωσης, συμπεριλαμβανομένης και της χριστιανικής, ήταν μια παρανόηση… Το εκτυφλωτικότερο φως ημέρας- η ορθολογικότητα με κάθε τρόπο η ζωή, λαμπρή, ψυχρή, προσεκτική, συνειδητή, χωρίς το ένστικτο, σ’ αντίθεση προς τα ένστικτα – όλα αυτά δεν ήταν παρά μια αρρώστια, μια άλλη αρρώστια, και καθόλου μια επιστροφή στην «αρετή», στην «υγεία», στην ευτυχία… Η υποχρέωση να πολεμάς τα ένστικτα – αυτή είναι η συνταγή της παρακμής: όσο η ζωή διατηρεί μια ανοδική πορεία, η ευτυχία ταυτίζεται με το ένστικτο.
 
Ο Σωκράτης, αυτός ο εξυπνότερος όλων όσων ξεγέλασαν τους εαυτούς τους, δεν το κατάλαβε τάχα αυτό; Μήπως το ομολόγησε τελικά μέσα στη σοφία του θάρρους του μπροστά στο θάνατο; o Σωκράτης ήθελε να πεθάνει: το κώνειο το διάλεξε αυτός κι όχι η Αθήνα αυτός ανάγκασε την Αθήνα να τον καταδικάσει σε θάνατο… «Ο Σωκράτης δεν είναι γιατρός», είπε μέσα του σιγανά: «εδώ γιατρός είναι μόνο ο θάνατος… Ο Σωκράτης ήταν απλώς άρρωστος εδώ και πολύν καιρό»!