Τρίτη, 23 Απριλίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Ἱππῆς (498-550)

ΧΟ. ἀλλ᾽ ἴθι χαίρων, καὶ πράξειας
κατὰ νοῦν τὸν ἐμόν, καί σε φυλάττοι
500 Ζεὺς Ἀγοραῖος· καὶ νικήσας
αὖθις ἐκεῖθεν πάλιν ὡς ἡμᾶς
ἔλθοις στεφάνοις κατάπαστος.
ὑμεῖς δ᾽ ἡμῖν προσέχετε τὸν νοῦν
τοῖς ἀναπαίστοις,
505 ὦ παντοίας ἤδη μούσης
πειραθέντες καθ᾽ ἑαυτούς.

εἰ μέν τις ἀνὴρ τῶν ἀρχαίων κωμῳδοδιδάσκαλος ἡμᾶς
ἠνάγκαζεν λέξοντας ἔπη πρὸς τὸ θέατρον παραβῆναι,
οὐκ ἂν φαύλως ἔτυχεν τούτου· νῦν δ᾽ ἄξιός ἐσθ᾽ ὁ ποητής,
510 ὅτι τοὺς αὐτοὺς ἡμῖν μισεῖ τολμᾷ τε λέγειν τὰ δίκαια,
καὶ γενναίως πρὸς τὸν Τυφῶ χωρεῖ καὶ τὴν ἐριώλην.
ἃ δὲ θαυμάζειν ὑμῶν φησιν πολλοὺς αὐτῷ προσιόντας
καὶ βασανίζειν πῶς οὐχὶ πάλαι χορὸν αἰτοίη καθ᾽ ἑαυτόν,
ἡμᾶς ὑμῖν ἐκέλευε φράσαι περὶ τούτου. φησὶ γὰρ ἁνὴρ
515 οὐχ ὑπ᾽ ἀνοίας τοῦτο πεπονθὼς διατρίβειν, ἀλλὰ νομίζων
κωμῳδοδιδασκαλίαν εἶναι χαλεπώτατον ἔργον ἁπάντων·
πολλῶν γὰρ δὴ πειρασάντων αὐτὴν ὀλίγοις χαρίσασθαι·
ὑμᾶς τε πάλαι διαγιγνώσκων ἐπετείους τὴν φύσιν ὄντας
καὶ τοὺς προτέρους τῶν ποιητῶν ἅμα τῷ γήρᾳ προδιδόντας·
520 τοῦτο μὲν εἰδὼς ἅπαθε Μάγνης ἅμα ταῖς πολιαῖς κατιούσαις,
ὃς πλεῖστα χορῶν τῶν ἀντιπάλων νίκης ἔστησε τροπαῖα·
πάσας δ᾽ ὑμῖν φωνὰς ἱεὶς καὶ ψάλλων καὶ πτερυγίζων
καὶ λυδίζων καὶ ψηνίζων καὶ βαπτόμενος βατραχειοῖς
οὐκ ἐξήρκεσεν, ἀλλὰ τελευτῶν ἐπὶ γήρως, οὐ γὰρ ἐφ᾽ ἥβης,
525 ἐξεβλήθη πρεσβύτης ὤν, ὅτι τοῦ σκώπτειν ἀπελείφθη·
εἶτα Κρατίνου μεμνημένος, ὃς πολλῷ ῥεύσας ποτ᾽ ἐπαίνῳ
διὰ τῶν ἀφελῶν πεδίων ἔρρει, καὶ τῆς στάσεως παρασύρων
ἐφόρει τὰς δρῦς καὶ τὰς πλατάνους καὶ τοὺς ἐχθροὺς προθελύμνους·
ᾆσαι δ᾽ οὐκ ἦν ἐν συμποσίῳ πλήν· «Δωροῖ συκοπέδιλε»,
530 καὶ «τέκτονες εὐπαλάμων ὕμνων»· οὕτως ἤνθησεν ἐκεῖνος.
νυνὶ δ᾽ ὑμεῖς αὐτὸν ὁρῶντες παραληροῦντ᾽ οὐκ ἐλεεῖτε,
ἐκπιπτουσῶν τῶν ἠλέκτρων καὶ τοῦ τόνου οὐκέτ᾽ ἐνόντος
τῶν θ᾽ ἁρμονιῶν διαχασκουσῶν· ἀλλὰ γέρων ὢν περιέρρει,
ὥσπερ Κοννᾶς, στέφανον μὲν ἔχων αὗον, δίψῃ δ᾽ ἀπολωλώς,
535 ὃν χρῆν διὰ τὰς προτέρας νίκας πίνειν ἐν τῷ πρυτανείῳ,
καὶ μὴ ληρεῖν, ἀλλὰ θεᾶσθαι λιπαρὸν παρὰ τῷ Διονύσῳ.
οἵας δὲ Κράτης ὀργὰς ὑμῶν ἠνέσχετο καὶ στυφελιγμούς,
ὃς ἀπὸ σμικρᾶς δαπάνης ὑμᾶς ἀριστίζων ἀπέπεμπεν,
ἀπὸ κραμβοτάτου στόματος μάττων ἀστειοτάτας ἐπινοίας·
540 χοὖτος μέντοι μόνος ἀντήρκει, τοτὲ μὲν πίπτων, τοτὲ δ᾽ οὐχί.
ταῦτ᾽ ὀρρωδῶν διέτριβεν ἀεί, καὶ πρὸς τούτοισιν ἔφασκεν
ἐρέτην χρῆναι πρῶτα γενέσθαι πρὶν πηδαλίοις ἐπιχειρεῖν,
κᾆτ᾽ ἐντεῦθεν πρῳρατεῦσαι καὶ τοὺς ἀνέμους διαθρῆσαι,
κᾆτα κυβερνᾶν αὐτὸν ἑαυτῷ. τούτων οὖν οὕνεκα πάντων,
545 ὅτι σωφρονικῶς κοὐκ ἀνοήτως εἰσπηδήσας ἐφλυάρει,
αἴρεσθ᾽ αὐτῷ πολὺ τὸ ῥόθιον, παραπέμψατ᾽ ἐφ᾽ ἕνδεκα κώπαις,
θόρυβον χρηστὸν ληναΐτην,
ἵν᾽ ὁ ποιητὴς ἀπίῃ χαίρων
κατὰ νοῦν πράξας,
550 φαιδρὸς λάμποντι μετώπῳ.

***
ΧΟΡ. Στο καλό λοιπόν, προχώρα με το χαμόγελο στα χείλη κι όλα να μας έρθουν δεξιά. Να σε σκέπει
[500] ο Δίας ο Αγοραίος· κι από κει να μας ξανάλθεις νικητής, στο κεφάλι σου σωρός τα στεφάνια.
(Στους θεατές:) Εσείς τώρα ακούστε με προσοχή τους ανάπαιστους, εσείς που δείχνετε τόση ευαισθησία σε κάθε λογής ποίηση.

Αν κανείς από τους παλιούς κωμικούς μας ποιητές μάς ζόριζε ν᾽ απευθυνθούμε με την παράβασή μας στο κοινό για να σας μεταφέρουμε τα λόγια του, έπρεπε να μας χρυσώσει για να δει τέτοια χάρη. Αλλά ο σημερινός ποιητής την αξίζει τούτη τη χάρη,
[510] γιατί μισεί τους ίδιους που μισούμε κι εμείς και τολμά να μολογά τα δίκια, και βαδίζει γενναία ενάντια στον Τυφώνα και τον Κυκλώνα. Και μας είπε πως πολλοί από σας τον βρίσκουν και του εκφράζουν την απορία και τον ψιλορωτούν για ποιό λόγο εδώ και χρόνια δεν ζήτησε από τους άρχοντες να παρουσιάσει κωμωδία στους θεατρικούς αγώνες με τ᾽ όνομά του. Λοιπόν μας παρακάλεσε εμείς να σας εξηγήσουμε αυτό το πράμα. Δηλαδή ο άνθρωπος υποστηρίζει ότι δεν ήταν από ανοησία που άφησε να περάσει ο καιρός, αλλά επειδή πίστευε ότι το ανέβασμα μιας κωμωδίας είναι το πιο δύσκολο πράμα στον κόσμο. Πολλοί τη φλερτάρησαν, αλλά σε λίγους άνοιξε την αγκαλιά της. Κι από την άλλη, διαπίστωσε ότι είστε φτερό στον άνεμο κι απαρνηθήκατε τους παλιότερους ποιητές μόλις τους βρήκαν τα γηρατειά.
[520] Πρώτα-πρώτα ήξερε ποιά τύχη είχε ο Μάγνης, από την ώρα που οι άσπρες τρίχες πλήθυναν στο κεφάλι του — ο Μάγνης που έστησε τρόπαια νίκης σε αγώνες κωμωδίας όσο κανένας άλλος ενάντια στους αντιπάλους του! Και τί δεν έκανε για χάρη σας: να κάνει όλες τις φωνές, να παίζει κιθάρα, να φτεροκοπά σαν πουλί, να παρασταίνει τον Λυδό, να παρασταίνει τον ορνιό, να βάφεται με χρώμα βατράχου! Και μ᾽ όλ᾽ αυτά, δεν τα ᾽βγαλε πέρα, και στα στερνά του, στα γεράματα, όχι βέβαια στα νιάτα του, τον πετάξατε απ᾽ τη σκηνή γέρο άνθρωπο, επειδή στέρεψε η σατιρική του φλέβα. Κατόπιν ο ποιητής μας είχε στον νου του τον Κρατίνο, που άλλοτε μες σ᾽ άφθονα χειροκροτήματα χυνόταν σαν νεροσυρμή στις ολόισες πεδιάδες και ξεριζώνοντας απ᾽ τη θέση τους παρέσερνε τις δρυς και τα πλατάνια και τους εχθρούς του με τις ρίζες τους. Σ᾽ όποιο συμπόσιο κι αν πήγαινες, μόνο τα δικά του κομμάτια τραγουδιότανε, το «Δωροδοκία με τσόκαρα από συκοφαντόξυλο»
[530] και το «Πρωτομάστορες καλοδουλεμένων τραγουδιών». Τέτοια δόξα γνώρισε εκείνος. Και τώρα εσείς τον βλέπετε ν᾽ αραδιάζει κοτσάνες και δεν τον ψυχοπονάτε, τώρα που πέσανε τα σιντεφένια στριφτάρια της κιθάρας του και χαλάρωσαν οι κόρδες και λάσκαραν πέρα-πέρα οι αρμοί της. Κι αυτός στα γηρατειά του πλανιέται αλήτης, δεύτερος Κόνων-νάς, με μαραμένο το στεφάνι στο κεφάλι και διψασμένος του θανατά — αυτός που του ᾽πρεπε για τις νίκες που κέρδισε να ᾽χει εξασφαλίσει δημόσια τιμητική κρασοκατάνυξη, κι αντί να λέει σαχλαμάρες, να τον βλέπαμε θρονιασμένο στην πρώτη σειρά, δίπλα στον θρόνο του Διόνυσου, μ᾽ ολόλαμπρο πρόσωπο. Τέλος ο Κράτης — αυτός κι αν δεν άκουσε γιουχαΐσματα, θυμούς και σφυρίγματα, αυτός που με λίγα έξοδα σας έστελνε στο σπίτι χορτάτους· στο ντελικάτο στόμα του ζύμωνε τα πιο φίνα κωμικά ευρήματα. [540] Και μ᾽ όλ᾽ αυτά, μονάχα αυτός κρατιόταν, άλλοτε πέφτοντας χάμω κι άλλοτε μένοντας όρθιος.
Νά λοιπόν τί φοβόταν ο ποιητής μας και ολοένα τ᾽ ανέβαλε, και προσθέτει ακόμα ότι το σωστό είναι ν᾽ αρχίσεις από κουπολάτης, πριν πιάσεις στο χέρι σου τιμόνι, κατόπι να πιλοτάρεις και να βιγλίσεις τους ανέμους, και μόνο ύστερ᾽ απ᾽ όλ᾽ αυτά να γίνεις καπετάνιος στο καράβι σου. Λοιπόν για όλ᾽ αυτά, επειδή σαν μετρημένος άνθρωπος δεν καβάλησε το καλάμι για να λέει στη σκηνή ό,τι του κατέβει, υψώστε για χάρη του κραυγή θριάμβου, ξεπροβοδίστε τον με παλαμάκια και «ζήτω!» βροντερά, που ταιριάζουν στο θέατρο του Ληναίου, έτσι που ο ποιητής να γυρίσει σπίτι του χαρούμενος αφού όλα θα του έρθουν δεξιά,
[550] αστράφτοντας από χαρά, με μέτωπο αχτινοβόλο.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ, Σπερχειός, Στρυμόνας

Σπερχειός

Ο Σπερχειός είναι το κύριο ποτάμι της πατρίδας του Αχιλλέα, γιος του πρωταρχικού ζεύγους των υδάτων, του Ωκεανού και της Τηθύος. Λέγεται πως ο θεός ποταμός ήταν πατέρας του Μενέσθιου από την κόρη του Πηλέα, Πολυδώρα, γαμπρός, επομένως, του Αχιλλέα (Όμ. Ιλ. Π 173-176). Ίσως και γι' αυτό να του έταξε την ξανθιά μπούκλα* του Αχιλλέα σε περίπτωση που γυρνούσε σώος στη Φθία.
 
Στρυμόνας (Αν. Μακεδονία)
 
Λέγεται ότι ο Στρυμόνας ήταν βασιλιάς της Θράκης και γιος του Άρη. Όταν ο γιος του Ρήσος σκοτώθηκε μπροστά στα τείχη της Τροίας, ο Στρυμόνας έπεσε στο ποτάμι που λεγόταν Παλαιστίνος και που μετονομάστηκε σε Στρυμόνα από το όνομα του θράκα βασιλιά.
 
Στην τραγωδία του Ευριπίδη Ρήσος, ο ήρωας είναι γιος του ποταμού Στρυμόνα και μιας Μούσας, της Ευτέρπης ή της Κλειώς ή της Καλλιόπης. Η Μούσα, από ντροπή για το πάθημά της, έριξε το παιδί στα νερά του ποταμού πατέρα του και εκείνος το παρέδωσε στις Νύμφες για να το μεγαλώσουν.
 
Διάφορα επεισόδια συντελούνται κοντά στα νερά του ποταμού:
 
α) Κοντά στις εκβολές του Στρυμόνα αποβιβάστηκε ο Διόνυσος φτάνοντας στη Θράκη, όπου αντιμετώπισε την εχθρότητα του βασιλιά Λυκούργου.
 
β) Ως δέκατο άθλο ο Ηρακλής διατάχθηκε από τον Ευρυσθέα να οδηγήσει στις Μυκήνες από την Ερύθεια, ένα απομονωμένο νησί στον Ωκεανό, τις αγελάδες του βασιλιά Γηρυόνη, γιου του Χρυσάορα και της Καλλιρρόης. Μετά από μακρά και περιπετειώδη πορεία στις χώρες της Μεσογείου, ο ήρωας έφτασε στις ιωνικές ακτές της Ελλάδας, όπου μια βοϊδόμυγα, σταλμένη από την Ήρα, τρέλανε το κοπάδι και το διασκόρπισε στα βουνά της Θράκης. Ο Ηρακλής κατηγόρησε τον Στρυμόνα, ποταμό αρχικά πλωτό, ότι δυσκόλεψε το έργο του να συγκεντρώσει τις αγελάδες. Τον γέμισε λοιπόν με πέτρες και από τότε έπαψε να είναι πλωτός. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή του μύθου, ο Ηρακλής δεν μπορούσε να διασχίσει τον ποταμό επειδή δεν υπήρχε πέρασμα. Έριξε λοιπόν τεράστιους βράχους εμποδίζοντας τα πλοία να τον διαπλέουν. Προφανώς σε ανάμνηση αυτού του επεισοδίου σε οξυπύθμενο μελανόμορφο αμφορέα του Kopenhagen (ιδιωτική συλλογή) του 480/470 π.Χ., ο Ηρακλής βρίσκεται στον κήπο των Εσπερίδων μαζί με τους ποτάμιους θεούς Ωκεανό, Στρυμόνα, Νείλο (ΝΙΛΟΣ).
----------------------
*Ο Αχιλλέας στον Σπερχειό
Είναι η στιγμή που ο Αχιλλέας κόβει την ξανθήν του κόμην που εφύλαγε του ποταμού Σπερχειού, προσφορά στον νεκρό Πάτροκλο, λέγοντας:
 
Άλλα σου ευχήθη, ω Σπερχειέ, το στόμα του πατρός μου
όταν εκεί θα εγύριζα στην γην την πατρικήν μου,
να δώσει εσέ την κόμην μου και αγίαν εκατόμβην,
και αυτού στο κτήμα, στες πηγές, πόχεις βωμόν ευώδη
πεντήκοντ' αμουνούχιστα κριάρια να μου σφάξη.
(Όμ., Ιλ. Ψ 144-148)

ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΪΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Η Αθηναίων πολιτεία λειτουργούσε με θεσμούς άμεσης δημοκρατίας.
 
Με την κλήρωση «από κυάμων», αντί της εκλο­γής, στα περισσότερα αξιώματα και με το μισθό για την άσκηση των πολιτειακών λειτουργημάτων διασφάλιζαν την ισότητα: την ίση συμμετοχή όλων των πολιτών στα δημόσια πράγματα. Και η συμμετοχή αυτή ήταν άμεση.
 
Έτσι, στην Εκκλησία του Δήμου, στη Βουλή, στην Ηλιαία και στα υπόλοιπα συλλογικά όργανα, οι Αθηναίοι πολίτες μετείχαν απ’ ευθείας, δηλαδή αυτοπροσώπως. Η δε συμμετοχή τους στα κοινά ή­ταν συνεχής και καθημερινή. Στην αθηναϊκή δη­μοκρατία ο θεσμός της αντιπροσώπευσης και της επαγγελματοποίησης της πολιτικής ήταν άγνωστος.
 
Κατ’ εξαίρεση γινόταν με εκλογή η ανάδειξη σε αξιώματα που «ἐδέοντο ἐμπειρίας καί τέχνης», ό­πως στην περίπτωση των δέκα στρατηγών. Είναι, πά­ντως, προφανές ότι οι θεσμοί της άμεσης δημοκρατίας ήταν συνυφασμένοι με την «πόλη-κράτος», ενώ στα μεγάλα κράτη της εποχής μας ισχύει η έμμεση δημοκρατία της «Βουλής των αντιπροσώπων», όπου οι «αντιπρόσωποι» του λαού μπορούν να θέλουν ο­τιδήποτε «εν ονόματι», «αντί» και «για λογαριασμό» των εκλογέων τους, χωρίς να λογοδοτούν απέναντι τους για γνώμη ή ψήφο, ως μονή δε «κύρωση» υ­πάρχει το ενδεχόμενο της μη επανεκλογής τους. Οι «νομοθέτες» θα μπορούσαν, κατά κάποιο τρόπο, να παρομοιαστούν με τη σημερινή επιστημονική υπηρεσία της Βουλής.
 
Η κυρίως νομοθετική διαδικασία
 
Η διαδικασία θεσπίσεως νόμων ή ψηφισμάτων α­πό την Εκκλησία του Δήμου αποτελούσε εφαρμογή της άμεσης δημοκρατίας.
 
Κατά την έναρξη του βουλευτικού έτους η Εκκλησία του Δήμου αποφάσιζε για την ανάγκη ψήφισης νέων νόμων ή ψηφισμάτων («ἐπιχειροτονία νόμων»).
 
Η απόφαση αυτή είχε χαρακτήρα ουσιαστικά κυ­βερνητικό: προϋπέθετε την πολιτική επιλογή για την επίτευξη κάποιου συγκεκριμένου σκοπού, ο ο­ποίος χωρίς τη θέσπιση συναφούς κανόνα δικαίου θα ήταν αδύνατον να πραγματωθεί.
 
Κάθε Αθηναίος πολίτης μπορούσε, ασκώντας νομοθετική πρωτοβουλία -που σήμερα, με το αντι­προσωπευτικό σύστημα, ανήκει μόνο στη Βουλή και στην κυβέρνηση (1)- να υποβάλει γραπτώς πρότα­ση νόμου στην Εκκλησία του Δήμου, όπου και διαβαζόταν για να καταστεί δημοσίως γνωστή. Επι­πλέον η πρόταση έπρεπε να τοιχοκολληθεί, προς μείζονα κατοχύρωση του δικαιώματος της πληρο­φόρησης περί τα κοινά, και στο οίκημα του «επώ­νυμου άρχοντα», ενός από τους εννέα άρχοντες, που αποτελούσαν την ανώτατη διοίκηση. Ο πολίτης που ασκούσε νομοθετική πρωτοβουλία αναλάμβανε κατ' την ευθύνη για το περιεχόμενο της πρότασης του, πράγμα που αποτυπωνόταν και στο κείμενο του νό­μου: «ειπόντος του τάδε». Αν η πρόταση νόμου α­ποσκοπούσε όχι στη θέσπιση νέων αλλά στην τρο­ποποίηση ισχυουσών ρυθμίσεων, ο εισηγούμενος την πρόταση έπρεπε να τη συνοδεύει και με τις τρο­ποποιούμενες διατάσεις. Παρόμοια υποχρέωση ισχύει και στα σύγχρονα πολιτεύματα προς πληρέ­στερη και ακριβέστερη ενημέρωση των μελών του νομοθετικού σώματος (2).
 
Η Εκκλησία του Δήμου δεν επιτρεπόταν να νο­μοθετήσει για οτιδήποτε «απροβούλευτον» (3). Διαβίβαζε προηγουμένως την πρόταση νόμου στη Βουλή, η οποία ήταν υποχρεωμένη να υποβάλει τη γνώμη της στην Εκκλησία του Δήμου. Η γνώμη αυτή της Βουλής, το «προβούλευμα», ήταν, με σύγχρονη ο­ρολογία, μία απλή - όχι «σύμφωνη», δηλαδή δεσμευτική - γνώμη, που αποτελούσε όμως ουσιώδη τύπο της νομοθετικής διαδικασίας. Συνιστούσε εγ­γύηση για την Εκκλησία του Δήμου ότι το Ζήτημα είχε ελεγχθεί σε πρώτη επεξεργασία. Η αποφασι­στική αρμοδιότητα για την ψήφιση του νόμου ανή­κε πάντως στην Εκκλησία του Δήμου, πράγμα που η Βουλή αναγνώριζε με τη φράση: «ό,τι αν τω Δή­μω δοκεί άριστον είναι». Παρόμοια διαδικασία μιας πρώτης επεξεργασίας των νομοσχεδίων ή προτάσε­ων νόμων ισχύει και σήμερα: η Βουλή συζητεί επ’ αυτών μετά την επεξεργασία τους από τις αρμόδιες κοινοβουλευτικές («διαρκείς») επιτροπές (4).
 
Της ψηφοφορίας στην Εκκλησία του Δήμου προηγείτο συζήτηση, στην οποία μπορούσε να μετά­σχει κάθε πολίτης. Στην πράξη πάντως η συζήτηση περιοριζόταν μεταξύ των επιφανών Αθηναίων πολι­τικών. Η ψηφοφορία γινόταν με ανάταση των χει­ρών. Ο Επιστάτης των Πρυτάνεων, ο οποίος προή­δρευε της συνεδριάσεως, καταμετρούσε τις ψήφους. Έστω και αν ο νόμος ψηφιζόταν, ο Επιστάτης των Πρυτάνεων είχε τη δυνατότητα, είτε με δική του πρωτοβουλία είτε με πρωτοβουλία άλλου βουλευτή ή πολίτη, να επαναφέρει την πρόταση για συζήτηση.
 
Μετά το 403-402 π.Χ. η διαδικασία για τη θέσπι­ση νόμων από την Εκκλησία του Δήμου περιέλαβε και ένα ακόμη στάδιο επεξεργασίας των προτάσεων νόμου από ένα πολυμελές συμβούλιο «νομοθετών», δηλαδή δικαστών αναδεικνυόμενων με κλήρωση. Οι «νομοθέτες» αυτοί, λόγω της δικαστικής ιδιότη­τας τους, είχαν κάποια εξοικείωση -όχι εξειδίκευ­ση- με το δίκαιο (αφού ήσαν λαϊκοί, απλοί πολίτες, που αναδεικνύονταν στο δικαστικό αξίωμα είτε με κλήρωση είτε επειδή μετείχαν στο Ηλιαστικό Δικαστήριο βάσει της ιδιότητας τους ως Αθηναίων πο­λιτών). Επιτελούσαν πάντως ένα έργο που θα μπο­ρούσε, κατά κάποιο τρόπο, να παρομοιαστεί με το έργο που επιτελεί σήμερα η επιστημονική υπηρε­σία της Βουλής στη χώρα μας (5).
 
Η επεξεργασία των προτάσεων νόμου γινόταν πριν διαβιβαστεί n πρόταση από την Εκκλησία του Δήμου στη Βουλή. Ένα σημείο που πρέπει να τονι­στεί εδώ και που καταδεικνύει το σεβασμό των Αθηναίων στους «πατρώους νόμους» είναι ότι οι «νομοθέτες», πριν εκφέρουν τη γνώμη τους ή τις παρατηρήσεις τους επί της προτάσεως νόμου, έπρε­πε να ακούσουν μια επιτροπή πολιτών που ανα­λάμβανε να υποστηρίζει τον παλαιό νόμο έναντι της νέας προτεινόμενης ρύθμισης.
 
Οι γραφές «παρανόμων» και «νόμον μή ἐπιτήδειον θεῖναι»
 
Δύο «γραφές» - δίκες δημοσίου δικαίου, όπως θα λέγαμε σήμερα- είχαν μεγάλη σπουδαιότητα, κα­θώς αποτελούσαν προληπτικές και συγχρόνως κα­τασταλτικές εγγυήσεις τηρήσεως του πολιτεύματος: η «γραφή παρανόμων» και η «γραφή νόμον μη επιτήδειον θείναι», που εκδικάζονταν από το δικα­στήριο της Ηλιαίας.
 
Η «γραφή παρανόμων» (8) ήταν μία δημοσίου δικαί­ου δίκη εναντίον εκείνου ο οποίος είχε προτείνει νό­μο ή ψήφισμα που ερχόταν σε αντίθεση με τους προϋφιστάμενους κανόνες ή που είχε θεσπισθεί κα­τά παράβαση της νομοθετικής διαδικασίας. Μόλις ο μηνυτής εξεδήλωνε την πρόθεση του, με δημόσιο όρκο («υπωμοσία»), να καταθέσει «γραφή παρανό­μων», η συνέχιση της νομοθετικής διαδικασίας ανα­στελλόταν. Αναστελλόταν επίσης η ισχύς του νέου νόμου ή ψηφίσματος, εάν η νομοθετική διαδικασία επί της προτάσεως νόμου είχε ήδη ολοκληρωθεί.
 
Οι γραφές «παρανόμων» και «νόμον μή ἐπιτήδειον θεῖναι», καθώς και ο οστρακισμός προστάτευαν τη λειτουργία του πολιτεύματος.
 
Η αναστολή διαρκούσε, και στις δύο περιπτώσεις, έως την έκδοση της δικαστικής απόφασης. Εάν η από­φαση ήταν καταδικαστική για τον προτείνοντα, τότε ο νόμος ή το ψήφισμα ακυρωνόταν ή σταματούσε η περαιτέρω νομοθετική διαδικασία επί της προτάσε­ως. Η ποινή για τον ένοχο ήταν πρόστιμο και, σε πε­ρίπτωση υποτροπής για τρίτη φορά, στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων («ατιμία»). Αν η δικαστική α­πόφαση επί της «γραφής παρανόμων» ήταν απαλ­λακτική, η νομοθετική διαδικασία συνεχιζόταν ή ο ψηφισθείς νέος κανόνας δικαίου -νόμος ή ψήφισμα-ανακτούσε την ανασταλείσα ισχύ του.
 
Η γραφή «νόμον μή ἐπιτήδειον θεῖναι» (7) ήταν ε­πίσης δίκη δημοσίου δικαίου εναντίον της θεσπίσε­ως ασύμφορου νόμου, δηλαδή νόμου που θα μπο­ρούσε να βλάψει τα συμφέροντα της πόλεως. Η δια­φορά της γραφής αυτής από τη «γραφή παρανόμων» συνίστατο στο ότι αφορούσε μόνο νόμους, όχι ψη­φίσματα. Οι ποινές επί καταδίκης ήσαν κατά πολύ βαρύτερες από τις ποινές της «γραφής παρανόμων»: εξικνούντο έως το θάνατο. Πάντως η γραφή «νόμον μή ἐπιτήδειον θεῖναι» έπρεπε, για να έχει ποινικές συνέπειες, να ασκηθεί μέσα σε προθεσμία ενός έ­τους από την ψήφιση του νόμου.
 
Εκτός από την ατομική κύρωση της επιβολής ποινής, οι δύο «γραφές» είχαν και ακυρωτικό απο­τέλεσμα ως προς το νόμο ή το ψήφισμα.
 
Οι «γραφές» αυτές θα μπορούσαν να χαρακτηρι­σθούν ως διφυή ένδικα βοηθήματα, τόσο ποινικού όσο και διοικητικού (ακυρωτικού) χαρακτήρα.
 
Εκτός από τις ήδη αναφερθείσες «γραφές» υπήρ­χε και η ενώπιον του Ηλιαστικού Δικαστηρίου α­σκούμενη «γραφή» και κατά του Επιστάτη των Πρυ­τάνεων («επιστατική γραφή»).
 
Εικάζεται ότι καταδικαστικές αποφάσεις της Ηλιαίας σε οποιαδήποτε από τις πιο πάνω «γραφές» σπανιότατα μόνον εκδίδονταν. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων οι απο­φάσεις απήλλασσαν τον κατηγορούμενο κατ' επικύρωναν το θεσπισθέντα νόμο ή το ψήφισμα. Τούτο συνέβαινε προδήλως διότι το πολυμελέστατο δικαστήριο της Ηλιαίας αποτελούσαν τα ίδια τα μέ­λη της Εκκλησίας του Δήμου που είχαν ήδη ψηφίσει το νόμο ή το ψήφισμα. Δύσκολα θα μπορούσαν, επομένως, οι ίδιοι πολίτες να αναιρούν δικαστικά αυτό που είχαν αποφασίσει νομοθετικά.
 
Σημειώθηκε ότι οι γραφές «παρανόμων» και «νό­μον μη επιτήδειον θείναι» δεν ήσαν μόνο κατα­σταλτικές αλλά και προληπτικές εγγυήσεις τηρή­σεως των πολιτικών κατ' δικαιϊκών θεσμών της α­θηναϊκής δημοκρατίας. Ο προληπτικός χαρακτή­ρας των γραφών αυτών συνίστατο στο ότι οι επαπει­λούμενες βαριές ποινές λειτουργούσαν αποτρεπτι­κά για τη θέσπιση νέων νομοθετικών ρυθμίσεων που θα ήσαν «δυνάμει» επικίνδυνες για τη λειτουργία του πολιτεύματος.
 
Οστρακισμός
 
Προληπτική και κατασταλτική εγγύηση για τη λειτουργία του αθηναϊκού πολιτεύματος ήταν και ο θεσμός του οστρακισμού. Βάσει αυτού η Εκκλησία του Δήμου μπορούσε να εξορίζει επί ορισμένο χρό­νο αυτούς που θεωρούσε επικίνδυνους για το πολί­τευμα κατ' την ασφάλεια της πόλεως, επειδή είχαν α­ποκτήσει κάποια φήμη ή δύναμη στο δημόσιο βίο. Ο οστρακισμός είχε ως δικαιολογητική Βάση την α­ποφυγή αποκτήσεως πολιτικής ισχύος. «Ο γαρ οστρακισμός την αυτήν έχει δύναμιν τρόπον τινά, τω κολούειν τους υπερέχοντας» (3). Οι Αθηναίοι πολίτες έγραφαν σε μικρά κεραμίδια (όστρακα) το όνομα ε­κείνου που επιθυμούσαν να απομακρύνουν από την πόλη. Η ψηφοφορία ήταν μυστική. Λόγω της σοβα­ρότητας του Ζητήματος, για να ληφθεί απόφαση οστρακισμού, ήταν απαραίτητο να συγκεντρωθούν έξι χιλιάδες ψήφοι υπέρ η – κατ’ άλλην εκδοχή - η α­πόλυτη πλειοψηφία έτη παρόντων τουλάχιστον έξι χιλιάδων (10).
 
Το δικαίωμα και καθήκον αντιστάσεως κατά της καταλύσεως της δημοκρατίας
 
Σημαντικός θεσμός για την προστασία του δημο­κρατικού πολιτεύματος υπήρξε και η μέριμνα για την αποτροπή καταλύσεως της δημοκρατίας. Σύμφωνα με το «Ψήφισμα του Δημοφάντου» (410 Π.Χ.): «Ἐάν τις δημοκρατίαν καταλύῃ τήν Ἀθήνησιν ἤ ἀρ­χήν τίνα ἄρχῃ καταλελυμένης τῆς δημοκρατίας, πο­λέμιος ἔστω τῶν Ἀθηναίων καί νηποινί τεθνάτω καί τά χρήματα αὐτοῦ δημόσια ἔστω καί τοῦ θεοῦ τό ἐπιδέκατον, ὁ δέ ἀποκτείνας τόν ταῦτα ποιήσαντα καί ὁ συμβουλεύσας ὅσιος ἔστω καί εὐαγής...» (11). Ο νό­μος αυτός, πρόδρομος των συγχρόνων προστατευτικών του πολιτεύματος ποινικών διατάξεων που τιμωρούν την «εσχάτη προδοσία», καθιερώνει το δι­καίωμα αντιστάσεως, το οποίο, συνδυαζόμενο με το θαυμασμό και σεβασμό προς τους τυραννοκτόνους - περίπτωση Αρμοδίου και Αρειστογείτονος - αποδεικνύει πόσο περί πολλού είχαν οι Αθηναίοι το πο­λίτευμα τους και τους δημοκρατικούς θεσμούς που αποτέλεσαν τη βάση της μεγαλειώδους δημιουργίας τους στον πολιτικό, το φιλοσοφικό, τον καλλιτεχνικό και τον πολιτισμικό εν γένει τομέα.
 
Το πολίτευμα της αθηναϊκής δημοκρατίας, παρά τις όποιες εσωτερικές αντιφάσεις του και όσα αρνητικά στοιχεία εμφάνισε στη λειτουργία του ή στις σχέσεις του και στην εν γένει συμπεριφορά των Αθηναίων προς άλλες πόλεις-κράτη (π.χ. έναντι των Δηλίων), υπήρξε αναμφισβήτητα μια πρωτοποριακή ιστορική κατάκτηση της ελληνικής αρχαιότητας.
--------------------
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Βλ. άρθρο 73 παρ. 1 Συντ.
2. Βλ. άρθρο 74 παρ. 4 Συν. και άρθρο 85 παρ. 3 και 4 του Κανονισμού της Βουλής.
3. Αριστοτέλους, Αθ. Πολ. XLV, 5.
4. Βλ. άρθρο 74 παρ. 2 Συντ. κατ άρθρο 89 του Κανονισμού της Βουλής.
5. Βλ. άρθρο 74 παρ. 1 Συντ. και άρθρο 160 επ. του Κανονισμού της Βουλής.
6. Glotz, 190 en., Mac Dowell, 80 επ., Walker, 100 επ., Stockton, 79 επ.
7. Glotz, 191, Biscardi, 121, οημ, 68.
8. Βλ. Glotz, 184 επ., Forrest, 201 επ.
9 . Αρτοτοτέλους, Πολ. 1284 α 17 επ., 20, 42.
10. Βλ. Glotz, 184 επ.
11. Βλ. Βελισσαροπούλου, 65 επ., όπου ολόκληρο το κείμενο του νόμου, καθώς και σ. 67 επ., όπου ο ιδίου περιεχομένου νόμος του Εύκρατους (336 π.Χ.) και ο νόμος Ιλίου κατά των τυράννων, ολιγαρχίας κατ δήμου καταλύοεως (3ος αιώνας π.Χ.)

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ

Ο Πλούταρχος, από τους κύριους εκπροσώπους της πεζογραφίας των αυτοκρατορικών χρόνων, γεννήθηκε στη Χαιρώνεια της Βοιωτίας περί το 50 μ.Χ. Ως γόνος σπουδαίας οικογένειας έλαβε επιμελημένη παιδεία, και στη φοίτησή του κοντά στον Αιγυπτιακής καταγωγής φιλόσοφο Αμμώνιο, αρχηγό, την περίοδο εκείνη, της Ακαδημίας στην Αθήνα, οφείλει τη μύησή του στη φιλοσοφία. Τα πολλά ταξίδια του, στην Ασία, την Αίγυπτο και κυρίως την Ιταλία, διεύρυναν τον γνωστικό του ορίζοντα και τον έφεραν σε επαφή με εξέχουσες προσωπικότητες της εποχής, κυρίως επιφανείς Ρωμαίους, με τη μεσολάβηση των οποίων απέκτησε το δικαίωμα του Ρωμαίου πολίτη. Ανάμεσα στους φιλικούς δεσμούς που δημιούργησε, κορυφαία θέση κατέχουν αυτοί προς τον φιλόσοφο Φαβωρίνο και τον δύο φορές ύπατο επί Τραϊανού Σόσσιο Σενεκίωνα, τον οποίο προσφωνεί σε πολλά έργα του. Οι πληροφορίες της Σούδας ότι παραχωρήθηκε στον Πλούταρχο το υπατικό αξίωμα, και του Ευσέβιου ότι έγινε έπαρχος της Ελλάδας, ακόμα κι αν δεν ευσταθούν, φανερώνουν το αυξημένο κύρος του στους Ρωμαϊκούς κύκλους, που δημιουργήθηκε στα σύντομα διαστήματα (αρχικά περί το 80 και αργότερα λίγο μετά το 90 μ.Χ.) της παραμονής του στην πρωτεύουσα.

Ο Πλούταρχος προτίμησε τον παραδοσιακό οικογενειακό βίο (παντρεύτηκε την Τιμοξένα και απέκτησε τέσσερις γιους και μία κόρη) και τις φιλικές συναναστροφές στην πόλη του- των οποίων συνεκτικός δεσμός υπήρξαν τα κοινά φιλοσοφικά ενδιαφέροντα-, μαζί με τη δραστηριότητα του πολυμαθούς μελετητή και ακαταπόνητου συγγραφέα, άτυπου αρχηγού κύκλου διανοουμένων, οι οποίοι διαρκώς επιζητούσαν τη συναναστροφή του. Καθώς η ιδιοσυγκρασία του δεν ήταν αυτή του σοφού που αποσύρεται στην ασκητική μόνωση των μελετών, επιδίωξε τη συμμετοχή στα κοινά, όπου υπηρέτησε την πόλη του καταλαμβάνοντας δημόσια αξιώματα, ανάμεσα στα οποία του πρεσβευτή και του επώνυμου άρχοντα. Καθοριστική για τη ζωή του και με εμφανείς τις αποτυπώσεις στο έργο του— ήταν ιδίως η σχέση του με το Δελφικό ιερό. Στο κοντινό της γενέτειράς του θρησκευτικό και εθνικό κέντρο, με τους κύκλους του οποίου συνδέθηκε στενά, κατέλαβε και άσκησε επί σειρά ετών ανώτατα αξιώματα. Όπως πληροφορούν Δελφικές επιγραφές, περί το έτος 95 του απονεμήθηκε ισόβια το ιερατικό αξίωμα, ενώ, μετά από τον θάνατό του (περίπου το 120 μ.Χ.) του αφιερώθηκε μνημείο με το επίγραμμα:

Δελφοί Χαιρωνεύσιν ομού Πλούταρχον έθηκαν
τοις Αμφικτιόνων δόγμασι πειθόμενοι.


Ως φιλόσοφος ο Πλούταρχος ανήκει στον Μέσο Πλατωνισμό, το πνευματικό κίνημα που δημιουργήθηκε κατά τα τελευταία προ Χριστού έτη από πλειάδα σπουδαίων στοχαστών, των οποίων το έργο αποτελεί ενδιάμεσο της Ακαδημίας και του Νεοπλατωνισμού.

O Μέσος Πλατωνισμός, τουλάχιστον στις απαρχές του, διατηρούσε στοιχεία εκλεκτικισμού, προσπαθώντας να συνδυάσει την Πλατωνική θεωρία με τα διδάγματα άλλων Ελληνικών σχολών. Ο ίδιος ο Αμμώνιος, διδάσκαλος του Πλουτάρχου στη φιλοσοφία, ήταν Περιπατητικός, αλλά είχε δεχτεί την ισχυρή επίδραση των Ακαδημαϊκών δογμάτων. Ο Πλούταρχος δεν κατέχει, βέβαια, στον χώρο της φιλοσοφίας τη θέση του ιδρυτή σχολής ή του εισηγητή νέας θεωρίας, αλλά μάλλον του εκλαϊκευτή της φιλοσοφικής γνώσης. Στον τομέα αυτό, όμως, αναδείχτηκε από τους διαπρεπέστερους, ενώ ως προς τη θεωρητική διαμόρφωση συγκεκριμένων φιλοσοφικών εννοιών (λ.χ. η πεποίθησή του για τη δυνατότητα απόκτησης εποπτείας της νοητής αρχής δια της ενόρασης) υπήρξε προπομπός ανάλογων ιδεών του Νεοπλατωνισμού.

Το σωζόμενο συγγραφικό έργο του Πλουτάρχου διακρίνεται στο ιστορικό-βιογραφικό μέρος και στα ονομαζόμενα Ηθικά συγγράμματα.

Στους Παραλλήλους βίους, στους οποίους ο συγγραφέας οφείλει μεγάλο μέρος της φήμης του, περιλαμβάνονται είκοσι δύο ζεύγη Ελλήνων και Ρωμαίων επιφανών ανδρών και τέσσερις μεμονωμένες βιογραφίες, όπου πραγματοποιείται άμεση παραβολή των προσωπικοτήτων και μέσω αυτής έμμεση σύγκριση του Ελληνικού και Ρωμαϊκού παρελθόντος. Οι Βίοι βρίσκονται, τόσο από πλευράς μορφής όσο και από πλευράς περιεχομένου, μεταξύ ιστοριογραφίας και ηθολογίας. Παρ’ ότι ενταγμένος στη βιογραφική παράδοση που ξεκινά με τον Ξενοφώντα και φτάνει ως τους συγχρόνους του Ρωμαίους Τερέντιο Ουάρωνα και Κορνήλιο Νέπωτα, ο Πλούταρχος είναι αυτός που προσέδωσε στην ιστορική βιογραφία τη γραμματολογική της αυτοτέλεια. Φιλοδοξία του δεν ήταν να συγγράψει καθαυτό ιστορικό έργο, αλλά να περιγράψει το ήθος των προσώπων, όπως αυτό αναδεικνύεται μέσω προπαντός των πράξεων, ακόμα και των λιγότερο σπουδαίων, και με τη συγγραφή του να διδάξει, κατά κύριο λόγο, και να παιδαγωγήσει. Από την καταγραφή της ατομικής δράσης προκύπτει το ηθικό δέον που προτείνει ο συγγραφέας, ο οποίος, και ως βιογράφος, παραμένει κυρίως ηθικός στοχαστής.

Οι θρησκευτικές πεποιθήσεις του Πλουτάρχου εξωτερικεύονται με τον ζήλο του ανθρώπου που, πάνω από οτιδήποτε άλλο, διακηρύσσει την αταλάντευτη πίστη του στη θεία δικαιοσύνη και στην αθανασία της ψυχής.

Η ανάγνωση των έργων του Πλουτάρχου τέρπει με την πολυμάθεια του συγγραφέα, που εκδηλώνεται με την ποικιλία των αναπτυσσόμενων θεμάτων και το πλήθος των πληροφοριών, όπως υποστηρίζονται μορφολογικά από το μετριοπαθές γλωσσικό ιδίωμα, που αποφεύγει τις υπερβολές του Αττικισμού- παρ’ ότι αναφερόμαστε σε εποχή ακμής του κινήματος αυτού. Οι μακρές περίοδοι του λόγου και η συμπύκνωση μέσα σ’ αυτές πολλών νοημάτων ή σκέψεων είναι από τα κυριότερα χαρακτηριστικά στοιχεία του ύφους του. Ο θαυμασμός αρχαίων και μεταγενέστερων για τον συγγραφέα της Χαιρώνειας θεμελιώθηκε τόσο στο ότι ευλαβείται τη ζωή και αντιμετωπίζει με μετριοπάθεια τα ανθρώπινα όσο και στον δεξιοτεχνικό και εύχαρι τρόπο με τον οποίο εκδήλωσε τις ιδέες αυτές στο συγγραφικό έργο του. Ακόμα περισσότερο ο θαυμασμός αυτός ενισχύθηκε από το γεγονός ότι το έργο του Πλουτάρχου σύμφωνα, άλλωστε, και με το γενικό πνεύμα της εποχής -διαπνέεται από τη διάθεση για επάνοδο στις ιστορικές, φιλοσοφικές και ηθικές παραδόσεις των λαμπρών χρόνων του παρελθόντος.

VIRGINIA SATIR: Το σύστημα αναπαράγεται από τους αρχιτέκτονες της οικογένειας, τους γονείς

Σχετική εικόναΌταν ένα μωρό έρχεται στον κόσμο, δεν έχει παρελθόν, δεν έχει πείρα για να χειριστεί τον εαυτό του, δεν έχει κριτήρια για να κρίνει την αξία του. Το μωρό πρέπει να στηρίζεται στις εμπειρίες του με τους ανθρώπους και στα μηνύματά τους για την αξία του ως ατόμου. Στα πρώτα πέντε ή έξι χρόνια η αυτοεκτίμηση του παιδιού σχηματίζεται αποκλειστικά σχεδόν μέσα στην οικογένεια. Μόλις το παιδί πάει στο σχολείο, άλλες επιρροές έρχονται να το επηρεάσουν, η οικογένεια ωστόσο παραμένει βασικός παράγοντας. Εξωτερικές δυνάμεις τείνουν να ενδυναμώσουν τα συναισθήματα της αξίας ή της αναξιότητας που το παιδί έμαθε στο σπίτι: το μικρό, το γεμάτο αυτοπεποίθηση, μπορεί να ξεπεράσει πολλές αποτυχίες στο σχολείο ή με τους συνομηλίκους του. Ενώ το παιδί, που δεν εκτιμάει τον εαυτό του, μπορεί να έχει πολλές επιτυχίες και όμως να αισθάνεται την αμφιβολία για την αξία του να του τρώει τα σωθικά. Ακόμη και μια μόνο αρνητική εμπειρία μπορεί να δημιουργήσει δυσανάλογα με το γεγονός αποτελέσματα.

Η κάθε λέξη, η κάθε έκφραση του προσώπου, κάθε χειρονομία ή ενέργεια των γονιών στέλνει στο παιδί ένα μήνυμα για το πόσο αξίζει ο εαυτός του. Είναι θλιβερό πως τόσοι γονείς δε συνειδητοποιούν τα μηνύματα που στέλνουν. Μια μάνα μπορεί να πάρει το μπουκέτο που σφίγγει στο χεράκι του το τρίχρονο παιδάκι της και να πει: “Πού τα μάζεψες αυτά;”- υπονοώντας με τον τόνο της φωνής της και το χαμόγελό της: “Γλυκό μου παιδάκι, που μου έφερες λουλούδια! Πού φυτρώνουν τόσο όμορφα λουλούδια;”. Αυτό το μήνυμα ενδυναμώνει το συναίσθημα της αξίας τού εαυτού τού παιδιού. Μπορεί όμως να πει: “Τι ωραία!” και να προσθέσει με επικριτική φωνή: “Τα ‘κοψες από τον κήπο της κυρίας Ράντολ;” υπονοώντας μ’ αυτόν τον τρόπο ότι ήταν κακό που το παιδί έκλεψε. Αυτό το μήνυμα κάνει το τρίχρονο παιδί να αισθάνεται κακό, πονηρό και ανάξιο.

Τι λογής αυτοεκτίμηση η οικογένειά σου δημιουργεί στα παιδιά και ενδυναμώνει στους μεγάλους; Μπορείς ν’ αρχίσεις να το ερευνάς με το παρακάτω πείραμα.

Απόψε, αφού η οικογένεια καθίσει στο τραπέζι για το δείπνο, παρατήρησε τι συμβαίνει στα συναισθήματά σου για τον εαυτό σου, όταν τα άλλα μέλη της οικογένειας απευθύνονται σε σένα. Μερικές φράσεις τους δε θα σου συνπροκαλέσουν καμία ιδιαίτερη ανταπόκριση. Μολαταύτα θα παρατηρήσεις έκπληκτος ότι ακόμα και φράσεις όπως “δώσε μου τις πατάτες, σε παρακαλώ”, μπορεί να δημιουργήσουν συναισθήματα αξίας ή υποτίμησης του εαυτού, ανάλογα με τον τόνο της φωνής του ομιλητή, την έκφραση του προσώπου, τη στιγμή που διαλέγει να μιλήσει (το μήνυμα διέκοψε κάτι που ‘λεγες ή αγνόησε αυτό που είπες;) καθώς και από το πόσο καλά εσύ ο ίδιος αισθάνεσαι για τον εαυτό σου. Αν τα πας καλά μαζί του, μπορείς να ανακαλύψεις ότι έχεις πολλές επιλογές για τον τρόπο με τον οποίο θα απαντήσεις. Αν δεν τα πας και πολύ καλά με τον εαυτό σου όμως, ίσως να ανακαλύψεις ότι δεν έχεις και πολλές επιλογές.

Στα μισά της διάρκειας του δείπνου, άλλαξε την οπτική σου γωνία. Άκουσε αυτά που εσύ λες στους άλλους. Προσπάθησε να μπεις στη θέση τους και φαντάσου πώς θα αισθανόσουν αν κάποιος σου μίλαγε έτσι, όπως μιλάς τώρα, αυτή τη στιγμή εσύ. Θα αισθανόσουνα, για παράδειγμα, ότι αξίζεις κι ότι σ’ αγαπάνε;

Αύριο το βράδυ, εξήγησε αυτό το παιχνιδάκι και στα άλλα μέλη της οικογένειας και κάλεσέ τους να το παίξουν μαζί σου. Θα σας βοηθήσει, αν διαβάσεις αυτό το κεφάλαιο δυνατά πριν παίξετε όλη η οικογένεια. Μετά το δείπνο, μιλήστε όλοι μαζί για το τι ανακαλύψατε και τι αισθανθήκατε.

Αισθήματα αξίας μπορούν να ανθίσουν μόνο μέσα σε μια ατμόσφαιρα, στην οποία αναγνωρίζονται οι ατομικές διαφορές, εκφράζεται ανοικτά η αγάπη, τα λάθη χρησιμοποιούνται για να μάθεις, η επικοινωνία είναι ανοικτή και οι κανόνες ελαστικοί, αναπτύσσεται η υπευθυνότητα (η σύζευξη της υπόσχεσης με την πραγμάτωση) και εφαρμόζεται στην πράξη η τιμιότητα, στην ατμόσφαιρα εκείνη που βρίσκει κανείς σε μια διαπαιδαγωγούσα οικογένεια, όπου εφαρμόζονται τα παραπάνω, συνήθως τα ‘χουν καλά με τον εαυτό τους και είναι, κατά συνέπεια, συναισθηματικά, γερά στο σώμα και ικανά.

Αντίστροφα, όσα παιδιά μεγαλώνουν σε διαταραγμένες οικογένειες, αισθάνονται συχνά ανάξια, καθώς μεγαλώνουν με “παραμορφωμένη” επικοινωνία, με άκαμπτους κανόνες, κατακρίνονται για τις ατομικές διαφορές τους, τιμωρούνται για τα λάθη τους και δεν αποκτούν καμιά εμπειρία υπευθυνότητας. Αυτά τα παιδιά μεγαλώνουν με τον κίνδυνο να αναπτύξουν καταστροφικές συμπεριφορές απέναντι στον εαυτό τους ή και στους άλλους. Μεγάλο μέρος από το δυναμικό του ατόμου κρατιέται σε αδράνεια σε τέτοιες περιπτώσεις. Αν κάτι παρόμοιο έχει συμβεί και σε σας, ελπίζω πως τώρα θ’ αρχίσετε να κάνετε ό,τι είναι απαραίτητο για να απελευθερώσετε αυτήν την ενέργεια.

Οι ίδιες διαφορές αυτοεκτίμησης μπορεί να παρατηρηθούν και στα ενήλικα μέλη της οικογένειας. Όχι τόσο γιατί η οικογένεια επηρεάζει την αίσθηση του εαυτού που έχει ο ενήλικος (αν και σίγουρα συμβαίνει και αυτό) όσο γιατί οι γονείς με ανώτερη αυτοεκτίμηση είναι πιθανότερο να δημιουργήσουν διαπαιδαγωγούσες οικογένειες, ενώ γονείς με χαμηλό βαθμό αυτοεκτίμησης θα φτιάξουν πιθανότατα διαταραγμένες οικογένειες. Το σύστημα αναπαράγεται από τους αρχιτέκτονες της οικογένειας: τους γονείς.

Μετά από χρόνια δουλειάς με οικογένειες, κατάλαβα ότι δεν μπορώ πια να κατηγορώ τους γονείς, άσχετα από το πόσο ανόητα ή καταστρεπτικά φέρονται. Τους καθιστώ υπεύθυνους όμως ως προς το να δεχτούν τα αποτελέσματα των πράξεων τους και να μάθουν να συμπεριφέρονται διαφορετικά. Αυτό είναι ένα πρώτο καλό βήμα για να καλυτερέψει η κατάσταση όλης της οικογένειας.

 Βιρτζίνια Σατίρ, Πλάθοντας ανθρώπους

VIRGINIA SATIR: Οι φάσεις κρίσεων από τις οποίες περνάει μία οικογένεια

Θα ήθελα να περιγράψω τις κύριες φυσιολογικές φάσεις απ’ τις οποίες περνάει μια οικογένεια, καθώς ωριμάζουν τα μέλη της. Όλες αυτές οι φάσεις σημαίνουν κρίση και παροδική ανησυχία και έχουν ανάγκη μιας περιόδου προσαρμογής και αφομοιώσεων.

Η πρώτη κρίση είναι η σύλληψη, η εγκυμοσύνη και η γέννηση ενός παιδιού.

Η δεύτερη κρίση έρχεται, όταν το παιδί αρχίζει να χρησιμοποιεί τον ευνόητο λόγο. Λίγοι άνθρωποι συνειδητοποιούν πόσο μεγάλη προσαρμογή απαιτείται γι’ αυτό.

Η τρίτη κρίση έρχεται, όταν το παιδί συνδέεται για πρώτη φορά επίσημα με τον κόσμο έξω απ’ το σπίτι, δηλαδή με το σχολείο. Μπαίνει ο κόσμος του σχολείου στην οικογένεια, φέρνοντας ένα στοιχείο ολότελα καινούριο, τόσο για τους γονείς, όσο και για τα παιδιά. Οι δάσκαλοι γενικά, αποτελούν γονικές προεκτάσεις, γεγονός που, όσο πρόθυμα κι αν το παραδέχεσαι, απαιτεί ωστόσο μια περίοδο προσαρμογής.

Η τέταρτη κρίση, που είναι κι εξαιρετικά μεγάλη, έρχεται, όταν το παιδί μπαίνει στην εφηβεία.

Η πέμπτη κρίση είναι όταν το παιδί ενηλικιώνεται και φεύγει απ’ το σπίτι, γυρεύοντας την ανεξαρτησία του. Αυτό συνοδεύεται συχνά από τη συναίσθηση κάποιας βαριάς απώλειας.

Η έκτη κρίση έρχεται, όταν ο νεαρός ενήλικος παντρεύεται και τα πεθερικά γίνονται τα ξένα εκείνα στοιχεία που πρέπει να τα δεχτεί η οικογένεια.

Η έβδομη είναι ο ερχομός της εμμηνόπαυσης στη γυναίκα.

 Η όγδοη, που ονομάζεται κλιμακτήριος, περιλαμβάνει και τη μειωμένη ερωτική δραστηριότητα του αρσενικού. Αυτό δεν είναι σωματικό πρόβλημα. Η κρίση στον άντρα φαίνεται να συνδέεται περισσότερο με τη συναίσθηση ότι χάνει τη σεξουαλική του δύναμη.

Η ένατη έρχεται με το ρόλο του παππού ή της γιαγιάς, που είναι γεμάτος προνόμια και παγίδες.

Τέλος, η δέκατη έρχεται, όταν ο θάνατος βρει τον έναν από τους συζύγους κι έπειτα τον άλλο.

Η οικογένεια είναι η μόνη απ’ όσες κοινωνικές ομάδες ξέρω, όπου συμβιβάζονται τόσες πολλές αλλαγές σε τόσο λίγο χώρο και χρόνο. Όταν τρεις ή τέσσερις από αυτές τις κρίσεις συμβαίνουν συγχρόνως, η ζωή μπορεί να γίνει πραγματικά έντονη και περισσότερο “μπελαλίδικη” απ’ ό,τι συνήθως. Υπάρχουν όμως πολλές πιθανότητες, αν καταλάβεις τι συμβαίνει, να χαλαρώσεις λίγο. Μπορείς μάλιστα να διακρίνεις καθαρά ποιες κατευθύνσεις να ακολουθήσεις για να πετύχεις τις αλλαγές. Θέλω να τονίσω πως αυτές είναι φυσιολογικές, φυσικές πιέσεις και μπορούν κατά κανόνα να προβλεφθούν. Μην κάνεις το λάθος να τις θεωρήσεις ανώμαλες καταστάσεις.

Η αλλαγή και η διαφοροποίηση αποτελούν πάγιους, φυσιολογικούς και υγιείς παράγοντες σε κάθε οικογένεια. Αν τα μέλη της οικογένειας δεν περιμένουν αλλαγές ή δεν προετοιμάζονται για τις διαφορές που ξαφνικά εμφανίζονται, διατρέχουν τον κίνδυνο να σπάσουν τα μούτρα τους, γιατί περιμένουν ομοιογένεια εκεί που δεν υπάρχει. Οι άνθρωποι γεννιούνται, μεγαλώνουν, δουλεύουν, παντρεύονται, κάνουν παιδιά, γερνάνε και πεθαίνουν. Αυτή είναι η ανθρώπινη ζωή.

Βιρτζίνια Σατίρ, Πλάθοντας ανθρώπους

Ελληνιστική Γραμματεία: Ποιητική και αισθητική, Παράδοση και νεωτερικότητα, Η κουλτούρα του βιβλίου

Σε αντίθεση με την αρχαϊκή και την κλασική εποχή όπου η προφορική απαγγελία και η παράσταση έπαιζαν πρωτεύοντα ρόλο στην πρόσληψη της ποίησης, στα ελληνιστικά χρόνια η γραφή γίνεται πλέον το κύριο μέσο παραγωγής και μετάδοσης της λογοτεχνίας. Βέβαια οι παραστάσεις στα φεστιβάλ που διοργάνωναν οι ελληνιστικοί μονάρχες ή οι απαγγελίες στον κλειστό κύκλο της αυλής και του συμποσίου μπορεί να προσέφεραν ακόμη το πλαίσιο για δημόσιες παρουσιάσεις ποιητών και ποιημάτων, ωστόσο φαίνεται ότι το βιβλίο (σε μορφή παπυρικού κυλίνδρου) είχε κυριαρχήσει στη συνείδηση δημιουργών και κοινού.
 
Ως φιλόλογοι οι Αλεξανδρινοί ποιητές κλήθηκαν να μελετήσουν τη λογοτεχνική παραγωγή του παρελθόντος —έπος, τραγωδία, χορική λυρική ποίηση— μέσα στη Βιβλιοθήκη∙ ως ποιητές αντιλήφθηκαν ότι η διακειμενικότητα, δηλαδή η ηθελημένη, λόγια παραπομπή σε άλλα έργα, απευθυνόταν πρωτίστως σε αναγνώστες. Ο Καλλίμαχος δίνει μια χαρακτηριστική εικόνα στον Πρόλογο των Αιτίων [Καλλίμαχος Αίτ. απ.1]:
 
«Όταν για πρώτη φορά έβαλα το δελτίο στα γόνατά μου για να γράψω, ο Λύκιος Απόλλωνας μου είπε…»
 
Ο επιγραμματοποιός Ποσείδιππος είναι ακόμη πιο γλαφυρός όταν συμφύρει την επίκληση στις Μούσες με την εικόνα της γραφής στη σφραγίδα της ποιητικής συλλογής του [Ποσείδιππος απ. 705 SH]:
 
«Μούσες, ψάλλετε τώρα μαζί με τον Ποσείδιππο τα σκληρά γηρατειά γράφοντας στις χρυσές σελίδες των δελτίων του…»
 
Ο βιβλιακός χαρακτήρας της ελληνιστικής κουλτούρας είναι ένα αδιαμφισβήτητο γεγονός. Τα επιγράμματα δεν γράφονται πια για να χαραχθούν σε έναν τάφο ή σε ένα έργο τέχνης αλλά για να απολήξουν σε μια συλλογή∙ το θέατρο, όπως ο ιαμβικός μονόλογος Αλεξάνδρα του Λυκόφρονα, γίνεται δράμα ανάγνωσης (Lesedrama)∙ οι μιμητικοί ύμνοι του Καλλιμάχου αναπαριστούν πλασματικά τις συνθήκες της θρησκευτικής γιορτής στην οποία θα μπορούσαν να τραγουδηθούν. Οι ποιητές γίνονται οι ίδιοι εκδότες των έργων τους, με γνωστότερο παράδειγμα τον Καλλίμαχο που επέλεξε και ταξινόμησε τις ελεγείες του στα τέσσερα βιβλία των Αιτίων, προσθέτοντας εκδοτικό πρόλογο και επίλογο. Ακόμη και νέα λογοτεχνικά είδη γεννήθηκαν μέσα από την κουλτούρα του βιβλίου, όπως τα τεχνοπαίγνια, τα εικονιστικά δηλαδή ποιήματα, που η ανάγνωσή τους προϋποθέτει την οπτικοποίησή τους σε μια σελίδα βιβλίου (παράδειγμα οι Πτέρυγες του Σιμία και η Σῦριγξ του Θεοκρίτου). Βλ. «Πτέρυγες του Σιμία»: