Τρίτη, 8 Οκτωβρίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Πλοῦτος (1097-1133)

ΚΑ. τίς ἔσθ᾽ ὁ κόπτων τὴν θύραν; τουτὶ τί ἦν;
οὐδείς, ἔοικεν· ἀλλὰ δῆτα τὸ θύριον
φθεγγόμενον ἄλλως κλαυσιᾷ. ΕΡΜΗΣ. σέ τοι λέγω,
1100 ὁ Καρίων, ἀνάμεινον. ΚΑ. οὗτος, εἰπέ μοι,
σὺ τὴν θύραν ἔκοπτες οὑτωσὶ σφόδρα;
ΕΡ. μὰ Δί᾽, ἀλλ᾽ ἔμελλον· εἶτ᾽ ἀνέῳξάς με φθάσας.
ἀλλ᾽ ἐκκάλει τὸν δεσπότην τρέχων ταχύ,
ἔπειτα τὴν γυναῖκα καὶ τὰ παιδία,
1105 ἔπειτα τοὺς θεράποντας, εἶτα τὴν κύνα,
ἔπειτα σαυτόν, εἶτα τὴν ὗν. ΚΑ. εἰπέ μοι,
τί δ᾽ ἐστίν; ΕΡ. ὁ Ζεὺς, ὦ πόνηρε, βούλεται
εἰς ταὐτὸν ὑμᾶς συγκυκήσας τρύβλιον
ἁπαξάπαντας εἰς τὸ βάραθρον ἐμβαλεῖν.
1110 ΚΑ. ἡ γλῶττα τῷ κήρυκι τούτων τέμνεται.
ἀτὰρ διὰ τί δὴ ταῦτ᾽ ἐπιβουλεύει ποεῖν
ἡμᾶς; ΕΡ. ὁτιὴ δεινότατα πάντων πραγμάτων
εἴργασθ᾽. ἀφ᾽ οὗ γὰρ ἤρξατ᾽ ἐξ ἀρχῆς βλέπειν
ὁ Πλοῦτος, οὐδεὶς οὐ λιβανωτόν, οὐ δάφνην,
1115 οὐ ψαιστόν, οὐχ ἱερεῖον, οὐκ ἄλλ᾽ οὐδὲ ἓν
ἡμῖν ἔτι θύει τοῖς θεοῖς. ΚΑ. μὰ Δί᾽, οὐδέ γε
θύσει· κακῶς γὰρ ἐπεμελεῖσθ᾽ ἡμῶν τότε.
ΕΡ. καὶ τῶν μὲν ἄλλων μοι θεῶν ἧττον μέλει,
ἐγὼ δ᾽ ἀπόλωλα κἀπιτέτριμμαι. ΚΑ. σωφρονεῖς.
1120 ΕΡ. πρότερον γὰρ εἶχον ‹ἂν› παρὰ ταῖς καπηλίσιν
πάντ᾽ ἀγάθ᾽· ἕωθεν εὐθύς, οἰνοῦτταν, μέλι,
ἰσχάδας, ὅσ᾽ εἰκός ἐστιν Ἑρμῆν ἐσθίειν·
νυνὶ δὲ πεινῶν ἀναβάδην ἀναπαύομαι.
ΚΑ. οὔκουν δικαίως, ὅστις ἐπόεις ζημίαν
1125 ἐνίοτε τοιαῦτ᾽ ἀγάθ᾽ ἔχων; ΕΡ. οἴμοι τάλας,
οἴμοι πλακοῦντος τοῦ ᾽ν τετράδι πεπεμμένου.
ΚΑ. «ποθεῖς τὸν οὐ παρόντα καὶ μάτην καλεῖς.»
ΕΡ. οἴμοι δὲ κωλῆς ἧς ἐγὼ κατήσθιον—
ΚΑ. ἀσκωλίαζ᾽ ἐνταῦθα πρὸς τὴν αἰθρίαν.
1130 ΕΡ. σπλάγχνων τε θερμῶν ὧν ἐγὼ κατήσθιον.
ΚΑ. ὀδύνη σε περὶ τὰ σπλάγχν᾽ ἔοικέ τις στρέφειν.
ΕΡ. οἴμοι δὲ κύλικος ἴσον ἴσῳ κεκραμένης.
ΚΑ. ταύτην ἐπιπιὼν ἀποτρέχων οὐκ ἂν φθάνοις.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΚΟΜBΗ

ΚΟΜBΗ
(περιστέρι)
 
Η Κόμβη είναι κόρη του θεού ποταμού Ασωπού. Αργότερα ταυτίστηκε με τη νύμφη Χαλκίδα ή πήρε την επωνυμία Χαλκίδα. Από τον θεό Σώκο ή Σάωκο, που έγινε άνδρας της, απέκτησε πολλά παιδιά, άλλοι λένε επτά, τους επτά Κορύβαντες (ή Κουρήτες) της Εύβοιας, ενώ άλλοι φτάνουν τον αριθμό των παιδιών της σε εκατό. Τα ονόματα των επτά είναι τα εξής: Πρυμνέας, Μίμαντας, Άκμωνας, Δαμνέας, Ωκύθοος, Ιδαίος, Μελισσέας. Η βιαιότητα του συζύγου της την ανάγκασε να δραπετεύσει μαζί με τα παιδιά της πρώτα στην Κνωσσό, μετά στη Φρυγία, όπου οι γιοι της ανατρέφουν τον Διόνυσο, τέλος στην Αθήνα, κοντά στον βασιλιά Κέκροπα που βοήθησε τα παιδιά να εκδικηθούν τον πατέρα τους και να επιστρέψουν στην πατρίδα τους. Μόνο που και τα παιδιά της Κόμβης είχαν πάρει κάτι από τη βιαιότητα του πατέρα τους και μάλλον θέλησαν να τη σκοτώσουν. Γλύτωσε, καθώς μεταμορφώθηκε σε περιστέρι.
 
Από τη νύμφη λεγόταν ότι πήρε το όνομά της η ομώνυμη πόλη της Χαλκίδας. Αυτή πάλι πήρε την επωνυμία Χαλκίδα, γιατί πρώτη επινόησε τη χρήση των χάλκινων όπλων· εξάλλου, και οι Κορύβαντες σχετίζονται με τη χαλκουργική και χόρευαν χτυπώντας τα όπλα μεταξύ τους, δόρατα και ασπίδες. Άλλοι αποδίδουν την ονομασία της πόλης στα χαλκουργεία που πρώτοι οι κάτοικοι αυτής της πόλης οργάνωσαν ή στα δόρατα και στο πλήθος των τέθριππων αρμάτων που την οδήγησαν σε ακμή. Εκαταίος, Αίλιος Ηρωδιανός και Ζηνόβιος αποτελούν τις κυριότερες πηγές* του μύθου.
----------------------------
*Κόμβη και Χαλκίδα
 
"Χαλκὶς πόλις ἐστίν, ἣ πρότερον Εὔβοια προσηγορεύετο". ἐκλήθη δὲ ἀπὸ Κόμβης τῆς Χαλκίδος καλουμένης, θυγατρὸς Ἀσωποῦ. τινὲς δὲ Χαλκιδεῖς φασι κληθῆναι διὰ τὸ χαλκουργεῖα πρῶτον παρ᾽ αὐτοῖς ὀφθῆναι. (Εκαταίος, Fr. 1a,1,F.129.1-4)
Χαλκὶς πόλις ἐστίν, ἣ πρότερον Εὔβοια προσηγορεύετο. ἐκλήθη δὲ ἀπὸ Κόμβης τῆς Χαλκίδος καλουμένης, θυγατρὸς Ἀσωποῦ (Αίλιος Ηρωδιανός, περί καθολικής προσωδίας 3.1.88.13-15)
Χαλκίδα τῆς Εὐβοίας πόλιν φασὶ ποτὲ ἀνθῆσαι δόρασί τε καὶ πλήθει τετρώρων ἁρμάτων. Οἱ δὲ φασὶν οὐ τὴν πόλιν, ἀλλὰ τὴν ἡρωΐδα Χαλκίδα εἰρῆσθαι. Κόμβην γὰρ φασὶ, τὴν ἐπικληθεῖσαν Χαλκίδα, ἐπειδὴ ὅπλα χαλκᾶ ἐποιήσατο, πρώτην συνοικήσασαν ἀνδρὶ ἑκατὸν παίδων γενέσθαι μητέρα, ὡς ἱστοροῦσιν οἱ τὰ Εὐβοϊκὰ συγγράψαντες καὶ Ἄριστος ὁ Σαλαμίνιος. (Ζηνόβιος, Επιτομή παροιμιών Λουκίου του Ταρρέως και Διδύμου του Αλεξανδρέως E 6.50.3-10)

Παν. Κονδύλης: Οι πολιτικές σκιές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων

Ο λόγος περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων πέρασε στο επίκεντρο τού πολιτικού λεξιλογίου των τελευταίων δύο δεκαετιών. Ένας αισιόδοξος παρατηρητές θα μπορούσε ν’ αντλήσει από δω το συμπέρασμα ότι η πολιτική, μετά από τις πικρές εμπειρίες του αιώνα, αναλαμβάνει τώρα το έργο να διαπλάσει τον κόσμο σύμφωνα με ηθικές αρχές.
 
Πρέπει να επισημάνουμε εμφατικά ότι αυταπατάται όποιος τυχόν πιστεύει πως η ονομαστική αξία των ιδεών μπορεί να εμποδίσει την πολεμική τους χρήση. Αν ήταν έτσι, τότε δεν θα είχαν γίνει ποτέ πόλεμοι ανάμεσα σέ έθνη που όλα τους ενστερνίζονταν ειλικρινά τη θρησκεία της αγάπης.
 
Η δυνατότητα μετατροπές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σ’ ένα νέο πεδίο έντασης συνάπτεται μ’ ένα κεφαλαιώδες γεγονός, το οποίο όμως ελάχιστα γίνεται αντιληπτό, γιατί όλες οι πλευρές ταυτίζουν αυθόρμητα τους δικούς τους σκοπούς με τους σκοπούς ολόκληρης της ανθρωπότητας. Πρόκειται για το γεγονός ότι με δεδομένη τη σημερνή συγκρότηση της παγκόσμιας κοινωνίας δεν μπορεί να γίνεται λόγος για ανθρώπινα δικαιώματα stricto sensu. Εδώ δεν εννοούμε τις «παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων» σε πάρα πολλές χώρες, παρά αναφερόμαστε στην ίδια την ουσία του πράγματος. Ανθρώπινα δικαιώματα, δηλ. δικαιώματα που οι άνθρωποι κατέχουν απλώς και μόνον επειδή κατέχουν την ανθρώπινη ιδιότητα, έχουν χειροπιαστή έννοια και υπόσταση μονάχα αν μπορούν να τα απολαύσουν πάνω σ’ ολόκληρη τη γη, και μάλιστα στον τόπο της ελεύθερης επιλογές τους και δίχως περιορισμούς, όλοι οι άνθρωποι, μόνο και μόνο χάρη στο γεγονός ότι είναι άνθρωποι, ανεξάρτητα από την προέλευση τους ή από άλλες προϋποθέσεις. Όσο αυτό δεν συμβαίνει, όσο δηλ. ο Κινέζος δεν έχει τα ίδια δικαιώματα στις Ηνωμένες Πολιτείες όπως ο Αμερικανός, ούτε ό Αλβανός τα ίδια δικαιώματα στην Ιταλία όπως ο Ιταλός, θα μπορούμε, αν δεν θέλουμε να διαστρεβλώσουμε την έννοια των λέξεων, να μιλάμε μονάχα για πολιτικά δικαιώματα, όχι όμως για ανθρώπινα. Αυτό που σήμερα ονομάζεται κατ’ ευφημισμόν «ανθρώπινα δικαιώματα» το παρέχει πάντοτε μια κρατικά οργανωμένη πολιτική μονάδα σε όσους διαθέτουν την αντίστοιχη υπηκοότητα, και η ισχύς του μπορεί να διασφαλισθεί με εγγυήσεις μονάχα στο εσωτερικό της εκάστοτε επικράτειας. Κανένα κράτος δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι δικαιώματα, τα όποια θεωρούνται ως ανθρώπινα δικαιώματα κατ’ εξοχήν, όπως λ.χ. το δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας ή της ελευθερίας του λόγου, μπορούν να ασκούνται έξω από τα δικά του σύνορα. Και αντίστροφα: κανένα κράτος δεν μπορεί, χωρίς να αυτοδιαλυθεί, να δώσει σε όλους ανεξαίρετα τους ανθρώπους ορισμένα δικαιώματα, τα οποία συνήθως λογίζονται ως πολιτικά δικαιώματα, όπως είναι το εκλογικό δικαίωμα ή το δικαίωμα της μόνιμης εγκατάστασης. Με άλλα λόγια: δεν είναι δυνατό να κατέχουν όλοι οι άνθρωποι ως άνθρωποι όλα τα δικαιώματα (είτε αυτά λέγονται στην τρέχουσα ορολογία ανθρώπινα είτε λέγονται πολιτικά δικαιώματα) ανεξάρτητα από το πού βρίσκονται. Δικαιώματα, τα όποια τα δίνει και τα εγγυάται το κράτος και ισχύουν υπό την επιφύλαξη της ύπαρξης ενός κυρίαρχου κράτους, θα ήταν δυνατό να χαρακτηρισθούν ως ανθρώπινα δικαιώματα μονάχα αν το κράτος αυτό αναγνώριζε την ιδιότητα του ανθρώπου αποκλειστικά στους υπηκόους του. Αλλά ακόμα κι αν το έκανε αυτό πάλι δεν θα είχε καταφέρει να αναγνωρίζονται οι δικοί του υπήκοοι σε άλλες χώρες ως απόλυτα ισότιμοι πολίτες και ως κάτοχοι οικουμενικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ανθρώπινα δικαιώματα ως ανθρώπινα δικαιώματα θα μπορούσε να δώσει μονάχα η ανθρωπότητα ως συντεταγμένο και ενιαίο πολιτικό υποκείμενο. Μονάχα το τέλος του κυρίαρχου κράτους σε όλες τις γνωστές σήμερα μορφές του θα εγκαινίαζε την εποχή των πραγματικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
 
Ο οικουμενισμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ορμήθηκε βέβαια από τις πλούσιες χώρες της Δύσης και πρωτοχρησιμοποιήθηκε απ’ αυτές ως πολιτικό εργαλείο, όμως βρίσκει προοδευτικά ευμενή αποδοχή και συνηγόρους στις φτωχές χώρες της Ανατολής και του Νότου, οι οποίες, όπως είναι ευνόητο, τον βλέπουν ως ευπρόσδεκτο μέσο προκειμένου να προβάλλουν τις αξιώσεις τους ως προς την κατανομή τού παγκόσμιου πλούτου και των παγκόσμιων πόρων. Βέβαια, βρίσκονται σε ένα δίλημμα, γιατί nolentes ή volentes δεν είναι σε θέση να πραγματώσουν (πλήρως) στο εσωτερικό τους τις αρχές εκείνες, από την εφαρμογή των οποίων σε διεθνές επίπεδο προσδοκούν την αισθητή βελτίωση της θέσης τους ως εθνών και κρατών. Από τη διελκυστίνδα αυτή τους βοηθεί κάποτε να βγουν η διαδεδομένη και στη Δύση αντίληψη, ότι μόνον η βελτίωση της υλικής τους θέσης θα καταστήσει δυνατή την ηθικοποίηση της εσωτερικής κοινωνικοπολιτικής τους ζωής. Πρέπει να αναμένεται ότι από ενδεχόμενες προόδους προς αυτή την κατεύθυνση θα αντλήσουν το δικαίωμα μεγαλύτερης βοήθειας από μέρους της Δύσης. Έτσι ή αλλιώς, η Δύση θα βρεθεί κάτω από ηθική και πολιτική πίεση, από την οποία δεν θα μπορέσει να απαλλαγεί εύκολα. Όποιος θέλει να εξηγήσει τη χρεοκοπία τού υπαρκτού σοσιαλισμού με τον ισχυρισμό ότι αυτός δεν μπόρεσε να πραγματώσει ούτε τις εσχατολογικές ούτε τις άμεσες (υλικές) επαγγελίες του, πρέπει και να σκεφθεί στα σοβαρά το ενδεχόμενο, ότι τα έθνη που θέλουν να ακολουθήσουν τον δρόμο της Δύσης, αλλά δεν θα μπορέσουν να το κάμουν, μέσα στην απογοήτευση τους θα στραφούν τελικά εναντίον της Δύσης και συνάμα εναντίον της οικουμενιστικής ηθικής της. Γιατί θα είναι διατεθειμένα να ερμηνεύσουν την αποτυχία τους ως προδοσία της χορτάτης και εγωιστικής Δύσης προς τις ίδιες της τις αρχές. Στις προσδοκίες που έχει ξυπνήσει η Δύση με την παγκόσμια εξαγωγή του ηθικού της οικουμενισμού λανθάνει ένα εκρηκτικό δυναμικό. Η νίκη των ιδεών της δεν ανακούφισε τη Δύση, αλλά απεναντίας τη φόρτωσε με καθήκοντα και υποθήκες, κάτω απ’ την πίεση των οποίων θα μπορούσε η ίδια να αλλάξει εκ βάθρων.

Η πίεση αυτή θα αυξάνεται αναγκαστικά στον βαθμό που τα οικουμενικά ανθρώπινα δικαιώματα θα ερμηνεύονται υλικά, οπότε mutatis mutandis θα επαναληφθεί ό,τι έγινε για πρώτη φορά στον 19ο αιώνα, όταν οι σοσιαλιστές απαίτησαν την υλική ερμηνεία και πραγμάτωση των τυπικών ελευθεριών και δικαιωμάτων που διακήρυξε η αστική τάξη. Η χριστιανική αντίληψη για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια αρχικά δεν συνδεόταν με την ιδέα ενός υλικού ελάχιστου επιπέδου διαβίωσης, ό,τι κι αν λένε σχετικά οι «προοδευτικοί» θεολόγοι. Σύμφωνα όμως με τη σημερινή αντίληψη, το ελάχιστο επίπεδο της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και το ελάχιστο καταναλωτικό επίπεδο είναι αδιαχώριστα· όποιος πεθαίνει της πείνας είναι απλώς άνθρωπος δίχως ουσιαστικά δικαιώματα και όχι λ.χ. κάποιος στον οποίο η θεοθέλητη υλική στέρηση δίνει την ευκαιρία να απαλλαγεί εντελώς από τη μέριμνα των υλικών αγαθών. Αν τώρα τα ανθρώπινα δικαιώματα ερμηνευθούν υλικά και συνδεθούν με καταναλωτικές απαιτήσεις, τότε θα πρέπει να έρθουν σε σύγκρουση με την υφιστάμενη σέ παγκόσμιο επίπεδο σπάνη των αγαθών, δηλ. θα μεταβληθούν αναγκαστικά σε όπλα μέσα στον αγώνα κατανομής των περιορισμένων αγαθών. Όποιος ανήκει σ’ ένα πλούσιο έθνος και συνάμα υπερασπίζει τη συνεπή τήρηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων θα πρέπει να μοιρασθεί τα δικά του ανθρώπινα δικαιώματα με άλλους, άγνωστους ανθρώπους, και απ’ αυτό θα γεννηθεί σίγουρα μια αντιπαράθεση, κατά την οποία θα έρθουν αντιμέτωπα τα ανθρώπινα δικαιώματα των μεν με τα ανθρώπινα δικαιώματα των δε.
 
Εν πάση περιπτώσει πρέπει να θεωρείται βέβαιο ότι όσο περισσότεροι άνθρωποι επικαλούνται τα ανθρώπινα δικαιώματα τόσο ευρύτερη θα γίνεται η ερμηνεία τους. Αυτό σημαίνει με άλλα λόγια ότι όλο και περισσότεροι άνθρωποι θα απαιτούν όλο και περισσότερα υλικά και πνευματικά αγαθά, πιστεύοντας ότι τους ανήκουν δικαιωματικά. Στο φως αυτής της ακαταμάχητης διαπίστωσης πρέπει να συμφιλιωθούμε με την προοπτική ότι στο μέλλον θα αλλάξει η λειτουργία και η έννοια των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Τα ανθρώπινα δικαιώματα, αν μάλιστα ερμηνεύονται υλικά, δεν μπορούν να σημαίνουν το ίδιο πράγμα ανεξάρτητα από το αν την κατοχή και την ενεργό τους άσκηση την απαιτούν ταυτόχρονα και εξ ολοκλήρου δύο, πέντε ή δέκα δισεκατομμύρια άνθρωποι. Τι θα υπαγορεύσει η «αρχή της ευθύνης» μετά τον νέο διπλασιασμό του παγκόσμιου πληθυσμού σε λίγες δεκαετίες, αυτό κανείς δεν μπορεί να το ξέρει σήμερα με βεβαιότητα. Ως προαίσθηση μελλοντικών τριβών και ως προληπτική προσπάθεια να κρατηθεί ανοιχτή κάποια βαλβίδα ασφαλείας πρέπει πάντως να ερμηνευθεί το γεγονός, ότι οι επιταγές της οικουμενικής ηθικής και ιδιαίτερα τα ανθρώπινα δικαιώματα εξακολουθούν να εφαρμόζονται με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων της κρατικής κυριαρχίας. Ακόμα και κράτη που αναγνωρίζουν πλήρως τα ανθρώπινα δικαιώματα και τα εγγυούνται μέσα στα όρια της επικρατείας τους επιφυλάσσουν στον εαυτό τους το δικαίωμα να τα αρνηθούν σε ξένους· ήδη οι αρχαίες δημοκρατίες προστάτευαν άγρυπνα την έντονη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στους δικούς τους πολίτες και στους ξένους. Η διακήρυξη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων συνδέεται λοιπόν σήμερα -και στο μέλλον θα συνδεθεί ακόμα στενότερα- με την κάποτε απερίφραστη επιθυμία να καθίσει ο φίλτατος συνάνθρωπος στον τόπο του και να χαρεί εκεί την ανθρώπινη αξιοπρέπεια του. Μια απεριόριστη εφαρμογή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δηλ. μια συνεπής και νομικά διασφαλισμένη αναγωγή των ανθρώπων στην ανθρώπινη ιδιότητα τους και μόνο, χωρίς να λαμβάνεται καθόλου υπ’ όψιν η εθνικότητα και η υπηκοότητα, θα συνεπέφερε αυτόματα την κατάργηση του κυρίαρχου κράτους και όλων των φραγμών στην ελευθερία κινήσεως και εγκαταστάσεως – ένας αληθινός εφιάλτης για τους κοινοτικούς Ευρωπαίους και τούς Βορειοαμερικανούς. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι υπέρμαχοι της οικουμενικής ηθικής, οι όποιοι παρουσιάζονται εξαιρετικά εύγλωττοι όταν πρόκειται για διακηρύξεις άρχων και για πρακτικά μη δεσμευτικές θεωρητικές τριχοτομίες. ίσαμε τώρα δεν μας έχουν πει τίποτε για τις συγκεκριμένες συνέπειες μιας απαρέγκλιτης εφαρμογής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (δηλ. των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ανθρώπου και μόνο) σε πλανητικό επίπεδο.

Εφ’ όσον η Δύση μπορεί να εφαρμόσει τα ανθρώπινα δικαιώματα μονάχα με την επιφύλαξη της κρατικής κυριαρχίας, εμπλέκεται σε μιαν αντίφαση, η οποία, καθώς είναι ευνόητο, φαίνεται ακόμα πιο κραυγαλέα και αφόρητη σε όσους χτυπούν την πόρτα της. Η αντίφαση τούτη θα βάθαινε ακόμα περισσότερο αν η Δύση έμπαινε στον πειρασμό να επιβάλει τα ανθρώπινα δικαιώματα (διάβαζε: τα δικαιώματα που ισχύουν για τους πολίτες της Δύσης) με πολιτικές ή και στρατιωτικές επεμβάσεις σε άλλα μέρη τού κόσμου. Γιατί τέτοιες επεμβάσεις θα γίνονταν κατ’ ανάγκην επιλεκτικά (μια εκστρατεία εναντίον της Κίνας λ.χ. θα ήταν αδιανόητη) και έτσι γρήγορα θα καταντούσαν αναξιόπιστες· θα έπρεπε μάλιστα να αναμένεται ότι φανατισμένες μάζες σε χώρες όπως π.χ. το Ιράν θα πρόβαλαν το σύνθημα «Κάτω τα ανθρώπινα δικαιώματα!» ακριβώς με την ίδια έννοια που οι Ισπανοί μαχητές εναντίον τού Ναπολέοντα φώναζαν μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα «Κάτω η ελευθερία!». Πέρα απ’ αυτό, μακροπρόθεσμα δεν είναι δυνατό να παραβιάζει κανείς την κρατική κυριαρχία των άλλων στο όνομα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ενώ συνάμα περιχαρακώνει τη δική του κρατική κυριαρχία ενάντια σε ό,τι άλλοι θεωρούν ως τα δικά τους ανθρώπινα δικαιώματα. Με άλλα λόγια, η Δύση θα εξαναγκασθεί να αντισταθμίσει την επιβολή των τυπικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε άλλες χώρες με παραχωρήσεις προς την υλική ερμηνεία των ίδιων αυτών ανθρωπίνων δικαιωμάτων – και να πληρώσει για το αντιστάθμισμα τούτο. Κοντολογίς, το πρώτο καθήκον του απελευθερωτή θα είναι να θρέψει τούς απελευθερωμένους.
 
Υπάρχει ένας ακόμη βαθύτερος λόγος, για τον οποίο οι εντάσεις στο ανθρώπινο σύμπαν πιθανότατα θα αυξηθούν – και μάλιστα όχι παρά τη διάδοση των άρχων της οικουμενικής ηθικής αλλά παράλληλα μ’ αυτήν. Η ηθικά-κανονιστικά φορτισμένη λέξη «άνθρωπος» λειτουργούσε γλωσσικά ως τιμητικό επίθετο όσο την αντιπαρέθετε κανείς σε άλλα επίθετα, τα όποια φαίνονταν απλώς να υποδηλώνουν ιστορικά προσδιορισμένους, καταργήσιμους και καταργητέους διαχωρισμούς μεταξύ των ανθρώπων· στη γλώσσα του ηθικού οικουμενισμού «άνθρωπος» σήμαινε πάντοτε κάτι ευγενέστερο και υψηλότερο σε σύγκριση με λέξεις όπως Ιουδαίος και Έλλην, χριστιανός και εθνικός, λευκός ή μαύρος, κομμουνιστής ή φιλελεύθερος. Από τη στιγμή όμως που θα εκλείψουν όλες οι μερικές έννοιες, όσες έχουν κατά καιρούς αντιπαρατεθεί στην καθολική έννοια «άνθρωπος», η λέξη «άνθρωπος» δεν θα αποτελεί πια επίθετο, δηλ. δεν θα υποδηλώνει πια κάποια ανώτερη ιδιότητα, παρά θα μετατραπεί σ’ ένα ουσιαστικό που θα κατονομάζει απλώς ένα ορισμένοι ζωικό είδος. Οι άνθρωποι θα αποκαλούνται όλοι «άνθρωποι». ακριβώς όπως τα λιοντάρια λέγονται λιοντάρια και τα ποντίκια-ποντίκια χωρίς άλλον εθνικό ή ιδεολογικό διαφορισμό. Ίσως να φαίνεται παράδοξο, όμως είναι αλήθεια ότι ο άνθρωπος ξεχώρισε από όλα τα άλλα ζωικά είδη ακριβώς επειδή δεν ήταν άνθρωπος και μόνο, χωρίς κανένα άλλο κατηγόρημα. Όχι μόνο γεννήθηκε ο πολιτισμός χάρη στην υπέρβαση της γυμνές ανθρώπινης ιδιότητας και στη βαθμιαία απόκτηση ιστορικά προσδιορισμένων κατηγορημάτων, αλλά επίσης οι αντιθέσεις και οι αγώνες ανάμεσα στους ανθρώπους προσέλαβαν, χάρη ακριβώς στην παρουσία και στην επήρεια των κατηγορημάτων αυτών, συναισθηματικές και ιδεολογικές διαστάσεις που πήγαιναν πολύ παραπέρα από τον κόσμο τού ζώου. Γι’ αυτό και δεν αποκλείεται ότι η συρρίκνωση του ανθρώπου στην ανθρώπινη ιδιότητα του και μόνο θα εγκαινιάσει και θα συνοδεύσει μιαν εποχή, όπου οι άνθρωποι θα είναι αναγκασμένοι να πολεμήσουν για αγαθά απολύτως απαραίτητα για τη στοιχειώδη επιβίωση του ζωικού είδους «άνθρωπος» – στη χειρότερη περίπτωση για αέρα και νερό. Σύμφωνα με ένα γνωστό παράδοξο της ιστορικής δραστηριότητας των ανθρώπων, η επιβολή της οικουμενικής ηθικής θα γεννήσει τότε συνέπειες ολότελα διαφορετικές από τις επιθυμούμενες.
 
Ίσως περιττεύει να διευκρινίσουμε κλείνοντας ότι οι σκέψεις αυτές δεν σημαίνουν πως ο οικουμενισμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων φταίει για όλα τα κακά ή πως η υιοθέτηση ενός ηθικού σχετικισμού θα ήταν η κατάλληλη λύση για τις μεγάλες απορίες της πλανητικής μας ιστορίας. Τα πράγματα παίρνουν τον δρόμο τους, και ο δρόμος αυτός καθορίζεται από ιδέες -με την έννοια αυτοτελών δυνάμεων που παρεμβαίνουν από τα έξω σ’ ένα γίγνεσθαι κι είναι ικανές να το κατευθύνουν-πολύ λιγότερο απ’ όσο θέλουν να πιστεύουν (ή όσο θέλουν να κάμουν τούς άλλους να πιστέψουν) οι παραγωγοί και οι καταναλωτές ιδεών. Ωστόσο η συντελούμενη επικράτηση τού οικουμενισμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων παραμένει ενδεικτική για ουσιώδεις πολιτικές εξελίξεις – και καλύτερα να σκέφτεται κανείς πάνω στις εξελίξεις αυτές παρά να μη σκέφτεται.
 
Παναγιώτης Κονδύλης, Πλανητική Πολιτική Μετά Τον Ψυχρό Πόλεμο

Αγάπη και ψυχικά τραύματα

Τα περισσότερα τραύματα προκαλούνται από την απώλεια, το θάνατο, το διαζύγιο, την αρρώστια, τις οικονομικές δυσκολίες ή τις διαλυμένες φιλίες.

Δεν υπάρχει ζωή που να είναι απαλλαγμένη από τέτοιες οδυνηρές εμπειρίες. Και δεν υπάρχει κανένας τρόπος να τις αποφύγουμε. Αποτελούν μέρος της πραγματικότητας της ύπαρξης.

Το ψυχικό τραύμα απειλεί τη γενική ισορροπία μας, ειδικά όταν η απώλεια είναι αμετάκλητη. Αυτό που κάποτε ήταν αποδεκτό ως συνηθισμένο και προβλέψιμο μοιάζει ξαφνικά παράξενο και ανησυχητικό.

Χρειάζεται χρόνος για να αποδεχτούμε το τελεσίδικο μιας απώλειας. Η προσπάθεια προσαρμογής σε μια ζωή που δε θα είναι ποτέ πια η ίδια μπορεί να αποκαλύψει αδυναμίες που κρύβαμε μέσα μας – συχνά χρειάζεται μεγάλο κουράγιο για να προσαρμοστούμε και να συνεχίσουμε. Μπορεί όμως να αποκαλύψει και δυνάμεις που ποτέ δε φανταζόμασταν ότι διαθέταμε.

Ωστόσο, η πρώτη και πιο συνηθισμένη αντίδραση στην απώλεια είναι να οικτίρουμε τον εαυτό μας και να θεωρούμε υπεύθυνο για την ατυχία μας κάποιον – ή κάτι – άλλο. Κατηγορούμε πάντα τους άλλους, την κοινωνία ή αγαπημένα μας πρόσωπα – οτιδήποτε μας βολεύει. Στην πραγματικότητα, όταν αναλαμβάνουμε την ευθύνη να ξεπεράσουμε ένα ψυχικό τραύμα, γνωρίζουμε καλύτερα τον εαυτό μας και πετυχαίνουμε μεγαλύτερη αποδοχή της ζωής.

Μια περίοδος πόνου, απώλειας ή απελπισίας μπορεί να γίνει το γόνιμο έδαφος για ένα άνοιγμα προς τον εαυτό μας, να μας βγάλει από την άγνοιά μας και να εξαλείψει τις λανθασμένες αντιλήψεις μας.

Το μόνο τραύμα που παραμένει είναι αυτό που υπομένουμε χωρίς θετική αλλαγή.

Με τον καιρό, ο πόνος καταλαγιάζει, οι πληγές επουλώνονται και ανακαλύπτουμε μια εξαιρετικά σημαντική αλήθεια: ό,τι τελικά απομένει είναι ό,τι πολυτιμότερο έχουμε – η ίδια η ζωή.

Όποιος επιθυμεί την πραγματοποίηση των στόχων του, δε μπλέκει σε ένα παιχνίδι ανάθεσης ευθυνών

Υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι έχουν την τάση να ρίχνουν το φταίξιμο στους άλλους όταν κάτι δε πάει καλά. Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι συνηθίζουν να κατηγορούν τους εαυτούς τους όταν τα αποτελέσματα μιας πράξης δεν είναι τα επιθυμητά ακόμη κι όταν τα πράγματα δεν ελέγχονται από τους ίδιους. Το σύνηθες για τους περισσότερους ανθρώπους είναι οι παραπάνω συμπεριφορές να εναλλάσσονται αναλόγως το μερίδιο ευθύνης που κάποιος πιστεύει ότι αναλογεί στον ίδιο ή στους άλλους.

Η προσωπικότητα και η υποκειμενική αντίληψη κάθε φορά της κατάστασης για όλα τα παραπάνω αποτελούν υποκειμενικούς παράγοντες αξιολόγησης για την ευθύνη που αναλογεί κάθε φορά στον καθένα. Αντισταθμιστικά της υποκειμενικής αντίληψης περί ευθύνης του καθενός δρα η «αντικειμενική ευθύνη» μέσω του νομικού πλαισίου το οποίο κάθε κοινωνία θεσπίζει με σκοπό να επιτυγχάνεται στο μέτρο του δυνατού η ειρηνική συμβίωση των πολιτών της και ο ισότιμος καταμερισμός των αγαθών.

Η ρευστότητα η οποία γεννάται, όμως, όταν μια μικρή αλλαγή μπορεί να τροποποιήσει τη σταθερότητα μιας κατάστασης την οποία ένας νόμος θεωρεί ότι πρεσβεύει μέσω της «ξύλινης» γλώσσας του, γεννά πολλές φορές μια εσωτερική σύγκρουση για όσους προσπαθούν να επιτύχουν τις προσωπικές τους επιθυμίες χωρίς να παρεκκλίνουν από τις κοινωνικές νόρμες.

Ο τρόπος για να ξεπεραστεί μια τέτοιου είδους εσωτερική σύγκρουση βρίσκεται πέρα από την ανάληψη ή όχι της προσωπικής ευθύνης ή της μετάθεσής της σε κάποιο νομικό πλαίσιο. Όποιος επιθυμεί την πραγματοποίηση των στόχων του, δε μπλέκει σε ένα παιχνίδι ανάθεσης ευθυνών μέσα από το οποίο επεξεργάζεται άλλες ασυνείδητες ανάγκες του αλλά βρίσκει τρόπους να προσαρμόζεται σε κάθε μεταβαλλόμενο δημιουργηθέν πλαίσιο.

Μια τέτοια συμπεριφορά μπλέκει την ατομική ευθύνη χωρίς να χρησιμοποιεί στατικούς όρους για να την περιγράψει. Η έννοια της ατομικής ευθύνης αποκτά αξία όχι μέσω του αποτελέσματος μιας πράξης αλλά από τη συμπεριφορά η οποία έπεται και αναδεικνύει την αξία της σχετικά με το τι ο καθένας κάνει για τον εαυτό του από τη στιγμή που αναγνωρίζει το αποτέλεσμα μιας πράξης.

Η έννοια της ευθύνης απέναντι στο αποτέλεσμα μιας πράξης καταλήγει να είναι η δυναμική όσο και συνεχής προσπάθεια προσωπικής προσαρμογής εντός ενός ηθικού κοινωνικού πλαισίου μέσα από το οποίο αναζητείται η κατάκτηση των προσωπικών προσδοκιών.

Ο άνθρωπος είναι πάντοτε ανοιχτός.Έχει δυνατότητες για χίλια δυο πράγματα

Να δίνεις. Μοιράσου ό,τι μπορείς. Και να θυμάσαι, δεν κάνω κανένα διαχωρισμό ανάμεσα στα μικρά και στα μεγάλα πράγματα. Αν μπορείς να χαμογελάς με όλη σου την καρδιά, αν μπορείς να κρατήσεις το χέρι κάποιου και να του χαμογελάσεις, τότε αυτό είναι μια δημιουργική πράξη, μια πράξη σπουδαίας δημιουργικότητας. Απλώς κοιτάζεις έναν άνθρωπο με τρυφερό βλέμμα κι αλλάζεις ολόκληρο τον κόσμο του ανθρώπου.

Να είσαι δημιουργικός. Μη δίνεις σημασία στο τι κάνεις – έχει κανείς να κάνει πολλά πράγματα κάνε όμως το κάθε τι με δημιουργικότητα, με αφοσίωση. Τότε, η δουλειά σου γίνεται προσευχή και οτιδήποτε κάνεις, είναι προσφορά στο βωμό.

Παράτα όλες τις πεποιθήσεις που είναι μη δημιουργικές. Ξέρω πώς έχουν δημιουργηθεί εκείνες οι πεποιθήσεις. Μπορεί να μην έχεις κερδίσει χρυσό μετάλλιο στο πανεπιστήμιο, μπορεί να μην ήσουν ο κορυφαίος στην τάξη σου, η ζωγραφική σου μπορεί να μην έχει βραβευτεί, όταν παίζεις φλάουτο, οι γείτονες μπορεί να φωνάζουν την αστυνομία! Εξαιτίας όμως αυτών των πραγμάτων, μην έχεις τη λανθασμένη πεποίθηση ότι δεν είσαι δημιουργικός.

Μπορεί να οφείλεται στο ότι μιμείσαι τους άλλους. Οι άνθρωποι έχουν μια πολύ περιορισμένη ιδέα για το τι είναι δημιουργικότητα — το να παίζεις κιθάρα ή φλάουτο ή το να γράφεις ποιήματα. Έτσι, οι άνθρωποι γράφουν σκουπίδια στο όνομα της ποίησης. Πρέπει να ανακαλύψεις εσύ ο ίδιος τι είναι αυτό που μπορείς να κάνεις και τι είναι αυτά που δεν μπορείς να κάνεις. Κανένας δεν μπορεί να κάνει τα πάντα! Πρέπει να αναζητήσεις και να ανακαλύψεις το πεπρωμένο σου εσύ ο ίδιος. Πρέπει να ψηλαφίσεις μέσα στο σκοτάδι, το ξέρω. Δεν είναι πολύ ξεκάθαρο το τι είναι το πεπρωμένο σου, έτσι όμως είναι η ζωή. Και είναι καλό που χρειάζεται να ψάξει κανείς γι’ αυτό. Με την ίδια την αναζήτηση, κάτι ωριμάζει μέσα σου.

Αν με το που ερχόσουν στον κόσμο, σου δινόταν ένας χάρτης της ζωής σου, που να έγραφε, «αυτή θα είναι η ζωή σου — θα γίνεις κιθαρίστας,» τότε η ζωή σου θα ήταν κάτι μηχανικό. Μόνο για μια μηχανή μπορείς να προβλέψεις τι θα κάνει, όχι για έναν άνθρωπο. Ο άνθρωπος είναι απρόβλεπτος.

Ο άνθρωπος είναι πάντοτε ανοιχτός. Έχει δυνατότητες για χίλια δυο πράγματα. Πολλές πόρτες ανοίγουν και σε κάθε βήμα είναι παρούσες πολλές εναλλακτικές. Κι εσύ πρέπει να επιλέξεις, πρέπει να αισθανθείς. Αν όμως αγαπάς τη ζωή σου, θα είσαι σε θέση να το βρεις.

Αν δεν αγαπάς τη ζωή σου και αγαπάς κάτι άλλο, τότε υπάρχει πρόβλημα. Αν αγαπάς το χρήμα και θέλεις να είσαι δημιουργικός, δεν μπορείς να γίνεις δημιουργικός. Η ίδια η φιλοδοξία για το χρήμα πρόκειται να καταστρέψει τη δημιουργικότητά σου.

Αν θέλεις να είσαι διάσημος και θέλεις να είσαι δημιουργικός, τότε ξέχνα τη δημιουργικότητα. Η διασημότητα έρχεται πιο εύκολα αν είσαι καταστροφικός.

Αν θέλεις διασημότητα, μη μιλάς για δημιουργικότητα. Εγώ δεν λέω ότι η διασημότητα δεν έρχεται ποτέ σε έναν άνθρωπο που είναι δημιουργικός. Έρχεται όμως σπάνια, πολύ σπάνια. Είναι κάτι τυχαίο και παίρνει πολύ χρόνο. Σχεδόν πάντοτε συμβαίνει να έρχεται η διασημότητα όταν ο δημιουργικός άνθρωπος έχει πεθάνει. Έρχεται πάντοτε καθυστερημένη. Παίρνει χρόνο.

Όσο σπουδαιότερος είναι ο άνθρωπος, τόσο περισσότερο χρόνο παίρνει στους ανθρώπους να τον αναγνωρίσουν, επειδή όταν γεννιέται ένας σπουδαίος άνθρωπος δεν υπάρχουν τα κριτήρια για να τον κρίνουν. Εκείνος δημιουργεί τις δικές του αξίες. Μέχρι να δημιουργήσει εκείνες τις αξίες, έχει πεθάνει. Παίρνει εκατό χρόνια για να αναγνωριστεί ένας δημιουργικός άνθρωπος κι ακόμη και τότε δεν είναι σίγουρο ότι θα αναγνωριστεί πραγματικά. Υπήρξαν πολλοί δημιουργικοί άνθρωποι οι οποίοι δεν έχουν αναγνωριστεί ποτέ. Το να είναι πετυχημένος ένας δημιουργικός άνθρωπος είναι συμπτωματικό. Περισσότερο βέβαιη είναι η επιτυχία για έναν άνθρωπο που δεν είναι δημιουργικός, που είναι καταστροφικός.

Σε μια άπληστη κοινωνία η φιλανθρωπία παρακινείται από τον οίκτο, ενώ σε μια συμπονετική κοινωνία παρακινείται από το καθήκον

O Γκάντι είπε ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν ένα ταλέντο, το οποίο αποκτούν μέσω της μόρφωσης ή της κληρονομιάς. Λόγω του ανεξάρτητου και εγωιστικού τρόπου ζωής που έχουν επιλέξει, πιστεύουμε ότι το ταλέντο μας ΑΝΗΚΕΙ και, συνεπώς το εκμεταλλευόμαστε για το προσωπικό μας όφελος και για την εκπλήρωση των δικών μας φιλοδοξιών. Ο Γκάντι πίστευε ότι οι άνθρωποι μπορούν να κάνουν μεγαλύτερο καλό αλλάζοντας απλώς τη συμπεριφορά τους και θεωρώντας ότι είναι Κηδεμόνες και όχι Ιδιοκτήτες του ταλέντου τους.

Αυτή η φαινομενικά ασήμαντη αλλαγή μας κάνει να περνάμε από την απληστία στη συμπόνια. Σε μια άπληστη κοινωνία η φιλανθρωπία παρακινείται από τον οίκτο, ενώ σε μια συμπονετική κοινωνία παρακινείται από το καθήκον. Η διαφορά των δύο είναι ότι όταν δίνουμε από οίκτο, το κάνουμε για εγωιστικούς λόγους ενώ όταν δίνουμε από καθήκον, το κάνουμε για ανιδιοτελείς λόγους. Για παράδειγμα, ταΐζουμε τους φτωχούς και τους προσφέρουμε ρούχα ή ακόμα και χρήματα κάποιες φορές. Παρόλο που αυτό καλύπτει τις άμεσες ανάγκες τους, τούς κάνει να εξαρτώνται για πάντα από τη φιλανθρωπία ώστε να επιβιώνουν. Η φιλανθρωπία μας συμβάλλει στην οικονομική καταπίεση που νιώθουν. Το κάνουμε αυτό για πολλούς λόγους. Πρώτον, επειδή νιώθουμε οίκτο γι’ αυτά που αναγκάζονται να υποφέρουν, δεύτερον, γιατί οι θρησκευτικοί ηγέτες μας λένε να κάνουμε το καλό ώστε να εξασφαλίσουμε τη θέση μας στον Παράδεισο και τρίτον, γιατί είναι ο πιο εύκολος, λιγότερο χρονοβόρος τρόπος να κάνουμε φιλανθρωπία.

Αυτό που προφανώς αγνοούμε είναι το γεγονός ότι μέσω της φιλανθρωπίας μας δεν καταπιέζουμε μόνο τούς φτωχούς, αλλά καταστρέφουμε και τον λίγο αυτοσεβασμό και αυτοπεποίθηση που μπορεί να διαθέτουν. Η φτώχεια είναι καταπιεστική, ένας καρκίνος που καταστρέφει την ψυχή των κοινωνιών.

Γινόμαστε επικριτικοί και καταδικάζουμε τους φτωχούς ως ανθρώπους που ποτέ δεν θα γίνουν κάτι στην ανταγωνιστική κοινωνία. Όπως γνωρίζουμε όλοι εκ πείρας, αν ένα ψέμα επαναλαμβάνεται αρκετό καιρό, γίνεται αποδεκτό ως πραγματικότητα και το πιστεύει ακόμα και το θύμα. Σύμφωνα με τον Γκάντι, το μόνο που χρειαζόμαστε για να γίνουμε συμπονετικοί και να κάνουμε το καθήκον μας σαν καλοί πολίτες είναι να αποδεχτούμε ότι τα ταλέντα και οι πηγές δεν μας ανήκουν και ότι απλώς είμαστε κηδεμόνες αυτών των πολύτιμων δώρων. Τότε η συμπόνια θα ανοίξει τις καρδιές μας στην αγωνία του πόνου της ανθρωπότητας και θα μας βοηθήσει να βρούμε τρόπους να εξαλείψουμε τη φτώχεια και την άγνοια.

Ένα σχετικό παράδειγμα είναι αυτό του δόκτορος Ρατζέντρα Σιν, του γιατρού που ξεκίνησε την καριέρα τον στο Τμήμα Υγείας του Ρατζαστάν στην κεντρική Ινδία. Μετά από μερικά χρόνια κουράστηκε με τη γραφειοκρατία κι έτσι παραιτήθηκε και μετακόμισε σε ένα χωριό στη μέση της άγονης περιοχής του κράτους. Αφού τακτοποιήθηκε και ξεκίνησε την πρακτική του, ήρθε ένας σοφός γέροντας του χωριού και άλλαξε εντελώς τη ζωή του δόκτορος Σιν. «Μη χάνεις τον καιρό σου με φάρμακα και εκπαίδευση για τους φτωχούς», είπε. Και ο γέροντας πρόσθεσε: «Αυτό που χρειαζόμαστε σε αυτή την περιοχή είναι νερό, διότι δίχως αυτό όλα θα καταστραφούν».

«Καταλαβαίνω», είπε ο δόκτωρ Σιν. «Αλλά πού θα βρω νερό;» Ο γέροντας πήρε τον δόκτορα Σιν για μια βόλτα στην περιοχή και του έδειξε ότι το λιγοστό νερό τnς βροχής κυλούσε στις πλαγιές των βουνών και χανόταν στις πεδιάδες. «Δεν υπάρχει τίποτα να συγκρατεί το νερό», εξήγησε ο γέροντας και πρόσθεσε, «το μόνο που χρειαζόμαστε είναι μερικά φράγματα σε στρατηγικά σημεία που θα συγκρατούν το νερό». «Αφού ξέρεις τόσο πολλά, γιατί δεν το κάνεις με τη βοήθεια των χωρικών;» Με θλιμμένη φωνή ο σοφός γέροντας απάντησε: «Αν μιλήσω εγώ στους χωρικούς γι’ αυτό, θα γελάσουν και Θα με περάσουν για τρελό. Είμαι σίγουρος πως αν τους το πεις εσύ, θα σε ακούσουν».
Μερικές εβδομάδες αργότερα ο σοφός γέροντας πέθανε και ο δόκτωρ Σιν αντιμετώπισε το εξής δίλημμα: να αφήσει το όνειρο του γέροντα να αποτεφρωθεί μαζί με το σώμα του ή να κάνει κάτι για να το πραγματοποιήσει;

Ο δόκτωρ Σιν αποφάσισε να μεταδώσει στους χωρικούς τη σοφία του γέροντα. Βρήκε βιβλία για το πώς να συλλέγει το νερό και στη δική του γη έφτιαξε ένα μικρό φράγμα από χώμα και όταν έπεσαν οι πρώτες βροχές, αντί το νερό να χαθεί στις πεδιάδες, συγκεντρώθηκε δημιουργώντας μια μικρή λίμνη. Οι χωρικοί το είδαν και πήγαν στον δόκτορα Σιν για βοήθεια. Έτσι ξεκίνησε μια πραγματική επανάσταση. Σήμερα η περιοχή είναι γεμάτη φράγματα, η στάθμη του νερού έχει ανέβει σημαντικά και πάνω από 1.500 τετραγωνικά χιλιόμετρα γης που μέχρι τότε αποτελούσαν έρημο τώρα είναι κατάφυτα και έχουν μεταμορφώσει τη μορφολογία τον τόπου. Οι αγρότες παίρνουν τρεις και τέσσερις σοδειές τον χρόνο αντί μία, που κυριολεκτικά αναγκάζονταν να βγάλουν με το ζόρι από το έδαφος.

Ο Γκάντι θεωρεί πολιτισμένο κόσμο έναν κόσμο όπου όλοι ζουν αρμονικά, καθοδηγούνται από τη συμπόνια και βλέπουν την κοινωνία σαν μια μεγάλη παγκόσμια οικογένεια. Πολλοί έχουν απορρίψει αυτή τη θεωρία ως μια μάταιη ιδέα, που απορρίπτει την ικανότητα κάποιου να είναι καλός και να κάνει το καλό. Έτσι σκέφτονται αυτοί που δεν πιστεύουν στην καλοσύνη των ανθρώπων. Σε κάθε πολιτισμένη χώρα, ο νόμος βασίζεται στη Θεωρία ότι ένας άνθρωπος είναι αθώος μέχρι να αποδειχτεί ένοχος, ωστόσο στην πραγματικότητα πιστεύουμε ακριβώς το αντίθετο – όλοι είναι ένοχοι μέχρι να αποδειχθούν καλοί. Όπως είπε ο Γκάντι: Ένας πολιτισμός δεν μετριέται σύμφωνα με τον πλούτο μιας χώρας ή του λαού της, αλλά σύμφωνα με το καλό που μπορεί να κάνει για τους λιγότερο τυχερούς, μη πετώντας τους ψίχουλα, αλλά με το να μοιράζεται μαζί τους τις περιορισμένες πηγές που διαθέτει.

Μαχάτμα ΓΚΑΝΤΙ, Περί ζωής

Ο Κρόνος έγινε ο νέος «βασιλιάς» του ηλιακού συστήματος - Ξεπέρασε τον Δία σε αριθμό φεγγαριών

Ο Δίας παραμένει ο «βασιλιάς» του ηλιακού μας συστήματος από άποψη μεγέθους, αλλά ο Κρόνος ανακηρύχτηκε πια «βασιλιάς των φεγγαριών». Αμερικανοί αστρονόμοι ανακάλυψαν 20 άγνωστους έως τώρα μικρούς δορυφόρους του Κρόνου, ανεβάζοντας σε 82 τον αριθμό των γνωστών φεγγαριών του πλανήτη, ο οποίος ξεπέρασε και τον Δία, που έχει 79. Έτσι, ο Κρόνος κατέχει αυτός πλέον το ρεκόρ του πλανήτη με τους περισσότερους δορυφόρους στο ηλιακό σύστημα μας.

Και τα 20 νέα φεγγάρια του Κρόνου είναι πολύ μικρά, με διάμετρο περίπου πέντε χιλιομέτρων. Από αυτά, τα 17 έχουν ανάδρομη τροχιά, δηλαδή κινούνται γύρω από τον Κρόνο σε αντίθετη κατεύθυνση από την φορά της περιστροφής του πλανήτη τους. Τα 17 αυτά φεγγάρια χρειάζονται πάνω από τρία γήινα χρόνια για να ολοκληρώσουν μια περιφορά πέριξ του Κρόνου. Ένα από αυτά είναι ο πιο μακρινός δορυφόρος του Κρόνου που έχει βρεθεί.

Από τα τρία φεγγάρια που κινούνται στην ίδια κατεύθυνση με τον Κρόνο, τα δύο χρειάζονται περίπου δύο γήινα χρόνια για μια πλήρη περιφορά και το τρίτο πάνω από τρία χρόνια. Οι νέοι δορυφόροι πιθανώς αποτελούν απομεινάρια κάποιου παλαιότερου μεγάλου φεγγαριού που καταστράφηκε μετά από πρόσκρουση με άλλο σώμα.

Οι ερευνητές από τα πανεπιστήμια Καλιφόρνια-Λος 'Αντζελες (UCLA) και Χαβάης, καθώς και το Ινστιτούτο Επιστημών Κάρνεγκι της Ουάσιγκτον, με επικεφαλής τον αστρονόμο Σκοτ Σέπαρντ, χρησιμοποίησαν το τηλεσκόπιο Σουμπαρού της Χαβάης για να κάνουν την ανακάλυψη, η οποία ανακοινώθηκε και από τη Διεθνή Αστρονομική Ένωση.

Ο Σέπαρντ είχε ανακαλύψει 12 νέους δορυφόρους του Δία το 2018. Το Ίδρυμα Κάρνεγκι ανακοίνωσε ότι θα διοργανώσει διαγωνισμό για να δώσει την ευκαιρία στο κοινό να προτείνει ονόματα για τους νέους δορυφόρους του Κρόνου.

Διαστημόπλοιο σε σχήμα ντόνατ θα ταξιδέψει στην άκρη του ηλιακού μας συστήματος

Μια ομάδα Ρώσων επιστημόνων αναπτύσσει ένα διαστημόπλοιο σε σχήμα ντόνατ, το οποίο θα μπορεί να φτάσει στις απομακρυσμένες γωνίες του ηλιακού μας συστήματος σε χρόνο ρεκόρ, λαμβάνοντας ενέργεια απευθείας από τον Ήλιο.

Η επαναστατική μέθοδος, δε, του συγκεκριμένου σκάφους, να τροφοδοτείται με «καύσιμα» κατευθείαν από τον Ήλιο, θα του επιτρέψει να ξεπεράσει -κατά πολύ- ακόμη και τα πιο γρήγορα διαστημόπλοια που έχει κατασκευάσει ποτέ ο άνθρωπος, ενώ αναμένεται να ρίξει «φως» στην προέλευση των κομητών, αλλά και να επιβεβαιώσει φυσικές θεωρίες, όπως τη Θεωρία της Σχετικότητας του Άλμπερτ Αϊνστάιν! 

Στο μεσαίο τμήμα του σκάφους θα υπάρχει μία πλάκα με τη μορφή ντόνατ, το οποίο θα είναι, ουσιαστικά, ένα ηλιακό πανί, η ουσία του οποίου θα εξατμίζεται όσο πλησιάζει τον Ήλιο, λαμβάνοντας, έτσι, ακόμα περισσότερη ενέργεια, προκειμένου να καταφέρει να φτάσει μέχρι το Νέφος του Όορτ, στο οποίο πιστεύεται ότι δημιουργούνται οι κομήτες.

«Η διάρκεια των πτήσεων προς άλλα αστέρια είναι ασύλληπτη. Το Voyager 1, για παράδειγμα, που εκτοξεύτηκε το 1977, θα κάνει 300 χρόνια να φτάσει στο Νέφος του Όορτ! Το πανί μας μπορεί να φτάσει σε 20-30 χρόνια. Αυτό σημαίνει ότι εμείς, ή η επόμενη γενιά, θα μπορέσουμε να αποκτήσουμε στοιχεία για το πώς δημιουργούνται οι κομήτες και θα εξετάσουμε ό,τι έχει απομένει από τη δημιουργία του ηλιακού μας συστήματος πριν από 4,6 δισεκατομμύρια χρόνια», τόνισε η καθηγήτρια Διαστημικής Μηχανικής, Όλγκα Σταρίνοβα, του Πανεπιστημίου της Σαμάρα.

Οι επιστήμονες θεωρούν πως θα μπορέσουν να επαληθεύσουν διάφορες θεωρίες της Φυσικής, όπως η περίφημη Θεωρία της Σχετικότητας του Άλμπερτ Αϊνστάιν, αλλά και να «ζεστάνουν» με αυτόν, τον καινοτόμο τρόπο, τον πλανήτη Άρη, ο οποίος, μακροπρόθεσμα, ίσως γίνει κατοικήσιμος.

Η τεχνολογία E-Sail (ηλιακό πανί), πάντως, «συστήθηκε» πριν λίγα χρόνια από τη NASA και υπόσχεται να μειώσει δραστικά τη χρονική διάρκεια των μη επανδρωμένων αποστολών. Το πλεονέκτημά της είναι ότι θα αξιοποιεί τον ηλιακό άνεμο, δηλαδή τη σταθερή ροή φορτισμένων σωματιδίων που εκπέμπει ο Ήλιος. Οι Ρώσοι φαίνεται, ωστόσο, ότι θέλουν να κάνουν πράξη τη θεωρία.

Στην πραγματικότητα, εξάλλου, το σύστημα E-Sail δεν μοιάζει με πανί, αφού παραπέμπει σε μια τεράστια ομπρέλα που δεν διαθέτει πανί, αλλά μόνο τα ακτινωτά στηρίγματά της -10 με 20 ακτίνες από αλουμίνιο και πολύ μεγάλο μήκος, έως 20 χιλιόμετρα.

Με εξαιρετικά μικρό πάχος, το οποίο δεν θα ξεπερνά αυτό ενός συνδετήρα, οι ακτίνες θα παραμένουν τεντωμένοι λόγω των φυγόκεντρων δυνάμεων που θα αναπτύσσονται με την αργή περιστροφή του σκάφους.

Όπως στη Γη, που ένα πλοίο κινείται καθώς ο άνεμος ωθεί το ιστίο του προς τα εμπρός, έτσι και στο διάστημα, το σκάφος θα κινείται από τη δύναμη που θα δέχεται το E-Sail από τον ηλιακό άνεμο.

Ποιοτική Υποβάθμιση

Μια νέα τεχνολογική πραγματικότητα
 
Οι τελευταίες δεκαετίες και η έξαρση της χρήσης των ηλεκτρονικών μέσων μαζικής ενημέρωσης φέρνει διαυγέστερα στην επιφάνεια γνωσιολογικά και ηθικά προβλήματα, τα οποία μέχρι πρότινος, μολονότι υπήρχαν, δεν γίνονταν αμέσως καταληπτά από την απλή παρατήρηση ενός σκεπτόμενου ανθρώπου. Τα ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης δρουν ως παράγοντες εμφατικοί κάποιων εγγενών προβλημάτων της ανθρώπινης κοινωνίας, αλλά και της ατομικής ιδιαιτερότητας του κάθε πολίτη.
 
Αυτή η θεώρηση από μόνη της ως ένα σημείο μπορεί να εκληφθεί από ορισμένους ως «απενοχοποιητική» για τα σύγχρονα ΜΜΕ, καθώς αυτά από μόνα τους δεν αποτελούν τη ρίζα των σημαντικότερων προβλημάτων μας. Ωστόσο, επειδή ακριβώς δρουν ως παράγοντες που δίνουν έμφαση στο κακό, κάνοντάς το χειρότερο, αλλά και στο καλό, κάνοντάς το καλύτερο, μας φέρνουν ξεκάθαρα ενώπιον των ευθυνών μας.
 
Τώρα πλέον δεν έχουμε την πολυτέλεια να αγνοήσουμε προβλήματα που μέχρι σήμερα δεν θα μπορούσαν να μας αγγίξουν. Τώρα πλέον ο ηλεκτρονικός τρόπος επικοινωνίας απλώνεται σε πολλαπλούς τομείς της ζωής, σε ψυχαγωγία, καθημερινή πρακτική και εργασία, οδηγώντας μας σε προβληματισμό πάνω σε ζητήματα που μέχρι σήμερα δεν μας απασχολούσαν (Ariss et al, 2002).
 
Πέρα από αυτό όμως, μήπως και η αλλαγή των διαστάσεων της αξιολογικής και περιγραφικής πραγματικότητας, αποτελεί στη βάση της ένα σημαντικό πρόβλημα; Η τόσο κραυγαλέα διάδοση των ηλεκτρονικών ΜΜΕ λειτουργεί ως καταλύτης που μπορεί εύκολα να άρει την απροθυμία συλλογισμού πάνω σε ένα ευρέως προβαλλόμενο πρόβλημα ή φαινόμενο.
 
Το γεγονός αυτό πολλές φορές τυγχάνει εκμετάλλευσης από το ίδιο το μέσο με ιδιοτελείς σκοπούς, πράγμα σύνηθες στις ανταγωνιστικές εμπορικές επιχειρήσεις μιας δυτικής κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας. Έτσι για παράδειγμα, η υπερβολική έμφαση σε ένα πρόβλημα ή φαινόμενο, το οποίο, απόντων των μέσων ενημέρωσης, θα ήταν ήσσονος σημασίας, δημιουργεί μία νέας μορφής πραγματικότητα, όπου και το πιο ασήμαντο πράγμα, μπορεί να πάρει τερατώδεις διαστάσεις.
 
Επομένως ο εμφατικός ρόλος των ΜΜΕ, μολονότι τις περισσότερες φορές δεν αλλοιώνει την αξιολογική ουσία ενός προβλήματος ή φαινομένου (κάτι που θεωρείται κοινώς κακό, τις περισσότερες φορές εξακολουθεί και αντιμετωπίζεται ως τέτοιο), αλλοιώνοντας της διαστάσεις του, δημιουργεί μια νέα πραγματικότητα, ένα νέο στερέωμα ιδεών, αντιλήψεων, προτύπων και τρόπων ζωής (Kubey, 1990).
 
Ενώ δηλαδή η λέξη «ενημέρωση» εξορισμού πηγάζει από την εμπειρική πραγματικότητα και την περιγραφική της ανάλυση, τώρα μεταλλάσσεται σε κάτι άλλο, ξένο από την ουσία της: την καλλιέργεια νέων τάσεων και συνηθειών, την αλλαγή του τρόπου αντίληψης για τα πράγματα, την ολοκληρωτική οικοδόμηση ενός νέου κόσμου, μιας νέας πραγματικότητας (Bourdieu, 2001).
 
Επειδή μάλιστα η εμπορική φύση των μεγαλύτερων ηλεκτρονικών μέσων ενημέρωσης είναι δεδομένη, ο ανταγωνισμός οδηγεί σε μια στενή παρακολούθηση του ενός ηλεκτρονικού μέσου στο άλλο, πράγμα που οδηγεί στην υιοθέτηση μιας γραπτής ή άγραφης νόρμας που καθορίζει κοινές στρατηγικές και ομογενοποιήσεις που αφορούν τη λειτουργία και τη δράση τους, παγιώνοντας νοοτροπίες: Αν κάποια μικρά αγόρια αφεθούν να παρακολουθήσουν συστηματικά τηλεοπτικές παραγωγές οι οποίες προβάλλουν έντονα το στοιχείο της βίας εναντίον των γυναικών σε καθημερινή πρακτική, έχει αποδειχθεί πειραματικά εδώ και κάποιες δεκαετίες (Malamuth, et al, 1981) ότι θα αλλάξουν στάση συμπεριφοράς και θα κατευθυνθούν προς την αποδοχή των προτύπων αυτών βίας.
 
Αν το πείραμα αυτό ήταν ικανό να δώσει τέτοιο αποτέλεσμα πριν μερικές δεκαετίες, οπότε και τα τεχνολογικά μέσα της εποχής δεν ήταν ιδιαιτέρως εξελιγμένα, εικάζουμε ότι σήμερα, με την συμβολή της τεχνολογικής εξέλιξης στη δημιουργία μεγάλων και εντυπωσιακών τηλεοπτικών παραγωγών, θα είχαμε αποκομίσει σαφώς μεγαλύτερα και φανατικότερα ποσοστά έγκρισης της βίας κατά των γυναικών από τα νεαρά αγόρια.
 
Κάτι που προβάλλεται έντονα και εμφατικά από ένα ηλεκτρονικό μέσο ενημέρωσης, δεν θα αργήσει να αποκτήσει και το ανάλογο κοινό που θα αποδεχτεί και θα εναρμονιστεί με τη νέα αυτή συνήθεια της υπερβολής και των ακροτήτων.
 
Το νέο στερέωμα που εγκαθιδρύεται μέσα από τα ηλεκτρονικά ΜΜΕ έρχεται να νοηματοδοτήσει εκ νέου θεματικές περιοχές της ανθρώπινης σκέψης και δραστηριότητας. Αυτό συμβαίνει ακόμα και στο επίπεδο των επιστημών. Πολλές φορές παρατηρείται η προσπάθεια «εκλαΐκευσης» ενός επιστημονικού αντικειμένου, το οποίο, υπό τη νέα, απλουστευμένη του μορφή, φιλοδοξεί να καταστεί εύληπτο στον μέσο τηλεθεατή, στον μέσο ακροατή μιας εκπομπής. Η εκλαΐκευση αυτή φυσικά είναι δυνατόν να προσδώσει στο θεματικό αντικείμενο μιας επιστήμης μια γενικότερη δημοφιλία στην κοινωνία.
 
Σύμφωνα με μια λογική, κάτι που ήταν κλεισμένο σε βιβλία και πανεπιστημιακές αίθουσες, κάτι που ήταν περιορισμένο σε λίγους και «εκλεκτούς», τώρα πλέον γίνεται υπόθεση οποιουδήποτε ενδιαφέρεται γι' αυτό. Ωστόσο, αυτό συμβαίνει μόνο κατά τα φαινόμενα. Η ουσία βρίσκεται στον τρόπο της εκλαΐκευσης αυτής και στο τελικό αποτέλεσμα.
 
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα που μας αφορά εν προκειμένω είναι εκείνο της επιστήμης της ψυχιατρικής και της ψυχολογίας. Ολοένα και περισσότερο, σε θέματα εκπομπών που αφορούν προβλήματα προσωπικού χαρακτήρα, κάνουν την εμφάνισή τους (στην καλύτερη των περιπτώσεων) ειδικοί της ψυχικής υγείας που επιδιώκουν να τεκμηριώσουν την επιστημονική τους άποψη επιδιώκοντας τη λύση σε ένα πρόβλημα που τους παραδίδεται δημόσια.
 
Στην συγκεκριμένη περίπτωση, είναι φυσικό και επόμενο, οι επιστήμες της ψυχικής υγείας να αποκτήσουν δημοφιλία σε ένα ευρύτερο κοινό. Ενδέχεται επίσης, ο μέσος τηλεθεατής, θεωρώντας ότι κάποιο πιθανό δικό του πρόβλημα ομοιάζει προς την κατάσταση που παρακολουθεί στην τηλεόραση, να αποφανθεί ότι η λύση που προβάλλεται μέσω του ηλεκτρονικού μέσου είναι και η ενδεδειγμένη για τη δική του περίπτωση.
 
Ωστόσο, όπως ομολογείται στην ιατρική κοινότητα, η ρίζα των ηθικών και επιστημονικών προβλημάτων που ανακύπτουν σε τέτοιες περιπτώσεις είναι: «Η παροχή διαγνωστικών και θεραπευτικών συμβουλών που βασίζονται σε ένα (φυσιολογικά) ελλιπές-ανακριβές ιστορικό και δημιουργούν στον τηλεθεατή-«ασθενή» μια «ψευδαίσθηση» αντιμετώπισης του προβλήματος του, καλλιεργώντας ταυτόχρονα μια στρεβλή εντύπωση αναφορικά με την ψυχοπαθολογία, την αιτιολογία της και την αντιμετώπιση της και β) η διατήρηση ή και αύξηση του φόβου που ήδη υπάρχει στο πλατύ κοινό απέναντι στον ψυχιατρικό άρρωστο και η συνέχιση της απομόνωσης του μέσα από μια διαδικασία στιγματισμού.» (Δημέλλης, 2004).
 
Όπως γίνεται κατανοητό, η δημοφιλία και η «εκλαΐκευση» από μόνη της δεν είναι παράγοντες που είναι σε θέση να προωθήσουν την επιστημονική διαδικασία. Τα ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης φαίνεται ότι χρειάζονται να περάσουν αρκετές παραδεδομένες κλασικές έννοιες μέσα από ένα εννοιολογικό «άλεσμα», προκειμένου να δημιουργήσουν με το υλικό που θα εξαχθεί τη νέα τους πραγματικότητα.
 
Η ηθική της πρόκλησης και οι εννοιολογικές παρεξηγήσεις
 
H ενίσχυση της νέας αυτής πραγματικότητας αποκτά μια ικανή συσπείρωση, έτοιμη να κυβερνήσει πληθυσμούς και να εμφυτεύσει νέες ηθικές (Hawkins, 2001), έτοιμη να ισοπεδώσει οποιαδήποτε απόκλιση, οποιαδήποτε εναλλακτική αντιμετώπιση των πραγμάτων σε ατομικό ή μικρότερο συλλογικό επίπεδο:
 
Αν η δημόσια έκθεση ενός σοβαρού προσωπικού προβλήματος οδηγεί σε εμπορική επιτυχία, γιατί να χρησιμοποιείται ως προϊόν μόνο από το άλφα ανταγωνιστικό κανάλι και όχι και από το βήτα; Και αν αυτό εξελίσσεται προσοδοφόρο για όλους, γιατί να μην καθοριστεί άτυπα μια τηλεοπτική ζώνη κατά τη διάρκεια της ημέρας όπου όλα τα κανάλια θα επιδίδονται στην μετάδοση τέτοιων προϊόντων;
 
Τι είναι αυτό που θα μπορούσε να τα εμποδίσει από έναν πλουτισμό βασισμένο σε μια εύκολη και έτοιμη προϊοντική φόρμουλα; Ακόμα και τα πιο απλά σκεπτικά της συνεχούς παρακολούθησης της ιδιωτικής ζωής κάποιων ανθρώπων σε καθημερινή βάση -reality tv- (Biressi et al, 2006) (Hill, 2005) (Jermyn et al, 2004) έχουν εξελιχθεί πλέον σε πατέντες και ακριβοπληρωμένες «ιδέες» που αναπαράγονται στο ακέραιο από πολλά ανταγωνιστικά τηλεοπτικά κανάλια.
 
Αφού ο σκοπός του ευκαιριακού πλουτισμού των μέσων ενημέρωσης είναι δυνατόν να οδηγήσει ακόμα και στη δημιουργία μιας νέας πραγματικότητας (έστω και μέσα από το άλεσμα όπως είδαμε δεδομένων της ήδη υπάρχουσας πραγματικότητας), πόσο εύκολα μπορεί να οδηγήσει τους ανθρώπους που συμμετέχουν ενεργά σε αυτή τη διαδικασία σε αλλαγή της ηθικής τους στάσης και στην υιοθέτηση ηθικών θεωριών που μέχρι πρότινος τους ήταν παντελώς άγνωστες;
 
Όταν παρουσιάζεται έλλειψη προθυμίας άμεσης χρηματοδότησης ακόμα και επιμορφωτικών εκπομπών για παιδιά (Brown, 2002) με κύρια επιχειρηματολογία την αδυναμία αποκομιδής άμεσου κέρδους και την προσωρινή έλλειψη πόρων, τότε το πρόβλημα γίνεται ακόμα μια ανάγλυφο. Θα μπορούσε κάποιος να κάνει μια καλή αρχή προς την κατεύθυνση μιας πειστικής απάντησης των παραπάνω ερωτημάτων υποστηρίζοντας ότι η βάση της ουσιαστικής επιτυχίας ενός μέσου ενημέρωσης δεν μπορεί να τεθεί αποκλειστικά ευκαιριακά.
 
Στο ανταγωνιστικό εμπορικό πλαίσιο όπου δύσκολα επιβιώνει κάποιο μέσο, η άντληση ευκαιριακών ωφελημάτων δεν είναι το ζητούμενο. Ο καιροσκοπισμός δεν οδηγεί σε παγίωση μιας κατάστασης ευημερίας. Μετά από πρόσφατες έρευνες που διεξήχθησαν στο τηλεοπτικό κοινό της Κορέας (Rhee et al. 2007) δηλώνεται ξεκάθαρα ότι εκείνο που χρειάζεται ένα μέσο ενημέρωσης για να έχει υγιή διάρκεια στο χρόνο είναι να αξιολογείται συνειδητά θετικά από όσο το δυνατόν μεγαλύτερο κομμάτι του πληθυσμού.
 
H ικανοποίηση που βασίζεται στην αποκομιδή θετικής αξιολόγησης από τον μέσο θεατή και ακροατή είναι εκείνη κυρίως που θα προσδώσει σε ένα μέσο ενημέρωσης σωστές κατευθυντήριες γραμμές προς την παγίωση και την επιτυχία. Αν ο μέσος θεατής εκτιμήσει θετικά την ποιότητα για παράδειγμα των τηλεοπτικών προϊόντων συγκεκριμένου τηλεοπτικού καναλιού, δεν θα αργήσει να θεωρήσει το κανάλι αυτό ακόμα και ως φορέα πολιτισμού.
 
Το γεγονός αυτό μπορεί βραχυπρόθεσμα να μην επιφέρει τα οικονομικά οφέλη που ένας καναλάρχης θα ονειρευόταν, αλλά μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα σίγουρα δεν θα βγει χαμένο. Ωστόσο, η υπομονή και η επίμονη, επίπονη προσπάθεια προς την κατεύθυνση της ποιοτικής βελτίωσης και της αποκομιδής θετικής αποτίμησης από την πλευρά του κοινού, παρουσιάζεται ως ελάχιστος και ανίσχυρος δελεαστικός παράγοντας που θα ωθήσει έναν –προς το παρόν- καιροσκόπο προς τη δέουσα κατεύθυνση.
 
Η αποκομιδή της εμπιστοσύνης του κοινού οδηγεί στην αύξηση του κύρους της κοινωνικής υπευθυνότητας ενός επιχειρησιακού οργανισμού (Caldwell et al, 2005) οδηγώντας τον συνεπώς σε μία οικονομικώς ωφέλιμη αναπτυξιακή πορεία.
 
Ένας καιροσκόπος καναλάρχης, προκειμένου να εκτιμήσει ότι η πορεία ενός καναλιού είναι ικανοποιητική, θα αρκεστεί απλά σε κάποια υψηλά ποσοστά τηλεθέασης, χωρίς να λαμβάνει διόλου υπόψη του το γεγονός ότι είναι πολύ πιθανό η συντριπτική πλειοψηφία των τηλεθεατών του να θεωρούν το προϊόν υψηλής τηλεθέασης ως κοινό σκουπίδι.
 
Μα αν κάποιος βγει γυμνός στην Πλατεία Συντάγματος χορεύοντας σε κάποιο διονυσιακό ρυθμό κρατώντας δεκάδες τσαμπιά σταφύλια, θα προκαλέσει στον περίγυρό του τα βλέμματα της συντριπτικής πλειοψηφίας των ανθρώπων. Ακόμα και πυροβολισμοί αν ακουστούν, ακόμα και δολοφονίες αν διαπραχθούν δημόσια, όλα αυτά θα τραβήξουν τα βλέμματα των παρευρισκομένων ανθρώπων.
 
Όλες αυτές οι προκλήσεις αποσπούν το ανθρώπινο βλέμμα, δημιουργούν «υψηλές τηλεθεάσεις» γιατί αποτελούν πρόκληση. Στην πρόκληση το ανθρώπινο βλέμμα, η ανθρώπινη περιέργεια δύσκολα αντιστέκεται. Και αυτό αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα του ανθρώπου, γνωστό και από τη ρήση του Αριστοτέλους: «Πάντες άνθρωποι του ειδέναι ορέγονται φύσει» (Αριστοτέλης, Μεταφυσικά).
 
Το ότι οι άνθρωποι όμως έχουν μια φυσική τάση προς ικανοποίηση της περιέργειάς τους, δεν σημαίνει αυτόματα ότι εγκρίνουν και το αντικείμενο της περιέργειάς τους. Αν παρακολουθήσουν έναν δολοφόνο, ή έναν δημόσιο γυμνιστή (χωρίς φυσικά να θέλουμε να εξισώσουμε αξιολογικά τις δύο αναφερόμενες ιδιότητες), θα είναι επειδή οι δύο αυτές ιδιότητες προσωπικότητας ανταποκρίνονται στην πρόκληση της περιέργειάς τους να καλύψουν κάποιο γνωστικό τους κενό («ποιος σκοτώνει, γιατί σκοτώνει, τι συμβαίνει; Ποιος και με ποια κίνητρα γυμνώνεται και εξευτελίζεται δημοσίως;») και όχι επειδή οι ίδιοι οι θεατές εγκρίνουν την δολοφονία αφενός και την προσβολή της δημοσίας αιδούς αφετέρου.
 
Αυτό το θέαμα όμως αποτελεί αναλώσιμο προϊόν που γρήγορα φθίνει στο πέρασμα του χρόνου. Κάποτε όλα τα «γνωστικά αυτά κενά» καλύπτονται και η περιέργεια ικανοποιείται. Φαινόμενο που αποδεικνύει την τάση του τηλεοπτικού ιδιαιτέρως κοινού να νιώθει εύκολα ανία μπροστά στην τηλεόραση είναι η γρήγορη εναλλαγή καναλιών («zapping»), δηλ. η ουσιαστική αποκομιδή ενός μεγάλου τίποτα, μιας πρόσκαιρης επιφανειακής δραστηριότητας μηδαμινής γνωστικής και ηθικής αξίας (Williams, 2003).
 
Κάποτε, αυτά τα ακραία θεάματα δεν έχουν να αποφέρουν κέρδη σε εκείνους που τα εκμεταλλεύονται. Τότε είναι η εποχή που είτε το ηλεκτρονικό μέσο ενημέρωσης θα επιδιώξει στροφή προς την δημιουργία ενός θετικού προφίλ υψηλής ηθικής υπόστασης, είτε θα αναζητήσει νέα αναλώσιμα προϊόντα στο βωμό του καιροσκοπικού πλουτισμού.

«Αυτό θέλουν; Αυτό θα έχουν»
 
Το κέρδος των εμπορικών ηλεκτρονικών μέσων ενημέρωσης, καθώς αντλείται κατά κύριο λόγο από διαφημιστικές δραστηριότητες, οδηγεί στην εξιδανίκευση της έννοιας της θέασης ή ακρόασης μιας συγκεκριμένης εκπομπής ή θεάματος. Η απλή θέαση και ακρόαση για παράδειγμα ενός τηλεοπτικού δρωμένου γίνεται αυτοσκοπός και αποτελεί στην αντίληψη των περισσοτέρων τον μοναδικό παράγοντα αξιολόγησης, το μοναδικό μέσο μέτρησης της αξίας του.
 
Μέσω αυτής της νοοτροπίας αρκετές φορές το ποιόν ενός τηλεοπτικού δρωμένου παραμερίζεται εντελώς ή (πράγμα που μας ενδιαφέρει περισσότερο εν προκειμένω) ταυτίζεται με την απλή θέασή του από το μεγαλύτερο δυνατό μέρος μιας κοινωνίας. Πολλές φορές γινόμαστε μάρτυρες του σκεπτικού: «Αφού αυτό θέλουν, αυτό θα έχουν. Αφού το βλέπουν, άρα το εγκρίνουν. Αφού δεν αλλάζουν κανάλι, τότε το υιοθετούν.»
 
Είναι όμως έτσι τα πράγματα ή πρόκειται περί ενός φαύλου κύκλου ποιοτικής υποβάθμισης που οφείλεται είτε στην θεωρία του εύκολου κέρδους είτε στη σύγχυση των εννοιών και την ταυτόχρονη έλλειψη ουσιαστικής παιδείας; Εδώ πλέον παρατηρούμε μία ταύτιση της περιγραφής ενός φαινομένου με την αξιολόγησή του. Εδώ γίνεται μια σύγχυση μεταξύ περιγραφικών και αξιολογικών προτάσεων. Οπισθοχωρούμε εκ νέου στο μέγιστο πρόβλημα της «φυσιοκρατικής πλάνης» τον κίνδυνο της οποίας ανάγλυφα μας είχε εξηγήσει ο G.E. Moore από τις αρχές κιόλας του εικοστού αιώνα (Moore, 1903).
 
Υποπίπτουμε στο θεμελιώδες σφάλμα της «φυσιοκρατικής πλάνης» όταν κάποιος προσπαθεί να επιχειρηματολογήσει υπέρ μιας ηθικής στάσης ή αξίας συγχέοντας την έννοια του καλού με άλλες έννοιες, όπως εκείνη του ευχάριστου, του αποδεκτού, του δημοφιλούς και ούτω καθεξής. Το «καλό» όμως είναι το ζητούμενο στο πλαίσιο μιας ηθικής αποτίμησης ενός φαινομένου και εκείνο που ύψιστα οφείλει κάθε αξιολογική προσέγγιση να λάβει υπόψη.
 
Εδώ όμως στο «βλέπω άρα εγκρίνω» παρατηρούμε το πρόβλημα της άκριτης αυτόματης ταύτισης της έννοιας του καλού με την έννοια της αυξημένης τηλεθέασης ή ακρόασης ενός προϊόντος των ηλεκτρονικών μέσων ενημέρωσης.
 
Το ότι ο μέσος τηλεθεατής απλά βλέπει ένα τηλεοπτικό προϊόν, σε καμία των περιπτώσεων δεν μπορεί να σημαίνει αυτόματα ότι εγκρίνει κιόλας το τηλεοπτικό αυτό προϊόν. Πέρα από τη φυσιοκρατική πλάνη του G.E. Moore, το φαινόμενο αυτό στο ευρύτερό του πλαίσιο έχει καταδειχθεί πολύ νωρίτερα από τον Σκώτο φιλόσοφο και ιστορικό David Hume στο πλαίσιο της μεταηθικής του θεώρησης: Πολλές φορές οι άνθρωποι πλανώνται και οδηγούνται σε ολισθηρές ατραπούς συγχέοντας περιγραφικές με αξιολογικές προτάσεις (Hume, 1739).
 
Όταν περιγράφουμε για παράδειγμα την εμπειρική μας πραγματικότητα λέγοντας ότι οι καπνιστές δύσκολα κόβουν το κάπνισμα, δεν συνεπάγεται αυτόματα την αξιολογική πρόταση ότι οι καπνιστές δεν πρέπει να προσπαθήσουν να κόψουν το κάπνισμα εξαιτίας αυτής της δυσκολίας. Όταν κάποιοι άνθρωποι πιστεύουν στην πρόταση «Ο Θεός είναι φιλεύσπλαχνος», δεν συνεπάγεται αυτόματα το συμπέρασμα ότι και οι ίδιοι πρέπει να είναι φιλεύσπλαχνοι. Μια πρόταση του «είναι» δεν ταυτίζεται, ούτε συνεπάγεται αυτομάτως με μια πρόταση του «πρέπει».
 
Και όμως, η σύγχυση αυτή, όσο και αν φαίνεται σε πολλούς αυστηρά επιστημολογική, αποτελεί τη βάση του προβλήματος και την αρχή των παρεξηγήσεων που οδηγούν στην ποιοτική υποβάθμιση των ηλεκτρονικών μέσων ενημέρωσης και των προϊόντων τους. Η πραγματικότητα ή ορισμένα επί μέρους δεδομένα της δεν μπορούν να αποτελούν έναν εκ των πραγμάτων οδηγό για τις ανθρώπινες πράξεις.
 
Επειδή τυγχάνει για παράδειγμα να διανύουμε μια εποχή κατά την οποία η πληθώρα των τηλεοπτικών προγραμμάτων ασχολείται με την ξεδίπλωση οδυνηρών προσωπικών εμπειριών ορισμένων ατόμων, αυτό δεν μπορεί να αποτελέσει και οδηγό, προϋπόθεση ή κανόνα βάσει του οποίου θα οριοθετήσουμε τις μελλοντικές μας ενέργειες σχετικά με την εξελικτική πορεία της τηλεόρασης.
 
Η ανάλυση των δεδομένων της εμπειρικής πραγματικότητας φυσικά και μας προσδίδει χρήσιμη και αξιοποιήσιμη γνώση. Ωστόσο η ηθική είναι κάτι που ξεφεύγει από τα δεσμά της εμπειρίας, γι' αυτό και συντάσσεται με το ευρύτερο φιλοσοφικό σκεπτικό της ανατροπής των καταστάσεων και της δημιουργίας νέων εμπειριών προς αποκομιδή. Άλλωστε ο ορισμός του φιλοσοφούντος ανθρώπου περικλείει όχι την ανάλυση της εμπειρίας, αλλά την διατύπωση προτάσεων σχετικά με το πώς θα μπορούσαν να ήταν τα πράγματα. Πόσες ιδέες και θεωρήσεις άραγε που σήμερα είναι αποδεκτές, κάποτε ήταν εκκεντρικές; (Russell, 1967-1969).
 
H ανάλυση της εμπειρίας έχει παραδοθεί προ πολλού στις εξειδικευμένες επιστήμες και ο ρόλος της ηθικής σίγουρα δεν είναι να εγκλωβίζεται ή να κατευθύνεται από αυτές. Η στατιστική των τηλεοπτικών και ακροαματικών μετρήσεων αποτελεί απλά μια δήλωση περιγραφικής σημασίας, έναν εμπλουτισμό του εμπειρικού μας κόσμου. Σε καμία περίπτωση δεν συνεπάγεται την υιοθέτηση κάποιας συγκεκριμένης ηθικής στάσης.
 
Ωστόσο, η σύγχρονη πραγματικότητα μας διαψεύδει: τα ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης στην συντριπτική τους πλειοψηφία είναι στενά εξαρτημένα από τις μετρήσεις αυτές. Ως εκ τούτου τα προϊόντα τους έχουν αφετηρία και προορισμό τους συγκεκριμένους αριθμούς των στατιστικών στοιχείων. Κάθε ηθικός προβληματισμός απλά απουσιάζει, δεν έχει χώρο στις εμπορικές δοσοληψίες αυτού του είδους.
 
Των παθημάτων κάθαρση
 
Η αττική τραγωδία έχει διαδραματίσει κατά τους αιώνες μετά την ανακάλυψή της καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της αντίληψης του κοινού και των παραγόντων κάποιου θεάματος. Ο αρχαιοελληνικός πεσσιμισμός αρκετές φορές υψώνεται στο επίπεδο του τρόπου ζωής και έκφρασης χωρίς προκατάληψη (Dienstag, 2004).
 
Ακόμα και σε διεθνές επίπεδο, όταν κάποιο γεγονός υπερβαίνει κατά πολύ τα όρια της καθημερινής συνηθισμένης δυστυχίας, παραλληλίζεται με «ελληνική τραγωδία» (Crooks, 2003). Ο όρος της τραγωδίας έχει την θέση του στην ορολογία της καθημερινότητας όταν η ελπίδα και οι επιθυμίες του μέσου ανθρώπου συναντούν αξεπέραστα εμπόδια (Williams, 2006). Η επιτυχία και η «θεαματικότητα» της τραγωδίας πάντοτε, από την χρυσή εποχή του Περικλή, βασιζόταν κυρίως στο «δι ελέου και φόβου περαίνουσα την των τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν», δηλαδή προκαλούσε τη συμπάθεια και το φόβο του θεατή λυτρώνοντάς τον από ανάλογα ψυχικά συναισθήματα (Αριστοτέλους, Ποιητική).
 
Ο θεατής της τραγωδίας ταυτιζόταν με τον προβαλλόμενο ήρωα του θεατρικού δράματος συμμετέχοντας έτσι και ο ίδιος ψυχικώς ενεργά στο δρώμενο που του παρουσιαζόταν. Κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας ουσιαστικά ο θεατής ζει μια δεύτερη ζωή, βγαίνει από τη δική του υπόσταση, έρχεται να υποστεί την «έκσταση» η οποία φυσικά αποτελούσε και το ζητούμενο ενός καλώς διεξαγωμένου δράματος. Μα γιατί αυτή η έκσταση να είναι εκείνο που ο θεατής αρέσκεται να βιώνει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο;
 
Μα επειδή αυτή η ελάχιστη ώρα που παρακολουθεί το δρώμενο είναι ίσως μία από τις μοναδικές στιγμές της ζωής του που μπορεί να αποποιηθεί τον εαυτό του, να βγει από το είναι του, χωρίς συνέπειες, χωρίς προϋποθέσεις, δοκιμάζοντας κάτι διαφορετικό. Αυτό το διαφορετικό είναι που τον συναρπάζει, αυτή η ανυπόθετη βίωση έντονων συναισθημάτων χωρίς να εκκρεμούν οποιεσδήποτε συνέπειες για τον ίδιο και την πραγματική του ζωή: Όλα τα παθαίνει ο ήρωας του δρωμένου (DuBois, 2002). Ο θεατής απλά παραλληλίζει τον ψυχικό του κόσμο με εκείνον του ήρωα, χωρίς να εμπλέκεται η φυσική του παρουσία.
 
Αποκομίζει δηλαδή όλα τα συναισθήματα του ήρωα χωρίς επιπτώσεις, χωρίς κόπο, απλά παρακολουθώντας τον. Όταν επέρχεται και η κάθαρση βέβαια, αποτελεί τον ιδανικότερο τρόπο επισφράγισης της επιτυχίας του δρωμένου. Η ψυχή μετά την έκσταση θα εξαγνιστεί (Golden, 1960), έτοιμη να παραδοθεί πλέον γαλήνια και ευτυχισμένη στον πραγματικό κόσμο που ανέκαθεν περιέβαλλε και θα συνεχίσει να περιβάλλει τον θεατή.
 
Η τραγωδία όμως στα ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης δεν αφορά μονάχα τον κόσμο του θεάτρου ή, εν προκειμένω, τις μεγάλες κινηματογραφικές παραγωγές ή τις μεγάλες παραγωγές μιας καθημερινής σαπουνόπερας. Η τραγωδία μεταφέρει τους καρπούς της πλέον σε πολλές εκπομπές που ισχυρίζονται ότι αποτελούν μέρος της καθημερινής μας πραγματικότητας υποκρύπτοντας και καλύπτοντας ωστόσο τον θεατρικό τους σκελετό με έναν «μανδύα καθημερινότητας».
 
Ακόμα και τα δελτία ειδήσεων έχουν εισέλθει δυναμικά σε αυτή τη θεατρική νοοτροπία: Σχεδόν κάθε ρεπορτάζ, κάθε οπτικοποίηση της επικαιρότητας συνοδεύεται κατά κανόνα από μουσική υπόκρουση, από ποιητικές απόπειρες έκφρασης, από πομπώδεις και συγκινησιακούς λόγους. Έτσι αντλούνται μικρά κομμάτια της καθημερινότητας τα οποία, μετά από την κατάλληλη διεργασία αλέσματος, παραδίδονται στον μέσο δέκτη ως κάτι εντελώς διαφορετικό από αυτό που πραγματικά είναι.
 
Η πραγματικότητα έχει πάψει πλέον να αποτελεί κυρίαρχο στοιχείο της ενημέρωσης δίνοντας τη θέση αυτή στην τέχνη και τα θεατρικά εργαλεία της. Οι διαστάσεις των θεμάτων αλλάζουν, η ουσία έρχεται σε δευτερεύοντα ρόλο και ο σκοπός πλέον δεν είναι η ενημέρωση ή η έκθεση της πραγματικότητας, αλλά η «έκσταση» του θεατή, η ταύτισή του με τους «καθημερινούς ήρωες» και τις δυσμένειες της θεάς τύχης εναντίον τους (Nussbaum, 2001). Όλα αυτά συμβάλλουν αναπόφευκτα στην ανάπτυξη ενός νέου, καλά καλυμμένου θεατρικού δρωμένου.
 
Βέβαια εδώ βρισκόμαστε μπροστά σε ένα σημαντικό πρόβλημα που δημιουργείται από το ίδιο το γεγονός της μετάλλαξης της πραγματικότητας σε καλυμμένο θέατρο. Το ηλεκτρονικό μέσο ενημέρωσης, για να δικαιολογήσει τον τίτλο του (και ιδιαίτερα τη λέξη «ενημέρωση»), οφείλει πάση θυσία να διατηρήσει τον μανδύα της ενημέρωσης πάνω από το σκελετό του θεάτρου.
 
Διαφορετικά θα μετονομαζόταν από μέσο ενημέρωσης σε μέσο ψυχαγωγίας ή διασκέδασης. Γι αυτό το λόγο ένας βασικός ηθικός ενδοιασμός μοιάζει να υπερσκελίζεται. Ο ενδοιασμός αυτός είναι η παραπλάνηση, η υποκρισία από μη θεσμοθετημένους υποκριτές, από πρόσωπα που τυπικώς δεν υποδύονται κάποιο ρόλο ηθοποιού. Η παραπλάνηση αυτή έχει ως θύμα τον τελικό θεατή, τον δέκτη των «ενημερωτικών» αυτών προϊόντων.

Η ουσία της παραπλάνησης αυτής βρίσκεται στο γεγονός ότι κάτι που δεν αποτελεί πραγματικότητα, προσπαθεί να περάσει ως τέτοια. Κάτι που αν δεν είχε μέσα του τα δραματικά στοιχεία, κάτι που αν δεν άλλαζε διαστάσεις, θα εξακολουθούσε να αντιμετωπίζεται από τον μέσο δέκτη ως κάτι τετριμμένο, ως κάτι συνηθισμένο, ως κάτι που δεν αξίζει εντέλει της προσοχής του.
 
Όταν όμως αυτό το ασήμαντο πραγματικό γεγονός αλλάζει διαστάσεις, όταν εμπλουτίζεται και υποστηρίζεται από τα θεατρικά εργαλεία ενός σκηνοθέτη (τα οποία στη σύγχρονη εποχή είναι πολλά και ποικίλα διεγείροντας ολοένα και περισσότερες αισθήσεις του ανθρώπου ταυτόχρονα) παρουσιάζεται ως ελκυστικό. Μέσα από αυτό τελικά ο θεατής μπορεί να νοιώσει ότι εμπλέκεται ψυχικά, μπορεί να πάρει τη θέση του «ήρωα» ενός δελτίου ειδήσεων, μπορεί να βγει από τον εαυτό του και να ζήσει για λίγο ως ένας άλλος.
 
Αυτό όπως είδαμε, είναι το βασικό στοιχείο «υψηλής τηλεθέασης» ενός δρωμένου και μας είναι γνωστό από την εποχή του Περικλή όπου άνθισε η αττική τραγωδία. Ακόμα και σήμερα όπως φαίνεται, μετά από χιλιάδες χρόνια, εξακολουθεί και είναι το κύριο μέσο συντήρησης ενός σύγχρονου ηλεκτρονικού μέσου ενημέρωσης.
 
Ποια είναι η θέση όμως του μέσου δέκτη τέτοιων ενημερωτικών προϊόντων; Ο δέκτης προφανώς όπως ήδη έχουμε εξετάσει βρίσκεται μπροστά δε μια δύσκολη θέση. Το βλέμμα του προκαλείται και η περιέργειά του ζητάει απεγνωσμένα την ικανοποίησή της. Θέλει να μάθει, θέλει να γνωρίσει ποιος είναι αυτός ο «ήρωας» που προβάλλεται τόσο έντονα, τι έχει κάνει και γιατί το έχει κάνει, ποιες θα είναι οι συνέπειες που θα αντιμετωπίσει.
 
Αυτό όπως ήδη αναφέραμε είναι από παλιά γνωστό ότι αποτελεί θεμελιώδες χαρακτηριστικό της ανθρώπινης φύσης. Από αυτό το απλό περιγραφικό γεγονός ωστόσο δεν μπορούμε και πάλι να οδηγηθούμε αυτόματα στο συμπέρασμα ότι ο θεατής εγκρίνει το θέαμα που εκτυλίσσεται μπροστά του. Σίγουρα θα έχει την επιθυμία να δει πώς έγινε κάποιος φόνος, πώς εξελίσσεται μια πυρκαγιά, ποιοι ήταν μέσα σε ένα αυτοκίνητο τη στιγμή ενός (τραγικού) δυστυχήματος. Αυτή του η επιθυμία ικανοποιεί την περιέργειά του πρόσκαιρα και επιφανειακά, δίνοντας έτσι στο μέσο ενημέρωσης με τη σειρά του εκείνο που το μέσο διακαώς προσπαθεί να αποσπάσει: το υψηλό επίπεδο τηλεθέασης. Όπως είδαμε όμως, τα περισσότερα μέσα στέκονται εκεί.
 
Αυτό είναι το ζητούμενό τους, αυτό είναι η αριστοτελική τους εντελέχεια και ευδαιμονία. Δεν αρκεί όμως, ιδιαιτέρως όταν έχουμε να αντιμετωπίσουμε μια πολυσυλλεκτική κοινωνία με εντελώς διαφορετικές εμπειρίες και βιώματα, προερχόμενη από το διεθνές περιβάλλον (Kasper-Fuehrera, 2001). Η πολυσυλλεκτική αυτή κοινωνία έχει μάθει να εκτιμά περισσότερο εκείνον που εμπιστεύεται και όχι εκείνον που της δίνει μια πρόσκαιρη επιφανειακή ικανοποίηση.
 
Πολλές φορές άλλωστε παρατηρούμε ότι η συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού έχει εντελώς αρνητική γνώμη για εκπομπές που αποσπούν την μεγαλύτερη μερίδα της τηλεθέασης. Όπως ήδη εξηγήσαμε, αυτό δεν είναι τυχαίο, ούτε παράλογο. Εκείνο στο οποίο θα έπρεπε να στρέψουν την προσοχή τους για μακροπρόθεσμα αποτελέσματα και παγίωση της θέσης τους στον ανταγωνισμό είναι η οικοδόμηση ενός σταθερού εταιρικού προφίλ εμπιστοσύνης με τον μέσο θεατή και ακροατή. Δεν αρκεί να βλέπει κάποιος, πρέπει να επαινεί, πρέπει και να εγκρίνει και να γνωρίζει συνειδητά ότι αυτό που βλέπει, πρέπει και να το βλέπει.
 
Η αλλαγή της οπτικής: «Παθαίνω, άρα υπάρχω»
 
Μπορεί πολλά ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης να κινούνται στο πλαίσιο της ηθικής παράβλεψης και της εννοιολογικής σύγχυσης. Παρά το γεγονός της τεράστιας απήχησής τους ο άνθρωπος αντιστέκεται εύκολα εφόσον κατανοήσει και διερευνήσει ενδελεχέστερα ότι η ζωή που βλέπει γύρω του, η ζωή που ο ίδιος θα ήθελε να οικοδομήσει για τον εαυτό του, δεν μπορεί να βρεθεί μέσα σε κανένα ηλεκτρονικό μέσο ενημέρωσης.
 
Η αριστοτελική «έκσταση» και η «κάθαρση» που μπορεί να απολαύσει παρακολουθώντας για παράδειγμα ένα τηλεοπτικό πρόγραμμα δεν μπορεί να αποτελέσει τον κυρίαρχο τρόπο ζωής του. Όταν ο άνθρωπος μαθαίνει να ζει μέσα από άλλους, όταν μαθαίνει καθημερινά ψυχικώς να υποδύεται ρόλους, στην ουσία βρίσκεται συνεχώς δεν ένα στάδιο ύπνωσης της προσωπικότητάς του. Η δική του ζωή εισέρχεται διαρκώς σε κατάσταση αναμονής αναμένοντας το πότε η προσοχή του ανθρώπου θα αποσπαστεί από το τηλεοπτικό δρώμενο.
 
Στην αρχαία ελληνική εποχή, το θέατρο ήταν περιορισμένης χρονικής έκτασης. Όσο και αν ο θεατής εξίσταται, όσο και αν ο θεατής αρέσκεται στο να το απολαμβάνει, μετά από κάποιες ώρες θα «αναγκαστεί» εκ των πραγμάτων να ζήσει και να εξελίξει την δική του προσωπική ζωή. Στη σύγχρονη εποχή όμως τα θεατρικά αυτά δρώμενα είναι πολλά και ποικίλα και αδιάκοπα.
 
Τα ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης και ψυχαγωγίας είναι αμέτρητα και εύκολα προσβάσιμα από τον οποιονδήποτε, ακόμα και αν ανήκει σχηματικά στις ασθενέστερες οικονομικές τάξεις. Όποιος το επιθυμεί, όποιος εθίζεται στην «έκσταση» και την «κάθαρση» (μην ξεχνούμε άλλωστε ότι το κίνητρο της «έκστασης» ενυπάρχει και στις παραισθησιογόνες και ναρκωτικές ουσίες) μπορεί όσες ώρες της ημέρας το θέλει να εισέρχεται σε αυτή τη διαδικασία.
 
Το γεγονός από μόνο του όμως ότι πολλοί είναι εκείνοι που επιλέγουν να θέτουν διαρκώς την δική τους ζωή σε μια «κατάσταση αναμονής» είναι ένα σήμα κινδύνου, όχι μόνο σε ατομικό επίπεδο, αλλά και σε κοινωνικό. Όταν οι θεαματικότητες, οι ακροαματικότητες και οι ανάλογες στατιστικές μετρήσεις δείχνουν σε καθημερινή βάση υψηλότατα ποσοστά για το σύνολο των ηλεκτρονικών μέσων, αυτό σημαίνει ότι το μεγαλύτερο ποσοστό της κοινωνίας μαθαίνει να ζει μια άλλη πραγματικότητα από εκείνη που μας περιβάλλει.
 
Ενδέχεται να ζει το ανύπαρκτο, να συζητά για ζητήματα ήσσονος σημασίας και προτεραιότητας με τόση ένταση και ενέργεια ωσάν να επρόκειτο για τη δική του, ξεχωριστή πραγματικότητα. Όταν λοιπόν η ζωή μιας κοινωνίας «τίθεται σε αναμονή», όλα τα αξιόλογα πράγματα συνεπώς τίθενται και αυτά στην ίδια μοίρα. Τέτοια μπορεί να είναι η εκπαίδευση, η παιδεία, η προσωπική ψυχαγωγία, η αλληλεπίδραση με πρόσωπα, η φυσική δραστηριότητα, η αυτόνομη σκέψη, ο κριτικός στοχασμός, ο πραγματικός ενθουσιασμός για τον έρωτα (Borossa et al, 2003), η πραγματική οδύνη για έναν αληθινό θάνατο.
 
Όλα αυτά μας κάνουν να υψώνουμε την ανθρώπινη ύπαρξη στο σημείο που της αρμόζει, στο σημείο μιας αδιάκοπης προσωπικής περιπέτειας. Σημασία δεν έχει να ζούμε πολλαπλές «καθάρσεις» μέσω «εκστατικών» μορφών πρόσκαιρης και πλασματικής ζωής, αλλά το πραγματικό πάθος της καθημερινότητάς μας, την αναζήτηση της εντελέχειας όχι στο τέλος του δράματος, αλλά στην διαρκή και αέναη εγκόσμια διαδικασία (Λιαντίνης, 1979).
 
Η ηδονή της ζωής δεν κρύβεται σε κάποιο αόρατο ορόσημο ούτε σε πρόσκαιρες «καθάρσεις» ούτε σε οποιοδήποτε είδος ευκαιριακής «έκστασης». Βρίσκεται στην επίπονη μα όμορφη διαδικασία της προσωπικής ζωής, της ύπαρξης μέσα στην πραγματικότητα που μας περιβάλλει. Δεν υπάρχει άλλη μορφή αυθεντικής ύπαρξης πέρα από το πάθος, μέσα από τον μοναδικό δηλαδή τρόπο που κάποιος μπορεί να γίνει αυτό που του επιτάσσει η ανθρώπινη φύση και δυναμική (Nietzsche, 1888-1908).
 
Οι έντονες προσωπικές στιγμές που μπορεί να βιώσει ένας άνθρωπος στη λιγόχρονη πορεία του στον κόσμο της εμπειρίας νοηματοδοτούν αξιολογικά τη ζωή του, την υπαρξιακή του ελευθερία (Borody, 2003). Κατά τη διάρκεια της πλοήγησης στον εμπειρικό κόσμο, σαφώς και τα ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης δεν απαγορεύονται. Ωστόσο, από την πολύ μικρή ηλικία, ο άνθρωπος πρέπει να συνειδητοποιεί ότι αυτά δεν αντιπροσωπεύουν την πραγματικότητα που ό ίδιος οφείλει να ζήσει. Οφείλει να εκπαιδευτεί πάνω στο σκεπτικό ότι η πραγματικότητα διαμορφώνεται από τον ίδιο τον άνθρωπο και δεν του δίνεται έτοιμη από κάποια εμπορική επιχείρηση αδιαφανών συμφερόντων.
 
Από τότε που ο Καρτέσιος διατύπωσε κατά την έναρξη της εποχής της νεωτερικότητας ότι ο μόνος επιβεβαιωτικός παράγων της ύπαρξης είναι η σκέψη, δεν φανταζόταν ότι ακόμα και η σκέψη από μόνη της, από τη στιγμή που θα αφορούσε έναν εικονικό κόσμο, δεν θα ήταν ικανή να αποδείξει την ύπαρξή μας. Γι' αυτό και θα πρέπει όλοι να στραφούν προς τη συμπλήρωση του Καρτεσιανού ρητού: Δεν αρκεί να σκέφτομαι για να υπάρχω, αλλά και να παθαίνω, να ρίχνομαι στην περιπέτεια της δικής μου ζωής και όχι σε οποιαδήποτε άλλη που μου δίνεται ως προκατασκευασμένη.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ἠθικὰ Νικομάχεια (1135a-1136a)

[VIII] Ὄντων δὲ τῶν δικαίων καὶ ἀδίκων τῶν εἰρημένων, ἀδικεῖ μὲν καὶ δικαιοπραγεῖ ὅταν ἑκών τις αὐτὰ πράττῃ· ὅταν δ᾽ ἄκων, οὔτ᾽ ἀδικεῖ οὔτε δικαιοπραγεῖ ἀλλ᾽ ἢ κατὰ συμβεβηκός· οἷς γὰρ συμβέβηκε δικαίοις εἶναι ἢ ἀδίκοις, πράττουσιν. ἀδίκημα δὲ καὶ δικαιοπράγημα ὥρισται τῷ ἑκουσίῳ καὶ ἀκουσίῳ· ὅταν γὰρ ἑκούσιον ᾖ, ψέγεται, ἅμα δὲ καὶ ἀδίκημα τότ᾽ ἐστίν· ὥστ᾽ ἔσται τι ἄδικον μὲν ἀδίκημα δ᾽ οὔπω, ἂν μὴ τὸ ἑκούσιον προσῇ. λέγω δ᾽ ἑκούσιον μέν, ὥσπερ καὶ πρότερον εἴρηται, ὃ ἄν τις τῶν ἐφ᾽ αὑτῷ ὄντων εἰδὼς καὶ μὴ ἀγνοῶν πράττῃ μήτε ὃν μήτε ᾧ μήτε οὗ ‹ἕνεκα›, οἷον τίνα τύπτει καὶ τίνι καὶ τίνος ἕνεκα, κἀκείνων ἕκαστον μὴ κατὰ συμβεβηκὸς μηδὲ βίᾳ (ὥσπερ εἴ τις λαβὼν τὴν χεῖρα αὐτοῦ τύπτοι ἕτερον, οὐχ ἑκών· οὐ γὰρ ἐπ᾽ αὐτῷ)· ἐνδέχεται δὲ τὸν τυπτόμενον πατέρα εἶναι, τὸν δ᾽ ὅτι μὲν ἄνθρωπος ἢ τῶν παρόντων τις γινώσκειν, ὅτι δὲ πατὴρ ἀγνοεῖν· ὁμοίως δὲ τὸ τοιοῦτον διωρίσθω καὶ ἐπὶ τοῦ οὗ ἕνεκα, καὶ περὶ τὴν πρᾶξιν ὅλην. τὸ δὴ ἀγνοούμενον, ἢ μὴ ἀγνοούμενον μὲν μὴ ἐπ᾽ αὐτῷ δ᾽ ὄν, ἢ βίᾳ, ἀκούσιον. πολλὰ γὰρ καὶ τῶν φύσει ὑπαρχόντων εἰδότες

[1135b] καὶ πράττομεν καὶ πάσχομεν, ὧν οὐθὲν οὔθ᾽ ἑκούσιον οὔτ᾽ ἀκούσιόν ἐστιν, οἷον τὸ γηρᾶν ἢ ἀποθνήσκειν. ἔστι δ᾽ ὁμοίως ἐπὶ τῶν ἀδίκων καὶ τῶν δικαίων καὶ τὸ κατὰ συμβεβηκός· καὶ γὰρ ἂν τὴν παρακαταθήκην ἀποδοίη τις ἄκων καὶ διὰ φόβον, ὃν οὔτε δίκαια πράττειν οὔτε δικαιοπραγεῖν φατέον ἀλλ᾽ ἢ κατὰ συμβεβηκός. ὁμοίως δὲ καὶ τὸν ἀναγκαζόμενον καὶ ἄκοντα τὴν παρακαταθήκην μὴ ἀποδιδόντα κατὰ συμβεβηκὸς φατέον ἀδικεῖν καὶ τὰ ἄδικα πράττειν. τῶν δὲ ἑκουσίων τὰ μὲν προελόμενοι πράττομεν τὰ δ᾽ οὐ προελόμενοι, προελόμενοι μὲν ὅσα προβουλευσάμενοι, ἀπροαίρετα δὲ ὅσ᾽ ἀπροβούλευτα. τριῶν δὴ οὐσῶν βλαβῶν τῶν ἐν ταῖς κοινωνίαις, τὰ μὲν μετ᾽ ἀγνοίας ἁμαρτήματά ἐστιν, ὅταν μήτε ὃν μήτε ὃ μήτε ᾧ μήτε οὗ ἕνεκα ὑπέλαβε πράξῃ· ἢ γὰρ οὐ βάλλειν ἢ οὐ τούτῳ ἢ οὐ τοῦτον ἢ οὐ τούτου ἕνεκα ᾠήθη, ἀλλὰ συνέβη οὐχ οὗ ἕνεκα ᾠήθη, οἷον οὐχ ἵνα τρώσῃ ἀλλ᾽ ἵνα κεντήσῃ, ἢ οὐχ ὅν, ἢ οὐχ ᾧ. ὅταν μὲν οὖν παραλόγως ἡ βλάβη γένηται, ἀτύχημα· ὅταν δὲ μὴ παραλόγως, ἄνευ δὲ κακίας, ἁμάρτημα (ἁμαρτάνει μὲν γὰρ ὅταν ἡ ἀρχὴ ἐν αὐτῷ ᾖ τῆς αἰτίας, ἀτυχεῖ δ᾽ ὅταν ἔξωθεν)· ὅταν δὲ εἰδὼς μὲν μὴ προβουλεύσας δέ, ἀδίκημα, οἷον ὅσα τε διὰ θυμὸν καὶ ἄλλα πάθη, ὅσα ἀναγκαῖα ἢ φυσικὰ συμβαίνει τοῖς ἀνθρώποις· ταῦτα γὰρ βλάπτοντες καὶ ἁμαρτάνοντες ἀδικοῦσι μέν, καὶ ἀδικήματά ἐστιν, οὐ μέντοι πω ἄδικοι διὰ ταῦτα οὐδὲ πονηροί· οὐ γὰρ διὰ μοχθηρίαν ἡ βλάβη· ὅταν δ᾽ ἐκ προαιρέσεως, ἄδικος καὶ μοχθηρός. διὸ καλῶς τὰ ἐκ θυμοῦ οὐκ ἐκ προνοίας κρίνεται· οὐ γὰρ ἄρχει ὁ θυμῷ ποιῶν, ἀλλ᾽ ὁ ὀργίσας. ἔτι δὲ οὐδὲ περὶ τοῦ γενέσθαι ἢ μὴ ἀμφισβητεῖται, ἀλλὰ περὶ τοῦ δικαίου· ἐπὶ φαινομένῃ γὰρ ἀδικίᾳ ἡ ὀργή ἐστιν. οὐ γὰρ ὥσπερ ἐν τοῖς συναλλάγμασι περὶ τοῦ γενέσθαι ἀμφισβητοῦσιν, ὧν ἀνάγκη τὸν ἕτερον εἶναι μοχθηρόν, ἂν μὴ διὰ λήθην αὐτὸ δρῶσιν· ἀλλ᾽ ὁμολογοῦντες περὶ τοῦ πράγματος, περὶ δὲ τοῦ ποτέρως δίκαιον ἀμφισβητοῦσιν (ὁ δ᾽ ἐπιβουλεύσας οὐκ ἀγνοεῖ), ὥστε ὃ μὲν οἴεται ἀδικεῖσθαι,

[1136a] ὃ δ᾽ οὔ. ἐὰν δ᾽ ἐκ προαιρέσεως βλάψῃ, ἀδικεῖ· καὶ κατὰ ταῦτ᾽ ἤδη τὰ ἀδικήματα ὁ ἀδικῶν ἄδικος, ὅταν παρὰ τὸ ἀνάλογον ᾖ ἢ παρὰ τὸ ἴσον. ὁμοίως δὲ καὶ δίκαιος, ὅταν προελόμενος δικαιοπραγῇ· δικαιοπραγεῖ δέ, ἂν μόνον ἑκὼν πράττῃ. τῶν δ᾽ ἀκουσίων τὰ μέν ἐστι συγγνωμονικὰ τὰ δ᾽ οὐ συγγνωμονικά. ὅσα μὲν γὰρ μὴ μόνον ἀγνοοῦντες ἀλλὰ καὶ δι᾽ ἄγνοιαν ἁμαρτάνουσι, συγγνωμονικά, ὅσα δὲ μὴ δι᾽ ἄγνοιαν, ἀλλ᾽ ἀγνοοῦντες μὲν διὰ πάθος δὲ μήτε φυσικὸν μήτ᾽ ἀνθρώπινον, οὐ συγγνωμονικά.

***
[8] Αφού λοιπόν τα δίκαια και τα άδικα είναι όπως τα περιγράψαμε πιο πάνω, ένας άνθρωπος κάνει άδικες ή δίκαιες πράξεις, όταν τις κάνει με τη θέληση του· όταν τις κάνει χωρίς τη θέλησή του, τότε δεν κάνει ούτε άδικη ούτε δίκαιη πράξη παρά μόνο στην τύχη και όπως το φέρουν οι περιστάσεις: οι άνθρωποι αυτοί κάνουν πράγματα που απλώς τυχαίνει να είναι δίκαια ή άδικα. Μια πράξη χαρακτηρίζεται άδικη ή δίκαιη με βάση το αν γίνεται με τη θέληση ή χωρίς τη θέληση του ατόμου. Αν γίνεται με τη θέλησή του, η πράξη ψέγεται, συγχρόνως όμως είναι τότε και μια άδικη πράξη· έτσι μπορεί κάτι να είναι άδικο, όχι όμως ακόμη άδικη πράξη, αν δεν υπάρχει επιπλέον και αυτό το στοιχείο, να έχει γίνει δηλαδή με τη θέληση του ατόμου. Όταν λέω «με τη θέληση του ατόμου», εννοώ —όπως το είπαμε και πιο πάνω— μια πράξη που η εκτέλεσή της εξαρτάται από το ίδιο το άτομο και που το άτομο την κάνει με πλήρη γνώση, μη αγνοώντας δηλαδή ούτε το πρόσωπο με το οποίο σχετίζεται η πράξη του, ούτε με τί την κάνει, ούτε σε τί αποβλέποντας την κάνει (π.χ. ποιόν χτυπάει, με τί τον χτυπάει και σε τί αποβλέποντας τον χτυπάει)· επίσης τίποτε από όλα αυτά να μην έχει γίνει ούτε συμπτωματικά ούτε με τη βία (αν, επιπαραδείγματι, ένας πάρει το χέρι ενός δεύτερου και με αυτό χτυπάει έναν τρίτο, ο δεύτερος δεν ενεργεί με τη θέλησή του· γιατί η πράξη αυτή δεν εξαρτάται από αυτόν τον ίδιο). Από την άλλη, αυτός που δέχτηκε το χτύπημα μπορεί να ήταν ο πατέρας του, και αυτός που έδωσε το χτύπημα μπορεί να ήξερε ότι αυτός τον οποίο χτύπησε ήταν κάποιος άνθρωπος ή κάποιος από τους παρόντες, να μην ήξερε όμως ότι ήταν ο πατέρας του. Ανάλογα μπορούν να ειπωθούν και ενσχέσει με το σε τί αποβλέπει η πράξη, καθώς και για την πράξη στο σύνολό της. Επομένως: Ό,τι γίνεται από άγνοια, ή δεν γίνεται μεν από άγνοια, είναι όμως ανώτερο από τις δυνάμεις μας, καθώς και ό,τι γίνεται με την επιβολή βίας, είναι ακούσιο. Γιατί υπάρχουν πολλά φυσικά πράγματα

[1135b] που τα κάνουμε ή μας συμβαίνουν με πλήρη γνώση μας, που κανένα τους όμως δεν είναι ούτε εκούσιο ούτε ακούσιο, όπως το ότι γερνούμε ή το ότι πεθαίνουμε. Το να ενεργεί, πάντως, κανείς όπως το φέρουν οι περιστάσεις είναι κάτι που συμβαίνει το ίδιο και στις άδικες και στις δίκαιες πράξεις. Μπορεί, επιπαραδείγματι, κάποιος να επιστρέψει μια παρακαταθήκη χωρίς τη θέλησή του και λόγω φόβου: δεν θα πούμε τότε γι᾽ αυτόν ότι κάνει αυτό που είναι δίκαιο ή ότι εκτελεί μια πράξη δικαιοσύνης· το μόνο που θα πούμε είναι ότι κάνει το σωστό επειδή του το επιβάλλουν οι περιστάσεις στις οποίες βρέθηκε. Το ίδιο και για εκείνον που κάτω από πίεση και χωρίς τη θέλησή του δεν επιστρέφει την παρακαταθήκη: θα πούμε γι᾽ αυτόν ότι αδικεί και κάνει άδικη πράξη εξαιτίας των περιστάσεων στις οποίες βρέθηκε.

Από τις πράξεις, τώρα, που κάνουμε με τη θέλησή μας κάποιες τις κάνουμε με δική μας επιλογή και προτίμηση και άλλες δίχως δική μας επιλογή και προτίμηση: με δική μας επιλογή και προτίμηση αυτές που τις σκεφτήκαμε και τις μελετήσαμε από πριν, δίχως δική μας επιλογή και προτίμηση αυτές που δεν τις μελετήσαμε από πριν.

Καθώς λοιπόν είναι τριών ειδών οι βλάβες που προκαλούνται στους πολίτες κατά τις μεταξύ τους σχέσεις, αυτές που προϋποθέτουν άγνοια είναι σφάλματα: είναι η περίπτωση που το πρόσωπο προς το οποίο κατευθύνεται η πράξη, ή η ίδια η πράξη, ή το όργανο που χρησιμοποιείται, ή ο σκοπός της πράξης δεν είναι αυτά που νόμιζε ο δράστης· μπορεί, επιπαραδείγματι, να πίστευε ή ότι δεν χτύπησε κανέναν ή ότι δεν τον χτύπησε με αυτό το όργανο, ή ότι δεν χτύπησε αυτό το πρόσωπο, ή ότι δεν τον χτύπησε γι᾽ αυτόν τον σκοπό, αλλά έτυχε να γίνει κάτι διαφορετικό από αυτό που ο ίδιος σκόπευε να κάνει, όχι π.χ. για να τον τραυματίσει, αλλά για να τον κεντρίσει και να τον πονέσει, ή ότι δεν είχε στον νου του αυτό το πρόσωπο ή αυτό το όργανο. Όταν λοιπόν η βλάβη γίνει αντίθετα προς κάθε λογική προσδοκία, είναι ατύχημα· όταν όμως δεν γίνει αντίθετα προς τις λογικές προσδοκίες, γίνει, πάντως, δίχως κακία, είναι σφάλμα (ένας άνθρωπος κάνει σφάλμα, όταν η αιτία που τον οδηγεί σ᾽ αυτό βρίσκεται μέσα του· ατύχημα υπάρχει, όταν η αιτία αυτή έρχεται από έξω)· όταν, πάλι, προκαλεί κανείς τη βλάβη εν γνώσει του, χωρίς όμως να το έχει σκεφτεί και να το έχει μελετήσει από πριν, τότε είναι αδίκημα· αδικήματα είναι, επιπαραδείγματι, οι βλάβες που προκαλούνται στους άλλους από θυμό ή από άλλα πάθη που σχετίζονται με τις ανάγκες του ανθρώπου ή έχουν την αρχή τους στη φύση: προκαλώντας οι άνθρωποι αυτές τις βλάβες στους άλλους και κάνοντας αυτά τα σφάλματα αδικούν, βέβαια, και είναι όλα αυτά αδικήματα, δεν είναι όμως ακόμη εξαιτίας τους άδικοι ούτε κακού χαρακτήρα άνθρωποι· ο λόγος είναι ότι η βλάβη που προκαλούν δεν οφείλεται σε κακία· αν όμως κανείς προκαλεί την βλάβη από προσωπική του επιλογή και προτίμηση, τότε είναι άδικος και κακός. Γι᾽ αυτό και είναι σωστό που στα δικαστήρια οι πράξεις που οφείλονται στον θυμό δεν κρίνονται ως πράξεις που έγιναν από προμελέτη: στην αρχή της πράξης δεν βρίσκεται αυτός που ενεργεί με οργή, αλλά αυτός που τον εξόργισε. Εξάλλου το ερώτημα που τίθεται στις περιπτώσεις αυτές δεν είναι αν έγινε ή δεν έγινε η πράξη, αλλά αν ήταν δίκαιη, δεδομένου ότι οργίζεται κανείς εναντίον μιας ενέργειας που του φαίνεται πως είναι άδικη. Στις περιπτώσεις, πράγματι, αυτές η αμφισβήτηση δεν είναι για το αν έγινε η πράξη (όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις οικονομικών συναλλαγών, όπου ο ένας από τους δύο δεν μπορεί παρά να είναι κακός άνθρωπος, εκτός και αν ό,τι κάνει το κάνει λόγω λήθης), αλλά, συμφωνώντας για το πράγμα, συζητούν για το σε ποιά από τις δύο πλευρές βρίσκεται το δίκαιο: ο ένας θεωρεί ότι αδικήθηκε,

[1136a] ο άλλος δεν είναι αυτής της γνώμης (αυτός, βέβαια, που σχεδίασε την επιθετική ενέργεια δεν είναι σε άγνοια).

Αν όμως κάποιος προκαλέσει σε κάποιον άλλον βλάβη ύστερα από επιλογή και προτίμηση, αυτός αδικεί· και σ᾽ αυτά όμως τα αδικήματα, τότε, στην πραγματικότητα, είναι άδικος αυτός που τα διαπράττει, όταν παραβαίνει την αναλογία ή την ισότητα. Με τον ίδιο τρόπο ένας άνθρωπος είναι δίκαιος, όταν κάνει πράξεις δικαιοσύνης ύστερα από επιλογή και προτίμηση — πράξεις δικαιοσύνης κάνει, μόνο αν τις κάνει με τη θέλησή του.

Από τις ακούσιες, τώρα, άδικες πράξεις άλλες είναι άξιες συγγνώμης και άλλες όχι. Άξια συγγνώμης είναι τα σφάλματα που κάνει κανείς όχι μόνο σε κατάσταση άγνοιας, αλλά και λόγω της άγνοιας· αντίθετα, αυτά που κάνει όχι από άγνοια, αλλά σε κατάσταση άγνοιας εξαιτίας κάποιου πάθους που ούτε φυσικό ούτε ανθρώπινο είναι, αυτά δεν είναι άξια συγγνώμης.