Τετάρτη 31 Μαΐου 2023

O Σχηματισμός των λέξεων στην Αρχαία Ελληνική γλώσσα

2. Η λέξη και τα συστατικά μέρη της

α) Θέμα, επίθημα, κατάληξη


§ 2. Οι επιμέρους παραστάσεις της πολυμελούς πρότασης, οι λέξεις, περιέχουν καταρχήν το θέμα, δηλαδή την έκφραση του περιεχομένου της παράστασης ή της έννοιας που παραμένει ανεξάρτητο από τη σύνδεση με τις άλλες επιμέρους παραστάσεις της πρότασης. Προστίθεται, όμως, τις περισσότερες φορές και μια κατάληξη, δηλαδή ένα στοιχείο καθορισμού που αλλάζει ανάλογα με τη σχέση του με τα υπόλοιπα μέρη της πρότασης.

Ένα θέμα, όμως, (ή και μια λέξη χωρίς κατάληξη) δεν είναι ανάγκη ν' αποτελεί αδιαίρετο σύνολο, αλλά από τη σύγκριση με άλλα θέματα συγγενικής σημασίας προκύπτει συχνά ένα κοινό βασικό στοιχείο, η ρίζα, και ένα τροποποιητικό ή συμπληρωματικό στοιχείο, το επίθημα, που με τη σειρά του παρουσιάζεται ενωμένο με άλλες ρίζες. Ενδέχεται επίσης η λέξη ή το θέμα να περιέχει περισσότερες λέξεις ή θέματα που εμφανίζονται και αυτόνομα. Στην πρώτη περίπτωση μιλάμε για παράγωγη λέξη, ενώ στη δεύτερη για σύνθετη λέξη (ή σύνθετο θέμα).

§ 3. Το ακόλουθο παράδειγμα διασαφηνίζει τη διαφορά μεταξύ κατάληξης και επιθήματος*: οι λέξεις ἀξιώματ-ος, ἀξιώματ-ι, ἀξιώματ-α, ἀξιωμάτ-ων περιέχουν τις πτωτικές καταλήξεις -ος, -ι,-α, -ων, όπως εμφανίζονται λ.χ. και στη λέξη ἅπαντ-ος κτλ., ενώ η σύγκριση των λέξεων ἀξιω-ματ- και ἀξίω-σις από τη μια και ὁρα-ματ-, καθαρ-ματ-, ἀναθη-ματ- από την άλλη, μας επιτρέπουν ν' αναγνωρίσουμε στο εσωτερικό τους το επίθημα -ματ-.
----------------------
*Δεν θα εξετάσουμε εδώ αν στο μακρινό παρελθόν όλες ή μερικές καταλήξεις προήλθαν από επιθήματα με τη μεταφορά των σχηματιστικών στοιχείων που αποτελούσαν αρχικά το θέμα σε νέες συντακτικές σχέσεις (προσωπικές, πτωτικές κτλ.).

Δεν είναι το ίδιο να είναι κανείς ευτυχισμένος και να αισθάνεται ευτυχισμένος

Η ιδέα της αίσθησης ευτυχίας, που έχει σχέση με το άθροισμα των στιγμών πληρότητας, προϋποθέτει την έννοια της πάλης: να προσπαθείς να είσαι κάθε φορά όλο και περισσότερη ώρα χαρούμενος, να καταφέρνεις κάθε μέρα να έχεις περισσότερες καλές στιγμές, να αγωνίζεσαι να ανακαλύψεις τη χαρά, να προσπαθείς να είσαι ευχαριστημένος όλο και πιο συχνά.

Εν ολίγοις, να ξέρεις ότι είσαι ευτυχισμένος χωρίς να ξεχνάς ότι δεν είναι παρά μόνο στιγμές και όχι μόνιμη κατάσταση: για λίγο, αισθάνεσαι ευτυχισμένος. Αν καταφέρει κανείς να δεσμεύσει αυτές τις στιγμές – υποστηρίζουν κάποιοι – θα μπορούσε μέχρι και να έχει την «ψευδαίσθηση» πως ΕΙΝΑΙ ευτυχισμένος τουλάχιστον μέχρι να τον επαναφέρει στην πραγματικότητα μια σκληρή ανατροπή.

Η ιδέα της ευτυχίας ως ικανότητα να υπομένει κανείς στωικά τις δυσάρεστες στιγμές που δεν μπορεί να αποφύγει, ανήκει επίσης σ’ αυτή την ομάδα, παραπέμπει δε σε μια αίσθηση ευτυχίας που έχει να κάνει με υπέροχες στιγμές ψυχικής ικανοποίησης. Τότε «αποφασίζει» κανείς πως οι οδυνηρές στιγμές είναι το τίμημα που πρέπει να πληρώσουμε για να προσεγγίσουμε τις άλλες, τις ευτυχισμένες στιγμές.

Η έννοια: «είμαι ευτυχισμένος» – αν δεχτούμε ότι κάτι τέτοιο υπάρχει-, ξεκινά από μια θέση εντελώς διαφορετική. Η ευτυχία αποτελεί εδώ μια κατάσταση λίγο-πολύ μόνιμη και λίγο-πολύ απομακρυσμένη από τις αντιξοότητες του «αντικειμενικού κόσμου», αν και δεν είναι σαφές από πού και ως φτάνει κανείς σ’ αυτήν την κατάσταση.

Πράγματι, η πλειοψηφία των ανθρώπων φαίνεται να συμφωνεί περισσότερο με την πρώτη ιδέα παρά με τη δεύτερη, την οποία συνήθως χαρακτηρίζει απλοϊκή – αν όχι κακοπροαίρετη ή παραπλανητική.

Ο περισσότερος κόσμος που παραδέχεται κάποιον βαθμό ευτυχίας στη ζωή του, λέει ότι δεν ΕΙΝΑΙ ευτυχισμένος, αλλά μπορεί να ΑΙΣΘΑΝΕΤΑΙ ευτυχισμένος μερικές φορές, ή κατά περιόδους. Θέλει μεγάλη προσπάθεια για να τους καταφέρουμε να παραδεχτούν πως υπάρχουν, τέλος πάντων, και οι «πιο τυχεροί» που ΑΙΣΘΑΝΟΝΤΑΙ ευτυχισμένοι περισσότερο καιρό.

Αυτήν την ιδέα επιβεβαιώνει η μαρτυρία όσων έχουν ζήσει ή εξακολουθούν να ζουν πολλές στιγμές χαράς και ικανοποίησης, και πολύ λιγότερες στιγμές αγωνίας και απόγνωσης. Αυτοί δηλώνουν ευτυχισμένοι, αιτιολογώντας το μ’ ένα είδος «συναισθηματικού μέσου όρου».

Εγώ, προσωπικά, δεν πιστεύω ότι η ευτυχία κορυφώνεται στις μεγαλειώδεις στιγμές, ούτε ότι οπωσδήποτε καταρρέει στις αντιξοότητες.

Κατά τη γνώμη μου, όσοι νομίζουν πως η ευτυχία αποτελείται από στιγμές, δεν έχουν ως τώρα καταφέρει να αφομοιώσουν την ιδέα ότι, ακόμα και οι κακές στιγμές αποτελούν μέρος ενός γενικού φαινομένου το οποίο δημιουργεί ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορεί κανείς να είναι ευτυχισμένος.

Για παράδειγμα, αν μπορούσες να βρεις το καλό μέσα στο κακό, αυτό θα σου επέτρεπε να αισθάνεσαι ευτυχισμένος ακόμη και στις δύσκολες στιγμές.

Ούτε φαίνεται ωφέλιμο να προσδοκάς την ευτυχία ως ανταμοιβή για κάποιο βαρύ τίμημα πόνου που πλήρωσες. Θα ήταν προτιμότερο να διαμορφώνεις μια πραγματικότητα που να σου επιτρέπει να νιώθεις ευτυχής χωρίς αυτό να εξαρτάται από την ανακούφιση των προηγούμενων κακών στιγμών σου.

Η αλήθεια είναι πως η αναζήτηση της ευτυχίας είναι έμφυτη στον άνθρωπο, είτε το ξέρουμε είτε όχι, όποιο όνομα κι αν της δώσουμε. Είτε την πούμε επιθυμία να περνάμε καλά, είτε δρόμο της επιτυχίας ή ανάγκη αυτοπραγμάτωσης, η αναζήτηση αυτή αποτελεί μέρος της ζωής μας και δεν την εγκαταλείπουμε ποτέ.

Και ανάλογα με την ιδέα που έχει ο καθένας γι’ αυτήν, θα ξεκινήσει αυτόν τον δρόμο όταν το επιθυμεί, όποτε του ‘ρθει ή όταν δεν θα έχει άλλη λύση.

Η μεγαλύτερη συμφορά της ανθρώπινης ύπαρξης είναι η σύγκριση και ο ανταγωνισμός

Η μεγαλύτερη συμφορά της ανθρώπινης ύπαρξης είναι η σύγκριση και ο ανταγωνισμός γιατί ενθαρρύνουν την επικράτηση του ελλείμματος.

Αυτό που φέρνει μαζί του το έλλειμμα είναι η αποσύνδεση από τον εαυτό.

Η αποσύνδεση είναι που προκαλεί το τραύμα γιατί μας διαχωρίζει από την πραγματική μας φύση, μας απομονώνει από το ανθρώπινο.

Όταν η δύναμη, η αξία και η ανωτερότητα μας, προκύπτει μέσα από τη σύγκριση και τον ανταγωνισμό, πάντα θα νιώθουμε αγωνία και θα είμαστε ευάλωτοι και ελλειμματικοί, επιτρέποντας στον πόνο να πάρει τα ηνία και στους άλλους να μας μετατρέψουν σε σκληρά, αντιπαθητικά πλάσματα.

Αφήνουμε το μίσος να επικρατήσει και την πίκρα να μας κλέψει τη γλυκύτητα.

Παίζουμε παιχνίδια και ρόλους για να αισθανθούμε ασφαλείς. Νομίζουμε ότι , αν ελέγξουμε τους άλλους ή αν αποφύγουμε τον έλεγχο, μεγαλώνουμε την αξία μας και νιώθουμε κυρίαρχοι και προστατευμένοι.

Η αλήθεια όμως είναι ότι αυτά τα παιχνίδια ρουφάνε την ενέργεια μας και μας μετατρέπουν σε άμοιρα θύματα.

Σε κάθε ρόλο θύματος αντιστοιχεί ένας θύτης και ένας σωτήρας, που πυροδοτούν τον αέναο κύκλο της σύγκρουσης, διαιωνίζοντας το τρίγωνο του δράματος.

Αυτό που ξεχνάμε είναι ότι πάνω από όλα είμαστε φτιαγμένοι από ύλη και πνεύμα.

Είμαστε άνθρωποι και χρειαζόμαστε ο ένας τον άλλον για ανταλλαγή ενέργειας.

Χρειάζεται να κατανοήσουμε τη δύναμη και την επιρροή της ενέργειας της ανθρωπιάς στη ζωή μας.

Αρκεί να αρχίσουμε να εκτιμάμε την ομορφιά, να αισθανόμαστε αγάπη για ανθρώπους και περιβάλλον, ώστε να νιώσουμε τη ζωοδόχο πηγή ενέργειας να ρέει ανεξάντλητη.

Να υπενθυμίζουμε στον εαυτό μας ότι στην οθόνη του άλλου δεν προβάλλουμε παρά αυτό που έχουμε μέσα μας.

Όταν βιώνουμε ασχήμια, διαχωρισμό, ανταγωνισμό και απόρριψη, η ενέργεια αποστραγγίζεται, ενώ η επαφή και η σύνδεση με τους άλλους, παίζει μεγάλο ρόλο στην ανατροφοδότηση και την εξισορρόπηση της ενέργειας μας.

Πλησιάζοντας ο ένας τον άλλον, συνδεόμαστε με την πηγή των μυστών που ρέει ανεξάντλητα μέσα μας!

Το μόνο που χρειάζεται είναι να εκφράσουμε την ανάγκη μας για εγγύτητα, για να νιώσουμε ότι στην αγκαλιά μας χωράει ο κόσμος όλος.

Η αίσθηση αυτού του αγγίγματος ψυχής, μας κάνει να αισθανόμαστε φορτισμένοι ενεργειακά και δυνατοί.

Ακόμη και σε περιόδους σύγχυσης και αμφιβολίας για τα πραγματικά κίνητρα των γύρω μας, ακόμη και όταν οι άλλοι διαφωνούν, το να επιμένουμε να πιστεύουμε στον πυρήνα της ομορφιάς και της καλοσύνης των ανθρώπων, είναι αυτό που ενεργοποιεί την εσωτερική μας ικανότητα σύνδεσης.

Δεν είναι τυχαίο ότι κάθε άνθρωπος που συναντάμε στη διαδρομή μας, σχεδόν πάντα, έχει ένα μήνυμα να μας δώσει.

Είναι σημαντικό να τον πλησιάζουμε με ενδιαφέρον και αγάπη, να του δίνουμε σημασία και να τον ακούμε προσεκτικά, ώστε να ενεργοποιηθεί και η δική του εσωτερική του ικανότητα σύνδεσης.

Και αυτή είναι μια πράξη ανάληψης ευθύνης για να αναδείξουμε το ανθρώπινο.

Ας θρέφουμε ήλιους μέσα μας, είναι ενθαρρυντικό!

Τα Η. Α. Ε. ετοιμάζονται για “περιοδεία” στη Ζώνη των Αστεροειδών

Έπειτα από την επιτυχή αποστολή σκάφους που τέθηκε σε τροχιά γύρω από τον Άρη, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ετοιμάζονται για “περιοδεία” στη Ζώνη των Αστεροειδών, ανάμεσα στις τροχιές του Δία και του Άρη.

Η αποστολή βαφτίστηκε MBR Explorer προς τιμήν του σεΐχη Μοχάμεντ μπιν Ρασίντ αλ-Μακτούμ, ηγέτη του Ντουμπάι και πρωθυπουργού των Εμιράτων, ανακοίνωσε η διαστημική υπηρεσία της μεσανατολικής χώρας.

Το σκάφος θα αναχωρήσει το 2028 και το 2030 θα προσπεράσει έξι αστεροειδείς διαφόρων μεγεθών πριν τεθεί σε τροχιά γύρω από τον τελικό προορισμό του, τον μυστηριώδη αστεροειδή Justitia.

Το σώμα αυτό έχει ασυνήθιστο κοκκινωπό χρώμα που παραπέμπει στα σώματα της Ζώνης του Κάιπερ, μια γειτονιά παγωμένων σωμάτων που εκτείνεται πέρα από την τροχιά του Πλούτωνα. Οι αστρονόμοι υποψιάζονται ότι ο Justitia, ο οποίος έχει διάμετρο γύρω στα 50 χιλιόμετρα, σχηματίστηκε σε μεγάλη απόσταση από τον Ήλιο πριν μεταναστεύσει τελικά στη Ζώνη των Αστεροειδών.

Αν η υποψία αυτή επιβεβαιωθεί, οι αστρονόμοι θα έχουν την ευκαιρία να μελετήσουν ένα αντικείμενο που παραμένει σχεδόν άθικτο από τη εποχή που σχηματίστηκε το Ηλιακό Σύστημα πριν από περίπου 4,6 δισεκατομμύρια χρόνια.

Το MBR Explorer θα εξετάσει τον Justitia για τουλάχιστον επτά μήνες και θα απελευθερώσει ένα μικρό ρομπότ που θα αγγίξει την επιφάνεια του αστροειδή και θα εξετάσει αν το κοκκινωπό χρώμα οφείλεται σε οργανικές ενώσεις που συνδέονται με την εμφάνιση ζωής.

Τα Εμιράτα είχαν μια μεγάλη διαστημική επιτυχία τον Φεβρουάριο του 2019 όταν ο δορυφόρος Hope, η πρώτη αποστολή της χώρας στον Άρη, τέθηκε σε τροχιά γύρω από τον πλανήτη.

Ο δορυφόρος παραμένει σε λειτουργία και πρόσφατα μετέδωσε τις πρώτες κοντινές εικόνες του Δείμου, ενός από τα δύο μικρά φεγγάρια του Άρη.

Η πλουσιότερη χώρα του Περσικού Κόλπου φιλοδοξεί επίσης να στείλει ρομποτικό όχημα στη Σελήνη το 2024.

Διδάξτε με αγάπη και όχι με υπακοή που βασίζεται στο φόβο και τους περιορισμούς

Σε αντίθεση με ό,τι πιστεύουν οι περισσότεροι άνθρωποι, η αυστηρή διαπαιδαγώγηση δεν εγγυάται την επιτυχία στην ανατροφή των παιδιών. Η υπακοή που προέρχεται από τις φωνές και τους σκληρούς κανόνες οδηγεί στο φόβο και την ανασφάλεια.

Στην πραγματικότητα, είναι περίεργο το πώς μπορούμε να συνδέουμε στη γλώσσα μας «το υπάκουο και πειθήνιο παιδί» με κάτι το οποίο επιθυμούν και ελπίζουν οι περισσότερες οικογένειες.

Μερικές φορές όμως υπάρχει χαμηλή αυτοεκτίμηση και δυστυχία πίσω από αυτό το πειθήνιο παιδί. Είναι ένα παιδί που έχει συναντήσει τόσους τοίχους γύρω του και αντιλαμβάνεται ότι η ζωή δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια φυλακή.

Εκτός αυτού, το μυαλό του δεν έχει τη δυνατότητα να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες καθώς περιμένει από τους άλλους ανθρώπους να του λένε συνεχώς τι μπορεί να κάνει και τι όχι.

Ευτυχισμένο παιδί είναι εκείνο που ανακαλύπτει, παίζει, γελάει και επικοινωνεί. Αυτό συμβαίνει επειδή ο φόβος και η αυστηρότητα κόβουν τα φτερά της ανάπτυξης και της αυτοπεποίθησής τους.

Επομένως, όταν επιλέγετε τι είδος γονέας θα θέλετε να είστε για τα παιδιά σας, θα πρέπει να επιλέξετε εκείνο που θα τους επιτρέπει να αναπτυχθούν με ακεραιότητα. Το είδος που θα τα βοηθήσει να ζήσουν με σεβασμό προς τον κόσμο και θα έχουν την ικανότητα να είναι ευτυχισμένα αλλά και να προσφέρουν ευτυχία στους άλλους.

Παρακάτω, θα σας δώσουμε μερικές απλές κατευθυντήριες γραμμές για να εξετάσετε.

Περιορισμοί στην εκπαίδευση

Όλοι θέλουν να έχουν ένα παιδί που τους ακούει, τους ικανοποιεί και τηρεί τα πρότυπα που του έχουν θέσει.

Αν και αληθεύει το γεγονός ότι είναι κάτι επιθυμητό, μην ξεχνάτε ότι η συγκεκριμένη συμπεριφορά θα πρέπει να βρίσκεται σε αρμονία με τις υπόλοιπες.

Η υπακοή στους κανόνες θα πρέπει να συμβαδίζει με την κατανόησή τους.
  • Τα παιδιά πρέπει να κατανοήσουν τι οφείλουν να κάνουν κάθε στιγμή και γιατί υπάρχουν οι κανόνες.
  • Κάνω ό,τι μου λέει η μαμά μου επειδή εκείνη θέλει το καλύτερο για μένα. Τακτοποιώ τα παιχνίδια μου κάθε βράδυ επειδή πρέπει να διατηρώ το δωμάτιό μου καθαρό. Από σεβασμό πρέπει να παραμένω σιωπηλός όταν μιλούν οι άλλοι και να τους ακούω.
Τα παιδιά δεν πρέπει να υπακούν κανόνες επειδή φοβούνται ή επειδή φοβούνται την τιμωρία. Η συμπεριφορική ψυχολογία δεν λειτουργεί πάντα στον τομέα της εκπαίδευσης.

Όταν το παιδί σας έχει συνηθίσει τις φωνές ή κάποιο άλλο είδος επίπληξης κάθε φορά που κάνει ένα λάθος ή δεν συμπεριφέρεται σωστά, θα αναπτύξει συναισθήματα φόβου και θυμού απέναντί σας, απέναντι στους γονείς του.

Αμέσως μετά, θα το αναλύσουμε με περισσότερες λεπτομέρειες.

Η εκπαίδευση που βασίζεται στο φόβο δημιουργεί δυστυχία

Η ηλικία των παιδιών της πρώιμης παιδικής ηλικίας είναι από ενός μηνών έως και επτά ετών. Οτιδήποτε συμβαίνει σε αυτή την περίοδο είναι το κλειδί για τη μελλοντική ανάπτυξή του.
  • Κάθε γονέας θέλει το παιδί του να τον υπακούει όποτε του ζητάει να κάνει κάτι.
  • Αυτό βοηθά το παιδί να ενσωματώνεται στη δυναμική της οικογένειας ενώ παράλληλα το διατηρεί ασφαλές.
Παρόλα αυτά, τα παιδιά πάντα θέλουν να υπερβαίνουν τα όρια για να αποδείξουν στον εαυτό τους ότι μπορούν, όπως κι εμείς οι ίδιοι.
  • Αν κάθε φορά που υπερβαίνουν αυτά τα όρια αντιμετωπίζονται με σοβαρή τιμωρία, φωνές ή επίπληξη τότε το παιδί μπορεί να αντιδράσει με δυο τρόπους.
  • Θα θρέψει το θυμό του, προσπαθώντας να σας προκαλέσει ακόμη περισσότερο ή θα κλειστεί περισσότερο στον εαυτό του.
  • Τα παιδιά δεν πρέπει να περνούν την πρώιμη παιδική τους ηλικία με καθημερινό φόβο.
  • Ο φόβος φθείρει την αυτοεκτίμησή τους και προκαλεί αδικαιολόγητη πίεση στον υπό ανάπτυξη εγκέφαλό τους.
  • Όταν η ανατροφή του παιδιού βασίζεται στην τιμωρία, το παιδί επικεντρώνεται μόνο στην εξωτερική αναγνώριση. Μπορεί να δημιουργήσετε ένα αναποφάσιστο άτομο που δεν έχει αυτοπεποίθηση.
Όσα παιδιά ανακαλύπτουν τον κόσμο μέσα από το φόβο λόγω της οικογένειάς τους, μεγαλώνουν με δυστυχία.

«Αν οι άνθρωποι που με αγαπούν περισσότερο με κάνουν να φοβάμαι τότε θα πρέπει να προστατεύω τον εαυτό μου σε αυτό τον κόσμο.»

Διδάξτε με αγάπη και σεβασμό
  • Διδασκαλία με σεβασμό σημαίνει να λέτε στο παιδί σας τι πρέπει να κάνει κάθε στιγμή. Παράλληλα, σημαίνει να το ενθαρρύνετε να είναι ο εαυτός του, ελεύθερο να ανακαλύπτει τον κόσμο στο πλευρό σας με ασφάλεια.
  • Όταν διδάσκετε με αγάπη, σημαίνει ότι δεν χρειάζεται να φωνάζετε και οι διαφωνίες μπορούν να επιλύονται με έναν ήρεμο και καθαρό τόνο της φωνής σας.
  • Αν θέλετε να διδάξετε στα παιδιά σας με αγάπη πώς να είναι υπάκουα, θα πρέπει κι εσείς να τα ακούσετε. Δώστε προσοχή στις σκέψεις τους και βάσει αυτών μπορείτε να κάνετε προτάσεις, διευκρινίσεις και να προσθέσετε την καθοδήγηση.
  • Μην προσπαθείτε να κάνετε τα παιδιά σας τέλεια. Ο στόχος σας είναι να μεγαλώσετε ευτυχισμένα παιδιά που γνωρίζουν τους κανόνες της οικογένειας και της κοινωνίας.
  • Για να διδάξετε το παιδί σας θα πρέπει να του δώσετε την ελευθερία να μιλάει. Αν επικεντρωθείτε στην τιμωρία και την επίπληξη και τους τονίζετε μόνο τα λάθη τους τότε θα μεγαλώσουν χωρίς να μπορούν να διεκδικήσουν τον εαυτό τους.
  • Αντί να είστε σκληροί μαζί τους όταν δεν συμπεριφέρονται σωστά, εξηγήστε τους τι έχουν κάνει λάθος και πώς μπορούν να το κάνουν καλύτερα.
  • Να θυμάστε ότι δεν είναι καλό να έχετε πολλές απαιτήσεις. Δεν θέλετε να δημιουργήσετε ένα παιδί υποχωρητικό και σιωπηλό.
Επικεντρωθείτε στα φυσικά ταλέντα του παιδιού σας, ώστε να αισθάνεται σιγουριά όταν θα έρθει η ώρα να αγωνιστεί για όσα το κάνουν ευτυχισμένο.

Μάθετε να «συνδέεστε» με το παιδί σας αντί να το τιμωρείτε. Αν κατανοήσετε τις ανάγκες του, θα μπορέσετε να το βοηθήσετε να αναπτύσσεται μέρα με τη μέρα.

Γυναικεία διαίσθηση! Η πιο επικίνδυνη φίλη σου

Γυναικεία διαίσθηση. Αρχέγονη, μυστηριώδης, φλογερή.

Πολλές γυναίκες ορκίζονται στη δύναμη της και την θεωρούν ισχυρό τους όπλο και οδηγό.

Αυτή η ρουφιάνα η διαίσθηση λοιπόν εμφανίζεται τις πιο σκοτεινές σου ώρες και σου σιγοκαίει το στήθος σαν να θέλει να σε αφυπνίσει και να σε προσανατολίσει. Δυσκολεύεσαι και εσύ να το κλείσεις στα στενά όρια της λογικής, να το εξηγήσεις, να το ερμηνεύσεις. Αλλά αυτό το ένστικτο σου κατατρώει τα σωθικά και αργά ή γρήγορα επαληθεύεται.

Σύμπτωση; Τυχαίο γεγονός; Άλλη μια πλάνη;
Όχι! Σίγουρα όχι!

Δεν είναι λίγες η φορές που την αγνόησα επιδεικτικά θέλοντας να την απομυθοποιήσω. Που έκλεινα τα αυτιά μου στις σειρήνες της για να την αποδυναμώσω. Και σε αυτή τη μάχη μεταξύ σε εμένα και σε εκείνη μάντεψε ποια ήταν αυτή που ηττήθηκε.
Αυτή ήμουν εγώ.

Εκείνη επιβλητική, σοβαρή και αποφασιστική, σαν ήρεμη δύναμη, να βρίσκεται πάντα εκεί σε πρώτα βλέμματα, γνωριμίες, καταστάσεις, σχέσεις, αποφάσεις. Να μου ψιθυρίζει τι θα γίνει, πριν ακόμη να γίνει.

Δεν την έκανα ποτέ καλή μου φίλη. Πες από φόβο, πες από αντίδραση, δεν ξέρω. Την εμπιστεύτηκα όμως πολλές φορές και δεν με πρόδωσε. Μακροπρόθεσμα ή βραχυπρόθεσμα επιβεβαιώθηκε και μου έγνεψε σαν μαμά που λέει στο παιδί της ”στα έλεγα εγώ”.

Γιατί μπορεί κάτι να το νιώθεις απ’ την αρχή αλλά δεν έχεις βάσιμα στοιχεία να το στηρίξεις. Γιατί η ζωή θέλει και ρίσκο, θέλει και λάθη, θέλει και σημάδια στα γόνατα απ΄ τις ανώμαλες προσγειώσεις. Και αλίμονο αν μέναμε πάντα αποστειρωμένοι και προφυλαγμένοι από κάθε ”δεινό”, χωρίς την απόπειρα της δοκιμής, της στυφής γεύσης του λάθους που όμως θα σου δείξει έμπρακτα το σωστό.

Δεν τιθασεύεται βέβαια. Ή την έχεις ή δεν την έχεις. Και άμα την έχεις δεν είναι εύκολο να την κάνεις να σωπάσει. Απλά είναι στην βούληση σου να την αγνοήσεις ή όχι.

Φίλε άντρα… η γυναικεία διαίσθηση είναι αλήτισσα και μάγκισσα. Μην προσπαθήσεις να την ξεγελάσεις. Δεν είναι τόσο εύκολο. Ξέρει πότε θα της πεις ψέματα, πότε θα την κοροϊδέψεις, πότε θα την υποτιμήσεις.

Σε δοκιμάζει, σου δίνει χρόνο, ευκαιρία να την βγάλεις λάθος, αλλά μην πλανάσαι ότι μπορείς να την νικήσεις. Γιατί πάντα φυλάει το τελευταίο της χαρτί. Και μάντεψε είναι άσσος. Ναι, αυτός ο κρυμμένος άσσος που λένε στο μανίκι. Και είναι οξύμωρο αλλά όσο πέφτει θύμα πλάνης, τόσο περισσότερο ισχυροποιείται.

Φίλη γυναίκα… Αυτή την εσωτερική φωνή να την ακούς, Να την αφουγκράζεσαι. Και τα λάθη σαφώς μέσα στο πρόγραμμα είναι. Αλλά όταν δεν έχεις καιρό για λάθη, άκου την ριμάδα.

Μα τι σου λέω... ξέρεις…

Το μονοπάτι ενός λαβυρίνθου είναι κυκλικό και ελικοειδές, αλλά δεν έχει αδιέξοδα

Η αλήθεια είναι ότι, καθώς ο αγώνας για επιβίωση έχει καταλαγιάσει, ανακύπτει το ερώτημα: επιβίωση για ποιο πράγμα; “Όλο και περισσότεροι άνθρωποι σήμερα έχουν τα μέσα για να ζουν, αλλά δεν έχουν κάποιο νόημα για το οποίο να ζουν.

Όταν δε μας απασχολεί η φυσική μας επιβίωση, τότε το ερώτημα μετατρέπεται σε επιβίωση για ποιο πράγμα; Παρόλο που όλο και περισσότεροι άνθρωποι σήμερα έχουν τα οικονομικά μέσα για να ζουν, παλεύουν με το ερώτημα: Για ποιο πράγμα ζούμε; Παρ’ όλη την υλική αφθονία, το εσωτερικό μας κενό, ή «υπαρξιακό κενό» έχει γίνει ακόμα πιο πιεστικό. Επειδή η θέλησή τους για νόημα είχε ματαιωθεί, για οποιονδήποτε λόγο, επέλεγαν να ακολουθήσουν εναλλακτικά μονοπάτια, μονοπάτια που βασίζονταν στην υπόθεση ότι η ευχαρίστηση ή η δύναμη (ή και τα δύο) θα μπορούσαν να αντικαταστήσουν αυτό που έλειπε.

Όταν οι άνθρωποι νιώθουν άδειοι μέσα τους, στρέφονται προς τα έξω. Αναζητούν την παρηγοριά στην ευχαρίστηση και στα υλικά πράγματα. Αναζητούν την επιβεβαίωση στη δύναμη και στην προσπάθεια να ελέγχουν τους ανθρώπους και τα πράγματα γύρω τους. Σκέφτονται: Αν μπορέσω να βρω ευχαρίστηση ή να ελέγξω τα πράγματα, θα βρω νόημα στη ζωή μου. Δυστυχώς, κάνουν λάθος.

Λαβύρινθοι νοήματος

Ο λαβύρινθος είναι μια αναλογία για τη ζωή. Δεν είναι ένας λαβύρινθος ή ένας γρίφος προς επίλυση, αλλά μια πορεία νοήματος προς βίωση. Το μονοπάτι ενός λαβυρίνθου είναι κυκλικό και ελικοειδές, αλλά δεν έχει αδιέξοδα. Το κέντρο είναι εκεί, αλλά το μονοπάτι μάς πάει μέσα από αμέτρητες στροφές και ελιγμούς. Στην πραγματικότητα, δε χανόμαστε ποτέ, αλλά ούτε και μπορούμε ποτέ να δούμε πού πάμε. Το σημαντικό είναι ότι πρέπει να πιστεύουμε πως είμαστε πάντα στο σωστό μονοπάτι. Πράγματι, δεν υπάρχουν λάθος μονοπάτια, μια και κάθε βήμα που κάνουμε, κάθε εμπειρία, μας διδάσκει κάτι για τη ζωή μας. Κάθε βήμα έχει νόημα. Στην πορεία, κάποιες φορές προχωράμε με άνεση και σιγουριά, κάποιες φορές κάνουμε διστακτικά, φοβισμένα βήματα, κάποιες φορές νιώθουμε την ανάγκη να σταματήσουμε και να αναλογιστούμε και άλλες φορές νιώθουμε την έντονη επιθυμία να αποτραβηχτούμε. Πρόκειται για ένα ιερό μονοπάτι ατομικότητας, και κανείς δεν μπορεί να το διαβεί παρά μόνο εμείς οι ίδιοι.

ΣΕΝΕΚΑΣ: Μας φαίνεται μικρή η ζωή απλώς και μόνο επειδή ένα μεγάλο μέρος της το ξοδεύουμε άσκοπα.

Όμως στην πραγματικότητα η ζωή κάθε άλλο παρά μικρή είναι. Σ’ εμάς φαίνεται μικρή απλώς και μόνο επειδή ένα μεγάλο μέρος της το ξοδεύουμε άσκοπα. Όσο δηλαδή μικρή κι αν είναι η ζωή, που μας έχει παραχωρηθεί, φτάνει και περισσεύει για να πετύχουμε έργα σπουδαία. Αρκεί να τη διαχειριζόμαστε σωστά από την αρχή μέχρι το τέλος. Όμως τη στιγμή που τη σπαταλάμε μεταξύ χλιδής και απερισκεψίας, χωρίς να μας νοιάζει να δημιουργήσουμε κάτι που να έχει αξία, είναι επόμενο να διαπιστώνουμε κάποια στιγμή πως έφυγε χωρίς καν να έχουμε προλάβει να το συνειδητοποιήσουμε.

Έτσι είναι. Το βάσανό μας δεν είναι η μικρή διάρκεια της ζωής μας. Εμείς την κάνουμε να φαίνεται σύντομη με την απληστία μας. Ό,τι ακριβώς θα συνέβαινε αν πλούτη βασιλικά πλούτη τύχαινε να πέσουν σε κακό διαχειριστή. Θα σπαταλιόνταν στο λεπτό. Ενώ, αν πλούτη πολύ λιγότερα, τα είχε πάρει στα χέρια του καλός διαχειριστής θα αβγάτιζαν. Το ίδιο γίνεται και με τα χρόνια της ζωής μας. Αν ξέρει κανείς να τα διαχειριστεί καλά, μπορεί να πετύχει πολλά και σπουδαία πράγματα.

Γιατί λοιπόν να τα βάζουμε με τη φύση; Αυτή η καημένη έχει φανεί μάλλον γενναιόδωρη. Κι αν τη ζωή σου ξέρεις να την αξιοποιήσεις, διαρκεί πολύ. Όμως δυστυχώς, τον έναν τον πιάνει ανικανοποίητη φιλαργυρία, τον άλλο μια τρελή τάση να φτιάχνει σε όλη τη διάρκειά της άχρηστα πράγματα. Κάποιον άλλο να γεμίζει την κοιλιά του με κρασί κι έναν άλλο να αποβλακώνεται από την απραξία. Αυτός εδώ το έχει βάλει σκοπό να σχολιάζει συνεχώς τα στραβά των άλλων, ο άλλος εκεί, ο έμπορος, δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να γυροφέρνει το δόλωμα που λέγεται κέρδος, παραδέρνοντας σε στεριές και θάλασσες σε όλον τον κόσμο. Άλλοι, που τους κατατρέχει το πάθος της δόξας του πολέμαρχου, ζουν συνέχεια με το φόβο για τους κινδύνους που παραμονεύουν τους στρατιώτες τους ή με την αγωνία για την ίδια τους τη ζωή.

ΣΕΝΕΚΑΣ, Είναι μικρή η ζωή

Το περιβάλλον δεν του δίνει δυνατότητες και ικανότητες∙ τις έχει σε στοιχειώδη ή εμβρυακή μορφή

Ο άνθρωπος επιδεικνύει με το δικό του τρόπο μια πίεση προς όλο και μια πιο ολοκληρωμένη Ύπαρξη, όλο και μεγαλύτερη τέλεια πραγμάτωση του ανθρωπισμού του, ακριβώς με την ίδια φυσική, επιστημονική έννοια που μπορούμε να πούμε ότι μια βελανιδιά ʺπιέζει προς την κατεύθυνσηʺ του να γίνει δρυς, ή ότι μια τίγρις μπορεί να παρατηρηθεί ότι ʺπιέζει προςʺ το να είναι τιγρίσια, ή ένα άλογο προς το να είναι αλογίσιο. Σε τελευταία ανάλυση ο άνθρωπος δεν έχει διαμορφωθεί μέσα στον ανθρωπισμό, ούτε έχει διδαχθεί να είναι ανθρώπινος. Ο ρόλος του περιβάλλοντος είναι τελικά να του επιτρέψει ή να τον βοηθήσει να πραγματώσει τις ανθρώπινές του δυνατότητες, και όχι τις περιβαλλοντικές δυνατότητες. Το περιβάλλον δεν του δίνει δυνατότητες και ικανότητες∙ τις έχει σε στοιχειώδη ή εμβρυακή μορφή, όπως ακριβώς έχει εμβρυακά χέρια και πόδια.

Και η δημιουργικότητα, ο αυθορμητισμός, η ατομικότητα, η αυθεντικότητα, η φροντίδα για τους άλλους, η ικανότητα νʹ αγαπάει, η επιδίωξη της αλήθειας είναι εμβρυακές δυνατότητες που ανήκουν στο βιολογικό του είδος, ακριβώς τόσο, όσο και τα χέρια, τα πόδια, ο εγκέφαλος και τα μάτια του.

Φυσικά υπάρχει θαυμασμός στην παρατήρηση και τη μελέτη προσώπων που έχουν φθάσει σε μεγάλη ηλικία έχοντας, σε μεγάλο βαθμό, κατανοήσει την υπόστασή τους. Όλοι έχουμε γνωρίσει τέτοιους ανθρώπους, άτομα που ζουν, με ικανότερη αίσθηση της πραγματικότητας, μεγαλύτερη ευρύτητα αντιλήψεων, αυθορμητισμό, πιο στέρεη ταυτότητα, μεγαλύτερη αντικειμενικότητα, δημιουργικότητα, πιο δημοκρατική νοοτροπία, όπως επίσης και μεγαλύτερη ικανότητα ν’ αγαπούν.

Για μένα, το να ζει κανείς ολοκληρωμένα σε κάθε φάση είναι η πραγματική πρόκληση.
Βρίσκεται στη δυνατότητα να ζούμε τη ζωή μας και να πραγματώνουμε τον εαυτό μας κάθε στιγμή, ζώντας την κάθε στιγμή και κατανοώντας την ολότητά της.

Ο κόσμος έχει μια διαφορετική όψη, και γι’ αυτό ένα διαφορετικό νόημα και σκοπό σε κάθε στιγμή της ζωής. Είναι φανερό, για παράδειγμα, ότι η αγάπη που μαθαίνει κάποιος στην παιδική ηλικία είναι ριζικά διαφορετική και έχει μικρή σχέση με αυτή που βιώνει ο ώριμος άνθρωπος. Το ίδιο συμβαίνει με την εξάρτηση, την πίστη, την ηθική και την υπευθυνότητα.

Κάθε φάση εμπεριέχει τις δικές της μοναδικές σημασίες, απαιτήσεις και δυνατότητες.
Μπορούν να πραγματωθούν μόνον, αν κάθε φάση βιώνεται και κατανοείται πλήρως

Ο Αριστοτέλης και τα όρια του κωμικού

Για τον Αριστοτέλη η έννοια του κωμικού είναι συνυφασμένη με την ανάγκη του ανθρώπου να χαλαρώνει ξεφεύγοντας από αυτά που τον απασχολούν καθημερινά. Το γέλιο, ως στιγμιαία εκδήλωση ευτυχίας, έχει την τάση να λειτουργεί αυτόνομα, σαν εκτόνωση της ψυχής, ακόμη και μέσα σε συνθήκες απόλυτης δυστυχίας. Κι αυτός είναι ο λόγος που συνδέεται με την ανάπαυση, σαν απόδραση που προσφέρει αναψυχή. Το γέλιο, όταν είναι αυθόρμητο, δίνει ποιότητα στη ζωή κι αποτελεί ένδειξη ευτυχίας καταδεικνύοντας την ισορροπία της ψυχής.

Όμως, η σημασία του γέλιου στην ανθρώπινη ζωή δε συνεπάγεται την αποδοχή οτιδήποτε μπορεί να το προκαλέσει. Δεν αναιρεί δηλαδή την ανάγκη της ποιότητας του αστείου. Ο ελεύθερος άνθρωπος οφείλει να διαχωρίζει το αληθινά κωμικό από την ανοησία ή την κακοήθεια. Η φτήνια που παρουσιάζεται σαν χιούμορ είναι κατακριτέα, ακόμη κι αν προκαλεί το γέλιο στους περισσότερους.

Θα έλεγε κανείς ότι ο τρόπος που αντιλαμβάνεται κανείς το αστείο αποτελεί ένα επιπλέον στοιχείο της παιδείας του. Ο απαίδευτος άνθρωπος φαίνεται πρόθυμος να γελάσει ακόμη και με τη χυδαιότητα. Η ποιότητα σε συνδυασμό με την απήχηση που μπορεί να έχουν τα αστεία αποτελούν κριτήριο και της ποιότητας του λαού που τα υιοθετεί.

Ο Αριστοτέλης είναι ξεκάθαρος: «Δεδομένου ότι στη ζωή υπάρχει επίσης αναψυχή και ανάπαυση (στην οποία περιλαμβάνονται η σχόλη και η διασκέδαση), λέμε ότι και εδώ υπάρχουν κάποιοι κομψοί και καλαίσθητοι τρόποι επικοινωνίας με τους άλλους: να λέμε – αλλά και να ακούμε – αυτά που πρέπει και με τον τρόπο που πρέπει. Δεν είναι επίσης χωρίς σημασία το είδος των ανθρώπων στους οποίους λέμε αυτά που λέμε ή των ανθρώπων από τους οποίους ακούμε αυτά που ακούμε». (1127b 8, 39-40 και 1128a 8, 1-2).

Με αλλά λόγια, ο σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα, καθώς τα αστεία υπόκεινται στη δική τους δεοντολογία που έχει να κάνει με «αυτά που πρέπει» και «με τον τρόπο που πρέπει» προκειμένου να αποτελούν «κομψούς και καλαίσθητους τρόπους επικοινωνίας με τους άλλους». Ο Αριστοτέλης παραμένει συνεπής στον τρόπο που είχε ορίσει τη μεσότητα στα συναισθήματα και τις πράξεις από το δεύτερο βιβλίο των Ηθικών Νικομαχείων («τη στιγμή που πρέπει, σε σχέση με τα πράγματα που πρέπει, σε σχέση με τους ανθρώπους που πρέπει, για το λόγο που πρέπει και με τον τρόπο που πρέπει» 1106b 6, 23-24), καθώς η αναφορά σε «αυτά που πρέπει» δεν μπορεί παρά να σχετίζεται με το χρόνο, τους ανθρώπους και τους λόγους, που οφείλει να λαμβάνει υπόψη του το ποιοτικό αστείο.

Κι εδώ βρίσκονται τα κριτήρια που χαρακτηρίζουν τον άνθρωπο που αστειεύεται, ο οποίος εκπληρώνοντας όλα τα δεοντολογικά δεδομένα οφείλει να ακολουθήσει το δρόμο της μεσότητας, αποφεύγοντας (όπως σε όλες τις περιπτώσεις) την υπερβολή και την έλλειψη: «Αυτούς λοιπόν που ξεπερνούν το μέτρο στην προσπάθειά τους να κάνουν τους άλλους να γελάσουν, η κοινή αντίληψη τους θεωρεί “καραγκιόζηδες” («βωμολόχοι» στο πρωτότυπο): ανθρώπους απαίδευτους και κακόγουστους, ανθρώπους που θέλουν με κάθε τρόπο να προκαλέσουν το γέλιο, ανθρώπους, τέλος, που έχουν πιο πολύ για στόχο τους να προκαλέσουν το γέλιο παρά να πουν αυτά που θέλουν να πουν με τρόπο αρμόζοντα και ευπρεπή, χωρίς να στενοχωρήσουν τον άνθρωπο που είναι το αντικείμενο του σκώμματός τους». (1128a 8, 5-9).

Κι αν οι «καραγκιόζηδες» (βωμολόχοι) κινούνται προς την πλευρά της υπερβολής, οι «χωριάτες» στρέφονται κατάφωρα προς την έλλειψη: «Αντίθετα, αυτούς που ούτε οι ίδιοι είναι σε θέση να πουν κάτι το αστείο ούτε ανέχονται αυτούς που το κάνουν, η κοινή αντίληψη τους θεωρεί “χωριάτες” («αγροίκοι» στο πρωτότυπο) και τραχείς ανθρώπους». (1128a 8, 9-11).

Τη μεσότητα εκπροσωπούν οι ευτράπελοι, δηλαδή οι άνθρωποι που ξέρουν να συνδυάζουν το χιούμορ με τη λεπτότητα αποφεύγοντας οτιδήποτε άκομψο παραπέμπει στη χοντροκομμένη προσβολή: «Αυτούς, τέλος, που αστειεύονται με τρόπο κομψό και καλαίσθητο η γλώσσα μας τους λέει με τη λέξη ευτράπελοι, κάτι σαν “άνθρωποι που ‘τρέπονται’ εύκολα τη μια προς τα εδώ και την άλλη προς τα εκεί”· γιατί αυτού του είδους τα πράγματα λογαριάζονται κινήσεις του χαρακτήρα, και όπως κρίνουμε τα σώματα με βάση τις κινήσεις τους, έτσι και τους χαρακτήρες». (1128a 8, 11-17).

Η ταύτιση της αντίληψης του χιούμορ με το χαρακτήρα του ανθρώπου αποτελεί το αλληλένδετο της παιδείας σε όλες τις εκδηλώσεις της ανθρώπινης συμπεριφοράς, αφού η παιδεία δεν περιορίζεται μόνο στην απόκτηση της γνώσης, αλλά ενδιαφέρεται (θα λέγαμε πρωτίστως) και για τη διάπλαση του ηθικού χαρακτήρα μέσω των έξεων που θα καθορίσουν τα μόνιμα στοιχεία της προσωπικότητας. Και οι έξεις, για να είναι ορθές, δεν μπορούν παρά να διέπονται από την αρχή της μεσότητας. Ο ελεύθερος άνθρωπος είναι ο κάτοχος της ηθικής αρετής, δηλαδή εκείνος που γνωρίζει τα όρια της έλλειψης και της υπερβολής που πρέπει να αποφύγει.

Κι ακριβώς αυτά τα όρια πρέπει να υπηρετηθούν και στην περίπτωση του αστείου: «Στη μεσότητα προσιδιάζει και η λεπτότητα και η διακριτικότητα. Του λεπτού και του διακριτικού ανθρώπου γνώρισμα είναι να λέει και να ακούει πράγματα που ταιριάζουν στον καλό άνθρωπο και σ’ αυτόν που έχει πάρει την αγωγή του ελεύθερου ανθρώπου· γιατί υπάρχουν κάποια πράγματα που ταιριάζει να τα λέει και να τα ακούει ένας τέτοιος άνθρωπος για διασκέδαση, και φυσικά η διασκέδαση ενός ελεύθερου ανθρώπου διαφέρει από τη διασκέδαση του κοινού και τυχαίου ανθρώπου, όπως διαφέρει και η διασκέδαση του καλλιεργημένου από τη διασκέδαση του ακαλλιέργητου ανθρώπου». (1128a 8, 19-25).

Ο Αριστοτέλης δεν εξηγεί τα επιμέρους χαρακτηριστικά της διασκέδασης και των αστείων που ταιριάζουν σε ελεύθερους ανθρώπους. Το βέβαιο είναι ότι απορρίπτει την αισχρολογία κι αυτός είναι και ο λόγος που δεν του αρέσουν οι παλιές κωμωδίες: «Μπορεί κανείς να το προσέξει αυτό συγκρίνοντας τις παλαιές κωμωδίες με τις καινούργιες: στους παλαιούς ποιητές το αστείο βασιζόταν στην αισχρολογία, ενώ στους καινούργιους στον υπαινιγμό και στο υπονοούμενο· αυτά όμως τα δύο παρουσιάζουν όχι μικρή μεταξύ τους διαφορά από την άποψη της ευπρέπειας». (1128a 8, 25-29).

Από την άλλη, για τον Αριστοτέλη αυτός που αστειεύεται με σωστό τρόπο δεν αποσκοπεί απλώς στο να ευχαριστήσει ή, έστω, να μη δυσαρεστήσει την ομήγυρη. Εξάλλου, κάτι τέτοιο θα ήταν σχεδόν αδύνατο «αφού άλλα είναι τα πράγματα που δυσαρεστούν ή ευχαριστούν τον έναν και άλλα τον άλλον». (1128a 8, 32-33).

Κι εδώ δε γίνεται λόγος για το κομμάτι της δεοντολογίας που αφορά τους ανθρώπους που απευθύνεται ένα αστείο, καθώς, η προσαρμογή της συμπεριφοράς σε σχέση με τα άτομα που συναναστρέφεται κανείς δε σημαίνει μετάλλαξη. Εκείνος που διασκεδάζει με χυδαιότητες είναι δύσκολο να παραστήσει τον εκλεπτυσμένο, αλλά, ακόμη κι αν το καταφέρει, δεν έχει καμία σχέση με την αριστοτελική οπτική, καθώς δεν προβάλλει τη λεπτότητα του χαρακτήρα, αλλά το χαμαιλεοντισμό μετατρέποντας τις ανθρώπινες σχέσεις σε πεδίο υποκρισίας.

Το ξεκαθάρισμα του Αριστοτέλη ότι το αστείο δε γίνεται απλώς για να γελάσει κάποιος έχει να κάνει με την οπτική της ποιότητας, που όχι μόνο θα προκαλέσει την ευθυμία, αλλά ταυτόχρονα, χωρίς να προσβάλλει, θα αποδώσει με ρεαλισμό την προβληματική μιας συμπεριφοράς ή μιας τρέχουσας κοινωνικής αντίληψης. Κι αυτό δεν είναι εύκολη υπόθεση. Απαιτεί τέχνη και ιδιαίτερα λεπτούς χειρισμούς, ώστε να μη γίνει χοντράδα ή κακοήθεια προκαλώντας αντιδράσεις. Ο ελεύθερος άνθρωπος γνωρίζει τις λεπτές ισορροπίες. Τα αστεία του, όσο αιχμηρά ή καυστικά κι αν είναι δε θα μπορέσουν ποτέ να χαρακτηριστούν κακόβουλα.

Απαλλαγμένος από κάθε μοχθηρότητα μπορεί να αποδώσει ακριβώς αυτό που πρέπει. Ούτε θα αρκεστεί στην ανώδυνη ρηχότητα της επιδερμικής σάχλας, ούτε θα υποπέσει στο ατόπημα του άκομψου – προσβλητικού χαρακτηρισμού. Θα επισημάνει αυτό που πρέπει, με τον τρόπο που πρέπει, στον άνθρωπο που πρέπει, τη στιγμή που πρέπει και για το λόγο που πρέπει. Κι αυτό δε σημαίνει ότι θα στερείται αιχμηρότητας, αφού, όταν κάτι δεν είναι αιχμηρό, είναι άνοστο, αλλά ότι η αιχμηρότητά του είναι τόσο καλά τροχισμένη, που θα χτυπήσει κατευθείαν στο ψαχνό, χωρίς όμως να γίνεται κακόβουλη.

Από κει και πέρα, τα αστεία που στερούνται προβληματισμού (όπως π.χ. κάποιος που σκοντάφτει και πέφτει) αρμόζουν περισσότερο στον «καραγκιόζη», αφού, όσο κι αν προσφέρουν ελαφρότητα ή ευθυμία, είναι αδύνατο να συγκριθούν με την ποιότητα της ακαριαίας ευστοχίας του «ευτράπελου» που διαβλέπει τα τρωτά κάποιου χαρακτήρα ή της κοινωνίας στο σύνολό της. Ο «ευτράπελος» είναι ο εκφραστής των αστείων που απευθύνονται στους ελεύθερους ανθρώπους. Κατά βάση το δυνατό χιούμορ αφορά τους σοβαρούς ανθρώπους.

Οι τυχαίοι θα προτιμήσουν κάτι πιο χοντροκομμένο, κάτι που τείνει περισσότερο στη σφαίρα του «καραγκιόζη». Γι’ αυτό και πολλοί συγχέουν τον καραγκιόζη με τον ευτράπελο: «επειδή το αστείο και το κωμικό έχει πολύ μεγάλη πέραση και οι πιο πολλοί άνθρωποι βρίσκουν στις διασκεδάσεις και στα σκώμματα περισσότερη απ’ ό,τι πρέπει ευχαρίστηση, ονομάζουν ευτράπελους και τους καραγκιόζηδες, θεωρώντας τους ευχάριστους και χαριτωμένους ανθρώπους· ότι όμως διαφέρουν οι μεν από τους δε, και μάλιστα όχι λίγο, έχει γίνει φανερό από αυτά που είπαμε». (1128a 8, 15-19).

Για τον Αριστοτέλη το μέτρο που θα μπορούσε να αποδώσει τα όρια του αστείου σε βάρος του άλλου είναι ο ίδιος ο εαυτός, καθώς αυτό που κάποιος δε θα ανεχόταν για τον εαυτό του δεν πρέπει να το απευθύνει σε άλλους: «το είδος των αστείων και των σκωμμάτων των οποίων ανέχεται να είναι αυτός το αντικείμενο είναι μάλλον το είδος των αστείων και των σκωμμάτων που ο ίδιος κάνει. Αυτό θα πει ότι υπάρχουν αστεία και σκώμματα που δε θα τα κάνει». (1128a 8, 33-34).

Το ότι ο καθένας προβαίνει μόνο στο είδος των αστείων που μπορεί να ανεχτεί κρίνεται μάλλον επισφαλές. Ο κακοήθης είναι πάντα πρόθυμος να πει για τους άλλους κακίες (δήθεν αστεία), χωρίς όμως να ανέχεται ποτέ τίποτα. Θα έλεγε κανείς ότι αυτό θα μπορούσε να εκληφθεί περισσότερο ως κανόνας χιουμοριστικής εντιμότητας. Δικαιούται κανείς να αστειεύεται μέχρι εκεί που επιτρέπει και τους άλλους να αστειεύονται μαζί του.

Όμως σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί κριτήριο διαχωρισμού του «ευτράπελου» από τον «καραγκιόζη», καθώς ο «καραγκιόζης», που ξεπερνά τα όρια ακυρώνοντας κάθε έννοια ποιότητας, μπορεί να επιτρέπει και στους άλλους να ξεπερνούν τα όρια σε βάρος του.

Το βέβαιο είναι ότι τα όρια πρέπει να υπάρχουν «γιατί το σκώμμα είναι ένα είδος κακολογίας, και το να κακολογούμε κάποια πράγματα οι νομοθέτες μάς το απαγορεύουν – ίσως θα έπρεπε να μας απαγορεύουν και το να κάνουμε ορισμένου είδους σκώμματα». (1128a 8, 35-37).

Η νομοθετική λογοκρισία των αστείων αποτελεί περισσότερο προβληματισμό παρά πρόταση. Ο Αριστοτέλης θα συμπληρώσει αμέσως: «Ο κομψός λοιπόν και εκλεπτυσμένος άνθρωπος, ο άνθρωπος που πήρε την αγωγή του ελεύθερου ανθρώπου, θα συμπεριφερθεί με τον τρόπο που περιγράψαμε, ωσάν ο ίδιος να είναι νόμος για τον εαυτό του. Τέτοιος είναι λοιπόν ο άνθρωπος που βρίσκεται στο μέσον, είτε τον λέμε ευτράπελο είτε τον λέμε λεπτό και διακριτικό άνθρωπο». (1128a 8, 37-40).

Το αστείο δεν είναι ζήτημα νομοθεσίας, αλλά παιδείας. Η παρέμβαση του νομοθέτη για τον καθορισμό της θεματολογίας και του τρόπου του χιούμορ κρίνεται προφανώς προβληματική σε σχέση με την ποιότητα της δημοκρατίας και της ελευθερίας του λόγου. Τα όρια του χιούμορ και την ποιότητά του τα θέτει ο κόσμος. Κι αυτό έχει άμεση σχέση με την παιδεία του.

Το μόνο που μένει είναι το σχόλιο του Αριστοτέλη για τον «χωριάτη»: «Όσο για τον “χωριάτη”, αυτός είναι άχρηστος κι ακατάλληλος γι’ αυτού του είδους τις κοινωνικές διασκεδάσεις: μη μπορώντας να συνεισφέρει τίποτε αγανακτεί και γκρινιάζει για όλα». (1128b 8, 1-2).

Ο «χωριάτης» είναι μια ακόμη εκδοχή της ανοησίας. Αδυνατώντας να ανταποκριθεί στην εγρήγορση της χιουμοριστικής οξύτητας προσπαθεί να κρυφτεί πίσω από την ακαμψία της δήθεν σοβαρότητας. Στην ουσία είναι άνθρωποι που δεν ανέχονται κανενός είδους κριτική. Αρέσκονται να κάνουν λόγο για θρασύτητα και για έλλειψη σεβασμού. Εκφράζουν την κακώς εννοούμενη ευπρέπεια που ταυτίζεται με την αποστείρωση. Η ευθιξία και η οργή που δείχνουν αποκαλύπτουν την αδυναμία να ανταποκριθούν στα πειράγματα. Γι’ αυτό «αγανακτούν και γκρινιάζουν για όλα». Κι αν επιχειρήσουν να αστειευθούν, αλίμονο στην ομήγυρη που θα τους ακούσει.

Το γέλιο, δηλαδή η έμπρακτη αποκρυστάλλωση της αίσθησης του χιούμορ, αφορά μόνο τους ανθρώπους. Τα ζώα μπορεί να χαίρονται, μπορεί να έχουν διάφορους τρόπους για να εκδηλώσουν τη χαρά τους, όμως δε γελούν. Η αίσθηση του κωμικού νοείται μόνο μέσα από την οπτική της λογικής, η οποία ανατρέπεται. Γι’ ο Αριστοτέλης ορίζει τους «ευτράπελους» ως ανθρώπους που «“τρέπονται” εύκολα τη μια προς τα εδώ και την άλλη προς τα εκεί». Από τη μια τρέπονται προς τη σοβαρότητα της λογικής κι από την άλλη προς την ελαφρότητα της ανατροπής της. Πρόκειται για τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, πράγμα που οι πραγματικά σοβαροί άνθρωποι γνωρίζουν καλά και οι «χωριάτες» δε θα μάθουν ποτέ.

Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΞΕΝΟΦΩΝ, ΕΛΛΗΝΙΚΑ

ΞΕΝ Ελλ 7.1.33–7.1.40

Αποτυχημένη προσπάθεια των Θηβαίων να επιβάλουν τη σύναψη κοινής ειρήνης

Ο θάνατος του τυράννου των Συρακουσών Διονυσίου Α´ (καλοκαίρι του 368 π.Χ) θορύβησε τους Σπαρτιάτες, οι οποίοι φοβήθηκαν ότι στο μέλλον θα στερούνταν την πολύτιμη στρατιωτική επικουρία των Κελτιβήρων μισθοφόρων, που είχε στείλει ήδη δύο φορές ο σικελιώτης ηγεμόνας. Γι' αυτό προσπάθησαν να προσεγγίσουν εκ νέου τους Πέρσες, στέλνοντας τον Ευθυκλή στον βασιλιά Αρταξέρξη. Δεν ήταν, όμως, οι μόνοι:


[7.1.33] Συνεχῶς δὲ βουλευόμενοι Θηβαῖοι ὅπως ἂν τὴν ἡγεμονίαν
λάβοιεν τῆς Ἑλλάδος, ἐνόμισαν, εἰ πέμψειαν πρὸς τὸν
Περσῶν βασιλέα, πλεονεκτῆσαι ἄν τι ἐν ἐκείνῳ. καὶ ἐκ
τούτου παρακαλέσαντες ἤδη τοὺς συμμάχους ἐπὶ προφάσει
ὅτι καὶ Εὐθυκλῆς ὁ Λακεδαιμόνιος εἴη παρὰ βασιλεῖ, ἀναβαί-
νουσι Θηβαίων μὲν Πελοπίδας, Ἀρκάδων δὲ Ἀντίοχος ὁ
παγκρατιαστής, Ἠλείων δὲ Ἀρχίδαμος· ἠκολούθει δὲ καὶ
Ἀργεῖος. καὶ οἱ Ἀθηναῖοι ἀκούσαντες ταῦτα ἀνέπεμψαν
Τιμαγόραν τε καὶ Λέοντα. [7.1.34] ἐπεὶ δὲ ἐκεῖ ἐγένοντο, πολὺ
ἐπλεονέκτει ὁ Πελοπίδας παρὰ τῷ Πέρσῃ. εἶχε γὰρ
λέγειν καὶ ὅτι μόνοι τῶν Ἑλλήνων βασιλεῖ συνεμάχοντο
ἐν Πλαταιαῖς, καὶ ὅτι ὕστερον οὐδεπώποτε στρατεύσαιντο
ἐπὶ βασιλέα, καὶ ὡς Λακεδαιμόνιοι διὰ τοῦτο πολεμήσειαν
αὐτοῖς, ὅτι οὐκ ἐθελήσαιεν μετ’ Ἀγησιλάου ἐλθεῖν ἐπ’ αὐτὸν
οὐδὲ θῦσαι ἐάσαιεν αὐτὸν ἐν Αὐλίδι τῇ Ἀρτέμιδι, ἔνθαπερ
ὅτε Ἀγαμέμνων εἰς τὴν Ἀσίαν ἐξέπλει θύσας εἷλε Τροίαν.
[7.1.35] μέγα δὲ συνεβάλλετο τῷ Πελοπίδᾳ εἰς τὸ τιμᾶσθαι καὶ ὅτι
ἐνενικήκεσαν οἱ Θηβαῖοι μάχῃ ἐν Λεύκτροις καὶ ὅτι πεπορθη-
κότες τὴν χώραν τῶν Λακεδαιμονίων ἐφαίνοντο. ἔλεγε δὲ
ὁ Πελοπίδας ὅτι οἱ Ἀργεῖοι καὶ οἱ Ἀρκάδες μάχῃ ἡττημένοι
εἶεν ὑπὸ Λακεδαιμονίων, ἐπεὶ αὐτοὶ οὐ παρεγένοντο. συνε-
μαρτύρει δ’ αὐτῷ ταῦτα πάντα ὡς ἀληθῆ λέγοι ὁ Ἀθηναῖος
Τιμαγόρας, καὶ ἐτιμᾶτο δεύτερος μετὰ τὸν Πελοπίδαν. [7.1.36] ἐκ
δὲ τούτου ἐρωτώμενος ὑπὸ βασιλέως ὁ Πελοπίδας τί βούλοιτο
ἑαυτῷ γραφῆναι εἶπεν ὅτι Μεσσήνην τε αὐτόνομον εἶναι ἀπὸ
Λακεδαιμονίων καὶ Ἀθηναίους ἀνέλκειν τὰς ναῦς· εἰ δὲ ταῦτα
μὴ πείθοιντο, στρατεύειν ἐπ’ αὐτούς· εἴ τις δὲ πόλις μὴ
ἐθέλοι ἀκολουθεῖν, ἐπὶ ταύτην πρῶτον ἰέναι. [7.1.37] γραφέντων δὲ
τούτων καὶ ἀναγνωσθέντων τοῖς πρέσβεσιν, εἶπεν ὁ Λέων
ἀκούοντος τοῦ βασιλέως· Νὴ Δία, ὦ Ἀθηναῖοι, ὥρα γε ὑμῖν,
ὡς ἔοικεν, ἄλλον τινὰ φίλον ἀντὶ βασιλέως ζητεῖν. ἐπεὶ δὲ
ἀπήγγειλεν ὁ γραμματεὺς ἃ εἶπεν ὁ Ἀθηναῖος, πάλιν ἐξή-
νεγκε προσγεγραμμένα· εἰ δέ τι δικαιότερον τούτων γιγνώ-
σκουσιν οἱ Ἀθηναῖοι, ἰόντας πρὸς βασιλέα διδάσκειν. [7.1.38] ἐπεὶ
δὲ ἀφίκοντο οἱ πρέσβεις οἴκαδε ἕκαστοι, τὸν μὲν Τιμα-
γόραν ἀπέκτειναν οἱ Ἀθηναῖοι, κατηγοροῦντος τοῦ Λέοντος
ὡς οὔτε συσκηνοῦν ἑαυτῷ ἐθέλοι μετά τε Πελοπίδου πάντα
βουλεύοιτο. τῶν δὲ ἄλλων πρέσβεων ὁ μὲν Ἠλεῖος Ἀρχί-
δαμος, ὅτι προὐτίμησε τὴν Ἦλιν πρὸ τῶν Ἀρκάδων, ἐπῄνει
τὰ τοῦ βασιλέως, ὁ δὲ Ἀντίοχος, ὅτι ἠλαττοῦτο τὸ Ἀρκαδικόν,
οὔτε τὰ δῶρα ἐδέξατο ἀπήγγειλέ τε πρὸς τοὺς μυρίους ὡς
βασιλεὺς ἀρτοκόπους μὲν καὶ ὀψοποιοὺς καὶ οἰνοχόους καὶ
θυρωροὺς πεμπλήθεις ἔχοι, ἄνδρας δὲ οἳ μάχοιντ’ ἂν Ἕλλησι
πάνυ ζητῶν οὐκ [ἂν] ἔφη δύνασθαι ἰδεῖν. πρὸς δὲ τούτοις καὶ
τὸ τῶν χρημάτων πλῆθος ἀλαζονείαν οἷ γε δοκεῖν ἔφη εἶναι,
ἐπεὶ καὶ τὴν ὑμνουμένην ἂν χρυσῆν πλάτανον οὐχ ἱκανὴν
ἔφη εἶναι τέττιγι σκιὰν παρέχειν.

[7.1.39] Ὡς δὲ οἱ Θηβαῖοι συνεκάλεσαν ἀπὸ τῶν πόλεων ἁπασῶν
ἀκουσομένους τῆς παρὰ βασιλέως ἐπιστολῆς, καὶ ὁ Πέρσης
ὁ φέρων τὰ γράμματα δείξας τὴν βασιλέως σφραγῖδα ἀνέγνω
τὰ γεγραμμένα, οἱ μὲν Θηβαῖοι ὀμνύναι ταῦτα ἐκέλευον
βασιλεῖ καὶ ἑαυτοῖς τοὺς βουλομένους φίλους εἶναι, οἱ δὲ
ἀπὸ τῶν πόλεων ἀπεκρίναντο ὅτι οὐκ ὀμούμενοι ἀλλ’ ἀκουσό-
μενοι πεμφθείησαν· εἰ δέ τι ὅρκων δέοιντο, πρὸς τὰς πόλεις
πέμπειν ἐκέλευον. ὁ μέντοι Ἀρκὰς Λυκομήδης καὶ τοῦτο
ἔλεγεν, ὅτι οὐδὲ τὸν σύλλογον ἐν Θήβαις δέοι εἶναι, ἀλλ’
ἔνθα ἂν ᾖ ὁ πόλεμος. χαλεπαινόντων δ’ αὐτῷ τῶν Θηβαίων
καὶ λεγόντων ὡς διαφθείροι τὸ συμμαχικόν, οὐδ’ εἰς τὸ
συνέδριον ἤθελε καθίζειν, ἀλλ’ ἀπιὼν ᾤχετο, καὶ μετ’ αὐ-
τοῦ πάντες οἱ ἐξ Ἀρκαδίας πρέσβεις. [7.1.40] ὡς δ’ ἐν Θήβαις
οὐκ ἠθέλησαν οἱ συνελθόντες ὀμόσαι, ἔπεμπον οἱ Θηβαῖοι
πρέσβεις ἐπὶ τὰς πόλεις, ὀμνύναι κελεύοντες ποιήσειν κατὰ
τὰ βασιλέως γράμματα, νομίζοντες ὀκνήσειν μίαν ἑκάστην
τῶν πόλεων ἀπεχθάνεσθαι ἅμα ἑαυτοῖς τε καὶ βασιλεῖ. ἐπεὶ
μέντοι εἰς Κόρινθον πρῶτον αὐτῶν ἀφικομένων ὑπέστησαν
οἱ Κορίνθιοι, καὶ ἀπεκρίναντο ὅτι οὐδὲν δέοιντο πρὸς βασιλέα
κοινῶν ὅρκων, ἐπηκολούθησαν καὶ ἄλλαι πόλεις κατὰ ταὐτὰ
ἀποκρινόμεναι. καὶ αὕτη μὲν ἡ Πελοπίδου καὶ τῶν Θηβαίων
τῆς ἀρχῆς περιβολὴ οὕτω διελύθη.

***
Οι Θηβαίοι, που δεν έπαψαν να μηχανεύονται τρόπους για ν' αποκτήσουν την ηγεμονία στην Ελλάδα, σκέφτηκαν πως αν έστελναν πρέσβεις στον Βασιλέα είχαν κάποια πιθανότητα να κερδίσουν την εύνοιά του. Με την πρόφαση λοιπόν ότι κι ο Ευθυκλής ο Λακεδαιμόνιος βρισκόταν κοντά στον Βασιλέα, ζήτησαν τη συνδρομή των συμμάχων τους, κι έτσι ξεκίνησαν για το εσωτερικό της Ασίας ο Πελοπίδας ως αντιπρόσωπος των Θηβαίων, ο Αντίοχος ο παγκρατιαστής ως αντιπρόσωπος των Αρκάδων κι ο Αρχίδαμος ως αντιπρόσωπος των Ηλείων μαζί τους πήγε κι ένας Αργείος. Οι Αθηναίοι πάλι, σαν το 'μαθαν, έστειλαν κι εκείνοι τον Τιμαγόρα και τον Λέοντα.

Όταν έφτασαν οι πρέσβεις, ο Πελοπίδας βρέθηκε σε πολύ πλεονεκτική θέση μπροστά στον Πέρση, γιατί είχε πολλά να πει για τους Θηβαίους: ότι μόνοι απ' όλους τους Έλληνες πολέμησαν στο πλευρό του Βασιλέως στην Πλάταια· ότι ποτέ, αργότερα, δεν εξεστράτευσαν εναντίον του· ότι ο λόγος που τους είχε κηρύξει τον πόλεμο η Λακεδαίμων ήταν η άρνησή τους ν' ακολουθήσουν τον Αγησίλαο στην εκστρατεία του εναντίον του Βασιλέως, καθώς και να τον αφήσουν να κάνει θυσία προς τιμήν της Άρτεμης στην Αυλίδα ― εκεί ακριβώς όπου είχε κάνει θυσία ο Αγαμέμνων, πριν βάλει πλώρη για την Ασία και κουρσέψει την Τροία.

Στις τιμές που απολάμβανε ο Πελοπίδας συντελούσε πολύ η νίκη των Θηβαίων στη μάχη των Λεύκτρων, καθώς και οι ειδήσεις για τις καταστροφές που είχαν προκαλέσει στο έδαφος της Λακεδαίμονος. Άλλωστε, μόλις βρέθηκαν χωρίς τους Θηβαίους, οι Αργείοι και οι Αρκάδες ―είπε ο Πελοπίδας― νικήθηκαν σε μάχη από τους Λακεδαιμονίους. Την αλήθεια όλων αυτών την επιβεβαίωνε ο Αθηναίος Τιμαγόρας, και για τούτο ερχόταν αμέσως μετά τον Πελοπίδα στις τιμές που του γίνονταν.

Μετά απ' αυτά ο Βασιλεύς ρώτησε τον Πελοπίδα, τι όρους θα 'θελε να περιλάβει για χάρη του το σχέδιο ειρήνης· ο Πελοπίδας ζήτησε ν' αναγνωρίσουν οι Λακεδαιμόνιοι την ανεξαρτησία της Μεσσήνης, και οι Αθηναίοι να παροπλίσουν τον στόλο τους· κι αν δεν συμμορφωθούν μ' αυτά, να γίνει εκστρατεία εναντίον τους· κι όποια πόλη αρνηθεί να πάρει μέρος στην εκστρατεία, να χτυπηθεί εκείνη πρώτη. Όταν αυτά γράφτηκαν και διαβάστηκαν στους πρέσβεις, ο Λέων είπε ― και τον άκουσε ο Βασιλεύς: «Μα τον Δία, Αθηναίοι. Καιρός είναι, μου φαίνεται, να γυρέψετε κανέναν άλλο φίλο αντί για τον Βασιλέα». Ο γραμματικός εξήγησε τα λόγια του Αθηναίου, και κατόπιν βγήκε με μια προσθήκη στο κείμενο: «Κι αν οι Αθηναίοι έχουν να προτείνουν όρους δικαιότερους απ' αυτούς, να πάνε να τους αναπτύξουν στον Βασιλέα».

Αφού οι πρέσβεις έφτασαν ο καθένας στον τόπο του, ο Τιμαγόρας κατηγορήθηκε από τον Λέοντα ότι είχε αρνηθεί να συγκατοικήσει μαζί του κι ότι για όλα τα ζητήματα έκανε συνεννοήσεις με τον Πελοπίδα· τότε οι Αθηναίοι τον εξετέλεσαν. Από τους υπόλοιπους πρέσβεις ο Ηλείος Αρχίδαμος επαινούσε την πολιτική του Βασιλέως, επειδή είχε δείξει περισσότερη εύνοια στους Ηλείους παρά στους Αρκάδες· ο Αντίοχος, αντίθετα, την έκρινε επιζήμια για τους συμπατριώτες του και δεν δέχτηκε τα δώρα του· ανέφερε μάλιστα στους Δέκα Χιλιάδες ότι ο Βασιλεύς μπορεί να διαθέτει πολλούς αρτοποιούς, μαγείρους, οινοχόους και θυρωρούς, αλλά ―είπε― όσο κι αν έψαξε δεν κατόρθωσε να δει άνδρες ικανούς να πολεμήσουν τους Έλληνες. Έπειτα, είπε, καυχησιολογίες είναι κατά τη γνώμη του όσα λέγονται για τα μεγάλα του πλούτη, αφού και το πολυθρύλητο χρυσό πλατάνι δεν αρκεί να δώσει σκιά ούτε σ' ένα τζιτζίκι.

Οι Θηβαίοι κάλεσαν εκπροσώπους απ' όλες τις πόλεις για να τους ανακοινώσουν την επιστολή του Βασιλέως· ο Πέρσης που την είχε φέρει έδειξε τη βασιλική σφραγίδα και κατόπιν διάβασε το κείμενο. Τότε οι Θηβαίοι ζήτησαν απ' όλους, όσους ήθελαν τη φιλία τη δική τους και του Βασιλέως, να ορκιστούν πως θα τηρήσουν αυτούς τους όρους. Οι αντιπρόσωποι των πόλεων αποκρίθηκαν, ωστόσο, ότι δεν τους είχαν στείλει μ' εντολή να ορκιστούν, αλλά ν' ακούσουν· κι αν οι Θηβαίοι ήθελαν όρκους, είπαν, δεν είχαν παρά να στείλουν δικούς τους αντιπροσώπους στις πόλεις. Ο Λυκομήδης μάλιστα, ο Αρκάς, πρόσθεσε ότι ούτε κι η διάσκεψη έπρεπε να είχε συγκληθεί στη Θήβα, παρά εκεί που γινόταν ο πόλεμος. Οι Θηβαίοι θύμωσαν μαζί του και είπαν ότι υπονομεύει τη συμμαχία· τότε εκείνος δεν δέχτηκε ούτε να καθίσει στο συνέδριο, παρά σηκώθηκε κι έφυγε μαζί μ' όλους τους πρέσβεις της Αρκαδίας.

Μια και οι αντιπρόσωποι δεν θέλησαν να δώσουν όρκους στη Θήβα, οι Θηβαίοι έστειλαν πρέσβεις στις πόλεις ζητώντας τους να ορκιστούν ότι θα συμμορφωθούν με το βασιλικό κείμενο ― πιστεύοντας ότι η καθεμιά πόλη χωριστά θα δίσταζε να προκαλέσει την έχθρα και των ίδιων και του Βασιλέως. Στην Κόρινθο όμως, όπου έφτασαν πρώτα οι πρέσβεις, οι Κορίνθιοι αρνήθηκαν να υποκύψουν κι αποκρίθηκαν ότι δεν είχαν καμιάν ανάγκη να ορκιστούν οτιδήποτε στον Βασιλέα. Το παράδειγμά τους ακολούθησαν κι άλλες πόλεις, δίνοντας ανάλογη απάντηση, κι έτσι ναυάγησε εκείνη η προσπάθεια του Πελοπίδα και των Θηβαίων να πάρουν την ηγεμονία.