Δευτέρα 10 Ιουλίου 2023

O Σχηματισμός των λέξεων στην Αρχαία Ελληνική γλώσσα

3. Δευτερογενής χασμωδία και δευτερογενής συναίρεση


§ 120. Το πρωτοελληνικό Ϝ εξαφανίστηκε ως γνωστό μόλις κατά την περίοδο της εξέλιξης των επιμέρους διαλέκτων. Έτσι δεν μας εκπλήσσει το ότι η επίδρασή του παραμένει πολύ ζωντανή και στη σύνθεση. Στην αρχαϊκή, λοιπόν, λογοτεχνία το Ϝ στην αρχή του β΄ συνθετικού έχει ακόμη την αξία συμφώνου, εφόσον συνεχίζει να εμποδίζει την έκθλιψη ενός προηγούμενου φωνήεντος: στον Όμηρο απαντά το θεο-ειδής (ρίζα Ϝιδ-, πρβ. λατ. vid ē re 'βλέπω'), θεο-είκελος (Ϝεικ- 'μοιάζω', πρβ. ἔοικε = *Ϝέ-Ϝοικ-ε), ἀ-εργός (Ϝεργ-, πρβ. γερμ. Werk 'έργο'), ἀφαμαρτο-επής 'που μιλά αστόχαστα' (Ϝεπ-, πρβ. λατ. v ō x 'φωνή'). Η αττική διάλεκτος σε τέτοιες περιπτώσεις συνήθως δημιουργεί συναίρεση: ἁ̄ ργός από το ἀ-εργός,̕ά̄ κων από το ἀ-έκων, αἰκής από το ἀ-(ε)ικής, Πλειστῶναξ από το Πλειστο-άναξ, τριακοντούτης από το *-το-ετής, ἀγροῖκος (αργότερα ἄγροικος) από το *ἀγρό-Ϝοικος 'που ζει στους αγρούς, άξεστος'. Κάπως μεγαλύτερη σημασία απέκτησαν τα σύνθετα σε *-Ϝορός (σχετικό με το ὁρᾶν και γερμ. Wahren , ge - wahr 'διαφυλάσσω')· από το *-α-Ϝορ- προέκυψε -ωρ- [1], από το *-ο-Ϝορ- προέκυψε -ουρ-: τιμωρός (τιμή· δωρ. τιμ ά̄ ορος, ιων. τιμήορος), θεωρός (θέᾱ· δωρ. θεᾱρός από το *-ᾱορ-) αλλά κηπουρός (μαζί με το κηπωρός, δες υποσημ.· κῆπος), οἰκουρός 'που μένει στο σπίτι, που φροντίζει το σπίτι' (οἶκος). Έτσι και -ουργος από το -ο-εργος· δημιουργός 'που εργάζεται για τους ανθρώπους, τεχνίτης' (δημιο-εργός Όμ.), κακοῦργος [2] (κακο-εργός Όμ.) και κατόπιν πανοῦργος (σχετικά με το πᾰν- πρβ. § 64), αλλά γεωργός 'γεωργός' (κλασ.) από το γῆ.

§ 121. Ίχνη ενός προελληνικού s στην αρχή του β΄ συνθετικού υπάρχουν ακόμη μόνο στο -οῦχος από το *-ό-οχος, που ανήκει στο ἔχειν (πρβ. σχ-εῖν). Μολονότι ο Όμηρος στο ἡνί-οχος [3] 'που κρατά τα ηνία' (από το ἡνία ουδ. πληθ.) χρησιμοποιεί κιόλας την έκθλιψη, δεν μπορούμε να σκεφτούμε κάποια άλλη εξήγηση για το -οῦχος. Παραδείγματα: σκηπτοῦχος 'που κρατά σκήπτρο' (Όμ.) από το *σκηπτο- = σκῆπτρον, ῥαβδοῦχος 'που κρατά ραβδί' (κλασ.) από το ῥάβδος, κακουχία 'κακή κατάσταση' (κλασ.) από το κακός· από τέτοια παραδείγματα το -οῦχος μεταφέρθηκε και σε άλλα θέματα: δᾳδ-οῦχος 'που κρατά δάδα' (κλασ.) από το δᾴς, δᾳδ-ός, ἑστιοῦχος 'που έχει την εστία (το τζάκι), που φροντίζει την εστία' (κλασ.) από το ἑστία, λαμπαδ-οῦχος 'που κρατά πυρσό' (κλασ.) από το λαμπάς, πολι-οῦχος και πολισ(σ)-οῦχος 'που κατοικεί στην πόλη, που την προστατεύει' (κλασ.) από το πόλις, τιμοῦχος 'τιμημένος' (ελληνιστ.· στους Ομηρ. Ύμν. τιμ ά̄ -οχος) από το τιμή.

Η συναίρεση στα προύργου (§ 48), φροίμιον (§ 52) και φροῦδος (§ 50) εξηγείται από το ότι το ο του πρό δεν εκθλίβεται ποτέ· πρβ. προὔφαινε από το προ-έφαινε κ.τ.λ.

§ 122. Δεν είναι του ίδιου είδους οι περιπτώσεις όπου η αττική ή η μεταγενέστερη γλώσσα δεν θεραπεύουν τη χασμωδία στον αρμό της σύνθεσης ούτε με έκθλιψη ούτε με συναίρεση. Δεν εκθλίβεται γενικά το ι των ονοματικών [4] α΄ συνθετικών: πολί-αρχος, κυδι-άνειρα 'που φέρνει δόξα στους άντρες (για τη μάχη)'. Η απόληξη -ο-ειδής (Όμ. θεο-ειδής) διατηρήθηκε και στα αττικά, μάλλον επειδή η χασμωδία δεν ήταν τόσο αισθητή: ἀνθρωπο-ειδής, μηνο-ειδής. Αντί για τα αττικά τριακοντούτης δεκ-έτης κ.τ.λ. η ιωνική και η Κοινή χρησιμοποιούν τα τριακοντα-ετής, δεκα-ετής· εδώ πάντως συνεργούν τρεις παράγοντες: Πρώτο, κατά το πρότυπο των δί-πους, τρί-πους, τετρά-πους ήταν εύκολο πλάι στα δι-ετής, τρι-ετής να πούνε και τετρα-ετής· δεύτερο, άσκησαν επίδραση και εκείνες οι διάλεκτοι που στην περίπτωση της συναίρεσης δεν προχώρησαν τόσο πολύ όσο η αττική. Τρίτο, παρατηρούμε ότι η μεταγενέστερη γλώσσα (όσο πιο λόγια είναι τόσο περισσότερο) παρουσιάζει μια ισχυρή τάση να περιορίζει τις μεταβολές των λέξεων όχι μόνο στο πλαίσιο της πρότασης αλλά και στα σύνθετα, επιδιώκοντας τη σαφήνεια των επιμέρους λέξεων. Η πρόθεση αυτή επικράτησε σε πολλές περιπτώσεις έναντι του φόβου της χασμωδίας. Έτσι στην Κοινή απαντούν σύνθετα όπως μακρο-ημερεύειν, ἀλλοτριο-επίσκοπος κ.τ.λ.· καταβάλλεται ιδιαίτερη προσπάθεια να διατηρηθούν αναλλοίωτα συνηθισμένα α΄ συνθετικά όπως π.χ. ἀρχι- στα ἀρχι-ιερεύς, ἀρχι-ιατρός, ἀρχι-επίσκοπος, ἀρχι-οινοχόος ή τετρα- στο τετρα-άρχης. Δεν είναι εύκολο βέβαια να προσδιορίσουμε σε ποιο βαθμό την ακολουθεί και ο προφορικός λόγος.

Σχετικά με τη χασμωδία με το στερητικό ἀ- δες § 54 .
---------------------------
[1] Όπως αποδεικνύουν τα ομηρικά θυρᾰωρός και πυλᾰωρός (αργότερα θυρωρός και πυλωρός) 'φύλακας της θύρας', κάποιον ρόλο έπαιξε επίσης και το ουσιαστικό ὤρα 'φροντίδα' (πρβ. ἀρκυ-ωρός 'που φροντίζει τα δίχτυα' (Ξεν.), φρυκτ-ωρός 'που φροντίζει τις φωτιές' (Αισχύλ.) από το φρυκτός 'πυρά')· πρέπει να θυμόμαστε και τη συνθετική έκταση (§ 118).

[2] Ο διαφορετικός τονισμός προέρχεται πιθανόν από τον τονισμό της κλητικής *κακόεργε > κακοῦργε· πρβ. ὦ ἄδελφε από το ἀδελφός.

[3] Παραμένει αμφιλεγόμενο αν το αἰγί-οχος και το γαιή-οχος ανήκουν επίσης στο ἔχειν ή στο ὄχος 'όχημα' και λατ. vehere 'μεταφέρω'. Σίγουρα στο ἔχειν ανήκει το τιμ ά̄ -οχος 'τιμημένος' (Ομηρ. Ύμν.).

[4] Όχι όμως των ρηματικών: Κτήσ-ιππος § 79.

Η πικρία δεν επιλύεται με περισσότερη πικρία

Οι άνθρωποι μπορούν να καταστρέψουν τη ζωή σας και να σας γεμίσουν με πικρία πολύ εύκολα. Μπορεί να χρησιμοποιήσουν το φόβο, την αρνητική συμπεριφορά, τις ανασφάλειές σας, να σας κάνουν να ανησυχείτε για πράγματα που δεν αξίζουν τον κόπο…

Είναι τόσο κοινό και δυσάρεστο· χωρίς να το καταλάβετε πέφτετε σε μια γκρίζα άβυσσο απάθειας και δυσφορίας.

Θα πρέπει να μάθετε να προσεγγίζετε τα πράγματα με διαφορετικό τρόπο καθώς είναι πολύ εύκολο να αφήσετε τους άλλους να καταστρέφουν την ημέρα σας με την άσχημη συμπεριφορά τους.

Κάτι που πρέπει να έχετε υπόψη σας είναι το γεγονός ότι η πικρία πάνω από όλα χαρακτηρίζεται από την ανικανότητα να είναι κανείς ευτυχισμένος.

Πριν αρχίσετε να κατακρίνετε κάποιον ή να φωνάζετε «το μόνο που κάνεις είναι να καταστρέφεις τις ζωές των άλλων«, να είστε υπομονετικοί ή δεκτικοί μέχρι να καθορίσετε αν αυτό το άτομο αντιμετωπίζει κάποιο πρόβλημα ή πάσχει από κατάθλιψη.

Αν υπάρχουν μόνο και μόνο για να σας κάνουν κακό, να σας ελέγχουν και να σας εκβιάζουν τότε απλά μην τους το επιτρέπετε.

Δεν επιτρέπεται να καταστρέφετε τις ζωές των άλλων

Ξεκινώντας από σήμερα κιόλας θα πρέπει να θέσετε σε εφαρμογή ένα νέο στόχο: μην αφήνετε κανέναν να σας αναστατώνει ή να σας γεμίζει με πικρία.

Θα ανοίξετε τη συναισθηματική σας ομπρέλα για να προστατευτείτε από τα βλαβερά λόγια των ανθρώπων που προσπαθούν να κόψουν τα φτερά σας όταν προσπαθείτε να πετάξετε, όταν προσπαθούν να σβήσουν τη φλόγα των ονείρων σας ή όταν επαναλαμβάνουν καθημερινά αυτή τη φράση «δεν μπορείς» ενώ εσείς νιώθετε ότι θέλετε να το κάνετε.

Για αυτό το σκοπό μπορείτε να εφαρμόσετε αυτές τις απλές στρατηγικές.

Σε ακούω, σε καταλαβαίνω αλλά προστατεύω τον εαυτό μου από εσένα

Όπως αναφέραμε και στην αρχή αυτού του άρθρου, η αρνητική συμπεριφορά μπορεί να χαρακτηρίζεται από πικρία, ευερεθιστότητα, απάθεια ή ακόμη και από ίχνη μιας κρυφής κατάθλιψης.
  • Όταν ανταποκρίνεστε με θυμό και αδιαφορία μπορεί να εντείνετε τα αρνητικά συναισθήματα των άλλων.
  • Το καλύτερο από όλα είναι τους ακούσετε και ήρεμα να αντιμετωπίσετε τις διαφωνίες σας με αυτοπεποίθηση και υπομονή.
  • Αν χρειάζονται βοήθεια, προσφέρετε μερικές στρατηγικές και προσπαθήστε να καταλάβετε τι συμβαίνει μέσα τους.
  • Αν απλά στερούνται εμπάθειας και σεβασμού προς το πρόσωπό σας, ανοίξτε την αμυντική ομπρέλα σας και κρατήστε τους σε απόσταση.
Η πικρία δεν επιλύεται με περισσότερη πικρία

Δεν μπορείτε να επιλύσετε μια προσβολή, προσθέτοντας άλλη μια. Οι φοβίες δεν εξαφανίζονται με την παρουσία μεγαλύτερων φόβων και ο πόνος δεν ξεπερνιέται με τη συσσώρευση περισσότερων αρνητικών συναισθημάτων.
  • Αν κάποιο μέλος της οικογένειάς σας, ο σύντροφός σας ή φίλος σας έχει συνηθίσει να μαυρίζει τις όμορφες και χαρούμενες στιγμές, να κόβει τα όνειρα και τις ελπίδες σας μην προσπαθείτε να εντείνετε την κατάσταση με θυμό ή αντιδρώντας εχθρικά.
  • Θα πρέπει να είστε δυναμικοί κι έξυπνοι. Μερικές φορές δεν μπορείτε να αλλάξετε τον τρόπο που σκέφτονται και ενεργούν ορισμένοι άνθρωποι.
  • Υπάρχουν κάποια είδη χαρακτήρων που συνηθίζουν να δυσφημούν, να προσβάλλουν και να μειώνουν τους άλλους.
Όσο πιο σύντομα το αποδεχτείτε αυτό, τόσο το καλύτερο καθώς αυτό θα σας βοηθήσει να ενεργείτε με πιο λογικό τρόπο: από απόσταση ή θέτοντας αμυντικά τείχη.

Μερικοί τρόποι για να καταπολεμήσετε την πικρία

Ο Rafael Santandreu, ψυχολόγος, κατάφερε να δείξει ότι η κακή ποιότητα ζωής που μπορεί να βιώσετε σε κάποιο στάδιο προέρχεται από την εφαρμογή μιας λανθασμένης φιλοσοφίας που οφείλεται στις πράξεις και στις σκέψεις σας.

Ένας τρόπος για να αντιμετωπίσετε αυτές τις ακατάλληλες απαντήσεις είναι να μάθετε πώς μπορείτε να κάνετε ορισμένα πράγματα να σας γεμίζουν με λιγότερη πικρία. Προσπαθήστε να κρατήσετε αυτές τις απλές στρατηγικές στο μυαλό σας:
  • Προσπαθήστε να μην παραπονιέστε συνεχώς. Αντί να γκρινιάζετε για άσχημα πράγματα που σας έχουν συμβεί ή για κάτι που δεν έχετε, προσπαθήστε να εκτιμήσετε αυτά που έχετε ή να επιλύσετε αυτά που σας ανησυχούν.
  • Για να χρησιμοποιήσουμε την ορολογία αυτού του ψυχολόγου, μην κάνετε τη ζωή σας χειρότερη. Οι άνθρωποι συνηθίζουν να λένε πράγματα όπως «αν παραιτηθώ από τη δουλειά, όλα θα τελειώσουν» ή «αν ο σύντροφός μου με αφήσει, θα πεθάνω».
  • Αν και μπορεί να μην το γνωρίζετε, δεν χρειάζεστε πολλά για να είστε ευτυχισμένοι. Δοκιμάστε να εκτιμήσετε αυτά τα λίγα πράγματα που σας περιβάλλουν.
  • Παρακολουθήστε τον εσωτερικό σας διάλογο. Μερικές φορές, ο χειρότερος εχθρός σας είναι ο ίδιος σας ο εαυτός.
  • Μην απαιτείται οτιδήποτε από οποιονδήποτε και μην περιμένετε τα πάντα από τους άλλους.
  • Αγαπήστε τον εαυτό σας δίχως όρους και προσπαθήστε να αποδεχτείτε τους γύρω σας όπως είναι. Αγαπήστε τους με σεβασμό όπως σέβεστε τον εαυτό σας.
  • Χρησιμοποιήστε το γέλιο για να πολεμήσετε το χάος που επικρατεί γύρω σας. Αν κάποιος είναι αποφασισμένος να σας βλάψει τότε απαντήστε του με χιούμορ.
Δεν αξίζει να αφήνετε κανένα από τα «βρώμικα κόλπα» τους να σας επηρεάζουν.

Ο Φωτεινός Ιστός: Μια Μυστική Θεωρία της Βασιλείας του Θεού

Ο Φωτεινός Ιστός είναι μια μυστικιστική θεωρία που επιχειρεί να περιγράψει τη φύση του Βασιλείου του Θεού, ή του Βασιλείου της Πραγματικότητας, ως ενός Κοσμικού Διασυνδεδεμένου Ιστού Θεϊκής Συνείδησης, που υπερβαίνει τους περιορισμούς του χώρου, του χρόνου και της ύλης. Είναι ένα βασίλειο καθαρού όντος, αιώνιου και απεριόριστου, που υπάρχει πέρα από την ανθρώπινη κατανόηση και αισθήσεις.

Το Φωτεινό Δίκτυο: Το Κοσμικό Πέπλο της Θεϊκής Συνείδησης

Ο Φωτεινός Ιστός είναι μια τεράστια ταπετσαρία Θεϊκής Συνείδησης, συνυφασμένη με νήματα φωτός, αγάπης και σοφίας. Κάθε νήμα αντιπροσωπεύει μια μοναδική πτυχή του Θείου και μαζί σχηματίζουν έναν περίπλοκο, άπειρο και διαρκώς διευρυνόμενο ιστό διασύνδεσης που διαπερνά όλη τη δημιουργία.

Το Αιώνιο Κενό: Ένα σκάφος για τον Φωτεινό Δίκτυο

Το Αιώνιο Κενό, ένα βασίλειο απόλυτης ακινησίας και άπειρων δυνατοτήτων, περιβάλλει και υποστηρίζει τον Φωτεινό Ιστό. Είναι η αρχέγονη μήτρα από την οποία αναδύεται ο Ιστός και ο καμβάς πάνω στον οποίο το Θείο δημιουργεί το αριστούργημα της ύπαρξής του.

Οι Σπινθήρες του Θείου Φωτός: Εκδηλώσεις του Φωτεινού Δικτύου

Σε όλο τον Φωτεινό Ιστό, αμέτρητες σπίθες θεϊκού φωτός εκδηλώνονται ως αισθανόμενα όντα, καθένα από τα οποία αντικατοπτρίζει μια μοναδική πτυχή του Θείου. Αυτοί οι σπινθήρες, αν και μπορεί να φαίνονται ξεχωριστοί, είναι στην πραγματικότητα αλληλένδετοι και ενοποιημένοι μέσα στον Ιστό, συνδεδεμένοι μεταξύ τους από τα νήματα της θεϊκής συνείδησης.

Η Οδός της Φώτισης: Ένα Ταξίδι στην Καρδιά του Φωτεινού Δικτύου

Το Μονοπάτι του Φωτισμού είναι ένα μυστικιστικό ταξίδι που οδηγεί στην εμπειρία του Φωτεινού Ιστού, της Βασιλείας του Θεού μέσα στον εαυτό μας. Είναι ένα ταξίδι αυτοανακάλυψης, μεταμόρφωσης και υπέρβασης που καταλήγει στην συνειδητοποίηση της αληθινής φύσης κάποιου ως σπίθα θεϊκού φωτός, αδιαχώριστη από τον ίδιο τον Φωτεινό Ιστό.

Το Τριπλό Μονοπάτι: Αγάπη, Σοφία και Ενότητα

Το Μονοπάτι του Φωτισμού αποτελείται από τρία αλληλένδετα σκέλη: Αγάπη, Σοφία και Ενότητα. Η αγάπη είναι η θεϊκή δύναμη που τραβά όλα τα όντα πίσω στην πηγή τους, η Σοφία είναι το φως που φωτίζει το μονοπάτι και η Ενότητα είναι η συνειδητοποίηση της διασύνδεσης με όλη τη δημιουργία.

Πρακτικές του Μονοπατιού: Διαλογισμός, Συλλογισμός και Συμπόνια Δράση

Για να περπατήσει κανείς στο Μονοπάτι του Φωτισμού, πρέπει να συμμετάσχει σε πρακτικές που ενθαρρύνουν τον εσωτερικό μετασχηματισμό και καλλιεργούν την επίγνωση του Φωτεινού Ιστού. Ο διαλογισμός χρησιμεύει για να ηρεμήσει το μυαλό και να συντονίσει τη συνείδησή του με τη θεία παρουσία μέσα του. Ο στοχασμός εμβαθύνει την κατανόηση και τρέφει τη σοφία. Η συμπονετική δράση, με γνώμονα την αγάπη και τη σοφία, εκφράζει την ενότητα κάποιου με τον Φωτεινό Ιστό και χρησιμεύει στην ανύψωση των άλλων στο ταξίδι τους.

Το ανεξιχνίαστο μυστήριο: Αγκαλιάζοντας τους περιορισμούς της ανθρώπινης κατανόησης

Ο Φωτεινός Ιστός, ως εκδήλωση της Βασιλείας του Θεού, παραμένει τελικά ένα ανεξιχνίαστο μυστήριο, που ξεπερνά τους περιορισμούς της ανθρώπινης κατανόησης και γλώσσας. Αγκαλιάζοντας αυτό το μυστήριο, μπορεί κανείς να προσεγγίσει το Βασίλειο της Πραγματικότητας με ευλάβεια, ταπείνωση και δέος, αναγνωρίζοντας ότι το Θείο είναι πάντα παρόν, αλλά πάντα πέρα από την αντίληψη του πεπερασμένου νου.

Οι όμορφοι άνθρωποι δεν προκύπτουν τυχαία

Τι κάνει έναν άνθρωπο όμορφο στην ψυχή; Η ταπεινότητα...

Πρόκειται για μία ταπεινή αρετή; Μέχρι του σημείου να αμφιβάλλει για το αν είναι αρετή...

Μία διακριτική λοιπόν αρετή, που περνά σχεδόν απαρατήρητη, ενώ σήμερα πλέον με βεβαιότητα, αγνοείται.

Τώρα πρέπει να σας πω γιατί επέλεξα να προσεγγίσω την εν λόγω θεματική. Ο Ζανκελεβίτς παρατηρεί πως οι Έλληνες σχεδόν δικαίως, αγνοούσαν αυτή την αρετή, καθώς σχεδόν πάντα ιστορικά, υπήρξαν έρμαια του μεγαλείου τους. Μήπως λοιπόν αν δώσουμε στον άνθρωπο έναν αρκετά μεγάλο Θεό, τότε και μόνο τότε γίνεται φανερή η μικρότητά του;

Ασυνειδησία; Μάλλον ακραία συνειδητοποίηση των ορίων αυτής και του εαυτού.

Πρόκειται για την περιφρόνηση του εαυτού, χωρίς όμως να τον υποτιμά. Χωρίς να πρόκειται για άγνοια του τι είμαστε, αντιθέτως, σηματοδοτεί τη γνώση και την αναγνώριση όλων όσων δεν είμαστε. Είναι η αρετή του ανθρώπου που ξέρει ότι δεν είναι.

Στην προσπάθεια να αποδώσω τον ορισμό της, ανακαλώ τη φράση του Σπινόζα: «Πρόκειται για τη θλίψη που γεννιέται απ' ό,τι ο άνθρωπος θεωρεί αδυναμία και ανημπόρια του» και πιθανολογώ ότι αναφέρεται σε διάθεση και όχι σε κατάσταση. Όποιος δύναται να αναλογιστεί την προσωπική του ανημπόρια, νιώθει την ψυχή του να θλίβεται, γι' αυτό και θεωρείται παράλογο να εκλάβουμε την κατάσταση αυτή ως δύναμη. Ο Σπινόζα άλλωστε καταλήγει στο ότι οι αρετές είναι πάντα ευφρόσυνες, κατά συνέπεια, η ταπεινοφροσύνη δεν συγκαταλέγεται σε αυτές.

Στον Αριστοτέλη, η ταπεινότητα ταυτίζεται με τη μικροψυχία... την ποταπότητα. Για τον ίδιο, κάθε αρετή είναι μία κορυφή ανάμεσα σε δύο αβύσσους, κάτι που όμως ισχύει και για τη μεγαλοψυχία. Όποιος απομακρύνεται και τείνει προς την υπερβολή ξεπέφτει προς την αλαζονεία. Όποιος έχει μικρή ψυχή, προσεγγίζει στη μικροψυχία, στη μικρότητα. Με απλά λόγια, το να νιώθει κανείς ταπεινός, σημαίνει ότι στερείται αυτό που δικαιούται, σημαίνει ότι παραγνωρίζει την πραγματική του αξία, σε σημείο να στερεί από τον εαυτό του, επειδή θεωρεί πως είναι ανάξιος και πως κάθε πράξη είναι κάπως υψηλότερη.

Ορμώμενη θεωρητικά, διακρίνω πως η θλίψη μπορεί ενίοτε να γίνει εσωτερική δύναμη και να μας κινητοποιήσει, κάτι που άλλωστε μας διδάσκει η εμπειρία και οι καταστάσεις που μας έχουν πονέσει, μεγαλώνοντας. Η ταπεινότητα ως αρετή ταυτίζεται με την αληθινή θλίψη για το ότι δεν είμαστε τίποτε άλλο, παρά ο εαυτός μας. Θα μπορούσαμε να είμαστε κάτι άλλο; Να είσαι ευχαριστημένος με τον εαυτό σου... διδάσκει η μεγαλοθυμία... και ξάφνου προβάλλει η έπαρση. Το να είσαι ευχαριστημένος με τον εαυτό σου, είναι στην πραγματικότητα ό,τι περισσότερο μπορεί να ελπίζει ένας άνθρωπος, το υψηλότερο αντικείμενο των προσδοκιών του.

Το πρόβλημα πλέον γίνεται ορατό: αν η ταπεινότητα είναι άξια θαυμασμού ή σεβασμού δεν υποκύπτει σε σφάλμα προοπτικής, του να είναι δηλαδή ταπεινή; Κι αν από την άλλη έχει λόγους να είναι ταπεινή, τότε πώς δικαιολογείται ο θαυμασμός μας; Διαφαίνεται τότε πως πρόκειται για μία αντιφατική αρετή, που δεν μπορεί να δικαιωθεί παρά από την ίδια της την απουσία, ή που στο βαθμό που καταξιώνεται, ακυρώνεται.

«Είμαι πολύ ταπεινός;» Αυτοαντίφαση

«Μου λείπει η ταπεινότητα;» Να ένα πρώτο βήμα.

Και τώρα το παράδοξο: πώς είναι εφικτό να μάχεται κανείς για την αξία του, απαξιώνοντας τον ίδιο του τον εαυτό; Στην Πραγματεία περί αρετής, ο Καντ, αναφέρεται στο καθήκον του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας του εαυτού μας, ως ηθικού υποκειμένου. Για τον Καντ, η ταπεινότητα ισούται με την ταπεινοφροσύνη, η οποία σηματοδοτείται από τη συνείδηση και το αίσθημα του λίγου, του ανεπαρκούς της προσωπικής ηθικής αξίας, σε σύγκριση με το νόμο. Αυτός που μεταμορφώνεται σε σκουλήκι, δεν πρέπει έπειτα να παραπονιέται πως τον ποδοπατούν, γράφει περήφανα ο Καντ.

Όσο για τον Νίτσε, αν τον πιάσουμε, δεν θα τελειώσουμε ποτέ αυτή την παρουσίαση. Μπορεί να αμφισβητήσει κανείς ότι στην ταπεινότητα ενυπάρχει συχνά μια γερή δόση μηδενισμού ή ενοχής; Δεν είναι λίγοι εκείνοι που απαρνούνται τον εαυτό τους, μόνο και μόνο από ανικανότητα να τον υπερασπιστούν και να πράξουν το παραμικρό. Ο Νίτσε αναφέρεται και στο σκουλήκι του Καντ. Όταν το πατάμε – λέει χαρακτηριστικά – αυτό ζαρώνει, μία πράξη γεμάτη σοφία, καθώς μειώνει τις πιθανότητες να το λιώσουμε. Και στη γλώσσα της ηθικής, αυτό ακριβώς λέγεται ταπεινότητα.

Ο Καρτέσιος – που καμία σχέση δεν είχε με σκουλήκια – γράφει πως οι μεγαλόψυχοι συνήθως είναι οι πιο ταπεινοί.

Ας μη συγχέουμε λοιπόν την ταπεινότητα με την ένοχη συνείδηση, τις τύψεις και τη θλίψη. Το θέμα σ' αυτή τη ζωή δεν είναι να κρίνουμε τι έχουμε κάνει, αλλά το τι είμαστε. Και πραγματικά... είμαστε τόσο «λίγοι».

Η ταπεινότητα ισοδυναμεί με την αλήθεια, θα πει ο Ζανκελεβίτς, τη σεμνότητα που προκύπτει από την ειλικρίνεια. Κι αν για τον Φρόιντ, το Εγώ χάνει το θρόνο του, θέτει το δίλημμα ξεκάθαρα, καθώς κάθε γνώση είναι κι ένα πλήγμα κατά του ναρκισσισμού...

Αγαπάμε ή την Αλήθεια ή τον Εαυτό μας.

Τόσο απλά. Από την εμπειρία μου λοιπόν, αποκόμισα τον ακόλουθο ορισμό:

Όταν ο Εαυτός αποπειράται ή παλεύει να απελευθερωθεί από τις αυταπάτες γύρω του, τότε διαλύεται εκ των έσω... καταλύεται... κι εκτιθέμενος αναζητά τον πυρήνα του.

Πλέον...

κατανοώ τον πόνο ψυχής που απαιτείται για να ξεκινήσεις πάλι από την αρχή

σέβομαι τον άνθρωπο που γνωρίζει πότε να χαμηλώσει το βλέμμα του

αγκαλιάζω την κίνηση που έρχεται αβίαστα, όταν το έχω ανάγκη

λυγίζω στο σθένος εκείνου που παλεύει, όταν η ζωή δεν του χαρίζεται

αναπνέω με όλο μου το είναι, όταν η συγνώμη είναι αληθινή

... γιατί δέχομαι με ταπεινότητα αυτό που είναι, όχι σαν αυτολύπηση, αλλά σαν ζωντανή πρόκληση.

Oι πιο σπουδαίες μάχες που θα δώσεις θα είναι εκείνες που θα γίνονται μέσα στη σιωπή

Σ’ έναν κόσμο όπου το σπουδαίο και το σημαντικό ορίζονται με βάση το πώς φαίνονται προς τα έξω, πόσο εύκολο είναι για εμάς να ξεχωρίσουμε τι αποτελεί πραγματικά νίκη για την ψυχή μας;

Όλοι μας έχουμε βάλει τις ζωές μας στον κόσμο των social, μοιραζόμαστε στιγμές από την καθημερινότητά μας και παρουσιάζουμε ζωές υπέροχες, γυαλιστερές και ατσαλάκωτες! Είναι όμως έτσι στην πραγματικότητα; Η αλήθεια κάποιες φορές διαφέρει από την τελειότητα που φαίνεται στην επιφάνεια, ο πυρήνας που παραμένει σιωπηλά στην αφάνεια είναι εκείνος που περικλείει τα πιο σημαντικά μας κομμάτια. Ό,τι γυαλίζει, ό,τι λάμπει κι ό,τι έχουμε συνηθίσει να αποκαλούμε επιτυχία και ευτυχία στην κοινωνία είναι πολύ εύκολο να γίνει ένα post που θα τραβήξει τα βλέμματα, θα λάβει την έγκριση και την επιβράβευση του συνόλου και θα το βαφτίσουμε αβίαστα νίκη. Το αν όμως αποτελεί αληθινά νίκη και λύτρωση για εμάς; Αυτό το ορίζουμε μόνο εμείς!

Άλλωστε οι πιο σπουδαίες μάχες που θα δώσεις θα είναι εκείνες που θα γίνονται μέσα στη σιωπή, κι οι πιο σημαντικές σου νίκες θα είναι εκείνες που δεν θα μάθει ποτέ κανείς. Θα είσαι μόνο εσύ που θα τις γνωρίζεις, εσύ που θα έχεις βιώσει όλο το ταξίδι μέχρι να φτάσεις εκεί, και γι αυτό ακριβώς θα είναι και τόσο ξεχωριστές. Δεν θα τις ποστάρεις ποτέ αυτές τις στιγμές. Μπορεί να μην έχουν αστραφτερά χαμόγελα, μπορεί να μην είναι αρκετά γυαλιστερές και αψεγάδιαστα τέλειες για να επιβιώσουν στον πλαστό κόσμο των social, μπορεί να μην αφορούν καν την επιτυχία όπως την ορίζουν οι άλλοι. Θα είναι όμως εκείνες που θα γνωρίζεις εσύ μέσα σου ότι κέρδισες κάτι πολύ σημαντικό για σένα!

Θα είναι νίκες εσωτερικές που, θα αφορούν περισσότερο τον μέσα κόσμο σου και λιγότερο τον έξω! Όπως η στιγμή που στάθηκες απέναντι στη βολή σου, νίκησες τον φόβο που σε έκλεινε σε μια γυάλα ασφαλείας, και διάλεξες να ρισκάρεις και να φύγεις από οτιδήποτε σε κρατούσε πίσω…με στόχο να πας την ψυχή σου ψηλότερα! Οι μικρές νίκες σου απέναντι σε ό,τι σε φόβιζε κι όμως το προσπάθησες, οι νίκες σου απέναντι σε ό,τι μπορεί να σε είχε γονατίσει κι όμως κατάφερες να σταθείς ξανά όρθιος στα πόδια σου, οι στιγμές που δεν τα παράτησες και συνέχισες την προσπάθεια, οι στιγμές που διεκδίκησες κάτι καλύτερο για σένα και τη ζωή σου…και πόσες ακόμη που μονάχα εσύ ξέρεις για τον εαυτό σου και δεν θα χωρέσουν πότε σε κανένα post! Όλες τους έχουν μια ξεχωριστή θέση στην ψυχή σου! Σε ωριμάζουν, σε αλλάζουν και σε δυναμώνουν. Συνθέτουν όλες μαζί την προσωπική σου δύναμη, μία δύναμη σιωπηλή που δεν έχει ανάγκη να επιδεικνύεται πουθενά!

Οι ναυτικοί λένε πως μερικές φορές ο δρόμος για το λιμάνι περνάει μέσα από την καρδιά της τρικυμίας. Όλες οι νίκες που θα μεγαλώσουν την ψυχή σου θα σου θυμίζουν αυτήν την τρικυμία που άντεξες για να βρεις το δικό σου λιμάνι, τη δική ισορροπία, θα είναι εκείνες που κρατάς στα χέρια σου σαν παράσημα και θα σου δίνουν δύναμη για το επόμενο σου ταξίδι! Πουθενά δεν θα φαίνονται, κι από κανέναν δεν θα χρειάζεται να λάβουν έγκριση για να θεωρηθούν άξιες νίκες…Θα τις ξέρεις εσύ και αυτό θα σου είναι αρκετό!

Ποιος είναι ο σκοπός της παιδείας;

Ο κύριος στόχος της παιδείας πρέπει να είναι να σπρώχνει τούς νέους να ερευνούν και να αμφιβάλλουν για όλα τα πράγματα πού θεωρούνται γενικώς αποδεκτά. Εκείνο που έχει σημασία είναι η ανεξαρτησία της σκέψης. Το χειρότερο στην εκπαίδευση είναι η απροθυμία να επιτρέπει στους νέους να θέτουν εν αμφιβάλω τις παραδεδεγμένες απόψεις και τούς ανθρώπους πού κατέχουν την εξουσία. Για να αναφανούν νέες ιδέες, είναι απαραίτητο να ενθαρρύνονται με κάθε τρόπο οι νέοι στο να διαφωνούν ριζικά με τις ηλιθιότητες της εποχής τους. Πολλοί Από τούς ανθρώπους πού θεωρούνται αξιοσέβαστοι, και πολλές από τις ιδέες πού θεωρούνται θεμελιώδεις αποτελούν φραγμούς στις ανθρώπινες επιτεύξεις.

Νομίζω ότι το σημαντικότερο δεν είναι να μαθαίνουμε πολλά πράγματα, όσο το να πιστεύουμε με πάθος ότι έχουμε το δικαίωμα να διαφωνούμε και την υποχρέωση να διατυπώνουμε καινούργιες ιδέες. Όπως λες, ο κόσμος είναι ταραγμένος κι ανάστατος. ‘Ολόκληρος ό ανθρώπινος πολιτισμός κινδυνεύει άμεσα. Αν πρόκειται να υπάρξει κάποια ελπίδα για τις Ανθρώπινες ζωές, πρέπει όλοι μας να δουλέψουμε για την απαγόρευση αυτών των τρομακτικών όπλων και να σκεφτούμε με ανεξαρτησία για την πολιτική όλων των κυβερνήσεων μας. Αυτές οι κυβερνήσεις προετοιμάζουν μια σφαγή σε ευρύτατη κλίμακα, κι είναι απαραίτητο όλοι μας, νέοι και γέροι, να εμποδίσουμε να πραγματοποιηθεί αυτό το έγκλημα.

Οι ανήσυχες μάζες πρέπει να διώξουν την μονοτονία με ανόητη διασκέδαση

Ο 20ος αιώνας ανακάλυψε δύο μείζονες μορφές που κινητοποιούν τον κόσμο: τον επαγγελματία επαναστάτη και τον επαγγελματία ψυχαγωγό. Ο πρώτος έπαψε να συγκινεί τα πλήθη αφότου οι υποσχέσεις του περί δικαιοσύνης κατέληξαν σε εφιάλτη. Όμως ο δεύτερος είναι προορισμένος για μια απεριόριστη βασιλεία.

Από τους προγραμματιστές της εξέγερσης στους διοργανωτές της διασκέδασης: ολόκληρη η ιστορία του αιώνα εκτυλίσσεται ανάμεσα σε αυτούς τους δύο πόλους. Να πώς πορεύεται ο δημοκρατικός μύθος: όταν οι φτωχοί πλουτίζουν και γίνονται μεσαία τάξη, δεν αφιερώνουν τον ελεύθερο χρόνο τους μήτε στην πολιτική μήτε στην κουλτούρα, αλλά πρώτα απ’ όλα στη διασκέδαση.

Η Δημοκρατία είχε ευγενείς στόχους: να απελευθερώσει τον λαό από τη μέγγενη της ανάγκης και να τον ανυψώσει στην αξιοπρέπεια του πολίτη με την πολιτικοποίηση και τη μόρφωση. Η έξοδος από την αθλιότητα και την απαιδευσιά θα μας επανέδιδε την ολοκλήρωσή μας ως ανθρώπων.

Αυτή η ελπίδα δεν τελεσφόρησε: για την πλειονότητα των ανθρώπων η γλυκιά αποβλάκωση της ψυχαγωγίας εξουδετερώνει κάθε διάθεση για ατομική εξέλιξη και καθώς σε λίγο θα έχουμε περισσότερους άνεργους παρά εργαζόμενους θα πρέπει να βρεθεί τρόπος να καθηλωθούν οι ανήσυχες, ταραγμένες μάζες, θα πρέπει να γεμίσουν τον κενό χρόνο, να διώξουν την μονοτονία, να αποτραπεί η βία και η αυτοκαταστροφικότητα. Έτσι, είναι πιθανόν η απεριόριστη επέκταση της ψυχαγωγίας να αποτελέσει το μοναδικό μέσο διατήρησης μιάς κάποιας κοινωνικής συνοχής.

Η ύβρις της Νιόβης και η σκληρή τιμωρία των θεών

Η Νιόβη ήταν κόρη του Τάνταλου, που παντρεύτηκε τον γιο του Δία από την Αντιόπη, Αμφίονα. Κατά μια αρχαιότατη παράδοση, ο Αμφίονας παντρεύτηκε την Ιππομέδουσα, αλλά η επικρατέστερη εκδοχή τον θεωρεί σύζυγο της Νιόβης. Η τραγική της ιστορία αναφέρεται από τον Αχιλλέα στην Ιλιάδα, αλλά τη λεπτομερέστερη αφήγηση του μύθου της Νιόβης συναντούμε στον Οβίδιο.

Τα παιδιά της Νιόβης

Σύμφωνα λοιπόν με τον Οβίδιο, η τραγωδία αρχίζει όταν η κόρη του Τειρεσία, Μαντώ, που γνώριζε να διαβάζει το μέλλον, βγήκε στο δρόμο μια μέρα κι άρχισε να φωνάζει πως πρέπει όλοι να πάνε να προσευχηθούν στον Απόλλωνα και την Άρτεμη και τη μητέρα τους, Λητώ. Και τότε η Νιόβη άρχισε να καυχιέται, θυμίζοντας την ένδοξη καταγωγή της, που ήταν ανώτερη από της Λητούς και πως είχε η Λητώ μόνο δυο παιδιά, δηλαδή “μόνο το ένα έβδομο των παιδιών που κοιλοπόνεσα εγώ: κι έτσι στέκω πολύ ψηλότερα και δεν μπορεί καμιά κακοτυχιά να μου κάνει τίποτα. Επειδή κι αν υποθέσουμε πως χάνω μερικά από τα παιδιά μου, πάλι περισσότερα θα έχω από της Λητώς”.

Η Λητώ οργίστηκε και είπε στον Απόλλωνα και την Άρτεμη να εκδικηθούν γι’ αυτήν την προσβολή. Έτσι, ο Απόλλωνας χτύπησε με τα βέλη του, διαδοχικά, όλους τους γιους της Νιόβης: τον Ισμηνό, τον Σίπυλο, τον Φαίδιμο, τον Τάνταλο, τον Αλφήνορα, τον Δαμασίχθονα και τον Ιλιονέα, που όλοι πέθαναν την ίδια στιγμή εκτός από τον τελευταίο. Όταν το είδε αυτό ο άντρας της Νιόβης, ο Αμφίονας, αυτοκτόνησε. Η δε Νιόβη φώναξε στην εχθρό της: “Χόρτασε απ’ τον πόνο μου, σκληρή Λητώ. Από τα δάκρυά μου. Κι ας χαρεί η αμείλικτη καρδιά σου. Εγώ πεθαίνω επτά φορές. Τι θρίαμβος! Πρέπει να χαίρεσαι για τη νίκη σου! Μα ποια νίκη! Μέσα στη δυστυχία μου, είμαι πλουσιότερη από σένα σε παιδιά. Ύστερα από τόσους θανάτους ακόμη σε νικώ!”.

Τότε εμφανίστηκε η Άρτεμις, που άρχισε να σκοτώνει τις κόρες της Νιόβης μία-μία. “Η πρώτη προσπάθησε να βγάλει τη σαΐτα από το σώμα της, αλλά έπεσε πάνω σ’ έναν από τους αδερφούς της, αγκαλιάζοντάς τον. Μια άλλη, ενώ τη μητέρα της παρηγορούσε, χάνει άξαφνα τη φωνή της, τα μέλη της λύγισαν, σαν να τη χτύπησε αόρατο χέρι κι έκλεισε το στόμα της, καθώς άφησε την τελευταία της πνοή. Μια τρίτη έπεσε νεκρή τη στιγμή που προσπαθούσε, μάταια, να κρυφτεί. Και κρύβεται άλλη, άλλη τρέμει από τον φόβο της. Αλλά πέθαναν απ’ τις εφτά οι έξι. Κι έμεινε μία. Η Νιόβη τρέχει προς το μέρος της, τη σκεπάζει και θερμοπαρακαλεί: “Άσε μου τουλάχιστον τη μια από τις τόσες κόρες μου, τη μικρότερη, τη μόνη που μου μένει ακόμα.” Όμως, ενώ ικέτευε, ξεψύχησε κι η τελευταία της κόρη.

 Οι συμφορές την σκλήρυναν, την πέτρωσαν. Τίποτα πια μέσα της δεν ζούσε. Η γλώσσα της ξεράθηκε, στις φλέβες της δεν κυλούσε αίμα και τα μέλη της να κινηθούν πια δεν μπορούνε. Πέτρωσαν και τα σωθικά της. Αλλά έκλαιγε, τα δάκρυά της ασταμάτητα κυλούσαν… Κι άξαφνα, ένας ανεμοστρόβιλος τη σήκωσε και την πήγε στην πατρίδα της, όπου τα δάκρυά της τρέχουν ασταμάτητα και βρέχουν το μαρμαρένιο κορμί της”.

Αναφέρουμε ακόμα από τους μύθους που αφορούν τη Νιόβη, εκείνο που λέει πως η βαριόμοιρη μάνα, μετά από τον θάνατο των παιδιών της, έπεσε σε βαριά κατάθλιψη, απόλυτη, δεν έβγαζε μιλιά από το στόμα: γι’ αυτό και την παρομοίασαν με πέτρα. Και λέγανε μάλιστα πως, όταν κάποιος έστησε πάνω στον τάφο των παιδιών της ένα πέτρινο άγαλμα της Νιόβης, μόλις το είδαν οι διαβάτες νόμιζαν πως είναι η ίδια η Νιόβη πετρωμένη.

Εξάλλου, προσπαθήσανε να λύσουν το πρόβλημα και το θαύμα της των δακρύων που κυλούσαν, δεχόμενοι πως ένας γλύπτης είχε σίγουρα λαξέψει το άγαλμά της στο βράχο του βουνού του Σίπυλου κι έπειτα διοχέτευσε εκεί το νερό μιας γειτονικής πηγής, έτσι που να σταλάζει απ’ τα μάτια του αγάλματος το νερό σαν δάκρυα.

ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ: Ο κύριος πρόξενος της ταραχής στη ζωή ενός ανθρώπου είναι η άγνοια του καλού και του κακού

Ο Επίκουρος παρατηρεί πως η ευτυχία κι η αρετή συνδέονται ακατάλυτα μεταξύ τους:

Είναι αδύνατο να ζήσεις ηδονικά χωρίς φρόνηση, ομορφιά και δικαιοσύνη κι είναι αδύνατο να ‘χει η ζωή σου ομορφιά, δικαιοσύνη και φρόνηση, αν δεν έχει και ευχαρίστηση. Όποιος δεν τα διαθέτει αυτά, δεν μπορεί να ζει ευτυχισμένα.

Δεν είναι όλοι οι ηθικοί αναμορφωτές τόσο καίριοι όσο ο Eπίκουρος, στον τρόπο με τον οποίο συνδέει την ευτυχία με την αρετή. Πολλοί ηθικολόγοι θα ήθελαν να πιστέψουμε πως το να ακολουθούμε το μονοπάτι της αρετής είναι «αυτοσκοπός». Αν τους ρωτήσουμε γιατί θα πρέπει να συμπεριφερόμαστε ενάρετα, ο λόγος που προβάλλουν είναι πως το να ασκούμε την αρετή είναι κάτι που από μόνο του μας ανταμείβει. Αυτή η ταυτολογία υποδηλώνει ότι κάθε σκοπούμενη «αρετή» θα πρέπει να επιδιώκεται, ανεξάρτητα που οδηγεί τελικά –ακόμη κι αν δεν οδηγεί πουθενά. Μ’ αυτό το είδος «κυκλικής επιχειρηματολογίας», διαφωνεί ο Επικούρειος συνομιλητής του Κικέρωνα, στο έργο του De Finibus:

Όσοι ταυτίζουν το Ύψιστο Αγαθό αποκλειστικά με την αρετή έχουν παραπλανηθεί από τη λαμπρότητα μιας λέξης και δεν κατανοούν τις αληθινές απαιτήσεις της φύσης.

Αν δεχτούν να ακούσουν τον Επίκουρο, θα απαλλαγούν από το πιο χονδροειδές λάθος. Η σχολή σας μιλάει πολύ για την υπέρτατη ομορφιά των αρετών αν όμως οι αρετές δεν έφερναν την ηδονή, ποιος θα τις θεωρούσε αξιέπαινες ή επιθυμητές;

Την ιατρική την εκτιμούμε, όχι επειδή παρουσιάζει επιστημονικό ενδιαφέρον μα επειδή συμβάλλει στην υγεία.

Την τέχνη της ναυσιπλοΐας την επαινούμε για την πρακτική της αξία όχι την θεωρητική, επειδή εφαρμόζει κανόνες που είναι απαραίτητοι για το ασφαλές ταξίδι.

Έτσι και η Φρόνηση, που θα πρέπει να τη θεωρούμε ως τέχνη του ζην, αν δεν έφερνε αποτελέσματα δεν θα ήταν επιθυμητή όμως είναι μια επιθυμητή αρετή, επειδή εξασφαλίζει και παράγει την ηδονή. Όσο για το νόημα που δίνω στην ηδονή, ήδη θα πρέπει να σας είναι ξεκάθαρο και δεν πρέπει να ‘στε προκατειλημμένοι εναντίον μου εξαιτίας του ότι η λέξη συσχετίζεται με την προστυχιά.

Ο κύριος πρόξενος της ταραχής στη ζωή ενός ανθρώπου είναι η άγνοια του καλού και του κακού, οι λαθεμένες αντιλήψεις μας πάνω σ’ αυτά συχνά μας αποστερούν τις μεγαλύτερες ηδονές και μας βασανίζουν με τους πιο σκληρούς πόνους της ψυχής. Άρα χρειαζόμαστε τη Φρόνηση, για να μας απαλλάξει από τους φόβους και τις ορμές μας, να ξεριζώσει όλα τα λάθη και τις προκαταλήψεις και να μας υπηρετήσει σαν αλάνθαστος οδηγός για την επίτευξη της ηδονής.

Και μόνο η Φρόνηση μπορεί να αποδιώξει τη θλίψη απ’ τις καρδιές και να μας προστατέψει από την ανησυχία και το φόβο. Αν την αφήσεις να σε δασκαλέψει, θα μπορέσεις να ζήσεις γαλήνια και να σβήσεις τις πυρακτωμένες φλόγες της επιθυμίας. Γιατί οι επιθυμίες είναι ανίκανες να βρουν ικανοποίηση και δεν καταστρέφουν μόνο μεμονωμένα άτομα μα οικογένειες ολόκληρες, και μάλιστα συχνά ταρακουνούν τα θεμέλια του κράτους. Αυτές είναι η πηγή του μίσους, των καυγάδων, των ανταγωνισμών, των πολεμικών συγκρούσεων. Κι όχι μόνο δείχνουν το πρόσωποπό τους προς τα έξω, όχι μόνο επιτίθενται τυφλά εναντίον άλλων, μα ακόμα κι όταν είναι φυλακισμένες μες στην καρδιά μαλώνουν και τρώγονται μεταξύ τους κι αυτό δε μπορεί παρά να φαρμακώνει τη ζωή στο σύνολό της.

Επομένως, μόνο ο Σοφός, που κλαδεύει την οργιώδη βλάστηση της ματαιοδοξίας και των λαθών, έχει τη δυνατότητα να ζήσει ανενόχλητος από τη θλίψη και το φόβο, ευχαριστημένος μέσα στα όρια που έχει θέσει η φύση των πραγμάτων. Τίποτα δεν θα μπορούσε να είναι πιο χρήσιμο για το ευ ζην, από τη διδασκαλία του Επίκουρου σχετικά με τις επιθυμίες.

Αν προσέξουμε ότι η άγνοια και το λάθος υποβιβάζουν το σύνολο της ζωής σε μια σύγχυση, ενώ η Φρόνηση από μόνη της είναι ικανή να μας προστατέψει από τις επιθέσεις της βουλιμίας και τις συμφορές του φόβου, μιας και μας διδάσκει πώς να αντιμετωπίζουμε ακόμα και τα χτυπήματα της τύχης με μετριοπάθεια, και μας δείχνει όλα τα μονοπάτια που οδηγούν στην ηρεμία και τη γαλήνη, τότε γιατί να μην ομολογήσουμε, δίχως δισταγμό, ότι η Φρόνηση είναι επιθυμητή για τις ηδονές που προσφέρει, κι ότι η Αφροσύνη πρέπει να αποφεύγεται λόγω των τραυματικών συνεπειών της;

Πραγματικό Είναι ότι Συμφωνείς να Είναι

Αποστολή μηνύματος για τό Άρθρο Παραισθήσεις κι Αυταπάτες στον Α.Π: Σου στέλνω ένα ωραίο άρθρο πού διάβασα καί είναι σχετικό μέ τις σπουδές σου. Νομίζω θά έχης νά άποκομίσης άξιόλογα έπιμορφωτικά στοιχεία. Τίτλος: Παραισθήσεις κι Αυταπάτες.

Α.Π: Πολύ ενδιαφέρον το θέμα που πραγματεύεται αυτό το άρθρο, έχει τοποθετήσει με διαύγεια κάποια φαινόμενα που μας λένε στο Deree: Group Dynamics. Συγκεκριμένα μου άρεσε το απόσπασμα που περιγράφει την παράλυση της κριτικής σκέψης αλλά και σε όλο το κείμενο που υπογραμμίζεται η προϋπόθεση της συναίνεσης σε μια (κατά περίσταση) πραγματικότητα/ερμηνεία ώστε να επικρατήσει η παραίσθηση σε μία μάζα.

Αναλογίζομαι όμως τους περιορισμούς αυτής της έννοιας. Δηλαδή, μία αυταπάτη/ψευδαίσθηση μπορεί να μεταδοθεί ανεξέλεγκτα μέσα σε ένα σύνολο ανθρώπων (οικειοθελώς και μη); Από την στιγμή που εγώ π.χ. ανακαλώ μια εικόνα και την τροποποιώ στα μέτρα μου, όταν θα την εξιστορήσω στον συνομιλητή μου θα του επηρεάσω την πραγματικότητα, συνεπώς είναι θέμα ικανότητας της κριτικής σκέψης του κάθε ατόμου να δέχεται τις επικρατέστερες αφηγήσεις ή είναι αβοήθητος όσο βρίσκεται σε αυτό;

Επίσης, όσον αναφορά την πλήρη δυσπιστία ως προς τις μαρτυρίες των μαζών, θεωρώ πως εφαρμόζει πρώτα στις μαρτυρίες αυτοπτών (και έχω στο μυαλό μου έρευνες και επιχειρήματα που αποδεικνύουν ότι η πλειονότητα των μαρτυριών είναι ανακριβής ή λανθασμένες λόγω της φυσιολογίας του ανθρώπου). Όταν λοιπόν, σε μία κοινή μαρτυρία/γνώμη περιλαμβάνονται οι μεταφράσεις – αντιλήψεις του κάθε μέλους της κοινής απόφασης, από την στιγμή που ο αριθμός πάει από το ένα στο δύο η ανακρίβεια έχει ήδη πολλαπλασιαστεί, διότι επισυνάπτονται έννοιες όπως ο φόβος, η αποδοχή, η συμβατικότητα και άλλες πολλές μεταβλητές. Πολύ μου άρεσε και σε ευχαριστώ που μου το έστειλες…

Απάντηση στον Α.Π: Γιά τήν ερώτησή σου: «Αναλογίζομαι όμως τους περιορισμούς αυτής της έννοιας. Δηλαδή, μία αυταπάτη/ψευδαίσθηση μπορεί να μεταδοθεί ανεξέλεγκτα μέσα σε ένα σύνολο ανθρώπων (οικειοθελώς και μη);» Γιά τήν απάντηση θά χρησιμοποισω ένα απόσπασμα τοΰ άρθρου:

Η “ψευδαίσθηση” τώρα, λέγεται το φαινόμενο κατά το οποίο, χωρίς να υπάρχει εξωτερικό ερέθισμα, σχηματίζει στη συνείδηση μια μνημονική ή φανταστική παράσταση, μια εικόνα, με τόση σαφήνεια και ζωηρότητα, ώστε να την αντιλαμβάνεται και να τη θεωρεί το υποκείμενο πραγματική. Η ψευδαίσθηση είναι η αντίληψη πράγματος ή γεγονότος το οποίο δεν υπάρχει ή δεν συμφωνούν οι άλλοι ότι υπάρχει.

Αυτός ό ορισμός από μόνος του δηλώνει ότι τό άνθρώπινο όν ή καλύτερα ό εγκέφαλός μας προσλαμβάνει κάποιες πληροφορίες καί έπεξεργαζόμενό τες «βλέπει», δημιουργεί μία περιγραφή ή όποια δεν μπορούμε παρά νά άποδεχθούμε ότι είναι απόλυτα ύποκειμενική ένω άπέχει πολύ άπό τό νά θεωρηθή ώς άντικειμενική. Τότε άναφύεται τό έρώτημα: τί μπορεί νά θεωρηθή σάν άντικειμενικό;

Ή άπάντηση είναι εύλογη· βάσει τού άνωτέρω ορισμού δεν μπορεί νά ύπάρξη άντικειμενική παρατήρηση διότι είναι άδύνατον – με τά μέχρι στιγμής γνωστά – νά έχουμε έστω δύο αύτόνομες μονάδες πού νά μοιράζονται άκριβώς τον ίδιο άριθμό, ποσότητα καί ποιότητα πληροφοριών, νά έχουν τήν ίδια φυσιολογία καί ιδιότητες πού δεν θεωρούνται άναπηρία άπό τό ένα ή τό άλλο ύποκείμενο, νά διαθέτουν δε τις ίδιες άντιληπτικές ικανότητες οί όποιες γιά νά θεωρούνται ίδιες πρέπει νά έχουν διέλθει άκριβώς άπό τά ίδια στάδια διδασκαλίας μαθήσεως, θεμάτων γνώσεων ώς καί κλιματολογικών συνθηκών. Συνεπώς, πάντοτε βάσει τού ορισμού, μπορούμε με ευκολία νά ποϋμε ότι δεν υπάρχει κάτι άνάλογο με αυτό πού ονομάζουμε «άντικειμενικό».

Ή άντικειμενική παρατήρηση άναγκαστικά έπρεπε νά καθορισθή κατά κάποιον τρόπο σάν συμφωνία καί μόνο. Αυτό δέ συνέβη διότι υπήρξε άνάγκη νά προαχθή ή συλλογική έργασία γιά έπίτευξη μεγαλυτέρων άνακαλύψεων καί άναγνώσεως – χαρτογραφήσεως τού περιβάλλοντος κόσμου μας. Έτσι συμφωνήθηκε ότι θά έπρεπε νά τεθούν κάποιες βάσεις (μία πλατφόρμα κατά τήν μοντέρνα έκφραση), πάνω στις οποίες οί άνθρωποι θά έπρεπε νά συμφωνήσουν είτε τούς άρεσε είτε όχι, άλλά μέ βασική προτεραιότητα νά καταλήξουν τελικά σέ ένα άποτέλεσμα, ότι κάποια πράγματα θά τά έβλεπαν, θεωρούσαν, υπέθεταν, συμφωνούσαν μέ τον ίδιο τρόπο καί περιγραφή, άδιαφόρως τής έσωτερικής δυσπιστίας τού καθενός.

Αύτό διότι είχε ύπάρξει ή άναγκαστική καί ήθελημένη άρχική συμφωνία ή οποία έλεγε ότι: «πρέπει νά συμφωνήσουμε όλοι σέ συγκεκριμένη βάση διότι άλλιώς κανένας μας δέν θά μπορέση μεμονωμένα νά έπιτύχη αυτά πού όλοι μας έπιδιώκουμε νά πετύχουμε».

Ακούγεται λογικό καί αύτό ήταν ή άρχή όπου δημιουργήθηκαν τά «άξιώματα». Τά άξιώματα είναι παραδοχές πού προσπαθούν νά θέσουν κάποια ύποθετική βάση στο άχανές τού Σύμπαντος προκειμένου νά δημιουργηθή κάποιο σημείο έκκινήσεως καί άργότερα σημείο άναφοράς παρατηρήσεως γιά νά οίκοδομηθή μία θεωρία ή ένας μηχανισμός παρατηρήσεως των φαινομένων. Κάτι άνάλογο είναι τό άξίωμα α° = 1 ή τό ότι ύποθέτουμε πώς μία έπιφάνεια είναι έπίπεδη ή μία γραμμή εύθεία άφοϋ γνωρίζουμε έκ των προτέρων ότι τό έπίπεδο είναι κατ’ ούσίαν μία καμπύλη μίας μεγαλύτερης έπιφάνειας ένώ μία ευθεία ανεξαρτήτως τού πόσο μεγάλη είναι, τμήμα μία μεγάλης περιφέρειας κύκλου.

Είναι κατανοητό τό γιατί αυτή ή συμφωνία έπρεπε νά ύπάρξη καί νά γίνη άποδεκτή άπό όλους σάν μία «θυσία» τού ύπάρχοντος «εγωισμού» τους ύπό τήν έννοια τού ξεχωριστού «εγώ» τής αύθύπαρκτης μονάδος καί όχι τού συναισθηματικού εγωισμού. Έγινε λοιπόν τό ξεκίνημα καί όταν οί γνώσεις καί κατ’ άκολουθίαν τά επιτεύγματα διέγραψαν τον πρώτο κύκλο έπιτυχιών, οί άνθρωποι άρχισαν νά αισθάνονται ότι είχαν κάνει τήν σωστή έπιλογή στις άποφάσεις τους, δηλαδή νά ύποστηρίξουν τήν κατεύθυνση μίας συμφωνίας πού άπαιτούσε μία μικρή θυσία άπό τον καθένα άλλα άπέδιδε πολλαπλάσια οφέλη.

Άν καί ή μικρή άτασθαλία τού παρελθόντος τό νά πιαστούν σέ κάτι αύθαίρετο καί άναπόδεικτο καί νά τό θεωρήσουν σάν βάση πού έχτισαν τήν μετέπειτα ζωή τους, μπορεί νά ήταν ένα σκοτεινό σημείο στο παρελθόν, δεν φαίνεται νά ένοχλούσε ιδιαίτερα κανέναν άν καί οί περισσότεροι είτε τό είχαν ξεχάσει είτε δεν τό θυμόντουσαν πλέον καί ή ζωή μπορούσε νά συνεχιστή χωρίς πρόβλημα άφού ήταν έπιτυχής καί εύχάριστη.

Τό ότι είχε δομηθεί πάνω σέ μία ύποθετική καί έν πολλοϊς λανθασμένη βάση δεν φαίνεται νά ένοχλούσε τον κόσμο, μάλιστα ούδείς πλέον δεν δίσταζε νά έλέγξη αύστηρά κάποιον, ό οποίος ήθελε νά ύπενθυμίση ότι ή συμφωνία καί περιγραφή δεν είναι άπολύτως σωστή καί ένδέχεται νά ώδηγήση σέ τεράστια λάθη όπως ή ζωή έξελισσόμενη εισχωρεί σέ νέες περιοχές, «έπικράτειες», χώρους. (χρησιμοπι0ώ τήν λέξη έπικράτειες διότι σέ παράλληλες ύπάρξεις κάτω άπό συγκεκριμένες ή μή συνθήκες, ισχύουν κανόνες πού ορίζονται άπό δυνάμεις πού φυσικά δεν είναι γνωστές στούς άνθρώπους άλλά καί ίσως τελείως διάφορες μέ τήν άρχική συμφωνία, περιγραφή πού οί άνθρωποι άποδέχθηκαν νά θεσπίσουν γιά νά ξεκινήσουν τήν δική τους πορεία σάν άνθρωπότητα μέσα στο άχανές τού Σύμπαντος.)

Αυτός ό έλεγχος πού θά ύφίστατο όποιος επιχειρούσε ή επιχειρήσει νά ύπενθυμίση τό σκοτεινό σημείο τού παρελθόντος ή άκόμη καί νά προσπαθήση νά προειδοποίηση γιά μετριοπαθή συμπεριφορά εξ αιτίας τής είσχωρήσεως σέ άγνωστους χώρους (γνώση), άπωθεΐται άπό τό περιβάλλον του καί άπό τούς όμοιους του διότι, οίαδήποτε συμφωνία παραδοχή τού σκοτεινού σημείου, θά σηματοδοτούσε τήν ολοκληρωτική άναθεώρηση τού τρόπου διεξαγωγής τής ζωής καί αύτή ή διαδικασία δεν είναι καθόλου εύχάριστη στούς έξασκούντες (χρήστες) τής άρχικής συμφωνίας διότι σάν φυσικά όντα, άντιδρούν μέ τον ισχυρότερο τρόπο πού διέπει σέ μεγαλύτερο ποσοστό τήν ολότητά τους δηλαδή τήν φυσική τους μορφή άντί τήν «ερωτική», (κάποιος θά τήν ώνόμαζε πνευματική, ύλη – πνεύμα). [t.p. αυτός είναι ο μοναδικός λόγος που δολοφονούνται όποιοι διαφωνούν με τα σκοτεινά αξιώματα της επικρατούσας μάζας, Τέσλα, Ράιχ, Ράιφ, Ρουθ Ντράουν κλπ]

Ή τάσις τής ύλης είναι έντροπική, τείνει δηλαδή στήν άπλούστευση των μορφών έχοντας σάν μόνο άντίθετο άνυσμα τον ΕΡΩΤΑ (άς τό πούμε τον Ερωτα τής ύπάρξεως) ό όποιος άντιτίθεται στήν άπλούστευση. Ή άπλούστευση ώς γνωστόν μοιραία οδηγεί στον θάνατο, ενώ άντιθέτως ό Ερωτας, συντηρεί τή ζωή πού θά λέγαμε είναι τόσο μεγάλη όσο δυνατός είναι ό Έρωτας γι’ αύτήν. (θέληση, τάση, άνυσμα καί όχι μόνο, διότι είναι πολύ περισσότερα στή λίστα).

Αφού αύτό είναι κατανοητό μπορούμε εύκολα νά κάνουμε τον παραλληλισμό μέ τήν εύστοχη ιστορία τού πειράματος τών πιθήκων στο κλουβί όπου όταν κάποιος προσπαθεί νά πλησιάση τήν «αύτό πού έχει άνάγκη» – μπανάνες, οί ύπόλοιποι πίθηκοι πάσχουν μέ «φυσικό πόνο»· καταβρέχονται μέ κρύο νερό. Αύτό δείχνει επίσης ότι τό ύποκείμενο όντας πλησιέστερα στήν φυσική του μορφή καί κατά μεγαλύτερο ποσοστό ενεργόν μέ τήν φύση παρά μέ τον Ερωτα (Διάνοια-Πνεύμα), δίνει μεγαλύτερη σπουδαιότητα στά φυσικά πάθη παρά στά ούσιαστικά καί διαχρονικά.

Έτσι λοιπόν άκόμη καί όταν όλοι οί πίθηκοι έχουν ύποστεΐ άρχικά τό κρύο νερό καί άμέσως άργότερα στήν πρώτη άντικατάσταση πιθήκων τή σωματική βία, (πόνο) άπό τούς γύρω τους γνωρίζουν ότι: «σέ αύτό τό κλουβί, έτσι είναι τά πράγματα. Έτσι ήταν καί έτσι θά είναι … μπορεί νά μην ξέρω γιατί, άλλα έάν τό άμφισβητήσω … πονάει. Άρα, άφοϋ προέχει ή έπιβίωση καί μάλιστα είναι επιθυμητή χωρίς πόνο, άς φερθούμε έξυπνα κι άς παίξουμε τό παιχνίδι όπως μάς τό έμαθαν».

Αύτή είναι ή περιγραφή τού κόσμου ή οποία έχει δικλείδες άσφαλείας γιά νά μήν καταρρεύση καί αύτή έπίμονα καί τυραννικά μεταβιβάζουν οί γονείς καί τά σχολεία στά παιδιά τους σέ έναν αγώνα διατηρήσεως τής άνθρωπότητος έν γνώσει των ιδιαιτεροτήτων μόνο άπό πολύ λίγους άνθρώπους, άφήνοντας τήν συντριπτική πλειοψηφία νά θαλασσοδέρνεται σέ μία τρυκιμυσμένη μαύρη καί βρώμικη θάλασσα συναισθημάτων καί άγνοιας όπου τό μόνο πού είναι σέ θέση νά προσφέρουν είναι τά γεννητικά τους όργανα γιά τήν φυσική άναπαραγωγή καί διαιώνιση.

Έάν λοιπόν κάποιος έπρόκειτο νά πή τήν ΑΛΗΘΕΙΑ, θά έλεγε κάτι πολύ δυσάρεστο καί τό χειρότερο είναι ότι δέν θά είχε καμμία πρόταση γιά κάτι βάσιμα σωστό άφού στήν καλύτερη τών περιπτώσεων θά πρότεινε κάτι άνάλογο μέ τήν προηγούμενη περιγραφή ώστε θά έπιτύγχανε μέν μία διαφορετική στήν όψη άνθρώπινη έξέλιξη, άλλά θά κατέληγε δέ σέ παρόμοια άδιέξοδα μέ αύτά πού άντιμετωπίζει καί σήμερα.

Από αύτήν τήν μικρή άναδρομή μάς μένουν μερικά στοιχεία πού μπορούμε νά χρησιμοποιήσουμε γιά νά καταλάβουμε τί συμβαίνει. Κρατάμε λοιπόν ότι κάποιοι κάποτε [κι όχι απαραίτητα άνθρωποι] όχι σέ μία ήμέρα, άποφάσισαν νά δημιουργήσουν μία τάξη στο περιβάλλον τους ξεκινώντας άπό τήν ταπεινή θέση τους στο Σάμπαν καί μέ άγαθή πρόθεση, νά θέσουν ένα σκοπό σύμφωνα μέ τον οποίο θά μπορέσουν νά έξασφαλίσουν μία καλύτερη, μεγαλύτερη ίσως εύκολώτερη ύπαρξη. Βάσει τής άνθρώπινης φυσιολογίας αύτό πού μπορούσε νά έπιτευχθή ήταν ή κατασκευή μίας έρασιτεχνικής σχεδίας ή οποία θά είχε τήν δυνατότητα νά χρησιμοποιηθή σάν βάση ή έφαλτήριο γιά τήν ολοκλήρωση τού σκοπού.

Τοποθετήθηκαν οί πρώτες βάσεις καί δημιουργήθηκαν τά αξιώματα.

Οί άνθρωποι εύημέρησαν, δεν αμφισβήτησαν τον σκοπό, άπεναντίας τον καλοδέχθηκαν καί άφ’ ότου ισορρόπησαν δεν επιθυμούν τήν μεταβολή τής καταστάσεώς τους, άλληλεπιδροϋν δε μεταξύ τους άριστα όπως οί πίθηκοι στο κλουβί, ώς τέλειοι τοποτηρητές τού άρχικού σκοπού διαφυλάττοντας μέ θρησκευτική εύλάβεια τήν άληθινή άρχική ιδέα ένόσω προσπαθούν νά άγνοήσουν τήν πραγματικότητά του άκόμη, εί δυνατόν καί μέ αύθυποβολή γιά νά ξεχάσουν ότι πρόκειται γιά αύθαίρετη ύπόθεση προσδίδοντάς της έπιθετικούς προσδιορισμούς πολύ άνώτερους άπό αύτούς πού δικαιούται γιά τό τί είναι πραγματικά. Μπορεί νά τό πούν άρρητο, άβατο, ιερό ή οτιδήποτε άλλο διότι πρέπει νά μείνη άσφαλισμένο μυστικό έπειδή όπως είναι κατανοητό έάν πέσει σέ λάθος χέρια θά σημάνη καθολική άνακατάταξη μέ άνυπολόγιστες συνέπειες.

Αύτή είναι έν όλίγοις ή «περιγραφή τής ζωής» μέ τά άπλούστερα λόγια καί μόνο γιά τήν φυσική ύλική της μορφή ένω ό οποιοσδήποτε μπορεί νά άντιληφθή ότι έάν αύτό συμβαίνει γιά τά φυσικά μεγέθη, τότε ή πολυπλοκότητα θά μεγαλώςη έκθετικά μέ τά άύλα ή τις άόριστες έννοιες, συναισθήματα, νοητικές εικόνες καί τά παρόμοια τά όποια είναι όντως άπεριόριστα σέ άριθμό.

Μία φυσική περιγραφή καί κάποιες άπό τις δεύτερες άόριστες πού άνέφερα είναι αύτές πού προικίζουν οί γονείς καί οί κοινωνίες στούς νεοεισερχόμενους τής ζωής καί μέ αύτόν τον τρόπο έχουμε φθάσει στο σημείο νά συνεννοούμαστε μέ έναν συγκεκριμένο τρόπο καί νά καταλαβαίνουμε πολλά πράγματα πού έχουμε συμφωνήσει. Όπως είναι φυσικό όμως όταν κάποιο σύστημα ολοκληρωθεί κατά κάποιον τρόπο, θά περάση στήν έφηβεία του καί θά ώριμάση (πάντοτε νοούμενο σέ αύτό τό σύστημα άναφοράς πού άντιλαμβανόμαστε έμείς).

Τό έπόμενο στάδιο στο οποίο θά είσέλθη σάν φυσικός μηχανισμός πού δημιουργήθηκε (γεννήθηκε), νομοτελειακά θά βρή τρόπους νά άναπαραχθή μέ τήν βοήθεια τής άδράνειας τής άρχικής του ορμής (elan vital). Θά δημιουργήση άποικίες καί ύποσυστήματα πού θά έξυπηρετούν τήν ύπαρξή του άδιαφορώντας γιά τις έπί μέρους θυσίες πού θά πρέπη νά ύποστη τό ίδιο ή τμήματα αυτού προκειμένου νά συνέχιση νά ύφίσταται.

Μέ αύτήν τήν άναδρομή θυμόμαστε ότι κάποιοι άνθρωποι άποφάσισαν νά παράγουν τά άξιώματα και στήν συνέχεια άλλοι πού γνώριζαν τήν ούσία και τήν βάση τού σκοπού – τολμώ άκόμη καί νά πω τήν «ήθική» βάση τού σκοπού, διότι προϋπέθεσα ότι ύπήρξε άγαθή πρόθεση – νά παρατηρήσουν τήν έπίδραση πού είχαν αύτές οί «συμφωνίες» στή ζωή, άλλά είχαν καί τήν εύκαιρία νά μελετήσουν τά πρότυπα, χνάρια, άπό τά οποία διερχόταν τό άνθρώπινο είδος κατά τήν έφαρμογή τους. Επιπλέον τό πώς ή άνθρωπότητα προσαρμόστηκε, άποδέχθηκε , διαφύλαξε καί προστάτευσε τήν αύθαίρετη περιγραφή διότι εύρέως άντιλαμβανόταν τήν χρησιμότητά της καί διαισθανόταν τά οφέλη της.

Έάν λοιπόν μία αύθαίρετη περιγραφή, σκέφτηκαν, είχε αύτοϋ τού είδους τά άποτελέσματα, τότε μία παρόμοια πού θά άντιγράφη τον τρόπο τής άρχικής συμφωνίας θά είναι έξ ίσου άποδεκτή καί θά άκολουθήση τά ίδια χνάρια τής άρχικής. Μπορεί νά πρόκειται γιά μία περιγραφή πού δεν άνταποκρίνεται στήν πραγματικότητα, άλλά καί τό άξίωμα διέπεται άπό τούς ίδιους νόμους καί πέρασε έπιτυχώς τις έξετάσεις στήν διαχρονικότητά του.

Ή νέα περιγραφή λοιπόν ύπέθετε τήν ύπαρξη κάποιων άοράτων δυνάμεων οί οποίες βρίσκονται κάτω άπό τον έλεγχο παρομοίως άοράτων οντοτήτων καί τά οποία ώνόμασαν Θεούς τών οποίων ή ύπαρξις διασφαλίζεται άπό τις νέες αύτές περιγραφές πού λέγονται δόγματα. Τό δόγμα παρομοίως είναι μία άποδοχή παραδοχής σάν συμφωνία καί λειτουργεί σάν ύποσύστημα στο σύστημα τής άρχικής συμφωνίας. Ή ιστορία όμως μάς διδάσκει ότι κατά πρώτον τό άνθρώπινο είδος είχε δόγματα συνδεδεμένα φυσικά μέ τις θρησκείες καί άργότερα έφηϋρε τά άξιώματα, συνεπώς ή όλη διαδικασία πιθανόν νά είναι έντελώς άντίστροφη άπό αύτήν πού περιέγραψα μέ τήν μόνη διαφορά ότι θά πρέπη νά άποδεχθοϋμε μία διαφορετική κατάσταση.

Έάν υποθέσουμε ότι ή ιστορία πού γνωρίζουμε σέ όσο βάθος χρόνου μάς έχουν έπιτρέψει νά έρευνήσουμε δείχνει ώς άρχικές περιγραφές τις θρησκείες, τότε ή άντιστροφή ισχύει. Κάνοντας Λόγο γιά θρησκείες όμως έννοώ τις γνωστές σήμερα σέ έμάς πού χρησιμοποιούνται άποκλειστικά γιά έλεγχο των πληθυσμών. Είναι λογικό ότι πριν ό άνθρωπος μπορέσει νά μιλήση καί νά συνεννοηθή μέ κάποιον τρόπο, θεωρούσε σάν θεότητες ότι φοβόταν καί δέν καταλάβαινε, άλλά δέν μπορούσε νά φθάση στο σημείο νά δημιουργήση δόγματα.

Έάν λάβουμε ύπ’ όψιν ότι ή προσπάθεια έπικρατήσεως άνθρώπων σέ ομάδες καί πληθυσμούς έχουν ξαναγράψει τήν ιστορία άμέτρητες φορές προς τό συμφέρον των νικητών ένώ θρησκευτικές περιγραφές προκειμένου νά εδραιωθούν δέν δίστασαν νά άπαλείψουν έκατομμύρια χρόνια ύπάρξεως καί έξελίξεως τού άνθρωπίνου είδους, είναι δυνατόν νά ύποθέσουμε ότι ή πρώτες περιγραφές έγιναν άπό όντως συνετά όντα, άκολούθησαν τά ύποσυστήματα τών θρησκευτικών περιγραφών δεδομένου τού ότι έπρεπε νά έχουν κάποια γλώσσα νά χρησιμοποιήσουν, πού είναι τεχνητό μέσο, κατά συνέπειαν ή κατασκευή τής γλώσσας προηγήθηκε τής θρησκευτικής περιγραφής τών δογμάτων πού άποσκοποϋσε στον έλεγχο τών πληθυσμών.

Αύτοί λοιπόν πού γνώριζαν θέτοντας σέ έφαρμογή τις γνώσεις πού άπέκτησαν άπό τήν παρατήρηση ή παρέλαβαν άπό παράδοση τών προηγουμένων σκέφτηκαν άπλά καί χρησιμοποίησαν τακτικές πού κατασκευάστηκαν μέ βάση τά άποτελέσματα πού τούς άποκάλυψαν οί συμπεριφορές τών άνθρώπων.

Έτσι είδαν, ότι όσο άναγκαία είναι μία άρχή, όποιαδήποτε άρχή, μία περιγραφή, πάνω στήν οποία μπορεί νά άρχίση νά συσσωρεύεται γνώση, γιά τό άνθρώπινο είδος, άλλο τόσο άναγκαία είναι ή διαφύλαξη τής άρχής άπό τό ίδιο τό είδος πού θά προτίθεται νά τήν ύπερασπιστή άκόμη καί μέ τήν ίδια του τήν ύπαρξη, διότι θά πιστεύη ότι ή ύπαρξή του οφείλεται σέ αύτήν τήν περιγραφή.

Έάν μπορέσουμε τώρα νά φανταστούμε ότι κάθε τέτοια άρχή πού ώνομάσαμε πριν άξίωμα καί κατόπιν δόγμα είναι σάν μία συμπύκνωση μέσα σέ ένα ρευστό πού ένυπάρχει σέ άπεριόριστες διαστάσεις, τότε έχουμε μία Συμπαντική εικόνα καί κάπου μέσα της μία συμπύκνωση πού διαφέρει άπό τό ομαλό ρευστό μέσα στο όποιο πραγματοποιήθηκε ή συμπύκνωση. Τώρα αύτή μπορεί νά άποτελέση άπό μόνη της τήν περιγραφή μίας ζωής πού κάλλιστα θά μπορούσε νά ήταν καί κάποια άλλη, διαφορετική μέ περισσότερα ή λιγώτερα συστατικά καί άλλες κινητικές ιδιότητες.

Ή άρχή λοιπόν πού μπορεί νά είναι ή όποιαδήποτε έδωσε τήν εύκαιρία σέ κάποιους νά δημιουργήσουν άλλες άρχές σάν ύποσυστήματα γιά νά έπιτύχουν τό άποτέλεσμα πού έπιθυμούν. Οί άνθρωποι ένεργούν μέ τον ίδιο τρόπο όπως καί στο κλουβί μέ τούς πιθήκους άλλά σέ αύτήν τήν περίπτωση, αύτοί πού γνωρίζουν, κατευθύνουν τον τρόπο τής άντιδράσεώς των πιθήκων σέ διαφορετικούς στόχους, μέ άλλα σκηνικά καί άντί γιά μπανάνες σάν τον «άπαγορευμένο καρπό» τοποθετούν τήν λογική σκέψη ή τήν κριτική ικανότητα, ή οποία όταν έκδηλωθεί δέχεται τήν έπίθεση τών θεματοφυλάκων πού έχουν πλέον τήν ιδιότητα τών φανατικών μίας θρησκείας, προοδευτικών, μαρξιστών, άριστερών, φιλελευθέρων ή οτιδήποτε άλλο έχει νά προσφέρη ή άνθρώπινη διάνοια-διαστροφή κατά τήν διάρκεια τής ζυμώσεως τής έξελίξεώς της.

Περαιτέρω ύποσυστήματα πού στηρίζονται πάνω στο ίδιο μοντέλο είναι οί παραισθήσεις πού δημιουργούνται είτε μέ τήν βοήθεια ούσιών, είτε μέ τήν έντεχνη διαχείρηση τής διάνοιας τών άνθρώπων καί τήν μετάδοση μηνυμάτων μέ ζωηρές παραστάσεις πού άπαιτούν τήν δεξιοτεχνία ένός ικανού άφηγητού πού παρασύρει μέ τήν νοητική του ικανότητα τούς άνθρώπους νά δημιουργήσουν εικόνες, παραστάσεις ή ολόκληρων ιστοριών βάσει τών οποίων σχηματίζεται μία ολόκληρη πραγματικότητα στον έγκέφαλό τους, ή οποία στήν συνέχεια άρχίζει νά βρίσκη συνάφειες γιά νά πιστοποιήση τήν ύπαρξή της καί νά δικαιολογήση τήν παρουσία της, αφού συμπεριφέρεται μέ τον ίδιο τρόπο πού συμπεριφέρονται όλα όσα έρχονται σέ κατάσταση άντιληπτότητας πού δέν ύπήρχαν πριν, συνεπώς γεννήθηκαν καί θά άκολουθήσουν τήν ίδια πορεία τής εφηβείας, ώριμάνσεως, άναπαραγωγής καί θανάτου.

Δέν είναι καθόλου λανθασμένη μία πρόταση πού διεκδικεΐ ότι δέν ύπάρχει κάτι άνάλογο μέ τήν άντικειμενική άλήθεια. Καταλαβαίνουμε άπό τον καθορισμό τών εννοιών πού πραγματευόμαστε ότι ή άλήθεια ή ό,τι θέλουμε νά ώνομάζουμε άλήθεια, μπορεί νά είναι μόνο κάτι συμβατικό καί όχι κάτι πού είναι γραμμένο κάπου, κρυμμένο καί άσφαλισμένο, δέν βρίσκεται σέ κανέναν παράδεισο καί δέν τό φυλάνε δράκοι μπροστά άπό βαρειές πέτρινες πύλες καί τά άνάλογα στά οποία άρέσκεται ή άνθρώπινη φαντασία.

Αλήθεια δέν ύπάρχει ή όλα είναι μία άλήθεια άπό τήν στιγμή πού μπορείς νά τήν άντιλαμβάνεσαι καί νά τήν βιώνης. Μπορεί νά είναι άλήθεια γιά σένα άλλά νά μήν ύπάρχη στο μυαλό κανενός άλλου, όμως δέν παύει νά έξακολουθή νά είναι πραγματικότητα γιά σένα. Ό τρόμος στο όνειρό σου είναι τόσο πραγματικός όσο νά άπειλήση τήν ίδια σου τήν ζωή μέ συγκοπή καρδίας, άλλά τότε ποιος μπορεί νά ίσχυριστή ότι αύτό πού σέ τρόμαξε δέν ήταν πραγματικό άφού σέ σκότωσε. Τό ότι κανείς δέν τό γνώριζε πλήν εσού πού τό ύπέστης, δέν μπορεί νά τού άφαιρέση τήν πραγματικότητα τής ύπάρξεώς του διότι γιά σένα ήταν μία πραγματικότητα πού σέ επηρέασε στο φυσικό επίπεδο.

Θά θεωρούσα παράλειψη έάν δέν άναφερθώ σέ αύτό πού αυτόματα έρχεται στο μυαλό μου. Στά γραφόμενα τής Καινής Διαθήκης στο κατά Ίωάννην Ευαγγέλιο Κεφ. ιη’. XVIII 37 άναφέρει:
«Ό Πιλάτος του είπε: Τό λοιπόν βασιλεύς είσαι; Άπεκρίθη ό Ιησούς· Συ τό λέγεις, ότι εγώ είμαι βασιλεύς· εγώ διά τούτο έγεννήθην, και διά τούτο ήλθον εις τον κόσμον, διά νά μαρτυρήσω τήν άλήθειαν. Όποιος είναι άπό τήν αλήθειαν, ακούει τήν φωνήν μου». Γιά ποιά άλήθεια άραγε μιλούσε ό Χριστός;

Ή απάντηση βρίσκεται αμέσως μετά άλλά γιά νά ύπάρχη περίπτωση νά γίνη κατανοητή, τό μυαλό πρέπει νά είναι έκαπιδευμένο, προσανατολισμένο σωστά καί σέ εγρήγορση τήν ώρα τής μελέτης ώστε νά κατορθώση νά συλλάβη τό νόημα τήν ώρα πού διαβάζει.

Λέει λοιπόν στήν συνέχεια Κεφ. ιη’. XVIII 38: «Λέγει εις αυτόν ό Πιλάτος· Τι είναι άλήθεια; Και άφ’ ου είπε τούτο, πάλιν έβγήκεν έξω εις τούςΊουδαίους, και τούς λέγει· Έγώ δέν εύρίσκω καμμίαν άφορμήν εις αύτόν».

Έάν μπορέσουμε νά άναπαράγουμε νοητικά αύτήν τήν εικόνα καί τον διάλογο μεταξύ τους μπορούμε νά καταλάβουμε δύο πράγματα: Χριστός δέν άπάντησε τί είναι ή άλήθεια· καί ό Πιλάτος γνώριζε· διότι δέν βρήκε καμμία άφορμή σ’ αύτόν. Ίσως αύτός ό διάλογος νά είναι κατασκευασμένος έτσι ώστε νά περιέχη τήν άπάντηση άλλά ή συνάφεια είναι πολύ μεγάλη γιά νά άγνοηθή.

Προπαγάνδα είναι η τέχνη του να μετατρέπεις την μονάδα σε μάζα.

Ικανοποιώντας τις εσωτερικές και εγωιστικές επιθυμίες οι εξουσιαστές (οικογένεια, εκπαίδευση, θρησκεία) κάνουν τους ανθρώπους «ευτυχισμένους» κι άρα υπάκουους. Αν κρατήσει κανείς τις μάζες απασχολημένες με τον εαυτό τους, καταναλώνοντας ευτυχισμένες αγαθά και υπηρεσίες που έχουν πειστεί ότι τις χρειάζονται, τότε ο εκάστοτε εξουσιαστής μπορεί εύκολα να ασκήσει έλεγχο σύμφωνα με τις επιθυμίες του. Από ένα πολιτισμό «αναγκών» έχουμε περάσει σε έναν πολιτισμό «επιθυμιών». Οι άνθρωποι εκπαιδεύονται πλέον από πολύ μικροί να επιθυμούν, να θέλουν πράγματα, ακόμα και πριν καταναλώσουν αυτά που ήδη έχουν. Στις μέρες μας οι επιθυμίες του ανθρώπου ξεπερνούν κατά πολύ τις ανάγκες του.

Ένα γνωστό ρητό υποστηρίζει πως «το μεγαλύτερο κόλπο του διαβόλου, είναι πως έχει πείσει τους ανθρώπους ότι δεν υπάρχει» και όλοι συμφώνησαν σε αυτό, όπως επίσης και το αντίθετο του «το μεγαλύτερο κόλπο της εκκλησίας, είναι πως έχει πείσει τους ανθρώπους ότι υπάρχει Θεός». Το μεγαλύτερο όπλο της εξουσίας που θέλει υπάκουα, καταναλωτικά όντα που συνδέουν την αξία της ύπαρξης τους μόνο από το πόσο παράγουν και το πόσο καταναλώνουν, είναι να πείσει τους ανθρώπους να επιθυμούν αυτό που θέλει εκείνη να επιθυμούν.

Εχει εισχωρήσει στη σκέψη σας, εκφράζεται μέσα από το μυαλό σας, με τα συναισθήματα και τις επιθυμίες σας. Κοιτάς προς τα έξω να την βρεις, αλλά αυτή δεν υπάρχει εκεί. Υπάρχει μέσα σου, ακριβώς δηλαδή εκεί που δεν κοιτάς. Σε κάνει να μετράς την αξία σου, μόνο με το πως διαχειρίζεσαι το χρήμα. Εσωτερικεύεις αυτό το μέτρο σύγκρισης και αυτό ακριβώς είναι η έκπτωση, η αλλοτρίωση της ανθρώπινης εμπειρίας και αξίας. Μέσα σου και στις Συμφωνίες σου γίνεσαι δούλος κι έξω σου γίνεσαι υπάκουος δούλος.

Για να μπορέσει η εκάστοτε εξουσία ορατή κι αόρατη να επιβάλλει την κυριαρχία της, όταν δεν έχει το επιθυμητό αποτέλεσμα με την δύναμη της πειθούς, είναι αναγκασμένη να δείξει το πραγματικό της πρόσωπο και να εδραιώσει την εξουσία της με την δύναμη της ισχύος. Το μήνυμα είναι ξεκάθαρο και εμφανές: «Αν δεν είσαι μαζί μου, θα υποστείς τις συνέπειες. Δεν με ενδιαφέρει αν συμφωνείς μαζί μου ή όχι, αρκεί να κάνεις αυτό που εγώ επιτάσσω. Δεν με ενδιαφέρει να συναινείς, αλλά να υπακούς». Από την στιγμή που έχεις ήδη ΣΥΜΦΩΝΗΣΕΙ να υπάρχει αυτή η εξουσία και η δική σου η ΣΥΜΦΩΝΙΑ της δίνει ισχύ και ύπαρξη, τότε δεν την ενδιαφέρει πλέον η συμφωνία σου αλλά η υποταγή σου.

Ο ανιψιός του Φρόιντ, ο Αμερικανός Edward Bernays (1891-1995), ήταν ένας από τους πρώτους που πήρε τις ιδέες του θείου του και τις χρησιμοποίησε για να χειραγωγήσει τις μάζες. Στα βιβλία του [«Προπαγάνδα» «Κατασκευάζοντας την Συναίνεση» και «Αποκρυσταλλώνοντας την Κοινή Γνώμη»] έχει προσφέρει στην εκάστοτε εξουσία, είτε ορατή όπως ο Εθνικοσοσιαλισμός -ο Γκαίμπελς είχε σε μεγάλη εκτίμηση τα βιβλία του- ο Κομμουνισμός και σε όλα τα ολοκληρωτικά καθεστώτα, τους ορατούς κι αόρατοτς μηχανισμούς της χειραγώγησης της προσωπικής ανθρώπινης συνείδησης. Προπαγάνδα είναι η τέχνη του να μετατρέπεις την μονάδα σε μάζα.

Ο Bernays έλεγε πως ο πιο ασφαλής τρόπος για να προστατευτεί η δημοκρατία είναι να αποσπάται η προσοχή της μάζας από επικίνδυνες πολιτικές ιδέες και έντεχνα να κατευθύνεται μόνο προς την κατανάλωση. Ελεγε πως: «Ο συνειδητός και ευφυής χειρισμός των οργανωμένων συνηθειών και των απόψεων σχετικά με τις μάζες είναι ένα σημαντικό στοιχείο στη δημοκρατική κοινωνία. Εκείνοι που χειρίζονται αυτόν τον απαρατήρητο μηχανισμό της κοινωνίας αποτελούν μια αόρατη κυβέρνηση που αποτελεί την πραγματική δύναμη που κυβερνά ολόκληρη τη χώρα».

«Κυβερνόμαστε, τα μυαλά μας είναι φορμαρισμένα, οι προτιμήσεις είναι ήδη διαμορφωμένες, οι ιδέες μας είναι προτεινόμενες, κατά ένα μεγάλο μέρος από άτομα που δεν έχουμε ακούσει ποτέ γι’ αυτά. Αυτό είναι ένα λογικό αποτέλεσμα του τρόπου με τον οποίο η “δημοκρατική” κοινωνία μας οργανώνεται. Οι τεράστιοι αριθμοί των ανθρώπινων όντων πρέπει να συνεργαστούν κατά αυτόν τον τρόπο εάν πρόκειται να ζήσουν μαζί ως ομαλά λειτουργούσα κοινωνία. Οι αόρατοι κυβερνήτες μας είναι, σε πολλές περιπτώσεις, απληροφόρητοι της ταυτότητας των συντροφικών μελών τους στο εσωτερικό γραφείο» «Προπαγάνδα» -Edward Bernays.

Υπάρχει ένας και μοναδικός τρόπος αντιμετώπισης, αυτής της κατάστασης, το ΚΕΝΟ ΤΟΥ ΝΟΥ. Εκεί δεν έχει πρόσβαση κανείς και δεν μπορεί να σε ελέγξει κανένας, εκεί απολαμβάνεις για πρώτη φορά μερική ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ και επίσης αποκτάς πρώτη φορά την δυνατότητα/πιθανότητα να πετύχεις την Ελευθερία.

Δες επίσης το άρθρο Η Νέα Πραγματικότητα: Η θεωρία προηγείται και μετά αλλάζουμε τη πραγματικότητα, για να τη συνταιριάξουμε μ’ αυτή. Υπάρχουν αρχέγονες ερωτήσεις που δεν επιδέχονται μονάχα μια απάντηση, λες κι έχουν σκοπό τους, να κάνουν την ζωή μας δύσκολη και το μυαλό μας να δουλεύει ασταμάτητα. Μια απ αυτές είναι «Ποια είναι η αρχέγονη πραγματικότητα;» και «Υπάρχει μια πραγματικότητα;» και «αν δεν υπάρχει μόνο μια πραγματικότητα πόσες υπάρχουν;» και «Είναι όλες πραγματικές ή φανταστικές;» Κι «αν είναι φανταστικές πως έχουμε πρόσβαση σε αυτές;» Και «ποια είναι η πραγματική η μία πραγματικότητα;» «Ποιος την έφτιαξε;» Βλέπετε, ξεκινάς με μια ερώτηση και καταλήγεις στο ΧΑΟΣ των ερωτήσεων.

Ο Αριστοτέλης και η κατάλυση της πολιτικής

Με δεδομένο ότι ο άνθρωπος αποσκοπεί στην ευτυχία και ότι η πόλη έχει τον ίδιο στόχο σε συλλογικό επίπεδο (εξάλλου, ο άνθρωπος, ως φύσει κοινωνικό ον, μπορεί να ευτυχήσει μόνο μαζί με τους άλλους ανθρώπους), το συμπέρασμα που προκύπτει είναι η ταύτιση των συμφερόντων της πόλης και του κάθε πολίτη ξεχωριστά: «Απομένει ακόμη να εξετάσουμε αν πρέπει να αποφανθούμε ότι η ευδαιμονία του κάθε ανθρώπου χωριστά είναι ίδια με την ευδαιμονία της πόλης ή δεν είναι. Η απάντηση είναι καθαρή και εδώ: όλοι θα συμφωνούσαν ότι είναι η ίδια». (1324a 5 – 8).

Κατά συνέπεια, η εξυπηρέτηση του συλλογικού συμφέροντος θα εξασφαλίσει και το ατομικό, πράγμα που επιβεβαιώνει και ο Περικλής στον επιτάφιο λόγο, όταν δηλώνει ότι είναι προτιμότερο να είναι φτωχός σε πλούσια πόλη παρά πλούσιος σε φτωχή. Κι αν εμβαθύνει κανείς στο ζήτημα, θα διαπιστώσει ότι και η ατομική (πολίτης) και η συλλογική (πόλη) ευτυχία εκπληρώνεται με τα ίδια κριτήρια: «Όσοι δηλαδή ταυτίζουν το ευ ζην με τον πλούτο σε επίπεδο ατόμου, αυτοί και καλοτυχίζουν την πόλη στο σύνολό της, αν είναι πλούσια». (1324a 8 – 10).

Αναγκαστικά θα γίνει το ίδιο, αν το ενδιαφέρον στραφεί στον τρόπο του διοικητικού σχεδιασμού: «Το ίδιο, όσοι έχουν σε υπόληψη τον τυραννικό τρόπο ζωής, αυτοί θα ισχυρίζονταν κιόλας ότι η πόλη που ασκεί εξουσία στις περισσότερες κτήσεις, είναι η πλέον ευημερούσα». (1324a 10 – 12). Ομοίως: «Αν κάποιος παραδέχεται την αρετή ως προϋπόθεση της ευδαιμονίας του ανθρώπου, τότε θα ισχυριστεί ότι ευδαιμονέστερη πόλη είναι εκείνη που διακρίνεται για την υψηλή ηθική ποιότητα του βίου της». (1324a 12 – 13).

Αναπόδραστα, καταλήγουμε στη διερεύνηση των εξής δύο ζητημάτων: «Πρώτο, ποιος τρόπος ζωής είναι προτιμότερος, αυτός της πολιτικής και κοινωνικής συμμετοχής ή μάλλον ο αποξενωμένος και απαλλαγμένος από τις υποχρεώσεις της πολιτικής κοινωνίας. Δεύτερο, ποιο πολίτευμα και ποιο σύστημα οργάνωσης της πόλεως πρέπει να θεωρήσουμε άριστα, είτε επιθυμούν όλοι να μετέχουν στην πολιτική ζωή της πόλης είτε παρά την επιθυμία μερικών οι περισσότεροι». (1324a 14 – 19).

Ο Αριστοτέλης, καταλήγει στο συμπέρασμα: «Είναι φανερό λοιπόν ότι άριστο πολίτευμα είναι εκείνη η ευταξία στην οποία ο οποιοσδήποτε θα ζούσε ευτυχισμένα και ήρεμα». (1324a 23 – 25). Η ατομική γαλήνη, ως υπέρτατη μορφή ευδαιμονίας, ανάγεται σε ύψιστο πολιτειακό καθήκον είτε ο πολίτης θέλει να συμμετέχει στα πολιτικά τεκταινόμενα είτε όχι. Η νομοθεσία που φέρνει τους πολίτες σε απόγνωση οδηγώντας σε χαοτικές οικονομικές διαφορές και ανασφάλεια είναι η νομοθεσία που έχει αποτύχει, αφού πλέον είναι αδύνατο να μιλάμε για ηρεμία ή ισορροπία, πολύ περισσότερο για ατομική ευτυχία.

Όσο για το πρώτο ερώτημα που αφορά την συμμετοχή ή την απόσταση από το πολιτειακό γίγνεσθαι ο Αριστοτέλης το ανάγει σε τρόπο ζωής, όπου την περίπτωση της επιθυμίας για συμμετοχή την ονομάζει τρόπο ζωής «πολιτικό και πρακτικό» και την περίπτωση της αποχής «θεωρητικό, τον οποίο μερικοί τον αποδίδουν μόνο στο φιλόσοφο»: «Πράγματι αυτούς τους δύο τρόπους ζωής προτιμούν οι πλέον φιλότιμοι αγωνιστές της αρετής, παλαιότεροι και σύγχρονοι. Εννοώ βέβαια τον πολιτικό και το φιλόσοφο τρόπο ζωής». (1324a 29 – 32).

Η οριοθέτηση και η αξιολόγηση αυτών των δύο τρόπων ζωής είναι πολύ σπουδαίο ζήτημα, όχι όμως για την αποτίμηση της τελικής επιλογής, αλλά για τον καθορισμό των κινήτρων σε οτιδήποτε διαλέξει κανείς. Κι εδώ δε γίνεται λόγος για την – έτσι κι αλλιώς – πολιτικοποιημένη στάση που αναγκαστικά θα έχει ο φιλόσοφος, είτε συμμετέχει στις πολιτικές διαδικασίες είτε όχι, αλλά για την αίσθηση της ευθύνης που πρέπει να αναλάβει κανείς ασχέτως αν τάσσεται στην πρώτη ή στη δεύτερη κατηγορία.

Σε κάθε περίπτωση αυτό που προέχει είναι η σύνεση, που θα οδηγήσει στην εξυπηρέτηση του υψηλότερου σκοπού: «Και δεν είναι καθόλου ασήμαντο να εξακριβωθεί ποια από τις δύο απόψεις είναι αληθής, γιατί κάθε συνετός άνθρωπος, είτε ως άτομο είτε ως μέλος της πολιτικής κοινωνίας, έχει χρέος να συντονίζει τη ζωή του αποβλέποντας στον υψηλότερο σκοπό». (1324a 32 – 35). Κι όταν γίνεται λόγος για τον υψηλότερο σκοπό, δεν μπορεί παρά να εννοείται και πάλι η συνολική ευδαιμονία – που θα διασφαλίσει και την ατομική.

Το γεγονός ότι κάποιοι έχουν διαφορετική γνώμη δίνοντας ξεκάθαρη προτεραιότητα στην άποψη της συμμετοχής στα κοινά δεν αλλάζει την οπτική της αφοσίωσης στον «υψηλότερο σκοπό» ως πρωταρχική επιλογή: «άλλοι υιοθετούν διαφορετικές θέσεις, ότι δηλαδή ο πολιτικός και πρακτικός βίος αρμόζει στον άνθρωπο, γιατί η εφαρμογή κάθε αρετής στην πράξη γίνεται περισσότερο από εκείνους που ενεργά συμμετέχουν στα κοινά και ασκούν τα πολιτικά τους δικαιώματα, παρά από εκείνους που ζουν περιχαρακωμένοι στην ατομική τους ζωή». (1324a 38 – 1324b 1). (Το ότι δεν αναφέρονται οι άνθρωποι που ασχολούνται με χειρωνακτικές εργασίες κρίνεται μάλλον αναμενόμενο, αφού ο Αριστοτέλης έχει ξεκαθαρίσει από το πρώτο βιβλίο των «Πολιτικών» ότι αυτού του είδους οι δραστηριότητες αρμόζουν στους δούλους).

Από τη στιγμή που η ευτυχία σε ατομικό επίπεδο είναι αλληλένδετη με την ορθότητα της πολιτειακής οργάνωσης, αυτό που μένει ως καίριο ζήτημα κάθε πολιτικής διερεύνησης είναι το κατά πόσο θα λειτουργήσει προς αυτή την κατεύθυνση ο δεσποτικός – απολυταρχικός τρόπος της εξουσίας ή όχι: «… κάποιοι πιστεύουν ότι η άσκηση εξουσίας σε άλλους, με δεσποτικό τρόπο είναι πολύ άδικη, όταν όμως γίνεται σύμφωνα με το πολιτικό σύνταγμα, δεν είναι άδικη, αποτελεί ωστόσο εμπόδιο στην ατομική ευημερία… άλλοι όμως θεωρούν ότι μόνο ο δεσποτικός και τυραννικός τρόπος άσκησης της εξουσίας φέρει ευημερία». (1324a 35 – 38, 1324b 2 – 3).

Το ότι ο Αριστοτέλης απορρίπτει την τυραννική εξουσία ως καταπιεστική για το άτομο και ζημιογόνα για την πόλη, δηλαδή ως απόλυτα επιβλαβή σε όλα τα επίπεδα, έχει ήδη ξεκαθαριστεί με τρόπο απόλυτο. Η κατάταξη της τυραννίας στις πολιτειακές στρεβλώσεις είναι ανένδοτη. Το μόνο που μένει είναι η σύγκριση με άλλες επιστήμες (η πολιτειακή οργάνωση ανήκει στις επιστήμες) προκειμένου να καταδειχθεί όλος ο παραλογισμός της τυραννικής πολιτειακής εκδοχής: «Αλλά αυτό ούτε στις άλλες επιστήμες βλέπουμε να συμβαίνει, γιατί ούτε του γιατρού ούτε του πλοιάρχου έργο είναι να πείσει ή να πιέσει τους βρισκόμενους σε θεραπευτική αγωγή ασθενείς και τους επιβάτες αντίστοιχα». (1324b 29 – 31).

Όταν για τον Αριστοτέλη, ακόμη και η σωτηρία που μπορεί να υποσχεθεί ο γιατρός ή ο πλοίαρχος, δεν αποτελεί δικαιολογία για καταπιεστικές συμπεριφορές (ακόμη και για να σωθεί κάποιος πρέπει πρωτίστως να το θέλει ο ίδιος), γίνεται αντιληπτό ότι η βάση κάθε επιλογής δεν μπορεί να είναι καμία άλλη από την ελεύθερη βούληση. Όμως το θέμα πηγαίνει ακόμη πιο μακριά: «… οι περισσότεροι δίνουν την εντύπωση ότι κατά την άποψή τους η καταδυνάστευση των άλλων συνιστά άσκηση πολιτικής και συνεπώς αυτό που για τον εαυτό τους δε θεωρούν ούτε δίκαιο ούτε συμφέρον, αυτό δε ντρέπονται να το ασκούν σε βάρος των άλλων». (1324b 32 – 34).

Κι εδώ ακριβώς βρίσκεται ο πυρήνας των αδιεξόδων στην ανθρώπινη συνύπαρξη, καθώς, ενώ μπορεί όλοι να γνωρίζουν το δίκαιο, εντούτοις, είναι πρόθυμοι να το παραβλέψουν, όταν πρόκειται για τους άλλους – ιδίως αν σχετίζεται με προσωπικά οφέλη. Από την άποψη αυτή, το δίκαιο δεν ορίζεται ως συνθήκη που εξασφαλίζει την ισότιμη συνύπαρξη, αλλά ως γνώμονας οριοθέτησης των εκμεταλλευτικών όρων. Το ζήτημα είναι ποιος θα βρεθεί στη θέση του ανίσχυρου: «Με άλλα λόγια απαιτούν να ασκείται η εξουσία πάνω τους σύμφωνα με το δίκαιο, αδιαφορούν όμως απολύτως για τα δίκαια των άλλων». (1324b 35 – 36).

Πρόκειται για την πιο συμφεροντολογική εκδοχή της δικαιοσύνης, που αναγκαστικά αναπαράγει την αδικία, καθώς όλα πλέον καθορίζονται από τους συσχετισμούς της ισχύος. Σε τελική ανάλυση, η αδιαφορία για το δίκιο του άλλου, είτε η υπόθεσή του μας αφορά είτε όχι, λειτουργεί ως πραγμάτωση της αδικίας, αφού η δικαιοσύνη που κινείται σε αποκλειστικά ατομικό επίπεδο δεν είναι δικαιοσύνη. Η άποψη ότι «η καταδυνάστευση των άλλων συνιστά άσκηση πολιτικής» είναι η απαρχή της ζούγκλας που προτάσσεται ως πολιτική συμπεριφορά. Με την επικράτηση τέτοιων αντιλήψεων η συλλογική ευτυχία κρίνεται ανέφικτη.

Κι όταν γίνεται σαφές ότι το δίκιο αφορά μόνο αυτούς που μπορούν να το επιβάλλουν (κατά το δοκούν), το ζήτημα δεν μπορεί παρά να πάρει διακρατικές διαστάσεις: «Ωστόσο θα φαινόταν υπερβολικά άτοπο ίσως να εξετάζουν οι ερευνητές, αν είναι έργο του πολιτικού το εξής, να μπορεί δηλαδή να επινοεί τρόπους με τους οποίους να εξουσιάζει και να καταδυναστεύει τους γειτόνους του και με τη θέλησή τους και χωρίς αυτή». (1324b 22 – 26).

Εφόσον η διερεύνηση για το «αν είναι έργο του πολιτικού» να αναζητά τρόπους καταδυνάστευσης των γειτονικών πόλεων κρίνεται ανάξια για έναν ερευνητή, ως «υπερβολικά άτοπη», γίνεται ξεκάθαρο ότι η πολιτική που μεθοδεύει τέτοιου είδους πρακτικές, αριστοτελικά τουλάχιστον, δεν είναι πολιτική. Κι αυτό γιατί δεν χρήζει καμίας νομιμότητας: «Γιατί πώς θα ήταν πολιτικό ή νομοθετικό έργο αυτό, το οποίο δεν είναι καν νόμιμο; Μια εξουσία δεν είναι νόμιμη, όταν ασκείται όχι μόνο δίκαια αλλά και άδικα, και είναι δυνατόν να ασκείται κυριαρχία ακόμη και άδικα». (1324b 26 – 28).

Η αναφορά της επιλεκτικής δικαιοσύνης της εξουσίας («ασκείται όχι μόνο δίκαια αλλά και άδικα»), πέρα από το προφανές που έχει να κάνει με τις αντιλήψεις του Αριστοτέλη για τη δουλεία (μια κυριαρχία σε φύσει δούλους είναι δίκαιη), αφορά την εξουσία του ισχυρού, που μπορεί να είναι δίκαιη ως προς τα εντός της πόλης τεκταινόμενα, αλλά απολύτως άδικη ως προς τη ρύθμιση των υποθέσεων των άλλων στους οποίους ασκεί επεκτατισμό.

Μια άδικη κυριαρχία δεν αποτελεί ούτε πολιτικό ούτε νομοθετικό έργο. Οι πολιτικές που προωθούν τις επεκτατικές διαθέσεις δεν είναι πολιτικές. Είναι κατ’ επίφαση πολιτικές που θέλουν να επιβάλλουν τον κυνισμό της ισχύος μέσω της υποδούλωσης των άλλων. Οι πολιτικοί που διατείνονται ότι αναζητούν λύσεις σε θέματα ξεκάθαρης κυριαρχίας είναι αυτοί που προσπαθούν να νομιμοποιήσουν την αδικία παριστάνοντας ότι κάνουν πολιτική: «μία πόλη αυτή καθαυτή ενδέχεται να ευημερήσει, αν της ασκείται καλή εξουσία, με την προϋπόθεση βέβαια ότι η πόλη είναι σε θέση να διοικείται η ίδια στηριζόμενη σε σπουδαίους νόμους και σε πολίτευμα του οποίου το σύνταγμα δεν αποβλέπει σε πόλεμο ούτε σε επεκτατική επικράτηση επί των εχθρών». (1324b 41 – 1325a 4).

Φυσικά, η απερίφραστη καταδίκη του επεκτατισμού ως κατάλυση δικαίου κι ως μοιραία εννοιολογική ματαίωση της πολιτικής δεν ακυρώνει τις στρατιωτικές προετοιμασίες που πρέπει πάντα να κάνει μια πόλη: «όλες οι φροντίδες για τον πόλεμο πρέπει να θεωρηθούν καλές, όχι όμως με την έννοια ότι αποτελούν τον έσχατο σκοπό από όλους, αλλά αντίθετα ότι αυτές οι φροντίδες γίνονται για να εξυπηρετήσουν το σκοπό της πολιτικής κοινωνίας». (1325a 5 – 7).

Κι όταν γίνεται λόγος για την εξυπηρέτηση του σκοπού «της πολιτικής κοινωνίας» είναι προφανές ότι εννοείται η συνέχειά της, δηλαδή η διασφάλιση της ακεραιότητας από ενδεχόμενους εξωτερικούς κινδύνους. Με άλλα λόγια, ο στρατός υπάρχει μόνο για να προστατεύει την πόλη και σε καμία περίπτωση για να ασκεί κυριαρχία στις άλλες, που είναι λιγότερο ισχυρές στρατιωτικά.

Ο Αριστοτέλης παρακολουθώντας μια εποχή όπου ο στρατός ήταν το μόνο μέσο για την άσκηση της επιβολής δε θα μπορούσε παρά να αναφερθεί σ’ αυτό: «… σε όλα τα έθνη που είναι σε θέση να επιβάλλονται, η στρατιωτική δύναμη υπολογίζεται, όπως για παράδειγμα συμβαίνει μεταξύ των Σκυθών, των Περσών, των Θρακών και των Κελτών. Ακόμη σε μερικούς λαούς υπάρχουν και νόμοι που παρωθούν στην απόκτηση πολεμικής αρετής, όπως στην Καρχηδόνα, όπου λένε ότι οι πολίτες φορούν για κοσμήματα τόσα δαχτυλίδια όσες εκστρατείες έκαναν». (1324b 9 – 15).

Αναγνωρίζοντας ότι στο σύγχρονο κόσμο ο επεκτατισμός δε χρειάζεται να γίνεται με στρατιωτικούς όρους, αφού ο οικονομικός πόλεμος κρίνεται αποτελεσματικότερος (όχι βέβαια ότι οι στρατιωτικοί πόλεμοι έχουν εκλείψει), βρισκόμαστε και πάλι στους ίδιους «πολιτικούς» όρους του ισχυρού, που επιβάλλει τις διαθέσεις του διεκδικώντας τη νομιμότητα, όπως, βέβαια, ο ίδιος την ορίζει. Το μόνο που αλλάζει είναι ότι οι «πολιτικοί» εκφραστές του νέου τύπου κυριαρχίας δεν εκπροσωπούν κατ’ ανάγκη ένα κράτος, αλλά συγκεκριμένα οικονομικά συμφέροντα (που ενίοτε μπορεί και να υπονομεύουν την ίδια τη χώρα τους). Το ότι σε πολλές περιπτώσεις αναλαμβάνουν υπουργεία και υψηλές θέσεις πρώην τραπεζίτες καταδεικνύει τη διαπλοκή που μετατρέπει τις επιδιώξεις της οικονομικής ελίτ σε εθνική «πολιτική». Η μετατροπή των πολιτικών προσώπων σε υπαλλήλους είναι η κατάλυση κάθε έννοιας πολιτικής.

Αναλογιζόμενοι ότι ο επεκτατισμός και η επιβολή της ισχύος αποτελούν στοιχεία που δεν έλειψαν ποτέ από την ανθρώπινη ιστορία, γίνονται αντιληπτά και τα αίτια της διαστρέβλωσης του όρου πολιτική. Γιατί η πολιτική σχεδόν ποτέ δεν αποτέλεσε πεδίο αναζήτησης του δικαίου που θα ορίσει τις ανθρώπινες σχέσεις. Ούτε στράφηκε στην επιδίωξη της ηρεμίας και της ευτυχίας των πολιτών, όπως τουλάχιστον το έθεσε ο Αριστοτέλης. Αντιθέτως νοηματοδοτήθηκε περισσότερο ως διαπραγμάτευση των όρων της υποταγής του ανίσχυρου, δηλαδή ως επισφράγιση της αδικίας. Από αυτή την άποψη, ίσως θα ήταν πιο συνεπές αν εκλαμβάναμε τον όρο πολιτική σαν ουτοπία, που παρέμεινε απραγματοποίητη μέσα στους αιώνες. Το ζήτημα είναι πώς να ονομάσουμε την «πολιτική», όπως τη βλέπουμε να πραγματώνεται…

Αριστοτέλης, Πολιτικά

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΞΕΝΟΦΩΝ, ΚΥΡΟΥ ΠΑΙΔΕΙΑ

ΞΕΝ ΚΠαιδ 3.3.4–3.3.8

Αναχώρηση από την Αρμενία – Ανταμοιβή των στρατιωτών

Οι Χαλδαίοι αποδέχτηκαν τις προτάσεις του Κύρου και έκλεισαν ειρήνη με τους Αρμενίους. Επιπλέον, του παρείχαν μισθοφορικό στράτευμα. Ο απολογισμός της αποστολής του Κύρου στην Αρμενία ήταν θετικότατος.


[3.3.4] ὁ μὲν ταῦτ’ εἰπὼν παρήλαυνεν· ὁ δ’ Ἀρμένιος συμπρούπεμπε καὶ
οἱ ἄλλοι πάντες ἄνθρωποι, ἀνακαλοῦντες τὸν εὐεργέτην,
τὸν ἄνδρα τὸν ἀγαθόν· καὶ τοῦτ’ ἐποίουν, ἕως ἐκ τῆς χώρας
ἐξέπεμψαν. συναπέστειλε δ’ αὐτῷ ὁ Ἀρμένιος καὶ στρατιὰν
πλείονα, ὡς εἰρήνης οἴκοι οὔσης. [3.3.5] οὕτω δὴ ὁ Κῦρος ἀπῄει
κεχρηματισμένος οὐχ ἃ ἔλαβε μόνον χρήματα, ἀλλὰ πολὺ
πλείονα τούτων ἡτοιμασμένος διὰ τὸν τρόπον, ὥστε λαμ-
βάνειν ὁπότε δέοιτο. καὶ τότε μὲν ἐστρατοπεδεύσατο ἐν
τοῖς μεθορίοις. τῇ δ’ ὑστεραίᾳ τὸ μὲν στράτευμα καὶ τὰ
χρήματα ἔπεμψε πρὸς Κυαξάρην· ὁ δὲ πλησίον ἦν, ὥσπερ
ἔφησεν· αὐτὸς δὲ σὺν Τιγράνῃ καὶ Περσῶν τοῖς ἀρίστοις
ἐθήρα ὅπουπερ ἐπιτυγχάνοιεν θηρίοις καὶ ηὐφραίνετο.

[3.3.6] Ἐπεὶ δ’ ἀφίκετο εἰς Μήδους, τῶν χρημάτων ἔδωκε τοῖς
αὑτοῦ ταξιάρχοις ὅσα ἐδόκει ἑκάστῳ ἱκανὰ εἶναι, ὅπως καὶ
ἐκεῖνοι ἔχοιεν τιμᾶν, εἴ τινας ἄγαιντο τῶν ὑφ’ ἑαυτούς·
ἐνόμιζε γάρ, εἰ ἕκαστος τὸ μέρος ἀξιέπαινον ποιήσειε, τὸ
ὅλον αὐτῷ καλῶς ἔχειν. καὶ αὐτὸς δὲ ὅ τι που καλὸν ἴδοι
ἐς στρατιάν, ταῦτα κτώμενος διεδωρεῖτο τοῖς ἀεὶ ἀξιωτάτοις,
νομίζων ὅ τι καλὸν κἀγαθὸν ἔχοι τὸ στράτευμα, τούτοις
ἅπασιν αὐτὸς κεκοσμῆσθαι. [3.3.7] ἡνίκα δὲ αὐτοῖς διεδίδου ὧν
ἔλαβεν, ἔλεξεν ὧδέ πως εἰς τὸ μέσον τῶν ταξιάρχων καὶ
λοχαγῶν καὶ πάντων ὅσους ἐτίμα. Ἄνδρες φίλοι, δοκεῖ
ἡμῖν εὐφροσύνη τις νῦν παρεῖναι, καὶ ὅτι εὐπορία τις προσ-
γεγένηται καὶ ὅτι ἔχομεν ἀφ’ ὧν τιμᾶν ἕξομεν οὓς ἂν
βουλώμεθα καὶ τιμᾶσθαι ὡς ἂν ἕκαστος ἄξιος ᾖ. [3.3.8] πάντως δὴ
ἀναμιμνῃσκώμεθα τὰ ποῖ’ ἄττα ἔργα τούτων τῶν ἀγαθῶν
ἐστιν αἴτια· σκοπούμενοι γὰρ εὑρήσετε τό τε ἀγρυπνῆσαι
ὅπου ἔδει καὶ τὸ πονῆσαι καὶ τὸ σπεῦσαι καὶ τὸ μὴ εἶξαι
τοῖς πολεμίοις. οὕτως οὖν χρὴ καὶ τὸ λοιπὸν ἄνδρας ἀγα-
θοὺς εἶναι, γιγνώσκοντας ὅτι τὰς μεγάλας ἡδονὰς καὶ τἀγαθὰ
τὰ μεγάλα ἡ πειθὼ καὶ ἡ καρτερία καὶ οἱ ἐν τῷ καιρῷ πόνοι
καὶ κίνδυνοι παρέχονται.

***
Ο Κύρος αυτά αφού είπε, ανεχώρησε. Ο βασιλιάς της Αρμενίας τον συνώδευσε καθώς και όλοι οι άλλοι Αρμένιοι επευφημούντες τον ευεργέτη, τον αγαθό άντρα. Και αυτά τα έκαναν ως ότου βγήκανε από την Αρμενία. Και ο βασιλιάς της Αρμενίας έστειλε μαζί του περισσότερο στρατό, από όσον είχε υποσχεθή, γιατί επικρατούσε πλέον ειρήνη στο κράτος του. Έτσι λοιπόν ο Κύρος αναχωρούσε από την Αρμενία εφοδιασμένος, όχι μόνο με τα χρήματα που επήρε, αλλά αφού με τον καλό του τρόπο ετοίμασε να πάρη πολύ περισσότερα απ' αυτά, όταν θα λάβαινε ανάγκη. Και τότε εστρατοπέδευσε στα μεθόρια (Αρμενίας και Μηδίας). Την άλλη μέρα έστειλε στον Κυαξάρη το στρατό και τα χρήματα. Ο Κύρος ήτο κοντά στη μεθόριο, καθώς είχε υποσχεθή. Και με τον Τιγράνη και τους ευγενείς Πέρσες κυνηγούσε, όπου τύχαινε να συναντήση θηρία, και ευχαριστιότανε.

Όταν έφτασε στη Μηδία, έδωσε από τα χρήματα στους ταγματάρχες του, όσα θεωρούσε πως αρκούν σε καθένα, για νάχουν και κείνοι να φιλοδωρούν όσους από τους κατωτέρους τους εκτιμούσαν. Γιατί φρονούσε ότι, αν καθένας εκτελέση το καθήκον του όπως πρέπει, η όλη επιχείρηση θα έχη καλό τέλος. Και ο ίδιος ο Κύρος, όπου έβλεπε κανένα καλό πράγμα για το στρατό του, το αποκτούσε και το χάριζε στους ικανώτατους, γιατί νόμιζε πως ο ίδιος είναι στολισμένος με κάθε ωραίο και χρήσιμο που έχει το στράτευμα Όταν τους εμοίραζε όσα επήρε, μίλησε ως εξής στο μέσον των λοχαγών και των ταγματαρχών που εκτιμούσε. Νομίζω, φίλοι μου, πως τώρα αισθανόμαστε κάποια ευχαρίστηση, και γιατί έχομε ευπορίαν, και γιατί έχομε τα μέσα να τιμούμε όσους θέλομε, και να τιμώμεθα όσο καθένας αξίζει. Ας έχωμε προ πάντων υπ' όψη μας ποια έργα φέρανε σε μας αυτά τα αγαθά. Εάν εξετάσετε, θα βρήτε βέβαια πως αιτία αυτών των αγαθών είναι και η αγρυπνία, οσάκις ήτο ανάγκη, και ο κόπος, και η ταχύτης, και η επίμονη αντίδραση εναντίον των εχθρών. Έτσι λοιπόν πρέπει και στο εξής να είστε άντρες γενναίοι έχοντας υπ' όψη σας ότι τις μεγάλες απολαύσεις και τα μεγάλα αγαθά θα παρέχουν η πειθαρχία, η επιμονή και οι κόποι και κίνδυνοι στις κατάλληλες περιστάσεις.