Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2018

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Πέρσαι (353-383)

ΑΓ. ἦρξεν μέν, ὦ δέσποινα, τοῦ παντὸς κακοῦ
φανεὶς ἀλάστωρ ἢ κακὸς δαίμων ποθέν.
355 ἀνὴρ γὰρ Ἕλλην ἐξ Ἀθηναίων στρατοῦ
ἐλθὼν ἔλεξε παιδὶ σῷ Ξέρξῃ τάδε,
ὡς εἰ μελαίνης νυκτὸς ἵξεται κνέφας,
Ἕλληνες οὐ μενοῖεν, ἀλλὰ σέλμασιν
ναῶν ἐπανθορόντες ἄλλος ἄλλοσε
360 δρασμῷ κρυφαίῳ βίοτον ἐκσωσοίατο.
ὁ δ᾽ εὐθὺς ὡς ἤκουσεν, οὐ ξυνεὶς δόλον
Ἕλληνος ἀνδρὸς οὐδὲ τὸν θεῶν φθόνον,
πᾶσιν προφωνεῖ τόνδε ναυάρχοις λόγον,
εὖτ᾽ ἂν φλέγων ἀκτῖσιν ἥλιος χθόνα
365 λήξῃ, κνέφας δὲ τέμενος αἰθέρος λάβῃ,
τάξαι νεῶν στῖφος μὲν ἐν στοίχοις τρισίν,
ἄλλας δὲ κύκλῳ νῆσον Αἴαντος πέριξ,
ἔκπλους φυλάσσειν καὶ πόρους ἁλιρρόθους.
ὡς εἰ μόρον φευξοίαθ᾽ Ἕλληνες κακόν,
370 ναυσὶν κρυφαίως δρασμὸν εὑρόντες τινά,
πᾶσιν στέρεσθαι κρατὸς ἦν προκείμενον.
τοσαῦτ᾽ ἔλεξε κάρθ᾽ ὑπ᾽ εὐθύμου φρενός·
οὐ γὰρ τὸ μέλλον ἐκ θεῶν ἠπίστατο.
οἱ δ᾽ οὐκ ἀκόσμως, ἀλλὰ πειθάρχῳ φρενὶ
375 δεῖπνόν ‹τ᾽› ἐπορσύνοντο, ναυβάτης τ᾽ ἀνὴρ
τροποῦτο κώπην σκαλμὸν ἀμφ᾽ εὐήρετμον.
ἐπεὶ δὲ φέγγος ἡλίου κατέφθιτο
καὶ νὺξ ἐπῄει, πᾶς ἀνὴρ κώπης ἄναξ
ἐς ναῦν ἐχώρει πᾶς θ᾽ ὅπλων ἐπιστάτης·
380 τάξις δὲ τάξιν παρεκάλει νεὼς μακρᾶς,
πλέουσι δ᾽ ὡς ἕκαστος ἦν τεταγμένος.
καὶ πάννυχοι δὴ διάπλοον καθίστασαν
ναῶν ἄνακτες πάντα ναυτικὸν λεών.

***
ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ
Αρχή στην πάσα συμφορά, δέσποινα, κάποια
θεϊκιά κατάρα ή πονηρόν έκαμε πνεύμα,
που φάνηκε από πού δε ξέρω· γιατί κάποιος
Έλληνας ήρθ᾽ από το στρατό των Αθηναίων
κι είπε στο γιό σου Ξέρξη αυτά: πως άμα πέσει
της μαύρης νύχτας το σκοτάδι, δε θα εμέναν
οι Έλληνες άλλο, μα στων καραβιών θα ορμούσαν
τα σκαμνιά πάνω, για να σώσει όπου προφτάσει
360 καθένας με κρυφή φευγάλα τη ζωή του·
Και κείνος άμα τ᾽ άκουσε, χωρίς να νιώσει
το δόλο του Έλληνα, ούτε των θεών το φθόνο,
σ᾽ όλους τους ναύαρχούς του αυτή τη διάτα βγάζει:
Σαν παύσουν να φλογίζουνε του ήλιου οι αχτίνες
τη γη, κι απλώσει το σκοτάδι στον αιθέρα,
σε τρεις σειρές να τάξουν τα πολλά καράβια
για να φυλάξουν τα στενά και τα πολύβουα
περάσματα της θάλασσας, κι ολόγυρ᾽ άλλα
το θείο του Αίαντα το νησί να περιζώσουν·
γιατί αν γλιτώναν οι Έλληνες τον κακό χάρο,
370 βρίσκοντας με τα πλοία κρυφό φευγιό από κάπου,
όλοι, να ξέρουν, θα ᾽χαναν την κεφαλή τους.
Τέτοια με πάρα θαρρετή καρδιά προστάζει,
γιατί δεν ήξερε, οι θεοί το τί του γράφαν.
Κι αυτοί μ᾽ όλη την τάξη και με υπάκουη γνώμη
το δείπνο τους ετοίμασαν κι ο κάθε ναύτης
καλοβαλμένα στους σκαρμούς κουπιά επερνούσε.
Κι όταν του ήλιου εχώνεψε το φως κι η νύχτα
κατέβαινε, τη θέση τους πήραν καθένας
κι οι δουλευτάδες του κουπιού κι οι αρματομάχοι·
380 Κι η μια την άλλη απ᾽ τα μακριά καράβια τάξη
παρακινώντας ξεκινούν μ᾽ όποια καθένας
του είχε οριστεί σειρά, και στα πανιά οληνύχτα
κρατούσαν τα καράβια τους οι καπετάνιοι.

Ο Θουκυδίδης και η Αθηναϊκή δημοκρατία

Θεωρώ ότι η Ιστορία του Θουκυδίδη είναι ένα από τα πιο τρο­μακτικά αναγνώσματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Ο αναγνώστης τρομάζει πρώτα απ' όλα με την αγριότητα των γεγονότων που περιγράφονται. Μπροστά στον Πελο­ποννησιακό πόλεμο, που είναι στην ουσία ένας μεγάλος εμφύλιος πόλεμος, με πολλούς μικρότερους εμφυλίους πολέ­μους στο εσωτερικό του, οι μεταγενέστεροι εμφύλιοι πόλε­μοι (και ο πρόσφατος δικός μας) είναι πολεμικά παιδικά παιχνίδια. Τι να σας θυμίσω; Ότι από τα 180 καράβια και τους 70000 στρατιώτες των Αθηναίων και των συμμάχων τους δεν γυρίζει πίσω ούτε ένας; Ότι σώζονται την τελευ­ταία στιγμή, πριν από τους Μηλίους που δεν σώθηκαν, οι Μυτιληνιοί, γιατί οι Αθηναίοι αλλάζουν την τελευταία στιγ­μή γνώμη, οπότε σκοτώνουν μόνο 1000 πρωταίτιους πολί­τες; Ότι οι τιμημένες από τους Περσικούς πολέμους Πλα­ταιές σβήνουν από τον χάρτη σ' αυτόν τον πόλεμο, και ότι οι Αιγινήτες εξοντώνονται περίπου όλοι; Ότι οι μισοί Κερ­κυραίοι εναλλάξ αφανίζουν τους άλλους μισούς, στην πιο άγρια εμφύλια σύρραξη που έχει ποτέ περιγραφεί σε κεί­μενο;
 
Πιο τρομακτικός και από τα ίδια τα γεγονότα είναι ο τρόπος που ο Θουκυδίδης επιλέγει για να τα εξιστορήσει. Το μέγεθος των απωλειών, αναφέρεται μεν σχολαστικά, προσπερνιέται δε κατά κανόνα χωρίς σχόλια. Η περιγραφή μιας μνημειώδους καταστροφής είναι εξονυχιστική, γίνεται όμως με τον τρόπο ενός ψυχρού ουδέτερου παρατηρητή (ο λιμός στην Αθήνα ή το τέλος των Αθηναίων στη Σικελία εί­ναι τα πιο εντυπωσιακά παραδείγματα). Τον Θουκυδίδη τον ενδιαφέρουν οι αιτίες μιας καταστροφής, και γι' αυτό προβάλλει τις εναλλακτικές λύσεις που προσφέρονται στους πρωταγωνιστές των γεγονότων μέσα από τις περίφημες δημηγορίες του πολλές φορές σε ένα εξωπραγματικό σκηνι­κό όπου μελλοθάνατοι χωρίς την παραμικρή αγωνία συζη­τούν με τους εκτελεστές τους σε έναν αγώνα λόγων με ε­ντυπωσιακά εκατέρωθεν επιχειρήματα. Ποτέ μια οιμωγή για την ανθρώπινη μοίρα, ποτέ μια ρητή καταδίκη του πο­λέμου, σπάνιος ο έπαινος της επιείκειας. Η καταστροφή μοιάζει να είναι το φυσικό επακόλουθο της ίδιας της αν­θρώπινης φύσης, που σχοινοβατεί ανάμεσα στην επιδίωξη της ισχύος, της τιμής και του συμφέροντος και στο «αντί-παλον δέος», στον φόβο δηλαδή που προκαλεί ο αντίπαλος.
 
Πώς μπορούμε λοιπόν να μην τρομάζουμε όταν διαβά­ζουμε τον Θουκυδίδη;
 
           Νομίζω ότι ακόμη και ο Πλάτων, δηλαδή ο πιο ικανός, γοητευτικός, πολυμήχανος και ραδιούργος αρχαίος στοχα­στής, τρομάζει διαβάζοντας τον Θουκυδίδη. Λέγεται συνή­θως ότι ο Πλάτων προτείνει την «υπόθεση» των Ιδεών, την ύπαρξη δηλαδή αναλλοίωτων ηθικών αξιών ως απάντηση στον ηθικό σχετικισμό των Σοφιστών. Η ανθρώπινη συμπε­ριφορά πρέπει να κατευθύνεται από σταθερές αρχές, που δεν αλλάζουν με τον χρόνο, τις συγκυρίες και τις πλειοψη­φίες. Αντί λοιπόν για το μέτρον άνθρωπος του Πρωταγόρα, ο Πλάτων υποτίθεται ότι προτείνει ότι οι Ιδέες είναι το πραγματικό μέτρον. Οι Σοφιστές όμως είναι στην ουσία μια πλατωνική κατασκευή. Και το πρωταγόρειο μέτρον άνθρω­πος είναι μεγάλη πρόοδος μπροστά στην θουκυδίδεια πα­ντελή απουσία μέτρου. Σε ένα πανέμορφο κείμενο είναι ο ίδιος ο Πλάτων που βάζει στο στόμα του αρχηγέτη των Σο­φιστών Πρωταγόρα τη θέση ότι όλοι ανεξαιρέτως οι άνθρω­ποι έχουν εκ φύσεως, έμφυτες δηλαδή, την αιδώ και την δί-κην, τα σωτήρια δώρα του Δία προς όλους τους ανθρώπους (Πλάτων, Πρωταγόρας 322d). Ποια όμως αιδώ και ποια δί-κην έχει ο άνθρωπος του Θουκυδίδη; Ο Θουκυδίδης μάλλον θα γελούσε με την αφέλεια του μύθου του Πρωταγόρα, α­φού η δική του «φύσις των ανθρώπων» δεν είναι ούτε καν η ηρακλείτεια δίκη-έρις, ούτε καν η αναξιμάνδρεια ανταπό­δοση της αδικίας κατά το χρεών και κατά του χρόνου τάξιν. Είναι σκέτος αγών, σκέτη έρις, σκέτο συμφέρον, σκέτη επι­κράτηση. Σήμερα λοιπόν σκέφτομαι ότι οι πλατωνικές Ιδέες θα μπορούσαν να αποτελούν απάντηση του Πλάτωνα στον Θουκυδίδη και όχι στους Σοφιστές.
 
Μάταια προσπαθεί ο αναγνώστης να βρει μια δίοδο δια­φυγής από το θουκυδίδειο ψυχρό σύμπαν. Μήπως στο τέ­λος η αρετή επιβραβεύεται; Αστεία πράγματα. Η ίδια η α­ρετή, ακόμη και ως λέξη σπανίζει στο κείμενο του Θουκυδί­δη. Η μόνη παραχώρηση που κάνει ο Θουκυδίδης είναι να πει ότι το τέλος του Νικία δεν ήταν αντάξιο ενός ανθρώπου που έκανε κανόνα της ζωής του το καθήκον προς την πόλη (θ.86)- άρα υποθέτουμε ότι μάλλον τον θεωρεί ενάρετο. Ποιος από τους πρωταγωνιστές του Πελοποννησιακού πο­λέμου περιγράφεται θετικά από τον Θουκυδίδη (θέτω το ερώτημα, μήπως και από αυτό μπορεί κανείς να βγάλει συ­μπεράσματα για τις αξίες του Θουκυδίδη); Η απάντηση εί­ναι: Καλός είναι μόνο ο νικητής. Καλά λόγια, με το σταγο­νόμετρο κι αυτά, λέει ο Θουκυδίδης για τον Βρασίδα (μια σπάνια περίπτωση όπου η επιείκεια δικαιώνεται από το αποτέλεσμά της), εμμέσως για τον Περικλή, αφού του γρά­φει αυτόν τον εκπληκτικό Επιτάφιο, για τον σκοτεινό Αντιφώντα, που εκτός από καταπληκτικός ρήτορας (και το λέει αυτό ο μέγιστος των ρητόρων), είναι ο κρυφός υποκινητής της ολιγαρχικής εκτροπής του 411 π.Χ., για τον Ερμοκράτη, τον δήμιο των Αθηναίων στη Σικελία, και για ένα δύο άλ­λους. Ο Αλκιβιάδης δεν είναι ούτε καλός ούτε κακός, αλλά είναι σίγουρα «θαυμαστός» με την αρχαιοελληνική σημασί­α. Και ο Κλέων είναι σίγουρα κακός, αλλά αυτό δεν εμπο­δίζει τον Θουκυδίδη να βάζει στο στόμα του μια εντυπωσι­ακή δημηγορία για το ζήτημα της Μυτιλήνης. Άρα δεν υ­πάρχουν καλοί και κακοί στον Θουκυδίδη, αλλά μόνο νικη­τές και ηττημένοι.
 
Και φθάνουμε στα πολιτεύματα, και ειδικότερα στη στά­ση του Θουκυδίδη απέναντι στη δημοκρατία.
 
Αν δεν ξέραμε τίποτε από άλλες πηγές, το κείμενο του Θουκυδίδη δεν μας δίνει το δικαίωμα να πούμε με ασφά­λεια αν είναι φιλοολιγαρχικός ή φιλοδημοκρατικός. Εντυ­πωσιακό επίτευγμα (μια πλευρά της περίφημης θουκυδί-δειας αμεροληψίας), αν σκεφτεί κανείς ότι οι λέξεις δημο­κρατία και ολιγαρχία διατρέχουν όλη την Ιστορία, εφόσον, κατά τον Θουκυδίδη, ο Πελοποννησιακός πόλεμος χωρίζει τους εμπολέμους σε δύο στρατόπεδα: από τη μια πλευρά Δωριείς ολιγαρχικοί, από την άλλη πλευρά Ίωνες δημοκρα­τικοί. Ο κανόνας αυτός έχει και τις εξαιρέσεις του, αλλά εί­ναι εντυπωσιακά λίγες αν σκεφτεί κανείς το πλήθος των εμπόλεμων πόλεων. Η Κέρκυρα λ.χ. είναι δωρική αποικία, αλλά τελικά επικρατούν οι δημοκρατικοί μετά από μια σκληρή εμφύλια διαμάχη. Μία από τις εξαιρέσεις είναι ση­μαίνουσα και θα επανέλθουμε σ' αυτήν: Οι Συρακούσες εί­ναι δωρική πόλη αλλά μένει ως το τέλος του πολέμου δη­μοκρατική.
 
Αυτή η ομοιογένεια εξηγείται χωρίς να χρειάζεται να κα­ταφύγουμε σε φυλετικούς λόγους. Μετά τους Περσικούς πολέμους και μέχρι τον Πελοποννησιακό, οι ελληνικές πό­λεις εξαναγκάσθηκαν από την πίεση των γεγονότων να πά­ρουν θέση: θα ήσουν ή με τους Σπαρτιάτες ή με τους Αθη­ναίους. Οι Σπαρτιάτες, μας λέει ο Θουκυδίδης, άσκησαν μια χαλαρή κυριαρχία στους συμμάχους τους, χωρίς να τους απομυζούν, αφού ωστόσο φρόντισαν κατά κανόνα να επι­βάλουν στις πόλεις του δικού τους στρατοπέδου ολιγαρχικό πολίτευμα (Α.18). Οι Αθηναίοι από την άλλη ουσιαστικά υποδούλωσαν τους συμμάχους τους, οπότε δεν ήταν φυσικά ανεκτικοί και στο θέμα του πολιτεύματος.
 
Ως προς τα αίτια του πολέμου ο Θουκυδίδης είναι σαφής. Κατά τη γνώμη του, οι βασικοί υπαίτιοι είναι οι Αθηναίοι: «Η πραγματική αιτία και η πιο ανομολόγητη είναι κατά τη γνώμη μου ότι οι Αθηναίοι καθώς η δύναμή τους είχε αυξη­θεί και ενέπνεαν φόβο στους Λακεδαιμόνιους, εξανάγκασαν τους τελευταίους να πάρουν τα όπλα» (Α.23).
 
Με ποια πλευρά είναι λοιπόν ο Θουκυδίδης; Πώς αντιμε­τωπίζει την αθηναϊκή δημοκρατία; Μία μόνο φορά εκφέρει προσωπική κρίση, όταν περιγράφει το ολιγαρχικό πραξικό­πημα του 411 π.Χ. στην ηττημένη μετά τα Σικελικά Αθήνα. Δεν δείχνει να συμπαθεί τους πραξικοπηματίες, εκτός του Αντιφώντα, όταν όμως ανατρέπονται οι 400 από εσωτερι­κές έριδες και εγκαθίσταται για λίγο το πολίτευμα των 5000 πολιτών, ο Θουκυδίδης επιδοκιμάζει τη μείξη ολιγαρ­χίας και δημοκρατίας που προς στιγμή επιβλήθηκε («και φαίνεται ότι ο πρώτος καιρός ήταν μια περίοδος που τα πράγματα της Αθήνας αντιμετωπίστηκαν με τον καλύτερο τρόπο, επί των ημερών μου τουλάχιστον [επι γε εμού]. Διότι έγινε τότε ένας συγκερασμός ολιγαρχίας και δημοκρατίας [ες τους ολίγους και τους πολλούς σύγκρασις] με τον οποίο ορθώθηκε η πόλη από την άθλια κατάσταση που είχε περι­πέσει», θ.97). Την ίδια στιγμή προβαίνει ωστόσο στην οξυ­δερκή παρατήρηση ότι οι ολιγαρχικοί της Αθήνας είναι τόσο μολυσμένοι από το πανίσχυρο μικρόβιο της Δημοκρατίας, που και να επικρατήσουν προς στιγμή, αργά η γρήγορα θα καταρρεύσουν από τις εσωτερικές τους αναπόφευκτες έρι­δες.
 
«Και αυτό συνήθως φέρνει την καταστροφή σε μια ολι­γαρχία προερχόμενη από δημοκρατικό πολίτευμα· διότι από την πρώτη μέρα οι πρωτεργάτες αξιώνουν όχι να είναι ίσοι αλλά ο καθένας τους πρώτος από όλους, ενώ στη δημοκρα­τία αποδέχεται κανείς ευκολότερα τις δια ψήφου αποφά­σεις διότι δεν θεωρεί ότι υφίσταται μείωση από ομοίους του» (Θ.89).
 
Εκπληκτική παρατήρηση! Είναι η μόνη εύλογη εξήγηση που έχω διαβάσει, σε αρχαίους και συγχρόνους, για την αν­θεκτικότητα της αθηναϊκής δημοκρατίας επί δύο ολόκλη­ρους αιώνες χωρίς ουσιαστική διακοπή.
 
Μέση στάση λοιπόν; Ίσως, αν συνυπολογίσουμε ότι αφε­νός μιλάει με μεγαλύτερη συμπάθεια για τους Σπαρτιάτες στρατηγούς (κυρίως τον Αρχίδαμο και τον Βρασίδα) ή ότι θεωρεί τις αποστασίες των συμμάχων από την αθηναϊκή κυριαρχία κινήματα απελευθέρωσης, και αφετέρου είναι αυτός που γράφει και βάζει στο στόμα του Περικλή τον περίφημο Επιτάφιο, το μοναδικό εγκώμιο της αθηναϊκής δημοκρατίας που μας έχει διασωθεί από την κλασσική Ελ­λάδα.
 
Κατά τη γνώμη μου, δεν έχει τόση σημασία η προσωπική προτίμηση του Θουκυδίδη προς κάποιο είδος πολιτεύματος όσο το πώς παρουσιάζει τη δημοκρατική Αθήνα - τι χαρα­κτηριστικά γνωρίσματα της αποδίδει, πώς εξηγεί τις κινή­σεις και τις βλέψεις της.
 
Θα μείνω σε μια δημηγορία, που θεωρώ εντυπωσιακή, στο 1ο βιβλίο της Ιστορίας του Θουκυδίδη. Μιλούν οι Κορίν­θιοι στους Σπαρτιάτες προσπαθώντας να τους πείσουν να μπουν στον πόλεμο κατά τον Αθηναίων, και μας δίνουν μια εικόνα για το τι πιστεύουν οι Έλληνες του 431 π.Χ. για την Αθήνα του Περικλή. Παρόμοια συμπεράσματα θα έβγαιναν ίσως και από πιο γνωστές δημηγορίες, όπως ο διάλογος των Μηλίων ή οι λόγοι Κλέωνος και Διοδότου για τα γεγονότα στη Μυτιλήνη ή ακόμη και ο ίδιος ο Επιτάφιος.
 
Οι Κορίνθιοι δεν διστάζουν να κατακρίνουν, και μάλιστα κατά πρόσωπον, τους Σπαρτιάτες για την εσωστρέφειά τους και τη δυσπιστία προς τους ξένους, που τους οδηγεί σε αναποφασιστικότητα και σε αδράνεια (Α.69). Έτσι δεν έχουν συνειδητοποιήσει «τι λογής άνθρωποι είναι αυτοί οι Αθηναίοι, και πόσο διαφορετικοί ή μάλλον εντελώς διαφο­ρετικοί είναι από εσάς. Εκείνοι είναι «νεωτεροποιοί» [ο Θουκυδίδης πλάθει για την περίσταση την εκπληκτική αυτή λέξη, που είναι πρακτικά αμετάφραστη, ίσως «επαναστά­τες»], ικανοί να συλλάβουν γρήγορα ένα σχέδιο και να ε­κτελέσουν αμέσως ό,τι αποφάσισαν· εσείς κλίνετε προς τη διατήρηση των υπαρχόντων, δεν επινοείτε τίποτε καινούρ­γιο, δεν διεκπεραιώνετε ούτε τα απαραίτητα. Κι ακόμη α­ποτολμούν πράγματα πάνω από τις δυνάμεις τους, ριψο­κινδυνεύουν παρά τις υπαγορεύσεις της φρόνησης και δεν χάνουν στις δύσκολες καταστάσεις την ελπίδα (παρά δύ-μαμιν τολμηταί, και παρά γνώμην κινδυνευταί και εν τοις δεινοίς ευέλπιδες)... Και ακόμη είναι γεμάτοι αποφασιστι­κότητα σε σύγκριση μ' εσάς τους διστακτικούς, έτοιμοι να πάνε σε ξένους τόπους ενώ εσείς μένετε πάντα στον δικό σας· γιατί αυτοί νομίζουν ότι κάτι μπορεί να κερδίσουν φεύγοντας, ενώ εσείς πιστεύετε ότι εάν βγείτε πιο έξω μπορεί να διακινδυνεύσετε κι αυτά που έχετε. Όταν νικούν τους εχθρούς προχωρούν όσο το δυνατόν περισσότερο, κι όταν νικηθούν ελάχιστα επηρεάζεται το ηθικό τους. Κι ακό­μη θυσιάζουν τα σώματά τους για την πόλη τους σαν να τους ήταν εντελώς ξένα και αφιερώνουν τη σκέψη τους α­ποκλειστικά σε αυτήν. Κι άμα δεν φέρουν σε πέρας όσα σκέφτηκαν, πιστεύουν ότι έχασαν κάτι από αυτά που είχαν, ενώ άμα αποκτήσουν ό,τι επιδίωξαν το θεωρούν ότι ήταν απλώς η αρχή. Αν πάλι δοκιμάσουν και αποτύχουν σε κάτι, αναπληρώνουν την έλλειψη ελπίζοντας σε κάτι άλλο· γιατί μόνο σ' αυτούς η ελπίδα της απόκτησης των επιδιωκομένων εξομοιώνεται με την απόκτησή τους, επειδή εκτελούν γρή­γορα ό,τι αποφασίσουν. Και όλα αυτά τα επιδιώκουν με αδιάλειπτο μόχθο και κινδύνους σε όλη τη διάρκεια της ζωής τους απολαμβάνοντας ελάχιστα τα αγαθά που έχουν, αφού διαρκώς απαιτούν καινούργια κι ούτε θεωρούν γιορτή άλλο τίποτε από το να κάνουν ό,τι πρέπει, ενώ την ξενοια­σιά της απραξίας τη θεωρούν συμφορά όχι μικρότερη από μια επίπονη δραστηριότητα. Έτσι, εάν με δυό λόγια τους χαρακτήριζε κανείς ανθρώπους από τη φύση τους καμωμέ­νους να μην έχουν ούτε οι ίδιοι ησυχία ούτε τους άλλους να τους αφήνουν να βρουν, θα είχε δίκιο» (Α.70).
 
Η περιγραφή αυτή των Αθηναίων, στην αρχή μάλιστα της Ιστορίας του Πελοποννησιακού πολέμου, είναι απρόσμενη και εντυπωσιακή. Δικαιώνει, νομίζω, όσους βλέπουν την αφήγηση του Θουκυδίδη όχι μόνο ως ιστορία αλλά και ως λογοτεχνική δημιουργία -ως την εκδίπλωση της περιπετείας της Αθήνας, η οποία αποτελεί και τον πραγματικό ήρωα του θουκυδίδειου δράματος. Απαριθμώ τα χαρακτηριστικά που αποδίδει η δημηγορία στους Αθηναίους, ακολουθώντας την εξέλιξη του κειμένου: νεωτεριστές, ρηξικέλευθοι, απο­φασιστικοί, παράτολμοι, αισιόδοξοι, εξωστρεφείς, άπληστοι, πατριώτες, επίμονοι, ακούραστοι, ανατροπείς. Είναι χαρα­κτηριστικό ότι οι ηθικές κρίσεις απουσιάζουν πλήρως από την περιγραφή των Κορινθίων, ενώ καμία αναφορά δεν γί­νεται για το ποιος έχει δίκιο ή άδικο στον επικείμενο πόλε­μο. Ο συνδυασμός αυτών των ιδιοτήτων των Αθηναίων υπο­βάλλει στον αναγνώστη έναν βαρύτερο χαρακτηρισμό, που, εδώ τουλάχιστον, δεν διατυπώνεται: οι Αθηναίοι είναι αλα­ζόνες, δεν σέβονται κανένα όριο. Παραδόξως η αλαζονεία θα προστεθεί, εμμέσως πλην σαφώς, στον ίδιο τον Επιτάφι­ο, στον ύμνο της Αθήνας που βάζει στο στόμα του Περικλή ο Θουκυδίδης: «Έχοντας δώσει τρανά δείγματα και αψευ-δείς μαρτυρίες για τη δύναμή μας, θα μας θαυμάσουν οι σύγχρονοι και οι μεταγενέστεροι, δίχως καθόλου να χρεια­ζόμαστε κανέναν Όμηρο για να μας επαινέσει.» (Β.41). Ο ισχυρισμός ότι η δόξα της πόλης σου είναι τόσο μεγάλη ώ­στε δεν χρειάζεται ένας Όμηρος για να την υμνήσει, είναι ύψιστη εκδήλωση αλαζονείας και αγγίζει για τους Έλληνες τα όρια της ύβρεως, αφού ο Όμηρος είναι ακριβώς το κοινό παρελθόν τους, η κοινή τους παιδεία.
 
Για τους Κορινθίους -αλλά και τον Θουκυδίδη-, δεν υ­πάρχει αμφιβολία ότι στη ζωή και στον πόλεμο, «όπως και στις τέχνες», πάντοτε η καινοτομία (τα επιγενόμενα) επι­κρατεί επί των αρχαιοτρόπων επιτηδευμάτων (Α.71). Το ότι η γνώμη των Κορινθίων αποτυπώνει το πώς ο Θουκυδίδης βλέπει τους Αθηναίους και την αθηναϊκή δημοκρατία φαίνε­ται αργότερα στην Ιστορία, όταν υιοθετεί την ίδια κατ' ου-σίαν επιχειρηματολογία για να δείξει τη διαφορά Αθηναίων και Λακεδαιμονίων. «Αλλά δεν ήταν η μόνη περίπτωση ό­που οι Λακεδαιμόνιοι αποδείχθηκαν οι πιο βολικοί εχθροί για τους Αθηναίους - υπήρξαν και άλλες πολλές. Διότι η πολύ μεγάλη διαφορά των δύο ως προς την ιδιοσυγκρασία, οι μεν γρήγοροι οι άλλοι αργοί, αποφασιστικοί οι πρώτοι άτολμοι οι δεύτεροι, αποτελούσε πολύ μεγάλο πλεονέκτημα για τους Αθηναίους, ιδίως επειδή ήταν ναυτική δύναμη. Αυ­τό άλλωστε απέδειξαν και οι Συρακούσιοι: επειδή τους έ­μοιαζαν πάρα πολύ, τους πολέμησαν και πάρα πολύ απο­τελεσματικά». (θ.96)
 
Σε τι όμως έμοιαζαν οι Συρακουσίοι, που ήταν άποικοι και Δωριείς, με τους αυτόχθονες Αθηναίους; Η απάντηση είναι προφανής: ήταν όμοιοι ως προς το δημοκρατικό τους πολίτευμα, που τους έκανε κι αυτούς εξίσου κινητικούς, ρι­ψοκίνδυνους και αδίστακτους, δηλαδή εξίσου αποτελεσμα­τικούς με τους Αθηναίους. Οι Αθηναίοι έχασαν τελικά τον πόλεμο όχι από τους Σπαρτιάτες, τους αντίθετούς τους ως προς το πολίτευμα και την ιδιοσυγκρασία, αλλά από τους ομοίους τους Συρακούσιους. Για τον Θουκυδίδη η αθηναϊκή δημοκρατία μόνο από μια άλλη δημοκρατία μπορούσε να ηττηθεί.
 
Από τα λεγόμενα του Θουκυδίδη προκύπτει ότι το μεγά­λο πλεονέκτημα της δημοκρατίας σε καιρό ανταγωνισμού, στη φυσιολογική δηλαδή κατά τη γνώμη του ανθρώπινη κα­τάσταση, είναι ότι το γεγονός ότι είναι γρήγορη, επιθετική και αποτελεσματική, ακριβώς γιατί είναι απολύτως ψυχρή. Η δημοκρατία, κατά τον Θουκυδίδη, είναι μια ιδανική πο­λεμική μηχανή - το εντελώς αντίθετο δηλαδή από ό,τι πι­στεύουμε σήμερα για τις σύγχρονες δημοκρατίες.

Η Δύναμη και η Ελευθερία της Αποδοχής

Λίγοι από εμάς συνειδητοποιούμε τη δύναμη, την ελευθερία και τη γαλήνη που δημιουργείται από την κατάσταση της αποδοχής.

Πολλοί συσχετίζουν την αποδοχή με αδυναμία, παραίτηση ή παράδοση στην ήττα. Η αληθινή αποδοχή δεν έχει τίποτα να κάνει με την αδυναμία ή την ήττα. Πηγάζει από την εσωτερική μας δύναμη και πίστη στο ότι οι συμπαντικοί νόμοι θα επιτρέψουν να συμβεί μόνον αυτό που είναι δίκαιο και για το ύψιστο συμφέρον μας.

Τα περισσότερα βάσανα και οι συγκρούσεις μας με τον εαυτό μας και τους άλλους προέρχονται από την ανικανότητά μας να αποδεχτούμε τον εαυτό μας, τους άλλους και τη ζωή μας όπως είναι. Έχουμε προγραμματιστεί να απορρίπτουμε οτιδήποτε δεν είναι όπως πιστεύουμε ότι θα έπρεπε να είναι ή οτιδήποτε διεγείρει συναισθήματα φόβου και ανασφάλειας μέσα μας. Επίσης έχουμε βιώσει απόρριψη σαν παιδιά και μάθαμε με τη σειρά μας να απορρίπτουμε τους άλλους και τον εαυτό μας.

Η κοινωνία μας, και συχνά οι θρησκείες μας, ενσταλάζουν μέσα μας την πεποίθηση πως πρέπει να απορρίπτουμε ό,τι δεν είναι τέλειο ή «όπως θα έπρεπε να είναι», για να παρακινηθούμε να αλλάξουμε και να πράξουμε καλύτερα. Αυτό θα ήταν σαν ένα μπουμπούκι να απορρίπτει τον εαυτό του επειδή δεν είναι ακόμη λουλούδι. Εντούτοις, δεν χρειάζεται να απορρίψει τον εαυτό του για να ανθίσει. Απλά χρειάζεται να ακολουθήσει τα δικά του φυσικά ένστικτα προς την τελειοποίησή του σαν άνθος και να αποδώσει καρπούς και σπόρους.

Είναι γεγονός πως η απόρριψη δεν μειώνει ούτε απομακρύνει αυτό που απορρίπτουμε, αλλά μάλλον χρησιμεύει για να προσελκύσει και να αυξήσει την παρουσία αυτού που απορρίπτουμε. Αυτό έχει δύο όψεις. Μία είναι πως επηρεαζόμαστε περισσότερο συναισθηματικά και, επομένως ψυχοσωματικά, από αυτό που απορρίπτουμε, επειδή εστιαζόμαστε σ’ αυτό και του δίνουμε περισσότερη προσοχή και έτσι μας ενοχλεί ακόμη περισσότερο.

Δεύτερο, στην πραγματικότητα έλκουμε, από φυσική άποψη, αυτό που μας ενοχλεί. Αυτό ισχύει όταν απορρίπτουμε τον εαυτό μας για τάσεις, συνήθειες ή αδυναμίες. Τότε είναι πιο πιθανό να βρούμε πως επαναλαμβάνουμε τα ίδια. Αληθεύει, επίσης, όταν απορρίπτουμε τους άλλους ή τη συμπεριφορά τους. Αυξάνουμε την πιθανότητα να ξανασυναντήσουμε την ίδια συμπεριφορά. Επίσης, είναι πιθανό να βρεθούμε κάποια στιγμή να επιδεικνύουμε την ίδια συμπεριφορά που έχουμε απορρίψει στους άλλους.

Παρόμοια, όταν απορρίπτουμε καταστάσεις ζωής σαν απαράδεκτες ή λάθος, αυξάνουμε την πιθανότητα να ξανασυμβούν στη ζωή μας αυτά τα γεγονότα ή οι καταστάσεις. Η απόρριψη είναι σαν ένας μαγνήτης συναισθηματικής ενέργειας, ο οποίος έλκει αυτό που απορρίπτουμε. Όταν φοβόμαστε, απορρίπτουμε, καταδικάζουμε ή νιώθουμε αρνητικά συναισθήματα προς οποιαδήποτε όψη της δημιουργίας, στην ουσία προσθέτουμε ενέργεια σ’ αυτή την πραγματικότητα και ενισχύουμε την παρουσία της.

Η αποδοχή μάς απελευθερώνει από την επιρροή του κόσμου γύρω μας. Ο κόσμος και οι άνθρωποι γύρω μας είναι όπως είναι. Το αν επηρεάζουν ή όχι τον εσωτερικό μας κόσμο εξαρτάται από τη σημασία που δίνουμε στον κάθε άνθρωπο, συμπεριφορά και κατάσταση. Τίποτα δεν έχει επίδραση επάνω μας, εκτός κι αν αντιδράσουμε εσωτερικά με το να του δώσουμε σημασία και να του επιτρέψουμε να μας επηρεάσει θετικά ή αρνητικά.

Αποδοχή σημαίνει ότι βιώνουμε αρκετά την αξία και την ασφάλειά μας για να νιώθουμε ασφαλείς με ό,τι συμβαίνει και είμαστε ελεύθεροι από τις αρνητικές επιρροές του.

Αυτό δεν μας εμποδίζει με κανένα τρόπο να χρησιμοποιήσουμε «αυτό που είναι» σαν ευκαιρία να αναπτύξουμε τις σωματικές, νοητικές και πνευματικές ικανότητές μας να αλλάξουμε «αυτό που είναι».

Αποδοχή σημαίνει να μπορούμε να είμαστε γαλήνιοι και ευτυχισμένοι με οτιδήποτε είναι, ενώ ίσως το χρησιμοποιούμε σαν ευκαιρία να αναπτύξουμε ακόμη μεγαλύτερες εσωτερικές δυνάμεις, ώστε είτε να μην επηρεαζόμαστε είτε να το αλλάξουμε. Σε κάποιες περιπτώσεις, χρειάζεται απλά να συνειδητοποιήσουμε πως η αξία, η ασφάλεια, η ευτυχία μας είναι μέσα μας και πως είμαστε ασφαλείς με οτιδήποτε συμβαίνει. Σε άλλες καταστάσεις το μάθημά μας είναι, επίσης, να αλλάξουμε αυτό που είναι «εκεί έξω» ή ακόμη να αλλάξουμε τον εαυτό μας.

Η αποδοχή δεν είναι το αντίθετο της αλλαγής, αλλά στις περισσότερες περιπτώσεις μια προϋπόθεση για αλλαγή. Αυτό αληθεύει επειδή η μη αποδοχή τείνει να έλκει αυτό που απορρίπτουμε και συχνά εμποδίζει ακριβώς την αλλαγή που αναζητούμε, επειδή έλκουμε το αντίθετο με το να το απορρίπτουμε.

Ως ψυχές, έχουμε επιλέξει διάφορες καταστάσεις και εμπειρίες σαν ευκαιρίες μάθησης, στις οποίες μπορούμε εναλλακτικά είτε να υποφέρουμε είτε να στραφούμε μέσα μας και να ανακαλύψουμε την αληθινή θεϊκή φύση μας. Αυτές οι ευκαιρίες μπορεί να είναι ευχάριστες ή δυσάρεστες. Έχουμε ελεύθερη βούληση να μάθουμε ή όχι, να γίνουμε δυνατότεροι ή να ενδώσουμε σε συναισθήματα φόβου, πόνου, αδικίας και θυμού.

Όταν αντιλαμβανόμαστε όψεις του εαυτού μας, των άλλων, της κοινωνίας ή της ζωής που δεν συμπίπτουν με τα αρχέτυπα που έχουμε στο νου μας για το τι είναι καλό ή σωστό ή ασφαλές ή δίκαιο, τείνουμε να το απορρίπτουμε και βιώνουμε αρνητικά συναισθήματα προς «αυτό που δεν είναι όπως θα έπρεπε». Αυτό φαίνεται φυσικό, επειδή γνωρίζουμε ότι αυτό δεν είναι καλό, δίκαιο ή σωστό.

Η αντίδραση της απόρριψης και των αρνητικών συναισθημάτων, η οποία ήταν κάποτε χρήσιμη σε αρχικά επίπεδα εξέλιξης, είναι τώρα ξεπερασμένη και άχρηστη και, όπως ήδη εξηγήσαμε, αντιπαραγωγική. Η έμφασή μας στην απόρριψη του εαυτού μας και των άλλων είναι μια συνεχής πηγή πόνου και έντασης και δεν λύνει τα προβλήματά μας ούτε μας βοηθά να νιώσουμε τη γαλήνη και την αγάπη που αναζητούμε.

ΤΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΒΙΩΜΑ

Το Φαινόμενο της Ύπαρξης (η Επίγνωση ότι «υπάρχουμε», ότι υπάρχουμε μέσα σε ένα «χώρο ύπαρξης», ότι βιώνουμε κάποιες εμπειρίες), η αντίληψη της Πραγματικότητας που δομείται μέσα στην συνείδησή μας, είναι πάντα ένα εσωτερικό γεγονός (κάτι που συμβαίνει σε μας, μέσα μας). Όμως η «ευρύτητα αυτής της αντίληψης» δεν είναι σταθερή και δεδομένη.
 
Όταν περιορίζουμε αυτή την αντίληψη μέσα από τις ψυχονοητικές διαδικασίες και την λειτουργία του σώματος (τις αισθήσεις και την εμπειρία από τον υλικό κόσμο), νοιώθουμε ότι ο κόσμος χωρίζεται σε Έσω (τον ψυχικό κόσμο μας) και Έξω… κι ακόμα χειρότερα νοιώθουμε σαν να είμαστε ένα μικρό ασήμαντο κι ανήμπορο κομμάτι μέσα σε ένα απέραντο κι εχθρικό σύμπαν.
Η Ψυχική Ανάπτυξη (ο διαφωτισμός του σκοταδιού της ψυχής μας) όμως φανερώνει ότι η Πραγματικότητα δεν είναι όπως φαίνεται στην αρχή (στην συνηθισμένη ανθρώπινη συνείδηση). Η Διεύρυνση της Συνείδησης, η απελευθέρωση από τις ψυχονοητικές διαδικασίες και το σώμα, κατ’ αρχήν, δείχνει ότι είμαστε ευρύτεροι  από τον φυσικό κόσμο. Η Ψυχή (σαν Κατάσταση) είναι ευρύτερος χώρος που περικλείνει τον φυσικό κόσμο.
Η Απελευθέρωση της ψυχής, η ανάδυσή της σε νου, η επέκτασή της σε πνεύμα, το σπάσιμο όλων των ορίων, μας οδηγεί Κατευθείαν στην Αληθινή Όψη της Πραγματικότητας. Βιώνουμε μια κατάσταση ύπαρξης (που δεν είναι «κατάσταση», αλλά δεν γνωρίζουμε πώς να την ονομάσουμε) όπου η Συνείδηση είναι Ελεύθερη, Παντού, Πάντα, Χωρίς εμπόδιο.
Αυτή η εμπειρία περιεγράφηκε (όσο μπορεί να περιεγραφεί) από όλους τους μύστες της Πραγματικότητας. Είναι η Κατάσταση της Απόλυτης Ελευθερίας της Αντίληψης της Απόλυτης Σιγής (όλων των περιοριστικών δραστηριοτήτων), της Απόλυτης Ηρεμίας (όπου τα φαινόμενα έρχονται και φεύγουν σαν σύννεφα στον ουρανό), της Απόλυτης Μακαριότητας, αφού όλα έχουν πληρότητα. Είσαι Εδώ, Παντού, δεν υπάρχει χρόνος… Οι χώροι (ύπαρξης) δεν είναι παρά περιοριστικές αντιλήψεις. Δεν υπάρχει παρά ο Ωκεανός της Αληθινής Ύπαρξης. Κι αυτό Είναι Θεός.

Οι συνθήκες δεν θα είναι ποτέ ιδανικές, εσύ όμως μη σταματάς να ονειρεύεσαι

Ο κόσμος υπάρχει και θα συνεχίσει να υπάρχει είτε με εσένα, είτε χωρίς εσένα.
Φρόντισε λοιπόν να κάνεις όνειρα, πολλά όνειρα.
Για εσένα πρώτα από όλα, να κάνεις όνειρα για το τώρα, για το αύριο, το έχεις μεγάλη ανάγκη.
Κάποια θα πραγματοποιηθούν εύκολα, κάποια δύσκολα, κάποια ποτέ.
Προσπάθησε όμως, μην τα παρατάς, κάποια όταν πραγματοποιηθούν θα αποτελούν τα παράσημά της ζωής σου.
Κάθε νίκη ή ήττα σου θα αποτελούν κινητήριο δύναμη για εσένα.
Είτε χαρείς, είτε λυπηθείς θα μάθεις και αυτό θα είναι ώθηση για μία προσπάθεια νέα.
Σκέψου έναν κόσμο που δεν έμαθε ή σταμάτησε να ονειρεύεται.
Μεγάλη απογοήτευση, γεγονός οδυνηρό για όλους.
Χωρίς όνειρα άραγε πως θα ήταν αυτός ο κόσμος, δεν θα μπορούσε να υπάρξει, εγώ έτσι νομίζω, τίποτα δεν θα μπορούσε να σου ανήκει, ούτε καν η προσπάθεια.
Σταμάτα να λες συνέχεια ότι οι συνθήκες δεν είναι ιδανικές, στην ουσία ποτέ δεν θα είναι.
Δεν θα είναι πάντα με το δικό σου μέρος και συνεχώς θα σε προκαλούν σε ανοιχτή αναμέτρηση.
Είναι βέβαιο ότι κάποιες στιγμές θα αποτύχεις, αλλά δεν πρέπει να διαλέξεις αυτή την στασιμότητα που σου γεννά ο φόβος.
Πάρε τα μαθήματα που θα σου δώσει η σοφή ζωή, φόρτωσε την απαραίτητη εμπειρία και προχώρα μπροστά, χωρίς να ρίχνεις πίσω σου ματιές.
Μην μένεις στάσιμος και μην ανακυκλώνεις τα ίδια λάθη, δεν ωφελεί.
Γέλα όσο μπορείς, χαμογέλασε πλατιά στους φόβους σου και άλλαξε τον τρόπο που σκέφτεσαι.
Ονειρέψου.
Πέτυχε.
Πραγματοποίησε στόχους και κατέκτησε αυτήν την κορυφή που σου αξίζει.

Μαρία Μοντεσσόρι: Η μεγαλύτερη επιτυχία για έναν δάσκαλο είναι η «εξαφάνισή» του

Η μεγαλύτερη επιτυχία για ένα δάσκαλο είναι η εξαφάνισή του. Δεν πρόκειται φυσικά για ταχυδακτυλουργία, αλλά για το μεγαλύτερο στόχο της διδασκαλίας όπως την περιέγραφε η μεγάλη παιδαγωγός Μαρία Μοντεσσόρι. Να μπορεί να πει ο δάσκαλος: «Τα παιδιά τώρα δουλεύουν σα να μην υπάρχω». 
 
Τότε έχει πετύχει απόλυτα ο δάσκαλος όταν δια της πλασματικής του απουσίας, η οποία στην πραγματικότητα είναι η πιο αποτελεσματική παρουσία, έχει καθορίσει τους μαθητές του.
 
Ευτύχησα να έχω δασκάλους ανθρώπους αφοσιωμένους στην εκπαίδευση, πραγματικά λειτουργούς.
 
Τους θυμάμαι καλά ή μήπως ονειρεύομαι; Τους θυμάμαι γιατί ήταν αυτοί που με βοήθησαν να καταλάβω τη διαφορά ανάμεσα σε έναν καλό δάσκαλο και σε έναν κακό.
 
Ο καλός δάσκαλος αρχικά, έχει πάθος για τη δουλειά του, σέβεται κι αγαπάει τους μαθητές του.
 
Δεν πάει ποτέ απροετοίμαστος στο μάθημά του, δεν περιορίζεται σε ξηρή διδασκαλία, αλλά ανεβάζει την ψυχική διάθεση, εξάπτει το ενδιαφέρον και εμπνέει τους μαθητές του με αξίες και ιδανικά.
 
Δεν παρασύρεται από το ναρκισσισμό των γνώσεων που έχει. Έχει πάθος για τη γνώση και «έμμονες ιδέες» που τον κάνουν μεταδοτικό. Προωθεί την ανοιχτή εκπαίδευση, την ανοιχτή μάθηση και την ανοιχτή σκέψη.
 
Προσπαθεί να είναι κοντά στα παιδιά και να προωθεί την γνωστική τους ανεξαρτησία.
 
Ένας σωστός δάσκαλος δεν πρέπει να επιτηρεί την εκπαιδευτική διαδικασία αλλά να παθιάζεται με την παιδαγωγική της αισιόδοξης πρότασης για τη ζωή, της μέριμνας, της φροντίδας, της έγνοιας.
 
Ο καλός δάσκαλος κάθεται δίπλα στα παιδιά κι όχι απέναντί τους.
 
Ο καλύτερος δάσκαλος είναι αυτός που δε στηρίζεται στις γνώσεις του και δεν αναπαράγει μονότονα τις σημειώσεις του, αλλά αφήνεται να παρασυρθεί από τον παλμό της τάξης.
 
Το μάθημα με έναν καλό δάσκαλο δεν είναι ποτέ ίδιο με κάποιο άλλο.
 
Κάθε φορά ξεκινά ένα ταξίδι που έχει διαφορετικό προορισμό.
 
Μέσα σε αυτό το ταξίδι είναι εκείνος που προκαλεί το ενδιαφέρον για τη γνώση και κάνει τους συνταξιδιώτες του να θέλουν να μαθαίνουν, να γνωρίζουν καλλιεργώντας την κριτική σκέψη και εσωτερικεύοντας αξίες.
 
Αν και έχει πολλές υποχρεώσεις, δεν περιορίζεται τυπολατρικά σε αυτές. Ακόμη έχει πολλές ευθύνες που αντί να αναχαιτίσουν την ανεξαρτησία του, την εμπλουτίζουν. Ο σωστός δάσκαλος γνωρίζει πολύ καλά ότι δεν στοχεύει στη διαμόρφωση εργασιακών ρομπότ, αλλά ισορροπημένων προσωπικοτήτων.
 
Είναι αυτός που συνδυάζει την ελευθερία με την πειθαρχία. Αυτός που θα επαναλάβει, θα επιμείνει και θα αναζητήσει τον καλύτερο τρόπο διδασκαλίας.
 
Υπάρχει όμως και η αντίθετη πλευρά.
 
Δάσκαλοι απομακρυσμένοι από τα παιδιά με αποτέλεσμα να μην μπορούν να έχουν τη σωστή μεταδοτικότητα.
 
Ένας κρύος δάσκαλος αποστασιοποιημένος από την τάξη, όσο σοφός κι αν είναι δεν έχει τα επιθυμητά αποτελέσματα. Η απόσταση δημιουργεί φόβο κι αν είναι και σκληρός ο φόβος των παιδιών γίνεται ακόμη πιο βαθύς.
 
Το πνεύμα, η ψυχή όταν φοβάται δε μαθαίνει, συρρικνώνεται. Η ψυχή πρέπει να απλώσει, να ανοίξει για να μάθει. Κι ανοίγει μόνο με την αγάπη και την καλοσύνη.
 
Όπως είπε και ο Πλάτωνας: «Όταν ο άνθρωπος πάρει σωστή εκπαίδευση, γίνεται θεϊκό και πολύ ήμερο ζώο. Κι όταν δεν ανατραφεί αρκετά ή κατάλληλα, γίνεται το πιο άγριο απ’ όσα γέννησε η φύση
 
Πολλές φορές οι δάσκαλοι αποτελούν τα πρότυπα των παιδιών. Οι μαθητές τους θεωρούν στυλοβάτες και στηρίγματα που αποτελούν το έναυσμα για την απόκτηση γερών θεμελίων και βάσεων για τη ζωή.
 
Εσύ τελικά έχεις έναν τέτοιον δάσκαλο χαραγμένο ανεξίτηλα στη μνήμη σου ή μήπως ονειρεύεσαι;

Διαταραχή προσαρμογής: Όταν το στρες και η αλλαγή προκαλούν απόγνωση

Με τον όρο διαταραχή προσαρμογής αναφερόμαστε σε συναισθηματικά ή/ και συμπεριφορικά συμπτώματα, που αποτελούν απόκριση σε στρεσογόνα γεγονότα της ζωής, σε μεγάλες και απότομες αλλαγές. Είναι ο έντονος φόβος να «προχωρήσουμε μπροστά» και όταν πιστεύουμε ότι έχουμε μικρό έλεγχο στα συναισθήματά μας. Η διαταραχή προσαρμογής συνοδεύει συχνά το άγχος, την κατάθλιψη και τα προβλήματα συμπεριφοράς και δυσκολεύει το άτομο να λειτουργήσει σωστά είτε στο σπίτι, είτε στη δουλειά, είτε στο σχολείο.

Τα εργασιακά προβλήματα, η μετάβαση από το σχολείο στο πανεπιστήμιο, μία πάθηση, ο θάνατος ενός αγαπημένου προσώπου ή ξαφνικές αλλαγές στη ζωή γενικά μπορεί να προκαλέσουν στρες. Τις περισσότερες φορές οι άνθρωποι προσαρμοζόμαστε σε τέτοιες αλλαγές μέσα σε λίγους μήνες. Αλλά αν παρουσιάζετε μια διαταραχή προσαρμογής, το πιθανότερο είναι να συνεχίσετε να παρουσιάζετε έντονες συναισθηματικές ή συμπεριφορικές αντιδράσεις που μπορούν να συνεισφέρουν στην εμφάνιση άγχους ή κατάθλιψης. Όμως, δεν χρειάζεται να νιώθετε μόνοι. Η ψυχοθεραπεία μπορεί να είναι και βραχύχρονη και θα σας βοηθήσει να νιώσετε ότι πατάτε πάλι γερά στο έδαφος.

Συμπτώματα
Τα σημάδια και τα συμπτώματα εξαρτώνται από το είδος της διαταραχής προσαρμογής και μπορεί να ποικίλουν από άτομο σε άτομο. Το κυριότερο σημάδι είναι ότι εμφανίζουμε περισσότερο στρες απ’ ότι φυσιολογικά θα αναμενόταν ως απόκριση σε ένα στρεσογόνο γεγονός και αυτό το στρες προκαλεί σημαντικά προβλήματα στη ζωή μας. Οι διαταραχές προσαρμογής επηρεάζουν το πώς νιώθουμε και σκεφτόμαστε για τον εαυτό μας, τους άλλους και όλο τον κόσμο, αλλά επίσης επηρεάζουν τις πράξεις και τη συμπεριφορά μας. Ορισμένα παραδείγματα περιλαμβάνουν:

• Νιώθουμε θλίψη, απόγνωση και δεν απολαμβάνουμε τα πράγματα που συνήθως απολαμβάναμε
• Συχνό κλάμα
• Ανησυχούμε συνεχώς, είμαστε νευρικοί
• Δυσκολευόμαστε να αποκοιμηθούμε
• Έλλειψη όρεξης
• Δυσκολία συγκέντρωσης
• Νιώθουμε τρομοκρατημένοι
• Δυσκολευόμαστε να είμαστε λειτουργικοί στην καθημερινότητά μας
• Αποφεύγουμε σημαντικά πράγματα όπως το να πάμε στη δουλειά ή να πληρώσουμε τους λογαριασμούς μας
• Αυτοκτονικοί ιδεασμοί ή και απόπειρες

Τα συμπτώματα της διαταραχής προσαρμογής εμφανίζονται μέσα στους πρώτους τρεις μήνες μετά από ένα στεσογόνο γεγονός και δεν διαρκούν για πάνω από 6 μήνες μετά το τέλος του γεγονότος. Ωστόσο, υπάρχουν και οι περιπτώσεις όπου τα συμπτώματα επιμένουν και για πάνω από 6 μήνες, ειδικά αν οι στρεσογόνοι παράγοντες αποτελούν καθημερινότητα, όπως η ανεργία.

Πώς να αντιμετωπίσουμε τη διαταραχή προσαρμογής
Ένα από τα κυριότερα χαρακτηριστικά της διαταραχής προσαρμογής είναι ότι το άτομο που υποφέρει από αυτή συχνά νιώθει σαν να μην έχει άλλη επιλογή ή ότι ο πόνος του θα διαρκέσει για πάντα. Όμως, η διαταραχή είναι διαχειρίσιμη και σε ορισμένες περιπτώσεις η βραχύχρονη ψυχοθεραπεία είναι από μόνη της αποτελεσματική. Οι ακόλουθες τεχνικές μπορούν να μας βοηθήσουν όταν νιώθουμε ότι οι αλλαγές της ζωής ή το απρόβλεπτο στρες καταλαμβάνει τη ζωή μας και νιώθουμε συνέχεια απόγνωση:

1. Τεχνικές χαλάρωσης: Αυτές θα σας βοηθήσουν να μάθετε πώς να ανταποκρίνεστε πιο αποτελεσματικά, αν το σώμα σας παρουσιάζει σωματικά συμπτώματα και νιώθετε ότι δεν μπορείτε να το ελέγξετε.
2. Εστιάστε σε αυτά που μπορείτε να ελέγξετε στη ζωή: Για παράδειγμα, βρείτε υγιείς τρόπους να διαχειρίζεστε τον φόβο προσαρμογής που περιλαμβάνουν τον τρόπο να αποταμιεύουμε ή να γυμναζόμαστε, ακόμα και την έκφραση των συναισθημάτων μέσα από μια μορφή τέχνης.
3. Δοκιμάστε τη θεραπεία έκθεσης: Μιλώντας γι’ αυτό ή αντιμετωπίζοντας κατά μέτωπο αυτό που φοβόμαστε, μπορούμε να μεταβούμε ευκολότερα σε μια νέα κατάσταση και χωρίς πανικό. Η θεραπεία έκθεσης μας βοηθά να εκπαιδεύσουμε το νου μας να μη βλέπει δυσκολίες, αλλά προκλήσεις.
4. Εντοπίστε παιδικά τραύματα: Όσοι αντιμετωπίζουμε διαταραχή προσαρμογής εμφανίζουν συχνά έναν κάποιο βαθμό παιδικού τραύματος, το οποίο δεν έχουν αντιμετωπίσει. Σε κάποιο σημείο της ζωής τους, κάτι συνέβη που τους έκανε να νιώθουν ότι δεν είχαν κανένα έλεγχο και μεγάλωσαν με αυτό το συνεχή φόβο.
5. Να θυμάστε ότι υπερβάλλετε: Αρχικά, αποδεχτείτε αυτά που νιώθετε, μην γεμίζετε το νου σας με ενοχές και ντροπή. Αλλά έχετε υπόψη σας ότι είναι μια ακραία συναισθηματική απόκριση που δεν αντανακλά απαραίτητα τι συμβαίνει πραγματικά στη ζωή σας.

Σταμάτα να είσαι σκληρός με τον εαυτό σου

Καθημερινά παλεύεις. Με τα πάθη σου. Με τους δαίμονές σου. Δίνεις αγώνες σκληρούς. Και βλέπεις τα σημάδια τους επάνω στην ψυχή σου. Πολλές φορές πέφτεις και δειλιάζεις να σηκωθείς. Όμως το παίρνεις απόφαση και ξανασηκώνεσαι. 

Το ξέρω. Είναι δύσκολο. Βάζεις στόχους και θες να τους πετύχεις. Δε θες να σε κυριεύουν πράγματα και καταστάσεις. Δε θες να κάνουν κουμάντο στη ζωή σου κακές συνήθειες. Έχεις υποφέρει από αυτές και συνεχίζεις να υποφέρεις. Γι' αυτό και βάζεις στόχο να τις πολεμήσεις. Να τις νικήσεις. Να τις ξεριζώσεις. Να τις βγάλεις από τη ζωή σου.

Σταμάτα να είσαι σκληρός με τον εαυτό σου. Είσαι άνθρωπος, όχι μηχανή. Οι μηχανές είναι προγραμματισμένες, λειτουργούν με συγκεκριμένους κανόνες και με συγκεκριμένες εντολές. Κάνουν αυτό για το οποίο έχουν δημιουργηθεί. Δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς. Έρχεται απλά κάποτε η στιγμή, που χαλάνε και παύει η λειτουργία τους. Εσύ όμως έχεις ιδέες. Έχεις συναισθήματα. Έχεις ατέλειες. Έχεις ψυχή. Και χαρακτήρα με σκαμπανεβάσματα. Δε μπορείς να είσαι η απόλυτα πειθαρχημένη και καλοκουρδισμένη μηχανή που υπακούει στην εντολή του δημιουργού της.

Ξέρεις καλά τι σημαίνει αυτό. Ότι είναι πολύ πιθανόν να παραβιάζεις τους δικούς σου κανόνες και τις δικές σου εντολές. Είναι πολύ πιθανόν να παρεκκλίνεις από την πορεία που έχεις πάρει από έναν αγώνα που δίνεις. Μόνο εσύ ξέρεις πόσο δύσκολο είναι και τι περνάς. Μόνο εσύ ξέρεις τι κατάθεση ψυχής έχεις κάνει και συνεχίζεις να κάνεις. Σταμάτα να κατηγορείς τον εαυτό σου όταν κουράζεσαι και λιποψυχείς και απομακρύνεσαι από τον στόχο που έχεις θέσει. Το να κουράζεσαι είναι φυσιολογικό. Το να χάνεσαι στην άβυσσο των σκέψεών σου, των συναισθημάτων σου και αδυναμιών σου, το ίδιο. Δεν είσαι ρομπότ. Δεν είσαι μηχανή. Από τη στιγμή που έχεις ατέλειες, θα 'χεις και απώλειες. Το σημαντικό είναι να μην επηρεάζεσαι από αυτό. Και να προσπαθείς ξανά και ξανά.

Κάθε φορά που θα προσπαθείς, εάν πραγματικά θες να πετύχεις τον σκοπό σου, θα βρίσκεις καλύτερα μέσα και διαδρομές ώστε να τα καταφέρεις. Θα αποφεύγεις τα προηγούμενα λάθη σου και θα προσέχεις με τα μελλοντικά σου. Κάποια στιγμή θα πετύχεις. Αλλά και αυτό να μην γίνει τελικά, εσύ θα 'χεις προσπαθήσει. Και όποιος προσπαθεί, έχει κάνει ήδη το πιο μεγάλο βήμα. Και αν χάσεις σε έναν τομέα προσπαθώντας και παλεύοντας, πάντα υπάρχουν χίλιοι άλλοι που σε περιμένουν για να σε στέψουν νικητή και να ανταμείψουν τους κόπους σου και τις προσπάθειές σου.

Κάνε λοιπόν τις αποτυχίες οδηγό σου και μην τις αφήσεις να δράσουν αποτρεπτικά στο μέλλον σε κάποιο καινούργιο ξεκίνημα που θα κάνεις. Οι αποτυχίες είναι πανταχού παρούσες και κομμάτι της ζωής μας. Εσύ είσαι μοναδικός και κάθε μέρα έχεις να κερδίσεις και από κάτι. Κέρδισέ το λοιπόν παλεύοντας σαν άνθρωπος και όχι σαν μηχανή.

Από τη Δευτέρα ως την επόμενη Δευτέρα, όλες οι δραστηριότητες είναι προκαθορισμένες

 Η σημερινή κοινωνία κηρύσσει αυτό το ιδανικό της «αποατομικοποιημένης» ισότητας, επειδή την εξυπηρετεί να έχει ανθρώπινες μονάδες, ολόιδιες τη μία με την άλλη, για να τις κάνει να λειτουργούν σαν ένα μαζικό σύνολο, χωρίς εντάσεις και χωρίς τριβές` όλοι οι άνθρωποι να υπακούουν στις ίδιες διαταγές, αλλά ο καθένας να είναι πεπεισμένος πως ακολουθεί τις δικές του επιθυμίες. Ακριβώς όπως η σύγχρονη μαζική παραγωγή απαιτεί την τυποποίηση των προϊόντων, ομοίως και η κοινωνική διαδικασία απαιτεί την τυποποίηση των ανθρώπων. Και δεν είναι παρά αυτή ακριβώς η τυποποίηση που ονομάσαμε «ισότητα».

Η ενότητα μέσω της συμμόρφωσης δεν είναι έντονη ούτε βίαιη` είναι ήρεμη, υπαγορεύεται από τη ρουτίνα, και για αυτόν ακριβώς το λόγο συχνά αποδεικνύεται ανεπαρκής να καταπραΰνει το άγχος που προκαλεί ο διαχωρισμός. Τα φαινόμενα του αλκοολισμού, του εθισμού στα ναρκωτικά, της παθολογικής σεξουαλικότητας και των αυτοκτονιών στις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες είναι συμπτώματα της αντίστοιχης αυτής αποτυχίας στο να αντλεί κανείς ασφάλεια από την ομάδα. Ακόμη περισσότερο, η λύση αυτή – δηλαδή η ηθελημένη συμμόρφωση – αφορά κυρίως το πνεύμα και όχι το σώμα, κι έτσι μειονεκτεί σε σύγκριση με τις οργιαστικού τύπου λύσεις. Η συμμόρφωση δεν έχει παρά ένα και μοναδικό πλεονέκτημα: είναι διαρκής και όχι σπασμωδική. Το άτομο εισάγεται στα ομαδικά πρότυπα της συμμόρφωσης στην ηλικία των τριών ή τεσσάρων ετών, και από εκείνη τη στιγμή κι έπειτα δεν χάνει ποτέ την επαφή του με την ομάδα. Ακόμη και η κηδεία του, την οποία θεωρεί ως τη στερνή του μεγάλη κοινωνική εκδήλωση, θα γίνει σε απόλυτη συμφωνία με τα καθορισμένα πρότυπα.

Παράλληλα όμως με τη συμμόρφωση ως έναν τρόπο για να ανακουφίσει κανείς την αγωνία που πηγάζει από το διαχωρισμό, υπάρχει κι ένας ακόμη παράγοντας της σύγχρονης ζωής που πρέπει να λάβουμε υπόψη: το ρόλο που παίζουν τόσο η ρουτίνα της εργασίας όσο και η ρουτίνα της αναψυχής. Ο άνθρωπος γίνεται ένα ρομπότ με καθορισμένο ωράριο λειτουργίας, είναι πια ένα κομμάτι του εργατικού δυναμικού ή ένα τμήμα του γραφειοκρατικού μηχανισμού των υπαλλήλων και των διευθυντών. Του αφήνουν πια ελάχιστη πρωτοβουλία, τα καθήκοντά του προσδιορίζονται με ακρίβεια από την οργάνωση της δουλειάς` η διαφορά είναι μικρή, ακόμη και ανάμεσα σε αυτούς που βρίσκονται στην κορυφή της ιεραρχίας και σε εκείνους που βρίσκονται χαμηλά. Όλοι τους πρέπει να εκτελούν κάποια καθήκοντα προκαθορισμένα από τη γενική δομή της οργάνωσης, με προκαθορισμένη ταχύτητα και προκαθορισμένο τρόπο. Ακόμη και τα συναισθήματα είναι προκαθορισμένα: χαρά, ανοχή, αξιοπιστία, φιλοδοξία, και μια ικανότητα να συνεννοείται κανείς με όλους τους άλλους χωρίς να δημιουργούνται τριβές. Η διασκέδαση έχει επίσης τυποποιηθεί με παρόμοιους, αν και όχι τόσο δραστικούς τρόπους. Τα βιβλία που διαβάζει κανείς επιλέγονται από τις λέσχες του βιβλίου ή τους βιβλιοκριτικούς, οι ταινίες από τους ιδιοκτήτες των κινηματογράφων και από τα διαφημιστικά κείμενα για τα οποία οι ίδιοι πληρώνουν. Αλλά και όλα τα υπόλοιπα χαρακτηρίζονται από αντίστοιχη ομοιομορφία: η κυριακάτικη βόλτα με το αυτοκίνητο, η παρακολούθηση τηλεόρασης, λίγη χαρτοπαιξία και οι κοινωνικές συναθροίσεις. Από τη γέννηση ως το θάνατο, από τη Δευτέρα ως την επόμενη Δευτέρα, από το πρωί ως το βράδυ – όλες οι δραστηριότητες είναι προκαθορισμένες και προκατασκευασμένες. Και πώς είναι δυνατόν ένας άνθρωπος, πιασμένος μέσα στο δίχτυ αυτό της ρουτίνας, να μη λησμονήσει τελικά πως είναι άνθρωπος, πως είναι ένα άτομο μοναδικό στο οποίο δόθηκε αυτή η μοναδική ευκαιρία να ζήσει, με τις ελπίδες και τις απογοητεύσεις αυτής της ζωής, με τη λύπη και το φόβο, με τη δίψα για αγάπη και τον τρόμο μπροστά στο μηδέν και στην απομόνωση;

Erich Fromm, Η Τέχνη της Αγάπης

Αυτά ζητάμε από σένα εμείς, οι φίλοι σου, αυτά σου ταιριάζουν, γι’ αυτά γεννήθηκες

Σχετική εικόναΕπειδή όμως τα γηρατειά δεν έχουν όλα τα κακά, κατά τον Ευριπίδη, ούτε και η βλακεία των φίλων, πρέπει να βλέπει κανείς όχι μόνο τα σφάλματα αλλά και τις επιτυχίες τους και, μα τον Δία, να τους επαινεί αρχικά, έπειτα όμως, όπως ο σίδηρος πήζει με το πάγωμα και επιδέχεται τη στόμωση, αφού πρώτα διασταλεί και μαλακώσει με τη θερμότητα, έτσι και στους φίλους, χαλαροί καθώς είναι και θερμοί από τους επαίνους, μπορεί εύκολα κανείς να εφαρμόσει την παρρησία, σαν εμβάπτιση στο κατάλληλο υγρό. Παρουσιάζεται, πράγματι, η ευκαιρία να πει κανείς: “Αξίζουν άραγε αυτά να παραβληθούν με εκείνα; Βλέπεις τι καρπούς αποδίδει το καλό; Αυτά ζητάμε από σένα εμείς, οι φίλοι σου, αυτά σου ταιριάζουν, γι’ αυτά γεννήθηκες. Τα άλλα πρέπει να ριχτούν
στα βουνά ή στο κύμα της πολύβουης θάλασσας (ΟΜΗΡΟΣ).

Τίποτε άλλο δεν προσφέρεται περισσότερο για να λυπήσει όσο το δυνατόν λιγότερο τον αποδέκτη της παρρησίας και να το θεραπεύσει όσο το δυνατόν καλύτερα από το να μετριάζει κανείς την οργή στη συμπεριφορά του και να αντιμετωπίζει καλοπροαίρετα όσους κάνουν λάθη.

Επομένως, δεν πρέπει ούτε να τους επικρίνει κανείς άγρια, αν αρνούνται (τα λάθη τους), ούτε να τους εμποδίζει, αν θέλουν να απολογηθούν, αλλά και δικαιολογίες εύσχημες να τους βοηθάει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να βρουν και να απορρίπτει τη χειρότερη εξήγηση της πράξης τους, προτείνοντάς τους άλλη πιο μετριοπαθή, όπως ο Έκτωρ,
Τρελέ, καλό δεν είναι να βάζεις τέτοια οργή στην ψυχή σου,
προς τον αδερφό του, επειδή τάχα δεν ήταν λιποταξία ή δειλία η αναχώρησή του από τη μάχη αλλά αντίδραση οργής.
Και προς τον Αγαμέμνονα ο Νέστωρ:
Συ όμως στη μεγαλοπρεπή οργή σου υπάκουσες, (ΟΜΗΡΟΣ)

Πιο ψυχολογημένο, θαρρώ, είναι να πεις “φέρθηκες άσχημα” παρά “φέρθηκες άδικα”, “δεν σκέφτηκες σωστά” παρά “αδιαφόρησες”, “μην τσακώνεσαι με τον αδερφό σου” παρά “μην φθονείς τον αδερφό σου” και “απόφυγε τη γυναίκα που σε καταστρέφει” παρά “πάψε να καταστρέφεις τη γυναίκα”.

Τέτοιου είδους μέθοδο αναζητεί η επανορθωτική παρρησία, ενώ η προληπτική την αντίθετη.
Πράγματι, όταν χρειαστεί είτε να αποτρέψει κανείς ανθρώπους που πρόκειται να κάνουν λάθος είτε θελήσουμε να τονώσουμε και να παροτρύνουμε ανθρώπους που στέκονται αδρανείς απέναντι σε κάποια βίαιη αντίδραση ή είναι μαλθακοί και απρόθυμοι να κάνουν το καλό, πρέπει να αποδίδουμε το φαινόμενο σε αιτίες άτοπες και άπρεπες.

Έτσι, στο έργο του Σοφοκλή, ο Οδυσσέας, προσπαθώντας να ερεθίσει τον Αχιλλέα, δεν λέει πως η οργή του έχει να κάνει με το δείπνο, αλλά:

Τώρα είναι η θέα των επάλξεων της Τροίας που σε τρομάζει;
Και πάλι, ενώ ο Αχιλλέας αγανακτεί και λέει ότι θα αποπλεύσει:
Ξέρω εγώ τι προσπαθείς να αποφύγεις· όχι τα λόγια σε βάρος σου,
αλλά τον Έκτορα που είναι κοντά.
Ωραίο πράγμα στ’ αλήθεια, ο θυμός.

Τρομάζοντας τον ψυχωμένο άντρα με την ιδέα ότι θα αποκτήσει φήμη δειλού, τον μετρημένο και κόσμιο ακόλαστου, τον γενναιόδωρο και μεγαλόπρεπο με το ότι θα αποκτήσει φήμη μίζερου και τσιγκούνη, τους παροτρύνουν προς ωραίες πράξεις και τους αποτρέπουν από τις άσχημες, μένοντας μετρημένοι στις κριτικές τους σε περιπτώσεις ανίατες και προσθέτοντας στην παρρησία περισσότερη λύπη και συμμετοχή στον πόνο του άλλου παρά ψόγο, ενώ, όταν πρόκειται να εμποδίσουν τον άλλο να διαπράξει το λάθος ή να (τον κάνουν να) αντισταθεί στο πάθος του, είναι σφοδροί, άτεγκτοι και επίμονοι. Τούτη είναι, όντως, η ευκαιρία να φανεί η ακλόνητη αφοσίωση και η αληθινή παρρησία.

Τον ψόγο, αντίθετα, για όσα έχουν ήδη γίνει βλέπουμε να εφαρμόζουν και οι εχθροί μεταξύ τους, όπως ακριβώς έλεγε ο Διογένης ότι αυτός που είναι να σωθεί πρέπει να έχει φίλους καλούς ή σφοδρούς εχθρούς, διότι οι πρώτοι νουθετούν, οι δεύτεροι επικρίνουν.

Είναι καλύτερο όμως να πείθεται κανείς χάρη σε όσους τον συμβουλεύουν και να αποφεύγει τα σφάλματα, παρά να σφάλει και να μετανοεί λόγω αυτών που τον κακολογούν.

Για τούτο χρειάζεται τέχνη η παρρησία, στον βαθμό που είναι το μεγαλύτερο και πιο δυνατό φάρμακο στη φιλία, εφόσον χρειάζεται πάντοτε να πέφτει την κατάλληλη στιγμή και να είναι ισορροπημένη.

Επειδή λοιπόν η παρρησία, όπως έχει λεχθεί, πολλές φορές είναι από τη φύση της λυπηρή γι’ αυτόν που θεραπεύεται, πρέπει να μιμείται κανείς τους γιατρούς.

Πράγματι, ούτε εκείνοι, όταν κάνουν τομή, αφήνουν το μέρος που πάσχει να πονάει και να υποφέρει, αλλά το πλένουν μαλακά και το καταβρέχουν, ούτε όσοι νουθετούν, αφού πετάξουν διακριτικά την πικρή και δηκτική παρατήρησή τους, φεύγουν μακριά, αλλά με άλλες συζητήσεις και λόγους ευχάριστους, τους καταπραΰνουν και τους ψυχαγωγούν, όπως ακριβώς οι λιθοξόοι λειαίνουν και βερνικώνουν τα μέρη των αγαλμάτων που χτύπησαν με τη σμίλη και έκοψαν.

Αυτόν όμως που χτυπήθηκε και χαρακώθηκε από την παρρησία, αν τον αφήσεις τραχύ, με εξογκώματα και ανωμαλίες από την οργή, είναι δύσκολο να τον επαναφέρεις και να τον παρηγορήσεις.

Γι’ αυτό, τούτο είναι από τα κυριότερα που πρέπει να προσέχουν όσοι νουθετούν και να μην το παραμελούν ούτε η τελευταία γεύση που αφήνουν στη συντροφιά και την παρέα να είναι η λύπη και η πίκρα στους φίλους.

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ, ΗΘΙΚΑ

Αμβροσία: H τροφή των θεών στην αρχαία ελληνική μυθολογία

Οι αρχαίοι Έλληνες δίνοντας στους θεούς τους ανθρώπινα χαρακτηριστικά, συμπεριέλαβαν τις ιδιότητες, τα προτερήματα και τις αδυναμίες των ανθρώπων. Κι έτσι θεώρησαν φυσικό να έχουν και την ανάγκη της τροφής. Η διαφορά μόνον είναι ότι η για τους Θεούς προορισμένη τροφή τους εξασφάλιζε την αθανασία και γι’ αυτό απαγορεύονταν αυστηρά η χρησιμοποίηση της θείας τροφής από τους κοινούς θνητούς.

Η ΑΜΒΡΟΣΙΑ ΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΘΕΩΝ
Η αμβροσία ήταν η τροφή των θεών, όπως το νέκταρ υπήρξε το ποτό αυτών. Πριν βρεθεί η αμβροσία, οι θεοί οσφραίνονταν μόνον την κνίσα των θυμάτων. Αρχικά, η τροφή αυτή εμφανίστηκε κατά την γέννηση του Διός, ρέουσα από το κέρας της Αμάλθειας. Κατά το έπος της Οδύσσειας, οι Πελείες έφεραν την αμβροσία στον πατέρα Δία˙μέσα στις Πλαγκτές όπου μία από αυτές πάντοτε χάνεται, αλλά ο Ζευς πλάθει άλλη προς αντικατάσταση αυτής:
«Και ουδέ πουλί ταίς προσπερνά, αλλ’ ουδέ η περιστέραις
οπού του Δία του πατρός την αμβροσία φέρων˙
ως και απ’ αυταίς κάθε φοράν η γλυστρή πέτρ’ αρπάζει˙
αλλά να κλεισ’ ο αριθμός στέλνει ο πατέρας άλλην»
(Οδυσ. Μ, 62 –65).

Κατά την ποιήτρια Μυρώ την Βυζαντία, την αμβροσία κόμισαν στον Δία, όταν ήταν παιδί στην Κρήτη, οι Πελειάδες, το δε νέκταρ αετοί και ο Ζευς, νικώντας τον πατέρα του, τον αετό εποίησε αθάνατο και τον πήρε στον ουρανό, εκείνους κατέστησε προπομπούς του θέρους και του χειμώνος. Κατ’ άλλο μύθο, μνημονευόμενο από τον Πρόκλο, η Δήμητρα παρασκεύαζε την αμβροσία και το νέκταρ για τους αθανάτους.

Η ΑΜΒΡΟΣΙΑ ΕΞΑΣΦΑΛΙΖΕ ΤΗΝ ΑΘΑΝΑΣΙΑ
Αρχικά η αμβροσία δήλωνε την αθανασία και την μεταχειρίζονταν αντ’ αυτής. Πίστευαν ότι όπως ο άνθρωπος ζει από την τροφή, έτσι και οι Θεοί διατηρούνταν αθάνατοι μέσω της αμβροσίας.
Εν τούτοις, μέσω της αμβροσία και οι κοινοί θνητοί κατέστησαν αθάνατοι. Με αυτό τον τρόπο, η Αφροδίτη κατέστησε δια της αμβροσίας αθάνατη τη Βερενίκη:

«Ω Διωναία Κύπρι, συ μεν αθάνατον από θνητής,
κατ’ ανθρωπίνην παροιμίαν, εποίησας την Βερενίκην,
αποστάξασα αμβροσίαν εις τους κόλπους αυτής».
(Θεοκρ. XV, 106-108)

Επίσης, η Αθηνά, κατ’ εντολή του Διός, ρίχνει στο στήθος του Αχιλλέα το νέκταρ και την ευχάριστη αμβροσία για να τον απαλλάξει από την πείνα:

«και τροφήν να πάρη αυτός (ο Αχιλλεύς) δεν θέλει
αλλά κατέβα την γλυκειά να στάξης αμβροσίαν
και νέκταρ μέσ’ τα στήθη του, να μην τον πνιξ’ η πείνα».
(Ιλ. Τ, 345-347)

Κι εδώ η αμβροσία συγχέεται με το νέκταρ υπό την υγρή μορφή.

Ο Πλάτων, στην αλληγορία των ενώσεων των ψυχών, προσθέτει το νέκταρ ως ποτό, μετά την αμβροσία: «ελθούσης δε αυτής ο ηνίοχος προς την φάτνην τους ίππους στήσας παρέβαλεν αμβροσίαν τε και επ’ αυτή νέκταρ επότισε».

Σπανίως η αμβροσία συναντάται ξεχωριστά από το νέκταρ, σε πολλές περιπτώσεις μεταξύ των δύο τούτων λέξεων σημειώνεται μόνο η διαφορά του κατ’ ιδίαν γενικού όρου. Στην Οδύσσεια πάντα μόνο η αμβροσία διακρίνεται ευκρινώς από το νέκταρ, στο γεύμα το οποίο η Καλυψώ παραθέτει στον Ερμή:

«Είπε η θεά, και τράπεζαν γεμάτην αμβροσίαν του θέτει,
και άμα κόκκινο νέκταρ του συγκερνάει
κ’ έτρωγ’ εκείνος κ’ έπινεν, ο μέγας αγροφόνος».
(Οδ. Ε, 92-94).

Παρακάτω, οι υπηρέτες της θεάς προσφέρουν στον φιλοξενούμενο Οδυσσέα την αμβροσία και το νέκταρ, αυτή την φορά ενωμένα:

«και αγνάντια κείνη εκάθισε εις τον θείον Οδυσσέα,
και νέκταρ της παράθεσαν η δούλαις και αμβροσία».
(Οδ. Ε, 198-199).

Και ο Ησίοδος λέει ότι οι θεοί τρώνε και το νέκταρ και την αμβροσία:

«Μα σαν εδώσανε σ’ αυτούς όσα χρειάζονταν όλα,
και νέκταρ και αμβροσία, αυτά που τρώνε μόνον οι θεοί,
τότε στα στήθη τράνεψεν η ρωμαλέα ψυχή τους».

Αυτός, ο ευσεβής ποιητής προσθέτει, ότι οι επί ψευδορκία ένοχοι θεοί δεν είναι πλέον δυνατόν να τραφούν με νέκταρ και αμβροσία:

«Όποιος λοιπόν χύνει νερό απ’ αυτό για να ορκιστή με ψέμα
από τους αθανάτους, πόχουν την κορυφή του χιονισμένου Ολύμπου,
ακέριο χρόνο κοίτεται χωρίς πνοή˙
δεν φέρνει μήτε μια φορά την αμβροσία στα χείλη του ή το νέκταρ,
για να τραφή, αλλά κοίτεται χωρίς αναπνοή, δίχως φωνή
σε μια στρωμασιά˙ μια φοβερή παράλυση τα μέλη του σκεπάζει».
(Ησ. Θεογ. 793-798).

Στον Πίνδαρο, ο Τάνταλος υπέκλεψε από τους ανθρώπους το νέκταρ και την αμβροσία, τα οποία τον είχαν καταστήσει αθάνατο:

«έχει δ’ απάλαμον βίον τούτον εμπεδόμοχθον (ο Τάνταλος),
μετά τριών τέταρτον πόνον, αθανάτων ότι κλέψαις
αλίκεσσι συμπόταις
νέκταρ αμβροσίαν τε
δώκεν, οίσιν άφθιτον».
(Πίνδ. ΙΙ. Ι, 61-65)

Οι Ώρες και η Γαία ενστάλαξαν σταγόνα προς σταγόνα πάνω στα χείλη του Αρισταίου το νέκταρ και την αμβροσία και του έδωσαν την αθανασία:

«εύθρονοις Ώραισι και Γαία
ανελών φίλας υπό ματέροις οίσει.
ται δ’ επιγουνίδιον κατθηκάμεναι βρέφος αυταίς,
νέκταρ εν χείλεσσι και αμβροσίαν στάξοισι, θήσονταί τε νιν αθάνατον
τοις δ’ Αρισταίον καλείν».
(Πίνδ. ΙΙ, ΙΧ, 60-65).

Η ΑΜΒΡΟΣΙΑ ΩΣ ΚΑΛΛΥΝΤΙΚΟ ΚΑΙ ΑΝΤΙΣΗΠΤΙΚΟ
Η αμβροσία χρησιμοποιούνταν αντί αλοιφής, καθώς και ως καλλυντικό και αντισηπτικό μέσο. Οι Θεές αλείφονταν με αμβροσία για να διατηρούν αμάραντα τα κάλλη τους, οι δε θνητές γυναίκες χάρη στη χρήση της αμβροσίας φαίνονταν ωραιότερες. Επίσης οι πληγές με την αμβροσία επουλώνονταν ταχέως, οι δε νεκροί που αλείφονταν με αυτή καθίστατο άσηπτοι.
Η Ήρα με αμβροσία καθαρίζει το δέρμα της:

«Και πρώτα όλο το σώμα της το χαριτοπλασμένο
με αμβροσίαν εύμορφα καθάρισε και αλείφθη
λάδι άφθαρτο γλυκότατο με μύρα ευωδιασμένο».
(Ιλ. Ξ, 170-172).

Επίσης, η Αθηνά, με αμβρόσιον κάλλος καθαρίζει την Πηνελόπη:

«κ’ αμβρόσιο χρίσμα ελάμπρυνε τ’ ωραίο πρόσωπό της,
μ’ αυτό που η καλοστέφανη αλείφεται Αφροδίτη».
(Οδυσ. Σ., 192-193).

Η ΑΜΒΡΟΣΙΑ ΘΕΡΑΠΕΥΕΙ ΤΙΣ ΠΛΗΓΕΣ
Καθώς αναφέρει ο Βιργίλιος (Aen. 12, 149), η αμβροσία χρησιμοποιείται από τους θεούς ως αλοιφή για την θεραπεία των πληγών.

Το σώμα του Σαρπηδόνα αλείφεται με αμβροσία για να προφυλαχθεί από την σήψη.

«και αφού τον χρίσης με αμβροσία, άφθαρτα ενδύματα ένδυσέ τον».
(Ιλ. Π. 670).

Επίσης εμφανίζεται και ως τρόπος ταριχεύσεως. Στην Ιλιάδα αναφέρεται πως η Θέτις ενστάλαξε νέκταρ και αμβροσία από τη μύτη, στο πτώμα του Πατρόκλου ως αντισηπτικά:

«και στα ρουθούνια του νεκρού ρόδινο στάζει νέκταρ
και αμβροσία άφθαρτον το σώμα να κρατήσηι».
(Ιλ. Τ, 38-39).

Η ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΗ ΕΥΩΔΙΑ ΤΗΣ ΑΜΒΡΟΣΙΑΣ
Πολλές φορές εξαίρεται και η εξαιρετική ευωδιά της αμβροσίας. Η Ειδοθέα θέτει μπροστά στη μύτη του Μενελάου την αμβροσία για την απομάκρυνση της κακής οσμής της φώκιας:

«μας έπνιγε η βαρειά
των θαλασσόθρεπτων φωκών οσμή φαρμακωμένη˙
και ποιός βαστά να κοιμηθή με τέρας του πελάγου,
αλλά μας έσωσε αυτή με ανάσασι μεγάλη˙
εις τα ρουθούνια καθενός μας έθεσε αμβροσία
μυρόβολη, και την οσμήν αφάνισε του κύτους».
(Οδ. Δ, 441-446).

Ο ΚΗΠΟΣ ΤΩΝ ΕΣΠΕΡΙΔΩΝ ΠΗΓΗ ΤΗΣ ΑΜΒΡΟΣΙΑΣ
Από κάποιους συγγραφείς γίνεται λόγος για την πηγή της αμβροσίας μέσα στον κήπο των Εσπερίδων (Σαπ. Απ. 51. – Ευρ. Ιππ. 748). Προφανώς εννοείται εκεί μέσα ο αυτός ο τόπος όπου κατά την Οδύσσεια οι Πελείες φέρνουν την αμβροσία στον Δία, υποχρεούμενες να διέλθουν πετώντας μέσα από τις Πλαγκτές:

«Το να έχη πέτραις κρεμασταίς, και προς αυταίς βροντάει,
μέγα το κύμα της γλαυκής ‘στην όψιν Αμφιτρίτης˙
κείναις πλαγκταίς οι μάκαρες θεοί ταις ονομάζουν.
και ουδέν πουλί ταις προσπερνά, αλλ’ ουδ’ η περιστέραις,
όπου του Δία του Πατρός την αμβροσία φέρουν».
(Οδ. Μ, 59-63).

ΚΑΙ ΤΑ ΑΛΟΓΑ ΤΩΝ ΘΕΩΝ ΤΡΕΦΟΝΤΑΝ ΜΕ ΑΜΒΡΟΣΙΑ
Τα νεογέννητα τέκνα των Θεών έπρεπε με νέκταρ και αμβροσία να τραφούν. Ακόμη και τα άλογα των Θεών με αμβροσία, ως ποώδους τροφής, τρέφονταν, αυτό δηλώνει ότι και αυτά συμμετείχαν στην αθανασία.

«τ’ άλογ’ αυτού σταμάτησεν η Ήρα η λευκοχέρα˙
τα ξόδεψε και ολόγυρα ,με καταχνιά τα ζώνει,
και αμβρόσιο φύλλο εβλάστησε να βόσκουν ο Σιμόεις».
(Ιλ. Ε, 775-777).

ΚΑΤΑ ΑΛΛΟΥΣ ΑΜΒΡΟΣΙΑ ΗΤΑΝ ΤΟ ΜΕΛΙ
Πολλοί συνέδεσαν το πολυσήμαντο της λέξεως αμβροσία με την ποικίλη χρήση του μελιού. Πράγματι δε, φαίνεται ότι το μέλι κρύβεται υπό την έννοια της αμβροσίας
(Ύμνος στον Ερμή 562: «θεών ηδεία εδωδή». – Απόλ. Ροδ. 4, 1131).

Για τον Δία, ως παιδί, υπάρχουν ως εκ τούτου δύο παραδόσεις˙ κατά την μεν έθρεψαν αυτόν οι Πελείες με αμβροσία και νέκταρ, κατά την άλλη δε μέλισσες μέσω του μελιού. Κατά τον γερμανό μυθολόγο Roscher, η αμβροσία ήταν μυθική παράσταση του μελιού, το οποίο έπεφτε από τον ουρανό πάνω στα φυτά ως δροσιά (αερόμελι, δροσόμελι) και συνεπώς θεωρούνταν ως τροφή ουρανία ή θεία. Τρωγόταν είτε ως φυσικό μέλι είτε μεταποιημένο σε ποτό (υδρόμελι, μελίκρατο). Σε αυτό συμφωνούν οι εκφράσεις της αμβροσίας και του νέκταρος προς τα του μελιού. Χρησιμοποιήθηκαν με μεταφορική σημασία πάνω στην ηδύτητα και χάρη του λόγου ή των ποιημάτων (Ιλ. Α, 249. - Ησίοδ. Θεογ. 83. – Πίνδ. Νέμ. 3, 74 κλπ).

Ο Ίβυκος μάλιστα χαρακτηρίζει την αμβροσία ως έχουσα εννεαπλάσια γλυκύτητα από το μέλι. Σχετικώς διαβάζουμε στον Αθήναιο. (ΙΙ, 39 b): «Ίβυκος δε φησι, την αμβροσίαν του μέλιτος κατ’ επίτασιν εναπλασίαν έχειν γλυκύτητα, το μέλι λέγων ένατον είναι μέρος της αμβροσίας κατά την ηδονήν».

Τέλος, αμβροσία καλούνταν στις θρησκευτικές τελετές ο κυκεών από νερό, λάδι και διάφορους καρπούς, όπως μνημονεύεται από τον Αθήναιο (ΧΙ, 473): «Η δ’ αμβροσία ύδωρ ακραιφνές, έλαιον, παγκαρπία».

Η ΦΑΛΛΙΚΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΜΒΡΟΣΙΑΣ
Η αμβροσία έχει καθαρά φαλλική σημασία. Οι θεοί φροντίζουν επιμελώς να φυλάσσουν για τους εαυτούς τους την αμβροσία για να διατηρούν την αθανασία τους και ζηλοτυπούν να μην παρέλθει αυτή στους κοινούς θνητούς, για να μην καταστούν και αυτή αθάνατοι.

Η αμβροσία λοιπόν είναι σπέρμα της ζωής, δηλαδή γεννητικό σπέρμα και νερό αναγεννητικό. Επομένως το δέντρο της αμβροσίας έχει την ίδια σημασία με το δέντρο του Αδάμ και το δέντρο της βροχής, οι οποίες σχετίζονται μεταξύ τους κατά την λαϊκή παράδοση και αποτελεί την αρχαιότερη και γενικότερα συνολική προσωποποίηση λόγω ακριβώς της ως άνω διπλής φύσεως της αμβροσίας.

Βρέθηκε η αρχαιότερη ζωγραφιά στον κόσμο

Αποτέλεσμα εικόνας για Βρέθηκε η αρχαιότερη ζωγραφιά στον κόσμοΈνα μικρό κομμάτι πέτρα, στο οποίο ζωγραφίστηκαν γραμμές κόκκινης ώχρας πριν από 73.000 χρόνια και βρέθηκε σε σπηλιά στη νότια ακτή της Νότιας Αφρικής, αποτελεί, όπως είπαν αρχαιολόγοι, την αρχαιότερη γνωστή ζωγραφιά που έχει γίνει από άνθρωπο.

Την έκαναν κυνηγοί- συλλέκτες (ή τροφοσυλλέκτες) που διέμεναν περιστασιακά στο σπήλαιο Μπλόμπος, περίπου 300 χλμ ανατολικά του Κέιπ Τάουν, σύμφωνα με τους ερευνητές. Είναι παλαιότερο από τις προηγούμενες θεωρούμενες ως αρχαιότερες ζωγραφιές κατά τουλάχιστον 30.000 χρόνια.

Αν και το σχέδιο φαίνεται στοιχειώδες, το ότι ζωγραφίστηκε τόσο παλιά είναι ιδιαίτερα σημαντικό, υποδεικνύοντας την ύπαρξη σύγχρονων δυνατοτήτων σκέψης στο είδος μας, Homo Sapiens, κατά τη Μέση Λίθινη Εποχή, ανέφεραν οι ερευνητές.

Η αρχαιότερη ζωγραφιά, που έχει γίνει με ώχρα, αποτελείται από μια σειρά από έξι ευθείες γραμμές, τις οποίες διαπερνούν τρεις ελαφρά καμπυλωτές. Το μήκος του κομματιού είναι περίπου 38,6 χιλιοστά και το πλάτος 12,8 χιλιοστά. Σύμφωνα με τον αρχαιολόγο Κρίστοφερ Χένσιλγουντ, του Πανεπιστημίου του Μπέργκεν στη Νορβηγία και του Πανεπιστημίου του Βιτβάτερσταντ στη Νότια Αφρική, πιθανότατα αποτελούσε το τμήμα μιας μεγαλύτερης ζωγραφιάς, σε μεγαλύτερη επιφάνεια.

«Θα διστάζαμε να το αποκαλέσουμε τέχνη. Είναι σίγουρα ένα αφηρημένο σχέδιο, και σίγουρα είχε κάποια σημασία για τον δημιουργό του, και πιθανότατα ήταν μέρος ενός κοινού συστήματος συμβόλων που κατανοούσαν και άλλοι άνθρωποι σε αυτή την ομάδα».

Έρχεται διαστημικό τηλεσκόπιο «για όλους»

Η ιδιωτική εταιρεία Planetary Resources αποκάλυψε ότι αναμένεται να βγεί στην αγορά ένα τηλεσκόπιο για τους απλούς πολίτες, εμνευσμένο από τον «Πόλεμο των Άστρων», που φιλοδοξεί να δραστηριοποιηθεί στο χώρο των εξορύξεων σε αστεροειδείς.
Κατά τον Έρικ Άντερσον, ιδρυτή της εταιρείας, το τηλεσκόπιο θα αποτελέσει ένα άνευ προηγουμένου εργαλείο για την εξερεύνηση του Διαστήματος.

Το ARKYD (όνομα εμπνευσμένο από τον κόσμο του «Star Wars») είναι σχεδιασμένο για τη λήψη φωτογραφιών υψηλής ανάλυσης από το βαθύ Διάστημα. Ωστόσο, εν αντιθέσει με άλλα διαστημικά τηλεσκόπια, όπως το Hubble, το ARKYD θα είναι διαθέσιμο στο ευρύ κοινό για σκοπούς έρευνας, αλλά και προσωπικού ενδιαφέροντος: όποιος επιθυμεί θα μπορεί να έχει πρόσβαση, για σκοπούς όπως, για παράδειγμα, ένα μάθημα σε αίθουσα σχολείου.

Όπως τόνισε σε δηλώσεις του ο Έρικ Άντερσον: «Βάζουμε μία webcam στον ώμο του Χριστόφορου Κολόμβου ενώ αυτός εξερευνά το νέο κόσμο…θα μπορείτε να έχετε την ευκαιρία να δείτε, να νιώσετε και να ακούσετε πώς είναι να εξερευνά κανείς το ηλιακό σύστημα» είπε σχετικά.

Η εταιρεία συνεργάζεται με την Virgin Galactic, που κατασκευάζει μικρούς δορυφόρους χαμηλής τροχιάς, για την εκτόξευση του ARKYD. Για την κατασκευή κάποιων τμημάτων του εξετάζεται το ενδεχόμενο συνεργασίας με το Μουσείο Πτήσης στο Σιάτλ, ενώ για τη συγκέντρωση των απαραίτητων κεφαλαίων η Planetary Resources έχει στραφεί στο ευρύ κοινό, μέσω της γνωστής υπηρεσίας crowdfunding Kickstarter. Ο στόχος είναι η συγκέντρωση 1.000.000 δολαρίων, και μέχρι τώρα έχουν συγκεντρωθεί 321.070 δολάρια, με 31 ημέρες να απομένουν για τη λήξη της διαδικασίας.

«Στόχος μας είναι ο εκδημοκρατισμός της πρόσβασης στο Διάστημα» εδώ και δεκαετίες, τα πράγματα ήταν «στρατιωτικοποιημένα και πολύ ακριβά». Το τηλεσκόπιο θα χρησιμοποιηθεί για την ανάλυση δεδομένων σχετικά με αστεροειδείς και για την ανάπτυξη περαιτέρω ανοικτού, crowdsourced λογισμικού και εξοπλισμού.

Φιλόσοφοι και Τεχνητή Νοημοσύνη

Στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα και κυρίως από τα τέλη της δεκαετίας του ’60 και μετά, δυο επιστημονικοί κλάδοι αναπτύχθηκαν παράλληλα συνάπτοντας μεταξύ του αμοιβαία δάνεια με αποτέλεσμα να είναι δύσκολο να αποτιμήσουμε πλέον ποιος χρωστάει σε ποιόν. Πρόκειται για τον κλάδο της Τεχνητής Νοημοσύνης και τον κλάδο των Νευροεπιστημών.

Η ιδέα των ερευνητών της Τεχνητής Νοημοσύνης ήταν να δημιουργήσουν ένα τεχνητό υπολογιστικό σύστημα που θα προσομοιώνει την λειτουργία του ανθρώπινου εγκεφάλου ενώ παράλληλα η ιδέα των νευροεπιστημόνων ήταν να περιγράψουν την λειτουργία του εγκεφάλου ως ένα πολύπλοκο υπολογιστικό σύστημα, μια μηχανή που «παράγει» τον νου, θα λέγαμε απλοϊκά.

Η διατύπωση ότι ο νους λειτουργεί ως υπολογιστικό σύστημα, έχει γίνει ήδη από τον Hobbes το 1651, αλλά θα μπορούσε να ανατρέξει κανείς και σε αντίστοιχες σκέψεις του Σωκράτη ή του Αριστοτέλη. O Hobbes υποστήριζε ότι πραγματοποιούμε νοητικούς υπολογισμούς, βασιζόμενοι σε μηχανιστικές αρχές που μπορούν να συγκριθούν με τους αριθμητικούς κανόνες. Ο συλλογισμός, σύμφωνα με τον Hobbes δεν είναι τίποτε άλλο παρά υπολογισμός που προσθέτει και αφαιρεί, ως επακόλουθο των λέξεων που έχουν προσυμφωνηθεί, ώστε να σηματοδοτούνται και να αποκτούν σημασία οι σκέψεις μας.

Η αρχή της θεωρίας που υποστηρίζει ότι η νόηση είναι προϊόν ενός λειτουργικού υπολογιστικού μηχανισμού μπορεί να αποδοθεί στον πατέρα της Τεχνητής Νοημοσύνης, τον άγγλο μαθηματικό και θεωρητικό της λογικής, Alan Turing. Το 1950, λίγα χρόνια πριν πεθάνει, ο Turing δημοσίευσε ένα νοητικό πείραμα που το ονόμασε παιχνίδι της μίμησης με το οποίο ήθελε να δείξει, ότι όπως σε ένα παιχνίδι μεταξύ ανθρώπων οι παίχτες σκέφτονται και πράττουν, έτσι και ένας υπολογιστής που μπορεί να παίξει αποτελεσματικά σε αυτό το παιχνίδι, σκέφτεται και πράττει σαν ένα ον με ανθρώπινη νοημοσύνη.

Στις αρχές του ’60 ο Hilary Putnam στην προσπάθειά του να αντικρούσει τον αναλυτικό συμπεριφορισμό (ένα ρεύμα που κυριαρχούσε τότε στους φιλοσοφικούς και ψυχολογικούς κύκλους) υποστήριξε ότι οι νοητικές λειτουργίες είναι αντίστοιχες με τις υπολογιστικές διαδικασίες των ηλεκτρονικών υπολογιστών. Η θεωρία εξελίχθηκε στη δεκαετία του ’70 από τον Jerry Fodor ο οποίος επισήμανε τον ρόλο της γλώσσας στις νοητικές λειτουργίες, προτείνοντας μάλιστα την υπόθεση ότι οι νοητικές λειτουργίες συνιστούν μια γλώσσα, η οποία έχει δικό της συντακτικό και νοηματικό περιεχόμενο και επηρεάζει αιτιωδώς τις νοητικές αναπαραστάσεις. Ο παράγων «γλώσσα» έπαιξε, στο εξής, θεμελιώδη ρόλο στην ανάπτυξη της Τεχνητής Νοημοσύνης όπως η αποκρυπτογράφηση του λειτουργικού μηχανισμού που παράγει τον νου, αποτέλεσε το άγιο δισκοπότηρο των νευροπιστημόνων ως τις μέρες μας.

Μέχρι στιγμής και οι δύο κλάδοι φαίνεται να είναι μακριά από τον στόχο τους. Οι μεν έρευνες για την Τεχνητή Νοημοσύνη απέχουν ακόμα πολύ από την κατασκευή ενός νοήμονος ρομπότ που να «σκέφτεται» και να συμπεριφέρεται σαν ανθρώπινο ον, οι δε νευροεπιστήμονες όσο και να σκανάρουν ή να ανατέμνουν τους εγκεφάλους δεν μπορούν να εξηγήσουν πως παράγεται και τι είναι η νόηση, τι είναι η συνείδηση, πως συγκροτείται το νόημα και πως δικαιολογείται το υποκειμενικό βίωμα της αισθητηριακής εμπειρίας.

Τα τελευταία δέκα – δεκαπέντε χρόνια έχει αρχίζει να «ακούγεται» η πιθανότητα ότι οι ερευνητικές προσπάθειες αλλά και τα εξηγητικά μοντέλα μπορεί να καταλήγουν σε αδιέξοδα, επειδή τα βασικά αξιώματα, οι βασικές αρχές που έχουν υιοθετηθεί και βάσει των οποίων πορεύονται οι έρευνες και οι εφαρμογές, είναι λάθος. Για παράδειγμα, μπορεί να είναι λάθος η παραδοχή ότι υπάρχουν νοητικές αναπαραστάσεις ή η παραδοχή ότι αποθηκεύονται στην μνήμη δεδομένα και πληροφορίες, κ.α. Ακόμα μπορεί να μας απομακρύνει από την κατανόηση του φαινομένου της νόησης η σύλληψη των ίδιων των στοιχειωδών μονάδων πληροφορίας, και των αισθητηριακών δεδομένων. Είναι σχεδόν βέβαιο δε, ότι η ίδια η γλώσσα μάς έχει παγιδέψει, στο βάθος του χρόνου, σε ένα πλαίσιο όπου ορισμένοι όροι αναπαράγονται και θεωρούνται δεδομένοι ως ισχύουσες καταστάσεις, ξεχνώντας συχνά ότι απλώς αποτελούν κατασκευασμένες σε κάποια εποχή και κάποιο θεωρητικό πλαίσιο έννοιες.

Η διατήρηση των ψυχολογικών όρων για παράδειγμα, η οντολογική αναφορά στον νου, η υπερτίμηση του ρόλου και η θεώρηση της ύπαρξης της συνείδησης, η αναφορά στον εαυτό και στην αυτοσυνειδησία, είναι μερικές μόνον περιπτώσεις.

Και τι δουλειά έχει ο Heidegger με όλα αυτά;

O Heidegger (και ορισμένοι επηρεασμένοι από αυτόν φαινομενολόγοι όπως ο Merleau-Ponty) διατύπωσαν μια διαφορετική θεώρηση για την ανθρώπινη νόηση και την σχέση της με την γλώσσα και το περιβάλλον, η οποία για πολλά χρόνια παρέμενε στη σκιά. Συγκεκριμένα ο Heidegger αντέκρουσε σε πολλά σημεία την καρτεσιανή υπόθεση (για την νόηση, την προθετικότητα ή κατευθυντικότητα, τις νοητικές αναπαραστάσεις κλπ) που φαίνεται ότι στοιχειώνει τα περισσότερα εξηγητικά μοντέλα ακόμα και σήμερα, την οποία μάλιστα κατηγόρησε ως υπεύθυνη για πολλές στοιχειώδεις παρανοήσεις.

Ο Hubert Dreyfus πριν 35 περίπου χρόνια εισήγαγε τον Heidegger στα μαθήματα επιστήμης ηλεκτρονικών υπολογιστών του ΜΙΤ (του Τεχνολογικού Πανεπιστημίου Μασαχουσέτης) με αποτέλεσμα να αρχίζει να αλλάζει ο τρόπος που «νοείται η νόηση» και ως εκ τούτου να σημειωθούν σημαντικά επιτεύγματα στην έρευνα της Τεχνητής Νοημοσύνης τα τελευταία 15 χρόνια. Ένα καίριο ζήτημα που τροποποιεί το πώς αντιλαμβανόμαστε την νοητική διαδικασία, είναι το ζήτημα των αναπαραστάσεων. Ο Dreyfus υποστηρίζει ότι:

συνήθως δεν έχουμε ανάγκη την αναπαράσταση του κόσμου στον νου μας, αφού ο καλύτερος τρόπος για να αντιληφθούμε την εκάστοτε κατάσταση των πραγμάτων, είναι να στραφούμε στον κόσμο όπως τον βιώνουμε.

Για παράδειγμα, βιώνω το σφυρί που χρησιμοποιώ όχι σαν ένα εργαλείο με κάποιες ιδιότητες που μπορεί να αναπαρασταθούν τυπικά, αλλά σαν αυτό που χρησιμοποιώ για να καρφώσω π.χ. ένα καρφί. Ο Dreyfus σχολιάζει, ότι:

η ιδέα της νοητικής αναπαράστασης είναι κατάλοιπο της Καρτεσιανής σκέψης,όπως η ιδέα της λειτουργίας του μυαλού ως υπολογιστικής μηχανής είναι κατάλοιπο της σκέψης του Hobbes και η ιδέα των καθολικών χαρακτηριστικών απομεινάρι από τον Leibniz.

Όλα αυτά συνέτειναν σε μια αναπαραστατική και υπολογιστική θεωρία, σύμφωνα με την οποία, η ανθρώπινη νοημοσύνη και η τεχνητή νοημοσύνη εξετάζονται με τους ίδιους λίγο πολύ όρους.

Πλάτων Φαίδρος: Έρως-Κάλλος-Διαλεκτική

Έρως και διαλεκτικός Λόγος

Η θετική διαλεκτική, δυνάμει της οποίας παριστάνεται η πολυδιάστατη δυναμική του Έρωτος στον Φαίδρο, ως συνέχεια –τρόπον τινά– μιας παρόμοιας δυναμικής του στο Συμπόσιο, μας φέρνει κοντά την εικόνα μιας εγγενούς σχέσης ανάμεσα στο αγαθό και το ωραίο. Πρόκειται για μια συνεχώς αυτo-αναγεννώμενη σχέση, που αποκτά τον χαρακτήρα της ερωτικής αγάπης για τη φιλοσοφική γνώση και η οποία εν τέλει καθιστά τον Έρωτα Φιλόσοφο. Ανάμεσα στον Έρωτα και τη Φιλοσοφία εφεξής σφυρηλατείται ένας εσωτερικός δεσμός, που μέλλει να προσδιορίσει, με ξεχωριστό τρόπο, την ιστορική πορεία της φιλοσοφίας. Τούτο σημαίνει πως η φιλοσοφία πια δεν παύει εις το διηνεκές να είναι η πιο ουσιαστική εκ-δήλωση του Έρωτος, όπως και αντίστροφα ο Έρως δεν παύει να αποτελεί τη θεά Εστία του φιλοσοφικού Είναι του ανθρώπου. Αλλά πώς νοείται ο Έρως στον παρόντα διάλογο; Νοείται ως Έρως του ιδεατού κάλλους. Ακριβώς γι’ αυτό, και στο πεδίο της ανθρώπινης ζωής συνάπτεται με την ευτυχία, με την ευδαιμονία, με την αρμονική ανάπτυξη σώματος και ψυχής και όχι με πάσης φύσεως ωφελιμισμό. Στις εποχές μας κυριαρχεί, εν πολλοίς, ο σεξιστικός ωφελιμισμός, ο οποίος όμως ψάλλεται και άδεται ως ο ύψιστος «Έρως», κυρίως από ανθρώπους με βάρβαρη ψυχή. Τέτοιους ανθρώπους συναντάμε διαχρονικά ‒μα και παροντικά κατ’ εξοχήν‒ ανάμεσα στους πολιτικούς και γενικότερα τους ανθρώπους-πρωταγωνιστές του κοινωνικού, πολιτικού και πολιτιστικού θεάματος, από τους οποίους οι πλείστοι αντλούν το «κάλλος» της ψυχής τους από τα καζίνα και τα σκυλάδικα. Ποτέ δεν βρίσκουμε τέτοιους χαμερπείς τύπους ανθρώπων ανάμεσα στους αληθινούς φίλους της σοφίας, σε εκείνους τους ευαίσθητους ανθρώπους που ψυχή τε και σώματι «μεταλαβαίνουν» με το «λάλον ύδωρ» από την αστείρευτη πηγή της φιλοσοφίας. Μα, μπορεί να αντιτάξουν κάποιες μαθήτριες-φοιτήτριες, ο τάδε ή ο δείνα καθηγητής της φιλοσοφίας μας παρενοχλεί σεξουαλικά και δεν μας αφήνει σε χλωρό κλαρί, προκειμένου να μας περάσει στο/στα μάθημά/μαθήματά του. Απλώς, κυρίες μου και κύριοι, τέτοιος/οι τύπος/οι φιλοσόφου/ων δεν έχει/ουν καμιά σχέση με τη φιλοσοφία, ακόμη κι αν έχει/ουν γράψει δεκάδες βιβλία· απεναντίας ανήκει/ουν στη χορεία των εκπορνευμένων συνειδήσεων, που στο παραμικρό σφύριγμα της κάθε άνομης ή εκφυλισμένης εξουσίας του κοινωνικο-πολιτικού θεάματος γίνονται πιστοί υπηρέτες και σκληροί εξουσιαστές. 

Ο Πλάτων, στον Φαίδρο ήδη, αλλά και σε άλλα σχετικά έργα του, καυτηριάζει με δριμύτητα την κακότητα τέτοιων τύπων ψυχών, που ο λόγος τους και η ψυχή τους, στην εκκλησία του Δήμου αλλά και σε κάθε άλλο δημόσιο χώρο, ταιριάζει σε μαουνιέρηδες [: πλατωνικός όρος του διαλόγου Φαίδρος] και όχι σε δημόσια πρόσωπα. Σε μια παρόμοια γλώσσα με την πλατωνική μιλάει και ο Χέγκελ για το υπό συζήτηση θέμα:

«Ο Πλάτων συνέλαβε στην αλήθεια της τη βασική αρχή του Σωκράτη, σύμφωνα με την οποία η ουσία ενοικεί στη συνείδηση, είναι η ίδια η συνείδηση: ότι το απόλυτο πρέπει να αναζητείται στη σκέψη και πως κάθε πραγμα­τικότητα είναι σκέψη, ‒ όχι η μονομερής σκέ­ψη ή εκείνη του κίβδηλου ιδεαλισμού, κατά τον οποίο η σκέψη επανεμφανίζεται στη μια πλευρά και συλλαμβάνει τον εαυτό της ως συνειδητή σκέψη, ενώ από την άλλη πλευρά στέ­κεται η πραγματικότητα, παρά η σκέψη, που περικλείει σε μια ενότητα πραγματικότητα και σκέπτεσθαι, η έννοια και η πραγματικότητά της στην κίνηση της επιστήμης, ‒ η Ιδέα ενός επιστημονικού Όλου» (Πλάτων Φαίδρος, σ. 19)­.

Πράγματι, ο Πλάτων στο υπό συζήτηση έργο του, μας εξοικειώνει με έναν αυθεντικά Ερωτικό Λόγο, με ένα εύρυθμο και μελωδικό διαλέγεσθαι, που φέρνει κοντά μας όλες εκείνες τις λέξεις, τις προτάσεις, τις έννοιες, τις σκέψεις που περιέχει ο κόσμος των ανθρώπων και των πραγμάτων. Τα πάντα τώρα είναι πλημμυρισμένα από το Φως και το Κάλλος. Όλοι οι σκοτεινοί μηχανισμοί της εποχής του Πλάτωνος αλλά και της δικής μας κινούνται μέσα στο σκότος και την ασχήμια του Χάους. Μισούν το Φως και το Κάλλος. Γι’ αυτό και όχι σπάνια φαντάζουν στα μάτια των πολλών ως παντοδύναμοι, αν και είναι «γίγαντες» με πήλινα πόδια. Για να φαίνονται παντοδύναμοι αγκαλιάζουν το χυδαίο του καθημερινού βίου, το αριστερό άλογο κατά Πλάτωνα που είναι πάντοτε βίαιο και υβριστικό, και υπαγορεύουν αντίστοιχους ρόλους· κάτι δηλαδή παρόμοιο σαν τις φοβερές εκείνες αφηγηματικές εικόνες, που μας παρουσιάζει ο Ντιντερό στον ανιψιό του Ραμώ.

Όπου απουσιάζει η φιλοσοφική παιδεία, εκεί κυριαρχεί ο παραπειστικός λόγος, σε όλα τα επίπεδα της ζωής, και διώκεται το αγαθό, το όμορφο, το εύρυθμο, το άριστο. Η φιλοσοφική, επομένως, υπέρβαση του χυδαίου έρωτα και του ολικού εκχυδαϊσμού της ζωής, θεματοποιείται στον Φαίδρο με συνομιλίες γύρω από την ομορφιά και ως διαλεκτική διαπάλη ανάμεσα στην καθημερινή, τη φθαρμένη και διεφθαρμένη μοχθηρία της κακότροπης ψυχής και στη νοητή πρόσληψη του Κάλλους, ανάμεσα στη μόρφωση και την παραμόρφωση της ψυχής του νέου και του ανθρώπινου πλάσματος, ανάμεσα στο θείο λόγο του φιλοσόφου, ως εραστή του απόλυτου Κάλλους, της απόλυτης αρμονίας, και τον παραπλανητικό λόγο του ρήτορα, του σοφιστή, του πολιτικού, ως κατασκευαστή επιδεικτικών, «ερωτικών» λόγων και ως κομιστή σοφιστικών τεχνασμάτων τόσο περί τα ερωτικά όσο και περί τα πολιτικά. Τώρα λοιπόν πρέπει η αληθινή φιλοσοφία να προχωρήσει πέρα από κάθε λογής καλοστημένη σοφιστεία και να πλησιάσει την ψυχή, το πνεύμα του ανθρώπου, όχι ως κάτι το μεμονωμένο ή ξεχωριστό, αλλά στον καθολικό της/του χαρακτήρα ως ένα όλο. Όπου επικρατεί η σοφιστεία και όχι η διαλεκτική, μας λέει ο Χέγκελ, κατά το πρότυπο του Πλατωνικού Φαίδρου, εκεί «νομιμοποιεί» κανείς το «δικαίωμα», να κλέβει, να εξαπατά, να βιάζει, να εκβιάζει και τελικά να προδίδει την πατρίδα του. Ακριβώς δηλαδή ό,τι επιφυλάσσει στην κοινωνία και την πολιτεία το αριστερό άλογο, και τότε και τώρα, όταν καταλάβει την εξουσία.

Να γιατί, στον υπό συζήτηση διάλογο, δεν έχουν θέση τα εγκώμια, που συναντάμε στο Συμπόσιο, παρά μια καθολική θεώρηση του ανθρώπου και του κόσμου. Όποιος θέλει να μελετήσει τον άνθρωπο, μας λέει ο φιλόσοφος, δεν μπορεί παρά να στοχεύει στο κέντρο: στην ψυχή του. Σε τούτο το κέντρο στοχεύει και ο ρητορικός-πολιτικός και ο φιλοσοφικός λόγος, αλλά με διαφορετικό τρόπο και μέθοδο, όπως και για διαφορετικό σκοπό. Ο πρώτος θέλει να σταλάξει στην ψυχή την πειθώ, τον ιδεολογικό της πειθαναγκασμό, ο δεύτερος την αλήθεια. Ως εκ τούτου, ο μεν πρώτος σφυροκοπάει την ψυχή με γραπτούς, επιδεικτικούς λόγους, που μεγαλοποιούν, ήτοι παραποιούν την πραγματικότητα κατά το δοκούν, αφήνοντας την αλήθεια να πάει στο καλόˑ ο δεύτερος, απεναντίας, δια-λέγεται, καλλιεργεί τη μνήμη και πάντοτε εκτυλίσσεται ως ανάμνηση της πρωταρχικής θέασης του ύψιστου Κάλλους. Επομένως δεν αισθάνεται την ανάγκη να απολογείται σε ό,τι ηδονίζει τη μάζα κατά τη σκοπιμότητα της στιγμής, ούτε ενδιαφέρεται να προβάλλει το εύλογο, την εικασία, την αληθοφάνεια, αλλά παρακολουθεί πιστά, μέσα από την ανάμνηση, την εικόνα και την ενέργεια της ζωντανής ψυχής.

Αυτή την εικόνα και ενέργεια μας παρουσιάζει ο Πλάτων στο δεύτερο λόγο του Σωκράτη, στην παλινωδία. Πρόκειται για αληθινό μνημείο Λόγου, όπου η ζωή δηλώνεται ως παρ-ουσία, ουσία συμπορευόμενη με την αθανασία και αυτοκινησία της ψυχής. Ο Σωκράτης διηγείται, ανάμεσα στα άλλα, τον μεγάλο μύθο της ψυχής στα χνάρια του πνευματικού πολιτισμού της εποχής. Ετούτη η διήγηση, στη διαχρονική της ισχύ, έρχεται να μας υπενθυμίσει πως ο Έρως, ως αυθεντικός τοιούτος, ως Έρως του υπέρτατου, του αδιάψευστου κάλλους, δεν αποστρέφεται το υπάρχον, ως πολιτισμό, κοινωνία, πολιτεία κ.λπ., αλλά ενυπάρχει λιγότερο ή περισσότερο, εντελώς ή ατελώς, μέσα στην ίδια τούτη την πραγματικότητα ως δυνητική ενέργεια κάθαρσης του πολιτισμού από καθετί το χαμερπές, το διεφθαρμένο, το παράλογο, το διεστραμμένο, το θολό, το κακό, το άσχημο. Την κάθαρση τούτη συμβολίζει ο Έρως, ως φιλόσοφος Έρως, και την πραγμάτωσή της καθιστά εφικτή μόνο ο ερωτικός φιλόσοφος με τον αρμονικό του Λόγο/λέγειν.

 Πώς τον φιλοτεχνεί στον Φαίδρο ο Πλάτων; Δια του Σωκράτη, που μοχθεί να γίνει ένα με τη ζωντανή εκδίπλωση των μορφών της ιερής μανίας και με τη μυσταγωγία του Έρωτος. Είναι ακριβώς αυτή τούτη η γεμάτη θεό μανία, που συνιστά θεία δωρεά και εξοπλίζει τους ανθρώπους με συγκεκριμένες μορφές έμπνευσης, όπως μαντική, προφητική, ποιητική, ερωτική. Απέναντι στον ωφελιμιστικό «έρωτα», που εισηγήθηκε ο Λυσίας ορθώνεται τώρα ο ευδαιμονικός έρως. Για να δείξει τη δύναμη και τη σημασία αυτού του τελευταίου ο Πλάτων, αφού πρώτα περιγράψει, δια στόματος του Σωκράτη, το κοσμικό πανόραμα, την εικόνα του ουράνιου και υπερουράνιου τόπου, τη σφαίρα του κόσμου και το νόμο της Αδράστειας, δηλ. της μοίρας, καταπιάνεται με τη φύση της ψυχής., όπου έχει την έδρα του ο Έρως. Σύμφωνα με το μύθο, η ψυχή σύρεται από δυο άλογα, στο άρμα του ηνιόχου, απόλυτα αντίθετης νοο-τροπίας:

     1. το δεξί, κατά τη φορά του άρματος, είναι το ενάρετο, το λογικό, το πεπληρωμένο αισθητικά και ηθικά· 2. το αριστερό είναι το ατίθασο, το κακό, το βίαιο, το παρ-άλογο, ο μαουνιέρης. Τα δυο άλογα είναι οι δυο αντιθετικοί τύποι της ψυχής, τους οποίους ηνιοχεί ο νους. Στο άρμα των ψυχών, ο ηνίοχος νους συνεργάζεται πλήρως με το άλογο-την ψυχή, που βρίσκεται στα δεξιά του, για να δαμάσει, να ανυψώσει προς τα άνω, προς το Κάλλος, το αριστερό άλογο. Αλλά εις μάτην, γιατί η βαρβαρότητα του τελευταίου είναι σύμφυτη με τη χυδαία συμπεριφορά του, όπως ακριβώς συμβαίνει και με το αριστερό άλογο της χυδαίας πολιτικής εξουσίας των καιρών μας. Ως προς ετούτη την τελευταία, δυστυχώς, όλα τα άλογά της είναι υποδιαιρέσεις του ενός αριστερού αλόγου.

Ο αμαξηλάτης–νους επιχειρεί να τιθασεύσει το ατίθασο άλογο και να οδηγήσει το φτερωτό άρμα προς το υπεραισθητό κάλλος. Η ανάβαση τούτη παριστά την πράξη που κάνει τον φιλόσοφο ερωτικό και τον έρωτα φιλοσοφικό. Το μαινόμενο εδώ διαλεκτικό αγώνισμα είναι σύμφυτο με το Είναι του ανθρώπου. Όποιος το συνειδητοποιεί και δεν μένει στα μισά του δρόμου, συνεχίζει, μέσα από όλες τις ανασχέσεις, τη μεγάλη πορεία προς το Κάλλος και πραγματώνει τη φιλοσοφία ως αγάπη της σοφίας, ως πεφωτισμένο βίο. Αυτή είναι η γραμμή, όπου κινείται ο φιλόσοφος εραστής, καθώς με τη θέαση και το άγγιγμα της ομορφιάς του ανθρώπινου σώματος ξαναθυμάται δυνατά το αιώνιο που είδε κάποτε η ψυχή του. Η ομορφιά εν τέλει, στην περιοχή του εμπειρικού κόσμου, είναι παρούσα με τη μορφή εκείνων των φιλοσοφικών ιδεών ή εκείνης της Ιδέας, που φωτίζει πέρα ως πέρα τα έξω και τα έσω της ανθρώπινης ύπαρξης, που συγκροτεί το εσωτερικό της ρεύμα και την οδηγεί, πάνω από τα συντρίμμια της καθημερινής ζωής, προς το ανώτερο, το τέλειο, το άριστο με Λόγο και Έργο. Ποιος φοβάται το άριστο; Το αριστερό άλογο παντός καιρού, τόπου, απόχρωσης, ιδεολογίας, πολιτικής, συνείδησης.

Αρχαία Ελληνική Κωμωδία: Δομή της Αρχαίας Κωμωδίας - Επιρρηματικοί αγώνες

1. Είναι απόλυτα φυσικό, και το περιμέναμε, οι Κωμωδίες να περιέχουν λογής λογής συγκρούσεις: διαφωνίες, αντεγκλήσεις, αντιδικίες, ακόμα και πολεμικές αψιμαχίες.
 
Σημαντική και ως ένα σημείο απροσδόκητη είναι η διαπίστωση ότι στο πλαίσιο της Αρχαίας Κωμωδίας οι περισσότερες από αυτές τις συγκρούσεις ακολουθούν ένα σταθερό σχήμα, αυτό που οι φιλόλογοι αναγνωρίζουν και ορίζουν ως Επιρρηματικό Αγώνα.
 
2. Στην παραδοσιακή κρυσταλλωμένη μορφή τους οι Επιρρηματικοί αγώνες έχουν την ακόλουθη μορφή:
 
(α) Ωδή
(β) Κατακελευσμός
(γ) Επίρρημα
(δ) Πνίγος
~
~
~
~
(ε) Αντωδή
(Ϛ) Αντικατακελευσμός
(ζ) Αντεπίρρημα
(η) Αντίπνιγος
 
(θ) Σφραγίδα
 

3. Ωδή και Αντωδή ανήκουν στον Χορό, που σχολιάζει το αντικείμενο, τα πρόσωπα και τις συνθήκες της σύγκρουσης. Στόχος τους να τονιστεί η ποιότητα των αντιπάλων, το πάθος, η σφοδρότητα και η σημασία της διαφωνίας. Το ίδιο και οι δύο πρώτοι απαγγελτικοί στίχοι μετά το τραγούδι, ο Κατακελευσμός και ο Αντικατακελευσμός, όπου ο Χορός δίνει διαδοχικά το λόγο στον έναν από τους δύο αντίμαχους και τον ενθαρρύνει να υπερασπίσει τη θέση του. Χαρακτηριστικό για τη μεταβατική λειτουργία τους είναι ότι Κατακελευσμός και Αντικατακελευσμός, αν και νοηματικά αποτελούν συνέχεια και συμπλήρωμα των τραγουδιών που προηγήθηκαν ξεκινούν πάντα με το ἀλλά, που υποδηλώνει καινούρια αρχή, και ακολουθούν το μέτρο των Επιρρημάτων που θ᾽ ακολουθήσουν.
 
4. Το Επίρρημα και το Αντεπίρρημα, συνθεμένα σε ιαμβικά, τροχαϊκά ή αναπαιστικά τετράμετρα, είναι απαγγελτικά μέρη όπου με τη σειρά του καθένας αντίμαχος υποστηρίζει τη θέση του, αναιρεί τα επιχειρήματα του αντιπάλου του, συχνά και τον κατηγορεί, τον λοιδορεί και τον διαβάλλει. Η ρητορική φύση είναι φανερή στις αγορεύσεις, και σωστά υποστηρίζεται πως αυτά τα μέρη -όπως άλλωστε και οι αντίστοιχοι Αγώνες λόγων της Τραγωδίας- έχουν επηρεαστεί από τις σοφιστικές εριστικές αντιλογίες. Πέρα από αυτό, η ισότητα ευκαιριών που προσφέρεται στους δύο ομιλητές συνταιριάζει απόλυτα με τη δικονομική τάξη των αθηναϊκών δικαστηρίων και τη δημοκρατική έννοια της ισηγορίας γενικότερα.
 
5. Το Πνίγος και το Αντίπνιγος δεν είναι παρά οι κατακλείδες του Επιρρήματος και του Αντεπιρρήματος που προηγήθηκαν. Είναι συνθεμένα στο ίδιο μέτρο, όχι όμως σε τετράμετρους στίχους, αλλά σε ελεύθερα, συνήθως δίμετρα, συστήματα, έτσι ώστε ο αγορητής να μπορεί να επιταχύνει συνεχώς την εκφορά τους ως τη μία και μοναδική ακροτελεύτια μετρική κατάληξη.
 
6. Η Σφραγίδα, το πιο ποικιλόμορφο στοιχείο των Αγώνων, ακολουθεί το Αντίπνιγος, εκφέρεται από το Χορό, και μπορεί να είναι λιγόστιχη ή πολύστιχη, τραγουδιστική ή απαγγελτική, έμμετρη ή και πεζή. Νοηματικά η Σφραγίδα εκφράζει το αποτέλεσμα του Αγώνα, επαινεί και επιβραβεύει έναν από τους αντιπάλους, ή/και χαράζει προοπτικές για την εφαρμογή της θέσης που επικράτησε. Έτσι, παράδειγμα, στους Ιππείς, μετά την σύγκρουση του Κλέωνα με τον Αγοράκριτο, ο Χορός χαιρετίζει ως νικητή τον τελευταίο: ὦ γεννικώτατον κρέας ψυχήν τ᾽ ἄριστε πάντων / καὶ τῇ πόλει σωτὴρ φανεὶς ἡμῖν τε τοῖς πολίταις … (457-8)· κάπως διαφορετικά στους Βατράχους, μετά τον Αγώνα του Αισχύλου με τον Ευριπίδη, ο Χορός διαπιστώνει απλά και μόνο πως θα είναι εξαιρετικά δύσκολο ένας από τους δύο ποιητές να υπερτερήσει (1099κκ.).
 
7. Όπως πάλι θα το περιμέναμε, το σχήμα δεν τηρείται πάντα με αυστηρότητα, αλλά παραλλάζει ανάλογα με τη βούληση του ποιητή και τις συνθήκες του έργου· και δεν απορούμε διαπιστώνοντας ότι στις Εκκλησιάζουσες και στον Πλούτο, έργα που ανήκουν στη Μέση Κωμωδία, το σχήμα του Επιρρηματικού αγώνα παρουσιάζεται μισό, με μία μόνο Ωδή, Κατακελευσμό, Επίρρημα και Πνίγος!
 
8. Ιδιαίτερα χαλαρή είναι η εφαρμογή του σχήματος σε Επιρρηματικούς αγώνες όπου η σύγκρουση δε διεξάγεται με λόγια, αλλά με συμπλοκές, οπότε οι μελετητές συμβαίνει να μιλούν για Σκηνές μάχης και για Αγώνες όπλων (P. Mazon). Στις περιπτώσεις αυτές ο Χορός δεν είναι μόνο παρατηρητής και διαιτητής, αλλά και αντίμαχος, οπότε συμβαίνει, παράδειγμα, να ενθαρρύνει με τον Κατακελευσμό τον ίδιο τον εαυτό του, ή/και ν᾽ αναγνωρίζει με τη Σφραγίδα την ήττα του! Αγώνες λόγων και Αγώνες όπλων συμβαίνει να συνδυάζονται στο γενικότερο σχήμα της Διαλλαγής.
 
9. Το σταθερό σχήμα των Επιρρηματικών αγώνων αναγνωρίστηκε, και ο όρος καθιερώθηκε από τους γερμανούς φιλολόγους του 19ου αιώνα A. Rossbach, R. Westphal, Th. Zielinskiκαι Th. Berg. Ακολούθησαν πολλοί, και η μελέτη του φαινομένου ολοκληρώθηκε με τη μονογραφία του Th. Gelzer, Der Epirrhematische Agon bei Aristophanes, Zetemata23, München: Beck 1960· βλ. και Ν. Παπαγεωργίου, «Οι Αγώνες λόγων στο έργο του Αριστοφάνη: η περίπτωση των Σφηκών», στον τόμο Αττική Κωμωδία. Πρόσωπα και Προσεγγίσεις, Αθήνα: Gutenberg 2011, σ. 395-411.