Τρίτη, 3 Νοεμβρίου 2015

Αρχαία Ελληνική Γραμματολογία, Εισαγωγή

Γενικές έννοιες[1]

Απ᾽ ό,τι κάλλη έχει άνθρωπος, τα λόγια έχουν τη χάρη
να κάμουσι κάθε καρδιά παρηγοριά να πάρει
κι οπού κατέχει να μιλεί με γνώση και με τρόπο
κάνει και κλαίσι και γελούν τα μάτια των ανθρώπω.
Β. Κορνάρος, Ερωτόκριτος Α' 887-90[2]

Η ελληνική γλώσσα, όπως και κάθε γλώσσα, δίνει σε όσους τη γνωρίζουν τη δυνατότητα να επικοινωνούν, δηλαδή να εκφράζουν τις σκέψεις και τα αισθήματά τους, να μεταδίδουν ο ένας στον άλλον πληροφορίες, να διηγούνται, να διατυπώνουν παρακλήσεις ή εντολές, να υποβάλλουν ερωτήματα κλπ.

Ο καθένας, για να επικοινωνήσει, διαλέγει και συνδυάζει τις λέξεις που αποδίδουν ό,τι έχει να πει και είτε τις εκφέρει προφορικά είτε τις καταγράφει. Και στις δύο περιπτώσεις αποτέλεσμα είναι ένας λόγος: λόγος προφορικός στην πρώτη περίπτωση, λόγος γραπτός στη δεύτερη.[3]

Οι άνθρωποι μιλούμε και γράφουμε συχνά, αλλά όχι πάντα με τον ίδιο τρόπο. Αλλιώς θα μιλήσει ή θα γράψει κανείς στους γονείς του, αλλιώς στους φίλους του, αλλιώς σε κάποιον άγνωστο, αλλιώς στον προϊστάμενό του, αλλιώς στο αγαπημένο πρόσωπο. Και πάλι, διαφορετική μορφή θα πάρει ο λόγος αν προορίζεται απλά και μόνο να μεταδώσει μια πληροφορία, διαφορετική μορφή αν είναι να εκφράσει φόβο, λαχτάρα, ή άλλο συναίσθημα, διαφορετική μορφή αν έχει σκοπό να διασκεδάσει, και πάλι διαφορετική αν προορίζεται για να διδάξει, να πείσει, ή και να γοητέψει τον ακροατή ή τον αναγνώστη. Έτσι, τα είδη του λόγου, ή καλύτερα οι τρόποι της ομιλίας και της γραφής είναι πολλοί, συνδυάζονται συχνά, και μόνο σε γενικές γραμμές μπορούμε να ορίσουμε κάποια κριτήρια και να ξεχωρίσουμε κατηγορίες.

Τα λόγια που ανταλλάσσουν οι άνθρωποι στην καθημερινή τους συναναστροφή είναι συνήθως απλά και αφρόντιστα. Συμβαίνει όμως αυτός που μιλά ή που γράφει να προσπαθήσει, συνειδητά ή ασυναίσθητα, να διαμορφώσει τον λόγο του με τρόπο που να κάνει καλή εντύπωση, να τον πιστέψουν, και γενικά να πετύχει αυτό που επιδιώκει. Στις περιπτώσεις αυτές ο λόγος του λέμε πως είναι ξεχωριστός, φροντισμένος.

Κατά κανόνα, αλλά υπάρχουν και εξαιρέσεις, ο γραπτός λόγος είναι πιο φροντισμένος από τον προφορικό, καθώς όλοι ξέρουμε ότι τα λόγια ακούγονται μια φορά και χάνονται, αλλά τα γραπτά μένουν.

Ιδιαίτερα φροντισμένος είναι συνήθως ο δημόσιος λόγος, τόσο ο προφορικός, όταν απευθύνεται σε μεγάλο ακροατήριο, όσο και ο γραπτός, όταν προορίζεται να πολλαπλασιαστεί με την τυπογραφία ή άλλο μέσο και να δημοσιευτεί.

Η πιο συνηθισμένη περίπτωση φροντισμένου λόγου είναι βέβαια ο έντεχνος λόγος, όπου ο ομιλητής ή ο συγγραφέας ακολουθεί σε γενικές γραμμές τους κανόνες της τέχνης του λόγου - άλλος συνειδητά, αν είναι μελετημένος, άλλος από φυσική κλίση. Και στις δύο περιπτώσεις ο λόγος τους, προφορικός ή γραπτός, εντάσσεται στη λογοτεχνία.

Στον έντεχνο λόγο ανήκουν ολοφάνερα ως λογοτεχνήματα όλα τα ποιητικά έργα, είτε προορίζονται να τραγουδηθούν ή να απαγγελθούν, είτε γράφτηκαν μόνο για να διαβάζονται. Τα ποιητικά έργα έχουν όλα ρυθμό, τα περισσότερα έχουν και μέτρο, δηλαδή χωρίζονται σε ρυθμικές ενότητες με προκαθορισμένη έκταση· τα τραγουδιστικά έχουν και μελωδία.

Έντεχνος δεν είναι βέβαια μόνο ο ποιητικός αλλά και ο πεζός λόγος, γραπτός και προφορικός. Η γιαγιά που διηγείται ένα παραμύθι, ο ρήτορας που αγωνίζεται να πείσει ή να συγκινήσει το πλήθος, ο μυθιστοριογράφος - όλοι, στο μέτρο που συνειδητά ή ασυναίσθητα αξιοποιούν τους τρόπους και τις δυνατότητες του έντεχνου λόγου, χαρακτηρίζονται λογοτέχνες και τα έργα τους ανήκουν στη λογοτεχνία.

Αξιοσημείωτη στην ιδιοτυπία της είναι η λαϊκή λογοτεχνία. Περιλαμβάνει έργα ποιητικά και πεζά (παροιμίες, μύθους, παραμύθια, δημοτικά τραγούδια κλπ.) που διαδίδονται προφορικά, από στόμα σε στόμα. Είναι όλα έργα ανώνυμα, από την άποψη ότι κανείς δεν ξέρει ποιος είχε κάποτε την έμπνευση και ποιος διατύπωσε πρώτος αυτό που όταν ακούστηκε άρεσε, υιοθετήθηκε και στη συνέχεια διαδόθηκε στους πολλούς. Χαρακτηριστικό των έργων της λαϊκής λογοτεχνίας είναι και ότι απαντούν σε πολλές παραλλαγές, καθώς καθένας νιώθει ελεύθερος να τα παρουσιάσει όπως προτιμά, αλλάζοντας ή απομακρύνοντας ό,τι δεν του αρέσει, ή και προσθέτοντας κάτι καινούργιο. Σε αυτή την αδιάκοπη προσαρμογή και βελτίωση οφείλουν τα λαϊκά έργα την υψηλή τους ποιότητα.

Αντικείμενο της γραμματολογίας είναι ο κάθε λόγος, προφορικός ή γραπτός, απλός ή φροντισμένος, έντεχνος ή άτεχνος. Επειδή όμως και τον προφορικό λόγο στο πέρασμα του χρόνου δε μπορεί κανείς να τον εξετάσει παρά μόνο στην καταγραμμένη του μορφή, η γραμματολογία λέμε ότι μελετά τα γράμματα μιας ορισμένης γλώσσας και εποχής. Διαφορετική από τη γραμματολογία, η ιστορία της λογοτεχνίας έχει αποκλειστικό αντικείμενο τον έντεχνο λόγο, τα λογοτεχνήματα μιας ορισμένης εποχής και γλώσσας.[4]
---------------------
1 Περισσότερα για τις βασικές γλωσσολογικές έννοιες βλ. προηγούμενες αναρτήσεις: Ιστορία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας.

2 Το ίδιο έχει πει και ένας σοφιστής του 5ου π.Χ. αι., ο Γοργίας, στο Ἑλένης ἐγκώμιον 8: «Ο λόγος είναι μεγάλος δυνάστης, που με σώμα μικρό και φτενό πραγματώνει έργα θεοτικά· μπορεί, βλέπεις, και χαρά να δώσει και λύπη ν᾽ αποδιώξει, και τον φόβο να σταματήσει και τη συμπόνια ν᾽ αβγατίσει».

3 Ο διαχωρισμός του προφορικού από τον γραπτό λόγο δεν είναι πάντα εφικτός. Σε ποια κατηγορία να εντάξουμε π.χ. τα θεατρικά έργα; Σε ποιο είδος λόγου ανήκει μια διάλεξη, όταν ο ομιλητής διαβάζει από χειρόγραφο; Πώς να χαρακτηρίσουμε τα στενογραφημένα πρακτικά της Βουλής και τις απομαγνητοφωνημένες συζητήσεις των συνεδρίων;

4 Στη μελέτη της ελληνικής αρχαιότητας η γραμματολογία και η ιστορία της λογοτεχνίας τείνουν να ταυτιστούν, καθώς όλα σχεδόν τα κείμενα που μας σώζονται είναι φροντισμένα, και τα περισσότερα λογοτεχνικά.

Αρχαία ελληνικά γράμματα

Είπαμε ότι η γραμματολογία «μελετά τα γράμματα μιας ορισμένης γλώσσας και εποχής». Έτσι, η δική μας Αρχαία ελληνική γραμματολογία μελετά όλα τα μνημεία του λόγου που είναι γραμμένα στην ελληνική γλώσσα, όπως τη μίλησαν και την έγραψαν όχι μόνο οι Έλληνες αλλά και πολλοί ξένοι στους είκοσι και παραπάνω αιώνες της αρχαιότητας. Το αντικείμενο είναι τεράστιο: χιλιάδες κείμενα, μικρά μεγάλα, που σωστό είναι, για να τα μελετήσουμε, να τα χωρίσουμε σε κατηγορίες (α) ανάλογα με τη μορφή και το περιεχόμενό τους, και (β) ανάλογα με την εποχή της συγγραφής τους.

Ανάλογα με τη μορφή και το περιεχόμενο τα κείμενα κατατάσσονται, σε γενικές γραμμές, σύμφωνα με τον παρακάτω πίνακα. Ο πίνακας είναι σωστός· όχι όμως και ολοκληρωμένος, καθώς καθεμιά από τις κατηγορίες της τρίτης στήλης περιλαμβάνει πολλά ακόμα επιμέρους είδη, που θα τα γνωρίζουμε ένα ένα, όταν τα συναντούμε.


Κατάταξη των αρχαίων ελληνικών κειμένων ανάλογα με τη μορφή και το περιεχόμενό τους

Χρονολογικά, η αρχή της ελληνικής αρχαιότητας τοποθετείται γύρω στο 2000 π.Χ., όταν τα πρώτα ινδοευρωπαϊκά φύλα άρχισαν να διεισδύουν στον ελλαδικό χώρο· το τέλος της ορίζεται συμβατικά στο 330 μ.Χ., τότε που η ίδρυση της Κωνσταντινούπολης σηματοδότησε το ξεκίνημα της βυζαντινής αυτοκρατορίας.

Πιο δύσκολος είναι ο χωρισμός της ελληνικής αρχαιότητας σε περιόδους. Ο πρώτος χωρισμός σε μια προϊστορική και μιαν ιστορική περίοδο γίνεται συνήθως με κριτήριο τη γραφή: στην προϊστορία ανήκουν οι πολλοί αιώνες πριν από την επινόηση της γραφής, στην ιστορία οι αιώνες μετά την επινόηση και τη χρήση της. Τι να πούμε όμως, όταν η γραμμική Β γραφή των Μυκηναίων, που χρησιμοποιήθηκε από το 1600 ως το 1200 π.Χ., ξεχάστηκε, και μεσολάβησαν αρκετοί αιώνες ώσπου να σχηματιστεί μια νέα γραφή, βασισμένη στα φοινικικά γράμματα.[5]

Γραμμένα στη γλώσσα μας, τα κείμενα των μυκηναϊκών πινακίδων ανήκουν στην ελληνική γραμματεία. Ωστόσο, όσες πινακίδες βρέθηκαν και διαβάστηκαν ως τώρα δεν περιέχουν παρά σημειώσεις για διοικητικά και οικονομικά θέματα. Έτσι, από την άποψη του απαρτισμένου ελληνικού λόγου, τα ελληνικά γράμματα και μαζί τους η ιστορική περίοδος της ελληνικής αρχαιότητας ξεκινούν τον 8ο π.Χ. αι. με τα ομηρικά έπη.

Στην ιστορική περίοδο της ελληνικής αρχαιότητας ξεχωρίζουμε τις ακόλουθες εποχές:

Ομηρική εποχή: 8ος π.Χ. αι.

Αρχαϊκή εποχή: 7ος και 6ος π.Χ. αι.

Κλασική εποχή: 5ος και 4ος π.Χ. αι. - Από την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας (508 π.Χ.) ως τον θάνατο του Μεγαλέξανδρου (323 π.Χ.)

Αλεξανδρινή ή Ελληνιστική εποχή: 3ος, 2ος και 1ος π.Χ. αι. - Από τον θάνατο του Μεγαλέξανδρου (323 π.Χ.) ως τη ναυμαχία του Ακτίου (31 π.Χ.)

Ελληνορωμαϊκή εποχή: 1ος, 2ος και 3ος μ.Χ. αι. - Από τη ναυμαχία του Ακτίου (31 π.Χ.) ως την ίδρυση της Ρωμαϊκής Κωνσταντινούπολης (330 μ.Χ.)

Κάθε περίοδος παρουσιάζει ορισμένα κυρίαρχα χαρακτηριστικά, που θα τα μελετήσουμε στο αντίστοιχο κεφάλαιο· πρέπει όμως να τονίσουμε ότι ο διαχωρισμός μιας ιστορικής εξέλιξης σε περιόδους, σε φάσεις κλπ. είναι αυθαίρετος, όπως αυθαίρετο είναι και να καθορίζεται κάποια χρονολογία ως όριο ανάμεσα στη μία και την άλλη περίοδο. Παράδειγμα: όσο σημαντικός και να ήταν ως γεγονός ο θάνατος του Μεγαλέξανδρου, τα χαρακτηριστικά της Κλασικής εποχής δεν εξαφανίστηκαν και τα χαρακτηριστικά της Ελληνιστικής εποχής δεν εμφανίστηκαν από τη μια μέρα στην άλλη. Αντίθετα: η ροή του χρόνου είναι αδιάκοπη, οι εξελίξεις αργές και κάθε εποχή διατηρεί πολλά από τα προηγούμενα και προλαβαίνει πολλά απ᾽ όσα θα ακολουθήσουν. Αν παρ᾽ όλα αυτά ξεχωρίζουμε περιόδους και ορίζουμε κάποιες σημαδιακές χρονολογίες ως όρια, είναι γιατί αυτό μας βοηθά να κατατάξουμε τα δεδομένα, να οργανώσουμε τη μελέτη και να συστηματοποιήσουμε τη γνώση μας.
---------------
5 Για τα θέματα της πρώτης και της δεύτερης ελληνικής γραφής βλ. προηγούμενες αναρτήσεις, Ιστορία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

Η παράδοση των κειμένων

Είπαμε ότι τα αρχαία ελληνικά κείμενα που μελετούμε είναι πολλά. Πώς σώθηκαν όμως ως τις μέρες μας τόσα κείμενα, όταν οι αρχαίοι δε γνώριζαν ούτε το χαρτί ούτε την τυπογραφία; Μήπως όλα τα αρχαία κείμενα ήταν χαραγμένα στο μάρμαρο, ή σε άλλη πέτρα, και τώρα τα ανακαλύπτουν οι αρχαιολόγοι στις ανασκαφές; Όχι βέβαια!

Οι αρχαίοι χάραζαν στο μάρμαρο ή σε άλλες πέτρες νόμους, ψηφίσματα, επίσημες συμφωνίες, καταλόγους αρχόντων, επιτάφιες επιγραφές και άλλα δημόσια ή ιδιωτικά κείμενα που προορίζονταν να μείνουν για πάντα αμετακίνητα. Ως γραφική ύλη για τα άλλα τους γραπτά χρησιμοποιούσαν, ανάλογα με την περίπτωση, ποικίλα υλικά: πηλό, όστρακα, ξύλο απλό ή αλειμμένο με κερί, μεταλλικά ελάσματα, δέρμα, φύλλα, φλούδες, ακόμα και μήλα! Για τα μεγαλύτερα κείμενα, η πιο συνηθισμένη γραφική ύλη ήταν αρχικά ο πάπυρος και, από τον 2ο π.Χ. αιώνα, μαζί με τον πάπυρο, η περγαμηνή[6].

Ο συγγραφέας (ποιητής, πεζογράφος, δραματουργός κλπ.) που αποφάσιζε να καταγράψει το έργο του μπορούσε ή να γράφει ο ίδιος ή να υπαγορεύει σε κάποιο γραφέα, συνήθως δούλο. Όταν ολοκληρωνόταν το χειρόγραφο και επιθυμούσε να το εκδώσει, το έδινε σε κάποιον βιβλιοπώλη, που φρόντιζε να κατασκευαστούν και να πουληθούν όσα αντίγραφα του ζητούσαν. Εκδοτικά και πνευματικά δικαιώματα δεν υπήρχαν, έτσι ώστε ο καθένας που είχε στα χέρια του αντίγραφο ενός βιβλίου μπορούσε να κατασκευάσει, για να πουλήσει ή να χαρίσει, όσα άλλα αντίγραφα ήθελε.

Για πολλούς αιώνες, ως την εφεύρεση της τυπογραφίας (15ος μ.Χ. αι.), τα κείμενα των αρχαίων συγγραφέων διασώθηκαν (όσα διασώθηκαν) με τις αλλεπάλληλες αντιγραφές. Ειδικευμένοι δούλοι, επαγγελματίες ή ερασιτέχνες γραφείς, καλόγεροι ή λαϊκοί, σε οργανωμένα βιβλιογραφικά εργαστήρια ή σε ιδιωτικό χώρο, κατασκεύαζαν, για δημόσια ή για προσωπική χρήση, περισσότερο ή λιγότερο επιμελημένα αντίγραφα των έργων που χρειάζονταν και έκριναν άξια να διατηρηθούν.

Αν σκεφτούμε πόσο εύκολα μπορεί να καταστραφεί ένα χειρόγραφο (από υγρασία, από φωτιά, από ανθρώπινη αμέλεια κλπ.), καταλαβαίνουμε ότι όσο περισσότερα αντίγραφα ενός έργου κυκλοφορούσαν και όσο μεγαλύτερη ήταν η διασπορά τους, τόσο μεγαλύτερες ήταν οι πιθανότητές του να διασωθεί. Έτσι, συμβαίνει από την πρώιμη λογοτεχνική παραγωγή να μη σώζονται παρά τα πιο ονομαστά, τα πιο αριστοτεχνικά έργα, αυτά που ο καθένας επιδίωκε να τα έχει στη βιβλιοθήκη του. Και πάλι, περισσότερες πιθανότητες να διασωθούν είχαν όσα έργα κυκλοφορούσαν σε πολλά αντίγραφα γιατί διδάσκονταν στα σχολεία.[7]

Ορισμένα αρχαία κείμενα δε διασώθηκαν χαραγμένα στην πέτρα, ούτε γιατί κάποιοι φρόντιζαν να τα αντιγράφουν, αλλά γιατί βρέθηκαν πεταμένα και θαμμένα στην άμμο της Αιγύπτου. Στην Ελλάδα και στα περισσότερα μέρη το κλίμα είναι υγρό και οι οργανικές ύλες (το ξύλο, το δέρμα κλπ.) με τον καιρό σαπίζουν και καταστρέφονται. Όχι στην Αίγυπτο, όπου το κλίμα είναι εξαιρετικά ξηρό και η άμμος μπορεί να διατηρήσει για αιώνες ανέπαφο ό,τι κρατά σκεπασμένο. Έτσι συμβαίνει, όταν οι αρχαιολόγοι ανασκάβουν αιγυπτιακούς σκουπιδότοπους, ανάμεσα στα άλλα να ανακαλύπτουν και παπυρικά φύλλα ή τυλιγάδια.[8] Τα περισσότερα περιέχουν διοικητικές πράξεις, ιδιωτικές συμφωνίες και επιστολές· δε λείπουν όμως και οι λογοτεχνικοί πάπυροι, που μας διασώζουν ποιητικά έργα και πεζογραφήματα που αλλιώς θα ήταν για πάντα χαμένα.

Οι επιγραφές σε σκληρό υλικό, όταν βρεθούν, είναι συχνά σπασμένες, φαγωμένες και παρουσιάζουν κενά· οι πάπυροι είναι τις περισσότερες φορές κομματιασμένοι, ξεθωριασμένοι και δυσανάγνωστοι· το ίδιο και τα χειρόγραφα, που για να διαβαστούν απαιτούν ειδικές γνώσεις. Αν εμείς τα αρχαία κείμενα τα βρίσκουμε εύκολα, διορθωμένα και τυπωμένα, είναι γιατί τα συγκέντρωσαν, τα αποκατάστησαν στη σωστή τους μορφή και τα εκδώσαν φιλόλογοι ειδικευμένοι στην επιγραφική, στην παπυρολογία, στην παλαιογραφία και στην κριτική των κειμένων.[9]
-----------------
6 Το χαρτί κατασκευαζόταν, όταν στην Κίνα από τους πρώτους μ.Χ. αιώνες, αλλά στην Ευρώπη δεν έγινε γνωστό παρά τον 10ο μ.Χ. αιώνα, από τους Άραβες της Ισπανίας.

7 Το καλύτερο παράδειγμα είναι πάντα τα ομηρικά έπη, η Ιλιάδα και η Οδύσσεια, που ποτέ δεν έλειψαν από τα ελληνικά σχολεία· χαρακτηριστική όμως είναι και η περίπτωση των μεγάλων τραγικών ποιητών, π.χ. του Αισχύλου, που από τα 90 πάνω κάτω έργα του δε σώζονται παρά τα επτά που διδάσκονταν στα σχολεία τον 2ο μ.Χ. αιώνα.

8 Γραμμένα φύλλα παπύρου τυχαίνει να έχουν χρησιμοποιηθεί και ως παραγέμισμα ή περιτύλιγμα σε αιγυπτιακές μούμιες ανθρώπων ή και κροκοδείλων!

9 Κριτική των κειμένων ονομάζεται η προσπάθεια των φιλολόγων να αποκαταστήσουν τα κείμενα στην αρχική τους μορφή, εντοπίζοντας και διορθώνοντας τα λάθη που είναι φυσικό να έχουν γίνει με τις τόσες αντιγραφές. 

Ο Αριστοτέλης και η νομοθεσία του Σόλωνα

Αναντίρρητα, δε θα μπορούσε να αμφισβητηθεί η σύνεση και διορατικότητα του Σόλωνα στη διαχείριση του αθηναϊκού πολιτεύματος. Γιατί ο Σόλων, διαβλέποντας τις πληγές και το έκρυθμο της κοινωνίας κατάφερε να παρέμβει εξομαλύνοντας – κατά το δυνατό βέβαια – τις κοινωνικές αντιπαλότητες, που δε θα μπορούσαν παρά να έχουν ταξικό περιεχόμενο. Από τη μια οι αριστοκράτες γαιοκτήμονες, οι κυρίαρχοι του οικονομικού παιχνιδιού, κι από την άλλοι οι εκτήμοροι, οι φτωχοί ακτήμονες χωρίς ιδιοκτησία που νοίκιαζαν τη γη από τους γαιοκτήμονες δίνοντας το ένα έκτο της ετήσιας σοδειάς τους, αποτελούσαν τα αγεφύρωτα οικονομικά άκρα βάζοντας σε κίνδυνο αυτό που ονομάζουμε ομαλότητα, αφού η ολοφάνερη κοινωνική αναταραχή δεν μπορούσε παρά να είναι τα προεόρτια της εξέγερσης. Όμως το πραγματικό μπαρούτι που θα μπορούσε να τα τινάξει όλα στον αέρα ήταν οι δούλοι που έχασαν την ελευθερία τους λόγω χρεών τα οποία δεν μπορούσαν να ξεπληρώσουν στους πλούσιους γαιοκτήμονες δανειστές τους. Η δυνατότητα δανεισμού με εγγύηση την προσωπική ελευθερία, που ίσχυε ως εκείνη την εποχή, μετέτρεπε πρώην ελεύθερους (και καθόλα Αθηναίους) σε δούλους δημιουργώντας κοινωνική ανισότητα – και οργή – χωρίς προηγούμενο. Μπροστά σ’ αυτή την εύφλεκτη κατάσταση ο Σόλων κατάφερε να πείσει τους αριστοκράτες να αποδεχτούν τις ριζοσπαστικές του τομές προκειμένου να αποφευχθούν τα χειρότερα.

Ο Δημήτρης Τσιμπουκίδης στο βιβλίο του «Από τον Όμηρο στον Αλέξανδρο» είναι διευκρινιστικός: «Μερικές από τις πιο σπουδαίες μεταρρυθμίσεις ήταν η κατάργηση της θεσμικής διάταξης του “δανείζειν επί τοις σώμασιν”, η “σεισάχθεια” νομοθεσία, η κατάργηση των υποχρεώσεων που βάρυναν τους εκτήμορους, η απαγόρευση της υποθήκης σε περίπτωση δανεισμού κ. α. Ο Πλούταρχος στη βιογραφία “Σόλων” γράφει ότι ο πρώτος σολώνειος νόμος – η “σεισάχθεια” νομοθεσία – “όριζε την απόσβεση των χρεών και απαγόρευε στους πολίτες να δανείζονται χρήματα, παρέχοντας για εγγύηση το σώμα τους. Η κατάργηση της δουλείας για χρέη επέδρασε οπωσδήποτε στην ανάπτυξη των κοινωνικών σχέσεων, γιατί οι χρεοφειλέτες δεν ανήκαν πια στην κατηγορία των εξαρτημένων πολιτών. Έτσι, στην Αττική εισέρευσε ένας αριθμός δούλων από άλλες περιοχές”. Νομοθετικά απαγορευόταν να μετατρέπονται οι χρεώστες σε δούλους. Προηγούμενα οι δανειστές τοποθετούσαν πέτρες με επιγραφές στους αγρούς των χρεοφειλετών. Επί Σόλωνα, αυτό επίσης απαγορεύτηκε». (σελ. 144).

Φυσικά, τα μέτρα αυτά κάθε άλλο παρά ευχαριστούσαν την αριστοκρατία, αφού πέρα από τις δεδομένες οικονομικές ζημιές που προκαλούσαν, ουσιαστικά στερούσαν το δικαίωμα της ιδιοκτησιακής επέκτασης στη γη: «Τα μέτρα αυτά ανέκοψαν την προσπάθεια για πλουτισμό των εκπροσώπων της αριστοκρατίας, που τώρα πια δεν μπορούσε να διευρύνει τη γαιοκτησία της ούτε να δημιουργεί εξαρτημένους αγροκαλλιεργητές». (σελ. 144). Προκειμένου λοιπόν να πείσει τους αριστοκράτες να τα δεχτούν δε θα μπορούσε παρά να προβεί και στα απαραίτητα ανταλλάγματα. Πέρα από το μεγάλο δέλεαρ της κοινωνικής ομαλότητας που θα απέκλειε την περίπτωση της κοινωνικής εξέγερσης – φαινόμενο άκρως επικίνδυνο γι’ αυτούς που κατέχουν την οικονομική ισχύ – και αποφεύγοντας τον αναδασμό της γης που απαιτούσαν οι πιο ριζοσπαστικές ομάδες, όρισε ως κύριο παράγοντα για τη συμμετοχή στη διακυβέρνηση την ατομική περιουσία του καθενός, αποκλείοντας μ’ αυτό τον τρόπο τους φτωχούς από την εξουσία. Η συμφωνία ήταν απλή: οι αριστοκράτες έπρεπε να εγκαταλείψουν τις οικονομικές αξιώσεις που εξαθλίωναν το λαό και υποκινούσαν τον ξεσηκωμό του, αλλά θα διατηρούσαν την εξουσία, δηλαδή τον έλεγχο της κατάστασης. Η λεπτομέρεια ότι το κριτήριο για τη διεκδίκηση της εξουσίας είναι απολύτως οικονομικό, πράγμα που απαξίωνε παράγοντες όπως τίτλοι ευγενείας ή καταγωγή ή οτιδήποτε συνόδευε αυτό που ονομάζουμε αριστοκράτη, δε φάνηκε να αποθαρρύνει τους αριστοκράτες, καθιστώντας σαφές ότι το τελικό ζητούμενο είναι το χρήμα και μόνο το χρήμα κι ότι η περίπτωση του ξεπεσμένου αριστοκράτη που έχει χάσει την περιουσία του προφανώς δεν σημαίνει και τίποτε το σοβαρό που να αξίζει διαπραγμάτευση. Ο Σόλωνας κατάφερε μ’ ένα σμπάρο να πετύχει όλα τα τρυγόνια, αφού και τις εξαθλιωμένες τάξεις ανακούφισε απομακρύνοντας τις αναταραχές, και τους αριστοκράτες ικανοποίησε διασφαλίζοντας ότι δε θα χάσουν τα ινία, και άνοιξε για τους εμπόρους το δρόμο προς την εξουσία, καθώς γνώριζε καλά (ο ίδιος υπήρξε πολυταξιδεμένος έμπορος) ότι είναι η ανερχόμενη οικονομική δύναμη. Ο Δημήτρης Τσιμπουκίδης σημειώνει: «Για τη συμμετοχή του λαού στη διακυβέρνηση της πολιτείας ο Σόλων έθεσε όρια στο εισόδημα των πολιτών. Τώρα δεν ίσχυε η ένταξη στο ένα ή το άλλο γένος, δηλαδή η καταγωγή, αλλά το μέγεθος της ατομικής ιδιοκτησίας που καθόριζε την κοινωνική ένταξη και την αξία του ανθρώπου. Ο ελεύθερος ιθαγενής πληθυσμός της Αττικής χωρίστηκε με βάση το τιμοκρατικό σύστημα σε τέσσερις κοινωνικές “τάξεις”, σύμφωνα με το μέγεθος των εσόδων (πεντακοσιομέδιμνοι, ιππείς, ζευγίτες, θήτες). Τα άτομα που είχαν εισόδημα πεντακόσια μέδιμνα σιτηρά ή 500 μέτρα λάδι (ή κρασί) κατατάχτηκαν στην υψηλότερη βαθμίδα, δηλαδή στην “τάξη” των πεντακοσιομεδίμνων. Όσοι παρήγαγαν αντίστοιχα τριακόσια μέδιμνα ανήκαν στην “τάξη” των ιππέων (που ήταν σε θέση να συντηρούν άλογα), όσοι παρήγαγαν διακόσια μέδιμνα ανήκαν στην “τάξη” των ζευγιτών, που καλλιεργούσαν δικό τους κομμάτι γης. Στην “τάξη” των θητών ανήκαν όσοι είχαν λιγότερο από διακόσια μέδιμνα. Το ίδιο περίπου μέτρο, αλλά σε χρηματικό ποσό (μια δραχμή = ένα μέδιμνο), ίσχυε για τους εμπόρους και τους χειροτέχνες». (σελ. 144 – 145).

Ο Αριστοτέλης, στο δεύτερο βιβλίο απ’ τα «Πολιτικά» αναφέρει: «Για το Σόλωνα πιστεύουν μερικοί ότι υπήρξε σπουδαίος νομοθέτης. Διότι και την ολιγαρχία (ενν. της Αθήνας), η οποία ήταν ακραία, κατήργησε και το λαό απάλλαξε από τη δουλεία και εγκαθίδρυσε την πατροπαράδοτη δημοκρατία μετά από αρμονική σύνθεση διαφορετικών πολιτειακών στοιχείων. Διότι ο θεσμός της βουλής του Αρείου Πάγου είναι ολιγαρχικός, ο θεσμός της ανάδειξης στα αξιώματα της πολιτείας με εκλογές αριστοκρατικός και ο θεσμός των δικαστηρίων δημοκρατικός». (σελ. 455). Η άποψη ότι ο Σόλωνας εγκαθίδρυσε τη δημοκρατία είναι μάλλον υπερβολική, αφού δημοκρατία που θεσμοθετεί επισήμως τον αποκλεισμό των φτωχότερων από την εξουσία δεν είναι δημοκρατία. Το βέβαιο είναι ότι ο Σόλωνας είχε την πρόθεση να ενεργοποιήσει την πολιτική αντίληψη όλων των στρωμάτων, να δώσει δηλαδή το έναυσμα για τη συμμετοχή στα πολιτικά ζητήματα – γεγονός που προϋποθέτει πολιτική σκέψη – όχι όμως και να δώσει τη δυνατότητα της μετατροπής του λαού σε δυναμικό παράγοντα διαμόρφωσης αποφάσεων, αφού η εξουσία παρέμενε εξ’ ορισμού στα χέρια των λίγων. Ο Τσιμπουκίδης αναφέρει όλες τις τομές που έφερναν το λαό στο προσκήνιο της πολιτικής σκηνής: «Επί Σόλωνα στη λαϊκή συνέλευση είχαν δικαίωμα να παίρνουν μέρος οι διάφορες “τάξεις” – ζευγίτες, θήτες κ. α. – κάτι που μετέτρεπε το σώμα αυτό σε σπουδαίο όργανο εξουσίας. Την περίοδο αυτή η λαϊκή συνέλευση θέσπισε νόμο με τον οποίο αφαιρούσε τα πολιτικά δικαιώματα απ’ όσους στη διάρκεια κάποιας εμφύλιας αντιδικίας δεν προσχωρούσαν σε καμιά πολιτική παράταξη. Ο νόμος αυτός στόχευε στη δραστηριοποίηση των πολιτών. Για την καλύτερη λειτουργία των θεσμών της πολιτείας ο Σόλων ίδρυσε τη Βουλή των Τετρακοσίων, όπου εκλέγονταν εκατό αντιπρόσωποι από κάθε φυλή (υπήρχαν τέσσερις φυλές). Εδώ γινόταν η προετοιμασία για τα θέματα της Εκκλησίας του δήμου». (σελ. 145 – 147).

Κατά τον Τσιμπουκίδη το εκτελεστικό όργανο της εξουσίας, σε συνδυασμό με την ενδυνάμωση της λαϊκής συνέλευσης, είχαν ως άμεση συνέπεια τον ξεκάθαρο εκδημοκρατισμό της δικαστικής εξουσίας: «Επί Σόλωνα το εκτελεστικό όργανο εξουσίας της πόλης αποτελούσαν οι δέκα άρχοντες (βασιλεύς, επώνυμος άρχοντας, πολέμαρχος, έξι θεσμοθέτες και γραμματεύς), ταυτόχρονα υπήρχε και ο θεσμός των στρατηγών (τέσσερις, ένας από κάθε φυλή). Όλα τα παραπάνω οδήγησαν στον περιορισμό των δικαιοδοσιών του Αρείου Πάγου και στον εκδημοκρατισμό της δικαστικής εξουσίας: ιδρύθηκε το δικαστήριο της Ηλιαίας, που τα μέλη του εκλέγονταν απ’ όλους τους πολίτες. Είχε έξι χιλ. μέλη ενταγμένα σε δέκα τμήματα και ήταν τα πιο δημοκρατικό ανάμεσα στα άλλα όργανα εξουσίας, γιατί στη σύνθεσή τους έπαιρναν μέρος και οι θήτες. Επί Σόλωνα το πνεύμα της δικαστικής εξουσίας διέπεται από την αρχή της δικαιοσύνης για όλους, εκτός από τους δούλους». (σελ. 147).

Η άποψη του Αριστοτέλη ότι το πολίτευμα του Σόλωνα συνδύαζε θεσμούς όλων των αποχρώσεων είναι απολύτως κατατοπιστική. Η δυνατότητα της ενεργής συμμετοχής όλων στη δικαστική εξουσία είναι ξεκάθαρο δείγμα εκδημοκρατισμού. Ο τρόπος λειτουργίας όμως του Αρείου Πάγου και κυρίως ο αποκλεισμός των φτωχών από τα πολιτικά αξιώματα, όχι. Εξ’ άλλου, ακόμη και η συμμετοχή στο δικαστήριο της Ηλιαίας κρίνεται επισφαλής, αφού τα φτωχά στρώματα, που συντηρούνταν από την καθημερινή τους εργασία, συναντούσαν αντικειμενικές οικονομικές δυσκολίες. Ο μεροκαματιάρης δεν είναι τόσο εύκολο να απουσιάζει κάθε λίγο από τη δουλειά του. Κατά συνέπεια δεν είναι εύκολο να γίνει δικαστής. Ο Simon Hornblower στο συλλογικό τόμο του πανεπιστημίου της Οξφόρδης «Η Ελλάδα και ο Ελληνιστικός Κόσμος» που επιμελήθηκαν οι John Boardman, Jasper Griffin, και Oswyn Murray ξεκαθαρίζει: «Αρχικά ο Σόλων και μετά ο Κλεισθένης στο τέλος του έκτου αιώνα είχαν αφήσει την Αθήνα πόλη αριστοκρατική ακόμη από πολλές απόψεις. Και συγκεκριμένα η εισαγωγή της “προσφυγής στο λαό”, που ο Αριστοτέλης θεωρούσε ως ένα από τα δημοτικότατα μέτρα του Σόλωνα, παρέμενε μόνο δυνάμει δημοκρατικό μέχρι που η εισαγωγή της πληρωμής των ενόρκων στη δεκαετία του 460 σήμαινε ότι τα μεγάλα λαϊκά δικαστήρια (με εκατοντάδες ή ακόμα και χιλιάδες δικαστές) μπορούσαν να συνέρχονται τακτικά χωρίς εισοδηματικές απώλειες για τα μέλη τους». (σελ. 194).

Ο Αριστοτέλης στο ζήτημα του εκδημοκρατισμού της δικαστικής εξουσίας από το Σόλωνα τοποθετείται μάλλον επικριτικά, αφού στέκεται στις κατηγορίες που διατύπωσαν μερικοί: «Γι’ αυτό και τον κατηγορούν μερικοί. Λένε δηλαδή ότι κατήργησε τους άλλους θεσμούς (ενν. τους μη δημοκρατικούς), αφού κατέστησε τα δικαστήρια, των οποίων τα μέλη αναδεικνύονται με κλήρο, κυρίαρχη εξουσία για όλα τα ζητήματα. Διότι, όταν αυτό το θεσμικό σύστημα επικράτησε, κολακεύοντας ορισμένοι το λαό, σα να ήταν τύραννος, μετέστρεψαν το πολίτευμα στη σημερινή μορφή της δημοκρατίας». (σελ. 457). Είναι φανερό ότι ο Αριστοτέλης είναι βαθύτατα απογοητευμένος από την ποιότητα της δημοκρατίας που παρακολουθεί. Και σ’ αυτό δεν έχει άδικο. Η κυριαρχία του αριβισμού και η ανευθυνότητα ενός λαού που άγεται και φέρεται από τη βούληση των καιροσκόπων σηματοδοτούν τη στρέβλωση της δημοκρατίας μετατρέποντας τον τυχοδιωκτισμό σε αδιαπραγμάτευτη πολιτική συνθήκη. Υπό αυτούς τους όρους είναι αδύνατο να συζητάμε για ευνομία, αφού όλα ματαιώνονται από την επιβολή των προσωπικών συμφερόντων που διεκδικούν την επίφαση της νομιμότητας. Όμως ο Αριστοτέλης δεν επιχειρεί να μπει στην ουσία αυτών των στρεβλώσεων. Στέκεται περισσότερο ως παρατηρητής και προχωρά σε ταξινομήσεις. Η δημοκρατία που βλέπει ταξινομείται στα στρεβλά πολιτεύματα και κατ’ επέκταση οτιδήποτε μπορεί να συνέβαλε στη δημιουργία της δεν μπορεί παρά να αντιμετωπίζεται με δυσπιστία. Μοιραία πέφτει σε αντιφάσεις. Ενώ στο τρίτο βιβλίο απ’ τα «Πολιτικά» θέτει ξεκάθαρα τον ορισμό του πολίτη ως εξής: «Πολίτης, λοιπόν, με την ακριβέστερη σημασία της λέξης ορίζεται κάποιος με βάση κυρίως το δικαίωμά του να μετέχει στη δικαστική και πολιτική εξουσία και με τίποτε άλλο» (σελ. 87), πράγμα που επαναλαμβάνει: «Διευκρινίστηκε επομένως από όλα αυτά ποια είναι η φύση του πολίτη: όποιος δηλαδή σε μια πόλη έχει τη δυνατότητα να μετέχει στη βουλευτική και δικαστική εξουσία, αυτόν θεωρούμε πολίτη της πόλης τούτης» (σελ. 91), βλέποντας τη μεταρρύθμιση του Σόλωνα, όπου γίνονται τρομερά βήματα προς την κατεύθυνση του να αποδοθεί στους Αθηναίους η ιδιότητα του πολίτη (όπως ο ίδιος την ορίζει), επισημαίνει τις κατηγορίες, γιατί διαβλέπει τις συνθήκες της δημοκρατικής στρέβλωσης που θα ακολουθήσει. Μολονότι αντιλαμβάνεται ότι πρέπει ο πολίτης να έχει λόγο για τις κοινές υποθέσεις και μολονότι συνειδητοποιεί ότι ο λαός ενωμένος είναι πανίσχυρος και ξεπερνά κάθε άριστο, εντούτοις αποστασιοποιείται από οτιδήποτε του δίνει πρόσβαση στη διαχείριση της εξουσίας. Θα λέγαμε ότι, ενώ συνειδητοποιεί την ανωτερότητα της πολιτειακής οργάνωσης που προϋποθέτει τη λαϊκή κυριαρχία, ταυτόχρονα απομακρύνεται γιατί δεν μπορεί να ερμηνεύσει τα θεσμικά κενά που την οδηγούν στη στρέβλωση. Ο Ραφαηλίδης στο βιβλίο «Νεοελληνική Ιστορία της Αρχαίας Ελλάδας» γράφει: «Όλα καλά και άγια λοιπόν με τις κολοσσιαίας σημασίας μεταρρυθμίσεις του Σόλωνα, αλλά μια “τρύπα” που υπάρχει στο όλο σύστημα θα αποδειχθεί καταστροφική: Ο Σόλων δεν προβλέπει κεντρική εξουσία στο διοικητικό μηχανισμό. Όμως, όπως ήδη καταλάβαμε, δεν προβλέπει ούτε “λαϊκή εξουσία”. Η εξουσία μοιράζεται άτσαλα στην ανανεούμενη κάθε χρόνο “κυβέρνηση” των πεντακοσιομεδίμνων αρχόντων, την Εκκλησία του Δήμου, τον Άρειο Πάγο και τη Βουλή των Τετρακοσίων. Οι έριδες ανάμεσα σ’ αυτά τα “όργανα” είναι συχνές και οξύτατες. Οι διορθώσεις στο διοικητικό σύστημα, που κάνει ο Σόλων, δε στέκονται ικανές να διορθώσουν την κατάσταση. Κάπου τα μπέρδεψε ο Σόλων. Αλλά πώς να μην τα μπερδέψει; Ήταν τόσο καινούργια αυτά που έκανε, που τα λάθη του δε μετρούν». (σελ. 148 – 149 – 150).

Ο Αριστοτέλης δεν μπορεί να διαγνώσει αυτά τα λάθη. Ούτε μπαίνει στη διαδικασία της μελέτης των θεσμών, ώστε να εντοπίσει τις ατέλειες. Έτσι μένει μετέωρος ανάμεσα στην πεποίθηση της υπεροχής του λαού (ως σύνολο) και της ταυτόχρονης υποτίμησης της δημοκρατίας, ως κάτι στρεβλό που ευνοεί περισσότερο την αναξιοκρατία. Όπως είναι φυσικό, στέκεται επικριτικά ακόμη και στον ολοκληρωτικό εκδημοκρατισμό της δικαστικής εξουσίας από τον Περικλή που θεσμοθέτησε μισθό για τους δικαστές, ώστε να μπορούν να συμμετέχουν όλοι ισότιμα: «Την εξουσία της βουλής του Αρείου Πάγου περιόρισαν ο Εφιάλτης και ο Περικλής, και μισθό στους δικαστές έδωσε ο Περικλής. Με τον τρόπο αυτό κάθε δημαγωγός συνέβαλλε όλο και περισσότερο στη διαμόρφωση της σημερινής μορφής της δημοκρατίας». (σελ. 457). Ο εκδημοκρατισμός είναι για τον Αριστοτέλη σχεδόν συνώνυμο της δημαγωγίας. Ο Simon Hornblower στο βιβλίο «Η Ελλάδα και ο Ελληνιστικός Κόσμος» ξεκαθαρίζει: «Στην πραγματικότητα, οι δημαγωγοί όφειλαν τη δύναμη της επιρροής τους σε ένα δομικό κενό της δημοκρατίας. Η διαχείριση της ηγεμονίας σήμαινε έναν ολοένα αυξανόμενο όγκο εργασίας, και οι Αθηναίοι που δε διέθεταν δημόσια διοίκηση σημερινού τύπου, άφηναν αυτό το έργο στους πολιτικούς που έκαναν δουλειά τους τη λεπτομερή γνώση: η γνώση ήταν δύναμη». (σελ. 200). Και κάπου εδώ κρύβονται τα θεσμικά κενά της αθηναϊκής δημοκρατίας, που μοιραία την οδήγησαν στη στρέβλωση. Κι αυτά δεν έχουν να κάνουν με τη συμμετοχή όσο με την αποχή του λαού από τα τεκταινόμενα της διαχείρισης της εξουσίας. Η μετατροπή των πολιτικών σε επαγγελματίες γνώστες των ζητημάτων που ο λαός αδυνατεί να ελέγξει, αφού δεν τα κατέχει, δε θα μπορούσε να οδηγήσει πουθενά αλλού πέρα απ’ τη στρέβλωση. Γιατί αυτό ακριβώς είναι το πεδίο των δημαγωγών που σταδιακά θα καταλύσουν όλους τους νόμους. Οι δημοκρατίες δε στηρίζονται ούτε σε ευχολόγια ούτε στην καλή θέληση των ανθρώπων που κατέχουν τα διοικητικά πόστα. Οι δημοκρατίες στηρίζονται στη διαφάνεια, που μόνο οι θεσμοί μπορούν να εξασφαλίσουν. Δημοκρατία χωρίς ισχυρούς θεσμούς κι ελεγκτικούς μηχανισμούς που καθιστούν τους πολίτες αληθινούς κοινωνούς της εξουσίας (δικαιοσύνη, ενημέρωση, οικονομικός έλεγχος κλπ), δεν μπορεί παρά να κινείται παρασκηνιακά. Είναι ο μηχανισμός που μετατρέπει τους πολιτικούς σε επαγγελματίες γνώστες και το λαό ανίσχυρο μπροστά σε όρους και γεγονότα που δεν καταλαβαίνει. Είναι δηλαδή ο μηχανισμός της συσκότισης. Οι δημοκρατίες αυτού του είδους είναι οι κατ’ επίφαση δημοκρατίες, γιατί στην ουσία λειτουργούν ολιγαρχικά. Οι νόμοι διαστρεβλώνονται, τα συμφέροντα κυριαρχούν και οι δημαγωγοί βρίσκουν άριστο πεδίο δράσης. Όμως, είναι ολοφάνερο ότι όλα αυτά προϋποθέτουν την απομάκρυνση του λαού από την εξουσία κι όχι τη συμμετοχή του.

Η άποψη του Αριστοτέλη ότι το πολίτευμα του Σόλωνα συνδύαζε θεσμούς όλων των αποχρώσεων είναι απολύτως κατατοπιστική. Η δυνατότητα της ενεργής συμμετοχής όλων στη δικαστική εξουσία είναι ξεκάθαρο δείγμα εκδημοκρατισμού.

Ο Αριστοτέλης δε θεωρεί υπεύθυνο το Σόλωνα για την ανάδειξη των δημαγωγών: «Αυτό όμως» (η ανάδειξη των δημαγωγών) «δε φαίνεται ότι ανταποκρινόταν στην πρόθεση του Σόλωνα, αλλά συνέβη συμπτωματικά. (Διότι ο λαός, επειδή κατά τους περσικούς πολέμους υπήρξε η αιτία της κυριαρχίας (ενν. των Ελλήνων) στη θάλασσα, έγινε αλαζονικός και διάλεξε για αρχηγούς ανθρώπους φαύλους παρά την αντίδραση των έντιμων πολιτών). Διότι ο Σόλωνας φαίνεται ότι έδωσε στο λαό όση δύναμη θεωρούσε απολύτως αναγκαία, δηλαδή να εκλέγει τους αξιωματούχους και να ζητεί απ’ αυτούς να λογοδοτούν για τις πράξεις τους (γιατί, αν ο λαός δεν είχε και αυτή την εξουσία, θα ήταν δούλος και εχθρός της πολιτείας), ενώ όλοι οι αξιωματούχοι όρισε να είναι διακεκριμένοι και πλούσιοι, να προέρχονται δηλαδή από τις τάξεις των πεντακοσιομεδίμνων και των ζευγιτών, καθώς και από την τρίτη τάξη των λεγομένων ιππέων. Η τέταρτη τάξη, ήταν η τάξη των θητών, οι οποίοι δεν είχαν καμιά συμμετοχή στην εξουσία». (σελ. 457 – 459). Με άλλα λόγια ο λαός πρέπει να ελέγχει τους αξιωματούχους, πρέπει να απαιτεί να λογοδοτούν οι διαχειριστές της εξουσίας, αλλά όχι να τη διεκδικεί ο ίδιος. Τα εγγενή θεσμικά προβλήματα δε φαίνεται να προβληματίζουν τον Αριστοτέλη. Το βέβαιο είναι ότι η πολιτική σκέψη διαμορφώνεται αυστηρά μέσα στα δεδομένα και τις δυνατότητες που προσφέρει κάθε εποχή. Εξάλλου και οι προθέσεις του Αριστοτέλη φαίνεται ότι είναι περισσότερο περιγραφικές, ως αυστηρός καθορισμός των πολιτευμάτων που μελετάει, κι ως εντοπισμός των αδυναμιών του καθενός. Ο Αριστοτέλης περισσότερο διαχωρίζει τις έννοιες από τον τρόπο που λειτουργούν τα πολιτεύματα παρά προβαίνει σε προσωπικές προτάσεις ή λύσεις προκειμένου να βελτιωθούν. Γι’ αυτό ακριβώς και το έργο του «Πολιτικά» είναι το θεμέλιο της πολιτικής σκέψης. Γιατί δίνει τα εννοιολογικά εργαλεία για να μπορούμε να εντοπίζουμε όλες τις λεπτές αποχρώσεις των συστημάτων που πολλές φορές εμπλέκονται και λειτουργούν από κοινού, σαν αξεδιάλυτο κουβάρι. Κι αυτό ακριβώς το ξεδιάλεγμα είναι το έργο του Αριστοτέλη, που τον καθιστά πιο επίκαιρο από ποτέ.

Όσο για το Σόλωνα, τελικά προκάλεσε τη δυσαρέσκεια όλων. Ο Τσιμπουκίδης επικαλείται τον Πλούταρχο προκειμένου να είναι απολύτως κατατοπιστικός: «Ο Πλούταρχος υπογραμμίζει ότι ο Σόλων με τις μεταρρυθμίσεις αυτές δυσαρέστησε και τους εύπορους και τους άπορους, τους πρώτους επειδή κατάργησε τα χρέη, τους δεύτερους επειδή δε μοίρασε τη γη. Ήταν όμως πανθομολογούμενο το γεγονός ότι οι μεταρρυθμίσεις τους Σόλωνα οδήγησαν στην ενεργοποίηση της λαϊκής συνέλευσης (Εκκλησία του δήμου)». (σελ. 145). Το μόνο που μένει είναι η απάντηση του Σόλωνα «όταν τον ρωτούσαν αν θέσπισε τους καλύτερους νόμους για τους Αθηναίους: “Τους καλύτερους που θα μπορούσαν να δεχτούν οι ίδιοι”». (σελ. 143).
---------------
Αριστοτέλης: «Πολιτικά», τόμος 1ος, μετάφραση Δημήτρης Παπαδής, εκδόσεις ΖΗΤΡΟΣ, Θεσσαλονίκη 2006.

Αριστοτέλης: «Πολιτικά», τόμος 2ος, μετάφραση Πηνελόπη Τζιώκα – Ευαγγέλου, εκδόσεις ΖΗΤΡΟΣ, Θεσσαλονίκη 2007.

Δημήτρης Ι. Τσιμπουκίδης: «Από τον Όμηρο στον Αλέξανδρο, Στο φως της σύγχρονης ιστορικής επιστήμης», εκδόσεις ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ, Αθήνα 1995.

Βασίλης Ραφαηλίδης: «Νεοελληνική Ιστορία της Αρχαίας Ελλάδας», ΕΚΔΟΣΕΙΣ του ΕΙΚΟΣΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ, Αθήνα 2010.

Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, Simon Hornblower: «Η Ελλάδα και ο Ελληνιστικός Κόσμος», επιμέλεια: John Boardman, Jasper Griffin, Oswyn Murray, μετάφραση Αλίκη Τσοτσορού – Μύστακα, εκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ, Αθήνα 1996.

Τα καλά ή τα κακά νέα προτιμάτε πρώτα;

Αν υπάρχουν καλά και κακά νέα, ποια προτιμάτε να ακούσετε πρώτα και ποια είναι καλύτερο να λέτε στους άλλους; Σε αυτό το ερώτημα έχουν προσπαθήσει να δώσουν απάντηση πολλά εγχειρίδια μάνατζμεντ και πολλές ιστοσελίδες, προτείνοντας τη στρατηγική "σάντουιτς" κακών νέων. Σύμφωνα με αυτή τη στρατηγική, οι "πληροφοριοδότες" είναι καλό να ξεκινούν με καλά νέα, να συνεχίζουν με τα κακά και να τελειώνουν την είδηση με καλά νέα.

Σύμφωνα με πρόσφατη ψυχολογική μελέτη, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Personality and Social Psychology Bulletin”, αυτή η στρατηγική είναι αρκετά εγωκεντρική, καθώς ωφελεί περισσότερο αυτούς που δίνουν τα νέα παρά αυτούς που τα λαμβάνουν. Οι αποδέκτες των μηνυμάτων προτιμούν να ακούν ένα καλό νέο τελευταίο, αλλά δεν μπορούν να απολαύσουν το καλό νέο γνωρίζοντας ότι πρόκειται αμέσως μετά να ακούσουν κάτι που δεν θα τους αρέσει (Legg & Sweeny, 2013).

Στην πραγματικότητα, η συγκεκριμένη μελέτη αποκάλυψε πως η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων προτιμούν να ακούσουν πρώτα τα κακά νέα, και πως είναι πρωτίστως ανάγκη των "πληροφοριοδοτών" να ξεκινήσουν λέγοντας τα καλά νέα.

Τόσο οι γιατροί και οι εκπαιδευτικοί, όσο και οι καθηγητές και οι ερωτικοί σύντροφοι χρειάζεται να πουν καλά και κακά νέα. Τα ευρήματα της έρευνας προτείνουν πως οι γιατροί, οι εκπαιδευτικοί, οι καθηγητές και οι σύντροφοι μπορεί να δίνουν ανεπιτυχώς καλά και κακά νέα επειδή ξεχνούν πώς είναι να βρίσκεσαι στη θέση του παραλήπτη. Οι "πληροφοριοδότες" προτιμούν να καθυστερήσουν τη δυσάρεστη εμπειρία του να πουν ένα κακό νέο, ενώ οι δέκτες αγχώνονται γνωρίζοντας ότι πολύ σύντομα θα ακούσουν ένα νέο που δεν θα τους ευχαριστήσει. Αυτή η ένταση μπορεί να μπλοκάρει την επικοινωνία και να οδηγήσει σε αρνητικά αποτελέσματα τόσο για τους "πληροφοριοδότες" όσο και για τους δέκτες της είδησης (Legg & Sweeny, 2013).

Ωστόσο, το "σάντουιτς" των κακών νέων που προτείνουν πολλοί, μπορεί να έχει αντίθετα αποτελέσματα. Αν και βοηθά τους ανθρώπους να έχουν μια λιγότερο αμυντική στάση, το να τους κρύβουμε τα κακά νέα μπορεί να τους κάνει να αισθάνονται ότι δεν υπάρχει περιθώριο αλλαγής. Τα κακά νέα, που συνήθως κινητοποιούν την αλλαγή, μπορεί να παραγκωνιστούν από τα καλά νέα και να αφήσουν το δέκτη μπερδεμένο.

Σύμφωνα με τη βασική ερευνήτρια της μελέτης Άντζελα Λεγκ, χρειάζεται να ρυθμίζουμε το πώς μεταφέρουμε τα νέα σύμφωνα με το ποιος είναι ο τελικός μας στόχος.
"Αν είστε γιατρός και θέλετε να ανακοινώσετε μια διάγνωση με κακή πρόγνωση, στην περίπτωση που δεν υπάρχει κάτι που μπορεί να κάνει ο ασθενής, πείτε πρώτα τα κακά νέα και στη συνέχεια χρησιμοποιήστε θετικές πληροφορίες για να τον/την βοηθήσετε να το αποδεχτεί. Αντίθετα, αν υπάρχουν πράγματα που μπορεί να κάνει, πείτε στο τέλος τα κακά νέα και ενημερώστε για το πως θα μπορούσε να βελτιώσει την κατάστασή του".

Εγωιστικοί Αντιγραφείς: Το Kουτί της Πανδώρας, ή το Σύνδρομο του Φράνκενστάιν;

Στην παρούσα ομιλία η Susan Blackmore παρουσιάζει μερικές πρωτοποριακές, όσο και προκλητικές ιδέες της σε σχέση με τα μιμίδια και τα λεγόμενα τιμίδια, και καταλήγει σε τρομακτικά σενάρια για την επιβίωση του ανθρώπινου είδους, τα οποία δεν μπορεί κανείς ν' αγνοήσει.
 
Σίγουρα μια ομιλία που ανοίγει νέους ορίζοντες στη σκέψη, που γεμίζει το θεατή με προβληματισμούς με τους οποίους μάλλον δεν έχει έρθει ξανά σε επαφή. Για περισσότερες πληροφορίες επί της θεωρίας του Εγωιστικού Γονιδίου και των Μιμιδίων, καθώς και ανάλυση της ομιλίας, σας παραπέμπω σε άρθρο μου που ακολουθεί αμέσως παρακάτω.
 


Το 1976, ο Ritchard Dawkins εξέδωσε το βιβλίο του "Το εγωιστικό γονίδιο", στο οποίο ανέπτυσσε μια εναλλακτική θέαση της Δαρβινικής Εξελικτικής Θεωρίας, η οποία έμελλε να επηρεάσει ισχυρά την αντίληψη των βιολόγων περί της ιδέας της Εξέλιξης και της Φυσικής Επιλογής, η οποία κατά τη Susan Blackmore αποτελεί ίσως τη λαμπρότερη ιδέα όλων των εποχών.

Σύμφωνα με τη θεωρία του Εγωιστικού Γονιδίου, η Φυσική Επιλογή διεξάγεται σε επίπεδο γονιδίων, τα οποία είναι φορείς πληροφορίας κι έχουν την τάση να αναπαράγονται "εγωιστικά" (στην πραγματικότητα τυφλά, αδιαφορώντας δηλαδή για τις συνέπειες της αντιγραφής τους).

Την πληροφορία η οποία έχει την τάση να αντιγράφεται εγωιστικά και ν' ανταγωνίζεται με άλλες για τη διάδοσή της, μέσα σε κάποιου είδους "αρχέγονη σούπα", ο Dawkins ονομάζει "Αντιγραφέα". Έτσι, οι οργανισμοί επάνω στη γη, δεν είναι τίποτε άλλο, παρά οχήματα τα οποία οι Αντιγραφείς ανέπτυξαν ώστε να διευκολύνουν τη διαιώνισή τους, αποκαλούμενοι ως "Μηχανές Γονιδίων" και αποτελεί παγκόσμια αρχή ότι "η ζωή παντού εξελίσσεται μέσω της διαφορικής επιβίωσης αντιγραφόμενων οντοτήτων".

Ο Dawkins, θέλοντας να ξεφύγει από την καθαρά βιολογική θεώρηση του φαινομένου των Αντιγραφέων και σε μια προσπάθεια εφαρμογής της ιδέας του Παγκόσμιου Δαρβινισμού, εξέτασε την ύπαρξη και άλλων τύπων Αντιγραφέων στον πλανήτη μας, οι οποίοι δεν έχουν ως φορέα τους το DNA, αλλά υπακούν στους ίδιους νόμους και αρχές με τα γονίδια.

Συνέλαβε λοιπόν τη θεωρία των μιμιδίων (memes) την οποία παρουσίασε συνοπτικά σε ένα από τα κεφάλαια του βιβλίου του. Φυσικά, η πατρότητα του όρου του ανήκει. Έτσι, μιμίδιο είναι μια μορφή πληροφορίας, η οποία διαδίδεται όχι γενετικά αλλά με όχημα τον ανθρώπινο πολιτισμό, πρόκειται δηλαδή για μονάδα πολιτιστικής μεταβίβασης. Δεν είναι ακριβώς ισοδύναμο με την ιδέα, αφού μια ιδέα μπορεί ν' αποτελεί μιμίδιο, όμως στα μιμίδια μπορούν να συγκαταλέγονται μόδες, συμπεριφορές, ανέκδοτα κι ιστορίες, γνωστές μελωδίες, σλόγκαν, κοινοτοπίες, κλπ.

Οποιοδήποτε είδος πληροφορίας που έχει τη δυνατότητα να μεταδίδεται από άνθρωπο σε άνθρωπο, από εγκέφαλο σε εγκέφαλο, μέσω μίμησης, θα μπορούσε να ανήκει στα μιμίδια και η αντιγραφή της γίνεται με καθαρά εγωιστικό τρόπο, αδιαφορώντας για τις συνέπειες.

Έτσι για παράδειγμα, ο Ritchard Dawkins θεωρεί ότι οι λόγοι για την επιτυχία διαφόρων μιμιδίων στη "Μιμιδιακή Δεξαμενή" -το νοητό δηλαδή χώρο που αποτελείται από το σύνολο της χωρητικότητας (της ικανότητας για αποθήκευση πληροφορίας) όλων των ανθρώπινων εγκεφάλων- δεν θα πρέπει ν' αναζητούνται στα "βιολογικά πλεονεκτήματα", που αυτά ως συμπεριφορές ή ιδέες μπορούν να προσφέρουν για την επιβίωση των γονιδίων, αλλά στις ιδιαίτερές τους ιδιότητες, όπως η σταθερότητα και η διεισδυτικότητα στο πολιτισμικό περιβάλλον ή η ψυχολογική έλξη, οι οποίες εξυπηρετούσαν τα ίδια τα μιμίδια στον ανταγωνισμό τους με άλλα μιμίδια.

Η εξαιρετική σύλληψη της έννοιας του Μιμιδίου, η οποία ειρωνικά αποτελεί κι αυτή ένα μιμίδιο, είχε τεράστια απήχηση στον επιστημονικό κόσμο, με αποτέλεσμα στα χρόνια που ακολούθησαν να αναπτυχθεί ο επιστημονικός κλάδος της Μημιτικής Μηχανικής (Memetics).

Η Susan Blackmore στην παρούσα ομιλία της, προχωρά ένα βήμα παρακάτω από τον Dawkins, με τον ιδιαίτερα προκλητικό ισχυρισμό ότι η ανάπτυξη μεγάλου εγκεφάλου, η οποία είναι η κυριότερη μορφή εξέλιξης του ανθρώπινου είδους που είχαμε έως τώρα την ευκαιρία να διαπιστώσουμε, δεν οφείλεται σε γενετικά αίτια, δηλαδή στον ανταγωνισμό των γονιδίων για καλύτερη επιβίωσή τους. Θεωρεί αντίθετα ότι ο προσανατολισμός προς μικρούς κι ευέλικτους εγκεφάλους θα ήταν μάλλον προς το συμφέρον των γονιδίων. Κατά τη γνώμη της η έντονη ανάπτυξη του ανθρώπινου εγκεφάλου έχει καθοδηγηθεί από τα μιμίδια, προς επιβολή του δικού τους συμφέροντος. Φτάνει μάλιστα να εισηγηθεί ότι "η γλώσσα είναι ένα παράσιτο, στο οποίο έχουμε προσαρμοστεί, όχι κάτι που ήταν αρχικά φτιαγμένο για την επιβίωση των γονιδίων μας".

Ακριβώς γι' αυτούς τους λόγους, η ίδια θεωρεί ότι η εμφάνιση ενός καινούριου Αντιγραφέα στον πλανήτη, είναι μια διαδικασία ιδιαίτερα επικίνδυνη για τους φορείς των προηγούμενων Αντιγραφέων. Οι νέοι Αντιγραφείς θα προσπαθήσουν να κυριαρχήσουν, αδιαφορώντας για την τύχη των παλαιών Μηχανών Επιβίωσης των προκατόχων τους.

Σύμφωνα και με τον Ritchard Dawkins: "...τα μιμίδια θα πρέπει ν' αντιμετωπίζονται ως ζωντανές δομές, όχι απλώς με τη μεταφορική αλλά και με την τεχνική έννοια. Όταν φυτεύεις ένα γόνιμο μιμίδιο στο νου μου, κυριολεκτικά παρασιτείς τον εγκέφαλό μου μετατρέποντάς τον σ' ένα όχημα για τη διάδοση του μιμιδίου, κατά τον ίδιο τρόπο με τον οποίο ένας ιός παρασιτεί τον γενετικό μηχανισμό ενός κυττάρου ξενιστή. Αυτό δεν αποτελεί σχήμα λόγου...".

Το ανθρώπινο είδος κατάφερε να ξεπεράσει τον κίνδυνο κατά την εμφάνιση του δεύτερου Αντιγραφέα, των μιμιδίων και, όπως προαναφέραμε, να προσαρμοστεί σ' αυτά, παρά το γεγονός ότι κάποια από τα πλέον κυρίαρχα μιμίδια στην μιμιδιακή μας δεξαμενη, όπως το πανίσχυρο μιμίδιο του Θεού, δεν έχουν πάντοτε ευνοϊκές συνέπειες ως προς την επιβίωση και την ευημερία ή την αναπαραγωγή των ανθρώπων και συνακολούθως των γονιδίων τους.

Αυτή άλλωστε είναι και η βασική έννοια της εγωιστικής αντιγραφής και της διάδοσης μέσω ανταγωνιστικής επιλογής. Σύμφωνα με την ομιλήτρια, "Όπως τα περισσότερα παράσιτα, μπορεί κι αυτό να ξεκινήσει ως κάτι επικίνδυνο, όμως σταδιακά συνεξελίσσεται και προσαρμόζεται, καταλήγοντας σε μια συμβιωτική σχέση [του ξενιστή] μ' αυτό το νέο παράσιτο".

Ωστόσο, υποθέτει ότι όλοι οι υπόλοιποι εκπρόσωποι του εξελικτικού κλάδου που κατέληξε στην δημιουργία του Homo sapiens έχουν εξαφανιστεί πιθανώς εξαιτίας των μιμιδίων, αφού οι κοντινοί μας νοήμονες συγγενείς δεν κατάφεραν να συμπροσαρμοστούν με τη μολυσματικότητά τους.

Όμως η Blackmore δεν σταματά εκεί. Προχωρά στον ακόμη πιο προκλητικό ισχυρισμό, ότι στις μέρες μας έχουμε γίνει μάρτυρες της γέννησης ενός τρίτου Αντιγραφέα στον πλανήτη μας, των λεγόμενων Temes ή Τιμιδίων!! Σύμφωνα με την ομιλήτρια, ως Τιμίδια θα πρέπει να ονομαστούν όλα τα τεχνολογικά μιμίδια, τα οποία έχουν τον δικό τους ιδιαίτερο τρόπο ν' αντιγράφονται εγωιστικά.

Ο Dawkins έγραφε στο βιβλίο του ότι τα μιμίδια ως αντιγραφείς βρίσκονται στην παιδική τους ηλικία. Θα μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι τα τιμίδια δεν είναι ο τρίτος αντιγραφέας, αλλά ότι πρόκειται για την ενηλικίωση του δεύτερου.

Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η ομιλήτρια: "Τα τιμίδια πιέζουν τα μυαλά μας να γίνουν περισσότερο μηχανές τιμιδίων. Τα παιδιά μας μεγαλώνοντας, πολύ γρήγορα μαθαίνουν να διαβάζουν, να χρησιμοποιούν μηχανήματα. Σύντομα θα έχουμε όλων των ειδών τα εμφυτεύματα, φάρμακα που θα μας αναγκάζουν να μένουμε συνέχεια ξύπνιοι. Θα πιστεύουμε πως εμείς τα επιλέγουμε, αλλά τα τιμίδια μας βάζουν να τα κάνουμε αυτά".

Έτσι, το ανθρώπινο είδος βρίσκεται για άλλη μια φορά σε κίνδυνο. "Γιατί; Επειδή τα τιμίδια είναι εγωιστικοί αντιγραφείς και δεν νοιάζονται για μας, για τον πλανήτη μας ή για οτιδήποτε άλλο. Είναι απλά πληροφορίες- γιατί να ενδιαφέρονται άλλωστε; Μας χρησιμοποιούν για ν' απομυζήσουν τις πηγές του πλανήτη ώστε να παράγουν περισσότερους υπολογιστές, και πιο πολλά από τα υπέροχα πράγματα που ακούμε εδώ στο TED. Μη σκέφτεστε "Ω, δημιουργήσαμε το διαδίκτυο για το δικό μας όφελος". Έτσι μας φαίνεται. Σκεφτείτε τα τιμίδια να εξαπλώνονται, επειδή έτσι πρέπει να κάνουν. Είμαστε παλιές μηχανές".

Έτσι λοιπόν, σύμφωνα με την άποψη της ομιλήτριας, εμείς εδώ που επικοινωνούμε μέσω διαδικτύου, είμαστε υπό την επιρροή των τιμιδίων και δρούμε για το δικό τους όφελος, ενώ νομίζουμε πως ενεργούμε για το δικό μας.

Ποια είναι τα πιθανά σενάρια που προκύπτουν από την εμφάνιση των τιμιδίων; Σύμφωνα με την ομιλήτρια είναι δύο και κατά τη γνώμη μου είναι αμφότερα εξίσου ανατριχιαστικά.

Η πρώτη επιλογή είναι η εξής: "Υπάρχουν ας πούμε δύο τρόποι να γλιτώσει κανείς. Ο ένας, που προφανώς συμβαίνει γύρω μας τώρα, είναι να μας μετατρέψουν τα τιμίδια σε μηχανές τους, μ' αυτά τα εμφυτεύματα, με τα φάρμακα, έτσι ώστε να συγχωνευτούμε με την τεχνολογία. Και γιατί να το κάνουν αυτό; Διότι είμαστε αυτοαναπαραγώμενοι. Έχουμε μωρά κι έτσι είναι βολικό να φορτωθούν στη ράχη μας, επειδή δεν έχουμε φτάσει ακόμη σ' αυτόν τον πλανήτη στο σημείο όπου είναι βιώσιμη η δεύτερη επιλογή".

Η πρώτη αυτή επιλογή έχει δώσει τροφή για ένα είδος επιστημονικής φαντασίας το οποίο αναπτύχθηκε κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα, του λεγόμενου Cyberpunk, του οποίου κλασικό παράδειγμα αποτελεί το βιβλίο του William Gibson "Νευρομάντης" (Neuromancer, 1984). Επίσης, όλες οι αναφορές σε Cyborgs έλκουν την καταγωγή τους απ' αυτήν την ιδέα.

Βλέπουμε λοιπόν ότι η Επιστημονική Φαντασία μόνο φανταστική δεν είναι, αφού η σκληρή επιστήμη την ακολουθεί από απόσταση λίγων δεκαετιών.

Η δεύτερη εκδοχή όμως, είναι ακόμη πιο τρομαχτική και πριν τη διαβάσει κανείς θα πρέπει να θυμηθεί αυτό που σημειώθηκε προηγουμένως: Η πρώτη εκδοχή είναι βολική για τα τιμίδια, μόνο και μόνο λόγω του γεγονότος ότι ΑΚΟΜΗ δεν έχουμε φτάσει στο σημείο εκείνο που θα είναι βιώσιμη η δεύτερη. Ποια είναι όμως αυτή;

"Μολονότι πλησιάζει, άκουσα σήμερα το πρωί, είναι εγγύτερα απ' όσο νόμιζα. Το σημείο όπου οι μηχανές τιμιδίων θα μπορούν ν' αντιγράφονται από μόνες τους. Μ' αυτόν τον τρόπο, δεν θα παίζει ρόλο εάν το κλίμα του πλανήτη αποσταθεροποιηθεί τελείως, και δεν είναι πια βιώσιμο για τους ανθρώπους. Διότι εκείνες οι μηχανές τιμιδίων, δεν θα έχουν ανάγκη -δεν είναι μαλακά και υγρά πλάσματα, δεν αναπνέουν οξυγόνο, δεν απαιτούν θερμότητα. Θα μπορούσαν να συνεχίσουν και χωρίς εμάς. Αυτές είναι οι δύο πιθανότητες. Δεν νομίζω πως είμαστε τόσο κοντά στη δεύτερη. Καταφτάνει, όμως δεν φτάσαμε ακόμα εκεί".

Τούτη η ανατριχιαστική δεύτερη εκδοχή, έχει δώσει τροφή στο βασικό concept του Matrix, όπως και του Εξολοθρευτή. Πρόκειται για προβολή του λεγόμενου Συνδρόμου του Φρανκενστάιν, του βαθύτερου φόβου δηλαδή, ότι το δημιούργημα θα εξολοθρεύσει το δημιουργό του.

Εδώ μαθαίνουμε ότι μια τέτοια έκβαση όχι μόνο είναι δυνατή αλλά και πολύ πιθανή για το κοντινό μέλλον. Μήπως αυτός είναι ο λόγος της συνεχιζόμενης οικολογικής καταστροφής η οποία, ενώ άπαντες συμφωνούν ότι είναι πέρα από κάθε λογική, εντούτοις συνεχίζεται ακάθεκτη; Θα μπορέσουμε άραγε να επιβιώσουμε ως είδος;

Η μέχρι σήμερα εξελικτική μας ιστορία πάντως δεν είναι καθησυχαστική επ' αυτού, αφού κάθε νέα μορφή πιο εξελιγμένης νοημοσύνης, φαίνεται να έχει εξολοθρεύσει την αμέσως προηγούμενη. Για παράδειγμα, έχουν βρεθεί Αυστραλοπίθικοι, με τα κρανία τους τσακισμένα από πέτρες.

Η μόνη ακτίδα αισιοδοξίας μας έρχεται από τον Ritchard Dawkins, ο οποίος, στο τέλος του κεφαλαίου περί μιμιδίων, γράφει: "Χτιστήκαμε ως γονιδιακές μηχανές κι ανατραφήκαμε ως μιμιδιακές μηχανές, ωστόσο έχουμε τη δύναμη να στραφούμε ενάντια στους δημιουργούς μας. Εμείς μόνοι πάνω στη Γη, μπορούμε να επαναστατήσουμε ενάντια στην τυραννία των εγωιστικών αντιγραφέων"...

Ο φόβος της απόρριψης

BB
 Κανείς δεν μπορεί να ισχυρισθεί ότι δεν απέρριψε ή δεν απορρίφθηκε αλλά και κανείς δεν μπορεί να δηλώσει άτρωτος μπροστά στον πόνο ότι εκδιώχθηκε, στο φόβο ότι θα μείνει μόνος ή ότι δεν θα βρει ποτέ τον άνθρωπο της ζωής του. Η αναζήτηση του έρωτα και της αγάπης αλλά κι ο φόβος της απόρριψης ή της μοναξιάς περπατούν χέρι-χέρι στις ζωές των ανθρώπων.

Είναι, άλλωστε, γνωστό ανθρώπινο χαρακτηριστικό η ανάγκη μιας ευχάριστης επαφής που θα διαρκεί για πάντα και άλλο τόσο είναι επίσης γνωστό ότι η πραγματικότητα διαψεύδει πολύ συχνά αυτή την ονειροπόληση.

Όμως, υπάρχει ένα όριο ανάμεσα στο συνηθισμένο φόβο απόρριψης, πένθιμο χαρακτηριστικό μιας σχέσης που τέλειωσε, και στην αυξημένη προδιάθεση κάποιων ανθρώπων που αδυνατούν να αντέξουν την απώλεια και τον αποχωρισμό, επειδή γι αυτούς η σχέση απέκτησε τεράστια συναισθηματική αξία.

Η συναισθηματική δομή σε αυτές τις περιπτώσεις αναπτύσσει τέτοιες τάσεις προσκόλλησης ώστε να αδυνατούν να ξεχωρίσουν το ‘εγώ’ από το ‘εσύ’, σε αναζήτηση περισσότερο της ταύτισης και λιγότερο της αυτονομίας, κατάσταση που περισσότερο μοιάζει με συναισθηματικό εκβιασμό παρά με αγάπη.

Μελετώντας τις σχέσεις που έχουν ως κινητήρια δύναμη αυτούς τους δυο υποσυνείδητους φόβους, την απόρριψη και τη μοναξιά, μπορούμε εύκολα να παρατηρήσουμε ότι συνήθως οι άνθρωποι συνδέονται μεταξύ τους για να αποφύγουν τη μοναξιά, την κοινωνική απόρριψη, να μη μένουν μόνοι τα Σαββατοκύριακα και τις διακοπές ή αργότερα στα γηρατειά τους.

Όμως αυτοί οι φοβικοί λόγοι δείχνουν εξάρτηση, δηλαδή έναν άνθρωπο που αναθέτει σε έναν άλλο το καθήκον να τον απελευθερώσει από τους φόβους του, να τον απαλλάξει από τα αρνητικά για τον εαυτό του συναισθήματα, μετατρέποντάς τα σε θετικά ή να γεμίσει τα κενά του.

Είναι λοιπόν εύλογο, αν αυτή η σχέση λήξη, να επιστρέφουν δριμύτεροι οι φόβοι, ενισχυμένοι με μια ακόμη αποτυχία. Και τότε ο δρόμος γίνεται ακόμα πιο δύσβατος, διανθισμένος από συναισθήματα ενοχής ή αυτομομφής, κάνοντας ακόμη δυσκολότερη τη ζωή.

Για να ξεκινήσει μια σχέση και να έχει προοπτική τη σταθερότητα και τη διάρκεια στο χρόνο, χρειάζεται να στηρίζεται σε θετική και όχι φοβισμένη αυτοαντίληψη: η ανεξαρτησία, μια ζωή γεμάτη φίλους, ενδιαφέροντα, ατομικά σχέδια και προοπτικές, χωρίς συναισθηματικά ελλείμματα, δείχνει ανθρώπους ανεξάρτητους που θέλουν να προσθέσουν μια ακόμη πηγή ικανοποίησης στη ζωή τους, τον έρωτα, και όχι να στηριχθούν ολοκληρωτικά σ΄ αυτόν.

Είναι μεγάλο βάρος η αντίληψη ‘είσαι ολόκληρη η ζωή μου’. Είναι μια θέση αδυναμίας που θα καταστήσει τον σύντροφο ή πολύ ισχυρό και εξουσιαστικό ή ένοχο, με ένα βαρύ φορτίο, το χρέος για την ευημερία του συντρόφου του.

Άλλωστε, είναι χαρακτηριστικό του παιδιού η εξάρτηση, δηλαδή η ανευθυνότητα για τη ζωή του-μιας και δεν έχει πόρους-και του ενήλικα η αυτονομία, δηλαδή η υπεύθυνη θέση για τις επιλογές του και τις συνέπειές τους, διότι διαθέτει τους τρόπους να ξεφύγει από τη θέση του αδύναμου.

Ασφαλής σύντροφος ή ασφαλής εαυτός;

Στις σχέσεις, ασφάλεια είναι η αγάπη και η φροντίδα του εαυτού, η επίγνωση της προσωρινότητας των σχέσεων και των καταστάσεων, αυτό το βλέπουμε γύρω μας καθημερινά. Μπορεί να είναι ανθρώπινη επιθυμία η σταθερότητα των σχέσεων αλλά είναι πολύ αγχωτικό μια τέτοια επιθυμία να γίνεται ανάγκη, δηλαδή μορφή συναισθηματικής επιβίωσης.

Ασφαλής εαυτός σημαίνει εμπιστοσύνη στις προσωπικές δυνάμεις που θα βοηθήσουν και τους δυο συντρόφους να διευρύνουν τα όριά τους με αμοιβαίες ενισχύσεις. Μια προσωπικότητα που χαμογελά, αντί να φοβάται, ακτινοβολεί προς τον σύντροφό της καλή διάθεση, του προσφέρει το κίνητρο να προχωρήσει και να στηρίξει ακόμη περισσότερο την αυτοπεποίθησή του στη ζωή.

Τα Ελληνικά Ποτάμια στη Μυθολογία και στη Λαϊκή Παράδοση

"Αλλά κατόπιν (η γη) με τον Ουρανό επλάγιασε και γέννησε τον βαθυστρόβιλο ᾽Ωκεανόν και την γλυκόθωρη Τηθύα˙και η Τηθύς εγέννησε στον ᾽Ωκεανόν, τους Ποταμούς με τα νερά τα γοργοστρόβιλα"
(Ησιόδου Θεογονία)

Κατά την ελληνική μυθολογία, η ένωση της Τηθύος ( κόρη του Ουρανού και της Γαίας), με τον αδελφό της Ωκεανό δημιούργησε τρεις χιλιάδες ποταμούς, ισάριθμες θεότητες, τις Ωκεανίδες, αλλά και τρεις χιλιάδες νύμφες, όπως αναφέρει ο ποιητής της Θεογονίας Ησίοδος (αρχαίος ποιητής από την’Ασκρη της Βοιωτίας που έζησε γύρω στο 700 ή 800 π.Χ. ).

Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ότι κάθε ποταμός είναι αέναος, αλλά και είναι θείος. Είναι και θεός που λατρευόταν με ιερά και βωμούς. Επίσης, θεωρούνταν οι πρωταρχικοί βασιλιάδες των περιοχών που διαβρέχουν. Αλλά, και πατέρες των ανθρώπινων φυλών που μεγάλωσαν κι απλωθήκανε στις όχθες τους. Μ’ αυτήν ακριβώς την έννοια απέδιδαν τιμές στον Ίναχο στο Άργος, στον Ασωπό και στον Κηφισό στη ΑττικοΒοιωτία, στον Πηνειό στη Θεσσαλία και σε αλλού.

Θεωρούσαν τους ποταμούς σαν τους ‘’τροφοδότες πατέρες της νιότης’’ και στα νερά τους βρίσκανε μια δύναμη κάθαρσης, ανάλογης με εκείνη που αναζητήσουν επισκεπτόμενοι τα ιερά του Απόλλωνα. Ο Ησίοδος αναφέρει χαρακτηριστικά:

‘’Μη διασχίζετε ποτέ τα νερά των ποταμών με το αιώνιό τους ρέμα, πριν να πείτε μια προσευχή, με τα μάτια προσηλωμένα στα εξαίσιά τους νάματα, πριν να βρέξετε τα χέρια σας στο ευχάριστό τους και καθάριο νερό’’.

Βλέπουμε συχνά στα μνημεία της ελληνική τέχνης, τους ποταμούς να εικονίζονται σαν όντα φανταστικά, όπου οι ζωικές μορφές ανακατεύονται με τις ανθρώπινες. Το κορμί τους μπορεί να είναι ένας ταύρος. Το πελώριό τους κεφάλι ενός εύρωστου και γενειοφόρου άνδρα, που το στόμα του βγάζει κύματα νερού, και στο μέτωπο του έχει δυο μεγάλα κέρατα. Είναι η εικόνα της πηγής ή του κεφαλιού του ποταμού, όπως λένε ακόμη και σήμερα, το κεφαλάρι. Τα κέρατα που στολίζουν το κεφάλι του, είναι οι ελιγμοί και οι διακλαδώσεις που σχηματίζει το ρεύμα του. Από την άλλη, οι Νύμφες σχετίζονται με τους ποταμούς, και έχουν στην ελληνική μυθολογία, την ίδια καταγωγή που έχουν και οι ποταμοί.

Όπως και εκείνοι, ονομάζονται διοπετείς (που κατάγονται από το Δία ή έπεσαν από τον Ουρανό). Οι Νύμφες χρωστάνε τη γέννηση τους στα νερά του ουρανού, που πέφτουν στη γη, εισρέουν μέσα τους, μαζεύονται εκεί και ανοίγουν μυστικούς δρόμους για να εξαφανιστούν πολλές φορές κάτω από την επιφάνειά της, και να εμφανιστούν μακρύτερα με τη μορφή πηγών που αναβλύζουν και να δημιουργήσουν τα ρυάκια, τα ρεύματα και τους ποταμούς. .

Η επιρροή κάθε ποταμού στον άνθρωπο, πάντοτε περιγράφεται διττή, αλλά και αντιφατική. Γονιμοποιεί και καταστρέφει. Ενώνει και χωρίζει. Ευεργετεί και ζημιώνει. Ωστόσο, στην ελληνική μυθολογία, τονίζεται η λατρεία των ποταμών, αλλά και η πάλη του ανθρώπου με τα ποτάμια, ώστε να τα δαμάσει και να τα εκμεταλλευτεί. Μεταξύ άλλων τέτοιοι μύθοι είναι η πάλη του Ηρακλή με τον Αχελώο, και το κυνήγι του ‘’Καλυδώνιου κάπρου’’ με τον Μελέαγρο, στην Αιτωλία. Σύμφωνα με τον Όμηρο ο κάθε ποταμός είναι ‘’ ιερός, δίος, λάβρος, ωκύρροος, δινήεις, αργυροδίνης, βαθυδίνης και κελάδων’’.

Το νερό, πολύτιμη πηγή ζωής και αναπόσπαστο μέρος του φυσικού πλούτου. Το υγρό στοιχείο σε συνδυασμό με την πλούσια βλάστηση έδινε τη δυνατότητα στους ανθρώπους για ηρεμία του πνεύματος και της ψυχής, καθώς και για περισυλλογή. Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία, τα ποτάμια και οι πηγές ήταν ιερά, και θεωρούσαν το νερό ύψιστο αγαθό και αναπόσπαστο μέρος του πολιτισμού τους, αλλά και της καθημερινότητάς τους γενικότερα.

Ο Αρχαίος ποιητής Πίνδαρος (λυρικός ποιητής της Αρχαίας Ελλάδας, 522 π.Χ. - 443 π.Χ.), στο έργο του Πυθία αναφέρει, ότι οι αρχαίοι έκοβαν τις παιδικές τους μπούκλες και τις αφιέρωναν στους ποταμούς, επειδή πίστευαν ότι το νερό συμβάλλει στην αύξηση των πάντων. Στην Αρκαδία, τα νεαρά αγόρια και κορίτσια μαζεύονταν κάθε χρόνο, μια συγκεκριμένη μέρα, στις όχθες της Νέδας, για να κόψουν εκεί τα μαλλιά τους, που τα αφιέρωναν στον ποταμό. Στην Ιλιάδα (23η ραψωδία), αναφέρεται ότι ο Αχιλλέας απευθυνόμενος στον Σπερχειό ποταμό, του λέει:

 ‘’ Τώρα που πίσω πια δεν έρχομαι στη γη την πατρική μου, ας πάρει τα μαλλιά μου ο Πάτροκλος ο αντρόκαρδος μαζί του ’Σπερχειέ, του κάκου αλήθεια σου’ταξεν ο κύρης μου ο Πηλέας στην ποθητή πατρίδα αν γύριζα κει πέρα, τα μαλλιά μου στη χάρη σου να κόψω, κάνοντας τρανή θυσία από πάνω : πενήντα κριάρια πλάι στους όχτους σου βαρβάτα να σου σφάξω, πα στις πηγές, όπου’ναι το άλσος σου κι ο ευωδιαστός βωμός σου. Τέτοιαν ευκή είχε κάμει ο γέροντας, μα εσύ το ναι δεν το’πες’’.

Αυτή η προσφορά δείχνει ότι οι ποταμοί ξυπνούσανε στις ψυχές των Ελλήνων κάποιες θρησκευτικές ιδέες, που έφταναν και ως τη θυσία των μαλλιών τους προς αυτούς, των μαλλιών τους που ήταν αναγκαίο στόλισμα εκείνης της φυσικής τους ομορφιάς, για την οποία ήταν τόσο περήφανοι. Επίσης πίστευαν ότι στα νερά των ποταμών βρίσκανε μια δύναμη κάθαρσης, ανάλογη με εκείνη που αναζητούσαν στα ιερά του Απόλλωνα. ‘’Ποτέ των αείρροων ποταμιών τ’ομορφοκύλιστο νερό να μήν περνάς με τα πόδια, προτού να προσευχηθείς κοιτάζοντας την όμορφη ροή, νίβοντας τα χέρια στο πολυαγάπητο νερό. Όποιος περάσει ποτάμι με το κακό μέσα του και μ’άνιφτα χέρια, μ’αυτόν οι θεοί οργίζονται και βάσανα του δίνουν μετά’’ (Ησίοδος: Έργα και Ημέραι,737-741).

Ο Πλούταρχος (συγγραφέας, βιογράφος και φιλόσοφος από τη Χαιρώνεια Βοιωτίας, 46-127 μ.Χ.) στο έργο του ‘’Περί ποταμών και ορών επωνυμίας και των εν αυτοίς ευρισκομένων’’ αναφέρεται σε 25 ποταμούς στην αρχαία Ελλάδα, με τα ονόματα, την ιστορία, αλλά και με άγνωστες μέχρι τότε γνώσεις. 

Παρακάτω παραθέτουμε στοιχεία από τη μυθολογία και την παράδοση που αναφέρονται στα κυριότερα ελληνικά ποτάμια.

Αλιάκμονας. Στη μυθολογία ο Αλιάκμονας ήταν ποτάμια θεότητα προσωποποίηση του ομώνυμου ποταμού της Μακεδονίας και κατά τον Ησίοδο ήταν γιός του Ωκεανού και της Πύθιας. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο ήταν γιός του Παλαιστίνου και εγγονός του Ποσειδώνα. Όταν έμαθε ο Παλαιστίνος ότι ο Αλιάκμονας σκοτώθηκε σε κάποια μάχη, έπεσε στον τότε ποταμό Καρμάνορα, ο οποίος από τότε ονομάστηκε Αλιάκμονας. Κατά μία άλλη παράδοση ο Πλούταρχος στο έργο του "περί ποταμών" αναφέρει ότι ένας βοσκός από την Τίρυνθα, ενώ έβοσκε το κοπάδι του στο Κοκκύγιο όρος είδε τυχαία το Δία. Τότε ο βοσκός κυριεύτηκε από μανία και έπεσε στο ποταμό Καρμάνορα, ο οποίος μετονομάστηκε σε Αλιάκμονα.

Αλφειός. Λατρευόταν κυρίως στην Ηλεία, Μεσσηνία και Αρκαδία. Το όνομά του προέρχεται από το αρχαίο ρήμα "αλφάνω", που σημαίνει, προσφέρω πλούτο. Κατά το Στράβωνα, το ποτάμι ονομάστηκε Αλφειός επειδή θεράπευε τη λέπρα (αλφός στην αρχαιότητα). Σύμφωνα με τον Παυσανία, ο Αλφειός ήταν κυνηγός, γιος του Ωκεανού και της Τηθύος, και λατρευόταν από τους θνητούς ως θεός της γονιμότητας. Ερωτεύτηκε την Αρτέμιδα και στη συνέχεια τη νύφη Αρεθούσα, η οποία θέλοντας να τον αποφύγει έφυγε για την Ορτυγία (νησί κοντά στις Συρακούσες) και μεταμορφώθηκε σε πηγή.

Τότε, ο Αλφειός μεταμορφώθηκε σε υποθαλάσσιο ποταμό, πέρασε την Αδριατική θάλασσα και έτσι ενώθηκε με τα νερά του μεγάλου του έρωτα, της πηγής Αρεθούσας. Σύμφωνα με άλλο μύθο, από τις όχθες του Αλφειού έκλεψε ο Ερμής τα βόδια του Απόλλωνα. Επίσης, ένας άλλος μύθος αναφέρει ότι στις όχθες του Αλφειού γεννήθηκε ο θεός Διόνυσος από τη Σεμέλη και το Δία. Κάποτε σκότωσε τον αδελφό του Κέρκαφο και τον καταδίωκαν οι Ερινύες. Φτάνοντας στον ποταμό Νίκτυμο, έπεσε και πνίγηκε.

Ο Αλφειός προσωποποιήθηκε και η μορφή του έφτασε και σε ρωμαϊκά ψηφιδωτά, όπως εκείνο που βρίσκεται στο μουσείο της Αντιόχειας, καθώς και εκείνο που βρίσκεται στο Ελληνο-Ρωμαϊκό μουσείο της Αλεξάνδρειας, όπου απεικονίζεται ο Αλφειός μαζί με την Αρεθούσα. Σύμφωνα με την περιγραφή του Πλίνιου του Πρεσβύτερου, το ποτάμι ήταν πλωτό, από την εκβολή του μέχρι την περιοχή της αρχαίας Ολυμπίας, όπου έφθαναν επισκέπτες κι αθλητές με μικρά σκάφη για τους Ολυμπιακούς αγώνες. Κατά τους Βυζαντινούς χρόνους το ποτάμι ονομαζόταν Αλφέας. Οι Φράγκοι, επηρεασμένοι από τα κάρβουνα που έβγαιναν στις όχθες του, τον ονόμαζαν Καρμπόν (Carbon), ενώ αργότερα και για πολλά χρόνια επικράτησε το όνομα Ρουφιάς.

Αξιός ή Βαρδάρης. Οι αναφορές για τον Αξιό ξεκινούν από τα αρχαία χρόνια, ενώ πολλά είναι τα ονόματα που έχουν χρησιμοποιηθεί για τις περιγραφές του. Στα ομηρικά έπη, ο Όμηρος τον αποκαλεί ‘’βαθυδίνην και ευρυρρέοντα’’ και τον περιγράφει ως ‘’κάλλιστον ύδωρ έχοντα’’, ενώ ο Ευριπίδης στις Βάκχες τον αποκαλεί ‘’ωκυρόαν’’, που σημαίνει αυτός που ρέει ορμητικά. Ο ποταμός Αξιός αναφέρεται με αυτό το όνομα από τον Όμηρο, τον Ηρόδοτο και πολλούς άλλους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς. Η λέξη Αξιός έχει μακεδονική ρίζα από το ‘’Αξός’’(Λεξικό Ησύχιου του Αλεξανδρέα) που σημαίνει δάσος εξαιτίας των παραποτάμιων δασών του. Κατά καιρούς, ο Αξιός απαντάται και ως ‘’Άξιος’’, ‘’Νόξειος’’ ή ‘’Αξειός’’.

Υπάρχει βέβαια και η εκδοχή ότι ο ποταμός που διαρρέει τη γη της αρχαίας Παιονίας πήρε το όνομά του από τον μυθικό Αξιό, γενάρχη των Παιόνων βασιλιάδων. Οι κάτοικοι της περιοχής τον ξέρουν και ως ‘’Βαρδάρη’’, ονομασία που προέρχεται από το σλαβικό Vardar ή από το περσικό Βαρ Ντάρ που σημαίνει μεγάλο ποτάμι. Σύμφωνα μάλιστα με τον Ηρόδοτο, στις εκβολές του Αξιού ή Βαρδάρη και του Λουδία, στρατοπέδευσαν πάνω από ένα εκατομμύριο Πέρσες στρατιώτες κατά τη δεύτερη εκστρατεία κατά των Ελλήνων, το 480 π.Χ. με αρχηγό τον Ξέρξη.

Αναφορές στον ποταμό γίνονται επίσης και από τους Θουκυδίδη, Αισχύλο και Στράβωνα. Την περίοδο της ρωμαϊκής κατοχής, ο ποταμός αναφέρεται ώς Αxius, ενώ στα Βυζαντινά χρόνια, αρχίζει να ονομάζεται και Βαρδάρης, από τη μογγολική φυλή των Βαρδάρων, οι οποίοι τον 7ο μ.Χ αιώνα, εμφανίσθηκαν στην περιοχή και μετά από επιδρομές, συνθηκολόγησαν με τον αυτοκράτορα και πήραν άδεια εγκατάστασης στην κοιλάδα του Αξιού. Το όνομα Βαρδάρης παρέμεινε μέχρι σήμερα, κυρίως στους σλαβικούς λαούς. Για άλλους, το όνομα Βαρδάρης, είναι παλαιότερο και προέρχεται από το ρήμα βαρβαρίζω (=προκαλώ θόρυβο), εξ΄αιτίας της θορυβώδους ροής του ποταμού.

Αραχθος. Στην αρχαιότητα ονομαζόταν Ίναχος. Το όνομα Άραχθος έχει τη ρίζα του στο ρήμα "αράττω", δηλαδή χτυπάω με δύναμη, συντρίβω. Ως ποτάμιος θεός, ήταν γεννημένος στην Πίνδο. Ξυπνώντας κάποια μέρα συνειδητοποίησε ότι τα αδέρφια του, ο Αχελώος, ο Αλιάκμονας και ο Αωός ή σύμφωνα με άλλη εκδοχή ο Αχελώος και ο Πηνειός, είχαν αρχίσει το ταξίδι τους χωρίς εκείνον. Πάνω στη βιασύνη του ο Άραχθος, για να προλάβει τα αδέρφια του, παράσερνε θυμωμένος ότι έβρισκε στο δρόμο του προς τον Αμβρακικό κόλπο, όπου και πνίγηκε.

Σε κάποια άλλη εκδοχή, στην κορυφή του όρους Περιστέρι της Πίνδου, ζούσαν τρία αγαπημένα αδέλφια. Ο σοβαρός Άραχθος, η όμορφη Σαλαβρία (Πηνειός) και ο ατίθασος Άσπρος (Αχελώος). Ένα βράδυ η Σαλαβρία, κρυφά από τα αδέρφια της που κοιμόνταν, κατηφόρισε προς τον κάμπο για να συναντήσει κρυφά κάποιον από τους θεούς του Ολύμπου. Μάταια όμως. Απογοητευμένη κατευθύνθηκε προς τη γειτονική θάλασσα όπου και πνίγηκε. Ο Άσπρος όταν κατάλαβε ότι έλειπε η Σαλαβρία, ανησύχησε και ορμητικός όπως ήταν κατρακύλησε χωρίς σκέψη τα βουνά, ψάχνοντας την αδελφή του. Ο Άραχθος στενοχωρημένος για τα αδέρφια του που χάθηκαν, άρχισε να τριγυρνά την Ήπειρο για να τα βρει. Όταν κατάλαβε ότι έχασε οριστικά τα αδέλφια του, έπεσε στο Ιόνιο πέλαγος και πνίγηκε.

Ασωπός ή Βουργένης και Ωρωπός. Για την αρχαία ελληνική μυθολογία ο Ασωπός ήταν γιος του Ποσειδώνα και της Πηρούς ή του Δία και της Ευρυνόμης ή του Ωκεανού και της Τηθύος. Από το γάμο του με τη Μετόπη, κόρη του ποταμού και θεού Λάδωνα, απέκτησε δυο γιους, τον Ισμηνό και τον Πελάγοντα και πολλές κόρες, όπως τη Νεμέα, Θήβη, Σαλαμίνα, Κλεώνη, Τανάγρα, Εύβοια, Σινώπη, Πλάταια, Αίγινα, που όλες έδωσαν τα ονόματα τους σε πόλεις. Επίσης, η ονομασία Ασωπός απαντάται σε πολλούς ποταμούς στην Κορινθία, στην Αττική και Βοιωτία, Λακωνία και αλλού.

Αχελώος ή Ασπροπόταμος. Το όνομα Αχελώος φαίνεται ότι προέρχεται από τη ρίζα ΄΄-άχ-΄΄ ή τη λέξη ΄΄-άχα-΄΄ που σημαίνει νερό και το συγκριτικό επίθετο ΄λώων΄΄ που σημαίνει καλύτερος ή ποσοτικά μεγαλύτερος. Ο Όμηρος τοποθετεί τον Αχελώο πριν τον Ωκεανό. Οι θάλασσες, οι πηγές και τα νερά που πηγάζουν από τη γη προέρχονται από αυτόν. Στην Ιλιάδα, θεωρούσαν, ανώτερο του Αχελώου, μόνο τον Δία. Αντίθετα, ο Ησίοδος τον συγκαταλέγει στα παιδιά της Τηθύος και του Ωκεανού. Κόρες του Αχελώου ήταν οι Σειρήνες, οι Νύμφες και πολλές άλλες πηγές (π.χ. Κασταλία, Καλλιρρόη).

Ο Αχελώος είχε αρκετές μορφές. Συνήθως, απεικονίζεται από τη μέση και κάτω σαν ψάρι, γενειοφόρος με κέρατα στο κεφάλι του. Άλλες μορφές του ποτάμιου θεού ήταν σαν φίδι, σαν ταύρος και σαν ανθρωπόμορφο ον με κεφάλι ταύρου, που από τα γένια του έτρεχαν πολλά νερά. Στις περισσότερες μορφές του ήταν ένα άσχημο τέρας. Γνωστός είναι ο μύθος, σύμφωνα με τον οποίο ο Ηρακλής πάλεψε με τον Αχελώο για χάρη της Δηιάνειρας. Μετά από μεγάλη γιγαντομαχία ο Ηρακλής νίκησε τον Αχελώο, αφού του έσπασε το ένα κέρατο και τον έριξε στο χώμα. Από το αίμα που έπεφτε γεννήθηκαν οι Σειρήνες.

Ο Αχελώος για να πάρει πίσω το κέρατο έδωσε σαν αντάλλαγμα στον Ηρακλή το κέρας της Αμάλθειας, που ήταν πηγή αφθονίας και γονιμότητας. Υπάρχει κι ένας μύθος για τις Εχινάδες νησίδες που βρίσκονται απέναντι στις εκβολές του. Σύμφωνα με αυτόν, οι Εχινάδες ήταν κάποτε Νύμφες, που δυστυχώς ξέχασαν να τιμήσουν το θεό Αχελώο. Τότε, αυτός θύμωσε και τις μεταμόρφωσε σε νησιά. Κατά το Στράβωνα ο ποταμός ονομαζόταν παλαιότερα Θόας. Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας πήρε το όνομα Άσπρος ή Ασπροπόταμος, ίσως από τα άσπρα χαλίκια που γεμίζουν την κοίτη του ή την άσπρη λάσπη που κατεβάζει.

Αχέροντας. Ο Αχέροντας ήταν γνωστός και ως Μαυροπόταμος, Φαναριώτικος ή Καμαριώτικο ποτάμι. Η λέξη Αχέρων δεν είναι τυχαία αφού τα συνθετικά της ΄αχέα ρέων΄΄, δηλώνουν αυτόν που φέρνει τις πίκρες και τα δάκρυα. Στην αρχαιότητα πίστευαν ότι ήταν ο ποταμός, τον διάπλου του οποίου έκανε ο "ψυχοπομπός" Ερμής, παραδίδοντας τις ψυχές των νεκρών στο Χάροντα, για να καταλήξουν στο βασίλειο του Άδη. Σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση, τα νερά του ποταμού ήταν πικρά, καθώς ένα στοιχειό που ζούσε στις πηγές του δηλητηρίαζε τα νερά. Ο Άγιος Δονάτος, πολιούχος της Μητρόπολης Παραμυθιάς Θεσπρωτίας, σκότωσε το στοιχειό και τα νερά του Αχέροντα έγιναν γλυκά.

Ένα ενδιαφέρον στοιχείο από την ελληνική μυθολογία, που μαρτυρά τη συνέχει αυτής στη σύγχρονη λαϊκή παράδοση, είναι το εξής. Κατά την Τιτανομαχία οι Τιτάνες έπιναν νερό από τον Αχέροντα για να ξεδιψάσουν, γεγονός που προκάλεσε την οργή του Δία, ο οποίος μαύρισε και πίκρανε τα νερά του.

Σύμφωνα με την αρχαία παράδοση, ο Αχέροντας κατέληγε στην Αχερουσία λίμνη που ήταν ιδιαιτέρως παγερή, χωρίς ίχνος ζωής γύρω της. Εκεί στις Πύλες του Άδη φρουρούσε ο άγριος και άσπλαχνος σκύλος Κέρβερος που είχε τρία κεφάλια, χαίτη από φίδια και αγκαθωτή ουρά.

Ο βαρκάρης-χάροντας παραλάμβανε τις ψυχές των νεκρών και τις μετέφερε με τη βάρκα του στον Κάτω Κόσμο. Το αντίτιμο για το ταξίδι στον Άδη ήταν ένας οβολός, γι' αυτό και οι αρχαίοι Έλληνες ενταφίαζαν τους νεκρούς τους με το αντίστοιχο ποσό. Η ψυχή που δεν μπορούσε να πληρώσει ήταν καταδικασμένη να περιπλανιέται και να βασανίζεται αιώνια στις όχθες του ποταμού. Εκτός από τον Αχέροντα, στον Άδη οδηγούσαν ο Κωκυτός και ο Πυριφλεγέθοντας (παραπόταμοι του Αχέροντα), οι οποίοι συμβόλιζαν τα μαρτύρια που περνούσε μια ψυχή όταν κατέβαινε στον ‘’Άλλο Κόσμο’’.

Αώος. Στην αρχαιότητα λεγόταν Αίας ή Αράουα ή Αύος και οι εκεί κάτοικοι ονομάζονταν Παραυαίοι. Με την επωνυμία Αώοι, ονομνάζονταν κάποιες φυλές Δωριέων που λάτρευαν ηλιακές θεότητες. Στην ελληνική μυθολογία ο Αώος ήταν επίκληση του Άδωνη (ωραίος νέος, αγαπημένος της θεάς Αφροδίτης), αλλά και βασιλιάς της αρχαίας Κύπρου. Ο Αώος ήταν ο πρώτος βασιλιάς της νήσου Κύπρου, γιος του Κέφαλου και της Ηούς από την Αττική. Κατά μία άλλη εκδοχή, αδελφός του ήταν ο Πάφος, επώνυμος και ιδρυτής της πόλης Πάφου στην Κύπρο.

Γαλλικός. Το αρχαίο όνομά του ήταν Ηδωνός, πιθανότατα προερχόμενο από τους Ηδωνούς Μυγδόνες, Θρακικό φύλο που κατοικούσε στις όχθες του, τα προϊστορικά χρόνια. Κατά τα ιστορικά χρόνια μετονομάσθηκε σε Εχείδωρο και μετά σε Εχέδωρο, όταν βρέθηκε χρυσάφι (=δώρο) στην κοίτη του και άρχισε η εκμετάλλευσή του. Το όνομα Γαλλικός, προήλθε από τη ρωμαϊκή αποικία Callicum (=δερμάτινο κόσκινο από δέρμα κατσίκας, που χρησιμοποιούσαν οι άποικοι για τη συλλογή της χρυσόσκονης) που ιδρύθηκε τον 1ο μ.Χ. αιώνα στις όχθες του για την εκμετάλλευση του χρυσού που περιείχαν οι λάσπες του.

Με τον καιρό, το όνομα Callicum παραφράσθηκε σε Gallicum, απ’ όπου και το όνομα Γαλλικός. Κατά τα μεσαιωνικά χρόνια, ονομαζόταν από τους κατοίκους της περιοχής και Γομαροπνίχτης, από τις ξαφνικές πλημύρες του, που έπνιγαν τα ζώα τους.

Έβρος ή Ρόμβος ή Μαρίτσα. Το ποτάμι ονομαζόταν στα αρχαία χρόνια Ρόμβος, ώσπου ο 'Εβρος ο γιος του βασιλιά Κασσάνδρου και της Κροτωνίκης, πνίγηκε για να αποφύγει τις συκοφαντίες, της μητριάς του Δαμασίππης, για βιασμό. Την ερμηνεία αυτή μας δίνει ο Πλούταρχος στο έργο τον "Περί ποταμών και όρων". Ο Βιργίλιος τον ονομάζει Οιάγριον 'Εβρο. Κατά τον Ησύχιο η θρακική σημασία τον ονόματος 'Εβρος σημαίνει τράγος, βατήρας (βάθρο). Ο Αλκαίος, τον αναφέρει ως "καλλίστου ποταμών". Επίσης, αναφέρεται από τους: Ηρόδοτο, Θουκυδίδη, Αριστοτέλη, Στράβωνα, Ευριπίδη, Πλίνιο, Οράτιο, Μελέτιο κ.ά.

Λέγεται ότι ο βασιλιάς της περιοχής Κάσσανδρος, αφού παντρεύτηκε την Κροτωνίκη, γέννησαν τον Έβρο. Ο Κάσσανδρος όμως απαρνήθηκε τη συμβίωση και έφερε μια μητρυιά στον Έβρο, την Δαμασίππη. Αυτή ερωτεύθηκε παθολογικά το γιό του συζύγου της, αλλά ο Έβρος απέφευγε τη μητρυιά του, και ασχολιόταν με το κυνήγι. Αφού η Δαμασίππη απέτυχε στο σκοπό της, διέδωσε ψευδείς κατηγορίες εις βάρος του Έβρου, ότι δήθεν θέλησε να τη βιάσει.

Τότε ο Κάσσανδρος, παρασυρθείς από το πάθος της ζηλοτυπίας, κατεδίωξε το γιό του και όταν τον πρόλαβε, έπεσε ο Έβρος στον ποταμό Ρόμβο και πνίγηκε, και από τότε το ποτάμι ονομάζεται Έβρος. Με τον ποταμό Έβρο συνδέεται και η ιστορία του Ορφέα, αφού στις όχθες του, κατά μια άποψη, τον κατασπάραξαν οι Μαινάδες και πέταξαν το κεφάλι του στο ποτάμι.

Από την αρχαιότητα, αναφέρονται ακόμη και πολλοί παραπόταμοί του, όπως ο Αγριάνης, ο Άρισβος, ο Αρπησσός, ο Αρτίσκος ή Άρδας, ο Βάργος, ο Σύρμας, ο Τέαρος, κ.ά. Στις εκβολές του ήταν κτισμένη η σπουδαία αρχαία πόλις της Θράκης, η Αίνος (ή Άψινθος). Το αρχαίο θρακικό φύλο Βέννοι (ή Βένοι), κατοικούσε από το μέσον του Έβρου έως τις εκβολές του, ενώ στα θρακικά παράλια (μεταξύ Βιστονίδος λίμνης και εκβολών Έβρου) κατοικούσαν οι Κίκονες. Στην περιοχή του Άνω Έβρου (μεταξύ Ροδόπης και Αίμου) κατοικούσαν οι Θράκες Βεσσοί (ή Βέσσοι ή Βησσοί).

Είναι αυτοί που ίδρυσαν το μαντείο του Διονύσου (Καθέρσιου;), όμοιο με αυτό του Απόλλωνα στους Δελφούς. Κοντά στην Αδριανούπολη κατοικούσαν οι Θράκες Βεττεγγέροι. Από τον Έβρο έως την πόλη Κύψελα και την Οδησσό του Πόντου, κατοικούσαν οι Οδρύσες. Γύρω από τον παραπόταμο Άρισβο κατοικούσαν οι Θράκες Κεβρήνιοι. Στην κοιλάδα του ίδιου παραπόταμου, κατοικούσαν οι Θράκες Σέλλες (ή Σελλιώτες), ενώ στη λεκάνη του ίδιου παραπόταμου κατοικούσαν οι Θράκες Υπερπαίονες.

 Ενιπέας. Στην ελληνική μυθολογία, ο Ενιπέας ( ποταμός της Πιερίας και διατρέχει το Λιτόχωρο), ήταν ο ωραιότερος απ' όλους τους ποτάμιους θεούς. Κατά τον Όμηρο, τον ερωτεύθηκε η Τυρώ, κόρη του Θεσσαλού Σαλμωνέοντα. Ο θεός Ποσειδώνας είδε την Τυρώ και την ερωτεύθηκε. Επειδή όμως καταλάβαινε ότι η Τυρώ δεν θα δεχόταν τον έρωτά του, πήρε τη μορφή του Ενιπέα.

Η Τυρώ ξεγελάστηκε και δέχτηκε τον Ποσειδώνα. Ο θεός αποκάλυψε αργότερα την ταυτότητά του στην Τυρώ και της προείπε την γέννηση των δίδυμων παιδιών της, του Πελία και του Νηλέα. Σύμφωνα με άλλο μύθο, στο φαράγγι του Ενιπέα κατασπαράχθηκε από τις Μαινάδες ο Ορφέας, ενώ στα νερά του λουζόταν η πανέμορφη Λητώ, μητέρα της θεάς Αρτέμιδος και του θεού Απόλλωνα.

Εύηνος ή Φιδάρης. Ο Εύηνος ήταν γιος του θεού Άρη και της Στερώπης, κατά τον Πλούταρχο, ή γιος του Άρη και της Δημονίκης, κατά τον Απολλόδωρο ή γιος του Ωκεανού και της Τηθύος, κατά τον Ησίοδος. Παντρεύτηκε την Αλκίππη την κόρη του Οινόμαου, βασιλιά της Ηλείας και απόκτησε την Μαρπήσσα, που ο Όμηρος ονομάζει «Καλλίσφυρο» (λιγναστράγαλη). Όταν πια η κόρη μεγάλωσε πολλοί μνηστήρες τη ζήτησαν σε γάμο, αλλά ο Εύηνος έβαζε τους υποψηφίους σε σκληρή δοκιμασία. Έπρεπε για να πάρει κάποιος για σύζυγό του την Μαρπήσσα να νικήσει σε αρματοδρομία το βασιλιά.

Οι ηττημένοι που ήταν πολλοί, αποκεφαλίζονταν και τα κεφάλια τους γίνονταν θέα στους τοίχους των ανακτόρων. Παρότι η φύλαξη της βασιλοπούλας ήταν αυστηρή, ο Ίδας ο γιος του Αφάρεου δασκαλεμένος από τον Ποσειδώνα που του έδωσε άρμα με φτεροπόδαρα άλογα έκλεψε την Μαρπήσσα, ενώ χόρευε στο ναό της Άρτεμης και τη μετέφερε στην Πλευρώνα. Ο Εύηνος κυνήγησε τον άρπαγα, αλλά δεν κατόρθωσε να το συλλάβει. Έτσι, απελπισμένος και οργισμένος από την ντροπή του έσφαξε τα άλογά του και έπεσε στα νερά του Λυκόρμα και πνίγηκε.

Από τότε λοιπόν το ποτάμι πήρε το όνομα Εύηνος. Ο Εύηνος ποταμός είναι γνωστός και από το πέρασμα του Ηρακλή και της Δηιάνειρας. Ο Ηρακλής μετά την επίθεση που δέχτηκε απ' τους κενταύρους στην Αρκαδία, τους απώθησε και τους εκτόξευσε σε διάφορα σημεία, ενώ ο Κένταυρος Νέσσος, γιος της Νεφέλης και του Ιξίωνα, εγκαταστάθηκε ως περατάρης στον Εύηνο ποταμό.

Ο Ηρακλής, αφού πάλεψε σκληρά με τον Αχελώο για την όμορφη Δηιάνειρα και έσπασε το ένα κέρατο του αντιπάλου που αντάλλαξε με το κέρας της Αμάλθειας (αφθονίας), παντρεύτηκε τη Δηιάνειρα και έμεινε στην Καλυδώνα τρία χρόνια με τον πεθερό του, το βασιλιά Οινέα. Η Καλυδώνα βρισκόταν κοντά στον Εύηνο και στο χρονικό διάστημα που ο Ηρακλής έμεινε στην Καλυδώνα βοήθησε τους Καλυδώνιους στην εκστρατεία τους κατά των Θεσπρωτών. Ο Ηρακλής αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Καλυδώνα εξαιτίας ακούσιου φόνου.

Ο Ευρύνομος, στενός συγγενής του Οινέα, έχυσε από απροσεξία νερό που προορίζονταν για το πλύσιμο των ποδιών πάνω στα χέρια του Ηρακλή και ο Ηρακλής εξοργίστηκε και το χτύπησε τόσο δυνατά με τη γροθιά του που εκείνος πέθανε. Ο Οινέας, βασιλιάς της Καλυδώνας και πεθερός του, το συγχώρεσε για τον ακούσιο φόνο, αλλά ο ήρωας δεν δέχτηκε τη συγχώρεση και αυτοεξορίστηκε στην Τραχίνα. Για να πάει όμως στον τόπο εξορίας του έπρεπε να περάσει το ποτάμι στο οποίο ήταν εγκαταστημένος ο Κένταυρος Νέσσος.

Ο Ηρακλής πέρασε μόνος του για να αποφύγει την πληρωμή και ο Νέσσος ανέλαβε να περάσει αντίπερα την Δηιάνειρας με αμοιβή. Την ώρα όμως που διέσχιζαν το ποτάμι, ο Νέσσος προσπάθησε να τη βιάσει, αυτή φώναξε και ο Ηρακλής μη αντέχοντας την προσβολή το σκότωσε χτυπώντας τον με τόξο. Ο Νέσσος, πριν ξεψυχήσει, της έδωσε φίλτρο από το αίμα του, που ήταν δηλητήριο για να το χρησιμοποιήσει η γυναίκα, αν ο Ηρακλής κάποτε την απατούσε. Αργότερα, όταν ο Ηρακλής αγάπησε την Ιόλη, η Δηιάνειρα θυμήθηκε το μαγικό φίλτρο του Νέσσου και θέλησε να το χρησιμοποιήσει. Έτσι, κάποια μέρα που ο Ηρακλής ήθελε να θυσιάσει στο Δία και ζήτησε να του φέρουν την επίσημη φορεσιά του, η Δηιάνειρα βρήκε την ευκαιρία να την αλείψει με το μαγικό της φίλτρο, το δηλητήριο.

Όταν τη φόρεσε ο Ηρακλής τον έπιασαν πόνοι σ' όλο του το κορμί και μέσα στους πόνους του παρακάλεσε το γιο του τον Ύλλο να παντρευτεί αυτός την αγαπημένη του Ιόλη και ν' ανάψει μια φωτιά να τον κάψει. Ο Ύλλος δεν δέχτηκε να τον κάψει και ανέλαβε να πραγματοποιήσει την επιθυμία του ο Φιλοκτήτης. Ο Ηρακλής μετά το θάνατο του ανέβηκε στον Όλυμπο ανάμεσα στους θεούς και η Δηιάνειρα, επειδή με το φίλτρο της δεν ήθελε να σκοτώσει τον άντρα της, αλλά να εκδικηθεί την ερωμένη του Ιόλη, αυτοκτόνησε.

 Ευρώτας. Ετυμολογικά, το όνομα του Ευρώτα προέρχεται από τις λέξεις εύρως και ώτος και σημαίνει ευρύ, πλατύ, αλλά και μούχλα, υγρασία μετά σήψεως και φθορά. Ο Ευρώτας είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με την ιστορία της αρχαίας Σπάρτης . Σύμφωνα με τον Παυσανία, το όνομα του ποταμού προήλθε από τον μυθικό βασιλιά Ευρώτα, πατέρα της Σπάρτης. Έως τότε η Λακωνική πεδιάδα ήταν καλυμμένη από μια λίμνη. Ο βασιλιάς Ευρώτας διέταξε τη δημιουργία μιας διώρυγας στο βουνό κοντά στο Βρονταμά, ώστε το νερό να διοχετευτεί σε ένα κανάλι με κατεύθυνση το Λακωνικό κόλπο.

Το τεχνητό ποτάμι λοιπόν που δημιουργήθηκε ονομάστηκε Ευρώ τας προς τιμή του βασιλιά. Ευρώτα. Η εικόνα του Ευρώτα κατά τους αρχαίους χρόνους σώζεται μέσα από τα κείμενα των αρχαίων Ελλήνων και Λατίνων συγγραφέων. Ο Ευριπίδης τον περιγράφει ως ‘’δονακόχλοα’’ και ο Θεόγνις ως ‘’δονακοτρόφο’’, γεγονός που μας πληροφορεί πως υπήρχε υγρότοπος με καλαμιώνες. Οιστορικός Πολύβιος (203-120 π.Χ. ) τον χαρακτηρίζει ‘’πολύκαρπότατο και καλλιδενδρότατο’’. Ο Βιργίλιος αναφέρει πως στις όχθες του ποταμού φύτρωναν δάφνες, ενώ ο Αινείας πως φύτρωναν και μυρτιές. Κατά το ελληνικής καταγωγής Ρωμαίο ποιητή Στάτιο (45-96 μ.Χ.), ο ποταμός ήταν ‘’ololifer’’, δηλαδή κυκνοτρόφος ή κατά άλλες ερμηνείες ‘’oliferi’’, δηλαδή ελαιοφόρος.

Ο Παυσανίας, όπως και άλλοι αρχαίοι Έλληνες και Λατίνοι συγγραφείς, μας πληροφορούν και για τις πηγές του Ευρώτα, στην Αλσέα της Μεγαλόπολης, από όπου πήγαζε και ο Αλφειός ποταμός. Αναγράφουν πως τα δύο ποτάμια, είχαν κοινό ρείθρο για είκοσι περίπου στάδια (ένα στάδιο ισούται με περίπου 185m) και πως αποχωρίζονταν αφού εισέρχονταν σε χάσμα γης. Ο Ευρώτας επανεμφανίζεται στην Βελεμινατίδα της Λακωνίας, μέσω δύο πηγών, την Πελλανίτιδα και τη Λαγκεία. Τέλος, ο Παυσανίας αναφέρει πως στην περιοχή είχαν τελεστεί υδραυλικά έργα και η περιοχή της Βελεμίνας ήταν αρδευόμενη. Σκοπός των έργων, ήταν να αξιοποιηθεί μεγαλύτερο μέρος της εύφορης Λακωνικής γης για αγροτικές εργασίες και να προστατευτούν οι οικισμοί.

Ο Γάλλος συγγραφέας και πολιτικός Chateaubriand (1768-1848) περιγράφει το ταξίδι του στην Σπαρτιατική γη, το 1806, κάνοντας μνεία στους δόνακες (καλάμια) και στις ροδοδάφνες που συνάντησε στις όχθες του αλλά και στην εγκατάλειψη της περιοχής, όπου δεν σώζονταν τα αρχαία μνημεία , όπως η αρχαία Γέφυρα της Βαβύκας. Αναφέρει ακόμα μια ξεχασμένη αρχαία ονομασία του Ευρώτα, Ίμερος, και την ονομασία Ίρης, που χρησιμοποιούταν τον 19ο αιώνα. Ο Γάλλος περιηγητής και διπλωμάτης Pouqueville (1779-1838 ) αναφέρει ότι το 1808, είδε στις όχθες του Ευρώτα μάρμαρα με κρίκους όπου έδεναν τις γαλέρες, γεγονός που μαρτυρά ότι κατά την αρχαιότητα, τουλάχιστον ορισμένες εποχές του έτους, ο ποταμός ήταν πλωτός μέχρι τη Σπάρτη.

Τον 19ο αιώνα μ.Χ., οι αναφορές Ελλήνων, αλλά και ξένων συγγραφέων είναι παρεμφερείς με αυτές των προηγούμενων περιόδων, μας πληροφορούν όμως και για την ανάπτυξη της περιοχής.. Από πληθώρα πηγών, ανάμεσα στις οποίες, και τα κείμενα του Pouquerville, πληροφορούμαστε για ένα ακόμα όνομα του ποταμού που δόθηκε σε αυτόν κατά τους βυζαντινούς χρόνους, από τους κατοίκους, προς τιμήν των δεσποτών και των πριγκίπων του Μυστρά, το όνομα Βασιλοπόταμος. Ο Γάλλος λογοτέχνης Gustave Flaubert (1821-1880), το 1851, μιλώντας για τον Ευρώτα αναφέρει τις γεμάτες ροδοδάφνες, αγριομυρτιές και μουριές όχθες του, ενώ ο λογοτέχνης Ραγκαβής 1809-1892) το 1853, γράφει για τη Λακωνική γη που ήταν καλυμμένη από ελιές και συκιές.

Θύαμης ή Καλαμάς. Θύαμις είναι το αρχαίο όνομά του, ενώ Καλαμάς αποκαλούνταν στο παρελθόν ο μεγαλύτερος παραπόταμός του, αλλά με το πέρασμα του χρόνου οι δύο ονομασίες ταυτίστηκαν. Το αρχαίο όνομα Θύαμις προέρχεται από τη λέξη Θύω η οποία σημαίνει, κινούμαι άγρια. Στην ελληνική μυθολογία ο Κάλαμος ήταν γιος του ποτάμιου θεού Μαιάνδρου. Ο Κάλαμος συνδεόταν με θερμό έρωτα με τον Κάρπο, γιο του Ζέφυρου και μιας από τις Ώρες. Ο Κάρπος όμως πνίγηκε μια φορά που λουζόταν στον ποταμό Μαίανδρο, και τότε ο Κάλαμος καταράστηκε τον πατέρα του και ικέτευσε τον Δία να πεθάνει μαζί με τον Κάρπο.

Ο Δίας μεταμόρφωσε τον Κάλαμο στο ομώνυμο φυτό, την καλαμιά, και τον Κάρπο στον καρπό της. Από την αρχαιότητα ο Καλαμάς, συγκέντρωσε δίπλα στις όχθες του σπουδαίες πόλεις όπως τη Λυγιά, τη Γιτάνη, τη Φανωτή, την Οσδίνα, τη Ραβενή. Τα μυκηναϊκά ευρύματα κατά μήκος της κοίτης του, μαρτυρούν τη σπουδαιότητα που είχε ο ποταμός για το εμπόριο των μακρινών εκείνων χρόνων, εμπόριο που συνέχισαν αργότερα στους αρχαϊκούς χρόνους οι έλληνες άποικοι από την Πελοπόννησο.

Στην περιοχή των εκβολών του ποταμού Καλαμά υπάρχουν, στο λόφο της Μαστιλίτσας τμήματα του οχυρωμένου οικισμού της κλασικής και ελληνιστικής εποχής, το Καστρί Σαγιάδας-μικρό οχυρό και νεότερα λίθινα αλώνια, τον Πύργο Αγιολένης, βυζαντινό πύργο στο ομώνυμο νησάκι στην περιοχή των αλυκών, και πολλά άλλα. Μεγάλοι ιστορικοί και γεωγράφοι της αρχαιότητας έγραψαν για τον Καλαμά, όπως ο Στράβωνας, ο Πολύβιος και ο Θουκυδίδης.

Οι μεταφραστές του Στράβωνα και ιδιαίτερα ο Μελέτιος Γεωγράφος, έκανε ένα λάθος στην Γεωγραφία του, υποστηρίζοντας ότι στο σημείο που ο μεγάλος αρχαίος ιστορικός κάνει λόγο για τον Θύαμη, τον ταυτίζει με τον Αχέροντα. Θέλει δηλαδή τον Θύαμη ποταμό να είναι αυτός που καταλήγει στην Αχερουσία λίμνη, την είσοδο - κατά την μυθολογία - προς τον κάτω κόσμο, τον Άδη. Υπάρχει στο σημείο αυτό μεταφραστικό λάθος, αφού ο Αχέροντας και όχι ο Θύαμις απολήγει στο λιμάνι της Γλυκής.

 Ίναχος. Ποταμός της Ιναχίας γης , δηλαδή του Αργολικού κάμπου. Σύμφωνα με τη μυθολογία, ήταν παιδί του Ωκεανού και της Τηθύος, μητέρας των ποτάμιων θεών. Επίσης, ο ΄Ιναχος, ήταν μυθικός βασιλιάς του Άργους, γενάρχης της βασιλικής δυναστείας των Ιναχιδών, που πρώτη εγκαθίδρυσε τη βασιλεία τους στο Άργος και από αυτόν ξεκινά η προϊστορία του Άργους. Όπως μας πληροφορεί ο Παυσανίας (περιηγητής και γεωγράφος από τη Μαγνησία της Μ. Ασίας 110-180 μΧ), ’στην δεν υπάρχουν μνήμες παλαιότερες από τον Ίναχο’’.

 Ο ποταμός Ίναχος υπήρξε αντικείμενο λατρείας για τους πανάρχαιους κατοίκους της περιοχής και καθιερώθηκε ως ποτάμια θεότητα, γιατί σ’ αυτόν οφειλόταν όχι μόνο η ευφορία, αλλά και η δημιουργία της ποταμογενούς αργολικής πεδιάδας, που ο Όμηρος ονομάζει «ούθαρ αρούρης», δηλαδή ‘’μαστός της γης’’.

Κηφισός. Ο Κηφισός, ήταν γιος του Ωκεανού και της Τιθύος. Στα αρχαία χρόνια ο ποταμός είχε πολλά νερά και η ροή του ήταν συνεχής, και έτσι τον τιμούσαν σαν θεό. Η λατρεία του Κηφισού υπήρχε στο Φάληρο και στον Ωρωπό. Ο αττικός Κηφισός ήταν πατέρας της Διογένειας και παππούς της Πραξιθέας, συζύγου του Ερεχθέως, και του Ελιέως. Στό Αμφιάρειο, κοντά στον Ωρωπό, μοιραζόταν ένα βωμό με τις νύμφες, τον Πάνα και τον Αχελώο. Ο Κηφισός εγκλώβισε με τη βία τη νύφη Λειριόπη στα νερά του και από το βιασμό αυτό γεννήθηκε ο Νάρκισσος.

Σύμφωνα με κάποιες παραδόσεις, ο τόπος του Κηφισού ήταν ο τόπος απαγωγής της Περσεφόνης από τον Πλούτωνα. Στις όχθες του Κηφισού άντρες της φυλής των Φυταλιδών υποδέχτηκαν το Θησέα και συμφώνησαν να τον εξαγνίσουν από τους φόνους κακοποιών που είχε διαπράξει. Έτσι, εξαγνισμένος ο Θησέας μπήκε στην Αθήνα. Στις όχθες του Κηφισού υπήρχε άγαλμα του γιου της Μνησιμάχης, που σύμφωνα με τη μυθολογία αφιέρωσε τα μαλλιά του στον ποταμό, έθιμο που υπήρχε σε όλους τους Έλληνες από τους παλαιούς χρόνους. Η Ακαδημία του Πλάτωνα στην κοιλάδα του Κηφισού μετατράπηκε από τον Κίμωνα σε δενδρόκηπο με φροντισμένες δενδροστοιχίες και σκιερούς τόπους περιπάτου.

Το τοπίο αυτό δημιουργούσε όλες τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την πνευματική περισυλλογή που είχαν ανάγκη όσοι σύχναζαν στις τότε σχολές. Ο Πλάτωνας, ζούσε σε ένα κήπο κοντά όπου δίδασκε. Ο Στράβωνας, στα τέλη του 1ου αιώνα π.Χ., αναφέρει ότι :

«Υπάρχουν ποτάμια και το ένα είναι ο Κηφισός που ξεκινάει από την περιοχή των Τριμενιών, κυλάει στην πεδιάδα, γι’αυτό υπάρχουν γεφύρια και γεφυρισμοί, χωρίζεται σε σκέλη, φτάνει μέχρι τον Πειραιά, χύνεται στο Φαληρικό, είναι χειμαρρώδης και το θέρος μειώνεται τελείως».

Ο Κηφισός είχε τις εκβολές του μέσα στο αρχαίο λιμάνι του Κάνθαρου, το σημερινό εμπορικό λιμάνι του Πειραιά. Για να αποφευχθεί, όμως, η επίχωση του λιμανιού, οι Αθηναίοι οδήγησαν τις εκβολές του ποταμού στην παραλία του σημερινού Μοσχάτου, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα την ταχύτερη πρόσχωση του φαληρικού όρμου. Επίσης, ο ποταμός Κηφισός αναπαριστάται στο αριστερό άκρο του δυτικού αετώματος του Παρθενώνα.

Λάδωνας. Πλούσιες είναι οι αναφορές της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας για το Λάδωνα που χαρακτηρίζεται σαν ένα από τα μυθικά ποτάμια της Αρχαίας Ελλάδας. Ένας από τους σχετικούς μύθους είναι αυτός του τραγοπόδαρου θεού Πάνα και της νύμφης Σύριγγας. Ο Πάνας περιφερόταν συχνά στην περιοχή του Λάδωνα. Όταν είδε εκεί την ωραία νύμφη, άρχισε να την κυνηγά και την πλησίασε. Τότε, αυτή εξαντλημένη, έφτασε στις όχθες του ποταμού και παρακάλεσε το Λάδωνα να τη βοηθήσει. Εκείνος, μόλις είδε τον Πάνα να την πλησιάζει, τη μεταμόρφωσε σε καλαμιά.

Τότε, ο Πάνας έκοψε μερικά καλάμια, τα ένωσε μεταξύ τους και σχημάτισε μουσικό όργανο που ονομάστηκε σύριγγα. Επίσης, εδώ στον ποταμό Λάδωνα, λουζόταν η θεά Δήμητρα και εδώ κυνηγούσε η θεά του κυνηγιού Άρτεμις. Εδώ διαδραματίστηκε ο μύθος του Λεύκιππου που ντύθηκε γυναίκα, για να βρίσκεται κοντά στη αγαπημένη του νύμφη Δάφνη, πράξη που πλήρωσε με τη ζωή του, όταν αποκαλύφτηκε. Κοντά στην κοίτη του, στα όμορφα δάση του Σόρωνα -που πιο πάνω ονομάζονται και Αφροδίσια όρη - η Αφροδίτη συναντιόταν με τον παράνομο εραστή της θεό Άρη. Εξάλλου, στο Λάδωνα έπιασε το ελάφι ο Ηρακλής μετά από επιτυχή καταδίωξη και εδώ ο θεός Απόλλωνας ερωτεύτηκε την κόρη του Λάδωνα Δάφνη.

Λουδίας ή Λυδίας, ή και Λοιδίας, κοινώς Μαυρονέρι. Το όνομα Λουδίας έχει ελληνική ρίζα, και σημαίνει μαύρο νερό, όπως και τα υπόλοιπα ονόματα, Λυδίας ή Λοιδίας, με τα οποία αναφέρεται στην αρχαία βιβλιογραφία. Οι πληροφορίες των αρχαίων για το Λουδία ποταμό δεν συμφωνούν μεταξύ τους. Ο Ηρόδοτος τον αναφέρει να χωρίζει την Ημαθία από τη Βοττιαία, ο Σκύλακαςο Καρυανδεύς, (εξερευνητής του 6ου αιώνα π.Χ.), τον αναφέρει ως παραπόταμο των εκβολών, ενώ ο Στράβωνας τον υπολόγιζε σε μήκος 120 στάδια (περίπου 22 km).

Λούσιος. Ο Λούσιος οφείλει στην ελληνική μυθολογία. Κατά τον περιηγητή Παυσανία, πήρε το όνομα αυτό, επειδή στις πηγές του (Πηγές των Αθανάτων) έλουσαν οι νύμφες Νέδα, Αγνώ και Θεισόα, το νεογέννητο Δία κρυφά από τον Κρόνο. Ο Παυσανίας τον θεωρούσε ως τον πιο κρύο ποταμό του τότε γνωστού κόσμου.

Νέδα. Η Νέδα ήταν Νύφη, θεότητα των νερών, που κοντά της μεγάλωσε ο Δίας, προστατευόμενος από την οργή του πατέρα του Κρόνου. Σύμφωνα με το μύθο, όταν η Ρέα γέννησε το Δία, τον έδωσε στη νύμφη Νέδα, θεότητα των νερών, για να τον προστατέψει από τον άνδρα της Κρόνο. Εκείνη, θήλασε το βρέφος μαζί με τις νύμφες Θεισόα και Αγνώ, το έλουσε και το έπλυνε στο κεφαλάρι στο Λύκαιο, που αργότερα έγινε το θρυλικό ποτάμι που πήρε το όνομά της. Επίσης, σύμφωνα με η μυθολογία, με τη Νέδα συνδέονται η Δήμητρα, η Περσεφόνη και ο Πλούτωνας. Ο Παυσανίας το 2ο αιώνα. μ.Χ. περιέγραψε το ναό της Δήμητρας στις όχθες της Νέδας, ενώ, όπως υποστήριζε, η Νέδα ήταν η πρώτη σε ‘’μαιάνδρισμούς’’ μετά τον Μαίανδρο ποταμό στη Μ. Ασία.

Σε άλλο μύθο αναφέρεται, ότι, επειδή εκείνη την εποχή η περιοχή ήταν άνυδρη κι η Ρέα δεν έβρισκε νερό, χτύπησε με ένα ραβδί τη γη και έτσι δημιουργήθηκε το ποτάμι που ονομάστηκε Νέδα από τη νύμφη, ενός από τα δύο ελληνικά ποτάμια με γυναικείο όνομα (το άλλο ποτάμι είναι η Αραπίτσα στη Νάουσα). Σημαντικοί είναι και οι αρχαιολογικοί χώροι που υπάρχουν εκεί. Κοντά στις πηγές βρίσκεται ο Επικούρειος Απόλλων, δημιούργημα του Ικτίνου, που κατασκευάστηκε την ίδια εποχή με τον Παρθενώνα, καθώς και ο ναός του Πάνα..

Στην κορυφή του Λυκαίου όρους, λατρεύονταν ο Δίας, ενώ εκεί βρίσκεται και η Λυκόσουρα, την οποία ο Ησίοδος θεωρούσε την πρώτη πόλη της ανθρωπότητας. Την περιοχή κατοίκησαν οι Πελασγοί. Αναφέρεται ο βασιλιάς των Πελασγών ο Λυκάων, ως ο ιδρυτής της αρχαίας Λυκόσουρας, και ο πατέρας του Φίγαλου, ως ο ιδρυτής της αρχαίας Φιγαλείας. Οι θρύλοι και οι παραδόσεις ήθελαν τους νέους του γειτονικού βασιλείου της Φιγαλείας να λούζονται στα νερά της Νέδας για ν’ αποκτήσουν δύναμη, ενώ η Ιστορία αναφέρει ότι οι Φιγαλιείς είχαν τέτοια δύναμη, ώστε έστειλαν καράβια στον Τρωικό πόλεμο.

 Στnν αρχαία Φιγαλεία υπήρχε ένας παραπόταμος της Νέδας που ονομαζόταν Λύμαξ, σημερινός Λύμακας. Το όνομα του παραπόταμου έρχεται από τη μυθολογία. Όταν οι νύμφες έκαναν τον καθαρμό στη Ρέα μετά από τη γέννηση του Δία, έριξαν εκεί τα λύματα του καθαρμού. Κοντά στο σημείο που ο Λύμακας ενώνεται με τη Νέδα υπήρχε τότε το ιερό τnς Ευρυνόμης, δυσπρόσιτο και πνιγμένο στα κυπαρίσσια. Το ιερό άνοιγε μόνο μία φορά το χρόνο και το άγαλμα της Ευρυνόμης ήταν ξύλινο, δεμένο με χρυσές αλυσίδες και παρίστανε γυμνή γυναίκα ως τη μέση που από τη μέση και κάτω είχε ουρά ψαριού, αφού n Ευρυνόμη ήταν κόρη του Ωκεανού.

Νέστος. Στις αρχαίες αναφορές ο ποταμός συναντάται με το όνομα Νέσσος και αργότερα, Μέστος. Ήταν γιος του Ωκεανού και της Τηθύος και σύμφωνα με το Στέφανο το Βυζάντιο (συγγραφέας που έζησε στα τέλη του 5ου αιώνα και συνέγραψε το σημαντικό γεωγραφικό λεξικό με τον τίτλο Εθνικά ), πατέρας της Καλλιρρόης. Σύμφωνα με άλλες παραδόσεις, ο Νέστος απηύθυνε χαιρετισμό στο φιλόσοφο Πυθαγόρα, όταν ο τελευταίος περνούσε μπροστά από το ποτάμι.

Σύμφωνα με όσα αναφέρει ο Ηρόδοτος, ο Νέστος και ο Αχελώος αποτελούσαν τα όρια της περιοχή, μέσα στην οποία ζούσαν τα λιοντάρια στον ελληνικό χώρο. Στην κοιλάδα του Νέστου κατοικούσαν οι Δίοι, οι οποίοι, κατά τον Ηρόδοτο, ήταν προφήτες σε διονυσιακό μαντείο της περιοχής. Νοτιότερα, από τα στενά μέχρι το πέλαγος και από τη δυτική όχθη του ποταμού μέχρι τον ποταμό Κόσινθο της Ξάνθης, κατοικούσαν οι Σαπαίοι, που λάτρευαν το θεό Διόνυσο και είχαν για πρωτεύουσα τους, την Τόπειρο. Από την κοιλάδα του Νέστου πέρασαν και άλλα θρακικά φύλα, όπως οι Βίστονες, οι Δόλογκοι, οι Κίκονες και οι Οδρύσες.

Εξάλλου, με την κοιλάδα του Νέστου συνδέεται επίσης και η μυθική μορφή του μουσικού Ορφέα. Ο Ορφέας υπήρξε ο εισηγητής μιας νέας διάστασης των διονυσιακών μυστηρίων, που αναπτύχθηκε στην περιοχή του Νέστου και αργότερα σε όλη την υπόλοιπη αρχαία Ελλάδα. Αρχαιολογικά ευρήματα που βρέθηκαν έξω από τα Κομνηνά, μαρτυρούν την ανάπτυξη της διονυσιακής λατρείας στην περιοχή, πιθανότατα στην ορφική της εκδοχή. Ωστόσο, ο Νέστος του Θουκυδίδη, του Ηροδότου, του Στράβωνα και του Παυσανία, έγινε Mestus για τους Ρωμαίους και Μέστος στους βυζαντινούς.

Πάμισος. Η ονομασία Πάμισος ανήκει σε προελληνικό γλωσσικό ιδίωμα και είναι ανερμήνευτη. Έχει μεταφερθεί και δοθεί ή από την κάθοδο των Πελασγών στη Μεσσηνία, γύρω στα 3000 π.Χ, από τη Θεσσαλία, όπου υπάρχει και εκεί Πάμισος ποταμός, παραπόταμος του Πηνειού ή από τη σταδιακή επαφή και ανάμειξη των ελληνικών φύλων με τους προέλληνες, οπότε και υιοθετήθηκαν από τους πρώτους, μαζί με άλλα πολιτισμικά αγαθά και διάφορες λέξεις τους, κυρίως ονόματα φυτών, βουνών (π.χ. Ιθώμη), τοπωνυμίων (π.χ. Οιχαλία) και ποταμών (π.χ. Πάμισος). Οι αρχαίοι φαντάζονταν τον Πάμισο σαν Ταύρο, που τα ρουθούνια του ήταν οι πηγές του απ' όπου ανάβλυζε το νερό του.

 Ο Παυσανίας αναφέρει τη λατρεία του ποτάμιου θεού Πάμισου ανάμεσα σε πολλές προδωρικές λατρείες του τόπου που με την κατάκτηση τους από τους Δωριείς είχαν παραμεληθεί, αλλά με τον καιρό επαναφέρθηκαν ή αναδιοργανώθηκαν από τους τότε ηγεμόνες τους. Οργανωτής της λατρείας του Πάμισου ήταν ο Συβότας που όρισε ετήσια γιορτή με θυσία για το θεό Πάμισο από τον εκάστοτε βασιλιά του τόπου. Η γιορτή και η θυσία αυτή φαίνεται πως γίνονταν στις πηγές του Πάμισου, κοντά στο σημερινό Άγιο Φλώρο. Πολύ κοντά σ' αυτές τις πηγές ανασκάφτηκε ο μικρός ναός του ποτάμιου θεού και η λατρεία του επιβεβαιώθηκε με επιγραφές. Υπάρχει μάλιστα μεταγενέστερο των ρωμαϊκών χρόνων βάθρο αναθήματος με την επιγραφή «Δέξιππος ευχήν επηκόω Παμίσω».

Ο Παυσανίας μας πληροφορεί ότι, στις πηγές του Πάμισου παιδιά τα οποία παρουσίαζαν δυσπλασία των ποδιών τους έβρισκαν γιατρειά: ο Πάμισος λατρευόταν ως θεός-θεραπευτής. Μία άλλωστε από τις πολλές πηγές του Αγίου Φλώρου έχει και σήμερα νερό χλιαρό και μπορεί στην αρχαιότητα να ήταν θερμή πηγή. Η αρχαιολογική έρευνα το 1933 γύρω από το ναό του Πάμισου βρήκε πλήθος αναθημάτων και η παλαιότητα της λατρείας μπορεί να σημαίνει πως μια τοπική λατρεία πήρε τη θέση ασκληπιείου, χώρου αφιερωμένου στο τοπικό θεό-θεραπευτή Πάμισο, όπως μεταγενέστερα, ο πανελλήνιος θεός-θεραπευτής Ασκληπιός.

Δίπλα σ' αυτό το χτίσμα του δωρικού ναού, υπήρχε ‘’αποθέτης’’ προσφορών, όπου στην οπή του οι λάτρεις του θεού και οι ευεργετημένοι από αυτόν άφηναν τα τάματα τους μικρά μπρούτζινα και πήλινα αγαλματάκια θεών, ηρώων ,ταύρων, κατσικιών και μικρών παιδιών, που τα κάτω άκρα τους δείχνουν δυσπλασία. .

Για τους αρχαίους σημασία είχε ότι τα τάματα φανέρωναν την ευγνωμοσύνη τους στον Πάμισο, γιατί, φτωχοί καθώς ήταν, δεν είχαν ασήμι να τα «ασημώσουν», όπως γίνεται σήμερα από τους πιστούς. Το πιο συνηθισμένο τάμα για κάθε ευεργεσία του ποτάμιου θεού προς μια νεαρή ύπαρξη ήταν η αφιέρωση της κόμης του σ' αυτόν: τα παιδιά πρόσφεραν κατά κανόνα στον ποταμό την κόμη τους, όταν αίσια περνούσαν από την εφηβική ηλικία στην ανδρική.

Πηνειός Ηλείας. Ο Πηνειός ποταμός είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με τον πέμπτο άθλο του Ηρακλή, δηλαδή τον καθαρισμό των στάβλων του Αυγεία από την κόπρο. Κατά τη μυθολογία, ο Ηρακλής, αφού γκρέμισε το μαντρότοιχο των στάβλων, εξέτρεψε τα ποτάμια Πηνειό και Αλφειό και καθάρισε τους στάβλους.

Ο μύθος έχει συμβολικό χαρακτήρα και συνδέεται κυρίως με την τότε κατασκευή υδραυλικών έργων στην περιοχή, την αποξήρανση ελωδών εκτάσεων και την απαλλαγή της καλλιεργήσιμης γης από τις πλημμύρες με τα νερά των ποταμών.

Πηνειός Θεσσαλίας. Ο Πηνειός ήταν ο πατέρας του βασιλιά των Λαπιθών (μυθολογικά όντα ίδιας καταγωγής με τους Κενταύρους), Υψέα.

Επίσης, είναι ο ποτάμιος θεός της Θεσσαλίας, γιος του Ωκεανού και της Τηθύος. Με τη Νύμφη Κρέουσα, γέννησε τον Υψέα και τη Στίλβη. Κόρες του Πηνειού ήταν και οι Νύμφες, Τρίκκη και Λάρισα, οι οποίες έδωσαν τα ονόματά τους στις ομώνυμες θεσσαλικές πόλεις. Μια άλλη κόρη του Πηνειού ήταν και η νύμφη Δάφνη την οποία ερωτεύτηκε ο θεός Απόλλωνας. Για να ξεφύγει από τον Απόλλωνα κατέφυγε στην κοιλάδα των Τεμπών, όπου παρακάλεσε τη Μητέρα Γη να τη βοηθήσει. Τότε, η Μητέρα Γη τη μεταμόρφωσε στο φυτό δάφνη. Ο Απόλλωνας πάντρεψε την αγαπημένη του Πίνδου, με ένα όμορφο παλικάρι το Λίγκο (Χάσια). Τα δύο σημερινά βουνά, Χάσια και Πίνδος, ήταν ευτυχισμένα, όμως οι θεοί ζήλεψαν την ευτυχία τους και τα χώρισαν, από τα δάκρυά τους δημιουργήθηκε ο Πηνειός.

Ο Όμηρος αποκαλεί τον Πηνειό ‘’αργυροδίνη’’ από τις πολλές δίνες, που σχηματίζουν τα καθαρά σαν ασημένια νερά του στην πορεία τους. Στο Μεσαίωνα, ο Πηνειός αποκαλείται Σαλαβρίας. Ωστόσο, σύμφωνα με τη μυθολογία, ο πρωτεργάτης, εκείνος που άνοιξε τα Τέμπη με προσωπικό μόχθο του, κατασκευάζοντας μια διώρυγα, απ’ όπου και χύθηκαν τα νερά της τεράστιας λίμνης που κάλυπτε το θεσσαλικό κάμπο, ήταν ο θεός Ποσειδών. Γι’ αυτό το λόγο και η λατρεία του Ποσειδώνος, ήταν, σε όλη τη Θεσσαλία, πολύ διαδεδομένη και είχαν καθιερωθεί προς τιμή του διάφοροι εορτασμοί.

Στρυμόνας. Στη Britannica Encyclopedia, αναφέρεται ότι το όνομα του ποταμού έχει θρακική ρίζα και προέρχεται από τη λέξη «sru» που σημαίνει ρέμα, αντίστοιχη με την αγγλική λέξη «stream», τη λέξη «sruaimm» που σημαίνει ποταμός στην αρχαία ιρλανδική γλώσσα, την λιθουανική λέξη «straumuoe» που σημαίνει γρήγορο ρέμα, την ελληνική «ρεύμα» που αποδίδει το ρέμα, την αλβανική «rrymë» που σημαίνει κύλισμα νερού, shri rain.

Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία το προηγούμενο όνομα του ποταμού ήταν Παλαιστίνος, από το όνομα του μυθικού βασιλιά της Θράκης Παλαιστίνου που πνίγηκε στον ποταμό που λεγόταν μέχρι τότε το όνομα Κόρναζος. Επίσης λέγεται, ότι ο Στρυμόνας ήταν βασιλιάς της Θράκης και γιος του Άρη. Όταν ο γιος του Ρήσος (μητέρα του ήταν η μούσα Ευτέρπη) σκοτώθηκε μπροστά στα τείχη της Τροίας, ο Στρυμόνας έπεσε στο ποτάμι που μέχρι τότε ονομαζόταν Παλαιστίνος και από τότε μετονομάστηκε σε Στρυμόνα.

Ο Ηρακλής στο 13ο άθλο, διατάχθηκε από τον Ευρυσθέα να οδηγήσει από την Ερυθεία, ένα απομονωμένο νησί στον Ωκεανό, τις αγελάδες του βασιλιά Γηρυόνη, γιου του Χρυσάορα και της Καλλιρρόης στις Μυκήνες. Μετά, από μακρά και περιπετειώδη πορεία στις χώρες της Μεσογείου, και αφού μονομάχησε με το Γηρυόνη, στις ακτές του ποταμού Ανθεμούντα, έφτασε στις Ιωνικές ακτές της Ελλάδας, όπου μια βοϊδόμυγα, σταλμένη από την Ήρα, τρέλανε το κοπάδι και το έκανε να διασκορπιστεί στα βουνά της Θράκης.

Ο Ηρακλής κατηγόρησε τον Στρυμόνα, ότι δυσκόλεψε το έργο του να συγκεντρώσει τις αγελάδες. Έτσι, γέμισε το ποτάμι με πέτρες, και από τότε ο ποταμός έπαψε να είναι πλωτός. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή του μύθου, ο Ηρακλής δεν μπορούσε να διασχίσει τον ποταμό επειδή δεν υπήρχε πέρασμα. Έριξε λοιπόν τεράστιους βράχους εμποδίζοντας έτσι τα τότε πλοία να τον διαπλέουν. Σε ιδιωτική συλλογή στην Kopenhagen υπάρχει μελανόμορφος αμφορέας του 480/470 π.Χ., όπου φαίνεται ο Ηρακλής να βρίσκεται στον κήπο των Εσπερίδων μαζί με τους ποτάμιους θεούς Ωκεανό, Στρυμόνα, Νείλο. Η παράσταση δείχνει προφανώς τον πλούτο της τότε περιοχής.