Δευτέρα, 23 Δεκεμβρίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Ἀνδρομάχη (590-644)

590 ΠΗ. σὺ γὰρ μετ᾽ ἀνδρῶν, ὦ κάκιστε κἀκ κακῶν;
σοὶ ποῦ μέτεστιν ὡς ἐν ἀνδράσιν λόγου;
ὅστις πρὸς ἀνδρὸς Φρυγὸς ἀπηλλάγης λέχους,
ἄκλῃστ᾽ ἄδουλα δώμαθ᾽ ἑστίας λιπών,
ὡς δὴ γυναῖκα σώφρον᾽ ἐν δόμοις ἔχων
595 πασῶν κακίστην. οὐδ᾽ ἂν εἰ βούλοιτό τις
σώφρων γένοιτο Σπαρτιατίδων κόρη,
αἳ ξὺν νέοισιν ἐξερημοῦσαι δόμους
γυμνοῖσι μηροῖς καὶ πέπλοις ἀνειμένοις
δρόμους παλαίστρας τ᾽ οὐκ ἀνασχετῶς ἐμοὶ
600 κοινὰς ἔχουσι. κᾆτα θαυμάζειν χρεὼν
εἰ μὴ γυναῖκας σώφρονας παιδεύετε;
Ἑλένην ἐρέσθαι χρὴ τάδ᾽, ἥτις ἐκ δόμων
τὸν σὸν λιποῦσα Φίλιον ἐξεκώμασεν
νεανίου μετ᾽ ἀνδρὸς εἰς ἄλλην χθόνα.
605 κἄπειτ᾽ ἐκείνης οὕνεχ᾽ Ἑλλήνων ὄχλον
τοσόνδ᾽ ἀθροίσας ἤγαγες πρὸς Ἴλιον;
ἣν χρῆν σ᾽ ἀποπτύσαντα μὴ κινεῖν δόρυ,
κακὴν ἐφευρόντ᾽, ἀλλ᾽ ἐᾶν αὐτοῦ μένειν
μισθόν τε δόντα μήποτ᾽ εἰς οἴκους λαβεῖν.
610 ἀλλ᾽ οὔτι ταύτῃ σὸν φρόνημ᾽ ἐπούρισας,
ψυχὰς δὲ πολλὰς κἀγαθὰς ἀπώλεσας
παίδων τ᾽ ἄπαιδας γραῦς ἔθηκας ἐν δόμοις
πολιούς τ᾽ ἀφείλου πατέρας εὐγενῆ τέκνα.
ὧν εἷς ἐγὼ δύστηνος· αὐθέντην δὲ σέ
615 μιάστορ᾽ ὥς τιν᾽ ἐσδέδορκ᾽ Ἀχιλλέως.
ὃς οὐδὲ τρωθεὶς ἦλθες ἐκ Τροίας μόνος,
κάλλιστα τεύχη δ᾽ ἐν καλοῖσι σάγμασιν
ὅμοι᾽ ἐκεῖσε δεῦρό τ᾽ ἤγαγες πάλιν.
κἀγὼ μὲν ηὔδων τῷ γαμοῦντι μήτε σοὶ
620 κῆδος ξυνάψαι μήτε δώμασιν λαβεῖν
κακῆς γυναικὸς πῶλον· ἐκφέρουσι γὰρ
μητρῷ᾽ ὀνείδη. τοῦτο καὶ σκοπεῖτέ μοι,
μνηστῆρες, ἐσθλῆς θυγατέρ᾽ ἐκ μητρὸς λαβεῖν.
πρὸς τοῖσδε δ᾽ εἰς ἀδελφὸν οἷ᾽ ἐφύβρισας,
625 σφάξαι κελεύσας θυγατέρ᾽ εὐηθέστατα·
οὕτως ἔδεισας μὴ οὐ κακὴν δάμαρτ᾽ ἔχῃς;
ἑλὼν δὲ Τροίαν —εἶμι γὰρ κἀνταῦθά σοι—
οὐκ ἔκτανες γυναῖκα χειρίαν λαβών,
ἀλλ᾽, ὡς ἐσεῖδες μαστόν, ἐκβαλὼν ξίφος
630 φίλημ᾽ ἐδέξω, προδότιν αἰκάλλων κύνα,
ἥσσων πεφυκὼς Κύπριδος, ὦ κάκιστε σύ.
κἄπειτ᾽ ἐς οἴκους τῶν ἐμῶν ἐλθὼν τέκνων
πορθεῖς ἀπόντων, καὶ γυναῖκα δυστυχῆ
κτείνεις ἀτίμως παῖδά θ᾽, ὃς κλαίοντά σε
635 καὶ τὴν ἐν οἴκοις σὴν καταστήσει κόρην,
κεἰ τρὶς νόθος πέφυκε· πολλάκις δέ τοι
ξηρὰ βαθεῖαν γῆν ἐνίκησε σπορᾷ,
νόθοι τε πολλοὶ γνησίων ἀμείνονες.
ἀλλ᾽ ἐκκομίζου παῖδα. κύδιον βροτοῖς
640 πένητα χρηστὸν ἢ κακὸν καὶ πλούσιον
γαμβρὸν πεπᾶσθαι καὶ φίλον· σὺ δ᾽ οὐδὲν εἶ.
ΧΟ. σμικρᾶς ἀπ᾽ ἀρχῆς νεῖκος ἀνθρώποις μέγα
γλῶσσ᾽ ἐκπορίζει· τοῦτο δ᾽ οἱ σοφοὶ βροτῶν
ἐξευλαβοῦνται, μὴ φίλοις τεύχειν ἔριν.

***
ΠΗΛΕΑΣ
Άντρας, λοιπόν, λογαριάζεσαι, ω φαυλότατε,
590 κι από φαύλων γενιά;
Εσύ που κάποιος Τρωαδίτης σου πήρε
τη γυναίκα, όταν έφυγες
αφήνοντας το σπίτι σου ακλείδωτο, αφύλαχτο,
σάμπως να ᾽χες γυναίκα με φρόνηση·
ποιά; τη χειρότερη απ᾽ όλες.
Όμως κι αν ήθελε ακόμα
μια Σπαρτιάτισσα κόρη φρόνιμη να μείνει,
πώς θα μπορούσε; Αυτές παρατάνε τα σπίτια τους
και με γυμνά μεριά κι ανεμισμένα πέπλα
γυμνάζονται στα στάδια και στις παλαίστρες
μαζί με τ᾽ αγόρια. Συνήθεια
που εγώ τη λέω σιχαμερή. Κι έπειτα, πώς
600 ν᾽ απορήσει κανείς που δεν βγάζετε
τίμιες γυναίκες;
Η Ελένη θα ᾽πρεπε σ᾽ αυτό ν᾽ αποκριθεί,
που αφήνοντας το νόμιμο κρεβάτι
πήγε να ξεφαντώσει με άντρα νέο
σε ξένη γη.
Κι ύστερα, για χατίρι της, μάζεψες τόσο πλήθος
Ελλήνων και τους έφερες στην Τροία.
Που έπρεπε να τη σιχαθείς, αφού αποδείχτηκε
άπιστη κι όχι να σηκώσεις πόλεμο,
μα να πληρώσεις κιόλας για να μη γυρίσει
ποτέ στο πατρικό σου.
610 Όμως η αφεντιά σου αλλιώτικα έκρινες· κι έγινες έτσι
η αιτία να χαθούν πολλές ψυχές ωραίες,
πολλές γριές μανάδες να ορφανέψουνε
κι ασπρομάλληδες γέροι ν᾽ απομείνουν χωρίς
τα ευγενικά παιδιά τους.
Ένας κι εγώ απ᾽ αυτούς τους άμοιρους· σε βλέπω
σαν μιαρό φονιά του Αχιλλέα μου. Μονάχα εσύ
αλάβωτος εγύρισες από την Τροία,
και τα όπλα σου τ᾽ αστραφτερά σε όμορφες θήκες,
όπως τα πήγες έτσι τα ᾽φερες πίσω.
Εγώ πολλές φορές τα είπα στον γιο μου, μήτε
μ᾽ εσέ να συγγενέψει, μήτε
620 στα σπίτια του να πάρει θυγατέρα
κακής γυναίκας, γιατί τέτοιες κόρες
φέρνουν μαζί τους τις ντροπές της μάνας.
Αυτό προσέξτε που σας λέω, γαμπροί:
με θυγατέρες να παντρεύεστε καλών μανάδων.
Κοντά σ᾽ αυτά, εγκλημάτησες στον αδερφό σου
όταν τον παρακίνησες να σφάξει έτσι ασυλλόγιστα
τη θυγατέρα του· τόσο φοβήθηκες, λοιπόν,
μήπως δεν πάρεις πίσω την κακιά γυναίκα;
Κι όταν κυρίεψες
την Τροία —θα σ᾽ ακολουθήσω
κι εκεί—
ήταν στα χέρια σου η γυναίκα, δεν τη σκότωσες,
μα καθώς είδες τα στήθια της, επέταξες το ξίφος
και νικημένος από πόθο ερωτικό,
εδέχτηκες να σε φιλήσει, ανάξιε,
630 και χάιδευες τη σκύλα που σ᾽ αρνήθηκε.
Ύστερα, κόνεψες στο σπίτι του παιδιού μου
και παρασταίνεις τον αφέντη όταν ο γιος μου λείπει,
σκοτώνεις άδικα μια δύστυχη γυναίκα
και το παιδί της,
που κι αν ακόμα ήτανε νόθο τρεις φορές,
θα κάνει εσένα και την κόρη σου να κλάψετε.
Πολλές φορές το ξεροχώραφο δίνει καλύτερο σπαρτό,
και πολλά νόθα είναι καλύτερα απ᾽ τα γνήσια.
Πάρε λοιπόν τη θυγατέρα σου από δω.
Γιατί είναι προτιμότερο
640 να ᾽χει κανείς φτωχό και τίμιο πεθερό και φίλο
παρά κακό και πλούσιο. Τιποτένιε.
ΧΟΡΟΣ
Από μικρή αφορμή φιλονικίες μεγάλες
η γλώσσα φέρνει στους ανθρώπους.
Γι᾽ αυτό κι οι φρόνιμοι έχουνε τον νου τους,
συνερισιές με φίλους ν᾽ αποφεύγουνε.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΠΡΟΙΤΟΣ

ΠΡΟΙΤΟΣ
(πέτρα)
 
Ο Προίτος καταγόταν από το γένος του Δαναού. Ήταν γιος του Άβαντα και της Αγλαΐας, αδελφός του Ακρίσιου, βασιλιάς της Τίρυνθας, σύζυγος της Σθενέβειας από τη Λυκία, πατέρας τριών θυγατέρων, γνωστών κυρίως με το πατρωνυμικό Προιτίδες.

Η ιστορία του περιλαμβάνει την αντιπαλότητα με τον αδελφό του για την πατρική κληρονομιά, τον γάμο του με την κόρη του βασιλιά της Λυκίας Σθενέβεια, κάτι που του εξασφάλισε στρατιωτική βοήθεια στη διαμάχη με τον αδελφό του, την ψεύτικη ιστορία της γυναίκας του για ερωτικές βλέψεις απέναντί της από τον φιλοξενούμενό τους και καθαρμένο από τον Προίτο Βελλεροφόντη, τη μανία των θυγατέρων του και τον καθαρμό τους από τον ίδιο ή τον Μελάμποδα.
 
Μόνο ο Οβίδιος παραδίδει μια ιστορία μεταμόρφωσης του Προίτου σε πέτρα, αντίστοιχη με μεταμορφώσεις άλλων από το βλέμμα της Μέδουσας. Όταν κάποτε ο Προίτος επιτέθηκε στον αδελφό του στο Άργος, ο Περσέας ήρθε σε βοήθεια του παππού του. Ούτε η δύναμη των όπλων ούτε η κατοχή της Ακρόπολης θα μπορούσε να διαφυλάξει τον Προίτο από το βλέμμα της Μέδουσας, την κομμένη κεφαλή της οποίας πρόβαλε μπροστά στον Προίτο ο Περσέας. Ο βασιλιάς της Τίρυνθας πέτρωσε, όπως και όσοι πριν και μετά από αυτόν αντίκρισαν καταπρόσωπο το κομμένο και στεφανωμένο με φίδια κεφάλι της Μέδουσας. (Οβ., Μετ. 5.236 κ.ε.)

Νίκος Τσιφόρος: Έρχεται ο Χριστιανισμός!

Όταν οι Σάξονες μπήκανε στην Αγγλία, βρήκανε και τους άλλους κελτικούς θεούς και γίνανε όλοι τους ένα χαρμάνι κι έτσι η θρησκεία τους αδυνάτισε. Στο μεταξύ, ιεραπόστολοι μπαινοβγαίνανε στην Αγγλία από τη Γαλατία, που είχε γίνει χριστιανική, κι επειδή οι Κέλτες ήτανε πια δούλοι και κατατρεγμένοι, γρήγορα ασπασθήκανε το Χριστιανισμό, που κήρυττε την ισότητα. Έτσι και η Ιρλανδία και η Ουαλία ήτανε χριστιανικές. Ένας Ρωμαίος ιεραπόστολος, που τον λέγανε Πατρίκιο κι έγινε αργότερα ο Άγιος Πατρίκ, πήρε με το μέρος του όλη την Ιρλανδία, έχτισε και μοναστήρια -φρούρια για να αμύνονται εναντίον των πειρατών- και αργότερα αυτά τα μοναστήρια γίνανε των Άγγλων ιερωμένων.
 
Ο Χριστιανισμός, όμως, ήτανε άλλου είδους. Εκκλησίες χωρίς στολίδια και άγιο βήμα. λειτουργίες απλές, τους Χριστιανούς τους βαφτίζανε στα ποτάμια, λεφτά δεν είχανε, όλη η κατάσταση ήτανε πρωτόγονη.
 
Όταν στη Ρώμη έγινε Πάπας ο Γρηγόριος ο Μέγας, η Ρώμη άρχισε ν’ αποκτάει πάλι την κηδεμονία της Ευρώπης, όχι στρατιωτική, αλλά πνευματική τούτη τη φορά. Ο Γρηγόριος. πολύ έξυπνος, πολύ μορφωμένος και πολύ ενεργητικός άνθρωπος, κατάφερε και οργάνωσε το νέο αυτό πνευματικό βασίλειο κι έκανε ένα νέο δυνατό κράτος, το Βατικανό, καθαρά θρησκευτικό, που το προσκυνήσανε όλοι οι βασιλιάδες της Ευρώπης. Είχε φτιάσει και τάγματα καλογήρων, για να προσηλυτίζει νέους οπαδούς. Όλη η παποσύνη και η καθολική εκκλησία είναι έργο του Γρηγορίου.
 
Έστειλε, λοιπόν, ο Γρηγόριος ένα τάγμα καλογήρων Βενεδικτίνων στην Αγγλία. Αυτό έγινε το 597 μ.Χ.
 
Εκείνη την εποχή, ο βασιλιάς του Κεντ είχε παντρευτεί την κόρη του βασιλιά του Παρισιού, που ήτανε Χριστιανή. Η νύφη κουβάλησε μαζί της κι έναν παπά.
 
Σαράντα καλόγεροι βγήκανε στην Αγγλία και τους έπιασε ριπιπί από την αγριάδα των Σαξόνων. Ο αρχηγός τους έκανε το σταυρό του.
 
-Αυτοί θα γίνουνε Χριστιανοί ή εμείς θα γίνουμε ροσμπίφ;
 
Τραβήξανε, λοιπόν, στην πρωτεύουσα του Κεντ και βρήκανε τον παπά. Σιγά σιγά, λοιπόν, σιγουρευτήκανε. φάγανε, ζεσταθήκανε κι αρχίσανε τη δουλειά τους. Και πρώτος που έγινε Χριστιανός, λόγω της κρεβατομουρμούρας της γυναίκας του. ήτανε ο ίδιος ο βασιλιάς.
 
Από κει και πέρα, να ο ένας ευγενής, να ο άλλος ευγενής να μιμηθούνε τον Μεγαλειότατο, γινόντουσαν Χριστιανοί όλοι. Ο Πάπας έστειλε έναν δικό του επίσκοπο και, να μη λέμε πολλά, σε λίγο το Καντέρμπουρυ έγινε η θρησκευτική πρωτεύουσα της Αγγλίας. Από κει, σιγά σιγά. αρχίσανε και τ’ άλλα βασίλεια να εκχριστιανίζονται και σε καμπόσες δεκαετίες όλοι οι Σάξονες γίνανε Χριστιανοί.
 
Άμα γίναν, όμως, άρχισαν να μαλώνουν με τους Κέλτες, που είχανε άλλου είδους Χριστιανισμό, τον φτωχό Χριστιανισμό που είπαμε πριν. Καβγά στον καβγά, σύνοδοι, συζητήσεις κούφιες, φασαρίες, κακό, στο τέλος τα συμφωνήσανε και αποφασίσανε να γίνουνε όλοι καθολικοί και να ‘χουνε αφέντη τους τον Πάπα.
 
Από τη στιγμή αυτή. οι Σάξονες, που ήτανε φυλή ρομαντική και που της αρέσανε τα μυστήρια, γίνανε «φανατικοί» Χριστιανοί. Αρχίσανε να μελετάνε, φέρανε συγγράμματα, δημιουργήσανε μια φιλολογία, με ανάκατα παραμύθια ειδωλολατρικά και χριστιανικούς θρύλους και δοξασίες, κι όπως λέει ο Ροΐδης στην Πάπισσα Ιωάννα, δυο αιώνες αργότερα, οι Άγγλοι ιερωμένοι και καλόγεροι ήτανε οι πιο μορφωμένοι της Ευρώπης. Κι όλος τούτος ο λαός άρχισε να γίνεται ένα ανακάτωμα από ρωμαϊκό πολιτισμό κι από σαξονική βαρβαρότητα. Έβγαλε κι έναν ποιητή, τον Μπεοβούλφ. που ‘χει γράψει όλη την ιστορία των Νιμπελούγκεν. ένα είδος χριστιανο-ειδωλολατρικού έπους, που είναι η μυθολογία των Βορείων και που λένε ότι παραλληλίζεται με τα δικά μας Ομηρικά έπη…
 
Νίκου Τσιφόρου, Ιστορία της Αγγλίας

Περί Ψυχής του Αριστοτέλη

Αριστοτέλης: (384 – 322π.Χ)

«Όπως νομίζουμε ότι πάσα γνώση για κάτι υψηλό και θαυμάσιο είναι πολύτιμη, παραδείγματος χάριν για τα μαθηματικά ή την αστρονομία, έτσι πρέπει να νομίζουμε και για την ψυχολογία και να την θέσουμε μεταξύ των πρώτων επιστημών. Η γνώση της ψυχής είναι μεγάλη συμβολή στην γνώση της όλης αλήθειας και μάλιστα της φύσεως (φυσικής επιστήμης). Διότι η ψυχή είναι η αρχή των όντων, τα οποία έχουν ζωή». (Αριστοτέλους, «Περί Ψυχής»1)

Οι προβληματισμοί του Αριστοτέλη για το αντικείμενο της Ψυχολογίας


Στο πρώτο κεφάλαιο, ο Αριστοτέλης καταγράφει τους προβληματισμούς του γύρω από το αντικείμενο της ψυχολογίας: «Ζητούμε να εξετάσουμε την φύση και την ουσία της ψυχής, έπειτα τις ιδιότητες αυτής, δηλαδή τα ψυχικά πάθη.

Οπωσδήποτε είναι δυσκολότατο πράγμα να αποκτήσουμε αξιόπιστη γνώση αυτής. Διότι εδώ προβάλλει το ζήτημα τι είναι η ουσία, τι είναι το πράγμα…

Πρώτον είναι αναγκαίο να διακρίνουμε σε ποιο από τα γένη του «είναι» ανήκει η ψυχή, αν δηλαδή είναι ατομικό πράγμα και ουσία ή αν είναι ποιόν ή ποσόν. Ακόμη, αν είναι εκ των «εν δυνάμει» όντων ή μάλλον εντελέχεια (εντελής πραγματικότητα). Επίσης αν η ψυχή διαιρείται σε μέρη ή είναι αμερής».

Ο Αριστοτέλης πραγματεύεται τη λειτουργία των αισθήσεων, στις οποίες δίνει εξέχουσα θέση. Οι αισθήσεις (όραση, ακοή, όσφρηση, γεύση, αφή) είναι πηγή κάθε γνώσης! Από την επεξεργασία των ερεθισμάτων και των εμπειριών που εισέρχονται στον νου και στην ψυχή μέσω των αισθήσεων αναπτύσσεται ο εσωτερικός μας κόσμος.

Διαπιστώνουμε δηλαδή, πως η επαγωγική επιστημονική μέθοδος ισχύει και στην περίπτωση του ανθρώπινου εγκεφάλου και της ψυχής. Ενδιαφέρον έχει η άποψή του ότι έχουμε τις αισθήσεις χάριν της υπάρξεως και την νόηση χάριν της ευζωίας.

Το «νοείν» και το «αισθάνεσθαι» είναι ενέργειες που προηγούνται σε σχέση με τις «δυνάμεις», που είναι τα υλικά και τα σωματικά στοιχεία. Για να το καταλάβουμε αυτό θα χρησιμοποιήσω μια παρομοίωση: όπως ο οφθαλμός (δύναμη) είναι απαραίτητος για την όραση (ενέργεια/εντελέχεια) έτσι και το σώμα (που είναι το αντικείμενο) είναι απαραίτητο για την ψυχή (που είναι το υποκείμενο).
Η ψυχή είναι η αιτία και η αρχή του ζώντος σώματος. Αιτία, όμως, και αρχή λέγονται κατά πολλές σημασίες. Η ψυχή, σύμφωνα προς αυτές, είναι αιτία κατά τρεις προσδιορισμένους τρόπους. Ως αιτία κινητική, ως αιτία τελική και ως ουσία των οργανικών σωμάτων.
Σύμφωνα με τον Σταγειρίτη φιλόσοφο, το γεγονός ότι η ψυχή είναι αιτία ως ουσία είναι φανερό διότι το αίτιο της υπάρξεως πάντων είναι η ουσία. Η ζωή λοιπόν είναι η ύπαρξη των ζώντων ενώ η αιτία και αρχή της ζωής είναι η ψυχή. Ακόμη, η ζωή είναι η πρώτη στοιχειώδης λειτουργία της ψυχής και η αναγκαία προϋπόθεση των άλλων ανώτερων λειτουργιών αυτής (νόησης, φαντασίας κ.ά.).

Η πρώτη εντελέχεια είναι η στοιχειώδης μορφή της ψυχής, δηλαδή η μορφοποίηση της ύλης με την πρώτη/αρχική ψυχή, η οποία εξελίσσεται σε λόγο και σημασία του εν δυνάμει όντος.

Η ψυχή είναι και τελικό αίτιο, επειδή, καθώς ο νους ενεργεί προς κάποιο σκοπό, κατά τον ίδιο τρόπο ενεργεί και η φύση, και αυτό είναι το τέλος, το οποίο αυτή επιδιώκει. Τέτοιος σκοπός ή τέλος στα ζώα και στους ανθρώπους είναι η ψυχή. Αυτό συμβαίνει εξαιτίας της φύσης της ψυχής, αφού όλα τα φυσικά σώματα είναι όργανα της ψυχής.

Τα ζωντανά υπάρχουν ένεκα της ψυχής. Είναι διττό το «ου ένεκα» (η τελική αιτία), δηλαδή, αφενός μεν είναι ο ίδιος ο σκοπός, αφετέρου δε, εκείνο εντός και διαμέσου του οποίου ενεργείται (πραγματοποιείται) ο σκοπός.

Τον τριμερή διαχωρισμό της ψυχής που είχε ορίσει ο Πλάτων, λαμβάνει υπόψη του και ο Αριστοτέλης. Κατά τον Πλάτωνα, η ψυχή χωρίζεται στο (υπο)λογιστικό, στο θυμικό (θυμοειδές) και στο επιθυμητικό μέρος.

Κατά τον Αριστοτέλη, η ψυχή διαιρείται σε δύο λογικά μέρη: το διανοητικό/λογικό και το ηθικό/λογικό μέρος. Στο πρώτο ανήκει λ.χ. η επαγγελματική εξειδίκευση ενώ στο δεύτερο ανήκουν οι αρετές του ήθους, όπως η σύνεση, η φρόνηση, η ευγένεια και η αλληλεγγύη.

Τέλος, η ψυχή μπορεί να εκπαιδευθεί και η ανθρώπινη συμπεριφορά βελτιώνεται με τη συνήθεια στα καλά έργα. Αυτή η άποψη, που αναλύεται στο έργο «Ηθικά Νικομάχεια»2 , είναι αισιόδοξη και αποδεικνύει πως η αρετή διδάσκεται μέσω της παιδείας και κατακτιέται εντός του κοινωνικοπολιτικού χώρου. Είναι η έξις, το έθος, το ήθος και η ηθική που επαναλαμβάνονται μέσω μιας ορισμένης συμπεριφοράς, που απορρέει τόσο από τον νου όσο και από τη βούληση/επιθυμία.

Ποια είναι η ελευθερία του ανθρώπου

Ο άνθρωπος είναι το μόνο πλάσμα που μπορεί να καταπιέσει τις ενέργειές του – ή να τις μεταμορφώσει. Κανένα άλλο πλάσμα δεν μπορεί να κάνει ούτε αυτό. Η καταπίεση και η μεταμόρφωση υπάρχουν ως οι δύο όψεις του ίδιου φαινομένου, που είναι ότι ο άνθρωπος μπορεί να κάνει κάτι για τον εαυτό του.

Τα δέντρα υπάρχουν, τα ζώα υπάρχουν, τα πουλιά υπάρχουν, αλλά δεν μπορούν να κάνουν τίποτα για την ύπαρξή τους· είναι τα ίδια μέρος της. Δεν μπορούν να σταθούν έξω από αυτήν, δεν μπορούν να γίνουν «δρώντα». Είναι τόσο συγχωνευμένα με την ενέργειά τους, δεν μπορούν να διαχωρίσουν τον εαυτό τους.

Ο άνθρωπος μπορεί να δράσει, να κάνει πράγματα. Μπορεί να κάνει κάτι για τον εαυτό του. Μπορεί να παρατηρήσει τον εαυτό του από απόσταση· μπορεί να κοιτάξει τις ίδιες τις ενέργειές του θαρρείς και είναι ξέχωρες από εκείνον. Και τότε μπορεί ή να τις καταπιέσει ή να τις μεταμορφώσει.

Καταπίεση σημαίνει απλώς ότι προσπαθείς να κρύψεις ορισμένες ενέργειες που υπάρχουν εκεί, να μην τους επιτρέπεις να έχουν το είναι τους, να μην τους επιτρέπεις να εκδηλώνονται. Μεταμόρφωση σημαίνει ότι μεταβάλλεις τις ενέργειες, τις ωθείς προς μια νέα διάσταση.

Υπάρχει φόβος, διότι αισθάνεσαι ότι θα χαθεί ο έλεγχος, και άπαξ και χαθεί ο έλεγχος δεν μπορείς να κάνεις τίποτα. Εγώ διδάσκω έναν νέο έλεγχο – τον έλεγχο του εαυτού που στέκει μάρτυρας. Όχι τον έλεγχο ενός χειριστικού μυαλού, αλλά τον έλεγχο του εαυτού που στέκει μάρτυρας. Ο έλεγχος αυτός είναι η υψηλότερη δυνατή μορφή, και είναι τόσο φυσικός, που δεν θα νιώσεις ποτέ ότι ελέγχεις. Είναι ένα είδος ελέγχου που συμβαίνει αυτόματα με την παρατήρηση.

Αν ακολουθείτε την καταπίεση, μπορείτε να γίνετε ένα υποτιθέμενο ανθρώπινο πλάσμα: ψεύτικο, επιφανειακό, κούφιο εσωτερικά, απλή μαριονέτα, μη αυθεντικό, μη πραγματικό. Αν δεν ακολουθείτε την καταπίεση, αλλά την ικανοποίηση όλων των επιθυμιών σας, θα γίνετε σαν τα ζώα: όμορφοι, πιο όμορφοι από τον δήθεν πολιτισμένο άνθρωπο, αλλά απλώς ζώα. Δίχως εγρήγορση, δίχως επίγνωση, δίχως συναίσθηση της δυνατότητας ανάπτυξης, δίχως συναίσθηση του δυναμικού σας ως ανθρώπινου πλάσματος.

Αν μεταμορφώσετε την ενέργεια, θα γίνετε θεϊκοί. Και να θυμάστε, όταν λέω «θεϊκοί», υπονοούνται με τη λέξη αυτή δύο πράγματα. Υπάρχει εκεί το άγριο ζώο με την απόλυτη ομορφιά του είναι. Δεν απορρίπτω, δεν αρνούμαι το άγριο αυτό ζώο, βρίσκεται εκεί – πιο πλούσιο, επειδή επαγρυπνεί περισσότερο.

Άρα όλη η αγριότητα είναι εκεί, το ίδιο και η ομορφιά του, και όλα αυτά που προσπαθεί να επιβάλει ο πολιτισμός επίσης είναι εκεί, αλλά αυθόρμητα, όχι βεβιασμένα. Μόλις η ενέργεια μεταμορφωθεί, το φυσικό και το θεϊκό συναντιούνται μέσα σας – το φυσικό με την ομορφιά του, το θεϊκό με την απόλυτη χάρη.

Να τι σημαίνει να είσαι σοφός. Ένας σοφός είναι η συνάντηση του φυσικού και του θεϊκού, μια συνάντηση του σώματος και της ψυχής, μια συνάντηση αυτού που υπάρχει κάτω με αυτό που υπάρχει επάνω, μια συνάντηση της γης με τον ουρανό.

Λέτε ότι δεν πρέπει ούτε να καταπιέζουμε ούτε να παραδινόμαστε σε συναισθήματα όπως ο θυμός, αλλά αντίθετα να παραμένουμε σε κατάσταση παθητικής εγρήγορσης και διαλογισμού. Προφανώς, θα χρειαστεί κάποιου είδους εσωτερική προσπάθεια έτσι ώστε να αποφευχθεί η καταπίεση ή η παράδοση – τότε, όμως, δεν είναι και αυτό ένα είδος καταπίεσης;

Όχι! Είναι μια προσπάθεια, όχι ένα «είδος καταπίεσης». Δεν είναι κάθε προσπάθεια καταπίεση.

Υπάρχουν τρεις τύποι προσπάθειας. Ο ένας είναι η προσπάθεια που έχει να κάνει με την έκφραση· όταν εκφράζετε τον θυμό σας, αυτό είναι μια προσπάθεια. Κατόπιν, ο δεύτερος τύπος προσπάθειας είναι όταν τον καταπιέζετε. Όταν εκφράζετε αυτό που κάνετε, αναγκάζετε την ενέργειά σας να στραφεί προς τα έξω, στο άτομο, στο αντικείμενο. Εξαπολύετε την ενέργειά σας και στόχος είναι το άλλο.

Η ενέργεια κινείται προς το άλλο· είναι μια προσπάθεια εκ μέρους σας. Όταν καταπιέζετε, τραβάτε την ενέργεια πίσω στην αρχική πηγή της, στην ίδια σας την καρδιά. Την αναγκάζετε να επιστρέψει· είναι μια προσπάθεια, αλλά η κατεύθυνση είναι διαφορετική. Με την έκφραση απομακρύνεται από εσάς, με την καταπίεση επιστρέφει σ’ εσάς.

Η τρίτη επιλογή –επαγρύπνηση, παθητική επαγρύπνηση– είναι επίσης μια προσπάθεια, αλλά η διάσταση διαφέρει. Η ενέργεια κινείται προς τα πάνω. Στην αρχή είναι μια προσπάθεια. Όταν λέω να είστε παθητικά σε εγρήγορση, στην αρχή ακόμα και η παθητικότητα δεν γίνεται παρά να απαιτεί προσπάθεια.

Μόνο σταδιακά, καθώς εξοικειώνεστε περισσότερο με αυτήν, θα πάψει να απαιτεί προσπάθεια. Και όταν δεν απαιτεί πλέον προσπάθεια, γίνεται ακόμα πιο παθητική – και όσο πιο παθητική, τόσο πιο μαγνητική γίνεται. Τραβάει την ενέργεια προς τα πάνω.

Όταν φοβήθηκε ο Δίας

Η πρώτη σύζυγος του Δία ονομάζεται Μήτις και το όνομά της σημαίνει εκείνη τη μορφή ευφυΐας που του επέτρεψε, όπως είδαμε, να κερδίσει την εξουσία: μήτις, η πονηριά, η ικανότητα να προβλέπει κανείς τα γεγονότα, ώστε ποτέ να μην εκπλήσσεται και να μη σαστίζει, ποτέ να μην αφήνει περιθώρια για μια απρόσμενη επίθεση. Ο Δίας παντρεύεται λοιπόν τη Μήτιδα, η οποία μένει σε λίγο έγκυος στην Αθηνά. Ο Δίας φοβάται μήπως τον εκθρονίσει και αυτόν με τη σειρά του ο γιος του. Πώς να το αποφύγει; Στο σημείο αυτό επανερχόμαστε στο θέμα της κατάποσης. Ο Κρόνος καταβρόχθιζε τα παιδιά του, αλλά δεν καταπολεμούσε το κακό στη ρίζα του, διότι χάρη στη μήτιδα, την πονηριά, θα αναγκαστεί με ένα εμετικό να βγάλει από μέσα του όλα του τα παιδιά.

Ο Δίας θέλει να λύσει το πρόβλημα με τρόπο πολύ πιο ριζικό. Σκέφτεται ότι μια λύση υπάρχει μόνο: δεν αρκεί να έχει δίπλα του τη Μήτιδα ως σύζυγό, πρέπει ο ίδιος να γίνει Μήτις. Δεν έχει ανάγκη από σύμμαχο, από σύντροφο, πρέπει ο ίδιος αυτοπροσώπως να είναι η μήτις. Πώς να το κάνει αυτό; Η Μήτις μπορεί και μεταμορφώνεται, αλλάζει συνεχώς μορφή, σαν τη Θέτιδα και τις άλλες θαλάσσιες θεότητες. Είναι ικανή να γίνει άγριο θηρίο, μυρμήγκι. βράχος, ό,τι περνάει από το νου του ανθρώπου. Ανάμεσα στη σύζυγο, τη Μήτιδα, και στο σύζυγο, το Δία, διεξάγεται μια μονομαχία πονηριάς. Ποιος άραγε θα είναι ο νικητής;

Έχουμε βάσιμους λόγους για να υποθέσουμε ότι ο Δίας χρησιμοποιεί μια τακτική την οποία έχουμε συναντήσει και σε άλλες περιπτώσεις. Ποια είναι αυτή; Αν αναμετρηθεί ευθέως με μια μάγισσα ή με ένα μάγο που διαθέτει εξαιρετικά χαρίσματα και πολύ μεγάλη δύναμη, είναι καταδικασμένος, φυσικά, να χάσει. Αντιθέτως, αν χρησιμοποιήσει πονηριά, έχει τότε μια πιθανότητα να κερδίσει.

Ο Δίας ρωτάει τη Μήτιδα: «Μπορείς πραγματικά να πάρεις όποια μορφή θέλεις; Μπορείς δηλαδή να γίνεις ένα λιοντάρι που ξερνάει φωτιά;». Αμέσως η Μήτις γίνεται λέαινα που ξερνάει φωτιά. Ένα θέαμα φοβερό. Τη ρωτάει λοιπόν στη συνέχεια ο Δίας: «Μπορείς δηλαδή να μεταμορφωθείς και σε μια σταγόνα νερό;», «Βεβαίως και μπορώ». «Για να δω». Δεν προλαβαίνει καλά καλά να γίνει σταγόνα νερό και ο Δίας την καταπίνει. Έτσι λοιπόν, η Μήτις βρίσκεται μέσα στην κοιλιά του Δία. Η πονηριά για άλλη μια φορά έκανε το θαύμα της. Ο ηγεμόνας δεν καταπίνει απλώς τους ενδεχόμενους διαδόχους του· εφεξής και στο πέρασμα του χρόνου, μέσα στη ροή του χρόνου, θα ενσαρκώνει την πονηρή πρόγνωση που θα του επιτρέπει να τινάζει προκαταβολικά στον αέρα τα σχέδια όλων όσων επιδιώκουν να τον αιφνιδιάσουν, να τον καταλάβουν εξαπίνης.

Η σύζυγός του Μήτις, έγκυος στην Αθηνά, βρίσκεται μέσα στην κοιλιά του. Η Αθηνά δε θα βγει λοιπόν από τη μήτρα της μητέρας της αλλά από το φουσκωμένο κεφάλι του πατέρα της, που μοιάζει σαν την κοιλιά της Μήτιδας. Ο Δίας ουρλιάζει από τους πόνους. Ο Προμηθέας και ο Ήφαιστος καλούνται να τον συνδράμουν. Έρχονται με ένα διπλό πέλεκυ, του δίνουν μια στο κρανίο και η Αθηνά ξεπηδάει αλαλάζοντας από το κεφάλι του θεού, μια πάνοπλη νεαρή παρθένος με την περικεφαλαία, το δόρυ, την ασπίδα και τη χάλκινη πανοπλία της. Η Αθηνά, η επινοητική, παμπόνηρη θεά. Την ίδια στιγμή, ο Δίας ενσαρκώνει από δω και μπρος όλη την πονηριά του κόσμου. Είναι απρόσβλητος, στο εξής κανείς δε θα μπορέσει να τον αιφνιδιάσει. Το μέγα ζήτημα λοιπόν της κυριαρχίας έχει λυθεί. Ο κόσμος των θεών έχει κύριο, τον οποίο κανείς δεν μπορεί πια να αμφισβητήσει, διότι είναι η ενσάρκωση της ίδιας της κυριαρχίας. Στο εξής τίποτα δεν μπορεί να απειλήσει την τάξη του σύμπαντος. Όλα ρυθμίζονται όταν ο Δίας καταπίνει τη Μήτιδα και γίνεται έτσι ο μητίετα, ο θεός που είναι ολόκληρος μήτις, η Φρόνηση προσωποποιημένη.

Ο γαλαξίας μας έχει μάζα περίπου 890 δισεκατομμύρια φορές μεγαλύτερη από τον Ήλιο

Σύμφωνα με μια νέα πιο ακριβή επιστημονική εκτίμηση, ο γαλαξίας μας έχει μάζα περίπου 890 δισεκατομμύρια φορές μεγαλύτερη από τον Ήλιο μας. Ο αριθμός αυτός ισοδυναμεί με 296 τετράκις εκατομμύρια φορές τη μάζα της Γης.

Η μέτρηση της μάζας του γαλαξία μας παρουσιάζει δυσκολίες, επειδή ζούμε μέσα του. Καθώς δεν υπάρχει τρόπος να βάλουμε τους γαλαξίες μας σε… ζυγαριά, το «ζύγισμα» γίνεται με βάση τις κινήσεις των άστρων στο εσωτερικό ενός γαλαξία, οι οποίες αποκαλύπτουν με ποιο τρόπο η βαρύτητά του τα επηρεάζει.

Όμως ενώ αυτό είναι ευκολότερο για έναν άλλο γαλαξία, όπως η Ανδρομέδα, στην περίπτωση του δικού μας γαλαξία το μεγαλύτερο μέρος του είναι κρυμμένο από εμάς στη Γη. Τα κοντινά άστρα και τα νέφη σκόνης κρύβουν τα πιο μακρινά άστρα από τη θέα μας.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον αστροφυσικό Φάμπιο Λόκο του Imperial College του Λονδίνου, που έκαναν τη σχετική προδημοσίευση στο arXiv, υπολόγισαν ότι το 93% της συνολικής μάζας του γαλαξία μας (όσο περίπου 830 δισεκατομμύρια ήλιοι) είναι σκοτεινή ύλη.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ποιητική (1454b-1455a)

[XVI] Ἀναγνώρισις δὲ τί μέν ἐστιν, εἴρηται πρότερον· εἴδη δὲ ἀναγνωρίσεως, πρώτη μὲν ἡ ἀτεχνοτάτη καὶ ᾗ πλείστῃ χρῶνται δι᾽ ἀπορίαν, ἡ διὰ τῶν σημείων. τούτων δὲ τὰ μὲν σύμφυτα, οἷον «λόγχην ἣν φοροῦσι Γηγενεῖς» ἢ ἀστέρας οἵους ἐν τῷ Θυέστῃ Καρκίνος, τὰ δὲ ἐπίκτητα, καὶ τούτων τὰ μὲν ἐν τῷ σώματι, οἷον οὐλαί, τὰ δὲ ἐκτός, οἷον τὰ περιδέραια καὶ οἷον ἐν τῇ Τυροῖ διὰ τῆς σκάφης. ἔστιν δὲ καὶ τούτοις χρῆσθαι ἢ βέλτιον ἢ χεῖρον, οἷον Ὀδυσσεὺς διὰ τῆς οὐλῆς ἄλλως ἀνεγνωρίσθη ὑπὸ τῆς τροφοῦ καὶ ἄλλως ὑπὸ τῶν συβοτῶν· εἰσὶ γὰρ αἱ μὲν πίστεως ἕνεκα ἀτεχνότεραι, καὶ αἱ τοιαῦται πᾶσαι, αἱ δὲ ἐκ περιπετείας, ὥσπερ ἡ ἐν τοῖς Νίπτροις, βελτίους. δεύτεραι δὲ αἱ πεποιημέναι ὑπὸ τοῦ ποιητοῦ, διὸ ἄτεχνοι. οἷον Ὀρέστης ἐν τῇ Ἰφιγενείᾳ ἀνεγνώρισεν ὅτι Ὀρέστης· ἐκείνη μὲν γὰρ διὰ τῆς ἐπιστολῆς, ἐκεῖνος δὲ αὐτὸς λέγει ἃ βούλεται ὁ ποιητὴς ἀλλ᾽ οὐχ ὁ μῦθος· διὸ ἐγγύς τι τῆς εἰρημένης ἁμαρτίας ἐστίν, ἐξῆν γὰρ ἂν ἔνια καὶ ἐνεγκεῖν. καὶ ἐν τῷ Σοφοκλέους Τηρεῖ ἡ τῆς κερκίδος φωνή. ἡ τρίτη διὰ μνήμης, τῷ αἰσθέσθαι

[1455a] τι ἰδόντα, ὥσπερ ἡ ἐν Κυπρίοις τοῖς Δικαιογένους, ἰδὼν γὰρ τὴν γραφὴν ἔκλαυσεν, καὶ ἡ ἐν Ἀλκίνου ἀπολόγῳ, ἀκούων γὰρ τοῦ κιθαριστοῦ καὶ μνησθεὶς ἐδάκρυσεν, ὅθεν ἀνεγνωρίσθησαν. τετάρτη δὲ ἡ ἐκ συλλογισμοῦ, οἷον ἐν Χοηφόροις, ὅτι ὅμοιός τις ἐλήλυθεν, ὅμοιος δὲ οὐθεὶς ἀλλ᾽ ἢ Ὀρέστης, οὗτος ἄρα ἐλήλυθεν. καὶ ἡ Πολυίδου τοῦ σοφιστοῦ περὶ τῆς Ἰφιγενείας· εἰκὸς γὰρ ἔφη τὸν Ὀρέστην συλλογίσασθαι ὅτι ἥ τ᾽ ἀδελφὴ ἐτύθη καὶ αὐτῷ συμβαίνει θύεσθαι. καὶ ἐν τῷ Θεοδέκτου Τυδεῖ, ὅτι ἐλθὼν ὡς εὑρήσων τὸν υἱὸν αὐτὸς ἀπόλλυται. καὶ ἡ ἐν τοῖς Φινείδαις· ἰδοῦσαι γὰρ τὸν τόπον συνελογίσαντο τὴν εἱμαρμένην ὅτι ἐν τούτῳ εἵμαρτο ἀποθανεῖν αὐταῖς, καὶ γὰρ ἐξετέθησαν ἐνταῦθα. ἔστιν δέ τις καὶ συνθετὴ ἐκ παραλογισμοῦ τοῦ θεάτρου, οἷον ἐν τῷ Ὀδυσσεῖ τῷ ψευδαγγέλῳ· τὸ μὲν γὰρ τὸ τόξον ἐντείνειν, ἄλλον δὲ μηδένα, πεποιημένον ὑπὸ τοῦ ποιητοῦ καὶ ὑπόθεσις, καὶ εἴ γε τὸ τόξον ἔφη γνώσεσθαι ὃ οὐχ ἑωράκει· τὸ δὲ ὡς δι᾽ ἐκείνου ἀναγνωριοῦντος διὰ τούτου ποιῆσαι παραλογισμός. πασῶν δὲ βελτίστη ἀναγνώρισις ἡ ἐξ αὐτῶν τῶν πραγμάτων, τῆς ἐκπλήξεως γιγνομένης δι᾽ εἰκότων, οἷον ἐν τῷ Σοφοκλέους Οἰδίποδι καὶ τῇ Ἰφιγενείᾳ· εἰκὸς γὰρ βούλεσθαι ἐπιθεῖναι γράμματα. αἱ γὰρ τοιαῦται μόναι ἄνευ τῶν πεποιημένων σημείων καὶ περιδεραίων. δεύτεραι δὲ αἱ ἐκ συλλογισμοῦ.

***
[16] Τι είναι η αναγνώριση, το είπαμε παραπάνω. Τα είδη τώρα της αναγνώρισης:

Πρώτη είναι αυτή που δεν προϋποθέτει καθόλου την τέχνη του ποιητή — ένα είδος που χρησιμοποιείται συχνότατα από τους ποιητές για τον λόγο ότι τους λείπει η προσωπική έμπνευση. Είναι η αναγνώριση που γίνεται με τα σημάδια. Από αυτά τα σημάδια άλλα υπάρχουν εκ γενετής, όπως επιπαραδείγματι «η λόγχη που έχουν πάνω στο σώμα τους οι Γηγενείς» ή όπως είναι τα αστέρια στον Θυέστη του Καρκίνου, ενώ άλλα είναι επίκτητα. Από αυτά τα δεύτερα άλλα είναι στο σώμα, όπως επιπαραδείγματι οι ουλές, ενώ άλλα είναι έξω από το σώμα, όπως επιπαραδείγματι τα περιδέραια. Παρόμοια και στην Τυρώ με τη σκάφη. Αυτά, φυσικά, τα σημάδια μπορούν να χρησιμοποιούνται καλύτερα ή χειρότερα. Ο Οδυσσέας επιπαραδείγματι αλλιώς αναγνωρίζεται με τη βοήθεια της ουλής από την τροφό και αλλιώς από τους χοιροβοσκούς Οι αναγνωρίσεις που γίνονται για να πιστοποιηθεί η ταυτότητα —το ίδιο και όλες αυτού του είδους οι αναγνωρίσεις— είναι πιο άτεχνες, ενώ αυτές που προκύπτουν από μια ξαφνική αλλαγή των περιστάσεων (παράδειγμα η αναγνώριση στα Νίπτρα) είναι καλύτερες.

Δεύτερες στη σειρά έρχονται οι αναγνωρίσεις που είναι αποτέλεσμα επινόησης του ίδιου του ποιητή και είναι γι᾽ αυτόν τον λόγο άτεχνες. Παράδειγμα τέτοιας αναγνώρισης είναι αυτή που έκανε στην Ιφιγένεια ο Ορέστης, αποκαλύπτοντας έτσι ότι είναι ο Ορέστης: ενώ η Ιφιγένεια έκανε δυνατή την αναγνώρισή της με τη βοήθεια της επιστολής, ο Ορέστης λέει ο ίδιος αυτά που, στην πραγματικότητα, θέλει ο ποιητής, όχι αυτά που απαιτεί ο μύθος. Αυτός είναι και ο λόγος που η περίπτωση αυτή είναι από κάποια άποψη κοντά στο λάθος της περίπτωσης για την οποία μιλήσαμε προηγουμένως — αλήθεια, δεν θα μπορούσε να αναφέρει και μερικά σημάδια από το σώμα του; Παρόμοια είναι η αναγνώριση που γίνεται με τη «γλώσσα της σαΐτας» στον Τηρέα του Σοφοκλή.

Τρίτο είδος είναι η αναγνώριση που γίνεται με την ανάμνηση, αυτήν που προκαλείται

[1455a] όταν κανείς δει κάτι και δοκιμάσει από αυτό κάποια συγκίνηση, όπως στους Κύπριους του Δικαιογένη, όπου ο ήρωας, όταν είδε την εικόνα, έκλαψε. Έτσι και στη διήγηση του Οδυσσέα στον βασιλιά Αλκίνοο: όταν ο Οδυσσέας άκουσε τον κιθαρωδό, θυμήθηκε και δάκρυσε — και έτσι έγινε η αναγνώρισή τους.

Τέταρτο είδος είναι η αναγνώριση που γίνεται με τη βοήθεια ενός συλλογισμού, μιας σκέψης, όπως επιπαραδείγματι στις Χοηφόρες: «Ήρθε κάποιος που μου μοιάζει· κανένας άλλος δεν υπάρχει που να μου μοιάζει παρά μόνο ο Ορέστης· αυτός επομένως ήρθε». Το ίδιο έκανε και ο σοφιστής Πολύιδος για την Ιφιγένεια: «Ήταν φυσικό», παρατήρησε, «να σκεφτεί ο Ορέστης ότι και η αδερφή του θυσιάστηκε και αυτός επρόκειτο να θυσιαστεί». Αλλά και στον Τυδέα του Θεοδέκτη: «Ήρθα να βρω τον γιο μου και χάνομαι ο ίδιος». Έτσι και στην τραγωδία Φινείδες: μόλις είδαν την τοποθεσία, συμπέραναν ότι το γραφτό τους ήταν να πεθάνουν εκεί· γιατί στο ίδιο αυτό μέρος είχε γίνει και η έκθεσή τους.

Υπάρχει και μία σύνθετη αναγνώριση που προκύπτει από λαθεμένο συλλογισμό των θεατών, όπως, επιπαραδείγματι, στον Οδυσσέα τον ψευδάγγελο: το ότι μόνο αυτός μπορεί να τεντώσει το τόξο και κανένας άλλος είναι επινόηση του ποιητή και αποτελεί (προ)υποθετική προκείμενη συλλογισμού, και αν, φυσικά, ισχυριζόταν ότι θα αναγνωρίσει το τόξο που δεν το είχε δει· το να πει όμως ο ποιητής ότι δήθεν θα το αναγνώριζε μέσω εκείνου, είναι παραλογισμός.

Από όλες τις αναγνωρίσεις καλύτερη είναι αυτή που προκύπτει από την ίδια την υπόθεση, όπου η έκπληξη προκαλείται από πράγματα λογικά και πιθανά, όπως επιπαραδείγματι στον Οιδίποδα του Σοφοκλή και στην Ιφιγένεια· ήταν, πράγματι, πολύ φυσικό να θέλει η Ιφιγένεια να στείλει ένα γράμμα. Αυτού του είδους οι αναγνωρίσεις είναι οι μόνες που γίνονται δίχως σημάδια και περιδέραια — επινοήματα του ποιητή. Αμέσως μετά έρχονται αυτές που γίνονται με τη βοήθεια μιας σκέψης, ενός συλλογισμού.