Δευτέρα, 23 Σεπτεμβρίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Πλοῦτος (527-570)

ΠΕ. ἔτι δ᾽ οὐχ ἕξεις οὔτ᾽ ἐν κλίνῃ καταδαρθεῖν, —οὐ γὰρ ἔσονται—,
οὔτ᾽ ἐν δάπισιν, —τίς γὰρ ὑφαίνειν ἐθελήσει χρυσίου ὄντος;—
οὔτε μύροισιν μυρίσαι στακτοῖς ὁπόταν νύμφην ἀγάγησθον,
530 οὔθ᾽ ἱματίων βαπτῶν δαπάναις κοσμῆσαι ποικιλομόρφων.
καίτοι τί πλέον πλουτεῖν ἐστιν τούτων πάντων ἀποροῦντα;
παρ᾽ ἐμοῦ δ᾽ ἐστὶν ταῦτ᾽ εὔπορα πάνθ᾽ ὑμῖν ὧν δεῖσθον· ἐγὼ γὰρ
τὸν χειροτέχνην ὥσπερ δέσποιν᾽ ἐπαναγκάζουσα κάθημαι
διὰ τὴν χρείαν καὶ τὴν πενίαν ζητεῖν ὁπόθεν βίον ἕξει.
535 ΧΡ. σὺ γὰρ ἂν πορίσαι τί δύναι᾽ ἀγαθὸν πλὴν φῴδων ἐκ βαλανείου
καὶ παιδαρίων ὑποπεινώντων καὶ γραϊδίων κολοσυρτόν;
φθειρῶν τ᾽ ἀριθμὸν καὶ κωνώπων καὶ ψυλλῶν οὐδὲ λέγω σοι
ὑπὸ τοῦ πλήθους, αἳ βομβοῦσαι περὶ τὴν κεφαλὴν ἀνιῶσιν,
ἐπεγείρουσαι καὶ φράζουσαι· «πεινήσεις· ἀλλ᾽ ἐπανίστω.»
540 πρὸς δέ γε τούτοις ἀνθ᾽ ἱματίου μὲν ἔχειν ῥάκος· ἀντὶ δὲ κλίνης
στιβάδα σχοίνων κόρεων μεστήν, ἣ τοὺς εὕδοντας ἐγείρει·
καὶ φορμὸν ἔχειν ἀντὶ τάπητος σαπρόν· ἀντὶ δὲ προσκεφαλαίου
λίθον εὐμεγέθη πρὸς τῇ κεφαλῇ· σιτεῖσθαι δ᾽ ἀντὶ μὲν ἄρτων
μαλάχης πτόρθους, ἀντὶ δὲ μάζης φυλλεῖ᾽ ἰσχνῶν ῥαφανίδων,
545 ἀντὶ δὲ θράνου στάμνου κεφαλὴν κατεαγότος, ἀντὶ δὲ μάκτρας
πιθάκνης πλευρὰν ἐρρωγυῖαν καὶ ταύτην· ἆρά γε πολλῶν
ἀγαθῶν πᾶσιν τοῖς ἀνθρώποις ἀποφαίνω σ᾽ αἴτιον οὖσαν;
ΠΕ. σὺ μὲν οὐ τὸν ἐμὸν βίον εἴρηκας, τὸν τῶν πτωχῶν δ᾽ ἐπεκρούσω.
ΧΡ. οὔκουν δήπου τῆς πτωχείας πενίαν φαμὲν εἶναι ἀδελφήν;
550 ΠΕ. ὑμεῖς γ᾽ οἵπερ καὶ Θρασυβούλῳ Διονύσιον εἶναι ὅμοιον.
ἀλλ᾽ οὐχ οὑμὸς τοῦτο πέπονθεν βίος οὐ μὰ Δί᾽, οὐδέ γε μέλλει.
πτωχοῦ μὲν γὰρ βίος, ὃν σὺ λέγεις, ζῆν ἐστιν μηδὲν ἔχοντα·
τοῦ δὲ πένητος ζῆν φειδόμενον καὶ τοῖς ἔργοις προσέχοντα,
περιγίγνεσθαι δ᾽ αὐτῷ μηδέν, μὴ μέντοι μηδ᾽ ἐπιλείπειν.
555 ΧΡ. ὡς μακαρίτην, ὦ Δάματερ, τὸν βίον αὐτοῦ κατέλεξας,
εἰ φεισάμενος καὶ μοχθήσας καταλείψει μηδὲ ταφῆναι.
ΠΕ. σκώπτειν πειρᾷ καὶ κωμῳδεῖν τοῦ σπουδάζειν ἀμελήσας,
οὐ γιγνώσκων ὅτι τοῦ Πλούτου παρέχω βελτίονας ἄνδρας
καὶ τὴν γνώμην καὶ τὴν ἰδέαν. παρὰ τῷ μὲν γὰρ ποδαγρῶντες
560 καὶ γαστρώδεις καὶ παχύκνημοι καὶ πίονές εἰσιν ἀσελγῶς,
παρ᾽ ἐμοὶ δ᾽ ἰσχνοὶ καὶ σφηκώδεις καὶ τοῖς ἐχθροῖς ἀνιαροί.
ΧΡ. ἀπὸ τοῦ λιμοῦ γὰρ ἴσως αὐτοῖς τὸ σφηκῶδες σὺ πορίζεις.
ΠΕ. περὶ σωφροσύνης ἤδη τοίνυν περανῶ σφῷν κἀναδιδάξω
ὅτι κοσμιότης οἰκεῖ μετ᾽ ἐμοῦ, τοῦ Πλούτου δ᾽ ἐστὶν ὑβρίζειν.
565 ΧΡ. πάνυ γοῦν κλέπτειν κόσμιόν ἐστιν καὶ τοὺς τοίχους διορύττειν.
ΒΛ. †νὴ τὸν Δί᾽, εἰ δεῖ λαθεῖν αὐτόν, πῶς οὐχὶ κόσμιόν ἐστιν;†
ΠΕ. σκέψαι τοίνυν ἐν ταῖς πόλεσιν τοὺς ῥήτορας, ὡς ὁπόταν μὲν
ὦσι πένητες, περὶ τὸν δῆμον καὶ τὴν πόλιν εἰσὶ δίκαιοι,
πλουτήσαντες δ᾽ ἀπὸ τῶν κοινῶν παραχρῆμ᾽ ἄδικοι γεγένηνται,
570 ἐπιβουλεύουσί τε τῷ πλήθει καὶ τῷ δήμῳ πολεμοῦσιν.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΚΑΛΑΜΟΣ

ΚΑΛΑΜΟΣ
(φυτό, καλάμι)
 
Γιος του ποτάμιου θεού Μαιάνδρου. Ο Κάλαμος συνδεόταν με θερμό έρωτα με τον Κάρπο, γιο του Ζέφυρου και μιας από τις Ώρες.
 
Ο Κάρπος όμως πνίγηκε μια φορά που λουζόταν στον ποταμό Μαίανδρο και συναγωνιζόταν με τον Κάλαμο στο κολύμπι.
 
Τότε ο Κάλαμος καταράστηκε τον πατέρα του και ικέτευσε τον Δία να πεθάνει μαζί με τον Κάρπο. Ο Δίας μεταμόρφωσε τον Κάλαμο στο ομώνυμο φυτό, την καλαμιά, και τον Κάρπο στον καρπό της.
 
Ο Κάλαμος στέγνωσε από την πίκρα του και μεταμορφώθηκε σε καλάμι της ακροποταμιάς, ενώ ο Κάρπος σε καρπό των αγρών που πεθαίνει και ξαναγεννιέται κάθε χρόνο.

Αυταπάτες

Με θλίβει η προχειρότητα, η αδιαφορία.

Με θλίβει ο φόβος που κρύβεται πίσω από ΚΑΙ τα δύο.

Άδεια λόγια, επαναληπτικές ανούσιες πράξεις, που δεν αλλάζουν τίποτα από την ουσία της ζωής.

Βαρύγδουπα λόγια, για να πωλείται "πνεύμα", ενώ αυτό έχει πλήρως μεταλλαχθεί σε σημείο μη αναγνώρισης του αυθεντικού.

Προσπερνούν οι περισσότεροι σφυρίζοντας, για να κλειστούν, λίγο παρακάτω, στην άδεια τους, ανέραστη ζωή.

Κλειδωμένες πόρτες, παγωμένα πρόσωπα, δεν τους βλέπει κανείς παρά μόνο ο εαυτός τους νομίζουν. Αλλά και με αυτόν, βρίσκονται στα μαχαίρια.

Πολύλογες συζητήσεις με σπατάλη λέξεων, ενέργειας, που όμως δεν φανερώνουν κανένα συναίσθημα. Τι περίεργο! Οι άνθρωποι φοβούνται τα συναισθήματά τους.

Σκέπτομαι συχνά μήπως βλέπω υπερβολικά μαύρη τη ζωή ή όπως με συμβούλεψε μια φίλη, μήπως θα έπρεπε "να έχω αισιοδοξία". Και έχω ξεφύγει πολύ από την πάλη των αντιθέτων για να επιστρέψω πάλι σε αυτήν!

Μετά, διαπιστώνω τα αυτονόητα, αυτά που πολλοί αδυνατούν να δουν αφού βρίσκονται ακριβώς μπροστά τους, εντελώς φανερά, εκεί που έχουμε διδαχθεί να μην κοιτάμε, να μη δίνουμε προσοχή.

Όταν συναντάμε κάποιο άνθρωπο, συναντάμε ένα τελείως άλλο σύμπαν!

Σπάνια βρίσκονται οι άνθρωποι μπροστά σε ένα άλλο σύμπαν αγνοί, ειλικρινής και με πρόθεση να το γνωρίσουν. Πιο συχνά, θέλουν να επιβάλουν το δικό τους σύμπαν ως μοναδικό σωστό/υπαρκτό. Κι αυτή η τακτική δημιουργεί – φυσικά – μόνο πολέμους, βία, πόνο.

Το να ενωθούν δε, δυο σύμπαντα, για να δημιουργήσουν ΜΑΖΙ ένα καινούργιο, διαφορετικό από τα δυο προηγούμενα, είναι πραγματικά επίτευγμα! Σπάνιο! Αλλά εφικτό!

Δε χρειάζονται πολλά λόγια, επιβολή, εξαναγκασμός, πειθώ. Χρειάζεται ένας τελείως άλλος τρόπος σκέψης... 

Αν ο συνομιλητής δεν καλύπτει τις σιωπές σου, μην το προσπαθείς εσύ

Έχει ειπωθεί πολλές φορές πως η καθημερινότητά μας κάθε άλλο παρά εύκολη είναι. Ρουτίνα, πολλαπλοί ρόλοι, υποχρεώσεις, άγχος, στρες και πίεση, ένας διαρκής αγώνας να είμαστε τέλειοι ή να τα προλάβουμε όλα. Μέσα σε όλα αυτά που κάνουμε καθημερινά προσπαθούμε να βρούμε ποιος είναι ο ρόλος μας στην κοινωνία, μέσα από πολλούς τομείς όπως για παράδειγμα από τη δουλειά μας. Σε συνάρτηση όλων αυτών και για να υπάρχει ισορροπία στη ζωή μας επιλέγουμε ή έρχονται στο δρόμο μας άνθρωποι οι οποίοι μέσω της αλληλεπίδρασης μαζί τους μας βοηθάνε στην εξέλιξή μας. Η οικογένειά μας και ο τρόπος με τον οποίο έχουμε μεγαλώσει παίζει- αν όχι καθοριστικό- σημαντικό ρόλο στις επιλογές που κάνουμε στην πορεία της ζωής μας. Μέσα από τις διαπροσωπικές μας σχέσεις με άλλους ανθρώπους προσπαθούμε να ανακαλύψουμε τον εαυτό μας κι η προσπάθεια αυτή πραγματικά αξίζει.    

Το ιδανικό για εμάς είναι να βρούμε ανθρώπους, φίλους, που μας στηρίζουν στις αποφάσεις μας, στα όνειρά μας, στις επιδιώξεις μας, στην ιστορία που γράφουμε στη ζωή μας. Το να εκτιμάς αυτά που σου προσφέρει η ζωή και να είσαι ευγνώμων για εκείνα αλλά και εκείνους που έρχονται είναι η αρχή όλων των όμορφων αλλαγών που πρόκειται να σου συμβούν.

Σε καμία περίπτωση όμως δε θα θέλαμε να βρούμε ανθρώπους που οι συζητήσεις μας μαζί τους θα κατέληγαν πάντα σε αδιέξοδο. Να περιμένεις πώς και πώς να δεις κάποιον που θεωρείς πραγματικό φίλο, να βρεθείτε για καφεδάκι για να τα πείτε όλα και να φτάνεις στο σημείο εκείνος να κοιτάει συνεχώς το κινητό του σαν να μην υπάρχεις και εσύ να προσπαθείς απεγνωσμένα πολλές φορές να γεμίσεις τα κενά της συζήτησής σας. Να νιώθεις ακόμα και ενοχές ή υπαίτιος που δεν ξέρεις ποια πρέπει να είναι η επόμενή σου κουβέντα ώστε να ανάψει η φλόγα της συζήτησης και να σπάσεις την σιωπή, για την οποία εννοείται πως ενδόμυχα έχεις σκεφτεί μήπως έχεις κι εσύ ένα μερίδιο ευθύνης.

Εκείνοι που ανήκουν στην κατηγορία που αποκαλούμε «αληθινοί φίλοι» είναι τα άτομα απ’ τα οποία αναζητούμε τα «βάρβαρα» φιλιά τους που μας πονάνε στο μάγουλο, τα χοροπηδητά τους στις χαρές μας, έναν ώμο να ακουμπήσουμε όταν πονάμε. Είναι εκείνοι που περιμένουμε να γίνουν οι καλύτεροι ακροατές μας στις μαύρες μας αλλά και στις χαρές μας. Θέλουμε αυτή την ατελείωτη στιγμή της δυνατής και σφιχτής αγκαλιάς που μόνο την αναπνοή μας κόβει. που είναι ικανή να μας κάνει να βάλουμε τα κλάματα και να νιώσουμε πιο δυνατοί από ποτέ. Θέλουμε αυτές τις ατελείωτες συζητήσεις μαζί τους είτε με τη συνοδεία ενός ποτού, είτε βλέποντας το κύμα της θάλασσας που σκάει στην αμμουδιά, ενώ εμείς είμαστε καθισμένοι συντροφιά, κι η παρέα μας είναι η πιο ζεστή φωτιά που κοντά της νιώθεις μόνο ζεστασιά και θαλπωρή. Θέλουμε τις ειλικρινείς φωνές τους να μας βάλουν στη θέση μας σε περίπτωση που κάνουμε λάθος, απλώς για να μας ταρακουνήσουν. Και φυσικά τίποτε από όλα αυτά δεν είναι εγωιστικό, είναι η ισορροπία που ψάχνουμε να έχουμε στις ζωές μας και που μόνο με αληθινούς, πραγματικούς φίλους θα τη βρούμε. Είναι η ισορροπία που ψάχνουμε να χαρίσουμε και εμείς σε εκείνους που αγαπάμε με όλη μας την καρδιά και που φυσικά περιμένουμε να εκτιμήσουν ανάλογα.

Όταν καταλήγεις να νιώθεις υπαίτιος που η συζήτηση δε ρολάρει, που δεν έχετε τίποτα άλλο να πείτε και να αναλύσετε, τότε, με απλά λόγια, ο άνθρωπος που έχεις απέναντί σου μάλλον δεν ταιριάζει στη ζωή σου. Δε χρειάζεται να τραβάς τις σχέσεις σου με κάποιους ανθρώπους από τα μαλλιά, για την ακρίβεια τέτοιες σχέσεις δε χρειάζεται καν να υπάρχουν. Αν ο συνομιλητής σου ή ο άνθρωπος που έχεις δίπλα σου σε νοιάζεται πραγματικά και σε εκτιμάει πρέπει από μόνος του να μην αφήνει καμιά συζήτησή σας να βαλτώσει, πρέπει εκείνος να γεμίζει τα συναισθηματικά σου κενά και τις σιωπές σου με την αγάπη του και όχι με τις σκέψεις ότι εσύ φταις ή ότι εσύ πρέπει να φιλτράρεις αυτά που θέλεις να πεις για να είναι αυτά που ο συνομιλητής σου περιμένει να ακούσει, ώστε να μην του προκαλέσεις την οποιαδήποτε δυσαρέσκεια. Όχι. Αυτό δεν είναι φιλία. Και αν κάποιος σε φέρνει σε αυτή τη θέση και σε κάνει να νιώθεις έτσι εξέτασε λίγο προς τα πού γέρνει η ζυγαριά. Μήπως πρέπει να αναθεωρήσεις τη φιλία σας ή της σχέσης σας σε ευρύτερο επίπεδο;

Δεν πρέπει να λειτουργείς ως φάρμακο κάθε φορά που σε χρειάζονται οι άλλοι, να γεμίζεις εσύ τα δικά τους συναισθηματικά κενά και μετά να μένεις εσύ ο ίδιος κενός, γιατί με αυτό τον τρόπο η σχέση είναι μονόπλευρη και όχι υπέρ σου φυσικά.

Όλοι μας έχουμε την ανάγκη να αγαπηθούμε στο μέγιστο βαθμό -που είναι δυνατόν- από όλους τους ανθρώπους που βρίσκονται στη ζωή μας. Το χρειαζόμαστε για να νιώθουμε συναισθηματική κάλυψη, αλλά σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να επιτρέψουμε στους εαυτούς μας να φτάσουμε στο σημείο να κάνουμε εκπτώσεις σε αυτά που νιώθουμε εμείς για να ικανοποιήσουμε τους άλλους.

Ο απαθής θεατής

‘Το μόνο που χρειάζεται το κακό για να δυναμώσει είναι οι καλοί να μην κάνουν τίποτα’. -Εdmurd Burke

Αυτό το άρθρο έχει ως σκοπό να δώσει βασικές και χρήσιμες πληροφορίες σε όσους ενδιαφέρονται να μάθουν περισσότερα για το κοινωνικό και ψυχολογικό φαινόμενο που οι κοινωνικοί ψυχολόγοι ονομάζουν και είναι γνωστό ως ‘απάθεια του θεατή’.

Από το να "παρευρίσκεσαι" στο να "συμπαραστέκεσαι"

Έτυχε ποτέ να ακούσεις ιστορίες π.χ. για την αδιαφορία που μπορεί να δείχνουν πολλοί περαστικοί σε έναν πολυσύχναστο δρόμο σε έναν άνθρωπο που μόλις έπεσε στο πεζοδρόμιο; Ή να δεις την ομήγυρη που δημιουργείται γύρω από έναν τσακωμό στο δρόμο ή γύρω από ένα ατύχημα όπου οι άνθρωποι παρακολουθούν τι συμβαίνει αλλά κανείς δεν φαίνεται να επεμβαίνει ή ακόμα να καλεί έγκαιρα σε βοήθεια; Έχεις ίσως ποτέ εσύ ο/η ίδιος βρεθεί σε μια τέτοια θέση θεατή αναρωτώμενος/η μετά αν θα μπορούσες να είχες κάνει κάτι;

Τι είναι η Απάθεια του Θεατή;

Είναι το κοινωνικό και ψυχολογικό φαινόμενο του να μην παρεμβαίνει ένας άνθρωπος ή ομάδα ανθρώπων σε μια κατάσταση όπου κάποιος άλλος ή άλλοι άνθρωποι χρειάζονται βοήθεια. Έρευνες έχουν δείξει ότι υπάρχει η τάση ένας άνθρωπος όταν είναι μόνος του να τείνει να βοηθήσει περισσότερο από το όταν βρίσκεται μέσα σε μια ομάδα ανθρώπων. Για ποιο λόγο πιστεύεις ότι μπορεί να συμβαίνει αυτό;

Μερικά παραδείγματα:

Απάθεια του Θεατή είναι το να αφήσεις ένα φίλο να οδηγήσει μεθυσμένος. Απάθεια του Θεατή, επίσης, είναι να μην αντιμετωπίσεις ή να μη βοηθήσεις ένα συνάδελφο που βλέπεις ότι δεν μπορεί να ανταποκριθεί καλά στη δουλειά του λόγω αρνητικού στρες, υπερκόπωσης ή κάποιου είδους εξάρτησης.

Απάθεια του θεατή είναι όταν ένας εκπαιδευτικός αδιαφορεί για τον όλο και πιο απόμακρο μαθητή που βλέπει καθημερινά στην τάξη του. Απάθεια του θεατή είναι να στέκει κανείς αδιάφορος απέναντι σε ρατσιστικά, ομοφοβικά, μισογυνίστικα σχόλια ή/και συμπεριφορές.

Ένα από τα κύρια κίνητρα που προτείνουν οι κοινωνιολόγοι ότι διαμορφώνουν το φαινόμενο της απάθειας του θεατή είναι η διασκόρπιση της ευθύνης – δηλαδή ότι ‘ο καθένας’ ελπίζει ότι ‘ο άλλος’ θα κάνει το πρώτο βήμα και θα επέμβει στην κατάσταση κι έτσι θα αποφύγει τις συνέπειες που θα μπορούσε να έχει η επέμβασή του. Όταν σε μια ομάδα ανθρώπων κανένας δεν επεμβαίνει από την ομάδα τότε το να είσαι μέλος αυτής της ομάδας αποτελεί δικαιολογία για να τη μη – επέμβαση. Έτσι μειώνονται οι πιθανότητες να φορτωθεί κάποιος τις ευθύνες των (αρνητικών) αποτελεσμάτων.

Ποιος είναι ο θεατής (ή παρατυχών);

Ο θεατής (ή παρατυχών) είναι η ονομασία που δίνεται σε έναν άνθρωπο, που δεν επεμβαίνει ενεργά σε μια κατάσταση, όπου κάποιος άλλος χρειάζεται βοήθεια. Εξ ορισμού, λοιπόν, οποιοσδήποτε επεμβαίνει ενεργά σε μια κρίσιμη κατάσταση δεν είναι θεατής. Φυσικά, οι άνθρωποι μπορεί να επέμβουν για καλό ή κακό λόγο - το ανθρώπινο κίνητρο μπορεί να είναι ανακατεμένο.

‘Δεν θέλω ν’ ανακατευτώ’

Παρακάτω αναφέρω μερικά από τα πιο συνηθισμένα ‘σλόγκαν’ που χρησιμοποιούνται όταν κάποιος παίρνει το ρόλο του ‘θεατή’ (Clarkson, 1996):

Δεν είναι η δουλειά μου.
Θέλω να παραμείνω ουδέτερος/η.
Δεν θέλω να ταράξω τα νερά.
Δεν θέλω να την ξαναπατήσω.
Απλά ακολουθώ εντολές.
Η κατηγορία του θύματος (φταίνε τα θύματα που έφεραν τον εαυτό του σε αυτή τη θέση).
Η βοήθειά μου δεν θα προσφέρει τίποτα.

Η κάθε μια από αυτές τις προτάσεις - αντιλήψεις έχει να κάνει με τον λόγο για τον οποίο κάποιος/α επιλέγει να μην επέμβει σε μια κατάσταση. Όμως, αν είσαι παρών/ούσα έχεις ήδη αναμειχθεί! Δεν συμβαίνει το ίδιο όταν π.χ. παρακολουθείς τηλεόραση. Όταν, όμως, παρακολουθείς γεγονότα που εκτυλίσσονται μπροστά σου, πώς γίνεται - από τη στιγμή που είσαι παρών/ουσα - να μην υπάρχεις; Ο ψυχολόγος Mark Tyrell αναφέρει: ‘Φαίνεται ότι αρκετοί άνθρωποι θα ριψοκινδύνευαν ακόμα και το να πεθάνει ένας συνάνθρωπός τους παρά να πάνε αντίθετα στο ρεύμα της πλειονότητας – δηλ. στο να δράσουν εκείνη την ώρα διαφορετικά από τους περισσότερους γύρω τους.’

Τι θα γινόταν άραγε αν οι άνθρωποι μιλούσαν ανοιχτά ή δρούσαν ενεργά νωρίτερα; Αν, κατά το δυνατόν, προσπαθούσαν περισσότερο να προλαμβάνουν παρά να σπεύδουν εκ των υστέρων να αντιμετωπίζουν τα δυσάρεστα αλλά κάποιες φορές ίσως και προβλέψιμα αποτελέσματα; Αν δεν έκρυβαν τα βρώμικα μυστικά κανενός;

Ήξερες ότι:

- Μία από τις πιο ανησυχητικές συνέπειες της συναισθηματικά υπερφορτισμένης πληροφόρησης είναι η ‘απευαισθητοποίηση’. Ότι δηλαδή ‘όταν οι άνθρωποι εκτίθενται υπερβολικά σε υλικό που προκαλεί φόβο και ανησυχία, τότε έχουν την τάση να απευαισθητοποιούνται, να ξεχνούν ή να μην αισθάνονται πια τόσο βιασμένοι, ώστε να είναι εχθρικοί και μη-δεκτικοί απέναντι σε ολόκληρο το μήνυμα’ (Rogers Macy, 1983). Aυτό φαίνεται να οδηγεί σε ολοένα και μεγαλύτερο κυνισμό και ανοχή αισχρών πράξεων.

- Μια από τις πρώτες ασκήσεις σε υποψήφιους βασανιστές στην Ελλάδα ήταν να εξασκηθούν στην ‘Aπάθεια του Θεατή’ (Χαρίτου - Φατούρου, 1983).

- Ακόμα και μόνο η παρουσία ενός τρίτου προσώπου μπορεί να μειώσει την πιθανότητα ή ακόμα και να σταματήσει κάποιον που έχει την πρόθεση να σε απειλήσει ή να σου επιτεθεί.

Μειώνοντας τις πιθανότητες να συμπεριφερθείς με την απάθεια του θεατή.

Έχει βρεθεί ότι οι άνθρωποι που γνωρίζουν για το φαινόμενο της απάθειας του θεατή έχουν λιγότερες πιθανότητες να γίνουν απαθείς θεατές και είναι πιο προστατευμένοι από το φαινόμενο αυτό σε σχέση με όσους δεν το γνωρίζουν.

Μέσα σε αυτά τα πλαίσια θα ήταν εύλογο να αναρωτηθεί κανείς, μήπως χρειάζεται να μάθουμε περισσότερα για τον εαυτό μας και για το πώς μπορούμε να συνυπάρχουμε καλύτερα με τους συνανθρώπους μας; Μήπως δεν είναι και τόσο ρεαλιστικό να υποθέτουμε ότι η δική μας συμπεριφορά είναι πάντα μόνο δική μας και δεν επηρεάζει τους άλλους; Κάποιος είχε πει ότι 'Ο δρόμος για την κόλαση είναι στρωμένος με καλές προθέσεις', με άλλα λόγια η πρόθεση χωρίς δράση – όπως π.χ. στην περίπτωση της Catherine Genovese - φαίνεται να είναι κάτι παραπάνω από άχρηστη.

Το να συμπαρασταθείς ή να βοηθήσεις ενεργά σε μια κατάσταση δεν σημαίνει πάντα ότι χρειάζεται μια δραστική ή ηρωική πράξη. Μπορεί να έχει πολλές μορφές. Επίσης, κάποιες φορές μπορεί να μην είναι εύκολη υπόθεση, να αποτελεί δίλημμα. Εσύ μόνο ξέρεις και είναι δική σου απόφαση για το πώς θα επιλέξεις να πράξεις ή όχι. Όποια κι αν είναι πάντως η απόφασή σου, μπορεί να έχει κάποια σημασία καθώς όλα είναι συνδεδεμένα μεταξύ τους:

‘Γεννιόμαστε λόγω μιας σχέσης, τρεφόμαστε μέσα σε σχέσεις, εκπαιδευόμαστε μέσα σε σχέσεις. Εκπροσωπούμε κάθε βιολογική και κοινωνική σχέση των προγόνων μας καθώς υπάρχουμε και αλληλεπιδρούμε μέσα σ’αυτό το χώρο που ονομάζουμε «κοινωνία»’.  -Cottone

Ο Σωκράτης, ο Κομφούκιος, ο Ράσελ, ο Νίτσε και μερικά ακόμη ιερά τέρατα της φιλοσοφίας ήξεραν όσα επιμένουμε να αγνοούμε και παραμένουμε δυστυχείς ή έστω συμβιβασμένοι

Στηριζόμαστε στα εγχειρίδια και τους οδηγούς ευτυχίας, ψάχνουμε μότο που φτιάχνουν τη μέρα μας και φυλαχτά που μας κρατούν μακριά από κακοτοπιές και στιγμές δυστυχίας και αγνοούμε το προφανές, αυτό που άλλοι -με πνεύματα σαφώς ευρύτερα από το δικό μας- είχαν ανακαλύψει και μοιραστεί με την ανθρωπότητα. Ποιος είπε ότι η φιλοσοφία είναι απλώς μια βαρετή επιστήμη και όχι μια πυξίδα για να ευτυχήσει κανείς στην καθημερινότητα του; Τι θα σκεφτόταν ο Σωκράτης, για παράδειγμα, αν μας έβλεπε να πνιγόμαστε σε μια κουταλιά νερό; Τι θεωρούσε ο Κομφούκιος ως πεμπτουσία της ευτυχίας; Μια ματιά σε όσα πίστευαν γι’ αυτήν -και το άπιαστο της- 9 από τους μεγαλύτερους φιλοσόφους όλων των εποχών, ίσως αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε τη ζωή και τις (όποιες) δυσκολίες της.

Μπέρτραντ Ράσελ 
«Απ’ όλα τα προληπτικά μέτρα που λαμβάνουμε, το πιο θανάσιμο κι εκείνο που σκοτώνει την πιθανότητα μας να ευτυχήσουμε αληθινά, είναι το να προφυλασσόμαστε από την αγάπη». Κι αυτό το έλεγε ο Ράσελ, ένας εραστής των μαθηματικών, της επιστήμης και του ορθολογισμού, αν κάτι λέει αυτό. 
 
Φρίντριχ Νίτσε 
«Ευτυχία είναι η αίσθηση ότι η δύναμη αυξάνεται – ότι μία αντίσταση εξουδετερώνεται». Αναμενόμενη, αλλά ενδιαφέρουσα η προσέγγιση του μηδενιστή Νίτσε, που πίστευε ότι η ευτυχία κρύβεται στον έλεγχο που μπορεί κάποιος να ασκεί στο περιβάλλον του και στον εαυτό του. Αυτό το αίσθημα ότι κάποιος έχει τον έλεγχο των εμπειριών του, εγγυάται ευτυχισμένη ζωή, κατά τον φιλόσοφο πάντα. 
 
Τζον Στιούαρτ Μιλ 
«Έχω μάθει να αναζητώ την ευτυχία, οριοθετώντας τις επιθυμίες μου, παρά προσπαθώντας να τις ικανοποιήσω». Αναμενόμενη προσέγγιση από τον πατέρα του φιλελευθερισμού, που όταν η κουβέντα γύριζε στα περί προσωπικής ζωής και ευτυχισμένου βίου, ασπαζόταν περισσότερα τα αρχαιοελληνικά ιδανικά: κοινώς, η ευτυχία του είχε όριο, για να μπορέσουν να ευτυχήσουν και οι γύρω του.
 
Σωκράτης
«Το μυστικό της ευτυχίας, βλέπετε, δεν βρίσκεται στο να αναζητάτε περισσότερα, αλλά στο να διαμορφώσετε τη δεξιότητα του να απολαμβάνετε τα λιγότερα». Για τον δικό μας Σωκράτη, η ευτυχία δεν ήταν θέμα εξωτερικών παραγόντων, αλλά προϊόν εσωτερικών διεργασιών. Με το να τιθασεύουμε την επιθυμία για ολοένα και περισσότερα αγαθά -ή ό,τι επιθυμεί ο καθένας- μαθαίνουμε να εκτιμάμε τις απλές και αληθινές χαρές της ζωής. 
 
Κομφούκιος
«Όσο περισσότερο διαλογίζεται ο άνθρωπος πάνω το καλό, τόσο καλύτερος θα γίνεται ο κόσμος του και ο κόσμος όλος». Αυτά από τον φιλόσοφο που ενέπνευσε το κίνημα της θετικής σκέψης και της συμπεριφορικής ψυχολογίας, που παρακίνησε την ανθρωπότητα να αναζητήσει τη βαθύτερη σύνδεση αισθημάτων, σκέψεων και συμπεριφορών. Κατά το κομφουκιανό θεώρημα η ευτυχία δεν είναι παρά μία προφητεία που ο καθένας εκπληρώνει για τον εαυτό του, ανακαλύπτοντας τα βαθύτερα ιδανικά που τρέφουν την ύπαρξη του.   
 
Σενέκας
«Οι μεγαλύτερες ευλογίες της ανθρωπότητας βρίσκονται μέσα μας. Ο σοφός άνθρωπος είναι ικανοποιημένος με όσα έχει, όσα κι αν είναι αυτά, χωρίς να προσεύχεται για όσα δεν έχει». Ο στωικός φιλόσοφος με ρήσεις σαν κι αυτή εδραίωσε αυτό που στη σύγχρονη ψυχολογία γνωρίζουμε ως κέντρο ελέγχου των επιθυμιών μας.  Για τους οπαδούς της θεωρίας του αυτό το κέντρο ζει για πάντα και καθοδηγεί με ασφάλεια και σοφία τις κινήσεις τους σαν εμπνευσμένη εξωγενής δύναμη.

Λάο Τσε
«Αν νιώθεις θλιμμένος ζεις στο παρελθόν. Αν είσαι αγχωμένος, ζεις στο μέλλον. Αν είσαι γαλήνιος, ζεις στο παρόν». Μία από τις σημαντικότερες φυσιογνωμίες της κινεζικής φιλοσοφίας, ήδη από τον 6ο αιώνα π.Χ γνώριζε αυτό που συνεχώς λέμε στον εαυτό μας -μήπως και το πιστέψουμε: ζήστε τη στιγμή. Η σύγχρονη ψυχολογία υιοθετώντας την άποψη του υποστηρίζει ότι οι πιο ευτυχισμένοι άνθρωποι είναι οι αφοσιωμένοι σ’ αυτό που κάνουν, τη στιγμή που το κάνουν. 
 
Σόρεν Κίρκεγκαρντ 
«Η ζωή δεν είναι ένα πρόβλημα που πρέπει να λυθεί, αλλά μία πραγματικότητα που οφείλουμε να βιώσουμε». Ο δανός φιλόσοφος, θεολόγος και ποιητής πηγαίνοντας λίγο μακρύτερα τη σκέψη του Λάο Τσε είχε να προτείνει το εξής: όλα αντιμετωπίζονται καλύτερα, όταν παύουμε να τα θεωρούμε προβλήματα, αλλά εμπειρίες που κάπως πρέπει να χειριστούμε. Από τον χειρισμό εξαρτάται η ευτυχία μας. Απλό. 
 
Χένρι Ντέιβιντ Θορώ 
«Η ευτυχία είναι σαν μια πεταλούδα. Όσο περισσότερο την κυνηγάς, τόσο σου ξεφεύγει. Αλλά αν στρέψεις την προσοχή σου σε κάτι άλλο, θα έρθει να καθίσει απαλά στον ώμο σου». Με άλλα λόγια, ένας από τους μεγαλύτερους προβοκάτορες της παγκόσμιας λογοτεχνίας εξηγεί γιατί το κυνήγι της ευτυχίας -και η ρουτίνα που αυτό επισύρει- διαλύει τη μαγεία του αιφνιδιασμού. Όσο λιγότερο δεσμεύεται κανείς στη συνήθεια, τόσο αποκτά μια ευρύτερη, σχεδόν κοσμική άποψη για όλα εκείνα που -όποτε θέλει- φέρνει η ζωή. Τα οποία έρχονται, όταν παύουμε να τα περιμένουμε με το ρολόι στο χέρι.

Ο αληθής και ψευδής εαυτός: Δύο δυνάμεις που διαμορφώνουν τον ψυχικό μας κόσμο

Ο Donald Winnicott ήταν ένα διάσημος ψυχίατρος, ψυχαναλυτής και Άγγλος παιδίατρος που ανέπτυξε μια ενδιαφέρουσα προσέγγιση για την ανθρώπινη προσωπικότητα. Λόγω της εκπαίδευσής του ως παιδίατρος, εστίασε τις σκέψεις και τις θεωρίες του στα παιδιά. Και συγκεκριμένα στη σχέση ανάμεσα στο μωρό και τη μητέρα, και στις επιδράσεις αυτής της σχέσης. Εκτός από αυτό, ανέπτυξε επίσης την ακόμα πιο ενδιαφέρουσα θεωρία του ψευδούς εαυτού.

Εργάστηκε μαζί με την εξίσου διάσημη ψυχαναλύτρια Melanie Klein, και μάλιστα ήταν γιατρός για ένα από τα παιδιά της. Ήταν επίσης πρόεδρος της Βρετανικής Ψυχαναλυτικής Εταιρίας και σπουδαίος στοχαστής του 20ου αιώνα.

«Με τα παιχνίδια, και μόνο με τα παιχνίδια, μπορεί το παιδί ή ο ενήλικας να δημιουργήσει, και να χρησιμοποιήσει το σύνολο της προσωπικότητάς του, και το άτομο ανακαλύπτει τον εαυτό του μόνο όταν γίνεται δημιουργός»

Ο αληθής και ψευδής εαυτός

Μία από τις πιο πρωτότυπες και εξίσου σημαντικές εξηγήσεις για τους λόγους που οι ενήλικες αναπτύσσουμε ψυχικά προβλήματα εδράζεται στα παιδικά μας χρόνια και στο ότι δεν μας επιτράπηκε να είμαστε ο εαυτός μας· δηλαδή να είμαστε δύσκολα, επιθετικά, απαιτητικά και απεριόριστα εγωιστικά ως παιδιά.

Σε μια σειρά δημοσιεύσεων που γράφτηκαν τη δεκαετία του ’60 και βασισμένος σε παρατηρήσεις των ενήλικων ασθενών, αλλά και των βρεφών, ο Winnicott ανέπτυξε την ιδέα ότι η υγιής ανάπτυξη προϋποθέτει από εμάς να βιώσουμε την απολαυστική πολυτέλεια μιας περιόδου κατά την οποία δεν νοιαζόμαστε καθόλου για τα συναισθήματα και τις απόψεις εκείνων που μας φροντίζουν.

Μπορούμε με απόλυτη έλλειψη ενοχών να είμαστε ο Αληθής Εαυτός μας, επειδή όσοι βρίσκονται γύρω μας προσαρμόζονται εκείνοι εξ ολοκλήρου στις δικές μας ανάγκες και επιθυμίες, όσο άβολες και κουραστικές κι αν είναι αυτές.

Ο αληθής εαυτός του βρέφους, σύμφωνα με τη θεωρία του Winnicott, είναι εκ φύσης αντικοινωνικός και ανήθικος. Δεν ενδιαφέρεται για τα συναισθήματα των άλλων, ακόμα δεν κοινωνικοποιείται. Κλαίει όταν το χρειάζεται – ακόμα κι αν είναι στη μέση της νύχτας ή σε ένα γεμάτο τρένο. Μπορεί να γίνει επιθετικό, να δαγκώσει, θέλει να εκφράζεται ασχέτως συνθηκών.

Μπορεί αυτό το μωρό να είναι πράγματι χαριτωμένο. Για τον Winnicott, ένας υγιής άνθρωπος έχει απολαύσει αυτό το συναισθηματικό προνόμιο.

Σταδιακά, αν τα πράγματα εξελιχθούν καλά, το παιδί αναπτύσσει έναν Ψευδή Εαυτό, μια ικανότητα να συμπεριφέρεται σύμφωνα με τις απαιτήσεις της εξωτερικής πραγματικότητας. Αυτό επιτρέπει στο παιδί να προσαρμοστεί στις απαιτήσεις του σχολείου, και καθώς μεγαλώνει ως ενήλικας, και στην εργασιακή ζωή.

Όταν μας έχει δοθεί η ευκαιρία να είμαστε ο αληθής εαυτό μας, δεν έχουμε ανάγκη να επαναστατήσουμε και να εμείνουμε εγωιστικά στις ανάγκες μας. Μπορούμε να ακολουθήσουμε τους κανόνες, επειδή κάποια στιγμή είχαμε την ευκαιρία να τους αγνοήσουμε. Με άλλα λόγια, ο Winnicott δεν ήταν εχθρός του ψευδούς Εαυτού· καταλάβαινε καλά το ρόλο του, απλά επέμενε ότι ανήκε στη σφαίρα της ψυχικής υγείας μόνο όταν είχε προηγηθεί η ανέμελη περίοδος του Αληθούς Εαυτού.

Δυστυχώς, πολλοί από εμάς δεν απήλαυσαν ένα τόσο ιδανικό ξεκίνημα. Ίσως η μητέρα ήταν καταθλιπτική ή ο πατέρας συχνά οργισμένος, μπορεί να υπήρχε ένας αδελφός ή μία αδελφή που να βρισκόταν σε κρίση και να χρειαζόταν την πλήρη προσοχή των γονέων.

Το αποτέλεσμα είναι ότι κάποιοι μάθαμε να συμβιβαζόμαστε πολύ νωρίς· και υπακούσαμε εις βάρος της ικανότητάς μας να νιώσουμε αυθεντικοί. Στις σχέσεις, μπορεί τώρα να είμαστε ευγενικοί και «προγραμματισμένοι» να ευχαριστούμε τις ανάγκες των συντρόφων μας, αλλά χωρίς να μπορούμε αληθινά να αγαπήσουμε. Στην εργασία, μπορεί να λαμβάνουμε όλες τις ευθύνες, αλλά να στερούμαστε δημιουργικότητας και πρωτοτυπίας.

Δεν είμαστε ικανοί να χαρούμε για τις επιτυχίες μας, ούτε να νιώσουμε ότι μας εκτιμούν, ακόμα κι αν οι άλλοι βλέπουν την αξία μας. Κι αυτό γιατί νιώθουμε ότι είναι ο ψευδής εαυτός μας που τα έχει καταφέρει, και αυτός ο εαυτός δεν αξίζει την εκτίμηση κανενός. Αυτό δημιουργεί μια τεράστια εσωτερική σύγκρουση. Ο αληθής εαυτός είναι παγιδευμένος σε ένα συναίσθημα απόγνωσης που ο ίδιος δεν μπορεί να κατανοήσει.

Ο Winnicott μας έδειξε ότι χρειάζεται να έρθουμε σε επαφή με τον αληθή εαυτό μας, να αφήσουμε σε εκείνον να μας υπενθυμίσει τι ήμασταν και τι είμαστε μέσα μας.

Όταν αμφιβάλλεις, η πιο σοφή επιλογή είναι η καλοσύνη

Ό,τι και αν νομίζεις ότι έχει κάνει κάποιος, για να σε βλάψει άμεσα ή από έλλειψη ενδιαφέροντος, μπορείς πάντα να επιλέξεις την καλοσύνη. Μπορείς πάντα να είσαι ο καλύτερος σε αυτή την ιστορία· μπορείς πάντα να επιλέγεις την συγχώρεση. Μπορείς πάντα να επιλέξεις να προχωρήσεις στη ζωή σου και να ευχηθείς ότι μια μέρα θα καταφέρουν και οι άλλοι να το κάνουν.

Δεν υπάρχει δικαιολογία για καμία πράξη εκδίκησης, κακίας ή δολιότητας. Ποτέ δεν θα καταλάβουμε απόλυτα τι περνά ο καθένας στη ζωή του, και το να «πετάμε» την επιλογή της καλοσύνης, μόνο σε περισσότερους μπελάδες μπορεί να μας μπλέξει.

Σε κάποιες περιπτώσεις ίσως να είναι το δυσκολότερο πράγμα που θα χρειαστεί να κάνεις. Να χαμογελάσεις και να χαιρετήσεις, αντί να ξεκινήσεις μια σύγκρουση. Να αντισταθείς στην παρόρμηση να φωνάξεις και να ζητήσεις δικαιοσύνη. Να απαντήσεις με ένα θετικό σχόλιο φεύγοντας αντί να δείξεις τα δόντια σου. Αλλά έχεις τη δύναμη μέσα σου να το κάνεις και στο τέλος θα ευχαριστείς τον εαυτό σου γι’ αυτό.

Όπως έχει γράψει και η Brianna Wiest: «Το πώς αντιμετωπίζεις τα πράγματα που δεν μπορείς να ελέγξεις, καθορίζει το αν θα είσαι ο ήρωας ή το θύμα στη ζωή σου».

Σε όσους πιστεύουν ότι είναι θύματα: απελευθερώστε τον εαυτό σας. Νιώθετε με αυτό τον τρόπο, επειδή το έχετε αφήσει να συμβεί. Δεν είναι λάθος κανενός άλλου, και αυτό είναι καλό, επειδή δεν χρειάζεστε κανέναν άλλο να γίνει ο ήρωάς σας.

Μπορείτε πάντα να ελέγχετε τις πράξεις και τα λόγια σας. Ξαναχτίστε τις γέφυρές σας, επιλέξτε την συγχώρεση, επιλέξτε να προχωρήσετε και να το αφήσετε πίσω σας. Επιλέξτε την καλοσύνη. Όχι επειδή ζητάτε αναγνώριση, όχι επειδή έχετε κάτι να αποδείξετε. Επιλέξτε την καλοσύνη, επειδή κοιμάστε καλύτερα με καθαρή συνείδηση.

Επιλέγω την καλοσύνη, επειδή βαθιά μέσα μου, ξέρω ότι έχω δίκιο. Επιλέγω την καλοσύνη επειδή έχω πολλά να προσφέρω και δεν είμαι θύμα. Ζυγίζω τις καταστάσεις και αποφασίζω πότε και αν αξίζει την αντιπαράθεση.

Αν πολεμήσεις το κακό με κακό, και οι δύο χάνετε. Το μυαλό σας, την ψυχική σας ηρεμία και την αίσθηση ανθρωπιάς. Εσύ μπορείς να επιλέξεις να κρατήσεις τη δική σου, βαδίζοντας τον δρόμο της καλοσύνης κάθε φορά που αμφιβάλεις.

Η ζωή που δε ζεις σε γερνάει

Σκέφτεσαι ότι γερνάς.

Κοιτάς στον καθρέπτη σου και πάντα ανακαλύπτεις μια καινούργια άσπρη τρίχα που δεν την έπιασε καλά η βαφή, μια χαρακιά- επονομαζόμενη ρυτίδα- στις άκρες των ματιών ή στο κούτελο, μια μικρή χαλάρωση στα μάγουλα.

Κοιτάς το κορμί σου και πάντα κάτι αλλάζει. Κάτι που αλλάζει και δεν ξαναφτιάχνεται. Κάτι που για να βελτιωθεί θέλει τη διπλάσια προσπάθεια.

Και μετά βγαίνεις στο δρόμο και παρατηρείς.

Κάτι νέους που δείχνουν πιο γέροι από σένα κι ας μην έχουν ούτε μια ρυτίδα.

Κάτι γέρους που δείχνουν πιο νέοι από σένα κι ας μην μπορούν πλέον ούτε καν να τις μετρήσουν.

Κάτι καμπουριασμένα κορμιά με λαμπερά μάτια και κάτι λαμπάδες με θολό βλέμμα.

Κάτι πιασμένα σαν κόμπο γερασμένα χέρια και κάτι άλλα λευκά και αδούλευτα που κινούνται μόνα τους κατά μήκος του σώματος.

Μπαίνεις σε σπίτια και βλέπεις.

Σαμπανιέρες γεμάτες ξύδι και ριχτάρια γεμάτα κόμπους.

Πλαστικά ποτήρια γεμάτα με το καλύτερο κρασί και ψωμοτύρι που σε χορταίνει.

Χάπια που συντηρούν το σώμα σου και χάπια που καταστρέφουν το μυαλό σου.

Κρέμες για το γέμισμα των ρυτίδων και κάπου αλλού ευτυχία που τις κάνει να μη φαίνονται.

Γερνάω λες.

Κι όμως , κανείς δεν γερνάει από τα χρόνια που περνάνε από πάνω του.

Κανείς δεν δίνει σημασία αν μπορεί ή δεν μπορεί να κάνει αυτά που έκανε στα νιάτα του, όταν έχει βρει διαφορετικά πράγματα να κάνει μεγαλώνοντας.

Κανείς δεν γερνάει όταν η ζωή του είναι πλημυρισμένη από ευγένεια, αγάπη, αφοσίωση, χαμόγελα, στιγμές ευτυχίας. Δεν γερνάει όταν τα προβλήματα υγείας του είναι αντιμετωπίσιμα, όταν η ανταμοιβή από αυτά που δίνει στα παιδιά του είναι η βελτίωσή τους, όταν το βράδυ κοιμάται κουμπωμένος σε μια αγκαλιά, όταν το πρωί ξυπνάει θέλοντας να γίνει καλύτερος.

Κανείς δεν γερνάει όταν τρώει από ευχαρίστηση, όταν κοιμάται χωρίς ανάγκη, όταν μιλάει χωρίς προσπάθεια, όταν κάνει πράγματα που τον ευχαριστούν.

Κι ας μην τα κάνει τέλεια. Κι ας μην κερδίσει ποτέ βραβείο.

Ας μην υπάρχει κανείς να τον χειροκροτήσει. Ας μην υπάρχει κανείς να καταγράψει το γεγονός.

Κανείς δεν γερνάει όταν δεν στάζουν στην καρδιά του φαρμάκι.

Όταν εκτιμούν και σέβονται την αγάπη που δίνει. Χωρίς απαραίτητη ανταπόκριση αλλά με την απαραίτητη προσοχή.

Οι λεπτομέρειες γερνάνε.

Εκείνες οι μικρές αλλά σημαντικές λεπτομέρειες που μένουν χαραγμένες στη ψυχή και μεταφέρονται στο δέρμα και στα όργανα.

Εκείνα τα «δεν θέλω» που έγιναν πραγματικότητα. Εκείνα τα «δεν μπορώ» που έγιναν καθημερινότητα.

Αυτές οι δουλειές που δεν παράγουν έργο. Εκείνες οι φιλίες που υπάρχουν προς εκμετάλλευση.

Οι αγάπες που σε πρόδωσαν με αντίτιμο . Οι σχέσεις που κρατήθηκαν χωρίς να υπάρχουν.

Τα ξύλινα ή χάρτινα σπίτια.

Η έλλειψη εμπιστοσύνης. Η ξεφτίλα που ανέχεσαι. Η ζωή που δεν ζεις.

Οι αναπάντητες λέξεις γερνάνε και όχι αυτές που σου απαντάνε ακόμα κι αν δεν είναι αυτό που περιμένεις.

Η αδιαφορία στο ενδιαφέρον γερνάει. Ο τζάμπα κόπος. Οι χαμένες ώρες και οι μη αναγνωρίσιμες προσπάθειες.

Οι τοίχοι και τα σίδερα. Οι παγωμένες αντιδράσεις.

Το τρύπημα του στομαχιού από τα οξέα. Οι χτύποι της καρδιάς από το ανώφελο άγχος.

Η προσπάθεια να αρέσεις εκεί που δεν σου αρέσει.

Η αποδοχή της διαφορετικότητας σου από κάποιους που δεν έχουν δεχθεί ούτε τον εαυτό τους.

Η εξάρτιση χωρίς σκοινιά και ο θάνατος χωρίς μαχαίρι.

Αυτά σε γερνάνε.

Όλα τα άλλα είναι απλά σημάδια στο σώμα σου χωρίς καμία ιδιαίτερη σημασία.

Σκέφτεσαι ότι γερνάς.

Κοιτάς στον καθρέπτη σου και επιβεβαιώνεις ότι το μόνο που πρέπει να κάνεις είναι να αλλάξεις τις αιτίες πρόκλησης των ρυτίδων.

Ας υπάρχουν εκεί.

Απλά φρόντισε οι ιστορίες που κρύβουν μέσα τους, να είναι όλες άξια χαραγμένες.

Δεν έχουμε ανάγκη ανθρώπων που κλαίνε και θρηνούν μαζί μας, αλλά ανθρώπους που μιλούν με ειλικρίνεια και μας διδάσκουν

Το έργο Περί φυγής απευθύνεται ως επιστολή σε εξόριστο από τις Σάρδεις, όπως επανειλημμένα δηλώνει ή υποδηλώνει ο Πλούταρχος μέσα στο κείμενο, χωρίς, ωστόσο, να αναφέρει πουθενά το όνομά του. Οι μελετητές έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι πρόκειται κατά πάσα πιθανότητα για τον Μενέμαχο, τον νεαρό από τις Σάρδεις, προς τον οποίο στέλνει, ύστερα από παράκλησή του, ο Πλούταρχος τα Πολιτικά παραγγέλματα του.

ΠΕΡΙ ΦΥΓΗΣ

 Οι καλύτεροι και πιο σίγουροι λόγοι, όπως ακριβώς και φίλοι, είναι, λένε, όσοι με την παρουσία τους στις συμφορές ωφελούν και προσφέρουν βοήθεια. Διότι, βέβαια, εμφανίζονται πολλοί και μιλούν σε εκείνους που έχουν σκοντάψει, η επέμβασή τους όμως είναι άχρηστη, ή καλύτερα βλαβερή, και μοιάζουν με ανθρώπους που, χωρίς να ξέρουν κολύμπι, προσπαθούν να βοηθήσουν αυτούς που πνίγονται, αγκαλιάζοντάς τους όμως και παρασύροντάς τους μαζί τους στον βυθό. Πρέπει, λοιπόν, ο λόγος όσων αγαπούν και προσπαθούν να βοηθήσουν να είναι παρηγοριά, και όχι συνηγορία υπέρ αυτού που προξενεί τη λύπη. Στ’ αλήθεια, δεν έχουμε ανάγκη ανθρώπων που κλαίνε και θρηνούν μαζί μας, σαν άλλοι χοροί της τραγωδίας, σε καταστάσεις δυσάρεστες, αλλά ανθρώπους που μιλούν με ειλικρίνεια και μας διδάσκουν ότι το να παραδίδεται κανείς στη θλίψη και να ταπεινώνει τον εαυτό του είναι σε κάθε περίπτωση και αποδεικνύεται άσκοπο κι ανόητο. Να μας διδάσκουν επίσης ότι, όπου οι ίδιες οι καταστάσεις, αφού τις ψηλαφήσει και τις φέρει στο φως ο λόγος, προσφέρουν τη δυνατότητα να πούμε στον εαυτό μας:

“Κακό δεν έπαθες, αν δεν το φτιάξεις ο ίδιος στο μυαλό σου”. Είναι εντελώς γελοίο να μη ρωτάμε τη σάρκα να μάθουμε τι έπαθε, ούτε την ψυχή για το αν με αυτό που της έτυχε έγινε χειρότερη, αλλά να έχουμε τους έξω, που στενοχωριούνται και θλίβονται μαζί μας, ως δασκάλους της λύπης.
Επομένως, μόνοι με τον εαυτό μας ας εξετάζουμε της κάθε συμφοράς το βάρος, σαν να ήταν φορτίο. Το σώμα πιέζεται με το βάρος του φορτίου, ενώ η ψυχή συχνά προσθέτει από μόνη της βάρος στις καταστάσεις. Η πέτρα είναι από τη φύση της σκληρή, ο πάγος είναι από τη φύση του ψυχρός και δεν προβάλλουν αντίσταση ούτε προκαλούν πάγωμα από άσχετες εξωτερικές αιτίες. Για την εξορία όμως, την έλλειψη δόξας και την απώλεια των τιμών, όπως ακριβώς για τα αντίθετα επίσης, τα στεφανάκια, δηλαδή, τα αξιώματα, τις πρωτοκαθεδρίες, έχοντας ως μέτρο της λύπης και της χαράς που γεννούν όχι τη δική τους φύση αλλά τη δική μας κρίση, ο καθένας μας τα κάνει για τον εαυτό του ελαφρά και βαριά, εύκολα να τα αντέξει ή το αντίθετο. Ας ακούσουμε τον Πολυνείκη, που απαντά στο ερώτημα:

“Τι είναι να χάσεις την πατρίδα; Είναι, στ’ αλήθεια, μεγάλο κακό;”
“Το πιο μεγάλο, και στην πράξη μεγαλύτερο απ’ ό,τι στα λόγια”.

Αλλά και τον Αλκμάνα, όπως τον έχει βάλει να λέει εκείνος που έγραψε το επίγραμμα.

“Σάρδεις, αρχαία πατρίδα των προγόνων μου, αν σε σας είχα μεγαλώσει, ιερέας θα ήμουν τώρα ή ευνούχος χρυσοντυμένος, χτυπώντας φλύαρα τύμπανα- τώρα ευτυχώς Αλκμάν είναι το όνομά μου, της Σπάρτης με τους πολλούς τρίποδες και γνώρισα τις Ελληνίδες Μούσες, που από τον τύραννο τον γιο του Δασκύλεω, τον Γύγη, με έκαναν ανώτερο”.

Έτσι, το ίδιο πράγμα η γνώμη για τον ένα το κάνει εύχρηστο, σαν να ήταν ισχύον νόμισμα, ενώ για τον άλλο δύσχρηστο και βλαβερό.

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ, ΗΘΙΚΑ

Να πούμε μια για πάντα τα πράγματα με το όνομά τους

Η κοινή διαπίστωση ότι η ζωή μοιάζει με θεατρική παράσταση επιβεβαιώνεται κυρίως από το ότι οι άνθρωποι αλλιώς μιλούν και διαφορετικά ενεργούν: πρόκειται για μια κωμωδία στην οποία όλοι σήμερα είναι ηθοποιοί, γιατί όλοι μιλούν την ίδια γλώσσα, ενώ κανείς σχεδόν δεν είναι θεατής, αφού όλη αυτή η φλυαρία ξεγελά πια μόνο τα παιδιά και τους ανόητους.

Είναι μια παράσταση εντελώς ερασιτεχνική, αφόρητα παράλογη και βαρετή. Κι ωστόσο, θα άξιζε να προσπαθήσουμε σε τούτο τον αιώνα να κάνουμε τη ζωή μας μια αληθινή και όχι προσποιητή πράξη και να λύσουμε για πρώτη φορά στην ιστορία την περίφημη αντίθεση ανάμεσα στα λόγια και στις πράξεις.

Αλλά, όπως μας διδάσκει η πείρα, αυτά δε διορθώνονται και, καθώς δεν μπορούμε να αξιώσουμε από τους ανθρώπους να εξαντληθούν επιχειρώντας το αδύνατο, μας απομένει ένα μέσο μοναδικό και συγχρόνως πολύ απλό, αν και αναξιοποίητο μέχρι σήμερα: να χρησιμοποιήσουμε αλλιώς τις λέξεις και να πούμε μια για πάντα τα πράγματα με το όνομά τους.

M. Heidegger: το ταξίδι προς θάνατο· τι είναι αυτό;

ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΧΡΟΝΟΣ (§§45, 46)

Τι είναι ο θάνατος;

§1

     Τι είναι ο θάνατος; Κυριολεκτικά παραπέμπει σε μια υπαρκτική κατάσταση, στην οποία οδεύει ολοταχώς ο άνθρωπος ως ύπαρξη. Με τη γλώσσα του Χάιντεγκερ πρόκειται για το «τέλος» της ύπαρξης του Dasein. Είναι το «τέλος» της πορείας που ακολουθεί το Dasein μέσα στον κόσμο και εντός του χρόνου. Πώς νοείται αυτό το τέλος; Νοείται ως το τερματικό σημείο μιας διαδρομής της ύπαρξης. Τούτη η διαδρομή τελεί πάντοτε σε χρονική εκκρεμότητα και ως τέτοια είναι η δυνατότητα της ύπαρξης του Dasein μας να υπάρχει αυθεντικά. Το να μπορεί να υπάρχει και μάλιστα να υπάρχει αυθεντικά σημαίνει να θέλει να έχει συνείδηση. Όσο αυτό το Dasein υπάρχει, τόσο φέρει μέσα του κυρίαρχο ένα συναίσθημα ότι εκκρεμεί κάτι που δεν έχει εκπληρώσει:

«Σε τούτη την εκκρεμότητα ανήκει το “τέλος”. Το “τέλος” του εντός-του κόσμου-Είναι είναι ο θάνατος».

Αυτό το τέλος περικλείει και καθορίζει την ολότητα της ανθρώπινης ύπαρξης. Γι’ αυτό και το αυθεντικώς υπάρχειν κινείται εντός των ορίων της σύλληψης του θανάτου ως ενός υπαρξιακού προς θάνατο Είναι (Sein zum Tode).

§2

     Όπως λοιπόν προκύπτει, ο θάνατος δεν νοείται με μια βιολογική ή ανθρωπολογική έννοια, αλλά με υπαρξιακή. Κατά την έννοια τούτη, ο θάνατος δεν εκλαμβάνεται ούτε πρέπει να εκλαμβάνεται, κατά τον Χάιντεγκερ, ως ένας τελικός σκοπός, πράγμα που θα μας ανάγκαζε να τον λατρεύουμε ως το ύψιστο και να αντιμετωπίζουμε τη ζωή με απαισιόδοξο τρόπο. Απεναντίας, ο θάνατος λογίζεται ως το όριο, που η ζωή ως ύπαρξη ή η ανθρώπινη ζωή του Dasein, δηλ. η ζωή του Dasein μας, δεν μπορεί να αποφύγει. Το γεγονός ότι τούτο το Dasein είναι θνητό Είναι επιτρέπει να διακρίνεται η ύπαρξή του από κάθε άλλη μορφή ζωής, βιολογικής υφής. Όπου και όταν υπάρχει ανθρώπινο Dasein, εκεί υπάρχει και κόσμος. Στο βαθμό που αυτό υπάρχει, δεν φτάνει «στο τέλος»· έτσι, τούτο το «τέλος» τελεί εν αναμονή, σε εκκρεμότητα. Αυτό δεν σημαίνει ότι το ως άνω Dasein θα μπορούσε να είναι αθάνατο παρά πως τούτη η εκκρεμότητα αποτελεί χαρακτηριστικό της θνητότητάς του. Ο θάνατος είναι εδώ και είναι το πάντοτε εκκρεμούν τέλος του εντός-του-κόσμου-Είναι. Όταν ο θάνατος, ως τέλος της ανθρώπινης ύπαρξης, είναι προσιτός σε τούτη την ύπαρξη, τότε η τελευταία τούτη μπορεί να έχει εμπρός της τον εαυτό της ως Όλο.

§3

     Ο θάνατος, κατά το ως άνω πνεύμα, είναι ο εγγυητής της ολότητάς μας. Γι’ αυτό, όσο η ανθρώπινη ύπαρξη έχει συνείδηση μιας ασταμάτητης μη-αποπεράτωσης και διέπεται από την προαναφερθείσα εκκρεμότητα, τόσο καθίσταται ελλειπτική η ως άνω ολότητα, τόσο μεταβάλλεται σε μη-ολότητα. Με τον θάνατο αίρεται η εν λόγω εκκρεμότητα. Η άρση αυτής της εκκρεμότητας σημαίνει πως το ανθρώπινο Dasein παύει να είναι αυτό το ίδιο, πως το Είναι του εξ-ολοθρεύεται, εκ-μηδενίζεται. Εδώ συμβαίνει ένα παράδοξο φαινόμενο: ενόσω αυτό το Dasein είναι ως ον, ποτέ, ουδέποτε μπορεί να φτάσει σε απόλυτη ολοκλήρωση· αν όμως επιτύχει τούτη την ολοκλήρωση, τότε το κέρδος είναι η ανεπανόρθωτη απώλεια του εντός-του-κόσμου-Είναι. Το γεγονός ότι το Dasein μας δεν μπορεί να βιωθεί ως ον και συναφώς οντικά ως υπάρχον Όλο ούτε μέσα στην ολοκλήρωσή του με τον θάνατο ως Είναι, δεν οφείλεται σε κάποια ατέλεια της γνωστικής μας ικανότητας, αλλά σε αυτή τούτη την ουσία της ύπαρξής μας: δεν είμαστε σε θέση να βιώσουμε την ύπαρξή μας ως Όλο, στο σύνολό της, διότι από το Είναι μεταβαίνουμε στο όχι-πλέον-Dasein μας. Η εν λόγω μετάβαση αίρει κάθε είδους δυνατότητα βίωσης. Αυτό που μένει είναι η εμπειρία που αποκτά η ύπαρξή μας από τον θάνατο των άλλων.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ἠθικὰ Νικομάχεια (1124a-1125a)

Δοκεῖ δὲ καὶ τὰ εὐτυχήματα συμβάλλεσθαι πρὸς μεγαλοψυχίαν. οἱ γὰρ εὐγενεῖς ἀξιοῦνται τιμῆς καὶ οἱ δυναστεύοντες ἢ πλουτοῦντες· ἐν ὑπεροχῇ γάρ, τὸ δ᾽ ἀγαθῷ ὑπερέχον πᾶν ἐντιμότερον. διὸ καὶ τὰ τοιαῦτα μεγαλοψυχοτέρους ποιεῖ· τιμῶνται γὰρ ὑπὸ τινῶν· κατ᾽ ἀλήθειαν δ᾽ ὁ ἀγαθὸς μόνος τιμητός· ᾧ δ᾽ ἄμφω ὑπάρχει, μᾶλλον ἀξιοῦται τιμῆς. οἱ δ᾽ ἄνευ ἀρετῆς τὰ τοιαῦτα ἀγαθὰ ἔχοντες οὔτε δικαίως ἑαυτοὺς μεγάλων ἀξιοῦσιν οὔτε ὀρθῶς μεγαλόψυχοι λέγονται· ἄνευ γὰρ ἀρετῆς παντελοῦς οὐκ ἔστι ταῦτα. ὑπερόπται δὲ καὶ ὑβρισταὶ καὶ οἱ τὰ τοιαῦτα ἔχοντες ἀγαθὰ γίνονται. ἄνευ γὰρ ἀρετῆς οὐ ῥᾴδιον φέρειν ἐμμελῶς τὰ εὐτυχήματα· οὐ δυνάμενοι δὲ

[1124b] φέρειν καὶ οἰόμενοι τῶν ἄλλων ὑπερέχειν ἐκείνων μὲν καταφρονοῦσιν, αὐτοὶ δ᾽ ὅ τι ἂν τύχωσι πράττουσιν. μιμοῦνται γὰρ τὸν μεγαλόψυχον οὐχ ὅμοιοι ὄντες, τοῦτο δὲ δρῶσιν ἐν οἷς δύνανται· τὰ μὲν οὖν κατ᾽ ἀρετὴν οὐ πράττουσι, καταφρονοῦσι δὲ τῶν ἄλλων. ὁ μὲν γὰρ μεγαλόψυχος δικαίως καταφρονεῖ (δοξάζει γὰρ ἀληθῶς), οἱ δὲ πολλοὶ τυχόντως. οὐκ ἔστι δὲ μικροκίνδυνος οὐδὲ φιλοκίνδυνος διὰ τὸ ὀλίγα τιμᾶν, μεγαλοκίνδυνος δέ, καὶ ὅταν κινδυνεύῃ, ἀφειδὴς τοῦ βίου ὡς οὐκ ἄξιον ὂν πάντως ζῆν. καὶ οἷος εὖ ποιεῖν, εὐεργετούμενος δ᾽ αἰσχύνεται· τὸ μὲν γὰρ ὑπερέχοντος, τὸ δ᾽ ὑπερεχομένου. καὶ ἀντευεργετικὸς πλειόνων· οὕτω γάρ οἱ προσοφλήσει ὁ ὑπάρξας καὶ ἔσται εὖ πεπονθώς. δοκοῦσι δὲ καὶ μνημονεύειν οὗ ἂν ποιήσωσιν εὖ, ὧν δ᾽ ἂν πάθωσιν οὔ (ἐλάττων γὰρ ὁ παθὼν εὖ τοῦ ποιήσαντος, βούλεται δ᾽ ὑπερέχειν), καὶ τὰ μὲν ἡδέως ἀκούειν, τὰ δ᾽ ἀηδῶς· διὸ καὶ τὴν Θέτιν οὐ λέγειν τὰς εὐεργεσίας τῷ Διί, οὐδ᾽ οἱ Λάκωνες πρὸς τοὺς Ἀθηναίους, ἀλλ᾽ ἃ πεπόνθεσαν εὖ. μεγαλοψύχου δὲ καὶ τὸ μηδενὸς δεῖσθαι ἢ μόλις, ὑπηρετεῖν δὲ προθύμως, καὶ πρὸς μὲν τοὺς ἐν ἀξιώματι καὶ εὐτυχίαις μέγαν εἶναι, πρὸς δὲ τοὺς μέσους μέτριον· τῶν μὲν γὰρ ὑπερέχειν χαλεπὸν καὶ σεμνόν, τῶν δὲ ῥᾴδιον, καὶ ἐπ᾽ ἐκείνοις μὲν σεμνύνεσθαι οὐκ ἀγεννές, ἐν δὲ τοῖς ταπεινοῖς φορτικόν, ὥσπερ εἰς τοὺς ἀσθενεῖς ἰσχυρίζεσθαι· καὶ εἰς τὰ ἔντιμα μὴ ἰέναι, ἢ οὗ πρωτεύουσιν ἄλλοι· καὶ ἀργὸν εἶναι καὶ μελλητὴν ἀλλ᾽ ἢ ὅπου τιμὴ μεγάλη ἢ ἔργον, καὶ ὀλίγων μὲν πρακτικόν, μεγάλων δὲ καὶ ὀνομαστῶν. ἀναγκαῖον δὲ καὶ φανερομισῆ εἶναι καὶ φανερόφιλον (τὸ γὰρ λανθάνειν φοβουμένου, καὶ ἀμελεῖν τῆς ἀληθείας μᾶλλον ἢ τῆς δόξης), καὶ λέγειν καὶ πράττειν φανερῶς· παρρησιαστὴς γὰρ διὰ τὸ καταφρονητικὸς εἶναι, καὶ ἀληθευτικός, πλὴν ὅσα μὴ δι᾽ εἰρωνείαν [εἰρωνεία δὲ] πρὸς τοὺς πολλούς, καὶ πρὸς ἄλλον μὴ δύνασθαι ζῆν

[1125a] ἀλλ᾽ ἢ φίλον· δουλικὸν γάρ· διὸ καὶ πάντες οἱ κόλακες θητικοὶ καὶ οἱ ταπεινοὶ κόλακες. οὐδὲ θαυμαστικός· οὐδὲν γὰρ μέγα αὐτῷ ἐστίν. οὐδὲ μνησίκακος· οὐ γὰρ μεγαλοψύχου τὸ ἀπομνημονεύειν, ἄλλως τε καὶ κακά, ἀλλὰ μᾶλλον παρορᾶν. οὐδ᾽ ἀνθρωπολόγος· οὔτε γὰρ περὶ αὑτοῦ ἐρεῖ οὔτε περὶ ἑτέρου· οὔτε γὰρ ἵνα ἐπαινῆται μέλει αὐτῷ οὔθ᾽ ὅπως οἱ ἄλλοι ψέγωνται· οὐδ᾽ αὖ ἐπαινετικός ἐστιν· διόπερ οὐδὲ κακολόγος, οὐδὲ τῶν ἐχθρῶν, εἰ μὴ δι᾽ ὕβριν. καὶ περὶ ἀναγκαίων ἢ μικρῶν ἥκιστα ὀλοφυρτικὸς καὶ δεητικός· σπουδάζοντος γὰρ οὕτως ἔχειν περὶ ταῦτα. καὶ οἷος κεκτῆσθαι μᾶλλον τὰ καλὰ καὶ ἄκαρπα τῶν καρπίμων καὶ ὠφελίμων· αὐτάρκους γὰρ μᾶλλον. καὶ κίνησις δὲ βραδεῖα τοῦ μεγαλοψύχου δοκεῖ εἶναι, καὶ φωνὴ βαρεῖα, καὶ λέξις στάσιμος· οὐ γὰρ σπευστικὸς ὁ περὶ ὀλίγα σπουδάζων, οὐδὲ σύντονος ὁ μηδὲν μέγα οἰόμενος· ἡ δ᾽ ὀξυφωνία καὶ ἡ ταχυτὴς διὰ τούτων.

***
Υπάρχει η γνώμη ότι τα αγαθά που χαρίζει η τύχη συμβάλλουν και αυτά στη μεγαλοψυχία. Οι άνθρωποι, πράγματι, που έχουν αριστοκρατική καταγωγή θεωρούνται άξιοι τιμής, το ίδιο και οι άνθρωποι που έχουν δύναμη ή πλούτο. Ο λόγος είναι ότι οι άνθρωποι αυτοί βρίσκονται σε κατάσταση υπεροχής, και καθετί που υπερέχει σε κάτι καλό, τιμάται πιο πολύ. Γι᾽ αυτό και αυτού του είδους τα αγαθά κάνουν τους ανθρώπους αυτούς πιο μεγαλόψυχους· γιατί τιμώνται από κάποιους. Στην πραγματικότητα όμως τιμή πρέπει να αποδίδεται μόνο στον άνθρωπο που έχει αρετή. Όποιος, πάντως, τα έχει και τα δύο, θεωρείται σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό άξιος τιμής. Αυτοί όμως που έχουν αυτού του είδους τα αγαθά δίχως να έχουν αρετή, ούτε το δικαίωμα να θεωρούν τον εαυτό τους άξιο τιμής έχουν ούτε είναι σωστό να λέγονται «μεγαλόψυχοι»· γιατί αυτά τα πράγματα προϋποθέτουν την τέλεια αρετή.

Υπερόπτες όμως και προσβλητικοί γίνονται και αυτοί που έχουν τα αγαθά που είπαμε. Γιατί δίχως αρετή δεν είναι εύκολο να αντιμετωπίσει κανείς με χάρη και μέτρο τα αγαθά που χαρίζει η τύχη. Μη μπορώντας λοιπόν

[1124b] να τα αντιμετωπίσουν, και πιστεύοντας ότι είναι ανώτεροι από τους άλλους, περιφρονούν τους άλλους, και οι ίδιοι κάνουν ό,τι τους αρέσει. Μιμούνται, πράγματι, τον μεγαλόψυχο δίχως να του μοιάζουν, και αυτό το κάνουν εκεί που μπορούν: τις πράξεις της αρετής δεν τις κάνουν, περιφρονούν όμως τους άλλους. Ο μεγαλόψυχος δίκαια περιφρονεί τους άλλους (γιατί η κρίση του είναι σωστή), ενώ οι πολλοί κρίνουν τυχαία και λανθασμένα.

Ο μεγαλόψυχος δεν είναι άνθρωπος των μικρών κινδύνων, ούτε και αγαπάει τους κινδύνους· ο λόγος είναι ότι για λίγα μόνο πράγματα τρέφει τιμή· είναι όμως άνθρωπος των μεγάλων κινδύνων, και όταν βρίσκεται αντιμέτωπος με κάποιον κίνδυνο, δεν τη λογαριάζει καθόλου τη ζωή του, γιατί πιστεύει ότι δεν αξίζει να τη ζει κανείς κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες.

Ο μεγαλόψυχος είναι άνθρωπος που θέλει να κάνει ευεργεσίες, ντρέπεται όμως όταν τις δέχεται· γιατί το πρώτο δείχνει άνθρωπο που υπερέχει, ενώ το δεύτερο άνθρωπο που υπερέχεται. Τις ευεργεσίες που δέχτηκε θέλει να τις ανταποδίδει με μεγαλύτερες ευεργεσίες· γιατί έτσι αυτός που έκανε την αρχή θα του είναι πάλι οφειλέτης και θα είναι άνθρωπος που ευεργετήθηκε. Φαίνεται επίσης ότι οι μεγαλόψυχοι θυμούνται τα καλά που έχουν κάνει, όχι όμως και τα καλά που έχουν δεχτεί (γιατί αυτός που ευεργετήθηκε είναι κατώτερος ενσχέσει με αυτόν ο οποίος ευεργέτησε, και ο μεγαλόψυχος θέλει να είναι ανώτερος)· να ακούει να μιλούν για τα πρώτα, του είναι ευχάριστο, ενώ να ακούει να μιλούν για τα δεύτερα, του είναι δυσάρεστο. Αυτός φαίνεται πως είναι και ο λόγος που η Θέτιδα δεν διηγείται στον Δία τις ευεργεσίες που του έκανε, ούτε οι Λάκωνες τις ευεργεσίες που έκαναν στους Αθηναίους, παρά μόνο τις ευεργεσίες που δέχτηκαν. Γνώρισμα του μεγαλόψυχου είναι, επίσης, να μη ζητάει από κανέναν τίποτε, ή έστω να το ζητάει με μεγάλη δυσκολία, να προσφέρει όμως πρόθυμα τη βοήθειά του στους άλλους· απέναντι, επίσης, στους ανθρώπους που έχουν υψηλή κοινωνική θέση και είναι ευνοημένοι από την τύχη να κρατάει στάση αξιοπρεπή και επιβλητική, ενώ με τους ανθρώπους μέσης κατάστασης να είναι απλός και μετριοπαθής: να είναι ανώτερος από τους πρώτους είναι δύσκολο πράγμα και κάτι που δείχνει υψηλόφρονα αυτοπεποίθηση, να είναι όμως ανώτερος από τους δεύτερους είναι εύκολο· να δείχνει υψηλόφρονα αυτοπεποίθηση απέναντι στους πρώτους δεν δηλώνει έλλειψη των χαρακτηριστικών που προσιδιάζουν στους ανθρώπους με αριστοκρατική καταγωγή, να το κάνει όμως αυτό απέναντι σε ταπεινότερου επιπέδου ανθρώπους είναι άκομψο — κάτι σαν επίδειξη της δύναμής του σε αδύναμους ανθρώπους. Γνώρισμα του μεγαλόψυχου ανθρώπου είναι, επίσης, να μη κυνηγάει τα πράγματα που οι άνθρωποι τα έχουν σε τιμή, ή αυτά στα οποία κάποιοι άλλοι έχουν τα πρωτεία. Τον χαρακτηρίζει, επίσης, μια βραδύτητα και μια τάση για καθυστερήσεις, εκτός από τις περιπτώσεις όπου μπορεί να χάσει μια μεγάλη τιμή ή ένα μεγάλο έργο. Άλλο γνώρισμά του είναι οι λίγες πράξεις, αυτές όμως είναι τότε μεγάλες και διάσημες. Δεν μπορεί, επίσης, παρά να δείχνει φανερά το μίσος του και την αγάπη του (γιατί μόνο ο άνθρωπος που φοβάται κρύβει τα αισθήματά του και αδιαφορεί για την αλήθεια, προτιμώντας αυτά που πιστεύει ο πολύς κόσμος). Μιλάει, επίσης, και ενεργεί ανοιχτά· τον διακρίνει, πράγματι, η παρρησία, επειδή δίνει στον εαυτό του το δικαίωμα να περιφρονεί. Λέει, επίσης, πάντοτε την αλήθεια — εκτός από τις περιπτώσεις που θέλει να «κρυφτεί» μπροστά στους πολλούς. Υποχρεωτικά δεν μπορεί επίσης να προσαρμόζει τη ζωή του στις προτιμήσεις κάποιου άλλου,

[1125a] εκτός και αν πρόκειται για φίλο. Αλλιώς θα ήταν άνθρωπος με ψυχή δούλου: αυτός είναι ο λόγος που όλοι οι κόλακες είναι δουλοπρεπείς και οι χαμηλού επιπέδου άνθρωποι είναι κόλακες. Ούτε συνηθίζει να θαυμάζει, αφού τίποτε δεν είναι γι᾽ αυτόν μεγάλο. Δεν είναι, επίσης, μνησίκακος, γιατί δεν ταιριάζει στον μεγαλόψυχο να κρατάει στη μνήμη του πράγματα, και μάλιστα κακά· πιο πολύ του ταιριάζει να τα παραβλέπει. Ούτε του αρέσει να μιλάει για άλλους ανθρώπους: ούτε για τον εαυτό του μιλάει ούτε για τους άλλους· γιατί ούτε να ακούσει επαίνους για τον εαυτό του τον ενδιαφέρει ούτε να ακούσει κατηγόριες για τους άλλους. Ούτε, πάλι, είναι εύκολος στους επαίνους του· γι᾽ αυτόν τον λόγο δεν είναι, επίσης, και κακολόγος, ακόμη και των εχθρών του, εκτός και αν είναι να εκφράσει με υπεροψία την περιφρόνησή του. Για πράγματα που είναι απαραίτητα για τη ζωή ή για πράγματα μικρά και ασήμαντα σχεδόν ποτέ δεν ολοφύρεται ούτε παρακαλάει: μια τέτοια συμπεριφορά θα έδειχνε άνθρωπο που παίρνει τα πράγματα αυτά στα σοβαρά. Είναι, επίσης, άνθρωπος που προτιμάει να έχει πράγματα ωραία, και ας μη του αποφέρουν κέρδος, παρά πράγματα που αποφέρουν κέρδος και είναι χρήσιμα: μια τέτοια συμπεριφορά ταιριάζει πιο πολύ στον αυτάρκη άνθρωπο. Τέλος, στον μεγαλόψυχο άνθρωπο θεωρείται ότι ταιριάζουν η αργή κίνηση, η βαριά φωνή και ο σταθερός λόγος· δεν μπορεί, πράγματι, να είναι βιαστικός ο άνθρωπος που λίγα μόνο πράγματα παίρνει στα σοβαρά, ούτε μπορεί η ένταση να χαρακτηρίζει έναν άνθρωπο που δεν θεωρεί τίποτε μεγάλο: η τσιριχτή φωνή και το γρήγορο βάδισμα έχουν την αρχή τους σ᾽ αυτά τα πράγματα.